ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΑΖΕΡΗΣ

 

 

 

Η Σαγήνη του Κρυστάλλου

 

 

Μια ιστορία από το Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

 

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commons – http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/

 

• Επιτρέπεται να το διανέμετε ελεύθερα, στην παρούσα του μορφή και μόνο.
• Δεν επιτρέπεται να το τροποποιήσετε ή να το αλλοιώσετε με οιονδήποτε τρόπο.
• Δεν επιτρέπεται να το χρησιμοποιήσετε για διαφημιστικούς ή εμπορικούς λόγους.

 


 

Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνικό. Όλα τα ονόματα, τα πρόσωπα, και οι καταστάσεις είναι φανταστικά ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό, λογοτεχνικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά ονόματα, πρόσωπα, ή καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.

 

 

 

Περισσότερες ιστορίες από το Θρυµµατισµένο Σύµπαν, δωρεάν στο
www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris/thrymmatismeno_sympan

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

1: Η Κρυσταλλική Δομή των Όντων

Πρώτη φορά που είδε την κρυσταλλική δομή των όντων γύρω του ήταν νεαρός και είχε μόλις βιάσει μια γυναίκα τρία χρόνια μεγαλύτερή του.

Η εμπειρία τον ξάφνιασε. Προς στιγμή δεν ήξερε αν ονειρευόταν ή όχι. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι ακριβώς συνέβαινε. Ήταν, όμως, κάτι το υπέροχο. Ήταν κάτι που άρπαξε, έκλεψε, την ψυχή του αμέσως. Ακόμα κι όταν η γυναίκα που είχε μόλις βιάσει τον χτύπησε στ’αρχίδια κι άρχισε να τον ξυλοκοπά, εκείνος εξακολουθούσε να είναι συνεπαρμένος από το μαγευτικό όραμα: από την κρυσταλλική δομή των όντων, όπως πολύ σύντομα θα την αποκαλούσε. Δεν αντιστάθηκε καν στην εξαγριωμένη γυναίκα που τον έδερνε και τον έβριζε και, τελικά, τον άφησε μελανιασμένο και ματωμένο σ’εκείνο το σκιερό σοκάκι πίσω από το μπαρ.

Ο Καρνάδης έμεινε ξαπλωμένος στο βρόμικο πλακόστρωτο, ατενίζοντας μια γάτα που επίσης τον ατένιζε. Αλλά δεν έβλεπε τη γάτα όπως θα την έβλεπε συνήθως: έβλεπε την κρυσταλλική της δομή – και ήταν γοητευτική. Ο Καρνάδης γνώριζε, ξαφνικά, πράγματα για τη γάτα που αλλιώς θα ήταν αδύνατον να γνωρίζει· τα έβλεπε γραμμένα μέσα στην κρυσταλλική της δομή, όπως θα έβλεπε κανείς τα εντόσθια ή την καρδιά ή τους πνεύμονες ενός ανοιγμένου πτώματος, ή ενός διαφανούς ζωντανού σώματος – ενός σώματος από γυαλί. Ο Καρνάδης ήξερε ότι η γάτα είχε πριν από λίγο φάει μισό ποντίκι· ήξερε ότι τον κοίταζε με κάποιο φόβο· ήξερε ότι είχε δεχτεί μια γρατσουνιά πρόσφατα από μια άλλη γάτα…

Αλλά η κρυσταλλική όραση δεν κράτησε για πάντα. Σταδιακά υποχώρησε, και ο Καρνάδης άρχισε πάλι να βλέπει τα όντα της Σεργήλης κανονικά, όπως ένας συνηθισμένος άνθρωπος.

Κι αυτό τον ενοχλούσε. Κυρίως επειδή δεν ήξερε τι να κάνει για να ξαναδεί την κρυσταλλική δομή.

Οι μέρες του περνούσαν γκρίζες και βαρετές μέσα στη Θακέρκοβ, ενώ αναρωτιόταν τι ήταν αυτό που του είχε συμβεί εκείνη τη νύχτα. Έφταιγε μήπως κάτι που είχε πιει προτού ορμήσει στη γυναίκα που δεν ήξερε καν το όνομά της; Δοκίμασε, αρκετές φορές, αρκετές νύχτες και απογεύματα, να πιει ακριβώς τα ίδια ποτά, αλλά τίποτα δεν συνέβη. Απλώς μεθούσε λιγάκι.

Αναρωτήθηκε, μετά, μήπως έφταιγε κάτι που είχε κάνει εκείνη η γυναίκα, και προσπάθησε να την ξαναβρεί. Δεν τα κατάφερε, όμως. Δεν ερχόταν πια σ’εκείνο το μπαρ του Λημεριού.

Ο Καρνάδης αναρωτήθηκε, τελικά, μήπως ήταν η ίδια η πράξη του βιασμού που είχε κάνει την κρυσταλλική δομή να παρουσιαστεί εμπρός του. Το αμφέβαλλε, βέβαια – του φαινόταν περίεργο να ίσχυε κάτι τέτοιο – μπορούσε, όμως, να το αποκλείσει;

Περίπου έναν χρόνο ύστερα από εκείνο το περιστατικό με τη γυναίκα που ήταν μεγαλύτερή του, ο Καρνάδης άρχισε να επισκέπτεται ένα άλλο μπαρ, στη Γωνιά αυτή τη φορά, προσπαθώντας να βρει την ευκαιρία για να στριμώξει κάποια. Και η ευκαιρία δεν άργησε να του δοθεί. Έχοντας μεθύσει μια κοπέλα, που ήταν της ηλικίας του, την πήρε από το μπαρ και την πήγε σ’έναν μικρό κήπο πίσω από μια παλιά πολυκατοικία. Ο έρωτας μεταξύ τους είχε ήδη φουντώσει, και η κοπέλα δεν ήταν διστακτική. Τον ήθελε μέσα της· ήταν καταφανές. Ο Καρνάδης δεν μπορούσε να την εξαναγκάσει γιατί δεν προέβαλλε καμία αντίσταση.

Αλλά εκείνος ζητούσε αντίσταση. Κάτι μέσα του του έλεγε ότι αυτό ήταν το κλειδί που θα ξεκλείδωνε την πόρτα του κρυσταλλικού κόσμου.

Έτσι, άρχισε να τη χτυπά καθώς την έσπρωξε απότομα στο έδαφος του κήπου, επάνω στα χόρτα και στο μαύρο χώμα. Η κοπέλα τρόμαξε, και αντιστάθηκε. Επιτέλους, αντιστάθηκε! Ο Καρνάδης, χαστουκίζοντάς την άγρια, την κράτησε κάτω, στη γη, ανάσκελα· σήκωσε τη φούστα της, έσκισε τη λεπτή περισκελίδα, και την καβάλησε, ενώ εκείνη έκλαιγε και, προσπαθώντας να τον απωθήσει, του ζητούσε να σταματήσει. Ο Καρνάδης δεν σταμάτησε· και, καθώς έφτανε στην κορύφωσή του, η κρυσταλλική δομή παρουσιάστηκε ξανά. Είδε την κοπέλα από κάτω του όπως δεν θα μπορούσε ποτέ πριν να τη δει. Γνώριζε παράξενα πράγματα για εκείνη: πράγματα που, κανονικά, δεν θα έπρεπε να γνωρίζει. Μπορούσε να διαβάσει τον τρόμο και τον πόνο της· μπορούσε να διακρίνει τα ποτά του μπαρ μέσα της, καθώς και το φαγητό που είχε φάει πιο πριν· καταλάβαινε ότι ακόμα αισθανόταν άσχημα για κάτι καυστικά σχόλια της αδελφής της…

Ο Καρνάδης αποτραβήχτηκε από πάνω της, κι εκείνη κουλουριάστηκε, κλαίγοντας και τρέμοντας. Δεν ήταν τόσο δυνατή όσο η άλλη γυναίκα που είχε βιάσει, η οποία αμέσως του είχε χιμήσει. Ο Καρνάδης κοίταξε γύρω του, αλλά δεν είδε την κρυσταλλική δομή γιατί δεν υπήρχαν τώρα εκεί ούτε ζώα ούτε άνθρωποι.

Χωρίς δισταγμό έφυγε από εκείνο το μέρος κι άρχισε να περιπλανιέται στους νυχτερινούς δρόμους της Θακέρκοβ, αντικρίζοντας πράγματα που ποτέ δεν θα φανταζόταν. Διακρίνοντας πράγματα μέσα από τα πράγματα.

Είδε έναν σκύλο να διασχίζει ένα σοκάκι και, από την κρυσταλλική του δομή, κατάλαβε ότι ήταν πεινασμένος και κρύωνε. Είδε ένα πουλί γαντζωμένο σ’ένα περβάζι και ήξερε ότι, πριν από λίγο, είχε φάει σπόρους και κάτι (τι;) το είχε τρομάξει. Είδε έναν άντρα πάνω σ’ένα δίκυκλο, και κατάλαβε ότι ήταν πιεσμένος και αγχωμένος, και ότι είχε κρυολογήσει. Είδε μια γυναίκα καθισμένη σ’ένα παγκάκι σε μια σκιερή γωνία, να καπνίζει, και ήξερε ότι ήταν μεθυσμένη και στεναχωρημένη για κάποιο λόγο, ενώ μπορούσε επίσης να διακρίνει και τον καπνό που είχε συγκεντρωθεί μέσα της από το τσιγάρο. Είδε ένα ζευγάρι να διασχίζει την Οδό Καιροσκόπου, χέρι-χέρι, και καταλάβαινε ότι, πριν από κανένα μισάωρο, οι δυο τους είχαν κάνει έρωτα πίνοντας κρασί.

Ο Καρνάδης περιπλανιόταν στη Θακέρκοβ προσπαθώντας να διατηρήσει την κρυσταλλική όρασή του. Προσπαθώντας να μην τη χάσει. Να την κρατήσει για πάντα δική του. Ένα αιώνιο δώρο από τους θεούς.

Αλλά, προτού ξημερώσει, η μυστηριακή ματιά είχε χαθεί. Ο Καρνάδης δεν μπορούσε πλέον να βλέπει την κρυσταλλική δομή των όντων.

Κι αυτό τον βασάνιζε ξανά. Όσο περνούσαν οι μέρες, ολοένα και περισσότερο.

Αλλά τι μπορούσε να κάνει; Έπρεπε πάλι να βιάσει;

*

Αναρωτιόταν αν ήταν δυνατόν κάποιος να του δώσει εξήγηση για όλα τούτα. Αλλά δεν μπορούσε να πάει στους μάγους της Μαγικής Ακαδημίας της Θακέρκοβ, ή σε οποιονδήποτε άλλο μάγο, γιατί δεν είχε να ξοδεύει τόσα λεφτά. Ένας απλός αχθοφόρος ήταν. Επιπλέον, θα δίσταζε να παραδεχτεί ότι έπρεπε να βιάσει για να αποκτήσει την κρυσταλλική όραση. Κι αυτός ήταν κι ο λόγος που δεν πήγαινε, τουλάχιστον, να μιλήσει στις ιέρειες της Αρτάλης. Οι ιέρειες της Αρτάλης θα τον έβλεπαν σαν τέρας, αν καταλάβαιναν τι πραγματικά συνέβαινε. Και ο Καρνάδης αμφέβαλλε ότι θα κατάφερνε να τους κρύψει την αλήθεια, γιατί είχε ακούσει ότι μπορούσαν, με τη χάρη της θεάς τους, να αντιληφτούν τα ψέματα.

Επομένως, μόνο ένας δρόμος νόμιζε πως του απέμενε. Να επισκεφτεί κάποιον ιερωμένο της Λόρκης, της Κυράς της Απάτης, της Αρχόντισσας της Τύχης. Οι ιερείς και οι ιέρειές της δεν είχαν τους ίδιους ηθικούς φραγμούς όπως οι ιέρειες της Αρτάλης. Και πάλι, όμως, ο Καρνάδης δεν σκόπευε να πάει να βρει ιέρεια, φυσικά. Ρωτώντας μέσα στο Λημέρι, στις αποβάθρες του οποίου εργαζόταν, κατάφερε να εντοπίσει έναν ιερέα της Λόρκης και, ένα απόγευμα, τον επισκέφτηκε φορώντας κάπα με την κουκούλα σηκωμένη ώστε να κρύβει το πρόσωπό του στη σκιά.

Ο ιερέας, ένας κοντός άντρας που ανήκε στη συμμορία των Γοργοπόδαρων, καθόταν οκλαδόν πάνω σ’έναν χαμηλό τοίχο, πλάι σ’ένα περίπτερο όπου κυρίως αγόραζαν μικροπράγματα οι Γοργοπόδαροι· οι άλλοι – είτε άνθρωποι συμμοριών είτε όχι – δεν ζύγωναν. Καθώς ο Καρνάδης πλησίαζε, ορισμένοι Γοργοπόδαροι τον λοξοκοίταζαν προσπαθώντας να τον κόψουν, να καταλάβουν αν ήταν από άλλη συμμορία. Ο Καρνάδης ήταν από άλλη συμμορία: από τους Κουρδισμένους – μια συμμορία μεγαλύτερη από τους Γοργοπόδαρους – αλλά δεν είχε πάνω του τίποτα που να το δείχνει αυτό, κι ακόμα και η όψη του ήταν κρυμμένη στη σκιά.

«Εσύ είσαι ο ιερέας της Λόρκης;» ρώτησε τον κοντό, γαλανόδερμο άντρα πάνω στον χαμηλό τοίχο. Τα πράσινα μαλλιά του ήταν φτιαγμένα καρφάκια, και η γενειάδα του μυτερή και μακριά ώς τη μέση του.

«Γιατί ρωτάς;» Ο κοντός άντρας κάπνιζε ένα μακρύ τσιγάρο που μύριζε παράξενα.

«Θέλω να μου λύσεις μια απορία.»

«Δε λύνω απορίες.»

«Θέλω μια απάντηση να μου δώσεις!»

«Ούτε απαντήσεις δίνω. Εκτός αν δω ήλιους να χορεύουν.» Χαμογέλασε πίσω απ’τον καπνό με μαυρισμένα δόντια.

Ο Καρνάδης έβγαλε ένα κέρμα του ενός ήλιου από την τσέπη του, κρατώντας το ανάμεσα στον αντίχειρα και στον δείκτη του. «Δεν είμαι πλούσιος, κοντέ,» είπε. «Αυτά είναι πολλά λεφτά για μένα.»

«Στ’αρχίδια μου,» αποκρίθηκε ευθέως ο κοντός, καπνίζοντας ήρεμα, χωρίς να πάρει το νόμισμα.

«Θα μου απαντήσεις ή όχι;» γρύλισε ο Καρνάδης, νιώθοντας να οργίζεται μ’αυτό τον μαλάκα που μάλλον ήταν άχρηστος έτσι κι αλλιώς.

«Δε με ρώτησες τίποτα ακόμα.»

Ο Καρνάδης τού είπε για την κρυσταλλική δομή που έβλεπε· και του εξήγησε πότε ακριβώς την έβλεπε. «Τι είναι αυτό το πράγμα;» ρώτησε. «Και γιατί δεν μπορώ να το διατηρήσω για πάντα;»

Ο κοντός καθόταν και τον κοίταζε σαστισμένος καθώς άκουγε. Το τσιγάρο είχε πια καεί στο χέρι του, και το πέταξε απ’την άλλη μεριά του τοίχου.

«Με δουλεύεις, ρε αρχίδι;» είπε. «Κάνεις πλάκα στον Μερίκιο τον Ποντικό της Λόρκης;» φώναξε.

«Δε σου κάνω πλάκα. Απαντήσεις έχεις να μου δώσεις; Ή μήπως δεν είσαι ιερέας της Λόρκης, τελικά;»

Τα μάτια του κοντού αγρίεψαν. «Πιο πολύ ιερέας απ’ό,τι είσαι εσύ, γαμιόλη,» του είπε. «Δεν ξέρω τι σου συμβαίνει, αλλά μην πας να το πεις παραπέρα γιατί η Κυρά της Τύχης μού ψιθυρίζει ότι θα μπλέξεις άσχημα.

»Ίσως,» πρόσθεσε, ανάβοντας καινούργιο τσιγάρο, «να είσαι ευλογημένος από τους θεούς. Ή καταραμένος. Διάλεξε και πάρε, και φύγε τώρα από μπροστά μου, γιατί δεν σχετίζομαι και με τόσο ελεεινά πρόσωπα.»

Δεν δέχτηκε καν το κέρμα του ενός ήλιου που ο Καρνάδης εξακολουθούσε να κρατά ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρά του, σαν να φοβόταν ότι μπορεί να ήταν καταραμένο.

2: Σαν Διεστραμμένο Στοιχειό της Πόλης

Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να βρει τη λύση ο ίδιος. Δε νόμιζε ότι υπήρχε κανένας που μπορούσε να τον βοηθήσει. Επιπλέον, δεν είχε ποτέ ακούσει κανένας άλλος να βλέπει την κρυσταλλική δομή των όντων όπως εκείνος. Συνέχισε, λοιπόν, τους πειραματισμούς του μέσα στη Θακέρκοβ, καθώς ενηλικιωνόταν. Δεν επιτιθόταν όμως στους στόχους του μόνο στο Λημέρι ή στη Γωνιά· επισκεπτόταν κι άλλες, διάφορες περιοχές της μεγαλούπολης: από τον Καλόπιστο, βόρεια του ποταμού Κάλμωθ, ώς τον Γύρο, νότια του ποταμού και νότια του Λημεριού· από τις Λιμανοκατοικίες ώς την Ελεγεία· από τις Μάντρες και το Χωνευτήρι ώς τον Παλαιοπώλη. Δεν υπήρχε περιοχή της Θακέρκοβ που να μην επισκέφτηκε. Δεν έκανε επιθέσεις, βέβαια, σε όλες αυτές τις συνοικίες· δεν του δινόταν πάντοτε η ευκαιρία. Αλλά, όποτε η ευκαιρία παρουσιαζόταν, ο Καρνάδης την άρπαζε. Και μετά προσπαθούσε να διατηρήσει την κρυσταλλική όραση για πάντα, χρησιμοποιώντας διάφορους τρόπους – και συστηματικά αποτυχαίνοντας. Ύστερα από μερικές ώρες έβλεπε ξανά τον κόσμο όπως τον έβλεπε ανέκαθεν: με τα μάτια ενός συνηθισμένου ανθρώπου.

Οι αναζητήσεις του, φυσικά, τον έβαλαν σε κακούς μπελάδες σε κάμποσες περιπτώσεις: Μια πόρνη στο Χωνευτήρι τράβηξε ένα στιλέτο και προσπάθησε να τον μαχαιρώσει· μια οδηγός επιβατηγού οχήματος στην Ελεγεία τον πυροβόλησε με πιστόλι (αστοχώντας ευτυχώς)· στις Λιμανοκατοικίες, μια γυναικεία συμμορία τον κυνήγησε για να τον ευνουχίσει· στον Παλαιοπώλη τον καταδίωξε η Χωροφυλακή της Θακέρκοβ και παραλίγο να τον πιάσει – το μόνο που τον βοήθησε να γλιτώσει απ’ αυτούς ήταν η κρυσταλλική ματιά που είχε προσωρινά αποκτήσει, ύστερα από τον βιασμό, αποκαλύπτοντάς του κρυφά πράγματα για τα όντα της Σεργήλης.

Στο τέλος, δεν μπορούσε να μείνει άλλο στη Θακέρκοβ. Ήταν βέβαιος πια πως τον παρακολουθούσαν στο Λημέρι. Η Χωροφυλακή του Λημεριού πρέπει κάτι να είχε ψυλλιαστεί γι’αυτόν, κι ο Καρνάδης έβλεπε συχνά χωροφύλακες να περιφέρονται – δήθεν τυχαία – κοντά του. Το μόνο που τους κρατούσε μακριά ίσως να ήταν το γεγονός ότι ανήκε στη συμμορία των Κουρδισμένων. Μάλλον φοβόνταν πως, αν του ορμούσαν χωρίς φανερή αιτία, θα γινόταν αιματηρό επεισόδιο με τους Κουρδισμένους. Ο Καρνάδης ήξερε, όμως, ότι σ’άλλες περιοχές της πόλης δεν θα δίσταζαν να του χιμήσουν για να τον μαγκώσουν, αν κατόρθωναν να τον εντοπίσουν.

Η αδελφή του, που είχε ένα ιστιοφόρο πλοιάριο χωρίς μηχανή και έκανε μεταφορές επάνω στον ποταμό Κάλμωθ, τον ρώτησε, ένα απόγευμα, αν συνέβαινε κάτι μαζί του. Είχε μπλεξίματα; Ο Καρνάδης αποκρίθηκε ότι φυσικά και όχι· ένας αχθοφόρος ήταν: τι μπλεξίματα να είχε; Μετά από μερικές μέρες, όμως, άλλαξε γνώμη. Της είπε ότι, όντως, είχε μπλεξίματα με τη Χωροφυλακή και της ζήτησε να τον φυγαδέψει από τη Θακέρκοβ με το πλοιάριό της.

«Τι έγινε, Καρνάδη; Τι έκανες;» τον ρώτησε εκείνη, καθώς οι δυο τους κάθονταν ένα σούρουπο κοντά στην προβλήτα όπου η Νιρίφα άραζε το πλοιάριό της.

«Βοήθησα κάποιον τύπο που είχε κλέψει κάτι πράματα κι από τότε μ’έχουν σημαδέψει,» είπε ψέματα ο Καρνάδης. «Καλύτερα να φύγω. Για λίγο καιρό, έστω.» Αλλά στην πραγματικότητα δεν σκόπευε να επιστρέψει, γιατί ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να συνεχίσει τους πειραματισμούς του στη Θακέρκοβ.

Το επόμενο απόγευμα, αφού είχε συγκεντρώσει τα πράγματά του και όλα τα χρήματα που είχε, κρύφτηκε μέσα στο πλοιάριο της Νιρίφα, κάτω από το φορτίο που έπρεπε να μεταφερθεί προς τα βορειοανατολικά.

Μετά από καμια μέρα, αποχαιρέτησε την αδελφή του και βγήκε σε μια μικρή πόλη στις βόρειες όχθες του ποταμού Κάλμωθ. Εκείνη του είχε πει ότι εδώ μπορούσε να βρει δουλειά αν ήθελε· χρειάζονταν αχθοφόρους. Και του είχε αναφέρει, μάλιστα, κι ορισμένους ανθρώπους για να απευθυνθεί. Αλλά ο Καρνάδης δεν πήγε σε κανέναν απ’ αυτούς. Όταν η αδελφή του απέπλευσε, επιστρέφοντας ξανά προς Θακέρκοβ, εκείνος έφυγε από την πόλη και ταξίδεψε βόρεια.

Τα χρόνια που ακολούθησαν έκανε διάφορες δουλειές για να επιβιώσει, και διάφορους πειραματισμούς με την κρυσταλλική όραση. Ο μόνος τρόπος, όμως, για να δει την κρυσταλλική δομή των όντων εξακολουθούσε να είναι ο βιασμός. Ήταν η μοναδική δραστηριότητα που ξυπνούσε την κρυσταλλική όραση μέσα του. Αδυνατούσε να το εξηγήσει, αλλά αυτό ήταν που συνέβαινε. Και πάντοτε, ύστερα από μερικές ώρες, έπαυε.

Ήταν βέβαιος ότι θα μπορούσε να πετύχει πολλά αν διατηρούσε την κρυσταλλική όραση – θα μπορούσε να γίνει πάμπλουτος, πασίγνωστος, ακόμα και πολιτειάρχης κάποιας πόλης, άρχοντας ίσως ολόκληρης της Σεργήλης! – αλλά ποτέ δεν κατόρθωνε να τη διατηρήσει. Δοκίμασε διάφορες αλχημικές ουσίες που προμηθεύτηκε από σκιερούς και ύποπτους αλχημιστές· δοκίμασε ποτά και φαγητά από άλλες διαστάσεις· δοκίμασε προσευχές και φυλαχτά. Τίποτα δεν έπιανε. Γνώρισε πολλούς ανθρώπους στα ταξίδια του – ανθρώπους του υπόκοσμου κυρίως. Πουθενά, όμως, δεν μπορούσε να μείνει για πολύ, γιατί ήθελε να ξυπνά την κρυσταλλική όραση μέσα του, κι αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να βιάζει. Είχε πια ξεχάσει πόσες γυναίκες είχε κάνει να πονέσουν. Αν και ορισμένες τις θυμόταν περισσότερο από άλλες, κυρίως επειδή είχαν προβάλει μεγαλύτερη αντίσταση ή είχαν φερθεί με ασυνήθιστους ή παράδοξους τρόπους.

Στην Άντχορκ, τη μεγαλύτερη πόλη της διάστασης, που οι κάτοικοί της την ονόμαζαν Κόσμημα της Σεργήλης, ο Καρνάδης βίασε μια χωροφύλακα αφού πρώτα την έδεσε με αλυσίδες. Την είχε πιάσει να τον παρακολουθεί, κι όταν τελείωσε μαζί της της έσκισε τον λαιμό και πέταξε το γυμνό, αλυσοδεμένο πτώμα της στα νυχτερινά νερά του ποταμού Σέρντιληθ. Τη θυμόταν καλά αυτή.

Στη Νέσριβεκ την Όμορφη – μια άλλη από τις μεγαλουπόλεις της Σεργήλης, που από τα αμπέλια της περιοχής της έβγαινε ο καλύτερος οίνος της διάστασης – ο Καρνάδης βίασε μια ψηλή, λυγερή, πορφυρόδερμη εξωδιαστασιακή χορεύτρια με μαλλιά καταπράσινα σαν δάσος, η οποία αποδείχτηκε πιο άγρια απ’ό,τι περίμενε. Τα νύχια της χάραξαν το πρόσωπό του, αφήνοντας εκεί μεγάλες, μακριές ουλές επάνω στο λευκό-ροζ δέρμα του. Δεν τη σκότωσε, μετά, αλλά την έδειρε τόσο άσχημα που της έσπασε κόκαλα. Ούτε αυτή θα την ξεχνούσε ποτέ.

Σ’ένα καταγώγιο της Νίρβεκ, μια ιέρεια της Λόρκης τού ζήτησε να τη βιάσει, σαν να ήξερε σε τι άνθρωπο απευθυνόταν. Ο Καρνάδης απόρησε μ’αυτό. Τη ρώτησε τι γνώριζε για εκείνον. Και η ιέρεια, γελώντας, του είπε ότι η Κυρά της Τύχης τής είχε αποκαλύψει τον ερχομό του στην πόλη. «Κάνε μαζί μου ό,τι θα έκανες σε οποιαδήποτε άλλη γυναίκα και θα σου φανερώσω ένα μυστικό!» του υποσχέθηκε, με τα γαλανά μάτια της να γυαλίζουν δαιμονικά πάνω στο πρόσωπό της που ήταν κατάλευκο σαν πανί και πλαισιωμένο από κατάξανθα άγρια μαλλιά.

Ήταν η πιο παράξενη γυναίκα που γνώρισε στις περιπλανήσεις του. Και στην αρχή δεν νόμιζε ότι αν πήγαινε μαζί της αυτό θα ξυπνούσε την κρυσταλλική του όραση. Αφού η ιέρεια ήθελε να τη βιάσει, δεν ήταν τότε πραγματικά βιασμός, σωστά; Λάθος, όπως αποδείχτηκε. Η ιέρεια ήθελε να τη βιάσει ακριβώς όπως θα βίαζε οποιαδήποτε άλλη. Και ο Καρνάδης, μάλιστα, τη χτύπησε χειρότερα απ’ό,τι έκανε σε άλλες περιπτώσεις, γιατί σ’αυτές τις άλλες περιπτώσεις υπήρχαν γυναίκες που δεν έφερναν πολλή αντίσταση, τρομαγμένες από εκείνον. Όταν τελείωσε μαζί της, ο Καρνάδης είδε την κρυσταλλική δομή των όντων, και διατήρησε αυτή τη μαγευτική ματιά για κάμποσες ώρες. Ύστερα όμως, όπως πάντα, διαλύθηκε. Σαν όνειρο.

Ο Καρνάδης ρώτησε την ιέρεια της Λόρκης αν θα ήταν πρόθυμη να το επαναλάβει αυτό κάποτε μαζί του. Αλλά εκείνη τού έδωσε αρνητική απάντηση. Δεν ήταν τελείως τρελή, τελικά· πρέπει να έκανε κάποιον δικό της πειραματισμό, απ’ό,τι κατάλαβε ο Καρνάδης. Κάποιον πειραματισμό τη μυστικιστική φύση του οποίου εκείνος αδυνατούσε να κατανοήσει.

«Μου υποσχέθηκες ότι θα μου αποκαλύψεις ένα μυστικό,» της θύμισε, στεκόμενος αντίκρυ της μέσα στον υπόγειο ναό της.

Η ιέρεια, που πρέπει να ήταν μεγαλύτερή του κατά δεκαπέντε χρόνια περίπου, καθόταν σε μια μεγάλη πολυθρόνα και τον ατένιζε παρατηρητικά, με τα δάχτυλα των χεριών της να σχηματίζουν πυραμίδα μπροστά από το μελανιασμένο, τραυματισμένο πρόσωπό της. Ο καρπός του αριστερού χεριού ήταν, επίσης, πρησμένος άσχημα. Όλα αυτά, βέβαια, αποτελούσαν επακόλουθα της ερωτικής της επαφής με τον Καρνάδη.

«Ξέρεις τι σημαίνει ‘Ιερομύστης’;» τον ρώτησε.

«Όχι.»

«Αυτό που είσαι.»

Ο Καρνάδης γέλασε. «Κάτι δεν έχεις καταλάβει καλά, ιέρεια! Δεν έχω τίποτα το… ιερό επάνω μου.»

Το χαμόγελο που σχηματίστηκε πίσω από τα ενωμένα δάχτυλά της ήταν το πιο διαβολικό χαμόγελο που ο Καρνάδης είχε δει· έκανε ένα ακούσιο ρίγος να διατρέξει τη ράχη του. «Δε χρειάζεται να νομίζεις ότι έχεις κάτι το ιερό επάνω σου για να το έχεις, Καρνάδη. Είσαι Ιερομύστης της Σεργήλης. Αν και για… τέτοιου είδους Ιερομύστη δεν έχω ξαναδιαβάσει πουθενά!» Γέλασε.

Ο Καρνάδης συνοφρυώθηκε. «Γι’αυτό… γι’αυτό ήθελες να έρθεις μαζί μου; Επειδή πιστεύεις ότι είμαι Ιερομύστης;» Τι ανόητος τίτλος! Τι ανοησίες ήταν όλες αυτές!

«Ναι,» αποκρίθηκε η ιέρεια. «Ένας Ιερομύστης της Σεργήλης που οι δυνάμεις του ξυπνούν όταν βιάζει!» Τα μάτια της γυάλισαν, και γέλασε ξανά. «Μόνο η Κυρά μου η Λόρκη θα μπορούσε να γεννήσει κάτι τέτοιο! Είσαι δικός της άνθρωπος, Καρνάδη! Κάνεις το θέλημά της επάνω στη Σεργήλη!»

«Τι μαλακίες είναι αυτές;» γρύλισε ο Καρνάδης, θυμωμένος και μπερδεμένος συγχρόνως. «Μου υποσχέθηκες ότι θα μου έλεγες ένα μυστικό – κάτι που θα μου φαινόταν χρήσιμο!»

«Δεν ήξερες ότι ήσουν Ιερομύστης, το ήξερες;»

«Και τώρα που το ξέρω, ιέρεια, τι μπορώ να κάνω μ’αυτό;» φώναξε ο Καρνάδης, και κλότσησε, εξαγριωμένος, ένα τραπεζάκι επάνω στο οποίο υπήρχαν κάτι ιερά σκεύη του ναού, ανατρέποντάς το. «Με εξαπάτησες!»

«Δε σου έδωσα εκείνο που ζητούσες;»

«Μου υποσχέθηκες ένα μυστικό!»

«Σου αποκάλυψα το μυστικό σου.»

Ο Καρνάδης έκανε να βαδίσει προς το μέρος της, έχοντας σκοπό να την ξυλοκοπήσει ξανά – κι αυτή τη φορά χωρίς να τη βιάσει, γιατί ίσως η καταραμένη να το ήθελε.

Ένα πιστόλι βρέθηκε ξαφνικά στο χέρι της ιέρειας – ένα όπλο που πρέπει να είχε τραβήξει μέσα από κάποια από τις πτυχώσεις της παράξενης πολυθρόνας στην οποία καθόταν. «Μείνε μακριά, Καρνάδη,» του είπε. «Γιατί το γεγονός ότι είσαι ευλογημένος από τους θεούς δεν θα με κάνει να διστάσω να σε πυροβολήσω. Πήγαινε αλλού – και συνέχισε να κάνεις το θέλημα της Λόρκης!»

«Δεν κάνω το θέλημα καμιας γαμημένης θεάς!» γρύλισε ο Καρνάδης.

Καθώς έφευγε από τον ναό, το γέλιο της παράξενης ιέρειας τον καταδίωκε σαν διεστραμμένο στοιχειό της πόλης.

3: Ο Μύθος του Κρυσταλλικού Πεδίου

Σε κάποιο από τα ταξίδια του, ενώ έτυχε να είναι μπλεγμένος με λαθρεμπόρους στις βόρειες ακτές της Σεργήλης, άκουσε για το Κρυσταλλικό Πεδίο, ένα πέρας της διάστασης όπου τα πάντα είναι κρυσταλλωμένα και τίποτα δεν ζει. Όπου ο κόσμος μοιάζει να τελειώνει μέσα σ’έναν στατικό εφιάλτη.

«Τα πάντα είναι κρυσταλλωμένα; Τι σημαίνει τα πάντα είναι κρυσταλλωμένα;» δεν μπόρεσε παρά να ρωτήσει αμέσως ο Καρνάδης· κι ο λαθρέμπορος που είχε αναφέρει το Κρυσταλλικό Πεδίο αποκρίθηκε ότι δεν είχε, βέβαια, ταξιδέψει ο ίδιος εκεί, αλλά η ξαδέλφη του, που ήταν μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών, είχε πάει για κάτι έρευνές της – κάτι παράξενες μετρήσεις και τέτοιες μαλακίες που κάνουν αυτοί.

«Τα πάντα είναι κρύσταλλος εκεί, Καρνάδη,» είπε ο λαθρέμπορος. «Και στον ουρανό και στη γη. Δηλαδή, δεν υπάρχει ουρανός και γη. Ο ουρανός είναι αντανάκλαση της γης, και η γη αντανάκλαση του ουρανού. Και βλέπεις μόνο μάζες από κρυστάλλους. Κι αν μπεις μέσα, γίνεσαι κι εσύ κρύσταλλος!»

«Και πεθαίνεις;»

«Όχι, μένεις ζωντανός, ρε!» είπε χλευαστικά ένας άλλος που ήταν καθισμένος στο ίδιο τραπέζι μαζί τους, μέσα στην ταβέρνα, και όλοι γέλασαν. Και οι πέντε. Εκτός από τον Καρνάδη.

«Φυσικά και πεθαίνεις,» είπε ο λαθρέμπορος, τελικά, βλέποντας την άγρια όψη του. «Αλλά εσένα γιατί σ’ενδιαφέρει τόσο;»

«Περίεργος είμαι, απλά.»

«Μην ασχολείσαι με πολύ παράξενα πράματα, φίλε μου, γιατί ήξερα κάποτε έναν τύπο που ασχολιόταν με παράξενα πράματα κι άκου τι του συνέβη…»

Ακόμα μια ιστορία ξεκίνησε, μέσα στο παγερό απόβραδο.

*

Ο Καρνάδης δεν ήταν πρόθυμος να το αφήσει τούτο να περάσει έτσι. Γιατί είχε την εντύπωση πως ίσως η κρυσταλλική δομή των όντων να είχε κάποια σχέση μ’αυτό το Κρυσταλλικό Πεδίο. Ή ίσως, τουλάχιστον, εκεί να μπορούσε να λάβει κάποιες απαντήσεις. Ίσως εκεί να ανακάλυπτε πώς μπορούσε να κάνει την κρυσταλλική όραση να διατηρηθεί μόνιμα.

Αφού έπαψε σύντομα να δουλεύει με τους λαθρέμπορους (χρησιμοποιώντας μια ανόητη δικαιολογία την οποία μετά ξέχασε), ταξίδεψε προς τα βορειοδυτικά της Σεργήλης, προς τις πόλεις Ράσρηβ και Μόλκαρηβ, και προς τη Νέσριβεκ την Όμορφη ξανά. Ταξίδεψε μέσω θαλάσσης, επάνω στο μηχανοκίνητο πλοίο ενός καπετάνιου τον οποίο είχε γνωρίσει εδώ και κάποιο καιρό. Ονομαζόταν Άρης Βέρνισκοφ, και ο Καρνάδης είχε μάθει ότι ανήκε σε μια μυστική οργάνωση που λεγόταν Σιδηρά Δυναστεία. Δεν είχε ποτέ άλλοτε ακούσει γι’αυτή τη Σιδηρά Δυναστεία, και δεν ήξερε αν ήταν υπαρκτή οργάνωση, ούτε αν στ’αλήθεια ο Άρης ανήκε σ’αυτήν. Επιπλέον, ο άνθρωπος που το είχε πει τούτο στον Καρνάδη ήταν μεθυσμένος τότε, και λεχρίτης γενικά. Δεν αποκλειόταν να τον παραμύθιαζε· ή κάποιος άλλος να είχε παραμυθιάσει εκείνον. Όπως και νάχε, ο Καρνάδης το θεώρησε συνετό να μην αναφέρει τίποτα στον ίδιο τον καπετάνιο.

Και τώρα ο Άρης Βέρνισκοφ τον πήγε στη Μόλκαρηβ και τον άφησε στο λιμάνι εκεί.

«Ό,τι κι αν έχεις στο μυαλό σου, πρόσεχε, μάστορα,» του είπε προτού χωρίσουν μπροστά από τις αποβάθρες. Είχε, άραγε, υποψιαστεί ότι ο Καρνάδης είχε βάλει στο μάτι το Κρυσταλλικό Πεδίο; «Κι άμα ψάχνεις πάλι για καμια δουλειά κοντά στη θάλασσα, έλα και ξαναβρές με.»

Ο Καρνάδης τον ευχαρίστησε και, ύστερα από μια δυνατή χειραψία μαζί του, έφυγε.

*

Το Κρυσταλλικό Πεδίο, σύμφωνα με τις φήμες, βρισκόταν εκατοντάδες χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Νέσριβεκ της Όμορφης: και εκείνες οι περιοχές, όπως σύντομα πληροφορήθηκε ο Καρνάδης, ήταν αρκετά ερημικές. Όχι τελείως έρημες, όμως. Υπήρχαν κάποιες μικρές πόλεις και χωριά. Και υπήρχαν και ορυχεία ενέργειας στα βουνά, όχι μακριά από το Κρυσταλλικό Πεδίο. Πολλοί από τους ανθρώπους των συγκεκριμένων περιοχών εργάζονταν εκεί. Παλιότερα, τα ορυχεία τα είχαν οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας, όταν η Παντοκράτειρα κυβερνούσε ακόμα τη Σεργήλη, πριν από χρόνια, αλλά τώρα πλέον ανήκαν σε μια εταιρεία που είχε την έδρα της στη Νέσριβεκ. Ονομαζόταν Ενεργειακός Οίνος, και είχε πολλούς ιδιοκτήτες, όχι μόνο έναν.

Ο Καρνάδης, έχοντας ταξιδέψει ώς τη Νέσριβεκ την Όμορφη, που βρισκόταν νότια της Μόλκαρηβ, ρώτησε πώς μπορούσε να πάει στην περιοχή των ορυχείων. Υπήρχαν μεταφορικά μέσα; Εκείνο που έμαθε ήταν πως, αν εργαζόταν για τον Ενεργειακό Οίνο, θα τον μετέφεραν εκεί μέσα στα φορτηγά τους. Ο Καρνάδης επισκέφτηκε τα γραφεία εργασίας της εταιρείας και ζήτησε δουλειά στα ορυχεία. Βλέποντας την καθόλου ευκαταφρόνητη σωματική του διάπλαση, τον δέχτηκαν. Ο μισθός ήταν της πλάκας, παρατήρησε ο Καρνάδης, αλλά δεν είπε τίποτα γι’αυτό. Δεν τον ενδιέφερε η δουλειά, άλλωστε. Η μεταφορά τον ενδιέφερε.

Και σύντομα, ταξιδεύοντας μέσα σ’ένα από τα μεγάλα οκτάτροχα φορτηγά του Ενεργειακού Οίνου, διάσχισε τις ερημικές περιοχές βορειοδυτικά της Νέσριβεκ της Όμορφης και έφτασε στα ορυχεία, στα βουνά. Από εκεί μπορούσε να δει αντίκρυ του το Κρυσταλλικό Πεδίο. Και ήταν όπως εκείνος ο λαθρέμπορος το είχε περιγράψει. Αλλά ακόμα πιο μαγευτικό. Ακόμα πιο τρομαχτικό.

Η Σεργήλη, πράγματι, τελείωνε εκεί. Δεν υπήρχε ούτε γη ούτε ουρανός. Τα πάντα ήταν κρυστάλλινα και επίπεδα, με μονάχα μερικές εξαιρέσεις κρυστάλλινων μαζών που θύμιζαν ογκόλιθους, σταλακτίτες, ή σταλαγμίτες. Στο βάθος, σαν μέσα από μια σήραγγα, φαινόταν μια ανεξήγητη, πελώρια μαύρη σφαίρα που τα πάντα έδιναν την εντύπωση πως έγερναν προς αυτήν. Θέαμα που προκαλούσε δέος.

Οι υπεύθυνοι του ορυχείου προειδοποίησαν τους καινούργιους να μην πλησιάσουν το Κρυσταλλικό Πεδίο, γιατί ήταν επικίνδυνο. Αν πήγαιναν εκεί, θα γίνονταν ένα με τον κρύσταλλο κι εκείνοι· δεν πρόκειται να επέστρεφαν.

Ο Καρνάδης δεν νόμιζε ότι θα αποτελούσε εξαίρεση. Αλλά μια νύχτα έφυγε απαρατήρητος από τις κατοικίες των εργατών και πλησίασε το Πεδίο. Δεν μπήκε μέσα του· βάδισε στις παρυφές του, και μπορούσε να αισθανθεί μια έντονη έλξη προς τη μεριά του. Όχι κάποια ψυχική αλλά μια απόλυτα φυσική δύναμη. Το Πεδίο τραβούσε το σώμα του για να το αφομοιώσει, για να το κρυσταλλοποιήσει.

Δεν ήταν ευχάριστη αίσθηση. Γέμιζε τον Καρνάδη μ’έναν πρωταρχικό τρόμο. Έναν τρόμο που κέντριζε την ψυχή του ώς τα βάθη της. Ήταν σαν κάτι να απειλούσε, όχι απλά να τον σκοτώσει, αλλά να τον αφανίσει τελείως, να τον κάνει ένα με μια απάνθρωπη και ατέρμονη δύναμη.

Ωστόσο, ο Καρνάδης νόμιζε ότι το Κρυσταλλικό Πεδίο είχε όντως κάποια σχέση με την κρυσταλλική δομή των όντων. Αλλά θα έπρεπε να το κοιτάξει με τη μυστηριακή του όραση για να βεβαιωθεί – και ίσως τότε να έπαιρνε απαντήσεις από την αλλόκοτη φύση του. Αυτό, όμως, δεν μπορούσε να το κάνει τώρα. Κατ’ αρχήν, ελάχιστες γυναίκες εργάζονταν στα ορυχεία και οι περισσότερες ήταν μισθοφόροι. Ήταν αδύνατον να ξεμοναχιάσει κάποια και να τη βιάσει, ώστε μετά να πλησιάσει το Πεδίο και να δει τι θα συνέβαινε.

Έπρεπε να φύγει, να επιστρέψει πάλι στη Νέσριβεκ και να αναζητήσει μια γυναίκα εκεί.

Αναρωτιόταν όμως πώς θα κατάφερνε μετά να φέρει το θύμα του κοντά στο Κρυσταλλικό Πεδίο, ώστε να κάνει το πείραμα που είχε στο μυαλό του…

4: Ο Απελευθερωτής

Το όνομά της ήταν Δανάη και εργαζόταν ως μεταφορέας μέτριων φορτίων. Είχε και δικό της όχημα, τετράκυκλο, με τους δύο πισινούς τροχούς πολύ μεγαλύτερους από τους μπροστινούς και αρκετά ευρύχωρη καρότσα που μπορούσε να σκεπαστεί με ύφασμα αν υπήρχε λόγος. Ο Καρνάδης τη γνώρισε στις Νοτιοδυτικές Αποβάθρες της Νέσριβεκ, όπου είχε πιάσει δουλειά για κάποιο καιρό ενώ αναζητούσε θύμα. Δεν δυσκολεύτηκε να την προσελκύσει. Η Δανάη δεν ήταν όμορφη γυναίκα και, μάλλον, δεν είχε συνηθίσει οι άντρες να της δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρον, έτσι ο τρόπος του Καρνάδη εύκολα την έφερε κοντά του. Είχε, άλλωστε, εξειδικευτεί πλέον σε τέτοιου είδους κόλπα, καθώς του χρειάζονταν πολλές φορές για να αποπλανεί τα θηράματά του.

Δεν τη ρώτησε ποτέ την ηλικία της, αλλά η Δανάη πρέπει να ήταν περίπου όσο εκείνος: ίσως κανένα, δυο χρόνια μικρότερη. Ήταν μεγαλόσωμη και ξανθιά, με κοντοκουρεμένα μαλλιά και δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ, όπως το δικό του. Τα μάτια της, μεγάλα με μακριές βλεφαρίδες, ήταν το πιο όμορφο χαρακτηριστικό της. Τα χείλη της, επίσης, δεν ήταν άσχημα: του άρεσαν, ειδικά όταν την έμαθε να του τον γλείφει.

Για κανένα μήνα σχετιζόταν ερωτικά μαζί της και της φερόταν με τρόπο σαγηνευτικό, και η Δανάη φαινόταν άγρια τσιμπημένη μ’εκείνον. Ο Καρνάδης δεν νόμιζε ότι θα έλεγε όχι σ’ένα ταξίδι με την πρώτη ευκαιρία. Για να δει, λοιπόν, τη διάθεσή της άρχισε να αφήνει διάφορους υπαινιγμούς πως θα ήθελε να ταξιδέψουν οι δυο τους σε κάποιο απομονωμένο μέρος. Και η διάθεσή της αποδείχτηκε θετική· η Δανάη το ήθελε: ή, μάλλον, το ήθελε επειδή κι εκείνος το ήθελε. Αλλά αυτό δεν είχε σημασία για τον Καρνάδη· ήταν το ίδιο για τον σκοπό του.

Όταν μπόρεσαν να πάρουν άδεια μερικών ημερών από τις δουλειές τους, έφυγαν για να ταξιδέψουν βορειοδυτικά μέσα στο όχημά της. Ο Καρνάδης δεν της είπε εξαρχής ότι σκόπευε να πάνε ώς το Κρυσταλλικό Πεδίο, αλλά καθοδόν της ανέφερε ότι είχε ακούσει γι’αυτό και πάντα σκεφτόταν να το δει από κοντά. Η Δανάη, οπότε, ήταν που του πρότεινε να πάνε εκεί.

«Δεν είναι και τόσο μακριά, απ’ό,τι λένε!» του είπε, την πρώτη νύχτα του ταξιδιού τους, που ήταν κουλουριασμένοι μέσα σε μια κουβέρτα, στη σκεπασμένη με ύφασμα καρότσα του οχήματός της. «Μπορούμε να φτάσουμε, άνετα.»

«Δε φοβάσαι;» την πείραξε.

Η Δανάη γέλασε. «Όταν έχω έναν άντρα σαν εσένα μαζί μου, τι να φοβηθώ;» Το χέρι της διέτρεξε το γυμνό μυώδες σώμα του κάτω από την κουβέρτα, κι έσφιξε τους δυνατούς μύες στην κοιλιά του.

Το πουλί του σηκώθηκε ξανά. «Νομίζεις ότι μπορώ να παλέψω με δαίμονες που ίσως νάρθουν μέσα απ’το Κρυσταλλικό Πεδίο;» ρώτησε τραβώντας την κοντά του.

Η Δανάη εξακολουθούσε να γελά. «Υπάρχουν ορυχεία εκεί κοντά, δεν το ξέρεις; Δεν κυκλοφορούν δαίμονες… Ααααμμμχχ…» Το χέρι του είχε γλιστρήσει ανάμεσα στους μηρούς της, χαϊδεύοντάς την κάτω από τις πυκνές ξανθές τρίχες της ήβης της.

Την επόμενη μέρα, το απόγευμα, βρίσκονταν στις παρυφές του Κρυσταλλικού Πεδίου. Το μέρος ήταν έρημο, εκτός από μια σκηνή που φαινόταν απόμακρα. Κάποιος εξερευνητής, ίσως, υπέθεσε ο Καρνάδης· και σκέφτηκε: Ελπίζω να μην αποτελέσει πρόβλημα, όποιος κι αν είναι.

«Θεοί…» μουρμούρισε η Δανάη, σταματώντας τους τροχούς του οχήματος. «Είναι… είναι τρομαχτικό, δεν είναι;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Καρνάδης. «Η Σεργήλη τελειώνει σε τούτο το μέρος. Και τα πάντα μετά είναι… κρύσταλλος.»

«Θα περάσουμε τη νύχτα εδώ;»

«Ναι,» της είπε. «Θέλω να σε καβαλήσω ενώ βλέπουμε αυτό.» Και τα μάτια του έδειχναν το Κρυσταλλικό Πεδίο.

Η Δανάη γέλασε και, καθώς ήταν καθισμένη μπροστά στο τιμόνι, γύρισε και φιλήθηκαν δυνατά. «Κι αν κάνουμε τους δαίμονες αυτού του μέρους να ζηλέψουν;»

«Ας έρθουν να μας δουν! –Έλα μαζί μου!» Την τράβηξε, βίαια – πιο βίαια απ’ό,τι την είχε τραβήξει ποτέ – για να τη σηκώσει από τη θέση του οδηγού και να την πάει προς την καρότσα. Η Δανάη δεν έφερε την παραμικρή αντίσταση, μην καταλαβαίνοντας τίποτα για τις προθέσεις του. Τον ακολούθησε πρόθυμα στην πίσω μεριά του οχήματος, αρχίζοντας ήδη να ξεκουμπώνει τα κουμπιά του πουκαμίσου της.

Αλλά ο Καρνάδης δεν περίμενε· αρπάζοντας το πουκάμισο το έσκισε στα δύο με μια απότομη κίνηση.

«Είσαι βιαστικός απόψε!» παρατήρησε η Δανάη – και δέχτηκε ένα δυνατό χαστούκι στο αριστερό μάγουλο. Το δέρμα της έσπασε, αίμα πετάχτηκε, καθώς σωριαζόταν μπρούμυτα μέσα στην καρότσα. Και από κει και ύστερα τα πράγματα χειροτέρεψαν. Ο Καρνάδης την κλότσησε στα πλευρά, και μετά τη χαστούκισε ξανά, ενώ εκείνη τού φώναζε Τι σκατά κάνεις; Τρελάθηκες; Τι κάνεις! Ο Καρνάδης δεν σταμάτησε – η αντίστασή της τον διέγειρε ακόμα περισσότερο. Κουρέλιασε τα ρούχα της με τα χέρια του ενώ συνέχιζε να τη χτυπά, γεμίζοντας το σώμα της με μελανιές και αίματα.

Όταν συνήλθε από το αρχικό σοκ, η Δανάη τον χτύπησε κι εκείνη, αλλά ο Καρνάδης δεν ήταν ασυνήθιστος σε κάτι τέτοιο, κι απλά την έκανε να πονέσει κι άλλο, στρίβοντας τα μέλη της, δαγκώνοντας τη σάρκα της, κοπανώντας την με γροθιές και γόνατα. Και τελικά την έριξε μπρούμυτα πάνω στο κιβώτιο με τις προμήθειές τους, ολόγυμνη και τραυματισμένη. Κρατώντας τα πόδια της ανοιχτά με τα δυνατά χέρια του, χώθηκε βίαια ανάμεσά τους, λογχίζοντάς την σαν να ήθελε να τη χωρίσει στα δύο, να τη σκοτώσει. Τα ουρλιαχτά της τα έσβησε πίσω από κομμάτια υφάσματος των ρούχων της τα οποία έβαλε μέσα στο ματωμένο στόμα της. Τα δάχτυλά του μπήγονταν στη σάρκα των μηρών της, της πλάτης της, των ώμων της, καθώς ο Καρνάδης καρφωνόταν βαθιά μέσα της.

Η κορύφωσή του δεν άργησε να έρθει… και μαζί της η μυστηριακή όραση. Μπορούσε να δει τώρα την κρυσταλλική δομή της Δανάης από κάτω του: μπορούσε να διακρίνει τη μπίρα που έπινε πριν από λίγο· μπορούσε να διαβάσει τον τρόμο και το ξάφνιασμά της και την απορία της– Αλλά δεν τον ενδιέφερε η Δανάη πια. Είχε υπηρετήσει τον σκοπό της. Αρπάζοντάς την απ’τα κοντά ξανθά μαλλιά της την πέταξε παραδίπλα μέσα στην καρότσα, σαν σακί, και σηκώνοντας το παντελόνι του πήδησε έξω από το όχημα.

Έστρεψε το βλέμμα του προς το Κρυσταλλικό Πεδίο.

Και το είδε όπως δεν το είχε δει ποτέ πριν!

Ναι, δεν ήταν, τελικά, μέρος του φυσικού κόσμου της Σεργήλης όπως ήταν οι πέτρες και τα δέντρα. Ήταν… είχε κρυσταλλική δομή όπως και τα όντα!

Γελώντας σαν παράφρονας, ο Καρνάδης έτρεξε προς το Κρυσταλλικό Πεδίο…

Η Δανάη, παρά τον τρόμο της, παρά τον πόνο που την πολιορκούσε από μέσα και από έξω, ένιωθε μια τρομερή περιέργεια να καίει το μυαλό της. Γιατί; Γιατί το έκανε αυτό; Γιατί το έκανε αυτό; Και βλέποντάς τον να πηδά από την καρότσα του οχήματος δεν μπορούσε να βγάλει κανένα συμπέρασμα. Τι συνέβαινε μαζί του; Ήταν… ήταν σαν άλλος άνθρωπος! Τον είχε καταλάβει κάποιος δαίμονας από το Κρυσταλλικό Πεδίο; Μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο; Ή μήπως η όψη του Κρυσταλλικού Πεδίου – αυτή η τρομαχτική όψη – είχε πειράξει κάπως το μυαλό του;

Ακούγοντάς τον να γελά, η Δανάη νόμιζε ότι άκουγε κάποιο τέρας να γελά. Βγάζοντας το πρόχειρο φίμωτρο απ’το στόμα της, προσπάθησε να σηκωθεί όρθια, αλλά δεν τα κατάφερε· τα γόνατά της έτρεμαν ανεξέλεγκτα, και ο πόνος στην κοιλιά της ήταν δυνατός, ήταν λες και την είχαν μαχαιρώσει. Σύρθηκε, όμως, έξω από το όχημα, κι έπεσε στα τέσσερα στο χώμα και στο χαμηλό χορτάρι πλάι στη μία από τις ψηλές πισινές ρόδες.

Τα μάτια της στράφηκαν στον Καρνάδη και, πίσω από δάκρυα, τον είδε να τρέχει προς το Κρυσταλλικό Πεδίο. Είχε σίγουρα χάσει τα λογικά του! Δεν έπρεπε ποτέ να έχουν έρθει εδώ!

Προσπάθησε να του φωνάξει να γυρίσει πίσω, να λογικευτεί, αλλά μονάχα ένας θρηνητικός λυγμός βγήκε από μέσα της.

Ο Καρνάδης μπήκε στο Κρυσταλλικό Πεδίο και έγινε μια σκιά μέσα του. Μια σκιά που εξαφανίστηκε.

Η Δανάη έμεινε για λίγο εκεί, μισοξαπλωμένη στο χώμα και στο χορτάρι, κλαίγοντας, πονώντας, φοβισμένη, συγχυσμένη. Κουλουριάστηκε στο πλάι, μαζεύοντας τα γόνατά της και βάζοντας το πρόσωπό της επάνω τους, ενώ οι λυγμοί της δυνάμωναν.

Μετά, χωρίς να ξέρει ακριβώς πόση ώρα είχε περάσει, αισθάνθηκε να συνέρχεται κάπως. Το σώμα της δεν έτρεμε πλέον τόσο βίαια όσο πριν, και τα μάτια της είχαν στερέψει από δάκρυα. Το στόμα της ήταν γεμάτο με μια πικρή, μεταλλική γεύση. Καταλάβαινε ότι είχε χάσει δύο δόντια από τα χτυπήματά του.

Πώς… πώς ήταν δυνατόν να είχε μεταμορφωθεί σ’αυτό – σ’αυτό το τέρας;

Τελείωσε, είπε η Δανάη στον εαυτό της. Τελείωσε, Δανάη. Δεν είναι πια εδώ. Τελείωσε. Και, γαντζώνοντας τα χέρια της στον ψηλό τροχό πλάι της, σηκώθηκε όρθια. Τα γόνατά της ακόμα έτρεμαν, αλλά μπορούσε πια να σταθεί. Και κρύωνε. Ήταν τελείως γυμνή. Το ήξερε, μα τώρα φάνηκε να το συνειδητοποιεί.

Μπήκε στην καρότσα του οχήματος, πήρε μερικά ρούχα από τον σάκο της, τα φόρεσε, και ξαναβγήκε, πατώντας ξυπόλυτη στο χώμα και στο χόρτο. Τα μάτια της στράφηκαν στο Κρυσταλλικό Πεδίο, ενώ στηριζόταν στον ψηλό τροχό πλάι της. Υπήρχε περίπτωση ο Καρνάδης να επιστρέψει από εκεί; Σίγουρα όχι! Και η Δανάη δεν ήταν καν βέβαιη ότι ήθελε να επιστρέψει. Ειδικά αν επέστρεφε τρελός όπως όταν έφυγε. Τι θα της έκανε αυτή τη φορά; Θα τη σκότωνε;

Πανικός την κατέλαβε ξαφνικά. Τινάχτηκε πάλι μέσα στην καρότσα του οχήματος κι έπιασε μια καραμπίνα που είχε κρυμμένη κάτω από δέρματα. Την όπλισε, για καλό και για κακό.

Και, καθώς την όπλιζε, είδε έξω από το μπροστινό παράθυρο του οχήματος κάτι να κινείται μέσα στο Κρυσταλλικό Πεδίο. Κάτι… Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς, έτσι όπως ήταν αυτό το μέρος, χωρίς γη, χωρίς ουρανό.

Η Δανάη βγήκε από το όχημα, με την καραμπίνα στα χέρια, ατενίζοντας συνοφρυωμένη το τρομαχτικό πέρας της Σεργήλης αντίκρυ της. Κάτι κινιόταν εκεί μέσα. Ναι, σίγουρα, κάτι κινιόταν…

Σκιές… Κρυσταλλικές σκιές. Τμήματα των κρυσταλλικών μαζών που άλλαζαν θέσεις…

Τι συμβαίνει; σκέφτηκε η Δανάη. Είναι κανονικό αυτό που συμβαίνει; Κανονικό για το Κρυσταλλικό Πεδίο;

Προς τα δεξιά, νόμισε τότε πως διέκρινε μια άλλη κίνηση–

Στράφηκε αμέσως. Και απόμακρα είδε μια σκηνή νάναι στημένη, και κάποιον να έχει βγει από τη σκηνή και να κοιτάζει κι εκείνος (ή εκείνη, ίσως) προς το Κρυσταλλικό Πεδίο.

Η Δανάη ξεροκατάπιε. Να του ζητούσε βοήθεια; Ήταν αρκετά κοντά για να την ακούσει, αν φώναζε;

Το βλέμμα της στράφηκε ξανά στο Πεδίο.

Οι παράξενες σκιές βρίσκονταν τώρα πιο κοντά· πλησίαζαν το σύνορο που χώριζε το Κρυσταλλικό Πεδίο από τη Σεργήλη. Και γίνονταν ολοένα και πιο ευδιάκριτες. Δεν ήταν πλέον σκιές· είχαν συγκεκριμένες μορφές. Η Δανάη αγνάντευε τρία δαιμονικά τέρατα. Έναν άντρα χωρίς πρόσωπο· και δεξιά του, ένα πλάσμα ψηλότερο από εκείνον, το οποίο βάδιζε με τα χέρια και τα πόδια και είχε μακριά μουσούδα – ή κεντρί, ίσως – ενώ ήταν ολόκληρο από κρύσταλλο! Από την αριστερή μεριά του άντρα ερχόταν ένα πελώριο φίδι, από κρύσταλλο κι αυτό, του οποίου το σώμα διέγραφε όρθιες σπείρες πίσω του, σαν λαβύρινθος από κρίκους.

«Μεγάλη Αρτάλη…» ψέλλισε η Δανάη, τρέμοντας. «Μεγάλη Αρτάλη!»

Πήδησε μέσα στο όχημα, κάθισε στη θέση του οδηγού, ενεργοποίησε τη μηχανή, κι έστριψε το τιμόνι, αρχίζοντας να τρέχει προς τα ανατολικά, προς τη Νέσριβεκ, ελπίζοντας πως, αν αυτά τα τέρατα σκέφτονταν να την κυνηγήσουν, δεν θα την έφταναν.

*

Ο Φρανκ είχε έρθει εδώ, στις παρυφές του Κρυσταλλικού Πεδίου, για να τραβήξει φωτογραφίες και να κάνει κάποιες παρατηρήσεις που ήλπιζε να δημοσιεύσει όταν επέστρεφε στη Νέσριβεκ την Όμορφη. Περίμενε ότι πιθανώς να έβλεπε κάτι το παράξενο – αλλά όχι και κάτι σαν αυτό.

Κοκαλωμένος στη θέση του, όρθιος μπροστά από τη σκηνή του, ατένιζε τα τρία κρυσταλλικά όντα να βγαίνουν από το Πεδίο.

Τρία κρυσταλλικά όντα! Μα τους θεούς, δεν είχε ακούσει ποτέ άλλοτε για κάτι τέτοιο! Κανένας ποτέ – απ’ό,τι ήξερε – δεν είχε δει κρυσταλλικά όντα να βγαίνουν μέσα από το Πεδίο. Το Πεδίο ήταν τέλος. Το Πεδίο ήταν θάνατος. Τίποτα που έπεφτε εκεί δεν επιβίωνε.

Ο Φρανκ ξεροκατάπιε. Θα γίνω διάσημος! ήταν η πρώτη σκέψη που πέρασε απ’το μυαλό του. Και γελώντας χώθηκε πάλι μέσα στη σκηνή του, για να πάρει την εξειδικευμένη φωτογραφική μηχανή του. Τη φωτογραφική μηχανή που του είχε κοστίζει μια περιουσία. Ήταν από αυτές που δεν φωτογράφιζαν απλές εικόνες μόνο αλλά και αόρατες ενέργειες, ή πράγματα ή φαινόμενα που, για κάποιο λόγο, άλλες μηχανές δεν μπορούσαν να φωτογραφίσουν. Ήταν μια συσκευή φτιαγμένη από μάγους του τάγματος των Τεχνομαθών που βρίσκονταν υπό την καθοδήγηση μάγων του τάγματος των Ερευνητών.

Την πήρε μέσα από τη σκηνή του και, βγαίνοντας, είδε ότι τα τρία κρυσταλλικά όντα έρχονταν προς το μέρος του.

Θα έπρεπε να ανησυχήσει;

Πριν απ’ αυτό, όμως, ύψωσε τη μηχανή και τα φωτογράφισε. Μία, δύο, τρεις φορές.

Τα όντα έρχονταν τώρα πιο γρήγορα, τρέχοντας. Το ένα είχε καταφανώς ανθρώπινη μορφή και ήταν ντυμένο σαν άνθρωπος, αλλά το πρόσωπό του δεν φαινόταν· ήταν κρυμμένο πίσω από μια παράξενη κρυσταλλική μάσκα που το έκανε θολό. Το πλάσμα που βρισκόταν στα δεξιά του θύμιζε γιγάντιο έντομο με μακρύ κεντρί, αλλά είχε τέσσερα πόδια – ή ίσως τα δύο να ήταν χέρια που τώρα χρησιμοποιούσε ως πόδια. Στην πλάτη του βρίσκονταν δύο μικρά φτερά, άχρηστα μάλλον για πτήση. Το τελευταίο πλάσμα, που βρισκόταν αριστερά του ανθρωποειδούς, ήταν ένα γιγάντιο κρυσταλλικό φίδι που πίσω του η ουρά του διέγραφε μαγευτικές σπείρες – έναν ολόκληρο λαβύρινθο από κρίκους που θα νόμιζε κανείς ότι είχαν βγει από πάρκο αναψυχής.

Τι θα έκανε ο Φρανκ αν αυτά τα όντα ήταν εχθρικά; Δεν είχε όχημα για να φύγει γρήγορα· και πριν από λίγο, με τις άκριες των ματιών του, νόμιζε πως είχε δει ένα όχημα να απομακρύνεται – αν και ποτέ δεν το είχε δει να έρχεται. Πρέπει πρόσφατα να είχε έρθει στην περιοχή.

Ο Φρανκ περίμενε έναν πλούσιο φίλο του να τον πάρει με ελικόπτερο, μετά από δυο μέρες.

Μπήκε στη σκηνή ξανά και βγήκε κρατώντας ένα τουφέκι.

Τα τρία κρυσταλλικά όντα βρίσκονταν τώρα κοντά του.

«Τι θέλετε;» ρώτησε ο Φρανκ. «Δεν είμαι εχθρός! Δε θέλω να σας πυροβολήσω. Αλλά… τι θέλετε;»

Το φίδι ορθώθηκε σαν κρυστάλλινος πύργος από πάνω του, με τα μάτια του να αστράφτουν. Οι σπείρες πίσω του κινούνταν κυκλικά: κύκλοι μέσα σε κύκλους μέσα σε κύκλους μέσα σε κύκλους: γύρω γύρω γύρω γύρω γύρω. Ατέρμονα οχτάρια κρυσταλλικής σαγήνης.

Ο Φρανκ, χωρίς να το καταλάβει, τα κοίταζε μισοϋπνωτισμένος, με το στόμα ανοιχτό, με το τουφέκι του κατεβασμένο.

Το κρυσταλλικό ον που είχε ανθρώπινη μορφή αλλά το πρόσωπό του και τα χέρια του δεν φαίνονταν, θολά καθώς ήταν, είπε γελώντας: «Κοίταζε τον Σαρακμα’ό’οκ’ραθ για πολύ, και ποτέ δεν θα ξανακοιτάξεις αλλού, φωτογράφε!»

Τα λόγια του ήταν σαν παγωμένο νερό πάνω στο μυαλό του Φρανκ. Τον ξύπνησαν. Και μαζί ξύπνησαν έναν παγερό τρόμο. Το βλέμμα του στράφηκε στον άντρα. Προσπάθησε να διακρίνει το πρόσωπό του, αλλά ήταν αδύνατον. Κάτι σαν κρύσταλλος το έκανε θολό. Κάτι σαν κρυστάλλινη μάσκα. Τα χαρακτηριστικά του δεν φαίνονταν.

«…Τι» – ο Φρανκ ξεροκατάπιε – «θέλετε;…»

Ο απρόσωπος άντρας γέλασε. «Εσένα,» είπε εμφατικά.

«Τι…;» Ο Φρανκ είχε ξαφνικά μια έντονη ανάγκη για κατούρημα.

«Ήρθες να γνωρίσεις το Κρυσταλλικό Πεδίο· γι’αυτό δεν ήρθες;»

Ο Φρανκ, μην ξέροντας τι άλλο να κάνει, κατένευσε. Ύψωσε τη φωτογραφική μηχανή που κρεμόταν απ’τον λαιμό του, για να δείξει ότι απλά ήθελε να τραβήξει φωτογραφίες.

«Ναι,» είπε ο απρόσωπος άντρας. «Και τώρα θα έχεις την ευκαιρία να το γνωρίσεις από πολύ κοντά. Να καταλάβεις ακριβώς τι είναι η κρυσταλλική δομή των όντων. Θέλεις;»

«Η… η κρυστ… κρυστ…»

«Η κρυσταλλική δομή των όντων, φίλε μου. Θα σου δείξω τι σημαίνει να ζεις πραγματικά επάνω στη Σεργήλη. Ναι, ή όχι;»

Ο Φρανκ δεν ήξερε τι ν’απαντήσει.

«Θα είσαι όπως κανένας άλλος άνθρωπος δεν είναι,» του είπε ο απρόσωπος άντρας. Και στράφηκε στο κρυσταλλικό έντομο παραδίπλα, το οποίο ήταν ψηλότερο από εκείνον. Του μίλησε σε μια γλώσσα που ο Φρανκ δεν κατανοούσε, και το μακρύ κεντρί του εντόμου ήρθε προς τον Φρανκ.

«Όχι!» τσύριξε εκείνος, και ύψωσε το τουφέκι του–

Ο απρόσωπος άντρας αμέσως άρπαξε το όπλο με το ένα χέρι και τσάκισε τα μέταλλα μέσα στη γροθιά του, λύγισε την κάννη προς τα κάτω!

Ο Φρανκ ξεφώνισε, περίτρομος.

«Μπορείς να κατουρήσεις τώρα,» του είπε ο απρόσωπος άντρας, «αν θέλεις.» Σαν να ήξερε ακριβώς τι αισθανόταν ο Φρανκ.

Το κρυσταλλικό έντομο μίλησε, τότε, λέγοντας κάτι που έμοιαζε να έχει ερωτηματική χροιά.

Ο απρόσωπος άντρας απάντησε στην ίδια ακατανόητη γλώσσα, γελώντας.

Και, ενώ ο Φρανκ κατουριόταν επάνω του, το κεντρί του εντόμου τον κάρφωσε στα αριστερά πλευρά.

Ο Φρανκ ούρλιαξε: «ΟΟΟΟΟΧΧΧΙΙΙΙΙΙ!»

«Μην αντιστέκεσαι,» τον συμβούλεψε, σχεδόν φιλικά, ο απρόσωπος άντρας, κρατώντας γερά τον αριστερό του ώμο με το ένα χέρι, σαν ατσάλινη μέγγενη. «Μην αντιστέκεσαι, και ο Κρύσταλλος θα αντικαταστήσει την παλιά σου μορφή. Θα γίνεις σαν εμένα, αν και… όχι ακριβώς.» Γέλασε βροντερά, σφίγγοντας τον ώμο του Φρανκ πιο δυνατά.

Αλλά ο Φρανκ ίσα που άκουσε τα λόγια του καθώς ένιωθε κάτι να εισβάλει στο σώμα του από το κεντρί του εντόμου και να τρέχει μέσα του, προς κάθε κατεύθυνση. Σαν μυριάδες μικρά, μικρά πλάσματα. Σαν κάτι βγαλμένο από εφιάλτες. Ο Φρανκ ούρλιαζε καθώς πάλευε να το αποτινάξει.

«Μην αντιστέκεσαι, ανόητε!» του είπε ο απρόσωπος άντρας. «Δέξου του, αλλιώς θα πεθάνεις!»

Ο Φρανκ, όμως, τώρα δεν τον άκουγε καθόλου, χαμένος μέσα στον πόνο και στον πανικό. Αντιστάθηκε στα αμέτρητα μικρά, μικρά πλάσματα που προσπαθούσαν να μετασχηματίσουν το σώμα του: και το σώμα του διαλύθηκε.

Έγινε κομμάτια, σαν να το είχαν σκίσει δεκάδες – εκατοντάδες – μικροσκοπικά περιστρεφόμενα ξυράφια. Έγινε μια μάζα σάρκας και αίματος, μέσα από την οποία κόκαλα, εντόσθια, και μυαλά εύκολα διακρίνονταν.

Ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ έστρεψε, τότε, την τρομερή μουσούδα του προς τον Καρνάδη και ρώτησε στη γλώσσα που ο Καρνάδης είχε, με τρομερή ταχύτητα, μάθει μέσα στο Κρυσταλλικό Πεδίο όπου μια στιγμή είναι μια αιωνιότητα: «Πού θα πάμε τώρα, Απελευθερωτή; Ο καιρός έχει περάσει, για εμάς…»

«Οπουδήποτε!» φώναξε ο Καρνάδης. «ΟΠΟΥΔΗΠΟΤΕ!»

Τώρα που η κρυσταλλική ματιά ήταν για πάντα δική του, το ίδιο δική του ήταν κι ολόκληρη η Σεργήλη!

Ένα
Το Ανακάτεμα της Τράπουλας

Κάποτε, όταν ήταν νέος, ήθελε να γίνει ιερέας της Λόρκης. Είχε ακολουθήσει τις οδηγίες ενός άλλου ιερέα, πολύ γηραιότερου και τώρα πλέον νεκρού. Είχε περάσει από όλες τις δοκιμασίες. Τα είχε καταφέρει. Αλλά ιερέας της Λόρκης ακόμα δεν ήταν.

Ήταν κάτι παρεμφερές, ίσως, και πολύ πιο παράξενο.

Κάτι μοναδικό επάνω στη διάσταση της Σεργήλης, απ’ό,τι γνώριζε.

Ήταν ο Μπαλαντέρ της Λόρκης.

Όταν είχε περάσει από εκείνη την τελευταία δοκιμασία του γέρο-ιερέα, ο γέρο-ιερέας είχε υψώσει μπροστά του ένα φύλλο της Τράπουλας της Πανούργου Κυράς, και ο Αργύριος είχε δει τον εαυτό του να αντανακλάται εκεί όπως θα τον έβλεπε μέσα σ’έναν καθρέφτη. Ήταν εκείνος.

Ήταν ο Μπαλαντέρ της Λόρκης.

Και εξακολουθούσε, ύστερα από πάνω από τριάντα χρόνια, να είναι ο Μπαλαντέρ της Λόρκης. Για πάντα θα ήταν ο Μπαλαντέρ της Λόρκης. Ακόμα και μετά το θάνατό του. Όταν πέθαινε, ίσως απλά να επέστρεφε στην τράπουλα.

Την τράπουλα που, κατά καιρούς – όχι και τόσο σπάνια – άκουγε να ανακατεύεται μέσα στο μυαλό του, όταν αόρατες δυνάμεις κινούνταν επάνω στη διάσταση της Σεργήλης.

Και τώρα πάλι ο Αργύριος άκουγε το ανακάτεμα της τράπουλας…

Ήταν καθισμένος σε μια πέτρα, κάτω από ένα γέρικο δέντρο. Πιο γέρικο από εμένα, όφειλε να παρατηρήσει υπομειδιώντας. Είχε βγάλει ένα μήλο από τον σάκο του και, καθαρίζοντας το περίβλημα μ’ένα μαχαίρι, το έτρωγε αργά.

Αναλογιζόταν το όνειρο που τον είχε ξυπνήσει πριν από κανένα μισάωρο, μια ώρα ύστερα από την ανατολή του ήλιου. Είχε δει μια γυναίκα να στέκεται πάνω σε μια σκηνή γεμάτη φώτα και ολογράμματα και να τραγουδά – να τραγουδά ένα τραγούδι που ο Αργύριος ήταν βέβαιος πως είχε ξανακούσει μα δεν το θυμόταν. Τα ονειρικά λόγια είχαν σβήσει μέσα στο μυαλό του. Αλλά όχι και η όψη της τραγουδίστριας. Αυτή ήξερε ακριβώς ποια ήταν…

Έπειτα, το όνειρο είχε αλλάξει – και παραξενέψει. Ο Αργύριος είχε δει έναν γρύπα με τροχούς – κάτι ανάμεσα σε μηχανικό όχημα και βιολογικό πλάσμα – και μέσα του, στη θέση του οδηγού, καθόταν μια γυναίκα με κράνος στο κεφάλι, γυαλιά στα μάτια, και αδάχτυλα γάντια στα χέρια. Ο Αργύριος δεν μπορούσε να είναι βέβαιος αλλά είχε την εντύπωση πως ήταν η ίδια γυναίκα: αυτή από την αρχή του ονείρου του.

Το οποίο όνειρο είχε, μετά, αλλάξει ξανά· είχε γίνει ακόμα πιο παράξενο. O Αργύριος είχε, τότε, την αίσθηση ότι ήταν μέρος ενός αλλόκοτου όντος, ενός μεταμορφωμένου όντος, και πετούσε, και είχε δυνάμεις που του ήταν δύσκολο τώρα να θυμηθεί… Το πλάσμα αυτό, πάντως, αποτελείτο από ακόμα ένα άτομο εκτός από εκείνον.

Τελειώνοντας το μήλο του, το πέταξε παραδίπλα, σκούπισε το μεγάλο μαχαίρι πάνω σ’ένα μαντήλι, και το θηκάρωσε.

Το άλογό του, ο Ανεμοπόδης, που στεκόταν παράμερα, χρεμέτισε.

Γέρικο άλογο για κάποιον γέρο σαν εμένα…

Αν και, αντικειμενικά, δεν ήταν και τόσο γέρος. Στα πενήντα-έξι τους άλλοι δεν θεωρούν τους εαυτούς τους γέρους. Αλλά ο Αργύριος νόμιζε ότι είχε δει πάρα πολλά όλ’ αυτά τα χρόνια, και τούτο μονάχα ήταν αρκετό για να τον καθιστά γέρο.

Το άλογο, ωστόσο, ήταν αντικειμενικά γέρικο. Κανονικά θα μπορούσε να ήταν νεκρό. Ο Αργύριος αναρωτιόταν αν οι δικές του μυστηριακές δυνάμεις ήταν που φόρτιζαν με ζωή τον Ανεμοπόδη.

«Εγώ σε κρατάω ακόμα εδώ, παλιόφιλε;» είπε καθώς σηκωνόταν από την πέτρα για να πλησιάσει το άλογο και να του χαϊδέψει τη χαίτη. «Θες να φύγεις αλλά εγώ σε κρατάω ακόμα εδώ;»

Ο Ανεμοπόδης ρουθούνισε σαν για ν’αποκριθεί Μη λες ανοησίες τώρα, Αργύριε, και έτριψε τη μουσούδα του πάνω στον ώμο του αφέντη του.

Ο Αργύριος χαμογέλασε, και μετά σέλωσε και χαλίνωσε το άλογο. Το έπιασε από τα γκέμια κι άρχισε να βαδίζει, αργά, χωρίς βιασύνη. Δεν ήταν πια μακριά από τα περίχωρα της Θακέρκοβ…

Όταν έφτασε κοντά τους, από εκεί όπου βρισκόταν, επάνω σ’έναν λοφίσκο, μπορούσε ν’αγναντέψει τις πολυκατοικίες της μεγάλης πόλης, καθώς και τον ποταμό Κάλμωθ που περνούσε από μέσα της, και τις σιδηροδρομικές γραμμές που περνούσαν από τις δυτικές παρυφές της, και το πρόχειρο, μικρό χωριό που είχε στηθεί στα δυτικά της, πλάι στον σιδηρόδρομο, για το ράλι που σύντομα φαινόταν ότι θα διεξαγόταν σε τούτες τις περιοχές. Σημαίες κυμάτιζαν γύρω από το χωριό και μέσα του. Κόσμος ήταν συγκεντρωμένος. Τα μέταλλα οχημάτων γυάλιζαν. Καβαλάρηδες διακρίνονταν να καλπάζουν στην περιοχή κοντά του, επάνω στα άλογά τους. Γρυποκαβαλάρηδες φαίνονταν να έρχονται και να φεύγουν από εκεί, με τους γρύπες τους να φτερουγίζουν ζωηρά.

Ο Αργύριος βάδισε προς το χωριό του ράλι, τραβώντας τον Ανεμοπόδη πίσω του, ήρεμα. Η κάπα του ανέμιζε γύρω από τους ώμους του στον παγερό χειμερινό αέρα που ερχόταν από τα νότια, από τη Ραχοκοκαλιά και τις πηγές του ποταμού Κάλμωθ. Η κουκούλα ήταν σηκωμένη στο κεφάλι του.

Το ανακάτεμα της τράπουλας ψιθύριζε μέσα στο μυαλό του.

Μουσικές άρχισαν να φτάνουν στ’αφτιά του: μουσικές από το χωριό.

Και καθώς πλησίαζε εκεί, απέχοντας πλέον λιγότερο από ένα χιλιόμετρο, είδε έναν νεαρό νάρχεται προς το μέρος του. Είχε δέρμα καφετί, όπως έχουν συνήθως αυτοί που ζουν στις νότιες ερήμους, και όψη προβληματισμένη. Ένα πέτσινο πανωφόρι τον προστάτευε από τον κρύο αέρα.

«Συγνώμη, κύριε,» είπε. «Θα παρακολουθήσετε το ράλι;»

«Μπορεί,» αποκρίθηκε ο Αργύριος.

«Έχετε εισιτήριο;» ρώτησε ο νεαρός, και ο Αργύριος ήξερε ξαφνικά ότι αυτή δεν ήταν σύμπτωση. Δεν ήταν μια φυσιολογική σύμπτωση, τουλάχιστον. Ήταν από εκείνες τις συμπτώσεις που γέμιζαν τη ζωή του από τότε που έγινε Μπαλαντέρ της Λόρκης.

«Όχι ακόμα.»

«Μπορείτε, τότε, να πάρετε αυτό, αν θέλετε.» Ο νεαρός έβγαλε ένα εισιτήριο από την τσέπη του και το έτεινε προς τον Αργύριο.

Τα εισιτήρια στα ράλι δεν είναι και τόσο φτηνά, σκέφτηκε αμέσως εκείνος, και κοιτάζοντας την τιμή επάνω στο χαρτί διαπίστωσε πως ούτε και σε τούτο το συγκεκριμένο ράλι ήταν. «Γιατί μου το δίνεις;»

«Το είχε αγοράσει ένας φίλος μου, αλλά αρρώστησε κι αποκλείεται να μπορεί να έρθει. Δεν ξέρω κανέναν άλλο που να το θέλει, και είστε ο τρίτος που κατά τύχη συνάντησα.» Ανασήκωσε τους ώμους. «Οι άλλοι δύο είχαν εισιτήρια ήδη.»

«Σ’ευχαριστώ,» του είπε ο Αργύριος παίρνοντας το εισιτήριο. «Αλλά πρέπει να σε πληρώσω, φυσικά.»

«Όχι,» διαφώνησε ο νεαρός, «δε χρειάζεται. Πραγματικά, κύριε, δε χρειάζεται. Να είστε καλά.» Κι έφυγε, βαδίζοντας γρήγορα.

Ναι, σίγουρα μια από τις παράξενες συμπτώσεις της ζωής του Μπαλαντέρ της Λόρκης. «Φαίνεται, Ανεμοπόδη,» είπε ο Αργύριος, «πως κάτι με οδηγεί σε τούτο το ράλι.» Κι αναρωτιέμαι αν κι αυτή η τραγουδίστρια από το όνειρό μου θα είναι εκεί…

*

Πριν από τρεις ημέρες, νιώθοντας πάλι το ανακάτεμα της αόρατης τράπουλας μέσα στο μυαλό του, ο Αργύριος, καθισμένος στην τραπεζαρία ενός πανδοχείου σε μια μικρή πόλη πολλά χιλιόμετρα δυτικά της Θακέρκοβ, έβγαλε από τον σάκο του την Τράπουλα της Πανούργου Κυράς. Μια τράπουλα με υλική υπόσταση και γνωστή σε πολλούς πάνω στη Σεργήλη, ιερωμένους της Λόρκης και μη. Ορισμένοι, μάλιστα – αυτοί που δεν συμπαθούσαν τη Λόρκη, όπως οι ιέρειες της Αρτάλης – τη θεωρούσαν βλάσφημη.

Η Τράπουλα της Πανούργου Κυράς είχε ποικίλες χρήσεις. Κάποιοι τη χρησιμοποιούσαν απλώς για να παίζουν παιχνίδια. Ο Αργύριος τώρα δεν είχε παιχνίδια στο μυαλό του.

Ανακάτεψε τα φύλλα, καθισμένος σ’ένα γωνιακό τραπέζι της αίθουσας, ενώ από τα ηχεία του πανδοχείου ακουγόταν το τραγούδι Γηγενείς Ταξιδευτές, της Ελοντί Αλλόγνωμης. Τράβηξε τρία τραπουλόχαρτα και τα άπλωσε κλειστά μπροστά του, πλάι στο ψηλό ποτήρι με τη μπίρα του.

Γύρισε το πρώτο φύλλο:

Το Δώδεκα των Πόλεων. Εικόνα: Δώδεκα πολυκατοικίες, τρεις κρυμμένες πίσω από άλλες τρεις πίσω από άλλες τρεις πίσω από άλλες τρεις, σκοτεινές με μόνο μερικά παράθυρα να φωτίζονται. Το μεγαλύτερο φύλλο των Πόλεων. Συμβολίζει, συνήθως, κάτι απλωμένο σε αστικές περιοχές· μια διάδοση· μια φήμη· ειδήσεις· εξάπλωση· επίδραση· μεγάλη επιρροή…

Γύρισε το δεύτερο φύλλο:

Το Τρία της Απάτης. Εικόνα: Τρεις μάσκες που γέρνουν η μία προς τη μεριά της άλλης, μοιάζοντας να συνωμοτούν. Συμβολίζει, συνήθως, κάποια μηχανορραφία, ίσως μεταξύ τριών· κάποιο καταχθόνιο σχέδιο που ξεκινά από έναν βασικό πυρήνα· μοχθηρή ραδιουργία· κρυφές κινήσεις· κακός έλεγχος…

Γύρισε το τρίτο φύλλο:

Ο Δείκτης των Μυστηρίων – ένα από τα εξέχοντα φύλλα της τράπουλας. Εικόνα: τρεις βελόνες που θυμίζουν βελόνες πυξίδας και ξεκινούν από ένα κοινό κέντρο αλλά οι δύο δείχνουν προς τα πάνω και η τρίτη προς τα κάτω (ή ανάποδα – αναλόγως πώς κοιτάζεις το φύλλο), σχηματίζοντας ένα Υ. Συμβολίζει, συνήθως, κάποια μυστηριώδη δύναμη ακατανόητης φύσης· κάποια αίρεση· καινούργιες αντιλήψεις· καινούργιες θρησκευτικές αρχές ή πεποιθήσεις…

Του Αργύριου όλα αυτά τού δημιουργούσαν μια πολύ δυσοίωνη αίσθηση. Κάτι είχε ξεκινήσει να συμβαίνει στη Σεργήλη. Κάτι μεγάλο.

Ένας άντρας μπήκε τότε στο πανδοχείο, μίλησε στον ιδιοκτήτη για λίγο, και μετά κόλλησε μια μεγάλη αφίσα στον τοίχο όπου ήταν κολλημένες κι άλλες. Τα μάτια του Αργύριου εστιάστηκαν επάνω της:

Διαφήμιζε ένα ράλι που σύντομα θα διεξαγόταν στη Θακέρκοβ, ξεκινώντας από τα δυτικά περίχωρα της μεγαλούπολης και τελειώνοντας πάλι εκεί.

Δύο
Σύμμαχοι και Ακόλουθοι

Στην αρχή, δεν είχαν κανένα σχέδιο. Δεν ήξεραν τι να κάνουν με την καινούργια τους δύναμη.

Ο Καρνάδης, μάλιστα, δεν ήξερε καν τι είδους σύμμαχοι ήταν ακριβώς αυτοί που είχε αποκτήσει μέσα στο Κρυσταλλικό Πεδίο. Είχε μόνο μια γενική, συγκεχυμένη εντύπωση γι’αυτούς, όπως την εντύπωση που αποκομίζει κανείς από τα όνειρα. Ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ και ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ δεν ήταν από τη Σεργήλη, τούτο ήταν το μόνο βέβαιο· είχαν έρθει από άλλη διάσταση (ή από άλλες διαστάσεις) πριν από πολλούς αιώνες.

Καθώς ταξίδευε μαζί τους προς τα ανατολικά, ανακαλύπτοντας στον δρόμο διάφορα για τον καινούργιο του εαυτό και για τους νεοαπόκτητους συντρόφους του, τους ρώτησε στην αλλόκοτη γλώσσα τους: «Τι ζητάτε τώρα εδώ; Τι θέλετε από τη Σεργήλη;»

Εκδίκηση, ήταν η απάντηση που πήρε.

Εκδίκηση.

«Από ποιους; Όποιοι κι αν γνωρίσατε στην εποχή σας δεν μπορεί σήμερα νάναι ζωντανοί.»

Οπότε, ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ – το τρομερό κρυσταλλικό έντομο – του ανέφερε κάτι αλλόκοτα ονόματα που το μυαλό του Καρνάδη μετά βίας μπορούσε να συλλάβει και, μάλλον, νόμιζε, μόνο επειδή τώρα είχε αποκτήσει νέες δυνάμεις.

Ποιοι ήταν οι κάτοχοι αυτών των ονομάτων; Δεν μπορεί να ζούσαν τώρα!

«Οντότητες που κατοικούν εκεί!» του είπε ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ, καθώς κάθονταν οι τρεις τους κάτω από τον έναστρο νυχτερινό ουρανό, και ύψωσε το μακρύ κεντρί της μουσούδας του προς το φεγγάρι. «Αλλά τότε υπήρχαν κι άλλα φεγγάρια, Απελευθερωτή.»

«Κι άλλα φεγγάρια;… Αποκλείεται, πάντως, κάποιοι να ζουν ακόμα εκεί πάνω. Δεν μπορεί!»

Ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ γέλασε, και το γέλιο του θύμιζε ζουζούνισμα εντόμου που ηχεί μέσα από κρυστάλλινο περίβλημα. «Ζουν. Αν όχι όλοι, οι περισσότεροι. Μη μετράς τα χρόνια όπως τα μετρούσες ώς τώρα, Απελευθερωτή. Δεν είναι άνθρωποι όπως ήσουν.»

«Και έχεις κανένα σχέδιο για να φτάσεις στο φεγγάρι; Μπορείς να πετάξεις μέχρι εκεί;»

«Όχι.» Η φωνή του αντηχούσε οργισμένη.

Ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ – το πελώριο κρυσταλλικό φίδι – σύριξε, τυλιγμένος καθώς ήταν σαν προστατευτικό τείχος γύρω από τον Καρνάδη και τον Ζορκολ’ζορκά’αβάθ. Σύριξε οργισμένα, και είπε: «Δε μπορούμε να τους νικήσουμε, Ζορκολ’ζορκά’αβάθ! Εξακολουθούμε να είμαστε ηττημένοι. Δεν μπορούμε να πετάξουμε εκεί πάνω! Ο Απελευθερωτής μάς ελευθέρωσε από τον Κρύσταλλο, αλλά ο Κρύσταλλος μάς έχει μεταμορφώσει – μας κρατά ακόμα δέσμιους! Δεν είμαστε αληθινά ελεύθεροι!»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ, «δεν μπορούμε να ταξιδέψουμε εκεί πάνω, στο οχυρό τους. Αλλά μπορούμε να τσακίσουμε τους συμμάχους τους επάνω στη γη της Σεργήλης!»

Ο Καρνάδης γέλασε. «Ποιους συμμάχους τους; Δεν υπάρχει κανένας που να πιστεύει καν σε παράξενα όντα στο φεγγάρι!»

«Η Σιδηρά Δυναστεία δεν υπάρχει πλέον;» απόρησε ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ.

«Αδύνατον!» σύριξε ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ.

Ο Καρνάδης συνοφρυώθηκε πίσω από το κρυσταλλικό πλέγμα που τύλιγε την όψη του. «Η Σιδηρά Δυναστεία;…» μουρμούρισε. Και πιο δυνατά: «Έχω ακούσει για μια τέτοια οργάνωση. Είναι μυστική οργάνωση του υπόκοσμου – αν είναι καν πραγματική.»

Ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ και ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ γέλασαν μαζί. «Είσαι τρελός;» σύριξε ο δεύτερος, ατενίζοντας τον Καρνάδη μ’ένα μεγάλο, γυαλιστερό φιδίσιο μάτι. «Η Δυναστεία οργάνωση του υπόκοσμου; Είσαι τρελός;»

«Εγώ,» είπε ο Καρνάδης, «αυτό έχω ακούσει – και μόνο ως φήμη: τίποτα περισσότερο. Δεν ξέρω για καμια άλλη Σιδηρά Δυναστεία.»

Ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ ζουζούνισε πίσω από το κρυσταλλικό του περίβλημα: «Η Σιδηρά Δυναστεία είναι άρχοντες και προστάτες της Σεργήλης. Και σύμμαχοι των όντων του φεγγαριού που ακόμα φαίνεται στους ουρανούς σας.»

«Σίγουρα, κάνεις κάποιο λάθος… Συνωνυμία, πιθανώς. Δεν υπάρχει τέτοια Σιδηρά Δυναστεία που αναφέρεις.»

Οι δύο κρυσταλλικοί δαίμονες έμειναν, τότε, σιωπηλοί για λίγο. Μετά, ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ είπε: «Πολλά έχουν αλλάξει, προφανώς.»

«Και η Σιδηρά Δυναστεία επίσης,» είπε ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ. «Αλλά εξακολουθεί να υπάρχει. Αποκλείεται να είναι συνωνυμία.»

«Ναι. Αποκλείεται.»

*

Στο δρόμο τους προς τα ανατολικά, συνάντησαν ένα όχημα που κι αυτό προς τα ανατολικά πήγαινε. Ένα φορτηγό της εταιρείας Ενεργειακός Οίνος. Και ο Καρνάδης σκέφτηκε πως θα ήταν καλό να το πάρουν για τον εαυτό τους. Θα δοκίμαζαν και τις καινούργιες δυνάμεις τους έτσι.

Σωστά;

«Ό,τι επιθυμείς εσύ, Απελευθερωτή,» αποκρίθηκε ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ.

«Ναι!» σύριξε ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ, λιγάκι ανυπόμονα, και σύρθηκε, με μεγάλη ταχύτητα, προς το ψηλό οκτάτροχο φορτηγό, για να σταθεί στο διάβα του, να του κλείσει τον δρόμο με τον πελώριο κρυσταλλικό όγκο του. Η ουρά του ορθώθηκε πίσω του, σχηματίζοντας σπείρες μέσα σε σπείρες μέσα σε σπείρες, διαρκώς περιδινούμενες.

Ο οδηγός του οχήματος υπνωτίστηκε από την επίδρασή τους. Πατώντας το φρένο σταμάτησε τους οκτώ τροχούς, μένοντας κοκαλωμένος πίσω από το τζάμι του μπροστινού παραθύρου, κοιτάζοντας το πελώριο ερπετό. Ήταν απόγευμα, και το φως του ήλιου έκανε μυριάδες ανταύγειες επάνω στην κρυσταλλική αρματωσιά του Σαρακμα’ό’οκ’ραθ.

Οι πόρτες του φορτηγού, πάραυτα, άνοιξαν και οπλισμένοι μισθοφόροι πετάχτηκαν έξω, υψώνοντας τα τουφέκια τους. Αλλά κι εκείνοι στάθηκαν σαστισμένοι αντίκρυ στις περιδινούμενες σπείρες που διέγραφε η ουρά του γιγάντιου φιδιού. Τα μυαλά τους είχαν χαθεί μέσα σ’ένα αιφνίδιο ψυχεδελικό όνειρο…

«Τώρα,» είπε ο Καρνάδης, πλησιάζοντας από δίπλα μαζί με τον Ζορκολ’ζορκά’αβάθ, περνώντας μέσα από τη λιγοστή βλάστηση του τοπίου. «Τώρα!»

Και το ψηλό έντομο όρμησε καταπάνω στους μισθοφόρους, καρφώνοντας τον έναν μετά τον άλλο με το κεντρί του, στέλνοντας τον Κρύσταλλο μέσα στα σώματά τους σαν μόλυνση, σαν ιό. Οι μισθοφόροι έπεφταν στη γη, σπαρταρώντας, γρυλίζοντας. Ορισμένοι πυροβολούσαν ανεξέλεγκτα από δω κι από κει, αλλά ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ τούς χτυπούσε τα τουφέκια με το κεντρί του ή με κάποιο από τα τέσσερα μέλη του για να τα εκτοξεύσει μακριά απ’τα χέρια τους και να μην πετύχουν κανέναν απ’τους δικούς τους.

Δύο μισθοφόροι – ένας άντρας και μια γυναίκα – κατάφεραν, λόγω του προφανούς κινδύνου, να αποτινάξουν την υπνωτική επίδραση του Σαρακμα’ό’οκ’ραθ και πρόλαβαν να στρέψουν τα όπλα τους προς το γιγάντιο έντονο και να το πυροβολήσουν. Οι κάννες άστραψαν γρυλίζοντας θάνατο. Αλλά οι σφαίρες τους δεν διαπέρασαν την κρυσταλλική θωράκιση του Ζορκολ’ζορκά’αβάθ, και το κεντρί του στράφηκε καταπάνω τους, κάρφωσε τη γυναίκα στην κοιλιά. Ο άντρας έτρεξε να φύγει, όμως ο Καρνάδης βρέθηκε στο διάβα του. Τον άρπαξε και τον σήκωσε στον αέρα, πάνω απ’το κεφάλι του, με τρομερή ευκολία, γελώντας. Ύστερα τον πέταξε στη γη, μπροστά στον Ζορκολ’ζορκά’αβάθ, και το έντομο τον κέντρισε κι αυτόν, στέλνοντας τον Κρύσταλλο εντός του.

«Μην αντιστέκεστε!» φώναξε ο Καρνάδης σ’αυτούς που σπαρταρούσαν στο έδαφος. «Αφήστε τον Κρύσταλλο να σας αλλάξει – να σας βελτιώσει! Μην αντιστέκεστε, γιατί θα καταστραφείτε!»

Αλλά ήταν ανόητοι και αντιστέκονταν, και τα σώματά τους κομματιάζονταν σαν από αμέτρητες μικρές λεπίδες που τους έσχιζαν από μέσα προς τα έξω, περιστρεφόμενες με μένος, τινάζοντας αίμα και ζωτικά όργανα.

Τι ανόητοι… Δεν ήξεραν τι δώρο έχαναν!

Ο Καρνάδης ανέβηκε, από μια πλαϊνή πόρτα, στο εσωτερικό του φορτηγού. Εκεί βρήκε ένα μεγάλο φορτίο από ενεργειακές φιάλες διαφόρων μεγεθών, καθώς και τρεις υπαλλήλους της εταιρείας που είχαν ζαρώσει σε μια γωνία. Ο οδηγός καθόταν ακόμα στο τιμόνι, ατενίζοντας υπνωτισμένος τις σπείρες του Σαρακμα’ό’οκ’ραθ.

«Τι θέλετε;» ρώτησε ο Καρνάδης τούς υπαλλήλους, μπορώντας να διακρίνει τον τρόμο τους μέσα από την κρυσταλλική δομή των όντων. «Να πεθάνετε ή να γίνετε θεοί;»

Τον κοίταζαν με γουρλωμένα μάτια, περίφοβοι, άφωνοι.

Ο Καρνάδης γέλασε. «Εσύ,» είπε στον έναν, «μάλλον είσαι εδώ επειδή ο αστράγαλός σου είναι στριμμένος. Κάπου χτύπησες.»

Ο άντρας ξεροκατάπιε.

«Εσύ,» είπε ο Καρνάδης στον άλλο, «θα έπρεπε να κοιμάσαι καλύτερα. Τρεις ώρες έχεις κοιμηθεί απόψε, έτσι δεν είναι;» Κι όταν δεν έλαβε απάντηση: «Έτσι δεν είναι;»

Ο άντρας κατένευσε, απορώντας πώς αυτός ο δαίμονας ήξερε τόσα.

«Κι εσύ,» είπε ο Καρνάδης στη μοναδική γυναίκα ανάμεσά τους, «έχεις περίοδο αυτές τις μέρες.»

Εκείνη έμεινε σιωπηλή, με το γαλανό δέρμα της αδυνατισμένο, με τα χείλη της σφιγμένα.

«Θέλετε να έχετε τις γνώσεις μου;» τους ρώτησε ο Καρνάδης. «Θέλετε να είστε σαν θεοί ανάμεσα στους ανθρώπους; Ή προτιμάτε να πεθάνετε; Μιλήστε τώρα.»

«Θα…» ψέλλισε ο δεύτερος άντρας – αυτός που δεν είχε κοιμηθεί καλά, «θα έρθουμε μαζί σου. Δεν έχουμε πρόβλημα.»

Ο Καρνάδης γέλασε. «Νομίζετε ότι σας δουλεύω…» Το καταλάβαινε: κανένας τους δεν τον πίστευε. Το διάβαζε στην κρυσταλλική δομή των όντων. «Ακολουθήστε με, ανόητοι!» Και κατέβηκε από το ψηλό όχημα.

Οι υπάλληλοι της εταιρείας τον ακολούθησαν, αμίλητα, υπάκουα, γεμάτοι απόκοσμο τρόμο.

Κι αντικρίζοντας τον Ζορκολ’ζορκά’αβάθ άρχισαν να τρέμουν φανερά· εκείνος με τον χτυπημένο αστράγαλο έπεσε στα γόνατα.

«Μη σας τρομάζει ο φίλος μου,» τους είπε ο Καρνάδης. «Αυτός είναι που θα σας δώσει το δώρο που σας υποσχέθηκα.»

Πλησίασε την πόρτα πλάι στον οδηγό, που ήταν ακόμα υπνωτισμένος. Την άνοιξε και, απότομα, τον τράβηξε έξω σαν να ήταν πάνινη κούκλα, στέλνοντάς τον να κοπανήσει στο έδαφος. Εκείνος φάνηκε να ξυπνά απρόσμενα από κάποιο όνειρο, και τινάχτηκε πάνω ουρλιάζοντας.

Ο Καρνάδης τον άρπαξε από τον ώμο, και το χέρι του ήταν δυνατό σαν μέγγενη, ακινητοποιώντας τον καθώς του πίεζε τα νεύρα. «Δες, καθώς ξυπνάς από τον ύπνο σου. Δες, χωρίς να φωνάζεις.»

Και προς τους τρεις άλλους υπαλλήλους: «Βλέπετε όλους αυτούς τους νεκρούς ολόγυρά σας; Αυτοί αντιστάθηκαν στον Κρύσταλλο! Όποιος αντιστέκεται στον Κρύσταλλο γίνεται κομμάτια! Τώρα, που ο Κρύσταλλος έρχεται να μεταμορφώσει εσάς, μην αντισταθείτε. Δεχτείτε τον μέσα σας!»

Και ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ κάρφωσε με το κεντρί του τον άντρα που είχε κοιμηθεί λίγο. Τον τρύπησε στα πλευρά, κι εκείνος κραύγασε κι άρχισε να σφαδάζει.

«Μην αντιστέκεσαι!» του φώναξε ο Καρνάδης. «Δέξου τον Κρύσταλλο, αλλιώς θα διαλυθείς σαν τους άλλους!»

Ο άντρας κατάφερε, κάπως, να καταπολεμήσει τον πανικό του και να μην αντισταθεί. Το σώμα του, σταδιακά, άλλαξε: Μέσα από το δέρμα του φύτρωσε μια κρυσταλλική υφή που πλήθυνε μέχρι που τον τύλιξε, σκεπάζοντας το πρόσωπό του πίσω από μια θολή μάσκα, ενώ εκείνος ήταν ξαπλωμένος στο χώμα και ακίνητος.

Οι άλλοι δύο υπάλληλοι τον ατένιζαν έντρομοι, με μάτια γουρλωμένα. Ο άντρας με τον τραυματισμένο αστράγαλο είχε καταφέρει να ορθωθεί, και η γυναίκα τον συγκρατούσε για να μην ξαναπέσει.

«Σήκω!» πρόσταξε ο Καρνάδης τον κρυσταλλωμένο άντρα, κι εκείνος, αργά, σηκώθηκε από τη γη. Μέσα από τα ρούχα του μονάχα κρυσταλλική υφή φαινόταν στα μάτια των άλλων δύο υπαλλήλων και του οδηγού. Κανένας δεν μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό του.

Ο Καρνάδης, όμως, το διέκρινε. Η κρυστάλλινη μάσκα δεν εμπόδιζε τη δική του ματιά. Και αναγνώριζε τον πρώτο του ακόλουθο.

«Βλέπεις τι δώρο σού χάρισα;» τον ρώτησε.

Ο κρυσταλλωμένος άντρας κοίταζε τον οδηγό και τους δύο συναδέλφους του και τον Καρνάδη και τον Ζορκολ’ζορκά’αβάθ και τον Σαρακμα’ό’οκ’ραθ. Κοίταζε σαν πριν να ήταν τυφλός και τώρα να είχε αποκτήσει μάτια.

«Τι μου έκανες;» φώναξε. «Τι… τι είναι αυτά που βλέπω; Βλέπω… βλέπω αυτά που μας είπες εσύ πριν! Βλέπω ότι ο Αλλάνδρης είναι χτυπημένος στον αστράγαλο, και ότι η Θάρφι έχει περίοδο. Και άλλα γι’αυτούς, επίσης. Βλέπω–»

«Αρκετά!» τον διέκοψε ο Καρνάδης.

«Και…» πρόσθεσε ο πρώτος του ακόλουθος, «αισθάνομαι μια… συγγένεια μαζί σου. Έναν βαθύ… δεσμό.»

«Επειδή εγώ προήλθα από τη μήτρα του Κρυστάλλου που σε μεταμόρφωσε.»

«Ποιος είσαι;»

«Ο Απελευθερωτής.»

Ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ κάρφωσε τότε τη γυναίκα με το κεντρί του, κι εκείνη ούρλιαξε, ξαφνιασμένη. Αλλά δεν αντιστάθηκε: πέφτοντας στη γη, το σώμα της καλύφτηκε σταδιακά από κρύσταλλο. Κι όταν σηκώθηκε τελικά όρθια, είπε στον Καρνάδη:

«Έχεις δίκιο – είμαστε θεοί!»

Ο Καρνάδης γέλασε.

«Είμαστε αθάνατοι;» ρώτησε ο πρώτος του ακόλουθος. «Τα σώματά μας… τα βλέπω διαφορετικά. Δεν είναι όπως του Αλλάνδρη, ούτε όπως του οδηγού.»

«Δεν ξέρω αν είμαστε αθάνατοι,» απάντησε ο Καρνάδης, «αλλά πολύ σύντομα νομίζω ότι θα το ανακαλύψουμε. –Ποιο είναι το όνομά σου;»

«Αριστώνυμος, Απελευθερωτή.»

«Τι θα κάνουμε τώρα, Απελευθερωτή;» ρώτησε η κρυσταλλωμένη γυναίκα που ονομαζόταν Θάρφι, ενώ ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ τσιμπούσε τον Αλλάνδρη κι εκείνος άρχιζε να μεταμορφώνεται όπως οι δύο προηγούμενοι, να σκεπάζεται από κρύσταλλο. «Τι θα…; Έτσι όπως είμαστε… Πώς θα πάμε σε οποιαδήποτε πόλη;»

«Θα τους κάνουμε κι αυτούς σαν εμάς,» αποκρίθηκε ο Καρνάδης. «Ή, όσους περισσότερους μπορούμε.» Ελευθέρωσε τον οδηγό από τη λαβή του, κι εκείνος παραπάτησε τρίβοντας τον ώμο του.

«Μπορώ να φύγω;» ρώτησε. «Δε… δε θέλω να, να γίνω σαν εσάς! Σας παρακαλώ!»

Η Θάρφι γέλασε. Ο Αριστώνυμος γέλασε.

Ο Καρνάδης γρονθοκόπησε τον οδηγό στο κεφάλι, και το κρανίο του διαλύθηκε, τινάζοντας μυαλά και αίματα έξω. Το σώμα του κατέρρευσε σαν κατεστραμμένη μαριονέτα.

«Τι να πεις για όσους δεν αναγνωρίζουν ένα θαύμα όταν το αντικρίζουν με τα ίδια τους τα μάτια;» γρύλισε ο Καρνάδης.

Η κρυσταλλική υφή διαμορφωνόταν, εν τω μεταξύ, επάνω στο δέρμα του Αλλάνδρη καθώς εκείνος ήταν ξαπλωμένος στη γη, σκεπάζοντας το πρόσωπό του, κρύβοντας τα ανθρώπινά του χαρακτηριστικά από ανθρώπινα μάτια.

Αλλά δεν υπήρχαν πλέον ανθρώπινα μάτια εδώ για να τον κοιτάξουν.

Τρία
Μια Παλιά Φίλη

«Καλά, αυτή η γάτα σου πόσο χρονών είναι πια, Ραλίστα;» ρώτησε ο Βινάρης, καθισμένος στη θέση του συνοδηγού. «Πρέπει νάναι γριά.»

Η εν λόγω γάτα, που άκουγε στο όνομα Κλεισμένη, είχε μαύρο τρίχωμα με γκρίζες ραβδώσεις και ήταν κουλουριασμένη τεμπέλικα ανάμεσα στους δύο άντρες.

«Γριά;» είπε ο Ζορδάμης, κόβοντας ταχύτητα καθώς πλησίαζαν τη Θακέρκοβ από τα νότια. «Ελπίζω να μη σ’άκουσε, Βινάρη!»

Η Κλεισμένη κούνησε την ουρά της σαν να ήθελε να πει Σας ακούω, μαλάκες. Σας ακούω. Αλλά σας έχω κανονικά γραμμένους στις οπίσθιες πατούσες μου. Ο Ζορδάμης – γνωστός και ως Ραλίστας μέσα στην οικογένεια – χαμογέλασε, κοιτάζοντάς την με τις άκριές των ματιών του που ήταν κρυμμένα πίσω από σκούρα γυαλιά.

«Σοβαρολογώ, Ραλίστα. Καμια δεκαριά χρόνια μόνο είσαι παντρεμένος με την Αστερόπη, σωστά;»

«Αυτός είναι ο εντέκατος χρόνος,» διευκρίνισε ο Ζορδάμης, μη μπορώντας να πιστέψει πόσο γρήγορα είχε περάσει ο καιρός. Η έγγαμη ζωή ποτέ δεν θα περίμενε ότι θα του φαινόταν τόσο… περιπετειώδης. Αλλά, βέβαια, με μια γυναίκα σαν την Αστερόπη δεν ήταν ν’απορεί κανείς μ’αυτό. Τρεις μέρες ήταν χώρια, μία μέρα ήταν μαζί, έτσι όπως εκείνη τριγύριζε σ’όλη τη Σεργήλη για δουλειές της οικογένειας και εκείνος τριγύριζε από το ένα ράλι στο άλλο. Το γεγονός ότι είχαν προλάβει να κάνουν έναν γιο ήταν, ίσως, αξιοπερίεργο.

Αν και ο Ζορδάμης υποπτευόταν ότι πιθανώς οι απόψεις του να ήταν υπερβολικές πάνω σ’αυτό το θέμα.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Βινάρης. «Την Κλεισμένη την είχες μαζί σου από προτού παντρευτείς την Αστερόπη, και τότε δεν ήταν κανένα μικρό γατάκι.»

«Το ξέρεις ότι δεν είναι μια συνηθισμένη γάτα, Βινάρη. Έφαγε σφαίρα, την είδα να πεθαίνει στα χέρια μου, και μετά παρουσιάστηκε ξανά.»

«Ναι, εκεί δεν ήμουν όταν έγινε αυτό; Όταν ξαναπαρουσιάστηκε, δηλαδή… Αλλά ακόμα κι έτσι… Είναι αθάνατη; Δε γερνά;»

«Μπορεί,» είπε ο Ζορδάμης ανασηκώνοντας τους ώμους.

«Τι ακριβώς συμβαίνει μαζί της, Ραλίστα;»

«Δε σου έχω πει πώς τη βρήκα;»

«Όχι. Ή, ίσως, στην Άντχορκ, νομίζω πως ανάφερες κάποτε…»

«Στην Άντχορκ τη βρήκα, κλεισμένη μέσα σ’ένα μπαούλο. Και ξέρεις πώς είχε καταλήξει εκεί;»

«Πώς;»

«Ένας μάγος – μάγος της οικογένειας – ο Σέλκιος’σαρ, την είχε χρησιμοποιήσει για να ανοίξει μια ενδοδιάσταση που παρουσιάζεται σε διάφορα σημεία της πόλης. Και μετά την είχε χάσει: η Κλεισμένη είχε εξαφανιστεί. Όταν έμαθε, λοιπόν, ότι εγώ την είχα βρει ξανά, μου ζήτησε να πάρω τη γάτα και να πάω μαζί του σ’ένα συγκεκριμένο σπίτι ώστε να μπει πάλι στην ενδοδιάσταση.»

«Και το έκανε;»

«Το έκανε.» Ο Ζορδάμης έβλεπε τώρα τα νότια της Θακέρκοβ. Ψηλές πολυκατοικίες πίσω από ψηλές πολυκατοικίες πίσω από ψηλές πολυκατοικίες. Και η λιθόστρωτη δημοσιά οδηγούσε κατευθείαν προς τη μεγαλούπολη. Ο Ραλίστας μείωσε κι άλλο την ταχύτητα του αγωνιστικού του οχήματος, μην τον σταματήσει καμια Χωροφυλακή τώρα που έμπαινε σε κατοικημένες περιοχές. «Και η Κλεισμένη εξαφανίστηκε ξανά. Τη βάλαμε μέσα σ’ένα μπαούλο και χάθηκε.»

«Και πώς, μετά, τη βρήκες;»

«Μια μέρα εμφανίστηκε στο διαμέρισμά μου. Ήταν και η Αστερόπη εκεί, και νόμιζε ότι είχε γίνει διάρρηξη.» Γέλασε. «Έψαξε τα πάντα, παρότι της το έλεγα πως κανένας δεν είχε ανοίξει το σπίτι.»

«Κι από τότε η γάτα είναι μαζί σου;»

«Ναι.»

