ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΑΖΕΡΗΣ

Τα Κρυφά Όπλα της Πόλης
Βιβλίο Πέμπτο

Κατωρίγιος Πόλεμος

Μια Ιστορία από το
Θρυμματισμένο Σύμπαν

[Θυγατέρες της Πόλης]

 

 

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commons – http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/

 

• Επιτρέπεται να το διανέμετε ελεύθερα, στην παρούσα του μορφή και μόνο.
• Δεν επιτρέπεται να το τροποποιήσετε ή να το αλλοιώσετε με οιονδήποτε τρόπο.
• Δεν επιτρέπεται να το χρησιμοποιήσετε για διαφημιστικούς ή εμπορικούς λόγους.

 


 

Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνικό. Όλα τα ονόματα, τα πρόσωπα, και οι καταστάσεις είναι φανταστικά ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό, λογοτεχνικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά ονόματα, πρόσωπα, ή καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.

 

 

 

Περισσότερες ιστορίες από το Θρυµµατισµένο Σύµπαν, δωρεάν στο
www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris/thrymmatismeno_sympan

/1\

Η Αρχόντισσα της Πόλης βαδίζει σε κρυφούς δρόμους, γλιστρά πάνω σε ενεργειακές ροές, αναζητά τις Αδελφές της, κάνει λάθη, αναρωτιέται για τη φύση του παρελθόντος, ψάχνει λύση για ένα μελλοντικό πρόβλημα, αισθάνεται κυνηγημένη...

Η Κορίνα βάδιζε μέσα στους πολεμοχτυπημένους δρόμους της Α’ Ανωρίγιας Συνοικίας ακολουθώντας τα πολεοσημάδια που έβλεπε να σχηματίζονται επάνω στο φυλακτό της και να αντανακλώνται στην Πόλη. Νυχτερινά σκοτάδια απλώνονταν γύρω της, διακοπτόμενα από φωτεινά σημεία – δημόσιες λάμπες, ανοιχτά φωτισμένα παράθυρα, πινακίδες...

Διέσχισε ένα στενό σοκάκι ανάμεσα σε πανύψηλους ουρανοξύστες, ανέβηκε σε μια γέφυρα, έστριψε σε μια άλλη γέφυρα, βάδισε σε μια ταράτσα ανάμεσα σε τεντωμένα καλώδια και κεραίες, κατέβηκε μια μεταλλική σκάλα, πάτησε σ’ένα μπαλκόνι, άνοιξε μια πόρτα και διέσχισε τους διαδρόμους και τις σκάλες μιας πολυκατοικίας, έφτασε σε μια λεωφόρο όπου οχήματα έτρεχαν μες στη νύχτα με φονικές ταχύτητες, τη διέσχισε άφοβα περνώντας στον αντικρινό πεζόδρομο, κατέβηκε σε μια σήραγγα, έστριψε σε μια γωνία κοντά σε υπόγεια πορνεία, κατέληξε σ’έναν υπόγειο δρόμο αρκετά μεγάλο αν και όχι τόσο επικίνδυνο όσο η προηγούμενη λεωφόρος–

Το δεξί της πόδι κόλλησε στο έδαφος ξαφνικά, μαγνητισμένο εκεί. Η Κορίνα αισθάνθηκε το σημάδι στο πέλμα της να έρχεται σε επαφή με την ενεργειακή φύση της Ρελκάμνια, αισθάνθηκε την ενέργεια να τη διατρέχει πατόκορφα, κλονίζοντάς την προς στιγμή–

–προτού απελευθερώσει το μυαλό της μέσα στον χώρο και μέσα στον χρόνο.

Τα Αινίγματα την ακολούθησαν επάνω στο ενεργειακό πλέγμα, ορατά τώρα γι’αυτήν· την κοίταζαν μαγεμένα.

Η Κορίνα ταξίδεψε προς το μέλλον, ακολουθώντας τις τάσεις και τις ροπές που είχαν δημιουργηθεί στο παρόν. Πολλές από τις οποίες η ίδια τις είχε δημιουργήσει. Σιγά-σιγά, η Κορίνα έκανε τον χωροχρόνο της Ρελκάμνια δικό της. Ήταν σαν πηλός στα χέρια της – στο μυαλό της. Ήταν, τώρα, Αρχόντισσα της Πόλης πραγματικά!

Αλλά υπήρχε μία που μπορούσε να της αντισταθεί.

Υπήρχε πριν. Όχι πλέον.

Η Κορίνα την είχε στείλει εκεί απ’όπου δεν μπορούσε να επιστρέψει. Όμως η καταραμένη η Μιράντα είχε πολλούς τρόπους να επιβιώνει· και, παρά τους προσεχτικούς υπολογισμούς της, παρά τη μεθοδική της παρατήρηση μέσα στον χώρο και μέσα στον χρόνο, η Κορίνα εξακολουθούσε να φοβάται αυτή την Αδελφή της.

Ήθελε τώρα, λοιπόν, να βεβαιωθεί ότι η Μιράντα – όντως – ποτέ δεν θα επέστρεφε στην Ατέρμονη Πολιτεία της Ρελκάμνια.

Πλοηγήθηκε μέσα στο ενεργειακό πλέγμα σαν έμπειρη κολυμβήτρια, τραβώντας πάντα, αβίαστα, τα Αινίγματα μαζί της – δεμένα σταθερά στο φυλαχτό της, πρόθυμοι υπηρέτες της.

Η Κορίνα έψαξε στο μέλλον, αναζητώντας τη Μιράντα...

...και πουθενά δεν τη βρήκε.

Επιτέλους! Η καταραμένη είχε εξαφανιστεί! Δεν υπήρχε πουθενά στο μέλλον του ενεργειακού πλέγματος της Ρελκάμνια!

Η Μιράντα είχε, για πάντα, εξοριστεί.

Η Κορίνα γέλασε, και το γέλιο της τράνταξε το ενεργειακό πλέγμα όπως το γέλιο μιας μυθικής γιγάντισσας θα τράνταζε έναν ιστό.

*

Η Κορίνα έψαξε, μετά, για την Εύνοια.

Δεν τη φοβόταν αυτή την Αδελφή της· δεν ήταν ούτε τόσο δυνατή ούτε τόσο έμπειρη όσο η Μιράντα. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να δημιουργεί χαζοειδείς σαχλαμάρες μέσα στην Πόλη – όπως αυτούς τους Νομάδες των Δρόμων. (Όχι πως δεν είχαν τη χρησιμότητά τους, βέβαια – αλλά... αν είναι δυνατόν! Τι νόημα είχε η ύπαρξή τους, έτσι όπως τους είχε κάνει η Εύνοια;)

Η Κορίνα, ωστόσο, ήθελε να ξέρει αν η Εύνοια, παρ’ελπίδα, παρουσιαζόταν στο μέλλον του ενεργειακού πλέγματος της Ρελκάμνια. Αλλά δεν τη συνάντησε εκεί. Αναμενόμενα. Αφού η Μιράντα δεν θα επέστρεφε, ήταν δυνατόν ποτέ να κατάφερνε να επιστρέψει αυτή, μόνη της;

Ωραία. Με τη «Νομαδάρχισσα» και τη μισητή Αδελφή της εξόριστες, η Κορίνα είχε απομακρύνει ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα που θα αντιμετώπιζε στο μέλλον το παιχνίδι της υπό άλλες συνθήκες.

Το δεύτερο σοβαρό πρόβλημα ήταν αυτός ο κακούργος, ο Βόρκεραμ-Βορ...

Η Κορίνα κολύμπησε προς διαφορετική κατεύθυνση μέσα στο ενεργειακό πλέγμα της Ατέρμονης Πολιτείας, αψηφώντας τον χώρο, αψηφώντας τον χρόνο, όπως μονάχα η Αρχόντισσα της Πόλης όφειλε να μπορεί.

Αλλά το ενεργειακό πλέγμα έγινε, απρόσμενα, ανεξέλεγκτο: ταραγμένο σαν ανταριασμένη θάλασσα. Η Κορίνα πάλεψε μαζί του, προσπαθώντας να πάρει τον δρόμο που ήθελε. Ήταν Αρχόντισσα της Πόλης, δεν ήταν; Μπορούσε να δαμάσει την πραγματικότητα αυτής της διάστασης: να την κάνει να υπακούσει στη θέλησή της. Τώρα· και πάντα.

Η Κορίνα γλίστρησε πάνω σε μια από τις ατέρμονες, αλληλοτεμνόμενες ροές. Γλίστρησε και έπεσε

–κραυγάζοντας, οργισμένη–

–τραβώντας τα Αινίγματα, αναπόφευκτα, μαζί της...

*

Ένας σκοτεινός δρόμος ανάμεσα σε ψηλά οικοδομήματα. Στο πέρας του, μια κυρτή στήλη με μια αναμμένη δημόσια λάμπα. Από κάτω της, ένα ανοιχτό περίπτερο.

Ένα δίκυκλο πέρασε τρέχοντας, με τη μηχανή του να μουγκρίζει, με τον μπροστινό του προβολέα σαν λόγχη φωτός.

Η Κορίνα στεκόταν στις σκιές, κοντά στα κατεβασμένα ρολά ενός καταστήματος. Γαμώτο... σκέφτηκε. Πού βρέθηκα;

Τι ανόητη που είμαι! Είχε ξαφνικά θυμώσει με τον εαυτό της. Στην αρχή μόνο έκανε τέτοια λάθη με το φυλαχτό. Στην αρχή. Όχι τώρα. Τώρα η εμπειρία της στη χρήση του ήταν μεγάλη. Το χειριζόταν με άνεση.

Γλίστρησα, όμως, αναρωτήθηκε, ή κάτι με έσπρωξε; Της είχε δοθεί η εντύπωση ότι ίσως – ίσως – κάτι να την είχε σπρώξει. Ήταν η αλήθεια ή παιχνίδι του μυαλού;

Τι θα μπορούσε, άλλωστε, να τη «σπρώξει» ενώ ήταν μέσα στο ενεργειακό πλέγμα της Ρελκάμνια; Τόσο καιρό που η Κορίνα ταξίδευε εκεί δεν είχε συναντήσει τίποτα–

Εντάξει, όχι ακριβώς.

Τα Αινίγματα είχαν έρθει από το ενεργειακό πλέγμα, ουσιαστικά· αλλά από μια εποχή αρχαία, πανάρχαια. Μια εποχή που η Κορίνα δεν γνώριζε την ύπαρξή της προτού ταξιδέψει εκεί. Μια εποχή για την οποία μπορούσες να μάθεις μόνο ως νοητική επισκέπτρια – μόνο με το φυλαχτό ίσως. Ήταν μια άγρια εποχή. Μια εποχή που η Ρελκάμνια δεν ήταν οικοδομημένη όπως τώρα. Αυτές ήταν οι απαρχές των χρόνων της Ατέρμονης Πολιτείας.

Και εκεί η Κορίνα είχε βρει τα Αινίγματα και τα είχε δέσει στο φυλαχτό της. Το είχε κάνει λίγο προτού τη σκοτώσουν. Προτού διαλύσουν την ενεργειακή της μορφή, σκορπίζοντάς την, θρυμματισμένη, μέσα στο πλέγμα της Ρελκάμνια – πράγμα που, αναμφίβολα, θα σήμαινε το τέλος της Κορίνας. Ήταν βέβαιη ότι δεν πρόκειται να ξυπνούσε σαν ύστερα από εφιαλτικό όνειρο. Το σώμα της, στο μέλλον, ή θα πέθαινε (και πιθανώς θα φαινόταν ότι ο θάνατος είχε προέλθει από καρδιακή προσβολή) ή απλά θα διαλυόταν σε ενεργειακά μικροθραύσματα, μην αφήνοντας πίσω ούτε σάρκα, ούτε κόκαλα, ούτε αίμα – κανένα ίχνος.

Αλλά η Κορίνα είχε κατορθώσει να πάρει τα Αινίγματα με το μέρος της και να φύγει γρήγορα από εκείνη την αρχέγονη, άγρια εποχή· γιατί, ούτως ή άλλως, το ενεργειακό πλέγμα κλυδωνιζόταν έντονα γύρω της και σύντομα μπορεί να την πετούσε έξω–

Όπως την είχε πετάξει τώρα.

Τότε ήμουν πιο προσεχτική. Ο φόβος με έκανε πιο προσεχτική.

Κορίνα καρδιά μου, πρέπει να ξαναβρείς τον φόβο σου, σκέφτηκε αγγίζοντας ασυναίσθητα, με το ένα χέρι, το λαξευτό σχήμα επάνω στο φυλαχτό της – ομόκεντροι κύκλοι μέσα σε ομόκεντρους κύκλους, ενωμένοι με τεθλασμένες γραμμές. Λίγο από τον φόβο σου, τουλάχιστον, είπε στον εαυτό της. Για να γίνεις προσεχτική πάλι, όπως πρέπει.

Πού είχε βρεθεί τώρα; Κάπου στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία, υπέθετε, γιατί εδώ πρέπει πλέον να είχε φτάσει ο καταραμένος ο Βόρκεραμ-Βορ και οι άθλιες Αδελφές της που τον συνόδευαν και τον προστάτευαν.

Μήπως, όμως, κάποιος ή κάτι την είχε σπρώξει; Η ιδέα δεν μπορούσε να βγει απ’το μυαλό της, παρότι της έμοιαζε για παραισθησιακή, για παρανοϊκή.

Τα Αινίγματα είναι οι μόνες οντότητες που έχω συναντήσει στο πλέγμα... Και στην εποχή μας δεν υπάρχουν οντότητες που να περιφέρονται μέσα στο ενεργειακό πλέγμα – μόνο εγώ – η Αρχόντισσα της Πόλης!

Κι όμως... κάποιες φορές αυτή η ιδέα είχε περάσει απ’το μυαλό της. Ότι δεν ήταν μόνη.

Αποκλείεται! Αν υπήρχε οτιδήποτε άλλο θα το είχα δει. Δεν μπορεί να μου κρύβεται!

Η Κορίνα, εκνευρισμένη, βάδισε στον δρόμο όπου είχε βρεθεί, πλησιάζοντας το περίπτερο.

«Καλησπέρα,» είπε στον περιπτερά, κι έριξε μια ματιά στα περιοδικά και στις εφημερίδες.

«Καλησπέρα, κυρία,» αποκρίθηκε εκείνος, καπνίζοντας. «Μπορώ να βοηθήσω;»

Η Κορίνα διάβαζε τα σημάδια της Πόλης που σχηματίζονταν από τα έντυπα. Αν και δεν υπήρχε σοβαρός λόγος. Τα ίδια τα έντυπα τής έλεγαν πού, κατά πάσα πιθανότητα, βρισκόταν: στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία, στο άμεσο μέλλον. Τα πολεοσημάδια απλώς το επιβεβαίωναν.

«Με βοήθησες ήδη,» είπε στον περιπτερά. «Θα μου δώσεις ένα πακέτο τσιγάρα; Σηματοδότες;» Η αγαπημένη μάρκα του Αλυσοδεμένου Ποιητή.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο άντρας ενώ συγχρόνως την κοίταζε λίγο περίεργα. Της έδωσε το πακέτο, πήρε τα λεφτά της.

Η Κορίνα απομακρύνθηκε απ’το περίπτερο ανάβοντας ένα τσιγάρο με τον ενεργειακό αναπτήρα της.

Ήταν πολύ κουρασμένη για ν’ακολουθήσει ξανά τα πολεοσημάδια του φυλαχτού; Όχι. Επιπλέον, δεν σκόπευε να διανυκτερεύσει στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία. Και δεν είχε τελειώσει και τη δουλειά της ακόμα.

Έβγαλε το φυλαχτό από το φόρεμά της και άρχισε να πορεύεται βάσει των σημαδιών της Πόλης σαν να έπαιρνε οδηγίες από έναν μυστηριακό καθρέφτη ο οποίος έδειχνε μια πολύ ιδιαίτερη προοπτική του κόσμου.

*

Η Κορίνα βάδιζε σε σκοτεινούς δρόμους, σε φωτισμένους δρόμους, σε ημιφωτισμένους δρόμους, ενώ τα δύο φεγγάρια της Ρελκάμνια και η Ουλή κρέμονταν από πάνω της στον νυχτερινό ουρανό:

...μια μικρή διασταύρωση όπου θόρυβος – ανθρώπινες φωνές, θυμωμένες – ερχόταν από έναν όροφο μιας πολυκατοικίας... μια λεωφόρος... ένα σοκάκι με τρία κοιμισμένα σκυλιά κι έναν άστεγο ανάμεσά τους... ένας δρόμος όπου ένας μεθυσμένος σφύριξε επιτηδευμένα στην Κορίνα αλλά δεν τόλμησε να την πλησιάσει... μια σήραγγα... μια ανοδική σκάλα... ένας ακόμα δρόμος... μια γωνία...

(η Κορίνα είχε πλέον καταλάβει πού μέσα στην Α’ Κατωρίγια βρισκόταν: στον Ευγενή: μια μάλλον φιλική περιφέρεια της εν λόγω συνοικίας)

...μια γέφυρα–

Το δεξί της πόδι μαγνητίστηκε απότομα, οι ενέργειες της Ρελκάμνια διέτρεξαν το σώμα της. Το μυαλό της ταξίδεψε. Αναζήτησε αυτό το παράσιτο του μέλλοντος, τον Βόρκεραμ-Βορ.

Τον βρήκε σ’ένα πανδοχείο με πινακίδα που έγραφε Ατσάλινος Οίκος. Εκεί κοντά ήταν κι άλλο ένα πανδοχείο, Το Κατάλυμα του Μαχητή. Και παραδίπλα, ένας ναός. Της Ρασιλλώς, της Κυράς του Σιδήρου.

Η Κορίνα ήξερε πού ήταν αυτό το μέρος: στον Μεσόκοπο, την κεντρικότερη περιφέρεια της Α’ Κατωρίγιας.

Παρακολούθησε τον Βόρκεραμ-Βορ και τους μισθοφόρους του, ακολουθώντας τις ροπές που οδηγούσαν προς το μέλλον.

Πώς ήταν δυνατόν ο άθλιος παντού να μπορεί να προκαλέσει προβλήματα! Ήταν το πεπρωμένο του. Ήταν γραμμένο επάνω στο ενεργειακό πλέγμα της Ατέρμονης Πολιτείας.

Αλλά η Κορίνα σκόπευε να σβήσει κάθε ίχνος του.

Υπήρχε, όμως, πρόβλημα σχετικά με το πώς. Αυτές οι ανώμαλες Αδελφές της, η Νορέλτα-Βορ και η Άνμα, της είχαν χαλάσει ένα πολύ καλό σχέδιο. Ένα τέλειο σχέδιο. Ο Βόρκεραμ θα ήταν νεκρός τώρα, αν δεν είχαν ανακατευτεί! Και το γεγονός ότι η Κορίνα δεν είχε καταφέρει να προδεί την ανάμιξή τους τη θύμωνε. Η Πόλη έπαιζε ύπουλα παιχνίδια. Το μέλλον πάντα ήταν μπλεγμένο: ένα κουβάρι από επιδράσεις, ροπές, επιρροές, τάσεις. Αν μετακινούσες μια κλωστή από δω, έσπρωχνες τρεις από κει. Αν τραβούσες μία, έφερνες μια άλλη σε διαφορετική θέση. Της Κορίνας τής άρεσε αυτό το παιχνίδι· τη σαγήνευε, τη διασκέδαζε· ήταν το πιο συναρπαστικό παιχνίδι που είχε παίξει από τότε που είχε αναγεννηθεί ως Θυγατέρα της Πόλης. Αλλά, συγχρόνως, ορισμένες φορές, την εκνεύριζε. Ποτέ δεν μπορούσε να φέρει τα γεγονότα ακριβώς – ακριβώς – εκεί όπου τα ήθελε! Ήταν μια τρομερή πρόκληση, ομολογουμένως. Ήταν σαν εκείνους τους τρελούς κύβους που οι κοινοί άνθρωποι, όταν τους διέλυαν, δυσκολεύονταν πολύ μετά να τους ξαναφτιάξουν.

Αυτός ήταν ο πιο τρελός, ο πιο πολύπλοκος «κύβος» απ’όλους. (Ποιος, άραγε, να τον είχε δημιουργήσει; Ήταν καν δημιουργημένος, ή ένα πλάσμα του αχανούς σύμπαντος;)

Η Κορίνα σκεφτόταν τώρα πώς να συναρμολογήσει τον «κύβο» έτσι ώστε ο Βόρκεραμ να βγει από τη μέση... Δεν ήταν καθόλου εύκολο. Η πιο απλή λύση που ερχόταν στο μυαλό της ήταν να πάει κάπου κοντά του και να τον σκοτώσει με τα Αινίγματα. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να υψώσει το χέρι της και να τα προστάξει στην αρχέγονη γλώσσα τους – Σιραφάκ’ν!στόχος θανάτου – και θα έκοβαν τον λαιμό του καταραμένου Βόρκεραμ-Βορ, θα του έδιναν τέλος επιτέλους!

Αλλά η Κορίνα καταλάβαινε ότι αυτή ήταν παγίδα. Για εκείνη. Διότι θα έπρεπε να πλησιάσει τον Βόρκεραμ για να τον σκοτώσει έτσι· τα Αινίγματα δεν φόνευαν από πολύ μακριά: η απόσταση που μπορούσαν να πάρουν από την Κορίνα ήταν μόλις μερικά μέτρα. Και ο Βόρκεραμ, ειδικά τώρα, ήταν συνήθως περιστοιχισμένος από μισθοφόρους του. Αν οι μισθοφόροι – οι Εκλεκτοί του, όπως ονομάζονταν – έβλεπαν μια μυστηριώδη κουκουλοφόρο γυναίκα να υψώνει το χέρι της, να τον δείχνει, να λέει μια παράξενη λέξη, και να τον σκοτώνει, θα γύριζαν αμέσως τα πυροβόλα τους και θα τη γάζωναν επί τόπου, όπου κι αν τύχαινε να βρίσκονταν. Ακόμα και η Κορίνα, η Αρχόντισσα της Πόλης, δεν θα μπορούσε να επιζήσει από κάτι τέτοιο.

Είχε κινδυνέψει, μάλιστα, να πάθει ακριβώς αυτό όταν προσπάθησε να σταματήσει την Εύνοια απ’το να ελευθερώσει τη Μιράντα, στην Ανεμόζωη της Αμφίνομης. Είχε τραυματιστεί από πυροβόλο. Και η Εύνοια δεν είχε μαζί της παρά ελάχιστους από τους Νομάδες της. Και οι Νομάδες των Δρόμων, γενικά, δεν είχαν ούτε το ένα δέκατο της πολεμικής εμπειρίας των Εκλεκτών.

Πέρα από τούτα, η Κορίνα όφειλε να λάβει υπόψη της και τις Αδελφές της. Τρεις – τρεις! – Θυγατέρες προστάτευαν τον Βόρκεραμ-Βορ, παρατηρώντας την Πόλη για οποιονδήποτε κίνδυνο. Ο διαολεμένος απόγονος του Σκοτοδαίμονος δεν είχε την παραμικρή ιδέα πόσο τυχερός, πόσο ευνοημένος από την Πόλη, ήταν!

Τρεις Θυγατέρες να τον προστατεύουν!

Η Κορίνα έπρεπε να βρει άλλο τρόπο για να σβήσει το όνομά του από το ενεργειακό πλέγμα της Ατέρμονης Πολιτείας. Δεν μπορούσε να τον πλησιάσει η ίδια.

Αν ήταν ακόμα στις πρώτες ημέρες που χρησιμοποιούσε το φυλαχτό, τότε που δεν ήταν ακόμα έμπειρη στη χρήση του, θα σκεφτόταν να εξολοθρεύσει τον Βόρκεραμ-Βορ αλλάζοντας το παρελθόν, όχι το παρόν. Τι πιο εύκολο, σωστά; Θα πήγαινε πίσω, θα τον έβρισκε σε ηλικία πέντε χρονών, και θα τον έπνιγε με τα ίδια της τα χέρια, όπως σε κάτι απλοϊκά μυθιστορήματα φαντασίας που έβρισκες να κρέμονται στα περίπτερα. Κάποιος τρελός μάγος πήγαινε στο παρελθόν για να σκοτώσει τον ήρωα του βιβλίου.

Στην πραγματικότητα της Ρελκάμνια αυτά δεν γίνονταν. Προς το παρελθόν το ενεργειακό πλέγμα δεν ήταν ευμετάβλητο. Η ίδια η Πόλη αντιστεκόταν. Η Κορίνα δεν το υπέθετε απλώς. Το είχε δοκιμάσει. Είχε προσπαθήσει να αλλάξει το παρελθόν, πριν από μερικά χρόνια. Είχε βρει τη μητέρα της Μιράντας και είχε επιχειρήσει να τη σκοτώσει, ώστε η Μιράντα να μη γεννηθεί ποτέ.

Η Πόλη, τότε, παραλίγο να σκοτώσει την Κορίνα.

Η οποία είχε φτάσει στα όρια να παραφρονήσει από τα πράγματα που συνέβαιναν γύρω της κι από τον πόνο που τη διέτρεχε ξεκινώντας από το σημάδι στο δεξί της πέλμα.

Είχε υποθέσει, όμως, ότι αυτά ίσως να είχαν γίνει επειδή είχε προσπαθήσει να αποτρέψει τη γέννηση ενός κοριτσιού που σύντομα θα γινόταν Θυγατέρα της Πόλης. Επομένως, είχε δοκιμάσει και δεύτερη φορά ν’αλλάξει το παρελθόν, και τρίτη – για άλλους λόγους, άσχετους με τη Μιράντα, άσχετους με οποιαδήποτε Θυγατέρα.

Η Πόλη πάντοτε τής στεκόταν εμπόδιο. Το παρελθόν δεν άλλαζε. Ήταν σταθερό.

Μόνο το μέλλον μπορούσε να μεταβάλλει η Κορίνα, ασκώντας επιδράσεις που, με διάφορους τρόπους, το αλλοίωναν.

Από μια άποψη, αυτό την παραξένευε. Όταν ήταν μέσα στο ενεργειακό πλέγμα της Ρελκάμνια, ο χώρος και ο χρόνος έχαναν το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν υπήρχε ακριβώς παρελθόν, παρόν, και μέλλον. Τα πάντα ήταν ένα κουβάρι από επιδράσεις. Ένα κουβάρι ατέρμονο για τη νόηση της Κορίνας, το οποίο ποτέ δεν έπαυε να πλέκεται, επεκτεινόμενο από μόνο του. Η μοναδική διαφορά που μπορούσε να διακρίνει η Κορίνα στις ενεργειακές ροές ήταν πως οι παλιότερες έμοιαζαν πιο σκληρές από τις νεότερες. Οι νεότερες ήταν... ευλύγιστες.

Εκείνο που την προβλημάτιζε περισσότερο, όμως, ήταν το εξής: Τι γινόταν όταν μια Θυγατέρα, χρησιμοποιώντας το φυλαχτό, ταξίδευε στο παρελθόν και σκόνταφτε ή εσκεμμένα εισέβαλε εκεί, μπαίνοντας στην υλική πραγματικότητα; Τότε, το «παρελθόν» δεν ήταν, ουσιαστικά, παρόν για εκείνη; Υπήρχε αντικειμενικό παρελθόν, παρόν, και μέλλον για τη Ρελκάμνια; Ήταν και η ίδια η Ατέρμονη Πολιτεία παρατηρητής όπως και η Κορίνα; Όπως και οποιαδήποτε άλλη οντότητα;

Ήταν η Ρελκάμνια ζωντανή; Είχε νοημοσύνη;

Υπήρχαν ερωτήματα που είχαν δημιουργηθεί μέσα στο μυαλό της Κορίνας τα οποία, ώρες-ώρες, την οδηγούσαν στα όρια της παραφροσύνης.

Ήταν, μήπως, όλα – όλα – τα πάντα – στη σκέψη της; Η Πόλη, οι Αδελφές της, ο ίδιος της ο εαυτός;

Γιατί, τι διαφορετική εξήγηση μπορεί να υπήρχε;

Έχεις άλλη δουλειά, Κορίνα, θύμισε στον εαυτό της. Άλλη δουλειά!

Ο Βόρκεραμ-Βορ.

Ο Βόρκεραμ-Βορ. Το καταραμένο μελλοντικό παράσιτο που μας χαλά το παιχνίδι. Πρέπει να τον σβήσουμε από το ενεργειακό πλέγμα.

Η Κορίνα πλοηγήθηκε τριγύρω, στις ενεργειακές ροές, στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία, παρατηρώντας...

...και πρόσεξε κάτι που ήταν ανησυχητικό.

Αλλά και ενδιαφέρον.

Για φαντάσου... σκέφτηκε. Η Φοίβη.

*

Μετά, διέσχισε το ενεργειακό πλέγμα έτσι ώστε να επιστρέψει στον σωστό χρόνο και στον σωστό τόπο. Πίσω στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία. Στους πολεμοχτυπημένους δρόμους της, ύστερα από την εισβολή του απελευθερωτικού στρατού του Κάδμου Ανθοτέχνη, ύστερα από την αρπαγή της εξουσίας από τον Βάρνελ-Αλντ, ύστερα από τον ερχομό των Νομάδων των Δρόμων από τις σήραγγες της ξεχασμένης πόλης...

Και η Κορίνα είχε πάλι την ενοχλητική εντύπωση ότι κάτι την παρακολουθούσε.

Αλλά αυτή τη φορά τίποτα δεν την έσπρωξε. Κατέβηκε από τις χρονορροές ακριβώς εκεί όπου ήθελε. Ή περίπου. Λιγάκι πιο πίσω στον χρόνο, ουσιαστικά, ενώ είχε μόλις διασχίσει εκείνη τη μεγάλη λεωφόρο, προτού φτάσει στον υπόγειο δρόμο όπου το πόδι της μαγνητίστηκε από τις ενέργειες της Ρελκάμνια.

Να, ορίστε παραδοξότητα τώρα! Είμαι στο παρελθόν, δεν είμαι; Και δεν το αλλάζω παίρνοντας άλλο δρόμο από αυτόν που πήρα πριν; Η Κορίνα, εσκεμμένα, έστριψε αλλού.

Το «παρελθόν» αυτό είναι το παρόν τώρα, δεν είναι;

Γιατί, αν όχι, είναι δυνατόν το παρόν να βρίσκεται μπροστά από εμένα; Να το κυνηγάω;

Η Κορίνα γέλασε, νομίζοντας ξαφνικά ότι αυτό ήταν, για κάποιο λόγο, πολύ αστείο.

Και μετά στράφηκε, απότομα – βέβαιη ότι κάποιος την παρακολουθούσε.

Μέσα στις σκιές μιας γωνίας κάτι κινήθηκε, απομακρύνθηκε.

«Ποιος είν’ εκεί;» φώναξε η Κορίνα, τραβώντας το μικρό πιστόλι από το φόρεμά της, νιώθοντας ανεξήγητα – ανεξήγητα, για μια Θυγατέρα που είχε ζήσει τόσα χρόνια στην Πόλη – έναν τρομερό φόβο που έμοιαζε σχεδόν να εκπέμπεται από τη σκοτεινή παρουσία με ψυχικά κύματα.

Ο παρατηρητής δεν φανερώθηκε. Είχε χαθεί.

Αν ήταν ποτέ εκεί.

Εκεί ήταν – είμαι σίγουρη!

Η Κορίνα βάδισε προς το σκοτάδι, νιώθοντας ξαφνικά παγωμένο ιδρώτα να κυλά μέσα στο φόρεμά της αλλά έχοντας πάντα υπόψη της τα Αινίγματα που, αόρατα, την ακολουθούσαν. Δεν είχε να φοβηθεί τίποτα! Τίποτα! Ήταν η Αρχόντισσα της Πόλης!

«Ποιος είσαι; Βγες να μου μιλήσεις!» πρόσταξε. Αλλά δεν πήρε καμια απάντηση· κι όταν πλησίασε περισσότερο, δεν είδε κανέναν.

Εκείνο, όμως, που την τρόμαξε κυρίως δεν ήταν αυτό. Ήταν ότι όποιος κι αν την παρακολουθούσε δεν φαινόταν στα πολεοσημάδια.

Ήταν αόρατος για την Πόλη.

Και αόρατος για την Κορίνα.

Σχεδόν όπως τα Αινίγματα ήταν αόρατα για όσους κοινούς ανθρώπους κρατούσαν τα μάτια τους ανοιχτά.

/2\

Ένα πλοίο αράζει στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία, ερχόμενο από πειρατικές όχθες· οι Νομάδες των Δρόμων εργάζονται μέσα σε πολεμοχτυπημένους δρόμους, ενώ ο Κάδμος παρατηρεί, προτού τον καλέσουν σε μια συνάντηση σημαντική για το άμεσο μέλλον· η Τζέσικα μιλά παράξενα και αναρωτιέται για τα σχέδια της Αδελφής της· και η Καρζένθα-Σολ έχει αποφασίσει να συζητήσει με την Κορίνα για ένα θέμα που την απασχολεί.

Το πλοίο που φαινόταν για εμπορικό, ερχόμενο από τα ανατολικά του Ριγοπόταμου, μπήκε στο λιμάνι της Χαμηλής και αγκυροβόλησε σε μια από τις αποβάθρες. Μέσα στο κέντρο ισχύος του, η Λιν’χοκ, η μάγισσα της συμμορίας των Στριμωγμένων Αγριόγατων, έπαψε τη Μαγγανεία Κινήσεως που ρύθμιζε την ενεργειακή ροή των μηχανών του σκάφους και σηκώθηκε από τη θέση της, νιώθοντας ελαφρώς πιασμένη από τη δουλειά της. Άπλωσε το χέρι της προς μια γωνία του δωματίου και πήρε από εκεί το μακρύ ραβδί της που στο πέρας του είχε δύο λεπίδες, σαν πιρούνι, και ήταν εν μέρει γεμάτο κυκλώματα, μικροσκοπικά κάτοπτρα, και κρυστάλλους.

Οι υπόλοιποι μέσα στο πλοίο – μέλη συμμοριών που είχαν συμμαχήσει με τον Αλυσοδεμένο Ποιητή – ετοιμάζονταν επίσης για αποβίβαση.

Ο Ζιλμόρος, ο αρχηγός των Σκοταδιστών, στεκόταν στο κατάστρωμα. Ύψωσε τα μάτια του – που ήταν, ως συνήθως, κρυμμένα πίσω από τα μαύρα γυαλιά του – και κοίταξε, στο πρωινό φως της Ρελκάμνια, τη Τζέσικα η οποία βρισκόταν πιασμένη πάνω στο ένα από τα τρία κατάρτια του σκάφους. Όλα τα ιστία ήταν μαζεμένα, φυσικά – δεν τα χρειάζονταν όσο είχαν προπέλες να τους κινούν και μάγο στο ενεργειακό κέντρο – αλλά τα είχαν για περίπτωση ανάγκης.

Η Θυγατέρα της Πόλης είχε σκαρφαλώσει εκεί καθώς έφευγαν από τις Ήμερες Συνοικίες, και φαινόταν να έχει κάποια συναναστροφή με τα πουλιά του ποταμού. Ο Ζιλμόρος την έβρισκε τρελή. Αλλά του άρεσε. Ήταν χρήσιμη, και ποτέ βαρετή.

Τώρα, της σφύριξε. «Τζέσικα!» φώναξε. «Έχουμε φτάσει!»

Εκείνη στράφηκε να τον κοιτάξει προς στιγμή. Ύστερα έβγαλε μια φωνή από μέσα της που θύμιζε φωνή πουλιού, και τα τέσσερα πτηνά που είχαν συγκεντρωθεί γύρω της στο κατάρτι (μην υπολογίζοντας το δικό της πουλί, τον Αστρομάτη) πέταξαν μακριά, φτεροκοπώντας.

Η Τζέσικα κατέβηκε με ευέλικτες κινήσεις, σαν να ήταν ακροβάτισσα, και ο αστρόφθαλμος μακρυγένης πιάστηκε στον ώμο της μόλις ήταν κάτω.

«Το κατάλαβα ότι φτάσαμε,» είπε η Θυγατέρα στον αρχηγό των Σκοταδιστών. «Τι νομίζεις ότι είμαι, τυφλή;» Και γέλασε σαν να είχε κάνει κάποιο αστείο.

Οι συμμορίτες έβγαιναν από το πλοίο μέσα στα οχήματά τους, περνώντας από τη ράμπα που είχε ανοίξει. Ο Ζιλμόρος κατέβηκε από το κατάστρωμα ακολουθώντας μια εσωτερική σκάλα. Η Τζέσικα ήρθε πίσω του. Έφτασαν στο γκαράζ, επιβιβάστηκαν σ’ένα τετράκυκλο όχημα, και βγήκαν κι αυτοί από το σκάφος. Ο Κίρκος – ένας από τους Σκοταδιστές – ήταν στο τιμόνι.

Η Τζέσικα παρατηρούσε τα σημάδια της Πόλης στο λιμάνι της Χαμηλής, και νόμιζε πως όλα φαίνονταν ήσυχα στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία. Δεν λείψαμε και τόσο πολύ ώστε ν’αρχίσουν να συμβαίνουν ενδιαφέροντα πράγματα, σκέφτηκε. Αντιπροχτές βράδυ είχαν πλεύσει στις Ήμερες Συνοικίες και είχαν μιλήσει με τον Φορδέκη τον Καραφλό.

«Πού πηγαίνουμε, αρχηγέ;» ρώτησε ο Κίρκος.

«Στον ποιητή, ρε· πού αλλού; Στην Αστροβόλο,» αποκρίθηκε ο Ζιλμόρος. «Θυμάσαι το δρόμο;»

«Ναι.»

Αλλά τελικά δεν τον θυμόταν και τόσο καλά. Δύο φορές η Τζέσικα τον βοήθησε για να μη χαθεί καθώς διέσχιζαν τη Χαμηλή, τη Στροφή, και την Αστροβόλο.

*

Ο Κάδμος πρόσταξε τον οδηγό του οχήματός του να σταματήσει.

Είχαν φτάσει στους δρόμους του Μεγάλου Λιμανιού που ήταν ρημαγμένοι από τις πρόσφατες συγκρούσεις με τον στρατό του Τάραλντεκ Νορβάνι, του τέως Στρατάρχη της Α’ Ανωρίγιας, ο οποίος ήταν τώρα αιχμάλωτος και φυλακισμένος. Η περιφέρεια του Μεγάλου Λιμανιού είχε χτυπηθεί πολύ άσχημα. Όπου κι αν έστρεφες το βλέμμα σου αντίκριζες σοβαρές ζημιές και γκρεμισμένα ή μισογκρεμισμένα οικοδομήματα και γέφυρες. Οι δρόμοι και οι πεζόδρομοι ήταν γεμάτοι λάκκους και ρωγμές· τα πλακόστρωτα διαλυμένα.

Ο Κάδμος κοίταξε έξω από το φιμέ παράθυρο πλάι του, βλέποντας τους Νομάδες των Δρόμων να ανοικοδομούν, όπως είχαν υποσχεθεί. Δεν είχαν μεγάλη εμπειρία ως εργάτες – δεν είχαν καμία εμπειρία οι περισσότεροι απ’αυτούς, είχε παραδεχτεί ο αρχηγός τους – αλλά εξειδικευμένοι άνθρωποι τούς βοηθούσαν να οργανωθούν. Άνθρωποι σταλμένοι από τον Βάρνελ-Αλντ κατόπιν αιτήματος του Κάδμου. Ο νέος Πολιτάρχης της Α’ Ανωρίγιας δεν είχε φέρει καμια αντίρρηση· η συμφωνία με τους Νομάδες τού έμοιαζε καλή. Ο Κάδμος αναρωτιόταν αν του είχε μιλήσει η Κορίνα από πριν γι’αυτούς.

Αναρωτιόταν, επίσης, αν η Κορίνα είχε κι άλλα σχέδια για τους Νομάδες. Γιατί τους είχε φέρει εδώ; Από συμπάθεια και μόνο; Ή πίστευε ότι θα φαίνονταν, κάπως, χρήσιμοι στις απελευθερωτικές δυνάμεις της επανάστασης του Κάδμου; Η ίδια δεν είχε διευκρινίσει τίποτα.

(Πάντοτε αινιγματική η Γυναίκα των Μυστηρίων, έρχεται να μας συντρέξει και συνάμα να μας ανταριάσει, μουρμούριζε το ποιητικό δαιμόνιο μες στο μυαλό του Κάδμου.)

Χτες το πρωί, καθώς μεσημέρι πια πλησίαζε, είχαν κάνει μια συμφωνία αναμεταξύ τους, ο Κάδμος και ο Κοντός Φριτς, ο αρχηγός των Νομάδων των Δρόμων. Είχαν συμφωνήσει να εφοδιάσουν οι επαναστάτες τους Νομάδες με τρόφιμα και ό,τι άλλο χρειάζονταν, αν οι Νομάδες δέχονταν να βοηθήσουν στον αγώνα τους. Ο Φριτς είχε δηλώσει πως δεν θα πολεμούσαν για κανέναν, δεν ήταν μισθοφόροι, και η Καρζένθα – που ήταν επίσης παρούσα στη συζήτηση – είχε φανεί να δυσανασχετεί μ’αυτό. «Είμαστε ειρηνικοί,» είχε εξηγήσει ο Κοντός. «Τα όπλα που είχαμε τα είχαμε ανέκαθεν για άμυνα και μόνο, όταν δεν υπήρχε άλλος τρόπος αντιμετώπισης ενός προβλήματος. Έτσι μας δίδαξε η Κυρά των Δρόμων, και έτσι συνεχίζουμε και θα συνεχίζουμε.»

«Πού είναι τώρα αυτή η Κυρά των Δρόμων;» τον είχε ρωτήσει ο Κάδμος.

«Η Εύνοια, η Κυρά των Δρόμων, εξαφανίστηκε, όπως σας είπαμε ήδη. Δεν ξέρουμε πού είναι.» Και ο Φριτς λοξοκοίταξε τότε την Κορίνα.

Ο Κάδμος στράφηκε να την κοιτάξει ευθέως. Αλλά εκείνη έμεινε σιωπηλή σαν κανείς να μην της είχε δώσει σημασία. Τα πράσινα γυαλιά της αντανακλούσαν τις ακτίνες του ήλιου, εκεί όπου όλοι τους στέκονταν, στον εξώστη του γηπέδου στο οποίο είχαν συγκεντρωθεί οι Νομάδες των Δρόμων.

«Γιατί σας εγκατέλειψε;» ρώτησε η Καρζένθα τον Κοντό Φριτς.

«Δεν ξέρουμε,» είπε πάλι εκείνος. «Αλλά από τότε... άρχισαν να συμβαίνουν όλα τα άσχημα. Με τη Φρουρά της Β’ Κατωρίγιας...» Και, ξανά, λοξοκοίταξε την Κορίνα, η οποία τον αγνόησε.

Ο Κάδμος πρότεινε, τελικά, οι Νομάδες να βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση του Μεγάλου Λιμανιού. «Ή μήπως η χαμένη αρχηγός σας σας είχε ζητήσει να μην κάνετε ούτε χειρονακτικές δουλειές;»

«Αντιθέτως. Θα ήταν χαρά μας να βοηθήσουμε. Αυτό κάνουν οι Νομάδες των Δρόμων... Εξοχότατε.» Η πρώτη φορά που τον είχε αποκαλέσει ο Φριτς όπως οφείλεις να αποκαλείς έναν πολιτάρχη της Ρελκάμνια. (Αν και δεν είμαι Πολιτάρχης πλέον, είχε σκεφτεί ο Κάδμος αυθόρμητα. Ο Βάρνελ-Αλντ έχει δίκιο: είμαι κάτι περισσότερο. Αλλά τι;) «Περιπλανιόμαστε και προσφέρουμε ό,τι μπορούμε να προσφέρουμε εκεί όπου πηγαίνουμε.»

Έτσι, λοιπόν, είχαν συμφωνήσει από αύριο να πιάσουν δουλειά στο Μεγάλο Λιμάνι.

Το αύριο είχε έρθει.

Και τώρα ο Κάδμος τούς έβλεπε, όντως, να βοηθάνε στην ανοικοδόμηση όπως είχαν υποσχεθεί. Όχι απαξάπαντες, όμως· ορισμένοι κάθονταν και παρατηρούσαν, ή φαινόταν να βρίσκονται μέσα σε σκηνές. Προφανώς, δεν υπήρχε άμεση ανάγκη για τη δουλειά όλων.

Ο Κάδμος τούς κοίταζε για κάποια ώρα από το παράθυρό του, χωρίς να κάνει καμια κίνηση να βγει από το όχημα, χωρίς να προστάξει τον οδηγό να τον πάρει από εδώ. Ήταν παράξενοι αυτοί οι Νομάδες των Δρόμων... Παλιότερα, είχε μονάχα ακούσει φήμες γι’αυτούς. Δεν ήξερε καν αν ήταν μύθος ή πραγματικότητα. Αλλά τον γοήτευαν, και τότε και τώρα, που τους έβλεπε μπροστά του, ζωντανούς, αληθινούς.

Τι ήταν εκείνο που παρακινούσε αυτούς τους ανθρώπους να ζουν έτσι; Τι έβρισκαν στην ατέρμονη περιπλάνηση; Δεν έμοιαζαν για ληστές. Σίγουρα δεν ήταν ληστές. Ούτε κλέφτες. Ούτε άλλου είδους απατεώνες, μάλλον. Δεν περίμεναν να έχουν κανένα όφελος από την περιπλάνησή τους στους ατελείωτους δρόμους της Ρελκάμνια. Δεν περίμεναν να φτάσουν σε κάποιο συγκεκριμένο προορισμό. Απλώς βάδιζαν. Γιατί; Ήταν σαν να είχαν βγει από ρομαντικό ποίημα.

Και τι ήταν αυτή η Εύνοια, η Κυρά των Δρόμων; Θυγατέρα της Πόλης, μήπως; Ο Κάδμος είχε ρωτήσει την Κορίνα, ύστερα από τη συζήτησή του με τους Νομάδες, αλλά εκείνη είχε αποκριθεί πως ό,τι κι αν ήταν η Εύνοια δεν είχε σημασία πλέον: κανείς δεν θα την ξανάβλεπε. Το είχε πει σαν να ήξερε πως κάποια τρομερή μοίρα είχε βρει την Κυρά των Δρόμων... Μετά, η Κορίνα είχε απομακρυνθεί από τον Κάδμο και την Καρζένθα, λέγοντας πως θα μιλούσε μαζί τους αργότερα. Είχε άλλες δουλειές τώρα.

Μάλλον, υπέθετε ο Κάδμος, ήθελε να συναντήσει τον Βάρνελ-Αλντ.

(Οι Νομάδες, ατέρμονα βαδίζοντες, λαβυρινθώδεις δρόμους ακολουθούν στην πόλη τη μεγάλη, δίχως τέλος, δίχως σκοπό... αλλά τώρα αναμεσίς στα συντρίμμια έχουν σταματήσει, από την οδηγό τους εγκαταλειμμένοι, παραμελημένα παιδιά της Ατέρμονης Πολιτείας...)

Ο Κάδμος άνοιξε την πόρτα του και βγήκε από το θωρακισμένο όχημα – ένα τετράκυκλο μετρίου μεγέθους, αλλά αρκετά μεγάλο για να χωρά, εκτός από αυτόν και τον οδηγό, τους οκτώ σωματοφύλακές του, οι οποίοι τώρα βγήκαν αμέσως μαζί του, με τα όπλα τους στα χέρια. Μικροί Γίγαντες όλοι τους, από τη μισθοφορική ομάδα-συμμορία της Καρζένθα-Σολ.

«Εξοχότατε,» είπε ο Άλβερακ. «Ίσως εδώ να υπάρχει κίνδυνος.»

«Ελπίζω πως όχι, Άλβερακ. Κι αν υπάρχει, σας έχω εμπιστοσύνη.»

Ο Κάδμος βάδισε προς τους Νομάδες των Δρόμων, και οι Μικροί Γίγαντες τον ακολούθησαν.

*

Ο Κοντός Φριτς, η Σορέτα, ο Εύθυμος, η Τζουλιάνα η ιέρεια του Κρόνου, και ο Ρίμναλ, που κάθονταν έξω από μια σκηνή συζητώντας έντονα, διαφωνώντας, στράφηκαν να κοιτάξουν τον Αλυσοδεμένο Ποιητή που ερχόταν προς το μέρος τους μαζί με τους φρουρούς του, ντυμένος με μαύρο αλεξίσφαιρο θώρακα κι έχοντας έναν λευκό μανδύα ριγμένο στους ώμους. Στους καρπούς του ήταν οι κρίκοι κομμένων χειροπεδών, όπως είχε τύχει να τους δουν από τηλεοπτικό δέκτη όταν ο Ανθοτέχνης μιλούσε. Δεν ήταν, λοιπόν, κάτι που φορούσε για εντυπωσιασμό μόνο όταν αγόρευε, συμπέραναν.

«Ορίστε, σας το είπα,» μούγκρισε ο Ρίμναλ. «Εκείνο εκεί το όχημα μάς παρακολουθούσε. Αναρωτιέμαι αν, κάπως, μας άκουγαν κιόλας–»

«Γι’αυτό,» τον διέκοψε η Σορέτα, «δεν πρέπει να λες πολλές ανοησίες!»

«Οι ανοησίες δεν είναι δικές μου.»

Αλλά τότε σώπασαν γιατί ο Κάδμος Ανθοτέχνης πλησίαζε, κάνοντας στους φρουρούς του νόημα να μείνουν λίγο πιο πίσω. Εκείνοι υπάκουσαν, ατενίζοντας τους Νομάδες σαν γύπες του Κρόνου, με τα όπλα τους στα χέρια – πιστόλια και τουφέκια. Έτοιμοι να μας γαζώσουν όλους, εν ανάγκη, σκέφτηκε ο Ρίμναλ, βέβαιος ότι δεν θα δίσταζαν.

Ο Φριτς σηκώθηκε όρθιος, και οι άλλοι τον μιμήθηκαν. «Εξοχότατε...»

«Καλημέρα, Φριτς,» είπε ο Κάδμος. «Πώς βλέπεις την κατάσταση;»

«Εκτός απ’το ότι έχει μια κάποια ψύχρα σήμερα, Εξοχότατε, όλα είναι όπως τα είχαμε συμφωνήσει. Και για την ψύχρα δεν φταίτε εσείς.»

Ο Κάδμος ένευσε. «Δεν έχω βρει τρόπο ακόμα ν’αλλάζω τον καιρό,» μειδίασε. Και ρώτησε: «Οι Νομάδες βρίσκουν τη δουλειά δύσκολη;»

«Κανείς δεν έχει παραπονεθεί ακόμα.»

«Να καθίσω μαζί σας; Για να μιλήσουμε; Να γνωριστούμε;»

Οι Νομάδες αλληλοκοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους.

Στον Ρίμναλ ακούγονταν ύποπτα τα λόγια του Ανθοτέχνη. Τι θέλει από εμάς; Πληροφορίες;

Ο Φριτς σκεφτόταν το ίδιο, αλλά σκεφτόταν επίσης ότι δεν θα ήταν συνετό να απομακρύνουν τον Αλυσοδεμένο Ποιητή. Είμαι αρχηγός των Νομάδων και πρέπει να φροντίζω γι’αυτούς. Και πώς αλλιώς θα έβρισκαν εφόδια εδώ, αν όχι από τον Ανθοτέχνη; Ήταν ο καλύτερος φίλος για να έχεις σε τούτες τις περιοχές, και ο χειρότερος εχθρός. Η Εύνοια λείπει – ίσως ποτέ να μην επιστρέψει – η ευθύνη, άρα, είναι όλη δική μου...

Η Σορέτα διέκρινε πραγματικό ενδιαφέρον μέσα από τα λόγια και την έκφραση του Κάδμου. Δε νόμιζε ότι απλά ήταν εδώ για να τους κατασκοπεύσει, για να πάρει πληροφορίες. Στα μάτια του διέκρινε να καθρεπτίζεται μια σαγήνη. Μια σαγήνη προερχόμενη από εμάς. Τον ενδιαφέρουμε. Τι είδους άνθρωπος, άραγε, να ήταν; Πίσω από το προσωπείο του Αλυσοδεμένου Ποιητή, τι είδους άνθρωπος να ήταν; Ήταν όντως ποιητής; Έγραφε ποιήματα;

Ο Εύθυμος δεν αισθανόταν καλά με την παρουσία του Κάδμου εδώ· τον φοβόταν. Ήταν ο πρωτεργάτης της επανάστασης στη Β’ Ανωρίγια Συνοικία. Και είχε κατακτήσει άλλες δύο συνοικίες ακόμα – την Έκθυμη και την Α’ Ανωρίγια. Ήταν ένας πολύ επικίνδυνος άνθρωπος. Σήμερα έδειχνε συμπάθεια προς τους Νομάδες· αύριο, ποιος ξέρει τι μπορεί να γινόταν; Αν δεν ήταν η Κορίνα, ίσως να μας είχε σκοτώσει όλους σ’εκείνο το γήπεδο...

Η Τζουλιάνα, η ιέρεια του Κρόνου, έκανε από μέσα της μια σιωπηλή προσευχή στον Υπερχρόνιο Άρχοντα. Δεν εμπιστευόταν τον Αλυσοδεμένο Ποιητή.

Ο Κάδμος είδε τις επιφυλακτικές εκφράσεις στα πρόσωπά τους, και δεν παραξενεύτηκε καθόλου από αυτές. Αν ήμουν στη θέση τους, το ίδιο επιφυλακτικός δεν θα ήμουν; Θα έχουν, αναμφίβολα, ακούσει τα χειρότερα για εμένα και τους ανθρώπους μου από τα σκυλιά της πλουτοκρατίας των Κατωρίγιων Συνοικιών.

«Φυσικά,» είπε ο Φριτς. «Φυσικά και να καθίσετε, Εξοχότατε.»

«Να προσφέρουμε κάτι;» ρώτησε η Σορέτα. «Ό,τι ποτά και φαγητά έχουμε, από εσάς προέρχονται άλλωστε.»

«Όχι, ευχαριστώ. Θα–» Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός στη ζώνη του δονήθηκε και κουδούνισε. «Συγνώμη,» τους είπε ο Κάδμος και αποδέχτηκε την κλήση φέρνοντας τη συσκευή στο αφτί του ώστε μόνο εκείνος να μπορεί ν’ακούσει. «Μάλιστα;»

«Εγώ είμαι, Κάδμε,» είπε η Καρζένθα.

«Τι συμβαίνει;»

«Πού είσαι; Είναι αλήθεια ότι πήγες στο Μεγάλο Λιμάνι; Στους Νομάδες των Δρόμων;»

«Ναι, γιατί;»

«Αυτό δεν ήταν καθόλου συνετό–»

Ώρες-ώρες, η Καρζένθα νόμιζε πως ήταν η μαμά του! Στα ερωτικά τους παιχνίδια τού άρεσε να τον δένει όσο της άρεσε κι εκείνης· αλλά όχι όταν δεν ερωτοτροπούσαν. «Θα τα πούμε αργότερα. Τώρα–»

«Η Τζέσικα και ο Ζιλμόρος επέστρεψαν από τις Ήμερες Συνοικίες. Θέλουν να σου μιλήσουν.»

Αυτό ήταν όντως σημαντικό. «Μάλιστα... Έρχομαι.»

*

Ο Θόρινταλ πήρε ακόμα έναν κουβά γεμάτο μπάζα και τον έδωσε στον Μαυρογένη, που ήταν δίπλα του στη σειρά, ώστε τα μπάζα σύντομα να καταλήξουν στην καρότσα του ενός από τα τρίκυκλα των Νομάδων. Τα μάτια του σαμάνου, όμως, δεν ήταν στη μηχανική δουλειά του· ήταν αντίκρυ, στον Κάδμο Ανθοτέχνη που είχε πλησιάσει τον Φριτς, τον Ρίμναλ, και τους άλλους και τώρα τους μιλούσε.

«Σ’το είπα ότι αυτό το όχημα δεν ήταν τυχαία εδώ,» είπε η Λάρνια που ήταν μπροστά από τον Θόρινταλ στη σειρά, ντυμένη μόνο με το αμάνικο πέτσινο πανωφόρι της παρά την έντονη ψύχρα σήμερα. Οι μύες στα πρασινόδερμα χέρια της φαινόταν να πάλλονται κάθε φορά που δεχόταν έναν κουβά από τον Νομάδα μπροστά της για να τον δώσει στον Θόρινταλ. «Μας παρακολουθούν. Και δε μ’αρέσει που είμαστε εδώ επειδή η Κορίνα παρουσιάστηκε.»

«Θα προτιμούσες να μην είχε παρουσιαστεί και να ήμασταν πουθενά χειρότερα;»

Η Λάρνια πήρε ακόμα έναν κουβά και του τον έδωσε. «Η Κορίνα σκότωσε τη Γιάαμκα,» είπε μόνο, με μίσος να γυαλίζει στα μάτια της.

Ο Θόρινταλ έδωσε τον κουβά στον Μαυρογένη, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε: «Σιγά, ρε σαμάνε! Θα μας πέσει η κοιλιά, γαμώ τη μάνα του Κρόνου!»

«Μη σ’ακούσει η ιέρεια να το λες αυτό πουθενά κοντά της,» τον προειδοποίησε ο Θόρινταλ, ξέροντας πως ο Μαυρογένης καταλάβαινε ότι μιλούσε για τη Τζουλιάνα. Δεν είχαν κι άλλη ιέρεια του Κρόνου μαζί τους οι Νομάδες.

Ο Μαυρογένης μουρμούρισε κάτι ακατανόητο καθώς έδινε τον κουβά στον Βίκτορα πίσω του και ο Βίκτορας τον άδειαζε μες στην καρότσα του τρίκυκλου.

«Η Κορίνα δεν είναι εχθρός μας,» είπε ο Θόρινταλ στη Λάρνια.

«Έχεις αρχίσει τώρα να τη συμπαθείς κι αυτήν;» Αναφερόταν συγχρόνως στη Μιράντα, φυσικά, χωρίς να την κατονομάζει. «Εξαιτίας αυτών των καταραμένων Θυγατέρων έχουν γίνει όλα όσα έχουν γίνει!»

Η Κορίνα, όμως, δεν είχε ποτέ πρόβλημα μαζί μας, σκέφτηκε ο Θόρινταλ προτιμώντας να μην το εκφράσει φωναχτά. Αυτό δεν σήμαινε, βέβαια, ότι τη συμπαθούσε την άθλια· ήταν απλώς μια διαπίστωση. Η Κορίνα τούς έβλεπε σαν... σαν παιχνίδια, ίσως. Την ενδιέφεραν μόνο επειδή σχετίζονταν με τη Εύνοια, και η Εύνοια με τη Μιράντα... Και τώρα, και η Μιράντα και η Εύνοια έχουν εξαφανιστεί. Εξαιτίας της.

Όπως εξαιτίας της είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Ο Θόρινταλ θα έπρεπε, ίσως, να νιώθει κάποια μικρή ευγνωμοσύνη προς την Κορίνα. Αλλά δεν μπορούσε. Του ήταν αδύνατον. Δε μας βοήθησε επειδή μας αγαπά. Δε μας βλέπει όπως μας έβλεπε η Εύνοια.

Ωστόσο, όφειλε να παραδεχτεί ότι και η Κορίνα τού κέντριζε το ενδιαφέρον όπως οι άλλες δύο Θυγατέρες, αλλά με τελείως διαφορετικό τρόπο.

Τα μάτια του εξακολουθούσαν να είναι στον Ανθοτέχνη καθώς τούτες οι σκέψεις περνούσαν απ’το μυαλό του, και:

«Φεύγει,» παρατήρησε τώρα. «Γρήγορα τελείωσε με τον Φριτς και τους άλλους...»

«Κακό αυτό;» είπε η Λάρνια.

«Θα δείξει.»

*

Η Καρζένθα-Σολ περίμενε μέσα σε μια αίθουσα του Πολιταρχικού Μεγάρου της Α’ Ανωρίγιας Συνοικίας, καθισμένη σε μια ψηλή πολυθρόνα μ’ένα τηλεπικοινωνιακό σύστημα δίπλα της. Στην αντικρινή μεριά του τραπεζιού κάθονταν η Τζέσικα και ο Ζιλμόρος. Η Θυγατέρα είχε, ως συνήθως, αυτό το πουλί μαζί της το οποίο δεν άρεσε και τόσο στην Καρζένθα. Δεν της άρεσε έτσι όπως την κοιτούσε, δεν της άρεσε που έμοιαζε, ίσως, πιο έξυπνο απ’ό,τι ένα πουλί θάπρεπε να είναι. Αστρομάτη, τον ονόμαζε η Τζέσικα, την οποία η Καρζένθα αντιπαθούσε περισσότερο από το ενοχλητικό πτηνό. Δεν την εμπιστευόταν. Αλλά τούτη τη φορά έμοιαζε να είχε κάνει μια σωστή δουλειά.

«Τα κανονίσατε με τους πειρατές;» τους είχε ρωτήσει η Καρζένθα μόλις τους είδε.

«Όλα είναι έτοιμα,» είχε αποκριθεί η Τζέσικα, και ο Ζιλμόρος είχε γνέψει καταφατικά. Και μετά ήταν έτοιμοι ν’αρχίσουν να μιλάνε στην Καρζένθα για λεπτομέρειες, αλλά εκείνη τούς είχε σταματήσει, λέγοντάς τους ότι θα ειδοποιούσε τον Κάδμο και τον Βάρνελ-Αλντ, ώστε κι αυτοί να είναι παρόντες. Η Θυγατέρα της Πόλης και ο αρχηγός των Σκοταδιστών δεν είχαν διαφωνήσει.

Η Τζέσικα τάιζε τώρα τον Αστρομάτη σπόρους από τη δεξιά χούφτα της, καθώς το πουλί ήταν πιασμένο στον αριστερό της πήχη.

Ο Ζιλμόρος κάπνιζε ένα βαρύ τσιγάρο, χωρίς να έχει βγάλει τα μαύρα γυαλιά του μέσα στην αίθουσα, παρότι η αντηλιά που έμπαινε από το κρυστάλλινο παράθυρο δεν ήταν και τόσο δυνατή.

Η Καρζένθα είχε πρώτα καλέσει τον Κάδμο, και τώρα, πριν από λίγο, είχε καλέσει τον Βάρνελ-Αλντ. Κι οι δύο είχαν αποκριθεί ότι θα έρχονταν αμέσως. Ο Κάδμος ήταν τόσο ανόητος ώστε να βρίσκεται κοντά στους Νομάδες των Δρόμων· οι Μικροί Γίγαντες δεν είχαν κάνει λάθος όταν της είχαν αναφέρει, κανένα τέταρτο προτού έρθουν η Τζέσικα κι ο Ζιλμόρος, ότι είχε πάρει μαζί του τον Άλβερακ και μερικούς άλλους και είχε, μέσα σε θωρακισμένο όχημα, κατευθυνθεί στο Μεγάλο Λιμάνι.

Ήταν ανάγκη να πάει εκεί ο ίδιος; Αν ήθελε να δει αν οι Νομάδες εργάζονταν όπως είχαν υποσχεθεί, μπορούσε απλά να επικοινωνήσει με κάποιον από τους μαχητές που περιπολούσαν τώρα στο Μεγάλο Λιμάνι. Μπορούσε ακόμα και να στείλει έναν κατάσκοπο για να τους παρακολουθεί, ή να στήσει έναν τηλεοπτικό πομπό κάπου κοντά τους. Δεν καταλάβαινε ότι έμπαινε σε αχρείαστο κίνδυνο έτσι; Τόσες φορές είχαν επιχειρήσει να τον δολοφονήσουν!

«Τίποτα συνταρακτικό όσο λείπαμε;» ρώτησε ο Ζιλμόρος, φυσώντας καπνό.

«Η Κορίνα επέστρεψε,» αποκρίθηκε η Καρζένθα. Και τώρα ίσως να έχει εξαφανιστεί ξανά, πρόσθεσε νοερά. Δεν ήξερε πού βρισκόταν επί του παρόντος. Ούτε τους είχε πει και πολλά για τους Νομάδες των Δρόμων. Όχι όσα θα έπρεπε, τουλάχιστον. Η Καρζένθα αισθανόταν ακόμα να έχει πολλές απορίες γι’αυτούς.

«Η Κορίνα;» Η Τζέσικα πήρε το βλέμμα της από τον Αστρομάτη. «Πού είναι;»

«Το ίδιο αναρωτιέμαι κι εγώ. Αλλά χτες ήταν εδώ. Και είχε φέρει και μια ομάδα που ονομάζονται ‘οι Νομάδες των Δρόμων’. Τους γνωρίζεις;»

Η Τζέσικα γέλασε. «Οι Νομάδες; Με την Κορίνα; Ακολουθούν αυτήν τώρα;»

«Τους οδήγησε εδώ αλλά δεν νομίζω ότι την ακολουθούν ακριβώς. Τους έφερε από τις σήραγγες κάτω από τον Ριγοπόταμο – από τις σήραγγες της αρχαίας πόλης που γνωρίζεις κι εσύ.»

«Γιατί;»

«Τους είχαν φυλακισμένους στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία, κατηγορώντας τους, λανθασμένα, για δολιοφθορείς και κατασκόπους μας.»

Η Τζέσικα γέλασε, και αναρωτήθηκε: Τι παιχνίδι παίζεις τώρα, Αδελφή μου;

«Είπα κάτι αστείο;» Την Καρζένθα την εκνεύριζε η Τζέσικα. Η γυναίκα ήταν τρελή, Θυγατέρα της Πόλης ή μη!

«Πού είναι η Εύνοια; Τους Νομάδες τούς οδηγεί η Εύνοια. Ή τους βαρέθηκε πια;» ρώτησε η Τζέσικα, αν και δεν νόμιζε πως η Εύνοια ήταν από εκείνες τις Αδελφές της που θα εγκατέλειπαν τους Νομάδες επειδή τους βαριόνταν. Μόνο αν η ίδια η Πόλη την είχε αναγκάσει να τους αφήσει θα τους άφηνε. Η Τζέσικα την είχε δει, παλιότερα, να τους οδηγεί μες στους δρόμους της Ατέρμονης Πολιτείας. Όλα τα πολεοσημάδια γύρω τους έδειχναν ότι ήταν τόσο ενωμένοι – σαν μια ενιαία οντότητα που διέσχιζε την Πόλη – σαν ο κάθε Νομάδας να μην ήταν παρά ένα μόριο ενός μεγάλου, ζωντανού οργανισμού. Η Εύνοια είχε, πραγματικά, καταφέρει κάτι το αξιοσημείωτο. Αλλά ανούσιο και βαρετό, συγχρόνως. Απλά τους είχε και τους τριγύριζε· δεν τους έβαζε να κάνουν τίποτα ενδιαφέρον. Η Τζέσικα την είχε παρακολουθήσει για λίγο και είχε δει τι γινόταν. Μετά, είχε φύγει χωρίς να έρθει σε καμια επαφή με την Εύνοια, διακρίνοντας από τα σημάδια της Πόλης ότι δεν υπήρχε τρόπος να προκαλέσει κάποια αλλαγή μέσα στους Νομάδες. Η Εύνοια τούς είχε κάνει δικούς της, και μόνο εκείνη μπορούσε να τους χειριστεί. Η Τζέσικα καταλάβαινε ότι αποκλείεται να κατάφερνε να διασκεδάσει μαζί τους.

«Η Κυρά των Δρόμων, λες... Η Νομαδάρχισσα,» είπε η Καρζένθα-Σολ παρατηρώντας την.

«Ναι, αυτή.»

«Οι Νομάδες είπαν ότι εξαφανίστηκε στη Β’ Κατωρίγια. Κι αφού εξαφανίστηκε, η Φρουρά της συνοικίας τούς συνέλαβε.»

Τα μάτια της Τζέσικας γυάλισαν. Επιτέλους, κάτι ενδιαφέρον μ’αυτούς τους Νομάδες; αναρωτήθηκε. «Η Κορίνα τι σας είπε;»

«Ότι η Νομαδάρχισσα εξαφανίστηκε και δεν πρόκειται να την ξαναδεί κανείς· τίποτα περισσότερο.»

«Χμμμμμ...» έκανε η Τζέσικα υπομειδιώντας καθώς χάιδευε τον Αστρομάτη με το χέρι που πριν τον τάιζε. Τι παιχνίδι παίζεις, Κορίνα;

«Τι πάει να πει αυτό;» ρώτησε η Καρζένθα, ενοχλημένη από τη συμπεριφορά της συνομιλήτριάς της. «Ξέρεις κάτι;»

«Τι να ξέρω εγώ;» γέλασε η Τζέσικα. «Ήμουν στις Ήμερες Συνοικίες!»

«Με κοροϊδεύεις;»

Τα μάτια της Τζέσικας στένεψαν. «Τι;» Δεν τη γούσταρε καθόλου αυτή την Καρζένθα-Σολ. Η τύπισσα νόμιζε ότι ήταν κάποια. Ίσως όφειλε να της δώσει ένα μάθημα στο σύντομο μέλλον...

Η Καρζένθα αναστέναξε. Δε μπορείς να συνεννοηθείς μαζί της! σκέφτηκε. «Γνωρίζεις τους Νομάδες των Δρόμων, ή όχι, Τζέσικα; Ξέρεις ποια είναι η Εύνοια; Είναι κι αυτή Θυγατέρα της Πόλης;» Δεν είχε ενδοιασμούς να μιλά για Θυγατέρες της Πόλης μπροστά στον Ζιλμόρο· η Τζέσικα ήδη τού είχε πει γι’αυτές. Και τώρα ο αρχηγός των Σκοταδιστών παρακολουθούσε τη Στρατάρχη και τη Τζέσικα να μιλάνε ενώ ο ίδιος κάπνιζε σιωπηλά.

«Δε σας είπε η Κορίνα ότι η Εύνοια είναι Αδελφή μας;»

«Δε μας είπε τίποτα συγκεκριμένο γι’αυτήν.»

«Χμμμμ.» Η Τζέσικα γέλασε.

Θα τη σκοτώσω! σκέφτηκε η Καρζένθα.

Η Τζέσικα συλλογίστηκε: Η Κορίνα τούς είπε ότι η Εύνοια δεν θα ξαναπαρουσιαστεί... Πώς να το ξέρει αυτό, εκτός αν η ίδια έκανε κάτι για να την εξαφανίσει; Αλλά δεν μπορεί να την είχε σκοτώσει, φυσικά. Ούτε η Κορίνα δεν θα σκότωσε μια Αδελφή τους.

Μετά θυμήθηκε ότι η Κορίνα τής είχε πει πως η Μιράντα ήταν τώρα μαζί με την Εύνοια και τους Νομάδες των Δρόμων. Αυτό εξηγούσε πολλά για την όλη κατάσταση. Η Κορίνα πρέπει πάλι κάτι να είχε κάνει στη Μιράντα για να την... παραμερίσει· και ό,τι κι αν είχε συμβεί, μάλλον είχε επηρεάσει και την Εύνοια.

Γιατί όμως δείχνει να εχθρεύεται τόσο πολύ τη Μιράντα τελευταία; Πάντοτε, βέβαια, την εχθρευόταν – και πολύ καλά έκανε: η Μιράντα ήταν άθλια – άθλια! – αλλά τώρα τελευταία αυτή η έχθρα της είχε μεγαλώσει, και... Η Κορίνα κάτι έκρυβε. Σίγουρα κάτι έκρυβε. Η ίδια, άλλωστε, είχε πει στη Τζέσικα, πριν από κάποιο καιρό, στη Β’ Ανωρίγια Συνοικία, ότι ορισμένα πράγματα δεν μπορούσε να της τα φανερώσει, αφήνοντας τη φράση αινιγματική...

Η περιέργεια της Τζέσικας είχε κεντριστεί. Ήθελε να μάθει περισσότερα. Αλλά πώς;

Απ’τους Νομάδες των Δρόμων, ίσως;

«Τους ξέρεις τους Νομάδες;» τη ρώτησε η Καρζένθα διακόπτοντας τους συλλογισμούς της.

Η Τζέσικα βλεφάρισε, σούφρωσε τα χείλη. «Τους είχα δει και παλιότερα. Βαρετοί, πολύ βαρετοί,» γέλασε.

Η Καρζένθα μόρφασε. Βγάλε τώρα εσύ νόημα απ’αυτές τις μαλακίες... σκέφτηκε. Είχε αποφασίσει πως, όταν ξανάβλεπε την Κορίνα, θα της μιλούσε για τη Τζέσικα. Χτες δεν το είχε κάνει γιατί, με την εμφάνιση των Νομάδων, είχε άλλα στο μυαλό της. Κι έπειτα, η Κορίνα είχε πάλι εξαφανιστεί, κατά το συνήθειό της.

Και οι δύο Θυγατέρες ήταν, από μια άποψη, ενοχλητικές. Αλλά η Κορίνα ήταν η μεγάλη αρωγός της επανάστασης· η Καρζένθα δεν μπορούσε να το αμφισβητήσει αυτό, με τίποτα. Η Τζέσικα, όμως, τι ήταν; Με παράσιτο έμοιαζε μέχρι στιγμής. Τα πάντα φαινόταν να τα κάνει για πλάκα. Η μόνη ουσιαστική βοήθεια που μας πρόσφερε είναι, ίσως, τώρα με τους πειρατές των Ήμερων Συνοικιών...

Όταν ο Κάδμος μπήκε στην αίθουσα του Πολιταρχικού Μεγάρου όπου τον περίμεναν οι τρεις τους, τους βρήκε όλους σιωπηλούς.

«Καλωσήρθατε,» χαιρέτησε.

«Ποιητή...» αποκρίθηκε ο Ζιλμόρος εν είδει χαιρετισμού, κλίνοντας το κεφάλι χωρίς να βγάλει τα γυαλιά του.

Ο Κάδμος κάθισε στο τραπέζι μαζί τους.

«Περιμένουμε και τον Βάρνελ,» του είπε η Καρζένθα. «Δε μπορεί ν’αργήσει. Τον ειδοποίησα μετά από εσένα.»

Ο Κάδμος ένευσε. Ρώτησε τον Ζιλμόρο και τη Τζέσικα: «Παρουσιάστηκαν προβλήματα;»

«Το αντίθετο,» αποκρίθηκε εκείνη μειδιώντας. «Όλα έγιναν τέλεια!»

Η έκφρασή της του έμοιαζε να δείχνει τόσο ενθουσιασμό που τον έβαζε σε ανησυχία. Κοίταξε τον Ζιλμόρο ερωτηματικά.

«Κανένα πρόβλημα,» επιβεβαίωσε και ο αρχηγός των Σκοταδιστών.

Ο Βάρνελ-Αλντ ήρθε μετά από ένα πεντάλεπτο περίπου, καλοντυμένος, καλοχτενισμένος, και με τη συνηθισμένη του όψη υπεροψίας και γοητείας.

Μαζί του ήταν η Κορίνα, φορώντας ένα μακρύ μαύρο φόρεμα και σκούρα-μπλε κάπα. Στα χέρια της ήταν ένα ζευγάρι μελανόχρωμα γάντια με κρόσσια. Βαδίζοντας πλάι στον Βάρνελ-Αλντ έμοιαζε να του προσδίδει επιπρόσθετο κύρος, επιπρόσθετη δύναμη: σαν να ήταν ένα φως, ή ένα κέντρο έλξης, που τον αναβίβαζε και μόνο που βρισκόταν κοντά του.

Ακόμα κι η Τζέσικα το πρόσεξε. Πώς το κάνει αυτό; αναρωτήθηκε. Πώς η Κορίνα μπορεί και το κάνει αυτό; «Γεια σου, Αδελφούλα,» είπε υψώνοντας το χέρι θεατρικά. «Καιρό έχουμε να σε δούμε!» γέλασε.

Η Κορίνα κοίταξε τον Βάρνελ αναποδογυρίζοντας τα μάτια. «Έχω και ενοχλητικές συγγενείς, όπως βλέπεις...»

Ο Βάρνελ μειδίασε γοητευτικά μέσα από το καστανό, καλοψαλιδισμένο μούσι του. «Σου είπα ότι γνωριστήκαμε με τη Τζέσικα, δεν σ’το είπα; Στην αρχή δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι είναι Αδελφή σου...»

«Κι όμως είναι, παρότι, το ξέρω, φαίνεται απίστευτο.»

«Θα συνεχίσετε να με βρίζεται ενώ κάθομαι και σας κοιτάζω;» είπε η Τζέσικα, ατενίζοντάς τους διαπεραστικά ενώ έβαζε τον Αστρομάτη να γαντζωθεί στον ώμο της.

«Κανείς δεν σε βρίζει, Τζέσικα,» αποκρίθηκε η Κορίνα. «Γνωρίζεις πόσο σε εκτιμούμε όλοι.»

«Το βλέπω, Αδελφή μου...»

«Τι νέα μάς φέρνεις από τους φίλους σου, τους πειρατές;» ρώτησε η Κορίνα ενώ ο Βάρνελ τής τραβούσε μια καρέκλα για να καθίσει.

«Συμφώνησαν,» είπε η Τζέσικα καθώς η Κορίνα καθόταν και ο Πολιτάρχης της Α’ Ανωρίγιας Συνοικίας έπαιρνε θέση δίπλα της, σε μια άλλη καρέκλα. «Θα μας βοηθήσουν. Θα λεηλατήσουν μαζικά τις όχθες της Β’ Κατωρίγιας. Ο Φορδέκης ο Καραφλός μίλησε και σε κάποιους άλλους αρχιπειρατές, και σε όλους η ιδέα φάνηκε καλή. Και οι υπόλοιποι των Ήμερων Συνοικιών σίγουρα θ’ακολουθήσουν – αν μη τι άλλο για να μη χάσουν το πλιάτσικο. Δεν πρόκειται να καθίσουν να βλέπουν, σαν μαλάκες, ενώ οι γείτονές τους καταληστεύουν τις όχθες της Β’ Κατωρίγιας. Μέχρι στιγμής το μόνο που τους συγκρατούσε απ’το να κάνουν τόσο μαζικές και άγριες επιδρομές ήταν το γεγονός ότι οι συνοικίες του Ριγοπόταμου ήταν ενωμένες στην αντιμετώπιση των πειρατών. Τώρα, όμως, που εμείς τους υποστηρίζουμε....» Χαμογέλασε, δείχνοντας γυαλιστερά δόντια.

«Τους υποστηρίζουμε κρυφά,» τόνισε ο Κάδμος. «Το συζητήσατε αυτό, έτσι;»

«Ναι,» είπε ο Ζιλμόρος. «Το κατάλαβαν.»

«Δε θα διαδώσουν πως είναι σύμμαχοί μας...»

«Κι αυτό το είπαμε, ποιητή· μην ανησυχείς. Ο Φορδέκης ήταν συζητήσιμος. Χάρη στη Τζέσικα, κυρίως. Αλλιώς θα μας είχε καταληστέψει, δίχως αμφιβολία. Αυτό είναι το φυσικό του. Είναι τέλειος για τη δουλειά που τον θέλουμε. Θα τους τσακίσει τους Κατωρίγιους. Θα μας ανοίξει τον δρόμο για να μπούμε, μετά, και να τους αποτελειώσουμε.»

Ο Ζιλμόρος ήταν έτοιμος για περισσότερους πολέμους, για περισσότερες αιματοχυσίες και λεηλασίες, παρατηρούσε ο Κάδμος· και, γι’ακόμα μια φορά, θα προτιμούσε να είχε διαφορετικούς συμμάχους. Αλλά πού να τους βρει; Οι πιο πιστοί άνθρωποί του ήταν όλοι απεγνωσμένοι συμμορίτες από τη Β’ Ανωρίγια Συνοικία, όπου τα πάντα είχαν ξεκινήσει.

Η Καρζένθα είπε στον Ζιλμόρο: «Δε βιαζόμαστε να ‘αποτελειώσουμε’ κανέναν! Αυτή τη φορά δεν θα γίνουν κινήσεις που δεν έχουμε εκ των προτέρων προσεχτικά σχεδιάσει.»

Εκείνος δεν αποκρίθηκε. Τα μάτια του ήταν κρυμμένα πίσω απ’τα μαύρα γυαλιά του, η όψη του ουδέτερη.

«Κατανοητό;» επέμεινε η Καρζένθα.

«Ας μην κάνουμε τις ίδιες συζητήσεις,» είπε ο Κάδμος, παρεμβαίνοντας προτού το θέμα εξελιχτεί σε διαπληκτισμό. Και ρώτησε τον Ζιλμόρο και τη Τζέσικα: «Πότε θα αρχίσουν οι επιδρομές των πειρατών;»

«Σύντομα,» αποκρίθηκε η Θυγατέρα της Πόλης. «Από απόψε, πιθανώς. Εκείνοι θα τα κανονίσουν αυτά.»

Ο Κάδμος στράφηκε στον Βάρνελ-Αλντ. «Από τη Μεγαλοδιάβατη τι έχουμε, Εξοχότατε;»

«Όταν με λες Εξοχότατο, Κάδμε, εγώ δεν ξέρω πώς να σε αποκαλέσω. Μεγαλειότατε, ίσως, όπως αποκαλούν τους βασιληάδες στην Απολλώνια; Υψηλότατε, όπως αποκαλούν τους πρίγκιπες στη Βίηλ;»

«Δε μ’ενδιαφέρουν οι τίτλοι και οι προσφωνήσεις, Βάρνελ. Είναι επουσιώδεις. Είμαι ο Αλυσοδεμένος Ποιητής· αυτό είναι αρκετό.»

Ο Βάρνελ μειδίασε. «Πράγματι, είναι...» είπε σαν να μονολογούσε.

«Οι από τη Μεγαλοδιάβατη;...» επέμεινε ο Κάδμος.

«Έχω μιλήσει με ανθρώπους από εκεί,» αποκρίθηκε ο Βάρνελ-Αλντ. «Μου είπαν πως ενδιαφέρονται. Θα τους αφήσουμε να περάσουν από την Α’ Ανωρίγια – χωρίς, φυσικά, να δείχνουμε ότι είμαστε σύμμαχοί τους – κι αυτοί θα κινηθούν προς τη Β’ Κατωρίγια για να πάρουν μέρος στις επιδρομές. Ορισμένοι άλλοι μπορεί να διασχίσουν τις Ήμερες Συνοικίες και μετά να κατευθυνθούν στη Β’ Κατωρίγια. Το ίδιο πράγμα, βασικά, αν τα έχουν καλά με τους πειρατές.»

«Αλλά προτιμότερο για εμάς, νομίζω.»

«Ίσως.»

«Και πότε θα ξεκινήσουν;»

«Σε μερικές μέρες, υποθέτω. Θα επικοινωνήσουν μαζί μου, ασφαλώς, προτού περάσουν από εδώ. Τα πάντα θα είναι κανονισμένα με... πλάγιο τρόπο. Ακόμα κι αν υπάρχουν κατάσκοποι των Κατωρίγιων μες στη συνοικία μας δεν θα μπορούν να διακρίνουν ότι εμείς, ως καθεστώς, υποβοηθήσαμε τους επιδρομείς να περάσουν από τους δρόμους μας. Θα τους φανεί ότι γλίστρησαν μέσα από την Α’ Ανωρίγια.»

Ο Κάδμος ένευσε. «Μάλιστα. Ως συνήθως, τα σκέφτεσαι όλα, Εξοχότατε.»

«Απαραίτητη προϋπόθεση επιβίωσης στη δουλειά μου.»

«Μ’αυτούς τους Νομάδες των Δρόμων τι γίνεται;» ρώτησε ο Ζιλμόρος, αλλάζοντας θέμα ξαφνικά. «Τι θέλουν εδώ, Κορίνα;»

Τα πράσινα μάτια της τον κοίταξαν σαν να υποδήλωναν ότι δεν της άρεσε έτσι όπως της απευθυνόταν, ότι δεν ήταν αυτή η θέση του. «Τους κυνήγησαν στη Β’ Κατωρίγια και τους προσφέρουμε στέγη, ενώ συγχρόνως μας βοηθάνε.» Κοίταξε τον Βάρνελ και τον Κάδμο.

Ο πρώτος ένευσε. «Καλή συμφωνία.»

Ο δεύτερος είπε: «Οι Νομάδες δουλεύουν όπως υποσχέθηκαν. Δε νομίζω ότι θα έχουμε πρόβλημα μαζί τους.»

«Γιατί, όμως, τους έφερες εδώ, Κορίνα;» ρώτησε η Τζέσικα.

«Τους κυνηγούσαν στη Β’ Κατωρίγια, είπα–»

«Το ξέρουμε αυτό.»

«–κατηγορώντας τους άδικα για δολιοφθορείς του Κάδμου–»

«Κι αυτό το ξέρουμε.»

«Τότε, γιατί ρωτάς, Αδελφή μου;»

«Ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί τους βοήθησες.»

«Γιατί όχι;»

«Πού είναι η Εύνοια;»

«Δεν έχω ιδέα. Αλλά δεν νομίζω ότι θα την ξαναδούμε.»

Η Τζέσικα γέλασε. «Τι ωραία που τα λες, Αδελφή μου!»

Η Κορίνα την αγριοκοίταξε.

Οι άλλοι τις κοίταζαν αμήχανα και τις δύο.

«Θα κουβεντιάσουμε μετά, Τζέσικα,» είπε η Κορίνα.

Η Καρζένθα ρώτησε: «Μπορώ να σου μιλήσω για κάτι, Κορίνα; Τώρα; Ιδιαιτέρως;»

Η Κορίνα την ατένισε συνοφρυωμένη. Οι άλλοι έδειχναν παραξενεμένοι.

«Μυστικά;» σιγογέλασε η Τζέσικα, κι ο Αστρομάτης έβγαλε ένα ξαφνικό κρώξιμο.

Η Κορίνα είπε: «Έλα,» και σηκώθηκε απ’την καρέκλα της.

Η Καρζένθα-Σολ την ακολούθησε σ’ένα άλλο δωμάτιο του Πολιταρχικού Μεγάλου της Α’ Ανωρίγιας Συνοικίας ανεβαίνοντας μια μικρή σκάλα. Βρίσκονταν τώρα πάνω από την αίθουσα όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι άλλοι. Ο χώρος γύρω τους ήταν γεμάτος με τεχνικούς εξοπλισμούς – οθόνες, κονσόλες, εκτυπωτικά μηχανήματα, σαρωτές, πομποδέκτες...

«Σ’ενοχλεί η Αδελφή μου;»

Η Καρζένθα δεν εξεπλάγη που η Κορίνα ήξερε ήδη για τι ήθελε να μιλήσουν. «Δε μ’ενοχλεί μόνο. Μου φαίνεται επικίνδυνη.»

«Είναι επικίνδυνη.»

«Δεν το λέω ελαφρά αυτό,» εξήγησε η Καρζένθα. «Τις προάλλες οδήγησε τον σκοτεινό στρατό του Ζιλμόρου στις σήραγγες της αρχαίας πόλης για να επιτεθούν στο Μεγάλο Λιμάνι, στον Τάραλντεκ Νορβάνι.» Της είπε εν συντομία τι είχε συμβεί. «Μας έβαλε όλους σε κίνδυνο, καταλαβαίνεις;»

«Τώρα, όμως, σας βοήθησε να φέρετε στο πλευρό σας τους πειρατές.»

«Ακόμα κι αυτό είναι... αμφιλεγόμενο. Δεν ξέρω κατά πόσο συμφωνώ με το σχέδιο.»

«Δε μπορείτε να αγνοήσετε τις Κατωρίγιες Συνοικίες, Καρζένθα. Είναι εχθροί σας. Θανάσιμοι εχθροί. Και οι δύο Πολιτάρχες τους θέλουν να σας εξολοθρεύσουν. Δεν πρόκειται ούτε να διαπραγματευτούν μαζί σας ούτε να συμβιβαστούν με την ύπαρξή σας ως πολιτική οντότητα. Πολύ πιθανό, μάλιστα, να κρύβουν και τους πλουτοκράτες της Β’ Ανωρίγιας.»

«Το ξέρεις ότι όντως συμβαίνει αυτό;»

«Δεν είμαι απόλυτα βέβαιη, αλλά πού αλλού να έχουν πάει η Φενίλδα Καρντέρω και οι δικοί της;»

«Τέλος πάντων. Η Τζέσικα είναι επικίνδυνη, Κορίνα. Δεν τη θέλω μέσα στον στρατό μου. Μπορεί να είναι Θυγατέρα της Πόλης αλλά...» κόμπιασε προς στιγμή, «αλλά δεν είναι σαν εσένα.»

Η Κορίνα γέλασε. «Όχι, δεν είναι σαν εμένα. Δεν είμαστε όλες ίδιες, Καρζένθα. Δεν είμαστε ούτε κατά διάνοια ίδιες. Καμια άλλη Θυγατέρα δεν είναι σαν εμένα – αυτό να το θυμάσαι.»

Η Καρζένθα έσμιξε τα χείλη προς στιγμή, αμήχανα. «Δεν τη θέλω, πάντως, μες στο στρατό μου,» επανέλαβε τελικά.

«Μην είσαι τόσο βιαστική,» της είπε η Κορίνα σφίγγοντας τον ώμο της. «Μπορεί να σου φανεί πιο χρήσιμη απ’ό,τι νομίζεις.»

«Αν δεν ήταν η Τζέσικα, η καταστροφή στο Μεγάλο Λιμάνι θα είχε αποφευχθεί! Θα είχαμε διώξει τον Νορβάνι από εκεί με άλλο τρόπο.»

«Θα την έχω υπόψη μου εγώ τη Τζέσικα, τώρα που είμαι εδώ, Καρζένθα. Σ’το υπόσχομαι. Με εμπιστεύεσαι, δεν με εμπιστεύεσαι;»

Από το μυαλό της Καρζένθα-Σολ πέρασαν ξανά, ύστερα από αρκετό καιρό, εκείνα τα λόγια που της είχε πει η Κορίνα στο όνειρό της, όταν ήταν τραυματισμένη και εμπύρετη, όταν ακόμα δεν ήξερε τίποτα για τις Θυγατέρες της Πόλης:

Μη με προδώσεις, Καρζένθα...

Μη με προδώσεις...

Μη με προδώσεις...

«Φυσικά και σ’εμπιστεύομαι, Κορίνα. Εννοείται αυτό. Απόλυτα.»

Η Κορίνα ένευσε. «Καλώς,» είπε. «Πάμε κάτω, στους άλλους, τώρα.»

«Μια στιγμή. Αυτή η Εύνοια... είναι όντως Θυγατέρα της Πόλης κι αυτή; Η Τζέσικα είπε–»

«Η Εύνοια δεν χρειάζεται να σ’απασχολεί. Ούτε εσένα ούτε κανέναν άλλο. Οι Νομάδες θα είναι στο πλευρό σας από δω και στο εξής. Και θα σας προσφέρουν αξιοσημείωτη βοήθεια.»

/3\

Ο Βόρκεραμ-Βορ προσπαθεί ν’αποφασίσει τι θα κάνει στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία, ενώ η Νορέλτα-Βορ σκέφτεται ν’ακολουθήσει το όνειρό της· μετά, ο Μάικλ Παγοθραύστης διασαφηνίζει, όσο μπορεί, τους όρους ενός συμφωνητικού και οι μισθοφόροι παίρνουν μια απόφαση.

Τραυματίες απλώνονταν γύρω της, μέσα σε δρόμους χτυπημένους από βόμβες και ρουκέτες, σημαδεμένους από τον άγριο πόλεμο. Φωτιές έκαιγαν, καπνοί στροβιλίζονταν. Μπορούσε να διαβάσει στα σημάδια της Πόλης τον πόνο των πεσμένων ανθρώπων, κι αισθανόταν την καρδιά της να κομματιάζεται. Τόση καταστροφή... Μια μεγάλη θλίψη την είχε κυριαρχήσει... Η Ολντράθα προσπαθούσε να σώσει όλους τους χτυπημένους προτού πεθάνουν από την αιμορραγία, μα δεν προλάβαινε. Ήταν τόσοι πολλοί... Τόσοι πολλοί... Η ίδια η Πόλη καταστρεφόταν και τους έπαιρνε μαζί της... Βοήθησέ με! της φώναξε η Ολντράθα σαν να φώναζε στη μητέρα της. Βοήθησέ με! Αλλά η Πόλη την αγνοούσε, όπως θα την αγνοούσε μια λυσσασμένη καταιγίδα.

«Βοήθησέ με... Βοήθησέ με!...» έλεγε η Ολντράθα καθώς ξυπνούσε, στριφογυρίζοντας πάνω στο στρώμα, κάτω απ’τα σκεπάσματα. Τα μάτια της άνοιξαν, βλέποντας το ταβάνι του δωματίου. Αισθανόταν μπερδεμένη. Πού είχαν πάει οι τραυματίες; Πού ήταν οι ρημαγμένοι δρόμοι και οι φωτιές και οι καπνοί;

«Ολντράθα;» Ο Βόρκεραμ γύρισε να την κοιτάξει, έχοντας ξυπνήσει κι αυτός μόλις τώρα, νιώθοντας τη να κινείται έντονα πλάι του, ακούγοντας τα λόγια της. Ανασηκώθηκε. «Είσαι καλά;» Είδε τα δάκρυα που γυάλιζαν στα μάτια της.

Η Ολντράθα πήρε καθιστή θέση πάνω στο κρεβάτι, ξεροκαταπίνοντας, σκουπίζοντας τα μάτια της με τα καφετόδερμα δάχτυλά της. «Ναι,» είπε. «Ονειρευόμουν.»

«Δε μπορεί να ήταν καλό όνειρο,» παρατήρησε ο Βόρκεραμ, συνοφρυωμένος. Την έκφραση στο πρόσωπό της θα τη χαρακτήριζε μόνο φοβισμένη.

«Όχι, δεν ήταν...» μουρμούρισε η Ολντράθα και, παραμερίζοντας τα σκεπάσματα, σηκώθηκε απ’το κρεβάτι. Βάδισε προς το μπάνιο, ξυπόλυτη, ντυμένη με το μεσοφόρι της. Άνοιξε τη μικρή πόρτα, μπήκε, και την έκλεισε πίσω της.

Ο Βόρκεραμ άκουσε νερό να τρέχει.

Όταν την είδε να επιστρέφει, τη ρώτησε: «Ήμουν εγώ;»

Η Ολντράθα τον κοίταξε παραξενεμένη. «Τι;»

«Εμένα είδες στο όνειρό σου; Είδες να μου συμβαίνει κάτι;» Είχε ανάψει τσιγάρο καθώς καθόταν στο κρεβάτι με την πλάτη ακουμπισμένη στα μαξιλάρια. Το ρολόι στο κομοδίνο έλεγε πως ήταν εφτά και μισή το πρωί.

Αυτή ήταν η πρώτη τους ημέρα στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία. Το δωμάτιό τους βρισκόταν μέσα στο πανδοχείο Ατσάλινος Οίκος, στη Μεσόκοπη, την κεντρικότερη περιφέρεια εδώ.

Η Ολντράθα κούνησε το κεφάλι και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. «Όχι, δεν είδα εσένα. Είδα... Πόλεμος, Βόρκεραμ. Τόσοι πολλοί χτυπημένοι – δε μπορούσα να τους σώσω όλους!» Ακόμα αισθανόταν την καρδιά της να τεμαχίζεται. Ακόμα ένιωθε μια βαθιά θλίψη. Διότι καταλάβαινε πως το όνειρο ήταν μια αντανάκλαση του μέλλοντος. Η Πόλη την προειδοποιούσε για το κακό που θα γινόταν στις συνοικίες του Ριγοπόταμου.

Ο Βόρκεραμ ένευσε. «Ναι, πόλεμος θα γίνει αναμφίβολα. Όλοι τον περιμένουν. Γι’αυτό δεν είμαστε εδώ, άλλωστε, Ολντράθα;» Ρούφηξε καπνό, τον φύσηξε απ’τα ρουθούνια.

Η Ολντράθα σκέφτηκε: Ίσως καλύτερα να μην είχαμε έρθει. Ήταν συνετό, τελικά, που ακολουθήσαμε τις Αδελφές μου; Ή τελείως ανόητο;

«Τι μου προτείνεις;» τη ρώτησε ο Βόρκεραμ. «Να βάλω τους ανθρώπους μου στις υπηρεσίες του Πολιτάρχη;»

«Αν δεν τους βάλεις θα πρέπει να φύγουμε, έτσι δεν είναι; Έτσι δεν σου είπαν;»

«Εντός δεκαπέντε ημερών, όλες οι ένοπλες ομάδες που δεν εργάζονται για αξιόπιστο πρόσωπο μέσα στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία διώχνονται από τη Φρουρά.»

«Εσύ ξέρεις...» είπε η Ολντράθα συλλογισμένα.

«Αναρωτιέμαι τι νόημα έχει να δουλέψω για τον Πολιτάρχη της Α’ Κατωρίγιας. Το όλο θέμα είναι αυτή η Κορίνα, σωστά; Πρέπει να τη βρω και να τη σκοτώσω, γιατί με θέλει νεκρό.»

«Δε θάναι εύκολο ούτε να τη βρεις ούτε να τη σκοτώσεις, αν όσα λένε η Άνμα και η Νορέλτα αληθεύουν.»

«Τι να κάνω, λοιπόν;» είπε εκνευρισμένα ο Βόρκεραμ σβήνοντας απότομα το τσιγάρο του στο τασάκι του κομοδίνου. «Τι μου λες να κάνω, Ολντράθα; Γιατί έφερα εδώ τους μισθοφόρους μου, γαμώτο;»

«Για να είσαι μαζί με τρεις Θυγατέρες της Πόλης. Μην ξεχνάς ότι η Άνμα και η Νορέλτα ήταν που ήθελαν να έρθουν στον Ριγοπόταμο – γι’αυτό είμαστε εδώ.»

«Δεν έχω μάθει να δρω όπως δράτε εσείς! Θέλω να ξέρω τι μου γίνεται. Τι μου προτείνεις; Να δουλέψω για τον Πολιτάρχη;»

«Δεν ξέρω, σου ξαναλέω. Εσύ το αποφασίζεις. Ή ρώτα την Άνμα· ίσως εκείνη να έχει όντως κάτι να προτείνει.»

«Δε μου είπε τίποτα χτες.»

*

«Πρέπει να βρω μια φωτογραφία της Νομαδάρχισσας,» είπε η Νορέλτα-Βορ, καθώς κρατούσε ένα καθρεφτάκι μπροστά της και έβαφε τα μάτια της και το πρόσωπό της, καθισμένη στο ένα κρεβάτι του τρίκλινου δωματίου.

«Πού την είχες δει την προηγούμενη φορά;» ρώτησε η Άνμα, έχοντας μόλις βγει από το μπάνιο με μια πετσέτα ριγμένη στους ώμους της, ντυμένη με πέτσινο παντελόνι και μαύρο ελαστικό στηθόδεσμο. Η Φοριντέλα-Ράο ντυνόταν μπροστά από το κρεβάτι της, έχοντας σηκωθεί πριν από λίγο.

«Σου είπα: σ’ένα περιοδικό,» αποκρίθηκε η Νορέλτα, συνεχίζοντας να βάφεται.

«Ποιο περιοδικό; Δε μπορείς να το βρεις εδώ;»

«Το Μεγάλο Μυστήριο ήταν»

«Εκεί γράφουν όλο τρέλες, Νορέλτα! Δεν έχεις διαβάσει τι λένε, κατά καιρούς, για τις Θυγατέρες της Πόλης;»

Η Νορέλτα γέλασε. «Ναι, αλλά αυτό δεν ήταν ψέμα. Ήταν όντως φωτογραφία της Νομαδάρχισσας. Όμως το τεύχος όπου είχε δημοσιευτεί η φωτογραφία ήταν...» Πήρε σκεπτική έκφραση. «Πρέπει να ήταν πριν από δυο, τρία χρόνια. Αποκλείεται να το βρω εδώ. Εκτός αν το έχουν σε κανένα αρχείο,» πρόσθεσε συλλογισμένα. «Ναι, μπορεί να το έχουν σε κανένα αρχείο. Ξέρεις – τίποτα δημοσιογράφοι.» Τελειώνοντας με το βάψιμο του προσώπου της, πίεσε ένα χαρτομάντιλο ανάμεσα στα χείλη της· μετά το τσάκισε και το πέταξε παραδίπλα. Κατέβασε τον καθρέφτη από μπροστά της. «Πρέπει να ψάξω,» είπε στην Άνμα. «Αφήνοντας την Πόλη να με οδηγήσει. Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι, στο όνειρό μου, η γυναίκα μαζί με τη Μιράντα ήταν η Νομαδάρχισσα... Κι αν είναι όντως αυτή, Άνμα, θα πρέπει να πάω στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία, να μάθω τι έγινε εκεί με τους Νομάδες των Δρόμων.»

«Και ο συγγενής σου;»

«Ο Βόρκεραμ...»

«Θα τον εγκαταλείψεις στο έλεος της Κορίνας;»

«Θα μείνει εδώ; Ίσως να ήθελε να έρθει κι αυτός στη Β’ Κατωρίγια...»

«Οι μισθοφόροι του θα τρελαθούν αν συνεχίσει να τους κάνει βόλτα για πολύ ακόμα. Ήρθαν σε τούτα τα μέρη για να δουλέψουν, όχι για τουρισμό.»

«Δε μπορώ να μείνω εδώ, Άνμα. Πρέπει να πάω στη Β’ Κατωρίγια, αν αυτή που είδα ήταν η Νομαδάρχισσα. Είναι το μόνο στοιχείο που έχω το οποίο πιθανώς να με οδηγήσει στη Μιράντα. Και πολύ φοβάμαι ότι ίσως να κινδυνεύει. Από την Κορίνα.»

«Αυτή η Κορίνα,» μούγκρισε η Άνμα σταυρώνοντας τα χέρια της μπροστά της· «πίσω από τα πάντα φαίνεται νάναι κρυμμένη!»

Η πόρτα του δωματίου χτύπησε.

«Πρωινός επισκέπτης...» παρατήρησε η Φοριντέλα, έχοντας τελειώσει με το ντύσιμό της και έχοντας μόλις αρχίσει να γυαλίζει το εξωδιαστασιακό ξίφος που της είχε φέρει η Άνμα από την Απολλώνια– Ή, μάλλον, από τη Βορεάνη, σκέφτηκε η Νορέλτα, που είχε πρόσφατα ταξιδέψει εκεί και ήξερε πώς είχε διαιρεθεί η εν λόγω διάσταση. Αλλά τι μανία μ’αυτό το σπαθί, επιτέλους! Οι Απολλώνιοι ήταν δικαιολογημένοι να έχουν μανία με τα σπαθιά· ήταν μέσα στα έθιμά τους. Όμως η Φοριντέλα ποια δικαιολογία είχε; Και αυτή και η Άνμα είχαν την ίδια τρέλα με τα όπλα· η Νορέλτα δεν τις καταλάβαινε.

«Ποιος είναι;» ρώτησε τώρα η Άνμα, κοιτάζοντας προς την πόρτα.

«Εγώ,» αποκρίθηκε η φωνή του Βόρκεραμ-Βορ.

«Ο ξάδελφός σου,» είπε η Άνμα στη Νορέλτα.

Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους· μια κίνηση που έκδηλα έλεγε Άνοιξέ του λοιπόν.

Η Άνμα άνοιξε την πόρτα και ο Βόρκεραμ μπήκε. «Δεν πιστεύω να ενοχλώ...»

«Έχουμε ξυπνήσει, όπως βλέπεις,» αποκρίθηκε η Άνμα, ενώ η Νορέλτα έλεγε: «Καθόλου,» και η Φοριντέλα: «Θα σε πείραζε αν ενοχλούσες;» Δεν τον συμπαθούσε. Από την πρώτη νύχτα, που τον είχαν σώσει από τους φονιάδες της Κορίνας, δεν τον συμπαθούσε. Και δεν το έκρυβε.

«Δεν είναι και τόσο πρωί, έτσι;» είπε ο Βόρκεραμ. «Εμείς έχουμε σηκωθεί από τις εφτάμισι. Τέλος πάντων. Θέλω να μάθω κάτι. Τι μου προτείνετε: να δουλέψω για τον Πολιτάρχη της Α’ Κατωρίγιας, ή όχι;»

«Εσύ πρέπει να το αποφασίσεις αυτό,» αποκρίθηκε η Άνμα.

«Τα ίδια μου έλεγε κι η Ολντράθα! Και μου είπε, επίσης, να ρωτήσω εσένα.» Την ατένισε έντονα.

«Θες εγώ να πάρω απόφαση για τους μισθοφόρους σου;»

«Εξαιτίας σου – εσένα και της Νορέλτα – είμαστε τώρα εδώ. Απλώς τι προτείνεις σε ρωτάω.»

Η Άνμα μόρφασε, ανασηκώνοντας τους ώμους. Πραγματικά, δεν ήξερε τι να του απαντήσει. Εκείνη και η Φοριντέλα είχαν έρθει προς τις συνοικίες του Ριγοπόταμου για να μάθουν τι γινόταν στην Έκθυμη, επειδή η Φοριντέλα ήταν από εκεί – ήταν διωγμένη από εκεί, λόγω της εισβολής των δυνάμεων του Αλυσοδεμένου Ποιητή.

Η Νορέλτα είπε στον ξάδελφό της: «Εγώ πιθανώς να φύγω σε μια, δυο μέρες.»

Ο Βόρκεραμ συνοφρυώθηκε στρέφοντας το βλέμμα του επάνω της. «Τι;»

Η Νορέλτα τού εξήγησε για το όνειρό της.

«Αυτά μού μοιάζουν τρελά πράγματα,» είπε ο Βόρκεραμ, απορώντας γι’ακόμα μια φορά γιατί είχε έρθει μαζί τους, Θυγατέρες της Πόλης ή μη. Επειδή το πρότεινε η Ολντράθα, υπενθύμισε στον εαυτό του. Γι’αυτό είμαι εδώ. Η Ολντράθα... που είναι σαν αυτές, και τόσο καιρό δεν το ήξερα.

«Η Μιράντα μπορεί να χρειάζεται τη βοήθειά μου, κι αυ–»

«Εγώ δεν την ξέρω τη Μιράντα, και δεν με ενδ–»

«Δε ζητάω τη συγκατάθεσή σου, Βόρκεραμ,» είπε ήπια η Νορέλτα. «Απλά σου λέω ότι πιθανώς να ταξιδέψω προς τη Β’ Κατωρίγια Συνοικία. Αν θες μπορείς να μ’ακολουθήσεις. Αλλά, αν μείνεις εδώ, δεν θα μείνω κι εγώ μαζί σου. Για τη Μιράντα ήρθα στις συνοικίες του Ριγοπόταμου· είναι πολύ καλή μου φίλη. Κάποτε μου είχε σώσει τη ζωή, σ’ένα νησί στη Μεγάλη Θάλασσα, ενώ βρισκόμουν στα χέρια ενός... πλάσματος– Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία τώρα. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;»

«Καταλαβαίνω,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ. Η Νορέλτα αισθανόταν τη Μιράντα όπως εκείνος αισθανόταν τον Ηρακλή, που τώρα ήταν στην Ανακτορική Συνοικία, ύστερα από τον τραυματισμό του, και ασφαλής, ήλπιζε ο Βόρκεραμ. «Αλλά δε μπορώ να σ’ακολουθήσω, ξαδέλφη. Δε μπορώ να βάλω τους Εκλεκτούς μου να κυνηγάνε εξαφανισμένους Νομάδες! Δεν είν’ αυτή η δουλειά τους. Θα διαμαρτυρηθούν, και θα έχουν δίκιο. Θ’αρχίσουν να νομίζουν ότι τρελάθηκα – και ίσως και σ’αυτό να έχουν δίκιο. Μόνο τρελός θ’ακολουθούσα εσάς τις δυο!»

«Σου σώσαμε τη ζωή,» του θύμισε η Φοριντέλα-Ράο, απορώντας πώς ο Βόρκεραμ-Βορ κατάφερνε πάντα να το ξεχνά... Αλλά τι να περιμένεις; Δεν ήταν καλύτερος από τη Νορέλτα-Βορ – αν και για τελείως διαφορετικούς λόγους.

Ο Βόρκεραμ αγνόησε τη Φοριντέλα· στράφηκε στην Άνμα. «Θα πας κι εσύ στη Β’ Κατωρίγια;»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Θα μείνω μαζί σου για την ώρα. Δε μπορώ ν’αφήσω την Ολντράθα μόνη. Αν κάτι συμβεί με την Κορίνα, ίσως να μην καταφέρει να σε προστατέψει – και ίσως να κινδυνέψει πολύ.»

«Ακόμα, όμως, δεν μου είπες αν μου προτείνεις να μπω στις υπηρεσίες του Πολιτάρχη.»

Η Άνμα ανασήκωσε τους ώμους ξανά, μένοντας σιωπηλή.

«Θα το κάνω, μάλλον,» είπε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Αλλιώς δεν θα μπορούμε να μείνουμε στην Α’ Κατωρίγια. Επιπλέον, τι άλλη δουλειά έχουμε εδώ; Εντάξει;»

«Δε διαφωνώ,» αποκρίθηκε η Άνμα. «Απλώς σου λέω ότι η απόφαση είναι δική σου, όχι δική μου.»

*

Ο Βόρκεραμ-Βορ συνάντησε την Ευμενίδα Νοράλνω, τον Αλεξίσφαιρο Άβαντα, τη Ρία Καλόφραστη, τον Ριχάρδο τον Τρομερό, και άλλους μισθοφόρους στη μεγάλη αίθουσα του πανδοχείου, γύρω από έναν από τους πάγκους. Τους ρώτησε αν ήταν σύμφωνοι να μπουν στις υπηρεσίες του Πολιτάρχη της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας, Σελασφόρου Χορονίκη.

«Δε νομίζω να βρούμε καλύτερο εργοδότη εδώ,» είπε η Ευμενίδα. «Αλλά πρέπει, τουλάχιστον, να μάθουμε πρώτα τι μισθούς δίνει. Κι αν δεν μας συμφέρει μπορούμε να κατευθυνθούμε στη Β’ Κατωρίγια. Πάω στοίχημα ότι κι εκεί ο Πολιτάρχης ζητά μισθοφόρους.»

Ο Άβαντας είπε: «Για να δουλέψω ήρθα. Αν ο Χορονίκης πληρώνει καλά, θα δουλέψω γι’αυτόν.»

«Ναι,» συμφώνησε η Ρία, και μερικοί άλλοι κατένευσαν.

Ο Ριχάρδος είπε: «Εμείς δεν είμαστε σε κατάσταση να πολεμήσουμε ακόμα. Αλλά είμαστε μέσα για το σύντομο μέλλον, Βόρκεραμ.» Η ομάδα του είχε χτυπηθεί πολύ άσχημα στην ενέδρα των Πορφυρών Δικαστών στην Αμφίνομη.

«Γιατί σας επιτέθηκαν οι Δικαστές;» ρώτησε η Ευμενίδα.

«Νομίζεις ότι εμείς ξέρουμε;» αποκρίθηκε ο Ριχάρδος.

Η Ευμενίδα κοίταξε τον Βόρκεραμ ερωτηματικά.

«Κάποιο λάθος έγινε,» είπε εκείνος, γνωρίζοντας πως κατά πάσα πιθανότητα έλεγε ψέματα – ή εν μέρει, τουλάχιστον. «Νόμιζαν ότι ερχόμασταν να βοηθήσουμε τις Αρχές της Αμφίνομης εναντίον τους, ενώ εμείς απλά περνούσαμε από εκεί.» Ναι, εν μέρει ψέματα, γιατί αυτή η Κορίνα – αν ήταν μπλεγμένη – μάλλον θα είχε κάνει τους Πορφυρούς Δικαστές να πιστέψουν ότι οι μισθοφόροι ήταν όντως εχθροί τους.

«Τα πράγματα έχουν αγριέψει στην Αμφίνομη,» σχολίασε η Ευμενίδα. «Οι Δικαστές είναι η πιο επικίνδυνη τρομοκρατική οργάνωση σ’εκείνα τα μέρη. Και δεν αναφέρομαι μόνο στη συγκεκριμένη συνοικία αλλά και σ’όλες τις γειτονικές της.»

Ο Βόρκεραμ ένευσε. «Το κατάλαβα.»

«Πάμε, λοιπόν, να επισκεφτούμε τον ναό παραδίπλα;» πρότεινε ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας.

«Αν είστε όλοι σύμφωνοι...» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ.

Άπαντες επιβεβαίωσαν πως συμφωνούσαν να εργαστούν για τον Σελασφόρο Χορονίκη αν τους συνέφερε οικονομικά.

Έτσι, χωρίς να έχουν καν τελειώσει το πρωινό τους, βγήκαν από τον Ατσάλινο Οίκο.

Η Άνμα, η Νορέλτα-Βορ, η Φοριντέλα-Ράο, και η Ολντράθα, που κάθονταν σ’ένα τραπέζι κοντά στους μισθοφόρους, τους ακολούθησαν. Οι τρεις Θυγατέρες της Πόλης ήθελαν να έχουν τον Βόρκεραμ πάντα από κοντά, για να μπορούν να κοιτάζουν τα πολεοσημάδια γύρω του. Μόνο έτσι θα προλάβαιναν να τον σώσουν από κάποια παγίδα της Κορίνας.

Πλησίον του Ατσάλινου Οίκου ήταν ακόμα ένα πανδοχείο όπου σύχναζαν μισθοφόροι, Το Κατάλυμα του Μαχητή, καθώς και ένας Ναός της Ρασιλλώς, της Κυράς του Σιδήρου, της μίας από τις δύο κόρες του Κρόνου, προστάτιδας των μισθοφόρων και των πολεμιστών. Ο συγκεκριμένος ναός ήταν, επί του παρόντος, και κέντρο στρατολόγησης, όπως έγραφε η κάρτα που είχε δώσει στον Βόρκεραμ-Βορ χτες εκείνη η λοχίας της Φρουράς.

