ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΑΖΕΡΗΣ

 

 

 

Οι Μυσταγωγοί του Φεγγαριού

 

 

 

 

Αρχεία της Σιδηράς Δυναστείας

Βιβλίο Δ΄

 

 

 

 

Μια Ιστορία από το Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

 

 

 

 

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης
http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commons – http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/


Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνικό. Όλα τα ονόματα, τα πρόσωπα, και οι καταστάσεις είναι φανταστικά ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό, λογοτεχνικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά ονόματα, πρόσωπα, ή καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.

 

 

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
η ζωή στα Φέρνιλγκαν

 

 

ΟΡΓΙΣΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ

Η διορία έχει περάσει, κι ακόμα δεν έχει γίνει τίποτα. Ούτε αυτοί έχουν κάνει κάτι ούτε εγώ.

Κι όταν αγνοείς μια διορία που έχεις θέσει εσύ ο ίδιος στον εαυτό σου, τότε αισθάνεσαι πολύ άσχημα. Αισθάνεσαι τελείως ηλίθιος. Αισθάνεσαι ότι έχεις προδώσει την ψυχή σου.

Γιατί ακόμα περιμένω; Γιατί δεν κάνω κάτι;

Με κάθε μέρα που περνά μού γίνεται ολοένα και πιο φανερό, ολοένα και πιο βέβαιο, ότι τα καταραμένα μεγάλα αφεντικά της Σιδηράς Δυναστείας δεν πρόκειται ποτέ να με απελευθερώσουν από το χρέος. Είναι τέσσερα χρόνια τώρα από τότε που ξεπληρώνω, από τότε που ζω ως απλήρωτος δούλος μιας απρόσωπης οργάνωσης του υπόκοσμου της Σεργήλης, μιας παρασιτικής κοινωνίας παράλληλης της κανονικής – και παρατηρώ ορισμένες φορές ότι έχουν εκπληκτικά πολλές ομοιότητες οι δυο τους – ειρωνικά πολλές ομοιότητες. Είναι σαν η κρυφή κοινωνία της Σιδηράς Δυναστείας να αποτελεί θέατρο/σκιά της κανονικής κοινωνίας της Σεργήλης, ή σαν η κανονική κοινωνία της Σεργήλης να αποτελεί θέατρο/σκιά της Σιδηράς Δυναστείας. Ποτέ δεν μπορώ να αποφασίσω τι ακριβώς ισχύει. Δύο κόσμοι παράλληλοι. Ποιος είναι ο αληθινός κόσμος, και ποιος ο κόσμος-σκιά;

Εκείνο που ξέρω είναι ότι δεν θα δεχτώ να είμαι δούλος κανενός!

Κανονικά, ώς τώρα, έπρεπε να είχα κάνει κάτι. Έπρεπε, ίσως, να είχα ακολουθήσει τον δρόμο του Άφευκτου – να είχα αρχίσει να σκοτώνω τα μέλη της Σιδηράς Δυναστείας σαν παράφρονας εκδικητής σταλμένος από την οργισμένη ψυχή του Κάρτωλακ. Ή έπρεπε απλά να είχα φύγει από τη Σεργήλη, ταξιδεύοντας κάπου αλλού στο Γνωστό Σύμπαν – πράγμα όχι δύσκολο: η Σεργήλη είναι σταυροδρόμι ανάμεσα στις διαστάσεις, και γεμάτη διαστασιακά περάσματα. Τίποτα από αυτά τα δύο, όμως, δεν έχω κάνει ακόμα. Ίσως επειδή δεν τολμώ να γίνω ούτε φονιάς ούτε φυγάς.

Όμως σε τι μεταμορφώνομαι μέρα με τη μέρα; Από τότε που ήρθα εδώ, στη Χαρπόβη, και η διορία έχει πλέον περάσει, αισθάνομαι μια τρελή οργή να καταβροχθίζει την ψυχή μου. Δεν είμαι εγώ πια. Προ πολλού δεν είμαι εγώ. Δεν είμαι ο Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος, εκείνος ο ανέμελος ραλίστας που όλο ζητούσε περιπέτειες. Είμαι ένας άνθρωπος που ζει συγχρόνως σε δύο κόσμους, που γνωρίζει πράγματα απαγορευμένα για άλλους, που έχει συμμετάσχει σε πιο πολλές απάτες απ’ό,τι άλλοι έχουν τολμήσει να φανταστούν· ένας άνθρωπος που ξέρει πλέον ότι μια τρομερή αδικία διαπράττεται εις βάρος του.

Το χρέος μου στη Δυναστεία έπρεπε να είχε ξεπληρωθεί. Όμως κανένας δεν έχει έρθει να μου πει «Είσαι ελεύθερος τώρα»· κανένας δεν ξέρει καν πότε μπορεί να ξεχρεωθώ. Κανένας δεν ξέρει τίποτα σ’αυτή τη γαμημένη παρασιτική κοινωνία! Αλλά, συγχρόνως, όλα μοιάζουν να λειτουργούν βάσει κάποιου μυστηριώδους μηχανισμού. Κανένας δεν ξέρει τίποτα, μα κι ο καθένας μπορεί να ξέρει κάτι που ποτέ δεν φανταζόμουν… Μυστικά και απάτες, και αμοιβαίο συμφέρον – αυτό είναι η Σιδηρά Δυναστεία.

Στέκομαι τώρα στο μπαλκόνι του διαμερίσματός μου στη Χαρπόβη και, καπνίζοντας ένα τσιγάρο, ατενίζω προς τα βόρεια, πέρα από τη μεγαλούπολη, τους αχανείς δασότοπους Φέρνιλγκαν μέσα στη νύχτα. Τόσο άγριοι φαντάζουν, τόσο τρομαχτικοί και επικίνδυνοι. Αλλά αναρωτιέμαι αν τα θηρία και οι αγριάνθρωποι που ζουν εκεί είναι χειρότεροι από τους «πολιτισμένους» ανθρώπους που ζουν σε άλλα μέρη της Σεργήλης…

Ο Άφευκτος είχε δίκιο, τελικά, που είχε αρχίσει να τους σκοτώνει τον έναν μετά τον άλλο.

Δεν έπρεπε να σε είχα πολεμήσει, Σίλα, λέω στο φάντασμά του. Έπρεπε να είχα συμμαχήσει μαζί σου! Κατά πάσα πιθανότητα θα ήμουν νεκρός τώρα, αλλά όχι δούλος.

Εκτοξεύω το τελειωμένο τσιγάρο μου μακριά από το μπαλκόνι και βλέπω την καύτρα του να χάνεται μες στη νύχτα, πέφτοντας στον δρόμο από κάτω, όπου τώρα περνά ένα τετράκυκλο όχημα με τους μεταλλικούς τροχούς του να γρυλίζουν και τη μηχανή του να μουγκρίζει. Ελεεινό μηχάνημα, μου μοιάζει: ίσα που μπορεί να τραβήξει τα πόδια του. Η ψυχή μου ζητά να οδηγήσει ξανά αγωνιστικό όχημα: να τρέξω μέσα σε ράλι και να τους αφήσω όλους στη σκόνη μου!

«Μιάαααοοο…»

Το νιαούρισμα με κάνει να στραφώ δίπλα μου για ν’αντικρίσω την Κλεισμένη – τη γάτα που βρήκα κλεισμένη μέσα στο μπαούλο ενός διαμερίσματός μου στην Άντχορκ, πριν από κάποιο καιρό· τη γάτα με τις παράξενες υπερδιαστασιακές ιδιότητες, τις οποίες δεν έχω ξαναδεί να χρησιμοποιεί επειδή, μάλλον, δεν έχει βρει την ευκαιρία.

«Πεινάς, γκρινιάρα;» της λέω.

«Νιάαου…»

«Ψητό άνθρωπο τρως;»

Τεντώνει το ευλύγιστο σώμα της καθώς χασμουριέται. Το τρίχωμά της είναι μαύρο με γκρίζες ραβδώσεις. Η ουρά της ορθώνεται.

«Έχει ψητό συγγενή στον φούρνο,» της λέω. Ή, τουλάχιστον, θα έπρεπε να έχει, προσθέτω σιωπηλά, κι ανάβω κι άλλο τσιγάρο.

*

Μη μπορώντας να μείνω στο σπίτι, βγαίνω στους νυχτερινούς δρόμους μαζί με την Κλεισμένη και βαδίζω ώς την Πλατεία Δασών που δεν είναι μακριά από την πολυκατοικία μου. Στο κέντρο της βρίσκεται ο Ναός του Κάρτωλακ, ένα κατασκεύασμα από λαξευτή πέτρα και λαξευτό ξύλο, με τοίχους γεμάτους σκηνές από θηρία, δαίμονες, άγριους μαχητές, και άγρια δάση. Η είσοδός του μοιάζει έτοιμη να σε καταπιεί: σαν στόμα είναι· κι από πάνω της ορθώνονται μεγάλα κέρατα, τουλάχιστον έξι, που μοιάζουν να ξεφυτρώνουν από τον τοίχο, αλλά είναι κανονικά κέρατα ζώων, όχι λίθινα κατασκευάσματα.

Χαλασμός είχε γίνει εδώ πριν από μερικές ημέρες, την Πρώτη Εαρινή. Ήταν η Γιορτή της Μεγάλης Αφύπνισης των Θηρίων, μια γιορτή της θρησκείας του Κάρτωλακ, που διεξάγεται κυρίως στα Φέρνιλγκαν. Οι ιερωμένοι του Άρχοντα των Δασών τον τιμούν με οργιαστικές τελετουργίες καθώς η άνοιξη έχει μπει και όλα τα ζώα της πλάσης ξυπνάνε, η φύση θεριεύει και οι άνθρωποι επίσης.

Αισθάνομαι πως κι εγώ έχω πια θεριέψει, αλλά όχι μόνο εξαιτίας της άνοιξης ή του Κάρτωλακ. Ο Άφευκτος έρχεται στα όνειρά μου ορισμένες νύχτες, καλώντας με να μπω στο σώμα του και να γίνω αυτός, γελώντας μέσα από όποιον κόσμο των νεκρών βρίσκεται τώρα. Μια φορά ξύπνησα ουρλιάζοντας, και η Κλεισμένη μπήκε τρέχοντας στο υπνοδωμάτιό μου ατενίζοντας με με έκδηλη ανησυχία στα έξυπνα μάτια της. Κάπου-κάπου έχω την εντύπωση ότι αυτή η γάτα μπορεί να καταλάβει πολύ περισσότερα από άλλα ζώα – πολύ περισσότερα κι από κάποιους ανθρώπους, ίσως.

Γύρω από τον Ναό του Κάρτωλακ και την Πλατεία Δασών υπάρχουν αρκετά μπαρ και ταβέρνες. Πηγαίνω σ’ένα από τα πρώτα που ονομάζεται Φλογισμένα Κρασιά. Η Κλεισμένη μένει απέξω – δεν της αρέσουν τα μέρη με πολύ κόσμο – αλλά είμαι σίγουρος πως θα με ξανασυναντήσει όταν βγω. Το μαγαζί είναι σκιερό και με αρκετή πελατεία. Από το ηχοσύστημα ακούγεται ένα τραγούδι που δεν αναγνωρίζω αλλά νομίζω ότι πρέπει νάναι ενός καινούργιου συγκροτήματος που ονομάζεται Λυκοδαίμονες των Φέρνιλγκαν και, αναμενόμενα, είναι πιο ακουστό σε τούτες τις περιοχές. Οι ήχοι τους έχουν κάτι το πρωτόγονο· δεν ξέρω αν μπορώ να πω ότι μου αρέσουν, αλλά σίγουρα δεν τους αντιπαθώ κιόλας, όπως για παράδειγμα αυτούς των Ανέμων του Κενού που είναι σαν τσυρίδες λυσσασμένων ζώων. Ούτε η Κλεισμένη δεν κάνει έτσι όταν την έχουν πιάσει τα νεύρα της.

Παραγγέλνω μια μπίρα από τον άντρα πίσω από το μπαρ, και προτού καν έχω το ποτήρι μπροστά μου μια γυναίκα έρχεται και κάθεται πλάι μου ζητώντας μια Πράσινη Γαλανή. Το δέρμα της είναι γαλάζιο και τα μαλλιά της πράσινα και κοντά. Εύσωμη χωρίς νάναι χοντρή· γυμνασμένη μάλλον.

Ο άντρας του μπαρ μού φέρνει τη μπίρα μου, αλλά δεν έχει ακόμα προλάβει να φέρει την Πράσινη Γαλανή της άγνωστης γυναίκας όταν δυο άλλες γυναίκες και δυο άντρες πλησιάζουν και της προτείνουν να φύγει άμα θέλει το καλό της.

«Δεν είναι τα Φλογισμένα Κρασιά για λύκαινες σαν εσένα!» της λέει η μία. «Τράβα αλλού!»

Η γαλανόδερμη γυναίκα τούς ατενίζει με στενεμένα μάτια. «Δεν ενοχλώ κανέναν–»

«Μας ενόχλησες αρκετά όταν υπηρετούσες τους φίλους σου τους Παντοκρατορικούς,» της λέει ο ένας από τους άντρες. «Φύγε από δω!»

«Δεν υπηρετούσα τους Παντοκρατορικούς!»

Αλλά δεν την πιστεύουν, και εξακολουθούν να επιμένουν να φύγει. Ο οινοχόος δεν παρεμβαίνει, και ούτε της φέρνει την Πράσινη Γαλανή αν και βλέπω πως την έχει έτοιμη. Υποθέτω πως τούτη η γυναίκα πρέπει νάναι κάποια μισθοφόρος· η όλη της εμφάνιση αυτό υποδηλώνει, παρότι τώρα δεν κουβαλά φανερά όπλα επάνω της.

«Δεν έχει πειράξει κανέναν,» λέω στους τέσσερις που θέλουν να τη διώξουν. «Ήρθε απλά να πιει, πληρώνοντας όπως όλοι μας. Εσείς τραβάτε αλλού!»

«Και τι είσαι συ, ρε φίλε; Γκόμενός της;» με ρωτά ο ένας από τους δύο άντρες – μεγαλόσωμος, με δέρμα λευκό-ροζ και μακριά καστανά μαλλιά και μούσια.

«Κανένα Παντοκρατορικό τσιράκι, μάλλον, που έχει ξεμείνει στη Σεργήλη,» λέει η μια από τις δύο γυναίκες – λυγερή, με δέρμα κατάλευκο και σκούρα μπλε μακριά μαλλιά με τις δυο μπροστινές τούφες δεμένες πίσω.

«Να πάτε να γαμηθείτε,» τους λέω. «Δεν ήμουν με την Παντοκράτειρα όταν ακόμα υπήρχε· τώρα που δεν υπάρχει θα γίνω ξαφνικά Παντοκρατορικός; Και την κυρία ούτε την ξέρω, αλλά–»

«Τότε βούλωστο προτού η μούρη σου αρπάξει κλοτσιές!» με απειλεί ο άντρας με τα μούσια και τα μαλλιά.

«Στρίβετε,» τους λέω. «Πηγαίντε στο Ναό του Κάρτωλακ παραδίπλα να φιλήσετε κάνα παπάρι αρκούδας από τα Φέρνιλγκαν–»

«Ε!» φωνάζει ο οινοχόος. «Ήρεμα, και μη βρίζετ’ έτσι εδώ μέσα!»

Αλλά η οργή μου έχει φουντώσει πάλι, όπως φουντώνει συχνά τελευταία, και συνεχίζω: «Δρόμο, αλλιώς–»

Ο άντρας με τα μούσια και τα μαλλιά μ’αρπάζει από το μπράτσο λέγοντα: «Θα φύγεις μαζί με την Παντοκρατορική γκόμενά σου, γαμιόλη!» και κάνει να με τραβήξει απ’το σκαμνί όπου κάθομαι. Δε φέρνω αντίσταση, για να μη σωριαστώ· πατάω στα πόδια μου καθώς κατεβαίνω απ’το ψηλό σκαμνί και, συγχρόνως, γυρίζω το ποτήρι μου, απότομα, και το κοπανάω στο κεφάλι του.

Θρύψαλα γυαλιού και μπίρα τινάζονται ολόγυρα, μαζί με λίγο αίμα κι ένα σπασμένο δόντι, καθώς ο άντρας με τα μούσια και τα μαλλιά πέφτει στο πάτωμα.

Ο άλλος άντρας – ένας ψηλός μα όχι τόσο μεγαλόσωμος τύπος, με πράσινο δέρμα και επίσης μακριά μαλλιά και μούσια, αλλά μαύρα, όχι καστανά – γρυλίζει: «Είθε να σε λυπηθεί η Λόρκη η μάνα σου, καταραμένε!» και κάνει να μου ορμήσει τραβώντας ένα μεγάλο μαχαίρι μέσα από τα ρούχα του. Η γαλανόδερμη γυναίκα, όμως, την οποία ήθελαν να διώξουν βρίσκεται στο δρόμο του, εξακολουθώντας να είναι καθισμένη στο σκαμνί της ένα βήμα πριν από εμένα· και, καθώς ο πρασινόδερμος κάνει να με ζυγώσει, το ένα μποτοφορεμένο πόδι της τινάζεται ξαφνικά και τον κλοτσά στα παπάρια. Ο άντρας διπλώνεται με μια κραυγή.

Και τότε ο καυγάς φουντώνει. Η λυγερή κατάλευκη γυναίκα χιμά σαν αγρίμι των Φέρνιλγκαν στη γαλανόδερμη, ρίχνοντάς την από το σκαμνί και πέφτοντας κάτω μαζί της: αρχίζουν να παλεύουν, ουρλιάζοντας, δαγκώνοντας και χτυπώντας με γροθιές και γόνατα. Η άλλη γυναίκα – που μοιάζει πιο άγρια από τις δύο προηγούμενες μαζί, μαυρόδερμη, με μάτια σαν σχισμάδες και κοντό γαλανό μαλλί φτιαγμένο καρφάκια – ορμά καταπάνω μου συρίζοντας ερπετοειδώς κι απλώνοντας προς το μέρος μου χέρια που θυμίζουν πόδια θηρίου με γαμψά νύχια. Απομακρύνω γρήγορα το πρόσωπό μου και τη γρονθοκοπώ δυνατά στα πλευρά, κάνοντάς τη να διπλωθεί.

«Κόφτε το!» φωνάζει ο οινοχόος πίσω μου, αλλά κανένας δεν του δίνει σημασία. «ΚΟΦΤΕ ΤΟ!»

Τραβάω το πιστόλι μου από το εσωτερικό της ελαφριάς κάπας μου και, γυρίζοντάς το στην αναισθητοποίηση, πυροβολώ τη μαυρόδερμη γυναίκα. Ενέργεια εκτοξεύεται από την κάννη, τρίζοντας και φωτίζοντας. Το σώμα της γυναίκας τραντάζεται και, ύστερα, πέφτει κάτω λιπόθυμη.

Ο άντρας τον οποίο είχα χτυπήσει στο κεφάλι με το ποτήρι μου σαλεύει, κάνει να σηκωθεί· στρέφω το πιστόλι προς τη μεριά του και τραβάω τη σκανδάλη ξανά. Ενέργεια τον τυλίγει· ουρλιάζει, κλοτσώντας άγρια, ανατρέποντας μια καρέκλα από δίπλα, προτού μείνει ακίνητος.

Αυτός που είχε δεχτεί την κλοτσιά της γαλανόδερμης γυναίκας δεν έχει χάσει το μαχαίρι από το χέρι του και τώρα, γρυλίζοντας και τρίζοντας τα δόντια, ακόμα διπλωμένος, πηγαίνει προς τα εκεί όπου η γαλανόδερμη γυναίκα και η κατάλευκη παλεύουν, κι αρπάζει την πρώτη απ’τα μαλλιά ενώ υψώνει τη λεπίδα του.

«ΠΙΣΩ!» του φωνάζω σημαδεύοντάς τον, αν και το πιστόλι μου δεν έχει άλλη ενεργειακή ριπή· ύστερα από δύο η μπαταρία εξαντλείται. Θα μπορούσα, όμως, να του ρίξω με σφαίρες του καριόλη και να τον αποτελειώσω. «Πίσω γιατί θα σε στείλω στον Νεκροφύλακα!»

Ο άντρας αφήνει τα μαλλιά της γαλανόδερμης γυναίκας και οπισθοχωρεί ατενίζοντας με με οργή. Το χέρι του πάει στην πίσω μεριά της ζώνης του–

«Μην το τραβήξεις!» τον προειδοποιώ.

Και μετά παρατηρώ ότι ο άντρας του μπαρ έχει υψώσει μια μεγάλη καραμπίνα και με σημαδεύει. «ΕΞΩ ΑΠ’ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ, ΤΩΡΑ!» γκαρίζει.

Την ίδια στιγμή η γαλανόδερμη γυναίκα, ύστερα από μια τελευταία γροθιά στο πρόσωπο της λευκόδερμης, σηκώνεται όρθια, λαχανιασμένη, με αίμα να τρέχει από την άκρια του στόματός της.

«ΕΞΩ ΑΠ’ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ ΜΟΥ!» επιμένει ο οινοχόος με την καραμπίνα. «Βγείτε, γιατί μα τους θεούς–!»

«Γαμιέσαι εσύ και το μαγαζί σου,» του λέω, «με τέτοιους λυσσασμένους σκύλους που μαζεύονται εδώ πέρα και φιλήσυχοι άνθρωποι δεν μπορούν να πιουν ήρεμα το ποτό τους.» Τραβάω ένα χαρτονόμισμα από την τσέπη μου και το ρίχνω πάνω στον πάγκο. Ύστερα, χωρίς να κρύψω το πιστόλι μου, βαδίζω προς την έξοδο του μπαρ.

Η γαλανόδερμη γυναίκα μ’ακολουθεί, αφού κάνει μια προσβλητική χειρονομία πίσω της – τη βλέπω με μια φευγαλέα ματιά πάνω απ’τον ώμο μου.

«Προσπαθείς να σκοτωθείς, ραλίστα;» με ρωτά μια γνώριμη φωνή καθώς βγαίνω από τα Φλογισμένα Κρασιά.

Ένας άντρας στέκεται παραδίπλα, σαν σκιά. Φορά κάπα και καπνίζει· μόνο η καύτρα του τσιγάρου κάνει το πρόσωπό του να διακρίνεται λιγάκι μέσα απ’το σκοτάδι της κουκούλας του.

«Τι σκατά θες, Αχιλλέα;» του λέω. «Σ’έβαλε η οικογένεια να με παρακολουθείς;» Είναι άνθρωπος της Σιδηράς Δυναστείας, με τον οποίο έχω ήδη συνεργαστεί μια φορά τις ημέρες που βρίσκομαι εδώ, στη Χαρπόβη. Κλεφταποδόχος και έμπορος διάφορων παράξενων και ναρκωτικών ουσιών, από Ανάσα του Δράκοντα μέχρι νίσβεν και πράγματα που δεν ξέρω καν πώς λέγονται. Το κωδικό του όνομα μέσα στη Δυναστεία είναι ο Μαστροκλέφτης.

«Κατά τύχη σε πέτυχα,» μου απαντά. Και ρίχνοντας ένα βλέμμα στη γαλανόδερμη γυναίκα, που έχει σταματήσει πλάι μου: «Τι μέρος του λόγου είναι;» με ρωτά.

«Τίποτα. Άγνωστη.»

«Συγνώμη, μαντάμ,» της λέει ο Μαστροκλέφτης. «Μπορείς να την κάνεις, γιατί θέλω να πω δυο κουβέντες με το φίλο μου από δω;»

Εκείνη ανασηκώνει τους ώμους, σιωπηλά, κι απομακρύνεται κατευθυνόμενη προς το κέντρο της Πλατείας Δασών.

Ο Αχιλλέας βαδίζει μέσα στις πυκνές σκιές, και τον ακολουθώ.

«Τι συμβαίνει, ραλίστα; Έχεις πρόβλημα;»

«Εκτός απ’το ότι χρωστάω σε κάτι γαμημένους πούστηδες του υπόκοσμου οι οποίοι δε μ’αφήνουν να ξεπληρώσω, όχι, κανένα πρόβλημα, όλα είναι άψογα στη Σεργήλη.»

«Και πρέπει να δέρνεσαι με άσχετους μαλάκες σε μπαρ όπως τα Φλογισμένα Κρασιά; Κι εγώ χρωστούσα κάποτε, ξέρεις. Απορώ πώς έχεις καταφέρει να μείνεις ζωντανός ώς τώρα! Νομίζεις ότι θα ξεπληρώσεις μέσα στους πρώτους δυο μήνες που έκανες μερικές μικροδουλ–»

«Ποιους πρώτους δυο μήνες, γαμώ τα βυζιά της Λόρκης; Ο τέταρτος χρόνος είν’ αυτός!»

«Θα ξεπληρώσεις, λοιπόν, σύντομα.»

«Ναι – εκτός αν δεν ξεπληρώσω ποτέ. Οπότε, τι γίνεται;»

«Κι εγώ χρωστούσα, σου είπα, δε μ’άκουσες;»

«Κι άλλοι χρωστάνε και δεν έχουν ξεπληρώσει, και δουλεύουν χρόνια και χρόνια για τη Δυναστεία. Κάποιοι, επίσης, έχουν πεθάνει χρωστώντας. Τους έχω δει να πεθαίνουν, Αχιλλέα…» Οι τελευταίες στιγμές του Καρβέτλου, εκείνου του άθλιου προφήτη της συμφοράς, περνάνε μπροστά από τα πνευματικά μάτια μου σαν εικόνες από οθόνη που ξαφνικά ανάβει και σβήνει σταλμένη από την ίδια τη Λόρκη την Κυρά της Απάτης.

«Και προσπαθείς να τους μοιάσεις;» μου λέει ο Αχιλλέας μ’ένα κοφτό γέλιο. «Αν πάντως συνεχίσεις έτσι, σύντομα θα τα καταφέρεις· νάσαι σίγουρος, ε.» Πετά κάτω το τσιγάρο του και το πατά ενώ εξακολουθούμε να βαδίζουμε.

«Τέλος πάντων,» του λέω, «δεν έχω όρεξη για μαλακίες νυχτιάτικα–»

«Την ακριβώς αντίθετη εντύπωση δίνεις.»

«Έχεις κάτι ουσιαστικό να μου πεις; Κάτι για τη Δυναστεία;»

«Να προσέχεις τι λες σε αγνώστους, μόνο αυτό,» τονίζει ο Αχιλλέας, αναφερόμενος αναμφίβολα στη γαλανόδερμη γυναίκα.

Ρουθουνίζω αποδοκιμαστικά. «’Ντάξει, μη φοβάσαι, δε θα μαθευτεί τίποτα για την οργάνωσή σας· κι άμα τύχει και πω κάτι, μπορείτε πάντα να με καθαρίσετε στα γρήγορα.»

Του γυρίζω την πλάτη κι απομακρύνομαι, αρχίζοντας να βαδίζω προς το σπίτι μου. Ο Αχιλλέας δεν μ’ακολουθεί.

Καθοδόν συναντώ την εύσωμη γαλανόδερμη γυναίκα με τα κοντά πράσινα μαλλιά, η οποία τώρα έχει πια σκουπίσει το αίμα από την άκρη του στόματός της.

«Ευχαριστώ,» μου λέει, «για… ό,τι έγινε στο μπαρ.»

«Ήμουν τσαντισμένος ούτως ή άλλως,» της λέω.

Χαμογελά. «Φαινόταν. Πώς σε λένε;»

«Ζορδάμη.» Δεν κάνω καν τον κόπο να της πω ψεύτικο όνομα· γιατί, άλλωστε;

«Βατράνια,» συστήνεται.

«Είν’ αλήθεια ότι κάποτε δούλευες για τους Παντοκρατορικούς;» τη ρωτάω καθώς βαδίζουμε. «Είσαι μισθοφόρος, δεν είσαι;»

«Ναι· το κατάλαβες, ε; Ότι είμαι μισθοφόρος, εννοώ. Αλλά όχι, δεν υπηρετούσα τους Παντοκρατορικούς.»

Δεν ξέρω αν θάπρεπε να την πιστέψω, όμως δεν έχει και πολύ σημασία. Βαδίζουμε προς την πολυκατοικία μου σαν να τόχουμε συμφωνήσει σιωπηλά, και η Κλεισμένη δεν αργεί νάρθει κοντά μας.

«Σε ξέρει;» με ρωτά η Βατράνια.

«Ναι. Συγκατοικούμε.»

Η Κλεισμένη νιαουρίζει.

Φτάνουμε στην πολυκατοικία κι ανεβαίνουμε, μέσω ανελκυστήρα, στο διαμέρισμά μου για να κεράσω τη Βατράνια το ποτό που δεν ήπιε στο μπαρ και για να πιω κι εγώ τη μπίρα που έσπασα στο κεφάλι εκείνου του λεχρίτη. Τελικά, όμως, κάνουμε έρωτα πρώτα επάνω στον καναπέ του σαλονιού, ενώ η Κλεισμένη μάς παίρνει μάτι κρυμμένη κάτω από μια καρέκλα. Μετά πίνουμε τα ποτά (ενώ η Κλεισμένη εξακολουθεί να μας παίρνει μάτι κάτω από την καρέκλα).

«Γιατί σε αντιπαθούν αυτοί;» ρωτάω τη Βατράνια. «Επειδή πιστεύουν ότι κάποτε υπηρετούσες τους Παντοκρατορικούς;»

«Όχι· υπάρχουν κι άλλοι λόγοι… Γιατί σε είπε εσένα ‘ραλίστα’ εκείνος ο τύπος έξω απ’το μπαρ; Είσαι ραλίστας;»

«Απλώς οδηγώ καλά,» λέω ψέματα.

Μετά από λίγο ξανακάνουμε έρωτα, και κοιμόμαστε τελικά στο κρεβάτι του υπνοδωματίου.

Το πρωί, η Βατράνια ντύνεται νωχελικά και φεύγει. Δε νομίζω ότι ανταλλάσσουμε παραπάνω από πέντε κουβέντες. Η Κλεισμένη μού μοιάζει ανακουφισμένη που είμαστε και πάλι μόνοι οι δυο μας. Της γεμίζω ένα κύπελλο με γάλα και το αφήνω σε μια γωνία του σαλονιού, για να πάει πιει. Ύστερα ψήνω έναν καφέ για τον εαυτό μου.

Ο επικοινωνιακός δίαυλος του σπιτιού κουδουνίζει. Πατάω το κουμπί και τον ανοίγω. Είναι ο Ύαν Έπαρχος, και δεν με καλεί για να με βρίσει για ό,τι έγινε χτες στο μπαρ. Δε νομίζω ότι καν ξέρει τι έγινε χτες στο μπαρ. Με καλεί γιατί η Σιδηρά Δυναστεία έχει ξανά μια δουλειά για εμένα.

ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΤΟ

Μου έχουν δώσει ένα τετράκυκλο όχημα με δυνατούς ατρακτοειδείς τροχούς κι αρκετά ευρύχωρη καρότσα, ιδανικό για τα άτσαλα εδάφη των Φέρνιλγκαν. Δεν είναι, όμως, δικό μου ασφαλώς· στη Δυναστεία ανήκει· εγώ απλώς τυχαίνει να είμαι, αυτές τις μέρες, ο οδηγός του. Το έχω σταθμεύσει σ’ένα γκαράζ κοντά στην πολυκατοικία μου, όπως συνήθως, και τώρα πηγαίνω εκεί για να το πάρω. Η Κλεισμένη με ακολουθεί, μοιάζοντας να μη θέλει να μ’αφήσει από τα γατίσια μάτια της· ίσως να φοβήθηκε μ’αυτά που έγιναν χτες βράδυ.

Οδηγώ το όχημα στη Γενική Αγορά της Χαρπόβης, όπου ο Ύαν μού είπε ότι θα με περιμένει. Και πράγματι, εδώ είναι. Τον βλέπω να στέκεται έξω από μια ανοιχτή ταβέρνα, με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά του και μια ελαφριά, ανοιξιάτικη κάπα επάνω του η οποία είναι καταφανές ότι κρύβει όπλα. Πράγμα που δεν με εκπλήσσει. Ο Ύαν είναι μισθοφόρος – και, μάλιστα, καλός – δεν περίμενα ότι θα ερχόταν άοπλος, αφού έχουμε να κάνουμε κάποια δουλειά για τη Σιδηρά Δυναστεία. Εκείνος, βέβαια, μάλλον θα πληρωθεί γι’αυτή τη δουλειά, εγώ όχι: ό,τι κάνω το κάνω για την αποπληρωμή του χρέους μου που μοιάζει ατελείωτο.

Το δέρμα του Ύαν είναι κατάμαυρο σαν μελάνη, και τα μάτια του μαβιά και έντονα, λες κι έπρεπε ν’ανήκουν στο πρόσωπο κάποιου εξωδιαστασιακού δαίμονα. Την ίδια στιγμή που τον βλέπω υποθέτω ότι με βλέπει κι εκείνος γιατί, προτού σταματήσω το όχημά μου, αρχίζει νάρχεται προς το μέρος μου.

Και δεν είναι μόνος. Μια γυναίκα τον ακολουθεί, που το δέρμα της είναι τόσο λευκό όσο το δικό του είναι μαύρο. Μόνο τα μαλλιά τους μοιάζουν να συμφωνούν στο χρώμα, καθώς και των δύο είναι καστανά, αν και ο Ύαν τα έχει κουρεμένα κοντά ενώ εκείνη μακριά ώς τους ώμους. Τη γνωρίζω, φυσικά, δεν μου είναι άγνωστη. Ονομάζεται Αλκυόνη’σαρ και, όπως υποδηλώνει η κατάληξη του ονόματός της, είναι μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών. Την είχα ξανασυναντήσει πριν από κάποιους μήνες στη Νίρβεκ, και τότε είχαμε ταξιδέψει – εκείνη, εγώ, και ο Ζορζ ο Βουτηχτής – έξω από τη Σεργήλη, στο Σύμπλεγμα, για μια δουλειά της Δυναστείας. Στη Χαρπόβη δεν είναι η πρώτη φορά που τη βλέπω· εξάλλου, εδώ κατοικεί κυρίως, γιατί από εδώ κατάγεται. Φορά, τώρα, κι αυτή ελαφριά κάπα και μοιάζει πως θα έρθει μαζί μας.

Ο Ύαν ανοίγει μια από τις πόρτες του οχήματός μου και μπαίνουν κι οι δυο τους, καθίζοντας πίσω μου, στην καρότσα. Ο μισθοφόρος βγάζει ένα τουφέκι κάτω από την κάπα του και το αφήνει παραδίπλα. Έχει επάνω ξιφολόγχη, παρατηρώ: μια μεγάλη, επικίνδυνη λεπίδα, λιγάκι λοξή, η οποία δείχνει τρομαχτική.

«Ποιον πάμε να σκοτώσουμε;» ρωτάω, ενώ η Κλεισμένη βγάζει ένα έντονο νιαούρισμα από το κάθισμα δίπλα μου.

«Τι θέλει η γάτα εδώ, ραλίστα;» λέει ο Ύαν.

«Έχεις πρόβλημα με τη γάτα μου;»

Ο Ύαν στρέφει το βλέμμα του στη μάγισσα. «Θα του πεις εσύ, ή εγώ;»

Η Αλκυόνη’σαρ ανασηκώνει τους ώμους. «Πες του το εσύ, το ίδιο είναι.»

Ο Ύαν μού εξηγεί ότι χτες, μες στη νύχτα, πάρθηκε από έναν επιστήμονα της οικογένειας μια συσκευή παρατήρησης των ουρανών – του φεγγαριού, κυρίως – και υποτίθεται ότι είναι ειδικά φτιαγμένη, και πολύτιμη. Κάποιοι εισέβαλαν, απρόσκλητοι, στο εργαστήριό του για να την κλέψουν. Ο επιστήμονας χτυπήθηκε από τους ληστές αλλά, ευτυχώς, όχι πολύ άσχημα, και κατάφερε, μέσω πομπού, να ειδοποιήσει τον Μαστροκλέφτη ο οποίος αμέσως έστειλε ανθρώπους μας. Επειδή ο επιστήμονας βρισκόταν υπό φρούρηση οι πράκτορές μας δεν ήταν μακριά και μπόρεσαν εύκολα να κατασκοπεύσουν τους ληστές–

«Ο Αχιλλέας δεν μου τα είπε αυτά, όταν τον είδα χτες,» διακόπτω τον Ύαν.

«Τον είδες χτες; Πότε;»

«Στην Πλατεία Δασών, καθώς έβγαινα από ένα μπαρ. Τέλος πάντων, συνέχισε.» Μάλλον ο Μαστροκλέφτης δεν το είχε κρίνει σκόπιμο να μου αναφέρει τίποτα επειδή βρισκόμουν στην κατάσταση που βρισκόμουν. Όχι πως, δηλαδή, το να κρατά κανείς μυστικά δεν είναι συνηθισμένη πρακτική μέσα στη Δυναστεία…

«Δύο πράκτορές μας ακολούθησαν τους κλέφτες μες στους δρόμους της Χαρπόβης,» μου λέει ο Ύαν, «και τους είδαν ν’ανεβάζουν τη συσκευή σ’ένα κάρο που το τραβούσε ένα άλογο και να την πηγαίνουν προς τα βορειοδυτικά. Βγήκαν από την πόλη και σταμάτησαν, τελικά, στον Στοιχειωμένο Νερόμυλο. Πήραν τη συσκευή από το κάρο και τη μετέφεραν στο εσωτερικό του–»

«Και γιατί οι πράκτορές μας δεν προσπάθησαν να τους εμποδίσουν;»

«Γιατί δεν ήταν αυτή η δουλειά τους, ραλίστα. Επιπλέον, οι συγκεκριμένοι δεν είναι μαθημένοι να κάνουν επιθέσεις· μόνο για μάτια και γι’αφτιά είναι καλοί.»

«Τους γνωρίζω;»

«Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει αυτό που πρέπει τώρα να κάνουμε: να πάμε στον Στοιχειωμένο Νερόμυλο και να πάρουμε πίσω τη συσκευή. Ξέρεις πού είναι ο νερόμυλος;»

«Κανένα χιλιόμετρο απόσταση από την πόλη, σωστά;»

Ο Ύαν νεύει καταφατικά.

«Και πάμε μόνο εμείς οι τρεις;» λέω. «Χωρίς να ξέρουμε τι αντίσταση μπορεί να συναντήσουμε;»

«Δεν πρέπει νάναι πάνω από πέντε άνθρωποι στον νερόμυλο, σύμφωνα μ’ό,τι ξέρουμε,» αποκρίνεται ο Ύαν. «Θα τους αναλάβω χωρίς δυσκολία.»

Τον πιστεύω· το ξέρω πως είναι καλός στη δουλειά του.

«Κι εσύ,» συνεχίζει, «βρίσκεσαι μαζί μας για να φύγουμε γρήγορα αν χρειαστεί.»

«Σε τι περίπτωση μπορεί να χρειαστεί;»

«Στην περίπτωση που έρθουν ξαφνικά κι άλλοι για να μας καταδιώξουν.»

«Από πού να έρθουν; Αν είναι μόνο πέντε στον νερόμυλο–»

«Αυτοί οι άνθρωποι,» με πληροφορεί ο Ύαν, «υποψιαζόμαστε πως είναι από τους Απόστολους του Κάρτωλακ.»

«Την καινούργια αίρεση;»

«Ναι.»

Στρέφω το βλέμμα μου στην Αλκυόνη’σαρ. «Εσένα γιατί σ’έχουμε μαζί, μάγισσα;»

«Επειδή είναι μάγισσα, προφανώς,» απαντά ο Ύαν αντί για εκείνη.

«Ίσως να με χρειαστείτε,» λέει μόνο η Αλκυόνη’σαρ.

«Τι είδους συσκευή είναι αυτή που ψάχνουμε; Κάποιο τηλεσκόπιο;» ρωτάω. «Και ποιος είναι ο επιστήμονας απ’τον οποίο την έκλεψαν;»

«Δε σ’ενδιαφέρουν αυτά,» μου λέει ο Ύαν. «Ας μη χάνουμε τώρα άλλο χρόνο. Ξεκινάμε.»

Πατάω το πετάλι και οδηγώ μέσα στους δρόμους της Χαρπόβης, προς τα βορειοδυτικά. «Το τι συσκευή ψάχνουμε νομίζω πως σίγουρα μ’ενδιαφέρει. Πώς θα την αναγνωρίσω αν τη δω;»

Η Αλκυόνη’σαρ μού δίνει ένα χαρτί πάνω από τον ώμο μου. Το παίρνω στο ένα χέρι και, ενώ οδηγώ, το κοιτάζω. Επάνω του έχει ζωγραφισμένο διαγραμματικά κάτι που, όντως, θυμίζει τηλεσκόπιο αλλά με μηχανισμούς γύρω του τους οποίους δεν έχω ξαναδεί. «Μάλιστα,» λέω. «Σ’ευχαριστώ, μάγισσα.» Και της επιστρέφω το χαρτί.

Γι’ακόμα μια φορά, λοιπόν, πηγαίνουμε να σκοτωθούμε χωρίς να παίρνουμε ήλιο τσακιστό από την υπόθεση. Εγώ, τουλάχιστον· μη γενικεύουμε.

Βγάζω το όχημά μου από τη Χαρπόβη και το οδηγώ στα περίχωρά της, στην ύπαιθρο, κοντά στις όχθες του ποταμού Τούμβρηθ. Σύντομα, μέσα στον πρωινό ήλιο, πίσω από αρκετά δέντρα, αντικρίζω τον Στοιχειωμένο Νερόμυλο. Το οικοδόμημα είναι εγκαταλειμμένο εδώ και πολλά χρόνια, απ’ό,τι ξέρω, γιατί πραγματικά θεωρείται στοιχειωμένο: φέρεται πως δαίμονες ή παγιδευμένες ψυχές κατοικούν στο εσωτερικό του – αναλόγως ποιες ιστορίες θ’ακούσεις.

Σταματάω το όχημά μου, γιατί δεν μπορώ να το βάλω να διασχίσει την κατάφυτη περιοχή· τα δέντρα είναι πολύ κοντά το ένα στο άλλο, και το μονοπάτι που περνά ανάμεσά τους πολύ στενό.

«Είναι αλήθεια ότι το μέρος είναι στοιχειωμένο, μάγισσα;» ρωτάω.

«Ναι,» λέει η Αλκυόνη’σαρ δείχνοντας αγχωμένη – πράγμα που είναι ιδίωμα του χαρακτήρα της, έχω πια συμπεράνει: αγχώνεται εύκολα.

«Το έχεις ερευνήσει, δηλαδή;»

Ο Ύαν μού δίνει ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο, βγάζοντάς το από τον σάκο του. «Φόρα το ραλίστα, για καλό και για κακό.»

«Θάρθω μαζί σας;»

«Νόμιζες ότι θα σ’αφήναμε εδώ μόνο σου, να βαριέσαι;»

Καθώς βάζω το γιλέκο, ρωτάω τη μάγισσα: «Τον έχεις, λοιπόν, ερευνήσει τον νερόμυλο, Αλκυόνη; Υπάρχουν όντως δαίμονες; Υπάρχουν παγιδευμένες ψυχές;»

«Υπάρχει έντονη δράση από πνευματικές οντότητες,» αποκρίνεται εκείνη, και μετά βγαίνει από το όχημα μαζί με τον Ύαν, ο οποίος κρατά στα χέρια του το τουφέκι με την ξιφολόγχη και το οπλίζει. Η Αλκυόνη’σαρ βγάζει ένα πιστόλι.

Έχοντας φορέσει το αλεξίσφαιρο γιλέκο, τους ακολουθώ έξω και βγάζω κι εγώ το πιστόλι μου.

Πλησιάζουμε τον παλιό νερόμυλο με προσοχή, χρησιμοποιώντας τη βλάστηση της δεντρόφυτης περιοχής για κάλυψη. Η Κλεισμένη έρχεται μαζί μας, βαδίζοντας αθόρυβα. Ατενίζοντας το πέτρινο οικοδόμημα πλάι στον ποταμό δεν μπορώ να διακρίνω κανέναν στο εσωτερικό του. Δεν υπάρχει κάποιο έντονο φως, ούτε κάποιος θόρυβος έρχεται από μέσα. Ο μεγάλος τροχός, φυσικά, είναι ακίνητος· δεν λειτουργεί πια.

«Αν έχουν φύγει;» ρωτάω τον Ύαν.

«Θα πρέπει να τους εντοπίσουμε.»

Η Αλκυόνη’σαρ λέει: «Δε νομίζω ότι κάποιος θα έφερνε το μηχάνημα εδώ για να το πάει αλλού.»

«Εκτός αν περίμενε ποταμόπλοιο,» προσθέτει ο Ύαν, και κατευθύνεται πρώτος προς την είσοδο του Στοιχειωμένου Νερόμυλου, σκυμμένος.

Ένα δυνατό ουρλιαχτό αντηχεί από το εγκαταλειμμένο οικοδόμημα, το οποίο δεν νομίζω πως προέρχεται από δαίμονες ή φαντάσματα. Ο Ύαν δεν πτοείται, δεν σταματά την πορεία του, κι εμείς ήδη έχουμε αρχίσει να τον ακολουθούμε.

Δύο πυροβολισμοί πέφτουν από το εσωτερικό του νερόμυλου – άστοχοι ευτυχώς. Όπως το υποψιαζόμουν, άνθρωπος ήταν αυτός που ούρλιαξε πριν, προκειμένου να μας τρομάξει· και τώρα που είδε ότι δεν τρομάζουμε αποφάσισε να γίνει πιο δραστήριος.

Ο Ύαν κολλά πάνω στον τοίχο στη μια μεριά της εισόδου, κι εγώ και η Αλκυόνη τον μιμούμαστε κολλώντας πάνω στον τοίχο στην άλλη μεριά της εισόδου.

Οι πυροβολισμοί – που σίγουρα ήρθαν από την είσοδο – παύουν, και ουρλιαχτά αντηχούν ξανά.

Η Κλεισμένη συρίζει κοντά στα πόδια μου – συρίζει πολύ έντονα, και γυρίζω να την κοιτάξω. Ορμά προς την είσοδο, μπαίνοντας στον νερόμυλο, και έχω ξαφνικά την εντύπωση – όχι, όχι απλώς την εντύπωση – τη βλέπω να διογκώνεται, να γίνεται τεράστια! Μια γάτα στο ύψος αλόγου!

«Τι…» ακούω την Αλκυόνη’σαρ να ψελλίζει δίπλα μου, ξαφνιασμένη, ενώ από το εσωτερικό του Στοιχειωμένου Νερόμυλου τα ουρλιαχτά αλλάζουν: γίνονται ουρλιαχτά τρόμου τώρα, και είναι πραγματικά, όχι θεατρικά. Κάποιος κραυγάζει ξέφρενα: «Δαίμονας! ΔΑΙΜΟΝΑΣ!»

Αλλά μετά η Κλεισμένη εξαφανίζεται – χάνεται τελείως. Και ο Ύαν (που, παραδόξως, δεν μοιάζει νάχει εκπλαγεί καθόλου) τινάζεται αμέσως μέσα στον νερόμυλο, πέφτοντας στο πάτωμα και πυροβολώντας.

Γονατίζοντας κοιτάζω από την άκρια της παλιάς πόρτας, κρατώντας το πιστόλι μου υψωμένο με τα δύο χέρια. Στο εσωτερικό βλέπω ότι ήδη ένας άντρας έχει σωριαστεί αιμόφυρτος από τις ριπές του μισθοφόρου, και μια γυναίκα πέφτει τώρα, κραυγάζοντας, καθώς τα πόδια της και η κοιλιά της γεμίζουν αίμα. Ένας τρίτος άντρας υψώνει ένα σπαθί με χοντρή λεπίδα και πηδά καταπάνω στον Ύαν που είναι ξαπλωμένος μπρούμυτα στο πάτωμα, με το τουφέκι του στα χέρια. Πυροβολώ τον σπαθοφόρο δύο φορές στο στήθος, ξαπλώνοντάς τον, ακίνητο.

Κανένας άλλος δεν φαίνεται νάναι στο δωμάτιο.

Ο Ύαν σηκώνεται στο ένα γόνατο, με το τουφέκι του έτοιμο. Η Αλκυόνη’σαρ κοιτάζει από πάνω μου.

Η Κλεισμένη ξεπροβάλει από τις σκιές μιας γωνίας, νιαουρίζοντας αγριεμένα – αλλά στο κανονικό της μέγεθος, τώρα.

«Τι ακριβώς είναι αυτή η γάτα σου, Ζορδάμη;» με ρωτά η μάγισσα.

«Θα σου πω μετά. Αλλά δεν την έχω ξαναδεί να κάνει αυτό που έκανε τώρα.»

«Οι πνευματικές οντότητες του νερόμυλου…» μουρμουρίζει η Αλκυόνη’σαρ σαν να μιλά στον εαυτό της.

Ο Ύαν ορθώνεται, λέγοντας: «Δεν είναι εδώ το μηχάνημα.»

Η Αλκυόνη μπαίνει στον νερόμυλο, δείχνοντας με το πιστόλι της τις πέτρινες σκάλες. «Επάνω,» λέει σιγανά.

Μπαίνοντας κι εγώ, τους λέω: «Αυτό δεν το είδατε;» Κοιτάζω τις πελώριες μυλόπετρες, κοντά στις οποίες βρίσκεται ένα σφαγμένο κριάρι. Το αίμα του τις έχει βάψει.

«Κάποια τελετή τους,» λέει ο Ύαν αδιάφορα. «Σου είπα ότι είναι Απόστολοι του Κάρτωλακ, δεν σ’το είπα, ραλίστα;»

«Πάμε πάνω;»

«Όχι· θα μας περιμένουν.» Και φωνάζει προς την πέτρινη σκάλα: «Κατεβείτε! Χωρίς όπλα! Και κανένας δεν θα σκοτωθεί!»

«Ποιοι είστε;» ακούγεται μια αντρική φωνή. «Τι θέλετε;»

«Το μηχάνημα που κλέψατε! Φέρτε το κάτω κι όλα θα τελειώσουν ήρεμα!»

Σιγή απλώνεται.

«Αν δε μας το δώσετε με το καλό, θα το πάρουμε πάνω από τα πτώματά σας!» φωνάζει ο Ύαν.

Τότε ολόκληρος ο νερόμυλος μοιάζει να δονείται ολόγυρά μας αλλά χωρίς να υπάρχει πραγματική κίνηση, σαν ο σεισμός να γίνεται κάπου πίσω από τον αέρα. Και είμαι σίγουρος πως γι’αυτό δεν φταίει η Κλεισμένη, η οποία τρέχει αμέσως έξω απ’το παλιό οικοδόμημα λες και το τρίχωμά της έχει αρπάξει φωτιά, φανερά τρομαγμένη. Εγώ, ο Ύαν, και η Αλκυόνη’σαρ δεν κουνιόμαστε από τις θέσεις μας, και σύντομα η παράξενη αναταραχή παύει.

«Κατεβείτε!» φωνάζει ο Ύαν.

Από πάνω μας βήματα ακούγονται και, υψώνοντας το βλέμμα μου, παρατηρώ πως η οροφή είναι ξύλινη, τα σανίδια παλιά και φαγωμένα· ανάμεσά τους μπορώ να διακρίνω τις σκιές ανθρώπινων ποδιών.