«Μάλιστα. Αλλά τι το ιδιαίτερο έχει και είναι έτσι, Ζορδάμη;»

Ο Ραλίστα ύψωσε τους ώμους. «Έτσι είναι. Ούτε οι μάγοι του τάγματος των Ερευνητών δεν ξέρουν γιατί. Πρόκειται για μια ξεχωριστή κατηγορία υπερδιαστασιακών γατών, απ’ό,τι μου είπε ο Σέλκιος’σαρ.»

«Δαίμονες;»

Ο Ζορδάμης λοξοκοίταξε την Κλεισμένη, χαϊδεύοντας τη ράχη της ελαφρά με το γαντοφορεμένο χέρι του. «Είσαι δαίμονας;»

«Μιάαο,» αποκρίθηκε εκείνη.

«Όχι, δεν είναι δαίμονας, Βινάρη. Διαφωνεί.»

*

Το αγωνιστικό όχημα μπήκε στη Θακέρκοβ μια ώρα πριν από το μεσημέρι, βαμμένο γαλάζιο με χρυσαφιές λωρίδες. Ένα γρήγορο τετράκυκλο με γυαλιστερά τζάμια και πόρτες που άνοιγαν προς τα πάνω σαν φτερά – οι οποίες τώρα, φυσικά, ήταν κλειστές. Ο Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος το ονόμαζε Χρυσό Κεραυνό. Οι μηχανές του γρύλιζαν σαν κεραυνός, αναμφίβολα. Ήταν εξαιρετικό όχημα. Το είχε, βέβαια, φτιάξει μόνος του, με τη βοήθεια μηχανικών.

Τώρα, μέσα στους δρόμους της Θακέρκοβ, έτρεχε με το ένα δέκατο της ταχύτητας που μπορούσε να αναπτύξει.

Ο Ζορδάμης το οδηγούσε πάνω στην Κεντρική Δημοσιά, περνώντας ανάμεσα από τον Παλαιοπώλη και το Λημέρι, δίπλα από τη Γωνιά, κι ανεβαίνοντας στη γέφυρα που δρασκέλιζε τον ποταμό Κάλμωθ. Φτάνοντας στη βόρεια όχθη, έστριψε δεξιά και μπήκε στους δρόμους του Γαιοδόμου. Κατευθύνθηκε προς το μεγάλο ξενοδοχείο Περίοικος, που ήταν ένας από τους χορηγούς του Ράλι Δυτικής Θακέρκοβ. Στο γκαράζ δίπλα του θα ήταν, αναμενόμενα, συγκεντρωμένα κι άλλα αγωνιστικά οχήματα.

Ο Ζορδάμης πλησίασε την είσοδο μέσα στον Χρυσό Κεραυνό. Σταμάτησε πλάι στον φύλακα και του έδειξε την ταυτότητά του.

«Καλωσορίσατε, κύριε Λιγνόρρυγχε,» είπε εκείνος. «Αριστερά πηγαίνετε, παρακαλώ. Εκεί σταθμεύονται τα οχήματα των ραλιστών.»

Ο Ζορδάμης οδήγησε το όχημά του στο εσωτερικό του γκαράζ, όπου η φιλοξενία ήταν δωρεάν. Ο χώρος ήταν σκεπαστός και γεμάτος οχήματα διαφόρων ειδών. Όλα τα αγωνιστικά ήταν στην αριστερή μεριά, βέβαια, όπου τον είχε κατευθύνει ο φρουρός.

Ο Περίοικος δεν ήταν το μόνο ξενοδοχείο που πρόσφερε δωρεάν φιλοξενία στους ραλίστες· υπήρχε άλλο ένα ξενοδοχείο που ήταν χορηγός, ο Διπλός, στον Καλόπιστο, βόρεια του Γαιοδόμου· αλλά ο Ζορδάμης ήταν σίγουρος ότι οι περισσότεροι εδώ θα έρχονταν για να μείνουν. Ο Περίοικος ήταν καλύτερο ξενοδοχείο, δίχως αμφιβολία.

Είδε τα οχήματα ορισμένων ραλιστών που γνώριζε από παλιά και ορισμένων ραλιστών που είχε γνωρίσει τα τελευταία δέκα χρόνια, αφού η Σιδηρά Δυναστεία έσβησε το χρέος του και ο Ζορδάμης παντρεύτηκε την Αστερόπη. Είδε το όχημα του Αρτέμιου Νιλμάνη (ο οποίος κάποτε, στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης, είχε συνωμοτήσει εναντίον του Ζορδάμη μαζί με τον καταραμένο τον Καλλέργη Βάρντενλοφ – έναν ραλίστα που δεν ήταν πλέον ζωντανός), είδε το όχημα της Τζίνας Μιλχέρνεφ, είδε το όχημα του Καθάριου Μονοβάτη (ο οποίος είχε βγει πρωτονικητής στο Πανδιαστασιακό Ράλι), είδε το όχημα της Χοαρκίδας Εύψυχης (η οποία, μαζί με την Ελοντί Αλλόγνωμη, είχε βγει δευτερονικήτρια στο Πανδιαστασιακό Ράλι), είδε κι άλλα οχήματα που αναγνώριζε…

Της Ελοντί, όμως, δεν το διέκρινε πουθενά. Δε θα ερχόταν σε τούτο το ράλι; Ο Ζορδάμης την είχε δει σε κάποια από τα ράλι που είχε συμμετάσχει ύστερα από τον γάμο του με την Αστερόπη, αλλά ακόμα δεν είχε βρει την ευκαιρία να της μιλήσει. Ήταν βέβαιος ότι η Ελοντί τον απέφευγε. Αν και ήταν επίσης βέβαιος πως τον κοίταζε με κάποια περιέργεια. Πρέπει να αναρωτιόταν πώς είχε ξαναπαρουσιαστεί, και τι του είχε συμβεί μετά την εξαφάνισή του στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι… Όπως και νάχε, ο Ζορδάμης δεν μπορούσε να της μιλήσει γι’αυτά τα γεγονότα, εκτός αν ήθελε να την κάνει μέλος της οικογένειας. Αλλά δεν νόμιζε πως η Ελοντί ήταν έτοιμη να μπει στη Σιδηρά Δυναστεία. Δεν νόμιζε πως ούτε εκείνος ήταν έτοιμος να έχει την Ελοντί μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία. Φοβόταν πως ήταν ακόμα, ύστερα από τόσα χρόνια, ερωτευμένος μαζί της.

Παράξενη περίπτωση η Ελοντί Αλλόγνωμη. Η πιο παράξενη σχέση του, σίγουρα.

Ο Ζορδάμης στάθμευσε το όχημά του ανάμεσα στα οχήματα του Ζύρου Κερμένη (παλιός ραλίστας, ήταν και στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι) και του Βάνη Πολύβιου (καινούργιος ραλίστας, τελευταία τον είχε γνωρίσει). Άνοιξε την πόρτα του και βγήκε. Η Κλεισμένη τον ακολούθησε έξω.

Ο Βινάρης βγήκε από την άλλη μεριά, κι έκλεισαν τις πόρτες συγχρονισμένα.

«Το έχεις ξανακάνει αυτό;» τον ρώτησε ο Ζορδάμης καθώς απομακρύνονταν από το όχημα. «Ξαναήσουν ποτέ συνοδηγός σε αγώνα δρόμου;» Δεν τον είχε ρωτήσει μέχρι στιγμής επειδή το ήξερε πως ο Βινάρης ήταν καλός οδηγός, κι επίσης επειδή δεν έβρισκε άλλο συνοδηγό τώρα. Ο προηγούμενος είχε φύγει. Μετά τον γάμο του με την Αστερόπη, δεν μπορούσε να στεριώσει συνοδηγός. Συνεχώς έφευγαν, κι έπρεπε ν’αλλάζει.

Στην Καλλιόπη, την παλιά του συνοδηγό, δεν είχε μιλήσει καθόλου όλα αυτά τα χρόνια. Είχε προτιμήσει καλύτερα να μείνει μακριά της· άλλωστε, είχε ακούσει – και επιβεβαιώσει μέσω της Δυναστείας – ότι ήταν πια παντρεμένη και ζούσε αλλιώς. Πιθανώς, όμως, εκείνη να είχε μάθει ότι ο Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος έτρεχε πάλι σε αγώνες ράλι, αν παρακολουθούσε τις σχετικές ειδήσεις. Αναρωτιόταν αν κι αυτή δίσταζε να τον βρει για να του μιλήσει. Όχι, βέβαια, πως η Καλλιόπη ήξερε τώρα πού έμενε. Αλλά θα μπορούσε να του είχε στήσει ενέδρα σε κάποιο ράλι, πράγμα που δεν είχε κάνει.

Ο Βινάρης αποκρίθηκε: «Όχι. Γι’αυτό σου ζητούσα καθοδόν να μου πεις λεπτομέρειες για το τι ακριβώς θα πρέπει να κάνω.»

«Όπως θα κατάλαβες, δεν είναι και τίποτα το δύσκολο. Απλά μη μπλέκεσαι στα πόδια μου,» είπε ο Ζορδάμης, μεταξύ αστείου και σοβαρού. «Με τσαντίζουν οι συνοδηγοί που μπλέκονται στα πόδια σου.»

Ο Βινάρης γέλασε καθώς έβγαιναν από το γκαράζ και έμπαιναν στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου. «Μόνο αν υποσχεθείς να μη μας σκοτώσεις, Ραλίστα.»

«Ακόμα ζωντανός δεν είμαι; Λες νάναι σύμπτωση;»

Η Κλεισμένη, που βάδιζε πλάι του, νιαούρισε.

«Μην ακούω εξυπνάδες!» της είπε ο Ζορδάμης. «Πενήντα χρονών ραλίστας, γέρος, που είναι ακόμα ζωντανός δεν είναι τυχαίο.»

Στη ρεσεψιόν του Περίοικου, μια κοπέλα καθόταν πίσω από το γραφείο υποδοχής, με μια κονσόλα και οθόνη κοντά της. Έστρεψε το βλέμμα της επάνω τους καθώς την πλησίαζαν: ο Ζορδάμης, ψηλός, χρυσόδερμος, μελαχρινός, και σγουρός, με μαλλιά που είχε αφήσει μακριά ώς τους ώμους· ο Βινάρης, πιο κοντός, με δέρμα λευκό-ροζ, κοντά μαύρα μαλλιά, και μουστάκι. Αδιάφορος για την κοπέλα της ρεσεψιόν. Σε αντίθεση με τον Ζορδάμη, που της άρεσε. Και όχι μόνο επειδή τον είχε δει σε πολλά περιοδικά για αγωνιστικά οχήματα και αγώνες και τον αναγνώριζε ως ραλίστα. Ήταν ακόμα όμορφος, νόμιζε, όπως παλιά. Αν μη τι άλλο, τα χρόνια τον είχαν κάνει πιο όμορφο. Οι όμορφοι, ώριμοι άντρες την αφόπλιζαν κατευθείαν…

Χαμογέλασε. «Γεια σας, κύριε Λιγνόρρυγχε.»

«Με περιμένατε;»

Τα γαλανόδερμα μάγουλά της σκούρυναν. «Δε μας είστε άγνωστος, κύριε Λιγνόρρυγχε,» είπε.

Ο Ζορδάμης, παρατηρώντας τη διάθεσή της, σκέφτηκε: Κρίμα που δεν είμαι πια ανύπαντρος. Είχε συμφωνήσει με την Αστερόπη να μην πηγαίνει με άλλες όταν θα παντρεύονταν, και μέχρι στιγμής δεν είχε παραβεί ούτε μία φορά τη συμφωνία τους.

«Αυτό,» αποκρίθηκε στην κοπέλα, «ελπίζω να σημαίνει πως θα έχω καλή περιποίηση εδώ. Όπως και ο φίλος μου.»

«Ασφαλώς και θα έχετε,» είπε η κοπέλα, δίχως να στραφεί να ρίξει ούτε μια ματιά στον Βινάρη.

Ο Ζορδάμης έσκυψε και σήκωσε την Κλεισμένη από κάτω. «Έχω κι αυτό το ζωντανό μαζί μου. Να του φέρετε κάτι να φάει, παρακαλώ.»

Τι τυχερή γάτα! σκέφτηκε η κοπέλα, γελώντας. «Ναι, φυσικά. Έχει κάποια ιδιαίτερη προτίμηση;»

«Απ’ όλα τρώει.»

Η Κλεισμένη νιαούρισε.

«Εντάξει,» είπε ο Ζορδάμης, «μην τις φέρετε και καρότα.»

Η κοπέλα γέλασε. «Ο μάγειρας ξέρει τι τρώνε οι γάτες, είμαι σίγουρη, κύριε Λιγνόρρυγχε.» Και μετά τον ρώτησε αν ήθελε μονόκλινο ή δίκλινο δωμάτιο. Δίκλινο, αποκρίθηκε ο Ζορδάμης, και η κοπέλα τού έδωσε δύο κλειδιά, ένα για εκείνον και ένα για τον Βινάρη.

Ο Ζορδάμης τής άφησε την ταυτότητά του και, μαζί με τον Βινάρη και την Κλεισμένη, πήγε προς τον ανελκυστήρα. Πάτησε το κουμπί που τον καλούσε κάτω, μπήκαν, και η πόρτα έκλεισε πίσω τους καθώς άρχισαν ν’ανεβαίνουν.

Στο καθιστικό της ρεσεψιόν, μια γαλανόδερμη γυναίκα που καθόταν σε μια πολυθρόνα έχοντας τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο κατέβασε την εφημερίδα που προσποιείτο ότι διάβαζε. Σηκώθηκε και πλησίασε το γραφείο υποδοχής και την κοπέλα πίσω του.

«Θέλω να μου πεις κάτι,» της είπε, βγάζοντας ένα χαρτονόμισμα των πέντε ήλιων κι ακουμπώντας το μπροστά της.

Η κοπέλα δεν το άγγιξε. «Παρακαλώ;» έκανε, ατενίζοντας τη γυναίκα καχύποπτα.

«Σε ποιο δωμάτιο βρίσκεται ο κύριος Λιγνόρρυγχος;»

«Μπορώ να τον ειδοποιήσω, αν θέλετε–»

«Δε θέλω να τον ειδοποιήσεις,» είπε η γυναίκα, που τα μάτια της κρύβονταν πίσω από μαύρα γυαλιά. «Θέλω να μου πεις σε ποιο δωμάτιο είναι.» Και έσπρωξε το χαρτονόμισμα προς τη μεριά της κοπέλας.

Εκείνη κοίταξε δεξιά κι αριστερά, και μετά πήρε τα χρήματα από το γραφείο με μια γρήγορη κίνηση των δαχτύλων της. «Θαυμάστρια είστε, υποθέτω. Σωστά;»

«Σωστά.»

*

«Θα πάμε να φάμε τίποτα;» ρώτησε ο Βινάρης αφού άφησαν τα πράγματά τους στο δωμάτιο. «Ή θα περιμένουμε πρώτα να φέρουν φαγητό για τη γάτα σου;»

«Θα περιμένουμε να φέρουν φαγητό για τη γάτα μου. Εκτός αν θες να μας φέρουν κι εμάς φαγητό εδώ…»

«Μπα,» είπε ο Βινάρης. «Καλύτερα σε εστιατόριο.»

Ο Ζορδάμης ένευσε. «Ναι.»

Η πόρτα χτύπησε.

«Ορίστε,» είπε ο Ραλίστας· «ήρθε το γεύμα σου, Κλεισμένη.»

Η γάτα κοίταζε καχύποπτα, κουλουριασμένη στο κρεβάτι.

Ο Ζορδάμης πήγε στην πόρτα και άνοιξε.

Αντίκρισε μια γαλανόδερμη γυναίκα με μακριά μαύρα μαλλιά. Ντυμένη με πράσινη μπλούζα με μυτερό ντεκολτέ, πέτσινο καφετί πανωφόρι, μελανό παντελόνι, λευκά παπούτσια.

Δεν του ήταν καθόλου άγνωστη.

«Καλλιόπη…»

Δάκρυα γυάλιζαν στα μάτια της. «Γιατί δεν μου το είπες; Γιατί δεν ήρθες να μου το πεις;»

«Θεοί…» Αναστέναξε. «Απλά δεν… Άκουσα ότι παντρεύτηκες.»

«Και λοιπόν; Νόμιζες ότι δε θα μ’ενδιέφερε πια αν ήσουν ζωντανός ή νεκρός;»

«Όχι. Αλλά…» Ανασήκωσε τους ώμους. «Θεώρησα ότι θα ήταν καλύτερα έτσι. Αλλά… Χαίρομαι πολύ που σε ξαναβλέπω, Καλλιόπη.» Της άνοιξε τα χέρια του. Εκείνη δίστασε για μια στιγμή μα ύστερα ήρθε πρόθυμα στην αγκαλιά του, σφίγγοντάς τον με δύναμη. Γελώντας.

«Κι εγώ,» είπε. «Κι εγώ.»

Μετά από λίγο, ο Βινάρης δεν ήταν πια στο δωμάτιο – πήγε να περάσει κάποια ώρα στο μπαρ του ξενοδοχείου – και ενώ η Κλεισμένη γευμάτιζε στο πάτωμα, ο Ζορδάμης και η Καλλιόπη κάθονταν επάνω στο ένα από τα δύο μεγάλα κρεβάτια και μιλούσαν. Της είπε ότι ήταν κι εκείνος παντρεμένος τώρα, με μια γυναίκα που ονομαζόταν Αστερόπη, αλλά της εξήγησε πως δεν μπορούσε να της πει περισσότερα γιατί ήταν όλα δουλειές της Σιδηράς Δυναστείας. «Κι αν σου μιλήσω για τέτοια πράγματα, θα γίνεις κι εσύ μέλος της.»

«Τι εννοείς;» ρώτησε η Καλλιόπη, συνοφρυωμένη.

«Όταν ξέρεις για τη Δυναστεία, είσαι μέλος της, Καλλιόπη. Ή είσαι νεκρός.»

«Μα, κι εγώ ξέρω για τη Σιδηρά Δυναστεία, και δεν είμαι μέλος της, ούτε νεκρή.»

«Αυτά που ξέρεις είναι αστεία. Είναι σαν να μην ξέρεις τίποτα, ουσιαστικά. Φήμες μόνο μπορείς να διαδώσεις.»

«Δεν έχω πει τίποτα σε κανέναν. Εκτός από…» Κόμπιασε, συνοφρυωμένη ξανά, κοιτάζοντας προς στιγμή τα χέρια της.

«Τα έχεις πει στον άντρα σου;»

Η Καλλιόπη κούνησε το κεφάλι. «Όχι, στον Μπραντ δεν έχω πει τίποτα για τη Δυναστεία. Τίποτα απολύτως. Αλλά τότε, τότε που είχες εξαφανιστεί στην Κάρντλας, μίλησα στον Φοίνικα, τον συνοδηγό της Ελοντί, κι εκείνος μίλησε στην Ελοντί. Ψάξαμε για σένα. Δε σε βρήκαμε, βέβαια.»

«Μάλιστα,» είπε ο Ζορδάμης. «Εντάξει, δεν τρέχει τίποτα. Μπραντ τον λένε τον άντρα σου;» Το ήξερε, βέβαια, ήδη: το είχε πληροφορηθεί μέσω της Σιδηράς Δυναστείας.

«Ναι.»

«Και είναι μάγος του τάγματος των Τεχνομαθών; Μπραντ’μορ;» Κι αυτό το ήξερε μέσω της οικογένειας.

«Ναι. Σ’το ανέφερε η Αλκίνια, ε; Μου είπε ότι συναντηθήκατε. Σ’εκείνο το αεροπλάνο που το άρπαξαν αεροπειρατές. Μου είπε ότι την έσωσες από το στρατόπεδο των αεροπειρατών στα βουνά της Ραχοκοκαλιάς. Μου είπε ότι, αν δεν ήσουν εσύ, δεν θα ήταν ζωντανή. Αλλά της είχες συστηθεί ως Βατράνος· και μόνο όταν την έφερες στην Αγκένροβ κι απομακρύνθηκες βιαστικά απ’ αυτήν της ζήτησες να μου δώσει χαιρετισμούς από τον Ζορδάμη.»

Ο Ζορδάμης χαμογέλασε. «Ναι, ακριβώς έτσι. Ήμουν πολύ μπλεγμένος με τη Δυναστεία, τότε, Καλλιόπη. Και δεν χρησιμοποιούσα το πραγματικό μου όνομα.»

«Ξεχρεώθηκες πια, έτσι;»

«Ναι, δεν τους χρωστάω πλέον. Αλλά εξακολουθώ να είμαι μέλος.»

Η Καλλιόπη έσμιξε τα χείλη. «Λυπάμαι γι’αυτό… Δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να–;»

Ο Ζορδάμης γέλασε. «Δεν είναι πρόβλημα. Δεν είναι τόσο κακό να είσαι μέλος της Δυναστείας, όταν δεν χρωστάς.»

«Και η γυναίκα σου; Είναι κι αυτή μέλος;»

«Μη ρωτάς πολλά. Βασικός κανόνας μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία.»

«Θα έρθει εδώ; Θα τη γνωρίσω;»

Ο Ζορδάμης κούνησε το κεφάλι. «Όχι· έχει άλλες δουλειές, αλλού.»

«Αν ήμουν στη θέση της, δεν θα σε άφηνα για πολύ από τα μάτια μου,» του είπε η Καλλιόπη, μειδιώντας πονηρά.

Ο Ζορδάμης τής επέστρεψε το μειδίαμα. «Δεν υπάρχει φόβος. Έχουμε μια πολύ καλή συνεννόηση οι δυο μας.»

«Με δουλεύεις!»

«Καθόλου.»

«Λες ψέματα!» γέλασε η Καλλιόπη. «Δε σε πιστεύω.»

«Της είμαι πιο πιστός απ’ό,τι είναι η γάτα μου σ’εμένα.» Ο Ζορδάμης έριξε ένα βλέμμα στην Κλεισμένη, που τους αγνοούσε γλείφοντας το πιάτο της.

«Οι γάτες δεν είναι και τόσο πιστά ζώα, απ’ό,τι ξέρω.» Η Καλλιόπη, που είχε ήδη βγάλει το πανωφόρι της, έβγαλε τώρα και τη μπλούζα της τραβώντας την προς τα πάνω, μένοντας μόνο με τον μαύρο, ημιδιαφανή στηθόδεσμο που συγκρατούσε τα γεμάτα, γαλανά στήθη της.

Ο Ζορδάμης κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, και ρώτησε: «Πώς πάνε, λοιπόν, οι διαφημιστικές σου δουλειές στην Αγκένροβ;» Η Καλλιόπη ήταν διαφημίστρια της εταιρείας Ανοιχτό Πλάνο, όπως επίσης και η Αλκίνια την οποία ο Ζορδάμης είχε, πριν από χρόνια, σώσει από τους αεροπειρατές.

«Δεν σε πιστεύω!» γέλασε η Καλλιόπη. «Και μην προσπαθείς να με αποπροσανατολίσεις!» Φέρνοντας τα χέρια της πίσω από την πλάτη της, έλυσε τον στηθόδεσμο και τον άφησε να γλιστρήσει επάνω στους αγκώνες της.

Τα στήθη της δεν είχαν χάσει και πολλή από τη σφριγηλότητά τους, παρατήρησε ο Ζορδάμης, παρά τα χρόνια που είχαν περάσει. Η Καλλιόπη ήταν μια τριετία μικρότερή του.

«Θες, πραγματικά, να το κάνεις αυτό στον άντρα σου;» τη ρώτησε.

«Μαζί σου, ναι,» του απάντησε.

Ο Ζορδάμης κούνησε πάλι το κεφάλι του – κυρίως για να το ξεθολώσει. «Όχι,» είπε, πιάνοντας τον στηθόδεσμό της, περνώντας μέσα του τα στήθη της, και κουμπώνοντάς τον πίσω από την πλάτη της.

Η Καλλιόπη τον κοίταζε με δυσπιστία. «Σε εκβιάζει.»

Ο Ζορδάμης μόρφασε. «Τι;»

«Η γυναίκα σου. Σε εκβιάζει. Σωστά;»

Ο Ζορδάμης γέλασε, πραγματικά διασκεδασμένος. «Όχι, δεν με εκβιάζει.»

Η Καλλιόπη τον φίλησε, ξαφνικά, πιέζοντας τα χείλη της πάνω στα δικά του. Και ο Ζορδάμης δεν διέκοψε το φιλί τους· το άφησε να τελειώσει ήπια, αλλά όχι και να εξελιχθεί σε τίποτα περισσότερο.

«Θα ήθελα να τη γνωρίσω κάποτε,» του είπε η Καλλιόπη.

«Μπορεί κάποτε να τη γνωρίσεις,» αποκρίθηκε ο Ζορδάμης. Αν και τη γνωρίζεις ήδη, πρόσθεσε νοερά, αλλά με άλλο όνομα. Η Αστερόπη χρησιμοποιούσε το όνομα Ζαρνάφι Γαιόνομη στην Κάρντλας, όπου ο Ζορδάμης είχε εξαφανιστεί κατά τη διάρκεια του Πρώτου Πανδιαστασιακού Ράλι Σεργήλης.

Η Καλλιόπη τον ατένιζε για λίγο αμίλητα, καταπρόσωπο. Μετά γέλασε, και χάιδεψε το μάγουλό του. «Έχεις αλλάξει πολύ,» παρατήρησε. «Και, συγχρόνως, δεν έχεις αλλάξει καθόλου.»

Ο Ζορδάμης χαμογέλασε. «Ακριβώς το ίδιο νομίζω κι εγώ για σένα.»

«Ποιος είναι ο καινούργιος σου συνοδηγός;» Η Καλλιόπη έπιασε τη μπλούζα της από το πάτωμα, όπου την είχε πετάξει, και τη φόρεσε ξανά.

«Ένας φίλος από την Ύγκρας.»

«Καινούργιος φίλος; Δεν τον θυμάμαι από τον καιρό που τρέχαμε μαζί.»

«Ναι, καινούργιος φίλος. Εσύ δεν ασχολείσαι πια με ράλι;»

«Όχι. Μόνο ένας ραλίστας υπήρχε επάνω στη Σεργήλη πλάι στον οποίο άξιζε να καθίσεις. Και μετά εξαφανίστηκε. Κι όταν επανεμφανίστηκε δεν ήρθε να με βρει.» Τον κοίταξε επικριτικά γι’ακόμα μια φορά.

Τέσσερα
Πρόσωπα

Μόλκαρηβ – πόλη-λιμάνι βόρεια της Νέσριβεκ της Όμορφης.

Νύχτα.

Ένας λαθρέμπορος αγόρασε ενεργειακές φιάλες από ένα άτομο που θεωρούσε, το λιγότερο, ύποπτο· αλλά οι ενεργειακές φιάλες φαίνονταν καλές, δεν πρέπει να επρόκειτο για απάτη. Το ύποπτο άτομο ήταν ντυμένο με κάπα και κουκούλα που έκρυβε την όψη του στη σκιά της· και, σαν να μην έφτανε αυτό, όποιος κι αν ήταν τούτος ο άντρας, φορούσε και μια κακοφτιαγμένη δερμάτινη μάσκα. Μια μάσκα που το δέρμα της έκανε τον λαθρέμπορο να ανατριχιάζει, γιατί του έδινε την εντύπωση ότι ήταν ανθρώπινο. Αλλά δεν μπορεί! Δεν είναι δυνατόν! σκεφτόταν. Το ύποπτο άτομο φορούσε, επίσης, μαύρα γάντια, και γενικά κανένα γυμνό σημείο του σώματός του δεν φαινόταν. Ο λαθρέμπορος αναρωτιόταν μήπως αυτός ο άνθρωπος είχε φρικτά εγκαύματα, ή κάποια κολλητική ασθένεια. Ό,τι κι αν συνέβαινε, δεν ήθελε να το μάθει. Τελείωσε γρήγορα τη συναλλαγή μαζί του, και θεώρησε ότι βγήκε κερδισμένος…

Τη μεθεπόμενη μέρα, τρεις ταξιδιώτες βρέθηκαν νεκροί στις περιοχές δυτικά της Νέσριβεκ. Τα σώματά τους ήταν διαλυμένα σαν μια θύελλα από πολλές μικρές λεπίδες να τα είχαν κατακόψει. Εξαιρετικά παράξενος τρόπος θανάτου. Η Χωροφυλακή της Νέσριβεκ δεν μπορούσε να βγάλει άκρη. Αλλά κοντά στους νεκρούς εντόπισε κάτι ακόμα πιο αλλόκοτα ίχνη: Ίχνη από ανθρώπινα πόδια, ίχνη από πόδια που ήταν αδύνατο να βρεθεί σε τι θηρίο μπορεί να ανήκαν, και ίχνη που θα μπορούσαν να είχαν γίνει μόνο από ένα πελώριο φίδι! Οι ερευνητές της Χωροφυλακής θεωρούσαν ότι ίσως να επρόκειτο για απάτη – πλαστά ίχνη – απόπειρα αποπροσανατολισμού.

Μετά από δυο μέρες, οι περισσότεροι εργάτες καθώς και οι δύο φύλακες μιας βιομηχανίας κλωστοϋφαντουργίας στις παρυφές της Νέσριβεκ βρέθηκαν νεκροί, σκοτωμένοι πάλι σαν από μια θύελλα από πολλές μικρές λεπίδες. Τέσσερις εργάτες μόνο φαινόταν να έχουν γλιτώσει από αυτό τον παράδοξο θάνατο, αλλά ήταν εξαφανισμένοι. Κανείς δεν ήξερε πού μπορεί να βρίσκονταν.

Τη νύχτα, σ’ένα δάσος ανατολικά της Νέσριβεκ, μια πολύ περίεργη συνάθροιση γινόταν. Οι περισσότεροι που ήταν συγκεντρωμένοι κάτω από τις πυκνές σκιές των δέντρων ήταν άνθρωποι, αλλά κανενός το πρόσωπο δεν θα μπορούσε κανένας άλλος άνθρωπος να το διακρίνει: ήταν λες και βρισκόταν κρυμμένο πίσω από μια θολή κρυστάλλινη μάσκα. Το ίδιο ίσχυε και για κάθε γυμνό σημείο του σώματός τους. Και μαζί τους ήταν και δυο πλάσματα μη-ανθρώπινα: ένα γιγάντιο έντομο, σκεπασμένο με κρύσταλλο, κι ένα ακόμα πιο μεγάλο φίδι, επίσης με κρύσταλλο σκεπασμένο. Καταλάβαιναν τη λαλιά των ανθρώπων με δυσκολία, γιατί η νοημοσύνη τους ήταν διαφορετικού είδους· και δεν μπορούσαν καθόλου να τη μιλήσουν. Τη μιλούσε, όμως, ο αρχηγός ετούτης της συγκέντρωσης, τον οποίο όλοι αποκαλούσαν Απελευθερωτή, αν και μόνο τα δύο μη-ανθρώπινα όντα ήξεραν ακριβώς γιατί.

Η συζήτηση των κρυσταλλωμένων κράτησε αρκετές ώρες, μέσα στη νύχτα, κι εν τω μεταξύ κανένας τους δεν έπινε ούτε έτρωγε. Δεν είχαν τέτοιες ανάγκες πλέον. Ο Κρύσταλλος τούς συντηρούσε.

Αποφάσισαν διάφορα πράγματα, κι ανάμεσα σ’αυτά ήταν:

Χρειαζόμαστε οκτώ νεκρούς·

Χρειαζόμαστε κάποιον που είναι καλός βυρσοδέψης·

Πολύ σύντομα θα χρειαστούμε κι άλλα οχήματα, και όπλα, και ενέργεια, και χρήματα.

Όταν τελείωσαν με το συμβούλιό τους, ορισμένοι απ’ αυτούς επιδόθηκαν σε κρυσταλλική συνεύρεση, ατενίζοντας ο ένας βαθιά μέσα στην κρυσταλλική δομή του άλλου, για αναζωογόνηση και ευχαρίστηση…

*

Ένα οκτάτροχο φορτηγό μπήκε, ξαφνικά, μες στη μέση της κεντρικής δημοσιάς, κόβοντας τον δρόμο του εξάτροχου φορτηγού που μετέφερε ξυλεία από τη Νέσριβεκ προς την Άντχορκ.

Ήταν απόγευμα και το χειμερινό κρύο τσουχτερό. Ο οδηγός του εξάτροχου οχήματος ίσα που πρόλαβε να το σταματήσει προτού κουτουλήσει πάνω στο οκτάτροχο, και τώρα φώναζε από το παράθυρο, εξαγριωμένος, απαιτώντας να μάθει αν ο οδηγός του οκτάτροχου φορτηγού ήταν τρελός ή μαλάκας.

Εκτός απ’ αυτόν, μέσα στο εξάτροχο φορτηγό βρίσκονταν άλλοι τέσσερις υπάλληλοι και τέσσερις μισθοφόροι. Όταν το πελώριο φίδι ξεπρόβαλε από την πίσω μεριά του οκτάτροχου φορτηγού κοκάλωσαν όλοι τους από τον τρόμο· κι όταν η ουρά του ορθώθηκε πίσω του, σχηματίζοντας σπείρες, σπείρες, σπείρες, που περιστρέφονταν γύρω γύρω γύρω γύρω, οχτάρια, ατέρμονα οχτάρια, όλοι τους κοίταζαν υπνωτισμένοι. Δεν είδαν καν τους υπόλοιπους που βγήκαν από το οκτάτροχο φορτηγό μέχρι που ήταν πολύ αργά: μέχρι που βρίσκονταν πλάι τους, επάνω τους, σκοτώνοντάς τους με άγρια χτυπήματα. Οι εφτά χρησιμοποιούσαν αγχέμαχα όπλα, ξιφίδια και σπαθιά· ο όγδοος χρησιμοποιούσε μόνο τα χέρια του που ήταν ισχυρότερα από ρόπαλα.

Σκότωσαν όλους τους επιβάτες του φορτηγού ξυλείας εκτός από έναν μισθοφόρο τον οποίο άφησαν ζωντανό, κι εκείνος παρακαλούσε τώρα να τον λυπηθούν – μονάχα τη δουλειά του έκανε, δεν είχε τίποτα εναντίον τους! θα τους έδινε και τα λεφτά του! και τα όπλα του! και τα ρούχα του αν τα ήθελαν! Μετά, όμως, είδε το πελώριο έντομο να τον ζυγώνει και κατάπιε τη γλώσσα του. Το κεντρί τον τρύπησε σαν λόγχη, στέλνοντας μέσα του κάτι που αισθανόταν ότι καταβρόχθιζε το σώμα του.

«Μην αντιστέκεσαι,» του έλεγαν οι άνθρωποι που δεν είχαν πρόσωπα. «Μην αντιστέκεσαι και θα γίνεις σαν εμάς!»

Ο μισθοφόρος, ύστερα από λίγο, κομματιάστηκε.

Οι κρυσταλλωμένοι σήκωσαν τους άλλους οχτώ, που τα πτώματά τους δεν ήταν σε τόσο άσχημη κατάσταση, και τους έβαλαν στο φορτηγό τους. Πήραν και το φορτηγό ξυλείας μαζί τους και έφυγαν από τη δημοσιά, αφήνοντας πίσω τους, μέσα στη νύχτα, το κατακερματισμένο κουφάρι του μισθοφόρου.

Σ’ένα ήσυχο, ερημικό μέρος της υπαίθρου, οι κρυσταλλωμένοι άρχισαν να γδέρνουν τους νεκρούς με προσοχή. Κυρίως, τους ενδιέφεραν τα πρόσωπά τους…

*

Στην Άντχορκ, τη μεγαλύτερη πόλη της Σεργήλης, ένας βυρσοδέψης εξαφανίστηκε.

Οι κρυσταλλωμένοι βρίσκονταν συγκεντρωμένοι σ’έναν εγκαταλειμμένο ραδιοφωνικό σταθμό νοτιοανατολικά της μεγαλούπολης, και τώρα αριθμούσαν εννιά. Χωρίς να υπολογίζει κανείς το έντομο και το φίδι. Ο ένας ανάμεσά τους, ύστερα από σύντομη κουβέντα, τους εξήγησε τι ακριβώς χρειαζόταν για να πιάσει δουλειά.

Τρεις χωρικοί εξαφανίστηκαν, ένα απόγευμα, όχι πολύ μακριά από τον παλιό ραδιοφωνικό σταθμό.

Ένας βαρκάρης συνάντησε, την επόμενη μέρα, τρία πτώματα σε μια όχθη του ποταμού Σέρντιληθ. Κανένα τους δεν είχε πρόσωπο. Κάποιος ή κάτι είχε σκίσει με προσοχή το μισό δέρμα από τα κεφάλια τους.

Ο εγκαταλειμμένος ραδιοφωνικός σταθμός είχε μετατραπεί, κρυφά, σε πρόχειρο βυρσοδεψείο. Ένας άντρας χωρίς πρόσωπο έφτιαχνε πρόσωπα χωρίς κεφάλι. Δύο άλλοι, καθισμένοι παραδίπλα, βρίσκονταν χαμένοι σε κρυσταλλική συνεύρεση. Ο Απελευθερωτής μιλούσε με το φίδι και το έντομο, σε μια παράξενη, απάνθρωπη γλώσσα…

Τη Σιδηρά Δυναστεία, του έλεγαν. Θέλουμε τη Σιδηρά Δυναστεία! Αλλά ήξεραν ότι εκείνος ήταν που αποφάσιζε: εκείνος ήταν ο κύριός τους ύστερα από την απελευθέρωσή τους. Η θέλησή του τους κρατούσε υπό την εξουσία του.

Πέντε
Η Έκπτωτη Τραγουδίστρια

Ο Γρύπας των Δρόμων πλησίαζε τη Θακέρκοβ από τα βόρεια καθώς το απόγευμα έδινε, σταδιακά, τη θέση του στο βράδυ. Τα παράθυρά του γυάλιζαν στο τελευταίο φως της ημέρας. Ο γρύπας που ήταν ζωγραφισμένος επάνω στο τετράκυκλο αγωνιστικό όχημα φάνταζε σχεδόν ζωντανός.

Από το εσωτερικό του μουσική αντηχούσε: Ατέρμονες Νυκτοπορίες, του πασίγνωστου συγκροτήματος Ελάσσονες Ανεμοβούβαλοι.

Η Λούση – χρυσόδερμη, ντυμένη με λευκό πουκάμισο, σφιχτοδεμένο καφετί γιλέκο, κοντή καφετιά φούστα, ψηλές καφετιές μπότες, με τα καστανά μαλλιά της δεμένα αλογοουρά πίσω από το κεφάλι της, καθισμένη στη θέση του συνοδηγού – γέλασε. «Δεν το πιστεύω,» είπε, «ότι ύστερα από τη στάση μας στην Τροφή για τους Τροχούς ακούμε συνεχώς Ελάσσονες Ανεμοβούβαλους! Σχεδόν τέσσερις ώρες τώρα!»

«Πού είναι το παράξενο;» ρώτησε η οδηγός του οχήματος, που είχε τα μαλλιά της βαμμένα κόκκινα και λυτά, και το δέρμα της ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ. «Το ξέρεις ότι μου αρέσουν.» Ήταν σαράντα-έξι χρόνων, δεκαεφτά χρόνια μεγαλύτερη από τη συνοδηγό της. Φορούσε σκούρα μπλε γυαλιά, για να προστατεύει τα μάτια της από την αντηλιά, και γάντια χωρίς δάχτυλα για να μη γλιστρά το τιμόνι από τα χέρια της. Ήταν ντυμένη με μαύρη εφαρμοστή μπλούζα, γκρίζο παντελόνι, και μαλακά δερμάτινα μαύρα μποτάκια.

«Ναι, το ξέρω,» αποκρίθηκε η Λούση. «Αλλά, για όνομα της Αρτάλης, κάθομαι πλάι στην Ελοντί Αλλόγνωμη, κι αντί ν’ακούμε Έκπτωτη Ελοντί, ακούμε Ελάσσονες Ανεμοβούβαλους! Είναι τρελό!»

Η Ελοντί χαμογέλασε συγκρατημένα. «Δε μπορώ ν’ακούω τον εαυτό μου, Λούση. Τι νόημα έχει ν’ακούς τον εαυτό σου ηχογραφημένο; – απλά σου φαίνεσαι κακή τραγουδίστρια. Το μόνο που έχει νόημα είναι να είσαι πάνω στη σκηνή και να τραγουδάς, ν’αφήνεις το τραγούδι να σε κάνει να πετάξεις.»

«Εσείς οι καλλιτέχνες είστε πολύ περίεργοι για εμένα…»

«Κι εσείς οι ψυχίατροι πολύ περίεργοι για εμένα,» είπε η Ελοντί.

«Αλλά δεν τραγουδάς πια,» παρατήρησε η Λούση. «Γιατί;» Δεν ήξερε παρά ελάχιστα πράγματα για την Ελοντί. Η Ελοντί πρόσφατα την είχε πάρει για συνοδηγό της στα ράλι, επειδή ο προηγούμενος συνοδηγός της – ο κανονικός συνοδηγός της, όπως τον έβλεπε – ο φίλος της – ο Φοίνικας τής την είχε προτείνει. Η Λούση, είχε πει στην Ελοντί, ήταν κόρη επαναστατών τους οποίους ήξερε, και της άρεσε η ταχύτητα και τα γρήγορα οχήματα.

Το να της αρέσουν δεν είναι αρκετό. Ξέρει να οδηγεί καλά; Δε θα πάρω για συνοδηγό μου κάποια που δεν είναι καλή οδηγός.

Μπορείς να τη δοκιμάσεις, είχε αποκριθεί ο Φοίνικας.

Και η Ελοντί την είχε δοκιμάσει και την είχε βρει ικανοποιητική. Αλλά ακόμα θα προτιμούσε ο Φοίνικας να ερχόταν μαζί της στα ράλι. Είχε εγκαταλείψει τους αγώνες δρόμου επειδή έλεγε ότι είχε πια γεράσει πολύ – σαχλαμάρες! – και επειδή είχε σαφώς πιο σοβαρές οικογενειακές υποχρεώσεις απ’ό,τι παλιά – πράγμα που, μάλλον, ήταν ο αληθινός λόγος της απομάκρυνσής του. Είχε τώρα δύο μικρές κόρες με τη γυναίκα του, τη Λιαρνίδα’σαρ, στη Νίρβεκ.

«Γιατί δεν τραγουδάς πλέον, Ελοντί;» επέμεινε η Λούση.

«Έχω βαρεθεί,» αποκρίθηκε εκείνη. «Προτιμώ τα ράλι. Είναι καλύτερα από το τραγούδι.»

«Δεν παρατηρώ καμια σχέση ανάμεσα στο τραγούδι και στα ράλι.»

«Επειδή είσαι ψυχίατρος, γι’αυτό.»

Η Λούση χαμογέλασε.

Η βόρεια μεριά της Θακέρκοβ φαινόταν τώρα μέσα στο λυκόφως: ψηλές πολυκατοικίες και χαμηλότερα οικήματα, που τα φώτα στα παράθυρά τους άναβαν το ένα κατόπιν του άλλου, νωχελικά.

Οι Ατέρμονες Νυκτοπορίες τελείωσαν, και η Ελοντί, πατώντας ένα κουμπί στην κονσόλα μπροστά της, απενεργοποίησε το ηχοσύστημα του οχήματος.

«Σε ποιο ξενοδοχείο θα πάμε;» ρώτησε η Λούση. «Στον Διπλό ή στον Περίοικο

Αλλά η Ελοντί την άκουγε τώρα λιγότερο από πριν· το μυαλό της ήταν άλλου. Σ’αυτό που είχε συμβεί το πρωί, όταν έφυγε από την Άντχορκ. Είχε πάει εκεί για να πάρει τη Λούση από το σπίτι της και, βγαίνοντας από το Κόσμημα της Σεργήλης, είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα επάνω στη δημοσιά, κοντά στις ακτές της θάλασσας, και είχε αρχίσει, ως συνήθως, να νιώθει το όχημά της ως προέκταση του εαυτού της. Η Αίσθηση την είχε γεμίσει, και νόμιζε ότι τώρα μπορούσε να κάνει οτιδήποτε – οτιδήποτε. Οι δυνάμεις της ως Ιερομύστης της Σεργήλης ξυπνούσαν πάντα με την ταχύτητα. Και όσο η Ελοντί επέμενε να είναι εστιασμένη στην ταχύτητα τόσο οι δυνάμεις της μεγάλωναν. Η Αίσθηση φούντωσε σαν μια βρυχούμενη φωτιά ολόγυρά της, και η Ελοντί μετατράπηκε σε μια θέληση πάνω στον μεγάλο πλακόστρωτο δρόμο, αποφεύγοντας άλλα οχήματα με έκδηλη άνεση, λες κι ακολουθούσε την αλάθητη ροή ενός ποταμού.

Και μετά, ο χρόνος σταμάτησε.

Η μπαλαντέρ παρουσιάστηκε πλάι στην Ελοντί, η Λούση είχε εξαφανιστεί.

Η μπαλαντέρ είχε την όψη της Ελοντί, αλλά δεν ήταν η Ελοντί: ήταν η γυναίκα που είχε δει η Ελοντί ζωγραφισμένη πάνω σ’ένα τραπουλόχαρτο πριν από χρόνια: η γυναίκα που από τη δεξιά μεριά είχε δέρμα μαύρο/κόκκινο, καρό, κι από την αριστερή μεριά δέρμα χρυσό/κόκκινο, καρό. Η Ελοντί ακόμα δεν μπορούσε να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για το ποια ήταν η μπαλαντέρ – η Λόρκη; κάποιο άλλο, παράξενο πνεύμα; – αλλά είχε καταλήξει ότι, κατά πάσα πιθανότητα, δεν ήταν παρά μια προέκταση του δικού της πνεύματος που, καθότι Ιερομύστης, ήταν ενωμένο με το πνεύμα της ίδιας της Σεργήλης.

«Πάλι εσύ;» είπε η Ελοντί στη μπαλαντέρ.

Η μπαλαντέρ ήταν πολύ σοβαρή σε σχέση με άλλες φορές. Ανησυχητικά σοβαρή, καθώς είχε τα ξυπόλυτα πόδια της ανεβασμένα στην κονσόλα του οχήματος και σταυρωμένα στον αστράγαλο, με τα ασημιά νύχια της να φωσφορίζουν. «Να προσέχεις,» προειδοποίησε. «Αν δεις ανθρώπους χωρίς πρόσωπο, να μην τους εμπιστευτείς.»

«Ανθρώπους χωρίς πρόσωπο;» Γρίφοι ξανά; Δεν ήταν η πρώτη φορά που η Ελοντί είχε ακούσει γρίφους και παραδοξότητες από πνεύματα και θεούς της Σεργήλης. Από τότε που οι δυνάμεις της είχαν αφυπνιστεί, από τότε που είχε καταλάβει ότι ήταν Ιερομύστης, όλο περίεργα πράγματα έβλεπε και μάθαινε. Πολλά απ’ αυτά ήταν ενδιαφέροντα αλλά τελείως άχρηστα για την καθημερινή ζωή της.

«Αν δεις πρόσωπα σκεπασμένα με δέρμα ανθρώπου, να μην τα εμπιστευτείς,» συνέχισε η μπαλαντέρ, χωρίς ν’απαντήσει.

«Τι είν’ αυτά που λες; Δεν καταλαβαίνω!»

«Να προσέχεις τον Κρύσταλλο και τους δαίμονές του.»

«Υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να μου εξηγήσεις;»

«Τι να εξηγήσω; –ΔΕ ΜΕ ΒΛΕΠΕΙΣ;» Η φωνή της μπαλαντέρ έγινε απρόσμενα βροντερή και τραχιά, και η Ελοντί, παίρνοντας τα μάτια της από τον ανοιχτό, φωτεινό δρόμο μπροστά της, για να τα στρέψει πλάι της, είδε την παράξενη γυναίκα να έχει γυρίσει επίσης–

–αλλά δεν είχε πρόσωπο! Το πρόσωπό της ήταν μια θολούρα!

Ο χρόνος, τότε, συνέχισε.

Και η Ελοντί αισθανόταν σαν να είχε ξυπνήσει από έναν τρομαχτικό εφιάλτη. Το στόμα της ήταν ξερό, τα χέρια της ιδρωμένα μέσα στα αδάχτυλα γάντια της.

Η Λούση, καθισμένη πλάι της, δεν είχε καταλάβει τίποτα.

Ούτε πέντε δευτερόλεπτα αντικειμενικού Σεργήλιου χρόνου δεν είχαν περάσει…

*

Η Ελοντί οδήγησε τον Γρύπα των Δρόμων στην περιοχή της Θακέρκοβ που άκουγε στο όνομα Γαιοδόμος, και στο γκαράζ πλάι στο ξενοδοχείο Περίοικος. Έδειξε στον φρουρό την ταυτότητά της και έβαλε το όχημά της στον στεγασμένο χώρο, στρίβοντας προς τα αριστερά, όπου κι άλλα αγωνιστικά οχήματα φαίνονταν σταθμευμένα. Ανάμεσά τους η Ελοντί παρατήρησε ότι ήταν πολλών ραλιστών που γνώριζε από προηγούμενα ράλι, παλιότερων και νεότερων. Εγώ, σκέφτηκε ακούσια, είμαι πια παλιά ραλίστρια. Ήταν κάτι που δεν μπορούσε να χωνέψει, παρά τα χρόνια που οδηγούσε σε ράλι.

Ύστερα το βλέμμα της έπεσε στο καινούργιο όχημα του Ζορδάμη Λιγνόρρυγχου. Κι αυτός εδώ είναι, λοιπόν… Η Ελοντί αναρωτιόταν τι του είχε συμβεί τελικά, τότε, μετά το Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης, αλλά δεν τον είχε πλησιάσει για να του μιλήσει. Καλύτερα από μακριά. Εξάλλου, ο Ζορδάμης σίγουρα ακόμα θα την κατηγορούσε για ό,τι είχε γίνει. Και η αλήθεια ήταν πως, όντως, η Ελοντί έφταιγε εν μέρει για τη μοίρα του στο Πανδιαστασιακό Ράλι. Είχε, με τις μυστηριακές της δυνάμεις, διώξει τον δαίμονα που βρισκόταν φυλακισμένος μέσα στο όχημά του ώστε να του δίνει υπερφυσικές ιδιότητες. Ο Ζορδάμης, αναμφίβολα, θα είχε νικήσει αν η Ελοντί δεν είχε εμπλακεί· θα είχε βγει πρωτονικητής, κατά πάσα πιθανότητα. Θα είχε πάρει πολλά λεφτά και θα είχε ξεπληρώσει αυτή την παράξενη οργάνωση που ονομαζόταν Σιδηρά Δυναστεία, στην οποία χρωστούσε ύστερα από ένα δυστυχές επεισόδιο που είχε συμβεί σ’ένα ράλι κοντά στην Κιρβόνη – ένα ράλι πριν από πολλά χρόνια, όπου η Ελοντί δεν είχε συμμετάσχει.

Τι μπορεί να είχε γίνει, τελικά, με τον Ζορδάμη; Είχε τώρα ξεπληρώσει τη Σιδηρά Δυναστεία; Δεν ήταν, πάντως, νεκρός, όπως φοβόταν η Καλλιόπη. Αλλά γιατί πλέον δεν είχε την Καλλιόπη για συνοδηγό του; Η Ελοντί δεν τον είχε δει ούτε μια φορά μαζί της, από τότε που άρχισε πάλι να παρουσιάζεται σε αγώνες δρόμου· ο Ζορδάμης είχε όλο κάτι άλλους συνοδηγούς, ανθρώπους που η Ελοντί δεν αναγνώριζε. Παράξενο… Είχε τσακωθεί με την Καλλιόπη; Δε θα το θεωρούσε απίθανο, έτσι όπως φερόταν ο άνθρωπος! Ίσως η Καλλιόπη να τον είχε πιάσει στο κρεβάτι της μαζί με καμια άλλη γυναίκα! Ο Ζορδάμης ήταν απαράδεχτος – η Ελοντί το θυμόταν καλά αυτό από τότε που ήταν μικρή και αρκετά ανόητη για να έχει σχέση μαζί του – κι αμφέβαλλε ότι ακόμα θα είχε αλλάξει, παρότι πρέπει πια να ήταν πενήντα χρονών.

Στάθμευσε τον Γρύπα των Δρόμων πλάι σ’ένα άλλο αγωνιστικό όχημα, απενεργοποίησε τη μηχανή και τα συστήματά του, και μαζί με τη Λούση βγήκαν.

«Τελευταίες μού φαίνεται ότι ήρθαμε,» είπε η συνοδηγός.

«Μην το λες· μπορεί να μην είναι ακόμα όλοι εδώ.»

«Τι να μην το λέω; Αύριο το μεσημέρι δεν θα γίνει η ενημέρωση για την πορεία;»

«Μέχρι το αυριανό μεσημέρι έχουμε πολλές ώρες ακόμα, Λούση,» αποκρίθηκε η Ελοντί βγάζοντας τα γυαλιά της, διπλώνοντάς τα, και βάζοντάς τα στην τσάντα της μαζί με τα αδάχτυλα γάντια της.

«Είναι κι ο Ευκάρπιος εδώ,» παρατήρησε η Λούση, κοιτάζοντας το όχημά του, καθώς οι δυο τους διέσχιζαν το γκαράζ κατευθυνόμενες προς τη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου.

«Ναι,» είπε η Ελοντί, που το είχε ήδη προσέξει. Ο Ευκάρπιος ήταν ένας νέος ραλίστας, περίπου στην ηλικία της Λούσης· κι αν η Ελοντί δεν έκανε λάθος, της άρεσε. Το γεγονός ότι ήταν πρόσφατα χωρισμένη δεν φαινόταν να την αποθαρρύνει απ’το να κοιτάζει ερευνητικά κάθε αρσενικό που περνούσε από κοντά της. Χειρότερη από τον Ζορδάμη, ίσως. Αλλά για τον Ευκάρπιο η Ελοντί νόμιζε ότι είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο νεαρός δεν ήταν άσχημος, ομολογουμένως, όφειλε να παραδεχτεί κι η ίδια. Αλλά εκείνη πλέον μόνο ένας άντρας την ενδιάφερε, κι αυτός δεν ήταν τώρα εδώ· ήταν εκατοντάδες χιλιόμετρα προς τα δυτικά, στη Βέλνημ, στους πρόποδες των βουνών Ρίναλγκην. Η Ελοντί δεν τον έβλεπε και τόσο τακτικά – ακόμα, ύστερα από τόσα χρόνια, δεν τον έβλεπε και τόσο τακτικά – αλλά ήξερε ότι εκείνος πάντα θα ήταν εκεί γι’αυτήν. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο, ταίριαζαν οι δυο τους παρότι φαινομενικά ήταν δύο άτομα τελείως διαφορετικά: η Ελοντί, πρώην τραγουδίστρια, νυν ραλίστρια· ο Φίλιππος’χοκ, μάγος του τάγματος των Διαλογιστών. Το μόνο κοινό τους γνώρισμα ήταν ότι κι οι δύο είχαν, κάποτε, πολεμήσει για την Επανάσταση εναντίον της Συμπαντικής Παντοκρατορίας.

Μπαίνοντας στη ρεσεψιόν, η Ελοντί και η Λούση πλησίασαν το γραφείο υποδοχής όπου καθόταν μια γαλανόδερμη κοπέλα που έμοιαζε κουρασμένη. Προσπάθησε, όμως, να χαμογελάσει.

«Καλησπέρα,» είπε.

«Καλησπέρα,» αποκρίθηκε η Ελοντί και της έδωσε την ταυτότητά της που την αναγνώριζε ως ραλίστρια.

«Δίκλινο δωμάτιο ή δύο μονόκλινα, κυρία Αλλόγνωμη;»

Η Ελοντί κοίταξε ερωτηματικά τη Λούση. Εκείνη ύψωσε, σιωπηλά, δύο δάχτυλα. Είχε στο μυαλό της να φέρει κανέναν άντρα στο δωμάτιο;

«Δύο μονόκλινα,» είπε η Ελοντί στην κοπέλα, κι εκείνη πάτησε μερικά πλήκτρα στην κονσόλα της και μετά τους έδωσε δύο κλειδιά με αριθμούς επάνω.

«Καλή διαμονή, κυρία Αλλόγνωμη.»

Μόλις η Ελοντί πήρε τα μάτια της από το γραφείο υποδοχής, είδε ανθρώπους να την πλησιάζουν από γύρω σαν να της είχαν στήσει ενέδρα. Αλλά ήταν, βέβαια, μια ενέδρα που περίμενε. Θαυμαστές της – θαυμαστές και της Έκπτωτης Ελοντί, της τραγουδίστριας, και της Ελοντί της ραλίστριας – και δημοσιογράφοι. Οι μεν ήθελαν αυτόγραφα, οι δε συνεντεύξεις ή, έστω, ένα σχόλιο, κυρία Αλλόγνωμη. Η Ελοντί είπε στους δημοσιογράφους να περιμένουν, και έδωσε πρώτα αυτόγραφα στους θαυμαστές της, που τη ρωτούσαν αν θα τραγουδούσε κιόλας ύστερα από τον αγώνα. «Όχι,» τους αποκρίθηκε, «δε θα τραγουδήσω.» – «Μα, γιατί; Θέλουμε όλοι να τραγουδήσετε!» – «Σας παρακαλούμε, τραγουδήστε – θα φέρουμε κόσμο!» – «Θα μαζευτεί όλη η Θακέρκοβ αν τραγουδήσετε.» – «Καλά, θα το σκεφτώ,» είπε η Ελοντί χαμογελώντας. «Αλλά μάλλον όχι. Δε σας λέω τίποτ’ άλλο γιατί δε θέλω να σας απογοητεύσω.»

Η Λούση είχε καθίσει σε μια πολυθρόνα του καθιστικού της ρεσεψιόν και παρατηρούσε την κατάσταση με ψυχιατρικό ενδιαφέρον. Ένας τύπος που δεν είχε σηκωθεί για να ορμήσει στην Ελοντί παρατηρούσε τη Λούση με αντρικό ενδιαφέρον, καθισμένος παραδίπλα. Η Λούση τον είχε προσέξει, αλλά μόνο με τις άκριες των ματιών της, παριστάνοντας πως δεν τον είχε δει.

Οι δημοσιογράφοι τώρα παρενοχλούσαν την Ελοντί για να τους δώσει συνεντεύξεις ή, έστω, κανένα σχόλιο, κυρία Αλλόγνωμη· αλλά εκείνη αποκρίθηκε ότι ήταν πολύ κουρασμένη σήμερα: είχε τρέξει από την Άντχορκ ώς εδώ και ήθελε να ξεκουραστεί. Υποσχέθηκε πως θα τους μιλούσε αύριο, «αν και δεν έχω τίποτα πραγματικά σημαντικό να πω.»

Έκανε νόημα στη Λούση να την ακολουθήσει. Εκείνη σηκώθηκε από την πολυθρόνα της και, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά πάνω απ’τον ώμο της στον τύπο που την παρατηρούσε, ακολούθησε την Ελοντί προς την πόρτα ενός ανελκυστήρα.

Πέντε λεπτά περίπου αφού η Ελοντί Αλλόγνωμη και η συνοδηγός της είχαν φύγει, ο Ζορδάμης, ο Βινάρης, η Καλλιόπη, και η Κλεισμένη μπήκαν στη ρεσεψιόν από την είσοδο του ξενοδοχείου. Οι δημοσιογράφοι και οι θαυμαστές ήταν ακόμα συγκεντρωμένοι εδώ.

Η Ελοντί ήρθε, λοιπόν, σκέφτηκε ο Ζορδάμης παρατηρώντας τους. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση γι’αυτό.

Ένας δημοσιογράφος τον είδε και βάδισε προς το μέρος του.

Ωωωχχ…

Οι άλλοι δημοσιογράφοι πρόσεξαν προς τα πού κατευθυνόταν ο συνάδελφός τους και, αναγνωρίζοντας κι αυτοί τον Ζορδάμη Λιγνόρρυγχο, τον μιμήθηκαν.

«Κύριε Λιγνόρρυγχε, θα μπορούσα να σας πάρω μια συνέντευξη;»

«Όχι τώρα, φίλε μου. Είμαι ελαφρώς μεθυσμένος και παραπατάω· θ’ακούσεις ένα σωρό ανοησίες, πράγματα που δεν τα εννοώ· μπορεί ακόμα και να σε βρίσω.»

Διάφοροι γέλασαν γύρω του.

Ο Ζορδάμης πέρασε ανάμεσά τους, ενώ η Κλεισμένη μπλεκόταν (εσκεμμένα ίσως) μέσα στα πόδια τους κάνοντάς τους να σκοντάφτουν. Ο Βινάρης και η Καλλιόπη τούς αγνοούσαν.

Μια νεαρή δημοσιογράφος πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά στον Ζορδάμη. «Κύριε Λιγνόρρυγχε, μια ερώτηση μόνο να σας κάνω;»

«Για τον καιρό; Έχει κρύο απόψε, ομολογουμένως.»

Κι άλλα γέλια από γύρω.

Η δημοσιογράφος, χωρίς να γελά, ρώτησε: «Γιατί είχατε εξαφανιστεί κάποια χρόνια; Πριν από καμια δεκαετία περίπου, δεν συμμετείχατε σε κανέναν αγώνα ράλι για τέσσερα χρόνια, αν δεν κάνω λάθος. Ποιος ο λόγος;»

«Μ’έχουν ξαναρωτήσει,» της είπε ο Ζορδάμης, «και έχω απαντήσει. Μόνο τη δική σου εφημερίδα διαβάζεις;»

«Δεν είμαι από εφημερίδα, κύριε Λιγνόρρυγχε,» αποκρίθηκε επαγγελματικά η νεαρή δημοσιογράφος. «Είμαι από το περιοδικό Φλεγόμενοι Τροχοί, που είναι, μάλιστα, χορηγός του Ράλι Δυτικής Θακέρκοβ.»

Ένας από τους χορηγούς, τουλάχιστον. «Όπως είχα απαντήσει και παλιά,» είπε ο Ζορδάμης, «οι λόγοι μου ήταν προσωπικής φύσης. Δεν μπορώ να τους συζητήσω.»

«Είχαν να κάνουν με την υγεία σας;»

Ο Ζορδάμης την προσπέρασε, παραμερίζοντάς την ευγενικά. Η Κλεισμένη γρύλισε. Η δημοσιογράφος τσύριξε, αναπηδώντας. Η γάτα την είχε γρατσουνίσει, ελαφρά, στην αριστερή κνήμη κουρελιάζοντας την ψηλή, ημιδιαφανή κάλτσα της.

«Αυτό το ζώο είν’ επικίνδυνο!» φώναξε η δημοσιογράφος.

Ο Ζορδάμης (που αισθανόταν ενοχλημένος), ο Βινάρης (που έμοιαζε διασκεδασμένος), η Καλλιόπη (που χαμογελούσε ώς τ’αφτιά), και η Κλεισμένη (που βάδιζε ανεμίζοντας την ουρά της περήφανα) μπήκαν στον ανελκυστήρα κι άρχισαν ν’ανεβαίνουν.

«Άτακτο αιλουροειδές,» είπε ο Ραλίστας. «Δεν έχει δείπνο για σένα απόψε.»

«Νιάρ!»

Ο Ζορδάμης θα ορκιζόταν ότι χαμογελούσε πίσω από τα μαγικά μουστάκια της.

Έξι
Η Γοητεία του Κρυστάλλου

Μια μάσκα από δέρμα ανθρώπου, η οποία κάλυπτε το πρόσωπο αρκετά καλά, αλλά όχι τέλεια. Με λίγη προσοχή, κάποιος θα καταλάβαινε ότι δεν επρόκειτο για πραγματικό πρόσωπο. Κι επιπλέον, δεν είχε μάτια. Τα μάτια ήταν δύο τρύπες που μέσα τους, αν δεν έβλεπες την κρυσταλλική δομή των όντων, φαινόταν μονάχα μια παράξενη θολούρα.

Χρειαζόμαστε καλύτερη επεξεργασία. Και μάτια.

Δεν είναι εύκολο να γίνει κάτι καλύτερο, ισχυριζόταν ο κρυσταλλωμένος βυρσοδέψης. Μάτια, ειδικά, είναι αδύνατο να φτιάξω. Πρέπει να βρούμε άλλο τεχνίτη γι’αυτό.

Ναι, συμφώνησε ο Απελευθερωτής, πρέπει…

*

Η Λορύν’σαρ καθόταν σ’έναν από τους θαλάμους έρευνας της Μαγικής Ακαδημίας της Άντχορκ και παρακολουθούσε τα δεδομένα σε μια οθόνη: δεδομένα που είχε αντλήσει από τον θάλαμο αισθητηριακής καταγραφής του τάγματός της, των Ερευνητών: δεδομένα για το πώς διάφοροι μάγοι αντιλαμβάνονταν μέσα στο μυαλό τους διάφορες μορφές ενέργειας, κυρίως με τη χρήση Ξορκιού Ενεργειακής Ανιχνεύσεως.

Η Λορύν’σαρ προσπαθούσε να κατασκευάσει ένα καινούργιο ξόρκι το οποίο θα έδινε άλλη εντύπωση ενέργειας από την πραγματική, ή θα μπορούσε, ίσως, ακόμα και να δώσει την εντύπωση κάποιας μορφής ενέργειας εκεί όπου καμια μορφή ενέργειας δεν υπήρχε. Η Λορύν υποψιαζόταν ότι θα έπρεπε να ζητήσει και τη βοήθεια μάγων του τάγματος των Διαλογιστών, προκειμένου να ολοκληρώσει αυτό το ξόρκι – αν ήταν όντως εφικτό να φτιαχτεί – αλλά όχι από τώρα. Τώρα δεν νόμιζε πως είχε συγκεντρώσει και αναλύσει όλες τις παραμέτρους που χρειαζόταν…

Ο επικοινωνιακός δίαυλος κουδούνισε, σε αρκετή απόσταση από εκεί όπου καθόταν η μάγισσα μπροστά στην κονσόλα, παρατηρώντας τα δεδομένα ενώ το τσιγάρο στο χέρι της καιγόταν από μόνο του.

Η Λορύν αγνόησε τον δίαυλο. Αλλά εκείνος επέμεινε.

«Θ’απαντήσεις, Ρενέ;» φώναξε· όμως ο νεαρός μάγος δεν μίλησε. Είχε φύγει; Τι ώρα ήταν; Η Λορύν κοίταξε το ρολόι της. Οκτώ και μισή. Μάλλον είχε φύγει. Και δεν τον πήρα είδηση. Ήταν απορροφημένη.

Ο δίαυλος ακόμα κουδούνιζε.

Σβήνοντας το τσιγάρο της η Λορύν’σαρ σηκώθηκε, τον πλησίασε, και πάτησε το κουμπί της αποδοχής.

«Λορύν’σαρ,» είπε.

«Λορύν,» ακούστηκε η φωνή της Χοαρκίδας’μορ, που απόψε είχε υπηρεσία στη γραμματεία της Ακαδημίας. «Είσαι απασχολημένη;»

«Με χρειάζεσαι;»

Η φωνή της έγινε ψιθυριστή: «Είναι ένας κύριος εδώ. Λέει πως χρειάζεται έναν μάγο για μια δουλειά. Επί πληρωμή. Τον ρώτησα τι ακριβώς δουλειά είναι, για να του συστήσω τον κατάλληλο, και μου είπε ότι έχει σχέση με την κατασκευή προσώπου και ματιών – όχι αληθινών, κάτι σαν μάσκα. Μου μοιάζει περίεργος, Λορύν. Μπορεί και νάναι τραυματισμένος, δεν ξέρω. Φορά κουκούλα, και μέσα απ’την κουκούλα η όψη του φαίνεται… περίεργη. Σκέφτηκα ότι αν κάποιος μπορεί να τον βοηθήσει πρέπει νάναι Ερευνητής. Θα τον δεις;»

Η Λορύν’σαρ σκέφτηκε πως αυτό ίσως να ήταν το διάλειμμα που χρειαζόταν – να βάλει το μυαλό της να δουλέψει πάνω σε κάτι άλλο, μήπως και καθαρίσει από την ώς τώρα μελέτη της που το είχε θολώσει. «Ναι. Στείλε τον στον θάλαμο Έψιλον-Δύο.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε η Χοαρκίδα’μορ, και τερμάτισε την τηλεπικοινωνία.

Η Λορύν’σαρ έφτιαξε προς στιγμή, με τα δάχτυλα, τα μαύρα μαλλιά της στεκόμενη μπροστά σε μια σβηστή οθόνη, και μετά βγήκε από το δωμάτιο έρευνας και βάδισε ώς τον θάλαμο Ε-2, που δεν ήταν μακριά: στην πτέρυγα του τάγματος των Ερευνητών βρισκόταν, λίγο πιο κάτω.

Όταν έφτασε εκεί, βρήκε στο καθιστικό έναν άντρα να την περιμένει. Αλλά δεν καθόταν· στεκόταν όρθιος. Φορούσε κάπα και είχε την κουκούλα σηκωμένη: και μέσα απ’την κουκούλα – η Χοαρκίδα είχε δίκιο – το πρόσωπό του φαινόταν περίεργο. Ίσως να ήταν τραυματισμένο. Τα μάτια του κρύβονταν πίσω από φιμέ γυαλιά.

«Καλησπέρα,» χαιρέτησε. «Είστε η μάγισσα Λορύν’σαρ;»

«Μάλιστα. Καθίστε.» Του έδειξε μια μαύρη, δερμάτινη πολυθρόνα πλάι στο σβηστό τζάκι με τα δύο ενεργειακά αγάλματα εκατέρωθέν του.

«Θα προτιμούσα αν ερχόσασταν μαζί μου. Είμαι πρόθυμος να πληρώσω.» Έβγαλε μέσα από την κάπα του μια παχιά δεσμίδα ήλιους· και τότε η Λορύν παρατήρησε ότι τα χέρια του ήταν καλυμμένα με μαύρα γάντια. Ναι, μάλλον τραυματισμένος. Καμένος, ίσως.

«Μισό λεπτό,» του είπε. «Δεν ξέρω αν μπορώ να σας βοηθήσω. Τι ακριβώς θέλετε; Και πώς λέγεστε;»

«Το όνομά μου είναι Καρνάδης. Και θέλω να δείτε κάποια υλικά που έχω συγκεντρώσει… για την κατασκευή ενός προσώπου.»

«Προσώπου;» Η Λορύν’σαρ τράβηξε ένα τσιγάρο μέσα από μια τσέπη του φορέματός της και το άναψε μ’έναν ενεργειακό αναπτήρα.

«Ναι. Θέλω ένα πρόσωπο που να είναι αληθοφανές. Και μάτια.»

«Μάτια;»

«Ναι. Θέλω να μου φτιάξετε μάτια που να φαίνονται αληθινά επάνω στο πρόσωπο – όχι ακίνητες χάντρες ή κάτι παρόμοιο.»

Η Λορύν συνοφρυώθηκε, φυσώντας καπνό απ’τα ρουθούνια. Δε μπορεί να μην έχει μάτια, σκέφτηκε. Δε μοιάζει τυφλός. «Κινηματογραφιστής είστε;»

Ο Καρνάδης γέλασε σιγανά. «Ναι, θα μπορούσατε να πείτε ότι είμαι σκηνοθέτης. Θα έρθετε μαζί μου να σας δείξω τα υλικά που έχω συγκεντρώσει; Είναι, σας διαβεβαιώνω… ιδιαίτερης φύσης. Και,» πρόσθεσε, «αυτά σάς τα δίνω απλά για να κοιτάξετε τα υλικά – τίποτ’ άλλο.» Έτεινε τη δεσμίδα με τα χαρτονομίσματα προς το μέρος της. «Αν αποφασίσετε να εργαστείτε επάνω σ’εκείνο που μ’ενδιαφέρει θα πληρωθείτε περισσότερο.»

Ναι, σκέφτηκε η Λορύν, είναι αναμφίβολα περίεργος… Αλλά γιατί όχι; Πήρε τη δεσμίδα από το χέρι του. «Εντάξει,» είπε κρύβοντας τα χρήματα μέσα στο φόρεμά της. «Πού θα πάμε; Μέσα στην πόλη, ελπίζω…»

«Ναι. Δεν είμαι μακριά από εδώ. Θα βαδίσουμε.»

«Περιμένετε μια στιγμή, αν θέλετε.»

«Ασφαλώς.»

Η Λορύν’σαρ πήγε στον κοιτώνα της μέσα στην Ακαδημία, στον οποίο σπάνια, πολύ σπάνια, κοιμόταν· το μικρό κρεβάτι ήταν συνεχώς στρωμένο και απείραχτο. Έσβησε το τσιγάρο της στο τασάκι, πήρε από την κρεμάστρα την καπαρντίνα της, και τη φόρεσε. Τα λεφτά τα έβγαλε από το φόρεμά της, τα έκρυψε σ’ένα συρτάρι, και το κλείδωσε με κλειδί και μαγεία. Από ένα άλλο συρτάρι πήρε ένα μικρό ενεργειακό πιστόλι και το έβαλε σε μια τσέπη της καπαρντίνας, για καλό και για κακό – όχι πως νόμιζε ότι κινδύνευε απ’ αυτό τον τύπο, παρότι παράξενος.

Έριξε μια ματιά στο πρόσωπό της στον καθρέφτη. Τα μάτια της είχαν κάνει μαύρους κύκλους επάνω στο λευκό-ροζ δέρμα της. Ήταν κουρασμένη, και φαινόταν. Έβαλε λίγο διακριτικό κραγιόν στα χείλη της, και μετά έφυγε απ’τον κοιτώνα. Επέστρεψε στον θάλαμο Ε-2.

Ο Καρνάδης στεκόταν εκεί όπου στεκόταν και πριν, σα να μην είχε κινηθεί καθόλου, σα να ήταν στημένος θεατρικά σ’αυτό το σημείο. Της έδινε μια αλλόκοτη αίσθηση αυτό.

«Δε χρειάζεται ν’ανησυχείτε,» της είπε. «Δε θα πάμε μακριά.»

Η Λορύν’σαρ χαμογέλασε αμήχανα. Δεν ήθελε να δείξει ότι ένιωθε περίεργα απέναντί του, κι αναρωτιόταν πώς ο Καρνάδης το είχε καταλάβει. «Όχι, δεν υπάρχει πρόβλημα,» αποκρίθηκε. «Ελάτε.»

Και μπήκαν μαζί σ’έναν ανελκυστήρα της Μαγικής Ακαδημίας της Άντχορκ. Βγήκαν στο ισόγειο και βάδισαν προς την είσοδο, κοντά στην οποία στέκονταν δύο μισθοφόροι φρουροί. Η μάγισσα άγγιξε ένα σημείο πάνω στη μεγάλη, δίφυλλη θύρα και τα δύο φύλλα της άνοιξαν αυτόματα. Ο Καρνάδης πέρασε πρώτος το κατώφλι της Ακαδημίας, βγαίνοντας στους δρόμους της Άντχορκ. Η Λορύν’σαρ τον ακολούθησε ενώ η είσοδος του μεγάλου οικοδομήματος έκλεινε πίσω της, και συνέχισε να τον ακολουθεί, προς τα ανατολικά, καθώς ο Καρνάδης έμπαινε σε μικρότερους δρόμους που δεν είχαν παρά ελάχιστη κίνηση.

Η Λορύν’σαρ άναψε τσιγάρο.

«Δε θάπρεπε να καπνίζεις τόσο,» της είπε ο Καρνάδης· «ο καπνός σε καταστρέφει.» Το γεγονός ότι της είχε μιλήσει στον ενικό την ξάφνιασε αρχικά. «Αυτό είναι ή το εικοστό ή το εικοστό-τρίτο τσιγάρο σήμερα, δεν είναι;»

Η Λορύν ξαφνιάστηκε γι’ακόμα μια φορά. «Δεν είμαι σίγουρη,» αποκρίθηκε, «αλλά δεν πρέπει να πέφτετε πολύ έξω. Πώς… πώς το κατάλαβες;» Αφού της μιλούσε στον ενικό, γιατί εκείνη να του μιλά στον πληθυντικό;

«Φαίνεται.»

Φαίνεται; Από πού; Η παράξενη αίσθηση που της έδινε, απρόσμενα, δεκαπλασιάστηκε.

Και τώρα ο Καρνάδης την οδηγούσε σε ακόμα πιο σκοτεινούς δρόμους, όλο σκιές και νυχτερινή ησυχία, πίσω από τα ψηλά, ογκώδη οικοδομήματα.

«Πού ακριβώς πάμε; Εδώ μένεις;» τον ρώτησε η Λορύν, ανήσυχα, πετώντας το τσιγάρο της κάτω και βάζοντας το χέρι της μέσα στην καπαρντίνα της, στη λαβή του ενεργειακού πιστολιού.

«Ρωτάς επειδή σε χτυπά το αριστερό σου παπούτσι στη φτέρνα, ή επειδή με φοβάσαι, μάγισσα;»

Η Λορύν κοκάλωσε, σταματώντας να βαδίζει, νιώθοντας ένα τελείως υποκειμενικό ψύχος να τη διαπερνά από πάνω ώς κάτω. Πώς ξέρει για το παπούτσι μου; Ήταν σίγουρη πως δεν κούτσαινε – δεν τη χτυπούσε και τόσο!

Ξεροκατάπιε. «Τι… τι είσαι;»

Ο Καρνάδης, χωρίς καμία προειδοποίηση, προτού εκείνη προλάβει να κάνει το παραμικρό για να υπερασπιστεί τον εαυτό της, τη γρονθοκόπησε στην κοιλιά. Η αναπνοή της κόπηκε, χρώματα χόρευαν μπροστά στα μάτια της· διπλώθηκε, παραπατώντας, και σωριάστηκε στο έδαφος. Σκοτάδι την τύλιξε…

*

Όταν συνήλθε ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα κάποιου ερειπωμένου οικήματος με παλιούς τεχνικούς εξοπλισμούς. Σε μια καρέκλα παραδίπλα καθόταν ο Καρνάδης εξακολουθώντας να φορά κάπα, κουκούλα, φιμέ γυαλιά, και γάντια.

Η Λορύν’σαρ διαπίστωσε – λιγάκι έκπληκτη – ότι δεν ήταν δεμένη. Τι ανώμαλος ήταν αυτός; Γιατί την είχε φέρει εδώ;

«Πού είμαι;» τον ρώτησε, βλέποντας τα γυαλιά του να στρέφονται προς το μέρος της. Το χέρι της πήγε στην τσέπη της καπαρντίνας της όπου κρυβόταν το ενεργειακό πιστόλι, αλλά δεν το βρήκε εκεί. Την είχε ψάξει, της το είχε πάρει.

«Σ’έναν παλιό, εγκαταλειμμένο ραδιοφωνικό σταθμό,» της απάντησε ο Καρνάδης, «έξω από την Άντχορκ.»

«…Γιατί;» Η Λορύν αισθανόταν έναν κόμπο στον λαιμό. Φοβόταν. Προσπάθησε να σκεφτεί πώς μπορούσε να ξεφύγει. Παλιός ραδιοφωνικός σταθμός; Μπορούσε, κάπως, με τη μαγεία της, να το εκμεταλλευτεί αυτό για να–;

«Άκουσέ με,» της είπε ο Καρνάδης. «Θα έρθει τώρα ένας φίλος μου εδώ και θα σε τσιμπήσει. Θα στείλει μέσα σου κάτι που το σώμα σου θα αντιλαμβάνεται ως εχθρικό. Αλλά δεν είναι εχθρικό. Αν του αντισταθείς θα σε κομματιάσει. Αν το αποδεχτείς θα σε μεταμορφώσει με τρόπο υπέροχο.»

«Τι… τι εννοείς;» Η Λορύν’σαρ σηκώθηκε από το πάτωμα, παρότι ένιωθε τα γόνατά της να τρέμουν.

Και ο Καρνάδης σηκώθηκε απ’την καρέκλα του. «Αν δεν του αντισταθείς, αν το αποδεχτείς μέσα σου, θα σε κάνει να μπορείς να δεις πράγματα που κανένας άλλος μάγος επάνω στη Σεργήλη δεν μπορεί να δει. Τουλάχιστον, έτσι νομίζω. Δε νομίζω ότι εσείς οι μάγοι βλέπετε τέτοια πράγματα.»

Η Λορύν αναρωτήθηκε αν ήταν τρελός. «Τι πράγματα;»

«Την κρυσταλλική δομή των όντων.»

«Τι είναι αυτό;»

«Θα το ανακαλύψεις σύντομα. Αλλά μην αντισταθείς.» Και ο Καρνάδης, στρεφόμενος προς μια γκρεμισμένη πόρτα, μίλησε δυνατά σε κάποια γλώσσα άγνωστη για τη μάγισσα· κι από το κατώφλι της πόρτας πέρασε κάτι που την τρόμαξε ακόμα περισσότερο απ’ό,τι ήταν ήδη τρομαγμένη. Ένα πλάσμα σκεπασμένο από κάποιου είδους κρυσταλλική ύφη. Της θύμιζε πελώριο έντομο αλλά τα πόδια του δεν έμοιαζαν με πόδια εντόμου. Ήταν τέσσερα, και όχι και τόσο λεπτά· και τα δύο μπροστινά θα μπορούσε κανείς να τα αποκαλέσει και χέρια. Το κεφάλι του ήταν μακρύ, και είχε μια ακόμα πιο μακριά μουσούδα – ένα κεντρί.

Το οποίο ερχόταν προς το μέρος της.

Η Λορύν’σαρ, με μια κραυγή, τινάχτηκε πίσω. Παραπάτησε. Σκόνταψε. Δεν έπεσε στο πάτωμα αλλά η πλάτη της κοπάνησε πάνω σ’έναν τραχύ τοίχο. «Μείνε μακριά μου!» φώναξε.

«Μην τρομάζεις,» της είπε ο Καρνάδης. «Αυτός είναι ο φίλος μου. Θα σε τσιμπήσει και θα στείλει τον Κρύσταλλο μέσα σου–»

«ΜΕΙΝΕ ΜΑΚΡΙΑ ΜΟΥ!» ούρλιαξε η Λορύν’σαρ.

Ο Καρνάδης είπε κάτι στο γιγάντιο έντομο κι εκείνο έπαψε να την πλησιάζει. Ύστερα, έβγαλε τα γυαλιά του, και την κουκούλα· και τα γαντοφορεμένα χέρια του έπιασαν τη σάρκα του προσώπου του και την τράβηξαν. Η σάρκα έφυγε από πάνω του (!), αποκαλύπτοντας πίσω της ένα πρόσωπο που δεν ήταν πρόσωπο. Ήταν… ήταν κρύσταλλος, όπως αυτός που κάλυπτε το έντομο! Τίποτα από τα χαρακτηριστικά του άντρα δεν φαινόταν.

«…Μεγάλη Αρτάλη,» ψέλλισε η Λορύν. «Τι… τι είσαι; Τι είσαι; Από ποια διάσταση είσαι; Σε παρακαλώ, άφησέ με να φύγω!…»

«Από τη Σεργήλη είμαι,» της είπε ο Καρνάδης. «Αλλά μην τρομάζεις. Σε λίγο θα καταλάβεις. Σε λίγο θα μπορείς να δεις την κρυσταλλική δομή των όντων. Φτάνει να μην αντισταθείς. Αν αντισταθείς θα πεθάνεις – σε προειδοποιώ.» Και μίλησε πάλι στην άγνωστη γλώσσα.

Το έντομο ήρθε γρήγορα προς τη Λορύν’σαρ–

«Όχι!» ούρλιαξε εκείνη. «Όχι! Μείνε μακρ– Ααααααα!»

–και την κάρφωσε στον αριστερό μηρό με το κεντρί του, μερικά εκατοστά κάτω από το υπογάστριο. Η μάγισσα αισθάνθηκε ένα έντονο τσίμπημα σαν από πελώρια βελόνα, κι ευθύς αμέσως ένιωσε κάτι να έρχεται από εκεί, κάποιου είδους ουσία που εισέβαλλε στο σώμα της, τρέχοντας κάτω από τους ιστούς της σάρκας της, μέσα στον οργανισμό της. Και ό,τι ουσία κι αν ήταν, δεν ήταν φιλική προς εκείνη. Της προκαλούσε δυνατό πόνο. Η Λορύν νόμιζε ότι προσπαθούσε να τη διαλύσει. Το σώμα της έκανε ακούσιους σπασμούς. Διπλώθηκε στο έδαφος, σπαρταρώντας σαν ψάρι έξω απ’το νερό, μη μπορώντας να σταματήσει τον εαυτό της, ουρλιάζοντας, τσυρίζοντας. Φοβόταν ότι θα κομματιαζόταν, ότι θα σκιζόταν και αυτή η εχθρική ουσία θα πεταγόταν από μέσα της σαν λεπίδες, σαν πολλές μικρές λεπίδες, σαν πολλά μικρά θραύσματα από γυαλί–

μην αντιστέκεσαι

Με το ζόρι άκουσε τη φωνή του Καρνάδη πίσω από τον πόνο της, πίσω από τις φωνές της–

μην αντιστέκεσαι, Λορύν’σαρ, αλλιώς θα πεθάνεις

άφησέ το να σε μεταμορφώσει

μην αντιστέκεσαι

Η μάγισσα πάλεψε ενάντια στο ένστικτό της γιατί καταλάβαινε ότι ο Καρνάδης, όποιος κι αν ήταν – ό,τι κι αν ήταν – μάλλον είχε δίκιο. Πάλεψε ενάντια στο ένστικτό της για να αποδεχτεί αυτή την ουσία. Χαλάρωσε τα νεύρα της, άφησε την ουσία να κυλήσει εντός της· κι ενώ πριν την αισθανόταν να προσπαθεί να τη σκίσει σαν λεπίδες, τώρα, σταδιακά, την αισθανόταν να γίνεται ένα μ’αυτήν: αλλά σύντομα κατάλαβε ότι, όχι, δεν γινόταν η ουσία ένα μ’εκείνη, εκείνη γινόταν ένα με την ουσία – ή, μάλλον, καλύτερα, κάποιου είδους ένωση συνέβαινε.

Από τη μια η Λορύν’σαρ ήταν τρομαγμένη – πιο τρομαγμένη από ποτέ στη ζωή της – από την άλλη, όμως, η περιέργειά της γι’αυτό που γινόταν ήταν μεγάλη και επιστημονική· ήταν η περιέργεια μιας μάγισσας του τάγματος των Ερευνητών, που θέλει να εξερευνήσει το σύμπαν, να μάθει όλα του τα μυστικά, κάθε κρυφή του γωνιά… Αυτό που της συνέβαινε ήταν… συναρπαστικό για το ερευνητικό μέρος του μυαλού της.

Μετά από κάποια ώρα – η Λορύν αδυνατούσε να πει πόσος χρόνος είχε κυλήσει – αισθάνθηκε πως η ένωση είχε τελειώσει. Η ουσία δεν κυλούσε πια μέσα της· είχε γίνει ένα μ’εκείνη. Και τώρα η μάγισσα κοίταζε τον Καρνάδη και δεν έβλεπε πια μια θολούρα στο πρόσωπό του· έβλεπε μια υπέροχη κρυσταλλική δομή, μέσα στην οποία διακρίνονταν χαρακτηριστικά δεκάδες φορές πιο όμορφα – κυριολεκτικά, απερίγραπτα πιο όμορφα – από οποιουδήποτε άντρα είχε ποτέ αντικρίσει. Και τον αισθανόταν σαν κοντινό συγγενή της, σαν πατέρα της· αντιλαμβανόταν ότι οι δυο τους προέρχονταν από την ίδια πηγή, αλλά εκείνος ήταν γηραιότερος.

«Βλέπεις την κρυσταλλική δομή των όντων, τώρα,» της είπε.

Δεν ήταν ερώτηση. Αλλά η Λορύν αποκρίθηκε: «Ναι, τη βλέπω…» Και σηκώθηκε όρθια πάλι, μη νιώθοντας πόνο πουθενά πλέον. Τα μάτια της στράφηκαν στο γιγάντιο έντομο, που είχε απομακρυνθεί από εκείνη, και δεν της έμοιαζε εχθρικό πια, ούτε τρομαχτικό, αν και ήταν ακόμα, ομολογουμένως, κάτι το… ξένο. Η δική του κρυσταλλική δομή ήταν διαφορετική από του Καρνάδη. Είχε, αναμφίβολα, μια ομορφιά, αλλά ήταν μια ομορφιά αλλόκοτη, παράξενη, ακατονόμαστη. Δεν ήταν από τη Σεργήλη· η Λορύν’σαρ μπορούσε αμέσως να το καταλάβει αυτό. Το διάβαζε μέσα στον Κρύσταλλο. Και καταλάβαινε επίσης ότι το έντομο είχε δυνάμεις πέρα από τις δυνάμεις των ανθρώπων. Η Λορύν’σαρ ήθελε τόσο να το ερευνήσει, να το μελετήσει, να το μάθει…

«Σ’αρέσει αυτό που βλέπεις, μάγισσα;» ρώτησε ο Καρνάδης.

Και η Λορύν’σαρ έστρεψε πάλι το βλέμμα της σ’αυτόν. «Ναι,» είπε, μη μπορώντας να κρύψει τον ενθουσιασμό της.

«Καταλαβαίνεις το δώρο που σου έκανα;»

«Ναι, αλλά… γιατί; Γιατί σ’εμένα; Και… τι συμβαίνει εδώ; Πώς άρχισε; Από αυτό το έντομο;»

«Όχι,» είπε ο Καρνάδης, «δεν άρχισε από τον Ζορκολ’ζορκά’αβάθ. Από εμένα άρχισε.»

«Από εσένα; Πώς;»

«Θα σου εξηγήσω. Θα μάθεις πράγματα που άλλοι ανάμεσά μας δεν τα ξέρουν–»

«Ποιοι άλλοι; Είναι κι άλλοι σαν εσένα; Πόσοι είστε;»

«Πρώτα, θέλω να μου πεις αν μπορείς να με βοηθήσεις να φτιάξω μάσκες.» Και ύψωσε τη μάσκα που κρατούσε στο χέρι του. «Θέλω να φτιάξω μάσκες τόσο αληθοφανείς που να μη διαφέρουν από ανθρώπινα πρόσωπα. Θέλω να έχουν και μάτια: μάτια που να κινούνται κανονικά.»

Η Λορύν’σαρ ξαφνικά σκέφτηκε: Μάσκες;… Πρόσωπα… Το πρόσωπό μου! Και ρώτησε: «Είναι το πρόσωπό μου τώρα σαν το δικό σου;»

«Φυσικά. Ολόκληρη είσαι σαν εμένα.»

«Το πρόσωπό μου δεν… δεν φαίνεται;»

«Δεν φαίνεται σε όσους δεν βλέπουν την κρυσταλλική δομή των όντων. Μπορείς να δεις πώς σε βλέπουν αυτοί κοιτάζοντας έναν καθρέφτη. Μέσα από τους καθρέφτες ούτε εμείς μπορούμε να δούμε την κρυσταλλική δομή των όντων, οπότε έτσι κοιτάζουμε τον κόσμο όπως οι κατώτεροι άνθρωποι.»

«Φέρε μου έναν καθρέφτη!» είπε η Λορύν’σαρ. «Θέλω να δω το πρόσωπό μου!» Δεν ήξερε αν αυτό τής άρεσε. Δηλαδή, της άρεσε που μπορούσε να δει την κρυσταλλική δομή των όντων, αλλά δεν της άρεσε το πρόσωπό της να είναι για πάντα σκεπασμένο έτσι. Την τρόμαζε. Από την άλλη, βέβαια, αν τώρα ο Καρνάδης τής έδινε την επιλογή να επιστρέψει στην προηγούμενή της κατάσταση, το ήξερε πως θα αρνιόταν. Αισθανόταν ότι πάντα, πάντα, ήταν προορισμένη για να αποδεχτεί τον Κρύσταλλο εντός της. Αισθανόταν ότι ο Καρνάδης ήταν πατέρας της, πρόγονός της, πολύ οικείος της, και ήθελε να τον έχει κοντά της. Η παλιά της ζωή τής φαινόταν απρόσμενα σαν θέατρο, σαν αστείο. Ένιωθε ενδυναμωμένη πέρα από κάθε τρελό της όνειρο. Νόμιζε ότι όλοι οι άνθρωποι κανονικά έτσι θα έπρεπε να είναι. Γιατί να είναι κάτι κατώτερο; Οι αισθήσεις τους απλά τους περιόριζαν σ’έναν κλειστό κόσμο. Ο Κρύσταλλος άνοιγε ορίζοντες! Έχω να ανακαλύψω τόσα για το σύμπαν! Τόσα πολλά!

Ακολουθώντας τον Καρνάδη βγήκε από το δωμάτιο όπου βρίσκονταν και μπήκε σ’ένα άλλο δωμάτιο, μεγαλύτερο και γεμάτο με διάφορα αντικείμενα και εξοπλισμούς. Εδώ, επίσης, ήταν κι άλλοι κρυσταλλωμένοι, που τη χαιρετούσαν χωρίς να της μιλάνε: τη χαιρετούσαν με κινήσεις της κρυσταλλικής τους δομής. ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΕΣ ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΣ, έλεγαν. ΕΙΣΑΙ ΕΥΠΡΟΣΔΕΚΤΗ ΕΔΩ, έλεγαν. ΕΙΣΑΙ ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΗ, την κολάκευαν. Και τους αισθανόταν όλους τόσο οικείους όσο τον Καρνάδη· αλλά όχι και τόσο αρχαίους. Ήταν, πράγματι, αδέλφια της.

«Δώστε στη Λορύν’σαρ έναν καθρέφτη,» ζήτησε ο Καρνάδης.

«Ναι, Απελευθερωτή,» αποκρίθηκε μια γυναίκα. Πήρε έναν καθρέφτη μέσα από έναν σάκο και τον έδωσε στη μάγισσα.

Εκείνη τον κράτησε μπροστά της, και ατένισε το πρόσωπό της στην επιφάνειά του. Ήταν, όντως, όπως του Καρνάδη. Όπως όλων τους. Τίποτα από τα χαρακτηριστικά της δεν φαινόταν· ούτε καν τα μάτια της. Μια κρυσταλλική μάσκα κάλυπτε τα πάντα. Μια κρυσταλλική θολούρα. Και, παρότι πριν νόμιζε ότι αυτό θα την ενοχλούσε πολύ, τώρα, που είχε αντικρίσει και τα άλλα αδέλφια της, δεν την πείραζε καθόλου.

Ήταν απόλυτα φυσιολογικό. Δεν ήταν τίποτα περίεργο. Κι εξάλλου, γιατί να την ενδιαφέρει αν οι κατώτεροι άνθρωποι μπορούσαν να δουν καθαρά το πρόσωπό της; Αυτοί που την ενδιέφεραν μπορούσαν να τη δουν, όπως κι εκείνη μπορούσε να δει αυτούς. Και–

κατέβασε τον καθρέφτη από μπροστά της, κοιτάζοντάς τους

–ήταν όλοι τους υπέροχοι…

Εφτά
Η Μπαλαντέρ και ο Μπαλαντέρ

Εκείνη τη μέρα που του δόθηκε το εισιτήριο για τον αγώνα δρόμου, ο Μπαλαντέρ της Λόρκης έκλεισε δωμάτιο σ’ένα πανδοχείο στις Μάντρες, μια περιοχή στα βορειοδυτικά της Θακέρκοβ, αντίκρυ στο χωριό που είχε στηθεί για το ράλι. Το πανδοχείο ονομαζόταν «Ο Καλοδεχούμενος» και δεν ήταν μακριά από τον σιδηροδρομικό σταθμό ούτε από τη δημοσιά που ερχόταν από τα βόρεια.

Ο Αργύριος, όπως συνήθως, δεν είχε πολλά λεφτά μαζί του αλλά είχε όσα τού χρειάζονταν για να κάνει τη δουλειά του. Πράγμα που, αναμφίβολα, δεν ήταν σύμπτωση. Αφού πλήρωσε τον πανδοχέα, κάθισε στην τραπεζαρία όπου ήταν συγκεντρωμένος κάμποσος κόσμος και καθώς το μεσημέρι πλησίαζε συγκεντρωνόταν ολοένα και περισσότερος. Ο Αργύριος άκουγε διάφορα για το Ράλι Δυτικής Θακέρκοβ – πληροφορίες που έμοιαζαν έγκυρες και φήμες που δεν έμοιαζαν καθόλου έγκυρες αλλά μπορεί να ήταν αληθινές, μπορεί και όχι. Δεν άργησε έτσι να μάθει, από σύμπτωση, ότι ανάμεσα στους ραλίστες ήταν και η Έκπτωτη Ελοντί, η τραγουδίστρια που πλέον δεν τραγουδούσε παρά μονάχα σε πολύ σπάνιες εμφανίσεις. Το κανονικό της όνομα ήταν Ελοντί Αλλόγνωμη, φυσικά· το Έκπτωτη Ελοντί ήταν καλλιτεχνικό επειδή το πιο επιτυχημένο της τραγούδι ήταν «Η Έκπτωτη», το οποίο, όπως ήξερε ο Αργύριος, όπως είχε ακούσει από τους στίχους του ίδιου του τραγουδιού παλιότερα, αναφερόταν σε κάποια επαναστάτρια. Παράξενο που ένα τέτοιο τραγούδι είχε αφεθεί να κυκλοφορήσει την περίοδο που η Συμπαντική Παντοκράτειρα κυριαρχούσε ακόμα στη Σεργήλη. Μάλλον, οι πράκτορές της δεν το θεωρούσαν και τόσο επικίνδυνο: και μάλλον είχαν δίκιο.

Αλλά όλα αυτά τώρα δεν ενδιέφεραν ιδιαίτερα τον Μπαλαντέρ της Λόρκης. Εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν ότι η Ελοντί Αλλόγνωμη βρισκόταν εδώ. Η γυναίκα από το όνειρό μου. Η γυναίκα την οποία είχε δει, στον ύπνο του, να τραγουδά πάνω σε μια σκηνή, και μετά να οδηγεί έναν μηχανικό γρύπα, τρέχοντας…

Δεν το ήξερα ότι ήταν ραλίστρια. Ίσως θα έπρεπε να είχε ασχοληθεί περισσότερο με αγώνες δρόμου – κάτι που ποτέ δεν τον προσέλκυε.

Λίγο πριν από το μεσημέρι, όταν πολύς κόσμος βρισκόταν στην τραπεζαρία του Καλοδεχούμενου, ο Αργύριος έστησε ένα παιχνίδι τύχης με τραπουλόχαρτα για να βγάλει μερικά λεφτά. Χρησιμοποίησε, φυσικά, την Τράπουλα της Πανούργου Κυράς. Το παιχνίδι ήταν απλό και ονομαζόταν Βρες Το. Ο Αργύριος έβαζε ανοιχτό πάνω στο τραπέζι ένα χαρτί από κάθε κατηγορία της τράπουλας – μια Πόλη, μια Απάτη, ένα Πάθος, έναν Δρόμο – καθώς και ένα από τα εξέχοντα φύλλα. Ζητούσε από τον αντίπαλό του να δηλώσει δύο πράγματα: τι θα έβρισκε – Πόλη; Απάτη; Πάθος; Δρόμο; – και πόσα λεφτά πόνταρε. Μετά, ο Αργύριος γύριζε τα φύλλα ανάποδα πάνω στο τραπέζι και τα ανακάτευε με γρήγορες κινήσεις των δαχτύλων του, κάνοντάς τα πέρα-δώθε και περνώντας τα το ένα μέσα από το άλλο χωρίς να τα σηκώσει καθόλου από την ξύλινη επιφάνεια. Όταν σταματούσε, ζητούσε από τον αντίπαλό του να διαλέξει χαρτί. Αν ήταν το χαρτί που εκείνος είχε δηλώσει ότι θα έβρισκε, τότε ο Αργύριος τού έδινε τα λεφτά του στοιχήματος. Αν ήταν κάποιο άλλο χαρτί, τότε ο αντίπαλος έδινε τα συμφωνημένα λεφτά στον Αργύριο. Αν ήταν το εξέχον φύλλο (το οποίο ο αντίπαλος ποτέ δεν μπορούσε να επιλέξει, στην αρχή, για να βρει), τότε κάτι ιδιαίτερο συνέβαινε, αναλόγως το φύλλο.

Ο Αργύριος χρησιμοποιούσε τέσσερα από τα δώδεκα εξέχοντα φύλλα, τραβώντας ένα τυχαία κάθε φορά: τον Απρόσωπο Ληστή, τα Μάτια της Λόρκης, τον Μπαλαντέρ της Λόρκης, και την Κλέφτρα της Καρδιάς. Αν παρουσιαζόταν ο Απρόσωπος Ληστής, ο αντίπαλος του Αργύριου έπρεπε να του δώσει τα διπλάσια λεφτά. Αν παρουσιάζονταν τα Μάτια της Λόρκης, ο Αργύριος μπορούσε να ζητήσει να μάθει κάτι από τον αντίπαλό του – μια πληροφορία, οτιδήποτε – κι εκείνος δεν έπρεπε να πει ψέματα, γιατί τον ατένιζαν τα μάτια της Λόρκης και κακό θα του συνέβαινε. Αν παρουσιαζόταν ο Μπαλαντέρ της Λόρκης, τότε ούτε ο Αργύριος ούτε ο αντίπαλός του έπαιρναν τα λεφτά: κάτι σαν ισοπαλία. Αν παρουσιαζόταν η Κλέφτρα της Καρδιάς, ο αντίπαλος του Αργύριου έπρεπε να του δώσει κάτι δικό του το οποίο δεν βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση, δεν ήταν λερωμένο, φθαρμένο, ή αποτρόπαιο για τον Αργύριο· αν ο αντίπαλος ήταν γυναίκα, μπορούσε, προαιρετικά, να τον φιλήσει στο στόμα αντί να του δώσει κάποιο αντικείμενο.

Μ’αυτό το παιχνίδι ο Αργύριος έβγαλε, μέσα σε καμια ώρα, ακριβώς όσα λεφτά ήταν βέβαιος πως θα του χρειάζονταν.

Παρότι δεν νικούσε συνέχεια – ορισμένες φορές οι αντίπαλοι νικούσαν – σε κάποια στιγμή μια γυναίκα τού είπε: «Κλέβεις!»

«Πώς κλέβω; Τα χαρτιά τα βλέπετε· εδώ είναι, μπροστά σας. Θέλεις να παίξεις;»

«Όχι.»

Τον παρατηρούσε, όμως, καθώς έπαιζε με άλλους, προσπαθώντας μάλλον να διακρίνει την απάτη του. Στο τέλος, φυσικά, δεν διέκρινε τίποτα γιατί δεν υπήρχε απάτη, και προθυμοποιήθηκε να παίξει μαζί του. Στοιχημάτισε, τολμηρά, δύο ήλιους και πόνταρε στο φύλλο Απάτης. Ο Αργύριος ανακάτεψε τα τέσσερα εξέχοντα φύλλα και τράβηξε την Κλέφτρα της Καρδιάς. Η γυναίκα, ακούσια ίσως, τον αγριοκοίταξε. Ο Αργύριος γύρισε ανάποδα όλα τα τραπουλόχαρτα και τα ανακάτεψε επιδέξια πάνω στο τραπέζι.

«Διάλεξε,» της είπε τελικά.

Η γυναίκα άνοιξε ένα χαρτί, και ήταν η Κλέφτρα της Καρδιάς. Ξαφνιασμένη, άνοιξε αμέσως και τα υπόλοιπα τέσσερα, σαν να υποψιαζόταν ότι επρόκειτο για κάποια απάτη. Αλλά κανένα δεν ήταν αλλαγμένο. Η γυναίκα ατένισε για λίγο το πρόσωπο του Αργύριου ερευνητικά, σαν να σκεφτόταν αν ήθελε να τον φιλήσει αντί να του δώσει κάτι δικό της. Πρέπει να ήταν καμια δεκαπενταριά χρόνια μικρότερή του, υπέθετε εκείνος: γύρω στα σαράντα. Τελικά, έβγαλε ένα σκουλαρίκι της και το έτεινε προς το μέρος του.

«Αποδεκτό;»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης, αφήνοντάς την να το ρίξει μέσα στην ανοιχτή παλάμη του.

Δεν ήταν, φυσικά, πολύτιμο. Δεν είχε παρά ελάχιστη χρηματική αξία. Απλώς ήταν βαμμένο χρυσό, και ο λίθος επάνω του ήταν από γυαλί.

Η γυναίκα πήρε τους δύο ήλιους που είχε στοιχηματίσει και έφυγε.

*

Το σούρουπο, ο Μπαλαντέρ της Λόρκης καθόταν στο μπαρ του Καλοδεχούμενου και έπινε αργά ένα ποτήρι Γλυκό Κρόνο. Συγχρόνως, διαισθανόταν το ανακάτεμα της αόρατης τράπουλας· νόμιζε πως άκουγε τα φύλλα της να γυρίζουν γρήγορα, κρα-κρα-κρα-κρακ! Κάτι συνέβαινε ξανά. Αλλά τι;

Το ηχοσύστημα του πανδοχείου άρχισε να παίζει την Έκπτωτη.

Η Ελοντί Αλλόγνωμη; Είχε έρθει;

Ο Αργύριος αναρωτιόταν τι σχέση μπορεί να είχε μαζί του μια πρώην τραγουδίστρια και νυν ραλίστρια. Καθώς και τι σχέση μπορεί να είχε με τα άλλα πράγματα που τελευταία διαισθανόταν και που διάβαζε μέσα στην Τράπουλα της Πανούργου Κυράς…

Η γυναίκα που τον είχε κατηγορήσει ότι έκλεβε στο Βρες Το ήρθε και κάθισε στο ψηλό σκαμνί δίπλα του.

«Μόνος σου είσαι εδώ;» τον ρώτησε. Ήταν κατάλευκη στο δέρμα και είχε μικρά μελιά μάτια, μικρά χείλη (βαμμένα πράσινα τώρα), και μικρή μύτη. Τα μαλλιά της ήταν καστανά και πιασμένα μ’ένα κοκαλάκι πίσω απ’το κεφάλι της ώστε να μην πέφτουν στο πρόσωπό της αλλά να χύνονται στους ώμους της. Ήταν ντυμένη καλύτερα από το μεσημέρι, μ’ένα πράσινο φόρεμα με μπλε νερά κι ένα καφετί γιλέκο με γούνα στις άκριες.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης, αναρωτούμενος αν η επανεμφάνιση αυτής της γυναίκας ήταν μια από τις παράξενες συμπτώσεις που πάντα του συνέβαιναν.

«Τ’όνομά μου είναι Χρυσόχαρη,» συστήθηκε εκείνη, τείνοντας το χέρι της προς το μέρος του.

«Αργύριος,» αποκρίθηκε καθώς αντάλλασσε μια σύντομη χειραψία μαζί της.

Η Χρυσόχαρη ζήτησε από τη γυναίκα του μπαρ να της φέρει κι εκείνης έναν Γλυκό Κρόνο, κι άλλον ένα για τον φίλο της, όπως τον αποκάλεσε. Τα δύο ποτήρια σύντομα ήρθαν.

«Συνήθως δεν πίνω τόσο πολύ,» είπε ο Αργύριος. Ο Γλυκός Κρόνος ήταν ποτό που ζάλιζε.

Η Χρυσόχαρη ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι της. «Να σε κεράσω κάτι άλλο;»

«Όχι, ευχαριστώ.»

«Τότε μπορούμε να το μοιραστούμε.»

«Αν θέλεις.» Και τη ρώτησε: «Είσαι εδώ για το ράλι;»

«Ναι. Εσύ;»

«Κι εγώ.»

«Έχεις κάποιον γνωστό εδώ;» είπε η Χρυσόχαρη.

Ο Αργύριος κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Δεν ξέρεις κάποιον από τους ραλίστες ή τους συνοδηγούς τους;»

«Δεν είχα ποτέ σχέσεις με ραλίστες. Αυτή, για την ακρίβεια, είναι η πρώτη φορά που τυχαίνει να έχω στην τσέπη μου εισιτήριο για ράλι.»

«Ούτε εγώ παλιά πήγαινα σε ράλι,» αποκρίθηκε η Χρυσόχαρη. «Αλλά αυτή είναι, τώρα, η τρίτη φορά που έρχομαι. Κυρίως, επειδή μία από τις ραλίστριες είναι γνωστή μου.»

Τα φύλλα της τράπουλας γύριζαν, ανακατεύονταν, κρα-κρα-κρα-κρα-κρακ! «Αλήθεια; Ποια;»

«Θα νομίσεις ότι σου λέω ψέματα,» χαμογέλασε η Χρυσόχαρη, «αλλά η Ελοντί Αλλόγνωμη είναι ξαδέλφη μου.»

Για φαντάσου…

Η Χρυσόχαρη γέλασε. «Δε με πιστεύεις, ε;»

«Δεν έχω λόγο να μη σε πιστέψω,» είπε ο Αργύριος.

«Μη νομίσεις ότι έχουμε και τίποτα στενές σχέσεις, βέβαια. Τα τελευταία χρόνια μόνο έτυχε να της μιλήσω, και βασικά δεν ήμουν σίγουρη αν ήταν όντως αυτή.»

«Είχε συμβεί κάτι όταν ήσασταν μικρές;»

«Ο πατέρας μου και η μητέρα της Ελοντί είναι αδέλφια· αλλά η μητέρα της Ελοντί είναι ιέρεια της Αρτάλης, και πριν από χρόνια, όταν ήταν οι Παντοκρατορικοί εδώ, την κυνηγούσαν–»

«Όπως όλες τις ιέρειες της Αρτάλης.»

«Ναι, και ο πατέρας μου δεν ήθελε να είναι γνωστό πως ήταν αδελφός της, για προφανείς λόγους. Δεν είχαμε καμια επαφή μαζί της, ή με την Ελοντί. Είχαμε χάσει τα ίχνη τους από ένα σημείο και μετά, για την ακρίβεια. Νομίζαμε ότι η Φερένια – η μητέρα της Ελοντί – ήταν νεκρή, ότι την είχαν σκοτώσει οι πράκτορες της Παντοκράτειρας. Αλλά τελικά δεν ήταν έτσι· η Ελοντί, όταν πρόσφατα τη συνάντησα, μου είπε ότι ζει και βρίσκεται σ’έναν ναό στη Νέσριβεκ. Ακόμα νομίζεις ότι σε παραμυθιάζω, ε;»

«Αν με παραμυθιάζεις, το παραμύθι σου είναι πολύ καλοστημένο,» της είπε υπομειδιώντας, και ήπιε μια γουλιά Γλυκό Κρόνο. «Το γνωρίζει η Ελοντί ότι είσαι εδώ;»

Η Χρυσόχαρη κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Εγώ μένω στη Μέλβερηθ· η Ελοντί δεν ξέρω τώρα πού μένει, και δεν είχα συνεννοηθεί μαζί της. Όλο σπίτια αλλάζει, απ’ό,τι έχω καταλάβει!» Γέλασε. «Δεν είναι παντρεμένη, φυσικά. Ούτε εγώ είμαι παντρεμένη πια – αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.» Απέφυγε το βλέμμα του, πίνοντας μια γουλιά Γλυκό Κρόνο.

«Λυπάμαι,» είπε ο Αργύριος. «Συνέβη κάτι… κακό;»

«Τι κακό;»

«Κάποιο ατύχημα, εννοώ. Είναι ζωντανός ο άντρας σου;»

«Φυσικά και είναι ζωντανός. Αλλά δε θα μ’ενδιέφερε και νεκρός να ήταν!»

Ο Αργύριος μειδίασε. «Καταλαβαίνω.»

«Όχι,» τόνισε η Χρυσόχαρη, «πίστεψέ με δεν καταλαβαίνεις.»

«Ελπίζω να μην έκλεβε στα χαρτιά,» είπε ο Αργύριος.

Η Χρυσόχαρη τον ατένισε ανέκφραστα για λίγο· ύστερα ξέσπασε σε γέλια, και ο Αργύριος τη μιμήθηκε αυθόρμητα.

«Για να είμαι ειλικρινής, ναι,» είπε η Χρυσόχαρη, «έκλεβε στα χαρτιά. Ήταν χαρτοπαίκτης σαν εσένα–»

«Δεν είμαι χαρτοπαίκτης.»

«Ταχυδακτυλουργός, εντάξει–»

«Ούτε ταχυδακτυλουργός είμαι.»

«Μετακινούσες, όμως, τα χαρτιά πολύ ταχυδακτυλουργικά, αν δεν είσαι ταχυδακτυλουργός,» είπε η Χρυσόχαρη λοξοκοιτάζοντάς τον – και μην πιστεύοντάς τον, προφανώς.

«Μου έλεγες για τον άντρα σου…»

«Ναι. Ήταν χαρτοπαίκτης, και εντάξει, δεν θα με πείραζε αυτό. Ξέρεις τι με πείραζε;»

«Τι;»

«Ότι ο καταραμένος γιος της Λόρκης έπαιζε με τα λεφτά μου.»

«Καταλαβαίνω.»

«Όχι, πίστεψέ με δεν καταλαβαίνεις,» είπε πάλι η Χρυσόχαρη. «Έπαιζε με τα λεφτά μου, και τότε είχαμε μόλις κάνει τον γιο μας. Δεν τον ενδιέφερε ούτε για το παιδί του, ο παλιάνθρωπος! Μου έλεγε πως έκανε ό,τι έκανε για να συγκεντρώσει περιουσία. Αλλά τι περιουσία; – έχασε και τα λεφτά που είχα! Δεν είχε δικά του λεφτά για να παίξει, ο λεχρίτης! Δηλαδή, όχι τόσα λεφτά όσα έπαιζε. Δεν έπαιζε δυο και τρεις ήλιους.»

Ο Αργύριος προτίμησε να μην πει Καταλαβαίνω αυτή τη φορά. «Μάλιστα,» αποκρίθηκε.

«Τέλος πάντων,» αναστέναξε η Χρυσόχαρη. «Δεν έχει σημασία τώρα.» Ήπιε μια γουλιά απ’τον Γλυκό Κρόνο της.