Ήταν ένα οικοδόμημα αποτελούμενο από τρία τμήματα. Το κεντρικό τμήμα ήταν θολωτό και λευκό, με μεγάλη τοξωτή είσοδο, πάνω από την οποία ήταν λαξεμένο και βαμμένο μαύρο το σύμβολο της Ρασιλλώς – ένα πρόσωπο που έμοιαζε να σχηματίζεται από όπλα (δύο διασταυρωμένα μακρύκαννα πιστόλια κι ένα ξίφος ανάμεσά τους) και ένα ζευγάρι γυναικεία μάτια. Εκατέρωθεν του κεντρικού τμήματος του ναού ορθωνόταν ένας πύργος ψηλότερος από αυτό, με αιχμηρή κορυφή σαν λεπίδα, γεμάτος κάθετα, στενόμακρα παράθυρα.

Στον έναν από τους δύο πύργους τώρα μια πόρτα ήταν ανοιχτή, και μια πινακίδα, δείχνοντας προς τα εκεί, έγραφε: ΚΕΝΤΡΟ ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΗΣΗΣ.

Ο Βόρκεραμ-Βορ κατευθύνθηκε σ’αυτή την πόρτα μαζί με τους υπόλοιπους – αρχηγούς μισθοφορικών ομάδων και ανεξάρτητους μισθοφόρους. Οι τρεις Θυγατέρες και η Φοριντέλα-Ράο ακολουθούσαν.

Μέσα στον πύργο ήταν ένας θάλαμος με γραφεία, και ήδη κάποιοι μισθοφόροι βρίσκονταν εκεί δίνοντας τα στοιχεία τους. Πίσω από τα γραφεία άντρες και γυναίκες κάθονταν, έχοντας κοντά τους χαρτιά και συστήματα με κονσόλες, οθόνες, και εκτυπωτικά μηχανήματα. Ένας ιερέας της Ρασιλλώς καθόταν σε μια πολυθρόνα, επιβλέποντας, ντυμένος με τα ιερατικά άμφια της θεάς του. Τέσσερις άνθρωποι της Φρουράς στέκονταν στις γωνίες του χώρου, για λόγους ασφαλείας μάλλον.

Ο Βόρκεραμ πλησίασε τον πρώτο υπάλληλο που είδε καθισμένο πίσω από ένα γραφείο. «Μπορούμε εδώ να μπούμε στις υπηρεσίες του Πολιτάρχη της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας;»

«Ασφαλώς, κύριε,» αποκρίθηκε ο υπάλληλος – ένας ευτραφής άντρας με λευκό-ροζ δέρμα, σγουρά μαύρα μαλλιά, και γυαλιά με χοντρό σκελετό.

«Θέλουμε, όμως, κάποιες πληροφορίες πρώτα,» τόνισε η Ευμενίδα.

«Στη διάθεσή σας, κυρία.»

«Θέλουμε να δούμε το συμφωνητικό, και θέλουμε να μάθουμε πόσο πληρώνει ο Πολιτάρχης για τις υπηρεσίες μας.»

«Μισό λεπτό.» Ο υπάλληλος πάτησε μερικά πλήκτρα στην κονσόλα του και σύντομα μερικά χαρτιά εκτυπώθηκαν, τα οποία έδωσε στον Βόρκεραμ-Βορ και την Ευμενίδα Νοράλνω.

Οι τρεις Θυγατέρες και η Φοριντέλα-Ράο περίμεναν έξω από την είσοδο του πύργου, αλλά κοίταζαν μέσα για τυχόν ύποπτα πολεοσημάδια. Μέχρι στιγμής, όλα καλά τούς φαίνονταν. Η Νορέλτα άναψε τσιγάρο.

Ο Βόρκεραμ και η Ευμενίδα διάβασαν επί τροχάδην το συμφωνητικό, και ανάμεσά τους το διάβαζε και ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας.

«Περιέχει μπαγαποντιά,» παρατήρησε ο τελευταίος.

Η Ευμενίδα ένευσε. «Ίσως. Αλλά ο μισθός δεν είναι κακός.»

Ο Βόρκεραμ στράφηκε στον υπάλληλο ξανά. «Τι σημαίνει πως ‘αν παρατηρηθεί προδοτική ή ύποπτη δραστηριότητα κατά την περίοδο της υπηρεσίας των καταγεγραμμένων, θα τιμωρηθούν όπως ορίζει ο Νόμος’;» Το διατύπωσε ακριβώς όπως το έγραφε το συμφωνητικό.

«Αυτό που λέει, κύριε. Όπως ορίζει ο Νόμος της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας.»

«Τι σημαίνει ‘προδοτική ή ύποπτη δραστηριότητα’; Το να αρνηθούμε να εκτελέσουμε εντολές, για παράδειγμα, συμπεριλαμβάνεται; Και τι ορίζει ο Νόμος σας γι’αυτές τις περιπτώσεις;»

«Είναι πολλές οι περιπτώσεις και οι υποπεριπτώσεις, κύριε.»

«Δεν τις γνωρίζεις;»

«Δεν είναι απλό το θέμα... Δεν είναι ένα, δυο πράγματα. Αν ήταν, ευχαρίστως θα σας απαντούσα. Αλλά δεν είναι.

»Κοιτάξτε, πάντως· αν σκοπεύετε να υπηρετήσετε κανονικά τον Πολιτάρχη μας, δεν χρειάζεται ν’ανησυχείτε γι’αυτά. Εναλλακτικά, μπορείτε να ρωτήσετε έναν δικηγόρο.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ, καταλαβαίνοντας ότι ο άνθρωπος δεν πρόκειται να πρόσφερε καμια βοήθεια: ήταν γρανάζι. Στράφηκε στους δικούς του.

«Δε μ’αρέσουν οι περίεργοι όροι μέσα σε συμφωνητικά εργασίας,» δήλωσε ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας.

«Η κατάσταση είναι έκρυθμη στον Ριγοπόταμο,» είπε η Ευμενίδα, «και ο Πολιτάρχης εδώ φοβάται για δολιοφθορείς και κατασκόπους.»

«Και λοιπόν; Δε θα μπορούσαμε να κατηγορηθούμε από λάθος;»

«Είναι ένα θέμα αυτό, αλλά...» Κόμπιασε.

Ο Βόρκεραμ πρότεινε: «Πάμε στον Ατσάλινο Οίκο. Ο Μάικλ είναι δικηγόρος· ας δούμε τι έχει να μας πει.»

«Ποιος Μάικλ;» ρώτησε ο Άβαντας. «Ο Παγοθραύστης; Ο μισθοφόρος σου;»

«Ναι.»

«Δικηγόρος; Αυτός;»

Ο Βόρκεραμ μειδίασε. «Έχει πολλά ταλέντα.»

«Για όνομα του Ζερκάλδη και της Καθμύρας...»

«Ελάτε,» τους είπε ο Βόρκεραμ, «και επιστρέφουμε αργότερα, αν είναι.» Και προς τον υπάλληλο: «Το παίρνουμε μαζί μας αυτό το χαρτί, καλώς;»

«Κανένα πρόβλημα, κύριε.»

*

Ο Μάικλ – κατάμαυρος στο δέρμα, με κοντά ξανθά μαλλιά και τετράγωνο πρόσωπο – διάβασε προσεχτικά το συμφωνητικό καθισμένος σ’έναν από τους πάγκους της τραπεζαρίας του Ατσάλινου Οίκου, ενώ ο Βόρκεραμ-Βορ και οι υπόλοιποι μισθοφόροι – Εκλεκτοί και μη – στέκονταν ή κάθονταν ολόγυρά του.

Η Άνμα, η Νορέλτα-Βορ, η Ολντράθα, και η Φοριντέλα-Ράο ήταν σ’ένα τραπέζι παραδίπλα, παρατηρώντας. Τα πολεοσημάδια, μέχρι στιγμής, δεν φανέρωναν κάτι το ιδιαίτερο σε καμια από τις Θυγατέρες: τίποτα πέρα από μια μικρή αναστάτωση ανάμεσα στους μισθοφόρους – φανερή ούτως ή άλλως.

«Λοιπόν;» ρώτησε ο Βόρκεραμ τον Μάικλ, όταν εκείνος, έχοντας διαβάσει τα χαρτιά, έπιασε τον καφέ του και ήπιε μια μεγάλη γουλιά.

«Κοίτα, αρχηγέ. Για να ελέγξει κανείς όλες τις πιθανές περιπτώσεις, πρέπει να διαβάσει τους νόμους περί προδοσίας της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Συνήθως, όμως, αυτού του είδους οι νόμοι αναφέρονται σε ενέργειες κατά του καθεστώτος, κατά του Πολιτάρχη συγκεκριμένα, και κατά του κοινού καλού της συνοικίας. Αυτά πάντα θεωρούνται προδοσία. Αν και ο νόμος μπορεί να διαφέρει από συνοικία σε συνοικία. Οι ποινές, επίσης, διαφέρουν: Για περιπτώσεις ‘εσχάτης προδοσίας’ – όπως να προσπαθήσεις να διαλύσεις το καθεστώς ή να δολοφονήσεις τον Πολιτάρχη – μπορεί να έχεις από εκτέλεση έως ισόβια φυλάκιση ή καταναγκαστική εργασία.

»Το τι θα πει ‘ύποπτη δραστηριότητα’, που αναφέρει αυτό εδώ το έγγραφο, είναι... υποκειμενική υπόθεση, στην καλύτερη περίπτωση. Η ίδια η αναφορά του εγγράφου σε ύποπτες δραστηριότητες είναι ύποπτη δραστηριότητα, βασικά.»

Ορισμένοι μισθοφόροι μειδίασαν ή γέλασαν κοφτά.

Ο Βόρκεραμ χαμογέλασε. «Τι νομίζεις εσύ ότι μπορεί να εννοούν γράφοντας ‘ύποπτη δραστηριότητα’;»

«Υποψίες ότι κάποιος, βάσει των ενεργειών του, είναι κατάσκοπος ή δολιοφθορέας, αφού είμαστε σε περίοδο επικείμενου πολέμου· τι άλλο, αρχηγέ; Αν έχουν και κάτι άλλο στο μυαλό τους, δεν μπορώ να το μαντέψω.»

«Και ποιος θα κρίνει,» ρώτησε ο Άβαντας, «αν οι δραστηριότητές μας είναι ‘ύποπτες’;»

«Οι μυστικές υπηρεσίες της Α’ Κατωρίγιας, υποθέτω.»

«Γάμησέ τα, δηλαδή.»

«Το έπιασες το νόημα.»

«Αν κάποιος κατάσκοπος, επομένως, σφυρίξει στον Πολιτάρχη ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί μας, δεν χρειάζεται καμια άλλη απόδειξη;»

«Ανάλογα...» είπε ο Μάικλ μορφάζοντας και πίνοντας ακόμα μια γουλιά καφέ. «Σε περίοδο πολέμου, ναι, πιθανώς να μη χρειάζεται καμια άλλη απόδειξη. Πάω στοίχημα, μάλιστα, πως επίτηδες είναι ασαφές το συμφωνητικό ώστε να μην έχουν πρόβλημα να αντιμετωπίσουν τυχόν δολιοφθορείς αλλά και ώστε να τους εκφοβίσουν για να μη μπουν εξαρχής στις υπηρεσίες του Πολιτάρχη.»

«Νομίζεις, λοιπόν, ότι θα έπρεπε να μπούμε στις υπηρεσίες του Πολιτάρχη ή όχι;» τον ρώτησε ο Βόρκεραμ-Βορ, έχοντας σταυρώσει τα χέρια του μπροστά του. Όλα όσα άκουγε δεν του άρεσαν καθόλου. Επιπλέον, αν αυτή η καταραμένη, η Κορίνα, τον ήθελε νεκρό, δεν θα μπορούσε κάπως να χρησιμοποιήσει τον Νόμο της Α’ Κατωρίγιας εναντίον του; Ή γίνομαι υπερβολικά παρανοϊκός; Όχι πως τίποτα μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικό σε μια τέτοια κατάσταση!

Ο Μάικλ δεν απάντησε αμέσως· ήταν σκεπτικός για μερικές στιγμές· ήπιε ακόμα μια γουλιά καφέ. «Τι να σου πω;» αποκρίθηκε τελικά. «Ξέρεις πώς είναι με τα ύποπτα συμφωνητικά, αρχηγέ...»

«Ναι, ποτέ δεν τα συμπαθούσα,» παραδέχτηκε ο Βόρκεραμ-Βορ.

«Ο μισθός είναι... λογικός, θα έλεγα, για περίπτωση πολέμου. Κατά τα άλλα... Πρόσεξε να δεις ακόμα κάτι που γράφει, στο οποίο δεν νομίζω πως δώσατε την πρέπουσα σημασία. ‘Τα οχήματα, τα όπλα, και οι λοιποί εξοπλισμοί της δουλειάς των μισθοφόρων θα θεωρούνται, για το χρονικό διάστημα της υπηρεσίας τους, κτήμα του καθεστώτος της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας.’ Καταλαβαίνεις τι υπονοεί αυτό;»

«Ότι μπορούν να πουλήσουν τα οχήματα και τα όπλα μας αν θέλουν...»

«Ακριβώς. Αν και θα ήταν ηλίθιο. Αλλά αυτό υπονοεί. Ή ότι μπορούν να μας εξαναγκάσουν να δώσουμε ένα όχημά μας ή μερικά όπλα μας σε άλλους μισθοφόρους που μάχονται για την Α’ Κατωρίγια.»

«Κι αν αρνηθούμε θα θεωρηθεί ‘προδοσία’ ή ‘ύποπτη δραστηριότητα’;»

«Ίσως. Αλλά σίγουρα, πάντως, θα λήξει το συμβόλαιό μας. Και λέει ότι» – κοίταξε ένα από τα χαρτιά, διαβάζοντας από εκεί – «‘σε περίπτωση εκπρόθεσμης λήξης του συμβολαίου, τα εγγεγραμμένα ως Υπέρμαχοι της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας μέλη οφείλουν να επιστρέψουν το εβδομήντα τοις εκατό της αμοιβής που έχουν ώς τότε λάβει’.»

«Χμμμ.» Ο Βόρκεραμ έτριψε το σαγόνι του με τις φάλαγγες των δαχτύλων της δεξιάς του γροθιάς ενώ συνέχιζε να έχει τα χέρια του σταυρωμένα μπροστά του.

«Χάλια η κατάσταση...» παρατήρησε προβληματισμένα ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας.

«Ούτε εμένα μ’αρέσει τόσο,» παραδέχτηκε η Ευμενίδα Νοράλνω μιλώντας στον Βόρκεραμ-Βορ, «τώρα που ακούω τον φίλο σου να μας εξηγεί τα ψιλά γράμματα.»

«Δε χρειάζεται να μπλέξουμε εδώ πέρα, Ευμενίδα,» είπε ο Ράλενταμπ – ένας από τους μισθοφόρους της που, από τη γενική συμπεριφορά του, φαινόταν για σύζυγος ή εραστής της. «Ίσως, τελικά, να μην ήταν καλή ιδέα νάρθουμε στις συνοικίες του Ριγοπόταμου. Υπάρχουν κι άλλου δουλειές.»

Κάποιοι μουρμούρισαν πως συμφωνούσαν.

Ο Έκρελ Σόρεντερ – ο ψηλός, λευκόδερμος Εκλεκτός που, εκτός του ότι ήταν μισθοφόρος, έπαιζε και βιολί – είπε: «Σε λίγο θα μας παρακαλάνε να πολεμήσουμε για πάρτη τους. Απλά ο πόλεμος δεν έχει ξεσπάσει ακόμα – γι’αυτό το παίζουν σκληροί.»

Οι άλλοι στράφηκαν να τον κοιτάξουν.

«Δεν έχετε καταλάβει τι γίνεται;» τους είπε ο Έκρελ. «Διαμορφώνεται μια ‘οικονομία των όπλων’ στις συνοικίες του Ριγοπόταμου. Εμείς έχουμε το πάνω χέρι εδώ, όχι οι πολιτάρχες–»

«Από το συμφωνητικό δεν φαίνεται αυτό, πάντως,» τόνισε ο Άβαντας.

«Σας είπα: δεν έχει αρχίσει ακόμα ο πόλεμος.»

«Να ξανάρθουμε, δηλαδή, αφού θα έχει αρχίσει;»

«Μπορεί αυτό να ήταν, πράγματι, συνετό, φίλε μου,» αποκρίθηκε ο Έκρελ. «Αλλά, για την ώρα, θα μπορούσαμε να φύγουμε και να πάμε στη Β’ Κατωρίγια, να δούμε τι όρους προσφέρουν εκεί. Είμαστε ένα σωρό μισθοφόροι – ένας μικρός στρατός. Είναι δυνατόν να μη μας θέλουν να πολεμήσουμε στο πλευρό τους; Μπορούμε να επιβάλουμε τους δικούς μας όρους. Καταλαβαίνετε τι εννοώ; Μπορούμε ακόμα και να πάμε να πολεμήσουμε γι’αυτόν τον Αλυσοδεμένο Ποιητή, αν εδώ δεν μας φέρονται καλά.»

«Πιο χαμηλόφωνα να τα λες αυτά,» του είπε ο Βόρκεραμ. «Δεν είμαστε στην έδρα μας στην Ανακτορική Συνοικία, και τούτη η αίθουσα δεν έχει μέσα μόνο εμάς.»

«Σωστά,» μούγκρισε ο Άβαντας. «Οι μυστικές υπηρεσίες που λέγαμε...»

«Ακριβώς. Να προσέχετε όλοι τι λέτε.» Ο Βόρκεραμ έριξε μια ματιά ολόγυρα.

Η Άνμα, που τον παρατηρούσε, σκέφτηκε: Ναι, είναι γεννημένος για να κάνει κουμάντο· δεν υπάρχει αμφιβολία.

Η Νορέλτα, που επίσης τον παρατηρούσε, αναρωτήθηκε: Θα μπορούσε αυτός ο άνθρωπος να γίνει δικτάτορας, όπως έλεγε η Κορίνα;

Η Φοριντέλα-Ράο συλλογίστηκε: Δεν τον συμπαθώ καθόλου, τον καταραμένο – δε μ’αρέσει ο τρόπος του – ούτε ένα ευχαριστώ δεν μας είπε που του σώσαμε τη ζωή· παραλίγο να μας βρίσει, ουσιαστικά! – αλλά ίσως να είναι κάποιος που μπορεί, όντως, να αντιμετωπίσει τον Αλυσοδεμένο Ποιητή. Ίσως να είναι κάποιος που μπορεί να τον νικήσει.

Η Ολντράθα δεν είχε προσέξει τίποτα καινούργιο στη συμπεριφορά του Βόρκεραμ· ήξερε πως ήταν καλός στη διοίκηση μισθοφόρων και στη στρατηγική. Και ακόμα και στην πολιτική δεν ήταν κακός, παρότι ελάχιστα ασχολιόταν μαζί της. Γι’αυτό η Κορίνα τον φοβάται. Αλλά τι παράξενο που μπορεί να δει το μέλλον του...

Ο Έκρελ είπε: «Την ουσία, όμως, την καταλαβαίνεις, αρχηγέ, έτσι δεν είναι; Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε αυτούς τους όρους.»

«Αν θέλουμε τώρα να μπούμε στις υπηρεσίες του Πολιτάρχη, και όχι μετά από κανένα μήνα, ναι, είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε τους όρους του.»

«Θα μπορούσαμε να παζαρέψουμε...»

«Νομίζεις ότι θα μας αφήσουν να του μιλήσουμε προσωπικά;» Ο Βόρκεραμ ρουθούνισε. «Η διαδικασία εγγραφής είναι τυπική. Ούτε που πρόκειται να τον δούμε. Δεν είναι σαν άλλους εργοδότες που είχαμε, Έκρελ. Δεν έρχεται για να προσλάβει εμάς συγκεκριμένα· εμείς αποφασίζουμε να μπούμε στις υπηρεσίες του μαζί με πολλούς άλλους. Φτιάχνει στράτευμα για την υπεράσπιση ολόκληρης της συνοικίας του.»

Ο Μάικλ παρενέβη: «Μπορούμε, πάντως, να πάμε στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία, να δούμε τι γίνεται κι εκεί. Δε βλάπτει. Δεν είναι μακριά. Κι αν δεν μας συμφέρει, επιστρέφουμε πάλι εδώ. Και οι κατάσκοποι που σίγουρα θα έχουν παρακολουθήσει τις κινήσεις μας θα έχουν καταλάβει ότι δεν είμαστε ανόητοι, ότι αναζητούμε τους πιο συμφέροντες όρους. Και τότε ίσως να συμβεί ακόμα κι αυτό που έλεγες μόλις τώρα: ο Πολιτάρχης ίσως να έρθει και να ζητήσει συγκεκριμένα εμάς.»

«Θα του έχουμε κάνει τόση εντύπωση;» είπε η Ευμενίδα.

«Τίποτα δεν αποκλείεται. Πολλές φορές, κάποιος σκέφτεται ότι, για να μη δέχεσαι ό,τι νάναι, δεν μπορεί να είσαι όποιος νάναι.»

«Τα λέει ωραία,» είπε στην Ευμενίδα ο Ράλενταμπ. «Εγώ συμφωνώ μαζί του.»

Εκείνη δεν στράφηκε να κοιτάξει τον Ράλενταμπ· η όψη στο λευκόδερμο, αγέλαστο πρόσωπό της ήταν συλλογισμένη.

Ο Βόρκεραμ είπε στον Μάικλ: «Η πρότασή σου δεν είναι άσχημη...»

«Θα κάνουμε, βέβαια, ό,τι νομίζεις εσύ, αρχηγέ. Αλλά εγώ σ’το λέω: αυτό το συμφωνητικό είναι... ύποπτη δραστηριότητα.» Κούνησε το κεφάλι καθώς γύριζε νευρικά τα φύλλα ανάμεσα στα δάχτυλά του.

Ο Βόρκεραμ άναψε τσιγάρο. «Είναι ακόμα πρωί,» είπε. «Θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε για Β’ Κατωρίγια. Αλλά νομίζω πως καλύτερα να περάσουμε το μεσημέρι εδώ. Τι λες, Ευμενίδα; Άβαντα; Ριχάρδε; Ρία;» Και είπε και τα ονόματα μερικών άλλων που ήταν ή αρχηγοί ομάδων ή ανεξάρτητοι μαχητές.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Ευμενίδα. «Ας μείνουμε λίγο ακόμα εδώ και, μετά, πάμε προς Β’ Κατωρίγια, και... βλέπουμε.»

Ο Άβαντας κατένευσε, και οι υπόλοιποι επίσης συμφώνησαν. Σε κανέναν δεν φαινόταν ν’αρέσει το ότι μπορεί κάποιος να τους κατηγορούσε, σχεδόν αυθαίρετα, για «ύποπτη δραστηριότητα».

Ο Βόρκεραμ, όμως, αναρωτιόταν αν οι όροι της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας για τους μισθοφόρους θα ήταν καλύτεροι...

*

Καθώς οι μισθοφόροι διαλύονταν γύρω από τον πάγκο όπου ήταν καθισμένοι ο Μάικλ και άλλοι Εκλεκτοί, η Άνμα στράφηκε και είπε στη Νορέλτα: «Ορίστε· η Πόλη σε ευνοεί, Αδελφή μου. Θα πάμε στη Β’ Κατωρίγια.»

«Τον μακρινό μου ξάδελφο ευνοεί. Θα συνεχίσει να έχει τρεις Θυγατέρες για να τον προσέχουν.»

«Μακάρι να μπορούσε και να τις εκτιμήσει,» σχολίασε η Φοριντέλα-Ράο.

Η Ολντράθα μειδίασε. «Τις εκτιμά, πίστεψέ με.»

«Δεν του φαίνεται.»

«Δεν τον ξέρεις τόσο καλά όσο τον ξέρω εγώ.»

«Αναμφίβολα.»

«Αν το βάλει στο μυαλό του να κατατροπώσει αυτόν τον Αλυσοδεμένο Ποιητή,» συνέχισε η Ολντράθα αλλάζοντας θέμα, «πάω στοίχημα ότι θα μπορούσε να οργανώσει τις Κατωρίγιες Συνοικίες έτσι ώστε να το καταφέρουν.»

«Είσαι σίγουρη;»

«Όσο σίγουρη μπορεί κάποια να είναι για ένα τέτοιο θέμα, Φοριντέλα.»

Η Φοριντέλα το ήλπιζε. Ήλπιζε ο Βόρκεραμ-Βορ να κατατρόπωνε τους στρατούς του Κάδμου Ανθοτέχνη που είχαν καταστρέψει την πατρίδα της. Αν τα καταφέρει, ακόμα κι η γνώμη μου γι’αυτόν μπορεί ν’αλλάξει!

Η Νορέλτα είπε: «Θα πάω να ψάξω για τη φωτογραφία της Νομαδάρχισσας τώρα, να δω τι μπορώ να βρω σε τούτη τη συνοικία.»

«Γιατί; Αφού θα πάμε στη Β’ Κατωρίγια ούτως ή άλλως...» είπε η Άνμα.

«Και λοιπόν; Θέλω να ξέρω αν ήταν η Νομαδάρχισσα αυτή στο όνειρό μου με τη Μιράντα.»

«Εντάξει, έγινε... Θα σου έλεγα νάρθω μαζί σου· αλλά, αν έρθω, ποια θα αφουγκράζεται την Πόλη κοντά στον ξάδελφό σου; Εγώ και η Ολντράθα πρέπει να μείνουμε.»

Η Ολντράθα κατένευσε.

«Η Φοριντέλα μπορεί να σε συνοδέψει, αν θέλει,» πρόσθεσε η Άνμα.

Τα μάτια της Φοριντέλα-Ράο στένεψαν. Παρότι αρχικά συμπαθούσε τη Νορέλτα, είχε πάψει να τη συμπαθεί από τότε που εκείνη έκανε αυτές τις ηλίθιες προτάσεις σχετικά με τον Αλεξίσφαιρο Άβαντα. Την είχε τσαντίσει – και μάλιστα εσκεμμένα, νόμιζε!

Η Νορέλτα τής χαμογέλασε σαν να ήξερε τι σκεφτόταν–

(προκαλώντας ένα ακούσιο ρίγος στη Φοριντέλα, γιατί... μια Θυγατέρα ίσως και να μπορούσε να το κάνει αυτό. Ή περίπου, τουλάχιστον. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, δεν της έχω κρύψει ότι δεν μ’αρέσει η συμπεριφορά της!)

–και είπε: «Ίσως αυτή θα ήταν μια καλή ευκαιρία για να τα ξαναβρούμε οι δυο μας, Φοριντέλα...»

Η Φοριντέλα-Ράο το σκέφτηκε. «Εντάξει,» αποκρίθηκε τελικά. Είχε την περιέργεια να δει τι θα γινόταν. Αν η Νορέλτα τής έκανε πάλι εκείνα τα άχαρα αστεία της...!

«Να περάσετε καλά,» τους είπε η Άνμα. «Θα θέλατε, παρεμπιπτόντως, τα κλειδιά για το όχημά μου;» ρώτησε καθώς εκείνες σηκώνονταν από το τραπέζι.

«Δεν είναι απαραίτητο,» αποκρίθηκε η Νορέλτα-Βορ, και έφυγαν από τον Ατσάλινο Οίκο.

«Τι συμβαίνει μεταξύ τους;» ρώτησε η Ολντράθα. «Είναι σοβαρό;»

Η Άνμα ήπιε μια γουλιά απ’τη μπίρα της. «Τίποτα. Μαλακίες.»

/4\

Μια παράξενη επισκέπτρια έρχεται στο γραφείο του Σελασφόρου Χορονίκη, ενώ η Νορέλτα-Βορ αναζητά μια δυσεύρετη φωτογραφία και διακρίνει σημάδια ανεπιθύμητης παρακολούθησης.

Η γυναίκα επέμενε να μιλήσει στον Πολιτάρχη και μόνο στον Πολιτάρχη.

Φυσικά, της το αρνήθηκαν. Τους έμοιαζε ύποπτη. Ποιος ξέρει τι μπορεί να ήταν και τι σκοπούς να είχε, σε τέτοιες εποχές που ζούσαν; Ίσως να ήταν σταλμένη ακόμα κι από τον Αλυσοδεμένο Ποιητή...

Μετά, η γυναίκα τούς εξήγησε: «Αυτό που έχω να του πω έχει σχέση με τον εχθρό του, τον Κάδμο Ανθοτέχνη»· και συνέχισε να επιμένει να του μιλήσει προσωπικά.

Συνέχισαν να της αποκρίνονται ότι αυτό ήταν αδύνατον, ότι ήταν καλύτερα να μιλήσει σ’εκείνους.

Αλλά η γυναίκα δεν έγινε λιγότερο επίμονη, και τα επόμενα λόγια της τους έβαλαν σε σκέψεις: «Θα του πω πώς να απαλλαγεί από αυτόν. Για πάντα.»

Ήταν τρελή;

Μπορούσαν, όμως, να το ρισκάρουν; Αν είχε κάποιο μυστικό του Ανθοτέχνη να αποκαλύψει... Αν είχε κάποιο τρόπο για να τον ξεπαστρέψουν... Ίσως αυτό να άλλαζε τα πάντα στις συνοικίες του Ριγοπόταμου· πολλοί πίστευαν ότι, χωρίς τον Αλυσοδεμένο Ποιητή, οι κακούργοι που είχαν μαζευτεί γύρω του θα διασκορπίζονταν, θα διαλύονταν.

Ο κύριος Χορονίκης έπρεπε να ειδοποιηθεί.

*

Ο Πολιτάρχης της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας, Σελασφόρος Χορονίκης, καθόταν τώρα στην πολυθρόνα πίσω απ’το γραφείο του και ατένιζε τη γυναίκα που στεκόταν αντίκρυ του. Ήταν μετρίου αναστήματος, χρυσόδερμη, με κοντά μαύρα μαλλιά που ορθώνονταν σαν μικρά, επικίνδυνα καρφιά επάνω στο κεφάλι της. Τα μελαχρινά μάτια της έμοιαζαν με πέτρες. Το πρόσωπό της ήταν μικρό, το σαγόνι της τετράγωνο, τα αφτιά της σχεδόν αόρατα παρά τα κοντά μαλλιά της. Φορούσε μαύρο πέτσινο παντελόνι, μαύρες μπότες ώς το γόνατο, και μαύρη μπλούζα χωρίς καθόλου μανίκια και με βαθύ άνοιγμα στο στήθος. Στην πλάτη της έπεφτε μια σκούρα-γκρίζα κάπα. Τα εκτεθειμένα χέρια της ήταν καταφανώς μυώδη, και ντυμένα μ’ένα ζευγάρι κοντά γάντια χωρίς δάχτυλα. Από τον ώμο της κρεμόταν λοξά μια αρκετά μεγάλη δερμάτινη τσάντα.

«Ποια είσαι,» ρώτησε ο Σελασφόρος Χορονίκης, «και τι θέλεις;» Δε νόμιζε ότι αυτή η γυναίκα μπορούσε πραγματικά να του πει πώς να απαλλαγεί από τον Αλυσοδεμένο Ποιητή. Δεν του φαινόταν για... Δεν ήξερε ακριβώς με τι του έμοιαζε, ή με τι δεν του έμοιαζε· πάντως, σίγουρα, δεν έμοιαζε για πρόσωπο που θα έδινε μια τέτοια σημαντική πληροφορία. Σαν αθλήτρια είναι, ή σαν μονομάχος. Ή σαν μισθοφόρος, ή δολοφόνος.

Δεν ήταν μόνος μαζί της· σε δύο γωνίες του δωματίου στέκονταν σωματοφύλακές του, οπλισμένοι. Και πίσω από έναν ψεύτικο τοίχο κρύβονταν ακόμα περισσότεροι, παρακολουθώντας από ένα καλυμμένο άνοιγμα.

Την είχαν ψάξει προτού την αφήσουν να μπει εδώ: δεν κουβαλούσε όπλα – μόνο μερικές εφημερίδες και περιοδικά μες στην τσάντα της. Και ούτε η μάγισσα είχε εντοπίσει τίποτα ασυνήθιστο επάνω της.

Η γυναίκα αποκρίθηκε: «Μπορώ να σκοτώσω τον Κάδμο Ανθοτέχνη, αν με πληρώσετε, Εξοχότατε.»

«Σοβαρά...» Ο Σελασφόρος ένωσε τις μύτες των δαχτύλων του σχηματίζοντας ένα τρίγωνο και στηρίζοντας εκεί το σαγόνι του, κοιτάζοντας την άγνωστη με έκδηλη δυσπιστία. Ήταν τρελή, τελικά, όπως τον είχαν προειδοποιήσει ότι ίσως να ήταν;

«Σοβαρά.» Η γυναίκα κάθισε στην καρέκλα αντίκρυ του.

«Ποιο είναι το όνομά σου;»

«Φοίβη–»

«Δε σ’έχω ξανακούσει, Φοίβη.»

«–αλλά λίγη σημασία έχει αυτό. Σημασία έχει μόνο η δουλειά που μπορώ να κάνω.»

«Γιατί να πιστέψω ότι μπορείς όντως να σκοτώσεις τον Ανθοτέχνη;» Ήταν κάποιο κόλπο του Αλυσοδεμένου Ποιητή; Είχε κάπως μάθει, ο καταραμένος, τα σχέδια του Σελασφόρου; Είχε μάθει για την επίθεση που ετοίμαζε;

«Έχετε ακούσει, Εξοχότατε, για τον Ευγένιο’μορ, τον Τροχομάγο της Βόρειας Λεωφόρου;»

Ο Σελασφόρος συνοφρυώθηκε. Ναι, κάτι τού θύμιζε το όνομα... «Για τον ληστή λες;»

«Ναι.»

«Είναι νεκρός πια, δεν είναι;» Η Σύγχορδη και η Βόρεια Λεωφόρος απείχαν πολύ από την Α’ Κατωρίγια Συνοικία – ήταν πέρα από τον Ριγοπόταμο, πέρα από τη Φιλήσυχη – αλλά έρχονταν νέα από εκεί, και ο Τροχομάγος της Βόρειας Λεωφόρου είχε ακουστεί αρκετά πριν από χρόνια.

«Εγώ τον σκότωσα,» δήλωσε η Φοίβη.

Ο Σελασφόρος ξαφνιάστηκε. Προσπάθησε να θυμηθεί ποιος είχε ξεπαστρέψει τον τρομερό ληστή-μάγο, αλλά τίποτα δεν ερχόταν στο μυαλό του. «Έχεις αποδείξεις γι’αυτό;» ρώτησε.

Η Φοίβη τού έδωσε μερικές παλιές εφημερίδες.

Ο Πολιτάρχης τις κοίταξε· είχαν όλες στο πρωτοσέλιδο την υπόθεση με τον Ευγένιο’μορ, τον Τροχομάγο της Βόρειας Λεωφόρου. Οι δύο ήταν από τη Σύγχορδη· μία ήταν από το Εμπορικό Κέντρο στις βόρειες όχθες του Ριγοπόταμου· μία από τη Φιλήσυχη· μία από την ίδια την Α’ Κατωρίγια Συνοικία: Η Εμβέλεια.

Πουθενά δεν ήταν γραμμένο ποιος ακριβώς είχε σκοτώσει τον Τροχομάγο, αλλά αναφερόταν ότι οι Αρχές της Σύγχορδης είχαν πληρώσει κάποια δολοφόνο για να το κάνει. Μια γυναίκα. Μα δεν υπήρχε φωτογραφία της. Ούτε το όνομά της.

Ο Σελασφόρος κοίταξε πάλι τη Φοίβη.

Εκείνη ρώτησε: «Έχετε ακούσει για τη Σειρήνα, την κλέφτρα των καζίνων στη Χορδή;»

«Ομολογώ πως όχι. Η Χορδή είναι... κάπου στα νότια, σωστά;»

«Εγώ τη σκότωσα.» Η Φοίβη έβγαλε ένα περιοδικό και μια εφημερίδα από την τσάντα της και του τα έδωσε.

Πάλι έγραφαν ότι κάποιοι είχαν προσλάβει μια δολοφόνο για να σκοτώσει τη Σειρήνα, αλλά πουθενά δεν υπήρχε φωτογραφία της ή το όνομά της.

«Για τους Επτά Χασάπηδες της Ολιγόσχημης έχετε ακούσει, Εξοχότατε;»

«Να υποθέσω πως εσύ τους σκότωσες κι αυτούς;»

«Εγώ τους σκότωσα, και τους εφτά.» Η Φοίβη έβγαλε τρεις εφημερίδες και του τις έδωσε. «Ξέρετε πού είναι η Ολιγόσχημη;»

«Όχι.»

«Βορειοδυτικά της Μεγάλης Θάλασσας, πέρα από τη Βόρεια Λεωφόρο, φωλιασμένη ανάμεσα στον Ερειπιώνα, τη Θαλπερή, τον Ήδιστο, και τον Ερπόδρομο.»

«Τέλος πάντων.» Ο Σελασφόρος κοίταξε τις εφημερίδες. Μιλούσαν για μια γυναίκα – μια τρομερή φόνισσα – που είχε σκοτώσει τους Επτά Χασάπηδες της Ολιγόσχημης: και, μάλιστα, χωρίς να πληρωθεί! Υποθέσεις γίνονταν ότι ίσως να είχε κάτι το προσωπικό μαζί τους. Ώς τότε κανείς δεν είχε τολμήσει να τα βάλει με τους Χασάπηδες – πόσω μάλλον, μία γυναίκα μόνη της!

«Έχετε ακούσει για–;»

«Μη μου πεις,» τη διέκοψε ο Σελασφόρος. «Ακόμα μια περίπτωση όπου κάποια μυστηριώδης εκδικήτρια έχει ξεπαστρέψει εγκληματίες και κακούργους...»

«Όχι κάποια μυστηριώδης εκδικήτρια. Εγώ.»

Κάτι δεν βγάζει νόημα εδώ, σκέφτηκε ο Σελασφόρος, και κοίταξε πάλι τα έντυπα πάνω στο γραφείο του. «Μισό λεπτό...» είπε, συνοφρυωμένος. «Τι...;» Οι χρονολογίες... Οι διαφορές στις χρονολογίες... Ύψωσε το βλέμμα του στη Φοίβη. «Συγνώμη, πόσο χρονών είσαι;»

«Όσο με κάνετε, Εξοχότατε,» αποκρίθηκε ουδέτερα εκείνη, χωρίς χαμόγελο, χωρίς τρεμόπαιγμα των ματιών.

«Μη με κοροϊδεύεις!» έκανε απότομα ο Σελασφόρος Χορονίκης χτυπώντας τη γροθιά του στο γραφείο. «Δε μπορεί νάσαι πάνω από τριάντα-πέντε, σαράντα χρονών, το πολύ! Αλλά αυτά τα έντυπα εδώ μιλάνε για υποθέσεις ακόμα και πριν από δεκαπέντε χρόνια! Σκότωνες κόσμο από πότε; Από τα είκοσι σου;»

«Έχει σημασία;»

«Έχεις ταυτότητα;»

«Όχι.»

Του το είχαν ήδη πει ότι δεν είχε ταυτότητα μαζί της, φυσικά, αφού την είχαν ψάξει. «Μπορείς να μου φέρεις ταυτότητα;»

Σταύρωσε τα χέρια της μπροστά της, μοιάζοντας κουρασμένη απ’αυτή την κουβέντα. «Όχι.»

«Και τι ζητάς; Να σε πληρώσω; Αυτά που μου έφερες» – ύψωσε λίγο μερικά από τα έντυπα – «δεν αποδεικνύουν ούτε ποια είσαι ούτε ότι μπορείς όντως να–»

«Δε θέλω να με πληρώσετε,» τον διέκοψε. «Όχι από τώρα, τουλάχιστον. Όταν όμως έχω σκοτώσει τον Ανθοτέχνη και σας έχω φέρει απόδειξη ότι τον σκότωσα εγώ – το κεφάλι του, για παράδειγμα – θα ήθελα την αμοιβή μου.»

Ο Σελασφόρος έμεινε σιωπηλός για μερικές στιγμές. Πρέπει να είναι τρελή. Σίγουρα. Γέλασε. «Εντάξει!» της είπε. «Εντάξει, κοπέλα μου! Αν έρθεις εδώ με το κεφάλι του Αλυσοδεμένου Ποιητή, θα σε κάνω πλούσια! Σύμφωνοι;»

Η Φοίβη χαμογέλασε ψυχρά, μοιάζοντας να καταλαβαίνει τι σκεφτόταν. «Πεντακόσιες χιλιάδες δεκάδια,» είπε.

«Τι;»

«Αυτά είναι τα χρήματα που ζητάω για τον Αλυσοδεμένο Ποιητή.»

Τα μάτια του Σελασφόρου στένεψαν. Είναι δυνατόν να μην είναι τρελή; «Πολλά λεφτά...»

«Νομίζω ότι ο θάνατός του σας ενδιαφέρει εξίσου πολύ.»

Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος! Είναι δυνατόν να μιλά σοβαρά;

«Θα πληρωθώ, όταν τον σκοτώσω, ή όχι;» επέμεινε η Φοίβη.

Ο Σελασφόρος το σκέφτηκε. Αν κάνω πόλεμο εναντίον του Ανθοτέχνη θα πληρώσω, συνολικά, λιγότερο από πεντακόσιες χιλιάδες δεκάδια; Μάλλον όχι.

Αν αυτή τον βγάλει από τη μέση, όμως, πιθανώς να αποφευχθεί ο πόλεμος... Έμοιαζε απίστευτο, αλλά και πάλι... Ίσως. Ίσως.

«Θα πληρωθείς,» της απάντησε, «αν τον σκοτώσεις και φέρεις απόδειξη ότι τον σκότωσες. Το κεφάλι του, ας πούμε.»

«Πεντακόσιες χιλιάδες δεκάδια,» επανέλαβε η Φοίβη.

«Πεντακόσιες χιλιάδες δεκάδια. Θέλεις να υπογράψουμε κάποιο συμφωνητικό;» Συμφωνητικό με μια γυναίκα που δεν έχει ταυτότητα; Που δεν ξέρουμε καν το επώνυμό της; Έμοιαζε με αστείο! Ποια ήταν; Από πού ερχόταν; Ήταν πολίτις της Α’ Κατωρίγιας; Δεν μπορεί!

Η Φοίβη σηκώθηκε από την καρέκλα της, πήρε τα έντυπα από το γραφείο του Πολιτάρχη, και τα επέστρεψε στην τσάντα της, ενώ οι σωματοφύλακές του την κοίταζαν από τις γωνίες του δωματίου, έτοιμοι να δράσουν με την παραμικρή ύποπτη κίνηση από μέρους της.

«Όχι,» είπε η Φοίβη, «δεν χρειάζεται να υπογράψουμε τίποτα. Θα βασιστώ στον λόγο σας, Εξοχότατε.»

Είναι σαλεμένη! σκέφτηκε ο Σελασφόρος.

«Αν τον σκοτώσω και δεν πληρωθώ, ο επόμενος που θα κυνηγήσω ξέρετε ποιος θα είναι,» συνέχισε η Φοίβη, κάνοντας ένα ξαφνικό ρίγος να τον διατρέξει από τη βάση της ράχης ώς τον αυχένα.

Ύστερα, η παράξενη γυναίκα έφυγε από το γραφείο του Πολιτάρχη χωρίς άλλη κουβέντα.

Είναι τρελή. Δεν πρόκειται να επιστρέψει. Αποκλείεται.

Ο Σελασφόρος άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του, και πρόσταξε: «Μια γυναίκα φεύγει τώρα από το γραφείο μου. Παρακολουθήστε την. Θέλω να μάθω πού πηγαίνει.»

Μετά από λίγη ώρα, τον κάλεσαν για να του πουν ότι την είχαν χάσει. Έμοιαζε, υποστήριξαν, να έχει εξαφανιστεί μες στους δρόμους της Α’ Κατωρίγιας σαν να τους ήξερε καλύτερα από... από τον οποιονδήποτε.

Ο Σελασφόρος Χορονίκης αισθάνθηκε τις τρίχες του να ορθώνονται. Τι σκατά συνέβαινε, μα τον Κρόνο;

*

«Πού πηγαίνουμε;» ρώτησε η Φοριντέλα-Ράο καθώς έβγαιναν από τον Ατσάλινο Οίκο και βάδιζαν στον πεζόδρομο.

«Στο περίπτερο,» αποκρίθηκε η Νορέλτα-Βορ. Φορούσαν κι οι δύο τα πανωφόρια τους γιατί έκανε τσουχτερό κρύο σήμερα. Ο χειμώνας δεν ήταν μακριά, στη Ρελκάμνια.

Στο περίπτερο; απόρησε η Φοριντέλα. Τι να κάνουμε στο περίπτερο;

Το περίπτερο δεν απείχε πολύ από τον Ατσάλινο Οίκο. Βρισκόταν σε μια διασταύρωση λίγο παρακάτω. Μια πληθώρα εντύπων – περιοδικά, εφημερίδες, φυλλάδια, εγχειρίδια, μυθιστορήματα – κρέμονταν γύρω του σαν σημαίες. Η Νορέλτα παρατήρησε τα σημάδια της Πόλης εκεί, αλλά δεν νόμιζε ότι μπορούσαν να τη βοηθήσουν· επομένως, αποφάσισε να βασιστεί στην πολεοτύχη της. Πού αλλού μπορούσε να βασιστεί, μια τέτοια στιγμή;

Πήρε όλες τις τοπικές εφημερίδες και όλα τα τοπικά περιοδικά – εκτός από αυτά που δεν νόμιζε ότι θα τους ενδιέφερε μια φωτογραφία της Νομαδάρχισσας. Πλησίασε τον περιπτερά και πλήρωσε. Ύστερα βάδισε πάλι, με τη Φοριντέλα πλάι της και με τα έντυπα στον σάκο της.

«Τι τα θέλεις αυτά;» ρώτησε η αριστοκράτισσα από την Έκθυμη.

«Για τις διευθύνσεις των γραφείων τους,» εξήγησε η Νορέλτα. «Μόνο εκεί μπορώ να αναζητήσω φωτογραφία της Νομαδάρχισσας. Το Μεγάλο Μυστήριο δεν έχει γραφεία στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία, αλλιώς θα πήγαινα στο δικό τους αρχείο. Σίγουρα θα έχουν εκείνο το τεύχος.»

Ο δρόμος ήταν γεμάτος οχήματα και κόσμο. Αρκετοί μισθοφόροι έμοιαζαν να κατευθύνονται προς τον Ναό της Ρασιλλώς που ήταν ένα από τα κέντρα στρατολόγησης για να εγγραφούν ως Υπέρμαχοι της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Η Νορέλτα έβλεπε τα πολεοσημάδια να μιλάνε για πόλεμο...

Η Φοριντέλα τη ρώτησε: «Είπες ότι η Μιράντα σού είχε κάποτε σώσει τη ζωή. Τι είχε γίνει ακριβώς;»

«Είναι... περίεργη ιστορία. Άλλη φορά, ίσως, Φοριντέλα.»

Η Νορέλτα βάδισε προς μια καφετέρια και η Φοριντέλα-Ράο την ακολούθησε. Μπήκαν και κάθισαν σ’ένα από τα τραπεζάκια. Η Νορέλτα χαμογέλασε στον σερβιτόρο που τις πλησίασε: χαμογέλασε με τρόπο που ήξερε ότι θα... τσίτωνε τα νεύρα του, θα ερέθιζε τον ερωτισμό του.

«Τι θα πάρετε;»

«Έχετε Σάρντλιο καφέ ζούγκλας;»

«Δυστυχώς, κυρία, είναι σε έλλειψη ο Σάρντλιος καφές γενικά.»

«Ένα Στοιχειό της Ατέρμονης Πολιτείας, τότε.»

«Μάλιστα. Εσείς;»

Η Φοριντέλα αποκρίθηκε: «Έναν καφέ – μέτριο, χωρίς γάλα.»

Ο σερβιτόρος έφυγε, μ’ένα τελευταίο, λοξό βλέμμα στη Νορέλτα-Βορ.

Εκείνη δεν τον κοίταζε, αλλά τα πολεοσημάδια τής είπαν για το βλέμμα του. Ανοίγοντας τον σάκο της έβγαλε από μέσα τα έντυπα που είχε αγοράσει κι άρχισε να κοιτάζει τις πρώτες ή τις τελευταίες σελίδες τους αναζητώντας διευθύνσεις και τηλεπικοινωνιακούς κώδικες. Τα σημείωνε όλα σ’ένα μπλοκάκι. Εν τω μεταξύ ήρθε το αναψυκτικό της και ο καφές της Φοριντέλα-Ράο. Ο σερβιτόρος ρώτησε αν θα ήθελαν και κάτι άλλο οι κυρίες, αλλά κοίταζε τη Νορέλτα. Εκείνη τού είπε: «Όχι· είμαστε εντάξει,» ενώ γύριζε μια σελίδα.

Η Φοριντέλα, έχοντας παρατηρήσει τις αντιδράσεις του σερβιτόρου, απορούσε τι έβρισκε ο άνθρωπος στη Νορέλτα-Βορ το οποίο τον τραβούσε. Δεν ήταν και τόσο όμορφη, μα τον Κρόνο! Άντρες... σκέφτηκε. Δε μπορείς να καταλάβεις τι έχουν στο μυαλό τους. Και θυμήθηκε τότε τον Μαρκ, τον εραστή της που είχε σκοτωθεί στην Έκθυμη από τους στρατούς του Αλυσοδεμένου Ποιητή, και αισθάνθηκε μια βαθιά θλίψη να την καταλαμβάνει αλλά και μια έντονη επιθυμία για εκδίκηση.

Η Νορέλτα-Βορ ξεφύλλισε τις πρώτες, ή τις τελευταίες, σελίδες όλων των εντύπων και σημείωσε ό,τι ήταν να σημειώσει στο μπλοκάκι της. «Εντάξει,» είπε. «Ας δούμε τώρα.» Ήπιε μια γουλιά από το Στοιχειό της Ατέρμονης Πολιτείας κι έβγαλε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό από το πανωφόρι της.

Άρχισε να καλεί τους κώδικες που είχε σημειώσει και να ρωτά τα γραφεία περιοδικών και εφημερίδων αν είχαν εκείνο το συγκεκριμένο τεύχος του Μεγάλου Μυστηρίου στο αρχείο τους, ή αν είχαν κάποια άλλη φωτογραφία της Νομαδάρχισσας, της οδηγού των Νομάδων των Δρόμων.

Τελικά, στα γραφεία της εφημερίδας «Η Εμβέλεια» υπήρχε εκείνο το τεύχος του Μεγάλου Μυστηρίου.

«Υπέροχα!» είπε η Νορέλτα-Βορ με ευχάριστη φωνή. «Θα μπορούσα να περάσω σήμερα από εκεί για να πάρω ένα αντίγραφο της φωτογραφίας; Μόνο αυτό θέλω. Και είμαι πρόθυμη να σας πληρώσω.»

«Ποια είστε, αν επιτρέπεται;» ρώτησε η γυναίκα που της μιλούσε μέσα από τον πομπό. (Η Φοριντέλα-Ράο δεν την άκουγε, μόνο η Νορέλτα την άκουγε, έχοντας τη συσκευή κοντά στο αφτί της.) «Γιατί θέλετε τη φωτογραφία;»

«Μια έρευνα κάνω για τους Νομάδες των Δρόμων, και είχα ακούσει ότι πέρασαν από εδώ, από την Α’ Κατωρίγια Συνοικία, προτού πάνε στη Β’ Κατωρίγια. Ονομάζομαι Ελίζα Ανοιχτόδρομη.» Είχε, μάλιστα, και ταυτότητα με αυτό το ψεύτικο όνομα, και ήταν δύσκολο να καταλάβεις ότι ήταν πλαστή· έπρεπε να την εξετάσεις πολύ προσεχτικά.

«Μάλιστα. Μισό λεπτό. Θα περιμένετε λίγο, εντάξει;»

«Ασφαλώς.»

Η Νορέλτα περίμενε.

Η Φοριντέλα τής έγνεψε: Τι γίνεται;

Η Νορέλτα μόρφασε. «Θα μου απαντήσουν τώρα.»

Η γυναικεία φωνή ακούστηκε πάλι από τον πομπό: «Ναι; Είστε εκεί;»

«Μάλιστα.»

«Μπορείτε να περάσετε ό,τι ώρα θέλετε. Σας περιμένουμε.» Τα πολεοσημάδια που σχηματίστηκαν – από τον τόνο της φωνής της γυναίκας, από το ξαφνικό παράσιτο (ξξξξξρρρ-τττ) που παρεμβλήθηκε προς στιγμή, από τον τρόπο που ειπώθηκε το Σας περιμένουμε – μαρτυρούσαν στη Νορέλτα-Βορ δύο πράγματα:

Θα της έδιναν τη φωτογραφία που ζητούσε.

Κάποιοι σύντομα θα την παρακολουθούσαν.

*

Τα γραφεία της Εμβέλειας δεν ήταν στον Μεσόκοπο· ήταν στον Κωδωνάρχη, μια περιφέρεια προς τα βόρεια και δυτικά, κοντά στις όχθες του Ριγοπόταμου.

Η Νορέλτα-Βορ μίσθωσε ένα επιβατηγό όχημα για να φτάσει εκεί, μαζί με τη Φοριντέλα-Ράο, καθώς πλησίαζε πια μεσημέρι. Η οδηγός τις πήγε γρήγορα στον προορισμό τους, ο οποίος δεν ήταν ούτε πολύ κοντά ούτε πολύ μακριά. Γύρω στα σαράντα χιλιόμετρα, υπολόγιζε την απόσταση η Νορέλτα. Μια μέτρια διαδρομή στην Ατέρμονη Πολιτεία της Ρελκάμνια.

Πλήρωσε την οδηγό και βγήκαν από το τετράκυκλο όχημα σε μια διασταύρωση που δεν βρισκόταν σε λιμάνι αλλά το λιμάνι δεν απείχε και πολύ από εδώ. Τα γραφεία της Εμβέλειας αμέσως φαινόταν πού ήταν. Στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Υπήρχε ολόκληρη πινακίδα που έγραφε:

Η ΕΜΒΕΛΕΙΑ

Η εφημερίδα που φτάνει μακριά!

Η Νορέλτα είπε στη Φοριντέλα: «Καλύτερα να μείνεις έξω.»

«Γιατί;»

«Νομίζω ότι, μόλις μπούμε στο χτίριο και πούμε τι θέλουμε, θ’αρχίσουν να μας παρακολουθούν.»

«Πώς το ξέρεις;»

«Εσύ πώς λες;»

«Η... Πόλη σ’το είπε;»

Η Νορέλτα ένευσε. «Πρέπει να κίνησα υποψίες ζητώντας τη φωτογραφία της Νομαδάρχισσας. Και καλύτερα να δουν μόνο το δικό μου πρόσωπο τώρα· δεν είν’ ανάγκη να δουν και το δικό σου. Εκτός αν επιμένεις.»

Η Φοριντέλα-Ράο δεν επέμενε. «Να προσέχεις,» είπε.

«Θα προσέχω.»

«Θα σε περιμένω εκεί,» έδειξε η Φοριντέλα, «σ’αυτό το στέκι.» Ένα ορθοφαγείο σε μια γωνία.

«Έγινε.»

Η Νορέλτα-Βορ ανέβηκε τη γέφυρα που περνούσε δίπλα από την πολυκατοικία αγγίζοντας τον τέταρτο όροφό της. Στην άκρη είχε χώρο για τους πεζούς, κι ο υπόλοιπος χώρος ήταν για οχήματα. Η Νορέλτα έφτασε στο μπαλκόνι του τέταρτου ορόφου. Ήταν γεμάτο φυτά, και ανάμεσά τους διακρινόταν μια γυάλινη είσοδος πάνω από την οποία ήταν κολλημένα φωσφορικά γράμματα που σχημάτιζαν τις λέξεις Η ΕΜΒΕΛΕΙΑ. Η Νορέλτα πλησίασε και η πόρτα άνοιξε από μόνη της, συρόμενη προς τα δεξιά και προς τα αριστερά, χωρίζοντας σε δύο φύλλα.

Μέσα ήταν μια αίθουσα με τρεις ανελκυστήρες, έναν καναπέ, και μερικές παλιές φωτογραφίες στους τοίχους μέσα σε κάδρα. Στο γωνιακό γραφείο καθόταν ένας φύλακας.

Η Νορέλτα, παρατηρώντας τα πολεοσημάδια, δεν διέκρινε τίποτα ύποπτο.

«Τι θα θέλατε;» τη ρώτησε ο φύλακας, βλέποντας τη να στέκεται.

«Μια φωτογραφία έχω ζητήσει από το αρχείο σας. Μου είπαν να περάσω για να την παραλάβω.»

«Πρώτος όροφος, δεύτερη πόρτα δεξιά.»

«Ευχαριστώ.»

Η Νορέλτα πήρε έναν ανελκυστήρα, ανέβηκε στον πρώτο όροφο, και κοίταξε τις πόρτες στον διάδρομο. Η δεύτερη στα δεξιά έγραφε ΑΡΧΕΙΟ και ήταν μισάνοιχτη. Τη ζύγωσε και την έσπρωξε, κοιτάζοντας μέσα. Είδε μερικά γραφεία και τρεις υπαλλήλους – δύο γυναίκες, έναν άντρα.

«Καλημέρα,» είπε, παρότι ήταν πλέον μεσημέρι και δεν μπορεί να αργούσαν πολύ να κλείσουν. «Σας είχα καλέσει τηλεπικοινωνιακά, για μια φωτογραφία της Νομαδάρχισσας...»

«Α, ναι, μάλιστα,» αποκρίθηκε η μία γυναίκα. «Περάστε, ελάτε.»

Η Νορέλτα μπήκε ενώ τα σημάδια της Πόλης τής έλεγαν πως η άλλη γυναίκα – μαυρόδερμη, πρασινομάλλα, ντυμένη με γαλανό πουκάμισο – την κοίταζε τώρα με πολύ ενδιαφέρον. Την κατασκόπευε ουσιαστικά. Και το χέρι της δεν πήγαινε τυχαία στην καρφίτσα στο πέτο της. Καρφίτσα φωτογράφισης, σκέφτηκε η Νορέλτα, κατά πάσα πιθανότητα.

Ας με φωτογραφίσει αφού θέλει!

Πλησίασε το γραφείο της πρώτης γυναίκας. «Το έχετε το τεύχος, έτσι;»

«Ναι, βεβαίως. Εδώ είναι, μπροστά μου.» Το έβγαλε κάτω από μερικά χαρτιά. «Και υποθέτω...» το ξεφύλλισε για λίγο, «αυτή είναι η φωτογραφία που θέλετε. Σωστά;» Έδειξε μια φωτογραφία, γυρίζοντας το Μεγάλο Μυστήριο προς τη Νορέλτα-Βορ.

Ναι, σκέφτηκε εκείνη. Ναι, αυτή είναι η γυναίκα από το όνειρό μου. Η γυναίκα μαζί με τη Μιράντα. Δεν έκανα λάθος.

«Ναι,» αποκρίθηκε στην υπάλληλο.

«Θα σας βγάλω ένα αντίγραφο. Τη φωτογραφία μόνο θέλετε, έτσι;»

«Μάλιστα. Ευχαριστώ πολύ.»

«Τι λέτε; Κανένα πρόβλημα.» Η υπάλληλος σηκώθηκε από το γραφείο της, με το Μεγάλο Μυστήριο στο χέρι, και πλησίασε τον συνάδελφό της λέγοντάς του τι να κάνει. Εκείνος ένευσε και, παίρνοντας το περιοδικό, πήγε σ’ένα μηχάνημα, ακούμπησε το έντυπο επάνω του, και, κοιτάζοντας μια οθόνη, πάτησε μερικά πλήκτρα. Εν τω μεταξύ, η άλλη υπάλληλος – η μαυρόδερμη πρασινομάλλα – απλά παρακολουθούσε: όλα τα πολεοσημάδια μαρτυρούσαν ότι δεν ταίριαζε εδώ· ήταν ένα εμβόλιμο στοιχείο στον χώρο. Κατάσκοπος. Πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών του Πολιτάρχη, μάλλον, υπέθετε η Νορέλτα.

Σύντομα ένα αντίγραφο της φωτογραφίας της Νομαδάρχισσας βγήκε από το μηχάνημα του άντρα. Εκείνος την πήρε από εκεί και την έδωσε στη Νορέλτα.

«Ευχαριστώ πολύ,» είπε η Θυγατέρα της Πόλης χαμογελώντας. «Πόσο θα θέλατε;»

«Τίποτα,» αποκρίθηκε ο υπάλληλος. «Ούτε συζήτηση.»

Η Νορέλτα κοίταξε ερωτηματικά τη γυναίκα με την οποία είχε μιλήσει. «Ναι,» είπε εκείνη, «εννοείται, τι να μας πληρώσετε;» Χαμογέλασε. «Ένα αντίγραφο ήταν μόνο.»

«Να είστε καλά,» αποκρίθηκε η Νορέλτα. Και, φεύγοντας, προς την κατάσκοπο: «Γεια σας.»

«Γεια σας,» είπε εκείνη, ουδέτερα.

Η Νορέλτα έβαλε τη φωτογραφία στην τσάντα της ενώ έβγαινε στον διάδρομο, έπαιρνε τον ανελκυστήρα, και κατέβαινε στην είσοδο των γραφείων της Εμβέλειας. Ο φύλακας αυτή τη φορά δεν της μίλησε καθώς περνούσε τη γυάλινη πόρτα η οποία άνοιγε αυτόματα.

Διασχίζοντας τη γέφυρα από τη μεριά των πεζών, η Νορέλτα-Βορ διάβαζε στα σημάδια της Πόλης ότι βρισκόταν υπό παρακολούθηση. Η πράκτορας στο αρχείο είχε, προφανώς, επικοινωνήσει με ανθρώπους που περίμεναν έξω από το οικοδόμημα.

Θα πρέπει να τους κάνουμε να μας χάσουν, σκέφτηκε η Νορέλτα, μη θέλοντας να τους οδηγήσει στον Ατσάλινο Οίκο και στους μισθοφόρους του Βόρκεραμ.

Βάδισε γρήγορα προς το ορθοφαγείο όπου την περίμενε η Φοριντέλα μ’ένα ποτήρι Αργυρό Νεφέλωμα στο ένα χέρι και μια τυλιχτή σοκολάτα στο άλλο. «Πάμε,» της είπε η Νορέλτα. «Έλα.»

Η Φοριντέλα την ακολούθησε κι έστριψαν αμέσως σ’ένα σοκάκι ανάμεσα στις ψηλές πολυκατοικίες, κάτω από τις γέφυρες. «Τι είναι; Μας κυνηγά κανείς;»

«Κατάσκοποι μάς παρακολουθούν. Αλλά θα τους ξεφύγουμε, μην ανησυχείς.»

«Τι έγινε εκεί μέσα, Νορέλτα;»

«Τίποτα σπουδαίο. Πήρα τη φωτογραφία, όμως μία από τους υπαλλήλους στο γραφείο δεν ήταν μόνο υπάλληλος, σίγουρα – αν ήταν καν υπάλληλος, δηλαδή.»

«Κατάσκοπος;»

«Ναι.»

«Ποιου;» Η Φοριντέλα δάγκωσε για τελευταία φορά την τυλιχτή σοκολάτα της και την πέταξε μέσα σ’έναν κάδο απορριμμάτων μαζί με το Αργυρό Νεφέλωμα.

«Του Πολιτάρχη, υποθέτω.» Η Νορέλτα παρατηρούσε τα πολεοσημάδια πολύ προσεχτικά καθώς οδηγούσε τη Φοριντέλα μέσα στους δρόμους, και διέκρινε ότι είχε αρχίσει να ξεφεύγει από το δίχτυ των κατασκόπων. Δεν περίμεναν ότι θα είχαν να κάνουν με κάποια τόσο έμπειρη, μάλλον.

Αλλά θα μας βρουν αν δεν φύγουμε γρήγορα από εδώ.

Η Νορέλτα αναζήτησε και σημάδια άλλου είδους. Σημάδια που θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν να απομακρυνθεί. Διέκρινε σύντομα εκείνο που χρειαζόταν. Κατέβηκε μια σκάλα, με τη Φοριντέλα στο κατόπι της. Βρέθηκαν σ’έναν υπόγειο δρόμο.

«Ακόμα πίσω μας είναι, Νορέλτα;»

«Ναι.»

«Πώς θα τους ξεφύγουμε; Δεν έχουμε καν όχημα!»

«Αυτό ελπίζω να διορθώσω τώρα.»

«Τι... τι εννοείς; Θα κλέψουμε;»

«Δε νομίζω να χρειαστεί να το κλέψουμε. Όχι ακριβώς.» Η Νορέλτα ακολουθούσε τα πολεοσημάδια μέσα στις σήραγγες· καταστήματα υπήρχαν δεξιά κι αριστερά, κόσμος βάδιζε, τροχοφόρα περνούσαν. Ηλιακό φως έφτανε ώς εδώ από δύο μεγάλα κατοπτρικά φανάρια.

Η Νορέλτα μπήκε σ’ένα δρομάκι πλάι σ’ένα παλαιοπωλείο. Αυτό είναι, σκέφτηκε. Εδώ την οδηγούσαν τα σημάδια της Πόλης. Αντίκριζε τώρα ένα σταματημένο τρίκυκλο με καρότσα το οποίο έμοιαζε αρκετά παλιό. Πιθανώς να ήταν του παλαιοπώλη. Η καρότσα ήταν άδεια, πάντως, και τα πολεοσημάδια τής μαρτυρούσαν πως το όχημα ήταν αφύλαχτο.

Η Νορέλτα κάθισε στη θέση του οδηγού. Πάτησε τον διακόπτη της ενεργοποίησης και η μηχανή πήρε μπρος· δεν ήταν κλειδωμένη.

«Εγώ πού να μπω;» τη ρώτησε η Φοριντέλα. «Στην καρότσα;»

«Δεν υπάρχει άλλος χώρος. Και ρίξε το πλαστικό επάνω σου, κουκουλώσου, να μην τύχει να σε δουν.» Τα μοναδικά πράγματα στην καρότσα ήταν αυτό το πλαστικό κάλυμμα και μερικά κομμάτια παλιό σχοινί.

Η Φοριντέλα δεν διαφώνησε. Ανέβηκε πίσω και κουκουλώθηκε.

Η Νορέλτα πάτησε το πετάλι ξεκινώντας τους τροχούς του τρίκυκλου. Το οδήγησε μέσα στους υπόγειους δρόμους βγάζοντάς το τελικά από μια ράμπα στην επιφάνεια του εδάφους. Οι κατάσκοποι δεν ήταν πλέον πίσω της. Την είχαν χάσει.

Η Νορέλτα πήγε στον Μεσόκοπο και σταμάτησε το όχημα τρεις δρόμους απόσταση από τον Ατσάλινο Οίκο. Άνοιξε την πόρτα της και βγήκε.

«Φοριντέλα;»

«Ναι;» ήρθε η φωνή της κάτω από το πλαστικό.

«Φτάσαμε.»

Το πλαστικό παραμερίστηκε. «Και πάνω που είχα αρχίσει να συνηθίζω...» γέλασε η Φοριντέλα-Ράο, και πήδησε από την καρότσα. «Μας έχασαν;»

«Μας έχασαν.»

«Τι έγινε με τη φωτογραφία;» ρώτησε τη Νορέλτα καθώς βάδιζαν προς το πανδοχείο. «Ήταν όντως η Νομαδάρχισσα στο όνειρό σου;»

«Ναι, αυτή ήταν. Και η Μιράντα πρέπει νάναι μαζί της, όπου κι αν είναι...» Ήταν προβληματισμένη. Είχε την αίσθηση ότι κι οι δυο τους βρίσκονταν σε κίνδυνο.

Πού είχε εξαφανίσει τους Νομάδες των Δρόμων η Φρουρά της Β’ Κατωρίγιας;

*

Μπαίνοντας στη στρογγυλή αίθουσα του πανδοχείου με την κολόνα-άγαλμα της Ρασιλλώς στο κέντρο, η Νορέλτα είδε πως η Άνμα και η Ολντράθα ήταν ακόμα εδώ, στο ίδιο τραπέζι με πριν, αλλά παίρνοντας μεσημεριανό τώρα. Στα άλλα τραπέζια και στους πάγκους κάθονταν διάφοροι μισθοφόροι, ορισμένοι γνωστοί για τη Νορέλτα, ορισμένοι άγνωστοι τελείως. Τα πολεοσημάδια ήταν όπως έπρεπε να είναι σ’έναν τέτοιο χώρο. Τίποτα ασυνήθιστο ή ύποπτο δεν έμοιαζε να συμβαίνει. Όλα ήσυχα.

Η Άνμα και η Ολντράθα έστρεψαν τα μάτια τους στη Νορέλτα και στη Φοριντέλα καθώς εκείνες τις πλησίαζαν για να καθίσουν στο τραπέζι τους.

«Πεινάτε;» ρώτησε η Άνμα.

«Πεινάμε,» επιβεβαίωσε η αριστοκράτισσα από την Έκθυμη.

Η Άνμα έκανε νόημα στον σερβιτόρο να έρθει πάλι στο τραπέζι τους κι εκείνος υπάκουσε. Όταν είχαν παραγγείλει, έφυγε ξανά.

«Πώς πήγε η αναζήτησή σας;» θέλησε να μάθει η Ολντράθα.

Η Νορέλτα έβγαλε τη φωτογραφία από την τσάντα της ακουμπώντας την στο τραπέζι ανάμεσα στα πιάτα. «Αυτή είναι. Η Νομαδάρχισσα. Η γυναίκα από το όνειρό μου.»

«Είχες δίκιο, άρα,» είπε η Άνμα μασώντας μια τηγανιτή πατάτα με σάλτσα.

«Ναι. Και όπου είναι η Νομαδάρχισσα, είναι και η Μιράντα, Άνμα. Στη Β’ Κατωρίγια, μάλλον. Φυλακισμένη.»

«Στις ειδήσεις, πάντως, δεν έχουν αναφέρει τίποτα για τη Νομαδάρχισσα,» είπε η Άνμα.

«Δε μπορεί παρά να είναι με τους Νομάδες των Δρόμων, Αδελφή μου.»

«Κι αν τους έχει εγκαταλείψει; Αν είναι σαν εμάς, πόσα χρόνια θα μπορεί να μένει μαζί τους; Η ίδια η Πόλη δεν θα τη σπρώχνει μακριά τους;»

«Νομίζεις ότι χωρίς τη Νομαδάρχισσα θα υπήρχαν οι Νομάδες των Δρόμων; Θα είχαν διαλυθεί προ πολλού. Μόνο μια Θυγατέρα της Πόλης θα μπορούσε ποτέ να οδηγεί μια τόσο μεγάλη ομάδα ανθρώπων μέσα στην Ατέρμονη Πολιτεία ως περιπλανώμενους οδοιπόρους.»

«Τέλος πάντων,» είπε η Άνμα. «Ούτως ή άλλως, τώρα θα πάμε στη Β’ Κατωρίγια. Ο Βόρκεραμ και οι άλλοι πιθανώς να ξεκινήσουν το απόγευμα.» Έριξε ένα βλέμμα προς τον πάγκο όπου καθόταν ο Βόρκεραμ-Βορ μαζί με μερικούς από τους Εκλεκτούς του.

Ο σερβιτόρος επέστρεψε φέρνοντας τα φαγητά και τα ποτά που είχαν ζητήσει η Νορέλτα και η Φοριντέλα. «Καλή σας όρεξη,» είπε προτού απομακρυνθεί.

Καθώς άρχισαν να τρώνε, η Νορέλτα είπε: «Μας παρακολουθούσαν όταν βρήκαμε τη φωτογραφία. Κατάσκοποι του Πολιτάρχη, πιθανώς.»

«Τι;» έκανε η Ολντράθα. «Γιατί;»

«Έγινε επεισόδιο;» ρώτησε η Άνμα. «Πού ακριβώς βρήκατε τη φωτογραφία;»

Η Νορέλτα-Βορ τούς διηγήθηκε τι είχε συμβεί.

«Εκείνο που μας λες, λοιπόν,» συμπέρανε η Άνμα, «είναι ότι οι μυστικές υπηρεσίες του Πολιτάρχη έχουν το νου τους για ανθρώπους που ψάχνουν για τους Νομάδες των Δρόμων...» Ήταν συνοφρυωμένη. «Αναρωτιέμαι γιατί.»

«Οι Νομάδες πέρασαν από εδώ προτού πάνε στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία.»

«Και λοιπόν;»

«Ίσως να τους θεωρούν ύποπτους, για κάποιο λόγο. Ή ίσως να τους θεωρούν ύποπτους αφού τους συνέλαβε η Φρουρά της Β’ Κατωρίγιας.»

«Μισό λεπτό,» τις διέκοψε η Ολντράθα. «Δε θυμάστε τι είπαν στις ειδήσεις; Η Φρουρά της Α’ Κατωρίγιας υποπτευόταν τους Νομάδες για ανθρώπους του Αλυσοδεμένου Ποιητή· φοβόταν ότι ίσως να προκαλούσαν προβλήματα εδώ και τους ωθούσε να φύγουν.»

«Ναι, σωστά,» συμφώνησε η Νορέλτα. «Τώρα που το λες, το θυμάμαι. Το είχαν αναφέρει.»

«Δεν είναι, λοιπόν, να μας παραξενεύει που οι κατάσκοποι του Πολιτάρχη βρίσκονται σε εγρήγορση σχετικά με οτιδήποτε μπορεί νάχει σχέση με τους Νομάδες των Δρόμων. Και πάω στοίχημα, μάλιστα, πως τους έβαλες σε υποψίες έτσι όπως εξαφανίστηκες.»

«Τι θα προτιμούσες, Αδελφή μου; Να τους έφερνα εδώ;»

«Σίγουρα όχι. Αλλά τώρα πρέπει να προσέχεις, αφού σε έχουν φωτογραφίσει.»

«Ναι, μάλλον έχεις δίκιο σ’αυτό,» συμφώνησε η Νορέλτα. «Αν και τα πολεοσημάδια εδώ μέσα δεν με προειδοποιούν για τίποτα...»

«Να προσέχεις,» επανέλαβε η Ολντράθα, «αλλιώς πιθανώς να μας μπλέξεις όλους.»

«Θ’αλλάξω λιγάκι την εμφάνισή μου,» υποσχέθηκε η Νορέλτα.

/5\

Η Νορέλτα αλλάζει όψη· η συνοδία των μισθοφόρων ταξιδεύει μες στο σούρουπο και μες στη νύχτα· η Φοριντέλα-Ράο γνωρίζει καινούργιους δρόμους· και, προτού σταθμεύσουν, γίνεται μια άγρια επίθεση.

Ώς το απόγευμα η Νορέλτα-Βορ είχε αλλάξει την εμφάνισή της. Της άρεσε, μάλιστα, αυτό που είχε κάνει, όφειλε να παραδεχτεί καθώς κοίταζε τον εαυτό της σ’έναν καθρέφτη στο χέρι της. Είχε βάψει τα καστανά μαλλιά της ξανθά, και τα είχε κόψει πιο κοντά. Πριν έπεφταν ώς την πλάτη της· τώρα έφταναν μέχρι το σαγόνι, όπως τα είχε παλιότερα. Τα χείλη της τα είχε βάψει μοβ. Και είχε φορέσει ένα ζευγάρι γυαλιά με χρυσό σκελετό και κρύσταλλα που δεν βελτίωναν την όραση. Είχε πάρει λεφτά από ένα υποκατάστημα του Γ.Α.Σ. – του Γενικού Αποταμιευτικού Συστήματος της Ρελκάμνια – για να τα αγοράσει από ένα μαγαζί του Μεσόκοπου.

«Πώς φαίνομαι;» ρώτησε.

«Δε θα σε αναγνώριζα,» είπε η Φοριντέλα-Ράο, που της είχε κόψει τα μαλλιά στις πίσω μεριές, εκεί όπου η Νορέλτα δεν μπορούσε να δει. «Όχι με μια γρήγορη ματιά, τουλάχιστον.»

«Ναι,» ένευσε η Νορέλτα. «Ούτε εγώ θα με αναγνώριζα με μια γρήγορη ματιά.» Κατέβασε τον καθρέφτη από μπροστά της, έστρωσε τα γυαλιά στα μάτια της. «Θ’άλλαζα και το δέρμα μου αν προλάβαινα. Αλλά δεν έχουμε χρόνο.» Ο Βόρκεραμ είχε πει ότι θα έφευγαν το απόγευμα, μάλλον, και για να αλλάξεις το χρώμα του δέρματός σου, έστω και προσωρινά, δεν ήταν απλή διαδικασία. Η Νορέλτα θα έπρεπε να βρει και να αγοράσει μια ακριβή αλοιφή, να την απλώσει επάνω στα σημεία που ήθελε, και να περιμένει τουλάχιστον οκτώ ώρες, καθώς η επιδερμίδα της την απορροφούσε και άλλαζε. Και εν τω μεταξύ βέβαια δεν έπρεπε τίποτ’ άλλο ν’αγγίξει το δέρμα της εκεί όπου θα ήταν καλυμμένο με την αλοιφή, γιατί τότε θα γινόταν χάλια. Η Νορέλτα, επομένως, όφειλε τώρα να αρκεστεί στη δική της, κατάλευκη χρωματική απόχρωση. Της άρεσε, άλλωστε, το δέρμα της! Δεν καταλάβαινε ποτέ αυτές που ήθελαν να το αλλάζουν. Αν και οι περισσότεροι άνθρωποι που άλλαζαν το δέρμα τους – άντρες ή γυναίκες – είχαν, ομολογουμένως, άλλους λόγους, όχι απλώς αισθητικούς.

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός στο κομοδίνο κουδούνισε.

Η Φοριντέλα κοίταξε τη μικρή οθόνη του. «Η Άνμα είναι.» Τον σήκωσε στο χέρι της και πάτησε το πλήκτρο της αποδοχής, με την ένταση της φωνής δυνατή έτσι ώστε να μπορεί ν’ακούει και η Νορέλτα.

«Ναι;»

«Εγώ είμαι, Φοριντέλα,» είπε η Άνμα. «Φεύγουμε. Ελάτε στο γκαράζ. Φέρτε και τα πράγματά μου μαζί σας. Είναι εκεί η Νορέλτα, έτσι;»

«Εδώ είμαι,» είπε η Νορέλτα.

«Ωραία, ελάτε. Ο ξάδελφός σου είναι έτοιμος. Εσύ; Τελείωσες;»

«Πριν από λίγο.»

*

Πήραν τα πράγματά τους και άρχισαν να κατεβαίνουν προς το μεγάλο γκαράζ του Ατσάλινου Οίκου, όπου ήταν σταθμευμένα τα οχήματα των μισθοφόρων.

«Να βοηθήσω μ’αυτό;» ρώτησε ξαφνικά ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας, καθώς παρουσιαζόταν πλάι στη Νορέλτα πιάνοντας τον σάκο που σήκωνε στον ώμο της.

Εκείνη χαμογέλασε γυρίζοντας να τον κοιτάξει. «Δεν είναι τόσο βαρύ.»

«Είσαι, λοιπόν, όντως εσύ. Παραλίγο να μη σε γνωρίσω!» γέλασε ο Άβαντας.

«Βαρέθηκα την παλιά μου εμφάνιση.»

«Αν ήμουν καχύποπτος θα έλεγα ότι προσπαθείς να με αποφύγεις–»

«Κάθε άλλο!» Τον σκούντησε, δήθεν τυχαία, με τον γοφό της, καταλαβαίνοντας, από τα πολεοσημάδια γύρω του, το ερωτικό μήνυμα που θα έδινε αυτή η κίνηση στο μυαλό του.

«Το πρωί εξαφανίστηκες, το μεσημέρι πάλι εξαφανίστηκες, και τώρα άλλαξες πρόσωπο!»

Η Νορέλτα γέλασε. «Νόμιζα ότι ήσουν πολύ απασχολημένος με τους φίλους σου...»

«Ποιους φίλους μου; Αυτούς τους αλήτες που τυχαίνει να συνταξιδεύουμε;»

Καθώς μιλούσαν βάδιζαν, και τώρα πλησίαζαν πλέον το γκαράζ. Η Φοριντέλα-Ράο ήταν σιωπηλή δίπλα τους.

Η Νορέλτα γέλασε ξανά. «Απλά είπα.»

«Προσπαθείς να κρυφτείς από κανέναν;» τη ρώτησε ο Άβαντας.

«Πώς σου πέρασε αυτή η ιδέα;»

«Μα, έχεις αλλάξει τελείως. Ακόμα και γυαλιά έβαλες! Έχεις πρόβλημα όρασης;»

«Μικρό, πολύ μικρό,» είπε η Νορέλτα, που, φυσικά, δεν είχε κανένα πρόβλημα όρασης.

Μπήκαν στο γκαράζ του Ατσάλινου Οίκου και αντίκρισαν τα οχήματα των μισθοφόρων, σταθμευμένα αλλά ενεργοποιημένα τα περισσότερα, με τις μηχανές τους να μουγκρίζουν και τα φώτα τους αναμμένα. Η Άνμα στεκόταν πλάι στο δικό της τετράκυκλο, με την πλάτη ακουμπισμένη επάνω του και τα χέρια σταυρωμένα μπροστά της, μιλώντας με δύο Εκλεκτούς – την Ερμιόνη και τον Έκρελ.

«Έλα στο τρίκυκλό μου,» πρότεινε ο Άβαντας στη Νορέλτα-Βορ.

Εκείνη το σκέφτηκε. Γρήγορα. Ενώ βάδιζαν προς το όχημα της Άνμα. «Εντάξει,» είπε. «Μια στιγμή μόνο ν’αφήσω τα πράγματα.»

Η Φοριντέλα τής έριξε ένα παραξενεμένο βλέμμα. Είναι σοβαρή; σκέφτηκε, απορημένη. Την κυνηγάνε μέσα στην Α’ Κατωρίγια οι κατάσκοποι του Πολιτάρχη, κι αυτή προτιμά να κάθεται στη σέλα ενός ανοιχτού οχήματος αντί να είναι μέσα σ’ένα κλειστό τετράκυκλο; Πάνω που η Φοριντέλα νόμιζε ότι είχε αρχίσει να ξανασυμπαθεί τη Νορέλτα-Βορ, δεν ήξερε τώρα τι γνώμη πάλι να σχηματίσει γι’αυτήν. Τουλάχιστον, δεν μου πρότεινε ξανά να κοιμηθούμε κι οι τρεις – οι δυο τους και η Άνμα – με τον Άβαντα!

Ο Έκρελ και η Ερμιόνη, βλέποντας τη Νορέλτα-Βορ, τη Φοριντέλα-Ράο, και τον Αλεξίσφαιρο Άβαντα να έρχονται, χαιρέτησαν την Άνμα κι απομακρύνθηκαν, πηγαίνοντας προς το μεγάλο εξάτροχο φορτηγό των Εκλεκτών.

«Ποια είν’ αυτή η ξανθιά με τη τζαμαρία;» είπε η Άνμα, κοιτάζοντας τη Νορέλτα, χωρίς να χαμογελά αλλά και χωρίς ν’αφήνει καμια αμφιβολία ότι αστειευόταν.

«Εδώ είναι τα πράγματά σου.» Η Νορέλτα τής έδωσε τον σάκο που κουβαλούσε στον ώμο της. «Και θα πάρεις κι αυτά μαζί σου.» Άφησε κάτω μια δική της βαλίτσα. «Εγώ θα πάω με τον κύριο για τώρα.»

Η Άνμα έριξε ένα βλέμμα στον Άβαντα προτού στρέψει πάλι τα μάτια της στην Αδελφή της. Δεν έχει σημασία πού θα βρίσκεται η Νορέλτα, αν τύχει να μας σταματήσει η Φρουρά για έλεγχο, σκέφτηκε. Το βασικό ήταν να μην αναγνωρίσουν την όψη της καθώς θα τους έδειχνε μια πλαστή ταυτότητα. Δεν βόλευε να κρυφτεί μες στα οχήματα, ειδικά αν οι φρουροί ήταν πρόθυμοι να τους ερευνήσουν· απλά θα φαινόταν πιο ύποπτη έτσι.

Αν η Φρουρά δεν τους σταματούσε αλλά κατάσκοποι τούς κοίταζαν από μακριά, τότε πάλι ήταν μάλλον απίθανο να αναγνωρίσουν τη Νορέλτα. Επιπλέον, η Άνμα νόμιζε πως η Αδελφή της θα σήκωνε, ούτως ή άλλως, την κουκούλα της κάπας που φορούσε.

Ένευσε. «Καλώς. Αλλά έχε τα μάτια σου ανοιχτά.» Και εννοούσε, φυσικά, για πολεοσημάδια.

Η Νορέλτα απάντησε μ’ένα δικό της νεύμα κι ακολούθησε τον Άβαντα προς το ανοιχτό τρίκυκλό του που, στον σχεδιασμό, περισσότερο με δίκυκλο έμοιαζε.

«Δεν έπρεπε να την αφήσεις,» είπε η Φοριντέλα στην Άνμα.

«Γιατί όχι;» μόρφασε εκείνη. «Τι διαφορά νομίζεις ότι έχει;»

«Φυσικά και έχει διαφορά! Μπορεί να μας βάλει όλους σε κίνδυνο.»

«Δες, Φοριντέλα.»

Η Φοριντέλα-Ράο έστρεψε το βλέμμα της προς τα εκεί όπου κοίταζε η Άνμα – προς το τρίκυκλο του Άβαντα. Ο Αλεξίσφαιρος καβάλησε τη σέλα και η Νορέλτα-Βορ ανέβηκε πίσω του. Και σήκωσε την κουκούλα της κάπας της στο κεφάλι.

«Κανείς,» είπε η Άνμα, «δεν πρόκειται να την αναγνωρίσει. Εκτός αν ο Πολιτάρχης έχει Θυγατέρες της Πόλης για κατασκόπους.»

*

Οι μισθοφόροι έφυγαν από τον Ατσάλινο Οίκο – ένας μικρός στρατός από οχήματα – και κατευθύνθηκαν βόρεια και ανατολικά μέσα στον Μεσόκοπο. Πρώτη πήγαινε, μέσα στο τετράκυκλό της, η Άνμα, όπως συνήθως. Πλάι της καθόταν η Φοριντέλα-Ράο. Ο Άβαντας και η Νορέλτα-Βορ δεν ήταν μακριά· τους έβλεπαν από το δεξί παράθυρο.

«Τους ξέρεις αυτούς τους δρόμους, έτσι;» ρώτησε η Φοριντέλα.

«Φυσικά,» αποκρίθηκε η Άνμα, οδηγώντας σταθερά.

Μετά από κανένα μισάωρο, είπε: «Τώρα δεν είμαστε πια στον Μεσόκοπο.»

«Πού είμαστε;»

«Στη Σεριμαύκω, μια περιφέρεια κοντά στον Ριγοπόταμο.»

«Δε φαίνεται ο ποταμός από εδώ.»

«Δεν είναι μακριά, όμως, Φοριντέλα. Αλλά εμείς δεν θα τον δούμε.»

Η Άνμα οδηγούσε τώρα προς τα ανατολικά, διασχίζοντας δρόμους και λεωφόρους, παρατηρώντας πάντα τα σημάδια της Πόλης. Γιατί η Κορίνα μπορεί κι εδώ να τους είχε στήσει κάποια παγίδα. Οπουδήποτε η Κορίνα μπορεί να τους είχε στήσει κάποια παγίδα.

Άλλη μισή ώρα πέρασε – παραπάνω από μισή ώρα – και μπήκαν σε μια περιοχή που, μες στο σούρουπο, ήταν φανερό πως είχε αρκετό εργατόκοσμο που έφευγε από τις δουλειές του. Κάμποσες βιομηχανίες, όμως, φαινόταν ακόμα να λειτουργούν. Ψηλές καμινάδες έστελναν καπνό στον σκοτεινιασμένο ουρανό· μηχανικοί θόρυβοι αντηχούσαν: κροταλίσματα μετάλλων, βουίσματα... Η Φοριντέλα-Ράο καταλάβαινε ότι είχαν σίγουρα βρεθεί σε άλλη περιφέρεια της Α’ Κατωρίγιας· το μέρος εδώ δεν ήταν καθόλου σαν τη Σεριμαύκω, η οποία της είχε φανεί μια καθαρά εμπορική περιοχή.

«Πού είμαστε, Άνμα; Σαν τη Βαθμιδωτή είναι εδώ.»

Η Άνμα ρουθούνισε. «Ούτε κατά διάνοια!»

«Εντάξει, υπερέβαλα κάπως...»

«Ατμοφόρος ονομάζεται τούτη η περιφέρεια. Δεν είμαστε μακριά από τα ανατολικά σύνορα της Α’ Κατωρίγιας πλέον.»

«Υπάρχει κανένα μέρος όπου δεν έχεις πάει, Άνμα;»

«Υπάρχουν κάποια, νομίζω,» αποκρίθηκε η Θυγατέρα υπομειδιώντας, και η Φοριντέλα αναρωτήθηκε αν της έκανε πλάκα ή όχι.

Η συνοδία των οχημάτων των μισθοφόρων ακολουθούσε σταθερά την Άνμα καθώς διέσχιζε τους δρόμους της Ατμοφόρου. Ο πομπός της κουδούνισε, πιασμένος στην κονσόλα πλάι στο τιμόνι. Ήταν ο Βόρκεραμ-Βορ. Η Θυγατέρα πάτησε το πλήκτρο της αποδοχής.

«Τι γίνεται, αρχηγέ;»

«Πώς βλέπεις τα πράγματα;»

«Αν υπήρχε λόγος για ανησυχία θα σε είχα ειδοποιήσει.»

«Καλώς,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ, και η επικοινωνία τους τερματίστηκε.

Διέσχισαν την Ατμοφόρο ενώ η Άνμα παρατηρούσε τα σημάδια της Πόλης. Αλλά το μόνο που διέκρινε ήταν αυτό που είχε διακρίνει εδώ και ώρα – από τότε που είχαν ξεκινήσει το ταξίδι τους, βασικά – ότι τους παρακολουθούσαν. Αναμενόμενο, ασφαλώς. Οι κατάσκοποι του Πολιτάρχη και της Φρουράς ήθελαν να ξέρουν πού πήγαινε μια τόσο μεγάλη οπλισμένη ομάδα μέσα στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία.

Αφήνοντας πίσω τους την Ατμοφόρο μπήκαν στην Ανατολική: μια περιφέρεια χωρίς πελώριες καμινάδες, πυκνούς καπνούς, και βιομηχανίες σε κάθε γωνία. Η περιφέρεια που γειτνίαζε με τη Β’ Κατωρίγια Συνοικία.

«Σε λίγο φτάνουμε στα σύνορα, Φοριντέλα,» είπε η Άνμα. «Κι εκεί σίγουρα θα μας σταματήσουν.»

*

Τους σταμάτησαν, καθώς είχε πλέον νυχτώσει για τα καλά και βρίσκονταν στα σύνορα της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Η Φρουρά της περιοχής είχε στήσει μπλόκο στο δρόμο τους, και οπλισμένοι φρουροί και θωρακισμένα οχήματα με πυροβόλα δεν ήταν μακριά.

Ο Βόρκεραμ-Βορ και η Ευμενίδα Νοράλνω κατέβηκαν από τα δικά τους οχήματα και πήγαν να συναντήσουν έναν λοχία της Φρουράς της Β’ Κατωρίγιας. Ο τρόπος με τον οποίο τους μίλησε θύμιζε πολύ στον Βόρκεραμ τον τρόπο με τον οποίο τους είχε μιλήσει εκείνη η άλλη λοχίας, στα σύνορα Α’ Κατωρίγιας με Ρόδα. Τους ρώτησε ποιοι ήταν κι αν έρχονταν εδώ για να εργαστούν για κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Ο Βόρκεραμ και η Ευμενίδα τού αποκρίθηκαν ότι έρχονταν αναζητώντας δουλειά, έχοντας ακούσει για επικείμενο πόλεμο σε τούτα τα μέρη και ξέροντας πως κι άλλοι μισθοφόροι συγκεντρώνονταν στις συνοικίες του Ριγοπόταμου.

«Γιατί δεν μείνατε να εργαστείτε στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία;» ρώτησε ο λοχίας.

«Θέλαμε να δούμε αν η Β’ Κατωρίγια προσφέρει πιο ευνοϊκούς όρους στους μισθοφόρους που είναι πρόθυμοι να την υπηρετήσουν,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ.

«Δε σας φάνηκαν οι όροι της Α’ Κατωρίγιας ευνοϊκοί;»

«Αυτό θα εξαρτηθεί απ’το τι θα δούμε στη Β’ Κατωρίγια.»

Η Ευμενίδα ένευσε. «Ναι, θα εξαρτηθεί απ’το τι θα δούμε στη Β’ Κατωρίγια.»

«Ίσως, τότε, να σας ενδιέφερε αυτό.» Ο λοχίας έδωσε μια κάρτα στον Βόρκεραμ και μια κάρτα στην Ευμενίδα, θυμίζοντας ξανά στον αρχηγό των Εκλεκτών τη λοχία που τους είχε σταματήσει στα σύνορα Ρόδας και Α’ Κατωρίγιας – θυμίζοντάς του διαφημιστή, όχι φρουρό. «Ο Πολιτάρχης μας ζητά καλούς μισθοφόρους, πρόθυμους να αγωνιστούν για τη συνοικία μας εναντίον των άνομων φουσάτων του Αλυσοδεμένου Ποιητή.»

Ο Βόρκεραμ κοίταξε την κάρτα. Έγραφε πάλι κάποια κέντρα στρατολόγησης και κάποιους τηλεπικοινωνιακούς κώδικες. Έμοιαζε σχεδόν με αντίγραφο της άλλης κάρτας, που έδιναν στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία. Συνεννοημένοι είναι; αναρωτήθηκε. Πολύ πιθανόν, κατέληξε.

«Πρέπει, όμως, να σας πληροφορήσω πως όλες οι ένοπλες ομάδες που δεν εργάζονται για κάποιο αξιόπιστο πρόσωπο της Β’ Κατωρίγιας διώχνονται από τη συνοικία μας εντός δεκαπέντε ημερών, με διαταγή του Πολιτάρχη, κυρίου Γουίλιαμ Σημαδεμένου,» τόνισε ο λοχίας, αν και αυτό ήταν γραμμένο, ούτως ή άλλως, στην κάρτα.

«Μάλιστα,» είπε ο Βόρκεραμ. «Θα το έχουμε υπόψη. Μπορούμε να περάσουμε τώρα;»

«Αφού, φυσικά, γίνει έλεγχος πρώτα.»

Οι φρουροί ζήτησαν να δουν τις ταυτότητές τους και έλεγξαν όλα τους τα οχήματα και τους εξοπλισμούς, καταγράφοντάς τα πάντα.

(Στη Νορέλτα-Βορ δεν έδωσαν καμια σημασία· είδαν την ταυτότητά της κι απομακρύνθηκαν.

Ο Άβαντας παρατήρησε ότι η ταυτότητα δεν έγραφε Νορέλτα-Βορ· και, μόλις κανένας φρουρός δεν ήταν κοντά τους, της ψιθύρισε: «Κρύβεσαι από κάποιον, λοιπόν...»

«Απλώς δεν θέλω να ξέρει ο καθένας ποια είμαι,» αποκρίθηκε εκείνη κάτω απ’την κουκούλα της.

Ο Άβαντας δεν την πίστεψε.)

Έχοντας τελειώσει με τη δουλειά τους, έκαναν νόημα στους μισθοφόρους να συνεχίσουν τον δρόμο τους. Ο Βόρκεραμ ανέβηκε στο εξάτροχο φορτηγό των Εκλεκτών, η Ευμενίδα σ’ένα από τα οχήματα των δικών της μισθοφόρων, και έβαλαν όλοι σε κίνηση τους τροχούς τους ξανά, περνώντας τα σύνορα της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας και μπαίνοντας στους δρόμους της.

Η Άνμα οδήγησε σύντομα το τετράκυκλό της μπροστά από τα υπόλοιπα τροχοφόρα, αρχίζοντας να τα κατευθύνει μέσα στις νυχτερινές λεωφόρους.

Η Φοριντέλα, καθισμένη δίπλα της, είπε: «Έχουν περάσει τέσσερις ώρες από τότε που ξεκινήσαμε, Άνμα.» Και μιάμιση ώρα είχε πάρει ο έλεγχος από τη Φρουρά της Β’ Κατωρίγιας.

«Δε θ’αργήσουμε να φτάσουμε σε μέρος που μπορούμε να ξεκουραστούμε.»

Η Φοριντέλα, κοιτάζοντας έξω από τα παράθυρα, έβλεπε πολλά φυτώρια και κήπους εδώ, και η περιοχή τής έμοιαζε αρκετά συμπαθητική. Σε μια από τις πινακίδες είδε πως αυτή η περιφέρεια ονομαζόταν Φυτευτή – όχι τυχαία, μάλλον.

Η Άνμα τούς οδήγησε έξω από τη Φυτευτή σε κανένα μισάωρο και έφτασαν σε μια άλλη περιφέρεια, γεμάτη μεγάλους, καλοφωτισμένους δρόμους, ψηλά οικοδομήματα, ουρανοξύστες, γέφυρες. Οι πινακίδες έγραφαν Τετράφωτη. Η Φοριντέλα δεν τα ήξερε καθόλου τούτα τα μέρη· δεν είχε ποτέ παλιότερα ταξιδέψει εδώ. Η Τετράφωτη, πάντως, της έμοιαζε με κοσμοπολιτική περιοχή. Υπήρχαν πανδοχεία και ξενοδοχεία, εστιατόρια και μπαρ, κινηματογράφοι και κέντρα διασκέδασης, καζίνα και πορνεία, πελώρια κατάστημα, ανοιχτά παρά τη νυχτερινή ώρα, όλο φώτα και τζαμαρίες – πουλούσαν ρούχα και παπούτσια, βαλίτσες και σάκους, οχήματα, μηχανικούς εξοπλισμούς, πλακέτες μουσικής και κινηματογραφικών έργων.

Πολλοί και διάφοροι στέκονταν και κοίταζαν τη συνοδία των μισθοφόρων να περνά· κάποιοι έδειχναν τα τροχοφόρα μοιάζοντας ενθουσιασμένοι.

«Έχουμε γίνει θέαμα,» σχολίασε η Φοριντέλα-Ράο, υπομειδιώντας, καθώς άναβε τσιγάρο και φυσούσε καπνό απ’την άκρη του στόματός της.

«Και όχι μόνο σ’αυτούς που νομίζεις,» μουρμούρισε η Άνμα.

«Τι εννοείς; Μας παρακολουθούν;»

«Ναι. Κάποιοι κατάσκοποι. Από τότε που περάσαμε τα σύνορα. Όχι πως αυτό με εκπλήσσει.»

«Νομίζεις ότι κατάλαβαν τη Νορέλτα όταν έγινε ο έλεγχος;»

Η Άνμα κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Δεν την κατάλαβαν.»

«Είσαι σίγουρη;»

Η Άνμα μούγκρισε καταφατικά.

Θυγατέρα είσαι, σκέφτηκε η Φοριντέλα· ξέρεις μάλλον.

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός που ήταν γαντζωμένος στην κονσόλα κουδούνισε.

Η Άνμα πάτησε το πλήκτρο της αποδοχής. «Ναι.»

«Πού μας πηγαίνεις;» ρώτησε η φωνή του Βόρκεραμ-Βορ. «Έχουμε δρόμο ακόμα;»

«Όχι πολύ.»

«Η Ευμενίδα, πριν από λίγο, με ρωτούσε για σένα. Ρωτούσε ποια είσαι και γιατί σε ακολουθούμε.»

«Τι της είπες;»

«Ότι είσαι φίλη μου. Πολυταξιδεμένη.»

«Και τα δύο αληθεύουν.»

«Χαίρομαι. Σε πόση ώρα θα είμαστε στον προορισμό μας;»

«Σε κανένα μισάωρο, υποθέτω.»

«Καλώς.» Ο Βόρκεραμ τερμάτισε την τηλεπικοινωνία.

*

«Διακόπτουμε το κανονικό μας πρόγραμμα καθώς σημαντικά γεγονότα διαδραματίζονται αυτή τη στιγμή στα λιμάνια της Βραχύλογης και του Σκηνοκράτη,» είπε η τηλεπαρουσιάστρια που φαινόταν στην οθόνη του τηλεοπτικού δέκτη, μέσα στο εξάτροχο φορτηγό των Εκλεκτών. Ο δέκτης ήταν συντονισμένος σ’ένα κανάλι της Β’ Κατωρίγιας: το Κατωρίγιο Φως.

«Ε, αρχηγέ!» φώναξε η Λητώ, που καθόταν και παρακολουθούσε μαζί με άλλους τραυματίες. «Δες τι γίνεται εδώ! Αρχηγέ!»

Ο Βόρκεραμ-Βορ, ακούγοντας τη φωνή της, ήρθε από τη μπροστινή μεριά του οχήματος μαζί με την Ολντράθα και τον Μάικλ. Στην οθόνη φαίνονταν τώρα αποβάθρες και προβλήτες μέσα στη νύχτα. Και μακελειό. Πλεούμενα είχαν έρθει, και οπλισμένοι άνθρωποι πηδούσαν από τα καταστρώματά τους πυροβολώντας στον αέρα – και όχι μόνο στον αέρα – και σπαθίζοντας όποιον έβρισκαν μπροστά τους και τον θεωρούσαν εμπόδιο. Με κουρσάροι έμοιαζαν, που ήταν εδώ για να λεηλατήσουν. Φρουροί με το έμβλημα της Β’ Κατωρίγιας έσπευδαν στο μέρος, για να υπερασπιστούν το λιμάνι, αλλά οι πειρατές τούς χτυπούσαν βάναυσα.

«Τι κάνεις εσύ εκεί, ε; ΕΕΕ!» φώναξε ένας δείχνοντας με το πιστόλι του προς την οθόνη – προς τον δημοσιογράφο που κρατούσε τον τηλεοπτικό πομπό, δηλαδή. «Ρουφιάνος είσαι; Κατάσκοπος; Καριόλη! Πούστη!» Ενώ η εικόνα στην οθόνη άλλαζε και γινόταν ασταθής – ο δημοσιογράφος πρέπει να προσπαθούσε να απομακρυνθεί – ένας πυροβολισμός ακούστηκε, και μια κραυγή. Η εικόνα έσβησε, παράσιτα γέμισαν την οθόνη.

Η τηλεπαρουσιάστρια εμφανίστηκε ξανά. «Ο δημοσιογράφος μας χτυπήθηκε. Ευτυχώς όχι σοβαρά, απ’ό,τι μου λένε. Αυτές που είδατε ήταν εικόνες από τον Σκηνοκράτη. Σύντομα με πληροφορούν ότι θα έχουμε εικόνες και από τη Βραχύλογη. Πρέπει να είναι κουρσάροι από τις Ήμερες Συνοικίες. Αρκετά σφοδρή και εκτεταμένη επίθεση. Πολλά πλοία.»

«Τι συμβαίνει εδώ, αρχηγέ;» είπε ο Μάικλ. «Μόλις φτάσαμε στη συνοικία, της πουτάνας γίνεται αμέσως, μα τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος;»

«Είναι με τον Αλυσοδεμένο Ποιητή αυτοί οι πειρατές;» ρώτησε η Ερμιόνη, η δίδυμη αδελφή της Λητώς.

«Δε θα το θεωρούσα απίθανο,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ έχοντας τα μάτια του στην οθόνη.

«Ας ελπίσουμε,» είπε ο Μάικλ, «πως όλ’ αυτά θα κάνουν τις Αρχές της Β’ Κατωρίγιας να εκτιμήσουν περισσότερο τη βοήθεια που μπορούν να τους προσφέρουν οι μισθοφόροι.»

«Σίγουρα θα την εκτιμήσουν,» είπε ο Έκρελ. «Οικονομία των όπλων. Το έλεγαν τόσοι σχολιαστές στα μέσα μαζικής πληροφόρησης, καθώς πλησιάζαμε προς τις συνοικίες του Ριγοπόταμου. Οικονομία των όπλων. Ευκαιρία για γρήγορο χρήμα εδώ.»

«Μην ακούω ανοησίες,» παρενέβη ο Βόρκεραμ. «Οι Εκλεκτοί είναι πάντα προσεχτικοί. Δεν βιαζόμαστε, για κανέναν λόγο. Κάνουμε τη δουλειά μας σωστά.»

«Θα μας έχουν ανάγκη, πάντως· είναι βέβαιο,» επέμεινε ο Έκρελ.

Η τηλεπαρουσιάστρια είπε: «Έχουμε εικόνα τώρα από τη Βραχύλογη.» Και η οθόνη γέμισε με μια νυχτερινή συμπλοκή – φωτιές, λάμψεις από κάννες πυροβόλων, κραυγές, σκιερές φιγούρες, προβολείς οχημάτων, σκοτεινές μορφές μεγάλων πλοίων.

Η Ολντράθα τα έβλεπε όλα αυτά και νόμιζε ότι μπορούσε να αισθανθεί τον πόνο των ανθρώπων που υπέφεραν. Έμεινε, ωστόσο, σιωπηλή καθώς οι μισθοφόροι του Βόρκεραμ μιλούσαν αναμεταξύ τους.

/6\

Μια Θυγατέρα κι ένας σκοτεινός άντρας παρακολουθούν από τον ποταμό την επιδρομή στα λιμάνια της Β’ Κατωρίγιας, ένας αρχικατάσκοπος βλέπει την καταστροφή από κοντά, και δύο εξόριστοι μένουν κολλημένοι στην οθόνη τους, ενώ ολάκερη η συνοικία ταράζεται, οι Εκλεκτοί βρίσκουν κατάλυμα, και ο Θόρινταλ έρχεται σε επαφή μ’έναν καινούργιο φίλο και, έπειτα, ακούει ένα πιθανώς ύποπτο αίτημα για βοήθεια.

Μέσα στη νύχτα, φωτιές φαίνονταν στις ανατολικές όχθες της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίες. Φωτιές και λάμψεις. Και μαύρες σκοτεινές μορφές που ζύγωναν τα λιμάνια της από τον ποταμό. Πειρατικά πλοία.

Ο Πορφυρός Άρχων και η Αργυρή Κυρά, το κόκκινο και το ασημένιο φεγγάρι της Ρελκάμνια, κρέμονταν στον ουρανό, αντανακλώντας στα νερά του Ριγοπόταμου. Η Ουλή έσκιζε το στερέωμα, αχνίζοντας κόκκινους καπνούς, εκπέμποντας κόκκινες ανταύγειες.

«Είχες δίκιο,» είπε ο Ζιλμόρος. «Δε σκόπευαν ν’αργήσουν.»

Η Τζέσικα γέλασε δίπλα του, καθώς στέκονταν επάνω σε μια μεγάλη μηχανοκίνητη βάρκα μαζί με μερικούς Σκοταδιστές, αρκετά μακριά από τις όχθες της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, αλλά όχι τόσο μακριά ώστε να μην καταλαβαίνουν τι συνέβαινε εκεί. Η Τζέσικα κρατούσε ένα ζευγάρι κιάλια μπροστά στα μάτια της, έχοντας πριν από λίγο υφάνει επάνω του ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως για να διακρίνει μες στα σκοτάδια πολύ περισσότερα πράγματα απ’ό,τι θα μπορούσε να διακρίνει κανονικά.

Ο Ζιλμόρος δεν κρατούσε κιάλια ούτε τηλεσκόπιο, αλλά είχε ενεργοποιήσει, με το πάτημα ενός μικρού κουμπιού, την ιδιότητα των μαύρων γυαλιών του να διαπερνούν το σκοτάδι και, με το πάτημα ενός άλλου κουμπιού, την τηλεσκοπική τους ιδιότητα η οποία τα έκανε σχεδόν το ίδιο καλά όπως ένα ζευγάρι κιάλια.

«Γιατί ν’αργήσουν;» είπε η Τζέσικα. «Δεν υπήρχε κανένας λόγος!» Και γέλασε ξανά. Αλλά, μετά από μερικές στιγμές, πρόσθεσε: «Αυτοί, όμως, δεν μπορεί νάναι όλοι που σχεδιάζουν να έρθουν...»

«Τι εννοείς;»

«Ξέρεις πόσοι πειρατές και άρπαγες έχουν τα λημέρια τους στις Ήμερες Συνοικίες; Αυτοί δεν είναι ούτε το ένα τρίτο! Μοιάζει να δοκιμάζουν το έδαφος – ή το νερό!» γέλασε. «Να δουν αν μπορούν να μας εμπιστευτούν. Κρίμα. Ανοησία...»

«Γιατί;»

«Γιατί, όπου νάναι, θ’αναγκαστούν να υποχωρήσουν· η λεηλασία θα λάβει τέλος ύστερα από κάποια ώρα, όπως όλες οι λεηλασίες. Θα συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός φρουρών της Β’ Κατωρίγιες, και δεν θα συμφέρει πλέον τους πειρατές να είναι εκεί· θα έχουν αρπάξει ό,τι μπορούσαν ν’αρπάξουν. Και μετά, όταν ξανάρθουν, η Φρουρά της περιοχής θα είναι καλύτερα προετοιμασμένη γι’αυτούς. Θα περιμένει παρόμοιες επιθέσεις. Τώρα, όμως, αν είχαν επιτεθεί πιο μαζικά, θα έπιαναν τη Φρουρά απροετοίμαστη σχετικά· θα μπορούσαν να κάνουν πολύ μεγαλύτερη ζημιά στη Β’ Κατωρίγια. Και να λεηλατήσουν καλύτερα. Να κερδίσουν πιο πολλά.

»Έπρεπε να μας είχαν εμπιστευτεί περισσότερο.»

Ο Ζιλμόρος δεν μίλησε. Τον εξέπληττε ορισμένες φορές η Τζέσικα. Τον εξέπληττε η καθαρή επιθυμία της για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χάος. Η ίδια δεν είχε, ουσιαστικά, τίποτα να κερδίσει, ούτε από τις λεηλασίες των πειρατών ούτε από τις ζημιές στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία. Ήταν μια... ανεξάρτητη συνεργάτιδα του Αλυσοδεμένου Ποιητή, στην καλύτερη περίπτωση. Όμως της άρεσε αυτό που συνέβαινε. Την έφτιαχνε.

Τον τρόμαζε η Τζέσικα τον Ζιλμόρο, κάπου-κάπου. Και λίγα πράγματα στη Ρελκάμνια τον τρόμαζαν. Αλλά του άρεσε ο φόβος που του προκαλούσε, όπως εκείνης έδειχνε να της αρέσει το χάος που συνέβαινε. Ίσως να είμαι κι εγώ περίεργος σαν αυτήν. Όμως, ύστερα από μια στιγμή σκέψης, άλλαξε γνώμη. Όχι, δεν είναι δυνατόν να είναι κανείς τόσο περίεργος όσο αυτή. Εκτός, ίσως, από την Κορίνα.

Η Κορίνα δεν έδειχνε να αρέσκεται στο χάος και στις καταστροφές που προκαλούνταν από την επανάσταση του Αλυσοδεμένου Ποιητή, αλλά ούτε και φαινόταν να έχει κάτι συγκεκριμένο να κερδίσει από όλα αυτά. Τι ήθελε, λοιπόν; Κάτι έχει να κερδίσει, μα δεν είναι φανερό τι...

Η λεηλασία στις όχθες της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας κράτησε καμια ώρα, ενώ ο Ζιλμόρος, η Τζέσικα, και οι Σκοταδιστές παρακολουθούσαν μέσα από τη μηχανοκίνητη βάρκα, κρυμμένοι στα σκοτάδια της νύχτας, αραγμένοι δίπλα σε μια βραχονησίδα που από πάνω της περνούσε μια μεγάλη γέφυρα έχοντας μια από τις πελώριες κολόνες της εκεί. Εκτός από την κολόνα, στη βραχονησίδα υπήρχαν μόνο πέτρες και επικίνδυνα καβούρια του Ριγοπόταμου – ο Ζιλμόρος τα είχε διακρίνει με τα γυαλιά του που τρυπούσαν τα σκοτάδια και είχε προειδοποιήσει τους Σκοταδιστές του να μην τα ζυγώσουν. Ήταν οι λεγόμενοι Ριγοκάβουρες· μπορούσαν να σου κόψουν δάχτυλα του ποδιού μέσα απ’τη μπότα με τις δαγκάνες τους.

Τα πειρατικά σκάφη άρχισαν να φεύγουν από τις όχθες της Β’ Κατωρίγιας – μαύρες μορφές που χάνονταν μες στη νύχτα. Τα περισσότερα πήγαιναν προς τα βορειοανατολικά, έβλεπαν η Τζέσικα και ο Ζιλμόρος, προς τις Ήμερες Συνοικίες, αλλά δύο έρχονταν προς τα βόρεια, προς την Α’ Ανωρίγια Συνοικία, χτυπημένα μάλλον από τη Φρουρά. Δεν είχαν φώτα επάνω τους, για να κρύβονται καλύτερα στο σκοτάδι, σε περίπτωση που οι εχθροί τους σκόπευαν να τα παρακολουθήσουν. Αλλά οι φρουροί της Β’ Κατωρίγιας ήταν πολύ απασχολημένοι με άλλα πράγματα τώρα· δεν ακολουθούσαν τους πειρατές. Ο Ζιλμόρος δεν έβλεπε, με τα μαύρα γυαλιά του, κανένα σκάφος να έρχεται πίσω τους. Ούτε η Τζέσικα έβλεπε κανένα σκάφος, μικρό ή μεγάλο, με τα μαγικά ενισχυμένα κιάλια της. Επίσης, δεν διέκρινε τίποτα στα σημάδια της Πόλης. Τα πάντα τής μαρτυρούσαν πως η υποχώρηση των πειρατών ήταν ασφαλής.