Αγγίζω τον Ύαν στον ώμο και του δείχνω επάνω. «Μπορούν σφαίρες να περάσουν;» του ψιθυρίζω.

Τα μαβιά μάτια του στενεύουν. «Δε θα το περίμενα αυτό από σένα, ραλίστα,» λέει.

Δεν είμαι ραλίστας πια, σκέφτομαι.

Ο Ύαν υψώνει την κάννη του τουφεκιού του προς την οροφή και πιέζει τη σκανδάλη, πυροβολώντας συνεχόμενα. Όπως είχα υποψιαστεί, οι σφαίρες μπορούν να διαπεράσουν τα σανίδια· τρύπες δημιουργούνται και κραυγές αντηχούν. Αίμα στάζει κάτω, ανάμεσά μας.

«Πρόσεχε το μηχάνημα!» λέει η Αλκυόνη’σαρ καθώς τινάζεται στο κατώφλι της εισόδου του νερόμυλου. «Πρόσεχε μη χτυπήσεις το μηχάνημα!»

Κάποιος ακούγεται τότε να κατεβαίνει τη σκάλα, γρήγορα, και πυροβολισμοί έρχονται συγχρόνως από εκεί. Πυροβολώ κι εγώ, ενώ τώρα ο Ύαν βγάζει τον τελειωμένο γεμιστήρα απ’το τουφέκι του. Ένας άντρας παρουσιάζεται στα τελευταία σκαλοπάτια βαστώντας μακρύκαννο πιστόλι υψωμένο στο ένα χέρι και ξιφίδιο στο άλλο. Ο Ύαν πέφτει στο πάτωμα, αποφεύγοντας παρά τρίχα να χτυπηθεί από τις σφαίρες. Εγώ γονατίζω στο ένα γόνατο και πυροβολώ: πετυχαίνω τον εχθρό μας στο πόδι κάνοντάς τον να κραυγάσει καθώς κατρακυλά από τα σκαλιά. Το πιστόλι φεύγει απ’το χέρι του, αλλά όχι και το ξιφίδιο. Προσπαθεί απεγνωσμένα να σηκωθεί, και συγχρόνως εκτοξεύει τη λεπίδα προς το μέρος μου. Περνά στροβιλιζόμενη δίπλα από τον ώμο μου· το σημάδι του δεν ήταν καθόλου καλό, αν και, για τις συνθήκες, τυχερό. Πετάγομαι όρθιος και τον ζυγώνω.

«Όχι!» ουρλιάζει βλέποντας το πιστόλι μου στραμμένο προς το πρόσωπό του. «Μη! Ο Κάρτωλακ θα σε κυνηγά ώς το τέλος της ζωής σου – είμαι ιερέας του!» Παρατηρώ τώρα πως φορά στο κεφάλι του ένα διάδημα από κλωνάρια και κλωστές – ιερατικό, μάλλον.

Δεν διστάζω καθόλου· τραβάω τη σκανδάλη και η σφαίρα μου διαλύει το κρανίο του, τινάζοντας αίματα και μυαλά. Δεν αισθάνομαι τίποτα – ούτε φόβο εξαιτίας της θεϊκής απειλής του ιερέα, αλλά ούτε και άσχημα επειδή σκοτώνω έναν ανυπεράσπιστο άνθρωπο που μου ζήτησε να τον λυπηθώ. Με τρομάζω. Έχω αρχίσει να γίνομαι σαν τον Ύαν; Ή μήπως ο Μαστροκλέφτης έχει δίκιο; – προσπαθώ ν’αυτοκτονήσω;

Αρχίζω ν’ανεβαίνω τη σκάλα, με προσοχή.

«Περίμενε, ραλίστα!» γρυλίζει ο Ύαν πίσω μου, ακολουθώντας με καθώς έχει τώρα αλλάξει γεμιστήρα στο τουφέκι του. «Θες να σκοτωθείς;»

Το κατάλαβε κι αυτός;

Καθώς ανεβαίνω την πέτρινη σκάλα ακούω από πάνω μια φωνή που με κάνει να συμπεράνω ότι κάποιος άνθρωπος είναι τραυματισμένος – από τις προηγούμενες ριπές του μισθοφόρου, αναμφίβολα. Φτάνω στον όροφο, με το πιστόλι έτοιμο στα χέρια μου, κι αντικρίζω έναν άντρα πεσμένο κοντά σ’ένα στρογγυλό παράθυρο, με αίματα να έχουν ποτίσει τα μπατζάκια του παντελονιού του. Παραδίπλα, μέσα στο μικρό δωμάτιο, βρίσκεται το τηλεσκοπικό μηχάνημα που ήταν ζωγραφισμένο επάνω στο χαρτί που μου έδωσε η Αλκυόνη’σαρ στο όχημα.

«Πάρτε το!» κρώζει ο τραυματισμένος άντρας. «Πάρτε το! Μην πυροβολείτε!»

Δεν έχω ακόμα ανεβεί στα τελευταία σκαλοπάτια· τον κοιτάζω από την άκρια της καταπακτής, για να είμαι καλυμμένος. Δεν τον βλέπω να κρατά όπλο, αλλά μπορείς να το ριψοκινδυνέψεις; Τον σημαδεύω και πυροβολώ, αδειάζοντας τον γεμιστήρα του πιστολιού μου επάνω του. Ύστερα αλλάζω γεμιστήρα κι ανεβαίνω. Ο Ύαν με ακολουθεί.

Κοιτάζω το παράξενο τηλεσκόπιο, και βλέπω ότι δίπλα του σ’ένα χαμηλό τραπεζάκι είναι ένας χάρτης του ουρανού, κάτι εργαλεία μέτρησης, και μια μικρή υπολογιστική συσκευή.

«Τι το ήθελαν το τηλεσκόπιο;» ρωτάω τον Ύαν. «Περιμένουν κάποιο σημάδι από τον ουρανό; Κάτι που έχει σχέση με τον Κάρτωλακ;»

«Δεν ξέρω, ραλίστα· δεν είμαι θρησκευόμενος άνθρωπος. Βοήθησέ με να το κατεβάσουμε.» Κρεμά το τουφέκι του στον ώμο.

Θηκαρώνω το πιστόλι μου, πιάνουμε το τηλεσκοπικό μηχάνημα, και το κατεβάζουμε με προσοχή από τη σκάλα. Η Αλκυόνη’σαρ, που μας περιμένει κάτω, υψώνει τα χέρια της πλάι του και μουρμουρίζει λόγια στη γλώσσα της μαγείας, ακατανόητα για μένα. Αλλά οι μάγοι δεν με φρικάρουν πια, παρότι μου μοιάζουν περίεργοι· δεν ξέρω γιατί. Είναι σαν κάτι πολύ βασικό νάχει αλλάξει μέσα μου από τότε που ήρθα στη Χαρπόβη.

Προετοιμάζω τον εαυτό μου, μήπως; Τον προετοιμάζω ασυνείδητα; Ισχυροποιώ, χωρίς να το καταλαβαίνω, τον ψυχισμό μου; Για να δράσω σύντομα εναντίον της Σιδηράς Δυναστείας που θέλει να με κρατά δούλο;

«Εντάξει,» λέει η Αλκυόνη’σαρ ύστερα από μερικές στιγμές αυτοσυγκέντρωσης. «Πάμε. Πάμε στο όχημα.» Δαγκώνει το χείλος της, αγχωμένα.

«Τι κοίταζες;» τη ρωτάω καθώς, μαζί με τον Ύαν, μεταφέρω το μηχάνημα έξω από τον Στοιχειωμένο Νερόμυλο.

«Ήθελα να δω αν έχει βλάβες,» αποκρίνεται η μάγισσα, ακολουθώντας μας, ενώ κοιτάζει γύρω-γύρω κι έχει το πιστόλι της σε ετοιμότητα.

Η Κλεισμένη παρουσιάζεται μέσα από τη βλάστηση, ερχόμενη κοντά μας.

«Μπορείς έτσι απλά να διαπιστώσεις αν έχει βλάβες ένα μηχάνημα;» απορώ.

«Δεν είναι ‘έτσι απλά’,» μου λέει η Αλκυόνη’σαρ σαν να την πρόσβαλα. «Και μόνο τα βασικά πράγματα είδα αν συλλειτουργούν σωστά. Αν οι κλέφτες είχαν σπάσει τους εσωτερικούς μηχανισμούς του, για παράδειγμα, θα το καταλάβαινα – αλλά φαίνεται να είναι άθικτοι.»

«Για κάποια ουράνια παρατήρηση πρέπει να το ήθελαν,» λέω· «κάτι σχετικό με τον Κάρτωλακ, μάλλον.»

Η Αλκυόνη δεν προσφέρει καμια γνώμη πάνω σ’αυτό.

Κανένας δεν μας επιτίθεται στο δρόμο και σύντομα βάζουμε το παράξενο τηλεσκόπιο μέσα στο όχημά μου και οδηγώ προς τη Χαρπόβη.

Η Αλκυόνη’σαρ, μοιάζοντας να μην είναι και τόσο αγχωμένη πλέον, με ρωτά για την Κλεισμένη.

«Μπορεί να ήταν και τυχαίο αυτό που συνέβη εδώ,» της λέω, «αλλά, όταν ήμουν στην Άντχορκ, ένας μάγος του τάγματός σου – ο Σέλκιος’σαρ· ίσως να τον ξέρεις – μου είπε ότι αυτή η γάτα είναι από ένα συγκεκριμένο είδος που έχει σπάνιες υπερδιαστασιακές ιδιότητες…»

Η Αλκυόνη’σαρ με ακούει με ενδιαφέρον, ενώ μπαίνουμε στη Χαρπόβη και οδηγώ τώρα μέσα στους δρόμους της.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Πίσω μου ορθώνεται ένας σκοτεινός λείος τοίχος, ψηλός ώς τους ουρανούς. Μπροστά μου αντικρίζω κάγκελα μετά από δρόμους και πόλεις. Μοιάζουν δεκάδες χιλιόμετρα μακριά, αλλά και συγχρόνως πολύ κοντά.

Μέχρι εκεί, λέει μια γυναίκα που στέκεται πίσω από τα κάγκελα· η φωνή της αντηχεί σχεδόν μεταλλική. Την όψη της δεν μπορώ να τη διακρίνω – είναι θολή σαν ομίχλες να την κρύβουν. Μέχρι εκεί, λέει ξανά, και χειρίζεται κάποιον μηχανισμό που για εμένα είναι τελείως ακατανόητος: και τα κάγκελα αλλάζουν θέση, ρυθμίζοντας τον χώρο όπου μπορώ να κινηθώ. Μέχρι εκεί.

Βαδίζω νιώθοντας παγιδευμένος. Διασχίζω δρόμους… μια πεδιάδα… μια πόλη… Σαμάνθα! φωνάζω σε μια γυναίκα που βλέπω κι αναγνωρίζω. Αλλά εκείνη δεν μπορεί να κινηθεί· κάτι την κρατά πίσω από κρυστάλλινους τοίχους. Δεν ξέρω αν με βλέπει καν.

Η άλλη γυναίκα, αυτή πίσω από τα κάγκελα, που χειρίζεται τον μυστηριώδη μηχανισμό, γελά. Μέχρι εκεί, λέει και τα κάγκελα αλλάζουν θέσεις ξανά.

Τρέχοντας προσπαθώ να φτάσω σε μια συνοικία που δεν έχει γίνει ακόμα απαγορευμένη για εμένα, αλλά δεν προλαβαίνω· τα κάγκελα παρουσιάζονται μπροστά μου.

Μέχρι εκεί!

Κοιτάζω ολόγυρα, αντικρίζοντας άγνωστους ανθρώπους και άγνωστους δρόμους. Προς στιγμή νομίζω πως βλέπω τον Ύαν, αλλά ύστερα το πλήθος μού τον κρύβει. Βλέπω τον Σουτούρη τον Τυχερό μέσα σ’ένα μπαρ γεμάτο καπνούς και μουσική, να παίζει χαρτιά – απασχολημένος…

Ζορδάμη, αντηχεί μια φωνή, αντρική αυτή τη φορά. Στρέφομαι κι αντικρίζω μια μορφή με κουκούλα να περνά μέσα από τα κάγκελα σαν να μην υπάρχουν. Αισθάνομαι ένα σύγκρυο να διατρέχει τη ράχη μου, καθώς καταλαβαίνω ότι αυτός που κοιτάζω βρίσκεται εκεί όπου δεν θα έπρεπε. Δεν θα έπρεπε να είναι εδώ, ανάμεσα στους ζωντανούς!

Η κουκούλα του πέφτει και βλέπω το πρόσωπο του Σίλα Ιερόπυργου. Γελά. Θυμάσαι, Ζορδάμη, τότε που ήσουν ελεύθερος, και τότε που ήμουν ελεύθερος, και τρέχαμε – αντίπαλοι! – σε αγώνες δρόμου, ο καθένας μέσα στο γρήγορο όχημά του;

Το πρόσωπο αλλοιώνεται, γίνεται φριχτό, σαν φλόγες να το έκαψαν, να το διέλυσαν, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Κραυγάζω, οπισθοχωρώντας αλλά μη μπορώντας να πάρω τα μάτια μου ούτε στιγμή από την αποτρόπαια όψη.

Και μετά, το πρόσωπο ανασχηματίζεται. Καινούργιο και, συγχρόνως, παλιό. Ο Άφευκτος χαμογελά σαν λύκος που επέστρεψε από τον κόσμο των νεκρών για να δωρίσει αίμα και καταστροφή στη Σεργήλη. Στα χέρια του κρατά ένα κράνος κι ένα ζευγάρι γάντια για αγώνες.

Τα τείνει προς το μέρος μου.

Σκότωσέ τους όλους! αντηχεί η φωνή του.

Κάνω ακόμα μερικά βήματα πίσω.

ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΥΣ ΟΛΟΥΣ!

Και στα χέρια μου τώρα βρίσκονται ξαφνικά τα γάντια και το κράνος, κι αντίκρυ μου στέκεται ένας άντρας χρυσόδερμος με σγουρά μαύρα μαλλιά – ένας άντρας που ξέρω καλά – τον έχω αντικρίσει πολλές φορές – στον καθρέφτη——

Ουρλιάζοντας ξυπνάω.

Πετάγομαι σε καθιστή θέση επάνω στο κρεβάτι μου, νιώθοντας το σώμα μου ιδρωμένο.

Η Κλεισμένη ξεμυτίζει δειλά από την ανοιχτή πόρτα του υπνοδωματίου. «Νιάοο;…»

«Ναι,» της λέω περνώντας το χέρι μου μέσα από τα μαλλιά μου καθώς ξεφυσάω, «γάμησέ τα… Ο φίλος μας ήταν, πάλι.»

«Νιάααρρ!» Η Κλεισμένη πηδά πάνω στο κρεβάτι κι έρχεται στην αγκαλιά μου.

Γελώντας χαϊδεύω το απαλό τρίχωμά της. «Τελικά,» της λέω, «με καταλαβαίνεις περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη γυναίκα· το ξέρεις;»

«Νιάαααο…»

«‘Ναι’ σημαίνει αυτό;»

Δεν μου απαντά, μοιάζοντας να ευχαριστιέται τα χάδια μου.

Κοιτάζω τα κλειστά πατζούρια του παραθύρου και συμπεραίνω ότι πρέπει νάναι ξημερώματα. Τεντώνω το χέρι μου κι ανάβω το φως του δωματίου. Το ρολόι στο κομοδίνο επιβεβαιώνει την υποψία μου.

«Δεν πρόκειται να κοιμηθούμε άλλο,» μονολογώ, κι αφήνοντας την Κλεισμένη από την αγκαλιά μου σηκώνομαι να φτιάξω κανέναν καφέ.

Τρεις μέρες έχουν περάσει από εκείνο το επεισόδιο στον Στοιχειωμένο Νερόμυλο, με τους Απόστολους του Κάρτωλακ και το παράξενο τηλεσκόπιο.

…Σκότωσέ τους όλους…

Νομίζω πως ακόμα η φωνή του Άφευκτου αντηχεί μέσα στο κεφάλι μου.

*

Ο Μαστροκλέφτης με καλεί στον τηλεπικοινωνιακό πομπό μου κατά τις εννιά, ενώ κάθομαι στο μπαλκόνι και διαβάζω τον Άνεμο του Δάσους – μια εφημερίδα της Χαρπόβης.

«Τι συμβαίνει;» ρωτάω, μην επιστρέφοντας την καλημέρα του.

«Πρέπει να σου μιλήσω. Νάρθω από το σπίτι σου;»

«Για δουλειά της οικογένειας;»

«Φυσικά.»

«Έλα.»

«Θα είμαστε μόνοι, έτσι;»

«Θα είναι και η Κλεισμένη.»

«Στις γάτες δεν μπορώ ποτέ να πω όχι, Ζορδάμη, το ξέρεις.»

Η Κλεισμένη με κοιτάζει με απορημένη όψη καθώς κλείνω τον πομπό μου. «Ναι,» της λέω, «για εσένα λέγαμε.»

Μετά από κανένα τέταρτο, ο Αχιλλέας μού χτυπά το κουδούνι της πολυκατοικίας και τον αφήνω ν’ανεβεί στο διαμέρισμά μου. Τον είχα ήδη δει να έρχεται, από το μπαλκόνι, καθισμένο επάνω στο άλογό του. Ένας άντρας με την κουκούλα της κάπας του σηκωμένη στο κεφάλι. Ποτέ δεν βγάζει την κουκούλα του αν δεν είναι απαραίτητο. Λωποδυτών συνήθειες, υποθέτω.

Όταν είναι όμως στο εσωτερικό του σπιτιού μου φανερώνει το γαλανόδερμο, μαυρομάλλικο κεφάλι του. Το πρόσωπό του έχει το μούσι μερικών ημερών. Τα αφτιά του είναι σχεδόν αόρατα, λες κι είναι κολλημένα πάνω στο κρανίο του. Δε νομίζω ότι θα μπορούσες να τον χαρακτηρίσεις άσχημο, ωστόσο.

«Πρέπει να φύγεις από τη Χαρπόβη,» μου λέει.

«Πάνω που άρχισα να συνηθίζω εδώ;» Δεν κάνω πλάκα. Δεν είμαι και τόσο καιρό στην πόλη.

«Ναι.»

Αναστενάζω και σταυρώνω τα χέρια μου μπροστά μου, καθώς κι οι δύο στεκόμαστε μέσα στο καθιστικό του διαμερίσματος. «Γιατί; Ποιος με ζητά αλλού;»

«Έχεις ακουστά μια γυναίκα που ονομάζεται Ασημίνα Νέρφελδιφ;»

«Πρώτη φορά την ακούω,» παραδέχομαι. «Είναι γνωστή;»

«Γενικά στη Σεργήλη, όχι. Μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία, για κάποιους ναι.»

«Εγώ δεν είμαι από αυτούς, προφανώς.»

«Θα τη γνωρίσεις, όμως. Σύντομα. Θέλει να σου μιλήσει, και είναι επείγον.»

«Γνωρίζεις γιατί είναι επείγον;»

Ο Μαστροκλέφτης κουνά το κεφάλι. «Όχι. Η κυρία Νέρφελδιφ, όμως, είναι πλούσια και με αρκετή επιρροή μέσα στη Δυναστεία· σίγουρα θα έχει καλό λόγο που σε ζητά.»

Ναι, σκέφτομαι, όπως ο Γρύπας Ξενοκράτης, ο Κύριλλος Νυχταστέρης, κι άλλοι παρόμοιοι… Τα μεγάλα κεφάλια της Δυναστείας, αυτοί που πλουτίζουν περισσότερο.

«Δε βρίσκεται στη Χαρπόβη, όπως σου είπα,» συνεχίζει ο Αχιλλέας. «Αλλά είναι στην ευρύτερη περιοχή των Φέρνιλγκαν. Στην Κιρβόνη.»

«Στην Κιρβόνη;» Η συγκεκριμένη πόλη απέχει εκατοντάδες χιλιόμετρα από εδώ. Είναι πάνω από τις βόρειες παρυφές των δασότοπων Φέρνιλγκαν.

Η Κιρβόνη είναι, επίσης, η πόλη όπου έμπλεξα αρχικά με τη Σιδηρά Δυναστεία. Η πόλη όπου δέχτηκα να πάρω λεφτά από αυτούς προκειμένου να ξεπληρώσω τα χρέη που είχαν δημιουργηθεί από ένα τοπικό ράλι. Είχα κάνει άσχημη παράβαση, και παραλίγο να σκοτώσω κι έναν άλλο ραλίστα. Αν δεν πλήρωνα αμέσως, θα είχα πολύ κακά ξεμπερδέματα. Και τα λεφτά μου δεν έφταναν…

«Ναι,» λέει ο Αχιλλέας. «Λιγάκι μακριά, το ξέρω–»

«‘Λιγάκι’;» γελάω.

«Μπορείς να πάρεις το όχημά σου μαζί,» με πληροφορεί ο Αχιλλέας χωρίς να γελά, «και θα σε προμηθεύσω και με ό,τι άλλο χρειάζεσαι. Τρόφιμα, καύσιμα, όπλα, χάρτες…»

«Καλοσύνη σου–»

«Πάντα έτσι είσαι;»

Τον κοιτάζω ερωτηματικά.

«Κακοπροαίρετος και ειρωνικός,» εξηγεί ο Μαστροκλέφτης.

«Η παρέα της οικογένειας συνεχώς με βελτιώνει – αν μπορείς να βελτιωθείς όσο είσαι δούλος.»

«Σταμάτα να γκρινιάζεις, Ζορδάμη – και μην κάνεις καμια ανοησία με την κυρία Νέρφελδιφ. Είναι πολύ σημαντικό πρόσωπο, και θα πρέπει να το δεις ως τιμή που επιθυμεί να δουλέψεις για εκείνη.»

Ρουθουνίζω. «Απλήρωτα.»

«Μπορεί αυτή νάναι η τελευταία φορά που θα δουλέψεις απλήρωτα,» μου λέει ο Αχιλλέας, και τον κοιτάζω με στενεμένα μάτια γιατί η έκφρασή του μου φαίνεται περίεργη. Ξέρει κάτι; Είναι δυνατόν, όντως, αυτή νάναι η τελευταία δουλειά προτού αποφασίσουν ότι έχω πια ξεχρεωθεί; Δεν τολμώ να το ελπίζω: μέσα στη Δυναστεία, όλο μυστικά· όλο παγίδες· όλο απάτες· σκιές και ομίχλη.

«Τι είναι;» ρωτάω. «Καμια γριά;»

«Δεν είναι και τόσο γριά, απ’ό,τι ξέρω,» αποκρίνεται ο Μαστροκλέφτης. Δεν την έχει δει ποτέ του;

«Θα μου δώσεις οδηγίες για να φτάσω στο σπίτι της, υποθέτω…»

«Εννοείται.»

*

Φεύγω από τη Χαρπόβη την ίδια ημέρα, πριν από το μεσημέρι. Υποθέτω πως ο Μαστροκλέφτης μπορεί να χαιρετήσει τον Ύαν και την Αλκυόνη’σαρ για εμένα. Μαζί μου έχω μόνο την Κλεισμένη, καθώς οδηγώ το τετράκυκλο όχημα προς τα βορειοδυτικά, δίπλα από τις όχθες του Τούμβρηθ. Χρειάζεται προσοχή το ταξίδι σε τούτες τις περιοχές γιατί είμαστε στα Φέρνιλγκαν, όχι σε κάποιο πολιτισμένο μέρος της Σεργήλης. Βόρειά μου μπορώ κάθε τόσο να δω τις παρυφές των δασότοπων: και οτιδήποτε μπορεί να έρθει από κει μέσα – από αγριάνθρωπους μέχρι θηρία. Μέχρι ακόμα και δαίμονες του Κάρτωλακ, σύμφωνα με κάποιες φήμες. Αν και για νάμαι ειλικρινής δεν έχω δει ποτέ μου δαίμονα του Κάρτωλακ. Έχω δει, όμως, άλλους δαίμονες – πολύ πιο παράξενους, νομίζω.

Η οδήγηση, ωστόσο, σε τούτες τις περιοχές δεν είναι επικίνδυνη μόνο λόγω των πλασμάτων όπου ζουν εδώ, αλλά και εξαιτίας της γεωγραφίας. Καθότι επαγγελματίας οδηγός, βέβαια, δεν έχω ιδιαίτερο πρόβλημα. Κάποτε, άλλωστε, είχα διασχίσει αυτά τα εδάφη μέσα σε αγωνιστικό όχημα, στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης. Αν και ούτε τότε έτρεχα πολύ γρήγορα. Ήξερα πως σ’αυτό το στάδιο του αγώνα είχα χάσει.

Δυόμισι ώρες μετά το μεσημέρι κάνω μια στάση στις όχθες του ποταμού για να ξεκουραστώ, αλλά δεν κοιμάμαι γιατί είμαι μόνος μου και η περιοχή τελείως έρημη. Η Κλεισμένη δεν μετρά για φύλακας, παρότι της έχω εμπιστοσύνη.

Το απόγευμα, προτού ξεκινήσω, βλέπω να περνάνε από δίπλα μου κάτι πλανόδιοι πραματευτές των Φέρνιλγκαν. Έχουν τρία κάρα που τα δύο τα τραβάνε μουλάρια και το τρίτο ένα μεγάλο μυώδες βόδι. Στο σύνολό τους είναι καμια ντουζίνα άνθρωποι, μαζί με τους μισθοφόρους φρουρούς και τους υπηρέτες. Δεν μου δίνουν σημασία, και ούτε εγώ δίνω σημασία σ’αυτούς.

«Πάμε, Κλεισμένη.»

Μπαίνουμε στο όχημά μου και ενεργοποιώ τη μηχανή. Το οδηγώ ώς το βραδύ, σκίζοντας τη νύχτα με το φως των προβολέων μου καθώς απομακρύνομαι από τις όχθες του Τούμβρηθ στρίβοντας βόρεια και συνεχίζοντας βόρεια, αρκετά κοντά στις δυτικές παρυφές των δασότοπων. Σε κάποια στιγμή βλέπω, μέσα στο φεγγαρόφωτο, ένα ψηλό, όμορφο ελάφι να τρέχει στα δεξιά μου, κοντά στα δάση. Μοιάζει μαγευτικό, και νομίζω πως έχει επάνω του κάτι το ασυνήθιστο, σαν να μην είναι κανονικά ελάφι αλλά κάτι περισσότερο. Δεν ξέρω γιατί έχω αυτή την αίσθηση. Δε γνωρίζω παρά ελάχιστα για τα ζώα των Φέρνιλγκαν.

Ετούτα τα μέρη, όμως, δεν μου είναι τελείως άγνωστα· έχω περάσει από εδώ κι άλλες φορές στη ζωή μου, αν και όχι υπηρετώντας τη Σιδηρά Δυναστεία. Με τη βοήθεια του χάρτη που είναι αποθηκευμένος στο σύστημα του οχήματός μου, καταφέρνω να εντοπίσω μια μικρή πόλη που είναι φιλική προς τους ταξιδιώτες και έχει πανδοχείο. Γιατί όλες οι πόλεις που μπορεί κανείς να συναντήσει στα Φέρνιλγκαν δεν είναι φιλικές· υπάρχουν κατοικημένα μέρη που, αν τα πλησιάσεις, οι γηγενείς αρχίζουν να σου ρίχνουν σφαίρες ή βέλη, ή και τα δύο. Το συγκεκριμένο ευτυχώς δεν είναι τέτοιο. Αφήνω το όχημά μου στο υποτυπώδες γκαράζ δίπλα στο πανδοχείο (ένας χώρος περιτριγυρισμένος με ξύλινα κάγκελα, τίποτα περισσότερο) και κλείνω ένα δωμάτιο για να διανυκτερεύσω μαζί με την Κλεισμένη.

Όλη τη νύχτα, ο αέρας είναι τόσο δυνατός που στοιχειά νομίζεις ότι ουρλιάζουν απέξω. Η Κλεισμένη κάθε λίγο γρυλίζει και συρίζει, ανήσυχη. Καταφέρνω, ωστόσο, να κοιμηθώ κάποιες ώρες.

Το πρωί βρίσκω ένα μεγάλο πουλί να κάθεται πάνω στο όχημά μου, αλλά μόλις πλησιάζω φτερουγίζει και φεύγει γρήγορα, κρώζοντας και πετώντας προς τα ανατολικά, προς τους δασότοπους. Αλλάζω ενεργειακή φιάλη στο όχημα, ανάβω τη μηχανή του, και εγκαταλείπω τη μικρή πόλη οδηγώντας βόρεια.

Τα μέρη είναι ερημικά και κατά κύριο λόγο πεδινά, αν και λόφοι και πυκνές συστάδες δέντρων υπάρχουν εδώ κι εκεί. Πριν από το μεσημέρι περνάω κοντά από μια μικρή πόλη που ξέρω πως ονομάζεται Νάρενβαθ. Κοντά της έχει το σπίτι του ο μάγος Λύκος’λι, ο οποίος στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι είχε κλείσει τον δαίμονα Ρέσ’κρικ’κεκ μέσα στο όχημά μου. Πίστευα ότι αυτό θα με βοηθούσε να βγω νικητής και να ξεπληρώσω τη Σιδηρά Δυναστεία. Τελικά, τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν όπως σχεδίαζα. Και εν μέρει έφταιγε η Ελοντί – κυρίως έφταιγε η Ελοντί. Τι ακριβώς έκανε, πώς ακριβώς μπορούσε να διώξει τον δαίμονα από το όχημά μου, ακόμα δεν έχω καταλάβει. Ξέρω πάντως πως σίγουρα μάγισσα δεν είναι. Παράξενα, πολύ παράξενα εκείνα τα περιστατικά…

Το απόγευμα φτάνω στην Έτρεβοθ και αποφασίζω να περάσω τη νύχτα εκεί γιατί είμαι κουρασμένος από την οδήγηση στους άτσαλους, άγριους τόπους των Φέρνιλγκαν. Επιπλέον, δεν σκοπεύω να ψοφήσω επάνω στο τιμόνι για να πάω μερικές ώρες πιο γρήγορα σ’αυτή την κυρία Ασημίνα Νέρφελδιφ.

Η Έτρεβοθ είναι μια από τις μεγαλουπόλεις της Σεργήλης, όχι καμια μικρή, παρακμιακή πόλη. Είναι οικοδομημένη στη συμβολή των ποταμών Τάρνοφ και Κάλμωθ, και πολλοί ταξιδιώτες και έμποροι περνάνε από εδώ. Αφήνω το όχημά μου σ’ένα υπόγειο γκαράζ και κλείνω δωμάτιο σ’ένα ξενοδοχείο που ονομάζεται Έναστρες Νύχτες, στον έκτο όροφο. Από εδώ μπορώ να δω και τον ποταμό Τάρνοφ και τον ποταμό Κάλμωθ, και το θέαμα δεν είναι καθόλου άσχημο μέσα στην ανοιξιάτικη βραδιά. Ανάβω ένα τσιγάρο και καπνίζω χαζεύοντας, με την Κλεισμένη στην αγκαλιά μου.

Την επομένη διασχίζω τη μεγάλη γέφυρα του ποταμού Τάρνοφ κατευθυνόμενος βόρεια και, σύντομα, αφήνω πίσω μου τους χωματόδρομους και πιάνω τη λιθόστρωτη δημοσιά, στρίβοντας τότε ανατολικά και συνεχίζοντας ανατολικά. Αναπτύσσοντας ταχύτητα. Το τετράκυκλο όχημα μου δεν είναι φτιαγμένο για ράλι, αλλά ένας ραλίστας δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό της μεγάλης ταχύτητας όταν βρίσκεται επάνω σε καλό δρόμο. Προσπερνάω άλλα οχήματα, κάρα, και έφιππους, ενώ η Κλεισμένη είναι καθισμένη στη θέση του συνοδηγού μοιάζοντας λιγάκι τρομαγμένη από την οδήγησή μου.

«Μην κάνεις κανένα περίεργο κόλπο και εξαφανιστείς, ε;» της λέω. «Απλώς παίζω.»

«…Νιάαα.» Τα μουστάκια της τρέμουν· το βλέπω με τις άκριες των ματιών μου. Η ουρά της είναι ορθωμένη.

Ενώ σουρουπώνει φτάνουμε στη Νίρκωφ, μια αρκετά μεγάλη πόλη πλάι στη δημοσιά που, μετά από καμια εκατοστή χιλιόμετρα, μπαίνει στους δασότοπους Φέρνιλγκαν και, από κει και πέρα, την αποκαλούν πλέον «το Φίδι» γιατί είναι όλο στροφές. Στο τέλος της, πολύ μακριά από εδώ, οδηγεί σε μια διαστασιακή δίοδο προς Σάρντλι. Μπαίνω στον πειρασμό να την ακολουθήσω, να φύγω από τη Σεργήλη.

Αλλά δεν θέλω να γίνω φυγάς. Μ’αρέσει η διάστασή μου. Δεν υπάρχει ζωή στη Σάρντλι για εμένα.

Επιπλέον, τα λόγια του Μαστροκλέφτη έρχονται στο μυαλό μου: Μπορεί αυτή νάναι η τελευταία φορά που θα δουλέψεις απλήρωτα… Είναι δυνατόν; Ήξερε κάτι και δεν μου το έλεγε;

Η Σαμάνθα, πρόσφατα, στην Άντχορκ, μου είχε πει ότι αυτός που σε έβαλε στη Δυναστεία πρέπει να αποφασίσει ότι έχεις πια ξεπληρώσει το χρέος σου. Ποιος μ’έβαλε στη Δυναστεία; Ποιος δημιούργησε το χρέος; Δεν το γνωρίζω. Μετά από εκείνο τον αγώνα που διεξάχθηκε βόρεια της Κιρβόνης, μίλησα με κάποιους ανθρώπους που ήταν της Δυναστείας μα δεν ήταν αφεντικά. Λακέδες ήταν, δίχως αμφιβολία. Χρεώστες κι αυτή, πιθανώς. Ή αν όχι χρεώστες, τότε σίγουρα μισθωμένοι, όπως τον Ύαν, ή γρανάζια της οικογένειας, όπως τον Αχιλλέα τον Μαστροκλέφτη.

Τέλος πάντων. Δεν είναι τώρα η ώρα να εγκαταλείψω τη Σεργήλη ακόμα· το διαισθάνομαι.

…Σκότωσέ τους όλους…

Αγνοώ τη φωνή του Άφευκτου. Είσαι νεκρός, καταραμένε, του λέω με το μυαλό μου. Νεκρός! Σκάσε πια, λοιπόν. Και στρίβω βόρεια, περνώντας δίπλα από τη Νίρκωφ χωρίς να τη διασχίσω, βγαίνοντας από τη λιθόστρωτη δημοσιά και μπαίνοντας σε χωματόδρομους πάλι, κακοφτιαγμένους και μπλεγμένους. Σ’ένα σημείο, σύντομα, αναγκάζομαι να σταματήσω για λίγο καθώς ένας βοσκός περνά από μπροστά μου την αγέλη του, μάλλον οδηγώντας την στη στάνη για τη νύχτα.

Όταν έχει πια βραδιάσει για τα καλά, φτάνω στην Κιρβόνη. Μια πόλη μικρότερη από τη Νίρκωφ αλλά όχι τόσο μικρή όσο άλλες των Φέρνιλγκαν. Έχει πέντε, δέκα πολυκατοικίες, αν και χαμηλές· τα υπόλοιπα οικοδομήματα είναι ακόμα πιο χαμηλά. Βρίσκεται στα Φέρνιλγκαν η Κιρβόνη, μα δεν είναι μια άγρια πόλη. Είναι μια ζωντανή πόλη, θα μπορούσε να πει κανείς, αναφερόμενος σε έναν πιο φυσικό τρόπο ζωής.

Την τελευταία φορά που την είχα επισκεφτεί ήμουν μαζί με την Καλλιόπη, τη συνοδηγό μου. Πηγαίνω τώρα στο ίδιο πανδοχείο όπου είχαμε τότε περάσει τη νύχτα πριν από εκείνο το μοιραίο ράλι που με έκανε δούλο της Σιδηράς Δυναστείας. Βρίσκεται στις νότιες παρυφές της πόλης και ονομάζεται Το Στέκι του Ταξιδευτή. Όταν γινόταν το ράλι είχε πολύ κόσμο· τώρα μου μοιάζει, συγκριτικά, έρημο.

Αφήνω το όχημά μου στο γκαράζ του, πληρώνω τον φύλακα εκεί, και μπαίνω στην τραπεζαρία μαζί με την Κλεισμένη. Άλλοι έξι πελάτες είναι εδώ, παρατηρώ, παίρνοντας το βραδινό τους. Κάθομαι κι εγώ σ’ένα τραπέζι και παραγγέλνω. Η μουσική που έρχεται από το ηχοσύστημα είναι τοπική: σουραύλια, τύμπανα, και κάποιος που γκαρίζει. Υπέροχα… σκέφτομαι.

Η σούπα τους, όμως, είναι καλή, διαπιστώνω σύντομα.

Προτού τελειώσω το φαγητό μου μια κοπέλα – γαλανόδερμη, μαυρομάλλα, συμπαθητική, που αποκλείεται νάναι πάνω από είκοσι-πέντε – έρχεται και με ρωτά αν θα ήθελα παρέα (πληρωμένη, υπονοείται). Της λέω ευγενικά πως δεν θα ήθελα, και απομακρύνεται δίχως άλλη κουβέντα.

Η Κλεισμένη νιαουρίζει, καθισμένη στην καρέκλα δίπλα μου.

Της κλείνω το μάτι συνωμοτικά και συνεχίζω να τρώω τη σούπα μου.

…ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ

Η Καλλιόπη – γαλανόδερμη, μακριά μαύρα μαλλιά με τις δύο μπροστινές τούφες πιασμένες με σιδερένια κοκαλάκια στους κροτάφους, ντυμένη με πέτσινο πανωφόρι και μαύρο παντελόνι και ψηλές μπότες – μπήκε στην τραπεζαρία του πανδοχείου και αμέσως εντόπισε τον Ζορδάμη μέσα από την πολυκοσμία· στο ίδιο τραπεζάκι καθόταν όπου είχαν καθίσει οι δυο τους χτες βράδυ.

Τον πλησίασε τώρα υπομειδιώντας, κι εκείνος, διαβάζοντας σαν ιδεόγραμμα αυτό το αχνό μειδίαμα στο πρόσωπό της, κατάλαβε ότι κάτι συνέβαινε.

«Τι έκανες πάλι;» τη ρώτησε.

Εκείνη κάθισε αντίκρυ του. «Τι νομίζεις ότι έκανα;» είπε, φανερά ευχαριστημένη με τον εαυτό της.

«Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι ξύπνησα και ήσουν εξαφανισμένη.»

«Μη μουτρώνεις, τώρα, και γίνεσαι χαριτωμένος. Βρήκα τον άνθρωπο που ζητούσες.» Η Καλλιόπη άναψε ένα τσιγάρο.

«Τον πραματευτή; Είναι εδώ, στην Κιρβόνη;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Καλλιόπη. Φύσηξε καπνό προς τα πάνω. «Και έχει τον χάρτη.»

«Τον ρώτησες; Σ’το είπε;»

«Ναι.»

«Και γιατί δεν τον αγόρασες; Πόσο τον πουλάει;»

«Δεν έπρεπε να ρωτήσω τον οδηγό μου, πρώτα;»

«Το ξέρεις ότι τον θέλω!» είπε ο Ζορδάμης.

Η Καλλιόπη τον ατένισε με κάποιο δισταγμό.

«Τι;» τη ρώτησε εκείνος. «Θα πεις τώρα, πάλι, ότι πρέπει ίσως να το ξανασκεφτώ;»

«Ναι. Είσαι σίγουρος ότι θες ν’ακολουθήσεις άλλο δρόμο; Αν μας προσέξουν….»

«Σιγά μην παρακολουθούν αυτό το μέρος!» είπε ο Ζορδάμης. «Υποτίθεται πως είναι ερημικό. Εξάλλου, ας έχουμε τον χάρτη μαζί μας και βλέπουμε. Δε χάνουμε τίποτα. Δεν είναι παράνομο νάχεις έναν χάρτη στην κατοχή σου, σε κανέναν αγώνα ράλι, όσο παράξενος κι αν είναι ο χορηγός.»

Η Καλλιόπη έσβησε το τσιγάρο της μέσα στο τασάκι πλάι στο πρωινό του Ζορδάμη. «Πάμε,» είπε αποφασιστικά.

Σηκώθηκαν από το τραπέζι και, περνώντας ανάμεσα από τον κόσμο που γέμιζε την τραπεζαρία του πανδοχείου – ραλίστες, συνοδηγοί, μηχανικοί, δημοσιογράφοι, και διάφοροι άλλοι – βγήκαν από το Στέκι του Ταξιδευτή και βάδισαν προς τη Σκεπαστή Αγορά της Κιρβόνης.

*

Οι περιοχές όπου θα έτρεχαν οι ραλίστες ήταν άγριες, δύσβατες, και επικίνδυνες, στα βόρεια της Κιρβόνης, ανάμεσα στις παρυφές των δασότοπων Φέρνιλγκαν και στις ακτές της θάλασσας. Η πορεία που έπρεπε να ακολουθήσουν ήταν προδιαγεγραμμένη, κι έμοιαζε άλλωστε να είναι η πιο λογική. Οι άλλοι δρόμοι – αν μπορούσε κανείς να τους αποκαλέσει τέτοιους – ήταν ή αδύνατον να τους διασχίσει κανείς με όχημα ή τόσο δύσκολο και ριψοκίνδυνο που δεν άξιζε τον κόπο. Γι’αυτό κιόλας απαγορευόταν να πάει κανείς από εκεί.

Ο Ζορδάμης, κρατώντας τώρα τον χάρτη ανοιχτό μπροστά του, τον κοίταξε με καχυποψία. Το μονοπάτι που έδειχνε περνούσε από μια περιοχή που ούτε είχε διανοηθεί ότι μπορεί να ήταν προσπελάσιμη: ένα μέρος όλο απότομους κρημνούς και δάση.

«Είσαι σίγουρος ότι δεν είναι ψεύτικος;» ρώτησε τον πραματευτή, που ήταν καθισμένος επάνω σ’ένα σκαμνί κάτω απ’τη δερμάτινη σκηνή του, περιτριγυρισμένος από τομάρια ζώων και λιβάνια. Μερικά από τα τελευταία ήταν αναμμένα, φέρνοντας παράξενες οσμές στα ρουθούνια του Ζορδάμη και της Καλλιόπης, όχι απαραίτητα δυσάρεστες.

«Έχω περάσ’ ο ίδιος πολλές φ’ρές,» αποκρίθηκε ο πραματευτής. «Δε χρειάζεσ’ χάρτη άμα ξέρεις.» Και μισόκλεισε το μάτι στον Ζορδάμη καθώς κάπνιζε την πίπα του νωχελικά.

«Δηλαδή, είναι γνωστό μονοπάτι;»

«Το ξέρουν κείνοι που το ξέρουν,» είπε αινιγματικά ο πραματευτής. Ήταν πρασινόδερμος, με μπλεγμένα πορφυρά μαλλιά και μούσια· έμοιαζε ντόπιος, άνθρωπος των Φέρνιλγκαν.

Ο Ζορδάμης τύλιξε τον χάρτη ξανά. «Πέντε ήλιοι, έτσι;»

«Έτσι.»

Ο ραλίστας έβγαλε ένα χαρτονόμισμα και το έδωσε στον πραματευτή.

«Θες τίποτ’ άλλο;» ρώτησε ο τελευταίος. «Έχω τα καλύτερα λιβάνια που θα βρεις· τα φέρν’ απ’τα βαθιά τα μεγάλα δάση. Και τομάρια από ζώα που κυνηγάν μεγάλοι κυνηγοί.»

«Ευχαριστούμε αλλά όχι,» είπε ο Ζορδάμης.

«Στο καλό, κι η οργή του Κάρτωλακ μακριά σας.»

*

Το επόμενο πρωί, το ράλι ξεκίνησε. Τα αγωνιστικά οχήματα – όλα τους τετράκυκλα – έτρεχαν επάνω στα προδιαγεγραμμένα μονοπάτια της πορείας, τινάζοντας σκόνη και σηκώνοντας τέτοιο σαματά που ετούτα τα μέρη σίγουρα δεν είχαν γνωρίσει εδώ και δεκαετίες – τουλάχιστον.

Ο Ζορδάμης είχε πει στην Καλλιόπη ότι ήταν αναποφάσιστος ακόμα σχετικά με το αν θα ακολουθούσε τον δρόμο του χάρτη που είχε αγοράσει. Αλλά μέσα του είχε αποφασίσει: Θα τον ακολουθούσε. Δε νόμιζε ότι ο κύριος Βαλτάρντοφ – ο χορηγός του αγώνα – θα είχε παρατηρητές σ’εκείνη την περιοχή, άλλωστε. Ήταν πολύ δύσβατη, πολύ δύσκολο να την πλησιάσει κανείς. Και οι ραλίστες που συμμετείχαν στον αγώνα δεν ήταν από τούτα τα μέρη, ώστε να τα ξέρουν τόσο καλά.

Καθώς ο Ζορδάμης πλησίαζε το όχημα ενός άλλου ραλίστα και θα μπορούσε να το προσπεράσει αν ήθελε, έκανε πως βρήκε κάποιο εμπόδιο και έκοψε ταχύτητα. Επειδή εδώ ήταν το μέρος όπου όφειλε να στρίψει για να ακολουθήσει τον δρόμο του χάρτη.

Ο άλλος ραλίστας απομακρύνθηκε από τον Ζορδάμη, κι εκείνος, γυρίζοντας το τιμόνι άνετα μέσα στα χέρια του, βγήκε από την προδιαγεγραμμένη πορεία του ράλι: μπήκε μέσα σ’έναν δασωμένο τόπο που κανείς δεν θα φανταζόταν ότι μπορούσε ποτέ να οδηγεί σε ευκολότερο μονοπάτι.

«Τώρα το αποφάσισες;» τον ρώτησε η Καλλιόπη, λιγάκι καυστικά, γιατί υποπτευόταν ότι της είχε πει ψέματα σχετικά με την αναποφασιστικότητά του.

«Αφού δώσαμε που δώσαμε πέντε ήλιους…» είπε ο Ζορδάμης οδηγώντας με προσοχή ανάμεσα στα δέντρα, τσακίζοντας θάμνους κάτω από τους μεταλλικούς τροχούς του γρήγορου οχήματός του.

Η Καλλιόπη αναστέναξε. «Εντάξει.»

Ο Ζορδάμης χαμογέλασε μέσα από το κράνος του. «Αγχωμένη;»

«Μη λες μαλακίες.» Η έκφρασή της δεν διακρινόταν μέσα από το δικό της κράνος, καθώς εκείνος την κοίταζε με τις άκριες των ματιών του, μην τολμώντας να πάρει καθόλου το βλέμμα του από μπροστά.

Τα δέντρα γρατσούνιζαν και έγδερναν το όχημά του ενώ διέσχιζε τον δασωμένο τόπο – το στόλιζαν με χαρακιές – και σε μια στιγμή ένα κλαδί γεμάτο χοντρούς καρπούς χτύπησε άγρια πάνω στο μπροστινό τζάμι, ραγίζοντάς το λιγάκι. «Γαμήσου!» γρύλισε ο Ζορδάμης συνεχίζοντας χωρίς να κόψει ταχύτητα. Μετά από λίγο, το όχημά του τραντάχτηκε δυνατά καθώς πέρασε πάνω από έναν πεσμένο κορμό, και ο έμπειρος ραλίστας κατάλαβε πως σίγουρα κάποια ζημιά είχε γίνει από κάτω, αλλά όχι κάτι το σοβαρό αναμφίβολα.

Η Καλλιόπη έπιασε τον χάρτη του πραματευτή από τη θυρίδα της κονσόλας και τον άνοιξε, κρατώντας τον εκεί όπου μπορούσαν και εκείνη και ο Ζορδάμης άνετα να τον δουν. Και τους χρειάστηκε, γιατί, βγαίνοντας από το δενδρώδες μέρος, βρέθηκαν σ’έναν τόπο όπου παραλίγο να χαθούν· με το ζόρι διέκριναν τη μεριά όπου έπρεπε να κατευθυνθούν, κάτω από έναν πανύψηλο κρημνό που φωλιές αρπαχτικών πτηνών φαίνονταν στην κορφή του. Το μονοπάτι ήταν στενό αλλά χωρούσε το όχημα του Ζορδάμη – μετά βίας. Πολλές φορές χτυπούσαν πάνω σε βράχους και τραχιές πέτρες. Ζημιές έγιναν στα μέταλλα δεξιά κι αριστερά, κι ένας από τους πίσω τροχούς πρέπει επίσης να χτυπήθηκε: και ο ραλίστας και η συνοδηγός του μπορούσαν να το καταλάβουν.

«Ελπίζω,» γρύλισε ο Ζορδάμης, «ν’αξίζει τον κόπο, να είναι όντως πιο γρήγορος δρόμος, αλλιώς, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ, θα βρω αυτό τον λεχρίτη και θα τον πλακώσω στο ξύλο!»

Δε μας ανάγκασε να πάρουμε τον χάρτη, σκέφτηκε η Καλλιόπη, αλλά προτίμησε να μείνει σιωπηλή, αναρωτούμενη αν ίσως θα ήταν πιο συνετό να μην είχε πάει καθόλου να αναζητήσει τον πραματευτή χτες. Ο Ζορδάμης μπορεί να τον είχε αγνοήσει αν δεν είχα παρέμβει…

Μετά από τον κρημνό και τους επικίνδυνους βράχους, βρέθηκαν σε μια περιοχή όλο χώματα και χαμόδεντρα όπου άγρια ζώα τριγύριζαν. Τη διέσχισαν πέφτοντας κάθε τόσο σε αθέατες λακκούβες που δαίμονες των Φέρνιλγκαν, τελώνια του Κάρτωλακ, έμοιαζε να έχουν στήσει εκεί.

Το όχημά τους έτριζε και κουδούνιζε όταν, τελικά, βγήκαν από τα άτσαλα μονοπάτια, αλλά ο Ζορδάμης έκρινε ότι οι πέντε ήλιοι δεν είχαν πάει χαμένοι. «Πρέπει νάχουμε κερδίσει χρόνο,» είπε μπαίνοντας πάλι στην κανονική πορεία του ράλι από μια απότομη πλαγιά, σηκώνοντας μεγάλο σύννεφο σκόνης ολόγυρά του.

«Ναι,» συμφώνησε η Καλλιόπη, «αλλά αναρωτιέμαι πόσο.»

Ο Ζορδάμης είχε μόλις βρεθεί πίσω από έναν άλλο ραλίστα, τον οποίο και άρχισε αδίστακτα να κυνηγά. «Αυτός ήταν μπροστά μας, Καλλιόπη – πολύ μπροστά μας.»

Ο Κρίνος Μεγάνεμος, ένας αρκετά καλός ραλίστας. Καλύτερο από τον εαυτό του, τον θεωρούσε ο Ζορδάμης. Αλλά δεν θα με νικήσει σ’ετούτο το ράλι! σκέφτηκε αποφασιστικά καθώς τον καταδίωκε πιέζοντας το πόδι του στο πετάλι της επιτάχυνσης.

