ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΑΖΕΡΗΣ

Τα Κρυφά Όπλα της Πόλης
Βιβλίο Ένατο

Αβέβαια Μέλλοντα
και Ρημαγμένοι Δρόμοι

Μια Ιστορία από το
Θρυμματισμένο Σύμπαν

[Θυγατέρες της Πόλης]

 

 

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commons – http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/

 

• Επιτρέπεται να το διανέμετε ελεύθερα, στην παρούσα του μορφή και μόνο.
• Δεν επιτρέπεται να το τροποποιήσετε ή να το αλλοιώσετε με οιονδήποτε τρόπο.
• Δεν επιτρέπεται να το χρησιμοποιήσετε για διαφημιστικούς ή εμπορικούς λόγους.

 


 

Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνικό. Όλα τα ονόματα, τα πρόσωπα, και οι καταστάσεις είναι φανταστικά ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό, λογοτεχνικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά ονόματα, πρόσωπα, ή καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.

 

 

 

Περισσότερες ιστορίες από το Θρυµµατισµένο Σύµπαν, δωρεάν στο
www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris/thrymmatismeno_sympan

/1\

Ο Σημαδεμένος έχει αποφασίσει πώς θα συνεχίσει τον αγώνα του κατά των σφετεριστών, ενώ η Κορίνα αισθάνεται μπερδεμένη και αναζητά καινούργιους δρόμους· η Μιράντα αναρωτιέται για ένα πρόσφατο όνειρο και ο Πανιστόριος για τη Μιράντα· η Άνμα κοπανά τη φυλακή της καθώς θυμάται περασμένους εφιάλτες· και η Νορέλτα-Βορ, αν και τρομοκρατημένη, προσπαθεί να δελεάσει μια Αδελφή της.

Η γαλανόδερμη, καλοντυμένη κοπέλα έσκυψε και τον φίλησε στο πλάι του στόματος καθώς έπαιρνε τα χαρτονομίσματα από το χέρι του. «Θα με ξαναφωνάξεις, μωρό μου;» ρώτησε.

«Φεύγω σήμερα, Λουίζ. Δε μπορώ να μείνω άλλο.» Χάιδεψε τον μηρό της κάτω από την κοντή φούστα, πάνω από τη στιλπνή, μαλακή κάλτσα.

«Τι κρίμα!» του είπε καθώς ορθωνόταν. «Όταν ξαναπεράσεις θα είμαι ακόμα εδώ,» χαμογέλασε· «μην ξεχνάς τον κώδικά μου.» Και στέλνοντάς του ένα φιλί με το χέρι της, έφυγε από το δωμάτιο.

Ο Γουίλιαμ σηκώθηκε από το κρεβάτι κι άρχισε να ντύνεται. Στην αρχή, ήταν διστακτικός να πλαγιάσει με άλλες γυναίκες όσο η σύζυγός του βρισκόταν στη Φιλήκοη, μακριά από εκείνον. Όμως είχε κι αυτός τις ανάγκες του, και έπρεπε να κρατά τον εαυτό του ικανοποιημένο αν ήταν να συνεχίσει τον αγώνα του εναντίον των διαβολικών σφετεριστών του Σκοτοδαίμονος! Επιπλέον, η Λουίζ – τι αχόρταγη και συμπαθητική κοπέλα! – είχε βοηθήσει το μυαλό του να καθαρίσει. Χτες βράδυ, αφού είχαν τελειώσει οι δυο τους, αφού τον είχε κάνει να νιώσει τουλάχιστον δέκα χρόνια νεότερος (όχι πως ήταν και τόσο μεγάλος, μα τον Κρόνο! – απλά ώριμος), ο Γουίλιαμ είχε μείνει ξύπνιος μες στο μισοσκόταδο του δωματίου και σκεφτόταν, ενώ η Λουίζ κοιμόταν παραδίπλα, μ’ένα καταπληκτικό γαλανόδερμο πόδι να ξεπροβάλλει σαν γλυκό δώρο της Μεριδόρης μέσα από τα σκεπάσματα του κρεβατιού.

Ο Γουίλιαμ είχε πάρει κάποιες αποφάσεις: Δεν μπορούσε να περιμένει την Κορίνα να έρθει για να του πει τι να κάνει. Έχανε χρόνο όσο την περίμενε, ενώ οι εχθροί του κινούνταν. Δεν πρόκειται να σταματούσαν τόσο εύκολα, ήταν βέβαιος ο Γουίλιαμ· λογικά, θα πήγαιναν να επισκεφτούν άλλους πολιτάρχες, απροειδοποίητους άρχοντες της Ατέρμονης Πολιτείας τους οποίους, με τα διαβολικά τους ψέματα, μπορούσαν να επηρεάσουν. Ο Γουίλιαμ έπρεπε να τους προλάβει!

Επιπλέον, τι θα γινόταν αν η Κορίνα, για κάποιο λόγο, δεν τον ξαναεπισκεπτόταν ποτέ; Δεν υπήρχε τίποτα που να του εγγυάται ότι δεν θα τον εγκατέλειπε. Ήταν πολύ μυστηριώδης. Πολύ... ανεξήγητη, μα τον Κρόνο. Ακόμα ο Γουίλιαμ δεν είχε καταλάβει τίποτα γι’αυτήν, ουσιαστικά. Και ούτε η Μαρκέλλα Ονέλκρι, η Πολιτάρχης της Συρροής, που τον είχε φιλοξενήσει για μερικές μέρες, τον είχε διαφωτίσει καθόλου για την Κορίνα.

Ναι, ο Γουίλιαμ δεν μπορούσε να περιμένει αυτήν. Θα συνέχιζε τον πόλεμό του εναντίον της Σκοτεινής Τριανδρίας όπως εκείνος νόμιζε.

Τώρα, έχοντας ντυθεί, έχοντας πάρει τα πράγματά του από το δωμάτιο, και έχοντας ειδοποιήσει τηλεπικοινωνιακά τους μισθοφόρους του, ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος, εξόριστος Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας – που σύντομα θα επέστρεφε εκεί ως θριαμβευτής, αφού είχε τσακίσει τους καταραμένους σφετεριστές της Σκοτεινής Τριανδρίας, κι αφού είχε διώξει τα σκυλιά του Αλυσοδεμένου Ποιητή – κατέβηκε προς τη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου.

Σήμερα θα έφευγε από τη Ρόδα· θα κατευθυνόταν ολοταχώς νότια, στην Κουρασμένη. Για να προειδοποιήσει την ανυποψίαστη Πολιτάρχη της τι κίνδυνος μπορεί να την πλησίαζε σύντομα.

*

Δεν είχε κοιμηθεί πολύ χτες βράδυ, και τώρα στεκόταν μπροστά στο τραπέζι στο σαλόνι του διαμερίσματός της, ντυμένη με το μεσοφόρι της, έχοντας λυτά τα μακριά ξανθά μαλλιά της. Επάνω στο τραπέζι δεν υπήρχε τίποτα – ούτε τραπεζομάντηλο ούτε αντικείμενα – εκτός από μικροσκοπικά ασημένια θραύσματα στο κέντρο.

Τα κοκκινόδερμα χέρια της τα μετακινούσαν, προσπαθώντας να τα συναρμολογήσουν σαν χαλασμένο παζλ. Τα δόντια της δάγκωναν το κάτω χείλος της, τα μάτια της ήταν στενεμένα.

Μετατόπιζε τα κομμάτια: το ένα λίγο προς τα εδώ, το άλλο λίγο προς τα εκεί... κι αυτό ελαφρώς παραδίπλα – αλλά πάλι δεν ήταν σωστά! Και σ’εκείνο το σημείο κάτι έμοιαζε να λείπει, κάτι έπρεπε να υπάρχει το οποίο δεν υπήρχε. Είχε χάσει κάποιο κομμάτι; Της είχε πέσει χωρίς να το καταλάβει;

Αναστέναξε και κάθισε βαριά σε μια καρέκλα, κουρασμένη. «Δεν πρόκειται να το ξαναφτιάξω. Δεν γίνεται. Δεν γίνεται,» μονολόγησε σαν να προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της. Γιατί, βαθιά μέσα της, το ήξερε πως δεν μπορούσε να το ξαναφτιάξει. Ήταν από εκείνα τα μοναδικά πράγματα που μία φορά, και μόνο μία φορά, φτιάχνονται στην Πόλη.

«Τι ανόητη που είσαι, Κορίνα,» μούγκρισε τρίβοντας το πρόσωπό της με τις παλάμες της. «Το έσπασες, ανόητη!» Σηκώθηκε απ’την καρέκλα απότομα. «Ηλίθια... Ηλίθια!» Βημάτισε μες στο σαλόνι, νιώθοντας το ξύλινο πάτωμα δροσερό κάτω απ’τα γυμνά της πόδια.

Δεν αισθανόταν, όμως, ακόμα το σημάδι των Θυγατέρων να την πονά στο δεξί της πέλμα. Η Πόλη δεν ήθελε να την απομακρύνει. Η Κορίνα είχε κι άλλα να κάνει εδώ. Δεν ήταν ώρα να φύγει.

Παρότι δεν είχε πλέον το φυλαχτό, δεν ήταν ώρα να φύγει.

Αλλά δεν είμαι πια η Αρχόντισσα της Πόλης...

Τι να κάνω; Πώς... πώς να τους καθοδηγήσω; Πώς να συνεχίσω το έργο μου; Εκείνο που είχε στο μυαλό της – η μεγάλη αλλαγή της Ρελκάμνια που είχε στο μυαλό της – δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτευχθεί χωρίς το φυλαχτό. Οι δυνάμεις της ως απλή Θυγατέρα της Πόλης, παρότι αξιοσημείωτες – η Κορίνα ήταν πάνω από εκατό χρονών, είχε πείρα – δεν ήταν αρκετές για κάτι τέτοιο.

Ο Κάδμος... βασίζεται σ’εμένα για τον αγώνα του. Αλλά τώρα δεν μπορώ να τον βοηθήσω όπως παλιά...

Ωστόσο, η Πόλη δεν την έδιωχνε ακόμα από εδώ. Το σημάδι της δεν την πονούσε. Η Κορίνα εξακολουθούσε να έχει δουλειές σ’ετούτα τα μέρη της Ατέρμονης Πολιτείας· το ήξερε, το διαισθανόταν.

Τι δουλειές, όμως; Τι έπρεπε τώρα να κάνει; Τα πράγματα είχαν αλλάξει. Είχαν τελείως, ανεπανόρθωτα αλλάξει–

Εξαιτίας μου! Εξαιτίας μου!

«Ανόητη! Ηλίθια... Ηλίθια!» Η Κορίνα χτύπησε το κεφάλι της στο τζάμι της μπαλκονόπορτας του σαλονιού, και το γυαλί έσπασε. Αιχμηρά κομμάτια έσκισαν το κόκκινο δέρμα της, αίμα κύλησε στο πρόσωπό της. Αλλ’ αυτό δεν την ανησυχούσε. Σε λίγο η Πόλη θα τη θεράπευε από τέτοια γδαρσίματα.

Όμως ποτέ δεν θα μπορούσε να επιδιορθώσει το θρυμματισμένο φυλαχτό. Είχε, για πάντα, χαθεί.

*

«Ξέρεις κανένα καλό μέρος για πρωινό;» τη ρώτησε ο Αλέξανδρος, στεκόμενος στο κατώφλι της ανοιχτής πόρτας του, με τον ώμο ακουμπισμένο στο πλαίσιο. Σαν να την περίμενε. Και τα πολεοσημάδια τής μαρτυρούσαν πως όντως την περίμενε.

Η Μιράντα είχε μόλις βγει στον διάδρομο του ξενοδοχείου. «Στην Καλόπραγη; Πολλά μπορούμε να βρούμε.» Αλλά δεν είχε πραγματικά όρεξη για φαγητό· εκείνα τα παράξενα όνειρα που είχε δει την προβλημάτιζαν.

Ο Αλέξανδρος μειδίασε. «Πάμε, τότε. Κερνάω.»

Η Μιράντα έριξε ένα βλέμμα προς την πόρτα του Βόρκεραμ και της Ολντράθα. Τα πολεοσημάδια τής έλεγαν ότι οι ένοικοι ήταν ακόμα μέσα.

«Τι;» ρώτησε ο Αλέξανδρος. «Φοβάσαι να τον αφήσεις μόνο για τόσο λίγο; Φοβάσαι ότι κάτι μπορεί να συμβεί; Η Ολντράθα θα είναι εδώ. Και η Φοίβη.»

Η Μιράντα έφερε ξανά στο νου της το όνειρο: Η Κορίνα... να την αντικρίζει από εκείνη την ταράτσα, μακριά... και να της δείχνει τα ανοιχτά χέρια της... και η δεξιά της παλάμη ήταν πληγιασμένη... Τι μπορεί να σήμαινε αυτό; Μπορεί να είχε καμιά σχέση με τον Βόρκεραμ-Βορ; Οι δρόμοι από κάτω μας ήταν γεμάτοι πόλεμο...

«Τι είναι, Μιράντα; Τι σ’απασχολεί; ‘Βλέπεις’ κάτι;» Το είπε αυτό το βλέπεις με τρόπο που την έκανε να καταλάβει ότι εννοούσε το ιδιαίτερο βλέμμα των Θυγατέρων της Πόλης.

Η Μιράντα κούνησε το κεφάλι. «Όχι, τίποτα. Δε νομίζω ότι ο Βόρκεραμ κινδυνεύει αυτή τη στιγμή. Ας πάμε να φάμε.»

«Εσύ είσαι η οδηγός.» Ο Αλέξανδρος βγήκε απ’το δωμάτιό του κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Ήταν έτοιμος. Φορούσε την καπαρντίνα του.

Και η Μιράντα ήταν έτοιμη, φορώντας το πανωφόρι της πάνω από τα άλλα της ρούχα. Το αριστερό της πόδι την πονούσε καθώς μεγάλωνε μέσα στο μηχανικό πόδι του Κλαρκ που ήταν κρυμμένο στο εσωτερικό της μπότας της και κάτω από το παντελόνι της.

Έκανε νόημα στον Αλέξανδρο να την ακολουθήσει κι εκείνος ήρθε μαζί της. Βαδίζοντας και παίρνοντας τον ανελκυστήρα, κατέβηκαν στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου και βγήκαν.

«Μου φαίνεται, όμως, ότι κάτι σ’απασχολεί, Μιράντα,» επέμεινε ο Αλέξανδρος.

«Δεν είναι τίποτα,» αποκρίθηκε πάλι εκείνη, και τον οδήγησε στο γκαράζ όπου πολλοί από τους μισθοφόρους του Βόρκεραμ-Βορ είχαν αφήσει τα οχήματά τους, όχι μακριά από το ξενοδοχείο. Ορισμένοι από αυτούς ήταν εδώ τώρα, μες στο πρωινό, μάλλον για να κάνουν κάποιους απλούς ελέγχους. Ανάμεσά τους ήταν και η Ζιλκάμα’μορ

Η Μιράντα πήγε στο φορτηγό με τα Εκτρώματα. Τα βρήκε να την περιμένουν μέσα, ήρεμα, όπως τους είχε ζητήσει. Αλλά τα πολεοσημάδια τής έλεγαν ότι τα μηχανικά όντα είχαν αρχίσει να βαριούνται. Ήθελαν να κάνουν κάτι περισσότερο απ’το να κάθονται στριμωγμένα στο εσωτερικό ενός οχήματος–

Το όνειρο ήρθε στο μυαλό της ξανά: Τα φλεγόμενα πλοκάμια των Εκτρωμάτων του Διόφαντου να τη χτυπάνε...

Το έδιωξε από τη νόησή της. Είμαστε πολύ μακριά από τον Διόφαντο. Ίσως ποτέ να μην τον ξαναδούμε.

Αλλά, σκέφτηκε, εγώ ευθύνομαι που βρίσκεται τώρα στη Ρελκάμνια... και για ό,τι μπορεί να κάνει εδώ. Δε θα έπρεπε να τον σταματήσω κάπως; Πρώτα, όμως, όφειλε να σώσει τις Αδελφές της – την Άνμα και τη Νορέλτα-Βορ – που στο όνειρο... στο όνειρο είχε φτάσει σ’ένα μέρος όπου στέκονταν τρεις Αδελφές της, όλες σκοτεινιασμένες. Δεν μπορούσε να διακρίνει τις όψεις τους. Ποια ήταν η τρίτη;

«Μιράντα;» Ο Αλέξανδρος άγγιζε τον ώμο της. «Είσαι καλά;»

«Ναι, γιατί;»

«Κοίταζες το φορτηγό και απλά... στεκόσουν. Συμβαίνει κάτι με τα Εκτρώματα;»

Κούνησε το κεφάλι της. «Όχι.» Άνοιξε την πόρτα κι ανέβηκε στο όχημα.

Τα Εκτρώματα έβγαλαν μελωδίες – άψογους, μεταλλικούς ήχους – από τα σφαιρικά τους σώματα, σάλεψαν τα βιολογικά πλοκάμια τους, φωτάκια αναβόσβησαν πάνω στους μηχανισμούς τους.

Ορισμένα από τα σύμβολα στα κουμπιά της επικοινωνιακής συσκευής του Χέρκεγμοξ (που ήταν αφημένη μες στο φορτηγό) φώτισαν:

[ΓΕΙΑ]

[ΕΙΣΑΙ ΟΔΗΓΟΣ] [ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ]

Η Μιράντα πάτησε ένα κουμπί πάνω στη συσκευή (ενώ κι ο Αλέξανδρος ανέβαινε στο φορτηγό): [ΓΕΙΑ ΣΑΣ]

Πάτησε κι άλλα κουμπιά: [ΟΛΑ ΚΑΛΑ] [;]

[ΟΛΑ ΚΑΛΑ]

[ΠΡΟΒΛΗΜΑ] [;]

[ΟΧΙ] [ΠΡΟΒΛΗΜΑ]

Ωραία, σκέφτηκε η Μιράντα, ελπίζοντας να της έλεγαν αλήθεια. Αν και τα πολεοσημάδια δεν την προειδοποιούσαν, βέβαια, για κανέναν κίνδυνο ή καμιά απάτη. Ούτε διαισθανόταν τίποτα το άσχημο.

Απλά, εκείνα τα όνειρα την είχαν ανησυχήσει. Όχι επειδή ήταν τόσο τρομαχτικά, αλλά επειδή ήταν τόσο παράξενα. Η Μιράντα δεν μπορούσε να τα εξηγήσει, δεν μπορούσε να τα κατανοήσει.

Ήταν δυνατόν να τα είχε στείλει η Κορίνα για να της προκαλέσει σύγχυση; Δεν το νόμιζε. Αυτά δεν ήταν όνειρα σταλμένα από την Αδελφή της.

Η Μιράντα ενεργοποίησε τη μηχανή του φορτηγού και πάτησε το πετάλι.

«Θα πάρουμε και τους φίλους σου μαζί μας για πρωινό;» τη ρώτησε ο Αλέξανδρος.

«Δε θέλω να τους αφήσω μόνους, να βαριούνται.»

«Μπορείς να μου μάθεις κι εμένα πώς να επικοινωνώ μαζί τους;» Βγήκαν από το γκαράζ. «Μέσω αυτής της συσκευής, εννοώ. Είναι δύσκολο;»

«Δεν πρόσεχες όταν το εξηγούσα στην Εύνοια;»

«Όχι ιδιαίτερα.»

«Δεν είναι δύσκολο,» τον διαβεβαίωσε η Μιράντα. «Θα σου δείξω.» Καλύτερα να γνώριζε ακόμα ένας άνθρωπος εκτός από εκείνη πώς να επικοινωνεί με τα Εκτρώματα. Μπορεί να χρειαζόταν.

«Δε μου φαίνεσαι, πάντως, και πολύ καλά σήμερα, Μιράντα.»

«Σταμάτα πια! Μ’έχεις τσαντίσει.» Οδηγούσε μέσα στους δρόμους της Καλόπραγης, σταθερά, παρατηρώντας τα πολεοσημάδια για να βρει το καλύτερο μέρος για πρωινό σε ακτίνα πέντε χιλιομέτρων.

«Συγνώμη,» είπε ο Αλέξανδρος. Αλλά ήταν σίγουρος πως κάτι συνέβαινε με τη Μιράντα σήμερα. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς, όμως το διάβαζε στην όψη της. Κάτι την απασχολούσε. Και τι μπορεί να ήταν; Είχε διακρίνει τίποτα επικίνδυνο στην Πόλη; Κάποια απειλή για τον Βόρκεραμ-Βορ; Ή για όλους τους; Διαισθανόταν, μήπως, ότι ο Ρόμενταλ-Κονχ θ’άλλαζε γνώμη και δεν θα οριστικοποιούσε τη συμμαχία σήμερα το απόγευμα; Αν είναι κάτι τέτοιο, γιατί δεν μου το λέει; αναρωτήθηκε ο Αλέξανδρος. Περιμένει να το πει στον Βόρκεραμ πρώτα;

Όχι, δεν είναι τέτοιο πράγμα. Είναι κάτι άλλο. Κάτι διαφορετικό. Δε νόμιζε ότι ποτέ ξανά είχε δει τη Μιράντα τόσο προβληματισμένη. Ούτε τότε που διέσχιζαν τις υπόγειες σήραγγες της αρχέγονης πόλης κάτω από τον Ριγοπόταμο. Ούτε τότε που η Κορίνα τούς κυνηγούσε μέσα στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία ενώ αναζητούσαν τα ίχνη των Νομάδων των Δρόμων.

Ανησυχεί για τις φυλακισμένες Αδελφές της; Την Άνμα και τη Νορέλτα-Βορ; Ναι, αυτό ίσως να ήταν. Αυτό. Αλλιώς... τι;

*

Η Άνμα κατούρησε μέσα στον μικρό, μεταλλικό κουβά στη γωνία του άδειου δωματίου που θύμιζε αποθήκη. Σηκώθηκε όρθια τραβώντας πάνω το παντελόνι της. Γύρισε ανάποδα τον κουβά, ο οποίος στηριζόταν σε δυο μεταλλικές ράβδους εκατέρωθεν, και το περιερχόμενό του άδειασε σε μια τρύπα στο πάτωμα, ακριβώς από κάτω του.

Τουλάχιστον, αυτές οι σκρόφες δεν την είχαν αφήσει να πνιγεί στα σκατά εδώ πέρα.

Η Άνμα βημάτισε μέσα στη φυλακή της σαν παγιδευμένο εξωδιαστασιακό θηρίο. Τα πόδια της πατούσαν ξυπόλυτα στο πέτρινο πάτωμα· οι μπότες της ήταν πεταμένες σε μια γωνία. Λες και ήλπιζε πως το σημάδι των Θυγατέρων στο δεξί της πέλμα θα τη βοηθούσε κάπως να δραπετεύσει.

Σκέψου κάτι, γαμώτο! πρόσταξε τον εαυτό της. Σκέψου κάτι, μαλακισμένη! Κάποιος τρόπος πρέπει να υπάρχει για να βγεις από τούτη την κωλότρυπα! Κάποιος τρόπος πρέπει να υπάρχει!

Αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί κανέναν τρόπο. Αρχικά, νόμιζε ότι ίσως να είχε την ευκαιρία να επιτεθεί στη Τζέσικα και την Κορίνα όταν έρχονταν για να της φέρουν φαγητό – αποκλείεται να την άφηναν να πεθάνει της πείνας! Όμως οι σκρόφες είχαν αποδειχτεί πιο έξυπνες απ’ό,τι υπολόγιζε η Άνμα. Δεν είναι ποτέ να υποτιμάς τις Αδελφές σου, τις πουτάνες! Δεν είχαν ανοίξει την καταπακτή στο πάτωμα για να της φέρουν φαγητό και νερό – αυτή η γαμημένη καταπακτή δεν είχε ανοίξει καθόλου όσο καιρό η Άνμα βρισκόταν φυλακισμένη εδώ. Το φαγητό είχε έρθει από το ταβάνι. Από εκείνη την κωλότρυπα που σκεπαζόταν από ένα μεταλλικό κάλυμμα.

Όπως και πριν από κάποιες ώρες. Ένας ξαφνικός ήχος είχε ακουστεί – το μεταλλικό κάλυμμα καθώς παραμεριζόταν – κι ένα πακέτο είχε πέσει, από την κωλότρυπα, στο κωλοπάτωμα της γαμημένης κωλοφυλακής που θύμιζε παλιά, άδεια αποθήκη. Μέσα στο κωλοπακέτο ήταν το σκατοφαγητό και το σκατονερό που της έριχναν οι σκρόφες κάθε τόσο, χωρίς νάχουν τα κότσια νάρθουν να το φέρουν μόνες τους!

Η Άνμα γρονθοκόπησε τον τοίχο. Και ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Τρίζοντας τα δόντια, γρυλίζοντας.

Ύστερα σταμάτησε, βαριανασαίνοντας. Έχοντας εκτονωθεί.

Πόσες μέρες να ήταν κλεισμένη εδώ μέσα; Αν υπολόγιζε από τα σκατοφαγητά τους – ένα κάθε μέρα, υπέθετε – τότε πρέπει να ήταν εδώ καμιά δεκαριά μέρες. Τουλάχιστον. Θα τις γαμήσω και τις δύο, τις πουτάνες, όταν τις πιάσω στα χέρια μου! Θα τις γαμήσω!

Αυτό το γαμημένο μπουντρούμι τής θύμιζε, για κάποιο λόγο, τα κλειστά μέρη όπου, πριν από πολλά χρόνια, την είχαν οι Ανθρωποκλέφτες προτού ξυπνήσει το σημάδι στο πόδι της, προτού αναγεννηθεί ως Θυγατέρα της Πόλης και τους γαμήσει τους πούστηδες! Οι Ανθρωποκλέφτες την είχαν βουτήξει από τη συμμορία της στη Σκορπιστή, τους Οδοκράχτες, και την είχαν πάρει μαζί τους, για να την εκμεταλλευτούν, για να την πουλήσουν, ενώ η Άνμα ήταν ακόμα μικρή και καθόλου Θυγατέρα της Πόλης. Μέσα σε τούτο το γαμημένο κελί που την είχαν βάλει οι σκρόφες, είχε δει τρεις φορές ήδη όνειρα από εκείνη την περίοδο της ζωής της. Εφιάλτες. Και ώς τώρα νόμιζε ότι όλ’ αυτά τα είχε πλέον ξεχάσει...

Θα τις γαμήσω, τις πουτάνες, όταν τις πιάσω στα χέρια μου! Θα τις γαμήσω!

Η Άνμα χτύπησε τη μεταλλική καταπακτή με το γυμνό της πόδι, επαναλαμβανόμενα. ΝΤΑΠ! ΝΤΑΠ! ΝΤΑΠ! ΝΤΑΠ ΝΤΑΠ ΝΤΑΠ, ΝΤΑΠ ΝΤΑΠ!

*

ΝΤΑΟΟΟοοοοοοκ... ΝΤΑΑααΟΟΟΟοοοοκκκ...

Η Νορέλτα-Βορ ξύπνησε κατατρομαγμένη. Ή, μήπως, ακόμα κοιμόταν; Ήταν κι αυτό άλλο ένα όνειρο;

Βρισκόταν κουλουριασμένη σε μια από τις γωνίες του εφιαλτικού δωματίου με τα σύμβολα του Σκοτοδαίμονος στους τοίχους και το διαβολικό σύμβολο από φωτεινά καλώδια στο κέντρο του χώρου.

ΝΤΟΟΟοοοομ... ΝΤΑΑεεεεε...

Τι ήχος ήταν αυτός; Παράξενος, σαν όλους εδώ μέσα. Αλλά τι τον προκαλούσε; Η Άνμα; Ήταν η Άνμα ξανά; Η Αδελφή της; Είχε καιρό η Άνμα να της φωνάξει. Και η Νορέλτα ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει πίσω από ποια πόρτα ίσως να βρισκόταν. Υπήρχαν τρεις σιδερένιες πόρτες εδώ πέρα, όλες κλειστές. Κι όταν η Νορέλτα είχε κλοτσήσει μια απ’αυτές, ένας τρομερός ήχος είχε χτυπήσει το κεφάλι της σχεδόν σαν ηχητικό όπλο, κάνοντάς τη να ζαλιστεί, να πονέσει. Από τότε αυτές οι πόρτες τής φαίνονταν πολύ τρομαχτικές.

Και ήταν και η καταπακτή πάνω από τη σιδερένια σκάλα. Αλλά δεν μπορεί η Άνμα να βρισκόταν εκεί, γιατί από εκεί τής έριχνε φαγητό η Τζέσικα. Από εκεί ήταν έξοδος· δεν υπήρχε αμφιβολία. Όμως η Νορέλτα δεν μπορούσε ν’ανοίξει την καταπακτή. Είχε προσπαθήσει και είχε ξαναπροσπαθήσει. Σκαρφάλωνε τη σκάλα και έσπρωχνε προς τα πάνω, γρυλίζοντας, πιέζοντας με τα χέρια της, γρονθοκοπώντας· μα τίποτα δεν κατάφερνε. Και μια φορά γλίστρησε από τη σκάλα κι έπεσε στο πάτωμα μ’έναν δυνατό γδούπο και μια δυνατή κραυγή – κι αυτοί οι ήχοι, κάπως, αρπάχτηκαν από το δωμάτιο κι επέστρεψαν στ’αφτιά της σαν θύελλα που την έκανε να ζαλιστεί τόσο έντονα που ξέρασε τα λίγα πράγματα που είχε φάει πριν από καμιά ώρα. Ο γοφός της είχε, επίσης, μελανιάσει άσχημα από εκείνο το πέσιμο, αλλά η Πόλη γρήγορα τον θεράπευσε.

Η Πόλη, όμως, δεν μπορούσε και να τη βοηθήσει να δραπετεύσει από εδώ, γαμώτο! Και η Νορέλτα αισθανόταν απεγνωσμένη, και πανικόβλητη. Όλος αυτός ο χώρος ήταν ένας ζωντανός εφιάλτης! Την τρόμαζε βαθιά μες στην ψυχή της. Πάλευε να διώξει τον τρόμο αλλά εκείνος ερχόταν ξανά και γαντζωνόταν επάνω της σαν αιμοδιψής αράχνη.

Η Νορέλτα είχε επιχειρήσει, επανειλημμένα, να μιλήσει με τη Τζέσικα, όταν η καταπακτή άνοιγε. Την είχε ρωτήσει πότε θα την έβγαζαν από εδώ. Τι περίμεναν, τη Μιράντα; Τον Βόρκεραμ-Βορ; Αυτοί δεν θα έρχονταν, δεν ήταν τόσο ανόητοι! Δεν μπορούσαν να τους παγιδέψουν επειδή τις κρατούσαν φυλακισμένες! Αλλά η Τζέσικα ή δεν της απαντούσε καθόλου, ή γελούσε, ή γελούσε και της έλεγε κάτι άσχημο ή αισχρό. Όταν έτυχε η Νορέλτα να έχει σκαρφαλώσει τη σκάλα η Τζέσικα τής έριξε μ’ένα ενεργειακό πιστόλι, τραντάζοντας το σώμα της, ρίχνοντάς την κάτω.

Αυτή τη φορά, όμως, πριν από μερικές ώρες (αν υπολόγιζε σωστά τον χρόνο), η Νορέλτα είχε ένα καλύτερο σχέδιο. Καθώς η καταπακτή άνοιγε ξανά, είχε ήδη σκεφτεί έναν τρόπο για να δελεάσει την Αδελφή της. Της φώναξε:

«Τι ξέρεις για το φυλαχτό που σου κρύβει η Κορίνα, Τζέσικα; Ξέρεις τίποτα για το φυλαχτό;»

Το συνηθισμένο πακέτο τροφής έπεσε στο πάτωμα από την καταπακτή. Αλλά η καταπακτή δεν έκλεισε αμέσως.

«Θες να μάθεις για το φυλαχτό, Τζέσικα; Γιατί δεν νομίζω ότι ξέρεις τίποτα γι’αυτό! Η Κορίνα δεν σου έχει πει τίποτα – το κρατά για τον εαυτό της. Φοβάται ότι θα της το κλέψεις!»

«Ποιο φυλαχτό;» ήρθε η φωνή της Τζέσικας από πάνω.

«Βγάλε με από δω και θα σου πω για το φυλαχτό, Αδελφή μου.» Η Νορέλτα πλησίασε τη σιδερένια σκάλα, αν και φοβόταν ότι η Τζέσικα μπορεί να την ξαναχτυπούσε με ενεργειακό όπλο. Κοίταξε προς τα πάνω και την είδε να την ατενίζει: ένα γαλανόδερμο πρόσωπο ανάμεσα σε σγουρά, μακριά ξανθά μαλλιά. Στο χέρι της ήταν ένα πιστόλι – το ίδιο ενεργειακό πιστόλι, μάλλον.

«Τι φυλαχτό είναι αυτό; Το ανέφερε και η Μιράντα. Πες μου τι είναι!»

«Θα σου πω αν με αφήσεις να βγω από εδώ,» επανέλαβε η Νορέλτα-Βορ, σταυρώνοντας τα χέρια της μπροστά της, κοιτάζοντας τη Τζέσικα με στενεμένα μάτια, και προσπαθώντας να κάνει την όψη της επίμονη και απειλητική. Ελπίζοντας πως η Πόλη δεν θα την πρόδιδε, πως θα τη βοηθούσε.

Η Τζέσικα γέλασε. «Καλό, Αδελφή μου! Καλό... Χα-χα-χα-χα-χα... Πολύ καλό. Αλλά δεν περιμένεις να σε πιστέψω, ε; –Δεν υπάρχει φυλαχτό!»

«Δεν υπάρχει;» Ήταν η σειρά της Νορέλτα να γελάσει – και είχε την αίσθηση πως το γέλιο τής έκανε καλό. Πόσο καιρό είχε να γελάσει; «Φυσικά και υπάρχει! Πώς νομίζεις ότι η Κορίνα κάνει αυτά πού κάνει; Επειδή έχει το φυλαχτό, ανόητη! Και το κρατά μόνο για τον εαυτ–»

«Η Μιράντα είπε ψέματα! Δεν υπάρχει φυλαχτό. Και τώρα προσπαθείς να με κοροϊδέψεις με τον ίδιο τρόπο που αυτή–»

«Αυτό σού είπε η Κορίνα; Ότι δεν υπάρχει φυλαχτό; Σε δουλεύει, ανόητη! Δεν το καταλαβαίνεις; Σε δουλεύει, γιατί φοβάται ότι–»

Η Τζέσικα εκτόξευσε μια ενεργειακή δέσμη από το πιστόλι της, και η Νορέλτα πετάχτηκε πίσω μ’ένα τσύριγμα, παρότι η ριπή δεν την πέτυχε – και, μάλλον, δεν ήταν ο σκοπός της Αδελφής της να την πετύχει.

Η καταπακτή έκλεισε απότομα, με γδούπο που αντήχησε εφιαλτικά και παράξενα μέσα σε τούτο τον χώρο.

Η Νορέλτα τώρα καθόταν κουλουριασμένη σε μια από τις γωνίες του τρομερού δωματίου με το φωτεινό σύμβολο από καλώδια στο κέντρο. Καθόταν και άκουγε τους μεταλλικούς θορύβους που έρχονταν... από πάνω;... από δίπλα;... Ήταν από δεξιά, ή από αριστερά;...

Οι θόρυβοι δεν άργησε να πάψουν. Η Άνμα τούς προκαλούσε; ή κάτι άλλο συνέβαινε; Τους είχε προκαλέσει, μήπως, η Τζέσικα για να την τρομοκρατήσει;

Η Νορέλτα ήλπιζε ότι, την επόμενη φορά που θα της έφερνε φαγητό, θα κατάφερνε να τη δελεάσει, να την κάνει να τη βγάλει από τη φυλακή της για να μάθει για το φυλαχτό. Η ανόητη αναμενόμενα δεν ήξερε τίποτα γι’αυτό. Η Κορίνα τής το είχε κρύψει. Φοβόταν – δικαιολογημένα – ότι η Τζέσικα θα της το έκλεβε. Ποια Θυγατέρα δεν θα το ήθελε για τον εαυτό της;

Η Νορέλτα θυμόταν, ώρες-ώρες, το φυλαχτό κι έβαζε τα κλάματα. Κλάματα οργής. Θα την τσάκιζε την καταραμένη την Κορίνα που της το είχε αρπάξει! Θα την τσάκιζε! Και θα έπαιρνε ξανά το φυλαχτό. Ήταν δικό της, άλλωστε. Δικό της! Εκείνη το είχε βρει. Ήταν δικό της!

Αλλά, πρώτα, έπρεπε να βγει από εδώ.

/2\

Η Καρζένθα-Σολ προετοιμάζεται για πόλεμο· παρατηρεί, γι’ακόμα μια φορά, ότι ο νέος Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας είναι επικίνδυνος άνθρωπος· μιλά για το σχέδιό της σε μια συγκέντρωση στρατιωτικών και συμμοριτών· και αποφασίζει ότι, από εδώ και στο εξής, θα είναι δύο.

Δέκα ημέρες είχαν περάσει από την κατάκτηση της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, την υποχώρηση μεγάλου μέρους των πολιτικών της, και τη φυγή αρκετών πολιτών της οι οποίοι είχαν αποφασίσει να πάνε, ως πρόσφυγες, σε άλλες συνοικίες· και αυτές τις δέκα ημέρες η Καρζένθα-Σολ, Στρατάρχης της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας και αρχηγός της πανστρατιάς του Αλυσοδεμένου Ποιητή, δεν είχε πάψει ούτε στιγμή να προετοιμάζεται για περισσότερο πόλεμο, ξέροντας ότι σύντομα θα έπρεπε να χτυπήσουν την Α’ Κατωρίγια. Αν δεν τη χτυπήσουν, ο Πολιτάρχης της, Σελασφόρος Χορονίκης, θα τους χτυπούσε εκείνος πρώτος· δεν υπήρχε αμφιβολία. Και πιθανώς να είχε και τη βοήθεια αυτού του μισθοφορικού καθάρματος, του Βόρκεραμ-Βορ, ο οποίος προσπαθούσε να δημιουργήσει μια συμμαχία πολιταρχών εναντίον του Κάδμου – η Κορίνα τούς είχε προειδοποιήσει για τα σχέδιά του, αλλά και η ίδια η Καρζένθα και ο Κάδμος τον είχαν δει, τον άθλιο, να μιλά στα τηλεοπτικά κανάλια της Φιλήκοης, να λέει για τη συμμαχία, να την προτείνει.

Και το γεγονός ότι τώρα η Φιλήκοη, βρισκόμενη αμέσως νότια της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, ήταν εχθρός τους δεν διευκόλυνε καθόλου τα πράγματα για την Καρζένθα-Σολ. Ποιος μπορούσε να εγγυηθεί ότι η Φιλήκοη δεν θα τους χτυπούσε από τα νώτα μόλις είχαν αρχίσει να επιτίθενται στην Α’ Κατωρίγια; Κανείς, φυσικά. Είχε ήδη βοηθήσει μία φορά τους αντιπάλους τους – τον Βόρκεραμ-Βορ και τους εξόριστους πολιτικούς της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας.

Ευτυχώς, ο Βάρνελ-Αλντ είχε δηλώσει πως θα αναλάμβανε τη Φιλήκοη μόνος του, χωρίς να ζητά την υποστήριξη των στρατευμάτων που τώρα ετοίμαζε η Καρζένθα. Θα έστρεφε συμμορίες εναντίον της: από τις νότιες Ήμερες Συνοικίες, από τη Σκορπιστή, από την Επιγεγραμμένη, και μέσα από την ίδια τη Φιλήκοη – τη Σέχτα των Άδηλων Ήχων. Κι απ’ό,τι είχε ακούσει η Καρζένθα, ο Βάρνελ είχε ήδη ξεκινήσει να συγκεντρώνει αυτούς τους άτακτους στρατούς, και τα πράγματα πήγαιναν καλά. Η Τζέσικα και η Κορίνα, φυσικά, τον βοηθούσαν. Και την Κορίνα η Καρζένθα την εμπιστευόταν απόλυτα. Τη Τζέσικα τη θεωρούσε τρελή, τελείως ανισόρροπη και απείθαρχη σαν αλήτισσα που έχει χάσει το μυαλό της· ωστόσο, κι αυτή τούς είχε πολλές φορές εξυπηρετήσει, και δεν υπήρχε αμφιβολία πως, παρά την αναρχική συμπεριφορά της, ήταν ακλόνητα στο πλευρό τους.

Η Καρζένθα μπορούσε, λοιπόν, να αγνοήσει τη Φιλήκοη, να μην ανησυχεί γι’αυτήν, και να επικεντρωθεί πλήρως στις πολεμικές προετοιμασίες του στρατεύματος που θα εξαπέλυε κατά της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Και δεν ασχολιόταν μόνο με θέματα εξοπλισμού, στρατολόγησης, και εκπαίδευσης. Προσπαθούσε να εκπονήσει και ένα καλό σχέδιο για να χτυπήσει την Α’ Κατωρίγια. Ένα καλό σχέδιο ήταν ο μισός αγώνας.

Το γεγονός ότι ο Κάδμος δεν ήταν εδώ, μαζί της, από τη μια την καθησύχαζε, από την άλλη την ανησυχούσε. Την καθησύχαζε γιατί ίσως να ήταν καλύτερα να βρίσκεται μακριά από μια περιοχή όπου σύντομα θα ξεσπούσε πόλεμος. Την ανησυχούσε επειδή ήταν μόνος του τώρα στη Β’ Ανωρίγια Συνοικία. Ή, μάλλον, όχι μόνος του ακριβώς· η Καρζένθα είχε στείλει μαζί του είκοσι-τέσσερις από τους Μικρούς Γίγαντές της, και τον Άλβερακ, τον υπαρχηγό της. Επίσης, στη Β’ Ανωρίγια ήταν πολλοί σύμμαχοι του Αλυσοδεμένου Ποιητή· πολλοί άνθρωποι πιστοί σ’αυτόν. Αλλά εκείνη, η Καρζένθα, δεν ήταν κοντά του· άρα, δεν μπορούσε παρά να τον θεωρεί μόνο. Και το ότι τώρα η Φοίβη ήταν ελεύθερη ξανά και τον κυνηγούσε την έκανε να φοβάται γι’αυτόν, παρότι η Κορίνα έλεγε πως η Νύφη του Χάροντα επί του παρόντος δίσταζε να στραφεί εναντίον του Κάδμου, βρισκόμενη μαζί με τη Μιράντα και τον Βόρκεραμ-Βορ.

Τέλος πάντων. Η Καρζένθα έπρεπε να τα παραμερίσει αυτά από το μυαλό της, γιατί απλά την αποσπούσαν από τη δουλειά της – η οποία ήταν να προετοιμάσει άρτια τους στρατούς της και να εκπονήσει το καλύτερο δυνατό σχέδιο για να τσακίσουν τον Σελασφόρο Χορονίκη και να κατακτήσουν την Α’ Κατωρίγια Συνοικία.

Είχε φτάσει ήδη σε ορισμένα συμπεράσματα, και σήμερα, από το ξημέρωμα, κάλεσε κάποιους διοικητές της, κάποιους σημαντικούς αρχισυμμορίτες, και τον Βάρνελ-Αλντ. Θα καλούσε και την Κορίνα, μα δεν την έβρισκε· η Θυγατέρα της Πόλης δεν απαντούσε στον τηλεπικοινωνιακό πομπό της. (Πού βρισκόταν πάλι; Δεν πήγαινε μαζί με τον Βάρνελ στις δουλειές του;)

«Πού είναι η Κορίνα;» ρώτησε τον νέο Πολιτάρχη της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, συναντώντας τον στο καινούργιο Πολιταρχικό Μέγαρο, όπου θα γινόταν η συγκέντρωσή τους σε καμιά ώρα. Ο Βάρνελ είχε έρθει εκεί από πριν, όπως και η Καρζένθα.

«Δεν τη βρίσκεις στον πομπό της;» Ήταν καθισμένος πίσω από το γραφείο του, στη μαλακή δερμάτινη πολυθρόνα.

«Όχι.»

«Ίσως να κοιμάται ακόμα. Χτες, όταν επιστρέψαμε από τη Σκορπιστή, έλεγε ότι ήταν κουρασμένη. Αλλά βέβαια,» πρόσθεσε, «ήταν απόγευμα τότε...» Η όψη του φανέρωνε πως ήταν παραξενεμένος.

«Πώς πήγαν τα πράγματα εκεί;» ρώτησε η Καρζένθα-Σολ καθίζοντας στην καρέκλα αντίκρυ του.

«Ακριβώς όπως ήλπιζα. Οι συμμορίες είναι πρόθυμες να συστρατευθούν με τον Αλυσοδεμένο Ποιητή.» Γέλασε. «Μας περίμεναν, ουσιαστικά. Μας περίμεναν με θυσίες της Ρασιλλώς, που λένε. Ήθελαν να μπουν στο στρατό μας όταν κατεβαίναμε προς τα νότια. Τους ξαφνιάσαμε καθώς ήρθαμε εμείς να τους βρούμε και, μάλιστα, από τώρα. Έμοιαζαν να μη μπορούν να το πιστέψουν, αρχικά. Και για λίγο, για να είμαι ειλικρινής, φοβήθηκα ότι δεν θα κατάφερναν να παραμερίσουν τις προσωπικές τους έχθρες ώστε να συμμαχήσουν για να χτυπήσουν τη Φιλήκοη. Αλλά, τελικά, τα πράγματα πήγαν καλά. Η Κορίνα είχε δίκιο ότι έτσι θα γινόταν.»

«Μίλησες με όλους τους αρχηγούς όλων των συμμοριών; Ήταν όλοι τους εκεί;» Απ’ό,τι ήξερε η Καρζένθα, απ’ό,τι είχε δει στους χάρτες της, η Σκορπιστή ήταν μεγάλη συνοικία, δεν ήταν καμιά Επιγεγραμμένη· ήταν μεγαλύτερη από τη Β’ Κατωρίγια.

«Όχι, δεν ήταν όλοι εκεί,» αποκρίθηκε ο Βάρνελ, «αλλά ήταν οι σημαντικότεροι. Και με διαβεβαίωσαν πως κι οι άλλοι θα έρθουν. Δε θα θέλουν να χάσουν τα λάφυρα.» Άπλωσε το χέρι του προς τον επικοινωνιακό δίαυλο του γραφείου. «Στάσου να καλέσω κι εγώ την Κορίνα.» Πάτησε δυο κουμπιά πάνω στη συσκευή. Ένα συνεχόμενο κουδούνισμα από το ηχείο ήταν η μόνη απάντηση. Ο Βάρνελ πάτησε πάλι ένα κουμπί τερματίζοντας την κλήση. «Κάποια δουλειά θα έχει... Και θέλω να της μιλήσω κι εγώ,» είπε, σκεπτικά, σταυρώνοντας τα χέρια μπροστά του καθώς ακουμπούσε την πλάτη του στην πολυθρόνα.

«Για το θέμα της Φιλήκοης;»

Ο Βάρνελ ένευσε. «Μένει ένα πράγμα ακόμα. Η Επιγεγραμμένη. Και σκοπεύω να συζητήσω με την Κορίνα προτού την πλησιάσω.»

«Δεν έχεις ακόμα πάει εκεί;»

«Όχι.»

«Με τη Σέχτα των Άδηλων Ήχων μίλησες;»

«Ναι, προχτές το βράδυ. Ήταν συνεργάσιμος ο Υπέρτατος Ήχος.»

«Ο... Υπέρτατος Ήχος;»

Ο Βάρνελ μειδίασε. «Έτσι τον λένε τον αρχηγό τους.» Και μετά ρώτησε: «Θες να μου πεις τίποτα για το σχέδιό σου προτού έρθουν οι άλλοι;»

Η Καρζένθα κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Τίποτα το συγκεκριμένο. Θα το συζητήσουμε όλοι μαζί. Δεν το έχω οριστικοποιήσει ακόμα.»

«Σε πόσες μέρες σκοπεύεις να επιτεθείς στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία;»

«Σε λιγότερο από μια οχτάδα, υπολογίζω.»

«Δεν άργησες να ετοιμαστείς...»

«Έχουμε πλέον πολλούς πόρους στη διάθεσή μας, Βάρνελ. Τέσσερις συνοικίες ανήκουν στον Κάδμο, αν και όλες ταλαιπωρημένες από πολέμους.»

«Η Αυτοκρατορία του Αλυσοδεμένου Ποιητή μεγαλώνει και μεγαλώνει...»

«Το ξέρεις ότι δεν του αρέσει να τη λες ‘αυτοκρατορία’!» του είπε η Καρζένθα, λιγάκι απότομα.

«Και πώς να την ονομάσεις, Καρζένθα; Είναι κατακτήσεις, η μία μετά την άλλη, και υπάρχει μια κεντρική διοίκηση – αυτή του Αλυσοδεμένου Ποιητή. Είναι αυτοκρατορία. Δεν υφίσταται άλλος όρος, είτε αρέσει στον Κάδμο είτε όχι. Είναι ο Αυτοκράτοράς μας τώρα.»

«Δεν πρόκειται ποτέ να δεχτεί να είναι Αυτοκράτορας. Βλέπει τον εαυτό του ως απελευθερωτή και μόνο.»

«Πιθανώς στο μέλλον ν’αλλάξει γνώμη. Ίσως θα μπορούσες να του μιλήσεις. Αναμφίβολα, τον επηρεάζεις...» Την κοίταξε ερωτηματικά.

Η πρότασή του τη σόκαρε. Ακόμα και η υπόθεση που έκανε γι’αυτήν. «Δεν τον επηρεάζω!» είπε αμέσως. «Είμαι στο πλευρό του. Τον υποστηρίζω

«Έλα τώρα, Καρζένθα· μπορείς να του μιλήσεις...»

«Ο Κάδμος παίρνει τις αποφάσεις του μόνος.»

«Δε θα το έλεγες αυτό αν ήταν κάποιο στρατηγικό θέμα, είμαι σίγουρος.»

Ο τρόπος του είχε αρχίσει να την τσαντίζει. «Επειδή στα στρατηγικά θέματα ξέρω περισσότερα από τον Κάδμο! Και ο Κάδμος το ξέρει ότι ξέρω περισσότερα. Καταλαβαίνει ότι είναι συνετό να με ακούσει.» Αν και έχει, κατά καιρούς, κάνει του κεφαλιού του! πρόσθεσε νοερά, μη θεωρώντας πως έπρεπε αυτό να το ξεστομίσει τώρα μπροστά στον Βάρνελ. «Αλλά, κατά άλλα, δεν τον... επηρεάζω.» Δεν της άρεσε τούτη η λέξη. «Ο Κάδμος είναι καλός ως πολιτικός, και το έχει αποδείξει.»

Ο Βάρνελ κούνησε το κεφάλι, με μια έκφραση που έμοιαζε να μαρτυρά πως έβρισκε τις απόψεις της λανθασμένες αλλά εν μέρει διασκεδαστικές ίσως.

Ο Βάρνελ νομίζει πως τα ξέρει όλα! σκέφτηκε η Καρζένθα, ενοχλημένη.

«Τέλος πάντων,» της είπε. «Θα το ξανασυζητήσουμε το θέμα. Πρέπει κι οι δύο να καταλάβετε ότι αυτό που κάνουμε τώρα στη Ρελκάμνια είναι κάτι μεγάλο. Είναι κάτι τεράστιο. Πολύ σύντομα θα είμαστε ο ισχυρότερος συνασπισμός στη διάσταση.»

Η Καρζένθα δεν θέλησε να δώσει συνέχεια σε τούτη την κουβέντα. Δεν ήταν δική της δουλειά να ασχολείται με τέτοια πράγματα. Ο Κάδμος ήταν πολιτικός, όχι εκείνη. Και τον Βάρνελ – παρότι δεν αμφισβητούσε στο ελάχιστο πως ήταν πιστός σύμμαχός τους – δεν τον εμπιστευόταν. Ήταν πολύ καλός πολιτικός για να τον εμπιστευτεί, αδίστακτος σαν γιος της Ρασιλλώς, και είχε πολλές βλέψεις. Μπορεί να κατάφερνε να την τουμπάρει αν τον άφηνε να της ζαλίσει το κεφάλι αρκετά. Και το γεγονός ότι ήταν αναμφίβολα όμορφος άντρας δεν βοηθούσε στο να τον αγνοήσεις. Αισθανόταν τη γυναικεία της φύση πιο έντονη κάθε φορά που βρισκόταν κοντά του.

Άλλαξε κουβέντα: «Με τον Μάικλ Σημαδεμένο τι θα κάνεις;»

«Στη φυλακή είναι, για την ώρα.» Πριν από τρεις μέρες ο ξάδελφος του Γουίλιαμ Σημαδεμένου, πρώην Πολιτάρχη της Β’ Κατωρίγιας, είχε επιχειρήσει να δολοφονήσει τον Βάρνελ-Αλντ, και είχε αποτύχει. Ο Βάρνελ είχε κάνει ολόκληρη παράσταση, αναγκάζοντάς τον να ξιφομαχήσει μαζί του. Η Καρζένθα είχε δει την ξιφομαχία αργότερα, αποθηκευμένη σε πλακέτα, και όφειλε να ομολογήσει ότι ήταν εντυπωσιακή. Ο Βάρνελ ήταν πολύ καλός ξιφομάχος. Αναμφίβολα είχε κερδίσει πολλές εντυπώσεις, μονομαχώντας έτσι θαρραλέα με τον επίδοξο δολοφόνο του. Αν και, στην πραγματικότητα, ο Μάικλ δεν έμοιαζε να έχει ελπίδες νίκης. Ήταν, ουσιαστικά, παγιδευμένος, καταλάβαινε η Καρζένθα.

«Και θα τον αφήσεις εκεί; Δε θα τον εκτελέσεις;»

«Θα δούμε.»

«Οποιοσδήποτε άλλος θα τον εκτελούσε. Το να προσπαθείς να δολοφονήσεις έναν πολιτάρχη θεωρείται, στις περισσότερες συνοικίες της Ρελκάμνια, εσχάτη προδοσία.»

«Θα δούμε, Καρζένθα. Δεν βιάζομαι ακόμα. Μπορεί να αποκαλύψει κι άλλους δολοπλόκους που βυσσοδομούν εναντίον μου.»

Τα μάτια της στένεψαν. Είναι καλός σ’αυτά. Ναι, πολύ καλός. Πρέπει να τον προσέχω. Ειδικά τώρα που λείπει ο Κάδμος.

Ο Βάρνελ την κοίταξε με τρόπο που την έκανε να νιώθει ότι είχε μαντέψει τις σκέψεις της και σκεφτόταν πώς μπορούσε να την τουμπάρει για τους δικούς του σκοπούς. Αυτό, για κάποιο λόγο, η Καρζένθα αισθάνθηκε να την ερεθίζει· αισθάνθηκε τις θηλές της να πιέζονται μέσα στον στηθόδεσμό της. Ο άνθρωπος ήταν, όντως, επικίνδυνος!

Οι άλλοι – στρατιωτικοί διοικητές και αρχηγοί συμμοριών, ανάμεσα στους οποίους και ο Ζιλμόρος των Σκοταδιστών – δεν άργησαν να έρθουν. Βρίσκονταν στο καινούργιο Πολιταρχικό Μέγαρο πέντε, δέκα λεπτά πριν από τη συμφωνημένη ώρα συνάντησης. Η Καρζένθα και ο Βάρνελ τούς συνάθροισαν σε μια αίθουσα μ’ένα μακρόστενο τραπέζι στο κέντρο, η οποία τους χωρούσε χωρίς πρόβλημα.

Η Καρζένθα στράφηκε σ’ένα άτομο που δεν περίμενε να δει εδώ. «Εσύ δεν ήσουν καλεσμένη,» είπε στη Τζέσικα, που στεκόταν πλάι στον Ζιλμόρο με το πουλί της γαντζωμένο στον ώμο, να κοιτάζει την Καρζένθα μ’ένα γυαλιστερό μάτι, έχοντας το κεφάλι γυρισμένο στο πλάι.

«Να φύγω;» γέλασε η Τζέσικα.

Πού βλέπει το αστείο; αναρωτήθηκε η Καρζένθα. «Πώς έμαθες για τη συγκέντρωση;»

«Μαζί μου ήταν, και το άκουσε,» απάντησε ο Ζιλμόρος.

«Τέλος πάντων,» είπε η Καρζένθα στη Τζέσικα· «κάθισε.»

Κι αφού ήταν όλοι τους καθισμένοι γύρω απ’το τραπέζι, η Καρζένθα-Σολ, που στεκόταν όρθια στη μια του άκρη, άρχισε να τους μιλά για το σχέδιό της, ενώ ανάμεσά τους, πάνω από την επιφάνεια του τραπεζιού, αιωρείτο το τρισδιάστατο ολόγραμμα ενός χάρτη της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας και των γειτονικών της συνοικιών.

«Είμαστε σχεδόν έτοιμοι,» είπε η Καρζένθα, «να χτυπήσουμε την Α’ Κατωρίγια Συνοικία, και θέλω να σας εξηγήσω τι έχω στο μυαλό μου ώστε να μου κάνετε ερωτήσεις, να διορθώσετε κάποιο πιθανό λάθος, να συμπληρώσετε κάποιο κενό – οτιδήποτε.

»Όπως βλέπετε, τα σύνορα της Β’ Κατωρίγιας με την Α’ Κατωρίγια είναι μικρά.» Χρησιμοποιώντας ένα κοντό τεχνικό ραβδί, έκανε τον χάρτη να περιστραφεί και να εστιαστεί στα εν λόγω σύνορα. «Από τη μεριά μας, δύο περιφέρειες έρχονται σε επαφή με τα σύνορα: η Αζρόντω, πλάι στον Ριγοπόταμο, και η Φυτευτή. Από τη μεριά τους, μία και μόνο περιφέρεια έρχεται σε επαφή με τα σύνορα: η Ανατολική. Επομένως, το λογικό είναι ο Χορονίκης να έχει συγκεντρώσει όλες του τις δυνάμεις εκεί – και στους επίγειους και στους υπόγειους δρόμους. Κι απ’ό,τι γνωρίζω, αυτή τη φορά δεν υπάρχει καμιά κρυφή σήραγγα που μπορούμε να ακολουθήσουμε για να εισβάλουμε.» Κοίταξε τη Τζέσικα ερωτηματικά προς στιγμή.

Εκείνη χαμογέλασε, αλλά έμεινε σιωπηλή. Μάλλον δεν ήξερε κάποιον χρήσιμο κρυφό δρόμο.

«Ο Χορονίκης,» συνέχισε η Καρζένθα, «μπορεί για αρκετό καιρό να υπερασπίζεται ένα σχετικά μικρό σύνορο. Ακόμα και με λίγους μαχητές μπορείς να υπερασπιστείς ένα στενό πέρασμα εναντίον μεγάλου αριθμού αντιπάλων–»

«Δε θα πλησιάσουμε κι από τον Ποταμό;» ρώτησε ο Ζιλμόρος, ατενίζοντάς την με το μοναδικό του μάτι.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Καρζένθα, που δεν της άρεσε και τόσο που την είχε διακόψει. «Θα επιτεθούμε από το Εμπορικό Κέντρο, ακριβώς απέναντι από την Α’ Κατωρίγια· ο Κάδμος θα το κανονίσει αυτό. Αλλά τώρα μιλάω για την επίθεση που θα κάνουμε από ξηράς. Αυτή θα είναι και η σημαντικότερη.»

«Γιατί;» έθεσε το ερώτημα ο Βάρνελ-Αλντ. «Μπορούμε να επιτεθούμε κυρίως από τον Ποταμό, αφού τα σύνορα στην ξηρά είναι τόσο μικρά. Θα έρθουμε από το Εμπορικό Κέντρο και από τη Β’ Κατωρίγια μέσω Ριγοπόταμου. Πλοία υπάρχουν αρκετά.»

«Ναι,» είπε η Καρζένθα, «θα γίνει αυτό που λες, Βάρνελ. Όμως τα πλοία μας θα πρέπει να υπερνικήσουν τα σκάφη του Χορονίκη που θα προστατεύουν τα λιμάνια· και, μετά, θα πρέπει οι μαχητές μας να κάνουν απόβαση σε καλά φρουρούμενους δρόμους, αντιμετωπίζοντας την αντίσταση εκεί. Η βοήθεια που μπορεί να προσφέρει μια επίθεση από την ξηρά θα τους είναι πολύτιμη. Αν η επίθεση γίνει σωστά.»

Οι άλλοι την περίμεναν να συνεχίσει, και η Καρζένθα συνέχισε: «Θα τους χτυπήσουμε από τους επίγειους και τους υπόγειους δρόμους συγχρόνως· και θα εκμεταλλευτούμε και κάτι που ο Χορονίκης κι οι στρατηγοί του δεν νομίζω να έχουν υπολογίσει: Την Επιγεγραμμένη.»

«Τι δουλειά έχει η Επιγεγραμμένη;» απόρησε ο Ζιλμόρος, μορφάζοντας καθώς άναβε ένα τσιγάρο.

«Δεν έχει καμία φύλαξη, σύμφωνα με τις πληροφορίες μου. Η Πολιτάρχης της είναι... μια εικονική φιγούρα, χωρίς ιδιαίτερη δύναμη. Δεν υπάρχει φρουρά ή αστυνομία στην Επιγεγραμμένη. Το μέρος είναι, κατά βάση, αφύλαχτο. Μόνο κάποιοι μισθοφόροι υπάρχουν, που φρουρούν τις λίγες βιομηχανίες της συνοικίας. Και το ιερατείο του Κρόνου εκεί έχει επίσης μερικούς μισθοφόρους. Αλλά δεν περιμένω ουσιαστική αντίσταση από αυτούς. Ο μόνος λόγος που καμιά άλλη συνοικία δεν έχει κατακτήσει ακόμα την Επιγεγραμμένη είναι επειδή είναι ασύμφορο, απ’ό,τι καταλαβαίνω.»

«Η Επιγεγραμμένη,» είπε ο Βάρνελ-Αλντ, «είναι πράγματι τελείως διαλυμένη. Για να τη συνεφέρεις χρειάζονται πολλά λεφτά, πολύς κόπος. Και υπάρχουν κι αυτές οι δοξασίες στην περιοχή, για τον Επιγεγραμμένο Τοίχο και ότι η συνοικία είναι ‘τόπος δοκιμασίας’ – ότι ο Κρόνος δοκιμάζει εκεί τους πιστούς – ότι το μέρος είναι, κατά κάποιο τρόπο, καταραμένο να είναι για πάντα σ’αυτά τα χάλια.»

«Ναι,» ένευσε η Καρζένθα, «ακριβώς. Επομένως, θα μπούμε χωρίς πρόβλημα.»

«Προτείνεις να κατακτήσουμε την Επιγεγραμμένη;» είπε ο Βάρνελ.

«Όχι να την κατακτήσουμε. Απλώς να περάσουμε από εκεί. Αφού τα σύνορά της δεν φρουρούνται, ο καθένας μπορεί να περάσει και να πάει όπου θέλει. Ένα μέρος του στρατού μας θα μπει στην Επιγεγραμμένη – θα αντιμετωπίσει εύκολα και κάποιους τοπικούς μισθοφόρους, εν ανάγκη· αν και δεν νομίζω ότι θα υπάρξει τέτοια ανάγκη – και θα επιτεθεί από εκεί στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία. Από τη μεγάλη Αλάθευτη Οδό και από μικρότερους δρόμους.» Η Καρζένθα, χρησιμοποιώντας το τεχνικό ραβδί της, έκανε το ολόγραμμα του χάρτη να περιστρέφεται και να εστιάζεται, δείχνοντάς τους τα μέρη για τα οποία μιλούσε. «Ο Χορονίκης και οι στρατηγοί του πάω στοίχημα πως δεν θα το έχουν προβλέψει αυτό.»

«Κι αν το έχουν;» έθεσε το ερώτημα ο Βάρνελ-Αλντ.

«Ακόμα κι έτσι, πάλι μας συμφέρει. Δες τα σύνορα που θα μπορούμε να χτυπήσουμε, έχοντας μπει στην Επιγεγραμμένη.» Τα έδειξε επάνω στο ολόγραμμα, κάνοντας με το ραβδί της μια κόκκινη γραμμή να παρουσιαστεί εκεί. «Από τις όχθες του Ριγοπόταμου ώς τη Ρόδα.» Πάτησε ένα κουμπί πάνω στο ραβδί κι ένας κόκκινος αριθμός εμφανίστηκε στο ολόγραμμα: 125. «Σύνορα έκτασης εκατόν-είκοσι-πέντε χιλιομέτρων. Άπλετος χώρος για στρατιωτικές κινήσεις. Και θα είναι σαν να έχουμε σχεδόν περικυκλώσει την Α’ Κατωρίγια Συνοικία, από τον Ποταμό και από την ξηρά. Μόνο τα σύνορά της με τη Ρόδα δεν θα μπορούμε να χτυπήσουμε.»

«Το σχέδιό σου δεν είναι καθόλου κακό, Καρζένθα,» παραδέχτηκε ο Βάρνελ-Αλντ.

Ο Σκυφτός Στίβεν, ο αρχηγός της συμμορίας των Ξεπεσμένων Ιερέων, ρώτησε: «Κι αν η Ρόδα μάς επιτεθεί; Θα είναι δίπλα μας· στα δυτικά.» Την έδειξε στο ολόγραμμα.

«Αν μας επιτεθεί μέσα στην Επιγεγραμμένη, μπορούμε ανά πάσα στιγμή να υποχωρήσουμε αν θέλουμε, χωρίς να έχουμε χάσει τίποτα,» αποκρίθηκε η Καρζένθα. «Η Επιγεγραμμένη δεν είναι δική μας συνοικία· δεν μας ενδιαφέρει. Έχεις, όμως, δίκιο σε ένα πράγμα, Στίβεν: θα πρέπει να έχουμε παρατηρητές που θα κοιτάζουν προς την κατεύθυνση της Ρόδας, μήπως προβεί σε τέτοια ενέργεια.

»Καμιά άλλη ερώτηση;» είπε η Καρζένθα-Σολ προς όλους. «Καμιά πρόταση; Κάποια επισήμανση;»

Τα υπόλοιπα που συζήτησαν εκείνο το πρωινό ήταν διαδικαστικά.

*

Όταν, το μεσημέρι, η Καρζένθα-Σολ επέστρεψε στο κρεμαστό διαμέρισμά της στη Μονότροπη, κάλεσε τον Κάδμο στη Β’ Ανωρίγια Συνοικία και μίλησε τηλεπικοινωνιακά μαζί του, για να μάθει τι έκανε και τι γινόταν από κείνα τα μέρη – και επειδή ήθελε ν’ακούσει τη φωνή του.

«Τρως τίποτα, ή το ξεχνάς;» τη ρώτησε ο Κάδμος.

Η Καρζένθα γέλασε. «Φυσικά και τρώω!»

«Τι έφαγες χτες το μεσημέρι;»

«Δε θυμάμαι. Έχω δουλειές εδώ, ξέρεις – δεν κάθομαι!» Είχε βγάλει τώρα τις μπότες και τα περισσότερα ρούχα της και ήταν μισοξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού, με το ασύρματο ακουστικό του τηλεπικοινωνιακού συστήματος στ’αφτί της.

«Έχω μισοτελειώσει εκείνο το ποίημα που έγραφα για τους Νομάδες των Δρόμων,» της είπε ο Κάδμος.

«Ωωω, μη μου λες πάλι για τους Νομάδες των Δρόμων!» Μόνο μπελάδες ήταν οι Νομάδες των Δρόμων, όπως το έβλεπε η Καρζένθα. Ευτυχώς είχαν φύγει από τις συνοικίες τους.

«Να μη σ’το διαβάσω;»

«Εντάξει, διάβασέ μου το.» Δεν ήθελε να τον στεναχωρήσει.

Ο Κάδμος τής το διάβασε.

Δεν ήταν και τόσο άσχημο.

Όταν η κουβέντα τους τελείωσε, η Καρζένθα σηκώθηκε από τον καναπέ κι έβαλε πάλι το ακουστικό στη θέση του πάνω στο τηλεπικοινωνιακό σύστημα. Πήγε στο μπάνιο και έκανε ένα ντους με χλιαρό νερό. Ύστερα, χρησιμοποίησε ξανά εκείνη τη συσκευή και περίμενε να δει την ένδειξη που θα παρουσιαζόταν στη μικρή οθόνη της.

Ήταν η ίδια μ’αυτήν πριν από μία ημέρα.

Της έλεγε πως ήταν έγκυος.

Η Καρζένθα αναστέναξε. Τι να έκανε; Να έπαιρνε το εκτρωτικό; Δεν ήταν η πρώτη φορά που το είχε πάρει στη ζωή της. Της είχε ξανασυμβεί να βρεθεί έγκυος, και δεν νόμιζε πως ήταν έτοιμη για να έχει ένα βρέφος να προσέχει. Και ούτε ήθελε να το φορτώσει στους γονείς της στη Β’ Ανωρίγια Συνοικία. Τότε, δεν είχε γίνει ακόμα η επανάσταση του Κάδμου· τότε, ακόμα η πλουτοκρατία κυβερνούσε τη Β’ Ανωρίγια· τότε, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά...

Τώρα, η Καρζένθα δεν ήταν σίγουρη ότι ήθελε να το πετάξει αυτό το έμβρυο. Ήταν το παιδί του Κάδμου, του Αλυσοδεμένου Ποιητή.

Και το γεγονός ότι ο Κάδμος, πριν από δυο μέρες, της είχε πει ότι η Κελρίτ, η γυναίκα του Ερκάνη, ήταν επίσης έγκυος τής φαινόταν σαν μια αρκετά παράξενη σύμπτωση. «Ο Ερκάνης λέει πως θέλει το παιδί του να ζήσει σε μια καλύτερη Ρελκάμνια,» είχε πει ο Κάδμος· «και αληθινά το εύχομαι αυτό, Καρζένθα: η κατάσταση να είναι καλύτερη όταν το παιδί του γεννηθεί.» Και είχε γελάσει. «Αναρωτιέμαι αν θα είναι το ίδιο τρελό μ’αυτόν – ν’ασχολείται όλο με παράξενα και μυστηριώδη πράγματα!» Ο Ερκάνης θεωρούσε τον εαυτό του μυστικιστή προτού ο Κάδμος τον κάνει Αντιπολιτάρχη της Β’ Ανωρίγιας – και εξακολουθούσε να θεωρεί τον εαυτό του περισσότερο μυστικιστή παρά πολιτικό. Περίμενε τον Κάδμο να επιστρέψει στη Β’ Ανωρίγια για να τον απαλλάξει από τα καθήκοντά του: και τώρα ο Κάδμος ήταν εκεί. Για την ώρα, τουλάχιστον.

Η Καρζένθα, έχοντας ακούσει για την εγκυμοσύνη της Κελρίτ, αισθανόταν διστακτική να πάρει το εκτρωτικό. Θα μπορούσε και το δικό της παιδί να ζήσει σε μια καλύτερη Ρελκάμνια, δεν θα μπορούσε; Και της άρεσε να έχει το έμβρυο του Αλυσοδεμένου Ποιητή μέσα της...

Τα λόγια του Βάρνελ ήρθαν ξανά στο μυαλό της: «Είναι κατακτήσεις, η μία μετά την άλλη, και υπάρχει μια κεντρική διοίκηση – αυτή του Αλυσοδεμένου Ποιητή. Είναι αυτοκρατορία. Δεν υφίσταται άλλος όρος, είτε αρέσει στον Κάδμο είτε όχι. Είναι ο Αυτοκράτοράς μας τώρα.»

Η Καρζένθα-Σολ θα το κρατούσε αυτό το παιδί.

Αφού ντύθηκε, πήγε στο σαλόνι ξανά και παράγγειλε, μέσω του τηλεπικοινωνιακού συστήματος, να της φέρουν κάτι να φάει για μεσημέρι.

Τώρα, ήταν δύο.

/3\

Ο Αλέξανδρος μαθαίνει έναν ασυνήθιστο τρόπο επικοινωνίας, και ο Όρπεκαλ-Λάντι επιμένει προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, ενώ η Κορίνα ανακαλύπτει έναν καινούργιο δρόμο, δύο Θυγατέρες μιλάνε για τα όνειρά τους, και μια πολιτική συνάντηση διεξάγεται.

Τελικά, αποφάσισαν να πάρουν πρωινό επάνω σε μια ανεμοδαρμένη ταράτσα, σαν άγριες γάτες της Πόλης. Η Μιράντα το πρότεινε, για πλάκα, έχοντας παρατηρήσει κάποια ιδανικά πολεοσημάδια γι’αυτό· και ο Αλέξανδρος, ύστερα από μια στιγμή σκέψης, χαμογέλασε σαν αλήτης και είπε: «Ας πάμε! Γιατί όχι;» Η Μιράντα έκανε την όψη του να χάνει τη συνηθισμένη ουδετερότητά της.

Αγόρασαν πρόχειρο φαγητό και καφέδες από ένα μαγαζί και ανέβασαν το φορτηγό τους στην ταράτσα από τη στριφτή ράμπα που οδηγούσε εκεί. Κανείς άλλος δεν βρισκόταν τριγύρω· το μέρος ήταν εγκαταλειμμένο, έρημο. Η Μιράντα μπορούσε μόνο να διακρίνει (μέσω των πολεοσημαδιών) ένα στοιχειακό της Ατέρμονης Πολιτείας να περιστρέφεται γύρω από τα καλώδια που τεντώνονταν πάνω από ένα δώμα της ταράτσας.

Άνοιξε την πίσω πόρτα του φορτηγού και, πατώντας ένα κουμπί πάνω στην επικοινωνιακή συσκευή του Χέρκεγμοξ, ζήτησε από τα Εκτρώματα να βγουν. Αυτά, υπάκουα, βγήκαν. Σφυρίζοντας μελωδικά. Κουνώντας τα πλοκάμια τους σαν για να ξεπιαστούν. Αναβοσβήνοντας ρυθμικά τα φωτάκια τους. Τα ενεργειακά μέταλλα των σφαιρικών σωμάτων τους λαμπύριζαν απόκοσμα μες στο χειμωνιάτικο πρωινό.

«Είπες ότι θες να μάθεις να επικοινωνείς μαζί τους, δεν είπες;» ρώτησε η Μιράντα.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Αλέξανδρος, καθισμένος πάνω σ’έναν χοντρό σωλήνα που προεξείχε από το πάτωμα της ταράτσας σαν διογκωμένη φλέβα. Έφερε το ποτήρι του στα χείλη και ήπιε καφέ. Ήταν ζεστός και γευστικός, με κομματάκια σοκολάτας – ό,τι χρειαζόταν για ένα τέτοιο ψυχρό πρωινό επάνω σε μια ψηλή, εγκαταλειμμένη ταράτσα.

Η Μιράντα έβγαλε την επικοινωνιακή συσκευή του Χέρκεγμοξ από το φορτηγό και την απόθεσε μπροστά στον Αλέξανδρο. Καθώς έτρωγαν και έπιναν τους καφέδες τους, άρχισε να του εξηγεί πώς να τη χρησιμοποιεί, κι εκείνος, ύστερα από κάποια ώρα, είχε καταλάβει.

«Δεν φαίνεται νάναι τίποτα ιδιαίτερο,» είπε. «Να δοκιμάσω;»

Η Μιράντα, δαγκώνοντας ένα κομμάτι από το σχεδόν τελειωμένο τοστ της, έγνεψε καταφατικά.

Ο Αλέξανδρος πάτησε ένα κουμπί, και μια μελωδία βγήκε από τα ηχεία της συσκευής:

[ΓΕΙΑ]

Τα Εκτρώματα, που περιφέρονταν στην ταράτσα, σταμάτησαν και έστρεψαν την προσοχή τους επάνω του. Παρότι δεν είχαν μπροστινή όψη ακριβώς, έτσι σφαιρικά όπως ήταν, ήταν φανερό ότι τώρα τον παρατηρούσαν. Εύηχες μελωδίες βγήκαν από τα μεταλλικά σώματά τους.

Και το σύμβολο επάνω σ’ένα κουμπί της συσκευής άναψε:

[ΓΕΙΑ]

Και άλλα τρία σύμβολα επίσης:

[ΦΙΛΕ] [ΤΗΣ ΟΔΗΓΟΥ] [ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ]

«Νομίζω ότι με συμπαθούν,» είπε ο Αλέξανδρος στη Μιράντα.

«Βλέπουν ότι είσαι μαζί μου,» αποκρίθηκε εκείνη, τελειώνοντας το τοστ της. Όλη αυτή η διαδικασία με τα Εκτρώματα είχε πάρει για λίγο το μυαλό της από εκείνα τα παράξενα όνειρα και την είχε κάνει να αισθανθεί καλύτερα. Μήπως, τελικά, δεν ήταν παρά απλοί, μπερδεμένοι εφιάλτες; –Όχι, αποκλείεται. Ήταν από εκείνα τα όνειρα που σημαίνουν κάτι. Αλλά τι;

Ο Αλέξανδρος άναψε τσιγάρο, καλύπτοντάς το με το χέρι του ώστε να πιάσει φωτιά· φυσούσε αρκετά δυνατά εδώ πάνω. Περόνιαζε.

Τα Εκτρώματα μίλησαν:

[ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ] [;]

Η Μιράντα τούς απάντησε, πατώντας κουμπιά:

[ΟΧΙ] [ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ]

[ΕΙΣΑΙ ΟΔΗΓΟΣ] [ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ]

Ευτυχώς, σκέφτηκε η Μιράντα, ακόμα με εμπιστεύονται. Πού θα τα πήγαινε, όμως, στο τέλος; Η Ρελκάμνια ήταν μεγάλη διάσταση, αλλά είχε χώρο για κάτι σαν τα Εκτρώματα της Διπλωμένης Γης;

Και θα πρέπει κάποτε να σταματήσουμε να τα λέμε Εκτρώματα· όμως πώς να τα ονομάσουμε;

Ζήτησε τη γνώμη του Αλέξανδρου.

«Εμένα ρωτάς;» είπε εκείνος, καπνίζοντας. «Εσύ είσαι Θυγατέρα της Πόλης. Εσύ τα έφερες εδώ.»

Η Μιράντα μόρφασε. «Δεν ήμουν ποτέ καλή στο να δίνω ονόματα.» Δεν ήξερε αν αυτό ήταν αλήθεια ή ψέματα· απλώς της ήρθε να το πει. Μάλλον ήταν αλήθεια.

«Χμμμ,» έκανε ο Αλέξανδρος, ρουφώντας καπνό. Τον φύσηξε απ’τα ρουθούνια. «Πλοκαμόσφαιροι;»

Η Μιράντα γέλασε, κι εκείνος γέλασε μαζί της.

«Εντάξει,» είπε ο Αλέξανδρος, «αλλά εσύ με ρώτησες!»

«Είναι καλύτερο, πάντως, από ‘Εκτρώματα’. Όμως δεν ξέρω αν τους ταιριάζει. Είναι απλά η περιγραφή τους. Σχετικά.» Κούνησε το κεφάλι, μειδιώντας. «Δεν ξέρω.»

«Γιατί δεν τα ρωτάμε;»

Η Μιράντα συνοφρυώθηκε. Δεν το είχε σκεφτεί αυτό.

«Ας τα ρωτήσουμε πώς τα ίδια αποκαλούν τον εαυτό τους,» συνέχισε ο Αλέξανδρος. Και τα χέρια του πήγαν προς τη συσκευή του πολεοπλάστη. «Να το κάνω;»

Η Μιράντα κατένευσε.

Ο Αλέξανδρος πάτησε κουμπιά:

[ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΑΣ] [;]

Τα Εκτρώματα έβγαλαν μελωδικούς ήχους. Αλλά κανένα κουμπί επάνω στη συσκευή δεν άναψε.

«Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε ο Αλέξανδρος.

Η Μιράντα μόρφασε. «Ο Χέρκεγμοξ μάλλον δεν είχε προβλέψει τόσο παράξενες έννοιες.»

*

Δεν ήταν ακόμα μεσημέρι όταν ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος έφτασε στην Κουρασμένη, ταξιδεύοντας μέσα στο όχημα των μισθοφόρων του. Είχε περάσει ξανά από τη Βαθμιδωτή για να έρθει εδώ, αλλά χωρίς να σταματήσει καθόλου. Η Βαθμιδωτή, με τον γεμάτο μολυσματικά νέφη ουρανό της, δεν ήταν καμιά συνοικία που σ’έκανε να θέλεις να μείνεις παραπάνω από ό,τι ήταν απαραίτητο.

Η Κουρασμένη τού φαινόταν κι αυτή αρκετά βιομηχανική συνοικία, αλλά ο ουρανός της δεν ήταν το ίδιο μολυσμένος. Μπορούσες να δεις τον ήλιο, μα τον Κρόνο· δεν κρυβόταν πίσω από καπνούς διάφορων αποκρουστικών χρωμάτων. Η Κουρασμένη δεν ήταν μια συνοικία όπου ο Γουίλιαμ θα ήθελε να ζει, όμως ήταν μια συνοικία όπου θα μπορούσε άνετα να μείνει μερικές μέρες.

Τώρα, βέβαια, δεν ερχόταν εδώ για λόγους αναψυχής. Αφού φρόντισε να κλείσει δωμάτια σ’ένα ξενοδοχείο, πήγε στο Πολιτικό Μέγαρο της Κουρασμένης (όλα τα Πολιταρχικά Μέγαρα ήταν Πολιτικά Μέγαρα εδώ, στις συνοικίες νότια του Ριγοπόταμου, για κάποιο λόγο) και ζήτησε να μιλήσει με την Πολιτάρχη, κυρία Σειρήνα Οβορμάνδω, δηλώνοντας ποιος ήταν και λέγοντας πως ερχόταν να την προειδοποιήσει για έναν μεγάλο κίνδυνο. Ήταν βασικό – βασικό, τόνισε – να τον δεχτεί το συντομότερο δυνατό. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Αν καθυστερούσε, κάποια απάτη μπορεί να γινόταν εις βάρος της. Εις βάρος ολάκερης της Κουρασμένης!

*

Όταν η Μιράντα και ο Αλέξανδρος επέστρεψαν στο ξενοδοχείο, βρήκαν τον Όρπεκαλ-Λάντι στο δωμάτιο του Βόρκεραμ-Βορ, όπου επίσης βρίσκονταν η Ολντράθα, η Φοίβη, η Φοριντέλα-Ράο, και ο Μάικλ Παγοθραύστης. Συζητούσαν για το θέμα της Επιγεγραμμένης. Να πήγαιναν πρώτα εκεί, για ν’αφήσουν τον στρατό τους, και μετά να κατευθύνονταν στην Κουρασμένη; Ή να πήγαιναν πρώτα στην Κουρασμένη και μετά να κατευθύνονταν στην Επιγεγραμμένη;

Ο Όρπεκαλ πρότεινε το δεύτερο. Ο Βόρκεραμ φαινόταν διχασμένος.

«Τι νομίζεις εσύ;» ρώτησε τον Αλέξανδρο. «Και πού ήσασταν τόση ώρα;»

«Είχαμε πάει μια βόλτα,» αποκρίθηκε εκείνος. «Και καλύτερα ν’αφήσουμε τον στρατό πρώτα στην Επιγεγραμμένη.»

«Γιατί να καθυστερήσουμε να επισκεφτούμε την Κουρασμένη, γαμώτο;» διαφώνησε ο Όρπεκαλ. «Μπορεί το κάθαρμα, ο Σημαδεμένος, να μας προλάβει – να πάει στην Πολιτάρχη της πριν από εμάς! Ίσως αυτό να σήμαινε το όραμα που είδε η Μιράντα.»

«Η Μιράντα δεν είπε αν πρώτα θα πάμε στην Επιγεγραμμένη ή όχι.»

Ο Όρπεκαλ-Λάντι ατένισε την εν λόγω Θυγατέρα. «Θα πάμε πρώτα στην Επιγεγραμμένη ή όχι;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε εκείνη. «Αυτά που βλέπω για το μέλλον δεν είναι τόσο συγκεκριμένα.»

«Τέλος πάντων,» είπε ο Όρπεκαλ. «Είναι προφανές πως καλύτερα να μιλήσουμε στην Πολιτάρχη της Κουρασμένης πιο γρήγορα παρά πιο αργά!»

«Και μετά από την Κουρασμένη;» έθεσε το ερώτημα ο Αλέξανδρος. «Τι θα γίνει μετά; Θα πεις πάλι ότι είναι ‘καλύτερα’ να πάμε στην επόμενη συνοικία που έχουμε υπόψη μας προτού πάμε στην Επιγεγραμμένη; Μ’αυτή τη λογική, πότε θα πάμε στην Επιγεγραμμένη, Όρπεκαλ;»

«Καλό ερώτημα,» παρατήρησε ο Βόρκεραμ-Βορ.

Ο Όρπεκαλ-Λάντι ξεφύσησε, μοιάζοντας απεγνωσμένος μαζί τους. «Τώρα, πάντως, που μόλις έχουμε ξεκινήσει τη Συμμαχία, δεν είναι καλό να καθυστερήσουμε! Πάμε στην Κουρασμένη και, ύστερα, κατευθυνόμαστε προς την Επιγεγραμμένη. Εντάξει;»

Ο Βόρκεραμ και ο Αλέξανδρος αλληλοκοιτάχτηκαν. Μετά κοίταξαν τη Μιράντα.

«Μην κοιτάτε εμένα,» τους είπε εκείνη, έχοντας τον ώμο της ακουμπισμένο στη ντουλάπα του δωματίου και τα χέρια της σταυρωμένα μπροστά της.

Ο Βόρκεραμ κούνησε το κεφάλι. Θυγατέρες... σκέφτηκε, οριακά τσαντισμένος. Θυγατέρες της Πόλης, γαμώτο!... «Εντάξει,» είπε. «Ας πάμε πρώτα στην Κουρασμένη.» Και ατένισε ερωτηματικά τον Αλέξανδρο.

«Πάμε,» συμφώνησε εκείνος, με την έκφρασή του τελείως ουδέτερη.

Προς το παρόν, βέβαια, περίμεναν να ξανασυναντήσουν τον Πολιτάρχη της Καλόπραγης, στις έξι και μισή, σήμερα το απόγευμα, ώστε να υπογράψει το έγγραφο της Αμυντικής Συμμαχίας. Οπότε, δεν θα πήγαιναν πουθενά ακόμα.

*

Η Κορίνα βάδιζε στους δρόμους της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, τυχαία, παρατηρώντας τα σημάδια της Πόλης. Αφού τώρα πλέον δεν θα είχε το φυλαχτό, τουλάχιστον όφειλε να ανακαλύψει τους αόρατους δρόμους. Δεν μπορούσε να ανεχτεί να τους ξέρει μόνο η Μιράντα! Και δεν νόμιζε πως θα της ήταν δύσκολο να τους βρει. Είχε κατανοήσει τι έπρεπε να κάνει. Το είχε συμπεράνει από την παρακολούθηση της Αδελφής της, εδώ και τόσο καιρό. Γνώριζε, μάλιστα, περισσότερα για τους κρυφούς δρόμους από τη Μιράντα· απλώς τα γνώριζε θεωρητικά. Είχε καταλάβει ότι οι άνθρωποι που ανέφερε ο Τόμος των Αόρατων Δρόμων – οι απλοί άνθρωποι που είχαν, κατά λάθος, ακολουθήσει κρυφούς δρόμους – ήταν, φυσικά, άτομα που είχαν περισσότερη ψυχική επαφή με τη διάσταση της Ρελκάμνια. Όπως ο Βάρνελ-Αλντ. Όπως, ίσως, και ο Θόρινταλ, ο σαμάνος των Νομάδων – αλλά η Κορίνα δεν μπορούσε να είναι βέβαιη γι’αυτόν· δεν είχε χρόνο ν’ασχοληθεί περισσότερο μαζί του, όσο τον είχε κοντά της.

Η Μιράντα δεν πρέπει ακόμα να είχε καταλάβει τούτη τη λεπτομέρεια. Πρέπει να αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατόν απλοί άνθρωποι να έχουν ακολουθήσει τους κρυφούς δρόμους, σύμφωνα με τον Τόμο των Αόρατων Δρόμων. Ορισμένες φορές, η Μιράντα, παρά την ηλικία της, ήταν τόσο αφελής...

Η Κορίνα παρατηρούσε τα πολεοσημάδια τώρα, καθώς περιπλανιόταν στη Β’ Κατωρίγια, και τα άφηνε να την οδηγήσουν όπου ήθελαν, όπως τα ρεύματα του Ριγοπόταμου θα οδηγούσαν μια ακυβέρνητη βάρκα. Συγχρόνως, το μυαλό της σκεφτόταν άλλα πράγματα: αναρωτιόταν τι θα έκανε στο άμεσο μέλλον, τι ρόλο είχε σ’ετούτες τις συνοικίες της Ατέρμονης Πολιτείας. Γιατί καταλάβαινε ότι, σίγουρα, το παιχνίδι της εδώ δεν είχε τελειώσει.

Και, σταδιακά, η Κορίνα άρχισε να φτάνει σε κάποια συμπεράσματα, ενώ ο χειμερινός άνεμος που σφύριζε μες στους δρόμους και πάνω στις γέφυρες τη χτυπούσε κάνοντας την κάπα της να τινάζεται και την κουκούλα της να αναδεύεται σαν βιολογικό κουκούλι εξωδιαστασιακής οντότητας.

Ακολουθούσε ήδη κάποιον από τους αόρατους δρόμους· το αντιλαμβανόταν. Πήγαινε από το ένα λογικό σημάδι στο άλλο – μια φυσική αλληλουχία. Και είχε κατανοήσει από πού αυτή η αλληλουχία είχε ξεκινήσει· θα μπορούσε, νόμιζε, να την ξανακολουθήσει στο μέλλον.

Και τώρα έφτασε στο τέλος του δρόμου. Το δεξί της πέλμα μαγνητίστηκε κάτω, κολλώντας εκεί με δύναμη. Εσωτερική ενέργεια της Ρελκάμνια διέτρεξε το σώμα της, ξεκινώντας από το σημάδι των Θυγατέρων.

Ύστερα απ’αυτό, όμως, η εμπειρία δεν έμοιαζε καθόλου με τη μεταφορά στο ενεργειακό πλέγμα. Η Κορίνα είδε τα οικοδομήματα και τους δρόμους να σκοτεινιάζουν ολόγυρά της, σαν πυκνά σύννεφα να είχαν κρύψει ξαφνικά τον ουρανό και ένας σκοτεινός άνεμος να είχε σβήσει κάθε τεχνητό φως και φωτεινή πινακίδα της Ρελκάμνια. Η Κορίνα βρέθηκε σε απόλυτο σκοτάδι, να αιωρείται σαν φτερό· αλλά μέσα σ’αυτό το απόλυτο σκοτάδι δεν ήταν μόνη. Εκτός από εκείνη, αιωρούνταν και κάποια άλλα πράγματα, θυμίζοντας νέφη με πολύ χαλαρά σφαιρικά σχήματα. Στο εσωτερικό τους κινήσεις φαίνονταν.

Η Κορίνα πλησίασε ένα, όπως θα κολυμπούσε στον βυθό του Ριγοπόταμου. Το κοίταξε προσεχτικά. Ολόκληρα γεγονότα διαδραματίζονταν εκεί μέσα, σαν θέατρο! Όμως... δεν μπορεί να ήταν από την πραγματικότητα. Ήταν πολύ... πολύ σουρεαλιστικά για νάναι πραγματικά, μα τον Κρόνο! Τι ήταν;

Μα, φυσικά! Η Κορίνα έβλεπε ένα όνειρο. Έβλεπε το όνειρο κάποιου ανθρώπου που τώρα κοιμόταν.

Απομακρύνθηκε από εκεί και κολύμπησε ώς ένα άλλο νέφος – μια άλλη φυσαλίδα. Εκεί είδε πάλι ένα όνειρο. Γέλασε και βούτηξε μέσα του.

Είχε ανακαλύψει τον Δρόμο των Ονείρων!

*

«Μιράντα...»

«Τι;» Στράφηκε να κοιτάξει τη Φοίβη καθώς έβγαιναν από το δωμάτιο του Βόρκεραμ-Βορ για να πάνε στα δικά τους δωμάτια και να ξεκουραστούν λίγο προτού ξεκινήσουν για την οριστική συνάντηση με τον Πολιτάρχη της Καλόπραγης.

Ο Αλέξανδρος σταμάτησε πλάι στη Μιράντα, αντικρίζοντας κι αυτός τη Φοίβη, ενώ οι υπόλοιποι έφευγαν.

«Δε μιλάω σ’εσένα,» του είπε η Νύφη του Χάροντα, αγριοκοιτάζοντάς τον. «Πήγαινε.»

Ο Αλέξανδρος δεν αποκρίθηκε· η όψη του παρέμεινε ουδέτερη, όπως συνήθως· αλλά απομακρύνθηκε, κατευθυνόμενος προς το δωμάτιό του.

«Τι είναι, Αδελφή μου;» ρώτησε η Μιράντα. «Κάτι σε απασχολεί;»

«Είδα ένα όνειρο.»

Η Μιράντα αισθάνθηκε τις τρίχες της να ορθώνονται. Δε νόμιζε ότι ήταν τυχαίο. «Τι όνειρο;»

Η Φοίβη τής έκανε νόημα να την ακολουθήσει, ξεκλείδωσε το δωμάτιό της, και μπήκαν. Επάνω στο κρεβάτι ήταν ριγμένο ένα περιοδικό με ιστορίες μυστηρίου. Επάνω στο κομοδίνο ήταν ένα Αργυρό Νεφέλωμα, μισοτελειωμένο, και ένα τασάκι με τρία αποτσίγαρα.

Η Φοίβη στράφηκε ν’αντικρίσει τη Μιράντα. «Νομίζω πως έχει έρθει η ώρα να σκοτώσω τον Αλυσοδεμένο Ποιητή.»

«Θες να σε αιχμαλωτίσει η Κορίνα ξανά; Το έχουμε συζητήσει ήδη αυτό, Αδελφή μου, δεν το έχουμε συζητήσει; Δεν μπορείς να–»

«Στο όνειρό μου είδα ότι σκότωνα τον Αλυσοδεμένο Ποιητή, και η Κορίνα στεκόταν και με κοίταζε χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα για να με σταματήσει.»

«Στα όνειρα, η Πόλη μάς μιλά με μυστήριους τρόπους–»

«Το συγκεκριμένο όνειρο δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι ήρθε, επιτέλους, η ώρα να στείλω τον Κάδμο Ανθοτέχνη στο Έρεβος!» επέμεινε η Φοίβη. «Γι’αυτό είμαι εδώ, Μιράντα. Αυτός είναι ο μόνος λόγος!»

«Μην είσαι ανόητη, γαμώτο! Και μην περιμένεις να σε ξαναβοηθήσω αν η Κορίνα σε φυλακίσει. Και θα σε φυλακίσει, μην το αμφιβάλλεις. Δε μπορείς να τη νικήσεις όσο έχει το φυλαχτό στην κατοχή της.»

«Στο όνειρό μου, στεκόταν και με κοίτ–»

«Τα όνειρα δεν είναι η πραγματικότητα, Φοίβη! Η Κορίνα αποκλείεται να στέκεται και να σε κοιτάζει ενώ σκοτώνεις τον Ανθοτέχνη! Κι εγώ είδα ένα όνειρο χτες βράδυ, και... ήταν πολύ αλλόκοτο όνειρο.»

«Τι είδες;» ρώτησε η Φοίβη, συνοφρυωμένη.

Η Μιράντα κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και προσπάθησε να της περιγράψει το όνειρο – ή, μάλλον, τα δύο όνειρα που είχαν έρθει το ένα κατόπιν του άλλου – ενώ εκείνη στεκόταν όρθια ακόμα, βηματίζοντας κάθε τόσο μες στο δωμάτιο.

«Είναι όντως ακατανόητα όλα,» είπε η Φοίβη, στο τέλος. «Ειδικά αυτό με την Κορίνα, που σου δείχνει το τραυματισμένο χέρι της... Ίσως να σημαίνει ότι κάτι έχει πάθει, Μιράντα. Ίσως γι’αυτό να μην έχει πια τη δύναμη να με σταματήσει απ’το να σκοτώσω τον Αλυσοδεμένο Ποιητή!»

«Μην είσαι τόσο σίγουρη, Αδελφή μου,» διαφώνησε η Μιράντα.

«Τέλος πάντων. Το όνειρό σου ήταν ακαταλαβίστικο· το δικό μου δεν ήταν!»

«Δεν ξέρεις τι ακριβώς είδες,» την προειδοποίησε η Μιράντα. «Η Πόλη μιλά με αινιγματικούς τρόπους. Μη βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα· θα πέσεις στην παγίδα της Κορίνας.»

Η Φοίβη δεν μίλησε, καθίζοντας κι εκείνη στο κρεβάτι.

Η Μιράντα στράφηκε να την κοιτάξει. «Νομίζεις ότι ήταν τυχαίο που και οι δύο είδαμε όνειρα χτες βράδυ;»

«Τι θες να πεις;»

«Τίποτα συγκεκριμένο. Απλώς δεν νομίζω ότι ήταν σύμπτωση, Αδελφή μου. Κάτι...» μόρφασε, συλλογισμένη, «σαν κάτι νάχει αλλάξει στην Πόλη.»

«Μπορείς να μαντέψεις τι;»

Η Μιράντα κούνησε το κεφάλι. «Όχι.» Σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Όχι ακόμα.» Βάδισε προς την εξώπορτα του δωματίου. «Μη βιαστείς να κάνεις τίποτα, Αδελφή μου.» Έπιασε την πετούγια ενώ κοίταζε τη Φοίβη. «Εντάξει;»

Η Νύφη του Χάροντα έγνεψε καταφατικά, αλλά αμίλητη.

Η Μιράντα βγήκε απ’το δωμάτιο.

*

Το απόγευμα, στις έξι, έφυγαν από το ξενοδοχείο και επιβιβάστηκαν στο εξάτροχο φορτηγό των Εκλεκτών – ο Βόρκεραμ-Βορ, ο Όρπεκαλ-Λάντι, ο Αλέξανδρος Πανιστόριος, η Μιράντα, η Ολντράθα, η Φοίβη, η Φοριντέλα-Ράο, ο Μάικλ Παγοθραύστης, ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας, η Ζιλκάμα’μορ, ο Ζαχαρίας ο Πικρός, η Φρίντα, η Ζιρτάλια η Γάτα, ο Λεονάρδος Άνταλμιρ, και ο Ρίντιλακ-Κονχ. Το όχημα σύντομα μετατράπηκε σε μεγάλο ελικόπτερο και, μετά, ξανά σε όχημα λίγο προτού φτάσει στο Πολιτικό Μέγαρο της Καλόπραγης επάνω στη διασταύρωση των τεσσάρων γεφυρών.

Στον περίβολο του Μεγάρου τούς συνάντησε πάλι ο Γενικός Πρωτοφύλακας Φράνσις Μορράσβω, τους χαιρέτησε επισήμως, και τους οδήγησε στο εσωτερικό του οικοδομήματος, όπου στην ίδια αίθουσα με την προηγούμενη φορά τούς περίμενε ο Πολιτάρχης Ρόμενταλ-Κονχ μαζί με τον Γραμματέα του, Αιμίλιο Αρτίστρατο, και τους άλλους σύμβουλούς του, συμπεριλαμβανόμενης της Ερμιόνης’σαρ Νιρικάντω, που ο Βόρκεραμ υπέθετε ότι πρέπει να ήταν σύμβουλος για θέματα μαγείας.

Αφού χαιρετήθηκαν φιλικά με τον Πολιτάρχη και κάθισαν στο στρογγυλό τραπέζι, εκείνος είπε στην Τριανδρία: «Μίλησα με τον κύριο Νικόλαο Νιρβάλζω, της Αμφίνομης, και μου είπε πολύ καλά λόγια για εσάς, κύριοι. Πρόσθεσε, επίσης, ότι κινδυνέψατε όσο βρισκόσασταν στη συνοικία του, από τους Πορφυρούς Δικαστές.»

«Ευτυχώς δεν ήμασταν μέσα στο ξενοδοχείο όταν εξερράγησαν οι βόμβες,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ.

«Ο κύριος Νιρβάλζω υποπτεύεται ότι ίσως να υφίσταται κάποια υπόγεια συμμαχία μεταξύ Πορφυρών Δικαστών και Αλυσοδεμένου Ποιητή.»

«Τίποτα δεν αποκλείεται.»

«Μου μίλησε, επίσης, για την κυρία Αμάντα Πολύεργη και για την Αμυντική Συμμαχία γενικότερα. Φαίνεται να πιστεύει πως αυτός ο συνασπισμός είναι απαραίτητος για να αντιμετωπίσουμε την απειλή του Αλυσοδεμένου Ποιητή, αν φτάσει ποτέ στους δρόμους μας.»

«Συμφωνείτε μαζί του;» ρώτησε ο Όρπεκαλ-Λάντι, σαν να φοβόταν ότι μπορεί ο Πολιτάρχης της Καλόπραγης να είχε αλλάξει γνώμη.

«Συμφωνώ,» αποκρίθηκε ο Ρόμενταλ-Κονχ. «Σας είπα ήδη από χτες ότι θα γίνω μέλος της συμμαχίας. Απλώς ήθελα, πρώτα, να μιλήσω και με τον κύριο Νιρβάλζω, τον οποίο γνωρίζω από παλιά και εμπιστεύομαι.

»Έχω, όμως, μια απορία, κύριοι. Συγκεκριμένα, μια απορία για εσάς, κύριε Βόρκεραμ-Βορ.»

«Ελπίζω να μπορώ να σας τη λύσω, Εξοχότατε,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ, αναρωτούμενος αν θα άκουγε τίποτα το ύποπτο. Είχε προλάβει η Κορίνα να σκαλίσει πάλι την κατάσταση;

«Μου είπατε ότι ήρθατε από την Ανακτορική Συνοικία ως μισθοφόρος στις συνοικίες του Ριγοπόταμου, έχοντας ακούσει για τον πόλεμο που ξεκινούσε εκεί.»

«Αυτή είναι η αλήθεια.»

«Γιατί, όμως, αποφασίσατε να μείνετε; Ύστερα απ’όσα έχουν συμβεί, ένας απλός μισθοφόρος το πιθανότερο θα ήταν να έφευγε...»

«Ο πόλεμος συνεχίζεται,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ-Βορ· «δεν έχει τελειώσει. Εξακολουθεί να υπάρχει δουλειά σε τούτες τις συνοικίες.»

«Τώρα, όμως, περισσότερο ως πολιτικός ασχολείστε με το θέμα παρά ως μισθοφόρος...»

«Με ενδιαφέρει προσωπικά πλέον. Αν επιτρέψουμε στον Αλυσοδεμένο Ποιητή να κατακτήσει τις συνοικίες εδώ, τότε σύντομα θα έρθει και προς τα νότια: προς την ίδια την Ανακτορική Συνοικία, πολύ πιθανόν.»

«Υποθέτετε ότι οι κατακτήσεις του θα φτάσουν τόσο μακριά;»

«Έτσι όπως πηγαίνει, είμαι σίγουρος ότι θα φτάσουν. Εκτός αν τον σταματήσουμε. Αυτός είναι και ο σκοπός μου. Γι’αυτό προσπαθώ να συγκροτήσω την Αμυντική Συμμαχία προτού είναι πολύ αργά.»

Ο Ρόμενταλ-Κονχ φάνηκε σκεπτικός για μερικές στιγμές· το ίδιο και οι σύμβουλοί του. «Λοιπόν,» είπε μετά. «Νομίζω πως ήρθε η ώρα να υπογράψω. Θα μπορούσα να έχω το σχετικό έγγραφο; Και μερικά ακόμα για τους συμβούλους μου, ώστε να το διαβάσουμε όλοι;»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε ο Όρπεκαλ-Λάντι. «Όπως σας εξηγήσαμε ήδη, δεν είναι μεγάλο το κείμενο.»

«Ναι· για αυτό με διαβεβαίωσε και ο κύριος Νιρβάλζω. Μάλιστα, μου είπε ότι περισσότερο με συμφωνία μοιάζει παρά με νομική σύμβαση. Δεν αναφέρονται πουθενά κυρώσεις για μέλη που δεν δρουν με τρόπο σύμφωνο ως προς τη Συμμαχία.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ, «μας το τόνισε αυτό ο κύριος Εύλυτος, ο Επίκουρος Νομικών του κύριου Νιρβάλζω. Αλλά του εξήγησα πως δεν έχουμε χρόνο για επαχθείς όρους, κύριε Ρόμενταλ-Κονχ. Θέλουμε να θεωρούμε ότι όλα τα μέλη θα δράσουν με καλή πίστη το ένα προς το άλλο, καταλαβαίνοντας τον κίνδυνο που παρουσιάζει ο Αλυσοδεμένος Ποιητής για την έννομη τάξη στη Ρελκάμνια.»

Ο Όρπεκαλ-Λάντι, εν τω μεταξύ, είχε τραβήξει μερικά αντίγραφα της Συμμαχίας από τον χαρτοφύλακά του και τα είχε μοιράσει στον Πολιτάρχη της Καλόπραγης και τους συμβούλους του. Τώρα, κρατώντας τα στα χέρια τους, άρχισαν να τα διαβάζουν. Όταν τελείωσαν, οι σύμβουλοι κατένευσαν ένας-ένας προς τη μεριά του Ρόμενταλ-Κονχ, κι εκείνος είπε στην Τριανδρία:

«Είμαι έτοιμος, κύριοι,» και έπιασε έναν χρυσόμαυρο στυλογράφο από το τραπέζι.

Ο Όρπεκαλ-Λάντι τού έδωσε το έγγραφο που είχε επάνω τις υπογραφές των ώς τώρα μελών της Συμμαχίας – τη δική του, του Βόρκεραμ-Βορ, του Πανιστόριου, του Νικόλαου Νιρβάλζω, και της Αμάντας Πολύεργης. Ο Ρόμενταλ-Κονχ πρόσθεσε εκεί την υπογραφή του με μια άνετη, αεράτη κίνηση του στυλογράφου.

«Και εύχομαι,» είπε, «να μη χρειαστεί ποτέ να συγκρουστούμε με τον Αλυσοδεμένο Ποιητή.»

Παρότι η Σκορπιστή βρισκόταν πέρα από τα βόρεια σύνορα της συνοικίας του, ο Πολιτάρχης της Καλόπραγης μάλλον δεν το θεωρούσε και τόσο πιθανό να βρεθεί σε πόλεμο με τον Κάδμο Ανθοτέχνη, παρατήρησε ο Βόρκεραμ-Βορ. Και αναρωτήθηκε αν μήπως δεν είχε πάρει αυτή την υπόθεση τόσο σοβαρό όσο θα όφειλε.

Όπως και νάχε, είχε υπογράψει. Αυτό ήταν αρκετό.

Η Αμυντική Συμμαχία μεγάλωνε.

/4\

Δύο φυλακισμένες Θυγατέρες ξαφνιάζονται από την εξέλιξη των πραγμάτων (η Νορέλτα-Βορ δεν είναι σίγουρη αν ονειρεύεται ή όχι), ένας κρυμμένος λαβύρινθος φανερώνεται, μια τεταμένη συζήτηση διεξάγεται σ’ένα ρετιρέ – λόγια για το παρελθόν, λόγια για το μέλλον –και, μέσα σ’ένα όχημα, μια προειδοποίηση για έναν επικείμενο φόνο.

«Θες να μάθεις για το φυλαχτό, Τζέσικα;» φώναξε η Νορέλτα-Βορ καθώς είδε την καταπακτή να ανοίγει και το πακέτο με το φαγητό να πέφτει.

«Τα ξέρω όλα,» αποκρίθηκε η φωνή της Αδελφής της, από πάνω.

«Δεν ξέρεις τίποτα!» Η Κορίνα αποκλείεται να της είχε μιλήσει για το φυλαχτό· θα φοβόταν ότι η Τζέσικα θα της το έκλεβε. Σίγουρα. «Βγάλε με από δω και–»

Η καταπακτή έκλεισε.

«Τζέσικα!» ούρλιαξε η Νορέλτα. «ΤΖΕΣΙΚΑ!» Αλλά η μόνη απάντηση που πήρε ήταν η ηχώ της φωνής της, παράξενα διαστρεβλωμένη, επιτιθέμενη στ’αφτιά της σαν σπαθιά. Η Νορέλτα-Βορ παραπάτησε μερικά βήματα, τρίζοντας τα δόντια, μορφάζοντας. Γαμώτο! Τι καταραμένος χώρος του Σκοτοδαίμονος ήταν αυτό το μέρος;

*

Η Άνμα άκουγε ξανά κάτι φωνές να έρχονται από την καταπακτή, μα δεν μπορούσε να τις καταλάβει, σαν κάτι περίεργο να γινόταν με τον ήχο. Μετά, όμως, άκουσε μια λέξη που έφτασε αρκετά καθαρά στ’αφτιά της:

...Τζέσικα...

Κάποια (μάλλον γυναικεία ήταν η φωνή) φώναζε την Αδελφή της. Η Νορέλτα; Η Τζέσικα ερχόταν αυτοπροσώπως και έφερνε φαγητό στη Νορέλτα;

Πριν από λίγο, το φαγητό της Άνμα είχε πέσει από τη συνηθισμένη τρύπα στο ταβάνι. Εμένα δεν τολμά να μ’αντικρίσει η μαλακισμένη; Θα τη γαμήσω όταν την πιάσω στα χέρια μου! Θα τη γαμήσω.

Η Άνμα χτύπησε τη μεταλλική καταπακτή στο πάτωμα με το γυμνό της πέλμα – αυτό με το σημάδι των Θυγατέρων – ξανά και ξανά και ξανά, φωνάζοντας: «Νορέλτα! ΝΟΡΕΛΤΑ! Μ’ακούς, Νορέλτα; Νορέλτα! Νορέλτα!»

Η απάντηση που πήρε δεν έβγαζε κανένα νόημα. Ήταν σαν κάποιος (κάποια;) να μιλούσε σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα.

*

Η Νορέλτα-Βορ κουλουριάστηκε, τελικά, στη συνηθισμένη της γωνία μέσα στο εφιαλτικό δωμάτιο. Ήταν μάταιο να προσπαθεί να επικοινωνήσει με την Αδελφή της. Η Άνμα ήταν κάπου εδώ κοντά, αναμφίβολα, μα η φωνή της ερχόταν τόσο διαστρεβλωμένη που ήταν αδύνατον να εντοπίσεις πίσω από ποια κλειστή πόρτα βρισκόταν. Το μόνο σίγουρο ήταν πως δεν βρισκόταν πάνω από την καταπακτή· από εκεί ερχόταν η Τζέσικα.

Αν όμως η Άνμα ήταν πίσω από κάποια πόρτα, γιατί δεν τη χτυπούσε; Αν χτυπούσε την πόρτα, θα δημιουργούσε εκείνο τον επιθετικό ήχο, σκέφτηκε η Νορέλτα, καθώς θυμόταν τη φορά που είχε κλοτσήσει μια από τις τρεις σιδερένιες πόρτες και ο ήχος είχε κλοτσήσει το κεφάλι της. Επομένως, ίσως να μην είναι κλεισμένη πίσω από κάποια από τις πόρτες.

Αλλά, τότε, πού είναι; Σε άλλο δωμάτιο; Και πώς η ηχώ της φτάνει ώς εδώ; Ο χώρος ήταν πολύ παράξενος, από ηχητικής άποψης· η Νορέλτα δεν μπορούσε να βγάλει κανένα συμπέρασμα.

Κουλουριασμένη στη γωνία της, κοιμήθηκε ύστερα από κάποια ώρα...

...και ονειρεύτηκε–

–ότι το εφιαλτικό φωτεινό σύμβολο στο κέντρο του δωματίου – αυτό που σχηματιζόταν από καλώδια – ερχόταν καταπάνω της, να την κατασπαράξει, έχοντας δεκάδες στόματα από καλώδια και ενέργεια–

–ότι οι σκιές είχαν μετατραπεί σε έντομα και την πλησίαζαν–

–ότι τα δαιμονικά σύμβολα στους τοίχους γελούσαν και, με το γέλιο τους, επικαλούνταν τον Σκοτοδαίμονα, ο οποίος παρουσιαζόταν σαν μια μαύρη κουκίδα στο ταβάνι–

Ένας μεταλλικός ήχος – κλακ, κλακ, κλακ – και η Νορέλτα-Βορ τινάχτηκε, τρέμοντας, κάθιδρη. Τα μάτια της ήταν γουρλωμένα καθώς, μες στον εφιαλτικό φωτισμό του δωματίου, είδε μια από τις σιδερένιες πόρτες να ανοίγει.

Δεν μπορεί παρά να ονειρευόταν ξανά. Αποκλείεται να ήταν ξύπνια – αποκλείεται η πόρτα να άνοιγε αν ήταν ξύπνια – παρότι αισθανόταν σαν ξύπνια.

Η Νορέλτα έμεινε ακίνητη, αναπνέοντας όσο πιο σιγανά μπορούσε, προσευχόμενη στον Κρόνο το κακό όνειρο να περάσει γρήγορα...

Η Κορίνα μπήκε στο δωμάτιο, ντυμένη με μαύρη κάπα και μακρύ πράσινο φόρεμα. Τα ξανθά μαλλιά της γυάλιζαν ονειρικά καθώς φωτίζονταν από τα φορτισμένα καλώδια του δαιμονικού συμβόλου στο κέντρο του χώρου.

Η Νορέλτα ξεροκατάπιε. Τι εφιάλτης ήταν πάλι αυτός;

Η Τζέσικα ακολούθησε την Κορίνα μες στο δωμάτιο, φορώντας σκούρα-μπλε καπαρντίνα και έχοντας το πουλί της γαντζωμένο στον ώμο. Στο χέρι της βαστούσε το ενεργειακό πιστόλι με το οποίο είχε ρίξει στη Νορέλτα τις προηγούμενες φορές.

«Αδελφή μου,» είπε η Κορίνα, ατενίζοντας ευθέως τη Νορέλτα-Βορ, «πρέπει να μιλήσουμε.»

Η Νορέλτα έκλεισε τα μάτια. «Φύγε, καταραμένη. Σε ονειρεύομαι. –Φύγε!» ούρλιαξε.

Η Τζέσικα γέλασε.

Τα μάτια της Νορέλτα άνοιξαν ξανά.