Κατέβασε τα κιάλια από μπροστά της. «Πάμε πίσω,» είπε.

Οι ακροανατολικές όχθες της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας ακόμα φλέγονταν.

*

Ο Αλέξανδρος Πανιστόριος ήταν στον Σκηνοκράτη, μέσα στο κρυστάλλινο τρίκυκλο όχημά του, όταν οι πειρατές υποχώρησαν τελικά από τα λιμάνια. Και δεν είχε έρθει τώρα· είχε έρθει από ώρα. Οι πράκτορές του τον είχαν ειδοποιήσει αμέσως για την απρόσμενη επίθεση. Ήταν πολύ ξαφνική, και πολύ ισχυρή. Ο Αλέξανδρος είχε καιρό να δει τους άρπαγες των Ήμερων Συνοικιών τόσο τολμηρούς. Ορμούσαν σχεδόν σαν να μην περίμεναν καμία αντίσταση αλλά, συγχρόνως, έμοιαζαν πανέτοιμοι για τη Φρουρά. Την είχαν ξαφνιάσει· δεν είχε χρόνο να αντιδράσει όπως όφειλε. Μέχρι οι φρουροί να συγκεντρωθούν για να αντιμετωπίσουν τους πειρατές, αυτοί είχαν καταληστέψει τα πάντα. Είχαν σπάσει αποθήκες και είχαν αρπάξει εμπορεύματα, είχαν πηδήσει μέσα σε αραγμένα εμπορικά σκάφη, είχαν εισβάλει σε καταστήματα των λιμανιών, είχαν μπει ακόμα και σε μερικά σπίτια πολιτών! Ο Αλέξανδρος είχε δει, με τα ίδια του τα μάτια, όλες αυτές τις περιπτώσεις περιφερόμενος με το τρίκυκλό του στον Σκηνοκράτη και στη Βραχύλογη, με τα φιμέ κρύσταλλα του οχήματος να κρύβουν πλήρως τη μορφή του μες στη νύχτα. Ο ίδιος απέφυγε να εμπλακεί με τους πειρατές, φυσικά· δεν ήταν αυτή η δουλειά του. Διατηρούσε απόσταση.

Τώρα, η επιδρομή είχε τελειώσει. Και δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν μια επιτυχής επιδρομή. Οι άρπαγες δεν είχαν τραπεί σε άτακτη φυγή. Είχαν αρπάξει ό,τι ήταν να αρπάξουν και, όταν είδαν πως πλέον το παιχνίδι δεν τους συνέφερε, είχαν φύγει. Δεν καταφέραμε να προστατέψουμε επαρκώς τη συνοικία. Κανείς δεν περίμενε τέτοιο πράγμα. Κανείς... Ο Αλέξανδρος είχε μιλήσει τηλεπικοινωνιακά με λοχίες και λοχαγούς της Φρουράς. Ήταν όλοι τους ξαφνιασμένοι, σαστισμένοι, τρομαγμένοι.

Ο ίδιος ο Πολιτάρχης τον είχε καλέσει, πριν από ώρα, και είχε ζητήσει εξηγήσεις· ο Αλέξανδρος είχε αποκριθεί ότι θα του μιλούσε αργότερα. Αργότερα, όταν είχε κι εκείνος καταλάβει ακριβώς τι συνέβαινε.

Αλλά τι συνέβη; αναρωτήθηκε τώρα, που η επιδρομή είχε λάβει τέλος. Τι σκατά συνέβη, μα τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος; Ήταν άνθρωποι του Αλυσοδεμένου Ποιητή οι επιδρομείς; Όλοι οι πράκτορές του του είχαν αναφέρει ότι έμοιαζαν με πειρατές από τις Ήμερες Συνοικίες· ότι ήταν, σίγουρα, πειρατές από τις Ήμερες Συνοικίες. Τα σκάφη τους έφεραν τις σημαίες διάφορων πειρατικών συμμοριών. Κανένα από τα πλοία δεν είχε επάνω του το έμβλημα του Κάδμου Ανθοτέχνη.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να ήταν σταλμένοι από τον Ποιητή, σκέφτηκε ο Αλέξανδρος καθώς σταματούσε το τρίκυκλό του σε μια γωνία, παρακολουθώντας τις προσπάθειες των πυροσβεστών να σβήνουν ένα φλεγόμενο πανδοχείο του ποταμού. Ίσως να έχουν κάποια συμμαχία μεταξύ τους.

Αλλά δεν είναι και βέβαιο. Πιθανώς να πήραν απλά θάρρος, οι τρισκατάρατοι, από ό,τι έχει συμβεί στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία. Μέχρι στιγμής, οι συνοικίες του Ριγοπόταμου ήταν ενωμένες στην καταπολέμηση των πειρατών των Ήμερων Συνοικιών. Τώρα, όμως, η ένωσή τους είχε θρυμματιστεί. Είχε δημιουργηθεί εχθρότητα ανάμεσα στις Ανωρίγιες και στις Κατωρίγιες Συνοικίες· οι φιλικές σχέσεις είχαν διακοπεί. Οι κουρσάροι των Ήμερων Συνοικιών αναμφίβολα θα το είχαν πληροφορηθεί – και ίσως γι’αυτό να είχαν αποφασίσει να δράσουν.

Και δεν υπολόγισαν λάθος. Δεν μπορούμε τώρα να τους αντιμετωπίσουμε συγχρονισμένα, ενωμένα, με τους Α’ Ανωρίγιους. Όχι όταν βλέπουμε τους Α’ Ανωρίγιους ως εχθρούς.

Αυτός ο δαιμονισμένος, ο Βάρνελ-Αλντ, ο νέος Πολιτάρχης της Α’ Ανωρίγιας, είχε αρνηθεί να συνεργαστεί με τον Γουίλιαμ Σημαδεμένο ώστε να πολεμήσουν μαζί τον Αλυσοδεμένο Ποιητή. Ήταν πλήρως με το μέρος του Κάδμου Ανθοτέχνη, ο σιχαμερός προδότης! Δεν ήταν καλύτερος από τους πειρατές που είχαν ορμήσει στα λιμάνια του Σκηνοκράτη και της Βραχύλογης. Ένας άρπαγας!

Πού είναι η Κορίνα τώρα; αναρωτήθηκε ο Αλέξανδρος. Γιατί δεν με προειδοποίησε για τούτο; Είχε μήπως θυμώσει από τον τρόπο που της μίλησε σχετικά με την αιχμαλωσία των Νομάδων των Δρόμων; Μα, εκείνη έφταιγε! Το λάθος ήταν δικό της! Και βρέθηκα, εξαιτίας της, εκτεθειμένος στα μάτια του Σημαδεμένου!

Με προειδοποίησε για τους Νομάδες – που δεν έπρεπε να με είχε προειδοποιήσει. Και δεν με προειδοποίησε τώρα για τούτους τους κακούργους – που έπρεπε να με είχε προειδοποιήσει.

Η Κορίνα, βέβαια, δεν ήταν πράκτοράς του, θύμισε στον εαυτό του. Ήταν μια Θυγατέρα της Πόλης. Δεν είχε καμια υποχρέωση να τον ειδοποιήσει για τίποτα, ούτε ήταν υπόλογη σ’αυτόν με κανένα τρόπο. Ποιος ήξερε γιατί δρούσε όπως δρούσε...

Όμως έπρεπε να με είχε προειδοποιήσει για τούτη την επίθεση, γαμώτο!

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του κουδούνισε, φωτίζοντας επάνω στην κονσόλα του οχήματός του. Ο Αλέξανδρος αποδέχτηκε την κλήση, βλέποντας πως ήταν ο Πολιτάρχης.

«Μάλιστα, κύριε Σημαδεμένε.»

«Τι συμβαίνει, Αλέξανδρε; Ήταν άνθρωποι του Ανθοτέχνη, ή όχι;»

«Δε μπορώ να είμαι σίγουρος, κύριε Σημαδεμένε. Πρέπει να το ερευνήσω περισσότερο.»

*

Οι πλουτοκράτες της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας δεν κατοικούσαν πλέον σ’εκείνο τον εγκαταλειμμένο αθλητικό χώρο στη Μονότροπη όπου είχαν μείνει προσωρινά όταν είχαν πρωτοέρθει στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία. Με τις ψεύτικες ταυτότητες που τους είχε φτιάξει ο Αλέξανδρος Πανιστόριος είχαν κλείσει δωμάτια σε διάφορα ξενοδοχεία ή είχαν νοικιάσει σπίτια. Είχαν, άλλωστε, πολλά λεφτά στη διάθεσή τους, που μπορούσαν να πάρουν από υποκαταστήματα τραπεζών της Ρελκάμνια οι οποίες απλώνονταν σε περισσότερες από μία συνοικίες. Σ’αυτές τις συναλλαγές τους, βέβαια, ήταν υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουν τις πραγματικές τους ταυτότητες· αλλά φάνηκαν έξυπνοι: δεν πήραν τα χρήματα από τη Β’ Κατωρίγια Συνοικία – όχι όλοι από αυτούς, τουλάχιστον. Ορισμένοι τα πήραν από τη Φιλήκοη, νότια της Β’ Κατωρίγιας, και μετά επέστρεψαν βόρεια· ορισμένοι τα πήραν από την Α’ Κατωρίγια, προτού έρθουν πάλι στη Β’· και ορισμένοι ταξίδεψαν ακόμα και ώς τη Ρόδα – για λόγους αποπροσανατολισμού: ώστε, αν ο Αλυσοδεμένος Ποιητής μάθαινε κάτι, να μη μπορεί να βγάλει συμπέρασμα σχετικά με το πού τώρα κατοικούσαν.

Η Φενίλδα Καρντέρω, η εκτοπισμένη Πολιτάρχης της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας, έμενε επί του παρόντος σ’ένα κρεμαστό διαμέρισμα στην Τετράφωτη – μια περιφέρεια στα νότια της Β’ Κατωρίγιας – μαζί με την οικογένειά της: τον Φρανκ και τα δύο παιδιά τους. Τα καινούργια τους ονόματα ήταν Κλερ Σιμονέντω (για τη Φενίλδα), Γουόλτερ Σιμονέντω (για τον Φρανκ), και Ρίμναλ και Ανρίθα (για τον Ελεσνόρο και τη Χριστίνα). Τα χρησιμοποιούσαν ακόμα κι όταν ήταν μόνοι στο διαμέρισμά τους – για να τα συνηθίζουν, είχε τονίσει η Φενίλδα στα παιδιά. «Θα ζούμε σαν κατάσκοποι για λίγο καιρό,» τους είχε πει. Αν έλεγαν τα πραγματικά τους ονόματα σε δημόσιο χώρο, ίσως να κινδύνευαν όλοι.

Στη Χριστίνα, τη δεκαεξάχρονη κόρη της Φενίλδα, δεν έμοιαζε ν’αρέσει και τόσο αυτή η ιστορία. Ο Ελεσνόρος, όμως, ο δεκάχρονος γιός της, το είχε δει σαν διασκεδαστικό παιχνίδι – ευτυχώς, σκεφτόταν η Φενίλδα. Βλέποντάς το σαν παιχνίδι, δεν θα κάνει καμια ανοησία. Τα παιχνίδια του πάντα τα έπαιρνε πολύ σοβαρά.

Το κρεμαστό διαμέρισμα που είχαν νοικιάσει κρεμόταν, κοντά σ’άλλα πέντε, ανάμεσα σε τέσσερις γέφυρες της Τετράφωτης, και είχε όμορφη θέα: μεγάλους δρόμους γεμάτους καταστήματα που φώτιζαν μες στη νύχτα, κινηματογράφους, και κέντρα διασκέδασης. Αφού θα έμεναν εδώ για κάποιο καιρό, η Φενίλδα δεν έβλεπε τον λόγο γιατί να μην περνάνε όσο το δυνατόν καλύτερα.

Εκείνο που την προβλημάτιζε ήταν ώς πότε θα έμεναν εδώ. Και τι μπορούσαν να κάνουν για να δράσουν εναντίον του Κάδμου Ανθοτέχνη και των κακούργων που τον υπηρετούσαν.

Απόψε, η Φενίλδα καθόταν στον καναπέ μαζί με τον Φρανκ και είχαν τον τηλεοπτικό δέκτη ανοιχτό στη γωνία του σαλονιού. Αλλά δεν του έδιναν παρά ελάχιστη σημασία. Τα χέρια του Φρανκ είχαν αρχίσει να γλιστράνε κάτω από τη ρόμπα της Φενίλδα, κι εκείνη είχε ρίξει το αριστερό της πόδι επάνω στους μηρούς του καθώς φιλιόνταν αργά, τεμπέλικα. Ήταν η πρώτη φορά που είχαν τέτοια επιθυμία κι οι δυο τους ύστερα απ’ό,τι είχε συμβεί στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία, ύστερα από την εξαναγκαστική τους υποχώρηση στη Β’ Κατωρίγια: αισθάνονταν πολύ τσιτωμένοι.

Αλλά ούτε τώρα τα γεγονότα στις συνοικίες του Ριγοπόταμου δεν θέλησαν να τους αφήσουν ήσυχους.

«Κλερ,» είπε ο Φρανκ. «Κοίτα. Δες τι γίνεται.»

Η Φενίλδα, αναστενάζοντας, λιγάκι θυμωμένη μαζί του, έστρεψε το βλέμμα της στην οθόνη. Και συνοφρυώθηκε. «Τι... Πού συμβαίνει αυτό;» ρώτησε.

«Εδώ.» Ο Φρανκ δυνάμωσε τη φωνή του τηλεοπτικού δέκτη. «Εδώ.»

Και ύστερα παρακολουθούσαν τα νέα σχετικά με την επίθεση των πειρατών από τις Ήμερες Συνοικίες. Η επιδρομή κράτησε καμια ώρα και, συγχρόνως, διάφοροι σχολιαστές παρουσιάζονταν στην οθόνη εκφράζοντας από καταφανείς παρατηρήσεις μέχρι τελείως αβάσιμες υποθέσεις. Κανένας δεν ήξερε τι μπορούσε να σημαίνει τούτη η λεηλασία, αλλά πολλά λέγονταν. Εικασίες γίνονταν ότι οι πειρατές είχαν συμμαχήσει με τον Αλυσοδεμένο Ποιητή, όμως κανείς δεν είχε δει πουθενά πάνω στα σκάφη τους το έμβλημά του. Ήταν, βέβαια, νύχτα και τίποτα δεν φαινόταν καλά... Άλλοι, πάλι, έλεγαν πως δεν χρειαζόταν οι άρπαγες να είχαν συμμαχήσει με τον Ανθοτέχνη: και μόνο η παρουσία του τους ευνοούσε. Οι συνοικίες του Ριγοπόταμου δεν ήταν πλέον ενωμένες εναντίον τους. Η διάσπαση που είχε προκαλέσει ο Αλυσοδεμένος Ποιητής είχε δημιουργήσει ρήγμα στη μέχρι στιγμής ισχυρή άμυνά τους κατά των ληστών του Ριγοπόταμου που έρχονταν από τις Ήμερες Συνοικίες.

Η Φενίλδα, ως Πολιτάρχης της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας, δεν είχε ποτέ κανένα σπουδαίο πρόβλημα με τους πειρατές των Ήμερων Συνοικιών. Η συνοικία της ήταν δυτικά της Α’ Ανωρίγιας και της Β’ Κατωρίγιας· πολύ σπάνια οι κουρσάροι έφταναν στις όχθες της. Για να το καταφέρουν, έπρεπε πρώτα να περάσουν κρυφά από τις όχθες των άλλων συνοικιών και, μετά, να έχουν αρκετά καλό σχέδιο ώστε να μπορέσουν να υποχωρήσουν πίσω στις Ήμερες Συνοικίες χωρίς καθοδόν να τους βυθίσουν τα σκάφη της Α’ Ανωρίγιας και της Β’ Κατωρίγιας – που θα είχαν ειδοποιηθεί από τις Αρχές της Β’ Ανωρίγιας φυσικά. Το ίδιο ακριβώς ίσχυε και για την Α’ Κατωρίγια Συνοικία. Η Α’ Κατωρίγια και η Β’ Ανωρίγια, γενικά, δέχονταν ελάχιστες επιδρομές από πειρατές. Ωστόσο, συμμετείχαν κι αυτές στην ένοπλη ένωση εναντίον των αρπάγων των Ήμερων Συνοικιών – πρόσφεραν ό,τι βοήθεια μπορούσαν.

Τώρα, ο Κάδμος Ανθοτέχνης είχε προκαλέσει διάλυση των καλών σχέσεων ανάμεσα στις Ανωρίγιες και στις Κατωρίγιες Συνοικίες.

Η Φενίλδα είπε: «Έχουν δίκιο, Φρανκ. Αυτό είναι. Βρήκαν ευκαιρία κι έρχονται. Δεν υπάρχει πια καλή άμυνα στα ανατολικά των συνοικιών του Ρι–»

«Γουόλτερ,» της θύμισε ο Φρανκ. «Το όνομα μου είναι Γουόλτερ, αγάπη μου.»

Τα μάτια της Φενίλδα γούρλωσαν προς στιγμή. Είχε πέσει στην παγίδα για την οποία εξαρχής προειδοποιούσε όλη της την οικογένεια. Έπρεπε πάντα – πάντα! – να αποκαλούν ο ένας τον άλλο με τα καινούργια, τα ψεύτικα, ονόματά τους. «Σωστά,» ψιθύρισε, κι έστρεψε πάλι το βλέμμα της στην οθόνη, όπου, παρότι μια ώρα είχε περάσει και η επιδρομή είχε λάβει τέλος, σχολιαστές συνέχιζαν να μιλάνε.

Ένας τηλεπαρουσιαστής δήλωσε πως τώρα ο Πολιτάρχης, ο Εξοχότατος Γουίλιαμ Σημαδεμένος, θα έβγαζε μια ανακοίνωση για όσα είχαν συμβεί.

Η οθόνη έδειξε σύντομα τη μορφή του. Ο Σημαδεμένος – ένας κοντός άντρας με λευκό-ροζ δέρμα και γκρίζα μαλλιά που σχημάτιζαν μικρή καράφλα στην κορυφή του κεφαλιού – στεκόταν πίσω από το γραφείου του, ντυμένος μ’ένα δερμάτινο πανωφόρι που έμοιαζε πολεμικό. Θεατρινισμός, σκέφτηκε αμέσως η Φενίλδα. Θέλει να δείξει στους πολίτες του πόσο ετοιμοπόλεμος είναι. Ήξερε κι η ίδια από τέτοιους θεατρινισμούς· ήταν χρήσιμοι κατά περίσταση. Αλλά, αν ήταν πραγματικά ετοιμοπόλεμος, δεν θα είχε ποτέ συμβεί τέτοια λεηλασία στη συνοικία του!

Ο Σημαδεμένος είπε ότι η επιδρομή αυτή τούς είχε αιφνιδιάσει όλους, γιατί η Φρουρά είχε τα μάτια της στραμμένα βόρεια, στους επικίνδυνους στρατούς του Κάδμου Ανθοτέχνη. Οι ζημιές ήταν σοβαρές, και αυτό τον λυπούσε τρομερά. Αλλά ήταν κάτι που δεν θα επαναλαμβανόταν στο μέλλον. Είχαν ήδη αρχίσει να παίρνονται αυστηρότατα μέτρα ασφαλείας. Αν οι πειρατές ξαναπλησίαζαν τις όχθες τους, θα βυθίζονταν εν όψει! τόνισε υψώνοντας τη σφιγμένη γροθιά του – μοιάζοντας λιγάκι αστείος, όφειλε να παρατηρήσει η Φενίλδα. Δεν έχει τον τύπο του Πολιτάρχη-πολεμιστή, δεν το καταλαβαίνει;

Μετά, ένας δημοσιογράφος, που στεκόταν κοντά του αλλά δεν φαινόταν στην οθόνη, τον ρώτησε αν οι πειρατές ήταν σταλμένοι από τον Κάδμο Ανθοτέχνη, τον Αλυσοδεμένο Ποιητή. Ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος αποκρίθηκε ότι μέχρι στιγμής δεν είχαν καμια τέτοια πληροφορία. Οι πειρατές ίσως να είχαν απλά βρει ευκαιρία να επιτεθούν επειδή είχε διαταραχθεί η ομόνοια ανάμεσα στη Β’ Κατωρίγια και στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία. «Ο κύριος Βάρνελ-Αλντ, δυστυχώς, δεν είναι πρόθυμος για καμια συνεργασία μαζί μας,» πρόσθεσε δίχως άλλο σχόλιο επί του θέματος.

«Δέχτηκε και η Α’ Ανωρίγια επιθέσεις από τους πειρατές απόψε, κύριε Πολιτάρχη;» ρώτησε μια άλλη δημοσιογράφος.

«Αν δέχτηκε, δεν το γνωρίζω.»

«Αν δεν δέχτηκε,» είπε ένας τρίτος δημοσιογράφος, «αυτό δεν μπορεί να σημαίνει ότι οι πειρατές είναι σύμμαχοι του Αλυσοδεμένου Ποιητή, Εξοχότατε;»

«Όχι απαραίτητα.»

«Γιατί, τότε, να επιτεθούν μόνο σ’εμάς;»

«Δεν το ξέρουμε ότι έχουν επιτεθεί μόνο σ’εμάς.»

«Θα ερευνηθεί, ώστε να–;»

«Σας παρακαλώ, όχι άλλες ερωτήσεις. Αυτή τη στιγμή πρέπει να μιλήσω με διάφορα άτομα. Είναι πολλά που πρέπει να γίνουν, όπως καταλαβαίνετε. Δεν θα αφήσω,» πρόσθεσε έντονα, κοιτάζοντας τον φακό του τηλεοπτικού πομπού ευθέως, «ούτε μία ώρα τη συνοικία μας να κινδυνέψει από αυτούς τους άρπαγες του Ριγοπόταμου!»

Ύστερα από κανένα τέταρτο, η Φενίλδα και ο Φρανκ παρακολουθούσαν τον χειρότερο πολιτικό αντίπαλο του Γουίλιαμ Σημαδεμένου να μιλά στην οθόνη του τηλεοπτικού δέκτη – τον Όρπεκαλ-Λάντι. «Ο Σημαδεμένος, γι’ακόμα μια φορά, αποδεικνύει ότι είναι ανίκανος να προστατέψει επαρκώς τους δρόμους και τα λιμάνια μας. Τις προάλλες, αυτοί οι Νομάδες των Δρόμων κατακρεούργησαν βάναυσα τη Φρουρά και, κατόπιν, μυστηριωδώς εξαφανίστηκαν!» Γέλασε κοφτά. «Άκουσε κανείς τον Πολιτάρχη μας να ξαναμιλά γι’αυτούς; Ούτε φωνή ούτε ακρόαση!

»Και τώρα οι πειρατές των Ήμερων Συνοικιών φαίνεται, αν μη τι άλλο, να έχουν πάρει περισσότερο θάρρος απ’ό,τι είχαν ποτέ τα τελευταία χρόνια.

»Αλλά όλα αυτά δεν ήρθαν ούτε τυχαία ούτε απότομα. Οι αποφάσεις του Σημαδεμένου ήταν, από καιρό, κακές – πολύ κακές – για τη Β’ Κατωρίγια. Εγώ και πολλοί ακόμα προειδοποιούσαμε μα δεν εισακουγόμασταν. Εκτός των άλλων, εξαιτίας της υπέρμετρης συμπάθειας που έδειχνε ο Σημαδεμένος προς την πλουτοκρατία της Β’ Ανωρίγιας δεν μπορούμε σήμερα να έχουμε καμια πιθανότητα συνεννόησης με τους εξεγερμένους αυτής της συνοικίας. Μας εχθρεύονται όπως εχθρεύονταν το παλιό καθεστώς τους γιατί ξέρουν ότι ο Πολιτάρχης μας ήταν με το μέρος του–»

«Νομίζω, κύριε Όρπεκαλ-Λάντι,» τον διέκοψε ο δημοσιογράφος που καθόταν αντίκρυ του, «ότι ο Αλυσοδεμένος Ποιητής είναι εναντίον κάθε έννομης εξουσίας. Επετέθη στην Α’ Ανωρίγια–»

«Μα η Ραλτάνα-Ορν έκρυβε τους εξόριστους πλουτοκράτες της Β’ Ανωρίγιας· είναι της πάσης γνωστό, κύριε Φλογόκορφε! Αναμενόμενο ήταν ότι ο Ανθοτέχνης θα χτυπούσε την Α’ Ανωρίγια. Και πολύ πιθανόν να έρθει τώρα και προς εμάς–»

«Εμείς δεν κρύβουμε τους εξόριστους της Β’ Ανωρίγιας, κύριε Όρπεκαλ-Λάντι.»

«Ή, τουλάχιστον, ο Σημαδεμένος δεν λέει πως τους κρύβει.»

«Τι θέλετε να υπονοήσετε; Ότι βρίσκονται εδώ;»

«Δεν θα το απέκλεια καθόλου. Δεν βρέθηκαν νεκροί στην Α’ Ανωρίγια, σύμφωνα μ’όσα ξέρουμε. Ούτε έχει ακουστεί να είναι αιχμάλωτοι του Ανθοτέχνη. Επομένως, δεν είναι αρκετά πιθανό να βρίσκονται εδώ; Κι αν ο Σημαδεμένος τούς κρύβει – βάζοντάς μας όλους σε κίνδυνο – τότε μπορούμε να περι–»

«Κύριε Όρπεκαλ-Λάντι, ας μην κάνουμε, παρακαλώ, καταστροφικές υποθέσεις–»

«Τι ‘καταστροφικές υποθέσεις’, κύριε Φλογόκορφε; Ο Αλυσοδεμένος Ποιητής επιτίθεται σε όλους όσους κρύβουν τους εξόριστους–»

«Εμείς δεν τους κρύβουμε, κύριε Όρπεκαλ-Λάντι. Ο Εξοχότατος το έχει δηλώσει σαφέστατα.»

«Ναι, εντάξει, έτσι λέει.»

(«Τι κάθαρμα που είναι αυτός...» μουρμούρισε η Φενίλδα στον Φρανκ χωρίς να στραφεί να τον κοιτάξει. «Τον θέλω νεκρό, τον άθλιο πούστη! Νεκρό.»

Ο Φρανκ αγκάλιασε τους ώμους της, σφίγγοντάς την κοντά του. «Δεν ξέρει τίποτα, αγάπη μου. Και δεν θ’αργήσει να λάβει ό,τι του αξίζει.»)

«Ε, πώς ‘έτσι λέει’, κύριε Όρπεκαλ-Λάντι; Έχετε καμια απόδειξη – καμια ένδειξη έστω – ότι τους κρύβει;»

«Εγώ εκείνο που ξέρω, κύριε Φλογόκορφε, είναι ότι, αφού ο Ανθοτέχνης επιτέθηκε στην Α’ Ανωρίγια, εμείς είμαστε ο επόμενος φυσικός στόχος του· και ο Σημαδεμένος δεν μπορεί να μας προστατέψει, γιατί ο Ανθοτέχνης ξέρει ότι πάντα τα είχε καλά με την πλουτοκρατία της Β’ Ανωρίγιας!»

«Νομίζετε ότι κάποιος άλλος Πολιτάρχης – εσείς, για παράδειγμα – θα μπορούσε να συνεννοηθεί καλύτερα με τον Κάδμο Ανθοτέχνη;»

«Οι πιθανότητες που θα είχα θα ήταν, αναμφίβολα, μεγαλύτερες. Θα ακολουθούσα διαφορετική στρατηγική σχετικά με το όλο θέμα, κατά πρώτον.»

«Θέλετε να μας πείτε τι στρατηγική ακριβώς;»

Η Φενίλδα και ο Φρανκ συνέχισαν να παρακολουθούν την οθόνη του τηλεοπτικού τους δέκτη καθώς η νύχτα βάθαινε έξω από το κρεμαστό τους διαμέρισμα και ολάκερη η Β’ Κατωρίγια Συνοικία ήταν ανάστατη...

*

Το πανδοχείο όπου τους οδήγησε η Άνμα ονομαζόταν Βαθύρριζος και βρισκόταν στη βορειοανατολική μεριά της Τετράφωτης. Ήταν μεγάλο και είχε εξίσου μεγάλο γκαράζ. Αν και δεν ειδικευόταν στο να φιλοξενεί μισθοφόρους, η φιλοξενία μισθοφόρων δεν ήταν κάτι το σπάνιο εδώ. Άνθρωποι διαφόρων ειδών περνούσαν από τον Βαθύρριζο, καθώς η Τετράφωτη ήταν μια περιφέρεια στα σύνορα Β’ Κατωρίγιας και Φιλήκοης, και είχε πολλή κίνηση από ταξιδιώτες.

Οι Εκλεκτοί και οι άλλοι μισθοφόροι άφησαν τα οχήματά τους στο γκαράζ και πήγαν στην τραπεζαρία, όπου ο Βόρκεραμ-Βορ, η Ευμενίδα Νοράλνω, και μερικοί ακόμα αρχηγοί και ανεξάρτητοι μαχητές έκλεισαν δωμάτια για τους εαυτούς τους και τους υπόλοιπους. Ο τηλεοπτικός δέκτης της αίθουσας ήταν ανοιχτός και στην οθόνη φαίνονταν τα γεγονότα που διαδραματίζονταν στα λιμάνια του Σκηνοκράτη και της Βραχύλογης: η επιδρομή των πειρατών και οι προσπάθειες της Φρουράς να τους απωθήσει. Οι δημοσιογράφοι έμοιαζε να έχουν πρόβλημα να μείνουν για πολύ σ’ένα μέρος, γι’αυτό κιόλας τα αστικά τοπία στην οθόνη συνεχώς άλλαζαν· εκείνοι που κρατούσαν τους τηλεοπτικούς πομπούς πρέπει να βρίσκονταν τώρα σε μια γωνία, μετά πίσω από μια μισόκλειστη πόρτα, ύστερα επάνω σ’ένα μπαλκόνι ή μια ταράτσα...

Τα πολεοσημάδια μαρτυρούσαν στη Νορέλτα-Βορ και στην Άνμα ότι η πραγματικότητα εδώ δεν ήταν ακριβώς αυτή που φαινόταν, αλλά όχι υπό την έννοια ότι ήταν σκηνοθετημένη από τους δημοσιογράφους. Υπό την έννοια ότι υπήρχε κάτι κρυμμένο από πίσω. Κάποιου είδους σχεδιασμός. Προμελέτη.

Η Ολντράθα μπορούσε να διακρίνει μόνο πόνο στα σημάδια της Πόλης, και αισθανόταν σαν ο πόνος να ήταν και δικός της.

Οι μισθοφόροι μιλούσαν αναμεταξύ τους, περισσότερο ή λιγότερο δυνατά. Όλα αυτά που έβλεπαν σήμαιναν ότι σύντομα θα είχαν δουλειά εδώ. Ο Πολιτάρχης, αναμφίβολα, θα χρειαζόταν ανθρώπους για να προστατέψουν τους δρόμους του.

Σχολιαστές παρουσιάζονταν στην οθόνη, καθώς τα γεγονότα εκτυλίσσονταν, για να κάνουν υποθέσεις και εικασίες, και για να πουν πράγματα που έμοιαζαν ανούσια και προφανή. Όταν η επιδρομή τελείωσε – καμια ώρα αφότου είχε ξεκινήσει – ο Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, Γουίλιαμ Σημαδεμένος, εμφανίστηκε για να βγάλει έναν σύντομο λόγο για όλα όσα είχαν συμβεί και για να διαβεβαιώσει ότι θα φρόντιζε για τη φύλαξη της συνοικίας. Οι δημοσιογράφοι που βρίσκονταν κοντά του του έκαναν κάποιες ερωτήσεις, αλλά οι απαντήσεις του ήταν, γενικά, ασαφείς, και φρόντισε γρήγορα να τελειώσει μαζί τους.

Η Φοριντέλα-Ράο ρώτησε τις δύο Θυγατέρες με τις οποίες μοιραζόταν το τραπέζι: «Ήταν ή δεν ήταν άνθρωποι του Ανθοτέχνη οι πειρατές;»

«Μπορεί,» αποκρίθηκε η Άνμα συλλογισμένα.

Και η Νορέλτα κατένευσε. «Μπορεί,» είπε κι εκείνη, σαν ηχώ.

«Τι ‘μπορεί’; Δεν... διακρίνατε κάτι;»

«Το μόνο που διέκρινα εγώ, Φοριντέλα,» εξήγησε η Νορέλτα, «είναι πως τίποτα δεν ήταν ακριβώς όπως φαινόταν.»

Η Άνμα συμφώνησε μ’ένα κοφτό κούνημα του κεφαλιού. «Κάτι κρυμμένο από πίσω. Προσχεδιασμένο.»

«Ακριβώς,» είπε η Νορέλτα.

«Κάτι κρυμμένο πίσω από τους πειρατές;» ρώτησε η Φοριντέλα.

«Ναι,» απάντησε η Νορέλτα, και η Άνμα ένευσε, πίνοντας μια γουλιά απ’τη μπίρα της.

«Θα μπορούσε, δηλαδή, να είναι και ο Αλυσοδεμένος Ποιητής;»

«Θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε, Φοριντέλα.»

Ο Βόρκεραμ-Βορ πλησίασε, ύστερα από λίγο, το τραπέζι τους για να καθίσει κοντά τους και να τους κάνει τις ίδιες ερωτήσεις περίπου που τους είχε κάνει η Φοριντέλα-Ράο. Και έλαβε, φυσικά, τις ίδιες απαντήσεις.

«Τι σου είπε η Ολντράθα;» θέλησε να μάθει η Νορέλτα-Βορ. «Δε σου είπε τίποτα;»

«Μόνο πόνο είπε ότι μπορούσε να διακρίνει. Μόνο πόνο.»

Η Νορέλτα και η Άνμα αλληλοκοιτάχτηκαν. Καμια Θυγατέρα δεν ήταν ίδια με την άλλη. Μάλιστα, κι οι δύο ήξεραν ότι υπήρχαν περιπτώσεις που η Πόλη αποκάλυπτε τελείως διαφορετικά πράγματα σε δύο ή περισσότερες Θυγατέρες που παρατηρούσαν μια κατάσταση ή ένα γεγονός.

«Δεν έχει άδικο,» αποκρίθηκε η Νορέλτα στον ξάδελφό της.

Στην οθόνη, ύστερα, παρουσιάστηκε ένας πολιτικός που ονομαζόταν Όρπεκαλ-Λάντι, κι απ’αυτά που έλεγε ήταν καταφανές ότι ήταν εχθρός του τωρινού Πολιτάρχη. Στη Νορέλτα-Βορ δεν άρεσε το ύφος του· της θύμιζε ύφος γύπα του Κρόνου. Ωστόσο, ίσως να έκανε καλό στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία, όφειλε να σκεφτεί, αν όντως μπορούσε να πραγματοποιήσει τα όσα ισχυριζόταν. Αν όντως μπορούσε να φτάσει σε κάποια συμφωνία με τον Κάδμο Ανθοτέχνη ώστε να αποφευχθεί ο πόλεμος.

Αυτό, όμως, ίσως να μη συμφέρει τους ανθρώπους του ξαδέλφου μου... Οι μισθοφόροι δεν πληρώνονταν το ίδιο καλά σε περιόδους ειρήνης. Αν και, βέβαια, τότε ήταν λιγότερο επικίνδυνες οι δουλειές τους.

Η Νορέλτα, απομακρύνοντας τούτες τις σκέψεις, έστρεψε πάλι το μυαλό της στον πραγματικό λόγο που βρισκόταν στις συνοικίες του Ριγοπόταμου και στη Β’ Κατωρίγια συγκεκριμένα: Έστρεψε το μυαλό της στη Μιράντα.

Στον τηλεοπτικό δέκτη κανείς δεν έλεγε τώρα τίποτα για τους Νομάδες των Δρόμων, και ούτε μάλλον θα έλεγε στο άμεσο μέλλον, αν τα γεγονότα συνεχίζονταν έτσι. Επομένως, η Νορέλτα θα έπρεπε να αναζητήσει πληροφορίες αλλού... Αλλά πού;

Πώς μπορούσε να μάθει πού κρατούνταν οι Νομάδες; Απ’όσα είχε πει ο Όρπεκαλ-Λάντι, αυτό δεν ήταν γνωστό παρά σε ελάχιστους. Μόνο στον ίδιο τον Πολιτάρχη, ίσως, και σε κοντινούς του ανθρώπους. Και σε κάποιους της Φρουράς, αναμφίβολα.

Η Νορέλτα-Βορ αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε, πιθανώς, να παρεισφρήσει μέσα στους αριστοκράτες της Β’ Κατωρίγιας ώστε, τελικά, να πλησιάσει τα άτομα που είχαν τις πληροφορίες που χρειαζόταν. Δε θα ήταν η πρώτη φορά που δρούσε έτσι. Ήταν καλή να μπαίνει σε κοινωνικούς κύκλους.

Προτού οι μισθοφόροι, κουρασμένοι από τη νυχτερινή τους πορεία, πάνε στα καταλύματά τους για να κοιμηθούν, ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας ζύγωσε τη Νορέλτα και της πρότεινε να έρθει στο δωμάτιό του. «Είναι όλο δικό μου,» της είπε· «κανείς άλλος δεν είν’ εκεί. Έτσι όπως φαίνεται, άλλωστε, θα μαζέψουμε λεφτά από τούτη τη συνοικία, οπότε δε χρειάζεται νάμαστε φειδωλοί,» χαμογέλασε.

Η Νορέλτα τού επέστρεψε το χαμόγελο. «Ποτέ δεν ήμουν φειδωλή,» του είπε, προσθέτοντας με τρόπο που ήξερε ότι θα τον δελέαζε: «Σε τίποτα.»

Ο Άβαντας γέλασε κι έβαλε το χέρι του στους ώμους της. «Πάμε, τότε;»

Η Νορέλτα ένευσε, και βάδισαν μαζί προς τη σκάλα του πανδοχείου.

Η Φοριντέλα-Ράο, καθισμένη ακόμα στο τραπέζι μαζί με την Άνμα, τους κοίταζε να απομακρύνονται και να χάνονται από τα μάτια της. «Ευτυχώς που δεν πρότεινε και σ’εμάς να κοιμηθούμε μαζί τους,» είπε, καπνίζοντας το τσιγάρο της με την πλάτη ακουμπισμένη στην καρέκλα, νιώθοντας ένα ελαφρύ φούσκωμα από το φαγητό.

«Γιατί ‘ευτυχώς’;» είπε η Άνμα. «Ίσως να είχε πλάκα. Η Νορέλτα μού φαίνεται πως είναι όλο υποσχέσεις που δεν μπορεί να κρατήσει.»

*

Οι Νομάδες των Δρόμων δεν ξεκουράζονταν σε σκηνές απόψε, ούτε μέσα σε κάποιο ερειπωμένο οικοδόμημα. Ο Βάρνελ-Αλντ, με αίτημα του Κάδμου Ανθοτέχνη, τους είχε παραχωρήσει ένα από τα χτυπημένα, αλλά όχι διαλυμένα, οικοδομήματα του Μεγάλου Λιμανιού. Μια πολυκατοικία που δεν κατοικείτο από κανέναν άλλο, επί του παρόντος, και τους χωρούσε χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα, παρότι, αριθμώντας πάνω από τριακόσιοι-πενήντα, ήταν αρκετά άτομα. Τα οχήματά τους τα είχαν σταθμεύσει σ’ένα μεγάλο γκαράζ, όχι μακριά από εδώ.

Ο Θόρινταλ στεκόταν τώρα σ’ένα μπαλκόνι και κοίταζε προς τον Ριγοπόταμο. Η πολυκατοικία δεν βρισκόταν πλάι στις αποβάθρες, μα δεν απείχε και πολύ από εκεί: ένας δρόμος τη χώριζε από αυτές. Μπορούσες άνετα να τις δεις. Ο Θόρινταλ, όμως, δεν έδινε σημασία στα αραγμένα σκάφη εκεί, γιατί στο βάθος, μακριά, πολύ μακριά, διέκρινε λάμψεις και... φωτιές ίσως. Τι γινόταν; Ναυμαχία; Ή, μήπως...;

Μήπως η μάχη δεν ήταν καν επάνω στα νερά του ποταμού αλλά στις αντικρινές όχθες; Στις όχθες της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας; Πολύ πιθανόν, σκέφτηκε. Η απόσταση είναι τόσο μεγάλη που μετά βίας φαίνεται αυτό που συμβαίνει...

Παρότι κουρασμένος από όλη την ημέρα που δούλευε μαζί με τους άλλους Νομάδες για την ανοικοδόμηση του Μεγάλου Λιμανιού, ήθελε να πάρει λίγο νυχτερινό αέρα, γι’αυτό κιόλας είχε βγει εδώ, στο μπαλκόνι. Κατά τύχη είχε δει τις λάμψεις στα νότια, μέσα στη νύχτα.

Δίπλα του, στη μεταλλική κουπαστή του μπαλκονιού, ο πολεοπλάστης σκαρφάλωσε απρόσμενα, ξαφνιάζοντάς τον.

«Πού ήσουν εσύ;» είπε ο Θόρινταλ. Τον είχε χάσει σήμερα· κάπου ήταν κρυμμένος. Αναρωτιόταν μήπως το παράξενο ζιζάνιο είχε εξαφανιστεί, αν και δεν το πίστευε αληθινά· του φαινόταν πως ο πολεοπλάστης ήταν αποφασισμένος να μείνει μαζί τους.

Ο πολεοπλάστης μίλησε τώρα σ’εκείνη τη γρήγορη, συριστική γλώσσα του. Δεν είπε πολλά – δυο, τρεις κουβέντες – αλλά ο Θόρινταλ, φυσικά, δεν κατάλαβε τίποτα.

Μειδίασε. «Δε φαίνεται να μπορούμε να συνεννοηθούμε...» Ύστερα, όμως, θυμήθηκε εκείνη την πρώτη τους επαφή, που ήταν καθαρά ενεργειακής φύσης. Δεν είχε ξαναεπιχειρήσει να έρθει σε τέτοια επαφή με τον πολεοπλάστη.

Είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή; Τώρα που είμαι τόσο κουρασμένος; Το σώμα του πονούσε από τις δουλειές στο Μεγάλο Λιμάνι. Αλλά το μυαλό του όχι. Το μυαλό του ήταν αρκετά ξεκούραστο. Και η μαγεία του είχε περισσότερο σχέση με το μυαλό του και λιγότερο με το σώμα του.

Ο Θόρινταλ έτεινε το χέρι του προς τον πολεοπλάστη, με τον δείκτη τεντωμένο και τα υπόλοιπα δάχτυλα μαζεμένα, αν και όχι κλειστά ως γροθιά.

Τα μάτια του μικρού μεταλλικού πλάσματος αναβόσβησαν έντονα παρατηρώντας τον. Ύστερα, η ουρά του άγγιξε την άκρη του δείκτη του Θόρινταλ–

(μια ενεργειακή λάμψη ανάμεσά τους)

–η ενέργεια διέτρεξε το χέρι του, έφτασε στον αυχένα του, στο μυαλό του–

–φωτίζοντάς το–

–και ο Θόρινταλ είχε, περίπου, εκείνη την αίσθηση που είχε και όταν ερχόταν, άλλες φορές, σε επαφή με μηχανές. Περίπου.

Το μυαλό του γέμισε με αναμνήσεις – στιγμιαίες εικόνες – που δεν ήταν δικές του. Πέρασαν μπροστά από τα νοητικά του μάτια σαν γρήγορη κινηματογραφική προβολή. Ερειπωμένα δωμάτια, μηχανήματα, το εσωτερικό μηχανημάτων, κυκλώματα, έμβολα, γρανάζια, σωληνώσεις, πέτρες, μέταλλα, γυαλιά...

Βλέπω την ημέρα του πολεοπλάστη, συνειδητοποίησε. Αλλά το μυαλό του δεν μπορούσε να τη συλλάβει πλήρως. Και ήταν, μάλιστα, αξιοπερίεργο, όφειλε φευγαλέα να σκεφτεί, που μπορούσε να τη συλλάβει έστω και τόσο όσο τη συλλάμβανε. Ο νους του πολεοπλάστη ήταν, αναμφίβολα, τελείως διαφορετικός από τον δικό του.

Αλλά επικοινωνούμε σαν μηχανές... Είμαι κι εγώ μια μηχανή. Το σώμα μου είναι μια βιολογική μηχανή. Και ο πολεοπλάστης... τι είδους μηχανή είναι ο πολεοπλάστης;

Οι εικόνες διαλύθηκαν απ’το μυαλό του, σκορπίστηκαν σαν να είχε φυσήξει ένας ξαφνικός πνευματικός-ενεργειακός άνεμος.

Ο Θόρινταλ βλεφάρισε, βλέποντας λάμψεις και φασματικές μορφές μπροστά στα μάτια του – απομεινάρια της επαφής με τον πολεοπλάστη. Το χέρι του έτρεμε, ακόμα τεντωμένο. Η ουρά του μικρού πλάσματος είχε απομακρυνθεί από το δάχτυλό του. Τα μάτια του αναβόσβησαν ξανά. Το στόμα του είπε κάτι γρήγορο και συρικτό. Τελείως ακατανόητο.

Ο Θόρινταλ ξεροκατάπιε. «Πέρασες ωραία, ελπίζω...» μουρμούρισε, αναφερόμενος στην ημέρα του πολεοπλάστη. Κι αναρωτήθηκε αν κι ο πολεοπλάστης είχε δει τη δική του ημέρα ως φευγαλέες αναμνήσεις.

«Έχεις κάνει έναν καινούργιο φίλο,» ακούστηκε μια φωνή από δίπλα.

Ο Θόρινταλ στράφηκε και είδε στο πλαϊνό μπαλκόνι μια σκιερή φιγούρα να στέκεται, τυλιγμένη με κάπα και κουκουλωμένη.

«Δεν ξέρω γιατί σ’έχει ακολουθήσει, αλλά σίγουρα έχει τους δικούς του λόγους.» Η φωνή δεν ήταν άγνωστη.

«Κορίνα...»

Τα πράσινα μάτια της γυάλισαν μέσα απ’το σκοτάδι της κουκούλας της. «Μη με βλέπεις τόσο εχθρικά, Θόρινταλ.»

«Δυσκολεύομαι να σε δω αλλιώς, όταν θυμάμαι τι έχεις κάνει.»

Ο πολεοπλάστης είχε επίσης στραφεί στην Κορίνα και την ατένιζε ακίνητος, με την ουρά του ορθωμένη, αμυντικά ίσως.

«Σας έσωσα από τη Β’ Κατωρίγια Συνοικία...»

«Εξαιτίας σου είχαμε βρεθεί φυλακισμένοι εκεί. Εσύ εξαφάνισες την Εύνοια και τη Μιράντα!» Η Κορίνα δεν το είχε, φυσικά, ποτέ παραδεχτεί αυτό· αλλά τι άλλη αιτία μπορεί να υπήρχε για την εξαφάνισή τους; «Εσύ σκότωσες τον Δεινοχάρη και τη Γιάαμκα!»

«Δεν καταλαβαίνεις πολλά, Θόρινταλ, αν και οι ικανότητές σου είναι... αξιοσημείωτες.»

Τα μάτια του στένεψαν, παρατηρώντας την. Τι εννοούσε; Ξέρει ότι μπορώ να δω τους αόρατους δαίμονές της; Φυσικά και το ξέρει. Εγώ δεν τους έδιωξα στην Ανεμόζωη; Ήξερε, όμως, επίσης ότι ο Θόρινταλ είχε ανακαλύψει πως ο καθένας μπορούσε να δει αυτούς τους δαίμονες κλείνοντας απλά τα βλέφαρά του;

Η Κορίνα μίλησε ξαφνικά στον πολεοπλάστη. Στην παράξενη γλώσσα του.

Το μεταλλικό πλάσμα απάντησε, κουνώντας νευρικά την ουρά του. Τα μάτια του αναβόσβηναν.

Για λίγο, η Θυγατέρα της Πόλης και ο πολεοπλάστης συζητούσαν· μετά, η Κορίνα γέλασε και είπε στον Θόρινταλ: «Ξέρεις γιατί σας ακολουθεί;»

«Γιατί;»

«Είναι εξόριστος από τις φυλές των πολεοπλαστών της αρχαίας υπόγειας πόλης. Δεν τον συμπαθούν καθόλου.»

Ο Θόρινταλ λοξοκοίταξε τον πολεοπλάστη, ο οποίος τώρα έμοιαζε συλλογισμένος: το κεφάλι του ήταν κατεβασμένο, η ουρά του έγερνε στο πλάι, τα μάτια του δεν αναβόσβηναν και η φωτεινότητά τους είχε ελαττωθεί.

«Γνωρίζεις τη γλώσσα τους...» είπε ο Θόρινταλ στην Κορίνα.

«Μπορώ να σ’τη μάθω.»

Δεν ήξερε αν έπρεπε να την εμπιστευτεί, ακόμα και για κάτι που έμοιαζε άκακο. «Είναι τόσο εύκολο;»

«Τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Και δεν είσαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, Θόρινταλ. Το έβλεπε και η Εύνοια αυτό.»

«Εννοείς ότι είμαι σαμάνος...»

«Δεν είσαι οποιοσδήποτε σαμάνος.»

«Κανένας μάγος των δρόμων δεν είναι ίδιος με τους άλλους.»

«Αυτό είναι αλήθεια,» παραδέχτηκε η Κορίνα· και συνέχισε: «Θα μου έκανες μια χάρη, Θόρινταλ;»

Αυτό ήταν ύποπτο. «Τι χάρη;» Ας μάθαινε, τουλάχιστον· είχε την περιέργεια. (Η περιέργεια μπορεί να αποδειχτεί επικίνδυνη! τον προειδοποίησε ένα παράπλευρο μέρος του μυαλού του.)

«Θέλω να βρεις μια γυναίκα που θα σου δείξω. Θέλω να τη βρεις όπως προσπαθούσες να βρεις τη Μιράντα και την Εύνοια.»

«Αυτές τις ξέρω καλά.»

«Δε χρειάζεται, όμως, να ξέρεις καλά κάποιον για να τον εντοπίσεις, έτσι δεν είναι; Στην αρχή, βρήκες τους Νομάδες των Δρόμων μέσα στην Αμφίνομη χωρίς να τους έχεις ξαναδεί.»

«Τους είχα ξαναδεί... σε φωτογραφίες. Και είναι μια πολύ μεγάλη ομάδα. Είναι πιο εύκολο να βρω μια μεγάλη ομάδα από ένα μεμονωμένο άτομο.»

«Θα σου δώσω τη φωτογραφία της.»

«Γιατί θέλεις να την εντοπίσω;»

«Για το καλό όλων μας. Κι αν με βοηθήσεις, θα σε διδάξω τη γλώσσα των πολεοπλαστών, Θόρινταλ. Το υπόσχομαι.»

«Τι είναι αυτή η γυναίκα; Αδελφή σου;»

«Έχει σημασία;»

«Θες να την εξαφανίσεις, όπως τη Μιράντα και την Εύνοια;»

«Θέλω να της μιλήσω απλώς.»

«Δείξε μου τη φωτογραφία.» Ο Θόρινταλ, πλησιάζοντας την άκρη του μπαλκονιού, έτεινε το χέρι του μέσα στο διπλανό μπαλκόνι, προς την Κορίνα.

«Δε θέλω να τη βρεις τώρα. Δεν είναι τώρα εδώ. Αλλά σύντομα θα έρθει. Δε θ’αργήσει. Και τότε θέλω να την εντοπίσεις... προτού κάνει κάτι πολύ κακό για όλους μας.»

Ο Θόρινταλ συνοφρυώθηκε. «Τι κακό;»

«Θα σκοτώσει τον Κάδμο. Τουλάχιστον, αυτό έχει στο μυαλό της.»

«Τον Ανθοτέχνη; Τον Αλυσοδεμένο Ποιητή;»

«Ναι.»

«Και γιατί να με νοιάζει εμένα για τον Αλυσοδεμένο Ποιητή;»

«Σας βοήθησε. Σας έχει, μάλιστα, συμπαθήσει.»

«Πολύ συγκινητικό.»

Η Κορίνα γέλασε. «Μη γίνεσαι τόσο κυνικός, Θόρινταλ! Δεν σου πάει.»

«Κοίτα ποια μιλάει...»

Η Κορίνα ξαναγέλασε. «Μου αρέσεις, Θόρινταλ. Μου αρέσεις πολύ. Μη με παρεξηγείς – δεν το εννοώ ερωτικά.»

Ευτυχώς... σκέφτηκε ειρωνικά ο σαμάνος. «Γιατί να σε βοηθήσω να βοηθήσεις τον Ανθοτέχνη;» τη ρώτησε.

«Γιατί, κατά πρώτον, όλοι οι Νομάδες χρωστάτε σ’εμένα το ότι τώρα είστε ασφαλείς. Γιατί, κατά δεύτερον, ο Κάδμος πραγματικά σας έχει συμπαθήσει, και σας συμφέρει να είναι ζωντανός. Γιατί, κατά τρίτον, θα σε διδάξω τη γλώσσα των πολεοπλαστών, όπως υποσχέθηκα. Και γιατί, κατά τέταρτον, θα με θυμώσεις πολύ αν δεν με βοηθήσεις. Ίσως να μετανιώσω, μάλιστα, που σας έφερα εδώ, σ’ένα μέρος ασφάλειας για εσάς.»

Απειλή ήταν αυτή τώρα; σκέφτηκε ο Θόρινταλ. Μάλλον ναι... Θα έβαζε, πιθανώς, τους Νομάδες σε κίνδυνο αν της έλεγε όχι; Μάλλον ναι...

Γαμώτο! Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος! Δεν του άρεσε καθόλου που έπρεπε να πάρει μια τέτοια απόφαση. Αυτή ήταν, κανονικά, μια απόφαση για τον Κοντό Φριτς.

Αλλά εκείνος δεν ήταν τώρα εδώ. Και, μάλλον, η Κορίνα δεν θα συμφωνούσε να τον καλέσουν για να τον ρωτήσουν...

Ο Θόρινταλ τής είπε: «Όταν θέλεις έλα να με βρεις και θα δω τι μπορώ να κάνω. Έχε υπόψη σου, όμως, ότι ίσως να μην τα καταφέρω. Η μαγεία μου δεν είναι όπως των μάγων των μαγικών ταγμάτων–»

«Γνωρίζω από σαμάνους,» τον διαβεβαίωσε η Κορίνα. «Πήγαινε τώρα μέσα. Οι άλλοι προσπαθούν να πιάσουν ένα κανάλι και δυσκολεύονται. Ο φίλος σου» – τα πράσινα μάτια της στράφηκαν προς στιγμή στον πολεοπλάστη – «ίσως να μπορεί να τους εξυπηρετήσει.» Και, γυρίζοντας, η Κορίνα γλίστρησε μέσα στις σκιές του διπλανού μπαλκονιού, μπήκε στη μισάνοιχτη πόρτα.

Ο Θόρινταλ αναστέναξε. «Τι νομίζεις γι’αυτή την τρελή, μάστορα;» ρώτησε τον πολεοπλάστη.

Εκείνος εκστόμισε τρεις κουβέντες στη γλώσσα του, μοιάζοντας κουρασμένος ή προβληματισμένος. Τι του είχε πει, άραγε, η Κορίνα; Είχαν συζητήσει και πράγματα τα οποία δεν είχε αναφέρει στον Θόρινταλ; Πολύ πιθανόν.

Ο σαμάνος στράφηκε, μπαίνοντας στο διαμέρισμα που μοιραζόταν με άλλους Νομάδες. Στο σαλόνι κάθονταν η Μαρίνα, η Λάρνια, ο Εύθυμος, ο Μαυρογένης, και ο Βίκτορας· και ο Βόντεκ, που ήξερε από μηχανές, προσπαθούσε να ρυθμίσει κάτι στον τηλεοπτικό δέκτη. Παράσιτα φαίνονταν στην οθόνη και φευγαλέες εικόνες. Εικόνες γεμάτες σκιερούς δρόμους, και φωτιές, και σκοτεινές φιγούρες, και λάμψεις από κάννες όπλων, και κανένας τηλεπαρουσιαστής στο πλάι...

«Τι κάνεις εκεί;» ρώτησε ο Θόρινταλ.

«Προσπαθεί να πιάσει ένα κανάλι που νομίζει ότι είναι της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας,» είπε η Λάρνια.

«Δεν το ‘νομίζω’,» τόνισε ο Βόντεκ, σκαλίζοντας τον τηλεοπτικό δέκτη μ’ένα εργαλείο· «είναι της Β’ Κατωρίγιας. Και κάτι γίνεται εκεί, στα λιμάνια. Κάποια καταστροφή.»

Ο Θόρινταλ, ενθυμούμενος τα λόγια της Κορίνας, κοίταξε τον πολεοπλάστη πλάι του, στο πάτωμα, ο οποίος δεν έφτανε ούτε ώς το γόνατό του. Το βλέμμα του σαμάνου ήταν ερωτηματικό. «Μπορείς να βοηθήσεις;»

Το μικρό μεταλλικό πλάσμα πρέπει, κάπως, να τον κατάλαβε. Ίσως να έπιασε τον τόνο στη φωνή του. Και ήταν προφανές, άλλωστε, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τον τηλεοπτικό δέκτη.

Ο πολεοπλάστης βάδισε προς την οθόνη.

«Απομακρύνσου,» είπε ο Θόρινταλ στον Βόντεκ.

«Τι;»

«Απομακρύνσου.»

Ο πολεοπλάστης ευέλικτα ανέβηκε στο τραπεζάκι όπου ήταν η οθόνη και, καθώς ο Βόντεκ έκανε ένα βήμα πίσω (κοιτάζοντας το μεταλλικό πλάσμα με κάποιο φόβο), άπλωσε την ουρά του και έχωσε μέσα στον τηλεοπτικό δέκτη την άκρη της, που θύμιζε αιχμηρό εργαλείο. Τα παράσιτα στην οθόνη έγιναν... παράξενα. Μόνο έτσι θα μπορούσε να τα χαρακτηρίσει ο Θόρινταλ.

«Τι στα μυαλά του Σκοτοδαίμονος...» μουρμούρισε η Μαρίνα, κοιτάζοντας με μάτια γουρλωμένα όπως κι οι υπόλοιποι.

«Περιμένετε,» τους είπε ο Θόρινταλ.

«Είσαι σίγουρος ότι αυτό το τερατάκι δεν θα μας σκοτώσει όλους, σαμάνε;» ρώτησε ο Βόντεκ.

«Οι τηλεοπτικοί δέκτες δεν είναι όπλα, Βόντεκ. Όχι συνήθως.»

«Εεε...» ο Μαυρογένης έτριψε το κεφάλι του νευρικά, «εγώ λέω να την κάνουμε, να πούμε, σιγά-σιγά. Και... και μετά βλέπουμε...» Σηκώθηκε απ’την καρέκλα του.

Ο Βίκτορας τον έπιασε απ’τον αγκώνα. «Κάτσε, ρε! Περίμενε, γαμώτο· στάσου. Δε θα εκραγεί κιόλας το γαμημένο!»

Τα παράσιτα στην οθόνη θύμιζαν ενεργειακό δίκτυ, τώρα, και μετά από λίγο τη γέμισαν τελείως: την πλημμύρισαν με δυνατό φως. Τα άλλα φώτα του δωματίου έσβησαν, μόνο το δικό της απέμεινε.

«Γαμήσου!» αναφώνησε ο Μαυρογένης καθώς πεταγόταν όρθιος. «Πάμε ρε να φύγουμ’ από δω!»

Τα φώτα άναψαν πάλι, και η οθόνη έδειχνε τώρα συγκρούσεις σε κάποιο λιμάνι. Ο πολεοπλάστης είχε βγάλει την ουρά του από τον τηλεοπτικό δέκτη και στεκόταν παραδίπλα. Τα μάτια του ήταν στραμμένα στον Θόρινταλ. Αναβόσβησαν δυο φορές. Ερωτηματικά, μάλλον. Σαν να έλεγε: Όλα εντάξει;

Ο σαμάνος τού έκανε νόημα πως όλα ήταν εντάξει.

Μετά από λίγο, καθώς άκουγαν τα όσα λέγονταν από την οθόνη, συνειδητοποίησε πως ο χαλασμός που γινόταν στα λιμάνια της Β’ Κατωρίγιας πρέπει να ήταν οι λάμψεις και οι φωτιές που είχε δει αντίκρυ του όσο στεκόταν στο μπαλκόνι. Επιδρομή πειρατών. Η χειρότερη που είχε συμβεί τα τελευταία χρόνια, ισχυρίζονταν οι σχολιαστές, ενώ κάποιοι είκαζαν ότι ίσως οι κουρσάροι να ήταν άνθρωποι του Ανθοτέχνη.

Ο Θόρινταλ αναρωτήθηκε αν αυτό αλήθευε.

Όταν και ο Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας είχε μιλήσει η οθόνη άρχισε πάλι να δείχνει έντονα παράσιτα. Ό,τι κι αν της είχε κάνει ο πολεοπλάστης δεν ήταν μόνιμο, προφανώς.

Ύστερα από κάποια ώρα ακόμα δεν μπορούσαν καθόλου να παρακολουθήσουν το συγκεκριμένο κανάλι. Αλλά δεν τους ενδιέφερε πλέον τι έλεγε. Είχαν καταλάβει ό,τι ήταν να καταλάβουν, και συζητούσαν αναμεταξύ τους.

*

Τα δύο πειρατικά σκάφη μπήκαν σ’ένα καλυμμένο σημείο του Μεγάλου Λιμανιού κρυμμένα στο σκοτάδι της νύχτας. Εκεί κάποια μέλη συμμοριών από τον στρατό του Αλυσοδεμένου Ποιητή περίμεναν για να προσφέρουν ό,τι βοήθεια μπορούσαν στα χτυπημένα πλοία και στους τραυματίες.

Ο Βάρνελ-Αλντ στεκόταν έξω από ένα εξάτροχο όχημα παρακολουθώντας από απόσταση, σε μέρος όπου δεν μπορούσαν εύκολα να τον δουν, ενώ κάπνιζε ένα τσιγάρο μέσα στην έντονη ψύχρα. Οι σωματοφύλακές του ήταν γύρω του, αλλά όχι πολύ κοντά του, πάντοτε σε επιφυλακή.

Δύο φιγούρες βγήκαν από τα σκοτάδια, πλησιάζοντας προς τη μεριά του νέου Πολιτάρχη.

Οι σωματοφύλακες ύψωσαν τα πιστόλια τους, τράβηξαν λεπίδες από θηκάρια. «Ακίνητοι!» πρόσταξε ένας.

Η Τζέσικα γέλασε. «Δεν είμαστε εμείς ο εχθρός!»

Ο Βάρνελ έκανε νόημα στους μισθοφόρους του να χαλαρώσουν. «Εντάξει,» είπε. «Εντάξει.»

Η Τζέσικα και ο Ζιλμόρος τον πλησίασαν. Ο δεύτερος, ως συνήθως, φορούσε τα μαύρα γυαλιά του παρότι νύχτα. Η πρώτη, παραδόξως, δεν είχε τώρα στον ώμο της εκείνο το πτηνό, παρατήρησε ο Βάρνελ-Αλντ.

«Είχες δίκιο,» της είπε. «Δεν άργησαν να επιτεθούν.»

Η Τζέσικα ένευσε. «Ναι. Τους είδαμε από τον ποταμό. Έδωσαν ένα γερό χτύπημα στις όχθες της Β’ Κατωρίγιας. Αλλά μπορούν να κάνουν και καλύτερα πράγματα.»

«Τι εννοείς;»

Η Τζέσικα ύψωσε το χέρι της στον αέρα και ο Αστρομάτης κατέβηκε από τον νυχτερινό ουρανό, φτεροκοπώντας, για να γαντζωθεί στον πήχη της. «Μπορούν να έρθουν ακόμα περισσότεροι κουρσάροι, Βάρνελ. Αυτή η επιδρομή ήταν δοκιμαστική, για να ελέγξουν την αξιοπιστία μας. Από αύριο ή μεθαύριο βράδυ θα ξεκινήσει το πραγματικό πλιάτσικο.» Γέλασε, και τα γκρίζα μάτια της στραφτάλισαν. «Θα γίνει χαμός!»

/7\

Ένας αιματηρός γάμος από το παρελθόν· η Φοίβη ακολουθεί τα σημάδια που την οδηγούν προς τον στόχο της· ο Ερκάνης χάνει έναν πολύτιμο σύμμαχο.

Ήταν η μέρα του γάμου της. Η τελετή είχε αρχίσει, μέσα στην αίθουσα ενός μεγάλου εστιατορίου της Ακροδάκτυλης. Τα φώτα έλαμπαν σαν άστρα. Κόσμος ήταν συγκεντρωμένος. Μια ιέρεια του Κρόνου τελούσε το μυστήριο, ενώ εκείνη και ο Σάρβεθεκ στέκονταν αντίκρυ της με τα χέρια τους ενωμένα. Ησυχία απλωνόταν παντού, η οποία έσπαγε μόνο από τη φωνή της ιερωμένης–

Θόρυβος, ξαφνικά, από έξω! Φωνές, ποδοβολητά, πυροβολισμοί.

Η Παντοκράτειρα ζει! Η Παντοκράτειρα ζει! Η Παντοκράτειρα είναι μαζί μας!

Οι Νοσταλγοί του Λευκού. Ο κόσμος μέσα στην αίθουσα πανικοβλήθηκε. Όλοι τους γνώριζαν αυτούς τους παράφρονες που προσπαθούσαν να επαναφέρουν το πρόσφατα νεκρό καθεστώς της Συμπαντικής Παντοκρατορίας. Η φατρία τους περιλάμβανε παλιούς στρατιωτικούς της Παντοκράτειρας, παλιούς πράκτορές της, και διάφορους άλλους που δεν πίστευαν ότι ο πόλεμος είχε ακόμα τελειώσει παρότι τα πάντα έδειχναν το αντίθετο. Η Πολιτάρχης της Ακροδάκτυλης είχε δηλώσει πως σύντομα θα συλλαμβάνονταν ως παράνομοι, ή θα εξολοθρεύονταν, αλλά μέχρι στιγμής ούτε το ένα είχε συμβεί ούτε το άλλο.

Και τώρα βρίσκονταν γύρω από το εστιατόριο, πυροβολώντας και φωνάζοντας:

Η Παντοκράτειρα είναι μαζί μας! Η Παντοκράτειρα ζει! Η Παντοκράτειρα ζει!

«Πάμε!» είπε ο Σάρβεθεκ στη Φοίβη σφίγγοντας τα χέρια της μέσα στα δικά του, φοβισμένος. «Πάμε.»

«Περίμενε. Είναι απέξω, αγάπη μου!»

Ο κόσμος μέσα στην αίθουσα ήταν τρομαγμένος: μουρμούριζε, φώναζε. Ορισμένοι έλεγαν στους άλλους να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους. Η Φοίβη είδε δυο γνωστούς της να τραβάνε πιστόλια από τα ρούχα τους.

Και μετά, η μεγάλη τζαμαρία έσπασε. Άντρες και γυναίκες με λευκές στολές παρουσιάστηκαν, οπλισμένοι, εξαγριωμένοι. Οι Νοσταλγοί του Λευκού.

«Μην πυροβολείτε!» τους φώναξε μια φίλη της Φοίβης. «Γίνεται γάμος, μα τον Κρόνο! Μην πυροβολείτε!»

Αλλά δεν έδωσαν σημασία· κάτι εκτόξευσαν μες στην αίθουσα και–

Τα πάντα τραντάχτηκαν γύρω από τη Φοίβη και γέμισαν σκόνη και θολούρα. Παραπατούσε, τώρα, καθώς άκουγε ουρλιαχτά και κραυγές, ενώ ο χώρος ξανατρανταζόταν. Πού είχε πάει ο Σάρβεθεκ; Φώναξε το όνομά του, προσπαθώντας να τον βρει. Σκόνταψε–

–αλλά δεν έπεσε. Κοίταξε κάτω – και ούρλιαξε.

Είχε σκοντάψει σε μια λιπόθυμη, ή νεκρή, ξαδέλφη της, τυλιγμένη στο αίμα.

Η αίθουσα τραντάχτηκε πάλι. Κάτι χτύπησε τη Φοίβη στο κεφάλι, και αισθάνθηκε τα γόνατά της να χάνουν τη δύναμή τους. Έκανε μερικά βήματα μέσα σε συντρίμμια και φωτιές προτού πέσει και τα πάντα σκοτεινιάσουν γύρω της.

Ύστερα, είχε μια αίσθηση ανύψωσης... Υψωνόταν και υψωνόταν και υψωνόταν και υψωνόταν... ήπια... μαλακά... σαν μέσα σε όνειρο... αλλά δεν μπορεί να ήταν όνειρο.

Η Φοίβη άκουγε, απόμακρα, κραυγές, φωνές, πυροβολισμούς, εκρήξεις. Μεγάλη φασαρία γινόταν. Γιατί; Είχε ξεχάσει...

Άνοιξε τα βλέφαρά της και είδε ότι κρεμόταν πάνω από μια κατεστραμμένη αίθουσα, γεμάτη συντρίμμια – σπασμένα ξύλα από έπιπλα, σπασμένες πέτρες, χώματα, γυαλιά. Πεσμένοι άνθρωποι ήταν ανάμεσά τους, αιμόφυρτοι, μοιάζοντας νεκροί ή λιπόθυμοι. Καπνοί και φωτιές χόρευαν και στροβιλίζονταν.

Και η Φοίβη θυμήθηκε τι είχε γίνει. Ήταν η μέρα του γάμου της... και είχαν έρθει, ακάλεστοι, οι Νοσταλγοί του Λευκού...

Πού ήταν ο Σάρβεθεκ; Κρόνε, κάνε να είναι ζωντανός! Κάνε να είναι ζωντανός! προσευχήθηκε. Και προσπάθησε να ψάξει γι’αυτόν. Αλλά συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι δεν μπορούσε. Δεν είχε σώμα. Μπορούσε μονάχα να αιωρείται εκεί, πάνω από τη ρημαγμένη αίθουσα, πάνω από τα συντρίμμια και τους τσακισμένους ανθρώπους, και να κοιτάζει.

Η Φοίβη ούρλιαξε, αλλά ήταν βέβαιη πως κανείς δεν μπορούσε να την ακούσει.

Μετά, είδε κάποιον να μπαίνει στην αίθουσα. Φορούσε κατάμαυρη κάπα και είχε την κουκούλα της σηκωμένη στο κεφάλι. Το πρόσωπό του ήταν κρυμμένο στο σκοτάδι, και ένα μάτι γυάλιζε με τρόπο δαιμονικό, με τρόπο που έκανε τις τρίχες της Φοίβης να ορθώνονται παρότι δεν είχε σώμα, άρα ούτε και τρίχες.

Ο σκοτεινός επισκέπτης τής έδινε την εντύπωση ότι, για κάποιο λόγο, ήταν πιο πραγματικός από οτιδήποτε άλλο έβλεπε. Αν και κατάμαυρος, ήταν σαν μια φωτιά μες στη νύχτα.

Πλησίασε έναν πεσμένο φίλο της και, στεκόμενος από πάνω του, άνοιξε την κάπα του που ώς τότε ήταν κλειστή σαν ράσο. Μέσα αποκαλύφθηκε μόνο σκοτάδι που φάνταζε ασύλληπτα βάθη, και στο εσωτερικό του η Φοίβη νόμιζε ότι μπορούσε να διακρίνει μορφές να πάλλονται και να περιστρέφονται. Πάνω από τον πεσμένο φίλο της κάτι παρουσιάστηκε – μια φασματική φιγούρα, που βγαίνοντας από το σώμα του βούτηξε, σαν μαγνητισμένη, μες στην ανοιχτή κάπα του σκοτεινού επισκέπτη: κι εξαφανίστηκε.

Ο άγνωστος συνέχισε την περιπλάνησή του στη ρημαγμένη αίθουσα, πηγαίνοντας από πεσμένο άνθρωπο σε πεσμένο άνθρωπο. Παίρνοντας τις ψυχές τους και κρύβοντάς τες στην κάπα του. Ή, μάλλον, ήταν σαν οι ίδιες οι ψυχές να ήθελαν να κρυφτούν εκεί. Σαν αυτή να ήταν η φυσική πορεία που έπρεπε να ακολουθήσουν.

Και μια τρομερή σκέψη πέρασε από τη νόηση της Φοίβης, που δεν μπορούσε παρά, τρομοκρατημένη, να παρακολουθεί: Ο Χάροντας, ο Ανόφθαλμος... Τους παίρνει και τους πάει στο Έρεβος.

Ο σκοτεινός επισκέπτης πλησίασε, τότε, το δικό της σώμα. Και η Φοίβη το πρόσεξε για πρώτη φορά· πιο πριν, για κάποιο λόγο, δεν είχε δει ότι βρισκόταν εκεί. Ήταν πεσμένο μπρούμυτα ανάμεσα στα συντρίμμια – το νυφικό κουρελιασμένο, το χρυσό δέρμα της μουτζουρωμένο, τα μακριά μαύρα μαλλιά της ανακατεμένα.

Ο Ανόφθαλμος ακούστηκε ν’αναπνέει απότομα. «Ααα...» έκανε με βαριά φωνή που έμοιαζε να έρχεται από κάποιο βάραθρο του ίδιου του Ερέβους. «Όχι εσένα... Εσύ θα μείνεις εδώ.»

Τα πάντα σκοτείνιασαν γι’ακόμα μια φορά για τη Φοίβη, κι αισθάνθηκε τώρα σκληρά πράγματα από κάτω της, να την κεντρίζουν, να την ενοχλούν. Γύρισε ανάσκελα, ανοίγοντας τα βλέφαρά της, και είδε από πάνω της να στέκεται ένας κουκουλοφόρος που το πρόσωπό του είχε μονάχα ένα γυαλιστερό μάτι.

«Τι όμορφη νύφη!» γέλασε ο άγνωστος. «Φοίβη η Σημαδεμένη...»

Και η μορφή του εξαφανίστηκε σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Σαν να ήταν μόνο μια σκιά μέσα στο μυαλό της. Μια εντύπωση φωτός που μένει στο μάτι για μερικές στιγμές και μετά διαλύεται.

Η Φοίβη είδε ανθρώπους να βαδίζουν στην αίθουσα. Λευκοντυμένους. Οπλισμένους. Τέσσερις. Και μιλούσαν αναμεταξύ τους. Κάτι έλεγαν για την Αστυνομία. Η Αστυνομία είχε έρθει. Απέξω ακούγονταν ακόμα φωνές και πυροβολισμοί, και κρότοι και διάφοροι άλλοι ήχοι.

Η Φοίβη παρατήρησε σημάδια γύρω από έναν από τους τέσσερις Νοσταλγούς του Λευκού τα οποία παλιότερα δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί ότι υπήρχαν. Ήταν σαν βέλη που της τον έδειχναν – της τον έδειχναν ως στόχο για θανάτωση. Και ήταν και οδηγίες για το πώς ακριβώς να γίνει η εκτέλεση.

Η Φοίβη αισθάνθηκε ξαφνικά έναν τρομερό πόνο στο δεξί της πόδι. Ξεκινούσε από το πέλμα και ανέβαινε ώς τον γοφό, σαν φλεγόμενη λόγχη.

Κοίταξε να δει αν ήταν τραυματισμένη. Μα δεν ήταν. Τι της συνέβαινε;

Ό,τι κι αν της συνέβαινε, τη γέμιζε με περισσότερη οργή και μίσος για τους Νοσταλγούς του Λευκού. Και τα σημάδια ακόμα της έδειχναν πώς να σκοτώσει αυτό το κάθαρμα, και, στη συνέχεια, πώς να σκοτώσει και τους άλλους τρεις.

Η Φοίβη σύρθηκε γρήγορα, στα τέσσερα, προς τον άντρα. Τινάχτηκε κι άρπαξε το πιστόλι που κρεμόταν από την πίσω μεριά της ζώνης του. Όπως της έδειχναν τα σημάδια, ο Νοσταλγός δεν πρόλαβε να γυρίσει εγκαίρως. Η Φοίβη τον πυροβόλησε κατακέφαλα, τινάζοντας μυαλά, αίματα, και θραύσματα κοκάλων.

Στράφηκε στη γυναίκα παραδίπλα, πατώντας ξανά τη σκανδάλη, χτυπώντας την στο στήθος, ρίχνοντάς την κάτω.

Μετά ακολούθησε τα σημάδια πάλι, πέφτοντας στο έδαφος, κάνοντας δυο τούμπες πίσω από σπασμένα έπιπλα και πεσμένες πέτρες, κόβοντας τα πόδια της και τα γόνατά της πάνω σε θρυμματισμένα γυαλιά (είχε προ πολλού χάσει τα μικρά παπούτσια της), ακούγοντας πυροβολισμούς να την καταδιώκουν: τα άλλα δυο καθάρματα τής έριχναν. Η Φοίβη σηκώθηκε στο ένα γόνατο· πυροβόλησε τον έναν Νοσταλγό από την άκρη μιας φλεγόμενης καρέκλας, πετυχαίνοντάς τον στα πλευρά, σωριάζοντάς τον.

Ο άλλος – ο τελευταίος – κρύφτηκε πίσω από μπάζα που είχαν πέσει από την οροφή της αίθουσας, πυροβολώντας κι εκείνος, προσπαθώντας να τη σκοτώσει. «Γαμημένη αστυνομικίνα!» ούρλιαξε. «Είσαι νεκρή! ΝΕΚΡΗ!»

«Όχι,» μουρμούρισε η Φοίβη παγερά, «εσύ είσαι νεκρός.» Και δεν είχε καμια αμφιβολία γι’αυτό. Το έβλεπε στα σημάδια γύρω του. Ήταν νεκρός. Ήταν σημαδεμένος για θάνατο. Εκείνη απλώς ήταν το εργαλείο που θα έφερνε το αναπόφευκτο.

Ο πόνος από τα κοψίματα των γυαλιών δεν την ενοχλούσε· νόμιζε, μάλιστα, πως αισθανόταν το σώμα της ήδη να θεραπεύεται. Ο μόνος πόνος που την ενοχλούσε – που την τρέλαινε – ήταν αυτός που προερχόταν από το πέλμα του δεξιού της ποδιού. Η Φοίβη δεν καταλάβαινε τι μπορεί να προκαλούσε αυτό τον αλλόκοτο πόνο – ήταν σαν ένα τρυπάνι επάνω στα νεύρα της, μέσα στα κόκαλά της – αλλά δεν είχε σημασία. Έπρεπε να εκτελέσει τον στόχο της.

Γλιστρώντας πίσω από συντρίμμια, καπνούς, και φωτιές, χάθηκε τελείως από τα μάτια του· μπορούσε να το διαβάσει στα σημάδια – ο Νοσταλγός την είχε χάσει. Η Φοίβη έπιασε από κάτω ένα μαχαίρι που ήξερε – κάπως, το ήξερε – ότι δεν είχε βρεθεί τυχαία μπροστά της, και πλησίασε τον άντρα από τα νώτα. Τον άρπαξε απ’τα μαλλιά και έμπηξε τη λεπίδα βαθιά στον λαιμό του. Ο Νοσταλγός πέθανε φτύνοντας αίμα από το στόμα, φυσώντας αίμα από τη μύτη.

Και η Φοίβη έπεσε κάτω, γρυλίζοντας από τον πόνο στο δεξί της πόδι. Γύρισε το πέλμα της και το κοίταξε. Η κάλτσα είχε σκιστεί και επάνω στο χρυσαφένιο δέρμα της μπορούσε να διακρίνει ένα παράξενο μπλε σημάδι σαν μουτζούρα που διαμορφωνόταν, αργά, σταδιακά, σε... κάτι. Τι σκατά ήταν αυτό; Τι ήταν αυτό;

Σηκώθηκε μέσα απ’τα συντρίμμια κι έψαξε για τον Σάρβεθεκ παρότι ο αφύσικος πόνος την ωθούσε να απομακρυνθεί – να φύγει! Αλλά δεν θα έφευγε αν δεν έβρισκε τον Σάρβεθεκ! Δεν θα έφευγε χωρίς αυτόν!

Όταν τον βρήκε θυμήθηκε ότι ήταν πολύ αργά. Το θυμήθηκε. Θυμήθηκε τη μορφή του Χάροντα να στέκεται από πάνω του, όπως είχε σταθεί πάνω από τόσους άλλους, και να παίρνει την ψυχή του στο Έρεβος.

Αλλά δεν χρειαζόταν πραγματικά να το θυμηθεί. Τα σημάδια τής το μαρτυρούσαν. Διάβαζε έναν αδιανόητο κώδικα ολόγυρά του και επάνω του – από τα πέτρινα θραύσματα, από τους λεκέδες στα ρούχα του, από τον τρόπο που ήταν πεσμένο το σώμα του, από τις σκιές, από ένα τρίξιμο της φωτιάς παραδίπλα...

Ήταν νεκρός.

Η Φοίβη αισθάνθηκε δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλά της.

Ήταν νεκρός.

Είμαι νύφη τώρα... Νύφη του Χάροντα...

Έφυγε από τη ρημαγμένη αίθουσα, τρέχοντας μες στους δρόμους της Πόλης. Τρέχοντας να ξεφύγει από τον πόνο που φλόγιζε το δεξί της πέλμα ανεβαίνοντας σαν φλεγόμενο ερπετό στη ράχη της, δαγκώνοντας τον αυχένα της, το μυαλό της...

*

(Είχαν περάσει πολλά χρόνια από εκείνο τον μοιραίο γάμο, και είχε σκοτώσει πολλούς καθοδηγημένη από την Πόλη. Ανθρώπους που ήταν όλοι στόχοι. Ανθρώπους που τους ζητούσε ο Χάροντας, ο Ανόφθαλμος, ο καταραμένος γιος του Κρόνου, που το όνομά του λίγοι στη Ρελκάμνια τολμούν να εκστομίσουν, θεωρώντας το γρουσουζιά.)

*

Η Φοίβη πήγε στα λιμάνια της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας, έχοντας προ πολλού αποφύγει τους κατασκόπους του Πολιτάρχη. Το ήξερε, βέβαια, πως θα προσπαθούσαν να την ακολουθήσουν· δεν υπήρχε αμφιβολία γι’αυτό. Και ήξερε, επίσης, ότι μπορούσε να τους κάνει να τη χάσουν. Η Πόλη δεν τους αγαπούσε.

Η Φοίβη δεν άργησε να βρει ένα σκάφος που θα απέπλεε για το Εμπορικό Κέντρο στην αντικρινή όχθη του Ριγοπόταμου. Μπορεί η Α’ Κατωρίγια Συνοικία να είχε διακόψει κάθε επαφή με τη Β’ Ανωρίγια – τη συνοικία απ’όπου ξεκίνησε η επανάσταση του Κάδμου Ανθοτέχνη – μα δεν είχε διακόψει και τις επαφές της με το Εμπορικό Κέντρο. Δεν τη συνέφερε. Παρότι το Εμπορικό Κέντρο βρισκόταν, τυπικά, υπό την εξουσία της Β’ Ανωρίγιας και, άρα, του Αλυσοδεμένου Ποιητή.

Τα πολεοσημάδια την οδήγησαν στο πλοίο που θα έφευγε πιο νωρίς. Η Φοίβη αγόρασε ένα εισιτήριο και επιβιβάστηκε, καθίζοντας στο κατάστρωμα παρά το κρύο, τυλιγμένη στην κάπα της, με την κουκούλα στο κεφάλι. Μετά από εκείνη, μόνο άλλοι δυο επιβάτες ήρθαν. Και το πλοίο, φορτωμένο με κόσμο, οχήματα, και εμπορεύματα, απέπλευσε. Οι προπέλες του μπήκαν σε κίνηση, οι μηχανές του μούγκριζαν και βούιζαν.

Σε κανένα μισάωρο είχε φτάσει στις βόρειες όχθες του Ριγοπόταμου και είχε αράξει σε μια από τις αποβάθρες του πελώριου Εμπορικού Κέντρου. Η Φοίβη αποβιβάστηκε και ανέβηκε σ’έναν τροχιόδρομο που διέσχιζε το Εμπορικό Κέντρο. Τον άφησε να την πάει όσο πιο ανατολικά μπορούσε – προς τη Β’ Ανωρίγια Συνοικία.

Το μεσημέρι είχε περάσει όταν βρισκόταν στους δρόμους της ακολουθώντας τα πολεοσημάδια σαν κυνηγόσκυλο. Τα πολεοσημάδια που θα την οδηγούσαν στον στόχο της: τον Αλυσοδεμένο Ποιητή, τον Κάδμο Ανθοτέχνη.

Αλλά σύντομα συνειδητοποίησε ότι αυτός μάλλον δεν ήταν εδώ. Υπήρχε ένα κενό στην Πόλη εκεί όπου θα έπρεπε να ήταν ο Ανθοτέχνης.

Μέσα στις πυκνές σκιές μετά το σούρουπο, η Φοίβη παγίδεψε έναν υπάλληλο του Πολιταρχικού Μεγάρου της Β’ Ανωρίγιας. Είχε ήδη εισβάλει στο τετράκυκλο όχημά του όταν εκείνος μπήκε εκεί για να πάει στο σπίτι του. Η Νύφη του Χάροντα παρουσιάστηκε πίσω του, βάζοντας ένα στιλέτο στον λαιμό του, ζητώντας του να οδηγήσει προς την κατεύθυνση που θα του έλεγε. Ο άντρας υπάκουσε κι εκείνη τού έδωσε οδηγίες παρατηρώντας τα πολεοσημάδια στους δρόμους, πηγαίνοντάς τον σ’ένα μέρος όπου κανείς δεν θα τους ενοχλούσε: μια σήραγγα, δύο επίπεδα κάτω από το έδαφος. Μονάχα ένα κλειστό συνεργείο ήταν εκεί κοντά.

«Τι θέλεις; Ποια είσαι; Μπορώ να σε πληρώσω. Μπορώ να–»

«Δεν ψάχνω για λεφτά,» τον διέκοψε η Φοίβη.

«Τότε;»

«Μια πληροφορία.»

Ο άντρας έμεινε σιωπηλός. Ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό του. Ξεροκατάπιε, ενώ το κοφτερό λεπίδι της Θυγατέρας πιεζόταν στον λαιμό του.

«Δεν είσαι ένας οποιοσδήποτε υπάλληλος του Πολιταρχικού Μεγάρου, έτσι δεν είναι; Είσαι αριστοκράτης» – το είχε διακρίνει στα σημάδια της Πόλης – «και είσαι κοντά στον Αλυσοδεμένο Ποιητή» – κι αυτό το είχε διακρίνει στα σημάδια της Πόλης.

«Τι θέλεις;» επανέλαβε εκείνος. «Ποιος σ’έστειλε; Σου είπα: αν θέλεις λεφτά–»

«Δε θέλω λεφτά. Ποιο είναι το όνομά σου;»

«Μάλνεμορ-Νορκλ. Πες μου τι θέλεις και θα το έχεις. Αν κάποιος εχθρός της Β’ Ανωρίγιας σε έστειλε, μπορώ να–»

«Πού είναι ο Κάδμος Ανθοτέχνης;»

«Ποιος σε έστειλε;»

Το στιλέτο πιέστηκε περισσότερο στον λαιμό του. «Πού είναι ο Κάδμος Ανθοτέχνης;»

«Δεν είναι εδώ. Άδικα τον ψάχνεις εδώ! Έχει φύγει από τη Β’ Ανωρίγια.»

«Πού είναι;»

«Μόνο αυτό θες να μάθεις;»

«Πού είναι;»

«Στην Α’ Ανωρίγια. Έχει πάει για πολιτική επίσκεψη· δεν ξέρω πότε θα επιστρέψει. Κανονικά έπρεπε να είχε ήδη επιστρέψει. Έχει δουλειές εκεί, φαίνεται... Μη με σκοτώσεις· δεν έχω καν δει το πρόσωπό σου. Τίποτα δε διακρίνεται μέσ’ απ’την κουκούλα σου – δε βλέπω τίποτα απ’τον καθρέφτη μου – σου λέω αλήθεια.»

Η Φοίβη γέλασε παγερά. «Το ξέρω, Μάλνεμορ-Νορκλ.

»Ποιος έχει αναλάβει τα καθήκοντα Αντιπολιτάρχη; Εσύ;» Τα πολεοσημάδια τής έλεγαν ότι ήταν σημαντικός στην τοπική πολιτική σκηνή.

«Όχι. Ο Ερκάνης Ανάντης. Παλιός φίλος του Ανθοτέχνη.» Ακουγόταν κάποια δυσαρέσκεια στη φωνή του. «Γιατί ψάχνεις τον Ανθοτέχνη;»

Το υποπτεύεσαι, σκέφτηκε η Φοίβη. Υποπτεύεσαι ότι θέλω να τον σκοτώσω. Και θα τον προειδοποιήσεις τηλεπικοινωνιακά μόλις έχω φύγει. «Θέλω ακόμα κάτι από εσένα, Μάλνεμορ-Νορκλ.»

«Θα το έχεις, αν είναι μέσα στις δυνάμεις μου.»

«Το όχημά σου.» Το λεπίδι της έσκισε τον λαιμό του.

Η Φοίβη πέταξε το νεκρό σώμα έξω από το τετράκυκλο όχημα, κάθισε στη θέση του οδηγού, και έβαλε τους τροχούς σε κίνηση.

Το κυνήγι της συνεχιζόταν.

Στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία.

*

«Πού είναι ο Μάλνεμορ-Νορκλ;» ρωτούσε ο Ερκάνης, το πρωί, μέσα στο Πολιταρχικό Μέγαρο, αλλά κανείς δεν μπορούσε να του δώσει απάντηση. Κανείς δεν είχε δει τον αριστοκράτη να εμφανίζεται σήμερα.

Ο Ερκάνης τον είχε ήδη καλέσει επανειλημμένως στον τηλεπικοινωνιακό πομπό του, μα εκείνος δεν απαντούσε. Ο πομπός ακουγόταν να χτυπά αλλά κανένας δεν αποδεχόταν την κλήση.

Τώρα, ο Ερκάνης κάλεσε τον επικοινωνιακό δίαυλο στο σπίτι του Μάλνεμορ-Νορκλ, χρησιμοποιώντας τον δίαυλο στο Γραφείο του Πολιτάρχη.

Η γυναίκα του Μάλνεμορ απάντησε, και ακουγόταν ταραγμένη, φοβισμένη, μέσα από το μεγάφωνο. «Δεν τον έχω δει καθόλου,» είπε. «Έπρεπε να ήταν εδώ χτες βράδυ. Έπρεπε να είχε έρθει. Αλλά δεν τον έχω δει καθόλου. Με είχε καλέσει για να μου πει ότι θα ερχόταν. Τον περίμενα μα δεν ήρθε. Έχω βάλει κάποιους να ψάξουν γι’αυτόν.»

«Τι σας είπαν;»

«Δεν τον έχουν βρει ακόμα. Δεν ξέρουν πού μπορεί να είναι. Δεν είναι στο Πολιταρχικό Μέγαρο, έτσι;»

«Όχι, κυρία μου, δεν–»

«Ούτε τον είδατε καθόλου χτες βράδυ; Μήπως ήρθε να σας μιλήσει;»

«Όχι, όχι. Εγώ έφυγα πριν από αυτόν από το Πολιταρχικό Μέγαρο.»

«Ω Κρόνε... Ω Κρόνε...»

«Θα τον βρούμε, μην ανησυχείτε. Δε μπορεί νάχει εξαφανιστεί,» είπε ο Ερκάνης, αν και είχε ένα πολύ κακό προαίσθημα για την όλη υπόθεση. Ο Μάλνεμορ-Νορκλ δεν ήταν από τους ανθρώπους που εξαφανίζονταν χωρίς καμια προειδοποίηση· ήταν πάντα πολύ συγκροτημένος και συνετός. Παρότι ο Ερκάνης δεν τον συμπαθούσε και τόσο, όφειλε να παραδεχτεί ότι ήταν πολύτιμος σύμμαχος για τη διοίκηση της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας. Πολλές φορές είχε σκεφτεί ότι ίσως ο Κάδμος έπρεπε να είχε αφήσει εκείνον για Αντιπολιτάρχη. Εγώ ένας μυστικιστής είμαι, όχι πολιτικός. «Θα σας ειδοποιήσω μόλις έχουμε νέα,» υποσχέθηκε τώρα στη γυναίκα του Μάλνεμορ.

«Κάντε κάτι, σας παρακαλώ, κύριε Αντιπολιτάρχη!»

«Θα κάνω ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό. Το υπόσχομαι.»

Καθώς έκλεινε τον επικοινωνιακό δίαυλο, ο Ερκάνης σκέφτηκε: Μακάρι ο Κάδμος να ήταν εδώ, και η Καρζένθα. Και οι συμμορίτες. Οι συμμορίτες ίσως τώρα να μπορούσαν να βοηθήσουν πολύ.

Αλλά ο Ερκάνης είχε ακόμα κάποιους έμπιστους ανθρώπους στη διάθεσή του, και σκόπευε να τους χρησιμοποιήσει.

Αναρωτιόταν, όμως: ποιος μπορεί να είχε απαγάγει, ή σκοτώσει, τον Μάλνεμορ-Νορκλ; Και γιατί;

/8\

Η Κορίνα, επιστρέφοντας στο σήμερα, συναντά μια αλλόκοτη οπτασία που την τρομάζει· και, έχοντας τραβήξει φωτογραφίες από το παρελθόν, πηγαίνει να βρει τον Θόρινταλ για να του ζητήσει να εκπληρώσει μια υπόσχεση, οδηγώντας τον σ’ένα κυνήγι μέσα στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία και, συγχρόνως, μιλώντας του για το παρελθόν και για άλλα πράγματα, προτού γίνει μια μοιραία συνάντηση· ενώ ο Κάδμος ακούει κάποια μάλλον ανησυχητικά νέα...

Η Κορίνα γλιστρούσε πάνω στα κυματοειδή ρεύματα του ενεργειακού πλέγματος της Ρελκάμνια, όπου ο χώρος και ο χρόνος δεν ήταν παρά ένας χάρτης απλωμένος προς άπειρες κατευθύνσεις. Αναζητούσε τη Φοίβη ξανά, και τη βρήκε να μιλά στον Πολιτάρχη Σελασφόρο Χορονίκη, όπως πριν· αλλά τώρα δεν έμεινε εκεί: την ακολούθησε όσο πιο προσεχτικά τής επέτρεπαν τα ενεργειακά ρεύματα. Η Αδελφή της είχε πάει στα λιμάνια της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας, είχε πάρει πλοίο από εκεί, είχε αποβιβαστεί στο Εμπορικό Κέντρο στην αντικρινή όχθη του Ριγοπόταμου, και μετά είχε κατευθυνθεί προς τη Β’ Ανωρίγια Συνοικία.

Οι ενεργειακές ροές έγιναν μπερδεμένες εκεί, και η Κορίνα μπλέχτηκε στον λαβύρινθό τους, αλλά δεν άργησε να φτάσει μπροστά σ’ένα πτώμα.

Ένας νεκρός άντρας ήταν πεσμένος μέσα σε μια σήραγγα της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας, στην περιφέρεια που ονομαζόταν Χρυσοί Λόφοι. Ο Μάλνεμορ-Νορκλ. Ο λαιμός του ήταν σκισμένος από μικρή λεπίδα, παρατήρησε η Κορίνα, και σκέφτηκε: Ναι, μάλλον αυτή το έκανε... Δεν ήταν σίγουρη ότι τον είχε σκοτώσει η Φοίβη. Δεν ήταν πάντοτε όλα ευδιάκριτα μέσα στο ενεργειακό πλέγμα, δεν ήταν πάντοτε εύκολο να φτάσεις ακριβώς εκεί όπου ήθελες, να δεις ακριβώς τη χρονική στιγμή που ήθελες να δεις. Και η Κορίνα δεν είχε χρόνο να ψάξει περισσότερο (προσωπικό χρόνο – διάρκεια επαφής με το ενεργειακό πλέγμα της Ρελκάμνια – τελείως διαφορετικός χρόνος από τον αντικειμενικό της Ατέρμονης Πολιτείας)· έπρεπε να μάθει πού βρισκόταν η Φοίβη τώρα. Σήμερα το πρωί.

Ακολούθησε ξανά τις χωροχρονικές ροές, με προσοχή. Βρήκε την Αδελφή της να οδηγεί προς τα ανατολικά, διασχίζοντας τους δρόμους της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας. Ήταν νύχτα. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Δεν έχω φτάσει ακόμα στη σημερινή ημέρα. Η Κορίνα ήταν βέβαιη πως δεν έκανε λάθος σ’αυτό.

Η Φοίβη οδηγούσε ένα τετράκυκλο όχημα. Ήταν του Μάλνεμορ-Νορκλ; Το πήγε ώς τα σύνορα με την Α’ Ανωρίγια Συνοικία. Τα πέρασε, μπαίνοντας στους χτυπημένους από τις πολεμικές συγκρούσεις δρόμους της. Κανείς δεν τη σταμάτησε, γιατί δεν έμοιαζε για ύποπτη: ένα απλό τετράκυκλο όχημα οδηγούσε.

Σταμάτησε, τελικά, σ’ένα πανδοχείο μες στη νύχτα. Στη Χρυσόνομη.

Και το πρωί... πού βρισκόταν το πρωί;

Οι ενεργειακές ροές γίνονταν μπλεγμένες ξανά. Η Κορίνα σκόνταψε επάνω τους. Δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο μες στο ενεργειακό πλέγμα, και δεν ήθελε να κάνει κανένα λάθος και να μετατοπιστεί το υλικό της σώμα σε τυχαίο τόπο και χρόνο – όχι τώρα που ο Κάδμος κινδύνευε από τη Νύφη του Χάροντα.

Η Κορίνα επέστρεψε εκεί όπου, με τη χρήση του φυλαχτού, είχε φτάσει στο τέλος της διαδρομής.

Και είχε, ξαφνικά, την αίσθηση ότι κάτι την παρακολουθούσε – κάτι ήταν πίσω της. Στο ενεργειακό πλέγμα, ή στον υλικό κόσμο;

Η Κορίνα στεκόταν τώρα σ’έναν δρόμο της Αστροβόλου, κάτω από μια γέφυρα όπου οχήματα περνούσαν. Ήταν πρωί. Στο χέρι της βαστούσε το αρχαίο φυλαχτό.

Στράφηκε πίσω της για να δει αν όντως κάποιος την κατασκόπευε: και διέκρινε μια φιγούρα μέσα από τις σκιές της γέφυρας. Μια γυναικεία φιγούρα. Η οποία λαμπύριζε με τρόπο τελείως αλλόκοτο. Σαν να ήταν φτιαγμένη από αχνό φως. Ασταθές αχνό φως. Κάποιου είδους ενέργεια, ίσως.

Έκανε ένα βήμα προς την Κορίνα, μοιάζοντας με παλλόμενη οπτασία–

–και η Κορίνα νόμιζε, απρόσμενα, ότι κοίταζε τον καθρέφτη. Νόμιζε ότι αυτός ήταν ο εαυτός της.

Η γυναίκα αντίκρυ της, όμως, δεν είχε χαρακτηριστικά. Τα χαρακτηριστικά της ήταν κρυμμένα πίσω από ρέουσα ενέργεια. Ή, ίσως, να ήταν ακόμα ασχημάτιστα.

«Ποια...;» ψέλλισε η Κορίνα, νιώθοντας τρομαγμένη όπως ποτέ ξανά στη μακροχρόνια ζωή της. «Ποια...;»

Η ενεργειακή φιγούρα προκαλούσε, με την κίνησή της, παράδοξες αναταράξεις στις σκιές. Σαν οι σκιές να ήταν νερό. Και συνέχισε να βαδίζει προς την Κορίνα. Άπλωσε το χέρι της προς αυτήν. Σιωπηλά. Αν και τώρα ένα υπόκωφο τρίξιμο ακουγόταν–

Η ενεργειακή οπτασία σκόνταψε – ή, μάλλον, ο χώρος γύρω της έγειρε υπερφυσικά, έτσι ώστε να τη ρίξει κάτω – και χάθηκε μες στις σκιές και στο πλακόστρωτο.

Η Κορίνα ήταν κοκαλωμένη στη θέση της, νιώθοντας παγωμένη, νιώθοντας τον λαιμό της ξερό.

Τι ήταν αυτό που είχε αντικρίσει;

Τι διάολος του Σκοτοδαίμονος ήταν αυτό που είχε αντικρίσει;

Αισθανόταν τα Αινίγματα ταραγμένα από την παρουσία του. Προσπάθησε, μέσω του δεσμού της μαζί τους, να πάρει πληροφορίες. Ήξεραν κάτι; Καταλάβαιναν τι ήταν η ενεργειακή οπτασία;

Οι απαντήσεις που κατόρθωσε να λάβει (χωρίς λόγια· με άμεση γνώση) ήταν αρνητικές. Τα Αινίγματα γνώριζαν ό,τι γνώριζε κι εκείνη.

Τίποτα.

*

Ευτυχώς, δεν έπρεπε να μπει πάλι στο ενεργειακό πλέγμα. Ευτυχώς, είχε φροντίσει να τραβήξει φωτογραφίες της Φοίβης από χτες. Το φανταζόταν ότι ο Θόρινταλ πιθανώς να τις χρειαζόταν. Όλοι οι μάγοι που έκαναν εντοπισμούς ήταν απαραίτητο να έχουν κάποια γνώση εκείνου που προσπαθούσαν να βρουν. Είτε ήταν σαμάνοι είτε όχι, το ίδιο ίσχυε.

Η Κορίνα είχε ταξιδέψει πίσω στον χρόνο, αναζητώντας τη Φοίβη, σκαλίζοντας το παρελθόν της. Δεν μπορούσε να αλλάξει τίποτα εκεί· δεν μπορούσε να παρέμβει. Η Πόλη θα τη σταματούσε. Οι ενεργειακές ροές του παρελθόντος ήταν σκληρές· δεν αλλοιώνονταν. Αλλά αυτό που ήθελε να κάνει η Κορίνα δεν θα άλλαζε το παρελθόν· απλώς ίσως να άλλαζε το μέλλον. Και προς τα εκεί οι ενεργειακές ροές ήταν ευλύγιστες και ευμετάβλητες.

Η Κορίνα είχε παρακολουθήσει τη Φοίβη μέσα στον χώρο και μέσα στον χρόνο. Μέσα στην Ατέρμονη Πολιτεία. Την είχε δει να ταξιδεύει και να σκοτώνει. Την είχε δει να τρώει και να κοιμάται με διάφορους εραστές. Συνεχώς πήγαινε απ’το ένα μέρος στο άλλο η Νύφη του Χάροντα, αναζητώντας στόχους. Η Πόλη την οδηγούσε σ’αυτούς. Και η Κορίνα αναρωτιόταν πώς και γιατί. Επιθυμούσε η Πόλη όντως να πεθάνουν κάποιοι άνθρωποι; Ήταν η Πόλη ζωντανή τελικά; Η Κορίνα το είχε ξαναϋποπτευθεί αυτό, ειδικά όταν δεν μπορούσε να αλλάξει το παρελθόν...

Αλλά ίσως η Φοίβη απλώς να έβλεπε ό,τι ήθελε να δει. Ίσως να έβλεπε αυτούς που εκείνη έκρινε ότι, για κάποιο λόγο, έπρεπε να πεθάνουν και νόμιζε ότι η Πόλη την πρόσταζε να τους σκοτώσει.

Η Κορίνα ήταν βέβαιη πως η Φοίβη δεν ήταν καλά στα μυαλά της. Είχε αναγεννηθεί ως Θυγατέρα της Πόλης υπό πολύ τρομαχτικές συνθήκες· η Κορίνα το είχε δει μέσα από τις χρονορροές, σαν εφιαλτικό όνειρο. Ένας αιματοβαμμένος γάμος στην Ακροδάκτυλη. Η Φοίβη ήταν η μόνη που είχε ζήσει σ’εκείνη την αίθουσα καθώς, μάλλον, οι θεραπευτικές της δυνάμεις ως Θυγατέρα είχαν απότομα ενεργοποιηθεί. Είχε σηκωθεί και είχε αντικρίσει τέσσερις Νοσταλγούς του Λευκού (μια φατρία που πλέον δεν υπήρχε πουθενά στη Ρελκάμνια). Τους είχε σκοτώσει όλους, με τρομερή ευκολία. Λες και ήταν, από χρόνια, επαγγελματίας δολοφόνος.

Από τότε δεν είχε πάψει να σκοτώνει.

Ο νους της είχε σαλέψει.

Η καημένη η Φοίβη... Αλλά τώρα θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη στην Κορίνα. Πολύ χρήσιμη. Φτάνει να καταφέρω να συνεννοηθώ μαζί της...

Είχε βρει μια στιγμή στο παρελθόν που τη βόλευε και είχε πηδήσει έξω από το ενεργειακό πλέγμα. Το σώμα της – το υλικό της σώμα – είχε παρουσιαστεί πάνω σ’ένα μπαλκόνι. Από κάτω της ήταν μια συμμορία εφτά αντρών και μιας γυναίκας. Η Φοίβη τούς σκότωνε τον έναν μετά τον άλλο, μ’ένα ξιφίδιο στο αριστερό χέρι κι ένα μακρύ ρόπαλο με καρφιά στο δεξί. Τρεις συμμορίτες είχαν ήδη πέσει. Οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να την κυκλώσουν, αλλά εκείνη δεν τους άφηνε. Και συνεχώς τους χτυπούσε. Ακόμα ένας έπεσε, και τώρα η Φοίβη πλησίαζε τη μοναδική γυναίκα της συμμορίας, η οποία στροβίλιζε μια αλυσίδα στα χέρια της, αρκετά επιδέξια.

Η Κορίνα έβγαλε μια φωτογραφική μηχανική από την τσάντα της και τράβηξε κάμποσες φωτογραφίες της Φοίβης, από διάφορες μεριές. Ήταν σίγουρη, μάλιστα, πως η Αδελφή της δεν είχε καταλάβει τίποτα· δεν είχε δει κανένα πολεοσημάδι που να την προειδοποιεί ότι τη φωτογράφιζαν, ότι δεν κατασκόπευαν. Ήταν απορροφημένη στον θάνατο που μοίραζε, η Νύφη του Χάροντα.

Η Κορίνα είχε φύγει, τότε, από το μπαλκόνι αρχίζοντας πάλι ν’ακολουθεί τη διαδρομή που διέκρινε μέσα από τα σημάδια στο φυλαχτό. Όταν έφτασε στο τέλος της, το δεξί της πόδι μαγνητίστηκε κάτω, ως συνήθως, και το μυαλό της γλίστρησε στο ενεργειακό πλέγμα της Ρελκάμνια.

Αναζήτησε τον τόπο και τον χρόνο που θεωρούσε παρόν της, κι όταν τους βρήκε πήδησε έξω από το πλέγμα, παίρνοντας υλική υπόσταση.

Αλλά δεν ήταν ακριβώς εκεί όπου έπρεπε, είχε διαπιστώσει πολύ σύντομα. Ήταν κανένα δεκάλεπτο προς το μέλλον.

Αυτό δεν είχε, όμως, και πολλή σημασία. Δεν άλλαζε τίποτα στα σχέδιά της.

Είχε τώρα φωτογραφίες της Νύφης του Χάροντα, και θα διαμόρφωνε το μέλλον όπως εκείνη θεωρούσε σωστό.

*

Οι Νομάδες των Δρόμων δούλευαν για δεύτερη μέρα στο Μεγάλο Λιμάνι της Α’ Ανωρίγιας Συνοικίας, βοηθώντας στην ανοικοδόμηση της περιοχής. Ο Βάρνελ-Αλντ είχε στείλει κάποιους μηχανικούς, πολεοδόμους, και αρχιτέκτονες για να τους κατευθύνουν, και τους είχε δώσει και μηχανήματα κατάλληλα για τέτοιες εργασίες. Μουγκρητά μηχανών αντηχούσαν, τώρα, καθώς και ο θόρυβος από πέτρες που σπάνε ή που κατρακυλούν μέσα σε καρότσες. Σκόνη είχε σηκωθεί σαν ομίχλη μέσα στο παγερό πρωινό.

Κανένας από τους Νομάδες που δούλευαν δεν κρύωνε, παρά την έντονη ψύχρα και την υγρασία. Μερικοί, μάλιστα, είχαν γδυθεί από τη μέση κι επάνω. Και ο Θόρινταλ άκουσε αρκετούς να κάνουν σχόλια για την Ηχώ, η οποία ήταν ντυμένη μόνο μ’έναν σφιχτοδεμένο στηθόδεσμο, ένα μαύρο εφαρμοστό παντελόνι, και μπότες. Τα σχόλια δεν ήταν κακεντρεχή· ήταν μάλλον κολακευτικά, αν και κάποια από αυτά χυδαία. Η Λάρνια, που δούλευε κοντά στον Θόρινταλ, ήταν επίσης ελαφρά ντυμένη, αλλά όχι τόσο ελαφρά.

Έχτιζαν έναν διαλυμένο τοίχο μιας πολυκατοικίας που είχε χτυπηθεί από τις συγκρούσεις και από τη μια μεριά ήταν σχεδόν τελείως κατεστραμμένη ενώ από την άλλη έστεκε αρκετά καλά. Ο πολεοδόμος και η αρχιτέκτονας είχαν συμφωνήσει να μην τη γκρεμίσουν και να τη φτιάξουν από την αρχή, αλλά απλώς να τη «μπαλώσουν», όπως είχαν χαρακτηριστικά πει.

Του Θόρινταλ δεν του φαινόταν για μπάλωμα αυτό, μα τον Κρόνο! Εκτός αν θεωρείται μπάλωμα το να ράβεις ξανά το μισό πουκάμισο...

«Ξέρεις κάτι;» του είπε η Λάρνια.

«Τι;»

«Θα ήθελα πολύ να σε δω να δουλεύεις σαν τον Βίκτορα...»

Ο Βίκτορας, που ήταν παραδίπλα, πιασμένος σε μια σκαλωσιά, δεν φορούσε τίποτα από τη μέση κι επάνω.

«Θα το ήθελες, ε;»

Η Λάρνια μειδίασε. «Ναι.»

«Όταν κάνει λιγότερο κρύο, ίσως.»

«Σε μερικές μέρες θα είναι χειμώνας...»

«Υπομονή μέχρι το καλοκαίρι.»

Η Λάρνια μόρφασε, αναποδογυρίζοντας τα μάτια, ενώ μύστριζε ένα σημείο του τοίχου που είχαν αρχίσει να φτιάχνουν.

«Αν η Εύνοια ζούσε δεν θα κάναμε τους δούλους τώρα!»

Ο Θόρινταλ στράφηκε να κοιτάξει αυτόν που είχε μιλήσει. Τον έλεγαν Ερέσναλ, και ήταν ένα από τα Πνεύματα των Δρόμων.

«Δεν είν’ αυτές δουλειές για εμάς,» συνέχισε να λέει. «Είμαστε οι Νομάδες. Δεν είμαστε χτίστες! Και ούτε προτού συναντήσουμε την Εύνοια ζούσαμε έτσι!»

«Δε θα μείνουμε για πάντα εδώ,» του είπε η Μαρίνα, πιασμένη σε μια σκαλωσιά, με τα πόδια της τυλιγμένα γύρω από ένα σίδερο και το ένα της χέρι επίσης γαντζωμένο εκεί, ενώ με το άλλο μύστριζε κάτι πέτρες. «Πώς αλλιώς να πληρώσουμε τον Ανθοτέχνη για–;»

«Ο Ανθοτέχνης μάς ταΐζει για να του δουλεύουμε!» μούγκρισε ο Ερέσναλ, βάζοντας μια πέτρα επάνω σ’ένα από τα μυστρισμένα σημεία. «Δε μας δίνει τίποτα παραπάνω. Μας έχει σα δούλους του! Θα συνεχίσει να απαιτεί υπηρεσίες από εμάς για πάντα!»

«Έχει κάποιο δίκιο,» είπε ένας άλλος Νομάδας.

«Μπορεί,» είπε ένας τρίτος, «αλλά δεν είναι τώρα συνετό να λέγονται αυτά τόσο φωναχτά. Τι θέτε, να μας διώξουν από δω; Χωρίς την Εύνοια τι θα κάνουμε;»

«Εσείς ίσως να μην ξέρετε τι να κάνετε,» τους είπε ο Ερέσναλ πιάνοντας ακόμα μια πέτρα. «Εμείς, όμως, ξέρουμε!»

«Ποιοι είναι οι ‘εμείς’ και οι ‘εσείς’, Ερέσναλ, μα τον Κρόνο;» είπε η Μαρίνα. «Είμαστε χωρισμένοι τώρα;»

«Ξεχνάς ποιοι ήταν μαζί με την Εύνοια από την αρχή. Ξεχνάς ότι εμείς ήμασταν μαζί της από την αρχή!»

«Τώρα, όμως, είμαστε όλοι ενωμένοι, Ερέσναλ.» Ήταν η Ηχώ που είχε μιλήσει, έχοντας πλησιάσει. «Και έχει δίκιο ο Κλεάνθης: μην τα λες αυτά τόσο δυνατά. Μέχρι κι εγώ σε άκουσα – από εκεί.» Έδειξε. «Για την ώρα, βοηθάμε στην ανοικοδόμηση τούτου του μέρους, και ο Κάδμος Ανθοτέχνης είναι φίλος μας. Όχι άλλες τέτοιες κουβέντες, εντάξει;»

Ο Ερέσναλ απέφυγε το βλέμμα της, και δεν απάντησε.