Είχε γίνει το όχημά του λιγάκι πιο αργό, ύστερα από τόση ταλαιπωρία στα άγρια μονοπάτια, ή ήταν η ιδέα του; Όπως και νάχε, κατάφερε να φτάσει κοντά στον Κρίνο ενώ ένα πυκνό σύννεφο σκόνης τούς τύλιγε και τους δύο. Το όχημα του Ζορδάμη έτριζε άγρια και τρανταζόταν· ο ραλίστας είχε την αίσθηση ότι πάλευε μαζί του για να το οδηγεί: μια αίσθηση που ήξερε ότι δεν θα έπρεπε να έχει. Το είχε, τελικά, μισοκαταστρέψει διασχίζοντας εκείνα τα καταραμένα εδάφη!

Αλλά θα νικούσε αυτό τον αγώνα – αλλιώς, όλα είχαν γίνει για το τίποτα!

Εκείνος και ο Κρίνος περνούσαν τώρα από ένα μέρος γεμάτο ψηλούς βράχους, και σε κάθε στροφή ο ένας προσπαθούσε να ξεπεράσει τον άλλο. Όμως το ίδιο το τοπίο ήταν σαν να τους στεκόταν εμπόδιο. Επομένως, ο Ζορδάμης άρχισε να το παρατηρεί, πολύ, πολύ προσεχτικά, ώστε να κάνει τον εχθρό σύμμαχο…

Και είδε τον Κρίνο να στρίβει απότομα σ’ένα σημείο όπου το τοπίο γινόταν περισσότερο δικός του σύμμαχος παρά του Ζορδάμη – καθαρά θέμα τύχης. Θέμα τού τι ήταν δεξιά και τι αριστερά.

«Όχι,» είπε ο Ζορδάμης, «δε μου ξεφεύγεις,» και πάτησε παράτολμα το πετάλι για να πεταχτεί μπροστά απ’τον Κρίνο ενώ γύριζε το τιμόνι προς την αντίθετη μεριά.

«ΘΕΟΙ!» αναφώνησε η Καλλιόπη. Σπάνια τρόμαζε από ριψοκίνδυνες μανούβρες· ετούτη όμως ήταν μια απ’ αυτές τις φορές. Γιατί η μανούβρα του Ζορδάμη δεν ήταν απλά ριψοκίνδυνη: ήταν καταστροφική. Η Καλλιόπη είχε προδεί τη σύγκρουση προτού καν συμβεί–

Το όχημα του Ζορδάμη, αντί να βρεθεί μπροστά από το όχημα του Κρίνου, βρέθηκε πάνω στην αριστερή του μεριά, χτυπώντας το άγρια, στέλνοντάς το στους βράχους· και, λόγω υπερβολικά αναπτυγμένης ταχύτητας, το ακολούθησε. Παρότι ο Ζορδάμης πάτησε αμέσως το φρένο, αυτό δεν ήταν αρκετό για να ανακόψει τη φόρα του.

Και μετά, η μηχανή του ταλαιπωρημένου τροχοφόρου έσβησε απότομα, και δεν ανταποκρινόταν πια. Ο Ζορδάμης έβριζε θεούς και δαίμονες, αλλά το όχημα δεν ξεκινούσε, ενώ η Καλλιόπη κοιτάζοντας έξω απ’το παράθυρό της έβλεπε πως ο Κρίνος δεν κινιόταν μέσα στο δικό του όχημα. Ήταν πεσμένος πάνω στο κάθισμά του σαν νεκρός και σκούρες κηλίδες είχαν παρουσιαστεί στην ενδυμασία του. Ο συνοδηγός του φαινόταν να είναι στα όρια της λιποθυμίας.

«Ζορδάμη…» είπε η Καλλιόπη. «Ζορδάμη! Τους χτυπήσαμε άσχημα. Άνοιξε την πόρτα σου. Βγες!» Τη δική της δεν μπορούσε να την ανοίξει γιατί ήταν κολλημένη πάνω στο όχημα του Κρίνου· τα μέταλλα του ενός τροχοφόρου είχαν πιεστεί μέσα στα μέταλλα του άλλου.

*

Ο κύριος Βαλτάρντοφ είχε, τελικά, παρατηρητές στο αντικανονικό μονοπάτι που διέσχισαν ο Ζορδάμης και η Καλλιόπη. Αλλιώς δεν εξηγείτο το γεγονός ότι γνώριζε πως είχαν βγει από την προδιαγεγραμμένη πορεία του ράλι. Όταν ένα ελικόπτερο ήρθε για να πάρει αυτούς, τον Κρίνο, και τον συνοδηγό του Κρίνου από τις άγριες περιοχές, ο χορηγός ήταν μέσα στο αεροσκάφος και έμοιαζε θυμωμένος που του είχαν χαλάσει τον αγώνα. Πάλι καλά που δεν έβαλε τους μπράβους του να μας δείρουν, σκέφτηκε η Καλλιόπη αργότερα, γιατί είχε μαζί του δύο γεροδεμένους άντρες και μια γυναίκα με τα μάτια φόνισσας.

«Γιατί το κάνατε αυτό; Δεν ξέρατε ότι είναι αντικανονικό;» φώναξε, σφίγγοντας τη γροθιά του, ο Βαλτάρντοφ – ένας παχύσαρκος άντρας με προγούλια, δέρμα λευκό-ροζ, ελάχιστα μαύρα μαλλιά στο κεφάλι, και τετράγωνα γυαλιά. «Δεν ήταν οι οδηγίες που έδωσα στους ραλίστες ξεκάθαρες;» Και φαινόταν πραγματικά να περιμένει απάντηση.

«Ναι, κύριε Βαλτάρντοφ,» αποκρίθηκε ο Ζορδάμης, «ήταν ξεκάθαρες, δεν είμαστε αγράμματοι.»

Η όψη του χορηγού έγινε ακόμα πιο άγρια. «Υπάρχει πρόστιμο!» είπε. «Δε μπορείτε να κάνετε τέτοια πράγματα σε αγώνα που διοργανώνω εγώ! Ακόμα κι εσύ, Λιγνόρρυγχε, που είσαι από τους αγαπημένους μου ραλίστες! Σε κανέναν δεν επιτρέπω κάτι τέτοιο. Κανένας δεν συγχωρείται. –Και δείτε!» Έδειξε τον Κρίνο που ήταν ξαπλωμένος σ’ένα φορείο, με δυο γιατρούς γονατισμένους κοντά του. «Δείτε τι κάνατε!» Ο συνοδηγός του ήταν καθισμένος παραδίπλα, ζαλισμένος και μελανιασμένος, αλλά ούτε κατά διάνοια τραυματισμένος τόσο άσχημα όσο ο ραλίστας.

«Ο τραυματισμός του Κρίνου,» είπε ο Ζορδάμης, «δεν έχει καμια σχέση με την παράβαση μέσα στην πορεία–»

«Είσαι σίγουρος, Λιγνόρρυγχε, ότι το όχημά σου θα κουτουλούσε πάνω στο δικό του αν δεν το είχες ήδη σακατέψει οδηγώντας το σε μέρη που δεν θάπρεπε να το οδηγείς;»

*

Δεν υπήρχε καν λόγος να γίνει δικαστήριο. Η περίπτωση ήταν ξεκάθαρη. Ο Ζορδάμης έπρεπε να πληρώσει δύο πρόστιμα: ένα για την παράβαση σχετικά με την πορεία, και άλλο ένα για τον τραυματισμό του Κρίνου. Επίσης, το όχημά του είχε σακατευτεί (όπως είχε πει ο κύριος Βαλτάρντοφ) και έπρεπε να του γίνουν επισκευές.

Ο Ζορδάμης δεν είχε αρκετά λεφτά για να πληρώσει όλα αυτά τα έξοδα: όχι επάνω του, φυσικά, αλλά ούτε και σε καμία τράπεζα. Τα οικονομικά του, τελευταία, ήταν χάλια. Και το ίδιο ίσχυε και για την Καλλιόπη· δεν μπορούσε να τον βοηθήσει εκτός αν ήθελαν κι οι δυο τους να μείνουν σχεδόν χωρίς καθόλου χρήματα. Σε περίπτωση, όμως, που ο Ζορδάμης δεν πλήρωνε οι ποινές που προέβλεπε ο Νόμος της Κιρβόνης ήταν βαριές. Φυλάκιση πέντε ετών για τον τραυματισμό του Κρίνου (ο οποίος λίγο είχε λείψει να σκοτωθεί) και απλήρωτη υπηρεσία στον κύριο Βαλτάρντοφ για τρία έτη ακόμα.

Επομένως, ο Ζορδάμης έπρεπε να επιλέξει ή να υποστεί αυτές τις τιμωρίες ή να μείνουν εκείνος και η Καλλιόπη χωρίς ήλιο τσακιστό και χωρίς καμια δυνατότητα για επισκευές στο όχημά τους, που δεν θα μπορούσε πλέον να τρέξει σε ράλι.

«Το ξέρεις ότι μπαίνω στον πειρασμό,» της είπε ο Ζορδάμης, «αλλά δεν μπορώ να σ’το ζητήσω.» Βρίσκονταν στο δωμάτιό τους, στο Στέκι του Ταξιδευτή, ύστερα από τη σύντομη δίκη. Και τους φρουρούσαν, φυσικά. Υπήρχαν μισθοφόροι έξω από την πόρτα τους, οπλισμένοι και έτοιμοι να τους πιάσουν σε περίπτωση που επιχειρούσαν να φύγουν.

«Δε χρειάζεται να ζητήσεις τίποτα,» αποκρίθηκε η Καλλιόπη. «Θεώρησέ το δεδομένο. Εξάλλου, κι εγώ έφταιγα. Αν δεν σου είχα πει για τον πραματευτή–»

«Η απόφαση ήταν δική μου, Καλλιόπη· μη λες μαλ–»

«Σταμάτα.» Πιάνοντας το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της, τον φίλησε στα χείλη καθώς στέκονταν κοντά στο παράθυρο του δωματίου. «Νομίζεις ότι μπορώ να φύγω από δω αφήνοντάς σε στο έλεος των αγριάνθρωπων αυτής της πόλης;»

Ο Ζορδάμης μειδίασε. «Αγριάνθρωποι;»

«Στα Φέρνιλγκαν είμαστε.» Αναστέναξε. «Είναι σαν να περίμεναν κάποιος να κάνει παράβαση για να τον εκμεταλλευτούν!»

«Δεν ξέρω γι’αυτό,» είπε ο Ζορδάμης, «αλλά… Γαμώ τα πόδια της Λόρκης! μακάρι να υπήρχε κάτι άλλο να κάνουμε!»

«Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο. Πρέπει να συγκεντρώσουμε τα λεφτά και να τους τα δώσουμε.»

«Και τι θα μας μείνει, Καλλιόπη; Θα μας μείνουν διακόσιοι ήλιοι συνολικά;»

«Δεν έχει σημασία· θα κερδίσουμε ήλιους σε άλλα ράλι–»

«Χωρίς όχημα;»

«Εγώ δουλεύω, όπως ξέρεις. Δεν είμαι μόνο συνοδηγός σου.»

«Εγώ, όμως, μόνο ραλίστας είμαι, Καλλιόπη–»

Κάποιος χτύπησε την πόρτα τους, διακόπτοντάς τους.

«Άρχισαν κιόλας να μας πιέζουν, οι γαμημένοι!» γρύλισε ο Ζορδάμης.

Η Καλλιόπη τού έγνεψε να σωπάσει. Και κάνοντας μερικά βήματα προς την πόρτα, φώναξε: «Τι θέλετε;»

«Δύο κύριοι είναι εδώ,» ακούστηκε η φωνή ενός μισθοφόρου. «Θέλουν να σας μιλήσουν. Λένε πως έχουν να σας προτείνουν κάτι που ίσως να σας ενδιαφέρει.»

Ο Ζορδάμης και η Καλλιόπη αλληλοκοιτάχτηκαν. Το βλέμμα της ήταν ερωτηματικό. Ο ραλίστας ανασήκωσε τους ώμους παίρνοντας μια έκφραση άγνοιας.

«Να περάσουν,» φώναξε η Καλλιόπη, και η πόρτα άνοιξε από το χέρι του μισθοφόρου.

Δύο άντρες μπήκαν στο δίκλινο δωμάτιο: ο ένας λιγνός, νευρώδης, και κατάλευκος στο δέρμα, με κοντοκουρεμένα ξανθά μαλλιά· ο άλλος ελαφρώς κοντύτερος και πιο παχύς, αλλά μυώδης, και με δέρμα κόκκινο και μαλλιά πράσινα. Από τα ρούχα τους δεν θα μπορούσε να καταλάβει κανείς το επάγγελμά τους· δεν φορούσαν κανενός είδους στολή, ούτε αλεξίσφαιρους θώρακες. Επίσης δεν φαινόταν να φέρουν όπλα, εκτός από ένα ξιφίδιο ο καθένας – ο πρώτος στη μπότα, ο δεύτερος στη ζώνη. Συνηθισμένο για ετούτες τις άγριες περιοχές.

«Ο κύριος Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος;» ρώτησε ο ξανθός, κατάλευκος άντρας.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ζορδάμης. «Δε νομίζω ότι γνωριζόμαστε…»

«Εσείς σίγουρα δεν μας γνωρίζετε, κύριε Λιγνόρρυγχε, αλλά εμείς σας γνωρίζουμε. Και γνωρίζουμε, επίσης, για το πρόβλημα σας. Το οποίο και μπορούμε να σας βοηθήσουμε να λύσετε.»

Ο Ζορδάμης τούς ατένισε και τους δύο με έκδηλη δυσπιστία. «Μπορείτε να με βοηθήσετε να πληρώσω το πρόστιμο; Ξέρετε πόσο–;»

«Έχουμε υπόψη μας το ποσό,» τον διέκοψε ο ξανθομάλλης, ήπια. «Τα χρήματα δεν αποτελούν πρόβλημα για εμάς, κύριε Λιγνόρρυγχε. Έχουμε… πολλές αποταμιεύσεις.»

«Συγνώμη αλλά ποιοι είστε; Τι είστε; Κάποιος οργανισμός που κάνει αγαθοεργίες; Γιατί, αλλιώς….»

Ο ξανθομάλλης χαμογέλασε, αλλά η όψη του πορφυρόδερμου άντρα έμεινε ακίνητη σαν το πρόσωπό του να ήταν από λαξεμένη πέτρα.

«Όχι, κύριε Λιγνόρρυγχε,» είπε ο λευκόδερμος άντρας, «δεν είμαστε οργανισμός που κάνει αγαθοεργίες. Είμαστε όμως ‘οργανισμός’, μπορείτε να πείτε.»

Το ποσό του πρόστιμου ήταν τεράστιο· αποκλείεται κανένας να ήθελε να το πληρώσει για πλάκα, εκτός αν ήταν βαθύπλουτος. Κι όταν ο Ζορδάμης άκουγε κάτι που δεν έμοιαζε λογικό, πάντα υποπτευόταν ότι κάπου είχε η Λόρκη απλωμένα τα δίχτυα της. «Τι οργανισμός;» ρώτησε. «Και γιατί προτίθεστε να μου δώσετε τόσα λεφτά;»

«Επειδή πιστεύουμε ότι είστε καλός ραλίστας, και επειδή τα χρειάζεστε.»

«Είστε… θαυμαστές μου, δηλαδή.»

«Ναι, κύριε Λιγνόρρυγχε· μπορείτε να πείτε ότι είμαστε θαυμαστές σας.»

«Και πότε θα πρέπει να σας ξεπληρώσω;»

«Το συντομότερο δυνατό, φυσικά. Μόλις συγκεντρώσετε τα χρήματα,» αποκρίθηκε ο ξανθομάλλης άντρας. Ο κοκκινόδερμος εξακολουθούσε να στέκεται αμίλητος, με όψη πέτρινη.

«Για να συγκεντρώσω χρήματα πρέπει να έχω αγωνιστικό όχημα που λειτουργεί. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζομαι λεφτά και για επισκευές,» είπε ο Ζορδάμης παρατηρώντας να δει ποια θα ήταν η αντίδρασή τους τώρα που έκανε παζάρια.

«Κανένα πρόβλημα, κύριε Λιγνόρρυγχε,» αποκρίθηκε ο ξανθομάλλης, ξαφνιάζοντάς τον. «Θα έχετε χρήματα και για να επισκευάσετε το όχημά σας.»

«Δεν… Δεν καταλαβαίνω,» είπε ο Ζορδάμης, συνοφρυωμένος. «Γιατί; Ποιοι είστε; Πώς λέγεται η οργάνωσή σας; Και τι κάνει, εκτός απ’το να δίνει λεφτά σε ραλίστες;»

Ο ξανθομάλλης δεν δίστασε να απαντήσει. «Πολλοί άνθρωποι μάς γνωρίζουν ως ‘η Σιδηρά Δυναστεία’. Και όσο για το τι κάνουμε… αυτό ίσως να το ανακαλύψετε στο σύντομο μέλλον.»

«Τραπεζίτες, πάντως, δεν νομίζω να είστε,» είπε η Καλλιόπη, που, όπως κι ο κοκκινόδερμος άντρας, ήταν σιωπηλή μέχρι στιγμής.

Ο ξανθομάλλης χαμογέλασε στρέφοντας το βλέμμα του επάνω της. «Κι όμως,» αποκρίθηκε, «έχουμε και τραπεζίτες στην οργάνωσή μας. Αλλά όχι μόνο. Δεν περιοριζόμαστε σε ορισμένα επαγγέλματα. Ακόμα και ραλίστες μπορούν να βρίσκονται μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία…» Κι έστρεψε πάλι τα γαλανά μάτια του στον Ζορδάμη.

Η ΟΙΚΟΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΡΑΛΙ

Το πρωί, πηγαίνω να επισκεφτώ αυτή την Ασημίνα Νέρφελδιφ. Ο Μαστροκλέφτης της Χαρπόβης μού έχει πει πού ακριβώς κατοικεί, και το σπίτι της – η βίλα της – δεν είναι μέσα στην Κιρβόνη. Αλλά ούτε και μακριά είναι. Ο χάρτης που έχω αποθηκευμένο στο σύστημα της κονσόλας του οχήματός μου δεν το έχει σημειωμένο, ούτε, υποθέτω, και κανένας άλλος χάρτης εκτός, ίσως, από ελάχιστους εξειδικευμένους.

Παίρνοντας το όχημά μου από το γκαράζ του Στεκιού του Ταξιδευτή διασχίζω την Κιρβόνη οδηγώντας προς τα βόρεια, και δεν αργώ να βγω από αυτήν και να μπω σε μικρά μονοπάτια που ανοίγονται μέσα από έναν τόπο με ψηλούς βράχους, ψηλό ανοιξιάτικο χόρτο, και συστάδες δέντρων. Η κατεύθυνσή μου είναι βορειοδυτική, τώρα, ακολουθώντας τα σημάδια που βλέπω στο τοπίο – τα σημάδια για τα οποία μου έχει πει ο Αχιλλέας, και τα οποία δεν μου μοιάζουν και τόσο ξεκάθαρα.

«Ελπίζω να πηγαίνουμε στο σωστό μέρος, Κλεισμένη,» λέω στη γάτα που είναι καθισμένη δίπλα μου, «και να μην καταλήξουμε σε κανένα λημέρι αγριανθρώπων.»

Δε μου εκφράζει την άποψή της επί του θέματος. Αλλά μου φαίνεται τσιτωμένη, γενικά, σήμερα· λες να διαισθάνεται κάτι;

Κι εγώ νιώθω τσιτωμένος, διαπιστώνω. Επειδή, άραγε, ο Μαστροκλέφτης υπονόησε ότι αυτή ίσως νάναι η τελευταία δουλειά που θα κάνω ως δούλος της Δυναστείας; Αποκλείεται να αληθεύει· μου το είπε απλώς για να με παρακινήσει!

Από την άλλη, βέβαια, σ’ετούτα τα μέρη ήταν που έμπλεξα μαζί τους. Αν ο άνθρωπος στον οποίο χρωστάω βρίσκεται κάπου, εδώ δεν θα πρέπει να είναι;

Μετά από κανένα μισάωρο προσεχτικής οδήγησης διακρίνω κάτι που μοιάζει μέρος του φυσικού τοπίου αλλά σίγουρα δεν είναι. Μια βίλα περιτριγυρισμένη από ψηλό πέτρινο φράχτη, πνιγμένο στα αναρριχώμενα φυτά και στα άνθη. Από πίσω του δέντρα ορθώνονται, καθώς και κάποια οικοδομήματα ασφαλώς. Ναι, η έπαυλη αυτή αναμφίβολα μοιάζει μέρος του φυσικού τοπίου. Επίσης, μοιάζει πολύ ευάλωτη· οποιοσδήποτε δεν είναι γέρος ή αδέξιος θα μπορούσε εύκολα να σκαρφαλώσει τον φράχτη πιασμένος στα αναρριχώμενα φυτά. Κάποιο άλλο μέτρο ασφάλειας πρέπει να υπάρχει…

Πλησιάζω την πύλη, που είναι δίφυλλη και καμωμένη από ενός είδους μέταλλο το οποίο κάνει πράσινες ανταύγειες στο φως του πρωινού ήλιου της Σεργήλης. Δίπλα της διακρίνω το ψυχρό μάτι ενός τηλεοπτικού πομπού. Κατεβάζω το τζάμι του παραθύρου μου και το κοιτάζω.

«Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος ονομάζομαι,» λέω. «Ήρθα να επισκεφτώ την κυρία Ασημίνα Νέρφελδιφ.» Και περιμένω.

Τα φύλλα της πύλης δεν αργούν ν’ανοίξουν, και οδηγώ το όχημά μου επάνω σ’ένα μονοπάτι στρωμένο με χαλίκια. Ένας άντρας στέκεται παραδίπλα και με περιμένει. Έχει κατάλευκο δέρμα, κοντά ξανθά μαλλιά, και είναι ντυμένος με καφέ δερμάτινο παντελόνι και μαύρη υφασμάτινη μπλούζα. Λιγνός και νευρώδης, από τη ζώνη του κρέμονται ένα ξιφίδιο κι ένα πιστόλι.

Τον θυμάμαι. Είναι ο ένας από τους δύο άντρες που είχαν έρθει να μου μιλήσουν για να μου προτείνουν να πάρω τα λεφτά της Σιδηράς Δυναστείας, μετά από εκείνο το μοιραίο ράλι.

Σταματώ το όχημά μου δίπλα του, και του λέω από το ανοιχτό παράθυρο: «Εσύ πάλι…» ενώ ακούω τη μεταλλική πύλη να κλείνει αυτόματα πίσω μου.

«Καλωσόρισες στο σπίτι της κυρίας Νέρφελδιφ, Ζορδάμη Λιγνόρρυγχε,» αποκρίνεται εκείνος τυπικά. «Πήγαινε το όχημά σου προς τα εκεί» – δείχνει – «κι άφησέ το στον χώρο στάθμευσης. Έρχομαι πίσω σου.»

Ό,τι πεις εσύ, σκέφτομαι, και πατάω πάλι το πετάλι της επιτάχυνσης, οδηγώντας αργά επάνω στα χαλικόστρωτα μονοπάτια, ανάμεσα από ψηλά δέντρα και θάμνους. Ένας σκύλος με παρατηρεί μέσα από τη βλάστηση – μεγάλος, κατάμαυρος, με γυαλιστερά πράσινα μάτια. Λύκο θυμίζει.

Ο χώρος στάθμευσης είναι ένα σημείο του κήπου με υπόστεγο, κάτω από το οποίο πρέπει να χωράνε γύρω στα έξι τετράκυκλα οχήματα μετρίου μεγέθους. Επί του παρόντος βρίσκονται εκεί δύο δίκυκλα· ένα εξάτροχο με μεγάλη καρότσα, καλό για δύσβατους τόπους, το οποίο θα μπορούσες και ν’αποκαλέσεις φορτηγό· και δύο οχήματα σκεπασμένα με γκρίζες κουκούλες, που πρέπει νάναι τετράκυκλα και όχι μεγάλα. Θα μπορούσαν να είναι ακόμα και αγωνιστικά, κρίνοντας από το σουλούπι τους.

Σταματάω το δικό μου όχημα πλάι στο εξάτροχο, απενεργοποιώ τη μηχανή, και βγαίνω μαζί με την Κλεισμένη.

Ο ξανθομάλλης άντρας, όπως είχε υποσχεθεί, εμφανίζεται από τη μεριά που ήρθα. «Έλα μαζί μου,» μου λέει.

«Πού πηγαίνουμε;» τον ρωτάω.

«Να συναντήσεις την κυρία Νέρφελδιφ, φυσικά.» Και μου κάνει νόημα, καθώς ξεκινά πάλι να βαδίζει επάνω στα χαλικόστρωτα μονοπάτια.

Τον ακολουθώ χωρίς άλλες κουβέντες. Ό,τι είναι να μάθω θα το μάθω σύντομα, και όχι απ’ αυτόν.

«Η γάτα δεν είναι επικίνδυνη, σωστά;» με ρωτά καθώς πλησιάζουμε ένα μεγάλο οίκημα με δύο πυργίσκους και πράσινα κεραμίδια στις πολλαπλές οροφές του. Είναι χτισμένο με γκρίζες πέτρες που μοιάζουν αρχαίες, κι επάνω στους τοίχους του, σ’ορισμένα σημεία, υπάρχουν λαξεύματα. Σκηνές από κυνήγι, από θηρία, από… στοιχειά; δαίμονες; τελώνια; Όλ’ αυτά μού θυμίζουν τα λαξεύματα που βλέπει κανείς σε ναούς του Κάρτωλακ· αλλά ετούτο το μέρος σίγουρα δεν είναι ναός.

«Το μάντεψες,» αποκρίνομαι στον οδηγό μου ενώ κοιτάζω τα τοιχογραφήματα.

«Αυτό το σπίτι είναι πολύ παλιό, Λιγνόρρυγχε,» με πληροφορεί ο ξανθομάλλης, οδηγώντας με προς μια ξύλινη, λαξευτή είσοδο που τα λαξεύματά της δεν έχουν καμια σχέση μ’εκείνα στους εξωτερικούς τοίχους.

«Πόσο παλιό;» ζητώ να μάθω.

«Πολύ,» λέει μόνο ο οδηγός μου, ανοίγοντας την ξύλινη πόρτα.

«Νιάααο…» νιαουρίζει η Κλεισμένη.

Περνώντας το κατώφλι, βαδίζουμε επάνω σε γυαλιστερά ξύλινα και συμπαγή πέτρινα πατώματα, μέσα σε διαδρόμους. Αγάλματα μάς ατενίζουν από γωνίες, λίθινα, που έχουν μορφές στοιχειών και τελώνιων – πλασμάτων του Κάρτωλακ και των σκοταδιών των Φέρνιλγκαν, βγαλμένα από τη φαντασία παραμυθάδων και ιερέων τα περισσότερα από αυτά, είμαι βέβαιος: δεν μπορεί να υπάρχουν. Στους τοίχους βλέπω πίνακες και ταπετσαρίες που απεικονίζουν πιο φιλικά πράγματα, όπως φυσικά τοπία, άνθη, κυνήγι, και… Μια μεγάλη ταπετσαρία έχει επάνω της κεντημένα αγωνιστικά οχήματα τα οποία, δίχως αμφιβολία, ανταγωνίζονται μέσα σε ράλι, τρέχοντας με υψηλές ταχύτητες.

Ενδιαφέρον… σκέφτομαι. Παράξενο, ίσως; Ή όχι; Στο μυαλό μου έρχονται ξανά τα λόγια του Μαστροκλέφτη: Μπορεί αυτή νάναι η τελευταία φορά που θα δουλέψεις απλήρωτα.

Δε συναντάμε, όμως, μόνο αγάλματα, πίνακες, και ταπετσαρίες στον δρόμο μας. Στο κατώφλι μιας πόρτας βλέπουμε έναν άντρα που πρέπει νάναι υπηρέτης, κρίνοντας απ’το ντύσιμό του, και τον οποίο ο οδηγός μου χαιρετά μ’ένα κοφτό νεύμα. Σε μια διασταύρωση αντικρίζουμε μια κοπέλα που κι αυτή υπηρέτρια πρέπει να είναι, και ο οδηγός μου της λέει: «Ειδοποίησε την κυρία.»

Μετά φτάνουμε σε μια αίθουσα που είναι επιπλωμένη σαν καθιστικό, και στους τοίχους της κρέμονται πίνακες με αγωνιστικά οχήματα και σκηνές από αγώνες ράλι. Μέσα σε βιτρίνες βρίσκονται μινιατούρες αγωνιστικών οχημάτων· τα τζάμια τους γυαλίζουν στο πρωινό φως που μπαίνει απ’το μεγάλο παράθυρο.

Τι συμβαίνει εδώ; Υπάρχουν άτομα που ασχολούνται με ράλι στη βίλα, ή κάποιος μού κάνει πλάκα;

«Περίμενε λίγο,» μου ζητά ο ξανθομάλλης άντρας. «Η κυρία Νέρφελδιφ σύντομα θα έρθει.» Και φεύγει, χωρίς να κλείσει την πόρτα πίσω του.

Η Κλεισμένη νιαουρίζει ερωτηματικά.

«Φρόνιμα,» της λέω σιγανά, και βηματίζω μέσα στην αίθουσα παρατηρώντας τους πίνακες και τις μινιατούρες. Αναγνωρίζω τα περισσότερα μοντέλα, νομίζω. Και αναγνωρίζω, επίσης, και δύο από τους αγώνες που απεικονίζονται στους πίνακες. Σ’αυτόν εκεί ήμουν κι εγώ. Ναι, σίγουρα αυτός ήταν. Ο ζωγράφος πρέπει να έφτιαξε τη συγκεκριμένη σκηνή από φωτογραφία–

Βήματα πίσω μου.

Γυρίζω κι αντικρίζω μια γυναίκα να έχει μόλις μπει. Αρκετά ψηλή, με δέρμα λευκό-ροζ και ξανθά, σπαστά μαλλιά που δεν ξεπερνούν σε μήκος τους ώμους της. Ένα κοκαλάκι τα πιάνει από τη δεξιά μεριά, κρατώντας τα μακριά από το πρόσωπό της. Μια φαρδιά πράσινη πουκαμίσα τη ντύνει, με τα μανίκια γυρισμένα ώς τους αγκώνες, μπαίνοντας μέσα στο μαύρο πέτσινο παντελόνι της και δημιουργώντας έντονες πτυχώσεις γύρω από τη μέση. Τα παπούτσια της είναι καφετιά και δερμάτινα, με χαμηλό τακούνι.

Δε μπορεί να είναι μικρή, αλλά αποκλείεται να είναι και πάνω από σαράντα-πέντε χρονών.

«Σ’αρέσει η συλλογή μου;» με ρωτά, και το στόμα της μου φαίνεται να κάνει ένα μικρό αλλά περίεργο σπασμό, ενώ τα πράσινα μάτια της γυαλίζουν, παρατηρώντας με. Το δεξί της φρύδι είναι συνοφρυωμένο· το αριστερό υψωμένο και μισοκρυμμένο πίσω από την ελεύθερη μεριά των ξανθών μαλλιών της.

«Είναι, ομολογουμένως… εντυπωσιακή,» αποκρίνομαι, χωρίς να λέω ψέματα.

Η γυναίκα χαμογέλα, δείχνοντας ευχαριστημένη από τον θαυμασμό μου, και, καθώς στέκεται αντίκρυ μου κι αλλάζει στάση, νομίζω πως το αριστερό χέρι της προσπαθεί προς στιγμή να τινάξει από πάνω του κάποιο ανύπαρκτο έντομο. Το αργυρό ρολόι-βραχιόλι στον καρπό του γυαλίζει έντονα στο ηλιακό φως.

«Η κυρία Νέρφελδιφ, σωστά;» λέω.

«Σε παρακαλώ, να με λες Ασημίνα,» αποκρίνεται η παράξενη γυναίκα. Και δείχνει έναν καναπέ. «Κάθισε. Θέλεις κάτι να πιεις;»

«Έχω ήδη πιει καφέ,» λέω καθώς καθίζω, «προτού φύγω από την Κιρβόνη.»

Η Ασημίνα κάθεται πλάι μου, στραμμένη προς τη μεριά μου, με τα γόνατά της ενωμένα, τους αστραγάλους σταυρωμένους, και τα δάχτυλα των χεριών πλεγμένα επάνω στους μηρούς της. Το δεξί της μάτι στενεύει νευρικά, παρατηρώντας με, και φαίνεται προς στιγμή να προσπαθεί να ελέγξει την έκφραση του προσώπου της. Γελά. «Συναντιόμαστε από κοντά, επιτέλους!» λέει. Η Κλεισμένη στέκεται και την ατενίζει με έκδηλη απορία, ενώ η Ασημίνα μοιάζει να μην έχει καν προσέξει τη γάτα από τότε που μπήκε στην αίθουσα.

«Θα έπρεπε να είχαμε συναντηθεί νωρίτερα;» ρωτάω.

Γελά ξανά. «Όχι. Όχι απαραίτητα.» Γλείφει τα χείλη της, νευρικά. «Εξαιτίας μου, δηλαδή. Μπορούσαμε. Αλλά… δεν ξέρω, δίσταζα.»

«Να υποθέσω ότι με γνωρίζεις ως ραλίστα;» λέω, νιώθοντας ότι με φρικάρει λιγάκι. Δε νομίζω πως έχω ποτέ συναντήσει πιο παράξενη γυναίκα στη ζωή μου – και δεν έχω συναντήσει λίγες, γενικά.

«Ναι,» απαντά η Ασημίνα, «ναι. Ξέρω όλους τους αγώνες που έχεις λάβει μέρος. Κάποιοι απ’τους οποίους είναι» – στρέφεται στους πίνακες, δείχνοντας – «αυτός εκεί, που κοίταζες πριν· αυτός εκεί· αυτός εκεί· κι αυτός εκεί.»

Εσύ πλήρωσες τα λεφτά του πρόστιμου; σκέφτομαι αλλά δεν μιλάω ακόμα. Σ’εσένα χρωστάω όλα αυτά τα χρόνια;

Στρέφει πάλι το βλέμμα της επάνω μου. «Κάποτε,» μου λέει, «ήσουν μαζί με την Έκπτωτη Ελοντί, την τραγουδίστρια, έτσι δεν είναι;»

«Ναι,» αποκρίνομαι, «για λίγο καιρό…»

«Αλλά όχι μετά. Γιατί;»

«Είναι… προσωπικό θέμα,» λέω.

«Συγνώμη!» αποκρίνεται η Ασημίνα, μειδιώντας, και τα χείλη της κάνουν έναν σπασμό προς τ’αριστερά. «Δε θέλω να είμαι αδιάκριτη–»

«Δεν πειράζει–»

«Αλλά το ράλι είναι… είναι ό,τι μ’αρέσει περισσότερο.» Και το βλέμμα της πηγαίνει στις μινιατούρες των αγωνιστικών οχημάτων και στους πίνακες γύρω-γύρω στο δωμάτιο.

«Ναι,» λέω, «καταλαβαίνω το πάθος σου, Ασημίνα.»

Γελά καθώς στρέφεται ξανά να με κοιτάξει. «Ήμουν σίγουρη!»

«Γιατί βρίσκομαι εδώ, όμως; Γιατί με κάλεσες τώρα;»

Η όψη της σοβαρεύει αλλά δεν γίνεται λιγότερο νευρική· μου δίνει τώρα την εντύπωση ότι το πρόσωπό της είναι τσιτωμένο, τεντωμένο – βέλος έτοιμο να τιναχτεί από τη χορδή τόξου. «Ίσως να το έχεις υποπτευθεί ώς τώρα ότι εγώ ήμουν που πλήρωσα το πρόστιμο όταν αγωνίστηκες εδώ, κοντά στην Κιρβόνη, στο ράλι του κύριου Βαλτάρντοφ…»

«Και γιατί δεν χρωστούσα σ’εσένα συγκεκριμένα αλλά σ’ολόκληρη τη Σιδηρά Δυναστεία;» ρωτάω, πιο απότομα απ’ό,τι θα έπρεπε. «Γιατί έκανα τόσα χρόνια να ξεχρεωθώ; Γιατί ακόμα δεν έχω ξεχρεωθεί;» Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτή θάναι η τελευταία δουλειά που θα κάνω απλήρωτα.

«Μην ανησυχείς,» μου λέει αμέσως η Ασημίνα ενώ τα χέρια της κινούνται νευρικά επάνω στους μηρούς της, «θα ξεχρεωθείς. Γι’αυτό είσαι εδώ τώρα.»

«Γιατί τριγύριζα σ’όλη τη Σεργήλη τόσα χρόνια;» τη ρωτάω. Είναι τρελή; Το έβρισκε διασκεδαστικό να με στέλνει από δω κι από κει;

«Δεν είχα άμεση ανάγκη για σένα,» μου εξηγεί. «Δεν– Δεν ξέρεις τι γίνεται μέσα στη Δυναστεία; Όταν χρωστάς σ’έναν από εμάς, χρωστάς σε όλους. Εκτός αν αυτός ο ένας σ’έχει άμεση ανάγκη, και… δεν είχα άμεση ανάγκη τότε.» Τρίβει έντονα τα χέρια της επάνω στο μαύρο πέτσινο παντελόνι που καλύπτει τους μηρούς της· τα νύχια του αριστερού χεριού μπήγονται στο ρούχο και, αναμφίβολα, στο δέρμα της από κάτω. «Καταλαβαίνεις τι γίνεται; Νόμιζα ότι θα το ήξερες, ότι θα σ’το είχαν εξηγήσει.»

«Μου είπαν ότι μόνο αυτός στον οποίο χρωστάς μπορεί να σε απελευθερώσει από το χρέος. Αλλά δεν γνώριζα σε ποιον χρωστούσα. –Ούτε κανένας με πληροφόρησε,» προσθέτω έντονα, παίρνοντας μια έκφραση σοβαρής δυσαρέσκειας. Ο Ζορδάμης με τα Πολλά Πρόσωπα με αποκαλούν μέσα στη Δυναστεία γιατί μπορώ να παίξω, συνειδητά, με το πρόσωπό μου καλύτερα από ηθοποιός.

«Δε φταίω εγώ!» λέει απότομα η Ασημίνα, και πετάγεται όρθια σαν ελατήριο. «Θα έπρεπε, ίσως, κάποιος να σ’το είχε πει!»

«Γιατί δεν μου το είπες η ίδια;»

Υψώνει τα χέρια της. «Δεν… Δεν ήταν έτσι σχεδιασμένο. Δεν… Παρακολουθούσα το ράλι του κύριου Βαλτάρντοφ, και είδα ότι δημιουργήθηκε αυτό το πρόβλημα μαζί σου.» Κάθεται πάλι, ξαφνικά, στην ίδια στάση με πριν. «Και δεν μπορούσα να σ’αφήσω να φυλακιστείς, όταν έμαθα όταν είχες οικονομικές δυσκολίες. Ήμουν θεατής… παρακολουθούσα. Πάντα παρακολουθώ. Στα ράλι. Δε συμμετέχω ενεργά… δεν μπορώ κιόλας, και… Όπως και νάχει, απλώς ήθελα να βοηθήσω.» Παίρνει μια έντονη ανάσα. «Καταλαβαίνεις;»

«Ναι,» λέω ψέματα με αληθοφανή τρόπο.

Η Ασημίνα χαμογελά. Βγάζει μια ταμπακιέρα από την τσέπη της πουκαμίσας της και τραβά δυο τσιγάρα. Μου προσφέρει το ένα. Το δέχομαι και, καθώς το βάζω στο στόμα μου, μου το ανάβει μ’έναν χρυσό ενεργειακό αναπτήρα, ενώ το δεξί της μάτι στενεύει. Μετά ανάβει και το δικό της τσιγάρο – μια δουλειά που μοιάζει να απαιτεί, προς στιγμή, όλη την αυτοσυγκέντρωσή της.

«Ασημίνα,» λέω, «πρέπει να είσαι πολύ πλούσια…»

«Έχω κάποια λεφτά,» παραδέχεται μ’ένα μετριόφρον, λοξό μειδίαμα.

Κάποια λεφτά; σκέφτομαι προσπαθώντας να μη γελάσω. Κολυμπάς στους ήλιους! Δεν έχεις «κάποια λεφτά»! Κανένας που έχει «κάποια λεφτά» δεν πληρώνει για πλάκα τόσο μεγάλα πρόστιμα ενός άγνωστου ραλίστα του οποίου την οδήγηση τυχαίνει να γουστάρει.

«Έχεις επιχειρήσεις;» τη ρωτάω. «Είσαι επιχειρηματίας;»

Η Ασημίνα γελά. «Ω όχι, όχι. Έχω γη και οικοδομήματα, καθώς και χρήματα σε τράπεζες. Ο πατέρας μου ήταν επιστήμονας. Αρκετά γνωστός. Ίσως να τον έχεις ακούσει: Κρεμτέλβιος Νέρφελδιφ;»

«Μόνο τον Κρεμτέλβιο Πολύγωνο ξέρω, τον συγγραφέα.»

Η Ασημίνα χαμογελά – ή απλά τα χείλη της κάνουν ακόμα έναν νευρικό σπασμό. «Ναι… Καμία σχέση, όμως, δεν έχει με τον πατέρα μου.» Αναστενάζει, φυσώντας καπνό. «Έχουν πει κάποιοι ότι ο πατέρας μου ήταν προδότης, σύμμαχος των Παντοκρατορικών· αλλά δεν είναι έτσι. Εξάλλου, εκείνη την εποχή ποιος δεν είχε εργαστεί για τους Παντοκρατορικούς, Ζορδάμη;… Ήταν… ήταν όμως απρόσεχτος πολλές φορές…» Κοιτάζει στο πλάι, την πλάτη του καναπέ, συλλογισμένη. Τα δάχτυλά της κάνουν πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω το τσιγάρο που κρατάνε αναμμένο ανάμεσά τους.

Καθαρίζω τον λαιμό μου. «Και τώρα… γιατί μ’έχεις καλέσει; Είπες ότι με χρειάζεσαι για κάποιο λόγο. Και πρέπει να ρωτήσω: πότε σκοπεύεις να μ’απελευθερώσεις από το χρέος μου;»

Τα πράσινα, σπινθηροβόλα μάτια της στρέφονται στο πρόσωπό μου. «Τώρα,» μου λέει. «Ύστερα από κάποιες δουλειές που θα κάνεις για μένα, δεν θα χρωστάς πια στη Σιδηρά Δυναστεία. Το χρέος σου θα σβηστεί, Ζορδάμη. Θα είσαι ελεύθερος.»

Ελεύθερος… Γιατί μου ακούγεται πλέον σαν παραμύθι αυτό; Όπως και νάχει, η φωνή της κάνει κάτι να φουντώσει μέσα στην ψυχή μου. Μα όλους τους θεούς του Γνωστού Σύμπαντος – επιτέλους! – επιτέλους θα αποτινάξω τον ζυγό της καταραμένης αόρατης οικογένειας από τους ώμους μου! Δε θα χρειαστεί να γίνω ούτε φυγάς ούτε φονιάς.

«Τι θέλεις να κάνω;» τη ρωτάω. «Πες το, και θα γίνει.»

Τα μάτια της γυαλίζουν ατενίζοντάς με, τα φρύδια της σουφρώνουν νευρικά· χαμογελά καθώς τραβά καπνό απ’το τσιγάρο της και τον βγάζει απ’την άκρη του στόματός της. «Δεν είναι ένα πράγμα μόνο,» μου αποκρίνεται. «Είναι, όπως σου είπα, κάποιες δουλειές.»

«Υποσχέθηκες πως θα με ελευθερώσεις· δεν είναι αλήθεια;» Κάνω την όψη μου επικριτική.

Αλλά δεν νομίζω πως αυτό την πτοεί στο ελάχιστο, και τότε καταλαβαίνω ότι πίσω από τη μάσκα νευρικότητας βρίσκεται σίγουρα ένα πολύ ισχυρό – επικίνδυνο ίσως – μυαλό. «Αλήθεια είναι,» μου απαντά. «Μόλις γίνουν οι δουλειές που θέλω, δεν θα χρωστάς πλέον, Ζορδάμη.»

«Τι δουλειές είναι αυτές;»

«Δεν είναι… συγκεκριμένου είδους όλες. Είναι διάφορες…» Καπνίζει συλλογισμένα ενώ η δεξιά άκρη των χειλιών της κινείται σπασμωδικά. «Θα ξεκινήσεις από αύριο,» μου λέει ξαφνικά. «Σήμερα είσαι φιλοξενούμενός μου. Θέλω να σε γνωρίσω.»

«Δεν έχεις φάκελο για εμένα;»

«Φυσικά και έχω. Αλλά άλλο ο φάκελος, άλλο ο άνθρωπος.» Σηκώνεται από τον καναπέ. «Έλα,» μου λέει. «Θα σου δείξω δύο οχήματα που, νομίζω, θα σου αρέσουν. Θέλω να μου πεις τη γνώμη σου γι’αυτά!» χαμογελά νευρικά. Το τσιγάρο της κάνει πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, πάνω-κάτω ανάμεσα στα δάχτυλά της.

*

Βγαίνουμε από το οίκημα και βαδίζουμε στον κήπο, με την Κλεισμένη στο κατόπι μας.

Η Ασημίνα την κοιτάζει πάνω απ’τον ώμο της. «Η γάτα είναι δική σου, Ζορδάμη;»

«Ναι. Τη βρήκα στην Άντχορκ, κι από τότε μ’ακολουθεί.»

Η Ασημίνα γελά. «Φαίνεται συμπαθητική γάτα.»

Δε νομίζω ότι η συμπάθεια είναι αμοιβαία, σκέφτομαι, βλέποντας πώς την κοιτάζει η Κλεισμένη.

Κανένας άλλος δεν έρχεται μαζί μας καθώς βαδίζουμε επάνω στα χαλικόστρωτα μονοπάτια του κήπου, αλλά κάθε τόσο, με τις άκριες των ματιών μου, νομίζω πως βλέπω τον κατάλευκο, ξανθομάλλη άντρα κάπου εκεί κοντά. Μας παρακολουθεί. Φοβάται ότι ίσως να επιχειρήσω να βλάψω την εργοδότριά του; (Εργοδότριά του είναι η Ασημίνα Νέρφελδιφ, σωστά; Δε μπορεί να είναι τίποτ’ άλλο…)

Φτάνουμε στον σκεπαστό χώρο στάθμευσης οχημάτων, και η Ασημίνα δείχνει το τετράκυκλό μου. «Δικό σου;»

«Ναι.»

Πλησιάζει, μάλλον βιαστικά, ένα από τα δύο που είναι σκεπασμένα με κουκούλες, λύνει τα λουριά της κουκούλας, τραβά ένα μακρύ φερμουάρ επάνω της (όλες οι κινήσεις με τρομερή προσήλωση, σαν να απαιτούν την πλήρη αυτοσυγκέντρωσή της), και μετά βγάζει την κουκούλα ρίχνοντάς την στο έδαφος. Αποκαλύπτοντας ένα τετράκυκλο όχημα που, όπως υποπτευόμουν, είναι φανερά αγωνιστικό. Χαμηλό, δεν φτάνει πάνω από τη μέση μου, μακρύ, και μυτερό. Το γυάλινο σκέπαστρο του δεν κυρτώνει από πάνω του σαν θόλος· κλειστό, βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τα ελαφριά μέταλλα γύρω του. Το όχημα δεν μοιάζει και τόσο καλό για δύσκολους δρόμους – όπως για να διασχίσεις δασώδη ή βραχώδη μέρη – αλλά σίγουρα τρέχει σαν τον άνεμο επάνω σε κανονικούς δρόμους. Είναι βαμμένο μαύρο, εκτός από τις άκριές του που είναι βαμμένες κόκκινες.

Βλέπω το λογότυπο στην πίσω μεριά του, και λέω: «Εργοστάσια Τρίγνωμος. Άντχορκ.»

Η Ασημίνα χαμογελά, και το αριστερό της χέρι χαϊδεύει σπασμωδικά μια άκρη του οχήματος. «Πολύ γρήγορο,» μου λέει, με ενθουσιασμό. «Πολύ γρήγορο.»

Πηγαίνει στο άλλο όχημα που είναι σκεπασμένο με κουκούλα και, με βιαστικές, νευρικές κινήσεις, αρχίζει να τη λύνει ώστε τελικά να το ξεσκεπάσει κι αυτό. Είναι τετράκυκλο, όπως το προηγούμενο, αλλά πιο ψηλό και βαμμένο πράσινο με μαύρες ραβδώσεις. Οι τροχοί του φαίνονται καλύτεροι για να διασχίζουν δύσβατα εδάφη, και δεν έχει σκέπαστρο αλλά δύο πόρτες που ανοίγουν προς τα πάνω.

«Λιγάκι πιο αργό,» μου λέει η Ασημίνα κοιτάζοντας το σαν νάναι ερωτευμένη μαζί του, «αλλά πολύ, πολύ δυνατό.» Δαγκώνει την άκρη του κάτω χείλους της ενώ το δεξί της μάγουλο κάνει έναν ξαφνικό σπασμό και το μάτι της ανοιγοκλείνει.

Κοιτάζω το λογότυπο στη μπροστινή μεριά του οχήματος. «Βιομηχανία Πάνδρομος,» παρατηρώ. «Αγκένροβ.»

Η Ασημίνα δεν ξαφνιάζεται, φυσικά, που γνωρίζω όλες τις εταιρείες που φτιάχνουν οχήματα. «Ναι,» μου λέει. «Και τα δύο είναι τα πιο ακριβά που κυκλοφορούν αυτοί οι δύο συγκεκριμένοι προμηθευτές ετούτο τον χρόνο.» Ανοίγει προς τα πάνω την πόρτα της θέσης του οδηγού και κοιτάζει το εσωτερικό του οχήματος. «Βλέπεις; Δεν είναι εξαιρετικό;»

«Είναι,» παραδέχομαι, και δεν λέω ψέματα.

«Αγρίμι του Δάσους, λέγεται,» με πληροφορεί η Ασημίνα. «Είκοσι-πέντε κομμάτια έχει βγάλει μόνο ο Πάνδρομος. Σ’αρέσει;» Στρέφεται να με κοιτάξει, με τα πράσινα μάτια της να γυαλίζουν. Το αριστερό είναι μισοκρυμμένο πίσω απ’τα ξανθά μαλλιά της.

«Ναι,» αποκρίνομαι, και πάλι δεν λέω ψέματα. «Αν ήμουν σε ράλι, σίγουρα θα ήθελα να το έχω.»

«Πού να το δεις στις στροφές! Στρίβεις χωρίς να κόψεις σχεδόν καθόλου ταχύτητα. Κι όταν χρειάζεται να κόψεις, η επιτάχυνσή του μετά είναι αστραπιαία!»

Χαμογελάω βλέποντάς την να μιλά έτσι. «Οδηγείς, υποθέτω…»

Τα μάτια της απρόσμενα απομακρύνονται από το πρόσωπό μου, στρέφονται στο εσωτερικό του οχήματος. Τα χείλη της συσπώνται· το χέρι της αγγίζει νευρικά το τιμόνι, το αφήνει ξανά σαν ενεργειακό ρεύμα να χτύπησε την παλάμη της. (Τι σκατά συμβαίνει μ’αυτή τη γυναίκα; δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ στιγμιαία. Τι έχει;) «Όχι,» μου απαντά πνιχτά, «δεν οδηγώ…»

«Παράξενο,» λέω. «Θα νόμιζε κανείς ότι είσαι ραλίστρια.»