Μετά, δεν μιλούσαν για κάποια ώρα· απλά άκουγαν τη μουσική που ερχόταν από τα μεγάλα ηχεία του πανδοχείου κι έβλεπαν στην πλατιά οθόνη στον τοίχο σκηνές από παλιούς αγώνες ράλι.

«Να, αυτό εκεί είναι το όχημα της Ελοντί,» έδειξε, σε κάποια στιγμή, η Χρυσόχαρη.

«Αυτό με τον γρύπα ζωγραφισμένο επάνω;»

«Ναι. Ο Γρύπας των Δρόμων το ονομάζει.»

Στο όνειρό του ο Αργύριος την είχε δει να οδηγεί έναν μηχανικό γρύπα…

Όταν κι οι δύο είχαν αδειάσει τα ποτήρια τους, η Χρυσόχαρη πρότεινε να μοιραστούν το τρίτο και ο Αργύριος δεν έφερε αντίρρηση.

Καθώς έπιναν, εκείνη τον ρώτησε: «Τι δουλειά κάνεις, αλήθεια;»

«Πλανόδιος είμαι.»

«Πλανόδιος;»

«Ναι.»

«Δηλαδή; Έμπορος;»

Κούνησε το κεφάλι. «Όχι, αν και έχω κατά καιρούς εμπορευτεί πράγματα.»

«Και πώς ζεις; Τι κάνεις;»

«Περιπλανιέμαι στη Σεργήλη. Δεν είναι και τόσο δύσκολο να ζήσεις, αν δεν έχεις πολλές απαιτήσεις. Η Λόρκη μού δίνει όσα χρειάζομαι.»

Η Χρυσόχαρη γέλασε, γιατί αυτός ο άντρας δεν της φαινόταν για κανένας αλήτης, ληστής, ή λεχρίτης. «Με δουλεύεις, έτσι;»

«Καθόλου.»

«Δεν σε πιστεύω.»

Ο Αργύριος δεν αποκρίθηκε. Ήταν κι οι δυο τους λιγάκι ζαλισμένοι από τα γλυκά, μεθυστικά ποτά.

Τον ρώτησε, αργότερα, αν είχε κανονίσει κάποια στοιχήματα για το ράλι που θα γινόταν. Ο Αργύριος αποκρίθηκε ότι, όχι, δεν είχε κανονίσει τίποτα. Δεν ήξερε καν πώς κανονίζονταν. «Εσύ ξέρεις;»

«Ναι, αλλά τώρα είμαι πολύ ζαλισμένη για να σου εξηγήσω πώς γίνεται η όλη ιστορία. Θα σου πω αύριο. Προλαβαίνεις να στοιχηματίσεις αν θέλεις.»

«Εντάξει,» είπε ο Αργύριος, που δεν τον ενδιέφερε και τόσο. Ήταν σίγουρος πως ο λόγος για τον οποίο είχε οδηγηθεί σε τούτο το ράλι ήταν άλλος.

Ακόμα πιο αργά, ενώ πλησίαζαν τα μεσάνυχτα και δυνατή μουσική και βαβούρα γέμιζαν την τραπεζαρία του πανδοχείου, ο Αργύριος και η Χρυσόχαρη ανέβηκαν στο δωμάτιό του. Είχαν πιει μαζί άλλο ένα ποτήρι Γλυκό Κρόνο και ήταν αρκετά μεθυσμένοι και σε πολύ καλή διάθεση.

Η Χρυσόχαρη τού είπε, γελώντας: «Έχε υπόψη σου, κύριε, ότι αυτό δεν σημαίνει ότι θα σε παντρευτώ, εντάξει;»

«Δεν έκανα ποτέ τέτοια υπόθεση.»

Την ξάπλωσε στο κρεβάτι και της είπε να είναι ήσυχη, τώρα–

«Ήσυχη;» γέλασε η Χρυσόχαρη. «Ήρθαμε εδώ για να κοιμηθούμε, λοιπόν; Άλλη εντύπωση είχα!»

Ο Αργύριος είπε: «Σσσς,» και άρχισε να βγάζει τα ρούχα της, το ένα μετά το άλλο, χαϊδεύοντας το σώμα της επιδέξια με τα χέρια του, από πάνω ώς κάτω, από τα στήθη ώς τις πατούσες. Κι ακόμα κι όταν ήταν τελείως γυμνή, συνέχισε έτσι, παίζοντάς μαζί της σαν εκείνη να ήταν μουσικό όργανο: μέχρι που η Χρυσόχαρη, έκδηλα έτοιμη να εκραγεί από ερωτική έξαψη, τον ικέτεψε, τον απείλησε, να έρθει κοντά της, τώρα, τώρα. Ο Αργύριος έβγαλε και τα τελευταία ρούχα του και γλίστρησε μέσα της. Τα πόδια της τυλίχτηκαν με δύναμη γύρω του. Η γλώσσα της ξεπρόβαλε ανάμεσα από τα χείλη της, καλώντας τον. Φιλήθηκαν παθιασμένα.

Τ’αφτιά τους ήταν γεμάτα από το δυνατό τραγούδι που αντηχούσε σ’όλο το πανδοχείο από το ηχοσύστημα της τραπεζαρίας: Κάτω από των Θεών τα Μάτια, Ελάσσονες Ανεμοβούβαλοι.

Μετά από λίγο, ήταν κι οι δυο τους ξαπλωμένοι ήρεμα στο κρεβάτι, και το τραγούδι είχε αλλάξει: Ξεχασμένοι Λωποδύτες, Πολίτες Απολίτιστοι.

Νυσταγμένα, η Χρυσόχαρη είπε: «Να σου πω ένα μυστικό;»

«Τι;»

«Δε νομίζω ότι κανένας άλλος άντρας μ’έχει κάνει να περάσω καλύτερα.»

«Σίγουρα υπερβάλλεις.»

«Δεν υπερβάλλω,» χασμουρήθηκε η Χρυσόχαρη, και κοιμήθηκε. Η αναπνοή της έγινε γαλήνια και ρυθμική πάνω στον ώμο του.

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης δεν άργησε επίσης να κοιμηθεί…

…και βυθίζεται σ’ένα παράξενο λαγούμι όπου τα πάντα είναι ανάποδα – ο ουρανός κι η γη έχουν ανατραπεί.

Για λίγο βαδίζει εκεί μέσα σαν χαμένος.

Ένας λαβύρινθος…

Μια γυναίκα πηδά ξαφνικά από το ταβάνι, βγαίνοντας μέσα από μια αφίσα. Τα μαλλιά της είναι μακριά και κατάλευκα, φωτεινά. Το πρόσωπό της είναι από τη δεξιά μεριά μαύρο/κόκκινο, καρό· κι από την αριστερή, χρυσό/κόκκινο, καρό. Είναι ντυμένη με ρούχα που θα ταίριαζαν σε τραγουδίστρια, και ξυπόλυτη. Τα νύχια των χεριών και των ποδιών της φωσφορίζουν αργυρόχρωμα. Καθώς έπεσε από το ταβάνι προσγειώθηκε με τα γόνατά της λυγισμένα, ευέλικτη σαν πελώρια γάτα.

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης είναι σίγουρος πως την έχει ξαναδεί. Επάνω σ’ένα τραπουλόχαρτο. Όχι, όμως, της Τράπουλας της Πανούργου Κυράς – μιας άλλης τράπουλας που κυκλοφορεί ευρέως στη Σεργήλη.

Συγχρόνως, η γυναίκα αυτή τού θυμίζει και κάποια άλλη. Κάποια…

Η γυναίκα χαμογελά με αργυρόχρωμα χείλη που στραφταλίζουν. «Γεια σου, ταξιδιώτη!» χαιρετά. «Είμαι κι εγώ μπαλαντέρ.» Και, καθώς ορθώνεται, του δίνει το πόδι της όπως μια άλλη θα του έδινε το χέρι της.

«Χαίρω πολύ,» αποκρίνεται ο Μπαλαντέρ της Λόρκης, σφίγγοντας ελαφρά το πόδι που είναι μαλακό σαν μετάξι μέσα στο χέρι του και δροσερό σαν ποτήρι με αναψυκτικό. «Γνωριζόμαστε από κάπου;»

«Θα μπορούσαμε να γνωριστούμε!» γελά εκείνη.

«Είσαι της Λόρκης;»

«Είμαι μπαλαντέρ κι εγώ,» του λέει πάλι, «αλλά όχι σαν εσένα.» Του στέλνει ένα φιλί εξ αποστάσεως. «Θα σε ξαναδώ*» (Και ο Αργύριος δεν είναι σίγουρος αν τα λόγια της τελειώνουν σε ερωτηματικό ή όχι.) Η μπαλαντέρ γελά. «Γεια σου, Μπαλαντέρ της Λόρκης!» Και πηδά: πηδά προς τα κάτω αυτή τη φορά: πηδά μέσα σε μια στρογγυλή τρύπα, κι εξαφανίζεται μέσα σε μια αφίσα…

Ο Αργύριος είναι βέβαιος ότι κάπου την έχει συναντήσει παλιότερα – και όχι μόνο στο τραπουλόχαρτο.

Συνεχίζει να περιπλανιέται στο λαβυρινθώδες, ανάστροφο λαγούμι. Συναντά και διάφορα άλλα πράγματα και πλάσματα εκεί, αλλά κανένα δεν είναι σημαντικό. Το καταλαβαίνει.

Το πρωί, όταν ξυπνήσει πλάι στη Χρυσόχαρη, ο Αργύριος θα θυμάται το όνειρό του, και τη μπαλαντέρ. Και θα απορεί πώς δεν την αναγνώρισε αμέσως. Το πρόσωπό της ήταν το πρόσωπο της Ελοντί Αλλόγνωμης, όπως το είχε δει σε αφίσες της…

Οκτώ
Ζωντανή Μάσκα

Η μάγισσα Λορύν’σαρ εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Οι ειδικοί ερευνητές της Χωροφυλακής έψαξαν γι’αυτήν, και οι μάγοι της Μαγικής Ακαδημίας προσπάθησαν να την εντοπίσουν με τη μαγεία τους (αν και, σε μια τεράστια πόλη σαν την Άντχορκ, αυτό ήταν εξαιρετικά δύσκολο). Κανένας δεν τη βρήκε. Ούτε κανένας είχε την παραμικρή υποψία πού μπορεί να βρισκόταν. Το μόνο που υποπτεύονταν ήταν ότι ίσως ένας συγκεκριμένος άντρας να την απήγαγε, όταν η Λορύν’σαρ έφυγε μαζί του από τη Μαγική Ακαδημία. Τίποτα, ωστόσο, δεν ήταν γνωστό γι’αυτόν: δεν είχε δηλώσει το όνομα του στη γραμματεία της Ακαδημίας, και το πρόσωπό του ήταν κρυμμένο στη σκιά της κουκούλας της κάπας του. Το μόνο που είπε η Χοαρκίδα’μορ – που βρισκόταν στη γραμματεία τότε – ήταν ότι ο άντρας αυτός πιθανώς να ήταν τραυματισμένος. Η όψη του έμοιαζε… περίεργη, κάπως – αν και αδυνατούσε να πει πώς ακριβώς. Μπορεί να ήταν καμένος. Το δέρμα του ήταν γαλάζιο, πάντως. Ναι, σίγουρα γαλάζιο.

Πράγμα, βέβαια, που δεν σήμαινε τίποτα. Υπήρχαν εκατομμύρια γαλανόδερμοι άνθρωποι στην Άντχορκ και στα περίχωρά της. Η Χωροφυλακή, όμως, θα είχε υπόψη της, από εδώ και στο εξής, για έναν πιθανώς καμένο γαλανόδερμο άντρα, ή έναν γαλανόδερμο άντρα που το πρόσωπό του ήταν τραυματισμένο με κάποιο τρόπο.

Μια από τις επόμενες νύχτες, οι αποθήκες της βιομηχανίας όπλων Οπλισμοί Ασράντιφ, οι οποίες βρίσκονταν στις όχθες του ποταμού Σέρντιληθ, στη συνοικία Πρωτόφωνος, δέχτηκαν επίθεση. Κάποιοι μπήκαν και έκλεψαν πολλά όπλα, εξοπλισμούς, και πολεμοφόδια, ενώ κατέστρεψαν όλα τα αρχεία του συστήματος πληροφοριών. Αν οι τηλεοπτικοί πομποί είχαν καταγράψει τις όψεις τους, αυτά τα δεδομένα χάθηκαν. Αρκετοί από τους φρουρούς της αποθήκης εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς· οι υπόλοιποι βρέθηκαν νεκροί, με τα σώματά τους διαλυμένα σαν από μυριάδες μικρές περιστρεφόμενες λεπίδες. Η Χωροφυλακή δεν μπορούσε να βγάλει κανένα συμπέρασμα σχετικά με το τι είχε συμβεί. Οι κακοποιοί είχαν έρθει και είχαν φύγει σαν φαντάσματα. Η κυρία Μαρκέλλα Ασράντιφ – η ιδιοκτήτρια των Οπλισμών Ασράντιφ – ήταν εξοργισμένη, και πλήρωσε για επιπλέον φύλαξη στις αποθήκες και στη βιομηχανία της.

Μέσα σ’έναν παλιό, εγκαταλειμμένο ραδιοφωνικό σταθμό στα νοτιοανατολικά της Άντχορκ, μια ομάδα απρόσωπων ανθρώπων τακτοποιούσε αρκετά όπλα και εξοπλισμούς για έναν μικρό πόλεμο. Είχαν μαζί τους και τέσσερις αιχμαλώτους: τρείς άντρες και μία γυναίκα, μισθοφόροι όλοι τους, δεμένοι και φιμωμένοι. Η Μάγισσα – όπως οι κρυσταλλωμένοι αποκαλούσαν ένα από τα τελευταία τους μέλη – πρόσταξε να ξυπνήσουν έναν από αυτούς, γιατί τώρα ήταν όλοι τους λιπόθυμοι. Ένας κρυσταλλωμένος τού έριξε νερό κατακέφαλα, και ο άντρας άνοιξε τα βλέφαρά του και κοίταξε γύρω έντρομος, με μάτια γουρλωμένα.

«Έχεις ωραία μάτια,» του είπε η Μάγισσα, και μετά χρησιμοποίησε τη μαγεία της επάνω του: τη χρησιμοποίησε όπως ποτέ δεν τη χρησιμοποιούσε παλιά. Είχε ανακαλύψει νέες μεθόδους μαγείας ύστερα από τη μεταμόρφωσή της. Εκμεταλλευόμενη την κρυσταλλική δομή των όντων, ακινητοποίησε τελείως τον μισθοφόρο μ’ένα άγγιγμα του χεριού της μονάχα. Το σώμα του κλείδωσε. Και η Μάγισσα είπε στον Απελευθερωτή: «Πάρε του το πρόσωπο, και τα μάτια. Με μεγάλη προσοχή. Δε θέλω να τα καταστρέψεις!»

Ο μισθοφόρος, που δεν είχε χάσει τις αισθήσεις του, τα άκουγε όλα αυτά έντρομος· κρύος ιδρώτας κυλούσε επάνω του, αλλά δεν μπορούσε να κινηθεί: δεν μπορούσε ούτε ν’ανοιγοκλείσει τα βλέφαρά του. Και τώρα ο απρόσωπος άντρας που οι άλλοι αποκαλούσαν Απελευθερωτή πλησίασε μια λιγνή, κοφτερή λεπίδα στο αριστερό μάτι του μισθοφόρου. Ο μισθοφόρος ήθελε να ουρλιάξει, όμως του ήταν αδύνατο. Μετά από λίγο, και τα δύο μάτια του βρίσκονταν μέσα σ’ένα δοχείο. Και ο Απελευθερωτής τού έσκισε, μεθοδικά με τη λιγνή κοφτερή λεπίδα, το πρόσωπο και την πάνω μεριά του κεφαλιού μαζί με τα μαλλιά, βγάζοντας το κομμάτι σάρκας σαν μάσκα, ενώ ο μισθοφόρος εξακολουθούσε να είναι ακίνητος.

Ύστερα, ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ τον πλησίασε, τσιμπώντας τον στα πλευρά· και η μαγεία της Μάγισσας διαλύθηκε, το σώμα του μισθοφόρου άρχισε να τραντάζεται κι εκείνος να ουρλιάζει σαν δαιμονισμένος. Ο Απελευθερωτής τον συμβούλεψε να μη φέρει αντίσταση, αλλά ο άντρας δεν τον άκουσε και σύντομα κομματιάστηκε από τον Κρύσταλλο.

Η Μάγισσα πήρε το σκισμένο πρόσωπο και τα μάτια και πήγε να εργαστεί, να μελετήσει διεξοδικά την κρυσταλλική δομή τους, με τη μαγεία της, και να δει τι μπορούσε να κάνει για να φτιάξει μια μάσκα που θα έμοιαζε ζωντανή…

Την άλλη μέρα, ζήτησε να της δώσουν ακόμα ένα πρόσωπο και δύο μάτια. Και πήραν το πρόσωπο και τα μάτια ενός άλλου από τους δεμένους μισθοφόρους. Μετά, τον τσίμπησε ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ και το σώμα του διαλύθηκε από τον Κρύσταλλο· ούτε αυτός τον δέχτηκε μέσα του.

Οι άλλοι δύο μισθοφόροι – η γυναίκα και ο μοναδικός άντρας που είχε απομείνει – βρίσκονταν κλειδωμένοι σ’έναν μικρό χώρο του παλιού ραδιοφωνικού σταθμού. Τους είχαν δώσει μονάχα νερό για να πιουν και τίποτ’ άλλο, και δεν ήταν πια λιπόθυμοι. Είχαν ακούσει τις κραυγές του συναδέλφου τους προτού αυτός πεθάνει. Και προσπαθούσαν τώρα, απεγνωσμένα, να λυθούν – να λυθούν και να δραπετεύσουν. Γιατί ήταν βέβαιοι πως δεν τους κρατούσαν εδώ για να ζητήσουν λύτρα.

Τα δάχτυλά τους ήταν μουδιασμένα από τα σχοινιά που έσφιγγαν τους καρπούς τους, αλλά τελικά ο άντρας κατάφερε να χαλαρώσει αρκετά τους κόμπους του σχοινιού της γυναίκας ώστε εκείνη, με λίγη πίεση, να ελευθερώσει τα χέρια της. Έβγαλε αμέσως το φίμωτρό της και του ψιθύρισε: Μια στιγμή· θα σε λύσω τώρα. Έλυσε πρώτα τα πόδια της και μετά τα χέρια του άντρα.

Σηκώθηκαν όρθιοι μέσα στον μικρό χώρο που φως έμπαινε μονάχα από ένα οριζόντιο στενό παράθυρα στην κορυφή του τοίχου. Δεν βρισκόταν ψηλά, μπορούσαν να το φτάσουν, αλλά ήταν αδύνατον να περάσει άνθρωπος από εκεί. Μόνο γάτα μπορούσε να περάσει. Επομένως, είχαν μία επιλογή: να αιφνιδιάσουν τους απαγωγείς τους.

Η γυναίκα δοκίμασε ν’ανοίξει την κλειστή μεταλλική πόρτα, με προσοχή, και, όπως το περίμενε, διαπίστωσε ότι δεν ήταν κλειδωμένη. Κοιτάζοντας μέσα στο επόμενο δωμάτιο αντίκρισε έναν χώρο γεμάτο με διαφόρων ειδών εξοπλισμούς, κι επίσης πέντε από εκείνους τους παράξενους απρόσωπους ανθρώπους. Τίποτα από τα σώματά τους δεν φαινόταν, σαν να ήταν κρυμμένα πίσω από κρυσταλλική θολούρα· μονάχα τα ρούχα τους φαίνονταν. Τι ήταν; Εξωδιαστασιακά όντα; Από πού είχαν έρθει; Δύο απ’ αυτούς κάθονταν τώρα στο έδαφος, οκλαδόν, και ατένιζαν ο ένας τον άλλο, χωρίς να κινούνται, λες και παρατηρούσαν έτσι κάτι το ιδιαίτερο. Τι παράξενο…

Η μισθοφόρος είπε, ψιθυριστά, στον συνάδελφό της να κοιτάξει κι εκείνος από το χάραγμα της πόρτας, κι ο άντρας το έκανε. Μετά μίλησαν, πάλι ψιθυριστά, και συμφώνησαν πως το καλύτερο σχέδιο ήταν να ορμήσουν όσο είχαν ακόμα το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και ν’αρπάξουν όπλα.

Η μεταλλική πόρτα άνοιξε, απότομα, και οι δύο κρατούμενοι πετάχτηκαν έξω, λυτοί, τρέχοντας καταπάνω σ’έναν από τους κρυσταλλωμένους που κρατούσε τουφέκι. Εκείνος προσπάθησε να το υψώσει, αλλά ο μισθοφόρος το γράπωσε αμέσως και έστρεψε την κάννη προς το ταβάνι· έσπρωξε τον κρυσταλλωμένο άγρια, τον κλότσησε, και τον σώριασε στο έδαφος, παίρνοντάς του το όπλο. Συγχρόνως, η μισθοφόρος ορμούσε σε μια κρυσταλλωμένη – σίγουρα γυναίκα ήταν· αυτό μπορούσε να το διακρίνει, αν και μετά βίας – γρονθοκοπώντας την καταπρόσωπο και νιώθοντας σαν η γροθιά της να χτύπησε κάτι σκληρό και μαλακό ταυτόχρονα (αν ήταν ποτέ δυνατόν αυτό!). Η κρυσταλλωμένη έπεσε πίσω, ανάσκελα, και η μισθοφόρος τής πήρε το πιστόλι από τη ζώνη και πυροβόλησε έναν άλλο κρυσταλλωμένο στο στήθος προτού αυτός προλάβει να τραβήξει το δικό του πιστόλι. Η ριπή αντήχησε δυνατά· αίματα τινάχτηκαν καθώς και μια παράξενη κρυσταλλική ύλη που αιωρείτο σαν πούπουλα, πέφτοντας αργά. Ο κρυσταλλωμένος σωριάστηκε.

«Πεθαίνετε λοιπόν όπως εμείς, τέρατα,» γρύλισε η μισθοφόρος, κι έκανε να στρέψει το πιστόλι της αλλού· αλλά ξαφνικά ο ένας από τους δύο που πριν από λίγο κάθονταν και κοιτάζονταν της χίμησε πηδώντας, και η γυναίκα αισθάνθηκε να πέφτει πάνω της ένα βαρύ και δυνατό θηρίο. Ένα θηρίο που κρατούσε μαχαίρι στο ένα χέρι. Η λεπίδα καρφώθηκε στην κοιλιά της μισθοφόρου, βαθιά, τρυπώντας τα σωθικά της. Η γυναίκα κραύγασε, απεγνωσμένα, πυροβολώντας τυχαία, μην πετυχαίνοντας κανέναν από τους εχθρούς της.

Ο άλλος μισθοφόρος, εν τω μεταξύ, έριξε μερικές ριπές με το τουφέκι, χτυπώντας κάποιους από τους κρυσταλλωμένους, κι έτρεξε προς την κοντινότερη έξοδο που μπορούσε να δει. Βγήκε από τον εγκαταλειμμένο ραδιοφωνικό σταθμό και συνέχισε να τρέχει.

Ένα πελώριο φίδι ξεπρόβαλε από ένα σύδεντρο και βρέθηκε μπροστά του. Ένα πελώριο, κρυσταλλικό φίδι με αστραφτερά μάτια. Η ουρά του ορθώθηκε πίσω του, διαγράφοντας σπείρες, ατελείωτες σπείρες, και υπνωτίζοντας τον μισθοφόρο παρά τον πανικό του. Στεκόταν τώρα εκεί και κοίταζε το μαγευτικό θέαμα ενώ οι κρυσταλλωμένοι έρχονταν από πίσω του, κι ένας τον χτύπησε στο κεφάλι αναισθητοποιώντας τον.

Μέσα στον ραδιοφωνικό σταθμό, δύο κρυσταλλωμένοι ήταν νεκροί, τρεις τραυματισμένοι. Οι τελευταίοι είχαν ήδη αρχίσει να θεραπεύονται με αφύσικα γρήγορο ρυθμό· ο Κρύσταλλος επούλωνε τις πληγές τους. Οι νεκροί απέβαλλαν τον Κρύσταλλο σαν πούπουλο ολόγυρά τους, αποκαλύπτοντας συνηθισμένα ανθρώπινα σώματα. Η Μάγισσα κοίταζε τη διαδικασία με μεγάλο ενδιαφέρον, ενώ χρησιμοποιούσε συγχρόνως και τη μαγεία της ανακαλύπτοντας συνδυασμούς που ποτέ δεν είχε φανταστεί, που ποτέ δεν θα μπορούσε να είχε φανταστεί. Η μαγεία δεν ήταν αυτό που παλιά νόμιζε. Δεν ήταν καθόλου αυτό που παλιά νόμιζε…

Το απόγευμα, δύο τετράκυκλα οχήματα της Χωροφυλακής της Άντχορκ ήρθαν στον παλιό ραδιοφωνικό σταθμό. Οι άνθρωποι που έμεναν σε αρκετή απόσταση ώστε να έχουν ακούσει τους πυροβολισμούς είχαν ειδοποιήσει ότι κάτι ύποπτο – εγκληματικό ίσως – συνέβαινε.

Καθώς οι χωροφύλακες έβγαιναν από τα οχήματά τους, ένας άντρας ξεπρόβαλε από την παλιά είσοδο του ραδιοφωνικού σταθμού. Είχε δέρμα λευκό-ροζ και κατάμαυρα, σγουρά μαύρα μαλλιά. Φορούσε κάπα, με την κουκούλα ριγμένη στους ώμους, και ρούχα ταξιδιωτικά. Τα χέρια του κρύβονταν μέσα σε μαύρα γάντια.

«Καλησπέρα,» χαιρέτησε με τραχιά φωνή. «Τι θέλετε;»

Οι χωροφύλακες στάθηκαν ακίνητοι προς στιγμή. Μερικοί είχαν ήδη τραβήξει τα όπλα τους, και δύο ύψωσαν πιστόλια. «Ποιος είσαι;» ρώτησε μια γυναίκα που ήταν λοχίας της Χωροφυλακής. «Τι κάνεις εδώ;»

«Δεν είχα πού αλλού να μείνω…» αποκρίθηκε αθώα ο άντρας. «Καρνάδης είναι τ’όνομά μου. Δεν έχω άλλο όνομα. Είμαι παιδί της πέτρας» – άστεγος, μεγαλωμένος στους δρόμους της πόλης, χωρίς γονείς.

«Σήκωσε τα χέρια σου ψηλά!» του είπε ένας άλλος χωροφύλακας – ένας απ’ αυτούς με τα υψωμένα πιστόλια, που τον σημάδευαν. «Σήκωσέ τα εκεί που μπορούμε να τα βλέπουμε.»

Ο Καρνάδης τα σήκωσε. «Δεν είμαι κακοποιός…»

Οι χωροφύλακες είχαν, όμως, πάψει να κοιτάζουν αυτόν. Κοίταζαν πάνω από τη χαμηλή μεριά του εγκαταλειμμένου ραδιοφωνικού σταθμού, γιατί από πίσω της ένα πελώριο φίδι είχε παρουσιαστεί, καλυμμένο με κρύσταλλο. Η ουρά του άρχισε να διαγράφει σπείρες που περιστρέφονταν γύρω γύρω γύρω γύρω: ένας λαβύρινθος από ατέρμονα, μαγευτικά οχτάρια: ένα υπνωτικό, ψυχεδελικό όραμα.

Ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ ξεπετάχτηκε από την άλλη μεριά του ραδιοφωνικού σταθμού τσιμπώντας με το κεντρί του τον έναν χωροφύλακα μετά τον άλλο, προτού εκείνοι μπορέσουν να ξυπνήσουν από την επίδραση του Σαρακμα’ό’οκ’ραθ και να αντιδράσουν. Η Μάγισσα, την ίδια στιγμή, βγήκε πίσω από τον Απελευθερωτή και, βαδίζοντας προς τους χωροφύλακες, άγγιξε τρεις από αυτούς, παραλύοντας την κρυσταλλική τους δομή με τη μαγεία της. Σ’εκείνους που σπαρταρούσαν, ουρλιάζοντας, καθώς ο Κρύσταλλος είχε εισβάλει στα σώματά τους, ο Απελευθερωτής έλεγε να μην αντιστέκονται, να μην αντιστέκονται! αλλιώς θα πέθαιναν. Ο μόνος τρόπος για να σωθούν ήταν να μην αντισταθούν. «Αφήστε τον Κρύσταλλο να σας κυριεύσει, και δεν θα είναι πια εχθρός σας.»

Από τους δώδεκα χωροφύλακες, μόνο οι δύο κατόρθωσαν να πάρουν κρυσταλλική μορφή· οι υπόλοιποι διαλύθηκαν, ενώ τρεις ακόμα στέκονταν ακίνητοι, κοκαλωμένοι, από το άγγιγμα της Μάγισσας.

Η Μάγισσα είπε στον Απελευθερωτή: «Πώς σου φάνηκε το καινούργιο σου πρόσωπο;»

«Δε νομίζω ότι κατάλαβαν τίποτα,» αποκρίθηκε εκείνος. «Ακόμα και τα μάτια κινούνται κανονικά.»

«Ναι,» είπε η Μάγισσα, γελώντας. «Και δεν είναι τόσο δύσκολο να γίνει, τελικά. Αν και παλιότερα δεν θα το υποψιαζόμουν.»

«Δε μπορούμε, πάντως, να μείνουμε άλλο εδώ.» Ο Απελευθερωτής έβγαλε με προσοχή τη μάσκα του, για να μην τη χαλάσει· τα μάτια, ειδικώς, ήταν πολύ ευαίσθητα. Και μόλις τα απομάκρυνε από την κρυσταλλική υφή του έπαψαν να λειτουργούν. «Πρέπει να φύγουμε τώρα.»

Ένας από τους ακόλουθούς του του έφερε ένα δοχείο με κάποιου είδους υγρό, και ο Απελευθερωτής έβαλε τη μάσκα μέσα, αφήνοντάς την να φουσκώσει εκεί. Ο ακόλουθος έκλεισε το δοχείο. Η Μάγισσα είχε πει ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να διατηρούν τις ζωντανές μάσκες όταν δεν τις φορούσαν.

Ήταν η πρώτη ζωντανή μάσκα που είχε καταφέρει να φτιάξει με επιτυχία, αλλά σύντομα κι άλλες θα ακολουθούσαν.

*

Η έρευνα που έγινε στον παλιό, εγκαταλειμμένο ραδιοφωνικό σταθμό νοτιοανατολικά της Άντχορκ ήταν εξονυχιστική, αλλά τίποτα δεν ανακαλύφθηκε πέρα από κάποια απομεινάρια και πολύ περίεργα αχνάρια. Οι χωροφύλακες εντόπισαν κηλίδες από αίμα καθώς και στίματα από υγρά· επίσης, κάλυκες και σφαίρες. Και έξω από το οικοδόμημα βρέθηκαν ίχνη από κάτι που έμοιαζε να είναι πελώριο φίδι. Αλλά, επειδή αυτό δεν μπορεί να ίσχυε, υπέθεσαν ότι μάλλον ήταν κάποιος πελώριος σωλήνας.

Ωστόσο, δεν μπορούσαν να καταλάβουν σε τι ίσως να χρησίμευε.

Εννέα
Συνοδηγοί

Το πρωί η Ελοντί ξύπνησε νωρίς, έχοντας κοιμηθεί επίσης νωρίς χτες βράδυ που ήρθε στη Θακέρκοβ. Αφού πλύθηκε και ντύθηκε, κάλεσε, μέσω του επικοινωνιακού διαύλου του ξενοδοχείου, τη Λούση και περίμενε κάμποσο μέχρι εκείνη να απαντήσει.

«…Ναι;» είπε, τελικά, η αγουροξυπνημένη, βαριά φωνή της.

«Ακόμα κοιμάσαι;»

«Ναι.» Μούγκρισε, μάλλον καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι. «Είχα πάει μια βόλτα.» Καθάρισε τον λαιμό της.

«Χτες βράδυ;»

«Σε ρώτησα αν ήθελες να έρθεις.»

«Με ρώτησες αν ήθελα να πάμε σε κανένα μπαρ.»

«Ναι, αλλά δεν ήθελες. Πήγα μόνη μου. Γύρισα κατά τις πέντε-και-κάτι.»

«Θα έρθεις τώρα για πρωινό;» τη ρώτησε η Ελοντί.

«Ναι, βέβαια. Πήγαινε κάτω, στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου, και θα είμαι εκεί μόλις ετοιμαστώ.»

«Εντάξει.»

Η τηλεπικοινωνία τους τερματίστηκε.

Η Ελοντί φόρεσε τα μποτάκια της, έριξε μια κοντή, καφετιά καπαρντίνα πάνω από την πράσινη μπλούζα και το μαύρο παντελόνι της, πήρε την τσάντα της στον ώμο, και βγήκε απ’το δωμάτιο.

Κατεβαίνοντας στην τραπεζαρία του Περίοικου, είδε πως, αναμενόμενα, δεν ήταν η μόνη ραλίστρια εδώ. Πολλοί ραλίστες, ραλίστριες, και συνοδηγοί τη χαιρέτησαν με νεύματα από τα τραπέζια τους, και η Ελοντί αποκρίθηκε παρομοίως, χαμογελώντας. Κάθισε σ’ένα τραπέζι και–

Αμέσως, δύο άντρες και μια γυναίκα την πλησίασαν. Δεν ήταν οδηγοί οχημάτων. Ήταν δημοσιογράφοι. Της ζήτησαν συνέντευξη. «Αν δεν είναι πολύ νωρίς, κυρία Αλλόγνωμη,» είπε ο ένας. «Εγώ προσωπικά ήθελα να αποφύγω την πολυκοσμία, για την άνεσή σας.»

Ναι, είμαι σίγουρη, σκέφτηκε η Ελοντί, αλλά κατέληξε πως καλύτερα να τους έδινε συνέντευξη τώρα, έτσι τους είπε να καθίσουν. Οι δημοσιογράφοι, φυσικά, την κέρασαν το πρωινό της και μετά άρχισαν να της κάνουν ερωτήσεις. Ο άντρας που είχε μιλήσει σχετικά με την αποφυγή της πολυκοσμίας κρατούσε τώρα σημειώσεις σ’ένα σημειωματάριο, η γυναίκα είχε ανοιχτό έναν ηχοσυλλέκτη, και ο άλλος δημοσιογράφος βαστούσε υψωμένο έναν μικρό μηχανικό οφθαλμό καταγράφοντας ήχο και εικόνα. Οι ερωτήσεις τους ήταν αναμενόμενες. Της ζήτησαν να σχολιάσει προηγούμενα ράλι, να μιλήσει για κάποια (υποτιθέμενα) αμφιλεγόμενα επεισόδια από άλλους αγώνες, να πει τη γνώμη της για τη διοργάνωση ετούτου του ράλι μέχρι στιγμής. Και τη ρώτησαν, ασφαλώς, αν θα τραγουδούσε, παρότι αναμφίβολα ήξεραν ότι η απάντηση θα ήταν αρνητική. Τη ρώτησαν, επίσης, για τη νέα της συνοδηγό. Αν τη θεωρούσε έμπειρη όσο τον προηγούμενο, και ποια η σχέση της μαζί της – ήταν φίλες; συγγενείς; γνωστές από παλιά;

Η Λούση καθόταν πίσω τους, σ’ένα άλλο τραπεζάκι, και τους άκουγε πίνοντας τον καφέ της και τρώγοντας έναν στρογγυλό λουκουμά σαν τροχό αγωνιστικού οχήματος. Η Ελοντί την είχε δει να έρχεται από ώρα· οι δημοσιογράφοι μάλλον δεν την είχαν προσέξει.

«Τι δουλειά κάνει όταν δεν είναι συνοδηγός;» ρώτησε η δημοσιογράφος την Ελοντί.

«Ψυχίατρος είναι.»

«Ψυχίατρος; Και τι σχέση έχει αυτό με αγώνες δρόμου;»

«Όπως είπα ήδη, ασχολείται με οχήματα και είναι αρκετά έμπειρη οδηγός. Δε μ’έχει απογοητεύσει σ’άλλα ράλι, και ούτε σ’αυτό πιστεύω ότι θα μ’απογοητεύσει.»

Ο δημοσιογράφος με το σημειωματάριο ρώτησε: «Νομίζετε ότι οι πιθανότητές σας να νικήσετε στο Ράλι Δυτικής Θακέρκοβ είναι καλές, κυρία Αλλόγνωμη;»

«Δε μπορώ να κάνω τέτοιες προβλέψεις.»

«Βγήκατε πρώτη δευτερονικήτρια στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης,» της θύμισε ο δημοσιογράφος, «και είναι γνωστό πως έχετε νικήσει σε πολλά άλλα ράλι. Θεωρείτε ότι οι άλλοι ραλίστες εδώ είναι αξιόμαχοι; Επικίνδυνοι;»

«Φυσικά και είναι. Και αξιόμαχοι και πολύ, πολύ επικίνδυνοι. Γι’αυτό κιόλας δεν μπορώ να κάνω προβλέψεις.»

«Ο Καθάριος Μονοβάτης, που είχε βγει πρωτονικητής στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι, βρίσκεται επίσης εδώ…» είπε ο δημοσιογράφος, περιμένοντας μάλλον κάποιο σχόλιο γι’αυτόν.

Αλλά η Ελοντί είπε μόνο: «Ναι. Όπως είπα, πολύ αξιόμαχοι αντίπαλοι.»

Όταν η συνέντευξη τελείωσε και οι δημοσιογράφοι είχαν φύγει, η Λούση πήρε τον καφέ από το τραπέζι της και ήρθε στο τραπέζι της Ελοντί· τον λουκουμά τον είχε ήδη φάει.

«Κανένας δεν δίνει σημασία σ’εμένα,» παραπονέθηκε θεατρικά.

«Και δε χαίρεσαι;» αποκρίθηκε κουρασμένα η Ελοντί, πίνοντας μια γουλιά από το τσάι της. «Αλήθεια, πού είχες πάει χτες βράδυ, παιδί μου;»

«Σ’ένα μπαρ εδώ κοντά, μέσα στον Γαιοδόμο. Οι Ευγενείς Βάρβαροι, το λένε. Ήταν κι άλλοι ραλίστες και συνοδηγοί εκεί.»

Η Ελοντί ύψωσε ένα φρύδι. «Και ο Ευκάρπιος;»

Η Λούση κοίταξε στο πλάι, μορφάζοντας ελαφρώς. «Ναι, και ο Ευκάρπιος.»

«Δεν του μίλησες;»

«Δεν ήθελα να του χαλάσω την παρέα.»

«Ήταν με παρέα; Γυναικεία παρέα;»

«Ναι, ήταν με κάποια άλλη,» αποκρίθηκε η Λούση. «Αν και, όπως μετά έμαθα, ήταν η νέα συνοδηγός του.»

«Νέα συνοδηγός;» είπε η Ελοντί. «Δεν ήξερα ότι έχει νέα συνοδηγό. Ήξερα ότι είχε έναν άντρα για συνοδηγό μέχρι στιγμής.»

«Ναι.»

Η Ελοντί κοίταξε γύρω-γύρω, μέσα στην τραπεζαρία, για να δει αν ο Ευκάρπιος ήταν εδώ, και όντως εδώ ήταν. Καθόταν σ’ένα τραπέζι αρκετά μακριά από εκείνη και τη Λούση, και μαζί του ήταν μια γυναίκα με δέρμα κατάλευκο σαν μάρμαρο και κοντά ξανθά μαλλιά. Φαινόταν να μιλάνε με αρκετά οικείο τρόπο, και κάθονταν πλάι-πλάι. Θα μπορούσαν να ήταν εραστές. Η γυναίκα έμοιαζε γυμνασμένη και ευπαρουσίαστη συγχρόνως. Η Ελοντί δεν την είχε ξαναδεί σε ράλι ή πουθενά αλλού.

Ενόσω κοίταζε μέσα στην τραπεζαρία, παρατήρησε επίσης ότι και ο Ζορδάμης ήταν εδώ, και όχι μόνος. Μαζί του – πρόσεξε λιγάκι έκπληκτη η Ελοντί – ήταν η Καλλιόπη, καθώς κι ένας άντρας που της ήταν άγνωστος. Είχε λευκό-ροζ δέρμα, κοντά μαύρα μαλλιά, και μουστάκι, και πρέπει να ήταν, ίσως, καμια πενταετία μικρότερος από τον Ζορδάμη. Μικρότερος από εμένα για κανένα χρόνο, πιθανώς· ή μπορεί να είμαστε συνομήλικοι. Εκτός απ’ αυτούς τους δύο συντρόφους, ο Ζορδάμης φαινόταν να έχει μαζί του και μια γάτα – μεγάλη, με γυαλιστερά μάτια και τρίχωμα μαύρο με γκρίζες ραβδώσεις – η οποία περιφερόταν κάτω απ’το τραπέζι του και, συχνά, τριβόταν πάνω στα πόδια του και στα πόδια της Καλλιόπης. Η Καλλιόπη κατέβασε τώρα το χέρι της για να τη χαϊδέψει, χαμογελώντας.

Αυτή θα είναι συνοδηγός του; Η Καλλιόπη ξανά; αναρωτήθηκε η Ελοντί. Και ρώτησε γι’αυτό τη Λούση. Τη ρώτησε αν στο μπαρ είχε ακούσει τίποτα για το ποιος θα ήταν συνοδηγός του Ζορδάμη.

Εκείνη αποκρίθηκε: «Δεν ξέρω, δεν άκουσα κάτι. Είναι αλήθεια πως παλιά εσύ και ο Ζορδάμης ήσασταν εραστές;»

«Ποιος σ’το είπε αυτό;»

«Το… πήρε τ’αφτί μου.»

«Η Αμαλία σ’το είπε;» Η Αμαλία ήταν μια άλλη ραλίστρια, μεγαλύτερη από την Ελοντί, πιο έμπειρη. Η Ελοντί δεν ήταν σίγουρη αν θα ερχόταν σ’αυτό το ράλι.

«Η συνοδηγός της, η Ανθίνη.»

«Στον προηγούμενο αγώνα;»

«Ναι· έχει σημασία; Είναι αλήθεια ότι ήσασταν εραστές, ή όχι;»

«Αλήθεια είναι,» είπε η Ελοντί, «αλλά έχει περάσει πολύς καιρός πλέον. Δεν ήμουν καν ραλίστρια τότε. Από τον Ζορδάμη έμαθα για τα ράλι, βασικά.»

«Σοβαρά;»

«Ναι.»

«Και γιατί χωρίσατε;»

«Θα με πίστευες ότι ήταν εξαιτίας πολιτικής ιδεολογίας;»

«Σίγουρα όχι,» είπε η Λούση.

«Και πολύ καλά θα έκανες,» είπε η Ελοντί.

Η Λούση γέλασε. «Γιατί χωρίσατε, λοιπόν; Απλά έτυχε να βαρεθείτε ο ένας τον άλλο;»

Το βλέμμα της Ελοντί αγρίεψε. «Όχι ακριβώς. Ή μάλλον, δεν ξέρω για τον Ζορδάμη. Μοιάζει να… βαριέται εύκολα, γενικά.»

«Τον βρήκες μ’άλλη γυναίκα;»

«Δεν είναι δική σου δουλειά, Λούση.»

«Μπορείς να μου μιλήσεις ελεύθερα. Ψυχίατρος είμαι.»

«Δε ζήτησα ψυχίατρο,» της είπε η Ελοντί, και συνέχισε: «Γιατί δεν πας στον Ζορδάμη; Ίσως να μπορέσεις να τον θεραπεύσεις.»

«Από τι; Και με… τι τρόπο;» ρώτησε πονηρά η Λούση, λοξοκοιτάζοντας τον όμορφο, χρυσόδερμο ραλίστα στο άλλο τραπέζι, που μιλούσε με την Καλλιόπη και τον λευκόδερμο μυστακοφόρο άντρα.

«Εγώ θα σου πω τον τρόπο; Εσύ είσαι ψυχίατρος,» την πείραξε η Ελοντί. «Αν και πάω στοίχημα πως δεν θα περιλαμβάνει πολλά ρούχα, ε;»

Η Λούση γελούσε. «Είναι πολύ μεγάλος για μένα,» είπε τελικά. «Δε μ’ενδιαφέρουν οι τόσο μεγάλοι άντρες.»

«Μπλοφάρεις,» της είπε η Ελοντί, ανάβοντας τσιγάρο.

*

Το μεσημέρι, οι διοργανωτές του ράλι κάλεσαν τους ραλίστες και τους συνοδηγούς τους για ενημέρωση σχετικά με τη διαδρομή. Τους συγκέντρωσαν στα γραφεία του περιοδικού Φλεγόμενοι Τροχοί, τα οποία βρίσκονταν στον Καλόπιστο, απέναντι από τον Γαιοδόμο.

Οι ραλίστες ήταν δεκάξι, κι άλλοι δεκάξι οι συνοδηγοί τους, έτσι αριθμούσαν συνολικά τριάντα-δύο άνθρωποι στην αίθουσα με τα καθίσματα και το μακρόστενο τραπέζι αντίκρυ τους. Ο χώρος δεν ήταν μεγάλος και, επομένως, συνωστισμένος. Η Ελοντί χαιρέτησε πολλούς οδηγούς και συνοδηγούς που γνώριζε. Χαιρέτησε ακόμα και τον Ζορδάμη, αλλά τυπικά, μόνο τυπικά, τίποτα περισσότερο.

«Γεια σου, Ελοντί.»

«Ζορδάμη…»

«Είσαι καλά;»

«Ναι. Εσύ;»

«Καλά.»

Η Ελοντί παρατήρησε ότι μαζί του δεν ήταν η Καλλιόπη αλλά ο λευκόδερμος, μυστακοφόρος άντρας. Αυτός ήταν ο συνοδηγός του, λοιπόν; Της φαινόταν πολύ παράξενο. Τώρα που η Καλλιόπη βρισκόταν εδώ, πώς μπορούσε εκείνη να μην είναι συνοδηγός του, όπως παλιά; Στον Ζορδάμη, φυσικά, δεν είπε τίποτα. Δεν ήθελε τέτοιες… οικειότητες.

Τον Ευκάρπιο τον ρώτησε: «Πού είναι ο παλιός σου συνοδηγός, ρε; Τον έδιωξες;» Του μιλούσε φιλικά γιατί το ήξερε ότι ήταν άνετος τύπος κι επιπλέον πολλά χρόνια μικρότερός της και πολύ λιγότερο έμπειρος οδηγός.

«Μάζεψε λεφτά κι έφυγε,» αποκρίθηκε ο Ευκάρπιος. «Να σου γνωρίσω τη Χλόη» – έδειξε, ευγενικά, τη γυναίκα με το κατάλευκο δέρμα και τα κοντά, ξανθά μαλλιά – «τη νέα μου συνοδηγό.»

«Χαίρω πολύ,» είπε η Ελοντί καθώς αντάλλασσε μια χειραψία μαζί της.

«Έχω ακούσει πολλά για εσάς,» είπε η Χλόη, χαμογελώντας. Το χέρι της ήταν δυνατό, η χειραψία της θερμή.

«Μη μου μιλάς στον πληθυντικό· δεν είμαι τόσο γριά ακόμα!»

Γέλασαν.

Η Λούση δεν γελούσε, και χαιρέτησε τυπικά τον Ευκάρπιο.

«Μην τον κοιτάζεις σαν να σκέφτεσαι πώς να τον δολοφονήσεις,» της είπε η Ελοντί, μετά, χαμηλόφωνα. «Μπορεί και να μην είναι εραστές οι δυο τους. Αλλά, ακόμα κι αν είναι–»

«Το ξέρεις πως είναι. Φαίνεται.»

«Ακόμα κι αν είναι, δεν είχε συμβεί ποτέ τίποτα μεταξύ σας. Οπότε, τι θυμώνεις; Έτσι κάνουν πάντα οι ψυχίατροι;»

«Για πενήντα χρονών γυναίκα είσαι πολύ ανώριμη, Ελοντί!» της είπε, άγρια, η Λούση.

«Δεν είμαι πενήντα χρονών ακόμα, μικρή, και το ξέρεις. Και στην ηλικία σου ήμουν πιο ώριμη από εσένα.»

«Μαλακίες,» είπε με θανατηφόρα σοβαρό τρόπο η Λούση, κάνοντας την Ελοντί να γελάσει.

Όταν οι δύο ομιλητές των διοργανωτών μπήκαν στην αίθουσα, στάθηκαν πίσω από το μακρόστενο τραπέζι ενώ όλοι οι ραλίστες και οι συνοδηγοί τους κάθισαν στις καρέκλες αντίκρυ. Ύστερα, ο ένας από τους δύο άντρες μοίρασε φυλλάδια με τον χάρτη της διαδρομής, και ο άλλος άρχισε να μιλά για τη διαδρομή ενώ ένας χάρτης της φαινόταν σε μια μεγάλη οθόνη πίσω από το μακρόστενο τραπέζι.

Στο σύνολό της η απόσταση που έπρεπε να καλύψουν οι ραλίστες ήταν τετρακόσια-είκοσι-πέντε χιλιόμετρα, και, όπως έβλεπαν, θα ξεκινούσαν από τη Θακέρκοβ, θα κατευθύνονταν βορειοδυτικά, εδώ (έδειξε ο ομιλητής) θα έστριβαν νότια, θα περνούσαν πάνω από τη δημοσιά ανεβαίνοντας στη γέφυρα που είχε φτιαχτεί αποκλειστικά για το ράλι, μετά θα έστριβαν ανατολικά, και θα έρχονταν ξανά στη Θακέρκοβ από τα νοτιοδυτικά. «Δε νομίζω ότι χρειάζονται άλλες εξηγήσεις· είναι μια απλή πορεία. Θέλετε να ρωτήσετε κάτι;»

«Ναι,» είπε ο Ευκάρπιος. «Αυτή εδώ η γέφυρα, στις σιδηροδρομικές γραμμές, στα νότια, είναι επίσης φτιαγμένη μόνο για το ράλι;»

«Όχι. Αυτή είναι μια παλιά γέφυρα που προϋπήρχε στις συγκεκριμένες περιοχές, αλλά την έχουμε ενισχύσει για λόγους ασφάλειας.»

Ο Ζορδάμης είπε: «Σε κάποια σημεία το χρώμα της πορείας επάνω στον χάρτη είναι μπλε· σε άλλα είναι κόκκινο. Τι συμβολίζει αυτό;»

«Το μπλε συμβολίζει δρόμο – χωματόδρομο, φυσικά, όχι πλακόστρωτο. Το κόκκινο σημαίνει ότι δεν έχει δρόμο εκεί αλλά διακρίνεται μονοπάτι. Θα υπάρχουν παρατηρητές, να έχετε υπόψη σας, γρυποκαβαλάρηδες και άλλοι, σε διάφορα σημεία. Η πορεία πρέπει να ακολουθηθεί επακριβώς. Αν κάποιος βγει εσκεμμένα από την πορεία, υπόκειται σε πρόστιμο.»

Ο Ζορδάμης δεν μπόρεσε παρά να αναρωτηθεί αν αυτή η τελευταία διευκρίνιση ήταν για εκείνον συγκεκριμένα. Είχαν ακούσει οι διοργανωτές του Ράλι Δυτικής Θακέρκοβ για την παλιά του παράβαση σ’εκείνο το ράλι κοντά στην Κιρβόνη το οποίο, τελικά, τον είχε μπλέξει με τη Σιδηρά Δυναστεία; Δεν αποκλείεται. Αν και, μάλλον, δεν ήξεραν τίποτα για την οικογένεια – εκτός αν κάποιος απ’ αυτούς, χωρίς ο Ζορδάμης να το γνωρίζει, ήταν συγγενής. Πράγμα που, επίσης, δεν αποκλειόταν. Μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία, ποτέ κανένας δεν ήξερε τους πάντες. Η δυναστική παράνοια, όπως την έλεγαν οι παλιοί (και οι όχι και τόσο παλιοί) συγγενείς.

Ο Καθάριος Μονοβάτης ρώτησε: «Οι περιοχές είναι κατοικημένες;»

«Στα σημεία μόνο που δείχνει ο χάρτης σας, κύριε Μονοβάτη. Εκεί όπου υπάρχουν κύκλοι. Να έχετε υπόψη σας, πάντως, πως και τα άλλα εδάφη δεν είναι τελείως έρημα. Θα πρέπει να προσέχετε. Αν χτυπήσετε κάποιον άνθρωπο, υπόκεισθε σε βαρύ πρόστιμο – όπου κι αν τον χτυπήσετε.»

Μάλλον το προηγούμενο σχόλιο δεν ήταν για εμένα, τελικά, σκέφτηκε ο Ζορδάμης. Αυτού του τύπου φαίνεται να του αρέσει να μας προειδοποιεί σαν αυστηρός δάσκαλος.

Λίγο πριν από το τέλος της ενημέρωσης σχετικά με τη διαδρομή, ο άλλος ομιλητής (που μέχρι στιγμής δεν είχε μιλήσει) είπε στους ραλίστες πως τώρα έπρεπε όλοι να πάνε τα οχήματά τους στο χωριό του ράλι έξω από την πόλη, για έλεγχο από μηχανικούς και Τεχνομαθείς μάγους. Θα τα έπαιρναν πάλι το πρωί, που θα ξεκινούσε ο αγώνας. Μέχρι τότε δεν θα είχαν καμία πρόσβαση στα οχήματα, και θα απαγορευόταν να πλησιάσουν τον χώρο στάθμευσής τους.

«Υπάρχει πρόστιμο και γι’αυτό,» τόνισε ο πρώτος ομιλητής – εκείνος που του άρεσε να μιλά για πρόστιμα.

Του Ζορδάμη δεν του άρεσε ν’ακούει για πρόστιμα. Του σηκωνόταν η τρίχα. Ακούσια. Ήθελε να ρίξει μια γερή γροθιά στο σαγόνι αυτού του μαλάκα. Αλλά συγκρατήθηκε.

*

Αρκετός κόσμος είχε συγκεντρωθεί στο χωριό του ράλι έξω από τη Θακέρκοβ, δυτικά των Μαντρών, για να δει τους ραλίστες να φέρνουν τα οχήματά τους για έλεγχο. Πολλοί κρατούσαν πανό, πολλοί φώναζαν, πολλοί σφύριζαν, πολλοί απλά κοιτούσαν, πολλοί φωτογράφιζαν ή αποθήκευαν κινούμενες εικόνες με μηχανικούς οφθαλμούς.

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης καθόταν επάνω στο άλογό του, τον Ανεμοπόδη, στα όρια του χωριού, και είχε αρκετά καλή θέα. Αισθανόταν το ανακάτεμα της αόρατης τράπουλας μέσα στο κεφάλι του: άκουγε το κρα-κρα-κρα-κρακ! των φύλλων που γύριζαν· ένιωθε τον ελαφρύ άνεμο που δημιουργούσαν με την κίνησή τους. Τον άνεμο της τύχης.

Φορούσε την κάπα του και είχε την κουκούλα σηκωμένη στο κεφάλι καθώς παρατηρούσε τα αγωνιστικά οχήματα να έρχονται το ένα κατόπιν του άλλου, ξεπροβάλλοντας μέσα από τους δρόμους της γκρίζας, απειλητικής μεγαλούπολης. Όταν είδε το όχημα της Ελοντί Αλλόγνωμης, τον Γρύπα των Δρόμων, το ανακάτεμα της τράπουλας δυνάμωσε μέσα στο κεφάλι του, και νόμιζε πως άκουσε ξαφνικά το γέλιο εκείνης της παράξενης μπαλαντέρ ξανά. Καθώς και τη φωνή της, ψιθυριστή, απόμακρη: Γεια σου, Μπαλαντέρ της Λόρκης!

Μετά από το όχημα της Ελοντί πέρασε κι ένα άλλο αγωνιστικό τετράκυκλο που του δημιούργησε μια περίεργη εντύπωση για κάποιο λόγο. Ήταν βαμμένο γαλάζιο και είχε επάνω του χρυσαφιές λωρίδες. Εκτός όμως από αυτή την περίεργη εντύπωση, δεν έλεγε κάτι στον Αργύριο. Δε νόμιζε πως το είχε ξαναδεί, στην πραγματικότητα ή σε κάποιο όνειρο. Ποιος το οδηγούσε; αναρωτήθηκε.

Πλησιάζοντας έναν άλλο θεατή, ρώτησε, σκύβοντας πάνω στη σέλα του Ανεμοπόδη: «Ποιος οδηγεί αυτό το όχημα με τις χρυσές λωρίδες; Το γαλάζιο όχημα με τις χρυσές λωρίδες;»

«Δεν ξέρεις; Ο Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος, βέβαια! Παλιός ραλίστας.»

«Μάλιστα,» είπε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης καθώς ορθωνόταν πάλι επάνω στη σέλα του. Δεν τον είχε ξανακούσει αυτόν τον Ζορδάμη Λιγνόρρυγχο. Αναρωτιέμαι αν έχει καμια σχέση με την Ελοντί…

Όταν όλοι οι ραλίστες είχαν φέρει τα οχήματά τους στο χωριό, αφήνοντάς τα στον χώρο στάθμευσης για έλεγχο, ο Αργύριος βάδιζε ανάμεσα στον κόσμο τραβώντας τον Ανεμοπόδη πίσω του από τα χαλινάρια. Δυνατές μουσικές αντηχούσαν από τα ηχεία του χωριού, καντίνες πρόσφεραν ποτά και πρόχειρα φαγητά, ολογράμματα χόρευαν και αναβόσβηναν. Βαβούρα παντού, βαβούρα παντού.

Ο Αργύριος είδε τη Χρυσόχαρη να στέκεται μόνη μ’ένα ποτήρι στο χέρι. Την πλησίασε.

Εκείνη στράφηκε, λιγάκι ξαφνιασμένη. Χαμογέλασε. «Εδώ είσαι, λοιπόν. Πού είχες πάει;»

«Λίγο πιο δίπλα. Μίλησες στην Ελοντί;»

Η Χρυσόχαρη κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Θα της μιλήσεις τώρα;»

«Δεν ξέρω. Μετά, ίσως.» Ήταν διστακτική. «Θα έχει πολλά να κάνει, υποθέτω. Και είναι και τόσοι δημοσιογράφοι εδώ… Ξέρεις τι γίνεται με τους δημοσιογράφους και τους θαυμαστές της όπου πάει;»

«Όχι· τι γίνεται;»

«Χαμός γίνεται: αυτό γίνεται. Το γλέντι της Λόρκης.»

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης χαμογέλασε μέσα από την κουκούλα της κάπας του.

«Θα στοιχηματίσεις, λοιπόν;» τον ρώτησε η Χρυσόχαρη. Συζητούσαν για στοιχήματα από το πρωί.

«Το προτείνεις;»

«Δε βλέπω τον λόγο γιατί να μην στοιχηματίσεις. Φαίνεσαι τυχερός άνθρωπος.»

«Θα στοιχηματίσω τότε.»

«Σε ποιον ραλίστα, αν δεν είναι μυστικό;»

«Στην ξαδέλφη σου, φυσικά. Αλλά, δε μου λες, αυτόν τον Ζορδάμη Λιγνόρρυγχο τον ξέρεις;»

«Ναι, εννοείται. Δηλαδή, όχι από κοντά, αλλά έχω ακούσει διάφορα.»

«Είναι καλός;»

«Θα στοιχηματίσεις σ’αυτόν, τελικά;»

«Απλώς ρωτάω. Τι ξέρεις για τον Λιγνόρρυγχο;» Έχει καμια σχέση με την Ελοντί;

Η Χρυσόχαρη μόρφασε. «Λίγα πράγματα. Είναι παλιός ραλίστας. Και αρκετά καλός. Για καμια τετραετία, ύστερα από το Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι, λένε πως είχε εξαφανιστεί τελείως και δεν παρουσιαζόταν σε κανένα ράλι. Μετά, όμως, άρχισε πάλι να εμφανίζεται κανονικά.»

Έχει καμια σχέση με την Ελοντί; Αλλά η Χρυσόχαρη δεν έλεγε τίποτα τέτοιο, και ο Αργύριος δεν ήθελε να τη ρωτήσει ευθέως. Επιπλέον, ήταν βέβαιος πως αν ήξερε κάτι θα του το φανέρωνε η ίδια· ήταν ομιλητικός τύπος.

*

Ο Ζορδάμης συνάντησε την Καλλιόπη στο χωριό του ράλι αφού άφησε τον Χρυσό Κεραυνό στον χώρο στάθμευσης. Μαζί της ήταν και η Κλεισμένη, βαδίζοντας πλάι της. Έμοιαζαν με δυο παλιές φίλες, παρότι χτες είχαν γνωριστεί. Ελπίζω να μη με συζητάνε στον ελεύθερό τους χρόνο…

«Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε ο Ραλίστας.

«Δε με περίμενες;»

«Νόμιζα ότι θα έμενες στο ξενοδοχείο.»

«Βαριόμουν.» Κι έστρεψε το βλέμμα της στον Βινάρη. «Να σε ρωτήσω κάτι;»

«Εμένα;» Φαινόταν ξαφνιασμένος.

Η Καλλιόπη χαμογέλασε. «Ναι, εσένα.»

«Πες μου.»

Η Καλλιόπη έσμιξε τα χείλη προς στιγμή, δείχνοντας διστακτική. Ύστερα είπε: «Θα σε πείραζε αν ήμουν εγώ συνοδηγός του Ζορδάμη σ’αυτό και μόνο το ράλι;»

Ο Βινάρης κοίταξε ερωτηματικά τον Ραλίστα.

Εκείνος σκέφτηκε: Γιατί δεν εκπλήσσομαι; Γιατί δεν εκπλήσσομαι καθόλου; Το είχε υποθέσει ότι ίσως η Καλλιόπη να έκανε μια τέτοια πρόταση πριν από την αρχή της κούρσας. Σίγουρα θα ήθελε πάλι να καθίσει δίπλα του σ’έναν αγώνα, παρότι είχε παρατήσει τα ράλι εδώ και χρόνια.

Ο Ζορδάμης είπε στον Βινάρη: «Εσύ αποφασίζεις.»

«Αφού γνωρίζεστε από παλιά, δεν θα ήθελα να παρέμβω,» αποκρίθηκε ο Βινάρης. «Οπότε….»

«Κοίτα,» του είπε η Καλλιόπη. «Ούτε εγώ θα ήθελα να παρέμβω. Εσύ ήσουν συνοδηγός προτού εμφανιστώ. Αν δεν θέλεις να μου παραχωρήσεις τη θέση σου, το καταλαβαίνω. Δεν είναι ευγενικό από μέρους μου που το ζητάω – το ξέρω–»

«Όχι,» τη διέκοψε ο Βινάρης, «δεν είναι αυτό. Δεν υπάρχει πρόβλημα. Μπορείς να είσαι συνοδηγός του Ζορδάμη, αν θέλεις, σ’αυτό το ράλι και σε οποιοδήποτε άλλο. Εγώ, γενικά, δεν ασχολούμαι με ράλι, όπως σου είπα χτες–»

«Ναι, γι’αυτό το πρότεινα: επειδή μου έδωσες την εντύπωση πως γενικά δεν ασχολείσαι… Αλλά, όπως είπε ο Ζορδάμης, η απόφαση είναι δική σου, βέβαια…»

«Δεν έχω πρόβλημα,» επανέλαβε ο Βινάρης. «Σου παραχωρώ τη θέση μου, ευχαρίστως.» Χαμογέλασε κάτω από το μαύρο μουστάκι του.

Η Καλλιόπη τού επέστρεψε το χαμόγελο. «Σου χρωστάω,» είπε, δίνοντάς του το χέρι της.

Ο Βινάρης το έσφιξε, γελώντας. «Δεν υπάρχει πρόβλημα,» είπε, για τρίτη φορά. «Θα πάρω έναν γρύπα και θα σας κοιτάζω από ψηλά.»

«Είσαι και γρυποκαβαλάρης;» ξαφνιάστηκε η Καλλιόπη.

«Ναι. Κάποτε ήμουν αερομεταφορέας στη Μέλβερηθ.»

«Δε μου το είπες αυτό!»

«Δεν το θεωρώ τίποτα το σπουδαίο.»

Ο Ζορδάμης είπε: «Εμένα κανείς δεν με ρωτά, ε;»

Η Κλεισμένη νιαούρισε καθώς τριβόταν πάνω στο πόδι του.

«Ναι, Κλεισμένη,» της είπε ο Ραλίστας. «Αυτοί οι άνθρωποι είναι απαράδεκτοι· το ξέρω.»

Ο Βινάρης και η Καλλιόπη γελούσαν. Και η δεύτερη ρώτησε: «Δε θέλεις, δηλαδή, να είμαι συνοδηγός σου;» αν και δεν φαινόταν να περιμένει αρνητική απάντηση· φαινόταν να το θεωρεί αδύνατο να λάβει αρνητική απάντηση.

Ο Ζορδάμης τη ρώτησε, σοβαρά: «Νομίζεις ότι μπορείς, ύστερα από τόσα χρόνια;»

«Φυσικά και μπορώ! Δεν ξεχνάω τόσο εύκολα.»

«Να πάμε μια βόλτα, για εξάσκηση;»

Η Καλλιόπη χαμογέλασε σαν κοριτσάκι που μόλις του είχαν αγοράσει παγωτό. «Ναι. Αλλά με τι όχημα; Τώρα που το έβαλες στον χώρο στάθμευσης δεν πρόκειται να σ’το δώσουν πίσω.»

«Μην ανησυχείς, θα βρούμε όχημα,» είπε ο Ζορδάμης, έχοντας υπόψη τις διασυνδέσεις του στη Θακέρκοβ με άτομα της Σιδηράς Δυναστείας.

Δέκα
Η Αίρεση του Κρυστάλλου

Εγκατέλειψαν τον παλιό ραδιοφωνικό σταθμό και ταξίδεψαν νότια και ανατολικά της Άντχορκ, στα εδάφη ανάμεσα σ’αυτήν, τη Θακέρκοβ, και το γνωστό πανδοχείο «Τροφή για τους Τροχούς». Ετούτες οι περιοχές ήταν γεμάτες με μικρές πόλεις και χωριά, κάποια κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές που ένωναν την Άντχορκ με τη Θακέρκοβ, κάποια πολύ μακριά από αυτές. Αλλού υπήρχαν χωματόδρομοι, αλλού μονάχα μονοπάτια· αλλού δεν υπήρχαν ούτε χωματόδρομοι ούτε μονοπάτια, παρά μονάχα δύσβατα μέρη όλο πέτρα και χειμερινή βλάστηση.

Οι κρυσταλλωμένοι δεν είχαν ιδιαίτερες δυσκολίες σε τέτοιο περιβάλλον. Δεν είχαν ανάγκη από τροφή ή από νερό, ούτε καν από ρούχα (αν και φορούσαν ρούχα, από συνήθειο ίσως) – δεν κρύωναν, και δεν είχαν κανέναν φόβο μήπως κρυολογήσουν. Όταν έβρεχε δεν υπήρχε κανένας πραγματικός λόγος για να αναζητήσουν καταφύγιο, παρά μόνο προκειμένου να μην αισθάνονται άβολα. Αν και οι περισσότεροι απ’ αυτούς απολάμβαναν την αίσθηση του νερού καθώς χτυπούσε στην κρυσταλλική τους δομή και έρρεε πάνω τους. Ορισμένοι κρυσταλλωμένοι, δε, το έβρισκαν πολύ ερωτικό να κοιτάζουν το νερό της βροχής να κυλά πάνω στα σώματα των άλλων του είδους τους.

Μέσα σε μια καταιγίδα, ενώ είχαν σταματήσει κοντά σ’ένα δάσος, η Μάγισσα και ο Απελευθερωτής, βρισκόμενοι παράμερα από τους υπόλοιπους, έκαναν κρυσταλλική συνεύρεση χωρίς καμία προφύλαξη από την άγρια νεροποντή. Αστραπές έσκιζαν τον ουρανό, βροντές τράνταζαν τη γη. Ο Απελευθερωτής και η Μάγισσα είχαν αφήσει τα ρούχα τους μέσα σ’ένα από τα τετράκυκλα που είχαν κλέψει από τη Χωροφυλακή της Άντχορκ (των οποίων την εμφάνιση είχαν αλλάξει αρκετά ώστε να μη μπορούν να αναγνωριστούν), και τώρα στέκονταν οι δυο τους γυμνοί μέσα στην καταιγίδα, με τα σώματά τους τυλιγμένα από την κρυσταλλική υφή και το νερό να χτυπά και να κυλά επάνω τους. Ατένιζαν ο ένας βαθιά μέσα στην κρυσταλλική δομή του άλλου και έβλεπαν υπέροχα πράγματα, πράγματα που τους ζάλιζαν και τους διέγειραν, και τους έφερναν στα όρια ψυχικής έκστασης και πέρα από αυτά. Δεν άργησαν να γονατίσουν στο υγρό χώμα, συγχρονισμένα, σαν να ήταν ένας, ενώ εξακολουθούσαν να αλληλοκοιτάζονται με ένταση. Η βροχή παιχνίδιζε μαγευτικά επάνω τους, και η Μάγισσα έπλαθε ευφάνταστους και προκλητικούς σχηματισμούς με την κρυσταλλική δομή της, ενώ ο Απελευθερωτής την κολάκευε με τη δική του κρυσταλλική δομή και την απειλούσε πονηρά ότι θα την καταβροχθίσει, και η Μάγισσα τότε έκανε το παιχνίδι της πιο έντονο και η κρυσταλλική δομή του Απελευθερωτή σχημάτισε γλώσσες φωτιάς και περίεργες μορφές. Και τώρα ο Απελευθερωτής βρισκόταν σαν θηρίο πάνω από τη Μάγισσα, η οποία ξάπλωνε στο μαλακό χώμα, ανάμεσα στο χειμερινό χορτάρι. Ο Απελευθερωτής ήταν στα τέσσερα, κοιτάζοντας βαθιά μέσα της, κι εκείνη κοίταζε βαθιά μέσα σ’εκείνον. Οι κρυσταλλικές τους δομές είχαν αρχίσει να χάνουν τη βασική μορφή τους σε τόσο μεγάλο βαθμό που ποτέ πριν οι ίδιοι δεν θα το περίμεναν.

ΕΙΣΑΙ ΤΟΣΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ, του είπε η Μάγισσα μιλώντας με τον Κρύσταλλο, όχι με το στόμα. ΤΟΣΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ.

ΕΓΩ; ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ; ΕΧΕΙΣ ΔΕΙ ΠΟΣΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΕΙΣΑΙ ΕΣΥ; αποκρίθηκε ο Απελευθερωτής. ΔΕΝ ΘΑ ΣΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΑ.

Και η κρυσταλλική της δομή τότε άρχισε να τον πειράζει ακόμα περισσότερο από πριν, και η συνεύρεσή τους φούντωσε τόσο που και των δύο οι δομές αλλοιώθηκαν κι άλλο. Οι σχηματισμοί πλησίαζαν να τους τρελάνουν. Ο Απελευθερωτής ήταν τώρα ξαπλωμένος στο χορτάρι και η Μάγισσα σκαρφαλωμένη επάνω του, ατενίζοντάς τον με δέος και έκσταση, νομίζοντας ότι η ψυχή της θα διαλυόταν σε μυριάδες κρυσταλλικά θραύσματα που θα τον άρπαζαν και θα τον τύλιγαν και θα τον έλιωναν κοντά τους, βαθιά μέσα της. Και ο Απελευθερωτής έβλεπε ολοκάθαρα αυτή της την πρόθεση και της έδειχνε πώς απλωνόταν μέσα της, πώς γαντζωνόταν με αμέτρητα νύχια και έκανε όλη της την κρυσταλλική δομή δική του: της έδειχνε, ευφάνταστα, πώς, ενώ βρισκόταν εντός της, θα την απορροφούσε μέσα στην ύπαρξή του. Και, καθώς κατρακυλούσαν κι οι δύο στη θάλασσα της έκστασης, άργησαν λιγάκι να καταλάβουν ότι οι κρυσταλλικές τους δομές είχαν όντως ενωθεί.

Δεν ήταν πλέον δύο. Ήταν ένας! Μία οντότητα.

ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΕΙΣ, είπε η Μάγισσα.

ΟΧΙ, είπε ο Απελευθερωτής, ΟΧΙ ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΕΙΣ. ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ.

Και ήταν κι οι δυο τους ξαφνιασμένοι μ’αυτό που είχαν καταφέρει να κάνουν μες στην καταιγίδα. Είχαν πάψει να είναι δύο κρυσταλλικές οντότητες. Ήταν μία. Η οποία ορθώθηκε από το έδαφος και κοίταξε ολόγυρά της.

ΤΙ ΜΟΡΦΗ ΕΧΟΥΜΕ; ρώτησε η Μάγισσα. ΠΩΣ ΜΑΣ ΒΛΕΠΟΥΝ;

ΔΕΝ ΞΕΡΩ, είπε ο Απελευθερωτής.

Και έκαναν να βαδίσουν προς τους άλλους, για να δουν την αντίδρασή τους. Αλλά τότε, μ’αυτή τους την κίνηση, η κρυσταλλική συνεύρεση χάλασε· οι κρυσταλλικές δομές τους χώρισαν: έγιναν, ξεκάθαρα, δύο. Και βρέθηκαν γονατισμένοι στο υγρό χώμα και στο χειμερινό χορτάρι, νιώθοντας κουρασμένοι σαν ύστερα από μια τρομερά δύσκολη αλλά ευχάριστη δουλειά.

«Τι ήταν αυτό;» ρώτησε η Μάγισσα.

«Δεν ξέρω,» είπε ο Απελευθερωτής. «Αλλά μπορούμε να ανακαλύψουμε άλλη φορά.»

Η Μάγισσα έκανε προκλητικούς σχηματισμούς με την κρυσταλλική δομή της.

Ο Απελευθερωτής χαμογέλασε.

*

Οι κρυσταλλωμένοι πλήθαιναν σε αριθμό καθώς ταξίδευαν στις περιοχές νοτιοανατολικά της Άντχορκ. Πήγαιναν σε μικρούς οικισμούς και σε απομονωμένα υποστατικά, άρπαζαν τους κατοίκους, και ο Απελευθερωτής τούς μιλούσε για το ιερό δώρο του Κρυστάλλου ενώ εκείνοι τον άκουγαν με δέος και τρόμο. Και μετά ο Απελευθερωτής τούς έλεγε πως τώρα θα ερχόταν η δοκιμασία γι’αυτούς. Ο ιερός δαίμων Ζορκολ’ζορκά’αβάθ θα τους τσιμπούσε και θα έστελνε τον Κρύσταλλο μέσα τους, τον οποίο έπρεπε να βρουν τη δύναμη να αποδεχτούν προκειμένου να υπερβούν την ανθρώπινή τους φύση και να γίνουν Τέκνα του Κρυστάλλου. Αν κάποιος εξέφραζε την επιθυμία να φύγει, να μην υποβληθεί στη δοκιμασία, ο Απελευθερωτής τον σκότωνε με τα ίδια του τα χέρια. Οι γροθιές του ήταν δυνατές σαν σφυριά· μπορούσαν να γκρεμίσουν τοίχους. (Τους νεκρούς τούς έπαιρναν για να φτιάξει η Μάγισσα ζωντανές μάσκες, φυσικά.)

Οι περισσότεροι από αυτούς που συμφωνούσαν να δεχτούν το τσίμπημα του Ζορκολ’ζορκά’αβάθ επιβίωναν και γίνονταν όπως οι άλλοι κρυσταλλωμένοι. Αλλά υπήρχαν και αρκετοί που πανικός και τρόμος τούς κυρίευαν σε τέτοιο βαθμό ώστε να μη μπορούν να αποδεχτούν τον Κρύσταλλο μέσα τους, κι ως αποτέλεσμα τα σώματά τους διαλύονταν. Ο Απελευθερωτής τούς έδειχνε στους άλλους σαν παραδείγματα προς αποφυγή. «Αυτό συμβαίνει όταν η πίστη σας δεν είναι επαρκής!» τους έλεγε. «Η ψυχή σας πρέπει να είναι δυνατή, και η επιθυμία σας μεγάλη, για να γνωρίσετε το θαύμα του Κρυστάλλου! Μια στιγμή αμφιβολίας φτάνει για να σας καταστρέψει!»

Αν και οι περισσότερες επιδρομές των κρυσταλλωμένων πραγματοποιούνταν σε μικρούς οικισμούς και μοναχικά υποστατικά, όταν ειδικά ο αριθμός τους άρχισε να μεγαλώνει έγιναν σταδιακά ολοένα και πιο φιλόδοξοι στις κατακτήσεις τους. Επιτέθηκαν σε ολόκληρα χωριά, σκοτώνοντας τους φύλακες και τραβώντας έξω τους κατοίκους, συγκεντρώνοντάς τους μέσα στις ερημιές ώστε ο Απελευθερωτής να τους κάνει τα κηρύγματά του και να τους εξηγήσει τι ήταν το ιερό δώρο του Κρυστάλλου. Στη συνέχεια, μέσα στις επόμενες ημέρες, ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ τούς τσιμπούσε, και άλλοι ζούσαν και γίνονταν κρυσταλλωμένοι, άλλοι πέθαιναν με τρόπο φριχτό καθώς τα σώματά τους κομματιάζονταν. Το δυστυχές σ’αυτές τις περιπτώσεις, σκεφτόταν η Μάγισσα, ήταν πως καταστρέφονταν και τα πρόσωπα και τα μάτια τους, οπότε δεν μπορούσαν μετά να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή ζωντανών μασκών.

Στις περιοχές ανάμεσα στην Άντχορκ, στη Θακέρκοβ, και στο γνωστό πανδοχείο «Τροφή για τους Τροχούς» φήμες άρχισαν να εξαπλώνονται για μια περίεργη «Αίρεση του Κρυστάλλου», ή για δαίμονες από κρύσταλλο, ή για ληστές με κρυστάλλινες μάσκες.

Οι κρυσταλλωμένοι, βέβαια, δεν ήταν ληστές. Όχι ακριβώς. Όχι μόνο. Δεν έκλεβαν μονάχα αυτά που κλέβουν συνήθως οι ληστές – χρήματα, ζώα, εργαλεία – έκλεβαν, κυρίως, ανθρώπους. Ολόκληρα χωριά είχαν αρχίσει να εξαφανίζονται. Έμποροι ή άλλοι ταξιδιώτες πήγαιναν και τα έβρισκαν άδεια, τελείως άδεια. Σπανίως συναντούσαν εκεί κάποιο κρυμμένο παιδί, να κλαίει μόνο του, ή κάποιον ενήλικα, επίσης κρυμμένο και στα όρια της τρέλας. Κανένας δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Μιλούσαν για ανθρώπους που είχαν πρόσωπα θολά· ανθρώπους που φορούσαν παράξενες μάσκες. Μιλούσαν για ένα πελώριο φίδι από κρύσταλλο, ή για ένα κρυστάλλινο έντομο με μακρύ κεντρί. Μιλούσαν για μια απρόσωπη γυναίκα που όταν σ’άγγιζε δεν μπορούσες να κουνηθείς, και για έναν απρόσωπο άντρα που γρονθοκοπούσε τους τοίχους σπιτιών (να, όπως τον τοίχο αυτού εκεί του σπιτιού!) και γκρεμίζονταν.

Οι κρυσταλλωμένοι συνάντησαν σε κάποια στιγμή και κανονικούς ληστές. Ανθρώπους που, οπλισμένοι, κρύβονταν σε κάτι δασωμένους λόφους – διάφοροι κακοποιοί, εγκληματίες, και πρώην Παντοκρατορικοί στρατιώτες που είχαν ξεμείνει στη Σεργήλη και αγριέψει. Ο Απελευθερωτής τούς πλησίασε φορώντας ζωντανή μάσκα, μαζί με μερικούς άλλους κρυσταλλωμένους και τη Μάγισσα, οι οποίοι επίσης φορούσαν ζωντανές μάσκες. Τους πρότεινε να έρθουν με το μέρος του και να δεχτούν το ιερό δώρο του Κρυστάλλου, να υπερβούν την ανθρώπινη φύση και να γίνουν πιο δυνατοί απ’ό,τι ποτέ τους είχαν ονειρευτεί. Οι ληστές πρέπει να είχαν ήδη ακούσει κάποιες φήμες γιατί δεν τον χλεύασαν αλλά τον κοίταξαν με επιφύλαξη και φόβο. Ο αρχηγός τους, τελικά, είπε στον Απελευθερωτή πως δεν ενδιαφέρονταν να μπουν σε αιρέσεις. «Φύγετε από δω. Δεν είμαστε θρησκευόμενοι! Μονάχα τα πόδια της Λόρκης προσκυνάμε, κι αυτά όποτε μας κάνει κέφι!» Κι αρκετοί που ήταν γύρω του κατένευσαν και είπαν πως, ναι, έτσι ήταν, έτσι ήταν.

Ο Απελευθερωτής γέλασε. «Ανόητοι! Δεν είμαστε ‘αίρεση’! Δεν είμαστε θρησκεία. Δεν προσκυνάμε θεούς. Είμαστε θεοί! Ελάτε μαζί μας και θα γνωρίσετε το ιερό δώρο του Κρυστάλλου!» Ο χειμερινός άνεμος σφύριζε γύρω τους, μοιάζοντας να επαυξάνει τη δύναμη των λόγων του με παραφυσικό τρόπο.

Οι ληστές κρύωναν, παρότι φορούσαν βαριά ρούχα και κάπες· οι κρυσταλλωμένοι δεν αισθάνονταν καθόλου άσχημα από το ψύχος παρότι ήταν ντυμένοι σχετικά ελαφρά για τον σημερινό καιρό.

Ο αρχηγός των ληστών – ένας εύσωμος άντρας, κατάμαυρος στο δέρμα, με μακριά μοβ μαλλιά και πυκνά μούσια – έφτυσε στο πλάι και είπε: «Δε μου μοιάζετε για θεοί. Φύγετε προτού το πράμα αγριέψει. Δε θέλουμε μπελάδες εδώ.»

Ο Απελευθερωτής τότε τράβηξε τη ζωντανή μάσκα του, βγάζοντάς την, κι έγνεψε στους συντρόφους του να κάνουν το ίδιο.

Οι ληστές, αναφωνώντας ξαφνιασμένοι, οπισθοχώρησαν.

«Γαμώ το μουνί της Λόρκης γαμώ! Τι είστε;» έκρωξε ο αρχηγός, με τη φωνή του σπασμένη.

Ο Απελευθερωτής γέλασε. «Είμαστε θεοί. Και θα ξανάρθουμε κάποια στιγμή στο μέλλον – ελπίζοντας τότε να σας βρούμε πιο… εύπιστους.»

Οι κρυσταλλωμένοι γύρισαν και έφυγαν, ενώ οι ληστές τούς κοίταζαν με τρόμο, ακίνητοι στις θέσεις τους. Ένας απ’ αυτούς έκανε να υψώσει τουφέκι για να πυροβολήσει τους κρυσταλλωμένους στην πλάτη, αλλά ο λήσταρχος αμέσως του άρπαξε το όπλο και το κατέβασε. Τον γρονθοκόπησε άγρια στη μύτη, ξαπλώνοντάς τον στη γη.

«Βλάκα!» γρύλισε. «Δεν τους είδες; Δεν τους είδες; Άσ’ τους να φύγουν! Θες να γίνει τίποτα που δεν θέλουμε να γίνει – ε; Ε;» Τον κλότσησε στα πλευρά, βρίζοντάς τον χυδαία, αποκαλώντας τον μουνί της Λόρκης, άχρηστο αρχίδι, ξέρασμα δαιμόνων του Κάρτωλακ.

Την επόμενη νύχτα, οι κρυσταλλωμένοι έκαναν επιδρομή στο άντρο των ληστών μέσα στους δασώδεις λόφους, έχοντας πυροβόλα και αγχέμαχα όπλα στα χέρια και τις υπνωτικές, ατέρμονα περιστρεφόμενες σπείρες του Σαρακμα’ό’οκ’ραθ για υποστήριξη, καθώς και τα ξόρκια της Μάγισσας και την τρομερή δύναμη του Απελευθερωτή ο οποίος δεν χρειαζόταν άλλο όπλο κοντινής μάχης από τις γροθιές του.

Οι ληστές δεν είχαν ελπίδες. Και μόνο η όψη των κρυσταλλωμένων τούς γέμιζε με τρόμο. Πολέμησαν αλλά χωρίς σθένος, και σύντομα ηττήθηκαν. Οι περισσότεροι πέταξαν κάτω τα όπλα τους, ζητώντας έλεος. Ο λήσταρχος είπε ότι, φυσικά, μπορούσαν να το συζητήσουν το όλο θέμα, δεν υπήρχε λόγος για άχρηστη βία: Θα πιστέψουμε σε ό,τι θέλετε! Θα πιστέψουμε σε ό,τι θέλετε!

«Ξέρεις τι θέλω;» του είπε ο Απελευθερωτής. «Το πρόσωπό σου.» Κι έγνεψε στη Μάγισσα, η οποία, γελώντας, πλησίασε τον λήσταρχο και άρθρωσε το καινούργιο της ξόρκι που αποκαλούσε Άγγιγμα Σωματικής Στάσεως. Το άρθρωσε χωρίς να μιλά· το «άρθρωσε» με την κρυσταλλική της δομή και μόνο. Άγγιξε τον μαυρόδερμο άντρα κι εκείνος έμεινε ακίνητος, ανήμπορος ακόμα και τα μάτια του να ανοιγοκλείσει.

Ο Απελευθερωτής έβγαλε ένα ξυράφι και του έσκισε το πρόσωπο κι ολόκληρη την επάνω μεριά του κεφαλιού, παίρνοντας και τα μαλλιά μαζί. Μετά, του πήρε τα μάτια. Η Μάγισσα τα αποθήκευσε όλα σε προστατευτικά δοχεία, ώσπου να μπορέσει να τα επεξεργαστεί με τη μαγεία της για να φτιάξει μια ζωντανή μάσκα.

Ο Απελευθερωτής είπε ύστερα στον ακόμα ακινητοποιημένο λήσταρχο: «Αν δεχτείς μέσα σου τον Κρύσταλλο θα μπορείς να ξαναφορέσεις το πρόσωπό σου, ενώ θα είσαι θεός σαν εμάς. Αν αντισταθείς στον Κρύσταλλο, το σώμα σου θα γίνει χιλιάδες κομμάτια.»

Ο Απελευθερωτής έκανε νόημα πάλι, και τώρα ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ πλησίασε και τσίμπησε τον λήσταρχο στα πλευρά. Το ξόρκι της Μάγισσας αμέσως έσπασε και ο αόμματος, απρόσωπος άντρας άρχισε να σπαρταρά και να ουρλιάζει, ενώ οι άλλοι ληστές κοίταζαν, αμίλητοι, έντρομοι.

«Αποδέξου τον Κρύσταλλο!» αντήχησε η φωνή του Απελευθερωτή μέσα στο άντρο. «ΑΠΟΔΕΞΟΥ ΤΟΝ ΚΡΥΣΤΑΛΛΟ ΚΑΙ ΖΗΣΕ ΣΑΝ ΘΕΟΣ!»

Και ο λήσταρχος τα κατάφερε. Παρά τον τρόμο και τον πόνο του, ήταν ο πρώτος που του είχαν κλέψει μάτια και πρόσωπο αλλά κατάφερε να αποδεχτεί τον Κρύσταλλο εντός του. Το σώμα του άλλαξε· τυλίχτηκε, σταδιακά, από την κρυσταλλική υφή, ενώ τώρα οι ληστές μουρμούριζαν αναμεταξύ τους και τα μουρμουρητά τους φανέρωναν πολύ μεγαλύτερο φόβο και δέος απ’ό,τι η προηγούμενη σιωπή τους.

Ο λήσταρχος ανασηκώθηκε πάνω στο έδαφος της μεγάλης σπηλιάς του άντρου, και είπε με βραχνή, ταλαιπωρημένη φωνή: «Τι…; Τι είναι…; Βλέπω… Βλέπω! Αρχίζω να βλέπω!»

Ο Απελευθερωτής γέλασε. «Ναι. Ο Κρύσταλλος σε θεραπεύει. Σύντομα η όρασή σου θα έχει επανέλθει. Ποιο είναι το όνομά σου, λήσταρχε;»

«Σαρντάνης.»

«Καταλαβαίνεις τι δώρο σου πρόσφερα, Σαρντάνη;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος καθώς γονάτιζε προσπαθώντας να σηκωθεί. «Ναι.»

Ο Απελευθερωτής τον βοήθησε να σταθεί όρθιος. «Περίμενε, τότε, μέχρι να επανέλθει πλήρως η όρασή σου και μίλησε στους ανθρώπους σου. Πες τους τι βλέπεις!»

Ο Σαρντάνης υπάκουσε. Περίμενε μέχρι να μπορεί να δει κανονικά πάλι, ή μάλλον περισσότερο από κανονικά, γιατί παλιά την κρυσταλλική δομή των όντων δεν την έβλεπε. Ήταν σαν να έχασε τα μάτια του προκειμένου να τα αποκτήσει ξανά δέκα, εκατό, χίλιες φορές πιο ισχυρά από πριν. Γέλασε, νιώθοντας το μυαλό του να παραπαίει στα όρια της παραφροσύνης από αυτά που αντίκριζε.

«Είναι πραγματικό; Είναι πραγματικό;»

«Ναι,» τον διαβεβαίωσε ο Απελευθερωτής. «Είναι πραγματικό.»

«Μάγε!» φώναξε ο Σαρντάνης. «Ούτε εσύ δεν θα μπορείς να το φανταστείς αυτό!»

«Ποιος είναι ο μάγος;» ρώτησε ο Απελευθερωτής.

«Έλα εδώ, μάγε! Έλα εδώ!» πρόσταξε ο Σαρντάνης, κάνοντας νόημα, κι ένας άντρας ξεπρόβαλε ανάμεσα από τους ληστές: ένας κοκαλιάρης, γαλανόδερμος τύπος με άγριο, διαπεραστικό βλέμμα.

«Μου πήραν τον Κόφτη, αρχηγέ!» γρύλισε. «Πες τους να μου τον δώσουν πίσω!»

«Τι λέει;» ρώτησε ο Απελευθερωτής.

«Αναφέρεται στο σπαθί του. Το θεωρεί μαγικό. Σημείο εστίασης της μαγείας του – έτσι λέει.»

«Έτσι είναι!» φώναξε ο μάγος.

«Τι είδους… μάγος είσαι;» απόρησε ο Απελευθερωτής. «Πρώτη φορά ακούω για κάτι τέτοιο – αν και από μαγεία δεν ξέρω.»

Η Μάγισσα τότε γέλασε. «Δεν είναι μάγος! Σαμάνος είναι, προφανώς. Δεν ανήκει σε κανένα μαγικό τάγμα. Έτσι δεν είναι, σαμάνε;» ρώτησε τον κοκαλιάρη, γαλανόδερμο άντρα. «Ξέρεις ξόρκια; Ξέρεις μαγγανείες; Ή μόνο διάφορες ασυναρτησίες που έχεις κωδικοποιήσει μόνος σου;»

«Αρχηγέ!» φώναξε ο σαμάνος. «Πες τους να μου δώσουν τον Κόφτη!»

«Δώστε του το σπαθί του!» πρόσταξε ο Απελευθερωτής. «Ποιος το έχει;»

«Όχι!» τους πρόλαβε η Μάγισσα. «Οι σαμάνοι μπορούν να αποδειχτούν επικίνδυνοι. Οι δυνάμεις τους είναι, πολλές φορές, απρόβλεπτες.» Και προς τον κοκαλιάρη, γαλανόδερμο άντρα: «Θα γνωρίσεις πρώτα τον Κρύσταλλο, και τότε θα δεις τι σημαίνει πραγματική μαγεία!»

Εκείνος έμεινε σιωπηλός, παρατηρώντας την.

«Ναι,» του είπε εκείνη, «μιλάω εκ πείρας.» Και προς το γιγάντιο έντομο: «Ζορκολ’ζορκά’αβάθ, τσίμπησέ τον.»

Ο κρυσταλλικός δαίμονας ζύγωσε τον σαμάνο, ο οποίος έκανε ένα βήμα όπισθεν, αλλά ένας κρυσταλλωμένος τον άρπαξε από πίσω, ακινητοποιώντας τον.

«Μη φοβάσαι,» είπε ο Απελευθερωτής. «Θα γίνεις σαν τον αρχηγό σου. Το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να μην αντισταθείς. Ν’αφήσεις τον Κρύσταλλο να σε αλλάξει, να σε βελτιώσει.»

Ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ τσίμπησε τότε τον σαμάνο, κι εκείνος έπεσε στο έδαφος, σπαρταρώντας και ουρλιάζοντας. Σταδιακά, όμως, έλεγξε τον εαυτό του, άφησε τον Κρύσταλλο να τον κυριεύσει, και έγινε ένας από αυτούς…

Η διαδικασία της κρυσταλλικής μεταμόρφωσης συνεχίστηκε και με τους άλλους ληστές. Ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ τούς ζύγωνε και τους τσιμπούσε και οι περισσότεροι κατόρθωναν να αποδεχτούν τον Κρύσταλλο μέσα τους – είχαν δει τον αρχηγό τους και τον σαμάνο να μεταμορφώνονται και είχαν πάρει θάρρος από αυτό – αλλά υπήρξαν και κάποιοι που τα σώματά τους καταστράφηκαν.

Όταν ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ πλησίαζε τους τελευταίους, η Μάγισσα τον σταμάτησε, του είπε να περιμένει.

«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε ο Απελευθερωτής.

«Θέλω να δοκιμάσω κάτι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Ένα καινούργιο ξόρκι. Και πρέπει να έχω κάποιον που δεν είναι σαν εμάς για να πειραματιστώ.» Υψώνοντας το χέρι της έδειξε μια από τους ληστές. «Εσύ εκεί, γυναίκα! Έλα εδώ. Έλα κοντά μας.»

Εκείνη δίστασε προς στιγμή.

«Έλα κοντά μας!» πρόσταξε η Μάγισσα, και η ληστής τελικά πλησίασε, τρέμοντας, κοιτάζοντας γύρω-γύρω, τους κρυσταλλικούς δαίμονες και τους συντρόφους της που είχαν μεταμορφωθεί σε κρυσταλλικούς δαίμονες.

«Δε νομίζω ότι θα αισθανθείς τίποτα,» της είπε η Μάγισσα, «αλλά, αν αισθανθείς, μην απομακρυνθείς, απλά πες μου τι ένιωσες. Με καταλαβαίνεις;»

«…Ναι,» κατόρθωσε να αρθρώσει η ληστής.

Η Μάγισσα έκανε, τότε, το ξόρκι που είχε ονομάσει Ψευδής Όψις και θεωρούσε ακόμα πειραματικό. Χρησιμοποιώντας την κρυσταλλική της δομή επικαλέστηκε δυνάμεις του σύμπαντος για να εκμεταλλευτεί την κρυσταλλική δομή της γυναίκας αντίκρυ της με συγκεκριμένους τρόπους.

Και τη ρώτησε, δείχνοντας τον Απελευθερωτή: «Τι βλέπεις; Περίγραψέ μου το πρόσωπό του.»

Η ληστής ξεροκατάπιε και είπε: «Ένας άντρας που… με, με δέρμα κόκκινο, και μαλλιά πράσινα, κοντά. Γένι στο σαγόνι. Μάτια γκρίζα.»

«Τι είν’ αυτά που λέει;» μούγκρισε ο Απελευθερωτής. «Δε φοράω μάσκα!»

Η Μάγισσα γέλασε. «Το ξόρκι μου λειτουργεί!» είπε, και με μια απλή χειρονομία το διέλυσε. «Τι βλέπεις τώρα;» ρώτησε τη ληστή.

«Δεν… δεν τον βλέπω. Βλέπω– δηλαδή, δεν έχει πρόσωπο τώρα. Είναι… θολός.»

«Τι της έκανες;» ρώτησε ο Απελευθερωτής τη Μάγισσα.

«Την έκανα να νομίζει πως έβλεπε το πρόσωπο που ήθελα να δει.»

«Και μπορείς να το κάνεις αυτό για όλους μας; Να μας κάνεις να φαινόμαστε κανονικοί στους κατώτερους ανθρώπους;»

«Δυστυχώς, δεν είναι τόσο απλό,» εξήγησε η Μάγισσα. «Δε μπορώ να μας κάνω να φαινόμαστε γενικά σε όλους σαν συνηθισμένοι άνθρωποι. Μπορώ μόνο να επηρεάσω έναν συγκεκριμένο άνθρωπο έτσι ώστε να βλέπει έναν συγκεκριμένο από εμάς σαν να έχει πρόσωπο. Ουσιαστικά, του δημιουργώ μια παραίσθηση εκμεταλλευόμενη την κρυσταλλική δομή του αλλά και τη φύση της δικής μας κρυσταλλικής δομής συγχρόνως.»

Ο Απελευθερωτής, που όλα αυτά τον μπέρδευαν – δεν καταλάβαινε τη μαγεία, παρότι καταλάβαινε τον Κρύσταλλο – είπε: «Οι γνώσεις σου ολοένα και μεγαλώνουν, Μάγισσα.»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, ικανοποιημένα. «Ναι. Και είμαι βέβαιη πως βρίσκομαι ακόμα στις απαρχές της εξερεύνησής μου.» Και η άηχη γλώσσα της κρυσταλλικής της δομής – που δεν ήταν καλή για περίπλοκη επικοινωνία αλλά παραπάνω από καλή για απλή, άμεση επικοινωνία – τον ευχαρίστησε θερμά για το δώρο του Κρυστάλλου που της είχε κάνει.

*

Τρεις πόλεις αποφάσισαν να δράσουν εναντίον της απειλής που αποκαλούσαν Αίρεση του Κρυστάλλου. Είχαν ήδη ακούσει για τα εγκαταλειμμένα χωριά, τις παράξενες εξαφανίσεις ανθρώπων, και τις παράξενες εμφανίσεις κρυσταλλικών δαιμόνων, ή κάποιων με κρυστάλλινες μάσκες, και σκέφτονταν ότι έπρεπε να δώσουν ένα τέλος σ’όλα αυτά, τώρα, προτού ο κίνδυνος γίνει ακόμα μεγαλύτερος.

Συγκέντρωσαν όσους μισθοφόρους βρίσκονταν στην περιοχή, καθώς και όσους άλλους μπορούσαν και ήταν πρόθυμοι να πολεμήσουν, και άρχισαν να αναζητούν τους κρυσταλλωμένους. Μαζί τους ήταν και μια ιέρεια της Αρτάλης γνωστή σ’εκείνες τις περιοχές, και ήταν η πρώτη φορά που την είχαν δει έτσι εξοπλισμένη, με καραμπίνα στα χέρια, κοντόσπαθο στη ζώνη, και αλεξίσφαιρο θώρακα και κράνος. Δεν τους έμοιαζε με τη σεβάσμια ιέρεια που ήξεραν.

Το φουσάτο έψαξε για τους κρυσταλλωμένους στις ερημιές πέρα από τις τρεις πόλεις. Αλλά οι κρυσταλλωμένοι ήταν που το βρήκαν πρώτοι.

Δεν ήταν και πολύ δύσκολο ο Απελευθερωτής και οι ακόλουθοί του να εντοπίσουν τον συρφετό που περιφερόταν ανάμεσα στα χωριά και στις πόλεις μαζί με πέντε οχήματα – δύο μεγαλύτερα και τρία μικρότερα. Στο σύνολό τους, οι πολεμιστές αυτοί ήταν περισσότεροι από τους κρυσταλλωμένους – περισσότεροι από τους τριπλάσιους – αλλά ο Απελευθερωτής δεν αμφέβαλλε ότι η νίκη θα ήταν δική του. Ωστόσο, δεν ήταν και ανόητος, δεν υποτιμούσε τον αντίπαλο.

Με τη βοήθεια του Σαρντάνη του λήσταρχου άρχισε να εκπονεί ένα σχέδιο δράσης για να επιτεθούν στους εχθρούς εκεί όπου τους συνέφερε πιο πολύ. Η Μάγισσα, φυσικά, ήταν παρούσα· το ίδιο και ο σαμάνος των ληστών, που ονομαζόταν Εμίλ και ήταν συνεπαρμένος από τις καινούργιες του ανακαλύψεις σχετικά με τη φύση της μαγείας. Ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ και ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ, επίσης, δεν ήταν μακριά, αν και δεν μπορούσαν να καταλάβουν καλά τη λαλιά των ανθρώπων· ο Απελευθερωτής χρειαζόταν να τους εξηγεί κάποια πράγματα στην αρχαία, εξωδιαστασιακή γλώσσα τους.

Ο Εμίλ, σε κάποια στιγμή, δήλωσε: «Μπορώ να στείλω ένα πουλί για να τους κατασκοπεύω συνεχώς.»

«Πουλί;» είπε η Μάγισσα, παραξενεμένη. «Πώς;»

«Μέσω του Κρυστάλλου, φυσικά.»

«Δεν είναι εφικτό.»

«Κι όμως, είναι. Το πρωί το ανακάλυψα. Τα ζώα έχουν κι αυτά κρυσταλλική δομή–»

«Και λοιπόν;» έκανε ανυπόμονα η Λορύν’σαρ, ενοχλημένη λιγάκι που αυτός ο σαμάνος είχε καταφέρει τόσο γρήγορα να ανακαλύψει κάτι το οποίο εκείνη δεν είχε καν διανοηθεί ώς τώρα.

«Μπορούν να επηρεαστούν από την Πνοή του Κρυστάλλου–»

«Ποια ‘Πνοή του Κρυστάλλου’;»

«Τη μαγεία μας! Είναι σαν πνοή, δεν το καταλαβαίνεις;»

Η Λορύν’σαρ κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν είναι σαν πνοή–»

«Είναι!» επέμεινε ο σαμάνος.

«Δεν είναι, για εμένα.»

«Για εμένα είναι,» είπε ο σαμάνος. «Και μπορώ να στείλω την πνοή σε άλλα πλάσματα. Σε ό,τι διακρίνω την κρυσταλλική δομή των όντων. Στέλνω την Πνοή του Κρυστάλλου σ’ένα πουλί και μπαίνω μέσα του – βλέπω μέσα από την κρυσταλλική του δομή, μέσα από τα μάτια του, ενώ πετάω μαζί του!»

Ο Καρνάδης ρώτησε: «Μας λες ότι μπορείς να ελέγχεις τα ζώα της Σεργήλης;»

«Όχι να τα ελέγχω, Απελευθερωτή· όχι ακριβώς. Θα ήταν πολύ δύσκολο να βάλω το ζώο να κάνει κάτι που φυσιολογικά δεν θα έκανε. Ίσως να το κατάφερνα, αλλά θα ήταν δύσκολο. Το καλύτερο είναι να συνεργαστώ μαζί του, δημιουργώντας επαφή ανάμεσα στην κρυσταλλική μου δομή και στη δική του.»

«Στείλε, λοιπόν, ένα πουλί,» του είπε ο Καρνάδης. «Δες πού βρίσκονται τώρα οι εχθροί μας.»

«Δε θα μπορώ να παρακολουθήσω άλλο τη συζήτησή σας εδώ, τότε,» τον προειδοποίησε ο σαμάνος. «Θα πρέπει να απομακρυνθώ και να μείνω εκεί, έχοντας το νου μου εστιασμένο στο πτηνό.»

«Δεν μας πειράζει αυτό. Κάνε το.»

Ο Εμίλ κατένευσε με μια κίνηση της κρυσταλλικής δομής του, και έφυγε από το κέντρο του σύδεντρου όπου είχαν συγκεντρωθεί γύρω από έναν χάρτη της περιοχής για να μιλήσουν.

Η Λορύν’σαρ τον ακολούθησε, περίεργη να δει τι ακριβώς θα έκανε. Και όταν το είδε, τρόμαξε και θύμωσε συγχρόνως, γιατί της φάνηκε να είναι κάτι πέρα από την κατανόησή της. Ο σαμάνος διαμόρφωνε ένα σύμβολο μέσα στην κρυσταλλική του δομή και μετά, βγάζοντας ένα παράξενο τιτίβισμα από τα χείλη του, έκανε ένα παρόμοιο σύμβολο να παρουσιαστεί μέσα στην κρυσταλλική δομή ενός πουλιού γαντζωμένου στα κλαδιά ενός δέντρου. Ήταν, ουσιαστικά, σαν το πουλί να άκουγε το τιτίβισμα του σαμάνου και να άλλαζε από μόνο του, οικειοθελώς, την κρυσταλλική του δομή – κάτι που η Λορύν’σαρ δεν μπορούσε να φανταστεί πώς ήταν δυνατόν να γίνει. Ύστερα απ’ αυτό, τα δύο όμοια σύμβολα έμοιαζαν να φουντώνουν σαν φωτιές, και πάλλονταν συγχρονισμένα λες κι ανταποκρίνονταν στον ρυθμό μιας μουσικής που η Λορύν’σαρ αδυνατούσε ν’ακούσει.

Ο σαμάνος κάθισε οκλαδόν στη γη ενώ το σύμβολο εξακολουθούσε να γεμίζει το κέντρο της κρυσταλλικής δομής του, και το πουλί πέταξε από το κλαρί και έφυγε, χτυπώντας δυνατά και γρήγορα τις φτερούγες του.

Ο σαμάνος έμεινε ακίνητος για ώρα, και η Λορύν’σαρ είχε την εντύπωση πως το μυαλό του δεν βρισκόταν πια μέσα στο σώμα του.

Αναρωτιέμαι, σκέφτηκε, για πόσο μπορεί να βρίσκεται σ’αυτή την κατάσταση. Δεν τον κουράζει; Ακόμα και οι κρυσταλλωμένοι κουράζονταν. Δεν κοιμόνταν ακριβώς αλλά χρειάζονταν να μείνουν κάποιες ώρες σε αδράνεια προκειμένου να αναπληρώσουν τις δυνάμεις τους. Σαν να ήταν κρύσταλλοι που αποφορτίζονταν και φορτίζονταν πάλι από μόνοι τους. Η κρυσταλλική συνεύρεση, πολλές φορές, συνέβαλε στην ταχύτητα της αναζωογόνησής τους, αν γινόταν με μέτρο. Αν γινόταν με υπερβολή, είχε το αντίθετο αποτέλεσμα.

*

Οι κρυσταλλωμένοι τούς επιτέθηκαν ενώ διέσχιζαν μια περιοχή ανάμεσα σε δύο λόφους, τριάντα χιλιόμετρα δυτικά από τις ράγες του σιδηρόδρομου. Τους όρμησαν κι από τις δύο πλαγιές ενώ ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ πεταγόταν μπροστά τους διαγράφοντας υπνωτικές σπείρες μέσα σε υπνωτικές σπείρες μέσα σε υπνωτικές σπείρες, με την ουρά του, παγιδεύοντας πολλούς μισθοφόρους και άπειρους μαχητές σε ψυχεδελικά όνειρα. Αυτοί που δεν παγιδεύτηκαν από το πελώριο φίδι τρόμαξαν τόσο από την εμφάνισή του που δεν ήταν καθόλου έτοιμοι για την έφοδο των κρυσταλλωμένων από δεξιά κι αριστερά.

Οι ακόλουθοι του Απελευθερωτή έπεσαν πάνω τους σαν μάστιγα θανάτου, πυροβολώντας πυροβολώντας πυροβολώντας καθώς πλησίαζαν, κι όταν βρέθηκαν κοντά τους άρχισαν να τους πετσοκόβουν με αγχέμαχα όπλα, σπαθιά και τσεκούρια και δόρατα, ενώ ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ παρουσιάστηκε μέσα από τη βλάστηση τσιμπώντας με το μακρύ κεντρί του, κλοτσώντας με τα πόδια του, και ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ δεν έμεινε ακίνητος για πολύ: επιτέθηκε με τα μεγάλα σαγόνια του, δαγκώνοντας ανθρώπους και ακρωτηριάζοντάς τους, κόβοντάς τους στα δύο. Η Μάγισσα άγγιζε τους εχθρούς και τους ακινητοποιούσε, ώστε οι σύμμαχοί της να τους σκοτώνουν πιο εύκολα.

Ο Σαρντάνης γελούσε σαν μανιακός. «Απελευθερωτή!» φώναξε. «Αυτό είναι το καλύτερο πλιάτσικο που έχω κάνει! Το καλύτερο!»

Κανένας από τους μισθοφόρους και τους άπειρους μαχητές δεν ξέφυγε. Οι κρυσταλλωμένοι τούς είχαν κλείσει όλους ανάμεσά τους. Τους περισσότερους τους σκότωσαν μέσα στον πανικό και στην έξαψη της μάχης· λίγους κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν, για να τους μιλήσει αργότερα ο Απελευθερωτής για το ιερό δώρο του Κρυστάλλου και μετά ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ να τους μεταμορφώσει – αν είχαν το ψυχικό σθένος να μεταμορφωθούν αντί να γίνουν κομμάτια.

Τα οχήματα, τα όπλα, και τους εξοπλισμούς οι κρυσταλλωμένοι, φυσικά, τα πήραν για τον εαυτό τους. Θα τους χρειάζονταν, τις ημέρες που θα έρχονταν. Το φουσάτο τους ήταν βέβαιο πως θα μεγάλωνε και θα μεγάλωνε και θα μεγάλωνε.

Στο τέλος, σκεφτόταν ο Καρνάδης, θα κυριεύσουμε τη Σεργήλη. Μπορούμε να το κάνουμε! Δεν είναι αδύνατο! Το οραματιζόταν: Ολόκληρη η διάσταση να κατοικείται από κρυσταλλωμένα όντα. Ή να διοικείται από κρυσταλλωμένα όντα που κατώτερα, σάρκινα όντα τα υπηρετούσαν.

*

«Θα μπορούσαμε να κατακτήσουμε ολόκληρες πόλεις εδώ πέρα, Απελευθερωτή!» είπε ο Σαρντάνης. «Ύστερα από τόσους μαχητές που έστειλαν εναντίον μας θα είναι ουσιαστικά ανυπεράσπιστες!»

Στέκονταν στο κέντρο του καταυλισμού τους, κάτω από έναν κρημνό, ύστερα από τη μεταμόρφωση μερικών ακόμα κατώτερων ανθρώπων σε κρυσταλλωμένους. Ήταν νύχτα, κι ένας παγερός άνεμος σφύριζε τραντάζοντας τα γυμνά δέντρα και κάνοντας τα φύλλα των αειθαλών δέντρων να θροΐζουν άγρια.

Ο Καρνάδης αποκρίθηκε: «Όχι.»

«Γιατί;» ρώτησε ο Σαρντάνης.

Εκτός από τους δυο τους, η Μάγισσα και ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ βρίσκονταν κοντά, αλλά δεν μιλούσαν· άκουγαν μόνο, για την ώρα. Και ο δαίμονας με δυσκολία, γιατί αυτή η γλώσσα των ανθρώπων της Σεργήλης ήταν παράξενη για το εξωδιαστασιακό μυαλό του.

«Θέλω να πάμε νότια,» είπε ο Καρνάδης. «Προς τη Θακέρκοβ. Ένας από τους ψευδανθρώπους μας μου ανέφερε το μεσημέρι ότι μια συγκέντρωση γίνεται εκεί, κοντά στη μεγαλούπολη. Ένα ράλι.» Ψευδανθρώπους αποκαλούσε ο Απελευθερωτής τους κατασκόπους του: τους κρυσταλλωμένους που, φορώντας ζωντανές μάσκες, πήγαιναν μέσα σε πόλεις και χωριά παριστάνοντας τους ταξιδευτές ή τους εμπόρους αλλά έχοντας βασικό σκοπό να ακούνε φήμες, να μαθαίνουν νέα, να βλέπουν τοιχοκολλημένες αφίσες, και να παίρνουν εφημερίδες ή περιοδικά που έφταναν ώς εδώ, στις περιοχές ανάμεσα στις μεγαλουπόλεις Άντχορκ και Θακέρκοβ.

«Τι μας ενδιαφέρει το ράλι;» είπε ο Σαρντάνης.

«Θα είναι μαζεμένος πολύς κόσμος εκεί, Σαρντάνη,» αποκρίθηκε ο Καρνάδης, «και θα έχουν και πολλά οχήματα. Τα οχήματα ποτέ δεν είναι άχρηστα. Επιπλέον, δεν βρισκόμαστε μακριά από τη Θακέρκοβ, και η Θακέρκοβ…» Σταμάτησε, σαν να σκεφτόταν.

«Τι;» ρώτησε η Λορύν’σαρ. «Τι συμβαίνει στη Θακέρκοβ;»

«Θα ήθελα να την επισκεφτώ ξανά, τώρα, ύστερα από… τόσο καιρό… και αλλαγές…»

«Τι εννοείς;»

«Η Θακέρκοβ είναι πατρίδα μου, Μάγισσα. Αναρωτιέμαι πώς θα ήταν αν τώρα βάδιζα στους δρόμους της, φορώντας μια ζωντανή μάσκα…»

Ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ, έχοντας καταλάβει περίπου τι έλεγαν, είπε στη δική του γλώσσα: «Στις μεγάλες πόλεις της Σεργήλης είναι που θα βρούμε τη Σιδηρά Δυναστεία, Απελευθερωτή.»

«Ναι,» του αποκρίθηκε ο Καρνάδης, στην ίδια γλώσσα. «Αν όντως υπάρχει ακόμα και δεν είναι μύθος, είναι πιθανό, Ζορκολ’ζορκά’αβάθ

Η Λορύν’σαρ και ο Σαρντάνης τούς κοίταζαν μην μπορώντας να καταλάβουν τίποτα από τα λόγια τους. Η Μάγισσα αναρωτιόταν αν θα ήταν κάποτε δυνατόν να κατασκευάσει ένα ξόρκι για την κατανόηση αυτής της μυστηριώδους γλώσσας. Κι επίσης – και πιο σημαντικό, νόμιζε – αν θα ήταν δυνατόν να φτιάξει ένα ξόρκι που μιμείτο τη δράση του κεντριού του δαίμονα. Ένα ξόρκι που θα έστελνε τον Κρύσταλλο μέσα σε έναν κατώτερο άνθρωπο για να τον μεταμορφώσει.