Η Ηχώ απομακρύνθηκε ξανά.

Ο Θόρινταλ αισθάνθηκε ένα χέρι στον ώμο του. Στράφηκε ξαφνιασμένος. Αντίκρισε, μέσα από μια κουκούλα, ένα πορφυρόδερμο πρόσωπο με πράσινα μάτια. Η Κορίνα.

«Έλα μαζί μου,» του ζήτησε. «Ήρθε η ώρα που λέγαμε.»

Κανείς άλλος δεν έμοιαζε να της έχει δώσει σημασία, σαν να ήταν φάντασμα, τυλιγμένη στη γκρίζα κάπα της και κουκουλωμένη, μες στο ψυχρό πρωινό, με τη θολούρα από τις σκόνες της ανοικοδόμησης να απλώνεται παντού.

«Έρχομαι,» αποκρίθηκε ο Θόρινταλ.

Η Λάρνια γύρισε για να δει σε ποιον μιλούσε. «Τι...;» έκανε, μην αναγνωρίζοντας την Κορίνα.

«Επιστρέφω σε λίγο,» της είπε ο σαμάνος, κι ακολούθησε τη Θυγατέρα της Πόλης μες στη θολούρα.

«Πού πας, Θόρινταλ;» του φώναξε η Λάρνια.

«Επιστρέφω σε λίγο!» Δεν γύρισε να την κοιτάξει.

Η Λάρνια συνοφρυώθηκε. Ανήσυχη. Ποια ήταν αυτή η κουκουλωμένη γυναίκα; αναρωτήθηκε. Η Σορέτα; Ή, μήπως, η Τζουλιάνα, η ιέρεια του Κρόνου; Όχι, δεν νόμιζε ότι ήταν καμια απ’αυτές. Ποια, τότε;

Έτσι όπως είχε εμφανιστεί... και όπως ο Θόρινταλ την είχε ακολουθήσει...

Σαν φάντασμα ήταν! Και θύμιζε στη Λάρνια... της θύμιζε τη Μιράντα, για κάποιο λόγο. Αλλά δεν μπορεί να ήταν αυτή! Η Μιράντα είχε εξαφανιστεί, δεν ήταν πια εδώ.

Ποια άλλη, όμως, θα ακολουθούσε έτσι ο Θόρινταλ; Ποια άλλη, εκτός από τη Μιράντα ή την Εύνοια;

Ήταν σαν οι δυο τους – ο σαμάνος και η μυστηριώδης γυναίκα – να το είχαν συμφωνήσει από πριν. Τι του είχε πει; Η Λάρνια δεν είχε ακούσει καλά, αλλά νόμιζε πως είχε πει Ήρθε η ώρα που σου έλεγα, ή κάτι τέτοιο.

Αφήνοντας το μυστρί της, έκανε να βαδίσει προς τη μεριά όπου ο Θόρινταλ είχε χαθεί μες στη θολούρα μαζί με τη μυστηριώδη γυναίκα. Όμως ένα χέρι έπιασε το γυμνό μπράτσο της.

«Πού πας;» τη ρώτησε ο Κλεάνθης. «Έχουμε δουλειά, Λάρνια.»

«Ο Θόρινταλ...»

«Τι;»

«Έφυγε! Δεν τον είδες;»

«Όχι.» Ο Κλεάνθης κοίταξε τριγύρω. «Κάπου εδώ θα είναι...»

«Πάω να τον βρω– Ε! Σταμάτα να με κρατάς, θα σε μπατσίσω!»

«Κάποια άλλη δουλειά θα είχε ο σαμάνος, Λάρνια. Μείνε δω· σε χρειαζόμαστε. Θα επιστρέψει σε λίγο. Λες να εξαφανιστεί;»

*

«Προτιμάς να είσαι ψηλά όταν προσπαθείς να εντοπίσεις κάποιον, έτσι;» είπε η Κορίνα, καθώς βάδιζαν.

«Ναι.»

Τον οδήγησε μέσα σε μια πολυκατοικία που δεν ήταν κατεστραμμένη από τις πολεμικές συγκρούσεις. Μπήκαν στον ανελκυστήρα και πάτησε το κουμπί για τον τελευταίο όροφο. Φτάνοντας εκεί, η πόρτα άνοιξε αυτόματα μπροστά τους. Βγήκαν από τον θάλαμο και η Κορίνα προπορεύτηκε ξανά. Ανέβηκαν μερικά σκαλοπάτια και βρέθηκαν στην ταράτσα της πολυκατοικίας, ανάμεσα σε κεραίες.

«Είναι εδώ αρκετά ψηλά;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Θόρινταλ. Φαινόταν σχεδόν όλο το Μεγάλο Λιμάνι από τούτη την οροφή. Φαίνονταν και οι Νομάδες των Δρόμων που εργάζονταν για την ανοικοδόμηση διάφορων οικοδομημάτων, χωρισμένοι σε ομάδες από τους ανθρώπους του Βάρνελ-Αλντ.

Η Κορίνα έδωσε στον σαμάνο μερικές φωτογραφίες. «Αυτή είναι που θέλω να βρεις.»

Ο Θόρινταλ τις κοίταξε. Έδειχναν όλες μια γυναίκα με δέρμα χρυσό και μαλλιά μαύρα και κοντά. Την έδειχναν σε διάφορες πολεμικές στάσεις. Ο φωτογράφος – όποιος κι αν ήταν· ίσως η ίδια η Κορίνα – πρέπει να την είχε φωτογραφίσει ενώ εκείνη αντιμετώπιζε κάποιους αντιπάλους. Σε ορισμένες εικόνες φαίνονταν κι αυτοί εν μέρει.

«Ποια είναι;» ρώτησε ο Θόρινταλ. «Είναι Θυγατέρα της Πόλης;»

«Σου είπα: δεν έχει σημασία. Απλά να τη βρεις θέλω. Σκοπεύω να της μιλήσω, όχι να της κάνω κακό. Εκείνη, αντιθέτως, θα μας βάλει σε πολλούς μπελάδες αν την αφήσω...»

«Θα δολοφονήσει τον Ανθοτέχνη...»

«Μην αμφιβάλλεις ότι θα τα καταφέρει, Θόρινταλ.»

«Όταν ήρθες και μου μίλησες, χτες βράδυ, δεν περίμενα ότι θα ξαναρχόσουν να με βρεις τόσο σύντομα, Κορίνα. Νόμιζα ότι θα περνούσαν τουλάχιστον μια, δυο μέρες.»

«Δεν ήμουν σίγουρη πότε η φίλη μας θα ήταν εδώ.»

«Και τώρα είναι εδώ;»

Η Κορίνα ένευσε.

«Αφού ξέρεις ότι είναι εδώ, πώς είναι δυνατόν να μην ξέρεις πού βρίσκεται;»

«Θα την εντοπίσεις ή όχι;» είπε μόνο η Κορίνα.

Ο Θόρινταλ ήταν σιωπηλός για μερικές στιγμές. Υπήρχε κάποια διαφορά στην όψη της; αναρωτήθηκε, παρατηρώντας την. Είχε την εντύπωση πως υπήρχε· πως κάτι... κάτι είχε αλλάξει στο πρόσωπο της Κορίνας, σε σχέση με τις προηγούμενες φορές που την είχε δει. Τι, όμως; Ήταν πολύ δύσκολο να διακρίνεις οτιδήποτε πάνω σ’αυτή τη γυναίκα.

Γιατί σε παραξενεύει, ανόητε; Ξεχνάς ποια είναι; «Εντάξει,» της αποκρίθηκε. «Θα τη βρω.»

Κάθισε οκλαδόν επάνω στην ταράτσα, έβγαλε το κομπολόι του, κι άρχισε να το χτυπά – κλακ-τακ, κλακ-τακ, τακ-κλακ-τακ – ενώ είχε στη μνήμη του, έντονα, πολύ έντονα, την εικόνα της γυναίκας από τις φωτογραφίες και, συγχρόνως, άφηνε το μυαλό του να έρθει σε επαφή με τις τηλεπικοινωνιακές συχνότητες που απλώνονταν ολόγυρά του. Η νόησή του βάδισε πάνω στο τηλεπικοινωνιακό πλέγμα σαν αόρατη αράχνη, ψάχνοντας... ψάχνοντας... ψάχνοντας... προς κάθε κατεύθυνση. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .ένα ίχνος· ναι, αυτή ήταν μάλλον· και δεν ήταν μακριά. Πού ακριβώς; Αδύνατον να είναι βέβαιος· δεν γνώριζε την Α’ Ανωρίγια τόσο καλά. Δεν τη γνώριζε καθόλου καλά. Και ήταν πάντα δύσκολο να εντοπίσεις ένα μόνο άτομο. Πόσω μάλλον ένα άτομο που έχεις δει μονάχα σε φωτογραφία.

Ο Θόρινταλ άνοιξε τα μάτια του, παύοντας να χτυπά το κομπολόι. «Βόρεια είναι,» είπε στην Κορίνα καθώς σηκωνόταν όρθιος.

«Πού;»

«Δεν είμαι σίγουρος, αλλά δεν πρέπει νάναι μακριά.»

«Μέσα στο Μεγάλο Λιμάνι;»

«Όχι. Μάλλον όχι. Πέρα από αυτό.»

«Στην Αστροβόλο;»

«Πιθανώς.»

«Πέρα από την Αστροβόλο;»

«Αποκλείεται.»

«Στη Χρυσόνομη;»

«Μπορεί. Δεν ξέρω πώς ακριβώς είναι ο χάρτης. Είναι η Χρυσόνομη βόρειά μας; Νόμιζα πως η Αστροβόλος ήταν βόρεια του Μεγάλου Λιμανιού.»

Η Κορίνα έβγαλε έναν χάρτη μέσα από την κάπα της. Τον ξεδίπλωσε και έδειξε στον σαμάνο με το δάχτυλό της. Ένα τμήμα της Χρυσόνομης βρισκόταν ανάμεσα στο Μεγάλο Λιμάνι και στην Αστροβόλο, χωρίς να χωρίζει τελείως τις δύο περιφέρειες.

«Χμμ,» έκανε ο Θόρινταλ παρατηρώντας τη γεωγραφία του μέρους, προσπαθώντας μες στο μυαλό του να την παραλληλίσει με το τηλεπικοινωνιακό πλέγμα όπου είχε βαδίσει πνευματικά. «Αν είναι στη Χρυσόνομη,» είπε, «θα είναι κάπου στα άκρα της. Εδώ, ίσως.» Έδειξε τα όρια της Χρυσόνομης, ανάμεσα στο Μεγάλο Λιμάνι και στην Αστροβόλο.

«Δε μπορείς να κάνεις καλύτερο εντοπισμό;» ρώτησε η Κορίνα.

«Θα έπρεπε να χαίρεσαι που κατάφερα να την εντοπίσω καν. Δεν την ξέρω καθόλου. Πρώτη φορά τη βλέπω.»

«Αν πάμε πιο κοντά της;»

«Θα μπορούσα να ξαναπροσπαθήσω.»

«Πάμε τότε.»

*

Καθώς κατέβηκαν από την ταράτσα της πολυκατοικίας και βγήκαν από την είσοδό της, ο πολεοπλάστης παρουσιάστηκε δίπλα τους γνέφοντας με την ουρά του στον Θόρινταλ. Στεκόταν πάνω σ’ένα σταθμευμένο δίκυκλο. Ο σαμάνος πέρασε από κοντά του και τον άφησε να πιαστεί στη δερμάτινη καπαρντίνα του, να χωθεί μέσα σε μια μεγάλη τσέπη της. Παρότι δούλευε πιο πριν, μαζί με τους άλλους Νομάδες, δεν ήταν τόσο ελαφρά ντυμένος όσο οι περισσότεροι από αυτούς. Κρύωνε. Και δεν είχε προλάβει να ζεσταθεί προτού η Κορίνα τού ζητήσει να την ακολουθήσει.

«Δε σε πειράζει ο φίλος μου, ελπίζω,» της είπε, ενώ δεν είχαν πάψει καθόλου να βαδίζουν.

«Αν δεν μας κάνει προβλήματα, όχι δεν με πειράζει.»

«Δε νομίζω νάχει τέτοιο σκοπό.»

Ο Θόρινταλ την ακολούθησε ώς ένα σταθμευμένο τετράκυκλο όχημα. Η Κορίνα άγγιξε ένα σημείο επάνω στη μία από τις δύο μπροστινές πόρτες του και άνοιξαν και οι δύο αυτόματα: σηκώθηκαν προς τα πάνω, σαν φτερούγες. Το σημείο πρέπει να ήταν κάποιου είδους αισθητήρας ο οποίος αναγνώριζε το άγγιγμά της, υπέθεσε ο Θόρινταλ.

Η Κορίνα κάθισε μπροστά στο τιμόνι και ο σαμάνος κάθισε δίπλα της στη θέση του συνοδηγού. Με το πάτημα ενός πλήκτρου από το χέρι της Θυγατέρας οι πόρτες που θύμιζαν φτερούγες κατέβηκαν πάλι, κλείνοντας. Με το γύρισμα ενός διακόπτη η μηχανή ενεργοποιήθηκε, και η Κορίνα άρχισε να οδηγεί. Η κονσόλα ήταν γεμάτη φωτάκια, πλήκτρα, και ενδείξεις. Είχε και μια μικρή οθόνη όπου φαινόταν ο χάρτης της Α’ Ανωρίγιας και η θέση του οχήματος επάνω του ως κόκκινη ρόδα.

«Είσαι σίγουρη ότι θα σκοτώσει τον Ανθοτέχνη; Τόσοι σωματοφύλακες τον φρουρούν.»

«Η φίλη μας είναι καλή στη δουλειά της. Πολύ καλή. Θα τα καταφέρει.»

«Μπορείς όντως να βλέπεις το μέλλον;» Έτσι είχε πει η Μιράντα: ότι η Κορίνα έβλεπε μέσα στον χρόνο, μέσω εκείνου του αρχαίου φυλαχτού.

«Το μέλλον συνεχώς διαμορφώνεται, Θόρινταλ. Δεν είναι ποτέ σταθερό,» αποκρίθηκε η Κορίνα ενόσω οδηγούσε.

«Δεν καταλαβαίνω...» παραδέχτηκε ο σαμάνος, πραγματικά περίεργος. «Όταν έβαλες τον Ρίμναλ και τους άλλους να απαγάγουν την Εύνοια, ήξερες... ήξερες τρομερά πράγματα για εμάς. Ήξερες ακριβώς τι θα έκανε η Εύνοια, πώς θα αντιδρούσε. Είχες δώσει πολύ συγκεκριμένες οδηγίες για το πού να πάνε για να την απαγάγουν. Γνώριζες ότι θα προσπαθούσε να τους κοροϊδέψει.»

Η Κορίνα μειδίασε αχνά με τα μαυροβαμμένα χείλη της. «Το υπέθεσα, βασικά.»

«Δεν είναι δυνατόν! Πώς...; Η κίνηση της Εύνοιας δεν ήταν... Μισό λεπτό! Βλέπεις το μέλλον ή δεν το βλέπεις, Κορίνα;»

«Το μέλλον, σου ξαναλέω, συνεχώς διαμορφώνεται. Δε μπορώ να ξέρω πώς θα εξελιχτεί μια δράση που δεν έχει ακόμα μπει σε κίνηση. Επομένως, δεν μπορούσα να ξέρω τι θα έκανε η Εύνοια προτού στείλω τον Ρίμναλ και τους άλλους να την απαγάγουν. Απλώς το υπέθεσα. Την είχα παρατηρήσει, μέσα στον χρόνο, μέσα στο παρελθόν. Δεν είναι η πρώτη φορά που είχε εφαρμόσει αυτή την τακτική, ξέρεις. Την είχε ξαναεφαρμόσει παλιότερα, όταν ήθελε να κρυφτεί για άλλους λόγους. Είχε φύγει, αθέατη, από τη σκηνή της και είχε πάει στο μεγάλο ερπυστριοφόρο, παραπλανώντας αυτούς που την έψαχναν, κάνοντάς τους να νομίσουν πως δεν ήταν εκεί ή πως δεν υπήρχε καν Νομαδάρχισσα τελικά, πως ήταν μονάχα ένας μύθος των Νομάδων. Ήταν λογικό ότι θα επιχειρούσε το ίδιο με τον Ρίμναλ και τους άλλους. Δεν είχα αμφιβολία ότι θα διέκρινε πως υπήρχαν προδότες κάπου ανάμεσα στους Νομάδες της· αλλά δεν το θεωρούσα πιθανό να μπορεί να τους ξεχωρίσει εύκολα. Όσο καλά κι αν γνώριζε αυτό το πλήθος, ήταν μεγάλο πλήθος. Ούτε εγώ δεν θα μπορούσα να εντοπίσω έτσι εύκολα μερικούς προδότες εκεί μέσα. Επομένως, τι θα έκανε η Εύνοια; Θα προσπαθούσε να τους αποπροσανατολίσει για να τους παγιδέψει. Θα εγκατέλειπε τη σκηνή της και θα κρυβόταν στο ερπυστριοφόρο.

»Προβλεπόμενη αποδείχτηκε. Τελείως προβλεπόμενη.

»Όταν έχεις παρατηρήσει κάποιον μέσα στον χρόνο, Θόρινταλ, δεν είναι τόσο δύσκολο να προβλέψεις τι θα κάνει στο μέλλον, σε παρόμοιες περιστάσεις.»

«Η Μιράντα και η Εύνοια πίστευαν ότι είσαι πιο δυνατή απ’ό,τι είσαι...»

Τα πράσινα μάτια της τον λοξοκοίταξαν. «Μην κάνεις το λάθος να νομίσεις ότι δεν είμαι αρκετά δυνατή.»

Ο Θόρινταλ μειδίασε. Για κάποιο λόγο, δεν μπορούσε να το εκλάβει ως απειλή· μόνο ως προσπάθεια επίδειξης. Είχε αρχίσει να τη μαθαίνει; Αυτό μάλλον θα ήταν όντως λάθος να το πιστέψω. Πρέπει νάχει τα τριπλάσιά μου χρόνια, το λιγότερο.

«Εξακολουθώ, όμως, να μην καταλαβαίνω γιατί δεν μπορείς να εντοπίσεις, εδώ και τώρα, πού ακριβώς είναι η γυναίκα που ψάχνουμε,» της είπε.

«Είσαι όλο περιέργεια, σαμάνε...»

Ο Θόρινταλ δεν αποκρίθηκε.

Η Κορίνα είπε: «Είναι πιο εύκολο να την περιμένω σ’ένα σημείο στο μέλλον που ξέρω ότι θα εμφανιστεί, παρά να βρω πού είναι εδώ και τώρα. Το πιο απλό θα ήταν να βρίσκομαι κοντά στον Κάδμο και να παρατηρώ. Αλλά το φοβάμαι.»

«Είναι Θυγατέρα κι αυτή, έτσι δεν είναι;»

Η Κορίνα κατένευσε. «Και καλύτερα να την προλάβω προτού καταφέρει να τον πλησιάσει.»

Μετά, του είπε: «Είμαστε στην Αστροβόλο τώρα,» και σταμάτησε το όχημά της σε μια γωνία. «Πάμε σε μια κοντινή ταράτσα.» Πάτησε ένα κουμπί και οι πόρτες άνοιξαν σαν φτερούγες.

*

Ο Κάδμος, η Καρζένθα-Σολ, και ο Βάρνελ-Αλντ είχαν συγκεντρωθεί στο Πολιταρχικό Μέγαρο της Α’ Ανωρίγιας, στην Αστροβόλο, για να συζητήσουν για την επιδρομή των κουρσάρων χτες βράδυ. Ο Πολιτάρχης της συνοικίας είχε ήδη μιλήσει με τη Τζέσικα και τον Ζιλμόρο, καθώς και με τους ανθρώπους που είχαν κάνει επισκευές σε δύο πειρατικά σκάφη τα οποία είχαν έρθει στο Μεγάλο Λιμάνι ζητώντας βοήθεια.

«Τα πάντα πηγαίνουν καλά, απ’ό,τι φαίνεται,» έλεγε τώρα στον Κάδμο και την Καρζένθα. «Αν και είναι, βέβαια, πολύ νωρίς για να κρίνουμε οτιδήποτε. Η Β’ Κατωρίγια Συνοικία, αναμφίβολα, θα πάρει τα μέτρα της τώρα. Όπως και νάχει, το μόνο που μένει είναι να παρατηρούμε.»

«Δεν είδε κανείς τους πειρατές να έρχονται στο Μεγάλο Λιμάνι, έτσι;» είπε η Καρζένθα.

«Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, όχι, κανείς δεν τους είδε. Ήταν νύχτα, και ήταν προσεχτικοί· δεν είχαν φώτα αναμμένα πάνω στα σκάφη τους όσο μας πλησίαζαν. Επιπλέον, αν κάποιος τούς είχε προσέξει, νομίζω πως η Τζέσικα θα το αντιλαμβανόταν. Οι Θυγατέρες της Πόλης τα καταλαβαίνουν αυτά, όπως όλοι ξέρουμε.»

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του Κάδμου κουδούνισε, κι εκείνος κοίταξε τη μικρή του οθόνη. Ήταν ο Ερκάνης που τον καλούσε. Τι θέλει; Συμβαίνει κάτι στη Β’ Ανωρίγια;

Ο Κάδμος έκανε νόημα στον Βάρνελ και την Καρζένθα να πάψουν λίγο να μιλάνε και, φέρνοντας τον πομπό στο αφτί του, αποδέχτηκε την κλήση. «Ναι;»

«Εγώ είμαι, Κάδμε,» άκουσε τη φωνή του Ερκάνη – και ήταν ταραγμένη· σίγουρα, ήταν ταραγμένη. «Είσαι καλά;»

«Μέχρι στιγμής. Πώς είναι τα πράγματα εκεί;»

«Χτες βράδυ...» Ο Ερκάνης αναστέναξε. «Δεν ξέρω· ίσως ν’ανησυχώ και χωρίς λόγο, αλλά δεν το νομίζω...» Κόμπιασε.

«Πες μου τι συμβαίνει, Ερκάνη.»

«Ο Μάλνεμορ-Νορκλ. Εξαφανίστηκε. Κανείς δε γνωρίζει πού βρίσκεται. Χτες βράδυ, έφυγε από το Πολιταρχικό Μέγαρο μετά από εμένα και δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι του. Ούτε σήμερα τον έχει δει κανείς ώς τώρα. Υποπτεύομαι ότι ή τον έχουν απαγάγει ή τον έχουν σκοτώσει. Έχω βάλει ανθρώπους να το ερευνήσουν–»

«Τι ανθρώπους;»

«Από τοπικές συμμορίες που μας βοηθάνε.»

«Στη Φρουρά δεν το ανέφερες; Στον Μαρσέλ Φοριβάλκω;» Ο νέος Φρούραρχος της Β’ Ανωρίγιας έπαιρνε τη δουλειά του πολύ σοβαρά, και ο Κάδμος τον θεωρούσε καλό. Τον εμπιστευόταν.

«Του το ανέφερα. Μου είπε ότι θα το ερευνήσει. Αλλά ξέρεις τι γίνεται με τη Φρουρά, Κάδμε· δεν έχει πολλά περιθώρια για τέτοιες έρευνες.»

«Δεν έχει κανείς καμια υποψία για το πού μπορεί να πήγε ο Μάλνεμορ;»

«Είχε πει στη γυναίκα του ότι θα επέστρεφε στο σπίτι. Και δεν μπορώ να φανταστώ ποιος ίσως να τον ήθελε νεκρό, ή ποιος ίσως να ήθελε να τον απαγάγει.»

«Ναι, ούτε εγώ...» μουρμούρισε ο Κάδμος. «Θα δω πώς μπορώ να σε βοηθήσω, Ερκάνη. Θα μάθουμε τι συνέβη.»

«Με συγχωρείς γι’αυτό...»

«Τι; Για τι πράγμα μιλάς;»

«Αν μπορούσα κάπως να το είχα αποτρέψει...»

«Δεν έχει σχέση μ’εσένα αυτό που συνέβη. Νομίζεις ότι αν ήμουν εγώ εκεί θα είχα καταφέρει να το αποτρέψω;»

«Ίσως να μην είχε συμβεί ποτέ.»

«Πολλές υποθέσεις κάνεις, Ερκάνη.»

«Πότε θα επιστρέψεις, Κάδμε;»

«Θα το σκεφτώ. Δε μπορώ να σου απαντήσω τώρα.»

«Εντάξει. Θα τα ξαναπούμε.»

«Ειδοποίησέ με μόλις μάθεις κάτι περισσότερο.»

«Εντάξει.»

Η τηλεπικοινωνία τους τερματίστηκε. Ο Κάδμος κατέβασε τον πομπό από το αφτί του.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Καρζένθα. «Ο Ερκάνης ήταν;»

«Ναι.» Ο Κάδμος τούς είπε για την εξαφάνιση του Μάλνεμορ-Νορκλ.

«Ποιος είναι ο Μάλνεμορ-Νορκλ;» ρώτησε ο Βάρνελ.

«Ένας σύμβουλός μου τον οποίο θεωρώ πολύ σημαντικό.»

«Ίσως τότε να τον σκότωσε κάποιος δολοφόνος σταλμένος από τις Κατωρίγιες Συνοικίες.»

«Ίσως. Αλλά μπορεί νάναι και απαγωγή.»

«Αν είναι απαγωγή θα το μάθεις σύντομα. Λογικά, θα ζητήσουν λύτρα. Τι άλλο να τον κάνουν; Εκτός αν θέλουν να πάρουν πληροφορίες από αυτόν. Γνωρίζει πράγματα που θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις ‘ευαίσθητα’;»

«Πιθανώς,» απάντησε ο Κάδμος. «Αν και... αν και τίποτα το τρομερό. Τίποτα που αν διέρρεε θα άλλαζε τα δεδομένα στη Β’ Ανωρίγια, νομίζω.»

*

Μέσα σ’έναν ανελκυστήρα, ανέβαιναν προς την οροφή ενός οικοδομήματος όλο διαφημιστικές εταιρείες και γραφεία παρόμοιων εταιριών.

«Δεν ξέρεις πότε ακριβώς η δολοφόνος θα επιτεθεί στον Κάδμο;»

«Σου ξαναλέω, Θόρινταλ: το μέλλον διαρκώς μεταβάλλεται. Η Φοίβη – αυτό είναι το όνομά της – θα παρατηρήσει τον στόχο της προτού του επιτεθεί. Και η παρατήρησή της δεν είναι βέβαιο πόσο ακριβώς θα κρατήσει. Μην αμφιβάλλεις, πάντως, ότι θα βρει την πιο κατάλληλη στιγμή για να τον χτυπήσει. Και δεν θα αποτύχει. Μέχρι στιγμής, ούτε μία φορά δεν την έχω δει να αποτυχαίνει.»

«Την έχεις παρακολουθήσει κι αυτήν, όπως την Εύνοια...»

«Φυσικά.»

Η Φοίβη ήταν Θυγατέρα της Πόλης· δεν μπορεί να ήταν τίποτ’ άλλο. Ο Θόρινταλ δεν είχε πια καμια αμφιβολία, παρότι η Κορίνα δεν το είχε πει ξεκάθαρα. Αν δεν είχε να αντιμετωπίσει μια Αδελφή της, δεν θ’ανησυχούσε τόσο, νομίζω. Και υπήρχε σίγουρα έντονη ανησυχία στο πρόσωπό της. Αυτή ήταν η αλλαγή στην όψη της που ο Θόρινταλ διέκρινε πριν. Τόσο πολύ φοβόταν τη Φοίβη;

Τη θεωρούσε πιο επικίνδυνη από τη Μιράντα;

Η Μιράντα δεν είναι φόνισσα, θύμισε στον εαυτό του, ευχόμενος γι’ακόμα μια φορά να ήταν ζωντανή– Όχι, η Κορίνα δεν μπορεί να τη σκότωσε! Οι Θυγατέρες δεν σκοτώνουν η μια την άλλη.

Έφτασαν στην ψηλή ταράτσα και βγήκαν από τον ανελκυστήρα.

«Βρες την,» είπε η Κορίνα, και ο Θόρινταλ κάθισε πάλι οκλαδόν, χτυπώντας το κομπολόι του, αφήνοντας το μυαλό του να ταξιδέψει πάνω στο τηλεπικοινωνιακό πλέγμα της Α’ Ανωρίγιας.

Ο πολεοπλάστης, εν τω μεταξύ, βγήκε από την τσέπη της καπαρντίνας του (τον αισθάνθηκε να βγαίνει καθώς είχε τα μάτια κλειστά) και απομακρύνθηκε.

Μετά από λίγο ο Θόρινταλ είχε εντοπίσει ξανά τη Φοίβη. «Βόρεια είναι. Μέσα στην Αστροβόλο.»

«Προς τα πού πηγαίνει; Ή είναι σταθερή κάπου;»

«Πρέπει να κινείται προς τα βόρεια, αν δεν κάνω λάθος. Αλλά όχι γρήγορα. Όχι με όχημα, νομίζω.»

Παρατηρεί την Πόλη, σκέφτηκε η Κορίνα, προβληματισμένη. Αφήνει την Πόλη να την οδηγήσει στον στόχο της. Μπορεί να σχεδίαζε να σκοτώσει σήμερα τον Κάδμο; Σίγουρα, πάντως, δεν θ’αργούσε εσκεμμένα. Μόλις ήταν βέβαιη ότι είχε την ευκαιρία να τον ξεπαστρέψει θα τον ξεπάστρευε. Η Φοίβη δεν ήταν από εκείνους τους τρελούς φονιάδες που ήθελαν να παίζουν με τα θύματά τους. Η παραφροσύνη της ήταν άλλου είδους· η Κορίνα την είχε παρακολουθήσει προσεχτικά. Η Φοίβη ήταν μεθοδική και αμείλικτη. Τελείωνε με τον στόχο της όσο πιο γρήγορα και αποτελεσματικά μπορούσε και μετά έφευγε. Τίποτ’ άλλο δεν την ενδιέφερε. Ήταν σχεδόν σαν αντίσωμα μέσα στον γιγάντιο οργανισμό της Πόλης. Ένα αντιβιοτικό σε μορφή Θυγατέρας.

Αλλά ο Κάδμος δεν είναι ιός προς εξολόθρευση.

Ή, αν είναι, είναι δικός μου ιός, και τον θέλω ζωντανό. Εγώ τον έφτιαξα.

Ο Θόρινταλ είχε πει ότι η Φοίβη πήγαινε βόρεια... Προς τα βόρεια ήταν το Πολιταρχικό Μέγαρο της Α’ Ανωρίγιας μες στην Αστροβόλο. Ο Κάδμος πολύ πιθανόν τώρα να βρισκόταν εκεί, τέτοια πρωινή ώρα. Αν η Φοίβη θεωρήσει ότι μπορεί να εισβάλει στο Πολιταρχικό Μέγαρο και να τον σκοτώσει, θα το κάνει.

«Πάμε,» είπε η Κορίνα.

Μπήκαν ξανά στον ανελκυστήρα, και ο πολεοπλάστης τούς ακολούθησε.

*

Η Φοίβη είχε αφήσει το τετράκυκλο όχημα του Μάλνεμορ-Νορκλ σε μια μάντρα οχημάτων στη Χρυσόνομη. Το είχε πουλήσει σ’έναν τύπο που ήταν, δίχως αμφιβολία, του υπόκοσμου της περιοχής – και όχι μόνο επειδή η μάντρα του βρισκόταν στους υπόγειους δρόμους. Της είχε δώσει αρκετά λεφτά, νομίζοντας ότι την έκλεβε κιόλας· η Φοίβη το είχε διακρίνει στα πολεοσημάδια. Αλλά δεν του είχε φέρει καμια αντίρρηση· δεν την ενδιέφεραν και τόσο τα χρήματα τώρα. Απλώς δεν ήθελε να οδηγεί ένα όχημα που πιθανώς κάποιοι να έψαχναν.

Αφήνοντας τη Χρυσόνομη, πήγε στην Αστροβόλο μέσω ενός δημόσιου, εξάτροχου επιβατηγού οχήματος, μαζί με πολύ άλλο κόσμο. Και από εκεί και πέρα βάδιζε παρατηρώντας τα σημάδια της Πόλης. Η Αστροβόλος ήταν η κεντρικότερη περιφέρεια της Α’ Ανωρίγιας: όλα τα πολεοσημάδια το μαρτυρούσαν, όπως επίσης μαρτυρούσαν ότι το σημαντικότερο διοικητικό χτίριο ήταν εδώ. Το Πολιταρχικό Μέγαρο, αναμφίβολα. Και ήταν πολύ πιθανό ο Ανθοτέχνης να βρισκόταν εκεί, μια τέτοια ώρα.

Η Φοίβη δεν νόμιζε ότι θα ήταν συνετό να του επιτεθεί αμέσως, βέβαια. Πρώτα έπρεπε να τον παρατηρήσει. Μέσα από τα μάτια της Πόλης. Έπρεπε να μάθει τα πάντα γι’αυτόν. Όλα όσα, τουλάχιστον, την ενδιέφεραν. Όλα όσα είχαν σχέση με τον Ανθοτέχνη ως στόχο.

Όταν η Φοίβη είχε παρατηρήσει αρκετά έναν στόχο μέσω των πολεοσημαδιών, μπορούσε να τον σκοτώσει ακόμα και χωρίς κανένα όπλο. Τα πάντα γύρω της, άλλωστε, ήταν καλά εργαλεία για δολοφονία. Και το σώμα της το καλύτερο.

Ο Ανόφθαλμος πάντοτε πορευόταν στο πλευρό της. Μερικές φορές, μάλιστα, η Φοίβη νόμιζε ότι την κοίταζε πίσω από τις σκιές, κουκουλωμένος, με το μοναδικό του μάτι να γυαλίζει δαιμονικά, όπως τότε στον γάμο τους...

*

Στην οροφή ακόμα μιας πολυκατοικίας, αλλά τώρα στα κεντρικά της Αστροβόλου. Κι αυτό το οικοδόμημα δεν έμοιαζε να είναι γεμάτο εταιρίες και γραφεία· ήταν εν μέρει κατοικίες εν μέρει καταστήματα.

Ο Θόρινταλ χρησιμοποιούσε ξανά τη μαγεία του, χτυπώντας το κομπολόι του ρυθμικά, φέρνοντας τον νου του σε επαφή με τις τηλεπικοινωνιακές συχνότητες, έχοντας τα βλέφαρά του κλειστά. Είχε πλέον αρχίσει να μαθαίνει τη Φοίβη – την αίσθησή της μέσα στο πλέγμα, τουλάχιστον. Ο εντοπισμός της του ήταν λιγότερο δύσκολος.

Αλλά και το κεφάλι του τον πονούσε τώρα. Όχι πολύ, ευτυχώς. Ήταν ένας πόνος που ξεκινούσε από την πίσω μεριά κι απλωνόταν προς τα δεξιά και τ’αριστερά. Αν τον ζωγράφιζες πάνω στο κρανίο του, ο Θόρινταλ υποπτευόταν ότι θα ήταν σαν κέρατα. Δεν είχε γίνει ακόμα τόσο ενοχλητικός ώστε να μην τον αφήνει να χρησιμοποιήσει τη μαγεία του, όμως αν η Κορίνα τού ζητούσε να εντοπίσει τη Φοίβη δυο, τρεις φορές ακόμα, μάλλον ο πόνος θα καταντούσε ανυπόφορος γενικά...

Επί του παρόντος, η Κορίνα στεκόταν στην άκρη της ταράτσας παρατηρώντας τα σημάδια της Πόλης ενόσω περίμενε τον σαμάνο να τελειώσει τη δουλειά του. Δυστυχώς δεν ήταν δυνατόν να διακρίνει τη Φοίβη έτσι. Η Νύφη του Χάροντα, απλά και μόνο με την παρουσία της, δεν προκαλούσε καμια τόσο σπουδαία ταραχή μέσα στην Ατέρμονη Πολιτεία ώστε η Κορίνα να μπορεί να τη δει.

Πιο γρήγορα απ’ό,τι περίμενε – πιο γρήγορα από τις άλλες φορές, τουλάχιστον – ο Θόρινταλ τής μίλησε. «Τη βρήκα,» είπε.

Η Κορίνα στράφηκε να τον κοιτάξει.

Ο σαμάνος σηκώθηκε όρθιος, πηγαίνοντας δίπλα της στην άκρη της ταράτσας, δείχνοντας νοτιοδυτικά. «Προς τα εκεί είναι. Σχετικά κοντά μας. Μέσα σε πέντε χιλιόμετρα, υποθέτω. Το πολύ έξι ή εφτά.»

«Δεν είσαι ποτέ πολύ συγκεκριμένος, ε;» μειδίασε αχνά η Κορίνα.

«Σε είχα προειδοποιήσει. Η μαγεία μου δεν–»

«Γνωρίζω πώς είναι η μαγεία των σαμάνων, Θόρινταλ.»

«Επιπλέον, με πονά το κεφάλι μου. Σ’το λέω για να το ξέρεις. Αν προσπαθήσω να την εντοπίσω ακόμα μια φορά–»

«Ίσως να μη χρειαστεί.» Η Κορίνα βάδισε προς τις σκάλες της ταράτσας.

Ο Θόρινταλ την ακολούθησε, και ο πολεοπλάστης μ’ένα πήδημα πιάστηκε στην άκρη της δερμάτινης καπαρντίνας του, σκαρφαλώνοντας στον ώμο του.

*

Στους δρόμους της Αστροβόλου, η Κορίνα περπάτησε παρατηρώντας τα σημάδια της Πόλης πολύ προσεχτικά, αλλά κυρίως βασιζόμενη στην πολεοτύχη της. Μόνο έτσι θα έβρισκε την Αδελφή της.

«Προς τα εκεί, σωστά;» ρώτησε τον Θόρινταλ, δείχνοντας.

«Ναι.»

«Ήταν σε σήραγγα, όταν την εντόπισες; Ήταν σε γέφυρα;»

«Σε σήραγγα, πάντως, δεν νομίζω να ήταν.» Ο Θόρινταλ αναρωτιόταν τι θα γινόταν όταν οι δύο Θυγατέρες συναντιόνταν. Αν αυτή η Φοίβη ήταν τόσο αποφασισμένη να δολοφονήσει τον Ανθοτέχνη, πώς σχεδίαζε η Κορίνα να τη σταματήσει χωρίς να τη σκοτώσει;

Απλά θα της μιλήσω. Αυτό δεν είχε πει; Ήταν δυνατόν να την έπειθε να παρατήσει την αποστολή της;

Γιατί όχι; Η Κορίνα είχε πολλούς τρόπους να σε πείσει να κάνεις ό,τι ήθελε. Είχε πείσει τον Ρίμναλ και τους άλλους Νομάδες να προδώσουν την Εύνοια! Την Εύνοια, που όλοι τους την αγαπούσαν και, μετά, ήταν φανερό πως αισθάνονταν άσχημα για ό,τι είχαν κάνει – ασχέτως αν ο Θόρινταλ και οι υπόλοιποι τούς είχαν συγχωρέσει ή όχι.

Αλλά αυτή η δολοφόνος είναι Θυγατέρα της Πόλης. Δεν είναι σαν εμάς...

*

Η Φοίβη διέκρινε, μέσα από τα πολεοσημάδια, ότι την αναζητούσαν. Συγκεκριμένα εκείνη.

Ποιος ήταν δυνατόν να ήξερε ότι βρισκόταν εδώ;

Κι αυτός που την αναζητούσε ερχόταν από μπροστά της, όχι από πίσω της. Δεν την ακολουθούσε. Δεν ήταν κατάσκοπος· η Φοίβη ήταν βέβαιη.

Ποιος ξέρει για εμένα; Ποιος ξέρει για τον στόχο μου; Ή, μήπως, δεν ήξερε για τον στόχο της;

Η Φοίβη κρύφτηκε σε μια γωνία, πίσω από κάτι διαφημιστικές πινακίδες, περιμένοντας. Ο δρόμος δίπλα της ήταν περαστικός, αν και όχι πολύ μεγάλος: άνθρωποι βάδιζαν, οχήματα κυλούσαν επάνω σε τροχούς. Κανένας απ’αυτούς δεν ήταν το άτομο που αναζητούσε τη Φοίβη.

Ποιος με ψάχνει; Το χέρι της πήγε μέσα στην κάπα της, πιάνοντας το πιστόλι που κρυβόταν στην πίσω μεριά του παντελονιού της.

Δυο άτομα παρουσιάστηκαν αντίκρυ της, κατεβαίνοντας από την πέτρινη σκάλα μιας γέφυρας. Ο ένας ήταν άντρας, με χρυσό δέρμα και κόκκινα μακριά μαλλιά, αρκετά όμορφος και ντυμένος με δερμάτινη καπαρντίνα που τα πολεοσημάδια μαρτυρούσαν στη Φοίβη ότι έκρυβε κάποιου είδους ασυνήθιστη ζωή της Πόλης. Παράξενο· τι μπορεί να ήταν;

Αλλά το μυαλό της Φοίβης δεν έμεινε για πολύ σ’αυτό τον άντρα, γιατί το βλέμμα της τραβούσε περισσότερο η γυναίκα που βάδιζε δίπλα του. Φορούσε γκρίζα κάπα με την κουκούλα σηκωμένη στο κεφάλι, και το πρόσωπό της ήταν κρυμμένο στη σκιά. Ήταν ψηλή, πάντως, και τα χέρια της ήταν ντυμένα με καφετιά κροσσωτά γάντια. Τα πολεοσημάδια δεν έλεγαν στη Φοίβη ότι ετοιμαζόταν να τραβήξει κάποιο όπλο, αλλά της μαρτυρούσαν ότι αυτή ήταν που την αναζητούσε, και ότι ήταν επικίνδυνη.

Ποια μπορεί να είναι;

Αποκλείεται κανένας από τους δυο τους να είναι άνθρωπος της Φρουράς της Α’ Ανωρίγιας, ή μισθοφόρος ή κατάσκοπος του Ανθοτέχνη...

Η γυναίκα με την κουκούλα στάθηκε σ’έναν πεζόδρομο και κοίταξε τριγύρω. Το βλέμμα της εστιάστηκε στις διαφημιστικές πινακίδες πίσω από τις οποίες κρυβόταν η Φοίβη...

*

Εκεί είναι, παρατήρησε η Κορίνα, διακρίνοντας τη σκιερή φιγούρα πίσω από τις διαφημιστικές πινακίδες.

Είπε στον Θόρινταλ, χωρίς να στραφεί για να τον κοιτάξει: «Μπορείς να φύγεις, αν θέλεις.»

«Τι; Γιατί;» Τη βρήκες; σκέφτηκε ο σαμάνος. Πού είναι; Δεν έβλεπε πουθενά καμια γυναίκα με όπλα, καμια γυναίκα που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει δολοφόνο. Ήταν, μήπως, αυτή η τύπισσα με την καπαρντίνα που βάδιζε τώρα στον αντικρινό πεζόδρομο, πλάι σ’εκείνη εκεί τη βιτρίνα με τα παπούτσια;

«Βρήκαμε τη Φοίβη,» αποκρίθηκε η Κορίνα.

«Κι αν δεν θέλω να φύγω;»

«Μείνε, τότε.» Η Κορίνα βάδισε προς τις διαφημιστικές πινακίδες.

Ο Θόρινταλ την ακολούθησε. Μέσα στην καπαρντίνα του αισθάνθηκε τον πολεοπλάστη να σαλεύει, και, ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά προς τα εκεί, τον είδε να κρυφοκοιτάζει από την άκρη της τσέπης. Τα μάτια του ήταν σαν αδύναμοι φακοί μες στο πρωινό ηλιακό φως.

Η Φοίβη, παρατηρώντας τους δύο αγνώστους να την πλησιάζουν, δεν είχε αμφιβολία πως την είχαν διακρίνει. Ή, μάλλον, πως η κουκουλοφόρος γυναίκα την είχε διακρίνει. Σαν να ήξερε ήδη πού βρισκόταν. Δε μπορεί να με είδε από εκεί όπου στεκόταν. Δε μπορεί να με ξεχώρισε. Επομένως...;

Ήταν Αδελφή της;

Η Φοίβη βγήκε από την κρυψώνα της μ’ένα αποφασιστικό βήμα, εξακολουθώντας να έχει το ένα της χέρι μέσα στην κάπα της, στην πίσω μεριά του παντελονιού της, στο πιστόλι εκεί.

«Τι θέλεις;» ρώτησε.

Η Κορίνα σταμάτησε στο ένα μέτρο απόσταση από την Αδελφή της. «Να μιλήσουμε, Φοίβη.» Ο Θόρινταλ στάθηκε μερικά βήματα πίσω από την Κορίνα.

«Με ξέρεις;» απόρησε η Φοίβη. «Ποια είσαι; Πώς γνώριζες ότι είμαι εδώ;»

«Αδελφή σου είμαι. Το όνομά μου είναι Κορίνα. Δεν έχουμε ξανασυναντηθεί.»

«Τότε, πώς με ξέρεις;»

«Γνωρίζω πολλά πράγματα, Φοίβη, με τρόπους που δεν μπορείς να διανοηθείς. Θα ήθελα να μιλήσουμε οι δυο μας.»

«Τώρα; Για τι;»

«Για τον Κάδμο Ανθοτέχνη.»

Το ξέρει! σκέφτηκε η Φοίβη. Το ξέρει ότι έρχομαι για να τον σκοτώσω! «Τι σχέση έχει ο Κάδμος Ανθοτέχνης;»

«Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις, Αδελφή μου. Έλα, πάμε να καθίσουμε κάπου.» Η Κορίνα τής έγνεψε με το χέρι, αρχίζοντας να βαδίζει.

Η Φοίβη βάδισε δίπλα της. «Εσύ ποιος είσαι;» ρώτησε τον Θόρινταλ, ο οποίος επίσης ακολουθούσε.

«Κάποιος που έκανε μια χάρη στην Κορίνα,» απάντησε ο σαμάνος.

«Είσαι άνθρωπος του Ανθοτέχνη...»

«Όχι, δεν είμαι άνθρωπος κανενός

Η Φοίβη διαισθανόταν ότι δεν της έλεγε ψέματα. Γιατί, τότε, ήταν μαζί με την Κορίνα;

«Ο Θόρινταλ είναι φίλος μου,» είπε η Κορίνα. «Δεν είναι ούτε μισθοφόρος ούτε κατάσκοπος του Αλυσοδεμένου Ποιητή.»

Φίλος της; σκέφτηκε ο Θόρινταλ. Φίλος της!; Δεν θεωρούσε τον εαυτό του φίλο της Κορίνας, μα τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος! Το εκλάμβανε σχεδόν ως βρισιά που τον είχε αποκαλέσει φίλο της.

Η Φοίβη δεν μίλησε. Ήταν περίεργη να μάθει τι είχε να της πει αυτή η Αδελφή της. Τι σχέση μπορεί να είχε με τον Ανθοτέχνη; Και πώς γνώριζε ότι είμαι εδώ;

Η Κορίνα, ακολουθώντας τα σημάδια της Πόλης, βρήκε εύκολα μια τοπική καφετέρια και οδήγησε εκεί τη Φοίβη και τον Θόρινταλ. Κάθισαν σ’ένα τραπεζάκι, σε μια γωνία πλάι στη μεγάλη τζαμαρία, και ένας σερβιτόρος τούς πλησίασε ρωτώντας τι θα έπαιρναν. Για να μη φανούν ύποπτοι παράγγειλαν καφέδες.

«Έρχεσαι για να σκοτώσεις τον Κάδμο,» είπε η Κορίνα στη Φοίβη.

«Και λοιπόν;»

«Ο Κάδμος είναι δικός μου.»

Η Φοίβη συνοφρυώθηκε. «Θες να τον σκοτώσεις εσύ;»

Η Κορίνα γέλασε. «Όχι. Είναι δικός μου. Εγώ τον έφτιαξα. Δε θα σ’αφήσω να τον σκοτώσεις.»

Τα μάτια της Φοίβης στένεψαν. «Μπορείς να προσπαθήσεις να με σταματήσεις,» είπε εχθρικά.

«Μην αμφιβάλλεις ότι θα τα καταφέρω. Εύκολα.»

«Όλο λόγια είσαι.»

Οι καφέδες τους ήρθαν και η συζήτησή τους έπαψε προς στιγμή.

Ο Θόρινταλ φοβόταν ότι το πράγμα σύντομα θα αγρίευε.

Η Κορίνα είπε: «Προτίμησα, για το δικό σου καλό, να συζητήσουμε. Έχω μια ενδιαφέρουσα πρόταση να σου κάνω.»

Για το δικό μου καλό; σκέφτηκε η Φοίβη. Δε με τουμπάρεις έτσι απλά, όποια κι αν είσαι, Κορίνα! «Τι πρόταση;» ρώτησε ουδέτερα.

«Βγάλε τον Κάδμο απ’το μυαλό σου, και θα σου βρω έναν άλλο, καλύτερο στόχο.»

«Κανείς δεν μου βρίσκει στόχους. Τους βρίσκω μόνη μου. Η Πόλη με οδήγησε εδώ. Ο Ανόφθαλμος ζητά τη ζωή του Ανθοτέχνη, και εγώ θα του τη δώσω.»

Ο Θόρινταλ ανατρίχιασε. Ποτέ ξανά δεν είχε συναντήσει κανέναν άνθρωπο στη Ρελκάμνια που να αναφέρει τόσο απερίσκεπτα το όνομα του Χάροντα, του καταραμένου γιου του Κρόνου. Όλοι το θεωρούσαν γρουσουζιά. Το απέφευγαν.

«Εκείνο που πραγματικά συμβαίνει,» είπε η Κορίνα ατάραχα, «είναι ότι ο Κάδμος σού έχει τραβήξει την προσοχή. Η Πόλη σού δείχνει ότι είναι σημαντικός–»

«Ξέρω τι μου δείχνει η Πόλη· δε θα μου πεις εσύ, Κορίνα. Αλλά έχω την περιέργεια να μάθω πώς ανακάλυψες ότι έρχομαι! Ποιος σ’το είπε;» Ήταν δυνατόν η Κορίνα να είχε διασυνδέσεις κοντά στον Πολιτάρχη της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας; Κατασκόπους; Μόνο ο Πολιτάρχης και οι κοντινοί του άνθρωποι ήξεραν ότι η Φοίβη θα πήγαινε να δολοφονήσει τον Ανθοτέχνη.

«Κανείς δεν μου το είπε,» αποκρίθηκε η Κορίνα. «Έχω τρόπους να μαθαίνω πράγματα τους οποίους δεν μπορείς να διανοηθείς, όπως ήδη σου εξήγησα.»

«Νομίζεις ότι τα ψέματά σου θα με τρομάξουν, Αδελφή μου; Δεν χάνω έτσι απλά τον στόχο μου.»

«Γνωρίζω πράγματα για σένα, Φοίβη, τα οποία θα σε αιφνιδιάσουν.»

«Όπως;» Η Φοίβη δεν εντυπωσιαζόταν εύκολα.

Η Κορίνα έβγαλε τις φωτογραφίες που είχε δείξει και στον Θόρινταλ και τις άφησε πάνω στο τραπεζάκι.

Η Φοίβη τις κοίταξε. Συνοφρυώθηκε. Θυμήθηκε εκείνο το περιστατικό... αλλά... αυτό ήταν πριν από πολλά χρόνια... Τα μάτια της υψώθηκαν στην Κορίνα ξανά, κοιτάζοντας το πορφυρόδερμο πρόσωπό της μέσα από την κουκούλα της. «Με παρακολουθούσες; Από πότε;» Και πώς δεν σε είχα καταλάβει;

«Αναγεννήθηκες όταν οι Νοσταλγοί του Λευκού βομβάρδισαν την αίθουσα όπου γινόταν ο γάμος σου,» της είπε η Κορίνα. «Οι πάντες πέθαναν εκεί, εκτός από εσένα. Σηκώθηκες μέσα από τα χαλάσματα και σκότωσες τέσσερις από τους Νοσταλγούς σαν να είχες γεννηθεί για να σκοτώνεις.»

Η Φοίβη αισθάνθηκε μουδιασμένη. Δεν εντυπωσιαζόταν εύκολα αλλά τώρα είχε εντυπωσιαστεί. «Πώς τα ξέρεις αυτά;» Η φωνή της ήταν ένας ψίθυρος.

«Σου είπα: έχω τρόπους να μαθαίνω πράγματα τους οποίους δεν μπορείς να διανοηθείς. Αν συνεργαστούμε, έχεις μόνο να κερδίσεις από εμένα.»

«Δε βλέπω σε τι θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε, Κορίνα.»

«Θα σου βρω έναν καινούργιο στόχο–»

«Σου απάντησα ήδη! Δεν αλλάζω στόχο.»

«Τα λεφτά που θα σου δώσει ο Πολιτάρχης της Α’ Κατωρίγιας δεν είναι τίποτα μπροστά σ–»

«Από αυτόν έμαθες για εμένα; Από αυτόν έμαθες ότι ερχόμουν;»

«Από αυτόν λες να έμαθα και για τον γάμο σου; Από αυτόν λες να πήρα και τούτες εδώ τις φωτογραφίες;» Τις μετακίνησε ελαφρά επάνω στο τραπέζι, με το γαντοφορεμένο χέρι της.

Η Φοίβη έμεινε σιωπηλή. Ναι, σκέφτηκε. Αδύνατον... Τι σκατά ήταν αυτή η Κορίνα; Ήταν σίγουρα Θυγατέρα της Πόλης ή, μήπως, κάτι άλλο;

«Δεν το πιστεύω ότι είσαι Αδελφή μου,» είπε η Φοίβη. «Η Πόλη δεν μπορεί να σου αποκαλύπτει τόσα πολλά! Τα πολεοσημάδια δεν είναι ποτέ τόσο συγκεκριμένα, κι αυτές... αυτές οι φωτογραφίες...» Άφησε τα λόγια της ανολοκλήρωτα.

Η Κορίνα αναστέναξε, κι έσκυψε, αρχίζοντας να λύνει το μποτάκι στο δεξί της πόδι. «Δες, αφού δεν με πιστεύεις.»

Η Φοίβη κοίταξε κάτω απ’το τραπέζι. Η Κορίνα έβγαλε το μποτάκι και κατέβασε την κάλτσα της, στρέφοντας το πορφυρόδερμο πέλμα της προς την Αδελφή της. Επάνω του λαμπύριζε το σημάδι των Θυγατέρων της Πόλης, μοιάζοντας λαξεμένο χωρίς να είναι. Ο Θόρινταλ το κοίταζε επίσης, έχοντας την περιέργεια να το δει. Ήταν ακριβώς όπως της Εύνοιας και της Μιράντας. Είναι σαν όλες να τις άγγιξε το ίδιο πυρωμένο σίδερο, μα τον Κρόνο... Μόνο που τα πυρωμένα σίδερα δεν αφήνουν τέτοιο αποτύπωμα...

«Μάλιστα,» είπε η Φοίβη. «Είσαι, λοιπόν, Αδελφή μου...» Αλλά αυτό δεν εξηγεί πώς έχεις τέτοιες πληροφορίες για εμένα, πρόσθεσε νοερά χωρίς να μιλήσει, γιατί ήταν βέβαιη πως η Κορίνα θα απέφευγε πάλι να της απαντήσει.

Η Κορίνα φόρεσε ξανά την κάλτσα και το μποτάκι της. «Θα πάψεις να κυνηγάς τον Κάδμο,» είπε, «γιατί είναι σημαντικός άνθρωπος που θα φέρει μια νέα εποχή, και–»

«Κάποιοι τον θεωρούν παράνομο και εγκληματία–»

«Γι’αυτό έχεις κάνει το λάθος να νομίζεις ότι η Πόλη τον θέλει νεκρό, Φοίβη. Εκείνο που βλέπεις είναι, ουσιαστικά–»

«Δεν κάνω τέτοια λάθη, Κορίνα. Ο Αλυσοδεμένος Ποιητής είναι ο στόχος μου. Είναι σημαδεμένος για θανάτωση, από τον ίδιο τον Ανόφθαλμο.»

«Ο Ανόφθαλμος δεν ενδιαφέρεται για τις δουλειές των θνητών ανθρώπων ή των Θυγατέρων της Πόλης!»

Η Φοίβη γέλασε. «Δεν ξέρεις τι λες, Αδελφή μου.» Η Κορίνα μπορεί να γνώριζε πολλά, αλλά δεν φαινόταν να γνωρίζει τι είχε δει η Φοίβη στην κατεστραμμένη αίθουσα όπου αναγεννήθηκε. Οι γνώσεις της, άρα, δεν ήταν παρά περιορισμένες. Είναι ανόητη.

Τα πράσινα μάτια της Κορίνας αγρίεψαν. «Ξέρω πολύ καλά τι λέω! Πάψε να κυνηγάς τον Κάδμο και θα σου δείξω έναν άλλο στόχο. Έναν άνθρωπο αληθινά επικίνδυνο για την Πόλη–»

«Μόνο η Πόλη μού δείχνει τους στόχους μου, όχι εσύ!»

«Εγώ είμαι η Αρχόντισσα της Πόλης, Αδελφή μου. Δεν είμαι σαν καμια άλλη Αδελφή μας που έχεις συναντήσει.»

Τρελή είναι, σκέφτηκε η Φοίβη. Και γέλασε ψυχρά. Έβγαλε από το πορτοφόλι στη ζώνη της δύο τέταρτα και τ’άφησε πάνω στο τραπέζι. «Ευχαριστώ για τον καφέ, Κορίνα, αν και δεν τον ήπια. Δε νομίζω ότι έχουμε τίποτ’ άλλο να πούμε. Ελπίζω να μη σε ξανασυναντήσω στον δρόμο μου.» Σηκώθηκε από την καρέκλα της.

Η Κορίνα τής άρπαξε τον πήχη προτού η Φοίβη απομακρυνθεί. «Στάσου. Δεν τελειώσαμ–»

Η Φοίβη γύρισε απότομα και την άρπαξε απ’τον λαιμό, σφίγγοντάς την επώδυνα. Το χέρι της ήταν μυώδες και δυνατό. «Τελειώσαμε,» είπε. «Και φρόντισε να μη σε ξαναδώ μπροστά μου, γιατί θα φας τέτοιο ξύλο που ακόμα κι η Πόλη θα δυσκολευτεί να θεραπεύσει το κόκκινο πετσί σου!» Και, αφήνοντας τον λαιμό της Κορίνας, βάδισε προς την έξοδο της καφετέριας και βγήκε σαν τίποτα το σπουδαίο να μην είχε συμβεί.

Ο Θόρινταλ σκέφτηκε: Ακόμα κι αυτή φαίνεται να έχει ενδοιασμούς να σκοτώσει μια άλλη Θυγατέρα...

Η Κορίνα έβηξε, τρίβοντας τον λαιμό της. Υπήρχαν μαύρα σημάδια επάνω στο κόκκινο δέρμα της από τα δάχτυλα της Φοίβης, παρατήρησε ο Θόρινταλ.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε. Όχι πως δεν πίστευε ότι της άξιζε, ύστερα απ’ό,τι είχε κάνει στη Μιράντα και στην Εύνοια. Πού της είχε εξαφανίσει; Πού;

Η Κορίνα ξεροκατάπιε. Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της. «Πάμε,» είπε. «Δε μπορούμε να τη χάσουμε τώρα.»

«Τι; Θες να την ακολουθήσεις;»

Η Κορίνα σηκώθηκε από την καρέκλα της, και ο Θόρινταλ βγήκε μαζί της από την καφετέρια. «Θες να την ακολουθήσεις, μα τον Κρόνο;» Δεν έβλεπε πουθενά τη Φοίβη· είχε εξαφανιστεί μες στους δρόμους.

«Δεν πρόκειται να την αφήσω να σκοτώσει τον Κάδμο. Αφού δεν μπορώ να συνεννοηθώ με τα λόγια μαζί της, θα πρέπει να βρω άλλο τρόπο.»

«Κι αν σου επιτεθεί;»

«Νομίζεις ότι θα την ξαναπλησιάσω;»

/9\

Οι μισθοφόροι πηγαίνουν στο κοντινότερο κέντρο στρατολόγησης, μαζί με τις δύο από τις τρεις Θυγατέρες, και εκεί ο Βόρκεραμ-Βορ δημιουργεί μια κάποια αναστάτωση που πιστεύει ότι θα τους ωφελήσει όλους, ενώ η Νορέλτα-Βορ εξοπλίζεται με ειρηνικά όπλα, ο Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας μπαίνει σε υποψίες και θέλει να πάρει πληροφορίες, και ο χειρότερος εχθρός του ψάχνει για ευκαιρίες.

«Η κάρτα μας αναφέρει ότι ένα κέντρο στρατολόγησης είναι εδώ, στην Τετράφωτη,» είπε ο Βόρκεραμ-Βορ στην Ευμενίδα Νοράλνω. «Να πάμε;»

«Γι’αυτό δεν έχουμε έρθει;» αποκρίθηκε εκείνη.

«Καλώς. Να συναντηθούμε σε κανένα μισάωρο στο γκαράζ;»

Η Ευμενίδα κατένευσε, και ο Βόρκεραμ απομακρύνθηκε από το τραπέζι όπου εκείνη έπαιρνε πρωινό μαζί με τον Ράλενταμπ και άλλους μισθοφόρους της. Πήγε στο τραπέζι που μοιράζονταν η Άνμα, η Φοριντέλα-Ράο, και η Ολντράθα. Κάθισε κοντά τους.

«Θα επισκεφτούμε το κέντρο στρατολόγησης στην Τετράφωτη,» τους είπε. «Αν θέλετε ν’ακολουθήσετε, να είστε έτοιμες μέσα σε μισή ώρα. Στο γκαράζ.»

«Φυσικά και θα έρθουμε,» αποκρίθηκε η Άνμα.

Ο τηλεοπτικός δέκτης στην τραπεζαρία του Βαθύρριζου ήταν ανοιχτός, και στην οθόνη του σχολιαστές μιλούσαν για την επιδρομή των πειρατών χτες βράδυ.

«Η Νορέλτα πού είναι;» ρώτησε ο Βόρκεραμ.

«Με τον Άβαντα. Υποθέτω πως θα κατεβούν μαζί σε λίγο,» είπε η Άνμα.

Ο Βόρκεραμ ένευσε και έφυγε από το τραπέζι τους, πηγαίνοντας σ’ένα τραπέζι όπου κάθονταν κάποιοι από τους μισθοφόρους του και μιλώντας τους.

Η Ολντράθα δεν τον ακολούθησε, μένοντας μαζί με την Άνμα και τη Φοριντέλα. Ήθελε να τη γνωρίσει καλύτερα αυτή την Αδελφή της που δεν την είχε συναντήσει ποτέ ξανά. Καμια Θυγατέρα δεν ήταν ίδια με την άλλη, παρότι είχαν κάποιες βασικές ομοιότητες, και πολλές φορές η Ολντράθα αισθανόταν έκπληκτη από το πώς έβλεπαν την Πόλη οι Αδελφές της που τύχαινε να βρει στον δρόμο της. Την Άνμα τη θεωρούσε συμπαθητική αν και... ακατανόητη. Η Πόλη τής μιλούσε για όπλα, μα τον Κρόνο. Τα πάντα για την Άνμα ήταν όπλα. Και η Άνμα είχε εξηγήσει στην Ολντράθα ότι μπορούσε να φτιάξει όπλα από σχεδόν οτιδήποτε. Της είχε, μάλιστα, δείξει ένα μικρό στιλέτο που κρυβόταν κάτω από το ρολόι της, και ένα δαχτυλίδι που, με το πάτημα ενός κουμπιού, πετούσε μία και μόνο ριπή οξέως. Ήταν και τα δύο για περιπτώσεις ανάγκης, και τα είχε κατασκευάσει η ίδια η Άνμα από απλά πράγματα που είχε βρει μες στην Πόλη – που η Πόλη τα είχε φέρει στα χέρια της.

Η Ολντράθα δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί την Πόλη να την καθοδηγεί να φτιάξει όπλα. Αντιθέτως, την καθοδηγούσε πάντα να σώζει ζωές. Την έκανε να αισθάνεται τον πόνο των άλλων ανθρώπων.

Η Φοριντέλα-Ράο ρώτησε: «Βλέπετε να υπάρχει κανένας κίνδυνος;»

Οι δύο Θυγατέρες στράφηκαν να την κοιτάξουν. Η Άνμα κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Όχι ακόμα, τουλάχιστον.» Και ήπιε μια γουλιά απ’τον καφέ της.

Η Ολντράθα κατένευσε. Τα πολεοσημάδια ήταν αρκετά ήρεμα σήμερα, από το πρωί. Γύρω τους, δηλαδή, όχι γενικά στη Β’ Κατωρίγια. Στη Β’ Κατωρίγια υπήρχε πολλή αναστάτωση, λόγω της χτεσινοβραδινής επίθεσης των κουρσάρων. Η Ολντράθα μπορούσε να διαβάσει φόβο στην κρυφή γλώσσα της Πόλης. Φόβο και οργή.

Η Νορέλτα-Βορ κατέβηκε στην τραπεζαρία του Βαθύρριζου ύστερα από κανένα τέταρτο, και μαζί της ήταν ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας, αλλά δεν την ακολούθησε όταν εκείνη βάδισε προς το τραπέζι της Άνμα, της Ολντράθα, και της Φοριντέλα· πήγε σ’ένα άλλο τραπέζι, όπου κάθονταν μερικοί μισθοφόροι. Όμως ο Βόρκεραμ τού έκανε νόημα προτού καθίσει εκεί.

Η Νορέλτα είδε τον Άβαντα να πλησιάζει τον ξάδελφό της για να μιλήσει μαζί του. «Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε τις Αδελφές της καθώς τραβούσε μια καρέκλα κι έπαιρνε θέση πλάι τους.

«Ο Βόρκεραμ θέλει να πάει στο κέντρο στρατολόγησης στην Τετράφωτη,» είπε η Άνμα. «Σε μισή ώρα ξεκινάμε. Δεν είναι μακριά από εδώ.»

Η Νορέλτα ήταν σκεπτική προς στιγμή.

Μια σερβιτόρα πλησίασε ρωτώντας την αν ήθελε να της φέρει κάτι.

Η Νορέλτα ζήτησε έναν καφέ. Μετά είπε στην Άνμα: «Εγώ πρέπει ν’αρχίσω να ψάχνω για τη Μιράντα. Γι’αυτό είμαι εδώ.»

«Δική σου είν’ η απόφαση, Αδελφή μου. Έχεις καμια ιδέα πώς να τη βρεις;»

«Μια... γενική ιδέα μόνο. Τίποτα συγκεκριμένο.» Η Νορέλτα ήταν προβληματισμένη. Το μοναδικό καλό σχέδιο που είχε έρθει στο μυαλό της ήταν, κάπως, να πλησιάσει τους κύκλους του Πολιτάρχη της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Κι αυτό θα το κατάφερνε πιο εύκολα, υπέθετε, παρεισφρέοντας στην κοινωνία των αριστοκρατών της περιοχής. Κάποιοι από τους ευγενείς πρέπει να είχαν άμεση επαφή με τον Γουίλιαμ Σημαδεμένο ή με κανένα άλλο πρόσωπο το οποίο είχε άμεση επαφή με τον Γουίλιαμ Σημαδεμένο.

Γιατί, ποιος να ήξερε τι είχαν απογίνει οι Νομάδες των Δρόμων εκτός από αυτούς που ήταν κοντά στον Πολιτάρχη; Και η Μιράντα πιθανώς να ήταν ακόμα με τους Νομάδες. Στο όνειρό της, η Νορέλτα την είχε δει μαζί με τη Νομαδάρχισσα.

*

Οι μισθοφόροι που θα πήγαιναν στο κέντρο στρατολόγησης – οι αρχηγοί των ομάδων, κυρίως, και οι ανεξάρτητοι – συγκεντρώθηκαν στο γκαράζ του Βαθύρριζου ύστερα από μισή ώρα, όπως τους είχε ζητήσει ο Βόρκεραμ-Βορ. Η Άνμα ήταν επίσης εκεί, μαζί με τη Φοριντέλα-Ράο και τη Νορέλτα-Βορ. Η Ολντράθα ήταν κοντά στον Βόρκεραμ, τώρα, και μπήκε στο ίδιο θωρακισμένο τετράκυκλο που μπήκε κι αυτός με κάποιους μισθοφόρους του – τον Έκρελ Σόρεντερ, τον Μάικλ Παγοθραύστη, τη Ζιλκάμα’μορ. Η Ευμενίδα Νοράλνω επιβιβάστηκε σ’ένα από τα οχήματα της ομάδας της μαζί με τον Ράλενταμπ και μερικούς ακόμα μισθοφόρους της. Διάφοροι άλλοι μαχητές ανέβηκαν στα δικά τους τροχοφόρα. Ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας καβάλησε το τρίκυκλό του που θύμιζε δίκυκλο, κι έκανε νόημα στη Νορέλτα να έρθει να καθίσει πίσω του.

Εκείνη, όμως, του έγνεψε αρνητικά και του φύσηξε ένα φιλί από απόσταση.

Στράφηκε στην Άνμα. «Θα ξεκινήσω να ψάχνω για τη Μιράντα.»

«Όπως νομίζεις,» αποκρίθηκε εκείνη. «Ξέρεις τον τηλεπικοινωνιακό μου κώδικα, και ξέρεις πώς να μας βρεις, αν θέλεις.»

«Ωσότου οι δρόμοι να μας ξαναφέρουν κοντά, Αδελφή μου.»

«Ωσότου οι δρόμοι να μας ξαναφέρουν κοντά,» είπε η Άνμα, ανταλλάσσοντας μια χειραψία με τη Νορέλτα-Βορ.

«Να μη σε χάσουμε τώρα, Νορέλτα, εντάξει;» είπε η Φοριντέλα, και χαιρέτησε κι εκείνη τη Νορέλτα δια χειραψίας και φιλήθηκαν στα μάγουλα. Δεν ήταν πια θυμωμένη μαζί της.

«Δε χάνομαι τόσο εύκολα μες στην Πόλη, Φοριντέλα. Θα τα ξαναπούμε,» υποσχέθηκε η Νορέλτα-Βορ.

Και μετά, στεκόταν ακίνητη, με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά της, καθώς έβλεπε την Άνμα και τη Φοριντέλα-Ράο να κατευθύνονται προς το τετράκυκλο όχημα της πρώτης. Εξακολουθούσε να είναι μεταμφιεσμένη. Τα μαλλιά της ήταν βαμμένα ξανθά ακόμα, και φορούσε εκείνο το ζευγάρι γυαλιά με τον χρυσό σκελετό, το οποίο έμοιαζε να είναι για να βελτιώνει την όρασή της αν και τα κρύσταλλά του δεν έκαναν τίποτα τέτοιο.

*

Μόλις βγήκαν από το γκαράζ, η Άνμα είπε στον Βόρκεραμ μέσω του τηλεπικοινωνιακού πομπού: «Θα σας πάω εγώ στο κέντρο στρατολόγησης.»

«Έγινε,» αποκρίθηκε εκείνος, οδηγώντας ο ίδιος το όχημα μέσα στο οποίο καθόταν μαζί με την Ολντράθα και τους μισθοφόρους του. Η καφετόδερμη Θυγατέρα ήταν δίπλα του, στη θέση του συνοδηγού, και ο Βόρκεραμ είχε επιμείνει να έχει ένα πιστόλι έτοιμο κοντά της. Της Ολντράθα δεν της άρεσε και τόσο αυτό – σκότωνε και τραυμάτιζε μόνο όταν κινδύνευε η ίδια της η ζωή, σε ακραίες περιστάσεις – αλλά δεν είχε διαφωνήσει, γιατί θυμόταν τι είχε γίνει με τους Πορφυρούς Δικαστές. Αυτή η Αδελφή της, η Κορίνα, ήταν επικίνδυνη και ήθελε οπωσδήποτε να ξεπαστρέψει τον Βόρκεραμ, για κάποιο λόγο...

Ο αρχηγός των Εκλεκτών ακολουθούσε τώρα το τετράκυκλο της Άνμα μέσα στους πρωινούς δρόμους της Τετράφωτης – μεγάλες λεωφόροι, ψηλά οικοδομήματα, γιγάντια πολυκαταστήματα – και δεν άργησαν να φτάσουν στο κέντρο στρατολόγησης μισθοφόρων. Ήταν ένα οικοδόμημα με περίβολο μπροστά του, μέσα στον οποίο φαίνονταν σταματημένα οχήματα. Η πύλη ήταν ανοιχτή, αλλά υπήρχε φυλάκιο με ανθρώπους της Φρουράς εκεί. Η Άνμα έστριψε στο πλάι, αφήνοντας τον Βόρκεραμ να πλησιάσει πρώτος, κι εκείνος πλησίασε, σταματώντας μπροστά στο φυλάκιο και λέγοντας στους φρουρούς ότι αυτός κι οι υπόλοιποι έρχονταν για να βρουν δουλειά ως μισθοφόροι· «ως Υπέρμαχοι της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας,» πρόσθεσε, χρησιμοποιώντας την ορολογία που χρησιμοποιούσε και η κάρτα που του είχε δώσει ο λοχίας χτες καθώς διέσχιζαν τα σύνορα της Β’ Κατωρίγιας.

Οι φρουροί τούς έγνεψαν να περάσουν, και ο Βόρκεραμ πάτησε πάλι το πετάλι του οχήματός του, μπαίνοντας στον περίβολο και σταθμεύοντας εκεί μαζί με τους υπόλοιπους μισθοφόρους. Η Άνμα τούς ακολούθησε, σταματώντας κοντά τους.

Τα πολεοσημάδια δεν την προειδοποιούσαν για κανέναν κίνδυνο εδώ, αλλά δεν ήθελε ν’αφήσει τον Βόρκεραμ ούτε στιγμή από τα μάτια της. Η Αδελφή της η Ολντράθα, παρότι συμπαθητική, δεν έμοιαζε αρκετά ικανή για να τον προστατέψει σε περίπτωση ανάγκης. Και γιατί θα έπρεπε να τον προστατέψω εγώ; αναρωτήθηκε φευγαλέα η Άνμα. Πώς έμπλεξα έτσι; Δεν ήταν ούτε καν μακρινός συγγενής της, όπως ήταν μακρινός συγγενής της Νορέλτα. Η Άνμα ήξερε, όμως, πως η Πόλη την οδηγούσε εδώ, στον Βόρκεραμ-Βορ: και η ζωή μιας Θυγατέρας πάντα έτσι ήταν, μυστηριώδης, αλλόκοτη. Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που η Άνμα είχε βοηθήσει ανθρώπους που δεν τους ήξερε καθόλου. Αλλά ήταν η πρώτη φορά που αντιμετώπιζε κάποια σαν την Κορίνα...

Ο Άβαντας την πλησίασε καθώς εκείνη και η Φοριντέλα έβγαιναν από το τετράκυκλο. «Πού είναι η Νορέλτα; Δεν ήρθε;»

«Έχει άλλες δουλειές.»

«Τι δουλειές;»

«Δε μου είπε. Θα την ξαναδείς, όμως, νομίζω.»

Ο Άβαντας την κοίταξε καχύποπτα προς στιγμή αλλά δεν είπε τίποτα. Ένευσε μόνο και απομακρύνθηκε, ζυγώνοντας τον Βόρκεραμ-Βορ και τους άλλους που, έχοντας κατεβεί από τα οχήματά τους, βημάτιζαν προς το οικοδόμημα στο βάθος του περιβόλου.

Η Άνμα και η Φοριντέλα-Ράο τούς ακολούθησαν. Τα πολεοσημάδια εξακολουθούσαν να μη φανερώνουν κανέναν κρυφό κίνδυνο στη Θυγατέρα της Πόλης...

Ο Βόρκεραμ-Βορ, βαδίζοντας πρώτος μαζί με την Ευμενίδα Νοράλνω, πέρασε την είσοδο του κέντρου στρατολόγησης και κοίταξε μέσα σε μια αίθουσα που του θύμιζε πολύ αυτή που είχε δει στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία, στον Ναό της Ρασιλλώς. Υπήρχαν πάγκοι γύρω-γύρω, με υπαλλήλους καθισμένους από πίσω και χαρτιά και μηχανικά συστήματα επάνω. Κάποιοι μισθοφόροι μιλούσαν με τους υπαλλήλους, κάνοντας ερωτήσεις ή δίνοντας στοιχεία.

Άνθρωποι της Φρουράς στέκονταν στα άκρα της αίθουσας, ντυμένοι με αλεξίσφαιρες πανοπλίες και εξοπλισμένοι, έτοιμοι για παν ενδεχόμενο.

Θα έπρεπε να προσέχουν περισσότερο τα λιμάνια τους, σκέφτηκε ο Βόρκεραμ, και λιγότερο τους μισθοφόρους που έρχονται στα κέντρα στρατολόγησης, μα τον Κρόνο!

Πλησίασε μια καθισμένη υπάλληλο και ρώτησε: «Μπορούμε εδώ να εγγραφούμε ως Υπέρμαχοι της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας;»

«Μάλιστα, κύριε,» αποκρίθηκε η παχουλή γυναίκα, ρίχνοντας πρώτα μια ματιά σ’εκείνον και, μετά, μια ματιά σ’αυτούς πίσω του, προτού το βλέμμα της επιστρέψει στον Βόρκεραμ.

«Να δούμε το συμφωνητικό; Τους όρους του και τα λοιπά;»

«Ασφαλώς.» Η υπάλληλος πάτησε πλήκτρα στην κονσόλα της και σύντομα μερικά χαρτιά εκτυπώθηκαν, τα οποία έδωσε στον Βόρκεραμ. «Κοιτάξτε το.»

Ο αρχηγός των Εκλεκτών ξεφύλλισε αργά τα χαρτιά ενώ η Ευμενίδα, ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας, ο Έκρελ, και ο Μάικλ κοίταζαν από γύρω, διαβάζοντας κι αυτοί.

«Τα ίδια μού φαίνονται,» παρατήρησε ο Έκρελ.

«Δεν σου φαίνονται,» του είπε ο Μάικλ. «Είναι ακριβώς τα ίδια. Ακόμα κι ο τρόπος που είναι γραμμένα είναι ίδιος!»

«Πρέπει νάναι συνεννοημένοι με τις Αρχές της Α’ Κατωρίγιας,» είπε η Ευμενίδα, «για να μην υπάρχει αθέμιτος ανταγωνισμός.»

«Τι αθέμιτος ανταγωνισμός!» ρουθούνισε ο Έκρελ. «Εδώ χτες βράδυ πειρατές παραλίγο να διαλύσουν όλα τους τα λιμάνια! Δεν είναι αυτοί όροι για μισθοφόρους, σε τέτοιες καταστάσεις...»

Ο Βόρκεραμ ένευσε. «Έχεις δίκιο. Και ίσως τώρα να μπορούσαμε να πιέσουμε λίγο τα πράγματα.»

«Τι έχεις κατά νου, αρχηγέ;»

Ο Βόρκεραμ δεν του απάντησε. Στράφηκε στην υπάλληλο και, χωρίς να φωνάζει, αλλά με φωνή αρκετά δυνατή ώστε να ακούγεται άνετα σ’όλη την αίθουσα, είπε: «Οι όροι σας είναι προσβλητικοί! Δε μπορεί να απαιτείτε τα όπλα και οι εξοπλισμοί των μισθοφόρων να γίνονται κτήμα της Β’ Κατωρίγιας ενώ συγχρόνως φαίνεται σαν να τους θεωρείτε ύποπτους και λέτε πως, σε περίπτωση εκπρόθεσμης λήξης του συμβολαίου, οφείλουν να σας επιστρέψουν το εβδομήντα τοις εκατό της αμοιβής που έχουν ώς τότε λάβει!»

«Αυτοί είναι οι όροι του Πολιτάρχη, κύριε...»

«Ναι, αυτοί είναι οι όροι – και σας ξαναλέω ότι είναι προσβλητικοί! Περιμένει πραγματικά ο Πολιτάρχης σας να έρθουν μαχητές να τον υπηρετήσουν με τέτοιους όρους; Μόνο απεγνωσμένοι ή ανόητοι θα τον υπηρετούσαν!»

«Δεν ξέρω, κύριε. Αν δεν συμφωνείτε, μπορείτε να φύγετε.» Η υπάλληλος ήταν προφανές πως δεν ήθελε φασαρίες. Ο Βόρκεραμ είδε, με τις άκριες των ματιών του, τους φρουρούς στην περιφέρεια της αίθουσας να τσιτώνονται· είδε τα χέρια τους να πηγαίνουν στις λαβές των όπλων τους.

Αλλά δεν σκόπευε να κάνει τέτοια φασαρία που θα προκαλούσε θερμό επεισόδιο. Ήθελε απλώς να τον ακούσουν οι άλλοι μισθοφόροι εδώ μέσα. Και τον είχαν, όντως, ακούσει. Είχαν στρέψει τα βλέμματά τους επάνω του.

«Δεν τον ενδιαφέρει τον Πολιτάρχη σας αν θα χάσει καλούς μαχητές που μπορούν να υπερασπιστούν σωστά αυτή τη συνοικία;» είπε ο Βόρκεραμ στην παχουλή υπάλληλο. «Χτες βράδυ πειρατές είχαν διαλύσει τα λιμάνια σας! Θα έλεγα πως έχετε άμεση ανάγκη από καλούς μαχητές, και οφείλετε να τους προσφέρετε ευνοϊκότερους όρους! Αυτοί εδώ είναι άθλιοι.» Έσεισε μπροστά του τα χαρτιά που κρατούσε.

«Δεν παίρνω εγώ τις αποφάσεις, κύριε,» αποκρίθηκε η υπάλληλος, ενώ ένας από τους άλλους μισθοφόρους που βρίσκονταν μες στην αίθουσα έλεγε: «Σοβαρολογείς; Λένε οι όροι να παραδώσουμε τα όπλα μας στη Β’ Κατωρίγια;»

«Λένε ότι, για όσο υπηρετούμε τη Β’ Κατωρίγια, τα όπλα και οι εξοπλισμοί μας θα θεωρούνται κτήμα της. Δηλαδή, μπορεί να κάνει μ’αυτά ό,τι επιθυμεί. Μπορεί να τα μοιράσει σε άλλους, κατά το δοκούν. Μπορεί–»

«Εξωφρενικό!» αναφώνησε ένας μισθοφόρος. «Εγώ δεν το είχα διαβάσει αυτό.»

«Ούτε εγώ,» είπε ο πρώτος που είχε μιλήσει.

«Πού το γράφει;» ρώτησε μια άλλη, κι άρχισε να ξεφυλλίζει τα χαρτιά που κρατούσε.

Είχαν εγγραφεί, προφανώς, χωρίς να διαβάσουν όλους τους όρους, παρατήρησε ο Βόρκεραμ. Όχι ασυνήθιστο για μισθοφόρους. Πολλές φορές στη ζωή του είχε δει ή ακούσει να συμβαίνει. Έβαζαν οι ανόητοι την υπογραφή τους χωρίς να κοιτάζουν τα ψιλά γράμματα! Ο Βόρκεραμ πάντα κοίταζε τα ψιλά γράμματα. Και πάντα μιλούσε αυτοπροσώπως με τους εργοδότες του. Και όλοι στην Ανακτορική Συνοικία και στις τριγυρινές συνοικίες ήξεραν πόσο καλοί στη δουλειά τους ήταν οι Εκλεκτοί· κανείς δεν τολμούσε να το αμφισβητήσει.

«Σας παρακαλώ, κύριε,» είπε ένας λοχίας της Φρουράς, βαδίζοντας προς το μέρος του Βόρκεραμ. «Μην κάνετε φασαρία. Αν δεν συμφωνείτε με τους όρους, μπορείτε να εγκαταλείψετε το κέντρο–»

«Μα εδώ υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ξεγελαστεί, ουσιαστικά!» τον διέκοψε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Δεν ήξεραν τι υπέγραψαν! Και οι όροι σας ούτε εσάς δεν συμφέρουν! Σε μια τέτοια περίοδο, που πειρατές χτυπάνε τόσο άσχημα τις όχθες σας, θα έπρεπε να ζητάτε τους καλύτερους μαχητές που μπορείτε να βρείτε, όχι τους πιο απεγνωσμένους ή αυτούς που δεν κοιτάνε τι υπογράφουν!»

«Απάτη!» αναφώνησε εκείνος ο μισθοφόρος που είχε μιλήσει πρώτος στον Βόρκεραμ: ένας ψιλόλιγνος τύπος με μαύρα μούσια και κοντά μαλλιά, γαλανόδερμος. «Το συμβόλαιό τους είναι απάτη, γαμώτο! Λέει όντως ότι τα όπλα και οι εξοπλισμοί μας γίνονται κτήμα της Β’ Κατωρίγιας! Δείτε το – εδώ είναι. Όγδοη παράγραφος!» Έδειχνε πάνω στα χαρτιά.

«Και δεν είναι μόνο αυτό,» του είπε ο Μάικλ Παγοθραύστης. «Το έγγραφο απειλεί κιόλας πως θα μας τιμωρήσουν αν κάποιος θεωρήσει ότι κάνουμε ‘ύποπτες δραστηριότητες’! Τι θα πει ‘ύποπτη δραστηριότητα’, μπορεί να μου απάντηση κάποιος;»

«Κύριε! Κύριε!» φώναξε ο λοχίας της Φρουράς. «Μην προκαλείτε αναστάτωση. Όποιοι δεν θέλουν να–»

«Μισό λεπτό!» του είπε ο Βόρκεραμ. «Δε μας αφήνετε να μιλήσουμε; Για ποιο λόγο;»

«Δεν είναι καφενείο το κέντρο στράτ–»

«Δεν κάνουμε συζήτηση καφενείου, Λοχία! Μιλάμε για τους όρους που ο Πολιτάρχης σου μας προσφέρει. Εσύ θα δούλευες μ’αυτούς τους όρους;»

«Όλα μου τα όπλα ανήκουν στη Β’ Κατωρ–»

«Τα όπλα σου σου τα έδωσε η Β’ Κατωρίγια. Είσαι μέλος της Φρουράς της. Λογικό είναι να της ανήκουν. Τα δικά μας όπλα, όμως, δεν μας τα έδωσε η Β’ Κατωρίγια–»

«Ακριβώς!» φώναξε ο γαλανόδερμος, ψιλόλιγνος μισθοφόρος με τα μαύρα μούσια. «Δεν έχουν δικαίωμα επάνω στους εξοπλισμούς μας!»

«Εγώ θέλω να ξεγραφτώ,» είπε ένας άλλος. Και προς τους υπαλλήλους: «Τώρα. Μη μου πείτε ότι δεν γίνεται!»

«Φυσικά και μπορείτε, κύριε–»

«Κάτι ειπώθηκε προηγουμένως για επιστροφή χρημάτων, όμως,» είπε η μισθοφόρος που πριν είχε ρωτήσει Πού το γράφει; και είχε αρχίσει να ξεφυλλίζει το συμφωνητικό. Είχε χρυσό δέρμα και ήταν εύσωμη αλλά μετρίου αναστήματος, με καστανά μαλλιά δεμένα κότσο.

«Δεν έχετε υποχρέωση επιστροφής χρημάτων αν δεν έχετε εργαστεί για τη Β’ Κατωρ–»

«Μισό λεπτό!» τους διέκοψε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Μισό λεπτό! Να συζητήσουμε πρέπει, όχι να κάνουμε βιαστικές ενέργειες. Πιστεύω πως όλοι θέλουμε να δουλέψουμε για τη Β’ Κατωρίγια, σωστά;»

«Με τέτοιους όρους;» είπε ο ψιλόλιγνος, γαλανόδερμος μισθοφόρος. «Όχι, φίλε μου, δεν θέλουμε!»

«Συμφωνώ. Αυτό δεν λέω κι εγώ; Αλλά εκείνο που προτείνω είναι να μας προσφέρουν καλύτερους όρους. Μας έχουν ανάγκη, μα τον Κρόνο! Χτες βράδυ αποδείχτηκε πόσο ανεπαρκής είναι η φύλαξη σε τούτη τη συνοικία–»

«Κύριε,» είπε ο λοχίας, «μη διασύρετε τη φύλαξη της συνοικίας μας, ούτε τον Πολιτάρχη μας! Σας παρακαλώ, περάστε–» Έκανε να πλησιάσει τον Βόρκεραμ, να τον αρπάξει από το μπράτσο, αλλά εκείνος τον έσπρωξε πίσω, σταθερά, όχι απότομα.

«Δεν διασύρω κανέναν, Λοχία. Τα ίδια τα τηλεοπτικά κανάλια σας σας διέσυραν χτες· και οι ίδιοι οι πολιτικοί σας. Εκείνο που λέω είναι ότι, με ευνοϊκότερους – με λογικούς, βασικά – όρους, μπορείτε να φέρετε στο πλευρό σας καλούς μισθοφόρους, ικανούς να αντιμετωπίσουν την κρίση σε τούτα τα μέρη της Ατέρμονης Πολιτείας. Δε θέλει ο Πολιτάρχης σας να αντιμετωπιστεί σωστά ο Αλυσοδεμένος Ποιητής και οι πειρατές που λεηλατούν τις όχθες της Β’ Κατωρίγιας;»

Οι άλλοι μισθοφόροι συμφωνούσαν με τον Βόρκεραμ, με λόγια και νεύματα. Ζητούσαν κι αυτοί καλύτερους όρους. Λογικούς όρους, όπως είχε πει ο συνάδελφός τους.

Η αναστάτωση μέσα στην αίθουσα φούντωσε. Φώναζαν όλοι μαζί – φρουροί, υπάλληλοι, μισθοφόροι. Η Άνμα ήταν σιωπηλή, παρατηρώντας τους, παρατηρώντας τα πολεοσημάδια. Το ίδιο και η Ολντράθα. Καμια τους δεν πρόσεξε τίποτα το πραγματικά επικίνδυνο. Και οι δύο, όμως, διέκριναν ότι οι άλλοι μισθοφόροι είχαν, ξαφνικά, αρχίσει να βλέπουν τον Βόρκεραμ σαν αρχηγική φιγούρα, σαν κάποιον στον οποίο μπορούσαν να βασιστούν για κάτι καλύτερο στις δουλειές τους.

Ο λοχίας φώναξε: «Όχι άλλη φασαρία! Περάστε έξω! ΠΕΡΑΣΤΕ ΕΞΩ!»

«Μας διώχνουν κιόλας!» αναφώνησε ο ψιλόλιγνος, γαλανόδερμος μισθοφόρος με τα μούσια. «Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος! θέλετε μαχητές στο πλευρό σας ή όχι σε τούτη τη συνοικία;»

«Ας μας μιλήσει κάποιος υπεύθυνος για τους όρους του συμφωνητικού!» απαίτησε η Ευμενίδα Νοράλνω. «Δεν υπάρχει κανένας υπεύθυνος εδώ;»

«Περάστε έξω!» επέμεινε ο λοχίας. «Το κέντρο στρατολόγησης κλείνει για την ώρα. Μη μας αναγκάσετε να προβούμε σε βίαιες ενέργειες! ΠΕΡΑΣΤΕ ΕΞΩ!»

Οι μισθοφόροι βγήκαν στον περίβολο ενώ ακόμα διαμαρτύρονταν και ζητούσαν να βελτιωθούν οι όροι.

Εκεί είχαν τώρα μόλις έρθει κι άλλοι μισθοφόροι. Βλέποντας τον αναβρασμό, ρώτησαν τι συνέβαινε, και αμέσως έμαθαν. Οι όροι του συμβολαίου ήταν άσχημοι, πολύ άσχημοι. Ήταν σαν ο Πολιτάρχης να προσπαθούσε να κοροϊδέψει, να εκμεταλλευτεί, τους μαχητές που ζητούσε να πολεμήσουν για να υπερασπιστούν τη συνοικία του!

Η Άνμα μειδίασε και είπε στην Ολντράθα: «Ο φίλος σου είναι το κάτι άλλο. Δίκιο έχει η Κορίνα που τον φοβάται. Κι εγώ τον έχω φοβηθεί πια.»

Η Ολντράθα γέλασε. «Δεν τον έχεις ακόμα γνωρίσει καλά, μου φαίνεται...»

Οι φρουροί έκλεισαν την πόρτα του κέντρου στρατολόγησης, κι ακούστηκε να την αμπαρώνουν από μέσα.

«Καλά, τι γίνεται, ρε πούστη μου;» μούγκρισε ένας μισθοφόρος – από αυτούς που ήταν στον περίβολο όταν οι άλλοι βγήκαν εκεί. «Δε θέλουν να μαζέψουν πολεμιστές; Μας διώχνουν;»

«Ούτε αυτοί δεν ξέρουν τι θέλουν, Βισδέλε,» του είπε ο ψιλόλιγνος, γαλανόδερμος μισθοφόρος με τα μούσια. «Σαν κομπίνα φαίνεται.»

«Τι κομπίνα, ρε παιδιά;» είπε μια μισθοφόρος. «Ο Αλυσοδεμένος Ποιητής υπάρχει, και οι Κατωρίγιες Συνοικίες θέλουν όντως να τον πολεμήσουν. Δεν είναι κομπίνα.»

«Ας μας προσφέρουν καλύτερους όρους, τότε!»

«Ναι,» είπε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Τέτοιοι όροι είναι απαράδεκτοι. Τους έχεις διαβάσει;» ρώτησε τη μισθοφόρο.

«Όχι.»

«Ορίστε· διάβασέ τους.» Της έδωσε τα χαρτιά. «Δες τι λένε για τα όπλα και τους εξοπλισμούς μας· τι λένε για ‘ύποπτες δραστηριότητες’· και τι λένε για την περίπτωση που – για ‘ύποπτες δραστηριότητες’, ξέρω γω – μας διώξουν. Θέλουν πίσω το εβδομήντα τοις εκατό.»

«Δε μπορεί...»

«Διάβασε.»

Η γυναίκα έστρεψε τα μάτια της στα χαρτιά που κρατούσε.

Η μεγάλη κουβέντα ανάμεσα στους μισθοφόρους συνεχίστηκε στον περίβολο του κέντρου στρατολόγησης μέχρι που οι άνθρωποι της Φρουράς τούς ζήτησαν να φύγουν από εκεί: και όταν είχαν βγει, όταν ήταν στους δρόμους έξω από τον περίβολο, οι φρουροί έκλεισαν την πύλη.

«Τρελοί είναι!» μούγκρισε ο ψηλόλιγνος, γαλανόδερμος μισθοφόρος με τα μούσια.

«Θα φτάσουν στον Πολιτάρχη όλ’ αυτά,» του είπε ο Βόρκεραμ. «Θα τ’ακούσει και θα κάνει κάτι. Εκτός αν είναι τελείως ανόητος.» Και μάλλον δεν είναι, σκέφτηκε. Θα θέλει οπωσδήποτε να κρατηθεί στην εξουσία, ειδικά μ’αυτό τον αντίπαλο που έχει – τον Όρπεκαλ-Λάντι. Ο Βόρκεραμ τούς ήξερε τους ευγενείς του Οίκου των Λάντι’θρελ: πάντα άρπαζαν την παραμικρή ευκαιρία που τους παρουσιαζόταν.

«Αν δεν αλλάξει τους όρους, εγώ φεύγω πάντως.»

«Έχε λίγη υπομονή,» του είπε ο Βόρκεραμ. «Μας έχουν ανάγκη· θα το δεις. Δε μπορούν να μας φέρονται έτσι.» Και τον ρώτησε: «Ποιο είναι τ’όνομά σου;»

«Λούσιος Φιλοδέκτης. Εσύ ποιος είσαι, φίλε;»

«Λέγομαι Βόρκεραμ-Βορ, και οι μισθοφόροι μου ‘οι Εκλεκτοί’.»

«Είσαι αρχηγός ομάδας; Πώς και δε σ’έχω ξανακούσει;»

«Ερχόμαστε από μακριά. Από την Ανακτορική Συνοικία. Εκεί είμαστε αρκετά γνωστοί.»

*

Οι μισθοφόροι πήγαν να συζητήσουν στον Βαθύρριζο, γεμίζοντας την τραπεζαρία του και φέρνοντας δουλειά στο μαγαζί. Ο Βόρκεραμ-Βορ είπε στον Λούσιο Φιλοδέκτη και σε μερικούς άλλους, που έμοιαζαν άνθρωποι με αρκετούς γνωστούς και κάποια επιρροή ανάμεσα στους υπόλοιπους, ότι το θέμα δεν ήταν να σηκωθούν και να φύγουν, αρνούμενοι να αποδεχτούν τους όρους του Πολιτάρχη – μπορούσαν να βγάλουν καλά λεφτά σε τούτη τη συνοικία· δίχως αμφιβολία υπήρχε ανάγκη γι’αυτούς σε μια τέτοια πολεμική περίοδο – το θέμα ήταν να κάνουν τον Γουίλιαμ Σημαδεμένο να αλλάξει τους όρους του έτσι ώστε να τους συμφέρουν όλους: και αυτούς και εκείνον και τη Β’ Κατωρίγια Συνοικία.

«Έχεις τίποτα διασυνδέσεις κοντά στον Πολιτάρχη;» τον ρώτησε μια μισθοφόρος που λεγόταν Ολντράθα. «Έχεις τρόπο να τον εξαναγκάσεις να αλλάξει τους όρους;»

«Δεν έχω διασυνδέσεις,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Σας εξήγησα, δεν είμαι από εδώ. Από την Ανακτορική Συνοικία έρχομαι. Αλλά, αν οργανωθούμε σωστά, μπορούμε να τον ωθήσουμε να αλλάξει τους όρους.»

«Τι να κάνουμε, δηλαδή;» ρώτησε ο Βισδέλος, που έμοιαζε να είναι φίλος του Λούσιου Φιλοδέκτη.

«Θα πάμε, κατά πρώτον, αύριο στο κέντρο στρατολόγησης ξανά, και θα ρωτήσουμε αν οι όροι έχουν μεταβληθεί–»

«Αμφιβάλλω ότι θα έχουν,» είπε η Ολντράθα – η μισθοφόρος, όχι η Θυγατέρα της Πόλης.

«Δεν έχει σημασία· εμείς θα πάμε. Ή, μάλλον, όχι όλοι. Κάποιοι από εμάς θα επισκεφτούν τα άλλα κέντρα στρατολόγησης της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας και θα πουν αυτά που είπαμε και στο κέντρο στην Τετράφωτη.»

«Εσύ τα λες ωραία, ρε φίλε,» του είπε ένας μισθοφόρος· «έχεις ένα λέγειν, πώς το λένε. Νομίζεις ότι όλοι μπορούν να τα πουν έτσι;»

«Για τι ακριβώς πρέπει να φωνάξουμε;» ρώτησε ένας άλλος.

«Ο Μάικλ θα σας εξηγήσει για τι οφείλετε να διαμαρτυρηθείτε,» τους είπε ο Βόρκεραμ, κι έριξε ένα βλέμμα στον Μάικλ Παγοθραύστη, ο οποίος κατένευσε.

«Θα σημειώσω τις επίμαχες παραγράφους στο συμφωνητικό, αρχηγέ,» είπε, «και θα γράψω και κάποια πράγματα, για να ξέρουν.»

«Κι αν όλ’ αυτά δεν πιάσουν;» έθεσε το ερώτημα ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας στον Βόρκεραμ-Βορ. «Θα μείνουμε χωρίς δουλειά;»

«Δεν πρόκειται να μείνουμε χωρίς δουλειά αν δράσουμε ενωμένοι και οργανωμένοι, Άβαντα. Η Β’ Κατωρίγια χρειάζεται τώρα καλούς μισθοφόρους· αλλά δεν μπορεί ο Πολιτάρχης της να μας προσφέρει τέτοιους ελεεινούς όρους. Και δεν μιλάμε καν για τον μισθό. Μιλάμε για πράγματα όπως τους εξοπλισμούς μας – που ανήκουν σ’εμάς, όχι στη Β’ Κατωρίγια!»

«Ναι, ρε φίλε, ακριβώς!» είπε ο Βισδέλος. «Αυτό είναι απαράδεκτο! Να ζητάνε τα όπλα μας...»

«Απαράδεκτο,» συμφώνησε η μισθοφόρος με τα καστανά μαλλιά και το χρυσό δέρμα, η οποία είχε μιλήσει αρχικά μαζί με τον Λούσιο, όταν βρίσκονταν στο κέντρο στρατολόγησης. Το όνομά της ήταν Τζακλίν.

Η Ρία Καλόφραστη – που είχε έρθει με τους Εκλεκτούς στον Δρόμο των Όπλων, στη Διαπερατή, μαζί με τον Άβαντα και τους άλλους – είπε: «Ο Πολιτάρχης έχει ολόκληρη μηχανή προπαγάνδας. Τι μπορούμε να κάνουμε εμείς εναντίον της; Θα μας παραμερίσει και θα πάρει άλλους μισθοφόρους!»

«Όχι,» της είπε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Θα φτιάξουμε τη δική μας μηχανή προπαγάνδας.»

«Με τι τρόπο, Βόρκεραμ; Θα φτιάξουμε μήπως και τηλεοπτικό σταθμό;»

Αρκετοί μουρμούρισαν ότι συμφωνούσαν μαζί της, ότι η Ρία μιλούσε λογικά. Μπορεί απλά να παραμερίζονταν και να έχαναν τη δουλειά ενώ θα την έπαιρναν άλλοι.

«Τι να τον κάνουμε τον τηλεοπτικό σταθμό,» τους είπε ο Βόρκεραμ-Βορ, «όταν έχουμε τηλεοπτικούς σταθμούς έτοιμους να μας εξυπηρετήσουν;»

«Έτοιμους να μας εξυπηρετήσουν;» είπε η Ευμενίδα Νοράλνω. «Πώς το ξέρεις;»

«Ο Βόρκεραμ έχει δίκιο,» παρενέβη ο Λούσιος Φιλοδέκτης. «Οι τηλεοπτικοί σταθμοί τα θέλουν κάτι τέτοια που τραβάνε θεαματικότητα. Και έχω έναν γνωστό, μάλιστα, που θα μπορούσε να μας βοηθήσει.»

Ο Βόρκεραμ τον κοίταξε ερωτηματικά.

Ο Λούσιος ένευσε. «Δεν το λέω έτσι. Έχω άνθρωπο. Μπορεί να βάλει να μιλήσουν για εμάς στο Κατωρίγιο Φως – το τηλεοπτικό κανάλι. Μ’αυτά που έγιναν χτες βράδυ στα λιμάνια, όλοι έχουν ανησυχήσει, και μόλις διαδοθεί ότι οι όροι που ο Σημαδεμένος δίνει στους μισθοφόρους δεν είναι καλοί, αμέσως θ’αρχίσει κατά πρώτον να φωνάζει ο Όρπεκαλ-Λάντι και άλλοι. Θα γίνει φασαρία, είναι σίγουρο.»

«Εντάξει,» είπε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, να το οργανώνουμε. Ποιος έχει έναν χάρτη της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας;»

Αναμπουμπούλα ανάμεσα στους μισθοφόρους, καθώς ο ένας ρωτούσε τον άλλο αν είχε χάρτη, ενώ κάποιοι διαφωνούσαν ακόμα με το σχέδιο του Βόρκεραμ-Βορ φοβούμενοι ότι θα έχαναν τα χρήματα που μπορούσαν να βγάλουν από εδώ.

«Μην είστε μαλάκες,» τους είπε ο Μάικλ Παγοθραύστης. «Οι όροι που σας δίνει ο Πολιτάρχης είναι για να σας εκμεταλλευτεί.»

«Ε, να πάμε, τότε, στην Α’ Κατωρίγια, τουλάχιστον· τι να καθόμαστε εδώ; Κι εκεί χρειάζονται μισθοφόρους, τώρα με τον Ποιητή.»

«Από εκεί ήρθαμε,» τόνισε ο Μάικλ. «Τους ίδιους όρους προσφέρουν, σε πληροφορώ. Ακριβώς τους ίδιους. Πρέπει νάναι συνεννοημένοι μεταξύ τους οι Πολιτάρχες.»

«Αλλά δεν μπορούμε να το δεχτούμε αυτό!» είπε ο Έκρελ Σόρεντερ. «Εδώ, στις συνοικίες του Ριγοπόταμου, ισχύει πλέον μια οικονομία των όπλων – δεν έχετε ακούσει να το λένε; Μας χρειάζονται. Ποιος θα πολεμήσει τους στρατούς του Αλυσοδεμένου Ποιητή; Η Φρουρά τους μόνο; Τότε, την έχουν πολύ άσχημα!»

Η Άνμα πέρασε ανάμεσα από τους μισθοφόρους, δίνοντας έναν τυλιγμένο χάρτη στον Βόρκεραμ-Βορ. «Αυτό είναι που ζητάς,» του είπε.

Εκείνος τον ξεδίπλωσε, κρατώντας τον μπροστά του. Ήταν, όντως, ο χάρτης της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Τον άπλωσε στο τραπέζι. «Λοιπόν!» είπε μεγαλόφωνα. «Λοιπόν! Ακούστε! Ακούστε! Ησυχία λίγο· ησυχία, για όνομα του Κρόνου!» Τα περισσότερα βλέμματα – τα βλέμματα που μετρούσαν – στράφηκαν επάνω του, παρατήρησε. «Πρέπει να είμαστε ενωμένοι, είπαμε· και να οργανωθούμε. Τα κέντρα στρατολόγησης ξέρουμε ποια είναι. Τα γράφει ετούτη η κάρτα.» Τράβηξε από την τσέπη του την κάρτα που του είχαν δώσει στα δυτικά σύνορα της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. «Πρέπει κι εσείς να έχετε τέτοιες.» Πολλοί μουρμούρισαν ότι είχαν, ή έγνεψαν καταφατικά. Ο Βόρκεραμ-Βορ άρχισε να βρίσκει τα κέντρα στρατολόγησης ένα-ένα επάνω στον χάρτη και να τα σημειώνει μ’έναν χοντρό στυλογράφο. Ήταν τρία της Φρουράς και ένας ναός της Ρασιλλώς: στην Τετράφωτη (όπου είχαν ήδη πάει), στην Όκιλμερ, στην Αζρόντω, και στη Χτυπημένη (ο Ναός της Ρασιλλώς).

Ο Βόρκεραμ-Βορ, μιλώντας με τους μισθοφόρους, συμφώνησε ποιοι θα πήγαιναν στο καθένα απ’αυτά τα μέρη για να κάνουν φασαρία σχετικά με τους όρους του συμφωνητικού. «Προσεχτικά, όμως,» τους τόνισε. «Να μην προκληθεί κανένα θερμό επεισόδιο με τη Φρουρά. Δε θέλουμε τέτοια πράγματα. Απλώς μιλάμε – κι όταν μας διώξουν, μας έδιωξαν. Δεν χτυπάμε κανέναν, ούτε τραβάμε όπλα. Τα όπλα μας είναι πάντα στις θήκες. Καλώς; Με καταλαβαίνετε;»

Η Άνμα, παρατηρώντας τον, συμφωνούσε ολοένα και περισσότερο με την Κορίνα. Δεν ήξερε αν ο Βόρκεραμ-Βορ ήταν άνθρωπος που μπορούσε να γίνει δικτάτορας, αλλά ήταν σίγουρα επικίνδυνος ως πολιτικός και ως στρατιωτικός. Είχε τη δυνατότητα να οργανώνει κόσμο και να τον βάζει να κάνει πράγματα με τρόπο αποτελεσματικό. Τα πολεοσημάδια τής μαρτυρούσαν πως το σχέδιό του είχε καλές πιθανότητες επιτυχίας. Δεν ήταν επιπόλαιο.

Η Άνμα σκέφτηκε: Τώρα η Κορίνα ίσως να υποκινήσει κάποιους ανθρώπους του Πολιτάρχη της Β’ Κατωρίγιας για να τον βγάλουν από τη μέση.

Πρέπει να είμαστε έτοιμες. Έριξε ένα βλέμμα στην Αδελφή της, την Ολντράθα, η οποία στεκόταν παραδίπλα, και η οποία ένευσε μοιάζοντας να καταλαβαίνει την Άνμα, να διαβάζει την έκφραση στο πρόσωπό της ή, πιθανώς, τα πολεοσημάδια που διαγράφονταν γύρω της.

Ο Βόρκεραμ-Βορ ρώτησε, στο τέλος, τον Λούσιο ποιος ήταν ο γνωστός του που μπορούσε να τους φέρει σε επαφή με το Κατωρίγιο Φως, κι εκείνος απάντησε. Ο Βόρκεραμ τού ζήτησε να επικοινωνήσει μαζί του αλλά να μην του πει να κάνει τίποτα ακόμα. «Θα περιμένουμε, πρώτα, να δούμε μήπως οι όροι του συμφωνητικού αλλάξουν. Κι αν όντως αλλάξουν, τότε δε θα χρειαστούμε τη βοήθεια του τηλεοπτικού σταθμού.»

«Υπάρχουν και περιοδικά,» είπε μια μισθοφόρος, «που θα ενδιαφέρονταν γι’αυτή την υπόθεση. Και εφημερίδες.»

«Θα τους έχουμε όλους υπόψη,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Αλλά ας περιμένουμε, πρώτα, καμια μέρα, να δούμε τι θα γίνει. Όχι βιαστικές ενέργειες.»

*

Ο Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, Γουίλιαμ Σημαδεμένος, έμαθε για το επεισόδιο με τους μισθοφόρους στο κέντρο στρατολόγησης της Τετράφωτης ενώ βρισκόταν στο γραφείο του.

«Ήταν τόσο σημαντικό;» ρώτησε τον Βάντορεκ, που του το ανέφερε.

«Αρκετά σημαντικό ώστε η Φρουρά να αναγκαστεί να τους διώξει και να κλείσει προσωρινά το κέντρο.»

«Είναι ακόμα κλειστό;»

«Σε λίγο θ’ανοίξει πάλι, Εξοχότατε. Αν τους άφηναν εκεί, θα εμπόδιζαν κι άλλους μισθοφόρους να έρθουν.»

«Ταραξίες, λοιπόν! Πόσοι ήταν;»

«Πολλοί, κύριε Πολιτάρχη–»

«Δε μπορούσε η Φρουρά να συλλάβει μερικούς, για παραδειγματισμό των υπολοίπων;»

«Τότε θα γίνονταν χειρότερα επεισόδια, υποπτεύομαι. Δεν έκαναν κάτι παράνομο, άλλωστε. Και ήταν όλοι τους οπλισμένοι. Και έχουν και ανθρώπους τους μες στη συνοικία. Στο κέντρο είχαν έρθει οι αρχηγοί τους μόνο.»

«Τι ακριβώς ζητούσαν; Δεν καταλαβαίνω.»

Ο Βάντορεκ τού εξήγησε ότι οι μισθοφόροι δεν πρέπει να συμφωνούσαν με το να γίνουν τα όπλα τους κτήμα της Β’ Κατωρίγιας κατά την περίοδο της υπηρεσίας τους σ’αυτήν. Επίσης, μάλλον τους ανησυχούσε ο όρος περί ύποπτης δραστηριότητας και η επιστροφή του 70% της αμοιβής τους σε περίπτωση απρόοπτης λήξης του συμβολαίου.

«Οι άνθρωποι είναι ανεκδιήγητοι!» αναφώνησε ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος. «Τι νομίζουν ότι είναι η Β’ Κατωρίγια Συνοικία, ξέφραγη μάντρα; Αν δεν τους αρέσουν οι όροι μας, ας φύγουν. Θα έρθουν άλλοι μισθοφόροι.»

«Φοβάμαι, όμως, κύριε Πολιτάρχη, μην εξαπλωθούν κακές φήμες...» είπε ο Βάντορεκ, που ήταν Σύμβουλος Επικοινωνιών του Σημαδεμένου.

«Έλα τώρα! Κάτι μισθοφόροι είναι. Από συμμορίες των συνοικιών προς τα νότια, πιθανώς. Ό,τι και να πουν, κανείς δεν θα το πάρει σοβαρά, και ούτε θα έχουν τη δυνατότητα να το διαδώσουν και πολύ.»

«Ίσως να έχετε δίκιο,» είπε ο Βάντορεκ. «Αλλά ίσως να είναι και ριψοκίνδυνη μια τέτοια υπόθεση.»

«Δε μπορώ ν’αφήσω τη συνοικία αφύλαχτη, Βάντορεκ, για όνομα του Κρόνου! Τα όπλα των ανθρώπων που μας υπηρετούν πρέπει να είναι και δικά μας όπλα, αν δεν θέλουμε να κινδυνεύουμε από αυτούς. Ούτε μπορούμε ν’αφήσουμε ύποπτες δραστηριότητες ατιμώρητες. Είδες την άλλη φορά τι έγινε με τους Νομάδες των Δρόμων!» Ο Αλέξανδρος Πανιστόριος, ο Αρχικατάσκοπός του, είχε πει στον Γουίλιαμ ότι έπρεπε να τους απομακρύνει κρυφά από τη Β’ Κατωρίγια Συνοικία για να μην προκληθούν περισσότερα επεισόδια με κατασκόπους και δολιοφθορείς που πιθανώς θα έστελνε ο Αλυσοδεμένος Ποιητής προκειμένου να ελευθερώσουν τους Νομάδες ή να κάνουν προβλήματα ως αντίποινα.

«Δεν είναι η ίδια περίπτωση, βέβαια...»