«Έχει παλαβώσει,» είπε η Τζέσικα στην Κορίνα.

Τα μάτια της Νορέλτα στένεψαν, οργισμένα. Δεν ήταν όνειρο, τελικά; Γι’αυτό αισθανόταν ξύπνια; Γραπώνοντας με το ένα χέρι τον τοίχο, σηκώθηκε όρθια.

«Δεν είναι όνειρο,» τη διαβεβαίωσε η Κορίνα.

«Τι θέλεις εδώ; Να σε βοηθήσω να πιάσεις τη Μιράντα; Ή τον Βόρκεραμ; Δεν πρόκειται να σε βοηθήσω σε τίποτα, Κορίνα!» Ή, μήπως, η Τζέσικα είχε πει στην Κορίνα ότι η Νορέλτα προσπαθούσε να τη δελεάσει με τη γνώση του φυλαχτού, και τώρα η Κορίνα–;

«Δε χρειάζομαι τέτοιου είδους βοήθεια, Αδελφή μου,» δήλωσε η Κορίνα, διακόπτοντας τις μπερδεμένες σκέψεις της. «Τα πράγματα έχουν αλλάξει. Πολύ. Και πρέπει να μιλήσουμε.»

«Τι έχουμε να πούμε;»

Η Κορίνα στράφηκε στη Τζέσικα. «Άνοιξε και στην άλλη.»

Η Τζέσικα ένευσε. Πλησίασε μια από τις σιδερένιες πόρτες, την ξεκλείδωσε, και πέρασε το κατώφλι.

Ήταν, τελικά, η Άνμα εκεί; απόρησε η Νορέλτα-Βορ· κι αμέσως πλησίασε για να κοιτάξει μέσα. Αλλά δεν είδε την Άνμα· είδε ένα άδειο δωμάτιο με μια μεταλλική σκάλα στον τοίχο. Η Τζέσικα πλησίασε τη σκάλα, ανέβηκε ώς την κορυφή της, τράβηξε τους δύο σύρτες μιας καταπακτής στο ταβάνι, και την άνοιξε. «Άνμα!» φώναξε. «Κατέβα! Σε περιμένουμε κάτω!»

*

Η Άνμα νόμιζε ότι ήταν παγίδα. Ή, μάλλον, κάποιου είδους βασανιστήριο.

Τα πολεοσημάδια δεν της έλεγαν τίποτα· δεν υπήρχαν και πολλά σημάδια εδώ μέσα: τούτος ο κλειστός χώρος έπνιγε τη φωνή της Πόλης.

Η διαίσθηση της Άνμα, όμως, δεν την προειδοποιούσε για κίνδυνο.

Παράξενο... Ήταν δυνατόν η Τζέσικα να είχε αλλάξει γνώμη; Να είχε αποφασίσει να προδώσει την Κορίνα; Αν είναι καμιά απάτη, θα τη γαμήσω, τη μαλακισμένη! Θα τη γαμήσω!

Η Άνμα φόρεσε τις μπότες της, κοιτάζοντας με επιφύλαξη την ανοιχτή καταπακτή. Η Τζέσικα δεν ερχόταν επάνω· την περίμενε να κατεβεί. Γιατί, άραγε; Φοβόταν; Διέκρινε ότι η Άνμα ήταν έτοιμη να της χιμήσει; Το πιθανότερο.

Η Άνμα πλησίασε την καταπακτή και κοίταξε κάτω. Είδε τη Τζέσικα να της κάνει νόημα· την άκουσε να της λέει: «Έλα! Πρέπει να μιλήσουμε. Έλα!» Κι απομακρύνθηκε, φεύγοντας από το πεδίο όρασής της.

Η Άνμα λύγισε τα γόνατα, προσπαθώντας να δει όσο πιο μακριά μπορούσε μέσα από την καταπακτή· αλλά μόνο έναν άδειο χώρο έβλεπε. Τι στα μυαλά του Σκοτοδαίμονος γινόταν εδώ;

Καθώς είχε τα γόνατά της λυγισμένα, αισθανόταν τη σφαίρα που ακόμα βρισκόταν μες στον μηρό της (από τότε που την είχαν πυροβολήσει οι γαμημένοι συμμορίτες του Ζιλμόρου) να την ενοχλεί.

Δε μπορεί νάναι παγίδα, σκέφτηκε. Τι παγίδα να είναι; Ωστόσο ήταν προετοιμασμένη για οτιδήποτε καθώς πηδούσε από την καταπακτή.

Δεν χρησιμοποίησε τη σκάλα στον τοίχο γιατί σίγουρα η Τζέσικα αυτό θα περίμενε να κάνει. Επομένως, αν ήταν παγίδα, μπορεί έτσι η Άνμα να ξάφνιαζε την Αδελφή της.

Αλλά δεν ήταν παγίδα. Αντίκρυ της είδε μια ανοιχτή πόρτα, και πέρα από την πόρτα στεκόταν η Νορέλτα-Βορ, την οποία τώρα η Τζέσικα πλησίαζε.

«Νορέλτα!» αναφώνησε η Άνμα.

Η Νορέλτα χαμογέλασε. «Άνμα...»

«Τι κάνει αυτή η γαμιόλα, Αδελφή μου; Μας ελευθερώνει ή όχι;»

«Η γαμιόλα,» αποκρίθηκε η Τζέσικα, «σας ελευθερώνει»· και γέλασε, περνώντας πλάι από τη Νορέλτα-Βορ και βαδίζοντας μες στο επόμενο δωμάτιο. Το πουλί στον ώμο της έβγαλε ένα ξερό κρώξιμο που αντήχησε πολύ παράξενα εδώ μέσα.

Η Άνμα βάδισε προς τη Νορέλτα-Βορ και μπήκε στο άλλο δωμάτιο, το οποίο φωτιζόταν από κάτι φορτισμένα καλώδια στο κέντρο του, πλεγμένα με τρελό τρόπο αναμεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα εφιαλτικό σύμβολο. Στους τοίχους υπήρχαν περισσότερα σύμβολα ζωγραφισμένα–

Δεν ήταν μόνο η Τζέσικα και η Νορέλτα εδώ, πρόσεξε ξαφνικά η Άνμα.

«Κορίνα...»

«Μη βιάζεσαι να μου χιμήσεις, Αδελφή μου. Έχουμε πολλά να πούμε. Ελάτε...» Έδειξε προς την ανοιχτή πόρτα.

Η Άνμα έστρεψε το βλέμμα στη Νορέλτα. «Τι συμβαίνει; Σου είπαν;»

Η Νορέλτα έγνεψε αρνητικά.

«Δεν υπάρχει λόγος να φοβάστε,» τις διαβεβαίωσε η Κορίνα. «Θα σας αφήσουμε να φύγετε. Αλλά πρέπει να μιλήσουμε πρώτα. Ελάτε»· έδειξε πάλι την ανοιχτή πόρτα· «περάστε.»

«Γιατί δεν πας εσύ πρώτη;» απαίτησε η Άνμα.

«Γιατί θα μου ορμήσετε.» Η Κορίνα κρατούσε ένα ενεργειακό πιστόλι στο δεξί γαντοφορεμένο χέρι της, παρατήρησαν τώρα η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ· και η Άνμα κατάλαβε αμέσως όλες τις ιδιότητες του όπλου από τα ελάχιστα πολεοσημάδια γύρω του. Ήταν καλό όπλο.

Η Τζέσικα γέλασε. «Προχωράτε!» είπε.

Η Άνμα και η Νορέλτα αλληλοκοιτάχτηκαν. Καμιά δεν είδε διαφωνία στο βλέμμα της άλλης· είχαν κι οι δύο αγανακτήσει εδώ μέσα. Βάδισαν προς την ανοιχτή πόρτα, αλλά όχι χωρίς επιφυλάξεις. Προσπαθώντας να διακρίνουν ό,τι πολεοσημάδια υπήρχαν.

Η Κορίνα και η Τζέσικα τις ακολούθησαν. Το πουλί της δεύτερης έβγαλε ένα ξερό κρώξιμο που πάλι αντήχησε περίεργα και εφιαλτικά.

Βγήκαν σ’έναν διάδρομο. «Τι μέρος είν’ αυτό, Κορίνα;» ρώτησε η Νορέλτα. «Γιατί οι ήχοι... διαστρεβλώνονται έτσι;»

«Το λένε ‘Σύμπλεγμα Ήχων’,» αποκρίθηκε η Κορίνα από πίσω της. «Πηγαίνετε δεξιά.»

Η Νορέλτα και η Άνμα έστριψαν, ενώ οι Αδελφές τους συνέχιζαν να τις ακολουθούν.

Η Κορίνα είπε: «Είναι ένα παλιό μέρος λατρείας του Σκοτοδαίμονος και της Ερμιχόρης.»

«Ποια είναι η Ερμιχόρη;» ρώτησε η Νορέλτα.

«Αριστερά τώρα,» είπε η Κορίνα καθώς έφταναν σε μια διασταύρωση.

Η Νορέλτα-Βορ και η Άνμα έστριψαν ξανά. «Γαμημένος λαβύρινθος...» μούγκρισε η δεύτερη. Γύρω τους υπήρχαν πέτρινοι τοίχοι με σύμβολα ζωγραφισμένα επάνω, πολλά από τα οποία οι δυο τους αναγνώριζαν ως σύμβολα του Σκοτοδαίμονος. Επίσης, υπήρχαν μεταλλικές πόρτες και μεταλλικές καταπακτές, και μεταλλικά τμήματα επάνω στους τοίχους – κανένα τους μεγαλύτερο από ένα μέτρο στο πλάτος ή στο ύψος – που δεν μπορεί να ήταν ούτε θυρόφυλλα ούτε παραθυρόφυλλα. Στο ταβάνι τεντώνονταν λεπτά καλώδια που δεν φαινόταν να είναι εκεί για μεταφορά ενέργειας ή τηλεπικοινωνιακών σημάτων. Οι λάμπες βρίσκονταν μέσα σε κλουβιά.

Η Κορίνα είπε: «Η Ερμιχόρη είναι κόρη της Ατελράνδης και του Σκοτοδαίμονος. Η Ατελράνδη είναι–»

«–νύμφη του Κρόνου, προστάτιδα της μουσικής,» τη διέκοψε η Νορέλτα· «ναι, το ξέρουμε αυτό, Κορίνα.»

«Η Ερμιχόρη, η Ξέφρενη Κόρη, είναι η Κυρά της Αλλότροπης Μουσικής, η Αρχόντισσα των Έκνομων Ακουσμάτων. Κάποιοι άνθρωποι τη λατρεύουν με πάθος στη Ρελκάμνια, παρότι δεν είναι τόσο γνωστή όσο άλλες θεότητες.»

«Αφού τη λατρεύουν με πάθος,» είπε η Άνμα, «γιατί εγκατέλειψαν τον ναό της εδώ;»

«Υπάρχουν διάφοροι λόγοι γι’αυτό, Αδελφή μου. Αριστερά ξανά.»

Έστριψαν, και σε λίγο έφτασαν μπροστά σε μια πέτρινη σκάλα, την οποία η Κορίνα τις πρόσταξε να ανεβούν. Δεν ήταν πολύ ψηλή. Δώδεκα σκαλοπάτια ακριβώς, και στην κορυφή τους υπήρχε μια ξύλινη πόρτα: η μόνη ξύλινη πόρτα που είχαν δει εδώ, σ’αυτό το Σύμπλεγμα Ήχων.

«Ανοίξτε την,» είπε η Κορίνα πίσω τους.

Η Νορέλτα έπιασε την ξύλινη πετούγια και την έσπρωξε. Η πόρτα άνοιξε και, πέρα απ’το κατώφλι, φάνηκε ένας διάδρομος πάλι, αλλά διαφορετικός από τους προηγούμενους. Ήταν, καταφανώς, ένας διάδρομος πολυκατοικίας. Η Νορέλτα-Βορ και η Άνμα βγήκαν, κοιτάζοντας τριγύρω.

«Είμαστε κάτω από το έδαφος,» παρατήρησε η δεύτερη. Βρίσκονταν, αναμφίβολα, μέσα σε μια ανάποδη πολυκατοικία – απ’αυτές που εκτείνονταν προς τα κάτω αντί για προς τα πάνω όπως οι επίγειες.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Κορίνα, και έκλεισε την πόρτα από την οποία είχαν βγει, κάνοντάς την να... εξαφανιστεί. Ολόκληρος ο τοίχος του διαδρόμου ήταν καλυμμένος με ξύλο· η πόρτα δεν ήταν παρά ένα τμήμα του, πολύ δύσκολο να διακριθεί. Δεν είχε καν πετούγια από τούτη τη μεριά. Ακόμα και μια Θυγατέρα της Πόλης, σκέφτηκε η Νορέλτα-Βορ, θα δυσκολευόταν να διακρίνει αυτή την κρυφή είσοδο.

«Προχωρήστε,» πρόσταξε η Κορίνα, δείχνοντας με το γαντοφορεμένο χέρι της.

«Αν είναι κάποιο κόλπο,» της είπε η Άνμα, «θα το μετανιώσεις»· αλλά προχώρησε. Και η Νορέλτα πλάι της.

Η Κορίνα και η Τζέσικα τις ακολούθησαν, και σύντομα είχαν όλες βγει από την ανάποδη πολυκατοικία. Βρίσκονταν τώρα σ’έναν υπόγειο δρόμο γεμάτο κατοικίες. Μονάχα ένα περίπτερο φαινόταν στο βάθος, από τη φωτεινή πινακίδα του. Μια ταμπέλα έγραφε το όνομα του δρόμου: Ρηξίνοου. Και η πολυκατοικία απ’την οποία είχαν βγει είχε τον αριθμό 333.

Ένα τετράκυκλο όχημα ήταν σταθμευμένο λίγο παρακάτω, περιμένοντάς τες.

«Ανοίξτε και καθίστε μπροστά,» είπε η Κορίνα. «Εσύ οδηγείς, Άνμα.» Έδωσε στην Αδελφή της ένα κλειδί.

Η Άνμα το χρησιμοποίησε για να ξεκλειδώσει την πόρτα του οδηγού, αυτομάτως ξεκλειδώνοντας έτσι και τις άλλες τρεις. Ύστερα μπήκε, και οι υπόλοιπες την ακολούθησαν – η Νορέλτα στη θέση του συνοδηγού, η Κορίνα και η Τζέσικα πίσω.

Η Άνμα κατέβασε τον διακόπτη που ενεργοποιούσε τη μηχανή του οχήματος. «Πού πάμε, Κορίνα;»

*

Ανέβηκαν στους επίγειους δρόμους της Όκιλμερ, και η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ είδαν πως ήταν πρωί. Η Κορίνα τις οδήγησε σε μια πολυκατοικία, όπου μπήκαν στο γκαράζ και άφησαν το όχημα. Ύστερα, ανέβηκαν σ’ένα ρετιρέ και βρέθηκαν στο ευήλιο σαλόνι του που ήταν απλά αλλά κομψά στολισμένο και στον τοίχο πάνω από το τζάκι υπήρχε ένας πίνακας της Γραμμικής Σχολής.

Η Κορίνα έβγαλε την κάπα της, ρίχνοντάς την στον καναπέ, και στάθηκε μπροστά στο ξύλινο στρογγυλό τραπέζι, που στο κέντρο του ήταν μια γεμάτη καφετιέρα, μερικές κούπες τοποθετημένες ανάποδα, κι ένας μικρός δίσκος με κουλουράκια. Η Κορίνα άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε από μέσα κάτι τυλιγμένο σε πανί, καθώς κι οι Αδελφές της συγκεντρώνονταν γύρω απ’το τραπέζι παρατηρώντας την.

«Τι είν’ αυτό;» ρώτησε η Άνμα, συνοφρυωμένη.

Η Κορίνα κράτησε το τυλιγμένο πράγμα ανάμεσα στα γαντοφορεμένα χέρια της. «Η κατάσταση,» είπε, «έχει αλλάξει. Και... θα καταλάβετε γιατί... Γνωρίζετε για το φυλαχτό–»

Η Νορέλτα ρουθούνισε άγρια. «‘Γνωρίζουμε’; Μου το έκλεψες, Κορίνα!» Τα μάτια της γυάλισαν. Ακόμα το επιθυμούσε. Ακόμα το ήθελε για τον εαυτό της. Ήταν δικό της, άλλωστε, δεν ήταν; Εκείνη το είχε βρει! Αν η Κορίνα και η Τζέσικα δεν είχαν αυτά τα καταραμένα ενεργειακά πιστόλια μαζί τους (και πιθανώς κι άλλα όπλα επάνω τους), η Νορέλτα θα είχε ορμήσει στην Κορίνα για να πάρει πίσω το φυλαχτό!

«Δεν έχει πια σημασία αυτό, Αδελφή μου–»

«Για σένα, ίσως! Για εμένα, έχει. Το φυλαχτό είναι δικό μου, Κορίνα!»

«Το φυλαχτό δεν είναι για καμιά Θυγατέρα πλέον.»

Κάτι στον τόνο της φωνής της έκανε τη Νορέλτα να χάσει την ξαφνική οργή της. Παρατήρησε την Κορίνα με επιφύλαξη. Τι διάολο εννοούσε;

«Έχει καταστραφεί.» Τα γαντοφορεμένα χέρια της Κορίνας ξετύλιξαν αυτό που ήταν τυλιγμένο μέσα στο πανί, αφήνοντάς το να πέσει στο τραπέζι–

–και δεν ήταν τελικά μόνο ένα πράγμα: ήταν πολλά, μικρά – μικροσκοπικά – θραύσματα που γυάλιζαν ασημένια στο άπλετο φως που έμπαινε από τα τζάμια του σαλονιού.

Η Νορέλτα μόρφασε. «...Τι...;» Νόμιζε πως καταλάβαινε τι ήταν αυτά τα κομμάτια, βαθιά μέσα της καταλάβαινε, αλλά το μυαλό της μπερδευόταν, δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήσει.

«Το φυλαχτό,» είπε η Κορίνα δείχνοντας τα θραύσματα. «Έσπασε.»

Η Νορέλτα έκανε ένα βήμα πίσω, νιώθοντας σοκαρισμένη. «Όχι...» έκανε πνιχτά. «Λες ψέματα, Κορίνα!»

«Το ξέρεις πως δεν λέω ψέματα, Αδελφή μου. Αυτά είναι τα κομμάτια του. Και δεν γίνεται να ξαναφτιαχτεί – είναι από τα πράγματα που φτιάχνονται μόνο μία φορά στην Πόλη.»

«Όχι!» φώναξε η Νορέλτα. «Προσπαθείς να μας παραπλανήσεις!» Την έδειξε με το χέρι της που έτρεμε, από την κούραση τόσων ημερών στην υπόγεια φυλακή και από την τωρινή ταραχή της. «Για να μας κρύψεις το φυλαχτό! Προσπαθείς να μας παραπλανήσεις, Κορίνα!»

Η Τζέσικα γέλασε, και το πουλί της έβγαλε ένα κρώξιμο, κάνοντας πέρα-δώθε το κεφάλι του, κουνώντας το γένι του, καθώς ήταν πιασμένο πάνω σε μια απ’τις καρέκλες του τραπεζιού.

Η Κορίνα άνοιξε τα μπροστινά κουμπιά του φορέματός της. «Βλέπεις να φοράω το φυλαχτό, Νορέλτα;»

«Το έχεις κρύψει!»

«Δεν το έχω κρύψει, ανόητη!» Έκλεισε πάλι το φόρεμά της. «Έχει σπάσει!» Ακουγόταν οργισμένη τώρα κι αυτή – αληθινά οργισμένη. «Τι άλλο νομίζεις ότι μπορεί νάναι τούτα τα κομμάτια;» Τα έδειξε. «Νομίζεις ότι μπορεί νάναι τίποτ’ άλλο, γαμώτο; Νομίζεις ότι θα σας έβγαζα από το Σύμπλεγμα Ήχων αν είχαν ακόμα το φυλαχτό στην κατοχή μου;»

Η Νορέλτα είχε μείνει βουβή, νιώθοντας έναν κόμπο στον λαιμό, ένα σφίξιμο στο στήθος. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι το φυλαχτό είχε καταστραφεί! Δεν μπορούσε!

«Και πώς έσπασε;» ρώτησε η Άνμα. «Η Μιράντα και η Νορέλτα έλεγαν ότι έχει... ιδιαίτερες δυνάμεις. Δε θα περίμενε κανείς ότι είναι κάτι που σπάει εύκολα...» Ωστόσο, δεν καταλάβαινε την ταραχή της Νορέλτα. Τόσο μεγάλη σημασία είχε αυτό το φυλαχτό για την Αδελφή της; Έτσι όπως έκανε, θα νόμιζες ότι είχε χάσει κάποιο αγαπημένο της πρόσωπο...

Η Κορίνα είπε: «Δεν ήταν εύκολο να σπάσει, αλλά δεν ήταν και δύσκολο. Μπορούσε να γίνει· δεν ήταν άθραυστο.»

«Και πώς έσπασε;» ρώτησε πάλι η Άνμα.

«Γνωρίζετε ότι με καταδίωκε η αντιοπτασία, έτσι δεν είναι; Γνωρίζετε ότι έκλεβε τμήματα από το σώμα μου.»

Η Άνμα ένευσε. «Το γνωρίζουμε.»

«Σας το είπε ο Κλαρκ.» Ακουγόταν θυμωμένη.

Η Άνμα ανασήκωσε τους ώμους.

Η Νορέλτα ακόμα δεν μιλούσε· δεν νόμιζε ότι μπορούσε να μιλήσει. Και ακόμα δεν ήθελε να πιστέψει ότι το φυλαχτό είχε πραγματικά καταστραφεί. Πρέπει να ήταν κάποια απάτη! Πρέπει, γαμώτο!

«Αντιμετώπισα την αντιοπτασία μέσα στο ενεργειακό πλέγμα της Ρελκάμνια,» εξήγησε η Κορίνα, «για να πάρω πίσω τα τμήματα που είχε κλέψει από το σώμα μου. Και, καθώς το προσπαθούσα αυτό, το φυλαχτό έσπασε. Έγινε κομμάτια.» Τα έδειξε πάλι πάνω στο τραπέζι.

«Ψέματα!» ούρλιαξε η Νορέλτα-Βορ. «Λες ψέματα, Κορίνα! Ο Κλαρκ μάς είπε ότι δεν μπορείς να πάρεις πίσω τα κλεμμένα κομμάτια του σώματός σου–!»

«Τα έχω πάρει πίσω. Θες να με δεις γυμνή, για να με πιστέψεις;»

«Λες ΨΕΜΑΤΑ!» κραύγασε η Νορέλτα, χτυπώντας το χέρι της δυνατά πάνω στο τραπέζι, κάνοντας τις κούπες, την καφετιέρα, τον δίσκο, και τα ασημένια θραύσματα να τρίξουν.

«Δεν λέω ψέματα, Νορέλτα! Έχω πάρει πίσω όλα τα κλεμμένα κομμάτια–»

«Θες να μας κρύψεις το φυλαχτό! Όλα είναι ψέματα!»

«Δες, ανόητη.» Η Κορίνα ξεθηλύκωσε τα κουμπιά του φορέματός της και το άφησε να πέσει στο πάτωμα, ενώ έκανε ένα βήμα όπισθεν για ν’απομακρυνθεί απ’το τραπέζι, για να φαίνεται ολόκληρη, από πάνω ώς κάτω. Ήταν ντυμένη τώρα μόνο με το μεσοφόρι της. «Βλέπεις πουθενά ενεργειακά τμήματα; Ένα ήταν εδώ,» έδειξε τον δεξή ώμο της· «ένα εδώ,» έδειξε λίγο πιο πάνω απ’το δεξί γόνατό της· «ένα εδώ,» έδειξε την αριστερή της κνήμη· «και, τελευταία, ένα ήταν... εδώ,» άγγιξε το δεξί της μάγουλο με το γαντοφορεμένο χέρι της.

«Εντάξει,» σύριξε η Νορέλτα, «πήρες πίσω τα κλεμμένα τμήματα του σώματός σου – κάπως. Αυτό δεν σημαίνει ότι το φυλαχτό καταστράφηκε!»

«Εκεί, ανόητη,» η Κορίνα έδειξε πάλι στο τραπέζι, «είναι τα κομμάτια του! Το φυλαχτό καταστράφηκε. Έσπασε ενώ αντιμετώπιζα την αντιοπτασία.»

«ΓΑΜΩΤΟ!» ούρλιαξε η Νορέλτα χτυπώντας ξανά το τραπέζι, και με τα δύο χέρια τώρα. Το κατάλευκο πρόσωπό της έμοιαζε νάχει μαυρίσει από οργή, και, καθώς τα μακριά καστανά μαλλιά της έπεφταν ανακατεμένα γύρω του (είχε να τα χτενίσει από τότε που τη φυλάκισαν), θύμιζε γυναίκα που έχει χάσει τα λογικά της.

Προτού η Άνμα προλάβει να της πει να ηρεμήσει, η Νορέλτα βάδισε γρήγορα προς την Κορίνα, γρυλίζοντας: «Ηλίθια σκρόφα! Το κατέστρεψες με τις μαλακίες σου – το κατέστρεψες, μαλακισμένη!» Και της όρμησε, γρονθοκοπώντας, κλοτσώντας, χαστουκίζοντας. Άρχισαν να παλεύουν οι δυο τους μες στο σαλόνι, σαν ξαφνική θύελλα. Καρέκλες ανατρέπονταν, πράγματα έπεφταν στο πάτωμα. Κραυγές και ουρλιαχτά και χτυπήματα αντηχούσαν.

Ο αστρόφθαλμος μακρυγένης πέταξε από την πλάτη της καρέκλας όπου ήταν γαντζωμένος, κρώζοντας.

Η Άνμα και η Τζέσικα αλληλοκοιτάχτηκαν, κι η δεύτερη γέλασε σαν να τα έβρισκε όλα τούτα πολύ διασκεδαστικά. Ύστερα, λες κι ήταν συνεννοημένες αναμεταξύ τους, νιώθοντας καθοδηγημένες από την ίδια την Πόλη, έτρεξαν συγχρονισμένα καταπάνω στις Αδελφές τους που πάλευαν σαν η μία να ήθελε να σκοτώσει την άλλη.

Η Άνμα άρπαξε τη Νορέλτα από τη μέση και από τα μαλλιά και την τράβηξε μακριά από την Κορίνα, ενώ η Τζέσικα άρπαξε την Κορίνα από τους αγκώνες και την τράβηξε μακριά από τη Νορέλτα. Ήταν κι οι δυο τους, η Κορίνα και η Νορέλτα, ξέπνοες· είχαν γρατσουνιές επάνω τους· τα ρούχα τους ήταν τραβηγμένα, σκισμένα: το μεσοφόρι της Κορίνας βρισκόταν στα πρόθυρα να πέσει από πάνω της. Η Νορέλτα ακόμα κρατούσε μια τούφα από τα ξανθά μαλλιά της Κορίνας μες στη γροθιά της καθώς η Άνμα την τραβούσε πίσω κι εκείνη κλοτσούσε μπροστά κι έριχνε αγκωνιές στην Άνμα.

«Σταμάτα!» γρύλισε η τελευταία. «Σταμάτα, προτού σε πλακώσω στο ξύλο!» Αυτές οι δύο δεν ήξεραν από ξύλο, παρατηρούσε η Άνμα. Μπορούσε να τις σαπίσει και τις δύο μόνη της, αν χρειαζόταν να τους βάλει μυαλό. Πάλευαν σαν γάτες του καναπέ.

«Το έσπασε, η μαλακισμένη!» φώναξε η Νορέλτα. «Το έσπασε!»

«Τελείωσε, Νορέλτα,» της είπε η Κορίνα, λαχανιασμένη. «Έγινε. Νομίζεις ότι εμένα μ’ευχαριστεί που έσπασε; Το χρειαζόμουν το φυλαχτό. Το χρειαζόμουν. Αλλά καταστράφηκε, και δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να το επιδιορθώσω. Δεν ξαναφτιάχνεται. Και τώρα...» ξεροκατάπιε, έγλειψε τα ματωμένα χείλη της, «τώρα έχουμε πολλά πράγματα να σκεφτούμε. Η κατάσταση έχει αλλάξει. Πρέπει να με ακούσετε, και εσύ και η Άνμα. Δεν υπάρχει λόγος για έχθρα μεταξύ μας πλέον.»

«Έτσι νομίζεις εσύ!» σύριξε η Νορέλτα-Βορ.

«Εγώ,» είπε η Άνμα νηφάλια, «το παίρνω αρκετά προσωπικά όταν με κλείνουν για μέρες ολόκληρες σ’ένα μπουντρούμι.» Η όψη της ήταν άγρια, αλλά εξακολουθούσε να κρατά γερά τη Νορέλτα για να μην της φύγει. Αυτές οι δύο καριόλες – η Κορίνα και η Τζέσικα – είχαν ενεργειακά όπλα μαζί τους, και μπορεί να τα χρησιμοποιούσαν αν αισθάνονταν πραγματικά απειλημένες. Η Κορίνα το είχε αφήσει στην τσάντα της το πιστόλι της, αλλά η Τζέσικα κρατούσε τώρα στο χέρι το δικό της.

«Σας έκλεισα εκεί,» είπε η Κορίνα, «εξαιτίας της Μιράντας. Αλλά η κατάσταση πλέον έχει αλλάξει, Αδελφές μου. Σας παρακαλώ, ακούστε με.» Η Τζέσικα δεν τη συγκρατούσε πια, και η Κορίνα έστρωσε το σκισμένο μεσοφόρι της. «Ακούστε με. Είναι σημαντικό για ολόκληρη τη Ρελκάμνια. Αυτά που έχω δει στο μέλλον είναι πολύ άσχημα.»

«Εσύ τα δημιούργησες, Κορίνα!» είπε η Νορέλτα· και τώρα δεν πάλευε να ξεφύγει από την Άνμα, έτσι η Άνμα την ελευθέρωσε, ελπίζοντας ότι δεν θα χιμούσε ξανά στην Αδελφή τους.

«Δεν τα δημιούργησα εγώ–»

«Εσύ ξεκίνησες την όλη ιστορία με τον Αλυσοδεμένο Ποιητή!»

«Ναι, εγώ έφτιαξα τον Αλυσοδεμένο Ποιητή. Εγώ τον βοήθησα στην επανάστασή του. Και, ναι, ήθελα να κάνω κάποιες αλλαγές στη Ρελκάμνια. Δεν ήθελα, όμως, να γίνει ο μεγάλος πόλεμος που έβλεπα στο μέλλον. Σκόπευα να τον αποτρέψω, Νορέλτα. Γι’αυτό σού έλεγα εξαρχής ότι ο Βόρκεραμ-Βορ έπρεπε να πεθάνει–»

«Για να νικήσει ο δικός σου άνθρωπος – ο Ανθοτέχνης! Κάνοντας κι αυτός πόλεμο!»

Η Κορίνα κούνησε το κεφάλι. «Ο πόλεμος του Κάδμου δεν θα ήταν ίδιος–»

«Πώς το ξέρεις;»

«Επειδή θα είχε εμένα στο πλευρό του! Τα πάντα θα ήταν ελεγχόμενα. Όπως και ήταν ελεγχόμενα μέχρι στιγμής–»

Η Άνμα ρουθούνισε. «Ναι, πολύ ελεγχόμενα...»

Η Τζέσικα γέλασε, και το πουλί της ήρθε και γαντζώθηκε στον πήχη της, φτεροκοπώντας.

«Τα πάντα ήταν ελεγχόμενα,» επέμεινε η Κορίνα. «Ήξερα ακριβώς τι έκανα.»

Η Άνμα μόρφασε. «Όλο μαλακίες είσαι. Ξέρεις πόσος κόσμος σκοτώθηκε από τις μαλακίες σου;»

«Δεν είπα ότι δεν θα γινόταν καθόλου πόλεμος,» αποκρίθηκε ήρεμα η Κορίνα, μη δείχνοντας να έχει προσβληθεί από τα λόγια της Αδελφής της. «Θα γινόταν πόλεμος. Θα γίνονταν κάποιες συγκρούσεις. Αλλά όχι αυτό που προετοιμάζεται τώρα, με τον Βόρκεραμ-Βορ. Και δεν έχω πλέον κανέναν τρόπο για να το σταματήσω. Δεν έχω κανέναν τρόπο να σταματήσω τον πόλεμο, γιατί δεν έχω πια το φυλαχτό. Τα πάντα είναι πέρα από τον έλεγχό μου, και ο κίνδυνος είναι τεράστιος. Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί.»

«Και τι θες να κάνουμε εμείς;» είπε η Άνμα.

«Δεν πρόκειται να σκοτώσουμε τον Βόρκεραμ για εσένα, Κορίνα,» δήλωσε η Νορέλτα, μοιάζοντας ξανά στα πρόθυρα να της χιμήσει.

«Το περίμενα αυτό. Αλλά πρέπει να με βοηθήσετε να σταματήσω τον πόλεμο. Πρέπει να τελειώσει, Αδελφές μου, τώρα, προτού είναι πολύ αργά. Μέχρι στιγμής μπορούσα να βλέπω προς τα πού κατευθύνεται το μέλλον, και μπορούσα να κάνω διαφορές τροποποιήσεις, για να το στρέφω προς την επιθυμητή κατεύθυνση. Δεν έχω, όμως, πλέον αυτή τη δυνατότητα. Τώρα, οτιδήποτε μπορεί να συμβεί,» επανέλαβε. «Οτιδήποτε. Και τα πάντα είναι επικίνδυνα, εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα.»

Για μερικές στιγμές, όλες ήταν σιωπηλές. Μετά η Άνμα είπε: «Μας ζητάς να φτιάξουμε τα χάλια που εσύ δημιούργησες.»

«Σας αφήνω ελεύθερες να κάνετε ό,τι θέλετε,» διόρθωσε η Κορίνα. «Αλλά σας εξηγώ ποια είναι η κατάσταση. Δε νομίζω καμιά σας να θέλει τον πόλεμο που έχω δει πως θα ακολουθήσει.» Πλησίασε το πεσμένο φόρεμά της, το έπιασε, και το φόρεσε, αρχίζοντας να κουμπώνει τα κουμπιά. «Τι λέτε, λοιπόν; Θα συνεργαστούμε;»

Η Άνμα κοίταξε τη Τζέσικα. «Εσύ τι νομίζεις;»

Εκείνη γέλασε. «Είχε πλάκα όσο κράτησε, Άνμα! Και συγνώμη που σε παραπλάνησα για να σε πιάσουν, αλλά ήταν απαραίτητο – ήθελα να γραπώσουμε τη Μιράντα! Τέλος πάντων. Είχε πλάκα όσο κράτησε, όμως η Κορίνα έχει κάποιο δίκιο. Πρέπει πια να σταματήσει. Χτες βράδυ μού εξήγησε τι γινόταν με το φυλαχτό.» Κι έριξε ένα επικριτικό βλέμμα στην Κορίνα. «Μέχρι στιγμής δεν μου είχε πει τίποτα, αν και είχα καταλάβει ότι κάτι περίεργο συνέβαινε μαζί της τελευταία. Κανονικά, ακόμα κι αυτή δεν θα έπρεπε νάχει τις γνώσεις που φαινόταν να έχει.»

Η Άνμα έστρεψε το βλέμμα της στη Νορέλτα. «Εσύ τι νομίζεις;»

Η Νορέλτα αναστέναξε βαριά. Έπιασε μια από τις κούπες στο τραπέζι, τη γέμισε με καφέ, και ήπιε. Μα τον Κρόνο, ήταν διψασμένη! διαπίστωσε. Ένιωθε το στόμα της ξερό. Στράφηκε στην Κορίνα. «Τα έχεις καλά με τον Αλυσοδεμένο Ποιητή, δεν τα έχεις;»

«Ο Κάδμος είναι παιδί μου.» Δε χρειαζόταν να εξηγήσει ότι μιλούσε μεταφορικά, ασφαλώς· οι Θυγατέρες της Πόλης δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά.

«Μίλησέ του, τότε· πες του να σταματήσει τον πόλεμο, και όλα θα τελειώσουν.»

«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό, Νορέλτα.»

«Γιατί;»

«Δεν είναι τόσο εύκολο όσο νομίζεις.»

Η Άνμα παρατήρησε: «Σαν ν’ακούω μαλακίες ξανά...»

Τα πράσινα μάτια της Κορίνας γυάλισαν οργισμένα. «Ο Κάδμος έχει τόσους εχθρούς γύρω του! Δε θα πάψουν να του εναντιώνονται. Δε θα πάψουν να θέλουν να τον καταστρέψουν. Και δεν πρόκειται να τους βοηθήσω να το κάνουν αυτό!»

«Σου είπα απλά να του ζητήσεις να σταματήσει τον πόλεμο,» τόνισε η Νορέλτα-Βορ, «όχι να–»

«Αν ο Κάδμος σταματήσει τώρα τον πόλεμο, αν δεν επιτεθεί στους εχθρούς που είναι κοντά του, θα του επιτεθούν εκείνοι. Θέλουν να τον αφανίσουν από τους δρόμους της Ατέρμονης Πολιτείας. Αλλά αυτό που ο Κάδμος έχει δημιουργήσει δεν πρέπει να καταστραφεί έτσι· είναι αξιόλογο–»

«Αξιόλογο; Ο στρατός του από κακούργους και λεχρίτες;»

«Οι άνθρωποι της Β’ Ανωρίγιας ήταν καταπιεσμένοι όταν έκανε την επανάστασή του εκεί. Είχαν κάθε δίκιο να εξεγερθούν–»

«Κανένα δίκιο δεν είχαν!»

«Σίγουρα εσύ δεν μπορείς να τους καταλάβεις, Νορέλτα. Αλλά εσύ, Άνμα, είμαι βέβαιη ότι μπορείς.»

«Προσπαθείς να μας στρέψεις τη μία εναντίον της άλλης, Κορίνα;» γρύλισε η Νορέλτα.

«Απλώς είμαι βέβαιη πως η Άνμα θα μπορεί να τους καταλάβει τους καταπιεσμένους της Β’ Ανωρίγιας καλύτερα απ’ό,τι εσύ. Τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καλά εκεί πριν από την επανάσταση του Κάδμου. Οι πλούσιοι γίνονταν πλουσιότεροι, οι φτωχοί φτωχότεροι. Η εκμετάλλευση της εργασίας ήταν καθημερινότητα. Οι αδικίες εις βάρος των οικονομικά ασθενέστερων ήταν ο κανόνας. Ο Νόμος υπερασπιζόταν μόνο τους πλουτοκράτες.»

«Εντάξει!» είπε η Νορέλτα. «Είσαι ‘αγαθή’ που τους βοήθησες να ξεσηκωθούν. Αλλά μετά γιατί επιτέθηκαν και στις άλλες συνοικίες, ε; Επειδή ήταν ‘καταπιεσμένοι’ από τη γειτνίαση μαζί τους;»

«Δεν έμαθες τι γινόταν; Οι άλλες συνοικίες είχαν στραφεί εναντίον τους, αμέσως μόλις έπεσε το καθεστώς της πλουτοκρατίας στη Β’ Ανωρίγια! Η Έκθυμη τούς επιτέθηκε πρώτη· ο Κάδμος και οι δικοί του έπρεπε να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους. Ύστερα έπρεπε να χτυπήσουν και την Α’ Ανωρίγια προτού τους χτυπήσει αυτή. Ήδη προετοιμαζόταν για πόλεμο. Και μετά προετοιμάζονταν για πόλεμο και οι Κατωρίγιες Συνοικίες, όπως πολύ καλά ξέρετε. Εκεί ήσασταν.»

«Ο Ανθοτέχνης έστελνε τους κουρσάρους των Ήμερων Συνοικιών εναντίον της Β’ Κατωρίγιας,» είπε η Άνμα.

Η Τζέσικα γέλασε. «Βασικά, εγώ το έκανα αυτό!... Όχι πως εκείνος διαφωνούσε, δηλαδή.»

Η Κορίνα είπε: «Αν οι πειρατές δεν επιτίθονταν στη Β’ Κατωρίγια, η Β’ Κατωρίγια θα είχε επιτεθεί σύντομα στην Α’ Ανωρίγια – με τη βοήθεια της Α’ Κατωρίγιας, πιθανώς. Ο Κάδμος προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο μέχρι να ανασυγκροτήσει τους στρατούς του.

»Αλλά, κατά βάθος, δεν είναι πολεμοχαρής άνθρωπος. Θα ήθελε ο πόλεμος να τελειώσει· μου το έχει πει και μου το έχει ξαναπεί. Είναι αναγκασμένος να μάχεται, γιατί δεν έχει άλλη επιλογή.»

«Αν μας λες αλήθεια,» τόνισε η Άνμα.

«Γιατί να σας πω ψέματα τώρα; Θέλω ο πόλεμος να τελειώσει, αλλά όχι με τέτοιο τρόπο που όσα έχει κάνει ο Κάδμος θα καταστραφούν. Έχει αλλάξει τη Ρελκάμνια – ένα μέρος της Ρελκάμνια – κι αυτό από μόνο του είναι αξιόλογο.»

«Νομίζεις ότι τα πάντα είναι παιχνίδια σου, Κορίνα!» την κατηγόρησε η Νορέλτα-Βορ, και ήπιε ακόμα μια γουλιά καφέ, γιατί διψούσε.

«Δε θέλεις ο πόλεμος να τελειώσει, Αδελφή μου;»

«Τι προτείνεις να κάνουμε;» ρώτησε η Άνμα.

«Αν ήμουν στη θέση σας, θα πλησίαζα τον Βόρκεραμ-Βορ και θα τον σκότωνα–»

«Το ήξερα!» σύριξε η Νορέλτα. «Προσπαθεί η καριόλα να μας μετατρέψει σε δολοφόνους της!»

«Είμαι σίγουρη πως δεν θα το κάνετε. Τον αγαπάτε πολύ τον αρχηγό σας,» μόρφασε η Κορίνα σαν η όλη κατάσταση να την αηδίαζε. «Αν είχατε, όμως, λίγο μυαλό θα το σκεφτόσασταν πολύ σοβαρά–»

«Σταμάτα–»

«Αν ο Βόρκεραμ-Βορ πεθάνει, η συμμαχία του δεν θα γίνει πραγματικότητα, και οι συνοικίες δεν θα επιτεθούν στον Κάδμο. Ύστερα από κάποιο καιρό, οι συμπλοκές θα πάψουν, και η νέα πολιτική κατάσταση θα σταθεροποιηθεί.»

Η Άνμα είπε, σκεπτικά: «Μπορούμε να προτείνουμε στον Βόρκεραμ να μην κάνει αυτή τη συμμαχία που λες... αν και δεν ξέρω κατά πόσο θα έκανε τέτοιο πράγμα–»

«Φυσικά,» παρενέβη η Κορίνα. «Ήσασταν κι οι δύο κλεισμένες εκεί κάτω, χωρίς καμιά επαφή με τον κόσμο, όλες αυτές τις μέρες.»

«Τι θες να πεις; Τι έγινε;»

«Καθίστε,» πρότεινε η Κορίνα, και κάθισαν όλες γύρω από το τραπέζι, αφού σήκωσαν κάποιες καρέκλες που είχαν ανατραπεί.

«Τι έγινε όσο ήμασταν φυλακισμένες, Κορίνα;» ρώτησε ξανά η Άνμα. «Ο Αλυσοδεμένος Ποιητής νίκησε; Πήρε τη Β’ Κατωρίγια Συνοικία;» Είχε την αίσθηση πως έτσι πρέπει να ήταν, όπως το έλεγε· η Πόλη το επιβεβαίωνε μέσα της, με κάποιο άδηλο τρόπο. Επιπλέον, αν ο Ποιητής δεν είχε νικήσει, τότε τι έκαναν εδώ η Τζέσικα και η Κορίνα; Και γιατί κρατούσαν εδώ φυλακισμένες εκείνη και τη Νορέλτα;

Η Κορίνα έγνεψε καταφατικά. «Ναι, ο Κάδμος κατέκτησε τη Β’ Κατωρίγια Συνοικία, την ίδια νύχτα της ημέρας που σας αιχμαλωτίσαμε.»

«Τόσο γρήγορα;» έκανε η Νορέλτα-Βορ.

Η Τζέσικα γέλασε. «Είναι γρήγορος!»

«Οι συμμορίες της Β’ Κατωρίγιας τον βοήθησαν, χτυπώντας τον Βόρκεραμ-Βορ και τους συμμάχους του,» εξήγησε η Κορίνα.

«Πόσες μέρες έχουν περάσει από τότε;» θέλησε να μάθει η Νορέλτα-Βορ.

«Δώδεκα. Ο μήνας είναι Προσάνεμος πλέον.»

«Και τι έγινε μετά;» ρώτησε η Άνμα.

Η Κορίνα τούς είπε ότι ο Βόρκεραμ-Βορ και οι περισσότεροι πολιτικοί της Β’ Κατωρίγιας είχαν υποχωρήσει, ηττημένοι, στη Φιλήκοη. Τους μίλησε για την επίθεση της Σέχτας των Άδηλων Ήχων – μια επίθεση στο όνομα του Αλυσοδεμένου Ποιητή, χωρίς ο Κάδμος να γνωρίζει τίποτα γι’αυτήν! Τους εξήγησε ότι ο Βόρκεραμ-Βορ βοήθησε στην αντιμετώπιση της Σέχτας και ότι συμφώνησε με την Αμάντα Πολύεργη να ξεκινήσουν μια συμμαχία ανάμεσα στους πολιτάρχες για να πολεμήσουν τον Αλυσοδεμένο Ποιητή. Τώρα δεν βρισκόταν πλέον στη Φιλήκοη· ταξίδευε νότια, πηγαίνοντας από πολιτάρχη σε πολιτάρχη, για να τους ενώσει. Κι αυτό ήταν που, στο τέλος, θα έφερνε τον μεγάλο πόλεμο που είχε δει η Κορίνα να γεμίζει τους δρόμους της Ρελκάμνια με αίμα. «Πρέπει να τον σταματήσουμε.»

«Μέχρι τώρα πόσους πολιτάρχες έχει καταφέρει να βάλει στη συμμαχία;» ρώτησε η Άνμα.

«Τρεις.»

«Ποιους;» ρώτησε η Νορέλτα.

«Την Πολιτάρχη της Φιλήκοης, τον Πολιτάρχη της Αμφίνομης, και τον Πολιτάρχη της Καλόπραγης.»

«Της Αμφίνομης και της Καλόπραγης;» μόρφασε η Νορέλτα. «Γιατί δεν πήγε σε πιο κοντινές συνοικίες; Στην Επίστρωτη; Στη Ρόδα; Στη Βαθμιδωτή;»

«Ευτυχώς, όλοι δεν είναι τόσο ανόητοι ώστε να τον εμπιστευτούν.»

Τα μάτια της Νορέλτα στένεψαν. «Κι εσύ δεν είχες καμιά σχέση μ’αυτό, Κορίνα;»

«Δεν έχει σημασία αν είχα ή όχι. Σημασία έχει ότι πρέπει να αποτρέψουμε τον πόλεμο που έρχεται–»

«Γιατί να σε πιστέψουμε; Μπορεί απλά να προσπαθείς να βοηθήσεις τον Ανθοτέχνη ξανά.»

«Ο πόλεμος θα γίνει, Νορέλτα! Σας το είπε και η Μιράντα, δεν σας το είπε; Δεν το είδε στον Δρόμο του Μέλλοντος;»

Η Άνμα και η Νορέλτα αλληλοκοιτάχτηκαν. Πράγματι, η Μιράντα τούς το είχε πει. Είχε δει έναν μεγάλο πόλεμο, έναν πόλεμο τρομερό για ετούτες τις συνοικίες της Ρελκάμνια, τον οποίο θα προκαλούσαν ο Βόρκεραμ-Βορ και ο Αλυσοδεμένος Ποιητής.

«Το ξέρετε ότι λέω αλήθεια,» συνέχισε η Κορίνα. «Και το ξέρετε ότι πρέπει να αποτρέψουμε αυτό τον πόλεμο.»

«Τι έχεις στο μυαλό σου για να τον αποτρέψουμε;» ρώτησε η Άνμα. «Εκτός απ’το να δολοφονήσουμε τον Βόρκεραμ.»

«Αυτή θα ήταν, όμως, η καλύτερη λύση.»

«Ξέχασέ το,» της είπε η Νορέλτα-Βορ. «Δε θα γίνουμε δολοφόνοι σου.»

«Τότε,» αποκρίθηκε η Κορίνα, «θα πρέπει να δράσουμε ενστικτωδώς.» Ακούμπησε την πλάτη της στην καρέκλα. «Δεν υπάρχει άλλος δρόμος.»

«Δεν έχεις κάποιο σχέδιο;»

«Δεν πρόλαβα να εκπονήσω σχέδιο, Αδελφή μου. Προχτές βράδυ καταστράφηκε το φυλαχτό. Είχα άλλα στο μυαλό μου.»

«Υποθέτω, λοιπόν,» είπε η Άνμα, «πως εμείς τώρα μπορούμε να την κάνουμε...» Κι αν οι δύο καριόλες προσπαθούσαν πάλι να τις κρατήσουν περιορισμένες, η Άνμα ήταν έτοιμη να τις πολεμήσει για να φύγει – παίρνοντας μαζί της και τη Νορέλτα, φυσικά: δεν θα την άφηνε πίσω.

«Ασφαλώς και μπορείτε να πηγαίνετε,» αποκρίθηκε η Κορίνα. «Ο λόγος που σας κρατούσα δεν υφίσταται πλέον. Δεν έχει κανένα νόημα.»

«Ήθελες να παγιδέψεις τη Μιράντα, έτσι;»

«Και αυτήν και τον Βόρκεραμ-Βορ. Αλλά ο Βόρκεραμ-Βορ δεν θα ερχόταν· το ξέρω.» Και συνέχισε: «Σας έχω κάποια ρούχα στο δεξιό υπνοδωμάτιο.» Έδειξε προς μια πόρτα του σαλονιού. «Μπορείτε να τα πάρετε και να φύγετε. Μαζί με τα ρούχα είναι κι ορισμένα λεφτά, δύο πιστόλια, και δύο στιλέτα. Οι δρόμοι της Πόλης είναι επικίνδυνοι αυτές τις ημέρες.

»Δεν είναι ανάγκη να φύγετε αμέσως, όμως,» πρόσθεσε. «Αν θέλετε μπορείτε να κάνετε ένα μπάνιο και να ξεκουραστείτε εδώ. Κανείς δεν μένει στο διαμέρισμα.»

«Πού βρίσκεται ο Βόρκεραμ τώρα;» ρώτησε η Νορέλτα.

«Δεν είμαι σίγουρη,» αποκρίθηκε η Κορίνα.

«Μη μας λες ψέματα.» Η Νορέλτα δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι αυτό ήταν ψέμα. Η Κορίνα σίγουρα παρακολουθούσε τον απόμακρο ξάδελφό της πολύ προσεχτικά προτού καταστραφεί το φυλαχτό. (Το κατέστρεψε η μαλακισμένη! Το κατέστρεψε με τις μαλακίες της, γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος!)

«Σοβαρά,» επέμεινε η Κορίνα· «δεν έχω ιδέα. Κάπου νότια, υποθέτω.»

«Και η Μιράντα; Είναι μαζί του;»

«Ναι.»

«Η Εύνοια; Βρήκαν τους Νομάδες; Τους έφεραν εδώ;»

Η Κορίνα ένευσε. «Ναι, βρήκαν τους Νομάδες και τους έφεραν νότια του Ριγοπόταμου. Η Μιράντα είναι μαζί με τον Βόρκεραμ-Βορ και τον στρατό του. Η Εύνοια είναι με τους Νομάδες των Δρόμων.»

«Οι οποίοι πού βρίσκονται;»

«Ούτε γι’αυτό είμαι σίγουρη, Αδελφή μου.»

Συνέχεια ψέματα, Κορίνα! σκέφτηκε η Νορέλτα. Ακόμα και τώρα, συνέχεια ψέματα! «Έχεις να μας πεις κάτι άλλο που νομίζεις ότι θα έπρεπε να ξέρουμε;»

«Σας είπα το μόνο που έχει σημασία: ότι οφείλουμε, πάση θυσία – πάση θυσία – να σταματήσουμε τον τρομερό πόλεμο που έρχεται.» Σηκώθηκε από την καρέκλα της. «Τώρα, εγώ και η Τζέσικα έχουμε άλλες δουλειές.»

Η Τζέσικα γέλασε καθώς κι εκείνη σηκωνόταν. «Έχουμε;»

«Ναι, έχουμε,» της είπε η Κορίνα. Και προς την Άνμα και τη Νορέλτα-Βορ: «Ωσότου οι δρόμοι να μας ξαναφέρουν κοντά, Αδελφές μου.»

«Δεν ανυπομονούμε να συμβεί αυτό, Κορίνα,» αποκρίθηκε η Νορέλτα.

Η Τζέσικα γέλασε. «Γεια σου, Άνμα! Και συγνώμη!» είπε καθώς βάδιζε προς τον καναπέ. «Δεν μου κρατάς κακία, έτσι;»

«Δε σ’έχω συναντήσει μόνη ακόμα σε κάποιο σκοτεινό δρομάκι,» της απάντησε η Άνμα, υπομειδιώντας άγρια.

Η Τζέσικα, γελώντας, έπιασε την καπαρντίνα της από τον καναπέ και τη φόρεσε. Κουνώντας το χέρι της προς την Άνμα και τη Νορέλτα, λέγοντας «Ωσότου οι δρόμοι να μας ξαναφέρουν κοντά», βάδισε προς την εξώπορτα. Ο αστρόφθαλμος μακρυγένης, φτεροκοπώντας, ήρθε να καθίσει στον ώμο της.

Η Κορίνα, εν τω μεταξύ, τύλιγε ξανά τα ασημένια θραύσματα του φυλαχτού μέσα σ’εκείνο το πανί και το έβαζε στην τσάντα της.

«Τι σκοπεύεις να κάνεις μ’αυτά;» τη ρώτησε η Νορέλτα.

«Τίποτα.»

«Τότε, άφησέ τα εδώ.»

Η Κορίνα την κοίταξε μειδιώντας ειρωνικά με τα μαυροβαμμένα χείλη της. «Ελπίζεις να τα κολλήσεις, Νορέλτα; Να ξαναφτιάξεις το φυλαχτό;»

Η Νορέλτα αισθάνθηκε σαν μια λόγχη να είχε διαπεράσει το στήθος της, γιατί αυτές ακριβώς ήταν οι σκέψεις της. Αυτή ακριβώς ήταν η επιθυμία της – να το ξαναφτιάξει – να το έχει ξανά δικό της.

«Δεν γίνεται να ξαναφτιαχτεί, Αδελφή μου–»

«Τότε, άφησε τα κομμάτια εδώ, Κορίνα! Άφησέ τα, αν δεν νομίζεις ότι μπορείς να το ξαναφτιάξεις!»

Η Κορίνα φάνηκε συλλογισμένη προς στιγμή. Ύστερα, άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε το πανί, και το ξετύλιξε απότομα, αφήνοντας τα ασημένια θραύσματα να πέσουν με κρότο στο τραπέζι. «Ορίστε,» είπε· «κράτησέ τα. Κι αν καταφέρεις να το επιδιορθώσεις, Νορέλτα... αν το καταφέρεις αυτό, νάσαι σίγουρη ότι θα τα ξαναπούμε.»

*

Μέσα στον ανελκυστήρα, καθώς κατέβαιναν, η Τζέσικα είπε: «Νομίζεις ότι κάναμε καλά, τελικά, που τις ελευθερώσαμε;»

«Τι λόγος υπήρχε να τις κρατάμε εκεί; Για να τις ταΐζουμε;»

«Εγώ τις τάιζα συνέχεια!» γέλασε η Τζέσικα, και έδωσε στον Αστρομάτη, που ήταν πιασμένος στον ώμο της, έναν σπόρο να φάει. «Αλλά, τέλος πάντων, τώρα τι νομίζεις ότι θα κάνουν; Εγώ δεν νομίζω πως έχουν βάλει μυαλό: θα πάνε να βοηθήσουν πάλι τον Βόρκεραμ-Βορ. Αυτό νομίζω.»

«Θα δείξει,» αποκρίθηκε η Κορίνα καθώς ο ανελκυστήρας σταματούσε και η πόρτα του άνοιγε αυτόματα. «Δε μπορεί να μην έδωσαν καμιά σημασία σε όσα τούς είπα. Ο πόλεμος που θα ακολουθήσει δεν θα είναι καθόλου ευχάριστος, Τζέσικα.»

Βάδισαν μέσα σ’έναν διάδρομο. «Είσαι σίγουρη ότι δεν θάχει πλάκα;»

«Δεν θα είναι από τους πολέμους που έχουν ‘πλάκα’, Αδελφή μου, πίστεψέ με.»

Μπήκαν στο γκαράζ της πολυκατοικίας, στον δεύτερο όροφο, και προχώρησαν προς το όχημά τους. «Νομίζεις, δηλαδή, ότι όντως θα μας βοηθήσουν να σταματήσουμε τον πόλεμο χωρίς να σκοτώσουν τον Κάδμο και να καταστρέψουν τους συμμάχους του;»

«Είναι αρκετά πιθανό.»

«Έπρεπε, πάντως, να μου είχες πει γι’αυτό το φυλαχτό από πριν, Κορίνα!»

Έφτασαν μπροστά στο όχημά τους. «Θα το ήθελες για τον εαυτό σου, Τζέσικα.»

«Για τόσο» – γέλασε – «κτητική με έχεις;»

«Η οποιαδήποτε Θυγατέρα θα το ήθελε για τον εαυτό της. Ήταν ένα δώρο της Πόλης.»

«Κι αν η Νορέλτα καταφέρει να το ξαναφτιάξει και το κρατήσει;»

Τα μάτια της Κορίνας γυάλισαν, αλλά η Τζέσικα δεν ήταν σίγουρη αν γυάλισαν από οργή ή από άγρια επιθυμία. «Αποκλείεται,» είπε η Αδελφή της και ξεκλείδωσε τις πόρτες του οχήματος, μπαίνοντας στη θέση του οδηγού.

Η Τζέσικα κάθισε πλάι της.

Η Κορίνα ενεργοποίησε τη μηχανή κι έβγαλε το όχημα από την πολυκατοικία, οδηγώντας το στους δρόμους της Όκιλμερ.

«Εμείς τι θα κάνουμε τώρα;» ρώτησε η Τζέσικα, χαϊδεύοντας τον Αστρομάτη μέσα στα χέρια της, ταΐζοντάς τον ακόμα έναν σπόρο. «Έχεις τίποτα ιδέες;» γέλασε.

«Πρέπει να πάω στη Β’ Ανωρίγια.»

«Στη Β’ Ανωρίγια; Τι να κάνεις εκεί;»

«Να είμαι κοντά στον Κάδμο.»

«Γιατί; –Δεν ξέρει για το φυλαχτό ο Κάδμος, έτσι δεν είναι;»

«Φυσικά και δεν ξέρει για το φυλαχτό, Τζέσικα.»

«Γιατί θες, τότε, να είσαι κοντά του; Θα του ζητήσεις να σταματήσει τον πόλεμο, όπως πρότεινε η βλαμμένη Αδελφή μας;»

«Μη λες ανοησίες. Ο πόλεμος εναντίον της Α’ Κατωρίγιας πρέπει να γίνει· αλλιώς, ο Βόρκεραμ-Βορ θα συμμαχήσει με τους Α’ Κατωρίγιους και, μαζί με τους υπόλοιπους πολιτάρχες της συμμαχίας του, θα χτυπούσαν τον Κάδμο από την Α’ Κατωρίγια Συνοικία. Όχι, ο λόγος που θέλω να είμαι κοντά στον Κάδμο είναι άλλος, Τζέσικα...»

«Τι άλλος; Τι είναι; Πάλι θα μου κρατήσεις μυστικό;»

«Ο λόγος είναι η Φοίβη. Δεν μπορώ πλέον να την παρακολουθώ με το φυλαχτό, άρα πρέπει να είμαι κοντά στον Κάδμο.»

«Νομίζεις ότι θα έρθει πάλι να τον σκοτώσει; Είχες πει ότι φοβόταν να πλησιάσει, ότι είναι μαζί με την ακατανόμαστη.» Η Τζέσικα γέλασε.

«Είμαι σίγουρη πως, πρώτον, κάτι θα έχει αρχίσει να διαισθάνεται τώρα που το φυλαχτό καταστράφηκε· είναι σαν φονικό κυνηγόσκυλο, η καταραμένη – έχει τέτοια ένστικτα. Και, δεύτερον, η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ θα της πουν ότι το φυλαχτό έσπασε, όταν τη συναντήσουν. Ή θα το πουν στη Μιράντα, και η Φοίβη θα το μάθει από εκείνη – το ίδιο κάνει. Στο τέλος, θα έρθει για τον Κάδμο. Και πρέπει να είμαι εκεί για να τη σταματήσω. Δεν πρόκειται να την αφήσω να τον σκοτώσει, Τζέσικα. Σε καμία περίπτωση.»

«Θα τη φυλακίσεις ξανά;»

«Θα τη θάψω ζωντανή, αν χρειαστεί.» Και μετά από λίγο, ενώ η Τζέσικα ήταν σιωπηλή, ρώτησε: «Εσύ τι σκέφτεσαι να κάνεις, Αδελφή μου;»

«Θα μείνω εδώ. Μ’αρέσει εδώ, Κορίνα – έχει πλάκα. Είναι ο Βάρνελ-Αλντ εδώ, που έχω αρχίσει να τον γουστάρω – είναι πολύ τύπος, τελικά! Και είναι κι ο Ζιλμόρος εδώ, που κι αυτός είναι μορφή. Τι άλλο μπορεί να θες περισσότερο απ’το να βρίσκεσαι κοντά σε δύο γαμάτους άντρες;» γέλασε.

Η Κορίνα συνοφρυώθηκε σαν να ήταν βαθιά συλλογισμένη για μερικές στιγμές· ύστερα είπε: «Πρόσεχε, όμως, Αδελφή μου, να μην κάνεις τα πράγματα χειρότερα. Θέλουμε ο πόλεμος να τελειώσει. Μην το ξεχνάς αυτό.»

Η Τζέσικα γέλασε καθώς τάιζε πάλι τον Αστρομάτη. «Τίποτα δεν ξεχνάω!»

«Καταλαβαίνεις γιατί ο πόλεμος πρέπει να τελειώσει, έτσι δεν είναι, Τζέσικα;»

«Το καταλαβαίνω. Ηρέμησε. Μην είσαι τόσο σφιγμένη, κάνει κακό!» γέλασε η Τζέσικα.

«Σταμάτα να γελάς, γαμώτο! Μ’έχεις τσαντίσει.»

Η Τζέσικα γέλασε.

Η Κορίνα τη λοξοκοίταξε με δολοφονικά πράσινα μάτια, καθώς εξακολουθούσε να οδηγεί σταθερά στους δρόμους της Β’ Κατωρίγιας. «Άκουσέ με, Τζέσικα. Έχω δει κάτι για τον Ζιλμόρο που μάλλον πρέπει νάχεις υπόψη...»

«Τι έχεις δει; Εννοείς ότι το είδες με το φυλαχτό;»

«Ναι, κάτι στο μέλλον.»

«Είναι σημαντικό;»

«Ο Ζιλμόρος θα προσπαθήσει να... αυτονομηθεί. Κάτι τέτοιο. Να φτιάξει μια δική του, παράλληλη αυτοκρατορία.»

«Παράλληλη ως προς την Αυτοκρατορία του Αλυσοδεμένου Ποιητή;»

Η Κορίνα κατένευσε.

Η Τζέσικα χαμογέλασε άγρια. «Γαμάτο!»

«Δεν είναι αστείο!» την προειδοποίησε η Κορίνα. «Και δεν το έβλεπα παλιότερα στο μέλλον.»

«Υπάρχει παλιότερο και νεότερο μέλλον;»

«Το μέλλον βρίσκεται διαρκώς σε μια κατάσταση αναμόρφωσης, Αδελφή μου. Κι αυτό το συγκεκριμένο που σου λέω άρχισα να το βλέπω τελευταία μόνο, ύστερα από τον τραυματισμό του Ζιλμόρου. Δεν ξέρω τι άλλαξε ακριβώς, όμως κάτι άλλαξε – ίσως μόνο μέσα στο μυαλό του. Έχω την αίσθηση πως όλα είναι μπλεγμένα με κάποια σκοτεινή δύναμη – με τον ίδιο τον Σκοτοδαίμονα πιθανώς. Ο Ζιλμόρος είναι αποφασισμένος να φτιάξει τη δική του αυτοκρατορία: και θα το προσπαθήσει ενεργά. Θα επιχειρήσει, μάλιστα, να δολοφονήσει αυτούς που πιστεύει ότι στέκονται στον δρόμο του. Κι ανάμεσά τους ξέρεις ποιος είναι;»

«Ο Βάρνελ;»

«Η Καρζένθα-Σολ. Τη θέλει νεκρή. Τη μισεί. Από παλιά δεν του άρεσε. Θεωρούσε πως τον περιόριζε στις κινήσεις του.»

Η Τζέσικα γέλασε. «Ναι, είχαν τα... καβγαδάκια τους.»

«Πρέπει να το αποτρέψεις αυτό, Αδελφή μου. Δεν μπορούμε ν’αφήσουμε την Καρζένθα να πεθάνει.»

«Γιατί όχι; Κι εμένα μ’ενοχλεί!»

«Είναι σημαντική για τον Κάδμο! Δεν πρέπει να πεθάνει, Τζέσικα. Να είσαι κοντά στον Ζιλμόρο: να παρατηρείς: να προσέχεις. Και να τον αποτρέψεις απ’το να τη σκοτώσει.»

«Μη μου ζητήσεις να δολοφονήσω τον Ζιλμόρο, θα σε δείρω, Κορίνα.»

«Ο Ζιλμόρος μπορεί να μας φανεί χρήσιμος για να κόψει τη φόρα της συμμαχίας του Βόρκεραμ-Βορ· δεν χρειάζεται να πεθάνει. Ανέκαθεν ήταν ένας πολύ σημαντικός σύμμαχος του Κάδμου. Αλλά η Καρζένθα είναι σημαντικότερη. Η Καρζένθα δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να πεθάνει, Τζέσικα. Με καταλαβαίνεις;»

«Ας πούμε ότι ίσως νάχεις δίκιο...» Μόρφασε, ανασήκωσε τους ώμους. Δεν τη γούσταρε την Καρζένθα, δεν τη γούσταρε καθόλου, ήταν η αλήθεια. Αλλά όφειλε να παραδεχτεί ένα πράγμα γι’αυτή την πολεμική αγριόγατα της Ρασιλλώς: «Η Καρζένθα-Σολ σίγουρα ξέρει πώς να κάνει πόλεμο, πώς να διοικεί στρατούς. Είναι καλή σ’αυτά.»

Η Κορίνα ένευσε. «Ακριβώς. Και δεν έχει δικές της βλέψεις. Είναι σταθεροποιητικός παράγοντας, Τζέσικα. Γι’αυτό κιόλας πρέπει να μείνει ζωντανή. Αν πεθάνει, οι πιθανότητες να έχουμε άγριο, ανεξέλεγκτο πόλεμο θα μεγαλώσουν – πολύ.»

/5\

Ο Βόρκεραμ-Βορ κατευθύνεται δυτικά, η Μιράντα επισκέπτεται μια Αδελφή της, η Τζέσικα δέχεται την κλήση ενός πολιτάρχη, ο Γουίλιαμ παρατηρεί τους εχθρούς του, και η Ολντράθα νιώθει, ανεξήγητα, ένα βάρος να έχει φύγει από πάνω της.

Η Μιράντα, οδηγώντας το φορτηγό με τα Εκτρώματα, πέρασε απαρατήρητη από τα σύνορα Αμφίνομης-Καλόπραγης. Δεν ήθελε να ριψοκινδυνέψει οι συνοριοφύλακες να δουν τους μηχανικούς της φίλους. Όχι πως θα καταλάβαιναν τι ήταν – όχι πως θα διανοούνταν ποτέ πόσο επικίνδυνοι ήταν – ειδικά αν είχαν τα βιολογικά τους πλοκάμια μαζεμένα· όμως, και πάλι, καλύτερα να μην τους έβλεπαν καθόλου.

Μαζί με τη Μιράντα, εκτός από τα Εκτρώματα, ήταν κι ο Αλέξανδρος στο φορτηγό, καθισμένος δίπλα της, και η Φοριντέλα-Ράο, καθισμένη πίσω, ανάμεσα στα μηχανικά όντα. Ήθελαν κι οι δυο τους να τη συνοδέψουν, και η Μιράντα δεν είχε φέρει αντίρρηση.

Καθώς είχαν τώρα μόλις μπει στην Αμφίνομη, σταμάτησε σε μια διασταύρωση των γεφυρών της, πάνω από τους επίγειους δρόμους, κοντά σ’ένα περίπτερο κι ένα ημισκεπαστό μπαρ ανάμεσα σε μερικά δέντρα. «Εδώ θα περιμένουμε,» είπε, «μέχρι να δούμε τον Βόρκεραμ να έρχεται.» Και πάτησε ένα κουμπί επάνω στην επικοινωνιακή συσκευή του Χέρκεγμοξ: ένας ήχος ακούστηκε από τα ηχεία της:

[ΒΓΕΙΤΕ]

Τα Εκτρώματα έβγαλαν τα πλοκάμια τους, αναβόσβησαν τα φωτάκια τους· μελωδίες αντήχησαν από τα μεταλλικά τους σώματα.

Η Φοριντέλα γέλασε. «Δε θα τους συνηθίσω ποτέ, Μιράντα!»

Ο Αλέξανδρος είπε: «Ελπίζω οι φύλακες των συνόρων να μην καθυστερήσουν τον Βόρκεραμ. Τώρα τον ξέρουν εδώ, άλλωστε.»

«Ναι,» είπε η Μιράντα, σβήνοντας τη μηχανή κι ανάβοντας τσιγάρο. Έξω από το φορτηγό ο χειμερινός άνεμος λυσσομανούσε πάνω από τις γέφυρες, σφυρίζοντας, βουίζοντας, φέρνοντας κρύο.

«Ο Ρίντιλακ-Κονχ είχε, πάντως, μεγάλο δίκιο που είπε στον Βόρκεραμ ότι δεν μπορούμε συνέχεια να τραβάμε ολόκληρο στράτευμα μαζί μας,» συνέχισε ο Αλέξανδρος. «Δίχως αμφιβολία, μας καθυστερεί, εκτός των άλλων.»

Αλλά η Μιράντα είχε πάλι στο μυαλό της εκείνα τα παράξενα όνειρα, και δεν μίλησε.

Όταν είδαν τον στρατό του Βόρκεραμ-Βορ να βγαίνει μέσα από τους δρόμους, κάτω από τις γέφυρες, είχε τελειώσει προ πολλού το τσιγάρο της και, βάζοντας ξανά τη μηχανή σε λειτουργία, οδήγησε το φορτηγό προς τα πολεμικά οχήματα με τις αργυροσκέπαστες κάννες.

«Πρέπει να τους έκαναν έλεγχο, κανονικά,» είπε ο Αλέξανδρος, «αλλιώς δεν εξηγείται γιατί άργησαν τόσο.» Είχε περάσει καμιά ώρα όσο περίμεναν.

Καθώς πλησίαζαν τον στρατό, η Μιράντα κάλεσε τον Βόρκεραμ μέσω του πομπού της που ήταν πιασμένος πάνω στην κονσόλα του φορτηγού. «Όλα εντάξει;» τον ρώτησε.

«Ναι.»

«Έγινε έλεγχος, έτσι;» είπε ο Αλέξανδρος.

«Τυπικός.»

«Δεν τους είπες ποιοι είσαστε;»

«Τους το είπα, φυσικά.»

«Και πάλι ήθελαν να κάνουν έλεγχο;»

«Προφανώς. Ό,τι κι αν συμβαίνει με την Αμυντική Συμμαχία, Αλέξανδρε, εξακολουθούμε να είμαστε ένας πλανόδιος στρατός. Γι’αυτό κάπου πρέπει ο στρατός να σταματήσει.»

«Ναι, σίγουρα.»

«Τέλος πάντων. Πάμε τώρα εκεί που είπαμε, και μετά θα πάμε στο μέρος όπου ελπίζω ότι θα σταματήσουμε μόνιμα.» Χαιρέτησε και τερμάτισε την τηλεπικοινωνία.

Η Μιράντα και ο Αλέξανδρος είχαν κι οι δύο παρατηρήσει ότι ο Βόρκεραμ δεν ανέφερε ονόματα – δεν είπε Κουρασμένη, δεν είπε Επιγεγραμμένη – πάντα προσεχτικός μήπως κάποιος παρακολουθούσε τις τηλεπικοινωνίες τους. Κάποιος από τους Πορφυρούς Δικαστές, ίσως, σκέφτηκε ο Αλέξανδρος.

Η Μιράντα, οδηγώντας το φορτηγό, μπήκε μέσα στον στρατό του Βόρκεραμ και τον ακολούθησε προς τα δυτικά καθώς διέσχιζε την Αμφίνομη.

Πάτησε πάλι ένα πλήκτρο στον πομπό της, καλώντας έναν αποθηκευμένο τηλεπικοινωνιακό κώδικα.

«Μιράντα,» ακούστηκε η φωνή της Εύνοιας από το μεγάφωνο της συσκευής. «Πού είσαι;»

«Στην Αμφίνομη. Μόλις περάσαμε τα σύνορα.»

«Είναι κι ο Βόρκεραμ εδώ;»

«Ναι, όλοι.»

«Πήγαν καλά τα πράγματα στην Καλόπραγη;»

«Κατά το αναμενόμενο.» Εκτός από εκείνα τα όνειρα, πρόσθεσε νοερά. «Κανένα πρόβλημα. Εσείς πού είστε;»

«Στην Πλατεία Διχαλωτής. Αν έχετε μόλις περάσει τα σύνορα, μάλλον δεν είστε μακριά μας.»

«Ναι,» είπε η Μιράντα, «είμαστε στη Διχαλωτή. Έρχομαι να σου μιλήσω, Εύνοια. Είναι κάτι που πρέπει να πούμε – και καλύτερα από κοντά.»

«Όπως θέλεις. Σε περιμένουμε, Μιράντα.»

Η Μιράντα τερμάτισε την τηλεπικοινωνία με το πάτημα ενός κουμπιού.

«Θα πάμε στους Νομάδες;» είπε ο Αλέξανδρος.

«Αν δεν θέλεις νάρθεις–»

«Θα έρθω.»

«Εσύ, Φοριντέλα;»

«Κι εγώ.»

«Καλώς,» είπε η Μιράντα, και κάλεσε πάλι τον Βόρκεραμ για να τον ενημερώσει ότι θα απομακρύνονταν για λίγο. «Θα σε συναντήσουμε το μεσημέρι, που θα έχετε σταματήσει κάπου κοντά στην Ψηλή Λεωφόρο, υποθέτω.»

Ο Βόρκεραμ-Βορ συμφώνησε.

«Μην αργήσεις, Μιράντα,» είπε η φωνή της Ολντράθα, που προφανώς δεν ήταν μακριά από τον Βόρκεραμ.

«Δεν αργώ,» τη διαβεβαίωσε η Μιράντα, σκεπτόμενη ότι αυτή η Αδελφή της συνεχώς ανήσυχη ήταν.

«Τους χαιρετισμούς μου στην Εύνοια.»

Η Μιράντα έβγαλε το φορτηγό της από τον στρατό του Βόρκεραμ-Βορ και το οδήγησε μες στους δρόμους της Διχαλωτής, ώσπου έφτασε στη μία από τις δύο μεγάλες λεωφόρους που είχαν δώσει στην εν λόγω περιφέρεια το όνομά της. Στο σημείο που διχάλωναν υπήρχε μια πλατεία. Η Πλατεία Διχαλωτής.

Και τώρα εκεί ήταν καταυλισμένοι οι Νομάδες των Δρόμων, και κόσμος βρισκόταν συγκεντρωμένος γύρω από τον καταυλισμό τους. Ορισμένοι από τους Νομάδες έκαναν κόλπα που διασκέδαζαν το κοινό. Ορισμένοι άλλοι φαινόταν να εμπορεύονται με κάποιους – να δίνουν πράγματα και να παίρνουν πράγματα. Η σημαία τους κυμάτιζε πάνω από τις σκηνές και τα οχήματά τους: δύο σπαστά, σταυρωτά οχτάρια. Από κάποια ηχεία – αυτά του τετράκυκλου με τους ψηλούς τροχούς, μάλλον, υπέθετε η Μιράντα – ακουγόταν το Χαίρετε, Χαίρετε, Χαίρετε! των Ακάθιστων Κραχτών. Και, καθώς το φορτηγό της Μιράντας πλησίαζε, από τα ηχεία ακούστηκε επίσης μια φωνή που διέκοψε προς στιγμή το τραγούδι:

«Ακούτε Δρομοράδιο...

Δρομοράδιο.

Το Ράδιο των Νομάδων των Δρόμων είναι στους δρόμους σας.

Δρομοράδιο!»

«Έχουν και ραδιοφωνικό σταθμό τώρα;» είπε ο Αλέξανδρος. «Είναι, λοιπόν, πραγματικά παράνομοι!» μειδίασε.

Η Μιράντα σταμάτησε το φορτηγό της πλάι στον καταυλισμό των Νομάδων, και εκείνη, ο Πανιστόριος, και η Φοριντέλα-Ράο βγήκαν.

Ο Θόρινταλ τούς είχε ήδη δει, και τους ζύγωσε μαζί με τον Σκοτ και τη Μαρίνα. «Μιράντα!» είπε, χαμογελώντας. «Επιστρέψατε; Μιλήσατε με τον Πολιτάρχη της Καλόπραγης;»

«Μιλήσαμε,» αποκρίθηκε εκείνη, ανταλλάσσοντας μια χειραψία με τον σαμάνο. «Ήταν αρκετά φιλικός. Δεν είχαμε πρόβλημα μαζί του.»

Η Εύνοια φάνηκε να ξεπροβάλει ανάμεσα από τις σκηνές, και η Σορέτα βάδιζε πλάι της. «Αδελφή μου...» Η Κυρά των Δρόμων έσφιξε τα χέρια της Μιράντας και τη φίλησε στο μάγουλο. «Συμβαίνει κάτι σοβαρό;»

«Δεν είναι τίποτα το άσχημο, αλλά πρέπει να σου μιλήσω, για να το έχεις υπόψη.»

«Είχατε συνεννοηθεί;» ρώτησε ο Θόρινταλ.

«Πριν από λίγο,» αποκρίθηκε η Μιράντα, «μέσω πομπού. Μόλις τώρα μπήκαμε στην Αμφίνομη με τον στρατό του Βόρκεραμ.»

«Ελάτε,» είπε η Εύνοια. Και προτού αρχίσει να βαδίζει, σαν τότε να το σκέφτηκε: «Τα Εκτρώματα είναι εκεί μέσα;» Έδειξε το φορτηγό.

Η Μιράντα κατένευσε. «Δε θα μείνουμε για πολύ. Το μεσημέρι πρέπει να πάμε πάλι να συναντήσουμε τον Βόρκεραμ.»

Ύστερα η Εύνοια τούς οδήγησε όλους μπροστά από τη σκηνή της, ενώ το τραγούδι που ακουγόταν από τα ηχεία είχε αλλάξει· τώρα έπαιζε Ευπρόσδεκτοι κι Ακάλεστοι, των Μακρινών Στρατοκόπων. Η Σορέτα έφερε καφέδες σε όσους ήθελαν, και η Μιράντα, πίνοντας μια γουλιά από τον δικό της, είπε στον Θόρινταλ: «Δεν είσαι ο μόνος, φαίνεται, που σκέφτεται να χαλάσει τα σχέδια του Βάρνελ-Αλντ στην Επιγεγραμμένη.»

Ο σαμάνος συνοφρυώθηκε, έχοντας ανάψει τσιγάρο. «Τι θες να εννοήσεις, Μιράντα;»

«Ο Βόρκεραμ-Βορ έχει την ίδια ιδέα μ’εσένα.»

«Είσαι καλύτερος στρατηγός απ’ό,τι νομίζεις, μάγε,» του είπε ο Αλέξανδρος με ουδέτερη έκφραση.

«Τι θα κάνει ο Βόρκεραμ;» ρώτησε η Εύνοια.

«Θα οδηγήσει τον στρατό του στην Επιγεγραμμένη,» εξήγησε η Μιράντα. «Το όλο θέμα είναι, βασικά, να βρούμε ένα μέρος για να σταματήσει ο στρατός, μόνιμα· γιατί δεν είναι βολικό να τον περιφέρουμε μαζί μας. Και η Επιγεγραμμένη μοιάζει με ιδανική περιοχή. Επί τη ευκαιρία, θα χαλάσουμε και το σχέδιο του Βάρνελ-Αλντ, αν μπορούμε.» Και ύστερα τους είπε μερικές ακόμα λεπτομέρειες για την υπόθεση.

«Νομίζεις ότι θα έπρεπε να έρθουμε κι εμείς στην Επιγεγραμμένη, Μιράντα;» ρώτησε ο Θόρινταλ. «Γι’αυτό μάς ενημερώνεις;»

Η Μιράντα κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Απλώς σας ενημερώνω για να ξέρετε τι γίνεται. Το τι θα αποφασίσετε να κάνετε είναι δική σας δουλειά. Και, για την ακρίβεια, δεν θα σας πρότεινα να πάτε στην Επιγεγραμμένη. Εδώ, στην Πλατεία Διχαλωτής, το μέρος μού μοιάζει πολύ πιο φιλικό και ήρεμο.»

«Αυτό είναι αλήθεια,» ένευσε η Εύνοια, συλλογισμένη. Εξακολουθούσε να θέλει να βοηθήσει τη Μιράντα να πάρει το φυλαχτό από την Κορίνα. Εξακολουθούσε να θέλει να κάνει κάτι για να σώσουν την Άνμα και τη Νορέλτα-Βορ. Αλλά δεν είχε τίποτα να προτείνει τούτη τη στιγμή. Αισθανόταν τελείως άχρηστη να συμβάλει με οποιονδήποτε τρόπο, κι αυτό την ενοχλούσε. Επιπλέον, είχε πάντα και τους Νομάδες να σκέφτεται. Ήταν μια ευθύνη για εκείνη. Αν και όχι μια ευθύνη που την ένιωθε ως βάρος. Οι Νομάδες των Δρόμων ήταν τα παιδιά της· η παρουσία τους, η ύπαρξή τους, την έκανε ευτυχισμένη.

Η Μιράντα, διακρίνοντας τον προβληματισμό της Αδελφή της στην όψη και στο βλέμμα της, άπλωσε το χέρι και της έσφιξε τον ώμο. «Δε χρειάζεται να κινδυνέψετε χωρίς λόγο,» είπε. «Θα βρεθεί άλλος τρόπος να με βοηθήσεις, Εύνοια.»

«Τι τρόπος;» ρώτησε σιγανά εκείνη.

Η Μιράντα σκέφτηκε ξανά τα παράξενα όνειρά της. Να τα διηγιόταν στην Εύνοια, ή θα την ανησυχούσε περισσότερο; Μάλλον θα την ανησυχήσω περισσότερο. «Θα δούμε,» αποκρίθηκε. «Αφού επιστρέψουμε από την Κουρασμένη, θα ασχοληθώ με τη διάσωση της Άνμα και της Νορέλτα-Βορ, κατά πρώτον. Και τότε θα τα ξαναπούμε, Αδελφή μου.»

Του Αλέξανδρου δεν του άρεσε αυτό που άκουγε. Δεν το θεωρούσε συνετό να πάει η Μιράντα να βρει τις φυλακισμένες Αδελφές της. Δεν το βλέπει ότι είναι παγίδα της Κορίνας, γαμώτο; σκέφτηκε. Αλλά ήξερε πως η Μιράντα το έβλεπε, φυσικά· σίγουρα το έβλεπε. Πίστευε, ωστόσο, ότι θα κατάφερνε να υπερνικήσει την παγίδα της Κορίνας και να σώσει την Άνμα και τη Νορέλτα-Βορ. Νόμιζε ότι τα πράγματα θα εξελίσσονταν όπως με τη διάσωση της Φοίβης. Αλλά ο Αλέξανδρος το θεωρούσε αυτό άσκοπα παράτολμο. Ειδικά τώρα.

*

Ο πομπός της κουδούνισε μόλις η Τζέσικα είχε βγει από το τετράκυκλο όχημα αφήνοντας την Κορίνα να συνεχίσει προς τα εκεί όπου σκόπευε να βρει μέσο για να ταξιδέψει στη Β’ Ανωρίγια Συνοικία.

Ο Αστρομάτης έβγαλε ένα χαμηλόφωνο κρώξιμο, καθώς φτεροκοπούσε πάνω από την αφέντρα του, κάνοντας κύκλους.

Η Τζέσικα τράβηξε τον πομπό από την καπαρντίνα της και είδε, από τη μικρή του οθόνη, ότι ήταν ο Βάρνελ-Αλντ που την καλούσε. Γέλασε, και πάτησε το πλήκτρο της αποδοχής.

«Μάλιστα;»

«Ο Βάρνελ-Αλντ είμαι, Τζέσικα. Καλημέρα.»

«Καλημέρα, Εξοχότατε.»

«Ξέρεις πού είναι η Κορίνα; Προσπαθώ να τη βρω από χτες, αλλά δεν μπορώ. Δεν απαντά ούτε στον πομπό της ούτε στον δίαυλο του διαμερίσματός της.»

Η Τζέσικα γέλασε.

«Είπα κάτι αστείο;»

«Η Κορίνα έχει δουλειές, Βάρνελ· δεν θα είναι εδώ. Μπορείς, όμως, να πεις σ’εμένα ό,τι θέλεις.»

«Δουλειές; Τι δουλειές; Νόμιζα ότι θα ερχόταν μαζί μου στην Επιγεγραμμένη.»

Η Τζέσικα μόρφασε. «Τα πράγματα άλλαξαν λιγάκι–»

«Με τι τρόπο;»

«Μόνο η Κορίνα το ξέρει αυτό,» γέλασε η Τζέσικα. «Δικά της θέματα!» Δεν ήταν καθόλου βέβαιη αν η Αδελφή της ήθελε να πει στον Βάρνελ-Αλντ πού πήγαινε, οπότε καλύτερα να το άφηνε λιγάκι ασαφές. Εξάλλου, αυτό έκανε την Κορίνα να φαίνεται και πιο «μυστηριώδης» – και πάντα της άρεσε νάναι μυστηριώδης, έτσι;

«Δεν θα έρθει, δηλαδή, μαζί μου στην Επιγεγραμμένη;»

«Δεν το θεωρώ πιθανό. Αλλά θα έρθω εγώ!»

«Υπέροχα...»

Η Τζέσικα γέλασε, αν και νόμιζε ότι ο Βάρνελ-Αλντ την ειρωνευόταν. Της άρεσε, όμως, ο τρόπος του. Είχε ύφος, αναμφίβολα! «Σε προβληματίζει κάτι;» τον ρώτησε, αρχίζοντας να βαδίζει μες στους δρόμους της Όκιλμερ. Ακόμα στην Όκιλμερ βρισκόταν, αλλά κοντά στα σύνορα με τη Μονότροπη.

«Θέλω να πάω στην Επιγεγραμμένη για να συγκεντρώσω ανθρώπους από εκεί, όπως λέγαμε. Περίμενα ότι η Κορίνα... Τέλος πάντων. Θα πρέπει ν’αλλάξω το είδος της προσέγγισης που είχα στο μυαλό μου.»

«Νάρθω από κει; Πού βρίσκεσαι;» Η Τζέσικα είδε ένα δίκυκλο να περνά, και της άρεσε ως όχημα: και τα πολεοσημάδια τής έλεγαν ότι ο αναβάτης του κάπου εδώ κοντά θα το σταματούσε. Η Τζέσικα έτρεξε προς τη γωνία όπου τον είδε να στρίβει, ενώ ο Αστρομάτης πετούσε ψηλά τώρα, πολύ ψηλά, κοντά στις ταράτσες των πολυκατοικιών.

«Στο Μέγαρο είμαι. Έλα.»

«Δε θ’αργήσω.» Η Τζέσικα έκλεισε τον πομπό και τον έκρυψε μες στην καπαρντίνα της. Έβγαλε μια κραυγή απ’τον λαιμό της – έναν ήχο που θύμιζε κρώξιμο πουλιού – και ο Αστρομάτης κατέβηκε πιο χαμηλά, πετώντας κανένα μέτρο πάνω απ’το κεφάλι της.

Ο δικυκλιστής φάνηκε, στο τέλος του δρόμου, να μπαίνει σ’ένα μικρό γκαράζ ανάμεσα στα οικοδομήματα. Η Τζέσικα έτρεξε προς τα εκεί. Σταμάτησε στη γωνία και κρυφοκοίταξε. Το δίκυκλο ήταν σταθμευμένο, τώρα, κοντά σε τρία άλλα οχήματα – όλα βρόμικα και σκονισμένα, σ’αντίθεση μ’αυτό. Ο οδηγός του στεκόταν μπροστά σε μια καγκελόπορτα στο βάθος του γκαράζ, και την ξεκλείδωνε. Την τράβηξε προς τη μεριά του και μπήκε, κλείνοντάς την πίσω του χωρίς να την ξανακλειδώσει. Τα σημάδια της Πόλης μαρτυρούσαν πως πήγαινε να παραδώσει κάτι. Ταχυμεταφορέας; αναρωτήθηκε η Τζέσικα. Δεν είχε, πάντως, το σήμα καμιάς εταιρείας επάνω του, ή επάνω στο δίκυκλό του.

Η Θυγατέρα πλησίασε το δίτροχο όχημα. Κάθισε στη σέλα του, άγγιξε και με τα δύο χέρια τα μέταλλα της μπροστινής μεριάς του, και υποτονθόρυσε τα λόγια για το Ξόρκι Μηχανικής Εκκινήσεως. Αισθάνθηκε το μυαλό της να κεντρίζει τη μηχανή μέσα στο δίκυκλο και να την πυροδοτεί, όπως μια στιγμιαία φλόγα πυροδοτεί ενεργειακά υγρά. Η μηχανή μπήκε σε λειτουργία, μουγκρίζοντας, ενώ η κλειδαριά που την ασφάλιζε παρέμενε ακόμα κλειδωμένη.

Η Τζέσικα έβαλε τους τροχούς σε κίνηση, φεύγοντας από το γκαράζ, καθώς ο Αστρομάτης φτεροκοπούσε από πάνω της. Δεν γνώριζε πολλά μαγικά ξόρκια – δεν είχε υπομονή να τα μάθει· την κούραζε η όλη διαδικασία: απορούσε πώς οι μάγοι κάθονταν και τα μάθαιναν και μετά τα θυμόνταν! – αλλά αυτά που ήξερε θεωρούσε ότι τα χρησιμοποιούσε πάντα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Κατευθύνθηκε προς το καινούργιο Πολιταρχικό Μέγαρο της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας – την παλιά βίλα των Αλντ’κάρθοκ που είχε ανακαινίσει ο Βάρνελ-Αλντ, και η οποία βρισκόταν μέσα στην Όκιλμερ, όχι και τόσο μακριά από τους δρόμους που τώρα διέσχιζε, τρέχοντας με εκατό χιλιόμετρα την ώρα, η Τζέσικα.

*

Χτες το απόγευμα, καθώς σουρούπωνε, η Σειρήνα Οβορμάνδω, η Πολιτάρχης της Κουρασμένης, τον είχε δεχτεί, και ο Γουίλιαμ τής είχε μιλήσει για την απειλή της Σκοτεινής Τριανδρίας. Την είχε προειδοποιήσει πως, αν περνούσαν από τη συνοικία της, δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να συμφωνήσει να μπει στη συμμαχία τους. Ήταν όλα μια μεγάλη απάτη. Ήταν σφετεριστές, και ειδικευμένοι στα πραξικοπήματα και τις κακουργίες.

Η Σειρήνα Οβορμάνδω τού είχε φανεί λίγο διστακτική να πιστέψει όσα τής έλεγε, έτσι ο Γουίλιαμ την προέτρεψε να ρωτήσει και τον κύριο Χρονομάχο, τον Πολιτάρχη της Βαθμιδωτής, βόρεια της συνοικίας της, αν ήθελε. Ο Κίμωνας Χρονομάχος είχε καταλάβει πλήρως τη σημαντικότητα του θέματος. Η Σειρήνα αποκρίθηκε ότι με την πρώτη ευκαιρία θα επικοινωνούσε μαζί του, «αλλά νόμιζα πως θέλατε να με συναντήσετε για κάτι πιο επείγον, κύριε Σημαδεμένε, έτσι όπως μιλήσατε στους υπαλλήλους του Πολιτικού Μεγάρου το μεσημέρι.»

«Μα είναι εξαιρετικά επείγον!» είχε τονίσει ο Γουίλιαμ. «Πρέπει να έχετε υπόψη σας τα σχέδια της Σκοτεινής Τριανδρίας, ώστε να μη σας κοροϊδέψει όταν έρθει στη συνοικία σας.»

«Το αμφιβάλλω ότι θα έρθει στην Κουρασμένη, κύριε Σημαδεμένε. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από τον Ριγοπόταμο.»

«Αναμφίβολα δεν θα είστε από τις πρώτες συνοικίες που οι σφετεριστές θα επισκεφτούν· όμως αργά ή γρήγορα πιθανώς να έρθουν και σ’εσάς.»

«Θα τους έχω υπόψη μου,» είχε υποσχεθεί η Σειρήνα Οβορμάνδω· αλλά εξακολουθούσε να φαίνεται διστακτική να πιστέψει πλήρως τον Γουίλιαμ. Κι εκείνος απορούσε μαζί της. Μάλλον τέτοιος ήταν ο χαρακτήρας της, αποφάσισε. Δύσπιστη εκ φύσεως. Τυχερή ήταν που η Σκοτεινή Τριανδρία σίγουρα δεν θα ερχόταν πρώτα στην Κουρασμένη!

Πού να βρίσκονταν τώρα οι τρεις σφετεριστές, άραγε – ο Όρπεκαλ-Λάντι, ο Πανιστόριος, και ο Βόρκεραμ-Βορ; Είχαν πάει στην Επίστρωτη; Είχαν πάει στη Βαθμιδωτή; Ή όχι ακόμα;

Όπως και νάχε, ο Γουίλιαμ ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει τον αγώνα του. Να συνεχίσει να προειδοποιεί πολιτάρχες. Έτσι, είχε κοιμηθεί σ’ένα ξενοδοχείο της Κουρασμένης, και το πρωί, μαζί με τους μισθοφόρους του, είχε φύγει από αυτή τη συνοικία κατευθυνόμενος ανατολικά. Είχε περάσει τα σύνορα της Αμφίνομης και είχε σταματήσει εκεί, σ’ένα άλλο ξενοδοχείο, για να κλείσει δωμάτια για τον εαυτό του και τους μισθοφόρους. Ύστερα, είχε επισκεφτεί το τηλεπικοινωνιακό κέντρο του ξενοδοχείου και, καθισμένος μπροστά σ’έναν δίαυλο, είχε ψάξει για κάποιο τοπικό δίκτυο πληροφοριών. Αμέσως είχε εντοπίσει το Δίκτυο Γενικών Πληροφοριών Αμφίνομης, και από εκεί είχε βρει τη διεύθυνση του Πολιτικού Μεγάρου της συνοικίας, καθώς και μερικούς χρήσιμους τηλεπικοινωνιακούς κώδικες. Τα είχε σημειώσει όλα σ’ένα μπλοκάκι.

Και τώρα καθόταν σ’ένα εστιατόριο το οποίο βρισκόταν στην πολυκατοικία δίπλα σ’αυτήν του ξενοδοχείου. Οι δυο τους ενώνονταν με μια πεζογέφυρα σκεπαστή με κρύσταλλο. Ο Γουίλιαμ έπαιρνε μεσημεριανό: βραστό πρόβατο («παραγωγής Επίστρωτης», όπως έγραφε ο κατάλογος) με χόρτα και λαχανικά, συνοδευμένο με ψητές βουτυρωμένες και μελωμένες φέτες ψωμί, και ένα μπουκάλι λευκό κρασί («παραγωγής Επίστρωτης», επίσης). Μαζί του κάθονταν ο αρχηγός των μισθοφόρων του, Μαρκ Τζακ, και η σύζυγός του, Λίντα, που ήταν κι αυτή μισθοφόρος. Οι υπόλοιποι μισθοφόροι κάθονταν σ’ένα άλλο τραπέζι.

Ο Γουίλιαμ αναρωτιόταν πότε η Κορίνα θα επικοινωνούσε επιτέλους, και σκεφτόταν ότι θα έπρεπε κανονικά να του είχε δώσει έναν τηλεπικοινωνιακό κώδικά της – όταν έξω από το μεγάλο παράθυρο του εστιατορίου, πέρα από τα φυτά που στόλιζαν την κάτω μεριά του, στους επίγειους δρόμους της Αμφίνομης, επάνω στην πελώρια Ψηλή Λεωφόρο, πρόσεξε μια συνοδία οχημάτων που αμέσως τράβηξε το βλέμμα του. Τόσο μεγάλη συνοδία; Σαν στρατός ήταν, μα τον Κρόνο!

Ή, μάλλον... ήταν στρατός! συνειδητοποίησε ο Γουίλιαμ. Αυτά τα οχήματα ήταν, αναμφίβολα, πολεμικά και είχαν αργυροσκέπαστες κάννες. Από πάνω τους πετούσαν μικρά αεροσκάφη.

Είναι δυνατόν...; συλλογίστηκε ο Γουίλιαμ. Είναι δυνατόν να είναι αυτοί οι καταραμένοι; Σηκώθηκε από τη θέση του, που δεν βρισκόταν μακριά από το παράθυρο, και το πλησίασε περισσότερο.

«Τι συμβαίνει, κύριε Σημαδεμένε;» ρώτησε ο Μαρκ Τζακ.

Ο Γουίλιαμ δεν μίλησε. Έβγαλε από την τσάντα στον ώμο του ένα ζευγάρι κιάλια και κοίταξε προς την Ψηλή Λεωφόρο, ανάμεσα από τις πολυκατοικίες, μετά από δυο άλλους δρόμους που δεν είχαν ούτε το ένα πέμπτο του φάρδους της.

Τα πολεμικά οχήματα που περνούσαν σίγουρα έμοιαζαν με μισθοφορικά, βεβαιώθηκε ο Γουίλιαμ τώρα που τα έβλεπε από πιο κοντά· και... αυτό εκεί – αυτό το μεγάλο, εξάτροχο φορτηγό – δεν μπορεί παρά να ήταν το όχημα του Βόρκεραμ-Βορ. Το μεταβαλλόμενο όχημα που είχε και στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία.

Η Σκοτεινή Τριανδρία ήταν εδώ, στην Αμφίνομη!

Πού κατευθύνονταν; αναρωτήθηκε ο Γουίλιαμ συνεχίζοντας να τους παρατηρεί με τα κιάλια του καθώς κυλούσαν επάνω στη γιγάντια Ψηλή Λεωφόρο. Είχαν ήδη μιλήσει με τον Πολιτάρχη, ή υπήρχε πιθανότητα να τους προλάβει; Να τον προειδοποιήσει προτού τον πλησιάσουν;

Κατέβασε τα κιάλια από μπροστά του. Θα πρέπει να είμαι προσεχτικός. Αν κάπως μάθουν ότι βρίσκομαι εδώ, πιθανώς να επιχειρήσουν να με σκοτώσουν. Ειδικά αν καταλάβουν ότι έχω σκοπό να τους χαλάσω τα σχέδια μ’αυτή τη «συμμαχία».

«Τι συμβαίνει, κύριε Σημαδεμένε;» ρώτησε ξανά ο Μαρκ Τζακ, καθώς σηκωνόταν κι αυτός από την καρέκλα του και τον πλησίαζε. «Βλέπετε κάτι εκεί;»

«Οι εχθροί μου,» είπε ο Γουίλιαμ, «είναι κοντά μας.» Ο στρατός της Σκοτεινής Τριανδρίας κρυβόταν τώρα, σταδιακά, πίσω από μερικές πολυκατοικίες μπροστά από την Ψηλή Λεωφόρο.

*

Λίγο πριν από το μεσημέρι, η Μιράντα έφυγε από τον καταυλισμό των Νομάδων των Δρόμων στην Πλατεία Διχαλωτής και, μαζί με τον Αλέξανδρο, τη Φοριντέλα-Ράο, και τα Εκτρώματα, κατευθύνθηκε δυτικά, προς την Ψηλή Λεωφόρο. Όταν ήταν εκεί κοντά, κάλεσε πάλι τον Βόρκεραμ στον πομπό του.

«Πού είστε;» τον ρώτησε, κι εκείνος τής είπε σε ποιο ξενοδοχείο βρίσκονταν.

Η Μιράντα οδήγησε το φορτηγό της εκεί· δεν ήταν μακριά από την Ψηλή Λεωφόρο. Άφησε το όχημα στο γκαράζ (ζητώντας από τα Εκτρώματα να μείνουν μέσα, κρυμμένα) και πήγε να κλείσει δωμάτιο μαζί με τον Αλέξανδρο. Η Φοριντέλα-Ράο κάλεσε τον Μάικλ Παγοθραύστη για να μάθει πού έμενε εκείνος, και να κανονίσει αν θα ερχόταν στο δωμάτιό του ή αν θα έκλεινε δικό της. Αν ο Μάικλ έμενε με άλλους, η Φοριντέλα θα έκανε το δεύτερο· αν έμενε μόνος, θα έκανε το πρώτο. Τελικά, έμαθε πως ο Μάικλ έμενε μαζί με δύο Εκλεκτούς, οπότε έκλεισε δικό της κατάλυμα, όπως η Μιράντα κι ο Αλέξανδρος.

Ανέβηκαν μέσω ανελκυστήρα και επισκέφτηκαν το δωμάτιο του Βόρκεραμ-Βορ και της Ολντράθα προτού πάνε σ’αυτά που είχαν νοικιάσει για τον εαυτό τους.

«Τι γίνονται οι Νομάδες, Αδελφή μου;» ρώτησε η Ολντράθα.

«Καλά είναι. Όλα φαίνονται ήρεμα στην Πλατεία Διχαλωτής.»

«Γιατί ήθελες να τους συναντήσεις;» είπε ο Βόρκεραμ.

«Απλά για να τους ενημερώσω ότι, μετά από την Κουρασμένη, θα πάμε στην Επιγεγραμμένη για ν’αφήσουμε τον στρατό μας.»

«Πρέπει να το ξέρουν;»

«Η Εύνοια θέλει να μας βοηθήσει, αν μπορεί. Επομένως, ναι, καλό είναι να το ξέρει.»

Ο Αλέξανδρος πρόσθεσε: «Δε μπορεί να κρατηθεί κρυφό, ούτως ή άλλως, Βόρκεραμ. Ολόκληρος στρατός είμαστε. Το πού πηγαίνουμε οι πάντες το βλέπουν. Δε χρειάζεται να είσαι μυστικός πράκτορας για να το ανακαλύψεις.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε εκείνος. «Κανένα άλλο νέο;»

«Τίποτα,» είπε η Μιράντα. «Συνεχίζουμε όπως σχεδιάζαμε.»

«Θα ξανακοιτάξεις το μέλλον;»

«Νομίζεις ότι χρειάζεται; Δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει αυτοστιγμεί, Βόρκεραμ.»

Εκείνος ένευσε. «Ναι, μου το έχεις εξηγήσει. Τέλος πάντων. Ξεκουραστείτε τώρα όλοι, γιατί το απόγευμα θα ταξιδέψουμε πάλι.»

Η Μιράντα, ο Αλέξανδρος, και η Φοριντέλα έφυγαν από το δωμάτιό του, για να πάνε στα δικά τους.

Ο Βόρκεραμ στράφηκε στην Ολντράθα, η οποία του είπε: «Εξακολουθώ νάχω εκείνη την αίσθηση που σου έλεγα το πρωί.»

Αυτές οι Θυγατέρες όλο παράξενα πράγματα ήταν! σκέφτηκε ο Βόρκεραμ. Πάνω που νόμιζες ότι σου είχαν πει το τελευταίο παράξενο πράγμα, σου έλεγαν ένα ακόμα – πιο παράξενο απ’το προηγούμενο ίσως. «Και λοιπόν; Δεν είναι κακή αίσθηση, έτσι;»

Η Ολντράθα κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Σαν να... έχει φύγει ένα βάρος από πάνω σου; Όπως και το πρωί;»

«Ναι, ακριβώς όπως και το πρωί. Σαν ένα μεγάλο βάρος νάχει φύγει απ’την ψυχή μου, Βόρκεραμ. Αλλά...» Συνοφρυώθηκε. «Είναι ανεξήγητο.»

«Ανεξήγητο;»

«Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αισθάνομαι έτσι. Στους δρόμους που διασχίζουμε, παντού παραμονεύουν κίνδυνοι, και η Κορίνα συνεχώς μας παρακολουθεί. Γιατί να αισθάνομαι έτσι;»

Ο Βόρκεραμ γέλασε. «Ίσως νάχεις αρχίσει, επιτέλους, να συνηθίζεις τον τρόπο ζωής μας, Ολντράθα!» Αγκάλιασε τη μέση της με το ένα χέρι και φίλησε την άκρη των χειλιών της, πεταχτά.

«Δεν είναι αστείο,» τόνισε εκείνη, σοβαρά αλλά όχι απότομα. «Μ’έχει προβληματίσει.»

«Ίσως νάχεις αρχίσει να συνηθίζεις, σου είπα,» επέμεινε ο Βόρκεραμ.

Η Ολντράθα κούνησε το κεφάλι ξανά. «Δεν είναι αυτό. Αποκλείεται να είναι αυτό–»

«Πώς το ξέρεις;»

«Είμαι πάνω από ογδόντα χρονών, Βόρκεραμ. Το ξέρω.»

«Γαμώτο! Γι’αυτό δεν πρέπει να μπλέκεις με γριές...»

«Γριά, ε;» μειδίασε η Ολντράθα, κεντρίζοντας την κοιλιά του με τα δάχτυλά της και συναντώντας τους κοιλιακούς μύες του που ήταν πιο σκληροί από τα τεντωμένα δάχτυλα.

«Ο Κρόνος είναι στο πλευρό μας, Ολντράθα,» είπε ο Βόρκεραμ. «Αυτό είναι που διαισθάνεσαι, κατά πάσα πιθανότητα. Η Αμυντική Συμμαχία πηγαίνει καλά. Η Κορίνα δεν μπορεί να μας σταματήσει. Και σύντομα πιθανώς να καταφέρουμε να μεταπείσουμε και τους πολιτάρχες στους οποίους έχει μιλήσει αυτό το σκουλήκι ο Σημαδεμένος. Δεν μπορεί νάναι τελείως ανόητοι· πρέπει, στο τέλος, να καταλάβουν τι απειλή παρουσιάζει ο Αλυσοδεμένος Ποιητής.»

Η Ολντράθα τώρα γελούσε, αν και όχι πολύ δυνατά.

«Τι;» ρώτησε ο Βόρκεραμ.

«‘Αυτό το σκουλήκι ο Σημαδεμένος’; Ο Όρπεκαλ έχει αρχίσει να σ’επηρεάζει, αγάπη μου!»

Ο Βόρκεραμ μειδίασε. «Πάμε να φάμε; Δε θα μείνουμε για πολύ εδώ.»

Η Ολντράθα ένευσε. «Πάμε.»

Στον διάδρομο του ξενοδοχείου βρήκαν τη Φοίβη να καπνίζει.

«Τι κάνεις εσύ εδώ;» τη ρώτησε η Ολντράθα.

«Πήγαινα να βρω τίποτα να φάω.»

Πολεοτύχη; αναρωτήθηκε η Ολντράθα. Για επιπλέον ασφάλεια; Θα τους χρειαζόταν επιπλέον ασφάλεια; «Κι εμείς το ίδιο. Έλα μαζί μας,» πρότεινε.

Η Νύφη του Χάροντα δεν έφερε αντίρρηση· τους ακολούθησε. Και λίγο παρακάτω συνάντησαν και τον Αλεξίσφαιρο Άβαντα, και τον Ζαχαρία τον Πικρό μαζί με τη Ζιρτάλια τη Γάτα, και τον Ρις τον Αρχαίο μαζί με τον Τζακ Μαύρο. Ήταν σαν να τους περίμεναν, αλλά δεν τους περίμεναν. Στο τέλος, είχαν μαζί τους ολόκληρη συνοδία καθώς κατευθύνονταν προς ένα τοπικό εστιατόριο κοντά στο ξενοδοχείο. Και η Ολντράθα ήλπιζε όλοι αυτοί οι μαχητές να μη χρειάζονταν για να προστατέψουν τον Βόρκεραμ.

Τα πολεοσημάδια, άλλωστε, δεν έμοιαζαν καθόλου απειλητικά. Δεν μπορεί πάλι οι Πορφυροί Δικαστές να τους είχαν στήσει ενέδρα.

Γιατί νιώθω σαν ένα μεγάλο βάρος να έχει φύγει από πάνω μου; Γιατί;

/6\

Η Νορέλτα-Βορ και η Άνμα ξεκουράζονται και προετοιμάζονται, προτού αρχίσουν να ταξιδεύουν μες στη νύχτα, συναντώντας (όχι τυχαία, νομίζουν) έναν κίνδυνο και καταλήγοντας, ύστερα από σύντομες αγορές, σ’ένα φτωχικό μέρος για να διανυκτερεύσουν· ενώ η Μιράντα προσπαθεί πάλι να περάσει από σύνορα, αθέατη, μέσα από τον λαβύρινθο των δευτερόλεπτων της Πόλης.

Αφού η Κορίνα και η Τζέσικα έφυγαν από το διαμέρισμα, η Νορέλτα καθόταν μπροστά στο τραπέζι και μετακινούσε τα ασημένια κομμάτια του φυλαχτού, πηγαίνοντάς τα από δω κι από κει, σαν να προσπαθούσε να συναρμολογήσει ένα χαλασμένο ψηφιδωτό.

Τόσο πολύ την ενδιαφέρει αυτό το μαραφέτι; απόρησε η Άνμα. Δεν είναι καλύτερα, για όλες μας – για όλη τη Ρελκάμνια, ίσως – που καταστράφηκε; Πλησίασε τη γωνιακή κάβα του σαλονιού, γέμισε ένα μεγάλο ποτήρι με Αφρισμένη, και ήπιε διψασμένα. Είχε πεθυμήσει ένα καλό ποτό, τόσες μέρες μέσα σ’εκείνο το γαμημένο μπουντρούμι!

«Κάτι λείπει!» είπε η Νορέλτα, απεγνωσμένα. «Κάτι λείπει, γαμώτο!»

«Τι;» Η Άνμα στεκόταν ακόμα πλάι στην κάβα, με τη μισοτελειωμένη Αφρισμένη Κυρά στο χέρι.

«Κάτι έχει χάσει η μαλακισμένη! Κάποιο κομμάτι δεν είναι εδώ, Άνμα,» εξήγησε η Νορέλτα στρεφόμενη να την κοιτάξει. «Το φυλαχτό δεν συναρμολογείται όπως θα έπρεπε. Κάτι λείπει... ή...» Συνοφρυώθηκε, κοιτάζοντας τα κομμάτια ξανά. «Ή κάτι έχει αλλάξει.»

«Τι νάχει αλλάξει;»

«Μπορεί κάποια κομμάτια να στράβωσαν από το ξαφνικό σπάσιμο.»

Η Άνμα αναστέναξε. «Τέλος πάντων, Νορέλτα. Δε νομίζω να ξαναφτιάχνεται.»

«Πού το ξέρεις;» έκανε απότομα η Νορέλτα-Βορ γυρίζοντας πάλι να την ατενίσει με μάτια που γυάλιζαν από θυμό.

Σα σκυλί του Σκοτοδαίμονος, σκέφτηκε η Άνμα, και ήπιε κι άλλη Αφρισμένη. Τόσο γαμημένα σημαντικό ήταν αυτό το κωλοφυλαχτό για εκείνη; «Απλά,» είπε γλείφοντας τα χείλη της, «αφού η Κορίνα νομίζει ότι δεν ξαναφτιάχνεται... πιστεύεις ότι η Κορίνα δεν θα το έψαξε αρκετά το θέμα;»

Η Νορέλτα έβγαλε ένα γρύλισμα που φανέρωνε απόγνωση, και στράφηκε πάλι στα ασημένια κομμάτια, αλλάζοντας θέση σε δύο επάνω στο τραπέζι, ακόμα προσπαθώντας κάπως να τα προσαρμόσει.

«Λοιπόν,» είπε η Άνμα. «Εγώ πάω να κάνω ένα μπάνιο. Εσύ δε θες να πλυθείς;»

«Μετά από σένα.»

«Εντάξει.» Και καλύτερα, σκέφτηκε. Ήθελε πολύ ένα μπάνιο, ύστερα από τόσες μέρες που ήταν κλειδωμένη στο γαμημένο μπουντρούμι, κατουρώντας μέσα σ’ένα γαμημένο κουβά.

Βγάζοντας τα ρούχα της καθοδόν, πετώντας τα δεξιά κι αριστερά, πήγε προς το λουτρό και κλείστηκε για κάμποση ώρα εκεί.

Η Νορέλτα συνέχιζε να προσπαθεί να συναρμολογήσει το φυλαχτό από τα κομμάτια του. Η Άνμα τη βρήκε εκεί όταν επέστρεψε από το μπάνιο ντυμένη μόνο με μια πετσέτα γύρω της (η οποία ήταν στην κρεμάστρα του λουτρού).

«Θα πας να πλυθείς, ή θα εξακολουθήσεις να την παλεύεις την κωλοϋπόθεση;»

Η Νορέλτα κοπάνησε το χέρι της στο τραπέζι, σαν το έπιπλο να έφταιγε για όλα. «Δε γίνεται!» είπε καθώς ορθωνόταν από την καρέκλα της. «Δε φτιάχνεται! Η μαλακισμένη το έχει, κάπως, χαλάσει. Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος, γαμώ!»

«Δεν είναι καλύτερα που καταστράφηκε;» Η Άνμα έπιασε το ποτήρι της που είχε ακόμα μέσα λίγη Αφρισμένη. «Η Μιράντα ήθελε να το καταστρέψει, έτσι κι αλλιώς.» Ήπιε την Αφρισμένη μονοκοπανιά.