Έντεκα
Προμηνύματα

Οι χορηγοί δεν θα άφηναν τους ραλίστες και τους συνοδηγούς τους να πάνε με τα πόδια στο χωριό του ράλι, απ’ όπου θα ξεκινούσε ο αγώνας. Είχαν επιβατηγά οχήματα έτοιμα για τη μεταφορά τους.

Ένα μακρύ εξάτροχο ήταν σταματημένο μπροστά στον Περίοικο, και μάλλον από πολύ νωρίς. Τουλάχιστον, η Ελοντί από τότε που ξύπνησε – και δεν άργησε να ξυπνήσει – το είδε κάτω από το παράθυρό της. Ο οδηγός του στεκόταν έξω από το όχημα και, μ’ένα ποτήρι καφέ στο χέρι, μιλούσε με κάποιον άλλο.

Η Ελοντί έκανε ένα ντους, χωρίς βιασύνη. Βγήκε από το μπάνιο, ντύθηκε πρόχειρα, και κάλεσε τη Λούση μέσω του επικοινωνιακού διαύλου του δωματίου.

Εκείνη αμέσως απάντησε: «Ναι;»

«Είσαι ξύπνια σήμερα, ε;»

«Περίμενες να με βρεις να κοιμάμαι την ημέρα του αγώνα;»

«Όχι,» είπε η Ελοντί. «Είσαι έτοιμη;»

«Σχεδόν.»

«Όταν είσαι έτοιμη, έλα απ’το δωμάτιό μου.»

«Εντάξει.»

Η επικοινωνία τερματίστηκε, και η Ελοντί βάλθηκε να τελειώσει με το ντύσιμό της. Φορούσε, τώρα, γκρίζα μάλλινη μπλούζα, μαύρο παντελόνι, μαλακά γκρίζα παπούτσια, και λεπτή καφετιά ζώνη, από την οποία κρέμονταν ένα ζευγάρι γάντια χωρίς δάχτυλα κι ένα ζευγάρι σκούρα γυαλιά. Το κράνος της ήταν ριγμένο στο κρεβάτι. Τα βαμμένα κόκκινα μαλλιά της ήταν δεμένα κότσο πίσω από το κεφάλι της.

Η πόρτα χτύπησε.

«Ποιος είναι;»

«Εγώ,» είπε η Λούση.

Η Ελοντί τής άνοιξε και η συνοδηγός της μπήκε, ντυμένη με καφετί πέτσινο πανωφόρι, κουμπωμένο λοξά μπροστά της, σκούρο μπλε παντελόνι, και ψηλές μαύρες μαλακές μπότες. Τα μαύρα γυαλιά της κρέμονταν από μια τσέπη του πανωφοριού· το κράνος της το είχε παραμάσχαλα· τα αδάχτυλα γάντια της τα φορούσε. Τα μακριά καστανά μαλλιά της ήταν πιασμένα προς τα πίσω με μια λεπτή καφετιά χτένα που με το ζόρι διακρινόταν επάνω τους. Από τον ώμο της κρεμόταν λοξά μια γκρίζα, δερμάτινη τσάντα με κρόσσια κι έναν τίγρη κεντημένο επάνω.

«Είσαι νηφάλια, ξεκούραστη, και φρεσκοπλυμένη;» τη ρώτησε η Ελοντί.

Η Λούση χαμογέλασε. «Δε σου φαίνομαι νηφάλια, ξεκούραστη, και φρεσκοπλυμένη;»

Η Ελοντί ένευσε. Πράγματι, έτσι φαινόταν. «Πάμε να τσιμπήσουμε τίποτα;»

«Ναι.»

Η Ελοντί πήρε το κράνος της από το κρεβάτι και την τσάντα της από την κρεμάστρα, και έφυγαν.

*

Ο Ζορδάμης χτύπησε την πόρτα της. Η Καλλιόπη άνοιξε χαμογελώντας, αλλά εκείνος μπορούσε να διακρίνει κάτι το αβέβαιο στο χαμόγελό της.

«Είσαι έτοιμη;» τη ρώτησε, αν και του έμοιαζε έτοιμη. Ήταν ντυμένη για αγώνα ράλι. Φορούσε ακόμα και τα γάντια της, και είχε τα μαύρα μαλλιά της δεμένα κότσο. Τα σκούρα γυαλιά της κρέμονταν από το άνοιγμα του πουκαμίσου της, ανάμεσα στα στήθη της.

«Ναι,» αποκρίθηκε. «Φυσικά.»

«Μου φαίνεσαι αγχωμένη,» της είπε μπαίνοντας στο δωμάτιό της.

«Μη λες ανοησίες! Γιατί να είμαι αγχωμένη;»

Ο Ζορδάμης την κοίταξε από πάνω ώς κάτω καθώς εκείνη έκλεινε την πόρτα.

«Εντάξει,» παραδέχτηκε η Καλλιόπη, αναστενάζοντας, «είμαι λιγάκι αγχωμένη. Αλλά είναι ανοησία από μέρους μου. Δεν υπάρχει κανένας πραγματικός λόγος, και το ξέρεις, όπως κι εγώ το ξέρω. Ακόμα και τη δοκιμασία σου πέρασα – αν και δεν έπρεπε να το είχες κάνει αυτό!»

Χτες το απόγευμα, είχαν βγει από τη Θακέρκοβ μέσα σ’ένα όχημα που ο Ζορδάμης είχε καταφέρει να βρει μέσω των διασυνδέσεών του με τη Σιδηρά Δυναστεία. Εκείνος καθόταν στο τιμόνι και η Καλλιόπη καθόταν δίπλα, όπως παλιά, δείχνοντας ενθουσιασμένη. Όταν απομακρύνθηκε αρκετά από τη μεγαλούπολη, ο Ραλίστας αύξησε την ταχύτητά του πολύ, και μάλιστα πάνω σε δρόμους επικίνδυνους, στα δυτικά της δημοσιάς. Θέλοντας σ’ένα σημείο να δοκιμάσει την Καλλιόπη, έκανε πως ζαλίστηκε κι έχασε τον έλεγχο του οχήματος. Η Καλλιόπη αντέδρασε αμέσως, αρπάζοντας το τιμόνι κι απλώνοντας το πόδι της για να πατήσει το φρένο. Παρά τρίχα να κουτουλήσουν πάνω σ’ένα από τα οικήματα ενός χωριού. Αλλά δεν κουτούλησαν.

«Είσαι καλά;» τον ρώτησε η Καλλιόπη.

«Ωωωωχ,» έκανε ο Ζορδάμης αγγίζοντας το μέτωπό του με το ένα χέρι. «Το κεφάλι μου… Τα πάντα χορεύουν…»

Και η Καλλιόπη ανησύχησε. Ήταν ανέκαθεν καλός ηθοποιός, και μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία είχε γίνει ακόμα καλύτερος. Οι άλλοι της οικογένειας τον αποκαλούσαν ο Ζορδάμης με τα Πολλά Πρόσωπα.

Η Καλλιόπη είπε: «Μεγάλη Αρτάλη! Τι έπαθες; Τι–;» Έκανε ν’ανοίξει το ντουλάπι της κονσόλας για να πάρει από μέσα ένα παγούρι νερό που είχαν μαζί τους, αλλά ο Ζορδάμης, γελώντας, την τσίμπησε στα πλευρά. Η Καλλιόπη αναπήδησε. Και, καταλαβαίνοντας τι συνέβαινε, τον αγριοκοίταξε.

«Είσαι κάθαρμα!» του είπε.

«Κι εσύ συνοδηγός μου. Δεν έπρεπε να σε δοκιμάσω;»

«Κι αν κοπανούσαμε πάνω στο σπίτι αυτών των ανθρώπων;» γρύλισε η Καλλιόπη. «Είσαι τόσο τρελός όσο σε θυμάμαι!»

«Κι εσύ το ίδιο γρήγορη. Τα γεράματα δεν έχουν αμβλύνει τα αντανακλαστικά σου.»

«Γεράματα;» τον αγριοκοίταξε ξανά εκείνη.

Ο Ζορδάμης άνοιξε την πόρτα πλάι του και βγήκε από το ταλαιπωρημένο τετράκυκλο που ήταν μεν γρήγορο αλλά όχι και για αγώνες δρόμου κανονικά.

Η Καλλιόπη τον ακολούθησε έξω, βγαίνοντας από την άλλη πόρτα. «Είμαι μικρότερη από εσένα,» του θύμισε, «και δεν έχω ακόμα ξεχάσει να οδηγώ!»

Ο Ζορδάμης, όμως, κοίταζε τώρα μέσα στο χωριό.

«Τι είναι;» Η Καλλιόπη, κάνοντας τον γύρο του οχήματος, ήρθε να σταθεί πλάι του.

«Δες πώς είναι αυτό το μέρος. Σαν εγκαταλειμμένο. Σαν… σαν νάχει δεχτεί επίθεση και νάχει εγκαταλειφθεί.»

«Πράγματι,» παρατήρησε η Καλλιόπη.

Το μικρό χωριό ήταν ήσυχο. Ψυχή δεν φαινόταν στους δρόμους ή στην κεντρική του πλατεία. Μονάχα μερικά πουλιά φτεροκοπούσαν, παλεύοντας μέσα στις λάσπες για κάποιο φαγητό. Στη γη ήταν ριγμένα διάφορα πράγματα που ο Ζορδάμης θα μπορούσε να χαρακτηρίσει μονάχα θραύσματα από μάχη. Του έκανε εντύπωση αυτό. Γιατί κάποιος να επιτεθεί σ’ένα τόσο μικρό χωριό βόρεια της Θακέρκοβ;

Βάδισε για λίγο ανάμεσα στα χαμηλά οικήματα, τραβώντας το πιστόλι μέσα από το πανωφόρι του, και η Καλλιόπη τον ακολούθησε, ρωτώντας σιγανά: «Πού πάμε;»

«Πουθενά,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Κουνάμε τα πόδια μας, πάντως…»

«Αυτό δεν είναι πάντα ένδειξη κίνησης.»

Ο Ζορδάμης δεν έβλεπε κανέναν άνθρωπο στο χωριό. Τα οικήματα ήταν, δίχως καμια αμφιβολία, εγκαταλειμμένα. Και στη γη τώρα είδε και πιο έκδηλα σημάδια από μάχη. Είδε λεκέδες από αίμα, είδε κάλυκες να κατρακυλάνε σπρωγμένοι από το φύσημα του ανέμου. Είδε το πτώμα ενός μικρού παιδιού πλάι σε μια μάντρα.

«Πάμε να φύγουμε,» είπε. Και η Καλλιόπη, σιωπηλή τώρα, δεν έφερε την παραμικρή αντίρρηση.

Βγήκαν απ’το χωριό, μπήκαν στο όχημά τους, κι απομακρύνθηκαν.

«Ληστές;» είπε η Καλλιόπη.

«Μπορεί,» αποκρίθηκε ο Ζορδάμης. «Μάλλον. Αν και… τι περίμεναν να βρουν σ’ένα τόσο μικρό χωριό; Ένα τέτοιο μέρος πιο καλά να το απειλείς και να συλλέγεις φόρο – τρόφιμα, πιθανώς – παρά να του επιτεθείς. Τέλος πάντων. Δεν είναι δική μας δουλειά.»

Και είχε αυξήσει ξανά την ταχύτητά του, συνεχίζοντας να προετοιμάζει την Καλλιόπη για το αυριανό ράλι.

Το ράλι που η μέρα του, τώρα, είχε έρθει. Και η Καλλιόπη έμοιαζε στον Ζορδάμη πολύ πιο αγχωμένη από χτες το απόγευμα.

«Ακριβώς,» της είπε. «Ακόμα και τη δοκιμασία μου πέρασες. Δεν υπάρχει λόγος ν’ανησυχείς. Αν πάλι δεν είσαι σίγουρη και θέλεις να–»

«Όχι,» τον διέκοψε. «Θα είμαι συνοδηγός σου σ’αυτό το ράλι. Σ’το είπα. Απλά έχω καιρό να συμμετάσχω σε αγώνα δρόμου και… έχω ξεσυνηθίσει, υποθέτω. Πάμε να τσιμπήσουμε τίποτα προτού ξεκινήσουμε;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ζορδάμης. «Πάμε.»

«Δεν τον πειράζει τον Βινάρη, έτσι; Σίγουρα;»

Ο Ζορδάμης χαμογέλασε. «Μην ανησυχείς για τον Βινάρη. Για πλάκα είχε έρθει. Αυτός και η Κλεισμένη θα είναι στο χωριό του ράλι πριν από εμάς. Ίσως να τους συναντήσουμε προτού ξεκινήσει ο αγώνας.»

Η Καλλιόπη γέλασε. «Μα τους θεούς! μιλάς γι’αυτή τη γάτα σαν νάναι άνθρωπος.»

«Δεν είναι μια συνηθισμένη γάτα.»

«Τι το ασυνήθιστο έχει;»

«Τη βρήκα κλεισμένη μέσα σ’ένα μπαούλο, στην Άντχορκ.»

Η Καλλιόπη γέλασε ξανά. «Άσε τις σαχλαμάρες και πάμε να φάμε! Μπορεί νάσαι πενήντα χρονών άντρας, αλλά δεν έχεις μεγαλώσει και τόσο από τότε που σε θυμάμαι – και τότε φερόσουν σαν να ήσουν είκοσι χρόνια μικρότερος!»

Καημένη Κλεισμένη, σκέφτηκε ο Ζορδάμης. Ποτέ κανένας δεν πρόκειται να πιστέψει την ιστορία σου, αν κάποτε γράψω τα απομνημονεύματά μου.

*

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης ξύπνησε από έναν εφιάλτη, και ήταν χαράματα. Το γκρίζο φως της αυγής έμπαινε ανάμεσα από τις κουρτίνες του παραθύρου του δωματίου του στον Καλοδεχούμενο.

Στον ύπνο του είχε δει ότι στεκόταν επάνω σ’έναν χάρτινο χάρτη ενώ ήταν μικρός σαν ξύλινο πιόνι. Το περιβάλλον γύρω του έμοιαζε φυσικό, μα εκείνος το καταλάβαινε ότι δεν ήταν παρά ένας χάρτης με μερικά όρθια χάρτινα σημεία – δέντρα, μικρούς λόφους, οικήματα. Αλλά το πιο βασικό στοιχείο του χάρτη ήταν ένας μεγάλος κυκλικός δρόμος στρωμένος με κλειστά τραπουλόχαρτα. Ο Μπαλαντέρ πλησίασε τον δρόμο και είδε οχήματα να περνάνε τρέχοντας. Είδε, μετά, ένα από τα τραπουλόχαρτα να σηκώνεται και να τον αντικρίζει.

Το αναγνώριζε. Ήταν ο Απρόσωπος Ληστής – ένα από τα εξέχοντα φύλλα της Τράπουλας της Πανούργου Κυράς. Το χαρτί είχε επάνω του ζωγραφισμένο κάποιον με καραμπίνα στα χέρια ο οποίος φορούσε κάπα με κουκούλα που έκρυβε το πρόσωπό του στο σκοτάδι της. Ο Απρόσωπος Ληστής τώρα κατέβασε την κουκούλα του με το ένα χέρι, αλλά πάλι πρόσωπο δεν είχε! Η όψη του ήταν θολή σαν κρυμμένη πίσω από κρύσταλλο.

«Λάθος φύλλο!» γέλασε ο Απρόσωπος Ληστής, και στρέφοντας την καραμπίνα του προς τον Μπαλαντέρ της Λόρκης πυροβόλησε.

Ο Μπαλαντέρ τινάχτηκε πέρα ενώ ο χάρτης ολόγυρά του άρπαζε φωτιά. Τα τραπουλόχαρτα καίγονταν. Ουρλιαχτά αντηχούσαν. Τροχοί οχημάτων γρύλιζαν. Μέταλλα συγκρούονταν, τζάμια έσπαγαν.

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης ανασηκώθηκε και είδε, πίσω από τις φλόγες και τους καπνούς, ότι κι άλλα τραπουλόχαρτα είχαν ορθωθεί από τον δρόμο, και ήταν όλα ο Απρόσωπος Ληστής.

Αδύνατον! Μονάχα ένας Απρόσωπος Ληστής υπήρχε στην Τράπουλα της Πανούργου Κυράς.

Αυτό ήταν αφύσικο.

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης τρομοκρατήθηκε τόσο που ξύπνησε στιγμιαία. Χωρίς να φωνάξει. Τα μάτια του άνοιξαν, ατενίζοντας το ταβάνι πάνω από το κρεβάτι.

Τώρα σηκώθηκε, με προσοχή, για να μην ξυπνήσει τη Χρυσόχαρη που κοιμόταν πλάι του. Η οποία ήθελε, χτες βράδυ, να πλαγιάσουν μαζί για μια ακόμα φορά – αλλά μια ακόμα φορά και μόνο, του είχε τονίσει: όχι τίποτα περισσότερο. Ο Αργύριος δεν είχε διαφωνήσει. Την έβρισκε συμπαθητική. Κι επιπλέον, επειδή η Χρυσόχαρη ήταν ξαδέλφη της Ελοντί Αλλόγνωμης, πίστευε ότι ίσως να τον βοηθούσε να λύσει το αίνιγμά της. Να τον βοηθούσε χωρίς η ίδια να το καταλάβαινε ότι τον είχε βοηθήσει. Την προηγούμενη φορά που είχε κοιμηθεί μαζί της είχε δει εκείνο το όνειρο με την παράξενη μπαλαντέρ – την Ελοντί ως μπαλαντέρ.

Κι απόψε… Τι όνειρο ήταν αυτό που είχε δει απόψε;

Ο Αργύριος πήρε ένα διπλωμένο χαρτί από τον σάκο του και το ξεδίπλωσε. Ήταν ο χάρτης της διαδρομής του ράλι. Τον διένεμαν δωρεάν οι χορηγοί, χτες το απόγευμα. Ο Αργύριος δεν είχε αμφιβολία ότι αυτός ήταν ο χάρτης που είχε δει και στο όνειρό του. Αλλά δεν μπορούσε να είναι βέβαιος πού βρισκόταν εκείνος, ως πιόνι, όταν ο Απρόσωπος Ληστής είχε παρουσιαστεί…

Πήρε την Τράπουλα της Πανούργου Κυράς από τον σάκο του, την ανακάτεψε επιδέξια μέσα στα χέρια του, κι άρχισε να τραβά φύλλα, απλώνοντάς τα στο πάτωμα του δωματίου έτσι ώστε να σχηματίζουν, με όσο το δυνατόν περισσότερη ακρίβεια, τη διαδρομή που έδειχνε ο χάρτης. Θα τα άπλωνε πάνω στον ίδιο τον χάρτη αν μπορούσε, αλλά δεν γινόταν· ήταν πολύ μικρός για να απλώσεις τραπουλόχαρτα επάνω του.

Όταν ο Αργύριος είχε τελειώσει με το άπλωμα των κλειστών φύλλων, άρχισε να τα ανοίγει, το ένα μετά το άλλο, ξεκινώντας από την αρχή της διαδρομής, όπως θα ξεκινούσαν και τα αγωνιστικά οχήματα. Τα μάτια του απορροφούσαν τις μυστηριακές πληροφορίες που του αποκάλυπτε κάθε χαρτί, αν και πολλές φορές ήταν τόσο μυστηριακές που ακόμα και το δικό του μυαλό αδυνατούσε να τις αποκωδικοποιήσει.

Σ’ένα σημείο, ο Απρόσωπος Ληστής παρουσιάστηκε.

Εδώ… σκέφτηκε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης. Ναι, εδώ πρέπει να ήταν… Και συνέχισε ν’ανοίγει τα κλειστά φύλλα.

Όταν είχε ανοίξει όσα ήταν απλωμένα στο πάτωμα – και δεν ήταν απλωμένα εκεί όλα τα χαρτιά της τράπουλας – τα κοίταξε πάλι από την αρχή, γονατισμένος στο ένα γόνατο, ημίγυμνος στο πρώτο φως της ημέρας.

«Τι κάνεις εκεί;» άκουσε τη φωνή της Χρυσόχαρης από δίπλα. «Τι είναι αυτά στο πάτωμα;»

«Τραπουλόχαρτα,» της αποκρίθηκε κοιτάζοντάς την με τις άκριες των ματιών του καθώς ήταν ανασηκωμένη πάνω στο κρεβάτι, στηριζόμενη στον αγκώνα. «Ένα παιχνίδι.»

«Τι παιχνίδι;»

«Ένα πολύ επικίνδυνο παιχνίδι.»

Η Χρυσόχαρη μούγκρισε, ξαπλώνοντας πάλι. «Με κοροϊδεύεις; Τι ώρα είναι;» Κοίταξε το ρολόι που δεν είχε βγάλει απ’τον καρπό της. «Θεοί! Τέτοια ώρα σηκώθηκες για να παίξεις παιχνίδι με τραπουλόχαρτα; Σοβαρολογείς;»

«Είδα ένα παράξενο όνειρο,» εξήγησε ο Αργύριος και, μη νομίζοντας ότι μπορούσε να αντλήσει άλλες πληροφορίες από τα χαρτιά στο πάτωμα, τα μάζεψε με μια γρήγορη κίνηση και τα ανακάτεψε πάλι μέσα στην τράπουλα.

Η Χρυσόχαρη γέλασε. «Τι περίεργος άνθρωπος που είσαι! Ευτυχώς που δεν σε παντρεύομαι. Το κάνεις συχνά αυτό;»

«Ανάλογα.» Ο Αργύριος σηκώθηκε όρθιος. Άρχισε να ντύνεται.

Η Χρυσόχαρη συνοφρυώθηκε, ακόμα ξαπλωμένη. «Πού πας;»

«Μια βόλτα. Μείνε εδώ. Κοιμήσου όσο θέλεις.»

Άπλωσε το χέρι της προς το μέρος του. «Έλα!» είπε χαμογελώντας. «Δε μιλούσα σοβαρά. Δεν είμαι θυμωμένη. Έλα, ξάπλωσε μαζί μου.»

«Όχι,» είπε ο Αργύριος, «δεν είναι αυτό. Πρέπει να πάω κάπου.»

«Τέτοια ώρα; Πού;»

«Μια βόλτα.»

Η Χρυσόχαρη αναστέναξε. Γύρισε απ’την άλλη. «Όπως νομίζεις.»

Ο Αργύριος τελείωσε με το ντύσιμό του και πήρε τον σάκο του στον ώμο. «Μπορεί να μην επιστρέψω,» της είπε, κι έριξε το κλειδί του δωματίου πάνω στο κρεβάτι.

«Τι;» Η Χρυσόχαρη γύρισε ξανά. «Δεν καταλαβαίνω! Έκανα εγώ κάτι;»

«Όχι,» της είπε ο Αργύριος. «Δεν έκανες τίποτα. Πρέπει όμως να φύγω. Ίσως να ξανασυναντηθούμε, Χρυσόχαρη.»

Εκείνη τον κοίταζε παραξενεμένη καθώς ο Μπαλαντέρ της Λόρκης άνοιγε την πόρτα του δωματίου και έβγαινε, κλείνοντας μαλακά πίσω του.

Μόνη μέσα στο δωμάτιο, ανασηκωμένη πάνω στο κρεβάτι, η Χρυσόχαρη μουρμούρισε: «Τι θέλω κι ασχολούμαι με άντρες; Τρελοί, όλοι τους!» Ξάπλωσε πάλι, τραβώντας την κουβέρτα πάνω απ’το κεφάλι της. Δε θα τον άφηνε να της χαλάσει και τον ύπνο!

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης, εν τω μεταξύ, είχε κατεβεί στην τραπεζαρία του πανδοχείου και τώρα πλησίαζε τον πανδοχέα ο οποίος, προφανώς, σηκωνόταν νωρίς. Η αίθουσα, επίσης, δεν ήταν καθόλου άδεια· είχε κάποιους πελάτες που έτρωγαν ή έπιναν ή απλά κάθονταν, παρά την πολύ πρωινή ώρα.

«Να σε ρωτήσω κάτι;» είπε ο Αργύριος στον πανδοχέα.

«Τι είναι;»

«Χρειάζομαι ένα όχημα. Να νοικιάσω ένα όχημα για σήμερα. Ξέρεις πού μπορώ να βρω;» Το άλογό του, ο Ανεμοπόδης, αμφέβαλλε ότι θα μπορούσε να τον πάει εγκαίρως εκεί όπου ήθελε. Η απόσταση ήταν μεγάλη για ένα γέρικο άλογο – ακόμα και για το άλογο του Μπαλαντέρ της Λόρκης – αλλά όχι και για ένα μηχανοκίνητο όχημα.

«Μένεις στη Θακέρκοβ; Ταξιδιώτης δεν είσαι;» είπε ο πανδοχέας.

«Ταξιδιώτης είμαι.»

«Τότε, φίλε μου, δύσκολο να σου νοικιάσει κανένας όχημα. Δεν εμπιστεύονται τους περαστικούς – μπορεί να το πάρεις εσύ και να φύγεις και να μην ξαναγυρίσεις ποτέ. Αν όμως θες ν’αγοράσεις κάποιο όχημα, τότε αλλάζει το θέμα.»

«Δεν ξέρω αν έχω αρκετά λεφτά μαζί μου για ν’αγοράσω όχημα…» είπε ο Αργύριος. «Μάλλον όχι.»

«Τι όχημα θες; Σε πειράζει αν είναι παλιό; Αν είναι μεταχειρισμένο;» Ο πανδοχέας τον κοίταζε με το ένα μάτι μισόκλειστο.

«Καθόλου δεν με πειράζει.»

«Τι όχημα, λοιπόν; Τετράκυκλο; Κάτι πιο μεγάλο;»

«Μ’ένα δίκυκλο θα έκανα τη δουλειά μου, άνετα.»

«Δίκυκλο, ε; Θα μπορούσα εγώ να σου πουλήσω ένα δίκυκλο. Αλλά δεν είναι καθόλου καλό, σε προειδοποιώ. Είναι ένα παλιό εργαλείο που τρώει περισσότερη ενέργεια απ’ό,τι θα έπρεπε και δεν τρέχει όσο θα έπρεπε.»

«Πόσο το πουλάς;»

«Εκατό-πενήντα ήλιους έχεις;»

Πλάκα μού κάνεις; «Μέχρι πενήντα ήλιους μπορώ να σου δώσω. Δεν έχω περισσότερους.»

Ο πανδοχέας αναστέναξε. «Με ζορίζεις, φίλε μου. Αλλά επειδή δεν το πολυθέλω πια εδώ το παλιοεργαλείο της Λόρκης…. Τέλος πάντων, εντάξει. Πενήντα ήλιοι. Αλλά πες μου: υπάρχει περίπτωση να μου το επιστρέψεις;»

«Φυσικά, αν θέλεις. Σε καμια μέρα, υπολογίζω.»

«Λοιπόν,» του είπε ο πανδοχέας. «Αν μου το επιστρέψεις, θα σου δώσω πίσω τριάντα ήλιους. Καλώς;»

«Σαράντα,» παζάρεψε ο Μπαλαντέρ.

«Καλώς, σαράντα. Αλλά να μην έχει ζημιές. Αν έχει ζημιές, τριάντα. Γιατί, είναι που είναι χαλιά. Καταλαβαίνεις.»

«Σύμφωνοι.»

Μετά από λίγο, ο Μπαλαντέρ της Λόρκης, έχοντας αφήσει τον Ανεμοπόδη στον στάβλο του πανδοχείου, έφυγε από τον Καλοδεχούμενο καβάλα σ’ένα παλιό δίκυκλο που έτριζε και μούγκριζε από κάτω του απειλώντας να εκπνεύσει και να τον σκοτώσει κι εκείνον μαζί.

Ο Αργύριος το οδήγησε έξω από τις Μάντρες, έξω από τη Θακέρκοβ, και δίπλα από το χωριό του ράλι, όπου υπήρχε αρκετή κίνηση μέσα στο πρωινό. Επιταχύνοντας, έστριψε νότια και έπιασε τη μεγάλη λιθόστρωτη δημοσιά. Την ακολούθησε προς τα δυτικά, έχοντας συνεχώς κατά νου τον προορισμό του, ο οποίος δεν ήταν κοντά στη δημοσιά. Σ’ένα σημείο ο Αργύριος θα έπρεπε να βγει από τον μεγάλο δρόμο και να κατευθυνθεί βόρεια, να μπει στην ύπαιθρο, και να διασχίσει αβέβαια εδάφη. Και θα έπρεπε, συγχρόνως, να είναι προσεχτικός – πολύ προσεχτικός – γιατί κάπου εκεί, ήταν βέβαιος, καραδοκούσε ο Απρόσωπος Ληστής.

Δώδεκα
Ο Απρόσωπος Ληστής

Τα δεκάξι αγωνιστικά οχήματα του Ράλι Δυτικής Θακέρκοβ βρίσκονταν στην αφετηρία του αγώνα, κοντά στο πρόχειρο χωριό έξω από τη μεγαλούπολη, στην αρχή ενός επαρχιακού χωματόδρομου. Δυνατή μουσική αντηχούσε από τα πελώρια ηχεία που το καθένα ήταν ψηλότερο και πλατύτερο από έναν άνθρωπο. Κόσμος ήταν συγκεντρωμένος γύρω από την αφετηρία, παρακολουθώντας, κρατώντας πανό, τραβώντας φωτογραφίες ή αποθηκεύοντας κινούμενες εικόνες με μηχανικούς οφθαλμούς. Δύο γρυποκαβαλάρηδες πετούσαν στον ουρανό μ’ένα τεράστιο πανό να κρέμεται ανάμεσά τους το οποίο έγραφε με μεγάλα κόκκινα γράμματα: 32Ο ΡΑΛΙ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΑΚΕΡΚΟΒ.

Η Χρυσόχαρη βρισκόταν μέσα στο πλήθος, τραβώντας φωτογραφίες με τη μικρή φωτογραφική μηχανή της. Μπορούσε να δει άνετα το όχημα της Ελοντί, τον Γρύπα των Δρόμων, από εδώ όπου στεκόταν. Αισθανόταν έναν κάποιο ενθουσιασμό για την έναρξη του αγώνα, τον οποίο σίγουρα της μετέδιδε ο υπόλοιπος κόσμος. Αλλά, συγχρόνως, αναρωτιόταν πού να είχε πάει ο Αργύριος. Τι τον είχε πιάσει; Ήταν λες και κάτι τον είχε τσιμπήσει μες στην αυγή! Είχε αποφασίσει να φύγει πάνω πού θα άρχιζε το ράλι. Γιατί; Ή μήπως ήταν κάπου εδώ αλλά ήθελε να την αποφύγει; Γιατί; Τι μπορεί εκείνη να είχε κάνει, ώστε να θέλει να την αποφύγει;

Ο Βινάρης βρισκόταν επίσης ανάμεσα στον πλήθος, βαστώντας έναν μηχανικό οφθαλμό πάνω από τον ώμο του και αποθηκεύοντας την κίνηση και τους ήχους. Δεν τον ενοχλούσε καθόλου που η Καλλιόπη είχε πάρει τη θέση του ως συνοδηγός του Ζορδάμη· ο Ζορδάμης τού είχε πει σε πόσα ράλι είχαν τρέξει μαζί οι δυο τους, παλιά. Δε θα ήταν δίκαιο να της αρνηθεί τώρα. Επιπλέον, ο Βινάρης την έβρισκε συμπαθητική. Το μόνο πρόβλημα, αυτή τη στιγμή, φαινόταν να είναι ότι είχε χάσει την Κλεισμένη εδώ και κάποια ώρα μέσα στον κόσμο του χωριού του ράλι. Πού μπορεί να είχε εξαφανιστεί η παράξενη γάτα; Σε άλλη διάσταση; Ο Βινάρης ήλπιζε να εμφανιζόταν σύντομα, γιατί ο Ζορδάμης θα τσαντιζόταν αλλιώς. Ήταν η αγαπημένη του γάτα. Αναμφίβολα.

Μια γυναίκα, κατάμαυρη στο δέρμα και κοκκινομάλλα, με μακριά μαλλιά που κυμάτιζαν εντυπωσιακά στον χειμερινό αέρα, στεκόταν σε μια εξέδρα πλάι στην αφετηρία. Στο χέρι της κρατούσε μια σημαία που έμοιαζε μικρή και ασήμαντη σε σύγκριση με τα μαλλιά της. Αυτή, όμως, ήταν η σημαία της έναρξης του αγώνα.

Και τώρα κατέβηκε.

Ξεκινάμε!

Τα δεκάξι αγωνιστικά οχήματα έφυγαν από τις θέσεις τους μέσα σε σύννεφα καπνού, γρυλίσματα μηχανών, και τριξίματα τροχών.

Το πλήθος κραύγαζε και φωτογράφιζε.

Η Ελοντί, μέσα στον Γρύπα των Δρόμων, κρατούσε το τιμόνι σταθερά στα γαντοφορεμένα χέρια της ενώ πίεζε το πόδι της στο πετάλι της επιτάχυνσης. Η Λούση, καθισμένη πλάι της, ήταν ήρεμη και παρατηρητική πίσω από τα σκούρα γυαλιά της. Μπροστά της κρατούσε τον χάρτη της διαδρομής του αγώνα, μα δεν κοίταζε αυτόν τώρα· κοίταζε έξω από τα παράθυρα.

Ο Γρύπας των Δρόμων προσπέρασε δύο άλλα αγωνιστικά οχήματα κι ένα τρίτο. Η Ελοντί αισθανόταν τον εαυτό της χαλαρό, αισθανόταν να επεκτείνεται για να αγγίξει το όχημά της, να ενωθεί μαζί του, να γίνει ένα με αυτό. Ήταν λες και τα νεύρα της να είχαν δεθεί με τα νεύρα του Γρύπα των Δρόμων – αν ένα μηχάνημα μπορούσε ποτέ να έχει νεύρα. Και η Ελοντί νόμιζε τώρα ότι ακολουθούσε τη ροή ενός ποταμού, καθώς οδηγούσε πάνω στον χωματόδρομο. Τα πάντα κυλούσαν φυσικά: τόσο, τόσο φυσικά…

Το εξάτροχο όχημα του Καθάριου Μονοβάτη – το ίδιο στενόμακρο τροχοφόρο με το οποίο είχε νικήσει στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης – προσπέρασε ξαφνικά την Ελοντί, κι απομακρύνθηκε. Ο ποταμός της δεν ταράχτηκε στο ελάχιστο, όμως· όλα εξακολουθούσαν να ρέουν φυσικά για εκείνη.

Και τώρα πλησίαζε το όχημα του Ζορδάμη, ο οποίος δεν ήταν πολύ πιο μπροστά της και βρισκόταν κι αυτός πίσω από τον Μονοβάτη.

Η Ελοντί απέφυγε έναν σωρό από παλιούς τροχούς (που οι διοργανωτές του ράλι είχαν, προφανώς, βάλει επίτηδες μες στη μέση του δρόμου) και κυνήγησε τον Ζορδάμη. Είχε αρχίσει πια να ξεχνά το σώμα της. Δεν είχε σώμα. Η Ελοντί ήταν το όχημά της, και το όχημά της ήταν η Ελοντί.

Πλημμυριζόταν από την Αίσθηση. Νόμιζε ότι μπορούσε να κάνει οτιδήποτε. Κι αυτό δεν ήταν απάτη του μυαλού της. Είχε ανακαλύψει πως, ως Ιερομύστης της Σεργήλης, τώρα μπορούσε, όντως, να κάνει πολλά, αν όχι οτιδήποτε. Κάποτε είχε θεραπεύσει τον εαυτό της από ένα δηλητήριο που την είχε μολύνει…

Αυτή τη στιγμή ήθελε μόνο μια ευκαιρία – μια μικρή ευκαιρία – για να φτάσει πλάι στον Ζορδάμη. Και η ευκαιρία παρουσιάστηκε, σαν η ίδια η Σεργήλη να ανταποκρίθηκε στην επιθυμία της Ελοντί. Ο Ζορδάμης έκοψε για λίγο ταχύτητα καθώς ένα πυκνό σύννεφο σκόνης είχε σηκωθεί, ίσως από τους έξι τροχούς του Μονοβάτη, ίσως από τον χειμερινό άνεμο. Αλλά αυτό ήταν αρκετό ώστε η Ελοντί να τον προλάβει, περνώντας με άνεση μέσα από το σύννεφο, ακολουθώντας τη ροή του ποταμού της, όχι τα μάτια της.

Βρισκόταν τώρα δίπλα στον Ζορδάμη, και μονάχα ο Μονοβάτης φαινόταν μπροστά τους, καθώς κι ένας άλλος λίγο πιο πέρα από τον Μονοβάτη. Ποιος ήταν αυτός; Η Ελοντί δεν μπορούσε νάναι βέβαιη.

Η Λούση είπε: «Πρόσεχε εδώ. Είναι όλο στροφές.»

Και πράγματι, ήταν. Η Ελοντί και ο Ζορδάμης έκαναν συνεχόμενα ζικ-ζακ, πλάι-πλάι, τρέχοντας πάνω στον χωματόδρομο. Οι τροχοί τους γρύλιζαν, τινάζοντας πέτρες προς κάθε κατεύθυνση.

Μετά απ’ αυτό το σημείο, όμως, ο δρόμος έγινε σαφώς πιο ομαλός, και οι ραλίστες πέρασαν δίπλα από μια κατοικημένη περιοχή: ένα χωριό, που οι κάτοικοί του είχαν συγκεντρωθεί για να δουν τα αγωνιστικά οχήματα. Κρατούσαν πανό, σφύριζαν, κουνούσαν σημαίες, φώναζαν, πηδούσαν πάνω-κάτω. Μια γυναίκα έβγαλε, παρά το κρύο, τη μπλούζα της, ανεμίζοντάς την πάνω απ’το κεφάλι ενώ τα λυτά πορφυρόδερμα στήθη της χόρευαν ξέφρενα.

Οι ραλίστες γρήγορα άφησαν το χωριό πίσω τους, συνεχίζοντας τον αγώνα.

Μέσα στο όχημα του Ζορδάμη, τον Χρυσό Κεραυνό, η Καλλιόπη, καθισμένη πλάι στον Ραλίστα, είπε: «Η Ελοντί. Σαν τον παλιό, κακό καιρό…»

Ο Ζορδάμης χαμογέλασε. «Κι έχει γίνει καλύτερη από τότε,» αποκρίθηκε, προσπαθώντας να την αφήσει πίσω του και βρίσκοντάς το δύσκολο. Οι ελιγμοί της ήταν άψογοι· δεν έχανε ούτε εκατοστό δρόμου σε σχέση μ’εκείνον. Δεν έπρεπε να της είχα δείξει ποτέ αγωνιστικά οχήματα και ράλι, σκέφτηκε. Μ’έχει ξεπεράσει.

Και ο Μονοβάτης απομακρύνεται όσο εμείς μονομαχούμε μέσα στη σκόνη του, παρατήρησε. Το εξάτροχο του Καθάριου τού έμοιαζε νάναι λιγάκι πιο μακριά από πριν. Του έμοιαζε να πλησιάζει το όχημα που ήταν ακόμα πιο μπροστά: αυτό της Τζίνας Μιλχέρνεφ, η οποία, τα τελευταία χρόνια, είχε επίσης γίνει πολύ καλύτερη απ’ό,τι τη θυμόταν ο Ζορδάμης. Αν ήταν έτσι στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι, θα ήταν πραγματικός κίνδυνος τότε…

«Αν νικήσει πάλι ο καταραμένος ο Μονοβάτης, θα του κόψω τ’αφτιά,» είπε ο Ζορδάμης.

«Εξακολουθεί να νικάει σε αρκετούς αγώνες, απ’ό,τι διαβάζω και ακούω,» είπε η Καλλιόπη.

«Ναι, αλλά όχι και σ’αυτόν.»

«Πρόσεχε την Ελοντί.»

«Την προσέχω. Όμως μάλλον θα έπρεπε να κάνουμε κάτι καλύτερο.»

«Τι εννοείς;»

Ο Ζορδάμης ύψωσε τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού μπροστά από το παράθυρο πλάι του, σχηματίζοντας ένα σύμβολο το οποίο μιλούσε καθαρά. Και περιμένοντας απάντηση από το διπλανό όχημα.

Μέσα στον Γρύπα των Δρόμων, η Λούση είδε τα δάχτυλα του Ζορδάμη πολύ πριν από την Ελοντί.

«Ο φίλος μας ο Ζορδάμης προτείνει προσωρινή συμμαχία προσπέρασης,» είπε η Λούση.

«Σοβαρολογείς;» Η Ελοντί δεν πήρε τα μάτια της από τον δρόμο. Γνώριζε πως προσωρινή συμμαχία προσπέρασης, στην αργκό των ραλιστών, σήμαινε συνεργασία δύο οδηγών μέχρι να προσπεράσουν αυτόν που βρισκόταν αμέσως μπροστά τους, ο οποίος ήταν συνήθως πιο επικίνδυνος από εκείνους.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Λούση. «Τι να του απαντήσω; Το δάχτυλο της Λόρκης;»

Η Ελοντί μειδίασε μέσα από το κράνος της. «Τι προτείνεις εσύ, Λούση;»

«Δε νομίζω ότι θα προλάβουμε τον Μονοβάτη αν δεν συνεργαστούμε.»

«Το ίδιο πιστεύω κι εγώ.»

Η Λούση έκανε νόημα στον Ζορδάμη με τα δάχτυλά της, σχηματίζοντας κι εκείνη το σύμβολο της προσωρινής συμμαχίας προσπέρασης.

Ο Γρύπας των Δρόμων και ο Χρυσός Κεραυνός έπαψαν να προσπαθούν να προσπεράσουν ο ένας τον άλλο, έπαψαν να παρακωλύουν ο ένας τον άλλο, και κατευθύνονταν συγχρονισμένα προς το εξάτροχο όχημα του Καθάριου Μονοβάτη, σαν βολίδες.

Ο Καθάριος προσπαθούσε τώρα να προσπεράσει τη Τζίνα Μιλχέρνεφ, και δεν βρισκόταν μακριά από τον στόχο του, όταν ξαφνικά η Ελοντί και ο Ζορδάμης βρέθηκαν δεξιά κι αριστερά του παρεμποδίζοντάς τον. Σκόνες και λάσπες τινάζονταν παντού. Μηχανές ούρλιαζαν κάνοντας μέταλλα και τζάμια να τρίζουν. Η Ελοντί και ο Ζορδάμης άφησαν πίσω τους τον Καθάριο Μονοβάτη – κι αυτό σήμανε το τέλος της συμμαχίας τους.

Η Ελοντί βρισκόταν λίγο πιο μπροστά. Ο νοητικός ποταμός της την είχε οδηγήσει άνετα εδώ, σ’αυτή τη θέση. Κι αισθανόταν, μάλιστα, ότι θα μπορούσε να είχε βρεθεί ακόμα πιο μπροστά αν ήθελε. Γιατί είχε την Αίσθηση, και με την Αίσθηση μπορούσε να κάνει οτιδήποτε. Δεν το ήθελε, όμως, διότι θεωρούσε ότι έτσι δεν έπαιζε δίκαια. Πολλές φορές σε αγώνες δρόμου είχε συγκρατήσει τον εαυτό της απ’το να χρησιμοποιήσει πλήρως τις μυστηριακές δυνάμεις της, εκτός αν είχε πραγματική ανάγκη τα λεφτά που δίνονταν ως έπαθλο του αγώνα.

Ο Ζορδάμης, βλέποντάς την να προηγείται, σκέφτηκε: Η δαιμονισμένη! Θα νόμιζες ότι η ίδια η Λόρκη τη βοηθά, ορισμένες φορές! Δεν είχε καταλάβει ακριβώς πότε η Ελοντί είχε βρεθεί λίγο πιο μπροστά απ’ αυτόν, πράγμα που τον ενοχλούσε, γιατί θεωρούσε ότι πρόσεχε κάθε στιγμή του αγώνα, ότι δεν του ξέφευγε τίποτα. Μόνο αν βρισκόσουν συνέχεια σε πλήρη εγρήγορση μπορούσες να είσαι καλός σ’αυτό το άθλημα.

Η Τζίνα Μιλχέρνεφ εξακολουθούσε να έρχεται πρώτη, και τώρα η Ελοντί διέκρινε το όχημά της, διέκρινε ποια ήταν, και έβαλε σκοπό να την ξεπεράσει. Δεν ήταν, όμως, και τόσο εύκολο. Η Τζίνα είχε βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια· η Ελοντί το είχε παρατηρήσει.

Αλλά δεν είναι καλύτερη από εμένα ακόμα, σκέφτηκε, χαμογελώντας μέσα στο κράνος της. Απολαμβάνοντας την πρόκληση.

Η Αίσθηση την είχε κυριεύσει εδώ και ώρα· δεν ξεχώριζε το όχημά της από το σώμα της· η ύπαρξή της ολόκληρη ήταν στον αγώνα. Και τώρα… τώρα, η Ελοντί έγινε μια θέληση επάνω στον δρόμο. Ούτε όχημα ούτε άνθρωπος: μια δύναμη που διέσχιζε σύννεφα σκόνης, που ακολουθούσε την αόρατη ροή ενός νοητικού ποταμού.

Το όχημα της Τζίνας ήταν πιο κοντά…

…πιο κοντά…

…πιο κοντά…

Εδώ, στη στροφή!

Η Ελοντί βρέθηκε πλάι στη Τζίνα (ενώ απόμακρα άκουγε τη φωνή της Λούσης: Μεγάλη Αρτάλη! Πρόσεχε λίγο, εντάξει; Μη μας σκοτώσεις και τις δύο!) με άνεση.

Άφησε τη Τζίνα πίσω της, κάνοντας τον Γρύπα των Δρόμων να τριφτεί οριακά πάνω στο όχημά της: η πισινή δεξιά μεριά του έδωσε ένα άγριο μεταλλικό φιλί στη μπροστινή αριστερή μεριά του τροχοφόρου της Τζίνας.

«Πρόσεχε, Ελοντί!» είπε έντονα η Λούση. «Θες να φάμε κανένα πρόστιμο;»

Η Ελοντί δεν αποκρίθηκε. Δεν είχε στόμα για ν’αποκριθεί–

(ο χρόνος σταμάτησε)

Δυνατό φως απλώνεται έξω από το όχημα. Τα χρώματα του τοπίου γίνονται τόσο δυνατά!

Και μετά, το φως σβήνει, σαν νύχτα να απλώνεται με τρομερά γοργό ρυθμό, κι ένας δυνατός αέρας πιάνει, φέρνοντας μαζί του τραπουλόχαρτα. Εκατοντάδες τραπουλόχαρτα προς το μπροστινό παράθυρο του οχήματος της Ελοντί.

Περνάνε μέσα από το τζάμι λες και δεν υπάρχει, κατακλύζοντάς την σαν χαρτοπόλεμος. Η Ελοντί, ακούσια, ενστικτωδώς, υψώνει το χέρι της για να προστατευτεί, κι ένα φύλλο καταλήγει στη γαντοφορεμένη χούφτα της ενώ τα υπόλοιπα περνάνε από γύρω της, σκορπίζονται παντού.

Οδηγώντας χωρίς να κοιτάζει τον δρόμο, ξέροντας πως δεν κινδυνεύει εδώ, ατενίζει το τραπουλόχαρτο. Και το αναγνωρίζει. Είναι ένα από τα φύλλα της Τράπουλας της Πανούργου Κυράς. Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης.

«Σ’αρέσει ο φίλος μου;» ακούει μια γυναικεία φωνή από δίπλα της, και γυρίζει για να δει, όχι τη Λούση, αλλά τη δική της μπαλαντέρ: μαύρο/κόκκινο καρό δέρμα από τη μια, χρυσό/κόκκινο καρό δέρμα από την άλλη, μαλλιά κατάλευκα και μακριά.

«Υπάρχει κίνδυνος,» της λέει η μπαλαντέρ, «παρακάτω, στις στροφές ανάμεσα στους δασωμένους λόφους. Ένα πελώριο φίδι κι ένα γιγάντιο έντομο, και κακούργοι χωρίς πρόσωπα. Κι ο φίλος μου πηγαίνει προς τα εκεί, ο ανόητος – γιατί είναι και δικός σου φίλος. Πρόσεχε – έχουν στόχο τους οδηγούς των τροχών – δε θέλω να μείνω χωρίς την παρέα σου!»

«Τι εννοείς; Κάποιοι θα μας επιτεθούν; Πες μου τι συμβαίνει!»

«Γιατί όλα θες να σ’τα λέω εγώ;»

Ο άνεμος φυσά ξανά, παίρνοντας το τραπουλόχαρτο από το χέρι της Ελοντί.

(ο χρόνος συνέχισε)

Η Ελοντί είδε, από τον καθρέφτη της, ότι η Τζίνα είχε μείνει αρκετά πίσω, και τώρα ο χωματόδρομος πλησίαζε στο τέλος του. Αντίκρυ της ξεκινούσαν κάτι δασωμένοι λόφοι.

Και κάπου εδώ υπάρχει κίνδυνος… Τι κίνδυνος, μα τους θεούς; Ένα πελώριο φίδι κι ένα γιγάντιο έντομο; Και κακούργοι χωρίς πρόσωπα; Τι εννοούσε, τούτη τη φορά, αυτό το δαιμονισμένο πνεύμα; Και ποιος υποτίθεται πως είναι ο Μπαλαντέρ της Λόρκης;

Γιατί αυτές οι οντότητες που της παρουσιάζονταν ποτέ δεν ήταν και πολύ συγκεκριμένες; Γιατί η Ελοντί νόμιζε πως ακόμα και ύστερα από τόσα χρόνια δεν μπορούσε, ουσιαστικά, να ελέγξει τις δυνάμεις της;

Υπέθετε ότι ήταν αδύνατον να ελεγχθούν πλήρως. Έτσι γινόταν συνήθως με τους Ιερομύστες της Σεργήλης. Είχε διαβάσει κάμποσες ιστορίες γι’αυτούς από το βιβλίο Μύθοι και Αφηγήσεις των Ιερών Μυστών της Σεργήλης, ένα σπάνιο σύγγραμμα που της είχε δώσει η μητέρα της, η ιέρεια της Αρτάλης Φερένια, όταν η Ελοντί την είχε ξαναβρεί. Η Ελοντί το είχε διαβάσει ολόκληρο, ξανά και ξανά, προσπαθώντας κυρίως να κατανοήσει τον εαυτό της, αν και αυτό δεν φαινόταν εύκολο. Όλοι οι Ιερομύστες ήταν διαφορετικοί: το μόνο κοινό τους γνώρισμα ήταν ότι οι δυνάμεις τους φανερώνονταν όταν επιδίδονταν σε κάτι συγκεκριμένο. Κάποιοι όταν τραγουδούσαν, κάποιοι όταν χόρευαν, κάποιοι όταν ξιφομαχούσαν, κάποιοι όταν πάλευαν, κάποιοι όταν ίππευαν, κάποιοι όταν έκαναν έρωτα – και εκείνη όταν οδηγούσε όχημα, τρέχοντας πολύ, πολύ γρήγορα.

«Τέλος του δρόμου,» είπε η Λούση, καθώς η Ελοντί άφηνε τον χωματόδρομο πίσω της κι έμπαινε σ’ένα μονοπάτι ανάμεσα στους λόφους: ένα φιδογυριστό, επικίνδυνο μονοπάτι, όλο πέτρες. Ο Γρύπας αναπηδούσε επάνω τους και τα μέταλλά του έτριζαν.

«Καλά πηγαίνω, έτσι;»

Η Λούση κοίταξε τον χάρτη τους. «Έτσι νομίζω.» Κοίταξε τον καθρέφτη. «Οι άλλοι είναι πίσω μας, άρα δεν μπορεί να κάνεις λάθος.»

Οι στροφές του μονοπατιού ανάμεσα στους δασωμένους λόφους ήταν δύσκολες, και ο Γρύπας των Δρόμων κάθε τόσο τριβόταν πάνω σε πέτρες ενώ χώματα τινάζονταν γεμίζοντας τα τζάμια του· η Ελοντί είχε τους υαλοκαθαριστήρες της συνεχώς ενεργούς. Η Αίσθηση εξακολουθούσε να τη φορτίζει, εξακολουθούσε ν’ακολουθεί τη ροή του ποταμού της, αλλά αυτό δεν έκανε τον τραχύ, δύσβατο δρόμο να γίνεται ξαφνικά ομαλός· απλώς τη διευκόλυνε λίγο και την κρατούσε εστιασμένη.

Η Τζίνα Μιλχέρνεφ είχε αρχίσει να την πλησιάζει, και ο Ζορδάμης – όπως έβλεπε η Ελοντί απ’τον καθρέφτη κι όπως της έλεγε και η Λούση – συνεχώς βρισκόταν ένα βήμα πίσω από τη Τζίνα, έτοιμος να την προσπεράσει. Μετά από κανένα τέταρτο βίαιης διαδρομής μέσα στους λοφότοπους, η Τζίνα έκανε κάποιο λάθος, κάπου αναγκάστηκε να κόψει ταχύτητα λόγω της άτσαλης περιοχής, και ο Ζορδάμης κατάφερε να την περάσει. Βάλθηκε τώρα να καταδιώκει την Ελοντί, μανιασμένα. Και πίσω απ’τον Ζορδάμη ήρθε ο Καθάριος Μονοβάτης, και πίσω απ’τον Καθάριο ήρθαν ο Ευκάρπιος Μάρναλωφ και η Χοαρκίδα Εύψυχη. Η Τζίνα έμεινε πολύ πίσω εξαιτίας εκείνου του λάθους της.

Η Ελοντί, όμως, εξακολουθούσε να προπορεύεται, αν και τώρα αισθανόταν τον κίνδυνο έντονο στο κατόπι της. Τον κίνδυνο των άλλων ραλιστών. Έναν κίνδυνο που θεωρούσε ασήμαντο σε σύγκριση με τον άλλο κίνδυνο για τον οποίο την είχε προειδοποιήσει η μπαλαντέρ: τον κίνδυνο που δεν μπορούσε πλήρως να κατανοήσει αλλά πρέπει να παραμόνευε κάπου εδώ, μέσα στους λόφους.

Η Ελοντί δεν ήξερε τι ακριβώς να κάνει. Να έφευγε από την πορεία; Στον ουρανό περιφέρονταν γρυποκαβαλάρηδες· θα την έβλεπαν και θα την έδιωχναν από το ράλι: ίσως να της έριχναν και πρόστιμο. Επιπλέον, έτσι όπως ήταν το μονοπάτι εδώ, δεν της φαινόταν καθόλου εύκολο να φύγει και να διασχίσει τους λόφους. Παρότι ο Γρύπας των Δρόμων είχε δυνατούς, ατρακτοειδείς τροχούς, ετούτα τα μέρη δεν ήταν βέβαιο ότι θα κατόρθωνε να τα διασχίσει. Υπήρχαν πλαγιές που αποκλείεται να μπορούσε να ανεβεί. Και η βλάστηση ήταν, σε σημεία, τρομερά πυκνή – δίκτυα από ξερά κλαδιά ή αειθαλές πράσινο.

Η Ελοντί αποφάσισε να έχει τα μάτια της ανοιχτά και να είναι εστιασμένη στην Αίσθηση. Ήταν σίγουρη – σίγουρη – πως κάτι θα την προειδοποιούσε προτού παρουσιαστεί ο κίνδυνος, ό,τι κι αν ήταν αυτός. Κάτι θα έβλεπε που θα της έλεγε τι να κάνει, τι να προσέξει. Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε συμβεί τέτοιο πράγμα, άλλωστε.

Η Ελοντί ήταν μια θέληση, μια δύναμη, ένα φυσικό στοιχείο της Σεργήλης, επάνω στο κακοτράχαλο μονοπάτι που διέσχιζε όλο στροφές τους δασωμένους λόφους…

*

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης είχε έρθει εγκαίρως. Είχε βγει από τη δημοσιά και είχε διασχίσει τα κακοτράχαλα εδάφη προς τα βόρεια καβάλα στο ετοιμοθάνατο δίκυκλό του. Οι τροχοί παραπονιόνταν και κλαψούριζαν πάνω στις πέτρες, στο χώμα, και στα πεσμένα ξερά κλαδιά. Όταν είδε ένα άλλο δίκυκλο, παρατημένο πλάι σ’ένα χοντρόκορμο δέντρο, κατεστραμμένο και πνιγμένο στις λειχήνες, κατάλαβε ότι κάπου εδώ έπρεπε κι εκείνος ν’αφήσει το δικό του όχημα και να συνεχίσει με τα πόδια. Πλησίαζε στον προορισμό του, και ίσως αν εξακολουθούσε να βρίσκεται πάνω στο δίκυκλο να κινδύνευε. Ο Απρόσωπος Ληστής δεν μπορεί να ήταν μακριά.

Ο Αργύριος σταμάτησε το όχημά του πίσω από κάτι αειθαλή δέντρα, κατέβηκε από τη σέλα, κι άρχισε να βαδίζει γρήγορα, τραβώντας ένα πιστόλι μέσα από την κάπα του και οπλίζοντάς το.

Δεν είμαι πια για να διασχίζω με τα πόδια τόσο δύσκολα εδάφη, σκέφτηκε ύστερα από λίγο, κουρασμένος. Το σώμα του, στα πενήντα-έξι χρόνια, δεν ήταν πλέον καθόλου όπως παλιά. Λαχάνιαζε πιο εύκολα, πονούσε πιο εύκολα. Τα πάντα ήταν χειρότερα. Αλλά, από την άλλη, ο Αργύριος ήταν άνθρωπος συνηθισμένος σ’ένα βαθμό κακουχίας. Είχε περάσει όλη του τη ζωή καθοδηγούμενος από τη Λόρκη και τις αόρατες δυνάμεις της τύχης· δεν είχε σταθερό σπίτι, έπρεπε να βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση. Κι αυτή η εγρήγορση τον κρατούσε ζωντανό και δυνατό.

Τυλιγμένος στην κάπα του, για να προστατεύεται από τον χειμερινό άνεμο, και με την κουκούλα του στο κεφάλι, έφτασε πάνω σε μια πλαγιά απ’ όπου νόμιζε πως μπορούσε να διακρίνει κάτι μέσα σ’εκείνα εκεί τα δέντρα. Έκανε μερικά βήματα ακόμα, περίεργος, ακούγοντας το ανακάτεμα της τράπουλας στο μυαλό του, και βρέθηκε σ’ένα σημείο απ’ όπου μπορούσε να κοιτάξει ανάμεσα από τη βλάστηση και να δει φιγούρες συγκεντρωμένες. Ανθρώπους, και κάτι που δεν νόμιζε ότι ήταν άνθρωπος. Κάτι μεγάλο, που γυάλιζε με κρυσταλλικό τρόπο.

Ο Αργύριος πήρε τα κιάλια από τον σάκο του και τα ύψωσε μπροστά στα μάτια του. Ναι, τώρα τα πάντα φαίνονταν πολύ πιο καθαρά. Οι άνθρωποι δεν ήταν άνθρωποι ακριβώς, παρατήρησε. Δεν είχαν πρόσωπα! Ολόκληρα τα κεφάλια τους ήταν τυλιγμένα σε μια κρυσταλλική θολούρα. Θα μπορούσες να υποθέσεις, αρχικά, ότι ήταν κράνη αυτά, αλλά ο Αργύριος το καταλάβαινε πως δεν ήταν κράνη. Κάτι πολύ, πολύ παράξενο συνέβαινε εδώ.

Ο Απρόσωπος Ληστής…

Κι εκείνο το πλάσμα που δεν μπορεί να ήταν άνθρωπος, αλλά γυάλιζε με μια κρυσταλλική υφή, ίσως να ήταν φίδι. Ένα πελώριο φίδι, κουλουριασμένο γύρω από τους απρόσωπους.

Ο Αργύριος κατέβασε τα κιάλια του. Πρέπει να βιαστώ.

Κινήθηκε προς τα βόρεια, πιο γρήγορα από πριν, συμβουλευόμενος τον χάρτη του – τον χάρτη της διαδρομής του ράλι.

Δε μπορεί να ήταν μακριά πλέον από εκεί όπου θα περνούσαν οι ραλίστες.

Αισθανόταν το ανακάτεμα της τράπουλας. Άκουγε τα φύλλα της να γυρίζουν γρήγορα, τρίζοντας. Ένιωθε τον αέρα τους πάνω στο πρόσωπό του και στα χέρια του.

Και νόμιζε πως εκείνη η παράξενη μπαλαντέρ ήταν κοντά του, πολύ κοντά του, και χρειαζόταν βοήθεια…

*

Σκαρφαλωμένος σ’ένα ύψωμα, ο Μπαλαντέρ της Λόρκης ήταν γονατισμένος στο ένα γόνατο κι έβλεπε από κάτω του το κακοτράχαλο μονοπάτι. Και τώρα ένα όχημα ερχόταν από εκεί.

Το δικό της όχημα.

Ο γρύπας που ήταν μηχανή.

Ο Μπαλαντέρ έπρεπε κάπως να τον σταματήσει! Στο χέρι του κρατούσε κάτι που ύστερα από μια στιγμή διαπίστωσε πως ήταν η Τράπουλα της Πανούργου Κυράς. Ύστερα από μια στιγμή. Όταν την είχε πια εκτοξεύσει καταπάνω στο αγωνιστικό όχημα–

*

Μια ώρα είχε περάσει από τότε που μπήκαν στους δασωμένους λόφους ακολουθώντας το κακοτράχαλο μονοπάτι, κι ακόμα προπορεύονταν, με τους υπόλοιπους να έρχονται πίσω τους.

«Ελοντί!» φώναξε ξαφνικά η Λούση καθώς κάτι τιναζόταν καταπάνω στο μπροστινό τζάμι–

–σαν πέτρα που διαλύθηκε σε κομμάτια!

Όχι πέτρα – τράπουλα – παντού τραπουλόχαρτα σαν χαρτοπόλεμος.

Η Ελοντί είχε ήδη γυρίσει το τιμόνι, προσπαθώντας να αποφύγει το παράξενο αντικείμενο, και τώρα κατάλαβε ότι αυτό ήταν – αυτό ήταν το σημάδι που περίμενε. Εδώ ήταν ο κίνδυνος. Πατώντας το φρένο γύρισε κι άλλο το τιμόνι, βγάζοντας το όχημά της από το μονοπάτι, ρίχνοντάς το επάνω σε μια πλαγιά όλο άγριους θάμνους που έτριζαν κάτω από τους τροχούς της και τα κομμάτια τους πετάγονταν στα τζάμια και στην οροφή της.

«Τι κάνεις;» τσύριξε η Λούση. «Ελοντί!»

Η Ελοντί, έχοντας σταματήσει, κοίταξε πλάι της και είδε τον Ζορδάμη να περνά, και τον Καθάριο, με μια παράτολμη μανούβρα, να προσπερνά τον Ζορδάμη και να τον αφήνει πίσω του, ενώ η Χοαρκίδα ακολουθούσε, και ο Ευκάρπιος, και μετά έρχονταν κι άλλοι ραλίστες.

«Μεγάλη Αρτάλη,» έκανε η Ελοντί. «Θα σκοτωθούν…»

«Τι; Τι λες, Ελοντί;» ρώτησε η Λούση. «Τι είπες; –Αα!» Ένας άντρας βρέθηκε ξαφνικά δίπλα από το παράθυρο της, κάνοντάς την να τσυρίξει αιφνιδιασμένη. Ο άγνωστος φορούσε κάπα και είχε την κουκούλα του σηκωμένη.

Η Ελοντί τον είδε επίσης.

Ο άντρας χτύπησε το τζάμι, διακριτικά.

Η Ελοντί είχε μια πολύ παράξενη αίσθηση ότι όλο αυτό το περιστατικό δεν ήταν, φυσικά, σύμπτωση. Και δεν ήταν η πρώτη φορά που της συνέβαινε κάτι τέτοιο από τότε που είχε ανακαλύψει τις δυνάμεις της ως Ιερομύστης της Σεργήλης.

Ανοίγοντας την πόρτα της, βγήκε από το όχημα κι αντίκρισε τον άντρα που στεκόταν από την άλλη μεριά. Στο μπροστινό τζάμι, ανάμεσα σε φύλλα και κλαδιά, ήταν πιασμένο ένα τραπουλόχαρτο, παρατήρησε η Ελοντί περιφερειακά.

«Η Έκπτωτη Ελοντί;» ρώτησε ο γαλανόδερμος, μακροπρόσωπος άντρας μέσα από την κουκούλα του.

«Μη μου πεις ότι είσαι θαυμαστής μου που θέλει αυτόγραφο…»

«Είμαι ο Μπαλαντέρ της Λόρκης. Σου λέει κάτι αυτό;»

Η Ελοντί έπιασε το τραπουλόχαρτο από το μπροστινό παράθυρο του οχήματος. Ήταν ο Μπαλαντέρ της Λόρκης. «Ναι, κάτι μού λέει,» αποκρίθηκε, κι έστρεψε το χαρτί προς τη μεριά του.

Ο Αργύριος, γι’ακόμα μια φορά στη ζωή του, νόμιζε πως είδε τον εαυτό του στον καθρέφτη. «Υπάρχει κίνδυνος εδώ,» της είπε. «Κάποιοι άνθρωποι χωρίς πρόσωπα, κι ένα πελώριο κρυσταλλικό φίδι. Οι ραλίστες κινδυνεύουν.» Έδειξε προς τα εκεί όπου είχαν κατευθυνθεί τα άλλα οχήματα.

«Και τι μπορούμε να κάνουμε εμείς;»

«Δεν ξέρω.»

Η Λούση ρώτησε, από το εσωτερικό του οχήματος: «Τι γίνεται; Τι σκατά λέτε;» Μάλλον δεν μπορούσε να τους ακούσει καλά. «Τον ξέρεις αυτό τον τύπο; Είναι γνωστός σου;»

*

«Νάτος πάλι, ο καταραμένος!» γρύλισε ο Ζορδάμης, βλέποντας τον Καθάριο Μονοβάτη να τον προσπερνά με μια μανούβρα που έμοιαζε βγαλμένη κατευθείαν από ευφάνταστη ταινία. «Αλλά δε μου ξεφεύγεις, καθίκι!» Ο Ραλίστας εστιάστηκε στον κακοτράχαλο δρόμο, προσπαθώντας να κερδίσει κάθε δυνατό πλεονέκτημα, και να βρει την κατάλληλη στιγμή για να πεταχτεί μπροστά απ’τον Καθάριο.

«Τι έπαθε η Ελοντί;» είπε η Καλλιόπη. «Χτύπησε κάπου;»

«Σε κάποιο βράχο, ίσως.»

«Γιατί, τότε, δεν συναντήσαμε κι εμείς τον ίδιο βράχο;»

«Πρέπει να χτύπησε πάνω του και να τον έσπρωξε, ή κάτι τέτοιο. Δεν έχει σημασία τώρα–»

Δεν το πιστεύω! σκέφτηκε ο Ζορδάμης. Ο Καθάριος πάλι είχε – κάπως – κερδίσει έδαφος μέσα στο κακοτράχαλο μονοπάτι που γύρω του ήταν όλο απότομες πλαγιές γεμάτες αειθαλή βλάστηση, πέτρες, και χειμερινά χόρτα και άνθη. «Τι έχει κάνει στο γαμημένο όχημά του; Πειραγμένο είναι; –ΓΑΜΗΣΟΥ!»

Ο Ζορδάμης πάτησε το φρένο, γυρίζοντας συγχρόνως το τιμόνι, γιατί το εξάτροχο όχημα του Καθάριου Μονοβάτη κοπάνησε πάνω σε κάποιο τεράστιο εμπόδιο ύστερα από μια απότομη στροφή, αναπήδησε, και πέρασε από την άλλη μεριά του εμποδίου ενώ ανατρεπόταν στον αέρα.

Χώματα, χαλίκια, πέτρες, χορτάρι, κι ένας θάμνος τινάζονταν γύρω από τον Χρυσό Κεραυνό καθώς ο Ζορδάμης έστριβε αριστερά και τον σταματούσε πάνω σε μια από τις πλαγιές. Την ίδια στιγμή, πρόσεξε ότι το εμπόδιο όπου είχε χτυπήσει ο Μονοβάτης αποκλείεται να ήταν στημένο από τους διοργανωτές – αποκλείεται. Ήταν δύο πελώριοι κορμοί δέντρων πεσμένοι μες στη μέση του μονοπατιού, φράζοντάς το απ’τη μια άκρη ώς την άλλη. Ήταν αδύνατον να το περάσεις αυτό, και πολύ πιθανό να σκοτωθείς κοπανώντας επάνω.

Πίσω του ο Ζορδάμης άκουσε μέταλλα να χτυπάνε αναμεταξύ τους, εκκωφαντικά, και τζάμια να σπάνε. Από τον καθρέφτη του είδε ότι το όχημα της Χοαρκίδας είχε κουτουλήσει πάνω στους πεσμένους κορμούς, και το όχημα του Ευκάρπιου είχε κουτουλήσει στο πλάι του οχήματος της Χοαρκίδας. Κι άλλοι ραλίστες, που τους ακολουθούσαν, κοπανούσαν τώρα ο ένας πίσω από τον άλλο, μερικοί προλαβαίνοντας να πατήσουν φρένο, μερικοί όχι. Ένας απ’ αυτούς – όχι ο μοναδικός – πρόλαβε, μάλιστα, να στρίψει και ήρθε καταπάνω στον Ζορδάμη, χτυπώντας τον στο πλάι και τραντάζοντάς τον άγρια.

Ένα γρύλισμα ακούστηκε από το πισινό κάθισμα.

«Τι;…» έκανε ο Ραλίστας, ζαλισμένος· και, γυρίζοντας, είδε την Κλεισμένη να παρουσιάζεται. Μέχρι στιγμής πρέπει να ήταν κρυμμένη στο πάτωμα του οχήματος, στη σκιά του πισινού καθίσματος.

«Η γάτα σου,» είπε η Καλλιόπη. «Πώς–;»

«Δεν ξέρω. Αλλά τι σκατά–;»

Ο Χρυσός Κεραυνός τραντάχτηκε ξανά, καθώς κι άλλα αγωνιστικά οχήματα χτυπούσαν αναμεταξύ τους και αλληλοσπρώχνονταν.

«Ποιος μαλάκας έριξε αυτά τα δέντρα μες στη μέση του μονοπατιού, γαμώ τα κωλομέρια της Λόρκης γαμώ;» γρύλισε ο Ζορδάμης, που ούτε την πόρτα του δεν μπορούσε ν’ανοίξει καθώς το όχημα που ήταν δίπλα του την πίεζε και την είχε στραβώσει. Ήταν το όχημα ενός ραλίστα που ονομαζόταν Νικόμαχος Ζιλκίρθης – νεότερος από τον Ζορδάμη.

Ο Ζορδάμης είδε πως το παράθυρο της πόρτας του είχε ραγίσει άσχημα και ήταν στα πρόθυρα να διαλυθεί, οπότε σκέφτηκε πως καλύτερα να το διέλυε μόνος του προτού γίνει κανένα δυσάρεστο επεισόδιο. Τράβηξε το πιστόλι του και το κοπάνησε με τη λαβή, σπάζοντάς το.

«Τι γίνετ’ εδώ;» φώναξε στους υπόλοιπους ραλίστες, ενώ κι άλλες παρόμοιες φωνές ακούγονταν.

«…Ζορδάμη.» Η Καλλιόπη τον άρπαξε απ’τον ώμο. «Ζορδάμη!»

Ο Ραλίστας γύρισε προς τα εκεί όπου του έδειχνε, και είδε ένα πελώριο φίδι να ορθώνεται πάνω από τους πεσμένους κορμούς: ένα φίδι που ήταν καλυμμένο όχι με κανονικό δέρμα ερπετού αλλά με μια παράξενη κρυσταλλική υφή που έκανε μυστηριακές ανταύγειες μέσα στο πρωινό φως. Και τότε, η ουρά αυτού του φιδιού υψώθηκε πίσω του διαγράφοντας σπείρες, σπείρες, σπείρες, ατέρμονες σπείρες, που στριφογύριζαν μαγευτικά – ένας λαβύρινθος από οχτάρια. Ο Ζορδάμης τα παρατηρούσε προσπαθώντας να καταλάβει πού άρχισαν και πού τελείωναν, πού ακριβώς διακλαδίζονταν… Είχε την αίσθηση ότι, νοητικά τουλάχιστον, τσουλούσε επάνω τους, κι αυτή η αίσθηση τον γοήτευε. Του φαινόταν πως επρόκειτο για κάτι μυστηριώδες το οποίο τον καλούσε να το ανακαλ–

Μια μαύρη μορφή πετάχτηκε απρόσμενα μπροστά του, συρίζοντας, γρυλίζοντας – και η παράξενη υπνωτική επίδραση διαλύθηκε. Ο Ζορδάμης είδε την Κλεισμένη μες στην αγκαλιά του, να βγάζει αναστατωμένες φωνές.

Είδε, επίσης, ότι η Καλλιόπη ατένιζε το πελώριο φίδι μαγνητισμένη από την ουρά του, και το ίδιο πρέπει να συνέβαινε και στους άλλους ραλίστες και συνοδηγούς, πολλοί από τους οποίους είχαν βγει από τα οχήματά τους. Αυτοί, όμως, δεν ήταν οι μόνοι άνθρωποι εδώ, τώρα. Υπήρχαν και κάποιοι που τα πρόσωπά τους – ολόκληρα τα κεφάλια τους – ήταν θολά, σαν κρυστάλλινα κράνη να τα τύλιγαν· και το ίδιο ίσχυε και για τα χέρια τους, που κρατούσαν όπλα. Ο Ζορδάμης τούς είδε να πηδάνε πάνω απ’τους πεσμένους κορμούς, να κατεβαίνουν τις πλαγιές, να ορμάνε προς τους ραλίστες. Είδε έναν απ’ αυτούς να κοπανά στο κεφάλι τον Ευκάρπιο με την πίσω μεριά ενός δόρατος, αναισθητοποιώντας τον.

Πρέπει νάρχονται κι από δω!

«Καλλιόπη, σύνελθε!» φώναξε ο Ζορδάμης, στρέφοντας το βλέμμα του προς τα ανώτερα σημεία της πλαγιάς όπου είχε ρίξει το όχημά του. Και πράγματι, είδε απρόσωπους ανθρώπους να έρχονται κι από κει, με όπλα στα χέρια.

«ΚΑΛΛΙΟΠΗ!» Πυροβόλησε το μπροστινό τζάμι, διαλύοντάς το, κι άρχισε εν συνεχεία να πυροβολεί τους εχθρούς. Χτύπησε έναν και αίμα πετάχτηκε, καθώς και μια παράξενη κρυσταλλική ύλη που αιωρείτο σαν πούπουλα.

«Τι – τι συμβαίνει;» έκανε η Καλλιόπη, πανικόβλητη.

«Άνοιξε την πόρτα σου! Την πόρτα σου! Βγες!» Ο Ζορδάμης συνέχιζε να πυροβολεί, ενώ οι εχθροί είχαν τώρα καταλάβει πως δεν ήταν υπνωτισμένος σαν τους άλλους και προσπαθούσαν να καλυφτούν μες στη βλάστηση, αρχίζοντας κι αυτοί να του ρίχνουν.

Η Καλλιόπη άνοιξε την πόρτα πλάι της και βγήκε, σκυμμένη. Ο Ζορδάμης και η Κλεισμένη την ακολούθησαν. Κινήθηκαν γρήγορα ανάμεσα από τα σταματημένα οχήματα, ενώ ο Ραλίστας πυροβολούσε προς τη μεριά των απρόσωπων ανθρώπων κι εκείνοι τον πυροβολούσαν επίσης. Η κάλυψή του ανάμεσα στα τροχοφόρα ήταν καλή, ευτυχώς, και τώρα κι άλλοι ραλίστες είχαν αρχίσει να συνέρχονται από την υπνωτική επίδραση του πελώριου φιδιού. Πανικός ξεκινούσε.

Ο Ζορδάμης άλλαξε γεμιστήρα στο πιστόλι του (ο τελευταίος γεμιστήρας – δεν περίμενα επίθεση) και πήδησε πάνω σ’ένα όχημα για να περάσει απ’την άλλη μεριά, επειδή εδώ δεν υπήρχε κανένα άνοιγμα που να τον βολεύει. Η Καλλιόπη, δίχως καθυστέρηση, τον ακολούθησε, καθώς πίσω τους χάος ξεσπούσε. Οι απρόσωποι χτυπούσαν γρήγορα όσους εξακολουθούσαν να βρίσκονται υπό την υπνωτική επίδραση του φιδιού, ενώ προσπαθούσαν να σταματήσουν τους άλλους και να τους αιχμαλωτίσουν.

Ο Ζορδάμης και η Καλλιόπη έτρεξαν προς τη μεριά απ’ όπου είχαν αρχικά έρθει με το όχημά τους–

Δύο απρόσωποι βρέθηκαν ξαφνικά αντικρύ τους. Ο ένας κρατούσε καραμπίνα και τους σημάδευε, ο άλλος κρατούσε τσεκούρι. «Ρίξε τ’όπλο σου και παραδώσου!» πρόσταξε αυτός με την καραμπίνα – κι ύστερα κραύγασε άναρθρα – μια φωνή αληθινού τρόμου – καθώς η Κλεισμένη πήδησε εμπρός του.

Τόσο τρομαχτική ήταν; απόρησε ο Ζορδάμης την ίδια στιγμή που πυροβολούσε τον απρόσωπο στο κεφάλι, τινάζοντας αίματα κι αυτή την παράξενη κρυσταλλική ύλη στον αέρα.

Ο άλλος απρόσωπος ανέμισε το τσεκούρι του προς τη γάτα, ουρλιάζοντας: «Μακριά μου, τέρας!» Κι έπειτα τόβαλε στα πόδια.

«Δεν καταλαβαίνω,» έκανε η Καλλιόπη. «Τι…;»

«Ούτε εγώ καταλαβαίνω – πάμε!»

Έτρεξαν πάλι, κι αυτή τη φορά κανένας δεν προσπάθησε να τους σταματήσει. Είχαν απομακρυνθεί από την ενέδρα.

Πίσω τους κραυγές αντηχούσαν, και κάπου-κάπου κανένας πυροβολισμός.

*

Η Ελοντί κάθισε πάλι μπροστά στο τιμόνι, ενώ ο Αργύριος κάθισε στο πίσω κάθισμα.

«Ποιος είναι αυτός ο τύπος;» ρώτησε η Λούση την οδηγό της, που έκανε όπισθεν ξαναβάζοντας το όχημα στο κακοτράχαλο μονοπάτι. «Τον ξέρεις;»

«Ναι, μπορείς να πεις ότι τον ξέρω.»

«Και… και πώς γνώριζε ότι θα–;»

«Σώπα λίγο, γαμώτο!» Και πάνω απ’τον ώμο της, προς τον Αργύριο: «Θα πλησιάσω. Συμφωνείς;»

«Υποθέτω πως ξέρεις τι κάνεις,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Κι εγώ.»

Η Ελοντί άρχισε να οδηγεί, ακολουθώντας το μονοπάτι, και σύντομα άκουσε από μπροστά ήχους από αλλεπάλληλες συγκρούσεις. Μείωσε την ταχύτητά της.

«Δε νομίζω ότι προλαβαίνουμε,» είπε. «Τι ακριβώς συμβαίνει;» ρώτησε τον Μπαλαντέρ της Λόρκης.

«Δε μπορώ να σου απαντήσω ακριβώς. Αλλά είναι κάτι κακό. Κάτι πολύ κακό.»

«Αυτό το έχω καταλ–»

Η Ελοντί πάτησε το φρένο καθώς είδε δύο ανθρώπους και μια γάτα να έρχονται τρέχοντας προς το μέρος της. Οι άνθρωποι ήταν ο Ζορδάμης και η Καλλιόπη. Τους αναγνώριζε παρότι φορούσαν τα κράνη τους.

Ανοίγοντας το παράθυρό της, τους φώναξε: «Τι συμβαίνει;»

«Δε θα μας πιστέψεις,» είπε λαχανιασμένα η Καλλιόπη καθώς έφταναν κοντά στον Γρύπα των Δρόμων.

«Κάνε μια προσπάθεια.»

«Δυο πελώριοι κορμοί δέντρων – μες στη μέση του μονοπατιού. Κι ένα πελώριο φίδι από κρύσταλλο. Και κάτι ληστές που δεν έχουν πρόσωπα!»

«Αυτοί είναι,» είπε ο Αργύριος.

«Τι είν’ αυτά που λέτε;» έκανε η Λούση. «Ποιοι–;»

«Ελάτε μέσα,» είπε η Ελοντί στον Ζορδάμη και την Καλλιόπη, κι εκείνοι μπήκαν στην πίσω μεριά του οχήματος, όπου ήταν κι ο Αργύριος. Η γάτα τούς ακολούθησε, πηδώντας στα γόνατά τους.

Μόλις ο Μπαλαντέρ της Λόρκης την είδε του θύμισε, ξαφνικά, κάτι. Του θύμισε…

…όλες τις γάτες που είχε δει ποτέ στη ζωή του. Σίγουρα δεν μπορεί να επρόκειτο για συνηθισμένο ζώο. Το διαισθανόταν.

Η Ελοντί πάτησε πάλι το πετάλι, ξεκινώντας τους τροχούς.

«Μην πηγαίνεις προς τα κει!» της είπε ο Ζορδάμης. «Έχουν όλοι συγκρουστεί, και οι απρόσωποι άνθρωποι προσπαθούν να τους απαγάγουν – αν ήδη δεν τους έχουν ρίξει κάτω όλους. Εμείς ξεφύγαμε επειδή η Κλεισμένη πετάχτηκε μπροστά μου κι έσπασε την υπνωτική επίδραση που είχε το φίδι επάνω μας!»

«Συγνώμη που σας το λέω,» είπε η Λούση, «αλλά ακούγεστε όλοι σαν τρελοί από τη Γενική Κλινική Ψυχικών Νοσημάτων της Άντχορκ.»

Η Ελοντί δεν έδινε σημασία σε κανέναν τους: είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα κι ένιωθε ένα με το όχημά της. Η Αίσθηση την είχε κυριεύσει. Δεν υπήρχε εμπόδιο που μπορούσε τώρα να σταθεί στον δρόμο της, και ήθελε οπωσδήποτε να δει τι ήταν αυτοί οι απρόσωποι και το φίδι.

«Σταμάτα, Ελοντί!» της φώναξε ο Ζορδάμης. «Γαμώ τα πόδια της Λόρκης γαμώ – ΣΤΑΜΑΤΑ!»

Αλλά με την ταχύτητα που έτρεχαν είχαν ήδη φτάσει στην περιοχή της ενέδρας, και η Ελοντί είδε τη σκηνή εμπρός της σαν ο χρόνος να είχε ξαφνικά παγώσει. Την είδε με εξωπραγματικά λεπτομερειακό τρόπο. Λες και ήταν φωτογραφία. Ή πίνακας.

Αγωνιστικά οχήματα, το ένα δίπλα στο άλλο, έχοντας φανερά συγκρουστεί αναμεταξύ τους. Τζάμια σπασμένα, τζάμια ραγισμένα· μέταλλα λυγισμένα· τροχοί χτυπημένοι. Δύο πελώριοι κορμοί δέντρων έκλειναν τον δρόμο σαν τείχος από ξύλο. Πίσω από τους κορμούς, ένα γιγάντιο φίδι με μάτια αστραφτερά, σκεπασμένο με κρυσταλλική υφή. Ανάμεσα και πάνω στα οχήματα, άνθρωποι με κεφάλια και πρόσωπα θολά, σκεπασμένοι κι αυτοί από κρυσταλλική υφή. Όπλα στα χέρια τους, πυροβόλα και αγχέμαχα. Οι ραλίστες και οι συνοδηγοί τους ήταν ή πεσμένοι πάνω στα οχήματα ή πεσμένοι στο χώμα, ή πάλευαν με τους απρόσωπους. Ένα γιγάντιο έντομο, καλυμμένο με κρύσταλλο κι αυτό, και με μακρύ κεντρί στη μουσούδα του, κατέβαινε από μια δεντρόφυτη πλαγιά.

Μια σκέψη πέρασε αστραπιαία – με αφύσικη ταχύτητα – από το μυαλό της Ελοντί: Δε μπορώ να παγιδευτώ εδώ! Και ήξερε ότι έπρεπε να πηδήσει πάνω από τα υπόλοιπα οχήματα, πάνω από τους δύο πελώριους κορμούς, και δίπλα από το τερατώδες φίδι, ώστε να βρεθεί στην άλλη μεριά.

Χρειαζόταν έναν δρόμο που θα την οδηγούσε σωστά και θα την εκτόξευε. Και το βλέμμα της τον βρήκε μέσα στον πίνακα, στη φωτογραφία, που αντίκριζε. Ήταν σχεδόν σαν να λαμπύριζε επάνω στα υπόλοιπα στοιχεία εκεί.

Ναι. Έτσι.

Η Ελοντί οδήγησε τον Γρύπα των Δρόμων καταπάνω σ’ένα αγωνιστικό όχημα που, για κάποιο λόγο (ίσως νάχε σπάσει ένας τροχός του), έγερνε στο πλάι.

«Σταμάτα – τι κάνεις;» τσύριξε η Λούση.

Η Ελοντί καβάλησε το γερμένο όχημα, με μεγάλη ταχύτητα–

–και πήδησε. Βρέθηκε πάνω σ’ένα άλλο όχημα και μετά σ’ένα άλλο και μετά σ’ένα άλλο (τζάμια έσπαγαν από κάτω της, μέταλλα έτριζαν, τροχοί γρύλιζαν)–

κραυγές αντήχησαν από παντού, πυροβολισμοί, μια δυνατή φωνή: «ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΤΟ!»

–ένας τροχός του Γρύπα των Δρόμων χτύπησε έναν απρόσωπο στο κεφάλι τινάζοντας αίματα και ελαφριά κρυσταλλική ύλη–

Εδώ, σκέφτηκε η Ελοντί, ήρεμα, νηφάλια, σαν να μην έκανε την πιο επικίνδυνη, ίσως, μανούβρα της ζωής της

–ο Γρύπας πάτησε σ’ένα τελευταίο όχημα, έχοντας αυξήσει κι άλλο ταχύτητα, και τινάχτηκε προς τους πεσμένους κορμούς. Μετά βίας οι μπροστινοί του τροχοί πέρασαν από πάνω τους και, για μια στιγμή, για μια στιγμή μονάχα, φάνηκε ότι ο Γρύπας θα έπεφτε πίσω· αλλά δεν έπεσε: τινάχτηκε πέρα από το εμπόδιο σαν πελώριο, μεταλλικό αιλουροειδές. Και καθώς τιναζόταν απέφυγε συγχρόνως και τα σαγόνια του πανύψηλου κρυσταλλικού φιδιού που κατέβαιναν καταπάνω του.

Πέφτοντας, όμως, από την άλλη μεριά των κορμών, το όχημα της Ελοντί βρέθηκε πάνω στο αναποδογυρισμένο όχημα του Καθάριου Μονοβάτη. Μέταλλα συγκρούστηκαν με μέταλλα. Όλοι μέσα στον Γρύπα των Δρόμων τραντάχτηκαν βίαια· η Κλεισμένη γρύλισε, εξαγριωμένα.

Τρεις απρόσωποι ληστές τούς πυροβόλησαν· τζάμια έσπασαν.

Ο Γρύπας των Δρόμων, με τους μεταλλικούς του τροχούς να ουρλιάζουν, άφησε πίσω του το αναποδογυρισμένο όχημα του Μονοβάτη και συνέχισε την πορεία του, τρέχοντας δαιμονισμένα, ακολουθώντας το κακοτράχαλο μονοπάτι, γιατί εδώ δεν υπήρχε καλύτερος δρόμος για ν’ακολουθήσει.

*

«Πώς σκατά το έκανες αυτό, γαμώ τα πόδια της Λόρκης;» είπε ο Ζορδάμης. «Το όχημά σου είναι πειραγμένο – πρέπει να είναι πειραγμένο!»

«Το όχημα μου δεν είναι πειραγμένο, Ζορδάμη! Ποτέ δεν τρέχω με πειραγμένο όχημα, σ’αντίθεση μ’εσένα.» Συνέχιζε να οδηγεί, φυσικά, τρέχοντας προς τα νότια τώρα.

«Τι θες να πεις; Με δουλεύεις; Τι άλμα ήταν αυτό; Αυτό το άλμα δεν γίνεται, Ελοντί, με κανέναν θεό! Μόνο κάτι αναβάτες πάνω σε δίκυκλα μπορεί να δεις να το κάνουν – αν και ακόμα κι αυτοί–»

«Τι ήταν εκείνο το φίδι;» τους διέκοψε η Λούση. «Τι ήταν εκείνοι οι απρόσωποι άνθρωποι; Κι εσύ» – γύρισε για να δείξει τον Αργύριο – «ναι, εσύ, τι ξέρεις; Πώς ήξερες γι’αυτούς;»

Ο Ζορδάμης και η Καλλιόπη στράφηκαν να τον κοιτάξουν. «Ήξερες γι’αυτούς;» είπε ο πρώτος.

«Δεν ήξερα ακριβώς γι’αυτούς. Είχα… δει ότι κάτι… Νόμιζα ότι ίσως κάτι να συνέβαινε εδώ–»

«Γιατί δεν ειδοποίησες τους διοργανωτές του ράλι;» ρώτησε η Καλλιόπη.

«Δεν ήμουν τόσο σίγουρος, και δεν ήξερα αν θα με πίστευαν. Επιπλέον, μόλις σήμερα το πρωί είχα… είχα αυτή την υποψία. Δεν ήμουν βέβαιος για τίποτα. Καθοδηγούμουν.»

«Μα το Φως της Αρτάλης,» είπε η Λούση, «όλοι – όλοι – εδώ μέσα μιλάτε σα να είμαστε στη Γενική Κλινική Ψυχ–»

«Ευχαριστούμε για τη διάγνωση, γιατρέ,» τη διέκοψε η Ελοντί. «Μπορείς να μας πεις και από τι πάσχουν αυτοί που μόλις αφήσαμε πίσω μας;»

«Αυτοί δεν… Δεν είναι… Δεν ξέρω τι είναι αυτοί, Ελοντί. Ούτε τι ήταν αυτό το φίδι.»

«Αυτό το φίδι,» είπε ο Ζορδάμης, «είχε κάποια υπνωτική επίδραση επάνω μας. Επάνω σ’όλους μας. Καθόμασταν και κοιτούσαμε την ουρά του να περιστρέφεται. Δε θα είχα δει τους απρόσωπους να έρχονται αν η Κλεισμένη δεν είχε πεταχτεί μπροστά μου για να με ξυπνήσει–»

«Ποια είναι η Κλεισμένη;» ρώτησε η Λούση.

«Η γάτα μου.»

Η Κλεισμένη νιαούρισε.

«Κι επίσης,» πρόσθεσε ο Ζορδάμης, «φάνηκε να τη φοβούνται για κάποιο λόγο.»

«Τι εννοείς;» τον ρώτησε ο Αργύριος.

«Δύο απρόσωποι προσπάθησαν να μας σταματήσουν λίγο προτού φύγουμε από την ενέδρα, κι ο ένας κρατούσε καραμπίνα και μας απειλούσε να μείνουμε πίσω. Ο άλλος κρατούσε τσεκούρι. Τότε τινάχτηκε η Κλεισμένη προς το μέρος τους, και ούρλιαξαν κατατρομαγμένοι. Φυσικά, αμέσως πυροβόλησα στο κεφάλι αυτόν με την καραμπίνα. Αλλά ο άλλος – αυτός με το τσεκούρι – τόβαλε στα πόδια αποκαλώντας την Κλεισμένη ‘δαίμονα’.»

«Τέρας,» διόρθωσε η Καλλιόπη. «Τέρας την αποκάλεσε. ‘Μακριά μου, τέρας,’ φώναξε.»

«Για κάποιο λόγο η Κλεισμένη τούς τρομοκρατούσε,» είπε ο Ζορδάμης, μορφάζοντας. «Αλλά εσύ ποιος είσαι, ρε φίλε; Και τι κάνεις μες στο όχημα της Ελοντί; Χρειάζεται και δεύτερο συνοδηγό; Κάποια κομπίνα γίνεται εδώ μ’εσάς – είναι καταφανές!»

Δεκατρία
Μια Οικεία Μορφή

Οι ραλίστες έπεσαν εύκολα στην παγίδα που τους είχαν στήσει ο Απελευθερωτής και οι ακόλουθοί του. Δεν είχαν τρόπο να αποφύγουν τους δύο χοντρούς κορμούς που ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ έριξε μες στη μέση του μονοπατιού· δεν υπήρχε κανένα σημείο για να στρίψουν. Τα αγωνιστικά οχήματα χτύπησαν το ένα πάνω στο άλλο, ενώ το κρυσταλλικό φίδι ύψωσε την ουρά του προσπαθώντας να υπνωτίσει τους οδηγούς και τους συνοδηγούς τους. Αλλά δύο από αυτούς – ένας άντρας και μια γυναίκα – κάπως κατόρθωσαν να σπάσουν πολύ γρήγορα την υπνωτική επίδραση και να πεταχτούν έξω από το όχημά τους – ένα τροχοφόρο βαμμένο γαλάζιο με χρυσαφιές λωρίδες. Καθώς έτρεχαν ανάμεσα στα άλλα οχήματα και ο άντρας πυροβολούσε, συνήλθαν κι οι υπόλοιποι ραλίστες και συνοδηγοί και χαλασμός αμέσως ξεκίνησε.

Ο Απελευθερωτής, βέβαια, δεν περίμενε ότι αυτό θα αποτελούσε πραγματικό πρόβλημα, γιατί τα θύματα των κρυσταλλωμένων ήταν, ούτως ή άλλως, πολύ ξαφνιασμένα και δεν υπήρχε μέρος για να φύγουν.

Σύντομα, όμως, ένας από τους ακόλουθούς του ήρθε τρέχοντας προς αυτόν, βαστώντας τσεκούρι στο χέρι. Η κρυσταλλική του δομή φανέρωνε πως ήταν σαστισμένος και τρομαγμένος, ενώ συγχρόνως έλεγε: ΚΙΝΔΥΝΟΣ! ΤΕΡΑΣ! ΜΑΣ ΟΡΜΗΣΕ ΕΝΑ ΤΕΡΑΣ!

«Τι τέρας;» τον ρώτησε ο Καρνάδης, γιατί η ομιλία της κρυσταλλικής δομής δεν ήταν ποτέ και πολύ λεπτομερειακή.

«Προσπαθήσαμε να σταματήσουμε δύο απ’ αυτούς, Απελευθερωτή, έναν άντρα και μια γυναίκα. Ήμουν μαζί με τον Έκτορα, κι ο Έκτορας κρατούσε καραμπίνα και τους είπε να μείνουν στη θέση τους. Αλλά τότε ένα τέρας πετάχτηκε καταπάνω μας και σαστίσαμε. Ήταν… ήταν… Η κρυσταλλική του δομή δεν ήταν κανονική, Απελευθερωτή! Ήταν σαν να υπήρχε και συγχρόνως να μην υπήρχε· ή σαν να υπήρχε πολλές φορές. Δεν – δεν έχω καταλάβει πώς ακριβώς ήταν. Βασικά, ήταν σαν μια τρύπα επάνω στη διάσταση της Σεργήλης. Ναι, κάπως έτσι ήταν – μια τρύπα πάνω στη Σεργήλη. Κάτι που δεν υπάρχει αλλά το βλέπεις από το γεγονός της ανυπαρξίας του–»

«Τα μυαλά σου πειράχτηκαν,» γρύλισε ο Καρνάδης.

«Όχι, Απελευθερωτή· σ’τ’ορκίζομαι, έτσι ήταν. Και εγώ και ο Έκτορας το είδαμε· κι εκείνη τη στιγμή, που είχαμε τρομάξει, ο άντρας αντίκρυ μας πυροβόλησε τον Έκτορα στο κεφάλι, με πιστόλι, και τον σκότωσε. Και μετά εγώ…» ένα στιγμιαίο κόμπιασμα, «έτρεξα να φύγω, Απελευθερωτή. Το τέρας είχε έρθει καταπάνω μου.»

Ο Καρνάδης απορούσε που κι εκείνος δεν είχε δει αυτό το «τέρας». «Πόσο μεγάλο ήταν;»

«Δεν ήταν μεγάλο. Ήταν… ήταν σαν γάτα, τώρα που το σκέφτομαι.»

«Σαν γάτα;» φώναξε ο Καρνάδης, και τον άρπαξε με το ένα χέρι από τη μπροστινή μεριά της τουνίκας του, υψώνοντάς τον πάνω από τη γη. «Σας τρόμαξε μια γαμημένη γάτα;»

«Όχι, δεν ήταν γάτα! Δεν ήταν, δηλαδή, όπως μια γάτα που βλέπεις κανονικά – απλά έμοιαζε, ίσως, με γάτα. Η κρυσταλλική του δομή, Απελευθερωτή – δεν ήταν σαν την κρυσταλλική δομή που βλέπεις σ’οποιοδήποτε άλλο ζωντανό πλάσμα!»

Ο Καρνάδης τον πέταξε στη γη.

Και τότε κάτι ακόμα πιο παράξενο από την εμφάνιση μιας τρομαχτικής γάτας συνέβη. Ένα αγωνιστικό όχημα – που πρέπει να είχε ξεμείνει πίσω, για κάποιο λόγο – ήρθε ολοταχώς προς τα υπόλοιπα οχήματα και τους κρυσταλλωμένους που αιχμαλώτιζαν τους τελευταίους οδηγούς και συνοδηγούς. Ήταν ένα τροχοφόρο ζωγραφισμένο σαν γρύπας και, στο εσωτερικό του, στη θέση του οδηγού, ο Καρνάδης έβλεπε μια γυναίκα που η κρυσταλλική της δομή δεν ήταν σαν την κρυσταλλική δομή άλλων ανθρώπων.

Οι κυματισμοί που έκανε… Τα σχήματα…

Και τώρα, το όχημα που ήταν ζωγραφισμένο σαν γρύπας πάτησε πάνω σ’ένα άλλο και το καβάλησε, ανεβαίνοντας στην οροφή του: και συνέχισε να πηδά από σταματημένο όχημα σε σταματημένο όχημα, κατευθυνόμενο αστραπιαία προς τους πεσμένους κορμούς που έκλειναν το μονοπάτι.

Η κρυσταλλική δομή της γυναίκας είχε γίνει ακόμα πιο παράξενη τώρα. Είχε απλωθεί. Ήταν σαν ένα σύννεφο γύρω από ολόκληρο το όχημά της!

«ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΤΟ!» κραύγασε ο Καρνάδης, αλλά κανένας δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα.

Το όχημα πήδησε προς τους πεσμένους κορμούς. Για μια στιγμή οι δύο μπροστινοί τροχοί του φάνηκε να μη γαντζώνονται καλά, φάνηκε ότι ίσως να έπεφτε – και τα σαγόνια του Σαρακμα’ό’οκ’ραθ κατέβαιναν καταπάνω του για να το παγιδέψουν – αλλά μετά τινάχτηκε και βρέθηκε από την άλλη μεριά του ξύλινου εμποδίου. Μερικοί κρυσταλλωμένοι το πυροβόλησαν, σπάζοντας τζάμια, μα δεν το σταμάτησαν.

Η κρυσταλλική δομή της παράξενης οδηγού εξακολουθούσε να το τυλίγει.

Ο Καρνάδης, στεκόμενος πάνω σε μια δενδρώδη πλαγιά, το είδε να εξαφανίζεται πίσω από μια στροφή του μονοπατιού. Και σκέφτηκε: Γιατί έχω την αίσθηση ότι γνωρίζω αυτή τη γυναίκα; Γιατί η κρυσταλλική της δομή κάτι μού λέει, παρότι είναι τόσο παράξενη;

Η Λορύν’σαρ τον πλησίασε. «Πρέπει να έκανε κάποιου είδους μαγεία,» είπε, αναφερόμενη προφανώς στη μυστηριώδη ραλίστρια. Την κρυσταλλική δομή της δεν την είχε δει μόνο ο Καρνάδης· την είχαν δει όλοι τους.

«Τι μαγεία;»

«Δεν ξέρω. Δεν έχω συναντήσει ποτέ τίποτα παρόμοιο… Σίγουρα δεν είναι κάτι που μπορεί να κάνει ένας συνηθισμένος μάγος… Αλλά ακόμα κι ένας σαμάνος σαν τον Εμίλ… αμφιβάλλω ότι θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Δεν είδες, όμως, πώς ήταν η κρυσταλλική της δομή, Καρνάδη; Σου έμοιαζε.»

«Μου έμοιαζε;» Τα λόγια της τον είχαν ξαφνιάσει.

«Ναι. Δεν το πρόσεξες; Η κρυσταλλική της δομή έμοιαζε κάπως με τη δική σου, που διαφέρει από των υπόλοιπων από εμάς.»

«Αυτή η γυναίκα δεν ήταν κρυσταλλωμένη, Μάγισσα!» έκανε, απότομα, ο Καρνάδης.

«Ναι, αλλά παρ’ όλ’ αυτά… Είναι δυνατόν να μην το πρόσεξες;»

Ο Απελευθερωτής σκέφτηκε: Γι’αυτό μού φάνηκε οικεία; ότι από κάπου την ξέρω; Τι κοινό, όμως, μπορεί να έχουμε; Και τότε θυμήθηκε τα λόγια εκείνης της ιέρεια της Λόρκης, στη Νίρβεκ, την οποία είχε συναντήσει πριν από καιρό, προτού επισκεφτεί το Κρυσταλλικό Πεδίο. Είσαι Ιερομύστης, του είχε πει. Ιερομύστης της Σεργήλης. Αλλά ο Καρνάδης, πολύ θυμωμένος τότε, δεν είχε καθίσει να μάθει περισσότερα. Θα μπορούσε κι αυτή η γυναίκα μέσα στο αγωνιστικό όχημα, αυτή η ραλίστρια, να ήταν Ιερομύστης; Κι αν ναι, τι σήμαινε τούτο; Τι ακριβώς ήταν ένας Ιερομύστης της Σεργήλης;

Ο Απελευθερωτής δεν είχε χρόνο τώρα για να τα σκεφτεί όλα αυτά ή να ψάξει για απαντήσεις. Κατεβαίνοντας από την πλαγιά, πρόσταξε τους ακόλουθούς του να πάρουν τα οχήματα και τους αιχμαλώτους και να φύγουν από τούτες τις περιοχές, να πάνε βόρεια, για να κρυφτούν· γιατί, αφού ένα όχημα είχε ξεφύγει, τώρα θα ειδοποιούνταν οι αρχές της Θακέρκοβ και θα έρχονταν άνθρωποι εδώ για να ερευνήσουν. Ή, μάλλον, μισθοφόροι θα έρχονταν, οπλισμένοι.

Δέκα-Τέσσερα
Σύγχυση

«Μην ψάχνεις για κομπίνες,» του είπε η Ελοντί. «Δεν υπάρχει καμια κομπίνα.»

«Τότε, τι κάνει αυτός ο τύπος εδώ μέσα, μαζί σου;» Ο Ζορδάμης έδειχνε τον Μπαλαντέρ της Λόρκης που ήταν καθισμένος πλάι του στο πίσω κάθισμα του Γρύπα των Δρόμων.

«Είναι γνωστός μου. Βρισκόταν στην περιοχή κι ευτυχώς με ειδοποίησε εγκαίρως ώστε να μην πέσω στην ενέδρα–»

«Σε ειδοποίησε εγκαίρως; Πώς ακριβώς το έκανε αυτό ενώ τρέχαμε με τις ταχύτητες που τρέχαμε; Με κορ–;»

«Έχει σημασία;» τον διέκοψε η Ελοντί, αρχίζοντας να τσαντίζεται μαζί του. Ήταν δυνατόν να είναι τόσο μαλάκας ώστε τώρα να κάθεται να σκέφτεται αν κάποια «κομπίνα» ήταν στημένη; Τώρα, που τέτοιος απόκοσμος κίνδυνος είχε παρουσιαστεί από το πουθενά; Τώρα, που τόσοι ραλίστες βρίσκονταν αιχμάλωτοι και ίσως να τους σκότωναν; «Πρέπει να επιστρέψουμε στη Θακέρκοβ. Όσο πιο γρήγορα μπορούμε. Πρέπει να ειδοποιήσουμε τους διοργανωτές, για να κάνουν κάτι, να βοηθήσουν κάπως.»

«Υπάρχουν γρυποκαβαλάρηδες παρατηρητές,» είπε η Καλλιόπη. «Δε θα είδαν τι συνέβη;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε η Ελοντί. «Μπορεί και όχι. Η βλάστηση ήταν πολύ πυκνή σ’εκείνο το σημείο. Αυτοί οι απρόσωποι άνθρωποι – ό,τι κι αν είναι – δεν μας επιτέθηκαν τυχαία εκεί. Γνώριζαν καλά τι έκαναν. Επιπλέον, εμείς μπορούμε να επιστρέψουμε στη Θακέρκοβ πολύ πιο γρήγορα από τους γρύπες, νομίζω. Ειδικά μόλις πιάσω τη δημοσιά.» Και κατευθυνόταν προς τα εκεί τώρα, προς τα νότια, μέσα από το κακοτράχαλο μονοπάτι, ενώ ο Γρύπας των Δρόμων αναπηδούσε πάνω στις άγριες πέτρες και τίναζε χώματα και χαλίκια γύρω του.

Ο Ζορδάμης ρώτησε τον Μπαλαντέρ της Λόρκης: «Ποιος είσαι εσύ, τελικά;»

«Το όνομά μου είναι Αργύριος.»

«Και ποια η σχέση σου με την Ελοντί;»

Η Ελοντί παρενέβη: «Αυτή είναι δική μου δουλειά και του Αργύριου, Ζορδάμη! Όχι δική σου!» Μέχρι στιγμής δεν ήξερε καν ότι τον έλεγαν Αργύριο· δεν της είχε συστηθεί. Της είχε πει μόνο Είμαι ο Μπαλαντέρ της Λόρκης.

«Τι νομίζεις;» ρουθούνισε ο Ζορδάμης, «ότι ρωτάω επειδή είμαι περίεργος αν κοιμάσαι μαζί του; Δε μ’ενδιαφ–»

«Δεν κοιμάμαι μαζί του, αλλά ακόμα κι αν κοιμόμουν αυτό δεν θα ήταν δική σου δουλειά!»

«Πρόσεχε τον δρόμο,» της είπε η Λούση.

«Σκασμός,» μούγκρισε η Ελοντί, λοξοκοιτάζοντάς την πίσω από τα σκούρα γυαλιά της.

«Συνοδηγός σου είμαι· δεν πρέπει να σε προειδοποιήσω;»

Ο Αργύριος είπε ύστερα από λίγο στον Ζορδάμη, σπάζοντας τη σιωπή που είχε επικρατήσει: «Η γάτα σου, φίλε μου, είπες ότι τρόμαξε τους απρόσωπους…»

«Ναι. Την έβλεπαν σαν τέρας. Δεν ξέρω γιατί. Αν και, σε διαβεβαιώνω, δεν είναι μια συνηθισμένη γάτα.»

«Αυτό το κατάλαβα.» Ο Αργύριος κοίταζε την Κλεισμένη ερευνητικά καθώς εκείνη ήταν κουλουριασμένη επάνω στα γόνατα του Ζορδάμη.

«Από πού;»

«Απ’τα όσα μάς είπες, ασφαλώς. Τι διαφορά έχει από άλλες γάτες;»

«Είναι μια… υπερδιαστασιακή γάτα. Από κάποιο σπάνιο είδος. Τουλάχιστον, έτσι μου είπε ένας μάγος του τάγματος των Ερευνητών στην Άντχορκ. Μπορεί και κάνει πράγματα που φαίνονται παράξενα. Την έχω δει να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται μέσα από μπαούλα· να παρουσιάζεται ξαφνικά εκεί όπου δεν θα έπρεπε να είναι· να δημιουργεί παραισθήσεις, σαν να έχει γίνει γιγάντια για παράδειγμα· να χωρίζεται σε πολλές γάτες που φέρονται σαν μία· να πεθαίνει και να ξαναζεί–»

«Να πεθαίνει και να ξαναζεί;» έκανε η Καλλιόπη.

«Ναι,» είπε ο Ζορδάμης, πολύ σοβαρά. «Τη σκότωσε μια σφαίρα, κάποτε, και πέθανε στα χέρια μου. Ορίστε» – ψαχούλεψε κάτω από το τρίχωμά της – «εδώ είναι και το σημάδι. Αναγκάστηκα να τη ρίξω σ’έναν ποταμό· δεν είχα τότε άλλη επιλογή.» Εσκεμμένα ήταν λιγάκι ασαφής· δεν μπορούσε να τους πει περισσότερα γιατί είχαν άμεση σχέση με τη Σιδηρά Δυναστεία. «Με κυνηγούσαν. Τέλος πάντων. Αργότερα, η Κλεισμένη βγήκε πάλι μέσα από μια ενδοδιάσταση. Την ενδοδιάσταση που την έκανε να χωρίζεται σε πολλές γάτες – και ήταν όλες πραγματικές γάτες – τις άγγιζες κανονικά – δεν ήταν οφθαλμαπάτες ή τίποτα τέτοιο.»

«Μάλιστα,» είπε ο Αργύριος. «Και έκανε ξανά κάποιο από τα κόλπα της για να τρομάξει τους απρόσωπους ανθρώπους;»

«Δε νομίζω. Εγώ, τουλάχιστον, δεν είδα τίποτα.»

«Μάλλον,» είπε η Καλλιόπη, «μόνο αυτοί το είδαν.»

«Ναι, μάλλον,» συμφώνησε ο Ζορδάμης ανασηκώνοντας τους ώμους.

Η Κλεισμένη τούς παρατηρούσε σιωπηλά, αδιαφορώντας που τη συζητούσαν σαν να μην ήταν εκεί. Μια φορά μόνο, ανοίγοντας τα σαγόνια της χασμουρήθηκε τεμπέλικα κι έγλειψε τα μουστάκια της.

*

Μετά από κάπου είκοσι λεπτά γρήγορης οδήγησης επάνω στο κακοτράχαλο μονοπάτι, η Ελοντί έφτασε στο τέλος του, αντίκρυ στη μεγάλη, λιθόστρωτη δημοσιά και στην πρόχειρη γέφυρα που περνούσε από πάνω της, φτιαγμένη ειδικά για το ράλι. Κανονικά, η ραλίστρια θα έπρεπε να περάσει τη γέφυρα ώστε να συνεχίσει τη διαδρομή. Αλλά τώρα το ράλι είχε, προφανώς, λάβει τέλος· ήταν η μοναδική οδηγός που είχε καταφέρει να ξεφύγει από την ενέδρα αυτών των απρόσωπων ληστών. Εγώ και ο Ζορδάμης, διόρθωσε τον εαυτό της. Αν και χωρίς το όχημά του.

Η Ελοντί έπιασε τη δημοσιά κι έστριψε ανατολικά, αυξάνοντας ταχύτητα, κατευθυνόμενη προς Θακέρκοβ.

«Ένας γρυποκαβαλάρης!» είπε η Λούση, δείχνοντας στον ουρανό. «Ένας από τους παρατηρητές.»

«Θα φτάσουμε στην πόλη πριν από αυτόν· δεν έχει νόημα να σταματήσουμε τώρα για να κατεβεί και να μιλήσουμε,» αποκρίθηκε η Ελοντί, ενώ αισθανόταν τον εαυτό της να χάνεται τελείως μέσα στο όχημά της. Ξέχασε ότι είχε ανθρώπινο σώμα. Ήταν εκείνη κι ο δρόμος. Και ήταν παντοδύναμη.

Η κυκλοφορία δεν είχε σταματήσει στη δημοσιά εξαιτίας του ράλι (γι’αυτό κιόλας είχε στηθεί η πρόχειρη γέφυρα εκεί όπου είχε στηθεί): οχήματα, καβαλάρηδες, διαβάτες εξακολουθούσαν να περνάνε πηγαίνοντας προς τα δυτικά ή προς τα ανατολικά. Η Ελοντί προσπερνούσε τους πάντες χωρίς το παραμικρό πρόβλημα, και η Αίσθηση την εκστασίαζε, τη γέμιζε με μια δύναμη πρωταρχική, στοιχειακή· υπερδιαστασιακή, ίσως. Δε θ’αργούσε καθόλου να φτάσει στη Θακέρκοβ· το ήξερε. Όση ώρα είχε κάνει να διασχίσει εκείνο το τελευταίο, αγωνιώδες σκέλος του κακοτράχαλου μονοπατιού, τόση ώρα θα έκανε και να διασχίσει τη λιθόστρωτη δημοσιά ώς τη μεγαλούπολη, παρότι η απόσταση ήταν σαφώς μεγαλύτερη. Τρεις φορές μεγαλύτερη περίπου, την υπολόγιζε η Ελοντί.

Ο εαυτός της χάθηκε μέσα στην οδήγηση, μέσα στην ταχύτητα, μέσα στο τοπίο που έμοιαζε να αλλοιώνεται εξωπραγματικά ολόγυρά της, μέσα στο σφύριγμα του ανέμου που ερχόταν από τα σπασμένα παράθυρα. Η Ελοντί έγινε μια θέληση. Μια ασώματη ύπαρξη επάνω στον δρόμο.

(ο χρόνος σταμάτησε)

Δίπλα της δεν κάθεται τώρα η Λούση, αλλά η μπαλαντέρ, με μαύρο/κόκκινο καρό δέρμα από τη μια, χρυσό/κόκκινο καρό δέρμα από την άλλη, και μαλλιά κατάλευκα. Ντυμένη με μια στολή καταπράσινη και φορώντας γυαλιά με παχύ, κοκάλινο, λευκό σκελετό με κέρατα, αλλά χωρίς κρύσταλλα, σκούρα ή μη.