«Δε μπορώ να είμαι ραλίστρια!» αποκρίνεται καθώς το βλέμμα της στρέφεται απότομα προς εμένα ξανά, και τα πράσινα μάτια της είναι τώρα γεμάτα οργή. «Παρακολουθώ όμως,» προσθέτει με πιο ήπια φωνή. Καθαρίζει τον λαιμό της. «Θα οδηγήσεις για εμένα;» με ρωτά.

«Ναι, αν θέλεις…» Αναρωτιέμαι αν τα νεύρα της έχουν κάποια σχέση με το γεγονός ότι δεν μπορεί να οδηγήσει.

«Θέλω,» λέει, και παραμερίζει από την πόρτα, αφήνοντάς με να καθίσω στη θέση του οδηγού. Το κάθισμα είναι βολικό, το τιμόνι άνετο κάτω από τα χέρια μου. Η Κλεισμένη πήδα μέσα, επάνω στα γόνατά μου.

Η Ασημίνα στρέφει τη ματιά της αλλού και φωνάζει: «Λειρνόε! Δύο φιάλες ύψιλον-δύο!»

«Μάλιστα, κύρια,» ακούγεται η φωνή του ξανθομάλλη, λευκόδερμου άντρα. Και μετά από λίγο έρχεται με δύο ενεργειακές φιάλες Υ-2 μαζί του. Τις αφήνει δίπλα στο όχημα και η Ασημίνα μού δίνει τη μία, δείχνοντάς μου τη θυρίδα όπου μπαίνει. Την είχα ήδη προσέξει, αλλά δεν το λέω. Την ανοίγω και προσαρμόζω τη φιάλη μέσα της.

«Η δεύτερη είναι εφεδρική,» μου λέει η Ασημίνα, «αλλά, για να μη χάνεις χρόνο με την αλλαγή, μπαίνει εδώ.» Ανοίγει μια θυρίδα στη μπροστινή μεριά του οχήματος, ενώ στέκεται ακόμα έξω, και προσαρμόζει τη φιάλη εκεί. Ύστερα έρχεται και κάθεται στη θέση του συνοδηγού. Παίρνει τα κλειδιά από ένα ντουλαπάκι της κονσόλας μπροστά μας και μου τα δίνει.

Τα χρησιμοποιώ για να ενεργοποιήσω τα συστήματα και τη μηχανή του οχήματος.

«Θέλετε να έρθω μαζί σας, κυρία;» ρωτά ο Λειρνόος, έξω από το όχημα.

Η Ασημίνα τού γνέφει αρνητικά. «Πάμε,» μου λέει, καθώς εκείνος απομακρύνεται.

«Έξω από τη βίλα;»

«Ναι!» αποκρίνεται με ενθουσιασμό.

Οδηγώ προς την έξοδο, με προσοχή, κι αισθάνομαι το όχημα να κινείται άνετα πάνω στα χαλικόστρωτα μονοπάτια, σαν πελώριο αιλουροειδές που βρίσκει το περιβάλλον γύρω του ανιαρό – πολύ φιλικό σε σχέση με τα άγρια περιβάλλοντα όπου έχει συνηθίσει. Φτάνουμε μπροστά στην κλειστή μεταλλική πύλη του κήπου και η Ασημίνα την ανοίγει τραβώντας μια συσκευή από την πουκαμίσα της και πατώντας ένα κουμπί – στέλνοντας κάποιο τηλεπικοινωνιακό σήμα.

Βγάζω το όχημα από τη βίλα και το οδηγώ στην ύπαιθρο, αρχίζοντας να καταλαβαίνω τις πραγματικές του δυνατότητες. Η Κλεισμένη είναι τσιτωμένη επάνω μου καθώς η ταχύτητα αυξάνεται.

«Πιο γρήγορα!» με παροτρύνει η Ασημίνα. «Πιο γρήγορα! Μπορεί να πάει και πιο γρήγορα.»

Αυξάνω ταχύτητα, περνώντας μέσα από βλάστηση και δίπλα από ψηλούς βράχους. Χορτάρι και χώματα τινάζονται γύρω απ’τους τροχούς μου. Η Κλεισμένη ζαρώνει επάνω μου, νιαουρίζοντας φοβισμένη.

«Ναι,» λέει η Ασημίνα, «χα-χα-χα-χα-χα, ναι!» Είναι ενθουσιασμένη.

Κάνω μερικές μανούβρες που ξέρω ότι θα την εντυπωσιάσουν κι ύστερα συνεχίζω να οδηγώ πιο ομαλά, αν και με υψηλή ταχύτητα, επικίνδυνη για οποιονδήποτε συνηθισμένο οδηγό αλλά όχι για εμένα. Ένα κανονικό όχημα, επίσης, θα είχε διαλυθεί τώρα αν το οδηγούσα έτσι, θα είχε γίνει κομμάτια· το Αγρίμι του Δάσους, όμως, δεν καταλαβαίνει τίποτα: είναι στο στοιχείο του.

Η Ασημίνα γελά. «Θεοί…» την ακούω να μουρμουρίζει κάπου-κάπου. «Θεοί…»

«Να γυρίσουμε πίσω, τώρα;» τη ρωτάω, όταν έχουμε φτάσει αρκετά βόρεια από τη βίλα της.

«Όχι,» μου λέει. «Πήγαινε προς τις ακτές. Από κει.» Δείχνει, έξω απ’το μπροστινό παράθυρο, ένα μονοπάτι που ανοίγεται μέσα από πυκνή βλάστηση.

«Οι ακτές της θάλασσας δεν είναι και τόσο κοντά,» λέω. Πρέπει νάναι πάνω από εκατό χιλιόμετρα από εδώ, αν δεν κάνω λάθος.

«Έτσι όπως τρέχεις; Είναι κοντά, Ζορδάμη. Πάμε!»

Δεν υπάρχει λόγος να της χαλάσω το χατίρι. Οδηγώ προς το μονοπάτι και μπαίνω ανάμεσα στη βλάστηση – δέντρα, χαμόδεντρα, ψηλό χόρτο – διαλύοντάς την εύκολα όταν προσπαθεί να σταθεί εμπόδιο στους τροχούς μου. Σε κάποια στιγμή βρίσκω έναν πεσμένο κορμό στον δρόμο μου, και το Αγρίμι του Δάσους τον σπάει καθώς περνά από πάνω του. Λίγο πιο μετά, ένας μεγάλος λαγός τινάζεται μακριά από το όχημά μου, με τ’αφτιά του τεντωμένα.

Σ’ένα σημείο βλέπω ένα πέτρινο χτίσμα στο πλάι του μονοπατιού, μισοκρυμμένο απ’τα δέντρα. «Τι ήταν αυτό;» ρωτάω την Ασημίνα.

«Ποιο;» Μοιάζει τελείως συνεπαρμένη απ’την ταχύτητα. Το αριστερό της χέρι αγγίζει νευρικά το αριστερό της μάγουλο, με τα δάχτυλα μπλεγμένα μέσα στα ξανθά μαλλιά της.

«Αυτό που μόλις περάσαμε. Βωμός ήταν; Ναός;»

«Α, αυτό λες. Βωμός. Βωμός της Λόρκης. Έρχονται κάτι τρελοί, κατά περιόδους, και κάνουν τελετές.»

Φτάνουμε στις ακτές σε λιγότερο από μια ώρα. Αξιοσημείωτος χρόνος για τέτοια εδάφη, μέσα σε οποιοδήποτε όχημα. Σταματάω το Αγρίμι των Δασών μπροστά σε μια ακροθαλασσιά γεμάτη βότσαλα και κάποια λίγα χαμόδεντρο που φυτρώνουν από μέσα τους σε μια μεριά. Δύο μεγάλες χελώνες έχουν βγει από τα βαθιά και βρίσκονται τώρα εκεί όπου σκάει το κύμα, στα σύνορα θάλασσας και ξηράς. Έπρεπε να είχα φέρει τη φωτογραφική μηχανή μαζί μου.

Στ’ανοιχτά φαίνεται ένα αλιευτικό σκάφος, και προς τα νότια της ακτής, μακριά από εμάς, μπορώ να διακρίνω κάποια μικρή πόλη μέσα σ’έναν κόλπο.

«Τι νομίζεις για το όχημα;» με ρωτά η Ασημίνα.

«Εξαιρετικό είναι.»

Η Ασημίνα ανοίγει την πόρτα της και βγαίνει. Ανοίγω κι εγώ τη δική μου πόρτα και την ακολουθώ· η Κλεισμένη πηδά έξω πριν από εμένα σαν το όχημα να ήταν φυλακή βασανιστηρίων για εκείνη.

Βαδίζουμε επάνω στα βότσαλα, νιώθοντας τον υγρό άνεμο που έρχεται από τη θάλασσα να μας χτυπά. Δεν κάνει κρύο, μα ούτε και ζέστη έχει.

«Το σπίτι σου,» ρωτάω την Ασημίνα, «ο πατέρας σου το έχτισε;»

«Όχι· το αγόρασε. Είναι παλιό.»

«Τα λαξεύματα στους τοίχους μοιάζουν μ’αυτά που βλέπει κανείς σε ναό του Κάρτωλακ.»

«Ναι. Είναι παλιό,» επαναλαμβάνει. «Δεν ξέρω αν ήταν ποτέ ναός, όμως. Δε νομίζω να ήταν.»

Μετά με ρωτά: «Στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι τι έγινε, Ζορδάμη; Άκουσα… Από ανθρώπους της Δυναστείας έμαθα ότι είχες έναν δαίμονα παγιδευμένο μέσα στο όχημά σου. Είναι αλήθεια;» Σταματά να βαδίζει, ατενίζοντάς με.

Σταματάω κι εγώ. «Αλήθεια είναι,» της λέω. «Ένας μάγος του τάγματος των Δεσμοφυλάκων τον έβαλε εκεί, φέρνοντάς τον από άλλη διάσταση. Πίστευα ότι θα με βοηθούσε να νικήσω τον αγώνα και να ξεπληρώσω το χρέος μου, αλλά τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν ακριβώς έτσι. Ο δαίμονας… ξέφυγε.» Προτιμώ να μην της πω για ό,τι συνέβη με την Ελοντί. Δεν ξέρω γιατί ακριβώς· ίσως επειδή ούτε κι εγώ δεν καταλαβαίνω τι έγινε ουσιαστικά.

«Ήμουν στη Νέσριβεκ,» μου λέει η Ασημίνα, «στην αρχή του Πανδιαστασιακού Ράλι. Και μετά πετούσα σ’όλα τα σημεία ελέγχου προτού φτάσουν οι ραλίστες εκεί: στην Άντχορκ, στη Νίρκωφ – σε όλα – μέχρι που επέστρεψα πάλι στη Νέσριβεκ. Ήταν καταπληκτικός αγώνας, Ζορδάμη! Και σε παρακολουθούσα, φυσικά. Ήθελα να νικήσεις. Ανησύχησα όταν, για λίγο, χάθηκες στις ερήμους.»

«Ήσουν στην Κάρντλας…»

«Εννοείται,» χαμογελά σπασμωδικά.

Στην Κάρντλας ήταν που, τελικά, βγήκα απ’τον αγώνα, όταν η Ζαρνάφι – η Σαμάνθα – ήρθε να με συναντήσει. Καλύτερα να εξαφανιζόμουν παρά να υποστώ τις συνέπειες για ό,τι είχε συμβεί στην έρημο. Είχαν σκοτωθεί άνθρωποι – άλλοι ραλίστες – εξαιτίας μου. Ίσως να μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι τους άξιζε – είχαν στραφεί εναντίον μου, προσχεδιασμένα, προσπαθώντας να διαλύσουν το όχημά μου – αλλά και πάλι τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα για εμένα. Και η Ελοντί είχε βγάλει – κάπως – τον Ρέσ’κρικ’κεκ από το όχημά μου, πράγμα που σήμαινε πως δεν ήταν πλέον καθόλου βέβαιο ότι θα νικούσα τον αγώνα, ακόμα κι αν με κάποιο θαύμα ξέμπλεκα από τις αρχές της Κάρντλας.

Αναστενάζω. «Αν είχα νικήσει σ’εκείνο το ράλι, τώρα μάλλον δεν θα ήμουν εδώ, Ασημίνα.»

«Δε θα με πείραζε αυτό,» μου λέει. «Καλύτερα να είχες νικήσει!» Και είμαι βέβαιος πως είναι ειλικρινής καθώς με ατενίζει καταπρόσωπο. Αναρωτιέμαι τι δουλειές έχει κατά νου για εμένα…

Ανασηκώνω τους ώμους. «Ναι,» λέω, συλλογισμένα. Κι αλλάζω κουβέντα, για να απομακρύνω το μυαλό μου από το Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης: «Ο πατέρας σου τι επιστήμονας ήταν; Τι έκανε;»

Η Ασημίνα ξαφνιάζεται από την αλλαγή θέματος· τα φρύδια της κινούνται νευρικά. «Ο πατέρας μου… Ερευνούσε… Εεε, κυρίως με διάφορες μορφές ενέργειας ασχολιόταν, και πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη λειτουργία μηχανισμών. Καλύτερη εξοικονόμηση, καλύτερη απόδοση, και τέτοια πράγματα.» Μάλλον δεν ξέρει και πολλά για το τι ακριβώς έκανε ο Κρεμτέλβιος Νέρφελδιφ.

«Δεν είχε καμια σχέση με ράλι και αγωνιστικά οχήματα, δηλαδή.»

Η Ασημίνα χαμογελά. «Όχι.»

«Εσύ, όμως…»

«Ναι, εμένα μ’αρέσουν. Ο αδελφός μου, βασικά. Σ’εκείνον άρεσαν όταν ήμασταν μικροί. Από εκείνον έμαθα για το ράλι. Αλλά εγώ ασχολήθηκα περισσότερο.»

«Πού είναι τώρα ο αδελφός σου;» Έτσι όπως μιλά γι’αυτόν, μου δίνει την εντύπωση πως δεν βρίσκεται εδώ· σίγουρα όχι στη βίλα της.

«Ο Ρίβης… δεν είναι καλά,» λέει μόνο η Ασημίνα.

«Οδηγούσε σε ράλι;»

Η Ασημίνα κουνά το κεφάλι. «Όχι. Και δεν ασχολιόταν σχεδόν καθόλου με ράλι μετά· μόνο όταν ήμασταν μικροί. Εμένα μ’αρέσει περισσότερο απ’ό,τι σ’εκείνον. –Αλλά δεν μπορώ να οδηγήσω,» προσθέτει κοιτάζοντας τα βότσαλα στα πόδια της και πλέκοντας τα δάχτυλα των χεριών της αναμεταξύ τους, ανοιγοκλείνοντάς τα. Κάνει μερικά βήματα. Προς τις θαλάσσιες χελώνες, οι οποίες την αγνοούν τελείως, ατάραχες, σαν ναυαγοί από άλλο κόσμο.

«Γιατί;» δεν μπορώ παρά να ρωτήσω, χωρίς να την ακολουθώ, μένοντάς στη θέση μου.

Η Ασημίνα σταματά, στέκεται ακίνητη, με την πλάτη της προς εμένα. «Μην παριστάνεις τον ανόητο, Ζορδάμη. Δεν καταλαβαίνεις; Δε με βλέπεις;» Κλοτσά ένα βότσαλο, στέλνοντάς το στο νερό.

Δεν ξέρω τι να πω. Πρέπει, τελικά, να είναι αυτό που υποψιαζόμουν: τα νεύρα της δεν της επιτρέπουν να οδηγήσει· θα ήταν πολύ επικίνδυνο για εκείνη. Είναι δυνατόν να έχει τόσο μεγάλο πρόβλημα; Μπορεί τα χέρια της να στρίψουν προς λάθος μεριά το τιμόνι και να σκοτωθεί; Μπορεί το πόδι της να πατήσει το πετάλι περισσότερο απ’ όσο πρέπει όταν δεν πρέπει;

Γυρίζει απότομα να με κοιτάξει, και τα μάτια της γυαλίζουν οργισμένα, ολόκληρη η όψη της εκπέμπει οργή, και η γκριμάτσα της είναι κάτι που ειλικρινά με τρομάζει. «Ο πατέρας μου φταίει!» γρυλίζει. «Εκείνος φταίει!» Το αριστερό της χέρι τρέμει, αγγίζει την αγκράφα της ζώνης της, τη σφίγγει. «Αλλά,» δάκρυα γυαλίζουν στα μάτια της, «δεν το έκανε επίτηδες…» Η Ασημίνα βηματίζει ξανά και κάθεται σε μια πέτρα ανάμεσα στα βότσαλα, αγκαλιάζοντας τους ώμους της. Τα δάκρυα γλιστράνε στα μάγουλά της. «Ήταν απρόσεχτος. Αλλά δεν το έκανε επίτηδες… Με αγαπούσε.» Οι θαλάσσιες χελώνες την ατενίζουν παρατηρητικά. Η Κλεισμένη διατηρεί απόσταση ασφαλείας.

Εγώ την πλησιάζω, γονατίζοντας στο ένα γόνατο δίπλα της. Προσπαθώ με την έκφρασή μου να της δείξω ότι καταλαβαίνω, όσο μπορώ να καταλάβω. «Κάποια από τις έρευνές του;… Ήσουν μικρή;»

Κουνά το κεφάλι. «Όχι, όχι και τόσο μικρή, αλλά έχουν πια περάσει πολλά χρόνια από τότε. Ναι, ήταν κάποια από τις έρευνές του… για τους πράκτορες της Παντοκράτειρας.» Αποφεύγει το βλέμμα μου. «Δούλευε γι’αυτούς, τότε. Τον είχαν αναγκάσει να δουλεύει γι’αυτούς.» Σκουπίζει τα δάκρυα με την ανάστροφη του χεριού της· βλεφαρίζει, έντονα. Ξεροκαταπίνει. «Πειραματιζόταν με ενέργεια. Και χτυπήθηκα από αυτήν. Έχασα τις αισθήσεις μου… ή… Δηλαδή… Μου είπαν ότι μιλούσα σε γλώσσες ακατανόητες, και ότι προσπαθούσα να γράψω, να κάνω κάποια σχήματα που δεν έβγαζαν κανένα νόημα, σαν να με είχε καταλάβει δαίμονας. Αλλά εγώ... δεν θυμάμαι τίποτα απ’ αυτά. Ήμουν σ’ένα μέρος όπου πετούσα, και κάτι… όντα… αργυρόχρωμα όντα μού μιλούσαν.»

«Τι σου έλεγαν;»

Κουνά το κεφάλι ξανά. «Δε θυμάμαι τώρα. Τότε, όμως, τότε νομίζω ότι καταλάβαινα ακριβώς τι μου έλεγαν, και τους απαντούσα, τους έλεγα πράγματα κι εγώ.» Παίρνει μια βαθιά ανάσα, καθαρίζει τον λαιμό της. «Τέλος πάντων. Μετά συνήλθα, και ξύπνησα, και ήμουν… αυτό που τώρα βλέπεις,» λέει με απέχθεια.

«Αυτό που βλέπω δεν είναι και τόσο άσχημο, Ασημίνα,» της λέω χωρίς να ψεύδομαι. Η εμφάνισή της δεν είναι απεχθής, απλώς η όλη της παρουσία σού δημιουργεί μια τελείως αλλόκοτη αίσθηση.

Συνεχίζει να κοιτάζει τα βότσαλα. «Μου είπαν ότι δεν θα μπορούσα να ξαναοδηγήσω. Δεν έπρεπε να ξαναοδηγήσω, για το καλό μου. Θα ήταν πολύ επικίνδυνο για εμένα.» Στρέφει τώρα τα μάτια της επάνω μου, κι ακόμα δάκρυα γυαλίζουν μέσα τους.

Παραμερίζω την αριστερή ξανθιά τούφα από το πρόσωπό της.

Η Ασημίνα χαμογελά με χείλη που μοιάζει να μη μπορεί να ελέγξει.

«Πάμε πίσω;» προτείνω.

«Ναι.» Σηκώνεται από τον βράχο. «Πάμε.

»Θα οδηγήσεις όπως πριν;» με ρωτά καθώς σηκώνομαι κι εγώ όρθιος.

«Αν θέλεις.»

Η Ασημίνα χαμογελά ξανά, και τα πράσινα μάτια της στραφταλίζουν.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
τα μυστηριώδη σχέδιά της

 

 

Η ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΗ ΝΕΚΡΗ

Η Ξανθίππη Νασράλθη, ειδική ερευνήτρια της Χωροφυλακής της Νέσριβεκ, στέκεται στη γωνία ενός σκοτεινού δρόμου της συνοικίας που ονομάζεται Γελαστός. Η μορφή της είναι κρυμμένη στις πυκνές σκιές, πέρα από την ακτίνα του φωτός της ενεργειακής λάμπας επάνω στον μεταλλικό στύλο της γωνίας. Τα μαύρα μάτια της παρατηρούν τον δρόμο, περιμένοντας. Μια αραιή ομίχλη απλώνεται γύρω από τα μποτοφορεμένα πόδια της. Απόμακρες φωνές ακούγονται από ένα μπαρ, δυο δρόμους μακριά. Οι ράγες του Εναέριου Σιδηρόδρομου φαίνονται πάνω από τις πολυκατοικίες της Νέσριβεκ, στηριγμένες σε ισχυρές κολόνες: και τώρα ένας συρμός περνά, με τα μέταλλά του να στραφταλίζουν στο φεγγαρόφωτο που κατέρχεται απ’τον νυχτερινό ουρανό, ενώ οι προβολείς του πρώτου βαγονιού του σκίζουν το σκοτάδι.

Μόλις το τρένο χάνεται από το οπτικό πεδίο της Ξανθίππης, ένα τετράκυκλο όχημα έρχεται από τον δρόμο, διασχίζοντας την αραιή ομίχλη. Είναι μαύρο και χαμηλό, και κινείται αργά σαν ο οδηγός του να ψάχνει για κάποιον ή για κάτι.

Για εμένα, σκέφτεται η Ξανθίππη, και βγαίνει από τις σκιές. Στέκεται πλάι στον μεταλλικό στύλο με την ενεργειακή λάμπα στην κορυφή.

Το όχημα σταματά μπροστά της, και ένα από τα φιμέ παράθυρά του ανοίγει. Ένας άντρας με δέρμα λευκό-ροζ, μαύρα κοντά μαλλιά, και μούσι την ατενίζει.

«Ο Κριτόλαος’μορ;» ρωτά η ειδική ερευνήτρια.

«Κι εσύ είσαι η Ξανθίππη.» Ο Κριτόλαος δεν ρωτά, απλά παρατηρεί το πρόσωπό της ανάμεσα στους ψηλούς γιακάδες της καπαρντίνας της, κάτω από το μικρό μαύρο καπέλο της: λευκό-ροζ δέρμα σαν το δικό του, μαύρα αμυγδαλωτά μάτια, μεγάλα χείλη, μυτερό σαγόνι. Μια τούφα μαύρων μαλλιών ξεφεύγει από την άκρη του καπέλου της.

«Με ξέρεις,» λέει εκείνη.

«Από φωτογραφία σου, μόνο,» αποκρίνεται ο Κριτόλαος. «Έλα μέσα.»

Η Ξανθίππη κάνει τον κύκλο του οχήματος και μπαίνει από την άλλη πόρτα, κάθεται στη θέση του συνοδηγού, πλάι στον Τεχνομαθή μάγο ο οποίος έχει το τιμόνι στα χέρια του και τώρα βάζει τους τροχούς σε κίνηση ξανά.

«Από την Άντχορκ έρχομαι,» της λέει. «Μου είπαν ότι είναι σημαντικό.»

«Δεν ξέρεις περί τίνος πρόκειται;»

«Ξέρω,» νεύει ο Κριτόλαος, οδηγώντας μακριά από το μέρος όπου συναντήθηκαν, προς τα δυτικά. «Η Ηλέννια Σιγήκαιρη είναι νεκρή. Πόσες μέρες έχουν περάσει;»

«Δύο.»

«Ποιος ζήτησε να με καλέσουν;»

«Εγώ,» αποκρίνεται η Ξανθίππη.

«Παράξενο, αφού δεν με ξέρεις.» Ήταν, φυσικά, στη Σιδηρά Δυναστεία κι οι δυο τους, αλλά όλα τα μέλη δεν γνωρίζουν όλα τα άλλα μέλη, όπως πολύ καλά ήξερε ο Κριτόλαος. Ούτε καν τα μισά μέλη δεν γνωρίζονται αναμεταξύ τους. Και κάποιοι το θέλουν να είναι έτσι· εξυπηρετεί διάφορους σκοπούς.

«Έχω ακούσει για σένα–»

«Από ποιον;»

Τα μάτια της τον λοξοκοιτάζουν, ενοχλημένα. «Από την οικογένεια. Έχει σημασία από ποιον ακριβώς; Μου έχουν πει ότι εργάζεσαι ως ερευνητής και ότι είσαι και μάγος του τάγματος των Τεχνομαθών. Ότι είσαι καλός στη δουλειά σου.»

«Και τι άλλο;»

«Τι άλλο θα έπρεπε να μου έχουν πει;»

Δεν ξέρει, λοιπόν, ότι κάποτε ήμουν πράκτορας της Παντοκράτειρας, συμπεραίνει ο Κριτόλαος. Ή έτσι παριστάνει. «Απλώς ρωτάω, για να δω τι φήμες κυκλοφορούν για εμένα. Ελπίζω να πληρωθώ γι’αυτή τη δουλειά. Δε δουλεύω δωρεάν, παρά μόνο σε πολύ ιδιαίτερες περιπτώσεις.»

«Θα πληρωθείς,» τον διαβεβαιώνει η Ξανθίππη.

«Από ποιον; Από εσένα;»

«Από τον κύριο Βραδύνικο.»

«Τον Βιβλιοπώλη, ε;» Αυτό ήταν το κωδικό του όνομα μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία. Ήταν ο μεγαλύτερος βιβλιοπώλης της Νέσριβεκ· είχε και δικό του τυπογραφείο και εκδόσεις. «Αυτός με πρότεινε, υποθέτω. Ανησύχησε από τη δολοφονία της Ηλέννιας.»

«Ήταν βασική σύνδεσμος στη Νέσριβεκ.»

«Το ξέρω,» λέει ο Κριτόλαος στρίβοντας δεξιά. Τη γνώριζε από παλιά, αν και δεν την είχε συναντήσει. Προτού ηττηθεί η Συμπαντική Παντοκρατορία, η Ηλέννια Σιγήκαιρη έδινε πληροφορίες στους πράκτορες της Παντοκράτειρας. Δούλευε σε καμπαρέ, κυρίως, τότε. Μετά τον διωγμό των Παντοκρατορικών παντρεύτηκε τον Σίλα Πολύσκορπο, έναν ζάμπλουτο γέρο της πόλης, καμια τριανταριά χρόνια μεγαλύτερό της.

«Τι ακριβώς έγινε;» ρωτά ο Κριτόλαος. «Πώς δολοφονήθηκε; Και ο γέρος της είναι ακόμα ζωντανός; Ή μαζί τους σκότωσαν;»

Η Ξανθίππη κουνά το κεφάλι και βγάζει το μικρό καπέλο της, αφήνει τα μαύρα μαλλιά της να πέσουν στους ώμους της, τα τινάζει ελαφρώς με το δεξί χέρι. «Όχι. Ο στόχος ήταν η Ηλέννια, συγκεκριμένα. Την κρέμασαν. Μέσα στο Εμπορικό Κέντρο Ζαχαρωτού.»

«Μέσα στο εμπορικό κέντρο…» κάνει ο Κριτόλαος, δύσπιστα.

«Ναι. Ήταν βράδυ–»

«Ακόμα κι έτσι…»

«–και ήταν μόνη. Το συνήθιζε να πηγαίνει να ψωνίζει μόνη τα βράδια, προτού κλείσουν τα μαγαζιά. Μου το είπε ο κύριος Πολύσκορπος.»

«Και πού ακριβώς μέσα στο εμπορικό κέντρο κατάφεραν να την κρεμάσουν; Όχι σε κανένα πολυσύχναστο μέρος, σίγουρα…»

«Στην ταράτσα, πάνω από το σιντριβάνι της καφετέριας.»

«Αυτό είναι πολυσύχναστο μέρος, δεν είναι;» Ο Κριτόλαος σταματά φτάνοντας κοντά στη Δυτική Κεντρική Λεωφόρο όπου η κίνηση είναι αραιή λόγω της ώρας.

«Ναι, είναι,» παραδέχεται η Ξανθίππη. «Αλλά πρέπει να την κρέμασαν αφότου έκλεισε η καφετέρια.»

«Και πώς την κράτησαν εκεί ώς τότε; Ποιος τη βρήκε κρεμασμένη;»

«Οι άνθρωποι του κύριου Πολύσκορπου τη βρήκαν. Όταν η γυναίκα του άργησε να επιστρέψει, ανησύχησε και τους έστειλε να ψάξουν γι’αυτήν.»

«Προς τα πού να πάω;» ρωτά ο Κριτόλαος. «Προς τον Ζαχαρωτό; Έχει νόημα να ερευνήσω εκεί;»

«Δεν ξέρω.»

Ο Κριτόλαος δεν βάζει ξανά τους τροχούς σε κίνηση αφού η Ξανθίππη είναι αναποφάσιστη. «Πώς την κράτησαν εκεί μέχρι να κλείσει η καφετέρια; έχεις καμια ιδέα; Την είχαν δεμένη; Υπάρχουν σημάδια επάνω της;»

«Δεν ήταν δεμένη,» αποκρίνεται η Ξανθίππη.

«Βιασμός;»

«Ούτε.»

«Τι το παράξενο βρήκες επάνω της;»

«Μελανιές στο πρόσωπο και στα πόδια. Κάποιος τη χτύπησε προτού την κρεμάσει. Και τα παπούτσια της, επίσης, έλειπαν.»

«Το πτώμα τώρα είναι στο νεκροτομείο;»

«Ναι.»

Ο Κριτόλαος πατά το πετάλι, μπαίνοντας στη Δυτική Κεντρική και στρίβοντας ανατολικά, κατευθυνόμενος προς τη γέφυρα του ποταμού Ήρντεφ, περνώντας κάτω από τις ράγες του Εναέριου Σιδηρόδρομου.

«Πού πάμε;» τον ρωτά η Ξανθίππη.

«Στο εμπορικό κέντρο. Θέλω να ρίξω μια ματιά, να έχω την εικόνα του χώρου στο μυαλό μου – και όχι μόνο.»

Καθώς διασχίζουν τη γέφυρα του ποταμού ακούγοντάς τον να βουίζει από κάτω τους, η Ξανθίππη βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα από την καπαρντίνα της και προσφέρει ένα στον Κριτόλαο’μορ.

«Ευχαριστώ,» αποκρίνεται εκείνος, «αλλά δεν καπνίζω.»

«Σε πειράζει να καπνίσω εγώ;»

«Όχι· μπορείς να πεθάνεις όπως νομίζεις,» της λέει αγέλαστα.

Η Ξανθίππη χαμογελά κι ανάβει ένα τσιγάρο. «Υποπτεύομαι πως κάτι άλλο θα με σκοτώσει πριν από τον καπνό, Κριτόλαε.»

«Μπορεί,» συμφωνεί εκείνος. Και ρώτα: «Πόσο μεγάλο πρόβλημα προκαλεί στην οικογένεια ο θάνατος της Ηλέννιας;»

«Δεν έρχεσαι και πολύ συχνά στη Νέσριβεκ την Όμορφη, ε;»

«Γενικά, όχι, δεν έρχομαι συχνά.» Ούτε τώρα ούτε όταν ήμουν πράκτορας της Παντοκράτειρας… Η Θακέρκοβ ήταν τότε η περιοχή της εποπτείας του.

«Η Ηλέννια ήταν πολύ βασική σύνδεσμος,» λέει η Ξανθίππη. «Έφερνε σ’επαφή πολλά μέλη της Δυναστείας. Γνώριζε μέλη που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους.»

«Δηλαδή, μπορεί να δημιουργηθεί κατάσταση αποσυντονισμού τώρα εδώ; Διάλυση επαφών; Μπορεί να ψάχνεις για κάποιον και να μην τον βρίσκεις;»

«Θα παρουσιαστούν προβλήματα, σίγουρα. Αν και….» Δείχνει συλλογισμένη καθώς φυσά καπνό προς τα κάτω.

«Δεν υπάρχουν άλλοι βασικοί σύνδεσμοι;»

«Ο Άλκιμος Καλνάροφ ήταν, μάλλον, ο βασικότερος μετά από την Ηλέννια. Τον ξέρεις;»

«Όχι. Τι άτομο είναι;»

«Μεσίτης,» λέει η Ξανθίππη. «Πουλά οικήματα.»

«Θα μου δώσεις τις διευθύνσεις του, τους τηλεπικοινωνιακούς κώδικές του, και ό,τι άλλες πληροφορίες έχουμε γι’αυτόν.»

«Εντάξει.»

Ο Κριτόλαος, έχοντας διασχίσει τη μεγάλη γέφυρα, ακολουθεί τη Λεωφόρο Ταξιδευτή και σύντομα στρίβει βόρεια, κατευθυνόμενος προς τον Ζαχαρωτό. Η κίνηση εξακολουθεί να είναι ελάχιστη γύρω από το όχημά του· ακόμα πιο λίγη απ’ό,τι στη Δυτική Κεντρική.

«Κάποια υποψία για το ποιος μπορεί να τη σκότωσε – ακόμα και πολύ γενική υποψία – υπάρχει;» ρωτά την Ξανθίππη.

«Όχι.»

«Δεν είχε εχθρούς η Ηλέννια; Ανθρώπους που να τη θέλουν νεκρή;»

«Η οικογένεια δεν ξέρει κανέναν. Ούτε ο κύριος Πολύσκορπος ξέρει· έτσι μου είπε, τουλάχιστον, όταν τον ρώτησα. Η Ηλέννια ήταν, γενικά… αγαπητό άτομο. Ειδικά ανάμεσα στους άντρες,» προσθέτει λιγάκι καυστικά καθώς φυσά καπνό από την άκρια του στόματός της.

«Τότε,» λέει ο Κριτόλαος, «ίσως ειδικά ανάμεσα στις γυναίκες να είχε κάποιες αντιζηλίες.»

«Μπορεί,» παραδέχεται η ειδική ερευνήτρια της Χωροφυλακής· «αλλά, αν είναι έτσι, δεν έχω ονόματα για να σου δώσω.»

Όταν φτάνουν έξω από το Εμπορικό Κέντρο Ζαχαρωτού, ο Κριτόλαος σταματά το όχημά του και βγαίνουν.

«Υπάρχουν μαγαζιά ανοιχτά εδώ αυτή την ώρα;» ρωτά, βλέποντας τα χαμηλά φώτα πέρα από την είσοδο του εμπορικού κέντρου που κάνουν τις βιτρίνες να γυαλίζουν: βιτρίνες προστατευμένες πίσω από κατεβασμένα καγκελωτά ρολά.

«Δύο μπαρ μόνο.»

«Μπαρ; Και πού βρίσκονται; Στο ισόγειο;»

«Ναι,» λέει η Ξανθίππη, ενώ μπαίνουν στο εμπορικό κέντρο βαδίζοντας μέσα στους διαδρόμους του κι ανάμεσα στα καταστήματά του.

«Το ένα είναι αυτό εκεί, υποθέτω…» Ο Κριτόλαος στρέφει το βλέμμα του προς μια πόρτα με φωτεινή πινακίδα από πάνω η οποία γράφει ΤΟ ΛΥΧΝΑΡΙ.

«Ναι.»

«Ρώτησες μήπως ήταν εδώ η Ηλέννια προτού τη δολοφονήσουν;»

«Επάνω τη βρήκαμε, στην καφετέρια…» κομπιάζει η Ξανθίππη.

«Δεν ρώτησες, δηλαδή…»

«Δε σκέφτηκα ότι θα είχε νόημα,» λέει, πικαρισμένη με το ύφος του. Εντάξει, ήταν καλός, υποτίθεται. Αλλά νόμιζε ότι είχε έρθει εδώ για να της κάνει μάθημα;

«Πάμε πάνω. Ο ανελκυστήρας δουλεύει;»

«Τέτοια ώρα, όχι.»

Ανεβαίνουν με τις σκάλες· περνάνε από τον πρώτο και τον δεύτερο όροφο, όπου τα φώτα είναι ακόμα πιο λίγα και ασθενικά απ’ό,τι στο ισόγειο, και φτάνουν στην ταράτσα. Η μεγάλη καφετέρια εδώ είναι κλειστή, αλλά το νερό στο σιντριβάνι εξακολουθεί να τρέχει κελαρύζοντας. Η θέα είναι πολύ καλή. Μπορεί αυτός να είναι μόνο ο τρίτος όροφος, αλλά βρίσκεται ψηλά για τρίτος – ψηλότερα από τον τρίτο όροφο μιας συνηθισμένης πολυκατοικίας. Κι επίσης, το εμπορικό κέντρο είναι ούτως ή άλλως σε ύψωμα. Ατενίζει κανείς από εδώ και την ανατολική και τη δυτική όχθη του ποταμού Ήρντεφ.

Αλλά ο Κριτόλαος’μορ δεν έχει έρθει για τη θέα. Πλησιάζει το σιντριβάνι, το κοιτάζει κριτικά. «Από εκεί την κρέμασαν;» Δείχνει επάνω, στα σιδερένια δοκάρια του υπόστεγου της καφετέριας.

«Ναι.»

«Το σχοινί το έχεις; Ή μήπως δεν ήταν σχοινί αλλά αλυσίδα;»

«Σχοινί ήταν.»

«Τι είδους;»

«Τίποτα το ιδιαίτερο. Σχοινί.»

«Τα δοκάρια είναι ψηλά,» παρατηρεί ο Κριτόλαος. «Ακόμα και σε τραπέζι αν ανεβείς…» Ανεβαίνει πάνω σ’ένα τραπέζι. «Ναι,» λέει, «δεν φτάνεις. Και δεν είμαι κοντός.» Κατεβαίνει πάλι, παρατηρώντας, γι’ακόμα μια φορά, ότι το σώμα του δεν έχει πια την ευελιξία που είχε παλιά, τώρα που πλησιάζει τα πενήντα.

«Κάποιος το πέταξε, προφανώς, ώστε να το περάσει από το δοκάρι,» λέει η Ξανθίππη.

«Πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορεί να ήταν ο οποιοσδήποτε, αλλά κάποιος επαγγελματίας πιθανώς.»

«Γιατί, δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε άνθρωπος να πετάξει ένα σχοινί;»

«Ενώ βιάζεται; Ίσως να μην το πετύχει με την πρώτη· ίσως να μην το πετύχει ούτε καν με την τρίτη. Επιπλέον, μια ερώτηση: Είσαι σίγουρη πως δεν πρόκειται για αυτοκτονία;»

«Υπάρχουν μελανιές επάνω της, όπως σου είπα…»

«Ναι…» λέει σκεπτικά ο Κριτόλαος, βηματίζοντας αργά γύρω από το σιντριβάνι. «Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει απαραίτητα πως δεν ήταν αυτοκτονία.»

«Πιστεύεις πραγματικά ότι η Ηλέννια αυτοκτόνησε;» Η Ξανθίππη δεν τον ακολουθεί· στέκεται στη θέση της, με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά της.

«Δεν ξέρω,» αποκρίνεται ο Κριτόλαος. «Μια ερώτηση έκανα μόνο.» Την πλησιάζει ξανά. «Αν όμως τη σκότωσε κάποιος επαγγελματίας δολοφόνος, γιατί να την κρεμάσει και να την αφήσει κρεμασμένη; Μπορούσε, εδώ πέρα που είναι ήσυχα, να τη στραγγαλίσει και να πάρει το πτώμα της και να το εξαφανίσει.»

«Ίσως να μην πρόλαβε να το εξαφανίσει. Ίσως οι άνθρωποι του κύριου Πολύσκορπου να ήρθαν πριν–»

Ο Κριτόλαος κουνά το κεφάλι και η κίνησή του τη διακόπτει. «Γιατί να μπει καν στον κόπο να την κρεμάσει;» επιμένει. «Γιατί απλά να μην τη στραγγαλίσει με τα χέρια του ή με κάποιο νήμα ή με αλυσίδα; Δεδομένου ότι δεν ήθελε να τη μαχαιρώσει ή να την πυροβολήσει.»

Η Ξανθίππη δεν απαντά.

«Μου μοιάζει,» λέει ο Κριτόλαος, «ότι ο δολοφόνος μας είναι επιδειξίας.»

Η Ξανθίππη συνοφρυώνεται.

«Προφανώς ήθελε κάποιοι να βρουν εύκολα την Ηλέννια, να τη δουν αμέσως να κρέμεται εκεί σαν σημαία.»

«Για ποιο λόγο;» ρωτά η Ξανθίππη.

«Για εκφοβισμό;»

«Προς την οικογένεια;»

«Δεν είναι πιθανό;»

«Υποθέτεις πολλά. Υποθέτεις ότι κάποιος τα έχει βάλει με τη Δυναστεία…»

«Ο Άφευκτος,» της λέει ο Κριτόλαος, «το είχε κάνει. Γιατί να μην το κάνει και κάποιος άλλος;»

Η Ξανθίππη τον ατενίζει παρατηρητικά. «Εσύ ήσουν που τον σταμάτησες.» Της το έχει πει ο Βιβλιοπώλης: ο Κριτόλαος’μορ έδωσε τέλος στην απειλή του Άφευκτου, είναι πολύ ικανός – και όχι αποκλειστικά γι’αυτό τον λόγο.

«Όχι μόνος, όμως.»

«Δεν έχουμε καμια ένδειξη ότι πρόκειται για παρόμοια περίπτωση, Κριτόλαε. Και το γεγονός ότι την κρέμασε μπορεί νάναι τυχαίο. Μπορεί απλά έτσι να ήθελε να τη σκοτώσει.»

Ο Κριτόλαος λέει: «Αν κανένας δεν υποπτεύεται ότι ίσως να πρόκειται για υπόθεση σημαντική για τη Δυναστεία, τότε γιατί με καλέσατε εδώ;»

«Τι εννοείς; Είναι φόνος…»

«Είναι ο φόνος μιας βασικής συνδέσμου,» τονίζει ο Κριτόλαος. «Και, για να ζήτησε ο Βιβλιοπώλης να έρθω εδώ, σημαίνει πως θέλει να βρούμε οπωσδήποτε τον δολοφόνο. Γιατί να το θέλει αυτό, αν δεν πιστεύει ότι ο δολοφόνος ίσως νάχει κάποια σχέση με τη Δυναστεία;»

«Ναι,» παραδέχεται η Ξανθίππη, «μπορεί να έχει κάποια σχέση με τη Δυναστεία. Απλά σου λέω ότι η περίπτωση δεν μοιάζει να είναι σαν του Άφευκτου.»

«Καμια περίπτωση δεν είναι ακριβώς ίδια με την άλλη. Αλλά, αν σκότωσαν την Ηλέννια λόγω της σημαντικότητάς της μέσα στην οικογένεια, τότε έχουμε πάλι να κάνουμε μ’έναν εχθρό που μας γνωρίζει εκ των έσω. Κι αυτή τη φορά, ίσως νάναι χειρότερος.»

Η Ξανθίππη υψώνει ένα φρύδι ερωτηματικά.

«Επειδή δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα ποιος μπορεί να είναι,» εξηγεί ο Κριτόλαος’μορ.

*

Αφού ο Κριτόλαος φωτογραφίζει από διάφορες γωνίες το μέρος του φόνου, πηγαίνουν στα δύο μπαρ που λειτουργούν τις νύχτες στο Εμπορικό Κέντρο Ζαχαρωτού – στο Λυχνάρι και στον Αεικίνητο – και μιλάνε στους υπαλλήλους. Ρωτάνε αν είδαν την Ηλέννια Σιγήκαιρη τη μοιραία νύχτα – τους την περιγράφουν. Η ιδιότητα της Ξανθίππης ως ειδική ερευνήτρια της Χωροφυλακής βοηθά για να κινηθούν οι γλώσσες πιο εύκολα. Δείχνοντας την ταυτότητά της, τους κάνει συνεργάσιμους· και ο Κριτόλαος θυμάται τις ημέρες που και η δική του ταυτότητα – η ταυτότητα που τον αναγνώριζε ως πράκτορα της Παντοκράτειρας – είχε τα ίδια, ή μάλλον ακόμα καλύτερα, αποτελέσματα. Αυτές οι μέρες, όμως, έχουν πλέον περάσει· και ο Κριτόλαος ξέρει πως είναι τυχερός που ζει. Οι επαναστάτες θα τον είχαν σίγουρα σκοτώσει αν η Σιδηρά Δυναστεία δεν τον είχε γλιτώσει από τα χέρια τους. Ακόμα και σήμερα οι πρώην πια επαναστάτες θα τον σκότωναν μετά χαράς, αν μάθαιναν γι’αυτόν και τον συναντούσαν.

Η Ηλέννια Σιγήκαιρη ήταν, τελικά, στον Αεικίνητο τη νύχτα που δολοφονήθηκε. Ο άντρας του μπαρ λέει πως, αν η μνήμη του δεν τον απατά, είδε μια γυναίκα με την περιγραφή της – ψηλή, όμορφη, γαλανόδερμη, κοκκινομάλλα, γύρω στα σαράντα-πέντε – και δεν ήταν μόνη.

«Ποιος ήταν μαζί της;» ρωτά ο Κριτόλαος.

«Μια άλλη κυρία,» αποκρίνεται ο άντρας του μπαρ. «Μαυρόδερμη.» Συνοφρυώνεται προσπαθώντας να θυμηθεί. «Κοντό μοβ μαλλί. Ίσως βαμμένο, ίσως όχι.»

«Πιο ψηλή από την άλλη;»

«Πιο κοντή, βασικά.»

Η Ξανθίππη τον ρωτά: «Τι άλλο πρόσεξες επάνω της;»

Ο άντρας μορφάζει. «Πρέπει να φορούσε δερμάτινα, αν δεν κάνω λάθος. Καφετιά, αν δεν κάνω λάθος.»

«Όμορφη;» ρωτά ο Κριτόλαος.

«Ναι, περίπου. Δηλαδή, αναλόγως και τα γούστα του καθενός, ξέρω γω;» Ο άντρας του μπαρ γελά τρίβοντας το μουστάκι του. «Δεν ήταν άσχημη, πάντως. Αλλά νομίζω ότι γούσταρε τις γυναίκες. Ήταν κοντά μεταξύ τους, άμα με καταλαβαίνεις.»

«Είσαι σίγουρος γι’αυτό; Αγγίζονταν; Φιλιόνταν;»

«Ναι,» λέει ο άντρας του μπαρ και πίνει μια γουλιά απ’το ποτό πλάι του. «Σίγουρα. Ήταν πλάι-πλάι. Φιλιόνταν και κάπου-κάπου, ναι.»

Δεν έχει καμια άλλη χρήσιμη πληροφορία να τους δώσει, έτσι ο Κριτόλαος και η Ξανθίππη φεύγουν από το μπαρ. Ύστερα από τη δυνατή μουσική, η ησυχία του εμπορικού κέντρου απέξω μοιάζει εκκωφαντική, όπως επίσης και τα βήματά τους στο πάτωμα.

«Η Ηλέννια πήγαινε με γυναίκες;» λέει ο Κριτόλαος.

«Ναι, έχει ακουστεί ότι πήγαινε και με γυναίκες.»

«Τι προτιμούσε;»

Η Ξανθίππη ανασηκώνει τους ώμους. «Δεν ξέρω. Πού να ξέρω;»

«Ίσως να βρήκαμε τη δολοφόνο.»

«Μια μαυρόδερμη γυναίκα με κοντά μοβ μαλλιά – ίσως βαμμένα, ίσως όχι;»

«Πιο κοντή από την Ηλέννια,» προσθέτει ο Κριτόλαος, «και όχι άσχημη στην όψη.»

«Αυτές δεν είναι και πολλές πληροφορίες για να εντοπίσεις κάποια σε μια μεγαλούπολη σαν τη Νέσριβεκ, Κριτόλαε…»

«Το ξέρω. Αλλά τώρα έχουμε, τουλάχιστον, ένα στοιχείο. Βέβαια, δεν είναι σίγουρο ότι αυτή τη δολοφόνησε. Μπορεί κάτι άλλο να συμβαίνει. Αφού όμως ήταν μαζί της εκείνη τη νύχτα, καλό θα ήταν να τη βρούμε.»

«Πώς;»

«Ας υποθέσουμε ότι αυτή ήταν όντως η δολοφόνος, εντάξει;»

«Εντάξει.»

«Όπως είπα πριν, νομίζω ότι κάποιος επαγγελματίας σκότωσε την Ηλέννια, όχι κάποιος τυχαίος. Ας υποθέσουμε ότι η μαυρόδερμη γυναίκα είναι ο επαγγελματίας. Πού θα πήγαινες για να βρεις και να προσλάβεις μια δολοφόνο μέσα στη Νέσριβεκ, Ξανθίππη;»

«Υπάρχουν πρόσωπα της οικογένειας που το ξέρουν αυτό καλύτερα από εμένα.»

«Οδήγησέ με εκεί.»

*

Ο Φίλανθος είναι ένα παράσιτο που μένει στις Νοτιοανατολικές Αποβάθρες και ασχολείται με λαθραία, ύποπτες μετακινήσεις επάνω στον ποταμό, και άλλα παρόμοια. Ο μόνος λόγος που η Ξανθίππη δεν τον έχει συλλάβει ακόμα είναι επειδή είναι χρήσιμος για τη Σιδηρά Δυναστεία. Και ο Φίλανθος υπηρετεί τη Δυναστεία από φόβο ότι αλλιώς θα τον χώσουν στη στενή· θεωρείται ότι χρωστά στην οικογένεια – μόνιμα. Ό,τι δουλειές τού ζητάνε τις κάνει αμισθί. Το κωδικό του όνομα είναι ο Βαρκάρης. Το μικρό του όνομα είναι Αλλάνδρης, αλλά όλοι με το επίθετό του τον φωνάζουν.

Το σπίτι του βρίσκεται κοντά στο λιμάνι, αντίκρυ στην προβλήτα όπου αράζει τη μηχανοκίνητη βάρκα του. Είναι στο ισόγειο μιας τετραώροφης πολυκατοικίας που ο τρίτος της όροφος συνδέεται, μέσω γέφυρας, με τον τρίτο όροφο μιας διπλανής εξαώροφης πολυκατοικίας.

Η Ξανθίππη καθοδηγεί τον Κριτόλαο ώς εδώ, και τώρα οι δυο τους στέκονται μπροστά στην πόρτα του Φίλανθου, στο πλάι της πολυκατοικίας. Υψώνει το χέρι της και πατά το κουδούνι. Και ξανά. Και ξανά.

«Ποιος είναι;» ακούγεται μια φωνή από μέσα.

«Εγώ είμαι, Βαρκάρη, η Ξανθίππη.»