«Όχι αμέσως! Όχι... όχι ακριβώς... Ήθελε... Βασικά, δεν είχαμε αποφασίσει ακριβώς τι να κάνουμε. Είχαμε... Μάλλον θα το έκρυβε κάπου. Άλλο να το κρύψεις, άλλο να το διαλύσεις έτσι!» Έδειξε τα κομμάτια. «Αυτή η άθλια η Κορίνα!...» μούγκρισε, και τύλιξε, απότομα, τα κομμάτια μες στο ύφασμα. «Πάω να κάνω μπάνιο,» δήλωσε. «Ξύνομαι παντού, γαμώ τα κέρατα του Σκοτοδαίμονος, γαμώ. Έχει ζεστό νερό;» ρώτησε.

«Όχι.»

«Κι έκανες μπάνιο με κρύο νερό; Μες στο χειμώνα;»

«Ναι· γιατί;» Της φαινόταν τόσο περίεργο; απόρησε η Άνμα.

«Δεν είσαι με τα καλά σου, γαμώτο.» Η Νορέλτα βάδισε προς το λουτρό, άνοιξε τη μικρή κονσόλα έξω από την πόρτα του, έκανε μια ρύθμιση, και κατέβασε έναν διακόπτη, βάζοντας το νερό να ζεσταθεί.

Η Άνμα πήγε στην κουζίνα του διαμερίσματος. Άνοιξε το ψυγείο και είδε ότι ήταν αρκετά καλά εξοπλισμένο. «Τουλάχιστον, οι σκρόφες μάς αποζημίωσαν,» μουρμούρισε. «Εν μέρει.» Άρχισε να βγάζει πράγματα για να φτιάξει φαγητό.

Το γεύμα ήταν σχεδόν έτοιμο όταν η Νορέλτα φώναξε από την πόρτα του μπάνιου: «Άνμα!»

«Τι;»

«Πήρες τη μόνη μεγάλη πετσέτα από εδώ!»

«Τυλίξου με τη μικρή.»

Η Νορέλτα, μετά από λίγο, παρουσιάστηκε στην πόρτα της κουζίνας με μια μικρή πετσέτα τυλιγμένη γύρω απ’τους γοφούς της. «Αν ήμουν καχύποπτη γυναίκα θα έλεγα ότι το έκανες επίτηδες για να δεις τα βυζιά μου.» Τα στήθη της ήταν όντως ακάλυπτα: και καθόλου άσχημα, όφειλε να παρατηρήσει η Άνμα – γεμάτα, με όμορφες ρώγες.

Μειδίασε καθώς ανακάτευε το φαγητό μες στην κατσαρόλα. «Μπορούσες να βάλεις και τα ρούχα σου, ξέρεις...»

«Αυτά που φορούσα τόσες μέρες εκεί μέσα;» μόρφασε η Νορέλτα. «Είσαι τρελή; Θα έπρεπε να ξανακάνω μπάνιο μετά!»

«Δικαιολογίες,» γέλασε η Άνμα, «για νάρθεις εδώ γυμνή–»

«Εσύ μ’άφησες γυμνή,» την πείραξε η Νορέλτα.

«–Δε θα φανταζόμουν ποτέ ότι είσαι τέτοιου είδους κοπέλα,» συνέχισε ακάθεκτη η Άνμα.

Η Νορέλτα την πλησίασε, πιάνοντας την άκρη της πετσέτας που την τύλιγε και φιλώντας, ξαφνικά, τα χείλη της. «Δεν ξέρεις τίποτα για μένα ακόμα,» της είπε, ενώ την είχε αφήσει ξέπνοη και μ’ένα γαργαλητό σ’όλο της το σώμα.

Με δουλεύει, αναρωτήθηκε η Άνμα, ή όντως γουστάρει τέτοιες φάσεις; Αν και δεν το συνήθιζε, δεν θα ήταν η πρώτη φορά που είχε πλαγιάσει με γυναίκα. Πώς θα ήταν, άραγε, να το κάνει με μια Αδελφή της; Και η Νορέλτα δεν ήταν καθόλου άσχημη...

Η αριστοκράτισσα βγήκε από την κουζίνα, αφήνοντάς την μπερδεμένη, λέγοντας: «Η Κορίνα είπε πως έχει παρατήσει ρούχα εδώ, ε; Στο υπνοδωμάτιο; Ελπίζω μόνο να μην είναι δηλητηριασμένα!»

Η Άνμα μειδίασε, και έπαψε ν’ασχολείται με το φαγητό, που ήταν σχεδόν έτοιμο. Όλα τα σκεύη της κουζίνας η Πόλη τής έδειχνε, μέσω των σημαδιών της, πώς μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως όπλα. Καθώς άφηνε την κουτάλα δίπλα στον νεροχύτη, ήξερε ακριβώς πώς ήταν δυνατόν να τη χειριστείς για να χτυπήσεις κάποιον – άσχημα. Και πώς θα μπορούσες να συνδυάσεις αυτή εκεί την πιρούνα μ’αυτό εκεί το μαχαίρι, μπλέκοντας το λεπίδι του αντίμαχού σου ανάμεσα στα δόντια της ενώ τον κάρφωνες με το δικό σου λεπίδι. Η Άνμα καταλάβαινε ακριβώς πόσο βαριές λεπίδες είχε τη δυνατότητα να σταματήσει η πιρούνα χωρίς να σπάσει: η Πόλη τής το μαρτυρούσε. Για την Άνμα, τα πάντα ήταν όπλα – ακόμα κι αυτά που δεν συνηθιζόταν να θεωρούνται όπλα.

Η Νορέλτα επέστρεψε στην κουζίνα ντυμένη με τα καινούργια ρούχα που τους είχαν αφήσει οι καριόλες. «Έτοιμο το φαγητό, λοιπόν;» Φορούσε μια αεράτη, κροσσωτή, μπλε τουνίκα με φαρδιά μανίκια, ένα στενό, μαύρο πέτσινο παντελόνι, κι ένα ζευγάρι καφετιά μποτάκια.

«Μόλις,» αποκρίθηκε η Άνμα, και έβγαλε την κατσαρόλα από την ενεργειακή εστία, ακουμπώντας την στο τραπέζι.

Η Νορέλτα την άνοιξε και κοίταξε μέσα. «Ζυμαρικά με κομμάτια κρέας και σάλτσα ντομάτα;»

«Και πιπεριές.»

«Πεθαίνω της πείνας.»

Η Άνμα έπιασε δυο πιάτα, πιρούνια, και κουτάλια και τ’άφησε στο τραπέζι. Μετά είπε: «Με συγχωρείς αλλά πρέπει να κάνω μια δουλειά τώρα, γιατί τόσες μέρες μ’ενοχλούσε και δεν μπορούσα να τη βγάλω.»

Η Νορέλτα μόρφασε. «Τι;»

Η Άνμα κάθισε σ’ένα σκαμνί, μ’ένα μαχαίρι στο χέρι. Σήκωσε την πετσέτα από τον δεξή μηρό της και τον κάρφωσε με το μαχαίρι.

«Τι στα μυαλά του Σκοτοδαίμονος...;» μουρμούρισε η Νορέλτα. «Σφαίρα;»

Αίμα κυλούσε πάνω στο λευκό-ροζ δέρμα της Άνμα καθώς εκείνη, τρίζοντας τα δόντια, μεγάλωνε περισσότερο το τραύμα με τη λεπίδα της, έχωνε μέσα δύο δάχτυλά της, και τραβούσε έξω κάτι μεταλλικό, τινάζοντάς το στο πάτωμα. «Σφαίρα,» επιβεβαίωσε, αναστενάζοντας.

«Από πότε, γαμώτο;»

«Από τότε που μας επιτέθηκαν οι συμμορίτες για να μας πιάσουν οι δυο καριόλες και να μας κλειδώσουν.»

Η Νορέλτα τής έδωσε μια πετσέτα, και η Άνμα την πίεσε πάνω στον μηρό της, περιμένοντας η Πόλη να σταματήσει την αιμορραγία και να κλείσει το τραύμα της.

Ύστερα από κανένα τέταρτο η πληγή είχε επουλωθεί, αν και δεν είχε εξαφανιστεί τελείως ακόμα (και η Άνμα εξακολουθούσε να πονά λίγο), οπότε οι δύο Θυγατέρες κάθισαν στο τραπέζι, έβαλαν τα ζυμαρικά με το κρέας στα πιάτα, κι άρχισαν να τρώνε σαν λύκαινες από άλλη διάσταση.

«Δεν είναι και τόσο καλό το φαγητό σου, Αδελφή μου – με το συμπάθιο,» είπε η Νορέλτα.

«Μου κάνεις παράπονα;»

«Το παραέχεις αλατίσει.»

«Τα σημάδια της Πόλης πάντα με μπερδεύουν όταν μαγειρεύω.»

Η Νορέλτα τής έριξε ένα βλέμμα γεμάτο δυσπιστία, βέβαιη ότι η Άνμα τη δούλευε. Δεν είχε ποτέ ξανακούσει τα σημάδια της Πόλης να μπερδεύουν μια Θυγατέρα σε συγκεκριμένες δραστηριότητες.

Η Άνμα μειδίασε ενώ μασούσε. «Τι; Δε με πιστεύεις;»

Όταν έφαγαν, η Νορέλτα γέμισε δυο ποτήρια νερό από τη βρύση και τα έφερε στο τραπέζι. Αισθανόταν το νερό να της χρειάζεται πολύ ύστερα από τόσο αλάτι που είχε ρίξει η Αδελφή της στο φαγητό. Έπιασε μια οδοντογλυφίδα και σκάλισε τα δόντια της.

«Μη με κοιτάς έτσι,» της είπε η Άνμα, έχοντας πιει το μισό ποτήρι μονοκοπανιά και σκουπίζοντας τα χείλη της με μια πετσέτα. «Είσαι καλύτερη μαγείρισσα;»

«Συνήθως τρώω έξω, ή παραγγέλνω.»

«Αριστοκράτισσες... Ποτέ δεν φτιάχνετε το φαγητό σας,» είπε η Άνμα μεταξύ αστείου και σοβαρού. Μετά ρώτησε, τελείως σοβαρά: «Οι καριόλες μάς άφησαν τα όπλα που είπαν; Δυο πιστόλια και δυο στιλέτα;»

«Ναι. Είναι στο υπνοδωμάτιο. Καθώς και μια τσάντα με πεντακόσια δεκάδια σε χαρτονομίσματα των δέκα και των είκοσι.»

Η Άνμα σηκώθηκε απ’το τραπέζι και βάδισε προς το υπνοδωμάτιο. Η Νορέλτα την ακολούθησε.

Τα όπλα ήταν επάνω στο κρεβάτι, μέσα σε δερμάτινες θήκες. Τα πολεοσημάδια αμέσως είπαν στην Άνμα πολλά γι’αυτά, αλλά εκείνη προτίμησε να τα κοιτάξει κι από πιο κοντά. Τα έπιασε και τα ξεθηκάρωσε, κρατώντας τα στα χέρια της. «Δεν είν’ άσχημα,» παρατήρησε. «Τα στιλέτα είναι πιο ανθεκτικά απ’ό,τι φαίνονται, και τα πιστόλια είναι αρκετά ισχυρά κι έχουν ικανοποιητικό βεληνεκές.»

Η Νορέλτα γέλασε. «Τα κατάλαβες όλ’ αυτά με μια ματιά που τους έριξες;»

«Τα πάντα είναι γραμμένα γύρω μας, Αδελφή μου.» Η Άνμα θηκάρωσε πάλι τα πιστόλια και τα στιλέτα.

Η Νορέλτα έβλεπε διάφορα πολεοσημάδια γύρω τους, αλλά δεν της έλεγαν παρά ελάχιστα πράγματα για τα όπλα.

Η Άνμα ξετύλιξε την πετσέτα από πάνω της, ρίχνοντάς την στο κρεβάτι, κι άρχισε να ντύνεται με τα ρούχα που υπήρχαν στη ντουλάπα. Σε λίγο φορούσε ένα ριγωτό υφασμάτινο παντελόνι, γαλάζιο και λευκό (λοξές ρίγες)· μια μαύρη μάλλινη μπλούζα με κουκούλα (ριγμένη στους ώμους τώρα)· και καφετιές μπότες με λουριά οι οποίες έφταναν ώς το γόνατο.

Η Κορίνα και η Τζέσικα τούς είχαν αφήσει κι άλλα ρούχα εκτός απ’αυτά· η Άνμα και η Νορέλτα τα έβαλαν μέσα σε δυο σάκους που βρήκαν στη ντουλάπα για να τα έχουν μαζί τους, μήπως χρειάζονταν στον δρόμο. Τα όπλα τα μοιράστηκαν εξίσου – ένα πιστόλι κι ένα στιλέτο η καθεμία – το ίδιο και τα λεφτά.

Πήγαν στο σαλόνι για να τεμπελιάσουν, παίρνοντας τσιγάρα από ένα πακέτο που ήταν εκεί. Η Νορέλτα έβαλε τα τυλιγμένα κομμάτια του φυλαχτού στον σάκο της χωρίς να ξαναπροσπαθήσει να το συναρμολογήσει. Το είχε πάρει πλέον απόφαση – για την ώρα, μόνο για την ώρα, είπε στον εαυτό της – ότι δεν μπορούσε να το επισκευάσει.

«Θα πάμε νότια, λοιπόν, έτσι;» ρώτησε, καθισμένη σε μια πολυθρόνα, με τα πόδια της πάνω στο τραπεζάκι (έχοντας βγάλει τα μποτάκια).

«Δε νομίζω να μας είπαν ψέματα οι καριόλες,» αποκρίθηκε η Άνμα, φουμάροντας προς το ταβάνι, ξαπλωμένη ανάσκελα στον καναπέ (έχοντας κι εκείνη βγάλει τις μπότες της). «Κάπου νότια είναι η Μιράντα κι ο Βόρκεραμ.»

«Ναι. Αν και είμαι σίγουρη πως η Κορίνα ήξερε ακριβώς πού είναι αλλά δεν μας είπε.»

«Θα τους βρούμε μόνες μας. Δε μπορεί νάναι και πολύ δύσκολο. Ο αρχηγός, αν κατάλαβα καλά, τραβά ολόκληρο στρατό μαζί του.»

«Να ξεκινήσουμε το απόγευμα;» Η Νορέλτα τίναξε στάχτη στο τασάκι πάνω στον βραχίονα της πολυθρόνας της.

«Ναι. Μας χρειάζεται λίγος καλός ύπνος, και δεν νομίζω η Πόλη να καταστραφεί άμα την πέσουμε μερικές ώρες.»

«Η Πόλη δεν καταστρέφεται με τίποτα, Αδελφή μου.»

*

Το απόγευμα, ο στρατός του Βόρκεραμ-Βορ έφυγε από τα καταλύματα που είχε νοικιάσει και κατευθύνθηκε δυτικά, διασχίζοντας την Αμφίνομη. Η Μιράντα ήταν μέσα στο φορτηγό της, μαζί με τα Εκτρώματα και τον Αλέξανδρο.

«Θα περάσεις πάλι αθέατη από τα σύνορα;» τη ρώτησε ο τελευταίος, καπνίζοντας, καθώς το φως της ημέρας λιγόστευε και τα τεχνητά φώτα της πόλης άναβαν στους δρόμους.

«Θα προσπαθήσω.»

Δύο από τα Εκτρώματα έβγαλαν μελωδίες πίσω τους.

«Μας καταλαβαίνουν;» ρώτησε ο Αλέξανδρος.

«Αν μας καταλάβαιναν δεν θα χρειαζόμασταν αυτό.» Η Μιράντα έδειξε, με μια γρήγορη κίνηση, την επικοινωνιακή συσκευή του Χέρκεγμοξ, καθώς οδηγούσε. Το σύμβολο ενός πλήκτρου ήταν αναμμένο επάνω της: αυτό που σήμαινε ανιαρότητα, βαρεμάρα.

«Νομίζω ότι βαριούνται εδώ μέσα,» είπε ο Αλέξανδρος.

«Ναι· κι αυτό είναι ένα πρόβλημα... Πρέπει να βρω τι θα κάνω μαζί τους, Αλέξανδρε. Και δεν ξέρω αν η Ρελκάμνια είναι έτοιμη γι’αυτά.»

«Όταν αρχίσουμε να πολεμάμε τον Αλυσοδεμένο Ποιητή θα πάψουν να βαριούνται, είμαι σίγουρος.

»Πρέπει, πάντως, να τους δώσουμε ένα καλύτερο όνομα,» πρόσθεσε. «Δεν είναι αυτή κατάσταση, να τα λέμε ‘Εκτρώματα’.»

Η Μιράντα δεν μπόρεσε παρά να γελάσει.

Η όψη του Αλέξανδρου παρέμεινε ουδέτερη. «Οι άνθρωποι της Διπλωμένης Γης τα έλεγαν Εκτρώματα επειδή τους τρόμαζαν, έτσι;»

«Προφανώς.»

«Εμάς, όμως, δεν μας τρομάζουν. Είναι φίλοι μας τώρα. Οπότε...» μόρφασε, «μπορούμε να τα λέμε Φίλους.»

«Φίλους;»

«Φίλους. Γιατί όχι;»

Η Μιράντα το σκέφτηκε. «Ναι,» είπε τελικά. «Γιατί όχι; Προς το παρόν, τουλάχιστον.»

Όταν, ύστερα από σχεδόν δυο ώρες ταξίδι, πλησίαζαν τα σύνορα της Κουρασμένης η Μιράντα κάλεσε τον Βόρκεραμ-Βορ στον πομπό του και του είπε ότι θα απομακρυνόταν για λίγο από τον στρατό – για τους ίδιους λόγους με την προηγούμενη φορά. Εκείνος δεν έφερε αντίρρηση. «Θα σε δούμε στην άλλη μεριά,» τη χαιρέτησε και τερμάτισε την τηλεπικοινωνία.

Η Μιράντα πάτησε ένα πλήκτρο πάνω στη συσκευή του πολεοπλάστη, κι ένας ήχος βγήκε απ’τα ηχεία της:

[ΚΡΥΦΤΕΙΤΕ]

Οι Φίλοι μάζεψαν τα πλοκάμια τους κι έπαψαν ν’αναβοσβήνουν τα φωτάκια τους. Έγιναν σφαίρες από φωσφορίζοντα ενεργειακά μέταλλα, με ενεργειακές ροές σαν φλέβες και μικρά κομμάτια που αργοκινούνταν, σαν γρανάζια και πιστόνια.

Οι Φίλοι... σκέφτηκε η Μιράντα. Ναι, οι Φίλοι. Γιατί όχι;

Μετά, όμως, θυμήθηκε το όνειρό της: τον Διόφαντο να έρχεται μαζί με τα Εκτρώματα. Ήταν κι αυτά ‘Φίλοι’; Αυτά που ακόμα είχε ο Διόφαντος υπό τον έλεγχό του; Τέλος πάντων...

Η Μιράντα πλησίασε τα σύνορα Αμφίνομης-Κουρασμένης παρατηρώντας τα πολεοσημάδια με μεγάλη προσοχή, καθώς το σκοτάδι είχε πλέον πυκνώσει, δεν υπήρχε καθόλου ηλιακό φως, και οι δρόμοι φωτίζονταν μόνο από τεχνητά φώτα. Τα σημάδια την οδήγησαν από το ένα μέρος στο άλλο – από γειτονιά σε γειτονιά, από γωνία σε γωνία – και διέκρινε τη στιγμή που περίμενε μέσα από τον χωροχρονικό λαβύρινθο που παρατηρούσε.

Ένα φορτηγό περνούσε τώρα τα σύνορα – τέσσερις φορές μεγαλύτερο από δικό της, κινούμενο πάνω σε δύο μεγάλους τροχούς μπροστά και δύο μακριές ερπύστριες πίσω. Η Μιράντα πάτησε το πετάλι στο τέρμα κάτω από το μποτοφορεμένο πόδι της με το σημάδι των Θυγατέρων, και το όχημά της βρέθηκε δίπλα στο μεγαλύτερο όχημα, το οποίο το κάλυψε προς στιγμή από τα βλέμματα των συνοριοφυλάκων.

Καθώς η Μιράντα περνούσε τα σύνορα, έχοντας παίξει ύπουλο παιχνίδι με τα δευτερόλεπτα του χρόνου της Ρελκάμνια, έστριψε μες στους δρόμους της Κουρασμένης χωρίς να κόψει πολλή ταχύτητα· και τα πολεοσημάδια τής έδειξαν ότι τώρα οι συνοριοφύλακες την είχαν πάρει είδηση, αλλά ήταν πολύ αργά για να τη σταματήσουν. Καλά θα έκανε, όμως, να χαθεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, σε περίπτωση που αποφάσιζαν να στείλουν τίποτα να την κυνηγήσει – οχήματα, πιθανώς, ή, ακόμα χειρότερα, κανένα ελικόπτερο.

«Για λίγο,» της είπε ο Αλέξανδρος, «νόμιζα ότι θα μας σκότωνες.» Του είχε φανεί πως η Μιράντα είχε τρέξει το φορτηγό λες και ξαφνικά βρέθηκαν μέσα σε ράλι.

«Δεν υπήρχε ποτέ τέτοιος κίνδυνος,» τον διαβεβαίωσε.

«Τι κίνδυνος υπήρχε;»

«Να μας μπανίσουν οι φρουροί. Και μας μπάνισαν, αλλά όταν είχαμε πλέον περάσει. Τώρα απλά θέλω να εξαφανιστούμε, μην τυχόν και μας καταδιώξουν, γι’αυτό συνεχίζω να τρέχω.» Κατέβηκε μια ράμπα, βρέθηκε στους υπόγειους δρόμους της Κουρασμένης.

Ύστερα από κανένα τέταρτο βγήκε πάλι στους επίγειους δρόμους κι ανέβασε το φορτηγό σε μια γέφυρα, απ’όπου υπήρχε αρκετά καλή θέα. Το σταμάτησε εκεί.

«Είσαι σίγουρη ότι από εδώ θα δούμε τον Βόρκεραμ να περνά;» ρώτησε ο Αλέξανδρος.

«Μάλλον,» αποκρίθηκε η Μιράντα, ανάβοντας τσιγάρο. «Κι αν δεν τον δούμε θα τον καλέσουμε.» Έβγαλε τα κιάλια από την τσάντα της, μουρμούρισε μερικά λόγια στη γλώσσα της μαγείας, κι έφερε τα κιάλια στα μάτια της, κοιτάζοντας προς τα ανατολικά.

«Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως;» ρώτησε ο Αλέξανδρος. Ήξερε από τέτοια είδη μαγείας· ήταν μέρος της δουλειάς του ως κατάσκοπος.

Η Μιράντα μούγκρισε καταφατικά. «Μπορείς να δεις τα σύνορα από εδώ,» είπε, ακόμα κοιτάζοντας μέσα από τα κιάλια ενώ στο άλλο της χέρι κρατούσε το τσιγάρο.

Ύστερα έδωσε τα κιάλια στον Αλέξανδρο, και κοίταξε κι εκείνος. «Ναι,» παραδέχτηκε· «όντως, βλέπεις τα σύνορα» – επειδή όμως τα κιάλια είναι μαγεμένα και μόνο, πρόσθεσε νοερά. Το καταλάβαινε. Οι φακοί, χωρίς μαγική βοήθεια, δεν πρέπει να ήταν τόσο ισχυροί. Κανονικοί φακοί δεν θα διαπερνούσαν το σκοτάδι με τέτοιο τρόπο. «Πόση ώρα κρατά το ξόρκι σου;»

«Κάνα μισάωρο πρέπει να κρατήσει,» είπε η Μιράντα, φυσώντας καπνό απ’τη μύτη. Πάτησε ένα πλήκτρο πάνω στη συσκευή του Χέρκεγμοξ:

[ΒΓΕΙΤΕ]

Οι Φίλοι έβγαλαν τα πλοκάμια τους κι αναβόσβησαν τα φωτάκια τους σαν για να ξεπιαστούν· μερικές μελωδίες αντήχησαν από τα σφαιρικά, ενεργομεταλλικά σώματά τους.

«Τους βλέπω, Μιράντα,» είπε ο Αλέξανδρος. «Ο στρατός του Βόρκεραμ μόλις έφτασε στα σύνορα. Οι φύλακες τούς έχουν σταματήσει για έλεγχο.» Κατέβασε τα κιάλια. «Να περιμένεις καμιά ώρα να περάσει, τώρα...»

Η Μιράντα μόρφασε, νεύοντας. Το κομμένο πόδι της την πονούσε αρκετά έντονα απόψε, καθώς η Πόλη το έκανε, σταδιακά, αργά, να μεγαλώνει, και η διάθεση της ήταν πεσμένη. Δύο οχτάδες είχαν περάσει από τότε που το έκοψε· κι άλλες δύο, τουλάχιστον, θα χρειάζονταν μέχρι να έχει μεγαλώσει πλήρως. Αν και ήδη ήταν μακρύτερο από πριν: αξιοσημείωτα μακρύτερο.

*

Η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ έφυγαν από το διαμέρισμα όταν ο ήλιος ήταν στη δύση και βάδισαν μέσα στους δρόμους της Όκιλμερ της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, παρατηρώντας τα σημάδια της Πόλης, αναζητώντας όχημα. Κάποιο παρατημένο, ή κάποιο που θα ήταν εύκολο να κλέψουν.

«Θα μπορούσα και να μας αγοράσω ένα,» είχε πει η Νορέλτα. «Αλλά πρέπει να πάρω λεφτά από τράπεζα και μετά να πάω σε πρατήριο οχημάτων. Θα μας φάει χρόνο. Κι επιπλέον, έχω κάνει πολλά έξοδα τον τελευταίο καιρό.»

Η Άνμα δεν είχε φέρει αντίρρηση. «Οι τζάμπα τροχοί πάντα είναι καλύτεροι.» Μετά είχε προσθέσει: «Ελπίζω ο αρχηγός νάχει ακόμα το όχημά μου μαζί του. Κι ελπίζω η Φοριντέλα νάναι καλά. Δεν πιστεύω αυτοί οι γαμιόληδες να την έπιασαν, να τη σκότωσαν...»

«Δε ρωτήσαμε την Κορίνα. Έπρεπε να την είχαμε ρωτήσει.»

«Εκείνη την ώρα το ξέχασα, για νάμαι ειλικρινής.»

«Ναι, κι εγώ.»

«Εσύ ήσουν τσαντισμένη για το φυλαχτό. Εγώ είμαι απαράδεχτη: έπρεπε να το είχα θυμηθεί!»

«Τέλος πάντων· τώρα έγινε. Θα μάθουμε αν είναι καλά η Φοριντέλα μόλις βρούμε τον απόμακρο ξάδελφό μου.»

Επί του παρόντος, καθώς βάδιζαν μες στην Όκιλμερ, η Άνμα είπε: «Θα μπορούσαμε να ψάξουμε και γι’αυτούς τους ‘αόρατους δρόμους’ της Μιράντας, δεν θα μπορούσαμε; Αν μη τι άλλο, για να δούμε πώς είναι.»

«Ναι, αλλά τώρα;»

«Δε θυμάσαι τι μας είπε η Μιράντα; Απλά αρχίζεις ν’ακολουθείς τη λογική σειρά των σημαδιών της Πόλης. Τ’αφήνεις να σε οδηγήσουν όπου θέλουν, κι έτσι μπαίνεις στους αόρατους δρόμους και φτάνεις στο τέλος κάποιου απ’αυτούς.»

«Ναι, το θυμάμαι. Περίπου. Αλλά τώρα δεν ψάχνουμε να βρούμε μεταφορικό μέσο;»

«Οι κρυφοί δρόμοι μπορούν να σε μεταφέρουν μακριά, είπε η Μιράντα. ‘Δρόμο της Μεταφοράς’ δεν τον ονόμαζε έναν;»

«Η Εύνοια, όμως, χάθηκε όταν τον ακολούθησε, κι έτσι έμπλεξαν οι Νομάδες της με τη Φρουρά της Β’ Κατωρίγιας και τον Πανιστόριο.»

«Αυτό δεν σημαίνει ότι κι εμείς θα χαθούμε· και δεν έχουμε ν’ανησυχούμε για τίποτα Νομάδες.»

«Ξέρεις, όμως, πώς ν’ακολουθήσεις τον Δρόμο της Μεταφοράς; Μπορεί να ξεκινήσουμε ν’ακολουθούμε τη φυσική αλληλουχία κάποιων πολεοσημαδιών και να καταλήξουμε σε άλλο κρυφό δρόμο. Σε κάποιον που ούτε η Μιράντα δεν γνωρίζει, ίσως!»

«Ναι, δεν αποκλείεται,» παραδέχτηκε η Άνμα.

Μετά από λίγο έφτασαν κοντά σ’έναν σιδηροδρομικό σταθμό, και τα σημάδια της Πόλης τούς έδειχναν πως εδώ, σύντομα, θα υπήρχε μεταφορικό μέσο που θα κατευθυνόταν προς τα νότια.

«Τι λες;» Η Νορέλτα έδειξε τον σταθμό.

Η Άνμα ένευσε. «Πάμε.»

Πλησίασαν το μεγάλο οικοδόμημα και πέρασαν την πύλη. Έκοψαν εισιτήρια από το αυτόματο μηχάνημα, και ύστερα από κανένα λεπτό ο συρμός ήρθε. Οι πόρτες του άνοιξαν και οι δύο Θυγατέρες μπήκαν μαζί με άλλους επιβάτες. Οι πόρτες έκλεισαν και ο σιδηρόδρομος ταξίδεψε νότια επάνω στις ράγες. Διέσχισε την Όκιλμερ, κάνοντας σύντομες στάσεις σε σταθμούς, μπήκε στη Σωσμένη (ή ό,τι είχε απομείνει από αυτήν μετά τη μεγάλη καταστροφή στη Β’ Κατωρίγια), και στον σταθμό προτού στρίψει δυτικά, η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ κατέβηκαν.

Θα έπρεπε τώρα να βρουν άλλο μεταφορικό μέσο.

Από το μέρος όπου βρίσκονταν μπορούσαν να ατενίσουν την περιοχή της μεγάλης καταστροφής: έναν συνονθύλευμα από διάφορες ύλες, εφιαλτικό μες στη νύχτα, κάνοντας παράξενους σχηματισμούς με αιχμηρές προεξοχές και απότομες εσοχές.

Οι δύο Θυγατέρες άρχισαν πάλι να ψάχνουν για όχημα, παρατηρώντας τα πολεοσημάδια. Δεν μπορεί ν’αργούσαν πολύ να εντοπίσουν κάποιο. Και, όντως, σύντομα είδαν σημάδια που οδηγούσαν προς ένα εγκαταλειμμένο τροχοφόρο. Τα ακολούθησαν, από τον έναν δρόμο στον άλλο, πηγαίνοντας ολοένα και πιο κοντά στον ρημαγμένο τόπο που είχε δημιουργηθεί από τη σύγκρουση της Διπλωμένης Γης με τη Ρελκάμνια–

(κίνδυνος!)

Η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ σταμάτησαν απότομα. Είχαν κι οι δύο διακρίνει τα σημάδια της Πόλης να προειδοποιούν ότι κάτι επικίνδυνο ερχόταν: μηχανές-θάνατος, παράλογο-οργισμένο ον, ενεργειακός τρόμος.

«Τι...;» μουρμούρισε η Νορέλτα.

Η Άνμα τράβηξε το πιστόλι που έκρυβε κάτω απ’τη μάλλινη μπλούζα της, μέσα από το πέτσινο πανωφόρι. «Δε φαίνεται νάναι για εμάς συγκεκριμένα – δεν μπορεί νάναι για εμάς συγκεκριμένα – αλλά...»

«Πάμε να φύγουμε,» πρότεινε η Νορέλτα, νιώθοντας έναν ισχυρό τρόμο να πολιορκεί την ψυχή της. Έναν παράλογο τρόμο. Είχε, όμως, μάθει να εμπιστεύεται τη διαίσθησή της. Δεν ήταν τόσο νεαρή Θυγατέρα ώστε να αγνοήσει κάτι τέτοιο.

«Από εκεί είναι το όχημα· δεν μπορούμε να το αφήσουμε τώρα που το βρήκαμε.» Η Άνμα προχώρησε.

Η Νορέλτα την ακολούθησε, βγάζοντας κι εκείνη το πιστόλι της από την πίσω μεριά του παντελονιού της, μέσα από την κοντή κάπα της.

Έστριψαν σε μια γωνία και, στο βάθος του δρόμου, ο οποίος οδηγούσε στην κατεστραμμένη περιοχή, είδαν μια φωτεινή οντότητα να αιωρείται λίγο πιο πάνω από το έδαφος. Είχε ανθρωπόμορφο σχήμα, αλλά γενικά, πολύ γενικά. Ήταν, περισσότερο, μια μάζα ενέργειας που έτριζε και σπινθηροβολούσε.

Ο Διόφαντος!

Και από το σώμα του ξεκινούσαν ενεργειακές αλυσίδες, που κατέληγαν σε έξι Εκτρώματα, τα οποία προχωρούσαν μπροστά του σαν μηχανικά σκυλιά – αν τα σκυλιά ήταν σφαιρικά και είχαν μακριά, βιολογικά πλοκάμια.

«Γαμήσου...» μούγκρισε η Άνμα. «Αυτός ο μαλάκας πάλι.»

Η Νορέλτα την άρπαξε απ’το μπράτσο. «Πάμε να φύγουμε, Αδελφή μου!»

Ο Διόφαντος πρέπει να τις είδε, παρότι ήταν αρκετά μακριά τους – ή πρέπει να τις διαισθάνθηκε κάπως – γιατί η φωνή του αντήχησε μες στον δρόμο, σαν τριγμοί από τυχαία διαρροή ενέργειας:

~ΣΤΑΘΕΙΤΕ ΕΣΕΙΣ! ΣΤΑΘΕΙΤΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗΑ ΤΟΥΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗΣ!~

«Φρενοβλαβής, γαμώ την πουτάνα μου,» μούγκρισε η Άνμα· κι αποφασίζοντας ότι η Αδελφή της είχε δίκιο, στράφηκε απ’την άλλη κι έτρεξε.

Η Νορέλτα την ακολούθησε, αν και λίγο αιφνιδιασμένη από την ξαφνική ταχύτητά της.

~ΣΤΑΘΕΙΤΕ!~ αντήχησε η φωνή του Διόφαντου πίσω τους, αλλά, φυσικά, δεν σταμάτησαν.

Και τα πολεοσημάδια τούς μαρτυρούσαν ότι τώρα ο «ενεργειακός κίνδυνος» τις καταδίωκε: μηχανές-θάνατος.

«Γαμώ την κοινωνία του Σκοτοδαίμονος,» γρύλισε η Άνμα, κι άρπαξε τη Νορέλτα από τον αγκώνα, τραβώντας την προς μια στροφή.

«Όχι!» είπε εκείνη. «Ο άλλος δρόμος είναι καλ–»

«Το ξέρω, αλλά προς τα κει είναι τ’όχημά μας!»

«Μα θα μας προλάβει προς τα κει!»

«Δε θα μας προλάβει, Νορέλτα – και το χρειαζόμαστε το όχημα – τρέξε!»

Η Νορέλτα-Βορ, γι’ακόμα μια φορά, ακολούθησε την Αδελφή της, ελπίζοντας ότι είχε δίκιο και ότι δεν θα κατέληγαν να τις χαϊδέψουν τα πλοκάμια των Εκτρωμάτων ή να τις χτυπήσει καμιά από τις ενεργειακές λόγχες που εκτόξευε ο Διόφαντος. Η Νορέλτα θυμόταν τον Κλαρκ να πέφτει χτυπημένος από μια απ’αυτές τις λόγχες: κι αν δεν ήταν ο Κλαρκ, ο Μάγος της Ρελκάμνια, που για κάποιο λόγο είχε αντοχές πέραν του ανθρώπινου, θα ήταν νεκρός – η Νορέλτα ήταν σίγουρη. Ακόμα και μια Θυγατέρα, αναμφίβολα, μπορούσε να σκοτωθεί ακαριαία από τις δυνατές ενέργειες του Διόφαντου.

Και τώρα τα πολεοσημάδια έλεγαν ότι ο κίνδυνος βρισκόταν πιο κοντά. Δεν πηγαίνουμε ευθεία, γαμώτο! σκέφτηκε η Νορέλτα – πηγαίνουμε κυρτά – αλλά πάντα ο πιο γρήγορος δρόμος είναι ο ευθύς. Τα σημάδια τής το μαρτυρούσαν. Όπως της μαρτυρούσαν, επίσης, ότι πλησίαζαν το εγκαταλειμμένο όχημα.

Και εκείνη και η Άνμα «διάβαζαν» τώρα ολοένα και περισσότερα πράγματα γι’αυτό στη γλώσσα της Πόλης: μεγάλοι τροχοί – πέρασμα χρόνου – λίγη ενέργεια – κουρασμένη μηχανή – μάκρος – ύψος...

Η Νορέλτα σκέφτηκε: Ελπίζω να κινείται, το καταραμένο. Γιατί, αν έκρινε από τις μαρτυρίες της Πόλης, δεν πρέπει να ήταν και το καλύτερο όχημα που μπορούσες να οδηγήσεις.

Έστριψαν σ’ακόμα μια γωνία, και το είδαν αντίκρυ τους. Ήταν ένα τετράκυκλο φορτηγό χωρίς καρότσα. Ήταν φτιαγμένο έτσι ώστε να μπορείς να προσαρτήσεις δική σου τροχήλατη καρότσα πίσω του, ή και περισσότερες από μία. Ήταν σαν το πρώτο βαγόνι ενός τρένου. Ήταν ψηλό και φαινόταν παλιό – η μπογιά του ξεθωριασμένη, τα μέταλλά του σκουριασμένα. Η μηχανή του, έλεγαν τα πολεοσημάδια, ήταν κουρασμένη.

Στο βάθος, καμιά εικοσαριά μέτρα παρακάτω, ο δρόμος και τα οικοδομήματα τελείωναν· ξεκινούσε η ρημαγμένη περιοχή, μια εφιαλτική μάζα μες στη νύχτα, θυμίζοντας γιγάντια, αλλόκοτα οχυρά από πίνακα ευφάνταστου ζωγράφου.

Η Άνμα έτρεξε στο φορτηγό, άρπαξε την πετούγια της πόρτας του, κι έκανε να την τραβήξει. Αλλά ήταν κλειδωμένη.

«Γαμήσου!» μούγκρισε η Άνμα. Γνώριζε πώς να διαρρηγνύει κλειδαριές, μα τώρα δεν είχαν χρόνο. Πυροβόλησε την κλειδαριά με το πιστόλι της, σπάζοντάς την. Άνοιξε την πόρτα κι ανέβηκε στο όχημα. Άνοιξε και την άλλη πόρτα παραδίπλα, και φώναξε στη Νορέλτα να έρθει.

Εκείνη μπήκε στο φορτηγό, καθίζοντας δίπλα της. Μόνο ένα μακρύ, σκισμένο δερμάτινο κάθισμα υπήρχε μέσα στο όχημα. Πίσω δεν είχε θέσεις· είχε μόνο χώρο για να μπορείς να προσαρτήσεις μεγάλη καρότσα.

Η Άνμα βρήκε τον διακόπτη που ενεργοποιούσε τη μηχανή, αλλά ήταν κλειδωμένος κι αυτός – «Γαμώ την πουτάνα μου...» – με συνδυασμό τριών αριθμών που γύριζαν πάνω σε μικρούς δίσκους. Η Άνμα δεν μπορούσε να πυροβολήσει τούτο τον μηχανισμό για να τον κάνει ν’ανοίξει. Αλλά καταλάβαινε πως ούτε χρόνο είχε για να βρει τον συνδυασμό, ακόμα και με την καθοδήγηση της Πόλης: ο Διόφαντος και τα Εκτρώματα έρχονταν!

«Πρέπει να φύγουμε, Αδελφή μου!» είπε η Νορέλτα, βλέποντας κι εκείνη τι συνέβαινε.

«Όχι,» διαφώνησε η Άνμα. «Θα το ενεργοποιήσω αλλιώς.» Χρησιμοποιώντας το στιλέτο της, έσπασε το κάλυμμα κάτω απ’το τιμόνι κι άρχισε να παίζει με τα καλώδια, γρήγορα, προσπαθώντας να αναγκάσει τη μηχανή να πάρει μπροστά.

«Ξέρεις τι κάνεις, γαμώτο;» μούγκρισε η Νορέλτα.

«Εσύ λες να μην ξέρω;»

Η Νορέλτα κοίταξε προς το βάθος του δρόμου, από τη μεριά που είχαν έρθει, και είδε φως να πλησιάζει. Ενεργειακό φως. Ο Διόφαντος. «Βιάσου, Άνμα. Βιάσου, αλλιώς την έχουμε πολύ άσχημα.»

Η Άνμα δεν της μίλησε, προσηλωμένη στη δουλειά της, παίζοντας με τα καλώδια.

Ο Διόφαντος και τα έξι Εκτρώματα παρουσιάστηκαν πίσω από τη γωνία· έρχονταν τώρα προς το σταθμευμένο φορτηγό. Είχαν, προφανώς, καταλάβει αμέσως ότι οι δύο Θυγατέρες βρίσκονταν εδώ μέσα.

Μας διαισθάνονται κάπως; αναρωτήθηκε φευγαλέα η Νορέλτα. Διαισθάνονται την ενέργειά μας, ίσως; «Αν είναι να κάνεις κάτι, Άνμα, κάντο–»

Η μηχανή μούγκρισε, παίρνοντας μπροστά.

«–τώρα!»

«Το έκανα,» χαμογέλασε η Άνμα. «Είχες καμιά αμφιβολία;» Ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό της. Έπιασε το τιμόνι σταθερά στα χέρια της, έβαλε τα πόδια της στα πετάλια.

Ο Διόφαντος και τα Εκτρώματα πλησίαζαν, και δεν φαινόταν να υπάρχει κανένα μέρος για να στρίψει η Άνμα ώστε να τους αποφύγει. Έψαξε για πιθανά όπλα, μέσα από τα σημάδια της Πόλης. Και βρήκε το καλύτερο όπλο εδώ πέρα, για την περίσταση.

«Ξεκίνα, γαμώτο!» είπε η Νορέλτα, έτοιμη να πυροβολήσει από το παράθυρό της.

«Μη χαλάς τις σφαίρες σου,» τη συμβούλεψε η Άνμα, και πάτησε το πετάλι κάνοντας τους μεγάλους μεταλλικούς τροχούς του οχήματος να γυρίσουν. Ολόκληρο το φορτηγό ακούστηκε να τρίζει, σαν να διαμαρτυρόταν που έμπαινε σε κίνηση ύστερα από πολύ καιρό ακινησίας. Σαν να είχε μουδιάσει, εγκαταλειμμένο εδώ πέρα.

«Τι κάνεις, γαμώτο;» φώναξε η Νορέλτα. «Πας καταπάνω τους; Μη–!»

Η Άνμα, πλησιάζοντας έναν τοίχο, κοπάνησε σε μια σιδερένια σκάλα, σπάζοντάς την, παίρνοντάς την μαζί της επάνω στο όχημα, που το μπροστινό του τζάμι ράγισε.

Η Νορέλτα ούρλιαξε και έσκυψε. Τι έκανε η Αδελφή της; Ήθελε να σκοτωθούν, η μαλακισμένη;

Η Άνμα συνέχισε να οδηγεί. Τα πολεοσημάδια τής έδειχναν πως η σκάλα ήταν όπλο – ένα αμυντικό όπλο – μια ασπίδα. Κατευθύνθηκε προς ένα Έκτρωμα που βρισκόταν στην άκρη του σχηματισμού των έξι Εκτρωμάτων. Αν το περνούσε αυτό, θα ξέφευγε κι από τα υπόλοιπα.

Το πόδι της σανίδωσε το πετάλι. Η παλιά, κουρασμένη μηχανή του φορτηγού βρυχήθηκε, οι μεταλλικοί τροχοί του σύριζαν δαιμονισμένα πάνω στο πλακόστρωτο.

Μελωδικοί ήχοι έβγαιναν από τα σφαιρικά σώματα των Εκτρωμάτων· ο Διόφαντος φώναξε: ~ΣΤΑΘΕΙΤΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗΑ ΣΑΣ!~

«Πού σκατά νομίζει ότι είναι αυτός ο μαλάκας;» γρύλισε η Άνμα. «Στη Βίηλ;» Κοπάνησε πάνω στο Έκτρωμα που είχε βάλει στόχο. Τα πλοκάμια του χτύπησαν τη σκάλα στη μπροστινή μεριά του οχήματός της, καταστρέφοντας τα σίδερα με τα ενεργειακά τους δηλητήρια, διαβρώνοντάς τα. «Ή στην Απολλώνια;» Αλλά η ορμή του ψηλού, βαρύ φορτηγού έσπρωξε το μηχανικό ον όπισθεν: το έκανε να χάσει την ισορροπία του και να κατρακυλήσει σαν πελώρια μπάλα από μέταλλα που στραφτάλιζαν παράξενα και φώτα που αναβόσβηναν. Μια έντονη μελωδία βγήκε από μέσα του, σαν από ηχεία άψογης ποιότητας. Η ενεργειακή αλυσίδα που το ένωνε με τον Διόφαντο επιμηκύνθηκε μα δεν κόπηκε.

Το Έκτρωμα συγκρούστηκε πάνω σ’έναν τοίχο, τραντάζοντάς τον, καθώς το όχημα της Άνμα περνούσε και έφευγε, ολοταχώς.

Η Νορέλτα ορθώθηκε ξανά, παρατηρώντας ξαφνική αλλαγή στα πολεοσημάδια – στις σκιές, στους ήχους, στις αντανακλάσεις. «Τους προσπεράσαμε;»

«Για να βλέπεις.» Η Άνμα ακόμα έτρεχε μες στους δρόμους της Σωσμένης, κατευθυνόμενη προς τα ανατολικά.

Ύστερα από κανένα τέταρτο, όταν τα πολεοσημάδια είχαν προ πολλού πάψει να δείχνουν ότι κάποιος κίνδυνος τις καταδίωκε, η Άνμα σταμάτησε το φορτηγό και έδειξε την ένδειξη της ενέργειας στην κονσόλα. «Τελειώνει,» είπε. Ήταν στο 27%. «Αλλά τώρα ξέρεις τι αναρωτιέμαι;»

«Τι;» ρώτησε η Νορέλτα· κι αλλάζοντας θέμα ξαφνικά: «Έχει αρχίσει ο Διόφαντος να βγαίνει από την κατεστραμμένη περιοχή, γαμώτο; Τι νομίζει; ότι θα κατακτήσει τη Ρελκάμνια; Είναι τελείως τρελός;»

«Γάμα τον Διόφαντο. Το πρόβλημα είναι τι θα κάνουμε εμείς τώρα. Πάω στοίχημα ότι τα σύνορα της Φιλήκοης θα είναι κλειστά–»

«Κλειστά; Δυο ταξιδιώτισσες είμαστε. Κι αν μας ζητήσουν διόδια για το φορτηγό παρότι δεν μεταφέρει εμπόρ–»

«Θα είναι κλειστά για τους πάντες, Αδελφή μου. Τη Β’ Κατωρίγια τώρα την ελέγχει ο Αλυσοδεμένος Ποιητής. Η Πολιτάρχης της Φιλήκοης δεν θ’αφήνει κανέναν να έρχεται από εδώ, ειδικά ύστερα απ’ό,τι έγινε στη Φιλήκοη με τη Σέχτα των Άδηλων Ήχων.»

Η Νορέλτα μόρφασε. «Δεν έχεις άδικο σ’αυτό...» είπε σκεπτικά. «Αλλά, αν δεν περάσουμε απ’τη Φιλήκοη... από πού να πάμε; Ακριβώς νότια μας είναι η κατεστραμμένη περιοχή· δεν γίνεται να περάσουμε με όχημα από εκεί. Και κάναμε τόσο κόπο να το βρούμε. Επιπλέον, ακόμα κι αν διασχίσουμε την κατεστραμμένη περιοχή βαδίζοντας, πάλι από τη Φιλήκ–»

«Γάμα τη Φιλήκοη και την κατεστραμμένη περιοχή,» τη διέκοψε η Άνμα. «Θα πάμε πίσω, προς τα δυτικά. Θα διασχίσουμε τη Β’ Κατωρίγια, περνώντας γύρω από την κατεστραμμένη περιοχή, και μετά θα κατευθυνθούμε νότια για να μπούμε στην Επιγεγραμμένη. Η Επιγεγραμμένη είναι μπουρδέλο· κανείς δεν πρόκειται να μας σταματήσει να περάσουμε τα σύνορά της. Δε νομίζω, τουλάχιστον.»

«Εντάξει,» συμφώνησε η Νορέλτα, σκεπτόμενη ότι η Αδελφή της μιλούσε σωστά: αυτός ήταν, ίσως, ο ασφαλέστερος δρόμος. «Πάμε έτσι.»

Η Άνμα ένευσε κι έβαλε ξανά τους τροχούς του οχήματός τους σε κίνηση, στρίβοντας κι αρχίζοντας να οδηγεί δυτικά μες στη νύχτα.

Όταν είχαν βγει από τη Σωσμένη και διασχίσει περίπου τη μισή Μονότροπη, ενώ κανένα μισάωρο είχε περάσει, η Νορέλτα-Βορ είπε: «Δε νομίζω ότι αυτό ήταν τυχαίο, Αδελφή μου...» καπνίζοντας ένα τσιγάρο. (Είχαν πάρει μαζί τους τα δύο πακέτα που είχαν βρει στο σαλόνι του ρετιρέ που τις είχε πάει η Κορίνα.)

«Ποιο;»

«Η συνάντησή μας με τον Διόφαντο. Η Πόλη ήθελε να μας δείξει κάτι.»

«Σαν τι, δηλαδή;»

«Ότι υπάρχει κάποιος κίνδυνος εδώ.»

Η Άνμα δεν μίλησε, αλλά καταλάβαινε τι εννοούσε η Νορέλτα.

Εκείνη συνέχισε: «Αν ο Διόφαντος αρχίσει να περιπλανιέται μες στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία... μες στη Ρελκάμνια, γενικά... τι νομίζεις ότι θα μπορούσε να σταματήσει αυτόν και τα Εκτρώματα;»

«Τίποτα, μάλλον. Τίποτα που να ξέρουμε. Τα γαμημένα είναι – φαίνονται να είναι, τουλάχιστον – άτρωτα. Μόνο ο Μάγος ίσως να μπορούσε να κάνει κάτι. Ή η Μιράντα.»

Η Νορέλτα ένευσε. «Ακριβώς. Η Μιράντα. Η Πόλη μάς έδειξε τον Διόφαντο για να το πούμε στη Μιράντα, Αδελφή μου. Μόνο εκείνη ίσως να μπορεί να τον σταματήσει. Επειδή έχει μέσα της εσωτερική ενέργεια της Διπλωμένης Γης. Η Μιράντα μπορεί να σπάσει τις αλυσίδες ελέγχου του Διόφαντου και να ελευθερώσει τα Εκτρώματα από την κυριαρχία του.»

«Αυτό,» είπε η Άνμα, «πιθανώς να μπορεί να γίνει κι αλλιώς. Αν τις χτυπήσεις με πολλή ενέργεια, για παράδειγμα. Μ’ένα ενεργειακό κανόνι. Βασικά, ένα ενεργειακό κανόνι ίσως να μπορεί να διαλύσει ακόμα και τα Εκτρώματα. Είναι το πιο καταστροφικό όπλο που υπάρχει στη Ρελκάμνια.»

«Τα Εκτρώματα, όμως, φτιάχτηκαν πολύ παλιά, με τεχνολογία άγνωστη πλέον. Είναι από τον Ενιαίο Κόσμο, ουσιαστικά. Τα δημιούργησε ένας αρχέγονος θεός.»

«Κι αυτό πρέπει να σημαίνει ότι μια καλή βολή εστιασμένης ενέργειας δεν μπορεί να τα καταστρέψει;»

«Το θεωρείς απίθανο;»

Η Άνμα μόρφασε. «Όχι,» παραδέχτηκε. «Απίθανο δεν είναι. Αλλά και πάλι... Τέλος πάντων. Τα ενεργειακά δεσμά του Διόφαντου, πάντως, ίσως να μπορούν να σπάσουν αν χτυπηθούν από ενέργεια.»

«Και μετά τι θα γίνει; Τα Εκτρώματα θ’αρχίσουν να περιφέρονται ανεξέλεγκτα από δω κι από κει; Κάνοντας καταστροφές;»

«Σωστά. Η Μιράντα θα μπορεί να τα κουμαντάρει.»

«Ναι,» είπε μόνο η Νορέλτα, φυσώντας καπνό, σκεπτικά, από την άκρη του στόματός της.

«Το βασικό τώρα είναι να πάμε νότια,» είπε έπειτα από λίγο η Άνμα, «και για τα άλλα βλέπουμε όταν συναντήσουμε τον αρχηγό και την Αδελφή μας.»

Μετά από σχεδόν τρεις ώρες, έχοντας ταξιδέψει γύρω από την κατεστραμμένη περιοχή, έφτασαν στα νοτιοδυτικά σύνορα της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Στα σύνορα με την Επιγεγραμμένη.

Καθοδόν, είχαν αγοράσει δύο ενεργειακές φιάλες. Τις είχαν βρει ακολουθώντας τα πολεοσημάδια με μεγάλη προσοχή (κι αυτό είχε καθυστερήσει αρκετά το ταξίδι τους – περίπου μια ώρα επιπλέον), γιατί ετούτοι οι δρόμοι ήταν χτυπημένοι από πόλεμο πρόσφατα: είχαν πολλές ζημιές και λίγη κίνηση. Η αποθήκη ενέργειας που κατάφεραν να εντοπίσουν οι δύο Θυγατέρες ανήκε σε μια συμμορία, απ’ό,τι φαινόταν. Μια απ’αυτές τις συμμορίες που υπηρετούσαν τον Αλυσοδεμένο Ποιητή και είχαν επωφεληθεί από την κυριαρχία του εδώ. Είχαν μαζέψει – λεηλατήσει – ενεργειακές φιάλες και μπαταρίες και τις πουλούσαν. Σε αρκετά καλές τιμές, ευτυχώς. Όχι πως οι δύο Θυγατέρες είχαν χρηματικό πρόβλημα αυτή τη στιγμή, με τα πεντακόσια δεκάδια που τους είχαν αφήσει οι Αδελφές τους. Η Άνμα, εκτός από τις φιάλες, ρώτησε μήπως πουλούσαν και όπλα οι συμμορίτες: και όντως πουλούσαν, οπότε αγόρασε δύο γεμιστήρες για το πιστόλι της, δύο για το πιστόλι της Νορέλτα, και ένα τουφέκι μαζί με τέσσερις επιπλέον γεμιστήρες. Αγόρασε, επίσης, κάτι σαβούρες που είδε στη γωνία της αποθήκης. Οι συμμορίτες απόρησαν που τις ζήτησε. «Για πέταμα είναι,» της είπαν, και της τις πούλησαν πολύ φτηνά. «Να τις ξεφορτωθούμε θέμε, έτσι κι αλλιώς· αλλ’ αφού τις γουστάρεις.» Η Νορέλτα ρώτησε, μετά, την Αδελφή της γιατί, μα τον Κρόνο, τις ήθελε· και η Άνμα απάντησε ότι δεν ήταν σαβούρες, απλά φαίνονταν για σαβούρες.

«Τι σκατά εννοείς; Είναι σκουπίδια, γαμώτο!»

«Είναι όπλα μασκαρεμένα από την Πόλη σαν σκουπίδια.»

«Σοβαρά;»

«Σοβαρά.»

«Αφού το λες...»

Και τώρα πλησίαζαν τα σύνορα με την Επιγεγραμμένη. Κάποιες συμμορίες του Αλυσοδεμένου Ποιητή φρουρούσαν το μέρος – κάθονταν και παρατηρούσαν, καπνίζοντας, κρατώντας όπλα, μιλώντας αναμεταξύ τους, ορισμένοι με μπουκάλια στα χέρια. Εκτός απ’αυτούς ήταν εδώ και μερικοί μισθοφόροι, που έμοιαζαν πολύ πιο επαγγελματικοί – ντυμένοι με πανοπλίες και κράνη, βαστώντας έμπειρα τα όπλα τους.

Κανείς δεν ενόχλησε τις δύο Θυγατέρες. Τα πολεοσημάδια μαρτυρούσαν ότι δεν τους ενδιέφερε ποιος πήγαινε προς την Επιγεγραμμένη, μόνο ποιος ίσως να ερχόταν από εκεί. Αλλά, συγχρόνως, δεν φαινόταν να ανησυχούν και πολύ γι’αυτό. Παρότι η Επιγεγραμμένη ήταν διαλυμένη συνοικία, δεν θεωρείτο επικίνδυνη.

Η Άνμα άνετα οδήγησε το φορτηγό πέρα από τα σύνορα και σταμάτησε μέσα στους βρόμικους, ραγισμένους δρόμους της, ανάμεσα σε παλιά οικοδομήματα με ξεφλουδισμένους τοίχους, σπασμένα και ραγισμένα τζάμια, και ετοιμόρροπες πόρτες. Μέσα σε αρκετά από αυτά έβλεπες φώτα που σίγουρα προέρχονταν από λάμπες λαδιού ή κεριά. Στους δρόμους δεν υπήρχαν ενεργειακές λάμπες, όπως σε άλλες συνοικίες, και ήταν πολύ σκοτεινοί καθώς φωτίζονταν μονάχα από τα δύο φεγγάρια της Ρελκάμνια με αχνή κόκκινη και αργυρή ακτινοβολία.

«Γιατί σταματάς;» ρώτησε η Νορέλτα.

«Πρέπει και να κοιμηθούμε λιγάκι.»

«Δεν υπάρχει κάνα πανδοχείο εδώ;»

Η Άνμα έβγαλε ένα γέλιο που ακούστηκε σαν ρουθούνισμα. «Δεν έχεις ξαναπεράσει απ’αυτούς τους υπέροχους δρόμους, ε, Αδελφή μου;»

«Όχι, αλλά έχω ακούσει ότι...»

«Είναι μπουρδέλο,» τη διαβεβαίωσε η Άνμα. «Δεν υπάρχουν πανδοχεία και ξενοδοχεία στην Επιγεγραμμένη. Κοιμάσαι όπου βρεις άμα είσαι περαστικός.» Έβγαλε τις μπότες της κι ανέβασε τα πόδια της στο τιμόνι, σταυρώνοντάς τα στον αστράγαλο. Τεντώθηκε. Χασμουρήθηκε. «Βολέψου.»

«Δεν είναι επικίνδυνα εδώ πέρα;» Η Νορέλτα ήταν ανήσυχη.

Η Άνμα έδειξε γύρω τους. «Τι σου λέει η Πόλη, Αδελφή μου;»

Η Νορέλτα όφειλε να παραδεχτεί ότι δεν διέκρινε κανένα πολεοσημάδι κινδύνου· αλλά και πάλι... «Αν το μέρος είναι τόσο χάλια, τότε δεν θα περιφέρονται ληστές;»

«Δεν είναι τόσο οργανωμένο το έγκλημα εδώ· απλά οι πάντες είναι φτωχοί. Το πρωί δουλεύουν σαν σκλάβοι· το βράδυ πέφτουν για ύπνο. Αυτό είναι. Ηρέμησε. Αν, παραδόξως, τύχει κάτι, η Πόλη θα μας προειδοποιήσει.» Σταυρώνοντας τα χέρια της στο στήθος, έκλεισε τα μάτια.

Η Νορέλτα-Βορ δεν κοιμήθηκε και τόσο γρήγορα. Είχε, άλλωστε, χορτάσει ύπνο το μεσημέρι, είπε στον εαυτό της για να μην παραδεχτεί ότι αισθανόταν άβολα και τσιτωμένη εδώ πέρα.

Ο χειμωνιάτικος άνεμος ούρλιαζε έξω από τα παλιά τζάμια του φορτηγού, και λίγο πριν από τα ξημερώματα έπεσε μια σύντομη αλλά άγρια βροχή που η Νορέλτα φοβήθηκε ότι ίσως να έσπαγε το ραγισμένο μπροστινό τζάμι του οχήματος· όμως τελικά αποδείχτηκε ανθεκτικό.

/7\

Ο Βόρκεραμ-Βορ και οι σύμμαχοί του έχουν να κάνουν, γι’ακόμα μια φορά, με καχύποπτους φύλακες· η Ζιλκάμα’μορ υφαίνει ένα προστατευτικό ξόρκι· η Μιράντα βρίσκει ασφαλή μέρη, περνά μέσα από κενά παρατήρησης, και τρομάζει τον Όρπεκαλ-Λάντι.

Στην Κουρασμένη, όπως φάνηκε, δεν ήταν πρόθυμοι να τους εμπιστευτούν: όχι αρκετά, τουλάχιστον, ώστε να τους αφήσουν να περάσουν τα σύνορα και να διανυκτερεύσουν ανεπιτήρητοι. Τους οδήγησαν σ’έναν μεγάλο άδειο περίβολο ανάμεσα από βιομηχανίες που τώρα, λόγω της ώρας, δεν λειτουργούσαν, και τους άφησαν να καταυλιστούν εκεί. Τα αεροσκάφη τους τα κατεύθυναν σ’έναν στρατιωτικό αερολιμένα της Κουρασμένης.

Ο περίβολος ήταν γεμάτος χώμα, σκουπίδια, παλιά οικοδομικά κομμάτια, και χορτάρι που είχε φυτρώσει τυχαία δώθε-κείθε μαζί με κανέναν θάμνο. Κάτι πρέπει να βρισκόταν εδώ το οποίο είχε, αργότερα, γκρεμιστεί. Το περιτείχισμα ήταν χαμηλό: τίποτα περισσότερο από μια μάντρα από σκουριασμένο σύρμα και σάπιο ξύλο. Δεν μπορούσε ούτε να κρατήσει κανέναν μέσα ούτε κανέναν έξω. Είχε τρία μεγάλα ανοίγματα – πύλες, δήθεν, οι οποίες ποτέ δεν έκλειναν: τρύπες, ουσιαστικά. Ο Βόρκεραμ δεν αισθανόταν παγιδευμένος εδώ. Μα ούτε και άνετα αισθανόταν.

Καθώς ο στρατός του άρχιζε να καταυλίζεται στον χώρο, ρώτησε την Ολντράθα και τη Φοίβη ποια ήταν η γνώμη τους.

«Δε μας εμπιστεύονται,» είπε η πρώτη.

«Αυτό το κατάλαβα κι εγώ, γιατρέ,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ.

«Μας βλέπουν με επιφύλαξη,» πρόσθεσε η Φοίβη, κοιτάζοντας πέρα από το υποτυπώδες περιτείχισμα, τους σκοτεινούς δρόμους όπου ακόμα περιφέρονταν οχήματα και άνθρωποι της τοπικής Αστυνομίας.

«Κι αυτό το είχα καταλάβει,» είπε ο Βόρκεραμ.

«Τι μας ρωτάς τότε;» έκανε, απότομα, η Φοίβη, δίχως να στραφεί να τον κοιτάξει, σαν να τον θεωρούσε ανάξιο της προσοχής της.

«Τέλος πάντων.» Έβγαλε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του. «Θα καλέσω τη Μιράντα και τον Πανιστόριο, να δω πού–»

Η Φοίβη, τώρα, στράφηκε να τον αντικρίσει, και το χέρι της έπιασε τον καρπό του, δυνατά. «Καλύτερα όχι.»

Ο Βόρκεραμ συνοφρυώθηκε. «Συγνώμη;»

«Νομίζω ότι παρακολουθούν τις τηλεπικοινωνίες μας. Και ίσως να το θεωρήσουν ύποπτο που ένα από τα οχήματά μας είναι μόνο του σαν... ανιχνευτικό.»

«Γαμώτο,» μούγκρισε ο Βόρκεραμ. «Έπρεπε να το είχα σκεφτεί!»

«Είσαι σίγουρη;» ρώτησε η Ολντράθα τη Φοίβη, συνοφρυωμένη κι εκείνη.

«Δώσε προσοχή στα σημάδια, Αδελφή μου· θα το δεις κι εσύ. Μας παρακολουθούν.»

«Ναι, αναμφίβολα. Αλλά και τις τηλεπικοινωνίες μας;»

«Έτσι νομίζω.»

«Όπως και νάχει,» είπε ο Βόρκεραμ, «δεν μπορούμε να το ρισκάρουμε. Η Φοίβη έχει δίκιο.» Στράφηκε πίσω του, προς το εξάτροχο φορτηγό των Εκλεκτών. «Ζιλκάμα!» φώναξε.

Η Ζιλκάμα’μορ απομακρύνθηκε από την Ερμιόνη και τη Λητώ και τον πλησίασε. «Ακούω, αρχηγέ.»

Ο Βόρκεραμ τής είπε: «Υποπτεύομαι ότι παρακολουθούν τις τηλεπικοινωνίες μας. Μπορείς να προστατέψεις μια συνομιλία μου;» Ύψωσε τον πομπό στο χέρι του.

«Μπορώ.»

«Κάνε το.»

Η μάγισσα μουρμούρισε τα λόγια για κάποιο ξόρκι ενώ σχημάτιζε απόκρυφα σύμβολα με τα δάχτυλά της. «Κάλεσε όποιον θέλεις,» είπε ύστερα, ενώ ο Βόρκεραμ ούτε είχε δει ούτε είχε αισθανθεί τίποτα ασυνήθιστο.

Πάτησε δυο πλήκτρα του πομπού του, καλώντας τον πομπό της Μιράντας.

*

Η Μιράντα και ο Αλέξανδρος είχαν δει την Αστυνομία της Κουρασμένης να συνοδεύει τον στρατό του Βόρκεραμ-Βορ με οχήματα και αεροσκάφη. Όλα τα σημάδια της Πόλης βροντοφώναζαν ότι οι φύλακες της συνοικίας δεν εμπιστεύονταν τους επισκέπτες τους, ότι τους υποπτεύονταν για πιθανώς παράνομες ενέργειες. Η Μιράντα αναρωτήθηκε: Πρόλαβε ο Σημαδεμένος νάρθει κι εδώ; Στο όραμά της δεν ήταν ξεκάθαρο αν αυτό θα συνέβαινε ή όχι. Προσπάθησε να θυμηθεί πάλι τι είχε δει όταν είχε ακολουθήσει τον Δρόμο του Μέλλοντος...

Διαπληκτίζονται με τον Πολιτάρχη της Βαθμιδωτής, Κίμωνα Χρονομάχο, ο Βόρκεραμ-Βορ, ο Όρπεκαλ-Λάντι, ο Αλέξανδρος Πανιστόριος, και η Σειρήνα Οβορμάνδω, η Πολιτάρχης της Κουρασμένης. Η τελευταία μοιάζει προβληματισμένη, σαν ξαφνικές αμφιβολίες να έχουν γεμίσει το μυαλό της. Ο διαπληκτισμός τους, αρκετά έντονος, οδηγεί σε– [απότομη διακοπή οράματος]

...αλλά αυτό εξακολουθούσε να μην της δίνει καμιά χρήσιμη πληροφορία. Εκτός από το γεγονός ότι η Σειρήνα Οβορμάνδω ήταν προβληματισμένη. Επομένως, ήταν πολύ πιθανό ο Σημαδεμένος να την είχε επισκεφτεί, δεν ήταν;

«Δε μ’αρέσουν όλα τούτα,» είπε ο Αλέξανδρος. «Καθόλου,» ενώ η Μιράντα ακολουθούσε τον στρατό του Βόρκεραμ και την Αστυνομία της Κουρασμένης από απόσταση ασφαλείας. «Αυτό το σκουλήκι, ο Σημαδεμένος, πρέπει να ήταν εδώ πριν από εμάς.»

«Μπορεί.»

«Τι σου λένε τα σημάδια της Πόλης;»

«Τα σημάδια της Πόλης δεν λένε τόσο συγκεκριμένα πράγματα, Αλέξανδρε. Αλλά κι εγώ τώρα αυτό σκεφτόμουν. Ίσως όντως ο Σημαδεμένος να έχει ήδη επισκεφτεί την Πολιτάρχη της Κουρασμένης.»

«Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος...» μούγκρισε ο Αλέξανδρος.

Όταν είδαν ότι η Αστυνομία οδήγησε τον στρατό του Βόρκεραμ σε μια μάντρα και τον άφησε να καταυλιστεί εκεί, ο Αλέξανδρος έκανε να πατήσει τα πλήκτρα πάνω στον πομπό της Μιράντας που ήταν πιασμένος στην κονσόλα του φορτηγού τους.

«Όχι,» είπε εκείνη, «μη.»

«Παρακολουθούν τις τηλεπικοινωνίες;»

Τα πιάνει αμέσως ο κύριος Πανιστόριος, παρατήρησε η Μιράντα, υπομειδιώντας. Είναι και η δουλειά του τέτοια, βέβαια... «Ναι.»

«Γαμήσου...» Σταύρωσε τα χέρια μπροστά του, ατενίζοντας μες στη νύχτα. «Οι Αδελφές σου θα το προσέξουν;»

«Υποθέτω.»

«Τότε θα μας καλέσει ο Βόρκεραμ. Η μάγισσα των Εκλεκτών μπορεί να προστατέψει τηλεπικοινωνίες από παρακολούθηση.»

Σε λίγο ο πομπός της Μιράντας κουδούνισε, και η μικρή οθόνη του έδειχνε ότι ήταν ο Βόρκεραμ-Βορ που καλούσε.

«Βλέπεις;» είπε ο Αλέξανδρος. Και ρώτησε: «Τι σου λέει η Πόλη; Να απαντήσουμε, ή όχι;»

«Να απαντήσουμε.» Πάτησε το κουμπί της αποδοχής.

«Μιράντα;» ακούστηκε η φωνή του Βόρκεραμ.

«Εδώ είμαστε, αρχηγέ.»

«Παρακολουθούν τις τηλεπικοινωνίες μας–»

«Το ξέρω.»

«–αλλά μη φοβάσαι: η Ζιλκάμα’μορ λέει πως έχει προστατέψει αυτή τη συγκεκριμένη τηλεπικοινωνία με τη μαγεία της.»

«Κι αυτό το βλέπω.»

Ακούστηκε να γελά. «Με τίποτα δεν μπορούμε να σ’αιφνιδιάσουμε!» Και είπε: «Καλύτερα να μη μας πλησιάσετε απόψε, Μιράντα. Μπορεί να σας θεωρήσουν ύποπτους. Μείνετε κάπου κοντά – και μην επιχειρήσετε εσείς να μας καλέσετε τηλεπικοινωνιακά.»

«Μην ανησυχείς γι’αυτό,» αποκρίθηκε ο Αλέξανδρος. «Τους είπες ποιοι είμαστε; Τους είπες ότι θέλουμε να μιλήσουμε στην Πολιτάρχη τους;»

«Ναι.»

«Και τι απάντησαν;»

«Ότι θα την ενημερώσουν, απόψε κιόλας, για την παρουσία μας. Αλλά εν τω μεταξύ δεν μπορούμε να περιφερόμαστε ανεπιτήρητοι μέσα στη συνοικία, για λόγους ασφαλείας.»

«Ίσως ο Σημαδεμένος να ήρθε εδώ πριν από εμάς, Βόρκεραμ.»

«Ή ίσως απλά – και δικαιολογημένα – να φοβούνται τους περιφερόμενους στρατούς. Δεν είναι τόσο παράλογο. Και ούτε ο στρατός μας είναι τόσο μικρός.»

«Τέλος πάντων. Πρόσεχε ουρές του Σκοτοδαίμονος.»

«Όπως πάντα.»

«Τι λένε οι Αδελφές μου;» ρώτησε η Μιράντα.

«Σε χαιρετάνε,» ακούστηκε η φωνή της Φοίβης.

Η Μιράντα μειδίασε. «Καλό βράδυ.»

«Θα προσπαθήσουμε,» είπε η Νύφη του Χάροντα.

Ο Βόρκεραμ ρώτησε: «Θέλετε κάτι άλλο να μου πείτε;»

«Τίποτα για την ώρα,» αποκρίθηκε ο Αλέξανδρος. «Κάλεσέ μας πάλι το πρωί.»

«Ναι,» συμφώνησε η Μιράντα. «Κάλεσέ μας το πρωί.»

«Καλώς,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ, και τερμάτισε την τηλεπικοινωνία.

*

Βρήκαν ένα πανδοχείο όχι και πολύ μακριά από τη μεγάλη μάντρα όπου ήταν καταυλισμένος ο στρατός του Βόρκεραμ-Βορ. Δεν ήταν άσχημο, αλλά ούτε και τίποτα το ιδιαίτερο. Η Μιράντα οδηγήθηκε εκεί από τα πολεοσημάδια που της έδειχναν ποιος ήταν ο πιο ασφαλής τόπος διανυκτέρευσης σε τούτες τις γειτονιές. Το φορτηγό με τους Φίλους το άφησαν στο γκαράζ του πανδοχείου, όμως όχι τελείως αφύλαχτο. Η Θυγατέρα της Πόλης, προτού βγουν, ύφανε μια Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως σ’όλη την εσωτερική περιφέρειά του οχήματος, έτσι ώστε αν κάποιος, μες στη νύχτα, άνοιγε τις πόρτες και έμπαινε, το μυαλό της αμέσως θα την ειδοποιούσε σαν καμπάνες να είχαν κουδουνίσει. Χρειάστηκε κανένα τέταρτο εντατικής αυτοσυγκέντρωσης για να ολοκληρώσει τη μαγγανεία, κι εν τω μεταξύ ένας φύλακας του γκαράζ ήρθε για να ρωτήσει απ’το παράθυρο αν είχαν κανένα πρόβλημα, αν ήθελαν καμιά βοήθεια. Ο Αλέξανδρος τού απάντησε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα: «κάτι ελέγχουμε στους εσωτερικούς μηχανισμούς μας· μην απασχολείσαι.»

Η Μιράντα είχε ήδη πει στους Φίλους να κρυφτούν, οπότε όταν η μαγική δουλειά της ολοκληρώθηκε εκείνη κι ο Αλέξανδρος βγήκαν από το φορτηγό, έκλεισαν δωμάτιο στο πανδοχείο (χωρίς να χρειαστεί να δείξουν ταυτότητες· δεν τους ζητήθηκε), και ανέβηκαν εκεί έχοντας ήδη πάρει φαγητό μαζί τους από μια καντίνα.

Το κρεβάτι ήταν χάλια, νόμιζε ο Αλέξανδρος, αλλά η Μιράντα ήταν υπέροχη ξαπλωμένη δίπλα του. Είχε χρόνια να αισθανθεί έτσι με κάποια – από μικρός – και βρήκα μια από τις χειρότερες τώρα... σκέφτηκε, ξέροντας πως ποτέ δεν θα μπορούσαν να μείνουν μαζί για πολύ. Ήταν Θυγατέρα της Πόλης: τελικά θα έφευγε από κοντά του. Ήταν αναπόφευκτο. Εκείνη, άραγε, πώς αισθανόταν; Τον πηδούσε μόνο για πλάκα; Πόσους άντρες είχε γνωρίσει στη μακροχρόνια ζωή της; Πόσους είχε εγκαταλείψει;

Δεν έχει σημασία, σκέφτηκε ο Αλέξανδρος. Τώρα είναι εδώ. Φίλησε τον ώμο της, καθώς ήταν δίπλα του, και ύστερα τον πήρε ο ύπνος.

Το πρωί, ο Βόρκεραμ-Βορ δεν τους κάλεσε αμέσως, κι ο Αλέξανδρος αισθανόταν ανήσυχος.

«Πάμε να δούμε τι γίνεται στο μαντρί τους;» πρότεινε, βηματίζοντας ξυπόλυτος μες στο δωμάτιο, καπνίζοντας, με την έκφρασή του ουδέτερη.

Η Μιράντα είχε μόλις επιστρέψει από κάτω μαζί με δύο καφέδες κι ένα σάντουιτς μακρύ σαν μπαστούνι για να δέρνεις κόσμο. «Θα μας καλέσει. Δε νομίζω ότι έχει συμβεί τίποτα άσχημο.» Του έδωσε το ένα χάρτινο ποτήρι.

«Μπορείς να το ‘διαβάσεις’; Από εδώ που είμαστε δεν φαίνεται καν η μάντρα τους!»

«Δε μπορώ να το ‘διαβάσω’, αλλά αν κάτι άσχημο είχε συμβεί ο Βόρκεραμ θα μας είχε καλέσει. Δε θα τ’άφηνε έτσι.» Δάγκωσε τη μια άκρη του μπαστουνιού, κι έστρεψε την άλλη προς τη μεριά του Αλέξανδρου.

«Για όνομα του Κρόνου, γιατί δεν τα κάνουν πιο μικρά;» είπε εκείνος, δαγκώνοντάς την. «Ξέρεις, για ανθρώπους, όχι για γίγαντες της Βίηλ.»

Η Μιράντα έκοψε στη μέση το μακρύ σάντουιτς. Ήπιε μια γουλιά απ’τον καφέ της.

Ο πομπός της κουδούνισε επάνω στο κομοδίνο. «Για φαντάσου...»

Ο Αλέξανδρος τον πλησίασε αμέσως, κοιτάζοντας τη μικρή οθόνη. «Ο Βόρκεραμ,» παρατήρησε.

«Για φαντάσου,» είπε πάλι η Μιράντα.

«Ν’απαντήσω;»

«Ναι.»

Ο Αλέξανδρος απάντησε. «Έλα· τι γίνεται;»

«Καλημέρα και σ’εσένα,» είπε η φωνή του Βόρκεραμ. «Όλα εντάξει;»

«Μέχρι στιγμής. Είμαστε σ’ένα πανδοχείο. Περιμένουμε.»

«Κι εμείς περιμένουμε. Ελπίζω η Πολιτάρχης να μην αργήσει να μας δεχτεί. Κι όταν έρθει η ώρα, καλύτερα νάσαι εδώ. Μπορεί να σε φέρει η Μιράντα κρυφά;»

«Μπορεί,» δήλωσε η Μιράντα. «Ερχόμαστε.»

«Καλώς.»

Έφυγαν από το πανδοχείο και η Θυγατέρα οδήγησε προς τον χώρο όπου ήταν καταυλισμένος ο στρατός του Βόρκεραμ, κοιτάζοντας τα σημάδια της Πόλης με μεγάλη προσοχή, θέλοντας να αποφύγει τελείως την παρατήρηση της Αστυνομίας της Κουρασμένης, που είχε αρκετές δυνάμεις της στην περιοχή – και όχι όλες φανερές. Κυκλοφορούσαν κάμποσοι μυστικοί πράκτορες που, όμως, για τα μάτια μιας έμπειρης Θυγατέρας δεν ήταν και τόσο μυστικοί. Ξεχώριζαν από τους απλούς κατοίκους και περαστικούς όπως ένας άνθρωπος ντυμένος με κάπα και κουκούλα ξεχωρίζει μέσα σ’ένα πλήθος από ανθρώπους ντυμένους με εσώρουχα.

Η Μιράντα σταμάτησε, τελικά, το φορτηγό της κάτω από μια μεγάλη πέτρινη σκάλα στο πλάι μιας βιομηχανίας. Το εργοστάσιο λειτουργούσε επί του παρόντος, καθότι πρωί, αλλά κανείς δεν ήταν από τούτη την πλευρά. Το μέρος ήταν ήσυχο, και γεμάτο σκουπίδια και απόβλητα. Η οσμή δεν ήταν ευχάριστη.

Η Μιράντα άνοιξε την πόρτα της και βγήκε.

Ο Αλέξανδρος την ακολούθησε. «Βρίσκεις, όμως, κάτι καταπληκτικά μέρη,» σχολίασε σουφρώνοντας τη μύτη του, με ουδέτερη όψη κατά τα άλλα.

«Αυτό είναι το πιο ασφαλές μέρος εδώ κοντά, γκρινιάρη.»

Άρχισαν να βαδίζουν, αφήνοντας πίσω τους το φορτηγό με τους Φίλους. «Θα με κάνεις αόρατο τώρα; Μ’αυτό τον Δρόμο της Εξαφάνισης που χρησιμοποίησες για να μπεις στη φυλακή της Φοίβης;»

«Δε νομίζω ότι θα αποδειχτεί απαραίτητο.»

«Δεν παρατηρούν τον περίβολο;»

«Δε νομίζω ότι η παρατήρησή τους είναι τόσο παρανοϊκή ώστε να μην παρουσιάζει τρύπες.»

«Τρύπες;»

«Ανοίγματα. Κενά.»

Ο κόσμος που βλέπει εκείνη δεν είναι ο ίδιος που βλέπω εγώ, θύμισε στον εαυτό του ο Αλέξανδρος.

Πλησιάζοντας τον καταυλισμένο στρατό του Βόρκεραμ, κρύφτηκαν στο πλάι ενός οικοδομήματος κι έμειναν ακίνητοι, στις σκιές. Η Μιράντα παρατηρούσε, αμίλητη, για κάποια ώρα. Ύστερα είπε: «Έλα!» κι ο Αλέξανδρος την ακολούθησε καθώς έτρεχε προς τον μαντρότοιχο από παλιό σύρμα και παλιά ξύλα. Δεν χρειάστηκε καν να τον σκαρφαλώσουν (όχι πως θα ήταν δύσκολο· απλά επικίνδυνο μην καταρρεύσει από κάτω τους, έκρινε ο Αλέξανδρος): είχε μια τρύπα απ’την οποία, αν έσκυβες και δεν ήσουν χοντρός, μπορούσες άνετα να περάσεις. Κανένας απ’τους δυο τους δεν ήταν χοντρός, και ήταν κι οι δύο ευέλικτοι. Δεν είχαν το παραμικρό πρόβλημα.

«Μπήκαμε χωρίς να μας δουν;» ρώτησε ο Αλέξανδρος καθώς βρίσκονταν τώρα ανάμεσα στις σκηνές και στα οχήματα του στρατού.

Η Μιράντα γέλασε κοφτά. «Ούτε οι μαχητές του Βόρκεραμ δεν μας είδαν. Μόνο οι Αδελφές μου ίσως να πρόσεξαν κάτι.»

Αλλά ούτε αυτές δεν είχαν προσέξει τίποτα. Ή, μάλλον, η Ολντράθα. Η Φοίβη ίσως και να τους είχε διακρίνει (δεν φάνηκε καθόλου ξαφνιασμένη), όμως δεν το είπε όταν η Μιράντα κι ο Αλέξανδρος τις πλησίασαν εκεί όπου κάθονταν, κοντά στον Βόρκεραμ-Βορ, τη Φοριντέλα-Ράο, τον Μάικλ Παγοθραύστη, τον Αλεξίσφαιρο Άβαντα, και την Ευμενίδα Νοράλνω.

«Καλώς τους,» χαιρέτησε ο αρχηγός των Εκλεκτών.

«Αν η Αστυνομία σάς είδε καθώς πλησιάζατε,» είπε η Ευμενίδα, «ίσως να έχουμε να–»

«Κανείς δεν μας είδε,» τη διαβεβαίωσε η Μιράντα.

Εκείνη συνοφρυώθηκε, αγέλαστη ως συνήθως.

«Τα Εκτρώματα πού τα έχετε αφήσει;» θέλησε να μάθει ο Βόρκεραμ.

«Τους Φίλους, εννοείς,» τον διόρθωσε ο Αλέξανδρος.

«Τι;»

Ο Αλέξανδρος εξήγησε: «Αποφασίσαμε να τους δώσουμε ένα πιο... φιλικό όνομα.»

«Και τα λέτε ‘Φίλους’ τώρα;»

«Ναι. Καλύτερα από ‘Εκτρώματα’, δε νομίζεις;»

«Τέλος πάντων. Πού είναι;»

«Εδώ κοντά, μες στο φορτηγό,» είπε η Μιράντα. «Σε αρκετά ασφαλές μέρος.»

«Μπορείς να τους φέρεις σ’εμάς;»

Κούνησε το κεφάλι της. «Κρυφά όχι.»

«Θα έρθεις μαζί μας όταν πάμε να μιλήσουμε στην Οβορμάνδω, ή θα μείνεις πίσω για να τους φυλάς;»

«Δε μπορώ να τους αφήσω εκεί όπου σταμάτησα το φορτηγό. Το μέρος είναι ασφαλές αλλά όχι και τόσο ασφαλές.»

«Καλύτερα να είσαι μαζί μας, όμως, Μιράντα,» τόνισε η Ολντράθα.

Αναμενόμενη αντίδραση από σένα, Αδελφή μου, σκέφτηκε η Μιράντα.

Ο Βόρκεραμ τής είπε: «Ό,τι νομίζεις εσύ.»

«Θα έρθω,» αποκρίθηκε η Μιράντα. «Αλλά πρώτα θα πάω τα Εκτ– τους Φίλους σε πιο ασφαλές μέρος.» Και απομακρύνθηκε, χάθηκε μες στον καταυλισμό του στρατού. Έφυγε από τον μαντρωμένο χώρο χωρίς κανείς να τη δει, σαν φάντασμα της Πόλης.

Ο Αλέξανδρος έμεινε, φυσικά, με τον Βόρκεραμ και τους άλλους, κι άρχισαν να συζητούν για την κατάσταση – κυρίως για τις υποψίες τους σχετικά με το αν ο Σημαδεμένος είχε περάσει από εδώ. Ο Όρπεκαλ-Λάντι δεν άργησε νάρθει κοντά τους· πιο πριν πρέπει να ήταν με τη γυναίκα του ή με τους άλλους Β’ Κατωρίγιους πολιτικούς, υπέθετε ο Πανιστόριος.

Ενώ μιλούσαν – λέγοντας χίλια-δύο χωρίς να λένε τίποτα το ουσιώδες τόση ώρα, νόμιζε ο Αλέξανδρος – η Μιράντα εμφανίστηκε ξαφνικά ανάμεσά τους. Κυριολεκτικά εμφανίστηκε. Πρώτα, μια σκιά επάνω στον ίδιο τον αέρα (!), η οποία στερεοποιήθηκε, και μετά έγινε η γνωστή, μελαχρινή, λευκόδερμη Θυγατέρα.

«Μα τον Κρόνο!» αναφώνησε ο Όρπεκαλ, αναπηδώντας. «Τι στα... στα μυαλά του Σκοτοδαίμονος;»

Ο Αλέξανδρος γελούσε.

«Κάνουμε φιγούρα, Αδελφή μου;» είπε η Φοίβη, με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά της, καθώς είχε τον ώμο της ακουμπισμένο στο πλάι του εξάτροχου μεταβαλλόμενου οχήματος των Εκλεκτών.

«Το θεώρησα πιο ασφαλές να έρθω από τον Δρόμο της Εξαφάνισης,» αποκρίθηκε η Μιράντα. «Ήθελα, επιπλέον, να τον ξαναδοκιμάσω.»

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του Βόρκεραμ κουδούνισε, τότε, και ήταν ο Γραμματέας της Πολιτάρχη της Κουρασμένης που καλούσε. Ήθελε να πει στον κύριο Βόρκεραμ-Βορ και τα άλλα δύο μέλη της Τριανδρίας ότι η Εξοχότατη τούς προσκαλούσε να την επισκεφτούν στο Πολιτικό Μέγαρο. Ήταν εκεί και τους περίμενε.

Η Μιράντα δεν μπόρεσε παρά να το θεωρήσει πολεοτύχη που είχε επιστρέψει επάνω στη στιγμή που έγινε αυτή η τηλεπικοινωνιακή κλήση.

Ήταν μια ώρα πριν από το μεσημέρι.

/8\

Δύο Θυγατέρες, καθοδηγημένες από την Πόλη, κατευθύνονται νότια, ενώ επιτήδειοι, μαζί με μια άλλη Θυγατέρα, περνάνε τα σύνορα μιας φτωχικής συνοικίας, και ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος μιλά με ακόμα έναν πολιτάρχη· τα σημάδια που έχουν αφήσει δύο περιπλανώμενα πλήθη εξακολουθούν να είναι πολύ έντονα στη μνήμη της Πόλης...

Η Νορέλτα-Βορ και η Άνμα δεν άργησαν να ξεκινήσουν. Μόλις έφεξε, έβαλαν τους τροχούς του φορτηγού τους σε κίνηση, με τη δεύτερη πάλι στο τιμόνι. Τα νερά ήταν ακόμα πολλά στους δρόμους της Επιγεγραμμένης, από τη σύντομη, άγρια βροχή που είχε ρίξει λίγο προτού ξημερώσει, και οι λάσπες ήταν περισσότερες. Η συνοικία ήταν φτωχική γύρω τους και το φώναζε: ούτε οχήματα δεν έβλεπες εκτός από τα δημόσια – λεωφορεία, τρένα – τα ιδιωτικά ήταν πολύ ακριβά για τους κατοίκους, κι επομένως σπάνια. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν, όμως, κάμποσα ζώα που χρησιμοποιούνταν ως υποζύγια: θηρία εισαγμένα από άλλες διαστάσεις: άλογα, βόδια, γιγαντόλυκοι, τριχόσαυρες, λυκόχοιροι, ελέφαντες. Ή τα καβαλούσαν ή τα έβαζαν να τραβάνε κάρα και άμαξες – κάτι που, κανονικά, δεν συνέβαινε στη Ρελκάμνια. Η παρουσία ζώων για τέτοιες δουλειές ήταν σημάδι μεγάλης φτώχειας. Και η συντήρηση των οικοδομημάτων και των δρόμων της συνοικίας επιβεβαίωνε τη φτώχεια της, καθώς και η αμφίεση των ανθρώπων.

Σε μια πλατεία, από την οποία πέρασαν οι δύο Θυγατέρες, ορθωνόταν ένας ψηλός και πλατύς τοίχος με γραφές λαξεμένες επάνω του και παράξενα πολεοσημάδια γύρω του. Η Νορέλτα υπολόγιζε ότι στο ύψος ξεπερνούσε τα είκοσι μέτρα και στο πλάτος τα πέντε. «Ο Επιγεγραμμένος Τοίχος...» μουρμούρισε, γιατί δεν μπορεί να ήταν τίποτ’ άλλο.

«Ναι,» ένευσε η Άνμα. «Και δεν είναι ψέμα ότι οι γραφές επάνω του αλλάζουν, με τον καιρό. Είναι το Στόμα της Ατέρμονης Πολιτείας.»

«Τι γραφούν; Τις έχεις διαβάσει;»

«Μια φορά είχα πλησιάσει για να τις κοιτάξω από κοντά, αλλά δεν έβγαζα κανένα νόημα. Λένε πως πρέπει νάχεις τη 'χάρη του Κρόνου’ για να τις καταλάβεις.» Μόρφασε. «Μάλλον δεν την είχα.» Γέλασε.

Ανάμεσα από τα κακοδιατηρημένα οικοδομήματα της Επιγεγραμμένης είδαν τον μεγάλο Ναό του Κρόνου να ορθώνεται: μια γιγάντια πυραμίδα με πορφυρή γυάλινη σφαίρα στην κορυφή, η οποία φώτιζε.

«Γιατί δεν έπιασες την Αλάθευτη Οδό, Αδελφή μου;» ρώτησε η Νορέλτα, ρίχνοντας μια ματιά στον παλιό χάρτη που είχαν βρει μέσα σ’ένα ντουλαπάκι του φορτηγού. «Την προσπέρασες και κατευθύνεσαι νότια, σωστά; Ενώ θα μπορούσες να κατευθύνεσαι νότια ακολουθώντας την.»

Η Άνμα ένευσε, και συνοφρυώθηκε. «Δεν ξέρω,» παραδέχτηκε. «Είναι σαν... Δεν ξέρω. Μα την Πόλη! Είναι... Τώρα που το λες, ήταν σαν... ήταν όπως τότε που πρωτοσυναντήσαμε τον Βόρκεραμ – που τον σώσαμε από τους δολοφόνους της Κορίνας.»

«Εγώ δεν έχω προσέξει κάτι το τόσο παράξενο...»

«Ούτε εγώ, αλλά... δεν ξέρω γιατί – ακολούθησα αυτούς τους δρόμους και όχι την Αλάθευτη Οδό. Ίσως έτσι να πλησιάζουμε τον Βόρκεραμ πιο γρήγορα.»

Η Νορέλτα κοίταξε τον χάρτη της. «Ούτως ή άλλως προς Επίστρωτη πηγαίνουμε,» παρατήρησε. «Αλλά, υποθέτω, για να σε οδήγησε η Πόλη προς τα δυτικά, ο Βόρκεραμ μάλλον δεν είναι στη Σκορπιστή–»

«Λίγο απίθανο να ήταν στη Σκορπιστή για να κάνει αυτή τη συμμαχία που θέλει, Αδελφή μου.»

«–ούτε στην Καλόπραγη. Επομένως, ίσως νάναι στην Επίστρωτη ή στην Αμφίνομη, ή στη Βαθμιδωτή.»

«Η Σκορπιστή είναι πολύ πιθανό να συμμαχήσει με τον Αλυσοδεμένο Ποιητή, τώρα που το σκέφτομαι,» συνέχισε η Άνμα.

«Ολόκληρη η συνοικία; Μαζί του;»

«Είναι γεμάτη συμμορίες, Αδελφή μου. Δεν υπάρχει πολιτάρχης, δεν υπάρχει καμιά κεντρική αρχή. Πάω στοίχημα πως πολλοί απ’τους συμμορίτες, αν όχι όλοι, θα θέλουν να μπουν στους στρατούς του Ποιητή.»

«Μην είσαι και τόσο σίγουρη.»

«Νομίζεις ότι δεν ξέρω καλά την πατρίδα μου; Από εκεί είμαι, Νορέλτα, δεν σου έχω πει; Εκεί γεννήθηκα, μέσα σε μια συμμορία που λέγεται Οδοκράχτες, κι ακόμα υπάρχει και είναι μεγάλη και δυνατή. Αλλά, όταν ήμουν μικρή ακόμα, μ’άρπαξαν οι Ανθρωποκλέφτες και με πήραν μακριά· με κρατούσαν φυλακισμένη για να με πουλήσουν ως δούλα: και τότε ήταν που ξύπνησε το σημάδι μου, και τους έκανα να μετανιώσουν που έκλεψαν μια Θυγατέρα της Πόλης. Δυστυχώς, οι κωλοπούστηδες εξακολουθούν να υπάρχουν. Δεν έχω ακόμα βρει τρόπο να τους σβήσω απ’το πρόσωπο της Πόλης. Είναι πάνω της σαν κακό σπυρί, οι γαμιόληδες της φάρας του Σκοτοδαίμονος! Ούτε ο Ανθοτέχνης δεν θα τους ήθελε μαζί του αυτούς τους πούστηδες, είμαι σίγουρη. Ούτε ο Ζιλμόρος, ίσως, ο Σκοταδιστής!»

«Μη βάζεις στοίχημα γι’αυτό το τελευταίο.»

Η Άνμα μούγκρισε. «Ναι, μπορεί νάχεις δίκιο...»

Οι δύο Θυγατέρες της Πόλης δεν άργησαν να φτάσουν στα νότια σύνορα της Επιγεγραμμένης και να περάσουν στην Επίστρωτη, αφήνοντας πίσω τους τη φτωχική συνοικία με τον ιερό τοίχο.

Και την ίδια ώρα περίπου, από τα βορειοανατολικά σύνορα της Επιγεγραμμένης έμπαιναν οι άνθρωποι του Βάρνελ-Αλντ, ερχόμενοι από τη Β’ Κατωρίγια Συνοικία, καβαλώντας δίκυκλα και μινιπλάνα, ή μέσα σε κλειστά οχήματα.

Χτες, ο Βάρνελ είχε συζητήσει με τη Τζέσικα και είχε αποφασίσει ότι δεν μπορούσε να καθυστερήσει άλλο το σχέδιό του σχετικά με την Επιγεγραμμένη. Αν ήταν να οπλίσουν κάποιους από τους κατοίκους της για να επιτεθούν στη Φιλήκοη, έπρεπε να ξεκινήσουν από τώρα. Το γεγονός ότι η Κορίνα έλειπε δεν θα άλλαζε πολύ τον τρόπο δράσης του Βάρνελ. Απλώς δεν θα είχε την καθοδήγησή της.

Σήμερα, λοιπόν, έστειλε ανθρώπους του στην Επιγεγραμμένη, και μαζί τους πήγε και η Τζέσικα. Καβαλούσε τώρα ένα μινιπλάνο, με τα μακριά ξανθά μαλλιά της να τινάζονται ατίθασα πίσω της, ενώ ο Αστρομάτης φτερούγιζε από πάνω της. Ο Βάρνελ-Αλντ δεν είχε έρθει· θα ερχόταν αργότερα, ίσως, αν η παρουσία του ήταν όντως απαραίτητη. Και εν τω μεταξύ, βέβαια, θα βρισκόταν σε τηλεπικοινωνιακή επαφή με τους απεσταλμένους του.

Η δουλειά τους ήταν να απλωθούν μέσα στην Επιγεγραμμένη αρχίζοντας να κάνουν προτάσεις στους κατοίκους της να γίνουν μισθοφόροι του νέου Πολιτάρχη της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Θα τους έλεγαν πως θα τους προσφέρονταν όπλα και πανοπλίες – δωρεάν από τον κύριο Βάρνελ-Αλντ – και κάποια οχήματα επίσης· και η πληρωμή θα ήταν εξαιρετική – μισθός που οι κάτοικοι της Επιγεγραμμένης, κανονικά, δεν έβλεπαν ούτε στον ύπνο τους (αλλά, στην πραγματικότητα, εξευτελιστικός για μισθοφορικές δουλειές· κανένας μισθοφόρος που σεβόταν τον εαυτό του δεν θα πληρωνόταν τόσο λίγα· και ούτε κατά διάνοια δεν θα πολεμούσε για τόσο λίγα).

Επικεφαλής της αποστολής ήταν ο Κίρκος Λιγνοπόδης, ένας μισθοφόρος από τη Μεγαλοδιάβατη, αρχηγός των Φονικών Τροχών, που είχαν πολεμήσει για τον Βάρνελ-Αλντ και στην Α’ Ανωρίγια εναντίον της Ραλτάνα-Ορν, όταν ο Αλυσοδεμένος Ποιητής προσπαθούσε να κατακτήσει τη συνοικία. Οι Φονικοί Τροχοί μάχονταν επάνω σε θωρακισμένα δίκυκλα – ένας οδηγός κι ένας πυροβολητής πάνω στο καθένα – που εκατέρωθεν είχαν από μια ρουκέτα, αρκετά ισχυρή για να τρυπήσει τη θωράκιση ακόμα και αρμάτων μάχης. Αλλά αυτοί δεν ήταν οι μόνοι άνθρωποι που είχε στείλει ο Βάρνελ-Αλντ· ήταν κι άλλοι μισθοφόροι μαζί τους, καθώς και κάποιοι συμμορίτες.

Η Τζέσικα θα τους υποβοηθούσε διαβάζοντας τα σημάδια της Πόλης. Ο Βάρνελ δεν είχε πει στον Κίρκο Λιγνοπόδη τι ακριβώς ήταν η Θυγατέρα της Πόλης – αμφέβαλλε ότι θα τον πίστευε, ούτως ή άλλως – αλλά του είχε τονίσει πως ήταν έμπιστή του και πως πάντα, πάντα, όφειλε να παίρνει πολύ σοβαρά τις προτάσεις της, ακόμα κι αν του έμοιαζαν λιγάκι παράλογες.

«Εντάξει, Άρχοντά μου,» είχε αποκρίθηκε ο Κίρκος, «κανένα πρόβλημα. Εγώ, όπως σας είπα, δεν τις ξέρω αυτές τις γειτονιές εξάλλου· δεν έχω ξαναπάει στην Επιγεγραμμένη. Αν πιστεύετε ότι κάποιος άλλος θα ήταν καλύτερος για αρχηγός της αποστολής–»

«Όχι,» τον είχε διακόψει ο Βάρνελ. «Είσαι τέλειος για τη δουλειά. Κι αν θες να ρωτήσεις κάτι για την Επιγεγραμμένη, μπορείς να το ρωτήσεις από τη Τζέσικα. Γνωρίζει πολλά.»

Έχοντας περάσει τώρα τα σύνορα χωρίς κανείς να τους εμποδίσει, ο Κίρκος σταμάτησε το δίκυκλό του σε μια γωνία, κάνοντας νόημα και στους υπόλοιπους να σταματήσουν. Ήταν ο μόνος από τους Φονικούς Τροχούς που δεν καβαλούσε το όχημά του μαζί με άλλον, και το δικό του δίκυκλο, εκτός από θωρακισμένο, ήταν και οπλισμένο με δύο πυροβόλα – ένα δεξιά κι ένα αριστερά, πάνω απ’τις ρουκέτες του.

Ο Κίρκος έστρεψε το κρανοφόρο κεφάλι του προς τη Τζέσικα που καθόταν στο μινιπλάνο της και ο Αστρομάτης γαντζωνόταν στον ώμο του πέτσινου πανωφοριού της. «Προς τα πού τώρα;» ρώτησε ο μισθοφόρος.

Η Τζέσικα γέλασε και ατένισε τα πολεοσημάδια. Φτώχεια, σκέφτηκε, μιζέρια, παρακμή... Τέλειο μέρος για να μαζέψεις, κόσμο! Χα-χα-χα-χα-χα... «Ελάτε!» είπε, και έδωσε ώθηση στο μινιπλάνο της.

Ο Κίρκος Λιγνοπόδης την ακολούθησε, και οι υπόλοιποι ακολούθησαν εκείνον.

*

Ο Γουίλιαμ για πρώτη φορά είχε αισθανθεί να διστάζει να πλησιάσει τον πολιτάρχη μιας συνοικίας που ήθελε να προειδοποιήσει για την απειλή της Σκοτεινής Τριανδρίας. Φοβόταν ότι μπορεί η Τριανδρία να είχε ήδη μιλήσει στον Νικόλαο Νιρβάλζω, τον Πολιτάρχη της Αμφίνομης. Φοβόταν ότι ίσως ακόμα και να συναντούσε αυτούς τους καταραμένους σφετεριστές – τον απεχθή συκοφάντη Όρπεκαλ-Λάντι, τον άθλιο προδότη Αλέξανδρο Πανιστόριο, και τον αδίστακτο μισθοφόρο Βόρκεραμ-Βορ. Ωστόσο, ύστερα από κάποια ώρα σκέψης, τσαντίστηκε με τον εαυτό του. Τσαντίστηκε με τον φόβο του. Δεν μπορούσε ν’αφήσει τον φόβο να τον κυριαρχήσει! Δεν μπορούσε να τον αφήσει να τον παραλύσει!

Θα βοηθούσε αν η Κορίνα ήταν εδώ, αν είχε κάποια συμβουλή να του δώσει. Αλλά η Κορίνα δεν ήταν εδώ – είχε εξαφανιστεί, η καταραμένη, παράξενα όπως είχε εμφανιστεί – και ο Γουίλιαμ δεν μπορούσε να την περιμένει. Αν την περίμενα θα ήμουν ακόμα στη Ρόδα ενώ οι σφετεριστές θα συνεχίζουν τα σχέδιά τους ανεξέλεγκτοι!

Το απόγευμα, καθώς σουρούπωνε, απομάκρυνε τον φόβο του και πήγε στο Πολιτικό Μέγαρο της Αμφίνομης, ζητώντας να συναντήσει τον κύριο Νικόλαο Νιρβάλζω, δηλώνοντας ποιος ήταν–

(Δεν θα έκρυβε το όνομά του! Όχι, φυσικά! Δεν θα το έκρυβε! Είχε το δίκιο με το μέρος του. Ακόμα κι ο ίδιος ο Κρόνος όφειλε να είναι μαζί του!)

–και λέγοντας πως ήθελε να του μιλήσει για ένα επείγον θέμα. Επείγον. Αφορούσε την ασφάλεια ολάκερης της Αμφίνομης, καθώς και άλλων συνοικιών. Ο Πολιτάρχης έπρεπε να τον δει όσο το δυνατόν ταχύτερα!

Και ο Πολιτάρχης, πράγματι, δεν άργησε να τον καλέσει. Σήμερα το πρωί ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος, μην έχοντας κοιμηθεί και πολύ τη νύχτα–

(Ανησυχούσε, φοβούμενος ότι μπορεί οι άθλιοι σφετεριστές να έστελναν ακόμα και δολοφόνους για να τον σκοτώσουν μες στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Και είχε προστάξει, ασφαλώς, τον Μαρκ Τζακ και τους μισθοφόρους του να βρίσκονται σε συνεχή επιφυλακή.)

–δέχτηκε μια κλήση στον τηλεπικοινωνιακό πομπό του. Ήταν από τη Γραμματέα του Πολιτάρχη της Αμφίνομης, η οποία του είπε πως ο Εξοχότατος τον περίμενε στο Πολιτικό Μέγαρο.

«Θα είμαι εκεί μέσα στην ώρα,» δήλωσε ο Γουίλιαμ.

Και τώρα βρισκόταν στο γραφείο του Νικόλαου Νιρβάλζω, εξηγώντας του τον λόγο για τον οποίο ήταν εδώ. Λέγοντάς του πώς η Σκοτεινή Τριανδρία είχε σφετεριστεί την εξουσία του στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία και πώς τώρα σχεδίαζε να σφετεριστεί τις εξουσίες πολύ περισσότερων πολιταρχών της Ατέρμονης Πολιτείας. «Τους είδα να διασχίσουν τους δρόμους σας, κύριε Νιρβάλζω. Ήταν εδώ· ίσως να είναι ακόμα εδώ. Σας έχουν μιλήσει;»

Ο Πολιτάρχης της Αμφίνομης έδειχνε πολύ προβληματισμένος από όσα άκουγε. Είχε τα χέρια του πλεγμένα πάνω από την ξύλινη επιφάνεια του γραφείου του και το σαγόνι του ακουμπισμένο στους τεντωμένους δείκτες τους. Τα φρύδια του ήταν σμιγμένα. Τώρα, πήρε το σαγόνι του από τα δάχτυλά του, έλυσε τα χέρια του, και είπε: «Ναι, κύριε Σημαδεμένε, μου έχουν μιλήσει...»

«Ελπίζω να μην τους πιστέψατε. Είναι σφετεριστές, κακούργοι, και απατεώνες.»

Ο Νικόλαος Νιρβάλζω έσμιξε τα χείλη. «Οι προθέσεις τους δεν μου φάνηκαν τόσο κακές.»

«Δε μπορεί να σοβαρολογείτε!»

«Μου είπαν ότι σκοπός τους είναι να σχηματίσουν μια συμμαχία ώστε να αντιμετωπιστεί η απειλή του Αλυσοδεμένου Ποιητή–»

Ο Γουίλιαμ γέλασε. «‘Η απειλή του Αλυσοδεμένου Ποιητή’... Αυτή είναι η πρόφαση, κύριε Νιρβάλζω, όπως σας εξήγησα. Ο Κάδμος Ανθοτέχνης δεν παρουσιάζει τόσο μεγάλη απειλή όσο λένε, και σίγουρα όχι για τη δική σας συνοικία, μακριά από τον Ριγοπόταμο. Οι στρατοί του είναι αποδυναμωμένοι.»

«Αποδυναμωμένοι; Μα, κατέκτησαν τη συνοικία σας, κύριε–»

«Γι’αυτό ακριβώς είναι αποδυναμωμένοι, κύριε Νιρβάλζω.» Και του εξήγησε ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες του, ο Αλυσοδεμένος Ποιητής δεν μπορούσε να συνεχίσει να κάνει κατακτήσεις προς τα νότια.

Ο Νικόλαος, καθώς τον άκουγε, έμοιαζε ολοένα και περισσότερο προβληματισμένος. Τελικά, του είπε: «Συμφώνησα να μπω στη συμμαχία τους, κύριε Σημαδεμένε. Στην Αμυντική Συμμαχία. Και δεν είμαι ο μόνος.»

«Ποιος άλλος έχει πράξει τέτοιο σφάλμα, μα τον Κρόνο;»

Ο Νικόλαος τού είπε ότι η Πολιτάρχης της Φιλήκοης και ο Πολιτάρχης της Καλόπραγης βρίσκονταν επίσης στην Αμυντική Συμμαχία. «Έχω μιλήσει και με τους δύο. Τον δεύτερο, μάλιστα, τον προέτρεψα να μπει στη Συμμαχία· και τώρα, που μου λέτε αυτά....» Μόρφασε. «Δεν ξέρω, κύριε Σημαδεμένε.»

«Κύριε Νιρβάλζω, έχω συζητήσει με τον Πολιτάρχη της Επίστρωτης, τον Ρίκελικ-Αλντ. Μιλήσατε μαζί του;»

«Η αλήθεια είναι πως όχι. Ο Βόρκεραμ-Βορ είπε ότι ήταν αρνητικός προς τη Συμμαχία, και παραπληροφορημένος – νομίζει πως ο Αλυσοδεμένος Ποιητής δεν μπορεί να κάνει κατακτήσεις προς τα νότια–»

«Μα αυτή είναι η αλήθεια! Ο κύριος Ρίκελικ-Αλντ δεν είναι παραπληροφορημένος· είναι, αντιθέτως, πολύ καλά πληροφορημένος! Τα μέλη της Σκοτεινής Τριανδρίας δεν μπόρεσαν να τον ξεγελάσουν γιατί τον είχα προειδοποιήσει. Δυστυχώς, δεν είχα ακόμα προλάβει να επισκεφτώ κι εσάς, κύριε Νιρβάλζω, διότι έπρεπε να πάω στη Βαθμιδωτή και στη Ρόδα. Θεωρούσα ότι οι σφετεριστές θα κατευθύνονταν πρώτα σ’αυτές τις συνοικίες, αλλά, για κάποιο λόγο, ήρθαν εδώ. Ίσως να υποψιάστηκαν κάτι...» Κι αυτό ήταν πραγματικά ύποπτο, νόμιζε ο Γουίλιαμ. Γνώριζαν ότι δρούσε εναντίον τους; Κι αν ναι, πώς; Από πού έπαιρναν τέτοιες πληροφορίες;

«Το συμβόλαιο της Αμυντικής Συμμαχίας, πάντως, δεν περιέχει τίποτα ύποπτους όρους,» είπε ο Νικόλαος Νιρβάλζω.

«Επειδή θέλουν να συγκεντρώσουν μέλη – ώστε μετά να σφετεριστούν την εξουσία!»

«Αναρωτιέμαι πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτό, κύριε Σημαδεμένε...»

«Με πραξικόπημα, φυσικά! Όπως έκαναν και στη Β’ Κατωρίγια, εναντίον μου.»

«Θα κάνουν πραξικόπημα εναντίον όλων μας;»

«Θα έχουν ήδη αρχίσει να οργανώνονται μες στις συνοικίες σας, μην το αμφιβάλλετε καθόλου.»

«Δεν ξέρω,» μόρφασε προβληματισμένα ο Νικόλαος, «αλλά μου φαίνεται περίεργο...»

«Κύριε Νιρβάλζω, και μόνο επειδή αυτοί οι άνθρωποι είναι σφετεριστές δεν θα έπρεπε ποτέ να είχατε δεχτεί να έχετε επαφές μαζί τους. Είναι εγκληματίες, ουσιαστικά!»

«Η συνοικία μου δεν βρίσκεται τόσο κοντά στη δική σας, κύριε Σημαδεμένε. Δεν γνωρίζω λεπτομέρειες για τα προβλήματά σας–»

«Γι’αυτό ακριβώς δεν θα έπρεπε να είχατε μπει στη συμμαχία τους. Πώς είναι δυνατόν ποτέ η Αμφίνομη να απειληθεί από τον Αλυσοδεμένο Ποιητή, μα τον Κρόνο; Ο Ανθοτέχνης είναι ακόμα στις όχθες του Ριγοπόταμου – και εκεί θα μείνει. Για πάντα, μάλλον. Δεν έχει τις δυνάμεις να κατεβεί προς τα νότια. Είναι εξαντλημένος ύστερα από τόσους πολέμους.»

Ο Νικόλαος αναστέναξε· ακούμπησε την πλάτη του στην πολυθρόνα του. «Αν όλα όσα λέτε αληθεύουν–»

«Μα γιατί να σας πω ψέματα; Αν θέλετε μπορείτε να ελέγξετε ότι είμαι όντως αυτός που λέω.» Έβγαλε από την τσάντα του κάποιες εφημερίδες και περιοδικά που είχαν τη φωτογραφία του.

«Δεν σας αποκαλώ ψεύτη, για όνομα του Κρόνου.»

«Ορίστε.» Ο Γουίλιαμ άφησε τα έντυπα πάνω στο γραφείο. «Θα με δείτε εδώ. Ο Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας.»

Ο Νικόλαος ένευσε. «Εντάξει. Αλλά, αν αληθεύουν όλα όσα λέτε, πρέπει να ειδοποιήσω τον Ρόμενταλ-Κονχ και την κυρία Αμάντα Πολύεργη.»

«Και πολύ καλά θα κάνετε. Οφείλουν να ειδοποιηθούν.»

«Ωστόσο, έχουμε ήδη υπογράψει το συμβόλαιο της Αμυντικής Συμμαχίας...»

«Το συμβόλαιο απατεώνων δεν μπορεί να έχει καμία νομική ισχύ, κύριε Νιρβάλζω!»

«Ναι...» είπε συλλογισμένα ο Πολιτάρχης της Αμφίνομης.

Η κουβέντα τους συνεχίστηκε για λίγο ακόμα, καθώς μιλούσαν για λεπτομέρειες, και ο Νικόλαος φαινόταν χαμένος σ’έναν λαβύρινθο σκοτεινών σκέψεων. Τελικά, είπε στον Γουίλιαμ ότι θα συζητούσε και με τους συμβούλους του, και του πρότεινε να μη φύγει αμέσως από την Αμφίνομη· πιθανώς να ήθελε να ξανασυναντηθούν.

Ο Σημαδεμένος υποσχέθηκε ότι θα έμενε, αν και εξακολουθούσε να φοβάται ότι οι σφετεριστές μπορεί να έστελναν δολοφόνους για να τον σκοτώσουν. Εξακολουθούσε να φοβάται, παρότι ο Νικόλαος Νιρβάλζω τού είχε πει πως η Σκοτεινή Τριανδρία δεν βρισκόταν πλέον στην Αμφίνομη· απλώς είχαν περάσει από εδώ κατευθυνόμενοι δυτικά. Μάλλον πήγαιναν να συναντήσουν την κυρία Σειρήνα Οβορμάνδω, την Πολιτάρχη της Κουρασμένης.