«Το θέμα είναι πως δεν μπορούμε να είμαστε αφύλαχτοι,» επέμεινε ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος. «Ίσως κάποιοι από αυτούς τους μισθοφόρους να μην είναι μισθοφόροι καν, αλλά δολιοφθορείς ή κατάσκοποι του Ανθοτέχνη. Πιθανώς, μάλιστα, γι’αυτό τώρα να προκαλούν αναστάτωση. Το αποκλείεις;»

«Τίποτα δεν αποκλείεται,» παραδέχτηκε συλλογισμένα ο Βάντορεκ. «Αν και το κέντρο όπου έγινε η φασαρία είναι στην Τετράφωτη· και η Τετράφωτη είναι στα νότια σύνορά μας, Εξοχότατε. Οι πράκτορες του Ποιητή, λογικά, θα έρχονταν από την άλλη μεριά, από τα βόρεια...»

Ο Γουίλιαμ αναστέναξε. Είναι ανόητος ο άνθρωπος; αναρωτήθηκε. «Ακριβώς γι’αυτό, Βάντορεκ, θα επέλεξαν να έρθουν από τα νότια – επειδή το ξέρουν ότι θα το θεωρούσαμε απίθανο.»

Ο Βάντορεκ έμεινε σιωπηλός.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Γουίλιαμ. «Να με κρατάς ενήμερο.»

«Ασφαλώς, Εξοχότατε,» αποκρίθηκε ο Σύμβουλος Επικοινωνιών, και αποχώρησε.

Ο Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του και κάλεσε τον Αρχικατάσκοπο στο γραφείο του.

Ο Αλέξανδρος Πανιστόριος, ύστερα από καμια ώρα, ήταν εκεί.

«Γιατί άργησες, Αλέξανδρε;» ρώτησε ο Γουίλιαμ, καθώς κάθονταν αντικριστά.

«Δουλειές, κύριε Πολιτάρχη. Προσπαθώ να συγκεντρώσω πληροφορίες για τη χτεσινοβραδινή επιδρομή.»

«Ο Ανθοτέχνης τούς έστειλε, τελικά;»

«Δεν έχω καταφέρει ακόμα να το μάθω, αν είναι έτσι. Τι θέλετε, όμως, να μου πείτε;»

Ο Σημαδεμένος τού μίλησε για το επεισόδιο με τους μισθοφόρους στην Τετράφωτη, και του τόνισε πως φοβόταν ότι ίσως να ήταν κατάσκοποι ή δολιοφθορείς, όπως αυτοί οι καταραμένοι Νομάδες.

Ο Αλέξανδρος δεν είχε εξηγήσει στον Πολιτάρχη ότι οι Νομάδες των Δρόμων είχαν φυλακιστεί κατά λάθος. Είχε προτιμήσει να του πει απλώς ότι θα ήταν πιο συνετό να εξαφανιστούν για να μην προκληθούν περισσότερα προβλήματα. Και είχε υποσχεθεί πως θα τους εξαφάνιζε ο ίδιος, φυσικά – ελπίζοντας η Κορίνα να κρατούσε τον λόγο της και να μην ξανάβλεπαν τους Νομάδες των Δρόμων σε τούτα τα μέρη. Μέχρι στιγμής, δεν τους είχαν ξαναδεί, και ο Αλέξανδρος ήταν ευχαριστημένος. Το θέμα είχε αρχίσει να ξεχνιέται, και ο Πολιτάρχης θεωρούσε πως, όπως πάντα, ο Αρχικατάσκοπός του είχε κάνει μια πολύ καλή δουλειά.

Επί του παρόντος, ο Αλέξανδρος ρώτησε: «Θέλετε να τους παρακολουθήσω;» Δεν θεωρούσε ανόητο αυτό που έλεγε ο Σημαδεμένος· μπορεί, πράγματι, να ήταν άνθρωποι του Ανθοτέχνη αυτοί οι υποτιθέμενοι μισθοφόροι.

«Ακριβώς,» αποκρίθηκε ο Πολιτάρχης.

«Θα γίνει,» υποσχέθηκε ο Αλέξανδρος. «Έχουμε καμια άλλη πληροφορία γι’αυτούς; Ονόματα; Περιγραφές;»

«Μπορείς να μιλήσεις με τον Βάντορεκ γι’αυτά, και με τους ανθρώπους της Φρουράς.»

«Μάλιστα,» είπε ο Αλέξανδρος, βέβαιος ότι ο Πολιτάρχης έτσι θα απαντούσε. Ήταν καλός στο να δίνει γενικές διαταγές, κακός στο να δίνει συγκεκριμένες οδηγίες. «Να πηγαίνω λοιπόν.»

Ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος ένευσε, ανάβοντας ένα πούρο, με την πλάτη του ακουμπισμένη αναπαυτικά στη μαλακή δερμάτινη πολυθρόνα του.

Ο Αλέξανδρος σηκώθηκε από την αντικρινή καρέκλα και βγήκε από το γραφείο του Πολιτάρχη, κλείνοντας την πόρτα πίσω του, μπαίνοντας στο γραφείο της γραμματέα του Σημαδεμένου.

Η Κατρίν στεκόταν μπροστά σε μια ψηλή αρχειοθήκη, γλιστρώντας έναν φάκελο ανάμεσα στους υπόλοιπους – μια χρυσόδερμη, πρασινομάλλα κοπέλα με το πιο όμορφο καμπυλωτό σώμα που είχε ο Αλέξανδρος δει, και αγγίξει, ποτέ του.

«Κανένα νέο;» τη ρώτησε, χαμηλόφωνα, πλησιάζοντάς την.

«Τίποτα.»

«Να είσαι με τ’αφτιά τεντωμένα συνεχώς,» της είπε, χαϊδεύοντας τον αριστερό της γλουτό.

«Κύριε Πανιστόριε, όχι εδώ!» είπε εκείνη, υπομειδιώντας, παριστάνοντας τη σοκαρισμένη. «Όχι όσο ο Πολιτάρχης μας είναι κοντά,» πρόσθεσε λοξοκοιτάζοντάς τον.

Ο Αλέξανδρος έφυγε από το γραφείο.

*

Ο Όρπεκαλ-Λάντι δεν άργησε ν’ακούσει για το επεισόδιο με τους μισθοφόρους στην Τετράφωτη. Είχε ανθρώπους του που τα παρακολουθούσαν αυτά. Ανθρώπους που κοίταζαν και άκουγαν για καθετί ενδιαφέρον στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία. Για καθετί, επιπλέον, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του Γουίλιαμ Σημαδεμένου.

Ο Όρπεκαλ καθόταν τώρα σ’ένα εστιατόριο της Μονότροπης με την ξαδέλφη του τη Ρία, η οποία του έλεγε για το συμβάν. Τον είχε καλέσει να πάρουν μεσημεριανό μαζί, ώστε να του εξιστορήσει κάτι που νόμιζε ότι θα τον ενδιέφερε.

Και πράγματι, ήταν ενδιαφέρον. Οι μισθοφόροι διαμαρτύρονταν για τους όρους του συμβολαίου του Σημαδεμένου. Ήταν πολύ ενδιαφέρον!

Ο Όρπεκαλ μειδίασε κάτω απ’το μαύρο μουστάκι του. «Κοίτα να δεις που το τέλος του Σημαδεμένου θάρθει πιο γρήγορα απ’ό,τι πιστεύαμε...» είπε. «Τι έγινε μετά; Τους έδιωξαν;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Ρία-Λάντι. «Τους έβγαλαν και από το χτίριο της στρατολόγησης και από τον περίβολο. Κι αυτοί έμειναν έξω απ’την πύλη για λίγο, μιλώντας αναμεταξύ τους, αλλά μετά έφυγαν.»

«Ξέρεις πού πήγαν;»

«Ξέρω.»

Πού; ρωτούσε το βλέμμα του, λαίμαργα.

«Στον Βαθύρριζο, ένα πανδοχείο στην Τετράφωτη–»

«Το γνωρίζω. Μπήκες μέσα; Τους παρακολούθησες;»

«Δεν μπήκα. Αλλά ήταν προφανές ότι πήγαν εκεί για να συνεχίσουν την κουβέντα τους.»

Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαμε να τους χρησιμοποιήσουμε κάπως, σκέφτηκε ο Όρπεκαλ-Λάντι. «Φαίνεται να σκοπεύουν να φύγουν από τη συνοικία μας;»

«Δεν ξέρω. Ίσως όλοι να μην είναι από άλλες συνοικίες, Όρπεκαλ. Ίσως να είναι και από εδώ.»

«Χμμ.»

*

Η Νορέλτα-Βορ είχε πάει σ’ένα υποκατάστημα του Γ.Α.Σ. αφότου εγκατέλειψε την Άνμα, τη Φοριντέλα-Ράο, και τους άλλους. Είχε τραβήξει κάποια χρήματα από εκεί και είχε, επίσης, πάρει μια επιταγή πολλών δεκάδιων. Μετά, είχε επισκεφτεί ένα κατάστημα που πουλούσε οχήματα. Υπήρχαν κάμποσα τέτοια στην Τετράφωτη. Η Νορέλτα είχε βρει ένα τροχοφόρο που ήταν ανθεκτικό, γρήγορο, και όμορφο. Ένα χαμηλό τετράκυκλο που έμοιαζε σχεδόν τριγωνικό, έτσι όπως ήταν φτιαγμένο. Τα τζάμια του ήταν φιμέ. Το χρώμα του ήταν σκούρο-μπλε, και γυαλιστερό, πολύ γυαλιστερό, με αργυρά πλαίσια. Οι μεταλλικοί τροχοί του είχαν επάργυρα καλύμματα, ενισχυμένα ώστε ν’αντέχουν σε χτυπήματα.

Η Νορέλτα-Βορ έδωσε πολλά λεφτά για να το αγοράσει, αλλά τα χρήματα δεν την απασχολούσαν. Είχε αρκετές καταθέσεις στο Γ.Α.Σ. και σε άλλες τράπεζες της Ρελκάμνια, με διάφορα ονόματα, όχι μόνο με το πραγματικό της. Μια Θυγατέρα της Πόλης δεν μπορούσε ποτέ να έχει μόνο μία ταυτότητα. Οι φυσιολογικοί άνθρωποι γερνούσαν και πέθαιναν· όχι, όμως, κι αυτές – όχι από ηλικία, τουλάχιστον.

Η Νορέλτα-Βορ αγόρασε, επίσης, διάφορα ρούχα και υποδήματα, όλα καλής ποιότητας, ακριβά. Απαραίτητο, αφού ήθελε να παρεισφρήσει στην υψηλή κοινωνία της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Έπρεπε να μπορεί να κάνει ακριβώς την εντύπωση που χρειαζόταν κάθε φορά. Την εντύπωση που θα της υποδείκνυε η Πόλη.

Τώρα, μεσημέρι πλέον, ήταν μέσα στο όμορφο όχημά της και, ξυπόλυτη, το οδηγούσε ενώ κάπνιζε ένα μακρύ τσιγάρο καλής μάρκας – Πορφυρόσχημος. Τα μάτια της παρακολουθούσαν τα πολεοσημάδια, και δεν φορούσε πια τα ψεύτικα γυαλιά της με τον χρυσό σκελετό. Τα μαλλιά της σύντομα θα τα έβαφε γαλανά· είχε αγοράσει μια κατάλληλη βαφή.

Για την ώρα, ήθελε να πλησιάσει κάποια από τα μέρη όπου σύχναζαν οι αριστοκράτες της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Οι δρόμοι ήταν δικοί της.

Από το ηχοσύστημα του οχήματός της ακουγόταν το Γυρεύοντας τους Θεούς, της Χρυσοποίκιλτης Ρενάτα.

/10\

Ο σαμάνος πρέπει να κρατήσει ένα μυστικό, ενώ η Κορίνα προειδοποιεί τον Κάδμο και την Καρζένθα, και προτείνει ένα σχέδιο· και η Φοίβη πλησιάζει τον στόχο της, νιώθοντας συγχρόνως τη σκιά της Αδελφή της από κοντά και βλέποντάς τη να της γνέφει...

Ο Θόρινταλ επέστρεψε στους Νομάδες όταν ήταν μεσημέρι και είχαν μόλις σταματήσει τη δουλειά τους στο Μεγάλο Λιμάνι για να ξεκουραστούν στην πολυκατοικία που τους είχε παραχωρήσει ο Βάρνελ-Αλντ. Είδε πολλά βλέμματα να τον κοιτάζουν με κάποια περιέργεια. Αναρωτιούνται πού ήμουν τόσες ώρες... Ανεβαίνοντας στο διαμέρισμα που μοιραζόταν με άλλους, συνάντησε στο σαλόνι τη Λάρνια, η οποία αμέσως πετάχτηκε όρθια πλησιάζοντάς τον.

«Πού ήσουν; Ποια ήταν αυτή η γυναίκα που ακολούθησες; Ήταν η Μιράντα;» Αν και, από τη φωνή της, εύκολα διακρινόταν ότι δεν πίστευε πραγματικά ότι ήταν αυτή.

Η Μιράντα; σκέφτηκε ο Θόρινταλ. Μακάρι να ήταν η Μιράντα... «Όχι,» αποκρίθηκε, «δεν ήταν η Μιράντα...»

«Ποια ήταν; Πού πήγατε; Γιατί έφυγες;»

Εκτός από τη Λάρνια, στο σαλόνι βρίσκονταν ο Εύθυμος, ο Μαυρογένης, και ο Βόντεκ, καθισμένοι στο τραπέζι, τρώγοντας πεινασμένα ύστερα από τη χειρονακτική δουλειά της ημέρας. Τώρα όμως έστρεψαν κι αυτοί τα βλέμματά τους στον Θόρινταλ, ακούγοντας την κουβέντα του με τη Λάρνια...

...η οποία δεν έτρωγε μαζί τους όταν ο σαμάνος είχε μπει στο δωμάτιο· καθόταν σε μια πολυθρόνα – ανησυχώντας για εμένα, μάλλον· περιμένοντάς με να γυρίσω.

«Η Κορίνα ήταν,» της απάντησε.

«Και γιατί πήγες μαζί της;»

«Επειδή μου το ζήτησε.» Και επειδή μου ζήτησε να μη σας πω τίποτα περισσότερο, δεν μπορώ να σας πω τίποτα περισσότερο. Η Κορίνα τού είχε τονίσει να μη συζητήσει για τη Φοίβη με τους άλλους Νομάδες. Δεν ήθελε να επικρατήσει πανικός, αν φήμες διαδίδονταν. Και μάλλον είχε δίκιο.

Η Λάρνια συνοφρυώθηκε. «Επειδή σου το ζήτησε; Κάνεις τώρα ό,τι σου ζητά η Κορίνα;» Και αναρωτήθηκε αν ο Θόρινταλ έβλεπε την Κορίνα όπως τη Μιράντα. Τι είχε με τις Θυγατέρες της Πόλης; Τόσο πολύ τον εντυπωσίαζαν; Η Κορίνα ήταν εχθρά της Μιράντας, μα τον Κρόνο! Το είχε ξεχάσει;

«Δεν κάνω ό,τι μου ζητά η Κορίνα, Λάρνια,» αποκρίθηκε ο Θόρινταλ, θυμωμένος με τον τρόπο της. «Αλλά δεν ήθελα να ρισκάρω την ασφάλεια όλων μας!»

Ο Εύθυμος ρώτησε, χωρίς να σηκωθεί από το τραπέζι: «Τι έγινε, Θόρινταλ;»

Ο σαμάνος κάθισε στον καναπέ, κουρασμένος, και ο πολεοπλάστης βγήκε απ’την τσέπη της δερμάτινης καπαρντίνας του και πήδησε πάνω στο τραπεζάκι.

Η Λάρνια παρέμεινε όρθια, κοιτάζοντας τον Θόρινταλ. Τι εννοούσε ότι δεν ήθελε να ρισκάρει την ασφάλεια όλων τους; αναρωτήθηκε. Τον είχε απειλήσει η Κορίνα;

Ο Θόρινταλ, ανάβοντας τσιγάρο, είπε: «Μου ζήτησε να εντοπίσω μια γυναίκα γι’αυτήν. Δεν ξέρω γιατί, δεν μου εξήγησε. Μου είπε μόνο ότι ήταν μια πληρωμή για το καλό που μας έκανε – για τη βοήθεια που μας πρόσφερε φέρνοντάς μας εδώ, σε ασφαλές μέρος, κοντά στον Αλυσοδεμένο Ποιητή.»

Η Λάρνια ρουθούνισε. Ακόμα μισούσε την Κορίνα, φυσικά. Ήθελε να τη σκοτώσει όπως εκείνη είχε σκοτώσει, με τους δαίμονές της, τη Γιάαμκα. «Τι γυναίκα ήταν αυτή που σου ζήτησε να βρεις; Τη βρήκες;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Θόρινταλ. «Δεν ξέρω ποια ήταν, δεν την έχω ξαναδεί. Η Κορίνα πήγε να μιλήσει μαζί της και με έδιωξε.»

«Αυτό μόνο;»

«Τι άλλο περίμενες;» της είπε απότομα, τσαντισμένος μαζί της.

Ο πολεοπλάστης εξαφανίστηκε κάτω από μια πολυθρόνα.

«Δεν κινδύνεψες...;» είπε ο Εύθυμος – κάτι μεταξύ συμπεράσματος και ερώτησης.

Ο Εύθυμος φαίνεται να ενδιαφέρεται πιο πολύ για εμένα απ’ό,τι η Λάρνια! παρατήρησε ακούσια ο Θόρινταλ. Ο ανακριτικός τρόπος της τον είχε ενοχλήσει. Ήταν κουρασμένος μετά από τη χρήση της μαγείας του και το πέρα-δώθε μέσα στο όχημα της Κορίνας. Αισθανόταν τα νεύρα του τσιτωμένα.

«Όχι,» αποκρίθηκε στον Εύθυμο, «δεν κινδύνεψα. Δεν ήταν τίποτα το επικίνδυνο. Μια διαδικαστική δουλειά μόνο.» Τίναξε στάχτη στο τασάκι στο τραπεζάκι μπροστά του. «Τι έχει για φαγητό;» ρώτησε. «Τίποτα πού τρώγεται;»

«Μια χαρά είναι,» είπε ο Μαυρογένης, που είχε μόλις τελειώσει το πιάτο του και μάζευε τη σάλτσα μ’ένα κομμάτι ψωμί. Τα μαύρα γένια του ήταν λερωμένα.

«Σκουπίσου τουλάχιστον,» τον συμβούλεψε ο Βόντεκ, και οι άλλοι – ακόμα κι ο Θόρινταλ, παρά τη νοητική και ψυχική του κούραση – γέλασαν.

«Όλο μαλακίες είστε, το λοιπόν,» τους είπε ο Μαυρογένης, αγριοκοιτάζοντάς τους καθώς έτρωγε το μουλιασμένο ψωμί του με όρεξη.

*

«Σας ζητά μια κυρία, κύριε Ανθοτέχνη,» είπε ο Άλβερακ επίσημα, μπαίνοντας στην αίθουσα του Πολιταρχικού Μεγάρου όπου κάθονταν ο Κάδμος, η Καρζένθα-Σολ, και ο Βάρνελ-Αλντ συζητώντας κάποια θέματα της Α’ Ανωρίγιας Συνοικίας και των τριγυρινών συνοικιών, παίρνοντας μικροαποφάσεις που όμως μπορεί να αποδεικνύονταν σημαντικές στο μέλλον.

«Δεν έχει όνομα;» ρώτησε ο Κάδμος.

«Η Κορίνα είναι,» είπε, λιγότερο επίσημα, ο Άλβερακ. «Να περάσει;»

«Θα περάσει ούτως ή άλλως άμα θέλει,» αποκρίθηκε ο Κάδμος, υπομειδιώντας.

(Πόρτες, τοίχους, φράγματα η Γυναίκα των Μυστηρίων δεν γνωρίζει, μουρμούρισε το ποιητικό δαιμόνιο μες στο μυαλό του, όταν ναρθεί να μας οδηγήσει πιθυμεί στους αχανείς κι ατέρμονους του θαυμασμού τους δρόμους...)

Ο Άλβερακ ένευσε και βγήκε από τη μικρή αίθουσα, για να μπει η Κορίνα ντυμένη με γκρίζα κάπα και την κουκούλα ριγμένη στους ώμους της. Ο Κάδμος νόμιζε πως την έβλεπε προβληματισμένη.

«Βάρνελ,» είπε η Θυγατέρα της Πόλης. «Μπορείς να μας αφήσεις μόνους με τον Κάδμο και την Καρζένθα;»

«Τι συμβαίνει, Κορίνα;»

«Άφησέ μας μόνους, σε παρακαλώ. Πρόκειται για αρκετά προσωπικό θέμα. Ίσως να το μάθεις μετά.»

«Όπως θέλεις, Κορίνα.» Τη σεβόταν πολύ για να της φέρει αντίρρηση – ο Κάδμος το έβλεπε στην όψη του – η Κορίνα ήταν, άλλωστε, που του είχε προτείνει να έρθει σε επαφή με τον στρατό του Αλυσοδεμένου Ποιητή ώστε, τελικά, να φτάσει στο αξίωμα του Πολιτάρχη και να αποδώσει δικαιοσύνη για όσα είχαν γίνει εις βάρος του Οίκου του.

Σηκώθηκε τώρα από την καρέκλα του και, λέγοντας στον Κάδμο και την Καρζένθα «Θα μιλήσουμε πάλι σύντομα», έφυγε από την αίθουσα.

Η Κορίνα κάθισε στη θέση του.

Είπε στον Κάδμο: «Μια δολοφόνος έρχεται να σε σκοτώσει.»

«Κι εγώ που φανταζόμουν ότι θα μου έλεγες τίποτα που δεν έχει ξαναγίνει, Κορίνα...» Δεν ήταν λίγες οι απόπειρες δολοφονίας κατά του Αλυσοδεμένου Ποιητή.

«Μην αστειεύεσαι μ’ένα τέτοιο θέμα!»

«Είναι κι αυτή επικίνδυνη όπως εκείνος ο φονιάς που είχε στείλει η πλουτοκρατία;»

«Χειρότερη.»

«Ποιος την έστειλε; Η πλουτοκρατία ξανά;»

«Ο Πολιτάρχης της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας την έστειλε–»

«Το κάθαρμα,» μούγκρισε η Καρζένθα.

«–αλλά, κυρίως, ήρθε μόνη της. Επειδή η ίδια ήθελε να έρθει.»

«Επειδή η ίδια ήθελε να έρθει;» είπε ο Κάδμος, απορημένος.

«Είναι Αδελφή μου,» εξήγησε η Κορίνα. «Και η Πόλη την οδηγεί στους στόχους της.»

«Θυγατέρα...»

«Ναι.»

«Και τι πρόβλημα έχει μαζί μου, Κορίνα;»

«Σου είπα: η Πόλη την οδηγεί στους στόχους της.»

«Η Πόλη με θέλει νεκρό;» είπε ο Κάδμος.

«Όχι στα δικά μου μάτια.»

«Τι εννοείς; Άλλα βλέπει η μια Θυγατέρα, άλλα βλέπει η άλλη;»

«Δε βλέπουμε, πάντως, ακριβώς τα ίδια πράγματα. Όχι πάντα. Η γυναίκα που σε κυνηγά ονομάζεται Φοίβη, και έχει σκοτώσει πολλούς στο παρελθόν. Τα σημάδια της Πόλης τής δείχνουν τους στόχους της, οι οποίοι συνήθως είναι πρόσωπα κάποιας σημαντικότητας. Δεν ξέρω τι βλέπει. Ίσως να βλέπει την πρόκληση που παρουσιάζουν. Είναι γνωστή και ως ‘η Νύφη του Χάροντα’.»

«Δε μπορούμε να τη σκοτώσουμε;» είπε η Καρζένθα. «Δε μπορείς εσύ να τη σκοτώσεις, Κορίνα;»

«Η μια Θυγατέρα δεν σκοτώνει την άλλη, Καρζένθα. Της μίλησα, προσπαθώντας να την αποτρέψω από τη δολοφονία που σχεδιάζει, αλλά δεν τα κατάφερα. Θα έρθει να σε σκοτώσει, Κάδμε. Και πρέπει να τη σταματήσουμε–»

«Εσύ ίσως να μη μπορείς να τη σκοτώσεις, Κορίνα,» είπε η Καρζένθα, «αλλά εγώ μπορώ.» Τράβηξε το πιστόλι από τη ζώνη της.

«Αν τη συναντήσεις, σε προτρέπω να προσπαθήσεις. Δεν πρόκειται να σε εμποδίσω. Όμως μη νομίζεις ότι θα είναι εύκολο. Η Φοίβη αντιλαμβάνεται παρόμοια πράγματα μ’αυτά που αντιλαμβάνομαι κι εγώ στην Πόλη. Καθώς μιλάμε, βρίσκεται στην Αστροβόλο παρατηρώντας λεπτομέρειες που θα τη βοηθήσουν να δολοφονήσει τον Κάδμο. Θα τον χτυπήσει την κατάλληλη στιγμή: τη στιγμή που είναι πιο αφύλαχτος, όταν–»

«Ο Κάδμος δεν είναι ποτέ αφύλαχτος,» τόνισε η Καρζένθα.

«Θυμάσαι τι είχε γίνει με τον δολοφόνο που έστειλε η πλουτοκρατία; Ούτε τότε ο Κάδμος ήταν αφύλαχτος.»

«Δεν πρόκειται να τον πλησιάσει. Τώρα θα είμαι συνεχώς στο πλευρό του,» δήλωσε η Καρζένθα.

Η Κορίνα γέλασε εσωτερικά, και σκέφτηκε: Ο Κάδμος είναι τυχερός που σε έχει μαζί του. Αλλά δεν είσαι αρκετά ικανή για να τον σώσεις από τούτη την απειλή. Η Φοίβη θα σε φάει για πρόγευμα, καημένη. «Δε φτάνει αυτό.»

«Τι προτείνεις, Κορίνα;» ρώτησε ο Κάδμος, νιώθοντας λιγάκι νευρικός, όχι επειδή φοβόταν μην τον σκοτώσουν (είχε προ πολλού ξεπεράσει αυτό τον φόβο – έπρεπε να τον ξεπεράσει αν ήθελε να παραμείνει λογικός) αλλά επειδή συζητούσαν για εκείνον σχεδόν σαν να μην ήταν παρών! «Έχεις κάποιο σχέδιο, αναμφίβολα. Σωστά;»

«Σωστά,» αποκρίθηκε η Θυγατέρα της Πόλης.

«Είμαστε όλο αφτιά.»

Τα μαυροβαμμένα χείλη της Κορίνας χαμογέλασαν. «Η λύση είναι απλή, ελπίζω,» είπε. «Θα τη φέρουμε σε απόγνωση.»

«Σε απόγνωση;»

«Θα είμαι κοντά σου και θα παρατηρώ τα σημάδια της Πόλης. Ακόμα κι αν βλέπουμε διαφορετικά πράγματα εγώ και η Φοίβη, κάποια από αυτά είναι ίδια. Θα διακρίνω κάθε ‘άνοιγμα’ και θα το κλείνω. Δε θα την αφήνω να σε πλησιάσει. Είναι βασικό, όμως, ποτέ να μην αμφισβητείς αυτά που θα σου λέω. Αν σου πω Φεύγουμε από εδώ, τότε φύγαμε – χωρίς ερωτήσεις. Αν σου πω Βάλε πέντε φρουρούς εκεί, θα τους βάζεις. Με καταλαβαίνεις;»

«Δεν έχω πρόβλημα μ’αυτό, Κορίνα. Μέχρι στιγμής, ούτως ή άλλως, οι οδηγίες σου μας έχουν μόνο βοηθήσει.»

Την ικανοποιούσε η εμπιστοσύνη που έβλεπε στα μάτια του. Είναι δικός μου. Εγώ τον έφτιαξα. Είναι ο Αλυσοδεμένος Ποιητής μου. Και δεν θα τον αφήσω να πεθάνει. Θα αναμορφώσει την Ατέρμονη Πολιτεία!

Στα μάτια της Καρζένθα έβλεπε παρόμοια εμπιστοσύνη. Κι αυτή είναι δική μου. Από τότε που την επισκέφτηκα στα όνειρά της, είναι δική μου. Πιστή σ’εμένα.

«Το ίδιο ισχύει και για σένα, Καρζένθα,» της είπε. «Αν σου ζητήσω κάτι, πρέπει να το κάνεις. Χωρίς ερωτήσεις.»

Η Καρζένθα, αν και με κάποιο δισταγμό, ένευσε. «Κι αν πάρεις... λάθος απόφαση, Κορίνα;»

«Αν εγώ πάρω λάθος απόφαση, τότε να είσαι σίγουρη πως τίποτα δεν θα μπορούσε να σώσει τον Κάδμο. Μην ανησυχείς, όμως: ό,τι διακρίνει η Αδελφή μου το διακρίνω κι εγώ. Βλέπουμε τον ίδιο λαβύρινθο. Κι εγώ έχω μεγαλύτερες δυνάμεις από εκείνη. Σε κάθε στροφή θα με βρίσκει μπροστά της. Κάθε πόρτα που νομίζει ανοιχτή, ξαφνικά θα κλείνει.»

«Και μέχρι πότε θα συνεχιστεί αυτό το παιχνίδι;» ρώτησε η Καρζένθα. «Δε μπορεί να συνεχιστεί για πάντα. Η Φοίβη πρέπει να πεθάνει!»

«Δεν είναι ανάγκη να τη σκοτώσουμε–»

«Νομίζεις ότι θα τα παρατήσει και θα–;»

«Όχι, η Φοίβη δεν πρόκειται ποτέ να τα παρατήσει–»

«Τότε πρέπει να πεθάνει, Κορίνα!»

«Προτείνω να την παγιδέψουμε,» είπε η Θυγατέρα της Πόλης, «και μετά να τη χρησιμοποιήσουμε για δικό μας όφελος.»

«Τι όφελος μπορεί νάχουμε από μια τέτοια γυναίκα;» απόρησε η Καρζένθα. «Έτσι όπως την περιγράφεις, μοιάζει τρελή.»

«Ακριβώς γι’αυτό θα μας φανεί χρήσιμη, αν καταφέρουμε να στρέψουμε τη φονική της ματιά αλλού.»

«Πού;» ρώτησε ο Κάδμος.

«Ας επικεντρωθούμε, για την ώρα, στο να σε προστατέψουμε, πρώτον, και δεύτερον στο να την παγιδέψουμε,» αποκρίθηκε η Κορίνα.

«Στον Βάρνελ-Αλντ θα μιλήσεις γι’αυτό;» είπε η Καρζένθα.

«Θα του μιλήσω. Θα τον χρειαστούμε, κατά πάσα πιθανότητα.»

*

Η Φοίβη βάδιζε στους δρόμους της Αστροβόλου, συλλέγοντας πληροφορίες για τον στόχο της. Με τα μάτια. Όλα τα σημάδια εδώ μιλούσαν για τον Κάδμο Ανθοτέχνη – τον Αλυσοδεμένο Ποιητή. Και για τον νέο Πολιτάρχη που ήταν σύμμαχός του.

Αυτή η Κορίνα, αυτή η Αδελφή μου, τα έχει φτιάξει όλα τούτα. Τι είναι; Τι είναι; Η Φοίβη ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει πώς γνώριζε για το παρελθόν της, πώς γνώριζε για τον γάμο της. Δεν ήταν κάτι για το οποίο η Φοίβη συζητούσε με τον οποιονδήποτε. Της έμοιαζε αδιανόητο το ότι η Κορίνα – μια άγνωστη – μπορεί να είχε τέτοιες πληροφορίες για εκείνη.

Και πώς ήξερε πού να έρθει να με βρει μες στους δρόμους της Α’ Ανωρίγιας; Πρέπει να είχε δυνάμεις μεγαλύτερες από της Φοίβης. Ή, τουλάχιστον, διαφορετικές.

Θα ξανασυναντηθούμε οι δυο μας, είμαι σίγουρη.

Κι αν προσπαθήσει να σταθεί ανάμεσα σ’εμένα και τον Ανθοτέχνη, θα την τσακίσω!

Της είχε συμβεί αυτό και παλιότερα. Είχε έρθει σε σύγκρουση με μια Αδελφή της. Άνμα την έλεγαν. Προσπαθούσε κι εκείνη να προστατέψει τον άνθρωπο που η Φοίβη ήθελε να σκοτώσει – μια μάγισσα στην Παράλληλη Συνοικία – και είχε αποτύχει. Η Φοίβη είχε σπάσει την Άνμα στο ξύλο, είχε φτάσει στον στόχο της, και του είχε δώσει τέλος. Μετά είχε συναντήσει ξανά την Άνμα, για να της πει ότι δεν της κρατούσε κακία, αλλά εκείνη είχε κάνει πάλι να της επιτεθεί. Η Φοίβη, μη θέλοντας άλλη σύγκρουση μαζί της, είχε φύγει και είχε εξαφανιστεί όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Δε φοβόταν την Άνμα· μπορούσε να την τσακίσει ξανά, αν χρειαζόταν· όμως δεν υπήρχε και κανένας λόγος για κάτι τέτοιο. Ήταν Αδελφή της.

Αυτή η Κορίνα ήταν πιο αντιπαθητική από την Άνμα. Πολύ πιο αντιπαθητική. Ίσως να το χαρώ όταν τη σπάσω στο ξύλο. Δεν της άρεσε καθόλου το βλέμμα της Κορίνας. Και τι είχε πει; «Εγώ είμαι η Αρχόντισσα της Πόλης, Αδελφή μου. Δεν είμαι σαν καμια άλλη Αδελφή μας που έχεις συναντήσει.» Τα λόγια της ακόμα αντηχούσαν μες στο μυαλό της Φοίβης. Η Κορίνα ήταν τρελή! Ποια Θυγατέρα θα αποκαλούσε ποτέ τον εαυτό της Αρχόντισσα της Πόλης; Δεν είναι καθόλου καλά, η γαμημένη. Καθόλου καλά.

Αλλά πώς είναι δυνατόν να ξέρει για τον γάμο μου;

Και πώς ήταν δυνατόν να είχε τραβήξει εκείνες τις φωτογραφίες; Αυτό το επεισόδιο είχε συμβεί πριν από πολλά χρόνια. Δεν μπορεί η Κορίνα να ήταν εκεί. Δεν μπορεί...

Κάτι το παράδοξο υπήρχε επάνω της. Ήταν σχεδόν σαν να μην ήταν Θυγατέρα της Πόλης ακριβώς... Αλλά είχε δείξει στη Φοίβη το σημάδι στο πέλμα της. Το σημάδι που είχαν όλες τους. Και δεν γινόταν να το αντιγράψεις.

Η Φοίβη προσπαθούσε να διώξει την Κορίνα απ’το μυαλό της και να επικεντρωθεί στα πολεοσημάδια που της έδιναν πληροφορίες για τον στόχο της· όμως η μυστηριώδης Αδελφή της πάντα βρισκόταν στις άκριες των σκέψεών της, σαν τρομερή σκιά, απειλώντας να έρθει πιο κοντά...

*

Η Φοίβη κατέληξε στο Πολιταρχικό Μέγαρο της Α’ Ανωρίγιας Συνοικίας καθώς ερχόταν το μεσημέρι. Εδώ την είχαν οδηγήσει τα σημάδια της Πόλης. Ο στόχος της πρέπει να ήταν εδώ.

Έκανε τον γύρο του μεγάλου οικοδομήματος, βαδίζοντας μέσα σε δρόμους και σε σοκάκια, επάνω σε γέφυρες, ανεβαίνοντας σε ταράτσες και σε μπαλκόνια. Βλέποντας τις αδυναμίες του χώρου, τα μονοπάτια που μπορούσαν να την οδηγήσουν στον στόχο της. Αν και δεν βιαζόταν ποτέ να σκοτώσει – καλύτερα ήταν όταν είχε παρατηρήσει προσεχτικά τον στόχο – δεν θα δίσταζε να επιτεθεί στον Ανθοτέχνη αν έβλεπε τώρα κάποιο καλό άνοιγμα να διακρίνεται μέσα από τα σημάδια της Πόλης.

Η Φοίβη αντλούσε πληροφορίες με τα μάτια της...

...και οδηγήθηκε σε μια εξωτερική σκάλα μιας πολυκατοικίας...

...ανέβηκε, φτάνοντας σε μια ταράτσα. Καλό μέρος για ακροβολισμό, της μαρτυρούσαν τα πολεοσημάδια· κι έβγαλε τη βαλλίστρα της οπλίζοντάς την. Ήταν μακρινής εμβέλειας και πολύ καλοφτιαγμένη.

Η Πόλη οδήγησε το βλέμμα της Φοίβης αντίκρυ, σε μια από τις οροφές του Πολιταρχικού Μεγάλου. Σ’ένα ελικοδρόμιο όπου βρισκόταν ένα ελικόπτερο.

Ναι, ο στόχος της σύντομα θα παρουσιαζόταν εκεί.

Η Φοίβη γονάτισε, υψώνοντας στον ώμο τη βαλλίστρα της, κρυμμένη πίσω από το πέτρινο τείχος της ταράτσας. Θα αποδεικνυόταν τόσο εύκολο το τέλος του Ανθοτέχνη;

Τα πολεοσημάδια άλλαξαν ξαφνικά. Χάλασαν. Κάτι είχε παρεμβληθεί.

Δεν ήταν πλέον καλή η θέση της Φοίβης. Δεν υπήρχε άνοιγμα εδώ.

Γιατί;

Μια πόρτα της οροφής του Μεγάρου άνοιξε, και οπλισμένοι μαχητές βγήκαν κρατώντας μεγάλες ασπίδες από ισχυρά μέταλλα και αλεξίσφαιρα γυαλιά. Διαμόρφωσαν έναν κλοιό γύρω από το ελικόπτερο, κι ένα μονοπάτι ώς εκεί. Κάποιες φιγούρες πέρασαν από πίσω τους: και τα πολεοσημάδια έλεγαν στη Φοίβη ότι η μία απ’αυτές ήταν ο στόχος της!

Η Κορίνα! σκέφτηκε, οργισμένη, κατεβάζοντας τη βαλλίστρα. Η Κορίνα το έκανε αυτό! Η Κορίνα!

Οι φιγούρες μπήκαν στο ελικόπτερο, του οποίου ο έλικας άρχισε να περιστρέφεται γρήγορα, και σύντομα είχε απογειωθεί. Από μια ανοιχτή πόρτα του αεροσκάφους, μια γυναίκα έγνεφε με το γαντοφορεμένο χέρι της. Μακριά ξανθά μαλλιά τινάζονταν γύρω από το πορφυρόδερμο κεφάλι της. Τα πολεοσημάδια που διαμορφώνονταν από τις κινήσεις του χεριού της κι από το ανέμισμα των μαλλιών και της γκρίζας κάπας της έλεγαν ξεκάθαρα: Αντίο, Αδελφή μου! Αντίο!

Τα μάτια της Φοίβης στένεψαν. Δεν τελειώσαμε, Κορίνα, σκέφτηκε. Τώρα αρχίζουμε.

/11\

Οι κουρσάροι κάνουν δεύτερη επιδρομή, και ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος καταριέται τους εχθρούς του, ενώ ολόκληρη η Β’ Κατωρίγια Συνοικία αναστατώνεται ξανά, και ο Βόρκεραμ-Βορ διακρίνει ευκαιρίες όσο η Άνμα και η Ολντράθα διακρίνουν κατασκόπους.

Οι Αρχές της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας είχαν πάρει αυξημένα μέτρα ασφαλείας στις ανατολικές, κυρίως, όχθες της – στη Βραχύλογη και στον Σκηνοκράτη – αλλά και πιο δυτικά, στην Απλωτή. Μόνο τα λιμάνια της Αζρόντω είχαν αφήσει στο ίδιο επίπεδο ασφάλειας με παλιά, μην πιστεύοντας ότι αν γινόταν επόμενη επιδρομή θα έφτανε ώς εκεί.

Αυτό, όμως, που είδαν να συμβαίνει απόψε τούς αιφνιδίασε και τους τρομοκράτησε όλους. Δε νόμιζαν ότι τόσο γρήγορα οι κουρσάροι των Ήμερων Συνοικιών θα έρχονταν ξανά. Αλλά ήρθαν. Και ήταν περισσότεροι από την προηγούμενη νύχτα. Τα πλοία τους ξεπρόβαλαν μέσα από τα ανατολικά σκοτάδια του Ριγοπόταμου χωρίς να έχουν φώτα επάνω τους για να είναι όσο το δυνατόν πιο αθέατα ώσπου να προσεγγίσουν τα λιμάνια.

Ολόκληρη αρμάδα από πειρατικά σκάφη.

Η Φρουρά της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας δεν είχε ποτέ αντικρίσει κάτι παρόμοιο. Ήταν σαν κάθε κουρσάρος και άρπαγας των Ήμερων Συνοικιών να είχε αποφασίσει απόψε να κάνει επιδρομή σε τούτες τις όχθες. Τα πλοία ήρθαν μέσα από τη νύχτα σαν θύελλα. Μηχανές μούγκριζαν και βούιζαν, προπέλες σπάθιζαν τα νερά τινάζοντας αφρούς. Ιστία φούσκωναν επάνω σε κατάρτια, καθώς τα σκάφη με μηχανές τραβούσαν πίσω τους τα σκάφη που δεν είχαν μηχανές. Δεκάδες – εκατοντάδες! – μικρότερα πλεούμενα ακολουθούσαν: βάρκες γεμάτες ληστές του ποταμού, οπλισμένους ώς τα δόντια. Και μινιπλάνα πετούσαν μαζί τους, επίσης, λίγο πιο πάνω από τα αφρισμένα νερά του ποταμού, έχοντας πηδήσει από καταστρώματα μεγάλων σκαφών· οι καβαλάρηδές τους ούρλιαζαν και σήκωναν τα όπλα τους. Ακόμα και αεροσκάφη είχαν οι πειρατές, τα οποία υψώνονταν τώρα από καράβια: ελικόπτερα, το ένα κατόπιν του άλλου, φέροντας πυροβόλα που αμέσως άρχισαν να ρίχνουν στα πλοία της Β’ Κατωρίγιας τα οποία ήταν εκεί για να προστατέψουν τα λιμάνια της.

Ελικόπτερα της Φρουράς απογειώθηκαν πάραυτα, ως απάντηση, και οι φρουροί ζήτησαν, τηλεπικοινωνιακά, να έρθουν και αντιαεροπορικά όπλα. Αλλά οι πειρατές ήδη εκτόξευαν ρουκέτες και τορπίλες εναντίον τους, και τα κουρσάρικα σκάφη κατέκλυζαν τα σκάφη της Φρουράς από παντού. Οι κουρσάροι είχαν φέρει ακόμα και κάποια υποβρύχια! Τα συνάντησαν τα υποβρύχια της Β’ Κατωρίγιας: δέχτηκαν τις επιθέσεις τους.

Για κανένα τέταρτο της ώρας, αυτοί που κοίταζαν από τις ανατολικές όχθες της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας έβλεπαν φωτιές και καπνούς μες στη νύχτα, και τα νερά του Ριγοπόταμου να γεμίζουν με ολοένα και περισσότερα συντρίμμια και νεκρούς.

Ύστερα, είδαν τους υπερασπιστές της Β’ Κατωρίγιας να υποχωρούν, τσακισμένοι, κατακερματισμένοι, με τα σκάφη τους να καπνίζουν και να φλέγονται και να θυμίζουν κινούμενα ερείπια. Και μέσα από την καταστροφή τα πλοία των κουρσάρων τούς καταδίωκαν. Πειρατικές σημαίες κυμάτιζαν άγρια στον νυχτερινό άνεμο. Κάννες ακόμα πυροβολούσαν και καμια ρουκέτα εκτοξευόταν κάπου-κάπου, διαγράφοντας τροχιά στον ουρανό προτού βουτήξει στον ποταμό ή προσκρούσει σε κάποιο κατάστρωμα ή διαλύσει κάποια βάρκα.

Υποβρύχια ξεπρόβαλαν στον αφρό σαν γιγάντια σαρκοβόρα ψάρια που, μυρίζοντας αίμα, είχαν βγει στην επιφάνεια.

Ελικόπτερα εξακολουθούσαν να πετάνε κάτω από τα σύννεφα.

Όταν οι ρουκέτες άρχισαν να χτυπάνε τα λιμάνια της Β’ Κατωρίγιας αντί για τα πλοία των υπερασπιστών της που υποχωρούσαν, ο πανικός έγινε γενικευμένος.

Οι φρουροί και οι μισθοφόροι που βρίσκονταν στις όχθες προσπάθησαν να απωθήσουν τους κουρσάρους, να τους αποτρέψουν απ’το να βγουν από τα πλεούμενά τους, να τους αναγκάσουν να φύγουν. Αλλά η αρμάδα ήταν τόσο πελώρια, και η δύναμή πυρός της τόσο μεγάλη, που οι υπέρμαχοι της Β’ Κατωρίγιας ήταν που αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή.

Οι κουρσάροι και οι άρπαγες μπήκαν στα λιμάνια. Τα μηχανοκίνητα σκάφη δεν τραβούσαν πλέον τα ιστιοφόρα· αυτά κινούνταν από μόνα τους, με τη δύναμη του ανέμου, ή και με τη βοήθεια λαμνοκόπων που τραγουδούσαν φωναχτά, εκκωφαντικά, μέχρι να οδηγήσουν τα πλοία τους στις όχθες: μετά, άρπαζαν όπλα και έβγαιναν να πάρουν μέρους στη λεηλασία, να προλάβουν τους υπόλοιπους που είχαν ήδη πηδήσει από καταστρώματα μεγάλων καραβιών και από βάρκες.

Κι αυτή τη φορά η επιδρομή δεν περιορίστηκε στη Βραχύλογη και στον Σκηνοκράτη. Οι κουρσάροι ήταν τόσοι πολλοί που άνετα κατέκλυσαν και τα λιμάνια της Απλωτής. Έφτασαν ακόμα και στις αρχές της Αζρόντω, της δυτικότερης περιφέρειας της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας που βρισκόταν στις όχθες του Ριγοπόταμου.

Ο Πολιτάρχης Γουίλιαμ Σημαδεμένος μάθαινε τι γινόταν μέσω του τηλεπικοινωνιακού του συστήματος και έβλεπε τρομαχτικές σκηνές στην οθόνη του που έπαιρνε δεδομένα από τους τηλεοπτικούς πομπούς ασφαλείας που είχαν τοποθετηθεί σε συγκεκριμένα σημεία των λιμανιών.

«Οι καταραμένοι Α’ Ανωρίγιοι δεν έκαναν τίποτα για να μας βοηθήσουν;» ρώτησε μια λοχαγό της Φρουράς.

«Δεν είδαμε κανένα από τα πλοία τους να έρχεται για να μας υποστηρίξει, Εξοχότατε,» ήταν η απάντηση της γυναίκας μέσα από το τηλεπικοινωνιακό σύστημα.

«Διώξτε αυτά τα σκυλιά απ’τους δρόμους μας!» πρόσταξε ο Πολιτάρχης. «Διώξτε τους απ’τους δρόμους μας!»

«Μάλιστα, Εξοχότατε. Το προσπαθούμε ήδη, φυσικά.»

Ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος τερμάτισε την τηλεπικοινωνία. Αυτό το κάθαρμα ο Βάρνελ-Αλντ! Αυτό το γαμημένο κάθαρμα! Ο Γουίλιαμ τον είχε καλέσει, το πρωί, για να ζητήσει τη βοήθειά του – να ζητήσει να οργανωθούν εναντίον των κουρσάρων, όπως ανέκαθεν ήταν οργανωμένες η Β’ Κατωρίγια και η Α’ Ανωρίγια κατά των παλιανθρώπων των Ήμερων Συνοικιών. Αλλά ο Βάρνελ-Αλντ δεν είχε δεχτεί καν να απαντήσει. Μια γραμματέας είχε αποκριθεί μόνο Ο Πολιτάρχης θα επικοινωνήσει μαζί σας με την πρώτη ευκαιρία, Εξοχότατε.

Μαλακίες του κώλου του Σκοτοδαίμονος!

Αυτό ήταν ζήτημα ύψιστης ασφάλειας, μα τα σιδερένια μαλλιά της Ρασιλλώς!

Ο Γουίλιαμ είχε ξανακαλέσει τον Βάρνελ-Αλντ, τον άθλιο προδότη, ύστερα από τρεις ώρες, και η γραμματέας τού είχε απαντήσει πάλι τα ίδια. Ο Γουίλιαμ την είχε απειλήσει πως, αν ο Πολιτάρχης της δεν δεχόταν να συνεργαστούν για να αντιμετωπίσουν επόμενες πιθανές επιδρομές των πειρατών, θα θεωρείτο ότι συναινούσε με τη δράση τους. Η γραμματέας αποκρίθηκε πως θα του μεταβίβαζε επακριβώς τα λόγια του Εξοχότατου. Ο Γουίλιαμ την είχε βρίσει και είχε τερματίσει την τηλεπικοινωνία.

Ήταν βέβαιος πως ο Βάρνελ-Αλντ επίτηδες δρούσε έτσι, ο προδότης! Το έκανε επειδή η Β' Κατωρίγια είχε αρνηθεί να ανοίξει τα σύνορά της προς την Α’ Ανωρίγια.

Ο Γουίλιαμ ευχαρίστως θα άνοιγε τα σύνορα της συνοικίας του αν ο Βάρνελ-Αλντ δεχόταν να συμμαχήσουν ώστε να καταστρέψουν τον Αλυσοδεμένο Ποιητή· αλλά ο Βάρνελ-Αλντ δεν είχε δεχτεί. Τι περίμενε, επομένως; Ο Γουίλιαμ δεν μπορούσε να αφήσει τη συνοικία του να έχει άμεση επαφή με μια συνοικία που επί του παρόντος διοικείτο από κακούργους, σφετεριστές, και παρανόμους!

Υπομονή, είχε πει στον εαυτό του ύστερα από την τελευταία επικοινωνία με τη γραμματέα του Πολιτάρχη της Α’ Ανωρίγιας Συνοικίας. Υπομονή. Μπορεί το κάθαρμα να μην απαντά για να μας εκνευρίσει, αλλά, όταν είναι ανάγκη, πιθανώς να μας βοηθήσει. Αν δεν μας βοηθήσει, σημαίνει πως ή είναι σύμμαχος των κουρσάρων ή συμφωνεί με τις επιδρομές. Ο Γουίλιαμ δεν αμφέβαλλε ότι κι άλλες επιδρομές θα ακολουθούσαν τη χτεσινή.

Δεν περίμενε, όμως, ότι η επόμενη θα γινόταν τόσο σύντομα. Δεν περίμενε ότι θα γινόταν απόψε!

Και ο Βάρνελ-Αλντ δεν είχε προσφέρει καμια βοήθεια. Η Α’ Ανωρίγια Συνοικία είχε παραμείνει αμέτοχη, σαν το ζήτημα να μην την ενδιέφερε. Σαν να πίστευε ότι οι δικές της όχθες δεν κινδύνευαν από τους κουρσάρους.

Θα το μετανιώσει αυτό ο Βάρνελ-Αλντ.

*

Το απόγευμα, ο έμπορος Μάρκος Ροδόχρωμος είχε δεχτεί μια προειδοποιητική τηλεπικοινωνιακή κλήση στον δίαυλό του.

«Καλησπέρα, Μάρκε. Πώς πηγαίνουν οι δουλειές σου;»

Αυτή ήταν. Αυτή που τον είχε βοηθήσει τόσες φορές παλιότερα. «Καλησπέρα, Κορίνα. Όλα πηγαίνουν καλά.» Τι μπορεί να ήθελε τώρα;

«Επειδή είσαι έξυπνος και προνοητικός άνθρωπος, Μάρκε, θα πάρεις όλα σου τα εμπορεύματα από τα λιμάνια της Απλωτής και θα τα πας σε ασφαλέστερο μέρος – μακριά από τις όχθες του Ριγοπόταμου – προτού νυχτώσει.»

Ο Μάρκος είχε κομπιάσει. «...Τι; Οι... οι πειρατές; Θα γίνουν επιδρομές ώς την Απλωτή;»

«Θα σε προειδοποιούσα χωρίς λόγο, Μάρκε;»

Ο Μάρκος Ροδόχρωμος είχε κάνει όπως του είχε ζητήσει η Κορίνα. Οι υπάλληλοί του είχαν παραξενευτεί· τον ρωτούσαν αν ήξερε ότι θα γίνονταν πειρατικές επιδρομές ώς την Απλωτή. Εκείνος τούς είχε αποκριθεί πως δεν ήξερε τίποτα: απλώς, βλέποντας την κατάσταση, ήθελε να είναι όλοι τους ασφαλείς.

Και τώρα, καθώς παρακολουθούσε από τον τηλεοπτικό του δέκτη όσα συνέβαιναν στα λιμάνια, παρατηρούσε ότι η Κορίνα, γι’ακόμα μια φορά, του είχε προσφέρει πολύτιμη βοήθεια. Δεν ήθελε ούτε καν να φανταστεί τι θα πάθαιναν τα εμπορεύματά του έτσι και τα είχε αφήσει στις αποθήκες κοντά στις όχθες...

Χρωστούσε στην Κορίνα πολλά.

Είναι ευλογία νάχεις μια Θυγατέρα της Πόλης στο πλευρό σου. Δεν ήξερε τι είχε κάνει για να είναι τόσο τυχερός, αλλά ήταν. Και ο Μάρκος Ροδόχρωμος δεν ήθελε να παίζει με την τύχη που η Καθμύρα, η Κυρά του Χρυσού, είχε στείλει προς το μέρος του. Ένας έμπορος χρειαζόταν τέτοια τύχη.

*

Οι πράκτορες του Αλέξανδρου Πανιστόριου δεν του είχαν αναφέρει ότι, χτες βράδυ, οι πειρατές είχαν χτυπήσει και τις όχθες της Α’ Ανωρίγιας Συνοικίας. Σύμφωνα μ’όσα μπορούσε να μάθει, οι Α’ Ανωρίγιοι δεν είχαν χτυπηθεί από τους κουρσάρους. Πράγμα που ήταν, πολύ πιθανόν, ύποπτο. Ειδικά για έναν άνθρωπο σαν τον Αλέξανδρο, που υποπτευόταν τους πάντες και τα πάντα. Αυτή ήταν η δουλειά του.

Τώρα, οι υποψίες του ισχυροποιούνταν περισσότερο. Οι πράκτορές του του ανέφεραν πως η Α’ Ανωρίγια Συνοικία δεν είχε κάνει το παραμικρό για να βοηθήσει στην αντιμετώπιση των πειρατών. Ούτε ένα πλοίο της δεν είχε φανεί να έρχεται για να ενισχύσει τη Β’ Κατωρίγια, ούτε ένα αεροσκάφος. Τίποτα.

Κοίτα να δεις που αυτό το καθίκι, ο Βάρνελ-Αλντ, δεν είναι μόνο σύμμαχος του Ανθοτέχνη αλλά και των κουρσάρων των Ήμερων Συνοικιών, σκέφτηκε ο Αλέξανδρος καθώς οδηγούσε το τρίκυκλο, κρυστάλλινο όχημά του μέσα στην Απλωτή, όχι πολύ μακριά από τα λιμάνια της όπου διεξάγονταν οι λεηλασίες και οι αιματοχυσίες. Τι προσπαθεί να κάνει, ο καταραμένος; Να διαλύσει κάθε έννομη τάξη; Να παραδώσει τα πάντα σε κακοποιούς και παρανόμους;

Και είναι και αριστοκράτης! Των Παλαιών Οίκων, μάλιστα! Όλο μαλακίες είναι αυτοί οι γαμημένοι ευγενείς...

Ο Αλέξανδρος έστριψε απότομα το τιμόνι του οχήματός του, καθώς μια απρόσμενη έκρηξη γινόταν από τ’αριστερά. Οι πειρατές είχαν φτάσει ώς εδώ! Ώς τους δρόμους στα ενδότερα της Απλωτής!

Η κατάσταση έχει σκατέψει, γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος. Ο Αλέξανδρος Πανιστόριος απομακρύνθηκε, επιταχύνοντας την κίνηση των τριών τροχών του κρυστάλλινου οχήματός του.

*

Ο κόσμος που ήταν συγκεντρωμένος στην τραπεζαρία του Βαθύρριζου παρακολουθούσε τα δρώμενα που έδειχνε ο τηλεοπτικός δέκτης στον τοίχο, συντονισμένος στο Κατωρίγιο Φως. Όπως και την προηγούμενη νύχτα, κουρσάροι χτυπούσαν τις όχθες της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας· μόνο που τούτη τη φορά η επιδρομή ήταν χειρότερη. Πολύ χειρότερη. Οι πάντες το έλεγαν. Εκτεινόταν από τη Βραχύλογη, στα ακροανατολικά, ώς τις αρχές της Αζρόντω στα δυτικά. Η πειρατική αρμάδα που είχε ξεπροβάλει μέσα από τη νύχτα είχε τσακίσει την άμυνα στον Ριγοπόταμο και είχε απλωθεί παντού, αφήνοντας τους άρπαγες που μετέφερε να πηδήσουν στα λιμάνια. Η οθόνη έδειχνε, κάθε τόσο, καταγεγραμμένες εικόνες από τη σύγκρουση μεταξύ κουρσάρων και υπέρμαχων της Β’ Κατωρίγιας επάνω στον ποταμό, λίγο προτού οι κουρσάροι νικήσουν.

«Ορίστε!» είπε ο Έκρελ Σόρεντερ, που καθόταν μαζί με άλλους Εκλεκτούς γύρω από ενωμένα τραπέζια. «Δε μπορούν οι γελοίοι ούτε να προστατέψουν τα λιμάνια τους, και προσφέρουν τέτοιους άθλιους όρους σε μισθοφόρους που θέλουν να τους βοηθήσουν!»

Αρκετοί δήλωσαν πως συμφωνούσαν μαζί του, και μια μικρή αναστάτωση ξεκίνησε.

«Ησυχία!» φώναξε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Ησυχία! Ν’ακούσουμε τι γίνεται! Τι λένε.»

Μέσα στην οθόνη, μιλούσε τώρα ένας λοχαγός της Φρουράς της Β’ Κατωρίγιας, εξηγώντας πώς εξελισσόταν η κατάσταση. Πίσω του λάμψεις φαίνονταν στους δρόμους καθώς και κάποιες σκιές να τρέχουν.

Η Άνμα, που καθόταν μαζί με την Ολντράθα και τη Φοριντέλα-Ράο σ’ένα άλλο τραπέζι, έβλεπε πως ο Βόρκεραμ-Βορ, οι Εκλεκτοί, και οι υπόλοιποι μισθοφόροι βρίσκονταν υπό παρακολούθηση. Το είχε διακρίνει εδώ και ώρες, από τότε που είχαν πάει στο κέντρο στρατολόγησης. Αλλά τώρα η παρακολούθηση ήταν πιο έντονη. Τουλάχιστον τρεις ενδιαφερόμενες παρατάξεις τούς κατασκόπευαν. Η Άνμα είχε, μάλιστα, καταλάβει πλέον, μέσω των πολεοσημαδιών, ποιοι ήταν οι κατάσκοποι μες στην τραπεζαρία του Βαθύρριζου, και τους είχε υπόψη της.

Τους είχε αναφέρει και στην Ολντράθα, η οποία είχε γνέψει καταφατικά. Τους είχε ήδη ξεχωρίσει κι εκείνη. «Μπορεί να είναι της Κορίνας, νομίζεις;» είχε ρωτήσει.

«Δεν ξέρω,» είχε αποκριθεί η Άνμα. «Με τη φασαρία που έκανε ο Βόρκεραμ αναμφίβολα θα τράβηξε το ενδιαφέρον πολλών εδώ πέρα. Του Πολιτάρχη, κατά πρώτον.»

Η Ολντράθα ένευσε ξανά. «Σίγουρα. Δε φαίνεται, πάντως, να ετοιμάζουν ενέδρα ή απόπειρα δολοφονίας.»

«Ναι,» είχε συμφωνήσει η Άνμα. «Δε φαίνεται κάτι τέτοιο.»

Και ακόμα δεν έβλεπε κάτι τέτοιο. Απλώς παρακολουθούσαν, όποιοι κι αν ήταν.

Ο ένας από τους τρεις πρέπει να ήταν πράκτορας του Πολιτάρχη, λογικά. Ο δεύτερος πιθανώς να ήταν άνθρωπος αυτού του περιβόητου αντιπάλου του, του Όρπεκαλ-Λάντι· μάλλον θα ενδιαφερόταν για άτομα που μπορεί να προκαλούσαν προβλήματα στον Γουίλιαμ Σημαδεμένο. Και ο τρίτος ίσως να ήταν δημοσιογράφος, ή πράκτορας κάποιου άλλου πολιτικού με δικές του σκοπιμότητες...

Η Φοριντέλα-Ράο είπε τώρα: «Πρέπει να τους στέλνει ο Ανθοτέχνης,» αναφερόμενη προφανώς στους πειρατές. «Αποκλείεται να μην τους στέλνει αυτός. Τέτοιες τακτικές ακολουθεί πάντα. Μαζεύει καθάρματα και κακούργους και τα αμολάει επάνω στους στόχους του. Έτσι κατέκτησε αρχικά τη Β’ Ανωρίγια Συνοικία. Και έτσι κατέκτησε και την Έκθυμη· πήρε μαζί του τις συμμορίες της συνοικίας μου και επιτέθηκε κατά του καθεστώτος.»

Η Άνμα και η Ολντράθα δεν απάντησαν· παρακολουθούσαν κι οι δύο την οθόνη στον τοίχο της τραπεζαρίας, όπως και πολλοί από τους άλλους που βρίσκονταν εδώ.

Ο Βόρκεραμ-Βορ άκουσε τα λόγια της Φοριντέλα, μα δεν στράφηκε να την κοιτάξει. Σκέφτηκε: Ναι, μοιάζει με τις τακτικές του Ποιητή, αν ό,τι έχουμε ακούσει γι’αυτόν αληθεύει. Μοιάζει, μα δεν είναι ίδιο. Οι κουρσάροι έρχονταν για να λεηλατήσουν και, μετά, έφευγαν. Ο Ανθοτέχνης δεν δρούσε έτσι: ξεσήκωνε τις συμμορίες και τους δυσαρεστημένους μέσα σε μια συνοικία ώστε ύστερα να την κυριεύσει. Υπήρχε διαφορά. Μοιάζει, μα δεν είναι το ίδιο, σκέφτηκε ξανά ο Βόρκεραμ, και ήπιε μια γουλιά από το Αργυρό Νεφέλωμά του.

Μπορεί οι πειρατές να έρχονται επειδή είδαν πως η Α’ Ανωρίγια και η Β’ Κατωρίγια δεν τα έχουν καλά μεταξύ τους, ελπίζοντας πως η Α’ Ανωρίγια δεν θα βοηθήσει τη Β’ Κατωρίγια.

Όπως και νάχε, όμως – ό,τι κι αν υποκινούσε τους κουρσάρους – ο Βόρκεραμ νόμιζε ότι η κατάσταση θα βοηθούσε εκείνον και τους υπόλοιπους μισθοφόρους να βελτιώσουν τους όρους της συμφωνίας του Πολιτάρχη. Ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος φαινόταν να χρειάζεται απεγνωσμένα ικανούς και έμπειρους μαχητές. Αυτοί που είχε δεν έμοιαζε να μπορούν να κάνουν τίποτα για να κρατήσουν μακριά τους άρπαγες του Ριγοπόταμου.

Οι πειρατές θα έχουν καταληστέψει τις όχθες τους ώσπου η Φρουρά να βρει καλό τρόπο αντιμετώπισης – αν ποτέ βρει. Και ο Βόρκεραμ σκεφτόταν ότι ακόμα και έμπειροι μισθοφόροι θα είχαν πρόβλημα να αντιμετωπίσουν τους κουρσάρους. Τούτη η επιδρομή ήταν χειρότερη από την προηγούμενη. Πολύ μαζική. Πολύ άγρια. Οι άρπαγες επιτίθονταν σαν άνθρωποι που ήξεραν ότι η νίκη ήταν δική τους. Τι τους έδινε τέτοιο θάρρος; Πιθανώς να ήταν κάτι περισσότερο από το γεγονός ότι είχαν ακούσει πως η Α’ Ανωρίγια και η Β’ Κατωρίγια δεν τα πήγαιναν καλά πλέον...

Ο Βόρκεραμ συλλογίστηκε: Τι στα μυαλά του Σκοτοδαίμονος κάνουμε εδώ; Κανονικά, εκείνος και οι Εκλεκτοί του δεν θα ήταν εδώ. Πού μας οδήγησαν η Άνμα και η Νορέλτα;

Και πού είναι τώρα η Νορέλτα; Πιο πριν, είχε ρωτήσει την Άνμα κι εκείνη του είχε απαντήσει πως η Αδελφή της είχε πάει να αναζητήσει αυτή τη Μιράντα – μια άλλη Θυγατέρα. «Ο λόγος που η Νορέλτα ερχόταν εδώ ήταν επειδή έψαχνε τη Μιράντα, Βόρκεραμ,» είχε πει. «Αλλά νομίζω πως θα την ξαναδούμε. Δε μας εγκατέλειψε.»

Υπέροχα... Η ξαδέλφη του δεν ενδιαφερόταν και τόσο για την προστασία του από την Κορίνα όσο έλεγε στην αρχή.

*

Η Νορέλτα-Βορ ήταν σ’ένα πάρτι όταν η επιδρομή των πειρατών ξέσπασε στα λιμάνια της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας.

Το πάρτι γινόταν στη Μονότροπη, σ’ένα οικοδόμημα κοντά στην Πλατεία Γρόνθου, και καλεσμένοι ήταν, κυρίως, αριστοκράτες. Η Νορέλτα δεν είχε πρόβλημα να βρεθεί κι εκείνη ανάμεσα τους, όχι μόνο επειδή ήταν όντως αριστοκράτισσα αλλά και επειδή αμέσως φαινόταν για αριστοκράτισσα όποτε ήθελε να φανεί – από τα λόγια της, από τον τρόπο της, από τις κινήσεις της.

Ούτε της ήταν δύσκολο να βρει καβαλιέρο, φυσικά. Είχε διαβάσει τα πολεοσημάδια γύρω από τον νεαρό ευγενή και τον είχε εύκολα προσελκύσει, προσποιούμενη την καινούργια στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία, που χρειαζόταν καθοδήγηση. (Κι αυτό ήταν εν μέρει αλήθεια. Ήταν πράγματι καινούργια στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία. Αλλά μια Θυγατέρα της Πόλης, βέβαια, σχεδόν ποτέ δεν χρειαζόταν καθοδήγηση μέσα στους δρόμους της Μητέρας της.)

Τώρα, η μουσική του πάρτι είχε σταματήσει, οι κουβέντες είχαν πάψει, οι χορευτές δεν χόρευαν πλέον, τα ποτήρια με τα ποτά ήταν ακίνητα στα χέρια των παρευρισκόμενων, τα τσιγάρα καίγονταν χωρίς να έρχονται σε επαφή με τα χείλη τους. Άπαντες παρακολουθούσαν την καταστροφή που έδειχνε ο τηλεοπτικός δέκτης.

Δεύτερη επιδρομή από τους κουρσάρους των Ήμερων Συνοικιών!

Όταν η πρώτη παγερή σιγαλιά πέρασε, οι αριστοκράτες άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί: Τι γινόταν τέλος πάντων; δεν μπορούσε να κάνει τίποτα ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος; Γι’αυτό κάποιος ευγενής έπρεπε πάντα να είναι Πολιτάρχης – οι ευγενείς ήξεραν τι έκαναν! Ειδικά αυτοί των Παλαιών Οίκων. Ναι, σαν τον Βάρνελ-Αλντ, ε; Οι Καινοί Οίκοι πολλές φορές αποδεικνύονταν καλύτεροι!

Τσακωμοί ξέσπασαν ανάμεσα στους καλεσμένους.

Η Νορέλτα-Βορ δεν συμμετείχε, αν κι εκείνη κατά βάθος πίστευε πως οι Παλαιοί Οίκοι ήξεραν περισσότερο τι έκαναν.

Πιέστηκε επάνω στον καβαλιέρο της με τρόπο που ήξερε ότι θα τον ερέθιζε παρά τα όσα έδειχνε ο τηλεοπτικός δέκτης. «Συμβαίνουν συχνά τέτοια πράγματα εδώ;» τον ρώτησε.

«...Τι;»

«Σαν αυτά.» Του έδειξε την οθόνη.

«Όχι... Δηλαδή χτες. Χτες βράδυ έγινε μια επιδρομή, δεν το άκουσες;»

«Το άκουσα. Έρχονται συχνά πειρατές;»

«Κανονικά δεν τολμούν. Αλλά τώρα έχουν πάρει θάρρος εξαιτίας αυτού του Αλυσοδεμένου Ποιητή. Ο Όρπεκαλ-Λάντι έχει δίκιο, Νορέλτα: ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος δεν είναι καλός πολιτικός – δεν μπορεί να μας προστατέψει. Και τώρα αυτό φαίνεται περισσότερο από ποτέ!»

*

Η λεηλασία συνεχίστηκε για δύο ώρες· το ίδιο και οι συγκρούσεις των πειρατών με τη Φρουρά και τους μισθοφόρους της Β’ Κατωρίγιας. Μετά, οι κουρσάροι ανέβηκαν στα σκάφη τους και υποχώρησαν προς τα ανατολικά.

Υποχώρησαν.

Έτσι είπαν τα μέσα μαζικής πληροφόρησης της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Υποχώρησαν. Αλλά όλοι ήξεραν, όλοι καταλάβαιναν, ότι η χρήση αυτής της λέξης ήταν αστεία. Οι πειρατές δεν είχαν υποχωρήσει. Είχαν αρπάξει ό,τι ήθελαν να αρπάξουν και είχαν φύγει. Είχαν νικήσει. Δεν είχαν έρθει για να μείνουν, αλλά για λαφυραγωγία και μόνο.

Η Φρουρά είχε ηττηθεί, και τα μέσα μαζικής πληροφόρησης απλώς προσπαθούσαν να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη του κόσμου προς αυτήν, κατόπιν εντολής των ανθρώπων του Πολιτάρχη, που τους είχαν τονίσει ότι, σε καμία περίπτωση, δεν έπρεπε να υποβιβάσουν την προσπάθεια των φρουρών να υπερασπιστούν τη συνοικία. Δεν έπρεπε να προκληθεί πανικός και φόβος.

Αλλά, τελικά, αυτό δεν μπορούσε να αποφευχθεί πλήρως. Οι Β’ Κατωρίγιοι είχαν τρομοκρατηθεί. Και δεν είχαν υπακούσει όλα τα μέσα μαζικής πληροφόρησης τις οδηγίες των πρακτόρων του Πολιτάρχη: κάποιοι ραδιοφωνικοί σταθμοί αμφισβητούσαν ανοιχτά την ικανότητα του Γουίλιαμ Σημαδεμένου να προφυλάξει τη συνοικία, καθώς και τη δύναμη της Φρουράς. Τι έκανε η Φρουρά τέλος πάντων; έλεγαν. Ήταν καλή μόνο για να πιάνει κάτι πλανόδιους σαν τους Νομάδες των Δρόμων και να τους εξαφανίζει μυστηριωδώς;

Και ο Όρπεκαλ-Λάντι, φυσικά, δεν έμεινε σιωπηλός. Βγήκε στα τηλεοπτικά κανάλια· είχε αρκετές διασυνδέσεις για να το καταφέρει. Μίλησε, όπως πάντα, εναντίον του τωρινού Πολιτάρχη, καταδικάζοντας την πολιτική του που τους είχε οδηγήσει όλους στην παρούσα κατάσταση. Ανέφερε ακόμα και ότι, στο συμβόλαιο που έδινε ο Σημαδεμένος στους μισθοφόρους, υπήρχαν όροι οι οποίοι απέτρεπαν καλούς πολεμιστές απ’το να έρθουν να υπερασπιστούν τη συνοικία.

Τι εννοείτε, κύριε Όρπεκαλ-Λάντι; τον ρώτησαν οι δημοσιογράφοι. Αλλά εκείνος αποκρίθηκε ότι δεν χρειαζόταν τώρα να αναφερθεί σε λεπτομέρειες. Σε σύντομο χρόνο πιθανώς να μαθαίνονταν περισσότερα. Δεν είχαν ακούσει τι είχε γίνει το πρωί στο κέντρο στρατολόγησης στην Τετράφωτη; Οι μισθοφόροι εκεί δεν μπορεί να διαμαρτύρονταν αναίτια.

Ορισμένοι εικάζουν ότι πιθανώς να ήταν προβοκάτορες του Αλυσοδεμένου Ποιητή, κύριε Όρπεκαλ-Λάντι. Αλλά σε τούτο τον αντίλογο ο Όρπεκαλ απάντησε γελώντας, λέγοντας πως αυτά ήταν ανοησίες· οι μισθοφόροι ήταν μισθοφόροι: αν πληρώνονταν καλά θα πολεμούσαν καλά. Ο Αλυσοδεμένος Ποιητής δεν είχε ανάγκη από τέτοια κόλπα. Τι να τα έκανε τέτοια κόλπα όταν η ανικανότητα του Σημαδεμένου είχε οδηγήσει τόσους κουρσάρους στις όχθες της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας;

*

Ο Βόρκεραμ-Βορ παρακολουθούσε μέχρι αργά όσα λέγονταν στον τηλεοπτικό δέκτη της τραπεζαρίας του Βαθύρριζου. Έμεινε ξύπνιος όταν πολλοί άλλοι είχαν ήδη πάει να κοιμηθούν. Ήθελε να ξέρει όσο το δυνατόν περισσότερα για το τι γινόταν σε τούτη τη συνοικία. Το είχε βάλει σκοπό να βελτιώσει τους όρους του συμφωνητικού προτού βοηθήσει τους ντόπιους να αντιμετωπίσουν τους κουρσάρους. Καλώς ή κακώς βρισκόταν εδώ, στις συνοικίες του Ριγοπόταμου, τώρα, και θα πολεμούσε με όλες του τις ικανότητες. Οι Εκλεκτοί είχαν μια φήμη να διατηρήσουν, ακόμα και τόσο μακριά από την Ανακτορική Συνοικία. Και δεν χωρούσε αμφιβολία πως σε τούτα τα μέρη υπήρχαν πολλές χιλιάδες δεκάδια για όλους τους...

Η Άνμα και η Ολντράθα έμειναν στην τραπεζαρία μαζί με τον Βόρκεραμ, θέλοντας συνεχώς να τον προσέχουν φυσικά: η Κορίνα μπορεί να δρούσε οποιαδήποτε στιγμή, με οποιονδήποτε τρόπο. Και, καθώς ήταν οι δυο τους εδώ, παρατηρούσαν ότι και οι κατάσκοποι ήταν επίσης εδώ. Δεν είχαν φύγει· ήθελαν να ξέρουν τι θα έκανε ο αρχηγός των Εκλεκτών.

«Θα μπορούσαμε να τους παραπλανήσουμε,» είπε η Άνμα στην Ολντράθα, σε κάποια στιγμή. «Θα μπορούσαμε να τους βγάλουμε από τη μέση με διάφορους τρόπους.»

«Αλλά τότε απλά θα έστελναν άλλους, έτσι δεν είναι;»

Η Άνμα κατένευσε.

«Για την ώρα,» είπε η Ολντράθα, «δεν κάνουν τίποτα που μας ενοχλεί.»

Η Φοριντέλα-Ράο, που καθόταν πλάι τους, νυσταγμένη, μη θέλοντας να πάει να πέσει για ύπνο πριν από την Άνμα, τις ρώτησε για ποιους μιλούσαν.

«Γι’αυτούς που λέγαμε και προηγουμένως,» της απάντησε η Άνμα. «Για τους κατασκόπους.»

Η Φοριντέλα απορούσε πώς οι δύο Θυγατέρες ήταν ποτέ δυνατόν να τους έχουν ξεχωρίσει μέσα σε τόσο κόσμο στην τραπεζαρία του Βαθύρριζου. Αλλά, βέβαια, αυτό δεν ήταν πιο παράξενο από οτιδήποτε άλλο παρατηρούσαν οι Θυγατέρες της Πόλης. Και σίγουρα ήταν λιγότερο παράξενο από το πώς είχαν φτάσει να σώσουν τον Βόρκεραμ-Βορ στην Ανακτορική Συνοικία από τους δολοφόνους της Κορίνας...

Ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας βρισκόταν επίσης στην τραπεζαρία μαζί με τον Βόρκεραμ, την Ευμενίδα Νοράλνω, μερικούς άλλους μισθοφόρους, και διάφορα ακόμα άτομα που ήθελαν να παρακολουθήσουν αυτά που λέγονταν στον τηλεοπτικό δέκτη και να συζητήσουν. Τώρα, καθώς το ξημέρωμα δεν ήταν μακριά, ο Άβαντας σηκώθηκε από τη θέση του και ζύγωσε την Άνμα, την Ολντράθα, και τη Φοριντέλα-Ράο.

«Πού έχει πάει η Νορέλτα;» ρώτησε. «Ακόμα δεν έχει γυρίσει;»

«Σου είπα: έχει δουλειές,» αποκρίθηκε η Άνμα.

«Μακριά από εμάς; Τι δουλειές;»

«Δεν είναι κολλημένη μαζί μας, Άβαντα. Αλλά θα ξανάρθει.»

«Πότε;»

«Δεν μου έχει πει.»

Ο Άβαντας, κουνώντας το κεφάλι, βάδισε προς τη σκάλα του πανδοχείου, κατευθυνόμενος, υπέθεσε η Άνμα, στο δωμάτιό του.

«Δεν πιστεύω να ήταν στα λιμάνια όταν έγινε η επιδρομή...» είπε η Φοριντέλα· κι όταν η Άνμα και η Ολντράθα στράφηκαν να την κοιτάξουν: «Η Νορέλτα, εννοώ.»

Η Άνμα χαμογέλασε. «Ακόμα κι αν ήταν εκεί, δεν χρειάζεται ν’ανησυχείς γι’αυτήν. Είναι Αδελφή μας. Δεν πρόκειται να έχασε τον δρόμο της.» Η Νορέλτα, αν όντως βρισκόταν σε κάποιο από τα λιμάνια κατά την επιδρομή των κουρσάρων, θα είχε προειδοποιηθεί από τα σημάδια της Πόλης και θα είχε απομακρυνθεί, αποφεύγοντας την καταστροφή. Η Άνμα ήταν σίγουρη. Η Νορέλτα, επιπλέον, δεν ήταν από τις Αδελφές της που χωρίς πολύ καλό λόγο θα έμπλεκαν σε μια τέτοια κατάσταση.

/12\

Οι μισθοφόροι συναντούν αντίσταση αλλά παραμένουν επίμονοι στο σχέδιό τους· ο Αρχικατάσκοπος προβληματίζεται σχετικά με την εξαφάνιση κάποιων πρακτόρων του· κι όταν πέφτει η νύχτα, γίνεται μια αναστάτωση πιο προσωπικού είδους απ’ό,τι χτες.

«Δεν μπορείτε να περάσετε,» είπε ο φρουρός μέσα από το φυλάκιο δίπλα στην πύλη του περιβόλου. «Παρακαλώ φύγετε.»

«Για ποιο λόγο;» απαίτησε ο Βόρκεραμ-Βορ, από το παράθυρο του τετράκυκλου οχήματος που οδηγούσε. «Εδώ δεν είναι το κέντρο στρατολόγησης;»

«Έχετε ήδη έρθει χτες, κύριε. Ξέρουμε ποιος είστε. Παρακαλώ φύγετε.»

Ο Βόρκεραμ είδε, πίσω από την ανοιχτή πύλη, οπλισμένους φρουρούς μέσα στον περίβολο. Είναι, λοιπόν, έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν βία, σκέφτηκε. Είχε μαζί του κάποιους από τους Εκλεκτούς του, καθώς και κάμποσους άλλους μισθοφόρους. Θα μπορούσε, πιθανώς, να νικήσει τους φρουρούς. Αλλά δεν ήταν εκεί το θέμα. Δεν ήθελε να εμπλακεί.

«Τι σημασία έχει αν ήρθαμε και χτες;» είπε. «Είμαστε μισθοφόροι. Θέλουμε να δούμε αν μας συμφέρει να μπούμε στις υπηρεσίες του Πολιτάρχη σας.»

«Το συμβόλαιο το έχετε, αν δεν κάνω λάθος, κύριε...»

«Θέλουμε να μάθουμε αν ο Πολιτάρχης αποφάσισε να αλλάξει τους όρους του συμβολαίου.»

«Ο Πολιτάρχης δεν έχει αλλάξει τίποτα. Παρακαλώ φύγετε.»

«Θα μπούμε για να διαπιστώσουμε από μόνοι μας τι συμβαίνει.»

«Δεν πιστεύετε αυτό που σας λέω;»

«Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να πιστέψουμε τίποτα,» είπε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Θα μπούμε στο κέντρο στρατολόγησης και θα μάθουμε από μόνοι μας τι όρους προσφέρει τώρα ο κύριος Γουίλιαμ Σημαδεμένος.»

«Δεν επιτρέπεται να περάσετε, κύριε.»

«Γιατί δεν επιτρέπεται να περάσουμε;» φώναξε ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας, καθισμένος στο τρίκυκλό του που θύμιζε μεγάλο δίκυκλο. «Δεν είμαστε μισθοφόροι; Δεν είναι αυτό εδώ κέντρο στρατολόγησης μισθοφόρων; Τι τρέχει; Είναι μόνο για κάποιους και όχι για τους υπόλοιπους;»

Κι άλλοι άρχισαν να διαμαρτύρονται, ακούγοντας τα έντονα λόγια του.

«Απαγορεύεται να περάσετε!» φώναξε ο φρουρός μέσα από το φυλάκιο. «Αυτές είναι οι διαταγές του Πολιτάρχη! Γυρίστε και φύγετε! Τώρα!» Και τράβηξε ένα πιστόλι που έμοιαζε ηχητικό.

Βλέποντας την κίνησή του, πολλοί μισθοφόροι τράβηξαν όπλα επίσης.

Οι φρουροί στο εσωτερικό του περίβολου πλησίασαν την πύλη, με όπλα στα χέρια κι αυτοί.

«Όχι!» φώναξε ο Βόρκεραμ-Βορ βγαίνοντας από το όχημά του, υψώνοντας τη γροθιά του στον αέρα. «Όχι όπλα! Κατεβάστε τα όπλα σας!»

Οι μισθοφόροι που είχαν έρθει μαζί του δίστασαν αλλά, τελικά, το έκαναν. Είχαν όλοι τους αρχίσει να τον εμπιστεύονται σαν αρχηγό τους, παρατήρησε η Άνμα μέσα από το τετράκυκλο όχημά της, όπου ήταν καθισμένη μπροστά στο τιμόνι, με τη Φοριντέλα-Ράο δίπλα της, στη θέση του συνοδού. Ο Βόρκεραμ είναι γεννημένος για αρχηγός. Όλα τα πολεοσημάδια το έλεγαν ξεκάθαρα ότι τώρα αν πρόσταζε τους μισθοφόρους Χτυπήστε τους φρουρούς και καταλάβετε το κέντρο στρατολόγησης! οι μισθοφόροι θα το έκαναν – χωρίς πληρωμή.

Προς τους φύλακες, ο Βόρκεραμ-Βορ είπε: «Αφήστε, τουλάχιστον, εμένα να μπω για να μάθω τι όρους προσφέρει ο Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας. Θέλω να το δω με τα ίδια μου τα μάτια.»

«Κύριε, σας είπα–» άρχισε ο φρουρός μέσα στο φυλάκιο.

«Προτιμάτε φασαρίες;» τον διέκοψε ο Βόρκεραμ. «Αυτοί οι άνθρωποι» – έδειξε τους μισθοφόρους πίσω και γύρω του, που είχαν κατεβάσει τα όπλα τους μα δεν τα είχαν κρύψει κιόλας – «είναι πολύ θυμωμένοι. Τους αποκλείετε απ’το να μπουν και να βρουν δουλειά. Δημιουργείτε μια κατάσταση αντίφασης: άλλα λέτε, άλλα κάνετε· δήθεν το κέντρο είναι ανοιχτό για όλους τους μισθοφόρους, αλλά τελικά φαίνεται πως δεν είναι.

»Αφήστε, τουλάχιστον, εμένα να μπω για–»

«Δε θα μπεις μόνος σου, Βόρκεραμ,» δήλωσε ο Άβαντας κατεβαίνοντας απ’το τρίκυκλό του. «Δεν τους εμπιστεύομαι αρκετά αυτούς τους λεχρίτες του Σκοτοδαίμονος για να σ’αφήσω να μπεις μόνος σου.» Είχε στον ώμο του ένα τουφέκι, άνετα, σχεδόν σαν να ήταν ένα κομμάτι ξύλο που χωρίς δεύτερη σκέψη θα χρησιμοποιούσε. «Αν δεν κρατάνε τον λόγο τους για ένα απλό πράγμα, ποιος ξέρει τι άλλο μπορεί να κάνουν;»

«Ναι!» φώναξε κάποιος μισθοφόρος. Κι ένας δεύτερος: «Ακριβώς αυτό που λέει ο Αλεξίσφαιρος!» Και μια τρίτη: «Έτσι είναι!»

Η Ρία Καλόφραστη βρέθηκε ξαφνικά πλάι στον Βόρκεραμ-Βορ. «Κι εγώ θα έρθω.»

Η Άνμα πλησίασε επίσης, μη θέλοντας ν’αφήσει τον Βόρκεραμ από τα μάτια της. Και η Ολντράθα ήταν ήδη εκεί, έχοντας βγει από το τετράκυκλο όχημα που, πριν από λίγο, οδηγούσε ο αρχηγός των Εκλεκτών.

«Θα μπούμε,» είπε ο Βόρκεραμ-Βορ, ατενίζοντας αδιάλλακτα τον φρουρό. «Μόνο για να δούμε, με τα ίδια μας τα μάτια, αν οι όροι έχουν αλλάξει.»

Ο φρουρός δεν του μίλησε. Άνοιξε έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό και ψιθύρισε κάτι στο μικρόφωνο. Ο Βόρκεραμ δεν μπορούσε ν’ακούσει τι έλεγε, αλλά η Άνμα διάβαζε στα πολεοσημάδια ότι απευθυνόταν σε κάποιον ανώτερό του.

Τελικά, ο φρουρός έκλεισε τον πομπό και είπε: «Περάστε. Αλλά μόνο εσείς» – έδειξε τον Βόρκεραμ κι αυτούς γύρω του – «κανείς άλλος.»

«Αυτό θέλουμε,» αποκρίθηκε ο αρχηγός των Εκλεκτών που τα πολεοσημάδια μαρτυρούσαν στην Άνμα ότι, στην ουσία, ήταν αρχηγός όλων τους. Τα μυαλά τους τον δέχονταν ως ηγετική φιγούρα, ενσυνείδητα ή ασυνείδητα.

Ο φρουρός του φυλακίου έκανε νόημα στους φρουρούς μέσα στον περίβολο να παραμερίσουν, κι εκείνοι υπάκουσαν δίχως καθυστέρηση, κατεβάζοντας τα όπλα τους αλλά έχοντάς τα έτοιμα στα χέρια.

Ο Βόρκεραμ-Βορ και οι άνθρωποι γύρω του – ο Άβαντας, η Ρία, ο Μάικλ Παγοθραύστης, ένας ακόμα Εκλεκτός, τρεις άλλοι μισθοφόροι, η Άνμα, και η Ολντράθα – πέρασαν την ανοιχτή πύλη και βάδισαν μέσα στον περίβολο, όπου, εκτός από τους φρουρούς, ήταν σταθμευμένα και οχήματα μισθοφόρων, και κάποιοι μισθοφόροι τώρα στέκονταν κοντά τους και κοίταζαν, συνοφρυωμένοι, μουρμουρίζοντας αναμεταξύ τους.

Στο εσωτερικό του κέντρου στρατολόγησης ήταν πάγκοι με υπαλλήλους καθισμένους από πίσω, όπως και χτες. Μερικοί μισθοφόροι βρίσκονταν και εδώ, δίνοντας τα στοιχεία τους ή ζητώντας να μάθουν διάφορα πράγματα.

Οι υπάλληλοι κοίταξαν τον Βόρκεραμ και τους δικούς του με φανερή δυσαρέσκεια, αντιπάθεια, και φόβο. Η Άνμα και η Ολντράθα δεν χρειαζόταν καν να διαβάσουν τα πολεοσημάδια εδώ μέσα· όλοι καταλάβαιναν τι σκέφτονταν οι υπάλληλοι.

Ο Βόρκεραμ είπε: «Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Έχουμε έρθει απλώς για να μάθουμε αν ο Πολιτάρχης σας άλλαξε κάτι στους όρους του συμφωνητικού. Δεν είμαστε στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία για να προκαλέσουμε προβλήματα. Είμαστε εδώ για να σας βοηθήσουμε. Κι απ’ό,τι φάνηκε χτες βράδυ, χρειάζεστε ικανούς και έμπειρους μαχητές για ν’αντιμετωπίσετε τους πειρατές στις όχθες σας. Όμως δεν μπορούμε να σας βοηθήσουμε με τους όρους που προσφέρει ο κύριος Σημαδεμένος. Ή, τουλάχιστον, που πρόσφερε μέχρι χτες. Έχει αλλάξει κάτι σήμερα;»

«Συγνώμη,» πετάχτηκε μια μισθοφόρος προτού μιλήσουν οι υπάλληλοι, «τι πρόβλημα υπάρχει με τους όρους; Η πληρωμή είναι λογική!»

«Συμφωνείς με το να έχει η Β’ Κατωρίγια απόλυτη κυριότητα επάνω στα όπλα σου;» τη ρώτησε ο Μάικλ.

«Τι;» έκανε εκείνη. Προφανώς, δεν είχε διαβάσει ολόκληρο το συμβόλαιο, ή το είχε κοιτάξει επί τροχάδην, προτού δεχτεί να υπηρετήσει.

«Όγδοη παράγραφος,» της είπε ο Μάικλ. «Διάβασέ την.»

«Έχει δίκιο,» είπε ένας άλλος μισθοφόρος. «Το γράφει όντως το συμβόλαιο. Είναι στην όγδοη παράγραφο.»

«Τι;» έκανε ξανά η μισθοφόρος.

«Και γιατί δέχεσαι να υπηρετήσεις, αφού το ξέρεις;» ρώτησε ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας τον μισθοφόρο.

«Τι να κάνω, ρε φίλε; Κάπου πρέπει να βρω δουλειά για εμένα και τους δικούς μου.»

«Δεν είναι δουλειά αυτή,» του είπε ο Άβαντας· «εκμετάλλευση είναι.»

«Δε νομίζω κανείς να μας πάρει τα όπλα. Ο όρος απλώς υπάρχει–»

«Έχεις διαβάσει και τους άλλους όρους;» τον διέκοψε ο Μάικλ. «Αυτούς περί ύποπτης δραστηριότητας; Αυτούς περί–;»

«Σας παρακαλώ, κύριε!» φώναξε μια γυναίκα της Φρουράς – λοχίας, απ’ό,τι φαινόταν. «Αρκετά. Δεν είναι χώρος εδώ για κουβέντα.»

«Δεν έχουμε πιάσει κουβέντα,» της είπε ο Άβαντας. «Πρόκειται για–»

Ο Βόρκεραμ τον άγγιξε στον ώμο, σταματώντας τον. «Εντάξει,» είπε, «δεν θα... πιάσουμε κουβέντα.» Και προς τους υπαλλήλους: «Έχει γίνει αλλαγή στους όρους του συμφωνητικού;»

«Καμία αλλαγή δεν έχει γίνει, κύριε,» του απάντησε ένας. «Ορίστε· μπορείτε να το δείτε ξανά, αν θέλετε.» Έτεινε μερικά χαρτιά.

«Ευχαριστούμε, το ξέρουμε,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ. «Πάμε,» είπε στους μισθοφόρους του.

«Συγνώμη,» είπε η μισθοφόρος που είχε διαμαρτυρηθεί στην αρχή, «αλλά κι εγώ θέλω να φύγω. Δεν ήξερα ότι υπάρχει όρος για την κατοχή των όπλων μας από τη Β’ Κατωρίγια!»

«Και δεν είναι μόνο αυτός ο όρος ενοχλητικός,» της είπε ο Μάικλ. «Έχει και–»

«Όποιος θέλει,» παρενέβη η λοχίας, «μπορεί να διαβάσει τους όρους – δεν είναι κρυφοί, μα τον Κρόνο! Οι υπόλοιποι αποχωρήστε από το κέντρο!»

Ο Βόρκεραμ-Βορ, μη θέλοντας να προκαλέσει βίαιο επεισόδιο, είπε στους δικούς του να φύγουν, και μαζί τους έφυγαν και μερικοί από τους άλλους μισθοφόρους που βρίσκονταν στο κέντρο στρατολόγησης.

Όταν ήταν έξω από τον περίβολο, ο Βόρκεραμ κάλεσε με τον πομπό του τον Λούσιο Φιλοδέκτη, που είχε ήδη ξεκινήσει για το κέντρο στρατολόγησης στη Χτυπημένη μαζί με κάποιους μαχητές.

«Έλα, Λούσιε, εγώ είμαι, ο Βόρκεραμ.»

«Ναι. Τι έγινε;»

«Τα ίδια. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Να τόχεις υπόψη.»

«Μάλιστα. Δεν πρόκειται να το καταπιούμε έτσι.»

«Εννοείται.»

«Σας ζόρισαν;»

«Δε μας άφηναν ούτε να μπούμε, αρχικά. Αλλά μπήκαμε.»

«Δεν έγινε επεισόδιο...;»

«Όχι. Όλα ήρεμα. Σχετικά.»

«Τι; Βγήκαν όπλα;»

«Προς στιγμή μόνο. Δε χρησιμοποιήθηκαν.»

«Εντάξει. Θα τα πούμε σύντομα από κοντά.»

Η τηλεπικοινωνία τερματίστηκε, και ο Βόρκεραμ κάλεσε με τον πομπό του και τους άλλους: αυτούς που είχαν συμφωνήσει να κατευθυνθούν στα κέντρα στρατολόγησης στην Όκιλμερ και στην Αζρόντω: την Ευμενίδα Νοράλνω και τον Λόρεντακ Μαυροδάκτυλο (έναν μισθοφόρο που είχε έρθει μαζί τους από τη Ρόδα).

*

Οι μισθοφόροι είχαν την ίδια αντιμετώπιση σ’όλα τα κέντρα στρατολόγησης. Όταν άρχιζαν να διαμαρτύρονται για τους όρους του συμφωνητικού, οι φρουροί τούς έδιωχναν. Πουθενά, όμως, δεν προκλήθηκε βίαιο επεισόδιο· οι μισθοφόροι ακολούθησαν πιστά τις οδηγίες του Βόρκεραμ-Βορ – να φωνάξουν αλλά να μην τραβήξουν όπλα, ούτε να χτυπήσουν κανέναν.

Η διαμαρτυρία τους δεν ήταν άκαρπη. Κάμποσοι από τους άλλους μισθοφόρους συμφώνησαν μαζί τους, και πολλοί αρνήθηκαν να υπηρετήσουν τη Β’ Κατωρίγια με τέτοιους όρους εκμετάλλευσης και καχυποψίας.

Ο Αλέξανδρος Πανιστόριος τούς παρακολουθούσε, μέσω των πρακτόρων του, και υποπτευόταν κάποιους από αυτούς για ανθρώπους του Αλυσοδεμένου Ποιητή. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν είχε κανένα στοιχείο. Και δεν μπορούσε να βάλει τη Φρουρά να συλλάβει τους μισθοφόρους όπως είχε συλλάβει τους Νομάδες των Δρόμων. Αν διαδιδόταν ότι η Β’ Κατωρίγια συλλάμβανε τους πολεμιστές που έρχονταν για να την υπηρετήσουν, τότε θα σταματούσαν να έρχονται μισθωτοί μαχητές. Και η συνοικία, τούτη την πολεμική περίοδο, είχε ανάγκη από τέτοιους.

Ο Πολιτάρχης Γουίλιαμ Σημαδεμένος, ακούγοντας για τα επεισόδια στα κέντρα στρατολόγησης, εξοργίστηκε. Πώς τολμούσαν αυτοί οι αλήτες να προκαλούν τέτοιο πρόβλημα! Γιατί είχαν έρθει στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία – για καλό ή για κακό; Δεν ήταν πρόθυμος ν’αλλάξει τους όρους του συμβολαίου ούτε στο ελάχιστο. Αν μη τι άλλο ίσως θα έπρεπε να τους κάνει πιο αυστηρούς, σκεφτόταν, για να αποθαρρύνει προβοκάτορες και άλλους παλιανθρώπους που πιθανώς να έστελνε εδώ ο καταραμένος Αλυσοδεμένος Ποιητής!

Ο Όρπεκαλ-Λάντι είχε μάθει επίσης για όσα έγιναν στα κέντρα στρατολόγησης, φυσικά, και του άρεσε πολύ η κατάσταση. Δε νόμιζε ότι ο Σημαδεμένος θα έκανε πίσω στους όρους του συμφωνητικού για τους μισθοφόρους, και άρα αυτή ήταν μια τέλεια ευκαιρία για να φανεί πόσο κακός Πολιτάρχης ήταν! Ο Σημαδεμένος διώχνει τους μαχητές που ήρθαν να μας βοηθήσουν! Υπέροχο! Χα-χα-χα-χα-χα-χα! σκεφτόταν ο Όρπεκαλ-Λάντι, και συνωμοτούσε με τους κοντινούς του ανθρώπους, σχεδιάζοντας, μηχανορραφώντας.

*

Ο Λόρεντακ Μαυροδάκτυλος γελούσε. «Τους έχουμε τρελάνει τους καριόληδες! Έπρεπε να δείτε πώς μας κοίταζαν εκεί, στο κέντρο στρατολόγησης της Αζρόντω!»

Οι μισθοφόροι είχαν συγκεντρωθεί στην τραπεζαρία του Βαθύρριζου – ή, τουλάχιστον, οι περισσότεροι από αυτούς και οι αρχηγοί τους, γιατί όλοι, ασφαλώς, δεν χωρούσαν. Το μέρος ήταν κοσμοπλημμυρισμένο, και ο ιδιοκτήτης του πανδοχείου πολύ ικανοποιημένος. Έδινε ποτά δωρεάν. Κερασμένα από το μαγαζί. Και μεζέδες επίσης. Κι έκανε παραγγελίες στους προμηθευτές του για να του φέρουν κι άλλα πράγματα.

«Δεν ξέρω τι θα γίνει τελικά, Βόρκεραμ,» είπε ο Λόρεντακ, «αλλά σίγουρα δημιούργησες μια κάποια κατάσταση εδώ!»

«Θα αλλάξουν τους όρους τους,» αποκρίθηκε σοβαρά ο Βόρκεραμ-Βορ· «μην το αμφιβάλλεις. Η κατάσταση είναι τέτοια στις συνοικίες του Ριγοπόταμου που δεν τους συμφέρει να μην τους αλλάξουν.»

«Και δεν ζητάμε και τίποτα το παράλογο, γαμώτο!» είπε η Ευμενίδα Νοράλνω. «Δε ζητάμε καν αύξηση του μισθού. Ζητάμε απλώς τα δικά μας όπλα να παραμείνουν δικά μας.»

«Και να μη μας κυνηγάνε για κάθε πιθανή ‘ύποπτη δραστηριότητα’,» πρόσθεσε ο Μάικλ.

«Ποιος θα δεχτεί τέτοιους όρους;» είπε η Τζακλίν – η μία από τους μισθοφόρους που είχαν έρθει από χτες μαζί τους, από το κέντρο στρατολόγησης της Τετράφωτης. «Μόνο επειδή δεν τους έχεις διαβάσει καλά, ή καταλάβει καλά, μπορεί να δεχτείς!»

Πολλοί συμφώνησαν μαζί της. Κάποιοι παραδέχτηκαν ότι ήταν, αρχικά, ανόητοι που είχαν βάλει τις υπογραφές τους σ’εκείνο το συμβόλαιο. Τώρα όλοι τους είχαν αρνηθεί να υπηρετήσουν.

«Ευτυχώς που το συμβόλαιο,» είπε μεγαλόφωνα ο Έκρελ Σόρεντερ, «δεν το ορίζει παράνομο να παραιτηθείς από ‘Υπέρμαχος της Β’ Κατωρίγιας’ προτού καν αρχίσεις να την υπηρετείς!»

Γέλια αντήχησαν μες στην αίθουσα. Οι μισθοφόροι είχαν ευθυμήσει παρότι μπορεί να είχαν χάσει μια δουλειά εδώ, στη Β’ Κατωρίγια. Η Άνμα και η Ολντράθα διάβαζαν στα πολεοσημάδια ότι όλοι τους ήλπιζαν πως σύντομα θα είχαν δουλειά. Και όλοι τους έβλεπαν με μεγάλη συμπάθεια τον Βόρκεραμ-Βορ. Τον έβλεπαν ως ευεργέτη τους. Ως άνθρωπο που τους είχε ανοίξει τα μάτια μπροστά σε μια απάτη. Κανείς τους δεν ήθελε να τον εκμεταλλεύονται.

Η Άνμα και η Ολντράθα διέκριναν, επίσης, τους κατασκόπους που παρακολουθούσαν τους μισθοφόρους. Ήταν κι αυτοί εδώ, αναμιγμένοι με τον υπόλοιπο κόσμο στην τραπεζαρία. Οι δύο Θυγατέρες αποφάσισαν να τους αφήσουν να κοιτάζουν. Ίσως να αποδεικνύονταν χρήσιμοι, καθώς θα μετέφεραν στους εργοδότες τους ό,τι είχαν δει και ακούσει.

Κανένας άμεσος κίνδυνος δεν διαφαινόταν στα σημάδια της Πόλης. Η Κορίνα ακόμα δεν είχε προσπαθήσει να βγάλει από τη μέση τον Βόρκεραμ-Βορ για τρίτη φορά. Κι αυτό έβαζε την Άνμα και την Ολντράθα σε κάποια ανησυχία. Αν η Κορίνα ήταν όπως την περιέγραφε η Νορέλτα-Βορ – και, αναμφίβολα, έτσι ήταν – τότε λογικά πρέπει να σχεδίαζε κάτι πολύ άσχημο...

*

Ο Αλέξανδρος Πανιστόριος, αφού πληροφορήθηκε τι συνέβαινε με τους διαμαρτυρόμενους μισθοφόρους, προσπάθησε πάλι, μες στο μεσημέρι, να μάθει τι είχαν απογίνει οι πράκτορές του που χτες βράδυ βρίσκονταν στον Ριγοπόταμο, σε μια βάρκα, για να παρακολουθήσουν τους πειρατές, να δουν αν είχαν καμια επαφή με τον Αλυσοδεμένο Ποιητή ή με την Α’ Ανωρίγια Συνοικία.

Γι’ακόμα μια φορά ο Αρχικατάσκοπος δεν μπόρεσε να τους εντοπίσει.

Είχαν εξαφανιστεί. Και αυτοί και η βάρκα τους.

Ο Αλέξανδρος δεν είχε κανένα στοιχείο για το πού μπορεί να βρίσκονταν ή τι μπορεί να τους είχε συμβεί.

Κανένας από τους τρεις τους, όμως – δυο γυναίκες κι ένας άντρας – δεν ήταν πλέον ζωντανός.

Μες στη νύχτα, είχαν ακολουθήσει κάποια από τα κουρσάρικα σκάφη που κατευθύνονταν προς τα βόρεια, προς την Α’ Ανωρίγια Συνοικία, σκεπτόμενοι πως, αν τα έβλεπαν να μπαίνουν ειρηνικά στα λιμάνια της, αυτό μάλλον θα σήμαινε ότι οι Α’ Ανωρίγιοι ήταν σύμμαχοι των πειρατών.

Αλλά οι τρεις κατάσκοποι δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν ώς τις όχθες της Α’ Ανωρίγιας Συνοικίας.

Η Τζέσικα τούς είχε διακρίνει μέσα από τα σημάδια της Πόλης, παρά το σκοτάδι της νύχτας, κρατώντας μπροστά στα μάτια της ένα ζευγάρι κιάλια ενισχυμένα με Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως. Ο Ζιλμόρος ήταν δίπλα της, χρησιμοποιώντας την τηλεσκοπική ιδιότητα των μαύρων γυαλιών του καθώς και την ιδιότητά τους να διαπερνούν το σκοτάδι. Βρίσκονταν κι οι δύο επάνω σ’ένα μικρό πλεούμενο μαζί με μερικούς Σκοταδιστές.

«Τους βλέπω,» είπε ο Ζιλμόρος στη Θυγατέρα, η οποία του είχε μόλις δείξει τη βάρκα. «Είσαι σίγουρη πως είναι κατάσκοποι;»

«Ναι. Επιπλέον, τι άλλο μπορεί να είναι, Ζιλμόρε; Λες κανένας τυχαίος ν’ακολουθούσε τα χτυπημένα κουρσάρικα που έρχονται για επισκευές;»

«Να τους φάμε, έτσι;»

Η Τζέσικα ένευσε κατεβάζοντας τα κιάλια της. «Ζωντανούς.»

Και τους έφαγαν.

Τη βάρκα τους την πήραν και την έκαναν δώρο στους πειρατές.

Στο μέλλον, ο Αλέξανδρος Πανιστόριος δεν θα την εντόπιζε ποτέ. Αλλά θα υποπτευόταν ότι εκείνοι οι τρεις πράκτορές του πιθανώς να είχαν ανακαλύψει κάτι, λίγο προτού τους σκοτώσουν.

*

Ο Βόρκεραμ-Βορ και οι άλλοι μισθοφόροι παρακολουθούσαν τους τηλεοπτικούς σταθμούς καθώς η νύχτα πλησίαζε, περιμένοντας ότι πιθανώς να έβλεπαν ξανά τους πειρατές να επιτίθενται στις όχθες της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Αλλά απόψε τα πάντα ήταν ήσυχα. Καμια επιδρομή δεν έγινε.

Πράγμα που δεν εξέπληξε τον Βόρκεραμ. Ύστερα από τέτοιο πλιάτσικο που είχαν κάνει οι κουρσάροι χτες, για ποιο λόγο να έρχονταν πάλι απόψε; Τι είχε απομείνει για να ληστέψουν; Αν έρχονταν θα σήμαινε ότι, τελικά, δεν ήταν άρπαγες αλλά μισθοφόροι.

Το γεγονός ότι είχαν μείνει μακριά από τη Β’ Κατωρίγια ετούτη τη νύχτα έλεγε στον Βόρκεραμ ότι ίσως να μην ήταν άνθρωποι του Κάδμου Ανθοτέχνη αλλά, μάλλον, κάποιοι που απλώς επωφελούνταν από την κατάσταση στις συνοικίες του Ριγοπόταμου.

Ρώτησε την Ολντράθα τη γνώμη της, καθώς οι δυο τους βρίσκονταν, αργά τη νύχτα, στο δωμάτιό του, τυλιγμένοι στα σκεπάσματα του κρεβατιού. Τι νόμιζε για τους κουρσάρους; Ήταν σταλμένοι από τον Αλυσοδεμένο Ποιητή;

«Το μόνο που μπορώ να καταλάβω,» του αποκρίθηκε η Θυγατέρα, «είναι πως δεν είναι ακριβώς εκείνο που φαίνονται.» Και τον καβάλησε, σφίγγοντάς τον κοντά της, καθώς εκείνος ήταν καθισμένος στο κρεβάτι, με την πλάτη στον τοίχο.

Ο Βόρκεραμ αισθάνθηκε το ορθωμένο του όργανο να γλιστρά μέσα της, και αναστέναξε. «Τι εννοείς, ‘δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνονται’;» ρώτησε, διατρέχοντας τα χέρια του πάνω στη ράχη της, φιλώντας το πλάι του καφετόδερμου λαιμού της. «Τι;» μούγκρισε.

«Δεν ξέρω, αγάπη μου,» του ψιθύρισε μες στ’αφτί, και το δάγκωσε ελαφρά. «Η Πόλη... με μυστήρια... πάντα... εκφράζεται...» Και μετά τον φίλησε στα χείλη, και δεν ξαναμίλησαν για κάποια ώρα.

Σ’ένα άλλο δωμάτιο του Βαθύρριζου, ο Έκρελ Σόρεντερ ερωτοτροπούσε με την Ευμενίδα Νοράλνω. Ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα, με τα πόδια της τυλιγμένα γύρω του, κι οι δυο τους ολόγυμνοι, όταν ο Ράλενταμπ άνοιξε ξαφνικά την πόρτα, εισβάλοντας. Η Ευμενίδα και ο Έκρελ αμέσως χώρισαν, και ο Ράλενταμπ όρμησε στον Εκλεκτό για να τον σκοτώσει με τα χέρια του. Πάλεψαν για μερικές στιγμές, βρίζοντας, χτυπώντας, προτού η Ευμενίδα προλάβει να συνέλθει από τη διέγερση όπου πριν από λίγο βρισκόταν. Μετά, ο Ράλενταμπ τράβηξε πιστόλι, και τότε η Ευμενίδα τινάχτηκε πάνω και του άρπαξε το χέρι· μπήκε ανάμεσα στους δύο άντρες, χωρίζοντάς τους, έχοντας προφτάσει να ρίξει μόνο ένα ξεκούμπωτο πουκάμισο επάνω της. «Εγώ έφταιγα!» είπε στον Ράλενταμπ. «Σταμάτα γαμώτο! Σταμάτα. Εγώ έφταιγα. Θες να επιτεθείς σ’εμένα; Θες να σκοτώσεις εμένα;»

«Πας με όποιον πούστη παίζει ένα ωραίο βιολί!» γρύλισε ο Ράλενταμπ, με το χρυσόδερμο πρόσωπό του νάχει γίνει μαύρο και κόκκινο από την οργή. Ο Έκρελ έπαιζε το βιολί του στην τραπεζαρία του Βαθύρριζου για κάποια ώρα, καθώς οι μισθοφόροι που κάθονταν εκεί είχαν κάνει κέφι, και η αλήθεια ήταν πως τότε η Ευμενίδα είχε αρχίσει να τον βλέπει με άλλο μάτι και να τον επιθυμεί.

«Μην είσαι ανόητος,» είπε τώρα στον Ράλενταμπ· «το ξέρεις ότι μόνο εσένα–»

Τη χαστούκισε, κάνοντας το κεφάλι της να γυρίσει απότομα στο πλάι, και μετά έφυγε απ’το δωμάτιο. Ο Έκρελ επιχείρησε να τον ακολουθήσει, γρυλίζοντας Παλιομαλάκα! αλλά η Ευμενίδα τον άρπαξε από το μπράτσο, και με τα δύο χέρια, τραβώντας τον πίσω. «Όχι!» είπε. «Άσ’ τον. Θα του μιλήσω εγώ. Άσ’ τον. Σε παρακαλώ.» Και ο Έκρελ έμεινε στη θέση του, αν και βαριανασαίνοντας, νιώθοντας το αίμα του να έχει αγριέψει όπως μέσα στη μάχη.

Η Ευμενίδα φόρεσε γρήγορα τα ρούχα της, αφήνοντας λουριά λυτά και φερμουάρ κατεβασμένα. Πήρε τις μπότες της στο χέρι.

«Μη φεύγεις,» της είπε ο Έκρελ.

«Δε μπορώ να μείνω.» Τον φίλησε βιαστικά. «Άλλη φορά, άλλη φορά.» Γλίστρησε από τα χέρια του, βγαίνοντας απ’το δωμάτιο, κλείνοντας την πόρτα πίσω της.

Πήγε προς το δωμάτιο που μοιραζόταν με τον Ράλενταμπ – προς το δωμάτιο όπου νόμιζε, πριν από λίγο, ότι κανονικά ο Ράλενταμπ θα έπρεπε να κοιμάται, μισομεθυσμένος, ύστερα από τόσα ποτά που είχε καταναλώσει στην τραπεζαρία.

Η Άνμα, στεκόμενη στις σκιές μιας γωνίας του διαδρόμου, έβλεπε την Ευμενίδα να βαδίζει ξυπόλυτη, γρήγορα, επάνω στο ξύλινο πάτωμα, να απομακρύνεται. Η Θυγατέρα είχε βγει από το δωμάτιό της διακρίνοντας κάποια αναστάτωση στα σημάδια της Πόλης. Κάτι συνέβαινε, κάτι προσωπικό αλλά εκρηκτικό, που ίσως να δημιουργούσε άσχημη κατάσταση.

Και τώρα, έχοντας ακούσει τις φωνές απ’το διπλανό δωμάτιο, είχε καταλάβει τι γινόταν. Ακόμα και προτού δει τον Ράλενταμπ να φεύγει, είχε καταλάβει. Η Νορέλτα είχε δίκιο, σκέφτηκε. Είναι όντως πολύ κτητικός με την Ευμενίδα. Αλλά, αν ήταν σύζυγός της (για το οποίο η Άνμα δεν μπορούσε νάναι βέβαιη) ή εραστής της (που σίγουρα ήταν τουλάχιστον αυτό), είχε άδικο να είναι τσαντισμένος; Είχε μόλις βρει την Ευμενίδα στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα... Τέλος πάντων. Η Άνμα δεν είχε διάθεση να ηθικολογήσει πάνω στο θέμα. Εκείνο που την απασχολούσε ήταν μήπως η Κορίνα χρησιμοποιούσε αυτόν τον Ράλενταμπ για να προκαλέσει προβλήματα.

Αλλά μέχρι στιγμής δεν διέκρινε, μέσω των πολεοσημαδιών, ότι συνέβαινε κάτι περισσότερο από ένας απλός τσακωμός.

Επέστρεψε στο δωμάτιο που μοιραζόταν με τη Φοριντέλα-Ράο.