Η πόρτα ανοίγει, και ο Φίλανθος παραμερίζει για να μπουν σ’ένα σαλονάκι κακόγουστα στολισμένο και με φανερά μουχλιασμένο χαλί στο πάτωμα.

«Τι συμβαίνει;» ρωτά ο Βαρκάρης κοιτάζοντας μια την ειδική ερευνήτρια μια τον μάγο. Είναι μετρίου αναστήματος, με δέρμα χρυσό και μαλλιά καστανά και λιγδερά, πρόσωπο που μοιάζει να τόχει πατήσει μπότα, βλέμμα πονηρό. Φορά ένα κοντό βρακί κι ένα μισοκουμπωμένο πουκάμισο, και είναι ξυπόλυτος. Πρέπει να τον ξύπνησαν.

«Ψάχνουμε έναν δολοφόνο,» του λέει ο Κριτόλαος. «Μπορείς να μας συστήσεις δολοφόνους;»

Ο Φίλανθος κοιτάζει την Ξανθίππη ερωτηματικά. Ποιος είν’ αυτός ο τύπος; ρωτά το βλέμμα του.

«Της οικογένειας είναι, Φίλανθε. Λες αλλιώς να τον έφερνα εδώ; Απάντησέ του.»

«Μπορώ να σας συστήσω δολοφόνους,» λέει ο Βαρκάρης στον Κριτόλαο. «Τι ακριβώς ζητάς; Κάτι συγκεκριμένο; Είναι διάφοροι άνθρωποι που κάν–»

«Μια γυναίκα ψάχνουμε,» τον διακόπτει ο μάγος, και του περιγράφει αυτή που ήταν μαζί με την Ηλέννια στον Αεικίνητο.

Ο Φίλανθος μορφάζει, με τα χείλη κυρίως. «Δεν ξέρω. Δε μου λέει κάτι. Πώς τη λένε;»

«Δεν γνωρίζουμε το όνομά της, προφανώς,» του λέει η Ξανθίππη. «Την ψάχνουμε.»

«Δεν την έχω υπόψη μου.»

«Μπορείς να ρωτήσεις να μάθεις;»

«Μπορώ.»

«Θα ρωτήσεις λοιπόν. Νάρθω ξανά αύριο το απόγευμα;»

«Αύριο το βράδυ, καλύτερα,» λέει ο Φίλανθος.

«Εντάξει,» συμφωνεί η Ξανθίππη.

«Μισό λεπτό,» τους σταματά ο Φίλανθος προτού φύγουν. «Για πείτε ξανά πώς είναι στη φάτσα η τύπισσα.»

Ο Κριτόλαος τού την περιγράφει, κι ο Φίλανθος νεύει. «’Ντάξει,» λέει. «Θα τη θυμάμαι.»

«Σημείωσέ την,» προτείνει η Ξανθίππη· «δε θέλω να γίνουν λάθη.» Και μετά, εκείνη κι ο Κριτόλαος βγαίνουν από το σπίτι του Βαρκάρη.

«Νομίζεις ότι αυτό το άτομο θα καταφέρει να την εντοπίσει;» ρωτά ο μάγος, καθώς βαδίζουν προς το όχημά του.

«Θα δούμε. Έχει πολλές διασυνδέσεις. Μην τον βλέπεις έτσι· είναι υποψιασμένος.»

ΟΙ ΛΥΚΟΙ ΜΙΛΟΥΝ

Το Φτεροκόπι είναι ένα χωριό μέσα στους δασότοπους Φέρνιλγκαν, κοντά στις δυτικές παρυφές τους, στις νότιες όχθες του ποταμού Τάρνοφ. Φτάνω εκεί με κωπήλατη βάρκα καθώς τα χρώματα της πλάσης σκουραίνουν και τα δάση ολόγυρα μοιάζουν ολοένα και πιο απειλητικά. Δεν κωπηλατώ εγώ αλλά ο άντρας που πλήρωσα σ’ένα άλλο χωριό, στις βόρειες όχθες του Τάρνοφ – ένας νευρώδης κάτοικος των Φέρνιλγκαν με όψη που θυμίζει γεράκι. Μέχρι αυτό το σημείο είχα ταξιδέψει με το όχημά μου, οδηγώντας πάνω από έξι ώρες από τότε που έφυγα από τη βίλα της Ασημίνας Νέρφελδιφ, το πρωί.

Η Κλεισμένη στέκεται πλάι στα πόδια μου καθώς η βάρκα αράζει στο Φτεροκόπι, ένα μέρος με μερικά μικρά οικήματα κάτω από τις πυκνές σκιές των ψηλών δέντρων του δασότοπου. Ο βαρκάρης μού κάνει νόημα να βγω, αμίλητος όπως φαίνεται να συνηθίζει· ανοίγει το στόμα του μόνο όταν είναι απαραίτητο. Πηδάω έξω από το πλεούμενο, στη μικρή ξύλινη προβλήτα· η Κλεισμένη μ’ακολουθεί, πολύ πιο ευέλικτη κι ελαφριά από εμένα.

Καθώς απομακρύνομαι από το νερό, ακούω πίσω μου τον βαρκάρη να βγαίνει επίσης στην ξηρά· μάλλον δεν σκοπεύει να επιστρέψει αμέσως στο χωριό του. Τα μάτια μου, όμως, δεν στρέφονται σ’αυτόν· κοιτάζω τα οικήματα του Φτεροκοπιού ενώ θυμάμαι τα λόγια της Ασημίνας: Θα είναι στο κεντρικό καπηλειό. Θα δεις πολύ κόσμο συγκεντρωμένο εκεί γύρω, και θα το αναγνωρίσεις αμέσως· δεν είναι παρά ένα μικρό χωριό. Αν δεν έχει κόσμο, σημαίνει πως ο Θεώνυμος δεν έχει έρθει ακόμα, αλλά σύντομα θα έρθει. Αυτή είναι η μέρα που θα πάει να κάνει τις τελετές του, είμαι σίγουρη. Και πάντα περνά από το Φτεροκόπι πρώτα.

Πριν από τρεις μέρες άκουσα αυτά τα λόγια, και μετά έμεινα στη βίλα της Ασημίνας Νέρφελδιφ ώσπου να ξεκινήσω για τούτη τη δουλειά. Είναι μεγάλο σπίτι, και υπήρχε άπλετος χώρος για έναν φιλοξενούμενο. Το δωμάτιό μου ήταν ψηλά στον έναν από τους δύο πυργίσκους του κεντρικού οικήματος της βίλας, κι έμοιαζε παλιό και σχεδόν παραμυθένιο. Συζητήσαμε κάμποσο με την Ασημίνα, τις ημέρες που ήμουν στη βίλα της, κυρίως για αγώνες ράλι και για αγωνιστικά οχήματα, και οδήγησα ξανά για εκείνη μερικές φορές, πράγμα που φαινόταν να την ευχαριστεί πολύ. Δεν μου είπε, όμως, παρά ελάχιστα για τις δουλειές που θέλει να κάνω για εκείνη. Ακόμα και για ετούτη την υπόθεση που αφορά τον Θεώνυμο λίγα ξέρω· μόνο τι πρέπει να κάνω, όχι ποιες είναι οι πραγματικές σκοπιμότητες πίσω απ’ αυτή την ενέργεια της Ασημίνας. Και, για να είμαι ειλικρινής, με έχει βάλει σε κάποιες υποψίες. Όμως τι με νοιάζει εμένα τι ακριβώς έχει στο μυαλό της για τον Θεώνυμο; Το μόνο που μ’ενδιαφέρει είναι να ξεχρεωθώ και να πάψω να είμαι δούλος της Σιδηράς Δυναστείας. Θα έκανα και χειρότερα πράγματα για να το πετύχω – πολύ χειρότερα.

Εκείνο που μ’ενοχλεί, βασικά, είναι ότι αυτός είναι ο Θεώνυμος. Ο ίδιος άνθρωπος που, σταλμένος από τη Λέα Μαυροειδή της Έτρεβοθ, ήρθε στο Μαύρο Δόντι, παλιότερα, και επιτέθηκε στη Ναρλέθι και τους ανθρώπους της – ανάμεσα στους οποίους ήμουν, τότε, κι εγώ. Ένα μέλος της Δυναστείας επιτέθηκε σ’άλλα μέλη της Δυναστείας. Δεν είναι πρωτοφανές αυτό, όμως η αγριότητα του Θεώνυμου ήταν, πραγματικά, κάτι το αξιοσημείωτο. Η συμμορία του μας όρμησε σαν αγέλη λύκων των Φέρνιλγκαν επειδή η Ναρλέθι δεν δέχτηκε να πάρει λιγότερα από τα συμφωνημένα χρήματα για τα όπλα που θα του έδινε – τα όπλα που ήθελε η Λέα Μαυροειδής.

Τραυματίστηκα σ’εκείνη τη συμπλοκή, από έναν άνθρωπο του Θεώνυμου, και παραλίγο να πεθάνω. Αρκετοί άλλοι σκοτώθηκαν. Το είπα αυτό στην Ασημίνα, όταν μιλούσαμε, αλλά εκείνη αποκρίθηκε ότι ο Θεώνυμος αποκλείεται να με θυμάται. Και μάλλον έτσι είναι, πρέπει να παραδεχτώ: Δεν μπορεί να με θυμάται. Δεν ήμουν καν μπροστά σ’εκείνες τις διαπραγματεύσεις, όταν τσακωνόταν με τη Ναρλέθι. Στεκόμουν πίσω, μέχρι που ξέσπασε η συμπλοκή και χάος αρχίνησε.

Βαδίζω τώρα μέσα στο Φτεροκόπι ενώ παρατηρώ πως οι ντόπιοι μ’έχουν αμέσως προσέξει. Παρείσακτος, σκέφτονται αναμφίβολα· ή: Ταξιδιώτης· ή: Περαστικός. Δε μου φαίνονται και τόσο εχθρικοί, πράγμα που μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι το χωριό τους βρίσκεται στις όχθες του ποταμού και όχι και τόσο μακριά από τις παρυφές των δασότοπων. Από την άλλη, βέβαια, ούτε και ήμεροι φαίνονται…

Το καπηλειό που ανέφερε η Ασημίνα πρέπει νάναι αυτό εκεί· δεν είναι κι εύκολο να μην το δεις σ’ένα τόσο μικρό μέρος όπως το Φτεροκόπι. Έχει τραπέζια στην αυλή του, και πολύς κόσμος είναι συγκεντρωμένος, άνθρωποι που οι περισσότεροι μοιάζουν για συμμορίτες: άντρες και γυναίκες ντυμένοι με ταλαιπωρημένα και ταξιδιωτικά ρούχα, πέτσινους θώρακες, μεταλλικά ή πέτσινα περικάρπια, κάπες. Κι έχουν όπλα επάνω τους: καραμπίνες, τουφέκια, πιστόλια, σπαθιά, ξιφίδια, τσεκούρια, ακόμα και τόξα (που μόνο στα Φέρνιλγκαν ή στις νότιες ερήμους τα βλέπεις, κατά κανόνα· πουθενά αλλού δεν χρησιμοποιούν τόξα). Μιλάνε μεγαλόφωνα, πίνουν, και τρώνε, και μερικοί έχουν γυναίκες του χωριού κοντά τους.

Εγώ φοράω μια κάπα κι έχω την κουκούλα σηκωμένη στο κεφάλι καθώς πλησιάζω παρατηρώντας. Κανένας τους δεν φαίνεται να μου δίνει σημασία, όμως δεν αμφιβάλλω ότι σίγουρα κάποιοι μ’έχουν προσέξει. Όσο και να θέλει ο Ζορδάμης με τα Πολλά Πρόσωπα να μοιάσει με ντόπιο εδώ πέρα, το ξέρω πως του είναι αδύνατο. Δε μπορώ να παραστήσω τον κάτοικο των Φέρνιλγκαν, δεν έχω την απαραίτητη άγρια φύση. Είμαι παιδί της πολιτισμένης Σεργήλης, παιδί των πόλεων, κι αυτό δεν αλλάζει: δεν είμαι και τόσο καλός ηθοποιός.

Ένας γέροντας κάθεται σ’ένα κεντρικό τραπέζι του καπηλειού και λέει κάποια ιστορία σ’ανθρώπους συγκεντρωμένους γύρω του – συμμορίτες και μη. Μια γυναίκα, καθισμένη πάνω σ’ένα τραπέζι, κατάλευκη στο δέρμα, με τα μακριά, καλλίγραμμα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο και τη φούστα της σηκωμένη, παίζει κιθάρα συνδεδεμένη με κάτι ηχεία παραδίπλα έτσι ώστε ο ήχος της να έρχεται ενισχυμένος και δυνατός. Συγχρόνως τραγουδά με φωνή που δεν είναι άσχημη, αν και ανεκπαίδευτη. Δεν αναγνωρίζω ούτε τα λόγια ούτε τη μελωδία του άσματος.

Ο Θεώνυμος κάθεται σ’ένα τραπέζι μαζί με κάμποσους από τους συμμορίτες του: ένας ψηλός, μυώδης άντρας, πρασινόδερμος και καστανός, με μακριά μαλλιά και πυκνά μούσια. Η όψη του φαντάζει πρωτόγονη, άγρια ανάμεσα στους αγρίους, λες κι είναι φυσικό στοιχείο των Φέρνιλγκαν. Γελά, τώρα, και πίνει μια μεγάλη γουλιά απ’την κούπα του.

Πλησιάζω το τραπέζι του, και βλέπω μαχαίρια και ξιφίδια να τραβιούνται από θηκάρια, ενώ μάτια με λοξοκοιτάζουν γυαλίζοντας και δόντια γυμνώνονται, σαν να ζύγωσα αγέλη λύκων. Δεν τους αφήνω να με τρομάξουν, όμως, γιατί ξέρω πως με τέτοιους είσαι καταδικασμένος αν τους δείξεις ότι τους φοβάσαι. Αναρωτιέμαι αν το καθίκι που με πυροβόλησε στο Μαύρο Δόντι είναι ανάμεσά τους. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι θα τον αναγνωρίσω, αν είναι. Ελπίζω αυτό να ισχύει κι αντίστροφα. Ωστόσο, για καλό και για κακό, δεν κατεβάζω την κουκούλα μου.

«Τι θες;» με ρωτά ένας, μιλώντας τη Νέα Σεργήλια με βαριά προφορά, όχι τη Συμπαντική που χρησιμοποιούν οι περισσότεροι στη Σεργήλη αφού η διάστασή μας είναι σταυροδρόμι ανάμεσα σε πολλές διαστάσεις του Γνωστού Σύμπαντος.

«Μια κουβέντα με τον αρχηγό σας,» αποκρίνομαι, στην ίδια γλώσσα, στρέφοντας το βλέμμα μου στον Θεώνυμο.

«Τι είναι, σκυλάκι των πόλεων;» με ρωτά ο Θεώνυμος, αναγνωρίζοντας το «είδος» μου και κατηγοριοποιώντας με αμέσως μπροστά στους συντρόφους του. «Τι ζητάς από τον Πράσινο Γδάρτη;»

Τον πλησιάζω περισσότερο, με τα χέρια μου σε φανερό σημείο ώστε να μη νομίσει κανένας ότι κρατάω όπλο ή ότι μπορεί να τραβήξω όπλο ξαφνικά. «Έρχομαι από την οικογένεια,» του λέω χαμηλόφωνα, στη Συμπαντική.

Τα μάτια του στενεύουν. «Η κυρία Μαυροειδής σε στέλνει;» με ρωτά, στη Συμπαντική κι εκείνος.

«Όχι. Αλλά πρέπει να μιλήσουμε. Μόνοι.»

«Γιατί δεν ζήτησες από τον Τζακ τον Σγουρό να με φωνάξει;»

Η Ασημίνα με είχε προειδοποιήσει ότι ο Θεώνυμος ίσως να με δοκίμαζε έτσι – και απορώ πώς έχει τόσες πολλές πληροφορίες γι’αυτόν. Από την άλλη, βέβαια, κανένα μέλος της Σιδηράς Δυναστείας δεν βρίσκεται μακριά από μάτια και αφτιά της Σιδηράς Δυναστείας…

«Επειδή,» του απαντώ, «δεν υπάρχει Τζακ ο Σγουρός.»

Ο Θεώνυμος ο Πράσινος Γδάρτης σηκώνεται από το τραπέζι του, πίνει μια τελευταία γουλιά απ’τη μπίρα στην κούπα του, και μου κάνει νόημα να τον ακολουθήσω.

Βγαίνουμε από το καπηλειό, απομακρυνόμαστε από τα τραπέζια του, και στεκόμαστε πλάι σ’ένα βυρσοδεψείο. Οσμές επεξεργασίας δερμάτων έρχονται στα ρουθούνια μου. Η Κλεισμένη τρίβεται ανάμεσα στα πόδια μου, μοιάζοντας ανήσυχη.

«Ποιος σε στέλνει;» με ρωτά ο Θεώνυμος.

«Το άτομο που με στέλνει,» του λέω, «γνωρίζει ότι εργάζεσαι χρόνια για τη Λέα Μαυροειδή αλλά εκείνη δεν είναι πρόθυμη να σου προσφέρει τη χρηματοδότηση που ζητάς–»

«Δίνει αρκετούς ήλιους, μη γελιέσαι,» με διακόπτει.

«Θα μπορούσε, όμως, να δώσει περισσότερους – για τους Απόστολους του Κάρτωλακ.»

Τα μάτια του στενεύουν, γυαλίζοντας. «Ξέρεις… Η κυρία Μαυροειδής δεν ξέρει· εσύ πώς το ξέρεις;»

Ούτε εγώ δεν ξέρω πώς το ξέρω, σκέφτομαι. Η Ασημίνα δεν μου είπε από πού πήρε αυτές τις πληροφορίες. Χαμογελώ όμως, αχνά. «Η οικογένεια φροντίζει για τα μέλη της, Θεώνυμε,» λέω μόνο, και βλέπω προς στιγμή – προς στιγμή μόνο – αβεβαιότητα στην όψη του Πράσινου Γδάρτη: ίσως και λίγο φόβο.

«Ποιος σε στέλνει;» ρωτά ξανά, επίμονα.

«Το άτομο που με στέλνει είναι πρόθυμο να χρηματοδοτήσει τους Απόστολους. Είναι, επίσης, πρόθυμο να σου προσφέρει γενικά καλύτερες πληρωμές απ’ό,τι η Λέα Μαυροειδής. Και γνωρίζει πού βρίσκεται η χαμένη αδελφή σου–»

«Τι;» γρυλίζει ο Θεώνυμος, και μ’αρπάζει με ένα δυνατό χέρι από τη μπροστινή μεριά της μπλούζας μου. «Λες ψέματα, σκυλάκι των πόλεων!»

Η αντίδρασή του με τρομάζει. Είναι σαν να βλέπεις ξαφνικά ένα άγριο θηρίο να σου χιμά. Αλλά δεν το δείχνω: ο Ζορδάμης με τα Πολλά Πρόσωπα κρατά την όψη του σταθερή: έχει την έκφραση ανθρώπου με γνώσεις κρυφές και μυστηριώδεις δυνάμεις. Ανθρώπου που δεν έχει λόγο να φοβάται έναν αρχισυμμορίτη των Φέρνιλγκαν.

Το βαρβαρικό μυαλό του Θεώνυμου λαμβάνει το μήνυμα. Το χέρι του μ’αφήνει. «Λες ψέματα,» επιμένει.

«Δε λέω ψέματα,» αποκρίνομαι, αν και δεν ξέρω – δεν έχω τη δυνατότητα να ξέρω – αν η Ασημίνα μού είπε αλήθεια ή όχι. «Το άτομο που με στέλνει μπορεί να κάνει όλα αυτά τα πράγματα για σένα.»

«Και τι ζητά;»

«Τις υπηρεσίες σου. Και την πίστη σου. Δεν θα υπηρετείς πλέον τη Λέα Μαυροειδή.»

«Αν είναι αλήθεια αυτά που λες…»

«Αλήθεια είναι.» Δεν αφήνω ίχνος αβεβαιότητας ν’ακουστεί στη φωνή μου. «Καλύτερες πληρωμές για εσένα και τους ανθρώπους σου. Χρηματοδότηση για τους Απόστολους του Κάρτωλακ. Και… η αδελφή σου.»

«Ποιος τα προσφέρει αυτά; Και ποιος είσαι εσύ;»

«Ονομάζομαι Ζορδάμης,» του λέω, «και είναι το μόνο που χρειάζεται να ξέρεις για μένα–»

«Και ποιος τα προσφέρει αυτά;» γρυλίζει ο Θεώνυμος. «Μην παίζεις με την υπομονή μου, σκυλάκι των πόλεων!»

«Θα πρέπει να έρθεις μαζί μου για να τον συναντήσεις.»

«Πού βρίσκεται;»

«Μακριά από εδώ, προς τα βόρεια. Προς την Κιρβόνη.»

«Και πώς θα ταξιδέψουμε;»

«Με το όχημά μου. Αύριο.»

Ο Θεώνυμος μ’ατενίζει αμίλητα για λίγο, καχύποπτα. Τελικά ρωτά: «Πώς το ξέρω ότι δεν είναι παγίδα;»

«Της οικογένειας είσαι, της οικογένειας είμαι, της οικογένειας είναι και το άτομο που με στέλνει.»

«Ή έτσι λες.»

«Θα ήξερα για την οικογένεια, Θεώνυμε, αν δεν ήμουν μέλος της;»

«Ποιο είναι το αληθινό όνομά της, Ζορδάμη;»

«Σιδηρά Δυναστεία. Θα ήξερα ότι ανήκες στη Δυναστεία αν δεν ήμουν μέλος της; Και θα ζούσα ακόμα;»

Ύστερα από μια στιγμή σκέψης, ο Θεώνυμος λέει: «Θα φύγουμε αύριο;»

«Ναι.» Δεν μπορώ να οδηγήσω κι άλλο σήμερα, αλλά το ξέρω – η Ασημίνα μ’έχει πληροφορήσει – ότι ο Θεώνυμος έχει, ούτως ή άλλως, δουλειά απόψε.

Ο Πράσινος Γδάρτης νεύει. «Εντάξει,» λέει, «γιατί τούτη τη νύχτα λατρεύουμε τον Άρχοντα της Πλάσης. Μπορείς νάρθεις να δεις, σκυλάκι των πόλεων, για να μάθεις.»

*

Αποφασίζω να πάω να μάθω. Εξάλλου, δεν με ξετρελαίνει η σκέψη να περάσω τη νύχτα στο Φτεροκόπι· δεν ξέρω καν αν υπάρχει πανδοχείο εδώ – αυτό είναι κάτι που η Ασημίνα, αν το γνωρίζει, παρέλειψε να μου το πει.

Όταν ο ήλιος έχει δύσει, ακολουθώ τον Θεώνυμο και τη συμμορία του μέσα στα βάθη των δασότοπων. Κανένας από τους συμμορίτες δεν φέρνει αντίρρηση στην παρουσία μου· δείχνουν να εμπιστεύονται τον αρχηγό τους. Μερικές από τις γυναίκες νομίζω ότι θέλουν να με δαγκώσουν, έτσι όπως με κοιτάζουν. Συνεχώς έχω την εντύπωση ότι όλοι αυτοί είναι μια αγέλη λύκων.

Καβαλάω ένα άλογο που μου έδωσε ο Θεώνυμος, και οι υπόλοιποι είναι επίσης έφιπποι. Η Κλεισμένη βρίσκεται στην αγκαλιά μου. Αν και η ιππασία δεν μου αρέσει, έχω πια αρχίσει λιγάκι να τη συνηθίζω. Τα δάση γύρω μας είναι πυκνά, σκοτεινά, και μια αραιή ομίχλη απλώνεται παντού. Το κρύο είναι τσουχτερό, και σκέφτομαι ότι έπρεπε κανονικά να φοράω πιο ζεστά ρούχα κάτω από την κάπα μου· ξεγελάστηκα από το γεγονός ότι είναι άνοιξη. Οι σύντροφοί μου κρατάνε δαυλούς για να φωτίζουν τη νύχτα· μόνο δαυλούς· ούτε ένας δεν βαστά λάμπα λαδιού ή ενεργειακή λάμπα. Και υποθέτω πως αυτό είναι μέρος της όλης ιεροτελεστίας τους.

Μετά από κανένα δίωρο σιωπηλού ταξιδιού στα δάση, σκέφτομαι ότι τώρα, αν οι συνταξιδιώτες μου δεν με οδηγήσουν πίσω στο Φτεροκόπι, αποκλείεται ποτέ να καταφέρω να βρω μόνος μου τον δρόμο της επιστροφής: και κατά πάσα πιθανότητα κάτι θα με φάει. Επίσης, μέσα στο τελευταίο μισάωρο (αν δεν κάνω λάθος στο χρόνο), ακούγεται ένας ήχος που με τρομάζει βαθιά στην ψυχή μου: ένα επαναλαμβανόμενο ΝΤΟΥΠ-ΝΤΟΥΜ, ΝΤΑΠ, ΝΤΟΥΜ, ΝΤΑΠ-ΝΤΟΥΜ, που δεν μπορεί παρά να προέρχεται από τύμπανα. Ανθρωποφάγοι; Έχω ακούσει ότι υπάρχουν τέτοιοι στα βαθιά Φέρνιλγκαν. Αλλά θα μας πήγαινε ο Θεώνυμος προς ανθρωποφάγους; Δεν το νομίζω. Ο ήχος έρχεται ολοένα και πιο κοντά μας…

Όταν φτάνουμε στον προορισμό μας, βλέπω πως είναι ένα μικρό ξέφωτο μέσα στα δάση, σε χαμήλωμα του εδάφους: γούβα σχεδόν, θα μπορούσες να το αποκαλέσεις. Στο κέντρο του υπάρχει μια μικρή λίμνη που γυαλίζει κάτω από το βλέμμα του ολόγιομου φεγγαριού· και το φεγγάρι καθρεπτίζεται σαν πελώριος ασημής οφθαλμός στο νερό. Αναρωτιέμαι αν γι’αυτό γίνεται τούτη η τελετή απόψε – επειδή το φεγγάρι είναι γεμάτο και ολοστρόγγυλο. Ή μήπως επειδή σήμερα είναι η Πρώτη Ημέρα του Εαρινού του Δεύτερου; Δεν έχω, πάντως, ακούσει για καμια γιορτή του Κάρτωλακ αυτή την ημέρα· μόνο για τη Γιορτή της Μεγάλης Αφύπνισης ξέρω, που είναι την Πρώτη Ημέρα του Εαρινού του Πρώτου.

Στο ξέφωτο, γύρω από τη λίμνη, κάθονται έξι άνθρωποι και χτυπάνε μεγάλα τύμπανα. Πλάι στον καθένα καίει ένας ψηλός δαυλός καρφωμένος στη γη: και στο φως των δαυλών τα κατάλευκα πρόσωπα και σώματα των τυμπανιστών φαίνονται γεμάτα περίπλοκες δερματοστιξίες. Οι τρεις κάθονται από τη δεξιά μεριά της λίμνης, κι οι άλλοι τρεις από την αριστερή. Εμείς ερχόμαστε από την κάτω μεριά. Κι αντίκρυ μας, στην πάνω όχθη της μικρής λίμνης, είναι φτιαγμένη μια φωλιά από πέτρες, ξύλα, και χόρτα· και μέσα της κάθεται σαν βασίλισσα μια μεγάλη λύκαινα, με γκρίζο τρίχωμα και μάτια επίσης γκρίζα και γυαλιστερά. Τη φωλιά της μοιράζονται τρία μικρά λυκάκια.

Μετά, προσέχω και κάτι ακόμα. Πίσω από τους τυμπανιστές καλύβια είναι χτισμένα, από χώμα, ξύλα, και χορτάρι. Τρώγλες, ουσιαστικά. Εδώ πρέπει να μένουν, συνειδητοποιώ. Εδώ πρέπει νάναι κάτι σαν ναός και σπίτι συγχρόνως γι’αυτούς.

Καθώς πλησιάζουμε, ο ήχος των τυμπάνων παύει, οι τυμπανιστές παύουν να τα χτυπούν, μένουν ακίνητοι.

Αφιππεύουμε, αλλά εξακολουθώ να κρατάω την Κλεισμένη στην αγκαλιά μου, κι εκείνη δεν φέρνει αντίρρηση· το μέρος δείχνει να την τρομάζει. Κόρη των πόλεων κι αυτή.

Ο Θεώνυμος στέκεται στην κάτω μεριά της λίμνης, ατενίζοντας τη λύκαινα αντίκρυ του, ενώ οι συμμορίτες απλώνονται πίσω του, σιωπηλοί. Τους παρατηρώ ακίνητος· ούτε η Κλεισμένη δεν τολμά να νιαουρίσει. Η ατμόσφαιρα είναι φορτισμένη. Φορτισμένη από κάποια ακατονόμαστη δύναμη. Από τον ίδιο τον Κάρτωλακ, ίσως; Αρχίζω να σκέφτομαι ότι μπορεί να μην ήταν, τελικά, καλή ιδέα που ήρθα εδώ…

Ο Θεώνυμος διαλύει τότε κάθε συλλογισμό από το μυαλό μου, καθώς φωνάζει: «Μητέρα! Ήρθαμε να τιμήσουμε τον Άρχοντα των Δασών, με κυνήγι και γιορτή, και να ζητήσουμε την καθοδήγησή του.»

Και κάτι που μου φαίνεται εξωφρενικό συμβαίνει: η λύκαινα απαντά! Χωρίς ν’ανοίξει το στόμα της, η φωνή της αντηχεί:

Τις ευλογίες μου, Θεώνυμε.

Είναι περισσότερο σαν να την ακούω μες στο μυαλό μου, κι αυτό μού θυμίζει λίγο τη Λα’αρτάλερ’μπεθ, που πριν από καιρό συνάντησα κοντά στη Θακέρκοβ, με τη Σαμάνθα κι εκείνες τις τρεις παράξενες γυναίκες… αλλά η λύκαινα δεν μπορεί να είναι δαιμόνισσα σαν τη Λα’αρτάλερ’μπεθ. Μήπως πρόκειται για κάποιο κόλπο; Έχω ακούσει ότι υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν, μιλώντας, να κάνουν τη φωνή τους ν’αντηχεί σαν να έρχεται μέσα από αντικείμενα ή από ζώα. Εγγαστρίμυθοι.

«Ευχαριστώ, Μητέρα,» αποκρίνεται ο Θεώνυμος. Κι ύστερα αρχίζει να γδύνεται. Παρά το κρύο της ομιχλώδους νύχτας, βγάζει τα ρούχα του, το ένα μετά το άλλο, ώσπου μένει μόνο με μια μακριά πέτσινη περισκελίδα κι ένα πέτσινο γιλέκο. Παίρνει ένα μεγάλο τόξο και μια φαρέτρα, κι ένα δίστομο τσεκούρι, και καθώς οι τυμπανιστές χτυπάνε πάλι ρυθμικά τα τύμπανά τους φεύγει από το ξέφωτο. Χάνεται μες στα σκοτεινά δάση.

Ο ήχος των τυμπάνων δυναμώνει, και η φωνή της λύκαινας ακούγεται:

Ας φέρει ο χορός σας τη δύναμη του Κάρτωλακ!

Και οι συμμορίτες αρχίζουν να χορεύουν γύρω από τη λίμνη, γύρω από τους τυμπανιστές, και γύρω από τη λύκαινα· και παρασέρνουν κι εμένα, άθελά μου. Δε μ’αφήνουν να μη συμμετάσχω. Μια από τις γυναίκες που με κοίταζαν σαν να ήθελαν να με δαγκώσουν μ’αρπάζει και με τραβά μαζί της. Η Κλεισμένη φεύγει από τα χέρια μου, και τη χάνω μέσα στο νυχτερινό χάος. Αρχικά, νιώθω αδέξιος αλλά γρήγορα συνηθίζω, σαν οι χορευτές να μου μεταδίδουν πνευματικά τις κινήσεις του χορού τους, ο οποίος δεν είναι, ομολογουμένως, και τόσο δύσκολος: άλλοτε χοροπηδάμε σταυρώνοντας και ξεσταυρώνοντας τα πόδια μας, άλλοτε τρέχουμε κυκλικά· άλλοτε έχουμε τα χέρια μας ενωμένα, άλλοτε τα χέρια μας χωρίζονται για να πιάσουμε τα χέρια άλλων χορευτών. Ο ήχος των τυμπάνων γεμίζει το κεφάλι μου όσο η ώρα περνά, και οι κινήσεις των χορευτών – οι δικές τους και οι δικές μου – αισθάνομαι να ασκούν έναν μυστηριώδη υπνωτισμό επάνω μου. Νομίζω πως γίνομαι ένα με την πλάση των Φέρνιλγκαν, προέκτασή της, γέννημά της. Κι αυτό αρχίζει να μου αρέσει, να με μεθά.

Οι τυμπανιστές μού μοιάζουν με μηχανές καθώς περνάω από δίπλα τους: ένα ηχοσύστημα από ανθρώπους, από σάρκα, κόκαλα, και αίμα. Επάνω στα μέτωπά τους διακρίνω κάποιο ιδεόγραμμα, διαφορετικό στον καθένα· έχει καμια ιδιαίτερη, μυστικιστική σημασία, άραγε; αναρωτιέμαι φευγαλέα. Η λύκαινα κάθεται μέσα στη φωλιά της και μας κοιτάζει με μάτια γυαλιστερά. Η λίμνη αντανακλά το φως του φεγγαριού όπως δεν έχω δει ποτέ νερό να το αντανακλά· είναι σαν η ίδια να εκπέμπει φως.

Η γυναίκα που με παρέσυρε στον χορό είναι κατάλευκη στο δέρμα, με μαλλιά πρασινόξανθα, μακριά ώς τη μέση, και σγουρά. Έχει πετάξει όλα της τα όπλα στη γη (όπως και οι υπόλοιποι συμμορίτες) προτού ξεκινήσει τον χορό, κι έχει βγάλει επίσης τις μπότες και την κάπα της. Το ίδιο έχω κάνει κι εγώ, πολύ σύντομα μετά την αρχή του χορού, ύστερα από προτροπή της. Εξάλλου, η κάπα και οι μπότες δεν βολεύουν μέσα σ’αυτό το μεθυστικό, πρωτόγονο χάος των δασών.

«Πώς σε λένε;» τη ρωτάω σε κάποια στιγμή, όταν τα χέρια μας ξανασυναντιούνται και την τραβάω κοντά μου, αρκετά κοντά ώστε να μπορώ να μυρίσω τον ιδρώτα της, το δέρμα της, και τα μαλλιά της. Είμαι καυλωμένος σαν θηρίο, σαν κάτι το αρχέγονο να έχει ξυπνήσει εντός μου.

«Δε μιλάμε τώρα,» μου λέει, ξέπνοα, χτυπώντας τα δόντια της κοντά στα χείλη μου.

Πιάνω το αριστερό της στήθος, το ψηλαφώ μέσα στο χέρι μου, στρογγυλό και δυνατό, με σκληρή θηλή που πιέζει τον στηθόδεσμο και την τουνίκα της. Η γυναίκα γρυλίζει και με τραβά μαζί της στον χορό.

Δεν ξέρω πόση ώρα έχει περάσει – ο χρόνος μοιάζει νάχει σταματήσει – όταν ο Θεώνυμος επιστρέφει. Και το μόνο που μας ειδοποιεί για την επιστροφή του είναι ότι ο ήχος των τυμπάνων παύει. Σταματάμε να χορεύουμε λες και κάποιου είδους υπνωτική μαγεία να έχει διαλυθεί από πάνω μας. Ακούω λαχανιασμένες ανάσες παντού γύρω μου. Ακόμα αισθάνομαι καυλωμένος σαν θηρίο, και νιώθω, ξαφνικά, χέρια να πιάνονται πάνω στην κοιλιά μου ενώ ένα γυναικείο σώμα πιέζεται στην πλάτη μου. Η κατάλευκη γυναίκα με τα πρασινόξανθα μαλλιά· είμαι σίγουρος· την αναγνωρίζω, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, από τη μυρωδιά, σαν νάχω μεταμορφωθεί σε ζώο των Φέρνιλγκαν.

Αλλά ο Θεώνυμος είναι που τραβά τώρα τα βλέμματα όλων μας.

Έρχεται σέρνοντας πίσω του κάποιο νεκρό κτήνος. Πολύ μεγαλύτερο από λύκο, αν και μοιάζει με λύκο. Το τρίχωμά του είναι λευκό, αλλά έχει μια κατάμαυρη χαίτη γύρω απ’το κεφάλι. Βέλη είναι καρφωμένα επάνω του, και τραύματα έχουν βάψει σε πολλά σημεία το σώμα του κόκκινο. Ο Θεώνυμος φαίνεται επίσης τραυματισμένος: ένα δάγκωμα στον αριστερό μηρό, άσχημα γδαρσίματα στο σώμα· το πέτσινο γιλέκο του είναι κουρελιασμένο. Η όψη του είναι γεμάτη αίμα, και άγρια όσο ποτέ πριν.

Με πανίσχυρα χέρια αρπάζει το νεκρό θηρίο από τη γη και το υψώνει πάνω απ’το κεφάλι του, κραυγάζοντας άναρθρα. Η φωνή του αντηχεί σαν βροντή μες στους δασότοπους, μέσα στην ομίχλη.

Και μετά, κάτι που βγάζει νόημα ακούγεται από το στόμα του: ΚΑΑΑΑΡΤΩΩΩΩΩΛΑΑΑΑΑΚ!… ΑΚΟΥ ΜΕ! ΚΑΑΑΑΡΤΩΩΩΩΩΛΑΑΑΑΚ!… ΕΙΜΑΙ ΓΙΟΣ ΣΟΥ!

Βαδίζοντας προς τη λίμνη, πετά το νεκρό θηρίο μέσα της. Και, μα όλους τους θεούς, δεν μπορώ να εξηγήσω πώς συμβαίνει αυτό που συμβαίνει: Τα νερά δεν τινάζονται ολόγυρα, όπως κανονικά θα έπρεπε, αλλά μοιάζουν να πηγαίνουν προς τα μέσα, σαν παχύρευστη ρουφήχτρα, και ολόκληρη η λίμνη γίνεται τόσο κόκκινη που το φεγγάρι σβήνει μέσα της. Αλλόκοτες κραυγές αντηχούν από παντού γύρω, από τα δάση – φωνές που δεν μπορώ να κάνω καμια υπόθεση από πού προέρχονται, ούτε ποιος ή τι μπορεί να τις βγάζει. Δεν έχω ξανακούσει ποτέ τίποτα παρόμοιο. Αισθάνομαι τον ιδρώτα επάνω μου παγωμένο.

Ο Θεώνυμος γονατίζει μπροστά στην κατακόκκινη λίμνη, ουρλιάζοντας: ΚΑΑΑΑΑΑΡΤΩΩΩΩΩΩΛΑΑΑΑΑΚ! ενώ η λύκαινα τον ατενίζει ατάραχα με γκρίζα μάτια.

Δύο πελώρια χέρια ξεπροβάλουν τότε μέσα από το νερό, κι αρπάζοντας τον Θεώνυμο τον τραβάνε μέσα στη λίμνη.

Εξαφανίζεται.

Και κανένας γύρω μου δεν μοιάζει να ανησυχεί.

Το νερό δεν είναι πια κόκκινο, αλλά κοχλάζει, βράζει.

Τα τύμπανα αρχίζουν ξανά να χτυπάνε.

Γίνετε αθάνατοι! ακούγεται η φωνή της λύκαινας, και οι συμμορίτες σκορπίζονται γύρω από τη λίμνη, γύρω από το ξέφωτο.

Η κατάλευκη γυναίκα με τραβά μαζί της ανάμεσα στα σκοτεινά δέντρα. Πιάνεται πίσω μου ξανά και τα χέρια της λύνουν το παντελόνι μου· αρπάζει το ορθωμένο σαν κέρατο όργανό μου και διατρέχει τα δάχτυλά της επάνω του, πιέζοντάς. Της λέω να περιμένει και κάνω να γυρίσω, αλλά εκείνη συνεχίζει να κρατιέται στην πλάτη μου.

«Έτσι γίνεται,» μου λέει αγγίζοντας το αφτί μου με τη γλώσσα της. «Έτσι γίνεται.»

«Τι… τι γίνεται έτσι;» Και με τις άκριες των ματιών μου βλέπω παραδίπλα, μες στην ομίχλη, πως κι άλλοι δύο κάνουν ακριβώς το ίδιο. Μια γυναίκα είναι πιασμένη στην πλάτη ενός άντρα, και το όργανό του ορθώνεται μπροστά του σαν κέρατο.

«Έτσι,» γελά η κατάλευκη συμμορίτισσα πίσω μου, «γινόμαστε αθάνατοι, σκυλάκι της πόλης! Και τώρα θα γίνεις αθάνατος κι εσύ.»

Μουγκρίζω καθώς τα δάχτυλά της με πιέζουν επίμονα, νιώθοντας μια μεγάλη φωτιά μέσα μου να φουντώνει και να φουντώνει και να φουντώνει.

«…Αθάνατοι;»

«Δίνεις μέρος του εαυτού σου στα Φέρνιλγκαν, κι όταν πεθάνεις θα ξαναγεννηθείς!»

Και οι γυναίκες σας; σκέφτομαι. Δεν ξαναγεννιούνται; Αλλά δεν μιλάω. Η φιλοσοφική κουβέντα δεν έχει τώρα νόημα.

Σύντομα δίνω μέρος του εαυτού μου στη γη των Φέρνιλγκαν, ουρλιάζοντας σαν λύκος. Η γυναίκα πίσω μου γελά και με δαγκώνει, στ’αφτί, στον λαιμό. Μετά, με τραβά πάλι μαζί της προς τη λίμνη, όπου συγκεντρώνονται κι άλλοι συμμορίτες. Ακόμα έχω ένα κέρατο μπροστά μου, να ξεπροβάλλει από το παντελόνι μου, και η κατάλευκη γυναίκα, με τις κινήσεις της, μου ζητά να ξαπλώσω στο έδαφος μαζί της, επάνω στην κάπα της. Δεν διστάζω, και δεν ξέρω πόσες φορές την καβαλάω και με καβαλάει, εκείνη την τρελή νύχτα, προτού κοιμηθώ επάνω στα στήθη της με την κάπα της να μας τυλίγει και τους δύο.

Τι έγινε ο Θεώνυμος; προλαβαίνω να αναρωτηθώ. Και: Πού είναι η Κλεισμένη; Ύστερα, όνειρα με καταλαμβάνουν. Βλέπω ότι τρέχω μέσα σε ατελείωτα δάση. Δεν ξέρω τι είμαι – λύκος; ελάφι; λαγός; αιλουροειδές; – αλλά σίγουρα δεν είμαι άνθρωπος…

ΟΡΑΜΑΤΑ ΘΕΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ξυπνώντας, αρχικά δεν καταλαβαίνω πού βρίσκομαι. Είμαι σ’ένα άγνωστο δάσος, με μια κατάλευκη γυναίκα ξαπλωμένη κοντά μου. Τα μαλλιά της είναι πρασινόξανθα, και είναι γυμνή δίπλα στο γυμνό σώμα μου. Μια κάπα μάς τυλίγει και τους δύο. Ολόγυρά μας, ρίχνοντας μια ματιά, βλέπω πως βρίσκονται κι άλλοι παρόμοια ξαπλωμένοι: κάποιοι τρεις μαζί, όχι δύο μαζί. Φωτιές είναι αναμμένες εδώ κι εκεί.

Στο κέντρο του ξέφωτου, μια μικρή λίμνη αντανακλά το πρώτο φως της ημέρας. Γύρω από τη λίμνη είναι κάτι τρώγλες, και μια λυκοφωλιά, μέσα στην οποία βρίσκεται κουλουριασμένη μια μεγάλη λύκαινα με τρία λυκάκια. Αραιή ομίχλη απλώνεται παντού σαν ημιδιαφανής κουρτίνα–

Ξαφνικά, θυμάμαι!

Η τελετή στα Φέρνιλγκαν. Ο Θεώνυμος–

Ο Θεώνυμος! Εδώ βρίσκεται, διαπιστώνω. Κάθεται κοντά στη λίμνη και ακονίζει το δίστομο τσεκούρι του με μια πέτρα. Είναι ντυμένος όπως όταν έφυγε για κυνήγι, μ’ένα πέτσινο γιλέκο και μια μακριά πέτσινη περισκελίδα, έχοντας επιπλέον μια κάπα ριγμένη στους ώμους. Αλλά δεν φαίνεται τραυματισμένος, ενώ όταν είχε έρθει απ’το κυνήγι είμαι σίγουρος ότι πληγές υπήρχαν επάνω του. Και μετά… μετά, δύο μεγάλα χέρια τον είχαν αρπάξει και τον είχαν τραβήξει μες στη λίμνη. Είναι δυνατόν αυτό να μην ήταν παραίσθηση; Τι ακριβώς συνέβη, τη νύχτα;

Και πού είναι η Κλεισμένη; Δεν τη βλέπω πουθενά.

Κοιτάζω να βρω τα ρούχα μου. Είναι ριγμένα παραδίπλα – ένα κουβάρι – όλα εκτός από την κάπα και τις μπότες μου, τα οποία είχα βγάλει στην αρχή του χορού. Γλιστρώ τώρα έξω από την κάπα της κατάλευκης γυναίκας που ακόμα δεν ξέρω το όνομά της και ντύνομαι βιαστικά ενώ εκείνη εξακολουθεί να κοιμάται. Βαδίζοντας ανάμεσα στις φωτιές και στους υπόλοιπους κοιμισμένους (ορισμένοι απ’τους οποίους φαίνεται νάχουν μόλις ξυπνήσει, σαν εμένα) αναζητώ τις μπότες και την κάπα μου. Παρατηρώ πως τα μάτια του Θεώνυμου με παρακολουθούν. Βρίσκω τις μπότες και τις φοράω. Βρίσκω την κάπα και τη φοράω κι αυτή, δένοντάς την στους ώμους μου, ενώ στέκομαι δίπλα σε τρεις ξαπλωμένες φιγούρες, σκεπασμένες και μπερδεμένες αναμεταξύ τους – μια γυναίκα και δύο άντρες. Τα βλέφαρα της γυναίκας είναι ανοιχτά· με παρατηρεί, αλλά δεν μιλά.

Πλησιάζω τον Θεώνυμο, ο οποίος δεν φαίνεται να ξαφνιάζεται καθόλου απ’ αυτό, σαν να με περίμενε.

«Γνώρισες τη δύναμη του Κάρτωλακ, σκυλάκι των πόλεων,» μου λέει.

«Τι έγινε;» τον ρωτάω. «Σε είδα να επιστρέφεις τραυματισμένος, και τώρα….» Τον κοιτάζω ερευνητικά· πράγματι, δεν φαίνεται καμια πληγή επάνω μου.

«Γνώρισες τη δύναμη του Άρχοντα των Δασών,» επαναλαμβάνει ο Πράσινος Γδάρτης, και χαμογελά άγρια μέσα από τα καστανά μούσια του.

«Δύο χέρια βγήκαν απ’ αυτή τη λίμνη» – δείχνω το νερό που αντανακλά το φως της αυγής – «και σε άρπαξαν, και σε τράβηξαν μέσα. Δε σε είδα να βγαίνεις.»

Ο Θεώνυμος γελά.

«Πώς το έκανες;» τον ρωτάω καθίζοντας πλάι του.

«Πώς έκανα τι;»

«Να φανεί ότι δύο χέρια βγήκαν και–»

«Δεν έκανα τίποτα να φανεί, σκυλάκι των πόλεων,» μου λέει ο Θεώνυμος παύοντας το ακόνισμα του τσεκουριού του. «Δύο χέρια πράγματι βγήκαν και με τράβηξαν κάτω απ’το νερό. Τα χέρια της Θαλμωρμάτνα. Εσύ δεν είδες το πρόσωπό της μέσα στη λίμνη, αλλά εγώ το είδα–»

«Ποια είναι η Θαλμω…;» κομπιάζω με το ασυνήθιστο όνομα.

«Μια νύμφη του Κάρτωλακ,» αποκρίνεται ο Θεώνυμος. «Κυρά των λιμνών και των ρεμάτων των ιερών δασότοπων. Με πήρε στην αγκαλιά της και με σκόρπισε μέσα στην ψυχή της πλάσης.» Με βλέπει πώς τον κοιτάζω, και λέει: «Νομίζεις ότι σου αραδιάζω παραμύθια, σκυλάκι των πόλεων;»

«Δεν ξέρω τι να νομίσω. Είδα κι εγώ κάτι… παράξενα όνειρα.»

«Τι όνειρα;»

«Ότι ήμουν κάποιο ζώο, ή ίσως παραπάνω από ένα ζώο, μέσα στα δάση…»

Ο Θεώνυμος νεύει. «Η ψυχή σου είχε σκορπιστεί από τη δύναμη του Άρχοντα των Δασών. Αν ρωτήσεις και τους άλλους εδώ πέρα, σίγουρα θ’ακούσεις ότι δεν είσαι ο μόνος στον οποίο συνέβη. Έμαθες κάτι;»

«Τι να μάθω;»

Ο Θεώνυμος μ’ατενίζει συλλογισμένα. «Τότε, δεν έμαθες τίποτα.» Αρχίζει πάλι ν’ακονίζει το τσεκούρι του παίρνοντας το βλέμμα του από εμένα.

«Γιατί… γιατί κάνεις αυτές τις τελετές;»

«Γιατί λατρεύω τον Άρχοντα των Δασών; Χρειάζεται κανένας άλλος λόγος πέρα από την ίδια την πράξη της λατρείας, νομίζεις;» Τα μάτια του γυαλίζουν καθώς φεύγουν απ’τη λεπίδα του τσεκουριού και στρέφονται επάνω μου. «Αν μου λες αλήθεια, αν το άτομο που σε στέλνει σ’εμένα χρηματοδοτήσει τους Απόστολους, θα δεις τη θρησκεία του Κάρτωλακ να φτάνει εκεί όπου δεν είχε φτάσει ποτέ άλλοτε στην Ιστορία της Σεργήλης!»

Συνοφρυώνομαι. «Τι εννοείς;»

«Τα Φέρνιλγκαν – και δεν μιλάω μόνο για τους δασότοπους, όπως καταλαβαίνεις – θα μπορούσαν να έχουν μια ενιαία θρησκεία, δεν θα μπορούσαν; Γιατί οι ιέρειες της Αρτάλης να έχουν περισσότερη δύναμη από τους ιερωμένους του Κάρτωλακ σε όλες τις μεγάλες πόλεις; Τα Φέρνιλγκαν ανήκουν στον Άρχοντα των Δασών· ο κόσμος αυτόν φοβάται τις νύχτες, όταν η ύπαιθρος αγριεύει· αυτόν αγαπά τα πρωινά, όταν η ύπαιθρος προσφέρει τα αγαθά της. Και τι θα ήταν οι μεγαλουπόλεις, με τις ψηλές πολυκατοικίες τους και τους λιθόστρωτους δρόμους τους και τους εξημερωμένους κήπους τους, αν δεν υπήρχε η ύπαιθρος για να τις υποστηρίζει και να τις συντηρεί; Τίποτα δεν θα ήταν, σκυλάκι των πόλεων· δεν θα υπήρχαν. Σκόνη και πέτρα. Ο Κύριός μου θα κυριαρχούσε εκεί όπου τώρα στέκονται· τα θηρία του θα έκαναν τις φωλιές τους και τα φυτά του θα εξαπλώνονταν ελεύθερα και δυνατά!»