Ευτυχώς, σκεφτόταν ο Γουίλιαμ, την έχω προειδοποιήσει. Αλλά αναρωτιόταν αν θα ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να λάβει την προειδοποίησή του σοβαρά· γιατί, όταν την είχε επισκεφτεί, του έμοιαζε αρκετά διστακτική να τον πιστέψει – η ανόητη!

*

Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβεις ότι είχες μπει στην Επίστρωτη, ακόμα κι αν δεν είχες δει τους φρουρούς στα σύνορά της. Οι οσμές από οργανικές ύλες – όχι και τόσο ευχάριστες – αμέσως χτυπούσαν τα ρουθούνια σου. Ήταν χαρακτηριστικό σημάδι ετούτης της συνοικίας.

Η Νορέλτα-Βορ, καθισμένη δίπλα στην Άνμα, σούφρωσε τη μύτη της. «Ελπίζω ο ξάδελφός μου να μην είναι εδώ.»

«Γιατί;»

«Για να μη χρειαστεί να μείνουμε και πολύ στην Επίστρωτη. Για προφανείς λόγους, όπως καταλαβαίνεις.» Τώρα σούφρωσε τη μύτη της επιδεικτικά.

«Ναι, καταλαβαίνω,» αποκρίθηκε η Άνμα, οδηγώντας σταθερά το όχημά τους ενώ παρατηρούσε τα πολεοσημάδια. «Αν ο αρχηγός πέρασε πρόσφατα απ’αυτούς τους δρόμους, πρέπει αρκετά εύκολα να το διακρίνουμε. Σίγουρα ένας ολόκληρος στρατός θάχει μείνει στη μνήμη της Πόλης.»

«Σίγουρα,» συμφώνησε η Νορέλτα· και για καμιά ώρα περιπλανιόνταν στους δρόμους της Επίστρωτης, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, αν και με γενικά νότια κατεύθυνση, παρατηρώντας τα πολεοσημάδια, προσπαθώντας να διακρίνουν το πέρασμα του Βόρκεραμ-Βορ. Και, όπως το περίμεναν, δεν άργησαν να διαβάσουν γι’αυτόν μέσα από τη γλώσσα της Πόλης:

μεγάλος-αρχηγός

συγκέντρωση όπλων/οχημάτων

περιφρούρηση πλήθους

ανησυχία για πιθανή επίθεση/ύπουλη-δράση

αναχώρηση πλήθους

Όλ’ αυτά τα σημάδια δεν μπορεί παρά να μιλούσαν για τον στρατό του Βόρκεραμ-Βορ, νόμιζαν οι δύο Θυγατέρες. Αλλά διέκριναν και κάποια ακόμα πολεοσημάδια, εξίσου έντονα, τα οποία μιλούσαν για ένα άλλο πλήθος ανθρώπων – αν και όχι τόσο μεγάλο όσο το προηγούμενο. Τι θα μπορούσε να ήταν; Ό,τι κι αν ήταν, πάντως, έμοιαζε νάχει κάνει ιδιαίτερη εντύπωση στην Πόλη.

Η Άνμα και η Νορέλτα, ακολουθώντας τα νοερά ίχνη, έφτασαν στη συμβολή των πελώριων δρόμων Κεντρική Οδός και Ψηλή Λεωφόρος. Εκεί η Πόλη τούς έδειχνε πως είχαν καταλήξει και τα δύο πλήθη, και είχαν συναντηθεί, φιλικά.

«Τι συνέβη εδώ, Αδελφή μου;» είπε η Νορέλτα-Βορ, συνοφρυωμένη, ενώ ήταν πλέον μεσημέρι και ο ήλιος της Ρελκάμνια ψηλά στον ουρανό σπάζοντας το κρύο του χειμώνα.

«Συνέχισαν νότια,» αποκρίθηκε η Άνμα, εξακολουθώντας να διαβάζει τα πολεοσημάδια.

«Ναι, αλλά ποιο ήταν αυτό το άλλο πλήθος; Δεν ξέρουμε για κανένα άλ–» Διέκοψε τον εαυτό της. Πιο βαθιά συνοφρυωμένη από πριν.

Εκείνη και η Άνμα αλληλοκοιτάχτηκαν, έχοντας κάνει την ίδια σκέψη. «Οι Νομάδες,» είπαν συγχρόνως, σαν να είχαν ένα στόμα, σαν η Πόλη να μιλούσε από μέσα τους.

«Οι Νομάδες των Δρόμων,» συμπέρανε η Άνμα. «Αυτοί πρέπει να ήταν το άλλο πλήθος.»

Η Νορέλτα κατένευσε. «Είναι η μόνη λογική εξήγηση. Δεν μπορεί να ήταν κάποια μισθοφορική ομάδα που είχε τύχει να μείνει πίσω.»

«Όχι, δεν μπορεί,» συμφώνησε η Άνμα· «γιατί η Πόλη τούς θυμάται ως ειρηνικό πλήθος.»

«Ακριβώς.»

«Λοιπόν. Πάμε πρώτα κάπου να ξεκουραστούμε για μεσημέρι και, μετά, συνεχίζουμε νότια. Δε θ’αργήσουμε να τους βρούμε–»

«Δε βγαίνουμε από την Επίστρωτη, καλύτερα; Είμαστε κοντά στα σύνορά της – κι αυτή η κωλοσυνοικία βρωμοκοπά.»

«Αν δέχεσαι να οδηγήσεις εσύ.»

«Μετά χαράς!»

Άλλαξαν θέσεις. Η Νορέλτα πήρε το τιμόνι στα χέρια της και πάτησε το πετάλι βάζοντας τους μεγάλους τροχούς του φορτηγού σε κίνηση, νιώθοντας καλύτερα που τώρα οδηγούσε. Είχε βαρεθεί να παρακολουθεί την Αδελφή της να οδηγεί. Ήθελε να κάνει κάτι πέρα απ’το να καπνίζει τσιγάρα και να παρατηρεί πολεοσημάδια.

Ακολούθησε την Ψηλή Λεωφόρο και σύντομα πέρασε τα νότια σύνορα της Επίστρωτης μπαίνοντας στην Αμφίνομη. Η Ψηλή Λεωφόρος διέσχιζε την εν λόγω συνοικία απ’τη μια άκρη ώς την άλλη, αλλά οι δύο Θυγατέρες δεν χρειαζόταν να φτάσουν ώς την άλλη άκρη για να βρουν πανδοχείο. Υπήρχαν πολλά στα πλάγια του πελώριου δρόμου· ακόμα και μερικά μέσα στον δρόμο, σαν νησίδες μέσα σ’έναν φαρδύ ποταμό. Η Νορέλτα οδήγησε το φορτηγό τους σ’ένα από τα τελευταία. Το έβαλε στο γκαράζ, πλήρωσε τον φύλακα, και βγήκαν από το όχημα, πηγαίνοντας προς την τραπεζαρία.

«Τα είδες τα σημάδια που δείχνουν ότι ο ξάδελφός σου πέρασε από εδώ;» ρώτησε η Άνμα.

«Τα είδα.»

«Ίσως νάναι ακόμα στην Αμφίνομη, Νορέλτα. Ίσως να τον συναντήσουμε κάπου εδώ, το απόγευμα.»

Μπήκαν στην τραπεζαρία του πανδοχείου, βρήκαν ένα άδειο τραπέζι μέσα στην πολυκοσμία, κι όταν ο σερβιτόρος ήρθε παράγγειλαν φαγητό, το οποίο δεν άργησε καθόλου να τους φέρει παρότι το κατάστημα είχε τόσους πελάτες. Η Άνμα διάβαζε κάτι το αφύσικο στα πολεοσημάδια. Και είχε, επίσης, δει πώς ο σερβιτόρος κοίταζε τη Νορέλτα και πώς φερόταν μπροστά της...

«Αδελφή μου, δεν πιστεύω να έκανες τίποτα για να μας φέρουν φαγητό πιο γρήγορα...;»

Η Νορέλτα-Βορ γέλασε, πιρουνιάζοντας μια ψητή πατάτα και σέρνοντάς την μέσα στην παχύρρευστη σάλτσα του πιάτου της. «Νόμιζα ότι θα το είχες ήδη προσέξει, Αδελφή μου,» είπε επιτήδεια.

Η Άνμα μειδίασε κι άρχισε να τρώει. Ήταν πεινασμένη ύστερα από τόση οδήγηση από το πρωί.

/9\

Η Τριανδρία επισκέπτεται μια πολιτάρχη και τους υπουργούς της, συναντώντας δυσπιστία και προβληματισμό, ενώ η Μιράντα, παρακολουθώντας τα δρώμενα, αρχίζει να νομίζει ότι πλησιάζουν σ’ένα συγκεκριμένο σημείο του μέλλοντος.

Το Πολιτικό Μέγαρο της Κουρασμένης βρισκόταν σε μια γειτονιά που έμοιαζε με αντιβιομηχανική νησίδα μέσα σε τούτη τη γενικά βιομηχανική συνοικία. Γύρω του οι δρόμοι ήταν πολύ όμορφοι και πολύ καθαροί, γεμάτοι καλοκλαδεμένα δέντρα, θάμνους, αναρριχώμενα φυτά, έργα τέχνης, περίπτερα, βιβλιοπωλεία, ταινιοθήκες, μουσικοπωλεία... Αν δεν ήξερες ότι βρισκόσουν ακόμα στην Κουρασμένη, ίσως να νόμιζες ότι είχες, κατά λάθος, μπει σε άλλη συνοικία.

Το ίδιο το Μέγαρο ήταν ένα παλιό οικοδόμημα, αρκετά ψηλό, αλλά όχι τίποτα το πολύ εντυπωσιακό. Φάνταζε, αμέσως, σταθερό και αρχαίο. Χοντροί τοίχοι με τα σημάδια του χρόνου έκδηλα επάνω τους.

Ο Μάικλ Παγοθραύστης οδήγησε το εξάτροχο μεταβαλλόμενο φορτηγό των Εκλεκτών προς την πύλη του περιβόλου του Πολιτικού Μεγάρου, η οποία περίμενε ανοιχτή και φρουρούμενη από αστυνομικούς της Κουρασμένης.

Και η φρούρηση δεν ήταν τυπική μόνο, παρατηρούσαν ο Βόρκεραμ-Βορ και ο Αλέξανδρος. Η Αστυνομία φαινόταν έτοιμη να αντιμετωπίσει δύσκολη κατάσταση, αν χρειαζόταν. Μας υποπτεύονται, αναρωτήθηκε ο Βόρκεραμ, ή απλά είναι προετοιμασμένοι για πιθανή τρομοκρατική επίθεση; Ενώ ο Αλέξανδρος συλλογιζόταν: Ο Σημαδεμένος ίσως να ήταν εδώ πριν από εμάς...

Η Μιράντα, η Φοίβη, και η Ολντράθα διάβαζαν τα σημάδια της Πόλης έξω από το εξάτροχο όχημα, αλλά και μέσα σ’αυτό, και διέκριναν πως οι αστυνομικοί δεν ήταν εδώ για να αντιμετωπίσουν κάποια απρόσμενη εξωτερική απειλή. Η πιθανή απειλή που είχαν στο μυαλό τους ήταν το θωρακισμένο φορτηγό που τώρα περνούσε την πύλη του περιβόλου του Μεγάρου.

Μας υποπτεύονται, σκέφτηκε η Μιράντα. Φοβούνται ότι ίσως ακόμα και να τους επιτεθούμε. Ο Αλέξανδρος πρέπει νάχει δίκιο: πολύ πιθανόν ο Σημαδεμένος να πέρασε από εδώ και να μίλησε στην Πολιτάρχη. Αλλά, αν ήταν έτσι, τότε τι ήταν αυτό που είχε δει η Μιράντα στον Δρόμο του Μέλλοντος; Την Τριανδρία και τη Σειρήνα Οβορμάνδω να συζητούν με τον Κίμωνα Χρονομάχο, τον Πολιτάρχη της Βαθμιδωτής... Τι ήταν αυτό;

Το φορτηγό των Εκλεκτών καθοδηγήθηκε, από την Αστυνομία της Κουρασμένης, σ’ένα κλειστό γκαράζ του Πολιτικού Μεγάρου και σταμάτησε εκεί.

«Τι βλέπετε, κυρίες;» ρώτησε ο Βόρκεραμ τις τρεις Θυγατέρες.

«Σε περιμένουν,» του είπε η Φοίβη, «δεν υπάρχει αμφιβολία. Αλλά ούτε και καμιά ενέδρα υπάρχει, νομίζω.»

«Την ίδια άποψη έχω,» δήλωσε η Μιράντα.

Η Ολντράθα απλά κατένευσε. Έμοιαζε αγχωμένη.

«Αυτό το σκουλήκι,» είπε ο Όρπεκαλ-Λάντι, «ο Σημαδεμένος» – ακούστηκε σαν γρύλισμα.

«Ας μη βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα,» πρότεινε ο Βόρκεραμ, κυρίως για να τον ηρεμήσει.

«Τι βιαστικά συμπεράσματα; Αφού οι μάντισσές σου από δω σού λένε ότι μας περιμένουν!»

«Τέλος πάντων. Θα δείξει, πολύ σύντομα.»

Ο Πανιστόριος, εν τω μεταξύ, ήταν σιωπηλός και παρατηρητικός. Με ουδέτερη όψη στο πρόσωπό του, φυσικά.

Η Τριανδρία βγήκε από το θωρακισμένο εξάτροχο φορτηγό μαζί με τους φρουρούς της: τις τρεις Θυγατέρες (ντυμένες όλες σαν πολεμίστριες), τον Αλεξίσφαιρο Άβαντα, τη Φοριντέλα-Ράο, την Ευμενίδα Νοράλνω, τον Μάικλ Παγοθραύστη, τη Ζιλκάμα’μορ, τον Ζαχαρία τον Πικρό, τη Ζιρτάλια τη Γάτα, και τον Λεονάρδο και τη Φρίντα Άνταλμιρ. Μια ντουζίνα από τους καλύτερους μαχητές που είχε υπόψη του ο Βόρκεραμ-Βορ. Εντάξει, με την εξαίρεση της Ολντράθα· αλλά αυτή ήταν Θυγατέρα της Πόλης, είχε άλλα προσόντα. Και, πραγματικά, την ήθελες κοντά σου αν κάποιος τραυματιζόταν.

Ο Βόρκεραμ είπε στις Θυγατέρες: «Με την παραμικρή ένδειξη ότι υπάρχει παγίδα μού σφυράτε.»

«Εννοείται,» αποκρίθηκε η Μιράντα.

Ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός της Αστυνομίας της Κουρασμένης τούς πλησίασε, συνοδευόμενος από υπαξιωματικούς. Χαιρέτησε τον Βόρκεραμ-Βορ, τον Όρπεκαλ-Λάντι, και τον Αλέξανδρο Πανιστόριο και τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν στο εσωτερικό του Πολιτικού Μεγάρου.

«Οι φρουροί σας μπορούν να μείνουν έξω,» είπε.

«Δεν πηγαίνουμε πουθενά χωρίς κάποια στοιχειώδη φύλαξη, κύριε Ταγματάρχη,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ.

Ο αξιωματικός τον ατένισε με δισταγμό, σαν να ήταν έτοιμος να διαφωνήσει επίμονα· αλλά είπε μόνο: «Δεν υπάρχουν κίνδυνοι μέσα στο Πολιτικό Μέγαρο της Κουρασμένης, κύριε Βόρκεραμ-Βορ.»

«Έχουμε πολλούς εχθρούς· δεν πηγαίνουμε πουθενά αφύλαχτοι,» επανέλαβε ο αρχηγός των Εκλεκτών. «Αλλά υποσχόμαστε για την καλή διαγωγή των μαχητών μας, κύριε Ταγματάρχη.»

Ακόμα ένας σύντομος δισταγμός· ύστερα: «Πολύ καλά,» αποκρίθηκε ο αξιωματικός. «Ακολουθήστε με.»

Και τον ακολούθησαν – αυτόν και τους δικούς του φρουρούς.

Μπήκαν στο εσωτερικό του Μεγάρου και αμέσως είδαν πως εκεί υπήρχαν ακόμα περισσότεροι οπλισμένοι φρουροί – σε κάθε διάδρομο, σε κάθε πόρτα, σε κάθε γωνία.

«Το μέρος μοιάζει με οχυρό...» μουρμούρισε ο Όρπεκαλ-Λάντι.

«Σσσς,» του έκανε ο Αλέξανδρος. «Φερόμαστε σαν να μη συμβαίνει τίποτα το ασυνήθιστο.»

Οδηγήθηκαν σε μια αίθουσα με μεγάλο τραπέζι, όπου στέκονταν, περιμένοντάς τους, η Πολιτάρχης της Κουρασμένης και έξι σύμβουλοί της. Η Σειρήνα Οβορμάνδω ήταν μια γυναίκα άνω των πενήντα-πέντε χρονών, σίγουρα, με δέρμα λευκό-ροζ και μακριά κόκκινα μαλλιά (μάλλον βαμμένα) πιασμένα πίσω από το κεφάλι της αλλά λυτά ώστε να πέφτουν στους ώμους. Φορούσε ένα γκρίζο ταγέρ αποτελούμενο από φούστα και σακάκι με σκούρα-χρυσαφιά σιρίτια. Το πουκάμισό της ήταν δαντελωτό, με ψηλό γιακά, κι επάνω του κρεμόταν ένα αργυρό περιδέραιο. Τα μάτια της ήταν πολύ έντονα βαμμένα με πράσινες σκιές.

Τριγύρω, στην περιφέρεια της αίθουσας, στέκονταν φρουροί.

Καθώς ο Βόρκεραμ-Βορ, ο Όρπεκαλ-Λάντι, και ο Αλέξανδρος Πανιστόριος πλησίαζαν την Πολιτάρχη για να τη χαιρετήσουν, οι δικοί τους φρουροί έμειναν πίσω, μαζί μ’αυτούς της αίθουσας, περιμένοντας, παρατηρώντας. Οι τρεις Θυγατέρες δεν διέκριναν κανένα ανησυχητικό σημάδι. Δεν υπήρχε ενέδρα εδώ. Αλλά σίγουρα η Σειρήνα Οβορμάνδω είχε ξανακούσει για την Τριανδρία, και όλοι – και εκείνη και οι σύμβουλοί της – τους έβλεπαν με περίσσια καχυποψία.

«Νομίζω πως έχω ξανακούσει για εσάς,» είπε η Πολιτάρχης προτού καθίσουν, σαν να ήθελε να δηλώσει φωναχτά τις σκέψεις της Πόλης. «Ότι πολεμήσατε στη Β’ Κατωρίγια...»

«Ακριβώς,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ. «Αντιμετωπίσαμε τον Αλυσοδεμένο Ποιητή, τον Κάδμο Ανθοτέχνη· και γι’αυτό βρισκόμαστε τώρα εδώ, στη συνοικία σας.»

«Είμαστε μακριά από τον Ριγοπόταμο, κύριε Βόρκεραμ-Βορ...»

«Όχι και τόσο μακριά όσο φαίνεται.»

«Παρακαλώ, καθίστε. Θα σας ακούσουμε,» είπε η Σειρήνα, και όλοι κάθισαν γύρω από το τραπέζι.

«Αναρωτιόμαστε από χτες ποιος είναι ο λόγος της επίσκεψής σας στη συνοικία μας,» είπε ένας από τους συμβούλους της Πολιτάρχη.

Ο Βόρκεραμ-Βορ αποκρίθηκε ότι ο λόγος ήταν, ασφαλώς, ο Αλυσοδεμένος Ποιητής, και μίλησε για τις κατακτήσεις του γύρω από τον Ριγοπόταμο. Τόνισε το πόσο επικίνδυνος ήταν. Εξήγησε ότι παντού οι κακοποιοί και οι συμμορίτες έρχονταν αμέσως με το μέρος του· οι στρατοί του, συνεχώς, πολλαπλασιάζονταν. Και σύντομα θα έρχονταν και προς τα νότια· δεν φαινόταν να σκοπεύει να σταματήσει τις κατακτήσεις του. Ο Κάδμος Ανθοτέχνης δημιουργούσε μια αυτοκρατορία μέσα στη Ρελκάμνια· ήταν πασιφανές. Και τη δημιουργούσε με τη βοήθεια κακούργων και εγκληματιών, γκρεμίζοντας την έννομη τάξη της Ατέρμονης Πολιτείας.

Ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί, είπε ο Βόρκεραμ, ήταν οι πολιτάρχες να ενωθούν. Αν δεν ενώνονταν, θα έπεφταν ο ένας κατόπιν του άλλου, και ο Αλυσοδεμένος Ποιητής θα κυρίευε τις συνοικίες τους. Η Αμυντική Συμμαχία είχε ήδη ξεκινήσει: τα πρώτα μέλη της ήταν η Πολιτάρχης της Φιλήκοης, Αμάντα Πολύεργη, ο Πολιτάρχης της Αμφίνομης, Νικόλαος Νιρβάλζω, και ο Πολιτάρχης της Καλόπραγης, Ρόμενταλ-Κονχ.

Η Σειρήνα Οβορμάνδω ρώτησε ποιοι ακριβώς ήταν οι όροι αυτής της συμμαχίας, και ο Όρπεκαλ-Λάντι έβγαλε τρία αντίγραφα της Αμυντικής Συμμαχίας από τον χαρτοφύλακά του και τα έδωσε σ’εκείνη και τους συμβούλους της. Τα διάβασαν, και αυτός που είχε μιλήσει και πριν – ο οποίος συστήθηκε ως Άλβερακ Μόρινληχ, Υπουργός Δικαιοσύνης – είπε ότι οι όροι ήταν υπερβολικά απλοί. Δεν υπήρχαν ρήτρες για το τι θα γινόταν αν κάποιος πρόδιδε τη Συμμαχία.

«Ελπίζουμε,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ, «ότι κανείς δεν θα την προδώσει. Είναι ένας συνασπισμός για το καλό όλων μας. Δεν υπάρχουν συμφέροντα.»

Η Πολιτάρχης και οι σύμβουλοί της – που είχαν το όνομα υπουργοί στην Κουρασμένη – αλληλοκοιτάχτηκαν, μοιάζοντας να επικοινωνούν μόνο με τα βλέμματα και τις εκφράσεις των προσώπων.

Ο Όρπεκαλ-Λάντι φαινόταν νευρικός. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;... Θα μπορούσε κανείς να πει ότι μοιάζετε σαν να μας περιμένατε να έρθουμε...»

Η Σειρήνα τον ατένισε ελαφρώς συνοφρυωμένη. «Κύριε Όρπεκαλ-Λάντι, η συμμαχία που προτείνετε δεν έχει κανένα φανερό αρνητικό επακόλουθο για τη συνοικία μας. Ωστόσο, είναι αμφίβολο ότι απειλούμαστε από τον Αλυσοδεμένο Ποιητή. Επομένως, αναρωτιόμαστε γιατί ήρθαμε σ’εμάς πρώτα, αντί, για παράδειγμα, να επισκεφτείτε τη Βαθμιδωτή, η οποία είναι πιο κοντά στον Ριγοπόταμο. Μας είπατε ότι τα πρώτα μέλη της Συμμαχίας είναι η Φιλήκοη, η Αμφίνομη, και η Καλόπραγη. Εκτός από την πρώτη, οι άλλες δύο συνοικίες είναι μακριά από την Αυτοκρατορία (όπως την αποκαλείτε) του Αλυσοδεμένου Ποιητή. Γιατί η Ρόδα δεν είναι στη Συμμαχία σας; Γιατί δεν είναι η Επίστρωτη; Η Βαθμιδωτή;»

«Η κατάσταση ήταν τέτοια που μας οδήγησε προς τα εδώ, Εξοχότατη,» απάντησε ο Βόρκεραμ-Βορ αντί για τον Όρπεκαλ-Λάντι. «Θα επισκεφτούμε, όμως, και αυτές τις συνοικίες που αναφέρετε.»

«Με παραξενεύει που δεν τις επισκεφτήκατε πρώτα, κύριε Βόρκεραμ-Βορ,» είπε η Σειρήνα Οβορμάνδω στρέφοντας τώρα το καχύποπτο βλέμμα της σ’εκείνον.

Ο Όρπεκαλ-Λάντι είπε: «Αν κάποιος σάς έχει μιλήσει με κακό τρόπο για εμάς, πρέπει να ξέρετε ότι είναι όλα ψέματα με σκοπό τη δυσφήμισή μας.»

«Δεν είναι αλήθεια,» ρώτησε η Πολιτάρχης, «ότι στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία αρπάξατε την εξουσία με πραξικόπημα;»

«Δεν ήταν πραξικόπημα!» τόνισε ο Όρπεκαλ. «Και δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχει με το θέμα, αυτή τη στιγμή. Η Αμυντική Συμμαχία–»

«Μπορούμε να εμπιστευτούμε πραξικοπηματίες, νομίζετε, κύριε;» τον διέκοψε ένας από τους συμβούλους της Οβορμάνδω, ο οποίος είχε, προ ολίγου, συστηθεί ως Στίβεν Εξώχρονος, Υπουργός Βιομηχανίας. «Ανθρώπους που έκλεψαν την εξουσία ενός πολιτάρχη της Ρελκ–»

«Δεν είστε καθόλου καλά πληροφορημένος, κύριε!» είπε ο Όρπεκαλ-Λάντι. «Ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος ήταν που προσπάθησε να καταλύσει το εκλογικό σύστημα στη Β’ Κατωρίγια.» Και εξήγησε, με αρκετά έντονο ύφος, πώς ακριβώς είχαν συμβεί τα πράγματα πριν από δύο οκτάδες στην πατρίδα του. «Και έχουμε την υποψία,» είπε, «ότι τώρα ο Σημαδεμένος περιφέρεται στις συνοικίες προσπαθώντας να μας δυσφημίσει. Αν έχει έρθει εδώ και σας έχει μιλήσει για εμάς, ό,τι σας είπε ήταν ψέματα

Η Σειρήνα πήρε μια έκφραση πολύ σκεπτική, πολύ προβληματισμένη.

Και η Μιράντα, που την κοίταζε από την περιφέρεια της αίθουσας, θυμήθηκε αυτή την έκφραση. Τη θυμήθηκε από το όραμα που είχε δει ακολουθώντας τον Δρόμο του Μέλλοντος. Φτάσαμε εκεί, σκέφτηκε. Ή, τουλάχιστον, είμαστε πολύ κοντά.

«Σας επισκέφτηκε ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος, κυρία Οβορμάνδω;» ρώτησε ο Αλέξανδρος Πανιστόριος, μιλώντας για δεύτερη φορά από τότε που είχε μπει στην αίθουσα. Η φωνή του ακουγόταν ήρεμη, και η πρότασή του έμοιαζε περισσότερο με καταφατική παρότι είχε έκδηλα ερωτηματικό τόνο.

Η Σειρήνα τον αντίκρισε σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά, σαν λίγο πιο πριν ο Πανιστόριος να ήταν αόρατος για εκείνη. Έσμιξε τα χείλη της, νευρικά, προς στιγμή. Ύστερα είπε: «Ναι, ο κύριος Σημαδεμένος μού μίλησε. Προχτές, μάλιστα–»

«Είναι ακόμα εδώ;» πετάχτηκε ο Όρπεκαλ-Λάντι.

Ο Βόρκεραμ τού έριξε ένα προειδοποιητικό βλέμμα: Όχι φασαρίες. Όχι φασαρίες!

Η Σειρήνα κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Όχι, δεν είναι ακόμα εδώ. Δε νομίζω, τουλάχιστον. Ίσως να διαμένει σε κάποιο ξενοδοχείο, αλλά δεν το νομίζω. Πρέπει να έφυγε. Ήθελε να προειδοποιήσει κι άλλους πολιτάρχες–»

«Να τους προειδοποιήσει’, ε;»

Ο Βόρκεραμ έριξε ακόμα ένα βλέμμα στον Όρπεκαλ – πιο άγριο αυτή τη φορά.

«Το μόνο που θέλει ο Σημαδεμένος,» συνέχισε ο Όρπεκαλ-Λάντι, «είναι να μας εκδικηθεί–»

«Είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι κλέψατε την εξουσία του στη Β’ Κατωρίγια,» είπε ο Άλβερακ Μόρινληχ, ο Υπουργός Δικαιοσύνης της Κουρασμένης.

«Ήταν ο μόνος τρόπος για να προστατέψουμε τη συνοικία μας!» αποκρίθηκε ο Όρπεκαλ.

Ο Βόρκεραμ-Βορ πήρε τότε τον λόγο, και η φωνή του φάνηκε να δίνει μια σταθερότητα στη συζήτηση που έμοιαζε να παραπαίει στα όρια τού να μετατραπεί σε διαπληκτισμός. Εξήγησε, γι’ακόμα μια φορά, τι ακριβώς είχε συμβεί στη Β’ Κατωρίγια (κυρίως για να ηρεμήσει τον Όρπεκαλ-Λάντι, να τον κάνει να σωπάσει) και είπε ότι ο Σημαδεμένος ενδιαφερόταν μόνο για την εκδίκηση τώρα, ενώ θα έπρεπε κανονικά να τον ενδιαφέρει η αντιμετώπιση του Αλυσοδεμένου Ποιητή και η σωτηρία της Β’ Κατωρίγιας από τα χέρια του.

«Δεν μπορεί να μην τον ενδιαφέρει αυτό, κύριε Βόρκεραμ-Βορ,» είπε η Σειρήνα Οβορμάνδω.

«Αν τον ενδιέφερε δεν θα ήταν εναντίον μας.»

«Θα συμμαχούσε μ’εκείνους που του έκλεψαν την εξουσία;»

«Ο πόλεμος κατά της απειλής του Αλυσοδεμένου Ποιητή μάς κάνει όλους συμμάχους, Εξοχότατη. Δεν υπάρχει χώρος για φιλονικίες τώρα.»

Η Σειρήνα είπε πως ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος ισχυριζόταν ότι ο Κάδμος Ανθοτέχνης δεν είχε αρκετές δυνάμεις για να συνεχίσει τις κατακτήσεις του προς τα νότια.

«Αυτό είναι ψέμα, Εξοχότατη. Ο Αλυσοδεμένος Ποιητής και έχει αρκετές δυνάμεις και συνεχώς αποκτά ολοένα και περισσότερους μαχητές από συμμορίες και κακούργους.» Και της διηγήθηκε τι είχε γίνει στη Φιλήκοη με τη Σέχτα των Άδηλων Ήχων. Της είπε τι προετοιμαζόταν στη Σκορπιστή: οι συμμορίες εκεί – και η συνοικία αυτή ήταν γεμάτη συμμορίες, ελεγχόταν από συμμορίες – ήταν όλες έτοιμες να συστρατευθούν με τον Αλυσοδεμένο Ποιητή. «Είναι κρίσιμο, τούτη τη στιγμή, οι πολιτάρχες να συμμαχήσουν για να υπερασπιστούν την έννομη τάξη σ’αυτές τις περιοχές. Αν δεν το πράξουν, οι συνοικίες τους θα κατακτηθούν.»

«Και ποιος μας εγγυάται ότι λέτε αλήθεια, κύριε Βόρκεραμ-Βορ; Θα μπορούσατε να θέλετε να μας παραπλανήσετε...»

«Για όνομα του Κρόνου, Εξοχότατη! Τι λόγο μπορεί να έχω;»

«Ίσως να σκοπεύετε να σφετεριστείτε την εξουσία των πολιταρχών της Συμμαχίας,» αποκρίθηκε ύστερα από μια στιγμή δισταγμού η Σειρήνα.

«Αυτό σάς είπε ο Σημαδεμένος;» πετάχτηκε ο Όρπεκαλ-Λάντι. «Αυτό το άθλιο ψέμα σάς είπε; Ότι σχεδιάζουμε να γίνουμε δικτάτορες όλων των συνοικιών νότια του Ριγοπόταμου;»

«Περίπου,» παραδέχτηκε η Σειρήνα Οβορμάνδω. «Μπορείτε κάπως να μου αποδείξετε τις καλές σας προθέσεις;» ρώτησε.

«Τι αποδείξεις ζητάτε;» είπε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Αυτά που λέμε είναι αυταπόδειχτα. Αν παρατηρήσετε προσεχτικά τις κινήσεις του Αλυσοδεμένου Ποιητή και τα δρώμενα γύρω από τις όχθες του Ριγοπόταμου θα καταλάβετε ότι έχουμε δίκιο.»

«Ακόμα κι αν ο Αλυσοδεμένος Ποιητής αποτελεί πραγματική απειλή,» είπε ο Άλβερακ Μόρινληχ, «αυτό δεν σημαίνει ότι θα έρθει τόσο νότια ώστε να φτάσει στην Κουρασμένη. Και, επίσης, δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να χρησιμοποιείτε την απειλή του για δικό σας όφελος.»

«Μα τον Κρόνο!» αναφώνησε ο Όρπεκαλ-Λάντι. «Ποιο δικό μας όφελος; Το μόνο δικό μας όφελος θα ήταν να διωχτούν οι κακούργοι του Ανθοτέχνη από τη Β’ Κατωρίγια Συνοικία. Δεν είναι δυνατόν να πιστεύετε τις ανοησίες του Σημαδεμένου, ότι σχεδιάζουμε να σφετεριστούμε την εξουσία των πολιταρχών της Συμμαχίας!»

Ύστερα από λίγη ακόμα κουβέντα, η οποία συνεχίστηκε στον ίδιο ρυθμό – η Σειρήνα Οβορμάνδω και οι σύμβουλοί της εξέφραζαν δυσπιστία για διάφορα πράγματα, και η Τριανδρία προσπαθούσε να τους διαβεβαιώσει για τις καλές της προθέσεις και για τον κίνδυνο του Αλυσοδεμένου Ποιητή – η Πολιτάρχης της Κουρασμένης και οι υπουργοί της αλληλοκοιτάχτηκαν όπως και πριν, μοιάζοντας να επικοινωνούν σιωπηλά αναμεταξύ τους, με τα βλέμματα και με τις εκφράσεις του προσώπου.

Η Σειρήνα στράφηκε μετά στην Τριανδρία, και κυρίως στον Βόρκεραμ-Βορ (τον οποίο έβλεπε ως «αρχηγό της Τριανδρίας», όπως μπορούσαν να διακρίνουν οι τρεις Θυγατέρες από τα πολεοσημάδια μες στο δωμάτιο), και είπε: «Δεν μπορούμε να σας δώσουμε τώρα αμέσως μια απάντηση, κύριοι. Πρέπει να το συζητήσουμε το θέμα αναμεταξύ μας, και θα ξανασυναντηθούμε αύριο. Στις έντεκα-και-μισή το πρωί, αν συμφωνείτε κι εσείς.»

Ο Βόρκεραμ δεν είδε τον Όρπεκαλ ή τον Αλέξανδρο να θέλουν να εκφράσουν καμιά διαφωνία, οπότε αποκρίθηκε: «Θα ξαναμιλήσουμε αύριο, λοιπόν, Εξοχότατη. Και ελπίζουμε να έχουμε ακόμα έναν σύμμαχο στον αγώνα μας εναντίον του Αλυσοδεμένου Ποιητή.»

Μετά από αυτό χαιρετήθηκαν με την Πολιτάρχη και τους υπουργούς της και αποχώρησαν από την αίθουσα μαζί με τους δώδεκα φρουρούς τους. Οδηγήθηκαν, από τους αστυνομικούς, στο γκαράζ όπου είχαν αφήσει το μεταβαλλόμενο όχημά τους. Αφού μπήκαν εκεί και έκλεισαν τις πόρτες, και ενώ η Ζιλκάμα’μορ έκανε έναν τυπικό έλεγχο με τη μαγεία της (για πιθανές δολιοφθορές), ο Βόρκεραμ-Βορ ρώτησε: «Τι νομίζετε, κυρίες;» έχοντας το βλέμμα του στραμμένο στις τρεις Θυγατέρες της Πόλης. «Θα έχουμε θετική ή αρνητική απάντηση αύριο;»

«Διφορούμενο,» αποκρίθηκε μονολεκτικά η Φοίβη.

Η Ολντράθα ένευσε. «Ναι, Βόρκεραμ, είναι διφορούμενο. Πάντως, η Οβορμάνδω νομίζω πως σε βλέπει, εσένα συγκεκριμένα, ως αρχηγό της Τριανδρίας.»

«Ναι,» συμφώνησε η Φοίβη, «σίγουρα.»

«Καλύτερα για εμάς,» παρατήρησε ο Αλέξανδρος. «Συνήθως, οι ακροβολισμένοι φονιάδες σημαδεύουν τους ‘αρχηγούς’.» Και, έχοντας την ουδέτερη όψη που είχε πάντα, κανείς δεν μπορούσε νάναι βέβαιος αν αστειευόταν.

Η Μιράντα είπε: «Η Σειρήνα Οβορμάνδω είναι προβληματισμένη· το ίδιο και οι σύμβουλοί της. Από τη μια, νομίζω ότι θέλουν να σας πιστέψουν. Θέλουν να πιστέψουν ότι όντως ο Αλυσοδεμένος Ποιητής παρουσιάζει σοβαρή απειλή και ότι οι πολιτάρχες καλό θα ήταν να ενωθούν. Θα είχαν συμφωνήσει, μάλλον, αν δεν τους είχε επισκεφτεί ο Σημαδεμένος. Αλλά τώρα, που τους έχει επισκεφτεί, είναι διχασμένοι. Σας βλέπουν με καχυποψία. Δεν ξέρουν τι ν’αποφασίσουν, και φοβούνται να το ριψοκινδυνέψουν.»

«Και πώς θα μπορούσαμε να τους πείσουμε ότι δεν έχουμε διαβολικά σχέδια κατά νου;» ρώτησε ο Όρπεκαλ-Λάντι.

«Δε γνωρίζω,» ανασήκωσε τους ώμους η Μιράντα, «δεν είμαι πολιτικός.»

Η Ζιλκάμα’μορ είχε καθίσει τώρα στο κέντρο ισχύος του οχήματος και έκανε τη Μαγγανεία Κινήσεως, ρυθμίζοντας τη ροή της ενέργειας μέσα στους πολύπλοκους μηχανισμούς του. Ο Μάικλ Παγοθραύστης, καθισμένος στο τιμόνι, έβαλε μπροστά τη μηχανή και ξεκίνησε το μεγάλο τροχοφόρο, οδηγώντας το προς την ανοιχτή πύλη του περιβόλου του Πολιτικού Μεγάρου.

Η Φοριντέλα-Ράο είπε στον Βόρκεραμ: «Ίσως θα έπρεπε να τους μιλήσω εγώ. Να τους πω για όσα συνέβησαν στην πατρίδα μου, την Έκθυμη, εξαιτίας του Κάδμου Ανθοτέχνη. Μπορεί αυτό να βοηθούσε.»

«Το αμφιβάλλω, Φοριντέλα,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Η Έκθυμη είναι πολύ μακριά από εδώ. Ίσως να μην την έχουν καν ακούσει. Η μόνη μας ελπίδα είναι να σκεφτούν σωστά και λογικά – ότι δεν είναι δυνατόν να σχεδιάζουμε να σφετεριστούμε την εξουσία τους.»

Ο Όρπεκαλ στράφηκε στη Μιράντα. «Μας είχες πει ότι, στο μέλλον, μας είδες να μιλάμε με τον Πολιτάρχη της Βαθμιδωτής ενώ και η Οβορμάνδω ήταν παρούσα, σωστά;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Θυγατέρα της Πόλης, καθώς το εξάτροχο φορτηγό τους απομακρυνόταν από το Πολιτικό Μέγαρο της Κουρασμένης.

«Πώς ακριβώς θα γίνει αυτό; Δε μου φαίνεται και πολύ πιθανό τώρα, έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα.»

«Αντιθέτως, εμένα η κατάσταση μού θυμίζει πολύ αυτή στο όραμά μου, κύριε Όρπεκαλ-Λάντι.»

«Μα, ο Πολιτάρχης της Βαθμιδωτής δεν ήταν εδώ!»

«Πράγματι· αλλά η έκφραση στο πρόσωπο της Σειρήνας Οβορμάνδω – αυτός ο προβληματισμός – ήταν ακριβώς όπως στο όραμά μου.»

Ο Όρπεκαλ-Λάντι την ατένισε με έκδηλη δυσπιστία.

Πράγμα που δεν εξέπληξε τη Μιράντα.

«Νομίζω,» είπε ο Αλέξανδρος, «πως τα πάντα θα απαντηθούν αύριο.»

/10\

Η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ, παρατηρώντας τα ίχνη στη μνήμη της Πόλης, βρίσκονται διχασμένες προτού ακολουθήσουν τον δρόμο που θεωρούν πιο ασφαλή· και μετά έχουν μια μεγάλη κουβέντα να κάνουν, πράγματα να μάθουν, και αποφάσεις να πάρουν.

Το απόγευμα, πήραν το φορτηγό τους από το γκαράζ του πανδοχείου και βγήκαν πάλι στην Ψηλή Λεωφόρο, έχοντας την προσοχή τους στραμμένη στα σημάδια της Πόλης, ψάχνοντας τα ίχνη του Βόρκεραμ-Βορ.

Σύντομα, μπερδεύτηκαν. Τα ίχνη που είχε αφήσει ο στρατός στη μνήμη της Πόλης ήταν δύο κατευθύνσεων: και προς τα ανατολικά και προς τα δυτικά. Και οι δύο Θυγατέρες δεν μπορούσαν να καταλάβουν προς τα πού είχε πάει πρώτα ο Βόρκεραμ.

«Πρέπει ν’αποφασίσουμε στην τύχη, γαμώτο,» μούγκρισε η Νορέλτα, που εξακολουθούσε να οδηγεί το όχημά τους για να ξεκουράσει την Άνμα η οποία οδηγούσε όλο το πρωί.

«Το άλλο πλήθος, όμως, το μικρότερο – οι Νομάδες των Δρόμων, πιθανώς – κατευθύνθηκαν ανατολικά. Είναι βέβαιο. Δεν έχουμε δει κανένα σημάδι που να υπονοεί ότι πήγαν δυτικά. Πρέπει κάπου εδώ να χώρισαν με τον στρατό του αρχηγού, για κάποιο λόγο.»

Η Νορέλτα ένευσε. «Πράγματι, έτσι φαίνεται να είναι.» Είχαν κάνει ένα σωρό κύκλους σ’ετούτη την περιοχή, μπαίνοντας και βγαίνοντας από την Ψηλή Λεωφόρο, περνώντας κι από τις δυο μεριές της· και τα πολεοσημάδια μαρτυρούσαν ακριβώς αυτό που έλεγε η Άνμα.

«Ας πάμε, λοιπόν, προς τ’ανατολικά. Ίσως η Μιράντα νάναι μαζί με τους Νομάδες.»

«Νομίζεις ότι θα εγκατέλειπε τον Βόρκεραμ;» ρώτησε η Νορέλτα.

«Όπως και νάχει, οι Νομάδες μπορεί να μας δώσουν καμιά πληροφορία όταν τους βρούμε.»

Η Νορέλτα είπε: «Αν η Μιράντα είναι κάπου μες στην Αμφίνομη μπορούμε να την καλέσουμε τηλεπικοινωνιακά. Τον θυμάμαι τον κώδικα του πομπού της.»

«Εμείς, όμως, δεν έχουμε πομπό.»

«Ας αγοράσουμε έναν, Αδελφή μου.»

Η Άνμα ένευσε. «Πάμε.»

Η Νορέλτα, ακολουθώντας τα πολεοσημάδια, εντόπισε γρήγορα ένα κατάστημα κοντά στην Ψηλή Λεωφόρο το οποίο πουλούσε τηλεπικοινωνιακές συσκευές. Σταμάτησε το φορτηγό τους εκεί δίπλα, κατέβηκαν, μπήκαν στο μαγαζί, αγόρασαν δύο πομπούς με τα λεφτά που τους είχαν αφήσει η Κορίνα και η Τζέσικα, κι επέστρεψαν στο φορτηγό.

Η Νορέλτα-Βορ πληκτρολόγησε τον τηλεπικοινωνιακό κώδικα της Μιράντας και στη μικρή οθόνη είδε να παρουσιάζεται η ένδειξη ΕΚΤΟΣ ΕΜΒΕΛΕΙΑΣ. «Ή δεν είναι κάπου που μπορούμε να τη φτάσουμε ή έχει χάσει τον πομπό της.»

«Πάμε να βρούμε τους Νομάδες,» πρότεινε η Άνμα. «Και μπορεί προς τα κει να συναντήσουμε και τη Μιράντα. Ακόμα και τον αρχηγό. Ίσως τώρα να είναι ανατολικά, όχι δυτικά. Δεν ξέρουμε προς τα πού πήγε πρώτα.»

Η Νορέλτα-Βορ δεν έφερε αντίρρηση· έβαλε σε κίνηση τους τροχούς του οχήματος και ακολούθησε τα σημάδια που είχε αφήσει πίσω του το μικρότερο πλήθος. «Ναι,» είπε, «πρέπει σίγουρα να είναι οι Νομάδες των Δρόμων. Η Πόλη τούς θυμάται με τόσο... ιδιαίτερο τρόπο, ε, Άνμα;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, καπνίζοντας ένα τσιγάρο καθώς τα μάτια της παρατηρούσαν τους δρόμους και τα οικοδομήματα της Αμφίνομης.

Έχοντας απομακρυνθεί από την πελώρια Ψηλή Λεωφόρο, κυλούσαν προς τα ανατολικά, περνώντας από τη μια γειτονιά μετά την άλλη, ακολουθώντας πάντα τα ίχνη των Νομάδων. Είχε πλέον βραδιάσει· οι λεωφόροι και οι δρόμοι φωτίζονταν από τεχνητά φώτα. Οι δύο Θυγατέρες δεν άργησαν και τόσο να φτάσουν στον προορισμό τους: Ύστερα από μιάμιση ώρα περίπου, κατέληξαν στην Πλατεία Διχαλωτής και αντίκρισαν έναν αρκετά μεγάλο καταυλισμό. Έναν καταυλισμό που αποκλείεται να ήταν μισθοφόρων. Κόσμος βρισκόταν συγκεντρωμένος εκεί, μοιάζοντας νάχει έρθει για να παρακολουθήσει κάποιους να κάνουν νούμερα. Οι Θυγατέρες είδαν μια γεροδεμένη, πρασινόδερμη, γαλανομάλλα γυναίκα να καβαλά μια μεγάλη μαύρη γάτα, βάζοντάς την να πηδά από δω κι από κει, ενώ ο κόσμος κοίταζε και χειροκροτούσε και φώναζε.

«Γατί από τη Νυχωτή,» παρατήρησε η Άνμα.

Πάνω από τις σκηνές και τα οχήματα του καταυλισμού κυμάτιζε μια σημαία με σύμβολο δύο σπαστά, σταυρωτά οχτάρια. Και από κάποια μεγάλα ηχεία ακουγόταν το Ταξίδι Μέσα από την Πιο Σκοτεινή Νύχτα, των Μεταμεσονύκτιων Διαδρομών.

«Οι Νομάδες των Δρόμων, αναμφίβολα,» είπε η Νορέλτα-Βορ, και σταμάτησε το φορτηγό της κοντά στον καταυλισμό.

Άνοιξαν τις πόρτες και βγήκαν.

Η Άνμα πέταξε το τσιγάρο της κάτω και το πάτησε με τη μπότα της. «Ο αρχηγός, πάντως, δεν είν’ εδώ.»

Η Νορέλτα ένευσε. «Ίσως, όμως, να είναι η Μιράντα. Και σίγουρα θα είναι η Εύνοια.»

Πέρασαν μέσα από τον κόσμο που παρακολουθούσε τα νούμερα των Νομάδων και μπήκαν ανάμεσα στις σκηνές και τα σταματημένα οχήματα.

«Τι θέλετε;» τις ρώτησε ένας ψηλός, ευρύστερνος άντρας με μαύρα σγουρά μαλλιά και γαλανό δέρμα, πλησιάζοντάς τες μαζί με δυο άλλους που έμοιαζαν για φρουροί. Παρότι δεν κρατούσαν φανερά όπλα, οι δύο Θυγατέρες διάβαζαν στα σημάδια της Πόλης ότι ήταν οπλισμένοι· και η Άνμα, μάλιστα, μπορούσε να καταλάβει ότι είχαν πιστόλια και ξιφίδια κρυμμένα κάτω από τα ρούχα τους, και ο ένας είχε και μια καραμπίνα μες στην καπαρντίνα του. Η Άνμα μπορούσε, επιπλέον, να καταλάβει οριακά και τις ιδιότητες των όπλων, χωρίς τα μάτια της να τα κοιτάζουν, βλέποντας μόνο τις αντανακλάσεις τους στα πολεοσημάδια τριγύρω.

«Την Εύνοια θέλουμε,» είπε στον άντρα που είχε μιλήσει, ο οποίος δεν έμοιαζε οπλισμένος. «Είν’ εδώ, έτσι;»

Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Μιλάς για την Κυρά των Δρόμων;»

«Τη γνωστή και ως Νομαδάρχισσα. Πού είναι;»

«Γιατί τη ζητάτε;» ρώτησε πάλι ο άντρας. «Δε δέχεται δημοσιογράφους.»

Η Νορέλτα χαμογέλασε με τρόπο που ήξερε ότι θα τον έκανε να τη δει ερωτικά – το διάβαζε στα πολεοσημάδια του. «Σου μοιάζουμε για δημοσιογράφοι;»

Ο άντρας την κοίταξε από πάνω ώς κάτω – και όχι μόνο για να κρίνει αν ήταν όντως δημοσιογράφος, καταλάβαινε η Νορέλτα. «Τα φαινόμενα απατούν,» της είπε τελικά.

Η Νορέλτα γέλασε, νομίζοντας ότι είχε ήδη αρχίσει να τον συμπαθεί. «Όχι σ’αυτή την περίπτωση.»

«Δεν είμαστε δημοσιογράφοι, μεγάλε,» του είπε η Άνμα. «Τελείωνε με τις μαλακίες. Η Εύνοια θέλει να μας δει.»

«Δε μας είπε ότι περιμένει κανέναν,» δήλωσε ο ένας από τους άλλους δύο – τους οπλισμένους – αυτός με την καπαρντίνα.

«Τι θα γίνει εδώ;» μούγκρισε η Άνμα. «Δε μπορούμε να συνεννοηθούμε;»

«Τι τρέχει, Ρίμναλ;» ακούστηκε μια φωνή από δίπλα, και γυρίζοντας είδαν ακόμα έναν άντρα να πλησιάζει, που και οι δύο Θυγατέρες όφειλαν να παραδεχτούν ότι ήταν αξιοσημείωτα όμορφος τύπος. Χρυσόδερμος, με μακριά κόκκινα μαλλιά. Κι αποκλείεται να ήταν πάνω από τριάντα χρονών. Φορούσε μια δερμάτινη καπαρντίνα.

«Δυο... επισκέπτριες,» αποκρίθηκε ο γαλανόδερμος, μαυρομάλλης άντρας δείχνοντας με το βλέμμα του τις Θυγατέρες, «που ζητάνε την Εύνοια.»

«Ίσως νάναι δημοσιογράφοι,» είπε ο ένας από τους οπλοφόρους – αυτός που δεν φορούσε καπαρντίνα αλλά ένα πέτσινο πανωφόρι.

«Δεν είμαστε δημοσιογράφοι, γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος!» μούγκρισε η Άνμα. «Πόσες φορές θα το πούμε; Θέλουμε να μιλήσουμε στην Εύνοια. Μας ξέρει. Δεν είμαστε άγνωστες. Πείτε της ότι η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ είναι εδώ· θα καταλάβει αμέσως. Πείτε της, επίσης, ότι γνωρίζουμε τη Μιράντα.»

«Τη Μιράντα;» έκανε ο όμορφος κοκκινομάλλης τύπος. «Και είπαμε ότι είστε η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ;»

«Ακριβώς έτσι,» απάντησε η Άνμα.

«Οι Θυγατέρες της Πόλης; Αυτές που υποτίθεται πως ήταν φυλακισμένες;»

Η Άνμα και η Νορέλτα αλληλοκοιτάχτηκαν· η δεύτερη είπε: «Παντού μάς ξέρουν,» υπομειδιώντας. Ύστερα στράφηκε στον όμορφο άντρα. «Ποιος είσαι εσύ;»

«Το όνομά μου είναι Θόρινταλ. Είστε όντως αυτές, μα τον Κρόνο;»

«Ναι. Εγώ είμαι η Νορέλτα, κι αυτή είναι η Άνμα.»

«Και φαίνεται πως μας ξέρεις καλύτερα απ’ό,τι σε ξέρουμε εμείς, μεγάλε.»

Ο Θόρινταλ χαμογέλασε. «Η Εύνοια θα καταχαρεί, αν είστε πραγματικά αυτές που λέτε. Ελάτε μαζί μου.» Στράφηκε αρχίζοντας να βαδίζει.

Οι γυναίκες που ισχυρίζονταν πως ήταν Θυγατέρες της Πόλης τον ακολούθησαν· το ίδιο κι ο Ρίμναλ και τα Πνεύματα των Δρόμων.

Του Θόρινταλ τού φαινόταν εξωφρενικό που αυτές οι δύο είχαν παρουσιαστεί έτσι, στα ξαφνικά, στον καταυλισμό των Νομάδων. Μήπως ήταν τίποτα ύποπτο και έλεγαν ψέματα για να τους κοροϊδέψουν, για να τις οδηγήσουν στην Κυρά των Δρόμων; Αν είναι έτσι, η Εύνοια αμέσως θα καταλάβει το ψέμα· δεν υπάρχει αμφιβολία. Θα το καταλάβει πολύ πιο εύκολα απ’ό,τι μπορούμε να το καταλάβουμε εμείς.

Αν όμως ήταν η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ... αν ήταν αυτές... πώς ξέφυγαν από τα νύχια της Κορίνας, μα τον Κρόνο; Τις λοξοκοίταξε πάνω απ’τον ώμο του καθώς τον ακολουθούσαν. Κι αν της ξέφυγαν, μήπως αυτό σημαίνει ότι τώρα η Κορίνα βρίσκεται κάπου κοντά μας; Μήπως σημαίνει ότι μας παρακολουθεί; Ότι μηχανεύεται, γι’ακόμα μια φορά, το κακό των Νομάδων; Ο Θόρινταλ αισθανόταν τις τρίχες του ορθωμένες καθώς διέσχιζαν τον καταυλισμό.

Δεν άργησαν να φτάσουν εκεί όπου καθόταν η Εύνοια, σε μια λυόμενη καρέκλα, καπνίζοντας μια μακριά πίπα που είχαν αγοράσει από κάτι πλανόδιους που περνούσαν από την Πλατεία Διχαλωτής. Η Σορέτα καθόταν κοντά της, με μια κούπα τσάι στο χέρι. Τα δύο μεγαλύτερα παιδιά της – το αγόρι που ήταν οχτώ χρονών και το κοριτσάκι που ήταν έξι – έπαιζαν ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, μετακινώντας φασματικά πιόνια επάνω σ’έναν πίνακα που έπαιρνε ενέργεια από μπαταρία. Ο Εύθυμος ήταν επίσης εκεί, παρακολουθώντας το παιχνίδι των μικρών· αλλά τώρα έστρεψε αμέσως το βλέμμα του στον Θόρινταλ και σ’αυτούς που τον ακολουθούσαν.

«Εύνοια...» άρχισε ο σαμάνος, όμως η Κυρά των Δρόμων είχε ήδη σηκωθεί όρθια, με μάτια γουρλωμένα.

«Άνμα!» αναφώνησε. «Νορέλτα!»

«Γεια σου, Εύνοια,» χαιρέτησε η Νορέλτα-Βορ, μειδιώντας.

«Οι δρόμοι μάς ξανάφεραν κοντά, Αδελφή,» είπε η Άνμα.

«Είναι όντως γνωστές σου, δηλαδή, Εύνοια;» ρώτησε ο Ρίμναλ.

«Φυσικά και είναι!» γέλασε η Εύνοια, και τις πλησίασε για να τις αγκαλιάσει και να τις φιλήσει στα μάγουλα.

«Μα τον Κρόνο, Αδελφές μου! Νομίζαμε ότι η Κορίνα σάς κρατούσε φυλακισμένες. Και είχε πει στη Μιράντα ότι σας είχε σ’ένα μέρος στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία – σ’ένα Σύμπλεγμα Ήχων – για να πάει η Μιράντα εκεί και να τη φυλακίσει κι αυτήν! Πού βρισκόσασταν τόσες μέρες;»

«Εκεί ήμασταν,» αποκρίθηκε η Άνμα.

«Και πώς ξεφύγατε;»

«Δεν ξεφύγαμε,» είπε η Νορέλτα. «Η Κορίνα μάς ελευθέρωσε.»

Ξαφνική ανησυχία καθρεπτίστηκε στο πρόσωπο της Εύνοιας καθώς άρχισε να φοβάται για τους Νομάδες της. Αν η Κορίνα είχε αφήσει τις Αδελφές της να φύγουν, σκέφτηκε, αυτό πρέπει να σήμαινε ότι είχε κάποιο σχέδιο στο μυαλό της. Κάποιο από τα συνηθισμένα διαβολικά της σχέδια!

«Τα πράγματα άλλαξαν, Εύνοια,» είπε η Νορέλτα, διακρίνοντας τον φόβο στα μάτια της Αδελφής της. «Θα σου εξηγήσουμε.»

*

«Ναι, αλλά πώς είστε σίγουρες ότι το φυλαχτό όντως έχει καταστραφεί;» ρώτησε η Εύνοια, όταν της είχαν πει γι’αυτό, καθισμένες κοντά της μαζί με τον Θόρινταλ και τους άλλους Νομάδες των Δρόμων. «Μπορεί η Κορίνα να σας είπε ψέματα για να στήσει κάποια απάτη. Για... Μπορεί ακόμα και τώρα–»

Η Νορέλτα κούνησε το κεφάλι. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το φυλαχτό έχει καταστραφεί. Κι εγώ, στην αρχή, δεν ήθελα να το πιστέψω. Αλλά το φυλαχτό δεν υπάρχει πλέον. Έχω μαζί μου τα κομμάτια του, Εύνοια. Μου τα έδωσε.» Έβγαλε από τον σάκο της ένα τυλιγμένο ύφασμα, και το ξετύλιξε δείχνοντας τα ασημένια θραύσματα μέσα του.

«Γιατί να σ’τα δώσει; Δεν είναι αυτό ύποπτο από μόνο του; Δε θα έπρεπε λογικά να θέλει να τα κρατήσει, για να ξαναφτιάξει το φυλαχτό;»

«Δεν ξαναφτιάχνεται,» είπε η Νορέλτα-Βορ. «Δεν μπορεί να ξαναφτιαχτεί. Κατά πρώτον, νομίζω ότι λείπουν κάποια κομμάτια, γιατί κι εγώ προσπάθησα να το συναρμολογήσω, Αδελφή μου· πίστεψέ με, προσπάθησα. Και κάτι σαν να μην ταίριαζε· ίσως η Κορίνα να έχασε κάποιο θραύσμα όταν το φυλαχτό θρυμματίστηκε στα χέρια της. Αλλά, εκτός αυτού, μου φαίνεται πως ούτως ή άλλως, ακόμα κι αν είχαμε όλα τα κομμάτια, το φυλαχτό δεν θα μπορούσε να ξαναφτιαχτεί.»

«Γιατί; Το σχήμα επάνω του δεν είναι που δημιουργεί τα πολεοσημάδια που–;»

Η Νορέλτα κούνησε το κεφάλι ξανά. «Δεν είναι το σχήμα ακριβώς, Αδελφή μου. Αν ήταν το σχήμα από μόνο του, τότε θα μπορούσες να το ζωγραφίσεις σ’ένα χαρτί και να μη χρειάζεσαι καθόλου το φυλαχτό. Όμως το ίδιο το φυλαχτό ήταν που είχε κάτι το ιδιαίτερο. Κάτι από την πρόθεση της αρχαίας Θυγατέρας που το δημιούργησε, κατά πάσα πιθανότητα. Μέσα στο φυλαχτό υπήρχε ένα μέρος της θέλησής της

Η Εύνοια ήταν σκεπτική.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’αυτό, Αδελφή μου,» της είπε η Νορέλτα. «Όπως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τούτα εδώ» – ακόμα κρατούσε τα ασημένια θραύσματα μέσα στο ύφασμα – «είναι τα κομμάτια του φυλαχτού – ό,τι έχει απομείνει.»

Η Εύνοια αναστέναξε. «Μάλιστα,» είπε. «Η Μιράντα είμαι σίγουρη ότι θα χαρεί πολύ όταν τα μάθει όλ’ αυτά. Από την αρχή έλεγε ότι το φυλαχτό ήταν κάτι που καλύτερα καμία Θυγατέρα να μην έχει.»

Η Νορέλτα ένευσε, με κάποια θλίψη στο πρόσωπό της. «Ναι,» μουρμούρισε και τύλιξε πάλι τα κομμάτια. Αλλά ήταν δικό μου! σκέφτηκε. Εγώ έπρεπε να το έχω. Εγώ. Μόνο εγώ. Θα ήταν ασφαλές μαζί μου. Δε θα συνέβαιναν αυτά που συνέβησαν με την Κορίνα. Θα πρόσεχα. Έκρυψε το τυλιγμένο πανί μέσα στον σάκο της.

«Πού είναι η Μιράντα, τώρα;» ρώτησε η Άνμα την Εύνοια. «Και πώς πέρασες τον Ριγοπόταμο, εσύ και οι Νομάδες σου; Πού τους βρήκες; Η Κορίνα δεν μας είπε λεπτομέρειες.»

«Βρήκαμε τους Νομάδες στη Μεγαλοδιάβατη,» αποκρίθηκε η Εύνοια, «και τους έφερα νότια περνώντας τον Ποταμό από τη Μακρωκεάνια. Βγήκαμε απέναντι, στη Φωλιασμένη. Αλλά η Μιράντα δεν ήταν μαζί μας πλέον· είχε πάει στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία. Και καθοδόν έσωσε τη Φοίβη από τη φυλακή της Κορίνας στην Α’ Ανωρίγια–»

«Ποια Φοίβη;» έκανε αμέσως η Άνμα, γιατί ήξερε μια Φοίβη. Μια Αδελφή τους. Και δεν τη συμπαθούσε καθόλου.

«Μια Αδελφή μας,» απάντησε η Εύνοια, κάνοντας ένα ρίγος να διατρέξει τη ράχη της Άνμα. «Δε γνώριζα γι’αυτήν μέχρι–»

«Η Νύφη του Χάροντα;» σύριξε η Άνμα, στενεύοντας τα μάτια.

«Ναι, αυτή–»

«Η σκύλα! Τι δουλειά έχει εδώ; Για νάναι εδώ–»

«Σκόπευε να δολοφονήσει τον Κάδμο Ανθοτέχνη–»

«Τι; Επιτέλους αποφάσισε να κάνει και κάτι καλό, η λεχρίτισσα;»

«Να υποθέσω ότι τη γνωρίζεις από παλιά, Αδελφή μου;»

Η Άνμα κατένευσε. «Την ξέρω, την ανώμαλη. Ακολουθεί, λέει, τον θάνατο μες στην Πόλη. Σκοτώνει τον έναν μετά τον άλλο: αυτούς που νομίζει ότι ‘πρέπει’ να πεθάνουν. Κάποτε, ήταν μια μάγισσα στην Παράλληλη Συνοικία, μια φίλη μου – και η γαμημένη τη σκότωσε επειδή, δήθεν, ‘η Πόλη τής το ζητούσε’. Προσπάθησα να προστατέψω τη Λέλα’σαρ, μα δεν τα κατάφερα. Την καθάρισε, η διεστραμμένη σκρόφα.» Και υπήρχε θυμός ακόμα στα μάτια της Άνμα γι’αυτό το επεισόδιο.

«Λυπάμαι,» είπε η Εύνοια. Και πρόσθεσε: «Η Μιράντα, πάντως, φαίνεται να θεωρεί τώρα τη Φοίβη σύμμαχό μας.»

«Γιατί δεν έχει ακόμα σκοτώσει τον Ανθοτέχνη; Συνήθως δεν αργεί να φτάσει στους στόχους της.»

Η Εύνοια εξήγησε πώς είχαν τα πράγματα: τι είχε συμβεί με τη Φοίβη, και γιατί τώρα εκείνη φοβόταν να πλησιάσει πάλι τον Αλυσοδεμένο Ποιητή – ή, μάλλον, γιατί η Μιράντα τής είχε προτείνει να μην τον πλησιάσει.

Η Άνμα γέλασε όταν άκουσε για το πώς οι Νομάδες είχαν πιάσει τη Φοίβη. «Της δώσατε ό,τι της άξιζε!» είπε.

«Η Κορίνα το είχε στήσει όλο,» τόνισε ο Θόρινταλ.

Η Εύνοια συνέχισε τη διήγησή της, λέγοντας πού βρίσκονταν τώρα η Μιράντα, η Φοίβη, και ο στρατός του Βόρκεραμ-Βορ. Αφού είχαν επισκεφτεί την Καλόπραγη (όπου ο Πολιτάρχης είχε δεχτεί να μπει στην Αμυντική Συμμαχία, όπως και ο Πολιτάρχης της Αμφίνομης και η Πολιτάρχης της Φιλήκοης), είχαν κατευθυνθεί στην Κουρασμένη, και ίσως ήδη να είχαν μιλήσει με την Πολιτάρχη της.

«Θα τους βρούμε στην Κουρασμένη, δηλαδή;» ρώτησε η Νορέλτα.

«Υποθέτω πως ναι. Αλλά δεν είναι ανάγκη να πάτε εκεί. Θα έρθουν αυτοί προς τα εδώ, πολύ σύντομα.» Και τους εξήγησε ότι ο Βόρκεραμ σκόπευε να ταξιδέψει στην Επιγεγραμμένη, για να σταματήσει μόνιμα ο στρατός του σ’αυτή τη συνοικία. Δεν μπορούσε να τον περιφέρει όπου πήγαινε: τα έξοδα ήταν πολλά, και όλοι βλέπουν με καχυποψία ένα περιφερόμενο στράτευμα.

«Θα κάνει την Επιγεγραμμένη βάση του,» συμπέρανε η Άνμα.

Η Εύνοια ένευσε, πίνοντας μια γουλιά από τον καφέ που της είχε φέρει η Σορέτα. «Αυτό είναι που έχει κατά νου, απ’ό,τι καταλαβαίνω.» Ήταν προχωρημένη νύχτα πλέον· πλησίαζαν μεσάνυχτα. Είχαν συγκεντρωθεί κι άλλοι Νομάδες γύρω από την Κυρά των Δρόμων – άτομα που η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ δεν γνώριζαν, αλλά που η Εύνοια τα γνώριζε πολύ καλά και τα θεωρούσε έμπιστα: ο Κοντός Φριτς, η Τζιλ, η Μαρθάλα, ο Σκέλεθρος, η Τζουλιάνα η ιέρεια του Κρόνου, η Λάρνια, ο Σκοτ (που ήταν φίλος του Θόρινταλ), η Μαρίνα, η Βιολέτα, ο Ρήγας των Αξόνων...

«Αλλά,» πρόσθεσε η Εύνοια, «πηγαίνουν γι’ακόμα έναν λόγο στην Επιγεγραμμένη.»

Η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ την περίμεναν να συνεχίσει, κι εκείνη τούς μίλησε για τη Σέχτα των Άδηλων Ήχων στη Φιλήκοη και, μετά, για το όραμα που είχε δει η Φοίβη βαδίζοντας στον Δρόμο του Μέλλοντος μαζί με τη Μιράντα–

(«Δεν έπρεπε να της μάθει τους αόρατους δρόμους, μα τον Κρόνο!» είπε η Άνμα. «Τι μαλακία ήταν αυτή, γαμώτο;»)

–για την επικείμενη επίθεση εναντίον της Φιλήκοης, και για το σχέδιο του Βάρνελ-Αλντ να εξοπλίσει τους κατοίκους της Επιγεγραμμένης. «Ο Βόρκεραμ σκέφτεται να του χαλάσει αυτό το σχέδιο, να τον διώξει απ’την Επιγεγραμμένη, για να βοηθήσει τη Φιλήκοη.»

«Ακόμα κι αν οι φουκαράδες της Επιγεγραμμένης δεν μισθωθούν,» είπε η Άνμα, «η Φιλήκοη πάλι θα δεχτεί επίθεση απ’όλες τις άλλες μεριές. Η Επιγεγραμμένη δεν είναι και τόσο σημαντική, έτσι όπως μας τα λες.»

Η Εύνοια ένευσε. «Ναι, και μάλλον το καταλαβαίνει κι ο Βόρκεραμ αυτό. Ωστόσο, θέλει να βοηθήσει όπως μπορεί. Δε νομίζω ότι έχει τη δυνατότητα να σώσει τη Φιλήκοη από μόνος του. Όχι προτού μεγαλώσει η Συμμαχία τουλάχιστον.»

Η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ έτρωγαν από δύο πλαστικά πιάτα γεμάτα με φαγητό που τους είχαν φέρει οι Νομάδες των Δρόμων. Και τώρα η δεύτερη, αφού έφαγε το τελευταίο φασόλι, είπε: «Προτείνεις, λοιπόν, να περιμένουμε τον στρατό του ξαδέλφου μου εδώ, στην Αμφίνομη;»

«Εκτός αν νομίζετε ότι υπάρχει λόγος να ταξιδέψετε στην Κουρασμένη τώρα αμέσως για να τον βρείτε...»

«Η Μιράντα θα ήθελε να μάθει ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει με την Κορίνα...» είπε σκεπτικά η Νορέλτα. Έβγαλε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό από την τσέπη της. «Θα δοκιμάσω να την καλέσω.»

«Δε νομίζω ότι μπορείς από τόσο μακριά,» είπε η Εύνοια. Βρίσκονταν κοντά στα ανατολικά σύνορα της Αμφίνομης, και η Κουρασμένη ήταν πέρα από τα δυτικά σύνορα.

Η Νορέλτα πάτησε δυο πλήκτρα και, σύντομα, είδε στη μικρή οθόνη της να γράφει ξανά: ΕΚΤΟΣ ΕΜΒΕΛΕΙΑΣ. «Έχεις δίκιο, δεν φτάνει.»

«Τι σκοπεύει τώρα να κάνει η Κορίνα;» ρώτησε η Εύνοια. «Δεν κατάλαβα ακριβώς γιατί σας ελευθέρωσε. Πρέπει νάχει κάποιο σχέδιο στο μυαλό της· δεν εξηγείται αλλιώς.»

«Δεν ήθελε να μας ταΐζει,» αποκρίθηκε η Άνμα, μαζεύοντας την τελευταία σάλτσα στο πιάτο της μ’ένα κομμάτι ψωμί και τρώγοντάς το. «Και τα φαγητά της ήταν πολύ χειρότερα από αυτό – σας λέω αλήθεια.» Ορισμένοι Νομάδες χαμογέλασαν. «Επιπλέον,» πρόσθεσε ανάβοντας τσιγάρο, «θέλει να σταματήσει τον πόλεμο, και νομίζει ότι μπορούμε να τη βοηθήσουμε σ’αυτό.»

Η Εύνοια συνοφρυώθηκε. «Να τη βοηθήσετε;... Τι συμφωνήσατε μαζί της; Και... και τι θα κάνει με τον Κάδμο Ανθοτέχνη;»

«Τίποτα δεν συμφωνήσαμε μαζί της,» είπε η Νορέλτα-Βορ, «αν και θα ήθελε να μας βάλει να σκοτώσουμε τον Βόρκεραμ. Εξακολουθεί να πιστεύει ότι αυτός είναι που θα προκαλέσει τον τρομερό πόλεμο στο μέλλον.

»Η Κορίνα, τώρα που έχει χάσει το φυλαχτό, φοβάται ότι έχει χάσει και τον έλεγχο. Μέχρι στιγμής, νόμιζε ότι όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιό της – σύμφωνα με κάποιο δικό της όραμα του μέλλοντος. Αλλά πλέον δεν ισχύει αυτό. Επομένως, θέλει να σταματήσει τον πόλεμο οπωσδήποτε.»

«Μα, ο Ανθοτέχνης κάνει τον πόλεμο. Και η Κορίνα είναι σύμμαχός του.»

Η Νορέλτα τής εξήγησε ότι η Κορίνα εξακολουθούσε να είναι σύμμαχος του Αλυσοδεμένου Ποιητή· δεν ήθελε ο Βόρκεραμ-Βορ να τον νικήσει, δεν ήθελε να καταστραφεί ό,τι είχε χτίσει ο Κάδμος. Απλώς ήθελε να σταματήσει ο πόλεμος.

«Αν ο Ανθοτέχνης συνεχίσει να επιτίθεται στη μια συνοικία μετά την άλλη...» είπε η Εύνοια, «πώς... πώς θα επιτευχθεί αυτό;»

«Υποθέτω ότι η Κορίνα σκοπεύει να πείσει τον Κάδμο να πάψει να επιτίθεται στις άλλες συνοικίες–»

«Μα τον βλέπουν ως εχθρό τους, Νορέλτα· κι αυτός βλέπει ως εχθρούς του τους πολιτάρχες τους, όλα τους τα καθεστώτα.»

«Είμαι σίγουρη πως η Κορίνα θα βρει τρόπο να τον σταματήσει, αν το βάλει στο μυαλό της. Αν μη τι άλλο, είναι αρκετά πανούργα κι αρκετά επιτήδεια, η τρισκατάρατη κόρη του Σκοτοδαίμονος, για να τα καταφέρει.»

«Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’αυτό,» συμφώνησε η Άνμα, τινάζοντας στάχτη απ’το τσιγάρο της.

«Αν όμως δημιουργηθεί η συμμαχία του ξαδέλφου μου,» συνέχισε η Νορέλτα, «ο πόλεμος πολύ πιθανόν να συνεχιστεί. Η Κορίνα δεν έχει κανέναν έλεγχο επάνω στον Βόρκεραμ-Βορ.»

«Ο Κάδμος,» είπε ξαφνικά η Σορέτα, «δεν θέλει πόλεμο. Το ξέρω πως δεν θέλει πόλεμο. Απλώς είναι αναγκασμένος να πολεμά.»

«Ναι,» ρουθούνισε ο Ρίμναλ, «είναι τόσο παρεξηγημένη μορφή ο Αλυσοδεμένος Ποιητής! Το είχα καταλάβει απ’την αρχή.» Ειρωνικά όλα, φυσικά.

Η Σορέτα τον αγριοκοίταξε σαν να είχε προσβάλει κάποιον συγγενή της. «Ο Κάδμος δεν είναι ο ανώμαλος τύραννος που ορισμένοι νομίζουν, Ρίμναλ! Όπως πολύ καλά γνωρίζεις, άλλωστε. Όπως όλοι μας γνωρίζουμε, γαμώτο!» Κοίταξε τριγύρω, τους συγκεντρωμένους Νομάδες. «Μας φέρθηκε δίκαια, δεν μας φέρθηκε δίκαια;»

Κανείς δεν διαφώνησε.

«Αυτό είν’ ομολογουμένως αλήθεια,» παραδέχτηκε ο Κοντός Φριτς.

«Τι ακριβώς έκανε μαζί σας;» θέλησε να μάθει η Άνμα, από περιέργεια· και η Σορέτα κι ο Φριτς τής διηγήθηκαν, εν συντομία, όσα είχαν συμβεί στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία αφού η Κορίνα οδήγησε τους Νομάδες των Δρόμων εκεί.

«Φαίνεται, όντως, να είν’ εντάξει ο Ποιητής,» παρατήρησε η Άνμα, έχοντας σβήσει πλέον το τσιγάρο κάτω από τη δεξιά της μπότα. «Αλλά μαζεύει γύρω του πολλούς λεχρίτες.»

«Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’αυτό, δικιά μου,» συμφώνησε ο Κοντός Φριτς.

«Αυτό είναι και το βασικό πρόβλημα, ίσως,» πρόσθεσε ο Θόρινταλ, που ήταν σιωπηλός όσο ο Φριτς και η Σορέτα εξιστορούσαν το πρόσφατο παρελθόν.

«Ο ξάδελφός μου δεν νομίζω να συμφωνήσει μαζί σας,» τόνισε η Νορέλτα-Βορ. «Δε νομίζω ότι θα τον ενδιαφέρει ποιος είναι, ως άτομο, ο Αλυσοδεμένος Ποιητής. Κι ακριβώς αυτό πρέπει να είναι που φοβάται η Κορίνα.»

«Αν του μιλήσουμε,» ρώτησε η Άνμα, «πιστεύεις ότι δεν θα μας ακούσει;»

«Είμαι σχεδόν σίγουρη, Αδελφή μου,» αποκρίθηκε η Νορέλτα.

«Το ψυλλιαζόμουν ότι θα τόλεγες αυτό.»

«Θα υποπτεύεται πως όλα είναι σχέδιο της Κορίνας. Δε νομίζω ότι εύκολα θα πιστέψει πως ο Ποιητής μπορεί να πάψει τις εχθρικές του ενέργειες.»

«Τη Συμμαχία, τουλάχιστον,» είπε η Εύνοια, «θα θέλει οπωσδήποτε να την κάνει πραγματικότητα. Για λόγους ασφαλείας, αν μη τι άλλο.»

Η Άνμα χασμουρήθηκε. Ήταν πολύ αργά πια, κι αισθανόταν κουρασμένη. Έτριψε τα μάτια της. «Δε θα σε πείραζε να την πέσουμε εδώ, ανάμεσα στους Νομάδες σου, ε, Εύνοια;»

«Ούτε που να το συζητάς.»

«Είσαι ευπρόσδεκτη,» της είπε ο Φριτς. «Και εσύ και η Νορέλτα.»

«Εκτιμούμε τη φιλοξενία σας,» αποκρίθηκε η Νορέλτα-Βορ.

«Είστε εντάξει, Κοντέ,» αποκρίθηκε η Άνμα.

«Το πρωί τι θα κάνουμε, Αδελφή μου;» τη ρώτησε η Νορέλτα. «Θα πάμε στην Κουρασμένη, ή θα μείνουμε εδώ;»

«Εγώ λέω να μείνουμε. Είναι φιλικά τα τριγύρω άτομα, και σύντομα ο αρχηγός θα ξαναπεράσει απ’την Αμφίνομη, έτσι κι αλλιώς, για να πάει στην Επιγεγραμμένη. Θα ψάχνουμε για το σήμα του πομπού της Μιράντας μέχρι να το βρούμε. Πάω στοίχημα ότι αύριο, μεθαύριο θα το εντοπίσουμε.»

Η Νορέλτα ένευσε. «Κι εγώ το ίδιο νομίζω.»

Η Άνμα είπε: «Είναι, όμως, κάτι που πρέπει ν’αποφασίσουμε προτού συναντήσουμε τον αρχηγό και τη Μιράντα.» Και τώρα δεν κοίταζε μόνο τη Νορέλτα, αλλά και την Εύνοια· ακόμα και τους Νομάδες. Τον Φριτς και τη Σορέτα και τον Ρίμναλ και τον Θόρινταλ, σίγουρα.

«Τι σ’απασχολεί, Άνμα;» ρώτησε η Κυρά των Δρόμων.

«Η Νύφη του Χάροντα. Αν μάθει ότι η Κορίνα έχασε το φυλαχτό, πιθανώς να τρέξει να πάει να καθαρίσει τον Ανθοτέχνη. Και... δεν ξέρω αν αυτό, δεδομένης της κατάστασης, θα ήταν καλό. Αν ο Ποιητής σκοτωθεί, τα πράγματα μπορεί να σκατέψουν περισσότερο απ’ό,τι ήδη είναι. Αν ο Κάδμος χαιρετήσει τον Ανόφθαλμο, ποιος θα πάρει την εξουσία ύστερα απ’αυτόν; Η αυτοκρατορία του δεν θα διαλυθεί στιγμιαία. Μπορεί ν’αρχίσει να κάνει κουμάντο κανένας χειρότερος απ’την αφεντιά του. Ο Ζιλμόρος των Σκοταδιστών, για παράδειγμα. Ή ο Βάρνελ-Αλντ. Ή κάνα άλλο καθίκι του Σκοτοδαίμονος.»

«Γαμήσου,» μούγκρισε ο Κοντός Φριτς. «Αυτό είν’ όντως ένα θέμα, δικιά μου. Μιλάς σωστά.»

«Συγνώμη,» είπε ο Ρίμναλ, «αλλά έγινε τώρα δική μας δουλειά – δουλειά των Νομάδων των Δρόμων – το ποιος θα κάνει κουμάντο σε ποια συνοικία;»

«Το θέμα είναι πολύ μεγάλο για να το αγνοήσουμε, Ρίμναλ,» είπε η Εύνοια. «Πολύ σημαντικό. Η Άνμα έχει δίκιο σ’αυτό που λέει. Αν ο Κάδμος Ανθοτέχνης πεθάνει, μάλλον κάποιος χειρότερος θα πάρει τη θέση του.»

«Και δε νομίζω η Φοίβη να τρέξει να τον καθαρίσει κι αυτόν,» πρόσθεσε η Άνμα. «Η τύπισσα είναι παλαβή. Σαλεμένη εδώ.» Κούνησε το δάχτυλό της πλάι στο κεφάλι της. «Σκοτώνει όποιον της κατέβει. Όποιον πιστεύει ότι η Πόλη τής έχει δείξει. Αλλά πάω στοίχημα πως η Πόλη δεν της δείχνει τίποτα. Όλα είναι μες στο διεστραμμένο μυαλό της.»

«Τι να κάνουμε, λοιπόν;» είπε η Νορέλτα. «Να της κρύψουμε ότι η Κορίνα έχασε το φυλαχτό; Να μιλήσουμε μόνο στη Μιράντα;»

Η Άνμα ένευσε. «Αυτή είναι μια καλή ιδέα.»

«Κι αν η Μιράντα αποφασίσει να το πει στη Φοίβη;»

«Λες νάναι τόσο μαλακισμένη;»

Η Νορέλτα είπε, σκεπτικά: «Μάλλον όχι... αλλά... Αλλά, ξέρεις τι, Αδελφή μου;»

«Τι;»

«Η Κορίνα νομίζεις ότι δεν θα τα έχει ήδη σκεφτεί αυτά που συζητάμε τώρα;»

Η Άνμα μόρφασε. «Σωστά.»

«Επομένως;»

«Θα έχει τα μάτια της στραμμένα στον Ποιητή. Θα τον προσέχει ξανά όπως τον πρόσεχε όταν πρωτοφυλάκισε τη Φοίβη.»

«Αναμφίβολα,» συμφώνησε η Νορέλτα-Βορ. «Οπότε, η Φοίβη θα έχει πάλι καλό λόγο να φοβάται να τον πλησιάσει.»

«Χωρίς το φυλαχτό, όμως, θα είναι το ίδιο εύκολο η Αδελφή μας να τη φυλακίσει;»

Η Νορέλτα γέλασε. «Για την Κορίνα μιλάμε, έτσι;»

«Χμμμ.» Η Άνμα άναψε κι άλλο τσιγάρο. «Πού το πας, λοιπόν, Νορέλτα; Ότι δεν τρέχει μία αν σφυρίξουμε στη Νύφη του Χάροντα πως η Κορίνα έχασε το φυλαχτό;»

«Ας κάνουμε εκείνο που πρότεινες, γι’αρχή. Ας το πούμε πρώτα στη Μιράντα, και θα δούμε τι γνώμη έχει κι εκείνη.»

«Σωστή,» συμφώνησε η Άνμα· και κοίταξε ερωτηματικά την Εύνοια.

«Δε διαφωνώ,» δήλωσε η Κυρά των Δρόμων.

Μερικές στιγμές σιγής ακολούθησαν.

Η Άνμα φύσηξε καπνό απ’τα ρουθούνια. «Πάμε για ύπνο τώρα;»

/11\

Η Πολιτάρχης της Κουρασμένης κάνει μια πρόταση και, ύστερα, ο Βόρκεραμ-Βορ και οι σύμμαχοί του ετοιμάζονται για αναχώρηση.

Στις έντεκα και μισή το πρωί, ο Βόρκεραμ-Βορ, ο Όρπεκαλ-Λάντι, ο Αλέξανδρος Πανιστόριος, και οι συνοδοί τους (ανάμεσα στους οποίους και οι τρεις Θυγατέρες, φυσικά) έφυγαν από το μέρος όπου ήταν καταυλισμένος ο στρατός και πήγαν στο Πολιτικό Μέγαρο της Κουρασμένης. Η Πολιτάρχης Σειρήνα Οβορμάνδω τούς περίμενε εκεί μαζί με τους υπουργούς της, όπως είχε υποσχεθεί. Τους καλημέρισε, τους κέρασε καφέ και γλυκίσματα (τα οποία ο Βόρκεραμ, ο Όρπεκαλ, και ο Αλέξανδρος πήραν τυπικά μόνο· κανείς τους δεν είχε όρεξη για φαγητό ή ποτό αυτή τη στιγμή), και τους πληροφόρησε ότι είχε σκεφτεί πολύ προσεχτικά όσα είχαν συζητήσει χτες.

«Εγώ και οι σύμβουλοί μου μιλούσαμε αρκετή ώρα για τη συμμαχία που προτείνετε, κύριοι,» τους είπε η Σειρήνα, αν και, κυρίως, κοίταζε τον Βόρκεραμ (και οι Θυγατέρες διέκριναν από τα πολεοσημάδια ότι εκείνον θεωρούσε αρχηγό της Τριανδρίας, χωρίς ίσως κι η ίδια να το έχει συνειδητοποιήσει ακριβώς), «και η αλήθεια είναι ότι δυσκολευόμασταν να φτάσουμε σε κάποια απόφαση. Θα θέλαμε να σας πιστέψουμε – πραγματικά θα θέλαμε. Όσα λέτε φαίνονται σημαντικά, και το συμβόλαιο της Αμυντικής Συμμαχίας δεν μοιάζει να κρύβει τίποτα... παγίδες – το διαβάσαμε και το ξαναδιαβάσαμε, σας διαβεβαιώνω. Ωστόσο, είναι δύσκολο να αγνοήσουμε τα λόγια του κύριου Σημαδεμένου, ο οποίος–»

«Κυρία Οβορμάνδω,» τη διέκοψε ο Όρπεκαλ-Λάντι, «ο Σημαδεμένος θέλει μόνο–»

Η Σειρήνα τού έκανε νόημα να σωπάσει καθώς συνέχιζε σαν εκείνος να μην είχε μιλήσει: «–μας επισκέφτηκε πρόσφατα. Έτσι, κάλεσα χτες τηλεπικοινωνιακά τον κύριο Κίμωνα Χρονομάχο, τον Πολιτάρχη της Βαθμιδωτής, ώστε να μάθω ποια είναι και η δική του άποψη επί του θέματος.»

Και ο Βόρκεραμ, τότε, σκέφτηκε: Η Μιράντα μάς είχε δει, στο όραμά της, να μιλάμε με τον Κίμωνα Χρονομάχο...

Ο Αλέξανδρος συλλογίστηκε μόνο: Η Μιράντα...

Η ίδια η Μιράντα, παρακολουθώντας από την περιφέρεια της αίθουσας, ντυμένη σαν μισθοφόρος, αισθανόταν πως εκείνη η στιγμή του μέλλοντος – εκείνη η συγκεκριμένη στιγμή – ήταν πλέον πολύ κοντά. Οι τρίχες της, για κάποιο λόγο, ορθώθηκαν. Τη φόβιζε τίποτα; Σίγουρα όχι. Γιατί, άραγε, την έκανε να νιώθει τόσο παράξενα το γεγονός ότι κάτι που είχε δει στον Δρόμο του Μέλλοντος γινόταν πραγματικότητα μπροστά στα μάτια της;

Η Σειρήνα Οβορμάνδω συνέχιζε να μιλά: «Και, ύστερα από κάποια συζήτηση μαζί του, ζήτησε να σας συναντήσει.»

«Να μας συναντήσει;» έκανε ο Βόρκεραμ.

«Θέλει να σας αντικρίσει από κοντά, είπε. Κανονικά, δεν θα το ήθελε. Εγώ ήμουν που τον έκανα να το θέλει, νομίζω. Στην αρχή, ήταν πολύ αρνητικός προς εσάς. Αν είχατε πάει στη συνοικία του, θα σας είχε διώξει χωρίς να σας συναντήσει ίσως.»

«Ο Σημαδεμένος έχει μιλήσει και σ’αυτόν,» είπε ο Όρπεκαλ-Λάντι, «και ο Χρονομάχος έχει πιστέψει τα ψέματά του...»

«Ο κύριος Χρονομάχος δεν νομίζει ότι ο κύριος Σημαδεμένος ψεύδεται, κύριε Όρπεκαλ-Λάντι,» τόνισε η Σειρήνα Οβορμάνδω. «Ακόμα και τώρα, που του είπα για εσάς – ότι, για κάποιο λόγο, δεν μου φαίνεστε για απατεώνες – δεν νομίζει ότι ο κύριος Σημαδεμένος ψεύδεται. Ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος είναι ένας πολιτάρχης διωγμένος από τη συνοικία του, κι εσείς είστε οι σφετεριστές που, με πραξικόπημα, τον έδιωξαν από εκεί.»

«Ο κύριος Χρονομάχος δεν γνωρίζει ποιες ήταν οι περιστάσεις που μας οδήγησαν σε τέτοια δράση,» είπε ο Όρπεκαλ-Λάντι, και ο Βόρκεραμ σκέφτηκε: Ευτυχώς αρχίζει να γίνεται πιο διπλωματικός σχετικά μ’αυτό το θέμα. Χτες είχαν μιλήσει οι δυο τους (και ο Πανιστόριος μαζί, φυσικά· αλλά δεν είχε πει και πολλά: κυρίως σιωπηλός ήταν, παρακολουθώντας μ’αυτή τη συνηθισμένη ουδετερότητα στο πρόσωπό του) και ο Βόρκεραμ είχε προειδοποιήσει τον Όρπεκαλ να είναι λιγότερο απότομος και περισσότερος συζητήσιμος. Του είχε πει πως, αν συνέχιζε έτσι, θα έκαναν πιο πολλούς εχθρούς απ’ό,τι συμμάχους. Πρέπει να τους πάρουμε με το μέρος μας, όχι να τους τρομάξουμε, είχε τονίσει· και είχε αναρωτηθεί αν μήπως, τελικά, η Ολντράθα είχε δίκιο που του έλεγε πως ήταν καλύτερος πολιτικός απ’ό,τι νόμιζε. Τώρα, τουλάχιστον, αισθανόταν αναμφίβολα καλύτερος στην πολιτική από τον Όρπεκαλ-Λάντι. (Αλλά, μάλλον, αυτό συνέβαινε επειδή ο Όρπεκαλ ήταν ταραγμένος. Τον μισούσε πολύ τον Σημαδεμένο· και ίσως και να τον φοβόταν κιόλας πλέον – ίσως να τον φοβόταν πολύ περισσότερο απ’ό,τι παλιά – αν και σίγουρα αρνιόταν να το παραδεχτεί, ακόμα και στον εαυτό του.)

«Γι’αυτό ακριβώς τον λόγο επιθυμεί να σας μιλήσει από κοντά,» αποκρίθηκε η Σειρήνα Οβορμάνδω στον Όρπεκαλ-Λάντι. «Για να δει τι έχετε να πείτε για τον εαυτό σας και για τις πράξεις σας.»

«Και τι νομίζετε εσείς, Εξοχότατη;» ρώτησε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Είμαστε ύποπτοι, ή όχι; Θα θέλατε να μπείτε στη Συμμαχία, ή ακόμα φοβάστε ότι μπορεί να σχεδιάζουμε να σφετεριστούμε την εξουσία όλων των πολιταρχών νότια του Ριγοπόταμου;» Το έλεγε με τρόπο υπερβολικό, επίτηδες, γιατί αποσκοπούσε να φανεί παράλογο – όπως και ήταν. Ο Σημαδεμένος είχε καταφέρει να τρομοκρατήσει τους πολιτάρχες μ’έναν παραλογισμό, ουσιαστικά. Με μια παρανοϊκή σκέψη.

«Επιθυμείτε ειλικρινή απάντηση, κύριε Βόρκεραμ-Βορ; Τελείως ειλικρινή;»

«Ασφαλώς, Εξοχότατη.»

«Δεν είμαι σίγουρη. Δεν έχω αποφασίσει ακόμα. Ορισμένοι από τους συμβούλους μου δεν σας εμπιστεύονται καθόλου, είναι η αλήθεια· δεν βλέπουν ποιος θα ήταν ο λόγος να μπούμε στη συμμαχία σας. Κάποιοι άλλοι είναι διχασμένοι, όπως εγώ. Η απειλή που περιγράφετε μοιάζει σοβαρή–»

«Δεν ‘μοιάζει’,» τη διέκοψε προς στιγμή ο Βόρκεραμ. «Είναι.»

«–και το συμβόλαιο της Αμυντικής Συμμαχίας δεν περιέχει επιβαρυντικούς όρους για τα μέλη του. Νομίζω,» κατέληξε η Σειρήνα, «πως όλα θα εξαρτηθούν από τη συνάντησή μας με τον κύριο Χρονομάχο.»

«Συνάντησή μας;»

«Θα έρθω κι εγώ μαζί σας, κύριε Βόρκεραμ-Βορ. Θέλω να είμαι παρούσα όταν θα μιλήσετε με τον κύριο Χρονομάχο· κι εκείνος το επιθυμεί επίσης.»

«Μάλιστα,» είπε ο Βόρκεραμ-Βορ, σταυρώνοντας τα χέρια του μπροστά του ενώ παρατηρούσε τη Σειρήνα κι ενώ, συγχρόνως, σκεφτόταν: Το όραμα της Μιράντας βγαίνει ακριβώς όπως το είπε. Η Θυγατέρα είναι πραγματική μάντισσα. Εκτός αν χαλάσουμε το μέλλον της μαντείας της... Έστρεψε το βλέμμα του στον Όρπεκαλ-Λάντι και στον Αλέξανδρο Πανιστόριο. «Τι νομίζετε; Να επισκεφτούμε τον Πολιτάρχη της Βαθμιδωτής;»

«Θα τον επισκεπτόμασταν αργά ή γρήγορα, έτσι δεν είναι;» είπε ο Αλέξανδρος, ουδέτερα. «Γιατί όχι τώρα;»

Ο Όρπεκαλ κατένευσε. «Ακριβώς.»

Ο Βόρκεραμ ατένισε πάλι τη Σειρήνα. «Όπως βλέπετε, Εξοχότατη, είμαστε πρόθυμοι να συναντηθούμε – εμείς, εσείς, και ο κύριος Χρονομάχος.»

Η Οβορμάνδω ένευσε σαν να περίμενε τέτοια απάντηση. «Να ξεκινήσουμε αύριο, λοιπόν;»

«Και σήμερα να θέλατε να ξεκινήσουμε, έτοιμοι θα ήμασταν.»

«Εγώ, όμως, δεν θα ήμουν.»

«Αύριο τότε,» είπε ο Βόρκεραμ.

«Και κάτι ακόμα.»

«Σας ακούμε.»

«Ο κύριος Χρονομάχος ζητά – πολύ έντονα – να μην φέρετε τον στρατό σας μέσα στη συνοικία του. Δε νομίζω ότι θα τον αφήσει να περάσει τα σύνορα της Βαθμιδωτής.»

Ο Βόρκεραμ, κάνοντας νόημα στον Όρπεκαλ-Λάντι να μείνει σιωπηλός (για τον Πανιστόριο δεν ανησυχούσε), το σκέφτηκε για μερικές στιγμές, και αποκρίθηκε: «Πολύ καλά. Ο στρατός μας θα φύγει από την Κουρασμένη ενώ εμείς και κάποιοι μαχητές μας θα κατευθυνθούμε βόρεια, στη Βαθμιδωτή.»

«Δεν με καταλάβατε,» είπε η Σειρήνα. «Δεν προσπαθώ να σας διώξω από τη συνοικία μου. Ο στρατός σας μπορεί να περιμένει εδώ όσο θα–»

«Θα φεύγαμε ούτως ή άλλως, Εξοχότατη. Θα πηγαίναμε το στράτευμα αλλού μετά από την επίσκεψή μας στην Κουρασμένη, και δεν νομίζω ότι αυτό είναι συνετό να το καθυστερήσουμε.»

«Όπως νομίζετε. Η απόφαση είναι δική σας, ασφαλώς.»

*

Όταν επέστρεψαν στον περιφραγμένο χώρο όπου ήταν προσωρινά καταυλισμένος ο στρατός, άρχισαν να συζητούν για το επικείμενο μέλλον. Είχαν, βασικά, ήδη αρχίσει να συζητούν από όταν έρχονταν προς τα εδώ, μέσα στο εξάτροχο μεταβαλλόμενο όχημα των Εκλεκτών.

«Θα είμαστε, βέβαια, ευάλωτοι εκεί χωρίς τους μαχητές μας,» είπε ξανά τώρα ο Όρπεκαλ-Λάντι, καθώς στέκονταν έξω από το εξάτροχο φορτηγό.

«Σου εξήγησα,» αποκρίθηκε (ξανά επίσης) ο Βόρκεραμ-Βορ: «θα πάρουμε αρκετούς μαχητές ώστε να μπορούν να μας προστατέψουν.»

«Κι αν είναι παγίδα; Στημένη απ’αυτή την Κορίνα κι από τον Σημαδεμένο μαζί;»

«Νομίζεις ότι ο στρατός θα μας σώσει από μια τέτοια παγίδα; Από έναν συγκεκριμένο αριθμό σωματοφυλάκων και μετά, δεν έχει νόημα όσους και να έχεις. Ο εχθρός σου θα προσπαθήσει να σε χτυπήσει κάπου κοντά, όχι σε μισό χιλιόμετρο απόσταση!»

Ο Αλέξανδρος τούς θύμισε: «Η Μιράντα δεν προέβλεψε παγίδα. Στο όραμά της μιλούσαμε με τον Χρονομάχο ενώ και η Οβορμάνδω ήταν εκεί. Μιλούσαμε, δεν αντιμετωπίζαμε καμιά απειλή.»

«Και θες να βασίσουμε την ασφάλειά μας σ’ένα όραμα;» έκανε ο Όρπεκαλ.

«Το όραμά της βγαίνει αληθινό, όπως βλέπεις.» Ο Αλέξανδρος έστρεψε το βλέμμα του στη Μιράντα.

Το ίδιο και ο Βόρκεραμ, ο οποίος τη ρώτησε: «Τι είδες ενώ κουβεντιάζαμε με την Πολιτάρχη; Βυσσοδομεί τίποτα ύποπτο;»

Η Μιράντα κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Όχι. Ήταν ειλικρινής μαζί σας. Η Πόλη, τουλάχιστον, αυτό μού έδειχνε.»

«Ναι,» συμφώνησε η Ολντράθα, «και σ’εμένα το ίδιο.»

Η Φοίβη απλώς έγνεψε καταφατικά, μουγκρίζοντας σα να μην ήξερε ανθρώπινη γλώσσα. Η όλη ιστορία έμοιαζε να την κάνει να βαριέται – και η Μιράντα υποπτευόταν ότι πάλι είχε στο μυαλό της την «αποστολή της»: να πάει να σκοτώσει τον Αλυσοδεμένο Ποιητή. Δεν καταλαβαίνει, η ανόητη, ότι θα φυλακιστεί από την Κορίνα ξανά, αν το επιχειρήσει;

Ο Βόρκεραμ είπε στον Όρπεκαλ: «Βλέπεις; Η Οβορμάνδω δεν σχεδιάζει τίποτα εναντίον μας.»

«Μπορεί η Οβορμάνδω να μη σχεδιάζει τίποτα εναντίον μας, Βόρκεραμ, αλλά ίσως ο Χρονομάχος να σχεδιάζει!»

«Μόνος του;»

«Με τον Σημαδεμένο και την Κορίνα.»

Από τότε που του είπαμε για την Κορίνα έγινε ακόμα πιο παρανοϊκός, σκέφτηκε ο Βόρκεραμ. Θα ήταν καλύτερα, ίσως, ο Όρπεκαλ να μη γνώριζε για τις Θυγατέρες· αλλά, δυστυχώς, δεν μπορούσε να αποφευχθεί. «Ακόμα κι αν συμβαίνει αυτό, δεν θα μας σώσει ο στρατός, Όρπεκαλ. Όμως θα μας σώσουν ίσως οι μαχητές που θα πάρουμε μαζί μας.»

«Μερικοί συνοδοί;»

«Δεν θα είναι μόνο ‘μερικοί συνοδοί’. Θα είναι καμιά πενηνταριά άνθρωποι. Παραπάνω, πιθανώς.»

«Πενήντα άνθρωποι...» Ακόμα φαινόταν δύσπιστος.

«Δε μ’εμπιστεύεσαι πια σε θέματα ασφαλείας, Όρπεκαλ;»

«Σε εμπιστεύομαι και το ξέρεις,» αποκρίθηκε ο Όρπεκαλ-Λάντι (και οι Θυγατέρες διάβαζαν στα σημάδια της Πόλης ότι κι αυτός, φυσικά, τον θεωρούσε αρχηγό, αν και υποσυνείδητα μάλλον, χωρίς κι ο ίδιος να το καταλαβαίνει ακριβώς). «Ωστόσο...»

«Τι;»

«Δεν ξέρω αν πενήντα άνθρωποι θα μας βοηθήσουν, σε περίπτωση που κάποια παγίδα έχει στηθεί.»

«Αν πενήντα από τους καλύτερους μαχητές μου και τρεις Θυγατέρες της Πόλης δεν μπορούν να μας βοηθήσουν, τότε τίποτα δεν μπορεί να μας βοηθήσει, Όρπεκαλ. Πίστεψέ με, είτε έχουμε έναν στρατό μαζί μας είτε όχι, δεν θα κάνει καμιά διαφορά.»

Ο Όρπεκαλ μόρφασε, προς στιγμή, σαν να ήταν ακόμα δύσπιστος. Αλλά τελικά κατένευσε. «Εντάξει,» είπε. «Ας γίνει έτσι. Εμείς και όσοι μαχητές αποφασίσεις θα πάμε βόρεια, στη Βαθμιδωτή, ενώ οι άλλοι θα πάνε στην Επιγεγραμμένη μέσω Αμφίνομης και Επίστρωτης.»

«Θα μιλήσω τώρα με κάποιους από τους ανθρώπους που θα στείλω στην Επιγεγραμμένη,» δήλωσε Βόρκεραμ. «Όποιος θέλει μπορεί νάρθει μαζί μου.» Και, στρεφόμενος, βάδισε.

Όλοι τους – ο Όρπεκαλ, ο Αλέξανδρος, οι τρεις Θυγατέρες, η Φοριντέλα-Ράο, κι ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας – τον ακολούθησαν. Ο Βόρκεραμ περπάτησε μέσα στον καταυλισμό των μαχητών του, κάνοντας νόημα να τον πλησιάσουν αυτοί στους οποίους ήθελε να μιλήσει: και σύντομα ήταν συγκεντρωμένοι κοντά του ο Ρίντιλακ-Κονχ, η Ευμενίδα Νοράλνω (που σήμερα δεν είχε έρθει μαζί τους στο Πολιτικό Μέγαρο της Κουρασμένης), η Φιόνα Ισόσχημη και ο Ήθαν Φορκέντω (που είχαν οριστεί αρχηγοί των παλιών φρουρών της Β’ Κατωρίγιας Συνοικία, τώρα που αυτοί ήταν πλέον ανάμεσα στους Εκλεκτούς), ο Ριχάρδος ο Τρομερός, ο Δράστης Λαοκράτης, και ο Νέστορας Ολτενσάνδω.

Ο Βόρκεραμ-Βορ τούς είπε ποια ήταν η κατάσταση: τους εξήγησε ότι θα έπρεπε να κατευθυνθούν προς Επιγεγραμμένη ενώ εκείνος θα ταξίδευε στη Βαθμιδωτή για να μιλήσει με τον Πολιτάρχη εκεί. «Ο Ρίντιλακ-Κονχ και η Ευμενίδα θα είναι οι αρχηγοί του στρατεύματος μέχρι να επιστρέψω. Οι υπόλοιποι θα ακολουθείτε τις διαταγές τους όπως ακολουθούσατε τις δικές μου. Καλώς;»

Κανείς δεν διαφώνησε.

«Ελπίζουμε να κάνουμε το ίδιο καλή δουλειά μ’εσένα, αρχηγέ,» είπε ο Ρίντιλακ-Κονχ. «Τα μέρη που μας στέλνεις είναι άγνωστα για εμένα, τουλάχιστον.»

«Η Ευμενίδα την ξέρει την Επιγεγραμμένη.» Και προς την ίδια: «Σωστά;»

«Σχετικά, Βόρκεραμ,» αποκρίθηκε η μισθοφόρος. «Δε νομίζω να συναντήσουμε πρόβλημα εκεί από τους κατοίκους της συνοικίας, φυσικά. Αλλά, αφού ξέρουμε ότι οι άνθρωποι του Βάρνελ-Αλντ θα έρθουν στην Επιγεγραμμένη... τα πράγματα αλλάζουν.»

«Το αντιλαμβάνομαι, ασφαλώς,» είπε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Και δεν θ’αργήσω να σας συναντήσω. Ίσως να φτάσουμε σχεδόν συγχρόνως στην Επιγεγραμμένη. Μάλλον δεν θα χρειαστεί να μείνουμε στη Βαθμιδωτή για πολύ. Ή ο Χρονομάχος θα βάλει μυαλό και θα μπει στη Συμμαχία, ή θα συνεχίσει να πιστεύει τις μαλακίες του Σημαδεμένου. Ό,τι και να γίνει, εγώ μετά θα έρθω κατευθείαν στην Επιγεγραμμένη προτού πάω πουθενά αλλού.»

«Αν αναγκαστούμε να εμπλακούμε σε μάχη με τον Βάρνελ-Αλντ;» ρώτησε ο Ρίντιλακ-Κονχ.

«Μην ξεχνάς ότι έχετε μαζί σας, ως αιχμάλωτη, την αδελφή του. Χρησιμοποιήστε την.»

«Να τον απειλήσουμε, εννοείς...»

«Κάντε ό,τι νομίζετε πως είναι απαραίτητο για να τον κρατήσετε μακριά από τους κατοίκους της Επιγεγραμμένης ώσπου να έρθω.»

«Θα προσπαθήσουμε,» αποκρίθηκε ο Ρίντιλακ-Κονχ.

«Αυτό είναι το μόνο που σας ζητάω. Σας έχω εμπιστοσύνη, και ο Κρόνος είναι στο πλευρό σας. Το ξέρω πως είναι στο πλευρό σας. Αγωνιζόμαστε για την προάσπιση της έννομης τάξης στη Ρελκάμνια αυτή τη στιγμή. Ο αγώνας μας δεν είναι ένας τυχαίος μισθοφορικός αγώνας για τα χρήματα. Δεν είναι ακόμα μια δουλειά. Είναι κάτι πολύ περισσότερο.»

«Το αντιλαμβανόμαστε,» είπε ο Ρίντιλακ-Κονχ, ενώ η Ευμενίδα Νοράλνω έγνεφε καταφατικά και οι υπόλοιποι δήλωναν πως συμφωνούσαν, με λόγια και με νεύματα.

«Ωστόσο,» τόνισε ο Βόρκεραμ, «να είστε πάντα προσεχτικοί. Δε θέλω να ριψοκινδυνέψετε άσκοπα. Να κάνετε ό,τι μπορείτε – και τίποτα περισσότερο. Καλώς;»

Οι μαχητές μπροστά του συμφώνησαν.

Και οι τρεις Θυγατέρες, που παρατηρούσαν, έβλεπαν ξεκάθαρα τα πολεοσημάδια να ψιθυρίζουν για την πίστη που γεννούσε ο Βόρκεραμ-Βορ στους ανθρώπους που τον ακολουθούσαν. Ήταν γεννημένος αρχηγός, και διαλεγμένος από την ίδια την Πόλη. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Ήταν το αντίβαρο της Αυτοκρατορίας του Αλυσοδεμένου Ποιητή.

Κορίνα, Αδελφή μου, σκέφτηκε η Μιράντα, δεν ξέρεις με τι τα έχεις βάλει... Πώς, όμως, θα κατάφερναν να πάρουν το αρχαίο φυλαχτό από τα χέρια της; Αν δεν της έπαιρναν το φυλαχτό, τίποτα από αυτά δεν θα μπορούσε ποτέ να τελειώσει. Και πάλι πρέπει να καθυστερήσω, απασχολημένη με κάτι άλλο – με την επίσκεψη στη Βαθμιδωτή. Κι αυτή η καθυστέρησή της δεν επηρέαζε μόνο την υπόθεση του φυλαχτού αλλά και την υπόθεση της Άνμα και της Νορέλτα-Βορ. Οι Αδελφές της ήταν ακόμα φυλακισμένος σ’εκείνο το Σύμπλεγμα Ήχων στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία! Μετά από τη Βαθμιδωτή, θα πάω εκεί για να τις σώσω. Η Κορίνα δεν θα με σταματήσει. Και ο Βόρκεραμ, αναμφίβολα, θα καταφέρει να μείνει για λίγο ζωντανός ακόμα και χωρίς εμένα. Εξάλλου, η Ολντράθα και η Φοίβη θα βρίσκονταν στο πλευρό του. Δε μπορεί η Νύφη του Χάροντα να ήταν τόσο ανόητη ώστε να φύγει για να τρέξει να δολοφονήσει τον Αλυσοδεμένο Ποιητή από τώρα.

/12\

Ο νέος Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας ακούει παράξενες αναφορές για επικίνδυνες εξωδιαστασιακές οντότητες και προσπαθεί να εντοπίσει μια Θυγατέρα της Πόλης για να λάβει καθοδήγηση· ύστερα, βάζει σε εφαρμογή ένα προσεγμένα φτιαγμένο σχέδιο που τα αποτελέσματά του τον αναγκάζουν να ξεκινήσει ένα άλλο σχέδιο.

Χτες, κατά το μεσημέρι, ο Βάρνελ-Αλντ είχε επικοινωνήσει με τον Κίρκο Λιγνοπόδη και τη Τζέσικα, που ήταν στην Επιγεγραμμένη μαζί με τους υπόλοιπους απεσταλμένους του. Δεν ήταν εύκολη η ασύρματη τηλεπικοινωνία, γιατί βρίσκονταν μακριά από την Όκιλμερ και το νέο Πολιταρχικό Μέγαρο της Β’ Κατωρίγιας. Για να επιτευχθεί η επαφή, το τηλεπικοινωνιακό σύστημα στο Γραφείο του Πολιτάρχη έπρεπε να συνδεθεί άμεσα, καλωδιακά, με έναν ισχυρό πομπό στη Φυτευτή, η οποία βρισκόταν στα σύνορα της Β’ Κατωρίγιας με την Επιγεγραμμένη, ώστε το σήμα να μπορεί να φτάσει στους τηλεπικοινωνιακούς πομπούς χειρός της Τζέσικας και του Κίρκου. Στην Επιγεγραμμένη δεν υπήρχε ασύρματο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο που να θεωρείται αξιόπιστο ούτε στο ελάχιστο· μόνο κάποιες κεραίες από δω κι από κει. Ακόμα και οι καλωδιακές τηλεπικοινωνίες θεωρούνταν της πλάκας. Εκτός αν ήθελες να μιλήσεις με το ιερατείο του Κρόνου, μέσα στην ψηλή πυραμίδα τους, ή με κάποιον επιχειρηματία που πλούτιζε εις βάρος των φτωχών της Επιγεγραμμένης. Εκεί το δίκτυο ήταν, ομολογουμένως, καλύτερο.

Ο Βάρνελ-Αλντ, όμως, δεν επιθυμούσε να μιλήσει μ’αυτούς. Όχι ακόμα, τουλάχιστον. Ρώτησε τον Κίρκο και τη Τζέσικα πώς έβλεπαν τα πράγματα, κι εκείνοι τού αποκρίθηκαν, μέσα από παράσιτα και τριγμούς, ότι δεν είχαν κάνει ακόμα καμιά προσπάθεια να φέρουν κόσμο με το μέρος τους. Για την ώρα, παρατηρούσαν τους δρόμους και τις γειτονιές· εξερευνούσαν. Από το απόγευμα θα ξεκινούσαν κάποιες προσπάθειες, έχοντας υπόψη τους ορισμένα στέκια που είχαν εντοπίσει.

Αφού ο Βάρνελ είχε τερματίσει την τηλεπικοινωνία του με τους απεσταλμένους στην Επιγεγραμμένη, ένας λοχαγός της καινούργιας Φρουράς της Β’ Κατωρίγιας είχε έρθει στο γραφείο του. Ονομαζόταν Φιλόξενος Κάρεσμηχ, και ήταν ντόπιος· αλλά ο Βάρνελ τον εμπιστευόταν γιατί εκείνος ήταν που τον είχε κάνει λοχαγό ενώ, παλιότερα, ο Φιλόξενος δεν είχε φτάσει σε θέση να μπορεί να εποφθαλμιά παρά μόνο τον βαθμό του λοχία. Έβλεπε τον Βάρνελ-Αλντ, τώρα, ως μεγάλο ευεργέτη της Β’ Κατωρίγιας, και ως προσωπικό μεγάλο ευεργέτη του.

«Άρχοντά μου,» είπε, μπαίνοντας στο Γραφείο του Πολιτάρχη, «έχει παρουσιαστεί ένα... ασυνήθιστο πρόβλημα.» Η λευκόδερμη όψη του φαινόταν αληθινά προβληματισμένη.

«Κάθισε, Λοχαγέ» – ο Βάρνελ έδειξε την καρέκλα μπροστά στο γραφείο του – «και πες μου.»

Ο Λοχαγός Φιλόξενος Κάρεσμηχ κάθισε.

Ο Βάρνελ τού πρόσφερε ένα ακριβό τσιγάρο – Ανοιχτόχρυσος – κατευθείαν από την ταμπακιέρα του.