«Γνώρισες τον φίλο μου, βλέπω,» λέει, και ξεκουμπώνει τα επάνω κουμπιά της καταπράσινης στολής της, διαδικαστικά, όχι βιαστικά.

«Τι συμβαίνει εδώ; Ποιοι είναι αυτοί οι απρόσωποι;» τη ρωτά η Ελοντί.

«Νομίζεις ότι είσαι παντογνώστρια, ε; Γιατί πάντα νομίζεις ότι είσαι παντογνώστρια;»

«Από πού ήρθαν;»

«Δεν ξέρω. Αλλά δεν μου αρέσουν καθόλου.» Η μπαλαντέρ τραβά μέσα από τη στολή της, από τη δεξιά μεριά του στηθόδεσμού της, ένα τραπουλόχαρτο: τον Μπαλαντέρ της Λόρκης. «Αυτός ο κύριος νομίζω ότι ίσως μπορεί να βοηθήσει. Γενικά μιλώντας, όχι εσένα συγκεκριμένα. Αν και έχω την αίσθηση ότι έχετε πολλές δυνατότητες μαζί!» Ακουμπά το τραπουλόχαρτο όρθιο επάνω στην κονσόλα του οχήματος, ανάμεσά τους, κι αυτό δεν κουνιέται καθόλου από την ταχύτητα. Το χαρτί δεν κουνιέται καθόλου, αλλά ο άντρας που είναι ζωγραφισμένος επάνω του κουνιέται! Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης τις κοιτάζει.

«Εδώ είσαι, λοιπόν,» λέει στη μπαλαντέρ.

«Ναι. Βλέπεις πώς μοιάζουμε, εγώ κι αυτή;»

«Βλέπω.»

«Θα μας βοηθήσεις;»

«Αν μπορώ.»

Η Ελοντί λέει: «Να μας βοηθήσει να κάνουμε τι; Τι σχέση έχουμε, ουσιαστικά, εμείς μ’αυτούς τους απρόσωπους ανθρώπους; Δεν ξέρουμε καν ποιοι είναι! Οι αρχές της Θακέρκοβ θα τους φροντίσουν.»

«Μπορεί,» λέει η μπαλαντέρ. «Αλλά μάλλον όχι. Εσύ δεν είδες τον αδελφό σου πιο πριν, όμως εκείνος είδε εσένα. Και νομίζω ότι σε αναγνώρισε.»

«Ποιος αδελφός μου; Δεν έχω αδελφό!»

Η μπαλαντέρ γελά. «Δεν εννοώ τέτοιου είδους αδελφό. Είναι κι εκείνος Ιερομύστης της Σεργήλης. Και ίσως να ευθύνεται γι’αυτό που συμβαίνει.»

«Ποιο;»

«Τους απρόσωπους ανθρώπους, φυσικά.»

Ένα νιαούρισμα ακούγεται από πίσω, κι ανάμεσα από τα καθίσματά τους ξεπροβάλλει η Κλεισμένη.

«Αυτή η γάτα ξανά,» λέει ο Μπαλαντέρ της Λόρκης. «Είναι κι εδώ!»

Η μπαλαντέρ γελά. «Τι συμπαθητικό γατάκι!» Κάνει να πάρει την Κλεισμένη στην αγκαλιά της αλλά εκείνη τη γρατσουνίζει στο χέρι. Η μπαλαντέρ τσυρίζει. «Μαλακισμένο!» φωνάζει και χτυπά την Κλεισμένη στο κεφάλι.

(ο χρόνος συνέχισε)

Η Ελοντί κοίταξε τον καθρέφτη. Στο πίσω κάθισμα κάθονταν ο Ζορδάμης, η Καλλιόπη, ο Μπαλαντέρ της Λόρκης, και η Κλεισμένη (στα γόνατα του Ζορδάμη). Οι δύο τελευταίοι δεν φαινόταν να έχουν καταλάβει τίποτα. Δεν φαινόταν να έχουν καταλάβει ότι τώρα, πριν από λίγο, βρίσκονταν εκεί όπου βρισκόταν κι η Ελοντί.

Ή μήπως το είχαν καταλάβει αλλά δεν το έδειχναν; Η γάτα, σίγουρα, ήταν παράξενο ζώο, και μπορεί να ήταν συνηθισμένη σε τέτοια. Και ο Μπαλαντέρ της Λόρκης… ήταν κι αυτός, αναμφίβολα, ένας πολύ παράξενος άνθρωπος.

Ήταν και Ιερομύστης;

Γιατί, αν δεν ήταν Ιερομύστης όπως η Ελοντί, τι ήταν; Σίγουρα όχι ένας απλός ιερέας της Λόρκης.

Πρέπει να συζητήσω μαζί του, αλλά όταν είμαστε μόνοι οι δυο μας.

*

Η πρόωρη, απρόσμενη άφιξή τους στο χωριό του ράλι έφερε αναστάτωση και ανησυχία. Τι συνέβη; τους ρωτούσαν. Ήταν καλά; Γιατί ο Ζορδάμης ήταν μέσα στο όχημα της Ελοντί; Είχε γίνει κάποιο ατύχημα; Οι δύο ραλίστες και οι συνοδηγοί τους δεν δίστασαν να τους δώσουν απαντήσεις. Τους είπαν για τους απρόσωπους ληστές και για το πελώριο φίδι, και για τους κορμούς των δέντρων που έφραζαν το μονοπάτι. Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης, για κάποιο λόγο, μυστηριωδώς ίσως, είχε ξεχαστεί, είχε περάσει στο παρασκήνιο, και βυθίστηκε μέσα στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί γύρω από τους δύο ραλίστες και τις συνοδηγούς τους.

Μια γυναίκα, ωστόσο, δεν έχασε τον Μπαλαντέρ από τα μάτια της. Τον είχε δει εξαρχής να βγαίνει από το όχημα της Ελοντί και είχε παραξενευτεί. Και τώρα παρουσιάστηκε δίπλα του.

«Ήσουν κι εσύ μαζί;» τον ρώτησε η Χρυσόχαρη. «Πώς βρέθηκες εκεί;»

«Μεγάλη ιστορία,» αποκρίθηκε εκείνος, «και παράξενη.»

«Δεν το αμφιβάλλω, αλλά… Πώς βρέθηκες εκεί, Αργύριε;»

«Θα σου πω άλλη φορά,» αποκρίθηκε εκείνος, κι απομακρύνθηκε. Γλιστρώντας μέσα στο πλήθος, εξαφανίστηκε.

Τι ανόητος! σκέφτηκε η Χρυσόχαρη. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι την απέφευγε ξανά. Αλλά γιατί; Ποιο ήταν το πρόβλημά του; Του έκανα κάτι;

*

Οι διοργανωτές του ράλι έσπευσαν να ειδοποιήσουν τις αρχές της Θακέρκοβ – τη Χωροφυλακή και τον Πολιτειάρχη Λαέρτη Μάθαρλοφτ – για το δυσάρεστο γεγονός. Συγχρόνως, άρχισαν να συγκεντρώνουν μια ομάδα διάσωσης από μισθοφόρους, για να τους στείλουν να αναζητήσουν τους ραλίστες και να τους σώσουν από αυτούς τους «απρόσωπους» ληστές όποιοι κι αν ήταν. (Δεν πρέπει να είχαν πιστέψει ότι οι ληστές ήταν πραγματικά απρόσωποι· πρέπει να νόμιζαν ότι φορούσαν κάποιου είδους κράνη που τους έκαναν να φαίνονται έτσι. Όσο για το πελώριο φίδι, μάλλον νόμιζαν ότι ήταν εξωδιαστασιακό πλάσμα. Άλλωστε, η Σεργήλη ήταν σταυροδρόμι ανάμεσα στις διαστάσεις του Γνωστού Σύμπαντος: πολλά και διάφορα όντα τύχαινε, κατά καιρούς, να καταλήξουν εδώ.) Θα ήταν πολύ αρνητικό για τη φήμη των διοργανωτών αν έδειχναν αδιαφορία για τη μοίρα των ραλιστών και των συνοδηγών τους. Και οι έξι χορηγοί του Ράλι Δυτικής Θακέρκοβ – το ξενοδοχείο Περίοικος, το ξενοδοχείο Διπλός, το περιοδικό Επιβίωση στη Θακέρκοβ, το περιοδικό Φλεγόμενοι Τροχοί, η βιομηχανία οχημάτων Πολύκυκλος, και η εταιρεία Ενεργοβόρος που εμπορευόταν ενέργεια – ήταν γνωστοί στην πόλη και γύρω από αυτήν και ήθελαν να διατηρούν μια καλή εικόνα για τον εαυτό τους.

Ο Ζορδάμης, η Καλλιόπη, η Ελοντί, και η Λούση είχαν καθίσει σ’ένα τραπεζάκι του χωριού του ράλι για να ξεκουραστούν, και το πλήθος είχε επιτέλους διαλυθεί γύρω τους, κανένας δεν ερχόταν για να τους μιλήσει ή να τους κάνει ερωτήσεις, όταν ο Βινάρης τούς πλησίασε μαζί με την Κλεισμένη.

«Τι είν’ αυτά που λένε, Ζορδάμη;» ρώτησε. «Τι έγινε; Νόμιζα ότι το πιο επεισοδιακό συμβάν σ’αυτό το ράλι θα ήταν το γεγονός ότι έχασα την Κλεισμένη…»

«Η Κλεισμένη ήταν μαζί μου,» αποκρίθηκε ο Ραλίστας.

«Τι;»

«Είχε, κάπως, καταφέρει να γλιστρήσει μέσα στο όχημά μου και να κρυφτεί κάτω απ’το πίσω κάθισμα. Κι ευτυχώς που ήταν μαζί μας, βασικά, αλλιώς ίσως να μην είχαμε γλιτώσει.»

«Τι εννοείς;»

Ο Ζορδάμης αναστέναξε κουρασμένα. «Θα σου εξηγήσω μετά. Κάθισε.»

Η Λούση ρώτησε τον Βινάρη: «Εσύ δεν ήσουν, αρχικά, συνοδηγός του Ζορδάμη; Είχατε έρθει μαζί στην ενημέρωση για το ράλι…»

«Ναι,» είπε ο Ζορδάμης αντί γι’αυτόν, «αλλά επειδή η Καλλιόπη ήταν εδώ αποφασίσαμε εκείνη να τρέξει μαζί μου. Βινάρη τον λένε.»

«Χαίρω πολύ.» Η Λούση έδωσε το χέρι της στον Βινάρη.

«Παρομοίως,» αποκρίθηκε εκείνος, ανταλλάσσοντας μια χειραψία κι ένα χαμόγελο μαζί της.

Σαλιαρίζει ακόμα και τώρα, η παλαβή ψυχίατρος, παρατήρησε η Ελοντί, εν μέρει διασκεδασμένη από τη συμπεριφορά της συνοδηγού της.

«Πού εξαφανίστηκε ο Αργύριος;» ρώτησε ο Ζορδάμης σαν τώρα να είχε συνειδητοποιήσει την απουσία του.

«Δεν ξέρω,» είπε η Ελοντί. «Κάπου εδώ γύρω θα είναι.»

«Ποιος είναι αυτός ο τύπος, Ελοντί; Θέλεις σοβαρά να πιστέψω ότι κατάφερε κάπως να σε σταματήσει ενώ τρέχαμε; Εγώ δεν τον είδα να–»

«Εντάξει,» αναστέναξε εκείνη, «τελείωσε τώρα αυτό, γαμώτο! Μην αρχίσουμε τα ίδια. Ο Αργύριος απλά έτυχε να βρίσκεται μαζί μας–»

«Μας εκτόξευσε μια τραπ–» άρχισε η Λούση, αλλά η Ελοντί τη διέκοψε:

«Τελείωσε αυτή η υπόθεση!» είπε, έντονα, και κλότσησε τη συνοδηγό της κάτω απ’το τραπέζι. «Ο Αργύριος είναι ένας γνωστός μου–»

«Και πώς ήξερε γι’αυτούς τους απρόσωπους ληστές;» ρώτησε η Καλλιόπη, παραξενεμένη από τη συμπεριφορά της Ελοντί. «Είπε ότι ήρθε να σε ειδοποιήσει.»

«Δεν ξέρω.» Η Ελοντί σηκώθηκε από το τραπέζι. «Και πρέπει τώρα να πάω να δω τι ζημιές έχει ο Γρύπας – κι έχω και κάτι άλλες δουλειές.» Έσφιξε τον ώμο της Λούσης, που ήταν ακόμα καθισμένη. «Έλα μαζί μου.»

«Καλύτερα θα–»

«Έλα μαζί μου, Λούση,» επέμεινε η Ελοντί, και η Λούση σηκώθηκε απ’το τραπέζι και την ακολούθησε.

Απομακρύνθηκαν μέσα στο χωριό του ράλι, εξαφανίστηκαν από τα μάτια του Ζορδάμη, της Καλλιόπης, και του Βινάρη.

«Κάτι κρύβει,» είπε η Καλλιόπη.

«Σώπα,» είπε η Ζορδάμης, «με σοκάρεις.»

Η Καλλιόπη τον αγριοκοίταξε.

«Δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς έγινε,» είπε ο Βινάρης.

«Αυτός ο Αργύριος,» εξήγησε ο Ζορδάμης, «πρέπει να ξέρει περισσότερα για τους απρόσωπους ληστές και γι’αυτό το εξωδιαστασιακό φίδι, αλλά δεν το λέει. Δεν έμεινε καν για να μιλήσει στους διοργανωτές. Αμέσως χάθηκε, ο δαιμονισμένος.»

«Και ούτε εμείς σκεφτήκαμε να τον αναφέρουμε στους διοργανωτές,» παρατήρησε η Καλλιόπη, συνοφρυωμένη.

«Ναι,» συμφώνησε ο Ζορδάμης. Τον είχε, πράγματι, για κάποιο λόγο, ξεχάσει τελείως εκείνη τη στιγμή. Παράξενο, ίσως, τώρα που το συλλογιζόταν… Το είπε στην Καλλιόπη.

«Ακριβώς,» αποκρίθηκε εκείνη. «Κι εγώ τον ξέχασα τελείως.»

«Νομίζω,» καθάρισε έντονα τον λαιμό του ο Βινάρης, «πως κι εμένα κάποιοι μ’έχουν ξεχάσει τελείως. Τι έγινε, Ραλίστα, θα μου πεις;»

Ο Ζορδάμης, όμως, κοίταζε χαμηλά καθώς παρατηρούσε ότι η Κλεισμένη είχε πάλι εξαφανιστεί. Δεν ήταν πουθενά γύρω τους ή κάτω απ’το τραπέζι.

Δέκα-Πέντε
Το Πρώτο Θηρίο

Οι κρυσταλλωμένοι έβγαλαν τα αγωνιστικά οχήματα από μια μεριά των λόφων που ήταν σχετικά βατή για τροχοφόρα και την οποία είχαν ανακαλύψει από πριν και προετοιμάσει κόβοντας δέντρα και θάμνους. Οι αιχμάλωτοι ραλίστες και οι συνοδηγοί τους βρίσκονταν μέσα στα οχήματα, δεμένοι. Οι κρυσταλλωμένοι, όμως, δεν είχαν καταφέρει να τους πιάσουν όλους· ορισμένους είχαν αναγκαστεί να τους σκοτώσουν, ή είχαν σκοτωθεί κατά λάθος. Αυτούς τούς είχαν αφήσει πίσω, στο σημείο της ενέδρας.

Διέσχιζαν τώρα τα εδάφη βόρεια των δασωμένων λοφότοπων, κατευθυνόμενοι προς τον καταυλισμό τους, όπου βρίσκονταν κι άλλα οχήματα και εξοπλισμοί, όταν είδαν έναν γρυποκαβαλάρη στον ουρανό από πάνω τους, να φτερουγίζει κατασκοπεύοντάς τους. Ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ ήταν που έστρεψε πρώτος τα γυαλιστερά μάτια του προς τον γρύπα, και μιλώντας στην εξωδιαστασιακή γλώσσα του ειδοποίησε τον Απελευθερωτή, που ήταν ο μόνος που μπορούσε να την καταλάβει.

Ο Απελευθερωτής φώναξε, από το παράθυρο του οχήματος που οδηγούσε, να σταματήσουν. Και τα οχήματα σταμάτησαν γύρω από το πελώριο φίδι και το γιγάντιο έντομο.

Ο Εμίλ πετάχτηκε έξω από ένα τροχοφόρο κι έβγαλε ένα διαπεραστικό κρώξιμο από τον λαιμό του – ένα κρώξιμο που θύμιζε τη φωνή γρύπα. Οι άλλοι κρυσταλλωμένοι είδαν ένα σύμβολο να σχηματίζεται μέσα στην κρυσταλλική δομή του γρύπα που πετούσε από πάνω τους, κι ένα παρόμοιο σύμβολο να σχηματίζεται μέσα στην κρυσταλλική δομή του σαμάνου. Και τα δύο σύμβολα πάλλονταν με τον ίδιο ρυθμό, σαν να τα χτυπούσε ο ίδιος ήχος.

Η Μάγισσα παρατηρούσε τον σαμάνο με ενδιαφέρον, καθισμένη πίσω από τον Απελευθερωτή. Ακόμα προσπαθούσε να καταλάβει πώς ο Εμίλ μπορούσε να χρησιμοποιεί τη μαγεία του Κρυστάλλου μ’αυτό τον τρόπο. Πρέπει ν’ανακαλύψω το μυστικό του! Όταν εκείνος είχε προσπαθήσει να της εξηγήσει, η Μάγισσα δεν είχε καταλάβει τίποτα. Ακόμα και τώρα, μετά την κρυσταλλική μεταμόρφωσή τους, υπήρχαν μεγάλες διαφορές ανάμεσα σε μια μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών κι έναν σαμάνο που είχε βγει από τα δάση της Σεργήλης.

Ο γρύπας, φτεροκοπώντας, προσγειώθηκε αντίκρυ στα σταματημένα οχήματα. Ο καβαλάρης του έδειχνε νάχει πανικοβληθεί. Τράβηξε ένα πιστόλι από τη ζώνη του–

–και δέχτηκε αμέσως τρεις τουφεκιές από τους κρυσταλλωμένους, πέφτοντας στη γη.

Ο σαμάνος εξακολουθούσε να κρατά τον γρύπα υπό τον έλεγχό του, ήρεμο. Το ζώο δεν κινήθηκε από τη θέση του καθώς ο αναβάτης του πέθαινε. Μέσα στην κρυσταλλική του δομή, το μυστηριακό σύμβολο παλλόταν έντονα.

Ο σαμάνος πλησίασε τον γρύπα κι άγγιξε το κεφάλι του με το ένα χέρι.

Με το άλλο χέρι, έκανε νόημα στον Ζορκολ’ζορκά’αβάθ να πλησιάσει. Να κεντρίσει.

Το έντομο ήρθε αμέσως και κάρφωσε τον γρύπα στα πλευρά. Το θηρίο έκρωξε, φτεροκοπώντας. Αλλά ο σαμάνος κατόρθωσε πάλι να το κρατήσει υπό έλεγχο: τα σύμβολα μέσα στις κρυσταλλικές δομές τους πάλλονταν συγχρονισμένα, σαν να ήταν μία καρδιά που αντανακλάτο σε δύο καθρέφτες. Ο γρύπας έπεσε στη γη, σπαρταρώντας, σφαδάζοντας, χτυπώντας τα πόδια του, την ουρά του, τα φτερά του, μανιασμένα· μετά, όμως, γαλήνεψε: έμεινε ξαπλωμένος, ανασαίνοντας βαριά, με τις φτερούγες του απλωμένες. Και ο Κρύσταλλος άρχισε, σταδιακά, να τον καλύπτει. Ώσπου τον είχε σκεπάσει ολόκληρο. Τον είχε κάνει έναν από αυτούς.

Ο κρυσταλλικός γρύπας ορθώθηκε, κρώζοντας δυνατά. Ανοίγοντας τις φτερούγες του κι αντανακλώντας δυνατά το φως του ήλιου. Εκθαμβωτικά.

Αυτό ήταν το πρώτο ζώο που είχαν καταφέρει να κρυσταλλοποιήσουν. Κανένα άλλο ζώο δεν είχε ποτέ δεχτεί τον Κρύσταλλο εντός του. Όταν ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ τα τσιμπούσε, τα σώματά τους κομματιάζονταν.

Ο γρύπας γονάτισε πλάι στον σαμάνο, και ο Εμίλ τον καβάλησε.

Ο Απελευθερωτής πλησιάζοντας ρώτησε: «Μπορείς να το ξανακάνεις αυτό; Μπορείς να βοηθήσεις κι άλλα ζώα να γίνουν σαν εμάς;»

«Ίσως,» αποκρίθηκε μόνο ο Εμίλ, και μετά ο γρύπας τον ύψωσε στον ουρανό – κάτι που, στα μάτια κανονικών ανθρώπων, θα έμοιαζε εξωπραγματικό. Η κρυσταλλική υφή που κάλυπτε το θηρίο θα έμοιαζε πολύ βαριά ώστε αυτό να μπορέσει να σηκωθεί στον αέρα. Οι κρυσταλλωμένοι, όμως, που έβλεπαν την κρυσταλλική δομή των όντων δεν παραξενεύονταν καθόλου που ο καινούργιος τους αδελφός πετούσε.

Ο Απελευθερωτής είπε, μεγαλόφωνα: «Πάμε! Προτού συγκεντρωθούν κι άλλοι εδώ πέρα!»

Δέκα-Έξι
Συμπτωματική Συμμαχία

«Ποιος είναι, τελικά, αυτός ο Αργύριος, Ελοντί;» ρώτησε η Λούση καθώς οι δυο τους βάδιζαν μέσα στο χωριό του ράλι, προς τα εκεί όπου είχαν αφήσει τον Γρύπα των Δρόμων. «Από πού τον ξέρεις;»

«Τον ξέρω,» αποκρίθηκε μόνο εκείνη, αόριστα, σαν να σκεφτόταν τελείως άλλα πράγματα. Ο χειμερινός αέρας που κατάφερνε να γλιστρήσει ανάμεσα στα πρόχειρα οικήματα του χωριού κι ανάμεσα στον κόσμο έκανε τα τώρα λυτά κόκκινα μαλλιά της να ανεμίζουν γύρω από το κεφάλι της, νωπά από τον ιδρώτα. Το κράνος της το κρατούσε παραμάσχαλα, τα σκούρα γυαλιά της ήταν ακόμα στο πρόσωπό της.

«Από πού, Ελοντί;» επέμεινε η Λούση.

«Από παλιά.»

«Αυτό δε λέει τίποτα–»

«Μα τους θεούς, έχει σημασία από πού τον ξέρω;» έκανε απότομα η Ελοντί, ενοχλημένη από τη συνοδηγό της. Ούτε εγώ δεν ξέρω από πού τον ξέρω, πρόσθεσε νοερά. Από ένα τραπουλόχαρτο, ίσως!

«Ο Ζορδάμης έχει δίκιο,» είπε η Λούση. «Η εμφάνιση αυτού του τύπου είναι πολύ παράξενη. Κατ’ αρχήν, δεν καταλαβαίνω πώς γνώριζε για τους απρόσωπους ληστές – ποτέ δεν μας το εξήγησε. Και τώρα, πού είναι; Εξαφανίστηκε! Αλλά και ο τρόπος με τον οποίο ήρθε να μας ειδοποιήσει… Μας πέταξε μια τράπουλα – μια τράπουλα, Ελοντί! – πάνω στο μπροστινό τζάμι! Μπορούσαμε να σκοτωθούμε! Δεν υπήρχε κανένας καλύτερος τρόπος για να μας προειδοποιήσει; Ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι καλά στα μυαλά του· και σ’το λέω αυτό ως ψυχίατρος. Αν ήθελες εσύ να σταματήσεις ένα όχημα, θα του πετούσες–;»

«Αρκετά!» τη διέκοψε, εκνευρισμένα, η Ελοντί. «Δε χρειάζομαι ψυχανάλυση του Αργύριου. Αλλά θα ήθελα να τον βρω ξανά…» πρόσθεσε, μιλώντας πάλι σαν να σκεφτόταν άλλα πράγματα, καθώς οι δυο τους πλησίαζαν το σημείο στη νοτιοδυτική μεριά του χωριού όπου είχαν αφήσει το όχημά τους. Κανένας δεν του έδινε πολλή σημασία τώρα, αν και αρκετός κόσμος ήταν συγκεντρωμένος τριγύρω, κι ένας μισθοφόρος φρουρός στεκόταν παράμερα, καπνίζοντας, μοιάζοντας βαριεστημένος. Ένα μακρύ πιστόλι κι ένα ξιφίδιο κρέμονταν από τη ζώνη του.

Καθώς η Ελοντί και η Λούση έφταναν κοντά στο αγωνιστικό όχημα, μια γυναίκα τις πλησίασε λέγοντας πως ήταν σταλμένη από τους διοργανωτές και πως οι διοργανωτές ήθελαν να πληροφορήσουν την κυρία Αλλόγνωμη ότι θα αναλάμβαναν όλες τις επισκευές του οχήματός της. Ήταν δική τους ευθύνη η φύλαξη του ράλι και ζητούσαν συγνώμη που δεν τα είχαν καταφέρει όπως έπρεπε.

Η Ελοντί ευχαρίστησε τη γυναίκα κι εκείνη αποχώρησε, αφού της έδωσε έναν τηλεπικοινωνιακό κώδικα για να επικοινωνήσει με ανθρώπους των χορηγών που θα αναλάμβαναν τα πάντα σχετικά με τις επισκευές του οχήματός της.

Καθώς η γυναίκα των διοργανωτών απομακρυνόταν, μια άλλη γυναίκα πλησίασε την Ελοντί: κατάλευκη στο δέρμα και καστανή, με μαλλιά που έπεφταν λυτά στους ώμους της.

«Χρυσόχαρη,» είπε η Ελοντί, χαμογελώντας. Είχε, φυσικά, αμέσως αναγνωρίσει την ξαδέλφη της, παρότι ήταν μια ξαδέλφη την οποία είχε πρόσφατα ανακαλύψει. Μέχρι πρότινος δεν γνώριζε αν ήταν νεκρή ή ζωντανή. Ο πατέρας της Χρυσόχαρης ήταν αδελφός της μητέρας της Ελοντί, και δεν ήθελε να έχει σχέσεις με την αδελφή του τον καιρό που οι πράκτορες της Παντοκράτειρας κυνηγούσαν τις ιέρειες της Αρτάλης. Δεν ήθελε να μπλέξει τον εαυτό του και την οικογένειά του μαζί τους. Και η Ελοντί τον καταλάβαινε απόλυτα: εκείνα τα χρόνια, οι πράκτορες της Παντοκράτειρας ήταν ο φόβος κι ο τρόμος στη Σεργήλη – το μάτι που παρατηρεί τα πάντα, το χέρι που τιμωρεί, το όπλο που σκοτώνει, το κρυφό στόμα που με τον ύπουλο λόγο του υποτάσσει.

Η Χρυσόχαρη τής επέστρεψε το χαμόγελο. «Τι κάνεις, Ελοντί;» Την πλησίασε και αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν γρήγορα στα μάγουλα. «Είσαι καλά; Άκουσα πως έγινε… κάποια επίθεση.»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Ελοντί, «μια πολύ παράξενη επίθεση. Εσύ ήσουν εδώ, στο χωριό του ράλι, από πριν;»

«Ναι.»

«Γιατί δεν ήρθες να μου μιλήσεις;»

Η Χρυσόχαρη ανασήκωσε τους ώμους. «Θα ερχόμουν μετά – τώρα, δηλαδή, όταν επιστρέφατε από τον αγώνα. Υπέθεσα ότι πριν θα είχες δουλειές.»

«Δεν είχα και τόσες πολλές δουλειές,» είπε η Ελοντί.

«Ποιοι ήταν αυτοί πού–; Αλήθεια, δεν μου λες, ήταν μαζί σου κι ένας άντρας όταν βγήκες από το όχημά σου, έτσι; Εννοώ όταν ήρθες εδώ. Ένας άντρας που δεν είναι ραλίστας, γιατί τον άλλο τον ξέρω – είναι ο Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος, φυσικά. Και το λένε και στο χωριό, εξάλλου, όλοι τώρα, ότι ήρθες μαζί με τον Λιγνόρρυγχο και τη συνοδηγό του. Αλλά ήταν μαζί κι ένας άλλος άντρας. Πού τον βρήκες αυτόν; Είναι γνωστός μου.»

Η Ελοντί συνοφρυώθηκε. «Γνωστός σου;» Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι μιλούσε για τον Αργύριο, τον Μπαλαντέρ της Λόρκης.

«Ναι. Δηλαδή, όχι πολύ γνωστός μου· εδώ τον γνώρισα, στη Θακέρκοβ, στο πανδοχείο Καλοδεχούμενος· είχε έρθει κι αυτός για το ράλι. Αλλά μετά εξαφανίστηκε πολύ περίεργα – και δεν ξέρω αν έφταιγα εγώ. Δηλαδή, αποκλείεται να έφταιγα! Αργύριο τον λένε. Εσύ πού τον βρήκες, Ελοντί;»

«Στο δρόμο.»

«Στο δρόμο;»

«Λίγο προτού μας επιτεθούν οι ληστές–»

«Αυτοί οι άνθρωποι με τα κράνη και το εξωδιαστασιακό τέρας μαζί τους;»

«Ναι, αυτοί.» Αλλά δεν φορούσαν κράνη. Δεν μπορεί αυτά να ήταν κράνη. Ο κόσμος, όμως, στο χωριό του ράλι φυσικό ήταν να πιστεύει κάτι τέτοιο. Τι άλλο να πιστέψει; Ούτε εγώ δεν ξέρω τι να πιστέψω. Δεν ήταν κράνη, πάντως. Σίγουρα.

«Και τι ήθελε εκεί ο Αργύριος;» ρώτησε η Χρυσόχαρη.

«Είχε έρθει να μας ειδοποιήσει,» πετάχτηκε η Λούση. «Και το έκανε εκτοξ–»

«Είχε έρθει να μας ειδοποιήσει,» τη διέκοψε η Ελοντί, «για τον κίνδυνο.»

«Γι’αυτό βιαζόταν, λοιπόν;…» μουρμούρισε η Χρυσόχαρη σαν να μονολογούσε, κοιτάζοντας προς στιγμή το έδαφος ανάμεσα στα πόδια της και στα πόδια της Ελοντί.

«Σου είχε πει κάτι; Ξέρεις πού είναι τώρα;»

Η Χρυσόχαρη ύψωσε ξανά το βλέμμα της. «Όχι, τώρα δεν ξέρω πού είναι. Για λίγο μόνο τον είδα, όταν ήρθατε, και μετά εξαφανίστηκε πάλι, σαν να ήθελε να με αποφύγει! Βασικά, αναρωτιόμουν μήπως εσύ ήξερες πού είναι.»

Η Ελοντί είπε: «Δεν ξέρω πού είναι. Τον ψάχνω. Θα ήθελα να του μιλήσω. Είπες ότι τον συνάντησες στον Καλοδεχούμενο

«Ναι, ένα πανδοχείο στις Μάντρες. Εκεί μέναμε κι οι δύο.»

«Σου είχε πει τίποτα για τους ληστές που μας επιτέθηκαν; Είχε κάποιες υποψίες;»

Η Χρυσόχαρη κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Χτες του εξηγούσα πώς να βάζει στοιχήματα στο ράλι. Δε μου είπε για ληστές, ούτε για κανέναν κίνδυνο γενικά. Αλλά σήμερα το πρωί – πολύ πρωί, δηλαδή· χαράματα – ξύπνησα και τον είδα να παίζει ένα παιχνίδι με τραπουλόχαρτα στο πάτωμα του δωματίου μας–»

«Του δωματίου σας;» είπε η Λούση. «Είστε…;»

«Όχι!» έκανε αμέσως η Χρυσόχαρη. «Δηλαδή, ίσως. Ναι. Λίγο. Τώρα, δηλαδή, που γνωριστήκαμε στο πανδοχείο. Δεν ήταν τίποτα που θα κρατούσε, ούτως ή άλλως–»

«Πες μου τι είδες το πρωί,» την προέτρεψε η Ελοντί.

Και η Χρυσόχαρη τής είπε για τα αινιγματικά λόγια του Αργύριου και για την παράξενη εξαφάνισή του – «λες κι εγώ έκανα κάτι και τον πείραξα! Αλλά δεν μπορώ να φανταστώ τι. Δε νομίζω πως έκανα τίποτα.»

«Ούτε εγώ νομίζω πως έκανες τίποτα,» της είπε η Λούση. «Αυτός είναι, σίγουρα, περίεργος.»

Υπέροχα, σκέφτηκε η Ελοντί· η Χρυσόχαρη βρήκε ψυχίατρο και η Λούση πελάτισσα. «Θα επιστρέψει τώρα στο πανδοχείο; Στον Καλοδεχούμενο;» ρώτησε την ξαδέλφη της.

«Δεν ξέρω, Ελοντί. Ίσως.»

*

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης είχε φύγει από το χωριό του ράλι και περιπλανιόταν, για κάποια ώρα, τυχαία μέσα στη Θακέρκοβ: πρώτα, στις Μάντρες (αλλά χωρίς να πάει στον Καλοδεχούμενο)· μετά, αφού διέσχισε τη Μακριά Λεωφόρο, στο Χωνευτήρι· και τώρα, έχοντας φτάσει στην Εφτάπυλη (έναν δρόμο κάθετο σε σχέση με τη Μακριά Λεωφόρο), βάδιζε προς τον Παλιάτσο. Δεν ήξερε πού ακριβώς πήγαινε, δεν είχε κατά νου κανέναν συγκεκριμένο προορισμό. Ήταν μπερδεμένος. Ζητούσε καθοδήγηση. Προσπαθούσε να κατανοήσει γιατί είχε οδηγηθεί εδώ, σ’ετούτο το μέρος, στην Ελοντί Αλλόγνωμη, σ’αυτούς τους απρόσωπους ανθρώπους και στο κρυσταλλικό φίδι. Τι σήμαιναν όλα αυτά; Σήμαιναν κάτι, ή θα αποδεικνύονταν ως ακόμα ένα από τα άλυτα μυστήρια της ζωής του;

Οι περίεργες συμπτώσεις, όμως, ήταν πολλές και πολύ πυκνή η συχνότητά τους για να είναι κάτι το ασήμαντο. Ο Αργύριος αισθανόταν πως βρισκόταν εδώ για κάποιον συγκεκριμένο λόγο. Επιπλέον, η παρουσία των απρόσωπων ανθρώπων δεν μπορεί γενικά, για τη Σεργήλη, να ήταν ασήμαντη. Από πού είχαν έρθει αυτοί οι άνθρωποι; Πώς είχαν παρουσιαστεί εδώ; Και τι ήταν εκείνο το πελώριο φίδι μαζί τους; Υπήρχε κάποια συγγένεια μεταξύ τους; Κάποια συνάφεια; Διότι η κρυσταλλική υφή του φιδιού έμοιαζε με τη θολούρα που κάλυπτε τα κεφάλια τους. Η μόνη διαφορά ήταν ότι τα γυαλιστερά μάτια του ερπετού φαίνονταν, ενώ τα δικά τους όχι.

Ο Αργύριος έφερε στο μυαλό του τα τρία φύλλα της τράπουλας που του είχαν αποκαλυφτεί προτού έρθει στη Θακέρκοβ. Το Δώδεκα των Πόλεων, το Τρία της Απάτης, ο Δείκτης των Μυστηρίων. Ίσως γι’αυτούς να μιλούσαν – για τους απρόσωπους ανθρώπους.

Ο Δείκτης των Μυστηρίων… Ναι, σίγουρα κάποια καινούργια, ακατάληπτη δύναμη. Τι άλλο;

Το Δώδεκα των Πόλεων… Ήταν εξαπλωμένοι κι αλλού στη Σεργήλη; Πόσοι τέτοιοι, απρόσωποι, κρυσταλλωμένοι άνθρωποι υπήρχαν; Και πόσα πελώρια φίδια; Και τι άλλα παρόμοια πλάσματα, ίσως;

Το Τρία της Απάτης… Κρυβόταν κάποια μοχθηρή συνωμοσία πίσω απ’ όλα αυτά; Αδύνατον ο Αργύριος να υποθέσει ακόμα.

Και τώρα είχε χάσει και την Τράπουλα της Πανούργου Κυράς. Την είχε πετάξει καταπάνω στο όχημα της Ελοντί, για να το σταματήσει. Και η τακτική του, παρότι έμοιαζε τρελή, είχε πιάσει. Η Ελοντί είχε σταματήσει αμέσως, σαν να είχε αναγνωρίσει κάποιο σημάδι. Και μετά, όταν του είχε μιλήσει, έμοιαζε να τον περιμένει, να ξέρει ότι θα ερχόταν.

Τι ήταν η Ελοντί Αλλόγνωμη; Ήταν κρυφή ιέρεια της Λόρκης; Είχε δυνάμεις παρόμοιες με τις δικές του; Ήταν κι εκείνη… μπαλαντέρ, όπως στο όνειρό του;

Θα την ξαναδώ· είμαι σίγουρος πως θα την ξαναδώ.

Τώρα, όμως, χρειαζόταν να αγοράσει μια καινούργια Τράπουλα της Πανούργου Κυράς. Γι’αυτό είχε τελικά έρθει στη Θακέρκοβ, συνειδητοποίησε. Ναι, αυτό ήθελε. Μια καινούργια τράπουλα.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν σε τούτη την πόλη, και ήξερε πού μπορούσε να πάει για να προμηθευτεί τράπουλα, αλλά ξαφνικά στάθηκε ακίνητος καθώς μια γάτα πέρασε τρέχοντας από δίπλα του. Μια γάτα που του θύμιζε εκείνη τη γάτα του Ζορδάμη Λιγνόρρυγχου, την Κλεισμένη.

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης την ακολούθησε, και συμπέρανε πως δεν του θύμιζε απλώς την Κλεισμένη· ήταν όντως αυτή. Τον είχε ακολουθήσει ώς εδώ; Παράξενο ζώο, δίχως αμφιβολία. Οι κινήσεις του είχαν κάτι το… μη συνηθισμένο. Κάτι απροσδιόριστο, που ο Μπαλαντέρ της Λόρκης, ωστόσο, μπορούσε να διακρίνει.

Βαδίζοντας στο κατόπι της γοργοπόδαρης γάτας, διασχίζοντας πεζόδρομους όπου αρκετός κόσμος περνούσε, έφτασε τελικά στις σκάλες που οδηγούσαν κάτω, στον σταθμό του Υπόγειου Σιδηρόδρομου. Η Κλεισμένη εδώ σταμάτησε, νιαουρίζοντας και κουνώντας την ουρά της, γυρίζοντας το κεφάλι της για να κοιτάξει τον Αργύριο.

Εκείνος δεν άργησε καθόλου να καταλάβει τι συνέβαινε. Στο παγκάκι πλάι στις σκάλες του Υπόγειου ήταν παρατημένο ένα χάρτινο ποτήρι με ελάχιστο καφέ, μια μισοφαγωμένη τυρόπιτα την οποία τώρα δύο πουλιά τσιμπολογούσαν, και μια μαύρη δερμάτινη θήκη που το πιθανότερο ήταν να περιείχε τράπουλα.

Τράπουλα της Πανούργου Κυράς;

Η Κλεισμένη πήδησε πάνω στο παγκάκι, πηγαίνοντας μάλλον για τα πουλιά, τα οποία όμως αμέσως φτερούγισαν φεύγοντας, μαθημένα να αντιμετωπίζουν τους αίλουρους των πόλεων. Η Κλεισμένη γρύλισε τσαντισμένα.

Ο Αργύριος πήρε τη μαύρη θήκη στα χέρια του κι επάνω στο δέρμα της είδε πως ήταν αποτυπωμένο ένα σημάδι της Λόρκης αρκετά γνωστό στον υπόκοσμο. Άνοιξε τη θήκη και τράβηξε έξω την τράπουλα. Ήταν, πράγματι, η Τράπουλα της Πανούργου Κυράς. Ο Αργύριος μέτρησε τα φύλλα, κοιτάζοντάς τα ένα προς ένα.

Κανένα δεν έλειπε. Και κανείς δεν φαινόταν να έρχεται για να πάρει την τράπουλα από το παγκάκι. Οπότε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης την έκρυψε μέσα στην κάπα του και έφυγε.

Η Κλεισμένη τον ακολούθησε.

«Δε θα σε ψάχνει εσένα ο αφέντης σου;» τη ρώτησε, αν και ήξερε ότι οι γάτες δεν είχαν αφέντες σε καμία περίπτωση.

Η Κλεισμένη τον αγνόησε, βαδίζοντας πλάι του συνεχώς σαν πνεύμα σταλμένο από την Κυρά της Τύχης.

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης περπάτησε για λίγο ακόμα μέσα στους δρόμους της Θακέρκοβ, καταλήγοντας από τον Παλιάτσο στον Γαιοδόμο, μια πολύ καλύτερη συνοικία. Οι αστικοί θόρυβοι ήταν έντονοι ολόγυρά του, καθώς πλέον είχε έρθει το μεσημέρι. Βαβούρα επικρατούσε παντού: μεταλλικοί τροχοί οχημάτων πάνω στο οδόστρωμα· μηχανές· ποδοβολητά περαστικών και αλόγων· ομιλίες, ομιλίες, φωνές, ομιλίες· το φτεροκόπημα κανενός γρυποκαβαλάρη αερομεταφορέα ανάμεσα από τις ψηλές πολυκατοικίες.

Μια κοπέλα – μικρότερη από είκοσι-πέντε χρονών, σίγουρα – κατάλευκη στο δέρμα, με κοντά ξανθά μαλλιά και ντυμένη ταξιδιωτικά, καθόταν κουλουριασμένη κάτω από μια σκάλα, στην αρχή ενός σοκακιού, και έκλαιγε. Στο χέρι της κρατούσε ένα ζευγάρι γυαλιά.

Ο Αργύριος την πλησίασε. Δεν του έμοιαζε για αλήτισσα. Δεν του έμοιαζε για κάποια γυναίκα των συμμοριών της Θακέρκοβ. Εξάλλου, στον Γαιοδόμο δεν υπήρχαν συμμορίες, απ’ό,τι ήξερε. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε. «Μπορώ να βοηθήσω;»

«Μου πήραν την τσάντα μου!» είπε η κοπέλα, σκουπίζοντας δάκρυα με την ανάστροφη του χεριού της. «Και είχα μέσα όλα μου τα πράγματα και τα λεφτά. Και κανένας δεν δίνει σημασία. Δεν είμαι από τη Θακέρκοβ, κύριε. Δεν έχω πού να πάω.»

«Πού σε έκλεψαν; Εδώ, στον Γαιοδόμο;»

Η κοπέλα ένευσε. «Πέρασε ένας και μου άρπαξε την τσάντα απ’τον ώμο, σπάζοντας τα λουριά. Έκανα να τον κυνηγήσω αλλά με κλότσησε στο πόδι κι έπεσα. Και φώναζα ‘κλέφτης’ μα κανένας δεν έδινε σημασία. Κι όταν δυο χωροφύλακες παρουσιάστηκαν, είπαν πως θα τον ακολουθήσουν και μετά εξαφανίστηκαν και δεν τους ξαναείδα, και… δεν έχω πού να πάω. Και δεν έχω λεφτά.» Αφού σκούπισε κι άλλα δάκρυα από το πρόσωπό της, φόρεσε τα γυαλιά που κρατούσε. «Είστε ο πρώτος άνθρωπος που μου έδωσε σημασία εδώ. Τι μέρος είν’ αυτό;»

«Δεν έχεις ξανάρθει στη Θακέρκοβ, ε;»

Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Μένεις μακριά από εδώ; Πού μένεις;» τη ρώτησε ο Αργύριος.

«Μπορώ να πάρω πλοίο και να γυρίσω όπως ήρθα, αλλά δεν έχω λεφτά.»

Ο Αργύριος έβγαλε τρία χαρτονομίσματα από το πορτοφόλι του και της τα έδωσε.

Η κοπέλα τον κοίταζε χάσκοντας.

«Σου φτάνουν για να κλείσεις εισιτήριο και να επιστρέψεις;» τη ρώτησε.

«Ναι,» είπε η κοπέλα καθώς πεταγόταν όρθια. «Σας ευχαριστώ, κύριε! Η Μεγάλη Αρτάλη να σας έχει καλά.»

Ο Αργύριος χαμογέλασε μέσα απ’την κουκούλα της κάπας του. «Να προσέχεις.»

Η κοπέλα έκρυψε τα λεφτά μέσα στα ρούχα της. «Θα προσέχω,» είπε. «Σας ευχαριστώ.» Κι έφυγε, βαδίζοντας γρήγορα προς τις αποβάθρες του ποταμού Κάλμωθ.

«Δεν είναι να πετάς έτσι τα λεφτά σου, φίλε.»

Ο Αργύριος στράφηκε για να δει έναν γαλανόδερμο άντρα που στεκόταν παραδίπλα με μια διπλωμένη εφημερίδα στα χέρια. Ήταν μεγαλόσωμος και φορούσε καπέλο.

«Αυτή ήταν κλέφτρα, μάλλον,» συνέχισε να λέει. «Τα κάνουν κάτι τέτοια. Σου κλαίγονται και σου βουτάνε τους ήλιους. Για ταξιδιώτης μού μοιάζεις – θάπρεπε να προσέχεις πιο πολύ.»

Η Κλεισμένη γρύλισε προς το μέρος του. Ο Αργύριος τον αγνόησε, αρχίζοντας να βαδίζει. «Ορίστε!» τον άκουσε να λέει πίσω του. «Γι’αυτό καλά κάνουν που μας κλέβουν. Και μετά περιμένεις ποτέ να φτιάξουν τα πράγματα σ’αυτή την πόλη… Γεμίσαμε….» Τα υπόλοιπα λόγια του τα κατάπιαν οι θόρυβοι της μεγαλούπολης καθώς ο Μπαλαντέρ της Λόρκης απομακρυνόταν.

Μην έχοντας τι άλλο να κάνει εδώ, και μη νομίζοντας πως θα του δινόταν καμια απάντηση τώρα, ανέβηκε σ’ένα μακρόστενο επιβατηγό όχημα μαζί με άλλο κόσμο και κατέβηκε σε μια στάση στο Χωνευτήρι. Η Κλεισμένη δεν είχε ανεβεί μαζί του στο όχημα, αλλά όταν βγήκε από αυτό τη βρήκε να τον περιμένει πλάι στη στάση. Το γεγονός δεν τον εξέπληξε.

Ο Αργύριος βάδισε ώς τις Μάντρες, με την παράξενη γάτα πλάι του, κι έφτασε κοντά στον Καλοδεχούμενο. Πήγε προς τον στάβλο, όπου είχε αφήσει τον Ανεμοπόδη, για να δει πώς ήταν το γέρικο άλογο που δεν έμοιαζε και τόσο γέρικο παρότι θα έπρεπε να μοιάζει.

Προτού μπει στον στάβλο, όμως, κάποιος– κάποια ήρθε από δίπλα.

«Γεια,» είπε η Ελοντί.

«Γεια,» αποκρίθηκε ο Αργύριος, καθόλου ξαφνιασμένος που την ξανάβρισκε στον δρόμο του.

Η Ελοντί κοίταξε την Κλεισμένη, συνοφρυωμένη. «Αυτή δεν είναι η γάτα του Ζορδάμη;»

«Αυτή είναι. Μ’ακολουθεί. Δεν ξέρω γιατί.» Ανασήκωσε τους ώμους.

Η Ελοντί χαμογέλασε, σαν να ήξερε γιατί. «Δε θυμάσαι, δηλαδή, που συναντηθήκαμε οι τέσσερις μας;»

«Συγνώμη;»

«Πάμε να καθίσουμε μέσα, στην τραπεζαρία;» πρότεινε η Ελοντί.

«Να ρίξω, πρώτα, μια ματιά στο άλογό μου;»

Η Ελοντί δεν διαφώνησε, έτσι μπήκαν στον στάβλο, ο Αργύριος έριξε μια ματιά στον Ανεμοπόδη, είδε πως όλα ήταν εντάξει, και μετά πήγαν στην τραπεζαρία του πανδοχείου, όπου κάθισαν σ’ένα από τα τραπέζια και παράγγειλαν μεσημεριανό και δύο ποτήρια μπίρα.

«Συνάντησα τη Χρυσόχαρη,» τον πληροφόρησε η Ελοντί. «Αυτή μού είπε ότι μένεις στον Καλοδεχούμενο.»

«Δεν είναι εδώ τώρα;»

«Την άφησα στο χωριό του ράλι μαζί με τη Λούση, τη συνοδηγό μου. Η Λούση θα φροντίσει να γίνουν κάποιες επισκευές στο όχημά μου, και η Χρυσόχαρη κι εκείνη φαίνεται να τα πηγαίνουν καλά – μιλούσαν. Μάλλον θα φάνε εκεί.»

Ο Αργύριος έφαγε μια πιρουνιά από τα χόρτα του και μια πιρουνιά από τις τηγανητές πατάτες με σάλτσα ντομάτα. Ήπιε μια γουλιά μπίρα. Πεινούσε. Όλες αυτές οι περιπέτειες από το πρωί, σήμερα….

Η Ελοντί τον ρώτησε: «Γνωρίζεις, μήπως, μια κυρία που μου μοιάζει αλλά το δέρμα της είναι από τη δεξιά μεριά μαύρο/κόκκινο καρό κι από την αριστερή μεριά χρυσό/κόκκινο καρό; Τα μαλλιά της είναι κατάλευκα.»

«Η μπαλαντέρ…»

«Δεν εννοώ, όμως, το χαρτί της τράπουλας…»

«Ναι, ούτε εγώ εννοώ το χαρτί της τράπουλας.»

«Πού τη συνάντησες, τότε;»

«Θα με πίστευες αν σου απαντούσα ‘μέσα σ’ένα όνειρο’;»

Η Ελοντί χαμογέλασε. «Ακριβώς αυτή την απάντηση περίμενα ν’ακούσω.» Και βλέποντας πως είχαν αρχίσει να συνεννοούνται οι δυο τους έκοψε τη γεμιστή μελιτζάνα της και έφαγε μια πιρουνιά. Ήταν νόστιμη, αν και όχι από τις καλύτερες που είχε γευτεί στη ζωή της.

«Είσαι ιέρεια της Λόρκης,» είπε ο Αργύριος, και δεν ήταν ερώτηση.

«Το ίδιο υπέθετα κι εγώ για σένα,» αποκρίθηκε η Ελοντί. «Ότι είσαι ιερέας της Λόρκης. Αλλά, όχι, εγώ δεν είμαι ιέρεια, και σίγουρα όχι της Λόρκης.» Χαμογέλασε ξανά. «Η μητέρα μου είναι ιέρεια της Αρτάλης, και κάποτε, πριν από πολλά χρόνια, ήμουν δόκιμη. Αλλά δεν μου ταίριαζε η ζωή ιέρειας.»

«Η υπόθεση γίνεται ολοένα και πιο παράξενη, Ελοντί. Ούτε εγώ είμαι ιερέας της Λόρκης.»

«Μου είπες ότι είσαι ο Μπαλαντέρ της Λόρκης…»

«Ναι. Αλλά δεν είμαι ιερέας.»

Η Ελοντί τον ατένισε συνοφρυωμένη.

«Όταν ήμουν νεαρός, και όχι γέρος όπως τώρα που με βλέπεις–»

«Δεν είσαι και τόσο γέρος· ή, αν είσαι, δεν φαίνεσαι.»

«–ήθελα να γίνω ιερέας της Λόρκης. Ένας άλλος ιερέας, λοιπόν, που είμαι βέβαιος ότι ακόμα κι εσύ θα τον αποκαλούσες γέρο, μου ζήτησε να περάσω από κάποιες δοκιμασίες: κι από αυτές τις δοκιμασίες έγινε φανερό ότι, τελικά, η μοίρα μου δεν ήταν να γίνω ιερέας αλλά να είμαι ο Μπαλαντέρ της Λόρκης.»

«Που τι σημαίνει, ακριβώς;»

«Σημαίνει ότι βλέπω όνειρα με μυστήριες γυναίκες που έχουν καρό δέρμα. Σημαίνει ότι όλη μου τη ζωή συναντώ παράξενες συμπτώσεις που με καθοδηγούν–»

«Παράξενες συμπτώσεις;»

«Ναι.»

Η Ελοντί είπε: «Συναντώ κι εγώ παράξενες συμπτώσεις. Αλλά… τις περισσότερες φορές νομίζω ότι η ίδια τις δημιουργώ.»

Ο Αργύριος την κοίταξε ερωτηματικά, έχοντας ξαφνικά ξεχάσει το φαγητό του. Ήταν δυνατόν η Ελοντί να ήταν κάτι σαν εκείνον; Κάποιου άλλου είδους μπαλαντέρ; Ο Αργύριος δεν είχε ποτέ συναντήσει κανέναν που να του μοιάζει. Θεωρούσε πια ότι ήταν μοναδικός επάνω στη Σεργήλη: κι αυτό δεν μπορούσε ν’αποφασίσει αν ήταν κατάρα ή ευλογία ή τίποτα από τα δύο. Μάλλον, τίποτα από τα δύο. Απλά, ήταν ό,τι ήταν.

«Τις δημιουργείς; Πώς;»

Η Ελοντί τού είπε: «Ξέρεις τι σημαίνει ‘Ιερομύστης της Σεργήλης’;»

«Ναι, το έχω ξανακούσει. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι με διάφορες… δυνάμεις, οι οποίες αποκαλύπτονται σε συγκεκριμένες στιγμές και υπό συγκεκριμένες συνθήκες.»

«Γνωρίζεις, λοιπόν.»

«Έχω συναντήσει Ιερομύστες. Προσπαθείς να μου πεις ότι είσαι Ιερομύστης, Ελοντί;»

«Ναι. Και οι δικές μου δυνάμεις αποκαλύπτονται όταν τρέχω μέσα σε όχημα, πολύ, πολύ γρήγορα.»

Ο Αργύριος ήπιε μια γουλιά από τη μπίρα του, παρατηρώντας την. «Ιδανικό για ραλίστρια.»

«Αυτό ήταν που με οδήγησε να γίνω ραλίστρια. Αισθανόμουν μια έλξη προς την ταχύτητα, όπως παλιότερα αισθανόμουν μια έλξη προς το τραγούδι.»

«Αποκαλύπτονται οι δυνάμεις σου και όταν τραγουδάς;»

Η Ελοντί κούνησε το κεφάλι. «Όχι.» Κι έφαγε λίγο ακόμα από το φαγητό της. Μετά είπε: «Δεν ξέρεις ότι συναντηθήκαμε οι τέσσερις μας μέσα στο όχημά μου, καθώς ερχόμασταν προς τη Θακέρκοβ, έτσι; Ότι συναντηθήκαμε μέσα σ’ένα όνειρο, θα μπορούσες να πεις.»

«Εξήγησέ μου.»

Η Ελοντί τού μίλησε για τη συνάντησή της με τη μπαλαντέρ, εκείνον (μέσω του χαρτιού της τράπουλας), και την Κλεισμένη.

«Ίσως γι’αυτό η γάτα να με ακολουθεί,» είπε ο Αργύριος.

«Πολύ πιθανόν. Πού έχει πάει τώρα;»

Κοίταξαν κάτω απ’το τραπέζι τους και γύρω από αυτό. Δεν την είδαν πουθενά. Είχε εξαφανιστεί.

«Κάτι μού λέει ότι θα την ξαναδούμε,» είπε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης.

«Σίγουρα.» Η Ελοντί ήπιε μια γουλιά από τη μπίρα της. «Το όνομά σου είναι πράγματι Αργύριος;»

«Ναι.»

«Τι ξέρεις για τους απρόσωπους ανθρώπους και για το πελώριο φίδι τους;»

«Τίποτα, ουσιαστικά. Η Λόρκη με καθοδήγησε εδώ. Εκείνη, επίσης, με προειδοποίησε γι’αυτούς. Μέσω της τράπουλας. Της Τράπουλας της Πανούργου Κυράς–»

«Αυτή που πέταξες καταπάνω μου;»

«Ναι. Και τώρα έχω άλλη.» Ο Αργύριος έβγαλε τη μαύρη θήκη μέσα από την κάπα του. «Τη βρήκα πάνω σ’ένα παγκάκι πλάι στις σκάλες του σταθμού του Υπόγειου Σιδηρόδρομου, στον Παλιάτσο. Η Κλεισμένη, βασικά, με οδήγησε εκεί.»

«Στην τράπουλα;»

«Ναι.»

Η Ελοντί γέλασε. «Είσαι πιο περίεργος άνθρωπος από εμένα! Ή ίσως απλά να σου συμβαίνουν πολύ περίεργα πράγματα.»

«Δεν είναι το ίδιο, κατά βάθος;»

«Μπορεί.»

«Το γεγονός, επίσης, ότι έχουμε συναντηθεί δεν είναι τυχαίο,» της είπε ο Αργύριος, και της μίλησε για τα όνειρά του στα οποία παρουσιαζόταν η Ελοντί: μια φορά πάνω σε σκηνή, τραγουδώντας· μια φορά οδηγώντας έναν μηχανικό γρύπα· και μια φορά ενώ είχε δέρμα μαύρο/κόκκινο καρό από τη μια και χρυσό/κόκκινο καρό από την άλλη.

«Αν δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι έχουμε συναντηθεί,» είπε η Ελοντί, «τότε γιατί είμαστε εδώ; Για να αντιμετωπίσουμε τους απρόσωπους ανθρώπους; Δε μπορούν αυτό να το κάνουν κάποιοι μισθοφόροι καλύτερα από εμάς;»

Ο Αργύριος έμεινε αμίλητος για κάποια ώρα, σκεπτικός, καθώς έτρωγε μικρές μπουκιές από τα χόρτα και τις πατάτες με σάλτσα ντομάτα.

Η Ελοντί είπε, τελικά: «Αναρωτιέμαι αν οι μισθοφόροι που έστειλαν οι χορηγοί του αγώνα θα βρουν τους ραλίστες. Αν θα τους σώσουν από τα χέρια των κακοποιών.» Μετά, όμως, θυμήθηκε κάτι άλλο. Κάτι που της είχε αναφέρει η μπαλαντέρ της. Κάτι που εκείνη είχε ξεχάσει ώς τώρα να αναφέρει στον Αργύριο.

Εσύ δεν είδες τον αδελφό σου πιο πριν, όμως εκείνος είδε εσένα. Και νομίζω ότι σε αναγνώρισε, είχε πει η μπαλαντέρ.

Η Ελοντί είπε: «Ένας Ιερομύστης είναι μαζί τους.»

Ο Αργύριος ξαφνιάστηκε από τα λόγια της, καθώς ακούγονταν τελείως ασύνδετα σε σχέση με τα προηγούμενα. «Τι;»

«Η μπαλαντέρ μού το είπε. Ένας Ιερομύστης είναι μαζί με τους απρόσωπους, και μάλλον με είδε και με αναγνώρισε – ως Ιερομύστη, υποθέτω – την ώρα που πήδησα πάνω από τα άλλα οχήματα και τους κορμούς των δέντρων.»

«Εκείνο το άλμα το έκανες χρησιμοποιώντας τις μυστηριακές δυνάμεις σου;»

«Φυσικά. Τέτοιο άλμα δεν γίνεται υπό φυσιολογικές συνθήκες, Αργύριε.» Και τόνισε ξανά: «Ένας Ιερομύστης είναι μαζί με τους απρόσωπους.»

«Ίσως γι’αυτό να είναι σημαντικό που έχουμε συναντηθεί,» υπέθεσε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης, και ήπιε μια γουλιά από τη μπίρα του.

«Σου συμβαίνουν συχνά τέτοια πράγματα; Εννοώ, τόσο μυστηριώδη.»

«Εσένα δεν σου συμβαίνουν;»

«Όχι και πολύ συχνά.»

«Για εμένα είναι καθημερινότητα,» της είπε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης. «Αν και όχι, βεβαία, κάτι σαν τους κρυσταλλωμένους.»

«Κρυσταλλωμένους;»

«Αυτό που τους καλύπτει είναι σαν κρύσταλλος. Είναι όπως αυτό που καλύπτει το γιγάντιο φίδι.»

«Πράγματι,» συμφώνησε η Ελοντί καθώς έφερνε στο μυαλό της τις όψεις τους, που δεν τις είχε δει για πολύ. «Πράγματι.»

Δέκα-Εφτά
Ένας Μάγος Έρχεται

Δεν κάθισαν να πάρουν μεσημεριανό στο χωριό του ράλι. Τα φαγητά που προσφέρονταν εκεί ήταν πρόχειρα, και εκείνοι ήθελαν κάτι καλύτερο τώρα. Η Καλλιόπη ήταν που πρώτη πρότεινε να φύγουν, και οι δύο άντρες δεν δίστασαν να συμφωνήσουν. Αν και ο Ζορδάμης αναρωτιόταν πού να είχε πάει η Κλεισμένη. Μέχρι να βγούμε από το χωριό και να μπούμε στην πόλη θα είναι πάλι δίπλα μας, είπε στον εαυτό του. Αλλά όταν μπήκαν στις Μάντρες, ανατολικά από το χωριό του ράλι, η υπερδιαστασιακή γάτα ακόμα δεν είχε εμφανιστεί. Και ο Ζορδάμης ανησύχησε.

«Πάω πίσω να ψάξω για την Κλεισμένη,» είπε στην Καλλιόπη και στον Βινάρη. «Θα σας συναντήσω στο ξενοδοχείο.» Δεν είχαν ακόμα αποφασίσει σε ποιο εστιατόριο θα έτρωγαν.

«Θα μας βρει μόνη της, Ζορδάμη,» είπε η Καλλιόπη.

Αλλά εκείνος κούνησε το κεφάλι. Αισθανόταν δεμένος με την Κλεισμένη ύστερα από τόσα που είχαν περάσει μαζί, και, παρότι ήξερε για τις υπερφυσικές ιδιότητές της, φοβόταν να την εγκαταλείψει. Ειδικά με όσα συνέβαιναν εδώ. Λογικά, βέβαια, δεν πρέπει να υπήρχε κανένας κίνδυνος στο χωριό του ράλι, αλλά και πάλι… «Όχι,» επέμεινε. «Θα πάω να ρίξω μια ματιά.»

«Θα έρθω, τότε, μαζί σου.»

«Κι εγώ,» πρόσθεσε ο Βινάρης.

Ακολούθησαν τον Ραλίστα πίσω στο χωριό κι άρχισαν να τριγυρίζουν ανάμεσα στον κόσμο και στα πρόχειρα οικήματα. Ρωτούσαν, κάθε τόσο, μήπως κάποιος είχε δει μια γάτα – αρκετά μεγάλη με τρίχωμα μαύρο και γκρίζες ραβδώσεις. Κανένας, όμως, δεν την είχε δει. Ούτε συνάντησαν την Κλεισμένη πουθενά.

«Δε μ’αρέσει αυτό,» είπε ο Ζορδάμης, στεναχωρημένος. «Δε μ’αρέσει καθόλου.»

Η Καλλιόπη γέλασε και του έσφιξε το χέρι, περνώντας τα δάχτυλά της ανάμεσα στα δικά του. «Μην ανησυχείς, ανόητε! Γάτα είναι. Έτσι κάνουν οι γάτες.»

Αλλά ο Ζορδάμης εξακολουθούσε να είναι προβληματισμένος. Αυτή δεν ήταν μια οποιαδήποτε γάτα· ήταν η Κλεισμένη. «Τέλος πάντων. Πάμε στο… Πού θα πάμε να φάμε;»

«Πάμε στον Γαιοδόμο,» πρότεινε ο Βινάρης, «και βλέπουμε.»

«Ναι, πάμε.»

Όταν ήταν στις Μάντρες, μίσθωσαν ένα ιδιωτικό επιβατηγό όχημα το οποίο τους μετέφερε γρήγορα στον Γαιοδόμο. Εκεί, περιπλανήθηκαν για λίγο στους δρόμους συζητώντας αναμεταξύ τους για την ενέδρα των απρόσωπων, για εκείνο το πελώριο φίδι, και γι’αυτόν τον μυστηριώδη άνθρωπο, τον Αργύριο. Κάτι πολύ ύποπτο συνέβαινε εδώ, συμφωνούσαν κι οι τρεις. Αλλά ήταν δυνατόν η Ελοντί και ο Αργύριος να είχαν πληροφορίες και να τις έκρυβαν; Γιατί;

Ο Ζορδάμης σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις διασυνδέσεις του με τη Σιδηρά Δυναστεία για να μάθει, ίσως, περισσότερα. Όμως δεν ανέφερε τίποτα, φυσικά, γιατί ήταν μπροστά η Καλλιόπη· και η Καλλιόπη δεν χρειαζόταν να μπλέξει με τη Δυναστεία.

Κάθισαν τελικά σ’ένα εστιατόριο που ονομαζόταν Γίγας και εκεί πήραν το μεσημεριανό τους. Και ο Ζορδάμης τώρα σκεφτόταν πως, αν ήταν να χρησιμοποιήσει τις διασυνδέσεις του με τη Σιδηρά Δυναστεία, έπρεπε να το κάνει για δύο λόγους: Πρώτον, για να πάρει πληροφορίες γι’αυτόν τον Αργύριο, ει δυνατόν. Δεύτερον, για να μάθει αν είχαν παρουσιαστεί και πουθενά αλλού οι απρόσωποι ληστές. Γιατί δεν μπορεί απλά να εμφανίστηκαν εδώ. Από πού είχαν έρθει; Και οι μορφές τους ήταν τέτοιες που αποκλείεται να τους είχαν ξεχάσει όποιοι τους είχαν δει.

Ο Ζορδάμης ανυπομονούσε να τελειώσουν το γεύμα τους και να επιστρέψουν στα δωμάτιά τους ώστε να μιλήσει μόνος με τον Βινάρη. Όσο ήταν η Καλλιόπη παρούσα, δεν μπορούσε να πει τίποτα για τη Δυναστεία.

Συγχρόνως, εξακολουθούσε ν’ανησυχεί για την Κλεισμένη. Και εν μέρει ήλπιζε ότι, επιστρέφοντας στο δίκλινο δωμάτιο στον Περίοικο, θα την έβρισκε να τον περιμένει.

Δεν τη βρήκε, όμως. Όταν, μετά το φαγητό, πήγε εκεί μαζί με τον Βινάρη (και η Καλλιόπη πήγε στο δικό της δωμάτιο), δεν είδε πουθενά την υπερδιαστασιακή γάτα. Πού έχεις χαθεί; σκέφτηκε. Πού; Ποτέ άλλοτε δεν είχε εξαφανιστεί τόσο περίεργα. Όλα αυτά τα χρόνια ήταν πάντα κάπου κοντά στον Ζορδάμη – τον οποίο πρέπει να θεωρούσε σωτήρα της από τότε που την είχε βγάλει από εκείνο το μπαούλο· ή, τουλάχιστον, τον συμπαθούσε πάρα πολύ. Παλιότερα, πριν από τον γάμο του με την Αστερόπη, ο Ζορδάμης έλεγε, εν μέρει αστειευόμενος, ότι η Κλεισμένη ήταν η μέχρι στιγμής πιο σταθερή του σχέση.

Τώρα, όμως, δεν είπε τίποτα στον Βινάρη για τη γάτα. Του είπε ότι σκεφτόταν να χρησιμοποιήσουν τους συνδέσμους τους μέσα στην οικογένεια για να πάρουν πληροφορίες για την υπόθεση των απρόσωπων ληστών.

Ο Βινάρης, έχοντας βγάλει τις μπότες και τα περισσότερα ρούχα του, ετοιμαζόταν να μπει στο μπάνιο. «Δε διαφωνώ,» αποκρίθηκε. «Κι εμένα μού έχει κινήσει την περιέργεια τούτη η ιστορία. Και καταλαβαίνω ότι πρέπει νάσαι τσαντισμένος που έχασες έτσι το όχημά σου.»

«Δεν το έχασα ακόμα,» τόνισε ο Ζορδάμης. «Μπορεί οι μισθοφόροι των χορηγών να το βρουν μαζί με τα υπόλοιπα οχήματα και τους υπόλοιπους ραλίστες.» Το είχε ξαναπεί αυτό όσο έτρωγαν· δεν ήταν η πρώτη φορά που το έλεγε.

«Ναι, μπορεί,» απάντησε ο Βινάρης (όπως είχε απαντήσει και όσο έτρωγαν), μη μοιάζοντας και τόσο αισιόδοξος σχετικά με το θέμα. «Όπως και νάχει, πάντως, εδώ, στη Θακέρκοβ, εσύ ξέρεις τους συγγενείς μας καλύτερα απ’ό,τι εγώ. Τα μέρη μου είναι μακριά.»

Ναι, δεν υπήρχε αμφιβολία γι’αυτό. Η Ύγκρας και οι έρημοι της Σεργήλης απείχαν πάνω από χίλια χιλιόμετρα από τη Θακέρκοβ, προς τα νότια και τα δυτικά.

Ο Βινάρης μπήκε στο μπάνιο ενώ ο Ζορδάμης καθόταν επάνω στο κρεβάτι του και κάπνιζε, συλλογισμένος. Ακούγοντας το νερό του ντους ν’αρχίζει να τρέχει, άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του και έκανε μερικές κλήσεις σε συνδέσμους της Δυναστείας.

*

Η Ελοντί, αφού έφαγε με τον Αργύριο, του είπε ότι τώρα θα πήγαινε στον Περίοικο, το ξενοδοχείο όπου είχε κλείσει δωμάτιο. «Μπορείς, όμως, να με ειδοποιήσεις όποτε θέλεις.» Του έδωσε τον τηλεπικοινωνιακό κώδικα του δωματίου καθώς και τον κώδικα του τηλεπικοινωνιακού πομπού της. «Αυτή η επικοινωνία είναι πιο άμεση και πιο σίγουρη από τα όνειρα,» πρόσθεσε υπομειδιώντας.

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης τής επέστρεψε το μειδίαμα, και τη χαιρέτησε μ’ένα νεύμα. «Θα τα ξαναπούμε, Ελοντί. Σίγουρα.»

Η Ελοντί έφυγε από τον Καλοδεχούμενο, βάδισε ώς το Χωνευτήρι, απέναντι από τις Μάντρες, και εκεί ανέβηκε σ’ένα δημόσιο επιβατηγό όχημα μαζί με άλλο κόσμο, για να κατεβεί τελικά σε μια στάση στον Γαιοδόμο και να διανύσει μια μικρή απόσταση με τα πόδια ώς τον Περίοικο. Καθώς έμπαινε στο ξενοδοχείο, δημοσιογράφοι τής χίμησαν ρωτώντας και ρωτώντας και ρωτώντας. Εκείνη ούτε που μπορούσε να καταλάβει τις ερωτήσεις τους έτσι όπως έκαναν. Πρέπει, πάντως, να είχαν μάθει γι’αυτό που είχε συμβεί στον αγώνα, δεν υπήρχε αμφιβολία. Η Ελοντί τούς απομάκρυνε όσο πιο ευγενικά μπορούσε, ανοίγοντας ένα μονοπάτι ανάμεσά τους το οποίο την οδήγησε μπροστά από την πόρτα ενός ανελκυστήρα. Πάτησε το κουμπί που τον καλούσε και, όταν ήταν κάτω, μπήκε στον θάλαμο ενώ συγχρόνως είχε τα χέρια της υψωμένα και προτεταμένα για να απομακρύνει τους δημοσιογράφους, επαναλαμβάνοντας γι’ακόμα μια φορά Δεν έχω τίποτα να πω. Δεν έχω τίποτα να σας πω. Όχι τώρα. Αργότερα.

Ο ανελκυστήρας την ανέβασε στον όροφο όπου βρισκόταν το δωμάτιό της, και η Ελοντί βάδισε ώς την πόρτα του, την ξεκλείδωσε, μπήκε–

Κάποιος ήταν καθισμένος οκλαδόν επάνω στο κρεβάτι της. Ένας άντρας με γαλανό δέρμα, ψαρά μαλλιά, ψαρά μούσια. Γκρίζα, όμορφα, γοητευτικά γυαλιστερά μάτια, που δεν είχαν αλλάξει καθόλου από τότε που τον είχε γνωρίσει.

Ο μάγος χαμογέλασε πλατιά, βλέποντας την έκφρασή της.

«Φίλιππε!» γέλασε η Ελοντί. «Τι κάνεις εδώ, Φίλιππε;» Και, κλείνοντας την πόρτα πίσω της, πήγε στο κρεβάτι και κάθισε στην άκρη.

«Σου κάνω έκπληξη,» αποκρίθηκε εκείνος, και τεντώθηκε για να τη φιλήσει, πιάνοντας το σαγόνι της με το ένα χέρι και τον ώμο της με το άλλο. Μετά, τη ρώτησε χαριτολογώντας: «Νίκησες, να υποθέσω; Βγήκες πρώτη; Ή ήσουν απρόσεχτη ραλίστρια και ήρθες δεύτερη;»

«Φίλιππε…» είπε η Ελοντί, ακόμα λιγάκι ξέπνοη από το φιλί του. «Δεν… δεν άκουσες;»

Συνοφρυώθηκε διακρίνοντας την ταραχή της. «Τι ν’ακούσω;»

«Ο αγώνας… δεν εξελίχτηκε όπως κανένας μας περίμενε. Παραλίγο να σκοτωθούμε, βασικά.»

«Τι εννοείς; Όχι, δεν το άκουσα. Ήρθα πριν από αρκετή ώρα, κι απλά καθόμουν εδώ. Σε περίμενα.»

«Αλήθεια, πώς μπήκες; Δωροδόκησες τους υπαλλήλους του ξενοδοχείου;»

«Μου φαίνεται καλό ξενοδοχείο· ελπίζω οι υπάλληλοί του να μην δωροδοκούνται τόσο εύκολα,» είπε ο Φίλιππος’χοκ. «Χρησιμοποίησα Ξόρκι Ξεκλειδώματος. Και είχα πολύ καιρό να το χρησιμοποιήσω. Πάρα πολύ καιρό. Σχεδόν από τότε που ήμασταν στην Επανάσταση. Δεν περίμενα ότι θα κόντευα να το ξεχάσω.» Έμοιαζε δυσαρεστημένος με τον εαυτό του. «Δυσκολεύτηκα αρκετά με την κλειδαριά.»

«Και το δωμάτιό μου πώς ήξερες ότι ήταν αυτό εδώ;»

«Το έμαθα από τους δημοσιογράφους,» γέλασε ο Φίλιππος.

Το βλέμμα της αγρίεψε. «Και οι δημοσιογράφοι από πού το έμαθαν;»

«Δεν ρώτησα. Αλλά δεν μπορείς να μαντέψεις;»

«Τελικά, οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου δεν είναι και τόσο υπεράνω δωροδοκίας,» συμπέρανε η Ελοντί.

«Μέχρι ενός σημείου, όμως, υποθέτω· δε θα μ’έβαζαν και μέσα στο δωμάτιό σου. Αλλά πες μου, τι έγινε στον αγώνα; Σοβαρολογείς ότι παραλίγο να σκοτωθείτε;»

Η Ελοντί κατένευσε, και μετά του διηγήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί. Του είπε ακόμα και για τον Μπαλαντέρ της Λόρκης – τα πάντα για τον Μπαλαντέρ της Λόρκης – επειδή ο Φίλιππος’χοκ γνώριζε ότι η Ελοντί ήταν Ιερομύστης, γνώριζε για τις υπερφυσικές της δυνάμεις που είχαν πρωτοπαρουσιαστεί στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης.

«Δεν έχω ξανακούσει για τέτοιου είδους πλάσματα,» της είπε όταν εκείνη τελείωσε. «Πουθενά δεν έχω ξανακούσει για τέτοιου είδους πλάσματα…» Έμοιαζε σκεπτικός, κοιτάζοντας τα πόδια του που ήταν ακόμα σταυρωμένα οκλαδόν επάνω στο στρώμα του κρεβατιού. «Με κρυσταλλική υφή να τα καλύπτει…» μουρμούρισε σαν να μονολογούσε. Και μετά ύψωσε πάλι το βλέμμα του, ατενίζοντας την Ελοντί. «Ούτε στο Κρυσταλλικό Πεδίο δεν έχω ακούσει για τέτοια πλάσματα.»

Η Ελοντί συνοφρυώθηκε. «Στο Κρυσταλλικό Πεδίο; Αυτό που λένε ότι βρίσκεται βορειοδυτικά της Νέσριβεκ;»

«Ναι,» είπε ο Φίλιππος’χοκ. «Είναι ένα πέρας της διάστασής μας: εκεί η Σεργήλη τελειώνει. Τα πάντα γίνονται μια παράξενη κρυσταλλική μάζα. Μερικοί μάγοι πηγαίνουν σ’αυτό το μέρος για διάφορους λόγους. Μάγοι του τάγματος των Ερευνητών, κυρίως.» Ανασήκωσε τους ώμους. Ο Φίλιππος ήταν του τάγματος των Διαλογιστών: και, όπως είχε εξηγήσει στην Ελοντί, αυτό σήμαινε πως ασχολείτο πολύ περισσότερο με τις ιδιότητες του μυαλού και της νόησης.

«Νομίζεις ότι οι κρυσταλλωμένοι άνθρωποι μπορεί να ήρθαν από το Κρυσταλλικό Πεδίο;»

Ο Φίλιππος’χοκ κούνησε το κεφάλι. «Μάλλον όχι. Τίποτα ζωντανό δεν υπάρχει στο Κρυσταλλικό Πεδίο, Ελοντί. Αν πέσεις εκεί, πεθαίνεις· γίνεσαι κρύσταλλος· δεν σε καλύπτει απλά κάτι που κρύβει το πρόσωπό σου.»

«Από πού μπορεί να ήρθαν, λοιπόν; Από άλλη διάσταση; Αν αυτό που μου είπε η μπαλαντέρ είναι σωστό, έχουν έναν Ιερομύστη μαζί τους· και ο Ιερομύστης αποκλείεται να ήρθε από άλλη διάσταση. Οι δυνάμεις των Ιερομυστών λειτουργούν μόνο μέσα στη Σεργήλη. Το ξέρω εκ πείρας. Ακόμα και σε ενδοδιάσταση αν μπεις, οι δυνάμεις σου παρεμποδίζονται, και αισθάνεσαι πολύ άσχημα.»

«…Ναι,» είπε συλλογισμένα ο Φίλιππος’χοκ. Αναστέναξε. «Πρέπει να ερευνηθεί το θέμα, σίγουρα. Αλλά…» Και την κοίταξε ευθέως ξανά. «Νομίζεις ότι εσύ πρέπει να το ερευνήσεις;»

«Ο Αργύριος είπε….» Δεν ολοκλήρωσε τη φράση της, συλλογισμένη κι εκείνη.

«Νομίζει ότι πρέπει εσείς οι δυο να το ερευνήσετε;»

«Δεν ξέρω,» είπε η Ελοντί. «Αλλά, αν ένας Ιερομύστης είναι μπλεγμένος με τους κρυσταλλωμένους ανθρώπους… Δεν ξέρω.» Ήταν μπερδεμένη. Πολύ μπερδεμένη. Αν και κάπου βαθιά μέσα της πίστευε (για κάποιο λόγο) ότι σύντομα τα πράγματα θα ξεδιαλύνονταν. «Έχω την περιέργεια να δω τι θα βρουν οι μισθοφόροι που έστειλαν οι χορηγοί για να αναζητήσουν τους άλλους ραλίστες. Ελπίζω να τους σώσουν… αν και το αμφιβάλλω. Φοβάμαι ότι οι κρυσταλλωμένοι θα τους έχουν εξαφανίσει, μαζί με τα οχήματά τους.» Και αλλάζοντας θέμα ρώτησε τον Φίλιππο: «Δεν έχεις φάει μεσημεριανό, ε;»

«Όχι. Περίμενα να επιστρέψεις για να γιορτάσουμε. Δεν υπολόγιζα ότι θα ερχόσουν τίποτα λιγότερο από δεύτερη.» Χαμογέλασε.

«Πώς το αποφάσισες, αλήθεια, να κατεβείς από το βουνό σου και νάρθεις σε αγώνα δρόμου;» τον πείραξε.

Ο Φίλιππος’χοκ γέλασε. «Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχομαι σε αγώνα!»

«Σοβαρά;» έκανε η Ελοντί, μορφάζοντας κωμικά και κοιτάζοντας προς τα δίπλα. «Δε θυμάμαι τίποτα.»

«Δεν είσαι καλή ψεύτρα. Καθόλου καλή,» είπε ο Φίλιππος, κι έκανε να την τραβήξει στην αγκαλιά του, γέρνοντας για να φιλήσει τον λαιμό της.

Η Ελοντί τον απομάκρυνε ήπια και σηκώθηκε ευέλικτα από την άκρη του κρεβατιού. «Θα κάνω ένα μπάνιο, πρώτα. Κι εσύ είσαι νηστικός από το πρωί, απ’ό,τι κατάλαβα!»

Ο Φίλιππος μειδίασε. «Δεν είσαι η μαμά μου.»

«Δε θέλεις να φας τίποτα;»

«Θέλω, αλλά το φαγητό μου σκοπεύει να μπει στο μπάνιο.»

Η Ελοντί γέλασε. «Έλα κι εσύ στο μπάνιο, τότε.» Και, βγάζοντας τα ρούχα της προκλητικά, το ένα μετά το άλλο, πήγε προς την πόρτα του λουτρού.

Μετά από λίγο, το νερό κυλούσε ζεστό επάνω στα γυμνά σώματά τους που γυάλιζαν από τις σαπουνάδες. Η Ελοντί ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα μέσα στην πέτρινη λεκάνη, με το κεφάλι της ριγμένο πίσω και τα μάτια της κλειστά, ενώ τα λευκόδερμα πόδια της ήταν ανεβασμένα στους γαλανόδερμους ώμους του Φίλιππου, σταυρωμένα στον αστράγαλο επάνω στην πλάτη του· κι εκείνος είχε το κεφάλι του κατεβασμένο ανάμεσα στους μηρούς της, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του με τρόπο που την τρέλαινε, την έκανε σχεδόν να έχει την Αίσθηση – αν και αυτή ήταν μια τελείως διαφορετική αίσθηση. Η Ελοντί βρισκόταν στα όριά της, πλησίαζε να εκραγεί, όταν ένα βίαιο κουδούνισμα αντήχησε μέσα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου.

Το κουδούνισμα του επικοινωνιακού δίαυλου.

«Γαμήσου!…» αναστέναξε η Ελοντί, νιώθοντας σαν κάποιος να είχε σαμποτάρει τη μηχανή του οχήματός της επάνω που είχε αρχίσει να πιάνει καλές ταχύτητες.

Το κουδούνισμα συνεχίστηκε.

«Μη σταματάς,» είπε στον Φίλιππο, αλλά εκείνος δεν ήταν της ίδιας γνώμης: «Μπορεί νάχει σχέση μ’αυτό που συνέβη στον αγώνα,» της είπε. «Καλύτερα να δεις ποιος είναι.»

«Είσαι πολύ κακός άνθρωπος.» Η Ελοντί πήρε τα πόδια της από τους ώμους του και, με κάποια δυσκολία, καθώς γλιστρούσε, βγήκε από τη λεκάνη με το ζεστό σαπουνόνερο.

Χωρίς να ρίξει τίποτα επάνω της, έφυγε από το λουτρό και ο Φίλιππος, επίσης γυμνός, την ακολούθησε.

Η Ελοντί άνοιξε τον δίαυλο με το πάτημα ενός κουμπιού, λέγοντας: «Ναι;» Και άκουσαν κι οι δυο τους τη φωνή της Λούσης: «Ελοντί; Επέστρεψες; Και δεν με κάλεσες;»

«Νόμιζα ότι θα ήσουν ακόμα στο χωριό.»

«Περίεργη ακούγεσαι… Είσαι καλά; Τον βρήκες τον Αργύριο;»

«Ναι, και μιλήσαμε. Αλλά τώρα κοιμόμουν. Θέλεις κάτι συγκεκριμένο;»

«Ήθελα να σου πω ότι άφησα τον Γρύπα στο χωριό του ράλι–»

«Δε σου ζήτησα να μην τον αφήσεις; Δε σου ζήτησα να περιμένεις μέχρι να τον επισκευάσουν;»

«Δεν έκαναν τίποτα το σπουδαίο πια, Ελοντί. Μίλησα μαζί τους. Έπρεπε να βάλουν τα τζάμια τώρα. Και ήμουν κουρασμένη. Το ίδιο και η Χρυσόχαρη.»

«Πήγε στον Καλοδεχούμενο – το πανδοχείο στις Μάντρες;»

«Ναι. Βαδίσαμε μαζί ώς εκεί. Παράξενη αυτή η ξαδέλφη σου. Και δε μου είχες πει ότι είχες ξαδέλφη…»

«Δεν ξέρεις τα πάντα για εμένα και το οικογενειακό μου δέντρο, Λούση. Τέλος πάντων. Επειδή τώρα είμαι κουρασμένη και κοιμόμουν, θέλεις τίποτα σημαντικό ή όχι;»

«Απλώς ήθελα να μάθω τι έγινε με τον Αργύριο…»

«Θα σου πω το απόγευμα.»

Η Λούση δεν έφερε αντίρρηση, έτσι χαιρετήθηκαν και η τηλεπικοινωνία τερματίστηκε.

«Η νέα σου συνοδηγός;» είπε ο Φίλιππος.

«Δυστυχώς,» αποκρίθηκε η Ελοντί. Είχε αρχίσει να κρυώνει, γυμνή μέσα στο δωμάτιο, ύστερα από τη ζεστασιά στο μπάνιο.

Ο Φίλιππος μειδίασε. «Προτιμούσες τον Φοίνικα, ε;»

«Εννοείται.» Βάδισε προς το λουτρό κάνοντάς του νόημα να έρθει μαζί της. «Αφήσαμε το φαγητό μας στη μέση.»

Ο Φίλιππος, συνεχίζοντας να χαμογελά, την ακολούθησε.

Δέκα-Οκτώ
Επιχείρηση Διάσωσης

Οι μισθοφόροι πήγαν στο μέρος όπου είχε γίνει η επίθεση εναντίον των ραλιστών, μέσα στους δασωμένους λοφότοπους, σ’εκείνο το στενό, κακοτράχαλο μονοπάτι. Τα οχήματα που είχαν μαζί τους δεν ήταν καθόλου γρήγορα και καθόλου αγωνιστικά. Ήταν δύο ογκώδη τετράκυκλα με ψηλούς, μεταλλικούς, ατρακτοειδείς τροχούς και καλή θωράκιση. Πάνω από τους μισθοφόρους πετούσε ένα μικρό ελικόπτερο, για να κατοπτεύει την περιοχή. Βρισκόταν σε επικοινωνία με τους κάτω μέσω πομπού.

Οι πόρτες των δύο βαρέων οχημάτων άνοιξαν και οι περισσότεροι από τους μισθοφόρους πήδησαν έξω, βαστώντας όπλα στα χέρια (τουφέκια, πιστόλια, σπαθιά), ντυμένοι με αλεξίσφαιρους θώρακες και κράνη, παρότι δεν φαινόταν τώρα να υπάρχει κανένας κίνδυνος γύρω. Ούτε το ελικόπτερο είχε αναφέρει τίποτα ύποπτο.

Στο έδαφος βρίσκονταν ανθρώπινα πτώματα, κομμάτια από γυαλιά, κάλυκες, σφαίρες. Η αρχηγός των μισθοφόρων, κοιτάζοντας τις φωτογραφίες που της είχαν δώσει οι διοργανωτές του ράλι, συμπέρανε ότι μόνο πέντε από τα πτώματα ήταν ραλιστών και συνοδηγών τους. Τα υπόλοιπα ήταν άγνωστων ανθρώπων. Και κανένας δεν φορούσε κράνος από περίεργο κρύσταλλο που έκανε την όψη του να φαίνεται θολή.

Η αρχηγός πρόσταξε να βάλουν τα πτώματα σε σάκους και να τα φορτώσουν στο ένα από τα οχήματα. Οι μισθοφόροι υπάκουσαν, ενώ η ίδια και δύο άντρες άρχιζαν να εξετάζουν τα ίχνη στη γη· γιατί, αν ήταν να βρουν τους κακοποιούς, από αυτά μάλλον θα τους έβρισκαν. Τα πρώτα ίχνη που εντόπισαν ήταν, φυσικά, τα ίχνη των αγωνιστικών οχημάτων. Μετά, είδαν τα ίχνη ποδιών στις πλαγιές δεξιά κι αριστερά του μονοπατιού. Πολλών ποδιών. Και ανάμεσά τους ήταν τα ίχνη από κάτι που έμοιαζε με πελώριος σωλήνας. Αυτό το εξωδιαστασιακό φίδι που είχαν αναφέρει η Ελοντί Αλλόγνωμη και οι άλλοι…

Οι μισθοφόροι, όμως, δεν βρήκαν κορμούς πεσμένους μέσα στο μονοπάτι. Οι κακοποιοί πρέπει να τους είχαν βγάλει από εκεί ώστε να πάρουν τα αγωνιστικά οχήματα και να φύγουν. Τα ίχνη των τροχών συνεχίζονταν ευθεία.

Η αρχηγός πρόσταξε να τα ακολουθήσουν. Και τα ακολούθησαν, βαδίζοντας, με τα όπλα τους υψωμένα, σε ετοιμότητα, ενώ τα δύο βαριά οχήματα έρχονταν πίσω τους, κυλώντας τους μεγάλους τροχούς τους αργά, συνθλίβοντας πέτρες, ξύλα, χώμα, και απομεινάρια της συμπλοκής.

Μετά από λίγη ώρα έφτασαν σ’ένα σημείο όπου τα ίχνη έβγαιναν από το κακοτράχαλο μονοπάτι κι έστριβαν δεξιά, δυτικά, μπαίνοντας μέσα στους λόφους, εκεί όπου το έδαφος έμοιαζε να είναι αρκετά βατό και η βλάστηση καθαρισμένη από ανθρώπινα εργαλεία (σπαθιά πιθανώς, έκρινε η αρχηγός). Οι μισθοφόροι συνέχισαν να ακολουθούν τα ίχνη, ενώ τα βαριά οχήματά τους ακολουθούσαν αυτούς. Η αρχηγός ρώτησε, μέσω πομπού, το ελικόπτερο αν έβλεπε τίποτα, αλλά έλαβε αρνητική απάντηση.

Τα ίχνη έβγαιναν, τελικά, από την περιοχή των λόφων και έστριβαν βόρεια. Οι μισθοφόροι, φυσικά, τα ακολούθησαν πάλι, ενώ το μικρό αεροσκάφος κατόπτευε από πάνω τους, σπαθίζοντας τον αέρα με τον έλικά του. Η αρχηγός ύψωνε κάθε τόσο ένα ζευγάρι κιάλια και κοίταζε στον ορίζοντα. Σε κάποια στιγμή νόμισε πως είδε έναν άνθρωπο πεσμένο στο έδαφος. Πρόσταξε τους μισθοφόρους της να βιαστούν, και έτρεξαν ώς εκεί για να βρουν έναν νεκρό άντρα που, αν έκρινε κανείς από την ενδυμασία του, πρέπει να ήταν γρυποκαβαλάρης. Σφαίρες τον είχαν σκοτώσει. Σφαίρες από τουφέκια. Ο γρύπας του δεν φαινόταν πουθενά τριγύρω, νεκρός ή ζωντανός.

Αυτός μάλλον ήταν ο παρατηρητής που δεν είχε επιστρέψει ακόμα στους διοργανωτές του ράλι, συμπέρανε η αρχηγός.

Και συνέχισαν να ακολουθούν τα ίχνη των οχημάτων που τους οδηγούσαν βόρεια.

Σύντομα, μπήκαν στα δικά τους οχήματα γιατί είδαν ότι οι κακοποιοί είχαν πάει μακριά· δεν είχαν σταματήσει κάπου εδώ γύρω.

Οι μισθοφόροι, ταξιδεύοντας βόρεια, πέρασαν πάνω από τις ράγες του υπεραστικού σιδηρόδρομου ενώ το μεσημέρι είχε πια παρέλθει.

*

Οι κρυσταλλωμένοι κρύβονταν σ’ένα παλιό, εγκαταλειμμένο πανδοχείο καμια εικοσαριά χιλιόμετρα βόρεια από τις σιδηροδρομικές γραμμές που ένωναν τη Θακέρκοβ με την Άντχορκ. Το γκαράζ του πανδοχείου ήταν τώρα γεμάτο με αγωνιστικά οχήματα. Οι ραλίστες και οι συνοδηγοί τους που είχαν αιχμαλωτιστεί βρίσκονταν στην τραπεζαρία, αφοπλισμένοι, λυτοί, περιτριγυρισμένοι από παράξενους ανθρώπους με θολά πρόσωπα οι οποίοι, με την παρουσία τους μόνο, τους τρομοκρατούσαν. Οι κρυσταλλωμένοι διάβαζαν ξεκάθαρα τον φόβο των οδηγών και των συνοδηγών στην κρυσταλλική δομή τους. Όπως διάβαζαν εκεί και πολλά άλλα πράγματα: λεπτομέρειες εξωφρενικές για φυσιολογικούς ανθρώπους. Γνώριζαν πού είχε χτυπήσει ο καθένας – πού είχε μελανιάσει – αν είχε φάει πολύ ή όχι, αν κατουριόταν ή όχι, αν διψούσε ή όχι.

Ο Απελευθερωτής μίλησε στους αιχμαλώτους για το δώρο του Κρυστάλλου όπως θα μιλούσε ένας ιεροκήρυκας, με πάθος και φανατισμό. Τους είπε ότι ο μοναδικός λόγος που δεν ήταν νεκροί ήταν επειδή είχε επιλέξει να τους προσφέρει τούτη την ευλογία. Το μόνο που έπρεπε εκείνοι να κάνουν ήταν να αποδεχτούν μέσα τους τον Κρύσταλλο, και να υπερβούν την ανθρώπινη φύση, αλλιώς ο Κρύσταλλος θα τους κατέστρεφε. Η μεταμόρφωση αυτή, όμως, δεν θα γινόταν τώρα αμέσως, τους διαβεβαίωσε· θα τους έδινε χρόνο να συνηθίσουν στην ιδέα της αλλαγής, να καταλάβουν. Γιατί, αν δεν καταλάβαιναν, θα πανικοβάλλονταν από τον Κρύσταλλο, θα του αντιστέκονταν, κι αυτό θα σήμαινε τον θάνατό τους. Και ο Απελευθερωτής τούς εξήγησε πως δεν τους ήθελε νεκρούς· τους ήθελε ζωντανούς, και με το θείο δώρο του Κρυστάλλου να φορτίζει την ύπαρξή τους. Δεν θα πεινάτε, τους είπε. Δεν θα διψάτε. Δεν θα γερνάτε. Δεν θα αρρωσταίνετε, τους διαβεβαίωσε. Ακόμα και τα τραύματά σας θα θεραπεύονται πιο γρήγορα! Θα βλέπετε πράγματα που ποτέ σας δεν είχατε φανταστεί, τους υποσχέθηκε. Και, θέλοντας να τους εντυπωσιάσει, τους είπε λεπτομέρειες για μερικούς από αυτούς που κανονικά δεν θα μπορούσε – δεν θα ήταν δυνατόν – να ξέρει. Τους είπε πράγματα για το σώμα τους που ούτε εκείνοι ακόμα δεν ήξεραν. Είπε σε τρεις πού είχαν μελανιάσει ύστερα από τη συμπλοκή, κι όταν κοίταξαν τα σώματά τους στα συγκεκριμένα σημεία, διαπίστωσαν πως ο Απελευθερωτής είχε δίκιο.

Η κατήχησή του συνεχιζόταν μέσα στο απόγευμα, καθώς τα χρώματα της πλάσης είχαν σκουρύνει έξω από το πανδοχείο, όταν ο Εμίλ τον πλησίασε και του ανέφερε πως ο παρατηρητής του (το πουλί, δηλαδή, μέσα από τα μάτια του οποίου έβλεπε) είχε δει δύο βαριά οχήματα να έρχονται προς τα εδώ, καθώς κι ένα μικρό ελικόπτερο. Πράγμα το οποίο επιβεβαίωσαν και δύο κρυσταλλωμένοι που φυλούσαν σκοπιά – δύο από αυτούς που παλιά ήταν ληστές του Σαρντάνη.

«Ας τους καλωσορίσουμε,» είπε ο Απελευθερωτής, και πρόσταξε να δέσουν τους ραλίστες και τους συνοδηγούς τους. Εκείνοι διαμαρτυρήθηκαν, μα κανένας δεν τους έδωσε σημασία. Τους έδεσαν χειροπόδαρα σαν ζώα και τους βούλωσαν το στόμα με πανιά.

*

Μέσα στο σκοτεινιασμένο χειμερινό τοπίο, οι μισθοφόροι κατέβηκαν από τα δύο βαριά οχήματά τους και πλησίασαν το πανδοχείο όπου φαινόταν τα ίχνη να οδηγούν. Όλοι τους είχαν τουφέκια υψωμένα και ορισμένοι απ’ αυτούς φώτιζαν συγχρόνως με δυνατούς φακούς. Η αρχηγός, χρησιμοποιώντας τηλεβόα, διέταξε εκείνους που ήταν μες στο πανδοχείο να βγουν, να παραδοθούν.

Κανένας δεν αποκρίθηκε, και οι μισθοφόροι χωρίστηκαν: οι μισοί πήγαν προς το γκαράζ, οι άλλοι μισοί προς την κεντρική είσοδο του πανδοχείου που οδηγούσε στην τραπεζαρία.

Μέσα στο γκαράζ δεν υπήρχαν οχήματα (οι κρυσταλλωμένοι τα είχαν ήδη κρύψει πίσω από το πανδοχείο)· υπήρχε, όμως, ένα πελώριο κρυσταλλικό φίδι που διέγραφε παράξενες σπείρες με την ουρά του, μαγνητίζοντας αμέσως τα βλέμματα των μισθοφόρων παρότι ο Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος είχε προειδοποιήσει τους διοργανωτές για τις υπνωτικές ιδιότητες αυτού του πλάσματος και οι διοργανωτές είχαν προειδοποιήσει τους μισθοφόρους. Οι μισθοφόροι κοίταζαν τώρα σαστισμένοι τις αρμονικά κινούμενες σπείρες του φιδιού καθώς φώτιζαν την κρυσταλλική του υφή με τους φακούς τους. Ίσως να κατόρθωναν τελικά να σπάσουν την υπνωτική επίδραση επάνω τους, ή ίσως όχι· ποτέ δεν το ανακάλυψαν. Οι κρυσταλλωμένοι βγήκαν από τις κρυψώνες τους πυροβολώντας τους και μετά χιμώντας τους με αγχέμαχα όπλα, καρφώνοντάς τους με μένος, τινάζοντας το αίμα τους μέσα στο άδειο γκαράζ.

Οι άλλοι μισοί μισθοφόροι, αυτοί που είχαν μπει στην τραπεζαρία του πανδοχείου, δεν είχαν βρει τίποτα περισσότερο από μια εγκαταλειμμένη αίθουσα. Εγκαταλειμμένη, παρατήρησε η αρχηγός, αλλά όχι από πολύ καιρό. Το καταλάβαινε από διάφορα σημάδια που έβλεπε εδώ μέσα. Άνθρωποι ήταν πριν από λίγη ώρα στην τραπεζαρία–

Πυροβολισμοί από δίπλα – από το γκαράζ! Και κραυγές!

Η αρχηγός πρόσταξε τους μισθοφόρους της να τρέξουν εκεί: και έτρεξαν. Για να συναντήσουν το πελώριο φίδι και τους κρυσταλλωμένους που είχαν μόλις αποτελειώσει τους συναδέλφους τους. Αίματα και πτώματα ήταν απλωμένα παντού. Το κρυσταλλικό ερπετό εξακολουθούσε να διαγράφει σπείρες με την ουρά του μέσα στο παλιό γκαράζ, παίζοντας με τα μυαλά των κανονικών ανθρώπων.

«Μην το κοιτάτε!» φώναξε η αρχηγός, πυροβολώντας το με το τουφέκι της. «Μην το κοιτάτε!» Είχε μισοκλείσει τα βλέφαρά της.

Οι κρυσταλλωμένοι στο γκαράζ, όμως, δεν ήταν οι μόνοι κρυσταλλωμένοι στο ερειπωμένο πανδοχείο. Πολλοί είχαν κρυφτεί στο παλιό κελάρι, και μόλις ο σαματάς επάνω ξεκίνησε, βγήκαν κι έτρεξαν πίσω από τους μισθοφόρους που έτρεχαν προς το γκαράζ. Και τώρα τους επιτέθηκαν από τα νώτα, καρφώνοντάς τους με σπαθιά και κοπανώντας τους με τσεκούρια. Ο Απελευθερωτής απλά χρησιμοποιούσε τις γροθιές του, τσακίζοντας κεφάλια, σπάζοντας χέρια και πόδια. Ακόμα και τους προστατευτικούς θώρακες των μισθοφόρων τσάκιζε παρότι δεν ήταν μόνο αλεξίσφαιροι αλλά είχαν και μέταλλα κάτω από το αλεξίσφαιρο πλαστικό. Η Μάγισσα, χρησιμοποιώντας το Άγγιγμα Σωματικής Στάσεως, άγγιζε ορισμένους κι αυτοί αμέσως ακινητοποιούνταν: η κρυσταλλική τους δομή κλείδωνε: κοκάλωναν στις θέσεις τους.

Το γιγάντιο φίδι χτυπήθηκε από μερικές ριπές των όπλων των μισθοφόρων, μα οι σφαίρες δεν ήταν αρκετά ισχυρές για να του προκαλέσουν σοβαρό πρόβλημα. Μονάχα μία κατάφερε να διαπεράσει την κρυσταλλική του υφή και να το τραυματίσει ελαφρά. Μία σφαίρα από το τουφέκι της αρχηγού των μισθοφόρων. Το οποίο τώρα ο Απελευθερωτής άρπαξε με το ένα χέρι και στράβωσε την κάννη του. Η γυναικά, κραυγάζοντας, πετάχτηκε πίσω και τράβηξε το σπαθί από τη ζώνη της. Του επιτέθηκε, διαγράφοντας ένα επικίνδυνο ημικύκλιο μπροστά της. Τον βρήκε στα πλευρά, τραυματίζοντάς τον, τινάζοντας αίμα και κρυσταλλική ύλη που αιωρείτο σαν πούπουλο γύρω του. Αλλά ο Απελευθερωτής ήταν πολύ δυνατότερος από έναν οποιονδήποτε άλλο κρυσταλλωμένο, και το χτύπημα δεν τον καθυστέρησε καθόλου. Γρονθοκόπησε τη μισθοφόρο καταπρόσωπο, τσακίζοντας μύτη, μάτια, κρανίο, και εγκέφαλο. Σκοτώνοντάς την ακαριαία.

«Κρίμα,» είπε ο Απελευθερωτής όταν η συμπλοκή είχε τελειώσει. «Όλοι τους νεκροί. Κανένας δεν μπορεί τώρα να δεχτεί τον Κρύσταλλο εντός του.» Το τραύμα του είχε ήδη σχεδόν θεραπευτεί.

«Τουλάχιστον,» είπε η Μάγισσα, «μπορούμε να πάρουμε πρόσωπα για ζωντανές μάσκες.»

Οι κρυσταλλωμένοι βγήκαν από το πανδοχείο, με όπλα στα χέρια, για να αντικρίσουν τα δύο βαριά οχήματα και το ελικόπτερο. Μέσα στα οχήματα ήταν μόνο οι οδηγοί κι άλλος ένας μισθοφόρος στο καθένα. Μόλις είδαν τους κρυσταλλωμένους ήξεραν πως δεν θα ήταν καθόλου συνετό να καθίσουν να τους πολεμήσουν. Κλείνοντας τις πόρτες των οχημάτων, άρχισαν να φεύγουν. Και το ελικόπτερο τούς ακολούθησε.

Οι κρυσταλλωμένοι πυροβόλησαν προς τον ουρανό, προσπαθώντας να το καταρρίψουν, αλλά δεν τα κατάφεραν.

«ΚΥΝΗΓΗΣΤΕ ΤΟΥΣ!» κραύγασε ο Απελευθερωτής, και οι κρυσταλλωμένοι έτρεξαν και μπήκαν στα αγωνιστικά οχήματα που είχαν κρύψει πίσω από το πανδοχείο. Κι εκείνος μαζί τους, φυσικά. Καθισμένος μπροστά στο τιμόνι ενός οχήματος το οδήγησε προς τα βαριά τετράκυκλα των μισθοφόρων που έφευγαν. Συνεπιβάτες του ήταν η Μάγισσα, ο Σαρντάνης ο λήσταρχος, και ο Αριστώνυμος – ο πρώτος κατώτερος άνθρωπος που είχε κρυσταλλοποιήσει ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ – ο πρώτος ακόλουθος του Απελευθερωτή.

Τα αγωνιστικά οχήματα δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου να φτάσουν τα βαριά τετράκυκλα και να τα κυκλώσουν. Ο Απελευθερωτής φώναξε στους οδηγούς να σταματήσουν αν ήθελαν να ζήσουν, αλλά εκείνοι δεν του έδωσαν σημασία. Και οι ριπές των κρυσταλλωμένων εξοστρακίζονταν επάνω στα θωρακισμένα οχήματα· δεν ήταν εύκολο να βλάψουν ούτε τις μηχανές ούτε τους τροχούς τους. Και τα τζάμια ήταν αλεξίσφαιρα, ασφαλώς.

Ο Απελευθερωτής έδωσε το τιμόνι στη Μάγισσα και ο ίδιος άνοιξε το γυάλινο σκέπαστρο του αγωνιστικού οχήματός του και πήδησε στο ένα ψηλό τετράκυκλο των μισθοφόρων, καθώς τα δύο τροχοφόρα έτρεχαν το ένα δίπλα στο άλλο. Ο Απελευθερωτής γαντζώθηκε εύκολα επάνω στο θωρακισμένο όχημα, έπιασε τη χειρολαβή μιας πόρτας του, και την τράβηξε με βία. Η κλειδαριά έσπασε από την υπερφυσική του δύναμη, η βαριά μεταλλική θύρα άνοιξε, και ο Απελευθερωτής εισέβαλε στην πίσω μεριά του τροχοφόρου. Ο Σαρντάνης, βγάζοντας μια κραυγή θριάμβου που αναμφίβολα ταίριαζε σε λήσταρχο, τον ακολούθησε.

Ο μισθοφόρος που ήταν εδώ μαζί με τον οδηγό τούς πυροβόλησε με το πιστόλι του και χτύπησε τον Απελευθερωτή στον ώμο. Εκείνος ούτε που παραπάτησε· χίμησε στον άντρα και τον σκότωσε με τα χέρια του. Ύστερα σκότωσε και τον οδηγό προτού προλάβει κι αυτός να τραβήξει πιστόλι.

«Να το οδηγήσω εγώ;» πρότεινε ο Σαρντάνης, και ο Απελευθερωτής δεν έφερε αντίρρηση. Καθώς το τραύμα του θεραπευόταν πιο γρήγορα από οποιουδήποτε άλλου κρυσταλλωμένου, άφησε τον λήσταρχο να πάρει το τιμόνι και να οδηγήσει το θωρακισμένο όχημα καταπάνω στο άλλο θωρακισμένο όχημα, χτυπώντας το στο πλάι. Εν τω μεταξύ, τα αγωνιστικά οχήματα έκαναν κύκλους γύρω από τα δύο βαριά τροχοφόρα και οι κρυσταλλωμένοι φώναζαν στους μισθοφόρους να παραδοθούν. Πράγμα το οποίο τελικά εκείνοι έκαναν, βλέποντας ότι μάλλον δεν θα μπορούσαν να ξεφύγουν.

Το ελικόπτερο, όμως, είχε προ πολλού πετάξει μακριά.

Κι όταν οι κρυσταλλωμένοι επέστρεψαν στο ερειπωμένο πανδοχείο, ο Απελευθερωτής είπε ότι έπρεπε να φύγουν από εδώ. Τώρα. Δεν είχαν ούτε λεπτό για χάσιμο. Σε λίγο μπορεί να έστελναν από τη Θακέρκοβ ολόκληρο στράτευμα. Μπορεί ακόμα και να τους βομβάρδιζαν με μαχητικά αεροσκάφη – αν και το αμφέβαλλε επειδή ίσως να φοβόνταν ότι θα χτυπούσαν τους αιχμάλωτους ραλίστες.

Οι κρυσταλλωμένοι, χρησιμοποιώντας τα οχήματά τους – που τώρα πλέον ήταν κανονικός στόλος – εγκατέλειψαν την περιοχή του ερειπωμένου πανδοχείου και ταξίδεψαν βόρεια, για να κρυφτούν τελικά πίσω από ένα δάσος που γνώριζαν καλά. Ετούτα τα μέρη τα είχαν αλωνίσει στο πρόσφατο παρελθόν.

*

Οι διοργανωτές του ράλι έμαθαν τι έγινε από τον πιλότο του ελικοπτέρου και την άλλη μισθοφόρο που βρισκόταν μέσα στο αεροσκάφος μαζί του. Ή, μάλλον, έμαθαν περίπου τι έγινε. Γιατί, πετώντας πάνω από το εγκαταλειμμένο πανδοχείο, οι ιπτάμενοι δεν είχαν δει τι ακριβώς διαδραματίστηκε στο εσωτερικό του. Είχαν διακρίνει μόνο λάμψεις από πυροβολισμούς μέσα από την κατεστραμμένη οροφή που ήταν όλο τρύπες.

Οι διοργανωτές θορυβήθηκαν πολύ από όλα τούτα. Και όχι μόνο οι διοργανωτές αλλά και οι αρχές της Θακέρκοβ. Αυτοί οι ληστές ήταν εξαιρετικά επικίνδυνοι. Πιο επικίνδυνοι από οποιουσδήποτε άλλους είχαν ακούσει, τα τελευταία χρόνια. Ορισμένοι, μάλιστα, είκαζαν ότι πιθανώς να είχαν έρθει από άλλη διάσταση: κάτι που εξηγούσε την παρουσία του πελώριου φιδιού, καθώς και τα παράξενα κράνη που φορούσαν. Κανείς δεν ήξερε για τέτοια πράγματα στη Σεργήλη. Από ποια διάσταση, όμως, μπορεί οι ληστές να είχαν έρθει; Αυτό κανείς δεν ήταν σε θέση να το υποθέσει ακόμα. Και ακούστηκε η άποψη ότι ίσως οι ληστές να είχαν έρθει από κάποια διάσταση που δεν αποτελούσε μέρος του Γνωστού Σύμπαντος…

«Πρέπει να βρεθούν και να εξολοθρευτούν άμεσα!» είπε ο Πολιτειάρχης Λαέρτης Μάθαρλοφτ στην Ελίζα Αριθμόχειρη, την Αρχιφρούραρχο της Θακέρκοβ.

«Αν είναι στις περιοχές μας, κύριε Πολιτειάρχη,» αποκρίθηκε εκείνη μέσω της οθόνης του τηλεπικοινωνιακού διαύλου που χρησιμοποιούσαν για να μιλάνε, «θα εντοπιστούν και θα αντιμετωπιστούν. Σύμφωνα με την αναφορά των μισθοφόρων που ήταν στο ελικόπτερο, όμως, οι ληστές δεν βρίσκονται πλέον στις περιοχές μας.»

«Κι αυτό σημαίνει ότι δεν θα ερευνήσετε τα εδάφη γύρω από την πόλη μας;» φώναξε ο Λαέρτης Μάθαρλοφτ, που δεν θεωρούσε την Ελίζα Αριθμόχειρη και πολύ καλή για τη θέση της επειδή ήταν σχετικά νέα σε ηλικία και, άρα, σύμφωνα με τη λογική του, δεν μπορεί να είχε την απαραίτητη εμπειρία. «Καταλαβαίνεις, Αρχιφρούραρχε, τι πλήγμα ήταν αυτό για τη Θακέρκοβ;»

«Τα εδάφη γύρω από την πόλη βεβαίως και θα ερευνηθούν, κύριε Πολιτειάρχη, και θα γίνονται τακτικότερες περιπολίες εκεί. Αλλά απλά σας λέω πως οι ληστές τώρα δεν βρίσκονται σε μέρη της δικαιοδοσίας μας. Δεν μπορώ να στείλω τους ανθρώπους μου τόσο μακριά από την πόλη για να τους αναζητήσουν. Αν θέλετε να γίνει αυτό πρέπει να προσλάβετε μισθοφόρους· δεν είναι δουλειά της Χωροφυλακής.»

«Ναι,» μούγκρισε ο Λαέρτης Μάθαρλοφτ, «θα προσλάβω μισθοφόρους. Σ’ευχαριστώ πολύ, Αρχιφρούραρχε.»

«Κάνουμε ό,τι μπορούμε, κύριε Πολιτειάρχη.»

Καθώς η τηλεπικοινωνία τους τερματιζόταν, ο Πολιτειάρχης της Θακέρκοβ σκέφτηκε, γι’ακόμα μια φορά, ότι όλο αυτό το δυστυχές περιστατικό πιθανώς να είχε πολύ άσχημο αντίκτυπο για εκείνον στις επόμενες εκλογές. Οι αντίπαλοί του, σίγουρα, θα χρησιμοποιούσαν εναντίον του ό,τι είχε συμβεί στο Ράλι Δυτικής Θακέρκοβ παρότι, προφανώς, το φταίξιμο δεν ήταν δικό του! Αυτοί οι καταραμένοι χορηγοί θα έπρεπε να είχαν φροντίσει περισσότερο για την ασφάλεια του αγώνα! Πού νόμιζαν ότι βρίσκονται; Σε καμια διάσταση που όλοι χορεύουν χέρι-χέρι, χαμογελώντας αγαπημένοι; Τι ανόητοι!