«Τι έγινε;» ρώτησε η Φοριντέλα, καθισμένη στο κρεβάτι της. Η Άνμα τής είχε ζητήσει να μείνει πίσω, κι εκείνη κρατούσε ξεθηκαρωμένο το Απολλώνιο ξίφος σκεπτόμενη πως ίσως η κατάσταση να εξελισσόταν έτσι που να της χρειαζόταν. Εν μέρει ήθελε κάπου να χρησιμοποιήσει αυτό το υπέροχο όπλο. Δεν της είχε ακόμα δοθεί καμια καλή ευκαιρία!

«Σαχλαμάρες,» είπε η Άνμα μορφάζοντας.

«Τι;» επέμεινε η Φοριντέλα, θηκαρώνοντας τώρα το σπαθί.

«Η Ευμενίδα...» Η Άνμα έβγαλε τις μπότες της και κάθισε στο κρεβάτι της, λέγοντας στη φίλη της ό,τι είχε καταλάβει για την υπόθεση.

«Μάλλον έχει καλό λόγο που είναι καχύποπτος μαζί της,» συμπέρανε η Φοριντέλα. «Αν πηγαίνει με όποιον της γυαλίσει....»

«Δεν ξέρω,» είπε η Άνμα. «Και δεν είναι δική μας δουλειά.» Είχε ανάψει τσιγάρο, το οποίο τώρα έσβησε στο τασάκι του κομοδίνου και ξάπλωσε. «Ας κοιμηθούμε και λίγο απόψε.»

/13\

Η Νύφη του Χάροντα αναζητά δρόμους, και τους βρίσκει όλους κλειστούς ή αλλαγμένους· ο Βάρνελ-Αλντ μιλά δημόσια, ως απάντηση στον Πολιτάρχη της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας· και η Κορίνα αποκαλύπτει δύο μυστικά σε δύο πολιτικούς άντρες, προτού συναντήσει έναν αλλόκοτο και απερίγραπτο εχθρό, ικανό να προκαλέσει τρομαχτικές αλλαγές επάνω της...

Η Φοίβη παρατηρούσε τα σημάδια της Πόλης μέσα στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία προσπαθώντας να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα για τον στόχο της, και να βρει δρόμο για να τον πλησιάσει. Αλλά πάντα, όποτε ένας δρόμος εμφανιζόταν μπροστά της – πάντα – κάτι συνέβαινε και ο δρόμος έκλεινε ή εξαφανιζόταν τελείως. Εκεί που η Φοίβη νόμιζε ότι ο Κάδμος θα παρουσιαζόταν αφύλαχτος, φρουροί τον περιτριγύριζαν. Εκεί που νόμιζε ότι ο Κάδμος θα περνούσε πλάι από ένα ανοιχτό παράθυρο, αυτός τελικά πήγαινε από αλλού. Εκεί που η Φοίβη διέκρινε ότι υπήρχε μια ξεκλείδωτη πόρτα, η πόρτα ξαφνικά κλείδωνε.

Και όλες τις φορές διαισθανόταν το χέρι της Κορίνας να την έχει σταματήσει. Εκείνη ήταν που της έκλεινε τον δρόμο. Έβλεπε κι αυτή τα ίδια πολεοσημάδια που παρατηρούσε η Φοίβη, και άλλαζε τις ευκαιρίες που παρουσιάζονταν, τις έσβηνε από την πραγματικότητα της Πόλης. Έσβηνε τις πιθανότητες, τις συμπτώσεις.

Η καταραμένη σκύλα!

Κάπου-κάπου, μάλιστα, έκανε έντονη την αίσθηση της παρουσίας της, για να περιγελάσει τη Φοίβη πιθανώς. Τη χαιρετούσε από μακριά (όπως τότε, την πρώτη φορά, μέσα από το ελικόπτερο), ή της άφηνε κάποιο σημείωμα σε χαρτί ή σε τοίχο ή σε τζάμι παραθύρου ή σε κρύσταλλο καθρέφτη («Ακόμα εδώ είσαι, Αδελφή μου;» «Συνεχίζεις να προσπαθείς;» «Μήπως θα ήθελες καλύτερα να συζητήσουμε;» «Τι θα πει ο Σύζυγός σου όταν μάθει ότι δεν μπορούσες να τελειώσεις;»), ή απλά η Κορίνα εμφανιζόταν κάπου εκεί κοντά, φευγαλέα.

Η Νύφη του Χάροντα τη μισούσε όπως δεν είχε ποτέ ξανά μισήσει άλλη Αδελφή της.

Και συνέχιζε να προσπαθεί να φτάσει στον στόχο της, ενώ οι μέρες περνούσαν. Αν μη τι άλλο, παρά τον θυμό της, η πρόκληση εδώ τη γοήτευε, τη μαγνήτιζε. Στο τέλος θα τα κατάφερνε – το ήξερε – θα σκότωνε τον Κάδμο Ανθοτέχνη, τον Αλυσοδεμένο Ποιητή, τον πρωτεργάτη της παράνομης επανάστασης των Ανωρίγιων Συνοικιών.

*

«Γιατί δεν μας λες πώς να τη βρούμε, Κορίνα;» ρώτησε η Καρζένθα-Σολ. «Πώς να τη βρούμε, να την παγιδέψουμε, και να τη σκοτώσουμε! Δε μπορείς ν’ανακαλύψεις πού κοιμάται; πού τρώει; πού ξεκουράζεται;»

«Δεν είναι εύκολο να παγιδέψεις μια Θυγατέρα, Καρζένθα. Η Πόλη την προειδοποιεί.»

«Θα στείλω εκατό μαχητές να την κυνηγήσουν. Πες μου μόνο πού είναι!»

Η Κορίνα γέλασε. «Οι μαχητές σου θα τη χάσουν. Κι αρκετοί απ’αυτούς ίσως και να σκοτωθούν· η Φοίβη είναι η Νύφη του Χάροντα.

»Μην ανησυχείς, Καρζένθα: στο τέλος θα έρθει εκείνη και θα πέσει στα χέρια μας. Τη θέλω ζωντανή. Θα μας χρειαστεί.»

«Ακόμα δεν μας έχεις πει γιατί.»

«Θα δείτε, όταν έχω τελειώσει μαζί της.»

«Ρισκάρεις τη ζωή του Κάδμου!» είπε η Καρζένθα. Μόνο οι δυο τους και ο ίδιος ο Κάδμος βρίσκονταν στο σαλόνι του διαμερίσματος καθώς έκαναν αυτή την κουβέντα.

«Προστατεύω τη ζωή του, Κάδμου.»

«Ίσως θα ήταν καλύτερα αν έφευγε από την Α’ Ανωρίγια Συνοικία, αν επέστρεφε στη Β’. Ο Ερκάνης τού το ζητά, ούτως ή άλλως.»

«Αν ο Κάδμος πάει στη Β’ Ανωρίγια Συνοικία, εκεί θα πάει και η Φοίβη. Δε μπορεί να της ξεφύγει έτσι εύκολα. Τον μυρίζεται μέσα στην Πόλη, δεν καταλαβαίνεις;»

Η Καρζένθα αναστέναξε. Χτύπησε το ποτήρι της πάνω στο τραπέζι, νευρικά· λίγο κρασί χύθηκε. «Η κατάσταση δεν... δεν με κάνει να αισθάνομαι καθόλου καλά, Κορίνα.»

«Δε μου έχεις πια εμπιστοσύνη, Καρζένθα;» ρώτησε σταθερά η Θυγατέρα της Πόλης, ατενίζοντάς την διαπεραστικά με τα πράσινα μάτια της: και η Καρζένθα-Σολ αισθάνθηκε ένα ρίγος. Από το μυαλό της πέρασε εκείνο το όνειρο που είχε δει όταν ήταν χτυπημένη στη Β’ Ανωρίγια Συνοικία, πριν από αρκετό καιρό...

Ο Κάδμος είπε, σπάζοντας την ξαφνική σιγή που είχε επικρατήσει: «Ο Ερκάνης ακόμα αναρωτιέται ποιος σκότωσε τον Μάλνεμορ-Νορκλ...» Είχαν βρει πλέον το πτώμα του ευγενή μέσα σε μια σήραγγα. Κάποιος τού είχε σκίσει τον λαιμό. Αλλά δεν ήξεραν ποιος. «Δε νομίζω ότι ήταν απλός ληστής.» Ο Κάδμος κυρίως μιλούσε για να αποφορτίσει το κλίμα ανάμεσα στην Καρζένθα και την Κορίνα.

Η Θυγατέρα γύρισε και του είπε: «Δεν ήταν ληστής. Ήταν η Φοίβη.»

Η απάντησή της δεν τον εξέπληξε. Την περίμενε εν μέρει. Έγνεψε καταφατικά. «Γιατί, όμως;» ρώτησε. «Εμένα δεν ψάχνει;»

«Υποθέτω πως πήρε κάποιες πληροφορίες από τον Μάλνεμορ-Νορκλ και τον σκότωσε για να μη διαδώσει τι συνέβη. Ζήτα από τον Ερκάνη να πάψει να ερευνά· δεν πρόκειται να βρει τίποτα. Και να μη φοβάται ότι κάποια δολοπλοκία συμβαίνει μέσα στη Β’ Ανωρίγια Συνοικία. Πες του ότι το είπα εγώ.»

Ο Κάδμος ένευσε. «Θα του το πω, Κορίνα.»

*

Όσο ο Κάδμος έμενε στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία περιμένοντας την Κορίνα να παγιδέψει τη Φοίβη, οι κουρσάροι των Ήμερων Συνοικιών έκαναν επιδρομές στη Β’ Κατωρίγια μαζί με τους καιροσκόπους που είχαν έρθει από τη Μεγαλοδιάβατη. Μέρα παρά μέρα, ή κάθε δυο τρεις μέρες, οι όχθες της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας δέχονταν μεγαλύτερες ή μικρότερες επιθέσεις. Η κατάσταση ήταν άσχημη εκεί. Κι αν άκουγε κανείς τι λεγόταν από τους τηλεοπτικούς σταθμούς της περιοχής (που μπορούσες να τους πιάσεις με καλούς τηλεοπτικούς δέκτες στην Α’ Ανωρίγια) καταλάβαινε ότι υπήρχε μια γενική αναστάτωση και αποπροσανατολισμός στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία. Η Φρουρά δεν επαρκούσε για να προφυλάξει τα λιμάνια της, και είχαν παρουσιαστεί προβλήματα με τους μισθοφόρους. Κάποιοι όροι στο συμβόλαιο εργασίας δεν τους συνέφεραν, και οι περισσότεροι αρνούνταν να εργαστούν για τον Πολιτάρχη Γουίλιαμ Σημαδεμένο. Ο πολιτικός εχθρός του, Όρπεκαλ-Λάντι, έκανε ολόκληρη φασαρία.

Ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος είχε, επανειλημμένως, καλέσει τον Βάρνελ-Αλντ για να ζητήσει την υποστήριξή του εναντίον των κουρσάρων, αλλά εκείνος δεν δεχόταν να του μιλήσει. Το έκανε επίτηδες, φυσικά, επειδή η Β’ Κατωρίγια ακόμα είχε τα σύνορά της κλειστά προς την Α’ Ανωρίγια, κι ακόμα όλοι εκεί αποκαλούσαν τον Βάρνελ-Αλντ προδότη λόγω της συμμαχίας του με τον Ανθοτέχνη.

Ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος μίλησε, τελικά, στα τηλεοπτικά κανάλια της Β’ Κατωρίγιας κατηγορώντας την Α’ Ανωρίγια ότι υπέθαλπε και υποβοηθούσε τους πειρατές. Δεν έκανε τίποτα για να τους εμποδίσει απ’το να κατεβαίνουν τον Ριγοπόταμο και να λεηλατούν κατά το δοκούν, ανεξέλεγκτα, καταστρέφοντας το εμπόριο σ’ολόκληρη την περιοχή!

Ο λόγος του Σημαδεμένου δεν έμεινε, βέβαια, στη συνοικία του· έφτασε και στις τριγυρινές συνοικίες με αναμεταδότες. Τον άκουσαν και στην Α’ Ανωρίγια.

Και ο Βάρνελ-Αλντ απάντησε μιλώντας κι εκείνος δημόσια. Δήλωσε πως ουδεμία σχέση είχε η συνοικία του με τους κουρσάρους των Ήμερων Συνοικιών. Οι κάτοικοί της τους φοβόνταν όσο και οι κάτοικοι των άλλων συνοικιών του Ριγοπόταμου. Όμως δεν μπορούσε να βοηθήσει τους Β’ Κατωρίγιους γιατί ο Πολιτάρχης τους εξακολουθούσε να κρατά εχθρική στάση προς την Α’ Ανωρίγια. «Περιμένει ο κύριος Γουίλιαμ Σημαδεμένος να στείλουμε πλοία, αεροσκάφη, και ανθρώπους μας να υπερασπιστούν τα λιμάνια του όταν ο ίδιος αρνείται να αφήσει τους εμπόρους μας να αγκυροβολήσουν εκεί; Όταν αρνείται να δεχτεί ακόμα και ταξιδιώτες από τη συνοικία μας; Ο κύριος Γουίλιαμ Σημαδεμένος μού φαίνεται σαν να μην είναι καλά στα μυαλά του!»

Και, συνεχίζοντας, ο Βάρνελ-Αλντ είπε ότι το γεγονός πως κουρσάροι δεν επιτίθονταν στις όχθες της Α’ Ανωρίγιας δεν αποτελούσε απόδειξη ότι η Α’ Ανωρίγια, ή εκείνος προσωπικά, ήταν σύμμαχος των κουρσάρων! «Δε φταίμε εμείς που οι πειρατές των Ήμερων Συνοικιών επέλεξαν για στόχο τη Β’ Κατωρίγια. Τι να κάνουμε; να τους ζητήσουμε να έρθουν κι από δω; Ίσως απλά να αντιπαθούν περισσότερο τον Γουίλιαμ Σημαδεμένο – πράγμα το οποίο μπορώ να καταλάβω, αν και δεν είμαι σύμμαχός τους.»

*

Η Κορίνα παρατηρούσε συνεχώς τα πολεοσημάδια που πίστευε ότι θα παρατηρούσε κι η Φοίβη αν ήθελε να πλησιάσει και να σκοτώσει τον Κάδμο· και, με αυτή της τη συνεχή παρατήρηση, η Κορίνα νόμιζε ότι είχε αρχίσει, νοητικά, να προσεγγίζει την Αδελφή της. Να καταλαβαίνει τη σκέψη της. Να βλέπει τον κόσμο με τα μάτια μιας δολοφόνου, φανατικής στο κυνήγι του στόχου της.

Η Κορίνα αισθανόταν μια παγωνιά, ώρες-ώρες, η οποία ξεκινούσε από το μυαλό της κι απλωνόταν στην καρδιά της και σ’όλο της το σώμα. Πώς ήταν δυνατόν αυτή η Αδελφή της να ζει έτσι; Πώς άντεχε; Από τι ήταν φτιαγμένη;

Η Κορίνα δεν ήταν φόνισσα. Της άρεσε να παίζει με τους ανθρώπους της Πόλης, να εξερευνά την ψυχολογία τους, να δημιουργεί καταστάσεις, να φτιάχνει και να χαλά πολύπλοκα παιχνίδια. Αλλά σκότωνε μόνο όταν ήταν απολύτως απαραίτητο. Μπορεί να μην την ένοιαζε αν κάποιος πέθαινε μέσα σ’ένα από τα παιχνίδια της, μα ποτέ δεν ξεκινούσε έχοντας σκοπό να σκοτώσει κάποιον.

Η σκέψη της ήταν τελείως αντίθετη από αυτή της Φοίβης. Η Νύφη του Χάροντα δεν έπαιζε παιχνίδια, δεν την ενδιέφεραν οι αντιδράσεις των κατοίκων της Πόλης· το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να σκοτώνει. Από τον έναν στόχο στον άλλο πήγαινε η Φοίβη όλη της τη ζωή, από τότε που είχε αναγεννηθεί ως Θυγατέρα.

Η Κορίνα αισθανόταν ταραγμένη από την ψυχονοητική επαφή μαζί της η οποία είχε επέλθει μέσω της παρατήρησης των πολεοσημαδιών. Αναρωτιόταν πώς θα μπορούσε να αλλάξει στόχο στο μυαλό της Φοίβης, όταν τελικά κατόρθωνε να την παγιδέψει.

Και το πώς θα την παγίδευε ήταν ένα άλλο πρόβλημα από μόνο του. Δεν ήταν καθόλου εύκολο.

Αλλά, παρά τις σκέψεις της και τους προβληματισμούς της, η παγωνιά που ένιωθε από την κατανόηση της Φοίβης δεν έφευγε από την ψυχή της. Έμενε κολλημένη εκεί σαν πανούκλα. Κι αυτή ήταν μια από τις λίγες φορές που η Κορίνα νόμιζε ότι είχε ανάγκη έναν άντρα. Για να διώξει τούτη την παράπλευρη επίδραση από πάνω της. Για να αποτινάξει την αίσθηση της Νύφης του Χάροντα.

Η Κορίνα πλησίασε τον Βάρνελ-Αλντ, όταν ήταν σίγουρη πως η σύζυγός του – η Ασημίνα’νιρ, που ήταν πολύ ζηλιάρα – βρισκόταν μακριά και δεν υπήρχε περίπτωση τότε να παρουσιαστεί. Τον πλησίασε ως γυναίκα, ενώ οι δυο τους ήταν στη βίλα του στην Αστροβόλο. Ο Βάρνελ, αρχικά, ξαφνιάστηκε από τον τρόπο της· δεν είχε ποτέ διανοηθεί ότι η Κορίνα μπορεί να τον επιθυμούσε ερωτικά. Αλλά δεν άργησε να συνέλθει και να ανταποκριθεί θετικά στο κάλεσμά της.

«Αναρωτιόμουν,» της είπε καθώς τη φιλούσε σφίγγοντάς την επάνω του, «πώς θα ήταν το φιλί με μια Θυγατέρα της Πόλης...»

«Θέλω περισσότερα πράγματα από φιλιά,» αποκρίθηκε η Κορίνα, ξέπνοα, νιώθοντας ήδη την επίδραση του μυαλού της Φοίβης να διαλύεται από μέσα της. «Θέλω περισσότερα από εσένα, Βάρνελ!»

Ο Βάρνελ-Αλντ γέλασε και την παρέσυρε προς τον καναπέ της μικρής αίθουσας όπου βρίσκονταν, η οποία ήταν γεμάτη κειμήλια του Οίκου των Αλντ’κάρθοκ. Την έγδυσε όπως ξεδιπλώνει κανείς ένα δώρο και φίλησε το σημάδι των Θυγατέρων στο πέλμα της. Έκαναν έρωτα ξαπλωμένοι πλαγιαστά, χωρίς βιασύνη. Ο Βάρνελ δεν ήταν μόνο όμορφος· ήταν και καλός εραστής. Η Κορίνα το ήξερε ήδη, προτού τον δοκιμάσει· το μαρτυρούσαν όλα τα πολεοσημάδια γύρω του. Ήταν παιχνιδιάρης. Ήταν πονηρός. Ήταν έξυπνος και διαισθητικός.

Όταν τελείωσαν, του ψιθύρισε: «Θα σου πω ένα μυστικό. Για δώρο.» Ήταν ξαπλωμένη επάνω στο γυμνό χρυσόδερμο στήθος του αγγίζοντας κάθε τόσο τη δεξιά θηλή του.

«Τι μυστικό;»

Η Κορίνα μετακινήθηκε επάνω του (καταλαβαίνοντας ότι η μετακίνησή της τον διέγειρε στιγμιαία) και ψιθύρισε στ’αφτί του: «Δεν είσαι σαν τους περισσότερους ανθρώπους.»

Ο Βάρνελ γέλασε. «Αυτό δεν είναι μυστικό, Κορίνα!»

Και η Κορίνα γέλασε. Τι υπεροπτικός! Της άρεσε. Ήταν πολύ συμπαθητικός. «Δεν εννοώ εκείνο που νομίζεις,» του είπε, με τα χείλη της ακόμα κοντά στο αφτί του.

Ο Βάρνελ έμεινε σιωπηλός, περιμένοντας, σέρνοντας το χέρι του σαγηνευτικά επάνω στη μέση της, εσκεμμένα προκλητικά κοντά στους μηρούς της, κάνοντας ένα ευχάριστο ρίγος να τη διατρέξει. Δεν υπήρχε πια ίχνος της παγερής αίσθησης της Φοίβης μέσα της.

Η Κορίνα τού ψιθύρισε: «Τα πνεύματα στις σήραγγες της αρχέγονης πόλης δεν σε σέβονται επειδή είσαι του Οίκου των Αλντ’κάρθοκ...»

«Προσπαθείς τώρα να με προσβάλεις, Κορίνα;»

«Τα προστάζεις χωρίς να το ξέρεις,» συνέχισε εκείνη.

«Τι;» Στράφηκε για να την αντικρίσει καταπρόσωπο.

Τα πράσινα μάτια της ήταν σταθερά. «Οι Θυγατέρες είμαστε άμεσα συνδεδεμένες με την Πόλη, Βάρνελ· αλλά δεν είμαστε οι μόνες που έχουν επαφή μαζί της.»

Ο Βάρνελ-Αλντ συνοφρυώθηκε, αμίλητος. Τι προσπαθεί να μου πει; αναρωτήθηκε. Ήταν τόσο παράξενη τούτο το απόγευμα η Κορίνα... Τόσο διαφορετική. Ποτέ ξανά ο Βάρνελ δεν είχε υποψιαστεί ότι μπορεί να τον επιθυμούσε ερωτικά, και ποτέ ξανά δεν είχε τολμήσει να τη σκεφτεί έτσι. Αλλά πάντα είχε την περιέργεια πώς θα ήταν να πλαγιάζεις μαζί της. Τελικά, δεν διέφερε και πολύ από τις άλλες γυναίκες. Εξαιρώντας πάντα αυτά που έλεγε, φυσικά...

Η Κορίνα τού είπε: «Υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκονται πιο κοντά στην Πόλη απ’ό,τι οι υπόλοιποι. Η επαφή τους δεν είναι το ίδιο έντονη με την επαφή που έχουν μαζί της οι Θυγατέρες, αλλά είναι αρκετά έντονη. Η ψυχή τους αγγίζει τη Ρελκάμνια.»

«Και είμαι ένας απ’αυτούς;»

«Ναι. Γι’αυτό τα πνεύματα στις αρχαίες σήραγγες σε υπακούνε.»

«Μα... δεν τα προστάζω, Κορίνα.»

«Τα προστάζεις, χωρίς να το καταλαβαίνεις. Με το μυαλό σου. Με τις σκέψεις σου. Για τέτοια στοιχειακά τα πάντα είναι μυαλό, είναι σκέψη.»

Είχε πάψει πάλι να είναι γυναίκα για τον Βάρνελ-Αλντ· ήταν ξανά η μυστηριώδης Θυγατέρα της Πόλης πλάι του, αν και με το πορφυρόδερμο σώμα της ολόγυμνο. Μονάχα αυτό το παράξενο φυλαχτό φορούσε γύρω από τον λαιμό της, κρεμασμένο πάνω στα στήθη της. Είχε αρνηθεί να το βγάλει όταν ο Βάρνελ είχε επιχειρήσει να το τραβήξει.

«Τι άλλο μπορώ να κάνω, Κορίνα;» τη ρώτησε. «Εκτός απ’το να προστάζω στοιχειακά που κατοικούν σε σκοτεινές σήραγγες.»

Τα μαυροβαμμένα χείλη της χαμογέλασαν. «Αυτό μπορεί να το συζητήσουμε άλλη φορά,» του είπε, και σηκώθηκε από πλάι του, παίρνοντας καθιστή θέση, πιάνοντας τις μακριές μαύρες κάλτσες της από το πάτωμα κι αρχίζοντας να της φορά.

Ο Βάρνελ-Αλντ την παρατηρούσε, θέλοντας να δει γι’ακόμα μια φορά το σημάδι της καθώς η Κορίνα σήκωνε το δεξί της πέλμα από κάτω. Ήταν τόσο παράξενη... Δε θα μπορούσες ποτέ να την ερωτευτείς· μόνο να την κοιτάζεις σαν έργο τέχνης γεννημένο μέσα από τα μυστήρια της Ατέρμονης Πολιτείας.

*

Η Κορίνα δεν είχε πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το αρχαίο φυλαχτό γιατί ήθελε να είναι διαρκώς κοντά στον Κάδμο· ωστόσο, έβρισκε κάποιες ευκαιρίες ν’ακολουθεί τα σημάδια του φυλαχτού που αντανακλώνταν στην Πόλη. Ταξιδεύοντας μέσα στο ενεργειακό πλέγμα, ακολουθώντας ενεργειακές ροές, έψαχνε. Αλλά έτσι δεν μπορούσε να καταλήξει κάπου για το πώς να παγιδέψει τη Φοίβη· το μέλλον ήταν πάντοτε εύπλαστο, ευμετάβλητο, και η Νύφη του Χάροντα ήταν αεικίνητη μες στην Α’ Ανωρίγια Συνοικία. Ορισμένες φορές, καθώς η Κορίνα την κατασκόπευε από το ενεργειακό πλέγμα, νόμιζε ότι την έβλεπε σε δύο τόπους συγχρόνως – μια παραδοξότητα! Ήταν επειδή η Πόλη μπέρδευε τη θέση της Φοίβης, όπως ένας άνθρωπος θα μπέρδευε μέσα στο μυαλό του τη θέση μιας μαύρης γάτας που πετάγεται από δω κι από κει στις σκιές.

Δεν ήταν και πολύ χρήσιμο να προσπαθείς να προβλέψεις τη Φοίβη μέσω των ενεργειακών ροών. Μόνο τα πολύ γενικά πράγματα μπορούσες να διακρίνεις. Έτσι, η Κορίνα έστρεψε τη ματιά της προς τα νότια, προς τις Κατωρίγιες Συνοικίες, για να πάρει πληροφορίες από την κατάσταση εκεί, για να δει πώς εξελίσσονταν τα πράγματα, πού οδηγούσαν οι τάσεις και οι ροπές της Πόλης. Αυτό ήταν πολύ πιο εύκολο απ’το να πασχίζει να διακρίνει τις κινήσεις της Νύφης του Χάροντα.

Η Κορίνα είδε τον μισητό Βόρκεραμ-Βορ, είδε τα σχέδιά του, είδε το μέλλον του στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία – και καταράστηκε. Διότι δεν μπορούσε τώρα να ασχοληθεί μαζί του. Όχι όσο είχε το πρόβλημα της Φοίβης στην Α’ Ανωρίγια. Ο καταραμένος δαίμονας είχε την εύνοια της Πόλης στο πλευρό του, είτε το καταλάβαινε είτε όχι. Το πεπρωμένο του μέσα στην Ατέρμονη Πολιτεία ήταν πολύ ισχυρό. Πολύ ισχυρό ακόμα και για την Κορίνα να το σβήσει εύκολα.

Δεν παρακολούθησε, όμως, αποκλειστικά τον Βόρκεραμ-Βορ όσο βρισκόταν στο ενεργειακό πλέγμα. Εστιάστηκε και προς την Α’ Κατωρίγια Συνοικία, για να δει πώς πήγαινε εκεί το σχέδιο του Πολιτάρχη Σελασφόρου Χορονίκη. Και φαινόταν να πηγαίνει καλά· σύντομα θα έκανε την κίνησή του. Η Κορίνα έπρεπε να ειδοποιήσει τον Κάδμο, οπωσδήποτε, για να ξέρει τι να περιμένει.

Το γεγονός ότι δεν προλάβαινε να χρησιμοποιεί πολύ το αρχαίο φυλαχτό για να ταξιδεύει πάνω στις ενεργειακές ροές της Ρελκάμνια την έκανε παράτολμη. Προσπαθούσε να μένει εκεί όσο το δυνατόν περισσότερο, παλεύοντας ενάντια στην κούρασή της κι ενάντια στο ίδιο το πλέγμα όταν αυτό επιχειρούσε να την τινάξει έξω. Μια φορά παραλίγο να βρεθεί – με το υλικό της σώμα, όχι πνευματικά – σε άλλο τόπο και άλλο χρόνο· την τελευταία στιγμή (αν η στιγμή ως όρος είχε κανένα νόημα εδώ πέρα) κατάφερε να αποφύγει το γλίστρημα.

Τώρα, βγαίνοντας από το ενεργειακό πλέγμα περίπου μια ώρα από τότε που είχε μπει, βρίσκοντας τον εαυτό της να έχει ήδη απομακρυνθεί από εκείνη τη διασταύρωση με τα δευτεροκλασάτα μπαρ, αφήνοντας τις αναμνήσεις να γεμίσουν τον νου της σαν καινούργιες πληροφορίες, σαν να γεφύρωναν ένα κενό νόησης, η Κορίνα διαπίστωσε ότι στεκόταν κάτω από ένα απ’τα πολεμοχτυπημένα οικοδομήματα του Μεγάλου Λιμανιού. Τα περισσότερα παράθυρά του ήταν σκοτεινά μες στη νύχτα, και η περιοχή γύρω του δεν είχε και τόσα φώτα. Η Ουλή φάνταζε πολύ έντονη στο στερέωμα της Ρελκάμνια, αχνίζοντας κατακόκκινους καπνούς.

Η Κορίνα στάθηκε προς στιγμή, βλεφαρίζοντας, νομίζοντας ότι είχε μόλις ξυπνήσει από όνειρο.

Και είχε την τρομαχτική αίσθηση ότι κάτι απαίσιο την παρακολουθούσε.

Κοίταξε γύρω-γύρω, ψάχνοντας με το βλέμμα της, ψάχνοντας τα πολεοσημάδια.

Τα οποία δεν της φανέρωναν τίποτα.

Αλλά η αίσθηση παρέμενε. Κάτι την κοίταζε. Κάτι αποτρόπαιο.

«Ποιος είναι εκεί;» ρώτησε, ακούσια σχεδόν, ταραγμένη, κουρασμένη από το ταξίδι της στο ενεργειακό πλέγμα.

Μια σκιά βγήκε μέσα από τις υπόλοιπες σκιές όπως μια φιγούρα από νερό θα έβγαινε μέσα από μια λίμνη. Αλλά αυτή η φιγούρα δεν ήταν από νερό· δεν ήταν καν σκιά ακριβώς. Ήταν από ασταθές φως, και προκαλούσε αναταράξεις στην περιβάλλουσα πραγματικότητα. Το πρόσωπό της ήταν κρυμμένο πίσω από ρέουσες ενέργειες.

Η Κορίνα νόμιζε ότι αντίκριζε τον εαυτό της μέσα σε κάποιου είδους παράξενα διαστρεβλωτικό καθρέφτη.

Η οπτασία αντίκρυ της έμοιαζε να εκπέμπει έναν ανείπωτο τρόμο προς την Κορίνα, κοκαλώνοντάς την στη θέση της. Και βάδιζε καταπάνω της, απλώνοντας τα χέρια της, όπου ενέργεια παλλόταν και περιστρεφόταν – ενέργεια που αλλοίωνε την πραγματικότητα, που την έκανε να ρυτιδώνει και να συσπειρώνεται.

Ήταν ενέργεια από το ενεργειακό πλέγμα όπου πριν από λίγο βρισκόταν η Κορίνα· δεν υπήρχε αμφιβολία – ήταν τέτοιου είδους ενέργεια.

Αλλά... τι οντότητα ήταν αυτή που αντίκριζε;

Ήταν... ήταν όντως εκεί; Ή ήταν αληθινά μια οπτασία;

Η οπτασία, όμως, πλησίαζε βαδίζοντας μέσα στην πραγματικότητα όπως θα βάδιζε κάποιος μέσα σε παχύρρευστη ουσία. Ερχόταν προς την Κορίνα σαν να προχωρούσε μέσα σ’ένα ξένο, μη απόλυτα συμβατό περιβάλλον.

Και η Κορίνα αισθανόταν κοκαλωμένη στη θέση της από τον τρόμο.

Δεν ήταν οπτασία.

Ήταν μια αντιοπτασία. Ένα πράγμα που δεν έπρεπε να υπάρχει, αλλά υπήρχε.

Η Κορίνα ξεροκατάπιε, προσπάθησε να κάνει το στόμα της να μιλήσει, τα μέλη της να κινηθούν.

Ύψωσε το γαντοφορεμένο χέρι της, δείχνοντας την αντιοπτασία, συρίζοντας: «Σιραφάκ’ν!» Ό,τι κι αν ήταν αυτό το τέρας, έπρεπε να πεθάνει!

Η Κορίνα είδε ξαφνικές αναταράξεις επάνω στην αντιοπτασία, σαν πελώριες λεπίδες να περνούσαν τοξωτά από μέσα της, ταρακουνώντας την – τα Αινίγματα τής επιτίθονταν, αόρατα για τα υλικά μάτια της Κορίνας. Χτυπούσαν τη δαιμονική αντανάκλασή της, και δεν φαινόταν να μπορούν να τη βλάψουν.

Μ’ένα γρύλισμα που θύμιζε τρίξιμο ενέργειας, η αντιοπτασία χίμησε στην Κορίνα, ενώ κομμάτια – μικροθραύσματα – έφευγαν συγχρόνως από επάνω της (αποτέλεσμα των επιθέσεων των Αινιγμάτων;).

Η Κορίνα πετάχτηκε πίσω, θέλοντας απεγνωσμένα ν’αποφύγει τα χέρια αυτού του τέρατος, φοβούμενη πως αν την άγγιζαν θα της έκαναν κάποιο ανείπωτο κακό.

Αλλά, μέσα στον παραλυτικό τρόμο της, δεν ήταν αρκετά γρήγορη. Πήδησε όπισθεν, όμως η αντιοπτασία την έφτασε.

Η ενεργειακή οντότητα, καθώς τρανταζόταν από τις επιθέσεις των Αινιγμάτων, ή εξαιτίας άλλης αιτίας πιθανώς, σκόνταψε και έπεσε. Έχοντας τα χέρια της απλωμένα.

Και το ένα χέρι άγγιξε το πόδι της Κορίνας, λίγο πιο πάνω από το δεξί γόνατο.

Η Κορίνα ούρλιαξε, νιώθοντας κάτι βλαπτικό να έρχεται σε επαφή μαζί της – κάτι που δεν μπορούσε να πει αν ήταν καυτό ή υπερβολικά παγερό ή αν είχε μια τελείως διαφορετική, απερίγραπτη αίσθηση.

Η αντιοπτασία βούλιαξε στο πλακόστρωτο του δρόμου, σκορπίστηκε στις σκιές.

Η Κορίνα έτρεξε (τραβώντας, αόρατα, τα Αινίγματα μαζί της, δεμένα πάντα στο αρχαίο φυλαχτό της), τρομοκρατημένη όπως ποτέ ξανά στη μακροχρόνια ζωή της.

Σύντομα, όμως, σταμάτησε. Μέσα σ’ένα στενορύμι που είχε μια δημόσια λάμπα στη γωνία, αναμμένη. Σταμάτησε αγκομαχώντας, τρέμοντας, κάθιδρη, νιώθοντας τα ρούχα της να κολλάνε στο δέρμα της. Νιώθοντας έναν παράξενο πόνο (μόνο έτσι μπορούσε να τον χαρακτηρίσει – παράξενο) στο δεξί της πόδι, πάνω από το γόνατο. Έναν πόνο που δεν έμοιαζε με τον πόνο του σημαδιού στο πέλμα της.

Η Κορίνα κοίταξε προς τα κάτω, κοίταξε τον εαυτό της. Η φούστα της δεν είχε τίποτα. Δεν είχε κανένα σημάδι του αγγίγματος εκείνου του τέρατος. Ήταν σαν να μην την είχε αγγίξει ποτέ.

Αλλά η Κορίνα αισθανόταν ακόμα το άγγιγμά του.

Σήκωσε τη φούστα και, κάτω από την ψηλή κάλτσα της, είδε ότι το δέρμα της, λίγο πιο πάνω από το γόνατο, είχε αλλάξει! Κάτι το διαφορετικό υπήρχε εκεί, κρυμμένο από το λεπτό, ελαστικό, μαύρο ύφασμα.

Η Κορίνα νόμιζε ότι θα λιποθυμούσε. Ζαλιζόταν. Ανέπνευσε βαθιά, φέρνοντας στο νου της διάφορες τεχνικές νοητικού ελέγχου που είχε μάθει στη ζωή της. Συγκρότησε τον εαυτό της μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα...

...και κατέβασε την κάλτσα κάτω από το γόνατο.

Το κόκκινο δέρμα της στον μηρό είχε μετατραπεί σε κάτι σαν αυτή τη ρέουσα ενέργεια που έκρυβε το πρόσωπο της αντιοπτασίας!

«Τι σκατά είναι αυτό;...» μουρμούρισε η Κορίνα προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία της. «Τι σκατά είναι αυτό;»

Χωρίς να βγάλει το γάντι της, με το χέρι της να τρέμει, άγγιξε το πόδι της πάνω από το γόνατο, άγγιξε τη ρέουσα ενέργεια. Κι αυτό που ένιωσε κάτω από τα δάχτυλά της ήταν... ασυνήθιστο. Ήταν σαν να έπιανε το δέρμα της – σαν το κανονικό της δέρμα να υπήρχε κρυμμένο πίσω από τη ρέουσα ενέργεια – αλλά και κάτι άλλο συγχρόνως. Κάτι που έμοιαζε με πυκνό αέρα μα και με άνοιγμα, με τρύπα προς μια ανείπωτη κατεύθυνση. Ακόμα μια παραδοξότητα. Η χειρότερη μέχρι στιγμής, ίσως.

Η Κορίνα απομάκρυνε το χέρι της. Έβγαλε το γάντι και τόλμησε ν’αγγίξει το πόδι της χωρίς την προστασία του. Η αίσθηση ήταν παρόμοια, απλώς πιο έντονη.

Η Κορίνα περίμενε μερικά λεπτά, παρατηρώντας το σημείο που είχε επηρεάσει η αντιοπτασία, κρατώντας τη φούστα της σηκωμένη. Αναρωτιόταν αν αυτή η... διαταραχή (πώς αλλιώς να την ονόμαζε;) θα υποχωρούσε. Αν θα εξαφανιζόταν.

Αλλά τίποτα από τα δύο δεν έγινε.

Ούτε υποχώρησε ούτε εξαφανίστηκε. Όμως δεν εξαπλώθηκε κιόλας. Έμεινε σταθερή. Σαν μια μόνιμη ουλή.

«Τι σκατά είναι αυτό το πράγμα;» μουρμούρισε η Κορίνα. Ύστερα τράβηξε πάνω την κάλτσα της, άφησε τη φούστα της να πέσει, κι άρχισε να βαδίζει στους δρόμους της Α’ Ανωρίγιας Συνοικίας.

Ό,τι κι αν της είχε κάνει η αντιοπτασία δεν την παρακώλυε στην κίνηση. Και τώρα ο πόνος είχε καταλαγιάσει.

Τι είχε συμβεί, επομένως; Ήταν το αποτέλεσμα του αγγίγματος μόνο αισθητικής φύσης;

Η Κορίνα διαισθανόταν πως όχι. Διαισθανόταν πως ήταν κάτι πολύ, πολύ επικίνδυνο.

/14\

Οι μισθοφόροι επισκέπτονται γι’ακόμα μια φορά τα κέντρα στρατολόγησης, και τώρα προσελκύουν ένα είδος προσοχής που ο Βόρκεραμ-Βορ ήλπιζε ότι θα προσελκύσουν, ενώ οι κουρσάροι χτυπάνε ξανά τις όχθες της Β’ Κατωρίγιας, φλογίζοντας τα πάθη πολιτικών και μη, με αποτέλεσμα το χάος να εντείνεται μέσα στη συνοικία: δημοσιογράφοι γράφουν και μιλάνε, κατάσκοποι παρακολουθούν, ένας πολιτικός προσεγγίζει έναν μισθοφόρο, δύο πολιτικοί έρχονται σε σχετική ρήξη... και η Νορέλτα-Βορ βαδίζει, με σταθερά βήματα, προς τον στόχο της αναζήτησής της.

O Βόρκεραμ-Βορ, κάποιοι από τους Εκλεκτούς του, και μερικοί άλλοι μισθοφόροι πήγαν, συνοδευόμενοι από την Άνμα και τη Φοριντέλα-Ράο, στο κέντρο στρατολόγησης στην Τετράφωτη. Ήταν η τρίτη τους επίσκεψη εκεί. Και ο Βόρκεραμ σκόπευε πάλι να ζητήσει να μάθει αν οι όροι του συμβολαίου εργασίας είχαν αλλάξει. Δεν το πίστευε, φυσικά· δεν νόμιζε ότι τίποτα θα είχε αλλάξει. Δεν νόμιζε ότι οι φρουροί θα τον άφηναν καν να περάσει αυτή τη φορά.

Και οι υποθέσεις του βγήκαν αληθινές. Οι φύλακες σταμάτησαν εκείνον και τους άλλους μισθοφόρους στην πύλη του περιβόλου και τους ζήτησαν να φύγουν, λέγοντας ότι ήξεραν ποιοι ήταν.

«Θέλουμε να μάθουμε αν οι όροι του συμφωνητικού άλλαξαν, ή αν ο Πολιτάρχης σας εξακολουθεί να–» άρχισε ο Βόρκεραμ.

Αλλά ο φρουρός στο φυλάκιο τον διέκοψε: «Τίποτα δεν έχει αλλάξει, κύριε – αυτό μού ζήτησαν να σας μεταβιβάσω – και ούτε τίποτα πρόκειται να αλλάξει στο μέλλον· επομένως, δεν χρειάζεται να μας επισκεφτείτε ξανά.»

Θέλουν να μας διώξουν, σκέφτηκε ο Βόρκεραμ. Όσο το δυνατόν πιο μακριά, τόσο το καλύτερο. Για να μην επηρεάσουμε κι άλλους μισθοφόρους.

Αλλά είναι αργά πλέον.

Οι μισθοφόροι που ήταν μαζί με τον αρχηγό των Εκλεκτών, ακούγοντας τα λόγια του φρουρού, άρχισαν να διαμαρτύρονται. Όμως ο Βόρκεραμ-Βορ ύψωσε το χέρι του, από το παράθυρο του τετράκυκλου οχήματός του, και είπε δυνατά: «Εντάξει! Αφήστε το! Θα φύγουμε αφού δε μας θέλουν! Μέχρι να μάθουν ότι μας χρειάζονται! Θα φύγουμε!»

Προτού όμως απομακρυνθούν πολύ, καθώς είχαν γυρίσει τα τροχοφόρα τους προς την άλλη κατεύθυνση, ένας άντρας ήρθε καταπάνω τους βαδίζοντας γρήγορα, συνοδευόμενος από μερικούς άλλους. Δεν ήταν άνθρωπος της Φρουράς και δεν κουβαλούσε φανερά όπλα. Φορούσε κοστούμι και καπαρντίνα, και είχε μια μεγάλη τσάντα κρεμασμένη πλάι του, με το λουρί της περασμένο λοξά μπροστά από το στήθος του. Είχε δέρμα λευκό-ροζ και μαλλιά καστανά και κοντοκουρεμένα, αλλά αεράτα: αναδεύονταν έντονα καθώς βάδιζε.

«Κύριε!» φώναξε. «Είστε ο Βόρκεραμ-Βορ; Θα μπορούσα να μιλήσω για λίγο μαζί σας; Είμαι δημοσιογράφος.» Έβγαλε μια ταυτότητα από την τσέπη του. «Από την εφημερίδα ‘Η Εγρήγορη’.»

Ο Βόρκεραμ σταμάτησε τους τροχούς του οχήματός του και τον κοίταξε από το ανοιχτό παράθυρο. Το περίμενε ότι δημοσιογράφοι πιθανώς να βρίσκονταν εδώ σήμερα. Γι’αυτούς είχε έρθει, κυρίως. Μπορεί ο Λούσιος Φιλοδέκτης να είχε άνθρωπο που θα προωθούσε την υπόθεσή τους στο τηλεοπτικό κανάλι Κατωρίγιο Φως, μα δεν έβλαπτε να έχουν επαφές και με άλλα μέσα μαζικής πληροφόρησης. Ήταν, για την ώρα, ό,τι καλύτερο μπορούσαν να κάνουν για να ασκήσουν πίεση στον Πολιτάρχη. Όσο πιο μακριά και όσο πιο ξεκάθαρα ακουγόταν η αλήθεια για το συμβόλαιο εργασίας τόσο λιγότεροι μισθοφόροι θα έρχονταν να τον υπηρετήσουν, ετούτη την περίοδο που η Β’ Κατωρίγια Συνοικία τούς χρειαζόταν πολύ.

Ο Βόρκεραμ βγήκε από το όχημά του. «Τι θέλετε;» ρώτησε, ενώ οι Εκλεκτοί έβγαιναν επίσης από το όχημα, έτοιμοι να τον προστατέψουν, και η Ολντράθα, μένοντας στο εσωτερικό του οχήματος, παρατηρούσε τα πολεοσημάδια για τυχόν ενέδρα.

Η Άνμα, από το δικό της τετράκυκλο, που είχε σταματήσει παραδίπλα, κοίταζε κι εκείνη τα σημάδια της Πόλης φυσικά, φοβούμενη ότι όλα τούτα μπορεί να ήταν κάποιο δολοφονικό κόλπο της Κορίνας.

Αλλά όχι. Ο δημοσιογράφος έμοιαζε πράγματι για δημοσιογράφος – κι οι δυο Θυγατέρες ήταν σίγουρες. Η Πόλη δεν τον αναγνώριζε ως τίποτε άλλο. Και ούτε τους έδειχνε ότι έκρυβε κάτι.

Η Άνμα μόνο διέκρινε, μέσα από τα πολεοσημάδια, ότι ο άντρας είχε ένα μικρό όπλο κρυμμένο επάνω του (πιστόλι μάλλον). Αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο, για την προσωπική του ασφάλεια.

Ο δημοσιογράφος ρώτησε: «Είστε ο Βόρκεραμ-Βορ, σωστά;»

«Σωστά. Κι εσύ ποιος είσαι;»

«Ονομάζομαι Κρίνος Φευγότομος. Είμαι δημοσιογράφος της εφημερίδας ‘Η Εγρήγορη’. Σίγουρα θα την έχετε ακούσει...»

Ο Βόρκεραμ δεν την είχε ακούσει. «Ναι,» είπε, «την έχω ακουστά.»

«Θα θέλατε να μου μιλήσετε για το πρόβλημα που έχει παρουσιαστεί εδώ, κύριε Βόρκεραμ-Βορ; Τι είναι εκείνο που σας ενοχλεί σχετικά με το συμβόλαιο που προσφέρει ο Πολιτάρχης μας;»

«Με ενοχλεί εκείνο που θα έπρεπε να ενοχλεί όλους τους μισθοφόρους – και πράγματι ενοχλεί πολλούς από αυτούς. Μπορούμε να το συζητήσουμε σε κάποιο πιο ήσυχο μέρος, αν θέλετε.»

Ο δημοσιογράφος μειδίασε. «Αυτό ακριβώς ήμουν έτοιμος να σας προτείνω. Θα με οδηγήσετε εσείς; Έχω ένα όχημα σταθμευμένο κοντά.» Έδειξε ένα εξάτροχο που δεν ήταν και πολύ πιο μεγάλο από ένα συνηθισμένο τετράκυκλο, αλλά πρέπει να είχε αρκετό χώρο για εκείνον και τους βοηθούς του.

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Ακολουθήστε μας, κύριε Φευγότομε.»

Μπήκαν όλοι στα οχήματά τους και κατευθύνθηκαν προς τον Βαθύρριζο.

Την ίδια ώρα, οι υπόλοιποι μισθοφόροι που ήταν συνεννοημένοι με τον Βόρκεραμ-Βορ επισκέπτονταν, για δεύτερη φορά, τα άλλα κέντρα στρατολόγησης στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία, απ’όπου έμελλε σύντομα να τους διώξουν, λέγοντάς τους πως οι όροι του συμφωνητικού δεν είχαν αλλάξει και ούτε θα άλλαζαν.

Γύρω στο μεσημέρι, όταν άπαντες συγκεντρώθηκαν στον Βαθύρριζο και ο Κρίνος Φευγότομος είχε πλέον φύγει, συζήτησαν αναμεταξύ τους σχετικά με το τι είχε συμβεί (ενώ η Άνμα και η Ολντράθα, παρατηρώντας τα πολεοσημάδια, έβλεπαν ότι κατάσκοποι τούς παρακολουθούσαν, αναμενόμενα). Οι μισθοφόροι ήταν θυμωμένοι, και κάποιοι ήταν και απογοητευμένοι: έλεγαν πως πάει, τελείωσε, είχαν τώρα χάσει τη δουλειά, αλλά τουλάχιστον άξιζε τον κόπο η διαμαρτυρία τους. Κανείς δεν το αμφισβητούσε. Κανείς δεν θα συμφωνούσε πια να εργαστεί με τους όρους που πρότεινε το συμβόλαιο του Γουίλιαμ Σημαδεμένου.

Ο Βόρκεραμ-Βορ τούς είπε να μην αποθαρρύνονται τόσο εύκολα. «Θα δείτε που, στο τέλος, θα ενδώσει. Γιατί το ξέρει ότι η συνοικία του χρειάζεται καλούς μισθοφόρους–»

«Ναι,» τόνισε ο Έκρελ Σόρεντερ, παρεμβαίνοντας, «είναι βέβαιο.» (Ο Ράλενταμπ ακόμα τον κοίταζε σαν να ήθελε να τον δολοφονήσει, ύστερα από το χτεσινοβραδινό επεισόδιο με την Ευμενίδα· ενώ η ίδια η Ευμενίδα απέφευγε να πολυκοιτάζει τον Έκρελ.)

«Μίλησα ήδη σ’έναν δημοσιογράφο,» είπε ο Βόρκεραμ-Βορ για όσους δεν το ήξεραν. «Τον λένε Κρίνο Φευγότομο. Είναι μιας εφημερίδας που ονομάζεται ‘Η Εγρήγορη’.»

Ο Βισδέλος (ο φίλος του Λούσιου Φιλοδέκτη) γέλασε. «Ο Φευγότομος; Τώρα θ’ακούσουμε πολλά...»

«Γιατί το λες αυτό;»

«Είναι γνωστός σε τούτα τα μέρη, Βόρκεραμ. Γράφει τα πιο καυστικά άρθρα στην Εγρήγορη.»

«Είναι μεγάλη εφημερίδα;»

«Όχι και τόσο, αλλά έχει πολύ ‘υπόγειο’ κοινό, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Βγάζει πράγματα που δεν τα βγάζουν άλλες εφημερίδες.»

«Κατάλαβα,» ένευσε ο Βόρκεραμ.

Ο Λούσιος τού είπε, από κοντά, για να μην ακουστεί και πολύ παραπέρα: «Εγώ, πάντως, θα μιλήσω τώρα στον γνωστό μου που λέγαμε. Καλύτερα η υπόθεσή μας να ειπωθεί από το Κατωρίγιο Φως παρά μόνο να γραφτεί στην Εγρήγορη. Το κανάλι έχει μεγαλύτερη εμβέλεια.»

Ο Βόρκεραμ ένευσε ξανά. «Φυσικά,» είπε, ενώ καταλάβαινε γιατί ο Λούσιος είχε μιλήσει χαμηλόφωνα. Φοβόταν για κατασκόπους. Δεν ήθελε να ξέρουν τα άμεσα σχέδιά τους.

Η Άνμα και η Ολντράθα είχαν ήδη ειδοποιήσει τον Βόρκεραμ-Βορ ότι εκείνος και οι άλλοι μισθοφόροι βρίσκονταν υπό παρακολούθηση, πράγμα που βέβαια δεν τον είχε αιφνιδιάσει καθόλου. Αναμενόμενο το θεωρούσε. Αλλά το είχε πει στους πιο κοντινούς του Εκλεκτούς και στους πιο κοντινούς του συνωμότες (όπως ήταν ο Λούσιος Φιλοδέκτης). «Νομίζω πως έχουμε περίεργα μάτια κι αφτιά για γείτονες, όταν είμαστε στην τραπεζαρία του Βαθύρριζου,» τους είχε τονίσει. «Να τόχε υπόψη σας. Να προσέχετε, ώς ένα βαθμό, τι λέτε.» Δεν είχαν εκπλαγεί, ασφαλώς. Το περίμεναν κι αυτοί ότι θα βρίσκονταν υπό παρακολούθηση, ύστερα από τις φασαρίες που είχαν προκαλέσει στα κέντρα στρατολόγησης. Οι μυστικές υπηρεσίες της Β’ Κατωρίγιας αναμφίβολα θα τους είχαν στα υπόψη, και θα έψαχναν τρόπο να τους διώξουν με την πρώτη δυνατή ευκαιρία.

Μάλλον – υπέθετε ο Βόρκεραμ – απλά περίμεναν οι μισθοφόροι να μείνουν κάμποσες μέρες εδώ χωρίς αξιόπιστη εργασία. Και τότε θα τους απομάκρυνε από τη συνοικία η ίδια η Φρουρά, η οποία ήδη τους είχε προειδοποιήσει πως ένοπλες ομάδες που περιφέρονταν άσκοπα μέσα στη Β’ Κατωρίγια, ή που δεν εργάζονταν για αξιόπιστους εργοδότες, διώχνονταν εντός δεκαπέντε ημερών.

Αυτή είναι η τρίτη μας μέρα εδώ, σκέφτηκε ο Βόρκεραμ πίνοντας μια γουλιά από την Αφρισμένη Κυρά του. Έχουμε καιρό ακόμα.

*

Τη νύχτα, πειρατές χτύπησαν ξανά τις όχθες της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, και το μακελειό ήταν μεγάλο, αν και όχι τόσο μεγάλο όσο το προχτεσινό. Η Φρουρά, με τη βοήθεια μισθοφόρων, κατάφερε να αντιμετωπίσει καλύτερα τους άρπαγες του Ριγοπόταμου, όμως είχε αρκετές απώλειες, και έγιναν πολλές ζημιές και πολλή λεηλασία. Οι πολίτες της Β’ Κατωρίγιας ήταν κάθε άλλο παρά ευχαριστημένοι.

Ο Βόρκεραμ-Βορ παρακολουθούσε και περίμενε να δει πότε τα πράγματα θα κατέληγαν τόσο άσχημα που ο Πολιτάρχης θ’αναγκαζόταν να αλλάξει τους όρους του συμβολαίου. Γιατί δεν του φαινόταν ότι οι πειρατικές επιδρομές θα έπαυαν σύντομα. Γίνονταν με μεγάλο θράσος και, ίσως, με σύστημα. Πάντως, εξακολουθούσε νάχει τις αμφιβολίες του για το αν οι κουρσάροι ήταν σταλμένοι από αυτόν τον Αλυσοδεμένο Ποιητή. Μόνο άρπαζαν· δεν κατακτούσαν. Εκτός αν ο Ποιητής θέλει να αποδυναμώσει τη Β’ Κατωρίγια προτού της επιτεθεί με τους κανονικούς του στρατούς, σκεφτόταν ο Βόρκεραμ.

Ο Αλέξανδρος Πανιστόριος, ο Αρχικατάσκοπος της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, είχε παρόμοιες υποψίες για τους κουρσάρους. Αλλά είχε υποψίες και για τον Βόρκεραμ-Βορ και πολλούς από τους μισθοφόρους που βρίσκονταν κοντά του. Φοβόταν ότι ήταν άνθρωποι του Ανθοτέχνη. Μα ακόμα δεν είχε καταφέρει να το εξακριβώσει. Οι πληροφορίες του έλεγαν πως είχαν μπει από τα δυτικά σύνορα της Β’ Κατωρίγιας, περνώντας από την Α’ Κατωρίγια, όπου, πιο πριν, είχαν επισκεφτεί ένα κέντρο στρατολόγησης, μη συμφωνώντας ξανά με τους όρους του συμβολαίου. Στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία οι μισθοφόροι είχαν έρθει από τα νότια, από τη Ρόδα, είχε μάθει ο Αλέξανδρος (καθώς οι κατάσκοποί του είχαν επαφές με τις μυστικές υπηρεσίες της Α’ Κατωρίγιας). Τα πάντα έδειχναν ότι ο Βόρκεραμ-Βορ και οι δικοί του είχαν πλησιάσει από την αντίθετη κατεύθυνση σε σχέση με τον Αλυσοδεμένο Ποιητή. Όμως αυτό πιθανώς να ήταν εσκεμμένο, ως κάλυψη. Ο Αλέξανδρος, δυστυχώς, δεν μπορούσε τώρα να ερευνήσει όλο τους το ταξίδι πριν από τα σύνορα της Ρόδας. Δεν μπορούσε να διαθέσει ανθρώπους για να τους στείλει να κάνουν κάτι τέτοιο. Ίσως στο μέλλον, αν δεν έβρισκε άλλη λύση...

Ο Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας, Γουίλιαμ Σημαδεμένος, έβλεπε τι γινόταν στις όχθες της συνοικίας του και δεν του άρεσε καθόλου. Ζητούσε καλύτερη δράση από τη Φρουρά και από τους μισθοφόρους. Ήταν θυμωμένος μαζί τους. Καταστρεφόταν το εμπόριο μ’αυτό που συνέβαινε! Εκτός από τις υλικές ζημιές και τις απώλειες σε ζωές. Και κατηγορούσε εν μέρει και τους μισθοφόρους που είχαν διαμαρτυρηθεί στα κέντρα στρατολόγησης. Αν δεν είχαν διαμαρτυρηθεί, αν δεν είχαν κάνει αυτή την άθλια φασαρία, ίσως τώρα να είχε περισσότερους μισθωμένους μαχητές στη διάθεσή του για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα τους κουρσάρους!

Ο πολιτικός αντίπαλος του Σημαδεμένου, ο Όρπεκαλ-Λάντι, παρακολουθούσε επίσης τα γεγονότα με τους πειρατές και περίμενε αυτή η κατάσταση να φθείρει γρήγορα την πίστη των πολιτών στον εχθρό του. Σκεφτόταν ότι πιθανώς να οδηγούνταν σε εκλογές μέσα σε τούτη την εμπόλεμη περίοδο. Σε έκρυθμες περιστάσεις, το Πολιτικό Συμβούλιο της Β’ Κατωρίγιας μπορούσε να επιβάλει να γίνουν εκλογές. Και οι τωρινές περιστάσεις πλησίαζαν να είναι έκρυθμες, δεν πλησίαζαν; Ο περισσότερος κόσμος, βέβαια, θα θεωρούσε κακό σημάδι να έχουν εκλογές ενώ η συνοικία βρισκόταν σε πόλεμο· αλλά ο Όρπεκαλ-Λάντι πίστευε ότι αυτό, μάλλον, θα τους ευνοούσε όλους. Πίστευε ότι εκείνος θα ανέβαινε στο αξίωμα του Πολιτάρχη και θα αντιμετώπιζε την κατάσταση πολύ καλύτερα.

Η Φενίλδα Καρντέρω, η εξόριστη Πολιτάρχης της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας, και ο σύζυγός της, ο Φρανκ, έβλεπαν από τον τηλεοπτικό τους δέκτη τις επιδρομές των κουρσάρων και φοβόνταν για το μέλλον. Τι σχεδίαζε τώρα ο Αλυσοδεμένος Ποιητής; αναρωτιόνταν. Γιατί δεν είχαν καμια αμφιβολία ότι αυτά τα καθάρματα ήταν σταλμένα εδώ από αυτόν. Καμια αμφιβολία. Στα μάτια τους, για ό,τι κακό συνέβαινε στις συνοικίες του Ριγοπόταμου ο Κάδμος Ανθοτέχνης έφταιγε. Ήταν οι Δυνάμεις του Κακού σε τούτα τα μέρη! Θέμα χρόνου ήταν μέχρι να επιτεθεί και στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία. Η Φενίλδα σκεφτόταν τι μπορούσε να κάνει τώρα εναντίον του. Τι; Να έστελνε κι άλλο δολοφόνο; Δεν πίστευε ότι θα είχε καλύτερη μοίρα από τον προηγούμενο· και ίσως, μάλιστα, να αιχμαλωτιζόταν και να αποκάλυπτε τη θέση της εδώ, στη Β’ Κατωρίγια... Η Φενίλδα έπρεπε να βρει κάποιο άλλο σχέδιο...

Η Νορέλτα-Βορ δεν έδινε μεγάλη σημασία στις επιδρομές των κουρσάρων. Εκείνο που την απασχολούσε ήταν πώς να μάθει για τη μοίρα των Νομάδων των Δρόμων και, έτσι, για τη Μιράντα. Συνέχιζε να περιφέρεται μέσα στην αριστοκρατία της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, προσπαθώντας να γνωρίζει ολοένα και περισσότερους ευγενείς, ολοένα και περισσότερους όσο το δυνατόν πιο σημαντικούς ανθρώπους γενικά. Κάθε τόσο έκανε καμια ερώτηση για «αυτούς τους περίεργους Νομάδες των Δρόμων». Είχε ακούσει γι’αυτούς, έλεγε, και την είχαν παραξενέψει. Από πού είχαν έρθει; Τι ήταν; Πού βρίσκονταν τώρα; Ήταν όντως κατάσκοποι του Αλυσοδεμένου Ποιητή;

Δυστυχώς, σοβαρές απαντήσεις δεν λάμβανε ακόμα...

*

Η Εγρήγορη έγραφε, την επομένη, για τη διαμαρτυρία των μισθοφόρων και για τους όρους του συμβολαίου εργασίας με τους οποίους διαφωνούσαν. Ο Κρίνος Φευγότομος ήταν ιδιαίτερα καυστικός στο άρθρο του, καθώς αναρωτιόταν πώς περίμενε ο Πολιτάρχης να συγκεντρώσει μαχητές για την υπεράσπιση της συνοικίας – τρομάζοντάς τους με τους όρους του;

Ο Βόρκεραμ-Βορ διάβασε το άρθρο, όπως και πολλοί άλλοι. Ο Λούσιος Φιλοδέκτης έκρινε πως ήταν ώρα να πάει να μιλήσει στον γνωστό του που μπορούσε να προωθήσει την υπόθεσή τους στο Κατωρίγιο Φως. Ο Βόρκεραμ συμφώνησε, και ο Λούσιος έφυγε από τον Βαθύρριζο. Η Άνμα τον παρατηρούσε, έβλεπε τα πολεοσημάδια γύρω του, για να αποφασίσει μήπως χρειαζόταν κάποια παρέμβαση από μέρους της, κάποια κίνηση για παραπλάνηση κατασκόπων. Αλλά διαπίστωσε πως κάτι τέτοιο, μάλλον, δεν ήταν απαραίτητο. Οι κατάσκοποι δεν παρακολουθούσαν τον Λούσιο συγκεκριμένα, δεν τον είχαν ξεχωρίσει· παρακολουθούσαν όλους τους μισθοφόρους γενικά εκεί όπου συναθροίζονταν. Μόνο τον Βόρκεραμ-Βορ έμοιαζε να έχουν ξεχωρίσει περισσότερο ανάμεσά τους. Και δικαιολογημένα, σκεφτόταν η Άνμα. Ο άνθρωπος φαίνεται από μακριά για αρχηγός όλων τώρα. Δε χρειαζόταν να βλέπεις πολεοσημάδια για να το διακρίνεις αυτό.

Ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας πλησίασε την Άνμα αργότερα, ενώ εκείνη εξακολουθούσε να βρίσκεται στην τραπεζαρία του Βαθύρριζου μαζί με τη Φοριντέλα-Ράο, την Ολντράθα, και τον Βόρκεραμ-Βορ. «Πού είναι η Νορέλτα;» ρώτησε ο Άβαντας. «Ακόμα να γυρίσει;»

«Για να μην τη βλέπεις εδώ....» αποκρίθηκε η Άνμα.

«Έχει δουλειές στη Β’ Κατωρίγια,» του είπε ο Βόρκεραμ, «οι οποίες δεν έχουν άμεση σχέση μ’εμάς.»

«Θα ξανάρθει;»

«Έτσι είπε.»

Όταν ο Λούσιος Φιλοδέκτης επέστρεψε στον Βαθύρριζο ανέφερε στον Βόρκεραμ ότι όλα ήταν εντάξει. Ο άνθρωπός του είχε συμφωνήσει να προωθήσει την υπόθεσή τους στο Κατωρίγιο Φως, και σήμερα ή αύριο το κανάλι θα έλεγε για τους άσχημους όρους που πρόσφερε το συμφωνητικό του Πολιτάρχη στους μισθοφόρους.

«Κι εν τω μεταξύ τι κάνουμε;» ρώτησε ο Ριχάρδος ο Τρομερός, που αισθανόταν καλύτερα: τα εγκαύματα στο αριστερό του χέρι – τα οποία είχαν προκληθεί από την επίθεση των Πορφυρών Δικαστών στην Αμφίνομη – είχαν πια σχεδόν θεραπευτεί. «Περιμένουμε;»

«Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο να κάνουμε,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ. «Αν ξαναπάμε στα κέντρα στρατολόγησης πιθανώς να γίνουν πολύ άσχημες ιστορίες. Πράγμα που δεν θα μας ωφελήσει.»

«Ο Πολιτάρχης όμως διώχνει τις ένοπλες ομάδες,» του θύμισε η Ρία Καλόφραστη, «εντός δεκαπέντε ημερών, αν δεν έχουν εργοδότη.»

«Μέσα σε δεκαπέντε μέρες, αν οι επιδρομές των κουρσάρων συνεχιστούν, κάτι θα έχει αλλάξει, ελπίζω,» είπε ο Βόρκεραμ.

Και περίμεναν, τρώγοντας την ώρα τους και τα λεφτά τους στον Βαθύρριζο, καθώς οι μέρες περνούσαν. Η Άνμα και η Ολντράθα συνεχώς βρίσκονταν εκεί όπου μπορούσαν να δουν τον Βόρκεραμ-Βορ, έχοντας το νου τους για πολεοσημάδια που ίσως να σήμαιναν ενέδρα ή απόπειρα δολοφονίας. Τίποτα τέτοιο, όμως, δεν διέκριναν· μόνο κατασκόπους έβλεπαν διαρκώς. Ο Βόρκεραμ και οι μισθοφόροι ήταν υπό συνεχή παρακολούθηση από απεσταλμένους διαφόρων ανθρώπων.

Το Κατωρίγιο Φως μίλησε για την υπόθεση του συμβολαίου εργασίας την ίδια ημέρα κιόλας που ο Λούσιος Φιλοδέκτης είχε επικοινωνήσει με τον γνωστό του. Το κανάλι έβγαλε στον αέρα αυτό που συνέβαινε και είπε αναλυτικά ποιοι ήταν οι όροι που έθιγαν τα συμφέροντα των μισθοφόρων, σύμφωνα με τους ίδιους. Ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος έσπευσε να απαντήσει μερικές ώρες μετά από την εκπομπή του Κατωρίγιου Φωτός που αναφερόταν στο συμφωνητικό. Είχε βραδιάσει πλέον καθώς ξεκίνησε να λέει πως οι όροι αυτοί ήταν έτσι γραμμένοι για την ασφάλεια της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, επειδή υπήρχε φόβος για δολιοφθορείς και κατασκόπους του Κάδμου Ανθοτέχνη, του Αλυσοδεμένου Ποιητή. «Αν δεν υπήρχαν οι συγκεκριμένοι όροι, θα ήταν, ουσιαστικά, σαν να προσκαλούμε τέτοιους κακοποιούς στη συνοικία μας,» είπε ο Πολιτάρχης. Οι μισθοφόροι, τόνισε, θα έπρεπε να φανούν πιο λογικοί. Ο μισθός τους, άλλωστε, δεν ήταν καθόλου άσχημος· ήταν αξιοπρεπέστατος. Και αυτή η σπασμωδική συμπεριφορά τους θα μπορούσε ίσως να χαρακτηριστεί, αν μη τι άλλο, ακόμα και ύποπτη...

Αλλά, καθώς ο Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας μιλούσε δημοσίως μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες, οι κουρσάροι ξεκίνησαν να επιτίθενται στις όχθες της συνοικίας για τέταρτη φορά. Ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος αναγκάστηκε να διακόψει τον λόγο του, πράγμα που είχε πολύ άσχημο αντίκτυπο στους κατοίκους της Β’ Κατωρίγιας. Τα γεγονότα τούς φάνηκε σαν να χλεύαζαν τα λόγια του Πολιτάρχη τους...

Ο Όρπεκαλ-Λάντι, φυσικά, δεν έχασε την ευκαιρία να κακολογήσει δημοσίως τον Γουίλιαμ Σημαδεμένο, κατηγορώντας τον πως τους έβαζε όλους σε κίνδυνο με την πολιτική του ανικανότητα και τους αδέξιους χειρισμούς του. Όταν δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με μερικούς μισθοφόρους που ήθελαν να είναι φίλοι τους, πώς μπορούσε ποτέ κανείς να περιμένει ότι θα κατάφερνε να αντιμετωπίσει εχθρικές δυνάμεις όπως ήταν αυτές του Αλυσοδεμένου Ποιητή; «Μας έχει πάρει το χέρι του Σκοτοδαίμονος όσο έχουμε τον Σημαδεμένο για Πολιτάρχη,» είπε ο Όρπεκαλ-Λάντι: οπότε η δημοσιογράφος που είχε παρουσιαστεί μαζί του του ζήτησε να χρησιμοποιεί πιο ευγενικές εκφράσεις ει δυνατόν.

Και τις επόμενες ημέρες τα πράγματα δεν καλυτέρευσαν. Έγιναν χειρότερα. Οι κουρσάροι μπορεί να μην επιτίθονταν κάθε νύχτα, αλλά επιτίθονταν κάθε δύο ή τρεις νύχτες, και δεν έρχονταν περισσότεροι μισθοφόροι να υπηρετήσουν τη Β’ Κατωρίγια Συνοικία, καθώς είχε διαδοθεί στις τριγυρινές συνοικίες ότι οι όροι που πρόσφερε ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος δεν ήταν καθόλου καλοί. Δεν το μάθαιναν μόνο από τα μέσα μαζικής πληροφόρησης, αλλά και από στόμα σε στόμα, καθώς πολλοί μισθοφόροι είχαν επαφές μεταξύ τους.

Δημοσιογράφοι έρχονταν να μιλήσουν στον Βόρκεραμ-Βορ και τους δικούς του, που ακόμα έμεναν στον Βαθύρριζο. Τους ρωτούσαν γιατί εξακολουθούσαν να βρίσκονται εδώ. Περίμεναν να εργαστούν για κάποιον άλλο μέσα στη συνοικία; Ο Βόρκεραμ τούς απάντησε ότι περίμεναν ο Πολιτάρχης να λογικευτεί· είπε ότι πίστευε πως, σύντομα, θα καταλάβαινε το λάθος του και θα πρόσφερε καλύτερους όρους στο συμφωνητικό του. «Οι όροι αυτοί είναι όροι εκμετάλλευσης· κανένας μισθοφόρος που δεν βρίσκεται σε απόγνωση δεν πρόκειται να τους δεχτεί.» Πρόσθεσε ότι η Β’ Κατωρίγια τώρα είχε ανάγκη από ικανούς ανθρώπους για να την προφυλάξουν. Ο Πολιτάρχης σίγουρα θα το έβλεπε αυτό και θα άλλαζε τους όρους. Δεν μπορεί ν’άφηνε τα λιμάνια να καταστραφούν τελείως και το εμπόριο να εκμηδενιστεί στον Ριγοπόταμο. Τελευταία, μάλιστα, οι πειρατές έκαναν επιδρομές και μες στους δρόμους της συνοικίας, όχι μόνο στις αποβάθρες. Η κατάσταση ήταν πολύ άσχημη, και η Φρουρά από μόνη της δεν μπορούσε να την αντιμετωπίσει.

Ορισμένοι δημοσιογράφοι τον ρώτησαν από πού ήταν εκείνος και οι Εκλεκτοί του. Δεν φαινόταν να είναι από τούτες τις περιοχές. Ο Βόρκεραμ-Βορ δεν δίστασε να αποκριθεί ότι είχαν έρθει από την Ανακτορική Συνοικία, όπου ήταν αρκετά γνωστοί. Είχαν ακούσει για τον πόλεμο εδώ και είχαν ταξιδέψει προς τα βόρεια, γιατί σκέφτονταν ότι οι Κατωρίγιες Συνοικίες θα χρειάζονταν καλούς μισθοφόρους για να αντιμετωπίσουν την απειλή του Αλυσοδεμένου Ποιητή.

Πιστεύετε ότι ο Αλυσοδεμένος Ποιητής ευθύνεται και για τις επιδρομές των κουρσάρων; τον ρώτησαν, επανειλημμένως, διάφοροι δημοσιογράφοι. Και ο Βόρκεραμ απάντησε πως το θεωρούσε πολύ πιθανό, ύστερα από την επιμονή που έδειχναν οι πειρατές. Είπε πως ο Κάδμος Ανθοτέχνης ίσως να τους είχε στείλει για να αποδυναμώσουν τη συνοικία και να διαλύσουν το εμπόριο στις όχθες της, ώστε μετά να επιτεθεί με τους στρατούς του και να την κατακτήσει πιο εύκολα.

Σε πόσο καιρό υπολογίζετε ότι θα μπορούσε να γίνει μια τέτοια επίθεση; Έτσι όπως πήγαιναν τα πράγματα; Με τόσο συχνές επιδρομές στα λιμάνια; Θέμα οκτάδων ήταν, μα τον Κρόνο! είπε, αναφερόμενος στις οκταήμερες υποδιαιρέσεις του κάθε μήνα της Ρελκάμνια.

*

Το απόγευμα της εντεκάτης ημέρας από τότε που ο Βόρκεραμ είχε κάνει την πρώτη φασαρία στο κέντρο στρατολόγησης της Τετράφωτης, ο Όρπεκαλ-Λάντι ήρθε να τον επισκεφτεί στον Βαθύρριζο, και η Άνμα και η Ολντράθα διέκριναν τρομερό ενδιαφέρον ξαφνικά από όλους τους κατασκόπους που βρίσκονταν στην τραπεζαρία. Διέκριναν, μάλιστα, πως κάποιοι απ’αυτούς είχαν βγάλει τεχνολογικές συσκευές – μικρές, δύσκολο να φανούν από απόσταση – ώστε ν’ακούσουν τι θα έλεγαν οι δύο άντρες. Η Ολντράθα πήγε και το ψιθύρισε στη Ζιλκάμα’μορ, τη μάγισσα των Εκλεκτών, η οποία τύχαινε επίσης να βρίσκεται στην αίθουσα εκείνη την ώρα. Η Ζιλκάμα ένευσε και είπε ότι θα το φρόντιζε. «Πώς το κατάλαβες;» ρώτησε την Ολντράθα, αλλά εκείνη απάντησε: «Άσ’ το τώρα αυτό, δεν έχει σημασία.» Και η μάγισσα δεν έκανε άλλες ερωτήσεις, εμπιστευόμενη την Ολντράθα όπως την εμπιστευόταν κι ο αρχηγός των Εκλεκτών από καιρό. Σηκώθηκε για να πάει σε μια γωνία της αίθουσας, ώστε να χρησιμοποιήσει τη μαγεία της χωρίς να την αντιληφτούν. Αλλά η Άνμα την πλησίασε προτού φτάσει εκεί, και την οδήγησε σ’ένα καλύτερο σημείο, μια καλύτερη γωνία, πιο καλυμμένη. «Εδώ κανείς δεν σε βλέπει,» τη διαβεβαίωσε. Η Ζιλκάμα’μορ την κοίταξε με κάποια περιέργεια. Πώς ήταν τόσο σίγουρη; Αλλά η Άνμα δεν είπε τίποτ’ άλλο, κι απομακρύνθηκε από τη μάγισσα.

Εκείνη, εστιάζοντας το βλέμμα της στον έναν από τους ανθρώπους που της είχε πει η Ολντράθα, μουρμούρισε μαγικά λόγια και σχημάτισε μαγικά σύμβολα με τα δάχτυλά της. Χρησιμοποίησε ένα Ξόρκι Ηχοληπτικής Ανιχνεύσεως και αμέσως οι αισθήσεις της διέκριναν τη συσκευή που ο άντρας κρατούσε κοντά στο αφτί του, κρυμμένη με το χέρι του. Ήταν πράγματι μια ηχοληπτική συσκευή. Η Ζιλκάμα’μορ έστρεψε τις μαγικά διευρυμένες αισθήσεις της στον άλλο άντρα που της είχε επισημάνει η Ολντράθα, και παρατήρησε πως είχε κι αυτός μια παρόμοια συσκευή, αν και ενσωματωμένη στα χοντρά μαύρα γυαλιά του. Η μάγισσα εστιάστηκε, μετά, στη γυναίκα που της είχε δείξει η Ολντράθα και διαπίστωσε ότι πίσω από τα ξανθά της μαλλιά, επάνω στο αφτί της, έκρυβε μια ηχοληπτική συσκευή.

Η Ζιλκάμα’μορ έκανε, διαδοχικά, τρία Ξόρκια Μηχανικής Δυσλειτουργίας, ένα για καθεμία από τις συσκευές, και όλες άρχισαν να δυσλειτουργούν – το πρόσεξε από τις εκφράσεις των κατασκόπων – και θα συνέχιζαν να δυσλειτουργούν για ώρες: παράσιτα, παρεμβολές, τριξίματα, διακοπές...

Η Άνμα και η Ολντράθα, καθισμένες στο τραπέζι τους, παρατηρώντας τα πολεοσημάδια, είδαν επίσης την αναστάτωση των κατασκόπων. Η μάγισσα είχε κάνει καλά τη δουλειά της. Και οι κατάσκοποι δεν την είχαν παρατηρήσει· τα σημάδια της Πόλης το φανέρωναν ξεκάθαρα. Ήταν πολύ μπερδεμένοι από τα προβλήματα στις συσκευές τους.

Ο Βόρκεραμ-Βορ, εν τω μεταξύ, μιλούσε με τον Όρπεκαλ-Λάντι, αρκετά κοντά στις δύο Θυγατέρες ώστε να μπορούν να τον ακούσουν. Ο πολιτικός έλεγε στον αρχηγό των Εκλεκτών ότι είχε μάθει για τις διαμαρτυρίες των μισθοφόρων και ότι συμφωνούσε απόλυτα μαζί τους. «Αλλά μην περιμένετε, κύριε Βόρκεραμ-Βορ, ότι ο Σημαδεμένος θ’αλλάξει τους όρους του. Ο άνθρωπος δεν ξέρει τι θα πει διπλωματία. Είναι αξιοπερίεργο γιατί ο κόσμος τον ψήφισε. Μια από τις μεγαλύτερες απάτες στη συνοικία μας, πιθανώς!» Γέλασε. «Θα μπορούσα εγώ να πάρω κάποιους από εσάς στις υπηρεσίες μου,» είπε. «Τους Εκλεκτούς σας, για παράδειγμα, και μερικούς ακόμα ανθρώπους. Όχι όλους, δυστυχώς. Δεν είμαι τόσο πλούσιος ώστε να μπορώ να μισθώσω όσους πολεμιστές θα μίσθωνε, με το θησαυροφυλάκιό της, ολόκληρη η Β’ Κατωρίγια Συνοικία. Αλλά οι όροι μου δεν θα έχουν καμια σχέση με του Σημαδεμένου, να είστε βέβαιος.»

«Και τι θέλετε να κάνουμε για εσάς, κύριε Όρπεκαλ-Λάντι;» ρώτησε ο Βόρκεραμ ατενίζοντάς τον με κάποια καχυποψία. Ο Όρπεκαλ-Λάντι, σκεφτόταν, πρέπει να πίστευε ότι είχε κάτι να κερδίσει απ’όλα τούτα. Δεν μπορεί να ενδιαφερόταν μόνο για το καλό της Β’ Κατωρίγιας. Η όλη του δράση στα μέσα μαζικής πληροφόρησης αυτό έδειχνε, τουλάχιστον.

«Να πολεμήσετε τους κουρσάρους, φυσικά.»

«Δεν είμαστε αρκετοί. Αν μισθώσετε μόνο αυτούς που λέτε, δεν είμαστε αρκετοί.»

«Μπορείτε, όμως, κάτι να προσφέρετε, δεν μπορείτε; Απ’ό,τι έχω ακούσει, οι Εκλεκτοί σας είναι πολύ ικανοί μαχητές και περιώνυμοι στην Ανακτορική Συνοικία και στις τριγυρινές συνοικίες της, μακριά από εδώ. Εγώ, τουλάχιστον, σας έχω εμπιστοσύνη. Μοιάζετε με άνθρωποι που ξέρετε τη δουλειά σας. Και από τους άλλους θα μισθώσω εκείνους που εσείς θα μου προτείνετε, κύριε Βόρκεραμ-Βορ.»

«Ακόμα κι έτσι...» είπε σκεπτικά ο Βόρκεραμ. «Δε μπορώ να δώσω ψεύτικες υποσχέσεις για ένα τέτοιο θέμα. Όποιους ανθρώπους κι αν σας προτείνω να προσλάβετε, οι κουρσάροι είναι πάρα πολλοί. Ολόκληρες αρμάδες έρχονται κάθε τόσο από αυτές τις Ήμερες Συνοικίες. Ολόκληρα φουσάτα γεμίζουν τα λιμάνια και τους δρόμους κοντά στις όχθες της Β’ Κατωρίγιας. Δε μπορούμε να τους αποκρούσουμε όλους αυτούς χωρίς να είμαστε αρκετοί σε αριθμό. Θα μπορούσαμε, ίσως, να αποκρούσουμε μόνο ένα μέρος της επιδρομής.»

«Είναι βέβαιο;»

«Τίποτα δεν είναι βέβαιο στον πόλεμο, κύριε Όρπεκαλ-Λάντι, αλλά θα κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε.»

«Αυτό ακριβώς θέλω. Ίσως, μάλιστα, ο Σημαδεμένος, όταν δει τι είδους υπηρεσίες προσφέρετε, να αλλάξει τους όρους του συμφωνητικού και να προσλάβουμε περισσότερους μαχητές με χρήματα από το θησαυροφυλάκιο της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας.»

Ο Βόρκεραμ το σκέφτηκε. Αυτό που έλεγε ο Λάντι’θρελ δεν ήταν παράλογο. Μπορεί να γινόταν πραγματικότητα. Αν οι Εκλεκτοί και οι άλλοι μισθοφόροι που θα πλήρωνε ο Όρπεκαλ κατόρθωναν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά ένα μέρος της επιδρομής των κουρσάρων, ώστε να δείξουν ότι ήταν μακράν καλύτεροι από τη Φρουρά και όσους μαχητές ήδη βρίσκονταν στις υπηρεσίες του Πολιτάρχη, τότε πιθανώς ο Σημαδεμένος να αναγκαζόταν να αλλάξει τους όρους του συμφωνητικού. Αν μη τι άλλο, εξαιτίας της κοινής γνώμης. Τα τηλεοπτικά κανάλια θα έλεγαν για την «ηρωική δράση» των μισθοφόρων, και οι πολίτες θα ζητούσαν την προστασία που μπορούσαν να τους προσφέρουν περισσότεροι παρόμοια ικανοί μαχητές.

«Είμαστε σύμφωνοι, Όρπεκαλ,» είπε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Και ελπίζω να μπορούμε να μιλάμε στον ενικό πλέον...»

Ο Όρπεκαλ χαμογέλασε κάτω από το μαύρο μουστάκι του. «Ασφαλώς, Βόρκεραμ,» αποκρίθηκε, και του πρόσφερε ένα πούρο.

Ο αρχηγός των Εκλεκτών το πήρε μ’ένα νεύμα, και ο πολιτικός τού το άναψε με τον ενεργειακό αναπτήρα του. Ύστερα άναψε ένα για τον εαυτό του.

«Τι όρους, λοιπόν, προσφέρεις εσύ;» τον ρώτησε ο Βόρκεραμ-Βορ.

«Μικρότερη αμοιβή, δυστυχώς, γιατί δεν έχω στη διάθεσή μου – ακόμα – το θησαυροφυλάκιο της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Κατά τα άλλα, οι όροι μου–»

«Πόσο μικρότερη αμοιβή;» τον διέκοψε ο Βόρκεραμ, μη θέλοντας να βάλει τους Εκλεκτούς του να δουλέψουν για ψίχουλα. Δεν ήταν αυτό το συνήθειό τους, ούτε στην Ανακτορική Συνοικία ούτε πουθενά.

Η απάντηση τού Όρπεκαλ-Λάντι, όμως, ήταν ικανοποιητική. Η αμοιβή θα ήταν μόλις 15% λιγότερη. Ο Βόρκεραμ-Βορ συμφώνησε. Δεν ήταν ψίχουλα. «Δε νομίζω κανείς να αρνηθεί να δουλέψει γι’αυτά τα χρήματα.»

«Χαίρομαι που δεν βρισκόμαστε σε διαφωνία,» αποκρίθηκε ο Όρπεκαλ-Λάντι. «Όσον αφορά τους υπόλοιπους όρους μου, είναι απλοί. Πολύ απλοί. Τα όπλα σας και οι εξοπλισμοί σας θα είναι, φυσικά, δικά σας και μόνο. Και, αν το συμβόλαιό μας λήξει εκπρόθεσμα, δεν οφείλετε να μου επιστρέψετε κανένα πόσο. Επιπλέον, το συμβόλαιο δεν θα έχει προθεσμία, ούτως ή άλλως. Με υπηρετείτε για όσο νομίζετε. Αν με προδώσετε, βέβαια, θα το πάρω προσωπικά...» είπε μεταξύ αστείου και σοβαρού· αλλά ο Βόρκεραμ καταλάβαινε ότι ήταν απειλή ουσιαστικά: και, μάλιστα, περισσότερο σοβαρή παρά αστεία.

«Δεν έχουμε τέτοια πρόθεση,» διαβεβαίωσε τον Όρπεκαλ, ουδέτερα.

Εκείνος ένευσε, φυσώντας καπνό· και συνέχισε: «Για όσο αποφασίσετε να εργάζεστε για εμένα θα βρίσκεστε υπό τις εντολές μου, αλλά πάντα θα συμβουλεύομαι εσένα, Βόρκεραμ, για το οτιδήποτε.»

«Καλώς,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ-Βορ, τρίβοντας την άκρη του πούρου του μέσα στο τασάκι για να ξεφορτωθεί τη στάχτη.

«Τι άλλο θα ήθελες;» ρώτησε ο Όρπεκαλ-Λάντι.

«Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Το συμβόλαιο πότε θα είναι έτοιμο;»

«Αύριο το πρωί. Θα έρθω πάλι εδώ να σας επισκεφτώ.»

«Εντάξει. Κι εγώ ώς τότε θα έχω μιλήσει με τους μισθοφόρους και θα έχουμε αποφασίσει ποιοι συμφέρει να σε υπηρετήσουν.»

«Βασίζομαι στην κρίση σου, Βόρκεραμ.»

Δεν έχεις άλλη επιλογή, σκέφτηκε ο αρχηγός των Εκλεκτών, δαγκώνοντας την άκρη του πούρου του και ρουφώντας καπνό.

*

Ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος ζητούσε βοήθεια από τον Πολιτάρχη της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας, Σελασφόρο Χορονίκη, μιλώντας τηλεπικοινωνιακά μαζί του. Αλλά ο Χορονίκης δεν ήταν και τόσο πρόθυμος να στείλει πλοία και αεροσκάφη στη Β’ Κατωρίγια για την αντιμετώπιση των πειρατών. Ανέκαθεν η Β’ Κατωρίγια και η Α’ Ανωρίγια ήταν που αντιμετώπιζαν τους άρπαγες των Ήμερων Συνοικιών, που τους κρατούσαν μακριά· η Α’ Κατωρίγια και η Β’ Ανωρίγια σπάνια εμπλέκονταν.

Όμως τώρα ο Σελασφόρος Χορονίκης είχε κι άλλο λόγο που δίσταζε να εμπλακεί. Είχε ένα σχέδιο στο μυαλό. Ένα σχέδιο που δεν θ’αργούσε καθόλου να βάλει σε δράση. Είπε στον Γουίλιαμ Σημαδεμένο πως δεν μπορούσε να στείλει τις δυνάμεις του στα βόρεια του Ριγοπόταμου. Ήταν θέμα ασφαλείας και–

Ο Σημαδεμένος τον διέκοψε, λέγοντάς του – απειλώντας τον σχεδόν – πως ήταν ακόμα μεγαλύτερο θέμα ασφαλείας να αντιμετωπιστούν οι κουρσάροι: γιατί, έτσι όπως κινούνταν, πολύ σύντομα θα έφταναν και στις όχθες της Α’ Κατωρίγιας. Και η Α’ Κατωρίγια ήταν σαφώς λιγότερο συνηθισμένη να αντιμετωπίζει τέτοιους άρπαγες! «Μόνο ενωμένοι μπορούμε να τους τσακίσουμε, Σελασφόρε!» είπε. «Αλλά τώρα! Τώρα, όσο έχουμε ακόμα και οι δύο δυνάμεις.»

Ο Χορονίκης παρέμεινε ανένδοτος. Δεν μπορούσε να διαθέσει μισθοφόρους, ούτε ανθρώπους της Φρουράς της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας, αποκρίθηκε. Είχε κατά νου άλλα πράγματα.

Τι άλλα πράγματα; ρώτησε ο Σημαδεμένος.

Ο Χορονίκης είπε ότι δεν ήταν δυνατόν να τα συζητήσει αυτά τώρα. Και όχι τηλεπικοινωνιακά, σίγουρα. Αλλά ήταν πιεσμένος. Στο μέλλον ίσως να μπορούσε να κάνει κάτι–

Στο μέλλον; Πόσο μακριά στο μέλλον;

Ο Χορονίκης φαινόταν ενοχλημένος από την επιμονή του Σημαδεμένου. «Θα δούμε,» είπε μόνο. «Θα δούμε. Σύντομα, ελπίζω.»

«Αν δεν είναι αρκετά σύντομα, Σελασφόρε,» τον προειδοποίησε ο Πολιτάρχης της Β’ Κατωρίγιας Συνοικία, «πιθανώς να είναι πολύ αργά. Για όλους μας,» αγριοκοιτάζοντάς τον μέσα από την οθόνη που χρησιμοποιούσαν για την τηλεπικοινωνία τους.

«Θα το έχω υπόψη μου, Γουίλιαμ. Κρατήστε σθεναρά μέχρι τότε, κι ο Κρόνος και η Ρασιλλώ μαζί σας.» Και τερμάτισε την επικοινωνία.

Ο Σημαδεμένος τον καταράστηκε, στέλνοντάς τον στο Στόμα του Σκοτοδαίμονος.

*

Η Νορέλτα-Βορ έψαχνε να μάθει για τους εξαφανισμένους Νομάδες των Δρόμων – έψαχνε με τρόπο, χωρίς να το δείχνει – κινούμενη μέσα στους κύκλους της αριστοκρατίας της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας όπως μόνο εκείνη ήξερε, παρατηρώντας τα σημάδια της Πόλης με μεγάλη προσοχή αλλά και διασκεδάζοντας συγχρόνως. Τι νόημα είχε να ζεις ως Θυγατέρα της Πόλης αν δεν διασκέδαζες κιόλας λιγάκι; Η Μιράντα θα την κατηγορούσε, ίσως, γι’αυτό· θα της έλεγε, πιθανώς, ότι ακόμα δεν είχε σοβαρευτεί από τότε που αναγεννήθηκε. Αλλά η Νορέλτα δεν συμφωνούσε σε όλα με τη Μιράντα, παρότι τη θαύμαζε απεριόριστα και τη ζήλευε και λίγο.

Και τώρα, κυρίως, ανησυχούσε και φοβόταν γι’αυτήν. Τώρα η Κορίνα την κυνηγούσε...

Οι επιδρομές των κουρσάρων στις όχθες της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας συνεχίζονταν σφοδρές και άγριες σαν καταστροφικοί άνεμοι της Πόλης, και η Νορέλτα βρήκε τρόπους να χρησιμοποιήσει προς όφελός της την ταραχή και την αναστάτωση που δημιουργούσαν στους κατοίκους της περιοχής. Η Πόλη την οδηγούσε και η Θυγατέρα ακολουθούσε τα μονοπάτια που της αποκαλύπτονταν.

Δυστυχώς, παρ’όλ’ αυτά, δεν ήταν καθόλου εύκολο να μάθει για τη μοίρα των Νομάδων των Δρόμων. Οι άνθρωποι ήταν σαν να είχαν εξαφανιστεί! Ολόκληρο πλήθος – πάνω από τριακόσια-πενήντα άτομα – ήταν σαν να είχε εξαφανιστεί! Πού είχαν πάει, μα τα Μυστήρια της Τελλένειρας; Και, κυρίως, ποιος τους είχε εξαφανίσει; Ή, πιο συγκεκριμένα: ποια. Η Νορέλτα υποπτευόταν ότι μια τέτοια εξαφάνιση δεν μπορεί παρά να ήταν δουλειά μιας Αδελφής της. Αν η Νομαδάρχισσα ήταν Θυγατέρα, μήπως εκείνη τούς είχε εξαφανίσει; Ή η Μιράντα; Ή... η Κορίνα; Το τελευταίο η Νορέλτα το φοβόταν, κι ο φόβος της την ωθούσε να το βλέπει ως πιο πιθανό. Η Κορίνα μπορεί να είχε κάνει κάποιο κακό στη Μιράντα, και μαζί και στους Νομάδες των Δρόμων. Και στη Νομαδάρχισσα που ήταν αρχηγός τους.

Η αναζήτηση της Νορέλτα-Βορ την οδήγησε μόνο προς μία κατεύθυνση, εκείνες τις πρώτες ημέρες των επιδρομών των κουρσάρων: προς τις μυστικές υπηρεσίες της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Κατάφερε να πληροφορηθεί ότι η Φρουρά είχε λάβει διαταγές να απομακρυνθεί από το στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου κρατούνταν οι Νομάδες, χωρίς να της δοθεί καμια εξήγηση. Και ακόμα και οι δημοσιογράφοι που βρίσκονταν κρυμμένοι εκεί γύρω – ακροβολισμένοι με τους τηλεοπτικούς πομπούς, τους μηχανικούς οφθαλμούς, και τις φωτογραφικές μηχανές τους – είχαν εντοπιστεί και είχαν διωχτεί. Μόνο οι κατάσκοποι του Πολιτάρχη μπορεί να είχαν κάνει κάτι τέτοιο. Μόνο ο Αρχικατάσκοπος της Β’ Κατωρίγιας. Αυτός πρέπει να είχε αναλάβει προσωπικά τους Νομάδες των Δρόμων.

Ποιος ήταν ο Αρχικατάσκοπος; προσπάθησε να μάθει η Νορέλτα-Βορ, μα δεν τα κατάφερε, και δεν πίεσε το θέμα περισσότερο για να μην τραβήξει ανεπιθύμητη προσοχή επάνω της. Δεν ήθελε οι μυστικές υπηρεσίες της Β’ Κατωρίγιας ν’αρχίσουν να τη θεωρούν ύποπτη.

Από μια αριστοκράτισσα, όμως, που ανήκε στη Φρουρά της συνοικίας, πληροφορήθηκε ότι ένας άλλος αριστοκράτης ήταν μάλλον πράκτορας του Αρχικατασκόπου. Πρέπει να δούλευε για τις μυστικές υπηρεσίες της Β’ Κατωρίγιας. Και τα πολεοσημάδια, όταν η Νορέλτα τον κοίταξε, το επιβεβαίωναν. Ο άντρας κάτι έκρυβε. Ένα μέρος του εαυτού του ήταν στη σκιά.

Το όνομά του ήταν Σόλιρβακ-Θολ.

Η Νορέλτα-Βορ άρχισε να τον πλησιάζει...

/15\

Ο Θόρινταλ δεν μπορεί να κοιμηθεί, και η Κορίνα βαδίζει μέσα στους νυχτερινούς δρόμους προσπαθώντας να βρει απαντήσεις, μέχρι που συναντά κάτι που ίσως να είναι πολεοτύχη...

Έκαναν έρωτα μέσα στο δωμάτιό τους, με το φως σβηστό. Όταν τελείωσαν, η Λάρνια κατέβηκε από πάνω του και ξάπλωσε δίπλα, γυρίζοντας για να φιλήσει τον ώμο του. Μετά από λίγο, κοιμόταν· ο Θόρινταλ άκουγε τη σταθερή της αναπνοή καθώς ήταν εν μέρει ξαπλωμένη επάνω του. Ο ίδιος δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Αισθανόταν πολύ τσιτωμένος. Παρ’όλη τη δουλειά στα έργα ανοικοδόμησης του Μεγάλου Λιμανιού, παρά την κούρασή του, δεν τον έπαιρνε ύπνος.

Έμεινε ακίνητος, ακούγοντας τους θορύβους της νύχτας: καμια φωνή, κανένα βήξιμο, ή κανένα γέλιο από τη μεγάλη, πολεμοχτυπημένη πολυκατοικία όπου κατοικούσαν οι Νομάδες των Δρόμων· οχήματα που περνούσαν έξω από την πολυκατοικία· τα γαβγίσματα σκύλων, τα νιαουρίσματα γατών· το φτεροκόπημα νυχτοπουλιών στα μπαλκόνια και στις ταράτσες· ήχοι από τον Ριγοπόταμο – από τα κύματα, από τα πλοία. Ένα ελικόπτερο πέρασε από τον ουρανό· δεν μπορεί να ήταν τίποτ’ άλλο από ελικόπτερο αυτός ο θόρυβος. Περιπολία των ανθρώπων του Πολιτάρχη, πιθανώς.

Δύο μικροί φακοί έσκισαν το σκοτάδι του δωματίου. Όχι, δεν ήταν φακοί, συνειδητοποίησε ο Θόρινταλ. Ήταν τα μάτια του πολεοπλάστη. Το καταλαβαίνει ότι είμαι ξύπνιος; Το μικρό, μεταλλόδερμο πλάσμα με τα τέσσερα πόδια, τα δύο χέρια, και την παράξενη ουρά που θύμιζε μηχανικό εργαλείο στεκόταν στο πάτωμα, και ίσα που διακρινόταν.

Ο Θόρινταλ σηκώθηκε από το κρεβάτι, προσέχοντας μην ξυπνήσει τη Λάρνια: και, όντως, δεν την ξύπνησε, ήταν σίγουρος. Ντύθηκε χωρίς να βιάζεται και βγήκε στο μεγάλο σαλόνι, αναρωτούμενος αν θα συναντούσε εδώ και κανέναν από τους άλλους Νομάδες που μοιράζονταν το διαμέρισμα με εκείνον και τη Λάρνια. Αλλά κανείς δεν ήταν στο δωμάτιο· μόνο ο πολεοπλάστης, που τον είχε ακολουθήσει.

«Εσύ κοιμάσαι ποτέ;» είπε ο Θόρινταλ, μην περιμένοντας απάντηση από το πλάσμα που δεν καταλάβαινε τη γλώσσα των ανθρώπων. Η Κορίνα θα ξέρει, μάλλον. Θα τη ρωτήσω. Αν την ξαναδώ.

Ο Θόρινταλ βημάτισε, και πρόσεξε φώτα στο βάθος, έξω από τη τζαμένια μπαλκονόπορτα, μακριά από το μπαλκόνι.

Φώτα; Όχι, δεν ήταν φώτα. Ήταν φωτιές.

Ο Θόρινταλ πλησίασε τη μπαλκονόπορτα. Κοίταξε πέρα, μακριά, στον Ριγοπόταμο, στην αντίπερα όχθη...

Οι κουρσάροι των Ήμερων Συνοικιών. Γι’ακόμα μια φορά έκαναν επιδρομή στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία. Ο Θόρινταλ δεν νόμιζε πλέον ότι ήταν τυχαίες αυτές οι επιθέσεις. Δεν μπορεί να ήταν τυχαίες. Ή ο Βάρνελ-Αλντ τις κανόνιζε – παρότι είχε δημοσίως αρνηθεί ότι το έκανε – ή ο Αλυσοδεμένος Ποιητής. Ή κάποιος από τους ανθρώπους του Αλυσοδεμένου Ποιητή. Αυτός ο Ζιλμόρος, ίσως; Ο αρχηγός των Σκοταδιστών; Ο Θόρινταλ είχε τύχει να τον δει από απόσταση, μια από τις ημέρες που οι Νομάδες εργάζονταν στο Μεγάλο Λιμάνι, και ο τύπος τού είχε φανεί πολύ περίεργος. Πολύ μούτρο. Και μαζί του ήταν μια γυναίκα που του έκανε εξίσου παράξενη εντύπωση. Λεπτή – κοκαλιάρα σχεδόν – γαλανόδερμη, με μακριά, σγουρά ξανθά μαλλιά που έπεφταν ώς την πλάτη. Στο χέρι της ήταν γαντζωμένο ένα πουλί που ο Θόρινταλ αναγνώριζε το γένος του: αστρόφθαλμος μακρυγένης.

Ο Θόρινταλ είχε δει τον Ζιλμόρο να μιλά με μερικούς από τους Νομάδες, και δεν του άρεσε αυτό. Τι μπορεί να είχαν να πουν με κάποιον σαν τον αρχηγό των Σκοταδιστών; Μετά, συνειδητοποίησε πως όλοι τους ήταν από εκείνους που αντιδρούσαν στο να δουλεύουν στο Μεγάλο Λιμάνι. Μπορεί να είχε αυτό καμια σχέση με την κουβέντα τους με τον Ζιλμόρο; Όπως και νάχε, ευτυχώς η συγκεκριμένη συζήτηση δεν είχε κρατήσει πολύ. Ο αρχισυμμορίτης είχε απομακρυνθεί μες στο όχημά του.

Δεν ήταν ο μόνος που είχε επισκεφτεί τους Νομάδες των Δρόμων όσο εργάζονταν στο Μεγάλο Λιμάνι. Κι άλλοι από τους αρχηγούς των στρατών του Αλυσοδεμένου Ποιητή τούς είχαν επισκεφτεί. Αλλά ο ίδιος ο Ανθοτέχνης δεν είχε ξανάρθει ύστερα από εκείνη την πρώτη φορά. Ο Θόρινταλ είχε ακούσει τη Σορέτα να λέει ότι ήταν κρίμα, ότι ίσως να είχε ενδιαφέρον να μιλούσαν περισσότερο μαζί του. Γιατί, άραγε, αισθανόταν έτσι; Νόμιζε ότι οι Νομάδες είχαν κάτι να κερδίσουν από μια πιο στενή συναναστροφή με τον Ποιητή;

Τέλος πάντων...

Τα νεύρα του ήταν τσιτωμένα. Εξακολουθούσε να μη νιώθει πως θα μπορούσε να κοιμηθεί. Μπήκε ξανά στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η Λάρνια και πήρε τις μπότες και τη δερμάτινη καπαρντίνα του. Βγήκε και φόρεσε τα υποδήματα, πέρασε τα χέρια του μέσα στα μακριά μανίκια της καπαρντίνας.

«Θάρθεις μαζί μου;» ρώτησε τον πολεοπλάστη, και άνοιξε την εξώπορτα του διαμερίσματος.

Το μεταλλόδερμο πλάσμα σκαρφάλωσε πάνω στην καπαρντίνα, για να χωθεί σε μια ευρύχωρη τσέπη της.

Ο Θόρινταλ έφυγε από το διαμέρισμα, βγήκε από την πολυκατοικία, βάδισε στους νυχτερινούς δρόμους του Μεγάλου Λιμανιού. Πήγε προς τις αποβάθρες, που δεν βρίσκονταν μακριά. Και δεν ήταν ο μόνος εδώ. Πολλοί είχαν έρθει για να κοιτάξουν τις φωτιές στην αντικρινή όχθη του Ριγοπόταμου. Και συζητούσαν αναμεταξύ τους, έλεγαν για τους κουρσάρους των Ήμερων Συνοικιών.

Η Φρουρά της Α’ Ανωρίγιας Συνοικίας ήταν σε επιφυλακή, καθώς και μέλη διάφορων συμμοριών του Ανθοτέχνη που περιφέρονταν.

*

Η Κορίνα ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί. Και ούτε, φυσικά, μπορούσε να καταλάβει τι ήταν. Εκείνη η παράξενη οντότητα, η αντιοπτασία, την είχε αγγίξει: κι εκεί όπου την είχε αγγίξει, το δέρμα της είχε αλλάξει. Είχε γίνει σαν ρέουσα ενέργεια. Σαν την ενέργεια που τύλιγε την όψη της αντιοπτασίας.

Και, όταν την αντίκριζα αυτή την οντότητα, νόμιζα ότι κοίταζα στον καθρέφτη. Νόμιζα ότι κοίταζα εμένα... Ένιωθε τρομαγμένη, βαθιά μέσα της. Εκείνη, η Αρχόντισσα της Πόλης! Ένιωθε τρομαγμένη. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό που είχε να αντιμετωπίσει. Θα το συναντούσε, άραγε, αν ξαναχρησιμοποιούσε το αρχαίο φυλαχτό; Θα το συναντούσε ολοένα και πιο συχνά, με κάθε χρήση του φυλαχτού από δω και πέρα; Η αντιοπτασία τής έμοιαζε τώρα ισχυρότερη από την προηγούμενη φορά.

Γιατί, όμως, παρουσιάζεται; Σίγουρα έχει κάποια σχέση με το ενεργειακό πλέγμα της Ρελκάμνια, αλλά... Παρουσιάζεται, μήπως, από κάποιο λάθος που κάνω;... Τι λάθος; Η Κορίνα δεν είχε συναντήσει άλλες οντότητες μες στο ενεργειακό πλέγμα, εκτός από τα Αινίγματα – κι αυτά ήταν σε μια εποχή πολύ παλιά, πολύ απομακρυσμένη από ετούτη. Η Κορίνα τα είχε τραβήξει μέσα στον χρόνο, ουσιαστικά, για να τα φέρει εδώ, στο σήμερα. Κι αυτό μπορούσε να γίνει επειδή δεν ήταν υλικές οντότητες.

Η αντιοπτασία που είχε δει, όμως, ήταν εν μέρει τουλάχιστον υλική. Με άγγιξε και άφησε επάνω μου... άφησε... άφησε ό,τι κι αν είν’ αυτό!

Η Κορίνα πλησίασε τις όχθες του Ριγοπόταμου, νιώθοντας τον παγερό άνεμο να χτυπά το πρόσωπό της και να της κάνει καλό. Νιώθοντας σταγονίδια να έρχονται από τον ποταμό και να πιτσιλίζουν τα μάγουλα και το μέτωπό της. Τα ξανθά της μαλλιά ανέμιζαν, μπλέκονταν γύρω από το κεφάλι της· η κάπα της τιναζόταν πάνω από τους ώμους της σαν φτερούγες.

Τα σημάδια της Πόλης τής φάνταζαν τόσο μπερδεμένα απόψε...

Στην αντικρινή μεριά του Ριγοπόταμου φώτα φαίνονταν. Ακόμα μια επιδρομή των κουρσάρων.

Ύστερα, είδε έναν άντρα που αναγνώριζε. Μακριά κόκκινα μαλλιά, χρυσό δέρμα, δερμάτινη καπαρντίνα. Ο Θόρινταλ. Τι κάνει αυτός εδώ, τέτοια ώρα;

Η Κορίνα έμεινε ακίνητη προς στιγμή. Παράξενο... συλλογίστηκε. Πολεοτύχη; αναρωτήθηκε. Οι σαμάνοι είχαν ασυνήθιστες δυνάμεις, και ασυνήθιστη προσέγγιση στη μαγεία. Θα μπορούσε, άραγε, να καταλάβει τι ήταν αυτό που η αντιοπτασία είχε αφήσει επάνω της;

Να τον εμπιστευτώ; Ποιον άλλο εμπιστευόταν περισσότερο; Τη Μορτένκα’μορ; Δε νόμιζε πως μια μάγισσα του τάγματος των Τεχνομαθών ήταν κατάλληλη για να αναγνωρίσει τι συνέβαινε εδώ. Μόνο κάποιος του τάγματος των Ερευνητών ίσως να μπορούσε να βγάλει συμπέρασμα.

Ή ένας σαμάνος.

Η Κορίνα βάδισε προς το μέρος του.

Ο Θόρινταλ είδε, με τις άκριες των ματιών του, μια φιγούρα να τον πλησιάζει. Στράφηκε. Μακριά ξανθά μαλλιά ανέμιζαν γύρω από ένα στρογγυλωπό κοκκινόδερμο πρόσωπο με πράσινα μάτια, γυαλιστερά σαν λίθοι. Η Κορίνα έμοιαζε να ξεχωρίζει πολύ έντονα σε σχέση με ό,τι άλλο την περιέβαλλε, λες και ήταν η μοναδική ηθοποιός επάνω σε μια σκηνή όλο άψυχα ανδρείκελα και σκηνικά.

Ο Θόρινταλ αισθάνθηκε, ακούσια, ένα ρίγος να τον διατρέχει. Τι ήθελε πάλι η Θυγατέρα της Πόλης από εκείνον, γαμώτο;

Καθώς η Κορίνα ερχόταν πιο κοντά του, διέκρινε ταραχή στο πρόσωπό της. Και στα μάτια της... φόβος ήταν αυτός; Σίγουρα δεν ήταν όπως την ανησυχία για την Αδελφή της, τη Φοίβη. Ο Θόρινταλ αντιλαμβανόταν ότι αυτό ήταν κάτι πολύ πιο βαθύ. Κάτι πολύ πιο σημαντικό, μάλλον.

Και δεν του άρεσε καθόλου που η Κορίνα τον πλησίαζε.

«Θόρινταλ...» του είπε εν είδει χαιρετισμού.

Εκείνος ένευσε, αμίλητα.

«Τι σε φέρνει εδώ τέτοια ώρα;» τον ρώτησε.

«Δε μπορούσα να κοιμηθώ, και...» Έδειξε με το βλέμμα του τις φωτιές στην αντικρινή όχθη του Ριγοπόταμου.

Η Κορίνα δεν στράφηκε· ήξερε πού κοίταζε ο σαμάνος. «Βλέπεις τίποτα... ασυνήθιστο σ’εμένα, Θόρινταλ;»

Εκείνος συνοφρυώθηκε. Τι εννοούσε η Κορίνα; Το είχε καταλάβει πως είχε διακρίνει κάτι στην όψη της;

«Τι βλέπεις;» επέμεινε η Θυγατέρα της Πόλης.

Ο Θόρινταλ έκλεισε τα μάτια και είδε τους δύο δρεπανοφόρους δαίμονές της να αιωρούνται λίγο πιο πίσω της, ο ένας στα δεξιά της, ο άλλος στ’αριστερά της.

«Όχι,» είπε η Κορίνα, «δεν εννοώ αυτούς.»

Ο Θόρινταλ άνοιξε τα μάτια. «Τι θέλεις, τότε; Δεν καταλαβαίνω.»

«Δε βλέπεις τίποτα επάνω μου; Τίποτα που δεν έχεις ξαναδεί;»

Ο Θόρινταλ δεν την ήθελε κοντά του: μονάχα μπελάδες μπορεί να έφερνε. «Μου φαίνεσαι λίγο ταραγμένη, ίσως, Κορίνα. Αυτό μόνο. Τι άλλο να δω;»

Η Κορίνα αναστέναξε. Δεν το διακρίνει, σκέφτηκε. «Έλα μαζί μου,» του είπε, και βάδισε.

Ο Θόρινταλ δίστασε προς στιγμή. Ύστερα την ακολούθησε.

Η Κορίνα τον πήγε σ’ένα μισογκρεμισμένο ισόγειο πολυκατοικίας που ήταν, επί του παρόντος, άδειο. Λίγο προτού μπουν από κάτω του, άρχισε να βρέχει. Άστραφτε και βροντούσε, και η νεροποντή έπεφτε σαν κουρτίνα γύρω από τους κατεστραμμένους τοίχους του οικοδομήματος που ήταν γεμάτοι μεγάλες τρύπες.

«Τι συμβαίνει, Κορίνα; Τι θέλεις πάλι από εμένα;»

Στράφηκε να τον αντικρίσει ευθέως, και ο Θόρινταλ είδε ξανά εκείνο τον βαθύ φόβο στα μάτια της. «Θέλω να κοιτάξεις κάτι και να μου πεις τι καταλαβαίνεις από αυτό.»

Ο σαμάνος ανασήκωσε τους ώμους. «Εντάξει.»

Ο πολεοπλάστης πήδησε έξω από την τσέπη του, παρατηρώντας την Κορίνα με φωτεινά μάτια. Εκείνη τον είχε ήδη διακρίνει από τα πολεοσημάδια· δεν την εξέπληττε η παρουσία του. Αναρωτήθηκε, μάλιστα, αν ίσως αυτός μπορούσε να καταλάβει κάτι για το άγγιγμα της αντιοπτασίας.

Του μίλησε στη γλώσσα του. «Χέρκεγμοξ,» του είπε, αποκαλώντας τον με το όνομά του. «Νιώθεις τίποτα-διαφορετικό επάνω-μου;»

«Μια-άλλη-ενέργεια.»

«Τι άλλη-ενέργεια; – τι;»

«Όχι-δική-σου.»

Ο Θόρινταλ τούς άκουγε να μιλάνε, σ’αυτή τη χαμηλή, γρήγορη, συριστική γλώσσα, και δεν καταλάβαινε τίποτα. «Τι λέτε, Κορίνα;»

Η Θυγατέρα έστρεψε το βλέμμα της στον σαμάνο ξανά. «Λοιπόν,» του είπε. «Θα... θα σου δείξω κάτι.» Αλλά μετά κοίταξε πάλι τον πολεοπλάστη. «Χέρκεγμοξ – είναι η-άλλη-ενέργεια βλαπτική-για-εμένα; – είναι δηλητήριο;»

«Δηλητήριο; – δεν-ξέρω Κορίνα – είναι κάτι-το-διαφορετικό – αυτό καταλαβαίνω.»