«Ευχαριστώ, Άρχοντά μου.» Ο Φιλόξενος το άναψε με τον ενεργειακό αναπτήρα του. Τράβηξε μια τζούρα και φύσηξε καπνό απ’την άκρη του στόματος, βιαστικά ίσως, σίγουρα μην απολαμβάνοντας τον καπνό. Τι τον έχει τραντάξει τόσο; αναρωτήθηκε ο Βάρνελ παρατηρώντας τον. «Άρχοντά μου... Στη Μονότροπη, εκεί που είναι κοντά στην περιοχή της μεγάλης καταστροφής, σ’αυτούς τους δρόμους, σ’αυτές τις γειτονιές – δεν τους έχουμε δει πιο μακριά από κει για την ώρα – είναι... είναι ένας... σαν φωτεινός άνθρωπος, Άρχοντά μου, ο οποίος αιωρείται. Είναι σαν τυλιγμένος ολόκληρος από ενέργεια. Και κατευθύνει κάτι... μοιάζουν με μηχανές, Άρχοντά μου, αλλά δεν ξέρω, ίσως και να μην είναι μηχανές. Είναι κάτι μεταλλικές σφαίρες, όμως με μέταλλα που φεγγίζουν παράξενα σαν νάχουν εσωτερικό φως, Άρχοντά μου· κι επάνω τους αναβοσβήνουν φωτάκια και κινούνται διάφορα μικρά κομμάτια, πέρα-δώθε, σαν πιστόνια. Όμως από αυτά τα σφαιρικά σώματα ξεκινούν πλοκάμια που δεν φαίνονται μηχανικά· είναι σαν τα πλοκάμια Ριγοχτάποδων, Άρχοντά μου – μα τον Κρόνο – αν βέβαια τα Ριγοχτάποδα ήταν τόσο μεγάλα, που δεν είναι: μονάχα οι στραγγαλιστές της Μεγάλης Θάλασσας έχω ακούσει νάναι τόσο μεγάλοι! Και, τέλος πάντων, ο φωτεινός άνθρωπος τα ελέγχει αυτά τα τέρατα με λουριά από ενέργεια που ξεκινούν από το σώμα του. Τα κατευθύνει από δω κι από κει, φαινομενικά τυχαία, χτυπώντας οχήματα, περαστικούς, οικήματα, και λέει κάτι ασυναρτησίες, Άρχοντά μου, ότι...» ρούφηξε καπνό, τον φύσηξε, «ότι... Ζητά ν’ακολουθήσουν τον ‘βασιληά τούτης της διάστασης’. Μιλά σαν τρελός, Άρχοντά μου.» Ρούφηξε κι άλλο καπνό, τον οποίο τώρα δεν έβγαλε αμέσως.

Ο Βάρνελ-Αλντ άκουγε νομίζοντας πως κάποιος τού έκανε πλάκα· ήταν σίγουρος, όμως, πως ο Φιλόξενος Κάρεσμηχ δεν έκανε πλάκα. «Έτσι όπως τα περιγράφεις αυτά, μοιάζουν με εξωδιαστασιακές οντότητες, Λοχαγέ. Δεν έχω ξανακούσει για τέτοια πράγματα στη Ρελκάμνια.»

«Ναι, μάλλον, Άρχοντά μου. Πρέπει να ήρθαν από την περιοχή της μεγάλης καταστροφής.»

«Μίλησες με μάγους του τάγματος των Ερευνητών;»

«Όχι ακόμα.»

«Θα στείλω εγώ κάποιους να σε συναντήσουν, για να τους δείξεις αυτά τα όντα. Πού βρίσκονται τώρα; Ακόμα στη Μονότροπη; Ακόμα κοντά στην περιοχή της μεγάλης καταστροφής;»

«Τελευταία φορά εκεί τα είδαμε, Άρχοντά μου. Και κανείς δεν μπορεί να τα σκοτώσει. Τους ρίξαμε σφαίρες, χειροβομβίδες, αλλά τίποτα δεν τα βλάπτει.»

«Τίποτα δεν τα βλάπτει;»

«Τίποτα. Ούτε γρατσουνιά επάνω στα σφαιρικά σώματα. Μονάχα μερικά πλοκάμια καταστρέψαμε, αλλά μετά ξαναβγαίνουν, αρκετά γρήγορα. Αναδημιουργούνται κάπως από τις μηχανές των σφαιρικών σωμάτων.»

«Τι στα μυαλά του Σκοτοδαίμονος...;» μουρμούρισε ο Βάρνελ, στηρίζοντας το σαγόνι στη γροθιά του, καθώς είχε την πλάτη του ακουμπισμένη στη μαλακή πολυθρόνα του γραφείου. Γιατί η Κορίνα δεν με προειδοποίησε γι’αυτό; Δεν το ήξερε; Δεν το είχε προδεί; Από πού ήρθαν τέτοιοι εξωδιαστασιακοί δαίμονες; Από την άλλη διάσταση που λένε ότι συγκρούστηκε με τη Ρελκάμνια και έγινε η καταστροφή στη Β’ Κατωρίγια;

Ο Φιλόξενος Κάρεσμηχ τον περίμενε να μιλήσει, σιωπηλός. Περίμενε καθοδήγηση από τον καινούργιο Πολιτάρχη.

Ο Βάρνελ άναψε ένα από τα τσιγάρα Ανοιχτόχρυσος. «Τι είπες ότι ζητά αυτή η οντότητα, Λοχαγέ; Ζητά από τους κατοίκους της περιοχής ν’ακολουθήσουν τον ‘βασιληά τούτης της διάστασης’;»

«Ναι, κάτι τέτοιο, Άρχοντά μου. Σαν νάναι τρελός. Αυτός ο φωτεινός άνθρωπος. Αυτός μιλά· τα άλλα, τα μηχανικά τέρατα, αυτά δεν μιλάνε. Μας το είπε και σ’εμάς, στους φρουρούς. Είχαμε πλησιάσει, τους είχαμε κυκλώσει, και μας πρόσταξε να κατεβάσουμε τα όπλα μας και να μπούμε στον στρατό του, να τον υπηρετήσουμε, τον βασιληά τούτης της διάστασης.»

«Και τι κάνατε;»

«Του ρίξαμε, φυσικά, Άρχοντά μου, με ό,τι είχαμε. Τίποτα δεν έπαθε, όμως. Και τα τέρατα μάς πλησίασαν γρήγορα, εμάς και τα οχήματά μας: και ό,τι χτυπούσαν με τα πλοκάμια τους – μα τα δόντια της Ρασιλλώς! – καταστρεφόταν. Οι άνθρωποι... οι άνθρωποι καίγονταν εκ των έσω. Καμιά πανοπλία δεν μπορούσε να σε προστατέψει από αυτά τα πλοκάμια. Κι όταν χτυπούσαν οχήματα, τα μέταλλα φθείρονταν, διαλύονταν...»

Θα τρελαθούμε, σκέφτηκε ο Βάρνελ-Αλντ. «Λοιπόν,» είπε ύστερα από μια στιγμή σκέψης. «Θα ειδοποιήσω και μισθοφόρους να σας βοηθήσουν–»

«Άρχοντά μου, συγνώμη...»

«Πες μου.»

«Δε νομίζω ότι όσοι και να εναντιωθούν σ’αυτούς τους δαίμονες μπορούν να τους σκοτώσουν. Δε φαίνεται να πεθαίνουν με τίποτα· απλώς θα χάσουμε κι άλλους ανθρώπους, κι άλλα οχήματα. Αυτή είναι η δική μου γνώμη, τουλάχιστον.»

«Δε μπορούμε, όμως, να τους αφήσουμε να προχωρήσουν πιο μέσα στη συνοικία ανεξέλεγκτοι, Λοχαγέ. Θα ειδοποιήσω μισθοφόρους, όπως έλεγα, και θα ειδοποιηθεί κι ολόκληρη η Φρουρά· και θα βρίσκεστε, μαζικά, σε ετοιμότητα. Δεν θα τους επιτεθείτε αμέσως. Μόλις τους ξαναδείτε, θα ρωτήσετε αυτή τη φωτεινή οντότητα τι θέλει εδώ. Τι θέλει ακριβώς. Και από πού ήρθε. Ίσως μπορούμε να διαπραγματευτούμε μαζί της.

»Επίσης, θα ειδοποιήσω μάγους του τάγματος των Ερευνητών, για ν’ασχοληθούν με την υπόθεση. Με τα ξόρκια τους ίσως καταφέρουν κάπως να αποδυναμώσουν τον φωτεινό άνθρωπο. Πρέπει να είναι κάποιου είδους ενεργειακή οντότητα–

»Και θα ειδοποιήσω και μάγους του τάγματος των Τεχνομαθών,» πρόσθεσε καθώς τώρα τούτη η σκέψη πέρασε απ’το μυαλό του. «Αυτοί πιθανώς να μπορούν να μπλοκάρουν τις μηχανές των τεράτων με τα πλοκάμια.»

Όταν ο λοχαγός είχε φύγει από το γραφείο, ο Βάρνελ-Αλντ μίλησε τηλεπικοινωνιακά με κάποιους ανθρώπους και ύστερα ακούμπησε πάλι την πλάτη του στη μαλακή πολυθρόνα κι άναψε ακόμα ένα Ανοιχτόχρυσος. Πού ήταν η Κορίνα, γαμώτο; Η Τζέσικα τού είχε πει μόνο ότι «είχε δουλειές αλλού»... Μαλακίες! Τη χρειάζομαι τώρα. Ίσως να μπορεί να με βοηθήσει ν’αντιμετωπίσω αυτά τα εξωδιαστασιακά τέρατα από την κατεστραμμένη περιοχή. Πού να έχει πάει;...

Μια ξαφνική σκέψη: Στη Β’ Ανωρίγια; Στον Κάδμο;

Δεν ήταν απίθανο, μα τα μούσια του Κρόνου! Ήταν πολύ πιθανό, μάλιστα. Πάντα ήθελε να βρίσκεται στο πλευρό του Ανθοτέχνη. Τον αγαπούσε πολύ.

Ο Βάρνελ πάτησε πλήκτρα πάνω στο τηλεπικοινωνιακό σύστημα του γραφείου του, για να συνδεθεί με το Πολιταρχικό Μέγαρο της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας μέσω των καλωδίων που περνούσαν κάτω από τον Ριγοπόταμο.

*

Ο επικοινωνιακός δίαυλος κουδούνισε.

Ο Κάδμος πάτησε το κουμπί που αναβόσβηνε. «Ναι;»

«Εξοχότατε,» είπε η φωνή της Τζιλ, της Γραμματέα του Πολιτάρχη, «κάποιος σάς ζητά. Λέει πως είναι ο κύγιος Βάγνελ-Αλντ, Πολιτάγχης της Β’ Κατωγίγιας Συνοικίας.» Είχε ένα μικρό πρόβλημα με τα ρο, αλλά όχι και τόσο σοβαρό. Ήταν μια κοπέλα της συμμορίας των Φιλικών Εχθρών, στην οποία ο Κάδμος είχε αποφασίσει να δώσει μια καλύτερη θέση απ’ό,τι εκείνη θα μπορούσε ποτέ να ονειρευτεί.

«Θα του μιλήσω, Τζιλ. Σ’ευχαριστώ.» Ο Κάδμος διέκοψε την επαφή με τη Γραμματέα, κι έστρεψε προς στιγμή το βλέμμα του στα άλλα δύο άτομα που βρίσκονταν μαζί του στο Γραφείο του Πολιτάρχη: τον Ερκάνη (που ακόμα διατηρούσε τον τίτλο του Αντιπολιτάρχη της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας· ο Κάδμος δεν ήθελε να του τον πάρει, παρότι είχε τώρα επιστρέψει και παρότι ο φίλος του μετά χαράς θα τον έδινε) και την Κορίνα. Η τελευταία είχε έρθει χτες, λέγοντας στον Κάδμο πως έπρεπε ξανά να είναι κοντά του, γιατί πολύ πιθανόν η Φοίβη να τον είχε πάλι βάλει στόχο.

(«Στην Καρζένθα το είπες;» είχε ρωτήσει ο Κάδμος.

«Όχι.»

«Καλύτερα. Μην της το πεις.»

«Το σκέφτηκα ότι αυτό θα πρότεινες.»

«Η Καρζένθα πρέπει να μείνει στη Β’ Κατωρίγια. Οι μαχητές μου τη χρειάζονται εκεί. Δεν μπορεί – δεν πρέπει – να έρθει τώρα εδώ.»

«Ναι,» είχε πει η Κορίνα. «Ούτως ή άλλως, και να ερχόταν, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα για να σε προστατέψει από τη Φοίβη. Μόνο εγώ μπορώ να το καταφέρω αυτό.»

«Δεν το αμφιβάλλω καθόλου.»)

Η Κορίνα, τώρα, ήταν ελαφρώς συνοφρυωμένη. Τι βλέπει; αναρωτήθηκε ο Κάδμος. Τι της μαρτυρά η Πόλη;

(Η Γυναίκα των Μυστηρίων, πάντοτε τα κρυφά τα λόγια ορά, πάντοτε στα κρυφά τα μονοπάτια βαδίζει: αέναη αρωγός μας, προστάτιδα και οδηγός, μουρμούρισε το ποιητικό δαιμόνιο μες στο κεφάλι του.)

Ο Κάδμος πάτησε το κουμπί για την αποδοχή της εισερχόμενης κλήσης. «Μάλιστα;»

«Κάδμε; Ο Βάρνελ-Αλντ είμαι,» είπε η φωνή από το μεγάφωνο της συσκευής.

«Καλημέρα, Βάρνελ. Όλα εντάξει στη Β’ Κατωρίγια;» Η φωνή του νέου Πολιτάρχη έμοιαζε λιγάκι ταραγμένη στον Κάδμο: και ο Βάρνελ δεν ακουγόταν συχνά ταραγμένος. Δεν ταραζόταν εύκολα, γενικά. Ήταν ψύχραιμος, και αδίστακτος.

«Όχι ακριβώς–»

«Ο Χορονίκης;»

«Όχι, όχι ο Χορονίκης. Τίποτα σχετικό με την Α’ Κατωρίγια. Είναι εκεί η Κορίνα, μήπως; Την ψάχνω και δεν μπορώ να τη βρω – αλλά είναι σημαντικό να της μιλήσω!»

Ο Κάδμος έστρεψε πάλι το βλέμμα του στη Θυγατέρα, η οποία, καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα της και πλησίαζε το γραφείο, είπε: «Εδώ είμαι, Βάρνελ. Τι συμβαίνει;»

«Μα τον Κρόνο! Γιατί δεν μου το είπες ότι θα ήσουν με τον Ανθοτέχνη; Σε ψάχνω από χτες! Για το θέμα της Επιγεγραμμένης. Μίλησα με τη Τζέσικα, αλλά το μόνο που μου είπε ήταν ότι έχεις δουλειές αλλού – τίποτα πιο συγκεκριμένο.»

«Δε μπορώ να έρθω μαζί σου στην Επιγεγραμμένη, Βάρνελ. Με συγχωρείς. Κάτι άλλο έχει προκύψει, πιο σημαντικό.»

«Τώρα δεν θέλω να σου μιλήσω για την Επιγεγραμμένη.»

Το υποψιαζόμουν, σκέφτηκε η Κορίνα, που τα πολεοσημάδια τής είχαν μαρτυρήσει για κάποια «εσωτερική απειλή» καθώς ο δίαυλος στο γραφείο του Κάδμου κουδούνιζε.

Ο Βάρνελ συνέχισε: «Από την περιοχή της μεγάλης καταστροφής έχει έρθει μια εχθρική εξωδιαστασιακή οντότητα. Δηλαδή, όχι μόνο μία. Είναι τουλάχιστον έξι τέρατα και κάτι που πρέπει να είναι ενεργειακή οντότητα αν δεν σφάλω.» Τα περιέγραψε και, από την περιγραφή που έκανε, η Κορίνα κατάλαβε αμέσως ότι επρόκειτο για τον Διόφαντο και τα Εκτρώματα.

Ο Κάδμος αναγνώρισε επίσης τα εν λόγω τέρατα· είχαν χτυπήσει τους μαχητές του όταν η Μιράντα προσπαθούσε να φύγει από τη Β’ Κατωρίγια μαζί με τον Αλέξανδρο Πανιστόριο. Με τον ίδιο τρόπο τα είχαν περιγράψει οι πολεμιστές που τα είχαν αντιμετωπίσει τότε.

Η Κορίνα είπε στον Βάρνελ: «Δεν σου θυμίζουν τίποτα;»

«Τι θα έπρεπε να μου θυμίζουν;»

Δεν είχε μάθει για τα Εκτρώματα όταν η Μιράντα είχε φύγει από τη Β’ Κατωρίγια; αναρωτήθηκε η Κορίνα. Ή δεν είχε δώσει την πρέπουσα σημασία; Τέλος πάντων. «Είναι οντότητες από τη διάσταση που συγκρούστηκε με τη Ρελκάμνια, Βάρνελ.»

«Το φαντάστηκα. Γνωρίζεις πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν; Φαίνονται άτρωτες.»

Η Κορίνα είχε προδεί ότι αυτό θα συνέβαινε, όσο είχε ακόμα το αρχαίο φυλαχτό και μπορούσε να ταξιδεύει μέσα στο ενεργειακό πλέγμα της Ρελκάμνια. Είχε προδεί ότι ο Διόφαντος θα περιπλανιόταν στη Β’ Κατωρίγια κάνοντας ζημιές, ζητώντας να τον αναγνωρίσουν ως «βασιληά τούτης της διάστασης». Η Κορίνα είχε κατά νου να τον αντιμετωπίσει όταν παρουσιαζόταν. Θα κανόνιζε να τον χτυπήσουν με ενεργειακά κανόνια. Δεν μπορεί τα ενεργειακά κανόνια να μην κατέστρεφαν τα τέρατα· από τι ήταν πια; Κι αν αυτό δεν δούλευε, θα έβαζε τη Μορτένκα’μορ να τα παγιδέψει μέσα σ’ένα αντιενεργειακό πεδίο. Λογικά, πρέπει έτσι να τα σταματούσε.

«Δεν είμαι σίγουρη,» αποκρίθηκε στον Βάρνελ-Αλντ, «αλλά έχω κάποιες υποψίες.»

«Θα τις μοιραστείς μαζί μου; Είναι σημαντικό, όπως καταλαβαίνεις.»

Η Κορίνα τού πρότεινε όσα είχε ήδη στο μυαλό της: επίθεση με ενεργειακά κανόνια–

Ναι, κι εγώ το είχα σκεφτεί αυτό,» είπε ο Βάρνελ-Αλντ.)

–και προσπάθεια παγίδευσης μέσα σε αντιενεργειακό πεδίο στημένο από τη Μορτένκα’μορ.

«Αυτό, ομολογουμένως, δεν το είχα σκεφτεί,» παραδέχτηκε ο Βάρνελ· «και μπορεί, όντως, να αποδειχτεί αποτελεσματικό. Ο αρχηγός μοιάζει να είναι αποκλειστικά από ενέργεια, και τα μηχανικά τέρατα, ακόμα κι αν έχουν βιολογικά πλοκάμια, σίγουρα χρησιμοποιούν κάποιου είδους ενέργεια για να κινούνται.»

«Η Μαγγανεία Αντιενεργειακού Πεδίου μπλοκάρει τη ροή της ενέργειας μέσα στους μηχανισμούς,» του είπε η Κορίνα. «Λογικά, πρέπει να μπορεί να τα παρεμποδίσει. Για την ενεργειακή οντότητα, δεν ξέρω· πιθανώς να μην έχει τη δύναμη να τη βλάψει.»

«Οι μάγοι του τάγματος των Ερευνητών θα την αναλάβουν αυτήν, τότε. Υπάρχουν ξόρκια που ελέγχουν τέτοιες αχαλίνωτες ενέργειες.»

«Δεν είναι μια οποιαδήποτε μορφή ενέργειας, αλλά σίγουρα αξίζει να το προσπαθήσεις. Να μιλήσεις, πάντως, οπωσδήποτε με τη Μορτένκα. Πες της ότι της ζητάω να σε βοηθήσει.»

«Θα της το πω.» Και ρώτησε: «Τι νομίζεις ότι θέλουν αυτοί οι δαίμονες στη Ρελκάμνια, Κορίνα; Μπορεί νάρθουν κι άλλοι τέτοιοι από την κατεστραμμένη περιοχή;»

«Δεν το πιστεύω. Η ενεργειακή οντότητα ονομάζεται Διόφαντος και πρέπει να είναι μοναδική. Από τα τέρατα με τα πλοκάμια υπάρχουν πολλά, όμως.»

«Δηλαδή, μπορεί να έρθουν κι άλλα;»

«Πόσα είπες ότι έχει μαζί του; Έξι;»

«Ναι.»

Ίσως νάναι τα τελευταία, σκέφτηκε η Κορίνα. Ίσως να έχει μαζέψει όλα όσα είχαν απομείνει στην κατεστραμμένη περιοχή. «Μπορεί να υπάρχουν κι άλλα, ή όχι· δεν είμαι σίγουρη. Για την ώρα, επικεντρώσου σ’αυτά που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του Διόφαντου.»

«Γιατί έχει τέτοιο όνομα; Σαν να είναι από τη Ρελκάμνια!»

«Δεν είναι από τη Ρελκάμνια, και δεν νομίζω ότι μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του. Ή, μάλλον, προσπάθησε. Αλλά μην το ριψοκινδυνέψεις. Προσπάθησε να τον κάνεις σύμμαχό σου, αν γίνεται.»

«Σύμμαχό μου;»

«Ζήτησέ του να συμμαχήσει μαζί σου, όταν έχεις απενεργοποιήσει τα τέρατά του με τη Μαγγανεία Αντιενεργειακού Πεδίου.»

«Νομίζεις ότι θα το δεχτεί; Μιλά σαν παράφρονας. Σαν να θέλει να κατακτήσει μόνος του ολόκληρη τη διάσταση της Ρελκάμνια, μα τον Κρόνο!»

«Δεν ξέρω,» είπε ειλικρινά η Κορίνα. «Προσπάθησε, πάντως, και δεν χάνεις τίποτα. Μην πάρεις, όμως, κανένα ρίσκο για τον εαυτό σου, Βάρνελ. Σε θέλουμε όλοι ζωντανό.»

«Θα προσέχω,» υποσχέθηκε ο Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας και της Α’ Ανωρίγιας.

«Επικοινώνησε μαζί μου όποτε θέλεις, για να με ρωτήσεις οτιδήποτε.»

«Πώς να σε βρω; Δεν μπορώ να πιάσω τον τηλεπικοινωνιακό πομπό σου.»

«Κάλεσέ με μέσω του Πολιταρχικού Μεγάρου της Β’ Ανωρίγιας, και θα με ειδοποιήσουν.»

Όταν η τηλεπικοινωνία με τον Βάρνελ-Αλντ έληξε, ο Κάδμος ρώτησε την Κορίνα:

«Η Μιράντα το έχει κάνει αυτό; Εκείνη έχει στείλει τα τέρατα εναντίον μας;»

Η Κορίνα κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Όχι, δεν το έχει κάνει η Μιράντα.» Βημάτισε μέσα στο Γραφείο του Πολιτάρχη της Β’ Ανωρίγιας. Τράβηξε ένα τσιγάρο από μια τσέπη του φορέματός της και το άναψε. «Η Μιράντα, μάλιστα, ίσως μπορούσε να τον σταματήσει τον Διόφαντο,» είπε. Και έπρεπε να το είχα σκεφτεί από πριν! συλλογίστηκε. Έπρεπε να είχα ζητήσει από την Άνμα και τη Νορέλτα να της το πουν. Αλλά τότε είχα άλλα στο μυαλό μου. Ο Διόφαντος και τα Εκτρώματα τής είχαν διαφύγει τελείως. Είχε ξεχάσει ότι θα έρχονταν στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία, όπως ξεχνάς ένα εφιαλτικό όνειρο.

*

Ο Βάρνελ-Αλντ, ύστερα από την επικοινωνία με την Κορίνα, είχε καλέσει τη Μορτένκα’μορ στο γραφείο του εκείνη την ημέρα και της είχε εξηγήσει πώς ήταν η κατάσταση. Η μάγισσα είχε πει ότι φυσικά και θα τον βοηθούσε. Θα έκανε ό,τι μπορούσε.

«Νομίζεις ότι η μαγγανεία σου θα σταματήσει αυτά τα τέρατα;»

«Αν οι μηχανισμοί τους λειτουργούν με ενέργεια – και πώς αλλιώς να λειτουργούν; – ναι, θα τα σταματήσει.»

Ο Βάρνελ είχε, μετά, συζητήσει με την Καρζένθα-Σολ και άλλους στρατιωτικούς για να εκπονήσουν κάποιο σχέδιο δράσης ώστε να παγιδέψουν τους δαίμονες από την κατεστραμμένη περιοχή. Και μέχρι το βράδυ είχαν φτάσει σε ορισμένα συμπεράσματα, ενώ εν τω μεταξύ οι αναφορές που έρχονταν από τη Μονότροπη και τη Χτυπημένη, κοντά στα όρια της κατεστραμμένης περιοχής, δεν ήταν καθόλου καλές. Οι εξωδιαστασιακές οντότητες διέλυαν και σκότωναν, και ο φωτεινός άνθρωπος εξακολουθούσε να ζητά να τον υπηρετήσουν ως βασιληά τούτης της διάστασης. Μες στη νύχτα, ο Φιλόξενος Κάρεσμηχ είπε, τηλεπικοινωνιακά, στον Βάρνελ-Αλντ ότι μια μικρή συμμορία είχε όντως ακολουθήσει τον Διόφαντο. Ήταν τώρα μαζί του, και είχε πυροβολήσει μάλιστα και κάποιους φρουρούς. Τα τέρατα με τα πλοκάμια, όμως, ήταν που είχαν σκοτώσει τους περισσότερους από αυτούς, και η συμμορία είχε αρπάξει τα όπλα τους. Είχε καταλάβει και ένα όχημά τους.

Η υπόθεση άρχισε να σοβαρεύει, σκέφτηκε ο Βάρνελ-Αλντ. Και τώρα, πραγματικά, δεν ήταν ώρα για ένα τέτοιο πρόβλημα! Τώρα η Καρζένθα ετοιμαζόταν να επιτεθεί στην Α’ Κατωρίγια, και ο ίδιος ο Βάρνελ προετοίμαζε την επίθεση εναντίον της Φιλήκοης. Βέβαια, αυτού του είδους τα προβλήματα σπάνια παρουσιάζονταν όταν σε βόλευε...

Αύριο, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα ξεπαστρέψουμε τον Διόφαντο και τα τέρατά του...

Εκείνο το βράδυ, όμως, ο Βάρνελ αισθανόταν ανήσυχος καθώς ήταν ξαπλωμένος πλάι στην Ασημίνα. Το σχέδιο που είχε εκπονήσει μαζί με την Καρζένθα και τους υπόλοιπους στρατιωτικούς ήταν καλό· λογικά, πρέπει να κατέστρεφε τους εχθρούς· αλλά δεν μπορούσε να αισθάνεται και σίγουρος. Γιατί τέτοιους εχθρούς κανείς τους δεν είχε ξαναντιμετωπίσει. Ήταν κάτι το τελείως άγνωστο. Και, μέχρι στιγμής, κανένα όπλο δεν ήταν αποτελεσματικό εναντίον τους. Τα ενεργειακά κανόνια, όμως, πρέπει να τους διαλύσουν. Πρέπει! Ήταν τα ισχυρότερα όπλα στο Γνωστό Σύμπαν, όχι μόνο στη Ρελκάμνια.

*

Όταν ξημέρωσε, ο Βάρνελ-Αλντ έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Φρουροί της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας και μισθοφόροι περιφέρονταν κοντά στις βόρειες παρυφές της κατεστραμμένης περιοχής, στη Μονότροπη και στη Χτυπημένη, αναζητώντας τον Διόφαντο, προκαλώντας τον να παρουσιαστεί και να τους επιτεθεί. Στον ουρανό, ανάμεσα και πάνω από τις πολυκατοικίες, ελικόπτερα πετούσαν.

Ο Διόφαντος εμφανίστηκε στη Χτυπημένη. Πλησίασε τους μαχητές του Βάρνελ-Αλντ μαζί με τα έξι μηχανικά, πλοκαμοφόρα τέρατά του, ενώ η συμμορία που τον υπηρετούσε κρυβόταν πιο πίσω, έχοντας όπλα κλεμμένα από τη Φρουρά, καθώς και κράνη και αλεξίσφαιρες πανοπλίες, και ένα όχημα της Φρουράς. Οι συμμορίτες δεν έμοιαζαν πρόθυμοι να βγουν σε κοινή θέα, εκεί όπου μπορούσαν να τους χτυπήσουν, μα ήταν πανέτοιμοι να υποβοηθήσουν τον καινούργιο τους αφέντη.

Ο Διόφαντος ζήτησε από τους φρουρούς και τους μισθοφόρους να τον υπηρετήσουν – να υπηρετήσουν τον βασιληά τούτης της διάστασης – και η φωνή του ακουγόταν σαν τριγμοί από διαρροή ενέργειας, όχι σαν ήχοι που βγαίνουν από φωνητικές χορδές, γλώσσα, και χείλη. Οι μαχητές που αντίκριζαν αυτόν και τα πλοκαμοφόρα όντα αισθάνθηκαν ένα ρίγος να τους διατρέχει· ήταν το πιο παράξενο πράγμα που είχαν αντικρίσει στη ζωή τους. Ναι, ακόμα πιο παράξενο κι από τη μεγάλη καταστροφή. Η μεγάλη καταστροφή ήταν απλά (ή, ίσως, όχι και τόσο «απλά») μια εξωφρενική πανωλεθρία. Αυτές οι οντότητες, όμως, τι ακριβώς ήταν, μα τον Κρόνο;

Ο Λοχαγός Φιλόξενος Κάρεσμηχ – που ήταν μαζί με τους φρουρούς και τους μισθοφόρους, επικεφαλής των πρώτων – ξεροκατάπιε, προσπαθώντας να καταπνίξει τον πανικό του, καθώς βρισκόταν κλεισμένος μέσα σ’ένα θωρακισμένο τετράκυκλο όχημα με πυροβόλο. Είχε εμπιστοσύνη στον νέο Πολιτάρχη της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Ο κύριος Βάρνελ-Αλντ ξέρει τι κάνει. Τα κανόνια θα τα κομματιάσουν αυτά τα τέρατα!

Μιλώντας στο μικρόφωνο μπροστά του, ο Φιλόξενος πρόσταξε: «Πυρ!» και η φωνή του ήχησε δυνατά έξω από το όχημα, μεγεθυσμένη από το μεγάφωνο στην οροφή του:

ΠΥΡ!

Μισθοφόροι και φρουροί πυροβόλησαν τον Διόφαντο και τα μηχανικά όντα του, και εξαπέλυσαν κι αρκετές ηχητικές ριπές εναντίον τους από μεγαλύτερα και μικρότερα όπλα.

Τίποτα δεν τους επηρέασε, όμως. Δίχως καθυστέρηση, πλησίασαν τους μαχητές του Βάρνελ-Αλντ, χτυπώντας τους με τα πλοκάμια τους τα οποία έφθειραν τα μέταλλα των οχημάτων τους, καταστρέφοντάς τα. Οι μαχητές του Βάρνελ-Αλντ υποχώρησαν (σύμφωνα με το σχέδιο) και ο Διόφαντος και τα τέρατά του τους ακολούθησαν. Τα σφαιρικά όντα κινούνταν πολύ γρήγορα επάνω στα πλοκάμια τους· χωρίς δυσκολία έφταναν τα τροχοφόρα, μαστιγώνοντάς τα και προκαλώντας τρομερές ζημιές: τρυπώντας ακόμα και ενισχυμένα μέταλλα, θρυμματίζοντας αλεξίσφαιρα τζάμια. Τίποτα δεν μπορούσε να τα σταματήσει! Και οι σφαίρες των φρουρών και των μισθοφόρων εξοστρακίζονταν πάνω στα γυαλιστερά τους μέταλλα. Μερικά πλοκάμια μόνο φαινόταν να καταφέρνουν να τραυματίσουν. Αλλά δεν είχαν χρόνο να σημαδέψουν συγκεκριμένα τα πλοκάμια· αν το επιχειρούσαν, θα είχαν, εν τω μεταξύ, όλοι τους πεθάνει.

Η συμμορία που είχε συμμαχήσει με τον Διόφαντο πυροβολούσε τους φρουρούς και τους μισθοφόρους από απόσταση, μα εκείνοι δεν της έδιναν σημασία. Δεν είχαν το περιθώριο να της δώσουν σημασία. Οι ριπές της έμοιαζαν αμελητέες μπροστά στην καταστροφική επίθεση των πλοκαμοφόρων τεράτων.

Τα ενεργειακά κανόνια, τότε, μπήκαν σε λειτουργία.

Τρία στον αριθμό. Βάσει λογικής, παραπάνω από αρκετά για να διαλύσουν μια μικρή ομάδα αποτελούμενη από εφτά μέρη μόνο – ακόμα και εφτά εξωδιαστασιακά μέρη.

Τα δύο κανόνια ήταν στημένα επάνω σε εξάτροχα οχήματα, τα οποία ήρθαν από δεξιά κι από αριστερά – το ένα βγαίνοντας μέσα από μια σήραγγα, το άλλο κατεβαίνοντας από μια γέφυρα. Το τρίτο κανόνι κρεμόταν κάτω από ένα ελικόπτερο. Το καθένα ρυθμιζόταν κι από έναν μάγο του τάγματος των Τεχνομαθών που έκανε Μαγγανεία Οπλικής Φορτίσεως, ενώ ένας πυροβολητής βρισκόταν στον πίνακα ελέγχου του όπλου.

Όλοι οι πυροβολητές τώρα σημάδεψαν τον Διόφαντο και τα τέρατά του...

...και έβαλαν!

Ενεργειακές ριπές εκτοξεύτηκαν από τις μεταλλικές κάννες, γυαλίζοντας σαν λόγχες ηλιακού φωτός μέσα στο πρωινό. Χτύπησαν τον Διόφαντο και τα μηχανικά όντα, τα οποία αμέσως μάζεψαν τα πλοκάμια τους μέσα στα σφαιρικά σώματά τους. Ο λαμπερός άνθρωπος δεν φάνηκε να επηρεάζεται παρά ελάχιστα από τις ριπές· η μορφή του μονάχα έτριξε και ταρακουνήθηκε, όπως μια αντανάκλαση θα ταρακουνιόταν επάνω στο νερό αν της έριχνες χαλίκια.

Τα μηχανικά όντα δεν έπαθαν καμιά ζημιά, καθώς βρίσκονταν εκεί, ακίνητα, με τα πλοκάμια τους μαζεμένα – έξι σφαίρες από γυαλιστερά μέταλλα που κομμάτια τους κινούνταν ρυθμικά και φωτάκια αναβόσβηναν, ενώ μακρόσυρτοι ήχοι έβγαιναν από το εσωτερικό τους σαν από ηχεία άψογης ποιότητας.

Ο Διόφαντος έστρεψε την προσοχή του στο ελικόπτερο, κι από το χέρι του εξαπολύθηκε μια ενεργειακή λόγχη, παρόμοια ίσως με τις ενεργειακές ριπές των κανονιών. Ο πιλότος δεν κατάφερε να την αποφύγει. Το αεροσκάφος χτυπήθηκε, τυλίχτηκε προς στιγμή από την καταστροφική ενέργεια. Οι άνθρωποι μέσα του ούρλιαξαν καθώς τα σώματά τους τραντάζονταν. Το πρόσωπο του πιλότου κοπάνησε πάνω στην κονσόλα μπροστά του: η μύτη του έσπασε: έχασε τις αισθήσεις του. Οι ενεργειακές φιάλες που φόρτιζαν το κανόνι έσπασαν, τα ενεργειακά υγρά πυρπολήθηκαν, και το ελικόπτερο, καθώς έπεφτε, εξαφανίστηκε μέσα σε μια έκρηξη. Μονάχα κομμάτια και θρύψαλα κατέληξαν στους δρόμους.

Οι φρουροί και οι μισθοφόροι συνέχιζαν να υποχωρούν, και τώρα είχαν απομακρυνθεί αρκετά από τον Διόφαντο και τα τέρατά του, εξακολουθώντας να τα πυροβολούν, προκαλώντας τα να τους κυνηγήσουν.

Τα εξάτροχα οχήματα, ακολουθώντας κι αυτά τους υπόλοιπους μαχητές, εκτόξευσαν ακόμα δύο ενεργειακές ριπές, οι οποίες δεν φάνηκε να έχουν κανένα αποτέλεσμα πάνω στις εξωδιαστασιακές οντότητες. Η λαμπερή μορφή του Διόφαντου έτριξε οργισμένα:

~ΥΠΗΡΕΤΗΣΤΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗΑ ΣΑΣ, ΠΡΟΔΟΤΕΣ! Ή ΠΕΘΑΝΕΤΕ!~

Οι μαχητές του Βάρνελ-Αλντ, φυσικά, συνέχισαν να υποχωρούν ενώ πυροβολούσαν (σύμφωνα με το σχέδιο, πάντα, σύμφωνα με το σχέδιο· δεν μπορούσαν να πανικοβληθούν τώρα – δεν έπρεπε).

Η συμμορία του Διόφαντου βγήκε από εκεί όπου ήταν καλυμμένη, πλησιάζοντας γρήγορα, τρέχοντας γύρω από το όχημα που είχαν κλέψει από τη Φρουρά, πυροβολώντας. Έρχονταν για να υποστηρίξουν τον αφέντη τους.

Ο Διόφαντος κυνήγησε τους μαχητές του Βάρνελ-Αλντ μαζί με τα τέρατα, που τώρα είχαν ξαναβγάλει τα πλοκάμια τους και δεν φαινόταν να έχουν υποστεί καμία ζημιά από τα ενεργειακά κανόνια. Τουλάχιστον, καμία ζημιά που να τα παρακωλύει στην κίνηση. Κινούνταν τόσο γρήγορα όσο πριν.

Οι φρουροί και οι μισθοφόροι τράπηκαν σε φυγή, επιταχύνοντας. Δεν έβαλλαν πλέον με τα ενεργειακά κανόνια – οι χειριστές τους και οι οδηγοί των οχημάτων επάνω στα οποία βρίσκονταν φοβόνταν ότι ο Διόφαντος θα τους χτυπούσε· ήταν οι πιο πιθανοί στόχοι.

Ο Διόφαντος, τα τέρατά του, και η συμμορία του έρχονταν, καταδιώκοντας. Ο πρώτος ζητούσε πάλι να τον υπηρετήσουν αν ήθελαν να ζήσουν – να τον υπηρετήσουν, και θα κυβερνούσαν μαζί του τούτη τη διάσταση! Οι συμμορίτες, εκτός από το κλεμμένο όχημα της Φρουράς, είχαν τώρα μαζί τους κι ένα τρίκυκλο και τέσσερα δίκυκλα, αλλιώς δεν θα μπορούσαν να προλάβουν τα πλοκαμοφόρα όντα και τον λαμπερό άρχοντά τους.

Οι μαχητές του Βάρνελ-Αλντ υποχωρούσαν – σύμφωνα με το σχέδιο. Έφτασαν στη μικρή πλατεία που βρισκόταν κοντά στα σύνορα της Χτυπημένης με τη Μονότροπη. Εδώ ήταν που η Μορτένκα’μορ περίμενε μαζί με μερικούς άλλους μαχητές και μάγους. Οι τρεις αντίστροφοι εστιαστές ενέργειας ήταν στις θέσεις τους γύρω από την πλατεία, επάνω σε μπαλκόνια.

Οι μαχητές που υποχωρούσαν πέρασαν από την πλατεία, φεύγοντας.

Η Μορτένκα’μορ είχε ήδη ξεκινήσει τη Μαγγανεία Αντιενεργειακού Πεδίου, αγγίζοντας τους δέκτες που ορθώνονταν δεξιά κι αριστερά της, καθώς βρισκόταν μέσα σ’ένα δωμάτιο, πίσω από το μπαλκόνι όπου ήταν στημένος ο ένας από τους τρεις αντίστροφους εστιαστές.

Η πλατεία μετατράπηκε σε αντιενεργειακό πεδίο καθώς ο Διόφαντος, τα μηχανικά τέρατα, και η συμμορία έμπαιναν εκεί. Τα οχήματα της συμμορίας αμέσως έχασαν την ταχύτητά τους: η ενέργεια μέσα τους είχε μπλοκαριστεί· οι τροχοί τους κυλούσαν τώρα μονάχα από κεκτημένη ταχύτητα. Οι συμμορίτες αναφώνησαν, ξαφνιασμένοι.

Τα σφαιρικά όντα με τα πλοκάμια συνέχισαν να κινούνται, χωρίς να επηρεάζονται στο ελάχιστο από τη μαγγανεία της Μορτένκα’μορ. Η ίδια δεν το είδε αυτό να συμβαίνει, επικεντρωμένη στη δουλειά της καθώς ήταν, με τα μάτια κλειστά κι αγγίζοντας τους δέκτες με τις παλάμες της. Αλλά το είδαν όλοι οι υπόλοιποι υπερασπιστές της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Και πανικοβλήθηκαν.

Το σχέδιο του καινούργιου Πολιτάρχη τους δεν είχε πιάσει. Και τώρα τα τέρατα συνέχιζαν να καταδιώκουν τους μαχητές που καταδίωκαν και πριν. Πλησιάζοντάς τους. Τα σφαιρικά όντα έτρεχαν πολύ γρήγορα πάνω στα πλοκάμια τους.

Οι συμμορίτες, που έμειναν πίσω, δέχτηκαν επιθέσεις από άλλους μαχητές του Βάρνελ-Αλντ οι οποίοι ξεπρόβαλαν από γύρω. Χτυπήθηκαν από πυροβολισμούς και ηχητικές ριπές και δύο χειροβομβίδες. Σκοτώθηκαν όλοι.

Ένα από τα ενεργειακά κανόνια πάνω στα εξάτροχα οχήματα έβαλε καταπάνω στα μηχανικά όντα του Διόφαντου, αλλά εκείνος, ταυτόχρονα, εξαπέλυσε μια δική του ενεργειακή λόγχη η οποία συγκρούστηκε στον αέρα με τη ριπή του κανονιού. Μια εκτυφλωτική λάμψη έγινε – μέσα από την οποία βγήκαν τα πλοκαμοφόρα τέρατα, χιμώντας στο εξάτροχο όχημα, καταστρέφοντάς το με χτυπήματα των πλοκαμιών τους – αυτό και τους ανθρώπους στο εσωτερικό του και το ενεργειακό κανόνι. Φιάλες έσκασαν, κάνοντας εκρήξεις – που, φυσικά, δεν έβλαψαν καθόλου τα εξωδιαστασιακά όντα.

Οι υπόλοιποι μαχητές του Βάρνελ-Αλντ – συμπεριλαμβανομένου του τελευταίου εξάτροχου που έφερε ενεργειακό κανόνι – σκορπίστηκαν από δω κι από κει στους δρόμους, για να γλιτώσουν τη ζωή τους. Δύο ελικόπτερα εξαπέλυσαν βόμβες εναντίον του Διόφαντου και των τεράτων του. Εκρήξεις γέμισαν τη λεωφόρο όπου βρίσκονταν. Μια ενεργειακή λόγχη εξαπολύθηκε μέσα από τις φωτιές και τους καπνούς, χτυπώντας το ένα αεροσκάφος, καταρρίπτοντάς το πάνω στο πλάι μιας πολυκατοικίας.

Μετά, ο Διόφαντος δεν είχε άλλους εχθρούς για να αντιμετωπίσει. Όλοι είχαν εξαφανιστεί.

Τα Εκτρώματα της Διπλωμένης Γης άρχισαν να καταστρέφουν οικοδομήματα και οχήματα και να σκοτώνουν ανθρώπους – πολίτες που προσπαθούσαν, τρομοκρατημένοι, να κρυφτούν ή να φύγουν – εκτός από όσους δέχονταν να υπηρετήσουν τον καινούργιο βασιληά τούτης της διάστασης...

Ο Διόφαντος έφτασε σε μια αποθήκη ενέργειας. Άπλωσε μικροσκοπικά πλοκάμια από το σώμα του και άγγιξε φιάλες και μπαταρίες, μαζικά. Έκανε τις ενέργειές τους να πεταχτούν έξω, ν’αρχίσουν να χορεύουν ξέφρενα, καθοδηγημένες από τη θέλησή του.

Σύντομα είχε δημιουργήσει πάνω από πενήντα ενεργειακές οντότητες, βρισκόμενες υπό τον έλεγχό του.

Επίσης, ορισμένοι άνθρωποι είχαν ήδη δεχτεί να τον υπηρετήσουν για να σώσουν τις ζωές τους, και τώρα στέκονταν πίσω του, ανάμεσα στα Εκτρώματα.

Δεν ήταν ακόμα μεσημέρι, αλλά πλησίαζε.

*

Ο Βάρνελ-Αλντ και η Καρζένθα-Σολ δεν μπορούσαν να το πιστέψουν αυτό που συνέβαινε, καθώς αναφορές έρχονταν τηλεπικοινωνιακά στο Πολιταρχικό Μέγαρο. Έμοιαζε με ψέμα. Με παραμύθι. Με γαμημένο αστικό μύθο! σκεφτόταν ο Βάρνελ. Αλλά δεν ήταν μύθος. Οι δυνάμεις τους είχαν κατακερματιστεί από τον καταραμένο Διόφαντο και τα τέρατά του. Μονάχα η συμμορία των τρελών που τον είχαν ακολουθήσει είχε κατατροπωθεί – κανείς τους δεν είχε μείνει ζωντανός – όπως και τους άξιζε! νόμιζε ο Βάρνελ.

Αλλά αυτά τα γαμημένα μηχανικά όντα από τι σκατά ήταν φτιαγμένα, μα τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος;

«Τα μέταλλά τους,» είπε τώρα η Καρζένθα-Σολ. «Πρέπει κάτι να συμβαίνει με τα μέταλλά τους. Δες πώς γυαλίζουν, Βάρνελ.» Τα έβλεπαν στην οθόνη μπροστά τους, η οποία αναπαρήγαγε τα οπτικά δεδομένα που είχαν αποθηκεύσει οι μηχανικοί οφθαλμοί γύρω από την πλατεία όπου είχε στηθεί το αντιενεργειακό πεδίο της Μορτένκα’μορ. «Δε μπορεί να είναι τίποτα γνωστά μέταλλα.»

Η Μορτένκα – που τώρα βρισκόταν εδώ, στο Πολιταρχικό Μέγαρο, έχοντας έρθει με ελικόπτερο – είπε: «Με ενεργειακά φορτισμένα μέταλλα μοιάζουν...»

Δεν ήταν η μόνη στην αίθουσα εκτός από τον Βάρνελ-Αλντ και την Καρζένθα-Σολ: κι άλλοι μάγοι ήταν εδώ, καθώς και στρατιωτικοί, και κάποιοι συμμορίτες: ο Ζιλμόρος των Σκοταδιστών, ο Σκυφτός Στίβεν των Ξεπεσμένων Ιερέων... Η Ασημίνα’νιρ στεκόταν πλάι στον Βάρνελ.

Η Καρζένθα στράφηκε στη Μορτένκα’μορ. «Ενεργειακά φορτισμένα μέταλλα; Μπορείς με ενεργειακά φορτισμένα μέταλλα να αποκρούσεις έτσι τις ριπές ενεργειακών κανονιών;» Πρώτη φορά άκουγε κάτι τέτοιο, και ήταν χρόνια μισθοφόρος. Είχε μελετήσει πολλές μεθόδους πολέμου. Θεωρούσε τον εαυτό της καλό στη δουλειά της. Αν ίσχυε αυτό που υπονοούσε η Μορτένκα, πώς ήταν δυνατόν να μην το γνωρίζει ήδη;

«Κανονικά, όχι,» αποκρίθηκε η μάγισσα. «Όχι, δεν μπορείς να τις αποκρούσεις. Αλλά αυτά, προφανώς, δεν είναι συνηθισμένα μέταλλα φορτισμένα με ενέργεια. Είναι...» Συνοφρυώθηκε, παρατηρώντας την οθόνη. «Είναι σαν...»

«Τα μέταλλα,» είπε ένας μάγος του τάγματος των Ερευνητών, «δεν μοιάζουν για μέταλλα.»

Ο Βάρνελ τον αντίκρισε. «Τι εννοείς; Είναι μέταλλα ή δεν είναι;» Η φωνή του ήταν απότομη. Αισθανόταν εκνευρισμένος. Δεν είχε ποτέ ξανά στη ζωή του συναντήσει τέτοια απειλή. Ούτε η Κορίνα δεν ήξερε πώς μπορούσαν ν’αντιμετωπιστούν αυτά τα τέρατα. Κι αν η Κορίνα δεν ήξερε, αναρωτιόταν ο Βάρνελ, τότε ποιος μπορούσε να ξέρει, γαμώτο;

Ο μάγος αποκρίθηκε: «Όταν χρησιμοποιείς Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως, τα εντοπίζεις σαν ενέργεια, Άρχοντά μου.»

«Αν ήταν φορτισμένα με ενέργεια, έτσι δεν θα τα εντόπιζες;»

«Όχι ακριβώς. Υπάρχει διαφορά. Αλλά δεν μπορώ να την εξηγήσω με λόγια· είναι κάτι που το καταλαβαίνεις εγκεφαλικά όταν έχεις το Χάρισμα.» Εννοούσε, φυσικά, το Χάρισμα να είσαι μάγος. «Αυτή η ενέργεια, πάντως, δεν είναι κανενός είδους που έχω ξανασυναντήσει. Είναι, αναμφίβολα, δραστική ενέργεια – όχι ήπια, όπως η ζωτική ενέργεια των έμβιων όντων – μα είναι τελείως άγνωστη για εμάς.»

«Εκτός,» πρόσθεσε μια μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών, «αν το ίχνος της υπάρχει αποθηκευμένο σε κανένα αρχείο. Ίσως κάποιος μάγος να την είχε συναντήσει κάποτε και να είχε αποθηκεύσει το ίχνος. Στη Συγκεντρωτική Ακαδημία Μαγικών Τεχνών, πιθανώς.» Ανασήκωσε τους ώμους.

«Η Συγκεντρωτική Ακαδημία Μαγικών Τεχνών είναι στην άλλη άκρη της Ρελκάμνια!» μούγκρισε ο Βάρνελ.

Η Μορτένκα’μορ είπε, συλλογισμένα: «Θα μπορούσαμε, βέβαια, να δοκιμάσουμε Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής...»

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Βάρνελ αμέσως.

«Χρησιμοποιώντας το μπορείς να μπλοκάρεις προσωρινά μια πηγή ή ροή ενέργειας–»

«Αυτό δεν υποτίθεται ότι θα έκανε το αντιενεργειακό πεδίο σου, μάγισσα;»

«Δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα, Άρχοντά μου. Η Μαγγανεία Αντιενεργειακού Πεδίου είναι φτιαγμένη πάνω σε τελείως διαφορετικές αρχές απ’ό,τι το Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής. Μπορεί τα αποτελέσματά τους να μοιάζουν, μα δεν είναι καθόλου ίδια. Το αντιενεργειακό πεδίο απλώς σταματά τη ροή της ενέργειας μέσα σε μηχανές. Το Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής είναι μικρότερης εμβέλειας αλλά μπορεί να μπλοκάρει οποιαδήποτε δραστική ενέργεια.»

«Μηχανές, όμως, δεν είναι αυτά τα τέρατα; Κανονικά, η μαγγανεία σου δεν θα έπρεπε να τα επηρεάζει;»

«Ναι, σίγουρα μηχανές είναι,» αποκρίθηκε η Μορτένκα’μορ· «δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο. Ωστόσο, υποθέτω πως πρόκειται για μηχανές κατασκευασμένες τελείως διαφορετικά από αυτές που γνωρίζουμε στη Ρελκάμνια, ή πουθενά αλλού στο Γνωστό Σύμπαν. Αυτός πρέπει να είναι κι ο λόγος που η Μαγγανεία Αντιενεργειακού Πεδίου δεν μπορεί να τις σταματήσει.»

«Τότε, γιατί να μπορεί να τις σταματήσει εκείνο το άλλο ξόρκι που λες;»

«Διότι το Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής δεν έχει σχέση με τη λειτουργία μηχανισμών· απλά μπλοκάρει οποιαδήποτε πηγή ή ροή ενέργειας.» Μόρφασε. «Δε λέω πως σίγουρα θα μπορεί να σταματήσει αυτά τα όντα, όμως υπάρχουν πιθανότητες...»

«Θεωρητικά, Μορτένκα,» τόνισε ο μάγος που είχε μιλήσει και πριν.

Η Μορτένκα’μορ στράφηκε να τον αντικρίσει, καθώς εκείνος συνέχιζε: «Πρακτικά, δεν γίνεται αυτό που λες. Για να χρησιμοποιήσει κάποιος το Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής, πρέπει να βρίσκεται σχετικά κοντά στην ενέργεια που θέλει να επηρεάσει· αλλά, αν πάει τόσο κοντά στα τέρατα, θα τον σκοτώσουν στη στιγμή, έτσι όπως είδαμε να μάχονται. Δεν θα προλάβει να κάνει τίποτα.»

«Τότε,» παρενέβη ο Βάρνελ-Αλντ, «θα φέρω έναν στρατό από μάγους για να τα σταματήσω!»

«Στρατό από μάγους; Πού θα τον βρείτε, Άρχοντά μου; Πόσους έχετε στις προσταγές σας;»

Ο Βάρνελ-Αλντ είχε δεκατρείς μάγους υπόψη του επί του παρόντος. Μάλλον δεν είναι αρκετοί, σκέφτηκε. Και στράφηκε στην Καρζένθα-Σολ. «Τι νομίζεις;» Η Στρατάρχης της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας αναμφίβολα ήταν ικανότατη στρατηγός· ίσως μπορούσε να σκεφτεί κάτι που του διέφευγε.

«Δεν έχουμε τόσους πολλούς μάγους, Βάρνελ,» αποκρίθηκε μόνο η Καρζένθα, προβληματισμένη, κουνώντας το κεφάλι της καθώς άναβε τσιγάρο.

«Έχω δεκατρείς που μπορώ να προστάξω άμεσα. Αν βρούμε άλλους τόσους, δεν θα καταφέρουν να σταματήσουν αυτά τα τέρατα προτού σκοτωθούν όλοι;»

«Δεν είναι μόνο τα μηχανικά τέρατα,» του θύμισε η Καρζένθα. «Είναι κι ο Διόφαντος.»

Ο Βάρνελ στράφηκε στη Μορτένκα. «Το ξόρκι σας δεν μπορεί να σταματήσει και τον Διόφαντο; Από ενέργεια δεν είναι, ο καταραμένος;»

Προτού μιλήσει η μάγισσα, μίλησε ο Ερευνητής που μιλούσε και πριν: «Οι ενεργειακές οντότητες δεν αντιμετωπίζονται με Ξόρκια Ενεργειακής Συστολής, Άρχοντά μου!»

Του Βάρνελ δεν του άρεσε ο τρόπος αυτού του τύπου – που ονομαζόταν Ρίμναλ’σαρ Γηραιόδομος – παραήταν υπεροπτικός. Απευθυνόταν στον Βάρνελ όπως σε κανέναν ηλίθιο, ή όπως ο δάσκαλος στον μαθητή του! Κανονικά, κάποιος όφειλε να τον πειθαρχήσει, τον άθλιο, αλλά τώρα δεν ήταν η κατάλληλη ώρα, μα τον Κρόνο!

«Και πώς αντιμετωπίζονται, επιστήμονα;» τον ρώτησε ο Βάρνελ. «Θες να μας διαφωτίσεις;»

Εκείνος, εξακολουθώντας να έχει αυτή την εκνευριστικά, αυθάδικη όψη στη μούρη του, αποκρίθηκε: «Περισσότερες πιθανότητες θα είχε κάποιος χρησιμοποιώντας Ξόρκι Ενεργειακού Ελέγχου, Άρχοντά μου...»

Ξόρκι τάδε και ξόρκι τάδε και ξόρκι τάδε! γρύλισε εσωτερικά ο Βάρνελ-Αλντ, οργισμένος. Ορολογίες μάγων και μαλακίες! «Μη μου λες θεωρίες! Υπάρχει τρόπος να τον παγιδέψετε κάπως; Να τον σταματήσετε; Να του δώσετε τέλος; Αν μαζευτούν δυο ντουζίνες από εσάς, γίνεται να τον κατατροπώσετε με τη μαγεία σας; Γίνεται να τον κατατροπώσει μία ντουζίνα – όσοι είστε ήδη;»

Ο Ρίμναλ’σαρ μόρφασε. «Είναι... Δεν είναι βέβαιο... Και, ούτως ή άλλως, πώς θα τον πλησιάσουμε; Αν πάμε κοντά του και το επιχειρήσουμε αυτό, θα μας κάψει όλους. Δεν είδατε πώς χτυπούσε τα ελικόπτερα; Εκτός του ότι, ασφαλώς, θα μας σκοτώσουν τα μηχανικά όντα με τα πλοκάμια...»

Ο Βάρνελ κοπάνησε τη γροθιά του, οργισμένα, πάνω στο τραπέζι. «Αύριο θα το προσπαθήσετε!»

Τα μάτια του μάγου γούρλωσαν, το γαλανό χρώμα του δέρματος του προσώπου του φάνηκε να χάνει τη ζωντάνια του. «Τι εννοείτε, Άρχοντά μου;... Δεν...»

«Θα σας υποστηρίζουν μισθοφόροι και φρουροί. Θα χτυπάνε τον Διόφαντο και τα τέρατά του ώστε να σας δώσουν χρόνο για να κάνετε τη δουλειά σας.»

«Κι αν δεν προλάβουμε;... Αν δεν είναι τόσο εύκολο να τον επηρεάσουμε; Δεν ξέρουμε με τι έχουμε να κάνουμε–»

«Ναι, το έχουμε καταλάβει όλοι αυτό, μάγε! Δεν ξέρουμε με τι έχουμε να κάνουμε. Επομένως, πρέπει να προσπαθήσουμε διάφορες μεθόδους αντιμετώπισης. Κάποια, στο τέλος, θα πιάσει!» Και στράφηκε πάλι στην Καρζένθα-Σολ, ατενίζοντάς την ερωτηματικά.

Εκείνη κάπνιζε, όσο τούς άκουγε να μιλάνε, διατηρώντας την ψυχραιμία της. Πρώτη φορά είχε δει τον Βάρνελ τόσο εκνευρισμένο. Το θέμα τον είχε, προφανώς, αγχώσει πολύ. Και δικαιολογημένα. Βρισκόμαστε σε περίοδο πολέμου. Αν ο Διόφαντος και τα τέρατά του συνεχίσουν να μας χτυπάνε εκ των έσω, και ο Σελασφόρος Χορονίκης μάθει για την παρουσία τους εδώ, θα προσπαθήσει να την εκμεταλλευτεί. Θα μας επιτεθεί από την Α’ Κατωρίγια, πιθανώς, προτού εμείς του επιτεθούμε. Αυτό, τουλάχιστον, θα έκανε η Καρζένθα στη θέση του.

Είπε στον Βάρνελ-Αλντ: «Σίγουρα πρέπει να αντιμετωπιστεί γρήγορα τούτη η απειλή. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Αλλά θα το οργανώσουμε όσο το δυνατόν πιο προσεχτικά προτού επιχειρήσουμε οτιδήποτε, Βάρνελ. Ούτε μάγους έχουμε για χάσιμο. Αν το σχέδιό σου δεν αποδώσει, ίσως να σκοτωθούν όλοι τους.»

«Αρνούμαι να συμμετάσχω σε μια τέτοια επιχείρηση!» δήλωσε ο Ρίμναλ’σαρ δείχνοντας φοβισμένος· κι οι άλλοι μάγοι μουρμούρισαν αναμεταξύ τους. Ακόμα και το κατάλευκο σαν χαρτί δέρμα της Μορτένκα’μορ έμοιαζε να έχει γίνει πιο λευκό, αν και η ίδια ήταν σιωπηλή. Ίσως να είχε στο μυαλό της την Κορίνα, υπέθεσε ο Βάρνελ.

Και τους είπε: «Δεν πρόκειται κανένας σας να σκοτωθεί! Θα είστε ασφαλείς, μέσα σε θωρακισμένα οχήματα. Κι αν δείτε ότι δεν μπορείτε να επηρεάσετε τον Διόφαντο, θα υποχωρήσετε αμέσως.

»Θα πληρωθείτε καλά, όλοι σας,» τόνισε, «είτε καταφέρετε να τον νικήσετε είτε όχι.»

Κανείς τους δεν φάνηκε να ενθαρρύνεται από τα λόγια του.

Αν λιποτακτήσουν θα το μετανιώσουν, σκέφτηκε ο Βάρνελ-Αλντ, παρατηρώντας τους. Δεν λιποτακτούσες όταν βρισκόσουν υπό τις διαταγές ενός Παλαιού αριστοκράτη της Ρελκάμνια! Ήταν εσχάτη προδοσία!

/13\

Η Κορίνα ανησυχεί για το άμεσο μέλλον, και κάνει μια επίσκεψη, ενώ η Μιράντα διακρίνει ένα ψέμα και υποπτεύεται παγίδες.

Μέσα στη νύχτα, η Κορίνα βάδιζε στη Β’ Ανωρίγια Συνοικία αναζητώντας τα σημάδια που θα την οδηγούσαν σ’έναν αόρατο δρόμο.

Κανονικά, δεν θα άφηνε τον Κάδμο αφύλαχτο μια τέτοια ώρα – μπορεί η Φοίβη να ερχόταν όσο εκείνη έλειπε – αλλά ήταν απαραίτητο. Ύστερα από αυτά που της είχε πει ο Βάρνελ-Αλντ το μεσημέρι, για τα επακόλουθα της επίθεσης εναντίον του Διόφαντου και των Εκτρωμάτων, έπρεπε να έρθει σε επαφή με τη μισητή Αδελφή της. Δεν γινόταν αλλιώς. Εκείνη μόνο ίσως να μπορούσε να σταματήσει αυτή την εξωδιαστασιακή απειλή. Τα σχέδια του Βάρνελ-Αλντ δεν ήταν βέβαιο ότι θα πετύχαιναν, αφού το αντιενεργειακό πεδίο και τα ενεργειακά κανόνια είχαν αποτύχει να βλάψουν τους εχθρούς.

Γαμώτο! Τούτη η υπόθεση ήταν πιο σημαντική απ’ό,τι η Κορίνα είχε αρχικά νομίσει. Έπρεπε να της είχε δώσει περισσότερη σημασία όσο είχε ακόμα το φυλαχτό. Τότε, όμως, άλλα πράγματα την απασχολούσαν. Είχε δει την εισβολή του Διόφαντου ως κάτι το παράπλευρο, κάτι που θα μπορούσε εύκολα να παραμεριστεί. Και τότε – τότε που είχε το φυλαχτό στην κατοχή της – ίσως όντως να μπορούσε. Η Κορίνα θα έψαχνε μέσα στο ενεργειακό πλέγμα της Ρελκάμνια ώσπου να βρει μια λύση. Επιπλέον, ο Διόφαντος δεν την είχε πραγματικά ανησυχήσει επειδή, κοιτάζοντας προς το μέλλον, βλέποντας πώς αυτό διαμορφωνόταν από τις τάσεις και τις ροπές του παρόντος, δεν διέκρινε ότι ο ενεργειακός δαίμονας και τα Εκτρώματά του θα σταματούσαν την Αυτοκρατορία του Αλυσοδεμένου Ποιητή. Στο μέλλον που η Κορίνα αγνάντευε, μέσα από το πλέγμα, η Αυτοκρατορία του Κάδμου Ανθοτέχνη εξαπλωνόταν προς τα νότια, και ερχόταν σε σύγκρουση με τη συμμαχία των πολιταρχών του Βόρκεραμ-Βορ. Μεγάλος – τρομερός – πόλεμος ακολουθούσε: ποτάμια αίματος, στρόβιλοι φλογερής καταστροφής... Αλλά τώρα η Κορίνα αναρωτιόταν τι έκρυβε το μέλλον για τον Διόφαντο και τα Εκτρώματα συγκεκριμένα. Ο Κάδμος και οι σύμμαχοί του έμελλε να τον κατατροπώσουν κάπως; Θα έβρισκαν κάποιο σχέδιο που θα τον εξουδετέρωνε, θα τον έφερνε με το μέρος τους, ή θα τον έδιωχνε; Η Κορίνα, όσο είχε το φυλαχτό, δεν είχε κοιτάξει από κοντά το συγκεκριμένο θέμα. Αγνάντευε το μέλλον πανοραμικά, θα μπορούσες να πεις, όπως αγναντεύεις μια μεγάλη διασταύρωση πολύπλοκων δρόμων ενώ στέκεσαι στην ταράτσα ενός ψηλού ουρανοξύστη.

Ό,τι κι αν ήταν να συμβεί με τον Διόφαντο, πάντως, η Αυτοκρατορία του Αλυσοδεμένου Ποιητή δεν θα διαλυόταν από αυτόν, θύμισε πάλι στον εαυτό της η Κορίνα. Όμως δεν μπορούσε να το αφήσει στην τύχη το θέμα. Τώρα δεν είχε τη δυνατότητα πλέον να βλέπει τα μελλούμενα μέσω του φυλαχτού κι αισθανόταν πως τα πάντα γλιστρούσαν από τον έλεγχό της, της έφευγαν ανάμεσα από τα δάχτυλα σαν άμμος. Επομένως, έπρεπε να κάνει κάτι για τον Διόφαντο. Έπρεπε να βοηθήσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στην αντιμετώπισή του, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Και ο καλύτερος δυνατός τρόπος είναι, δυστυχώς, αυτή, σκέφτηκε η Κορίνα καθώς βάδιζε στους δρόμους της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας, που ακόμα είχαν σημάδια από τις πολεμικές συγκρούσεις εδώ, από όταν ο Κάδμος και οι επαναστάτες του είχαν αντιταχθεί στους πλουτοκράτες και, εν συνεχεία, είχαν αντιμετωπίσει τον στρατό του Ζόλτεραλ-Ράο της Έκθυμης.

Η Κορίνα είχε στο μυαλό της σταθερά τη μισητή Αδελφή της, πιστεύοντας ότι αυτό θα τη βοηθούσε να πλησιάσει εκεί όπου ήθελε. Και όταν βρήκε την άκρη του Δρόμου των Ονείρων και άρχισε να τον ακολουθεί, απ’το ένα πολεοσημάδι στο άλλο, αφήνοντάς τα να την οδηγήσουν σαν ρεύματα του Ριγοπόταμου, είχε ακόμα πιο έντονα αυτή την καταραμένη στο νου της. Τόσο έντονα που νόμιζε σχεδόν ότι την έβλεπε μπροστά της, να ξεπροβάλλει από γωνίες, να βγαίνει μέσα από σκιές, να την ατενίζει πίσω από κλειστά παράθυρα...

Το δεξί πόδι της Κορίνας κόλλησε ξαφνικά στο έδαφος: ενέργεια διαπέρασε το σημάδι των Θυγατέρων στο πέλμα της, τραντάζοντας ολόκληρο το σώμα της–

*

Βήματα, δυνατά, πολύ δυνατά, μέσα στον ύπνο της...

Ανοίγει τα μάτια και ανασηκώνεται πάνω στο κρεβάτι. Δίπλα της, ο Αλέξανδρος κοιμάται μπρούμυτα, ολόγυμνος, με τον κώλο του να μοιάζει πολύ ελκυστικός σ’αυτή τη στάση.

Αλλά η Μιράντα παίρνει γρήγορα τα μάτια της από εκεί. Από πού έρχονται τα βήματα; Κοιτάζει μες στις σκιές, γιατί, ναι, από αυτές έρχονται: από τις βαθιές σκιές γύρω από το κρεβάτι, οι οποίες θυμίζουν σήραγγες ατελείωτες.

Η Μιράντα καταλαβαίνει, φυσικά, πως ονειρεύεται. Η ονειρική της πανοπλία τυλίγει το σώμα της – ένα πλέγμα από φως και ύφασμα σαν κρυστάλλινο ατσάλι. Δεν ξεχνά να χρησιμοποιεί την τεχνική της Ονειρικής Θωράκισης όταν πέφτει για ύπνο, ακόμα κι ύστερα από ερωτικά παιχνίδια με τον Αλέξανδρο, γιατί ξέρει πως η κακιά Αδελφή της μπορεί οποιαδήποτε νύχτα να της παίξει άλλα παιχνίδια, πολύ πιο διαβολικά.

Και τώρα, μάλλον αυτή είναι. Έρχεται...

Μέσα από τις βαθιές σκιές, τα βήματα δυναμώνουν· και μετά, παραδόξως, χάνουν τη δύναμή τους καθώς η Κορίνα ξεπροβάλλει και πλησιάζει. Ένα σκούρο-πράσινο φόρεμα ανεμίζει γύρω απ’το κοκκινόδερμο σώμα της, κάνοντάς την να μοιάζει με φάντασμα, παρότι άνεμος δεν φυσά εδώ, και ούτε τα ξανθά μαλλιά της κυματίζουν. Τα πράσινα μάτια της γυαλίζουν, φωτίζουν, σχεδόν σαν τα μάτια πολεοπλάστη. Τα χείλη της είναι βαμμένα μαύρα. Στα χέρια της φορά λευκά γάντια με αλυσιδωτά κρόσσια.

«Μιράντα...» λέει. «Αδελφή μου...»

Η Μιράντα ετοιμάζεται να δεχτεί κάποιου είδους ονειρική επίθεση.

Η Κορίνα ρίχνει ένα βλέμμα στον Αλέξανδρο. «Είναι καλός, τουλάχιστον;»

«Τι θέλεις εδώ;» Η Μιράντα σηκώνεται όρθια πάνω στο κρεβάτι. Στο όνειρό της έχει και τα δύο πόδια της· κανένα δεν λείπει. Είναι ντυμένη μόνο με τα εσώρουχά της αλλά η ονειρική της πανοπλία τη σκεπάζει, λαμπυρίζοντας.

«Υπάρχει κίνδυνος, Αδελφή μου. Άκουσέ με. Δεν έχουμε χρόνο· δυσκολεύτηκα να βρω το όνειρό σου, και δεν ξέρω πόσο μπορώ να μείνω εδώ. Ο Διόφαντος περιφέρεται μέσα στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία μαζί με έξι Εκτρώματα, προκαλώντας καταστροφές, σκοτώνοντας κόσμο. Κανείς δεν μπορεί να τον σταματήσει. Απαιτεί να τον υπηρετήσουν σαν βασιληά τους. Σαν ‘βασιληά τούτης της διάστασης’. Είναι τελείως τρελός. Και νομίζω ότι μόνο εσύ έχεις τη δύναμη να τον αντιμετωπίσεις, Μιράντα. Πρέπει να πας στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία. Πρέπει να του δώσεις τέλος. Εσύ τον έφερες εδώ!»

Η Μιράντα νιώθει πάλι ενοχές να την κατακλύζουν· μια σκοτεινή ομίχλη κάνει να συγκεντρωθεί γύρω της, αλλά το φως της ονειρικής πανοπλίας της τη διώχνει – δεν θ’αφήσει την Κορίνα να την εκμεταλλευτεί ψυχολογικά! «Η Άνμα και η Νορέλτα; Κινδυνεύουν από τον Διόφαντο εκεί που τις έχεις κλεισμένες;»

«Α...» κάνει η Κορίνα, «ώστε δεν σ’έχουν συναντήσει ακόμα...» Φαίνεται συλλογισμένη.

«Τι εννοείς; Θα έπρεπε να μ’έχουν συναντήσει; Γιατί;» Τι παιχνίδι παίζει τώρα η Κορίνα;

«Τις ελευθέρωσα, Αδελφή μου. Δεν τις κρατάω πλέον κλεισμένες στο Σύμπλεγμα Ήχων.»

«Γιατί;» Τι παγίδα προσπαθεί να στήσει;

«Δεν υπάρχει λόγος πια...» Μοιάζει διστακτική να πει περισσότερα.

Ο αέρας γύρω τους, ο χώρος ολόκληρος, αρχίζει να ρυτιδώνει και να κάνει μαύρες γραμμές, όπως μια οθόνη που δυσκολεύεται να δείξει σωστά τα οπτικά δεδομένα.

Η Κορίνα λέει: «Δεν μπορώ να μείνω για πολύ ακόμα...» Η εικόνα της μοιάζει να παραπαίει χωρίς όμως να μετακινείται – μια παραδοξότητα. «Μιράντα, άκουσέ με! Η Άνμα και η Νορέλτα είναι ελεύθερες και σε ψάχνουν· τις άφησα να φύγουν, γιατί... γιατί...» Ακόμα διστάζει, κομπιάζει. «Το φυλαχτό δεν υπάρχει πια! Έσπασε. Έγινε κομμάτια. Δεν το έχω πια. Καμιά μας δεν θα το ξανάχει ποτέ. Έδωσα στη Νορέλτα τα θραύσματά του.»

Η Μιράντα δεν μπορεί να την πιστέψει. Αποκλείεται αυτά να είναι αλήθεια. Η Κορίνα κάποιο παιχνίδι παίζει ξανά. Κάποια παγίδα προσπαθεί να στήσει.

«Πρέπει να πας στη Β’ Κατωρίγια, οπωσδήποτε, Αδελφή μου!» λέει η Κορίνα καθώς η μορφή της βουλιάζει μέσα στα βαθιά σκοτάδια, και το όνειρο τρεμοπαίζει ολόγυρά τους. «Πρέπει να σταματήσεις τον Διόφαντο! Καταστρέφει την Πόλη!» Τώρα, η φιγούρα της φαίνεται από απόσταση μες στη σκοτεινή σήραγγα, και η φωνή της ακούγεται πιο απόμακρη: «Εσύ τον έφερες εδώ!...»

Κι ακόμα πιο απόμακρη, σαν ακαθόριστη ηχώ:

Εσύ τον έφερες εδώ

τον έφερες εδώ

εδώ

Η Μιράντα μένει μόνη μέσα στο όνειρο...

...και, χρησιμοποιώντας μια νοητική μέθοδο της Ονειρικής Θωράκισης–

–τα μάτια της άνοιξαν. Ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι. Ο Αλέξανδρος κοιμόταν πλάι της, μπρούμυτα, αλλά όχι με τον κώλο έξω, φυσικά· ήταν χειμώνας στην πραγματικότητα.

Η Μιράντα πήρε καθιστή θέση, ανάβοντας το φως στο κομοδίνο, μαζεύοντας τα πόδια της προς τα πάνω – το κανονικό και το τεχνητό του Κλαρκ.

Τι ήταν αυτά που της είχε πει η Κορίνα;

Το όνειρο, σίγουρα, δεν ήταν μονόπλευρο. Η Μιράντα δεν ήταν μόνη της εκεί· η Κορίνα δεν ήταν μια ονειροσκιά όπως ο γυμνός ονειροΑλέξανδρος. Ήταν η αληθινή Κορίνα, η κακιά Αδελφή της.

Είναι δυνατόν να ελευθέρωσε την Άνμα και τη Νορέλτα-Βορ; Είναι δυνατόν το φυλαχτό να έσπασε, όπως ισχυρίζεται; Αν είχε σπάσει το φυλαχτό, τότε πώς η Κορίνα είχε εισβάλει στο όνειρο της Μιράντας; Λέει ψέματα, η καταραμένη! Απροκάλυπτα! Νομίζει ότι είμαι τόσο ηλίθια ώστε να τα πιστέψω;

Το νομίζει;... Δε φαινόταν πιθανό στη Μιράντα. Η Κορίνα, ό,τι άλλο κι αν ήταν, δεν ήταν απερίσκεπτη. Δε μπορεί να μην καταλάβαινε ότι η Αδελφή της θα αντιλαμβανόταν το ψέμα.

Εκτός αν δεν ήταν ψέμα.

Αλλά πώς μπορεί να ήταν αλήθεια; Αν ήταν αλήθεια, τότε η Κορίνα δεν θα έπρεπε να είναι στο όνειρό της! Το όλο θέμα έμοιαζε με αστεία παραδοξότητα.

Μια στιγμή... σκέφτηκε η Μιράντα, προσπαθώντας να εκλογικέψει την κατάσταση. Μια στιγμή... Με το φυλαχτό μπορείς να δεις το μέλλον. Και μπορείς και να το επηρεάσεις... Επομένως... επομένως... Θα μπορούσε η ονειρική Κορίνα να ήταν η Κορίνα-του-παρελθόντος, η οποία είχε δει ότι στο μέλλον το φυλαχτό θα έσπαγε αλλά η ίδια εξακολουθούσε να το έχει στην κατοχή της και έτσι είχε επισκεφτεί τη Μιράντα στο όνειρό της;

Ήταν εφικτό κάτι τέτοιο, ή ήταν τελείως τρελό;

Η Μιράντα αισθανόταν ζαλισμένη από τη σκέψη. Είναι δυνατόν η Κορίνα να είδε ότι, στο μέλλον, το φυλαχτό θα σπάσει κάπως και να... Μα, αν έβλεπε κάτι τέτοιο, τότε θα προσπαθούσε να το αποτρέψει, σωστά; Και πόσο δύσκολο μπορεί να ήταν να το αποτρέψει; Για να θέλει να ειδοποιήσει τη Μιράντα, πρέπει να είχε δει κάτι που της έλεγε ότι ήταν αδύνατον να αποτρέψει τη θραύση του φυλαχτού...

Και η Μιράντα δυσκολευόταν πολύ να το πιστέψει αυτό. Τι μπορεί να έκανε απόλυτα σίγουρη τη θραύση του φυλαχτού;

Μα τον Κρόνο, ήταν απάτη! Οπωσδήποτε! Η Κορίνα προσπαθούσε να την κοροϊδέψει. Προσπαθούσε να παίξει με το μυαλό της. Δεν υπήρχε άλλη λογική εξήγηση.

Αλλά τι ήταν αυτό που είχε πει για τον Διόφαντο και έξι Εκτρώματα; Αυτό ίσως και να αλήθευε. Ίσως. Η Μιράντα ήδη το φοβόταν ότι θα συνέβαινε, φυσικά. Ο Διόφαντος, μάλλον, δεν θα έμενε για πάντα στην κατεστραμμένη περιοχή της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Και εξαιτίας μου βρίσκεται στη Ρελκάμνια... Εγώ τραυμάτισα την Πόλη έτσι, και έφερα μαζί μου αυτό το τέρας...

Η Μιράντα σηκώθηκε από το κρεβάτι, βηματίζοντας μες στο σκοτεινό δωμάτιο. Η Κορίνα προσπαθούσε να παίξει με το μυαλό της. Προσπαθούσε να παίξει με τους φόβους της. Αυτό ήταν. Προσπαθούσε να την κάνει να πάει στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία, ώστε να εγκαταλείψει τον Βόρκεραμ-Βορ, να τον αφήσει με την Ολντράθα και τη Φοίβη, για να είναι πιο ευάλωτος στόχος. Η Κορίνα πρέπει να είχε πάλι βάλει σε εφαρμογή κάποιο σχέδιο για να τον εξολοθρεύσει.

Και θέλει, συγχρόνως, να με κάνει να είμαι αφύλαχτη όταν θα επισκεφτώ τη Β’ Κατωρίγια, γι’αυτό μου λέει ότι το φυλαχτό έσπασε.

Αν είναι δυνατόν! Αποκλείεται νάχει σπάσει. Αποκλείεται ποτέ η Κορίνα να το άφηνε να σπάσει!

Και ούτε η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ ήταν ελεύθερες, φυσικά. Η Κορίνα ήθελε να τραβήξει τη Μιράντα στη Β’ Κατωρίγια, να τη βάλει ν’αναζητά τον Διόφαντο, ώστε να την παγιδέψει κάπως.

Δεν πρόκειται να πιάσει, Αδελφή μου! Ό,τι κι αν έχεις στο μυαλό σου δεν πρόκειται να πιάσει, σκέφτηκε η Μιράντα κοιτάζοντας την Πόλη έξω από το παράθυρο του δωματίου. Τα πολεοσημάδια δεν την προειδοποιούσαν για κανέναν άμεσο κίνδυνο, ούτε για τίποτα το ασυνήθιστο. Αλλά αυτό δεν σήμαινε κάτι, ασφαλώς. Δεν ήταν τόσο απλό να διακρίνεις τα ύπουλα σχέδια της Κορίνας...

Η Μιράντα επέστρεψε στο κρεβάτι.

Και ο Αλέξανδρος γύρισε προς τη μεριά της· την είχε καταλάβει. Πάντα ήταν σε εγρήγορση. Είχε μάθει να είναι. Η Μιράντα αισθάνθηκε τη στύση του ν’ακραγγίζει τον μηρό της, κι αυτό την έκανε να τον θέλει.

«Τι είναι;» τη ρώτησε, με τη φωνή του βραχνή, αγουροξυπνημένος. «Συμβαίνει κάτι;» Ναι, πάντοτε ήταν σε εγρήγορση – ακόμα και τόσο καυλωμένος, δεν μπόρεσε παρά να σκεφτεί ειρωνικά η Μιράντα.

Και χαμογέλασε μες στο σκοτεινιασμένο δωμάτιο. «Έχω μια ανεξήγητη, ξαφνική επιθυμία,» του ψιθύρισε αγγίζοντας το μπράτσο του, χαϊδεύοντας το πλευρό του.

Το χέρι του σύρθηκε πάνω της, ψηλαφώντας τα στήθη της, τραβώντας τον στηθόδεσμο κάτω, κατεβαίνοντας προς την κοιλιά της ανιχνευτικά... «Και δεν ήταν τίποτ’ άλλο που σε ξύπνησε;» τη ρώτησε, επίμονος. «Νόμιζα ότι ήσουν όρθια και ξανάρθες στο κρεβάτι.»

«Σκέφτηκα ότι ίσως να μου περνούσε αν βάδιζα λίγο.»

«Αλλά δεν τα κατάφερες;»

«Πλήρης αποτυχία, σε πληροφορώ.»

Το χέρι του είχε τώρα κατεβάσει την περισκελίδα της. Ο Αλέξανδρος μειδίασε, και τα χείλη τους συναντήθηκαν, οι γλώσσες τους χόρεψαν μαζί... Η Μιράντα βρισκόταν σύντομα από πάνω του, αφήνοντας τον πρώτο οργασμό να διώξει από το μυαλό της το ονειρικό παιχνίδι που είχε προσπαθήσει να παίξει η μισητή της Αδελφή.

«Σίγουρα ήταν μόνο αυτό που σε ξύπνησε;» τη ρώτησε ο Αλέξανδρος, μετά, ενώ ήταν ξαπλωμένοι πιο ήρεμα οι δυο τους, ακόμα αγκαλιασμένοι σφιχτά, ακόμα γυμνοί.

«Ανησυχείς για αύριο, ε;» Αύριο η Τριανδρία θα πήγαινε στη Βαθμιδωτή μαζί με τη Σειρήνα Οβορμάνδω, για να συναντήσουν τον Κίμωνα Χρονομάχο, ενώ ο στρατός του Βόρκεραμ-Βορ θα ξεκινούσε το ταξίδι προς την Επιγεγραμμένη. «Μην ανησυχείς. Δεν ξύπνησα γι’αυτό.» Αλλά η Κορίνα ίσως κάτι να έχει προετοιμάσει στη Βαθμιδωτή – κάτι που δεν είδα όταν ακολούθησα τον Δρόμο του Μέλλοντος...

/14\

Ο στρατός του Βόρκεραμ-Βορ διαιρείται, πολιτικοί επισκέπτες έρχονται σε μια συνοικία κάτω από μολυσματικά νέφη, ένας κρυφός φονιάς τούς υποδέχεται, ένας πολιτάρχης είναι γεμάτος καχυποψία και εχθρότητα· η Μιράντα βλέπει ένα όραμα να γίνεται πραγματικότητα.

Το πρωί, χώρισαν.

Ο Βόρκεραμ-Βορ πήρε μαζί του τις τρεις Θυγατέρες της Πόλης, τον Αλέξανδρο Πανιστόριο, τον Όρπεκαλ-Λάντι (με την οικογένειά του και κάποιους βοηθούς και συντρόφους του – εξόριστους πολιτικούς της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας), τη Φοριντέλα-Ράο, τον Μάικλ Παγοθραύστη, τη Ζιλκάμα’μορ, τον Ζαχαρία τον Πικρό, τη Ζιρτάλια τη Γάτα, τον Λεονάρδο και τη Φρίντα Άνταλμιρ, τον Αλεξίσφαιρο Άβαντα, τη Ροντάκη (τη μοναδική μισθοφόρο που είχε απομείνει από την ομάδα της Ρία Καλόφραστης, η οποία μέχρι στιγμής θεωρούσε τον εαυτό της «ανεξάρτητη πολεμίστρια», μην έχοντας προσχωρήσει σε καμιά άλλη ομάδα), μερικούς ακόμα μισθοφόρους (Εκλεκτούς και μη), το εξάτροχο μεταβαλλόμενο όχημα των Εκλεκτών, και κάποια άλλα οχήματα (των Εκλεκτών και μη) – ανάμεσα στα οποία, φυσικά, και το φορτηγό όπου κρύβονταν οι Φίλοι της Μιράντας.

Οι υπόλοιποι – όλος ο υπόλοιπος στρατός – υπό την αρχηγία του Ρίντιλακ-Κονχ και της Ευμενίδας Νοράλνω, ταξίδεψαν προς τα ανατολικά, διασχίζοντας την Κουρασμένη, πλησιάζοντας τα σύνορά της με την Αμφίνομη.

Ο Βόρκεραμ-Βορ και οι δικοί του κατευθύνθηκαν προς την αντίθετη μεριά – προς το Πολιτικό Μέγαρο της συνοικίας. Η Μιράντα οδηγούσε το φορτηγό με τους Φίλους, και μαζί της ήταν η Φοριντέλα-Ράο, για παρέα. Ο Αλέξανδρος βρισκόταν μέσα στο εξάτροχο όχημα των Εκλεκτών, με τον Βόρκεραμ και τον Όρπεκαλ-Λάντι. Ήταν σημαντικό η Τριανδρία να φαίνεται ενωμένη.

Συνολικά, η συνοδία αποτελείτο από εξήντα-εφτά ανθρώπους, δεκατέσσερα οχήματα, και δέκα παράξενες μηχανικές εξωδιαστασιακές οντότητες (οι Φίλοι – πρώην Εκτρώματα).

Φτάνοντας στο Πολιτικό Μέγαρο βρήκαν μια άλλη συνοδία να τους περιμένει απέξω. Αποτελείτο από πέντε οχήματα, και στο κεντρικό βρισκόταν η Πολιτάρχης της Κουρασμένης, Σειρήνα Οβορμάνδω, η οποία μίλησε τηλεπικοινωνιακά στον Βόρκεραμ-Βορ και τους υπόλοιπους μέσα στο εξάτροχο μεταβαλλόμενο φορτηγό των Εκλεκτών.

Αφού τους καλημέρισε, είπε: «Ακολουθήστε με, κύριοι.»

Και η συνοδία της Αμυντικής Τριανδρίας ακολούθησε τη μικρότερη συνοδία της Πολιτάρχη της Κουρασμένης, διασχίζοντας τη συνοικία προς τα βόρεια, περνώντας από μεγάλες λεωφόρους και γέφυρες, ενώ η παρουσία της τοπικής Αστυνομίας ήταν παντού αισθητή με οχήματα και αεροσκάφη.

Η Μιράντα, οδηγώντας το φορτηγό με τους Φίλους, διέκρινε την παρακολούθηση και την ετοιμότητα των αστυνομικών στα σημάδια της Πόλης. Ακόμα και τώρα, ακόμα και ύστερα από τόσες συνεννοήσεις με την Πολιτάρχη τους, υποπτεύονταν ότι ίσως οι «ξένοι» να έπαιζαν κάποιο άσχημο παιχνίδι στο τέλος. Δε μας συμπαθούν καθόλου. Ίσως όχι αδικαιολόγητα. Μοιάζουμε για παρείσακτοι...

Οι δύο συνοδίες που είχαν γίνει μία έφτασαν στα βόρεια σύνορα της Κουρασμένης και, ύστερα από μια πολύ σύντομη διαδικασία ελέγχου, μπήκαν στη Βαθμιδωτή. Δεν ήταν καθόλου δύσκολο να καταλάβεις ότι είχες περάσει σε άλλη συνοικία. Πάνω από τη Βαθμιδωτή απλώνονταν μολυσματικά νέφη που δεν έβλεπες παντού στην Ατέρμονη Πολιτεία: σύννεφα και καπνοί με χρώμα μαύρο, βαθύγκριζο, μπλε σαν μελανιά πάνω σε λευκό δέρμα, άσπρο σαν ξεπλυμένο πανί, κιτρινιάρικο σαν κάτι το δηλητηριώδες και θανατηφόρο. Η Βαθμιδωτή ήταν μια εξολοκλήρου βιομηχανική συνοικία, κι αυτό φαινόταν πεντακάθαρα. Ήταν, επίσης, μια ανθυγιεινή συνοικία για να κατοικείς. Οι κάτοικοί της προτιμούσαν να βρίσκονται κλεισμένοι στους προσωπικούς, ειδικά διαμορφωμένους χώρους τους παρά να είναι έξω. Ήταν από τις λίγες συνοικίες, μάλιστα, όπου πολλοί ήθελαν να ζουν στα υπόγεια αντί στα ανώγια.

Η Βαθμιδωτή παρήγε κάθε είδους τεχνικό εξοπλισμό – από τηλεοπτικούς δέκτες και ραδιόφωνα μέχρι ανταλλακτικά για αεροσκάφη και πυροβόλα όπλα – και έβγαζε αρκετά χρήματα από αυτή την παραγωγή. Ήταν, όμως, εξαρτημένη από την Επίστρωτη στα ανατολικά της για τρόφιμα. Η Βαθμιδωτή δεν παρήγε καθόλου τροφές· τις εισήγε όλες. Και, ύστερα από τον τελευταίο πόλεμο με την Επίστρωτη, είχε υποχρεωθεί να τις εισάγει με επαχθείς όρους.

Ο Βόρκεραμ-Βορ, ο Όρπεκαλ-Λάντι, και ο Αλέξανδρος Πανιστόριος τα είχαν μάθει πρόσφατα αυτά μιλώντας με μισθοφόρους που ετούτες οι περιοχές δεν τους ήταν άγνωστες. Και τώρα, καθώς διέσχιζαν τους δρόμους της Βαθμιδωτής ακολουθώντας τη Σειρήνα Οβορμάνδω, ο Βόρκεραμ αναρωτιόταν για τη νοοτροπία που πρέπει να είχε αναπτύξει η Βαθμιδωτή μετά τον πόλεμο. Ήταν μια συνοικία ηττημένη και εξαναγκασμένη. Ο σημερινός της Πολιτάρχης, ο Κίμωνας Χρονομάχος, ήταν ο ίδιος που είχε εμπλακεί σ’εκείνο τον πόλεμο πριν από εφτά χρόνια. Ακόμα κρατούσε τη θέση του παρότι είχε χάσει τον πόλεμο. Πρέπει να ήταν καλά γαντζωμένος, όπως έλεγαν στην Ανακτορική Συνοικία, σκεφτόταν ο Βόρκεραμ-Βορ. Και ήταν λογικό να είναι, επίσης, φοβισμένος και καχύποπτος. Θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεχτικοί μαζί του, όταν του μιλήσουμε για την Αμυντική Συμμαχία... ειδικά αφού ήξεραν πως ο Σημαδεμένος τον είχε επισκεφτεί, κάνοντάς τον προκατειλημμένο εναντίον τους.

Μέσα στους δρόμους της Βαθμιδωτής, η Αστυνομία της ακολουθούσε τη συνοδία της Αμυντικής Τριανδρίας και της Πολιτάρχη της Κουρασμένης. Τα οχήματα και τα αεροσκάφη τους έμοιαζαν μ’αυτά της Αστυνομίας της Κουρασμένης. Το περιβάλλον ήταν, όμως, πολύ πιο αποπνιχτικό εδώ, εξαιτίας των πυκνών καπνών που απλώνονταν στον ουρανό. Έκαναν τη συνοικία να μοιάζει σκοτεινή, ακόμα και μια τέτοια πρωινή ώρα. Και έκαναν, επίσης, την αναπνοή πιο δύσκολη.

Ο Βόρκεραμ είχε προστάξει να κλείσουν όλα τα παράθυρα του εξάτροχου φορτηγού – όσα δεν είχαν ήδη κλείσει οι μισθοφόροι του – για να μη μπαίνει η δυσοσμία.

Η Μιράντα, μέσα στο δικό της, πολύ μικρότερο φορτηγό, είχε επίσης κλείσει το παράθυρο πλάι της· το ίδιο και η Φοριντέλα-Ράο. «Γαμώτο,» μόρφασε η εξόριστη αριστοκράτισσα από την Έκθυμη. «Είχαμε ξαναπεράσει από εδώ, Μιράντα, όταν ανεβαίναμε προς τις συνοικίες του Ριγοπόταμου, ερχόμενοι από την Ανακτορική Συνοικία. Φριχτό – αποτρόπαιο – μέρος!»

Η Μιράντα ένευσε, σιωπηλά.

«Κρόνε!...» αναφώνησε η Φοριντέλα-Ράο, αναπολώντας. «Μου φαίνεται σαν νάχει περάσει ένας ολόκληρος χρόνος από τότε, ενώ δεν είναι παρά λιγότερο από δυο μήνες!» Κούνησε το κεφάλι. «Και η Άνμα και η Νορέλτα ήταν μαζί μας, τότε...» πρόσθεσε. Στράφηκε στη Μιράντα. «Πότε σχεδιάζεις να πάμε να τις ελευθερώσουμε;»

«Σύντομα,» αποκρίθηκε μόνο εκείνη, έχοντας στο μυαλό της το όνειρο που είχε δει τη νύχτα – το όνειρο με την Κορίνα. Όλο παράξενα όνειρα βλέπω τελευταία...

«Τι θα πει ‘σύντομα’, Μιράντα; Μετά από τη Βαθμιδωτή;»

Καλό ερώτημα. «Θα δούμε... Είναι πιθανό, όμως.»

Η Φοριντέλα-Ράο την κοίταζε συνοφρυωμένη.

Δε μου έχεις και τόση εμπιστοσύνη, ε, Φοριντέλα;... Δε σε αδικώ· δεν με ξέρεις καλά, και η Άνμα ήταν φίλη σου: φοβάσαι γι’αυτήν. «Θα τις σώσουμε από τα χέρια της Κορίνας, μην το αμφιβάλλεις. Δεν πρόκειται να τις εγκαταλείψω. Είναι Αδελφές μου, και με τη Νορέλτα γνωριζόμαστε από παλιά.»

Η Σειρήνα Οβορμάνδω τούς οδήγησε στο Πολιτικό Μέγαρο της Βαθμιδωτής – ένα πελώριο οικοδόμημα ανάμεσα σε πολυκατοικίες, κάτω από τους πυκνούς καπνούς. Η Αστυνομία ήταν συγκεντρωμένη γύρω του. Δεν τους άφησε να μπουν. Τους ζήτησε να κατεβούν από τα οχήματά τους, να έρθουν μέσα μόνο όσοι ήταν απολύτως απαραίτητο να έρθουν.

Ο Βόρκεραμ-Βορ επέμεινε ότι η Τριανδρία δεν πήγαινε πουθενά – πουθενά – χωρίς κάποια βασική συνοδία. Είχαν πολλούς δόλιους εχθρούς που μπορεί να παραμόνευαν παντού.

«Όχι, όμως, μέσα στο Πολιτικό Μέγαρο της Βαθμιδωτής, σας διαβεβαιώνω, κύριε,» είπε ο άντρας που τους μιλούσε – ένας τύπος ντυμένος με στολή λοχαγού της Αστυνομίας, λευκόδερμος, με κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά, και μάτια...

...μάτια δολοφόνου, σκέφτηκε αμέσως μόλις τα είδε ο Βόρκεραμ-Βορ. Δεν είναι αυτός που δείχνει. Δεν είναι ένας απλός λοχαγός της τοπικής Αστυνομίας. Κάτι άλλο κρύβει τούτος ο άνθρωπος. Μυστικές υπηρεσίες;

Και δεν ήταν ο μόνος που το παρατήρησε.

Ο Αλέξανδρος το είχε παρατηρήσει επίσης. Ίσως νάναι του επαγγέλματός μου. Όμως όχι μόνο κατάσκοπος, αλλά και φονιάς, συλλογίστηκε. Σκληρός άνθρωπος. Πρέπει νάναι χρήσιμος στον Πολιτάρχη...

Η Φοίβη το είχε διαβάσει στα σημάδια της Πόλης: αντίκρυ τους στεκόταν ένας άντρας που έστελνε ανθρώπους στα χέρια του Συζύγου της: ένα θανατηφόρο όπλο κρυμμένο μέσα σε στολισμένο γάντι: ένας υπηρέτης του Ανόφθαλμου κρυμμένος μέσα σε στολή αστυνομικού. Ωστόσο, δεν είχε στόχο τον Βόρκεραμ-Βορ· η Φοίβη δεν διέκρινε καμιά άμεση απειλή.

Ούτε και η Ολντράθα. Μα αυτός ο άντρας την τρόμαζε. Τα σημάδια γύρω του της φαίνονταν τόσο εχθρικά προς το μυαλό της, προς τη νοοτροπία της. Η δουλειά του ήταν να κλέβει ζωές, ενώ η δική της να σώζει ζωές. Ένα τέρας. Είναι... σαν τη Φοίβη...

Η Μιράντα τον παρατηρούσε ψύχραιμα αυτόν τον άνθρωπο που είχε ξεπροβάλει ανάμεσα από τους υπόλοιπους αστυνομικούς για να υποδεχτεί την Τριανδρία. Τον παρατηρούσε με μεγάλη προσοχή, κρίνοντάς τον από τα σημάδια που της έδινε η Πόλη, και ακούγοντας τη διαίσθησή της. Ήταν, αναμφίβολα, ένας φονιάς ντυμένος σαν λοχαγός της Αστυνομίας, αλλά δεν ήταν εδώ ως παρείσακτος. Ήταν μέρος της τοπικής Αστυνομίας. Ήταν μέρος της άμυνας της Βαθμιδωτής.

Η Μιράντα κατάλαβε: Τιμωρός. Φυσικά... Οι κρυφοί αστυνομικοί της Βαθμιδωτής. Φονιάδες και βασανιστές που όλοι οι κάτοικοι της συνοικίας έτρεμαν. Δρούσαν σχεδόν ανεξέλεγκτα, υπηρετώντας άμεσα τον Πολιτάρχη... εκτός αν ήθελαν να τον ρίξουν από τη θέση του.

Αλλά αυτός ο συγκεκριμένος ήταν «στήριγμα», της μαρτυρούσαν τα πολεοσημάδια, όχι αντίπαλος του Κίμωνα Χρονομάχου.

Και δεν είχε συστηθεί όταν τους συνάντησε. Έμοιαζε με μια απρόσωπη δύναμη καθώς αντίκριζε τώρα τον Βόρκεραμ-Βορ.

Ο οποίος του αποκρίθηκε: «Οι εχθροί μπορεί να κρύβονται παντού. Και ο Πολιτάρχης σας έχω ακούσει πως, λόγω δόλιας παραπληροφόρησης, τρέφει αντιπάθεια προς εμάς. Επομένως, θα μας ακολουθήσουν δώδεκα σωματοφύλακες–»

«Δεν είναι δική σας η επιλογή, κύριε. Μόνο η Τριανδρία θα περάσει, καθώς και η Πολιτάρχης της Κουρασμένης και οι άμεσοι συνοδοί της.»

«Και ποιος είστε εσείς,» ρώτησε ο Βόρκεραμ-Βορ, «που παίρνετε τέτοιες αποφάσεις; Ο Πολιτάρχης σας ήταν που μας κάλεσε.»

«Η απόφαση είναι του Πολιτάρχη.»

Ο άνθρωπος ακόμα δεν θέλει να πει το όνομά του! παρατήρησε, ενοχλημένα, ο Βόρκεραμ-Βορ. «Να του πείτε τότε ότι δεν μπαίνουμε στο Μέγαρο χωρίς δώδεκα σωματοφύλακες το λιγότερο. Αν δεν το δέχεται αυτό, θα γυρίσουμε και θα φύγουμε από τη συνοικία σας.»

Η Σειρήνα Οβορμάνδω, που στεκόταν παραδίπλα, είπε στον ανώνυμο λοχαγό: «Δεν υφίσταται κίνδυνος, σας διαβεβαιώνω. Η συνοδία τους ήταν μέσα και στο δικό μου Πολιτικό Μέγαρο χτες και προχτές. Θα μπορούσα να μιλήσω προσωπικά στον κύριο Χρονομάχο;»

Ο άντρας αποκρίθηκε: «Περιμένετε, παρακαλώ, Εξοχότατη»· κι εξαφανίστηκε ανάμεσα στους υπόλοιπους αστυνομικούς. Σαν φάντασμα.

Ο Όρπεκαλ ψιθύρισε έντονα, αλλά μόνο για τ’αφτιά του Βόρκεραμ και του Αλέξανδρου: «Με τρομάζει αυτός! Μπορεί νάναι άνθρωπος της Κορίνας. Δολοφόνος της.»

«Σσς,» του έκανε ο Πανιστόριος, ήπια, με την έκφρασή του μια ουδέτερη μάσκα. «Αν ήταν αυτό που λες, οι φίλες μας θα μας είχαν ήδη ειδοποιήσει. Κάποιος άνθρωπος των τοπικών μυστικών υπηρεσιών είναι.»

Ο Βόρκεραμ ένευσε. «Μάλλον,» συμφώνησε, μιλώντας κι αυτός χαμηλόφωνα. «Και δε θέλω φασαρίες τώρα, Όρπεκαλ. Είναι κρίσιμο, όπως καταλαβαίνεις.»

Ο Όρπεκαλ-Λάντι δεν είπε τίποτ’ άλλο, αλλά έδειχνε νευρικός.

Ο ανώνυμος λοχαγός δεν επέστρεψε ποτέ· μια άλλη λοχαγός της Αστυνομίας πληροφόρησε, τελικά, την Τριανδρία ότι μπορούσε να περάσει μαζί με τους δώδεκα σωματοφύλακές της. Ούτε έναν παραπάνω όμως, τόνισε. Και φαινόταν ανήσυχη, σαν να είχε πέσει κάποιο βάρος επάνω της.

Η Μιράντα, παρατηρώντας τα πολεοσημάδια, σκέφτηκε: Αυτή δεν είναι Τιμωρός...

Μετά, μπήκαν στο Πολιτικό Μέγαρο της Βαθμιδωτής.

Ήταν μεσημέρι πλέον.

*

Ο Κίμωνας Χρονομάχος ήταν ένας άντρας χρυσόδερμος, με λεία μαύρα μαλλιά που είχαν κάμποσες γκρίζες τούφες. Η κοιλιά του προεξείχε έντονα· δεν έμοιαζε για αθλητικός τύπος. Φορούσε σκούρο-μπλε κοστούμι και λευκό πουκάμισο. Τους υποδέχτηκε σε μια αίθουσα με μεγάλο τραπέζι στο κέντρο και κάδρα στους τοίχους – κάδρα με φωτογραφίες εργοστασίων, εργατοπατέρων, εργατών, βιομηχανικών διευθυντών, μεγάλων μηχανών, και ιερωμένων του Ηρώταλου, γιου του Κρόνου και Επαΐοντα της Τεχνουργίας, οι οποίοι ευλογούσαν χώρους εργασίας. Οι πάντες ήταν χαμογελαστοί σ’αυτές τις φωτογραφίες (εκτός από τους πολύ σοβαρούς ιερωμένους, φυσικά) και τα ρούχα τους καθαρά· τα μηχανήματα ήταν εξίσου καθαρά και γυαλιστερά, όπως και οι χώροι. Θα νόμιζε κανείς ότι όλοι εργάζονταν σε ιδανικές, σχεδόν ουτοπικές συνθήκες, υπό την επήρεια ποτών της ευτυχίας. Μια τελείως ψεύτικη εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε στη Βαθμιδωτή ανέκαθεν.

Μαζί με τον Χρονομάχο, στην αίθουσα, ήταν έξι σύμβουλοί του, ενώ στην περιφέρεια του δωματίου στέκονταν αστυνομικοί – ανάμεσά τους και ο ανώνυμος λοχαγός.

Κανείς τους δεν είναι απλός αστυνομικός, παρατήρησε αμέσως η Μιράντα, από τα πολεοσημάδια στον χώρο, τα οποία σχηματίζονταν από τις θέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, από τις σκιές, από μη-τυχαίους ήχους. Τιμωροί, όλοι τους.

Η Φοίβη τούς διέκρινε επίσης. Δεν ήξερε για τους Τιμωρούς, αλλά τους είδε γι’αυτό που ήταν. Κι άλλοι υπηρέτες του Συζύγου μου. Φονικά όπλα κρυμμένα μέσα σε στολισμένα γάντια.

Ο Πολιτάρχης της Βαθμιδωτής χαιρέτησε πρώτα, δια χειραψίας, την Πολιτάρχη της Κουρασμένης και μετά έστρεψε το βλέμμα του στον Βόρκεραμ-Βορ, τον Όρπεκαλ-Λάντι, και τον Αλέξανδρο Πανιστόριο, ατενίζοντάς τους σαν να ήθελε να τους κρίνει από την όψη τους και μόνο.

«Καλωσήρθατε, κύριοι. Έχουμε ακούσει για εσάς.»

«Πολύ κακά λόγια, είμαστε σίγουροι,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ δίχως δισταγμό.

«Ωστόσο έρχεστε...»

«Δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε, όπως σύντομα θα καταλάβετε, Εξοχότατε. Σας έχουν παραπληροφορήσει.»

Στο πρόσωπο του Κίμωνα ο Βόρκεραμ διάβαζε: Δεν σε πιστεύω. Ούτε λίγο. Αλλά ο Πολιτάρχης της Βαθμιδωτής είπε: «Καθίστε.»

Η Τριανδρία κάθισε στο μεγάλο τραπέζι· το ίδιο και η Σειρήνα Οβορμάνδω και οι τέσσερις συνοδοί της, ο ένας εκ των οποίων ήταν ο Άλβερακ Μόρινληχ, ο Υπουργός Δικαιοσύνης της Κουρασμένης.

«Ας ξεκινήσουμε από τα ψέματα,» πρότεινε ο Βόρκεραμ-Βορ, ενόσω υπηρέτες έφερναν ποτά, γλυκίσματα, και πρόχειρα φαγητά στο τραπέζι – άντρες και γυναίκες ντυμένοι με άχαρες, αν και καθαρές, στολές, σαν να ήθελαν να αποτελέσουν αντανάκλαση των δρόμων της Βαθμιδωτής. «Τι σας είπε ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος για εμάς, Εξοχότατε, όταν σας επισκέφτηκε;»

«Γνωρίζετε, λοιπόν, για την επίσκεψή του...» Ο Κίμωνας ακούμπησε την πλάτη του στο κάθισμά του καθώς ένωνε τις άκριες των δαχτύλων του, παρατηρώντας τους.

«Γνωρίζουμε ότι περιφέρεται στους δρόμους της Ατέρμονης Πολιτείας λασπολογώντας μας.»

«Και τι λέει για εσάς, κύριε Βόρκεραμ-Βορ;»

«Υποθέτω πως σας είπε τα ίδια που είπε και στην κυρία Οβορμάνδω. Ή κάνω λάθος;»

«Δεν κάνετε λάθος. Αρνείστε ότι πήρατε την εξουσία με πραξικόπημα στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία; Ότι φυλακίσατε παράνομα τον κύριο Γουίλιαμ Σημαδεμένο;»

Ο Όρπεκαλ-Λάντι πήρε τον λόγο, όπως συνήθως όταν άρχιζε να συζητιέται αυτό το θέμα. Διατηρώντας τη ψυχραιμία του αξιοθαύμαστα, εξήγησε πώς ακριβώς είχαν συμβεί τα πράγματα και γιατί η Τριανδρία είχε αναγκαστεί να πάρει, με τα όπλα, την εξουσία από τον Σημαδεμένο.

«Αυτή, τουλάχιστον, είναι η δική σας εκδοχή των γεγονότων,» είπε ο Κίμωνας Χρονομάχος ύστερα από μια γουλιά Αργυρό Νεφέλωμα.

«Αυτή είναι η αλήθεια. Ξεκάθαρα,» τόνισε ο Όρπεκαλ-Λάντι.

«Μπορείτε να το αποδείξετε;»

«Μπορεί ο Σημαδεμένος να αποδείξει τα ψέματά του;»

«Ο κύριος Σημαδεμένος δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα, κύριε. Καταφανώς δεν είναι πλέον Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, και τόσα έντυπα έχουν γράψει για το πραξικόπημα που κάνατε. Θέλετε να σας δείξω μερικά που έχουν φτάσει εδώ, στη Βαθμιδωτή;

»Εκείνο που βλέπω εγώ είναι ότι κάποιοι πραξικοπηματίες έρχονται στη συνοικία μου για να μου ζητήσουν να μπω σε μια αχρείαστη συμμαχία. Είναι ύποπτο ή δεν είναι; Νομίζω πως είναι, κύριοι. Η Βαθμιδωτή έχει υποφέρει πολλά, τα τελευταία χρόνια· δεν παίρνει άσκοπα ρίσκα.»

«Η Αμυντική Συμμαχία δεν είναι αχρείαστη,» τόνισε ο Βόρκεραμ-Βορ.

«Σε τι χρειάζεται στη Βαθμιδωτή, κύριε;» Ο Κίμωνας άναψε ένα πούρο, παρατηρώντας τον όπως θα παρατηρούσε έναν κομπιναδόρο, νόμιζε ο Βόρκεραμ.

Αλλά δεν έδωσε σημασία σ’αυτό το καχύποπτο βλέμμα. Εξήγησε στον Χρονομάχο, όπως είχε εξηγήσει και στους άλλους πολιτάρχες, ποιος ήταν ο κίνδυνος που παρουσίαζε ο Αλυσοδεμένος Ποιητής και γιατί όφειλαν να ενωθούν για να τον αντιμετωπίσουν.

«Για να συμβούν οι καταστροφές που λέτε, ο Αλυσοδεμένος Ποιητής πρέπει να περάσει πρώτα από την Α’ Κατωρίγια και από τη Ρόδα. Δεν αισθανόμαστε απειλημένοι στη Βαθμιδωτή,» δήλωσε ο Κίμωνας Χρονομάχος. «Και ούτε νομίζω πως ο Ανθοτέχνης θα μπορεί να έρθει ώς εδώ, ούτως ή άλλως.»

«Σας είπα ότι οι συμμορίες και οι κακούργοι–»

«Ναι, έρχονται με το μέρος του. Και λοιπόν; Αυτό δεν σημαίνει ότι θα φτάσει στα σύνορά μας. Ούτε σημαίνει πως δεν θέλετε να μας κοροϊδέψετε εκμεταλλευόμενοι την απειλή του Αλυσοδεμένου Ποιητή.»

«Αν ο Σημαδεμένος σάς είπε πως ο Ανθοτέχνης δεν έχει τη δύναμη να κατεβεί προς τα νότια, ήταν ψέμα, κύριε Χρονομάχε.»

«Γιατί ο κύριος Σημαδεμένος να πει τέτοιο ψέμα, κύριε Βόρκεραμ-Βορ; Είναι δυνατόν να μη θέλει να νικήσει τον Αλυσοδεμένο Ποιητή, που κατέκτησε τη συνοικία του; Δεν βγάζει κανένα νόημα!»

«Μόνο η εκδίκηση τον ενδιαφέρει,» παρενέβη ο Όρπεκαλ-Λάντι. «Μόνο να εκδικηθεί εμάς.»

«Και δικαιολογημένα, θα έλεγα, κύριε. Κι εγώ θα ήμουν πολύ θυμωμένος αν κάποιοι μου έκλεβαν με πραξικόπημα την πολιταρχία. Θα έστρεφα οργή Κρόνου εναντίον τους.»

«Οι πράξεις μας ήταν για να προφυλάξουμε τη συνοικία μας από–»

«Αυτή είναι η δικαιολογία όλων των τυράννων που έχουν ποτέ παρουσιαστεί στη Ρελκάμνια, κύριε! ‘Κάναμε ό,τι κάναμε για να προφυλάξουμε, για να σώσουμε, για να βοηθήσουμε, και τα λοιπά και τα λοιπά.’ Προφάσεις!»

Ο διαπληκτισμός που ξεκίνησε, ύστερα από τούτα τα λόγια, ήταν έντονος. Την αρχή, φυσικά, την έκανε ο Όρπεκαλ-Λάντι, αλλά και ο Βόρκεραμ-Βορ τώρα δεν μπόρεσε να μην αναμιχθεί· ακόμα κι ο Αλέξανδρος, που στις πολιτικές συναντήσεις προτιμούσε να μιλά μόνο όταν ήταν απαραίτητο.

Η Μιράντα είδε το όραμά της να γίνεται πραγματικότητα. Ήταν σαν ξανά να στεκόταν εκεί, στο τέλος του Δρόμου του Μέλλοντος, σαν να είχε αρπάξει ένα από τα παγωμένα δάκρια μέσα στον άνεμο και να κοίταζε εντός του... Ήταν σαν ο χρόνος να είχε κάνει κύκλο, κλείνοντάς την μέσα. Ήταν σαν ο παρελθοντικός της εαυτός να είχε θυμηθεί, τότε, μια ανάμνηση από το μέλλον: σαν να είχε δει, για λίγο, μέσα από τα μάτια του μελλοντικού της εαυτού. Του τωρινού της εαυτού.

Και η Σειρήνα Οβορμάνδω μπλέχτηκε σύντομα στον διαπληκτισμό, μοιάζοντας πολύ, πολύ προβληματισμένη. Μοιάζοντας να μην ξέρει ποια άποψη να υποστηρίξει (ότι η Τριανδρία ήταν επικίνδυνη, ή ότι δεν ήταν;). Μοιάζοντας να πασχίζει να επιτύχει μια ισορροπία που φάνταζε αδύνατον να επιτευχθεί.

Χρονομάχος: Δεν θέλω να έχω πραξικοπηματίες μες στη συνοικία μου!

Όρπεκαλ-Λάντι: Πιστεύεις τα ψέματα ενός παράφρονα!

Βόρκεραμ-Βορ: Καταδικάζεις τη συνοικία σου σε καταστροφή αν μείνεις έξω από τη Συμμαχία.