*

Το πρωί, το Άστρο, ο μοναδικός τηλεοπτικός σταθμός της Θακέρκοβ, ανακοίνωσε ότι η εξαφάνιση των ραλιστών ερευνήθηκε από μισθοφόρους και τα ίχνη φάνηκε να οδηγούν βόρεια, πέρα από τα εδάφη που αποτελούσαν επικράτεια της Θακέρκοβ. Οι ραλίστες δεν βρέθηκαν, ούτε τα αγωνιστικά οχήματα τους. Έρευνες εξακολουθούσαν να διεξάγονται, και η Χωροφυλακή είχε αυξήσει τις περιπολίες της σε όλα τα εδάφη γύρω από την πόλη.

(Δεν ανέφεραν τίποτα για την επίθεση που δέχτηκαν οι μισθοφόροι στο ερειπωμένο πανδοχείο βόρεια από τις ράγες του υπεραστικού σιδηρόδρομου. Ούτε ανέφεραν ότι μόνο δύο από τους μισθοφόρους επέστρεψαν.)

Ο Πολιτειάρχης της Θακέρκοβ έβγαλε, μέσω του τηλεοπτικού σταθμού, έναν αρκετά μακροσκελή λόγο όπου εξέφραζε τη λύπη και την οργή του για όσα είχαν συμβεί. Και όλοι παρατήρησαν πως άφησε αιχμές ότι για το περιστατικό πιθανώς να έφταιγε η έλλειψη καλής φύλαξης από τη μεριά των διοργανωτών του ράλι.

Οι αντίπαλοι του Λαέρτη Μάθαρλοφτ, ασφαλώς, άρχισαν αμέσως να σκέφτονται πώς μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν αυτό εναντίον του στις επόμενες εκλογές.

Οι χορηγοί του Ράλι Δυτικής Θακέρκοβ δεν έμειναν καθόλου ευχαριστημένοι.

Ο Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος, παρακολουθώντας το Άστρο μέσα από τον τηλεοπτικό δέκτη του δωματίου του, αναρωτήθηκε τι ήταν αλήθεια από αυτά που άκουγε και τι ψέμα. Περισσότερα, μάλλον, θα μάθαινε από τη Σιδηρά Δυναστεία.

Η Κλεισμένη ακόμα δεν είχε παρουσιαστεί, κι αυτό τον στεναχωρούσε και τον προβλημάτιζε ίσως πιο πολύ από ό,τι είχε συμβεί στο Ράλι Δυτικής Θακέρκοβ.

Δέκα-Εννιά
Ημέρα Υποψιών και Ανακαλύψεων

Καλοδεχούμενος. Πρωί.

Ο Αργύριος καθόταν σ’ένα τραπέζι και έπαιρνε το πρωινό του – μια κούπα τσάι, μέλι, και καρύδια – ανάμεσα σε άλλο κόσμο. Ο τηλεοπτικός δέκτης στον τοίχο ήταν ανοιχτός και συντονισμένος στο Άστρο, και όλοι άκουγαν για την αποτυχία των απεσταλμένων μισθοφόρων να βρουν τους ραλίστες που απήχθησαν στον χτεσινό αγώνα.

Η Χρυσόχαρη κατέβηκε από τη σκάλα, ντυμένη μ’ένα καφετί φόρεμα με ψηλό γιακά και έχοντας τα μακριά καστανά μαλλιά της πιασμένα πίσω με δύο τσιμπιδάκια στους κροτάφους. Το βλέμμα της σταμάτησε για λίγο στον Αργύριο. Εκείνος τής έκανε νόημα να έρθει, φιλικά. Η Χρυσόχαρη συνοφρυώθηκε, όχι και τόσο φιλικά, αλλά μετά πήγε στο τραπέζι του.

«Καλημέρα,» τον χαιρέτησε χωρίς να καθίσει.

«Καλημέρα. Κάθισε.»

«Υπόσχεσαι να μη φύγεις ξαφνικά;»

«Γιατί να φύγω;»

«Αν δεν ήθελες να είσαι μαζί μου, δεν χρειάζονταν αυτές οι σπασμωδικές σαχλαμάρες,» του είπε η Χρυσόχαρη. «Μπορούσες απλά να μου το πεις! Δεν υπάρχει πρόβλημα.» Η φωνή της, ωστόσο, πρόδιδε μια κάποια ενόχληση.

«Δεν ήθελα να φύγω μακριά από εσένα, Χρυσόχαρη–»

«Ακριβώς αυτή την εντύπωση μού έδωσες, όμως,» του είπε, απότομα.

Ο Αργύριος κούνησε το κεφάλι. «Δεν είναι αυτό. Απλά… έπρεπε να φύγω. Υπήρχε λόγος. Και ο λόγος δεν ήσουν εσύ. Κάθισε. Με συγχωρείς αν σε πρόσβαλα· δεν ήταν τέτοια η πρόθεσή μου.»

Η Χρυσόχαρη τον ατένισε ερευνητικά, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν της έλεγε ψέματα. Μετά τράβηξε την καρέκλα δίπλα του και κάθισε.

«Η Ελοντί μού είπε τι έκανες στο ράλι. Μου είπε ότι έσωσες εκείνη και τη Λούση από τους ληστές. Αν και το έκανες με περίεργο τρόπο. Όταν η Ελοντί έφυγε για να πάει να σε βρει, χτες, έμεινα με τη Λούση και μιλούσαμε, και η Λούση μού είπε ότι τους πέταξες μια τράπουλα στο μπροστινό τζάμι του οχήματός τους!»

«Ήταν ο καλύτερος τρόπος που μπορούσα να σκεφτώ εκείνη τη στιγμή,» αποκρίθηκε ο Αργύριος. «Κι όπως φάνηκε, έπιασε.»

«Η Ελοντί σε βρήκε, χτες; Μιλήσατε;»

«Ναι.»

«Και;»

«Μιλήσαμε.»

«Τι είπατε;»

Ο Αργύριος ήπιε μια γουλιά από το τσάι του, συλλογισμένα. «Δεν έχει σημασία, τώρα.»

«Δε μου είχες πει ότι ήταν γνωστή σου. Αλλά η Ελοντί λέει πως σε γνώριζε από παλιά.»

«Δε με γνώριζε και πολύ καλά.»

«Κάτι μού κρύβεις.»

«Μην κάνεις λες και είμαστε παντρεμένοι.»

«Σ’αυτό έχεις δίκιο,» παραδέχτηκε η Χρυσόχαρη κοιτάζοντάς τον σκεπτικά. «Δεν είμαστε παντρεμένοι. Και δεν ξαναπαντρεύομαι. Με κανέναν.»

«Δεν έκανα καμια πρόταση.»

«Ευτυχώς.»

Ένας σερβιτόρος πλησίασε, ρωτώντας αν η κυρία θα έπαιρνε κάτι. Η Χρυσόχαρη παράγγειλε μια κούπα καφέ, ψητές φέτες ψωμί, βούτυρο, και κυδώνι. Ο σερβιτόρος έφυγε.

Η Χρυσόχαρη είπε στον Αργύριο: «Η Λούση, η συνοδηγός της Ελοντί, είναι και ψυχίατρος, το ξέρεις;»

«Όχι.»

«Και ξέρεις τι μου έλεγε;»

«Τι;»

«Ότι, έτσι όπως φαίνεσαι, μάλλον δεν είσαι και πολύ καλά στα μυαλά σου.»

Ο Αργύριος γέλασε. «Υποθέτω πως πολλοί άνθρωποι θα με νόμιζαν για τρελό,» παραδέχτηκε.

«Δεν είπα ότι είσαι τρελός!» διευκρίνισε αμέσως η Χρυσόχαρη. «Ούτε και η Λούση, βασικά, το είπε.»

«Ας πούμε ότι είμαι πολύ εκκεντρικός για τα δεδομένα των περισσότερων ανθρώπων της Σεργήλης,» είπε ο Αργύριος, υπομειδιώντας.

Και η Χρυσόχαρη μειδίασε. «Σίγουρα είσαι. Δεν σηκώνονται πολλοί μες στα χαράματα για να παίξουν χαρτιά στο πάτωμα του δωματίου τους. Ούτε πετάνε τράπουλες πάνω σε αγωνιστικά οχήματα. Αλήθεια, πώς ήξερες ότι οι ληστές ήταν εκεί, Αργύριε; Η Ελοντί δεν μου εξήγησε, και η Λούση δεν είχε καταλάβει.»

«Θα με πίστευες αν σου έλεγα πως το είδα στα χαρτιά που άπλωσα στο πάτωμα χτες τα χαράματα;»

«Όχι.»

«Εκεί το είδα, όμως.»

Η Χρυσόχαρη τον ατένισε πάλι σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν έλεγε αλήθεια ή ψέματα.

Το πρωινό της ήρθε. Ο σερβιτόρος άφησε τον δίσκο μπροστά της και έφυγε, δεχόμενος ένα μικρό φιλοδώρημα από εκείνη.

«Θες να μου πεις ότι είσαι χαρτομάντης;» ρώτησε η Χρυσόχαρη τον Αργύριο.

«Όχι.»

«Τι είσαι, τότε; Αν προβλέπεις το μέλλον μέσα από τα φύλλα της τράπουλας….»

«Δεν είναι πάντα τα πράγματα τόσο απλά,» εξήγησε αινιγματικά ο Αργύριος.

«Δεν καταλαβαίνω.»

«Ούτε εγώ.»

Η Χρυσόχαρη γέλασε. «Με κοροϊδεύεις, παλιάνθρωπε!»

«Σου λέω αλήθεια: στα χαρτιά είδα για την ενέδρα.»

Η Χρυσόχαρη άλειψε ένα ψημένο κομμάτι ψωμί με βούτυρο και κυδώνι. «Μπορείς να μαντέψεις με τα χαρτιά τι πρέπει να κάνω για να γίνω πολύ, πολύ πλούσια;»

«Δεν… δεν γίνεται έτσι. Δε μπορείς να μου ζητήσεις κάτι και να σ’το απαντήσω.»

«Το φοβόμουν ότι θα το έλεγες αυτό.» Η Χρυσόχαρη δάγκωσε μια μπουκιά από το αλειμμένο ψωμί της. «Είσαι, λοιπόν, μάντης που μαντεύει τυχαία πράγματα;» ρώτησε, μασώντας.

«Περίπου. Αν και δεν είμαι ‘μάντης’.»

«Γιατί όλα αυτά μού ακούγονται σαν κομπίνα;»

«Είσαι πολύ καχύποπτη.»

«Έτσι λες, ε;»

«Μιάααο;»

Ο Αργύριος στράφηκε για να δει την Κλεισμένη πλάι στην καρέκλα του. «Ακόμα εδώ είσαι εσύ;»

Η γάτα νιαούρισε ξανά.

«Τι είναι αυτή η γάτα;» ρώτησε η Χρυσόχαρη.

«Μπερδεμένη ιστορία.»

Η Χρυσόχαρη αναστέναξε. «Μ’εσένα όλα φαίνεται να είναι ‘μπερδεμένη ιστορία’!»

«Το ξέρω.» Ο Αργύριος ήπιε ήρεμα μια γουλιά από το τσάι του.

«Τι έγινε με τους άλλους ραλίστες; Τους βρήκαν;» άλλαξε θέμα η Χρυσόχαρη.

Ο Αργύριος τής είπε τι είχε ακούσει από τον τηλεοπτικό δέκτη, που ακόμα ήταν συντονισμένος στο Άστρο και ακόμα μιλούσαν εκεί για την υπόθεση του ράλι: κάποιος δημοσιογράφος και δύο κουστουμαρισμένοι τύποι που πρέπει να είχαν σχέση με τους χορηγούς μάλλον.

«Ελπίζω να τους βρουν,» είπε η Χρυσόχαρη, «γιατί αλλιώς… Τι θα γίνει αλλιώς; Θα ζητήσουν λύτρα; Θα πουλήσουν τα οχήματά τους σε καμια μαύρη αγορά;»

«Δεν ξέρω,» είπε ο Αργύριος. «Πάντως, μην πιστεύεις αυτά που λέγονται για τους συγκεκριμένους ληστές.»

«Τι εννοείς;»

«Κάτι περίεργο συμβαίνει μαζί τους.»

«Κι άλλα περίεργα πράγματα; Θα με τρελάνεις;»

«Δεν ήταν άνθρωποι με κράνη που έκρυβαν τα πρόσωπά τους, Χρυσόχαρη. Ήταν άνθρωποι καλυμμένοι από κάποιου είδους κρυσταλλική υφή. Και δεν έχω ιδέα τι μπορεί να σημαίνει αυτό.»

«Γιατί δεν ρωτάς την τράπουλά σου;»

«Δεν είναι τα πράγματα τόσο απλά,» είπε, γ’ακόμα μια φορά, ο Αργύριος.

«Τι θέλω και μιλάω, η γυναίκα;» Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της. Άναψε ένα τσιγάρο. «Θα μείνεις εδώ, στη Θακέρκοβ, τώρα, ή θα φύγεις;»

«Για κάποιο καιρό θα μείνω.»

«Για κάποιο καιρό; Για το ράλι δεν είχες έρθει;»

«Μπορεί.»

«Μπορεί; Τι πάει να πει ‘μπορεί’; Με δουλεύεις ξανά;»

Ο Αργύριος μειδίασε. «Δε σου είπα ότι ζω περιπλανώμενος; Εσύ θα φύγεις;»

«Μέσα στις επόμενες μέρες, σίγουρα. Ο σιδηροδρομικός σταθμός δίπλα μας είναι· θα πάρω το τρένο και θα πάω στη Μέλβερηθ. Αλλά θα μείνω για λίγο ακόμα. Από περιέργεια, βασικά.»

«Θες να μάθεις τι θα γίνει με τους ραλίστες που απήχθησαν;»

«Ναι.»

«Κι εγώ,» είπε ο Αργύριος. «Είμαι πολύ περίεργος.»

«Το ξέρω ότι είσαι πολύ περίεργος, καρδιά μου,» τον πείραξε η Χρυσόχαρη.

Η Κλεισμένη είχε σκαρφαλώσει στην τελευταία καρέκλα του τραπεζιού και τους παρατηρούσε σιωπηλά. Ο Αργύριος τής έδωσε ένα κομμάτι καρύδι. Εκείνη το μύρισε αλλά δεν το έφαγε, κουνώντας την ουρά της ακατάδεκτα.

*

«Χαίρω πολύ!» είπε η Λούση, χαμογελώντας. «Είχα ακούσει για σένα από την Ελοντί – όλο καλά λόγια, φυσικά – αλλά δεν είχε τύχει, δυστυχώς, ποτέ να συναντηθούμε.»

«Παρομοίως,» αποκρίθηκε ο Φίλιππος’χοκ καθώς αντάλλασσε μια χειραψία μαζί της, μέσα στο δωμάτιο της Ελοντί.

Η Ελοντί καθόταν μπροστά στον καθρέφτη, βάζοντας μερικές τελευταίες πινελιές στο πρόσωπό της. «Αλλά μη νομίζεις ότι του είπα και πολλά καλά λόγια, Λούση,» πείραξε τη συνοδηγό της.

«Δε με εκπλήσσει που ακούω κάτι τέτοιο από εσένα!» είπε η Λούση, μη δείχνοντας πραγματικά προσβεβλημένη, συνεχίζοντας να χαμογελά.

«Αστειεύεται,» της είπε ο Φίλιππος, που ήταν ήδη ντυμένος και έτοιμος για να κατεβούν για πρωινό. Άπλωσε το χέρι του και πήρε το ραβδί του από τον τοίχο όπου ήταν ακουμπισμένο: ένα μακρύ μπαστούνι γεμάτο, σε μεγάλο μέρος του, με μικρούς κρυστάλλους, μικροσκοπικά κάτοπτρα, και κυκλώματα. Συνηθισμένο εξάρτημα των μάγων του τάγματος των Διαλογιστών.

«Το ξέρω,» αποκρίθηκε η Λούση. Και ρώτησε την Ελοντί: «Τι είπατε με τον Αργύριο, χτες; Τι είναι αυτός ο άνθρωπος, Ελοντί; Κι από πού τον ξέρεις; Και πώς ανακάλυψε για την ενέδρα; Είναι με τα καλά του ή είναι τρελός;»

«Πολλά ρωτάς,» παρατήρησε η Ελοντί βάφοντας τα χείλη της με το κραγιόν, «και με μπερδεύεις.»

«Πες μου τι είπατε.»

«Διάφορα.» Η Ελοντί πίεσε μια χαρτοπετσέτα με τα χείλη της αφήνοντας επάνω της ένα μπλε αποτύπωμα. Σηκώθηκε όρθια, πήρε την τσάντα της από δίπλα, και την πέρασε στον ώμο.

«Τι διάφορα; Δε θέλεις να μου πεις;»

Η Ελοντί αναστέναξε. «Κοίτα. Είναι μπερδεμένη ιστορία. Ο Αργύριος απλά έτυχε να περιφέρεται σ’εκείνα τα μέρη και να δει τους ληστές, και ήρθε να μας ειδοποιήσει.»

«Πολύ… τυχερή συγκυρία.»

«Πράγματι.»

«Γιατί έχω την αίσθηση ότι με δουλεύεις;»

«Να εμπιστεύεσαι περισσότερο την οδηγό σου, Λούση. Πάμε κάτω να φάμε, τώρα; –Παρεμπιπτόντως, μήπως άκουσες τι έγινε με τις έρευνες των χορηγών;»

«Εσύ δεν άκουσες;» Η Λούση έριξε μια ματιά στον τηλεοπτικό δέκτη του δωματίου. «Εγώ δεν έχω οθόνη στο δωμάτιό μου. Μόνο οι ραλίστες έχουν, όχι εμείς οι ποταποί συνοδηγοί.» Αναποδογύρισε τα μάτια, κωμικά.

«Είχαμε άλλες δουλειές,» της είπε η Ελοντί.

Το βλέμμα της Λούσης πονήρεψε. «Φαντάζομαι.»

«Άκουσες ή δεν άκουσες;»

«Άκουσα. Από το ραδιόφωνό μου.»

«Πες μας, λοιπόν· βρήκαν τους άλλους ραλίστες;» Το ενδιαφέρον στο πρόσωπο της Ελοντί ήταν αληθινό. Τους ήξερε καλά πολλούς από αυτούς τους οδηγούς και τους συνοδηγούς. Ανησυχούσε για το τι μπορεί να τους συνέβαινε. Και ήλπιζε πως οι κρυσταλλωμένοι, ό,τι κι αν ήταν, δεν θα τους είχαν σκοτώσει. Ο Ζορδάμης είχε πει ότι φαινόταν να τους επιτίθενται με σκοπό να τους αιχμαλωτίσουν, όχι να τους δολοφονήσουν. Αν ήταν κανονικοί ληστές, η Ελοντί θα υπέθετε ότι ήθελαν αυτούς για λύτρα και τα οχήματά τους για να τα πουλήσουν σε κάποια από τις εκατοντάδες μαύρες αγορές της Σεργήλης. Αλλά οι συγκεκριμένοι ληστές ήταν κάθε άλλο παρά «κανονικοί»· κάτι πολύ περίεργο συνέβαινε μ’αυτούς, αναμφίβολα. Και είχαν μαζί τους κι έναν Ιερομύστη, για όνομα της Αρτάλης!

Ιερομύστη!

*

Ο Ζορδάμης, έχοντας ακούσει τις απογοητευτικές μαλακίες που έλεγαν στον τηλεοπτικό δέκτη, κάλεσε πάλι τους συνδέσμους του μέσα στη Θακέρκοβ, ενώ ο Βινάρης καθόταν επάνω στο κρεβάτι του και ακόνιζε ιεροτελεστικά το ίτρατ του – το μεγάλο κυρτό ξίφος των νομάδων των νότιων ερήμων της Σεργήλης. Ήταν καλός στη χρήση του ίτρατ, όπως και σε πολλά άλλα πράγματα. Ήταν πιλότος αεροσκάφους, οδηγός οχήματος ξηράς, μηχανικός, εξερευνητής των ερήμων, και είχε εργαστεί ακόμα και ως γρυποκαβαλάρης αερομεταφορέας στη Μέλβερηθ πριν από χρόνια.

Ο Ζορδάμης ήρθε σε τηλεπικοινωνιακή επαφή με διάφορα μέλη της Σιδηράς Δυναστείας μέσα στη Θακέρκοβ και έμαθε, πρώτον, πως κανένας δεν ήξερε τίποτα για τον Αργύριο αλλά, δεύτερον, είχαν ακούσει για τους απρόσωπους ληστές.

Τον Αργύριο δεν μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν, του είπε ο Εφόριος (ένας συγγενής), γιατί ο Ζορδάμης δεν ήξερε κάτι το χαρακτηριστικό ή συγκεκριμένο για εκείνον. Γαλανόδερμος· μακροπρόσωπος· φορούσε κάπα με την κουκούλα σηκωμένη· παράξενος άνθρωπος – αυτά δεν έλεγαν απολύτως τίποτα. Υπήρχαν χιλιάδες τέτοια άτομα στη Θακέρκοβ και στα περίχωρά της. Εκατομμύρια στη Σεργήλη.

Για τους απρόσωπους ληστές, όμως – είπε η Βλάστη, μια μαντατοφόρος γρυποκαβαλάρισσα, στον Ζορδάμη – η Σιδηρά Δυναστεία είχε ακούσει. Στις περιοχές βόρεια και δυτικά της Θακέρκοβ ολόκληρα χωριά και οικισμοί είχαν ερημώσει εξαιτίας τους. Και πολλοί μιλούσαν, με τρόμο, για μια Αίρεση του Κρυστάλλου. Οι ληστές είχαν μαζί τους κι ένα πελώριο κρυσταλλικό φίδι, σύμφωνα με τις φήμες, καθώς κι ένα τέρας που θύμιζε έντομο και είχε μεγάλο κεντρί στη μουσούδα. Τρεις πόλεις είχαν συγκεντρώσει μισθοφόρους για να τους εξολοθρεύσουν, μα κανένας μισθοφόρος δεν επέζησε.

Ο Ζορδάμης θυμήθηκε, τότε, το έρημο χωριό που είχαν συναντήσει εκείνος κι η Καλλιόπη όταν είχαν τρέξει βόρεια για να τη δοκιμάσει. Το χωριό ήταν δυτικά της μεγάλης δημοσιάς. Βόρεια και δυτικά της Θακέρκοβ… Μπορεί να ήταν ένα από αυτά στα οποία είχαν επιτεθεί οι απρόσωποι ληστές.

Τι άλλες φήμες ακούγονταν γι’αυτούς; θέλησε να μάθει ο Ραλίστας.

Παράξενα πράγματα, απάντησε η Βλάστη η γρυποκαβαλάρισσα. Μερικοί έλεγαν ότι επρόκειτο για πλάσματα από άλλη διάσταση. Μερικοί έλεγαν ότι ήταν δαίμονες της Λόρκης. Άλλοι πάλι υπέθεταν ότι είχαν μεταμορφωθεί έτσι ύστερα από κάποιο αποτυχημένο πείραμα με διαστασιακές ενέργειες. Και υπήρχαν και ορισμένοι που έλεγαν ότι τους είχαν δει να φοράνε ανθρώπινα πρόσωπα πάνω από τα θολά πρόσωπά τους.

Να φοράνε ανθρώπινα πρόσωπα;

Ναι. Τα φορούσαν σαν μάσκες, αλλά έμοιαζαν αληθινά, σύμφωνα με τις φήμες. Οι απρόσωποι τα τραβούσαν μετά από το κεφάλι τους κι από κάτω φανερωνόταν μια θολούρα σαν από κρύσταλλο. Ο αρχηγός τους, επίσης, φερόταν πως ήταν υπεράνθρωπα δυνατός· μπορούσε με τα χέρια του να σπάσει πόρτες, να γκρεμίσει τοίχους, να τσακίσει κρανία ανθρώπων. Τα περισσότερα από αυτά, φυσικά, θα ήταν υπερβολές. Πάντως, σίγουρα κάτι παράξενο συνέβαινε βορειοδυτικά της Θακέρκοβ. Και είχε εξαφανιστεί κι ένας άνθρωπος της οικογένειας εξαιτίας αυτών των ληστών, αν οι πληροφορίες της Βλάστης ήταν σωστές.

Ποιος; ρώτησε ο Ζορδάμης.

Η Βλάστη τού ανέφερε ένα όνομα το οποίο εκείνος δεν αναγνώριζε. Πράγμα που δεν τον εξέπληττε καθόλου. Κανένας μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία δεν ήξερε όλα τα μέλη της, και ο Ζορδάμης πλέον ήταν από τους συγγενείς που γνώριζαν πολλούς άλλους συγγενείς αυτής της παράλληλης κοινωνίας που παλιά τον τρόμαζε αλλά τώρα πια τη θεωρούσε πραγματικά σαν οικογένειά του.

Όταν έπαψε να μιλά στον τηλεπικοινωνιακό πομπό, κοίταξε τον Βινάρη ερωτηματικά.

Εκείνος είχε ακούσει τα πάντα γιατί ο Ραλίστας είχε τον πομπό ανοιχτό έτσι ώστε ο ήχος να φτάνει στ’αφτιά και των δυο τους. Ο Βινάρης, όμως, δεν είπε τίποτα, και ούτε ακόνιζε πια το ίτρατ του· το είχε προ πολλού θηκαρώσει κι αφήσει κάτω απ’το κρεβάτι.

«Ποια η γνώμη σου;» τον ρώτησε ο Ζορδάμης.

«Θυμάσαι τ’Άγρια Αδέλφια; Τους ληστές βόρεια της Ύγκρας;»

«Ναι.»

«Αυτοί εδώ μού φαίνονται δέκα φορές χειρότεροι.»

«Εμένα,» είπε ο Ζορδάμης, «δεν μου φαίνονται καν για ληστές. Τι κάνουν όλους αυτούς τους ανθρώπους που αρπάζουν, Βινάρη;»

«Χμ. Σωστά. Σίγουρα δεν απαγάγουν τυχαίους χωρικούς για να ζητήσουν λύτρα.»

«Αυτός ο Αργύριος είμαι βέβαιος ότι ξέρει περισσότερα. Αλλά πώς θα τον βρω;»

«Η Ελοντί είπε πως τον ξέρει…»

«Δε νομίζω, όμως, ότι είναι πρόθυμη να μας τον γνωρίσει.»

«Εκτός αν την παρακολουθήσουμε,» είπε ο Βινάρης.

«Ναι,» συμφώνησε ο Ζορδάμης βηματίζοντας μέσα στο δωμάτιο, «εκτός αν την παρακολουθήσουμε.» Αναστέναξε. «Και η Κλεισμένη ακόμα δεν έχει παρουσιαστεί.»

«Δεν έχουμε ώς τώρα βγει απ’το δωμάτιό μας, Ραλίστα.»

«Νομίζεις ότι η Κλεισμένη χρειάζεται κλειδί για να μπει;»

Ο Βινάρης ανασήκωσε τους ώμους. «Εσύ ξέρεις καλύτερα…»

Ο επικοινωνιακός δίαυλος του δωματίου κουδούνισε.

Ο Ζορδάμης τον άνοιξε. «Ναι;»

«Καλημέρα,» χαιρέτησε η Καλλιόπη, «εγώ είμαι. Δεν πιστεύω να σας ξύπνησα…»

«Έχουμε ξυπνήσει εδώ και ώρα.»

«Τι έγινε με τους άλλους ραλίστες; Ακούσατε αν τους βρήκαν;»

«Δεν τους έχουν βρει ακόμα.»

«Πάμε για πρωινό και τα συζητάμε εκεί;»

«Πάμε,» συμφώνησε ο Ζορδάμης, ελπίζοντας πως τώρα, αργά ή γρήγορα, η Κλεισμένη πρέπει να παρουσιαζόταν.

*

Κατεβαίνοντας στην τραπεζαρία του Περίοικου είδαν ότι η Ελοντί ήταν ήδη εκεί, και μαζί της βρισκόταν η συνοδηγός της καθώς κι ένας γαλανόδερμος άντρας που πρέπει να ήταν μεγαλύτερος από τη ραλίστρια. Κοντά του στο τραπέζι στηριζόταν ένα ραβδί με διάφορα μικροσκοπικά, γυαλιστερά μπιχλιμπίδια. Ο Ζορδάμης ήξερε τι σήμαινε ένα τέτοιο ραβδί. Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να ήταν μάγος του τάγματος των Διαλογιστών. Αλλά από πού είχε παρουσιαστεί; Ο Ραλίστας δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ. Ή, τουλάχιστον, δεν τον θυμόταν.

«Θα καθίσουμε εδώ;» ρώτησε.

Η Καλλιόπη κι ο Βινάρης έγνεψαν καταφατικά, έτσι κάθισαν σ’ένα τραπέζι και, σε λίγο, μια σερβιτόρα τούς έφερε το πρωινό τους. Ο Ζορδάμης, εν τω μεταξύ, έλεγε στην Καλλιόπη τι είχαν ακούσει από το Άστρο σχετικά με τους εξαφανισμένους ραλίστες.

«Συνεχίζουν να ψάχνουν γι’αυτούς;» ρώτησε τώρα εκείνη.

«Έτσι υποθέτω. Αλλά νομίζω επίσης πως κάτι κρύβουν. Δεν είπαν όλη την αλήθεια.»

«Πιστεύεις ότι ίσως να τους βρήκαν νεκρούς και να το αποκρύπτουν;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε ο Ζορδάμης, προβληματισμένα, κοιτάζοντας με το ένα μάτι προς τη μεριά της Ελοντί. Αναρωτιόταν αν θα είχε νόημα να την πλησιάσει για να της ζητήσει να τον οδηγήσει στον Αργύριο. Κι ο Αργύριος κάτι έκρυβε, όπως αυτοί που μιλούσαν στους τηλεοπτικούς δέκτες.

Η Καλλιόπη ρώτησε: «Θα καθίσεις εδώ, στη Θακέρκοβ, μέχρι να δηλώσουν τι έχουν ανακαλύψει;»

Ο Ζορδάμης ένευσε. «Ναι.» Και μέχρι να βρω την Κλεισμένη, πρόσθεσε νοερά.

«Κι εγώ θα καθίσω, τότε,» είπε η Καλλιόπη.

«Δεν έχεις δουλειές στην Αγκένροβ;»

«Μπορούν να περιμένουν μερικές μέρες.»

Ο Ζορδάμης θα προτιμούσε αν η Καλλιόπη έφευγε – γιατί δεν ήθελε να τη μπλέξει, κατά σύμπτωση, με τη Σιδηρά Δυναστεία – αλλά δεν είπε τίποτα – γιατί, επίσης, δεν ήθελε να της δώσει την εντύπωση ότι προσπαθούσε να τη διώξει. Χρόνια ήταν συνοδηγός του.

«Ποιος είναι αυτός ο γαλανόδερμος τύπος μαζί με την Ελοντί και τη Λούση, τώρα;» είπε η Καλλιόπη μετά από λίγο. «Τον ξέρεις;»

«Όχι. Αλλά ίσως νάναι μάγος.»

«Γιατί;»

«Βλέπεις αυτό το ραβδί; Τέτοια ραβδιά κουβαλάνε συνήθως οι μάγοι του τάγματος των Διαλογιστών.»

«Είσαι σίγουρος;»

«Ναι.»

«Πάμε να τους μιλήσουμε;» πρότεινε η Καλλιόπη.

«Νομίζεις ότι μας θέλουν;»

«Για όνομα των θεών, Ζορδάμη! Χτες παραλίγο όλοι να σκοτωθούμε. Γιατί να μη μας θέλουν;»

Σήκωσαν τους δίσκους με το πρωινό τους και τους πήγαν σ’ένα τραπέζι πλάι στο τραπέζι της Ελοντί, της Λούσης, και του γαλανόδερμου άντρα.

«Καλημέρα,» χαιρέτησε ο Ζορδάμης.

«Καλημέρα,» είπε η Ελοντί, μη δείχνοντας να χαίρεται που τους έβλεπε.

«Ακούσατε το Άστρο

«Το ακούσαμε, και περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει. Ελπίζω να τους βρουν σύντομα.»

«Δύσκολο το βλέπω,» είπε ο Ζορδάμης.

«Κι εγώ το ίδιο νομίζω,» παραδέχτηκε η Ελοντί σμίγοντας τα χείλη. «Δεν ήταν κανονικοί ληστές… συνηθισμένοι, δηλαδή.»

«Ναι, αυτό ήταν προφανές. Ο κύριος;» ρώτησε ρίχνοντας ένα βλέμμα στον γαλανόδερμο άντρα.

«Φίλος μου,» είπε η Ελοντί. «Φίλιππος ονομάζεται.»

«Φίλιππος’χοκ,» συστήθηκε ο ίδιος, προσθέτοντας την κατάληξη που τον αναγνώριζε ως μάγο.

«Το είχα υποψιαστεί ότι ήσουν του τάγματος των Διαλογιστών,» είπε ο Ζορδάμης, «από το ραβδί σου.»

«Χαίρομαι που γνωρίζεις από μαγεία.»

«Θεωρητικά πράγματα μόνο, και ελάχιστα.»

«Αν δεν κάνω λάθος, είσαι ο Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος…»

«Αφού κανένας δεν με σύστησε» – έριξε ένα δυσαρεστημένο βλέμμα στην Ελοντί – «ναι, είμαι ο Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος. Κι από δω η Καλλιόπη, παλιά συνοδηγός μου. Και ο Βινάρης, που κανονικά θα ήταν συνοδηγός μου σ’αυτό τον αγώνα αλλά όταν είδαμε πως η Καλλιόπη βρισκόταν εδώ….»

«Μάλιστα,» είπε ο Φίλιππος.

Ο Ζορδάμης ρώτησε τη ραλίστρια: «Ο άλλος σου φίλος, ο Αργύριος, πού είναι;»

«Δεν ξέρω,» απάντησε η Ελοντί. «Ίσως να έχει φύγει από την πόλη.» Αν και το απέκλειε. Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης, σίγουρα, ακόμα εδώ θα ήταν, στον Καλοδεχούμενο. Αλλά καλύτερα ο Ζορδάμης να μην ήξερε γι’αυτόν. Δεν είχε καμια δουλειά να ξέρει. Μόνο πρόβλημα μπορούσε να προκαλέσει. Ήταν τέτοιου είδους άνθρωπος που ή έφερνε προβλήματα ή τα προβλήματα τον κυνηγούσαν.

«Και πώς γνώριζε για την ενέδρα των ληστών, Ελοντί; Ποιος είναι;»

«Τυχαία το ανακάλυψε. Περνούσε από εκεί.»

«Περνούσε από εκεί; Δεν είναι μέρος απ’το οποίο περνάνε πολλοί διαβάτες.»

«Εκείνος, όμως, περνούσε.»

«Εν ολίγοις, δεν θέλεις να μας πεις την αλήθεια.»

«Αυτή είναι η αλήθεια! Είδε τους ληστές και σκέφτηκε να με προειδοποιήσει.»

«Και πώς σε προειδοποίησε; Είχες τηλεπικοινωνιακό πομπό μαζί σου;»

«Ναι.»

«Απαγορευόταν να–»

«Θα με αναφέρεις για να πληρώσω πρόστιμο;»

«Γιατί δεν μας λες την αλήθεια, Ελοντί; Τι ξέρει ο φίλος σου για τους ληστές; Ξέρει τι ακριβώς είναι;»

«Τίποτα δεν ξέρει,» είπε η Ελοντί. «Κατάλαβε μόνο την ενέδρα και ήρθε να με ειδοποιήσει. Αυτή είναι η αλήθεια, είτε το πιστεύεις είτε όχι.»

«Οι συγκεκριμένοι ληστές – που αποκλείεται να είναι ληστές, δηλαδή – έχουν κάνει κι άλλες καταστροφές, το γνωρίζεις;»

Η Ελοντί συνοφρυώθηκε. Λέει αλήθεια; σκέφτηκε. «Όχι. Εσύ πώς το ξέρεις;»

«Το άκουσα από κάποιους φίλους που έχουν ταξιδέψει βορειοδυτικά της Θακέρκοβ.»

Η Καλλιόπη έριξε ένα παραξενεμένο βλέμμα στον Ζορδάμη· δεν της είχε πει τίποτα γι’αυτό, πριν.

«Τι άκουσες ακριβώς;» ρώτησε η Ελοντί.

Ο Ζορδάμης τής είπε αυτά που του είχε αναφέρει η Βλάστη – για τα ερειπωμένα χωριά, για τις επιθέσεις. Και της μίλησε επίσης για το χωριό που συνάντησαν εκείνος και η Καλλιόπη, όταν ο Ραλίστας τη δοκίμαζε για να δει τι θυμόταν από παλιά.

Η Καλλιόπη παρατήρησε: «Δεν μου τα είπες αυτά…»

«Θα σ’τα έλεγα, μετά,» αποκρίθηκε ο Ζορδάμης, αν και η αλήθεια ήταν πως δεν σκόπευε να της τα πει, για να την κρατήσει όσο το δυνατόν πιο μακριά από τη Σιδηρά Δυναστεία.

Η Ελοντί, έχοντας ακούσει όλες αυτές τις πληροφορίες για τους κρυσταλλωμένους, ήταν ξαφνικά πολύ προβληματισμένη. Τι κάνουν με τους ανθρώπους που απαγάγουν; αναρωτήθηκε. Και ρώτησε τον Ζορδάμη.

«Εκεί είναι το παράξενο,» αποκρίθηκε εκείνος. «Αυτό ακριβώς σκέφτηκα κι εγώ – τι μπορεί να κάνουν με τους ανθρώπους που απαγάγουν. Αποκλείεται να κλέβουν χωρικούς για να ζητήσουν λύτρα.»

«Σίγουρα,» συμφώνησε η Ελοντί. «Κι αν αυτό αληθεύει, σημαίνει ότι μάλλον δεν θα ζητήσουν λύτρα και για τους ραλίστες. Λες να κάνουν… θυσίες;»

Ανθρωποθυσίες δεν είχε ακουστεί να γίνονται πουθενά στη Σεργήλη· κυκλοφορούσαν, όμως, φήμες για τέτοια πράγματα από άλλες διαστάσεις.

«Τόσες πολλές;» είπε ο Ζορδάμης. «Πολύ πεινασμένος ο θεός τους, όποιος κι αν είναι…»

Η Ελοντί σκέφτηκε: Έχουν έναν Ιερομύστη μαζί τους… Θα μπορούσε ο Ιερομύστης να ήθελε τους απαχθέντες για κάποιο λόγο; Η Ελοντί δεν ήταν δυνατόν να κάνει καμια συγκεκριμένη υπόθεση γιατί οι δυνάμεις των Ιερομυστών, και οι μέθοδοι που αυτές οι δυνάμεις ενεργοποιούνταν, ήταν ουσιαστικά άπειρες. Δεν υπήρχε καμια λίστα όπου μπορούσε να ανατρέξει. Έφερε, όμως, στο μυαλό της το βιβλίο Μύθοι και Αφηγήσεις των Ιερών Μυστών της Σεργήλης, το οποίο είχε διαβάσει πολλές φορές, μήπως θυμηθεί καμια παρόμοια περίπτωση. Αλλά δεν θυμήθηκε τίποτα χρήσιμο.

«Τι σκέφτεσαι;» τη ρώτησε ο Ζορδάμης, παρατηρώντας την έκφρασή της. Και, με σοβαρό τρόπο, με πολύ σοβαρό τρόπο, χρησιμοποιώντας όλες τις ικανότητες που είχε αποκτήσει μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία ως Ζορδάμης με τα Πολλά Πρόσωπα, είπε: «Ελοντί. Αν ξέρεις κάτι γι’αυτούς τους ανθρώπους – αν είναι καν άνθρωποι – καλύτερα να μην το κρατάς κρυφό.»

«Μα το Φως της Αρτάλης!» έκανε η Ελοντί. «Τι να ξέρω; Σοβαρολογείς; Θα ήξερα κάτι και θα το έκρυβα;»

«Αν ο Αργύριος ξέρει κάτι–»

«Ούτε ο Αργύριος ξέρει κάτι – να είσαι σίγουρος γι’αυτό.»

Εξακολουθείς να μου λες ψέματα, σκέφτηκε ο Ζορδάμης. Γιατί; Ήταν προφανές ότι κάτι έκρυβε ο Αργύριος, και ότι η Ελοντί τον κάλυπτε.

Ο Φίλιππος’χοκ είπε: «Καλό θα ήταν, νομίζω, οι αρχές της πόλης να ενημερωθούν για τα συμβάντα στα βορειοδυτικά, Ζορδάμη, αν δεν γνωρίζουν ήδη γι’αυτά.»

«Και να ενημερωθούν,» αποκρίθηκε εκείνος, «τι θ’αλλάξει; Αυτό που πρέπει να κάνουν είναι να βρουν τους ραλίστες που απήγαγε η Αίρεση του Κρυστάλλου, όπως την αποκαλούν σ’εκείνα τα μέρη.»

Η Λούση είπε: «Αν η υπόθεση είναι τόσο σοβαρή, αποκλείεται να μην έχουν φτάσει φήμες ώς εδώ.»

«Ναι,» είπε ο Ζορδάμης, «φήμες όντως έχουν φτάσει. Έτσι το έμαθα κι εγώ. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως και η Χωροφυλακή γνωρίζει τι συμβαίνει. Ή οι χορηγοί του ράλι. Επιπλέον, ακόμα κι αν η Χωροφυλακή γνωρίζει, δεν μπορεί να κάνει τίποτα ούτως ή άλλως. Οι περιοχές βορειοδυτικά από εδώ είναι πέρα από τη δικαιοδοσία της. Και οι χορηγοί… δεν ξέρω ώς πού θα έφταναν στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν τους χαμένους ραλίστες. Οι μισθοφόροι τους προφανώς συνάντησαν κάποια αντίσταση που το Άστρο δεν λέει· αλλιώς, γιατί να σταματήσουν την αναζήτησή τους στη μέση; Γιατί ώς τώρα να μην έχουμε κι άλλα νέα; Χάθηκαν ξαφνικά τα ίχνη που ακολουθούσαν;»

Κανείς δεν μιλούσε καθώς τον άκουγαν· και τώρα ο Ζορδάμης, απρόσμενα, ρώτησε: «Παρεμπιπτόντως. Μήπως είδατε τη γάτα μου, την Κλεισμένη; Την έχω χάσει από χτες και δεν μπορώ να τη βρω πουθενά.»

Οι άλλοι αιφνιδιάστηκαν προς στιγμή.

«Ενδιαφέρεσαι για τη γάτα σου;» έκανε η Λούση. «Μια τέτοια στιγμή;»

«Γιατί, έχεις κανένα πρόβλημα;»

Η Ελοντί γέλασε. «Είναι ψυχίατρος, και το ενδιαφέρον της είναι επαγγελματικό μάλλον.»

Η Λούση την αγριοκοίταξε.

Ο Ζορδάμης μόρφασε, καθώς η όψη του σκοτείνιαζε. «Την τελευταία φορά που συνάντησα ψυχίατρο είχε έναν γνωστό μου παράνομα κλεισμένο στην κλινική του.»

«Δεν είμαι τέτοιου είδους ψυχίατρος!» διαμαρτυρήθηκε η Λούση.

«Υπάρχει και άλλο είδος;»

«Δε φυλακίζω ανθρώπους – να είσαι σίγουρος γι’αυτό.»

«Τέλος πάντων,» είπε ο Ζορδάμης. «Είδε κανένας τη γάτα μου, ή όχι;»

Η Ελοντί την είχε δει χτες μαζί με τον Αργύριο, αλλά δεν μπορούσε να του το πει γιατί θα έπρεπε να αποκαλύψει ότι συνάντησε τον Αργύριο στον Καλοδεχούμενο. Επομένως αποκρίθηκε: «Δεν την είδαμε πουθενά, Ζορδάμη. Αλλά είμαι σίγουρη πως είναι καλά. Είναι ιδιαίτερο ζώο, αναμφίβολα.»

«Αυτό,» της είπε ο Ραλίστας, «δεν με καθησυχάζει.»

*

Το μεσημέρι, μετά από ένα γεύμα με τη Λούση, τον Ζορδάμη, την Καλλιόπη, και τον Βινάρη στο εστιατόριο Γίγας, η Ελοντί είπε στον Φίλιππο’χοκ καθώς βρίσκονταν οι δυο τους στο δωμάτιό της:

«Δε νομίζω οι χορηγοί να βρουν τίποτα. Αμφιβάλλω αν καν συνεχίζουν τις έρευνες.»

«Το Άστρο έτσι έλεγε πριν από λίγο.» Ο μάγος ήταν καθισμένος σε μια καρέκλα, με τα πόδια του σταυρωμένα στο γόνατο, καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Είχε βγάλει τα περισσότερα ρούχα του, φορώντας τώρα μόνο παντελόνι και πουκάμισο ξεκούμπωτο ώς την κοιλιά.

Η Ελοντί καθόταν οκλαδόν στο κρεβάτι, με μια πράσινη τουνίκα ριγμένη πάνω από τα εσώρουχά της. «Ναι αλλά δεν τους πιστεύω. Τι θα έλεγαν, ότι οι χορηγοί εγκατέλειψαν την αναζήτηση; Θα φαινόταν… απάνθρωπο. Τόσοι ραλίστες εξαφανίστηκαν, μες στα καλά καθούμενα!»

«Ναι,» μουρμούρισε ο Φίλιππος.

«Σκέφτομαι,» είπε η Ελοντί, «να πάρω τον Γρύπα των Δρόμων και να πάω βορειοδυτικά της Θακέρκοβ, στα μέρη που ανέφερε ο Ζορδάμης–»

«Δεν είναι η δουλειά σου, Ελοντί, να–»

«Κανένας άλλος δεν θα τους βρει, Φίλιππε! Εγώ είμαι Ιερομύστης της Σεργήλης–»

«Μην υπερεκτιμάς τις δυνάμεις σου–»

«–κι αυτός που είναι μαζί με τους κρυσταλλωμένους είναι επίσης Ιερομύστης. Και ο Αργύριος μού είπε πως δεν είναι τυχαίο που βρεθήκαμε εδώ.»

Ο Φίλιππος’χοκ μόρφασε κουνώντας το κεφάλι. «Θα βάλεις τον εαυτό σου σε κίνδυνο, και το ξέρεις.»

«Μπορεί να μάθω κάτι, Φίλιππε. Μπορεί οι δυνάμεις μου να μου το αποκαλύψουν. Ποιος άλλος θα το κάνει; Οι χορηγοί δεν νομίζω να καταφέρουν τίποτα, κι όλους αυτούς τους ραλίστες και τους συνοδηγούς – ή, τουλάχιστον, τους περισσότερους από αυτούς – τους ήξερα χρόνια!»

Ο μάγος φύσηξε καπνό προς τα κάτω, συλλογισμένα. Μετά είπε: «Περίμενε λίγο. Να δούμε αν όντως δεν βρουν τίποτα οι μισθοφόροι των χορηγών. Γιατί δεν αποκλείεται και να τους βρουν. Αποκλείεται;»

Το αμφιβάλλω, σκέφτηκε η Ελοντί. Το αμφιβάλλω πολύ.

«Μην κάνεις βιαστικές κινήσεις,» τόνισε ο Φίλιππος’χοκ. «Ραλίστρια είσαι, όχι–»

«Δεν είμαι μια οποιαδήποτε ραλίστρια! Δεν είναι όλες οι ραλίστριες Ιερομύστες της Σεργήλης. Αν μπορώ κάπως να βοηθήσω, πρέπει να βοηθήσω.»

Ο Φίλιππος έβλεπε ότι δεν θα μπορούσε να της αλλάξει γνώμη. «Εντάξει. Αλλά περίμενε πρώτα καμια μέρα. Σύμφωνοι;»

Η Ελοντί μόρφασε, σμίγοντας τα χείλη, κοιτάζοντας το στρώμα μπροστά από τα σταυρωμένα πόδια της, πιέζοντας τα νύχια του ενός χεριού μέσα στα νύχια του άλλου. «Σύμφωνοι,» είπε τελικά. «Ας περιμένω να δω μήπως ανακοινωθεί ότι βρέθηκε τίποτα. Κάποιο ίχνος. Μπορεί και να με βοηθήσει στη δική μου αναζήτηση.

»Εν τω μεταξύ,» σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, «πρέπει να πάω ν’αγοράσω ένα σπαθί.»

«Σπαθί;»

«Ο Φοίνικας, όταν ήμασταν στην Επανάσταση, με έμαθε ξιφομαχία και αυτοάμυνα – το ξέχασες; Θα ήθελα τώρα να ξεσκονίσω λιγάκι τις ικανότητές μου, προτού ταξιδέψω βορειοδυτικά.»

«Θα πάρεις και τη Λούση μαζί σου, αν τελικά πας εκεί;» Ο Φίλιππος έσβησε το τσιγάρο του στο τασάκι και σηκώθηκε κι εκείνος.

«Μάλλον όχι.»

«Εμένα;»

«Αν επιμένεις.»

Την πλησίασε, για να τυλίξει το χέρι του γύρω από τη μέση της και να φιλήσει ηχηρά τα χείλη της. «Επιμένω.»

*

Ο Ζορδάμης ζήτησε από τους συνδέσμους του να ανακαλύψουν τι είχε πραγματικά συμβεί με τους μισθοφόρους που έστειλαν οι χορηγοί, και πίστευε ότι σύντομα θα μάθαινε την αλήθεια. Η Σιδηρά Δυναστεία είχε παρακλάδια απλωμένα ακόμα και στα πιο απίθανα μέρη. Κάποιος που ήξερε κάποιον που ήξερε κάποιον που ήξερε κάποιον θα είχε ακούσει τι είχε γίνει.

Και, όντως, έτσι ήταν. Κάποιος είχε ακούσει.

Ο Ζορδάμης βάδιζε στους δρόμους του Γαιοδόμου, ψάχνοντας για την Κλεισμένη – ή, μάλλον, ελπίζοντας πως η Κλεισμένη θα έβρισκε εκείνον – κι έχοντας στο πλευρό του την Καλλιόπη, όταν ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του κουδούνισε. Τον άνοιξε έτσι ώστε να μπορεί ν’ακούσει μόνο εκείνος και τον έφερε κοντά στ’αφτί του. Οι πληροφορίες που του δόθηκαν δεν ήταν καθόλου ευχάριστες. Οι μισθοφόροι των χορηγών είχαν αποδεκατιστεί. Δύο άνθρωποι μόνο είχαν επιστρέψει: ένας πιλότος ελικοπτέρου και μια μισθοφόρος. Τα δύο βαριά οχήματα που είχε η ομάδα μαζί της μάλλον είχαν κλαπεί από τους κρυσταλλωμένους. Και οι άλλοι μισθοφόροι μάλλον ήταν όλοι νεκροί. Είχαν εισβάλει σ’ένα εγκαταλειμμένο πανδοχείο κάμποσα χιλιόμετρα βόρεια από τις σιδηροδρομικές γραμμές και ποτέ δεν είχαν βγει.

Σκατά, σκέφτηκε ο Ζορδάμης. Τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ό,τι φανταζόμουν.

Καθώς έκλεινε τον πομπό, η Καλλιόπη τον ρώτησε ποιος ήταν, κι εκείνος αποκρίθηκε: «Ένας… γνωστός. Ο οποίος μόλις μου είπε κάποια άσχημα πράγματα…»

«Τι άσχημα πράγματα;»

«Δε θα μιλήσεις γι’αυτό σε κανέναν, εντάξει; Δεν είναι πληροφορίες που ξέρει ο καθένας.»

«Εντάξει. Τι είναι; Βρέθηκαν οι ραλίστες; Είναι κάπου αιχμάλωτοι;»

«Το αντίθετο, βασικά. Αν και, ναι, ίσως να είναι αιχμάλωτοι σ’ένα συγκεκριμένο μέρος– Ή μάλλον όχι,» άλλαξε γνώμη αμέσως. «Αποκλείεται να έμειναν εκεί ύστερα από την επίθεση των μισθοφόρων.»

«Θα πεις κάτι που βγάζει νόημα;»

Οι δρόμοι του Γαιοδόμου είχαν κίνηση γύρω τους καθώς φωτίζονταν από δυνατά ενεργειακά φώτα που έσκιζαν τη νύχτα. Οχήματα και διαβάτες περνούσαν δίπλα από τον Ζορδάμη και την Καλλιόπη, ενώ ο Ραλίστας τής εξηγούσε τι είχε συμβεί με τους μισθοφόρους.

«Και είναι σίγουρο ότι αυτή είναι η αλήθεια;» έκανε εκείνη.

«Πιο σίγουρο απ’ όσα έλεγαν στις ειδήσεις.»

Τότε, τα ματιά του γούρλωσαν, καθώς αντίκρυ του είδε κάτι που τράβηξε αμέσως την προσοχή του. Και ερχόταν προς το μέρος του!

*

«Ποιο είναι το πρόβλημά σου, λοιπόν, και φέρεσαι έτσι; Δεν σου έχω συμπεριφερθεί καλά;»

Εκείνη δεν αποκρίθηκε.

«Έχεις κανένα παράπονο;»

Παρέμεινε σιωπηλή.

«Τι σ’έπιασε; Ποτέ δεν είχες ξανακάνει τέτοιο πράγμα! Δε φανταζόσουν ότι θα ανησυχούσα;»

Εκείνη κούνησε την ουρά της.

«Ναι, άσ’ τα αυτά τώρα!» είπε ο Ζορδάμης, αδιαφορώντας που οι περαστικοί τον κοίταζαν περίεργα βλέποντας τον να μιλά σε μια γάτα.

Η Κλεισμένη νιαούρισε.

Η Καλλιόπη γέλασε. «Τη βρήκες, όμως.»

«Αυτή βρήκε εμένα. Όπως συνήθως.» Και προς την Κλεισμένη: «Δεν πιστεύω να εξαφανιστείς ξανά…»

«Νιάαα.»

«Τα λόγια σου δεν με καθησυχάζουν καθόλου, σε πληροφορώ.»

«Θα πάμε πουθενά για φαγητό;» ρώτησε η Καλλιόπη ρίχνοντας μια ματιά στο ρολόι στον καρπό της.

«Δεν πολυπεινάω, αλλά πάμε να τσιμπήσουμε τίποτα.»

«Ο Βινάρης;»

«Μου είπε ότι θα έμενε στο ξενοδοχείο. Βαριόταν να κάνει βόλτα.»

Ο Ζορδάμης και η Καλλιόπη άρχισαν πάλι να βαδίζουν στους δρόμους του Γαιοδόμου, και η Κλεισμένη ήταν άλλοτε πίσω τους, άλλοτε μπροστά τους, άλλοτε πλάι τους· αλλά πάντοτε κάπου κοντά, είτε μέσα στις σκιές είτε μέσα στα ενεργειακά φώτα.

*

«Γιατί η Λούση δεν ήθελε να έρθει;» ρώτησε ο Φίλιππος’χοκ. «Δεν αισθάνεται καλά;»

Βρίσκονταν, οι δυο τους, σ’ένα εστιατόριο στον Παλαιοπώλη, όπου η Ελοντί είχε οδηγήσει τον εραστή της. «Το Όμορφο Παλαιοπωλείο» ονομαζόταν το κατάστημα, και είχε στους τοίχους του κρεμασμένα διάφορα παλιά πράγματα, καθώς και τοποθετημένα στις γωνίες κι ανάμεσα στα τραπεζάκια, μες στη μέση της τραπεζαρίας.

«Δε νομίζω,» αποκρίθηκε η Ελοντί πίνοντας ακόμα μια γουλιά από τον Χρυσό Καύσωνά της. «Καλά είναι. Αλλά… μάλλον για γκομενοδουλειά πρόκειται.»

«Πότε πρόλαβε;» ύψωσε ένα φρύδι ο Φίλιππος.

Η Ελοντί γέλασε. «Προλαβαίνει αυτή όταν δεν το φαντάζεσαι!» Και πιο σοβαρά: «Το απόγευμα είχε κατεβεί στο μπαρ του ξενοδοχείου, νομίζω. Εκεί πρέπει να συνάντησε κάποιον.»

«Και δε σου το είπε;»

«Δε μ’ενδιαφέρουν αυτές οι δουλειές της,» μόρφασε η Ελοντί· και τυλίγοντας το χέρι της γύρω από τον αγκώνα του, γέρνοντας επάνω του, είπε: «Δεν είναι ρομαντικά εδώ;» Χαμογελώντας φίλησε το μάγουλό του.

Ο Φίλιππος στράφηκε και τα χείλη τους συναντήθηκαν. «Γνωρίζεις, όμως, πολύ περίεργα μέρη.»

«Εγώ δεν μένω επάνω στο βουνό μου συνέχεια!»

Ο Φίλιππος γέλασε και ξαναφιλήθηκαν.

*

Το γυμνό χρυσόδερμο σώμα της Λούσης τρεμούλιασε καθώς ένας δυνατός οργασμός το τράνταζε ξεκινώντας από τη βάση της σπονδυλικής στήλης και διατρέχοντας όλη της τη ράχη. Από κάτω της ήταν ξαπλωμένος ο Βινάρης, με τα χέρια του να αγγίζουν τα στητά στήθη της που δονούνταν μέσα στις παλάμες του. Το λευκό-ροζ δέρμα του έμοιαζε σαν φτηνό μέταλλο σε σύγκριση με το χρυσαφένιο δικό της.

Η Λούση αναστέναξε κι έκανε πίσω τα μακριά, καστανά μαλλιά της, χαμογελώντας. Έπιασε τους καρπούς του Βινάρη και μετέφερε τα χέρια του στους γλουτούς της, αφήνοντάς τα εκεί καθώς άρχιζε να κινείται περιστροφικά επάνω του. Ο Βινάρης μούγκρισε κι έσφιξε πιο δυνατά τη σάρκα της. Η Λούση ενέτεινε τις προσπάθειές της, κάνοντας ξανά πίσω τα μαλλιά της κι ύστερα διατρέχοντας τα χέρια της στους πήχεις και στους βραχίονές του. Ο Βινάρης, τρίζοντας τα δόντια, λυγίζοντας το σώμα του προς τα πάνω, εκσπερμάτισε προσπαθώντας συγχρόνως να κρατήσει τη μέση της σταθερή. Ύστερα χαλάρωσε, ξέπνοος.

Η Λούση ξάπλωσε πλάι του.

«Στην ηλικία της Ελοντί είσαι;» τον ρώτησε μετά από λίγο, όταν κι οι δυο τους ήταν λιγότερο λαχανιασμένοι.

Ο Βινάρης τη λοξοκοίταξε, υπομειδιώντας κάτω απ’το μαύρο μουστάκι του. «Παράπονο ήταν αυτό;»

Η Λούση γέλασε. «Όχι! Απλή περιέργεια.»

«Δεν ξέρω πόσο χρονών είναι η Ελοντί.»

«Σαράντα-έξι.»

«Δεν είμαστε μακριά,» της είπε ο Βινάρης.

«Μου κρύβεις την ηλικία σου, ε;» Τσίμπησε τη δεξιά θηλή του.

«Εσύ πόσο είσαι, Λούση;»

«Εγώ είμαι όσο με κάνεις, φυσικά.»

«Δεκαπέντε χρονών;»

Το γέλιο της δυνάμωσε. «Παλιολεχρίτη!»

«Αυτός ο Αργύριος, αλήθεια, τι άνθρωπος είναι;» τη ρώτησε αργότερα, όταν, ακόμα ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, κάπνιζαν κοιτάζοντας το ταβάνι κι ακούγοντας μουσική από ένα μικρό ηχοσύστημα στη γωνία του δωματίου της: Στης Νύχτας της Αγκαλιές, της Κλόντια Νέρνηχ – ένα ελαφρύ, γλυκό τραγούδι.

Η Λούση έστρεψε τα μάτια της στον Βινάρη. «Σ’έβαλε ο Ζορδάμης να με ψαρέψεις;»

«Ο Ζορδάμης δεν ξέρει καν ότι βρίσκομαι μαζί σου. Ούτε ότι σε συνάντησα στο μπαρ ξέρει.» Συνέχισε να καπνίζει δίχως να γυρίσει το βλέμμα του επάνω της. «Και δε θα ρωτούσα, αλλά… μ’έχει παραξενέψει. Δε μπορώ να καταλάβω πώς ήξερε για τους ληστές.»

Η Λούση έσβησε το τσιγάρο της στο τασάκι ανάμεσά τους. «Ούτε εγώ καταλαβαίνω.»

Ο Βινάρης τώρα την ατένισε. «Δε σας είπε; Ο Αργύριος, εννοώ. Σ’εσένα και την Ελοντί.»

Η Λούση ρουθούνισε. «Μια τράπουλα μάς πέταξε πάνω στον Γρύπα των Δρόμων και σταματήσαμε–»

«Τράπουλα;»

Της είχε ξεφύγει, παρατήρησε η Λούση. Και ήξερε ότι η Ελοντί μάλλον δεν ήθελε να το μάθει αυτό ο Ζορδάμης. Αλλά τι κακό μπορεί να έκανε, ούτως ή άλλως; «Ναι, τράπουλα. Δεν είμαι σίγουρη αν ο τύπος αυτός είναι καλά στα μυαλά του, Βινάρη.»

«Δηλαδή, ήρθε δίπλα στο μονοπάτι που τρέχατε και σας πέταξε μια τράπουλα;»

«Αυτό δεν είπα;» Και συνέχισε να του μιλά για το πόσο παράξενος τής είχε φανεί ο Αργύριος. Του είπε ακόμα και για τη Χρυσόχαρη, καθώς το ένα πράγμα έφερε το άλλο.

Μετά, του πρότεινε: «Δεν πάμε σε κανένα μπαρ να πιούμε τίποτα; Εδώ κοντά είναι ένα που λέγεται ‘Οι Ευγενείς Βάρβαροι’. Πολύ καλό. Πρόσφατα το ανακάλυψα. Το ξέρεις;»

«Όχι.»

«Πάμε;»

Σηκώθηκαν απ’το κρεβάτι κι άρχισαν να ντύνονται.

Είκοσι
Παρατήρηση της Μεταμόρφωσης

Οι κρυσταλλωμένοι κρύφτηκαν πίσω από ένα δάσος που γνώριζαν καλά στις περιοχές βορειοδυτικά της Θακέρκοβ. Πέρασαν τη νύχτα εκεί, σε αδράνεια, αναπληρώνοντας τις δυνάμεις τους (αν και δεν είχαν πραγματική ανάγκη για ύπνο· ποτέ δεν κοιμόνταν), ενώ συγχρόνως κάποιοι φυλούσαν σκοπιές εναλλάξ, παρατηρώντας ολόγυρα μήπως κανένας εχθρός πλησιάσει ξανά. Τους ραλίστες και τους συνοδηγούς τους τους είχαν λύσει αλλά τους κρατούσαν περιτριγυρισμένους μέσα σε μια μεγάλη σκηνή, σαν ζώα σε μαντρί, ώστε κανείς να μη μπορεί να δραπετεύσει. Ο στόλος από οχήματα των κρυσταλλωμένων είχε μεγαλώσει πολύ πια: εκτός από τα δεκαπέντε αγωνιστικά των ραλιστών, είχαν και τα δύο βαριά, θωρακισμένα τετράκυκλα των μισθοφόρων, καθώς και άλλα, μικρότερα και μεγαλύτερα, φορτηγά και μη. Ο κρυσταλλωμένος γρύπας – το μοναδικό θηρίο που είχε καταφέρει να δεχτεί τον Κρύσταλλο μέχρι στιγμής – έκανε κύκλους πάνω από τον καταυλισμό, κατοπτεύοντας, απόλυτα πιστός στους άλλους κρυσταλλωμένους, νιώθοντάς τους σαν οικογένειά του και τον Απελευθερωτή σαν βασικό του πρόγονο, ενώ αισθανόταν τον Εμίλ τον σαμάνο ως τον πιο κοντινό του συγγενή. Μέσα στο ζωώδες μυαλό του είχε ήδη ξεχάσει ότι κάποτε έβλεπε τον κόσμο τελείως διαφορετικά…

Ο Απελευθερωτής και η Μάγισσα ήταν γονατισμένοι αντικριστά και βρίσκονταν χαμένοι σε κρυσταλλική συνεύρεση, που τους ικανοποιούσε και τους αναζωογονούσε. Προσπαθούσαν, επίσης, να φτάσουν εκεί πού είχαν φτάσει μία φορά – και μόνο μία φορά – στο παρελθόν: στο σημείο να γίνουν μία οντότητα. Δεν τα κατάφεραν, όμως, ούτε τώρα, και τελικά σταμάτησαν προτού εξουθενωθούν. Ξάπλωσαν στη γη, πέφτοντας σε αδράνεια, πλάι-πλάι, ατενίζοντας τον ουρανό, ατενίζοντας το φεγγάρι της Σεργήλης…

…και ο Καρνάδης θυμήθηκε τι του είχαν πει κάποτε ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ και ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ γι’αυτό το ουράνιο σώμα. Ότι κάποιες οντότητες κατοικούσαν εκεί οι οποίες ήταν εχθροί τους. Ότι παλιά, πριν από αιώνες αμέτρητους, υπήρχαν κι άλλα τέτοια ουράνια σώματα, αλλά ή είχαν πέσει από τους ουρανούς ή είχαν διαλυθεί ύστερα από έναν μεγάλο πόλεμο. Ύστερα από την εισβολή πλασμάτων σαν τον Σαρακμα’ό’οκ’ραθ και τον Ζορκολ’ζορκά’αβάθ στη Σεργήλη. Αυτά τα εξωδιαστασιακά όντα είχαν χάσει εκείνο τον πόλεμο, και τα δύο συγκεκριμένα είχαν πέσει στο Κρυσταλλικό Πεδίο, και είχαν μείνει εκεί, ακινητοποιημένα, μέχρι που ο Καρνάδης τα ελευθέρωσε. Και τώρα οι δύο κρυσταλλικοί δαίμονες ζητούσαν εκδίκηση. Καταλάβαιναν ότι δεν μπορούσαν πια να πετάξουν για να φτάσουν στο φεγγάρι, λόγω της κρυσταλλικής μορφής τους, αλλά αναζητούσαν τη Σιδηρά Δυναστεία, την οποία γνώριζαν ως σύμμαχο των οντοτήτων του φεγγαριού και ως προστάτιδα της Σεργήλης.

Προστάτιδα της Σεργήλης… Η μοναδική Σιδηρά Δυναστεία για την οποία είχε τύχει ν’ακούσει φήμες ο Καρνάδης ήταν μια οργάνωση του υπόκοσμου. Αν υπήρχε καν. Αν ήταν καν αληθινή κι όχι μύθος, ακόμα ένας σκιώδης λύκος του Κάρτωλακ για να φοβερίζει.

ΜΑΓΙΣΣΑ… είπε με τη γλώσσα της κρυσταλλική δομής.

ΤΙ; ρώτησε η Λορύν’σαρ, βρισκόμενη εν μέρει σε αδράνεια, σαν να ονειρευόταν.

«Έχεις ακούσει για τη Σιδηρά Δυναστεία;» είπε ο Καρνάδης, μιλώντας κανονικά τώρα.

ΟΧΙ. Και μετά από λίγο, από περιέργεια: ΤΙ ΕΙΝΑΙ;

«Μια οργάνωση του υπόκοσμου, λένε. Ίσως νάναι μύθος.»

«Δεν την έχω ξανακούσει. Γιατί ρωτάς;»

«Ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ και ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ ισχυρίζονται πως παλιά αυτή η Σιδηρά Δυναστεία ήταν προστάτες της Σεργήλης. Πολύ παλιά, όμως.»

ΚΑΙ; Είχε πέσει πάλι εν μέρει σε αδράνεια.

«Οι δαίμονες ζητάνε εκδίκηση από αυτούς.»

Η Μάγισσα δεν μίλησε με κανέναν τρόπο· έπεσε σε πιο βαθιά αδράνεια.

Το πρωί, ο Απελευθερωτής έκανε κήρυγμα ξανά στους ραλίστες και στους συνοδηγούς τους για το δώρο του Κρυστάλλου και, στο τέλος, τους είπε ότι μέχρι τη δύση του ήλιου όλοι τους θα γνώριζαν αυτό το δώρο. Δεν υπήρχε λόγος να καθυστερήσουν. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να αποδεχτούν τον Κρύσταλλο μέσα τους, αλλιώς ο Κρύσταλλος θα τους κομμάτιαζε, θα διέλυε τα σώματά τους.

Οι ραλίστες και οι συνοδηγοί τον άκουγαν με δέος, και θα νόμιζαν σίγουρα ότι ήταν τρελός αν δεν ήταν τρελή ούτως ή άλλως ολόκληρη αυτή η κατάσταση. Ορισμένοι ανάμεσά τους προσπαθούσαν να σκεφτούν έναν τρόπο για να ξεφύγουν, γιατί δεν ήθελαν να δεχτούν αυτό το «δώρο» του Κρυστάλλου, ό,τι κι αν ήταν. Οι νοητικές τους προσπάθειες όμως έμοιαζαν μάταιες· δεν φαινόταν να υπάρχει κανένας δρόμος διαφυγής. Οι κρυσταλλωμένοι διαρκώς τούς παρακολουθούσαν. Η μόνη λύση, για να ζήσουν, φαινόταν να είναι να αποδεχτούν αυτό τον Κρύσταλλο. Αλλά φοβόνταν. Όλοι τους φοβόνταν πολύ.

Ο Απελευθερωτής διάβαζε τον φόβο και τις αμφιβολίες τους στην κρυσταλλική τους δομή, και δεν παραξενευόταν καθόλου.

Τους είπε: «Μην έχετε αμφιβολίες! Είστε τέλειοι για να αποδεχτείτε τον Κρύσταλλο. Και μετά, ακόμα και τα αγωνιστικά σας οχήματα θα είναι ξανά δικά σας.»

Το μεσημέρι, η Μάγισσα πλησίασε τον κρυσταλλικό δαίμονα Ζορκολ’ζορκά’αβάθ ο οποίος στεκόταν παράμερα επάνω στα τέσσερα πόδια του που δεν έμοιαζαν με εντόμου παρότι η γενικότερή του μορφή ήταν εντομοειδής.

«Να σου μιλήσω;» τον ρώτησε.

Ο δαίμονας έστρεψε τη μουσούδα του με το μακρύ κεντρί προς το μέρος της. Ήταν δυνατόν η Μάγισσα να μην είχε ακόμα καταλάβει ότι δεν μπορούσε να μιλήσει τη γλώσσα των ανθρώπων της Σεργήλης; Ή ο Καρνάδης την είχε, κάπως, διδάξει την άλλη γλώσσα;

Η Λορύν’σαρ συνέχισε: «Εσύ δεν χρειάζεται να μιλάς. Μπορείς απλά να γνέφεις, δεν μπορείς; Καταλαβαίνεις τι σου λέω;»

Ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ καταλάβαινε, αν και μετά βίας. Η γλώσσα των ανθρώπων της Σεργήλης δεν ήταν για τη δική του νοημοσύνη.

«Θα σε πείραζε να παρακολουθήσω τι κάνεις όταν τσιμπάς κάποιον για να στείλεις τον Κρύσταλλο μέσα του;»

Ο δαίμονας κούνησε τη μουσούδα του.

«Αυτό σημαίνει πως δεν θα σε πείραζε, έτσι;»

Ο δαίμονας ξανακούνησε τη μουσούδα του.

«Εννοώ ότι θα σε παρακολουθήσω με τη μαγεία μου,» διευκρίνισε η Λορύν’σαρ. «Με τη μαγγανεία που έχω ονομάσει Κρυσταλλοδομική Ανάλυσις, με την οποία μπορώ να βλέπω βαθιά μέσα στην κρυσταλλική δομή των όντων.»

Ο δαίμονας δεν έφερε αντίρρηση.

«Εντάξει,» είπε η Μάγισσα. «Μια άλλη ερώτηση τώρα: Δεν μπορείς να μου μιλήσεις με κινήσεις της κρυσταλλικής σου δομής, τουλάχιστον;»

Η κρυσταλλική του δομή κινήθηκε περίεργα, αλλά, αν επρόκειτο για κάποια μορφή επικοινωνίας, η Λορύν’σαρ δεν καταλάβαινε τίποτα. Ο δαίμονας ήταν, πραγματικά, κάτι το τελείως διαφορετικό ακόμα και ύστερα από τη μεταμόρφωση του Κρυστάλλου.

Ήταν δυνατόν, άραγε, να καταφέρει η Λορύν να αποκωδικοποιήσει κάπως τη γλώσσα του, ώστε να μπορεί να συνεννοηθεί άμεσα μαζί του; Όταν είχε ζητήσει από τον Απελευθερωτή να της μάθει τη γλώσσα των αρχαίων δαιμόνων, εκείνος είχε φανεί σαστισμένος. Δεν μπορούσε να το κάνει. Όπως δεν μπορείς να μάθεις σε κάποιον κουφό πώς να ακούει. Αλλά αυτό ίσως να ήταν πρόβλημα του ίδιου του Απελευθερωτή, σκεφτόταν η Λορύν’σαρ. Ίσως να μην ήταν αρκετά ικανός για να διδάξει.

Όταν απομακρύνθηκε από τον Ζορκολ’ζορκά’αβάθ και πήγε κοντά στον Απελευθερωτή, του ζήτησε πάλι να της μάθει τη γλώσσα τους.

«Σου είπα, Μάγισσα – δεν γίνεται,» αποκρίθηκε εκείνος, ενοχλημένα. Στεκόταν στο κέντρο του καταυλισμού και κοίταζε τις κρυσταλλικές δομές όλων γύρω του.

«Γιατί;»

«Δεν ξέρω.»

«Εσύ πώς την έμαθες;»

«Στο Κρυσταλλικό Πεδίο.»

«Ναι αλλά πώς;»

«Στο Κρυσταλλικό Πεδίο, Μάγισσα, συμβαίνουν πράγματα που δεν μπορείς να διανοηθείς. Απλά την έμαθα. Όπως ελευθέρωσα και τον Ζορκολ’ζορκά’αβάθ και τον Σαρακμα’ό’οκ’ραθ. Το έκανα όπως ανοίγεις έναν κλειστό φάκελο.»

«Τι μορφές είχαν οι δαίμονες προτού κρυσταλλοποιηθούν;»

«Δεν ξέρω. Μέσα στο Κρυσταλλικό Πεδίο ήταν κρύσταλλοι. Ακίνητοι κρύσταλλοι. Αιώνια παγιδευμένοι. Μετά βίας διέκρινα τις ακόμα φλεγόμενες ψυχές εντός τους. Και τις απελευθέρωσα. Δεν είναι σαν εσένα και σαν τους υπόλοιπους αυτοί οι δύο, Μάγισσα· είναι διαφορετικοί. Όπως κι εγώ είμαι διαφορετικός. Μας γέννησε το ίδιο το Κρυσταλλικό Πεδίο, όχι ένα τσίμπημα.»

«Ναι, το τσίμπημα,» είπε η Λορύν’σαρ. «Σήμερα θα ανακαλύψω τι ακριβώς είναι το τσίμπημα του Ζορκολ’ζορκά’αβάθ

Στράφηκε να την ατενίσει ευθέως. «Τι εννοείς;»

«Θα το ερευνήσω με τη μαγεία μου. Θέλω να το κατανοήσω. Γιατί, σκέψου, έστω ότι ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ σκοτώνεται· τι θα γίνει μετά; Δεν θα μπορούμε να κρυσταλλοποιήσουμε άλλους;»

«Ναι, πράγματι…» παραδέχτηκε ο Απελευθερωτής. «Πιστεύεις ότι μπορείς, κάπως, να αντιγράψεις το τσίμπημά του;»

«Δεν ξέρω. Αυτό θέλω να μάθω.»

Όταν το απόγευμα είχε έρθει και το σκοτάδι σταδιακά πύκνωνε πίσω από το δάσος, ενώ το χειμερινό κρύο είχε δυναμώσει (πράγμα που δεν ενοχλούσε τους κρυσταλλωμένους, αλλά οι αιχμάλωτοί τους αισθάνονταν πολύ άσχημα και τουρτούριζαν), συγκέντρωσαν τους ραλίστες και τους συνοδηγούς τους έξω από τη μεγάλη σκηνή και μπροστά στον Ζορκολ’ζορκά’αβάθ.

Ο Απελευθερωτής ρώτησε, μεγαλόφωνα: «Ποιος θα δεχτεί πρώτος το άγγιγμα του Κρυστάλλου;»

Κανένας δεν μίλησε. Κανένας δεν κινήθηκε.

Ο Απελευθερωτής έδειξε έναν. «Εσύ. Έλα. Πλησίασε τον Ζορκολ’ζορκά’αβάθ, και να θυμάσαι τι σας είπα. Αποδέξου τον Κρύσταλλο εντός σου, αλλιώς θα σε καταστρέψει!»

Ο Καθάριος Μονοβάτης δεν κινήθηκε από τη θέση του, νιώθοντας μουδιασμένος, κοκαλωμένος. Το κεφάλι του ήταν χτυπημένο από την πρόσκρουση με τους κορμούς των δέντρων στο κακοτράχαλο μονοπάτι, και το μόνο που είχαν κάνει οι κρυσταλλωμένοι για το τραύμα του ήταν να τυλίξουν ένα πανί γύρω του. Είχαν πάψει πια να κατανοούν τις ανάγκες και τους πόνους των κατώτερων ανθρώπων, και αδυνατούσαν να τους περιποιηθούν σωστά. Ακόμα και τροφή και νερό με το ζόρι τούς έφερναν, απορώντας γιατί τους ήταν απαραίτητα.

«Πλησίασε!» φώναξε ο Απελευθερωτής. «Η αχαριστία στο δώρο του Κρυστάλλου τιμωρείται με θάνατο!»

Ο Καθάριος, μη βλέποντας κανέναν δρόμο διαφυγής, βάδισε προς τον κρυσταλλικό δαίμονα. Κι εκείνος τον κάρφωσε στα πλευρά με το κεντρί του.

«Αποδέξου τον Κρύσταλλο μέσα σου!» φώναξε ο Απελευθερωτής, καθώς ο Καθάριος έπεφτε στη γη, σπαρταρώντας, γρυλίζοντας, ουρλιάζοντας. «Αποδέξου τον Κρύσταλλο!» Το δέρμα του ραλίστα άρχισε να αιμορραγεί. Θα πεθάνει! κάποιοι από τους άλλους ραλίστες και τους συνοδηγούς φώναζαν. Θα πεθάνει! Μην τον αφήσετε να πεθάνει! Είναι τραυματισμένος – θα πεθάνει! «ΑΠΟΔΕΞΟΥ ΤΟΝ ΚΡΥΣΤΑΛΛΟ!» αντήχησε σαν βροντή η φωνή του Απελευθερωτή.

Το σώμα του Καθάριου κομματιάστηκε: η σάρκα διαλύθηκε, τα κόκαλα φάνηκαν – κι αυτό ήταν το τρομαχτικό τέλος του νικητή του Πρώτου Πανδιαστασιακού Ράλι Σεργήλης. Οι ραλίστες και οι συνοδηγοί κραύγαζαν, ούρλιαζαν, γύριζαν στο πλάι και ξερνούσαν, έτρεμαν, έκλαιγαν. Όχι! φώναζαν. Μη μας σκοτώσετε! Σας παρακαλούμε, αφήστε μας να φύγουμε! Μη μας σκοτώσετε!

«Η πίστη του δεν ήταν δυνατή!» τους διέκοψε ο Απελευθερωτής. «Όποιος δεν μπορεί να αποδεχτεί μέσα του τον Κρύσταλλο πεθαίνει. Αποδέξου, όμως, τον Κρύσταλλο και ζήσε αιώνια – σαν θεός!» Υψώνοντας το δάχτυλό του έδειξε μια γυναίκα. «Εσύ! Έλα εσύ, τώρα!»

«Όχι!» ούρλιαξε η Χλόη, η συνοδηγός του Ευκάρπιου. «Όχι! Δε θέλω αυτό το πράγμα!»

Δύο κρυσταλλωμένοι ήρθαν για να την αρπάξουν. Οι άλλοι ραλίστες και συνοδηγοί προσπάθησαν να τους απωθήσουν, αλλά, μέσα στο κρύο και ύστερα από τόση ταλαιπωρία, άοπλοι όλοι τους και χτυπημένοι, δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά. Οι κρυσταλλωμένοι πήραν μαζί τους τη Χλόη και την έριξαν μπροστά στο μεγάλο κρυσταλλικό έντομο. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της. «Όχι!» τσύριξε, σε κατάσταση έξαλλη, υστερική. «Μείνε μακριά μου!»

Το κεντρί του Ζορκολ’ζορκά’αβάθ την τσίμπησε στον ώμο, και η συνοδηγός άρχισε αμέσως να σπαρταρά όπως σπαρταρούσε πριν από λίγο ο Καθάριος, ενώ ο Απελευθερωτής τής φώναζε να αποδεχτεί τον Κρύσταλλο, να αποδεχτεί τον Κρύσταλλο – ΝΑ ΑΠΟΔΕΧΤΕΙ ΤΟΝ ΚΡΥΣΤΑΛΛΟ! Και απρόσμενα, η Χλόη έπαψε να χτυπιέται, το σώμα της ηρέμησε· η αναπνοή της, αν και συνέχισε να είναι γρήγορη, δεν ήταν πια σπασμωδική· μια κρυσταλλική υφή σχηματιζόταν, αργά-αργά, πάνω στο δέρμα της.

«Ορίστε!» είπε ο Απελευθερωτής. «Η πίστη της ήταν δυνατή! Αποδέχτηκε τον Κρύσταλλο, και θα ζήσει αιώνια, σαν θεά!»

Όταν η Χλόη σηκώθηκε τελικά από το έδαφος, είχε χάσει το πρόσωπό της· μονάχα μια θολούρα υπήρχε τώρα εκεί.

«Πες τους,» την προέτρεψε ο Απελευθερωτής. «Πες τους τι βλέπεις.» Και η Χλόη τούς είπε, κάνοντάς τους να απορήσουν, κάνοντάς τους να αναρωτηθούν αν αυτό που της είχε συμβεί είχε κάπως επηρεάσει το μυαλό της, ή αν κάποιος δαίμονας βρισκόταν τώρα μέσα της και δεν ήταν καθόλου η Χλόη αυτή.

Η Λορύν’σαρ, εν τω μεταξύ, είχε και στις δύο περιπτώσεις τσιμπήματος υφάνει την Κρυσταλλοδομική Ανάλυσι, πράγμα που διεύρυνε τις αισθήσεις της με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να ατενίσει βαθιά μέσα στις κρυσταλλικές δομές των όντων, να διακρίνει πράγματα που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, οι κρυσταλλωμένοι δεν διέκριναν. Η Κρυσταλλοδομική Ανάλυσις ήταν μια μαγγανεία που η Λορύν’σαρ είχε, βέβαια, εφεύρει από τότε που μεταμορφώθηκε· την είχε όμως βασίσει στη Μαγγανεία Στοιχειακής Αναλύσεως. Ήταν, ουσιαστικά, μια παραλλαγή της, μια εξελιγμένη μορφή, και είχε αποδειχτεί απαραίτητη ώστε η Μάγισσα να αναλύσει τα κομμένα πρόσωπα και τα βγαλμένα μάτια για να φτιάξει τις ζωντανές μάσκες.

Τώρα, η Κρυσταλλοδομική Ανάλυσις τής επέτρεπε να παρατηρεί διεξοδικά τη μεταμόρφωση μέσω του τσιμπήματος, να βλέπει τι ακριβώς άλλαζε, και σε ποια σημεία. Η Μάγισσα καταδύθηκε βαθιά στις κρυσταλλικές δομές των όντων, πολύ βαθιά. Και μέσα στον Ζορκολ’ζορκά’αβάθ διέκρινε κάτι που δεν νόμιζε ότι υπήρχε σε κανέναν άλλο κρυσταλλωμένο ή σε κανένα άλλο ον της Σεργήλης γενικά: Διέκρινε μια μορφή ενέργειας που ήταν, στην πραγματικότητα, ο Κρύσταλλος.

Ο Κρύσταλλος. Σε μορφή ενέργειας! Ρευστή σχεδόν.

Το κεντρί του δαίμονα αντλούσε αυτή την ενέργεια και την έστελνε μέσα στο σώμα που τσιμπούσε. Η Λορύν’σαρ δεν μπόρεσε παρά να παρομοιάσει τη διαδικασία με εκσπερμάτωση, γιατί έμοιαζε. Και η ποσότητα του ρευστού, ενεργειακού Κρυστάλλου δεν ήταν πεπερασμένη. Ήταν κάτι το οποίο εξέκριναν οι «αδένες» (αν μπορούσαν να ονομαστούν έτσι) του δαίμονα. Ίσως να εξαντλείτο προσωρινά, ύστερα από κάποια τσιμπήματα, αλλά η διαδικασία αναπλήρωσης είχε ήδη ξεκινήσει.

Η Μάγισσα αναρωτιόταν πώς μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτές τις πληροφορίες ώστε να αντιγράψει το τσίμπημα, ή ώστε να φτιάξει κάτι παρόμοιο με αυτό. Θα έπρεπε να βρει μια ρευστή ενεργειακή μορφή του Κρυστάλλου, σίγουρα. Αλλά πού θα την έβρισκε;

Χρειαζόταν κι άλλη παρατήρηση, μάλλον.

Καθώς η κρυσταλλωμένη Χλόη μιλούσε, η Λορύν’σαρ ούτε που την άκουγε. Και, όταν τα λόγια της συνοδηγού τελείωσαν, ο Απελευθερωτής ρώτησε ποιος θα ήταν ο επόμενος που θα δεχόταν το δώρο του Κρυστάλλου. Κανένας δεν προθυμοποιήθηκε να πλησιάσει, οπότε πάλι εκείνος πρόσταξε έναν να έρθει. Και το επανέλαβε αυτό όποτε δεν είχε εθελοντή. Ο ένας κατόπιν του άλλου, οι ραλίστες και οι συνοδηγοί τους δέχονταν το τσίμπημα του Ζορκολ’ζορκά’αβάθ. Κάποιοι πέθαιναν, κάποιοι ζούσαν.

Στο τέλος, από τους είκοσι-τρεις έμειναν οι δεκαπέντε, όλοι τους κρυσταλλωμένοι τώρα φυσικά και κατανοώντας πλήρως το δώρο που τους είχε δοθεί, νιώθοντας τους υπόλοιπους σαν αδέλφια τους και τον Απελευθερωτή σαν ευεργέτη τους, απορώντας πώς ήταν δυνατόν να βρίσκονταν ποτέ στην προηγούμενη, κατώτερη κατάστασή τους.

Η Λορύν’σαρ, ακόμα χρησιμοποιώντας την Κρυσταλλοδομική Ανάλυσι, παρατηρούσε τώρα ότι η κρυσταλλική ενέργεια μέσα στον Ζορκολ’ζορκά’αβάθ ήταν σχεδόν εξαντλημένη κι ο δαίμονας ήταν κουρασμένος, αν και εξωτερικά – αν δεν κοιτούσες βαθιά μέσα στην κρυσταλλική του δομή – αυτό δεν φαινόταν. Δεν μπορούσε, λοιπόν, να τσιμπήσει άπειρους ανθρώπους στη σειρά, σκέφτηκε η Λορύν’σαρ. Αναρωτιέμαι ποιο να είναι το όριό του… Νομίζω πως τώρα πρέπει να το πλησίασε. Τριάντα τσιμπήματα, ίσως, προτού εξουθενωθεί τελείως μην μπορώντας να ξανατσιμπήσει.

Ανθεκτικότερος από τους περισσότερους εραστές που ήξερα όταν ήμουν ακόμα κατώτερη γυναίκα. Η Μάγισσα γέλασε.

Ο Απελευθερωτής στράφηκε να την κοιτάξει, παραξενεμένος. «Τι;» ρώτησε.

«Τίποτα,» είπε εκείνη. «Σκέφτηκα κάτι.»

«Παρατήρησες τον Ζορκολ’ζορκά’αβάθ

«Ναι.»

«Και σε τι συμπέρασμα έφτασες;»

«Θα σου εξηγήσω μετά.»

Και όταν η συγκέντρωση των κρυσταλλωμένων είχε διαλυθεί, και άλλοι είχαν πάει να ξεκουραστούν άλλοι να φυλάξουν σκοπιές, η Μάγισσα τού εξήγησε, αλλά του είπε ότι το θέμα χρειαζόταν μελέτη ακόμα. Δεν ήξερε πώς μπορούσε να αντιγράψει αυτό που έκανε ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ – αν ήταν καν εφικτό να αντιγραφεί.

Είκοσι-Ένα
Αποζημιώσεις και Συνεννοήσεις

Το επιβατηγό όχημα σταμάτησε δίπλα από το πανδοχείο, και ο οδηγός είπε στον επιβάτη που καθόταν δίπλα του: «Εδώ είμαστε.»

Ο Ζορδάμης έκανε να βγάλει λεφτά από το πορτοφόλι του για να τον πληρώσει, αλλά ο οδηγός είπε αμέσως: «Όχι! Για όνομα της Αρτάλης! – ο Λιγνόρρυγχος ο ραλίστας θα πληρώσει μέσα στ’όχημά μου; Αν είναι δυνατόν! Όχι. Ένα αυτόγραφο θα ήταν αρκετό.» Χαμογέλασε, και έτεινε προς τη μεριά του Ζορδάμη ένα παλιό, τσακισμένο βιβλίο – ένα αντίτυπο του γνωστού μυθιστορήματος Ρημαγμένες Πολιτείες – κι έναν στιλογράφο.

«Με υποχρεώνεις,» του είπε ο Ραλίστας, κι έβαλε την υπογραφή του στην πρώτη, κενή σελίδα του κιτρινισμένου βιβλίου. «Αλλά θα πάρεις και την αμοιβή σου όπως πρέπει,» πρόσθεσε. Έβαλε μέσα στο βιβλίο δύο κέρματα και του το επέστρεψε.

«Όχι! Περίμενε!»

Αλλά ο Ζορδάμης είχε ήδη ανοίξει την πόρτα και βγει από το επιβατηγό όχημα. Ο Βινάρης και η Κλεισμένη, που κάθονταν στην πίσω θέση, τον ακολούθησαν. Η Καλλιόπη δεν ήταν μαζί τους· κοιμόταν στο δωμάτιό της στον Περίοικο. Και ο μόνος λόγος που ο Ζορδάμης δεν την είχε ξυπνήσει δεν ήταν επειδή ήταν πολύ νωρίς. Προτιμούσε να μην την έχει μαζί του, σε περίπτωση που χρειαζόταν να έρθει σε επαφή με συνδέσμους της Σιδηράς Δυναστείας· ή, γενικά, σε περίπτωση που κάτι απρόοπτο συνέβαινε.

Ο Ζορδάμης βάδισε προς την είσοδο του πανδοχείου που από πάνω της υπήρχε μια πινακίδα η οποία έγραφε Ο ΚΑΛΟΔΕΧΟΥΜΕΝΟΣ. Ας ελπίσουμε ότι θα είναι ακόμα εδώ ο φίλος μας, σκέφτηκε, και πέρασε το κατώφλι, μπαίνοντας στην τραπεζαρία όπου, παρά την ώρα, ήταν καθισμένοι κάμποσοι πελάτες. Το πανδοχείο βρισκόταν στις Μάντρες, και δεν ήταν μακριά ούτε από τον σιδηροδρομικό σταθμό ούτε από τη δημοσιά· συγκέντρωνε πολύ κόσμο.

Χτες βράδυ, όταν ο Ζορδάμης είχε επιστρέψει από τη βόλτα του με την Καλλιόπη, δεν είχε βρει τον Βινάρη στο δίκλινο δωμάτιό τους. Αλλά δεν είχε ανησυχήσει. Ίσως, τελικά, να είχε πάει βόλτα μόνος του – σε κάποιο μπαρ, πιθανώς. Ο Ζορδάμης, βγάζοντας τα ρούχα του, έκανε ένα ντους και μετά έπεσε για ύπνο. Ο ήχος της πόρτας που ξεκλειδώνει και ανοίγει τον ξύπνησε ύστερα από κάποια ώρα, και βλεφαρίζοντας είδε τον Βινάρη να μπαίνει, μέσα στο ασθενικό φως της λάμπας.

Ο Ζορδάμης άπλωσε το χέρι του και δυνάμωσε τη λάμπα. «Τι έγινε;» ρώτησε νυσταγμένα.

«Είχα πάει σ’ένα μπαρ. Δεν πιστεύω ν’ανησύχησες.»

«Όχι· το φαντάστηκα ότι σε μπαρ θα ήσουν.»

Ο Βινάρης κάθισε στην άκρη του κρεβατιού του. Έβγαλε τα παπούτσια του. «Δεν ήμουν μόνος.»

«Κι αυτό το φαντάστηκα,» χασμουρήθηκε ο Ζορδάμης.

«Ήμουν μαζί με τη Λούση, τη συνοδηγό της Ελοντί–»

«Τι!»

«Ναι… και ίσως να σ’ενδιέφερε να μάθεις κάτι που μου είπε.»

Το πιο σημαντικό από αυτά που είχε πει η Λούση ήταν πού έμενε ο Αργύριος…

Βρισκόμενος τώρα στον Καλοδεχούμενο, ο Ζορδάμης κοίταζε τους ανθρώπους στην τραπεζαρία για να δει αν ο παράξενος άντρας ήταν ανάμεσά τους. Αλλά δεν τον είδε πουθενά. Αυτό σήμαινε πως ή δεν είχε ξυπνήσει ακόμα ή είχε φύγει από το πανδοχείο.

Πρότεινε στον Βινάρη να καθίσουν και να τον περιμένουν, κι εκείνος δεν έφερε αντίρρηση. Κάθισαν σ’ένα τραπέζι με την Κλεισμένη να περιφέρεται γύρω από τα πόδια τους. Μια σερβιτόρα τούς ρώτησε τι θα ήθελαν, και ζήτησαν κι οι δύο μια κούπα καφέ και τίποτ’ άλλο. Όταν όμως η σερβιτόρα επέστρεψε τους έφερε μαζί κι ένα μικρό μπολ με κουλουράκια.

Η Κλεισμένη νιαούρισε.

«Ναι, σε ξέχασε εσένα,» της είπε ο Ζορδάμης κλείνοντάς της το μάτι καθώς εκείνη κοίταζε προς τα πάνω.

*

Ο Αργύριος, λίγο προτού ξυπνήσει, έβλεπε ένα όνειρο. Έβλεπε ότι άνοιγε τη δερμάτινη θήκη της καινούργιας του τράπουλας, τραβούσε έξω την τράπουλα, και γύριζε το πάνω-πάνω χαρτί. Αλλά δεν μπορούσε να το διακρίνει γιατί ήταν θολό, όπως μπορεί να είναι μόνο στα όνειρα.

Ανοίγοντας τώρα τα μάτια του, πήρε αργά καθιστή θέση στην άκρη του κρεβατιού και παραμέρισε τα μακριά, γκρίζα μαλλιά από το πρόσωπό του. Άπλωσε το χέρι του στο κομοδίνο, τράβηξε το συρτάρι, πήρε την τράπουλα από μέσα, την έβγαλε από τη μαύρη θήκη που επάνω στο δέρμα της ήταν αποτυπωμένο ένα σύμβολο της Λόρκης, και γύρισε το πάνω-πάνω χαρτί.

Τα Μάτια της Λόρκης. Ένα από τα εξέχοντα φύλλα. Μαντική σημασία: επίμονη (ίσως κακόβουλη, ίσως όχι) παρακολούθηση· ενέδρα· εστίαση της προσοχής σε συγκεκριμένο ζήτημα· η Λόρκη σε κοιτάζει με ενδιαφέρον (πράγμα που μπορεί να είναι είτε καλό είτε κακό).

Κάποιος τον περίμενε. Ο Αργύριος ήταν σίγουρος.

Χωρίς βιασύνη, άρχισε να ντύνεται.

*

Μετά από κάποια ώρα, ο Ζορδάμης είδε έναν άντρα να έρχεται από τις σκάλες του πανδοχείου, και ήταν αυτός. Σίγουρα. Ο Αργύριος. Τώρα δεν φορούσε κουκούλα και στο κεφάλι του φαίνονταν γκρίζα μαλλιά, δεμένα αλογοουρά.

Η Κλεισμένη έτρεξε καταπάνω του σαν βέλος, ξαφνιάζοντας τον Ζορδάμη.

Ο Αργύριος, υπομειδιώντας, έσκυψε και της χάιδεψε τη ράχη, ενώ συγχρόνως το βλέμμα του πήγε προς τη μεριά απ’ όπου είχε έρθει η γάτα.

Τα μάτια του συνάντησαν τα μάτια του Ζορδάμη.

Αυτός, λοιπόν, σκέφτηκε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης. Αναρωτιέμαι πώς έμαθε ότι μένω εδώ. Η γάτα τον οδήγησε; Δίχως να διστάσει βάδισε προς το τραπέζι που ο χρυσόδερμος ραλίστας μοιραζόταν μ’έναν άλλο άντρα τον οποίο ο Αργύριος δεν αναγνώριζε. Είχε δέρμα λευκό-ροζ και μαύρα μαλλιά και μουστάκι.

«Καλημέρα σας, κύριοι. Με περιμένατε;»

Ο Ζορδάμης συνοφρυώθηκε αντικρίζοντας τον Αργύριο. Πώς το κατάλαβε; Από την Κλεισμένη που έτρεξε προς το μέρος του; Δεν είναι δυνατόν! «Γιατί να περιμένουμε εσένα;»

«Δεν περιμένατε εμένα, λοιπόν;»

«Κάθισε, αν έχεις την καλοσύνη,» ζήτησε ο Ζορδάμης. «Σε κερνάμε πρωινό.»

«Ευχαριστώ.» Ο Αργύριος τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε. «Η γάτα σάς οδήγησε εδώ;» ρώτησε.

Ο Ζορδάμης παραξενεύτηκε. Η γάτα; «Η Κλεισμένη;»

«Ναι.»

«Γιατί να μας οδηγήσει η Κλεισμένη εδώ;» Ο τύπος ήταν περίεργος – πολύ περίεργος. Πώς του είχε μπει αυτή η ιδέα στο μυαλό; Μήπως ήταν όντως τρελός, όπως υπέθετε η Λούση; Άλλωστε, ήταν ψυχίατρος· ίσως κάτι να ήξερε.

«Τη συνάντησα προχτές,» αποκρίθηκε ο Αργύριος, «και δεν ήθελε να φύγει από κοντά μου. Διαρκώς την έβρισκα πλάι μου. Μέχρι χτες το απόγευμα, που… εξαφανίστηκε. Δεν κατάλαβα πότε ακριβώς έφυγε.»

«Μαζί σου ήταν, λοιπόν;» έκανε ο Ζορδάμης. «Την έψαχνα συνέχεια!»

Ο Αργύριος δεν μίλησε.

Η Κλεισμένη νιαούρισε.

«Αν δεν σε οδήγησε η Κλεισμένη εδώ, τότε πώς έμαθες πού μένω;» ρώτησε ο Αργύριος. «Η Ελοντί σ’το είπε;»

«Δεν έχει σημασία πώς ακριβώς το έμαθα,» αποκρίθηκε ο Ζορδάμης. Ο Βινάρης τού είχε ζητήσει να μην αναφέρει καθόλου τη Λούση, γιατί δεν ήθελε να γίνει καμια παρεξήγηση ανάμεσα σ’αυτήν και την Ελοντί. «Σημασία έχει ότι θέλω να μιλήσουμε.»

«Τι έχουμε να πούμε;»

Η ίδια σερβιτόρα που είχε έρθει πριν πλησίασε πάλι, ρωτώντας αν θα έπαιρνε κάτι ο κύριος. Ο Αργύριος ζήτησε μια κούπα τσάι και δύο ψητά κάστανα.

Ο Ζορδάμης είπε, καθώς η κοπέλα απομακρυνόταν: «Θέλω να μάθω πώς ανακάλυψες για τους ληστές που επιτέθηκαν στους ραλίστες.»

«Γιατί;»

«Ρωτάς γιατί; Τόσοι άνθρωποι ίσως να κινδυνεύουν θανάσιμα αυτή τη στιγμή – αν δεν είναι ήδη νεκροί! Ακόμα δεν έχει ανακοινωθεί ότι τους βρήκαν.»

«Δε φταίω εγώ γι’αυτό. Μακάρι να μπορούσα να το αποτρέψω…»

«Πώς έμαθες για την ενέδρα; Τους ξέρεις; Τους έχεις ξανασυναντήσει; Έχεις ταξιδέψει στα μέρη βορειοδυτικά της Θακέρκοβ;»

Ο Αργύριος συνοφρυώθηκε, γιατί αυτή η τελευταία αναφορά δεν του είχε φανεί καθόλου τυχαία. «Στα μέρη βορειοδυτικά της Θακέρκοβ; Γιατί; Τι είναι εκεί;»

«Η Αίρεση του Κρυστάλλου.»

«Του Κρυστάλλου;» Αποκλείεται να επρόκειτο για σύμπτωση, σκέφτηκε ο Αργύριος.

«Δεν έχεις ταξιδέψει στα βορειοδυτικά, λοιπόν;»

«Η αλήθεια είναι πως όχι. Από τα δυτικά ερχόμουν όταν έμαθα για το ράλι…»

Η σερβιτόρα πλησίασε ξανά για να του φέρει το τσάι του και τα δύο ψητά κάστανα. Ύστερα έφυγε.

«Και τι ξέρεις για τους ληστές;» ρώτησε ο Ζορδάμης.

«Δεν είναι συνηθισμένοι ληστές.»

«Αυτό το έχουμε καταλάβει κι εμείς.»

«Δεν ξέρω τίποτ’ άλλο. Ίσως, μάλιστα, εσύ να ξέρεις περισσότερα από εμένα. Πες μου για την… Αίρεση του Κρυστάλλου.» Η παρουσία αυτού του ραλίστα δεν ήταν τυχαία εδώ – ο Αργύριος αισθανόταν βέβαιος πλέον – η Λόρκη τον είχε στείλει για να τον καθοδηγήσει κάπως.

«Πες μου εσύ, πρώτα, πώς έμαθες για την ενέδρα. Και μη μου απαντήσεις ότι έτυχε να περνάς από εκεί και να δεις τους ληστές, όπως μου είπε η Ελοντί, γιατί, σ’το λέω εκ των προτέρων, δεν πρόκειται να σε πιστέψω.»

Ο Αργύριος μειδίασε αχνά και ήπιε μια γουλιά απ’το τσάι του. «Δεν πιστεύεις σε συμπτώσεις, Ζορδάμη;»

«Καθόλου.»

«Ίσως θα έπρεπε ν’αρχίσεις να πιστεύεις.»

Η όψη του Ραλίστα σκοτείνιασε. Εσκεμμένα. Ο Ζορδάμης με τα Πολλά Πρόσωπα ήθελε να τρομάξει τούτο τον μπαγαπόντη, όποιος κι αν ήταν. «Δε μ’αρέσει να με κοροϊδεύουν,» είπε με τρόπο που έμοιαζε να υπονοεί ότι αυτό θα είχε, ίσως, συνέπειες.

Ο Αργύριος κατάλαβε πως προσπαθούσε να τον φοβερίσει, και σκέφτηκε: Δε μπορεί νάναι ένας απλός ραλίστας, μόνο. Το πρόσωπό του… είναι σαν ηθοποιού· και η έκφρασή του σαν ανθρώπου του υπόκοσμου.

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης έβγαλε την τράπουλά του και την άφησε πάνω στο τραπέζι, με τα φύλλα γυρισμένα από την καλή, σαν βεντάλια.

«Νομίζεις ότι αυτό είναι απάντηση;» είπε, απειλητικά – εσκεμμένα απειλητικά – ο Ζορδάμης. «Η υπόθεση είναι πολύ σημαντική–»

«Δεν το αμφιβάλλω. Ίσως, μάλιστα, να είναι πιο σημαντική απ’ό,τι υποθέτεις, ραλίστα. Και μόλις σου έδειξα τον τρόπο με τον οποίο έμαθα για την ενέδρα των κρυσταλλωμένων.»

Ο Ζορδάμης συνοφρυώθηκε. «Η τράπουλα. Τι… τι θες να πεις; Τι είσαι; Μάντης; Χαρτομάντης;»

Ο Αργύριος μάζεψε τα χαρτιά με μια γρήγορη κίνηση και τα έκρυψε πάλι μες στη δερμάτινη θήκη. «Όχι, αλλά ορισμένες φορές η Λόρκη με καθοδηγεί μέσα από την τράπουλά της.»

«Ιερέας της Λόρκης είσαι;»

«Δεν είμαι ιερέας.»

«Τι είσαι, τότε;»

«Ένας περιπλανώμενος άνθρωπος,» είπε ο Αργύριος.

«Και την Ελοντί πού τη γνώρισες; Στις περιπλανήσεις σου;»

«Ναι.»

«Μπορείς να μας πεις τώρα πού είναι οι ληστές; Πού έχουν πάει τους άλλους ραλίστες;»

«Δυστυχώς όχι.»

«Δε μπορείς να το δεις με την τράπουλα;»

«Σου εξήγησα, ραλίστα – δεν είμαι χαρτομάντης. Και σε προειδοποιώ να μην πιστεύεις τους περισσότερους που σου λένε ότι είναι χαρτομάντες. Στην πραγματικότητα είναι αγύρτες.»

«Πες μου κάτι που δεν ξέρω.»

«Τι είναι η Αίρεση του Κρυστάλλου;» ρώτησε ο Αργύριος.

Ο Ζορδάμης έμεινε σιωπηλός προς στιγμή, ατενίζοντάς τον παρατηρητικά, αναρωτούμενος αν αυτός ο παράξενος άνθρωπος τού είχε πει αλήθεια. Ήταν δυνατόν να είχε, όντως, δει την ενέδρα μέσα από την τράπουλα του; Από τη μια, ο Ζορδάμης δυσκολευόταν να το πιστέψει – δυσκολευόταν πολύ. Από την άλλη, όμως, ο Αργύριος το έλεγε με τόση φυσικότητα που του ήταν δύσκολο να μην το πιστέψει.

Όπως και νάχε, ο Ζορδάμης δεν νόμιζε ότι θα ήταν επιβλαβές να τον πληροφορήσει για το τι συνέβαινε στα βορειοδυτικά. Ο Αργύριος δεν μπορεί να ήταν με το μέρος των ληστών.

Του είπε, λοιπόν, όσα ήξερε.

Και ο Μπαλαντέρ της Λόρκης τα άκουσε με ενδιαφέρον, νιώθοντας να επιβεβαιώνεται ξανά η υποψία του ότι δεν ήταν καθόλου τυχαίο που ο Ζορδάμης είχε έρθει να τον αναζητήσει εδώ.

«Μάλιστα,» είπε τελικά, έχοντας ήδη φάει το ένα από τα δύο ψητά κάστανα. «Απορώ που δεν άκουσα για όλ’ αυτά πριν από εσένα. Ποιος σου τα είπε;»

Ο Ζορδάμης, μη θέλοντας να αναφέρει το όνομα της Βλάστης, αποκρίθηκε: «Μια γνωστή μου που τυχαίνει να είναι μαντατοφόρος και γρυποκαβαλάρισσα.»

«Έτσι εξηγείται, ίσως. Τα νέα ταξιδεύουν πιο γρήγορα όταν πετάς.»

«Μπορεί να φταίει και το γεγονός ότι όλα αυτά έχουν συμβεί σχετικά πρόσφατα, απ’ό,τι κατάλαβα. Δεν πρέπει νάχει περάσει πολύς καιρός. Εσύ, που ερχόσουν από τα δυτικά… Πέρα από τον ποταμό Μέλκωθ;»

«Ναι.»

«Ήσουν μακριά, τότε.»

«Ερχόμουν όμως με άλογο, όχι με όχημα. Έκανα αρκετές στάσεις, αν και όχι όλες σε κατοικημένα μέρη. Τέλος πάντων, Ζορδάμη. Τι σκοπεύεις τώρα να κάνεις;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε εκείνος. «Δεν είμαι σίγουρος. Έχεις καμια ιδέα;» Ήταν πραγματικά περίεργος ν’ακούσει τι μπορεί να πρότεινε ο Αργύριος.

Αλλά ο Αργύριος είπε μόνο: «Όχι ακόμα,» σαν να περίμενε πάλι τα χαρτιά να του μιλήσουν.

Για λίγο ήταν κι οι δυο τους σιωπηλοί, και ο Βινάρης δεν είχε βγάλει άχνα ακόμα – απλώς τους άκουγε. Μετά, ο Αργύριος είδε να κατεβαίνει στην τραπεζαρία κάποια που γνώριζε. Η Χρυσόχαρη τον είδε επίσης, και συνοφρυώθηκε ξαφνιασμένη – μάλλον επειδή εκείνος καθόταν στο ίδιο τραπέζι με τον Ζορδάμη Λιγνόρρυγχο, τον οποίο ήξερε ως ραλίστα.

Ο Αργύριος τής έκανε νόημα να έρθει, και η Χρυσόχαρη ήρθε. «Καλημέρα,» είπε χαμογελώντας· και φαινόταν ότι ένιωθε κάποια αμηχανία.

«Η Χρυσόχαρη,» τη σύστησε ο Αργύριος. «Κι αυτός, Χρυσόχαρη, θα ξέρεις ποιος είναι, υποθέτω.»

«Φυσικά και ξέρω.»

Ο Ζορδάμης αντάλλαξε μια χειραψία μαζί της. «Κάθισε,» της είπε. «Από εδώ ο Βινάρης.» Εκείνος ένευσε προς το μέρος της, σε χαιρετισμό.

«Χαίρω πολύ,» είπε η Χρυσόχαρη, και κάθισε. «Τι τραγικό ήταν αυτό το πράγμα που συνέβη,» είπε, κοιτάζοντας κυρίως τον Ζορδάμη. «Ευτυχώς που τουλάχιστον εσύ και η ξαδέλφη μου και οι συνοδηγοί σας δεν εξαφανιστήκατε σαν τους άλλους.»

«Η ξαδέλφη σου;» είπε ο Ζορδάμης. «Η Ελοντί είναι ξαδέλφη σου;» Αν και γνώριζε ότι η Ελοντί ήταν ξαδέλφη της· του το είχε πει ο Βινάρης, που του το είχε πει η Λούση.

Η Χρυσόχαρη κόμπιασε. «Ναι, είναι… αλλά την είχα χάσει εδώ και πολλά χρόνια. Τελευταία την ξανασυνάντησα. Δεν έχουμε και πολύ κοντινές σχέσεις, δηλαδή.

»Θα βρουν τους άλλους ραλίστες;» ρώτησε. «Τι σας λένε; Πλησιάζουν να τους βρουν; Προχωρά η έρευνα;»

«Ό,τι ξέρεις ξέρουμε,» αποκρίθηκε ο Ζορδάμης: «αυτά που ακούγονται από τα μέσα μαζικής πληροφόρησης της Θακέρκοβ.»

*

Η Ελοντί, από το πρωί που σηκώθηκε, άρχισε να σπαθίζει αόρατους στόχους μέσα στο δωμάτιό της στον Περίοικο, ντυμένη μόνο με τα εσώρουχά της – μια μεγάλη εφαρμοστή περισκελίδα, έναν σφιχτοδεμένο στηθόδεσμο, κι ένα ζευγάρι κάλτσες που έφταναν ώς το γόνατο. Τα βαμμένα κόκκινα μαλλιά της ήταν δεμένα κότσο πίσω από το κεφάλι της.

Ο Φίλιππος’χοκ καθόταν στο κρεβάτι και τη χάζευε. Το σπαθί το είχαν αγοράσει χτες το μεσημέρι από ένα κατάστημα στον Παλιάτσο το οποίο έμοιαζε ύποπτο. Λόγω της ώρας τα άλλα μαγαζιά δεν ήταν ανοιχτά, και η Ελοντί βιαζόταν: δεν ήθελε να περιμένει ώς το απόγευμα που θα άνοιγαν: ήθελε ν’αρχίσει να ξαναθυμάται τις ικανότητές της όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Και είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος του χτεσινού απογεύματος κάνοντάς αυτά που την έβλεπε και τώρα ο Φίλιππος να κάνει. Μετά, το βράδυ, είχαν πάει στο Όμορφο Παλαιοπωλείο.

Ο Φίλιππος’χοκ, φυσικά, δεν ήταν άσχετος από τη χρήση όπλων. Κάποτε, πριν από χρόνια – πολλά χρόνια, του φαινόταν πλέον: μια ζωή ολόκληρη, ίσως – ήταν με την Επανάσταση· πολεμούσε εναντίον των Παντοκρατορικών για να ελευθερώσει τη Σεργήλη από τα δεσμά τους. Τότε είχε γνωρίσει και την Ελοντί, μέσα στον επικίνδυνο αγώνα, στη Βέλνημ. Είχαν ερωτευτεί, και ακόμα ερωτευμένοι ήταν, παρότι δεν έμοιαζαν και τόσο ως προσωπικότητες. Παρότι δεν έμοιαζαν καθόλου ίσως, δεν μπορούσε παρά να παρατηρήσει ο Φίλιππος. Εκείνος πάντα έλεγε στην Ελοντί να μείνει μαζί του στη Βέλνημ· εκείνη πάντα του έλεγε να αρχίσει να τριγυρίζει σ’όλη τη Σεργήλη μαζί της, από τον έναν αγώνα ράλι στον άλλο. Ήταν ν’απορεί κανείς που δεν βλέπονταν και τόσο συχνά όσο θα ήθελαν; Ωστόσο, εξακολουθούσαν να είναι ερωτευμένοι· ούτε εκείνος ούτε εκείνη αμφέβαλλε γι’αυτό.