«Μη μου-λες ψέματα! – θα-το-μετανιώσεις!»

«Δεν-σου-λέω ψέματα.»

Ο Θόρινταλ περίμενε, έχοντας σταυρώσει τα χέρια του μπροστά του.

Η Κορίνα τού είπε: «Δες αυτό.» Και τον ξάφνιασε, σηκώνοντας την άκρη της φούστας της και κατεβάζοντας τη μακριά, μαύρη κάλτσα από τον μηρό της, πάνω από το γόνατο. Εκεί ήταν κάτι σαν παραίσθηση! Σαν το δέρμα της να είχε λιώσει και να μετακινιόταν, ρέοντας. Σαν να είχε γίνει φως. Ή... ενέργεια.

«Τι...;» έκανε ο σαμάνος, μορφάζοντας.

Τα μάτια της Κορίνας τον ατένιζαν έντονα. «Πες μου: τι καταλαβαίνεις από αυτό;»

«Τι... τι να καταλαβαίνω, Κορίνα; Μα τον Κρόνο! τι έχεις; Είσαι άρρωστη; Είναι κάποια αρρώστια;»

«Τι καταλαβαίνεις εσύ, Θόρινταλ;» επέμεινε η Θυγατέρα, σχεδόν τρίζοντας τα δόντια.

«...Τίποτα.»

«Άγγιξέ το. Χρησιμοποίησέ τη μαγεία σου!»

Ο Θόρινταλ έκανε ένα βήμα πίσω. «Όχι,» είπε. Ίσως να ήταν κολλητικό, ό,τι κι αν ήταν.

«Ανόητε!» γρύλισε η Κορίνα, οργισμένη, μαντεύοντας τις σκέψεις του. «Δεν είναι δερματική ασθένεια. Δε μπορείς να κολλήσεις.» Αν και γι’αυτό το τελευταίο δεν ήταν σίγουρη. Μπορούσε κάποιος να κολλήσει ερχόμενος σε επαφή μαζί της; Το χέρι μου δεν έπαθε τίποτα όταν άγγιξα το πόδι μου. Άρα, μάλλον, ούτε ο Θόρινταλ θα πάθει τίποτα.

Τα μάτια του πολεοπλάστη αναβόσβηναν έντονα καθώς παρατηρούσε το σημείο που είχε αγγίξει η αντιοπτασία.

Η Κορίνα τού είπε: «Τι κοιτάζεις-εσύ; – καταλαβαίνεις κάτι-περισσότερο τώρα; – τι καταλαβαίνεις;»

Ο Χέρκεγμοξ την πλησίασε. «Γονάτισε,» ζήτησε.

Η Κορίνα γονάτισε, και με τα δύο γόνατα, και ο πολεοπλάστης έβαλε τα μικρά χέρια του επάνω στο σημείο του δέρματός της που είχε μετατραπεί σε ενέργεια. Τα μάτια του φώτισαν πιο δυνατά προς στιγμή. Ύστερα απομάκρυνε τα χέρια του, κάνοντας την ουρά του νευρικά πέρα-δώθε.

«Είναι ενέργεια-της-Ρελκάμνια Κορίνα – είναι ενδοενέργεια – πώς έγινε αυτό επάνω-σου Κορίνα;»

«Κάτι με-άγγιξε.»

«Τι;»

«Δεν-είμαι-σίγουρη – μια-οντότητα – τι θα-μπορούσε να-ήταν; – ξέρεις;»

«Τίποτα δεν-χειρίζεται έτσι την-ενδοενέργεια – μόνο με-μηχανισμούς μπορείς να-την-αντλήσεις – και είναι παρακινδυνευμένο!»

«Τι θα-μπορούσα να-κάνω για-να τη-διώξω από-πάνω-μου;»

Ο πολεοπλάστης έμεινε σιωπηλός· τα μάτια του αναβόσβηναν συλλογισμένα. «Δεν-ξέρω,» είπε τελικά.

Η Κορίνα σηκώθηκε όρθια· τα γόνατά της είχαν πονέσει πάνω στο δάπεδο που ήταν γεμάτο θραύσματα και χαλίκια. «Θόρινταλ...» είπε. «Τι μπορείς να καταλάβεις;»

«Δεν ξέρω τι είναι αυτό το πράγμα, Κορίνα, και δεν το αγγίζω – σ’το λέω. Ο πολεοπλάστης τι σου έλεγε τόση ώρα; Πώς το κόλλησες αυτό το πράγμα, μα τον Κρόνο;»

«Δεν το κόλλησα!» αποκρίθηκε η Κορίνα, απότομα, θυμωμένα. «Κάτι...» Δίστασε. Να του το έλεγε; Τι θα γνώριζε, ούτως ή άλλως; Δε γνώριζε τίποτα! «Δε μπορείς με τη μαγεία σου να καταλάβεις τι είναι;»

«Η μαγεία μου δεν... δεν έχει σχέση με τέτοια πράγματα. Δε νομίζω...» Αναστέναξε. «Στάσου. Περίμενε.» Έβγαλε τα σκούρα γυαλιά του από την τσέπη του. Τα θόλωσε, με την αναπνοή του, και τα φόρεσε ενώ έδιωχνε απ’το μυαλό του κάθε σκέψη και κάθε αίσθηση. Κοίταξε τις πνευματικές οντότητες στον χώρο. Δεν ήταν πολλές. Μόνο δύο εδώ μέσα, στο κατεστραμμένο ισόγειο, και παρατηρούσαν και οι δύο με κάποιο ενδιαφέρον την Κορίνα.

Επάνω στην ίδια τη Θυγατέρα, ή μέσα της, ο Θόρινταλ δεν διέκρινε κανένα πνεύμα. Ό,τι κι αν ήταν αυτό στο πόδι της, δεν ήταν πνευματική οντότητα. Όπως το περίμενε, άλλωστε.

Οι δύο δρεπανοφόροι δαίμονες αιωρούνταν πίσω από την Κορίνα, ακίνητοι. Ο Θόρινταλ δεν τους έδωσε πολλή σημασία, γιατί δεν τον εντυπωσίαζαν και τόσο πλέον.

Έβγαλε τα γυαλιά του. «Ό,τι κι αν είναι αυτό,» είπε δείχνοντας το παράξενο σημείο στον μηρό της, «δεν έχει σχέση με τον πνευματικό κόσμο. Όχι, τουλάχιστον, με τον πνευματικό κόσμο που μπορώ να δω εγώ. Και δεν υπάρχει λόγος να το αγγίξω. Δεν καταλαβαίνω τίποτα αγγίζοντας... τέτοια πράγματα – που είναι... κάτι το ενεργειακό, υποθέτω...» Η αλήθεια ήταν, βέβαια, ότι φοβόταν να το πιάσει. Ίσως να τον μόλυνε με κάποιο τρόπο.

Η Κορίνα τράβηξε επάνω την κάλτσα της και άφησε τη φούστα της να πέσει. Ο σαμάνος, τελικά, δεν μπορούσε να τη βοηθήσει, σκέφτηκε. Αλλά ο πολεοπλάστης ίσως να μπορούσε. Ίσως αυτός να ήταν που της είχε φέρει η πολεοτύχη της κοντά της.

«Κορίνα,» ρώτησε ο Θόρινταλ, «πώς σου συνέβη;» Έδειξε πάλι προς το πόδι της, αν και τώρα το παράξενο σημείο εκεί ήταν καλυμμένο. «Δεν έχω ξαναδεί τίποτα παρόμοιο.»

«Ούτε εγώ,» αποκρίθηκε η Θυγατέρα.

«Πώς σου συνέβη;» επέμεινε. Ήταν αληθινά περίεργος.

Η Κορίνα σκέφτηκε: Δε βλάπτει να μάθει. Αλλά θα μπορούσε, μαθαίνοντας, να βοηθήσει; Το αμφέβαλλε. Του είπε: «Δε θα πεις σε κανέναν γι’αυτό. Αν το πεις, θα το καταλάβω.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε ο Θόρινταλ. «Όπως θες.»

Και η Κορίνα δεν διέκρινε ψέμα στα λόγια του.

«Αλλά πώς σου συνέβη;» ρώτησε ξανά ο Θόρινταλ.

«Κάτι με άγγιξε.»

«Τι;»

«Μια... οντότητα. Δεν ξέρω τι ήταν. Μια οντότητα.»

Ο Θόρινταλ συνοφρυώθηκε. «Ενεργειακή;»

Η Κορίνα ένευσε, αν και διστακτικά. «Ναι.» Αλλά όχι μόνο, πρόσθεσε νοερά. Ήταν... σαν αντανάκλασή μου; Ένα ρίγος τη διέτρεξε.

«Πού; Πότε; Απόψε;»

«Ναι.»

«Πού ήσουν;»

«Αρκετά!» είπε απότομα η Κορίνα. «Τα άλλα δεν θα τα καταλάβεις έτσι κι αλλιώς.» Και δεν ήθελε ο Θόρινταλ να ξέρει για το φυλαχτό της. Αν και υποπτευόταν ότι ο σαμάνος πιθανώς να έβλεπε πως τα Αινίγματα ήταν άμεσα δεμένα μ’αυτό.

Η Κορίνα στράφηκε στον Χέρκεγμοξ, λέγοντάς του: «Θα-ξαναμιλήσουμε ίσως.»

«Είμαι-στη-διάθεσή-σου Κορίνα.» Ο πολεοπλάστης τη φοβόταν· η Κορίνα το καταλάβαινε, και το θεωρούσε καλό. Μπορεί όντως να της φαινόταν χρήσιμος. Γιατί, ποιος άλλος θα μπορούσε τώρα να τη βοηθήσει; Η ίδια δεν είχε ιδέα πώς να διώξει αυτή την ενέργεια από πάνω της.

Εκτός αν έφευγε με την πάροδο του χρόνου.

Αλλά θα έφευγε; Για κάποιο λόγο, το αμφέβαλλε.

«Πηγαίνω,» είπε στον Θόρινταλ. «Σ’ευχαριστώ. Και, όπως συμφωνήσαμε, μην πεις τίποτα για ό,τι είδες απόψε.»

Εκείνος κατένευσε, και ξανά η Κορίνα δεν διέκρινε ψέμα. Σήκωσε την κουκούλα της κάπας της στο κεφάλι και βγήκε από το ισόγειο της πολυκατοικίας· χάθηκε μέσα στη βροχή.

Ο Θόρινταλ και ο πολεοπλάστης έμειναν μόνοι, και ο σαμάνος αναρωτιόταν τι είχε συζητήσει η Θυγατέρα με το μικροσκοπικό μεταλλόδερμο πλάσμα...

/16\

Η Καρζένθα και ο Κάδμος δέχονται μια νυχτερινή επίσκεψη, και μια προειδοποίηση· η Κορίνα βλέπει έναν εφιάλτη· και δύο Αδελφές συναντιούνται μες στο βρεγμένο πρωινό, προτάσεις και απειλές ανταλλάσσονται.

Η Καρζένθα-Σολ ξύπνησε από τον ήχο της βροχής. Ήταν νύχτα, και ο Κάδμος δεν ήταν δίπλα της. Πού είχε πάει;

Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και πιάνοντας τη ρόμπα από την καρέκλα παραδίπλα την έριξε πάνω από το μεσοφόρι της – είχε ψύχρα. Δε μπορεί ο Κάδμος να έφυγε τέτοια ώρα... Η Καρζένθα βάδισε, ξυπόλυτη, ώς το σαλόνι και τον βρήκε εκεί, να κάθεται και να γράφει. Στο τραπέζι, όχι μακριά από τη μπαλκονόπορτα, πέρα από την οποία φαινόταν η βροχή. Ποιητές... Η Καρζένθα μειδίασε αχνά. Δε νόμιζε ότι ο Κάδμος την είχε δει ακόμα· πάντα ήταν απορροφημένος όταν έγραφε. Νόμιζες ότι το κεφάλι του βρισκόταν σε άλλο κόσμο.

Αλλά πού είναι η Κορίνα; Δε θα έπρεπε κι αυτή να ήταν εδώ; Η Καρζένθα ανησύχησε. Η Κορίνα τής είχε πει ότι θα έφευγε για λίγο, γιατί είχε μια δουλειά· δε θ’αργούσε όμως να επιστρέψει, είχε τονίσει: «Σύντομα θα είμαι πάλι στο πλευρό του Κάδμου, όπως έχω υποσχεθεί.»

Η Καρζένθα έβλεπε τους φρουρούς στο μπαλκόνι – δικοί της άνθρωποι, Μικροί Γίγαντες, φυσικά – να στέκονται ακίνητοι και παρατηρητικοί, παρά τη βροχή. Αυτοί ήταν εκεί που έπρεπε να είναι.

Η Καρζένθα βάδισε προς την εξώπορτα του διαμερίσματος. Κοίταξε από το ματάκι. Απέξω στέκονταν άλλοι δύο Μικροί Γίγαντες.

Άδικα ανησυχείς, είπε στον εαυτό της. Αυτή η υπόθεση με τη Φοίβη την είχε αγχώσει. Μια τρελή Θυγατέρα της Πόλης που σκότωνε όποιον της κατέβαινε... Πώς μπορούσες να αντιμετωπίσεις κάτι τέτοιο; Ακουγόταν να είναι (σύμφωνα με τα λόγια της Κορίνας) χειρότερη από τη Τζέσικα!

Η Καρζένθα-Σολ άνοιξε την πόρτα.

Οι Μικροί Γίγαντες στράφηκαν. «Αρχηγέ...» είπε ο ένας.

«Είδατε την Κορίνα;»

Κούνησαν τα κεφάλια. «Όχι, αρχηγέ.»

«Εντάξ–»

Μια σκιά από τις σκάλες της πολυκατοικίας· οι φρουροί είδαν πού είχε πάει το βλέμμα της αρχηγού τους, και γύρισαν κι αυτοί, πιάνοντας τα όπλα τους από τις ζώνες: κοντά τουφέκια.

Η σκιά ανέβηκε στον διάδρομο. Τα πράσινα μάτια της γυάλισαν καθώς κατέβαζε την κουκούλα της βρεγμένης κάπας από το κεφάλι της.

«Καλησπέρα,» είπε η Κορίνα. «Ελπίζω να μη σας ανησυχώ.»

«Κορίνα...» έκανε η Καρζένθα, έχοντας μια έντονη αίσθηση παραδοξότητας. Τώρα σκεφτόταν την Κορίνα, και τώρα η Κορίνα είχε παρουσιαστεί. Ήταν σαν να είχε βγει μέσα από το μυαλό της. Σαν να ήταν φάντασμα της σκέψης της που είχε πάρει σάρκα και οστά. «Πού ήσουν;»

«Είχα δουλειές, δεν σου είπα; Αλλά τώρα πρέπει να μιλήσουμε.» Πλησίασε. «Είναι κι ο Κάδμος ξύπνιος;»

«Ναι.»

«Ωραία.»

Καθώς μπήκαν στο διαμέρισμα, κλείνοντας την εξώπορτα πίσω τους, και βάδισαν ώς το σαλόνι, βρήκαν τον ποιητή να τις περιμένει, ακόμα καθισμένος στο τραπέζι αλλά στραμμένος προς το μέρος τους με τον στυλογράφο του κατεβασμένο και τα χαρτιά του διπλωμένα.

«Πού ήσουν, Κορίνα;» ρώτησε. «Για λίγο φοβήθηκα ότι η Φοίβη μπορεί να σε είχε σκοτώσει.»

«Δεν κινδυνεύω εγώ από τη Φοίβη, Κάδμε.» Η Κορίνα έβγαλε τη βρεγμένη κάπα της, και η Καρζένθα την πήρε για να την κρεμάσει στην κρεμάστρα.

Ο Κάδμος, παρατηρώντας την όψη της Θυγατέρας, νόμιζε ότι ήταν ταραγμένη. Πολύ ταραγμένη. Περισσότερο από τότε που οι εξόριστοι πλουτοκράτες της Β’ Ανωρίγιας είχαν στείλει εκείνο τον δολοφόνο εναντίον του. Περισσότερο από τότε που είχε έρθει για να του πει ότι τον κυνηγούσε η Νύφη του Χάροντα. «Τι συμβαίνει, Κορίνα; Είσαι καλά;»

Τα μάτια της στένεψαν προς στιγμή, σαν να είχε θυμώσει από την ερώτησή του. Ύστερα το πρόσωπό της χαλάρωσε. «Πρέπει να σου πω κάτι, Κάδμε. Κι εσένα, Καρζένθα.» Κάθισε στο τραπέζι, αντίκρυ στον ποιητή.

Η Καρζένθα-Σολ τη ρώτησε: «Θες τίποτα να πιεις;»

«Κρασί.»

Η Καρζένθα γέμισε ένα ποτήρι από ένα μπουκάλι στην κάβα και της το έδωσε. Ύστερα κάθισε ανάμεσα σ’εκείνη και τον Κάδμο. Η Κορίνα τής έμοιαζε πολύ ανήσυχη, τώρα που την παρατηρούσε. Γιατί, άραγε;

Η Θυγατέρα της Πόλης ήπιε μια μεγάλη γουλιά, τελειώνοντας το μισό κρασί. Έβγαλε τα κροσσωτά γάντια της και τ’άφησε παραδίπλα, στην άκρη του τραπεζιού. «Ο Πολιτάρχης της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας, ο Σελασφόρος Χορονίκης, θα σας επιτεθεί. Σύντομα.»

Η Καρζένθα και ο Κάδμος αλληλοκοιτάχτηκαν. «Θα διασχίσει τον Ριγοπόταμο;» ρώτησε η πρώτη την Κορίνα. «Θα έρθει προς τη Β’ Ανωρίγια;»

«Όχι. Θα χτυπήσει το Εμπορικό Κέντρο δυτικά της. Ξαφνικά, χωρίς καμία προειδοποίηση. Ελπίζει να το καταλάβει, για να μπορεί να το χρησιμοποιεί προς όφελός του ενώ εσείς δεν θα μπορείτε. Έχει ήδη ζητήσει από τη Διοίκηση του Κέντρου να συμμαχήσει μαζί του, να στραφεί εναντίον του Αλυσοδεμένου Ποιητή. Η Διοίκηση, φυσικά, αρνήθηκε. Και τώρα ο Χορονίκης σκοπεύει να επιτεθεί στο Εμπορικό Κέντρο για να το κάνει δικό του.»

«Το κάθαρμα...» μούγκρισε η Καρζένθα-Σολ. «Εμείς δεν τον έχουμε αποκλείσει από το Εμπορικό Κέντρο.»

«Η Διοίκηση,» της θύμισε ο Κάδμος, «ήταν ξεκάθαρη στο ότι δεν θα απέκλειε κανέναν. Η δουλειά του Εμπορικού Κέντρου είναι το συνεχές εμπόριο.»

«Θα πρέπει τώρα να το προστατέψετε,» είπε η Κορίνα.

«Πότε θα γίνει η επίθεση;» ρώτησε η Καρζένθα.

«Δεν είμαι σίγουρη. Αλλά σύντομα. Σε μερικές ημέρες, υποθέτω. Όσο πιο γρήγορα μπορείτε να προετοιμαστείτε τόσο το καλύτερο.»

«Θα το αναλάβω η ίδια. Από απόψε θα ξεκινήσω.» Η Καρζένθα σηκώθηκε από την καρέκλα της. Έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στον Κάδμο.

Εκείνος κατένευσε. Δε μπορούσε να φανταστεί κανέναν πιο ικανό από την Καρζένθα-Σολ για να υπερασπιστεί το Εμπορικό Κέντρο.

(Σαν της Κυράς του Σιδήρου την Πρώτη Μαχήτρια αγωνίζετ’, ακάματα, ατέρμονα, τους απελευθερωμένους να προασπιστεί από των τυράννων την οργή, μουρμούριζε το ποιητικό δαιμόνιο μέσα στο μυαλό του.)

Η Καρζένθα-Σολ πήγε προς το τηλεπικοινωνιακό σύστημα στη γωνία, για να μιλήσει με τους Μικρούς Γίγαντές της και με άλλους ανθρώπους του στρατού του Κάδμου.

Ο ποιητής ρώτησε την Κορίνα: «Τι άλλο έχεις να μας πεις;»

«Τίποτα. Αυτό ήταν.» Τελείωσε το κρασί της.

Ο Κάδμος την κοίταζε συνοφρυωμένος. «Μου φαίνεσαι... ταραγμένη, Κορίνα.»

Τα μάτια της στένεψαν ξανά σαν να είχε θυμώσει. «Η ιδέα σου είναι.»

Η Κάδμος δεν την πίεσε περισσότερο. Αν και δεν νόμιζε ότι του έλεγε αλήθεια, η Κορίνα πάντα ήξερε τι έκανε.

Κοίταξε τα διπλωμένα χαρτιά του. Μάλλον δεν θα συνέχιζε να γράφει ποίηση απόψε. Κρίμα, σκέφτηκε· ήταν μια πολύ όμορφη βροχερή νύχτα...

*

Η Κορίνα έμεινε μαζί τους καθώς η Καρζένθα προετοιμαζόταν. Αλλά αισθανόταν κουρασμένη, από το ταξίδι της μέσα στο ενεργειακό πλέγμα της Ρελκάμνια, και από τη συνάντησή της με την αντιοπτασία. Τους είπε πως θα ξάπλωνε μερικές ώρες για να κοιμηθεί. «Μην ανησυχείτε· θα είναι σαν να είμαι ξάγρυπνη,» τόνισε, βέβαιη πως η Πόλη θα την ειδοποιούσε αν η Νύφη του Χάροντα πλησίαζε. Είχε κάθε της σκέψη στραμμένη στη Φοίβη και στον Κάδμο. Και η αίσθηση της Φοίβης – αυτή η αλλόκοτη, παγερή αίσθηση – εξακολουθούσε να είναι μέσα της.

Ο Κάδμος δεν έφερε αντίρρηση, αλλά την κοίταξε παράξενα ξανά. Τι βλέπει σ’εμένα; Του φαίνομαι διαφορετική; αναρωτήθηκε, θυμωμένα, η Κορίνα. Δεν έχεις ιδέα τι συνέβη απόψε, Κάδμε. Και ούτε χρειάζεται να μάθεις.

Πήγε στο μικρό υπνοδωμάτιο του διαμερίσματος, έβγαλε όλα της τα ρούχα εκτός από το μεσοφόρι, τα εσώρουχα, και τις κάλτσες, και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Το αρχαίο φυλαχτό, φυσικά, το είχε επάνω της· ποτέ δεν το αποχωριζόταν.

Ο ύπνος την πήρε σχεδόν αμέσως.

Σε κάποια στιγμή ονειρεύτηκε. Είδε ότι περιπλανιόταν μέσα σ’ένα λαβυρινθώδες οικοδόμημα: και σ’έναν από τους διαδρόμους του συνάντησε μια γυναίκα που ήταν από φως – από παλλόμενη, σπινθηρίζουσα ενέργεια. Βάδιζε προς το μέρος της, και η Κορίνα είχε την αίσθηση ότι κοίταζε κάποιου είδους διαστρεβλωτικό κάτοπτρο.

Αλλά η φιγούρα αντίκρυ της δεν ήταν ολόκληρη από ενέργεια. Στον δεξή της μηρό, πάνω από το γόνατο, υπήρχε ένα μικρό τμήμα που ήταν σάρκινο.

Κόκκινη σάρκα.

Η Κορίνα ξύπνησε τρομαγμένη. Ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι, νιώθοντας ότι δεν ήταν μόνη. Ότι κάποιος άλλος, ή κάτι άλλο, ήταν εδώ, μαζί της, πίσω από τα σκοτάδια.

Αμέσως άναψε το φως στο κομοδίνο, ενώ το άλλο της χέρι πήγαινε στο φυλαχτό που κρεμόταν επάνω στο στήθος της. Το έσφιξε μέσα στη γροθιά της. Κάποιος κλέφτης είχε έρθει να της το αρπάξει; Κανείς, ποτέ – ποτέ! – δεν θα της έπαιρνε το φυλαχτό!

Τα σημάδια της Πόλης δεν της φανέρωναν τίποτα, κανέναν κίνδυνο.

Αλλά ούτε την άλλη φορά που είχε παρουσιαστεί η αντιοπτασία τής έδειχναν κάτι...

Είναι αόρατη. Είναι αόρατη!

Τα μάτια της Κορίνας παρατηρούσαν τα σκοτάδια πέρα από το φως της λάμπας. Καμια κίνηση. Δεν υπήρχε εχθρός εδώ. Το δωμάτιο ήταν άδειο εκτός από εκείνη.

Η Κορίνα έπιασε το μικρό πιστόλι από το κομοδίνο της. Σηκώθηκε όρθια κι άναψε το φως στο ταβάνι. Ναι, τίποτα δεν ήταν εδώ. Τίποτα.

Και... τι ώρα ήταν; Κοίταξε το ρολόι στον καρπό της. Πρωί.

Πλησίασε το παντζούρι του παραθύρου και, με το πάτημα ενός κουμπιού, το έκανε ν’ανοίξει αυτόματα: Ξημέρωμα, και δεν έβρεχε πλέον· ο ήλιος της Ρελκάμνια είχε μόλις ξεμυτίσει πίσω και ανάμεσα από τα ψηλά οικοδομήματα και τις γέφυρες: το φως του έκανε τις βρεγμένες πέτρες, τα βρεγμένα μέταλλα, και τα βρεγμένα κρύσταλλα να γυαλίζουν και να στραφταλίζουν εκτυφλωτικά.

Η Κορίνα κατέβασε την κάλτσα της για να κοιτάξει το σημείο που είχε αγγίξει η αντιοπτασία.

Ήταν ακόμα εκεί. Τίποτα δεν είχε αλλάξει.

*

Η Τζέσικα στεκόταν επάνω στην ταράτσα ενός ουρανοξύστη της Αστροβόλου. Το μέρος ήταν γεμάτο νερά, ύστερα από τη βροχή, και γεμάτο πουλιά που, κρώζοντας και τιτιβίζοντας, φτεροκοπούσαν από δω κι από κει προτού γαντζωθούν σε κεραίες, τεχνικούς εξοπλισμούς, κάγκελα, και άχρηστα αντικείμενα.

Ο Αστρομάτης ήταν πιασμένος στον ώμο της κυράς του, που φορούσε ένα κοντό μαύρο παλτό που έπεφτε μέχρι τους μηρούς της. Από τη μέση και κάτω ήταν ντυμένη μ’ένα εφαρμοστό γκρίζο παντελόνι και ψηλές καφετιές μπότες ώς το γόνατο. Τα πόδια της φαίνονταν πολύ λιγνά.

Η αναπνοή της έβγαινε σαν καπνός εργοστασίου μέσα στο παγερό πρωινό. Αλλά της άρεσε εδώ. Είχε προτείνει και στον Ζιλμόρο να έρθει, όμως εκείνος τής είχε αποκριθεί, με τον υπέροχο τρόπο του, να πάει αν ήθελε να γαμηθεί μόνη της εκεί πάνω τέτοια ώρα μες στον ψόφο· και ήταν τσαντισμένος που τον είχε ξυπνήσει χαράματα, αλλά είχε πέσει πάλι για να κοιμηθεί χωρίς πρόβλημα.

Ήταν τόσο γλυκός. Η Τζέσικα γέλασε καθώς τώρα τον ξανασκεφτόταν.

Μετά πρόσεξε μια αλλαγή στα πολεοσημάδια γύρω της, από τις σκιές που έριχναν τα πουλιά επάνω στις πέτρες της ταράτσας και στα νερά.

Στράφηκε, και πίσω της αντίκρισε μια γυναίκα – χρυσόδερμη, με κοντά μαύρα μαλλιά σαν καρφιά, και μάτια άγρια. «Φοίβη!» χαμογέλασε η Τζέσικα. «Το είχα ακούσει ότι είσαι εδώ, Αδελφή μου. Ότι θέλεις να σκοτώσεις τον Κάδμο. Είναι αλήθεια;»

Η Νύφη του Χάροντα έμεινε ακίνητη, και αγέλαστη. «Πώς το ξέρεις;» Ήταν τυλιγμένη σε μια μαύρη καπαρντίνα, κρύβοντας αρκετά μικρά όπλα εκεί: η Τζέσικα το διέκρινε στα πολεοσημάδια.

«Η Κορίνα μού το είπε.»

«Τη γνωρίζεις αυτή τη μαλακισμένη;»

Η Τζέσικα γέλασε. «Μου είπε ότι η πρώτη σας συνάντηση δεν πήγε και τόσο καλά!»

Η Φοίβη έκανε μερικά βήματα προς τη Τζέσικα, κλοτσώντας απρόσμενα ένα πουλί που ήταν μπροστά της, χτυπώντας το με τη μπότα της προτού αυτό προλάβει να φτερουγίσει και να φύγει. Έπεσε κάτω, σπαρταρώντας πονεμένα.

Η Τζέσικα τσαντίστηκε. «Γιατί το έκανες αυτό;»

Η Φοίβη τής είπε: «Ξέρει πράγματα για μένα που δεν θα έπρεπε να τα ξέρει!»

«Τι;»

«Η Κορίνα, Αδελφή μου. Ξέρει πράγματα για μένα που δεν θα έπρεπε να τα ξέρει.»

Η Τζέσικα γέλασε. «Έτσι είναι η Κορίνα – περίεργη. Αν και... τελευταία, παραείναι...»

Η Φοίβη ήρθε ακόμα πιο κοντά της· στεκόταν μπροστά της τώρα. «Τι είναι η Κορίνα, Τζέσικα;»

«Τι να είναι; Αδελφή μας είναι.»

«Δεν μπορεί!»

Η Τζέσικα γέλασε ξανά. «Γιατί; Τι άλλο θα μπορούσε να ήταν; Έχει και το σημάδι–»

«Μου το έδειξε, όταν μου ζήτησε να μη σκοτώσω τον Κάδμο.»

«Νομίζεις ότι θα τα καταφέρεις;»

«Τι;»

«Να τον σκοτώσεις.»

«Θα πεθάνει,» είπε η Φοίβη χωρίς πάθος.

«Η Κορίνα δε θα σ’αφήσει,» της είπε η Τζέσικα.

«Τι είναι η Κορίνα, Τζέσικα; Δε μπορεί νάναι απλά μια Αδελφή μας. Έχει... Ξέρει πώς αναγεννήθηκα, Τζέσικα! Αλλά εγώ ποτέ δεν της το είπα. Ούτε κανείς άλλος το γνωρίζει εκτός από εμένα! Και είχε και κάτι φωτογραφίες μου που πρέπει να πάρθηκαν πριν από χρόνια, ενώ αντιμετώπιζα μια συμμορία. Δεν καταλαβαίνω πώς είναι δυνατόν να έχει τέτοιες πληροφορίες για μένα.»

«Χμμμ...» Η Κορίνα, όντως, παραήταν παράξενη τελευταία. Η Τζέσικα δεν αμφέβαλλε ότι κάτι έκρυβε. Αλλά τι; Είχε τρόπους να μαθαίνει πράγματα οι οποίοι έμοιαζαν... θαυματουργικοί. Δεν είχαν να κάνουν ούτε με ξόρκια και μαγγανείες ούτε με τις ιδιότητες των Θυγατέρων. Τι είχε βρει η Κορίνα;

«Τι ξέρεις γι’αυτήν, Τζέσικα;»

Η Τζέσικα μόρφασε. «Τίποτα· τι να ξέρω;»

Η Φοίβη κοπάνησε ξαφνικά τον Αστρομάτη με τη γροθιά της, ρίχνοντάς τον απ’τον ώμο της Αδελφής της.

«Ε! Τι–;»

Η Φοίβη την άρπαξε από το παλτό: και, παρότι η Τζέσικα ήταν ψηλότερη από εκείνη, η Νύφη του Χάροντα τώρα τής έμοιαζε, για κάποιο λόγο, ξαφνικά πιο ψηλή. «Τι ξέρεις για την Κορίνα; Πες μου! Τι είναι, η καταραμένη; Πώς έχει τέτοιες πληροφορίες; Πώς μπορεί και προβλέπει κάθε μου κίνηση;»

Η Τζέσικα την έσπρωξε, αλλά η Φοίβη δεν την άφησε.

«Πες μου, Τζέσικα! Τι σου έχει πει η Κορίνα;»

Η Τζέσικα προσπάθησε να τη χτυπήσει μέσα στη γυναικεία της φύση με το γόνατό της, αλλά το γόνατο της Φοίβης την εμπόδισε, και μετά η Νύφη του Χάροντα την έριξε στο δάπεδο της ταράτσας, μέσα στα νερά, μπρούμυτα: κι ένα μποτοφορεμένο πόδι πάτησε στην πλάτη της Τζέσικας.

«Γαμήσου μαλακισμένη!» ούρλιαξε η Τζέσικα. «Άφησέ με!»

Η Φοίβη την άρπαξε απ’τα μαλλιά με το ένα χέρι, τραβώντας το κεφάλι της πίσω. «Τι είναι η Κορίνα; Τι δυνάμεις έχει;»

«Δεν ξέρω γαμώτο!» κραύγασε η Τζέσικα. «Νομίζεις ότι μου λέει; Κάτι κρύβει, το καταλαβαίνω πως κάτι κρύβει! Αλλά δεν μου λέει.»

«Τι κρύβει;»

«Πού να ξέρω; Αφού το κρύβει, μαλακισμένη! Πού να ξέρω;»

«Δεν έχεις αντιληφτεί τίποτα;» ρώτησε ήρεμα η Φοίβη, σαν να μη συνέβαινε κάτι το σπουδαίο, σαν να μην εξακολουθούσε νάχει το πόδι της στην πλάτη της Τζέσικας, σαν να μην τραβούσε το κεφάλι της προς τα πίσω, από τα μαλλιά.

«Το μόνο που έχω καταλάβει είναι ότι ξέρει διάφορα πράγματα που φαίνεται παράξενο ότι θα μπορούσε να τα ξέρει. Αυτό που είπες κι εσύ. Αλλά μου είναι άγνωστο το πώς το κάνει. Τώρα άφησέ με γαμώτο!» γρύλισε παλεύοντας μάταια να ξεφύγει. Η ράχη της πονούσε, πονούσε πολύ, και φοβόταν ότι η Φοίβη θα της έσπαγε τη ραχοκοκαλιά. Μάλλον δεν θα πέθαινε από αυτό, επειδή ήταν Θυγατέρα· η Πόλη θα τη θεράπευε, αλλά η διαδικασία θα ήταν επώδυνη, φριχτή. Η Τζέσικα είχε παλιότερα χάσει το δεξί της μάτι και, ακόμα πιο παλιά, το αριστερό της πόδι. Τα είχε αναπλάσει και τα δύο, με τη δύναμη της Πόλης, αλλά οι πόνοι ήταν τρομεροί, και η θεραπεία χρονοβόρα.

Η Νύφη του Χάροντα την ελευθέρωσε, απότομα, κάνοντας το μέτωπό της να χτυπήσει στο δάπεδο, ζαλίζοντάς την.

«Ωωωωω...» μούγκρισε η Τζέσικα καθώς γύριζε ανάσκελα, αργά, μουδιασμένα, για ν’αντικρίσει την ανώμαλη Αδελφή της.

Η Φοίβη καθόταν επάνω σ’ένα παλιό, μεταλλικό κιβώτιο, τώρα, κι άναβε τσιγάρο.

Ο Αστρομάτης φτερούγισε, κρώζοντας, και ήρθε στην αγκαλιά της Τζέσικας. Εκείνη χάιδεψε τα πούπουλά του. Μπορούσε να καταλάβει, από τα σημάδια της Πόλης, αλλά όχι μόνο – το αισθανόταν – ότι το πουλί πονούσε ακόμα από το χτύπημα της Φοίβης. Τι μαλακισμένη πού είναι... Η Τζέσικα δεν είχε όρεξη για γέλια τώρα. Ήταν πολύ τσαντισμένη με τη Νύφη του Χάροντα. Μερικές φορές είχε πλάκα η Φοίβη, αλλά άλλες φορές πάλι όχι, καθόλου, που ο Σκοτοδαίμων να έπαιρνε το κεφάλι της και να έχυνε επάνω του!

Η Τζέσικα σηκώθηκε από τη βρεγμένη ταράτσα, πονώντας, μουλιασμένη, εξακολουθώντας νάχει τον Αστρομάτη στην αγκαλιά της. «Αν ξαναπειράξεις το πουλί μου,» είπε στη Φοίβη, «θα σε σκοτώσω.» Και το εννοούσε. Δεν την ένοιαζε αν ήταν Αδελφή της ή όχι. Αν ξανάγγιζε η μαλακισμένη τον Αστρομάτη θα τη σκότωνε!

Η Φοίβη φύσηξε καπνό μέσα στον παγερό αέρα. «Θες να συμμαχήσουμε, Τζέσικα;»

Η Τζέσικα μόρφασε. «Τι;» Είχε ακούσει καλά;

«Θες να συμμαχήσουμε εναντίον της Κορίνας;»

Η Τζέσικα γέλασε.

Τα μάτια της Φοίβης αγρίεψαν περισσότερο απ’ό,τι συνήθως. «Θες να με βοηθήσεις να σκοτώσω τον Κάδμο; Θα σου άρεσε αυτό, δεν θα σου άρεσε; Να σκοτώσουμε μαζί τον Αλυσοδεμένο Ποιητή, Τζέσικα!» είπε έντονα. «Να δώσουμε τέλος στον πρωτεργάτη της εξέγερσης των Ανωρίγιων Συνοικιών! Να εξολοθρεύσουμε τον χειρότερο κακούργο ετούτων των δρόμων!»

Η Τζέσικα μειδίασε άθελά της. Είχε ξανασυνεργαστεί παλιότερα με τη Φοίβη για να αφανίσουν κάποιους κακοποιούς. Και ήταν ωραία. Είχε πλάκα. Ήταν σαν να είχε βγει από ταινία δράσης, μα τη Ρασιλλώ!

Αλλά τώρα δε νόμιζε πως η κατάσταση ήταν ίδια. «Μ’αρέσει ο Κάδμος,» της είπε. «Δε θέλω να τον σκοτώσω.

»Επιπλέον, η Κορίνα δεν πρόκειται να μας αφήσει–»

«Γάμα την Κορίνα!» τη διέκοψε, απότομα, άγρια, η Φοίβη. «Μπορούμε να τη νικήσουμε. Μαζί.»

Η Τζέσικα κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Μην είσαι χαζή! –Τη φοβάσαι;»

«Καμια δεν–! Ναι, τη φοβάμαι. Λίγο. Μόνο αν είσαι ανόητη δεν φοβάσαι καθόλου την Κορίνα.»

«Εγώ δεν τη φοβάμαι. Έλα μαζί μου και θα τη νικήσουμε.»

«Όχι, Φοίβη. Δε θέλω τον Κάδμο νεκρό. Μ’αρέσει ο Κάδμος. Κάνει τόσα όμορφα πράγματα εδώ. Ξέρεις τι γίνεται με τους κουρσάρους των Ήμερων Συνοικιών τώρα;»

Η Φοίβη πέταξε κάτω, στα νερά, το τσιγάρο της και σηκώθηκε όρθια. «Άμα ξαναδώ το πουλί σου, θα το στείλω να κάνει παρέα στον Ανόφθαλμο.»

Η Τζέσικα τράβηξε το πιστόλι μέσα από το παλτό της.

Η Φοίβη τής έκανε κωλοδάχτυλο και, γυρίζοντάς της την πλάτη, βάδισε προς την ανοιχτή καταπακτή της ταράτσας.

Η Τζέσικα πυροβόλησε στον αέρα. Τα πουλιά παντού γύρω φτερούγισαν, αναστατωμένα.

/17\

Η Στρατάρχης της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας επιστρέφει στους δρόμους της πατρίδας της, για να μιλήσει μ’έναν πολύ κουρασμένο Αντιπολιτάρχη, προτού ταξιδέψει ακόμα πιο δυτικά προετοιμάζοντας άμυνα και ενέδρα.

Η Καρζένθα-Σολ έφυγε με το ξημέρωμα, αν και αισθανόταν διστακτική να εγκαταλείψει τώρα τον Κάδμο. Προσπαθούσε, όμως, να πείσει τον εαυτό της ότι μαζί με την Κορίνα ήταν ασφαλής. Αν η Κορίνα δεν μπορούσε να τον προστατέψει από μια Αδελφή της, τότε ποιος μπορούσε; Επιπλέον, η Καρζένθα είχε προστάξει να μείνουν στο πλευρό του κάποιοι από τους Μικρούς Γίγαντές της, ως σωματοφύλακες. Ανάμεσά τους ήταν κι ο Άλβερακ – και εμπιστευόταν πολύ τον Άλβερακ.

Έτσι, καθώς το πρώτο φως του ήλιου της Ρελκάμνια έλουζε τα οικοδομήματα της Α’ Ανωρίγιας Συνοικίας, η Καρζένθα-Σολ πέταξε προς τα δυτικά, προς τη Β’ Ανωρίγια, μέσα σ’ένα ελικόπτερο με δύο έλικες. Το αεροσκάφος ήταν μεγάλο, και στο εσωτερικό του μετέφερε, εκτός από τη Στρατάρχη, κάμποσους μαχητές και οχήματα. Γύρω του πετούσαν κι άλλα ελικόπτερα και αεροπλάνα, κάποια μεγαλύτερα, κάποια μικρότερα. Ένα ολόκληρο σμήνος.

Το κυρίως τμήμα του στρατού της Καρζένθα-Σολ, όμως, ερχόταν από ξηράς. Από τους δρόμους και τις γέφυρες, διασχίζοντας την Α’ Ανωρίγια, έχοντας ξεκινήσει από διάφορες περιφέρειές της, όχι μόνο από την Αστροβόλο. Η Καρζένθα είχε ειδοποιήσει διοικητές τηλεπικοινωνιακά μες στη νύχτα. Ορισμένοι απ’αυτούς ήταν μισθοφόροι· πολλοί ήταν συμμορίτες. Τον Ζιλμόρο, τον αρχηγό των Σκοταδιστών, δεν τον είχε καλέσει· δεν τον χρειαζόταν μαζί της. Ούτε ήθελε να σκεφτεί τι μπορεί να έκανε στο Εμπορικό Κέντρο – μπορεί ακόμα και να το λεηλατούσε! Είχε, όμως, καλέσει άλλους από τους αρχισυμμορίτες που κατάγονταν από τη Β’ Ανωρίγια Συνοικία, προστάζοντάς τους να την ακολουθήσουν. Αρκετοί απ’αυτούς βρίσκονταν μέσα στον «σκοτεινό στρατό» (όπως όλοι τον αποκαλούσαν) του Ζιλμόρου, έτσι η Καρζένθα με την κίνησή της ουσιαστικά τον έσπαγε χωρίς να ρωτήσει τον αρχηγό του. Ήταν βέβαιη ότι ο Ζιλμόρος θα τσαντιζόταν, αλλά δεν την ένοιαζε. Εκείνη ήταν Στρατάρχης της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας, όχι αυτός. Και τώρα το Εμπορικό Κέντρο που υπαγόταν στην εξουσία της Β’ Ανωρίγιας κινδύνευε, κι έπρεπε να το προασπιστούν.

Η Καρζένθα δεν είχε πάρει μαζί της κανέναν από τους Σκοταδιστές, αλλά είχε πάρει τους Ξεπεσμένους Ιερείς (και τον Σκυφτό Στίβεν, τον αρχηγό τους, με τον οποίο μπορούσε να συνεννοηθεί άνετα, σ’αντίθεση με τον Ζιλμόρο), τους Απάνεμους Λεβέντες, τους Κακότροπους Ρακοσυλλέκτες, τους Φιλικούς Εχθρούς, τους Γενναίους Οροφοβάτες, και τους Άκλαυτους, καθώς κι άλλες συμμορίες που δεν κατάγονταν από τη Β’ Ανωρίγια, όπως τους Αρχαίους Κατωμερίτες. Και, φυσικά, είχε και πολλούς μισθοφόρους.

Ενώ το σμήνος της πλησίαζε τα σύνορα της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας, συνάντησε άλλα τρία σμήνη που επίσης κατευθύνονταν προς τα εκεί μεταφέροντας μαχητές και πολεμικά οχήματα που η Καρζένθα είχε καλέσει. Στους δρόμους από κάτω της μπορούσε να δει ακόμα περισσότερα πολεμικά οχήματα· ο στρατός της ερχόταν.

Αλλά εκείνη σκόπευε να πάει λίγο πιο μπροστά. Δίνοντας τηλεπικοινωνιακά το κατάλληλο σύνθημα στα σύνορα της Β’ Ανωρίγιας, για λόγους ασφαλείας, πέταξε πάνω από τις γειτονιές της πατρίδας της.

Το ελικόπτερό της πέρασε από τον Ρυθμιστή και έφτασε στους Χρυσούς Λόφους, όπου η Καρζένθα-Σολ πρόσταξε τον πιλότο να το προσγειώσει σ’ένα ελικοδρόμιο. Τα υπόλοιπα ελικόπτερα θα προσγειώνονταν σ’άλλα σημεία και ο στρατός της δεν θα αργούσε να είναι έτοιμος για να προχωρήσει στο Εμπορικό Κέντρο στα δυτικά.

Πρώτα, όμως, η Καρζένθα ήθελε να μιλήσει στον Ερκάνη. Δεν τον είχε ειδοποιήσει τηλεπικοινωνιακά· προτιμούσε να του τα πει προσωπικά, από κοντά. Επιπλέον, οι τηλεπικοινωνίες μπορούσαν πάντα να υποκλαπούν: και καλύτερα να αιφνιδίαζαν τον Χορονίκη όταν έκανε την κίνησή του εναντίον του Εμπορικού Κέντρου. Καλύτερα να μην ήξερε πως τον περίμεναν. Θα του έστηναν ενέδρα.

Η Καρζένθα-Σολ έφυγε από το ελικοδρόμιο μέσα σ’ένα μικρό, θωρακισμένο τετράκυκλο το οποίο οδηγούσε η ίδια. Μαζί της ήταν μερικοί Μικροί Γίγαντες, ανάμεσα στους οποίους και ο Σολάμνης’μορ. Πήγε στο Πολιταρχικό Μέγαρο της Β’ Ανωρίγιας, και οι φρουροί εκεί ξαφνιάστηκαν που την είδαν. Δεν είχαν ακούσει ότι η Στρατάρχης είχε επιστρέψει. Η Καρζένθα στάθμευσε το όχημα στο γκαράζ του Μεγάρου και βάδισε, μαζί με τους μισθοφόρους της, στους διαδρόμους και τις αίθουσές του. Ρώτησε τους υπαλλήλους αν ο Αντιπολιτάρχης ήταν εδώ, μην περιμένοντας να λάβει θετική απάντηση.

Αλλά έλαβε. Στο Γραφείο του Πολιτάρχη είναι, κυρία Στρατάρχη, της είπαν, ξαφνιάζοντάς την λιγάκι. Όμως δεν θα έπρεπε να ξαφνιάζεται, σκέφτηκε. Ο Ερκάνης ήταν εργατικός, δεν ήταν; Και είχε, ομολογουμένως, αγχωθεί τελευταία, που ο Κάδμος τον είχε αφήσει στη θέση του στη Β’ Ανωρίγια Συνοικία. Η δολοφονία του Μάλνεμορ-Νορκλ, επιπλέον, τον είχε αγχώσει ακόμα περισσότερο – η Καρζένθα το καταλάβαινε από τις τηλεπικοινωνίες που είχαν μαζί του. Και παρότι ο Κάδμος τού είχε πει να πάψει να ερευνά την υπόθεση – του είχε πει ότι η Κορίνα είχε ζητήσει να πάψει να ερευνά – εκείνος εξακολουθούσε να δείχνει αγχωμένος. Κάθε φορά που ο Κάδμος τον καλούσε, ο Ερκάνης τού ζητούσε να επιστρέψει στη Β’ Ανωρίγια, και τον ρωτούσε τι ήταν αυτό, επιτέλους, που τον κρατούσε στην Α’ Ανωρίγια τόσο καιρό; Ο Κάδμος είχε προτιμήσει να μην του αποκαλύψει ότι μια Θυγατέρα της Πόλης – η ίδια που είχε δολοφονήσει τον Μάλνεμορ-Νορκλ – τον κυνηγούσε για να τον σκοτώσει.

Η Καρζένθα, όμως, σκόπευε τώρα να του το πει. Ίσως αυτό να τον ηρεμούσε λίγο, παρότι κανονικά δεν ήταν λόγος για εσωτερική ηρεμία.

Όταν μπήκε στο Γραφείο του Πολιτάρχη (χωρίς τους Μικρούς Γίγαντες, οι οποίοι έμειναν έξω) βρήκε τον Ερκάνη να την περιμένει. Δεν ήταν ξαφνιασμένος που την έβλεπε. Οι υπάλληλοι πρέπει να τον είχαν ειδοποιήσει.

«Καρζένθα,» είπε, καθισμένος πίσω από το γραφείο του. «Ήρθες τόσο απροειδοποίητα... Είναι κι ο Κάδμος εδώ;» Υπήρχε μια κάποια ελπίδα στο γαλανόδερμο πρόσωπό του, δεν υπήρχε; Η Καρζένθα σχεδόν λυπόταν που θα την τσάκιζε.

«Όχι,» του αποκρίθηκε· «ο Κάδμος δεν είν’ εδώ.» Και κάθισε αντίκρυ του. «Μόνο εγώ ήρθα. Μαζί με στρατό.»

«Με στρατό;» Ο Ερκάνης συνοφρυώθηκε, καταλαβαίνοντας αμέσως ότι κάτι συνέβαινε. Δεν είναι ανόητος, σκέφτηκε η Καρζένθα. Ούτε τόσο άσχετος όσο επιμένει να φοβάται πως είναι. Αν μη τι άλλο, ύστερα απ’όσα έχουμε περάσει, έχει πλέον μάθει πολλά.

«Θα μας επιτεθούν,» του εξήγησε. «Θα επιτεθούν στο Εμπορικό Κέντρο.»

«Το Εμπορικό Κέντρο Δυτικού Ριγοπόταμου;» Αυτή ήταν η επίσημη ονομασία του Εμπορικού Κέντρου στα δυτικά της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας το οποίο υπαγόταν στην εξουσία της. Ο Ερκάνης το έλεγε σαν να μην ήθελε να το πιστέψει. «Ποιος...;»

«Ο Σελασφόρος Χορονίκης, ο Πολιτάρχης της Α’ Κατωρίγιας.»

«Δεν είχα καμία ιδέα, Καρζένθα...» κόμπιασε ο Ερκάνης. «Γιατί... γιατί δεν με ειδοποίησες; Πότε το έμαθες;»

«Χτες βράδυ. Η Κορίνα μάς το είπε. Και ετοιμάστηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Θα πρέπει να προστατέψουμε το Εμπορικό Κέντρο, Ερκάνη.»

Ο Ερκάνης ρουθούνισε. «Υπέροχα!» έκανε ειρωνικά. «Ό,τι μου χρειαζόταν τώρα...» Η όψη του φανέρωνε απόγνωση, και κούραση. Ακούμπησε την πλάτη του στην πολυθρόνα, μουγκρίζοντας. Τα μάτια του μαρτυρούσαν πως δεν πρέπει νάχε κοιμηθεί και πολύ. Ίσως νάχε κοιμηθεί λιγότερο από την Καρζένθα, αν και η ίδια δεν το θεωρούσε αυτό πιθανό. Η εμφάνιση, όμως, του Ερκάνη τής έδειχνε πως, μάλλον, τούτη δεν ήταν η μόνη νύχτα που είχε ξαγρυπνήσει...

«Ο Κάδμος γιατί δεν ήρθε;» ρώτησε απότομα ο Αντιπολιτάρχης. «Τι κάνει ακόμα εκεί, στην Α’ Ανωρίγια; Θα μείνει εκεί ενώ το Εμπορικό Κέντρο κινδυνεύει; Ο κόσμος εδώ τον χρειάζεται, Καρζένθα – του το είπα ήδη. Εγώ δεν είμαι το ίδιο μ’αυτόν. Τον εμπιστεύονται. Πιστεύουν στον Κάδμο. Εγώ δεν είμαι, στα μάτια τους, παρά ένας πολιτικός υπάλληλος· εκείνος είναι ο Αλυσοδεμένος Ποιητής, ο πρωτεργάτης της επανάστασης εναντίον της πλουτοκρατίας. Είναι ο ήρωάς τους. Και τον θέλουν πίσω. Ο κόσμος είναι αναστατωμένος, οι συμμορίες είναι αναστατωμένες, η Φρουρά είναι αναστατωμένη. Τα προβλήματα είναι πολλά· φασαρίες γίνονται. Τα έχω πει στον Κάδ–»

«Το ξέρω· σ’έχω ακούσει. Αλλά– Περίμενε, Ερκάνη,» τον διέκοψε προτού τη διακόψει. «Περίμενε. Ο Κάδμος δεν μπορεί τώρα να έρθει. Υπάρχει καλός λόγος.»

«Τι λόγος;»

«Μια Θυγατέρα της Πόλης προσπαθεί να τον σκοτώσει.»

«Τι;» μόρφασε ο Ερκάνης.

«Τη λένε Φοίβη, η Νύφη του Χάροντα. Η Κορίνα μάς είπε ότι η ίδια η Πόλη την οδηγεί στους στόχους της.»

«Και την οδήγησε και στον Κάδμο;»

«Ναι.»

«Γιατί η Κορίνα δεν κάνει κάτι για να τη σταματήσει;»

«Αυτό προσπαθεί. Αλλά δεν είναι εύκολο. Οι Θυγατέρες ποτέ δεν σκοτώνουν τις Αδελφές τους – για κάποιο λόγο. Δεν ξέρω τι ταμπού είν’ αυτό!» Και την ενοχλούσε. Θα ήταν πολύ πιο εύκολο αν σκότωναν τη Φοίβη, δεν θα ήταν; Η Κορίνα, βέβαια, τους είχε δώσει το ελεύθερο να τη σκοτώσουν αν ποτέ τη συναντούσαν – δεν θα τους εμπόδιζε – αλλά η ίδια δεν θα βοηθούσε στη θανάτωσή της. Και ούτε η Καρζένθα ούτε κανένας άλλος είχε, μέχρι στιγμής, συναντήσει τη Φοίβη. Η καταραμένη ήταν σαν φονικό φάντασμα!

«Και πώς σκοπεύει να την εμποδίσει;» ρώτησε ο Ερκάνης. «Σκέφτεται να την παγιδέψει;»

«Ακριβώς. Και λέει πως τότε θα μας φανεί χρήσιμη, ίσως.»

«Χρήσιμη; Με τι τρόπο;»

«Δε μας έχει διευκρινίσει ακόμα. Προτείνει να επικεντρωθούμε στο να την παγιδέψουμε, προς το παρόν.»

«Πόσες μέρες γίνεται αυτή η ιστορία; Γιατί δεν μου το είπατε;»

«Ο Κάδμος δεν ήθελε να σ’το πει τηλεπικοινωνιακά. Η Κορίνα μάς ειδοποίησε για τη Φοίβη πέντε μέρες, αν θυμάμαι καλά, αφότου ο Κάδμος ήρθε στην Α’ Ανωρίγια.»

«Και γιατί να μην επιστρέψει στη Β’ Ανωρίγια, για να κρυφτεί; Δε θα ήταν πιο ασφαλής εδώ;»

«Η Κορίνα ισχυρίζεται πως η Φοίβη μπορεί να τον εντοπίσει όπου κι αν είναι· τον ‘μυρίζεται’, λέει, μέσα από τα σημάδια της Πόλης.» Ανασήκωσε τους ώμους. «Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Τέλος πάντων· υποθέτω δεν μιλά τυχαία. Είναι Θυγατέρες κι οι δυο τους...»

«Ναι...» μουρμούρισε ο Ερκάνης, σκεπτικά, τρίβοντας τα σκούρα-μπλε μούσια του. Είχε αφήσει μούσια από τότε που ο Κάδμος τον είχε διορίσει Αντιπολιτάρχη της Β’ Ανωρίγιας· η Καρζένθα τον είχε δει από την οθόνη, όταν μιλούσαν τηλεπικοινωνιακά. Αναρωτιόταν αν το είχε κάνει για να προσδώσει κάποιο κύρος στον εαυτό του, ή αν απλά παραμελούσε το ξύρισμα έχοντας άλλα στο μυαλό του.

Η Καρζένθα συνέχισε: «Η Κορίνα προστατεύει τον Κάδμο αδιάκοπα, τώρα. Βλέπει τα ίδια σημάδια που βλέπει κι η Φοίβη, και της κλείνει τον δρόμο κάθε φορά που προσπαθεί να πλησιάσει τον στόχο της. Προκειμένου να μπορεί να το καταφέρει, μας έχει πει να υπακούμε οτιδήποτε μάς ζητήσει. Και έχει, όντως, ζητήσει κάτι τελείως τρελά πράγματα...»

«Μέχρι πότε θα εξακολουθήσει αυτό; Έτσι όπως το περιγράφεις, μπορεί να συνεχιστεί για πάντα!»

«Θα συνεχίζεται μέχρι η Κορίνα να καταφέρει να παγιδέψει τη Φοίβη, σου είπα. Τη θέλει για κάποιο σκοπό. Πιστεύει ότι μπορεί να μας εξυπηρετήσει.»

«Γιατί δεν μιλά μαζί της; Γιατί δεν προσπαθεί να τη μεταπείσει απ’το να σκοτ–;»

«Το έχει κάνει ήδη, και η Φοίβη ήταν ανένδοτη.»

Ο Ερκάνης αναστέναξε. «Δεν ξέρω... Εμένα... εμένα δε μ’αρέσει καθόλου που ο Κάδμος λείπει τόσο καιρό από τη Β’ Ανωρίγια. Δεν είμαι εγώ ο κατάλληλος για να διοικώ εδώ, Καρζένθα.»

«Ώς τώρα τα καταφέρνεις καλά, όμως.»

Ο Ερκάνης άναψε τσιγάρο. «Με το ζόρι.» Ρούφηξε καπνό, τον έβγαλε απ’τα ρουθούνια. «Ρώτα την Κελρίτ. Μου λέει ότι έχω γίνει σαν σκιά του παλιού μου εαυτού.»

Η Κελρίτ ήταν η γυναίκα του. Καταγόταν από τη Βίηλ, αν και ήταν χρόνια πλέον στη Ρελκάμνια. Έφτιαχνε ζωγραφικούς πίνακες με τοπία – από τη Βίηλ, κυρίως: απέραντα δάση και ανοιχτές πεδιάδες, ανοικοδόμητες όχθες πελώριων ποταμών, και τέτοια πράγματα – πράγματα που δεν υπήρχαν στην απ’άκρη σ’άκρη οικοδομημένη Ρελκάμνια.

Η Κελρίτ έχει δίκιο, σκέφτηκε η Καρζένθα. Φαίνεσαι όντως πολύ κουρασμένος. «Έχεις αγχωθεί,» του είπε. «Αλλά δεν θα έπρεπε, Ερκάνη. Κάνεις καλή δουλειά εδώ.»

«Ο Μάλνεμορ είναι νεκρός, Καρζένθα. Αν ο Κάδμος ήταν στη συνοικία μας–»

«–μπορεί κι αυτός να ήταν νεκρός.»

Ο Ερκάνης την ατένισε συνοφρυωμένος πίσω απ’τον καπνό του τσιγάρου του, και το βλέμμα του ήταν, συγχρόνως, παραξενεμένο και ερωτηματικό.

«Η Φοίβη τον σκότωσε τον Μάλνεμορ,» εξήγησε η Καρζένθα.

«Το είπε η Κορίνα;»

«Ναι.»

«Γιατί, μα τον Κρόνο; Γιατί τον Μάλνεμορ;»

«Μάλλον ήθελε πληροφορίες απ’αυτόν. Και μετά δεν ήθελε να τον αφήσει ζωντανό για να ειδοποιήσει κανέναν.»

«Ευτυχώς που δεν ήρθε σ’εμένα, δηλαδή...» σχολίασε κυνικά ο Ερκάνης.

«Ευτυχώς,» συμφώνησε η Καρζένθα. «Δε θα προτιμούσα να χάναμε εσένα αντί για τον Μάλνεμορ-Νορκλ. Όχι πως τον αντιπαθούσα, ή πως δεν τον θεωρούσα πολύ χρήσιμο, αλλά είσαι φίλος του Κάδμου, Ερκάνη, και δικός μου φίλος.»

«Ο Μάλνεμορ ήταν, όπως το είπες, πολύ χρήσιμος,» τόνισε ο Ερκάνης. «Είναι σαν να έχασα το δεξί μου χέρι εδώ. Οι σύμβουλοι που μου έχουν απομείνει δεν... δεν είναι κανείς ανάμεσά τους που να μπορεί να τον αντικαταστήσει. Και όλοι φοβούνται απ’αυτό που συνέβη – από τη δολοφονία του. Γίνονται διάφορες υποθέσεις. Ηλίθιες υποθέσεις, μου φαίνονται. Και τώρα που μου είπες την αλήθεια... τι... τι να τους πω; Δε μπορώ να τους την πω. Δε θα με πιστέψουν.»

Η Καρζένθα ένευσε. «Ναι, καλύτερα άφησέ το. Δε χρειάζεται να ξέρουν.»

«Θα μπορούσα να τους πω, βέβαια, ότι τον σκότωσε ένας δολοφόνος που ήθελε να πάρει πληροφορίες για τον Κάδμο...»

«Δε χρειάζεται να ξέρουν,» επέμεινε η Καρζένθα, και ο Ερκάνης δεν έφερε αντίρρηση. «Τώρα,» συνέχισε η Στρατάρχης, «έχουμε, επιπλέον, άλλα προβλήματα. Πρέπει να ετοιμαστούμε για την υπεράσπιση του Εμπορικού Κέντρου.»

«Ελπίζω να μην περιμένεις αυτό να γίνει από εμένα...»

«Αν το περίμενα δεν θα ερχόμουν η ίδια εδώ, Ερκάνη.»

*

Τα τρία μέλη της Διοίκησης του Εμπορικού Κέντρου Δυτικού Ριγοπόταμου αναρωτιόνταν γιατί η Στρατάρχης της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας είχε δηλώσει πως θα τους συναντούσε μία ώρα πριν από το μεσημέρι. Είχαν όλοι τους λάβει μήνυμα από το γραφείο της Διοίκησης – από τη γραμματέα εκεί. Αλλά η γραμματέας δεν ήξερε τον λόγο που η Καρζένθα-Σολ καλούσε τα μέλη της Διοίκησης· τους είχε πει μόνο πως ήταν θέμα ύψιστης σημασίας – θέμα ασφάλειας – και τους είχε τονίσει κανείς να μη λείψει.

Τα τρία μέλη – ο Φιλοχάρης Μορκεράνθω, η Κλόντια Εύδμητη, και ο Άρνιλεκ’μορ Επιταχύς – βρίσκονταν τώρα στην Αίθουσα Συνεδριάσεων της Διοίκησης, καθισμένα γύρω από το τριγωνικό τραπέζι στο κέντρο της. Πρωινό φως έμπαινε από τον κρυστάλλινο τοίχο. Ήταν δυο ώρες πριν από το μεσημέρι, και τα μέλη συζητούσαν αναμεταξύ τους για τον πιθανό λόγο της επικείμενης επίσκεψης της Στρατάρχη της Β’ Ανωρίγιας.

«Εγώ νομίζω ότι πρέπει να άκουσε για τις προτάσεις που μας έκανε ο Χορονίκης,» έλεγε ο Φιλοχάρης Μορκεράνθω, «και ίσως να φοβάται ότι θα προδώσουμε τον Αλυσοδεμένο Ποιητή.»

«Έρχεται, επομένως, για να μας απειλήσει;» είπε, συλλογισμένα, η Κλόντια Εύδμητη, σκεπτόμενη πως η Καρζένθα-Σολ ήταν ευγενής Παλαιού Οίκου και, άρα, αναξιόπιστη και ξεπαρμένη όπως όλοι αυτοί οι αριστοκράτες. Η ίδια η Κλόντια ήταν αριστοκράτισσα Καινού Οίκου.

«Αν άκουσε ότι είχαμε επικοινωνία με τον Χορονίκη,» είπε ο Άρνιλεκ’μορ – «που δεν ξέρω πώς αυτό μπορεί να έγινε, γιατί μιλήσαμε μέσα από ασφαλές κανάλι, και είμαι βέβαιος ότι κανείς δεν μας παρακολουθούσε – αλλά, τέλος πάντων, αν το άκουσε αυτό, αν κάπως το έμαθε, δεν θα έμαθε επίσης ότι αρνηθήκαμε κατηγορηματικά να συμμαχήσουμε μαζί του εναντίον του Κάδμου Ανθοτέχνη;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Φιλοχάρης καθαρίζοντας τον λαιμό του, «λογικά πρέπει να το έμαθε. Αλλά, και πάλι, θα μας εμπιστεύεται τώρα;»

«Εγώ,» διαφώνησε ο Άρνιλεκ’μορ, «νομίζω πως άλλο λόγο έχει που έρχεται...»

«Τι λόγο;» ρώτησε η Κλόντια.

«Δε μπορώ να υποθέσω τίποτα συγκεκριμένο. Αλλά στη γραμματέα είπε ότι είναι θέμα ασφαλείας, έτσι δεν είπε;»

Η Κλόντια και ο Φιλοχάρης έμειναν σιωπηλοί. Ο Άρνιλεκ’μορ ήταν πιο ειδικευμένος στα θέματα ασφαλείας από αυτούς· δεν υπήρχε μηχανισμός στο Εμπορικό Κέντρο που να μη γνωρίζει καλά τη λειτουργία του.

«Για να έρχεται η Στρατάρχης της Β’ Ανωρίγιας εδώ, και όχι ο ίδιος ο Αλυσοδεμένος Ποιητής,» συνέχισε ο μάγος, «εσείς τι νομίζετε ότι αυτό μπορεί να προμηνύει;»

Η Κλόντια συνοφρυώθηκε. «Πόλεμος;»

«Κάποιου είδους επίθεση;» είπε ο Φιλοχάρης. «Κατά του Εμπορικού Κέντρου;»

«Μπορεί,» συμφώνησε ο Άρνιλεκ’μορ. «Ή μπορεί να θέλει εκείνη να επιτεθεί από το Εμπορικό Κέντρο.»

«Να το χρησιμοποιήσει ως στρατιωτική βάση της;»

«Αυτό θα ήταν απαράδεκτο!» αναφώνησε η Κλόντια. «Δε μπορούμε να το επιτρέψουμε. Το Εμπορικό Κέντρο είναι τόπος εμπορίου, όχι πολέμου. Δεν υποσχεθήκαμε στον Ανθοτέχνη τέτοια πράγματα!»

«Όντως,» είπε ο Φιλοχάρης.

«Ίσως, όμως,» τόνισε ο Άρνιλεκ’μορ, «να θέλει και κάτι άλλο... Ίσως να υποπτεύεται ότι κάποιοι έχουν παρεισφρήσει εδώ μέσα...»

«Δολιοφθορείς;» ρώτησε ο Φιλοχάρης.

«Δεν είναι πιθανό; Ο Χορονίκης μπορεί να το έκανε ως εκδίκηση–»

«Μα εμπορευόμαστε και μαζί του! Δεν τον έχουμε αποκλείσει. Το Εμπορικό Κέντρο δεν αποκλείει κανέναν.»

«Δεν ξέρω τι σχέδια μπορεί να έχει, Φιλοχάρη.»

Η κουβέντα συνεχίστηκε – δεν μπορούσαν να πάψουν να μιλάνε και να κάνουν εικασίες και υποθέσεις – ώσπου, ύστερα από καμια ώρα, στις οθόνες μπροστά τους – μία αντίκρυ στον καθένα στο τριγωνικό τραπέζι – παρουσιάστηκε η ένδειξη ότι τους καλούσε η γραμματέας. Δέχτηκαν την κλήση της κι εκείνη τούς ενημέρωσε ότι η κυρία Καρζένθα-Σολ είχε έρθει.

«Να περάσει,» είπε ο Φιλοχάρης.

Η δίφυλλη θύρα άνοιξε, και η Στρατάρχης της Β’ Ανωρίγιας μπήκε μαζί με δύο άντρες, μισθοφόρους καταφανώς.

«Καλημέρα σας,» χαιρέτησε η Καρζένθα-Σολ καθώς τα τρία μέλη σηκώνονταν από τις πολυθρόνες τους στο τριγωνικό τραπέζι.

«Καλημέρα, Στρατάρχη,» αποκρίθηκε ο Φιλοχάρης. «Η επίσκεψή σας ήταν... ξαφνική, το λιγότερο που μπορούμε να πούμε.»

«Δε γινόταν αλλιώς, δυστυχώς,» είπε η Καρζένθα· κι έστρεψε τη ματιά της στον Σολάμνη’μορ, που στεκόταν δίπλα της έχοντας ήδη κάνει ένα από τα ξόρκια του προτού μπουν στην αίθουσα: τα μάτια του φαίνονταν λιγάκι ομιχλιασμένα, το πρόσωπό του λιγάκι τσιτωμένο. Έψαχνε, με το μυαλό του, για κοριούς. Για συστήματα ύπουλης παρακολούθησης.

Το βλέμμα της Καρζένθα τον ρωτούσε: Βρήκες τίποτα;

Ο μάγος έγνεψε αρνητικά, με τα φρύδια.

Ωραία, σκέφτηκε η Καρζένθα. Τουλάχιστον, αυτή η αίθουσα είναι ασφαλής. Σχετικά. Είπε στα τρία μέλη της Διοίκησης: «Προτού αρχίσουμε να λέμε οτιδήποτε, παρακαλώ απενεργοποιήστε όλες τις τηλεπικοινωνιακές συσκευές σας.»

«Γιατί;» ρώτησε ο Φιλοχάρης Μορκεράνθω. «Σας διαβεβαιώνω πως ό,τι συζητάμε εδώ μένει εδώ. Ο κύριος Άρνιλεκ’μορ έχει–»

«Γνωρίζω ότι παίρνετε μέτρα ασφαλείας· δεν το αμφισβητώ, κύριε Μορκεράνθω. Ωστόσο, θα ήθελα να απενεργοποιήσετε όλες τις τηλεπικοινωνιακές συσκευές σας.»

Τα τρία μέλη της Διοίκησης αλληλοκοιτάχτηκαν προς στιγμή. Ο Άρνιλεκ’μορ Επιταχύς ένευσε ανεπαίσθητα στους άλλους δύο, και απενεργοποίησαν όλες τις τηλεπικοινωνιακές συσκευές τους – και αυτές επάνω στο τριγωνικό τραπέζι και αυτές που κρύβονταν μέσα στα ρούχα τους.

Η Καρζένθα-Σολ έστρεψε το βλέμμα της στον Σολάμνη’μορ· εκείνος υποτονθόρυσε ένα ξόρκι και, ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα, είπε: «Εντάξει.»

Ο Άρνιλεκ’μορ τον κοίταζε ενοχλημένα. Είπε στην Καρζένθα: «Δεν χρειαζόταν αυτό, Στρατάρχη.»

«Τι νομίζετε ότι μπορεί να διαρρεύσει, τέλος πάντων;» απαίτησε η Κλόντια.

«Η υπόθεση,» τους είπε η Καρζένθα-Σολ, «είναι πολύ σημαντική. Το Εμπορικό Κέντρο σύντομα – ίσως ακόμα και σήμερα, ή αύριο, ή μεθαύριο – θα δεχτεί επίθεση. Και πρέπει να προετοιμαστούμε γι’αυτήν, ει δυνατόν χωρίς ο εχθρός μας να γνωρίζει πως τον έχουμε καταλάβει.»

«Ποιος είναι ο εχθρός μας;» ρώτησε ο Άρνιλεκ’μορ.

«Ο Σελασφόρος Χορονίκης,» απάντησε η Καρζένθα, «ο Πολιτάρχης της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας.»

/18\

Το Εμπορικό Κέντρο προετοιμάζει την άμυνά του, και η Μορτένκα’μορ επιστρέφει σ’ένα μέρος που, πριν από μερικά χρόνια, την οδήγησε στα πρόθυρα του θανάτου, αλλά τώρα την οδηγεί σε μια παράξενη εξιστόρηση από το παρελθόν και σε μια πολύ ικανοποιητική συνάντηση.

Το Εμπορικό Κέντρο Δυτικού Ριγοπόταμου ήταν μια ολόκληρη συνοικία από μόνο του. Ένα μέρος περίπλοκο. Λαβυρινθώδες. Δρόμοι και διάδρομοι και σιδηροτροχιές, οροφές και μπαλκόνια, μεταλλικά κάγκελα και πέτρινοι τοίχοι, τζαμένιοι τοίχοι και κρυστάλλινα παράθυρα, ανελκυστήρες και κυλιόμενες σκάλες, γκαράζ και πλατείες. Το Εμπορικό Κέντρο ήταν γεμάτο καταστήματα πολλών ειδών, και αποθήκες. Είχε και κάποια οικήματα που ενοικιάζονταν, καθώς και πανδοχεία, και κατοικίες. Εκεί έμεναν όσοι εργάζονταν στο Εμπορικό Κέντρο, αλλά και περαστικοί. Οι εργαζόμενοι, όμως, δεν κατοικούσαν αποκλειστικά σ’αυτούς τους χώρους. Πολλοί, πάρα πολλοί, έρχονταν από τριγυρινές συνοικίες, ταξιδεύοντας, συχνά, ακόμα και πάνω από μια ώρα για να πάνε και να έρθουν από τις δουλειές τους.

Το Εμπορικό Κέντρο δεν είχε δικούς του πολίτες. Ούτε αυτοί που διέμεναν μακροχρόνια εδώ δεν ήταν πολίτες του· ήταν πολίτες κάποιας άλλης συνοικίας, ή πλανόδιοι που πλήρωναν για τη λιγότερο ή περισσότερο προσωρινή διαμονή τους. Όσοι ήθελαν οπωσδήποτε να είναι πολίτες του Εμπορικού Κέντρου γίνονταν πολίτες της Β’ Ανωρίγιας Συνοικίας, καθότι το Εμπορικό Κέντρο υπαγόταν στην πολιτική εξουσία της.

Αλλά δεν το προστάτευε η Φρουρά της. Είχε τους δικούς του φύλακες, που μισθώνονταν από τη Διοίκησή του. Ζητούσε βοήθεια από τη Φρουρά της Β’ Ανωρίγιας μόνο σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Οι φύλακές του συνήθως επαρκούσαν για να το προστατέψουν από διάφορες απειλές που παρουσιάζονταν, όπως ομάδες ληστών που μπορεί να έρχονταν από τη Βόρεια Λεωφόρο ή από τη Φιλήσυχη, ή πειρατές από τον Ριγοπόταμο ή από τη Μεγάλη Θάλασσα, ή τρομοκράτες που εχθρεύονταν για κάποιο λόγο τη Διοίκηση του Εμπορικού Κέντρου ή την οργάνωσή του.

Η Καρζένθα-Σολ αμφέβαλλε ότι αυτή τη φορά οι φύλακες του Εμπορικού Κέντρου επαρκούσαν για να το προφυλάξουν. Δεν ήταν αρκετοί για να αντιμετωπίσουν μια αιφνίδια, καλοσχεδιασμένη επίθεση από την Α’ Κατωρίγια Συνοικία. Χρειάζονταν τη βοήθειά της.

Η Καρζένθα μίλησε με τα μέλη της Διοίκησης και με τον Πρόμαχο του Εμπορικού Κέντρου, τον άντρα που ονομαζόταν Δαμιανός Θιρκάλβω και ήταν υπεύθυνος για την οργάνωση των φυλάκων του Εμπορικού Κέντρου. Η Καρζένθα ζήτησε να μάθει τα σημεία που φρουρούνταν περισσότερο και τα σημεία που φρουρούνταν λιγότερο· ζήτησε να δει χάρτες και διαγράμματα· ζήτησε να της δοθούν λίστες με μαχητές και εξοπλισμούς. Και ρώτησε πώς μπορούσε να φέρει τον στρατό της μέσα στο Εμπορικό Κέντρο με τρόπο όσο το δυνατόν πιο αθέατο.

Ο Φιλοχάρης Μορκεράνθω τής έδωσε τη λύση σ’αυτό: της έδειξε δρόμους στα ανατολικά του Εμπορικού Κέντρου απ’όπου οι πολεμιστές της μπορούσαν να περάσουν χωρίς να τους δουν – δρόμους που ο ίδιος θα φρόντιζε εκείνη την ώρα να είναι άδειοι.

«Αλλά οι μαχητές σου είναι πολλοί,» της είπε ο Δαμιανός Θιρκάλβω. «Όσο περισσότερο μένουν εδώ τόσο περισσότερες θα είναι οι πιθανότητες να μαθευτεί η παρουσία τους.»

«Μάλλον,» αποκρίθηκε η Καρζένθα, «δεν θα χρειαστεί να περιμένουμε πολύ, κύριε Θιρκάλβω.»

Και συνέχισαν να κάνουν σχέδια για την προφύλαξη του Εμπορικού Κέντρου.

*

Η Μορτένκα’μορ ήρθε στο Εμπορικό Κέντρο μαζί με ένα μέρος του στρατού της Καρζένθα-Σολ, παρατηρώντας τους άδειους δρόμους από τους οποίους περνούσαν. Τα πάντα τακτοποιημένα, σκέφτηκε. Κάποιος έχει βάλει το χέρι του εδώ. Κάποιος υψηλά ιστάμενος.

Δεν αισθανόταν καθόλου καλά που βρισκόταν στο Εμπορικό Κέντρο, και όχι μόνο επειδή ήξερε πως σύντομα πόλεμος θα γινόταν ξανά – νόμιζε πως πλέον είχε αρχίσει να συνηθίζει τον πόλεμο (όσο τρομερό κι αν ήταν αυτό). Η Μορτένκα αισθανόταν άσχημα γιατί, πριν από μερικά χρόνια, κατοικούσε εδώ, δούλευε εδώ, και μετά είχε επιχειρήσει να αυτοκτονήσει, καθώς τίποτα – τίποτα – στη ζωή της δεν πήγαινε καλά. Είχε βαρεθεί τα πάντα! Ήθελε να δώσει τέλος.

Αλλά τότε η Κορίνα είχε εμφανιστεί.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που η Μορτένκα’μορ τη συναντούσε. Γνώριζε ποια ήταν. Γνώριζε τι ήταν. Παρ’όλ’ αυτά δεν σκόπευε να αναβάλει την αυτοκτονία της γι’αυτήν... Η Κορίνα, όμως, της άλλαξε γνώμη τελικά· της έδωσε έναν λόγο για να ζήσει. Την έκανε να δει πόσο ανόητη ήταν μερικές στιγμές πιο πριν. Και, μαζί, είχαν φύγει από το Εμπορικό Κέντρο και είχαν ταξιδέψει. Η Θυγατέρα της Πόλης την είχε οδηγήσει στην Επίστρωτη, όπου μπορούσε να δουλέψει, καθώς η συγκεκριμένη συνοικία εκείνη την περίοδο προσπαθούσε να ξεκινήσει βιομηχανίες παραγωγής τεχνικών ειδών (κάτι που, ώς τότε, δεν υπήρχε στην Επίστρωτη· παρήγαγαν μόνο τρόφιμα). Όλα αυτά είχαν γίνει λίγο προτού ξεσπάσει ο άγριος πόλεμος ανάμεσα στη Βαθμιδωτή και στην Επίστρωτη. Ευτυχώς, σ’εκείνο τον πόλεμο η Κορίνα δεν είχε ζητήσει από τη Μορτένκα να εμπλακεί. Η μάγισσα είχε βγάλει πολλά λεφτά από την Επίστρωτη και, στο τέλος, είχε φύγει ικανοποιημένη.

Τα χρωστούσε όλα στην Κορίνα.

Αλλά τώρα αναρωτιόταν αν η Κορίνα προσπαθούσε να τη σκοτώσει...

Της είχε δείξει πώς να εφεύρει τη Μαγγανεία Αντιενεργειακού Πεδίου – μια σπουδαία εφεύρεση αναμφίβολα – αλλά η Μορτένκα καταλάβαινε πλέον γιατί το είχε κάνει: Επειδή ήθελε να τη φέρει στο πλευρό του Αλυσοδεμένου Ποιητή. Επειδή ήθελε να τη ρίξει, ως εξειδικευμένο πιόνι της, σ’ετούτο τον πόλεμο.

Και η Μορτένκα δεν τολμούσε να την προδώσει. Δεν ήταν συνετό να προδώσεις κάποια σαν την Κορίνα. Και ύστερα απ’αυτά που είχε δει τελευταία από εκείνη... ύστερα από τον τρόπο με τον οποίο η Κορίνα την είχε καθοδηγήσει ώστε να φτιάξει τη Μαγγανεία Αντιενεργειακού Πεδίου... η Μορτένκα είχε αρχίσει να αναρωτιέται ποια ήταν τα όρια των δυνάμεων της Κορίνας. Πώς μπορούσε να κάνει τέτοια πράγματα, Θυγατέρα της Πόλης ή μη;

Η Μορτένκα’μορ είχε γνωρίσει άλλη μια Θυγατέρα της Πόλης στη ζωή της: την Αλβέρτα, μια μονομάχο. Ήταν κι εκείνη περίεργη, σίγουρα, αλλά δεν διέθετε δυνάμεις σαν αυτές που είχε πρόσφατα επιδείξει η Κορίνα – η Μορτένκα δεν είχε καμια αμφιβολία. Μάλιστα, υποπτευόταν ότι ίσως ούτε η Κορίνα να μην είχε παλιότερα τέτοιες δυνάμεις. Ίσως να ήταν κάτι που είχε αποκτήσει τον τελευταίο καιρό. Αλλά τι ακριβώς;

Μάλλον, σκεφτόταν η Μορτένκα, κάτι που δεν μπορεί να κατανοήσει μια μάγισσα του τάγματος των Τεχνομαθών σαν εμένα...

Εξακολουθούσε, πάντως, να μην της αρέσει καθόλου που επέστρεφε στο Εμπορικό Κέντρο Δυτικού Ριγοπόταμου. Προτού φύγει από εδώ, προτού επιχειρήσει να αυτοκτονήσει, ένα σωρό μαλακίες τής είχαν συμβεί σε τούτο το μέρος. Και δεν είχε καθόλου καλή φήμη στο Εμπορικό Κέντρο. Θα τη θυμόνταν ακόμα, άραγε; Ύστερα από τόσο κόσμο που περνούσε από εδώ;

Όταν η Καρζένθα-Σολ τής είχε ζητήσει να έρθει μαζί της, η Μορτένκα’μορ ήταν στα πρόθυρα να αρνηθεί. Αλλά μετά είχε σκεφτεί την Κορίνα, και δεν το είχε κάνει. Η Κορίνα τής είχε πει να βοηθά τους στρατούς του Ανθοτέχνη με κάθε δυνατό τρόπο, και η Μορτένκα’μορ δεν ήθελε να τη δυσαρεστήσει. Εκτός απ’το ότι της χρωστούσε τη ζωή της, και πολλά λεφτά επίσης, τη φοβόταν.

Και τώρα είμαι εδώ, συλλογίστηκε, καθώς το πολεμικό όχημα μέσα στο οποίο βρισκόταν διέσχιζε τους άδειους δρόμους του Εμπορικού Κέντρου μαζί με άλλα οχήματα, στο μέρος που παραλίγο να με σκοτώσει. Ήλπιζε να μην ξανασυνέβαινε αυτό...

Εκτός από τη Μορτένκα, μέσα στο όχημα ήταν Μικροί Γίγαντες – άνθρωποι της μισθοφορικής ομάδας της Καρζένθα-Σολ. Η μάγισσα τούς ήξερε όλους· είχε γνωριστεί αρκετά μαζί τους όσο ήταν με τους στρατούς του Αλυσοδεμένου Ποιητή. Είχε κάνει και κάποιους φίλους ανάμεσά τους. Ιδιαίτερα, τον Σολάμνη’μορ τον έβρισκε πολύ συμπαθητικό. Αλλά τώρα ο Σολάμνης δεν ήταν εδώ· είχε πάει στο Εμπορικό Κέντρο πριν από τους υπόλοιπους, μαζί με τη Στρατάρχη, για να μιλήσουν στη Διοίκηση.

Τα οχήματα σταμάτησαν σ’ένα γκαράζ που ήταν, κατά κύριο λόγο, άδειο. Ο άνθρωπος που τα είχε οδηγήσει ώς εδώ σταμάτησε επίσης το δίκυκλό του, αλλά δεν κατέβηκε από τη σέλα. «Θα περιμένετε,» τους είπε, «μέχρι να σας ειδοποιήσουν. Δε θα φύγετε.»

«Εντάξει,» του αποκρίθηκε η Κάρα, μια από τους Μικρούς Γίγαντες, έχοντας βγει από το όχημα της Μορτένκα’μορ μαζί με μερικούς άλλους. Η μάγισσα καθόταν ακόμα μέσα, μη νιώθοντας καμια ιδιαίτερη επιθυμία να πατήσει τα πόδια της ξανά σε έδαφος του Εμπορικού Κέντρου.

Αλλά ούτε μπορώ να μείνω κρυμμένη για πάντα, σκέφτηκε, κι ανάγκασε τον εαυτό της να βγει.

Ο άντρας επάνω στο δίκυκλο έβαλε πάλι τους τροχούς του σε κίνηση κι έφυγε, μπαίνοντας σ’ένα άνοιγμα στο βάθος του σκιερού γκαράζ. Δεν είχε και πολλά φώτα ο χώρος, και ήταν όλα τους ασθενικά. Ούτε κανένα παράθυρο είχε. Πρέπει να ήταν από εκείνα τα μέρη που βρίσκονταν βαθιά μέσα στα σπλάχνα του Εμπορικού Κέντρου, υπέθετε η Μορτένκα’μορ.

Οι Μικροί Γίγαντες περίμεναν, και μαζί τους περίμεναν κι άλλοι μισθοφόροι και μέλη συμμοριών που είχαν έρθει με τα υπόλοιπα πολεμικά οχήματα. Η Μορτένκα αισθανόταν έξω από τα νερά της με όλους αυτούς τους οπλισμένους ανθρώπους γύρω της. Ακόμα, ύστερα από τόσο καιρό που βρισκόταν μες στους στρατούς του Αλυσοδεμένου Ποιητή, αισθανόταν έξω από τα νερά της.

Παρότι ήταν κι εκείνη οπλισμένη.

Όχι και πολύ βαριά, βέβαια, αλλά φορούσε έναν αλεξίσφαιρο θώρακα και είχε ένα πιστόλι κι ένα ξιφίδιο στη μέση της. Το πιστόλι ήταν τριπλής λειτουργίας: πυροβόλο, ενεργειακό, και εσωτερικών δονήσεων.

Ένας τηλεπικοινωνιακός πομπός κουδούνισε· η Κάρα τον τράβηξε από τη ζώνη της και αποδέχτηκε την κλήση. «Μάλιστα, αρχηγέ,» είπε.

Η φωνή της Καρζένθα-Σολ ακούστηκε: «Είστε μέσα στο Κέντρο, σωστά;»

«Μάλιστα, αρχηγέ. Όλα φαίνονται εντάξει. Βρισκόμαστε σ’ένα γκαράζ χωρίς παράθυρα. Περιμένουμε και τους υπόλοιπους να έρθουν.»

*

Ο στρατός της Καρζένθα-Σολ συγκεντρώθηκε στο Εμπορικό Κέντρο με τρόπο που εκείνη ήλπιζε πως ήταν αρκετά κρυφός, ώστε να μη μαθευτεί η παρουσία του από πράκτορες του Πολιτάρχη της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Ύστερα συνάθροισε τους διοικητές της, και όσους άλλους ανθρώπους θεωρούσε σημαντικούς, σε μια αίθουσα για να συζητήσουν για τη στρατηγική τους. Ανάμεσα στους παρευρισκόμενους στεκόταν και η Μορτένκα’μορ. Ελάχιστοι κάθονταν.

Ήταν απόγευμα πλέον, και η Καρζένθα δεν ήξερε πόσο καιρό είχαν μέχρι την επίθεση από την Α’ Κατωρίγια. Μπορεί να ξεκινούσε από ώρα σε ώρα. Η Κορίνα δεν είχε πει συγκεκριμένο χρόνο· είχε πει μόνο ότι θα γινόταν σύντομα.

Η Καρζένθα ρώτησε τη Μορτένκα’μορ πώς νόμιζε ότι μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικότερα η Μαγγανεία Αντιενεργειακού Πεδίου εναντίον των εχθρών τους.

«Γνωρίζεις πώς λειτουργεί,» αποκρίθηκε η μάγισσα. «Πρέπει να τοποθετήσουμε τρεις αντίστροφους εστιαστές, με μέγιστη απόσταση πεντακοσίων μέτρων ανάμεσα στον καθένα–»

«Αυτά είναι όντως γνωστά,» τη διέκοψε η Καρζένθα-Σολ. «Σε ρωτάω πού νομίζεις ότι θα ήταν πιο αποτελεσματική η χρήση της μαγγανείας. Σε ποιο σημείο του Κέντρου.»

Ο Άρνιλεκ’μορ Επιταχύς, που επίσης βρισκόταν στην αίθουσα, ατένιζε τη Μορτένκα με περιέργεια. Η μάγισσα αισθανόταν το βλέμμα του επάνω της, και δεν της άρεσε καθόλου. Καταλάβαινε ότι δεν την κοίταζε μόνο από ενδιαφέρον για την εφεύρεσή της. Την κοίταζε επειδή, πιθανώς, τη θυμόταν από τον καιρό που η Μορτένκα βρισκόταν εδώ. Είχαν περάσει χρόνια από τότε αλλά, ναι, μάλλον δεν την είχε ξεχάσει. Η Μορτένκα είχε κατηγορηθεί για κάποιες ζημιές που είχαν γίνει σε τεχνικούς εξοπλισμούς του Εμπορικού Κέντρου, και η Διοίκηση – ο Άρνιλεκ’μορ Επιταχύς – είχε ειδοποιηθεί. Η φήμη της μάγισσας είχε αμαυρωθεί ύστερα από εκείνο το επεισόδιο. Κανείς δεν θα την ξαναήθελε να δουλέψει στο Εμπορικό Κέντρο. Κανείς δεν θα την εμπιστευόταν. Ο Άρνιλεκ’μορ, αναμφίβολα, αναρωτιόταν τώρα αν η Μαγγανεία Αντιενεργειακού Πεδίου θα αποδεικνυόταν καταστροφική...

Η Μορτένκα, προσπαθώντας να αγνοήσει το βλέμμα του, είπε στη Στρατάρχη: «Εσύ αποφασίζεις τη θέση που επιθυμείς το αντιενεργειακό πεδίο να στηθεί. Εγώ απλά θα σου πω αν είναι εφικτό να γίνει εκεί όπου νομίζεις.»

«Συγνώμη,» παρενέβη ο Άρνιλεκ’μορ μιλώντας στην Καρζένθα, «αυτό το αντιενεργειακό πεδίο που λέτε έχει ξαναχρησιμοποιηθεί;»

«Χρησιμοποιήθηκε στους πρόσφατους πολέμους,» του απάντησε εκείνη, «με πολύ καλά αποτελέσματα. Ιδιαίτερα στην αρχή, που οι εχθροί μας δεν ήξεραν τι είχαν να αντιμετωπίσουν και δεν καταλάβαιναν τι συνέβαινε.»

«Ο Χορονίκης δεν θα ξέρει;»

«Μπορεί ναι, μπορεί όχι. Μέχρι στιγμής, όλες οι πολεμικές συγκρούσεις έγιναν βόρεια του Ριγοπόταμου· η Α’ Κατωρίγια είναι νότια, και ο Πολιτάρχης της ίσως να μη γνωρίζει για το αντιενεργειακό πεδίο. Για κάτι που έχουμε το οποίο αδρανοποιεί κάθε ενεργοβόρο εξοπλισμό – γιατί, φυσικά, δεν μπορεί να ξέρει τι ακριβώς είναι.»

Ο Άρνιλεκ’μορ λοξοκοίταξε τη Μορτένκα. «Είναι, ομολογουμένως, πρωτοποριακό...» Τη ρώτησε: «Το έχεις καταχωρήσει στη Συγκεντρωτική Ακαδημία Μαγικών Τεχνών;»

«Όχι ακόμα,» αποκρίθηκε εκείνη, προσπαθώντας να μιλά όσο πιο ουδέτερα μπορούσε, παριστάνοντας πως δεν θυμόταν τι είχε συμβεί εδώ πριν από μερικά χρόνια. Αποκλείεται, βέβαια, ο Επιταχύς να πίστευε ότι η μνήμη της ήταν τόσο χάλια· και η Μορτένκα το καταλάβαινε αυτό, δεν ήταν ανόητη.

«Γιατί όχι;» τη ρώτησε, καχύποπτα.

«Δεν είχα χρόνο. Ήμουν απασχολημένη.»

Η καχυποψία βάθυνε στο βλέμμα και στην όψη του.

Η Καρζένθα-Σολ τού είπε: «Μην αμφιβάλλετε, Εντιμότατε» – αυτή ήταν η τυπική προσφώνηση για ένα μέλος της Διοίκησης – «ότι η μαγγανεία λειτουργεί. Την έχουμε δοκιμάσει πολλές φορές. Μας έχει φέρει πολλές νίκες. Είναι αποτελεσματική.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε ο Άρνιλεκ’μορ. «Αφού το λέτε, δεν έχω λόγο να μη σας πιστέψω. Θα ήθελα, όμως, να τη δοκιμάσω κι ο ίδιος, ει δυνατόν.»

«Δεν ξέρω αν έχουμε χρόνο για κάτι τέτοιο. Πρώτα, πρέπει να οργανώσουμε την άμυνά μας όσο το δυνατόν καλύτερα.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Δαμιανός Θιρκάλβω, ο Πρόμαχος του Εμπορικού Κέντρου. «Αυτό προέχει. Οι πειραματισμοί μπορούν να περιμένουν. Εφόσον το αντιενεργειακό πεδίο έχει δοκιμαστεί από εσάς και ξέρετε ότι λειτουργεί, εμένα μού φτάνει.»

«Είναι ο καλύτερος τρόπος για να στήσουμε ενέδρα στους μαχητές του Χορονίκη,» είπε η Καρζένθα. «Πρέπει να βρούμε μια περιοχή από την οποία θα περάσουν και να τοποθετήσουμε εκεί τις συσκευές για το ενεργειακό πεδίο. Μόλις μπει σε λειτουργία θα τους επιτεθούμε.»

«Ούτε τα δικά μας ενεργοβόρα μηχανήματα, όμως, θα δουλεύουν εκεί μέσα...»

«Πράγματι,» είπε η Καρζένθα· «αλλά εμείς θα ξέρουμε τι κάνουμε: αυτοί θα είναι αιφνιδιασμένοι. Επιπλέον, μπορούμε να χρησιμοποιούμε ενεργοβόρους εξοπλισμούς γύρω από το πεδίο. Ακόμα και τα ενεργειακά κανόνια μπορούν να βάλλουν από έξω προς τα μέσα.»

«Οι ριπές τους δεν απορροφώνται από το πεδίο;»

«Όχι.»

Ο Δαμιανός φάνηκε παραξενεμένος.

Η Μορτένκα’μορ εξήγησε: «Το αντιενεργειακό πεδίο μπλοκάρει την ενέργεια μέσα στους μηχανισμούς· δεν την εξαφανίζει.»

«Δηλαδή,» είπε ο Άρνιλεκ’μορ, «είναι κάτι σαν ένα διευρυμένο Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής;»

«Περίπου. Αλλά το Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής μπορεί να μπλοκάρει οποιαδήποτε πηγή ή ροή ενέργειας. Η Μαγγανεία Αντιενεργειακού Πεδίου μπλοκάρει μόνο μηχανισμούς που λειτουργούν με ενέργεια. Είναι φτιαγμένη βάσει άλλων αρχών και παραμέτρων.»

«Έχω την περιέργεια να τη μελετήσω...» είπε ο Άρνιλεκ’μορ.

Η Μορτένκα προτίμησε να μην απαντήσει σ’αυτό. Πριν από μερικά χρόνια, ουσιαστικά μ’έδιωξες από εδώ – με οδήγησες να πάω να σκοτωθώ! – και τώρα μου ζητάς να σου μάθω τα μυστικά μου; Το βλέμμα της δεν ήταν φιλικό.

Όχι πως, βέβαια, θα ήταν εύκολο ο Άρνιλεκ’μορ Επιταχύς να μάθει τη Μαγγανεία Αντιενεργειακού Πεδίου. Οι μαγγανείες και τα ξόρκια δεν μαθαίνονταν από τη μια στιγμή στην άλλη. Χρειαζόταν μια περίοδος μελέτης και εξάσκησης, ακόμα και για τους πιο έμπειρους και χαρισματικούς μάγους.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Δαμιανός Θιρκάλβω. «Το θέμα τώρα είναι να δούμε πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το αντιενεργειακό πεδίο. Πού μας συμφέρει να το στήσουμε. Στις αποβάθρες, ίσως;» Πατώντας ένα κουμπί στο πληκτρολόγιο επάνω στο τραπέζι, έκανε το ολόγραμμα του χάρτη του Εμπορικού Κέντρου να περιστραφεί και να επικεντρωθεί στα λιμάνια του. «Είναι πολλά τα μέρη που μπορεί να πλησιάσουν τα σκάφη της Α’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Έχουμε εκατόν-είκοσι χιλιόμετρα λιμάνια να προστατέψουμε.» Έδειξε την περιοχή στο ολόγραμμα με μια κίνηση του χεριού του.

«Ποια είναι τα πιο πιθανά σημεία που μπορεί οι μαχητές του Χορονίκη να χρησιμοποιήσουν για απόβαση;» ρώτησε η Καρζένθα-Σολ.

Ο Δαμιανός μόρφασε. «Όλα τα σημεία είναι πιθανά. Όλα τα σημεία με μεγάλες αποβάθρες, τουλάχιστον. Και δεν είναι δύο ή τρία.»

«Επομένως,» είπε η Καρζένθα, «θα πρέπει να τους περιμένουμε να έρθουν μέσα προτού στήσουμε την παγίδα μας. Θα πρέπει να τους αφήσουμε να κάνουν απόβαση.»

«Να εισβάλουν στο Εμπορικό Κέντρο χωρίς αντίσταση!;» πετάχτηκε ο Φιλοχάρης Μορκεράνθω, που μέχρι στιγμής ήταν σιωπηλός, όπως και η Κλόντια Εύδμητη.

«Θα υπάρξει αντίσταση,» αποκρίθηκε η Καρζένθα. «Αν δεν υπάρξει, αυτό θα τους βάλει σε υποψίες. Και δεν θέλουμε να μπουν σε υποψίες.»

«Μας προτείνετε, δηλαδή, να τους αφήσουμε να τσακίσουν τους φύλακές μας στα λιμάνια;»

«Οι φύλακές σας στα λιμάνια θα τους χτυπήσουν όσο πιο δυνατά μπορούν και, μετά, θα υποχωρήσουν. Οι μαχητές του Χορονίκη αναμφίβολα ακριβώς αυτό θα περιμένουν. Θα νομίζουν ότι η επίθεσή τους είναι αιφνίδια, επομένως μια τέτοια αντίδραση από εσάς θα είναι και η αναμενόμενη στο μυαλό τους.»

«Σωστό αυτό που λέει η Στρατάρχης,» συμφώνησε ο Δαμιανός.

«Μα,» είπε η Κλόντια, «δεν υποτίθεται πως ο στρατός από τη Β’ Ανωρίγια ήρθε για να μας βοηθήσει να υπερασπιστούμε το Κέντρο; Αν αφήσετε τους εχθρούς να εισβάλουν, έχουμε χαθεί!»

«Δεν έχετε χαθεί,» τη διαβεβαίωσε η Καρζένθα. «Ορισμένες φορές πρέπει να επιτρέψεις στον εχθρό σου μια μικρή νίκη προκειμένου να έχεις, ύστερα, μια πολύ μεγαλύτερη νίκη εσύ

Ο Δαμιανός ένευσε. «Ναι. Άσ’ τους να έρθουν, να μπουν μέσα στο Κέντρο, και μόλις είναι εδώ θα έχουν πέσει στα δίχτυα μας. Θα αιφνιδιάσουμε εμείς αυτούς – πράγμα που αποκλείεται να περιμένουν. Είτε χρησιμοποιήσουμε το αντιενεργειακό πεδίο είτε όχι, θα είμαστε σε πλεονεκτική θέση.»

«Τα λιμάνια, όμως, θα έχουν εν τω μεταξύ καταστραφεί, Δαμιανέ!» είπε ο Φιλοχάρης. «Τόσες ζημιές θα έχουν γίνει!»

«Οι ζημιές,» παρενέβη η Καρζένθα, «είναι αναπόφευκτες. Ο σκοπός μας είναι η νίκη. Επιπλέον, έχετε κατά νου πως ο Πολιτάρχης της Α’ Κατωρίγιας δεν στέλνει εδώ τους στρατούς του για να διαλύσουν τα πάντα, ούτε για να λεηλατήσουν. Τους στέλνει για να κυριεύσει το Κέντρο και να μπορεί να το χρησιμοποιήσει προς όφελός του, αποκλείοντας συγχρόνως τη Β’ Ανωρίγια Συνοικία από αυτό. Αν το καταστρέψει δεν θα έχει καμια χρησιμότητα για εκείνον.»

«Θέλετε να πείτε ότι δεν θα γίνουν λεηλασίες; Αποκλείεται!»

«Ορισμένες λεηλασίες, προφανώς, θα γίνουν, όπως πάντα σε τέτοιες περιστάσεις. Είπαμε – κάποιες ζημιές είναι αναπόφευκτες. Σκοπός μας είναι η νίκη, κύριε Μορκεράνθω.»

Του Φιλοχάρη δεν του άρεσε αυτή η στρατηγική – ήταν καταφανές – αλλά τελικά αναγκάστηκε να την αποδεχτεί αφού και ο Δαμιανός Θιρκάλβω συμφωνούσε, ο οποίος ήταν, άλλωστε, Πρόμαχος του Εμπορικού Κέντρου. Όλα τούτα ενέπιπταν στη δικαιοδοσία του.

Η Μορτένκα, ωστόσο, δεν τον θυμόταν από παλιά. Δεν είχε έρθει σε επαφή με τον Πρόμαχο του Εμπορικού Κέντρου όσο ήταν εδώ, ούτε την είχε απασχολήσει ποιος κατείχε τη συγκεκριμένη θέση τότε. Ήταν ο ίδιος; Ή ο Δαμιανός Θιρκάλβω ήταν καινούργιος; Η Μορτένκα δεν νόμιζε ότι το βλέμμα του την αναγνώριζε.

Αλλά ούτε και τα βλέμματα του Φιλοχάρη Μορκεράνθω και της Κλόντια Εύδμητης φαινόταν να την αναγνωρίζουν. Αυτά τα δύο μέλη της Διοίκησης δεν είχαν ασχοληθεί μαζί της, εκείνο τον καιρό που η Μορτένκα είχε φτάσει στα πρόθυρα της αυτοκτονίας.

*

Αφού οι σχεδιασμοί της άμυνας του Εμπορικού Κέντρου (προσωρινά) τελείωσαν, αφού είχαν παρθεί οι βασικές αποφάσεις για το πώς θα αντιμετωπιζόταν η επίθεση από την Α’ Κατωρίγια Συνοικία, οι μαχητές της Καρζένθα-Σολ (μισθοφόροι και συμμορίτες) φιλοξενήθηκαν σε χώρους του Εμπορικού Κέντρου που δεν χρειάζονταν για τίποτε άλλο και που ο Φιλοχάρης Μορκεράνθω και ο Άρνιλεκ’μορ Επιταχύς συμφωνούσαν ότι ήταν αρκετά κρυφοί – κανένας ανεπιθύμητος δεν θα έβρισκε τους ενοίκους, για ένα λογικό χρονικό διάστημα.

Οι περισσότεροι από αυτούς τους χώρους ήταν στα ενδότερα του Εμπορικού Κέντρου. Ελάχιστοι είχαν παράθυρα. Ελάχιστοι είχαν ακόμα και φεγγίτες. Ήταν, κατά κύριο λόγο, σκοτεινοί. Φωτίζονταν μόνο από τεχνητά φώτα.

Το δωμάτιο που παραχωρήθηκε στη Μορτένκα’μορ είχε έναν φεγγίτη ψηλά σ’έναν τοίχο, και λίγο από το φως της νύχτας ερχόταν τώρα από εκεί. Τόσο λίγο που ήταν ανούσιο. Τουλάχιστον, όμως, η μάγισσα ήταν μόνη· δεν μοιραζόταν τον χώρο με κανέναν άλλο.

Πάτησε τον διακόπτη πλάι στην πόρτα, ανάβοντας τη λάμπα στο ταβάνι, για να διαπιστώσει αμέσως ότι τρεμόπαιζε νευρικά. Ενοχλητικά. Τι πρόβλημα είχε; Η Μορτένκα μουρμούρισε ένα Ξόρκι Μηχανικής Ανταποκρίσεως, στρέφοντας το μυαλό της επάνω της, και κατάλαβε τι έφταιγε. Ένα συγκεκριμένο σημείο υπολειτουργούσε· πρέπει να είχε πιάσει σκόνη και υγρασία. Η μάγισσα έσβησε το φως, φόρεσε ένα ζευγάρι γυαλιά, έκανε ένα Ξόρκι Νυκτερινής Οράσεως επάνω τους, κι άρχισε να βλέπει τα πάντα σε αποχρώσεις του μοβ. Ανέβηκε σε μια καρέκλα και, τεντώνοντας τα χέρια της, ξεβίδωσε τη λάμπα και την υποδοχή από πίσω· και, έχοντας ήδη βάλει ένα ζευγάρι λεπτά γάντια, καθάρισε τα σημεία που είχαν γεμίσει σκόνη και υγρασία. Ύστερα συναρμολόγησε πάλι τον μηχανισμό και κατέβηκε από την καρέκλα. Πάτησε τον διακόπτη στον τοίχο και–

–φως.

Σταθερό φως.

Έβγαλε τα γυαλιά της, έβγαλε τα γάντια της.

Πήγε στο μπάνιο, να δει αν θα μπορούσε να κάνει ένα ντους. Αφού άφησε το νερό να τρέξει για λίγο – για να φύγει το χώμα – νόμιζε ότι αυτό θα ήταν όντως εφικτό. Έδεσε τα μαύρα, μακριά μαλλιά της κότσο, σφιχτά, για να μην τα βρέξει, και, αφού έβαλε το νερό να ζεσταθεί, πλύθηκε.

Μετά κάθισε στο κρεβάτι της, μισοξαπλωμένη, μ’ένα μυθιστόρημα στο χέρι – Τρεις και Τρεις Ψυχές στους Δρόμους – προσπαθώντας να χαλαρώσει. Αλλά δεν μπορούσε. Ίσως να έφταιγαν οι απόμακροι θόρυβοι που έφταναν στο δωμάτιό της από τους άλλους χώρους γύρω του – ήχοι από τους υπόλοιπους ανθρώπους του στρατού της Καρζένθα-Σολ. Ίσως να έφταιγε το ενοχλητικό χρ-χρρρρρρ-χρρ του όχι και τόσο καλού συστήματος θέρμανσης. Ή ίσως να έφταιγε το γεγονός ότι η Μορτένκα βρισκόταν πάλι εδώ, σ’ετούτο το καταραμένο Εμπορικό Κέντρο.

Δεν της άρεσε που βρισκόταν εδώ.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι και φόρεσε τα παπούτσια της. Φόρεσε το σακάκι της και βγήκε απ’το δωμάτιο. Παρότι διάφοροι ήχοι αντηχούσαν, ο διάδρομος ήταν άδειος. Η ακουστική του μέρους ήταν απλά έτσι όπως ήταν.

Η Μορτένκα βάδισε, βλέποντας δωμάτια και αίθουσες όπου φιλοξενούνταν οι μαχητές του στρατού της Καρζένθα-Σολ. Πρόσεξε μια μικρή πόρτα μισάνοιχτη, από την οποία ερχόταν χαμηλό φως. Την είχε δει και πριν, όταν τους έφεραν στους χώρους διαμονής οι άνθρωποι της Διοίκησης. Ήταν ανοιχτή τότε, και η Μορτένκα νόμιζε ότι μέσα είχε διακρίνει ένα στενόχωρο μπαρ που δεν πρέπει να λειτουργούσε πλέον: πρέπει να ήταν κλειστό.

Τώρα, πλησίασε την πόρτα και την έσπρωξε κοιτάζοντας πέρα από το κατώφλι της. Ήταν, πράγματι, μπαρ, και στο ένα από τα τρία ψηλά σκαμνιά του πάγκου καθόταν ο Σολάμνης’μορ. Μπροστά του ήταν ένα ποτήρι κι ένα μπουκάλι που, από την ετικέτα επάνω του, φαινόταν να περιέχει τάο βις – εκείνο το ποτό που εισαγόταν από τη διάσταση της Σάρντλι.

«Μορτένκα...» είπε ο Σολάμνης, αρχικά ξαφνιασμένος. Ύστερα χαμογέλασε. «Δες τι έχει εδώ.» Άγγιξε το μπουκάλι. «Τάο βις. Κρυμμένοι θησαυροί, ε; Αναρωτιέμαι από πότε να ήταν ξεχασμένο σε τούτο το μέρος.» Γέλασε. «Θέλεις;»

Η Μορτένκα μειδίασε και, μπαίνοντας, έκλεισε την πόρτα πίσω της· καλύτερα να μην ερχόταν κανείς άλλος, σκέφτηκε. «Ναι· γιατί όχι;»

Ο Σολάμνης πήρε ένα ποτήρι πίσω από τον πάγκο του μπαρ και της το γέμισε. Η Μορτένκα κάθισε στο σκαμνί δίπλα του και δοκίμασε το βαθυκόκκινο ποτό, νιώθοντας το στόμα της να γλυκαίνεται.

«Καλό, ε;» είπε ο Σολάμνης.

Εκείνη ένευσε. «Έχει κι άλλα πράγματα εδώ;»

«Πέντ’ έξι μπουκάλια ακόμα. Όχι τάο βις

«Τι ήταν παλιά αυτό το μέρος όπου μας φιλοξενούν; Φυλακές; Είμαστε στο μπαρ φυλακών;»

Ο Σολάμνης γέλασε. «Δε νομίζω να ήταν φυλακές, Μορτένκα. Μάλλον χώροι για υπαλλήλους που δεν χρησιμοποιούνται πλέον γιατί είναι πολύ ανήλιαγοι.»

«Ναι, μάλλον,» συμφώνησε η Μορτένκα’μορ πίνοντας ακόμα μια γουλιά τάο βις.

«Σ’ενοχλεί κάτι εδώ;»

Τον κοίταξε με επιφύλαξη. «Τι να με ενοχλεί;»

«Απλώς μου φαίνεσαι κάπως... πιο παρατηρητική,» μόρφασε ο Σολάμνης. «Εννοώ από πριν. Από τότε που μιλούσαμε με τους άλλους για να εκπονήσουμε στρατηγική για την άμυνα του Κέντρου.»

Η Μορτένκα δεν είχε πει σε κανέναν ότι παλιότερα εργαζόταν εδώ. Κούνησε το κεφάλι. «Όχι· τίποτα δε μ’ενοχλεί.»

Ύστερα από μερικές στιγμές σιγής – μερικές στιγμές κατά τις οποίες η Μορτένκα αναρωτιόταν αν την είχε πιστέψει – ο Σολάμνης’μορ τη ρώτησε: «Είναι εύκολο κανείς να μάθει τη Μαγγανεία Αντιενεργειακού Πεδίου;»

«Θα ήθελες να τη μάθεις;»

«Ομολογώ πως ναι, είμαι περίεργος.»

Η Μορτένκα ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν είναι πιο δύσκολη από οποιαδήποτε άλλη μαγγανεία, Σολάμνη.»

«Με τη βοήθεια καλής δασκάλας ή χωρίς;»

Η Μορτένκα μειδίασε, αβέβαιη σχετικά με το αν τη φλέρταρε. «Μια καλή δασκάλα θα μπορούσε να σε βοηθήσει,» του είπε.

Ο Σολάμνης τής επέστρεψε το μειδίαμα. «Αλλά, υποθέτω, δεν έχουμε χρόνο μέχρι να ξεκινήσει η επίθεση εναντίον του Κέντρου· η αρχηγός λέει πως την περιμένουμε από ώρα σε ώρα.»

«Θα μπορούσαμε να κάνουμε την αρχή...» του είπε η Μορτένκα υψώνοντας το ένα της φρύδι πάνω στο κατάλευκο πρόσωπό της.

«Σοβαρά;»

«Σοβαρά.» Ήπιε ακόμα μια γουλιά τάο βις.

Και ο Σολάμνης ήπιε. «Το να την εφεύρεις, όμως, σίγουρα θα ήταν δύσκολο...» είπε, παρατηρώντας τη Μορτένκα.

Εκείνη αισθάνθηκε αμήχανα ξαφνικά. Εξακολουθούσε να τη φλερτάρει; «Είχε τις δυσκολίες της,» παραδέχτηκε.