Χρονομάχος: Ξέρω πολύ καλά τι κάνω με τη συνοικία μου – και δεν θα μου υποδείξετε εσείς!

Οβορμάνδω: Ας τους ακούσουμε πιο προσεχτικά, κύριε Χρονομάχε.

Χρονομάχος: Είναι δυνατόν να προτείνετε να μπούμε στη συμμαχία τους χωρίς κανέναν λόγο; Στη συμμαχία σφετεριστών;

Βόρκεραμ-Βορ: Μια συμμαχία ανάμεσα στους πολιτάρχες είναι απαραίτητη αν θέλετε να επιβιώσετε από το πέρασμα του Αλυσοδεμένου Ποιητή!

Χρονομάχος: Μη με απειλείτε εμένα, κύριε. Τέτοιες απειλές δεν τις λαμβάνω σοβαρά.

Βόρκεραμ-Βορ: Δεν είναι απειλή, μα τον Κρόνο! Η μόνη απειλή είναι αυτή του Αλυσοδεμένου Ποιητή: και είναι για όλες τις συνοικίες νότια του Ριγοπόταμου.

Όρπεκαλ-Λάντι: Θα το μετανιώσετε αν δεν συμμαχήσετε μαζί μας.

Χρονομάχος: Εγώ φοβάμαι μην το μετανιώσω αν συμμαχήσω μαζί σας, κύριοι! Για απατεώνες μού φαίνεστε· σας το λέω ξεκάθαρα!

Πανιστόριος: Ρίξτε μια ματιά στο συμβόλαιο της Αμυντικής Συμμαχίας, τότε, και πείτε μας ποιοι όροι σάς φαίνονται ύποπτοι, Εξοχότατε.

Χρονομάχος: Κανένας δεν περιμένει απατεώνες να έχουν ύποπτους όρους στο συμβόλαιό τους. Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ύποπτοι όροι είναι ύποπτο από μόνο του, μα τον Κρόνο!

Όρπεκαλ-Λάντι: Η λογική σου δεν έχει καμία λογική, Χρονομάχε!

Χρονομάχος: Αφήστε τη λογική μου να την κρίνει το Συμβούλιο των Τεχνοκρατών που εκλέγει τους πολιτάρχες της Βαθμιδωτής – μόνο η δική τους κρίση με ενδιαφέρει. Η γνώμη ενός ακόμα υπερόπτη Παλαιού μού είναι παντελώς αδιάφορη!

Τα προσβλητικά λόγια του Κίμωνα Χρονομάχου – που ήταν Καινός ευγενής – για τους Παλαιούς Οίκους έκαναν τον διαπληκτισμό να αγριέψει περισσότερο.

Και η Ολντράθα, παρατηρώντας τα οργισμένα πολεοσημάδια παντού γύρω, σκέφτηκε: Κρόνε... τι χαλασμός Σκοτοδαίμονος είν’ ετούτος; Σταμάτα το, Βόρκεραμ! Σταμάτα το, τώρα! Δεν το βλέπεις ότι πρέπει να σταματήσει; Δεν το βλέπεις; Βρισκόταν στα πρόθυρα να τον πλησιάσει και να του το ψιθυρίσει έντονα στ’αφτί.

Εκτός των άλλων, αυτοί οι αστυνομικοί-που-δεν-ήταν-αστυνομικοί στην περιφέρεια της αίθουσας τη φρίκαραν. Αισθανόταν σαν μια κοφτερή λεπίδα να χάιδευε τη σπονδυλική της στήλη...

«Περάστε έξω, κύριοι!» είπε τελικά ο Χρονομάχος, κάνοντας μια απαξιωτική χειρονομία προς την έξοδο της αίθουσας. «Περάστε έξω· δεν έχουμε τίποτ’ άλλο να πούμε.»

«Τόσο εύκολα παίζεις με τη μοίρα της συνοικίας σου;» τον ρώτησε ο Βόρκεραμ-Βορ, αγριοκοιτάζοντάς τον.

«Ένας Παλαιός αριστοκράτης, τουλάχιστον, θα είχε πιο καλούς τρόπους,» μόρφασε ο Όρπεκαλ-Λάντι.

Η Σειρήνα Οβορμάνδω είπε: «Ίσως θα έπρεπε να ξανασυζητήσουμε αύριο, ή μεθαύριο, όταν όλοι θα έχουμε–»

«Όχι, κυρία Οβορμάνδω,» τη διέκοψε ο Χρονομάχος, μιλώντας της πιο ήπια απ’ό,τι στα μέλη της Τριανδρίας· «δεν έχω τίποτ’ άλλο να συζητήσω μ’αυτούς. Είπαμε ό,τι είχαμε να πούμε, και θα σας–»

«Θα το μετανιώσεις, Χρονομάχε!» φώναξε ο Όρπεκαλ-Λάντι δείχνοντάς τον. «Θα το δεις ότι θα το μετανιώσεις!»

«Σας είπα ήδη να κρατήσετε τις απειλές σας για τον εαυτό σας, κύριοι,» αποκρίθηκε ο Κίμωνας. «Αλλά τι να περιμένει κανείς από δύο... σοβαρούς αριστοκράτες και τον... υποτακτικό τους»· έριξε ένα απαξιωτικό βλέμμα στον Αλέξανδρο – του οποίου η όψη παρέμεινε ουδέτερη και ο οποίος, εσωτερικά, μέσα στο μυαλό του, αγνόησε τελείως την προσβολή του Πολιτάρχη της Βαθμιδωτής· δεν θα του έλεγε αυτός ο καριόλης ποιος ήταν.

Ο Κίμωνας στράφηκε στη Σειρήνα: «Κυρία Οβορμάνδω, προτείνω και σ’εσάς να κάνετε το ίδιο. Να μην έχετε άλλες επαφές μαζί τους. Δεν μπορεί να μην είναι απατεώνες. Θα ήταν μεγάλο λάθος να μπείτε στην υποτιθέμενη συμμαχία τους.»

«Δεν έχουμε ΟΥΤΕ ΕΜΕΙΣ τίποτ’ άλλο να πούμε μαζί σου, Χρονομάχε!» φώναξε ο Βόρκεραμ-Βορ, οργισμένος πολύ πλέον ύστερα απ’όλα τούτα. Ο Όρπεκαλ είχε δίκιο, σκεφτόταν: τουλάχιστον, οι Παλαιοί ευγενείς είχαν καλύτερους τρόπους απ’αυτόν τον τσαρλατάνο του Σκοτοδαίμονος! «Ο Κρόνος θα σε κρίνει όταν έρθει η ώρα! Καλή σου τύχη – σ’εσένα και τη συνοικία σου!» Και στράφηκε, βαδίζοντας προς την έξοδο της αίθουσας.

Στη στιγμή, ο Όρπεκαλ, ο Αλέξανδρος, και οι δώδεκα σωματοφύλακες της Τριανδρίας τον ακολούθησαν. Οι τελευταίοι είχαν όλοι τα χέρια τους στα θηκαρωμένα όπλα τους, πανέτοιμοι να τα τραβήξουν σε περίπτωση που η κατάσταση ξέφευγε απ’τον έλεγχο – ακόμα και οι μεταμφιεσμένες Θυγατέρες – ακόμα και η Ολντράθα, που, κατά κανόνα, απέφευγε τις βιαιοπραγίες.

Η Σειρήνα Οβορμάνδω και οι τέσσερις συνοδοί της έμειναν πίσω· η Πολιτάρχης της Κουρασμένης εξακολουθώντας να μιλά στον ομότιμό της.

/15\

Η Άνμα αποκαλύπτει τα όπλα της Πόλης που είναι κρυμμένα μέσα στις σαβούρες, παρατηρεί ότι την παρατηρούν, γνωρίζει ένα παράξενο πλάσμα, και εκείνη κι η Νορέλτα έχουν κι άλλες συναναστροφές με τους Νομάδες, προτού επισκεφτούν ξανά μια πελώρια λεωφόρο και, αργότερα, καταλήξουν σε μυστηριώδεις δρόμους οδηγημένες από ένα άτομο που δεν θα περίμεναν να τις οδηγεί.

Βγήκε απ’τη σκηνή της και κάθισε απέξω, κοιτάζοντας τριγύρω, τον καταυλισμό των Νομάδων, οι οποίοι ξυπνούσαν ο ένας μετά τον άλλο. Ορισμένοι στέκονταν φρουροί, τις μαρτυρούσαν τα πολεοσημάδια, έχοντας όπλα κρυμμένα επάνω τους. Και τα σημάδια τής ψιθύριζαν ακόμα και τα είδη των όπλων.

Όπλα... Μια ιδέα ήρθε στο μυαλό της. Κάτι που το είχε ξεχάσει ώς τώρα με την ιχνηλασία για τη Μιράντα και τον Βόρκεραμ-Βορ.

Σηκώθηκε όρθια και, χωρίς να φορέσει τις μπότες της, βάδισε μέχρι εκεί όπου είχαν αφήσει το φορτηγό τους χτες βράδυ όταν ήρθαν στην Πλατεία Διχαλωτής. Άνοιξε μια πόρτα του οχήματος και πήρε από μέσα έναν σάκο με πράγματα που ήταν κρυφά όπλα της Πόλης. Σαβούρες θα τα έλεγε οποιοσδήποτε δεν είχε πραγματικά μάτια. Ακόμα και η Αδελφή της, η Νορέλτα, για σαβούρες τα έβλεπε. Είχε ρωτήσει την Άνμα γιατί τα είχε αγοράσει από εκείνη την αποθήκη ενέργειας στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία, προτού περάσουν τα σύνορα και μπουν στην Επιγεγραμμένη. Δεν καταλάβαινε τίποτα... Τίποτα...

Η Άνμα επέστρεψε στη σκηνή που τους είχαν παραχωρήσει οι Νομάδες των Δρόμων κι άφησε τον σάκο μπροστά στην είσοδο. Η Νορέλτα ακόμα κοιμόταν μέσα, της μαρτυρούσαν τα πολεοσημάδια. Αυτή η κοπέλα... Της χρειάζεται ύπνος, σκέφτηκε ειρωνικά η Άνμα, καθώς καθόταν οκλαδόν κι άρχιζε να βγάζει τις «σαβούρες» από το σάκο και να τις σκαλίζει, να τους δίνει, με τα επιδέξια χέρια της, την πραγματική τους μορφή – να αποκαλύπτει τα κρυμμένα όπλα.

«Γουστάρεις καφέ, δικιά μου;» Ο Κοντός Φριτς την είχε πλησιάσει, βαστώντας μια μεγάλη κούπα αχνιστό καφέ στο δεξί χέρι. «Τον πήραμε χτες από κάτι τύπους που μας επισκέφτηκαν εδώ, στην Πλατεία Διχαλωτής. Σάρντλιος· πολύ καλός!» Χαμογέλασε.

«Σ’ευχαριστώ, Φριτς,» αποκρίθηκε η Άνμα, επιστρέφοντάς του το χαμόγελο και παίρνοντας την κούπα. Ήπιε μια γουλιά. «Όντως Σάρντλιος,» παρατήρησε· γιατί υπήρχαν και καφέδες που υποτίθεται ότι ήταν εισαγμένοι από τη διάσταση της Σάρντλι αλλά μάλλον από κάποιον τοπικό θόλο παραγωγής προέρχονταν.

Ο Κοντός ένευσε. «Είναι Σάρντλιος, δικιά μου· σίγουρο. Τι κάνεις εκεί, αν επιτρέπεται;» ρώτησε, κοιτάζοντας τις «σαβούρες» που σκάλιζε η Άνμα, και το μακρύ στιλέτο που είχε ήδη συναρμολογήσει από αυτές.

«Φτιάχνω όπλα.»

«Όπλα; Από αυτά;»

«Ναι.» Η Άνμα ήπιε ακόμα μια γουλιά, ακούμπησε την κούπα δίπλα της, κι έπιασε πάλι τα εγκαταλειμμένα υλικά της Πόλης, συνεχίζοντας τη δουλειά της. Βρισκόταν προς το τέλος της συναρμολόγησης ενός βελονοβόλου. «Αυτό θα σ’το χαρίσω μόλις το τελειώσω, Φριτς.»

«Είναι... ασφαλές; Μη βγάλουμε κάνα μάτι.»

Η Άνμα γέλασε. «Τα όπλα που φτιάχνω εγώ είναι πιο ασφαλή απ’αυτά που πας κι αγοράζεις.»

Ο Κοντός την παρατηρούσε για λίγο αμίλητος· ύστερα γύρισε κι έφυγε, προτού το βελονοβόλο ολοκληρωθεί. Η Άνμα σκέφτηκε ότι θα του το δώριζε αργότερα· κι όταν το τελείωσε, άρχισε να φτιάχνει ένα άλλο όπλο.

Από τα ηχεία των Νομάδων ακουγόταν τώρα το Μες στ’Άγρια τα Ξημερώματα – Έγχρωμοι Γεφυρίτες. Απλωνόταν στην Πλατεία Διχαλωτής σαν ακουστικός μανδύας. Και στα μέσα του τραγουδιού μια φωνή είπε:

«Ακούτε Δρομοράδιο...

Δρομοράδιο.

Το Ράδιο των Νομάδων των Δρόμων είναι στους δρόμους σας.

Δρομοράδιο!»

Έχουν και ραδιοφωνικό σταθμό αυτοί οι Νομάδες; σκέφτηκε η Άνμα, και μειδίασε.

Όταν είχε ολοκληρώσει το όπλο που έφτιαχνε και ξεκινούσε ένα ακόμα, διαισθάνθηκε ότι κάποιος την παρακολουθούσε. Σταμάτησε τη δουλειά της, νιώθοντας ξαφνικά τον χειμωνιάτικο αέρα να γλιστρά σαν παρείσακτος εισβολέας μέσα στο πέτσινο πανωφόρι της. Παρατήρησε τα πολεοσημάδια προσεχτικά και, σύντομα, το βλέμμα της οδηγήθηκε σε κάτι πράγματα που ήταν αφημένα παραδίπλα. Κάτι σάκους. Αυτός– αυτό που την παρακολουθούσε ήταν κρυμμένο ανάμεσά τους, σχεδόν αόρατο. Δε θα το πρόσεχε αν τα σημάδια της Πόλης δεν της το έδειχναν. Δυο γυαλάδες μέσα απ’το σκοτάδι, σαν μικροί φακοί...

Η Άνμα ένιωσε ένα ρίγος να τη διατρέχει παρότι η διαίσθησή της δεν της έλεγε πως βρισκόταν σε κίνδυνο. Τι είν’ αυτό, μα τον Κρόνο; «Ποιος είν’ εκεί;» φώναξε. «Ποιος είν’ εκεί;»

Προς στιγμή, τίποτα δεν έγινε. Ακουγόταν μόνο η μουσική των Νομάδων: Ευπρόσδεκτοι κι Ακάλεστοι – Μακρινοί Στρατοκόποι. Ύστερα, κάτι ξεπρόβαλε από το σκοτάδι που σχημάτιζαν ανάμεσά τους οι σάκοι.

Ένας διάβολος του Σκοτοδαίμονος, γαμώτο! Ένα πλασματάκι που απ’το κεφάλι ώς τη μέση ήταν ανθρωπόμορφο, αλλά μετά είχε τέσσερα πόδια και ουρά, σαν έντομο. Το δέρμα του γυάλιζε λες κι ήταν από μέταλλο. Επάνω του υπήρχαν γραμμές που θύμιζαν καλώδια ή φλέβες. Τα μάτια του φώτιζαν με ενεργειακή λάμψη.

«Τι σκατά είσαι συ;» μουρμούρισε η Άνμα, κι έπιασε το πιστόλι μέσα στο πανωφόρι της.

Το πλάσμα μίλησε σε μια χαμηλόφωνη, συριστική γλώσσα την οποία εκείνη δεν κατάλαβε. Και την πλησίασε με επιφύλαξη.

Η Άνμα δεν τράβηξε το πιστόλι· δεν διαισθανόταν κίνδυνο. «Μιλάς τη Συμπαντική;» ρώτησε. «Τη μιλάς;»

Το πλάσμα δεν αποκρίθηκε. Τα μάτια του αναβόσβηναν, κοιτάζοντας τα όπλα που είχε φτιάξει η Θυγατέρα της Πόλης από τις «σαβούρες».

Η Νορέλτα-Βορ βγήκε τότε από τη σκηνή. «Αδελφή μου–» Σταμάτησε απότομα, έχοντας κι εκείνη δει το μεταλλόδερμο, τετράποδο, φωτομάτικο πλάσμα που στο ύψος δεν μπορεί να ήταν πάνω από τριάντα εκατοστά. «Τι...;»

«Ούτε εγώ ξέρω τι είναι,» είπε η Άνμα. «Μόλις τώρα παρουσιάστηκε. Αλλά δεν μου φαίνεται εχθρικό.»

Η Νορέλτα γονάτισε στο ένα γόνατο, παρατηρώντας το πλάσμα. «Τι είσαι;» το ρώτησε. «Με καταλαβαίνεις; Τι είσαι; Πώς σε λένε;» Της έμοιαζε ευφυές, όχι κάποιο ανόητο υπερμέγεθες έντομο.

Το πλάσμα τής είπε κάτι σε μια γλώσσα που τ’αφτιά της με το ζόρι μπόρεσαν να αντιληφτούν ότι ήταν όντως γλώσσα.

«Δε νομίζω ότι μας καταλαβαίνει,» είπε η Άνμα. «Ούτε ότι μιλά τη Συμπαντική.» Κι έπιασε πάλι δουλειά με τα υλικά της Πόλης. «Τι ήθελες να μου πεις;»

«Τι κάνεις εκεί;»

«Αυτό ήθελες να μου πεις;»

«Όχι, αλλά τι κάνεις εκεί;»

(Το μεταλλόδερμο πλάσμα παρατηρούσε με ενδιαφέρον τα χέρια της Άνμα που συναρμολογούσαν τα κρυφά όπλα της Πόλης.)

«Φτιάχνω όπλα, Αδελφή μου, από αυτά που νόμιζες ότι ήταν σκουπίδια όταν τα πήραμε από τη Β’ Κατωρίγια.» Της έδειξε το στιλέτο και το βελονοβόλο και το τρίτο όπλο που είχε δημιουργήσει – έναν δίσκο με δόντια τριγύρω.

Η Νορέλτα τον έπιασε. «Αν είναι δυνατόν...» Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς λειτουργούσε το μυαλό της Άνμα, τι πολεοσημάδια διάβαζε για να φτιάχνει τέτοια πράγματα. «Και τι κάνει αυτό; Το πετάς; Λιγάκι αστείο μού φαίνεται.»

«Στη μέση μπαίνει μπαταρία. Πατάς αυτό το κουμπί εδώ και τα δόντια αρχίζουν να περιστρέφονται. Και, ναι, τότε το πετάς. Μπορεί να δαγκώσει άσχημα, πίστεψέ με.»

Η Νορέλτα πάτησε το κουμπί. Τα δόντια άρχισαν όντως να περιστρέφονται, γρήγορα, επικίνδυνα. Πάτησε πάλι το κουμπί, απενεργοποιώντας το όπλο.

Τα μάτια του μεταλλόδερμου πλάσματος αναβόσβηναν, και κουνούσε πέρα-δώθε την ουρά του που στο πέρας της είχε κάποιου είδους εργαλείο σαν κατσαβίδι.

«Ο φίλος σου δείχνει ενθουσιασμό, νομίζω,» παρατήρησε η Νορέλτα, συνοφρυωμένη. Θα έπρεπε να ειδοποιήσουμε την Εύνοια γι’αυτό; αναρωτήθηκε. Είναι εισβολέας; Εξωδιαστασιακή οντότητα, ίσως; Κάτι μέσα της της έλεγε, όμως, ότι δεν ήταν εξωδιαστασιακό τούτο το πλάσμα. Καθόλου. Και σκέφτηκε: Παράξενο...

Η Άνμα μούγκρισε καταφατικά, συναρμολογώντας και σκαλίζοντας μέσα στις σαβούρες, ψάχνοντας για τα κατάλληλα κομμάτια, που η Πόλη την έκανε να τα βλέπει σαν τμήματα από διάφορα παζλ.

«Τέλος πάντων,» είπε η Νορέλτα-Βορ. «Θα καλέσω τη Μιράντα τώρα.»

«Μμμ.»

Η Νορέλτα κάθισε δίπλα στην Άνμα, έβγαλε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της, και πάτησε κουμπιά. Η μικρή οθόνη έγραψε, όπως και χτες βράδυ, ΕΚΤΟΣ ΕΜΒΕΛΕΙΑΣ. «Δεν έχουν έρθει ακόμα στην Αμφίνομη...»

Το μεταλλόδερμο πλάσμα έπιασε το μακρύ στιλέτο που είχε φτιάξει η Άνμα από τις σαβούρες. Έχωσε το εργαλείο της ουράς του στην κάτω μεριά του μανικιού του όπλου και η λεπίδα, ξαφνικά, άστραψε, φορτισμένη από ενέργεια που τρεμόπαιζε.

«Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος...» μουρμούρισε η Νορέλτα· ενώ η Άνμα κοίταζε με γουρλωμένα μάτια, και είπε: «Ε, μάστορα! Άφησέ το αυτό, ’ντάξει;»

«Γνωρίσατε τον φίλο μου, βλέπω!» ακούστηκε να λέει κάποιος, γελώντας· και οι δύο Θυγατέρες στράφηκαν για να δουν τον Θόρινταλ, τον σαμάνο, να πλησιάζει. Και είναι για φίλημα, σκέφτηκε η Νορέλτα καθώς στο μυαλό της έρχονταν άτακτα παιχνίδια.

«Φίλο σου;» έκανε η Άνμα.

Ο Θόρινταλ μειδίασε, γονατίζοντας πλάι στο μεταλλόδερμο πλάσμα. «Δεν ξέρετε τι είναι;»

«Όχι. Θα έπρεπε;»

«Η Κορίνα ξέρει, και η Μιράντα.»

Η Νορέλτα είπε: «Δεν είμαστε όλες τόσο σοφές όσο η Κορίνα και η Μιράντα.»

Ο Θόρινταλ μειδίασε ξανά. «Ο Χέρκεγμοξ είναι πολεοπλάστης. Μας ακολούθησε μέσα από τη στοιχειωμένη πόλη κάτω από τον Ριγοπόταμο, όταν η Κορίνα μάς πέρασε από εκεί για να μας οδηγήσει στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία.»

«Πολεοπλάστης...» έκανε η Άνμα.

«Πολεοπλάστης;» είπε η Νορέλτα-Βορ.

«Η Μιράντα μού έχει υποσχεθεί ότι θα μου μάθει τη γλώσσα του, αλλά ακόμα δεν έχει προλάβει. Και η Κορίνα μού το είχε υποσχεθεί, όμως μετά έπρεπε να φύγουμε από την Α’ Ανωρίγια και δεν πρόφτασε να με διδάξει και πολλά. Δεν καταλαβαίνω τίποτα από τη γλώσσα των πολεοπλαστών.»

Το μεταλλόδερμο πλάσμα είχε τώρα πάρει την ουρά του από το στιλέτο της Άνμα και η λεπίδα είχε πάψει να λαμπυρίζει.

«Χέρκεγμοξ είπες ότι τον λένε;» ρώτησε η Άνμα, παρατηρώντας τον.

«Ναι,» απάντησε ο Θόρινταλ. «Χέρκεγμοξ.»

Ο πολεοπλάστης είπε κάτι που κανείς τους δεν κατάλαβε.

«Του αρέσει να... σκαλίζει τα μηχανήματα,» συνέχισε ο Θόρινταλ. «Οι μύθοι για τους πολεοπλάστες δεν είναι μόνο μύθοι. Πρώτη φορά, όμως, τον έχω δει να κάνει κάτι τέτοιο με λεπίδα...»

«Δεν είναι ένα συνηθισμένο στιλέτο,» εξήγησε η Άνμα. «Το έφτιαξα από υλικά που άλλοι θα θεωρούσαν σκουπίδια.»

«Όχι πως δεν είναι σκουπίδια...» την πείραξε η Νορέλτα, κλείνοντας το μάτι στον Θόρινταλ με τρόπο που ήξερε – το διάβαζε στα πολεοσημάδια του – ότι θα έβρισκε ελκυστικό.

«Η Πόλη,» είπε η Άνμα σαν αινιγματική σοφή, «κρύβει τα όπλα της παντού.»

Ο Χέρκεγμοξ έπιασε τον οδοντωτό δίσκο, έχωσε την ουρά του μέσα σε μια εγκοπή στο κέντρο. Τα μάτια του αναβόσβησαν. Έβγαλε την ουρά του από τον δίσκο, τον άφησε κάτω, κι άρχισε να ψάχνει μανιωδώς μες στις σαβούρες της Άνμα.

Οι δύο Θυγατέρες και ο σαμάνος αλληλοκοιτάχτηκαν.

«Καλημέρα, Αδελφές μου,» είπε η Εύνοια πλησιάζοντας. «Τι κάνει εκεί ο Χέρκεγμοξ;»

«Δεν είμαστε σίγουροι...» αποκρίθηκε ο Θόρινταλ, συνοφρυωμένος, ξέροντας πως πολλές φορές, όταν ο πολεοπλάστης άρχιζε να σκαλίζει με μανία, κάτι άσχημο συνέβαινε. Ή παράξενο, τουλάχιστον. Ο Θόρινταλ ήταν έτοιμος να του βάλει τις φωνές, αν έβλεπε πως χρειαζόταν.

Ο Χέρκεγμοξ τράβηξε μερικά μικροσκοπικά αντικείμενα από τις σαβούρες και βάλθηκε ν’ασχολείται με τον οδοντωτό δίσκο, προσαρμόζοντάς τα επάνω και μέσα του, ενώ κάθε τόσο τον άγγιζε με την άκρη της ουράς του χτυπώντας τον με ενέργεια, κάνοντάς τον να γυαλίζει.

Η Εύνοια είπε: «Πριν από λίγο, κάλεσα τη Μιράντα αλλά δεν τη βρήκα. Δεν πρέπει νάναι ακόμα στην Αμφίνομη.»

Η Νορέλτα ένευσε. «Ναι· την κάλεσα κι εγώ.»

«Δε μπορεί, πάντως, ν’αργήσουν να επιστρέψουν.» Η Εύνοια κάθισε κοντά στις Αδελφές της. «Πρέπει οπωσδήποτε να περάσουν από εδώ για να ταξιδέψουν στην Επιγεγραμμένη.»

Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι πλησίασαν – και τα δύο καφετόδερμα, κανένα μεγαλύτερο από οκτώ χρονών. Κρατούσαν δίσκους με φαγητά. Ήταν τα παιδιά της Σορέτα.

«Η μαμά είπε να σας φέρουμε κάτι να φάτε,» δήλωσε, με μεγάλη σοβαρότητα, το αγόρι, κι έδωσαν τους δίσκους στην Άνμα και στη Νορέλτα-Βορ.

Οι Θυγατέρες χαμογέλασαν. «Ευχαριστούμε,» είπε η δεύτερη. «Πείτε της ευχαριστώ,» είπε η πρώτη.

«Τι κάνει το διαβολάκι του σαμάνου, Εύνοια;» ρώτησε το καφετόδερμο κοριτσάκι, δείχνοντας τον Χέρκεγμοξ.

«Αυτό θέλουμε να μάθουμε κι εμείς, Χριστίνα,» αποκρίθηκε η Κυρά των Δρόμων. «Πηγαίνετε στη μαμά σας τώρα.»

Τα δύο παιδιά έφυγαν τρέχοντας ανάμεσα στις σκηνές του καταυλισμού των Νομάδων.

Ο Χέρκεγμοξ δεν άργησε να τελειώσει με τη δουλειά του, ενώ η Άνμα και η Νορέλτα έτρωγαν το πρωινό τους. Η πρώτη είχε αποφασίσει να κάνει διάλειμμα από τις οπλικές κατασκευές της.

Ο πολεοπλάστης άφησε κάτω τον οδοντωτό δίσκο· έκανε δυο βήματα πίσω με τα τέσσερα πόδια του. Τα μάτια του φώτισαν αρκετά έντονα κι επίμονα προς στιγμή – και ο δίσκος άρχισε να περιστρέφεται γρήγορα και να αιωρείται μισό μέτρο πάνω από το έδαφος χωρίς κανείς να τον έχει αγγίξει!

«Χέρκεγμοξ!» είπε προειδοποιητικά ο Θόρινταλ. «Πρόσεχε!» Αυτό το πράγμα ήταν, αναμφίβολα, επικίνδυνο!

Τα μάτια του πολεοπλάστη φώτισαν πολύ έντονα ξανά, πολύ επίμονα, και ο δίσκος υψώθηκε κι άλλο – στο ένα μέτρο πάνω από το έδαφος τώρα – και κινήθηκε γρήγορα γύρω από τον σαμάνο και τις τρεις Θυγατέρες.

«Χέρκεγμοξ!» φώναξε ο Θόρινταλ, χειρονομώντας. «Σταμάτα! Σταμάτα!» Φοβόταν ότι μπορεί να χτυπούσε κανέναν Νομάδα κατά λάθος.

Ο δίσκος προσγειώθηκε στο μέρος απ’όπου είχε υψωθεί, και τα μάτια του Χέρκεγμοξ αναβόσβησαν παιχνιδιάρικα ενώ κουνούσε την ουρά του πέρα-δώθε. Ύψωσε, ξαφνικά, τα χέρια πάνω απ’το κεφάλι του, και ανάμεσα σ’αυτά και στην άκρη της ουράς του ενέργεια τρεμόπαιξε.

Η Άνμα γέλασε. «Έχει γούστο ο φίλος σου, σαμάνε! Όμως δεν μπορώ να καταλάβω πώς έκανε τον δίσκο να πετά. Κάτι γίνεται με κάποιο τηλεπικοινωνιακό σήμα» – το είχε διαβάσει στα σημάδια της Πόλης – «αλλά και πάλι...» Αφήνοντας παραδίπλα το πρωινό της, έπιασε τον οδοντωτό δίσκο που είχε περιποιηθεί ο πολεοπλάστης. Τον παρατήρησε πολύ, πολύ προσεχτικά. Τα πολεοσημάδια ήταν πραγματικά μπερδεμένα· δεν έβγαζαν νόημα. Κι αυτό την παραξένεψε. Τι ακριβώς τι είχε κάνει εδώ το μεταλλόδερμο πλασματάκι;

Ο Χέρκεγμοξ την πλησίασε, μιλώντας της στη γλώσσα του, ενώ τα μάτια του αναβόσβηναν. Η Άνμα, φυσικά, δεν κατάλαβε τίποτα. Πάτησε το κουμπί που είχε η ίδια βάλει στον δίσκο κι αυτός άρχισε να περιστρέφεται κανονικά. Το ξαναπάτησε, κάνοντάς τον να σταματήσει. Τι είχε αλλάξει ο πολεοπλάστης, μα τα χέρια του Ηρώταλου;

Ο Χέρκεγμοξ έφυγε ξαφνικά, εξαφανίστηκε μες στον καταυλισμό των Νομάδων όπως στους μύθους για τους πολεοπλάστες. Δεν άργησε, όμως, να επιστρέψει ενώ τώρα και ο Σκέλεθρος και η Λάρνια είχαν έρθει στην παρέα τους έξω απ’τη σκηνή, μαζί με τον Ανδρόνικο και τον Νίισκαν. Ο σκύλος του Ράνελακ έδειχνε να φοβάται τον μεγάλο γάτο, ο οποίος ούτως ή άλλως δεν τον κοίταζε και τόσο φιλικά.

Ο Χέρκεγμοξ κρατούσε ένα μικρό ραδιόφωνο και με τα δύο χέρια (δεν μπορούσε να το κρατήσει με το ένα).

«Το διαβολάκι σου,» είπε ο Σκέλεθρος στον Θόρινταλ.

«Από πού το άρπαξε τώρα αυτό;» μούγκρισε εκείνος.

Ο πολεοπλάστης έχωσε την άκρη της ουράς του σε μια εγκοπή του ραδιοφώνου και παράξενοι ήχοι άρχισαν ν’ακούγονται από το ηχείο, ενώ το μοναδικό φωτάκι της συσκευής αναβόσβηνε ξέφρενα. Ύστερα, ο Χέρκεγμοξ έδωσε το ραδιόφωνο στην Άνμα, δείχνοντάς της ένα κουμπί με το χέρι του.

Εκείνη το πάτησε, και ο οδοντωτός δίσκος υψώθηκε από το έδαφος, περιστρεφόμενος. Ο Χέρκεγμοξ τής έδειξε κι άλλα κουμπιά επάνω στο μικρό ραδιόφωνο, και πατώντας τα η Άνμα κατάλαβε πώς μπορούσε να ελέγχει τον δίσκο από απόσταση, να τον κάνει να πετά γύρω-γύρω. Ο πολεοπλάστης είχε αλλοιώσει τελείως τις λειτουργίες του ραδιοφώνου· το είχε μετατρέψει σε τηλεχειριστήριο και, μάλιστα, σε χρόνο μηδέν, απλά σκαλίζοντάς το λίγο με την ουρά του! Η Άνμα αισθανόταν εντυπωσιασμένη από το μεταλλόδερμο πλασματάκι.

«Είσαι επικίνδυνος, καριόλη,» του είπε. «Δε θέλω ούτε να σκεφτώ τι όπλα θα μπορούσες να φτιάξεις!»

«Παραμήχανος είναι,» διευκρίνισε ο Θόρινταλ.

«Τι σημαίνει αυτό;»

Ο σαμάνος τής εξήγησε ό,τι του είχε πει η Κορίνα για τον συγκεκριμένο όρο.

Ενδιαφέρον, σκέφτηκε η Άνμα.

*

Το μεσημέρι προσπάθησαν ξανά να καλέσουν τη Μιράντα και, ξανά, απέτυχαν. ΕΚΤΟΣ ΕΜΒΕΛΕΙΑΣ, έλεγε η μικρή οθόνη του τηλεπικοινωνιακού πομπού της Νορέλτα-Βορ· και ούτε η Εύνοια μπορούσε να πιάσει το σήμα της Αδελφής τους. Προσπάθησαν, επίσης, να καλέσουν τον Βόρκεραμ-Βορ, μα κι αυτόν δεν κατάφερναν να τον φτάσουν.

«Πρέπει να είναι ακόμα στην Κουρασμένη,» υπέθεσε η Εύνοια.

«Εκτός αν κάτι άλλο έχει συμβεί,» είπε η Νορέλτα, ανήσυχα. «Πάμε στην Ψηλή Λεωφόρο, Άνμα. Αν έχουν περάσει από εκεί, η Πόλη θα θυμάται το πέρασμά τους.»

«Δε νομίζω ότι υπάρχει λόγος γι’αυτό,» διαφώνησε η Εύνοια.

Αλλά η Άνμα συμφώνησε με τη Νορέλτα. «Πάμε,» είπε. «Δε χάνουμε τίποτα. Θα ξανάρθουμε το απόγευμα, Εύνοια, αν δεν βρούμε κάτι. Κι αν βρούμε κάτι θα σε ειδοποιήσουμε τηλεπικοινωνιακά.»

«Εντάξει.»

Καθώς έμπαιναν στο φορτηγό τους (με την Άνμα στο τιμόνι) και άναβαν τη μηχανή, ο Κοντός Φριτς πλησίασε.

«Ε! Πού πάτε; Φεύγετε από τώρα;»

«Θα επιστρέψουμε,» αποκρίθηκε η Άνμα ανοίγοντας το παράθυρο. «Σ’αρέσει το βελονοβόλο μου;»

«Γαμάτο είναι. Το δοκίμασα σε στόχο.»

Η Άνμα τού έκλεισε το μάτι και πάτησε το πετάλι βάζοντας τους τροχούς του φορτηγού σε κίνηση.

Έφυγαν από τον καταυλισμό των Νομάδων και την Πλατεία Διχαλωτής και κατευθύνθηκαν δυτικά μέσα στην Αμφίνομη. Καθοδόν δεν είδαν ύποπτα πολεοσημάδια, και σε λιγότερο από δύο ώρες βρίσκονταν στην Ψηλή Λεωφόρο, που διέσχιζε τη συνοικία από τον βορρά ώς τον νότο και περνούσε κι από άλλες συνοικίες της Ατέρμονης Πολιτείας.

Εκεί παρατήρησαν ξανά τα σημάδια της Πόλης, όμως δεν διέκριναν κανένα μεγάλο οπλισμένο πλήθος να έχει περάσει πρόσφατα – όπως, για παράδειγμα, πριν από μερικές ώρες – κατευθυνόμενο προς τα βόρεια. Ούτε καν προς τα νότια. Ο στρατός του Βόρκεραμ-Βορ δεν πρέπει να είχε έρθει ακόμα από εδώ.

Η Άνμα σταμάτησε, τελικά, το φορτηγό τους σ’ένα πανδοχείο που ήταν οικοδομημένο στη μέση της πελώριας Ψηλής Λεωφόρου σαν νησίδα μέσα στον Ριγοπόταμο. Δεν ήταν το ίδιο όπου είχαν σταματήσει όταν πρωτοήρθαν στην Αμφίνομη· υπήρχαν αρκετά τέτοια. Κάθισαν στην τραπεζαρία και έφαγαν πρόχειρο φαγητό, έχοντας από κοντά μια Αφρισμένη (για την Άνμα) και έναν Γλυκό Κρόνο (για τη Νορέλτα).

«Αν δεν περάσουν από την Αμφίνομη ώς αύριο,» είπε η Νορέλτα-Βορ, «προτείνω να πάμε εμείς να τους βρούμε – στην Κουρασμένη.»

Η Άνμα μόρφασε. «Ίσως να ήταν βιαστικό, αλλά γιατί όχι; Δε θα δυσκολευτούμε να τους εντοπίσουμε, όπου κι αν είναι.»

Έμειναν στο πανδοχείο για κάποια ώρα, έχοντας τελειώσει το φαγητό τους και τα ποτά τους, καπνίζοντας τώρα και πίνοντας αργά γουλιές από κούπες με καφέ. Εν τω μεταξύ κοίταζαν έξω απ’το παράθυρο πλάι τους, την Ψηλή Λεωφόρο και τους δρόμους και τις πολυκατοικίες πέρα από αυτήν, μήπως διακρίνουν κανένα χρήσιμο πολεοσημάδι. Τίποτα, όμως, δεν είδαν.

Όταν ο ήλιος της Ρελκάμνια είχε αρχίσει να πέφτει, η Άνμα πρότεινε να επιστρέψουν στους Νομάδες. Η Νορέλτα-Νορ δεν διαφώνησε. Αφήνοντας ένα γενναιόδωρο φιλοδώρημα πάνω στο τραπέζι, σηκώθηκε απ’τη θέση της.

«Ήταν ανάγκη να δώσεις τρία ολόκληρα δεκάδια;» της είπε η Άνμα καθώς βάδιζαν προς το γκαράζ. «Δεν το φυσάμε το δεκάδιο ακριβώς, αυτή τη στιγμή, Αδελφή μου.»

«Έλα τώρα, Άνμα· δεν είμαστε και σε τόσο άσχημη κατάσταση. Κι αν χρειαστεί, θα πάρω πιο πολλά λεφτά απ’την τράπεζα.» Ανασήκωσε τους ώμους. Τα λεφτά δεν ήταν τίποτα που γενικά απασχολούσε τη Νορέλτα-Βορ στη ζωή της, απ’ό,τι είχε καταλάβει η Άνμα. Αριστοκράτισσες... σκέφτηκε.

Μπήκαν στο φορτηγό τους και βγήκαν από το γκαράζ. Η Άνμα πάλι οδηγούσε και, καθώς έστριβε προς τα ανατολικά, διασχίζοντας κάθετα, με προσοχή (ακόμα και μια Θυγατέρα της Πόλης όφειλε να προσέχει σ’έναν τόσο μεγάλο δρόμο), την Ψηλή Λεωφόρο, είπε:

«Ξέρεις τι;»

«Τι;»

«Οι αόρατοι δρόμοι δεν έχουν πάψει να με τσιγκλάνε, Αδελφή μου.»

«Και τι πάει να πει αυτό;»

Η Άνμα έβγαλε το φορτηγό από την Ψηλή Λεωφόρο και, μες στο σούρουπο, οδήγησε ανατολικά, με προορισμό την Πλατεία Διχαλωτής. «Ότι σκέφτομαι να τους δοκιμάσω. Τώρα, έτσι κι αλλιώς, δεν έχουμε τίποτ’ άλλο να κάνουμε.»

«Πρέπει να βρούμε τη Μιράντα!»

«Ναι, εντάξει, εκτός απ’αυτό. Κι όταν λέω ‘τώρα’, εννοώ τώρα – απόψε.»

«Θες να προσπαθήσεις απόψε να βαδίσεις στους κρυφούς δρόμους;»

«Ναι, γιατί όχι; Θάρθεις μαζί μου;»

Η Νορέλτα η αλήθεια ήταν ότι φοβόταν. Απ’αυτά που είχε ακούσει από τη Μιράντα και την Εύνοια, έκρινε πως οι αόρατοι δρόμοι, αν και χρήσιμοι, ήταν επικίνδυνοι επίσης. «Υπάρχει λόγος για τέτοιο ρίσκο, Άνμα; Ειδικά τούτη τη στιγμή;»

«Σιγά το ρίσκο, Αδελφή μου! Ή θα τα καταφέρω να εντοπίσω κάποιον, ή–»

«Δε θυμάσαι τι είπε η Εύνοια; Ο Δρόμος της Μεταφοράς την πέταξε στην άλλη άκρη της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας!»

«Αν τύχει να βρω τον Δρόμο της Μεταφοράς, θα είμαι προσεχτική.»

«Κι εκείνη, μάλλον, νόμιζε ότι ήταν προσεχτική...»

«Δε θα προσπαθήσω να πάω πουθενά αλλού, εντάξει; Δε θα προσπαθήσω να φύγω, ακόμα κι αν εντοπίσω τον Δρόμο της Μεταφοράς. Σύμφωνοι;»

Η Νορέλτα έσμιξε τα χείλη. «Και πάλι, δεν νομίζω ότι είναι καλή ιδέα, Αδελφή μου.»

«Έλα τώρα. Κωλώνεις;»

«Δεν... ‘κωλώνω’. Απλώς λέω.»

«Κωλώνεις· άσε τις μαλακίες.» Η Άνμα την πείραξε εσκεμμένα, γιατί έβλεπε ότι τσιμπούσε.

«Δεν κωλώνω! Θα προσπαθούσα κι εγώ να–»

«Τότε έλα μαζί μου. Γιατί δεν έρχεσαι;»

«Σου είπα: δεν νομίζω ότι είναι καλή ιδέα.»

«Κωλώνεις,» επέμεινε η Άνμα.

«Είσαι απαράδεκτη!» Η Νορέλτα στράφηκε απ’την άλλη, κοιτάζοντας τα πολεοσημάδια έξω απ’το παράθυρο – παραληρήματα της Πόλης, πράγματα που δεν την ενδιέφεραν στο ελάχιστο.

Η Άνμα μειδίασε.

Όταν έφτασαν στον καταυλισμό των Νομάδων, νύχτα πλέον, δεν είχαν ακόμα συμφωνήσει αν θα πήγαιναν μαζί να βρουν τους αόρατους δρόμους. Από τα ηχεία του καταυλισμού ακουγόταν δυνατά Οι Λέξεις των Δρομοχαμένων, του συγκροτήματος Εννιά Εννιάρια.

(Των δρομοχαμένων τις λέξεις ’κολουθώντας

έχω χαθεί και στις δικές μου γειτονιές.

Μια από δω το βλέμμα στρέφω

μια από κει.

Χαμένος και πάλι είμαι.

Χαμένος και πάλι είειειμμαιαιαι!

Των δρομοχαμένων τις λέξεις ’κολουθώντας

έχω χαθεί στις λεωφόρους τις λαμπερές

στις οδούς τις σκοτεινές.

Ξέρετε το μονοπάτι παρακαλώ, ξέρετε το μονοπάτι;

Μια από δω το βλέμμα στρέφω

μια από κει

Χαμένος και πάλι είμαι.

Χαμένος και πάλι είειειμμαιαιαι!)

Η Νορέλτα θεώρησε το τραγούδι πολεοσημάδι. Η Πόλη τις προειδοποιούσε να μην αναζητήσουν τώρα τους αόρατους δρόμους· ήταν προφανές. Δεν είναι καλή νύχτα απόψε. Το ξέρω πως δεν είναι.

Αλλά η Άνμα το είχε βάλει για τα καλά στο μυαλό της, και δεν έλεγε να το βγάλει. Αφού αντάλλαξαν μερικές κουβέντες με τους Νομάδες (οι οποίοι έδειχναν χαρούμενοι που τις ξανάβλεπαν), είπε: «Εγώ θα κάνω μια βόλτα εδώ γύρω τώρα. Εσύ πήγαινε, Νορέλτα, να μιλήσεις με την Εύνοια.»

«Πού θα πας;» ρώτησε ο Θόρινταλ, που ήταν εκεί κοντά, όπως κι ο Σκοτ (ο παλιός φίλος του), η Λάρνια, η Μαρίνα, ο Εύθυμος, και ο Ρίμναλ. Οι άλλοι που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από τις δυο Θυγατέρες είχαν τώρα αραιώσει, είχαν ξεμακρύνει ανάμεσα στις σκηνές. Εξάλλου, είχαν κόσμο απόψε στις παρυφές του καταυλισμού τους: ντόπιους της Αμφίνομης που είχαν έρθει για να τους δουν, για να διαπραγματευτούν και να εμπορευτούν μαζί τους, και για να ζητήσουν τη συμβουλή τους για διάφορα θέματα· ή απλά για ν’ακούσουν φήμες σχετικά με το τι συνέβαινε σ’άλλες, μακρινές συνοικίες της Ατέρμονης Πολιτείας.

Η Άνμα είπε στον Θόρινταλ: «Γνωρίζεις για τους αόρατους δρόμους, έτσι;»

«Θα βαδίσεις στους αόρατους δρόμους; Φυσικά και γνωρίζω γι’αυτούς. Σας είπα: η Μιράντα μού άφησε τον Τόμο των Αόρατων Δρόμων

«Ναι, σωστά. Θα προσπαθήσω να βρω έναν απ’αυτούς, Θόρινταλ. Έχω την περιέργεια.»

«Ποιον θα προσπαθήσεις να βρεις;»

«Όποιον τύχει. Δεν τόχω ξανακάνει.»

Η Νορέλτα είπε: «Δεν είναι καλή ιδέα.»

«Παράτα μας, Αδελφή μου.»

«Νάρθω μαζί σου;» ρώτησε ο Θόρινταλ την Άνμα.

Εκείνη σήκωσε τον έναν ώμο. «Ναι, άμα γουστάρεις· γιατί όχι;»

«Θα έρθω.»

«Θόρινταλ;...» είπε η Λάρνια, που κρατούσε τον Νίισκαν από την αλυσίδα του.

«Τι;»

«Είσαι σίγουρος;»

«Γιατί να μην είμαι;»

«Μπορεί νάναι επικίνδυνο.»

«Δε νομίζω ότι είναι επικίνδυνο, Λάρνια. Η Μιράντα και η Εύνοια το έχουν κάνει τόσες φορές.»

Η αναφορά του ονόματος της Μιράντας δεν φάνηκε να χαροποιεί καθόλου τη Λάρνια, παρατήρησε ο Θόρινταλ. Ακόμα την αντιπαθεί. Ακόμα νόμιζε ότι συνέχιζε να μπλέκει τους Νομάδες σε άσχημες ιστορίες.

«Θα πάω,» της είπε. «Θα σου έλεγα νάρθεις κι εσύ, αλλά δεν ξέρω αν η Άνμα–»

«Όχι,» τον διέκοψε η Λάρνια, «δε θέλω νάρθω»· και, στρεφομένη, έφυγε τραβώντας τον Νίισκαν μαζί της.

«Λοιπόν,» είπε η Άνμα, απορώντας λιγάκι με την αντίδραση αυτής της πρασινόδερμης τύπισσας με τη μεγάλη γάτα. Δε θα της έλεγε όχι αν ήθελε να έρθει κι αυτή μαζί τους, αλλά τέλος πάντων. «Ξεκινάμε;»

Ο Θόρινταλ έγνεψε καταφατικά, και βάδισαν προς τα άκρα του καταυλισμού των Νομάδων, τα οποία δεν ήταν μακριά· οι δύο Θυγατέρες δεν είχαν σταθμεύσει το φορτηγό τους πολύ βαθιά μέσα του.

Η Νορέλτα-Βορ ακολούθησε την Αδελφή της και τον σαμάνο και τους πρόλαβε λίγο προτού βγουν από τον καταυλισμό.

«Άλλαξες γνώμη;» τη ρώτησε η Άνμα.

«Κάποια πρέπει να σε προσέχει, τώρα που έχεις και άνθρωπο μαζί σου.»

«Όλο μαλακίες είσαι, με το συμπάθιο, Αδελφή μου,» παρατήρησε, φιλικά, η Άνμα.

Η Νορέλτα χαμογέλασε στον Θόρινταλ, λέγοντας: «Δεν είναι αξιολάτρευτη;» κι εκείνος αισθάνθηκε, όπως κι άλλες φορές όταν ήταν κοντά της, μια έντονη έλξη προς αυτήν, πολύ ξαφνική και πολύ... ανεξήγητη. Δεν είχε καμιά σχέση με την αίσθηση που σου προκαλούσε η Εύνοια. Την Εύνοια την ένιωθες σαν συγγενή σου. Η έλξη της Νορέλτα ήταν καθαρά ερωτική. Του την έπεφτε; Σίγουρα όχι! Σίγουρα ήταν η ιδέα του μόνο. Και ήταν παράξενο, γιατί κανονικά η Νορέλτα δεν ήταν ο τύπος του. Η Άνμα ήταν περισσότερο ο τύπος του, αλλά, παραδόξως, δεν αισθανόταν τόσο έντονη ερωτική έλξη προς αυτήν. Τι στα μυαλά του Σκοτοδαίμονος συνέβαινε; Είχαν κανένα πνεύμα μαζί τους; Δεν μπορεί· γιατί ο Θόρινταλ το είχε ήδη ελέγξει. Τις είχε ήδη κοιτάξει με τα γυαλιά του θολωμένα και το μυαλό του άδειο, και δεν είχε δει καμιά στοιχειακή μορφή να περιφέρεται γύρω τους.

Η μια Θυγατέρα της Πόλης είναι πιο αλλόκοτη απ’την άλλη... Και όλες ασκούσαν μια έντονη γοητεία επάνω του – όχι πάντα ερωτικής φύσης. Ακόμα και την Κορίνα, παρότι τρομαχτική, την έβρισκε πολύ ενδιαφέρουσα, ειδικά από τότε που της είχε μιλήσει από κοντά αρκετές φορές.

Η Άνμα βάδιζε τώρα στους δρόμους της Διχαλωτής, της πιο ανατολικής περιφέρειας της Αμφίνομης, και ο Θόρινταλ κι η Νορέλτα-Βορ ακολουθούσαν. Η τελευταία καταλάβαινε ποια πολεοσημάδια παρατηρούσε η Αδελφή της· ο σαμάνος δεν καταλάβαινε τίποτα, δεν έβλεπε κανένα πολεοσημάδι.

Η Άνμα προσπαθούσε να κάνει εκείνο που είχε πει η Μιράντα: ν’αφήσει τα σημάδια της Πόλης να την οδηγήσουν με τη φυσική τους αλληλουχία: να προχωρήσει πηγαίνοντας από το ένα στο άλλο, χωρίς σκοπό, όπως μια πεταμένη εφημερίδα που την παρασέρνει ο άνεμος της Πόλης...

Δε νόμιζε, όμως, ότι τα κατάφερνε. Δε νόμιζε ότι διέκρινε καμιά «φυσική αλληλουχία», γαμώτο! Υπήρχε όντως τέτοιο πράγμα; Υπήρχε φυσική αλληλουχία στα πολεοσημάδια; Ή μήπως εγώ δεν είμαι αρκετά έμπειρη για να τη διακρίνω; Πρέπει νάσαι τόσο έμπειρη όσο η Μιράντα, γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος; Η Μιράντα ήταν πολύ γριά. Πολύ γριά.

«Δε μου φαίνεται ότι γίνεται τίποτα, Αδελφή μου,» της είπε η Νορέλτα ύστερα από κανένα μισάωρο άσκοπης περιπλάνησης. «Δεν πάμε πίσω;»

«Όχι,» αποκρίθηκε η Άνμα, επίμονα, νομίζοντας ότι η Νορέλτα τής το έλεγε απλά για να την τσαντίσει. «Είν’ ακόμα πολύ νωρίς. Η Μιράντα είχε πει ότι χρειάζεται κάμποσο βάδισμα, έτσι δεν είχε πει;»

«Καλά...» Η φωνή της Νορέλτα ήταν μονάχα ένας ψίθυρος.

Οι νυχτερινοί δρόμοι γύρω τους γίνονταν ολοένα και πιο σιωπηλοί.

Μια μικρή συμμορία άρχισε να τους ακολουθεί· οι δύο Θυγατέρες είδαν τα πολεοσημάδια της κι έστριψαν για να την αποφύγουν, χωρίς δυσκολία. Ο Θόρινταλ δεν είχε πάρει είδηση τίποτα. Και, αν και του άρεσε η βόλτα μαζί με τις δύο παράξενες γυναίκες της Πόλης, δεν έβλεπε να συμβαίνει κάτι το συνταρακτικό. Ίσως η Νορέλτα να είχε δίκιο που έλεγε στην Άνμα να επιστρέψουν στους Νομάδες. Ίσως η Άνμα να μην είχε τις δυνάμεις της Μιράντας. Η Μιράντα είχε, αναμφίβολα, μεγάλες δυνάμεις. Ίσως να μη μπορούσε η οποιαδήποτε Θυγατέρα ν’ακολουθήσει τους αόρατους δρόμους–

Τι...;

Ο Θόρινταλ είχε δει μια σκιά από τ’αριστερά η οποία του είχε τραβήξει – πολύ έντονα, για κάποιο λόγο – την προσοχή. Λες και είχε μαγνητίσει το μυαλό του. Γιατί; αναρωτήθηκε. Και, πολύ περίεργος για να την αγνοήσει, βάδισε προς τα εκεί. Βρέθηκε στην αρχή ενός σοκακιού. Δεν υπήρχαν άνθρωποι εδώ· μονάχα ο νυχτερινός άνεμος μούγκριζε, κάνοντας μια πινακίδα να κουνιέται τρίζοντας (αυτής τη σκιά είχε δει ο Θόρινταλ;), και μια παλιά δημόσια λάμπα αναβόσβηνε, αδύναμη, μισοπεθαμένη.

«Θόρινταλ;» Η φωνή της Νορέλτα-Βορ, πίσω του.

Ένα ξαφνικό αντιφέγγισμα πάνω στον τοίχο! Από πού είχε έρθει; Σίγουρα όχι από τη λάμπα. Ήταν σαν υπερφυσικό. Ο Θόρινταλ αισθάνθηκε κι αυτό να τον έλκει μ’έναν ανεξήγητο τρόπο. Το ακολούθησε, βαδίζοντας γρήγορα.

«Θόρινταλ!» φώναξε η Νορέλτα. «Πού πας;» Άκουσε τα βήματά της να τον ακολουθούν. Και τα δικά της και της Άνμα, η οποία έλεγε: «Τι κάνει; –Σαμάνε! Πού πας;»

Ο Θόρινταλ δεν είχε χρόνο να τους απαντήσει – το αντιφέγγισμα είχε πάει προς τα εκεί! Καταδιώκοντάς το – ή, μάλλον, καταδιώκοντας την ανάμνησή του – βγήκε από την άλλη μεριά του σοκακιού: βρέθηκε σ’ένα παλιό γκαράζ όπου ήταν σταθμευμένα κάποια οχήματα, όχι όλα τους παλιά. Μια γάτα έτρεξε, κι ο Θόρινταλ είχε (για κάποιο λόγο) την εντύπωση πως αυτή ήταν η συνέχεια του αντιφεγγίσματος. Βάδισε πίσω της, γρήγορα.

«Θόρινταλ! Γαμώ την πουτάνα μου!» Η Άνμα. «Σταμάτα! Πού τρέχεις;»

«Αδελφή μου!» Η Νορέλτα. «Δεν το βλέπεις;»

«Να δω τι–; Μα τον Κρόνο...!»

Ο Θόρινταλ δεν έδινε σημασία στα λόγια τους καθώς έβγαινε από το γκαράζ και βρισκόταν σ’έναν δρόμο, όπου τα σκοτάδια ανάμεσα από τις δημόσιες λάμπας ήταν σαν να του μιλάνε: σαν να διαγράφουν ένα μυστηριακό μονοπάτι. Το ακολούθησε δίχως δισταγμό, συνεχίζοντας να νιώθει εκείνη την έλξη. Ήταν λες και κάτι είχε ρίξει ένα αγκίστρι στην ψυχή του.

Να το σταματούσε; Ήταν, μήπως, επικίνδυνο;

Δεν το σταμάτησε. Αισθανόταν πολύ γοητευμένος από αυτό. Γοητευμένος όπως κι από τις Θυγατέρες της Πόλης. Τι βλέπω, μα τον Κρόνο; Τι;... Είναι... είναι πολεοσημάδια; Δεν μπορεί! Πώς να βλέπω εγώ τα σημάδια που βλέπουν αυτές;

Ακολουθούσε όμως το μονοπάτι που διέγραφαν τα σκοτάδια ανάμεσα στα φώτα, και μετά συνέχισε ν’ακολουθεί άλλα τέτοια «σημάδια» – σκιές, αντιφεγγίσματα, κινήσεις αδέσποτων ζώων, φτερουγίσματα πουλιών, κινήσεις ανθρώπων και οχημάτων, ήχους. Τα πάντα συνδέονταν μεταξύ τους! Ή, τουλάχιστον, αυτά που ακολουθούσε. Αυτά σχημάτιζαν έναν δρόμο.

Ο Θόρινταλ αισθανόταν τις τρίχες του ορθωμένες. Δρόμο;... Το μυαλό του αρνιόταν να ολοκληρώσει τη σκέψη. Το μυαλό του ήταν πολύ επικεντρωμένο στο να κυνηγά τα σημάδια.

Πίσω του άκουγε τις Θυγατέρες να τον ακολουθούν· άκουγε μόνο τα βήματά τους τώρα. Δεν του μιλούσαν. Σαν να της οδηγούσε (αν ήταν δυνατόν!). Η παρουσία τους τον ανακούφιζε. Με δύο Θυγατέρες της Πόλης κοντά του, σίγουρα δεν μπορούσε να συμβεί τίποτα το κακό.

Ο Θόρινταλ βάδιζε στο παράξενο μονοπάτι των ακαθόριστων μικροσυμβάντων, και, καθώς διέσχιζε μια γέφυρα μέρος του μονοπατιού, τα πόδια του έπαψαν να πατάνε κάτω κι αισθάνθηκε να φουσκώνει – και να φουσκώνει – και να φουσκώνει – σαν μπαλόνι. Είχε γίνει ανάλαφρος: ανέβαινε... ανέβαινε... ανέβαινε... Δρόμοι και οικοδομήματα απλώνονταν από κάτω του.

Ονειρεύομαι;

Παρασύρθηκε από κάτι (τι; από τον αέρα;) και βρέθηκε πάνω από την Πλατεία Διχαλωτής, πάνω απ’τον καταυλισμό των Νομάδων, και έσκυψε προς τα εκεί, έγειρε, και κοίταξε από πιο κοντά τι γινόταν. Είδε τη Λάρνια να καβαλά τον Νίισκαν, πηδώντας μέσα από μεγάλους κρίκους που κρατούσε αντίκρυ της η Αμάντα, χορεύοντας γρήγορα και επιδέξια, ξυπόλυτη, ελαφρά ντυμένη. Ο Σκέλεθρος στεκόταν παράμερα, καπνίζοντας το τσιμπούκι του ενώ μιλούσε με τον Εύθυμο, λέγοντάς του: «Έπρεπε να μου τόχε πει προτού φύγει. Ήθελα κι εγώ να πάω μαζί τους.»

Για εμένα μιλάνε;

*

Ο Θόρινταλ σταμάτησε απότομα πάνω στη γέφυρα, και οι δύο Θυγατέρες σταμάτησαν πίσω του, γιατί αισθάνονταν τα σημάδια στα δεξιά τους πέλματα να μαγνητίζονται κάτω με τρομαχτική δύναμη.

Η Νορέλτα αναφώνησε, φοβισμένη. «Άνμα!»

«Αυτό είναι, Νορέλτα! Το τέλος του αόρατου δρόμου!» γέλασε η Άνμα, καθώς κι οι δύο ένιωθαν ενέργεια να τις διαπερνά από το σημάδι στο πόδι τους και να διατρέχει όλο τους το σώμα, φορτίζοντάς το, κλονίζοντάς το.

«Άνμα, πώς είναι...;» Πώς είναι δυνατόν ο Θόρινταλ να ακολούθησε κρυφό δρόμο; ήθελε να πει η Νορέλτα, μα δεν μπορούσε πλέον να μιλήσει. Είχε χάσει την ικανότητα της ομιλίας. Και ήταν ελαφριά. Ανάλαφρη σαν κάποιου είδους αέριο. Πετούσε! Ήταν πάνω από τη γέφυρα, κι έβλεπε από κάτω της ότι–

–κανείς δεν υπήρχε! Μόνο τρεις παράξενες σκιές, οριακά ανθρώπινες, σαν παραισθήσεις. Εμείς οι τρεις;

Η Άνμα έβλεπε, συγχρόνως, τα ίδια πράγματα. Αλλά δεν έβλεπε τη Νορέλτα να πετά δίπλα της, ούτε η Νορέλτα έβλεπε εκείνη. Και οι δύο νόμιζαν ότι αιωρούνταν μόνες. Και πέταξαν πάνω από την Πόλη, τριγυρίζοντας από δω κι από κει. Παρακολουθούσαν τι γινόταν στους δρόμους, τι γινόταν στις ταράτσες και στα μπαλκόνια, και μέσα στα οικοδομήματα – στα σπίτια, στα εστιατόρια, στα μπαρ, στους κινηματογράφους. Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορεί να τις εμποδίσει. Όλοι οι τοίχοι ήταν σαν ολογράμματα, και όλες οι πόρτες, και όλα τα παράθυρα.

Δεν ήξεραν πόση ώρα πέρασε ενώ περιπλανιόνταν έτσι, άυλες όπως τα μυθικά αερικά της Ατέρμονης Πολιτείας· αλλά, ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα, κάτι τις τράβηξε. Ήταν σαν να είχαν ένα σχοινί δεμένο επάνω τους και τώρα αυτός που κρατούσε το σχοινί το μάζευε, για να φέρει το μπαλόνι ξανά κοντά του.

Η Νορέλτα αφέθηκε στο τράβηγμα.

Η Άνμα προσπάθησε ν’αντισταθεί, και απέτυχε παταγωδώς. Δεν είχε καμιά δύναμη να προβάλει αντίσταση, όπως το φτερό δεν έχει καμιά δύναμη μπροστά στον άνεμο.

Κι οι δύο ήταν, ξαφνικά – και συγχρόνως – πάλι πίσω στη γέφυρα, και δεν αισθάνονταν τα πέλματά τους να μαγνητίζονται κάτω.

Βλεφαρίζοντας, ξέπνοες, αντίκρισαν τον Θόρινταλ να τις αντικρίζει με γουρλωμένα μάτια.

«Αυτό ήταν, έτσι;» τους είπε. «Το τέλος ενός αόρατου δρόμου!» Και γέλασε σαν παράφρονας, ενώ ο άνεμος έκανε, μες στη νύχτα, τα κόκκινα μαλλιά του να κυματίζουν όμορφα γύρω από το χρυσόδερμο πρόσωπό του, νόμιζε η Νορέλτα-Βορ.

*

Ο Θόρινταλ δεν είχε μείνει για πολύ στον καταυλισμό των Νομάδων. Ύστερα από τον Σκέλεθρο και τον Εύθυμο, είχε δει την Εύνοια να στέκεται μπροστά από τη σκηνή της, με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά της, μοιάζοντας ανήσυχη. Ίσως και θυμωμένη λίγο.

«Δε νομίζω ότι θα κινδυνέψουν,» της έλεγε η Σορέτα, ενώ και η Μαρίνα ήταν κοντά, και δύο Πνεύματα των Δρόμων – ο Ερέσναλ κι ο Νικόδημος.

«Ο Δρόμος της Μεταφοράς εμένα με πέταξε μακριά σας,» αποκρινόταν η Εύνοια. «Οι αόρατοι δρόμοι είναι επικίνδυνοι, Σορέτα. Δε μπορείς πάντα να τους ελέγξεις. Και κακώς ο Θόρινταλ πήγε μαζί τους!»

Μην ανησυχείς για εμένα, Εύνοια. Καλά είμαι. Εγώ... εγώ ακολούθησα τον δρόμο! Και αισθάνθηκε να σοκάρεται από τούτη τη σκέψη. Εγώ ακολούθησα τον αόρατο δρόμο, και η Άνμα κι η Νορέλτα-Βορ έρχονταν πίσω μου! Τις οδηγούσα!

Μα τον Κρόνο, τις οδηγούσα!

Ένας μυστηριακός άνεμος, τότε, τον είχε παρασύρει, πηγαίνοντας τον πίσω στη γέφυρα. Και τώρα ο Θόρινταλ δεν αισθανόταν πλέον τόσο ελαφρύς. Αισθανόταν το σώμα του ξανά κανονικό, όχι διογκωμένο, όχι σαν αέριο.

Στράφηκε να κοιτάξει τις δύο Θυγατέρες, αναρωτούμενος αν είχαν καταλάβει τίποτα, αναρωτούμενος πόση ώρα είχε περάσει–

Τις είδε ακίνητες, σαν κοκαλωμένες. Στέκονταν και τον ατένιζαν χωρίς να τον ατενίζουν. Τα μάτια τους θύμιζαν κρύσταλλα, και μέσα τους, βαθιά μέσα τους, ο Θόρινταλ νόμιζε ότι μπορούσε να διακρίνει κάποιο ανεξήγητο φως να τρεμοπαίζει.

«Νορέλτα;... Άνμα;...»

Καμιά δεν απάντησε, και ο Θόρινταλ δεν τόλμησε να τις αγγίξει, φοβούμενος μην τις βλάψει.

Περίμενε, και ύστερα από κανένα τρίλεπτο τις είδε να συνέρχονται, να βλεφαρίζουν, ενώ βαριανάσαιναν. Ιδρώτας κύλησε ξαφνικά στα πρόσωπά τους, σαν πριν να ήταν φυλακισμένος κάτω από το δέρμα τους.

«Αυτό ήταν, έτσι;» τους είπε. «Το τέλος ενός αόρατου δρόμου!» Και γέλασε, νιώθοντας ενθουσιασμένος. Εκείνος τον είχε ακολουθήσει! Εκείνος! Ή, μήπως, οι Θυγατέρες τον καθοδηγούσαν κάπως;

Η Άνμα ένευσε. «Ναι,» αποκρίθηκε. «Ναι, αυτό ήταν... Δε, δε μπορεί νάταν τίποτ’ άλλο, μα τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος!» Στράφηκε στη Νορέλτα. «Αδελφή μου... τι...;»

«Ήμουν ελαφριά. Πολύ ελαφριά. Πετούσα.»

«Ναι, κι εγώ.»

Αντάλλαξαν εμπειρίες, εν συντομία, παρατηρώντας ότι είχαν βιώσει παρόμοια πράγματα.

«Νομίζεις ότι ήταν αληθινά αυτά που είδαμε;» ρώτησε η Νορέλτα. «Ή ήταν όνειρο;»

«Αληθινά πρέπει να ήταν. Δε μπορεί να ήταν κάτι άλλο.»

Η Νορέλτα ένευσε. «Ναι.» Και στράφηκε στον Θόρινταλ. «Κατάλαβες κάτι; Φαινόμασταν περίεργες;»

«Για λίγο, απλά στεκόσασταν εκεί, σαν αγάλματα. Για λίγο... αν και δεν ξέρω για πόσο ακριβώς, γιατί κι εγώ... είδα κάτι.»

«Τι;» ρώτησε η Άνμα.

Ο Θόρινταλ τούς είπε.

«Μα τον Κρόνο!» μούγκρισε η Άνμα. «Πώς...; Ακολουθούσες πολεοσημάδια προτού φτάσουμε εδώ, στο τέλος του δρόμου, το ξέρεις;»

«Είχα μια υποψία, αλλά...» Κόμπιασε, συγχυσμένος. Ήταν όντως πολεοσημάδια;

«Δεν είναι δυνατόν να βλέπει πολεοσημάδια, Άνμα! Μόνο εμείς βλέπουμε πολεοσημάδια.»

Ο Θόρινταλ κοίταξε ολόγυρα. Κοίταξε προς κάθε κατεύθυνση, πέρα από τη γέφυρα, που ήταν μικρή και μόνο για πεζούς. «Τώρα δεν βλέπω τίποτα ασυνήθιστο,» είπε. «Δε βλέπω άλλα τέτοια σημάδια... Δεν ξέρω τι μ’έπιασε τότε, αλλά πρέπει να ήταν αυτό που περιγράφει ο Τόμος των Αόρατων Δρόμων. Ο Τόμος δεν περιγράφει Θυγατέρες της Πόλης ν’ακολουθούν κρυφούς δρόμους· περιγράφει τις εμπειρίες συνηθισμένων ανθρώπων που έχουν, κάπως, ακολουθήσει κρυφούς δρόμους.»

«Νομίζεις ότι θα μπορούσες να το ξανακάνεις;» ρώτησε η Άνμα.

Ο Θόρινταλ κούνησε το κεφάλι. «Μάλλον όχι... Μάλλον ήταν τυχαίο... Μάλλον έφταιγε το ότι ήσασταν κοντά μου. Πρέπει κάπως να με επηρεάσατε.»

«Ίσως,» παραδέχτηκε η Άνμα, «αλλά δεν το κάναμε επίτηδες, σίγουρα.»

«Σίγουρα,» συμφώνησε η Νορέλτα-Βορ.

«Πρέπει ν’ανακαλύψαμε κάποιον καινούργιο δρόμο, πάντως,» είπε ο Θόρινταλ. «Δε νομίζω πως αυτό που βιώσαμε έχει καμιά σχέση με όσα περιέγραφε η Μιράντα.»

«Ναι,» είπε η Άνμα. «Είναι καινούργιος.»

«Τι όνομα να του δώσουμε;» αναρωτήθηκε η Νορέλτα. Και προς την Αδελφή της: «Θα μπορούσες να τον ξανακολουθήσεις;»

«Ίσως. Εσύ;»

«Ίσως.»

Ο Θόρινταλ πρότεινε: «Δρόμος της Γνώσης;»

Οι Θυγατέρες τον κοίταξαν συλλογισμένα.

«Αν κατάλαβα καλά, παίρνεις άμεσες γνώσεις, έτσι δεν είναι; Το γράφει και στον Τόμο των Αόρατων Δρόμων, το έχω διαβάσει. Ορισμένοι είχαν βιώσει κάτι παρόμοιο μ’αυτό που βίωσα εγώ. Είναι άμεση γνώμη. Ξέρεις τι γίνεται κάπου άλλου. Το μαθαίνεις σαν να ήσουν εκεί.»

«Ναι,» συμφώνησε η Νορέλτα, «είναι ο Δρόμος της Γνώσης.»

Η Άνμα έγνεψε καταφατικά. «Τι σημασία έχει πώς θα τον πεις, έτσι κι αλλιώς;»

«Πάμε πίσω στους Νομάδες τώρα;» πρότεινε η Νορέλτα.

/16\

Ο Θόρινταλ ευχαριστεί τις Θυγατέρες· η Άνμα και η Νορέλτα ταξιδεύουν βρίσκοντας στον δρόμο τους εμπόδια που τους μοιάζουν παράξενα· μια ύποπτη συνάντηση συμβαίνει στην Αμφίνομη· και μια μισθοφόρος, έχοντας ασυνήθιστες γνώσεις, μιλά για περασμένα γεγονότα.

Η Εύνοια δεν ήταν και πολύ χαρούμενη που ακολούθησαν τυχαία έναν από τους αόρατους δρόμους – τους θεωρούσε επικίνδυνους – αλλά η Σορέτα άκουσε την ιστορία τους με μεγάλο ενδιαφέρον. Ιδιαίτερα όσα είχε να πει ο Θόρινταλ. Ανέκαθεν τη γοήτευαν τα μυστηριώδη και τα παράξενα πράγματα, όπως είχε πλέον καταλάβει ο σαμάνος: και το γεγονός ότι εκείνος είχε βαδίσει σ’έναν από τους κρυφούς δρόμους πρέπει να της φάνταζε πιο παράξενο από το γεγονός ότι δύο Θυγατέρες είχαν επίσης βαδίσει εκεί. Ο Θόρινταλ, μάλιστα, είχε ουσιαστικά οδηγήσει την Άνμα και τη Νορέλτα-Βορ στον κρυφό δρόμο!

«Μπορείς να το ξανακάνεις;» τον ρώτησε η Σορέτα. «Μπορείς να οδηγήσεις κι άλλους σ’αυτό τον Δρόμο της Γνώσης;»

Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Δε νομίζω, Σορέτα. Τυχαίο ήταν. Δεν ξέρω τι ακριβώς έκανα. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να το επαναλάβω. Μάλλον όχι.»

«Καλύτερα όχι,» τόνισε η Εύνοια. «Οι αόρατοι δρόμοι είναι επικίνδυνοι.»

«Σε άκουσα να το λες αυτό κι όσο έλειπα. Και να λες, επίσης, ότι κακώς πήγα με την Άνμα και τη Νορέλτα.»

Η Εύνοια τού έριξε ένα ενοχλημένο βλέμμα, μορφάζοντας.

Ο Θόρινταλ χαμογέλασε. Γέλασε. Αισθανόταν σαν να πείραζε τη μεγάλη αδελφή του (αν και μεγάλη αδελφή δεν είχε).

«Μην κάνεις σαν νάγινε κάνα έγκλημα, Εύνοια,» είπε η Άνμα.

«Θα μπορούσε, όμως, να σας είχε συμβεί τίποτα άσχημο...» Η Εύνοια είχε πραγματικά ανησυχήσει και για τις Αδελφές της και για τον σαμάνο· ήταν καταφανές από την όψη της.

«Έχεις δίκιο,» συμφώνησε η Νορέλτα-Βορ. «Ιδέα της Άνμα ήταν, εξαρχής. Απλά πήγα μαζί της γιατί είχε παρασύρει και τον Θόρινταλ και ήθελα να τους προσέχω– Αα!»

Η Άνμα την είχε μόλις γρονθοκοπήσει στα πλευρά, λίγο πιο κάτω απ’το αριστερό στήθος – και είχε πονέσει. Η Άνμα έριχνε δυνατές γροθιές, όλο αιχμηρά κόκαλα και νεύρο.

«Ανώμαλη!» σύριξε η Νορέλτα, διπλωμένη.

«Θα έπρεπε να μ’ευχαριστείς,» της είπε η Άνμα, μειδιώντας σαν να είχε κάνει κάποιο αστείο. «Μάθαμε τώρα τον Δρόμο της Γνώσης. Ούτε η Μιράντα δεν τον ξέρει. Και χαρίσαμε και στον Θόρινταλ μια τρομερή εμπειρία. Υποθέτω ότι του άρεσε.»

«Αληθεύει,» παραδέχτηκε ο σαμάνος. «Μου άρεσε.»

«Βλέπεις;» είπε η Άνμα στη Νορέλτα. Και μετά: «Πάω τώρα να την πέσω. Είμαι λιώμα.»

«Θα μπορούσα να έχω μια άλλη σκηνή για ύπνο;» ρώτησε η Νορέλτα την Εύνοια, μεταξύ αστείου και σοβαρού. «Τη φοβάμαι.»

Η Εύνοια γελούσε. «Πηγαίνετε να κοιμηθείτε, κοριτσάκια, και θα τα ξαναπούμε το πρωί,» αποκρίθηκε, στρεφόμενη προς τη δική της σκηνή.

Καθώς οι Θυγατέρες απομακρύνονταν ο Θόρινταλ πλησίασε τη Λάρνια, η οποία στεκόταν παράμερα, παρακολουθώντας, ενώ κρατούσε τον Νίισκαν από την αλυσίδα του.

«Δεν έπρεπε να τις είχες ακολουθήσει,» του είπε κοιτάζοντας τον επικριτικά.

«Μην είσαι προκατειλημμένη–»

«Και η Εύνοια το είπε!»

«Η Εύνοια απλά ανησυχεί για όλους μας. Δεν υπήρχε κίνδυνος, ουσιαστικά. Και δεν άκουσες τι έγινε; Εγώ τις οδηγούσα, Λάρνια!» Χαμογελούσε. Ήταν ακόμα ενθουσιασμένος από ό,τι είχε συμβεί, όπως τότε που ήταν μικρός και είχε πρωτοανακαλύψει τη μαγεία του – είχε πρωτοανακαλύψει ότι, κάνοντας συγκεκριμένα, δήθεν παράλογα πράγματα, το σύμπαν τον υπάκουγε για κάποιο λόγο.

«Το άκουσα,» αποκρίθηκε η Λάρνια, μη δείχνοντας το ίδιο ενθουσιασμένη. Ούτε κατά διάνοια. «Αλλά δεν μου αρέσουν αυτές.»

«Όπως και η Μιράντα;»

«Τι σχέση έχει η Μιράντα τώρα!;»

«Το ίδιο καχύποπτη είσαι και μ’αυτήν.»

«Αν δεν θέλουν να είμαι καχύποπτη μαζί τους, ας είναι λιγότερο ύποπτες!» είπε η Λάρνια, κι άρχισε να βαδίζει γρήγορα ανάμεσα στις σκηνές του καταυλισμού μαζί με τον Νίισκαν.

Ο Θόρινταλ δεν την ακολούθησε. Ήταν πολύ κουρασμένος, κατά πρώτον. Υπέθετε όμως ότι τελικά θα την έβρισκε στη σκηνή τους όπως συνήθως.

Και όντως εκεί ήταν. Δεν είχε θυμώσει και τόσο πολύ.

*

Το πρωί, η Νορέλτα κάλεσε πάλι τη Μιράντα αλλά, όπως και τις προηγούμενες φορές, ο πομπός της Αδελφής της ήταν εκτός εμβέλειας. Το ίδιο και του απόμακρου ξαδέλφου της. Μαζί με την Άνμα αποφάσισαν να πάνε στην Κουρασμένη για να εντοπίσουν τον στρατό του Βόρκεραμ-Βορ εκεί από τα σημάδια της Πόλης. Πήραν τα λιγοστά πράγματά τους από τη σκηνή, είπαν στην Εύνοια πού κατευθύνονταν, και ανέβηκαν στο φορτηγό τους.

Ο Θόρινταλ τούς έγνεψε ξεπροβάλλοντας μέσα από τον καταυλισμό, ενώ από τα ηχεία ακουγόταν το πρώτο τραγούδι του Δρομοράδιου για σήμερα: Διαλαλούν οι Φωνές της Πόλης – Ακάθιστοι Κράχτες. «Πού πάτε; Να ψάξετε για τη Μιράντα;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Άνμα από το παράθυρο. «Θα επιστρέψουμε. Κι αν όχι, θα ειδοποιήσουμε την Εύνοια.»

«Ευχαριστώ για χτες!»

Η Άνμα μειδίασε. «Όποτε γουστάρεις, σαμάνε.»

Η Νορέλτα τού φύσηξε ένα φιλί πίσω από την Αδελφή της με τρόπο που ήξερε (από τα πολεοσημάδια του) ότι εκείνος θα έβρισκε αναπόφευκτα ελκυστικό.

Ύστερα, η Άνμα πάτησε το πετάλι και έβαλε τους τροχούς του φορτηγού σε κίνηση.

Έφυγαν από τον καταυλισμό των Νομάδων κατευθυνόμενες δυτικά, διασχίζοντας τη Διχαλωτή και την Αλαφρόπατη, και ύστερα από καμιά ώρα έφτασαν στην Τροχιόστρωτη, όπου περνούσε η Ψηλή Λεωφόρος. Στην οποία, σήμερα, είχε πάρα πολλή κίνηση. Ο πελώριος δρόμος ήταν γεμάτος οχήματα, σε σημείο που να προχωρούν με δυσκολία. Σπάνιο φαινόμενο τέτοιο πράγμα να συμβαίνει σε μια από τις μεγάλες λεωφόρους της Ρελκάμνια που περνούσαν από πολλές συνοικίες, όπως ήξεραν και η Άνμα και η Νορέλτα. Και, για κάποιο λόγο, τους φάνηκε ότι δεν ήταν τυχαίο, ότι η Πόλη ήθελε ίσως να τις καθυστερήσει.

«Νιώθεις αυτό που νιώθω;» ρώτησε η Άνμα, προσπαθώντας μετά δυσκολίας να διασχίσει την Ψηλή Λεωφόρο ώστε να βγει από την άλλη μεριά της, και νομίζοντας ότι οδηγούσε βάρκα την οποία έπρεπε να πάει στην αντίπερα όχθη ενός ανταριασμένου ποταμού.

«Το νιώθω,» είπε η Νορέλτα-Βορ. «Αλλά δεν μπορεί νάναι το ίδιο όπως τότε που σώσαμε τον ξάδελφό μου από τους φονιάδες της Κορίνας.»

«Όχι, σίγουρα δεν είναι το ίδιο. Δεν είναι τόσο παράξενο. Αλλά είναι πολεοτύχη.»

Η Νορέλτα ένευσε, αν και με κάποιο δισταγμό. «Ναι, μοιάζει για πολεοτύχη...»

Βγήκαν τελικά στην άλλη μεριά της Ψηλής Λεωφόρου και συνέχισαν να διασχίζουν την Τροχιόστρωτη προς τα δυτικά. Καθοδόν συναντούσαν διαρκώς μικρά εμπόδια. Ενοχλητικά απλώς· τίποτα το σοβαρό. Η Άνμα άνετα τα προσπερνούσε. Όλα τούτα, όμως, εξακολουθούσαν να τις κάνουν να νιώθουν ότι κάτι το μυστηριώδες συνέβαινε, ότι η Πόλη προσπαθούσε κάπως να τις κατευθύνει. Αλλά τι μπορεί να συνέβαινε; αναρωτιόνταν. Ήταν, μήπως, τίποτα άσχετο με τον Βόρκεραμ-Βορ και τη Μιράντα; Η Πόλη, άλλωστε, συχνά οδηγούσε τις Θυγατέρες της σε τελείως τρελές και απρόβλεπτες κατευθύνσεις και υποθέσεις. Αυτή ήταν η ζωή μιας Θυγατέρας της Πόλης: όλες τους το αποδέχονταν, αν και φορές-φορές τις έφερνε σε απόγνωση.

Όταν είχαν αφήσει πίσω τους τη μεγάλη Τροχιόστρωτη και είχαν μπει στην Υαλόκτιστη, μια από τις δυτικότερες περιφέρειες της Αμφίνομης, είδαν πως τα πολεοσημάδια τις προειδοποιούσαν ότι ένα μεγάλο οπλισμένο πλήθος ερχόταν προς τη μεριά τους.

«Το βλέπεις κι εσύ, Άνμα;»

«Το βλέπω. Αυτοί πρέπει νάναι.»

«Εκτός αν πρόκειται για άλλο οπλισμένο πλήθος.»

«Κάλεσε τη Μιράντα.» Σταμάτησε το φορτηγό τους στο πλάι μιας γέφυρας απ’όπου είχαν καλή θέα προς διάφορες μεριές – έβλεπαν πολλούς δρόμους καθώς και άλλες γέφυρες. Ακόμα και τον αερολιμένα της περιοχής έβλεπαν από εδώ. Ένα μεγάλο επιβατηγό αεροπλάνο κατέβαινε τώρα προς τα εκεί.

Η Νορέλτα-Βορ έβγαλε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της και κάλεσε τον πομπό της Μιράντας. «Γαμήσου!» μούγκρισε. Η μικρή οθόνη έγραφε πάλι ΕΚΤΟΣ ΕΜΒΕΛΕΙΑΣ.

«Ξανά τα ίδια;»

«Ναι.» Η Νορέλτα πάτησε, εκνευρισμένη, κουμπιά.

«Ποιον καλείς τώρα; Τον αρχηγό;»

Μούγκρισε καταφατικά· και ύστερα είδε τη μικρή οθόνη να γράφει ΕΚΤΟΣ ΕΜΒΕΛΕΙΑΣ. «Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος...!» καταράστηκε.

«Τι; Ούτε τον αρχηγό πιάνεις;»

Η Νορέλτα έστρεψε την οθόνη του πομπού προς τη μεριά της Άνμα.

«Παράξενο,» είπε εκείνη. «Λες όντως νάναι άλλος στρατός;»

Τα πολεοσημάδια τούς μαρτυρούσαν τώρα ότι το οπλισμένο πλήθος ήταν πολύ κοντά, οπότε οι δύο Θυγατέρες έπαψαν να μιλάνε και παρατηρούσαν. Σύντομα, το αγνάντεψαν αντίκρυ τους. Διέσχιζε μια μεγάλη λεωφόρο. Δεν ήταν εύκολο να μην το δεις. Τόσα οχήματα, με όπλα επάνω. Και αργυροσκέπαστες κάννες που στραφτάλιζαν στο πρωινό φως του ήλιου της Ρελκάμνια. Επαγγελματίες μισθοφόροι, προφανώς. Από πάνω τους πετούσαν μερικά αεροσκάφη.

«Αυτοί πρέπει νάναι, γαμώτο,» είπε η Άνμα κοπανώντας το χέρι της στο τιμόνι του φορτηγού. «Έχω την αίσθηση ότι τους ξέρω.»

«Κι εγώ. Ίσως ο Βόρκεραμ ν’άλλαξε πομπό.»

«Ίσως.» Η Άνμα πάτησε το πετάλι κι έστριψε το τιμόνι, τρέχοντας πάνω στη γέφυρα, κατεβαίνοντας από τη γέφυρα, οδηγώντας μες στους δρόμους, προσπαθώντας να βγει κοντά στον στρατό που ταξίδευε με ανατολική κατεύθυνση.

Δεν άργησε να βρεθεί πλάι στη μακριά ουρά που σχημάτιζαν τα οχήματά του. «Ε, αυτοί είναι. Σίγουρα.»

«Αυτοί είναι,» συμφώνησε η Νορέλτα. «Οχήματα των Εκλεκτών· οχήματα της ομάδας της Ευμενίδας Νοράλνω και της ομάδας του Νέστορα Ολτενσάνδω. Αλλά πού είναι το μεταβαλλόμενο εξάτροχο;»

«Ναι, αυτό αναρωτιόμουν κι εγώ, Αδελφή μου.»

Η Άνμα πλησίασε τα δύο θωρακισμένα τετράκυκλα στην αρχή της μεγάλης ουράς των πολεμικών οχημάτων. Το ένα είχε επάνω του το έμβλημα των Εκλεκτών· το άλλο, αυτό της ομάδας της Νοράλνω.

Ανοίγοντας το παράθυρό της, η Άνμα τούς έγνεψε.

*

Ο Ρίντιλακ-Κονχ, καθισμένος πλάι στον Τζακ Μαύρο ο οποίος οδηγούσε, είδε πρώτος το άγνωστο όχημα να τους πλησιάζει από δίπλα – ένα φορτηγό χωρίς καρότσα, παλιό, σκουριασμένο, με το μπροστινό του τζάμι ραγισμένο. Θα έπρεπε ν’ανησυχήσει; Ήταν ύποπτο; Παραπάνω από μία φορά, άλλωστε, κάποιοι είχαν προσπαθήσει να σκοτώσουν τον αρχηγό–

Το πλαϊνό τζάμι του φορτηγού άνοιξε, και μια γυναίκα έγνεψε από εκεί – λευκόδερμη, με κοντοκουρεμένα ξανθά μαλλιά. Η μία από τις δύο τύπισσες που είχαν εξαφανιστεί στον πόλεμο με τον Αλυσοδεμένο Ποιητή στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία! Η Άνμα.

Κάποιοι έλεγαν ότι αυτή και η Νορέλτα-Βορ είχαν αιχμαλωτιστεί από τους ανθρώπους του Ποιητή· κάποιοι ότι ήταν νεκρές. Ο αρχηγός δεν είχε κάνει καμιά επίσημη δήλωση. Αλλά ο Ρίντιλακ ήταν βέβαιος ότι ήξερε περισσότερα απ’όσα έλεγε, καθώς κι ορισμένοι άλλοι, όπως η Ολντράθα, ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας, η Φοριντέλα-Ράο. Ακόμα κι ο Παγοθραύστης, ίσως.

«Ρε Αρχοντομαχητή,» είπε ένας Εκλεκτός που καθόταν πίσω του, ο Βεντάκης. «Αυτή δεν είναι η Άνμα;»

Ο Ρίντιλακ-Κονχ μίλησε στον τηλεπικοινωνιακό πομπό του, χρησιμοποιώντας την κοινή συχνότητα του στρατεύματος, προστάζοντας να σταματήσουν.

Η μακριά ουρά των πολεμικών οχημάτων σταμάτησε.

Και το παλιό, τετράκυκλο φορτηγό σταμάτησε μπροστά της.

Η Ευμενίδα Νοράλνω βγήκε από το όχημά της πριν από τον Ρίντιλακ, κι αμέσως βγήκε κι ο Ράλενταμπ και άλλοι δύο μαχητές της.

Ο Ρίντιλακ-Κονχ άνοιξε την πόρτα πλάι του και κατέβηκε, ακολουθούμενος από μερικούς ακόμα Εκλεκτούς. Ο Τζακ Μαύρος έμεινε μέσα, κατόπιν εντολής του Αρχοντομαχητή, ώστε να είναι σε ετοιμότητα για παν ενδεχόμενο.

«Άνμα;» φώναξε ο Ρίντιλακ, ενώ το χέρι του ήταν κοντά στο πιστόλι στη ζώνη του.

Οι πόρτες του φορτηγού άνοιξαν, και η Άνμα κι η Νορέλτα-Βορ πήδησαν έξω.

«Μα τον Κρόνο!» αναφώνησε ο Ρίντιλακ-Κονχ. «Είστε ζωντανές, λοιπόν, και όχι αιχμάλωτες.»

Τον ζύγωσαν, ενώ και η Ευμενίδα ερχόταν κοντά, αγέλαστη ως συνήθως. Ο Ράλενταμπ – και μόνο ο Ράλενταμπ – την ακολούθησε σαν σκιά της, μ’ένα πιστόλι στο χέρι, μισοκρυμμένο κάτω από την άκρη του ανοιχτού πανωφοριού του.

«Πού είναι ο αρχηγός;» ρώτησε η Άνμα. «Δεν είναι μαζί σας;»

«Τον καλούμε,» είπε η Νορέλτα, «και δεν μπορούμε να τον πιάσουμε.»

«Ο αρχηγός δεν είναι εδώ,» αποκρίθηκε ο Ρίντιλακ-Κονχ. «Είναι–» Διέκοψε τον εαυτό του. Μπορούσε να τις εμπιστευτεί; «Εσείς πώς μας βρήκατε;»

«Ρωτήσαμε τους Νομάδες των Δρόμων,» απάντησε η Άνμα. «Μας είπαν ότι και η Μιράντα είναι μαζί σας· αλλά ούτε αυτήν μπορούμε να την καλέσουμε τηλεπικοινωνιακά.»

«Είναι εδώ;» ρώτησε η Νορέλτα.

«Όχι,» αποκρίθηκε η Ευμενίδα Νοράλνω, «αλλά η Ολντράθα μού είπε ότι τη βλέπετε σαν – σαν αδελφή σας,» τόνισε, κοιτάζοντάς τες επίμονα.

Η Νορέλτα και η Άνμα αμέσως κατάλαβαν: η Ευμενίδα ήξερε! Ήξερε για τις Θυγατέρες της Πόλης. Η Ολντράθα τής είχε μιλήσει. Αλλά γιατί; Τι συνέβαινε εδώ;

«Τι συμβαίνει εδώ, Ευμενίδα;» ρώτησε η Άνμα. «Πού είναι η Μιράντα κι ο αρχηγός; Κινδυνεύουν;»

«Όχι. Έχουν πάει–»

«Μισό λεπτό,» παρενέβη ο Ρίντιλακ-Κονχ, ακόμα καχύποπτος μ’αυτές τις δύο γυναίκες που είχαν εμφανιστεί έτσι ξαφνικά. «Τι σας συνέβη στη Β’ Κατωρίγια; Ήσασταν αιχμάλωτες του Ποιητή, δεν ήσασταν; Του ξεφύγατε;»

Η Άνμα και η Νορέλτα δεν χρειαζόταν ν’ακούσουν τίποτ’ άλλο απ’αυτόν για να καταλάβουν ότι ο Αρχοντομαχητής δεν ήξερε για τις Θυγατέρες. Και η Νορέλτα αναρωτήθηκε: Γιατί η Ολντράθα μίλησε στην Ευμενίδα συγκεκριμένα;

Η Άνμα είπε: «Όχι, δεν ήμασταν αιχμάλωτες του Ανθοτέχνη. Είχαμε τραυματιστεί. Η Νορέλτα περισσότερο. Κι έπρεπε να κρυφτούμε. Μετά βίας επιβιώσαμε, και μετά ήρθαμε προς τα νότια, ψάχνοντάς σας. Βρήκαμε τους Νομάδες των Δρόμων στην Πλατεία Διχαλωτής και μας είπαν ότι ταξιδέψατε προς την Κουρασμένη.»

Ο Ρίντιλακ συνοφρυώθηκε. Για κάποιο λόγο, πάλι κάτι νόμιζε ότι δεν πήγαινε καλά εδώ. Επιπλέον, εξαρχής τον είχε παραξενέψει η παρουσία αυτών των Νομάδων. Αλλά αφού ο αρχηγός τούς εμπιστευόταν ήταν αρκετό για εκείνον. Όπως και για όλους τους υπόλοιπους. Τώρα, όμως....

«Ο Βόρκεραμ και οι άλλοι είναι–» άρχισε η Ευμενίδα, αλλά ο Ρίντιλακ-Κονχ την έπιασε απ’τον αγκώνα.

«Στάσου λίγο. Να σου πω κάτι;»

«Πες μου.»

Απομακρύνθηκαν από τους υπόλοιπους, πηγαίνοντας πίσω από το όχημα των Εκλεκτών.

«Έχεις σκεφτεί ότι αυτές οι δυο μπορεί νάναι κατάσκοποι του Ποιητή;» της είπε ο Ρίντιλακ.

«Δεν το νομίζω.»

«Το αποκλείεις; Γιατί, μα τον Κρόνο; Μπορεί να ήταν αιχμάλωτές του και, προκειμένου να ελευθερωθούν, δέχτηκαν να γίνουν κατάσκοποι.»

«Ο Ανθοτέχνης, δηλαδή, τις παρακολουθεί τώρα;»

«Πιθανώς. Δε μπορούμε να τους πούμε πού βρίσκεται ο αρχηγός. Ίσως ο Ποιητής να χρησιμοποιήσει την πληροφορία για να τον χτυπήσει.»

Η Ευμενίδα Νοράλνω συνοφρυώθηκε, με τους αντίχειρές της περασμένους στη ζώνη της, κοιτάζοντας κάτω, μοιάζοντας προβληματισμένη. «Εντάξει,» είπε τελικά, υψώνοντας πάλι το βλέμμα της στο πρόσωπο του Ρίντιλακ. «Να τις διώξουμε; Ή να τις πάρουμε μαζί μας, καλύτερα;»

«Το δεύτερο είναι το πιο λογικό, νομίζω, αυτή τη στιγμή. Αν τις παρακολουθεί ο Ποιητής, ίσως καταφέρουμε να εντοπίσουμε τους παρατηρητές του. Και ίσως καταφέρουμε να κάνουμε την Άνμα και τη Νορέλτα να μας πουν την αλήθεια.»

Η Ευμενίδα κατένευσε, μοιάζοντας ακόμα προβληματισμένη. «Σύμφωνοι.»

Βγήκαν πίσω από το όχημα για ν’αντικρίσουν πάλι την Άνμα και τη Νορέλτα-Βορ.

«Θα έρθετε μαζί μας για την ώρα,» τους είπε ο Ρίντιλακ-Κονχ.

Η Νορέλτα κούνησε το κεφάλι. «Όχι· πρέπει να βρούμε τον αρχηγό και τη Μιράντα. Πρέπει να τους μιλήσουμε.»

«Δεν γίνεται αυτό τώρα. Θα έρθετε μαζί μας.»

«Πού;» ρώτησε η Άνμα. «Πού πηγαίνετε;»

Ο Ρίντιλακ-Κονχ κοίταξε την Ευμενίδα, η οποία κατένευσε ανεπαίσθητα: Πες τους.

Τέλος πάντων... σκέφτηκε ο Ρίντιλακ. Αφού θάρθουν μαζί μας θα το μάθουν. Αδύνατον να το αποφύγουμε. «Στην Επιγεγραμμένη πηγαίνουμε.»

«Το είχαμε πληροφορηθεί από τους Νομάδες,» είπε η Άνμα, «ότι θα κατευθυνόσασταν εκεί μετά από την Κουρασμένη. Αλλά μας είπαν ότι ο αρχηγός θα ερχόταν μαζί σας, όχι ότι θα πηγαίνατε μόνοι. Γιατί είστε μόνοι;»

«Αυτές είναι οι διαταγές του,» αποκρίθηκε ο Ρίντιλακ· «και υπάρχει καλός λόγος. Τώρα, δώστε μου τους τηλεπικοινωνιακούς πομπούς σας.»

«Γιατί; Μη μου πεις, ρε Αρχοντομαχητή, ότι μας υποπτεύεσαι! Είσαι σοβαρός;» Αν και είχε κάνει την ερώτηση για να τον επηρεάσει, κατά βάση· όλα τα πολεοσημάδια τής έλεγαν ότι, ναι, τις υποπτευόταν. Όπως επίσης της έλεγαν ότι εκείνος και η Ευμενίδα είχαν κάνει κάποια «συνεννόηση» εκεί, πίσω από το όχημα.

«Τι νομίζεις ότι είμαστε;» είπε η Νορέλτα, που κι αυτή είχε δει, φυσικά, τα ίδια πολεοσημάδια με την Άνμα. «Κατάσκοποι του Ανθοτέχνη;»

«Εγώ και η Ευμενίδα είμαστε τώρα επικεφαλής του στρατεύματος,» αποκρίθηκε ο Ρίντιλακ-Κονχ. «Αν ήσασταν στη θέση μας, δεν θα σας υποπτευόσασταν;»

Η Άνμα και η Νορέλτα αλληλοκοιτάχτηκαν. Καμιά δεν μπορούσε να πει ότι ο Αρχοντομαχητής μιλούσε παράλογα.

«Δώστε μας τους πομπούς σας,» επέμεινε εκείνος. «Και μετά θα πρέπει να σας ψάξουμε, ασφαλώς.»

«Και θα μιλήσουμε κιόλας,» πρόσθεσε η Ευμενίδα, κοιτάζοντάς τες με τρόπο, αν και πάντοτε σοβαρή.

Η Άνμα αναστέναξε. «’Ντάξει, γαμώτο. Ας τελειώνουμε με το παραμύθι.»

Αφού παρέδωσαν τους δύο τηλεπικοινωνιακούς πομπούς τους, και οι Εκλεκτοί έψαξαν αυτές και το όχημά τους λες κι ήταν άκρως επικίνδυνες, η Νορέλτα-Βορ και η Άνμα ανέβηκαν ξανά στο φορτηγό και ακολούθησαν το στράτευμα.

Η Αστυνομία της Αμφίνομης, εν τω μεταξύ, τους παρακολουθούσε από μακριά, έχοντας μάλλον θεωρήσει ύποπτη τούτη τη συνάντηση μες στη μέση της λεωφόρου.

*

Καθώς ταξίδευαν ανατολικά, το θωρακισμένο όχημα της Ευμενίδας Νοράλνω πλησίασε το φορτηγό των Θυγατέρων από το πλάι, και η ίδια άνοιξε μια πόρτα και τους έγνεψε ότι ήθελε να ανεβεί στο τροχοφόρο τους. Αυτό δεν τις παραξένεψε· είχε πει, πιο πριν, ότι σκόπευε να τους μιλήσει, και αναρωτιόνταν κι οι δύο τι είχε να τους πει. Αναρωτιόνταν γιατί η Ολντράθα τής είχε φανερώσει ότι ήταν Θυγατέρες της Πόλης.

Η Νορέλτα-Βορ άνοιξε την πόρτα της και, ενώ τα οχήματα εξακολουθούσαν να κινούνται, η Ευμενίδα πιάστηκε ευέλικτα κι ανέβηκε στο φορτηγό. Κάθισε δίπλα στην αριστοκράτισσα, η οποία βρέθηκε τώρα ανάμεσα στη μισθοφόρο και την Αδελφή της, επάνω στο μακρόστενο κάθισμα με το φθαρμένο δέρμα, όχι και πολύ στριμωγμένη: καμιά τους δεν ήταν χοντρή και το κάθισμα ήταν αρκετά μεγάλο.

«Γνωρίζω τι είστε,» τις πληροφόρησε η Ευμενίδα. «Η Ολντράθα μάς είπε. Αλλά ο Ρίντιλακ δεν το ξέρει· δεν ήταν εκεί όταν η Ολντράθα μάς μίλησε. Και το γεγονός ότι είστε αυτό που είστε δεν σημαίνει ότι οι υποψίες του είναι τελείως αβάσιμες.»

«Τι είμαστε, Ευμενίδα;» ρώτησε η Άνμα, οδηγώντας, ενώ λοξοκοίταζε τη μισθοφόρο.

«Θυγατέρες της Πόλης. Το ίδιο και η Ολντράθα, το ίδιο και η Μιράντα, και η Φοίβη.»

Η Άνμα ένευσε. «Ξέρεις λοιπόν τα βασικά. Ποιος άλλος τα ξέρει;»

«Ο Μάικλ Παγοθραύστης, κατά πρώτον. Εκείνος το ξεκίνησε, ουσιαστικά· εκείνος επέμενε ο αρχηγός να μας μιλήσει για εσάς. Υποπτευόταν ότι κάτι περίεργο συνέβαινε μαζί σας, ειδικά από τότε που η Φοριντέλα-Ράο και ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας πήγαν να ψάξουν για εσάς μες στη Β’ Κατωρίγια–»

«Τι έκαναν;»

«Ηττημένοι από τις δυνάμεις του Αλυσοδεμένου Ποιητή, υποχωρούσαμε προς την κατεστραμμένη περιοχή της Β’ Κατωρίγιας, είχαμε ήδη μπει μέσα της, αλλά αυτοί οι δύο έφυγαν, μόνοι τους, για να σας αναζητήσουν.»

«Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος!» καταράστηκε η Άνμα. «Τι... Μαλάκες είναι, γαμώτο; Τελείως μαλάκες; Εντάξει, από τον Άβαντα μπορεί και να το περίμενα, αλλά από τη Φοριντέλα; Δεν καταλάβαινε ότι–;» Διακόπτοντας τον εαυτό της, ρώτησε: «Ξέρεις και για την Κορίνα;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Ευμενίδα, «ξέρω ότι αυτή σάς είχε αιχμαλωτίσει. Είναι σαν εσάς, όπως και κάποια που τη λένε Τζέσικα, και βρίσκονται με το μέρος του Αλυσοδεμένου Ποιητή. Η Κορίνα είναι πολύ ισχυρή Θυγατέρα, σύμφωνα μ’ό,τι μας είπε η Ολντράθα· όλες τη φοβάστε.»

Η Νορέλτα σκέφτηκε: Δεν πρέπει να ξέρει για το φυλαχτό. Δεν πρέπει να έχει την παραμικρή ιδέα γι’αυτό.

«Τι έγινε, λοιπόν;» ρώτησε η Ευμενίδα. «Καταφέρατε να ξεφύγετε από την Κορίνα;»

«Όχι ακριβώς,» είπε η Άνμα. «Τα πράγματα άλλαξαν, και μας ελευθέρωσε.»

Η Ευμενίδα την κοίταξε με καχυποψία. «Σας ελευθέρωσε; Πώς άλλαξαν τα πράγματα;»

Η Νορέλτα είπε αμέσως: «Η Κορίνα έχασε κάποιες από τις δυνάμεις της.» Αφού η Ευμενίδα δεν ήξερε για το φυλαχτό, δεν υπήρχε λόγος να μάθει σήμερα. Ακόμα η Νορέλτα ήταν διστακτική να μιλά γι’αυτό στον οποιονδήποτε, παρότι πλέον ήταν διαλυμένο. «Δεν μπορεί τώρα να ελέγχει την κατάσταση όπως πριν, κι αποφάσισε να μας αφήσει να φύγουμε.»

«Δεν καταλαβαίνω,» είπε η Ευμενίδα. «Τι σημαίνει ‘έχασε κάποιες από τις δυνάμεις της’;»

Η Νορέλτα και η Άνμα αλληλοκοιτάχτηκαν, και το βλέμμα της πρώτης έλεγε ξεκάθαρα: Μην της πεις για το φυλαχτό· ενώ το βλέμμα της δεύτερης απαντούσε: Γιατί, και να της πω, τι θα καταλάβει;

Στην Ευμενίδα, η Άνμα είπε: «Κοίτα, είναι κάτι που πρέπει νάσαι Θυγατέρα της Πόλης για να το πιάσεις. Χρειάζεται να μιλήσουμε στη Μιράντα, το συντομότερο δυνατό. Πού βρίσκεται, Ευμενίδα;»

Η μισθοφόρος δεν αποκρίθηκε αμέσως, δείχνοντας συλλογισμένη.

«Πού βρίσκεται;» ρώτησε και η Νορέλτα-Βορ, στρεφόμενη να την αντικρίσει ευθέως.

«Δε μπορώ να σας πω,» απάντησε η Ευμενίδα.

«Γαμώτο!» μούγκρισε η Άνμα χτυπώντας το τιμόνι νευρικά με το ένα χέρι. «Αφού ξέρεις για εμάς!»

«Μπορεί να ξέρω ότι είστε Θυγατέρες της Πόλης, αλλά ποιος μου εγγυάται ότι αυτή η Κορίνα δεν σας έκανε κάπως πράκτορές της;»

«Δε θα γινόμουν ‘πράκτορας’ της Κορίνας ούτε με σφαίρες, δικιά μου. Πες μας τώρα πού είναι, γαμώτο, η Μιράντα! Πρέπει να της μιλήσουμε.»

«Η Μιράντα είναι μαζί με τον αρχηγό· γι’αυτό κιόλας δεν μπορώ να σας πω τίποτα.»

Η Άνμα αναστέναξε, θέλοντας να τη δείρει.

Η Νορέλτα ρώτησε την Ευμενίδα: «Πώς μπορούμε να σε πείσουμε ότι δεν είμαστε πράκτορες της Κορίνας ή του Αλυσοδεμένου Ποιητή;»

Η Ευμενίδα μόρφασε. «Δεδομένης της... ιδιαίτερης φύσης σας, πραγματικά δεν ξέρω. Αν ήταν η Μιράντα εδώ, ή η Ολντράθα, ή ακόμα και η Φοίβη, και έλεγαν πως είστε εντάξει, πως είστε μαζί μας, θα τις πίστευα. Ακόμα κι αν ο αρχηγός το έλεγε, θα τον πίστευα. Αλλά τώρα; Έτσι όπως είναι η κατάσταση; Δε νομίζω ότι υπάρχει κάτι που μπορείτε να κάνετε ή να πείτε ώστε να σας εμπιστευτώ απόλυτα. Κι αυτό που ήδη μου είπαμε – ότι η Κορίνα σάς ελευθέρωσε γιατί... τα πράγματα άλλαξαν, έχασε κάποιες από τις δυνάμεις της και τα λοιπά – είναι ύποπτο από μόνο του. Δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει.»

Η Άνμα αναστέναξε ξανά, μη θέλοντας πλέον να τη δείρει. Η μισθοφόρος ήταν, όπως πάντα, επαγγελματική, συγκεκριμένη, και ψύχραιμη: και είχε δίκιο. Θα έμοιαζαν ύποπτες σε φυσιολογικούς ανθρώπους. Μόνο Αδελφές τους μπορεί να τις πίστευαν αμέσως. Μπορεί. «Νορέλτα;»

«Τι;»

«Λέω να της το πούμε. Δεν έχει νόημα, ούτως ή άλλως, πλέον. Είναι σπασμένο, δεν λειτουργεί. Κι άμα μας πιστέψει, μας πίστεψε – δικό της θέμα.»

Η Νορέλτα ακόμα αισθανόταν διστακτική να μιλήσει για το φυλαχτό σε μια άσχετη. Ίσως, όμως, να την κάνει να μας εμπιστευτεί περισσότερο. Αν και, πραγματικά, δεν το νόμιζε. Τέλος πάντων, γαμώτο! «Η Ολντράθα σάς είπε για το φυλαχτό, Ευμενίδα;»

«Ποιο φυλαχτό;»

«Η Κορίνα είχε, μέχρι στιγμής, ένα αρχαίο φυλαχτό, φτιαγμένο από μια πολύ παλιά Θυγατέρα, νεκρή πλέον· και αυτό το φυλαχτό τής έδινε κάποιες ιδιαίτερες δυνάμεις. Αλλά τώρα καταστράφηκε. Η ίδια το κατέστρεψε, κατά λάθος, η ανόητη!» Ήρεμα, Νορέλτα. Ήρεμα, κοπέλα μου, είπε στον εαυτό της, για να τον καλμάρει. «Και, επομένως, τα πράγματα άλλαξαν. Η Κορίνα δεν μπορεί πια να ελέγχει τις καταστάσεις όπως πριν. Θέλει να σταματήσει τον πόλεμο, αλλά χωρίς να χάσει ο Αλυσοδεμένος Ποιητής τις συνοικίες που έχει ήδη κατακτήσει.»

Η Ευμενίδα εξακολουθούσε να τις κοιτάζει με δυσπιστία.

«Αυτή είναι όλη η αλήθεια,» τόνισε η Νορέλτα· «δεν έχουμε κάτι άλλο να σου πούμε.»

«Η αλήθεια σας μοιάζει με παραμύθι.»

«Το ξέρουμε,» αποκρίθηκε η Άνμα, «αλλά και οι ίδιες δεν μοιάζουμε με παραμύθι;»

«Ακόμα κι αν είναι έτσι,» είπε η Ευμενίδα, «δε σκέφτεστε ότι η Κορίνα ίσως προσπαθεί να σας κοροϊδέψει για να δώσει κάποιο πλεονέκτημα στον Αλυσοδεμένο Ποιητή;»

Η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ αλληλοκοιτάχτηκαν ξανά, στιγμιαία, προτού η πρώτη στρέψει πλήρως την προσοχή της στον δρόμο. Φυσικά, και το είχαν σκεφτεί αυτό που έλεγε η Ευμενίδα, και τις ανησυχούσε. Όμως δεν υπήρχε αμφιβολία πως στο μέλλον προμηνυόταν μεγάλος και καταστροφικός πόλεμος· και η Μιράντα το είχε προδεί αυτό, μέσω του Δρόμου του Μέλλοντος.

«Τίποτα δεν αποκλείεται,» απάντησε η Άνμα στην Ευμενίδα. «Γι’αυτό κιόλας πρέπει να μιλήσουμε στη Μιράντα και στον αρχηγό. Πες μας πού είναι και θα πάμε εκεί. Κι ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί εσείς πηγαίνετε στην Επιγεγραμμένη χωρίς τον Βόρκεραμ· τι λόγος μπορεί να υπάρχει, μα τα παπάρια του Κρόνου;»

«Ο αρχηγός θέλει να πάμε σ’ένα μέρος για να σταματήσουμε,» εξήγησε η Ευμενίδα. «Να σταματήσει ο στρατός. Μόνιμα. Γιατί τώρα, που εκείνος ταξιδεύει από συνοικία σε συνοικία για να φτιάξει τη Συμμαχία, ένας ολόκληρος στρατός μαζί του είναι περισσότερο εμπόδιο παρά βοήθεια. Εκτός των άλλων, ταξιδεύοντας καταναλώνουμε πολλά καύσιμα και εξοπλισμούς. Η Επιγεγραμμένη είναι καλή για να σταματήσουμε επειδή κανείς δεν πρόκειται να μας πει όχι–»

«Τα ξέρουμε αυτά,» τη διέκοψε η Άνμα· «μας πληροφόρησαν οι Νομάδες. Αλλά γιατί ο Βόρκεραμ και η Μιράντα δεν είναι μαζί σας; Έμειναν πίσω, στην Κουρασμένη; Έχουν δουλειές εκεί; Πού είναι;»

«Σας εξήγησα ότι αυτό δεν μπορώ να σας το αποκαλύψω,» αποκρίθηκε, ουδέτερα, επαγγελματικά, η Ευμενίδα.

«Επειδή ίσως να είμαστε ‘πράκτορες της Κορίνας’...»

«Δεν ξέρω τι μπορεί να συμβαίνει, αλλά δεν θα αισθανόμουν καθόλου καλά να πάρω εγώ μια τέτοια απόφαση και πιθανώς να προκαλέσω μεγάλα προβλήματα.»

«Ο αρχηγός θα έρθει στην Επιγεγραμμένη μαζί με τη Μιράντα και τους άλλους;»

«Θα έρθει.»

«Σε πόσο καιρό;»

«Σύντομα, υποθέτω.» Ακόμα κι αυτό η Ευμενίδα έμοιαζε να το λέει με επιφύλαξη. «Λογικά, δεν πρέπει ν’αργήσει.»

«Μάλιστα...» Η Άνμα κοίταξε τη Νορέλτα. «Να τον περιμένουμε εκεί;»

«Ας τον περιμένουμε. Για την ώρα.»