Δεν ξέρω τι να απαντήσω σ’αυτό. Ίσως νάχει δίκιο, άλλωστε. Νομίζω, πάντως, πως ο Πράσινος Γδάρτης είναι αχαρακτήριστα ομιλητικός τώρα. Είναι, άραγε, ιερέας του Κάρτωλακ; αναρωτιέμαι. Αλλά δεν το κρίνω σκόπιμο να ρωτήσω. Εκείνο που ρωτάω είναι: «Πότε θα ξεκινήσουμε για την Κιρβόνη;»

«Μόλις ξυπνήσουν αυτοί οι τεμπέληδες,» μου λέει ρίχνοντας ένα βλέμμα ολόγυρά μας, στους συμμορίτες του.

Νεύω και σηκώνομαι όρθιος. «Συγνώμη αλλά πρέπει να ψάξω για τη γάτα μου. Την έχω χάσει.»

«Όπως νομίζεις.» Αρχίζει πάλι ν’ακονίζει το τσεκούρι του, γυρίζοντάς το απ’την άλλη μεριά.

Βαδίζω ανάμεσα στους συμμορίτες και γύρω από τη λίμνη και τις τρώγλες, αναζητώντας την Κλεισμένη, μα δεν τη βλέπω πουθενά. Εξαφανίστηκε ξανά; Γλίστρησε κάπου ανάμεσα στις διαστάσεις; Δε θα με εξέπληττε, γιατί ετούτο το μέρος δεν είναι καθόλου συνηθισμένο, κάτι περίεργο συμβαίνει εδώ, και σε τέτοια μέρη είναι που οι δυνάμεις της Κλεισμένης ενεργοποιούνται, αν έχω καταλάβει καλά.

Περιφέρομαι στις παρυφές του ξέφωτου, μέσα στις ομίχλες που τυλίγονται γύρω από τη μέση και τα γόνατά μου. «Κλεισμένη!…» φωνάζω. «Κλεισμένη!… ΚΛΕΙΣΜΕΝΗ!»

Ένα νιαούρισμα αντηχεί από δίπλα μου. Στρέφομαι, και βλέπω την Κλεισμένη να πηδά από το κλαδί ενός δέντρου και να βαδίζει προς το μέρος μου.

Χαμογελάω. «Εδώ είσαι, ε; Σε τρόμαξαν οι πιστοί του Κάρτωλακ;»

Ένα άλλο νιαούρισμα ακούγεται απ’τ’αριστερά μου, και στρέφομαι πάλι. Βλέπω ακόμα μια Κλεισμένη να έρχεται προς το μέρος μου, ξεπροβάλλοντας κάτω από ένα θάμνο.

«Τι…;»

Κι άλλο ένα νιαούρισμα. Γυρίζω. Μια τρίτη Κλεισμένη με πλησιάζει βγαίνοντας πίσω από τον χοντρό κορμό ενός πανύψηλου δέντρου. Και μετά έρχεται μια τέταρτη Κλεισμένη (!), πηδώντας πάνω από έναν βράχο κι ατενίζοντάς με με γυαλιστερά μάτια.

Μια πέμπτη Κλεισμένη ζυγώνει μέσα από τις ομίχλες, σαν φάντασμα.

«Δεν το πιστεύω…» μουρμουρίζω. Ποια είναι η αληθινή; αναρωτιέμαι. Πώς θα την ξεχωρίσω; Όλες αληθινές μοιάζουν!

Έρχονται και οι πέντε γύρω από τα μποτοφορεμένα πόδια μου. Πιάνω μία και τη σηκώνω στην αγκαλιά μου – κι αμέσως, τις άλλες τις καταπίνει η ομίχλη, σαν να μην ήταν τίποτα περισσότερο από σκιές.

«Θα με τρελάνεις, ύποπτο αιλουροειδές,» της λέω, χαϊδεύοντάς την στο κεφάλι.

«Νιααα…» μου κάνει, κλείνοντας το ένα μάτι σαν για ν’αποφύγει το δάχτυλό μου.

*

Όταν οι συμμορίτες έχουν ξυπνήσει, ντυθεί, και εξοπλιστεί, παίρνουμε τα άλογά μας από εκεί όπου στέκονται και μασουλάνε χόρτα και καρπούς από τους θάμνους, τα καβαλάμε, και ταξιδεύουμε μέσα στους δασότοπους. Η ομίχλη είναι πιο αραιή από χτες βράδυ και τα μέρη φαίνονται καλύτερα, αλλά, αν μου έλεγες να βρω μόνος μου τον δρόμο της επιστροφής, θα σου έλεγα ότι είσαι τρελό παιδί της Λόρκης. Ο Θεώνυμος, όμως, και οι συμμορίτες του δεν δείχνουν νάχουν τέτοια προβλήματα. Και ύστερα από περίπου δυο ώρες ταξιδιού φτάνουμε στο Φτεροκόπι, στις νότιες όχθες του ποταμού Τάρνοφ.

Καθοδόν, η κατάλευκη γυναίκα με τα πρασινόξανθα μαλλιά μού συστήνεται ως Μαρλιέσσα και με ρωτά τι δουλειές έχω με τον αρχηγό.

«Ενδιάμεσος είμαι,» της απαντώ. «Έρχομαι εκ μέρους κάποιου άλλου. Ζορδάμη με λένε.» Δε δίνω περισσότερες πληροφορίες, ούτε καν ψεύτικες, αν και εύκολα θα μπορούσα.

Δεν μπαίνουμε μέσα στο Φτεροκόπι· σταματάμε στις παρυφές του, και ο Θεώνυμος λέει στους ανθρώπους του ότι θα φύγει για λίγο, θα πάει μαζί μου, για μια δουλειά. «Δε θ’αργήσω να επιστρέψω, όμως. Θα σας συναντήσω στο άντρο μας.» Και ρίχνει μια ματιά προς έναν γαλανόδερμο άντρα με ξυρισμένο κεφάλι και μακριά μαύρη γενειάδα, που στην πλάτη του κρέμεται μια πελώρια καραμπίνα η οποία θυμίζει κανόνι. «Εντάξει, Κίριθε;»

«Ναι, Πράσινε Γδάρτη. Μην ανησυχείς.»

Ο Θεώνυμος νεύει, και μετά εκείνος κι εγώ κατεβαίνουμε από τα άλογά μας και μπαίνουμε στο Φτεροκόπι βαδίζοντας.

«Τον ξέρεις τον Κίριθο;» με ρωτά καθώς πηγαίνουμε προς τις προβλήτες του ποταμού.

«Γιατί να τον ξέρω;»

«Είναι της οικογένειας.»

«Δεν τον είχα ξανακούσει,» αποκρίνομαι.

Ο βαρκάρης που με είχε φέρει στο Φτεροκόπι χτες βράδυ δεν φαίνεται να είναι εδώ, αλλά ο Πράσινος Γδάρτης δεν έχει πρόβλημα να βρει μια βάρκα για να μας μεταφέρει. Όλοι οι ψαράδες αμέσως προθυμοποιούνται να τον εξυπηρετήσουν· τον φοβούνται, αναμφίβολα. Μπαίνουμε, έτσι, στο πλεούμενο ενός κι εκείνος, κωπηλατώντας γρήγορα, μας μεταφέρει στις βόρειες όχθες του ποταμού και στο χωριό κοντά στο οποίο βρίσκεται σταματημένο το όχημά μου (κι ελπίζω κανένας να μην το έχει κλέψει ώς τώρα).

Ο Θεώνυμος πετά ένα πεντακτίνιο στον ψαρά, ο οποίος αρπάζοντας το νόμισμα στον αέρα λέει: «Τη δύναμη του Κάρτωλακ νάχεις, Πράσινε Γδάρτη!»

Η Κλεισμένη τρέχει μπροστά μας καθώς διασχίζουμε το χωριό, κατευθυνόμενοι προς τις παρυφές του. Οι ντόπιοι μάς λοξοκοιτάζουν μα κανείς δεν μας μιλά, ούτε μας πλησιάζει. Μάλλον ξέρουν τον Θεώνυμο κι εδώ, αλλά δεν νομίζω ότι έχουν τόσο στενές σχέσεις μαζί του όπως στο Φτεροκόπι. Αυτό το χωριό ονομάζεται Τρεχονέρι, σύμφωνα με τον χάρτη που μου έχει δώσει η Ασημίνα – γιατί ο χάρτης που έχω αποθηκευμένο στο σύστημα του οχήματός μου δεν το δείχνει καθόλου.

Το τετράκυκλο όχημα μου είναι εκεί όπου το άφησα· δεν φαίνεται να το έχει πειράξει κανένας. Βγάζω την πράσινη κουκούλα από πάνω του, το ξεκλειδώνω, και μπαίνω μαζί με τον Θεώνυμο και την Κλεισμένη.

«Ακόμα,» μου λέει ο Πράσινος Γδάρτης, «δεν μου έχεις πει ποιος ακριβώς σ’έχει στείλει.»

«Θα τον δεις όταν φτάσουμε.» Ενεργοποιώ τα συστήματα και τη μηχανή.

«Γιατί τέτοια μυστικότητα;»

«Γιατί έτσι μου έχει ζητήσει.» Πατάω το πετάλι και στρίβω το τιμόνι, αρχίζοντας να οδηγώ προς τα δυτικά, για να μας βγάλω από τις παρυφές των δασότοπων. Αποφεύγω χοντρούς κορμούς ψηλών δέντρων και πελώριους θάμνους που θα μπορούσαν να καταπιούν το όχημά μου στην πράσινη αγκαλιά τους.

«Με κάνεις να υποπτεύομαι παγίδα ξανά, σκυλάκι των πόλεων,» λέει, απειλητικά, ο Θεώνυμος. «Μη νομίζεις ότι θα μείνεις ζωντανός, αν με οδηγήσεις σε παγίδα. Με τα δόντια μου μπορώ να σε σκοτώσω!»

Χαμογελάω, με άνετη έκφραση στο πρόσωπό μου: όψη που φανερώνει βεβαιότητα και κρυμμένη δύναμη. «Δε θα χρειαστούν τα δόντια σου, Θεώνυμε. Και δεν πρόκειται για παγίδα, σε διαβεβαιώνω. Της οικογένειας είμαστε όλοι.»

Βγαίνοντας από τις παρυφές των δασότοπων, οδηγώ προς τα βόρεια επάνω στην άγρια ύπαιθρο των Φέρνιλγκαν κι επάνω σε χωματόδρομους που, μερικές φορές, αναρωτιέμαι μήπως είναι χειρότεροι από την ύπαιθρο.

Μετά από κανένα μισάωρο σιωπηλής οδήγησης, ρωτάω τον Θεώνυμο: «Τι ακριβώς συμβαίνει με τους Απόστολους του Κάρτωλακ; Δεν υπήρχαν παλιά; Τι διαφορά έχουν από τους άλλους ιερείς του;»

«Οι Απόστολοι του Κάρτωλακ δεν είναι όλοι ιερείς.»

«Τι διαφορά, τότε, έχουν από τους άλλους πιστούς του; Καταλαβαίνεις τι εννοώ. Πιστεύετε σε κάτι διαφορετικό;»

Ο Θεώνυμος κουνά το κεφάλι. «Όχι, εκτός από το ότι πρέπει να δράσουμε. Οι άλλοι πιστοί δεν δρουν· είναι ικανοποιημένοι με τα πράγματα όπως είναι.»

«Να δράσετε; Να κάνετε τι;»

«Σου είπα, σκυλάκια των πόλεων! Η θρησκεία του Κάρτωλακ μπορεί νάχει πολύ μεγαλύτερη δύναμη στα Φέρνιλγκαν. Μπορεί νάναι η κύρια θρησκεία των Φέρνιλγκαν. Οι ιερείς της μπορούν να είναι η ανώτατη εξουσία εδώ, και οι Απόστολοι του Κάρτωλακ μπορούν να είναι οι φύλακες των τόπων.»

Συνοφρυώνομαι, συνειδητοποιώντας τι μου λέει. «Προσπαθείτε, δηλαδή, να δημιουργήσετε μια… θεοκρατία στα Φέρνιλγκαν;»

«Τα Φέρνιλγκαν ανήκουν στον Άρχοντα των Δασών. Κακώς οι ιερείς του είναι έτσι διασκορπισμένοι,» λέει ο Θεώνυμος. «Ούτε οι Παντοκρατορικοί δεν τους έδωσαν καμια σημασία όταν ήρθαν εδώ! Τις ιέρειες της Αρτάλης τις κυνήγησαν–»

«Το ξέρω. Όλοι το ξέρουν.»

«Ποιος κυνήγησε, όμως, τους ιερωμένους του Κάρτωλακ; Κανείς.»

«Θα ήθελες να τους είχαν κυνηγήσει;»

«Δεν τους κυνήγησαν γιατί τους θεωρούσαν ασήμαντους, σκυλάκι των πόλεων! Δεν τους θεωρούσαν δυνατούς. Δεν νόμιζαν ότι μπορούσαν να υποκινήσουν τον λαό εναντίον των πρακτόρων και των στρατών της Παντοκράτειρας. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;»

«Ναι.»

«Και είχαν δίκιο, ξέρεις. Οι ιερείς και οι ιέρειες μας δεν είχαν τέτοια δύναμη. Είναι διασκορπισμένοι, απομονωμένοι – ενώ δεν θα έπρεπε. Θα έπρεπε να ήμασταν όπως τις ιέρειες της Αρτάλης. Να υπάρχει ιεραρχία, ένωση, και δύναμη. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω, σκυλάκι των πόλεων;»

«Ναι, καταλαβαίνω τι θες να πεις.» Και δε νομίζω ότι μ’αρέσει καθόλου, προσθέτω σιωπηλά.

«Αν ο αφέντης σου μας χρηματοδοτήσει, όπως λες ότι υπόσχεται, τότε οι Απόστολοι του Κάρτωλακ θα βρεθούν ένα βήμα πιο κοντά στο να κάνουν αυτό το όραμα πραγματικότητα,» λέει ο Θεώνυμος.

Ένα ρίγος με διατρέχει, άθελά μου. Τα έχει η Ασημίνα υπόψη της αυτά; αναρωτιέμαι. Ξέρει τι προθυμοποιείται να βοηθήσει; Δεν έχω τίποτα ενάντια στη θρησκεία του Κάρτωλακ – δεν έχω τίποτα ενάντια σε καμία θρησκεία – αλλά δεν ξέρω αν η πολιτική κατάσταση στα Φέρνιλγκαν θα βελτιωνόταν από μια θεοκρατία του Άρχοντα των Δασών. Πολύ φοβάμαι ότι τρόμος και δογματισμός θα κυριαρχούσαν…

*

Φτάνουμε στη βίλα της Ασημίνας Νέρφελδιφ όταν σουρουπώνει, και η μεταλλική πύλη ανοίγει για να μας υποδεχτεί. Βάζω το όχημά μου στον κήπο και το οδηγώ στον χώρο στάθμευσης. Βγαίνουμε και συναντάμε τον Λειρνόο.

«Ο Θεώνυμος…» λέει ατενίζοντας τον Πράσινο Γδάρτη.

«Και ποιος είσαι εσύ;» ρωτά εκείνος.

«Ένας άνθρωπος της οικογένειας ο οποίος βοηθά την κυρία που σύντομα θα συναντήσεις.»

«Κυρία;» Ο Θεώνυμος στρέφεται σ’εμένα. «Κυρία;»

«Ναι,» αποκρίνομαι.

Ο Θεώνυμος γελά. «Έτσι όπως μιλούσες, νόμιζα ότι δούλευες για αφέντη, όχι για αφέντρα, σκυλάκι των πόλεων!»

«Δε διευκρίνισα ποτέ το φύλο του ατόμου που θέλει να σου μιλήσει, Θεώνυμε. Πάμε μέσα, τώρα;»

Δε φέρνει αντίρρηση, έτσι ο Λειρνόος μάς οδηγεί προς την είσοδο του κεντρικού οικήματος της βίλας.

Ο Θεώνυμος αμέσως βλέπει τα λαξεύματα στους τοίχους. «Τι μέρος είν’ αυτό;» ρωτά. «Ιερό μέρος;»

«Του Κάρτωλακ, εννοείς;» λέω.

«Ναι.»

«Ένα σπίτι είναι, απλώς.»

«Αποκλείεται! Αυτά τα λαξεύματα γίνονται σε ναούς του Άρχοντα των Δασών!» Τα δείχνει με το χέρι του.

«Το σπίτι,» εξηγεί ο Λειρνόος, «είναι πολύ παλιό. Μπορεί κάποτε να ήταν ναός.»

Περνάμε την ανοιχτή είσοδο και βαδίζουμε μέσα στους διαδρόμους, φτάνοντας, τελικά, κοντά σε μια διπλή ξύλινη πόρτα που ξέρω ότι οδηγεί σ’ένα σαλόνι.

«Η κυρία Νέρφελδιφ θα μιλήσει μόνη με τον Θεώνυμο,» μου λέει ο Λειρνόος.

Συνοφρυώνομαι. «Γιατί;»

«Γιατί έτσι επιθυμεί, Ζορδάμη.» Ανοίγει το ένα φύλλο της πόρτας και κάνει νόημα στον Πράσινο Γδάρτη να μπει, λέγοντάς του: «Πέρασε.»

Εκείνος μού ρίχνει ένα βλέμμα, κι ύστερα μπαίνει, ενώ ο Λειρνόος κλείνει πίσω του.

«Γιατί τέτοια μυστικότητα;» ρωτάω.

«Αυτό δεν σε αφορά. Έλα μαζί μου.»

«Φοβάσαι ότι μπορεί να κρυφακούσω;»

«Δε χρειάζεται να στέκεσαι.» Μου γνέφει καθώς αρχίζει να βαδίζει.

Ναι, σκέφτομαι, είμαι σίγουρος πως ενδιαφέρεσαι για την ξεκούρασή μου, Λειρνόε…

Με οδηγεί σε μια αίθουσα όπου στο τραπέζι, που είναι στρωμένο με φαγητά και ποτά, κάθονται ο Κασρίμ και η Σερφάντια’χοκ. Ο πρώτος είναι ο άντρας που σ’εκείνο το μοιραίο ράλι είχε έρθει μαζί με τον Λειρνόο για να με μπλέξουν στη Σιδηρά Δυναστεία: μυώδης, με δέρμα κόκκινο και μαλλιά πράσινα· μισθοφόρος στο επάγγελμα, καταγόμενος από τη Σάρντλι (εξ ου και το παράξενο όνομά του). Η Σερφάντια’χοκ είναι γυναίκα του, μάγισσα του τάγματος των Διαλογιστών, και μέλος της Δυναστείας φυσικά. Τη γνώρισα όσο έμενα εδώ, στη βίλα της Ασημίνας. Έχει δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ, και μαλλιά μαύρα και σγουρά, που πέφτουν ώς τους ώμους. Είναι μικροκαμωμένη και λιγνή: σχεδόν αέρινη μοιάζει. Έχει μεγάλη μύτη, όμως. Συνήθως κρατά ένα μακρύ ραβδί γεμάτο μικροσκοπικά κυκλώματα, κάτοπτρα, και κρυστάλλους – κάτι που έχει να κάνει με τη μαγεία της, απ’ό,τι καταλαβαίνω. Το ραβδί τώρα είναι αφημένο παραδίπλα, ακουμπισμένο στον τοίχο, καθώς εκείνη κάθεται στο τραπέζι, αντίκρυ στον Κασρίμ.

Ο Λειρνόος μού λέει να καθίσω κι εγώ, για να φάω μαζί τους, και ο ίδιος κάθεται μπροστά σ’ένα πιάτο με μισοτελειωμένο φαγητό και σε μια κούπα με κρασί. Προφανώς, έτρωγε προτού έρθει να μας συναντήσει στον χώρο στάθμευσης του κήπου.

Δε φέρνω αντίρρηση· παίρνοντας μια καρέκλα, κάθομαι και βάζω φαγητό σ’ένα πιάτο και κρασί σε μια κούπα.

«Πώς σου φάνηκε ο Θεώνυμος;» με ρωτά ο Κασρίμ.

«Άγριος.»

Η Κλεισμένη νιαουρίζει δίπλα μου.

Γεμίζω ένα ακόμα πιάτο με φαγητό και το αφήνω στο πάτωμα, στην άκρη του τραπεζιού. Η υπερδιαστασιακή γάτα το πλησιάζει, το μυρίζει, και πέφτει με τα μούτρα.

«Δεν πιστεύω η κυρία να βρίσκεται σε κίνδυνο…» λέει ο Λειρνόος.

«Εντάξει,» του λέω, «δεν είναι τόσο άγριος. Ξέρει να μιλάει, όπως είδες.»

«Τον είχες ξανασυναντήσει παλιότερα, έτσι δεν είναι;»

«Ποιος σ’το είπε;» ρωτάω τρώγοντας.

«Η κυρία.»

«Στο Μαύρο Δόντι τον συνάντησα,» του λέω, «αλλά δεν με θυμάται. Ένας απ’τους ανθρώπους του με πυροβόλησε σε μια συμπλοκή που έγινε εκεί, από παρεξήγηση. Παραλίγο να πεθάνω. Είδα τον Νεκροφύλακα.»

Η Σερφάντια’χοκ με κοιτάζει ερευνητικά. «Λες αλήθεια;»

«Ναι. Αν και μάλλον ονειρευόμουν.»

«Μόνο έτσι βλέπεις τον Νεκροφύλακα, ραλίστα – όταν νομίζεις πως ονειρεύεσαι.» Πίνει μια γουλιά από το κρασί της, εξακολουθώντας να με κοιτάζει με τρόπο που με φρικάρει.

Μάγισσες, γαμώ τα κωλομέρια της Λόρκης…

*

Η βίλα της Ασημίνας είναι μεγάλη και, εκτός των άλλων, έχει και μια βιβλιοθήκη η οποία στεγάζεται σ’ένα οίκημα πλάι στο κεντρικό. Καθώς έχω πάει εκεί να κοιτάξω τα βιβλία, ψάχνοντας πληροφορίες για παράξενες γάτες με υπερδιαστασιακές ιδιότητες, κανένας άλλος δεν είναι μαζί μου. Ή μάλλον, όχι κανένας ακριβώς· έχω την Κλεισμένη πλάι μου.

Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχομαι στη βιβλιοθήκη· είχα ξανάρθει και τις άλλες μέρες που φιλοξενήθηκα στη βίλα, πιστεύοντας ότι, αφού ο πατέρας της Ασημίνας ήταν επιστήμονας, ίσως να υπάρχουν συγγράμματα για τις γάτες που με ενδιαφέρουν. Το είπα και στην ίδια την Ασημίνα, και δεν είχε καμια αντίρρηση φυσικά.

Η Σερφάντια’χοκ, όταν τη ρώτησα για την Κλεισμένη, αποκρίθηκε ότι πρώτη φορά άκουγε για τέτοιες γάτες, και κοίταξε το αιλουροειδές με περιέργεια. «Ίσως θάπρεπε να μιλήσεις σε κάποιον του τάγματος των Ερευνητών, Ζορδάμη,» μου είπε. Αλλά, όπως ξέρω, ούτε αυτοί δεν γνωρίζουν πολλά για το είδος της Κλεισμένης. Η Αλκυόνη’σαρ σίγουρα δεν γνώριζε τίποτα.

Είναι νύχτα τώρα καθώς επιστρέφω ακόμα ένα βιβλίο στη θέση του, έχοντας καταλήξει ότι δεν μπορεί να με βοηθήσει. Η Κλεισμένη τεντώνεται και χασμουριέται, κουλουριασμένη μέσα σ’ένα άδειο ράφι.

Ακούω βήματα. Γυρίζω και βλέπω την Ασημίνα να μπαίνει στη βιβλιοθήκη. «Για γάτες ψάχνεις πάλι;» με ρωτά με μια νευρική κίνηση της άκριας του χείλους της.

«Δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω… Τι έγινε με τον Θεώνυμο;»

«Όλα εντάξει. Συνεννοηθήκαμε. Είναι συνεργάσιμος.»

«Θα χρηματοδοτήσεις, δηλαδή, αυτούς τους Απόστολους του Κάρτωλακ;»

Μορφάζει – αδιάφορα, ίσως. «Ναι, γιατί όχι;»

«Ξέρεις τι σκοπούς έχουν; Θέλουν να δημιουργήσουν μια θρησκεία του Κάρτωλακ που–»

«Ξέρω,» με διακόπτει ήπια.

«Και δεν το θεωρείς επικίνδυνο;»

Η Ασημίνα γελά (νευρικά;). «Επικίνδυνο; Δεν είναι καν βέβαιο ότι θα τα καταφέρουν. Αλλά, αν τα καταφέρουν, ίσως θα μπορούσα να έχω κάποιο έλεγχο επάνω στη θρησκευτική εξουσία τους. Θα ήταν άσχημα, τότε;» Τα δάχτυλα του αριστερού χεριού της τρίβονται μεταξύ τους.

Δεν ξέρω τι να πω. Να της πω ότι πιστεύω πως αυτό είναι απερίσκεπτη ανοησία;

Με προλαβαίνει προτού μιλήσω (αν τελικά έλεγα κάτι): «Θέλω να πας τον Θεώνυμο στο άντρο του αύριο.»

«Εντάξει,» αποκρίνομαι.

«Και μετά, θα κάνεις ακόμα μια δουλειά για εμένα.»

Δεν θα ξεκουραστούμε καθόλου, λοιπόν… «Να ρωτήσω κάτι άσχετο;»

«Φυσικά.» Η Ασημίνα κάθεται στη μια καρέκλα του γραφείου της βιβλιοθήκης, σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο και κάνοντας το από πάνω πέρα-δώθε, σπασμωδικά.

Κάθομαι στην άλλη καρέκλα του γραφείου. «Υποσχέθηκες στον Θεώνυμο ότι θα βρεις την αδελφή του–»

«Ότι θα του πω πού είναι.»

«Ναι. Τι συμβαίνει μαζί της; Όταν του το ανέφερα, νόμιζε ότι του έλεγα ψέματα. Ήταν έτοιμος να με δείρει – τουλάχιστον – αν όχι να με σκοτώσει.»

«Την έχει χάσει, εδώ και χρόνια,» αποκρίνεται η Ασημίνα. «Αλλά» – και συνοφρυώνεται, καχύποπτα νομίζω – «γιατί ρωτάς;»

«Από περιέργεια. Τι άλλο λόγο να έχω;»

«Η αδελφή του δεν ήθελε να μείνει στα άγρια Φέρνιλγκαν,» μου λέει η Ασημίνα. «Είχε το Χάρισμα.»

«Εννοείς ότι ήταν μάγισσα;»

«Ναι, και το είχε καταλάβει από αυτά που της συνέβαιναν. Πήγε στην Έτρεβοθ για να το ερευνήσει, στη Μαγική Σχολή εκεί· και την πληροφόρησαν ότι όντως μπορούσε να εκπαιδευτεί. Οπότε η Χλόη – αυτό είναι το όνομά της – αποφάσισε να μείνει, να διδαχθεί την τέχνη της μαγείας, και να επιλέξει κάποιο από τα μαγικά τάγματα. Αλλά δεν μπορούσαν να την κρατήσουν στη Μαγική Σχολή της Έτρεβοθ, γιατί έτυχε οι θέσεις να είναι πλήρεις–»

«Βρισκόμασταν ακόμα υπό Παντοκρατορική κατοχή τότε, έτσι;»

«Ναι,» λέει η Ασημίνα, και τα φρύδια της μετακινούνται ενώ αναδεύεται πάνω στην καρέκλα της σαν νάχει καρφιά. «Η Χλόη έφυγε, λοιπόν, από την Έτρεβοθ και κατέληξε στην Άντχορκ. Ο Θεώνυμος έχασε τελείως τα ίχνη της, γιατί εκείνη την περίοδο δεν μιλιόνταν οι δυο τους, είχαν τσακωθεί· ο Θεώνυμος ήταν εξοργισμένος μαζί της επειδή επέλεξε να πάει στις μεγαλουπόλεις.»

«Δε με παραξενεύει…»

«Η Χλόη έγινε μάγισσα του τάγματος των Βιοσκόπων, και υπηρέτησε τους Παντοκρατορικούς αρχικά, αλλά ύστερα έμπλεξε με την Επανάσταση. Τραυματίστηκε άσχημα σε μια μάχη, και τώρα μένει στη Νέσριβεκ.»

«Τα είπες όλ’ αυτά στον Θεώνυμο;»

«Ναι, κι ακόμα περισσότερα.»

«Θα πάει να τη βρει, δηλαδή;»

«Έτσι λέει.»

«Εσύ πώς τα ανακάλυψες;»

Η Ασημίνα χαμογελά. «Τι ερωτήσεις είναι αυτές; Δεν είσαι μέσα στην οικογένεια τόσα χρόνια;»

«Ναι, αλλά… και πάλι…»

«Ορισμένοι έχουν καλύτερη δικτύωση από άλλους, Ζορδάμη.» Ο λαιμός της συσπάται καθώς γελά. Ύστερα, η όψη της αλλάζει· γίνεται σοβαρή. «Άκου τώρα τι θέλω να κάνεις για μένα, αφότου μεταφέρεις τον Θεώνυμο.»

Ανάβω τσιγάρο, ακούγοντας.

Η ελευθερία μου από τη δουλεία της Σιδηράς Δυναστείας δεν είναι μακριά πια. Με κάθε δουλειά που κάνω για την Ασημίνα, βρίσκεται ολοένα και πιο κοντά…

ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

Το επόμενο πρωί, φεύγω από τη βίλα της Ασημίνας Νέρφελδιφ μαζί με τον Θεώνυμο. Και η Κλεισμένη είναι καθισμένη στο πίσω κάθισμα, ξαπλωμένη σαν βαθύπλουτη αρχόντισσα, κουνώντας την ουρά της κάπου-κάπου.

Οδηγώ μέσα στους χωματόδρομους πηγαίνοντάς μας προς τη Νίρκωφ, ενώ ο Πράσινος Γδάρτης είναι σιωπηλός. Δεν μπορώ να διαβάσω το μυαλό του και πολύ καλά από την όψη του – είναι πολύ άγριος για εμένα – αλλά δεν μου μοιάζει δυσαρεστημένος γενικά. Πρέπει να είναι ικανοποιημένος από τη συναναστροφή του με την Ασημίνα. Και σκέφτομαι να τον ρωτήσω τι θα κάνει με την αδελφή του, να του ζητήσω να μου μιλήσει γι’αυτήν, αλλά δεν το κάνω γιατί δεν είμαι βέβαιος πώς θα το εκλάβει. Ίσως να θυμώσει που η Ασημίνα μού είπε τόσα για τη Χλόη.

Μετά από τη Νίρκωφ ακολουθώ τη μεγάλη δημοσιά προς τα δυτικά και φχαριστιέμαι οδήγηση, τρέχοντας με εκατό χιλιόμετρα την ώρα. Ο Θεώνυμος εξακολουθεί να είναι σιωπηλός, έτσι δεν έχω τίποτ’ άλλο να κάνω απ’το να συζητώ με το μυαλό μου. Αναρωτιέμαι τι ακριβώς μπορεί η Ασημίνα να θέλει από τον Πράσινο Γδάρτη. Γιατί ζητά την πίστη του; Σκοπεύει να τον χρησιμοποιήσει κάπως; Κι αν ναι, πώς; Δεν έχω την παραμικρή ένδειξη για οτιδήποτε. Η περίπτωση μού μοιάζει μυστηριώδης. Όπως μυστηριώδης μού μοιάζει και η επόμενη δουλειά που έχω αναλάβει για την Ασημίνα. Δεν είναι και τόσο διαφορετική από την υπόθεση του Θεώνυμου, απ’ό,τι καταλαβαίνω. Η Ασημίνα θέλει, ξανά, να συνεργαστεί με κάποιον. Να τον πάρει με το μέρος της, ίσως, θα μπορούσες να πεις. Αλλά… γιατί; Τι έχει κατά νου;

Ό,τι και νάναι δεν σ’ενδιαφέρει, ραλίστα, λέω στον εαυτό μου. Εκείνο που σ’ενδιαφέρει είναι να σβήσει η Ασημίνα το χρέος σου και να τελειώνεις με την καταραμένη δουλεία της Σιδηράς Δυναστείας, να πας να τρέξεις πάλι σε κανέναν αγώνα δρόμου. Και μ’ετούτη τη σκέψη στο μυαλό μου, αυξάνω ταχύτητα, περνώντας επικίνδυνα κοντά από ένα δίκυκλο, που ο οδηγός του φωνάξει οργισμένα πίσω μου, βρίζοντάς με.

Ο Θεώνυμος γελά.

«Σ’αρέσει η οδήγησή μου, Πράσινε Γδάρτη;» τον ρωτάω.

«Δε μπορεί νάσαι τυχαίος οδηγός, Ζορδάμη.»

«Για σκυλάκι των Φέρνιλγκαν ξέρεις πολλά από οδήγηση, Πράσινε Γδάρτη.»

Ο Θεώνυμος γελά ξανά. «Στα Φέρνιλγκαν δεν υπάρχουν σκυλάκια, μόνο λύκοι, σκυλάκι των πόλεων.»

Χαμογελάω άγρια. «Τρέχουμε, όμως, γρήγορα εμείς τα σκυλάκια των πόλεων, δεν τρέχουμε;» Επιταχύνω κι άλλο. Πηγαίνω τώρα με εκατόν-είκοσι χιλιόμετρα την ώρα. Το μέγιστο. Αυτό το όχημα δεν τρέχει περισσότερο.

«Τότε είστε λαγοί!»

«Ραλίστας είμαι, για την ακρίβεια.»

Ο Θεώνυμος με λοξοκοιτάζει.

«Δεν σου λέω ψέματα.»

Ο Θεώνυμος τρίβει τα μούσια του, χωρίς να μιλήσει.

*

Όταν στρίβω νότια, αφήνοντας τη δημοσιά πίσω μας, σταματάω σ’ένα πανδοχείο για να ξεκουραστούμε, γιατί είναι πια μεσημέρι. Αργότερα, φεύγουμε πηγαίνοντας στην Έτρεβοθ, και από εκεί οδηγώ νοτιοανατολικά μέσα στο απόγευμα ενώ ο Θεώνυμος με κατευθύνει, γνωρίζοντας ετούτους τους τόπους σαφώς καλύτερα από εμένα. Έχει πια νυχτώσει όταν βρισκόμαστε σ’ένα κακοτράχαλο μονοπάτι πλάι σ’ένα σκοτεινό δάσος και ο Πράσινος Γδάρτης μού λέει:

«Εδώ σταματάς.»

Πατάω το φρένο. «Εδώ είναι το άντρο σου;» Δε βλέπω τίποτα γύρω μου που να υπονοεί την ύπαρξη κανενός είδους άντρου. Τα πάντα είναι σκοτεινά και άνθρωπος δεν φαίνεται. Μια κουκουβάγια φωνάζει και πετά από το κλαδί ενός δέντρου, φτεροκοπώντας.

«Δεν περίμενες, φυσικά, να σε πάω στο ίδιο το άντρο μου, σκυλάκι των πόλεων…»

«Φοβάσαι ότι θα σε προδώσω σε εχθρούς;»

«Δεν υπάρχει λόγος να ξέρεις πού είναι,» λέει ο Θεώνυμος. «Αντίο, και η δύναμη του Κάρτωλακ να σε συντρέχει.» Ανοίγει την πόρτα πλάι του.

«Πού προτείνεις να περάσω τη νύχτα; Εδώ; Μες στη μέση της ερημιάς;»

«Γύρνα στην Έτρεβοθ.» Βγαίνει από το όχημα. «Δε μπορώ να σε πάρω μαζί μου.» Κλείνει την πόρτα και φεύγει, βαδίζοντας ανάμεσα στα δέντρα, και σύντομα τον χάνω από τα μάτια μου.

Αναστενάζω και, κοιτάζοντας την Κλεισμένη απ’τον καθρέφτη, της λέω: «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό, κούκλα; Δυο ώρες δρόμος ακόμα, ενώ ήδη οδηγώ τις ώρες της Λόρκης σήμερα.»

Η γάτα χασμουριέται και τεντώνεται πάνω στο πίσω κάθισμα.

«Στα χνουδωτά σου οπίσθια, ε;» λέω, καθώς στρίβω το όχημα για να επιστρέψουμε στην Έτρεβοθ.

*

Η Έτρεβοθ, δυστυχώς, δεν έχει δημόσιο αεροδρόμιο· έχει μόνο ιδιωτικά αεροδρόμια και ελικοδρόμια κάποιων πλουσίων· έτσι δεν μπορώ να πάρω αεροπλάνο από εδώ για να πετάξω ώς την Αγκένροβ όπου είναι ο προορισμός μου. Πρέπει να πάω στη Θακέρκοβ. Το πρωί, λοιπόν, φεύγω από την Έτρεβοθ περνώντας πάνω από τη μεγάλη γέφυρα του ποταμού Κάλμωθ και ταξιδεύω νοτιοδυτικά με μοναδική παρέα την Κλεισμένη, η οποία τώρα κάθεται στη θέση του συνοδηγού, μη θέλοντας να μ’αφήσει μόνο μου εδώ μπροστά. Τα μάτια της ατενίζουν παρατηρητικά τα τοπία έξω από τα παράθυρα του οχήματος.

Ανάβω τσιγάρο μετά από κανένα μισάωρο. Η Κλεισμένη μού γρυλίζει. Δε νομίζω πως της αρέσει το κάπνισμα. «Σκασμός,» της λέω. «Μη με καταπιέζεις πρωί-πρωί.»

Το απόγευμα φτάνω, τελικά, στη Θακέρκοβ ύστερα από παραπάνω από έξι ώρες οδήγηση και έχοντας αλλάξει μια ενεργειακή φιάλη στο όχημά μου. Πηγαίνω κατευθείαν στον αερολιμένα της πόλης και ρωτάω πότε είναι η πρώτη πτήση για Αγκένροβ. Δηλώνω, επίσης, ότι έχω μαζί μου ένα τετράκυκλο όχημα και μια γάτα.

«Η γάτα θα πρέπει να μπει σε ειδικό κλουβί, κύριε,» με πληροφορεί ο υπάλληλος πίσω απ’το γραφείο.

«Το ξέρω,» του λέω. «Πότε είναι η πρώτη πτήση προς Αγκένροβ;»

«Απόψε, κύριε. Στις έντεκα και μισή. Σας ενδιαφέρει;»

«Ναι.»

Μου λέει πόσο κάνει το εισιτήριο και τον πληρώνω. Δεν έχω οικονομικό πρόβλημα· η Ασημίνα μ’έχει εφοδιάσει. Η ίδια, βασικά, με προέτρεψε να πάρω αεροπλάνο, για να μην αργήσω.

Πηγαίνω σ’ένα ξενοδοχείο, για να ξεκουραστώ λίγο και να φάω, και όταν έρχεται η ώρα επισκέπτομαι ξανά τον Αερολιμένα της Θακέρκοβ. Δίνω το όχημά μου στους υπαλλήλους για να το βάλουν στην κοιλιά του πελώριου αεροπλάνου, και βάζω ο ίδιος την Κλεισμένη στο κλουβί που μου παραχωρούν. Η γάτα με αγριοκοιτάζει, αντιπαθώντας τα κάγκελα όπως κάθε φυσιολογικό μυαλό, ανθρώπινο ή ζωώδες.

Επιβιβάζομαι στο αεροπλάνο μαζί με τους υπόλοιπους επιβάτες, οι οποίοι είναι πολλοί – ειδικά αν σκεφτεί κανείς την ώρα. Μετά από λίγο πετάμε πάνω από τα σύννεφα βλέποντας το φεγγάρι να φωτίζει τον σκοτεινό ουρανό. Κατευθυνόμαστε νότια και ανατολικά, περνώντας από τα βουνά της Ραχοκοκαλιάς. Την τελευταία φορά που πέρασα με αεροπλάνο από εδώ, αεροπειρατές το ανάγκασαν να προσγειωθεί και μετά δυσκολίας κατάφερα να ξεφύγω ζωντανός μαζί με μια διαφημίστρια που έτυχε να γνωρίζει την Καλλιόπη, την παλιά μου συνοδηγό. Αυτή τη φορά, ευτυχώς κανένας δεν μας επιτίθεται.

Σε δυο ώρες περίπου, προσγειωνόμαστε στον Μεγάλο Αερολιμένα της Αγκένροβ, που βρίσκεται ανατολικά της πόλης. Τα μεσάνυχτα έχουν περάσει. Παίρνοντας το όχημά μου από την κοιλιά του αεροσκάφους, αποβιβάζομαι και φεύγω από το αεροδρόμιο, μπαίνοντας στους δρόμους ανάμεσα στις ψηλές πολυκατοικίες της Αγκένροβ και οδηγώντας προς ένα ξενοδοχείο.

Η Κλεισμένη νομίζω ότι ακόμα μου κρατά μούτρα που την κλείδωσα μέσα στο κλουβί.

*

Ο άνθρωπος που έχω έρθει να συναντήσω ονομάζεται Χαρίλαος Τάρνελκωφ και, εκτός από μέλος της Σιδηράς Δυναστείας, είναι έμπορος μικρών όπλων. Τον έχω συναντήσει και παλιότερα: μία φορά όταν ήμουν σταλμένος εδώ από τον Σερφάντη Γηραιώνυμο της Μέλβερηθ· και μετά όταν είχα περάσει από την Αγκένροβ για να με οδηγήσουν στη Χαρπόβη, όχι και τόσο καιρό πριν. Γνωρίζω πώς να επικοινωνήσω μαζί του, άμεσα πλέον. Την τελευταία φορά μού έδωσε τον τηλεπικοινωνιακό κώδικα του πομπού του. Έτσι, το πρωί, όταν ξυπνάω (όχι και τόσο νωρίς, ομολογουμένως) τον καλώ και του λέω πως θα ήθελα να του μιλήσω.

«Για τι θέμα, ραλίστα;» με ρωτά η φωνή του από το μεγάφωνο του τηλεπικοινωνιακού πομπού μου.

«Πρέπει να σε δω από κοντά. Πού θέλεις να συναντηθούμε;»

«Έχεις υπόψη σου τον Κόκκινο Επενδύτη, στην Οδό Ευπρόσιτου;»

«Φυσικά.» Είναι ένα από τα μεγάλα εστιατόρια-μπαρ της Αγκένροβ.

«Συνάντησέ με εκεί σε δύο ώρες.»

Το μεσημέρι, δηλαδή. «Καλώς.»

Η επικοινωνία μας τερματίζεται, και ξαπλώνω πάλι γιατί έχω κουραστεί από τόση οδήγηση τελευταία. Λες νάχω αρχίσει να χάνω τις αντοχές μου καθώς γερνάω; Μπα, έχω ακόμα πολλές δυνάμεις για ράλι μέσα μου.

Φτάνει να ξεμπερδέψω μ’αυτούς τους καριόληδες της Σιδηράς Δυναστείας, πρώτα.

Το μεσημέρι πηγαίνω στον Κόκκινο Επενδύτη χωρίς την Κλεισμένη, γιατί φοβάμαι ότι ίσως να μην της επιτρέψουν να μπει. Την αφήνω στο ξενοδοχείο, αφού της βάζω φαγητό και νερό μέσα σε δύο κύπελλα.

Ο Τάρνελκωφ με περιμένει στο εστιατόριο καθισμένος σ’ένα από τα τραπέζια μαζί με τη γυναίκα που θυμάμαι ότι λέγεται Νίκη και πρέπει, από την όψη της, νάναι τουλάχιστον πέντε χρόνια μικρότερή του. Ο Τάρνελκωφ είναι καμια πενηνταριά χρονών, σίγουρα· έχει δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ, και ξανθά, κοντοκουρεμένα μαλλιά. Ένα ελαφρύ λευκό πουκάμισο τον ντύνει, κι ένα σακάκι κρέμεται στην πλάτη της καρέκλας του. Η Νίκη έχει παρόμοιο δερματικό χρωματισμό με εκείνον και κοντά, καστανά μαλλιά. Φορά μια μαύρη τουαλέτα που αφήνει τους ώμους, τα χέρια, και την πλάτη της εκτεθειμένα. Ακόμα δεν έχω καταλάβει αν είναι σύζυγος του Χαρίλαου, ερωμένη του, ή τίποτα από τα δύο. Δεν τους έχω δει και πολλές φορές μαζί, βέβαια.

«Ζορδάμη,» μου λέει ο Τάρνελκωφ χωρίς να σηκωθεί, καθώς πλησιάζω, «κάθισε.»

Παίρνω θέση αντίκρυ του, μπροστά σ’ένα άδειο πιάτο κι ένα αναποδογυρισμένο ποτήρι.

«Όπως βλέπεις έχουμε παραγγείλει αρκετό φαγητό για τρεις. Φάε αν πεινάς,» λέει ο Τάρνελκωφ.

«Ευχαριστώ,» αποκρίνομαι αρχίζοντας να βάζω φαγητό στο πιάτο μου από τις πιατέλες στο κέντρο του τραπεζιού.

«Τι είναι, λοιπόν, αυτό για το οποίο θέλεις να μου μιλήσεις;» ρωτά ο Τάρνελκωφ όταν έχω αυτοσερβιριστεί και γεμίσει το ποτήρι μου με Σεργήλιο οίνο. «Θέμα της οικογένειας;»

«Μήνυμα, βασικά. Από ένα άλλο μέλος προς εσένα.» Βγάζω έναν φάκελο από την καπαρντίνα μου και του τον δίνω. Δεν έχει όνομα επάνω.

Ο Τάρνελκωφ συνοφρυώνεται. «Ανώνυμο;»

«Υπάρχει όνομα μέσα,» αποκρίνομαι κι αρχίζω να τρώω.

«Να το κοιτάξω τώρα;» Μ’ατενίζει επιφυλακτικά σαν νάχω μετατραπεί σε κάποιον μυστηριώδη μαντατοφόρο από άλλη διάσταση.

«Αν θέλεις.»

Ο Τάρνελκωφ ανοίγει τον φάκελο, βγάζει ένα διπλωμένο χαρτί, το ξεδιπλώνει, και το διαβάζει. Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι γραμμένο εκεί μέσα, αλλά μάλλον πρόκειται για κάποια πρόταση προς τον Χαρίλαο: κάποια πρόταση παρόμοια μ’αυτή προς τον Θεώνυμο. Η Ασημίνα μπορεί να μη μου εξήγησε τίποτα, αλλά μου είπε να περιμένω να πάρω την απάντηση του Τάρνελκωφ, ακόμα κι αν χρειαστεί να μείνω στην Αγκένροβ μια, δυο μέρες. Τι είδους απάντηση μπορεί να είναι αυτή; τη ρώτησα, κι εκείνη μού απάντησε ότι ή ο Τάρνελκωφ θα θέλει να συνεργαστεί μαζί της ή όχι. Διευκρινήσεις, αν μου ζητήσει, δεν έχω να του δώσω.

Τώρα, καθώς τελειώνει με την ανάγνωση του μηνύματος, το διπλώνει ξανά, το βάζει στον φάκελο, και το κρύβει μέσα σε μια τσέπη του πουκαμίσου του, ενώ στρέφει τα μάτια του σ’εμένα.

«Δουλεύεις γι’αυτήν, δηλαδή…» μου λέει.

«Για την ώρα,» αποκρίνομαι. «Όπως ξέρεις, χρωστάω.»

«Κι ακόμα δεν έχεις ξεπληρώσει, ε;»

«Σύντομα θα έχω.» Πίνω μια γουλιά κρασί, και η γεύση του είναι πολύ γλυκιά στο στόμα μου.

Ο Τάρνελκωφ με ατενίζει συλλογισμένα. Ανάβει ένα τσιγάρο. Η Νίκη κοιτάζει μια εμένα μια τον Χαρίλαο· δεν μιλά: τσιμπάει κάπου-κάπου πιρουνιές από τη σαλάτα της.

«Πρέπει να μου απαντήσεις,» λέω στον Τάρνελκωφ. «Το γράφει το χαρτί, δεν το γράφει;»

«Το γράφει.»

Τον περιμένω να συνεχίσει.

«Πρέπει να απαντήσω αμέσως;» ρωτά.

«Μπορώ να μείνω στην Αγκένροβ μια, δυο μέρες,» αποκρίνομαι. «Αλλά μετά η προσφορά δεν θα ισχύει πλέον.»

«Όταν φύγεις από την πόλη, τελείωσε; Δεν μπορώ να το ξανασκεφτώ πια;»

«Όχι. Δυστυχώς. Και δεν παίρνω εγώ αυτές τις αποφάσεις, έχε υπόψη σου.»

«Το καταλαβαίνω,» αποκρίνεται ο Τάρνελκωφ. «Λοιπόν,» μου λέει καθαρίζοντας τον λαιμό του. «Θα σου απαντήσω αύριο, κατά πάσα πιθανότητα.»

Και το υπόλοιπο μεσημέρι συζητάμε για παλιούς αγώνες ράλι. Ο Τάρνελκωφ παρακολουθεί το άθλημα, αν και, βέβαια, δεν είναι φανατικός σαν την Ασημίνα.

Προς το τέλος, προτού φύγουμε από τον Κόκκινο Επενδύτη, μου λέει: «Θα μου απαντήσεις ειλικρινά σε μια ερώτηση, ραλίστα;»

«Αν μπορώ.»

Τα μάτια του μ’ατενίζουν ερευνητικά. Αναρωτιέται τι αξιοπιστία έχει η υπόσχεση του Ζορδάμη με τα Πολλά Πρόσωπα;

«Αν μπορώ,» επαναλαμβάνω.

«Γνωρίζεις καλά την κυρία Νέρφελδιφ;»

«Πριν από λίγο καιρό τη γνώρισα.»

«Εγώ δεν την έχω συναντήσει ποτέ,» μου λέει ο Τάρνελκωφ. «Μονάχα ακουστά την έχω.»

«Εγώ δεν την είχα καν ακούσει.»

«Είναι πολύ πλούσια.»

«Το έχω καταλάβει αυτό.»

«Δεν είναι ψέμα, δηλαδή…»

«Όχι,» του λέω, «σίγουρα δεν είναι ψέμα. Κολυμπά στους ήλιους.» Τι είδους πρόταση τού έκανε μέσα στο μήνυμα; Τι του υποσχέθηκε; Χρηματοδότηση και σ’αυτόν; Για κάποιο λόγο, το αμφιβάλλω. Ο Χαρίλαος Τάρνελκωφ δεν είναι ο Θεώνυμος ο Πράσινος Γδάρτης. Συγκρατούμαι απ’το να ρωτήσω. Δε σ’ενδιαφέρει, ραλίστα! Μη μπλέκεις ξανά. Θα κάνεις τις δουλειές και το χρέος σου θα σβήσει – και τελείωσε το θέμα!

«Μάλιστα,» λέει ο Τάρνελκωφ. «Δε θα σε ρωτήσω, βέβαια, τι θα έκανες στη θέση μου, γιατί, αφού για την ώρα την υπηρετείς–»

Κουνάω το κεφάλι. «Δεν ξέρω καν τι σου έχει προτείνει ακριβώς. Απλώς ο μαντατοφόρος είμαι.»