Ο Φίλιππος την παρατηρούσε τώρα να κινείται με το σπαθί στα χέρια της, και ερωτευόταν όλες της τις κινήσεις. Του φαίνονταν τέλειες, αν και ήξερε πως δεν ήταν ο σωστός άνθρωπος για να κρίνει κάτι τέτοιο. Δεν ήταν καθόλου καλός στην ξιφομαχία. Δεν είχε πολεμήσει ποτέ με σπαθιά τους Παντοκρατορικούς· δεν του είχε χρειαστεί.

Η Ελοντί έπαψε να μάχεται φανταστικούς αντιπάλους. Θηκάρωσε το σπαθί και το έριξε στο κρεβάτι, πλάι στον Φίλιππο.

«Γιατί τέτοια εμμονή με την ξιφομαχία;» τη ρώτησε ο μάγος. «Νομίζεις ότι θα χρειαστεί να τους αντιμετωπίσουμε σώμα με σώμα;»

«Ελπίζω πως όχι, αλλά θέλω να είμαι έτοιμη.»

«Και θεωρείς πως είσαι έτοιμη τώρα;»

«Αρκετά. Αν και μου φαίνεται ότι δεν είμαι πια τόσο γρήγορη όσο παλιά.»

«Όταν ο Φοίνικας σ’έμαθε ξιφομαχία ήσουν κοπελίτσα.»

«Δεν ήμουν και τόσο μικρή!» διαμαρτυρήθηκε η Ελοντί. Μετά είπε: «Σήκω πάνω.»

Ο Φίλιππος σηκώθηκε. «Τι;»

«Αισθάνεσαι άνετος μ’αυτά τα ρούχα;»

Φορούσε μια βαθυκόκκινη ρόμπα με μαύρους μαιάνδρους. «Ναι· γιατί;»

«Προσπάθησε να με χτυπήσεις, τότε.»

«Αα, κατάλαβα…» Αναστέναξε. «Σκοπεύεις να ξεκινήσεις σύντομα για τα βορειοδυτικά, Ελοντί;»

«Να ‘ξεκινήσω’; Δεν έλεγες ότι θα έρθεις μαζί μου;»

«Θα έρθω. Εκ παραδρομής είπα ‘να ξεκινήσεις’. Σκοπεύεις να ξεκινήσουμε σήμερα, λοιπόν;»

«Ίσως.»

«Ναι ή όχι;»

«Δεν ξέρω, Φίλιππε. Αν δεν έχουμε κανένα νέο ώς το απόγευμα… Δε μπορούμε ν’αφήσουμε τόσους ανθρώπους στο έλεος αυτών των… πλασμάτων.» Έκανε μερικά βήματα όπισθεν. «Έλα, προσπάθησε να με χτυπήσεις.»

Ο Φίλιππος έβγαλε τη ρόμπα του και της επιτέθηκε.

Μετά από κανένα μισάωρο συνεχόμενης ανταλλαγής χτυπημάτων, η Ελοντί συνειδητοποίησε ότι τελικά δεν είχε γίνει τόσο αργή όσο νόμιζε. Δεν είχε μεγάλη δυσκολία ν’αποφεύγει τα χτυπήματα του μάγου ή να τα αποκρούει με τους πήχεις ή με τα γόνατά της. Η ίδια δεν του επιτιθόταν, όμως· φοβόταν μην τον χτυπήσει άσχημα άθελά της. Και υποπτευόταν, βέβαια, ότι κι ο Φίλιππος το ίδιο φοβόταν για εκείνη. Ή, μάλλον, ήταν σίγουρη. Το έβλεπε πως δεν έβαζε όλη του τη δύναμη στις επιθέσεις του, αλλά πρέπει να στόχευε όσο καλύτερα μπορούσε. Μια φορά η γροθιά του τη βρήκε στη μύτη· μια άλλη φορά, στο διάφραγμα· και μια φορά την κλότσησε στα πλευρά. Αλλά όλα τα χτύπημα ήταν ελαφριά, πολύ ελαφριά, σαν τίποτα περισσότερο από σπρωξίματα. Δεν άφηναν μελανιές.

«Γιατί δεν μου επιτίθεσαι, Ελοντί;» τη ρώτησε σε κάποια στιγμή.

«Τις δικές μου ικανότητες θέλω να δοκιμάσω, όχι τις δικές σου,» του απάντησε, μη θέλοντας να του πει πως φοβόταν μην τον χτυπήσει άσχημα. Δεν ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να ελέγξει τόσο καλά τις επιθέσεις της όσο εκείνος.

Ο επικοινωνιακός δίαυλος κουδούνισε διακόπτοντας την εκπαίδευση.

«Περίμενε, και μετά θα συνεχίσω να σε δέρνω,» είπε η Ελοντί, χαμογελώντας, και πλησίασε τη συσκευή στο κομοδίνο πατώντας το κουμπί της αποδοχής. «Μάλιστα;»

«Η κυρία Ελοντί Αλλόγνωμη;» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από το μεγάφωνο.

«Η ίδια.»

«Βρίσκονται στο ξενοδοχείο κάποιοι άνθρωποι των χορηγών του Ράλι Δυτικής Θακέρκοβ, και θα ήθελαν να σας μιλήσουν. Θα τους συναντήσετε;»

«Ναι, βεβαίως. Θέλουν να έρθουν στο δωμάτιό μου;»

«Σας περιμένουν στη ρεσεψιόν. Μου ζήτησαν να σας πω να ετοιμαστείτε με την ησυχία σας· δεν είναι επείγον.»

Η Ελοντί ευχαρίστησε την υπάλληλο κι έκλεισε τον δίαυλο.

«Θέλεις να έρθεις μαζί;» ρώτησε τον Φίλιππο.

«Ό,τι θέλεις εσύ, Ελοντί.»

*

Το ίδιο πρωινό που ο Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος είχε πάει στον Καλοδεχούμενο και η Ελοντί Αλλόγνωμη εκπαιδευόταν στο δωμάτιό της, μια πρεσβεία τεσσάρων ατόμων ήρθε στη Θακέρκοβ επάνω σ’ένα τετράκυκλο όχημα, μαζί με οκτώ σωματοφύλακες. Ήταν άνθρωποι από τις περιοχές βόρεια και δυτικά της μεγαλούπολης – άνθρωποι των πολύ μικρότερων πόλεων που βρίσκονταν απλωμένες σ’εκείνα τα μέρη – και αναζήτησαν αμέσως τον Πολιτειάρχη προκειμένου να του μιλήσουν. Για να φτάσουν σ’αυτόν χρειάστηκε να περάσουν πρώτα από άτομα της Χωροφυλακής που τους ρώτησαν τον λόγο για τον οποίο βρίσκονταν εδώ. Οι πρέσβεις – τρεις άντρες και μία γυναίκα – ανέφεραν ότι επρόκειτο για μια υπόθεση που παρόμοιά της δεν είχε ξαναπαρουσιαστεί στις περιοχές τους. Μια παράξενη αίρεση ανθρώπων χωρίς πρόσωπα ορμούσαν σε χωριά – ακόμα και σε πόλεις! – και άρπαζαν τους κατοίκους: τους απήγαγαν και τους εξαφάνιζαν! Και μαζί τους είχαν ένα πελώριο κρυσταλλικό φίδι κι ένα πελώριο κρυσταλλικό έντομο, που πρέπει να ήταν πλάσματα εξωδιαστασιακά, σίγουρα. Οι γηγενείς των περιοχών βορειοδυτικά της Θακέρκοβ δεν είχαν τρόπο να τους αντιμετωπίσουν· ήταν πέρα από τις δυνάμεις τους. Οι τρεις ισχυρότερες πόλεις – οι πόλεις από τις οποίες έρχονταν τώρα οι πρέσβεις – είχαν συγκεντρώσει όσους μισθοφόρους μπορούσαν, όσους μισθοφόρους βρίσκονταν στα μέρη τους, και τους είχαν στείλει να αφανίσουν την Αίρεση του Κρυστάλλου. Κανένας τους δεν είχε επιστρέψει. Και τώρα οι τρεις πόλεις και όλα τα εδάφη γύρω τους ήταν ανυπεράσπιστα!

«Αν η Θακέρκοβ δεν μας βοηθήσει, είμαστε καταδικασμένοι,» είπε ο πρέσβης που ονομαζόταν γέρο-Αλλάνδρης στην Αρχιφρούραρχο Ελίζα Αριθμόχειρη, η οποία τους άκουγε με ενδιαφέρον, μη μπορώντας παρά να παραλληλίσει αυτή την Αίρεση του Κρυστάλλου με τους παράξενους ληστές που είχαν επιτεθεί στους ραλίστες.

«Θα ειδοποιήσω τον Πολιτειάρχη. Περιμένετε, παρακαλώ,» είπε η Αρχιφρούραρχος, και πήγε στο γραφείο της για να μιλήσει στον Λαέρτη Μάθαρλοφτ μέσω επικοινωνιακού διαύλου.

Όταν τελείωσε και έκλεισε τη συσκευή, ένας λοχαγός της Χωροφυλακής την πλησίασε και της είπε: «Είχα ακούσει κι εγώ, πρόσφατα, ότι κάτι συνέβαινε στα βορειοδυτικά.»

«Και γιατί δεν μου το ανέφερες;»

«Δεν ήξερα αν έπρεπε να το θεωρήσω τίποτα περισσότερο από φήμες, ή αν ήταν καν σημαντικό. Μια μέρα πριν από το ράλι το άκουσα. Το απόγευμα της ημέρας πριν από το ράλι. Στο Χωνευτήρι. Όταν είχαμε πάει εκεί να κυνηγήσουμε μια συμμορία κλεφτών. Αυτούς που έκλεβαν από τον Καλόπιστο κι έτρεχαν στο Χωνευτήρι κι όλο μάς ξέφευγαν.»

Η Ελίζα Αριθμόχειρη αναστέναξε. «Τέλος πάντων. Τώρα ο Πολιτειάρχης θα τους αναλάβει. Κάτσε να πάω να τους το πω, να μην ανησυχούν.»

Αν και, μάλλον, είχαν πολλούς λόγους για να ανησυχούν ούτως ή άλλως.

Ο Πολιτειάρχης της Θακέρκοβ, Λαέρτης Μάθαρλοφτ, δέχτηκε τους πρέσβεις στον Πολιτικό Οίκο, στον Γαιοδόμο, όπου γίνονταν συνήθως τέτοιες συναντήσεις. Άκουσε, μέσα σε μια από τις όμορφα στολισμένες αίθουσες, αυτά που είχαν να του πουν και, μετά, τους ανέφερε τι είχε συμβεί στο Ράλι Δυτικής Θακέρκοβ.

«Νομίζετε ότι θα μπορούσαν να ήταν οι ίδιοι;» ρώτησε. Σίγουρα οι ίδιοι ήταν, απάντησαν οι πρέσβεις· δεν υπήρχε αμφιβολία.

Ο Λαέρτης Μάθαρλοφτ ακριβώς αυτή την απάντηση περίμενε, και τώρα ρουφούσε καπνό από το ακριβό τσιγάρο του παρατηρώντας τους πρέσβεις συλλογισμένος. Ήταν όλοι τους καθισμένοι σε μαλακά δερμάτινα καθίσματα, και είχαν ποτά κοντά τους.

«Κύριε Πολιτειάρχη,» είπε ο γέρο-Αλλάνδρης, «μπορεί η Θακέρκοβ να μας προσφέρει βοήθεια; Γιατί, αν δεν μας προσφέρει βοήθεια, κι αυτή η κατάσταση συνεχιστεί στα μέρη μας, τότε… φοβάμαι πως κανένας μας δεν θα μείνει…»

«Πού τους πηγαίνουν αυτούς που απαγάγουν, κύριε;»

«Δεν γνωρίζω, Εντιμότατε. Κανείς μας δεν γνωρίζει. Αλλά δεν έχουμε βρει ποτέ τα πτώματά τους.»

«Τους κρατάνε κάπου, δηλαδή; Σε κάποιο κρυφό μέρος, πιθανώς;»

Η πρέσβειρα που ονομαζόταν Τζιλ είπε: «Δεν αποκλείεται, Εντιμότατε.» Ήταν μια μεγαλόσωμη, γαλανόδερμη γυναίκα με μια μεγάλη, παλιά ουλή κάτω απ’το αριστερό μάτι. «Αλλά κανένας δεν έχει ποτέ καταφέρει να ακολουθήσει τους κακοποιούς και να μείνει ζωντανός – ή να μην τον κλέψουν.»

Ο γέρο-Αλλάνδρης ρώτησε ξανά: «Θα έχουμε βοήθεια από τη Θακέρκοβ;»

Ο Λαέρτης Μάθαρλοφτ είπε: «Για πόσο μεγάλο φουσάτο μιλάμε; Μέχρι στιγμής μού έχετε αναφέρει δύο εξωδιαστασιακά τερατώδη όντα, κάποιον που λένε ότι γκρεμίζει τοίχους με τις γροθιές του, και πολλούς ανθρώπους που το πρόσωπό τους δεν φαίνεται. Πόσοι, όμως, είναι ακριβώς; Δεκάδες; Εκατοντάδες; Χιλιάδες;»

Οι πρέσβεις αλληλοκοιτάχτηκαν, και τελικά η Τζιλ είπε: «Δεν μπορεί να είναι χιλιάδες. Αποκλείεται.»

Ο πρέσβης που λεγόταν Βάνης είπε: «Δεκάδες πρέπει να είναι.»

«Δηλαδή,» ρώτησε ο Λαέρτης Μάθαρλοφτ, «πενήντα, εξήντα απρόσωποι άνθρωποι ξεπάστρεψαν όλους τους μισθοφόρους που στείλατε εναντίον τους;»

«Μπορεί να είναι και περισσότεροι,» παραδέχτηκε ο Βάνης, συλλογισμένα.

«Εκατοντάδες, επομένως.»

«Σίγουρα όχι χιλιάδες, πάντως,» επέμεινε η Τζιλ.

Ο Λαέρτης Μάθαρλοφτ είπε: «Η Θακέρκοβ θα επιβαρυνθεί σοβαρά για να σας βοηθήσει. Θα πρέπει να συγκεντρωθούν πολεμιστές, εξοπλισμοί, οχήματα, αεροσκάφη… Δεν είναι κάτι που γίνεται κάθε μέρα–»

«Ούτε αυτό που συμβαίνει στις περιοχές μας είναι κάτι που παλιότερα συνέβαινε κάθε μέρα,» είπε η Τζιλ, λιγάκι απότομα.

Ο Πολιτειάρχης ρώτησε: «Θα ήταν οι πόλεις σας πρόθυμες να δηλώσουν υποτέλεια στη Θακέρκοβ;»

Οι πρέσβεις έμοιαζαν έκπληκτοι. Ο γέρο-Αλλάνδρης είπε: «Οι περιοχές μας δεν είναι περίχωρα της Θακέρκοβ! Απέχουν περισσότερο από εκατό χιλιόμετρα!»

«Ναι, αλλά η Θακέρκοβ τέτοιου είδους βοήθεια μπορεί να στείλει μόνο σε ανθρώπους που είναι πρόθυμοι να της πληρώνουν φόρο. Αλλιώς, τι θα γινόταν; Θα στέλναμε βοήθεια ώς τις ακτές της θάλασσας; Ώς τους δασότοπους Φέρνιλγκαν; Αν το κάναμε αυτό θα είχαμε διαλυθεί οικονομικά, όπως καταλαβαίνετε. Δε ζητάω υποτέλεια επειδή θέλω να σας εκμεταλλευτώ αλλά επειδή είναι αναγκαίο. Και η υποτέλεια αυτή μπορεί να μην είναι διαρκής, φυσικά…»

«Να μην είναι διαρκής;» είπε ο γέρο-Αλλάνδρης.

«Για κάποια χρόνια μόνο, όχι για πάντα,» εξήγησε ο Λαέρτης Μάθαρλοφτ. «Αναλόγως και τον φόρο που θα συμφωνηθεί, βέβαια. Θα πρέπει να το συζητήσουμε περισσότερο. Και θα πρέπει να συζητήσω και με κάποιους άλλους ανθρώπους εκτός από εσάς, για να δω αν τελικά είναι εφικτό να πραγματοποιηθεί τούτη η… επιχείρηση διάσωσης.»

«Κύριε Πολιτειάρχη,» είπε η Τζιλ, «αν αυτά τα τέρατα δεν αφανιστούν στα μέρη μας, τότε ο επόμενός τους στόχος θα είναι η Θακέρκοβ, όπως φαίνεται. Θέλετε να φτάσουν εδώ;»

Ο Λαέρτης Μάθαρλοφτ γέλασε μ’έναν αέρα υπεροπτικής βεβαιότητας. «Είναι δυνατόν να πιστεύετε ότι η Θακέρκοβ φοβάται μια συμμορία ληστών; Ακόμα και απρόσωπων ληστών που έχουν μαζί τους εξωδιαστασιακά όντα; Δεν υπάρχει περίπτωση να επιτεθούν εδώ και να επιβιώσουν. Έχουμε τους καλύτερους μισθοφόρους, τους ικανότερους μάγους. Η Θακέρκοβ δεν έχει κάτι να φοβηθεί· σας διαβεβαιώνω γι’αυτό.

»Τι λέτε, λοιπόν; Θα μείνετε για να συζητήσουμε;»

Οι πρέσβεις αποκρίθηκαν πως θα έμεναν, και ο Πολιτειάρχης της Θακέρκοβ τούς είπε ότι θα φιλοξενούνταν στον Περίοικο με δικά του έξοδα.

*

Προτού πάει να συναντήσει τους ανθρώπους των χορηγών του ράλι, η Ελοντί ειδοποίησε τη Λούση, ρωτώντας την αν ήθελε να έρθει κι εκείνη μαζί. Η Λούση αποκρίθηκε πως ήθελε, έτσι σε λίγο συναντήθηκαν οι τρεις τους στον διάδρομο έξω από τα δωμάτια και κατέβηκαν στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου.

Δύο άντρες τούς περίμεναν εκεί οι οποίοι ήταν σταλμένοι από τους χορηγούς, κι αμέσως πλησίασαν την Ελοντί, τη χαιρέτησαν, και της ζήτησαν να τους ακολουθήσει σε μια κοντινή αίθουσα συγκεντρώσεων. Η ραλίστρια δεν έφερε αντίρρηση, και οι δύο άντρες βάδισαν πρώτοι, πηγαίνοντας προς μερικά σκαλοπάτια. Συγχρόνως, ρώτησαν ποιος ήταν ο κύριος. Τη Λούση προφανώς την αναγνώριζαν.

«Ένας φίλος μου,» αποκρίθηκε η Ελοντί. «Είχε έρθει για να με συναντήσει μετά τον αγώνα. Θα πούμε κάτι που δεν πρέπει να το ακούσει;»

«Ασφαλώς και όχι, κυρία Αλλόγνωμη. Το αντίθετο, μάλιστα.»

Ανέβηκαν τα σκαλοπάτια, μπήκαν σε μια πόρτα στ’αριστερά, και βρέθηκαν σε μια μικρή αίθουσα συγκεντρώσεων όπου τώρα, εκτός από εκείνους, δεν ήταν κανένας άλλος και οι περισσότερες κουρτίνες των παραθύρων ήταν τραβηγμένες. Οι δύο άντρες των χορηγών του ράλι εξέφρασαν τη λύπη τους για ό,τι είχε συμβεί στον αγώνα και ζήτησαν από την Ελοντί να μη θεωρήσει τους χορηγούς υπεύθυνους γι’αυτό. Είχαν, αληθινά, κάνει ό,τι μπορούσαν. Είχαν πάρει όλα τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να πάρουν. Δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί κάτι τέτοιο–

«Ό,τι έγινε, έγινε,» τους διέκοψε η Ελοντί. «Το θέμα είναι τώρα να βρούμε τους άλλους ραλίστες και τους συνοδηγούς τους.»

«Διεξάγονται έρευνες, κύρια Αλλόγνωμη,» τη διαβεβαίωσε ο ένας, και ο άλλος συνέχισε: «Αλλά θα θέλαμε τώρα να σας ενημερώσουμε ότι οι χορηγοί θα σας αποζημιώσουν για τον κίνδυνο στον οποίο υποβληθήκατε.» Και της εξήγησαν πως θα της πρόσφεραν χρηματικό ποσό ίσο με το έπαθλο του αγώνα. Το ίδιο ποσό θα προσφερόταν και στον κύριο Λιγνόρρυγχο, αλλά για την ώρα δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί του. Τον καλούσαν στο δωμάτιό του και δεν απαντούσε. Μήπως η κυρία Αλλόγνωμη ήξερε πού βρισκόταν;

«Δεν έχω ιδέα,» αποκρίθηκε η Ελοντί, «αλλά δεν νομίζω να έχει φύγει. Το δωμάτιο της συνοδηγού του το καλέσατε;»

«Ο συνοδηγός του είναι άντρας, δεν είναι, κυρία Αλλόγνωμη;»

«Ναι· αρχικά, ναι, ήταν άντρας. Αλλά μετά άλλαξε. Τη θέση του πήρε–»

Η μισόκλειστη πόρτα της αίθουσας χτύπησε, και μια γυναικεία φωνή ακούστηκε: «Με συγχωρείτε…»

«Μάλιστα,» είπε ο ένας από τους δύο άντρες των χορηγών. «Περάστε.»

Η γαλανόδερμη υπάλληλος της ρεσεψιόν μπήκε. «Ο κύριος Λιγνόρρυγχος μόλις ήρθε. Τον ειδοποίησα ότι τον θέλετε και του ζήτησα να περιμένει. Να του πω να έρθει εδώ, ή θα τον καλέσετε μετά;»

«Να του πείτε να έρθει. Και ευχαριστούμε.»

Η κοπέλα ένευσε και έφυγε.

Μετά από λίγο, ο Ζορδάμης μπήκε στην αίθουσα μαζί με τον Βινάρη και την Κλεισμένη.

«Βρήκες τη γάτα σου,» παρατήρησε η Ελοντί.

«Αυτή βρήκε εμένα,» αποκρίθηκε εκείνος. «Αλλά τι κάνεις εσύ εδώ; Τι συμβαίνει; Και γιατί δεν μου είπες ότι η γάτα μου ήταν μαζί με τον φίλο σου τον Αργύριο χτες;»

Η Ελοντί συνοφρυώθηκε. «Τι;» Πώς το είχε μάθει αυτό;

«Μην κάνεις ότι δεν ξέρεις πάλι! Γιατί τόση μυστικότητα, γαμώ τις πατούσες της Λόρκης; – δεν μπορώ να καταλάβω!»

«Πώς το έμαθες;»

Ο ένας από τους δύο άντρες των χορηγών καθάρισε ηχηρά τον λαιμό του, για να τραβήξει την προσοχή τους, και ο άλλος είπε: «Κύριε Λιγνόρρυγχε, οι χορηγοί του Ράλι Δυτικής Θακέρκοβ θα ήθελαν, γι’ακόμα μια φορά, να σας εκφράσουν τη λύπη τους για ό,τι συνέβη–»

«Βρήκατε τους άλλους ραλίστες ή ακόμα;» τον διέκοψε ο Ζορδάμης, πιο αγενώς ίσως απ’ό,τι θα ήταν πρέπον.

«Δυστυχώς δεν τους έχουμε ακόμα εντοπίσει, κύριε Λιγνόρρυγχε, αλλά οι έρευνες ασφαλώς συνεχίζονται.» Και μετά, εξήγησε στον Ζορδάμη πως θα λάμβανε χρηματικό ποσό αποζημίωσης ίσο με το έπαθλο του αγώνα. Όπως, φυσικά, το ίδιο θα λάμβανε και η κυρία Αλλόγνωμη.

Ο Ζορδάμης σκέφτηκε: Κατάλαβα. Οι χορηγοί δεν θέλουν να ειπωθούν κακά λόγια γι’αυτούς. Θέλουν να μας κρατήσουν ευχαριστημένους και βουτηγμένους σε μια μπανιέρα με ήλιους. Δεν είχε, ωστόσο, κανένα πρόβλημα με τα χρήματα φυσικά· δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Ακόμα και τώρα, που ήταν σύζυγος της Αστερόπης, που ο πατέρας της ήταν πλούσιος, δεν έβρισκε τους ήλιους άχρηστους. Ο πεθερός του δεν τον είχε πάρει οικότροφο.

Οι δύο άνθρωποι των χορηγών ρώτησαν αν η κυρία Αλλόγνωμη ή ο κύριος Λιγνόρρυγχος θα επιθυμούσαν τίποτε άλλο. Η Ελοντί και ο Ζορδάμης αλληλοκοιτάχτηκαν, και τελικά αποκρίθηκαν ότι, όχι, δεν επιθυμούσαν τίποτε άλλο. Το μόνο που ήθελαν ήταν να βρεθούν οι άλλοι ραλίστες και οι συνοδηγοί τους όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

«Οι προσπάθειες που γίνονται είναι μεγάλες· σας διαβεβαιώνουμε. Εν τω μεταξύ, οι χορηγοί θα το εκτιμούσαν αν δεν κρατούσατε κρυφό από τον Τύπο τον αγώνα τους για τη διάσωση των χαμένων ραλιστών καθώς και τη γενναιόδωρη αποζημίωση που σας πρόσφεραν – η οποία λίαν συντόμως θα είναι στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρείτε στη Θακέρκοβ.» Και ύστερα από τούτα τα λόγια, οι δυο άντρες χαιρέτησαν την Ελοντί και τον Ζορδάμη, τους ευχήθηκαν καλή μέρα, και έφυγαν από την αίθουσα.

Η Κλεισμένη νιαούρισε μέσα στην ησυχία που είχε ξαφνικά απλωθεί, και πήδησε πάνω σε μια καρέκλα και, εν συνεχεία, πάνω σ’ένα άδειο τραπεζάκι, αφήνοντας αποτυπώματα των ποδιών της στο παχύ στρώμα σκόνης που κάλυπτε την ξύλινη επιφάνειά του.

Η Ελοντί αμέσως θυμήθηκε πού είχε διακοπεί η συζήτησή της με τον Ζορδάμη, και ρώτησε: «Ποιος σου είπε ότι η γάτα σου ήταν μαζί με τον Αργύριο;»

«Ο ίδιος ο Αργύριος.»

«Ο ίδιος; Πού…;»

«Του μιλούσα πριν από λίγο. Σ’ένα πανδοχείο στις Μάντρες, που λέγεται ‘Ο Καλοδεχούμενος’ – εκεί που του μίλησες κι εσύ.»

«Πώς τα έμαθες αυτά; Πώς έμαθες πού μένει;»

«Η Κλεισμένη με οδήγησε σ’αυτόν,» είπε ψέματα ο Ζορδάμης, μην ξεχνώντας πως ο Βινάρης τού είχε τονίσει ότι η Ελοντί δεν έπρεπε να μάθει πως η πληροφορία είχε προέλθει από τη Λούση. Με τις άκριες των ματιών του, ο Ζορδάμης έβλεπε τώρα τη Λούση να δαγκώνει το χείλος της. Η συνοδηγός είχε καταλάβει πώς μεταφέρθηκαν τα νέα. Αν δεν ήθελε να μεταφερθούν, όμως, θα έπρεπε να είχε κρατήσει το στόμα της κλειστό.

«Η Κλεισμένη;» ρουθούνισε η Ελοντί. «Με κοροϊδεύεις;»

«Δε σου εξήγησα ότι δεν είναι μια συνηθισμένη γάτα;»

Η Ελοντί συνοφρυώθηκε. Ναι, το ίδιο μού είπε κι ο Αργύριος. Σίγουρα, δεν είναι μια συνηθισμένη γάτα… Στρέφοντας το βλέμμα της κοίταξε την Κλεισμένη που ακόμα επάνω στο σκονισμένο τραπέζι βρισκόταν.

Μετά ατένισε πάλι τον Ζορδάμη. «Μίλησες, λοιπόν, με τον Αργύριο. Και τι είπατε;»

Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Τι να πούμε; Απορώ, μάλιστα, γιατί τόση μυστικότητα από μέρους σου…»

Η Ελοντί ύψωσε ένα φρύδι ερωτηματικά.

«Τι με κοιτάς έτσι;» της είπε ο Ζορδάμης. «Τον ρώτησα πώς έμαθε για τους ληστές και μου απάντησε ότι το διάβασε στα τραπουλόχαρτα, και… δεν ξέρω γιατί, αλλά νομίζω πως μάλλον είπε αλήθεια. Μοιάζει αρκετά περίεργος για να είπε αλήθεια. Και μετά τον ενημέρωσα γι’αυτά που έχουν συμβεί βορειοδυτικά από εδώ – αυτά που είπα και σ’εσένα, χτες.»

«Και τι σου είπε γι’αυτά ο Αργύριος;» Η Ελοντί ήταν πολύ περίεργη να μάθει. Θα ήθελε, άραγε, κι ο Μπαλαντέρ της Λόρκης να ταξιδέψει βορειοδυτικά;

«Τίποτα συγκεκριμένο… Ο τύπος είναι γενικά πολύ παράξενος. Μου είπε ότι είναι περιπλανώμενος–»

«Περιπλανώμενος είναι.»

«–και ότι σε γνώρισε στις περιπλανήσεις του.»

«Εκεί με γνώρισε,» είπε ψέματα η Ελοντί. Δεν υπήρχε λόγος, άλλωστε, να πει την αλήθεια. Ήταν πολύ απλή και, συγχρόνως, πολύ περίπλοκη για να ειπωθεί. Παρατήρησε, επίσης, ότι ο Αργύριος μάλλον δεν είχε αποκαλύψει τα πάντα στον Ζορδάμη. Δεν του είχε πει για τον Ιερομύστη που είχαν οι κρυσταλλωμένοι μαζί τους. Και, φυσικά, δεν του είχε πει ότι η Ελοντί ήταν Ιερομύστης. Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης ήταν συνετός άνθρωπος, δίχως αμφιβολία, παρότι πολλοί θα τον θεωρούσαν τρελό.

«Με ιερέας της Λόρκης μού φάνηκε,» συνέχισε ο Ζορδάμης, «αλλά ο ίδιος το αρνήθηκε. Είναι ιερέας ή όχι;»

«Δεν το νομίζω, αλλά σίγουρα η Λόρκη τον καθοδηγεί.»

«Αρχίζεις να μιλάς σαν αυτόν, τώρα…»

Η Ελοντί ανασήκωσε τους ώμους, σιωπηλά.

«Τέλος πάντων. Έτυχε να συναντήσω και την ξαδέλφη σου, τη Χρυσόχαρη, η οποία φαίνεται να γνωρίζει τον Αργύριο. Μη σε παραξενέψει αν σου πει ότι με ξέρει.»

«Δεν παραξενεύομαι πια τόσο εύκολα.» Η Ελοντί βάδισε προς την έξοδο της αίθουσας, και οι υπόλοιποι την ακολούθησαν.

«Τι θα κάνεις τώρα, Ζορδάμη;» τον ρώτησε καθώς πλησίαζαν τη σκάλα που οδηγούσε στη ρεσεψιόν. «Θα περιμένεις εδώ, μέχρι να μάθουμε νέα για την–;» Σταμάτησε, ξαφνικά, και να μιλά και να βαδίζει, καθώς πέρα από το τέλος της σκάλας διέκρινε δημοσιογράφους συγκεντρωμένους. «Καλύτερα να φύγουμε από άλλη μεριά,» είπε.

«Γιατί;» ρώτησε ο Ζορδάμης.

«Δες και μόνος σου.»

Ο Ζορδάμης κοίταξε και τους είδε κι αυτός. «Υπάρχει άλλη έξοδος από εδώ;»

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Βινάρης. «Μας κυνηγά η Χωροφυλακή της Θακέρκοβ και δεν το ξέρω;»

«Χειρότερα,» είπε ο Ζορδάμης. «Δημοσιογράφοι. Ας ερευνήσουμε να δούμε τι υπάρχει από την άλλη μεριά.»

Δεν υπήρχε σκάλα για να κατεβούν, αλλά υπήρχε ένα παράθυρο που δεν ήταν και πολύ ψηλά πάνω από τον δρόμο. Δεν βρίσκονταν στον πρώτο όροφο του ξενοδοχείου· σ’έναν ημιώροφο ήταν. Αποφάσισαν πως από εδώ θα έφευγαν· ο πεζόδρομος φαινόταν να είναι λιγότερο από δυο μέτρα από κάτω. Ο Ζορδάμης άνοιξε το παράθυρο και η Ελοντί πήδησε πρώτη, θέλοντας να δοκιμάσει τον εαυτό της. (Αν ήταν να πάει να κυνηγήσει αυτούς τους κρυσταλλωμένους, έπρεπε να είναι έτοιμη για τα πάντα.) Οι υπόλοιποι την ακολούθησαν, ο ένας κατόπιν του άλλου. Η Λούση παραπάτησε, και παραλίγο να στρίψει τον αστράγαλό της, αλλά ο Βινάρης την έπιασε από τη μέση – με τρόπο παραπάνω από φιλικό, παρατήρησε η Ελοντί. Η Λούση αμέσως τον έσπρωξε, και η Ελοντί τώρα διέκρινε μια γυαλάδα θυμού στα μάτια της. Καμια λέξη, όμως, δεν ανταλλάχτηκε ανάμεσα σ’εκείνη και στον Βινάρη.

Τι ήταν αυτό; απόρησε η Ελοντί. Είναι δυνατόν οι δυο τους να…; Αλλά πότε; Χτες; Προχτές; Και πότε είχαν προλάβει να τσακωθούν; Η Λούση φαινόταν, αναμφίβολα, οργισμένη μαζί του.

Καθώς βάδιζαν μέσα στους δρόμους του Γαιοδόμου, η Ελοντί ρώτησε ξανά τον Ζορδάμη αν θα έμενε εδώ, περιμένοντας να μάθει νέα για τους άλλους ραλίστες, ή αν τώρα θα έφευγε.

Εκείνος αποκρίθηκε: «Θα μείνω. Μερικές μέρες, τουλάχιστον. Εσύ;»

Της φαινόταν παράξενο που μιλούσε φιλικά με τον Ζορδάμη. Κανονικά, αυτό δεν έπρεπε να συμβαίνει. Ύστερα από ό,τι είχε διαδραματιστεί μεταξύ τους (πριν από πολλά χρόνια, βέβαια), αυτό δεν έπρεπε να συμβαίνει. Η Ελοντί δεν τον μισούσε πια, μα δεν τον συμπαθούσε κιόλας. «Ναι, κι εγώ,» του είπε. «Θα μείνω μερικές μέρες.» Αλλά δεν του ανέφερε ότι σκεφτόταν να ταξιδέψει στα βορειοδυτικά.

Είκοσι-Δύο
Τα Σχέδια του Απελευθερωτή και των Δαιμόνων

Πολλές ώρες πριν από την αυγή, μέσα στην κατασκότεινη νύχτα, ο Απελευθερωτής συγκέντρωσε γύρω του τους ακόλουθούς του που θεωρούσε ικανότερους, ανάμεσα στους οποίους ήταν η Μάγισσα, ο Εμίλ, και ο Σαρντάνης. Και ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ και ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ στέκονταν πίσω τους και παρακολουθούσαν, αν και δεν μπορούσαν παρά να καταλάβουν με δυσκολία τη γλώσσα των ανθρώπων.

Ο Απελευθερωτής είπε ότι έπρεπε να βρει τη ραλίστρια που είχε ξεφύγει από την ενέδρα τους, αυτήν που είχε κάνει – κάπως – το όχημά της να περάσει πάνω από τα υπόλοιπα και να πηδήσει πέρα από το εμπόδιο των δύο πεσμένων κορμών.

«Αυτήν που σου έμοιαζε…» είπε η Μάγισσα.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Απελευθερωτής, αν και εκείνος στην αρχή δεν είχε καταλάβει ότι του έμοιαζε. Η κρυσταλλική της δομή, όμως, ήταν ασυνήθιστη.

«Τι ήταν αυτή η γυναίκα, Απελευθερωτή;» ρώτησε η Θάρφι, η δεύτερη που είχε κρυσταλλοποιηθεί όταν ο Απελευθερωτής και οι δύο κρυσταλλικοί δαίμονες είχαν σταματήσει εκείνο το φορτηγό της εταιρείας Ενεργειακός Οίνος. «Τι σχέση έχει μαζί σου;»

«Καμία,» αποκρίθηκε ο Καρνάδης. «Αλλά θέλω να ανακαλύψω περισσότερα πράγματα γι’αυτήν…» Στο μυαλό του περιστρέφονταν οι αναμνήσεις εκείνης της ιέρειας της Λόρκης, στη Νίρβεκ, η οποία του είχε πει ότι ήταν Ιερομύστης της Σεργήλης. Τι σήμαινε Ιερομύστης; Θα μπορούσε και η ραλίστρια να ήταν Ιερομύστης;

«Γιατί σου μοιάζει;» ρώτησε ο Σαρντάνης.

«Σας λέω – θέλω να ανακαλύψω περισσότερα γι’αυτήν,» είπε απότομα ο Καρνάδης. Κι έστρεψε το βλέμμα του στους δύο δαίμονες. «Τι νομίζετε εσείς γι’αυτή τη γυναίκα;» τους ρώτησε στη γλώσσα τους. «Ακούσατε τι είπαμε, δεν ακούσατε;»

Ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ, το πελώριο φίδι, που είχε δει τη ραλίστρια να έρχεται καταπάνω του, αποκρίθηκε: «Ναι, ακούσαμε. Και, ναι, η γυναίκα σού μοιάζει, Απελευθερωτή. Είναι σαν να εκπορεύεται από την ίδια πηγή με εσένα. Σαν να είναι δεμένη με τούτη τη διάσταση περισσότερο από όλα τα υπόλοιπα όντα.»

«Δεν αισθανόμουν ποτέ περισσότερο δεμένος με τη Σεργήλη απ’ό,τι όλα τα υπόλοιπα όντα,» μούγκρισε ο Καρνάδης.

Ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ γέλασε σφυριχτά. «Τότε, πώς ελευθέρωσες εμάς από το Κρυσταλλικό Πεδίο; Μην είσαι ανόητος, Απελευθερωτή – δεν είσαι– δεν ήσουν ένας συνηθισμένος άνθρωπος.»

Ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ πρόσθεσε: «Η πραγματικότητά σου είναι άμεσα δεμένη με την πραγματικότητα της Σεργήλης, με τρόπο ενεργητικό, ενώ των περισσότερων άλλων όντων είναι δεμένη με τρόπο παθητικό.»

«Αλλά υπήρχε ακόμα ένας μέσα σ’εκείνο το μηχανικό όχημα ο οποίος δεν ήταν σαν τους υπόλοιπους ανθρώπους,» είπε ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ.

Ο Καρνάδης ξαφνιάστηκε. «Τι εννοείς; Ποιος; Δεν διέκρινα κανέναν άλλο.»

«Από τη μεριά όπου στεκόσουν, Απελευθερωτή, δεν μπορούσες να τον παρατηρήσεις· η κρυσταλλική δομή της ραλίστριας κάλυπτε τη δική του. Εγώ, όμως, τον είδα γιατί το όχημά της ερχόταν καταπάνω μου. Τον διέκρινα μέσα από τις αντανακλάσεις της κρυσταλλικής δομής της. Ήταν ένας άντρας με κρυσταλλική δομή ασυνήθιστη, επίσης, για τούτη τη διάσταση, αλλά δεν ήταν σαν εσένα, ούτε σαν τη ραλίστρια.»

«Παράξενο,» είπε ο Καρνάδης. «Και ένας από τους ακόλουθούς μου μου ανέφερε, επιπλέον, ότι συνάντησαν, εκείνος κι άλλος ένας, ένα τέρας που ήταν σαν τρύπα πάνω στην πραγματικότητα της Σεργήλης μα δεν μπορεί να ήταν μεγαλύτερο από γάτα. Τους τρομοκράτησε, και εξαιτίας του δύο από αυτούς που είχαν πέσει στην ενέδρα μας τους ξέφυγαν.»

«Την είδα κι εγώ αυτή την οντότητα, Απελευθερωτή,» σύριξε ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ. «Ήταν, όντως, ασυνήθιστη.»

«Πολλές… ασυνήθιστες οντότητες δεν έτυχε να βρεθούν σ’εκείνο το μέρος;»

«Σύμπτωση, ίσως.»

«Ή ίσως όχι,» είπε ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ. «Μπορεί να έχουμε αρχίσει να τραβάμε ανεπιθύμητη προσοχή. Την προσοχή της Σιδηράς Δυναστείας…»

«Σας εξήγησα: η Σιδηρά Δυναστεία δεν υπάρχει πλέον παρά μόνο ως μύθος του υπόκοσμου!» είπε ο Καρνάδης. «Αλλά, όπως και νάχει, θέλω να εντοπίσω τη ραλίστρια, καθώς και τον άλλο που είδες εσύ, Σαρακμα’ό’οκ’ραθ. Και υποθέτω πως θα έχουν πάει στη Θακέρκοβ–»

«Τι λέτε τόση ώρα;» τους διέκοψε η Μάγισσα, που δεν καταλάβαινε τίποτα από την κουβέντα τους, όπως και οι άλλοι ακόλουθοι του Απελευθερωτή. Η γλώσσα των δαιμόνων ήταν εξωπραγματική γι’αυτούς, αδύνατον να κατανοήσουν το παραμικρό.

Ο Καρνάδης τής απάντησε, στη Συμπαντική Γλώσσα, που ήταν διαδεδομένη παντού στη Σεργήλη. Και συνέχισε: «Υπάρχουν, λοιπόν, πολλοί λόγοι για να πάμε στη Θακέρκοβ, όπως καταλαβαίνετε.»

«Σκέφτεσαι να πάμε στη Θακέρκοβ, Απελευθερωτή;» έκανε, ξαφνιασμένος, ο Σαρντάνης. «Θα μας συνθλίψουν! Η Θακέρκοβ δεν είναι καμια μικρή πόλη–»

«Γνωρίζω πολύ καλά τι είναι η Θακέρκοβ, λήσταρχε. Ήταν κάποτε πατρίδα μου. Και, όχι, δεν θα πάμε για να επιτεθούμε εκεί. Θα πάμε για να ερευνήσουμε… και για άλλους λόγους.»

«Θα φοράμε μάσκες;» ρώτησε η Θάρφι.

«Φυσικά και θα φοράμε μάσκες. Και δεν θα πάμε όλοι. Μόνο εγώ, εσείς που είστε τώρα εδώ, και κάποιοι ακόμα. Ή μάλλον, εσύ, Εμίλ, καλύτερα να μείνεις με τους άλλους. Μπορεί να σε χρειαστούν.»

Ο σαμάνος δεν έφερε αντίρρηση. «Όπως επιθυμείς, Απελευθερωτή.»

Ο Σαρντάνης κοίταξε τους δαίμονες. «Κι αυτοί; Θα έρθουν κι αυτοί μαζί μας; Πώς είναι δυνατόν ποτέ να τους κρύψουμε; Αν τους βάλουμε σε φορτηγό και γίνει έλεγχος κατά την είσοδ–»

Ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ τον διέκοψε. Ο λήσταρχος δεν καταλάβαινε τι έλεγε το γιγάντιο έντομο, αλλά έπαψε να μιλά.

Ο Καρνάδης στράφηκε στον Ζορκολ’ζορκά’αβάθ καθώς εκείνος έλεγε: «Η Θακέρκοβ, Απελευθερωτή… Έχουμε κοιτάξει τους χάρτες σας, και έχουμε βγάλει κάποια συμπεράσματα…»

«Τι συμπεράσματα;»

«Είναι πιθανό κάτι πολύτιμο να βρίσκεται θαμμένο κάτω από την πόλη…»

«Τι;»

«Ένα ουράνιο σώμα.»

«Τι;»

«Σου είπαμε πως, όταν ήρθαμε σ’αυτή τη διάσταση, ήρθαμε ως εισβολείς–»

«Ναι, δεν έχω ξεχάσει την ιστορία σας.»

«Σου είπαμε, επίσης, ότι τότε υπήρχαν ουράνια σώματα στη Σεργήλη που πια δεν υπάρχουν, γιατί ή διαλύθηκαν ή έπεσαν. Αν εγώ και ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ δεν κάνουμε λάθος, ένα από τα φεγγάρια πρέπει να έπεσε στο μέρος όπου τώρα είναι χτισμένη αυτή η πόλη, η Θακέρκοβ. Πρέπει να είναι θαμμένο από κάτω της.»

«Δεν έχω ποτέ ακούσει για τέτοιο πράγμα. Το μόνο που–»

«Έχουν περάσει αιώνες πολλοί από τότε, Απελευθερωτή! Πολλά έχουν ξεχαστεί. Ακόμα και η τεχνολογία που χρησιμοποιείτε έχει αλλάξει από τότε, είμαι βέβαιος. Εκείνους τους καιρούς, εκτός των άλλων, χρησιμοποιούσατε τη δύναμη του ήλιου για να τροφοδοτείτε τα μηχανήματά σας.»

«Το μόνο που έχω ακούσει – που ξέρω – ότι βρίσκεται κάτω από τη Θακέρκοβ είναι επικίνδυνες σήραγγες γύρω από τον Υπόγειο Σιδηρόδρομο,» είπε ο Καρνάδης. «Κυκλοφορούν διάφορες φήμες γι’αυτές τις σήραγγες: ότι μπορεί κανείς να συναντήσει δαίμονες εκεί, γιγάντια ποντίκια, ανθρωποφάγους, ή ακόμα πιο παράξενα πράγματα. Αλλά όχι πεσμένα φεγγάρια.»

«Το ουράνιο σώμα στο οποίο αναφέρομαι πρέπει να βρίσκεται πιο βαθιά από αυτές τις σήραγγες,» επέμεινε ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ. «Και δεν είναι μεγάλο. Είναι πολύ μικρότερο από το φεγγάρι που τώρα βλέπεις στους ουρανούς. Ίσως να είναι όσο το ένα τέταρτο αυτής της Θακέρκοβ, αν είναι μεγάλη πόλη.»

«Είναι μεγάλη πόλη,» τον διαβεβαίωσε ο Καρνάδης. «Είναι από τις μεγαλύτερες πόλεις της Σεργήλης.»

«Το πεσμένο ουράνιο σώμα,» τον πληροφόρησε ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ, «οι αρχαίοι Σεργήλιοι το ονόμαζαν ‘ο Κολπαδόρος’ ή ‘ο Κολπαδόρος της Λόρκης’ – μια θεά στην οποία ακόμα πιστεύετε εδώ, απ’ό,τι καταλαβαίνω. Και το ονόμαζαν έτσι επειδή δεν μπορούσες πάντα να το διακρίνεις εύκολα στον ουρανό, σαν οφθαλμαπάτες να το σκέπαζαν. Τα αεροσκάφη το απέφευγαν αμέσως για να μην παγιδευτούν μέσα του–»

«Τα αεροσκάφη;» έκανε, έκπληκτος, ο Καρνάδης. «Πετούσαν τα αεροσκάφη τόσο ψηλά τότε; Έφταναν στο φεγγάρι;»

Ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ γέλασε όπως γελάνε τα γιγάντια έντομα που μασάνε κρυστάλλινες παστίλιες. «Όχι. Όχι σ’αυτό το φεγγάρι που βλέπεις τώρα, τουλάχιστον. Αυτό το φεγγάρι ήταν πολύ μακριά για τα συμβατικά αεροσκάφη τους – και ακόμα είναι, βλέπω. Αλλά ο Κολπαδόρος δεν πετούσε τόσο ψηλά. Αν πετούσε τόσο ψηλά όσο το σημερινό σας φεγγάρι, δεν θα φαινόταν καθόλου με τα μάτια σας· όπως σου είπα, ήταν μικρό ουράνιο σώμα. Ο Κολπαδόρος πετούσε μερικές εκατοντάδες μέτρα πάνω από το έδαφος και περιφερόταν σ’όλη τη Σεργήλη ακολουθώντας μια δική του τροχιά, όχι πάντα κυκλική και όχι πάντα ίδια. Οι κάτοικοί του τον αποκαλούσαν ____________.»

Ο Καρνάδης ήταν αδύνατον να κατανοήσει το παράξενο όνομα· το μυαλό του, η νόησή του, το εξοστράκιζε: ήταν σχεδόν σαν να μην είχε φτάσει ποτέ στ’αφτιά του. «Οι κάτοικοί του;»

«Ναι· έμεναν οντότητες εκεί. Και ίσως ακόμα να ζουν. Ίσως. Πολλές δεκάδες μέτρα κάτω από τη Θακέρκοβ.»

Ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ είπε: «Μπορεί γι’αυτό να έχτισαν την πόλη σ’εκείνο το μέρος. Μπορεί να ήθελαν να θάψουν για πάντα τον Κολπαδόρο και τους φύλακές του. Ανέκαθεν τους φοβόνταν.»

«Μπορεί,» συμφώνησε ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ.

«Ακόμα κι αν αληθεύει αυτό,» είπε ο Καρνάδης, «ακόμα κι αν ο Κολπαδόρος είναι κάτω από τη Θακέρκοβ, δεν καταλαβαίνω γιατί θα έπρεπε να ενδιαφέρει τώρα εμάς.»

«Γιατί θα μπορούσαμε να πάμε να τον βρούμε,» είπε ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ.

«Δεν σοβαρολογείς, δαίμονα!»

«Σκέψου το, Απελευθερωτή. Η δύναμη που θα αποκτήσεις μέσω του Κολπαδόρου θα είναι ό,τι ισχυρότερο υπάρχει τώρα στη Σεργήλη!»

«Τι λέτε;» ρώτησε, γι’ακόμα μια φορά, η Μάγισσα.

«Να της πω;» ρώτησε ο Καρνάδης τους δαίμονες.

«Ναι,» είπε ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ.

«Ναι,» σύριξε ο Σαρακμα’ό’οκ’ραθ.

Ο Απελευθερωτής στράφηκε στη Μάγισσα και τους άλλους και τους είπε για τον Κολπαδόρο της Λόρκης.

Η κρυσταλλική δομή της Λορύν’σαρ άρχισε αμέσως να προδίδει τον ενθουσιασμό της. Εκείνη το καταλάβαινε, και δεν έκανε καμια προσπάθεια για να το κρύψει. «Ένα αρχαίο φεγγάρι;» είπε. «Κάτω από τη Θακέρκοβ;» Γέλασε. «Πρέπει οπωσδήποτε να το ερευνήσουμε αυτό, Απελευθερωτή!»

«Έχει θησαυρούς κρυμμένους μέσα του;» ρώτησε ο Σαρντάνης.

«Περισσότερους απ’ό,τι μπορείς να διανοηθείς,» του είπε ο Ζορκολ’ζορκά’αβάθ, αλλά φυσικά εκείνος δεν κατάλαβε λέξη.

«Δεν ξέρω,» είπε ο Απελευθερωτής στον λήσταρχο. «Αλλά, όπως και νάχει, ο βασικός σκοπός για τον οποίο θα πάμε τώρα στη Θακέρκοβ δεν μπορεί να είναι η έρευνα για τον Κολπαδόρο. Υπάρχουν άλλα πράγματα που θέλω να κάνω.» Και προς τη Λορύν’σαρ: «Φέρε μας ζωντανές μάσκες, Μάγισσα. Θα φύγουμε με την αυγή.»

«Και μ’αυτούς τους δύο τι θα γίνει, τελικά;» ρώτησε εκείνη, κοιτάζοντας τους κρυσταλλικούς δαίμονες. «Θα έρθουν ή όχι;»

«Ο Σαρντάνης έχει δίκιο: δεν μπορούν να κρυφτούν εύκολα. Επομένως, όχι, δεν θα έρθουν μέσα στην πόλη.»

«Κι αν χρειαστούμε τις δυνάμεις τους;» ρώτησε ο Σαρντάνης.

«Σου εξήγησα πως δεν πηγαίνουμε για πλιάτσικο. Επιπλέον, είπα ότι δεν θα έρθουν μέσα στην πόλη, όχι πως δεν θα είναι εκεί κοντά.

»Τώρα,» συνέχισε ο Απελευθερωτής, «ας πάει κάποιος να ειδοποιήσει τους ραλίστες μας. Ακόμα κι αν βρίσκονται σε αδράνεια, ζητήστε τους να έρθουν εδώ. Υποπτεύομαι ότι θα μπορούν να υποθέσουν ποια ήταν αυτή η ραλίστρια που πήδησε πάνω από τα υπόλοιπα οχήματα. Και σκέφτομαι να πάρω και τουλάχιστον έναν απ’ αυτούς μαζί μας.» Δεν αμφέβαλλε ότι όλοι τους του ήταν πιστοί. Δεν φοβόταν ότι μπορεί να τον πρόδιδαν. Ύστερα από τη μεταμόρφωση οι πάντες καταλάβαιναν το δώρο που τους είχε προσφέρει. Μέχρι στιγμής ούτε ένας δεν είχε βρεθεί που να το έχει μετανιώσει. Αν είχε βρεθεί, ο Απελευθερωτής θα το έβλεπε στην κρυσταλλική του δομή, και θα του έδινε το τέλος που του άξιζε.

*

Με το πρώτο αχνό, γκρίζο φως της αυγής, το οκτάτροχο φορτηγό που κάποτε ανήκε στην εταιρεία Ενεργειακός Οίνος ξεκίνησε. Τώρα πλέον δεν είχε καμία σχέση με τη συγκεκριμένη εταιρεία της Νέσριβεκ· ακόμα και το σύμβολό της ήταν σβησμένο επάνω του. Στο εσωτερικό του βρίσκονταν ο Απελευθερωτής, η Μάγισσα, ο Σαρντάνης, ο Αριστώνυμος (ο πρώτος ακόλουθος του Απελευθερωτή), η Θάρφι (η δεύτερη ακόλουθος του Απελευθερωτή), άλλοι έντεκα κρυσταλλωμένοι, και οι δύο κρυσταλλικοί δαίμονες.

Δεν βρίσκονταν κοντά στη Θακέρκοβ – είχαν απομακρυνθεί πολύ από τη μεγαλούπολη για λόγους ασφάλειας – θα έκαναν κάποιες ώρες μέχρι να φτάσουν. Διέσχισαν ερημιές και χωματόδρομους, όπου μονάχα σποραδικά χωριά βρίσκονταν (πολλά από τα οποία εγκαταλειμμένα πλέον ή έρημα εξαιτίας των κρυσταλλωμένων), και τελικά πλησίασαν τη μακριά λιθόστρωτη δημοσιά που ένωνε τη Θακέρκοβ με τις ακτές στα βόρεια.

Ο Απελευθερωτής, που οδηγούσε, ανέβασε το οκτάτροχο όχημα στον μεγάλο δρόμο και έστριψε νότια. Η οδήγηση δεν τον κούραζε παρά ελάχιστα· μπορούσε να οδηγεί με τις ώρες χωρίς να αμβλύνεται καθόλου η προσοχή ή τα αντανακλαστικά του.

Το μεσημέρι, λίγο προτού φτάσουν στη Θακέρκοβ, έβγαλε το φορτηγό από τη δημοσιά και το οδήγησε μέσα στην ύπαιθρο ανατολικά της. Σ’ένα απομονωμένο μέρος, το σταμάτησε. Οι κρυσταλλωμένοι άνοιξαν τις πόρτες και κατέβηκαν από το ψηλό όχημα. Οι περισσότεροι φόρεσαν ζωντανές μάσκες ενώ έκρυψαν τα χέρια τους με γάντια και κάλυψαν κάθε άλλο φανερό σημείο του δέρματός τους. Ευτυχώς λόγω χειμώνα αυτό δεν ήταν καθόλου δύσκολο· οι πάντες φορούσαν βαριά ρούχα. Τέσσερις κρυσταλλωμένοι δεν μεταμφιέστηκαν, όμως, και έμειναν με τους δαίμονες και το σταματημένο φορτηγό καθώς οι υπόλοιποι απομακρύνονταν. Είχαν μαζί τους έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό που ήταν αρκετά δυνατός, και τώρα φρόντισαν να τον συντονίσουν στο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο της Θακέρκοβ, οι κεραίες του οποίου απλώνονταν ώς εδώ, στα περίχωρά της.

Ο Απελευθερωτής, η Μάγισσα, ο Σαρντάνης, η Θάρφι, ο Αριστώνυμος, κι άλλοι εφτά – όλοι τους με ζωντανές μάσκες – οδοιπόρησαν τα τελευταία χιλιόμετρα ώς τη μεγαλούπολη και μπήκαν στους δρόμους της μετά το μεσημέρι, χωρίς να τραβήξουν την προσοχή κανενός.

Ακόμα κάποιοι ανώνυμοι ταξιδιώτες.

Είκοσι-Τρία
Πέντε των Πόλεων

Πήραν μεσημεριανό όλοι μαζί, στο εστιατόριο Φρέσκος, στον Γαιοδόμο, πλάι στις όχθες του ποταμού Κάλμωθ, ο Ζορδάμης, η Ελοντί, η Καλλιόπη, ο Φίλιππος’χοκ, η Λούση, ο Βινάρης, και η Κλεισμένη. Η τελευταία, δε, έδειχνε ενθουσιασμένη με το μεγάλο ψητό ψάρι στο πιάτο της δίπλα στην καρέκλα του Ζορδάμη. Ήταν καθισμένοι στην οροφή του εστιατορίου που τζάμια την περιτριγύριζαν για να μην περνά ο χειμερινός αέρας ενώ εστίες φωτιάς έτριζαν και σπινθήριζαν ανάμεσα στα τραπέζια. Δεν ήταν οι μοναδικοί πελάτες εδώ, αλλά το μέρος δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και κοσμοπλημμυρισμένο.

Τα φαγητά τους ήταν, κατά κύριο λόγο, φαγητά ποταμίσια, και οι συζητήσεις τους περιστρέφονταν κυρίως γύρω από τα δυσάρεστα γεγονότα του ράλι και τους απρόσωπους ανθρώπους που τρομοκρατούσαν τις περιοχές στα βορειοδυτικά. Η Ελοντί, επίσης, παρατήρησε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του γεύματος η Λούση κοίταζε με κάποιο θυμό τον Βινάρη. Τι έχει συμβεί μεταξύ τους;

Σε κάποια στιγμή, ο Βινάρης σηκώθηκε από την καρέκλα του και πήγε προς τις τουαλέτες. Μόλις είχε περάσει την πόρτα, σηκώθηκε και η Λούση και βάδισε προς την ίδια κατεύθυνση.

Ελπίζω να μη γίνει καμια περίεργη σκηνή, σκέφτηκε η Ελοντί, καθαρίζοντας κόκαλα από το δεύτερο μεγάλο ψάρι που έτρωγε.

Ο Ζορδάμης είχε επίσης παρατηρήσει ότι η Λούση όλη την ώρα αγριοκοίταζε τον Βινάρη, και τώρα φυσικά την είδε να τον ακολουθεί: και δεν αμφέβαλλε ότι δεν επρόκειτο για σύμπτωση. Θέλει να τα πουν οι δυο τους… Δε μ’αρέσει αυτό. Αλλά, απ’την άλλη, ο Βινάρης δεν ήταν κανένας νεανίας· σίγουρα θα ήξερε τι να κάνει.

Και ο Ραλίστας δεν είχε άδικο στην υπόθεσή του.

Μέσα στις τουαλέτες – μακριά από τα μάτια και του Ζορδάμη και της Ελοντί – ο Βινάρης περίμενε τη Λούση να έρθει, στεκόμενος μπροστά στις δύο βρύσες, μην έχοντας ανοίξει ούτε τη δευτερεύουσα πόρτα της αντρικής ούτε της γυναικείας τουαλέτας.

Τα μάτια της Λούσης στένεψαν αντικρίζοντάς τον. «Του το είπες!»

«Συγνώμη, αλλά έπρεπε να του το πω. Τον έψαχνε–»

«Είσαι καθίκι!»

«Δε μου ζήτησες να το κρατήσω κρυφό–»

«Αλλά δεν σου είπα και να το πεις! Αν η Ελοντί μάθει–»

«Του ζήτησα να μην πει τίποτα στην Ελοντί, και όπως θα είδες τίποτα δεν της είπε.»

«Τι θες τώρα, να σ’ευχαριστώ;»

«Απλά σ’το λέω. Δεν ήθελα να σε εκθέσω.»

Η Λούση αναστέναξε κι ακούμπησε τον ώμο της στον τοίχο πλάι στην πόρτα. «Με υποχρέωσες.»

Ο Βινάρης ανασήκωσε τους δικούς του ώμους, σιωπηλά.

«Τέλος πάντων,» του είπε. «Πήγαινε να κατουρήσεις.»

«Δεν ήρθα για να κατουρήσω.»

«Δε μ’ενδιαφέρει τι θα κάνεις ακριβώς.»

Ο Βινάρης γέλασε. «Δεν εννοώ αυτό. Ήρθα επειδή το ήξερα πως θα με ακολουθούσες.»

«Νομίζεις ότι με ξέρεις τόσο καλά, ε;» Φαινόταν τσαντισμένη.

«Με ακολούθησες, δεν με ακολούθησες;»

«Εγώ τελείωσα με τις δουλειές μου εδώ μέσα,» είπε η Λούση, κι έφυγε από τις τουαλέτες.

Ο Βινάρης περίμενε λίγο, για να μη φανεί ότι βγήκαν μαζί.

*

«Σου επιτέθηκε;» τον ρώτησε ο Ζορδάμης, όταν επέστρεψαν στο δωμάτιό τους στον Περίοικο.

«Όχι.»

«Σε φίλησε;»

«Όχι.»

«Τότε, τίποτα σημαντικό δεν συνέβη.» Ο Ζορδάμης έβγαλε το πανωφόρι του και το κρέμασε στην κρεμάστρα. Η Κλεισμένη γλίστρησε κάτω απ’το κρεβάτι του· μόνο η ουρά της φαινόταν τώρα.

«Της είπα πως σου ζήτησα να μην αποκαλύψεις στην Ελοντί από πού πήραμε την πληροφορία.» Ο Βινάρης έβγαλε την κάπα του και κάθισε στο δικό του κρεβάτι. «Αλλά δε νομίζω ότι αυτό την ηρέμησε και πολύ.»

«Τι περίμενες εσύ, ότι θα την ηρεμούσε;»

«Οι γυναίκες είναι παράξενα πλάσματα.» Ο Βινάρης άναψε τσιγάρο.

«Πώς θα αισθανόσουν εσύ αν της έλεγες κάτι στο κρεβάτι κι εκείνη πήγαινε και το έλεγε σε άλλον πίσω από την πλάτη σου;»

Ο Βινάρης συνοφρυώθηκε.

«Καταλαβαίνεις τι εννοώ;»

Ο Βινάρης ένευσε ανεπαίσθητα. «Ίσως,» μουρμούρισε φυσώντας καπνό προς τα κάτω.

Ο Ζορδάμης κάθισε στην καρέκλα. «Λοιπόν, ξέρεις τι σκέφτομαι;»

«Για τη Λούση;»

«Δε μ’ενδιαφέρει η Λούση. Σκέφτομαι αυτούς τους κρυσταλλωμένους, και τους χαμένους ραλίστες, και τον άνθρωπο τη Δυναστείας που μου είπε η Βλάστη ότι εξαφανίστηκε στα βορειοδυτικά.»

«Και;»

«Θα μπορούσα, ίσως, να πάω εκεί να ερευνήσω.»

«Στα βορειοδυτικά;»

«Ναι.»

«Για το ράλι ήρθαμε εδώ, Ραλίστα, όχι για να κυνηγάμε περίεργους ληστές.»

«Τους ήξερα αυτούς τους ραλίστες, Βινάρη. Πολλούς από αυτούς τούς ήξερα· δεν αισθάνομαι καλά να τους εγκαταλείψω ύστερα από κάτι… κάτι τόσο τερατώδες. Μπορεί ακόμα νάναι ζωντανοί.»

«Χμμ.» Ο Βινάρης κάπνιζε συλλογισμένα.

«Αλλά καταλαβαίνω ότι εσύ δεν θα ήθελες να έρθεις μαζί μου,» συνέχισε ο Ζορδάμης. «Δεν έχεις καμία δουλειά εδώ.»

«Η αλήθεια είναι πως μόνο για το ράλι ήρθα, και το ξέρεις. Για να είμαι συνοδηγός σου στο ράλι. Αυτό, και τίποτ’ άλλο. Πρέπει να επιστρέψω στην Ύγκρας, κανονικά. Ίσως, όμως, να βρεις άλλους συγγενείς σ’ετούτα τα μέρη για να σε βοηθήσουν.»

«Ναι, το ελπίζω…» είπε σκεπτικά ο Ζορδάμης.

«Εγώ, πάντως, θα σου πρότεινα να μην κάνεις τίποτα. Οι χορηγοί τούς ψάχνουν–»

«Μαλακίες κάνουν,» τον διέκοψε ο Ζορδάμης. «Ύστερα από εκείνη την πανωλεθρία των μισθοφόρων τους, την οποία δεν ανέφεραν στις ειδήσεις, εγώ σού λέω πως δεν έχουν στείλει άλλους.»

«Λένε ψέματα, δηλαδή;»

«Το πιθανότερο. Οι κρυσταλλωμένοι μπορεί νάναι οπουδήποτε πια. Οπουδήποτε στα βορειοδυτικά της Θακέρκοβ – μια τεράστια έκταση, από εδώ ώς την Άντχορκ! Δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν.»

«Και νομίζεις ότι εσύ θα τους εντοπίσεις; Κι αν τους εντοπίσεις, τι θα κάνεις, Ζορδάμη; Δεν έχεις τρόπο να τους αντιμετωπίσεις.»

«Θα βρω τρόπο.»

«Θα φύγεις, δηλαδή, για τα βορειοδυτικά; Είσαι σοβαρός;»

«Δεν ξέρω,» μόρφασε αβέβαια ο Ραλίστας, «αλλά το σκέφτομαι.»

Σηκώθηκε από την καρέκλα, πλησίασε το κρεμασμένο πανωφόρι του, πήρε από μέσα τον τηλεπικοινωνιακό πομπό, και κάλεσε μερικούς συνδέσμους της Σιδηράς Δυναστείας στη Θακέρκοβ, ζητώντας να μάθει ποια μέλη της οργάνωσης βρίσκονταν στα βορειοδυτικά – εκτός από το μέλος που είχε εξαφανιστεί. Αν ήταν να ταξιδέψει εκεί, θα χρειαζόταν όλες τις πληροφορίες και την υποστήριξη που μπορούσε να έχει.

Όταν οι τηλεπικοινωνίες του τελείωσαν, ο Βινάρης τού είπε: «Αν δω τον γιο σου στην Ύγκρας, τι να του πω; Άφησα τον πατέρα σου να πάει για κυνήγι απρόσωπων ληστών;»

Ο Ζορδάμης μειδίασε. «Είναι πολύ μικρός και ευφάνταστος, και θα σε πιστέψει, Βινάρη.» Ο γιος του έμενε συνήθως στις παρυφές της νότιας ερήμου, στη βίλα του παππού του, του πατέρα της Αστερόπης. Στη βίλα του Γρύπα Ξενοκράτη. Και του άρεσε εκεί. Ήταν, επίσης, βολικό να έχει ένα σταθερό σπίτι, γιατί η μητέρα του και ο πατέρας του συνεχώς τριγύριζαν σ’όλη τη Σεργήλη. Η Αστερόπη ήταν η κρυφή δύναμη του Ξενοκράτη μέσα στη Δυναστεία (όπως ο ίδιος την αποκαλούσε) και έκανε πολλές κατασκοπευτικές και υπόγειες δουλειές σε διάφορα μέρη. Ο Ζορδάμης, βέβαια, δεν πήγαινε ασταμάτητα από το ένα ράλι στο άλλο, αλλά έλειπε πολύ συχνά. Όταν δεν έλειπε, έμενε σ’ένα σπίτι που είχε αγοράσει στην Ύγκρας, και τότε ο γιος του – ο Φιλοπολίτης – έμενε μαζί του, και πολλές φορές παραπονιόταν, γιατί του έλειπε η βίλα του παππού του και η θεία του η Μελένια (η αδελφή της Αστερόπης), την οποία συμπαθούσε πολύ. Με την Κλεισμένη, επίσης, τα πήγαινε περίφημα ο Φιλοπολίτης: και η γάτα ήταν ο μόνος λόγος που ίσως να προτιμούσε το σπίτι του πατέρα του σε σχέση με το σπίτι του παππού του.

Ο Βινάρης μειδίασε. «Ναι, μάλλον έχεις δίκιο. Θα του φανεί τρομερά περιπετειώδες. Κανένας, όμως, που είναι μεγαλύτερος από τον γιο σου δεν θα σου πρότεινε να ξεκινήσεις μια τέτοια αναζήτηση. Πού είναι η Αστερόπη τώρα; Ρώτα την. Ίσως να έχει καμια καλύτερη ιδέα.»

«Δεν ξέρω πού είναι.»

«Φαντάσου να μην ήσασταν παντρεμένοι.»

Ο Ζορδάμης γέλασε. «Όταν δεν ήμασταν παντρεμένοι, αλλά απλά προσποιούμασταν τους παντρεμένους, ξέραμε συνέχεια πού ήταν ο καθένας μας.»

*

Η Ελοντί άκουσε, το απόγευμα, τι είχαν να πουν στις ειδήσεις του Άστρου σχετικά με τους χαμένους ραλίστες, και μετά έκλεισε τον τηλεοπτικό δέκτη με το τηλεχειριστήριο.

«Δεν πρόκειται να γίνει τίποτα μ’αυτούς,» είπε. «Θα πάω εγώ.» Και σηκώθηκε από το κρεβάτι.

Ο Φίλιππος’χοκ, που ήταν ξαπλωμένος δίπλα της, είπε: «Θα πάμε μαζί, εννοείς.»

«Ναι. Και είμαι σίγουρη πως η βοήθειά σου θα μου χρειαστεί.»

«Χρειάζονται βοήθεια ακόμα κι οι Ιερομύστες;»

«Τολμάς να με πειράζεις;» του είπε, με προσποιητά θυμωμένο ύφος, και άρχισε να ντύνεται.

«Θα φύγουμε τώρα;» ρώτησε ο Φίλιππος. «Μες στη νύχτα;»

«Δεν έχει νυχτώσει ακόμα, αλλά, όχι, δεν θα φύγουμε από τώρα. Πηγαίνω να μιλήσω στη Λούση. Και μετά στον Αργύριο.»

«Να έρθω;»

«Όχι.»

«Όπως θέλεις.»

«Με τσαντίζει που είσαι τόσο καλόβολος.» Είχε ήδη σχεδόν ντυθεί, μην αργώντας καθόλου.

«Θα προτιμούσες να γκρινιάζω;»

«Μάλλον όχι.»

«Είσαι σίγουρη πως η Λούση είναι στο διπλανό δωμάτιο;»

«Θα την καλέσω τώρα.»

«Στάσου.» Ο Φίλιππος έπιασε το ραβδί του από δίπλα και μουρμούρισε ένα ξόρκι ενώ ατένιζε έντονα τα μικροσκοπικά κάτοπτρα πάνω στο ραβδί. Μετά από μερικές στιγμές, μια κόκκινη κουκίδα παρουσιάστηκε στους καθρέφτες. «Ναι,» είπε ο μάγος, «εδώ είναι, πλάι μας. Δεν έχει πάει πουθενά.»

Η Ελοντί είχε πια τελειώσει με την ενδυμασία της. «Εντάξει,» είπε, κι έφυγε από το δωμάτιο.

Πλησίασε την πόρτα του δωματίου της Λούσης και χτύπησε δύο φορές.

«Ποιος είναι;» ρώτησε η Λούση από μέσα.

«Εγώ. Άνοιξέ μου.»

Η συνοδηγός της της άνοιξε, και η Ελοντί μπήκε.

«Δεν κοιμόσουν…»

«Πριν από λίγο ξύπνησα,» είπε η Λούση· και από την εμφάνισή της – νωπά μαλλιά, βαμβακερή ρόμπα, ξυπόλυτη – δεν πρέπει να είχε περάσει πολλή ώρα που βγήκε από το μπάνιο.

«Θα χρειαστεί ν’αλλάξουμε τα σχέδιά μας…» της είπε η Ελοντί βηματίζοντας μες στο δωμάτιο.

«Ποια σχέδιά μας;»

«Είχαμε πει ότι θα σε γύριζα στο σπίτι σου στην Άντχορκ με τον Γρύπα των Δρόμων

Η Λούση συνοφρυώθηκε. «Δε θα με γυρίσεις;»

«Δε μπορώ, Λούση· κάτι άλλο προέκυψε. Θα πρέπει να πάρεις το τρένο.»

«Τι προέκυψε;»

Η Ελοντί αναστέναξε. «Δε γίνεται να το συζητήσω τώρα. Αλλά χρειάζομαι τον Γρύπα για να πάω κάπου.» Κι εκεί όπου θα πάω καλύτερα να μην είσαι μαζί μου, πρόσθεσε νοερά – για τη δική σου ασφάλεια.

«Πού θα πας;»

«Σου λέω, δεν μπορώ να το συζητήσω.»

«Δεν μπορείς να μου πεις καν πού θα πας; Τι συμβαίνει, Ελοντί – δε μ’εμπιστεύεσαι πια;» Η φωνή της είχε γίνει ξαφνικά πιο απότομη και πιο βραχνή. «Τι νομίζεις για μένα;»

«Τι εννοείς; Τι να νομίζω; Απλά πρόκειται για κάτι προσωπικό· δεν είναι τίποτ’ άλλο–»

«Μη μου λες μαλακίες, Ελοντί! Τι σου είπαν για μένα;»

Η Ελοντί γέλασε. «Τι να μου πουν; Ποιοι;»

Η Λούση δεν μίλησε, αλλά την παρατηρούσε με μεγάλη προσοχή, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν η ραλίστρια τη δούλευε.

«Συμβαίνει κάτι;» τη ρώτησε η Ελοντί, αρχίζοντας τώρα να απορεί μ’αυτή τη συμπεριφορά της. «Τι είναι, Λούση;»

Εκείνη ξεροκατάπιε. «Τίποτα. Απλώς σκέφτηκα ότι… ότι ίσως να νόμιζες για εμένα ότι… ότι ίσως να μη με θέλεις πια για συνοδηγό σου για κάποιο λόγο!»

Η Ελοντί χαμογέλασε. «Σοβαρολογείς; Φυσικά και σε θέλω για συνοδηγό μου.» Της έσφιξε τον ώμο. «Δεν έχω κανένα πρόβλημα μαζί σου.»

Η Λούση τής επέστρεψε το χαμόγελο. «Ναι, εντάξει. Ίσως απλά να… Χαζομάρες μου! Είχα μόλις ξυπνήσει, βασικά.» Γέλασε κοφτά.

«Τέλος πάντων,» είπε η Ελοντί αφήνοντας τον ώμο της. «Το πρωί θα φύγω μαζί με τον Φίλιππο’χοκ.»

«Α, κατάλαβα τώρα τι συμβαίνει…» είπε η Λούση πονηρά.

«Όχι, δεν κατάλαβες. Αλλά δεν έχει σημασία. Έχουμε μια επείγουσα δουλειά οι δυο μας. Γι’αυτό δεν μπορώ να σε μεταφέρω στην Άντχορκ. Και συγνώμη κιόλας.»

«Δεν πειράζει,» αποκρίθηκε η Λούση.

«Μάλλον δεν θα σε ξαναδώ ώς αύριο,» της είπε η Ελοντί, «γιατί τώρα πρέπει να πάω αλλού και μετά θα κοιμηθώ νωρίς.» Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν στα μάγουλα, κι ύστερα η ραλίστρια έφυγε από το δωμάτιο της συνοδηγού της, λέγοντάς της πως θα ξανασυναντιόνταν στο επόμενο ράλι, ή ίσως και νωρίτερα.

*

«Τι νομίζεις, λοιπόν;» είπε η Ελοντί στον Αργύριο, καθώς κάθονταν στο ίδιο τραπεζάκι που είχαν καθίσει και την άλλη φορά που βρίσκονταν στον Καλοδεχούμενο. «Κάνω καλά που θα πάω στα βορειοδυτικά;»

«Δεν ξέρω, Ελοντί. Ίσως. Αλλά φοβάμαι για σένα.»

«Υπάρχει συγκεκριμένος λόγος; Έχεις δει κάτι στα χαρτιά; Ή σε κάποιο όνειρο;»

Ο Αργύριος κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Όμως δεν χρειάζεται. Σίγουρα καταλαβαίνεις γιατί. Είναι παράτολμο, ακόμα και για κάποια σαν εσένα.»

«Θα ερχόσουν μαζί μου;»

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης ήταν σκεπτικός για κάμποση ώρα, αμίλητος. «Η Κυρά της Τύχης με οδήγησε εδώ για κάποιο λόγο,» είπε τελικά. «Είμαι σίγουρος. Όπως είμαι σίγουρος πως υπάρχει λόγος που συνάντησα εσένα, Ελοντί. Δε μπορώ, επομένως, να σ’αφήσω να πας μόνη σου στα βορειοδυτικά.»

«Σ’ευχαριστώ,» του είπε εκείνη. «Οι δυνάμεις σου είναι πολύ πιθανό να μας φανούν χρήσιμες για να βρούμε τους ραλίστες.»

«Οι ραλίστες δεν είναι παρά μια μικρή πτυχή του προβλήματος,» αποκρίθηκε ο Αργύριος. «Οι ίδιοι οι κρυσταλλωμένοι είναι το βασικό πρόβλημα.»

«Αναμφίβολα,» συμφώνησε η Ελοντί. «Αλλά εμένα τώρα μ’ενδιαφέρει περισσότερο να σώσω τους ραλίστες και τους συνοδηγούς – ανθρώπους που ξέρω – από τα νύχια τους.»

«Κατανοητό, φυσικά. Όμως μην ξεχνάς και τον Ιερομύστη που σου αποκάλυψε η μπαλαντέρ σου…»

«Δεν τον ξεχνάω καθόλου.» Και ρώτησε: «Η ξαδέλφη μου πού είναι; Έφυγε;»

«Θα φύγει αύριο. Έχει πάει τώρα να κλείσει εισιτήριο με το τρένο. Θέλει νάχει καμπίνα.»

«Μάλιστα. Θα περάσω από εδώ να σε πάρω με το χάραμα.»

«Εντάξει,» συμφώνησε ο Αργύριος, κι αντάλλαξαν μια σύντομη χειραψία προτού η Ελοντί σηκωθεί από το τραπέζι και φύγει από τον Καλοδεχούμενο. Στο κεφάλι της ήταν η κουκούλα της κάπας της γιατί δεν ήθελε κανένας να την αναγνωρίσει εδώ. Προτιμούσε να μην έχει τώρα να κάνει με θαυμαστές και δημοσιογράφους.

Μετά από κανένα τέταρτο, η Χρυσόχαρη μπήκε στην τραπεζαρία του πανδοχείου και πλησίασε τον Αργύριο καθίζοντας κοντά του.

«Δεν ήσουν μόνος;» είπε, παρατηρώντας τη μισοτελειωμένη μπίρα αντίκρυ του.

«Η ξαδέλφη σου ήταν εδώ.»

«Η Ελοντί; Γιατί;»

«Ήθελε να σε χαιρετήσει.»

«Κι έφυγε τόσο γρήγορα;»

«Είχε κάτι δουλειές. Μπορεί να ξαναπεράσει αύριο.»

«Μα αύριο φεύγω με το πρωινό τρένο!»

«Ίσως να σε προλάβει,» είπε ο Αργύριος.

«Γαμώτο… Έπρεπε να την είχες κρατήσει λίγο ακόμα.»

«Βιαζόταν.» Κι αλλάζοντας θέμα: «Νόμιζα ότι θα έμενες κι άλλο στην πόλη…»

Η Χρυσόχαρη μόρφασε. «Δε βλέπω τον λόγο πια. Ούτε σήμερα δεν ανακοινώθηκε τίποτα για τους χαμένους ραλίστες· μονάχα μερικές μικρές αναφορές έγιναν γι’αυτούς. Είναι σαν οι δημοσιογράφοι να περιμένουν σιγά-σιγά το θέμα να ξεχαστεί.»

Μάλλον αυτό ακριβώς περιμένουν, σκέφτηκε ο Αργύριος, και ήπιε μια μικρή γουλιά απ’το κρασί του.

Μετά από λίγο, ενώ η Χρυσόχαρη είχε φαγητό μπροστά της καθώς και ένα ποτήρι Γλυκό Κρόνο, του είπε: «Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι είμαι ακόμα θυμωμένη μαζί σου.»

«Δεν το νομίζω,» τη διαβεβαίωσε ο Αργύριος.

«Δε με πειράζει που έφυγες έτσι στα ξαφνικά. Όχι πολύ, δηλαδή. Αν και εκείνη την ώρα τσαντίστηκα με το όλο επεισόδιο.»

«Το καταλαβαίνω,» είπε ο Αργύριος. «Ήμουν αγενής. Αλλά έπρεπε να βιαστώ.»

«Ναι, έπρεπε. Σ’αυτό έχεις δίκιο. Θα… Υποθέτω πως ίσως να μη σε ξαναδώ στο μέλλον.»

«Ποτέ δεν ξέρεις.»

Η Χρυσόχαρη γέλασε. «Ούτε πού μένω δεν σου έχω πει! Θα το δεις στα χαρτιά;»

«Μπορεί.»

Η Χρυσόχαρη άγγιξε το δεξί χέρι του με το αριστερό της, το οποίο εκείνος σκέπασε με το δικό του αριστερό χέρι, παγιδεύοντάς το ζεστά.

Η Χρυσόχαρη χαμογελούσε, αν και κάπως αβέβαια. «Θα είναι η τελευταία μου νύχτα εδώ όπως ήταν η πρώτη;»

«Θα προσπαθήσουμε.»

Η Χρυσόχαρη τεντώθηκε πάνω απ’το τραπέζι και τον φίλησε δυνατά στα χείλη μέσα απ’την κουκούλα της κάπας του. Μετά, του ψιθύρισε στ’αφτί τη διεύθυνση του σπιτιού της στη Μέλβερηθ καθώς και τον τηλεπικοινωνιακό κώδικα του διαύλου εκεί.

«Θα τα θυμάσαι;»

«Έχω καλή μνήμη.»

«Δε θα χρειάζεσαι πανδοχείο στη Μέλβερηθ ποτέ ξανά· σ’το λέω να το ξέρεις.»

*

Ο Ζορδάμης επισκέφτηκε την Καλλιόπη στο δωμάτιό της για να της πει ότι αύριο, μάλλον, θα έφευγε από τη Θακέρκοβ.

«Πού θα πας; Στη γυναίκα σου;» Η Καλλιόπη καθόταν στο κρεβάτι της προτού μπει ο Ραλίστας, και τώρα πάλι εκεί είχε πάει να καθίσει. Η κουβέρτα ήταν άνω-κάτω· επάνω της βρίσκονταν ένα μαξιλάρι, ένα αναποδογυρισμένο ανοιχτό βιβλίο, και ένα τασάκι με τρία αποτσίγαρα κι ένα αναμμένο τσιγάρο πιασμένο στην άκρη. Η Καλλιόπη φορούσε ένα μακρύ πουκάμισο πάνω από τα εσώρουχά της το οποίο έπεφτε σαν κοντό φόρεμα γύρω της.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Ζορδάμης. «Κάπου αλλού.»

«Πού;» Έσβησε το αναμμένο τσιγάρο, στρίβοντάς το μέσα στο τασάκι.

«Μην κάνεις πολλές ερωτήσεις, καλύτερα, όπως έχουμε πει.»

Η Καλλιόπη μόρφασε, δυσαρεστημένη αλλά, φανερά, καταλαβαίνοντας. «Εντάξει.»

«Ο Βινάρης, όμως, δεν θα έρθει μαζί μου,» της είπε ο Ραλίστας. «Θα πάει νότια. Και θα μπορούσατε να συνταξιδέψετε, αν θέλεις.»

«Ναι, γιατί όχι; Αλλά δεν ήρθα με όχημα από την Αγκένροβ, ούτε με αεροπλάνο. Τα αεροπορικά εισιτήρια είναι ακριβά, και δεν ήθελα να οδηγώ μόνη μου τόσες ώρες επάνω στη δημοσιά που διασχίζει τη Ραχοκοκαλιά. Με το τρένο ήρθα, κάνοντας τον κύκλο, κι έτσι σκοπεύω να επιστρέψω. Αν ο Βινάρης βιάζεται περισσότερο….»

«Τον Βινάρη τον βολεύει να ταξιδέψετε με το τρένο,» τη διαβεβαίωσε ο Ζορδάμης. «Αλλά, όταν είστε στη Μέλβερηθ, εκείνος θα πάρει την αμαξοστοιχία για Ύγκρας, όχι για Αγκένροβ.»

«Εντάξει,» συμφώνησε η Καλλιόπη. Και μετά: «Γκαντεμιά, ε; Θέλω να πω, έτυχε επιτέλους να τρέξουμε μαζί σ’ένα ράλι και… και δες τι έγινε, γαμώ τα πόδια της Λόρκης γαμώ!»

Ο Ζορδάμης χαμογέλασε. «Ναι, ήταν…» Το χαμόγελό του εξαφανίστηκε. «Ήταν τραγικό.»

«Ήταν, όντως, τραγικό.» Ούτε εκείνη χαμογελούσε. «Θα σε ξαναδώ, τώρα;» τον ρώτησε. «Ξέρεις πού μπορείς να με βρεις. Και δε χρειάζεται πια να διστάζεις.»

«Θα ήθελες να ξανατρέξεις μαζί μου, Καλλιόπη;»

Τα μάτια της γυάλισαν. «Ναι.»

«Τον άντρα σου δεν θα τον πείραζε;»

«Δεν είμαι κατοικίδιο του άντρα μου! Σ’αντίθεση με…» Το άφησε επίτηδες να υπονοηθεί.

«Μου λες τώρα και σαχλαμάρες;»

«Η ξαφνική σου… στροφή μ’έχει τραντάξει,» τον πληροφόρησε η Καλλιόπη. «Τι σου έχει κάνει αυτή η Αστερόπη;»

«Σου εξήγησα: έτσι έχουμε συμφωνήσει.»

«Σιγά! Κάτι άλλο συμβαίνει· δε μπορείς να το κρύψεις από εμένα, Ζορδάμη!»

Ο Ραλίστας γέλασε. «Για όνομα της Αρτάλης, τίποτ’ άλλο δεν συμβαίνει!»

«Κατέβασε το παντελόνι σου,» του είπε η Καλλιόπη, «να δω αν έχει δέσει τίποτα περίεργο επάνω σου.»

Ο Ζορδάμης τής έκανε μια αισχρή χειρονομία.

Η Καλλιόπη γέλασε. «Εντάξει, φύγε! Πήγαινε! –Ή μάλλον, περίμενε.» Πετάχτηκε όρθια και ήρθε να τον αγκαλιάσει δυνατά. Τον φίλησε στο μάγουλο. «Να ξαναειδωθούμε, εντάξει;»

«Θα τα ξαναπούμε,» υποσχέθηκε ο Ζορδάμης. Παραμέρισε μια μαύρη τούφα από το γαλανόδερμο πρόσωπό της. Φίλησε ξαφνικά τα χείλη της.

«Κάθαρμα,» είπε η Καλλιόπη, αφήνοντάς τον από την αγκαλιά της.

«Ο Βινάρης θα πάει να κλείσει τα εισιτήρια απόψε,» της είπε ο Ζορδάμης, «και το πρωί θα φύγετε.»

Εκείνη ένευσε. «Εντάξει.»

«Θα ετοιμαστείς τώρα να πάμε να πιούμε τίποτα, ή θα μ’έχεις έτσι να περιμένω σαν μαλάκας;»

Η Καλλιόπη χαμογέλασε πλατιά.

*

Η Λούση είχε μόλις αγοράσει το εισιτήριό της από τον σιδηροδρομικό σταθμό στις Μάντρες όταν είδε τον Βινάρη να έρχεται προς το μέρος της.

«Σταματά να μ’ακολουθείς!» του είπε, έντονα αλλά χωρίς να φωνάζει. Δεν ήθελε να γίνει σκηνή ανάμεσα σε τόσο κόσμο.

«Δε σ’ακολουθώ.»

«Τι κάνεις εδώ, τότε;»

«Αυτό που κάνεις κι εσύ, μάλλον.» Κοίταξε το εισιτήριο το οποίο ακόμα κρατούσε στο χέρι της.

«Φεύγετε; Με το τρένο;»

«Ναι. Αλλά εσείς… γιατί με το τρένο; Ο Γρύπας των Δρόμων δεν έπαθε σοβαρές ζημιές, και οι χορηγοί φρόντισαν για τις επισκευές…»

Δεν πρόκειται να με ξαναψαρέψεις! σκέφτηκε θυμωμένα η Λούση. Σίγουρα δεν έπασχε από οξύτητα της καχυποψίας. Όταν κάποιος έχει λόγο να μην εμπιστεύεται κάποιον άλλο που έχει αποδειχτεί αναξιόπιστος, δεν πάσχει από οξύτητα της καχυποψίας.

«Δε σας ενδιαφέρει μήπως οι χορηγοί καταφέρουν να βρουν τελικά το δικό σας όχημα;» τον ρώτησε. «Θα το παρατήσετε τόσο γρήγορα;»

«Μας έχουν αποζημιώσει. Αλλά, ούτως ή άλλως, ο Ζορδάμης δεν νομίζει ότι θα το βρουν. Αν ήταν, ώς τώρα θα το είχαν βρει. Αυτό και τα υπόλοιπα. Και τους ραλίστες και τους συνοδηγούς.»

«Ναι,» μόρφασε η Λούση, «δυστυχώς. Ελπίζω να τα ξεπαστρέψουν σύντομα αυτά τα καθάρματα, πάντως. Δε μπορεί νάχουν εξαφανιστεί. Θα ξαναπαρουσιαστούν για να ληστέψουν.»

«Μάλλον,» είπε μόνο ο Βινάρης. Και τη ρώτησε ξανά: «Γιατί, τελικά, δεν φεύγετε με το όχημά σας;»

«Ποιος είπε ότι δεν θα το πάρουμε μαζί;» αποκρίθηκε η Λούση, και τον προσπέρασε βαδίζοντας γρήγορα.

Ο Βινάρης κοίταζε την πλάτη της συνοφρυωμένος, αλλά δεν επιχείρησε να την ακολουθήσει.

*

Το ξέρει πως ονειρεύεται. Αυτή η Θακέρκοβ δεν είναι παρά μια πόλη ονείρων, σκιών, και μενεξεδιάς ομίχλης· κι αισθάνεται κάτι το απειλητικό πίσω από τα σκοτάδια της.

Μια γάτα ξεπροβάλλει μέσα από τις ομίχλες. Η Κλεισμένη. Νιαουρίζει.

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης την ακολουθεί, και τον οδηγεί σ’ένα σοκάκι όπου ένα τραπουλόχαρτο είναι πεσμένο. Κλειστό. Εκείνος σκύβει και κάνει να το σηκώσει–

Μια γυναίκα πετάγεται μπροστά του (και το τραπουλόχαρτο δεν υπάρχει πουθενά πια). Τα μαλλιά της είναι μακριά και κατάλευκα, το δέρμα της μαύρο/κόκκινο καρό από τη δεξιά μεριά, χρυσό/κόκκινο καρό από την αριστερή. Ντυμένη με μια μαύρη υφασμάτινη στολή, κουμπωμένη λοξά μπροστά της με πελώρια αργυρά κουμπιά. Ζώνη δεν φορά. Τα πόδια της είναι γυμνά, και τα νύχια τους βαμμένα ασημένια, και φωσφορίζουν.

Γεια σου, μπαλαντέρ, λέει γελώντας.

Ο Αργύριος σηκώνεται όρθιος εμπρός της. Κάτι συμβαίνει σ’αυτή την πόλη. Το αισθάνομαι.

Ω ναι, λέει η μπαλαντέρ, κάτι συμβαίνει. Κάτι άσχημο και τερατώδες! Δεν έχει καν πρόσωπο. Και τραβά το πρόσωπό της με τα χέρια της, άγρια, σκίζοντάς το, αποκαλύπτοντάς πίσω του έναν θολό κρύσταλλο.

Και μετά, εξαφανίζεται.

Ο Αργύριος αισθάνεται ένα άγγιγμα στον ώμο. Γυρίζει αμέσως και βλέπει μόνο ομίχλη.

Η φωνή της αντηχεί από κάπου: Μην ανησυχείς μόνο για ό,τι έχεις μπροστά σου, αλλά και για ό,τι αφήνεις πίσω σου. Κρύψου τώρα – γρήγορα!

Ο Αργύριος κρύβεται δίπλα σε μια γωνία και, μέσα από τις ομίχλες και τις σκιές, διακρίνει τα μέλη μιας συμμορίας να βαδίζουν.

Ανάμεσά τους είναι κάποιος που δεν έχει πρόσωπο.

Από τον ουρανό, ανάμεσα από τις πολυκατοικίες, τραπουλόχαρτα πέφτουν σαν χιόνι. Ο Αργύριος απλώνει το χέρι του και πιάνει ένα: το Πέντε των Πόλεων – ένα από τα φύλλα της Τράπουλας της Πανούργου Κυράς.

Απλώνει το χέρι του και πιάνει άλλο ένα: το Πέντε των Πόλεων.

Πιάνει κι ένα τρίτο: το Πέντε των Πόλεων.

Κι ένα τέταρτο: το Πέντε των Πόλεων.

Χιονίζει Πέντε των Πόλεων!

Ο Αργύριος άνοιξε τα μάτια του μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο.

Η Χρυσόχαρη κοιμόταν ήρεμα πλάι του, με το κεφάλι της ακουμπισμένο στον ώμο του, ροχαλίζοντας ελαφρά.

Πέντε των Πόλεων. Ένα χαρτί που επάνω του είχε ζωγραφισμένες πέντε πολυκατοικίες διαφορετικού ύψους και αρχιτεκτονικής· γέφυρες προσπαθούσαν να τις ενώσουν αλλά δεν τα κατάφερναν είτε λόγω των φυσικών διαφορών των οικοδομημάτων είτε επειδή οι γέφυρες φαίνονταν να γκρεμίζονται. Μαντική σημασία: αστάθεια· ανισορροπία δυνάμεων· αστικές ταραχές· πρόβλημα σε πόλη· έλλειψη επικοινωνίας· αποτυχία ή δυσκολία σύνδεσης.

Είκοσι-Τέσσερα
Θεοί και Σκυλιά

Μερικές ώρες μετά το μεσημέρι.

Η γαλανόδερμη κοπέλα στη ρεσεψιόν του Περίοικου καθόταν πίσω από το γραφείο της και ξεφύλλιζε το τελευταίο τεύχος του περιοδικού Επιβίωση στη Θακέρκοβ ενώ χασμουριόταν.

Κάποιοι μπήκαν στο ξενοδοχείο.

Ύψωσε το βλέμμα της, αλλά είδε πως δεν ήταν κανένας καινούργιος. Ήταν η Ελοντί Αλλόγνωμη κι αυτός ο γαλανόδερμος, ψαρομάλλης, μουσάτος τύπος με τα γκρίζα μάτια και το παράξενο ραβδί. Τον είχε ξαναδεί μαζί της. Ήταν εραστής της, άραγε; Πίσω τους έρχονταν η συνοδηγός της Ελοντί, ο Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος (τι κούκλος!), η γάτα του, ο συνοδηγός του, κι εκείνη η γαλανόδερμη, μελαχρινή γυναίκα που, πριν από τον αγώνα, έψαχνε τον Λιγνόρρυγχο και τελικά πρέπει να ήταν κάτι περισσότερο από θαυμάστριά του. Η κοπέλα της ρεσεψιόν την είχε δει πολλές φορές μαζί του. Τι τυχερή τύπισσα!

Κανένας δεν έριξε ούτε ένα βλέμμα στην κοπέλα της ρεσεψιόν καθώς πήγαιναν προς τους ανελκυστήρες, τους καλούσαν κάτω, και έμπαιναν.

Η κοπέλα αναστέναξε, άναψε τσιγάρο, και συνέχισε να ξεφυλλίζει το τελευταίο τεύχος του περιοδικού Επιβίωση στη Θακέρκοβ.

Μετά από κανένα τέταρτο, ένας άντρας μπήκε στο ξενοδοχείο και την πλησίασε. Είχε δέρμα λευκό-ροζ, ξανθά μαλλιά, και γαλανά μάτια. Και, για κάποιο λόγο, η φάτσα του της έμοιαζε λιγάκι περίεργη· δεν μπορούσε, όμως, να πει γιατί ακριβώς. Στα χέρια του φορούσε άσπρα γάντια.

«Καλησπέρα,» τη χαιρέτησε με βαριά φωνή.

«Καλησπέρα, κύριε.»

«Μια ερώτηση θέλω να κάνω.»

«Μάλιστα.»

«Βρίσκονται ακόμα εδώ οι ραλίστες Ελοντί Αλλόγνωμη και Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος;»

«Γιατί ρωτάτε, αν επιτρέπεται; Ποιος είστε; Είστε δημοσιογράφος;»

«Το όνομά μου δεν έχει σημασία,» είπε ο άντρας. «Απλά θα ήθελα να μάθω.» Έβγαλε από την τσέπη του γκρίζου σακακιού του δύο χαρτονομίσματα των πέντε ήλιων και τ’άφησε πάνω στο γραφείο της.

Η κοπέλα δάγκωσε το χείλος της. Τα λεφτά δεν ήταν καθόλου λίγα. Δέκα ήλιοι! Τόσο εύκολα έδινε αυτός ο τύπος δέκα ήλιους; «Έχετε δημοσιογραφική ταυτότητα;» τον ρώτησε.

«Θα ήθελα να μάθω,» επέμεινε ο άντρας.

«Δε μπορώ να σας απαντήσω αν δεν έχετε ούτε δημοσιογραφική ταυτότητα ούτε… ούτε κάτι άλλο. Αν είστε της Χωροφυλακής–»

«Δεν είμαι της Χωροφυλακής.» Πρόσθεσε ακόμα δέκα ήλιους στο γραφείο. Ένα ολόκληρο χαρτονόμισμα των δέκα ήλιων!

Η κοπέλα – που δεν θεωρούσε ότι πληρωνόταν και τόσο καλά για τόσες ώρες που περνούσε εδώ – ξεροκατάπιε. Πρέπει να είμαι μαλακισμένη, σκέφτηκε, αλλά είπε: «Κύριε, δεν μπορώ να σας απαντήσω έτσι. Δεν έχω δικαίωμα.» Επιπλέον, της έδινε μια πολύ περίεργη εντύπωση αυτός ο άντρας. Την τρόμαζε για κάποιο λόγο – αν και δεν ήταν ούτε άσχημος ούτε είχε τίποτα το αντικειμενικά απειλητικό επάνω του.

Ο άγνωστος πήρε τα λεφτά από το γραφείο της, χωρίς άλλη κουβέντα, και έφυγε από το ξενοδοχείο.

Η κοπέλα της ρεσεψιόν τσάκισε την άκρη μιας σελίδας του περιοδικού ανάμεσα στα δάχτυλά της. Πρέπει να είμαι μαλακισμένη…

*

Ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει και έκανε κρύο μέσα στους δρόμους της Θακέρκοβ.

Δύο φιγούρες πλησίασαν την είσοδο του γκαράζ πλάι στον Περίοικο. Η μία ήταν γυναίκα, ο άλλος άντρας. Κι οι δύο φορούσαν κάπες με τις κουκούλες σηκωμένες στο κεφάλι.

«Συγνώμη!» Ο φύλακας του γκαράζ ήρθε κοντά τους καθώς έμπαιναν. «Πού πηγαίνετε; Δεν επιτρέπεται.»

Η Λορύν’σαρ ήδη σχημάτιζε με την κρυσταλλική της δομή το Άγγιγμα Σωματικής Στάσεως, και τώρα ακούμπησε τον φύλακα στον ώμο. Τίποτα περισσότερο από αυτό, και η κρυσταλλική του δομή κλείδωσε. Ο άντρας ακινητοποιήθηκε· ούτε τα μάτια του δεν μπορούσε να κουνήσει.

Η Λορύν’σαρ και ο Αρτέμιος Νιλμάνης, ο ραλίστας, μπήκαν στο γκαράζ και βάδισαν ανάμεσα στα οχήματα.

Η κρυσταλλική δομή της Μάγισσας ρώτησε: ΤΟ ΒΛΕΠΕΙΣ;

Εκείνος δεν απάντησε καθώς κοίταζε ολόγυρα. Μετά, όμως, η κρυσταλλική του δομή είπε: ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ. Και, συγχρόνως, χωρίς να υψώσει το χέρι του, έδειχνε προς ένα όχημα ζωγραφισμένο σαν γρύπας.

ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ Η ΡΑΛΙΣΤΡΙΑ ΛΟΙΠΟΝ, είπε η Μάγισσα.

ΜΑΛΛΟΝ.

Οι δύο μασκοφόροι κρυσταλλωμένοι έφυγαν από το γκαράζ του Περίοικου περνώντας δίπλα από τον κοκαλωμένο φρουρό, και πήγαν να συναντήσουν τους υπόλοιπους, που τους περίμεναν σ’έναν από τους δρόμους του Γαιοδόμου.

Όταν ο φύλακας μετά από κανένα δεκάλεπτο συνήλθε, όταν μπορούσε πάλι να κινήσει κανονικά το σώμα του σαν ποτέ να μην είχε ακινητοποιηθεί, ειδοποίησε αμέσως τους άλλους φύλακες του ξενοδοχείου και τους είπε τι συνέβη. Κανένας δεν θα μπορούσε να τον πιστέψει αν τα δεδομένα του τηλεοπτικού πομπού στην είσοδο του γκαράζ δεν ήταν ξεκάθαρα. Αυτοί οι δύο κουκουλοφόροι, όντως, είχαν μπει και είχαν βγει.

«Ήταν μάγισσα!» επέμεινε ο φύλακας. «Δεν εξηγείται αλλιώς. Δεν με τρύπησε με κάτι. Απλά με άγγιξε.»

Ήρθαν τελικά σε επαφή με τον μάγο του τάγματος των Τεχνομαθών ο οποίος επέβλεπε τα συστήματα του ξενοδοχείου, κι αυτός τούς είπε ότι ποτέ δεν είχε ακούσει τίποτα παρόμοιο. Δεν υπήρχε ξόρκι που να επηρεάζει έτσι το ανθρώπινο σώμα. Ούτε οι Βιοσκόποι δεν είχαν τέτοια πράγματα. Θα ρωτούσε, βέβαια, στη Μαγική Ακαδημία της Θακέρκοβ, για να δει.

Το πιο παράξενο απ’ όλα, όμως, ήταν ότι κανένας από τους φρουρούς ασφαλείας του ξενοδοχείου δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήθελαν τελικά αυτοί οι δύο στο γκαράζ. Κατά τα φαινόμενα, απλά μπήκαν, έριξαν μια ματιά, κι έφυγαν. Τα πάντα, φυσικά, έπρεπε να ελεγχθούν εξονυχιστικά, γιατί μπορεί να είχαν βάλει καμια βόμβα ή κανέναν άλλο επικίνδυνο μηχανισμό. Αλλά χωρίς να προκληθεί αναστάτωση, για να μην ανησυχήσουν άδικα οι ένοικοι.

*

Ο Απελευθερωτής είπε ότι δεν έμοιαζε εύκολο να συναντήσουν αυτή την Ελοντί Αλλόγνωμη. Όχι χωρίς να γίνει φασαρία. Και ρώτησε τον Αρτέμιο αν πίστευε ότι η Ελοντί θα έμενε μέρες εδώ.

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε εκείνος, καθώς στέκονταν μέσα σ’ένα σοκάκι ανάμεσα στις ψηλές πολυκατοικίες του Γαιοδόμου. «Ίσως να περιμένει να μάθει νέα μας. Οι χορηγοί του ράλι πρέπει να συνεχίζουν να μας ψάχνουν.»

«Μπορούμε να της στήσουμε καρτέρι,» είπε ο Σαρντάνης. «Έξω απ’το ξενοδοχείο. Και μόλις τη δούμε να βγαίνει, την ακολουθούμε, της ορμάμε, και την παίρνουμε από την πόλη.»

«Ναι,» είπε ο Απελευθερωτής σκεπτικά, «δε φαίνεται να υπάρχει άλλος δρόμος για να κινηθούμε… Αλλά δε θέλω να φύγω απ’τη Θακέρκοβ από τώρα, Σαρντάνη. Σας είπα πού θέλω να πάω, δεν σας είπα;»

«Ας μείνουν τότε ορισμένοι από εμάς εδώ, να παραμονεύουν,» πρότεινε ο λήσταρχος, «κι οι υπόλοιποι ας πάνε μαζί σου, Απελευθερωτή.»

«Προθυμοποιείσαι να μείνεις;»

«Ναι.»

Ο Απελευθερωτής είπε στον ραλίστα: «Κι εσύ θα μείνεις μαζί του.»

«Όπως επιθυμείς, Απελευθερωτή,» αποκρίθηκε ο Αρτέμιος Νιλμάνης. «Η Ελοντί, όμως, μπορεί να μη βγει βαδίζοντας από το ξενοδοχείο. Μπορεί να βγει με το όχημά της από το γκαράζ. Κι εμείς δεν έχουμε όχημα εδώ.»

«Δε μπορούμε να κλέψουμε ένα;» πρότεινε ο Σαρντάνης.

«Στον Γαιοδόμο, ανόητε;» είπε ο Απελευθερωτής. «Εδώ υπάρχει πολλή φύλαξη, και από τη Χωροφυλακή και από διάφορους μισθοφόρους. Πάμε στην άλλη μεριά του ποταμού, να κλέψουμε από εκεί. Από τη Γωνιά, ή από τη Μικρόπολη.»

«Εσύ ξέρεις την πόλη καλύτερα, Απελευθερωτή.» Ο Σαρντάνης δεν είχε έρθει ποτέ παλιότερα στη Θακέρκοβ.

Διέσχισαν τον Γαιοδόμο προς τα νότια, βαδίζοντας, δώδεκα στο σύνολό τους, και έφτασαν σε μια από τις γέφυρες του ποταμού Κάλμωθ, ενώ κοίταζαν γύρω τους με κάποιο ενδιαφέρον τις κρυσταλλικές δομές των ανθρώπων και των ζώων της πόλης. Ο Καρνάδης σκεφτόταν πίσω από τη ζωντανή μάσκα του: Τώρα που έχω επιστρέψει στη Θακέρκοβ και τη βλέπω όπως ήθελα ανέκαθεν να τη βλέπω δεν μου φαίνεται πια τίποτα το σπουδαίο. Είδα τόσα θαυμαστά πράγματα μέχρι να φτάσω εδώ που η Θακέρκοβ δεν είναι παρά ακόμα μια μεγαλούπολη.

Αλλά θα μπορούσε να ήταν δική μου. Θα μπορούσε ολόκληρη να ήταν δική μου…

Θα μπορούσε ακόμα και να ήταν μια πόλη του Κρυστάλλου. Μια πόλη ενός καινούργιου, ανώτερου είδους ανθρώπων! Θα μπορούσε να ήταν η σημαντικότερη πόλη της διάστασης.

Διέσχισαν τη γέφυρα του ποταμού και βρέθηκαν στις νότιες όχθες του. Έστριψαν δεξιά και μπήκαν στη Γωνιά, μια συνοικία ανάμεσα στη Μικρόπολη, τον Παλαιοπώλη, και το Λημέρι. Ο Καρνάδης είχε βιάσει αρκετές φορές εδώ προκειμένου να αποκτήσει τη μυστηριακή όραση και να μπορεί να δει την κρυσταλλική δομή των όντων. Του έμοιαζε αστείο τώρα. Πώς ήταν δυνατόν να χρειαζόταν να προσπαθεί τόσο για να καταφέρνει κάτι που πλέον του ήταν τελείως φυσικό; Ακόμα και οι βιασμοί, όλες αυτές οι γυναίκες, του έμοιαζαν τώρα… κάτι το άχρηστο. Ο σαρκικός έρωτας δεν τον δελέαζε στο ελάχιστο. Μόνο η κρυσταλλική συνεύρεση είχε νόημα. Και δεν υπήρχε βιασμός στην κρυσταλλική συνεύρεση· δεν μπορούσες να αναγκάσεις κανέναν να συνευρεθεί κρυσταλλικά μαζί σου. Ήταν ανόητο.

«Ποιος ξέρει πώς να ξεκλειδώνει μηχανές οχημάτων;» ρώτησε τους συντρόφους του.

Κανένας δεν ήξερε, όπως αποδείχτηκε. Ούτε καν ο Σαρντάνης. Ούτε ο Αρτέμιος.

«Θα πρέπει, λοιπόν, να πάρουμε τα κλειδιά κάποιου,» είπε ο Απελευθερωτής.

Σ’έναν από τους σκοτεινιασμένους δρόμους της Γωνιάς, μετά από μισή ώρα, ένα τετράκυκλο όχημα σταμάτησε πλάι σε μια πολυκατοικία. Το γυάλινο σκέπαστρο του άνοιξε και η οδηγός είπε στον άντρα που καθόταν δίπλα της: «Έρχομαι αμέσως.» Πήδησε έξω απ’το όχημα κι έτρεξε στην είσοδο της πολυκατοικίας· ξεκλείδωσε και μπήκε. Ο άντρας έμεινε μέσα στο τετράκυκλο, χωρίς να κλείσει το σκέπαστρο, ανάβοντας τσιγάρο.

Ένας άγνωστος με λευκό-ροζ δέρμα, ξανθά μαλλιά, κάπα, και γκρίζο σακάκι κάτω από την κάπα τον πλησίασε.

«Συγνώμη,» είπε.

Ο άντρας τον κοίταξε ξαφνιασμένος. «Τι θέλετε;»

Ο άγνωστος άπλωσε το χέρι του, που φορούσε άσπρο γάντι, κι άρπαξε τον άντρα από το σαγόνι κλείνοντάς του το στόμα βίαια. Εκείνος γρύλισε άναρθρα, νιώθοντας τα δόντια του να συνθλίβονται, να παγιδεύουν τη γλώσσα του. Το τσιγάρο έπεσε από το χέρι του.

«Μην κάνεις καμια μαλακία, εντάξει;» του είπε ο Απελευθερωτής.

Ο άντρας μπορούσε μόνο να τον κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια.

Ο Απελευθερωτής ελευθέρωσε το σαγόνι του. «Βγες και τρέξε στη φίλη σου, προτού αλλάξω γνώμη.»

Ο άντρας τινάχτηκε σαν γάτα της πόλης έξω από το όχημα, τρέχοντας προς την πολυκατοικία· κι αμέσως μόλις έφτασε στην είσοδό της άρχισε να χτυπά ένα κουδούνι.

Ο Απελευθερωτής μπήκε στο όχημα, έκλεισε το σκέπαστρο, και πατώντας το πετάλι έφυγε. Η μηχανή ήταν ήδη ενεργοποιημένη και ξεκλείδωτη.

*

Μετά από λίγη ώρα, ο Σαρντάνης, ο Αρτέμιος, κι άλλοι τρεις περίμεναν κρυμμένοι σ’έναν δρόμο αντίκρυ στο ξενοδοχείο Περίοικος. Περίμεναν να δουν την Ελοντί να βγαίνει, ή το όχημά της. Ό,τι ρούχα κι αν φορούσε δεν θα μπορούσαν να κρύψουν την κρυσταλλική της δομή. Τα ρούχα γίνονταν μέρος της κρυσταλλικής δομής ενός ζωντανού όντος. Κι όταν τα έβγαζε, μετατρέπονταν σε μερικά ακόμα άψυχα αντικείμενα, όπως οτιδήποτε άλλο που δεν είχε κρυσταλλική δομή. Πολλοί κρυσταλλωμένοι είχαν ρωτήσει τον Απελευθερωτή γιατί συνέβαινε αυτό: Γιατί τα άλλα πράγματα δεν είχαν κρυσταλλική δομή; Γιατί μόνο τα ζωντανά πλάσματα είχαν κρυσταλλική δομή; – μόνο οι άνθρωποι, τα ζώα, τα έντομα, ακόμα και τα φυτά – ναι, και τα φυτά είχαν μια κάποια πιο ασθενική κρυσταλλική δομή. Ο Απελευθερωτής τούς είχε απαντήσει ότι δεν υπήρχε εξήγηση· απλά έτσι ήταν η διάσταση της Σεργήλης. Ή αυτό ή τα άλλα πράγματα είχαν κάποιου άλλου είδους κρυσταλλική δομή την οποία δεν μπορούσαν να διακρίνουν.

Ο Σαρντάνης, ο Αρτέμιος, κι οι υπόλοιποι περίμεναν κάμποση ώρα προτού τελικά δουν τον Γρύπα των Δρόμων να έρχεται προς το ξενοδοχείο – όχι να φεύγει από αυτό. Πρέπει να είχε φύγει πιο πριν, όταν εκείνοι είχαν πάει να κλέψουν το δικό τους όχημα.

Ο Σαρντάνης καταράστηκε. Δεν μπορούσαν εδώ να της επιτεθούν. Ο Απελευθερωτής είχε δίκιο: η περιοχή ήταν πολύ καλά φρουρούμενη.

Την άφησαν, επομένως, να βάλει το όχημά της στο γκαράζ και δεν την είδαν να βγαίνει από εκεί. Πρέπει να μπήκε στο ξενοδοχείο από κάποια εσωτερική πόρτα.

Εκείνο, όμως, που παρατήρησαν όλοι οι κρυσταλλωμένοι – εκτός από τον Αρτέμιο – ήταν πως η κρυσταλλική δομή της Ελοντί δεν έμοιαζε τώρα με την κρυσταλλική της δομή στην ενέδρα, στους δασωμένους λόφους. Δεν τύλιγε το όχημά της με τον ίδιο τρόπο, δεν έκανε τους ίδιους τρομερούς σχηματισμούς. Ήταν σχεδόν σαν την κρυσταλλική δομή οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου, αν και οι ομοιότητές της με την κρυσταλλική δομή του Απελευθερωτή εξακολουθούσαν να είναι ολοφάνερες.