Η Άνμα ένευσε. Τι άλλο να κάνουμε; σκέφτηκε. Αν έφευγαν από τον στρατό του Βόρκεραμ, αν πήγαιναν μόνες τους στην Κουρασμένη, δεν θα ήταν και τόσο εύκολο να βρουν τον αρχηγό και τη Μιράντα. Δεν άφηναν τα ίδια ίχνη μέσα στην Πόλη όπως ένα μεγάλο στράτευμα. Μεμονωμένους ανθρώπους, ή μικρές ομάδες, οι Θυγατέρες μπορούσαν να ανιχνεύσουν μόνο όταν είχαν πιάσει τα αρχικά τους ίχνη – δεδομένου ότι δεν είχε περάσει πολύς καιρός ώστε να έχουν σβήσει από τη μνήμη της Πόλης. Τα πάντα εξαρτιόνταν, βέβαια, κι από την εμπειρία της ίδιας της Θυγατέρας. Και ούτε εγώ ούτε η Νορέλτα νομίζω πως είμαστε τόσο έμπειρες ώστε τώρα, χωρίς κανένα άλλο στοιχείο, να εντοπίσουμε τον Βόρκεραμ. Αυτό ίσως – ίσως – μόνο η Μιράντα να το έκανε...

Η Ευμενίδα είπε: «Εντάξει λοιπόν. Σας χαιρετώ προς το παρόν, και θα τα ξαναπούμε.» Άνοιξε την πόρτα πλάι της, κάνοντας νόημα στο θωρακισμένο όχημα των μισθοφόρων της, που δεν ήταν καθόλου μακριά, να πλησιάσει περισσότερο.

Ο Ράλενταμπ τής άνοιξε μια πόρτα του, και η Ευμενίδα πήδησε ξανά από το ένα τροχοφόρο στο άλλο – ευέλικτη σαν μεγάλη γάτα της Νυχωτής, παρατήρησε η Άνμα.

Η Νορέλτα-Βορ έκλεισε την πόρτα του φορτηγού.

Η Άνμα είπε: «Κωλοκατάσταση...» κι άναψε τσιγάρο.

/17\

Ο Βόρκεραμ-Βορ δέχεται μια πρόσκληση, ενώ δύο Θυγατέρες της Πόλης, ακολουθώντας έναν στρατό, διασχίζουν συνοικίες· ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος παίρνει μια απάντηση και βλέπει, με το μυαλό του, έναν τρελό προτού αποφασίσει το επόμενό του ταξίδι· και η παρουσία άγνωστων επισκεπτών μες στη νύχτα βάζει έναν αρχηγό μισθοφόρων σε ανησυχίες.

Ο Βόρκεραμ-Βορ, ο Όρπεκαλ-Λάντι, ο Αλέξανδρος Πανιστόριος, και οι δώδεκα σωματοφύλακές τους (ανάμεσα στους οποίους και οι τρεις Θυγατέρες, ντυμένες σαν μισθοφόροι) βγήκαν από το Πολιτικό Μέγαρο κάτω από τον γεμάτο μολυσματικά νέφη ουρανό της Βαθμιδωτής. Οι άλλοι μισθοφόροι και τα οχήματά τους τους περίμεναν έξω από το μεγάλο οικοδόμημα, καθώς και πολλοί τοπικοί αστυνομικοί που τους παρατηρούσαν σαν γύπες του Κρόνου.

«Στο Στόμα του Σκοτοδαίμονος αυτός ο μαλάκας ο Χρονομάχος!» γρύλισε ο Όρπεκαλ. «Αυτός και η συνοικία του, αφού είναι τόσο ηλίθιος!»

«Θα βρει ό,τι ψάχνει,» αποκρίθηκε ψύχραιμα ο Βόρκεραμ-Βορ.

«Ναι αλλά η αντίδρασή του θα επηρεάσει ίσως κι άλλους πολιτάρχες. Ο καταραμένος! Θα μας προκαλέσει προβλήματα – και δεν έχουμε χρόνο για τέτοια προβλήματα!»

«Τι έγινε, αρχηγέ;» ρώτησε ο Μάικλ Παγοθραύστης, που ήταν από αυτούς που περίμεναν έξω από το Πολιτικό Μέγαρο. «Δεν ήταν παγίδα, έτσι;»

«Παγίδα ήταν!» του είπε ο Όρπεκαλ. «Κι από τις χειρότερες!»

Ο Βόρκεραμ έβαλε το χέρι του στον ώμο του πολιτικού σαν για να τον συγκρατήσει. «Όχι,» απάντησε στον Μάικλ, «δεν ήταν παγίδα. Αλλά ο Χρονομάχος είναι τόσο προκατειλημμένος εναντίον μας που δεν υπάρχει περίπτωση να τον βάλουμε στη Συμμαχία.»

«Κι αυτό αποτελεί τόσο μεγάλο πρόβλημα; Ένας πολιτάρχης είναι, μόνο–»

Ο πομπός του Βόρκεραμ κουδούνισε διακόπτοντας τον Παγοθραύστη, και ο αρχηγός των Εκλεκτών τράβηξε τη συσκευή μέσα από τα ρούχα του και κοίταξε τη μικρή της οθόνη. Η κυρία Οβορμάνδω... παρατήρησε, αναρωτούμενος γιατί τον καλούσε. Πάτησε το πλήκτρο της αποδοχής, φέρνοντας τον πομπό στ’αφτί του έτσι ώστε ν’ακούει μονάχα εκείνος· δεν ήθελε άλλες υστερικές αντιδράσεις από τον Όρπεκαλ. (Όχι πως θεωρούσε τελείως αδικαιολόγητη τη συμπεριφορά του Β’ Κατωρίγιου πολιτικού.)

«Μάλιστα;»

«Κύριε Βόρκεραμ-Βορ;»

«Μάλιστα.»

«Σκοπεύετε να φύγετε;»

«Δε νομίζω ότι έχει νόημα να μείνουμε. Ο κύριος Χρονομάχος έχει ήδη πάρει τις αποφάσεις του, κι εμείς τις δικές μας.»

«Πού θα πάτε;»

«Υπάρχει λόγος που το ρωτάτε αυτό;»

«Θα ήθελα να μιλήσουμε. Ελπίζω να μη θεωρείτε πως και η δική μας συζήτηση έχει λήξει.»

«Αν ασπάζεστε τη γνώμη του Χρονομάχου–»

«Δεν ασπάζομαι καμία γνώμη για την ώρα, κύριε Βόρκεραμ-Βορ· πολλές σκέψεις, όμως, είναι στο μυαλό μου. Σύντομα θα πάρω μια απόφαση, μην το αμφιβάλλετε.»

«Με όλο τον σεβασμό, αλλά εμείς δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο, Εξοχότατη,» είπε ο Βόρκεραμ, προσθέτοντας αυτό το Εξοχότατη για τον Όρπεκαλ κυρίως, ο οποίος τον κοίταζε συνοφρυωμένος και κάνοντάς του ερωτηματικές χειρονομίες: ποιος είναι; ποιος είναι; «Ο αγώνας μας εναντίον του Αλυσοδεμένου Ποιητή επείγει. Αν δεν σκοπεύετε να γίνετε μέλος της Αμυντικής Συμμαχίας–»

«Σας είπα ότι δεν έχω αποφασίσει ακόμα.»

«Πότε θα αποφασίσετε;»

«Στην επόμενή μας συνάντηση θα σας δώσω οριστική απάντηση· σας το υπόσχομαι.»

«Και πότε θα είναι η επόμενή μας συνάντηση;»

«Αύριο το πρωί, στο Πολιτικό Μέγαρο της Κουρασμένης. Πηγαίνετε στη συνοικία μου, κύριε Βόρκεραμ-Βορ. Θα ειδοποιήσω τώρα, τηλεπικοινωνιακά, να σας υποδεχτούν. Θα σας οδηγήσουν σε καλό ξενοδοχείο για να μείνετε μέχρι αύριο.»

«Γιατί δεν έρχεστε μαζί μας;»

«Πρέπει να μιλήσω με τον κύριο Χρονομάχο.»

«Δε νομίζω ότι θ’ακούσετε απ’αυτόν τίποτα το καλό, το σωστό, ή το χρήσιμο, Εξοχότατη.»

«Όπως και νάχει, πρέπει να μιλήσουμε. Η δική μου συζήτηση μαζί του δεν έχει λήξει, κύριε Βόρκεραμ-Βορ.» Και ρώτησε: «Θα σας συναντήσω το πρωί στη συνοικία μου;»

«Θα μας συναντήσετε.»

«Σας ευχαριστώ.»

«Εμείς σας ευχαριστούμε, Εξοχότατη,» είπε τυπικά ο Βόρκεραμ και τερμάτισε την τηλεπικοινωνία.

«Η Οβορμάνδω ήταν;» ρώτησε αμέσως ο Όρπεκαλ-Λάντι.

«Προφανώς.»

«Γιατί δεν άνοιγες τον πομπό ώστε ν’ακούμε όλοι;»

«Δε χρειαζόταν–»

«Τι σου είπε;»

Ο Βόρκεραμ τού απάντησε.

«Ελπίζω μόνο να μη μας τρώει τον χρόνο άδικα!» είπε ο Όρπεκαλ-Λάντι.

«Μέχρι αύριο το πρωί,» παρατήρησε ο Αλέξανδρος, «δεν είναι και τόσος πολύς χαμένος χρόνος, Όρπεκαλ.»

«Θα μπορούσαμε τώρα να κατευθυνθούμε ανατολικά, ώστε να βγούμε στην Επίστρωτη και να συναντήσουμε εκεί τον στρατό μας προτού φτάσει στην Επιγεγραμμένη.»

«Εντάξει· και πάλι, δεν είναι τόσος πολύς χαμένος χρόνος.»

Ο Βόρκεραμ στράφηκε στις τρεις Θυγατέρες της Πόλης που στέκονταν κοντά τους. «Πώς βλέπετε την κατάσταση, κυρίες;»

«Καθόλου καλή για εσένα,» του απάντησε η Φοίβη βαριεστημένα, προκλητικά.

«Ο Χρονομάχος δεν πρόκειται να μπει στη Συμμαχία,» είπε η Μιράντα. «Όχι αν δεν αλλάξει κάτι σημαντικό.»

Η Ολντράθα κατένευσε. «Ναι.»

«Και η Οβορμάνδω;» ρώτησε ο Βόρκεραμ.

«Αυτή είναι... πολύ προβληματισμένη,» αποκρίθηκε η Μιράντα. «Δεν ξέρω τι μπορεί να κάνει. Ίσως να μπει στη Συμμαχία, ίσως όχι.» Οι άλλες δύο δεν διαφώνησαν· δεν μίλησαν καν.

«Δε μπορείς να δεις το μέλλον τώρα;» ρώτησε, λιγάκι απότομα, ο Όρπεκαλ-Λάντι.

«Μη λέμε ξανά τα ίδια, Όρπεκαλ,» παρενέβη ο Αλέξανδρος, λοξοκοιτάζοντάς τον.

Ο Βόρκεραμ-Βορ είπε: «Ας βρούμε ένα μέρος να ξεκουραστούμε για μεσημέρι εδώ, σε τούτη την άχαρη συνοικία, και μετά ξεκινάμε για τα σύνορα της Κουρασμένης.»

*

Ο στρατός πέρασε το μεσημέρι σε καταλύματα που βρήκε, επί πληρωμή, στην Τροχιόστρωτη της Αμφίνομης. Η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ, ουσιαστικά, τους τα βρήκαν παρατηρώντας τα πολεοσημάδια· αλλιώς θα είχαν αργήσει ακόμα περισσότερο μέχρι να τακτοποιηθούν. Παρ’όλ’ αυτά, ούτε ο Ρίντιλακ-Κονχ ούτε η Ευμενίδα Νοράλνω φαινόταν να τις εμπιστεύονται πιο πολύ από πριν. Εξακολουθούσαν να τις θεωρούν ύποπτες· η Πόλη το μαρτυρούσε με χίλια-δύο μικροσυμβάντα. Ο Ρίντιλακ, μάλιστα, είχε προστάξει κάποιους Εκλεκτούς να βρίσκονται πάντα κοντά τους, αν και με τρόπο, να μη φαίνεται ότι τις φρουρούσαν. Πράγμα που οι δύο Θυγατέρες, βέβαια, αμέσως κατάλαβαν· κάτι τέτοια δεν ήταν εύκολο να τους τα κρατήσεις κρυφά: τα σημάδια της Πόλης τούς τα αποκάλυπταν.

«Μ’έχουν τσαντίσει!» είπε η Νορέλτα-Βορ, καθώς βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο με την Άνμα, και οι ‘φρουροί’ τους ήταν στα τριγυρινά δωμάτια του μεγάλου πανδοχείου, παρακολουθώντας την πόρτα τους από τις χαραγμένες δικές τους πόρτες. Μία απ’αυτούς, μάλιστα, η Κλόντια’νιρ – μια μάγισσα που δεν ήταν της ομάδας των Εκλεκτών – είχε κάνει κάποιο ανιχνευτικό ξόρκι πριν από λίγο, μάλλον για να δει αν οι δύο Θυγατέρες βρίσκονταν ακόμα μέσα· τα σημάδια της Πόλης τούς το είχαν δείξει: η μαγεία ήταν σαν να παρεμβαίνει επάνω στις ίδιες τις σκιές, στη σκόνη στις γωνίες, και στους ήχους.

«Γάμα τους,» αποκρίθηκε η Άνμα. «Δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε έτσι κι αλλιώς.»

«Καθυστερούμε όμως· και πρέπει να μιλήσουμε στη Μιράντα.»

«Θα έρθει εκείνη σ’εμάς.»

«Εκτός των άλλων, πρέπει να της πούμε και για τον Διόφαντο και τα Εκτρώματα. Η Πόλη δεν τον έβγαλε τυχαία στον δρόμο μας.»

Η Άνμα ένευσε. «Ναι, είναι κι αυτό.»

Κάθονταν αντικριστά, η καθεμιά στο κρεβάτι της, έχοντας βγάλει τα υποδήματά τους και τα πιο βαριά τους ρούχα.

«Να φέρω φαγητό εδώ,» ρώτησε η Άνμα, «ή θα πάμε να φάμε κάτω, στην τραπεζαρία;»

«Χαμός γίνεται εκεί.»

«Θα το φέρω επάνω, λοιπόν.» Η Άνμα σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, φορώντας τις μπότες και το πέτσινο πανωφόρι της. «Τι θέλεις εσύ;»

Όταν επέστρεψε είχε μαζί της τρία κλειστά πλαστικά μπολ, ένα κουτάκι μπίρα, κι ένα μπουκαλάκι Στοιχειό της Ατέρμονης Πολιτείας. Τη μπίρα την άνοιξε για τον εαυτό της και ήπιε μια γουλιά. Η Νορέλτα πήρε το αναψυκτικό της από κοντά αλλά δεν ήπιε αμέσως.

Το μεσημέρι πέρασε ήσυχα, και το απόγευμα έφυγαν από τα καταλύματα στην Τροχιόστρωτη, έπιασαν την Ψηλή Λεωφόρο (που δεν είχε πια τόση κίνηση όση το πρωί), και κατευθύνθηκαν βόρεια. Η Άνμα και η Νορέλτα παρατηρούσαν τα σημάδια της Πόλης για κανέναν πιθανό κίνδυνο. Οι Πορφυροί Δικαστές, άλλωστε, εξακολουθούσαν να δρουν στην Αμφίνομη, είτε βρίσκονταν υπό την επιρροή της Κορίνας είτε όχι.

Τα πράγματα, όμως, συνέχιζαν να είναι ήσυχα, και σύντομα έφτασαν στα σύνορα με Επίστρωτη. Εκεί η τοπική Αστυνομία τούς σταμάτησε για έλεγχο, κάνοντας ερωτήσεις στον Ρίντιλακ-Κονχ και την Ευμενίδα Νοράλνω, οι οποίοι είχαν βγει από τα οχήματά τους ως επικεφαλής του στρατεύματος.

Παραπάνω από μια ώρα πέρασε με τον έλεγχο της Αστυνομίας, και σουρούπωνε όταν τελικά τα οχήματα του στρατεύματος πέρασαν τα σύνορα της Επίστρωτης με τα αεροσκάφη να πετάνε από πάνω τους. Τροχοφόρα και ελικόπτερα της Αστυνομίας τούς παρακολουθούσαν από απόσταση, και τα πολεοσημάδια μαρτυρούσαν στη Νορέλτα-Βορ και την Άνμα ότι οι τοπικοί φύλακες δεν εμπιστεύονταν καθόλου αυτό το στράτευμα, και ότι το αναγνώριζαν από παλιά. Τίποτα που εξέπληττε τις δύο Θυγατέρες· ήξεραν ότι η Τριανδρία είχε επισκεφτεί τον Πολιτάρχη της Επίστρωτης: η Εύνοια τούς το είχε πει.

Στη συμβολή Ψηλής Λεωφόρου και Κεντρικής Οδού, ο στρατός του Βόρκεραμ-Βορ έστριψε ανατολικά ακολουθώντας την Κεντρική. Η νύχτα έπεσε μέχρι να φτάσουν εκεί όπου αυτός ο πελώριος δρόμος συναντούσε την Αλάθευτη Οδό· ολόγυρά τους δημόσια φώτα είχαν ανάψει, καθώς και ιδιωτικά φώτα σε πολυκατοικίες και ταμπέλες. Η χαρακτηριστική, άσχημη οσμή της Επίστρωτης απλωνόταν παντού – μυρωδιές από οργανικές ύλες, φυτικές ή ζωικές. Τη Νορέλτα την αηδίαζε το μέρος. Κάτι έπρεπε να είχαν κάνει οι Αρχές, από καιρό, γι’αυτή την αποκρουστική αποφορά! Κάποιο σύστημα έπρεπε να είχαν βρει για να τη διώχνουν, επιτέλους!

Το στράτευμα έστριψε στην Αλάθευτη Οδό, κατευθυνόμενο βόρεια τώρα μέσα στη νύχτα, φτάνοντας, ύστερα από περισσότερο από μια ώρα, στα σύνορα με Επιγεγραμμένη. Εκεί κανείς δεν τους έκανε έλεγχο. Απλά μπήκαν. Και δεν χρειαζόταν κάποια να είναι Θυγατέρα της Πόλης για να καταλάβει ότι είχαν αλλάξει συνοικία· τα σημάδια της φτώχειας και της παρακμής ήταν καταφανή για όλους σ’ετούτους τους δρόμους.

*

Ο Γουίλιαμ φοβόταν ότι η Σκοτεινή Τριανδρία θα έστελνε δολοφόνους της να τον σκοτώσουν, παρότι ο Νικόλαος Νιρβάλζω τού είχε πει ότι οι σφετεριστές δεν βρίσκονταν πλέον εδώ – είχαν περάσει από την Αμφίνομη κατευθυνόμενοι δυτικά. Ωστόσο, παρά τον φόβο του, ο Γουίλιαμ είχε αποφασίσει να μείνει, να περιμένει λίγο, όπως ο Πολιτάρχης της Αμφίνομης τού είχε ζητήσει σε περίπτωση που ήθελε ξανά να συζητήσουν.

Ήταν, βέβαια, προσεχτικός. Άλλαξε ξενοδοχείο από την πρώτη νύχτα κιόλας, για να παραπλανήσει τυχόν φονιάδες. Πήγε σε ένα στον Αργόπιστο (μια νότια περιφέρεια της Αμφίνομης) φεύγοντας από την Τροχιόστρωτη. Όμως ο Μαρκ Τζακ, ο αρχηγός των μισθοφόρων του, τον διαβεβαίωνε πως δεν είχε εντοπίσει κανέναν κίνδυνο, ούτε είχε προσέξει καμιά ύποπτη κίνηση. Αυτό καθησύχαζε κάπως τον Γουίλιαμ – ο Τζακ τού φαινόταν αρκετά καλός επαγγελματίας· πρέπει να ήξερε τι έλεγε – αλλά πρόσταξε να βρίσκονται σε επιφυλακή συνεχώς. «Η Σκοτεινή Τριανδρία είμαι βέβαιος ότι έχει πολύ διαβολικές μεθόδους!»

Κανείς δεν τον πείραξε εκείνη τη νύχτα, ούτε ολόκληρη την επόμενη ημέρα. Ίσως να μην είχαν καταφέρει να τον βρουν, ίσως να τους είχε παραπλανήσει. Ή ίσως κανένας να μην τον έψαχνε.

Ο Γουίλιαμ ήταν αποφασισμένος να περιμένει τρεις, άντε το πολύ τέσσερις, ημέρες προτού φύγει από την Αμφίνομη. Δε θα το ρίσκαρε περισσότερο να μείνει εκεί όπου μπορούσαν να τον χτυπήσουν οι εχθροί του για να τον βγάλουν από τη μέση. Και υπήρχε πάντα και η περίπτωση ότι ο Νικόλαος Νιρβάλζω ίσως να ήθελε να τον καθυστερήσει, εσκεμμένα, για να τον παρεμποδίσει από την έγκαιρη συνέχιση του έργου του. Ίσως ο Νιρβάλζω να ήταν πιο πιστός στη Σκοτεινή Τριανδρία απ’ό,τι έδειχνε. Ίσως να είχε και κάτι συγκεκριμένο να κερδίσει απ’αυτούς τους άθλιους. Ποιος ξέρει;

Τέλος πάντων· σύντομα θα φαινόταν. Θα φαινόταν...

Και πράγματι, ο Γουίλιαμ δεν άργησε να δεχτεί μια τηλεπικοινωνιακή κλήση από τον Πολιτάρχη της Αμφίνομης. Ο πομπός του κουδούνισε τη μεθεπόμενη ημέρα από τότε που είχε έρθει σε τούτη τη συνοικία. Ήταν μια ώρα, περίπου, πριν από το μεσημέρι. Ο Γουίλιαμ βρισκόταν στο δωμάτιό του μαζί με τον Μαρκ Τζακ και τη μισθοφόρο γυναίκα του, τη Λίντα, παίζοντας χαρτιά και πίνοντας Κρύο Ουρανό.

Έπιασε την τηλεπικοινωνιακή συσκευή και είδε στη μικρή οθόνη της ποιος τον καλούσε. Πάτησε το πλήκτρο της αποδοχής κι έφερε τον πομπό στο αφτί του.

«Μάλιστα;»

«Ο κύριος Γουίλιαμ Σημαδεμένος;» ρώτησε μια αντρική φωνή που ο Γουίλιαμ αμέσως αναγνώρισε ως αυτή του Πολιτάρχη της Αμφίνομης.

Ωστόσο είπε: «Ποιος ρωτά;»

«Ο Νικόλαος Νιρβάλζω είμαι, κύριε Σημαδεμένε. Μιλήσαμε προχτές, και σας είπα ότι ίσως να ήθελα να ξαναμιλήσουμε.»

«Φυσικά, κύριε Νιρβάλζω. Γι’αυτό βρίσκομαι ακόμα στην Αμφίνομη...»

«Συζήτησα με τους συμβούλους μου, κύριε Σημαδεμένε, καθώς και με την κυρία Αμάντα Πολύεργη και τον Ρόμενταλ-Κονχ... και... Είμαστε αρκετά διχασμένοι όλοι, οφείλω να ομολογήσω. Η απόφασή μας– Σας ενδιαφέρει να μάθετε την απόφασή μας, έτσι δεν είναι;»

«Εννοείται πως με ενδιαφέρει, κύριε Νιρβάλζω. Ήρθα για να σας προειδοποιήσω, όπως σας εξήγησα. Εύχομαι να με πιστέψατε.»

«Δεν αμφισβητούμε τα όσα λέτε, κύριε Σημαδεμένε. Καταλαβαίνουμε τη θέση σας, και κανένας πολιτάρχης της Ατέρμονης Πολιτείας δεν είναι υπέρ του σφετερισμού και του πραξικοπήματος. Κανένας έντιμος πολιτάρχης, τουλάχιστον.»

«Ασφαλώς...» Δεν του άρεσε έτσι όπως άκουγε τον Νιρβάλζω να μιλά. Κάτι δεν του άρεσε... Τι είχε αποφασίσει ο ανόητος;

«Ωστόσο,» συνέχισε ο Πολιτάρχης της Αμφίνομης, «η συγκεκριμένη περίπτωση είναι... περίπλοκη. Ο Αλυσοδεμένος Ποιητής φαίνεται να παρουσιάζει αληθινή απειλή· η κυρία Πολύεργη, συγκεκριμένα, δεν αμφιβάλλει καθόλου–»

«Αυτό είναι το πρόσχημα, σας εξήγησα, για να σας–»

«Μια στιγμή, παρακαλώ, κύριε Σημαδεμένε. Η απόφαση πάρθηκε κι από τους τρεις μας – από εμένα, την κυρία Πολύεργη, και τον κύριο Ρόμενταλ-Κονχ. Απλώς σας πληροφορώ τώρα· τίποτα περισσότερο.»

«Σας ακούω...» Σίγουρα είχαν πάρει κάποια πολύ ηλίθια απόφαση!

«Αν ο Αλυσοδεμένος Ποιητής επιχειρήσει όντως να έρθει προς τα νότια, μια συμμαχία μάς συμφέρει όλους, νομίζω – ανεξαρτήτως αν ξεκίνησε από πραξικοπηματίες. Αν πάλι η Αμυντική Συμμαχία δεν είναι παρά ένα κόλπο για να μας αιφνιδιάσουν και να κλέψουν την εξουσία μας – κάτι που εμένα, προσωπικά, μου μοιάζει αρκετά δύσκολο, αλλά τέλος πάντων – τότε θα είμαστε έτοιμοι γι’αυτούς. Εφόσον μας έχετε προειδοποιήσει, δεν διατρέχουμε κίνδυνο πλέον. Θα τους προσέχουμε. Αλλά, συγχρόνως, θα συνεχίσουμε να είμαστε μέλη της Συμμαχίας. Άλλωστε, Συμμαχία μπορεί να υπάρξει και χωρίς την Τριανδρία, όπως είπε κι ο Ρόμενταλ-Κονχ, του οποίου τη γνώμη σέβομαι. Αν η Τριανδρία αποδειχτούν απατεώνες και κακοποιοί, θα τους αντιμετωπίσουμε ανάλογα ενώ θα εξακολουθήσουμε να είμαστε ενωμένοι εναντίον της πιθανής απειλής του Αλυσοδεμένου Ποιητή – που η κυρία Πολύεργη, βέβαια, δεν τη θεωρεί μόνο ‘πιθανή’· τη θεωρεί βέβαιη.»

«Δε νομίζω ότι κάνετε καλά που παραμένετε στη Συμμαχία τους, κύριε Νιρβάλζω,» είπε απογοητευμένος ο Γουίλιαμ. «Είναι ριψοκίνδυνο. Και μόνο με τη συγκατάθεσή σας τους δίνετε δύναμη.»

«Δεν είμαστε πρόθυμοι να διαλύσουμε τη Συμμαχία αν δεν δούμε κάποια, έστω, προδοτική κίνηση από τη μεριά της Τριανδρίας, κύριε Σημαδεμένε. Και σας ξαναλέω πως αυτό δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε με το πραξικόπημα εναντίον σας. Άλλο το ένα θέμα, άλλο το άλλο. Πιστεύω να με καταλαβαίνετε.»

«Προσπαθώ να σας καταλάβω, κύριε Νιρβάλζω.»

«Αν για οποιονδήποτε λόγο επιθυμείτε να μου ξαναμιλήσετε, κύριε Σημαδεμένε, βρίσκομαι στη διάθεσή σας ως φίλος.»

«Σας ευχαριστώ. Ελπίζω μόνο να μην περιμένετε να σας κάνω παρέα στο ίδιο δωμάτιο που θα βρίσκονται και οι τρεις σφετεριστές της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας.»

«Δεν περιμένω κάτι τέτοιο, κύριε Σημαδεμένε.»

«Πολύ καλά,» είπε ο Γουίλιαμ. «Σας χαιρετώ, κύριε Νιρβάλζω, και εύχομαι όλα να πάνε καλά.»

«Κι εγώ το ίδιο. Και σας ευχαριστούμε για την προειδοποίηση. Ίσως να αποδειχτεί πολύτιμη.»

Ύστερα από αυτό η τηλεπικοινωνία τους τερματίστηκε, και ο Γουίλιαμ σκέφτηκε: Ανόητε! Όταν θυμηθείτε την προειδοποίησή μου θα είναι ήδη πολύ αργά για εσάς!

Ο Μαρκ Τζακ και η Λίντα τον άκουγαν καθώς μιλούσε στον Πολιτάρχη της Αμφίνομης. Παρίσταναν ότι κάπνιζαν και έπιναν Κρύο Ουρανό, αλλά ο Γουίλιαμ το καταλάβαινε πως τον άκουγαν, πως είχαν την περιέργεια να μάθουν.

«Θα φύγουμε, κύριε Σημαδεμένε;» ρώτησε τώρα ο Μαρκ.

Ο Γουίλιαμ άναψε τσιγάρο. «Ναι,» μουρμούρισε σαν να μονολογούσε, «πρέπει να φύγουμε...» Φύσηξε καπνό προς τα κάτω, συλλογισμένος. Και πού να πάμε τώρα; αναρωτήθηκε.

Τι να είχε γίνει, άραγε, στην Κουρασμένη; Είχε αρνηθεί η Σειρήνα Οβορμάνδω να μπει στη διαβολική συμμαχία τους; Πρέπει να είχε αρνηθεί! Δεν μπορεί κι αυτή να ήταν τόσο αφελής, μα τον Κρόνο!

Τέλος πάντων. Άλλο ήταν το θέμα τώρα, γαμώτο!

Πού θα πάμε;... Πού θα πάμε;... Κανονικά, θα κατευθυνόταν στην Καλόπραγη· αλλά, ύστερα απ’αυτά που είχε ακούσει από τον Νιρβάλζω, έκρινε πως θα ήταν άσκοπο να επισκεφτεί τον Πολιτάρχη της, Ρόμενταλ-Κονχ: δεν πρόκειται να του άλλαζε γνώμη. Στην Επίστρωτη, βόρεια, δεν είχε νόημα να πάει· την είχε ήδη επισκεφτεί. Στη Σκορπιστή, ανατολικά της Επίστρωτης, είχε ακόμα λιγότερο νόημα να πάει· το μέρος ήταν αναρχικό τελείως, όλο συμμορίες. Η Φιλήκοη βρισκόταν αρκετά μακριά από εδώ, κι επιπλέον η Πολιτάρχης της είχε ήδη πάρει απόφαση όπως και ο Ρόμενταλ-Κονχ. Τι ανόητοι κι οι τρεις τους! Τέλος πάντων... Πού να πάμε τώρα; Πού;

Να ταξίδευε στη Στενή; Η Στενή ήταν μια μικρή συνοικία δυτικά της Βαθμιδωτής, που είχε πάρει το όνομά της, πρώτον, επειδή ήταν στριμωγμένη ανάμεσα στη Βαθμιδωτή και στο Πλευρό και, δεύτερον, επειδή ήταν γεμάτη φυλακές. Εκεί στέλνονταν κατάδικοι από διάφορες άλλες συνοικίες. Οι φυλακές ήταν ολόκληρη επιχείρηση στη Στενή. Ήταν η πιο μεγάλη και η πιο σημαντική της επιχείρηση: από αυτή ζούσε. Άραγε, ο Όρπεκαλ-Λάντι, ο Βόρκεραμ-Βορ, και ο Πανιστόριος θα επισκέπτονταν την εν λόγω συνοικία για να βάλουν τον Πολιτάρχη της στην υποτιθέμενη συμμαχία τους;

Θα πήγαιναν, μήπως, και ώς το Πλευρό, δυτικά της Στενής; Όφειλε ο Γουίλιαμ να προειδοποιήσει αυτές τις δύο συνοικίες προτού τις πλησιάσουν; Και ίσως, μάλιστα, ο χρόνος του να ήταν λίγος. Η Στενή βρισκόταν βορειοδυτικά της Κουρασμένης – δίπλα της, ουσιαστικά.

Αν πάω εκεί ενώ βρίσκονται εκεί και οι σφετεριστές, σίγουρα θα με σκοτώσουν. Ή, τουλάχιστον, θα το προσπαθήσουν. Ήταν έτοιμος να τους αντιμετωπίσει σε μια τέτοια σύγκρουση; Είχαν ολόκληρο στρατό μαζί τους, οι καταραμένοι!

Τους φοβόταν. Καλύτερα να πήγαινε σε συνοικίες όπου δεν βρίσκονταν κι αυτοί. Καλύτερα να πήγαινε πριν από αυτούς. Αλλά τώρα πού να κατευθυνόταν; Δεν του είχαν μείνει άλλα μέρη. Εκτός αν ταξίδευε ακόμα πιο νότια. Στη Διαπερατή. Στην Ιερή Συνοικία. Στην Ανακτορική Συνοικία. Αλλά είχαν οι σφετεριστές κι αυτές τις περιοχές υπόψη τους; Η Κορίνα δεν του είχε πει τίποτα συγκεκριμένο...

Και πού ήταν τώρα, γαμώτο; Γιατί είχε εξαφανιστεί; Πού μπορώ να την ξαναβρώ; Πρέπει να της μιλήσω προτού κάνω οτιδήποτε. Η Κορίνα φαινόταν να ξέρει τόσα πολλά. Ήταν σε κάποιου είδους μυστική οργάνωση, παρότι δεν το παραδεχόταν. Αυτή η μυστική οργάνωση, αν ήθελε να νικήσει τη Σκοτεινή Τριανδρία, έπρεπε τώρα να βοηθήσει τον Γουίλιαμ. Έπρεπε να του προσφέρει κάποια καθοδήγηση. Αλλιώς... τι θα έκανε;

Ξαφνικά, αισθάνθηκε χαμένος.

Ήταν ένας πολιτάρχης χωρίς συνοικία – τη συνοικία του τώρα την είχε κατακτήσει ο Αλυσοδεμένος Ποιητής. Και ήταν και μακριά από την οικογένειά του – η οποία, απ’ό,τι γνώριζε, βρισκόταν ακόμα στη Φιλήκοη, κινδυνεύοντας ίσως. Επίσης, ήταν μακριά από οποιουσδήποτε ανθρώπους της Β’ Κατωρίγιας μπορεί να τον υποστήριζαν για να ξαναπάρει τη συνοικία υπό τον έλεγχό του αφού διωχνόταν ο Ποιητής από εκεί...

Τι κάνω εδώ;

Ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος ένιωσε σαν να έβλεπε τον εαυτό του από απόσταση. Σαν να τον έκρινε από έξω... Και είδε έναν τρελό, που περιφερόταν στις συνοικίες της Ατέρμονης Πολιτείας μαζί με μερικούς μισθοφόρους, προειδοποιώντας για μια σκοτεινή, ύπουλη ομάδα ανθρώπων, κυνηγώντας την εκδίκηση... ενώ είχε αφήσει πίσω του εκείνους για τους οποίους πραγματικά ενδιαφερόταν: τη γυναίκα του, τα παιδιά του, διάφορους συγγενείς, φίλους, και πολιτικούς υποστηρικτές του...

Τι κάνω εδώ, μα τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος;

Προς στιγμή, σκέφτηκε ότι η Κορίνα τον είχε ξεγελάσει. Τον είχε τρελάνει! Τον είχε βάλει να περιφέρεται σαν ηλίθιος για κάποιο δικό της, σκοτεινό σκοπό– Μα δεν μπορεί να ήταν έτσι! Η Κορίνα τον είχε σώσει από τη φυλακή του στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία. Και αυτά τα σκουλήκια – ο Βόρκεραμ-Βορ, ο Όρπεκαλ-Λάντι, και ο προδότης ο Πανιστόριος – έπρεπε να ηττηθούν! Έπρεπε να τους ξεπληρώσει όπως τους άξιζε!

Όμως...

Τώρα, όμως, είχε κάνει ό,τι μπορούσε να κάνει. Τι άλλο να έκανε; Τι άλλο βρισκόταν μέσα στις δυνάμεις του;

Ο Γουίλιαμ αισθάνθηκε τις σκέψεις του να αλλάζουν. Ένιωσε σαν το μυαλό του να είχε καθαρίσει από μια ομίχλη που το γέμιζε εδώ και πολλές ημέρες... Στη Φιλήκοη πρέπει να πάω, σκέφτηκε. Τώρα δεν είναι εκεί οι σφετεριστές, αλλά είναι εκεί η οικογένειά μου και οι άλλοι άνθρωποι που με ενδιαφέρουν.

Το μυστήριο της Κορίνας, όμως, εξακολουθούσε να τον κεντρίζει. Ήθελε να την ξαναδεί, να της ξαναμιλήσει, άλλη μια φορά τουλάχιστον. Και πώς μπορούσε να το κανονίσει αυτό; Δεν είχε ούτε καν έναν τηλεπικοινωνιακό κώδικά της!

Μόνο μία λύση υπήρχε: να κατευθυνθεί στη Συρροή. Η Πολιτάρχης της, Μαρκέλλα Ονέλκρι, ήταν άλλωστε στην ίδια μυστική οργάνωση με την Κορίνα (ό,τι κι αν έλεγε! όσο κι αν το αρνιόταν!)· θα ήξερε πώς μπορούσε να έρθει σε επαφή μαζί της.

Και μετά, από τη Συρροή, η Φιλήκοη δεν ήταν μακριά. Πέρα από τα βορειοδυτικά σύνορα, μόνο...

Τα μάτια του Γουίλιαμ εστιάστηκαν στον Μαρκ Τζακ και τη Λίντα σαν να ξυπνούσε από όνειρο – από εφιάλτη, ίσως: έναν σκοτεινό, πολυήμερο εφιάλτη... «Λοιπόν,» τους είπε, παρατηρώντας συγχρόνως ότι το τσιγάρο είχε καεί στο χέρι του χωρίς να έχει καπνίσει ο ίδιος παρά μονάχα το μισό (το πολύ), «φεύγουμε. Σήμερα. Τώρα.»

«Για πού;» ρώτησε ο Μαρκ, ανακατεύοντας την τράπουλα αφού προφανώς το παιχνίδι είχε τελειώσει.

«Ανατολικά,» αποκρίθηκε μονάχα ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος.

*

Ο παρατηρητής καβάλα στο μινιπλάνο είδε τον στρατό που, περνώντας τα σύνορα της Επίστρωτης, μπήκε στην Επιγεγραμμένη. Πολλά οχήματα με αργυροσκέπαστες κάννες, και κάμποσα αεροσκάφη από πάνω τους. Ήταν νύχτα, και είχαν τα φώτα τους αναμμένα. Έκαναν ζωηρή εντύπωση σε μια σκοτεινή συνοικία σαν ετούτη.

Ο παρατηρητής φοβήθηκε μην τον εντοπίσουν, όποιοι κι αν ήταν. Βρισκόμενος επάνω σε μια γέφυρα που έμοιαζε στα πρόθυρα να γκρεμιστεί έτσι όπως σίδερα προεξείχαν από τις άκριές της, γύρισε το μινιπλάνο του και πέταξε προς μια από τις περιπολίες. Μία που απαρτιζόταν από μέλη της συμμορίας του, τους Παντογνώστες. Τους είπε τι είχε δει, κι αμέσως κατευθύνθηκαν όλοι, επάνω στα οχήματά τους – ένα μικρό, ανοιχτό τετράκυκλο, δύο δίκυκλα, και το μινιπλάνο του παρατηρητή – προς την Αλάθευτη Οδό. Το στράτευμα, παρατήρησαν από απόσταση, κυλούσε ακόμα σ’αυτό τον πελώριο δρόμο που διέσχιζε την Επιγεγραμμένη από τα νότια προς τα βόρεια καταλήγοντας στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία. Τούτοι οι μισθοφόροι, υπέθεσαν οι συμμορίτες, όποιοι κι αν ήταν θα πήγαιναν εκεί λογικά, στην Α’ Κατωρίγια, ίσως για να μπουν στον στρατό του Πολιτάρχη της που πρέπει να προετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει τον Αλυσοδεμένο Ποιητή.

«Να ειδοποιήσουμε τον Κίρκο να τους στήσει ενέδρα;» πρότεινε ένας συμμορίτης. Αλλά ο καβαλάρης του μινιπλάνου τού είπε να μην είναι μαλάκας. Δεν έβλεπε πόσοι ήταν; «Εμείς δεν έχουμε αρκετούς μαχητές για να τους χτυπήσουμε. Ούτε τόσο δυνατά οχήματα.»

«Τα δίκυκλα των Φονικών Τροχών είναι πολύ φονικά εργαλεία, Νυχτομάτη.»

«Μην είσαι μαλάκας,» αποκρίθηκε πάλι ο καβαλάρης του μινιπλάνου, που Νυχτομάτης ήταν το παρωνύμιό του. «Ακόμα και τα δίκυκλά τους δεν μπορούν να τα βάλουν με τέτοιο φουσάτο.»

Η Αγαρίστη πρότεινε να τους παρακολουθήσουν, για να δουν αν όντως θα πήγαιναν στην Α’ Κατωρίγια.

«Πού άλλου να πάνε;» είπε ο Ροντ – αυτός που είχε προτείνει να στήσουν ενέδρα στους περαστικούς. «Υπάρχει κι άλλο μέρος;»

«Ας δούμε, ρε. Γι’αυτό δεν είμαστε δω;»

Παρακολούθησαν τον στρατό από πλευρικούς δρόμους, μην πλησιάζοντας την Αλάθευτη Οδό για να μην τους προσέξουν, και δεν άργησαν να δουν ότι το φουσάτο δεν σκόπευε να φύγει από την Επιγεγραμμένη. Έστριψε δυτικά, βγαίνοντας από την Αλάθευτη, και φάνηκε να ψάχνει μέρος για να καταλυθεί.

Παράξενο, έκριναν οι Παντογνώστες. Η Α’ Κατωρίγια δεν ήταν μακριά. Ούτε η Β’ Κατωρίγια. Γιατί δεν πήγαιναν σε μια απ’αυτές για να διανυκτερεύσουν; Μισθοφόροι ήταν, δεν μπορεί να ήταν τίποτ’ άλλο...

Μερικά δίκυκλα φάνηκαν ξαφνικά να έρχονται προς το μέρος των Παντογνωστών, με τους προβολείς τους να σκίζουν τα σκοτάδια των νυχτερινών δρόμων της Επιγεγραμμένης όπου η δημόσια λάμπα ήταν σπάνιο φαινόμενο.

«Μας είδαν οι γαμιόληδες!» μούγκρισε ο Ροντ.

«Πώς μας μπάνισαν οι πούστηδες, ρε γαμώτο;» είπε ο Νυχτομάτης. «Ούτε εγώ δε θα μ’έβλεπα από κει!»

«Πάμε, ρε!» είπε η Αγαρίστη. «Φύγαμε, φύγαμε φύγαμε!»

Δεν ήθελαν καμιά πιθανή σύγκρουση με τους άγνωστους μισθοφόρους – τους έμοιαζαν καλά οπλισμένοι. Στράφηκαν, έτσι, κι απομακρύνθηκαν γρήγορα μες στους δρόμους της Επιγεγραμμένης, τους οποίους είχαν αρχίσει να μαθαίνουν.

Οι δικυκλιστές δεν τους ακολούθησαν· μάλλον, τους είχαν χάσει.

Οι Παντογνώστες πέρασαν δίπλα από κακοδιατηρημένα οικοδομήματα και σπίτια φωτισμένα από λάμπες λαδιού (αδιανόητο για άλλες συνοικίες της Ρελκάμνια)· πέρασαν από δρόμους με ραγισμένα και σπασμένα πλακόστρωτα, κι από δρόμους όλο χώμα, χωρίς καθόλου πλάκες (κι αυτό αδιανόητο για τις περισσότερες συνοικίες της Ατέρμονης Πολιτείας), και έφτασαν στο αρχηγείο του Κίρκου Λιγνοπόδη.

Το αρχηγείο ήταν μια μικρή πολυκατοικία (μόλις έξι ορόφων) την οποία είχαν καταλάβει προχτές που ήρθαν στην Επιγεγραμμένη από τη Β’ Κατωρίγια Συνοικία. Η Τζέσικα είχε οδηγήσει τον Κίρκο εδώ, λέγοντάς του πως αυτό το μέρος θα τους βόλευε, με κάποια προσπάθεια (και είχε γελάσει). Οι μισθοφόροι και οι συμμορίτες είχαν καταφέρει, σύντομα, να επιστρατεύσουν τους λιγοστούς ενοίκους της πολυκατοικίας, υποσχόμενοι να τους δώσουν καλές αμοιβές και όπλα αν μάχονταν στο πλευρό του νέου Πολιτάρχη της Β’ Κατωρίγιας. Όσους δεν είχαν δεχτεί να επιστρατευθούν τους είχαν πετάξει έξω με τις κλοτσιές, και ο Κίρκος τούς είχε πει πως ήταν μαλάκες που έχαναν τέτοια ευκαιρία και καλά θα έκαναν να το ξανασκέφτονταν. «Μία φορά στη ζωή σού παρουσιάζεται τύχη σαν αυτή!»

Ένας τύπος που ήταν μόνος του σ’ένα άθλιο διαμέρισμα είχε δηλώσει πως ήταν ευγενής από τα νότια και είχε έρθει εδώ για να δοκιμαστεί – στην Επιγεγραμμένη, τον «τόπο δοκιμασίας», όπου βρισκόταν το Στόμα της Ατέρμονης Πολιτείας, ο Επιγεγραμμένος Τοίχος. Είχε έρθει για να ζήσει ως φτωχός, ώστε να του δείξει ο Κρόνος αν ήταν άξιος και ποιον δρόμο όφειλε να ακολουθήσει στη ζωή του.

«Είναι προφανές τι θέλει ο Υπερχρόνιος Άρχοντας από εσένα, φίλε μου,» του είχε πει ο Κίρκος. «Θέλει να υπηρετήσεις τον Βάρνελ-Αλντ, τον νέο Πολιτάρχη της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Και μάλιστα θα πληρώνεσαι κανονικά, και θα πάρεις και καλά όπλα δωρεάν.»

Η Τζέσικα, παρακολουθώντας, είχε γελάσει ενώ το πουλί της, ο Αστρομάτης, ήταν γαντζωμένος στον ώμο του πέτσινου πανωφοριού της.

Ο ευγενής αποκρίθηκε στον Κίρκο: «Όχι, δεν είναι αυτή η θέληση του Υπερχρόνιου Άρχοντα. Αυτή είναι η θέληση του δικού σου Άρχοντα, μισθοφόρε. Φύγε και άφησέ με ήσυχο στο σπίτι όπου έχω οδηγηθεί.»

«Κοίτα, μεγάλε,» του είπε ο Κίρκος, «η υπόθεση είναι έτσι: Ή έρχεσαι να πολεμήσεις για τον κύριο Βάρνελ-Αλντ, ή παίρνεις δρόμο από δω. Με καταλαβαίνεις;»

Ο ευγενής πάλι αρνήθηκε να φύγει, λέγοντας πως η θέση του εδώ ήταν ιερή και πως θα ήταν άγος να τον διώξουν. Ο Κρόνος θα τους τιμωρούσε με άσχημο τρόπο. «Ήρθα για να δοκιμαστώ, και θα δοκιμαστώ όπως Εκείνος – και μόνο Εκείνος – ορίζει!»

Η Τζέσικα γέλασε καθώς ο Κίρκος στρεφόταν να την κοιτάξει μ’ένα πολύ σκοτεινό, οργισμένο βλέμμα. «Να τον σκοτώσουμε;» τη ρώτησε. «Φαίνεται νάχει στο μυαλό του τις σκιές του Σκοτοδαίμονος!»

«Αφού θέλει να δοκιμαστεί, ας δοκιμαστεί,» αποκρίθηκε εκείνη, και κλότσησε τον ευγενή στ’αρχίδια. Ο άντρας διπλώθηκε με μια κραυγή. Ο Κίρκος τον γρονθοκόπησε στο κεφάλι, τον άρπαξε απ’τα μαλλιά, και τον πέταξε έξω από το διαμέρισμα, όπου δυο συμμορίτες ανάλαβαν να τον ξεπροβοδίσουν, με σπρωξιές και κλοτσιές, ώς την έξοδο της πολυκατοικίας ενώ εκείνος κουτρουβαλούσε στις σκάλες.

«Ελπίζω να τον βοηθήσαμε...» είπε η Τζέσικα, γελώντας και ταΐζοντας τον Αστρομάτη έναν σπόρο.

Τώρα καθόταν πάλι και τάιζε το πουλί της σπόρους μες στη νύχτα, στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας, στο διαμέρισμα που είχαν κάνει κεντρική αίθουσα του αρχηγείου τους αφού γκρέμισαν δύο από τους εσωτερικούς του τοίχους με εκρηκτικά. Ο Κίρκος ήταν επίσης εδώ, καθώς και μερικοί άλλοι, από τους Φονικούς Τροχούς του και όχι μόνο. Είχαν έναν χάρτη απλωμένο στο τραπέζι ο οποίος έδειχνε τους δρόμους της Επιγεγραμμένης. Υπήρχαν κόκκινοι κύκλοι επάνω του που τους είχε κάνει η Τζέσικα, ύστερα από την κατόπτευση της συνοικίας, για να δείξει τα μέρη όπου θεωρούσε πιο πιθανό να επιστρατεύσουν μαχητές. Ο Κίρκος απορούσε πώς η τύπισσα τα καταλάβαινε αυτά. Έμοιαζε να έχει πολλές γνώσεις – ο κύριος Βάρνελ-Αλντ είχε δίκιο. Ή τα μάτια της είχαν κάτι το ιδιαίτερο. Ή το μυαλό της. Αυτές τις τρεις μέρες που ο Κίρκος την παρατηρούσε εδώ, στην Επιγεγραμμένη, του θύμιζε μια άλλη παράξενη γυναίκα που ήξερε – την Κορίνα, η οποία τον είχε φέρει σε επαφή με τον Βάρνελ-Αλντ για να πολεμήσουν οι Φονικοί Τροχοί στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία. Ποια σχέση, όμως, μπορεί νάχε η Κορίνα με τη Τζέσικα; Αντικειμενικά, δεν έμοιαζαν καθόλου...

Μερικά μέλη των Παντογνωστών – μιας συμμορίας της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας – μπήκαν στην κεντρική αίθουσα του αρχηγείου.

«Κίρκο!» είπε αυτός που τον φώναζαν Νυχτομάτη.

Ο Κίρκος δεν μπήκε στον κόπο να του εξηγήσει ότι η σωστή κλιτική προσφώνηση ήταν Κίρκε. «Τι;» ρώτησε, παίρνοντας το βλέμμα του από τον χάρτη.

«Ένας στρατός μόλις μπήκε στη συνοικία. Απ’τα νότια. Ακολουθώντας την Αλάθευτη. Αλλά δεν έφυγαν· πήγαν δυτικά ψάχνοντας μέρος να την πέσουν. Τότε, κάπως – μη ρωτάς πώς, δεν καταλάβαμε – μας μπάνισαν κι έστειλαν κάτι δίκυκλα προς τη μεριά μας· οπότε την κοπανήσαμε κι ήρθαμε δω.»

«Τι στρατός είναι αυτός; Δεν έχουν εμβλήματα;»

«Με μισθοφόρους μοιάζουν. Ήταν και σκοτεινά, κατά τ’άλλα. Πάντως, είναι πολλοί, δεν είναι λίγοι. Ολόκληρο φουσάτο. Κι έχουν κι αεροσκάφη που πετούσαν από πάνω τους, κι έψαχναν κι αυτά μέρος να κατεβούν προς το τέλος.»

Η Αγαρίστη πρόσθεσε: «Πρέπει να σκοπεύουν να μείνουν, Κίρκε.»

Τουλάχιστον αυτή ξέρει να λέει το όνομά μου σωστά, παρατήρησε ο Λιγνοπόδης, αν και τούτο ήταν το λιγότερο που τον απασχολούσε τώρα.

Έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στη Τζέσικα.

Εκείνη γέλασε. «Κάποιοι ήρθαν να μας κάνουν παρέα!»

«Ξέρεις ποιοι είναι;» τη ρώτησε, απότομα. Τα παράξενα γέλια της τον τσάντιζαν. Η τύπισσα παραήταν περίεργη.

«Πού να ξέρω;»

Ο Κίρκος ρώτησε τους Παντογνώστες: «Είστε σίγουροι ότι σκοπεύουν να μείνουν;»

«Σου είπαμε, Κίρκο,» απάντησε ο Νυχτομάτης: «έψαχναν μέρος για να την πέσουν. Δε φαινόταν να φεύγουν. Και δεν ήταν και τόσο μακριά απ’τα βόρεια σύνορα· μπορούσαν νάχαν συνεχίσει πάνω στην Αλάθευτη μέχρι να βγουν στην Α’ Κατωρίγια. Χαλαρά.»

«Μάλιστα...» Ο Κίρκος συνοφρυώθηκε, παραξενεμένος. Μισθοφόροι στην Επιγεγραμμένη; Τι μπορεί να ήθελαν εδώ; Ήταν δυνατόν να είχαν καμιά σχέση με την παρουσία των δικών του μαχητών σε τούτη τη συνοικία; «Πρέπει να το ερευνήσουμε,» είπε. «Ίσως να μας προκαλέσουν προβλήματα.»

/18\

Ο Βάρνελ-Αλντ βάζει σε εφαρμογή το επόμενο σχέδιό του εναντίον του Διόφαντου: αχαλίνωτες ενέργειες, εκρήξεις, και θάνατοι γεμίζουν τους δρόμους· αργότερα, ο Πολιτάρχης δύο συνοικιών επιχειρεί μια συνεννόηση βασισμένη σε απάτη.

Όλη τη μισή προηγούμενη ημέρα ο Βάρνελ-Αλντ προσπαθούσε να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν περισσότερους μάγους μέσα από την καταπονημένη κοινωνία της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, αλλά όχι μόνο από εκεί. Ήρθε σε επαφή και με ανθρώπους του στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία. Άλλωστε, ήταν Πολιτάρχης δύο συνοικιών· είχε περισσότερους πόρους που μπορούσε να χρησιμοποιήσει, και σκόπευε να τους χρησιμοποιήσει όλους για να αφανίσει τούτη την απειλή. Αυτό το ενεργειακό παράσιτο και τα μηχανικά του χταπόδια δεν θα νικούσαν έναν γόνο των Αλντ’κάρθοκ!

Εν τω μεταξύ, οι αναφορές που έρχονταν στο γραφείο του σχετικά με τις κινήσεις του Διόφαντου δεν ήταν καλές. Ο καταραμένος και τα τέρατά του συνέχιζαν να κινούνται μέσα στη Χτυπημένη και στη Μονότροπη, και είχαν μαζί τους και κάποιους ανθρώπους ξανά οι οποίοι είχαν αποφασίσει – εξαναγκασμένοι, πιθανώς – να υπηρετήσουν τον «βασιληά τούτης της διάστασης». Η διάλυση εκείνης της συμμορίας δεν είχε δώσει τέλος στους ακόλουθους του Διόφαντου. Αλλά όλοι του οι ακόλουθοι δεν ήταν άνθρωποι, έμαθε ο Βάρνελ-Αλντ. Τον ακολουθούσαν και κάποιες οντότητες που δεν μπορεί παρά να ήταν ενεργειακές, απ’ό,τι έλεγαν οι μάγοι: λαμπερά πλάσματα από φως που έτριζε και χοροπηδούσε και είχε μορφές που θύμιζαν πουλιά ή γιγάντια έντομα ή γάτες. Και δεν ήταν δυο-τρεις αυτές οι ενεργειακές οντότητες· ήταν πολλές. Κανείς δεν φαινόταν να ξέρει πόσες ακριβώς, μα ήταν πολλές. Ίσως ακόμα και εκατό. Και, με τα χτυπήματά τους, μπορούσαν να πυρπολήσουν εύφλεκτα αντικείμενα (όπως κουρτίνες ή χαρτιά), να κλονίσουν το νευρικό σύστημα ανθρώπων (ακόμα και να τους σκοτώσουν), και να προκαλέσουν βλάβες σε ενεργοβόρους μηχανισμούς.

Από πού είχαν προέλθει; Από την κατεστραμμένη περιοχή; Οι μάγοι δεν μπορούσαν να δώσουν καμιά βέβαιη απάντηση στον Βάρνελ-Αλντ. Τι άχρηστοι, γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος! «Θα μπορέσετε, τουλάχιστον, να τις νικήσετε κι αυτές τις οντότητες αύριο με τα ξόρκια σας;» τους ρώτησε.

«Θα προσπαθήσουμε, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Ρίμναλ’σαρ με τον συνηθισμένο, δήθεν τα-ξέρω-όλα τρόπο του. «Τα πράγματα, πάντως, θα είναι αναμφίβολα δυσκολότερα αν έχουμε να αντιμετωπίσουμε καμιά εκατοστή ανεξέλεγκτες ενεργειακές οντότητες εκτός από τον Διόφαντο και τα μηχανικά του τέρατα.» Και οι μάγοι που βρίσκονταν συγκεντρωμένοι εδώ, στο νέο Πολιταρχικό Μέγαρο της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, άρχισαν να μουρμουρίζουν αναμεταξύ τους. Σαν κοτόπουλα μέσα σε θόλο παραγωγής τροφίμων! σκέφτηκε οργισμένα ο Βάρνελ-Αλντ. Προφανώς, το γεγονός ότι κάποιος είχε το Χάρισμα και μπορούσε να χρησιμοποιεί ξόρκια και μαγγανείες δεν τον έκανε πιο σοφό, και σίγουρα όχι πιο γενναίο.

Ο Διόφαντος και ο μικρός στρατός του χτυπούσε τις γειτονιές κοντά στην κατεστραμμένη περιοχή, αυξάνοντας με αργό ρυθμό τα μέλη του, ολόκληρη εκείνη την ημέρα, και κανείς δεν του στεκόταν εμπόδιο. Κατέστρεφε και συγκέντρωνε ακόλουθους – όσους ανθρώπους δέχονταν, από φόβο, ή τρελή φιλοδοξία ίσως, να υπηρετήσουν τον Διόφαντο. Ο Βάρνελ-Αλντ είχε προστάξει τη Φρουρά και κάποιους μισθοφόρους να παρακολουθούν μόνο, να μην επιχειρήσουν να του επιτεθούν, γιατί ήξερε πως το μοναδικό αποτέλεσμα που θα έφερνε μια τέτοια κίνηση θα ήταν να χαθούν κι άλλες ανθρώπινες ζωές, κι άλλοι εξοπλισμοί.

Η Καρζένθα-Σολ δεν είχε τίποτα καλύτερο να προτείνει.

Η γυναίκα του Βάρνελ, η Ασημίνα’νιρ, είχε κάτι να προτείνει. Όταν βρέθηκαν μόνοι οι δυο τους για λίγο, του είπε να πάνε στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία για να μην κινδυνεύουν από αυτά τα εξωδιαστασιακά τέρατα. «Δεν είναι ανάγκη εμείς να είμαστε εδώ, αγάπη μου.»

«Αν εγκαταλείψω τώρα τη Β’ Κατωρίγια, κανείς δεν θα μπορεί πλέον να με πάρει σοβαρά ως πολιτάρχη της. Και όλα τα παράσιτα θ’αρχίσουν να ξεσηκώνονται εναντίον μου.»

«Μα, αν οι μάγοι σου δεν μπορέσουν να τον σταματήσουν τον Διόφαντο, τότε πιθανώς να φτάσει και ώς εδώ, ώς το Πολιταρχικό Μέγαρο. Πιθανώς να έρθει για να σου επιτεθεί!»

«Δεν πρόκειται να μείνω για να τον αντιμετωπίσω κατά μέτωπο, Ασημίνα. Δεν είμαι ηλίθιος.» Και τη φίλησε. «Θα τον νικήσω, μην το αμφιβάλλεις. Θέμα χρόνου είναι, μόνο. Δεν υπάρχει τίποτα σ’αυτό το συμπάν που να μην πεθαίνει, φτάνει να βρεις το κατάλληλο όπλο για να το σκοτώσεις.»

Η Ασημίνα’νιρ, ωστόσο, έδειχνε προβληματισμένη πολύ.

Ο Βάρνελ τη ρώτησε: «Εσύ τι νομίζεις; Θα πιάσει το σχέδιό τους μ’αυτά τα ξόρκια που λένε;» Ήταν κι εκείνη μάγισσα, άλλωστε.

Αλλά τώρα κούνησε το κεφάλι, σείοντας ελαφρώς τα μακριά ξανθά μαλλιά της. «Δεν είμαι του τάγματος των Ερευνητών, Βάρνελ. Δεν ξέρω παρά ελάχιστα από τέτοιου είδους δραστικές ενέργειες όπως αυτές από τις οποίες αποτελείται και χειρίζεται ο Διόφαντος. Εγώ, κυρίως, με ζωτική ενέργεια ασχολούμαι – μια ήπια ενέργεια που παρουσιάζεται σε άλλες συχνότητες.»

Ως συνήθως, με τους μάγους δεν μπορούσες να βγάλεις καμιά άκρη! σκέφτηκε ειρωνικά ο Βάρνελ-Αλντ.

Την επόμενη μέρα, είχε καταφέρει να συγκεντρώσει συνολικά είκοσι-πέντε μάγους από τη Β’ Κατωρίγια και την Α’ Ανωρίγια. Θα αναζητούσε κι άλλους αν είχε χρόνο, μα δεν είχε. Επομένως, αυτοί θα έπρεπε να αποδειχτούν αρκετοί. Γνώριζαν όλοι τους τι έπρεπε να κάνουν, και ο Βάρνελ τούς είχε πληρώσει καλά, και είχε υποσχεθεί πως θα τους πλήρωνε ακόμα καλύτερα αν κατατρόπωναν τον Διόφαντο. Θα τους έκανε πλούσιους.

*

Ο στρατός του καινούργιου Πολιτάρχη της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας βγήκε γι’ακόμα μια φορά ν’αντιμετωπίσει τον Διόφαντο, τα τέρατά του, και τους ακόλουθούς του. Αποτελείτο από ανθρώπους και οχήματα της Φρουράς, καθώς και μισθοφόρους με τους δικούς τους εξοπλισμούς και τα δικά τους οχήματα. Οι είκοσι-πέντε μάγοι ήταν κλεισμένοι μέσα σε πέντε θωρακισμένα τετράκυκλα που, όμως, δεν ήταν τόσο βαριά ώστε να μη μπορούν να τρέξουν γρήγορα· γιατί, όπως είχε διαπιστωθεί ήδη, η ταχύτητα ήταν καλύτερη άμυνα εναντίον των πλοκαμοφόρων μηχανοδαιμόνων απ’ό,τι τα ανθεκτικά μέταλλα – τα πλοκάμια τους μπορούσαν να διαβρώσουν οτιδήποτε.

Η Μορτένκα’μορ βρισκόταν μέσα στο ίδιο όχημα με τον Ρίμναλ’σαρ κι άλλους τρεις, και δεν αισθανόταν καθόλου καλά που ήταν εδώ. Φοβόταν ότι ίσως να ήταν η τελευταία μάχη που θα έβλεπε. Η Καρζένθα-Σολ, σκεφτόταν, ήταν συνετή που είχε απαγορεύσει στον Σολάμνη’μορ – τον Τεχνομαθή μάγο των Μικρών Γιγάντων – να έρθει μαζί τους σε τούτη την επιχείρηση. Τον ήθελε ζωντανό, προφανώς. Ο Σολάμνης είχε, για λίγο, διαφωνήσει μαζί της – η Μορτένκα τούς είχε δει να μιλούν έντονα – αλλά, τελικά, δεν μπορούσε να παρακούσει την αρχηγό του και Στρατάρχη της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας. Είχε, μετά, πλησιάσει τη Μορτένκα και, τσαντισμένος, της είχε πει ότι δεν μπορούσε δυστυχώς νάρθει μαζί της. «Αν εξαρτιόταν μόνο από εμένα, θα ερχόμουν. Αλλά δεν εξαρτάται.» Τα μάτια του γυάλιζαν οργισμένα.

Η Μορτένκα είχε χαμογελάσει και τον είχε αγκαλιάσει, και είχε φιλήσει τα χείλη του. Είχαν έρθει πολύ κοντά οι δυο τους ύστερα από τις μάχες στο Εμπορικό Κέντρο Δυτικού Ριγοπόταμου, όπου οι δυνάμεις του Κάδμου Ανθοτέχνη είχαν αντιμετωπίσει τον στρατό του Σελασφόρου Χορονίκη της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας. «Το ξέρω πως θα ερχόσουν,» του είπε η Μορτένκα. «Αλλά θα ήταν ανόητο. Είναι πολύ επικίνδυνο, Σολάμνη.»

«Για εμένα αλλά όχι για εσένα; Μην πας, Μορτένκα! Ο Βάρνελ-Αλντ δεν μπορεί να σε υποχρεώσει – δεν είσαι καν κάτοικος της Β’ Κατωρ–»

«Η Κορίνα μού ζήτησε να τον εξυπηρετήσω όσο καλύτερα μπορώ.»

«Γάμα την Κορίνα, αγάπη μου! Αν σου ζητούσε να αυτοκτονήσεις, θα αυτοκτονούσες, γαμώτο;»

«Η Κορίνα με έσωσε από την αυτοκτονία· το έχεις ξεχάσει;»

«Το θυμάμαι, αλλά–»

«Της χρωστάω πολλά–»

«Και πρέπει να–;»

«Δε μπορώ να μην κάνω όπως μου ζητάει, Σολάμνη. Δε θα ήθελα ποτέ να στρέψει την οργή της επάνω μου. Μην ξεχνάς ποια είναι – τι είναι.» Και τον είχε φιλήσει ξανά, δυνατά, πιέζοντας το σώμα της επάνω του, νιώθοντας τους σκληρούς του μύες κάτω από τα ρούχα του. «Θα επιστρέψω,» του υποσχέθηκε. «Ζωντανή.»

Ελπίζω, σκέφτηκε τώρα η Μορτένκα’μορ καθώς βρισκόταν μέσα στο θωρακισμένο τετράκυκλο μαζί με τους άλλους μάγους, ζυγώνοντας την περιοχή όπου είχαν εντοπιστεί τελευταία ο Διόφαντος και ο αλλόκοτος στρατός του.

Γύρω από το τετράκυκλο έρχονταν τα υπόλοιπα οχήματα των μαχητών του Βάρνελ-Αλντ, προστατεύοντας αυτό και τα άλλα τέσσερα παρόμοια τετράκυκλα που είχαν μάγους στο εσωτερικό τους. Ο σκοπός ήταν να τους δώσουν αρκετό χρόνο για να χρησιμοποιήσουν τη μαγεία τους εναντίον του Διόφαντου.

Και δεν άργησαν να τον δουν αντίκρυ τους: μια φωτεινή, οριακά ανθρωποειδή μορφή που αιωρείτο μισό μέτρο πάνω από το πολεμοχτυπημένο πλακόστρωτο ενός δρόμου. Κοντά του ήταν τα έξι μηχανικά τέρατα με τα βιολογικά πλοκάμια, καθώς και κάποιοι άνθρωποι με όπλα στα χέρια, και πολλές ενεργειακές οντότητες, μικρότερες από εκείνον, οι οποίες πηδούσαν και φτερούγιζαν από δω κι από κει, θυμίζοντας πουλιά ή έντομα ή αιλουροειδή.

Η φωνή του Διόφαντου αντήχησε σαν τριξίματα ενέργειας, ή σαν τηλεπικοινωνιακά παράσιτα: ~ΥΠΗΡΕΤΗΣΤΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗΑ ΕΤΟΥΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗΣ, Ή ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙΤΕ!~

«Δεν ξέρει και πολλά από διπλωματία αυτός ο τύπος...» μουρμούρισε ο Ρίμναλ’σαρ κάτω απ’την ανάσα του.

Ύστερα οι μάγοι – όλοι οι μάγοι, σ’όλα τα οχήματα – έκαναν, συγχρονισμένα, Ξόρκια Ενεργειακής Συστολής εστιάζοντας την προσοχή τους στα μηχανικά όντα με τα πλοκάμια, αποσκοπώντας να σταματήσουν τις ενέργειες που τα κινούσαν.

Και όντως, καθώς αυτά έρχονταν προς τον στρατό του Βάρνελ-Αλντ, ορισμένα φάνηκε να χάνουν τη δύναμή τους, να προχωρούν πιο αργά, με ολοένα και περισσότερη δυσκολία.

Η Μορτένκα’μορ, έχοντας κι εκείνη κάνει Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής φυσικά, αισθανόταν τρομερή αντίσταση από τη μεριά του στόχου της. Η ενεργειακή ροή που προσπαθούσε, με το μυαλό της, να σταματήσει ήταν πολύ ισχυρή. Δεν της θύμιζε καμιά άλλη που είχε συναντήσει. Ήταν σαν να προσπαθούσε να εμποδίσει ένα ορμητικό ρέμα τοποθετώντας τυχαία ξύλα και πέτρες το ένα πάνω στο άλλο. Μπορούσε να γίνει, μπορούσε, αλλά η επιτυχία δεν ήταν καθόλου βέβαιη.

Ένα από τα έξι τέρατα στάθηκε μες στη μέση του δρόμου, τα πλοκάμια του μαζεύτηκαν στο εσωτερικό του σώματός του, εξαφανίστηκαν, και έμεινε εκεί μονάχα μια σφαίρα από παλλόμενα, φωσφορίζοντα μέταλλα, που τα φωτάκια επάνω της είχαν σβήσει.

Η Μορτένκα συνειδητοποίησε ότι αυτό ήταν το τέρας που χτυπούσε η ίδια, καθώς και μερικοί άλλοι μάγοι πιθανώς – δεν μπορεί να το είχε νικήσει μόνη της.

Τα υπόλοιπα πέντε τέρατα όρμησαν καταπάνω στα οχήματα των υπερασπιστών της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, μαστιγώνοντάς τα με τα πλοκάμια τους, φθείροντας τα μέταλλά τους με διαβρωτικές ενέργειες, ενώ δέχονταν πυρά που δεν μπορούσαν να τα βλάψουν.

Οι ανθρώπινοι ακόλουθοι του Διόφαντου είχαν ήδη κρυφτεί μέσα στην πιλοτή μιας πολυκατοικίας. Οι ενεργειακές οντότητες που τον υπηρετούσαν, όμως, χίμησαν προς τους μαχητές του Βάρνελ-Αλντ όπως είχαν χιμήσει και τα πλοκαμοφόρα τέρατα. Και ούτε αυτές μπορούσαν να εμποδιστούν από τις ριπές πυροβόλων ή ηχητικών όπλων.

Ακόμα ένας από τους μηχανοδαίμονες έπαψε να κινείται – μονάχα μια μεταλλική σφαίρα έμεινε, με τα πλοκάμια μαζεμένα στο εσωτερικό της.

Τέσσερις μηχανοδαίμονες, όμως, εξακολουθούσαν να λειτουργούν και να χτυπάνε βίαια τα οχήματα των μαχητών του Βάρνελ-Αλντ. Και τώρα είχαν έρθει και οι ενεργειακές οντότητες, οι οποίες δεν ήταν τόσο άγριες αλλά ήταν, ίσως, εξίσου καταστροφικές όταν κατάφερναν να αγγίξουν κυκλώματα των οχημάτων. Το ενεργειακό τους άγγιγμα τα έψηνε, καθιστώντας έτσι τους μηχανισμούς αδρανείς – κάνοντας τους τροχούς να παύουν να κινούνται, τα συστήματα να παύουν να λειτουργούν. Και τα χτυπήματα των πλοκαμοφόρων τεράτων υποβοηθούσαν τις λαμπερές οντότητες στη δουλειά τους, καθώς δημιουργούσαν ανοίγματα στα χοντρά, ενισχυμένα μέταλλα των οχημάτων. Μέσα από τα ανοίγματα, τα ενεργειακά θηρία μπορούσαν πιο εύκολα να χαϊδέψουν τα εκτεθειμένα κυκλώματα· μπορούσαν ακόμα και ν’απλώσουν τις αστραφτερές αποφύσεις τους στο εσωτερικό των οχημάτων για να μαστιγώσουν τους ανθρώπους εκεί, να τραντάξουν το νευρικό τους σύστημα.

Δύο ενεργειακές γάτες πήδησαν μέσα σ’ένα σταματημένο άρμα και χαλασμός αμέσως επικράτησε εκεί. Ουρλιαχτά, φωνές. Κάποιοι προσπάθησαν να βγουν, πανικόβλητοι· τα πλοκάμια ενός μηχανοδαίμονα τούς χτύπησαν, διαλύοντάς τους, καίγοντας τα σώματά τους εκ των έσω. Ύστερα, μια ενεργειακή γάτα δάγκωσε μια ενεργειακή φιάλη του οχήματος και τα πάντα τυλίχτηκαν σε φως και φωτιά. Οι ενεργειακές γάτες πετάχτηκαν έξω, άθικτες αν και τρανταγμένες· όλοι οι άνθρωποι σκοτώθηκαν.

Ο Διόφαντος, που παρακολουθούσε από κάποια απόσταση τη συμπλοκή, είχε καταλάβει ότι οι εχθροί του είχαν στρέψει μάγους εναντίον των Εκτρωμάτων της Διπλωμένης Γης. Το αισθανόταν μέσα από τις ενεργειακές αλυσίδες που τα έδεναν με εκείνον. Ένιωθε την ξένη επίδραση επάνω στην ενεργειακή ροή των Εκτρωμάτων, και την αναγνώριζε. Φυσικά και την αναγνώριζε: Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής. Ο Διόφαντος, άλλωστε, ήταν κάποτε μάγος προτού απολέσει τη θνητή του μορφή και αναγεννηθεί ως κάτι ανώτερο – κάτι αρκετά ισχυρό για να μπορεί να προκαλέσει ακόμα κι αυτόν τον υπερβατικό δυνάστη, τον Κενοπρόσωπο Θεό – που πρέπει πλέον να ήταν νεκρός: ο Διόφαντος τον είχε σκοτώσει! Είχε θριαμβεύσει! Και ήταν ελεύθερος από την καταραμένη διάσταση του Κενοπρόσωπου Θεού. Ελεύθερος να κυριαρχήσει και στη Ρελκάμνια! Γιατί όχι, εξάλλου; Γιατί όχι;

Πρώτα, όμως, έπρεπε να τους κάνει να καταλάβουν ποιος ήταν ο Βασιληάς τους εδώ!

Και τώρα αυτοί οι ανόητοι πραγματικά νόμιζαν ότι μπορούσαν να σταματήσουν τα Εκτρώματά του με μερικά απλά Ξόρκια Ενεργειακής Συστολής; Τι βλάκες!

Το γέλιο του Διόφαντου αντήχησε σαν τρίξιμο από διαρροή ενέργειας μες στον δρόμο, και χάθηκε πίσω από τις εκρήξεις, τους γδούπους, τις κραυγές, και τα ουρλιαχτά.

Ώρα για ένα μάθημα, σκέφτηκε ο ενεργειακός νους του Διόφαντου, κι έστειλε ενέργεια μέσω των «αλυσίδων» που συνέδεαν τα Εκτρώματα μαζί του. Όχι πολλή ενέργεια. Δεν χρειαζόταν πολλή. Αρκετή μονάχα για να ξεμπλοκάρει τη ροή μέσα στα αρχέγονα μηχανικά όντα. Θα ξεμπλόκαρε κι από μόνη της, βέβαια, μετά από λίγο – ο Διόφαντος το καταλάβαινε – αλλά δεν υπήρχε λόγος να περιμένει ώς τότε.

Οι υπερασπιστές της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας είδαν, τρομοκρατημένοι, τα δύο σταματημένα σφαιρικά τέρατα να βγάζουν πάλι τα πλοκάμια από το εσωτερικό τους. Είδαν τα φωτάκια τους ν’αναβοσβήνουν ξανά, ξέφρενα. Είδαν τους μηχανοδαίμονες να έρχονται καταπάνω τους – οργισμένοι, τους φάνηκε, πολύ οργισμένοι.

«Γαμώτο!» γρύλισε ο Ρίμναλ’σαρ μέσα στο θωρακισμένο όχημα μαζί με τη Μορτένκα’μορ και τους άλλους τρεις μάγους. «Κάτι τα ξύπνησε πάλι! Αυτός ο ενεργειακός δαίμονας – ο Διόφαντος! Πρέπει να χτυπήσουμε πρώτα αυτόν – πρώτα αυτόν. Ήταν λάθος που εστιαστήκαμε αρχικά στα τέρατα.»

«Μα έρχονταν καταπάνω μας–» άρχισε ένας μάγος.

Ο Ρίμναλ τον αγνόησε, μιλώντας μέσω του πομπού του στους μάγους στα άλλα οχήματα, λέγοντάς τους να χτυπήσουν όλοι μαζί – όλοι μαζί – τον Διόφαντο με Ξόρκια Ενεργειακού Ελέγχου – τώρα! Τώρα! προτού ήταν πολύ αργά.

Κανείς δεν διαφώνησε. Δεν είχαν χρόνο να διαφωνήσουν. Οι μηχανοδαίμονες κατέστρεφαν το ένα θωρακισμένο οχήμα μετά το άλλο, με τη βοήθεια των ενεργειακών οντοτήτων που έτρεχαν, πηδούσαν, και πετούσαν από δω κι από κει. Πολύ σύντομα θα έφταναν και στα οχήματα των μάγων.

Η Μορτένκα’μορ έκανε Ξόρκι Ενεργειακού Ελέγχου μαζί με τους υπόλοιπους, στρέφοντας όλη της την προσοχή στον Διόφαντο – και νιώθοντας ξανά μια τρομερή αντίσταση. Ήταν σαν να προσπαθούσε, με το μυαλό της, να μετακινήσει βράχο! Ή σαν να προσπαθούσε ν’αλλάξει την κατεύθυνση μιας πυρκαγιάς φυσώντας τη μ’έναν μικρό ανεμιστήρα.

Δεν ήταν, όμως, μόνο ο δικός της ανεμιστήρας εδώ. Ήταν κι άλλοι τέτοιοι μικροί ανεμιστήρες. Άλλοι είκοσι-τέσσερις, για την ακρίβεια. Και ήταν άπαντες στραμμένοι κατά του Διόφαντου.

Ο οποίος τους αισθάνθηκε να τον γαργαλάνε, αλλά έντονα, απειλώντας να αλλοιώσουν τη μορφή του. Τραντάζοντάς την. Κάνοντας τις «αλυσίδες» που συνέδεαν τα Εκτρώματα μαζί του να τρίζουν, κινδυνεύοντας να σπάσουν.

Είκοσι-πέντε μάγοι. Ο Διόφαντος τούς μέτρησε από την επίδραση του καθενός επάνω του. Ήταν κι εκείνος μάγος, κάποτε, και ήξερε. Μια απλή ενεργειακή οντότητα ίσως κατόρθωναν να την υποτάξουν, αλλά ο Διόφαντος δεν ήταν μια απλή ενεργειακή οντότητα. Είχε γνώση τού πώς χρησιμοποιείτο η μαγεία· είχε κι ο ίδιος χρησιμοποιήσει πολλές φορές το Ξόρκι Ενεργειακού Ελέγχου. Θα τους έκανε κάτι που θα το θυμόνταν για καιρό.

Δημιούργησε τριγμούς και παλμούς μέσα στην ενεργειακή μορφή του που ήξερε ότι θα ενοχλούσαν τους μάγους στη δουλειά τους: θα γέμιζαν το μυαλό τους με βαβούρα και νοητικά παράσιτα.

Και, όντως, αισθάνθηκε την επίθεσή τους να καταλαγιάσει. Ο ένας μετά τον άλλο, υποχωρούσαν, έχαναν την αυτοσυγκέντρωσή τους, πονούσαν...

Η Μορτένκα’μορ, μέσα στο θωρακισμένο τετράκυκλο, άκουσε αρχικά ένα έντονο βουητό στο εσωτερικό του κεφαλιού της – και μετά, τριξίματα σαν το κρανίο της να είχε αρχίσει να ραγίζει – και μετά, είδε πίσω από τα μάτια της λάμψεις σαν αραχνοϊστούς, παλλόμενα φωτεινά δίχτυα. Ήταν αδύνατον να συνεχίσει να χρησιμοποιεί τη μαγεία της υπό τέτοια πίεση· κραυγάζοντας άθελά της, τινάχτηκε πίσω, κρατώντας το κεφάλι της ανάμεσα στα χέρια της. Οι έντονοι τριγμοί και το βουητό είχαν πάψει τώρα που είχε διακόψει την επαφή της με τον Διόφαντο, αλλά ακόμα πονούσε, κι ακόμα έβλεπε λάμψεις πίσω από τα μάτια της.

Γύρω της συνειδητοποίησε πως κι οι άλλοι μάγοι βρίσκονταν σε παρόμοιο κατάσταση. Δεν ήταν, λοιπόν, κάτι που συνέβη μόνο σ’εμένα. Ο Διόφαντος, κάπως, μας χτύπησε... Κάπως...

«...Το κάθαρμα!» γρύλισε ο Ρίμναλ’σαρ.

«Τι διάολο έγινε;» ρώτησε ένας άλλος μάγος, τραυλίζοντας, τρέμοντας, κάθιδρος.

«Πρώτη φορά έχω συναντήσει τέτοιο πράγμα. Δεν κατάλαβες τι έκανε;»

«Τι έκανε;» ρώτησε η Μορτένκα, βλεφαρίζοντας έντονα, προσπαθώντας να διώξει τις φασματικές λάμψεις.

«Είστε καλά;» τους ρώτησε ο συνοδηγός του οχήματος. «Είστε καλά, ή να φύγουμε;» Ακουγόταν πανικόβλητος. «Να φύγουμε;» Δεν υπήρχε αμφιβολία τι θα πρότεινε ο ίδιος. Τα τέρατα του Διόφαντου φαινόταν να διαλύουν και την τελευταία γραμμή άμυνας και να έρχονται προς το μέρος τους...

Ο Ρίμναλ’σαρ απάντησε στη Μορτένκα: «Δημιούργησε αναταράξεις μες στην ενεργειακή μορφή του, ο καταραμένος. Αναταράξεις που ήξερε ότι θα επηρεάσουν το μυαλό μας. Σαν να είναι μάγος κι ο ίδιος – το τέρας!»

«Ναι!» έλεγε, συγχρόνως, μια μάγισσα στον συνοδηγό και τον οδηγό του οχήματος. «Να φύγουμε! Τώρα! Γυρίστε! Υποχωρήστε! Να φύγουμε!» Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της που ήταν κοκκινισμένα και πρησμένα.

Ο οδηγός δεν χρειαζόταν άλλη παρότρυνση: έστριψε το όχημα προς τ’αριστερά και επιτάχυνε, περνώντας ανάμεσα από άλλα οχήματα.

Κι αυτοί δεν ήταν οι μόνοι που έφευγαν. Ολόκληρος ο μικρός στρατός του Βάρνελ-Αλντ δεν άργησε να βρεθεί σε κατάσταση γενικής, άτακτης υποχώρησης.

*

Ήταν άσχημη ήττα, αλλά όχι και πανωλεθρία. Δεν είχαν σκοτωθεί όλοι οι μάγοι που έστειλε ο Βάρνελ-Αλντ. Μόνο οι πέντε: όσοι βρίσκονταν μέσα σε ένα από τα θωρακισμένα οχήματα που τα πλοκαμοφόρα τέρατα κατάφεραν να αποκλείσουν και να καταστρέψουν ολοσχερώς, αφανίζοντας τους πάντες στο εσωτερικό του, χτυπώντας τους με ενέργειες που τους έκαιγαν εκ των έσω.

«Τι μπορεί να γίνει για να σταματήσουμε αυτό τον παράφρονα;» ρώτησε ο Βάρνελ-Αλντ τους είκοσι εναπομείναντες μάγους που τώρα ήταν συγκεντρωμένοι σε μια αίθουσα του Πολιταρχικού Μεγάρου της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. «Πώς μπορείτε να τον νικήσετε; Τι δεν πήγε καλά τώρα; Δεν είχατε αρκετό χρόνο;»

Η Καρζένθα-Σολ βρισκόταν επίσης εδώ, καθώς και ο Σολάμνης’μορ, ο μάγος των Μικρών Γιγάντων τον οποίο εκείνη είχε αρνηθεί να στείλει με τους υπόλοιπους, ισχυριζόμενη ότι της ήταν πολύ σημαντικός – και ως φίλος και ως μαχητής – για να τον ρισκάρει σε μια τέτοια επιχείρηση. Ο Βάρνελ δεν μπορούσε να πει ότι δεν την καταλάβαινε, αλλά η αδιαλλαξία της τον είχε ενοχλήσει λίγο. Τέλος πάντων· δεν νόμιζε ότι αυτός ο συγκεκριμένος μάγος θα έκανε καμιά σπουδαία διαφορά, εκτός πια αν ήταν τόσο απίστευτα ικανός. Μάλλον όχι, όμως...

Η Μορτένκα’μορ αποκρίθηκε: «Δεν ήταν θέμα χρόνου, Εξοχότατε.»

«Τι θέμα ήταν, τότε; Γιατί αποτύχατε τόσο οικτρά;» Ο Βάρνελ επίτηδες τους προκαλούσε. Τι περίμεναν, σε τελική ανάλυση, από εκείνον; Να τους συγχαρεί για την αποτυχία τους;

«Ο Διόφαντος ξέρει από μαγεία,» είπε ο Ρίμναλ’σαρ· «δεν είναι μια οποιαδήποτε ενεργειακή οντότητα, Εξοχότατε.»

«Τι πάει να πει αυτό, επιστήμονα; Θες να μας το εξηγήσεις με απλά λόγια;»

«Ο Διόφαντος ήξερε ακριβώς τι να κάνει με την ενεργειακή του μορφή για να μας χτυπήσει–»

«Να σας χτυπήσει;»

«Μέσα στο μυαλό μας. Δημιούργησε αναταραχές στην ενεργειακή του μορφή που ενοχλούσαν το μυαλό μας, δεν μας άφηναν να επικεντρωθούμε στο Ξόρκι Ενεργειακού Ελέγχου, μας ζάλιζαν.»

«Θα μπορούσατε, τότε, να είχατε τουλάχιστον σταματήσει τα τέρατα με τα πλοκάμια!»

«Ούτε αυτό είναι εύκολο να γίνει,» είπε ένας άλλος μάγος.

«Γιατί;»

«Ο Διόφαντος είναι άμεσα συνδεδεμένος μαζί τους,» πήρε πάλι τον λόγο ο Ρίμναλ’σαρ. «Όταν τα κοιμίζαμε, εκείνος τα ξυπνούσε αμέσως.»

«Ο σκοπός δεν ήταν να τα κοιμίσετε· ήταν να τα αδρανοποιήσετε! Να σταματήσετε τις ενέργειές τους! Να τα καταστρέψετε ει δυνατόν!»

«Δεν είναι εφικτό να καταστραφούν τόσο εύκολα, Εξοχότατε,» εξήγησε η Μορτένκα’μορ. «Το μόνο που μπορεί να κάνει το Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής εναντίον τους είναι να τα αδρανοποιήσει – κι ακόμα κι αυτό δεν είναι εύκολο· φέρνουν μεγάλη αντίσταση. Όταν είναι σε αδρανή κατάσταση – η οποία δεν ξέρω πόσο διαρκεί – μαζεύουν τα πλοκάμια μέσα στο σφαιρικό τους σώμα και όλα τα φωτάκια εκεί σβήνουν: μόνο τα φωσφορίζοντα μέταλλα που το αποτελούν εξακολουθούν να λαμπυρίζουν.»

«Ο Διόφαντος όμως,» είπε ο Ρίμναλ’σαρ, «μπορεί, μέσω των ενεργειακών αλυσίδων, να ενεργοποιήσει ξανά τα τέρατα ανά πάσα στιγμή.»

«Εν ολίγοις, μου λέτε ότι δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα για να τον σταματήσετε;» ρώτησε ο Βάρνελ-Αλντ.

«...Δεν μοιάζει εύκολο, Άρχοντά μου. Είναι... Αν υπήρχε, τουλάχιστον, κάποιο όπλο που να είναι αποτελεσματικό εναντίον των τεράτων με τα πλοκάμια....»

Ο Βάρνελ αναστέναξε. «Μάλιστα,» είπε. «Μπορείτε να πηγαίνετε. Θα σας καλέσω αν σας ξαναχρειαστώ.»

Οι μάγοι αποχώρησαν από την αίθουσα, και το ίδιο κι ο Σολάμνης’μορ αφού ψιθύρισε κάτι στ’αφτί της Καρζένθα-Σολ. Μόνο η Καρζένθα έμεινε εκεί, ο Βάρνελ, και η Ασημίνα’νιρ, που ήταν καθισμένη παράμερα, σε μια πολυθρόνα, καπνίζοντας ένα μακρύ τσιγάρο, με τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο κάτω από το μακρύ φόρεμά της, ενώ οι άλλοι στέκονταν γύρω από το μακρόστενο τραπέζι.

Ο Βάρνελ-Αλντ ρώτησε την Καρζένθα-Σολ: «Τι συμπέρασμα βγάζεις;»

«Αφού δεν γίνεται να τον νικήσουμε ούτε με όπλα ούτε με μαγεία... μόνο κάτι τρομερά καταστροφικό ίσως μπορούσε να τον κατατροπώσει.»

«Τι, δηλαδή;»

«Γενικός βομβαρδισμός, πλήρης ισοπέδωση μιας ολόκληρης γειτονιάς μέσα στην οποία βρίσκονται ο Διόφαντος και οι ακόλουθοί του.»

«Και είσαι σίγουρη ότι αυτό θα τους κατέστρεφε; Έχω την εντύπωση πως απλά θα έσκαβαν για να βγουν μέσα από τα χαλάσματα...»

«Δεν αποκλείεται,» παραδέχτηκε η Καρζένθα. «Όμως, αν τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να τους διαλύσει, τότε η μόνη πιθανή λύση είναι να τους θάψουμε κάτω από όσο το δυνατόν περισσότερα συντρίμμια μπορούμε.»

«Μην ξεχνάς ότι αυτά τα τέρατα ήρθαν μέσα από συντρίμμια,» τόνισε ο Βάρνελ. «Ήρθαν μέσα από τη μεγάλη καταστροφή. Αν μπορούσαν να σκοτωθούν από κάτι τέτοιο, δεν θα είχαν ήδη σκοτωθεί;»

Η Καρζένθα φάνηκε προβληματισμένη, σταυρώνοντας τα χέρια της μπροστά της. «Σ’αυτό έχεις δίκιο,» παραδέχτηκε. «Όμως... δεν ξέρω τι άλλο να προτείνω.» Κούνησε το κεφάλι.

«Δε θα ισοπεδώσω μια ολόκληρη γειτονιά απλά και μόνο για να κάνω μια δοκιμή που μάλλον θα αποτύχει,» δήλωσε ο Βάρνελ-Αλντ. «Η Β’ Κατωρίγια έχει ήδη υποφέρει πολλές καταστροφές. Δε θα είμαι Πολιτάρχης μιας γερής και μιας κατεστραμμένης συνοικίας.

»Αν δεν μπορούμε να διαλύσουμε τον Διόφαντο και τα τέρατά του, θα πρέπει να βρούμε άλλο τρόπο αντιμετώπισης. Κάτι που δεν έχει σχέση με τον πόλεμο, ίσως...»

Η Καρζένθα ύψωσε ένα φρύδι. «Όπως;»

«Να τους εκτρέψουμε από την πορεία τους κάπως. Μέχρι στιγμής, ο Διόφαντος τριγυρίζει στους δρόμους μας ζητώντας από όσους συναντά να υπηρετήσουν τον ‘βασιληά τούτης της διάστασης’ – τον εαυτό του, δηλαδή. Προφανώς, δεν έχει κάτι συγκεκριμένο εναντίον μας. Θα έκανε αυτή την ανωμαλία που κάνει όπου κι αν βρισκόταν. Και δεν θα ήταν καλύτερα να βρίσκεται, ας πούμε, στη Φιλήκοη; Ή – ακόμα καλύτερα – στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία;»

Τα μάτια της Καρζένθα στένεψαν, γυαλίζοντας. «Αυτή δεν είναι καθόλου άσχημη ιδέα. Όμως πώς θα το καταφέρουμε; Η κατεστραμμένη περιοχή μπαίνει μέσα στα σύνορα της Φιλήκοης, αλλά όχι και μέσα στα σύνορα της Α’ Κατωρίγιας.»

«Πράγμα που δεν έχει μεγάλη σημασία. Το ίδιο δύσκολο είναι να στρέψουμε τον Διόφαντο προς τη μια μεριά ή προς την άλλη. Νομίζεις ότι χρειάζεται την κατεστραμμένη περιοχή για να διασχίσει τα οποιαδήποτε σύνορα; Ποιοι συνοριοφύλακες θα μπορούσαν να τον σταματήσουν;»

«Η Φιλήκοη, πάντως, είναι πιο κοντά από το σημείο όπου τώρα βρίσκεται. Αλλά τέλος πάντων· έχεις κάποιο σχέδιο, Βάρνελ, ή μιλάς θεωρητικά;»

«Θεωρητικά, δυστυχώς,» παραδέχτηκε ο νέος Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, καθίζοντας σε μια από τις καρέκλες του μεγάλου τραπεζιού.

Η Καρζένθα κάθισε σε μια άλλη καρέκλα, δίπλα του.

Ο Βάρνελ είπε, συλλογισμένα: «Αν ήξερα ότι ήταν λογικός, ότι μπορούσες να μιλήσεις μαζί του, ίσως κατάφερνα κάπως να τον δελεάσω, ή να τον ξεγελάσω, ώστε να στραφεί εναντίον των εχθρών μας...»

Η Ασημίνα’νιρ σηκώθηκε από την πολυθρόνα της και ήρθε να καθίσει στην καρέκλα από την άλλη μεριά του Βάρνελ, χωρίς να μιλήσει, σαν να φοβόταν να τον αφήσει μόνο, με την Καρζένθα τόσο κοντά του· σαν η Καρζένθα να μπορούσε να τον δαγκώσει.

Η Καρζένθα απλά είπε: «Δεν είναι και τελείως παράλογος. Μιλάει, δεν μιλάει;»

«Αυτά, όμως, που λέει τα λένε οι τρελοί! Αν, ό,τι κι αν είναι, έχει το μυαλό παράφρονα, πώς μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του; Πώς μπορείς καν να τον πλησιάσεις για να κάνεις συζήτηση;»

«Η Κορίνα ίσως να μας πει...»

«Δεν είμαι και τόσο σίγουρος γι’αυτό, Καρζένθα. Την τελευταία φορά που επικοινώνησα μαζί της, μου φάνηκε ότι δεν είχε τίποτα απολύτως να προτείνει, ότι ήταν το ίδιο μπερδεμένη με εμάς.»

«Ας στείλουμε ένα τηλεκατευθυνόμενο αεροσκάφος που μπορεί να μεταφέρει τηλεπικοινωνιακά τη φωνή σου μέσω μεγάφωνου και να πιάσει τη φωνή και την εικόνα του Διόφαντου φέρνοντάς τα σ’εμάς εδώ, στο Πολιταρχικό Μέγαρο. Ακόμα κι αν ο Διόφαντος το καταστρέψει, δεν χάνουμε και πολλά.»

Ο Βάρνελ-Αλντ άναψε ένα τσιγάρο Ανοιχτόχρυσος· ρούφηξε καπνό, τον φύσηξε μέσα από τα καλοψαλιδισμένα γένια του. «Αυτός μάλλον είναι ο μόνος τρόπος,» είπε τελικά.

*

Το απόγευμα ένα μικρό αεροσκάφος πλησίασε τα νότια της Χτυπημένης όπου περιφέρονταν ο Διόφαντος και οι ακόλουθοί του. Στο μήκος ήταν πέντε μέτρα· στο πλάτος, δύο. Είχε έναν έλικα και δυο κυρτά φτερά. Ένας ισχυρός πομποδέκτης ήταν στο εσωτερικό του· και απέξω, μια κεραία, ένα μεγάφωνο, και ένας τηλεοπτικός πομπός με μικρόφωνο προσαρτημένο. Ο Βάρνελ-Αλντ έλεγχε το τηλεκατευθυνόμενο σκάφος από το Πολιταρχικό Μέγαρο μέσω μιας κονσόλας, παρακολουθώντας τα οπτικά δεδομένα στην οθόνη της.

Το μικρό αεροσκάφος δεν άργησε να βρεθεί πάνω από τον Διόφαντο, τα τέρατά του, τις ενεργειακές του οντότητες, και τους ανθρώπινους ακόλουθούς του που φαινόταν να έχουν αυξηθεί σε σχέση με πριν. Ο καταραμένος, σκέφτηκε ο Βάρνελ, συγκεντρώνει μαχητές γύρω του όπως ο Κάδμος Ανθοτέχνης! Έρχονται από το πουθενά! Αλλά για τελείως διαφορετικούς λόγους, προφανώς.

Ο Βάρνελ πάτησε το κουμπί που ενεργοποιούσε το μικρόφωνο της κονσόλας του, και μίλησε, με τη φωνή του ν’αντηχεί από το μεγάφωνο του μικρού αεροσκάφους: «Διόφαντε! Σου απευθύνεται ο Βάρνελ-Αλντ, ο Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας και της Α’ Ανωρίγιας Συνοικίας. Μη χτυπήσεις αυτό το σκάφος. Επιθυμώ μόνο να συζητήσουμε.»

Η φωνή του Διόφαντου ακούστηκε σαν παράσιτα που σχημάτιζαν λέξεις: ~ΔΕΧΕΣΑΙ ΝΑ ΥΠΗΡΕΤΗΣΕΙΣ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗΑ ΕΤΟΥΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗΣ, ΒΑΡΝΕΛ-ΑΛΝΤ;~

Ο Βάρνελ αναρωτήθηκε: Πώς μπορώ να εκμεταλλευτώ την παραφροσύνη του προς όφελός μου; Ήταν ένα ερώτημα που στριφογύριζε μες στο κεφάλι του εδώ και ώρα, καθώς η Μορτένκα’μορ και ο Σολάμνης’μορ προετοίμαζαν το μικρό τηλεκατευθυνόμενο αεροσκάφος.

«Δέχομαι να συμμαχήσω μαζί σου, Διόφαντε, αν αναφέρεσαι στον εαυτό σου ως ‘βασιληά ετούτης της διάστασης’.»

~ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΑΛΛΟΣ ΒΑΣΙΛΗΑΣ ΤΗΣ ΡΕΛΚΑΝΜΙΑ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ! ΚΑΙ ΠΩΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ;~

Δεν είναι, λοιπόν, τόσο παράφρονας ώστε να μην αναρωτιέται από πού έρχονται οι πληροφορίες, παρατήρησε ο Βάρνελ. Πρέπει – κάπως – να μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του! «Δεν αμφιβάλλω για τη βασιλεία σου εδώ, Διόφαντε,» αποκρίθηκε. «Αλλά, όπως καταλαβαίνεις, έχω κι εγώ τις δικές μου δυνάμεις, οι οποίες δεν είναι αμελητέες» – θέλοντας να τον τρομάξει λίγο σχετικά με το πώς είχε μάθει το όνομά του.

~Η ΥΠΕΡΟΨΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΕΤΗ, ΒΑΡΝΕΛ-ΑΛΝΤ! ΔΕΧΕΣΑΙ ΝΑ ΥΠΗΡΕΤΗΣΕΙΣ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗΑ ΤΗΣ ΡΕΛΚΑΜΝΙΑ;~

Ο άθλιος τολμούσε να του κάνει και κριτική για τη συμπεριφορά του! Ο Βάρνελ είπε: «Δέχομαι να συμμαχήσουμε. Δεν σκοπεύεις, φυσικά, να διοικήσεις εσύ ο ίδιος κάθε συνοικία της Ρελκάμνια, έτσι δεν είναι; Εγώ μπορώ να είμαι ο πρώτος σου σύμμαχος. Έχεις πολύ περισσότερα να κερδίσεις έχοντας με ως σύμμαχο παρά ως εχθρό. Ακόμα κι αν με νικήσεις, συντρίβοντας εν τω μεταξύ τη Β’ Κατωρίγια Συνοικία, τι θα πετύχεις; Θα έχεις υπό την κυριαρχία σου μια διαλυμένη συνοικία!»

~ΠΑΡΑΔΙΝΕΣΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Σ’ΕΜΕΝΑ, ΒΑΡΝΕΛ-ΑΛΝΤ;~

«Σου προτείνω να κατευθυνθείς προς τους πραγματικούς μας εχθρούς! Δυτικά από εδώ βρίσκεται η Α’ Κατωρίγια Συνοικία. Είναι κι αυτή μια συνοικία κοντά στον πελώριο ποταμό που ονομάζεται Ριγοπόταμος–»

~ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΗ ΡΕΛΚΑΜΝΙΑ, ΑΝΟΗΤΕ! ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΒΡΙΣΚΟΜΑΙ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ;~

Πώς είναι δυνατόν αυτό; αναρωτήθηκε ο Βάρνελ. Από άλλη διάσταση δεν ήρθε τούτο το τέρας; Τέλος πάντων... «Η Α’ Κατωρίγια Συνοικία είναι ο κοινός εχθρός μας, Διόφαντε! Ο Πολιτάρχης της σχεδιάζει σύντομα να μας επιτεθεί, εδώ, στη Β’ Κατωρίγια. Εμείς είμαστε ήδη σύμμαχοί σου, Διόφαντε – αναγνωρίζουμε ήδη τον Βασιληά της Ρελκάμνια. Ο Σελασφόρος Χορονίκης, ο Πολιτάρχης της Α’ Κατωρίγιας, δεν τον αναγνωρίζει· δεν είναι υποτακτικός σου. Και νομίζω πως θα έπρεπε να κατευθυνθείς στη συνοικία του για να την υποτάξεις!»

~ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΟΤΑΞΩ ΠΡΩΤΑ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ, ΒΑΡΝΕΛ-ΑΛΝΤ;~

«Σου εξήγησα: η Β’ Κατωρίγια είναι ήδη σύμμαχός σου. Εγώ, ο Βάρνελ-Αλντ, ένδοξος γόνος των Αλντ’κάρθοκ, είμαι σύμμαχός σου. Και είμαι, συγχρόνως, Πολιτάρχης και της Α’ Ανωρίγιας Συνοικίας. Αυτό σημαίνει πως δύο συνοικίες σε αναγνωρίζουν αυτή τη στιγμή ως Βασιληά της Ρελκάμνια! Η Α’ Κατωρίγια, όμως, δεν σε αναγνωρίζει. Και ο Πολιτάρχης της, ο Σελασφόρος Χορονίκης, είναι εχθρός μας από καιρό. Αν τον υποτάξεις, θα έχεις τρεις συνοικίες υπό την κυριαρχία σου. Αν τον αφήσεις να μας επιτεθεί, θα είναι ουσιαστικά σαν να χτυπά μέρος του βασιλείου σου!»

Ο Διόφαντος έμεινε για λίγο σιωπηλός ενώ ο Βάρνελ-Αλντ έβλεπε την ενεργειακή του μορφή να πάλλεται μέσα στον άδειο δρόμο, φτάνοντας στην οθόνη του μέσω του τηλεοπτικού πομπού επάνω στο τηλεκατευθυνόμενο αεροσκάφος.

Τελικά, ο Διόφαντος είπε: ~ΘΑ ΤΟ ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ, ΒΑΡΝΕ-ΑΛΝΤ, ΚΑΙ ΘΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΟΥΜΕ.~

«Από εμένα δεν έχεις τίποτα να χάσεις, αν πάψεις να χτυπάς τη συνοικία μου – η οποία είναι μέρος του βασιλείου σου πλέον, ούτως ή άλλως.»

~ΘΑ ΤΟ ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ.~

Ο Βάρνελ-Αλντ καταλάβαινε πως η συζήτηση είχε λήξει, και καλύτερα να μην το παρατραβούσε· μπορεί να χαλούσε ό,τι είχε ήδη καταφέρνει να φτιάξει. Πατώντας πλήκτρα επάνω στην κονσόλα του έκανε το τηλεκατευθυνόμενο αεροσκάφος να φύγει από εκεί όπου βρισκόταν και ν’αρχίσει να έρχεται προς το Πολιταρχικό Μέγαρο. Δεν ήταν και πολύ γρήγορο: η οθόνη έγραφε ότι τώρα πετούσε με ταχύτητα 30 ΧΛΜ./ΩΡΑ – η μέγιστή του ταχύτητα. Αλλά, βέβαια, δεν προοριζόταν για αγώνες πτήσης.

Ο Βάρνελ στράφηκε στην Καρζένθα και την Ασημίνα οι οποίες στέκονταν παραδίπλα.

Η δεύτερη χαμογελούσε. «Είσαι πανέξυπνος, Βάρνελ!»

«Ευχαριστώ, αγάπη μου,» αποκρίθηκε – μετριοφρόνως, νόμιζε – ο Βάρνελ-Αλντ, υπομειδιώντας μέσα από τα γένια του.

Η Καρζένθα είπε: «Ας ελπίσουμε πως δεν θα καταλάβει ότι τον κοροϊδεύεις, και ότι θα φανεί όντως συνεργάσιμος.»

«Αν δεν φανεί συνεργάσιμος – αν δεν χτυπήσει την Α’ Κατωρίγια Συνοικία – δεν έχουμε χάσει τίποτα ούτως ή άλλως. Απλά θα βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση με πριν... η οποία είναι αρκετά άσχημη,» παραδέχτηκε.

Η Καρζένθα ένευσε. «Πράγματι,» είπε. «Πάντως, δεν νομίζω πως ακόμα και η Κορίνα θα μπορούσε να τα είχε καταφέρει καλύτερα από εσένα τώρα. Αν όντως χτυπήσει την Α’ Κατωρίγια, θα είναι μεγάλη βοήθεια για εμάς.»

«Αν έχει έστω και λίγη λογική, γιατί να συνεχίσει να επιτίθεται στη Β’ Κατωρίγια;» είπε η Ασημίνα’νιρ. «Του δώσαμε εκείνο που ήθελε, έτσι δεν είναι; Τι άλλο μπορεί να ζητήσει;»

«Αυτό,» τόνισε ο Βάρνελ, «είναι το μόνο που με φοβίζει.»

Η μάγισσα συνοφρυώθηκε. «Ποιο;»

«Το τι άλλο μπορεί να ζητήσει. Είναι εύκολο να λες ότι ‘υπηρετείς’ κάποιον, ή ότι είσαι ‘σύμμαχός του’· αλλά τι γίνεται όταν αυτός ζητήσει κάποια συγκεκριμένη υπηρεσία από εσένα; Κάποια υπηρεσία που δεν είσαι πρόθυμος να προσφέρεις;»

«Για την ώρα,» είπε η Καρζένθα-Σολ, «ας ελπίσουμε πως δεν θα συμβεί τέτοιο πράγμα, Βάρνελ.»

Ο Πολιτάρχης ένευσε. «Εκεί ποντάρω κι εγώ.»

/19\

Η Άνμα και η Νορέλτα διαβάζουν σημάδια μες στο σκοτάδι, ο στρατός του Βόρκεραμ-Βορ καταυλίζεται γύρω από ένα ιερό μνημείο, η Νύφη του Χάροντα εκφράζει τη δυσαρέσκειά της, η Τριανδρία παρευρίσκεται σε ακόμα μια πολιτική συνάντηση, δύο Θυγατέρες αποκαλύπτουν ένα όχι και τόσο καλά κρυμμένο μυστικό, ο Κίρκος παρατηρεί, η Φοίβη δεν μοιάζει εντυπωσιασμένη, και ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος κάνει μια επίσκεψη που του φαίνεται δύσκολο να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ τούς προειδοποίησαν πως βρίσκονταν υπό παρακολούθηση, από κάποιους που ίσως να μην είχαν το καλό τους κατά νου. Το φώναξαν στην Ευμενίδα Νοράλνω και στον Ρίντιλακ-Κονχ, από τα παράθυρα του φορτηγού τους, καθώς οδηγούσαν μες στη νύχτα στους άθλιους δρόμους της Επιγεγραμμένης αναζητώντας μέρος για να σταματήσουν. Τα δημόσια φώτα ήταν ελάχιστα και οι περιοχές πνιγμένες στα σκοτάδια.

«Πώς το ξέρετε;» ρώτησε ο Αρχοντομαχητής, από ένα παράθυρο του δικού του τετράκυκλου οχήματος.

«Τους είδαμε, ρε!» αποκρίθηκε η Άνμα. «Πώς λες να το ξέρουμε;»

«Προς τα πού είναι;» ρώτησε η Ευμενίδα Νοράλνω – που δεν ήταν τόσο ανόητη ώστε να αμφισβητήσει τη ματιά δύο Θυγατέρων της Πόλης, παρατήρησε η Άνμα.

Η Νορέλτα έδειξε. «Προς τα εκεί!»

«Εντάξει,» είπε ο Ρίντιλακ-Κονχ. «Θα στείλουμε κάποιους να ερευνήσουν.» Τα πολεοσημάδια μαρτυρούσαν στις δύο Θυγατέρες ότι ακόμα και τώρα ήταν καχύποπτος μαζί τους. Τι νομίζει, αναρωτήθηκε η Άνμα, ότι προσπαθούμε να μπλοφάρουμε για να ξεγλιστρήσουμε από τον στρατό του;

Μερικοί δικυκλιστές έφυγαν για να ανιχνεύσουν, ενώ τα υπόλοιπα οχήματα είχαν ελαττώσει την ταχύτητά τους καθώς αναζητούσαν μέρος για διανυκτέρευση.

Σύντομα, οι δικυκλιστές επέστρεψαν και ο Αρχοντομαχητής φώναξε στις Θυγατέρες από το όχημά του: «Δεν είδαν κανέναν!»

«Ίσως ν’απομακρύνθηκαν,» αποκρίθηκε η Άνμα. Τα πολεοσημάδια είχαν, πριν από λίγο, δείξει σ’εκείνη και τη Νορέλτα-Βορ ότι δεν τους παρακολουθούσαν πλέον. Μάλλον, όποιοι κι αν ήταν είχαν δει τους δικυκλιστές, είχαν θορυβηθεί, και είχαν φύγει.

«Ναι, ίσως,» είπε ο Ρίντιλακ-Κονχ, καχύποπτος ως συνήθως, και έκλεισε το παράθυρό του.

Η Νορέλτα είπε στην Άνμα: «Λες να ήταν άνθρωποι του Βάρνελ-Αλντ;»

«Πολύ πιθανό, Αδελφή μου. Πρέπει νάχουν παρατηρητές που παρακολουθούν ποιος βγαίνει και ποιος μπαίνει στην Επιγεγραμμένη – ειδικά ένα μεγάλο, οπλισμένο πλήθος σαν αυτό.»

«Μπορεί, δηλαδή, και να μας επιτεθούν,» συμπέρανε η Νορέλτα. «Γαμώτο!» είπε. «Ο Βόρκεραμ έπρεπε να ήταν εδώ. Θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε μαζί του – να τον προειδοποιήσουμε σωστά. Τώρα τι να πούμε σ’αυτό τον τύπο – τον Αρχοντομαχητή; Δεν ξέρει τι είμαστε, και μας νομίζει για κάτι άλλο. Κι ακόμα και η Ευμενίδα δεν μας εμπιστεύεται απόλυτα.»

«Ίσως θα ήταν καλά να του λέγαμε κι αυτού την αλήθεια...» Η Άνμα ήταν συλλογισμένη.

«Εννοείς ότι είμαστε Θυγατέρες της Πόλης;»

Η Άνμα κατένευσε.

«Και η Ευμενίδα, που το ξέρει, πάλι δεν μας εμπιστεύεται απόλυτα, όπως είπα.»

«Ναι αλλά δεν είναι και τόσο καχύποπτη μαζί μας.»

«Χμμμ... Ο Ρίντιλακ, βέβαια, μπορεί να γελάσει αν ακούσει ότι είμαστε Θυγατέρες της Πόλης.»

«Θες να πεις ότι δεν θα το πιστέψει;»

«Φυσικά.»

«Η Ευμενίδα, όμως, θα το επιβεβαιώσει. Και δεν μπορεί να την αμφισβητήσει, γιατί δεν ξέρει το μυστικό μας μόνο αυτή· το ξέρει κι ο αρχηγός, και άλλοι. Καλό θα ήταν να του το πούμε, Νορέλτα, για να ξεμπλέξουμε.»

Η Νορέλτα-Βορ άναψε τσιγάρο. «Ας του το πούμε,» αποκρίθηκε ύστερα από λίγο. «Αύριο.»

Η Άνμα έγνεψε καταφατικά ενώ οδηγούσε το φορτηγό, φωτίζοντας τους άθλιους δρόμους της Επιγεγραμμένης, παρατηρώντας τα σημάδια της Πόλης.

Η αναζήτηση για μέρος διανυκτέρευσης σύντομα τελείωσε σε μια πλατεία που στο κέντρο της ορθωνόταν ένας μοναχικός τοίχος, ύψους είκοσι-τριών μέτρων και πλάτους έξι-και-κάτι. Η επιφάνειά του φαινόταν να είναι γεμάτη παράξενες λαξευτές γραφές, καθώς οι προβολείς των οχημάτων τη φώτιζαν.

Ο Επιγεγραμμένος Τοίχος. Το Στόμα της Ατέρμονης Πολιτείας, όπως τον ονόμαζαν ορισμένοι. Ένα μνημείο που θεωρείτο ιερό σ’ολάκερη τη διάσταση της Ρελκάμνια, και πολλοί πίστευαν ότι βρισκόταν εδώ από προτού οικοδομηθούν τα πρώτα χτίρια της Ατέρμονης Πολιτείας. Οι γραφές επάνω του υποτίθεται πως άλλαζαν, με αργό ρυθμό, σαν ο τοίχος να ήταν ζωντανός οργανισμός, όχι από άψυχη πέτρα. Κανείς όμως δεν μπορούσε να καταλάβει τι γραφόταν εκεί. Κανείς, εκτός από όσους λάμβαναν τη στιγμιαία εύνοια του Υπερχρόνιου Άρχοντα, του Κρόνου, σύμφωνα με τα λεγόμενα.

Η Άνμα είχε ξαναπεράσει από τούτο το μπουρδέλο που ονομαζόταν Επιγεγραμμένη και ο Υπερχρόνιος Άρχοντας δεν της είχε δώσει καμιά στιγμιαία εύνοια για να καταλάβει ούτε λέξη από τα ορνιθοσκαλίσματα πάνω στον Τοίχο.

Η Νορέλτα-Βορ δεν είχε ξαναεπισκεφτεί τον Επιγεγραμμένο Τοίχο. «Αυτός είναι, έτσι, Άνμα;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, καθώς τα οχήματα των μισθοφόρων σταματούσαν γύρω από το ιερό μνημείο της Ρελκάμνια.