«Χαίρομαι γι’αυτό,» λέει ο Τάρνελκωφ, και δεν νομίζω ότι ψεύδεται. Δεν ξέρω, όμως, γιατί τον χαροποιεί το γεγονός ότι είμαι μόνο ο μαντατοφόρος. Σκέφτεται ότι ίσως θα μπορούσε να με χρησιμοποιήσει κάπως, στο μέλλον;

*

Την επομένη, πριν από το μεσημέρι, ο Τάρνελκωφ με καλεί στον τηλεπικοινωνιακό πομπό μου.

«Σχετικά μ’εκείνο το θέμα που συζητήσαμε, Ζορδάμη… Πες της ότι συμφωνώ, ότι δέχομαι.»

«Εντάξει,» του λέω. «Θέλεις κάτι άλλο από εμένα;»

«Όχι. Καλό ταξίδι.»

Το απόγευμα παίρνω αεροπλάνο ξανά, για να πετάξω προς Θακέρκοβ και από εκεί, αν βρω άλλο αεροπλάνο που να μπορεί να μεταφέρει το όχημά μου, προς Νίρβεκ. Από τη Νίρβεκ σκοπεύω να πάω στη βίλα της Ασημίνας Νέρφελδιφ ακολουθώντας τη δημοσιά, για να ευχαριστηθώ οδήγηση λιγάκι.

Κάτι μού λέει ότι θα βαρεθούμε τις μεγάλες διαδρομές, τις ημέρες που θ’ακολουθήσουν· γιατί υποπτεύομαι ότι η Ασημίνα έχει υπόψη της να κάνει προτάσεις σε αρκετούς ακόμα ανθρώπους. Κι αναρωτιέμαι… δεν μπορώ παρά ν’αναρωτιέμαι… Γιατί;

Κοίτα τη δουλειά σου, ραλίστα. Σύντομα το χρέος σου θα διαγραφεί και θ’αφήσεις την καταραμένη Δυναστεία πίσω σου.

ΨΕΥΤΙΚΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ

Βρίσκεται ήδη τέσσερις ημέρες στη Νίρβεκ όταν τα μέσα μαζικής πληροφόρησης – εφημερίδες, ο τηλεοπτικός σταθμός ΤηλεΝίρβεκ, διάφοροι ραδιοφωνικοί σταθμοί – ανακοινώνουν τη δολοφονία του μεγάλου εμπόρου Φιλοπολίτη Τασνικέφ.

Θεοί… σκέφτεται, απορημένη. Προχτές του μιλούσα…

Ο Φιλοπολίτης Τασνικέφ, εκτός από έμπορος ανταλλακτικών πλοίων, ήταν και μέλος της Σιδηράς Δυναστείας. Σημαντικό μέλος της.

Πώς τον άφησαν τόσο αφύλαχτο ώστε να τον δολοφονήσουν; αναρωτιέται η Αστερόπη, βηματίζοντας συλλογισμένα μέσα στο μικρό σαλόνι του διαμερίσματός της, στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας της Μεσόπολης. Πριν από λίγο ξύπνησε, και είναι ντυμένη με μια ελαφριά καρό ρόμπα που αναδεύεται γύρω από τα γυμνά πόδια της. Το δέρμα της είναι λευκό με απόχρωση του ροζ, τα μαλλιά της μαύρα και κοντά.

«Τι παράξενο…» μουρμουρίζει, καθώς θυμάται τι μόλις άκουσε στον ΤηλεΝίρβεκ. Ο κύριος Τασνικέφ δολοφονήθηκε ενώ βρισκόταν σ’ένα συνέδριο ναυτικών στον Ολάνοιχτο, βόρεια της Μεσόπολης. Δολοφονήθηκε από βέλος. Βέλος. Το οποίο διαπέρασε τον λαιμό του από τη μια μεριά ώς την άλλη. Οι αρχές της πόλης δεν είναι ακόμα σίγουρες πού ακριβώς βρισκόταν ο δολοφόνος όταν έριξε, πάντως το βλήμα μπήκε από παράθυρο σπάζοντας το τζάμι, κι αυτό σημαίνει ότι βρισκόταν είτε σε κάποια από τις στέγες του οικοδομήματος όπου γινόταν το συνέδριο είτε σε κάποιο γειτονικό οικοδόμημα. Αίσθηση έχει, επίσης, προκαλέσει το γεγονός ότι όποιος κι αν σκότωσε τον Τασνικέφ τον σκότωσε με τόξο, προφανώς. Τι ήταν, από τα Φέρνιλγκαν;

Από τα Φέρνιλγκαν… σκέφτεται η Αστερόπη. Θα μπορούσε… Στο μυαλό της έρχεται ένας άνθρωπος που κάνει ακριβώς αυτή τη δουλειά: σκοτώνει με τόξο. Αλλά είναι αδύνατον να ήταν αυτός, γιατί είναι μέλος της Σιδηράς Δυναστείας. Τον λένε Ζορδάμη, και είναι γνωστός μέσα στην οικογένεια με το κωδικό όνομα Τοξότης.

Δε μπορεί ο Τοξότης να σκότωσε τον Φιλοπολίτη Τασνικέφ! Ο ένας ήξερε ότι ο άλλος ήταν μέλος της Δυναστείας, και η Αστερόπη νομίζει πως σίγουρα θα το είχε ακούσει αν είχε δημιουργηθεί κάποια σοβαρή ρήξη μεταξύ τους. Επιπλέον, ο Τοξότης είναι επαγγελματίας δολοφόνος· δεν θα σκότωνε ένα άλλο μέλος της Δυναστείας απλά και μόνο επειδή τσαντίστηκε μαζί του!

Αν όμως κάποιος τον πλήρωσε;… Αλλά ποιος; Κάποιος που δεν ανήκει στη Σιδηρά Δυναστεία; Ο Τοξότης σίγουρα θα αρνιόταν να δολοφονήσει τον Τασνικέφ, γιατί ξέρει ότι έχει πιο πολλά να κερδίσει από τη Δυναστεία παρά από κάποιον τυχαίο εργοδότη.

«Τι σκατά συμβαίνει εδώ;» μουρμουρίζει, προβληματισμένη, η Αστερόπη, δαγκώνοντας τον αντίχειρά της, ενώ εξακολουθεί να βηματίζει μέσα στο μικρό σαλόνι. «Δεν το πιστεύω!» Και είναι βέβαιη πως ούτε κανένας άλλος μέσα στη Δυναστεία θα μπορεί να το πιστέψει.

Ο μπαμπάς σίγουρα θα θέλει να μάθει τι έγινε, σκέφτεται. Κι εγώ θέλω να μάθω τι έγινε. Βγάζει τη ρόμπα της και, πηγαίνοντας στο υπνοδωμάτιο, αρχίζει να ντύνεται. Φορά ένα μαύρο δερμάτινο παντελόνι· μια γκρίζα, κοντομάνικη γυναικεία τουνίκα που στην πίσω μεριά έχει κεντημένο το κερασφόρο κεφάλι ενός ελαφιού· ψηλές μαύρες μπότες πάνω από κοντές μαύρες κάλτσες· και μια μαύρη, κοντή καπαρντίνα. Από τη βαλίτσα της παίρνει ένα πάκο πλαστές ταυτότητες και τις γυρίζει γρήγορα, επιδέξια, μέσα στα δάχτυλά της· βρίσκει εκείνη που ψάχνει και την κρύβει σε μια εσωτερική τσέπη της καπαρντίνας της. Κάτω από την καπαρντίνα κρύβει, επίσης, ένα πιστόλι διπλής χρήσης (πυροβόλο και ενεργοβόλο) κι ένα μακρύ στιλέτο που ανοιγοκλείνει αυτόματα και περιέχει μπαταρία ώστε να μπορεί να λειτουργήσει και ως ενεργειακό με το πάτημα ενός κουμπιού.

Η Αστερόπη χτενίζει τα κοντά μαλλιά της γρήγορα μπροστά στον καθρέφτη και βάφεται απλά, όπως θα βαφόταν κάποια που ανήκει σε δυνάμεις ασφαλείας. Φορά ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά με ενσωματωμένη κρυφή φωτογραφική μηχανή. Βάζει μερικά πράγματα σε μια δερμάτινη τσάντα, την κρεμά στον ώμο της, και φεύγει από το διαμέρισμα.

Ο καιρός στη Νίρβεκ δεν είναι και πολύ καλός σήμερα καθώς είναι ακόμα οι αρχές της άνοιξης, αλλά ο ήλιος είναι αρκετά έντονος αν όχι ζεστός. Το γκαράζ της πολυκατοικίας βρίσκεται δίπλα της· η Αστερόπη κατεβαίνει τις σκάλες πλάι στη μεγάλη ράμπα, και ύστερα από λίγο ανεβαίνει ξανά, αυτή τη φορά από τη ράμπα και καβαλώντας το δίκυκλό της. Οδηγώντας μέσα στους δρόμους της Νίρβεκ, φτάνει γρήγορα στον Ολάνοιχτο και πλησιάζει το μέρος όπου έγινε η συνεδρίαση των ναυτικών χτες το απόγευμα: ένα πολλαπλό οικοδόμημα που δεν βρίσκεται μακριά ούτε από το λιμάνι θαλάσσης ούτε από το λιμάνι του ποταμού Τάρνοφ. Έχει έξι ορόφους και περίπλοκο σχήμα. Ελάχιστα διαμερίσματά του είναι κατοικίες, απ’ό,τι ξέρει η Αστερόπη, και συνήθως τα νοικιάζουν κατάσκοποι ή επιχειρηματίες· αυτός κιόλας είναι ο λόγος που υπάρχουν καν. Τα περισσότερα τμήματα του οικοδομήματος χρησιμοποιούνται ως γραφεία, εργαστήρια, ή χώροι εκδηλώσεων και συνεδριάσεων.

Η Αστερόπη σταματά το δίκυκλό της απέξω, το κλειδώνει, και κατεβαίνοντας πλησιάζει την είσοδο. Βαδίζει σαν να ξέρει ακριβώς πού κατευθύνεται και ο θυρωρός, φυσικά, δεν τη σταματά. Πολλοί άνθρωποι πηγαίνουν κι έρχονται εδώ για διάφορους λόγους. Η Αστερόπη στέκεται μπροστά στον ανελκυστήρα και κοιτάζει τον πίνακα με τα ονόματα και τις επωνυμίες· εντοπίζει την αίθουσα συνεδριάσεων όπου δολοφονήθηκε ο Φιλοπολίτης Τασνικέφ. Τέταρτος όροφος.

Πατά το κουμπί και περιμένει να έρθει ο θάλαμος κάτω. Η πόρτα ανοίγει. Η Αστερόπη μπαίνει και ανεβαίνει, βέβαιη πως όταν φτάσει στον προορισμό της θα συναντήσει ανθρώπους της Χωροφυλακής της Νίρβεκ· θα γίνονται ακόμα έρευνες εκεί, αναμφίβολα. Αυτό όμως δεν την ανησυχεί στο ελάχιστο. Εκτός του ότι είναι κατάλληλα εξοπλισμένη, γνωρίζει επίσης πως ο Ρίβης Παλιόσυρμος, ένας λοχαγός της Χωροφυλακής, είναι μέλος της Σιδηράς Δυναστείας.

Η πόρτα του ανελκυστήρα ανοίγει αποκαλύπτοντας έναν διάδρομο με διάφορες ξύλινες εισόδους, που άλλες έχουν πινακίδες επάνω τους, άλλες όχι, μοιάζοντας μυστηριώδεις. Μπροστά σε μία που είναι ανοιχτή στέκονται δύο οπλισμένοι χωροφύλακες. Εκεί έγινε ο φόνος.

Η Αστερόπη πλησιάζει και, ασφαλώς, τη σταματάνε.

«Πού πηγαίνετε, κυρία; Δεν επιτρέπεται η είσοδος. Χτες το απόγευμα–»

«–δολοφονήθηκε ο Φιλοπολίτης Τασνικέφ εδώ. Το γνωρίζω.» Η Αστερόπη βγάζει από την καπαρντίνα της την ταυτότητα που την αναγνωρίζει ως ειδική ερευνήτρια της Χωροφυλακής της Νίρβεκ και του τη δείχνει. «Θέλω να ρίξω μια ματιά.»

«Ναι, βεβαίως–»

Ο άλλος χωροφύλακας τον διακόπτει: «Δώστε μου την ταυτότητά σας, κυρία,» λέει τείνοντας το χέρι του.

Η Αστερόπη συνοφρυώνεται. «Γιατί;»

«Θέλω να την κοιτάξω από πιο κοντά, αν δεν έχετε πρόβλημα.» Ο άντρας είναι ψηλός, με δέρμα λευκό-ροζ και μαύρα, κοντοκουρεμένα μαλλιά. Τα μάτια του είναι στενά και ασάλευτα· η μύτη του σχεδόν αόρατη. Εξακολουθεί να έχει το γαντοφορεμένο χέρι του τεντωμένο προς την Αστερόπη.

Εκείνη τού δίνει την ταυτότητά της. «Παραείστε επιφυλακτικός, κύριε Νάκαρντωφ,» λέει, έχοντας δει το όνομά του γραμμένο επάνω στη στολή του.

Ο άντρας κοιτάζει την ταυτότητα για λιγότερο από μισό λεπτό και, μετά, τραβά το πιστόλι του και σημαδεύει την Αστερόπη. «Μείνετε στη θέση σας,» λέει.

«Τι;» κάνει εκείνη. «Τι συμβαίνει, χωροφύλακα; Υπάρχει κάποιο–;»

«Η ταυτότητά σας δεν είναι πραγματική.» Το πιστόλι δεν κινείται από τη θέση του.

Ο άλλος χωροφύλακας κοιτάζει τον Νάκαρντωφ παραξενεμένος, αμήχανος.

«Φυσικά και είναι πραγματική!» διαμαρτύρεται η Αστερόπη, βέβαιη πως αποκλείεται να μπόρεσε αυτός ο τύπος να διακρίνει τόσο απλά ότι η ταυτότητά της είναι πλαστή. Της την έχουν φτιάξει σύμφωνα με οδηγίες που έχει δώσει ο ίδιος ο Ρίβης Παλιόσυρμος.

«Δεν είναι πραγματική,» επιμένει ο Νάκαρντωφ, και προς τον συνάδελφό του: «Φόρεσέ της χειροπέδες.»

«Μισό λεπτό,» λέει εκείνος. «Είσαι σίγουρος;»

«Λάθος κάνεις!» φωνάζει η Αστερόπη στον Νάκαρντωφ. «Η ταυτότητά μου είναι πραγματική, και θα φροντίσω να τιμωρηθείς αυστηρά γι’αυτή την καθυστέρηση που προκαλείς στη δουλειά μου, χωροφύλακα!»

«Φόρεσέ της τις χειροπέδες, Αλλάνδρη,» λέει επίμονα ο Νάκαρντωφ στον συνάδελφό του. «Κουνήσου! Μπορεί νάναι επικίνδυνη!»

Ο Αλλάνδρης βγάζει τις χειροπέδες από τη ζώνη του και πλησιάζει την Αστερόπη, η οποία δεν το πιστεύει ότι αυτό το πράγμα συμβαίνει.

«Σας λέω, η ταυτότητα είναι αληθινή!»

«Τα χέρια σου,» προστάζει ο Αλλάνδρης ανοίγοντας τη μια χειροπέδα.

Η Αστερόπη τού δίνει το ένα της χέρι και, καθώς εκείνος το πιάνει, τον τραβά απότομα και του βάζει τρικλοποδιά, σωριάζοντάς τον στο πάτωμα. Ύστερα, χωρίς να χάσει καιρό, αρχίζει να τρέχει.

«ΑΚΙΝΗΤΗ!» φωνάζει πίσω της ο Νάκαρντωφ, πυροβολώντας και χτυπώντας έναν τοίχο. «ΜΕΙΝΕ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ!» Τον ακούει να την καταδιώκει.

Και βλέπει ότι ο ανελκυστήρας δεν βρίσκεται τώρα εδώ· κάποιος τον έχει πάρει. «Γαμήσου!» γρυλίζει η Αστερόπη κάτω απ’την ανάσα της, και τρέχει στις σκάλες, κατεβαίνοντας γρήγορα, πηδώντας τρία-τρία τα σκαλοπάτια.

Πώς είναι δυνατόν αυτός ο καριόλης να κατάλαβε ότι η ταυτότητά της δεν είναι αληθινή; Είναι αδύνατον αυτό να το καταλάβει κάποιος τόσο εύκολα! Τι σκατά είδε; Έχει κάτι αλλάξει στις ταυτότητες των ειδικών ερευνητών της Χωροφυλακής τον τελευταίο καιρό; Κάτι που η Αστερόπη δεν ξέρει; Και γιατί κανένας δεν την ενημέρωσε; Κάποιος θα μετανιώσει γι’αυτό, μα τα δόντια της Λόρκης!

Φτάνοντας κάτω, στο ισόγειο, βλέπει πως η γυάλινη είσοδος του οικοδομήματος είναι κλειστή, και ο θυρωρός έχει εξαφανιστεί. Τον ειδοποίησαν, οι δαιμονισμένοι! Η Αστερόπη τρέχει στην πόρτα και κάνει να την ανοίξει, μα τη βρίσκει κλειδωμένη. Γρυλίζοντας, εξαγριωμένη, τραβά το πιστόλι της από την καπαρντίνα και πυροβολεί διαλύοντας τα τζάμια με μεγάλο θόρυβο. Περνά ανάμεσα από γυάλινα θραύσματα, βγαίνοντας, τρέχοντας προς το δίκυκλό της.

Αλλά τρία άλλα δίκυκλα έρχονται ξαφνικά προς το μέρος της: τρία δίκυκλα με ανθρώπους της χωροφυλακής επάνω, δύο άντρες και μια γυναίκα. Ο ένας προλαβαίνει την Αστερόπη προτού φτάσει στο όχημά της· την αρπάζει από την πλάτη της καπαρντίνας της και την τραβά μαζί του ενώ το δίκυκλό του κινείται γρήγορα. Η Αστερόπη, ουρλιάζοντας, χάνει την ισορροπία της· τα γόνατά της τρίβονται στο οδόστρωμα. Ο χωροφύλακας την αφήνει να σωριαστεί. Το πιστόλι της έχει πέσει από το χέρι της.

Κάνει να σηκωθεί, όταν ένα άλλο δίκυκλο σταματά μπροστά της και η χωροφύλακας που το καβαλά κατεβαίνει κι αμέσως της επιτίθεται κλοτσώντας την στα πλευρά, γρονθοκοπώντας την στο κεφάλι. Η Αστερόπη κυλά ξανά στο οδόστρωμα, μουγκρίζοντας ζαλισμένη. Βλέπει χρώματα να θολώνουν τα μάτια της.

«Ακίνητη!» της φωνάζει η χωροφύλακας, σημαδεύοντάς την με πιστόλι· κι ένας άλλος χωροφύλακας έρχεται πίσω από την Αστερόπη, αρπάζοντας τα χέρια της και γυρίζοντάς τα επώδυνα πίσω από την πλάτη της, φορώντας της χειροπέδες.

Όταν ο Παλιόσυρμος μάθει γι’αυτό, σκέφτεται εκείνη, θα μαρτυρήσετε όλοι! Απ’ό,τι ξέρει, ο Ρίβης δεν είναι καθόλου συμπονετικός άνθρωπος. Πολλοί, μάλιστα, στη Νίρβεκ τον ξέρουν ως Παλιόσκυλο.

*

Τη βάζουν σ’ένα τετράκυκλο όχημα και την πηγαίνουν στα Κεντρικά της Χωροφυλακής, στην άλλη μεριά του ποταμού Τάρνοφ. Της παίρνουν την τσάντα της και το στιλέτο που κρύβει μέσα στην καπαρντίνα της και την κατεβάζουν στα κελιά, στο υπόγειο. Τα γυαλιά της δεν καταλαβαίνουν ότι κρύβουν φωτογραφική μηχανή· κανένας δεν το υποπτεύεται για να τα ερευνήσει ή για να της τα πάρει. Κι αυτό είναι πιο εύκολο να το ανακαλύψεις απ’το να διακρίνεις ότι εκείνη η ταυτότητα ήταν πλαστή! Πώς το διέκρινε; Πώς είναι δυνατόν να το διέκρινε τόσο γρήγορα; Η Αστερόπη αισθάνεται μπερδεμένη, αποπροσανατολισμένη. Σίγουρα, κάτι έχει παραβλέψει…

Τη σπρώχνουν μέσα σ’ένα κελί και κλείνουν και κλειδώνουν την πόρτα πίσω της.

«Θέλω να μιλήσω στον Ρίβη Παλιόσυρμο!» τους λέει. «Στον λοχαγό σας!» ενώ αγγίζει την άκρη των γυαλιών της για να τους τραβήξει, κρυφά, μια φωτογραφία. Όχι πως πιστεύει ότι αυτό θα της χρειαστεί σε τίποτα.

«Μη φοβάσαι,» της απαντά η γυναίκα που την κλότσησε έξω από το μέρος όπου δολοφονήθηκε ο Τασνικέφ, «θάρθει να σε περιλάβει σύντομα, αφού τον ζητάς.» Και μαζί με τους άλλους φεύγει από την είσοδο του κελιού της.

Η Αστερόπη αναστενάζει και βηματίζει μέσα στο κελί. Ακόμα και τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της της πήραν, οι καταραμένοι! Τον είχε μες στην τσάντα της. Και τώρα δεν μπορεί να ειδοποιήσει κανέναν. Είναι παράνομο αυτό, δεν είναι, στη Νίρβεκ; Δε μπορούν να την αποτρέψουν απ’το να επικοινωνήσει με κάποιον!

Βγάζει τα μαύρα γυαλιά της και τρίβει τα μάτια της, κουρασμένα, καθώς κάθεται στην άκρη του στενού κρεβατιού του κελιού.

Περνάει μισή ώρα, σύμφωνα με το ρολόι της, και κανένας δεν έρχεται να της μιλήσει. Περιμένει κι άλλο. Γιατί καθυστερεί τόσο ο Ρίβης;

Μετά από μισή ώρα ακόμα, η Αστερόπη φωνάζει τους φρουρούς των υπόγειων κελιών· αρπάζοντας τα κάγκελα μέσα στα χέρια της, κάνει φασαρία. Τελικά, δύο άντρες έρχονται και τη ρωτάνε τι συμβαίνει.

«Γιατί με κρατάτε ακόμα εδώ;» απαιτεί η Αστερόπη. «Πού είναι ο Ρίβης Παλιόσυρμος; Γιατί δεν τον ειδοποιείτε;»

«Θα έρθει,» της λέει ο ένας.

«Φέρτε μου τον τηλεπικοινωνιακό πομπό μου. Θέλω να καλέσω κάποιον!»

«Θα τον φέρουμε· υπομονή,» απαντά τυπικά ο άντρας, και φεύγουν κι οι δυο τους.

Η Αστερόπη περιμένει. Άλλη μισή ώρα περνά, και κάποιος ακούγεται να έρχεται. Μία φρουρός που κρατά έναν μικρό δίσκο με φαγητό και νερό.

«Πού είναι ο τηλεπικοινωνιακός πομπός μου;» τη ρωτά η Αστερόπη.

«Δεν ξέρω,» λέει η φρουρός, και περνά τον δίσκο μέσα στο κελί από την ειδική θυρίδα κοντά στο πάτωμα.

«Ζήτησα τον πομπό μου! Θέλω να καλέσω κάποιον!»

«Δεν ξέρω τίποτα γι’αυτό–»

«Δε θέλω φαγητό!» φωνάζει η Αστερόπη, νιώθοντας ολοένα και περισσότερο εξοργισμένη όσο την κρατάνε εδώ. «Θέλω τον πομπό μου! Πες τους να μου τον φέρουν!»

«Θα τους το πω,» υπόσχεται η φρουρός, και φεύγει.

Μετά από μιάμιση ώρα, όμως, ενώ η Αστερόπη δεν έχει αγγίξει ούτε το φαγητό ούτε το νερό, κανένας δεν έχει έρθει ακόμα για οποιονδήποτε λόγο. Είναι καθισμένη στο κρεβάτι τώρα και σκέφτεται, αναρωτιέται τι ακριβώς έγινε. Μήπως ήταν όλα στημένα; Παγίδα; Αλλά από ποιον; Και γιατί; Και πού είναι ο Παλιόσυρμος; Τον έχουν αντικαταστήσει; Δεν το νομίζει. Θα το είχα ακούσει, δεν θα το είχα ακούσει; Οπωσδήποτε θα το είχα ακούσει!

Επιπλέον, ποιος μπορεί να ήξερε ότι η Αστερόπη θα πήγαινε ακριβώς εκείνη την ώρα στο μέρος του φόνου, ώστε να της στήσει παγίδα; Θα πρέπει να ήξερε ότι ήμουν στην πόλη, ότι είμαι στη Δυναστεία, και ότι, κατά πάσα πιθανότητα, θα με ενδιέφερε να δω προσωπικά τι συνέβη με τον Τασνικέφ. Επίσης, θα πρέπει να ήξερε ότι χρησιμοποιώ πολλές πλαστές ταυτότητες και ότι, μάλλον, με πλαστή ταυτότητα θα προσπαθούσα να περάσω από τους χωροφύλακες.

Ποιος μπορεί να τα ήξερε αυτά;

Ο Ρίβης Παλιόσυρμος, σίγουρα. Αλλά αποκλείεται ο Ρίβης να ήθελε να την παγιδέψει. Γιατί να το θέλει αυτό;

Κάποιο άλλο μέλος της Δυναστείας, λοιπόν;

Ποιο, όμως;

Η Αστερόπη αναστενάζει. Σηκώνεται από το κρεβάτι, πιάνει από κάτω το ποτήρι με το νερό, και πίνει.

Αυτός που με παγίδεψε – αν όντως κάποιος με παγίδεψε – ξέρει άραγε ότι είμαι μάγισσα; αναρωτιέται. Αν το γνώριζε, πάντως, δεν φαινόταν να έχει πάρει κανένα ιδιαίτερο μέτρο για να παρεμποδίσει τη μαγεία της.

Η Αστερόπη κάθεται στο κρεβάτι, παίρνει μια βαθιά ανάσα, συγκεντρώνει το μυαλό της, και μουρμουρίζει τα λόγια για το Ξόρκι Εντοπισμού Ζωτικής Ενέργειας. Οι μαγικές της αισθήσεις ζωντανεύουν ξαφνικά και απλώνονται σαν αόρατα πλοκάμια ή κύματα ολόγυρά της, με κέντρο εκείνη. Ερευνούν τον χώρο έξω από το κελί της, τεντώνονται όσο περισσότερο μπορούν να τεντωθούν. Νοητικοί νευρώνες πέρα από τις πέντε συνηθισμένες ανθρώπινες αισθήσεις. Η Αστερόπη ψάχνει για άλλους ανθρώπους εδώ, στα υπόγεια, εκτός από εκείνη, και εντοπίζει έναν, όχι και πολύ κοντά στο κελί της, καθώς κι άλλους τρεις, λιγάκι πιο πέρα.

Βλεφαρίζει, αφήνοντας το ξόρκι να διαλυθεί, τους αόρατους νευρώνες να μαζευτούν ξανά μέσα στην ψυχή της, όπως πλοκάμια που κλείνουν. Ο άνθρωπος που εντόπισε να είναι μόνος του υποθέτει πως είναι κάποιος κρατούμενος· οι άλλοι τρεις πρέπει νάναι φρουροί.

Θα μπορούσε, άραγε, να χρησιμοποιήσει κάπως αυτή την πληροφορία για να δραπετεύσει;

Ας περιμένω, πρώτα.

Φέρνει τον δίσκο στο κρεβάτι και τρώει.

*

Ο Ρίβης Παλιόσυρμος δεν έρχεται να τη δει καθόλου σήμερα, και όποτε εκείνη φωνάζει να της φέρουν τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της πάντοτε της λένε πως σύντομα θα της τον φέρουν αλλά ποτέ δεν τον φέρνουν. Πρέπει να ερευνούν την υπόθεσή της, μάλλον, να προσπαθούν να καταλάβουν ποια είναι αυτή που παρίστανε μια ανύπαρκτη ειδική ερευνήτρια της Χωροφυλακής.

Αλλά, αν είναι έτσι, γιατί κανένας δεν έρχεται να την ανακρίνει; Γιατί την αφήνουν να προετοιμάσει τις απαντήσεις της; Συνήθως η ανάκριση δεν καθυστερεί τόσο. Είναι προτιμότερο να ρωτάς κάποιον προτού έχει χρόνο να οργανώσει το μυαλό του.

Η Αστερόπη δεν κοιμάται πολύ τη νύχτα, αλλά αποφασίζει πως ούτε άυπνη θα ήταν καλό να μείνει. Αναγκάζει τον εαυτό της να κοιμηθεί μερικές ώρες τουλάχιστον, παίρνοντας βαθιές ανάσες, φέρνοντας στο μυαλό της ζωγραφικούς πίνακες που της αρέσουν, από τις συλλογές του πατέρα της.

Την επόμενη ημέρα, πριν από το μεσημέρι, ο Ρίβης Παλιόσυρμος έρχεται τελικά. Αλλά δεν είναι μόνος: δύο άλλοι χωροφύλακες είναι μαζί του, ένας άντρας και μια γυναίκα. Κανέναν τους δεν αναγνωρίζει η Αστερόπη· δεν μπορεί να είναι της οικογένειας.

Σηκώνεται από το κρεβάτι φορώντας τις μπότες της. Πλησιάζει τα κάγκελα της κλειστής πόρτας, έξω από την οποία στέκονται ο λοχαγός και οι άλλοι δύο.

«Τι συμβαίνει;» ρώτα απαιτητικά. «Γιατί με κρατάτε εδώ;»

«Για πλαστοπροσωπία ειδικού ατόμου της Χωροφυλακής, κατά πρώτον,» απαντά ο Ρίβης – κατάλευκος στο δέρμα, γαλανομάτης, με πυρόξανθα καλοχτενισμένα μαλλιά, και ατσάκιστη στολή. «Για πλαστογραφία ταυτότητας ειδικού ατόμου της Χωροφυλακής, κατά δεύτερον. Και, κατά τρίτον, έχεις μαζί σου ταυτότητα μάγισσας του τάγματος των Βιοσκόπων η οποία είναι επίσης πλαστή.»

Έψαξαν και την τσάντα της, λοιπόν. Δεν την εκπλήσσει.

Η Αστερόπη κοιτάζει τον Ρίβη άγρια, χωρίς να μιλά. Μου κάνεις πλάκα, καθίκι; Μου λες αυτά που ήδη ξέρω; «Και τι θα γίνει;» τον ρωτά.

Ο Ρίβης Παλιόσυρμος γελά. «Ρωτάς τι θα γίνει; Γιατί δεν αρχίζουμε απ’το να μας πεις πρώτα ποια είσαι πραγματικά; Επειδή σίγουρα ούτε η ειδική ερευνήτρια της μιας ταυτότητας είσαι ούτε η μάγισσα της άλλης.»

Η Αστερόπη μένει σιωπηλή.

«Ο λοχαγός σε ρώτησε κάτι!» της λέει απότομα η χωροφύλακας που στέκεται κοντά στον Παλιόσυρμο. «Θες να μείνεις να σαπίσεις εδώ πέρα;»

Πλάκα κάνει το καθίκι; αναρωτιέται η Αστερόπη. Τι μαλακίες είν’ αυτές; «Θέλω τον τηλεπικοινωνιακό πομπό μου,» τους αποκρίνεται. «Τον έχω ζητήσει από χτες και κανένας δεν μου τον έχει φέρει! Δεν έχετε δικαίωμα να με αποκλείεται έτσι! Πρέπει να μιλήσω σε κάποιους ανθρώπους.»

«Δε θα μιλήσεις σε κανέναν προτού μιλήσεις σ’εμάς!» της λέει ο χωροφύλακας που στέκεται απ’την άλλη μεριά του Ρίβη. Είναι πιο κοντός από αυτόν, με δέρμα λευκό-ροζ και μαλλιά καστανά. Όμορφος, ομολογουμένως, οφείλει να παρατηρήσει η Αστερόπη· αλλά ευχαρίστως θα του έσπαγε τη μούρη αν δεν στεκόταν πίσω από τα κάγκελα.

«Φέρτε μου τον πομπό μου,» επιμένει, «αλλιώς δεν πρόκειται να μάθετε τίποτα!»

Η χωροφύλακας – που είναι μετρίου αναστήματος, γαλανόδερμη, και ξανθιά, με μαλλιά δεμένα σφιχτό κότσο – λέει στον Ρίβη: «Ας την πάμε στο ανακριτήριο, Λοχαγέ.»

Εκείνος όμως κουνά το κεφάλι αρνητικά. «Ελάτε,» τους λέει, και στρέφοντας την πλάτη στην Αστερόπη βαδίζει, απομακρύνεται.

Οι άλλοι δύο χωροφύλακες τον ακολουθούν.

Η Αστερόπη ακόμα δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που συμβαίνει. Σίγουρα ο Ρίβης προσπαθεί να την ξεμπλέξει από τούτη την ιστορία, απλά – για κάποιο λόγο – δεν το έχει καταφέρει ώς τώρα. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση!

ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Δεν θα μπορούσα να πω ότι η Ασημίνα δεν είναι ελκυστική ως γυναίκα, αν και με έναν τελείως αλλόκοτο τρόπο, ομολογουμένως. Και γι’αυτό δεν φταίει η μορφή της, φταίνε οι κινήσεις της. Δεν έχει τον απόλυτο έλεγχο του σώματός της, είναι προφανές· είναι σαν κάποιο εξωδιαστασιακό παράσιτο να έχει προσαρτηθεί επάνω στο νευρικό της σύστημα και να τη βάζει να κάνει σπασμούς που η ίδια δεν επιθυμεί. Ωστόσο, ακόμα κι έτσι, δεν είναι χωρίς την προσωπική της γοητεία. Ίσως, μάλιστα, η όλη παραδοξότητά της να δημιουργεί ενός άλλου είδους γοητεία. Μερικές φορές πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται πώς θα είναι να βρίσκεσαι στο κρεβάτι μαζί της. Θα μπορούσε να είναι επικίνδυνο; – και αυτό το ερωτηματικό δεν είναι παρά μόνο εν μέρει αστείο. Αναρωτιέμαι πώς θα είναι όταν φτάνει σε οργασμό. Σίγουρα κάτι περίεργο πρέπει να συμβαίνει.

Δεν είμαι ερωτευμένος μαζί της, αλλά ούτως ή άλλως δεν είμαι ερωτευμένος με τις περισσότερες γυναίκες που έχει τύχει να κοιμηθώ. Με την Ελοντί… Ναι, μόνο με την Ελοντί νομίζω πως είμαι αληθινά ερωτευμένος· όμως επίσης δεν νομίζω πως υπάρχει καμια πιθανότητα να κοιμηθώ ποτέ ξανά μαζί της. Και με τη Σαμάνθα ίσως να είμαι λίγο ερωτευμένος. Αλλά σίγουρα όχι με την Ασημίνα Νέρφελδιφ. Ωστόσο, ευχαρίστως θα πλάγιαζα μαζί της, απλά και μόνο από περιέργεια τουλάχιστον. Δεν έχω όμως κάνει καμια κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση γιατί δεν ξέρω τι μπορεί να επιθυμεί η ίδια. Ορισμένες φορές, τα μάτια της νομίζω ότι μου λένε πως θέλει να είναι κάτι περισσότερο από η εργοδότριά μου (ή, ίσως, η αφέντρα μου – δεν ξέρω αν νοείται «εργοδότης» όταν είσαι απλήρωτος δούλος της Δυναστείας), μα δεν είμαι σίγουρος· μπορεί απλά να πρόκειται για θαυμασμό επειδή είμαι ραλίστας, επειδή οδηγώ ενώ εκείνη δεν μπορεί να οδηγήσει. Θαυμασμός ανάμικτος με λίγη ζήλεια. Και από τις κινήσεις της προς εμένα είναι αδύνατον να κρίνω. Αδύνατον. Όταν τη βλέπεις να κινείται, νομίζεις ότι δεν είναι από αυτή τη διάσταση – από αυτό το σύμπαν, ίσως. Ένα μυστηριώδες πλάσμα που έχει έρθει από… αλλού.

Και πιθανώς να ήταν σε χειρότερη κατάσταση αν δεν έπαιρνε κάποια φάρμακα. Γιατί έχω παρατηρήσει πως, όντως, παίρνει φάρμακα για την κατάστασή της. Κατά σύμπτωση το είδα, και δεν είμαι βέβαιος αν εκείνη με πρόσεξε. Ελπίζω πως όχι· δεν θα ήθελα να τη φέρω σε δύσκολη θέση. Βάδιζα σ’έναν από τους διαδρόμους της βίλας μαζί με την Κλεισμένη, εξερευνώντας τους χώρους του περίπλοκου οικήματος, κοιτάζοντας τη διακόσμησή του, όταν έτυχε να πάρει το μάτι μου κινήσεις πίσω από μια μισάνοιχτη πόρτα που άλλες φορές ήταν πάντοτε κλειστή και κλειδωμένη. Πλησιάζοντας, κοίταξα από το κάθετο άνοιγμα ανάμεσα στην ξύλινη θύρα και στον πέτρινο τοίχο, και εκεί, αντίκρυ μου, ήταν η Ασημίνα μέσα σ’ένα δωμάτιο με διάφορα ράφια και ντουλάπια. Μυρωδιές από φάρμακα, βοτάνια, και χυμικές ουσίες ήρθαν αμέσως στα ρουθούνια μου.

Η Ασημίνα καθόταν σε μια ξύλινη πολυθρόνα, ντυμένη με πράσινη ρόμπα και παντόφλες. Το δεξί της πόδι ήταν δεμένο με λουριά επάνω στο πόδι του καθίσματος, ακινητοποιημένο, και η ρόμπα της παραμερισμένη από εκεί, αποκαλύπτοντας το λευκό δέρμα της από τον μηρό ώς τον αστράγαλο. Μπορούσα να δω την άκρη της άσπρης, δαντελωτής περισκελίδας της. Μια υπηρέτρια της βίλας – μεγαλύτερη για καμια εικοσαριά χρόνια τουλάχιστον από εκείνη – ήταν γονατισμένη μπροστά της κρατώντας μια ένεση και περνώντας τη βελόνα, προσεχτικά, μέσα στο δέρμα της Ασημίνας, πίσω από το δεξί γόνατο, λίγο πιο πάνω από την κλείδωση, στον μηρό–

Βήματα άκουσα τότε πίσω μου και πήρα αμέσως το βλέμμα μου από εκεί, παριστάνοντας πως απλά βάδιζα χωρίς να έχω προσέξει τίποτα.

Ο Λειρνόος παρουσιάστηκε. «Τι κάνεις εδώ, ραλίστα;» με ρώτησε, καχύποπτα.

«Τι σου μοιάζει να κάνω; Να κλέβω πίνακες; Βαδίζω.» Δε μου ήταν καθόλου δύσκολο να πάρω την ενοχλημένη όψη ενός ανθρώπου που τον διακόπτουν από τον περίπατό του με ανόητες κατηγορίες.

Ο Λειρνόος κανονικά δεν πρέπει να κατάλαβε τίποτα· αλλά, από την άλλη, ίσως νάχει ακούσει ότι με λένε ο Ζορδάμης με τα Πολλά Πρόσωπα. Πήγε κι έκλεισε τη μισάνοιχτα πόρτα, που τώρα δεν στεκόμουν πια κοντά της. «Εντάξει,» μου είπε, «πάμε.»

«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησα βαδίζοντας ξανά, με την Κλεισμένη παραδίπλα. «Τρέχει τίποτα;»

«Τι να τρέχει, ραλίστα; Τίποτα δεν τρέχει· εννοείται,» αποκρίθηκε ο Λειρνόος, ακολουθώντας με. Και είμαι βέβαιος ότι αναρωτιόταν αν είδα ή όχι την οικοδέσποινα μέσα στο δωμάτιο.

Δε νομίζω ότι με εμπιστεύεται. Γενικά.

Ανόητος είναι. Θα έπρεπε να με εμπιστεύεται. Η εργοδότριά του είναι το μοναδικό κλειδί που έχω για να ξεφύγω από τη δουλεία της Δυναστείας, και δεν σκοπεύω να κάνω τίποτα για να το στραβώσω ή να το χάσω. Η κλειδαριά πρέπει να ξεκλειδώσει – σύντομα.

Έχω τώρα επιστρέψει από την αποστολή στην Αγκένροβ, από τη συνάντησή μου με τον Τάρνελκωφ, και είναι απόγευμα, το φως λιγοστεύει, οι σκιές πληθαίνουν. Είμαι κουρασμένος από την οδήγηση, αν και προς το τέλος, οδηγώντας επάνω στη δημοσιά, τρέχοντας με εκατό χιλιόμετρα την ώρα (και παραπάνω μερικές φορές), το χάρηκα πολύ. Συναντώ την Ασημίνα μόλις αφήνω το όχημά μου στον χώρο στάθμευσης της βίλας και μπαίνω στο κεντρικό οίκημα.

«Τι έγινε;» με ρωτά.

«Δέχτηκε,» της λέω.

«Σε ταλαιπώρησε; Πώς σου φάνηκε;»

«Όχι· και μου φάνηκε όπως μου είχε φανεί και παλιά: επαγγελματικός και αρκετά φιλικός μαζί μου.»

«Για εμένα τι είπε; Είπε τίποτα;» Το δεξί της μάτι στενεύει σπασμωδικά, το δεξί της μάγουλο λυγίζει περίεργα.

«Ότι σε έχει ακουστά, ότι ξέρει πως είσαι πλούσια. Τίποτα περισσότερο,» μορφάζω αδιάφορα. «Δε φαίνεται νάχει πρόβλημα μαζί σου, αν γι’αυτό αναρωτιέσαι.»

«Είσαι κουρασμένος, ε;»

«Το πρόσεξες,» λέω.

«Πήγαινε να ξεκουραστείς. Θα μιλήσουμε περισσότερο αύριο.»

Αναρωτιέμαι τι άλλο να έχει στο νου της για μένα. Την καληνυχτίζω και πηγαίνω στο δωμάτιό μου, στον έναν από τους δύο πυργίσκους του κεντρικού οικήματος της βίλας.

*

Το επόμενο μεσημέρι με καλεί να φάμε οι δυο μας, χωρίς κανένας άλλος να είναι στη μικρή, στολισμένη με ανοιξιάτικα άνθη αίθουσα του δεύτερου ορόφου της βίλας. Δεν είναι η πρώτη φορά που τρώμε μαζί, όμως είναι η πρώτη φορά που η Ασημίνα είναι τόσο προκλητικά ντυμένη. Τις άλλες φορές τα ρούχα της δεν ήταν άσχημα, αλλά ήταν πολύ πιο κλειστά και καθόλου προκλητικά, και μου μιλούσε κυρίως για ράλι, αγωνιστικά οχήματα, και ραλίστες. Σήμερα φορά μια πράσινη τουαλέτα με βαθύ ντεκολτέ, διχτυωτό άνοιγμα στην πλάτη, και καθόλου μανίκια, η οποία πέφτει ώς λίγο πιο κάτω από τα γόνατά της κι έχει ένα μακρύ σκίσιμο πλάι στο αριστερό πόδι. Γύρω από τη μέση της τυλίγεται μια ζώνη από χρυσούς κρίκους, μ’έναν πολύτιμο λίθο στην αγκράφα. Στα χέρια της φορά ένα ζευγάρι λευκά γάντια χωρίς δάχτυλα, τα οποία έχουν επάνω τους διάφορα περίπλοκα σχήματα ραμμένα με χρυσή κλωστή. Τα νύχια των χεριών της είναι βαμμένα κόκκινα. Τα νύχια των ποδιών της, επίσης, καθώς φαίνονται μέσα από τα μαύρα σανδάλια με τα χαμηλά τακούνια. Τα ξανθά μαλλιά της είναι πιασμένα στον δεξή κρόταφο μ’ένα αργυρό τσιμπιδάκι, ενώ από την αριστερή μεριά πέφτουν εν μέρει μπροστά στο πρόσωπό της, άλλοτε μισοκρύβοντας το αριστερό της μάτι, άλλοτε αφήνοντάς το ακάλυπτο. Τα χείλη της είναι βαμμένα κόκκινα, έντονα. Από το δεξί της αφτί κρέμεται ένα αστρόσχημο, χρυσό σκουλαρίκι μ’έναν μικρό γαλανό λίθο στο κέντρο. Αν κρέμεται κι από το αριστερό αφτί παρόμοιο σκουλαρίκι δεν μπορώ να το δω λόγω της κόμμωσής της.

Αφού της λέω λεπτομερειακά τι έγινε με τον Θεώνυμο και τον Τάρνελκωφ, η κουβέντα μας πηγαίνει, φυσικά, σε ράλι, ραλίστες, και αγωνιστικά οχήματα, καθώς είμαστε καθισμένοι αντικριστά στο μικρό τραπέζι τρώγοντας και πίνοντας Σεργήλιο οίνο από αμπέλια της Νέσριβεκ της Όμορφης, που θεωρείται ο καλύτερος της διάστασής μας – γλυκό και ελαφρύ ποτό. Η γενική συμπεριφορά της Ασημίνας δεν είναι διαφορετική από άλλες φορές, αλλά το ντύσιμό της και το βλέμμα της με προκαλούν έκδηλα. Για τις κινήσεις της δεν μπορώ να ξέρω· είναι, πάντα, τόσο περίεργη στις κινήσεις της… Δεν επιχειρεί, ωστόσο, να με πλησιάσει ή να με αγγίξει. Αναρωτιέμαι γιατί· θέλει να δει αν πραγματικά τη θεωρώ ελκυστική; Αν ο αγαπημένος της ραλίστας θα επιθυμούσε, χωρίς δική της άμεση παρέμβαση, να κοιμηθεί μαζί της;

Παράξενη περίπτωση, ίσως. Επικίνδυνη κιόλας;… Δεν είμαι βέβαιος τι να κάνω. Θα μπορούσε, άραγε, να σπάσει ή να στραβώσει εκείνο το κλειδί που τώρα γυρίζει την κλειδαριά η οποία θα με ελευθερώσει από τη δουλεία της Σιδηράς Δυναστείας;

«Δε θέλω να τρώω πολλά γλυκά,» μου λέει η Ασημίνα, όταν έχουμε τελειώσει το φαγητό μας και, σηκώνοντας ένα σκέπασμα, έχει αποκαλύψει ένα καφεκόκκινο γλυκό που σιρόπι ρέει προκλητικά επάνω του. «Παχαίνουν, και με φαντάζεσαι παχιά;»

«Μου είναι αδύνατο,» αποκρίνομαι, ειλικρινά.

Η Ασημίνα χαμογελά. Κόβει ένα μεγάλο κομμάτι από το γλυκό μ’ένα μαχαίρι και το βάζει μέσα σ’ένα πιάτο, το οποίο τοποθετεί στο κέντρο του τραπεζιού, ανάμεσά μας. Μου δίνει ένα κουταλάκι και παίρνει ένα άλλο κουταλάκι για τον εαυτό της.

«Ποια είναι η επόμενη δουλειά που έχεις υπόψη σου για εμένα;» τη ρωτάω.

«Ας μη λέμε για δουλειές τώρα!» αποκρίνεται η Ασημίνα, και τρώει μια μικρή κουταλιά από το γλυκό.

Τρώω κι εγώ. Και σύντομα διαπιστώνω ότι το γλυκό είναι τόσο γλυκό που εύκολα το μπουχτίζεις. Συνεχίζουμε να συζητάμε για ράλι, αγωνιστικά οχήματα, και ραλίστες. Τα πόδια της Ασημίνας, κάπου-κάπου, ακουμπάνε τα δικά μου κάτω απ’το τραπέζι· αλλά πώς να εκλάβεις κάτι τέτοιο από αυτήν; Εσκεμμένο ή τυχαίο, νευρικό;

«Έχω σκάσει!» μου λέει σε κάποια στιγμή, γελώντας κι ακουμπώντας την πλάτη της στην καρέκλα – και κάποιο από τα πόδια της με κλοτσά.

«Κι εγώ,» παραδέχομαι. Το γλυκό έχει τελειώσει μέσα στο πιάτο, και έφαγα την τελευταία μπουκιά. Έφαγα περισσότερο από την Ασημίνα, είμαι σίγουρος.

Η Ασημίνα βγάζει μια λεπτή ταμπακιέρα από το ντεκολτέ της. Ξαφνιάζοντάς με. Δεν είναι κάτι που κανονικά θα περίμενα από εκείνη. Τραβά δυο τσιγάρα και μου δίνει το ένα. Μου το ανάβει μ’έναν λιγνό ενεργειακό αναπτήρα που δεν ξέρω από πού βγάζει – μάλλον, από τη ζώνη της. Ο καπνός πρέπει νάναι καλής ποιότητας, παρατηρώ.

«Από την Απολλώνια είναι,» μου λέει η Ασημίνα. «Εισαγμένο. Σ’αρέσει;»

«Ναι, καλό είναι.»

Η Ασημίνα, καπνίζοντας το δικό της τσιγάρο, σηκώνεται από το τραπέζι και βηματίζει μέσα στο δωμάτιο, πηγαίνει να σταθεί μπροστά στο μεγάλο παράθυρο που κοιτάζει τον κήπο από κάτω και, πέρα απ’ αυτόν, την ύπαιθρο.

Σηκώνομαι κι εγώ και την πλησιάζω, κι εκεί ξεκινά η ερωτική μας συνεύρεση, όταν αγγίζω, πειραματικά, τους ώμους της με το χέρι μου. Τα αγγίγματα στιγμιαία πολλαπλασιάζονται, τα τσιγάρα καταλήγουν στο πάτωμα, τα δάχτυλα της Ασημίνας τραβάνε το πουκάμισό μου, το βγάζουν μέσα από το παντελόνι μου, τα δικά μου δάχτυλα γλιστράνε στις τρύπες της διχτυωτής πλάτης της τουαλέτας της, το χέρι μου χαϊδεύει τον μηρό της μέσα από το αριστερό άνοιγμα της φούστας. Την αισθάνομαι να τρίβεται επάνω μου σαν πινέζες να την τσιμπάνε, και διαπιστώνω ότι δεν το βρίσκω καθόλου αντιερωτικό. «Σε τι ταχύτητες τρέχεις;» τη ρωτάω καθώς τα χείλη μας είναι κοντά· και την ακούω να γελά: «Σε όλες τις ταχύτητες,» μου απαντά. Τα μάτια της γυαλίζουν σαν πράσινοι λίθοι. Το τσιμπιδάκι έχει φύγει από τον δεξή της κρόταφο· εγώ το έχω βγάλει από εκεί.