«Χρειάστηκες χρόνο; Πώς σου ήρθε η ιδέα;»

«...Με το ένα και με το άλλο,» κόμπιασε η Μορτένκα. Δε μπορεί να συνέχιζε να τη φλερτάρει. Τι ήθελε από εκείνη;

«Η Κορίνα, σωστά;»

Η Μορτένκα έσμιξε τα χείλη. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Σολάμνης’μορ τής μιλούσε για την Κορίνα. Προσπαθεί να μάθει γι’αυτήν μέσα από εμένα! σκέφτηκε, θυμωμένη. Γιατί δεν προσπαθεί, καλύτερα, να μάθει γι’αυτήν ρωτώντας την αρχηγό του; Ή τον Ανθοτέχνη; Η Κορίνα έχει άμεσες επαφές μαζί τους. Περισσότερες απ’ό,τι μαζί μου τελευταία.

Τα μάτια του Σολάμνη την παρατηρούσαν. «Ήταν η Κορίνα, έτσι; Αυτή σε βοήθησε κάπως να εφεύρεις τη μαγγανεία...»

«Γιατί, νομίζεις ότι δεν θα μπορούσα να την είχα εφεύρει μόνη μου;» έκανε απότομα η Μορτένκα.

«Συγνώμη, δεν ήθελα να υπονοήσω... οτιδήποτε. Απλώς... η Κορίνα σ’έφερε σ’εμάς, και...»

«Δε με θεωρείς αξιόπιστη.»

«Κάθε άλλο. Μας έχεις βοηθήσει περισσότερο από ανθρώπους που ήξερα χρόνια. Απλώς είμαι περίεργος, Μορτένκα. Αυτό είναι όλο. Δε σου κάνω ανάκριση, μα τον Κρόνο! Δε θα σου έκανα ποτέ ανάκριση. Ειλικρινά.» Χτύπησε ελαφρά το ποτήρι του πάνω στο δικό της το οποίο, επί του παρόντος, ήταν ακουμπισμένο στον πάγκο του μπαρ. Ένα ελαφρύ κλικ. Ο Σολάμνης ήπιε.

Η Μορτένκα σκέφτηκε για μερικές στιγμές τη συμπεριφορά του. Ύστερα ήπιε κι εκείνη. «Ναι,» του είπε, έχοντας αποφασίσει πως οι προθέσεις του δεν ήταν κακόβουλες, «η Κορίνα με βοήθησε. Όπως καταλαβαίνεις, δεν είναι... μια συνηθισμένη μαγγανεία. Δεν είναι κάτι που εύκολα το φτιάχνεις.»

Ο Σολάμνης ένευσε.

«Αλλά γίνεται να τη μάθεις όπως κάθε άλλη μαγγανεία,» συνέχισε η Μορτένκα. «Δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο.»

«Τι βοήθεια ακριβώς σου πρόσφερε η Κορίνα;»

Τι βοήθεια;... Ήταν τόσο παράξενο το πώς είχαν γίνει όλα αυτά, μα τον Κρόνο! «Δε θα με πίστευες, Σολάμνη.»

«Δεν είμαι τόσο δύσπιστος.»

Η Μορτένκα αναστέναξε. Θα ήθελε η Κορίνα να του τα πει αυτά, ή θα θύμωνε μαζί της;

Η όψη του μαρτυρούσε ότι την περίμενε να συνεχίσει, να του εξηγήσει. Ήταν περίεργος. Και την έβλεπε φιλικά – ίσως περισσότερο από φιλικά – δεν υπήρχε αμφιβολία. Και η Μορτένκα τον έβρισκε συμπαθητικό, λιγνός σαν σπαθί όπως ήταν, με χρυσαφί δέρμα σαν ηλιακές ανταύγειες, και μακριά καστανά, σγουρά μαλλιά.

Αν η Κορίνα ήθελε να το κρατήσω μυστικό, έπρεπε να μου το είχε ζητήσει. Και δεν μου το ζήτησε. Ίσως επειδή καταλάβαινε ότι κανείς δεν θα πίστευε τη Μορτένκα ούτως ή άλλως. Απλά θα έμοιαζε ύποπτη, ή τρελή.

«Η Κορίνα είναι Θυγατέρα της Πόλης, Σολάμνη. Είναι αλήθεια, δεν είναι ψέμα.»

Ο μάγος την κοίταζε συλλογισμένα.

«Είναι όντως Θυγατέρα της Πόλης,» τόνισε ξανά η Μορτένκα· «δίχως αμφιβολία.»

«Ας πούμε ότι είναι. Και λοιπόν;»

Η Μορτένκα γέλασε κοφτά. «Είπες ότι δεν είσαι δύσπιστος.»

«Μαζί σου. Όχι με την Κορίνα.»

«Μαζί μου είσαι τώρα. Και σου λέω – η Κορίνα είναι Θυγατέρα της Πόλης.»

Ο Σολάμνης ήπιε τάο βις. «Και επειδή είναι Θυγατέρα της Πόλης; Τι σχέση μπορεί να έχει αυτό με μια καινούργια μαγγανεία; Είναι και μάγισσα;»

Η Μορτένκα κούνησε το κεφάλι. «Δεν είναι μάγισσα. Όχι απ’όσο ξέρω, τουλάχιστον. Αλλά με οδήγησε προς τον σωστό δρόμο για να φτιάξω τη μαγγανεία. Μου έγραψε κάποια πράγματα σ’ένα χαρτί, αρχικά. Πληκτρολόγησε και κάποια άλλα στοιχεία στην οθόνη ενός υπολογιστικού συστήματος. Όλ’ αυτά, όμως, ήταν το ξεκίνημα μόνο. Της είπα ότι δεν μπορούσα να καταλάβω ακριβώς, ότι χρειαζόμουν περισσότερες πληροφορίες. Δεν ήταν εύκολο εκείνο που μου ζητούσε.»

«Η Κορίνα από πού είχε πάρει αυτά τα στοιχεία;»

«Κι εγώ το ίδιο αναρωτιόμουν.» Η Μορτένκα τελείωσε το τάο βις της και γέμισε ξανά το ποτήρι. Το Σάρντλιο ποτό ήταν πολύ γλυκό και εθιστικό για να μην το ξαναγεμίσει. «Ήταν σαν η Κορίνα να τα ανακαλούσε από τη μνήμη της.»

«Μα είπες ότι δεν είναι μάγισσα...»

«Δεν είναι. Δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτά που έγραφε· η ίδια μου το είπε. Απλώς ήξερε πού, ίσως, μπορούσαν να με οδηγήσουν.»

«Στην εφεύρεση της Μαγγανείας Αντιενεργειακού Πεδίου...»

«Ναι.» Η Μορτένκα ήπιε.

«Και μετά τι έγινε;»

«Είναι πολύ παράξενο αυτό που θ’ακούσεις. Θα νομίσεις ότι είμαι τρελή.»

«Μ’αρέσουν οι τρελοί άνθρωποι.»

Η Μορτένκα μειδίασε. «Σε προειδοποίησα, πάντως...» Και συνέχισε: «Η Κορίνα μού ζήτησε να κάνουμε μια βόλτα, και να βαδίζω πάντα δίπλα της, πάντα εκεί όπου πήγαινε εκείνη. Συμφώνησα, αν και παραξενεμένη – αδυνατώντας να καταλάβω τι σχέση μπορεί να είχε αυτό με τη μαγγανεία που ήθελε να εφεύρω. Την ακολούθησα μες στους δρόμους, και περπατήσαμε για κάμποση ώρα, ενώ εκείνη κρατούσε ένα φυλαχτό και το κοίταζε κάπου-κάπου σαν... σαν να ήταν χάρτης,» ανασήκωσε τον έναν ώμο η Μορτένκα.

«Χάρτης;»

«Ναι, αλλά ήταν ένα απλό κόσμημα με κάτι χαράγματα επάνω: τίποτα το σπουδαίο. Σου λέω, είναι παράξενη η υπόθεση. Όλες οι υποθέσεις με τις Θυγατέρες της Πόλης είναι παράξενες, όμως αυτή η συγκεκριμένη παραείναι.

»Σε κάποια στιγμή, ενώ βρισκόμασταν πάνω σε μια ψηλή γέφυρα, σφυροκοπημένες από τον άνεμο, η Κορίνα σταμάτησε απότομα, απροειδοποίητα, και άρπαξε τα χέρια μου με τα δικά της. ‘Μη φοβηθείς, Μορτένκα,’ μου είπε· ‘μη φοβηθείς ό,τι κι αν νιώσεις.’ Πρόλαβε δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της κι αισθάνθηκα μια τρομερή δύναμη με αρπάζει και να με διατρέχει. Ήταν... ήταν σαν κάτι που βρίσκεται παντού γύρω σου και μέσα σου συγχρόνως. Κάτι που σε κάνει να καταλαβαίνεις ότι... το σώμα σου είναι παραίσθηση, Σολάμνη, ότι δεν υπάρχει πραγματικά. Ούτε αυτό ούτε ο κόσμος ολόκληρος.»

Ο Σολάμνης’μορ την άκουγε συνοφρυωμένος. «Δεν είχες πιει τίποτα περίεργο, έτσι;»

Η Μορτένκα γέλασε, καταλαβαίνοντας ότι καλοπροαίρετα αστειευόταν. «Μόνο νερό,» του είπε. «Και μέσα σ’αυτό το παράξενο χάος που βρέθηκα,» συνέχισε, «υπήρχε μονάχα ένα σημείο αναφοράς για εμένα: η Κορίνα. Και άκουγα τη φωνή της μέσα στο κεφάλι μου – αν και δεν είχα κεφάλι ακριβώς... ‘Μείνε μαζί μου, Μορτένκα,’ μου είπε. ‘Μαζί μου, και να παρατηρείς εκεί που θα πάμε. Θα δεις... θα καταλάβεις...’ Αυτά μού είπε, και την ακολούθησα. Όχι, δηλαδή, πως μπορούσα και να μην την ακολουθήσω. Με τραβούσε, ουσιαστικά. Με παρέσερνε. Ο κόσμος δεν ήταν σταθερός γύρω μας πλέον, Σολάμνη. Είχαμε φύγει από εκείνη τη γέφυρα και ταξιδεύαμε μέσα σε σχηματισμούς· και όψεις της Ρελκάμνια παρουσιάζονταν ξαφνικά και χάνονταν πάλι, σαν φωτογραφίες που ξεφυλλίζεις μπροστά σου.» Αισθανόταν τις τρίχες της να ορθώνονται καθώς τα θυμόταν όλα ξανά. «Ήταν, όντως, λες κι έχεις πάρει κάποιο παραισθησιογόνο· αλλά δεν είχα πάρει κανένα παραισθησιογόνο. Εκτός αν το παραισθησιογόνο ήταν η ίδια η Κορίνα...

»Είχα την εντύπωση πως πλοηγούμασταν μέσα στον χρόνο, πως πηγαίναμε σε άλλες εποχές της Ρελκάμνια. Η Κορίνα με οδήγησε σ’ένα εργαστήριο όπου δύο μάγισσες κι ένας μάγος εργάζονταν εντατικά, κάνοντας δοκιμές με μηχανισμούς και με ξόρκια. Ήταν όλοι τους του τάγματος των Τεχνομαθών· το καταλάβαινα.

»‘Πού είμαστε;’ προσπάθησα να ρωτήσω την Κορίνα, και νόμιζα πως δεν με άκουσε, γιατί ούτε εγώ με άκουσα· δεν είχα στόμα για να μιλήσω. Αλλά τα λόγια μου, κάπως, έφτασαν στην Κορίνα, η οποία μου απάντησε ότι ήμασταν στο μέρος όπου θα φτιαχνόταν – θα φτιαχνόταν, σαν να αναφερόταν στο μέλλον – η Μαγγανεία Αντιενεργειακού Πεδίου, αν τίποτα δεν άλλαζε. ‘Δες πώς τη φτιάχνουν, Μορτένκα,’ μου είπε. ‘Δες, προσεχτικά. Στρέψε όλη σου την προσοχή επάνω τους.’ Και το έκανα. Τι άλλο να είχα κάνει; Παρότι ήμουν τρομαγμένη (το παραδέχομαι), αυτό που αντίκριζα μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον. Οι τρεις μάγοι μπροστά μου – που εγώ τούς έβλεπα αλλά αυτοί δεν μπορούσαν να με δουν – βρίσκονταν κοντά σε μια μεγάλη ανακάλυψη! Και ο χρόνος ήταν... δεν ήταν σταθερός. Ήταν... Θα μπορούσες να πεις ότι ήταν υποκειμενικός. Όπως γυρίζεις αποθηκευμένες εικόνες. Η Κορίνα με οδηγούσε, μου έδειχνε αυτά που έπρεπε να δω. Και άρχισα να καταλαβαίνω πώς γινόταν η εφεύρεση της μαγγανείας. Ποιες μεθόδους και αρχές χρησιμοποιούσαν οι μάγοι. Τους είδα να τη βάζουν σε λειτουργία.

»‘Λοιπόν;’ με ρώτησε η Κορίνα. ‘Θα μπορούσες να κάνεις το ίδιο;’ Και απάντησα ότι, ναι, μάλλον θα μπορούσα, αν είχα στη διάθεσή μου τους κατάλληλους εξοπλισμούς. ‘Έχεις αρκετά λεφτά για να τους αγοράσεις,’ μου είπε η Κορίνα, και δεν είχε άδικο.

»Μετά αισθάνθηκα ρεύματα να μας τραβάνε, λες και κολυμπούσαμε στη Μεγάλη Θάλασσα ή στον Ριγοπόταμο. Εικόνες παρουσιάζονταν κι εξαφανίζονταν διαστρεβλωμένες μπροστά μας. Και σχηματισμοί, τόσοι παράξενοι σχηματισμοί, Σολάμνη... Μη με κοιτάζεις έτσι, γαμώτο!» του είπε γελώντας. «Δε σε κοροϊδεύω.»

«Δεν είπα ότι με κοροϊδεύεις.»

«Το λένε τα μάτια σου!» Τον έσπρωξε ελαφρά, από το μπράτσο.

«Είναι πολύ παράξενα όλ’ αυτά, Μορτένκα. Πες μου τι έγινε μετά.»

«Επιστρέψαμε στη γέφυρα όπου είχαμε εξαφανιστεί. Και, τ’ορκίζομαι, δεν είχε περάσει παραπάνω από ένα τέταρτο! Η Κορίνα με ρώτησε αν τώρα μπορούσα να φτιάξω τη μαγγανεία, κι έμοιαζε κουρασμένη, εξουθενωμένη ίσως από το ταξίδι μας. Της απάντησα ότι, ναι, μπορούσα να προσπαθήσω να αντιγράψω τις μεθόδους που είχα δει. Και της ζήτησα να μου πει τι ακριβώς ήταν αυτό που μου είχε δείξει. Πού είχαμε πάει; Πώς;

»Το μόνο που μου αποκρίθηκε ξέρεις τι ήταν;» Η Μορτένκα έκανε μια παύση, για να πιει τάο βις.

Ο Σολάμνης την παρατηρούσε, πίνοντας κι εκείνος, έχοντας ξαναγεμίσει το ποτήρι του πριν από λίγο.

«Μου είπε: ‘Θα προλάβεις το μέλλον, Μορτένκα. Αυτά που είδες ήταν ένα όνειρο της Ρελκάμνια.’» Και, γι’ακόμα μια φορά, αισθάνθηκε τις τρίχες της να ορθώνονται καθώς το θυμόταν. Να ορθώνονται όπως και τότε είχαν ορθωθεί.

«Και, ακολουθώντας τις οδηγίες από αυτό το... όνειρο, εφηύρες τη Μαγγανεία Αντιενεργειακού Πεδίου;»

Η Μορτένκα κατένευσε.

Ο Σολάμνης έμεινε σιωπηλός, προβληματισμένος ίσως.

«Το ξέρω,» είπε η Μορτένκα, «ήταν σαν κλεψιά. Σαν να τους έκλεψα την εφεύρεσή τους.»

«Όχι, δεν...» κόμπιασε ο Σολάμνης.

«Αλλά ήταν ένα όνειρο, όπως είπες. Μπορείς να κλέψεις κάτι μέσα από ένα όνειρο; Είναι όντως κλεψιά;»

«Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που σου έδειξε η Κορίνα, Μορτένκα. Δε μπορώ καν να υποθέσω. Μοιάζει με απάτη· αλλά, αν ήταν απάτη, αποκλείεται να σε οδηγούσε σε μια τέτοια εφεύρεση.»

«Ναι, ακριβώς. Δεν ήταν απάτη.»

«Έχεις δίκιο,» της είπε ο Σολάμνης: «είναι πολύ παράξενο για να το πιστέψει κανείς.»

«Εσύ δεν με πιστεύεις;» Το ήξερε πως την πίστευε· το έβλεπε στην όψη του.

«Σε πιστεύω. Αλλά κανείς άλλος δεν θα σε πίστευε. Καλύτερα να μην το πεις στον κύριο Επιταχύ.»

Η Μορτένκα γέλασε. «Είσαι σοβαρός; Ούτε κατά διάνοια δεν θα το έλεγα σ’αυτόν!»

Ο Σολάμνης ένευσε, εγκρίνοντας προφανώς την απάντησή της.

«Θες ακόμα να κάνουμε την αρχή;» τον ρώτησε η Μορτένκα.

Ο Σολάμνης συνοφρυώθηκε, μην καταλαβαίνοντας.

«Μου ζήτησες να σου διδάξω τη μαγγανεία...»

Ο Σολάμνης κατάλαβε. «Ναι, θα το ήθελα.»

Παίρνοντας τα δύο ποτήρια και το μπουκάλι με το τάο βις, πήγαν στο δωμάτιό της. Αλλά δεν ασχολήθηκαν με τη Μαγγανεία Αντιενεργειακού Πεδίου· έκαναν έρωτα επάνω στο κρεβάτι. Το μόνο που χρειάστηκε για να γίνει η αρχή ήταν τα σώματά τους ν’ακουμπήσουν· και η Μορτένκα δεν ήταν βέβαιη αν εκείνη έγειρε πρώτη επάνω στον Σολάμνη ή αν εκείνος έγειρε επάνω της. Δεν είχε σημασία. Διαπίστωσε ότι το σώμα της ήταν πολύ πεινασμένο για το δικό του. Τον καβάλησε, αργά, ρυθμικά, ενώ ήταν καθισμένος στο κρεβάτι και τα ρούχα τους ήταν ριγμένα ολόγυρα. Αισθανόταν τόσο καλά που είχε κάποιον κοντά της, μέσα της... Τον έσφιξε στην αγκαλιά της, επάνω στα στήθη της.

Μετά, ενώ ήταν ξαπλωμένοι τεμπέλικα στο κρεβάτι και μοιράζονταν το μπουκάλι με το τάο βις, τον ρώτησε αν τώρα έπρεπε να φοβάται ότι καμια άλλη γυναίκα θα την κυνηγούσε να τη σκοτώσει: κάποια μισθοφόρος, ίσως, πολύ πιο ειδικευμένη στα όπλα από εκείνη. Ο Σολάμνης τής είπε: «Ήμουν παντρεμένος πριν από δέκα χρόνια. Αλλά δεν είναι πια ζωντανή.»

«Λυπάμαι,» αποκρίθηκε η Μορτένκα, και δεν τον ρώτησε πώς η γυναίκα του είχε σκοτωθεί.

«Από τότε, τίποτα το πολύ μόνιμο. Τίποτα που θα σε κυνηγούσε.»

«Ωραία,» είπε η Μορτένκα. «Μπορούμε να το ξανακάνουμε αυτό κάποτε, λοιπόν.»

«Κάποτε;»

Γέλασε. «Μην είσαι βιαστικός!»

«Μου είχες υποσχεθεί κάτι για μια μαγγανεία...»

«Είναι αργά πλέον, δεν είναι;» Κοίταξε το ρολόι στον καρπό της, ανάβοντας το φωτάκι της μικρής οθόνης του, γιατί κανένα άλλο φως δεν ήταν αναμμένο στο δωμάτιο και αυτό που ερχόταν από τον φεγγίτη δεν ήταν αρκετό για να δεις τίποτα περισσότερο από σκιερές φιγούρες. «Ναι, είναι πολύ αργά.»

Μετά, μόνο το χρ-χρρρρρρ-χρρρ του συστήματος θέρμανσης ακουγόταν μες στο σκοτάδι, αλλά κανείς από τους δυο τους δεν το άκουγε καθώς ήρεμα κοιμόνταν.

/19\

Μια συμφωνία οριστικοποιείται, η Άνμα έχει υποψίες, οι μισθοφόροι περιμένουν και συγχρόνως διασκεδάζουν, ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος μιλά για νίκη, και η Νορέλτα-Βορ συνεχίζει την αναζήτησή της...

Αφού ο Όρπεκαλ-Λάντι έφυγε από τον Βαθύρριζο, εκείνο το απόγευμα που είχαν συζητήσει με τον Βόρκεραμ-Βορ, ο αρχηγός των Εκλεκτών μίλησε με τους μισθοφόρους του και με άλλους μισθοφόρους και συμφώνησαν ποιοι θα έμπαιναν στις υπηρεσίες του πολιτικού αντίπαλου του Γουίλιαμ Σημαδεμένου. Στους υπόλοιπους ο Βόρκεραμ είπε να μην αισθάνονται παραγκωνισμένοι· «ο αγώνας μας ελπίζω να αναγκάσει τον Πολιτάρχη ν’αλλάξει τους όρους του συμφωνητικού του, οπότε όλοι σας θα βρείτε δουλειά ακριβώς όπως τη θέλετε.»

Η Άνμα και η Ολντράθα, παρατηρώντας τα πολεοσημάδια, έβλεπαν πως οι μισθοφόροι συλλογικά, Εκλεκτοί και μη, εξακολουθούσαν να τον θεωρούν αρχηγό τους, είτε το καταλάβαιναν συνειδητά είτε όχι. Ο Βόρκεραμ-Βορ είχε μπει στο μυαλό τους, και κυριαρχούσε εκεί.

Η Κορίνα, σκεφτόταν η Άνμα, ακόμα δεν έχει κάνει τίποτα εναντίον μας. Παράξενο. Ύποπτο, ίσως. Τι μπορεί να σχεδίαζε;

Οι δύο Θυγατέρες της Πόλης θα ακολουθούσαν, φυσικά, τον Βόρκεραμ στις μελλοντικές συγκρούσεις στα λιμάνια...

Το επόμενο πρωί, ο Όρπεκαλ-Λάντι ήρθε ξανά στον Βαθύρριζο και μίλησε με τον Βόρκεραμ-Βορ όπως και την προηγούμενη φορά, αλλά τώρα στο δωμάτιό του, ενώ η Ζιλκάμα’μορ, η Άνμα, και η Ολντράθα τούς προστάτευαν από τα αφτιά κατασκόπων. Ο Βόρκεραμ είπε στον πολιτικό ότι οι Εκλεκτοί θα τον υπηρετούσαν, καθώς επίσης και ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας, η Ρία Καλόφραστη και οι έξι γυναίκες της ομάδας της, μια ντουζίνα μαχητές της Ευμενίδας Νοράλνω (αλλά όχι η ίδια), και ο Λόρεντακ Μαυροδάκτυλος και οι δικοί του. Ο Όρπεκαλ απάντησε στον Βόρκεραμ-Βορ: «Βασίζομαι στην κρίση σου, όπως σου είπα και χτες. Εσύ γνωρίζεις καλύτερα τους ανθρώπους που σε περιστοιχίζουν. Θέλω τους όσο το δυνατόν πιο ικανούς.»

«Αυτοί δεν νομίζω να σε απογοητεύσουν.»

«Είμαστε σύμφωνοι, τότε.» Ο Όρπεκαλ έκανε νόημα στον άντρα που είχε έρθει μαζί του – έναν λιγνό, κουστουμαρισμένο τύπο με γυαλιά – κι εκείνος έβγαλε από τον χαρτοφύλακά του ένα έγγραφο σε δύο αντίτυπα, τα οποία έδωσε στον Βόρκεραμ.

Ο αρχηγός των Εκλεκτών διάβασε το κείμενο. Ήταν το συμβόλαιο εργασίας για τους μισθοφόρους, και ήταν πολύ μικρότερο από αυτό του Πολιτάρχη. Ο Μάικλ, που ήταν επίσης στο δωμάτιο, το κοίταξε μετά από τον Βόρκεραμ και ένευσε προς τη μεριά του, για να του δείξει ότι συμφωνούσε, ότι όλα φαίνονταν εντάξει. (Εκτός από αυτούς, στον χώρο ήταν η Ολντράθα και η Ζιλκάμα’μορ, για λόγους ασφαλείας και περιφρούρησης εναντίον κατασκόπων, αλλά ήταν σιωπηλές και καθισμένες στην άκρη, σχεδόν αόρατες· κανείς δεν τους έδινε σημασία. Και ούτε τώρα κινήθηκαν για να δουν το συμφωνητικό.)

«Λοιπόν;» ρώτησε ο Όρπεκαλ-Λάντι, έχοντας ανάψει ένα τσιγάρο, καπνίζοντας.

«Θα καλέσω και τους υπόλοιπους για να υπογράψουμε.»

«Καλώς.»

Ο Βόρκεραμ έκανε νόημα στον Μάικλ, κι εκείνος σηκώθηκε από την καρέκλα, βγήκε από το δωμάτιο, και σύντομα επέστρεψε μαζί με τον Αλεξίσφαιρο Άβαντα, τη Ρία Καλόφραστη, την Ευμενίδα Νοράλνω, και τον Λόρεντακ Μαυροδάκτυλο.

Ο δικηγόρος του Όρπεκαλ-Λάντι (γιατί τέτοιος πρέπει να ήταν, υπέθετε ο Βόρκεραμ, αν και ο άνθρωπος μέχρι στιγμής δεν είχε βγάλει μιλιά· θα μπορούσε να ήταν μουγκός· και ο Όρπεκαλ τού φερόταν σαν να ήταν σκιά ή αυτόματο μηχάνημα) έδωσε στυλογράφο στον Βόρκεραμ-Βορ κι εκείνος έβαλε την υπογραφή του στο τέλος του συμφωνητικού – και στα δύο αντίτυπα. Μετά έδωσε τον στυλογράφο στην Ευμενίδα.

Η οποία ρώτησε: «Το διαβάσατε καλά, έτσι;»

«Διάβασέ το κι εσύ,» την προέτρεψε ο Βόρκεραμ. Και η Ευμενίδα το διάβασε, έγνεψε ότι όλα ήταν εντάξει, και υπέγραψε κι εκείνη. Μετά, υπέγραψαν η Ρία, ο Λόρεντακ, και ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας.

Ο Όρπεκαλ-Λάντι ρώτησε τον τελευταίο: «Είναι αλήθεια αυτό που μου είπε ο Βόρκεραμ-Βορ για εσάς, κύριε; Είναι το δέρμα σας όντως αλεξίσφαιρο;» ενώ είχε ήδη σβήσει το τσιγάρο του στο τασάκι.

«Είναι,» αποκρίθηκε ο μισθοφόρος. «Αν και καλύτερα να μην το δοκιμάσουμε εδώ.»

Ο Όρπεκαλ γέλασε. «Όχι, δεν έχω καμια τέτοια πρόθεση!

»Λοιπόν,» είπε παίρνοντας το ένα αντίτυπο του συμφωνητικού. «Αυτό το κρατάω εγώ, και το άλλο το κρατάτε εσείς. Μπορείτε να το κάνετε όσα αντίγραφα επιθυμείτε, ώστε ο καθένας σας να έχει από ένα.» Σηκώθηκε από την καρέκλα του. «Να είστε έτοιμοι μόλις θα σας καλέσω.»

«Αυτή είναι η δουλειά μας,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ, καθώς κι εκείνος σηκωνόταν από την καρέκλα του.

Οι δυο τους αντάλλαξαν μια σύντομη χειραψία. «Εις το επανιδείν, Βόρκεραμ,» είπε ο Όρπεκαλ-Λάντι και, μαζί με τον άντρα που πρέπει να ήταν δικηγόρος του, αποχώρησε από το δωμάτιο.

Η Άνμα, που στεκόταν απέξω, στις σκιές του διαδρόμου, παρατηρούσε τα πολεοσημάδια γύρω τους και δεν έβλεπε καμια απάτη ή πρόθεση για απάτη. Αυτό δεν σήμαινε ότι μπορούσε, βέβαια, να είναι απόλυτα σίγουρη για τον Όρπεκαλ-Λάντι. Οι Θυγατέρες δεν διέκριναν πάντα όσα ήταν να διακρίνουν. Καμια φορά, τα σημάδια της Πόλης ήταν τόσο μυστήρια που τους ξέφευγαν. Η Άνμα θα έπρεπε να βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή.

Και αναρωτιόταν πού να ήταν η Νορέλτα. Από τότε που είχε φύγει δεν είχαν ξαναμιλήσει. Ούτε καν τηλεπικοινωνιακά δεν τους είχε καλέσει. Να την καλούσε σήμερα η Άνμα, άραγε;

Βλέποντας τον Βόρκεραμ και τους άλλους να βγαίνουν από το δωμάτιό του, επέστρεψε στο δωμάτιο που μοιραζόταν με τη Φοριντέλα-Ράο.

«Τι έγινε;» τη ρώτησε η Φοριντέλα, που ήταν εκεί και περίμενε. «Πήγαν όλα κατά το αναμενόμενο;»

Η Άνμα ένευσε. «Ναι, και αναρωτιέμαι αν πρέπει μήπως να καλέσουμε τη Νορέλτα.»

«Γιατί;» συνοφρυώθηκε η Φοριντέλα. «Τι σχέση έχει η Νορέλτα;»

«Απλώς ανησυχώ λίγο γι’αυτήν. Δεν έχει επικοινωνήσει καθόλου μαζί μας.»

«Κάλεσέ την,» την προέτρεψε η Φοριντέλα.

Η Άνμα πήρε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της από το κομοδίνο και κάλεσε τον πομπό της Νορέλτα-Βορ. Για μερικές στιγμές τον άκουγε να κουδουνίζει χωρίς κανείς ν’απαντά. Μετά η φωνή της Νορέλτα ήρθε απ’το μικρόφωνο:

«Μάλιστα;»

«Νορέλτα; Η Αδελφή σου είμαι.» Η Άνμα προσπάθησε να μην πει κάτι που θα έβαζε τη Νορέλτα-Βορ σε δύσκολη θέση αν κάποιος άλλος άκουγε τα λόγια της. «Τι κάνεις, κοπέλα μου; Πόσο καιρό έχουμε να σε δούμε;»

Η Νορέλτα γέλασε. «Δε μας ακούει κανένας, Άνμα. Είσαι καλά; Ο ξάδελφός μου είναι καλά;»

«Καλά είναι. Είσαι ακόμα μέσα στη Β’ Κατωρίγια;»

«Φυσικά.»

«Έχεις κάνει καμια πρόοδο;»

«Σχετική πρόοδο· τίποτα το πολύ συγκεκριμένο. Τώρα, όμως, έχω ανακαλύψει ένα μονοπάτι που ίσως να με οδηγήσει κάπου. Εσείς; Έχει γίνει καμια... απόπειρα εναντίον του ξαδέλφου μου;»

«Τίποτα μέχρι στιγμής. Και ούτε διακρίνουμε κάτι το ύποπτο.»

«Πράγμα το οποίο είναι ύποπτο από μόνο του, δεν είναι;»

«Ακριβώς το ίδιο σκέφτομαι κι εγώ.»

«Μεγάλη φασαρία έχει γίνει με τους μισθοφόρους, ακούω από τα κανάλια και διαβάζω στις εφημερίδες...»

«Ναι, αλλά όχι κάτι που θα χαρακτήριζα ‘στημένο’. Όλα είναι φυσιολογικά για την κατάσταση.»

«Μάλιστα,» είπε η Νορέλτα. «Δε μπορώ να σου μιλήσω άλλο τώρα. Θα τα ξαναπούμε, Αδελφή μου.»

«Ωσότου οι δρόμοι να μας ξαναφέρουν κοντά, Νορέλτα.»

«Η Φοριντέλα τι κάνει;»

«Καλά είναι.»

«Χαιρετισμούς,» είπε η Νορέλτα-Βορ και τερμάτισε την τηλεπικοινωνία.

«Την άκουσες,» είπε η Άνμα στη Φοριντέλα-Ράο, γιατί ο πομπός ήταν ανοιχτός έτσι ώστε ν’ακούνε κι οι δύο· η Θυγατέρα δεν τον είχε στο αφτί της.

«Την άκουσα.»

*

Οι μισθοφόροι φρόντισαν να είναι έτοιμοι για να αντιμετωπίσουν επιδρομή κουρσάρων τη νύχτα που θα ερχόταν. Αλλά καμια επιδρομή δεν έγινε· τα πάντα ήταν ήσυχα.

«Δεν πιστεύω ο Σκοτοδαίμων να σκόνταψε και να μη δούμε δράση, τώρα που βρήκαμε δουλειά,» σχολίασε ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας. «Θα το πάρω προσωπικά.»

Η Ρία γέλασε. «Συνήθως θέλουμε να μας πληρώνουν για να καθόμαστε και να περιφρουρούμε, Άβαντα! Ειδικά όταν τα λεφτά είναι σαν αυτά που θα παίρναμε για ενεργό δράση.»

«Ναι,» είπε μία από τις μισθοφόρους της που ονομαζόταν Ροντάκη· «και καθισιό και πληρωμή. Δε βλέπω κανένα πρόβλημα μ’αυτό.» Καθισμένη πλάι στον Αλεξίσφαιρο, διέτρεξε τα δάχτυλά της επάνω στον φαρδύ ώμο του και μέσα στα μακριά, μαύρα μαλλιά του.

Η Γιολάντα, μια ακόμα μισθοφόρος της Ρία Καλόφραστης, καθόταν από την άλλη μεριά του Άβαντα, και τώρα πήρε το τσιγάρο του από το τασάκι, όπου το είχε ακουμπισμένο, τράβηξε μια τζούρα, και φύσηξε, αργά, τον καπνό προς το μέρος του.

Εκείνος έβηξε, αν και όχι πολύ έντονα. «Θα με πνίξετε, γαμώτο!»

«Αυτό είναι που έχω κατά νου,» είπε υπομειδιώντας η Γιολάντα. Οι δυο τους – εκείνη και η Ροντάκη – είχαν βάλει στοίχημα ποια θα κατάφερνε να τραβήξει πρώτη τον Αλεξίσφαιρο στο κρεβάτι της. Ο Άβαντας δεν το ήξερε, και ήταν λιγάκι μπερδεμένος από την αποψινή συμπεριφορά τους. Η Ρία το ήξερε, και ήλπιζε να μην είχαν τίποτα μπελάδες τελικά. Όταν οι μισθοφόροι κάθονται και δεν δουλεύουν, και τρώνε λεφτά διασκεδάζοντας, πολλά έκτροπα γίνονται...

Παραδίπλα, σ’ένα άλλο τραπέζι, ο Έκρελ Σόρεντερ των Εκλεκτών έπαιζε το βιολί του, όρθιος, γεμίζοντας την τραπεζαρία του Βαθύρριζου με μελωδίες. («Στο τέλος εγώ θα πρέπει να σε πληρώνω εσένα!» του είχε πει, προχτές, ο πανδοχέας αστειευόμενος· και ο Έκρελ είχε αποκριθεί: «Αυτό είναι δωρεάν, για τους φίλους.») Η Ευμενίδα τον παρακολουθούσε χαμογελώντας – χαμογελώντας: σπάνιο για εκείνη – κι έχοντας μια πελώρια κούπα κόκκινη μπίρα μπροστά της. Ο Ράλενταμπ την αγριοκοίταζε, και αγριοκοίταζε και τον Έκρελ, ακονίζοντας ένα ξιφίδιο με μια πέτρα. Οι μισθοφόροι της ομάδας της Ευμενίδας, που τον ήξεραν, ήταν έτοιμοι να τον αρπάξουν αν χρειαζόταν, και συγχρόνως αναρωτιόνταν γιατί η αρχηγός τού έδινε συνέχεια λαβές. Επίτηδες το έκανε; Της άρεσε να τον τσαντίζει; Ήταν επαγγελματική σε όλα της – κανείς τους δεν μπορούσε να το αμφισβητήσει – αλλά όχι σε ό,τι είχε σχέση με τα ερωτικά της.

Λίγο πιο πέρα από την Ευμενίδα Νοράλνω, ο Λόρεντακ Μαυροδάκτυλος έπαιζε ζάρια με τον Ριχάρδο τον Τρομερό, και κάμποσοι μισθοφόροι είχαν συγκεντρωθεί γύρω τους, γελώντας και σχολιάζοντας.

Η Φοριντέλα-Ράο πετούσε μαχαίρια σ’έναν στόχο στον τοίχο του πανδοχείου, ανταγωνιζόμενη τον Μάικλ Παγοθραύστη. Ήταν κι οι δυο τους πολύ ικανοί στη ρίψη λεπίδων. Οι λάμες στραφτάλιζαν, στροβιλιζόμενες, και σπάνια καρφωνόταν μακριά από το κέντρο των στόχων. Διάφοροι άλλοι τούς παρακολουθούσαν. «Είσαι μισθοφόρος τελικά εσύ;» ρώτησε ένας τη Φοριντέλα. «Τι είσαι;» Κι εκείνη, δίχως να στραφεί να τον κοιτάξει, υψώνοντας ακόμα ένα μαχαίρι επιδέξια πάνω από τον ώμο της, απάντησε: «Δεν είμαι μισθοφόρος. Εκτός αν με πληρώνουν πολύ καλά.» Το μαχαίρι πέταξε...

Η Άνμα και η Ολντράθα κάθονταν σ’ένα τραπέζι με δύο ποτήρια Σεργήλιο κρασί και μια μεγάλη πιατέλα σαλάτα ανάμεσά τους (χοντροκομμένα κομμάτια μαρούλι, ψιλοκομμένες ροδέλες κρεμμύδι, ραδίκια, τοματάκια, μαύρες και κόκκινες ελιές, λεπτές λωρίδες πράσινες πιπεριές, τετράγωνα κομμάτια ψητό κοτόπουλο). Δεν διέκριναν τίποτα το επικίνδυνο στα πολεοσημάδια μέσα στην τραπεζαρία.

«Η ησυχία μ’ανησυχεί, Αδελφή μου,» είπε η Άνμα. «Εσένα;»

«Την προτιμώ από τις δολοφονικές ενέργειες,» αποκρίθηκε η Ολντράθα.

Η Άνμα ακούμπησε την πλάτη της στην καρέκλα, αρχίζοντας να παίζει συλλογισμένα με μια μικρή αλυσίδα, περιστρέφοντάς την γύρω από δύο τεντωμένα δάχτυλα. Γιατί η Πόλη μ’έφερε εδώ; αναρωτήθηκε. Είχε αρχίσει να βαριέται.

Ο Βόρκεραμ-Βορ, σ’ένα άλλο, μεγαλύτερο τραπέζι, έπαιζε Απολλώνια Σύγκρουση με τον Λούσιο Φιλοδέκτη: ένα παιχνίδι από τη διάσταση της Απολλώνιας, το οποίο παιζόταν επάνω σε πίνακα όπου προχωρούσαν ολογράμματα μαχητών και πολεμικών οχημάτων. Το πεδίο μάχης δεν ήταν ανοιχτό: είχε ολογράμματα δέντρων, τοίχων, βράχων... πραγμάτων που σπάνια είχαν να υπολογίσουν οι μισθοφόροι σε αληθινές μάχες στη Ρελκάμνια. Είχαν, όμως, να υπολογίσουν άλλα, ίσως πιο πολύπλοκα πράγματα στους δρόμους, στις γέφυρες, και στα οικοδομήματά της.

«Δεν είναι ρεαλιστικό,» είπε ένας από τους μαχητές που παρακολουθούσαν τον Βόρκεραμ και τον Λούσιο. «Χαζό παιχνίδι. Τελείως φανταστικά αυτά που έχει.»

«Καμια φορά,» του απάντησε ο Λούσιος, λοξοκοιτάζοντάς τον, «είναι καλό να εξασκείς τη φαντασία σου.»

«Χωρίς φαντασία,» πρόσθεσε ο Βόρκεραμ-Βορ, «χάνεις τις μισές μάχες που θα μπορούσες να είχες νικήσει.»

Και τα λόγια του – τα οποία είχε πει αυθόρμητα, σχεδόν χωρίς καθόλου σκέψη – έκαναν αξιοσημείωτη εντύπωση στους μισθοφόρους γύρω από εκείνον και τον Λούσιο. Τους έκαναν, γι’ακόμα μια φορά, να τον θεωρήσουν έξυπνο και σημαντικό στρατηγό.

«Ε, πανδοχέα!» φώναξε ο Λούσιος. «ΠΑΝΔΟΧΕΑ!»

«Τι;» ρώτησε ο πανδοχέας, πλησιάζοντας μέσα από τον κόσμο.

«Φέρε μας ακόμα δύο Αφρισμένες εδώ.»

«Έγινε.» Ο πανδοχέας εξαφανίστηκε πάλι.

Ο Βόρκεραμ μειδίασε. «Ποτέ μην πολεμάς πιωμένος, Λούσιε.»

«Δεν είναι αληθινός πόλεμος,» αποκρίθηκε εκείνος, πίνοντας την τελευταία, μικρή γουλιά Αφρισμένης Κυράς που είχε απομείνει στην κούπα του. «Όχι ακόμα, φίλε μου.»

*

Ούτε την επόμενη νύχτα οι πειρατές επιτέθηκαν στα λιμάνια της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, και ο Βόρκεραμ άρχισε να παραξενεύεται. Μέχρι στιγμής, ποτέ δεν είχαν αφήσει τόσο μεγάλο κενό. Όχι περισσότερο από δύο ήσυχες νύχτες. Τώρα είχαν περάσει τέσσερις!

Ο Πολιτάρχης Γουίλιαμ Σημαδεμένος βγήκε στους τηλεοπτικούς δέκτες κομπάζοντας ότι, παρά τα σκοτεινά λόγια καταστροφολόγων (εννοώντας τον Όρπεκαλ-Λάντι, όπως καταλάβαιναν άπαντες), η Φρουρά και οι μισθωτοί μαχητές είχαν κατορθώσει να καταπολεμήσουμε τη μάστιγα των κουρσάρων που είχε πλήξει τις όχθες της συνοικίας τις τελευταίες νύχτες. Πιθανώς στο μέλλον να μην ξανάβλεπαν πειρατές να έρχονται για πολύ καιρό. «Ίσως,» είπε ο Σημαδεμένος, «να αποφάσισαν να ‘τιμήσουν’ και την Α’ Ανωρίγια Συνοικία, της οποίας ο Πολιτάρχης, Βάρνελ-Αλντ, μας αρνήθηκε τη βοήθειά του, καθοδηγούμενος, όπως όλοι ξέρουμε, από τον σφετεριστή και κακούργο Κάδμο Ανθοτέχνη – τον Αλυσοδεμένο Ποιητή!»

Όταν κάλεσαν τον Όρπεκαλ-Λάντι να σχολιάσει, εκείνος δεν δέχτηκε να μιλήσει δημοσίως· οι δημοσιογράφοι ανέφεραν μόνο πως είπε ότι το μέλλον θα έδειχνε αν ο Σημαδεμένος ήταν όλο αερολογίες όπως συνήθως. Το σύντομο μέλλον.

Η Νορέλτα-Βορ δεν είχε χρόνο να παρατηρήσει τα σημάδια που φανέρωναν ευρείες τάσεις μέσα στην Πόλη – είχε άλλες δουλειές τώρα – αλλά το Θυγατρικό ένστικτό της της έλεγε πως η Β’ Κατωρίγια Συνοικία δεν είχε δει για τελευταία φορά τους κουρσάρους των Ήμερων Συνοικιών. Θα ξανάρχονταν.

Εκείνη είχε, όμως, τα δικά της προβλήματα. Είχε βάλει στο μάτι τον Σόλιρβακ-Θολ – έναν αριστοκράτη και πιθανό πράκτορα του Αρχικατασκόπου των μυστικών υπηρεσιών της Β’ Κατωρίγιας – μα δεν το έβρισκε εύκολο να τον προσεγγίσει όπως θα ήθελε. Ο άνθρωπος ήταν παντρεμένος, και όχι και τόσο χαροκόπος ή γυναικοθήρας. Η Νορέλτα δυσκολευόταν να βρεθεί στα ίδια μέρη μ’αυτόν, ή να τον πλησιάσει με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να τον προσελκύσει. Απόψε, όμως – την τέταρτη συνεχόμενη βραδιά που δεν είχε γίνει πειρατική επιδρομή στα λιμάνια της Β’ Κατωρίγιας – η Νορέλτα κατόρθωσε να μιλήσει μαζί του σ’ένα μπαρ της Μονότροπης και να βάλει στο μυαλό του ερωτικές ιδέες με απλές κινήσεις της και απλά λόγια, καθοδηγούμενη από τα πολεοσημάδια και τη διαίσθησή της. Είχε ταλέντο σ’αυτό· το ήξερε πως είχε. Ο Σόλιρβακ-Θολ άρχισε να τη βλέπει με ενδιαφέρον, αλλά δεν τολμούσε να κάνει τίποτα περισσότερο γιατί η γυναίκα του ήταν κοντά: και φαινόταν να έχει αξιοσημείωτο σεβασμό για τη γυναίκα του. Θα πρέπει να τον παραμερίσει, σκέφτηκε η Νορέλτα. Εκτός...

Εκτός αν μπορώ κάπως αλλιώς να πάρω την πληροφορία που θέλω από αυτόν.

«Δε μου έχεις γνωρίσει ακόμα τη σύζυγό σου, Σόλιρβακ...» του είπε, μειδιώντας θελκτικά, καθώς έπαιρνε στα χέρια της την Ανάμικτη Αρχόντισσα που την είχε μόλις κεράσει ο αριστοκράτης.

«Εδώ είναι. Έλα. Μιλά με κάτι φίλες της.»

Η Νορέλτα τον ακολούθησε, ρουφώντας λίγο από το ποτό-κοκτέιλ μέσα από το καλαμάκι. Ο Σόλιρβακ είχε πάρει το χέρι της (ασυναίσθητα: η Νορέλτα το διάβαζε στη γλώσσα της Πόλης) καθώς την οδηγούσε.

Δεν ήταν άσχημος άντρας. Ψηλός, γαλανόδερμος, με πλούσια ξανθά μαλλιά. Φορούσε μπλε κοστούμι, λευκό πουκάμισο με αργυρά σιρίτια στα μανίκια και στους γιακάδες, και μια πολύ ακριβή κολόνια: Ευωδία Κρόνου, ονομαζόταν – η Νορέλτα τη γνώριζε, φυσικά.

Η σύζυγός του μιλούσε μ’άλλες τρεις γυναίκες, και ο Σόλιρβακ-Θολ, πλησιάζοντας, διέκοψε την κουβέντα τους και της σύστησε τη Νορέλτα-Βορ η οποία είχε έρθει πρόσφατα στη Β’ Κατωρίγια κάνοντας μια έρευνα για τη μόδα στις συνοικίες του Ριγοπόταμου.

«Καλή μου,» είπε η σύζυγος του Σόλιρβακ-Θολ, «σύντομα η μόδα εδώ θα έχει να κάνει με πολεμικό ντύσιμο.»

«Ο Κρόνος να μας προφυλάξει από τέτοια!» είπε μια από τις φίλες της – παχουλή σαν βάζο, κρατώντας μια μεγάλη βεντάλια παρότι δεν έκανε και τόση ζέστη μες στο μπαρ.

«Μιλούσα κυριολεκτικά,» διευκρίνισε η σύζυγος του Σόλιρβακ-Θολ.

«Ναι,» είπε μια άλλη φίλη της· «δεν έχετε δει τη Σιδηρά Περιβολή του Ρίμναλ-Ράθωζ; Έχουν φωτογραφίες στην Κατωρίγια Ενδυμασία, στο τελευταίο τεύχος. Λέει πως την εμπνεύστηκε από απεικονίσεις της Ρασιλλώς!» Γέλασε. «Τελείως τρελός ο άνθρωπος!... Εγώ θα τα δοκιμάσω τα ρούχα του, πάντως. Να μου πείτε πώς θα σας φανώ...» Τα έλεγε λίγο περίεργα τα ρο της, αλλά όχι και πολύ περίεργα.

Έτσι η Νορέλτα πλησίασε τον Σόλιρβακ-Θολ και τη σύζυγό του και μπήκε στην παρέα τους, εκείνη τη βραδιά, αλλά δεν είχε αρκετό χρόνο να τον ψαρέψει για πληροφορίες σχετικά με τους Νομάδες των Δρόμων. Ούτε ήθελε, φυσικά, να προβεί σε άκομψες ερωτήσεις που θα την έκαναν να φανεί ύποπτη.

«Ήταν, τελικά, δολιοφθορείς του Ποιητή αυτοί;» ρώτησε σε κάποια στιγμή. «Πώς εξαφανίστηκαν έτσι; Είναι ακόμα κρατούμενοι κάπου μες στη συνοικία;»

«Όπου κι αν είναι,» είπε μια από τις φίλες της γυναίκας του Σόλιρβακ-Θολ – εκείνη η παχουλή – «ελπίζω ποτέ να μην τους ξαναδούμε! Εμένα με είχαν κατατρομάξει. Σαν θηρία από εξωδιαστασιακό τσίρκο ήταν!»

Οι άλλες γελούσαν.

Η Νορέλτα έστρεψε το βλέμμα της στον Σόλιρβακ, ο οποίος είπε: «Η συνοικία μας δεν κινδυνεύει πλέον από αυτούς.» Και η Θυγατέρα καταλάβαινε – η Πόλη τής το μαρτυρούσε – ότι τα λόγια του έκρυβαν πολλά. Πρέπει να είναι πράκτορας του Αρχικατασκόπου. Και πρέπει να τον πλησιάσω περισσότερο!

Του χαμογέλασε. «Είμαι σίγουρη πως η Β’ Κατωρίγια έχει δεινούς υπέρμαχους!» Και, δήθεν τυχαία, άγγιξε με το πόδι της το πόδι του κάτω από το τραπέζι, ενώ άναβε ακόμα ένα τσιγάρο. Τα πολεοσημάδια τής έδειχναν ότι την ήθελε...

/20\

Ο Πολιτάρχης βιάστηκε να μιλήσει, και οι κουρσάροι ξαναχτυπάνε τις όχθες με τρομαχτικές δυνάμεις· αλλά, μέσα από το χάος, ξεπροβάλει ένας εχθρός που τα δόντια τους δεν μπορούν να δαγκώσουν και τόσο εύκολα...

Το επόμενο βράδυ όλοι στη Β’ Κατωρίγια Συνοικία συνειδητοποίησαν ότι ο Γουίλιαμ Σημαδεμένος είχε βιαστεί να κομπάσει για τη νίκη του. Οι κουρσάροι ήρθαν ξανά. Κατέβηκαν από τις Ήμερες Συνοικίες, πλέοντας πάνω στον Ριγοπόταμο: μεγάλα πλοία και μικρά πλοία, και πλοιάρια και βάρκες, και μινιπλάνα· τα μηχανοκίνητα σκάφη τραβούσαν πίσω τους όσα δεν ήταν μηχανοκίνητα αλλά είχαν ιστία και λαμνοκόπους που δούλευαν τώρα μανιωδώς, σηκώνοντας αφρούς γύρω τους σαν προπέλες. Και η αρμάδα ήταν τεράστια. Ήταν μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά. Πόσοι κουρσάροι είχαν συγκεντρωθεί; αναρωτήθηκαν, τρομαγμένοι, οι άνθρωποι της Φρουράς που τους είδαν να έρχονται ενώ στέκονταν πάνω στα καταστρώματα των δικών τους πλοίων που είχαν σχηματίσει ασπίδα προς τα βορειοανατολικά του Ριγοπόταμου. Είχαν έρθει όλοι οι κακούργοι που κατοικούσαν στις Ήμερες Συνοικίες; Είχαν φέρει κι άλλους, ακόμα περισσότερους; Από άλλες συνοικίες, πιθανώς;

Δεν είχε σημασία τώρα. Το μόνο που είχε σημασία ήταν ότι πλησίαζαν. Και έπρεπε να τους αντιμετωπίσουν.

Οι πειρατές έπεσαν επάνω τους σαν καταιγίδα, ουρλιάζοντας, κραυγάζοντας, πυροβολώντας, εξαπολύοντας ρουκέτες και τορπίλες και ενεργειακές ριπές, περνώντας με μινιπλάνα και γρήγορες βάρκες γύρω από τα σκάφη της Φρουράς και πετώντας χειροβομβίδες, ηχοβομβίδες, πυροβομβίδες, ακόμα και μερικές στοιχειακές βόμβες που απελευθέρωναν παγιδευμένα πνεύματα για να προκαλέσουν υπερφυσικό πανικό και τρόμο στους εχθρούς τους.

Οι φρουροί και οι μισθοφόροι απαντούσαν με τα δικά τους όπλα. Αλλά δεν μπορούσαν να υπερνικήσουν την καταστροφική λαίλαπα. Οι κουρσάροι ήταν πάρα πολλοί, και πολύ καλά οπλισμένοι, και μάχονταν σαν πεινασμένα σκυλιά σε ρημαγμένους δρόμους τα οποία έχουν μυρίσει αίμα.

Η πλωτή ασπίδα της Φρουράς έσπασε μέσα σε λιγότερο από ένα τέταρτο της ώρας, αφήνοντας συντρίμμια και φωτιές και κουφάρια στη θέση της, ενώ αρκετά σκάφη υποχωρούσαν ολοταχώς προς τα λιμάνια της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Και οι πειρατές, απτόητοι από τις δικές τους ζημιές και απώλειες (αναλογικά ελάχιστες), τα καταδίωκαν με μανία.

Στις αποβάθρες, ενεργειακά κανόνια μπήκαν σε λειτουργία, εκτοξεύοντας φωτεινές λόγχες μέσα στη νύχτα, τρυπώντας απ’άκρη σ’άκρη τα σκάφη που πετύχαιναν, βυθίζοντάς τα. Αλλά οι πειρατές απάντησαν με παρόμοιο τρόπο, χρησιμοποιώντας δικά τους ενεργειακά κανόνια και εξαπολύοντας ρουκέτες που διέγραφαν φλογερές τροχιές στον ουρανό προτού πέσουν στα λιμάνια, τραντάζοντας, ανατινάζοντας, πυρπολώντας. Και, συγχρόνως, έστελναν καταπάνω στα ενεργειακά κανόνια μινιπλάνα που έκαναν ζικ-ζακ, αποφεύγοντας εύκολα τις ριπές τους, μέχρι να τα πλησιάσουν και να τα χτυπήσουν με χειροβομβίδες ή να τα πυροβολήσουν απανωτά με οπλοπολυβόλα, προσπαθώντας κυρίως να σκοτώσουν τους μάγους που έλεγχαν την ενεργειακή ροή τους αλλά και τους χειριστές των όπλων ει δυνατόν.

Ελικόπτερα και μαχητικά αεροπλάνα της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας ήρθαν από τον σκοτεινό ουρανό, όμως συνάντησαν αμέσως αυτά που υψώθηκαν από τα καταστρώματα των πλοίων των κουρσάρων. Και τα ενεργειακά κανόνια επάνω στα πλοία όρθωναν τις μουσούδες τους για να σημαδέψουν ψηλά και να χτυπήσουν τα αεροσκάφη, ενώ συγχρόνως αντιαεροπορικά πυροβόλα έβαλλαν. Τα δύο φεγγάρια της Ρελκάμνια, ήδη μισοκρυμμένα πίσω από σύννεφα, κρύφτηκαν τελείως από τους καπνούς της μάχης.

Ο Φορδέκης ο Καραφλός, ο αρχηγός των Καραφλοχαιτών, μιας από τις ισχυρότερες πειρατικές συμμορίες των νότιων Ήμερων Συνοικιών, ήταν μαζί με την αρμάδα των κουρσάρων ετούτη τη νύχτα, και στεκόταν στην πρύμνη του μεγάλου πλοίου του που έφερε το όνομα Η Μαύρη Μάστιγα του Ποταμού και ήταν γεμάτο εφιαλτικά γκράφιτι, ενώ στην πλώρη του ήταν ζωγραφισμένα δύο πελώρια σαγόνια. Οι προπέλες του ούρλιαζαν σαν διάβολοι του Σκοτοδαίμονος, και μεγάλα όπλα κάθε είδους ήταν προσαρτημένα επάνω του, απ’άκρη σ’άκρη. Δεκάδες πλοιάρια, βάρκες, και μινιπλάνα το περιστοίχιζαν.

«Απόβαση!» κραύγασε ο Φορδέκης, υψώνοντας το σπαθί του στον αέρα. «ΑΠΟΒΑΣΗ – και ΛΕΗΛΑΣΙΑ!»

Οι κουρσάροι επάνω στο κατάστρωμα και στα τριγυρινά σκάφη τον άκουσαν και, σηκώνοντας τα δικά τους όπλα, μιμήθηκαν τη φωνή του: ΛΕΗΛΑΣΙΑ! ΛΕΗΛΑΣΙΑ! ΛΕΗΛΑΣΙΑ!

Ο Μόργκανταλ, ο ιερέας της Ρασιλλώς, της Κυράς του Σιδήρου, που ήταν μέλος των Καραφλοχαιτών, ύψωσε δύο ξίφη στον αέρα, ουρλιάζοντας, και, πατώντας τους διακόπτες στα μακριά μανίκια τους, έκανε τις λεπίδες να γεμίσουν ενέργεια που έτριζε και σπινθήριζε, τρώγοντας άσκοπα τις μπαταρίες μέσα στις λαβές – μια προσφορά στη θεά του, για καλή τύχη. Και καλή λεηλασία.

*

Οι πειρατές, έχοντας τσακίσει κάθε αντίσταση μέχρι εδώ, χίμησαν στις όχθες της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας, απλώθηκαν στα λιμάνια της από τη Βραχύλογη μέχρι όλη την Απλωτή. Μια σκοτεινή, πεινασμένη ορδή από τον Ριγοπόταμο. Πόδια και τροχοί βροντούσαν πάνω στο πλακόστρωτο των δρόμων. Κάννες πυροβόλων κροτάλιζαν, χτυπώντας φρουρούς και μισθοφόρους· λεπίδες γυάλιζαν στις φωτιές και στα ενεργειακά φώτα προτού γεμίσουν αίμα. Κουφάρια και κάλυκες και σπασμένα όπλα και διάφορα θραύσματα και κομμάτια μαζεύονταν στους δρόμους, καθώς οι κουρσάροι διέλυαν κι αυτή την τελευταία αντίσταση, για να πέσουν στη λεηλασία, για να κατακλέψουν σπίτια και καταστήματα και αποθήκες· για ν’αρπάξουν οχήματα και εξαρτήματα και όπλα και ό,τι άλλο τούς έμοιαζε πως μπορούσε να ήταν χρήσιμο ή να πιάσει καλή τιμή στις μαύρες αγορές της Ατέρμονης Πολιτείας.

Στο κεντρικό λιμάνι της Απλωτής το μακελειό ήταν τερατώδες. Οι κουρσάροι είχαν θερίσει και πετσοκόψει φρουρούς και μισθοφόρους – κάποιους τούς είχαν κρεμάσει από καλώδια και από μπαλκόνια, ολόκληρους ή μόνο τα κομμένα κεφάλια τους – και κυνηγούσαν τους υπόλοιπους μες στους δρόμους, γελώντας, σαν να επρόκειτο για άθλημα. Ενώ λεηλατούσαν, συγχρόνως, τα πάντα. Πειρατικά μινιπλάνα και οχήματα περιφέρονταν στις γειτονιές, σπέρνοντας τρόμο στους πάντες και θάνατο σε όσους τολμούσαν να αντισταθούν.

Ένα ελικόπτερο της Φρουράς προσπάθησε να πλησιάσει για να πυροβολήσει από πάνω και να πετάξει βόμβες, αλλά μια πειρατίνα, στεκόμενη στην ανοιχτή καρότσα ενός τετράκυκλου, σήκωσε στον ώμο της ένα ρουκετοβόλο, σημάδεψε, και πάτησε τη σκανδάλη. Η ρουκέτα βλήθηκε ουρλιάζοντας και τραβώντας μια μακριά ουρά φωτιάς πίσω της, προτού προσκρούσει πάνω στο ελικόπτερο, τραντάζοντάς το, γεμίζοντάς το καπνούς και φλόγες, και στέλνοντάς το να κοπανήσει σε μια ταράτσα, να πάρει δυο τούμπες, και να πέσει τελικά σε μια πλατεία, έχοντας εν τω μεταξύ καταστρέψει πέντε μπαλκόνια.

Οι κουρσάροι κραύγαζαν νικητήρια, και ο εραστής της πειρατίνας που είχε χρησιμοποιήσει το ρουκετοβόλο την άρπαξε στην αγκαλιά του σηκώνοντάς την ψηλά, φιλώντας τα στήθη της, ενώ εκείνη γελούσε έχοντας αφήσει το όπλο να πέσει στην καρότσα.

Τότε ήταν που ήρθε ακόμα ένα ελικόπτερο. Κι αυτό δεν ήταν σαν το προηγούμενο. Ήταν, κατά πρώτον, μεγαλύτερο. Είχε δύο έλικες και όπλα γύρω και από κάτω. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτή η διαφορά του. Ήταν γενικά χειρότερο για τους πειρατές. Κατήλθε σαν πελώριος μεταλλικός γύπας του Κρόνου μέσα από τα σύννεφα και τους καπνούς, εκτοξεύοντας ρουκέτες, πετώντας βόμβες, βάλλοντας με γρήγορα πυροβόλα – και αυτοί που χειρίζονταν τα όπλα έμοιαζαν εξαιρετικά εύστοχοι. Οι πειρατές πέθαιναν ο ένας μετά τον άλλο – ή και πολλοί μαζί – τα οχήματά τους ανατινάζονταν, ή έσπαγαν οι τροχοί τους, ή αναποδογύριζαν.

Η επίθεση του ελικοπτέρου ήταν απρόσμενη και πολύ στρατηγική. Είχε ξεπαστρέψει δεκάδες εχθρούς προτού προλάβουν να αντιδράσουν. Και τώρα – τώρα που θα αντιδρούσαν – προσγειώθηκε απροειδοποίητα: έπεσε σχεδόν σαν πέτρα. Ενώ η μορφή του άλλαζε. Τα μέταλλα έμοιαζαν να ρέουν με ονειρικό τρόπο: οι έλικές του βυθίζονταν μέσα του, τα πόδια του κρύβονταν, τα όπλα του άλλαζαν θέσεις, μεγάλες ερπύστριες παρουσιάζονταν δεξιά κι αριστερά του. Ήταν ένα μεταβαλλόμενο όχημα.

Ήταν το εξάτροχο φορτηγό των Εκλεκτών, στις άλλες δύο μορφές του.

Ταυτόχρονα, ήρθαν και οι υπόλοιποι μισθοφόροι του Βόρκεραμ-Βορ μέσα από τους δρόμους, με τις μηχανές των οχημάτων τους να μουγκρίζουν και τους μεταλλικούς τροχούς τους να ουρλιάζουν πάνω στα πλακόστρωτα, πυροβολώντας και πυροβολώντας και πυροβολώντας.

*

Ο Βόρκεραμ-Βορ βρισκόταν μες στο τετράκυκλο όχημα της Άνμα, μαζί με εκείνη, τη Φοριντέλα-Ράο, και την Ολντράθα. Οι δύο Θυγατέρες επέμεναν να ήταν κοντά τους στη μάχη, πράγμα που τον είχε τσαντίσει, αλλά όφειλε να παραδεχτεί ότι, δεδομένης της κατάστασης μ’αυτή την καταραμένη Κορίνα, είχαν δίκιο. «Θα πάμε με το δικό μου όχημα,» του είχε πει η Άνμα. «Εγώ θα οδηγώ.»

«Ξέρεις πώς να οδηγείς καλά μέσα σε μάχη;» την είχε ρωτήσει ο Βόρκεραμ· κι εκείνη είχε απαντήσει: «Άμα δε γουστάρεις την οδήγησή μου μπορείς να οδηγήσεις εσύ – δίπλα μου θα είσαι.» Μετά ο Βόρκεραμ ήθελε, επίσης, να μάθει αν το όχημά της ήταν θωρακισμένο. «Είναι,» του αποκρίθηκε η Άνμα· «σ’το έχω πει πως είναι. Μη βλέπεις που δεν φαίνεται για θωρακισμένο. Δεν είναι τα πάντα όπως φαίνονται στην Πόλη.» Οπότε ο αρχηγός των Εκλεκτών είχε πει: «Θα το διαπιστώσουμε στην πράξη αυτό...»

Και τώρα έτρεχαν μες στη συμπλοκή με τους κουρσάρους των Ήμερων Συνοικιών, αποφεύγοντας ριπές κι εκρήξεις: και ο Βόρκεραμ όφειλε να παραδεχτεί ότι, όντως, η οδήγηση της Άνμα ήταν καλή για μάχη. Είναι γρήγορη και προσεχτική συγχρόνως. Πολύ βασικά και τα δύο αν θες να μείνεις ζωντανός. Και όσες ριπές τύχαινε να τους πετύχουν εξοστρακίζονταν επάνω στο όχημά της. Δεν έλεγε μαλακίες ότι είναι θωρακισμένο.

Ο Βόρκεραμ-Βορ έβγαλε το τουφέκι του από το παράθυρο πλάι του κι άρχισε να πυροβολεί τους πειρατές. Η Φοριντέλα-Ράο, από το αντικρινό αλλά πίσω παράθυρο, έκανε ακριβώς το ίδιο μ’ένα τουφέκι της Άνμα που είχε πάρει κάτω από το πισινό κάθισμα του οχήματος. Και όφειλε να παραδεχτεί ότι η σκοποβολή ήταν πολύ ικανοποιητική. Αυτοί οι καριόληδες τής θύμιζαν τους κακοποιούς του Αλυσοδεμένου Ποιητή που είχαν επιτεθεί στην Έκθυμη, την πατρίδα της. Με κάθε έναν που σκότωνε αισθανόταν να φτάνει ολοένα και πιο κοντά στην ολοκλήρωση της εκδίκησής της.

*

Το ερπυστριοφόρο των Εκλεκτών κινήθηκε μέσα στους δρόμους σαν μεταλλικό θηρίο που ξερνούσε φωτιά και οβίδες. Και ό,τι δεν κατέστρεφε από απόσταση, το πατούσε κάτω από τις γιγάντιες ερπύστριές του. Οι πειρατές έστρεφαν τα όπλα τους εναντίον του, χτυπώντας το, αλλά η θωράκισή του ήταν πολύ δυνατή για να του προκαλέσουν σοβαρές ζημιές.

Και δεν είχαν να αντιμετωπίσουν μόνο αυτό: είχαν να αντιμετωπίσουν και όλους τους υπόλοιπους Εκλεκτούς, καθώς και τους άλλους μισθοφόρους που ήταν μαζί τους: τις πολεμίστριες της Ρία Καλόφραστης, τους μαχητές της Ευμενίδας Νοράλνω, τον Λόρεντακ Μαυροδάκτυλο και τους δικούς του, και τον Αλεξίσφαιρο Άβαντα ο οποίος έτρεχε καβάλα στο τρίκυκλό του που θύμιζε δίκυκλο ντυμένος με αλεξίσφαιρη πανοπλία πάνω από το ήδη αλεξίσφαιρο δέρμα του – μοιάζοντας με αθάνατο ημίθεο, γιο της Ρασιλλώς, καθώς περνούσε ανάμεσα από τους πειρατές πυροβολώντας άλλοτε με ένα κοντό γρήγορο τουφέκι άλλοτε με δύο πιστόλια συγχρόνως, αφήνοντας το τιμόνι του οχήματός του για λίγο, διασχίζοντας καπνούς και φωτιές και συντρίμμια και νεκρούς. Δεν υπήρχε τίποτα το ξέφρενο ή το μανιασμένο στις επιθέσεις του· τα πάντα, παρότι έμοιαζαν με χαοτική θύελλα, ήταν συγκεκριμένα και επαγγελματικά.

Στη μπροστινή του μεριά, το ερπυστριοφόρο των Εκλεκτών είχε τέσσερα κυρτά κέρατα, δύο από πάνω, δύο από κάτω, που σχημάτιζαν ένα τετράγωνο ανάμεσά τους, και στο κέντρο του τετραγώνου υπήρχε μια άλλη μεταλλική προεξοχή. Οι πειρατές, αρχικά, νόμιζαν ότι πρέπει να ήταν έμβολα αυτά, κάτι που χρησιμοποιείτο όταν το άρμα ερχόταν κοντά σου.

Έκαναν λάθος. Ήταν εκτοξευτής ενεργοβολίδας.

Όταν κάμποσα οπλισμένα και θωρακισμένα οχήματα των κουρσάρων συγκεντρώθηκαν αντίκρυ στο άρμα των Εκλεκτών, με φανερό σκοπό να του δώσουν τέλος επιτέλους, τα κέρατα στη μπροστινή του μεριά φώτισαν ξαφνικά καθώς ενέργειες συγκεντρώνονταν επάνω τους, τρίζοντας και σπινθηροβολώντας, σχηματίζοντας μια μεγάλη σφαίρα ακατέργαστης, καταστροφικής ενέργειας ανάμεσά τους.

Δεν ήταν ενεργειακό κανόνι αυτό· δεν χρειαζόταν κανέναν μάγο να ρυθμίζει την ενεργειακή ροή του, πέρα από τη Ζιλκάμα’μορ στο κέντρο ισχύος του άρματος η οποία, με Μαγγανεία Κινήσεως, ρύθμιζε την ενεργειακή ροή σε ολόκληρο το μεταβαλλόμενο όχημα. Ο εκτοξευτής ενεργοβολίδας ήταν ένα όπλο άθλιο για να σημαδέψεις οτιδήποτε, και δεν εκτόξευε μακριά τη βολίδα του.

Αλλά για κάποιες δουλειές ήταν τέλειος.

Όπως αυτήν εδώ.

Ο Έκρελ Σόρεντερ, καθισμένος μπροστά σ’έναν πίνακα ελέγχου του ερπυστριοφόρου, πάτησε τη σκανδάλη της ενεργοβολίδας, και η ενεργειακή σφαίρα τινάχτηκε καταπάνω στα συγκεντρωμένα οχήματα των πειρατών.

Η καταστροφή ήταν σαν την ίδια την οργή του Κρόνου.

Το ερπυστριοφόρο, μην έχοντας πάψει καθόλου να κινείται, μην έχοντας πάψει να πλησιάζει τους κουρσάρους ενώ έβαλλε με τα άλλα όπλα του, έφτασε τώρα κοντά στα απομεινάρια τους τσακίζοντάς τα κάτω από γιγάντιες ερπύστριες καθώς ολόγυρά του πανικός και τρόμος βασίλευαν μέσα από τους καπνούς και τις φωτιές.

Ο Μάικλ Παγοθραύστης, που οδηγούσε το άρμα, είπε: «Αλλάξτε φιάλες – τώρα! – άμα δε θέλετε να μείνουμε ακούνητοι σαν πέτρες!» Ο δείκτης στην κονσόλα του έγραφε πως μόλις 12% ενέργεια είχε απομείνει στο μεταβαλλόμενο όχημα ύστερα από την εκτόξευση της ενεργοβολίδας.

Οι άλλοι Εκλεκτοί έτρεξαν να βάλουν καινούργιες ενεργειακές φιάλες.

*

Ο Βόρκεραμ τράβηξε μέσα το τουφέκι του και ξεθηκάρωσε το σπαθί του. «Τρέξε καταπάνω σ’αυτούς εκεί τους γαμιόληδες,» είπε στην Άνμα, δείχνοντας κάτι κουρσάρους που είχαν βγει από ένα πολυκατάστημα του λιμανιού φορτωμένοι με λάφυρα, έχοντας αφήσει τις πόρτες διαλυμένες.

«Κάποιοι έρχονται πίσω μας!» προειδοποίησε η Φοριντέλα-Ράο. «Δύο μινιπλάνα.»

«Μπορείς να τους αναλάβεις, δεν μπορείς;» είπε ο Βόρκεραμ βγάζοντας το σπαθί του απ’το παράθυρο και πατώντας τον διακόπτη στη λαβή. Η λεπίδα περιτριγυρίστηκε από ενέργεια.

Η Άνμα οδήγησε το τετράκυκλό της καταπάνω στους πειρατές που είχαν λεηλατήσει το πολυκατάστημα και τώρα πλησίαζαν δύο οχήματα τους που ήταν σταθμευμένα παραδίπλα. Την είδαν να έρχεται και γύρισαν, ξαφνιασμένοι. Πολύ αργά. Η Άνμα πέρασε ανάμεσά τους, και το ενεργειακά φορτισμένο σπαθί του Βόρκεραμ-Βορ έκοψε χέρια, έκοψε κεφάλια, έσκισε κοιλιές, έσπασε θωρακικές κοιλότητες, λιανίζοντας πανεύκολα τις πανοπλίες των πειρατών – όσοι από αυτούς φορούσαν τέτοιες, γιατί η αμφίεσή τους ήταν κάθε άλλο παρά ομοιόμορφη.

Η Φοριντέλα, εν τω μεταξύ, έβαλλε προς τα πίσω με το τουφέκι της, και ο ένας οδηγός μινιπλάνου έπεσε. Ο άλλος όμως συνέχιζε να έρχεται, και η γυναίκα που ήταν καθισμένη πίσω του κρατούσε ένα οπλοπολυβόλο και πυροβολούσε.

Οι πειρατές που είχαν ληστέψει το πολυκατάστημα ύψωσαν τώρα τα όπλα τους, στρέφοντάς τα προς το όχημα της Άνμα.

Η Θυγατέρα, που τους είχε πλέον διασχίσει, γύρισε απότομα, σχεδόν επιτόπου, κάνοντας τους τροχούς της να ουρλιάξουν πάνω στο πλακόστρωτο. Και όρμησε ξανά καταπάνω τους. Ενώ το μινιπλάνο ερχόταν προς το μέρος της. Οι ριπές του οπλοπολυβόλου χτύπησαν τα μέταλλα και τα τζάμια του οχήματός της, αφήνοντας μεγάλες ρωγμές πάνω στα δεύτερα αλλά χωρίς να διαλύσουν τίποτα. Και το τετράκυκλο πέρασε δίπλα από το μινιπλάνο, και το ενεργειακό ξίφος του Βόρκεραμ-Βορ το σπάθισε: η λεπίδα έκανε ζημιά στη μηχανή του σκάφους, έκοψε το αριστερό χέρι του οδηγού από τον αγκώνα, και χτύπησε στον ώμο τη γυναίκα πίσω του αναγκάζοντάς την να πετάξει το οπλοπολυβόλο της. Όχι πως αυτό είχε πλέον καμια σημασία, έτσι όπως το μινιπλάνο πήγε και κοπάνησε σ’έναν τοίχο για να γίνει κομμάτια και θρύψαλα μαζί με τους αναβάτες του.

Το τετράκυκλο της Άνμα χτύπησε με το πλάι έναν πειρατή, εκτοξεύοντάς τον κάπου στο Στόμα του Σκοτοδαίμονος, ενώ ο Βόρκεραμ-Βορ σπάθιζε τώρα άλλους πειρατές, και η φρενήρη κίνηση του ξίφους του, που έκανε ενέργειες να τινάζονται κυκλικά γύρω του, σαν φωτεινή ασπίδα, απέκρουε σφαίρες που έρχονταν προς τη μεριά του και του οχήματος της Θυγατέρας της Πόλης.

Η Φοριντέλα-Ράο πυροβολούσε με δύο πιστόλια από το παράθυρο της. Και η Ολντράθα καθόταν σκυμμένη δίπλα της, στο πίσω κάθισμα, νιώθοντας πολύ έντονα τον πόνο ολόγυρά της. Για εκείνη, οι πειρατές δεν ήταν «ο εχθρός»· ήταν άνθρωποι που τραυματίζονταν και πονούσαν και σκοτώνονταν. Τα πολεοσημάδια τής μιλούσαν παντού για οδύνη και για φόβο.

Οι κουρσάροι σκορπίστηκαν: κάποιοι τρέχοντας προς τα πλοία στις αποβάθρες, κάποιοι τρέχοντας πανικόβλητοι τυχαία μες στους δρόμους, κάποιοι πηδώντας στα δύο σταματημένα οχήματα που περίμεναν τα λάφυρα από το πολυκατάστημα. Ο Βόρκεραμ-Βορ πέταξε μια χειροβομβίδα μέσα στο ένα από τα οχήματα – έκρηξη και κραυγές, ουρλιαχτά – φλόγες, καπνός. Το άλλο όχημα άρχισε να φεύγει.

«Κυνήγησέ το!» γρύλισε ο Βόρκεραμ, και η Άνμα το καταδίωξε. Πίσω τους έγινε μια έκρηξη ακόμα δυνατότερη από την προηγούμενη, καθώς η ενεργειακή φιάλη του πρώτου πειρατικού οχήματος προφανώς ανατινάχτηκε από τις φωτιές.

«Τους έχω,» είπε η Φοριντέλα-Ράο, που έδειχνε να το διασκεδάζει απόψε. Κρατούσε πάλι το τουφέκι της και σημάδευε από το ανοιχτό παράθυρο το όχημα των κουρσάρων. Το όπλο δεν ήταν μόνο τουφέκι· ήταν και μικρό ρουκετοβόλο. Έπαιρνε μια ρουκέτα από πάνω. Η Φοριντέλα δεν την είχε ακόμα εξαπολύσει, αλλά έψαχνε ευκαιρία· το δάχτυλό της την έτρωγε να πατήσει τη δεύτερη σκανδάλη.

Τώρα η ευκαιρία τής είχε παρουσιαστεί. Πάτησε τη δεύτερη σκανδάλη, ικανοποιώντας το δάχτυλό της, και ανατινάζοντας την πίσω μεριά του πειρατικού οχήματος, που έμοιαζε ξαφνικά με μηχανικό τέρας που ο κώλος του έχει πιάσει φωτιά. Καθώς έτρεχε προς τις αποβάθρες, γλίστρησε από το πλάι μίας και κατέληξε μες στα νερά του λιμανιού.

Ο Βόρκεραμ γέλασε. «Είσαι καλύτερη απ’ό,τι νόμιζα εσύ!» είπε στη Φοριντέλα, ρίχνοντάς της μια ματιά πάνω απ’τον ώμο του. «Θα το σκεφτόσουν να δουλέψεις μαζί με τους Εκλεκτούς;»

«Έχουμε άλλη ρουκέτα;» ρώτησε η Φοριντέλα την Άνμα.

«Στην αριστερή μεριά, κάτω απ’το πίσω κάθισμα, είναι τρεις τυλιγμένες σε μαύρο πανί,» απάντησε η Θυγατέρα οδηγώντας επιδέξια, νιώθοντας λιγάκι να ζηλεύει που η Φοριντέλα είχε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει τα καινούργια τους όπλα αλλά εκείνη όχι. Λες να δεχτεί ο Βόρκεραμ να οδηγήσει αυτός αντί για εμένα, αν του το ζητήσω ευγενικά;

Μάλλον όχι...

*

Η Μαύρη Μάστιγα του Ποταμού ήταν αραγμένη στο κεντρικό λιμάνι της Απλωτής, και ο Φορδέκης ο Καραφλός στεκόταν στο κατάστρωμά της επιβλέποντας την καταστροφή και τη λεηλασία. Κρατούσε ένα ζευγάρι κιάλια τα οποία σήκωνε κάθε τόσο στα μάτια του, όταν ήθελε να δει κάτι καλύτερα ή να διακρίνει κάποια λεπτομέρεια.

Τώρα, χρησιμοποιώντας τα κιάλια, κοίταζε αυτό το τετράκυκλο όχημα που είχε προκαλέσει τρομερή ζημιά στους κουρσάρους – και, μάλιστα, δεν έμοιαζε ούτε να είναι θωρακισμένο! Αλλά πρέπει να ήταν. Αλλιώς, τόσες ριπές που είχε φάει θα το είχαν κάνει μια μάζα από τρύπια μέταλλα.

«Ποιοι καριόληδες είναι εκεί μέσα;» μούγκρισε ο Φορδέκης, οργισμένος. Και, κατεβάζοντας τα κιάλια του: «Πάμε να τους φάμε τους γαμημένους!» είπε σ’έναν από τους υπαρχηγούς του. «Πάμε! καβάλα στις βολίδες.»

Μαζί με κάμποσους πειρατές του ανέβηκαν στα μινιπλάνα τους και πήδησαν στις αποβάθρες από το κατάστρωμα της Μαύρης Μάστιγας.

«Κυκλώστε τους τους γαμημένους!» φώναξε ο Φορδέκης, και κατευθύνθηκαν προς το τετράκυκλο όχημα που ήταν θωρακισμένο χωρίς να φαίνεται.

Η Άνμα είδε τα πολεοσημάδια τους προτού δει τα μινιπλάνα να έρχονται καταπάνω της. «Έχουμε παρέα,» είπε. «Πλησιάζουν από γύρω!»

Και μετά, τα μινιπλάνα φάνηκαν, με τους οπλισμένους πειρατές στις σέλες τους, να πετάνε κανένα μέτρο πάνω από το έδαφος.

Ο Βόρκεραμ όπλισε το τουφέκι του, άρχισε να ρίχνει από το παράθυρο· αλλά δεν ήταν εύκολοι στόχοι έτσι κυκλικά όπως κινούνταν. Και συγχρόνως πυροβολούσαν κι αυτοί. Οι ριπές τους έπεφταν σαν καταιγίδα πάνω στο τετράκυκλο της Άνμα· ο Βόρκεραμ αναγκάστηκε να σκύψει και να καλυφτεί, χωρίς να ρίχνει· και η Φοριντέλα-Ράο, στο πίσω κάθισμα, έκανε το ίδιο μαζί με την Ολντράθα.

Ο Φορδέκης ο Καραφλός φώναξε: «Βγείτ’ έξω, κοτόπουλα! Μ’αρέσει τ’όχημα, το θέλω! Και μπορεί να ζήσετε!»

Ο Βόρκεραμ έπιασε μια χειροβομβίδα μέσα από την καπαρντίνα του. Τράβηξε την περόνη. «Πάρε φωτιά γι’αρχή, γαμιόλη!» απάντησε, και πέταξε τη χειροβομβίδα απ’το παράθυρο.

Μια έκρηξη και μια κραυγή ακολούθησαν, όμως ο Βόρκεραμ αμφέβαλλε ότι η δεύτερη ήταν του πειρατή που είχε φωνάξει. Και όντως ο Φορδέκης δεν είχε χτυπηθεί, αλλά ένας άλλος απ’τους πειρατές των μινιπλάνων είχε πέσει από τη σέλα. Ο Φορδέκης ούρλιαξε: «ΔΙΑΛΥΣΤ–!» Μα δεν πρόλαβε να τελειώσει τη διαταγή, καθώς το όχημα της Άνμα κινιόταν γρήγορα ανάμεσα στους ξαφνιασμένους από την έκρηξη της χειροβομβίδας πειρατές των μινιπλάνων.

Η Θυγατέρα της Πόλης διέκρινε μέσα από τα πολεοσημάδια το καλύτερο δυνατό μονοπάτι για να οδηγήσει – το πιο ασφαλές μονοπάτι. Και πήγαινε προς τα εκεί. Τα μάτια της έβλεπαν και δεν έβλεπαν τον δρόμο: δεν της χρειαζόταν: τα σημάδια της Πόλης ήταν το μόνο που χρειαζόταν να βλέπει τούτη τη στιγμή – κι αυτά ήταν παντού.

Οι κουρσάροι ξαφνιάστηκαν για δεύτερη φορά καθώς το όχημα περνούσε ανάμεσά τους με εξωφρενικές μανούβρες.

Ο Βόρκεραμ-Βορ και η Φοριντέλα-Ράο άρχισαν πάλι να πυροβολούν από τα παράθυρα, με τα τουφέκια τους· και ακόμα κι η Ολντράθα έριχνε μ’ένα πιστόλι, από το δικό της παράθυρο. Πολύ σπάνια η Ολντράθα χρησιμοποιούσε βία. Μόνο όταν κινδύνευε άμεσα η ζωή της, ή η ζωή των ανθρώπων που θεωρούσε φίλους και εκτιμούσε. Τώρα συνέβαιναν και τα δύο συγχρόνως. Οι πειρατές μπορεί να πονούσαν αλλά ήταν, αναμφίβολα, ο εχθρός. Ακόμα και για την Ολντράθα.

«ΦΑΤΕ ΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ, ΡΕ ΨΑΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ!» γκάριξε ο Φορδέκης ο Καραφλός, βλέποντας οργισμένος το τετράκυκλο να ξεφεύγει. «ΚΥΝΗΓΗΣΤΕ ΤΟΥΣ! ΚΥΝΗΓΗΣΤΕ ΤΟΥΣ!»

Και τα μινιπλάνα καταδίωξαν το όχημα, πετώντας ψηλότερα από πριν. Στα τέσσερα μέτρα πάνω από το οδόστρωμα.

«Σκοτώστε τους τους γαμημένους! ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΤΟΥΣ! ΓΑΜΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΓΑΜΗΜΕΝΟΥΣ ΤΡΟΧΟΥΣ ΤΟΥΣ!» ούρλιαξε ο Φορδέκης· και, πετώντας πάνω από το τετράκυκλο, έριξε μια χειροβομβίδα τραβώντας την περόνη με τα δόντια του.

Η Άνμα είχε ήδη δει τον κίνδυνο μέσα από τα σημάδια της Πόλης, και έστριψε ακαριαία – γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν ανόητο, αλλά ήταν συγχρόνως και ο ασφαλέστερος δρόμος.

«Τι καν–;» γρύλισε ο Βόρκεραμ. Η Φοριντέλα-Ράο ούρλιαξε, η Ολντράθα κραύγασε. Το τετράκυκλο κοπάνησε σ’ένα μινιπλάνο που είχε κατεβεί πιο χαμηλά για να χτυπήσει ο πειρατής καβαλάρης του τους επιβάτες μέσα από τα παράθυρα. Τώρα και το σκάφος και ο κουρσάρος βρέθηκαν ξαφνικά πάνω στη μπροστινή μεριά του οχήματος, έπεσαν στο εμπρόσθιο τζάμι του – με φόρα – και, έτσι όπως ήταν ήδη χιλιοχτυπημένο από σφαίρες και καταραγισμένο, θρυμματίστηκε–

«Γαμώ την πουτάνα μου!» γρύλισε ο Βόρκεραμ-Βορ, γυρίζοντας στο πλάι το πρόσωπό του, προστατεύοντάς το με τον πήχη του· ενώ η Άνμα σύριζε: «Τα παπάρια του Σκοτοδαίμονος!» και παρομοίως προστάτευε τον εαυτό της.

Πίσω τους, την ίδια στιγμή, η χειροβομβίδα του Φορδέκη έσκαγε. Άκουσαν την έκρηξη, μα μέσα στον χαλασμό δεν ήξεραν τι ακριβώς ήταν – ούτε και τους ενδιέφερε.

Το μινιπλάνο δεν πέρασε μέσα από το σπασμένο μπροστινό τζάμι· δεν χωρούσε να περάσει – σκάλωσε εκεί. Αλλά ο κουρσάρος καβαλάρης του χωρούσε να περάσει, και βρέθηκε πάνω στην Άνμα και τον Βόρκεραμ-Βορ. Το μποτοφορεμένο πόδι του χτύπησε, άθελά του, τη Θυγατέρα στο σαγόνι. Ο αρχηγός των Εκλεκτών τράβηξε το ξιφίδιο από τη μπότα του και έσκισε αμέσως τον λαιμό του πειρατή, σκοτώνοντάς τον.

Άνοιξε την πόρτα του και τον πέταξε έξω από το όχημα, που είχε πάψει να κινείται, έχοντας κοπανήσει σε τοίχο αφού πήρε παραμάζωμα το μινιπλάνο.

Ο Φορδέκης και οι άλλοι πειρατές των μινιπλάνων σταμάτησαν πίσω του, και ο αρχιπειρατής γέλασε. «Τώρα την έχουν γαμήσει!» Φώναξε στους εχθρούς του: «Τώρα δεν έχετε πουθενά να πάτε! Βγείτε απ’το όχημα – δεν θέλω να το διαλύσω – μ’αρέσει το γαμημένο!»

Και εκείνος και οι κουρσάροι του ύψωσαν τα όπλα τους, σημαδεύοντας το σταματημένο τροχοφόρο.

«Πάρε κι άλλο δώρο, κωλομαλάκα!» φώναξε η Φοριντέλα-Ράο από μέσα, και πάτησε τη δεύτερη σκανδάλη του τουφεκιού-ρουκετοβόλου. Η καινούργια ρουκέτα που είχε προσαρμόσει επάνω του εκτοξεύτηκε, σπάζοντας το πισινό τζάμι του οχήματος της Άνμα (ήταν αλεξίσφαιρο αλλά χτυπημένο πολλές φορές, και δεν μπορούσε ν’αντέξει την ορμή μιας ρουκέτας ούτως ή άλλως) και πηγαίνοντας καταπάνω στους πειρατές. Χτύπησε ένα μινιπλάνο διαλύοντάς το, τινάζοντας φωτιές και κομμάτια.

Και τότε, προτού ο Φορδέκης κι οι άλλοι αρχίσουν να ρίχνουν για να καταστρέψουν το όχημα και τους επιβάτες του, τροχοφόρα ήρθαν από γύρω, πυροβολώντας τους. Κάποιοι από τους Εκλεκτούς και τους μισθοφόρους του Λόρεντακ Μαυροδάκτυλου, μαζί με τον Αλεξίσφαιρο Άβαντα που κρατούσε κοντό γρήγορο τουφέκι στο ένα χέρι βάλλοντας συνεχόμενα, κραυγάζοντας άναρθρα για να προκαλέσει τρόμο.

Οι πειρατές των μινιπλάνων σκορπίστηκαν, τράπηκαν σε φυγή. Μερικοί έπεσαν από τις σέλες· μινιπλάνα πήραν τούμπες στο οδόστρωμα.

Ο Φορδέκης ο Καραφλός κατόρθωσε να απομακρυνθεί, αν και τραυματισμένος στον ώμο. Θα τα ξαναπούμε, γαμιόληδες! σκεφτόταν οργισμένος. Σύντομα. Θα τα ξαναπούμε...

Ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας σταμάτησε το τρίκυκλό του αντίκρυ στο τετράκυκλο της Άνμα που ήταν χιλιοχτυπημένο από σφαίρες, με τα τζάμια του διαλυμένα και το περίβλημά του κατατσακισμένο. «Είστε ζωντανοί εκεί μέσα;» φώναξε.

Ο Βόρκεραμ-Βορ βγήκε. «Χρειάζεται κάτι περισσότερο απ’αυτούς τους άθλιους λεχρίτες για να μας σκοτώσει, παρότι δεν έχουμε αλεξίσφαιρο πετσί.»

Οι Εκλεκτοί του ζητωκραύγασαν, γελώντας, υψώνοντας τα όπλα τους. Είχαν ανησυχήσει ότι ο αρχηγός τους μπορεί να είχε πεθάνει ή τραυματιστεί άσχημα.

«Κρίμα που δεν έχετε αλεξίσφαιρο πετσί, Βόρκεραμ,» αποκρίθηκε ο Άβαντας, μειδιώντας, καθώς άλλαζε γεμιστήρα στο κοντό τουφέκι του. «Το έχετε ανάγκη έτσι όπως οδηγείτε.»

«Έχεις πρόβλημα με την οδήγησή μου;» είπε η Άνμα, βγαίνοντας κι εκείνη από το όχημα. Και η Ολντράθα και η Φοριντέλα-Ράο βγήκαν επίσης.

«Εσύ δεν έχεις;» Ο Άβαντας έδειξε το χιλιοχτυπημένο όχημά της. Κάποιοι γέλασαν, καλαμπουρίζοντας.

«Αν δεν ήταν η οδήγηση της Άνμα δεν θα ήμασταν τώρα ζωντανοί,» τους είπε ο Βόρκεραμ-Βορ. Και προς τον Άβαντα: «Είμαστε πλέον κοντά στα σκάφη, Αλεξίσφαιρε. Είσαι έτοιμος για την κορύφωση αυτού του πανηγυριού;»

«Περιμένω μόνο το ξεκίνα από το στόμα σου, αρχηγέ.» Και η Άνμα και η Ολντράθα διέκριναν στα πολεοσημάδια ότι αυτό το αρχηγέ δεν ήταν ούτε ειρωνικό ούτε αστείο. Ακόμα και οι μισθοφόροι που δεν βρίσκονταν στην ομάδα των Εκλεκτών έβλεπαν πλέον τον Βόρκεραμ ως αρχηγό τους. Η επιρροή του είχε γίνει τεράστια εδώ.

Το καταλαβαίνει, άραγε; αναρωτήθηκε η Άνμα, ενώ η Ολντράθα ήταν βέβαιη πως δεν το καταλάβαινε. Όχι συνειδητά, τουλάχιστον. Τον ήξερε καλά. Κοιμόταν μαζί του, άλλωστε.

*

Ο Αλέξανδρος Πανιστόριος περιφερόταν κοντά στα λιμάνια που δέχονταν επίθεση από τους κουρσάρους, οδηγώντας το κρυστάλλινο τρίκυκλο όχημά του. Από μέσα του καταριόταν Κρόνο και Σκοτοδαίμονα. Η κατάσταση ήταν χειρότερη από κάθε άλλη φορά, νόμιζε. Οι πειρατές είχαν αργήσει λίγο να κάνουν επιδρομή αλλά αυτό δεν σήμαινε, προφανώς, ότι σκόπευαν να σταματήσουν τις επιθέσεις τους. Ο Σημαδεμένος βιάστηκε να μιλήσει, ο ανόητος! Δεν έπρεπε να είχε πει τίποτα. Τώρα, αυτός ο ελεεινός ο Όρπεκαλ-Λάντι θα μπορεί να λέει ακόμα περισσότερα από πριν!

Επί του παρόντος, όμως, ο Αλέξανδρος ήξερε ότι δεν είχε νόημα να σκέφτεται τους καταραμένους πολιτικούς. Εκείνο που όφειλε να κάνει ήταν να προσπαθεί να βρει έναν τρόπο για να δώσει τέλος στην επιδρομή των κουρσάρων. Αλλά αυτό δεν του φαινόταν εφικτό, καθώς οδηγούσε από δρόμο σε δρόμο και λάμβανε, μέσω του τηλεπικοινωνιακού πομπού του, αναφορές από τους πράκτορές του που βρίσκονταν σε διάφορα σημεία των λιμανιών.

Τα πάντα βυθίζονταν στο Στόμα του Σκοτοδαίμονος. Οι φρουροί και οι μισθοφόροι ή υποχωρούσαν ή τσακίζονταν. Καταστήματα, σπίτια, αποθήκες – ακόμα κι ένας ναός του Κρόνου! – λεηλατούνταν. Οι κουρσάροι δεν θα έφευγαν ώσπου να μη μπορούν να κουβαλήσουν τίποτ’ άλλο μαζί τους!

Μετά, όμως, ο Αλέξανδρος έλαβε μια άλλη αναφορά. Μια διαφορετική αναφορά. Και κατευθύνθηκε ολοταχώς προς το κεντρικό λιμάνι της Απλωτής. Το λιγνό τρίκυκλο όχημά του, που ήταν ολόκληρο από φιμέ κρύσταλλα, περνούσε σαν τον άνεμο μέσα από τους δρόμους. Και, φτάνοντας στον προορισμό του, ο Αρχικατάσκοπος της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας είδε πως η αναφορά της πράκτορος που βρισκόταν εδώ δεν ήταν ούτε λανθασμένη ούτε υπερβολική.

Κάποιοι μισθοφόροι, όντως, νικούσαν τους πειρατές. Αλλά ο Αλέξανδρος δεν νόμιζε ότι τους είχε ξαναδεί. Δεν νόμιζε ότι ήταν άνθρωποι που βρίσκονταν στις υπηρεσίες του Πολιτάρχη. Ποιοι μπορεί να...;

Μετά, θυμήθηκε ότι οι κατάσκοποί του του είχαν πρόσφατα πει πως ο Όρπεκαλ-Λάντι συναντήθηκε δύο φορές με τον Βόρκεραμ-Βορ στο πανδοχείο Βαθύρριζος· και κάποιοι είχαν σαμποτάρει, ύπουλα, με μαγεία πιθανώς, τους πράκτορες και τις δύο φορές. Δεν τους είχαν αφήσει ν’ακούσουν τι συζητούσαν ο πολιτικός και ο μισθοφόρος.

Και τώρα ο Αλέξανδρος είχε μια πολύ έντονη υποψία για το ποιοι ήταν ετούτοι οι πολεμιστές που αντιμετώπιζαν τόσο αποτελεσματικά τους κουρσάρους...

Ο Σημαδεμένος θα τσαντιστεί, σκέφτηκε. Θα τσαντιστεί πολύ.

*

Οι κουρσάροι είχαν αφήσει πίσω τους ακριβώς ό,τι χρειαζόταν στον Βόρκεραμ-Βορ: κάποια μινιπλάνα που δεν είχαν τόσες ζημιές ώστε να μη μπορούν να υψωθούν πάλι και να κινηθούν.

Ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας είχε ήδη ανεβεί σε ένα και το δοκίμαζε. Δεν έμοιαζε να έχει κανένα πρόβλημα.

Ο Βόρκεραμ μιλούσε στον τηλεπικοινωνιακό πομπό του, ενημερώνοντας αυτούς μέσα στο μεταβαλλόμενο φορτηγό ότι πλησίαζαν στο τέλος της επίθεσής τους. «Τι αντίσταση βλέπετε να υπάρχει ακόμα;»

«Πολύ λίγη, αρχηγέ,» αποκρίθηκε ο Μάικλ. «Τρέπονται σε φυγή. Κατάλαβαν ότι δεν τους συμφέρει το εδώ μέρος για λεηλασία.»

«Ωραία λοιπόν· ας κινηθούμε προτού την κοπανήσουν τελείως.»

Ο Βόρκεραμ-Βορ οργάνωσε τους ανθρώπους του γρήγορα αλλά αποτελεσματικά. Πήραν όσα μινιπλάνα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και οι άλλοι ανέβηκαν σε ταχυκίνητα δίκυκλα. Εκλεκτοί και άνθρωποι του Λόρεντακ Μαυροδάκτυλου. Και ο Αλεξίσφαιρος Άβαντας. Οι μηχανές τους βούιζαν, έτοιμες να μπουν σε κίνηση. Είχαν όλοι μαζί τους εκρηκτικά, κρυμμένα μέσα σε ατσάλινα κουτιά, για να μη μπορούν να χτυπηθούν από τυχαίες σφαίρες ή φλόγες και να ανατιναχτούν.

Οι υπόλοιποι μισθοφόροι είχαν άλλη δουλειά. Ο Βόρκεραμ τούς έδωσε, με τον πομπό του, το σήμα να ξεκινήσουν.

Και ξεκίνησαν. Επιτέθηκαν μαζικά στις αποβάθρες, χτυπώντας τους κουρσάρους από μία μεριά και μόνο, ωθώντας τους προς τα εκεί όπου ο Βόρκεραμ ήθελε να τους ωθήσουν.

Εκείνος στεκόταν ανάμεσα στους αναβάτες των δίκυκλων και των κλεμμένων μινιπλάνων – μια ντουζίνα στο σύνολό τους. «Τώρα,» είπε. «Τώρα!»

Μινιπλάνα και δίκυκλα έφυγαν στη στιγμή, τινάζοντας σκόνη πίσω τους. Έτρεξαν προς τα πειρατικά καράβια που ήταν αραγμένα στις αποβάθρες και που, λόγω της θέσης της μάχης στο λιμάνι, φρουρούνταν λιγότερο από τα υπόλοιπα. Τα δίκυκλα ανέβηκαν αιφνίδια στα καταστρώματα, από ράμπες, ή πήδησαν στα καταστρώματα χρησιμοποιώντας κεκλιμένα επίπεδα που είχαν τρέξει να βάλουν στον δρόμο τους κάποιοι μισθοφόροι του Λόρεντακ Μαυροδάκτυλου. Σαν κασκαντέρ κινηματογράφου τινάζονταν. Ενώ τα μινιπλάνα, φυσικά, δεν είχαν ανάγκη από τέτοια βοήθεια· πετώντας λίγο πιο πάνω από το έδαφος, έφταναν εύκολα στα καταστρώματα των πλοίων.

Οι αναβάτες δίκυκλων και μινιπλάνων πυροβολούσαν όσους πειρατές έβλεπαν, πυροβολούσαν συνεχόμενα, πυροβολούσαν ημικυκλικά, από δω κι από κει, χαοτικά, έχοντας σκοπό όχι να πετύχουν συγκεκριμένους στόχους αλλά να προκαλέσουν όσο το δυνατόν περισσότερο πανικό, να βγάλουν από μπροστά τους τους φύλακες των καραβιών ώστε να ολοκληρώσουν τη δουλειά τους με επιτυχία.

Δεν τα κατάφεραν όλοι. Κάποιοι χτυπήθηκαν κι έπεσαν από τις σέλες προτού κάνουν αυτό για το οποίο είχαν έρθει. Αλλά οι υπόλοιποι άνοιξαν απότομα τα ατσάλινα κουτιά που κρέμονταν δεξιά κι αριστερά των οχημάτων τους και άφησαν τα εκρηκτικά να απλωθούν πάνω στα καταστρώματα ενώ συνέχιζαν να τρέχουν ολοταχώς.

Ο Βόρκεραμ-Βορ τούς παρακολουθούσε από απόσταση, γονατισμένος στο ένα γόνατο, επάνω σ’ένα δώμα, με την Ολντράθα, την Άνμα, και τη Φοριντέλα-Ράο κοντά του. Το καταλάβαινε πως η στιγμή πλησίαζε. Δεν ήταν τυφλός. Έβλεπε τα δίκυκλα να πηδάνε τώρα πέρα από τα καταστρώματα, και τα μινιπλάνα να απομακρύνονται από εκεί, ενώ σφαίρες τα καταδίωκαν. Ακόμα και μια μικρή ρουκέτα εκτόξευσαν πίσω τους οι πειρατές (η οποία αστόχησε και χτύπησε το μπαλκόνι ενός οικοδομήματος κοντά στο λιμάνι, ρίχνοντας μια κρεμασμένη πινακίδα).

«Τι νομίζετε, κυρίες;» ρώτησε ο Βόρκεραμ, έτοιμος ούτως ή άλλως να πατήσει το κουμπί στον πομπό του ο οποίος ήταν ρυθμισμένος τώρα στη συχνότητα του δέκτη των εκρηκτικών.

«Κάν’ το,» είπε η Άνμα.

Ο αρχηγός των Εκλεκτών πίεσε το κουμπί–

Λαμπερά αστέρια και φλογερά μανιτάρια, ξαφνικά, επάνω στα μεγάλα πλοία των κουρσάρων!

*

Ο Αλέξανδρος Πανιστόριος σταμάτησε τους τροχούς του οχήματός του. Τι στα μάτια του Κρόνου...;

Ο κόσμος ολόκληρος τρανταζόταν από τις εκρήξεις, και οι λάμψεις και οι φωτιές είχαν φωτίσει τη νύχτα σαν νεογέννητος ήλιος να είχε βγει από τον Ριγοπόταμο.

Ο Αλέξανδρος πλησίασε περισσότερο απ’ό,τι το θεωρούσε ασφαλές. Πλησίασε με μεγάλη προσοχή. Και από το πέρας ενός δρόμου είδε τα καράβια των κουρσάρων να φλέγονται.

*

Τα δίκυκλα και τα μινιπλάνα συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Βόρκεραμ, που τώρα είχε κατεβεί από το δώμα μαζί με τις φίλες του.

Ο Άβαντας είπε, πηδώντας από τη σέλα του κλεμμένου μινιπλάνου: «Ευκολότερο απ’ό,τι νόμιζα.»

«Αυτοί που έπεσαν;» ρώτησε ο Βόρκεραμ. Τέσσερις από τους μαχητές του είχαν πέσει στην προσπάθειά τους να πυρπολήσουν τα καράβια.

«Οι δύο είναι ζωντανοί, αρχηγέ,» αποκρίθηκε ένας Εκλεκτός. «Τους πήρε ένα απ’τα οχήματα του Μαυροδάκτυλου. Οι άλλοι δύο... δεν ξέρουμε τι απέγιναν.»

Ο Βόρκεραμ καταράστηκε. Ήλπιζε να κορυφώσει το σχέδιό του χωρίς να έχει απώλειες ανάμεσα στους ακροβάτες με τα εκρηκτικά. Αλλά το ήξερε ότι πάντα τέτοιες ελπίδες ήταν μάταιες σ’αυτές τις καταστάσεις. Στον πόλεμο ποτέ τίποτα δεν πηγαίνει ακριβώς όπως το σχεδιάζεις, όσο καλό κι αν είναι το σχέδιό σου.

«Εντάξει,» είπε. «Η δουλειά μας εδώ τελείωσε.» Και κάλεσε τους υπόλοιπους με τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του, προστάζοντάς τους να μην εμπλακούν περισσότερο με τους κουρσάρους, να τους αφήσουν να φύγουν. Διότι πίστευε ότι τώρα, μετά από την πυρπόληση των πλοίων τους, οι πειρατές θα υποχωρούσαν.

Και όντως αυτό έκαναν. Τα καράβια που δεν είχαν χτυπηθεί απέπλεαν βιαστικά από τις αποβάθρες. Και όσο γι’αυτά που είχαν πυρποληθεί: ή οι πειρατές πηδούσαν από τα καταστρώματά τους για να σωθούν, ή προσπαθούσαν να σβήσουν τις φλόγες και να απομακρύνουν τα σκάφη τους από το λιμάνι. Συγχρόνως, δεκάδες βάρκες και πλοιάρια τρέπονταν σε φυγή επάνω στα σκοτεινά νερά του Ριγοπόταμου όπου μυριάδες φωτιές αντανακλούσαν. Ουρλιαχτά και κραυγές και ο ήχος μηχανών ακούγονταν. Και ακόμα καμια έκρηξη γινόταν, κάθε τόσο.

*

Οι πειρατές έφευγαν από το κεντρικό λιμάνι της Απλωτής, φαίνονταν ήδη μακριά πάνω στον ποταμό.

Οι μισθοφόροι συγκεντρώθηκαν γύρω από τον αρχηγό τους. Το μεταβαλλόμενο όχημα είχε ξανά τη μορφή μεγάλου εξάτροχου φορτηγού. Από το εσωτερικό του, από τη θέση του οδηγού, ο Μάικλ φώναξε στον Βόρκεραμ: «Μπορούσαμε να τους είχαμε κυνηγήσει λίγο ακόμα, σε μορφή ελικοπτέρου, αρχηγέ – δεν ξέρουν τι τους γίνεται πλέον!»

Ορισμένοι μισθοφόροι ύψωσαν τα όπλα τους, φωνάζοντας, για να δείξουν ότι συμφωνούσαν. Κάποιοι γελούσαν.

«Δεν υπάρχει λόγος,» αποκρίθηκε ο Βόρκεραμ-Βορ. «Η δουλειά μας εδώ – να προστατέψουμε το κεντρικό λιμάνι της Απλωτής – τελείωσε. Με νίκη!» φώναξε σηκώνοντας απότομα το τουφέκι του στον αέρα.

Και κραυγές αμέσως ακολούθησαν τη φωνή του.

Ο Βόρκεραμ το έκανε εν μέρει για να εμψυχώσει τους μαχητές του εν μέρει για παράσταση: γιατί ήξερε πως, αναμφίβολα, τους παρακολουθούσαν τσιράκια του Πολιτάρχη, τσιράκια διάφορων άλλων πολιτικών, και δημοσιογράφοι καλόβουλοι και κακόβουλοι.

Ο Βόρκεραμ-Βορ ήθελε να αναγκάσει τον Γουίλιαμ Σημαδεμένο να αλλάξει τους όρους του συμβολαίου του – το είχε πια πάρει προσωπικά. Και μετά από ό,τι είχε γίνει απόψε οι πιέσεις επάνω στον Πολιτάρχη θα ήταν διπλασιασμένες– Όχι! Πενταπλασιασμένες, μάλλον!

Ωστόσο, ο Βόρκεραμ δεν ήταν κανένας ενθουσιώδης πρωτόπειρος αρχηγός μισθοφόρων που δεν μπορούσε να συγκρατηθεί απ’το να γλεντήσει την πρώτη του νίκη. Κατεβάζοντας το τουφέκι του από τον αέρα και παίρνοντας σοβαρή όψη, ζήτησε να μάθει τι απώλειες είχαν, και τι ζημιές. Ένα από τα βασικά πράγματα που πάντα έλεγε στους ανθρώπους του ήταν να είναι γενναίοι αλλά και, ταυτόχρονα, προσεχτικοί. Οι νεκροί δεν πληρώνονται, και ούτε αναπληρώνονται. Προτιμώ να έχω στο πλευρό μου παλαίμαχους, έμπειρους μαχητές που ξέρουν τι κάνουν, παρά γενναίους νεκρούς! τους έλεγε. Βάλτε το καλά στο μυαλό σας! Και τα ίδια τούς είχε πει κι απόψε, προτού ορμήσουν να υπερασπιστούν το κεντρικό λιμάνι της Απλωτής.

Ένα τρίκυκλο όχημα ζύγωσε ξαφνικά τους συγκεντρωμένους μισθοφόρους. Ήταν λιγνό και καμωμένο ολόκληρο από φιμέ κρύσταλλο. Δεν έβλεπες τίποτα μέσα. Ούτε καν αν ήταν ένας ή περισσότεροι άνθρωποι στο εσωτερικό του.

Ορισμένοι μαχητές ύψωσαν τα όπλα τους, σημαδεύοντάς το.

Το τρίκυκλο πέρασε ανάμεσά τους, με μειωμένη ταχύτητα.

«Ε!» του φώναξε μια πολεμίστρια της Ρία Καλόφραστης – η Ροντάκη. «Σταμάτα, όποιος κι αν είσαι!»

Οι αργοκινούμενοι τροχοί του τρίκυκλου δεν άργησαν να πάψουν την περιστροφή της. Μια πόρτα του άνοιξε, κι ένας άντρας βγήκε, ντυμένος με γκρίζο κοστούμι και μαύρο μανδύα. Λευκόδερμος, μελαχρινός, με κοντοκουρεμένα μαλλιά. Κοίταζε προς τη μεριά του Βόρκεραμ-Βορ, και η όψη του ήταν ουδέτερη σαν ζωγραφισμένη σε πίνακα.

Η Άνμα και η Ολντράθα διάβαζαν στα σημάδια της Πόλης ότι αυτός ο άνθρωπος κάτι έκρυβε. Δεν ήταν εκείνο που φαινόταν. Ωστόσο, οι προθέσεις του δεν έμοιαζαν εχθρικές. Δεν ήταν εχθρός. Δεν μπορεί να ήταν σταλμένος από την Κορίνα, σωστά;

Ο Βόρκεραμ ρώτησε: «Ποιος είσαι εσύ;» αν και είχε μια υποψία.

Ο άντρας έβγαλε από το σακάκι του μια ταυτότητα, υψώνοντάς την προς τον αρχηγό των Εκλεκτών. «Δουλεύω για τον Πολιτάρχη. Πλησίασε να δεις.» Δεν είχε πάει κοντά στον Βόρκεραμ, φοβούμενος προφανώς ότι οι μισθοφόροι (που ήδη τον σημάδευαν με πυροβόλα) δεν θα τον άφηναν.

«Πλησίασε εσύ,» του είπε ο Βόρκεραμ-Βορ, και ο άντρας ζύγωσε αργά, χωρίς φόβο ή απότομες κινήσεις. Ακόμα κρατούσε την ταυτότητά του προτεταμένη.

Ο Βόρκεραμ τής έριξε μια ματιά. «Τι θέλει ο Πολιτάρχης;»

«Τίποτα – ακόμα – Βόρκεραμ-Βορ,» αποκρίθηκε ο άντρας που η ταυτότητά του έγραφε ότι ονομαζόταν Αλέξανδρος Πανιστόριος και είχε Ύψιστη Άδεια Ελεύθερης Έρευνας από τις Αρχές της Β’ Κατωρίγιας Συνοικίας. Ο Βόρκεραμ υπέθετε ότι ο άνθρωπος πρέπει να ήταν υψηλόβαθμος κατάσκοπος, όπως είχε υποψιαστεί εξαρχής.

«Με ξέρεις...» είπε.

Ο Αλέξανδρος έκρυψε την ταυτότητά του μέσα στο σακάκι του. «Έχουμε μάθει το όνομά σου εδώ και καιρό. Εκείνο που δεν γνωρίζω είναι τι κάνεις εδώ. Δεν βρίσκεσαι στις υπηρεσίες του Πολιτάρχη, σωστά;»

«Αν βρισκόμουν, υποθέτω πως θα το ήξερες.»

Η όψη του Αλέξανδρου παρέμεινε ουδέτερη όπως συνήθως, αν και δεν του άρεσε ο τόνος του γαλανόδερμου μισθοφόρου με τις φαβορίτες που θύμιζαν κυρτές λεπίδες – η μόδα «γαμψώνυχα» ανάμεσα στους ευγενείς της Ρελκάμνια. Ο Αλέξανδρος απ’αυτές ήταν που είχε αναγνωρίσει αμέσως τον Βόρκεραμ-Βορ ανάμεσα στους υπόλοιπους μαχητές – εκτός από το ότι όλοι φαινόταν να είναι συγκεντρωμένοι γύρω του, με εκείνον για κέντρο.

«Ποιος σε πληρώνει, λοιπόν;» ρώτησε ο Αλέξανδρος. «Μη μου πεις ότι είσαι εδώ αφιλοκερδώς.»

«Έχει περισσότερη σημασία ποιος με πληρώνει, ή το γεγονός ότι μόλις σώσαμε ένα λιμάνι πο