«Σαν πολεοτύχη μοιάζει που, τελικά, ο στρατός του Βόρκεραμ-Βορ σταθμεύει εδώ...» παρατήρησε, σκεπτικά, η Νορέλτα.

«Μπορεί... Η πλατεία, πάντως, έχει χώρο παρότι μικρή.»

Τα οχήματα του στρατεύματος γρήγορα τη γέμισαν κι έπιασαν και τους δρόμους γύρω της. Κανείς δεν ήρθε, φυσικά, για να τους κάνει παρατήρηση· στην Επιγεγραμμένη βρίσκονταν: δεν είχαν ν’ανησυχούν για καμιά μορφή αστυνόμευσης εδώ.

Η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ κατέβηκαν από το φορτηγό τους και είδαν – τα πολεοσημάδια τούς το φανέρωσαν αμέσως – ότι κάποιοι από τους Εκλεκτούς βρίσκονταν κοντά τους για να τις προσέχουν, παρότι παρίσταναν ότι απλά στέκονταν χωρίς ιδιαίτερο λόγο.

Ο στρατός άρχισε να τοποθετεί σκηνές ανάμεσα στα οχήματα, για να διανυκτερεύσει. Ορισμένοι στήνονταν φρουροί στα άκρα του καταυλισμού, σε καίρια σημεία με ορατότητα.

Οι δύο Θυγατέρες έμειναν στη θέση τους· δεν απομακρύνθηκαν από το φορτηγό τους, βέβαιες ότι θα έρχονταν να τους μιλήσουν. Και δεν είχαν άδικο: ο Ρίντιλακ-Κονχ και η Ευμενίδα τις πλησίασαν. Μαζί τους ήταν και η Φιόνα Ισόσχημη, που παραλίγο να μην την αναγνωρίσουν καθώς τώρα δεν ήταν ντυμένη σαν φρουρός της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας αλλά σαν τους Εκλεκτούς, φορώντας όμως ένα περιβραχιόνιο με το έμβλημα της Β’ Κατωρίγιας στο μπράτσο της.

«Λοιπόν,» είπε ο Αρχοντομαχητής. «Πού σκοπεύετε να περάσετε τη νύχτα;»

«Ελπίζουμε όχι κάπου κλειδωμένες,» αποκρίθηκε η Άνμα, ατενίζοντάς τον τσαντισμένα.

«Αν δεν θέλετε σκηνή – οι οποίες δεν μας περισσεύουν – μπορείτε να ξεκουραστείτε μες στο όχημά σας»· έδειξε, με το σαγόνι του, το παλιό φορτηγό. «Συμφωνείτε;»

«Δε διαφωνούμε,» είπε η Άνμα.

«Καλώς. Έχετε τίποτ’ άλλο να μου πείτε; Τώρα θα ήταν μια καλή στιγμή...» Τις προκαλούσε να παραδεχτούν ότι ήταν κατάσκοποι του Αλυσοδεμένου Ποιητή. Ήταν προφανές.

Η Άνμα και η Νορέλτα αλληλοκοιτάχτηκαν, και η μία είδε στα μάτια της άλλης ότι, ναι, ήταν συνετό κάτι να αναφέρουν. Έτσι, η δεύτερη τού αποκρίθηκε: «Θα ξαναμιλήσουμε αύριο.»

«Για συγκεκριμένο θέμα;»

«Αρκετά συγκεκριμένο.»

«Εντάξει,» είπε ο Ρίντιλακ-Κονχ. «Καλό σας βράδυ. Θα φροντίσω σύντομα να σας φέρουν φαγητό.» Και εκείνος, η Ευμενίδα, και η Φιόνα απομακρύνθηκαν.

Η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ ανέβηκαν ξανά στο φορτηγό, έβγαλαν τα υποδήματά τους, και βολεύτηκαν.

Ο Αρχοντομαχητής δεν είχε πει ψέματα: ένας Εκλεκτός ήρθε, μετά από λίγο, και τους έφερε φαγητό και ποτό. «Πώς είναι τα πράγματα στη Β’ Κατωρίγια τώρα;» τις ρώτησε. Τον έλεγαν Βεντάκη· οι δύο Θυγατέρες δεν ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπαν.

«Ο Ποιητής κάνει κουμάντο,» απάντησε η Άνμα, «κι ο Βάρνελ-Αλντ είναι Πολιτάρχης. Αλλά, μάλλον, αυτά τα ξέρεις ήδη, μεγάλε.»

Ο Βεντάκης ένευσε μουγκρίζοντας. «Καλή όρεξη,» είπε.

«Φχαριστούμε.»

Η Νορέλτα σκέφτηκε προς στιγμή να τον προκαλέσει να μείνει μαζί τους – ήξερε ότι μπορούσε να το καταφέρει· το διάβαζε στα πολεοσημάδια του – ώστε να τον ψαρέψουν για να τους πει πού βρίσκονταν ο ξάδελφός της και η Μιράντα. Αλλά δεν το έκανε, τελικά, γιατί πιθανώς αυτό να τις έβαζε σε μπελάδες με τον Αρχοντομαχητή. Θα του μιλήσουμε αύριο, και θα δούμε τι θα γίνει... Αν δεν καταφέρουμε τίποτα έτσι, τότε ίσως θα έπρεπε ν’αρχίσουμε να σκεφτόμαστε εναλλακτικές μεθόδους πληροφόρησης. Ήταν σημαντικό να βρουν τη Μιράντα, και γρήγορα.

Καθώς έτρωγαν μέσα στο φορτηγό, η Άνμα είπε: «Τα τσουτσέκια του Βάρνελ-Αλντ τώρα θα ξέρουν ότι ένας στρατός μπήκε στην Επιγεγραμμένη.»

«Λες να κατάλαβαν και ποιος στρατός είναι; Ποιος ακριβώς;» Η Νορέλτα ήπιε μια γουλιά απ’το Αργυρό Νεφέλωμά της.

«Λόγω του σκατίσιου φωτισμού της Επιγεγραμμένης, ίσως όχι. Αλλά ίσως και να το κατάλαβαν. Όπως και νάχει, προτείνω να φυλάμε σκοπιές, Αδελφή μου. Μια εσύ, μια εγώ. Συμφωνείς; Άμα κάνουν να μας πλησιάσουν μες στη νύχτα έχοντας πουστιά κατά νου, η Πόλη θα μας ειδοποιήσει.»

Η Νορέλτα μάσησε τη μπουκιά της, την κατάπιε, και είπε: «Αν και βαριέμαι να φυλάω σκοπιές, έχεις δίκιο.»

«Η Άνμα είναι σοφή, Αδελφή μου.»

Η Νορέλτα έκανε έναν οριακά προσβλητικό μορφασμό.

«Δεν κατάλαβα· διαφωνείς;» την πείραξε η Άνμα, υπομειδιώντας, καθώς δάγκωνε το σάντουίτς της.

*

Η Σειρήνα Οβορμάνδω είχε, αναμενόμενα, κρατήσει τον λόγο της. Χτες το απόγευμα, ο Βόρκεραμ-Βορ και η συνοδία του επέστρεψαν στην Κουρασμένη χωρίς το παραμικρό πρόβλημα από τους φύλακες των συνόρων και την Αστυνομία, και οδηγήθηκαν σ’ένα μεγάλο, καλό ξενοδοχείο από τους ανθρώπους της Πολιτάρχη. Υπήρχε άπλετος χώρος για όλους τους, και οι Θυγατέρες της Πόλης δεν διέκριναν παγίδα. Ούτε η Ζιλκάμα’μορ μπορούσε να ανιχνεύσει τίποτα ύποπτο με τη μαγεία της. Τα πάντα έμοιαζαν βολικά και φιλικά.

Η Φοίβη, όμως, φαινόταν ανήσυχη στη Μιράντα – κάτι που περισσότερο από τα σημάδια της Πόλης μπορούσε να διακρίνει παρά με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.

«Τι συμβαίνει, Αδελφή μου;» τη ρώτησε σε κάποια στιγμή που τη βρήκε μόνη στον διάδρομο ανάμεσα στα δωμάτια. «Τρέχει κάτι;»

«Τίποτα συγκεκριμένο· τίποτα που να δείχνει ότι κινδυνεύει ο σπουδαίος ‘αρχηγός’ σας, αν γι’αυτό ρωτάς.»

«Δε ρωτάω γι’αυτό και το ξέρεις. Αν υπήρχε τέτοιος κίνδυνος, μάλλον θα τον είχαμε διακρίνει μαζί.»

Η Φοίβη δεν το αμφέβαλλε. «Αισθάνομαι πως χάνω τον χρόνο μου εδώ, Μιράντα, εντάξει;»

«Τι θα προτιμούσες να κάνεις;»

«Ξέρεις τι θα προτιμούσα να κάνω. Ο καταραμένος Αλυσοδεμένος Ποιητής νιώθω σαν συνέχεια να είναι μες στο κεφάλι μου! Συνέχεια, κάτι με ωθεί να πάω να τον σκοτώσω.»

«Η Πόλη, όμως, δεν σε διώχνει από κοντά μας,» τόνισε η Μιράντα. «Το σημάδι σου δεν σε πονά, έτσι δεν είναι;»

«Αν με πονούσε θα είχα ήδη φύγει, Αδελφή μου.»

«Επομένως, καλά είσαι μαζί μας, για τώρα–»

«Μαλακίες! Σου είπα ότι σ’εκείνο το όνειρό μου είδα πως σκότωνα τον Αλυσοδεμένο Ποιητή ενώ η Κορίνα στεκόταν και με κοιτούσε χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα για να με σταματήσει. Κάτι έχει αλλάξει, Μιράντα. Νομίζω ότι τώρα μπορώ να τα καταφέρω.»

«Γιατί είσαι τόσο ανόητη, γαμώτο; Δε σκέφτεσαι ότι ίσως η Κορίνα να προσπαθεί να σε κοροϊδέψει; Το γνωρίζεις ότι μπορεί να παίζει με τα όνειρά μας. Ίσως αυτό το όνειρο που είδες να ήταν σταλμένο από εκείνη–»

«Δεν το νομίζω–»

«Δεν έχει σημασία τι νομίζεις’, Φοίβη! Η Κορίνα είναι πιο έμπειρη από εσένα, και δέκα φορές πιο διαβολική. Το αμφισβητείς;»

«Τη γνωρίζω καλά πλέον, την καταραμένη.» Τα μάτια της Νύφης του Χάροντα στραφτάλιζαν σαν πυρακτωμένες μαύρες πέτρες.

«Κι εμένα προσπάθησε να με κοροϊδέψει στον ύπνο μου χτες βράδυ, προτού ξεκινήσουμε για τη Βαθμιδωτή.»

«Τι σου είπε;»

«Δεν έχει σημασία. Ήταν μια απάτη. Απ’αυτές που η Κορίνα ξέρει καλά να στήνει. Ήθελε να με τραβήξει μακριά από τον Βόρκεραμ και τους άλλους. Κάποια επίθεση πρέπει νάχει στο μυαλό της.»

«Μιράντα, δε νομίζω ότι το δικό μου όνειρο ήταν σταλμένο από–»

«Σου είπα – δεν έχει σημασία τι ‘νομίζεις’!»

«Δε μ’ενδιαφέρει η γνώμη σου, γαμώτο, Μιράντα!» γρύλισε η Φοίβη, σφίγγοντας τη γροθιά της, μοιάζοντας στα πρόθυρα να χτυπήσει την Αδελφή της. «Η δουλειά μου είναι να–»

«Είναι να μην φυλακιστείς πάλι από την Κορίνα! Αν πιστεύεις ότι αυτή τη φορά δεν θα σε περιμένει – αν πιστεύεις ότι δεν θα καταφέρει να σε παγιδέψει – πήγαινε!» Η Μιράντα έδειξε προς τη μεριά που διαισθανόταν ότι ήταν η Β’ Κατωρίγια Συνοικία, εκατοντάδες χιλιόμετρα απόσταση από εδώ (είχε πολύ καλή αίσθηση του προσανατολισμού, ακόμα και μέσα σε κλειστούς χώρους). «Αλλά μην αυταπατάσαι, ανόητη, ότι θα έρθω ξανά να σε βοηθήσω. Δεν είναι κάθε μέρα γιορτή της Μεριδόρης!» Και, στρεφόμενη, πήγε προς το δωμάτιο που μοιραζόταν με τον Αλέξανδρο. Άνοιξε την πόρτα και, μπαίνοντας, την έκλεισε πίσω της. Το κομμένο πόδι της πονούσε πολύ απόψε, καθώς η Πόλη το μεγάλωνε, και δεν είχε διάθεση για ηλίθιους διαπληκτισμούς με τη Φοίβη. Αν ήταν τόσο χαζή ώστε να πάει να πέσει στα δίχτυα της Κορίνας, ας πήγαινε!

Το πρωί, όμως, η Νύφη του Χάροντα ήταν ακόμα μαζί τους καθώς συγκεντρώνονταν στο εστιατόριο του ξενοδοχείου για να πάρουν πρωινό.

Η Μιράντα καθόταν στο ίδιο τραπέζι με τον Αλέξανδρο, τον Βόρκεραμ-Βορ, τον Όρπεκαλ-Λάντι, την Ολντράθα, τη Φοριντέλα-Ράο, τον Μάικλ Παγοθραύστη, και τον Αλεξίσφαιρο Άβαντα. Η Φοίβη ήταν καθισμένη σ’ένα τραπέζι παραδίπλα μαζί με τη μισθοφόρο Ροντάκη και έναν Εκλεκτό. Είχε μόνο έναν καφέ μπροστά της, και κάπνιζε. Έλεγε κάτι στους άλλους δύο, επί του παρόντος, και την άκουγαν νεύοντας, ο Εκλεκτός δαγκώνοντας συγχρόνως μια τυρόπιτα.

Ο Βόρκεραμ είπε: «Θα καλέσω στο Πολιτικό Μέγαρο, για να βεβαιωθώ ότι μας περιμένει η Οβορμάνδω όπως υποσχέθηκε.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Όρπεκαλ αλείφοντας μια μεγάλη φρυγανιά με μαρμελάδα Επίστρωτης, «αν και εγώ δεν την εμπιστεύομαι πλέον. Όχι αφού συζήτησε με τον Χρονομάχο.»

«Δε μου φαίνεται τόσο ευεπηρέαστη,» είπε ο Βόρκεραμ, βγάζοντας τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του.

«Νομίζεις ότι θα μπει στη Συμμαχία;» Ο Όρπεκαλ-Λάντι ήταν φανερό πως δεν το νόμιζε.

«Δε θα το απέκλεια κιόλας.»

«Από το στόμα σου στ’αφτί του Κρόνου.»

«Ο Κρόνος πάντα με αφουγκράζεται, Όρπεκαλ.» Ο Βόρκεραμ πατούσε κουμπιά πάνω στον πομπό του, κάνοντάς τους νόημα να σωπάσουν.

«Μάλιστα;» ακούστηκε μια φωνή από το μεγάφωνο της συσκευής.

«Καλημέρα σας. Είστε ο Γραμματέας της Πολιτάρχη, στο Πολιτικό Μέγαρο της Κουρασμένης;»

«Μάλιστα. Τι θα θέλατε;»

«Ονομάζομαι Βόρκεραμ-Βορ. Καλώ για να ρωτήσω αν η Εξοχότατη περιμένει εμένα και τους συντρόφους μου για να συναντηθούμε σήμερα.»

«Ασφαλώς και σας περιμένει, κύριε Βόρκεραμ-Βορ. Είναι ήδη εδώ.»

«Καλώς,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ. «Ενημερώστε τη ότι σε καμιά ώρα θα είμαστε μαζί της.»

Ο Γραμματέας υποσχέθηκε πως θα την ενημέρωνε και, χαιρετώντας ευγενικά, τερμάτισε την τηλεπικοινωνία.

«Καλά θα κάνουμε να μην καθυστερούμε,» είπε ο Βόρκεραμ-Βορ στους υπόλοιπους, κρύβοντας ξανά τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του.

«Μας διακόπτεις το πρωινό,» παρατήρησε ο Αλέξανδρος με ουδέτερη έκφραση, «το πιο βασικό γεύμα της ημέρας.» Ήταν ο μόνος που εξέφρασε, έστω και αστειευόμενος, μια μικρή διαφωνία. Σύντομα, σηκώθηκαν από τα τραπέζια του εστιατόριου του ξενοδοχείου (όπου όλα τα φαγητά και τα ποτά ήταν πληρωμένα από την Πολιτάρχη) και κατευθύνθηκαν προς το γκαράζ για να πάρουν τα οχήματά τους.

*

«Άνμα;»

«Μμμμμμμ...»

«Ξημέρωσε, Αδελφή μου.»

Η Άνμα έτριψε τα μάτια της καθώς ήταν ξαπλωμένη στο μακρόστενο, ξεφτισμένο, δερμάτινο κάθισμα έχοντας τα πόδια της πάνω στα γόνατα της Νορέλτα-Βορ η οποία καθόταν στη μια από τις άκριες του καθίσματος παρατηρώντας τα πολεοσημάδια, φυλώντας την τελευταία σκοπιά, την πρωινή.

«Μμμμμμμμ.»

Η Νορέλτα τής γαργάλησε τις πατούσες. «Σήκω.»

«Δεν είμαι τόσο γαργαλιάρα, ανώμαλη,» γέλασε η Άνμα, και πήρε τα πόδια της από τα γόνατα της Αδελφής της ώστε να καθίσει κι εκείνη.

«Καφέ;» Η Νορέλτα έτεινε ένα χάρτινο ποτήρι προς το μέρος της.

Η Άνμα το πήρε, βλέποντας πως η Νορέλτα είχε ένα άλλο ποτήρι για τον εαυτό της. «Ποιος τους έφερε;»

«Η εύνοια της Καθμύρας, παιδί μου.»

Η Άνμα ρουθούνισε, μισογελώντας, και ήπιε μια γουλιά απ’τον καφέ της. «Ο Βεντάκης πάλι;»

«Η Λητώ.»

«Οι δίδυμες δεν είναι με τον αρχηγό;»

«Τς.»

«Τίποτα συγκλονιστικό όσο κοιμόμουν;»

Η Νορέλτα ήπιε καφέ. «Τίποτα. Βαρεμάρα. Τώρα μόνο βλέπω κάτι πολεοσημάδια ότι μας παρακολουθούν.»

Η Άνμα συνοφρυώθηκε, παρατηρώντας κι εκείνη τα σημάδια της Πόλης μέσα στο πρωινό. «Αλλά δεν πρέπει νάναι οι ίδιοι, ε; Ή ίσως νάναι μπλεγμένοι με τους άλλους...» Τα πολεοσημάδια μαρτυρούσαν ότι πολύς κόσμος κοίταζε τον καταυλισμένο στρατό του Βόρκεραμ-Βορ, μα κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει για να τους ζητήσει τον λόγο· και όλοι τους ήταν περίεργοι.

«Ναι, ίσως.»

«Θα μιλήσουμε στ’αφεντικό, λοιπόν, σήμερα, όπως είπαμε;»

«Πρέπει, δεν πρέπει;»

«Πρέπει.»

«Τώρα;»

«Βλέπεις να υπάρχει λόγος για καθυστέρηση;» Η Άνμα ήπιε ακόμα μια γουλιά απ’τον καφέ της και, μετά, φόρεσε τις μπότες της. Άναψε ένα τσιγάρο και, με αυτό στο στόμα και το χάρτινο ποτήρι στο χέρι, άνοιξε την πόρτα της και πήδησε έξω από το παλιό φορτηγό.

Η Νορέλτα-Βορ περίμενε μερικά δευτερόλεπτα, παρατηρώντας τα πολεοσημάδια, και κατάλαβε πως το «σήμα» δόθηκε ότι οι ύποπτες έβγαιναν από το τροχοφόρο κλουβί τους. Ο Αρχοντομαχητής δεν θ’αργούσε τώρα νάρθει· και η Ευμενίδα, ίσως. Είναι σημαντικό νάναι κι οι δύο μαζί όταν θα του μιλήσουμε.

Η Νορέλτα φόρεσε τα καφετιά μποτάκια της και πήδησε κι εκείνη έξω από το φορτηγό, από την άλλη μεριά του, έχοντας τον καφέ της στο χέρι. Έκανε τον κύκλο του οχήματος και συνάντησε την Άνμα.

Περίμεναν, όρθιες, χωρίς να μιλάνε, κοιτάζοντας γύρω-γύρω.

Ο Ρίντιλακ-Κονχ δεν φαινόταν να έρχεται. Ούτε η Ευμενίδα Νοράλνω.

«Βεντάκη!» Η Νορέλτα έκανε νόημα στον εν λόγω Εκλεκτό να πλησιάσει, βλέποντάς τον εκεί κοντά. Ήταν από εκείνους που τις φυλούσαν χωρίς να δείχνουν ότι τις φυλούσαν (λες και μπορούσες να το κρύψεις αυτό από δύο Θυγατέρες της Πόλης, σκεφτόταν ειρωνικά η Νορέλτα. Ούτε από μία δεν μπορούσες να το κρύψεις!).

Ο Βεντάκης πλησίασε. «Τι;»

«Θα ειδοποιήσεις τον Αρχοντομαχητή και την Ευμενίδα; Θέλουμε να τους μιλήσουμε. Είναι αρκετά σημαντικό. Και πρέπει νάναι κι οι δύο εδώ.»

Ο Βεντάκης ένευσε. «Έγινε.»

Η Νορέλτα τού έκλεισε το μάτι με τρόπο που ήξερε ότι εκείνος θα έβρισκε ελκυστικό.

Ο Βεντάκης τής χαμογέλασε σαν χαζός κι έφυγε.

Η Άνμα έριξε κάτω το τελειωμένο τσιγάρο της και το πάτησε. «Γιατί έχω την εντύπωση ότι, κάπως, τον γαργάλησες, Αδελφή μου;»

«Η ιδέα σου είναι,» έκανε αδιάφορα η Νορέλτα-Βορ, με τα χέρια της σταυρωμένα στο στήθος. Η κοντή κάπα της κυμάτιζε στον ψυχρό χειμερινό αέρα που σφύριζε μες στη μικρή πλατεία με τον Επιγεγραμμένο Τοίχο στο κέντρο.

Ο ουρανός ήταν σκεπτικός πάνω από τις Θυγατέρες, όλο σύννεφα· ο ήλιος δεν φαινόταν, και η απειλή για χαλάζι έμοιαζε να είναι πολύ σοβαρή: τα πολεοσημάδια το μαρτυρούσαν σαν δελτίο καιρού.

Ο Ρίντιλακ-Κονχ και η Ευμενίδα Νοράλνω ήρθαν σύντομα να τις συναντήσουν μπροστά από το παλιό φορτηγό.

«Ο Βεντάκης μού λέει ότι έχετε κάτι σημαντικό να μας πείτε,» είπε ο Αρχοντομαχητής.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Άνμα. «Οι τυρόπιτες που μας έφεραν ήταν σαν πέτρες. Δεν τρώγονταν.»

Ο Ρίντιλακ την αγριοκοίταξε.

Η Άνμα μειδίασε. «Αστειεύομαι. Δεν μας έφεραν τυρόπιτες ακόμα.»

«Έχετε κάτι να πείτε, ή όχι;» Δεν έμοιαζε νάχει όρεξη γι’αστεία.

«Λοιπόν, κοίτα. Αυτό που θα σου πούμε η Ευμενίδα ήδη το ξέρει και μπορεί να το επιβεβαιώσει.» Έριξε μια ματιά στη μισθοφόρο, η οποία έμοιαζε ξαφνικά πολύ σκεπτική.

Ο Ρίντιλακ την κοίταξε επίσης. Ύστερα, βλέποντας πως εκείνη δεν είχε κάτι να πει, έστρεψε πάλι το βλέμμα του στην Άνμα.

Αλλά η Νορέλτα-Βορ ήταν τώρα που μίλησε: «Έχεις ακούσει για τις Θυγατέρες της Πόλης;»

«Τις ποιες;»

«Υπάρχει ένας μύθος – ή, μάλλον, πολλοί μύθοι – για τις Θυγατέρες της Πόλης. Δεν έχεις ακούσει τίποτα;»

«Δε νομίζω. Έχει καμιά σχέση μ’αυτό που θέλετε να μου πείτε, ή–;»

«Έχει απόλυτη σχέση. Σίγουρα δεν ξέρεις για τις Θυγατέρες της Πόλης;»

Έβαλε τα χέρια του στη μέση, περνώντας τους δείκτες κάτω από τη ζώνη των όπλων του, μοιάζοντας κάτι ανάμεσα σε τσαντισμένος και βαριεστημένος. «Σίγουρα.»

Η Νορέλτα-Βορ τού μίλησε για μερικούς από τους μύθους: ότι οι Θυγατέρες ήταν κάποιες ημίθεες της Ρελκάμνια που γίνονταν αόρατες, που περνούσαν μέσα από τοίχους, που είχαν πολύ μυστηριώδη σχέδια, και τα λοιπά. «Όλα αυτά, βέβαια, είναι παραμύθια,» τελείωσε. «Αλλά οι Θυγατέρες της Πόλης υπάρχουν, Ρίντιλακ. Κι εμείς είμαστε δύο από αυτές. Όπως και η Μιράντα, η Φοίβη, και η Ολντράθα.»

«Εντάξει,» είπε ο Αρχοντομαχητής. «Αρκετές μαλακίες ακούσαμε πρωινιάτικα, και–»

«Η Ευμενίδα μπορεί να το επιβεβαιώσει,» τόνισε η Νορέλτα.

Ο Ρίντιλακ στράφηκε στη μισθοφόρο. «Σοβαρολογούν;»

Η Ευμενίδα δίστασε προς στιγμή, σαν να αναρωτιόταν, ίσως, τι θα ήθελε ο Βόρκεραμ-Βορ. Ύστερα κατένευσε. «Ναι. Είναι όντως Θυγατέρες της Πόλης.»

«Τι λες, ρε Ευμενίδα;»

«Είναι αλήθεια, Ρίντιλακ.» Και προς την Άνμα και τη Νορέλτα: «Θα του πω γι’αυτά που μας είπε η Ολντράθα, έτσι;»

Οι δυο τους έγνεψαν καταφατικά, σιωπηλές.

Η Ευμενίδα μίλησε στον Ρίντιλακ-Κονχ για ό,τι ήξερε από την Ολντράθα, και μετά του είπε ότι η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ είχαν ξεφύγει από τη φυλακή της Κορίνας, όμως αυτό δεν σήμαινε κατευθείαν πως δεν ήταν ύποπτες. Μπορεί η Κορίνα, κάπως, να τις είχε διαφθείρει· να τις είχε στρέψει εναντίον τους· να τις είχε κάνει κατασκόπους της. Η Ευμενίδα ήταν συνεχώς πολύ επαγγελματική και σοβαρή καθώς μιλούσε, όπως πάντα, σαν να έδινε αναφορά σε κάποιον σημαντικό εργοδότη της.

Ο Ρίντιλακ κούνησε το κεφάλι. «Όλ’ αυτά... είναι...» Γέλασε κοφτά. «Μα τον Κρόνο... Κανονικά, δεν θα πίστευα λέξη. Αλλά αφού με διαβεβαιώνεις ότι κι ο αρχηγός τα ξέρει, ότι... είναι μπλεγμένος μ’αυτές. Ότι αυτή η Κορίνα τον κυνηγά σαν στοιχειό της Ατέρμονης Πολιτείας... Τι στα μυαλά του Σκοτοδαίμονος να πω, Ευμενίδα;»

«Δε χρειάζεται να πεις κάτι. Είναι η αλήθεια απλώς.»

Η Άνμα εξήγησε: «Αυτούς που μας παρακολουθούσαν χτες βράδυ, επειδή είμαστε Θυγατέρες τούς προσέξαμε. Τους ‘διαβάσαμε’ στη γλώσσα της Πόλης που είναι παντού γύρω μας.»

Ο Αρχοντομαχητής εξακολουθούσε να την κοιτάζει καχύποπτα. «Και τι ήταν; Καμιά συμμορία της περιοχής;»

«Στην Επιγεγραμμένη,» αποκρίθηκε η Άνμα, «δεν κυκλοφορούν συμμορίες που θα έπαιρναν από πίσω ολόκληρο στράτευμα σαν το δικό μας. Υποπτευόμαστε ότι ήταν άνθρωποι του Βάρνελ-Αλντ.»

«Υπέροχα...» μουρμούρισε ο Ρίντιλακ-Κονχ σαν να μονολογούσε. «Όχι πως δεν τους περίμενα, δηλαδή, αργά ή γρήγορα,» πρόσθεσε πιο δυνατά. «Ο αρχηγός είπε ότι θα είναι εδώ, αν και δεν εξήγησε πώς ακριβώς είχε αυτή την πληροφορία...»

«Οι Θυγατέρες τού το ανέφεραν,» είπε η Ευμενίδα. «Η Μιράντα και η Φοίβη. Το είδαν στο μέλλον.»

«Το... είδαν στο μέλλον... Αυτό δεν είναι σαν τα παραμύθια που μας έλεγε τώρα μόλις η Νορέλτα;»

«Είναι αλήθεια, όμως: μπορούν και βλέπουν το μέλλον. Δεν ξέρω πώς.»

Ο Ρίντιλακ-Κονχ ατένισε ερωτηματικά τις δύο Θυγατέρες.

«Μη μας κοιτάς έτσι, αφεντικό,» του είπε η Άνμα. «Εμείς δεν βλέπουμε το μέλλον.»

«Γιατί;»

«Υπάρχει... μια συγκεκριμένη μέθοδος που πρέπει να ξέρεις για να το κάνεις αυτό. Εμείς δεν την ξέρουμε.»

«Γιατί;»

«Γιατί εσύ δεν ξέρεις να πιλοτάρεις υποβρύχιο, μεγάλε; Απλά δεν έτυχε να το μάθουμε, εντάξει;»

«Τέλος πάντων... Και τι προτείνετε να γίνει τώρα;» Κοίταζε μια την Ευμενίδα μια τις Θυγατέρες.

Η πρώτη είπε: «Εγώ δεν τις εμπιστεύομαι απόλυτα ακόμα· το ξέρουν κι οι ίδιες.»

«Δε θα υπηρετούσαμε ποτέ, σε καμία περίπτωση, την Κορίνα, Ευμενίδα,» τόνισε η Νορέλτα-Βορ.

«Αν ήταν εδώ η Μιράντα, ή η Ολντράθα, ή ο αρχηγός, μπορεί και να το πίστευα αυτό, Νορέλτα. Αλλά τώρα....»

Η Άνμα αναστέναξε. «Όπως και νάχει,» είπε. «Έμαθες κι εσύ ποιες είμαστε για να μην αναρωτιέσαι,» απευθυνόμενη στον Αρχοντομαχητή.

*

Ο Κίρκος Λιγνοπόδης σταμάτησε το θωρακισμένο, πολεμικό δίκυκλό του πάνω σε μια γέφυρα. Πλάι του η Τζέσικα σταμάτησε το μινιπλάνο της. Πίσω τους σταμάτησαν κι άλλοι, όλοι καβάλα σε πολεμικά δίκυκλα, όλοι Φονικοί Τροχοί.

Οι ανιχνευτές τούς είχαν ειδοποιήσει ότι ο άγνωστος στρατός είχε καταυλιστεί στην καρδιά της Επιγεγραμμένης, γύρω από τον Επιγεγραμμένο Τοίχο. Ο Κίρκος και η Τζέσικα τον έβλεπαν τώρα από εδώ όπου βρίσκονταν. Δεν ήταν κοντά του, φυσικά, μα ούτε και μακριά. Η θέα ήταν καλή. Το φουσάτο που είχε περάσει τα νότια σύνορα χτες βράδυ είχε στήσει ολόκληρο καταυλισμό – σκηνές ανάμεσα στα σταθμευμένα οχήματα. Και τα αεροσκάφη του ήταν προσγειωμένα σε ταράτσες και σε δρόμους που είχαν χώρο για προσγείωση.

Η Τζέσικα έβγαλε ένα ζευγάρι κιάλια, μουρμούρισε ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως, και κοίταξε κάτω, ενώ ο Αστρομάτης έκανε κύκλους πάνω από εκείνη και τους Φονικούς Τροχούς, φτεροκοπώντας μες στο παγερό πρωινό.

«Μάγισσα είσαι, γαμώτο;» μούγκρισε ο Κίρκος δίπλα της.

«Ξέρω μερικά ξόρκια απλώς!» γέλασε η Τζέσικα, παρατηρώντας τα σταματημένα οχήματα, τις σκηνές, και τους ανθρώπους. Και τα σημάδια της Πόλης, φυσικά.

«Έπρεπε να μου το είχες πει ήδη. Μπορεί να χρειαστούμε τη μαγεία σου.»

«Δεν είναι και τόσο σπουδαία.»

«Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως δεν ήταν αυτό;»

«Είσαι διαβασμένος!» γέλασε η Τζέσικα, ενώ συγχρόνως έβλεπε πως μέσα στον στρατό ήταν δύο γνωστές της. Η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ. Στέκονταν πλάι σ’ένα παλιό φορτηγό που έμοιαζε με γέροντα της Πόλης, και μιλούσαν μ’έναν μισθοφόρο και μια μισθοφόρο που όλα τα σημάδια μαρτυρούσαν ότι ήταν οι αρχηγοί τούτου του φουσάτου.

Η Τζέσικα κατέβασε τα μαγικά ενισχυμένα κιάλια από τα μάτια της. «Οι μαχητές του Βόρκεραμ-Βορ είναι. Αλλά δεν νομίζω ότι ο ίδιος είναι μαζί τους.» Δεν τον είχε δει στον καταυλισμό, και τα πολεοσημάδια τής μιλούσαν για μια έλλειψη μεγάλου αρχηγού. Αυτός που έλειπε δεν μπορεί παρά να ήταν ο «τρομερός» Βόρκεραμ-Βορ. Ποιος άλλος; (Γιατί η Πόλη τον γούσταρε τόσο πολύ αυτό τον τύπο; Άξιζε, άραγε, να τον γνωρίσεις από κοντά;)

«Γιατί όχι; Επειδή δεν έτυχε να τον δεις;»

«Κοίτα κι εσύ, αν θέλεις.» Η Τζέσικα τού έδωσε τα κιάλια της. Δε νόμιζε ότι η ίδια τα χρειαζόταν άλλο. Διαισθανόταν πως είχε δει ό,τι ήταν να δει. Η Άνμα και η Νορέλτα είναι εδώ, αλλά όχι ο Βόρκεραμ-Βορ. Ούτε τα άλλα μέλη της Τριανδρίας, μάλλον. Ούτε η Μιράντα, ή η Ολντράθα, ή η Φοίβη. Γιατί; Τι στους διαβόλους του Σκοτοδαίμονος συμβαίνει; Τίποτα ενδιαφέρον; Μειδίασε. Τι κάνουν μόνοι τους στην Επιγεγραμμένη;

Ο Κίρκος, εν τω μεταξύ, είχε πάρει τα μαγικά ενισχυμένα κιάλια από το χέρι της και κοίταζε τον καταυλισμένο στρατό.

Θα μπορούσε ο ερχομός τους, αναρωτήθηκε η Τζέσικα, νάχει σχέση μ’εμάς; Ξέρουν τα σχέδια του Βάρνελ, κάπως; Γέλασε. Θα γίνει χαμός εδώ πέρα!

Ο Κίρκος κατέβασε, τελικά, τα κιάλια από τα μάτια του. «Έχεις δίκιο: δεν φαίνεται πουθενά ο Βόρκεραμ-Βορ.» Γνώριζε, φυσικά, τη φάτσα του: την είχε δει σε φωτογραφίες και σε οθόνες. «Αλλά δεν μπορεί αυτοί νάναι τυχαία εδώ. Μάλλον ήρθαν για εμάς.»

Η Τζέσικα ένευσε. «Το ίδιο νομίζω κι εγώ.»

«Δε συμφέρει, όμως, να τους επιτεθούμε. Δεν έχουμε αρκετές δυνάμεις για κάτι τέτοιο. Πρέπει να ειδοποιηθεί ο κύριος Βάρνελ-Αντ. Αμέσως.»

Και έφυγαν από τη γέφυρα, ολοταχώς, επιστρέφοντας στο αρχηγείο τους μέσα στην Επιγεγραμμένη.

*

Ο Μάικλ Παγοθραύστης οδήγησε, γι’ακόμα μια φορά, το εξάτροχο μεταβαλλόμενο όχημα των Εκλεκτών στην αντιβιομηχανική περιοχή της Κουρασμένης όπου βρισκόταν το Πολιτικό Μέγαρο. Οι δρόμοι εδώ ήταν διαφορετικοί απ’ό,τι σε κάθε άλλη γειτονιά της εν λόγω συνοικίας: πολύ όμορφοι, πολύ πράσινοι, πολύ καλλιτεχνικοί. Σχεδόν σαν να βρισκόσουν, ξαφνικά, μέσα σε σκηνικό στημένο για ταινία.

Στο Πολιτικό Μέγαρο, η Αστυνομία τούς περίμενε και άνοιξε αμέσως την πύλη του περιβόλου για να περάσει το εξάτροχο φορτηγό τους και να οδηγηθεί στο ίδιο κλειστό γκαράζ όπου είχε οδηγηθεί και στις προηγούμενες επισκέψεις εδώ.

Οι τροχοί του σταμάτησαν, κι από τις πόρτες του κατέβηκαν ο Βόρκεραμ-Βορ, ο Όρπεκαλ-Λάντι, και ο Αλέξανδρος Πανιστόριος, περιτριγυρισμένοι από τις τρεις Θυγατέρες και μερικούς ακόμα φρουρούς: τον Αλεξίσφαιρο Άβαντα, τη Φοριντέλα-Ράο, τον Μάικλ Παγοθραύστη, τη Ζιλκάμα’μορ, τον Ζαχαρία τον Πικρό, τη Ζιρτάλια τη Γάτα, τον Λεονάρδο και τη Φρίντα Άνταλμιρ, και άλλον έναν Εκλεκτό.

Ένας λοχαγός της Αστυνομίας τούς πλησίασε, ζητώντας τους να τον ακολουθήσουν.

«Οδήγησέ μας,» του είπε ο Βόρκεραμ-Βορ, και μπήκαν γι’ακόμα μια φορά στο εσωτερικό του Πολιτικού Μεγάρου της Κουρασμένης για να καταλήξουν στην αίθουσα με το μεγάλο τραπέζι.

Εκεί, η Σειρήνα Οβορμάνδω τούς περίμενε μαζί με τους συμβούλους της – τους έξι υπουργούς της και τον Γραμματέα. Χαιρέτησε δια χειραψίας τα μέλη της Τριανδρίας και τους ζήτησε να καθίσουν.

Καθώς κάθονταν, και υπηρέτες τούς έφερναν πρόχειρα φαγητά και ποτά, η Πολιτάρχης της Κουρασμένης δήλωσε πως είχε πάρει μια απόφαση σχετικά με το θέμα της Αμυντικής Συμμαχίας. «Και δεν είναι μια απόφαση που πήρα ελαφρά, σας διαβεβαιώνω, κύριοι. Τα λόγια του κύριου Χρονομάχου δεν τα θεωρώ αμελητέα, ούτε τις προειδοποιήσεις του κύριου Σημαδεμένου. Δεν αμφιβάλλω ότι είστε πραξικοπηματίες–»

«Το ‘πραξικόπημά’ μας, κυρία Οβορμάνδω, ήταν κάτι–» άρχισε ο Όρπεκαλ-Λάντι.

Αλλά εκείνη τον διέκοψε: «Σας παρακαλώ, κύριε Όρπεκαλ-Λάντι· επιτρέψτε μου πρώτα να τελειώσω.»

«Ασφαλώς...»

«Δεν αμφιβάλλω ότι είστε πραξικοπηματίες, αν και καταλαβαίνω πως, σίγουρα, είχατε καλούς λόγους για ό,τι κάνατε. Ως πολιτάρχης της Ατέρμονης Πολιτείας, όμως, δεν μπορώ να επικροτήσω μια τέτοια κίνηση εναντίον ενός άλλου πολιτάρχη. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πως θεωρώ ότι είστε υποχρεωτικά απατεώνες που ήρθατε να κλέψετε την εξουσία όλων των πολιταρχών νότια του Ριγοπόταμου. Διατηρώ τις επιφυλάξεις μου σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα. Και ο Αλυσοδεμένος Ποιητής μού φαίνεται αρκετά επικίνδυνος. Αν ποτέ αποφασίσει να κατευθυνθεί προς τα εδώ, δεν θα ήθελα να βρεθεί η συνοικία μου μόνη εναντίον του.

»Γι’αυτό θα γίνω μέλος της Αμυντικής Συμμαχίας. Ο όροι της δεν μοιάζουν επιβαρυντικοί, και, πραγματικά, αδυνατώ να φανταστώ πώς ακριβώς θα μπορούσατε να τη χρησιμοποιήσετε για να κλέψετε την εξουσία μου. Θα σας προσέχω, ωστόσο· σας διαβεβαιώνω γι’αυτό, κύριοι.

»Τώρα, θα μπορούσα να υπογράψω το συμβόλαιο της Αμυντικής Συμμαχίας;» Η Σειρήνα Οβορμάνδω έβγαλε έναν γυαλιστερό στυλογράφο από μια εσωτερική τσέπη του βαθυπράσινου σακακιού της.

Ο Όρπεκαλ-Λάντι, ο Βόρκεραμ-Βορ, και ο Αλέξανδρος Πανιστόριος αλληλοκοιτάχτηκαν. Όλοι τους αισθάνονταν λίγο ξαφνιασμένοι, αν και ο Βόρκεραμ το περίμενε, εν μέρει, ότι η Σειρήνα μπορεί να έπαιρνε μια τέτοια απόφαση. Αλλιώς, γιατί να τους ζητήσει να μείνουν λίγο ακόμα στη συνοικία της; Απλά και μόνο για να τους διώξει λέγοντας πως τους νόμιζε για απατεώνες; Μπορεί να γινόταν κι αυτό βέβαια, μα ο Βόρκεραμ δεν το θεωρούσε και τόσο πιθανό.

Ο Όρπεκαλ είπε: «Ασφαλώς. Ασφαλώς.» Άνοιξε τον χαρτοφύλακά του και τράβηξε έξω το συμβόλαιο, κάτω από τους όρους του οποίου βρίσκονταν οι υπογραφές των άλλων πολιταρχών. Το άφησε πάνω στο τραπέζι και το έσπρωξε προς τη μεριά της Σειρήνας.

Ο Γραμματέας της, με μια γρήγορη κίνηση του χεριού, βοήθησε το έγγραφο να γλιστρήσει ώς τον προορισμό του.

Η Πολιτάρχης της Κουρασμένης τού έριξε μια τελευταία ματιά (σαν να φοβόταν ότι μπορεί, από διαβολικό θαύμα, οι όροι να είχαν αλλάξει) και μετά υπέγραψε με τον στυλογράφο της.

Η Μιράντα, η Φοίβη, και η Ολντράθα, ντυμένες σαν μισθοφόροι, παρατηρώντας τα πολεοσημάδια μέσα στην αίθουσα, δεν διέκριναν τίποτα το πολύ αρνητικό· μόνο μια γενική καχυποψία· αλλά σίγουρα όχι παγίδα ή κακή πρόθεση. Η Σειρήνα Οβορμάνδω είχε, πραγματικά, αποφασίσει να μπει στην Αμυντική Συμμαχία.

Και τώρα έσπρωξε το συμβόλαιο πάλι προς τον Όρπεκαλ-Λάντι. Ο Γραμματέας της υποβοήθησε, γι’ακόμα μια φορά, ώστε να φτάσει το έγγραφο στον προορισμό του. Ο ευγενής κοίταξε την υπογραφή της Οβορμάνδω και ένευσε. «Σας ευχαριστούμε, Εξοχότατη,» είπε.

«Δεν υπάρχει λόγος,» αποκρίθηκε εκείνη. «Δεν το έκανα ως προσωπική χάρη σ’εσάς, κύριε Όρπεκαλ-Λάντι. Θέλω απλώς η συνοικία μου να είναι όσο το δυνατόν πιο καλά προετοιμασμένη, σε περίπτωση πολέμου εναντίον του Αλυσοδεμένου Ποιητή.»

Ο Όρπεκαλ ένευσε ξανά. «Το καταλαβαίνουμε. Γι’αυτό, άλλωστε, βρισκόμαστε εδώ: για να βοηθήσουμε στην αντιμετώπιση της απειλής του Κάδμου Ανθοτέχνη. Όσα λέει για εμάς ο Σημαδεμένος, σας διαβεβαιώνω και πάλι, είναι ψέματα, διασυρμοί, λασπολογίες, λόγια του Σκοτοδαίμονος.»

«Μου το έχετε ήδη τονίσει αυτό, κύριε Όρπεκαλ-Λάντι. Πολλάκις.»

«Μια ακόμα φορά δεν βλάπτει,» είπε ο Όρπεκαλ· και ρώτησε: «Θα μπορούσαμε να βγάλουμε μερικά αντίγραφα του συμβολαίου με την υπογραφή σας επάνω;»

«Βεβαίως.» Η Σειρήνα έκανε νόημα στον Γραμματέα της, ο οποίος σηκώθηκε από τη θέση του και πλησίασε τον Όρπεκαλ. Εκείνος τού έδωσε το έγγραφο και ο Γραμματέας το πήγε σ’ένα μηχάνημα σε μια γωνία της αίθουσας, περνώντας ανάμεσα από τους αστυνομικούς που στέκονταν ως φρουροί στην περιφέρειά του μεγάλου δωματίου μαζί με τους σωματοφύλακες της Τριανδρίας.

Μετά από λίγο είχαν πέντε αντίγραφα της Αμυντικής Συμμαχίας με τις υπογραφές όλων των πολιταρχών που τώρα συμμετείχαν σ’αυτήν.

Η Σειρήνα Οβορμάνδω κράτησε τρία αντίγραφα, και τα άλλα δύο και το πρωτότυπο τα πήρε ο Όρπεκαλ-Λάντι βάζοντάς τα στον χαρτοφύλακά του.

Η Πολιτάρχης είπε: «Θα σας πρότεινα να μείνετε όσο επιθυμείτε στη συνοικία μου, κύριοι. Σας θεωρώ φίλους, κι ελπίζω να είστε έντιμοι. Αλλά γνωρίζω πως βιάζεστε· οπότε....»

Ο Βόρκεραμ ένευσε. «Πράγματι, κυρία Οβορμάνδω. Βιαζόμαστε. Έχουμε και σ’άλλους πολιτάρχες να μιλήσουμε, και άλλα πράγματα να κάνουμε. Πρέπει να σας αποχαιρετήσουμε. Και ευχόμαστε ο Αλυσοδεμένος Ποιητής να μη φτάσει ποτέ στη συνοικία σας. Αυτός είναι και ο σκοπός της Συμμαχίας άλλωστε.» Σηκώθηκε όρθιος, και ο Όρπεκαλ-Λάντι κι ο Αλέξανδρος Πανιστόριος τον μιμήθηκαν.

Η Σειρήνα Οβορμάνδω, πλησιάζοντάς τους, τους χαιρέτησε δια χειραψίας ξανά· και ο Όρπεκαλ τη ρώτησε: «Η απόφασή σας νομίζετε πως θα σας φέρει σε σύγκρουση με τον Πολιτάρχη της Βαθμιδωτής;»

«Ο κύριος Χρονομάχος ρυθμίζει τα της συνοικίας του, κι εγώ της δικής μου, κύριε Όρπεκαλ-Λάντι – και το καταλαβαίνει αυτό.»

«Δεν υπάρχει περίπτωση να του ξαναμιλήσετε,» πρότεινε ο Αλέξανδρος, «ώστε να τον κάνετε να δει πως δεν είμαστε απατεώνες;»

Η Σειρήνα τον ατένισε ερευνητικά, ίσως επειδή ο Πανιστόριος γενικά μιλούσε πολύ λίγο σε σχέση με τους άλλους δύο της Τριανδρίας. «Ο κύριος Χρονομάχος έχει πάρει την απόφασή του. Δεν νομίζω πως μπορώ να τον μεταπείσω. Κι ακόμα κι αν μπορούσα δεν θα ήθελα να πάρω τέτοια ευθύνη για τη συνοικία του.»

Ύστερα, η Αμυντική Τριανδρία επέστρεψε, μαζί με τους σωματοφύλακές της, στο κλειστό γκαράζ όπου είχαν αφήσει το εξάτροχο μεταβαλλόμενο φορτηγό των Εκλεκτών.

Καθώς έμπαιναν στο όχημα, ο Βόρκεραμ ρώτησε τις Θυγατέρες ποια ήταν η γνώμη τους για την εξέλιξη της κατάστασης.

«Από την αρχή το ξέραμε ότι όλα θα πήγαιναν καλά,» αστειεύτηκε η Ολντράθα, υπομειδιώντας.

«Δε φαίνεται καμιά παγίδα,» είπε η Μιράντα. «Όλα ήταν ειλικρινή με την κυρία Οβορμάνδω. Δε σας εμπιστεύεται απόλυτα αλλά όντως θέλει να είναι μέλος της Συμμαχίας για λόγους ασφαλείας.»

«Όμως,» είπε η Φοίβη σαν δυσοίωνο πλάσμα του Σκοτοδαίμονος, «όταν η Κορίνα βάλει στο μάτι τη συνοικία της, μάλλον τίποτα δεν θα μπορέσει να τη σώσει.»

Ο Βόρκεραμ-Βορ την αγριοκοίταξε. «Θα συναντήσω εγώ την Κορίνα προτού φτάσει στην Κουρασμένη!»

«Αυτό είναι!» είπε η Φοίβη, εν μέρει ειρωνικά· «ας δούμε επιτέλους κάτι ενδιαφέρον. Ίσως, τελικά, η παλιόγρια νάχει σοβαρό λόγο που σε φοβάται.» Και άναψε τσιγάρο, μοιάζοντας, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, να μη βρίσκεται σε καθόλου καλή διάθεση σήμερα. Δεν έδινε τσακιστό δεκάδιο για τη συμμετοχή της Κουρασμένης στην Αμυντική Συμμαχία, προφανώς.

Η Ζιλκάμα’μορ είχε ήδη καθίσει στο κέντρο ισχύος του μεταβαλλόμενου οχήματος, κάνοντας τη Μαγγανεία Κινήσεως, και ο Μάικλ Παγοθραύστης έβαλε μπροστά τις μηχανές, οδηγώντας προς την έξοδο του γκαράζ και, εν συνέχεια, προς την έξοδο του περιβόλου του Πολιτικού Μεγάρου.

Καθώς έβγαιναν στους δρόμους της μικρής αντιβιομηχανικής περιοχής της Κουρασμένης, ο Όρπεκαλ-Λάντι είπε: «Θα κατευθυνθούμε τώρα στην Επιγεγραμμένη;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ-Βορ, «δίχως καθυστέρηση. Συγκεντρώνουμε τους ανθρώπους μας και πάμε να βρούμε τον Αρχοντομαχητή, την Ευμενίδα, και τους υπόλοιπους.»

*

Ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος έφτασε στο Θαύμα της Νύχτας δυο ώρες πριν από το μεσημέρι. Το γιγάντιο καζίνο, που ήταν οικοδομημένο πάνω σε μια πλατφόρμα στηριζόμενη στις οροφές πέντε πολυκατοικιών, λειτουργούσε ακόμα και τώρα. Παρά το όνομά του δεν ήταν ανοιχτό μόνο τις νύχτες. Ήταν ανοιχτό όλη την ημέρα· ποτέ δεν έκλεινε. Αν και τα πρωινά, βέβαια, ο κόσμος ήταν σαφώς λιγότερος – πράγμα που σήμαινε, δηλαδή, ότι ήταν πολλαπλάσιος απ’ό,τι σε άλλα καζίνα τις νύχτες, όχι τις ημέρες.

Ο Γουίλιαμ ζήτησε να δει την κυρία Μαρκέλλα Ονέλκρι, δηλώνοντας το όνομά του και λέγοντας πως τον γνώριζε καλά, πως πριν από λίγο καιρό τον φιλοξενούσε εδώ, στο Θαύμα της Νύχτας. Η υπάλληλος της ρεσεψιόν επικοινώνησε με κάποιον – ίσως με την ίδια την Πολιτάρχη – μέσω επικοινωνιακού διαύλου και, μετά, είπε στον κύριο Σημαδεμένο να περιμένει.

Η Μαρκέλλα τον συνάντησε, τελικά, σ’ένα δωμάτιο πίσω από μια μεγάλη αίθουσα τυχερών παιγνίων του Θαύματος. Ήταν ντυμένη, ως συνήθως, σαν πριγκίπισσα της Βίηλ, με μακρύ φόρεμα γεμάτο περίτεχνα σχέδια και κρόσσια. Τα μαύρα μάτια της τον ατένιζαν υπολογιστικά καθώς τον χαιρετούσε δια χειραψίας.

«Κύριε Σημαδεμένε... δεν περίμενα ότι θα σας ξανάβλεπα τόσο σύντομα,» είπε, αρκετά ευχάριστα, αν και ο Γουίλιαμ υποπτευόταν ότι δεν χαιρόταν και πολύ που τον αντίκριζε. «Η Κορίνα σάς έστειλε;»

«Την Κορίνα αναζητώ, κυρία Ονέλκρι.»

«Δεν σας ζήτησε, δηλαδή, εκείνη να έρθετε εδώ;»

«Όχι,» παραδέχτηκε ο Γουίλιαμ. «Ψάχνω να τη βρω για να της μιλήσω. Και είναι αρκετά σημαντικό.»

Η Μαρκέλλα συνοφρυώθηκε. «Δεν βρίσκεται στο Θαύμα της Νύχτας. Ούτε στη Συρροή. Απ’όσο ξέρω, τουλάχιστον.»

«Αναμφίβολα, όμως, γνωρίζετε πώς να επικοινωνήσετε μαζί της...»

Η Μαρκέλλα κούνησε το κεφάλι, ταράζοντας ελαφρά τα μακριά μαύρα μαλλιά της που έπεφταν καλοχτενισμένα και γυαλιστερά στους ώμους της, συγκρατημένα μακριά από το μέτωπό της μ’ένα διάδημα που δεν μπορεί παρά να ήταν κατασκευασμένο στη διάσταση της Βίηλ. «Όχι, δεν γνωρίζω, δυστυχώς.»

Ακόμα παριστάνει πως είναι απλώς φίλες! σκέφτηκε ο Γουίλιαμ. «Κυρία Ονέλκρι, ας αφήσουμε πλέον την προσποίηση. Είστε στην ίδια μυστική οργάνωση όπως και η Κορίνα. Σίγουρα έχετε τρόπο να έρθετε σε επαφή μαζί της· και θα σας παρακαλούσα, ως προσωπική χάρη σ’εμένα, να την καλέσετε για να μιλήσουμε. Είναι πολύ σημαντικό.»

Η Μαρκέλλα έσμιξε τα βαμμένα χείλη της, μοιάζοντας ενοχλημένη. Βηματίζοντας μες στο μικρό δωμάτιο – που είχε καταπληκτική θέα της περιοχής γύρω από το Θαύμα της Νύχτας καθώς ο ένας τοίχος του ήταν ολόκληρος από κρύσταλλο – κάθισε στον έναν από τους δύο χαμηλούς σοφάδες. «Κύριε Σημαδεμένε, σας εξήγησα ήδη – πολλές φορές – ότι δεν ανήκω σε καμία μυστική οργάνωση μαζί με την Κορίνα. Η Κορίνα είναι, μόνο, φίλη μου· σας διαβεβαιώνω, δεν σας λέω ψέματα. –Καθίστε, παρακαλώ.» Έδειξε τον άλλο σοφά, αντίκρυ της.

Ο Γουίλιαμ, αν κι αισθανόταν πολύ νευρικός για να καθίσει, κάθισε για να μην την προσβάλει. Δεν ήθελε εκείνος να στέκεται ενώ μια πολιτάρχης της Ρελκάμνια καθόταν· δεν ήταν καθόλου ευγενικό. «Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό. Η Κορίνα–»

«Η Κορίνα, σίγουρα, σας έχει φανεί παράξενη. Πολύ παράξενη. Και δικαιολογημένα. Και σ’εμένα φαίνεται παράξενη. Όμως δεν ανήκει σε καμιά μυστική οργάνωση. Ούτε εγώ.»

«Εντάξει,» είπε ο Γουίλιαμ, ακόμα δύσπιστος – δεν ήταν δυνατόν η Κορίνα, τουλάχιστον, να μην ανήκε σε μυστική οργάνωση! «Μπορείτε, όμως, να επικοινωνήσετε μαζί της με κάποιον τρόπο; Θα σας είμαι για πάντα υπόχρεος, κυρία Ονέλκρι.»

«Μακάρι να μπορούσα,» αποκρίθηκε η Μαρκέλλα, «αλλά δεν μπορώ. Η Κορίνα έρχεται σε επικοινωνία μ’εμένα, όχι το αντίστροφο.»

Ο Γουίλιαμ δυσκολευόταν να την πιστέψει. Της είχε ζητήσει η Κορίνα να τον απομακρύνει;

«Είστε καλοδεχούμενος να την περιμένετε εδώ, αν επιθυμείτε. Ίσως να έρθει να σας συναντήσει.» Ανασήκωσε τους ώμους της, αρκετά χαριτωμένα, όφειλε να παρατηρήσει ο Γουίλιαμ ενώ, συγχρόνως, σκεφτόταν:

Ή ίσως να μην έρθει ποτέ. Ίσως απλά να θέλεις να με κάνεις να βαρεθώ ώστε να πιστέψω ότι δεν ξέρεις πώς να την καλέσεις και να φύγω.

«Δε μπορώ να κάνω κάτι άλλο,» συνέχισε η Μαρκέλλα, βλέποντας ίσως τη δυσπιστία ή τη δυσαρέσκεια στην όψη του.

Ο Γουίλιαμ είπε: «Θα μείνω μόνο για σήμερα το μεσημέρι. Έχω ήδη κλείσει δωμάτια για εμένα και τους μισθοφόρους μου στο Θαύμα της Νύχτας.»

«Το έχω πληροφορηθεί. Όλα θα είναι κερασμένα από εμένα, φυσικά.»

«Σας ευχαριστώ, κυρία Ονέλκρι.» Αν και δεν κάνατε τίποτα, ουσιαστικά, πρόσθεσε νοερά. Κανονικά, δεν έπρεπε να μείνει καθόλου εδώ, σκεφτόταν· έπρεπε να φύγει κατευθείαν για Φιλήκοη, όπου βρίσκονταν η οικογένειά του και οι άλλοι άνθρωποι που τον ενδιέφεραν. Ωστόσο, ήλπιζε πως ίσως – ίσως – η Κορίνα να άλλαζε γνώμη και, ώς το απόγευμα, να ερχόταν να τον επισκεφτεί. Ήθελε πολύ να της μιλήσει για μια τελευταία φορά.

/20\

Ο Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας είναι ανήσυχος, προβληματισμένος· έπειτα, ακούει κι άλλα κακά νέα, προτού ακούσει καλά νέα και καλέσει μια σημαντική σύμμαχό του για συζήτηση σχετικά με το άμεσο μέλλον· και καταλήγουν να παρακολουθούν οι δυο τους ένα θέαμα που θεωρούν πολύ ευχάριστο, έως και διασκεδαστικό.

Ο Βάρνελ, αφού έκανε έρωτα με την Ασημίνα, δεν κοιμήθηκε παρά ελάχιστα εκείνη τη νύχτα. Αισθανόταν πολύ νευρικός. Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και βημάτιζε μέσα στο πλούσιο διαμέρισμά του στην Όκιλμερ. Σκεφτόταν τι θα έκανε αν ο Διόφαντος αποφάσιζε να μην φανεί συνεργάσιμος: αν εξακολουθούσε να βρίσκεται στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία σκοτώνοντας ανθρώπους και διαλύοντας πράγματα, ζητώντας συγχρόνως, σαν παράφρονας, να υπηρετήσουν τον βασιληά τούτης της διάστασης. Τι μπορούσε να νικήσει αυτόν και τα τέρατά του, γαμώτο;

Κι εκτός των άλλων, είχε ο καταραμένος αρχίσει να συγκεντρώνει κι ανθρώπους για ακόλουθους. Όσους φοβόνταν την οργή του, μάλλον. Αλλά ήταν όλοι τους τρελοί! Τι νόμιζαν ότι θα κέρδιζαν ακολουθώντας ένα τέτοιο πλάσμα; Δεν ήταν καν άνθρωπος· δεν μπορούσε να καταλάβει τους ανθρώπους. Ήταν κάτι από ενέργεια. Μια φυσική δύναμη, σχεδόν. Κανονικά, δεν θάπρεπε να μπλέκεται με την πολιτική. Τι δουλειά είχε να θέλει να διοικεί συνοικίες; Και πώς ήταν δυνατόν να μοιάζει να ξέρει τη Ρελκάμνια από παλιά; Δεν είχε έρθει από άλλη διάσταση; Αποκλείεται νάναι από εδώ, ο άθλιος δαίμονας!

Ο Βάρνελ είχε επικοινωνήσει με την Κορίνα πιο πριν, για να την ενημερώσει για όσα είχαν συμβεί ώς τώρα στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία, και για να ζητήσει τη συμβουλή της. Αλλά εκείνη δεν είχε καμία συμβουλή να του δώσει· δεν ήξερε πώς ακριβώς μπορούσε να αντιμετωπίσει τον Διόφαντο. Τον επαίνεσε, όμως, για τη διπλωματική του κίνηση: του είπε πως πάντα το ήξερε ότι ήταν πολύ ικανός για άρχοντας και τώρα αυτό αποδεικνυόταν. Κι αν ο Βάρνελ έκρινε σωστά από τη φωνή της, ακουγόταν ικανοποιημένη μαζί του. Και, για κάποιο λόγο, αυτό τον ευχαριστούσε – λες και είχε ν’αποδείξει κάτι στην Κορίνα! Πράγμα που, με τη σειρά του, τον παραξένευε. Αλλά, ούτως ή άλλως, τα πάντα ήταν παράξενα μαζί της. Ήταν Θυγατέρα της Πόλης...

«Κι αν δεν πιάσει το σχέδιό μου;» την είχε ρωτήσει μέσα από τον δίαυλο.

«Θα σκεφτείς κάτι άλλο· σου έχω εμπιστοσύνη, Βάρνελ. Επιπλέον, ίσως...» – είχε κομπιάσει προς στιγμή – «ίσως βοήθεια να έρθει στη Β’ Κατωρίγια σύντομα. Αλλά μην την περιμένεις κιόλας μένοντας αδρανής.»

«Δεν πρόκειται να μείνω αδρανής. Σε τι βοήθεια αναφέρεσαι;»

Η Κορίνα, όμως, δεν είχε δώσει άλλες εξηγήσεις. Του είχε πει μονάχα πως ήταν μια πιθανότητα, τίποτα περισσότερο.

Πάντοτε αινιγματική...

Ο Βάρνελ βημάτιζε τώρα μες στο διαμέρισμά του, καθόταν στην πολυθρόνα του γραφείου του, κάπνιζε ακριβά τσιγάρα, ήπιε έναν Γλυκό Κρόνο, μια Ανάμικτη Αρχόντισσα, κι ένα ποτήρι Σεργήλιο οίνο, έφαγε ένα σοκολατάκι, κι άλλο ένα, πρέπει να τον πήρε για λίγο ο ύπνος στον καναπέ του σαλονιού, βημάτιζε πάλι, βημάτιζε... Όταν ήρθε η αυγή, πήγε να ξυριστεί, να πλυθεί, και να ετοιμαστεί. Μετά παράγγειλε, τηλεπικοινωνιακά, να φέρουν πρωινό στο διαμέρισμά του. Η Ασημίνα ακόμα κοιμόταν. Όταν το πρωινό ήρθε, ξύπνησε· πρέπει να είχε ακούσει το κουδούνι.

Πλησιάζοντάς τον, ντυμένη με το ελαφρύ νυχτικό της (το σύστημα θέρμανσης δούλευε συνεχώς εδώ μέσα· δεν καταλάβαιναν χειμώνα), τον φίλησε στα χείλη. Ύστερα συνοφρυώθηκε, παρατηρώντας την όψη του. «Δεν κοιμήθηκες καλά;» Και πιο παιχνιδιάρικα: «Έφταιγα εγώ;»

«Θα ήθελα να σου πω ναι, αλλά όχι, αγάπη μου, δεν έφταιγες εσύ.»

«Σκεφτόσουν αυτό το τέρας;»

Ο Βάρνελ κατένευσε. «Η κατάσταση είναι δύσκολη, και δεν είμαι σίγουρος ότι τον έχουμε ξεφορτωθεί ακόμα τον ανώμαλο...»

Η Ασημίνα μουρμούρισε τα λόγια για κάποιο ξόρκι ενώ είχε τα μάτια της εστιασμένα επάνω του σαν να ήθελε να τον καταβροχθίσει μ'αυτά.

«Τι κάνεις εκεί;» της είπε ο Βάρνελ, ενοχλημένα, αν και εν μέρει αισθανόταν διασκεδασμένος. «Βλέπεις με τη μαγεία σου σε τι κατάσταση βρίσκεται ο οργανισμός μου;» Δεν ήταν η πρώτη φορά που το είχε κάνει, φυσικά. Αυτοί οι Βιοσκόποι...

«Ναι,» απάντησε ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής η Ασημίνα’νιρ.

«Σοβαρέψου, αγάπη μου. Δεν έχω ανάγκη από βιοσκοπική ανάλυση.»

«Ποτέ δεν ξέρεις...»

«Είμαι, λοιπόν, καλά, γιατρέ;»

«Δεδομένου ότι δεν κοιμήθηκες σχεδόν καθόλου όλη νύχτα, όπως φαίνεται, υγιέστατος είσαι.»

Ο τηλεπικοινωνιακός δίαυλος στο γραφείο του κουδούνισε.

Ο Βάρνελ πήγε εκεί και κοίταξε την οθόνη. Ο Κίρκος ήταν που τον καλούσε. Καιρός είναι τώρα να μου πουν ότι κάτι δεν πάει καλά και στην Επιγεγραμμένη...

Πάτησε το πλήκτρο της αποδοχής. «Μάλιστα;»

«Άρχοντά μου; Ο Κίρκος Λιγνοπόδης είμαι.»

«Καλημέρα, Κίρκε. Πού βρίσκεσαι;»

«Κοντά στα σύνορα της Β’ Κατωρίγιας· δεν μπορώ αλλιώς να επικοινωνήσω ασύρματα μαζί σας. Το δίκτυο είναι χάλια εδώ. Αλλά δεν σας καλώ γι’αυτό, φυσικά. Ένας στρατός μπήκε στην Επιγεγραμμένη χτες βράδυ.»

«Τι στρατός; Κι από πού ήρθε;»

«Από τα νότια, Άρχοντά μου, από την Επίστρωτη, μέσω Αλάθευτης Οδού, και δεν άργησε να στρίψει δυτικά και να καταυλιστεί μέσα στην Επιγεγραμμένη. Τον παρατηρήσαμε από απόσταση, εγώ και η Τζέσικα, και έχουμε συμπεράνει ότι πρέπει να είναι ο στρατός του Βόρκεραμ-Βορ. Αλλά ο ίδιος δεν είναι μαζί τους· λείπει. Εγώ, αρχικά, δεν ήθελα να το πιστέψω, όμως η Τζέσικα επέμενε ότι δεν μπορούσε να τον δει πουθενά με τα κιάλια της. Κι όταν έψαξα με το βλέμμα μου, ούτε εγώ μπορούσα να τον βρω.»

«Και τι κάνουν τώρα; Πότε ήρθαν;»

«Χτες βράδυ, όπως σας είπα, Άρχοντά μου. Τώρα είναι ακόμα καταυλισμένοι γύρω από τον Επιγεγραμμένο Τοίχο, και δεν φαίνεται να κάνουν κάτι ιδιαίτερο.»

«Νομίζεις ότι βρίσκονται στην Επιγεγραμμένη εξαιτίας σας;»

«Εμείς, σίγουρα, δεν τους καλέσαμε με κανέναν τρόπο, Άρχοντά μου. Αλλά το θεωρώ... πιθανό ότι ίσως, κάπως, να έμαθαν για την παρουσία μας και ο λόγος που βρίσκονται εδώ να είναι, όντως, εμείς. Αν είναι έτσι, δεν έχουμε αρκετούς μαχητές για να τους αντιμετωπίσουμε. Είναι αρκετά μεγάλος στρατός. Πρέπει να μας στείλετε ενισχύσεις.»

Ο Βάρνελ ζήτησε να μάθει πόσους τούς υπολόγιζε ο Κίρκος Λιγνοπόδης, κι εκείνος τού απάντησε, οπότε ο Βάρνελ τού είπε ότι θα το σκεφτόταν και θα ετοίμαζε κάποιους ανθρώπους. «Μέχρι στιγμής δεν έχουν κάνει καμιά κίνηση να σας πλησιάσουν, έτσι;» ρώτησε.

«Όχι, δεν μας έχουν πλησιάσει.»

«Αν γίνει αυτό, να με ειδοποιήσεις αμέσως.»

«Ασφαλώς, Άρχοντά μου.»

Τερματίζοντας την τηλεπικοινωνία τους, ο Βάρνελ-Αλντ σκεφτόταν να έρθει σε επαφή με την Καρζένθα-Σολ για να ζητήσει και τη δική της γνώμη πάνω στο θέμα. Η παρουσία του στρατού του Βόρκεραμ-Βορ στην Επιγεγραμμένη δεν επηρέαζε μόνο τα σχέδια του για τη Φιλήκοη αλλά και το σχέδιο μάχης της Καρζένθα εναντίον της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Η Καρζένθα, σίγουρα, δεν θα ήθελε στην Επιγεγραμμένη τους μαχητές του Βόρκεραμ-Βορ, αφού σκόπευε να περάσει από εκεί ένα μέρος του στρατεύματός της για να χτυπήσει τον Σελασφόρο Χορονίκη από τα νότια.

Ο Βάρνελ ήταν έτοιμος να καλέσει την Καρζένθα (ενώ, με τις άκριες των ματιών του, έβλεπε την Ασημίνα να στέκεται στην πόρτα του γραφείου του, σιωπηλή, παρατηρώντας – μια περιφερειακή, προκλητική παρουσία, ντυμένη με το ελαφρύ νυχτικό της) όταν ο τηλεπικοινωνιακός δίαυλος κουδούνισε ξαφνικά, κι από την οθόνη φαινόταν ότι η κλήση ερχόταν από τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του Λοχαγού Φιλόξενου Κάρεσμηχ.

Ο Βάρνελ πάτησε το πλήκτρο της αποδοχής. «Μάλιστα;»

«Ο κύριος Βάρνελ-Αλντ;»

«Εγώ είμαι, Φιλόξενε. Τι συμβαίνει;»

«Καλημέρα, Άρχοντά μου. Ελπίζω να μη σας ανησυχώ–»

«Δεν είναι και τόσο πρωί.»

«Πριν από λίγο είδαμε τον Διόφαντο να μπαίνει στην κατεστραμμένη περιοχή και να κατευθύνεται δυτικά· και τώρα, ακόμα δυτικά κατευθύνεται καθώς τον κοιτάζουμε από ένα ελικόπτερο πετώντας από πάνω του. Μαζί του είναι όλα του τα τέρατα – αυτά με τα πλοκάμια και τα ενεργειακά – καθώς και οι ακόλουθοί του.»

«Εξακολουθούν να βρίσκονται μες στην κατεστραμμένη περιοχή;»

«Ναι.»

«Βαδίζουν;»

«Ναι, αλλά δεν πηγαίνουν και πολύ αργά. Τα τέρατα με τα πλοκάμια κρατάνε από πάνω τους μια παλιά μεγάλη καρότσα και έχουν μέσα της τους ανθρώπους που ακολουθούν τον Διόφαντο – μάλλον για να κινούνται ταχύτερα. Τα τέρατα με τα πλοκάμια προχωρούν αρκετά γρήγορα, Άρχοντά μου, παρότι κουβαλούν αυτή την καρότσα. Θα έλεγα, γύρω στα σαράντα χιλιόμετρα την ώρα. Και πάω στοίχημα πως ο Διόφαντος από μόνος του, μαζί με τις ενεργειακές οντότητες, θα μπορούσε να κινηθεί ακόμα πιο γρήγορα.»

«Επιτέθηκαν σε κανέναν από το πρωί;»

«Όχι μέχρι στιγμής.»

«Μάλιστα,» είπε ο Βάρνελ-Αλντ. «Συνεχίστε να τους παρακολουθείτε, και να με ενημερώνετε.»

Ο λοχαγός της Φρουράς τον χαιρέτησε και η επικοινωνία τους τερματίστηκε.

«Το σχέδιό σου έπιασε,» παρατήρησε η Ασημίνα’νιρ. «Ο Διόφαντος φεύγει, Βάρνελ!»

«Έτσι φαίνεται. Πηγαίνει δυτικά, τουλάχιστον. Θετικό σημάδι.» Αλλά τώρα έχουμε άλλα προβλήματα, σκέφτηκε ο Βάρνελ. Μόλις ένα κάνει να εξαφανιστεί, ένα δεύτερο παρουσιάζεται!

Πατώντας πλήκτρα πάνω στην κονσόλα του δίαυλου, κάλεσε την Καρζένθα-Σολ.

*

Η Καρζένθα είχε ξυπνήσει από την αυγή για ν’ασχοληθεί, ακόμα μια μέρα, με τις προετοιμασίες του στρατεύματός της, ενώ νόμιζε πως μπορούσε να αισθανθεί μέσα της το παιδί του Κάδμου να μεγαλώνει... αν και καταλάβαινε πως σίγουρα ήταν μόνο η ιδέα της. Το έμβρυο ήταν ακόμα πολύ μικρό για να το νιώθει. Πριν από πέντε μέρες, μόλις, ήταν που είχε αποφασίσει να το κρατήσει.

Και δεν το είχε μετανιώσει.

Αλλά τώρα είχε άλλα να σκέφτεται. Ο στρατός ήταν, πλέον, σχεδόν έτοιμος να επιτεθεί στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία. Μάλιστα, ίσως να ήταν ακόμα πιο έτοιμος αν δεν είχε συμβεί ό,τι συνέβη με τον Διόφαντο και τα τέρατά του. Κάποιοι μαχητές είχαν σκοτωθεί αντιμετωπίζοντας αυτό τον δαίμονα. Και η παρουσία του μες στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία ήταν ένας αναμφίβολα ανασταλτικός παράγοντας για το ξεκίνημα της εκστρατείας εναντίον της Α’ Κατωρίγιας.

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός της Καρζένθα κουδούνισε ενώ εκείνη είχε μόλις μιλήσει σ’έναν από τους στρατιωτικούς διοικητές για τον εξοπλισμό μιας συμμορίας που είχε μπει στο στράτευμα εδώ, στη Β’ Κατωρίγια, όταν αυτή κατακτήθηκε.

Η Καρζένθα τράβηξε τη συσκευή από τη ζώνη της και, στη μικρή οθόνη, είδε ότι ο Βάρνελ την καλούσε από το σπίτι του. Δέχτηκε την κλήση φέρνοντας τον πομπό κοντά στο αφτί της.

«Βάρνελ...»

«Καλημέρα, Καρζένθα. Έμαθες τα καλά νέα;»

«Όχι. Ποια καλά νέα;»

«Ο Διόφαντος άρχισε να κατευθύνεται δυτικά, διασχίζοντας την κατεστραμμένη περιοχή. Ένα ελικόπτερο της Φρουράς τον παρακολουθεί και μου αναφέρει.»

«Αυτά είναι όντως καλά νέα,» συμφώνησε η Καρζένθα-Σολ.

«Μέχρι το βράδυ υποθέτω πως θα βρίσκεται στην Α’ Κατωρίγια, αν όλα πάνε καλά. Όμως έχω και κάποια κακά νέα να σου αναφέρω, για τα οποία πρέπει να συζητήσουμε.»

«Τι είναι;»

«Μπορείς να έρθεις στο Πολιταρχικό Μέγαρο; Καλύτερα να μιλήσουμε από κοντά.»

«Θα είμαι εκεί σε καμιά ώρα το πολύ.»

«Καλώς. Θα σε περιμένω.»

«Είναι κάτι σημαντικό, Βάρνελ;»

«Αρκετά σημαντικό. Θα επηρεάσει και το δικό μου σχέδιο και το δικό σου. Έλα, και θα μιλήσουμε από κοντά.»

Η Καρζένθα τερμάτισε την τηλεπικοινωνία συνοφρυωμένη. Τι εννοούσε ο Βάρνελ ότι θα επηρέαζε και το δικό της σχέδιο και το δικό του; Πρέπει να αναφερόταν στον επικείμενο πόλεμο, σίγουρα...

Η Καρζένθα-Σολ βγήκε από το εστιατόριο όπου βρισκόταν – ένα μέρος που χρησιμοποιείτο αποκλειστικά για τη σίτιση μαχητών του στρατεύματος του Αλυσοδεμένου Ποιητή – και βάδισε προς το όχημά της που ήταν σταθμευμένο λίγο παρακάτω στον δρόμο, κάνοντας νόημα στους Μικρούς Γίγαντες συνοδούς της να την ακολουθήσουν.

Σύντομα, διέσχιζε τους δρόμους της Απλωτής κατευθυνόμενη νοτιοανατολικά.

Όταν έφτασε στο Πολιταρχικό Μέγαρο της Β’ Κατωρίγιας, στην Όκιλμερ, βρήκε τον Βάρνελ-Αλντ να την περιμένει εκεί, στο Γραφείο του Πολιτάρχη. Κανένας άλλος δεν ήταν μαζί του. Ήταν μόνοι τους.

«Μ’έχεις ανησυχήσει,» του είπε.

Εκείνος έδειξε την καρέκλα αντίκρυ του. «Κάθισε.»

Η Καρζένθα κάθισε, σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο.

«Χτες βράδυ, ο στρατός του Βόρκεραμ-Βορ μπήκε στην Επιγεγραμμένη,» την πληροφόρησε ο Βάρνελ ανάβοντας τσιγάρο, «και καταυλίστηκε εκεί, γύρω από τον Επιγεγραμμένο Τοίχο. Ήρθαν από τα νότια, από την Επίστρωτη, μέσω Αλάθευτης Οδού. Μέχρι στιγμής δεν έχουν κάνει καμία κίνηση εναντίον των μαχητών μου αλλά υποψιάζομαι ότι βρίσκονται εκεί εξαιτίας τους.»

«Έχουν μάθει για το σχέδιό σου; Πώς; Από πού;»

«Δεν ξέρω. Ίσως κάποια από τις Θυγατέρες του Βόρκεραμ-Βορ να φταίει γι’αυτό.»

«Δεν αποκλείεται,» παραδέχτηκε συλλογισμένα η Καρζένθα-Σολ, μη μπορώντας να σκεφτεί κανέναν άλλο τρόπο για να έχει διαρρεύσει μια τέτοια πληροφορία τόσο γρήγορα. Εκτός αν έχουμε κατασκόπους του Βόρκεραμ-Βορ κρυμμένους ανάμεσά μας... Αλλά δεν το πίστευε αυτό. Η Κορίνα θα τους είχε, προ πολλού, βρει και ξεπαστρέψει· σίγουρα.

«Ο ίδιος ο Βόρκεραμ-Βορ, όμως, δεν είναι με το στράτευμα στην Επιγεγραμμένη.»

«Τι; Αποκλείεται...»

«Ο Κίρκος Λιγνοπόδης μού λέει πως, κοιτάζοντας από απόσταση τον καταυλισμό, δεν είδε πουθενά τον Βόρκεραμ-Βορ.»

«Μπορεί απλά να μη βρισκόταν σε κοινή θέα εκείνη τη στιγμή, Βάρνελ–»

«Και η Τζέσικα το ίδιο νομίζει,» τόνισε ο Βάρνελ-Αλντ. «Πρώτη εκείνη είπε στον Κίρκο ότι ο Βόρκεραμ δεν είναι εκεί, και ο Κίρκος κοίταξε πολύ προσεχτικά, ψάχνοντάς τον, μη θέλοντας να την πιστέψει αρχικά.»

Η Καρζένθα έσμιξε τα χείλη. Για να το λέει μια Θυγατέρα της Πόλης – ακόμα και μια τρελή σαν τη Τζέσικα – δεν μπορεί να ήταν τελείως αβάσιμο... Ίσως όντως ο Βόρκεραμ-Βορ να μην ήταν εκεί. Αλλά, αν αυτό ίσχυε... «Γιατί, Βάρνελ; Γιατί ο ίδιος να μην είναι εκεί; Τι λόγος να υπάρχει;»

«Δεν έχω ιδέα. Το μόνο που μπορώ να υποθέσω,» αποκρίθηκε ο Βάρνελ-Αλντ ενώ καπνός τσιγάρου έβγαινε από το στόμα του, «είναι ότι έχει άλλες δουλειές, αλλού.»

«Προετοιμάζοντας τη συμμαχία του...»

«Πολύ πιθανόν. Καταλαβαίνεις, όμως, γιατί η παρουσία του στρατεύματός του εκεί επηρεάζει και το σχέδιό σου και το δικό μου, έτσι;»

«Φυσικά. Το δικό μου, μάλιστα, το επηρεάζει περισσότερο από το δικό σου. Είναι πολύ βασικό να μπορούμε να επιτεθούμε στην Α’ Κατωρίγια και από την Επιγεγραμμένη.

»Πόσο μεγάλος είναι ο στρατός του Βόρκεραμ-Βορ;»

Ο Βάρνελ τής είπε την εκτίμηση του Λιγνοπόδη.

«Όχι και τόσο μεγάλος. Θα μπορούσαμε να τον διώξουμε αν του επιτεθούμε μαζικά. Αλλά θα μπορούσε και να μας παρακωλύσει.»

«Οι μαχητές μου, πάντως, που βρίσκονται τώρα στην Επιγεγραμμένη είναι αδύνατον να τον αντιμετωπίσουν μόνοι τους.»

«Έχει κάνει καμιά κίνηση εναντίον τους;»

«Τίποτα ακόμα. Σου είπα: χτες βράδυ ήρθε.»

Η Καρζένθα άναψε ένα τσιγάρο από αυτά που είχε ο Βάρνελ επάνω στο γραφείο του.

«Τι προτείνεις να κάνουμε;» τη ρώτησε εκείνος. «Εγώ, ώς τώρα, δεν έχω αποφασίσει. Και δεν ήθελα ν’αποφασίσω προτού ακούσω τη γνώμη σου.»

Η Καρζένθα σκέφτηκε την κατάσταση, καπνίζοντας, και είπε: «Προς το παρόν, δεν θα κινηθούμε με κανέναν τρόπο εναντίον του στρατού στην Επιγεγραμμένη. Άσ’ τους να δούμε τι πραγματικά ζητάνε εκεί. Γιατί υπάρχει και η πιθανότητα να μην ξέρουν για το σχέδιό σου. Δεν είναι βέβαιο ότι το ξέρουν· απλά το υποθέτουμε.»

Ο Βάρνελ-Αλντ ένευσε. «Έχεις δίκιο σ’αυτό. Μια βιαστική κίνηση μπορεί να έχει αρνητικά αποτελέσματα για εμάς.»

«Οφείλουμε, όμως, να είμαστε σε ετοιμότητα.»

«Ασφαλώς.»

«Θα έχουμε στρατό έτοιμο να σταλεί στην Επιγεγραμμένη για να χτυπήσει τους μαχητές του Βόρκεραμ-Βορ, να τους διώξει από εκεί, ώστε να μπορούμε να κάνουμε τις δουλειές μας χωρίς προβλήματα.»

«Ναι...» είπε ο Βάρνελ τινάζοντας στάχτη στο μεγάλο τασάκι.

«Για την ώρα, θέλω να δω τι θα κάνει ο Διόφαντος. Αν όντως επιτεθεί στα ανατολικά σύνορα της Α’ Κατωρίγιας, αυτό θα αποτελέσει τρομερή βοήθεια για εμάς. Δε θα προκαλέσει μόνο ζημιές στον εχθρό, αλλά θα τον πανικοβάλει κιόλας, θα τον αποδιοργανώσει. Αποκλείεται να έχουν τρόπο να αντιμετωπίσουν τον Διόφαντο.»

«Αποκλείεται,» συμφώνησε ο Βάρνελ-Αλντ.

«Και τότε θα είναι η κατάλληλη στιγμή για να επιτεθούμε. Ίσως, τελικά, να μη χρειαστεί καν να περάσουμε από την Επιγεγραμμένη. Θα δείξει... Και αναρωτιέμαι τι θα κάνει ο στρατός του Βόρκεραμ-Βορ όταν αρχίσουμε να χτυπάμε την Α’ Κατωρίγια. Θα προσπαθήσει να τη βοηθήσει; Γιατί, ξέρεις, είναι πιθανό να βρίσκεται εκεί, στην Επιγεγραμμένη, γι’αυτό το σκοπό: για να προσφέρει στρατιωτική αρωγή στον Χορονίκη, ξαφνιάζοντάς μας συγχρόνως. Μπορεί να νομίζουν ότι θα έρθουν ‘απροειδοποίητα’ από την Επιγεγραμμένη, ότι δεν θα έχουμε καταλάβει την παρουσία τους εκεί.»

Ο Βάρνελ γέλασε κοφτά. «Ειρωνικό, αν ισχύει αυτό, ε;»

«Τι εννοείς;»

«Φαίνεται πως όλοι νομίζουμε ότι κανείς δεν έχει υπολογίσει την Επιγεγραμμένη σ’ετούτο τον πόλεμο και, άρα, είναι καλή για εκμετάλλευση – πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα όλοι να έχουμε υπολογίσει την Επιγεγραμμένη στα σχέδιά μας. Μια λογική που ακυρώνει τον ίδιο της τον εαυτό, σαν παραδοξότητα.»

Η Καρζένθα ένευσε. «Πράγματι,» παραδέχτηκε· και είπε: «Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαμε αυτό να το χρησιμοποιήσουμε κάπως προς όφελός μας...» συλλογισμένη.

«Έχεις καμιά ιδέα;»

«Όχι. Όχι ακόμα. Ίσως στο σύντομο μέλλον.»

Ο τηλεπικοινωνιακός δίαυλος κουδούνισε. Ο Βάρνελ κοίταξε την οθόνη του. «Έχουμε νέα του Διόφαντου,» παρατήρησε, και πάτησε ένα πλήκτρο. «Σ’ακούω, Φιλόξενε. Πού βρίσκονται τα τέρατα;»

«Έχουν βγει από την κατεστραμμένη περιοχή, Άρχοντά μου,» ήρθε η φωνή του Λοχαγού Κάρεσμηχ από το ηχείο της συσκευής, «και κατευθύνονται δυτικά. Πλησιάζουν πλέον τα σύνορα της Α’ Κατωρίγιας.»

«Πιο γρήγορα απ’ό,τι νόμιζα...» μουρμούρισε η Καρζένθα-Σολ.

«Μας έχουν χτυπήσει;» ρώτησε ο Βάρνελ τον λοχαγό.

«Καθόλου. Ούτε εμείς τούς έχουμε επιτεθεί, φυσικά, όπως έχετε προστάξει.»

«Αφήστε τους να περάσουν, να μπουν στην Α’ Κατωρίγια. Μπορείς να μου δώσεις εικόνα, Φιλόξενε;»

«Μπορώ, Άρχοντά μου.»

Και στην οθόνη του τηλεπικοινωνιακού συστήματος, η οποία δεν ήταν και τόσο μικρή, άρχισαν να φαίνονται δρόμοι και γέφυρες, και ο Διόφαντος να προχωρά εκεί, αιωρούμενος, λαμπυρίζοντας, ενώ οι ενεργειακές του οντότητες χοροπηδούσαν και τινάζονταν και φτερούγιζαν ολόγυρά του σαν μυστηριακή συνοδία, θυμίζοντας πτηνά, έντομα, και αιλουροειδή. Τα τέρατα με τα πλοκάμια τον ακολουθούσαν, δεμένα μαζί του με φωτεινές αλυσίδες. Από πάνω τους κουβαλούσαν μια καρότσα μέσα στην οποία κάθονταν οπλισμένοι άνθρωποι.

Ο Βάρνελ έστρεψε την οθόνη έτσι ώστε να μπορεί να παρακολουθεί και η Καρζένθα.

Η παράξενη συνοδία διέσχιζε την Αζρόντω, ενώ οι πάντες απομακρύνονταν από αυτήν, οι δρόμοι άδειαζαν στο πέρασμά της. Τα οχήματα και οι διαβάτες άλλαζαν, αμέσως, κατεύθυνση μόλις έβλεπαν τα τέρατα να έρχονται. Είχαν ακούσει γι’αυτά από τους δημοσιογράφους και, μάλλον, δεν περίμεναν να τα δουν τόσο σύντομα στην περιφέρειά τους, αφού τα ραδιόφωνα και οι οθόνες έλεγαν ότι οι επιθέσεις γίνονταν βόρεια της κατεστραμμένης περιοχής, στα νότια Μονότροπης και Χτυπημένης.

Η Φρουρά παρακολουθούσε τον Διόφαντο από πλευρικούς δρόμους και γέφυρες, αλλά δεν τον πλησίαζε, όπως είχε ζητήσει ο Πολιτάρχης τους. Το ελικόπτερο του Φιλόξενου πετούσε σταθερά πάνω από τα τέρατα, κατοπτεύοντας και στέλνοντας οπτικά δεδομένα στο Πολιταρχικό Μέγαρο της Όκιλμερ μέσω τηλεπικοινωνιακών σημάτων.

Ο Βάρνελ-Αλντ και η Καρζένθα-Σολ κοίταζαν χωρίς να μιλάνε. Όταν έσβησαν τα τσιγάρα τους στο τασάκι, δεν άναψαν άλλα.

Ο Διόφαντος προχωρούσε και προχωρούσε και προχωρούσε μέσα στους δρόμους της Αζρόντω, πάντοτε δυτικά, πάντοτε αδειάζοντας τις οδούς και τις λεωφόρους με την παρουσία του και μόνο, αλλά μην κάνοντας καμιά ζημιά, μη χτυπώντας κανέναν άνθρωπο.

Όταν έφτασε στα σύνορα με την Α’ Κατωρίγια Συνοικία, οι φρουροί της Β’ Κατωρίγιας δεν επιχείρησαν να τον σταματήσουν· τον άφησαν να περάσει. Οι συνοριοφύλακες της Α’ Κατωρίγιας, όμως, δεν τους μιμήθηκαν. Κανόνια και ρουκετοβόλα στράφηκαν προς τον Διόφαντο και τα τέρατά του, μαχητές ύψωσαν τουφέκια και οπλοπολυβόλα και μικρά ρουκετοβόλα, θωρακισμένα οχήματα μπήκαν σε κίνηση, ακόμα και τρία ελικόπτερα φάνηκαν να έρχονται.

«Αυτό,» είπε ο Βάρνελ-Αλντ, «πρέπει να έχει πλάκα...»

Ο Διόφαντος και τα τέρατα του φαίνονταν απόμακρα τώρα – το ελικόπτερο του Φιλόξενου δεν τολμούσε να πλησιάσει περισσότερο τα σύνορα της Α’ Κατωρίγιας, μην το καταρρίψουν – αλλά όχι τόσο απόμακρα ώστε η Καρζένθα και ο Βάρνελ να μη μπορούν να δουν τον χαλασμό που ξεκίνησε. Αρχικά, κανόνια πυροβόλησαν – προειδοποιητικά, ίσως – και κανένα αποτέλεσμα, ασφαλώς, δεν έφεραν. Ανάγκασαν μόνο τα πλοκαμοφόρα τέρατα ν’αφήσουν την καρότσα σ’έναν παράπλευρο δρόμο, για να μην κινδυνεύουν να σκοτωθούν οι άνθρωποι μέσα της. Οι ίδιοι οι μηχανικοί δαίμονες δεν είχαν κανέναν φόβο, ούτε ο Διόφαντος ή οι άλλες ενεργειακές οντότητες.

Οι συνοριοφύλακες συνέχισαν να πυροβολούν, και άρχισαν να εκτοξεύουν και ρουκέτες τώρα. Ακόμα και μια φωτεινή ριπή έπεσε από κάποιο ενεργειακό κανόνι. Τίποτα, βέβαια, δεν μπορούσε να σταματήσει τον Διόφαντο και τους ακόλουθούς του. Πλησίασαν την πύλη του τείχους και την κατέστρεψαν, χτυπώντας την με ενέργεια και με πλοκάμια. Οι μαχητές του Σελασφόρου Χορονίκη πρέπει να είχαν πανικοβληθεί πλέον. Μονάχα λάμψεις και καπνός φαίνονταν στην οθόνη στο Γραφείο του Πολιτάρχη της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας.

Ο Βάρνελ-Αλντ γελούσε. «Σαν να βλέπεις κινηματογραφική ταινία!...»

Η Καρζένθα μειδίασε. Δεν είχες την ίδια άποψη όταν τα βλέπαμε αυτά να συμβαίνουν στους δικούς μας δρόμους, παρατήρησε. Αλλά δεν μίλησε.

Οι λάμψεις φαίνονταν, σταδιακά, ολοένα και πιο μακριά μέχρι που είχαν σχεδόν κρυφτεί πίσω από τα οικοδομήματα και τις γέφυρες της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας.

Ο Βάρνελ μίλησε στον Φιλόξενο μέσω του τηλεπικοινωνιακού διαύλου: «Δε χρειάζεται να είστε πλέον εκεί,» του είπε. «Μπορείτε να φύγετε.»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου.»

Τα οπτικά δεδομένα έπαψαν να εκπέμπονται στον τηλεοπτικό δέκτη του Γραφείου, και η οθόνη μαύρισε.

Ο Βάρνελ στράφηκε στην Καρζένθα. «Νομίζω, Στρατάρχη, πως ήρθε η ώρα να επιτεθούμε στον Σελασφόρο Χορονίκη.»

/21\

Ο Βόρκεραμ-Βορ επιστρέφει σε μια συνοικία απ’την οποία έχει περάσει, τελευταία, αρκετές φορές· η Μιράντα μαθαίνει κάτι καλό αλλά, συγχρόνως, ανησυχητικό, και κάνει μια επίσκεψη· γίνεται μια συζήτηση για πρόσφατα γεγονότα, μυστηριώδη συμβάντα, και πιθανές πλεκτάνες, προτού φασαρία τη διακόψει· τα πολεοσημάδια φανερώνουν την παρουσία ενός λαθρεπιβάτη· ένας αρχηγός έχει πολύ σοβαρές αμφιβολίες και υποπτεύεται απάτη· και ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος ταξιδεύει μες στη νύχτα.

Ήταν μεσημέρι όταν μπήκαν στην Αμφίνομη, ύστερα από τον σύντομο έλεγχο που έκαναν οι αστυνομικοί της συνοικίας στα οχήματά τους. Η Μιράντα, όμως, είχε μπει πιο πριν, για να περάσει τους Φίλους χωρίς να τους σκαλίσει κανένας. Είχε οδηγήσει το φορτηγό της επιδέξια και πεπειραμένα, ακολουθώντας τα σημάδια της Πόλης και διασχίζοντας τα σύνορα από μια σήραγγα, αποφεύγοντας τους ελεγκτές.

Μαζί της ήταν ο Αλέξανδρος, νιώθοντας γι’ακόμα μια φορά εντυπωσιασμένος από τις ικανότητές της. Ούτε οι καλύτεροι κατάσκοποι που ήξερε δεν θα μπορούσαν ποτέ να τα καταφέρουν τόσο καλά – και, μάλιστα, κατ’επανάληψη! Πόσες φορές το είχε κάνει αυτό η Μιράντα ώς τώρα; Πόσες φορές είχε περάσει τους Φίλους από σύνορα συνοικιών χωρίς να την προσέξουν; Ή, τουλάχιστον, χωρίς να κατορθώσουν να τη σταματήσουν, έχοντάς την προσέξει πολύ αργά;

Μα τον Κρόνο, ποτέ δεν θα το συνηθίσω... σκέφτηκε ο Αλέξανδρος, υπομειδιώντας. Νιώθοντας, εκτός από εντυπωσιασμένος, και πολύ τυχερός που την είχε γνωρίσει. Αν και δεν πρόκειται, σε καμία περίπτωση, να την καταλάβαινε απόλυτα, μια τέτοια γνωριμία άξιζε όσο εκατό άλλες. Για την εμπειρία, αν μη τι άλλο.

«Εντάξει,» είπε η Μιράντα τώρα, «έρχονται,» καθώς έβλεπαν τα οχήματα της συνοδίας του Βόρκεραμ-Βορ να έχουν μπει στην Αμφίνομη και να διασχίζουν τους δρόμους της. Η Μιράντα είχε σταματήσει το φορτηγό τους στο πλάι μιας ανηφορικής οδού όλο σιδεράδικα, και από εκεί είχαν αρκετά καλή θέα.

Πάτησε το πετάλι ξανά και έβαλε τους τροχούς σε κίνηση. Πλησίασαν τα οχήματα της συνοδίας του Βόρκεραμ-Βορ, και εκείνος τη ρώτησε, τηλεπικοινωνιακά, μέσω του πομπού της: «Θα μας οδηγήσεις σε καλό μέρος για να περάσουμε το μεσημέρι;»

«Ναι. Περίμενε, μόνο, λίγο να επικοινωνήσω με την Εύνοια πρώτα.»

«Θα πας στους Νομάδες;»

«Τηλεπικοινωνιακά θα της μιλήσω. Δε θ’αργήσω.»

«Εντάξει.» Ο Βόρκεραμ τερμάτισε την επικοινωνία.

Η Μιράντα πάτησε ένα κουμπί πάνω στον πομπό της, που ήταν γαντζωμένος στην κονσόλα του φορτηγού.

«Μιράντα;» ακούστηκε, ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα, η φωνή της Εύνοιας.

«Τι κάνεις, Αδελφή μου; Ακόμα στην Πλατεία Διχαλωτής είστε;»

«Ναι, και όλα είναι ήσυχα εδώ. Εσύ πού είσαι; Ήρθες στην Αμφίνομη;»

«Μόλις μπήκαμε.»

«Θα έχετε ήδη συναντήσει την Άνμα και τη Νορέλτα, υποθέτω–»

«Ποιες;» έκανε η Μιράντα, ξαφνιασμένη, έχοντας μια πολύ περίεργη αίσθηση.

«Α...» έκανε η Εύνοια. «Δεν τις έχετε συναντήσει; Δεν τις βρήκατε στον δρόμο σας;»

«Τι είν’ αυτά που λες, Αδελφή μου; Η Άνμα και η Νορέλτα είναι αιχμάλωτες της Κορίνας! Πώς να–;»

Το γέλιο της Εύνοιας τη διέκοψε. «Όχι, Μιράντα! Φυσικά και δεν είναι! Είναι ελεύθερες τώρα.»

«Τι;... Πώς;» Στο μυαλό της Μιράντας ήρθε εκείνο το όνειρο με την Κορίνα. Το όνειρο στο οποίο η Κορίνα τής έλεγε πως είχε ελευθερώσει την Άνμα και τη Νορέλτα επειδή το φυλαχτό είχε σπάσει – και η Μιράντα, φυσικά, δεν είχε πιστέψει λέξη από αυτά...

«Η Κορίνα τις ελευθέρωσε, Αδελφή μου.»

Δεν είναι δυνατόν... σκέφτηκε η Μιράντα. Θα τρελαθώ... Δεν είναι δυνατόν! «Και πού είναι τώρα;»

«Έρχονταν να σας βρουν. Βασικά, σας περίμεναν εδώ, στην αρχή, στον καταυλισμό των Νομάδων. Ακολουθώντας τα πολεοσημάδια του στρατού του Βόρκεραμ είχαν καταλήξει σ’εμάς. Τους είπα ότι έχετε πάει στην Κουρασμένη. Προσπαθούσαμε να σας καλέσουμε τηλεπικοινωνιακά, μα δεν μπορούσαμε. Αποφάσισαν, λοιπόν, η Άνμα και η Νορέλτα να σας περιμένουν να επιστρέψετε από την Κουρασμένη· τους είπα πως, λογικά, δεν θα αργούσατε αφού πρέπει να πάτε στην Επιγεγραμμένη. Όμως, τελικά, δεν ερχόσασταν και τόσο σύντομα όσο θα ήθελαν, οπότε ξεκίνησαν για να σας βρουν–»

«Πότε έγινε αυτό; Πριν από πόσες μέρες;»

«Χτες το πρωί, Μιράντα. Χτες το πρωί έφυγαν.»

«Χτες το πρωί επισκεφτήκαμε τη Βαθμιδωτή, Αδελφή μου...»

«Τη Βαθμιδωτή; Μα...»

«Είχαμε κάποιες δουλειές εκεί.»

«Και πάλι, η Άνμα και η Νορέλτα έπρεπε να ανιχνεύσουν τα πολεοσημάδια σας. Είστε ολόκληρος στρατός...»

«Δεν πήγαμε μαζί με όλο τον στρατό–»

«Τι; Πού είναι ο στρατός σας, δηλαδή;»

«Ο Βόρκεραμ τούς– Βασικά, άσ’ το. Θα τα πούμε από κοντά. Έρχομαι από εκεί, εντάξει;»

«Σε περιμένουμε, Μιράντα.»

Η τηλεπικοινωνία τους τερματίστηκε.

Ο Αλέξανδρος είπε: «Η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ είναι ελεύθερες;»

«Έτσι φαίνεται...» Η Μιράντα ήταν προβληματισμένη.

«Ύποπτο δεν είναι αυτό; Γιατί η Κορίνα να τις ελευθερώσει οικειοθελώς; Η Εύνοια μόλις είπε ότι τις ελευθέρωσε οικειοθελώς, έτσι δεν είπε;»

Το φυλαχτό... σκέφτηκε η Μιράντα, καταστράφηκε; Μα τον Κρόνο, είναι αλήθεια; Μου έλεγε αλήθεια, η άθλια, σ’εκείνο το όνειρο; «Θα δούμε. Θα πάω να μιλήσω με την Εύνοια, τώρα.»

«Θάρθω μαζί σου.»

«Όπως θέλεις. Αλλά στάσου, πρώτα, να ειδοποιήσουμε τον αρχηγό.» Πάτησε ένα κουμπί πάνω στον πομπό της, κι όταν ο Βόρκεραμ απάντησε, του είπε: «Ακολουθήστε με. Θα σας πάω σ’ένα πανδοχείο, και μετά θα φύγω.»

«Θα φύγεις;»

«Πρέπει να μιλήσω με την Εύνοια. Θα σας συναντήσω πάλι το απόγευμα. Ο Αλέξανδρος θάρθει μαζί μου.»

Η φωνή της Ολντράθα ακούστηκε από τον πομπό: «Συμβαίνει κάτι, Αδελφή μου;»

«Ναι.»

«Τι;»

«Η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ είναι ελεύθερες.»

«Τι!»

«Ούτε εγώ ξέρω λεπτομέρειες ακόμα. Θα ξαναμιλήσουμε αργότερα, Ολντράθα. Προς το παρόν, ακολουθήστε με.»

*

Ο καταυλισμός των Νομάδων ήταν όπως η Μιράντα τον θυμόταν από την προηγούμενή της επίσκεψη. Η Πλατεία Διχαλωτής φαινόταν να έχει βολέψει τους ακόλουθους της Εύνοιας· όλα τα πολεοσημάδια το μαρτυρούσαν, έκδηλα. Και οι κάτοικοι της περιοχής ήταν φιλικοί προς τους Νομάδες: ακόμα κάτι που φανέρωναν τα σημάδια της Πόλης.

Εκτός από τη Μιράντα και τον Αλέξανδρο, μέσα στο φορτηγό με τους Φίλους ήταν τώρα και η Φοριντέλα-Ράο. Έχοντας ακούσει από την Ολντράθα ότι η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ ήταν ελεύθερες, ήθελε οπωσδήποτε να πάει μαζί με τη Μιράντα στους Νομάδες των Δρόμων για να μάθει περισσότερα. Δεν μπορούσε να περιμένει.

Η Μιράντα σταμάτησε το όχημά της στις παρυφές του καταυλισμού, άνοιξε την πόρτα πλάι της, και βγήκε. Ο Αλέξανδρος και η Φοριντέλα την ακολούθησαν. Οι Φίλοι έμειναν μέσα, βγάζοντας μελωδικούς ήχους και αναδεύοντας βαριεστημένα τα πλοκάμια τους.

«Μιράντα!» Ο Θόρινταλ πλησίασε τη Θυγατέρα, την εξόριστη αριστοκράτισσα της Έκθυμης, και τον παλιό Αρχικατάσκοπο της Β Κατωρίγιας Συνοικίας, καθώς βάδιζαν μέσα στον καταυλισμό των Νομάδων μαγνητίζοντας βλέμματα και κάνοντας πολλούς ν’αρχίσουν να ψιθυρίζουν αναμεταξύ τους. Η Μιράντα δεν τους ήταν άγνωστη. Ήξεραν πως ήταν φίλη της Κυράς των Δρόμων. Ήξεραν πως ήταν σαν την Κυρά των Δρόμων.

«Τι κάνεις, Θόρινταλ;» Η Μιράντα έσφιξε το χέρι του σαμάνου, χαμογελώντας, αγκαλιάζοντάς τον προς στιγμή.

«Η Άνμα και η Νορέλτα-Βορ ήταν εδώ, το ξέρεις; Σε έψαχναν. Χτες το πρωί έφυγαν για να σε βρουν.»

«Μου το είπε η Εύνοια, τηλεπικοινωνιακά.»

«Σου το είπε;... Δηλαδή... δεν τις συνάντησες; Δε σε βρήκαν;»

«Δυστυχώς όχι.»

«Μα... τότε...» Ο Θόρινταλ συνοφρυώθηκε. «Μπορεί κάτι να τους έχει συμβεί;»

«Πάμε να βρούμε την Εύνοια, πρώτα–»

«Εδώ είμαι, Αδελφή μου.» Η Εύνοια ξεπρόβαλε ανάμεσα από τους Νομάδες, ντυμένη μ’ένα μακρύ ασημόχρωμο φόρεμα με γαλανά νερά. Τα ξανθά μαλλιά της απλώνονταν σαν μανδύας πίσω της, στραφταλίζοντας όμορφα στο φως του απογευματινού ήλιου. «Έλα να μιλήσουμε.» Έκανε νόημα να την ακολουθήσουν.

Η Μιράντα, η Φοριντέλα-Ράο, ο Αλέξανδρος, και ο Θόρινταλ την ακολούθησαν, πηγαίνοντας στη σκηνή της και μπαίνοντας εκεί.

«Καθίστε,» τους είπε η Εύνοια, δείχνοντας μερικά σκαμνιά. «Να σας κεράσω κάτι;» Πλησίασε μερικά μπουκάλια πάνω σ’ένα τραπεζάκι.

«Ευχαριστούμε, όχι,» αποκρίθηκε η Φοριντέλα-Ράο· και ρώτησε, ανυπόμονα: «Πού είναι η Άνμα; Είναι καλά;»

«Την τελευταία φορά που ήταν εδώ, καλά ήταν. Όπως επίσης και η Νορέλτα.»

«Τι ακριβώς έγινε, Αδελφή μου;» ζήτησε να μάθει η Μιράντα, ενώ οι τρεις τους και ο Θόρινταλ είχαν καθίσει στα σκαμνιά.

Η Εύνοια κάθισε σ’ένα άλλο σκαμνί, και τους διηγήθηκε τι είχε συμβεί με την Άνμα και τη Νορέλτα-Βορ.

«Δεν το πιστεύω...» μουρμούρισε η Μιράντα, κουνώντας το κεφάλι. «Είναι αλήθεια...»

«Τι εννοείς, Αδελφή μου;»

«Η Κορίνα με συνάντησε μέσα σ’ένα όνειρο και μου είπε ότι τις έχει ελευθερώσει και ότι το αρχαίο φυλαχτό έσπασε. Αλλά δεν την πίστεψα, φυσικά· γιατί σκέφτηκα, αν το αρχαίο φυλαχτό έχει σπάσει, πώς τότε έρχεται και μου μιλά στο όνειρό μου;»

«Κι αυτό δεν είναι όντως ένα καλό ερώτημα;» είπε ο Αλέξανδρος. «Ίσως η Κορίνα να λέει ψέματα. Σε όλες σας. Ίσως να έχει κάποιο ύπουλο σχέδιο κατά νου.»

«Η Νορέλτα μού έδειξε τα θραύσματα του φυλαχτού, Αλέξανδρε,» διαφώνησε η Εύνοια. «Τα έχει μαζί της. Η Κορίνα τής τα έδωσε.»

«Και λοιπόν; Πώς το ξέρει ότι πράγματι είναι τα κομμάτια του φυλαχτού; Δε θα μπορούσαν να είναι κάποια τυχαία κομμάτια;»

«Δε νομίζω ότι εύκολα θα μπέρδευε τα κομμάτια του αληθινού φυλαχτού με τυχαία σκουπίδια. Η Κορίνα πρέπει όντως να το έσπασε καθώς αντιμετώπιζε την αντιοπτασία.»

«Αν είναι έτσι,» είπε ο Αλέξανδρος, «αυτό είναι καλό, σωστά;»

Η Εύνοια ένευσε. «Λογικά, ναι.»

«Αλλά δυσκολεύομαι να το πιστέψω,» επέμεινε ο Αλέξανδρος.

«Για ποιο άλλο λόγο να ελευθερώσει την Άνμα και τη Νορέλτα; Δε μου φαίνεται για κάποιου είδους παγίδα. Η Κορίνα θέλει να σταματήσουμε τον πόλεμο–»

«Η Κορίνα άρχισε τον πόλεμο, έτσι δεν είναι;»

«Νόμιζε τότε ότι είχε τον έλεγχο. Τώρα φοβάται ότι έχει χάσει κάθε έλεγχο. Τουλάχιστον, έτσι μου είπε η Νορέλτα-Βορ.»

Ο Αλέξανδρος στράφηκε στη Μιράντα. «Γιατί δεν μιλάς;»

«Γιατί αναρωτιέμαι τι συνέβη και η Άνμα κι η Νορέλτα δεν μας συνάντησαν... και ξέρεις πού έχω καταλήξει;»

«Πού; Ότι η Κορίνα έκανε κάτι;»

«Όχι απαραίτητα. Χτες, φύγαμε για τη Βαθμιδωτή από το πρωί, και συγχρόνως ο στρατός του Βόρκεραμ, υπό την αρχηγία της Ευμενίδας και του Ρίντιλακ-Κονχ, ξεκίνησε για την Επιγεγραμμένη. Την ίδια μέρα η Άνμα και η Νορέλτα εγκατέλειψαν τον καταυλισμό των Νομάδων και κατευθύνθηκαν δυτικά, ερχόμενες προς την Κουρασμένη. Είναι λογικό, επομένως, να συνάντησαν καθοδόν τον στρατό, που θα περνούσε από την Αμφίνομη για να φτάσει στην Επιγεγραμμένη.»

«Και λοιπόν; Δεν είδαν ότι εσύ δεν ήσουν μαζί με τον στρατό; Δεν είδαν ότι ούτε ο Βόρκεραμ, ούτε η Ολντράθα, ούτε εγώ ήμασταν μαζί με τον στρατό; Γιατί δεν συνέχισαν να μας ψάχνουν;»

«Υποθέτω πως μίλησαν με την Ευμενίδα και τον Ρίντιλακ-Κονχ. Η Ευμενίδα ξέρει για τις Θυγατέρες, αλλά ο Ρίντιλακ δεν ξέρει. Κι αυτές οι δύο εμφανίστηκαν τώρα ξαφνικά μπροστά τους, ενώ πριν τις νομίζαμε για αιχμάλωτες. Ίσως να μην τις εμπιστεύτηκαν για να τους πουν πού βρισκόμαστε – ότι έχουμε πάει στη Βαθμιδωτή.»

Ο Αλέξανδρος συνοφρυώθηκε. «Λες, δηλαδή, ότι τις πέρασαν για κατασκόπους του Ποιητή;»

«Υποθέτω πως θα ήταν επιφυλακτικοί μαζί τους.»

«Ακόμα κι έτσι, γιατί η Άνμα και η Νορέλτα να μη συνεχίσουν να μας ψάχνουν; Αν μας έψαχναν, δεν θα μας είχαν συναντήσει κάπου στο δρόμο ώς τώρα;»

Η Μιράντα ήταν σκεπτική. «Ναι, αυτό θα μπορούσε να είχε γίνει... εκτός αν...»

«Εκτός αν;»

«Δεν είμαι σίγουρη, Αλέξανδρε. Προφανώς, κάτι συνέβη. Ή τα πολεοσημάδια δεν τις οδήγησαν σωστά, ή... ή κάτι άλλο έγινε.»

«Και τι θα κάνουμε τώρα;» ρώτησε η Φοριντέλα-Ράο. «Πώς θα τις βρούμε;»

Η Μιράντα έβγαλε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της. «Ποιος είναι ο καινούργιος κώδικας της Νορέλτα, Εύνοια;»

Η Εύνοια τής είπε.

Η Μιράντα τον κάλεσε, αλλά το σήμα της δεν έφτανε. Μετά ζήτησε να μάθει τον κώδικα της Άνμα, όμως το αποτέλεσμα ήταν ίδιο. «Δεν είναι κοντά μας,» είπε η Μιράντα.

«Γιατί να μην επιστρέψουν σ’εμάς, αφού δεν σας βρήκαν;» έθεσε το ερώτημα ο Θόρινταλ. «Πού αλλού να έχουν πάει;»

Ο Αλέξανδρος κούνησε το κεφάλι. «Σας το λέω: κάτι ύποπτο συμβαίνει. Η Κορίνα δεν θα τις άφηνε έτσι απλά ελεύθερες.»

«Τους Νομάδες τούς ελευθέρωσε όταν δεν τους χρειαζόταν άλλο φυλακισμένους,» του θύμισε η Εύνοια.

«Δεν είναι το ίδιο. Κι επιπλέον, είχε βρει άλλη χρήση για τους Νομάδες, μην ξεχνάς. Τους πήγε στον Ποιητή.»

«Για να μη μας πετάξει στους δεκαπέντε δρόμους,» εξήγησε ο Θόρινταλ.

«Νομίζεις ότι την ενδιέφερε το καλό σας;» είπε ο Αλέξανδρος.

«Δεν είναι τ