*

Οι Κουρδισμένοι, μια από τις πολλές συμμορίες του Λημεριού, ήταν κυρίως άνθρωποι της δουλειάς: αχθοφόροι, οδηγοί φορτηγών ή ρυμουλκών πλοίων, σκουπιδιάρηδες, βοθρατζήδες, αφισοκολλητές, μπογιατζήδες, χτίστες… Πολλοί απ’ αυτούς μπορούσαν με τα χρήματά τους να νοικιάζουν σπίτια για να μένουν (αν και όχι και πολύ μεγάλα). Ορισμένοι, δε, που αποτελούσαν εξαιρέσεις είχαν και δικό τους σπίτι, αγορασμένο από τα λεφτά της δουλειάς, ή αποκτημένο με κάποιο άλλο τρόπο. Αρκετοί, όμως, έμεναν στη Στέγη των Κουρδισμένων: ένα οικοδόμημα που δεν ήταν μακριά από τις αποβάθρες του Λημεριού, αλλά σίγουρα η περιοχή όπου βρισκόταν δεν μπορούσε να ονομαστεί και λιμάνι. Παλιότερα, αυτό το μέρος ήταν αποθήκη τροχών· αργότερα, είχε εγκαταλειφθεί· και μετά, οι Κουρδισμένοι το είχαν πάρει για τον εαυτό τους. Για τη συμμορία τους.

Τώρα βρίσκονταν εκεί συγκεντρωμένοι πολλοί από αυτούς, μέσα στη χειμωνιάτικη νύχτα. Το φαγητό του μαγειρείου της Στέγης είχε τελειώσει, και όλων τα πιάτα ήταν γεμάτα με χυλό που περιείχε φασόλια και άλλα χορταρικά. Μπίρα ήταν στις κούπες τους – όχι της καλύτερης ποιότητας, αλλά κανένας τους δεν παραπονιόταν. Αρκούσε που είχαν να φάνε και να πιουν· και δεν πλήρωναν τίποτα γι’αυτά. Ήταν της συμμορίας. Τα είχαν αποκτήσει με διάφορους τρόπους – δεν είχε σημασία πώς. Σημασία για τους Κουρδισμένους είχε να περνάνε τη μια μέρα μετά την άλλη, επιβιώνοντας, κάνοντας σταθερά τις δουλειές τους, έχοντας μια κάποια σιγουριά ότι αύριο δεν θα πέθαιναν στο δρόμο σαν πεινασμένα σκυλιά.

Μέσα στη μεγάλη αίθουσα της Στέγης των Κουρδισμένων έκαιγαν κάμποσα μαγκάλια, βγάζοντας πυκνό καπνό ο οποίος έβρισκε διέξοδο από τις καμινάδες στην οροφή της, καθώς κι από τα άλλα ανοίγματα που υπήρχαν εκεί. Η οσμή των παλιόξυλων που καίγονταν δεν ήταν καθόλου ευχάριστη. Αλλά ήταν φτηνά ξύλα, που τα έβρισκες εύκολα και που, όταν εξαφανίζονταν από τις αποθήκες, σπάνια τα αφεντικά τα αναζητούσαν. Οι Κουρδισμένοι που δούλευαν εκεί φρόντιζαν να… προμηθεύονται όσα χρειάζονταν. Όταν οι επιτηρητές δεν κοίταζαν, φυσικά. Όταν υπήρχε άπλα για να γίνει άνετα η δουλειά. Για το καλό της συμμορίας ολόκληρης.

Δεν είχαν λεφτά για ενεργειακά συστήματα θέρμανσης, εννοείται. Τα λεφτά της η συμμορία τα χρησιμοποιούσε για άλλα, σημαντικότερα πράγματα. Εξάλλου, γιατί να σπαταλάς τόσους ήλιους για ενεργειακά συστήματα θέρμανσης όταν μπορούσες να ζεσταίνεσαι με πολύ πιο φτηνό τρόπο; Η μόνη περίπτωση που θα χρησιμοποιούσαν τέτοιο μηχανικό σύστημα ήταν αν κάποτε κανένα από τα αδέλφια της συμμορίας κατόρθωνε να το βουτήξει μαζί με ενεργειακές φιάλες, κι αν μπορούσαν μετά να το εγκαταστήσουν στη Στέγη. Το είχαν υπόψη τους, από καιρό τώρα, αλλά ποτέ δεν κατάφερναν να κάνουν το σχέδιο πραγματικότητα.

Η μεγάλη διπλή ξύλινη θύρα της Στέγης άνοιξε τρίζοντας. Δυο σκυλιά πετάχτηκαν όρθια, γαβγίζοντας. Μάτια στράφηκαν προς την πόρτα, για να δουν εκεί να στέκεται ένας άντρας με δέρμα λευκό-ροζ και μαλλιά ξανθά, κάπα, και γκρίζο σακάκι από κάτω. Καθώς περνούσε το κατώφλι, άλλοι έξι τον ακολούθησαν. Κι αυτή που βάδιζε πλάι του ήταν μια γυναίκα με κόκκινο δέρμα και μαλλιά μπλε που έπεφταν σπαστά στους ώμους της.

Οι Κουρδισμένοι σηκώθηκαν από τις θέσεις τους, πιάνοντας ό,τι όπλα είχαν κοντά τους ή κάτω από δέρματα, σκουπιδοσακούλες, παλιές εφημερίδες, βρόμικες γούνες από τα Φέρνιλγκαν. Δυο καραμπίνες, κάμποσα ξιφίδια και στιλέτα, τρία μακρυμάνικα τσεκούρια, αλυσίδες, ρόπαλα, ένα παλιό πιστόλι.

«Δεν είναι πια φιλόξενοι οι Κουρδισμένοι;» ρώτησε ο ξανθός άντρας, μεγαλόφωνα.

«Δεν είσαι δικός μας!» αποκρίθηκε ένας Κουρδισμένος με μακρυμάνικο τσεκούρι, ψηλός και γεροδεμένος, κατάμαυρος στο δέρμα, με κοντά πράσινα μαλλιά και αξύριστο πρόσωπο.

«Δεν είμαι δικός σας, Βενμίλιε; Έχετε ξεχάσει τον Καρνάδη τον Αχθοφόρο;»

«Δεν ξέρω πώς ξέρεις τ’όνομά μου, κουστουμαρισμένο σκυλί απ’τον Γαιοδόμο, αλλά δεν είσ’ ο Καρνάδης! Τον θυμάμαι καλά τον Καρνάδη παρότ’ έχει ’ξαφανιστεί δω και πολύ καιρό. Φύγ’ από δω!»

«Στους Κουρδισμένους δεν αρέσουν οι ψεύτες!» φώναξε μια γυναίκα που κρατούσε στιλέτο. Και πολλοί μιμήθηκαν τη φωνή της: Στους Κουρδισμένους δεν αρέσουν οι ψεύτες! Δεν αρέσουν οι ψεύτες! Δεν αρέσουν οι ψεύτες!

«Σας ξέρω όλους!» τους διέκοψε ο Καρνάδης. «Ή, τουλάχιστον, τους περισσότερους από εσάς.» Κι άρχισε να τους ονομάζει έναν-έναν, δείχνοντάς τους με το δάχτυλό του. Μετά, τους είπε ποιοι ήταν οι γονείς του και ποια τα αδέλφια του. Ο ένας από τους αδελφούς του ήταν τώρα εδώ, στη Στέγη.

Και φώναξε: «Δεν είσαι ο αδελφός μου ο Καρνάδης! Δε μπορεί να είσαι!»

«Κι όμως, εγώ είμαι. Αλλά διαφορετικός. Αλλαγμένος. Ισχυρότερος. Και ήρθα για να προσφέρω σε όλους σας μια καλύτερη ζωή.»

«Μα θυμάμαι τον Καρνάδη!» είπε ο αδελφός του, ο Ερρίκος. «Δεν είναι αυτή η φάτσα του Καρνάδη! Μη μας λες ψευτιές!»

Ο Καρνάδης γέλασε. «Ναι,» παραδέχτηκε, «αυτή, όντως, δεν είναι η φάτσα του Καρνάδη.» Και, με προσοχή, έβγαλε τη ζωντανή μάσκα.

Σιωπή πλάκωσε μέσα στη μεγάλη αίθουσα της Στέγης των Κουρδισμένων. Ατενίζοντας τη θολή κρυσταλλική όψη είχαν σαστίσει: ένα υπερφυσικό δέος τούς είχε κυριεύσει. Είχαν κατεβάσει τα όπλα τους, μουδιασμένοι.

Ο Καρνάδης έβγαλε και τα άσπρα του γάντια, δείχνοντάς τους τα χέρια του που κι αυτά ήταν τυλιγμένα με κρυσταλλική υφή.

«Με βλέπετε; Με βλέπετε όπως τώρα είμαι;» ρώτησε.

«Δε… δεν είσαι… δεν είσαι…» ψέλλισε ο Ερρίκος.

«Φύγε!» φώναξε ο Βενμίλιος υψώνοντας πάλι το μακρυμάνικο τσεκούρι του, αν και με τρεμάμενα χέρια. «Δεν είσ’ ο Καρνάδης! Είσαι δαίμονας!»

Ο Καρνάδης γέλασε. «Δεν είμαι δαίμονας, Βενμίλιε. Αλλά, ναι, είμαι πολύ αλλαγμένος. Δε βλέπετε ότι σας ξέρω όλους; Ποιος άλλος θα μπορούσα να είμαι εκτός από τον Καρνάδη;»

«Και τι ζητάς;» ρώτησε η Κυράλη, που εργαζόταν ως οδοκαθαρίστρια και ήταν η πρώτη γυναίκα που είχε αγγίξει τον Καρνάδη ερωτικά, μεγαλύτερη του για καμια δεκαετία. Τον είχε βρει να μισοκοιμάται μέσα στη Στέγη, καυλωμένος. Του είχε ανοίξει το παντελόνι και είχε πάρει το πουλί του στο στόμα της, κι έτσι τον είχε κάνει να τελειώσει. Και μετά του είχε πει: Τώρα είσαι άντρας· πήγαινε να το χώσεις σ’άλλες γυναίκες, κι έλα να μου πεις σε πόσες!

Ο Καρνάδης απάντησε: «Ήρθα για να σας βοηθήσω όλους. Για να ζήσετε καλύτερα. Σαν θεοί.»

«Θα μας δώσεις λεφτά;» ρώτησε ο Βενμίλιος.

«Θα σας δώσω κάτι πολυτιμότερο από λεφτά, αν συμφωνήσετε. Θα σας δώσω το δώρο του Κρυστάλλου, κι όλα τότε θ’αλλάξουν για εσάς. Θα μπορούσατε να ήσασταν ακόμα και οι άρχοντες της Θακέρκοβ!»

«Μας παραμυθιάζεις!» φώναξε η Κυράλη.

Ο Καρνάδης γέλασε ξανά, κι έκανε νόημα στους ακόλουθούς του. Τους έκανε νόημα με την κρυσταλλική του δομή, χωρίς να κινήσει τα χέρια του. Κι εκείνοι, όλοι, έβγαλαν τις ζωντανές μάσκες τους, αφήνοντας γι’ακόμα μια φορά τους Κουρδισμένους άφωνους και μουδιασμένους.

«Βλέπετε;» τους είπε ο Καρνάδης. «Όλοι αυτοί έχουν δεχτεί το δώρο του Κρυστάλλου. Είναι τώρα σαν θεοί.»

«Δε μου μοιάζουνε με θεοί!» μούγκρισε ένας λιγνός, πρασινόδερμος άντρας.

«Γιατί, έχεις δει και θεούς, Καλλέργη;» του είπε ο Καρνάδης. «Ούτε το μουνί ιέρειας της Λόρκης δεν έχεις δει!»

Μερικά γέλια αντήχησαν ανάμεσα στους Κουρδισμένους.

Ο Καρνάδης κοίταζε τις κρυσταλλικές δομές τους, τις διάβαζε, γνώριζε γι’αυτούς πράγματα που αλλιώς θα ήταν αδύνατον να γνωρίζει. «Ακούστε!» φώναξε, κι άρχισε να τους λέει διάφορα για τον καθένα τους τα οποία τους ξάφνιαζαν.

«Ταχυδακτυλουργός!» αναφώνησε μία.

«Μάντης!» είπε ένας άλλος.

«Δε θέλουμε τέτοιους εδώ πέρα! Δεν είναι άνθρωποι της δουλειάς – είναι κλέφτες!»

«Δεν είμαι ούτε μάντης ούτε ταχυδακτυλουργός,» τους διαβεβαίωσε ο Καρνάδης. «Και μπορείτε να γίνετε σαν εμένα. Θα γνωρίζετε όλα αυτά κι ακόμα περισσότερα – απλά κοιτάζοντας. Γιατί θα είστε κάτι παραπάνω απ’ό,τι είστε τώρα. Καταλαβαίνετε;»

Κανένας δεν μίλησε.

«Ποιος εδώ μέσα είναι ικανοποιημένος με τη δουλειά του;» τους ρώτησε.

«Εγώ! Εγώ είμαι ικανοποιημένος.» – «Κι εγώ είμαι ικανοποιημένος! Γιατί, τι θάκανα δηλαδή; Κλέφτης θα γινόμουνα;» – «Κι εγώ είμαι ικανοποιημένη.» – «Κι εγώ.»

Ο Καρνάδης γέλασε. «Κουρδισμένοι… Τι άλλες απαντήσεις να περιμένω, φυσικά, από εσάς; Οι Κουρδισμένοι είναι άνθρωποι της δουλειάς. Δουλεύουν και είναι αδέλφια. Απεχθάνονται τους κλέφτες και τους άλλους απατηλούς λεχρίτες. Με τη δουλειά μόνο – τη σκληρή δουλειά – μπορείς να ζήσεις.»

Κανένας δεν μιλούσε ξανά. Τον άκουγαν καθώς τους έλεγε, με ευφράδεια, το δόγμα τους, την ηθική τους.

«Έχετε αποκλείσει από το μυαλό σας κάθε πιθανότητα κοινωνικής ανόδου. Δεν αποζητάτε επειδή ξέρετε ότι δεν πρόκειται να αποκτήσετε τίποτα παραπάνω. Φοβάστε να ελπίζετε για να μην τσακίσει η απογοήτευση την ψυχή σας–»

«Ε!» φώναξε κάποιος, «και πώς θα ζήσουμε; Μπορείς να μας πεις πώς θα ζήσουμε; Αν είσαι ο Καρνάδης–»

«Θα σας κάνω θεούς,» τους είπε ο απρόσωπος άντρας γι’ακόμα μια φορά. «Και δεν θα χρειάζεται πια να μοχθείτε σαν σκυλιά ενώ μοναχικοί κλέφτες ή κλέφτες άλλων συμμοριών βουτάνε τα λεφτά σας και τα λιγοστά σας υπάρχοντα, ενώ οι κρανομούτσουνοι έρχονται και σας δέρνουν για κάποιο ηλίθιο παράπτωμα, ενώ τα αφεντικά σας σας δίνουν κλοτσιές κι εσείς τους λέτε ευχαριστώ επειδή σας πετάνε έναν ήλιο το μήνα!»

Τον άκουγαν ξανά χωρίς να μιλάνε.

«Μπορείτε,» τους είπε ο απρόσωπος άντρας, «να είστε οι άρχοντες του Λημεριού. Θυμάστε τη Λεγεώνα, πριν από τόσα χρόνια; Θυμάστε τι λένε για τη Λεγεώνα; Ολόκληρο το Λημέρι ήταν δικό της–»

«Η Λεγεώνα καταπίεζε τους εργάτες…» είπε κάποια.

«Ναι, αλλά εσείς δεν θα είστε έτσι. Θα είστε καλύτεροι επειδή ξέρετε, επειδή έχετε ζήσει τη σκληρή ζωή της δουλειάς. Θα κάνετε το Λημέρι όπως πρέπει να είναι. Γεμάτο ανθρώπους τίμιους. Χωρίς κλέφτες, τζογαδόρους, απατεώνες, κι άλλα τέτοια ρεμάλια! Ακόμα κι οι κρανομούτσουνοι θα σας φοβούνται.

»Τι λέτε, λοιπόν, να μείνω και να σας κάνω θεούς του Λημεριού; Ή να φύγω και να σας αφήσω στ’αφεντικά σας;»

Είκοσι-Πέντε
Συνάντηση στο Τρένο

Ο Αργύριος δεν είχε βάλει ρολόι να χτυπήσει για να τον ξυπνήσει· το ήξερε πως αν ήταν να σηκωθεί θα σηκωνόταν. Αν πάλι δεν σηκωνόταν, τότε αυτό θα σήμαινε κάτι. Η Λόρκη θα του είχε δείξει έναν άλλο, διαφορετικό δρόμο, για κάποιο λόγο.

Τα μάτια του άνοιξαν, κι ανάμεσα από τα πατζούρια του παραθύρου είδε πρωινό φως να μπαίνει. Το αδύναμο πρωινό φως της αυγής.

Ο Αργύριος σηκώθηκε με προσοχή από το κρεβάτι του, για να μην ξυπνήσει τη Χρυσόχαρη, και χωρίς καθυστέρηση ή θόρυβο πλύθηκε και ντύθηκε. Ρίχνοντας μια ματιά στο κρεβάτι, είδε ότι η φίλη του ακόμα κοιμόταν. Πήρε τον σάκο του στον ώμο και βγήκε από το δωμάτιο, αφού άφησε το κλειδί επάνω στο κομοδίνο, ώστε η Χρυσόχαρη να το επιστρέψει στον πανδοχέα όταν έφευγε.

Ο Αργύριος κατέβηκε στην τραπεζαρία του Καλοδεχούμενου και είδε τέσσερις μόνο πελάτες καθισμένους. Ναι, ήταν τόσο πρωί που δεν είχε ακόμα κίνηση εδώ. Οι τρεις από τους πελάτες κάθονταν σ’ένα τραπέζι όλοι μαζί και ήταν προφανώς συνταξιδιώτες. Η τελευταία πελάτισσα καθόταν μόνη, φορώντας κάπα, με την κουκούλα στο κεφάλι, κι έχοντας τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο. Φορούσε γκρίζο παντελόνι και μαύρα μποτάκια.

Ο Αργύριος την πλησίασε. «Καλημέρα,» είπε.

«Καλημέρα,» αποκρίθηκε η Ελοντί καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα της. «Τι κάνει η ξαδέλφη μου;»

«Κοιμάται.»

Η Ελοντί ένευσε. «Πάμε.»

«Πρέπει να κανονίσω, πρώτα, κάτι στον στάβλο.»

Τον κοίταξε ερωτηματικά.

«Θ’αφήσω εκεί το άλογό μου για κάποιες ημέρες. Υποχρεωτικά. Δε μπορώ να το πάρω μαζί.»

«Σωστά. Θα σε περιμένω στον Γρύπα.»

Βγήκαν από το πανδοχείο και η Ελοντί μπήκε στο αγωνιστικό όχημα που ήταν σταθμευμένο απέξω, ενώ ο Αργύριος πήγε στον στάβλο δίπλα από τον Καλοδεχούμενο. Εκεί μίλησε με τον σταβλίτη, εξηγώντας του πως θα έλειπε κάποιες ημέρες και ήθελε να του αφήσει τον Ανεμοπόδη. Ο σταβλίτης αποκρίθηκε ότι δεν κρατούσαν άλογα ανθρώπων που δεν ήταν πελάτες του πανδοχείου· του πρότεινε, όμως, να μεταφέρει το ζώο σ’έναν άλλο στάβλο εδώ κοντά, μέσα στις Μάντρες.

Ο Αργύριος τον ευχαρίστησε, κι αφού χαλίνωσε και σέλωσε τον Ανεμοπόδη βγήκε τραβώντας το άλογο από τα γκέμια.

«Τι έγινε;» τον ρώτησε η Ελοντί από το ανοιχτό παράθυρο του Γρύπα των Δρόμων. Πλάι της, ο Αργύριος μπορούσε να δει καθισμένο έναν άντρα. Ο μάγος Φίλιππος’χοκ, αναμφίβολα.

«Θα το πάω σ’έναν άλλο στάβλο εδώ κοντά,» αποκρίθηκε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης, κι εξήγησε γιατί.

Ανέβηκε στη σέλα του αλόγου και τρόχασε μέσα στους πρωινούς δρόμους των Μαντρών. Ο στάβλος που του είχε αναφέρει ο σταβλίτης του Καλοδεχούμενου, πράγματι, δεν ήταν μακριά, και ήταν πολύ μεγαλύτερος από αυτόν του πανδοχείου. Ο Αργύριος δεν δυσκολεύτηκε στο ελάχιστο να πείσει τους ανθρώπους εκεί να κρατήσουν το άλογό του για κάποιες ημέρες. «Μη σε νοιάζει καθόλου,» του είπαν. «Κι ολόκληρο μήνα να λείπεις, εδώ θα το βρεις, φαγωμένο κι όμορφο όπως τόφερες· δε διώχνουμε ζώο εμείς. Εκτός κι άμα λείπεις κάνα χρόνο, έτσι; Τότε μάλλον θα τόχουμε πουλήσει.» Ο Αργύριος τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα έλειπε τόσο πολύ, κι ύστερα έφυγε από τον στάβλο.

Για να δει το αγωνιστικό όχημα της Ελοντί να τον περιμένει στην αντικρινή γωνία. Βάδισε ώς εκεί, άνοιξε μια πόρτα, και κάθισε στο πισινό κάθισμα.

«Αυτός, Αργύριε, είναι ο Φίλιππος’χοκ,» σύστησε η Ελοντί τον μάγο.

«Χαίρω πολύ,» αποκρίθηκε ο Αργύριος.

«Παρομοίως,» είπε ο Φίλιππος’χοκ, γυρίζοντας για ν’ανταλλάξει μια χειραψία με τον Μπαλαντέρ της Λόρκης.

«Ο Φίλιππος,» εξήγησε η Ελοντί, πατώντας το πετάλι και βάζοντας τους τροχούς σε κίνηση, «γνωρίζει τα πάντα για εμένα, όπως ήδη σου είπα, Αργύριε. Γνωρίζει ότι είμαι Ιερομύστης. Γνωρίζει για τη φίλη μου την περίεργη μπαλαντέρ. Οπότε μπορούμε να μιλάμε ελεύθερα. Γνωρίζει και για σένα· του είπα ότι είσαι ο Μπαλαντέρ της Λόρκης. Ελπίζω αυτό να μη σε πειράζει.»

«Δεν το θεωρώ κρυφό,» αποκρίθηκε ο Αργύριος. «Απλώς δεν είναι και κάτι που ανακοινώνω στους περισσότερους ανθρώπους γιατί δεν πρόκειται, ούτως ή άλλως, να με πιστέψουν.»

Η Ελοντί χαμογέλασε. «Ναι, καταλαβαίνω τι εννοείς.»

«Εγώ σάς πιστεύω και τους δύο, πάντως,» δήλωσε ο Φίλιππος’χοκ, χαμογελώντας επίσης. «Έχω δει και πιο παράξενα πράγματα στη ζωή μου.»

«Και θ’αναρωτιόταν κανείς πώς είναι αυτό δυνατόν, εκεί στα βουνά όπου μένεις,» τον πείραξε η Ελοντί.

«Αγάπη μου, προσπαθείς να με προσβάλεις μπροστά στον κύριο Μπαλαντέρ;»

Η Ελοντί γέλασε, καθώς οδηγούσε το όχημά τους έξω από τις Μάντρες και έξω από τη Θακέρκοβ, πέρα από την περιοχή όπου, πριν από λίγο καιρό, ήταν στημένο το χωριό του ράλι αλλά τώρα πλέον το είχαν διαλύσει.

*

Ο Ζορδάμης κατάφερε να προμηθευτεί ένα τετράκυκλο όχημα μέσω των συνδέσμων της Σιδηράς Δυναστείας στη Θακέρκοβ, και τώρα το οδηγούσε προς τον σιδηροδρομικό σταθμό στις Μάντρες. Η Καλλιόπη καθόταν δίπλα του. Ο Βινάρης καθόταν πίσω μαζί με την Κλεισμένη, η οποία συνέχεια χασμουριόταν.

Μην αργώντας να φτάσουν στον προορισμό τους, ο Ζορδάμης σταμάτησε τους τροχούς του και είπε: «Σε κανένα τέταρτο το τρένο σας πρέπει να ξεκινήσει. Καλό ταξίδι.»

«Ευχαριστούμε,» αποκρίθηκε η Καλλιόπη και τεντώθηκε για να τον φιλήσει στην άκρια του στόματος. «Να προσέχεις.» Δεν ήξερε πού θα πήγαινε ο Ζορδάμης αλλά φοβόταν γι’αυτόν. Το γεγονός ότι αρνιόταν να της πει, ίσως να σήμαινε ότι η δουλειά του είχε σχέση με τη Σιδηρά Δυναστεία. Όμως ίσως να σήμαινε και κάτι άλλο… Χτες βράδυ, που είχαν βγει για να πιουν, της είχε αναφέρει παραπάνω από μια φορά ότι ανησυχούσε για τους ραλίστες που είχαν απαγάγει οι παράξενοι, απρόσωποι ληστές, και ότι δεν πίστευε πως οι χορηγοί θα έστελναν ξανά μισθοφόρους να ψάξουν γι’αυτούς. Όσα έλεγαν στις ειδήσεις ήταν ψέματα, για να μη φανεί πως έχουν αγνοήσει τόσους ανθρώπους που βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο. Η Καλλιόπη είχε προσπαθήσει να τον καθησυχάσει, λέγοντάς του ότι δεν μπορούσε να είναι σίγουρος πως ήταν έτσι, μα εκείνος δεν έμοιαζε να συμφωνεί καθόλου μαζί της. Ήταν πολύ επίμονος. Και η Καλλιόπη φοβόταν ότι ίσως – ίσως – να σχεδίαζε να πάει μόνος του να αναζητήσει τους χαμένους ραλίστες στα βορειοδυτικά, εκεί όπου ο ίδιος έλεγε πως είχε, μέσω γνωστών του (της Δυναστείας, άραγε;), ακούσει ότι δρούσαν οι ληστές – η Αίρεση του Κρυστάλλου.

Μπορεί να ήταν τόσο ανόητος ώστε να κάνει κάτι τέτοιο; αναρωτιόταν η Καλλιόπη. Ναι, μπορεί να ήταν. Ο παλιός Ζορδάμης – ο Ζορδάμης που θυμόταν – σίγουρα μπορεί να ήταν. Ανέκαθεν ήταν παράτολμος. Πολύ παράτολμος. Αυτός εδώ, όμως, ο Ζορδάμης έμοιαζε αλλαγμένος. Δεν ήταν, τουλάχιστον, πρόθυμος να κοιμηθεί μαζί της, ισχυριζόμενος πως ήθελε να μείνει πιστός στη σύζυγό του – και τούτο αποτελούσε, αναμφίβολα, τεράστια αλλαγή για τον Ζορδάμη. Ίσχυε, ωστόσο, η ίδια αλλαγή και για άλλα στοιχεία της προσωπικότητάς του;

«Κι εσύ να προσέχεις,» της αποκρίθηκε επί του παρόντος· και της υποσχέθηκε: «Θα τα ξαναπούμε.» Γυρίζοντας ύστερα το κεφάλι του πίσω, χαιρέτησε τον Βινάρη, ο οποίος τον αντιχαιρέτησε, άνοιξε την πόρτα του, και βγήκε από το όχημα κουβαλώντας τον σάκο του και τη βαλίτσα της Καλλιόπης μαζί.

Η Καλλιόπη τον ακολούθησε έξω και πήρε τη βαλίτσα από το χέρι του.

Ο Ζορδάμης έστριψε το όχημά του και έφυγε. Η Καλλιόπη τον κοίταζε μέχρι που χάθηκε από τα μάτια της: και τον είδε να πηγαίνει δυτικά, όλο δυτικά, βγαίνοντας μάλλον από τις Μάντρες, βγαίνοντας από τη Θακέρκοβ.

Γιατί να βγαίνει από τα δυτικά, αναρωτήθηκε, αν όχι για να πάει να ερευνήσει για τους χαμένους ραλίστες;

Μεγάλη Αρτάλη, είναι δυνατόν να είναι τόσο ανόητος; Νομίζει ότι μπορεί να τα βάλει μόνος του μ’αυτούς τους κακοποιούς;

Δεν έπρεπε να τον αφήσω! Έπρεπε να τον είχα πιέσει περισσότερο να μου πει πού θα πάει!

Αναστέναξε.

Ο Βινάρης τη ρώτησε: «Όλα εντάξει;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, «όλα εντάξει.»

Και βάδισαν προς την πελώρια αμαξοστοιχία που ήταν ήδη σταματημένη εδώ και οι πόρτες της είχαν ανοίξει. Οι επιβάτες μπορούσαν να ανεβούν.

«Πού πηγαίνει, Βινάρη;» ρώτησε η Καλλιόπη.

Εκείνος προς στιγμή φάνηκε να μην κατάλαβε για ποιον του μιλούσε· την κοίταξε ερωτηματικά.

«Ο Ζορδάμης,» είπε η Καλλιόπη. «Πού πηγαίνει;»

«Σε κάποια δουλειά.»

«Τι δουλειά;»

«Δεν ξέρω. Δεν μου είπε ακριβώς.»

Η Καλλιόπη δεν τον πίστεψε. Αυτός ο Βινάρης πρέπει να ήταν άνθρωπος της Σιδηράς Δυναστείας. Ο ίδιος δεν της είχε πει τίποτα, βέβαια, και ούτε ο Ζορδάμης τής είχε πει· όμως πρέπει να ήταν. Αυτό εξηγούσε πολλά. Είχε δηλώσει πως, κατά κανόνα, δεν έκανε τον συνοδηγό σε ραλίστες αλλά ήταν έμπειρος οδηγός, και είχε έρθει τώρα εδώ για να εξυπηρετήσει τον Ζορδάμη. Κανένας τους όμως δεν είχε αναφέρει γιατί μπορεί να ήθελε να τον εξυπηρετήσει. Ο Ζορδάμης είχε πει μονάχα ότι είχε γνωρίσει τον Βινάρη στην Ύγκρας, ότι ήταν φίλος του. Γενικότητες, δηλαδή. Ο Βινάρης ήταν της Σιδηράς Δυναστείας. Σίγουρα. Και μάλλον ήξερε τώρα πού πήγαινε ο Ζορδάμης.

Πώς θα τον κάνω να μου το αποκαλύψει; Η Καλλιόπη ήθελε να μάθει. Αν ο Ζορδάμης κατευθυνόταν στα βορειοδυτικά για να ψάξει για τους ραλίστες, ήθελε να το ξέρει. Ήταν δυνατόν να είναι τόσο ανόητος; Θα τον σκότωσαν αυτοί οι τρελοί, αν έπεφτε στα χέρια τους! Είχαν μαζί τους ακόμα και εξωδιαστασιακούς δαίμονες! Και τα πρόσωπά τους… Ίσως να μη φορούσαν κράνη αλλά τα ίδια τα πρόσωπά τους να ήταν έτσι, παράξενα και θολά. Ίσως να μην ήταν καν άνθρωποι, αλλά κι αυτοί κάτι το μυστηριώδες από άλλη διάσταση.

Η Καλλιόπη και ο Βινάρης πήγαν προς τον άντρα που έσκιζε τα εισιτήρια των επιβατών, και καθοδόν μια γυναίκα μίλησε στον Βινάρη, κατάλευκη στο δέρμα, με μακριά καστανά μαλλιά, έχοντας σάκο στον ώμο και ντυμένη για ταξίδι.

«Εσείς εδώ;» είπε. «Φεύγετε;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Θα συνταξιδέψουμε, όπως φαίνεται.»

«Ο κύριος Λιγνόρρυγχος;»

«Δεν θα είναι μαζί μας. Είχε άλλη δουλειά.»

«Μένετε στη Μέλβερηθ;»

«Όχι. Θα συνεχίσω πιο νότια. Αν και παλιότερα είχα περάσει κάποιο καιρό στη Μέλβερηθ.»

Ενόσω μιλούσαν, τρεις άλλοι επιβάτες βρέθηκαν μπροστά τους και πλησίασαν πρώτοι τον εισπράκτορα του τρένου.

«Ποια είναι η κυρία;» ρώτησε η Καλλιόπη.

«Η κυρία ονομάζεται Χρυσόχαρη,» αποκρίθηκε ο Βινάρης. «Είναι ξαδέλφη της Ελοντί Αλλόγνωμης.»

«Ξαδέλφη της Ελοντί;»

Η Χρυσόχαρη χαμογέλασε. «Ναι. Δύσκολο να το πιστέψετε, ε;»

«Δεν είχα ακούσει ποτέ….» μόρφασε η Καλλιόπη.

«Τη συναντήσαμε χτες το πρωί,» είπε ο Βινάρης, «όταν μιλούσαμε με τον Αργύριο. Γνωρίζονται οι δυο τους.»

«Εδώ γνωριστήκαμε,» διευκρίνισε η Χρυσόχαρη, «στο πανδοχείο.»

«Αυτή είναι η Καλλιόπη,» είπε ο Βινάρης.

«Την είδα στο χωριό του ράλι. Είχε πάρει τη θέση σας ως συνοδηγός του κύριου Λιγνόρρυγχου…»

«Ναι. Ήταν συνοδηγός του πολύ πιο πριν από εμένα.»

Πλησίασαν τον εισπράκτορα, ενώ η Καλλιόπη σκεφτόταν ότι αν είχαν κοντά τους αυτή τη Χρυσόχαρη σ’όλο το ταξίδι θα δυσκολευόταν περισσότερο να ψαρέψει τον Βινάρη για να μάθει πού είχε πάει ο Ζορδάμης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ήταν καλύτερα να μην υπάρχει τρίτο πρόσωπο στη μέση, εκτός αν μπορούσε να υποβοηθήσει κάπως. Αλλά η Καλλιόπη δεν νόμιζε ότι η Χρυσόχαρη μπορούσε να υποβοηθήσει.

Καθώς ο εισπράκτορας έσκιζε τα εισιτήρια, όμως, παρατήρησε ότι η ξαδέλφη της Ελοντί είχε κλείσει καμπίνα. Αλλά εμείς δεν έχουμε κλείσει καμπίνα. Μάλλον δεν θα την έχουμε μαζί μας, λοιπόν. Ευτυχώς.

Και πράγματι, όταν μπήκαν στο μεγάλο τρένο, η Χρυσόχαρη τούς χαιρέτησε και πήγε προς την καμπίνα της. Τους είπε ότι ίσως να ερχόταν και να τους έβρισκε αργότερα· τώρα ήθελε να κοιμηθεί λίγο ακόμα. Ήταν πρωί, εξάλλου.

Ο Βινάρης και η Καλλιόπη κάθισαν κοντά σ’ένα παράθυρο του τρένου, σε δύο μαλακά καθίσματα μ’ένα στενό τραπεζάκι ανάμεσά τους. Μια υπάλληλος τούς πλησίασε και ρώτησε αν θα ήθελαν να τους φέρει κάτι. Εκείνοι παράγγειλαν από μια κούπα καφέ ο καθένας καθώς κι ένα μπολ με μελωμένα παξιμάδια.

Ενόσω περίμεναν να έρθει το πρωινό, η Καλλιόπη σκεφτόταν πώς μπορούσε να ψαρέψει τον Βινάρη. Πώς μπορούσε να τον κάνει να της πει την αλήθεια για τον Ζορδάμη;

Τα μάτια του κοίταζαν έξω από το παράθυρο, τον κόσμο στον σταθμό, και σύντομα είπε: «Η Λούση…»

Η Καλλιόπη συνοφρυώθηκε. «Η ποια;»

«Η συνοδηγός της Ελοντί.»

Η Καλλιόπη ακολούθησε το βλέμμα του και, πράγματι, την είδε στον σταθμό, ντυμένη για ταξίδι, μ’έναν μικρό σάκο στον ώμο και μια μικρή βαλίτσα στο χέρι. «Τι θέλει εδώ; Δεν έρχεται προς εμάς. Από την άλλη μεριά του σταθμού είναι.»

«Ναι. Μάλλον θα πάρει το τρένο για Άντχορκ. Στην Άντχορκ μένει.»

«Πού το ξέρεις;»

«Το έχω ακούσει.»

Από πού; απόρησε η Καλλιόπη. Δεν ήσουν συνοδηγός παλιά. «Τη γνωρίζεις;»

«Απλά το έχω ακούσει.»

«Παράξενο που δεν φεύγει μαζί με την Ελοντί, πάντως.»

«Ναι, το ίδιο είπε κι ο Ζορδάμης…»

«Ο Ζορδάμης; Τι…;»

«Την είδα χτες,» εξήγησε ο Βινάρης, «όταν ήρθα να πάρω τα εισιτήριά μας. Είχε έρθει κι εκείνη να πάρει εισιτήριο. Τη ρώτησα γιατί θα έφευγαν με το τρένο; Γιατί όχι με το όχημά τους; Αλλά εκείνη δεν μου απάντησε. Δεν ξέρω γιατί. Η Ελοντί πρέπει νάχει, μάλλον, άλλη δουλειά, και η Λούση βιάζεται να φύγει.»

«Δουλειά; Τι δουλειά;»

«Πού να ξέρω;» μόρφασε ο Βινάρης.

«Παρόμοια με του Ζορδάμη;»

Ο Βινάρης συνοφρυώθηκε, συλλογισμένος προς στιγμή. «Δε νομ… Δεν ξέρω, Καλλιόπη. Δεν υπάρχει καμία σχέση.»

«Πού πηγαίνει ο Ζορδάμης, Βινάρη;»

«Σου είπα, δεν ξέρω.»

«Δε σου ανέφερε τίποτα; Τίποτα απολύτως;»

Εκείνη τη στιγμή βρήκε η ενοχλητική υπάλληλος του τρένου να έρθει με τους καφέδες τους και τα μελωμένα παξιμάδια. Ο Βινάρης την πλήρωσε – επέμεινε να την πληρώσει εκείνος, εξ ολοκλήρου – και η κοπέλα έφυγε.

«Δε σου ανέφερε τίποτα απολύτως;» ρώτησε πάλι η Καλλιόπη.

«Όχι.»

«Κατευθύνθηκε προς τα δυτικά, Βινάρη. Τον είδα.»

Ο Βινάρης δεν μίλησε· ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του.

«Δεν έχεις ούτε καν κάποια υποψία για το πού μπορεί να πηγαίνει;» ρώτησε η Καλλιόπη.

«Πού θες να καταλήξεις; ότι δεν θέλω να σου πω;»

«Είναι αλήθεια;»

«Αφού ο Ζορδάμης δεν σου είπε, τι να σου πω εγώ;»

Η Καλλιόπη αναστέναξε και αναδεύτηκε επάνω στο μαλακό κάθισμά της, σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο. «Κοίτα,» είπε. «Αν δεν είναι τίποτα το… κρυφό, γιατί να μην ξέρω; Είναι φίλος μου εδώ και χρόνια, Βινάρη. Πολύ καλός μου φίλος.»

«Αν ο Ζορδάμης ήθελε να σου πει κάτι, θα σ’το έλεγε, τότε. Πού να ξέρω εγώ πού πηγαίνει;» Ο Βινάρης έπιασε ένα μελωμένο παξιμάδι από το μπολ και το δάγκωσε.

Μου λες μαλακίες, παρατήρησε η Καλλιόπη. Μαλακίες! Καταλάβαινε, όμως, πως αν η δουλειά του Ζορδάμη σχετιζόταν μ’αυτή τη Σιδηρά Δυναστεία αποκλείεται ποτέ ο Βινάρης να της μιλούσε. Αλλά, απ’την άλλη, αν δεν σχετιζόταν με τη Σιδηρά Δυναστεία;…

«Χτες βράδυ, είχαμε βγει οι δυο μας…» είπε η Καλλιόπη.

«Μου το ανέφερε.»

«Και μιλούσαμε, και–»

Η σειρήνα του τρένου ήχησε καθώς οι πόρτες του έκλειναν, και μια φωνή ανακοίνωσε από τα μεγάφωνα ότι ο συρμός ήταν έτοιμος για αναχώρηση.

«Μιλούσαμε, και μου είπε ότι ανησυχούσε για τους άλλους ραλίστες, και ότι δεν πιστεύει πως οι χορηγοί προσπαθούν πια να τους βρουν, ότι στις ειδήσεις λένε ψέματα…»

«Δεν αποκλείεται,» συμφώνησε ο Βινάρης, ενώ οι τροχοί του τρένου έμπαιναν σε κίνηση και η αμαξοστοιχία έφευγε από τον σιδηροδρομικό σταθμό κατευθυνόμενη νότια, αναπτύσσοντας ταχύτητα και κάνοντας μεγάλο θόρυβο γύρω από τους επιβάτες.

«Σου είπε κι εσένα τα ίδια;»

«Δεν τα έκρυβε, Καλλιόπη.»

«Και είχε, επιπλέον, μάθει από γνωστούς του» (της Σιδηράς Δυναστείας σας, πιθανώς) «ότι οι ληστές περιφέρονται στα βορειοδυτικά, ότι εκεί δρουν κυρίως.»

«Και λοιπόν;»

«Πηγαίνει προς τα βορειοδυτικά, Βινάρη; Πηγαίνει να βρει τους χαμένους ραλίστες;»

«Σου είπα, δεν ξέρω πού πηγαίνει.»

«Προσπαθείς να με πείσεις ότι δεν σου ανέφερε τίποτα;»

«Γιατί να το αναφέρει σ’εμένα και όχι σ’εσένα; Είσαι παλιά του φίλη. Σ’αγαπάει πολύ, απ’ό,τι έχω καταλάβει.»

Όχι αρκετά για να πλαγιάσει μαζί μου ακόμα μια φορά, σκέφτηκε δυσαρεστημένα η Καλλιόπη, που το είχε σχεδόν βέβαιο ότι τελικά θα κοιμόταν με τον Ζορδάμη προτού φύγουν από τη Θακέρκοβ. Πώς ήταν δυνατόν να είχε αλλάξει τόσο;

«Δεν ξέρω γιατί το ανέφερε σ’εσένα κι όχι σ’εμένα,» είπε στον Βινάρη. «Αλλά θέλω να μάθω. Πήγε βορειοδυτικά;»

«Ακόμα κι αν πήγε, τώρα τι σημασία μπορεί αυτό να έχει;»

«Απλά θέλω να ξέρω. Πήγε; Σου είπε ότι θα πήγαινε να αναζητήσει τους χαμένους ραλίστες;»

«Δεν μου είπε τίποτα, Καλλιόπη.»

Ναι, ’ντάξει!

Το τρένο συνέχιζε να τρέχει ενώ οι δυο τους τώρα ήταν σιωπηλοί, και η Καλλιόπη σκεφτόταν. Σκεφτόταν πώς να του αποσπάσει την πληροφορία που ήθελε. Γιατί, τουλάχιστον, δεν της έλεγε αν ο Ζορδάμης πήγαινε στα βορειοδυτικά ή όχι; Αυτό – μόνο αυτό – δεν μπορεί να ήταν καμια μυστική πληροφορία της Σιδηράς Δυναστείας!

Ένα σχέδιο άρχισε να παίρνει μορφή μες στο μυαλό της, μετά από λίγο. Ένα, όφειλε να παραδεχτεί, παράτολμο σχέδιο, και επικίνδυνο ίσως. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το είχε χρησιμοποιήσει. Το είχε χρησιμοποιήσει άλλη μία φορά στο παρελθόν, πριν από πολλά χρόνια, όταν ήταν πιο μικρή, όταν άλλαζε εραστές όπως και ο Ζορδάμης, ατίθαση σαν εκείνον (ταίριαζαν οι δυο τους – δεν υπήρχε αμφιβολία!). Τότε, το συγκεκριμένο σχέδιο την είχε βάλει σε μπελάδες. Είχε καταλήξει να την κυνηγάνε να την ξυλοκοπήσουν μέσα στους δρόμους της Μέλβερηθ· με το ζόρι είχε γλιτώσει το τομάρι της, και είχε αναγκαστεί ν’αφήσει τα μισά της ρούχα πίσω, καθώς κι ένα ζευγάρι μπότες που ακόμα μετάνιωνε που το είχε χάσει.

Τελείως τρελό σχέδιο, σίγουρα. Αλλά τώρα τι άλλη επιλογή είχε; Έπρεπε να μάθει. Διότι, αν ο Ζορδάμης ήταν τόσο παλαβός όσο παλιά – ή, μάλλον, πιο παλαβός απ’ό,τι παλιά – και είχε πάει στα βορειοδυτικά, τότε η Καλλιόπη δεν μπορούσε να τον εγκαταλείψει. Ήθελε να τον βοηθήσει. Ναι, δεν ήταν με τα καλά της – το ήξερε – αλλά ήθελε να τον βοηθήσει. Δε θα τον άφηνε πάλι να εξαφανιστεί περίεργα, όπως τότε στην Κάρντλας, στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης, που η Σιδηρά Δυναστεία τον είχε ουσιαστικά απαγάγει!

Εντάξει, σκέφτηκε. Αφού είπαμε πως θα το κάνουμε, θα το κάνουμε.

Πώς αρχίζουμε; Μια απλή κουβέντα ήταν, ως συνήθως, ο καλύτερος δρόμος.

Άρχισε να μιλά στον Βινάρη με τρόπο ανάλαφρο και φιλικό, λέγοντάς του διάφορα από τη ζωή της και ρωτώντας τον κι εκείνον διάφορα για τη δική του ζωή. «Ήσουν, όντως, κάποτε αερομεταφορέας στη Μέλβερηθ;»

«Ναι.»

«Και ξέρεις ακόμα πώς να καβαλάς γρυπά;»

«Όταν το μάθεις δεν το ξεχνάς. Ούτε εσύ έχεις ξεχάσει πώς να είσαι συνοδηγός, απ’ό,τι άκουσα.»

Η Καλλιόπη χαμογέλασε. «Όχι, δεν το έχω ξεχάσει.» Είχε τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο, και το από πάνω πόδι ακουμπούσε την κνήμη του Βινάρη, φαινομενικά τυχαία αλλά καθόλου τυχαία στην πραγματικότητα. «Πρέπει, όμως, νάναι πιο δύσκολο. Να καβαλάς γρύπα, εννοώ.»

«Μην το λες.»

«Θα ζαλιζόμουν εκεί πάνω!» γέλασε η Καλλιόπη.

Μετά από κάποια ώρα κουβέντας, όταν είχαν κι οι δυο τους χαλαρώσει – έκρινε τη διάθεσή του από τη στάση και την όψη του, αλλά και από τη δική της διάθεση – τον ρώτησε: «Είσαι παντρεμένος;»

«Όχι.»

«Χωρισμένος, ε;»

«Ούτε.»

«Εκ πεποιθήσεως εργένης; Αλλιώς, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν σε κυνηγούσαν όλες οι κυρίες της περιοχής σου!»

Ο Βινάρης χαμογελούσε. «Δεν είμαι και τέτοιος γόης· μη με δουλεύεις.»

«Εξαρτάται τι βλέπει η κάθε γυναίκα.» Έτριψε τη μύτη του παπουτσιού της στην πίσω μεριά της κνήμης του. «Δε θα σ’έβαζα στη θέση του Ζορδάμη, γιατί είναι ο αγαπημένος μου ραλίστας, αλλά ούτε θα σ’έβαζα και πολύ πιο κάτω.»

Ο Βινάρης γέλασε αμήχανα, προφανώς μην περιμένοντας τέτοια ερωτική πρόκληση από εκείνη. «Δεν έχουν όλες τα ίδια γούστα, υποθέτω, Καλλιόπη.»

«Αυτό είναι αλήθεια. Ούτε όλοι οι άντρες. Ο Ζορδάμης μού έλεγε ότι είναι πια απόλυτα πιστός στη γυναίκα του. Αληθεύει;»

«Απ’ό,τι ξέρω, ναι.»

«Δεν είσαι κι εσύ σαν τον Ζορδάμη, είσαι;» Ξεσταυρώνοντας τα γόνατά της, έβγαλε τα παπούτσια της με τα πόδια κι έπειτα ακούμπησε τα πέλματά της πάνω στις μπότες του Βινάρη.

Εκείνος, αυτή τη φορά, δεν φάνηκε να ξαφνιάζεται τόσο. Και δεν αποτραβήχτηκε, ούτε έκανε να την απομακρύνει – θετικό σημάδι. «Δεν είμαι παντρεμένος, σ’το είπα.»

«Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να είσαι απόλυτα πιστός σε κάποια…»

«Δεν είμαι απόλυτα πιστός σε καμία.»

Η Καλλιόπη χαμογέλασε λοξά. «Κανονικά, δε θάπρεπε να το παραδέχεσαι!» τον πείραξε.

Ο Βινάρης γέλασε. «Δεν είχα ποτέ λόγο να… να είμαι…» Φαινόταν να έχει, γενικά, αιφνιδιαστεί ευχάριστα από αυτή την απρόσμενα ερωτική συμπεριφορά της.

Η Καλλιόπη είπε: «Το ταξίδι ώς τη Μέλβερηθ είναι πεντέμισι ώρες, συνολικά, και βαρετό. Μέσα σε μια καμπίνα ίσως να ήταν λιγότερο βαρετό. Συμφωνείς; Αν ναι» – έτριψε τα πόδια της έντονα πάνω στις μπότες του – «εγώ πληρώνω.»

«Φυσικά και όχι,» διαφώνησε ο Βινάρης. «Εγώ πληρώνω.»

Η Καλλιόπη γέλασε. Έχει τσιμπήσει! «Όχι,» του είπε. «Ούτε συζήτηση. Εγώ πληρώνω. Εσύ κέρασες πρωινό, εγώ κερνάω καμπίνα.»

Ο Βινάρης έκανε πάλι να διαφωνήσει, αλλά εκείνη τον διέκοψε: «Εγώ πληρώνω.» Και καθώς σηκωνόταν όρθια, βάζοντας τα παπούτσια της: «Πάμε να ρωτήσουμε αν έχουν καμια άδεια.»

Μαζί με τον Βινάρη πλησίασε την υπάλληλο που περιφερόταν ξανά μέσα στο βαγόνι τους, και τη ρώτησε αν θα μπορούσαν να έχουν μια καμπίνα. «Υπάρχουν άδειες;» είπε η Καλλιόπη, ενώ σκεφτόταν: Αν δεν υπάρχουν θα πηδήσω από το τρένο!

«Νομίζω πως υπάρχουν. Ελάτε μαζί μου.»

Τους οδήγησε σ’έναν άλλο υπάλληλο ο οποίος επιβεβαίωσε ότι υπήρχαν καμπίνες και ρώτησε αν ήταν ζευγάρι. «Ζευγάρι είμαστε,» αποκρίθηκε η Καλλιόπη, και μετά τον πλήρωσε. Ο υπάλληλος τούς πήγε σε μια από τις καμπίνες και τους άνοιξε την πόρτα. Τον ευχαρίστησαν και μπήκαν.

Ο χώρος ήταν στενός, όπως στις περισσότερες καμπίνες τρένου, αλλά περιείχε ένα κρεβάτι που, αν όχι μεγάλο, δεν θα μπορούσες να το αποκαλέσεις και μικρό· δεν ήταν κουκέτα.

Ο Βινάρης χαμογελούσε καθώς έριχναν τα πράγματά τους παραδίπλα. «Δεν αστειεύεσαι λοιπόν…»

«Σου μοιάζω για γυναίκα που αστειεύεται;» Η Καλλιόπη έβγαλε τα ρούχα της το ένα μετά το άλλο μέσα στον στενό χώρο, μένοντας μόνο με τα εσώρουχά της: στηθόδεσμο, λεπτή περισκελίδα, κοντές κάλτσες ώς τον αστράγαλο. Και ο Βινάρης τη μιμήθηκε· η στύση του φαινόταν να πιέζει τη μαύρη περισκελίδα του. Πλησίασε την Καλλιόπη και την αγκάλιασε σφιχτά, και φιλήθηκαν.

«Φιλάς καλύτερα απ’ό,τι φανταζόμουν,» του είπε εκείνη (χωρίς να λέει ψέματα), κι ο Βινάρης έκανε να την παρασύρει μαζί του στο κρεβάτι, από κάτω του. Αλλά η Καλλιόπη τον σταμάτησε. «Όχι έτσι,» του είπε. «Έτσι.» Και, βάζοντας τις παλάμες της στο πλατύ στήθος του, τον ώθησε να ξαπλώσει ανάσκελα και τον καβάλησε, σκύβοντας από πάνω του και φιλώντας τον ξανά, βαθιά. «Μμμμμμ… Ξέρεις, σχεδόν λυπάμαι που θα το κάνω αυτό,» του εκμυστηρεύτηκε· «δεν είναι προσωπικό.»

«Μη μου πεις ότι μετανιώνεις, τώρα.»

«Όχι, καθόλου.» Και, με μια ξαφνική κίνηση, γύρισε από την άλλη, καβαλώντας τον ανάποδα, έτσι που τώρα ο Βινάρης δεν αντίκριζε την όψη της αλλά τους γλουτούς της. Απλώνοντας τα χέρια της κατέβασε την περισκελίδα του κι άρπαξε μέσα στη χούφτα της τα μπαλάκια του. Ζουλώντας. Ο Βινάρης αναφώνησε: «Τι κάνεις;» Και η Καλλιόπη κάθισε τότε πάνω στο πρόσωπό του, κλείνοντάς του το στόμα. Ένα φιμωμένο μουγκρητό ήταν το επόμενο πράγμα που ακούστηκε από αυτόν.

Η Καλλιόπη ανασηκώθηκε για να μην τον σκάσει, ενώ εξακολουθούσε να έχει τα μπαλάκια του μέσα στη χούφτα της. «Θέλω μόνο να–»

«Τι σκατά κάνεις; Σήκω πάνω, ανώμαλη σκρόφα, σήκω!» Ο Βινάρης προσπάθησε να την πετάξει κάτω, αρπάζοντας τα πόδια της και σπρώχνοντας. Και ίσως να τα είχε καταφέρει, αλλά η Καλλιόπη αμέσως τον ζούλησε πιο δυνατά, λέγοντας συγχρόνως: «Σταμάτα! Σταμάτα γιατί θα πάρω – σταμάτα! – θα πάρω και τα κεράσια σου μαζί μου πέφτοντας! Σταμάτα!» Και ο Βινάρης έπαψε να τη σπρώχνει.

«Σήκω από πάνω μου!» γρύλισε τρίζοντας τα δόντια.

Η Καλλιόπη χαλάρωσε λιγάκι τη λαβή της. «Πες μου πού πήγε ο Ζορδάμης,» ζήτησε.

«Σου είπα, ΔΕΝ ΞΕΡΩ πού πήγε ο–!»

«Μη φωνάζεις!» Φοβόταν ότι ίσως κανένας να τον άκουγε και να έμπαινε στην καμπίνα. «Πες μου πού πήγε ο Ζορδάμης· αυτό θέλω μόνο.» Του τα ζούληξε ξανά, κάνοντάς τα πέρα-δώθε.

Ο Βινάρης γρύλισε πάλι ότι δεν ήξερε, και η Καλλιόπη κάθισε πάνω στο πρόσωπό του μη γίνει καμια στραβή και οι φωνές του τραβήξουν ανεπιθύμητη προσοχή. Αισθάνθηκε τότε δόντια να μπήγονται στη σάρκα της, επώδυνα, λίγο πιο δίπλα από τη γυναικεία της φύση. Με μια ακούσια κραυγή απομάκρυνε τα πισινά της από το κεφάλι του.

Και του έστυψε τα μπαλάκια πιο δυνατά από πριν· του τα κοπάνησε και του τα έστυψε ξανά, τραβώντας τα. «Αν το ξανακάνεις αυτό θα σ’τα δώσω στο χέρι!» τον απείλησε.

Ο Βινάρης μούγκριζε, γρύλιζε, και της έλεγε να σηκωθεί, την αποκαλούσε ανώμαλη και μαλακισμένη και τρελή.

«Κοίτα,» του είπε η Καλλιόπη. «Έχουμε κάπου πέντε ώρες μπροστά μας και μπορούμε να τις περάσουμε όλες εδώ. Ή μπορείς να μου πεις πού πήγε ο Ζορδάμης και να τελειώσουμε.» Αμφέβαλλε, βέβαια, ότι μπορούσε να μείνει πέντε ώρες έτσι, επάνω του, χωρίς να μουδιάσει και να πέσει, αλλά εκείνο που τώρα αποσκοπούσε ήταν να τον τρομάξει. «Μόνο αυτό θέλω να μάθω. Πού πήγε ο Ζορδάμης. Πες μου!» Ή θα τον τρόμαζε ή το ήξερε πως την είχε πολύ άσχημα. Μετά απ’ αυτό που του είχε κάνει το τι θα γινόταν μόνο η Λόρκη μπορούσε να μαντέψει. Το ίδιο θα ίσχυε, φυσικά, αν η Καλλιόπη έπαιρνε την πληροφορία που ήθελε, αλλά τότε τουλάχιστον θα είχε καταφέρει τον σκοπό της.

Ο Βινάρης τής απάντησε να πάει να γαμηθεί, συνοδεύοντάς το με διάφορες άλλες χυδαίες βρισιές. Οπότε η Καλλιόπη, τσαντισμένη μαζί του και φοβισμένη ότι στο τέλος δεν θα μάθαινε τίποτα, συνέχισε να του τα συνθλίβει ενώ κάθε τόσο καθόταν επάνω στο πρόσωπό του και μετά σηκωνόταν για να μην τον σκάσει αλλά και για να τον ρωτήσει πού είχε πάει ο Ζορδάμης.

Ο Βινάρης άντεξε κανένα δεκάλεπτο, αν οι υπολογισμοί της ήταν σωστοί. Άντεξε πολύ, ο καταραμένος. Λίγο προτού μιλήσει, η Καλλιόπη ήταν πια απεγνωσμένη. Γιατί, τι να έκανε; Να καθόταν εδώ άλλες πέντε ώρες; Να τον αναισθητοποιούσε κάπως και να έφευγε από το τρένο στον επόμενο σταθμό;

Ο Βινάρης, όμως, μίλησε. «Ναι γαμώτο, μαλακισμένη καριόλα! Εκεί πήγε. Εκεί πήγε.»

«Στα βορειοδυτικά;»

«Ναι.»

«Για να ψάξει για τους χαμένους ραλίστες;»

«Ναι γαμώτο, άφησέ με γαμώ τη μάνα σου τη Λόρκη, μαλακισμένη, άφησέ με.»

«Μου λες αλήθεια; Σου είπε όντως ότι θα πήγαινε στα βορειοδυτικά για να–»

«ΝΑΙ! Πήγε βορειοδυτικά για να βρει τους ραλίστες! Σήκω από πάνω μου!»

«Προτιμώ να μου πεις την αλήθεια παρά να μου πεις αυτό που νομίζεις ότι θα ήθελα ν’ακ–»

«Σου είπα πού πήγε γαμώ την ανωμαλία σου, σήκω!»

Η Καλλιόπη σηκώθηκε από το κρεβάτι νιώθοντας τα γόνατα και τη μέση της πιασμένα. Έχω αρχίσει να γερνάω. Ακόμα και τα χέρια της πιασμένα τα αισθανόταν· ο άνθρωπος είχε σκληρά αρχίδια, όπως αποδείχτηκε.

Ο Βινάρης, μουγκρίζοντας σαν ξεκοιλιασμένο θηρίο, γύρισε στο πλάι κι έπεσε από το κρεβάτι, στον στενό χώρο δίπλα του, στηριζόμενος στα γόνατα και στο ένα χέρι ενώ το άλλο του χέρι ήταν στα γεννητικά του όργανα.

«Κοίτα,» του είπε η Καλλιόπη, «συγνώμη. Δεν ήθελα να το κάνω αυτό, αλλά έπρεπε να μάθω πού έχει πάει ο Ζορδάμης. Είναι φίλος μου από παλιά – σίγουρα με καταλαβαίνεις! Θέλω να τον βοηθήσω. Φοβάμαι γι’αυτόν, κι έπρεπε να ξέρω πού είχε–»

Μ’ένα τρομαχτικό γρύλισμα ο Βινάρης τινάχτηκε όρθιος πιο γρήγορα απ’ό,τι φανταζόταν η Καλλιόπη ότι μπορούσε να τιναχτεί και τη χαστούκισε καταπρόσωπο. Ολόκληρο το τρένο στριφογύρισε γύρω της και, χωρίς να το καταλάβει πώς είχε βρεθεί εκεί, συνειδητοποίησε ότι είχε πέσει στο κρεβάτι, μπρούμυτα. Άγγιξε το μάγουλό της· είδε αίμα πάνω στο χέρι της. Ζαλιζόταν.

Και ξαφνικά κάτι βαρύ έπεσε στην πλάτη της – ο Βινάρης. Της άρπαξε τα χέρια και τα τράβηξε πίσω, στρίβοντάς τα. Η Καλλιόπη τσύριξε, νιώθοντας δάκρυα να κυλάνε από τα μάτια της. Αισθάνθηκε τον Βινάρη να της δένει τους καρπούς με κάτι, σφιχτά.

«Απλά ήθελα να μάθω πού έχει πάει!» είπε η Καλλιόπη. «Σε παρακαλώ! Απλά ήθελα να μάθω. Θέλω να τον βοηθήσω. Δε θέλω να τον αφήσω να πάει μόνος του, μπορεί να σκοτωθεί! Θα κατεβώ στον επόμενο σταθμό. Άφησέ με και θα κατεβώ στον επόμενο σταθμό! Δεν ήθελα να σου κάνω κακό αλλά δεν είχα άλλο τρόπο να μάθω πού πήγε, και έπρεπε να μάθω πού πήγε. Θα κατεβώ στον επόμενο σταθμό.»

«Γιατί;» Η φωνή του ήταν άγρια.

«Θα πάω να τον βρω.»

«Είσαι τρελή!» Τη χτύπησε στην πίσω μεριά του κεφαλιού. «Τρελή! Κανονικά πρέπει να σε δέσω σαν ζώο που το πάνε στη σφαγή, να σε κρύψω κάτω απ’το κρεβάτι, και ν’αφήσω να σε βρει όποιος σε βρει!»

«Θα φύγω,» είπε η Καλλιόπη. «Δε θα με ξαναδείς. Ο επόμενος σταθμός δεν είναι μακριά. Μη με κάνεις να τον χάσω. Άσε με να κατεβώ εκεί. Απλά να πάω να βοηθήσω τον Ζορδάμη θέλω.»

Τον αισθάνθηκε να χαλαρώνει λίγο από πάνω της. Μετά τον άκουσε να αναστενάζει. «Γαμώ τη μάνα σου τη Λόρκη,» της είπε, και σηκώθηκε απ’το κρεβάτι.

Τα χέρια της είχαν ξαφνικά λυθεί, συνειδητοποίησε η Καλλιόπη. Κι αμέσως σηκώθηκε κι εκείνη απ’το κρεβάτι, νιώθοντας τα πόδια της να τρέμουν.

«Συγνώμη,» του είπε πάλι. «Σοβαρά σού λέω, δεν θα σου έκανα κακό· απλά ήθελα να σε τρομάξω για να μάθω για τον Ζορδάμη. Θα φύγω. Θέλω να τον βοηθήσω. Το ξέρεις ότι τον ξέρω από παλιά – είναι πολύ καλός φίλος μου. Φοβάμαι γι’αυτόν.»

Ο Βινάρης την κοιτούσε – την κοιτούσε άγρια – χωρίς να μιλά.

Η Καλλιόπη άρχισε πάραυτα να ντύνεται, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αδιαφορώντας που κούμπωνε τα ρούχα της στραβά, στην τύχη. Τα χέρια της έτρεμαν. Αν αυτός ο άνθρωπος ήταν της Σιδηράς Δυναστείας – μιας οργάνωσης του υπόκοσμου – μπορεί ακόμα και να τη σκότωνε.

Καθώς πήρε τη βαλίτσα της από κάτω και πήγε προς την έξοδο της καμπίνας, το χέρι του Βινάρη βρέθηκε μπροστά της, να στηρίζεται πάνω στην πόρτα.

«Μη με κρατήσεις εδώ,» είπε η Καλλιόπη. Θεοί, τι θα κάνω αν προσπαθήσει να με κρατήσει εδώ; Αν του επιτιθόταν, τώρα εκείνος θα ήταν έτοιμος για–

«Γαμώ τη μάνα σου τη Λόρκη,» της είπε ο Βινάρης, πιο ήρεμα από πριν. «Ο Ζορδάμης μού είχε ζητήσει συγκεκριμένα να μη σου πω τίποτα για το πού θα πήγαινε.»

Η Καλλιόπη ξεροκατάπιε.

«Μάλλον,» συνέχισε ο Βινάρης, «ήξερε τι τρελή καριόλα είσαι.»

Η Καλλιόπη προσπάθησε να χαμογελάσει αλλά δεν τα κατάφερε. «Απλά θα φύγω,» ψέλλισε. «Δεν…»

Ο Βινάρης αναστέναξε. «Καταλαβαίνεις; Καταλαβαίνεις ότι εγώ τώρα φταίω γι’αυτό; Δεν έπρεπε να σου είχα πει τίποτα! Αλλά σ’το είπα.»

«Μην είσαι ανόητος. Ποιος δεν θα το έλεγε, αν ήταν στη θέση σου; Δεν περίμενα καν ότι θα άντεχες τόσο. Με ταλαιπώρησες. Έχεις σκληρά αρχίδια.»

«Για κομπλιμέντο το λες αυτό;»

Απέφυγε το βλέμμα του.

«Μπορούσα να σου είχα πει ψέματα,» της είπε ο Βινάρης. «Μπορούσα να σου είχα πει ότι πηγαίνει κάπου αλλού, σε κάποιο άλλο μέρος. Φέρθηκα ηλίθια.»

«Άσε με να φύγω,» επέμεινε η Καλλιόπη, ήπια. «Τελείωσε τώρα. Δεν έφταιγες εσύ.»

Ο Βινάρης κούνησε το κεφάλι. «Θα έρθω μαζί σου.»

«Τι;»

«Θα έρθω μαζί σου,» επανέλαβε ο Βινάρης, τελεσίδικα. Κι άρχισε να ντύνεται. «Μην πας πουθενά.»

«Μα…»

«Σκασμός. Δε μπορώ να σ’αφήσω να τριγυρίζεις εκεί πέρα μόνη σου. Τον Ζορδάμη τον ξέρω κι εγώ αρκετό καιρό, όχι μόνο εσύ.»

Στον επόμενο σταθμό του τρένου, σε μια πόλη στους πρόποδες της Ραχοκοκαλιάς, κατέβηκαν από την αμαξοστοιχία κι άρχισαν να ψάχνουν τρόπο για να πάνε βορειοανατολικά, προς Θακέρκοβ.

Είκοσι-Έξι
Άγριοι Τόποι

Πρώτα, πήγαν εκεί όπου είχε γίνει η ενέδρα εναντίον των ραλιστών. Η διαδρομή δεν ήταν μικρή· ήταν γύρω στα εκατόν-εξήντα-πέντε χιλιόμετρα, όπως την υπολόγιζε η Ελοντί: και τώρα δεν έτρεχε, γιατί ήταν επικίνδυνο να κινείται με μεγάλη ταχύτητα σε τούτα τα μέρη όταν οι ντόπιοι δεν ήταν προειδοποιημένοι ότι γινόταν αγώνας. Έφτασε στον προορισμό της σε τρεις ώρες από τότε που ξεκίνησε από τη Θακέρκοβ, κι εκεί σταμάτησε τους τροχούς της.

Η Ελοντί, ο Φίλιππος’χοκ, και ο Αργύριος άνοιξαν τις πόρτες του Γρύπα των Δρόμων και βγήκαν από το όχημα για να κοιτάξουν τριγύρω. Η ραλίστρια φορούσε ένα μαύρο, πέτσινο πανωφόρι και στο χέρι της κρατούσε πιστόλι, για παν ενδεχόμενο, ενώ από τη ζώνη της κρεμόταν το σπαθί που είχε αγοράσει από τη Θακέρκοβ. Ο μάγος βαστούσε το μακρύ ραβδί του με τους κρυστάλλους, τα μικροσκοπικά κάτοπτρα, και τα κυκλώματα. Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης είχε την κουκούλα της κάπας του σηκωμένη στο κεφάλι κι απλά βημάτιζε, παρατηρώντας το περιβάλλον.

Ο Φίλιππος’χοκ έκανε κάποιο ξόρκι, και οι κρύσταλλοι πάνω στο ραβδί του λαμπύρισαν. Η Ελοντί κοίταζε στο έδαφος, μήπως βρει τίποτα χρήσιμο· το μόνο που βρήκε, όμως, ήταν παλιά, μισοσβησμένα ίχνη τροχών. Και ρώτησε τον Αργύριο αν εκείνος είχε προσέξει κάτι. Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Πού είχες δει τους κρυσταλλωμένους συγκεντρωμένους προτού έρθεις να με ειδοποιήσεις;» ρώτησε η Ελοντί.

Ο Αργύριος ύψωσε το χέρι του, δείχνοντας κάτι πλαγιές. «Προς τα εκεί.»

Η Ελοντί πρότεινε να πάνε εκεί, και ο Μπαλαντέρ της Λόρκης συμφώνησε, το ίδιο κι ο Φίλιππος’χοκ.

«Τι έψαχνες με τη μαγεία σου;» ρώτησε τον δεύτερο η Ελοντί.

«Διάφορα πράγματα.»

«Βρήκες κάτι;»

«Όχι.»

Κλείνοντας και κλειδώνοντας τις πόρτες του Γρύπα των Δρόμων, σκαρφάλωσαν τις πλαγιές προς τα νότια και μπήκαν μέσα στη βλάστηση των λοφότοπων. Για κάποια ώρα κοίταζαν την περιοχή, και ο Φίλιππος’χοκ μουρμούριζε ξόρκια που η Ελοντί υπέθετε ότι ήταν ανιχνευτικής φύσης, αλλά δεν βρήκαν τίποτα πέρα από μερικά παλιά ίχνη που δεν είχαν καμία χρησιμότητα.

Η Ελοντί είπε: «Οι μισθοφόροι υποτίθεται πως τους ακολούθησαν προς τα βόρεια μετά από εδώ.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Φίλιππος’χοκ. «Δε νομίζω, πάντως, ότι θα καταφέρουμε να τους εντοπίσουμε με ιχνηλασία του εδάφους. Καλύτερα να δούμε τι γίνεται βόρεια και δυτικά, στα χωριά και στις πόλεις όπου έχει χτυπήσει αυτή η Αίρεση του Κρυστάλλου που ανέφερε ο Ζορδάμης.»

Επέστρεψαν στον Γρύπα των Δρόμων και επιβιβάστηκαν: η Ελοντί στο τιμόνι, ο Φίλιππος’χοκ δίπλα της, ο Αργύριος πίσω. Η ραλίστρια έβαλε τους τροχούς σε κίνηση ακολουθώντας το κακοτράχαλο μονοπάτι με προσοχή.

«Αναρωτιέμαι,» είπε, «πώς μπόρεσαν από εδώ να στρίψουν βόρεια. Δε φαίνεται να γίνεται.» Μετά, όμως, παρακάτω, πρόσεξε ότι σ’ένα σημείο στα δεξιά της υπήρχε ένα μέρος των λόφων που έμοιαζε αρκετά βατό για τους τροχούς οχήματος, και ήταν και καθαρισμένο από βλάστηση. Κάποιος είχε κόψει δέντρα και θάμνους εδώ.

«Νομίζω πως κατάλαβα από πού έφυγαν,» είπε η Ελοντί, κι έστριψε δεξιά ανεβαίνοντας στη βατή πλαγιά, περνώντας ανάμεσα από την κουρεμένη βλάστηση.

«Ναι,» συμφώνησε ο Φίλιππος’χοκ. «Κάποιοι έχουν καθαρίσει τούτο το μέρος, αναμφίβολα.»

Δεν άργησαν να βγουν από τους δασωμένους λόφους και να βρεθούν σ’έναν ανοιχτό τόπο στα δυτικά τους.

Η Ελοντί έστριψε βόρεια και προειδοποίησε τους δύο άντρες: «Θα τρέξω λίγο.»

«Θες να ξεδώσεις;» την πείραξε ο Φίλιππος.

«Και όχι μόνο.»

Η Ελοντί σανίδωσε το πετάλι κάτω από το πόδι της, κάνοντας το αγωνιστικό όχημα να γρυλίσει σαν πραγματικός γρύπας και να τιναχτεί σαν αιλουροειδές. Το τοπίο έχασε τη σταθερότητά του έξω από τα παράθυρα, έγινε σαν όνειρο. Και η ραλίστρια αισθανόταν το σώμα της τώρα ως προέκταση του οχήματός της, και μετά άρχισε να το ξεχνά, σαν να μην είχε τα χέρια της στο τιμόνι και τα πόδια της στα πετάλια, σαν απλά να ήταν η ψυχή του οχήματος η οποία το καθοδηγούσε με καθαρή βούληση. Η Αίσθηση την είχε καταλάβει, και η Ελοντί έστρεψε τις σκέψεις της στους χαμένους ραλίστες, ζητώντας να βρει κάποιο ίχνος – κάτι που εκείνη, τουλάχιστον, θα μπορούσε να καταλάβει και να οδηγηθεί από αυτό.

Τίποτα δεν παρουσιάστηκε. Το τοπίο ήταν, κατά κύριο λόγο, άδειο. Καθώς έτρεχε, έπρεπε μόνο ν’αποφεύγει κανένα σύδεντρο ή συγκεντρώσεις βράχων.

Η Ελοντί μετατράπηκε σε μια θέληση ανάμεσα σε τέσσερις τροχούς.

(ο χρόνος σταμάτησε)

Η μπαλαντέρ κάθεται πλάι της, οδηγώντας με τα πόδια, καπνίζοντας με το ένα χέρι, ενώ το άλλο της χέρι αναπαύεται ήρεμα ανάμεσα στους μηρούς της.

Η Ελοντί δεν έχει πια τιμόνι μπροστά της. «Εσύ πάλι;»

«Ήλπιζες να συναντούσες κανέναν άλλο;»

«Κάποιον που να μπορεί να με καθοδηγήσει…»

«Καθοδήγησε τον εαυτό σου, ανόητη. Ο κόσμος μιλάει περισσότερο από τις πέτρες και το χώμα. Τι λες κι εσύ, ρε φίλε, δίκιο δεν έχω;» Η μπαλαντέρ κοιτάζει πίσω της, ενώ εξακολουθεί να οδηγεί με τα πόδια.

Κοιτάζει τον Μπαλαντέρ της Λόρκης που είναι καθισμένος στο πισινό κάθισμα, όπως βλέπει η Ελοντί μέσα απ’τον καθρέφτη.

«Ναι,» αποκρίνεται ο Αργύριος. «Ο κόσμος μιλάει. Η καλύτερη πηγή πληροφόρησης, πάντα. Ειδικά σε τέτοιου είδους περιοχές. Και οπωσδήποτε πιο αξιόπιστη από τις ειδήσεις.»

«Βλέπεις;» λέει η μπαλαντέρ στην Ελοντί. «Το πρόβλημά σου λύθηκε.» Και φυσά καπνό προς το μέρος της – γαλανό καπνό που θυμίζει βροχή από τραπουλόχαρτα.

(ο χρόνος συνέχισε)

Η Ελοντί έκοψε ταχύτητα για να μη σκοτωθούν και γιατί δεν νόμιζε ότι θα κατάφερνε να πάρει καμια άλλη πληροφορία τώρα.

«Λοιπόν;» τη ρώτησε ο Φίλιππος’χοκ, γνωρίζοντας τις δυνάμεις της.

«Τίποτα,» αποκρίθηκε εκείνη. Και προς τον Αργύριο: «Δεν κατάλαβες ότι μιλήσαμε, έτσι;»

«Μιλήσαμε;»

«Ναι, μιλήσαμε.»

«Tι είπα;»

«Συμφώνησες με τη φίλη μου τη μπαλαντέρ, η οποία πρότεινε να πάμε και ν’αρχίσουμε να ρωτάμε κόσμο.»

«Δεν έχει άδικο,» είπε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης. «Ο κόσμος, όντως, μιλάει. Είναι η καλύτερη πηγή πληροφόρησης. Ειδικά σε τέτοιες περιοχές. Πάντα πιο αξιόπιστος απ’ αυτά που ακούς στις ειδήσεις.»

Τα λόγια του έμοιαζαν τόσο μ’αυτά που είχε αρθρώσει στο όραμά της, που η Ελοντί αισθάνθηκε τις τρίχες της να ορθώνονται.

*

Πρώτα, ο Ζορδάμης αποφάσισε να πάει στο μέρος όπου είχε γίνει η ενέδρα, και μετά από τρεις ώρες έφτασε εκεί. Δεν περίμενε να συναντήσει κίνδυνο αλλά είχε βέβαια το πιστόλι του έτοιμο.

Η Κλεισμένη καθόταν στη θέση του συνοδηγού, παρατηρώντας την περιοχή με κάποια ανησυχία. Μάλλον τη θυμόταν.

«Μη φοβάσαι,» της είπε ο Ραλίστας, «δε νομίζω να ξαναβρούμε πελώρια κρυσταλλικά φίδια εδώ.» Σταμάτησε το όχημα και βγήκε.

Κοίταξε το έδαφος και πρόσεξε ότι, αναμενόμενα, υπήρχαν πολλά παλιά ίχνη από οχήματα. Όμως… τι ήταν αυτό; Ο Ζορδάμης κοντοκάθισε πλάι σε κάτι αχνάρια που έμοιαζαν πιο πρόσφατα. Πολύ πιο πρόσφατα. Μερικών ωρών, ίσως. Ίχνη τετράκυκλου οχήματος.

«Δεν είμαστε μόνοι εδώ, αγάπη μου,» είπε στην Κλεισμένη, η οποία στεκόταν πλάι του, φανερά τσιτωμένη. «Έχουμε παρέα.» Ορθώθηκε. Κι αναρωτιέμαι αν είναι άνθρωποι των χορηγών. Έχουν τελικά στείλει κάποιους ν’αναζητήσουν τους χαμένους ραλίστες; Δεν έλεγαν ψέματα;

Ο Ζορδάμης επέστρεψε στο όχημά του, με την Κλεισμένη στο κατόπι του. Δεν περίμενε ότι θα κατάφερνε να εντοπίσει αυτούς τους κρυσταλλανθρώπους από ίχνη που ξεκινούσαν από εδώ. Πάτησε το πετάλι κι οδήγησε επάνω στο κακοτράχαλο μονοπάτι, εξακολουθώντας να βλέπει έξω από το μπροστινό του παράθυρο τα ίχνη από το άλλο όχημα, τώρα που ήξερε τι να προσέχει· γιατί δεν ήταν και πολύ φανερά επάνω σε τέτοιο έδαφος – το χώμα και οι πέτρες σε ξεγελούσαν.

Πώς έστριψαν βόρεια οι πρώτοι μισθοφόροι που ήρθαν σε τούτη την περιοχή; αναρωτήθηκε. Δεν υπάρχει κανένα άλλο, παράπλευρο μονοπάτι.

Τα ίχνη, ύστερα από λίγο, εξαφανίστηκαν. Τι…;

Στα δεξιά του είδε ένα βατό σημείο, καθαρισμένο από τη βλάστηση. «Μάλιστα…» μουρμούρισε. «Καταλαβαίνεις τώρα, υπερδιαστασιακή μου κυρία;» είπε στην Κλεισμένη, η οποία τον αγνόησε.

Ο Ζορδάμης έστριψε το τιμόνι και ανέβηκε την πλαγιά, και σύντομα νόμιζε πως μπορούσε πάλι να δει τα ίχνη του οχήματος μπροστά του. Ακολουθώντας δυτική κατεύθυνση βγήκε από τους δασωμένους λόφους και βρέθηκε σ’ένα πεδινό μέρος.

Λοιπόν, σκέφτηκε. Δεν έχει νόημα να κυνηγάμε ίχνη. Αλλιώς θα τους βρούμε. Και τώρα είναι ώρα να πάμε να συναντήσουμε τη Βλάστη.

Πατώντας το πετάλι της επιτάχυνσης, αύξησε την ταχύτητα του οχήματός του κατευθυνόμενος βόρεια.

Η Κλεισμένη γρύλισε.

«Όχι,» της είπε ο Ζορδάμης, «δεν είναι φτιαγμένο για ράλι αυτό το όχημα. Το κατάλαβες κι εσύ, ε;»

Δεν ήταν, όμως, κι άσχημο όχημα, όφειλε να παραδεχτεί. Είχε μεγάλους, ατρακτοειδείς τροχούς, καλούς για δύσβατα εδάφη· και από κάτω ήταν ψηλό, για να μη σκαλώνει σε πέτρες, βράχους, και ξύλα στην ύπαιθρο. Απλά δεν ήταν και πολύ γρήγορο. Ο άνθρωπος που το είχε δώσει στον Ζορδάμη τού είχε πει ότι έπιανε το πολύ 120 χιλιόμετρα την ώρα. «Το δίνω μετά χαράς σ’εσένα, Ραλίστα,» του είχε τονίσει, «αλλά θέλω να μου το επιστρέψεις. Δεν το έχω για παλιοσίδερα.» Ο Ζορδάμης είχε αποκριθεί πως θα έκανε ό,τι μπορούσε, και του είχε υποσχεθεί ότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα τον αποζημίωνε.

Επί του παρόντος, οδήγησε με βόρεια κατεύθυνση για παραπάνω από μια ώρα. Πέρασε από τις σιδηροδρομικές γραμμές και πήγε προς ένα χωριό με σκοπό να το προσπεράσει· δεν ήταν παρά ένα ορόσημο για εκείνον. Αλλά, καθώς περνούσε από δίπλα του, είχε την εντύπωση ότι ήταν έρημο. Η Βλάστη δεν του είχε πει ότι ήταν εγκαταλειμμένο – ούτε κανένας άλλος. Είχε δεχτεί κι αυτό επίθεση, άραγε; Πρόσφατα;

Ο Ραλίστας αναρωτήθηκε μήπως μπορούσε να βρει τίποτα σημαντικό εδώ. Κάποιο στοιχείο.

Το μέρος συνάντησης με τη Βλάστη δεν πρέπει να ήταν μακριά πια· το έβλεπε σημειωμένο στον χάρτη που φαινόταν στη μικρή οθόνη της κονσόλας του οχήματός του, καθώς και στο βάθος του τοπίου έξω από το μπροστινό τζάμι. Επιπλέον, η Βλάστη δεν θα ήταν ακόμα εκεί, μάλλον. Ο Ζορδάμης είχε χρόνο.

Σταμάτησε το όχημά του κοντά, αλλά όχι πολύ κοντά, στο χωριό και βγήκε. Η Κλεισμένη τον ακολούθησε.

Ο Ζορδάμης απασφάλισε το πιστόλι του και βάδισε προσεχτικά προς τα λίγα οικήματα. Πλησιάζοντας, παρατήρησε ότι κάποια απ’ αυτά ήταν χτυπημένα – από πυροβόλα όπλα, μάλλον. Μπαίνοντας στο χωριό, είδε κι άλλα χτυπημένα οικήματα. Σπασμένα τζάμια, διαλυμένες πόρτες. Και είδε και πτώματα ανθρώπων και ζώων. Σαρκοβόρα είχαν συγκεντρωθεί γύρω τους – κοράκια και τσακάλια – μασουλώντας και κοιτάζοντας τον Ραλίστα μόνο με τις άκριες των ματιών τους, αδιαφορώντας για το κρέας του. Οι τρίχες της Κλεισμένης ήταν ορθωμένες σαν σπαθιά, το ίδιο κι η ουρά και τ’αφτιά της. Δυσωδία απλωνόταν παντού.

Ο Ζορδάμης πρόσεξε κάποιον να κινείται ανάμεσα στα οικήματα.

«Τους πήραν οι δαίμονες του Κρυστάλλου,» ακούστηκε μια φωνή, λίγο προτού ο Ραλίστας στραφεί για ν’αντικρίσει έναν άντρα με σάκο στον ώμο, τυλιγμένο με κάπα και κουκούλα.

«Ποιος είσαι συ;»

«Περαστικός. Όπως κι εσύ.» Και πρόσθεσε: «Υπάρχουν μπόλικα πράματα αφημένα· δε χρειάζεται να τσακωθούμε.»

«Δεν ήρθα για πλιάτσικο,» τον διαβεβαίωσε ο Ζορδάμης. «Πότε συνέβη αυτό; Πρόσφατα;» Πρέπει να ήταν πρόσφατα.

«Τη χτεσινή νύχτα,» αποκρίθηκε ο άντρας. «Ήμουνα πάνω στην Αγριελιά και προσευχόμουνα, και τόδα από μακριά. Ήρθανε απ’τα βόρεια και χιμήσανε σα λύκοι! Τα κεφάλια τους ήταν θολά μες στα φώτα που κουβαλούσαν – οι μούρες τους δεν φαίνονταν – δαίμονες! Πέσαν πάνω στο χωριό και… έκαναν αυτά που βλέπεις. Άρπαξαν ό,τι άρπαξαν, σκότωσαν όσους σκότωσαν, και τους υπόλοιπους τούς πήραν μαζί τους.»

«Γιατί τους παίρνουν μαζί τους; Τι τους κάνουν;»

«Δαίμονες.»

«Τους κάνουν δαίμονες;»

«Ναι – τους κάνουν σαν αυτούς!»

Του Ζορδάμη δεν του φαινόταν και πολύ πιθανό. «Πώς το ξέρεις;»

«Τι άλλο να τους κάνουν, ξένε; Τι άλλο;»

Ο Ζορδάμης τον ατένισε παρατηρητικά. Μέσα απ’την κουκούλα μπορούσε να διακρίνει ένα αξύριστο πρόσωπο με κατάλευκο δέρμα, στραβά χείλη, μάτια γυαλιστερά και γκρίζα. «Είπες ότι προσευχόσουν; Υπάρχει κανένας βωμός εδώ κοντά;»

«Η Κυρά της Τύχης παντού έχει τ’αφτιά της, όχι μονάχα στους βωμούς.»

«Είσαι ιερέας της Λόρκης.» Δεν ήταν ερώτηση.

«Ναι, και να προσέχεις – οι κατάρες μου πάντα πιάνουν.»

«Και οι ευλογίες σου ποτέ;»

Ο ιερέας γέλασε. «Η Κυρά της Τύχης σε γουστάρει, ξένε· το διαισθάνομαι. Πώς σε λένε;»

«Ζορδάμης.» Έκρυψε το πιστόλι μέσα στο πανωφόρι του. «Εσύ;»

«Θεόδωρος.»

Ο Ζορδάμης θυμήθηκε κάτι που του είχε πει η Βλάστη. «Η Αγριελιά δεν είναι χωριό, έτσι;»

Ο Θεόδωρος γέλασε πάλι. «Όχι, ξένε, δεν είναι χωριό. Αλλά αυτό εδώ είναι – ή, μάλλον, ήταν – το χωριό της Αγριελιάς. Η Αγριελιά είναι η γερόντισσα που βλέπεις προς τα εκεί, όταν βγεις από το χωριό.» Έδειξε προς τα βορειοανατολικά. «Ένα πολύ μεγάλο δέντρο.»

«Επάνω σ’έναν λόφο;»

«Ναι.»

Ο λόφος όπου πηγαίνω. «Μάλιστα… Και ήρθες εδώ για να πλιατσικολογήσεις; Δεν ήξερα ότι οι ιερείς πλιατσικολογούν;»

Τα μάτια του Θεόδωρου στραφτάλισαν. «Γιατί, οι ιερείς άνθρωποι δεν είναι; Τι να κάνουν, να πεινάσουν;»

Ο Ζορδάμης μειδίασε. «Θα ρίξω μια ματιά τριγύρω, αν δεν σε πειράζει.»

«Με την ησυχία σου, ξένε.»

Ο Ζορδάμης βάδισε πάλι μέσα στο εγκαταλειμμένο χωριό, με την Κλεισμένη δίπλα του, κοιτάζοντας μήπως βρει κάτι – κάποιο σημάδι, κάποιο στοιχείο. Τίποτα, όμως, δεν βρήκε. Μονάχα σφαίρες, κάλυκες, πτώματα. Πτώματα χωρικών. Ούτε ένας απ’ αυτούς τους κρυσταλλωμένους δεν είχε σκοτωθεί. Όλοι οι νεκροί είχαν κανονικά πρόσωπα, όχι θολά. Εκτός… εκτός αν, όντως, ήταν κράνη. Αλλά η Ελοντί δεν φαινόταν να το νομίζει αυτό, ούτε ο Αργύριος. Και ούτε εμένα μού έμοιαζαν με κράνη όταν τους είδα.

Ένας από τους νεκρούς, ωστόσο, του έκανε εντύπωση. Δεν του θύμιζε χωρικό· του θύμιζε ληστή. Αλλά το πρόσωπό του δεν ήταν θολό· ήταν κανονικός άνθρωπος. Ο Ζορδάμης γονάτισε πλάι του και τον έψαξε. Δεν είχε όπλα· κάποιος τα είχε πάρει.

Το τραύμα που τον είχε σκοτώσει ήταν στο στήθος. Από τσεκούρι, μάλλον.

Ο Ζορδάμης σηκώθηκε όρθιος. Παράξενο, σκέφτηκε. Είχαν οι κρυσταλλωμένοι κι άλλους ληστές μαζί τους; Ή μήπως ετούτος εδώ ήταν κάποιος ταξιδιώτης αρκετά άτυχος ώστε να βρίσκεται στο χωριό την ώρα της επιδρομής;

Μια φωνή από δίπλα: «Σ’αρέσουν οι νεκροί, ξένε;»

Η Κλεισμένη γρύλισε προς τη μεριά του ιερέα της Λόρκης.

Εκείνος χαμογέλασε μέσα απ’την κουκούλα του. «Καλό γατάκι, και όμορφο.»

Ο Ζορδάμης τον ρώτησε: «Γνώριζες τους κατοίκους αυτού του χωριού;»

«Περνούσα συχνά από εδώ.»

«Αυτόν» – έδειξε τον νεκρό που έμοιαζε με ληστής – «τον ήξερες;»

Ο Θεόδωρος μόρφασε με τα στραβά χείλη του. «Όχι. Δεν πρέπει νάταν από δω.»

«Οι κρυσταλλωμένοι έχουν κι άλλους ληστές μαζί τους;»

«‘Κρυσταλλωμένοι’;» Ο ιερέας γέλασε. «Ναι, γιατί όχι; Κρυσταλλωμένοι…» μουρμούρισε σαν να παραμιλούσε.

Ο Ζορδάμης επανέλαβε την ερώτησή του, και τότε ο Θεόδωρος είπε: «Δε νομίζω. Δεν έχει δει κανένας ποτέ κάποιον κανονικό άνθρωπο μαζί τους. Εκτός άμα κάτι έγινε με τα τσακάλια του Σαρντάνη.»

«Ποια τσακάλια; Ποιου Σαρντάνη;»

«Ο Σαρντάνης ο λήσταρχος· δεν τον έχεις ακουστά;»

«Όχι.»

«Ήταν φόβος και τρόμος στις περιοχές βόρεια από εδώ. Αλλά μετά εξαφανίστηκε. Και κανείς δεν ξέρει τι έγινε. Λένε, όμως, πως συνάντησε τους δαιμ– τους κρυσταλλωμένους. Την Αίρεση του Κρυστάλλου. Τους συνάντησε, κι από τότε – πάει ο Σαρντάνης, πάνε και τα τσακάλια του. Ούτ’ η Κυρά μου η Λόρκη δεν ξέρει πια γι’αυτούς.»

«Μπορεί, δηλαδή, να συνεργάζονται με τους κρυσταλλωμένους;»

«Δεν ξέρω· μια υπόθεση έκανα, μονάχα. Όπως σου είπα πριν, δε νομίζω ότι κανείς έχει ποτέ δει κάποιον να συνεργάζεται με τους κρυσταλλωμένους. Όταν οι κρυσταλλωμένοι ορμούν, κανενός η όψη δεν είναι φανερή. Κι έχουν δυο τέρατα μαζί τους – ένα πελώριο κρυσταλλικό φίδι, κι ένα πελώριο κρυσταλλικό έντομο που τσιμπά και κομματιάζει το σώμα σου σε χίλια κομμάτια!»

«Ήταν αυτά τα τέρατα μαζί τους και χτες βράδυ;»

Ο Θεόδωρος κούνησε το κεφάλι. «Δεν τα είδα.» Και τον ατένισε καχύποπτα. «Γιατί είσαι, όμως, εδώ εσύ; Τους ψάχνεις;»

«Ναι. Ξέρεις πού είναι το λημέρι τους;»

«Ακόμα κι η Λόρκη φοβάται να βάλει το πόδι της εκεί, ξένε. Όχι, δεν ξέρω.»

Ο Ζορδάμης τον ευχαρίστησε και βάδισε ώς τα άκρα του χωριού, με την Κλεισμένη στο κατόπι του. Βγήκε ανάμεσα από δύο οικήματα, το ένα πιο άσχημα χτυπημένο από το άλλο, και κατευθύνθηκε προς το σταματημένο όχημά του.

«Ε, ξένε!»

Ο Ζορδάμης γύρισε για να δει τον Θεόδωρο να έρχεται πίσω του, βαδίζοντας βιαστικά. «Τι;»

«Δικό σου είναι τ’όχημα;» Ο ιερέας φώναζε· δεν ήταν ακόμα κοντά.

«Ναι.»

«Πού πας; Μπορείς να με πάρεις μαζί;»

«Εσύ πού πας;»

Ο ιερέας ήρθε κοντά του. «Εκεί.» Ύψωσε το χέρι δείχνοντας προς τα βορειοανατολικά, έναν λόφο επάνω στον οποίο φύτρωνε ένα μεγάλο δέντρο, αειθαλές, με φύλλα στα στριφτά κλαδιά του που θύμιζαν εφιαλτικά χέρια και νύχια. «Στην Αγριελιά.»

«Κατά σύμπτωση, κι εγώ εκεί πηγαίνω.»

«Θα με πάρεις μαζί; Για καλοτυχία;»

Η Κλεισμένη γρύλισε.

Μετά από λίγο έφτασαν στην Αγριελιά. Το όχημα του Ζορδάμη σκαρφάλωσε χωρίς δυσκολία τον λόφο τσακίζοντας το ξερό χορτάρι και τις πέτρες κάτω από τους δυνατούς τροχούς του.

Το δέντρο ήταν πραγματικά τεράστιο, παρατήρησε ο Ζορδάμης. Από μακριά δεν μπορούσες να εκτιμήσεις το μέγεθός του. Από κοντά έμοιαζε με γίγαντα που δεν απλωνόταν μόνο προς τα πάνω αλλά και προς τα πλάγια.

Ο Θεόδωρος πλησίασε την Αγριελιά και χάραξε στον κορμό της κάποιο σύμβολο μ’ένα ξιφίδιο που τράβηξε μέσα από την κάπα του.

«Τι κάνεις εκεί;» τον ρώτησε ο Ζορδάμης.

«Σημειώνω τις προσευχές μου, ξένε. Η επόμενη είναι για μετά από μερικές ώρες, ύστερα από το μεσημεριανό. Τη σημείωσα εδώ, για να ξέρει η Κυρά της Τύχης πως δεν την έχω ξεχάσει.»

Ο Ζορδάμης δεν γνώριζε τι είδους θρησκευτικές πρακτικές ήταν αυτές, και δεν ήθελε να μάθει. Οι ιερωμένοι της Λόρκης ήταν χειρότεροι από τους ιερωμένους του Κάρτωλακ, του Άρχοντα των Δασών και των Θηρίων.

«Εσύ τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε ο Θεόδωρος.

«Περιμένω μια φίλη.»

*

Καθώς περίμενε οι ώρες να περάσουν, ο Ζορδάμης σκεφτόταν όλα όσα ήξερε ώς τώρα για τους κρυσταλλωμένους και θυμήθηκε κάτι στο οποίο δεν είχε δώσει πολλή σημασία αλλά ίσως θα έπρεπε να δώσει. Όταν οι κρυσταλλωμένοι τούς είχαν στήσει ενέδρα, είχε πυροβολήσει μερικούς προκειμένου εκείνος κι η Καλλιόπη να ξεφύγουν. Κάποιες ριπές είχαν βρει τους στόχους τους, και ο Ζορδάμης είχε δει αίμα να πετάγεται από τα σώματα των εχθρών του, αλλά επίσης και μια παράξενη κρυσταλλική ύλη που αιωρείτο σαν πούπουλα. Δεν είχε καθίσει να παρατηρήσει τι ακριβώς γινόταν, βέβαια, γιατί δεν είχε χρόνο· όμως, τώρα που το σκεφτόταν ήρεμα, τι μπορεί να ήταν αυτή η κρυσταλλική ύλη;

Ο τελευταίος που ο Ζορδάμης πυροβόλησε ήταν εκείνος με την καραμπίνα, εκείνος που είχε τρομάξει από την παρουσία της Κλεισμένης. Ο Ραλίστας τον πέτυχε στο κεφάλι και ο κρυσταλλωμένος έπεσε ενώ αίματα και κρυσταλλική ύλη τιναζόταν. Ο Ζορδάμης και η Καλλιόπη είχαν αμέσως τρέξει να φύγουν – δεν είχαν στιγμή για χάσιμο – όμως, καθώς έφευγαν, τώρα που το θυμόταν, νόμιζε ότι είχε δει τον κρυσταλλωμένο να… αποβάλλει την κρυσταλλική υφή του. Ή ίσως να ήταν μόνο η εντύπωσή του αυτή· δεν μπορούσε νάναι σίγουρος.

Αν ωστόσο δεν ήταν μόνο η εντύπωσή του, τούτο μπορεί να σήμαινε ότι, με τον θάνατό τους, οι κρυσταλλωμένοι μετατρέπονταν σε κανονικούς ανθρώπους. Μπορεί να σήμαινε ότι ο θάνατος έδιωχνε αυτή την κρυσταλλική υφή από πάνω τους.

Μπορεί να σήμαινε ότι ο νεκρός στο χωριό ο οποίος θύμιζε ληστή ήταν ένας από τους κρυσταλλωμένους προτού εκείνη η τσεκουριά στο στήθος τον σκοτώσει…

Τι να ήταν η κρυσταλλική υφή; Κάποιου είδους πανοπλία; Αν ναι, τότε σίγουρα δεν έκανε και πολλά για να σε προστατεύει από σφαίρες. Ο Ζορδάμης είχε δει, στην ενέδρα, τους κρυσταλλωμένους να δέχονται τις πιστολιές του όπως θα τις δεχόταν οποιοσδήποτε άνθρωπος χωρίς αλεξίσφαιρη θωράκιση.

Τι σκατά είναι αυτοί οι καταραμένοι γιοι της Λόρκης; αναρωτήθηκε καθώς καθόταν μέσα στο όχημα και κάπνιζε, ύστερα από το πρόχειρο μεσημεριανό του.

Η Κλεισμένη τριγύριζε κοντά στην Αγριελιά, μάλλον κυνηγώντας κάτι μέσα στο ξερό χορτάρι.

Ο Θεόδωρος κοιμόταν, με την πλάτη του ακουμπισμένη στον κορμό του πελώριου δέντρου και την κάπα του τυλιγμένη γύρω του. Δεν ήταν ώρα για τις προσευχές του ακόμα.

Κι όταν η ώρα ήρθε ήταν απόγευμα. Ο ιερέας σηκώθηκε από τη θέση του, άνοιξε ένα φλασκί, ήπιε μια μεγάλη γουλιά, το έκλεισε, και ύστερα σκαρφάλωσε στο δέντρο. Πιάστηκε σ’ένα ψηλό κλαδί που μπορούσε άνετα ν’αντέξει το βάρος του κι άρχισε να μουρμουρίζει μέσα απ’την κουκούλα του η οποία έκρυβε το πρόσωπό του στο σκοτάδι.

Ο Ζορδάμης δεν καταλάβαινε τι έλεγε· τα λόγια δεν έφταναν καθαρά στ’αφτιά του.

Η Κλεισμένη, που είχε πια κουλουριαστεί και κοιμόταν, ξύπνησε απρόσμενα. Τσιτώθηκε. Έστρεψε το βλέμμα της στον ιερέα. Πήδησε μέσα στο όχημα, πλάι στον Ζορδάμη.

«Γιατί έχω την αμυδρή εντύπωση ότι δεν τον γουστάρεις αυτόν τον τύπο;» είπε ο Ραλίστας.

Μετά από λίγο είδε ένα πουλί να έρχεται και να κάθεται στον δεξή ώμο του Θεόδωρου, ο οποίος δεν κινήθηκε στο ελάχιστο, σαν να ήταν μέρος της Αγριελιάς. Έπειτα, δεν άργησε κι άλλο ένα πουλί να έρθει για να καθίσει στον αριστερό του ώμο· κι ύστερα, ένα μικρότερο πάνω στο γόνατό του.

Φτεροκοπήματα ακούστηκαν από τον ουρανό. Δυνατά φτεροκοπήματα. Από μεγάλες φτερούγες. Και προς στιγμή ο Ζορδάμης νόμιζε ότι κάποιος πελώριος δαίμονας των ουρανών κατέβαινε, καλεσμένος από τον παράξενο ιερέα. Δεν ήταν, όμως, δαίμονας· ήταν ένας γρύπας. Σελωμένος. Κι επάνω στη σέλα του καθόταν μια γυναίκα τυλιγμένη σε κάπα και φορώντας γυαλιά για να προστατεύει τα μάτια της από τον αέρα.

Η Βλάστη.

Ο γρύπας προσγειώθηκε και η καβαλάρισσα πήδησε από τη ράχη του κι έβγαλε τα γυαλιά και την κουκούλα της. Το δέρμα της ήταν γαλανό, και είχε κοντά, ατημέλητα μαύρα μαλλιά, όλο ουρές. Ένα αργυρό σκουλαρίκι γυάλιζε στο αριστερό της αφτί.

Ο Ζορδάμης βγήκε από το όχημά του, παρατηρώντας συγχρόνως ότι ο Θεόδωρος δεν είχε κουνηθεί από τη θέση του, συνεχίζοντας να προσεύχεται. Ούτε τα πουλιά είχαν φύγει από πάνω του.

«Ραλίστα,» χαιρέτησε η Βλάστη καθώς πλησίαζαν ο ένας τον άλλο. «Όλα καλά;»

«Μέχρι στιγμής. Μου έφερες τα όπλα;»

«Ναι.»

Της είχε ζητήσει να του φέρει όπλα γιατί πιθανώς να τα χρειαζόταν. Η Βλάστη θα τα προμηθευόταν από το Μαύρο Δόντι, ένα χωριό βορειοανατολικά της Θακέρκοβ, στις νότιες όχθες του ποταμού Κάλμωθ, το οποίο ήταν προκάλυμμα για διάφορες παράνομες δραστηριότητες και εμπόριο απαγορευμένων και δυσεύρετων πραγμάτων. Η Σιδηρά Δυναστεία είχε πολύ μεγάλη επιρροή εκεί.

Η γρυποκαβαλάρισσα τώρα πήρε έναν σάκο και ένα βαλιτσάκι από τη σέλα του γρύπα της και τα έδωσε στον Ζορδάμη. «Αυτά είναι.»

Ο Ζορδάμης την ευχαρίστησε και την πλήρωσε. Επειδή κάποιος ήταν της Σιδηράς Δυναστείας, αυτό δεν σήμαινε ότι σου αγόραζε όπλα ως δώρο. Το αντίθετο, μάλιστα.

Η Βλάστη πήρε τα λεφτά και, καθώς τα έκρυβε μέσα στα ρούχα της, έριξε μια ματιά στον ιερέα που ήταν γαντζωμένος πάνω στην Αγριελιά.

«Μην ανησυχείς γι’αυτόν,» της είπε ο Ζορδάμης· «είναι–»

«–ο Θεόδωρος. Τον ξέρω.» Χαμογέλασε.

«Δεν είναι της οικογένειας…;»

Η Βλάστη κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Είν’ ένας ιερέας της Λόρκης που μένει σε τούτες τις περιοχές.»

Ο Ζορδάμης τής είπε για το κατεστραμμένο χωριό λίγο πιο πέρα.

«Δεν τον ήξερα,» αποκρίθηκε εκείνη.

«Χτες βράδυ έγινε. Επομένως, οι κρυσταλλωμένοι δεν μπορεί νάναι μακριά.»

«Να προσέχεις, πάντως, Ραλίστα. Δεν αστειεύονται. Έχουν κάνει τρομερές ζημιές σ’ετούτα τα μέρη.»

«Αν οι άλλοι ραλίστες είναι ζωντανοί και αιχμάλωτοί τους, θα φροντίσω να τους πάρω από τα χέρια τους,» είπε ο Ζορδάμης. «Θα είσαι κάπου εδώ κοντά;»

«Μαντατοφόρος είμαι. Ξέρεις τη δουλειά μου. Τριγυρίζω στους τόπους γύρω από τη Θακέρκοβ.» Ανέβηκε στη σέλα του γρύπα της, και σύντομα το θηρίο πετούσε πάλι στους ουρανούς.

Ο Ζορδάμης έβαλε τα όπλα μέσα στο όχημά του και μετά έφυγε κι εκείνος από την Αγριελιά, αφήνοντας τον ιερέα της Λόρκης στις προσευχές και στα πτηνά του.

*

Είχαν περάσει εδώ και καμια εικοσαριά χιλιόμετρα τις σιδηροδρομικές γραμμές όταν αντίκρισαν το ερειπωμένο πανδοχείο.

Η Ελοντί πάτησε το φρένο και το όχημά της σταμάτησε. «Αυτό πρέπει να είναι. Το πανδοχείο όπου ο Ζορδάμης μάς είπε ότι οι κρυσταλλωμένοι επιτέθηκαν στους μισθοφόρους των χορηγών. Αν και αναρωτιέμαι πώς κατάφερε να το ανακαλύψει…» Δεν τους είχε εξηγήσει πώς· είχε αναφέρει μόνο ότι κάποιοι γνωστοί του, άνθρωποι εκ των έσω, του το είπαν.

Πάνω από το πανδοχείο και γύρω του πουλιά φτεροκοπούσαν.

«Αυτό είναι,» είπε ο Αργύριος. «Και μάλλον υπάρχουν νεκροί μέσα. Γι’αυτό βλέπεις τέτοιο γλέντι.»

«Πάμε να κοιτάξουμε.» Η Ελοντί άνοιξε την πόρτα της και βγήκε.

Ο Φίλιππος’χοκ και ο Αργύριος την ακολούθησαν. Ο πρώτος μουρμούριζε, συγχρόνως, κάποιο ξόρκι.

Τα πουλιά δεν φάνηκαν να θορυβούνται από την παρουσία τους· συνέχιζαν να φτεροκοπούν γύρω από το εγκαταλειμμένο πανδοχείο.

«Στο γκαράζ,» είπε ο Αργύριος, έχοντας τώρα τραβήξει ένα πιστόλι μέσα από την κάπα του, όπως και η Ελοντί. Με το άλλο του χέρι έδειχνε το οικοδόμημα πλάι στο πανδοχείο. «Αλλά προσεχτικά. Ίσως να μην είναι μόνο νεκροί εκεί μέσα.»

Η Ελοντί ένευσε.

Ο Φίλιππος’χοκ είπε: «Μόνο νεκροί είναι.»

Τον κοίταξαν ερωτηματικά.

«Μόνο νεκροί είναι,» τους διαβεβαίωσε ο μάγος, και η Ελοντί υπέθεσε ότι πρέπει κάπως να είχε ανιχνεύσει με τη μαγεία του για παρουσία ζωντανών ανθρώπων.

«Τα ξόρκια σου εντοπίζουν ακόμα κι αυτούς τους κρυσταλλωμένους;» τον ρώτησε.

«Ναι. Εκτός αν δεν σκέφτονται. Αν είναι μηχανές. Που δεν το νομίζω.»

Προχώρησαν με κάποια προσοχή, ωστόσο, και φτάνοντας στο γκαράζ είδαν ότι το εσωτερικό του ήταν γεμάτο πτώματα. Πουλιά, τσακάλια, και άγρια σκυλιά τα τσιμπούσαν, τα δάγκωναν, και τα μασουλούσαν. Τα μάτια των ζώων στράφηκαν στους παρείσακτους, γυαλίζοντας μέσα από τις σκιές του ερειπίου. Δυο σκυλιά άρχισαν να γαβγίζουν, και τα υπόλοιπα θηρία τα μιμήθηκαν: μεγάλος σαματάς ξεκίνησε. Κάποια ήρθαν προς τους τρεις ανθρώπους στην είσοδο του γκαράζ. Η Ελοντί, ο Αργύριος, και ο Φίλιππος’χοκ πυροβόλησαν με τα πιστόλια τους. Ένα σκυλί κι ένα τσακάλι σωριάστηκαν νεκρά· τα υπόλοιπα υποχώρησαν στο βάθος του χώρου, ή έτρεξαν να βγουν από ανοίγματα στους τοίχους. Τα πουλιά φτεροκόπησαν γρήγορα, φεύγοντας.

Η Ελοντί, ο Αργύριος, και ο Φίλιππος’χοκ μπήκαν στο γκαράζ βηματίζοντας με επιφύλαξη. Το μέρος δεν ήταν πολύ σκοτεινό γιατί είχε τρύπες στην οροφή του που επέτρεπαν στο μεσημεριανό φως να εισβάλλει. Τα πτώματα ήταν, σίγουρα, κάποιων ημερών και η αποφορά που απλωνόταν στον χώρο απαίσια· η Ελοντί έκανε συνειδητή προσπάθεια για να μην ξεράσει, νιώθοντας χολή να έρχεται στο στόμα της. Οι νεκροί, όμως, ήταν πολλοί και τα ζώα δεν τους είχαν ξεκοκαλίσει όλους ακόμα. Φαινόταν ότι κάποτε ήταν μισθοφόροι, από το ντύσιμό τους κι από τα όπλα τους.

Μερικοί ανάμεσά τους, ωστόσο, ήταν διαφορετικοί από τους υπόλοιπους. Ήταν ντυμένοι αλλιώς, κατά πρώτον, και όχι ίδια μεταξύ τους. Αλλά έμοιαζαν κανονικοί άνθρωποι· δεν τους τύλιγε καμια κρυσταλλική υφή.

Ο Φίλιππος’χοκ υποτονθόρυζε ξανά κάποιο ξόρκι.

Η Ελοντί είπε: «Δεν είναι μόνο μισθοφόροι εδώ.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Αργύριος.

«Δε σκοτώθηκε κανένας από τους κρυσταλλωμένους στη συμπλοκή; Πώς είναι δυνατόν; Πεθαίνουν κανονικά, όπως οι άνθρωποι. Ο Ζορδάμης μάς είπε ότι, στην ενέδρα, πυροβόλησε κάποιους απ’ αυτούς και τους είδε να πέφτουν.»

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης έμεινε σιωπηλός, αγγίζοντας ένα πτώμα – όχι μισθοφόρου – με τη μπότα του.

«Βρήκες τίποτα;» ρώτησε η Ελοντί τον Φίλιππο.

Εκείνος κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

Έφυγαν από το γκαράζ και βάδισαν μέσα στο υπόλοιπο πανδοχείο, μη βρίσκοντας άλλους νεκρούς.

«Μήπως είμαστε σε άλλο πανδοχείο;» είπε η Ελοντί. «Όχι σ’αυτό που σκοτώθηκαν οι μισθοφόροι των χορηγών;»

«Αποκλείεται,» είπε ο Φίλιππος’χοκ. «Αυτό είναι. Αλλιώς πρόκειται για εξωφρενική σύμπτωση.»

Ο Αργύριος μειδίασε αχνά μέσα από την κουκούλα της κάπας του, αλλά δεν μίλησε.

«Πάμε στο όχημα,» πρότεινε η Ελοντί, και κανένας δεν έφερε αντίρρηση.

Επέστρεψαν στον Γρύπα των Δρόμων και η ραλίστρια πάτησε το πετάλι της επιτάχυνσης, στρίβοντας το τιμόνι και βάζοντας το αγωνιστικό όχημα να κάνει κύκλους γύρω από το πανδοχείο – ολοένα και πιο γρήγορα – ολοένα και πιο γρήγορα. Το οικοδόμημα και το τοπίο φάνηκαν να λιώνουν έξω από τα παράθυρα. Η Ελοντί ήταν, τώρα, ένα με το όχημά της – η ψυχή του. Δεν είχε πια σώμα. Η Αίσθηση την είχε καταλάβει. Και μετά ξεπέρασε ακόμα και την Αίσθηση–

(ο χρόνος σταμάτησε)

Βλέπει μπροστά της ένα μεγάλο τσακάλι με δύο κεφάλια. Το ένα κεφάλι έχει κέρατο στο μέτωπο· το άλλο έχει δύο κέρατα, ένα δεξιά, ένα αριστερά, κυρτά προς τα πίσω.

Η Ελοντί πατά το φρένο και το όχημά της σταματά πάραυτα, σαν να μην έτρεχε πριν από λίγο, σαν ξαφνικά να πάγωσε. Τα πάντα είναι ήσυχα ολόγυρά του, γαλήνια. Και δεν είναι πια μεσημέρι: ένα απαλό λυκόφως απλώνεται παντού.

«Τι έγινε εδώ;» ρωτά η Ελοντί το τσακάλι.

Το μονοκέρατο κεφάλι χαμογελά. «Μεγάλο γεύμα!»

Το δικέρατο κεφάλι λέει: «Πολύς θάνατος.»

Η Ελοντί παρατηρεί το θηρίο. «Είσαι δαίμονας του Κάρτωλακ.» Δεν είναι ερώτηση.

«Θα τρώμε για μέρες και για νύχτες,» λέει το μονοκέρατο κεφάλι.

«Μια σύγκρουση έγινε εδώ, έτσι δεν είναι;» ρωτά η Ελοντί. «Άνθρωπο