Σύντομα εγκαταλείπουμε τη μικρή αίθουσα και πηγαίνουμε στο υπνοδωμάτιο της Ασημίνας, το οποίο είναι πιο μεγάλο από την αίθουσα και δεν το έχω ξαναεπισκεφτεί. Ούτε και τώρα, όμως, προλαβαίνω να δω πολλά από τη διακόσμησή του καθώς τα σώματά μας παλεύουν ενώ ακόμα στεκόμαστε και τα ρούχα φεύγουν, το ένα μετά το άλλο, από πάνω μας, αλλά χωρίς βιασύνη: δεν μας αφήνω να βιαστούμε. Οι κινήσεις της Ασημίνας εξακολουθούν να είναι σπασμωδικές και νευρικές κάπου-κάπου, παρότι δεν αμφιβάλλω πως όλη της η προσοχή είναι αποκλειστικά στραμμένη σ’εμένα. Και, όπως το υποψιαζόμουν, είναι λιγάκι επικίνδυνη. Σε κάποια στιγμή, παραλίγο να με χτυπήσει στο σαγόνι με το κεφάλι της· μετά, ένας αγκώνας της με βρίσκει στα πλευρά καθώς κρατάω την πλάτη της κολλημένη επάνω μου και τα χέρια μου χαϊδεύουν την κοιλιά και τα στήθη της. Το χειρότερο είναι όταν ο γοφός της με χτυπά στα παπάρια. «Συγνώμη!» κάνει εκείνη αμέσως, μοιάζοντας ταραγμένη. Αλλά το χτύπημα ήταν ελαφρύ: γελώντας συνεχίζουμε χωρίς διακοπή.

Όταν τελικά την ξαπλώνω ανάσκελα στο κρεβάτι, πρέπει κυριολεκτικά να την κρατήσω σχετικά ακινητοποιημένη από κάτω μου, έτσι όπως σαλεύει το σώμα της. Το μοναδικό ρούχο που φορά τώρα είναι τα λευκά αδάχτυλα γάντια της, και κρατάω τους καρπούς της παγιδευμένους πάνω από το κεφάλι της, για να μην κινείται. Τα πόδια της είναι τυλιγμένα γύρω από τη μέση μου, και τη λογχίζω βαθιά. Η όψη της είναι εκστατική, τα δόντια της τρίζουν κάθε τόσο, οι κόρες των ματιών της κινούνται παράδοξα. Τα χέρια της προσπαθούν να μου ξεφύγουν, τρέμουν βίαια, αλλά δεν τα αφήνω. Όταν έρχεται ο οργασμός της την αισθάνομαι να τραντάζεται ολόκορμη, σαν κάθε νεύρο κάτω από το δέρμα της να έχει αρπάξει φωτιά, σαν να είναι χορδές μουσικού οργάνου τις οποίες ο οργανοπαίχτης κλονίζει ασύστολα. Η φωνή που βγαίνει από τον λαιμό της μου φέρνει στο μυαλό, για κάποιο λόγο, φωνή ετοιμοθάνατης. Με τρομάζει.

Τα βλέφαρά της κλείνουν, δυνατά… και δεν ανοίγουν. Το σώμα της ξαφνικά παραλύει, παύει να κινείται· το κεφάλι της γέρνει στο πλάι.

«Θεοί…!» κρώζω, σαστισμένος, φοβισμένος.

Δεν έχω τελειώσει ακόμα, αλλά αισθάνομαι απότομα τη στύση μου να με εγκαταλείπει. Η Ασημίνα μού θυμίζει πτώμα. Παλεύω ενάντια στη φαντασία μου για να διώξω αυτή την εντύπωση – δεν μπορεί νάναι νεκρή! Αποτραβιέμαι από μέσα της και, ενώ στέκομαι στα γόνατα, σκυμμένος από πάνω της, τη χτυπάω ελαφρά στο πρόσωπο.

«Ασημίνα…» Την ξαναχτυπάω. «Ασημίνα! Είσαι καλά;» Τίποτα, καμια αντίδραση.

Ήρεμα, λέω στον εαυτό μου. Ήρεμα. Και βάζω το χέρι μου μπροστά από τη μύτη της, να δω αν είναι ζωντανή. Αισθάνομαι αναπνοή. Ζωντανή είναι, λοιπόν. Πρέπει να λιποθύμησε. Μα τους θεούς, τόσα χρόνια, ποτέ δεν έχει τύχει να λιποθυμήσει γυναίκα που είναι μαζί μου. Αλλά, βέβαια, η Ασημίνα Νέρφελδιφ δεν είναι μια συνηθισμένη γυναίκα…

Γαμήσου! Ίσως τελικά να μην ήταν καλή ιδέα να κοιμηθώ μαζί της.

Τι κάνουμε τώρα; Να φωνάξω τους ανθρώπους της βίλας της, μήπως πρέπει νάρθουν για να τη βοηθήσουν; Όχι, αποφασίζω καθώς θυμάμαι πώς με κοιτάζει ο Λειρνόος ορισμένες φορές. Υπομονή. Θα συνέλθει, δεν μπορεί να μείνει έτσι!

Σηκώνομαι από το κρεβάτι, φοράω την περισκελίδα και το παντελόνι μου, και κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού, πλάι στην Ασημίνα.

«Ασημίνα,» λέω. «Ασημίνα!» Πιάνω τον ώμο της και την κουνάω. Τσιμπάω το δεξί της στήθος, δυνατά. «Ασημίνα!» Κουνιέται, σαλεύει πάνω στο κρεβάτι. «Ασημίνα; Είσαι καλά;»

Τα μάτια της βλεφαρίζουν, ανοίγουν. Με κοιτάζει χαμογελώντας. Ήρεμη. Τόσο ήρεμη δεν την έχω δει ποτέ ξανά. «Μη σηκώνεσαι,» μου λέει. «Έλα εδώ.»

Ξαπλώνω δίπλα της, παρατηρώντας την, ακόμα λιγάκι φοβισμένος.

«Γιατί είσαι ντυμένος;» με ρωτά αγγίζοντας το παντελόνι μου.

«Λιποθύμησες, το ξέρεις;»

Συνοφρυώνεται, ελαφρά. «Ναι… πρέπει να λιποθύμησα…» λέει, κάπως αβέβαια. «Αλλά για λίγο, έτσι;»

«Ναι· όμως με τρόμαξες,» της λέω.

«Πολύ;»

«Αρκετά.»

Η Ασημίνα γελά, και δεν υπάρχει τίποτα το νευρικό στο γέλιο της. Είναι, πραγματικά, η πρώτη φορά που τη βλέπω τόσο ήρεμη. «Με συγχωρείς,» λέει.

«Δεν πειράζει. Αλλά ανησύχησα μήπως… είχες πάθει κάτι.»

«Μόνο ό,τι ήθελα να πάθω,» μου λέει, και τεντώνεται τεμπέλικα πάνω στο κρεβάτι.

ΦΑΚΕΛΟΙ

Ύστερα από την επίσκεψη στον Βαρκάρη, ο Κριτόλαος’μορ πηγαίνει στο Ψηλό Μέγαρο αφού αφήνει την Ξανθίππη κοντά στο σπίτι της, στη συνοικία που ονομάζεται Βαθύχρωμος. Προτού εκείνη βγει από το όχημά του, της λέει ότι το πρωί θέλει να δει το πτώμα της Ηλέννιας, καθώς και το σχοινί που την έπνιξε. Η Ξανθίππη δεν φέρνει αντίρρηση.

Ο Κριτόλαος τώρα, μέσα στο δωμάτιό του, στο ξενοδοχείο, βγάζει τα ρούχα του, κάθεται στο κρεβάτι, και σκέφτεται για κάποια ώρα την υπόθεση. Παίρνει τη φωτογραφική μηχανή του στα χέρια και κοιτάζει, στη μικρή οθόνη της, τις φωτογραφίες του μέρους όπου κρεμάστηκε η Ηλέννια. «Μάλιστα,» μουρμουρίζει, κι αφήνει τη μηχανή στο κομοδίνο. Σκέφτεται για λίγο ακόμα την υπόθεση, περιστρέφοντας διάφορα ενδεχόμενα και πιθανότητες μέσα στο έμπειρο μυαλό του, και ύστερα, με το πάτημα ενός κουμπιού στον τοίχο, σβήνει το φως του δωματίου.

Εν τω μεταξύ, η Ξανθίππη Νασράλθη, στο σπίτι της, στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας του Βαθύχρωμου, κάνει ένα ντους με χλιαρό νερό, βάζει φαγητό στο σκυλάκι της (που ονομάζει Τριχόμπαλο, λόγω της εμφάνισής του), και πέφτει για ύπνο. Δεν πολυσκέφτεται την υπόθεση. Την έχει ήδη σκεφτεί αρκετά ώς τώρα και δεν έχει βγάλει νόημα. Γι’αυτό, άλλωστε, ο Βιβλιοπώλης τής πρότεινε τον Κριτόλαο. Ελπίζω νάναι τόσο καλός όσο θέλει να δείχνει, σκέφτεται προτού αποκοιμηθεί, γιατί της μοιάζει λιγάκι μεγάλος. Δε θάναι καμια πενηνταριά χρονών; Πρέπει…

Το πρωί συναντιούνται (όπως έχουν συμφωνήσει) σ’έναν δρόμο κοντά στο Γενικό Κέντρο Χωροφυλακής. Ο Κριτόλαος’μορ έρχεται με το τετράκυκλο όχημά του, η Ξανθίππη επάνω στο μαύρο, γυαλιστερό δίκυκλό της που έχει ένα αργυρό κρανίο ζωγραφισμένο στην πίσω δεξιά μεριά.

«Είναι μακριά από εδώ;» τη ρωτά ο Κριτόλαος από ένα ανοιχτό φιμέ παράθυρο.

«Λίγο πιο δίπλα,» του απαντά εκείνη μέσα από το κλειστό κρύσταλλο του κράνους της το οποίο κρύβει την όψη της.

Ο Κριτόλαος κλείνει το παράθυρο και την ακολουθεί.

Μετά από μια στροφή φτάνουν στον προορισμό τους, στο Ερευνητικό Νεκροτομείο της Νέσριβεκ, και σταματάνε τα οχήματά τους απέξω. Η Ξανθίππη κατεβαίνει από το δίκυκλο βγάζοντας το κράνος της και βάζοντάς το στον σάκο της τον οποίο παίρνει στον ώμο. Είναι ντυμένη με πράσινη μπλούζα· κοντομάνικο, καφέ, πέτσινο πανωφόρι· μαύρο παντελόνι με πολλές τσέπες· και καφετιές μπότες. Ο Κριτόλαος βγαίνει από το τετράκυκλό του. Τα μάτια του κρύβει ένα ζευγάρι σκούρα μπλε γυαλιά· στους ώμους του πέφτει μια ελαφριά κάπα· γκρίζο πουκάμισο, ένα μαύρο παντελόνι, και μαύρα δερμάτινα παπούτσια ολοκληρώνουν την αμφίεσή του.

Η Ξανθίππη δείχνει την ταυτότητά της στον φρουρό στην πύλη του νεκροτομείου, και μπαίνουν χωρίς κανένα πρόβλημα. Ως ειδική ερευνήτρια της Χωροφυλακής έχει άμεση πρόσβαση εδώ οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας. Πηγαίνουν στον μικρό θάλαμο όπου διατηρείται το πτώμα της Ηλέννιας Σιγήκαιρης ξαπλωμένο σ’ένα μεταλλικό κρεβάτι. Η Ξανθίππη ανάβει το φως στο ταβάνι (δεν υπάρχουν παράθυρα εδώ) και ξεσκεπάζει τη δολοφονημένη τραβώντας το πλαστικό κάλυμμα από πάνω της.

Ο Κριτόλαος κοιτάζει τη γαλανόδερμη, κοκκινομάλλα γυναίκα ερευνητικά. Ακόμα και νεκρή είναι όμορφη. «Μαγγανεία Σηπτικής Επιβραδύνσεως;» ρωτά, ενώ διακρίνει μια μελανιά στο πρόσωπο, πλάι στο αριστερό μάτι.

«Ναι, φυσικά,» αποκρίνεται η Ξανθίππη. «Γίνεται από τους Βιοσκόπους όταν κρίνουμε ότι πιθανώς να χρειάζεται αρκετή έρευνα ακόμα.»

Ο Κριτόλαος συνεχίζει να κοιτάζει το πτώμα, και διακρίνει επίσης μια μεγάλη μελανιά στο δεξί πόδι, πίσω από το γόνατο. «Καμια φορά αλλοιώνει τα πράγματα, όμως,» λέει. «Προσπαθεί να διατηρήσει τα μόρια του σώματος σε στάση, κι αυτό» – αγγίζει το γόνατο και με τα δύο χέρια, το ψηλαφεί – «έχει ορισμένες φορές παράπλευρα, απρόοπτα αποτελέσματα.»

«Προτιμάς τα συμβατικά αντισηπτικά από τη μαγεία;» Της Ξανθίππης τής φαίνεται περίεργο αυτό, δεδομένου ότι ο Κριτόλαος είναι μάγος – αν και Τεχνομαθής, βέβαια, όχι Βιοσκόπος.

«Σε πολλές περιπτώσεις, ναι. Επιπλέον, τα αντισηπτικά δεν χρειάζεται να είσαι Βιοσκόπος για να τα χρησιμοποιήσεις, ούτε χρειάζεται να είσαι εκπαιδευμένος στη συγκεκριμένη μαγγανεία.

»Το γόνατο είναι σπασμένο, το ξέρεις;»

«Ναι.»

«Κλοτσιά, υποθέτω, από πίσω. Η Ηλέννια πρέπει να προσπάθησε να φύγει και ο δολοφόνος να μη μπορούσε αλλιώς να τη σταματήσει. Ήξερε πώς να μάχεται; Ήταν εκπαιδευμένη;»

«Δεν είμαι σίγουρη,» αποκρίνεται η Ξανθίππη. Κι αποφεύγει να προσθέσει: Αλλού ήταν η εκπαίδευσή της. Σε πιο μαλακά στρώματα.

Ο Κριτόλαος κοιτάζει τώρα τη μελανιά πλάι στο μάτι της νεκρής, την αγγίζει ελαφρά. «Χμμ… Από γυμνή γροθιά, μάλλον. Και όχι μεγάλη γροθιά. Θα μπορούσε να ήταν γυναικεία.»

Κοιτάζει τον λαιμό της μετά, ψηλαφώντας τον. «Σπασμένος,» παρατηρεί. «Δεν πνίγηκε ουσιαστικά.» Στρέφεται στην Ξανθίππη. «Είπες ότι ο δολοφόνος πήρε τα παπούτσια της;»

«Ναι. Δεν φορούσε υποδήματα.»

«Κάλτσες;»

«Φορούσε.»

Ο Κριτόλαος βαδίζει πλάι στο πτώμα, για να κοιτάξει τα πόδια του. Τα αγγίζει, τα ψηλαφεί. Δεν παρατηρεί τίποτα το ασυνήθιστο.

Εξετάζει τα χέρια της νεκρής. Προσπαθεί να δει αν υπάρχει κάτι κάτω από τα μακριά, βαμμένα ασημιά νύχια. Δεν βρίσκει τίποτα το ενδιαφέρον.

«Τι άλλα πράγματα είχε επάνω της;» ρωτά την Ξανθίππη.

«Τα έχουμε εδώ.» Η ειδική ερευνήτρια ανοίγει ένα ντουλάπι και βγάζει μια πλαστική σακούλα. Την αδειάζει πάνω σ’ένα τραπέζι. «Και το σχοινί,» προσθέτει φέρνοντάς το κι αυτό από το ντουλάπι.

Ο Κριτόλαος κοιτάζει τα αντικείμενα. Ρούχα κυρίως. Πολλά ρούχα. Εσώρουχα και μη. Καθώς και τρία ζευγάρια παπούτσια. «Οι αγορές της από το εμπορικό κέντρο, σωστά;»

«Ναι. Αλλά αυτά εδώ φορούσε.» Η Ξανθίππη αγγίζει ένα φόρεμα κι ένα ζευγάρι μακριές κάλτσες.

«Ναι, φαίνεται.»

Ο Κριτόλαος δεν βρίσκει τίποτα το αξιοσημείωτο επάνω στα ρούχα ή στα αντικείμενα. Κοιτάζει μετά το σχοινί, τη θηλιά που έσπασε τον λαιμό της Ηλέννιας. Δυνατό και λιγνό, σαν ανθεκτικό καλώδιο.

«Σε ρώτησα και την άλλη φορά τι είδους σχοινί είναι,» λέει.

«Δε νομίζω ότι έχει κάτι το ιδιαίτερο,» αποκρίνεται η Ξανθίππη. «Έχει;»

«Θα μπορούσε. Ζήτησες να το αναλύσουν;»

«Τι ανάλυση να ζητήσω;»

«Στοιχειακή, φυσικά.»

«Το θεωρείς απαραίτητο; Ένα σχοινί είναι…»

Ο Κριτόλαος το ψηλαφεί. «Δε μου φαίνεται και τόσο συνηθισμένο. Ή ίσως να κάνω λάθος. Ζήτα να το αναλύσουν, για να βεβαιωθούμε.»

«Εντάξει.» Η Ξανθίππη το παίρνει και φεύγει από τον θάλαμο.

Μετά από λίγο επιστρέφει. «Θα έχουμε αποτελέσματα ώς το απόγευμα,» λέει. «Βρήκες τίποτ’ άλλο ενδιαφέρον;»

«Όχι. Έχεις τον φάκελο της Ηλέννιας; Και εννοώ τον φάκελο που διατηρεί η οικογένεια

Η Ξανθίππη νεύει καταφατικά. «Σπίτι μου.»

*

Αφού πάνε στο σπίτι της και του δίνει τον φάκελο της Ηλέννιας, τον οποίο ανασύρει από ένα συρτάρι με άλλους παρόμοιους φακέλους, ο Κριτόλαος τη ρωτά: «Έχεις φακέλους για όλους τους συγγενής στη Νέσριβεκ;»

«Για αρκετούς,» αποκρίνεται εκείνη.

«Τον φάκελο του Άλκιμου Καλνάροφ τον έχεις;» Μετά τον θάνατο της Ηλέννιας αυτός είναι ο κεντρικότερος σύνδεσμος της Σιδηράς Δυναστείας στη Νέσριβεκ.

«Τι τον θέλεις;»

«Τον θέλω,» αποκρίνεται μόνο ο Κριτόλαος ενώ έχει ανοίξει τον φάκελο της Ηλέννιας και τον κοιτάζει, γυρίζοντας φύλλα.

Της Ξανθίππης, γι’ακόμα μια φορά, δεν της αρέσει το ύφος του, αλλά σκέφτεται: Εγώ δεν τον κάλεσα εδώ; Παίρνει τον φάκελο του Καλνάροφ από το ντουλάπι και του τον δίνει.

«Ευχαριστώ. Θα πάω να τους κοιτάξω διεξοδικά. Δε σε πειράζει να τους πάρω από το σπίτι σου, έτσι;»

«Αν υποσχεθείς να μην τους χάσεις.» Κλείνει το ντουλάπι και το κλειδώνει.

«Σου μοιάζω για άνθρωπος που χάνει φακέλους;»

«Εντάξει,» λέει η Ξανθίππη. «Με θέλεις τίποτ’ άλλο;»

«Έχεις άλλες δουλειές τώρα;»

«Εξάσκηση μόνο.»

Ο Κριτόλαος υψώνει ένα φρύδι ερωτηματικά.

«Σκοποβολή, πάλη…»

«Κατάλαβα. Εντάξει· θα σε ειδοποιήσω στον πομπό σου αν σε χρειαστώ.»

Καθώς βαδίζουν προς την έξοδο του διαμερίσματος, ο Τριχόμπαλος κοιτάζει τον Κριτόλαο με φόβο, κρυμμένος κάτω από το τραπέζι.

«Ο φίλος σου δεν έχει συνηθίσει νάχεις επισκέπτες;» ρωτά ο μάγος.

Η Ξανθίππη χαμογελά. «Είναι συνεσταλμένος.»

*

Στο γυμναστήριο της Χωροφυλακής της Νέσριβεκ, για κάποια ώρα πυροβολεί με το πιστόλι της ολογράμματα που παρουσιάζονται απροειδοποίητα από διάφορες μεριές γύρω της, μέσα σ’έναν ειδικό θάλαμο που ο φωτισμός του άλλοτε είναι σαν το φως ημέρας άλλοτε σαν το φεγγαρόφωτο νύχτας. Η Ξανθίππη είναι τώρα ντυμένη με μια γκρίζα, εφαρμοστή στολή, και ξυπόλυτη.

Όταν τελειώνει με τη σκοποβολή, πάει σε μια αίθουσα όπου βρίσκονται κι άλλοι άνθρωποι της Χωροφυλακής, αλλά όχι πολλοί. Τέτοια ώρα οι περισσότεροι έχουν δουλειές. Μόνο το ειδικό προσωπικό – όπως οι ειδικοί ερευνητές – δεν έχει σταθερές δουλειές κάθε πρωί. Η Ξανθίππη φορά ένα ζευγάρι γάντια με λιγάκι φουσκωτό πλαστικό μπροστά στις φάλαγγες, για να προστατεύονται τα κόκαλα εκεί, και σφιχτά λουριά στους καρπούς, για να τους κρατάνε σταθερούς. Πηγαίνει μπροστά σε τρεις κρεμασμένους σάκους κι αρχίζει να τους γρονθοκοπεί και να τους κλοτσά, ενώ προσπαθεί να τους αποφεύγει όταν έρχονται προς το μέρος της, βίαια ταλαντευόμενοι από τις αλυσίδες τους. Στο μυαλό της, καθώς ρίχνει άγρια χτυπήματα, έρχεται κάθε τόσο ένα συγκεκριμένο πρόσωπο – το οποίο εκείνη συνεχώς προσπαθεί να διώχνει: αλλά αυτό ξανάρχεται, επίμονα, δαιμονικά.

Το πρόσωπο του πατέρα της.

Τον σκότωσε όταν ήταν έφηβη. Έχουν περάσει δεκάξι χρόνια από τότε, αλλά ακόμα ο καταραμένος την καταδιώκει! Μέσα στο μυαλό της. Παρότι του άξιζε να πεθάνει. Του άξιζε να πεθάνει!

Η Ξανθίππη ρίχνει συνεχόμενα χτυπήματα σ’έναν σάκο – γροθιά-γροθιά, γροθιά, κλοτσιά – αποφεύγει έναν άλλο σάκο που ταλαντεύεται – τον κλοτσά, στέλνοντάς τον πέρα – το πρόσωπο του πατέρα της – στρέφεται στον τρίτο σάκο: γροθιά, κλοτσιά, κλοτσιά-κλοτσιά – το πρόσωπο του πατέρα της – γροθιά, κλοτσιά– Ο πρώτος σάκος τη χτυπά στην πλάτη, κάνοντάς την για λίγο να χάσει την ισορροπία της. Αλλά δεν πέφτει. Γυρίζει και κλοτσά τον σάκο, άγρια, κάνοντας την αλυσίδα του να τρίξει. Το πρόσωπο του πατέρα της.

Τσαντισμένη μ’αυτό το γαμημένο φάντασμα, απομακρύνεται από τους σάκους.

Όταν τον είχε σκοτώσει, αυτή η μυστηριώδης οργάνωση – που αργότερα έμαθε ότι ονομάζεται Σιδηρά Δυναστεία – την έσωσε από βέβαιη φυλάκιση, πιθανώς ακόμα κι από εκτέλεση. Αλλά δεν την είχε σώσει από το φάντασμά του.

Η Ξανθίππη πηγαίνει σε μια άλλη αίθουσα, τελείως άδεια από ανθρώπους, και παίρνει ένα σπαθί από την οπλοθήκη στον τοίχο. Πατά ένα κουμπί σε μια κονσόλα παραδίπλα, και δύο ολογράμματα ληστών παρουσιάζονται στο κέντρο του δωματίου. Οι μορφές τους θα κάνουν το φάντασμα να εξαφανιστεί. Τα πλησιάζει, αρχίζοντας να μάχεται μαζί τους. Όταν η λεπίδα του ξίφους της συναντά τα δικά τους όπλα μια ασθενική ενεργειακή εκκένωση συμβαίνει, προκαλώντας ένα τράνταγμα στο όπλο της. Όταν τα όπλα τους τη χτυπούν, η Ξανθίππη αισθάνεται ένα τράνταγμα στο σώμα της. Τα ολογράμματα αυτά δεν είναι μόνο εικόνες, αλλά και ενέργεια, αν και ελεγχόμενη, ακίνδυνη. Όταν τα χτυπήσεις μερικές φορές στο σώμα, είναι ρυθμισμένα να εξαφανίζονται.

*

Ο Κριτόλαος’μορ πηγαίνει στις Εκδόσεις Βραδύνικος, στον δρόμο δίπλα από το Βιβλιοπωλείο Βραδύνικος, και ζητά να μιλήσει με τον ίδιο τον κύριο Βραδύνικο.

«Σας περιμένει;» ρωτά η υπάλληλος.

«Γνωρίζει ότι θα έρθω. Κριτόλαος λέγομαι, πείτε του.»

Η υπάλληλος ανοίγει έναν επικοινωνιακό δίαυλο πάνω στο γραφείο της, φέρνει το ακουστικό στ’αφτί της, και μιλά στον Τζακ Βραδύνικο. «Μπορείτε να περάσετε,» λέει μετά στον Κριτόλαο. «Από κει.» Δείχνει.

Ο Κριτόλαος περνά την ανοιχτή πόρτα και βρίσκεται σ’έναν διάδρομο με άλλες πόρτες, κλειστές. Επάνω σε μία απ’ αυτές γράφει:

ΤΖΑΚ ΒΡΑΔΥΝΙΚΟΣ
ΕΚΔΟΤΗΣ – ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ

Ο Κριτόλαος χτυπά.

«Περάστε,» ακούγεται μια αντρική φωνή από μέσα.

Ο Κριτόλαος ανοίγει και μπαίνει σ’ένα δωμάτιο με πολλά ράφια και γραφείο, πίσω από το οποίο κάθεται ένας άντρας με γαλανό δέρμα και ψαρά μαλλιά. Το πρόσωπό του είναι μακρύ και φρεσκοξυρισμένο. Ένα ζευγάρι παραλληλόγραμμα γυαλιά με λεπτό σκελετό στερεώνονται μπροστά στα μάτια του.

Ένα αχνό χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπό του. «Ο Κριτόλαος’μορ…»

«Ο Βιβλιοπώλης.»

Ο Τζακ Βραδύνικος νεύει και δείχνει την καρέκλα αντίκρυ του. «Κάθισε.»

Ο Κριτόλαος κάθεται. «Έχεις διαβάσει τον φάκελό μου, υποθέτω, κι έχεις δει τη φωτογραφία μου.»

«Προφανώς. Όπως κι εσύ έχεις δει τη δική μου.» Δεν είναι ερώτηση, και ο Κριτόλαος δεν δίνει απάντηση.

Ο Τζακ τού προσφέρει τσιγάρο, αλλά εκείνος αρνείται. «Δεν καπνίζω.» Και συνεχίζει: «Χτες το βράδυ ήρθα σε επαφή με την Ξανθίππη…»

«Και; Σου είπε για εμένα;»

«Ότι με ζήτησες, μόνο.»

«Επειδή νομίζω πως πρόκειται για σημαντική υπόθεση της οικογένειας, θεώρησα ότι μάλλον χρειαζόμαστε κάποιον πιο έμπειρο από την Ξανθίππη σε τέτοια θέματα. Και έχω ακούσει για σένα. Έχεις κάνει καμια πρόοδο;» Ο Τζακ ακουμπά την πλάτη του στην πολυθρόνα.

«Ελάχιστη, για την ώρα,» αποκρίνεται ο Κριτόλαος. «Αλλά γιατί εξαρχής το απέκλειες να πρόκειται για αυτοκτονία;»

«Αυτοκτονία;» Βγάζει τα γυαλιά του. «Τι λόγος μπορεί να υπήρχε, κατά πρώτον;»

«Ψυχολογικός, ίσως;»

«Δεν ήταν από τις γυναίκες με ψυχολογικά προβλήματα, Κριτόλαε. Επιπλέον, η Ξανθίππη βρήκε μελανιές επάνω της. Είναι προφανές ότι κάποιος τη χτύπησε και μετά την κρέμασε. Διαφωνείς;»

«Κι εγώ έτσι νομίζω, αλλά δεν μπορώ να είμαι βέβαιος. Τι ξέρεις, γενικά, για την Ηλέννια;»

«Δεν έχεις διαβάσει τον φάκελό της;»

«Σήμερα τον προμηθεύτηκα. Σύντομα θα τον διαβάσω αναλυτικά. Γνωρίζω, πάντως, τα βασικά γι’αυτήν.»

«Δεν υπάρχει, τότε, τίποτα που θα μπορούσα να προσθέσω,» λέει ο Τζακ αφήνοντας τα γυαλιά του πάνω στο γραφείο.

«Υπάρχει κάποιος πιθανός εχθρός της Ηλέννιας;»

«Δεν έχω υπόψη μου κανέναν, για να είμαι ειλικρινής. Αν είχα, θα το είχα ήδη αναφέρει στην Ξανθίππη.»

«Τον φάκελο της Ξανθίππης ποιος τον έχει;»

Ο Βιβλιοπώλης συνοφρυώνεται. «Γιατί σ’ενδιαφέρει ο φάκελός της;»

«Θέλω να ξέρω με ποια ακριβώς συνεργάζομαι. Έχεις πληροφορίες γι’αυτήν;»

«Την εμπιστεύομαι πλήρως,» λέει ο Τζακ, «αλλά αφού θέλεις…» Φορά πάλι τα γυαλιά του, στρέφεται στην κονσόλα του γραφείου του, και πληκτρολογεί ενώ κοιτάζει την οθόνη. Παίρνει μια μικρή συσκευή αποθήκευσης από ένα συρτάρι, τη συνδέει με την κονσόλα, πατά μερικά πλήκτρα ακόμα, την αποσυνδέει από την κονσόλα, και τη δίνει στον Κριτόλαο. «Ορίστε. Δεν τα έχω σε χαρτί.»

«Δεν πειράζει.» Ο Κριτόλαος κρύβει τη μικρή συσκευή μέσα στην τσέπη του πουκαμίσου του. «Σ’ευχαριστώ.»

*

Σ’ένα εστιατόριο στις Βορειοδυτικές Αποβάθρες, παραγγέλνει φαγητό και κάθεται αναπαυτικά. Ανοίγει τον φάκελο της Ηλέννιας Σιγήκαιρης και τον διαβάζει διεξοδικά, κρυμμένο μέσα στα φύλλα μιας σημερινής εφημερίδας. Δεν μαθαίνει τίποτα που δεν γνωρίζει ήδη γι’αυτήν, εκτός από το πότε έγινε μέλος της Σιδηράς Δυναστείας, πράγμα για το οποίο πάντοτε αναρωτιόταν. Όταν η Ηλέννια έδινε πληροφορίες στους πράκτορες της Παντοκράτειρας, προτού παντρευτεί τον Σίλα Πολύσκορπο κι ενώ εργαζόταν σε καμπαρέ και ως συνοδός πολυτελείας, ήταν ήδη μέσα στη Δυναστεία, και έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Ο φάκελός της δεν γράφει πότε «μπλέχτηκε» με τη Σιδηρά Δυναστεία· γράφει πως είναι μέλος λόγω Βασικής Συγγένειας. Δηλαδή, επειδή ο ένας τουλάχιστον από τους γονείς της είναι μέλος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι και οι δύο, όπως βλέπει ο Κριτόλαος, αλλά κανένα από τα ονόματα δεν αναγνωρίζει, και δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες γι’αυτούς στον φάκελο. Ούτε καν αν ζουν ακόμα.

Αναρωτιέται αν όποιοι σκότωσαν την Ηλέννια το έκαναν λόγω των γονιών της. Αλλά αυτό, βέβαια, δεν είναι καθόλου σίγουρο. Είναι μονάχα μια πιθανότητα.

Υπάρχουν κάποια μέλη που είναι της «Παλιάς Δυναστείας», όπως έχει ακούσει ο Κριτόλαος: της μεγάλης οικογένειας του υπόκοσμου που, πριν από αιώνες (σύμφωνα με τα λεγόμενα), ξεκίνησε τη Σιδηρά Δυναστεία. Ορισμένοι πιστεύουν ότι αυτοί είναι που πραγματικά ελέγχουν ολόκληρη την οργάνωση. Ο Κριτόλαος το αμφιβάλλει· του μοιάζει με συνωμοσιολογία, όπως αυτή για τη φανταστική μυστική οργάνωση που ακούει στο όνομα Χρυσό Ερπετό. Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας είχαν εξαπλώσει τις φήμες για το Χρυσό Ερπετό, ώστε ο κόσμος να ασχολείται με ανοησίες και να μην τους ενοχλεί.

Είναι γεγονός, όμως, ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που θεωρείται πως ανήκουν στην Παλιά Δυναστεία. Θα μπορούσε, ίσως, γι’αυτό η Ηλέννια να έγινε στόχος; Επειδή ανήκε στην Παλιά Δυναστεία; Ο Κριτόλαος δεν είναι καν βέβαιος ότι κυκλοφορεί η συγκεκριμένη φήμη γι’αυτήν.

Τέλος πάντων, συλλογίζεται· θα δούμε.

Ανοίγει τον φάκελο του Άλκιμου Καλνάροφ και τον διαβάζει εκτενώς. Μεσίτης, όπως είπε η Ξανθίππη. Αλλά παρέλειψε να προσθέσει ότι δεν είναι μόνο μεσίτης· κάνει και υπόγειες δουλειές, λειτουργώντας ως διάμεσος για ανθρώπους που προσφέρουν «ειδικές υπηρεσίες» – παράνομες, δηλαδή – ανάμεσα στις οποίες είναι και η δολοφονία. Φέρνει επαγγελματίες δολοφόνους σε επαφή με τους πιθανούς εργοδότες τους. Δεν το ξέρει αυτό η Ξανθίππη, ή ξέχασε να μου το αναφέρει; Δεν θα μπορούσε ο Άλκιμος να αναζητήσει αυτή τη μαυρόδερμη γυναίκα που πιθανώς να σκότωσε την Ηλέννια; Ή μήπως η Ξανθίππη θεωρεί τον Φίλανθο καλύτερο για μια τέτοια δουλειά;

*

Το απόγευμα, ενώ ο Κριτόλαος αναρωτιέται τι ερωτήσεις έχει κάνει η Ξανθίππη στον Σίλα Πολύσκορπο, αν ήταν αρκετές για να της δώσουν κάποιο χρήσιμο στοιχείο, κι αν θα μπορούσαν ίσως να πάνε να του ξαναμιλήσουν μαζί αυτή τη φορά, ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του κουδουνίζει.

Τον πιάνει από το κομοδίνο πλάι στο κρεβάτι του και βλέπει, από την ένδειξη στη μικρή οθόνη, ότι είναι η ειδική ερευνήτρια. Τον ανοίγει.

«Ναι;»

«Έχω τη στοιχειακή ανάλυση του σχοινιού, Κριτόλαε,» λέει η Ξανθίππη, «και νομίζω ότι τα συμπεράσματα θα σ’ενδιαφέρουν. Ίσως να έχεις δίκιο. Ίσως να μπορεί να αποτελέσει στοιχείο.»

«Πού να σε συναντήσω;»

«Πού είσαι; Στο Ψηλό Μέγαρο;»

«Ναι.»

«Έρχομαι εγώ εκεί.»

Η τηλεπικοινωνία τους τερματίζεται, και ο Κριτόλαος περιμένει ενώ σκέφτεται ξανά αυτά που έμαθε για το παρελθόν της Ξανθίππης πριν από δυο ώρες. Συνέδεσε τη συσκευή αποθήκευσης πληροφοριών με το μικρό πληροφοριακό-τηλεπικοινωνιακό σύστημα που έχει μαζί του και διάβασε τα δεδομένα που του έδωσε ο Βιβλιοπώλης. Η Ξανθίππη μπλέχτηκε με τη Σιδηρά Δυναστεία επειδή, όταν ήταν δεκαπέντε χρονών, σκότωσε τον πατέρα της ο οποίος δούλευε στις αποβάθρες και την κακοποιούσε, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Κριτόλαου. Η μητέρα της ήταν ήδη νεκρή. Η Ξανθίππη απλά αμύνθηκε, μια νύχτα, και τα χτυπήματά της του έσπασαν τον λαιμό. Το λιγότερο που θα της συνέβαινε ήταν ότι θα τη φυλάκιζαν, αλλά η Σιδηρά Δυναστεία παρενέβη. Τη γλίτωσε από τις αρχές της Νέσριβεκ, και όχι μόνο αυτό αλλά κατάφερε να τη βάλει και στη Χωροφυλακή. Αναμφίβολα επειδή η οικογένεια ήθελε να έχει ανθρώπους της εκεί. Ήταν, φυσικά, η εποχή που η Παντοκράτειρα κυβερνούσε ακόμα επάνω στη Σεργήλη. Σύντομα όμως η Επανάσταση ενδυναμώθηκε πολύ εδώ, στη Νέσριβεκ, και ήρθε η περίοδος που, από τις τρομερές καταστροφές, άρχισαν να τη λένε Νέσριβεκ η Άσχημη (αντί για Νέσριβεκ η Όμορφη). Η Χωροφυλακή της πόλης διαλύθηκε τότε: κάποιοι χωροφύλακες συμμάχησαν με τους επαναστάτες, κάποιοι πήγαν με τους Παντοκρατορικούς. Η Ξανθίππη, καθοδηγούμενη από τη Σιδηρά Δυναστεία (που θεωρούσε ότι τα συμφέροντά της θίγονταν από την Επανάσταση), πολέμησε για τους Παντοκρατορικούς. Δεν έγινε, όμως, και τόσο γνωστή στους επαναστάτες μέσα στον κλεφτοπόλεμο της Νέσριβεκ της Άσχημης, ούτε αργότερα στον μεγάλο πόλεμο της Σεργήλης που διέλυσε τη δύναμη της Παντοκράτειρας· έτσι, όταν η ειρήνη ήρθε, η Δυναστεία δεν δυσκολεύτηκε να γλιτώσει την Ξανθίππη από τους νικητές. Εξάλλου, οι επαναστάτες δεν σκότωσαν όλους όσους είχαν πολεμήσει υπέρ της Παντοκράτειρας· τους περισσότερους γηγενείς της Σεργήλης τούς άφησαν να ζήσουν και να συνεχίσουν τις ζωές τους. Σε κάποιους επιβλήθηκαν ποινές. Αλλά ελάχιστοι εκτελέστηκαν. Γιατί πολλοί από αυτούς που είχαν υπηρετήσει την Παντοκράτειρα ήταν απλώς μισθοφόροι ή εξαναγκασμένοι να την υπηρετήσουν επειδή βρίσκονταν σε δύσκολη θέση. Όπως και νάχει, το παρελθόν της Ξανθίππης ως πολεμίστρια της Παντοκράτειρας είναι κρυφό κατά κύριο λόγο. Λίγοι το ξέρουν.

Αλλά αναμφίβολα, σκέφτεται ο Κριτόλαος καθώς την περιμένει, η Δυναστεία μπορεί να την ελέγχει μέσω του παρελθόντος της. Ακόμα υπάρχουν οι φανατικοί που θέλουν να σκοτώσουν κάθε άνθρωπο που υπηρέτησε, έστω και για λίγο, για τον οποιονδήποτε λόγο, την Παντοκράτειρα.

Η πόρτα του δωματίου σύντομα χτυπά, και ο Κριτόλαος σηκώνεται και πηγαίνει ν’ανοίξει. Η Ξανθίππη μπαίνει έχοντας μαζί της έναν φάκελο και μια μικρή συσκευή αποθήκευσης πληροφοριών. «Τα αποτελέσματα της στοιχειακής ανάλυσης,» λέει. «Αλλά το συμπέρασμα είναι το εξής: Το σχοινί δεν είναι φτιαγμένο από φυτικές ίνες που απαντώνται κανονικά στη Σεργήλη.»

«Από τι είναι φτιαγμένο;»

«Από ίνες που απαντώνται στη Μοργκιάνη.»

«Στη Μοργκιάνη;» Δεν υπάρχει καν άμεση επαφή μεταξύ Σεργήλης και Μοργκιάνης· μέσω Συμπλέγματος είναι ο πιο γρήγορος διαστασιακός δρόμος.

«Ναι. Στην αρχή, οι άνθρωποι που μελετούσαν τα στοιχεία είχαν παραξενευτεί, δεν ήξεραν τι ήταν· ζήτησαν πληροφορίες από τους μάγους του τάγματος των Ερευνητών στη Μαγική Ακαδημία για να βγάλουν άκρη. Μπορείς να κοιτάξεις κι εσύ τα στοιχεία, αν θέλεις.» Υψώνει τη συσκευή αποθήκευσης.

«Δεν έχω τέτοιες γνώσεις,» αποκρίνεται ο Κριτόλαος. «Το ερώτημα είναι: Γιατί κάποιος να σκοτώσει την Ηλέννια Σιγήκαιρη με σχοινί από τη Μοργκιάνη;»

Η Ξανθίππη μορφάζει μοιάζοντας συγχρόνως μπερδεμένη και διασκεδασμένη. «Είναι σαν αστείο, ε;»

«Πουλάνε τέτοια σχοινιά εδώ, στη Νέσριβεκ;»

«Δεν ξέρω. Ίσως.»

«Μπορούμε να μάθουμε;»

«Να μη μάθουμε πρώτα τι ανακάλυψε ο Βαρκάρης;» προτείνει η Ξανθίππη.

«Έχεις δίκιο,» αποκρίνεται ο Κριτόλαος. «Αυτό είναι πιο σημαντικό.»

ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Η Ασημίνα μού είπε ότι πρέπει να πάω να βρω τον αδελφό της, τον Ρίβη, ο οποίος είναι κλεισμένος στη Νιρικόνια Κλινική, στη Θακέρκοβ: ένα ψυχιατρείο γνωστό σ’εκείνη την περιοχή και ως ο Βράχος των Ουρλιαχτών.

«Είναι τρελός;» έκανα, απορημένος.

«Δυστυχώς,» αποκρίθηκε η Ασημίνα, «είναι… διαταραγμένος. Εδώ και κάποιο καιρό, αλλά όχι από πολύ παλιά. Τέλος πάντων, τώρα η κατάστασή του είναι καλύτερη, απ’ό,τι ξέρω.» Και μου εξήγησε πως πρέπει να δείξω ένα σφραγισμένο χαρτί σ’έναν συγκεκριμένο ψυχίατρο στη Νιρικόνια Κλινική, προκειμένου ν’αφήσουν τον Ρίβη να φύγει. «Αυτόν τον γιατρό και μόνο να ζητήσεις,» μου τόνισε. «Κανέναν άλλο. Και να διευκρινίσεις ότι σε στέλνω εγώ.»

Μου είπε μετά να μην ανησυχώ· ο Ρίβης δεν είναι επικίνδυνος, αλλά καλύτερα να μην πιάσω και κουβέντα μαζί του, και να μην αρχίσω να πιστεύω ό,τι μου λέει – γιατί λέει κάτι τελείως αλλόκοτα πράγματα. Εκείνο που πρέπει να κάνω είναι το εξής– Και τότε η Ασημίνα διέκοψε τον εαυτό της και πήρε ένα κουτί από ένα συρτάρι στο γραφείο της. Με ρώτησε: «Γνωρίζεις πού είναι το Μαύρο Δόντι, έτσι;»

«Ναι,» αποκρίθηκα, παραξενεμένος γι’ακόμα μια φορά. Τι σχέση είχε τώρα αυτό; Και τι είδους δουλειά ήταν γενικά αυτή που μου ζητούσε η Ασημίνα να κάνω; Σίγουρα δεν είχε καμια σχέση με τις προηγούμενες· δεν ήθελε να φέρω κάποιον άνθρωπο με το μέρος της.

Η Ασημίνα ένευσε. «Το ξέρω,» είπε, έχοντας αναμφίβολα διαβάσει στον φάκελό μου ότι είχα επισκεφτεί το Μαύρο Δόντι–

Στον φάκελό μου; Γράφει ο φάκελός μου τέτοιες λεπτομέρειες; Ποια μέρη έχω επισκεφτεί από τότε που μπήκα στη Δυναστεία; Ή μήπως η Ασημίνα έχει κι άλλου είδους πληροφόρηση; Το δεύτερο μού μοιάζει πιο πιθανό.

«Φεύγοντας από την κλινική,» μου είπε, «θα δώσεις στον αδελφό μου αυτό.» Και έτεινε το κουτί προς το μέρος μου, εξηγώντας μου πως εκείνος και μόνο έπρεπε να το ανοίξει. Περιείχε κάποια πράγματα που θα του χρειάζονταν. Και μου τόνισε πως εγώ – ό,τι κι αν έβλεπα – ό,τι κι αν άκουγα – δεν έπρεπε να μου φανεί περίεργο.

«Γιατί,» τη ρώτησα, «τι μπορεί να δω; Τι μπορεί ν’ακούσω;»

«Σου είπα: ο Ρίβης είναι διαταραγμένος. Δεν είναι να τον παίρνεις τοις μετρητοίς.»

«Τι περιέχει το κουτί, Ασημίνα;» ρώτησα, ελπίζοντας πως η ερωτική μας συνεύρεση το μεσημέρι θα την είχε κάνει να με εμπιστεύεται περισσότερο από παλιά.

Αλλά προφανώς δεν ήταν έτσι. «Δεν έχει σημασία,» αποκρίθηκε, κι από την έκφρασή της δεν μπορούσα να κρίνω τι σκεφτόταν ή τι αισθανόταν. «Είναι για τον Ρίβη. Εσύ, ό,τι και να δεις, δεν θα κάνεις τίποτα περισσότερο από αυτό που θα σου πω τώρα.» Και μου είπε ότι, αφού πάρω τον Ρίβη από την κλινική και του δώσω το κουτί, πρέπει να τον πάω στο Μαύρο Δόντι και να τον αφήσω έξω από τη συγκεκριμένη μικρή πόλη που αποτελεί προκάλυμμα για διάφορες δραστηριότητες του υπόκοσμου. Εγώ δεν πρέπει να μπω στο Μαύρο Δόντι, σε καμία περίπτωση.

«Και πρόσεξε τώρα,» πρόσθεσε: «Όταν πάρεις τον Ρίβη από τη Νιρικόνια Κλινική και τον βάλεις στο όχημά σου, μην του πεις ότι σε έστειλα εγώ. Δεν πρέπει να ξέρει ότι σ’έστειλα εγώ.»

«Γιατί;»

«Γιατί έτσι θέλω, Ζορδάμη.» Και συνέχισε, λέγοντάς μου ότι πρέπει να πω στον Ρίβη πως με έστειλε η Σιδηρά Δυναστεία και η χάρη του Κάρτωλακ–

«Του Κάρτωλακ;»

«Ναι, του Κάρτωλακ. Πιστεύει στον Κάρτωλακ ο αδελφός μου. Θα του πεις ότι σε έστειλε ο Κάρτωλακ και η Σιδηρά Δυναστεία, και δεν πρόκειται να σε αμφισβητήσει σε τίποτα από κει και πέρα. Και μετά, θα του δώσεις το κουτί, το οποίο, θα του πεις, είναι δώρο από τον Κάρτωλακ για να ξεπαστρέψει επιτέλους αυτόν που τον καταδιώκει.»

«Δεν καταλαβαίνω, Ασημίνα. Δεν καταλαβαίνω τίποτα από ετούτη τη δουλειά.»

«Δε χρειάζεται να καταλαβαίνεις,» μου αποκρίθηκε. «Χρειάζεται μόνο να ακολουθήσεις τις οδηγίες μου.» Και το χέρι της έκανε μια παράξενη, σπασμωδική κίνηση σαν να προσπαθούσε να πιαστεί από κάποια ανύπαρκτη χειρολαβή.

«Αν όμως δεν καταλαβαίνω τίποτα…»

«Δε χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις σ’αυτή την περίπτωση. Θέλεις να σβηστεί το χρέος σου, Ζορδάμη, δεν θέλεις;»

«Φυσικά,» είπα, ενώ είχε αρχίσει να μη μ’αρέσει ο τρόπος της. Προφανώς, το γεγονός ότι είχαμε πλαγιάσει μαζί το μεσημέρι δεν είχε καμια σημασία για εκείνη. Εξακολουθούσε να είναι η αφέντρα μου. Και οι δουλειές της ήδη μου φαίνονταν παράξενες· αυτή όμως ήταν, αναμφίβολα, η πιο παράξενη από όλες. Αλλά τι σ’ενδιαφέρει εσένα; σκέφτηκα. Εκείνο που πρέπει να σ’ενδιαφέρει είναι να ξεχρεωθείς και να τελειώνεις. Ας έχει η Ασημίνα ό,τι θέλει στο μυαλό της!

«Μη θυμώνεις,» μου είπε τότε, σαν να θεώρησε ότι ίσως να παραήταν απότομη μαζί μου. «Απλώς δεν σου λέω πράγματα που δεν υπάρχει λόγος να ξέρεις. Είναι καλύτερα έτσι, για όλους. Και για εσένα, κυρίως.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκα. Και ρώτησα: «Θα περιμένω τον αδελφό σου να επιστρέψει από το Μαύρο Δόντι;»

«Όχι. Αφού δεις ότι έχει μπει στη μικρή πόλη, θα φύγεις αμέσως. Θα έρθεις εδώ.»

Και το πρωί, προτού ξεκινήσω, μου επανέλαβε όλες τις οδηγίες, σαν να ήθελε να είναι βέβαιη ότι δεν θα ξεχάσω τίποτα.

Τώρα, μέσα στο απόγευμα, ενώ σκιές απλώνονται στο τοπίο ολόγυρά μου, πλησιάζω τη Νίρβεκ οδηγώντας επάνω στη δημοσιά. Έχω αποφασίσει να πάω στον προορισμό μου ακολουθώντας τη διαδρομή Νίρβεκ – Τροφή για τους Τροχούς (το γνωστό πανδοχείο στη μεγάλη διακλάδωση των δρόμων) – Θακέρκοβ. Προτιμότερο, νομίζω, απ’το να μπω πάλι σε χωματόδρομους και στην ύπαιθρο, όπου καθυστερώ και φθείρω το όχημά μου. Τον ίδιο χρόνο θα κάνω πάνω-κάτω, με την εμπειρία που έχω, παρότι πρόκειται για κύκλο. Στις δημοσιές με καλό οδόστρωμα μπορώ να αναπτύξω όση ταχύτητα αντέχει το όχημά μου. Και το ευχαριστιέμαι, επιπλέον.

Τι παράξενη ιστορία κι αυτή, σκέφτομαι καθώς, γι’ακόμα μια φορά, θυμάμαι τα λόγια της Ασημίνας. Και δεν τη γουστάρω καθόλου. Πρέπει τώρα να έχω να κάνω με παράφρονες; Τι σκατά συμβαίνει εδώ; Τέλος πάντων – κουνάω το κεφάλι μου ελαφρά, προσπαθώντας να το καθαρίσω – είναι για να ξεχρεωθώ και να τελειώνω. Για να μην καταντήσω σαν τον Άφευκτο… ο οποίος έχει πάψει πλέον να στοιχειώνει τα όνειρά μου, σαν φάντασμα που το έχεις ξορκίσει.

Μπαίνω στη Νίρβεκ έχοντας ήδη αποφασίσει να περάσω τη νύχτα εδώ. Δεν υπάρχει κανένα καλύτερο μέρος σε τούτη την περιοχή. Αφήνω το όχημά μου σ’ένα γκαράζ και, μαζί με την Κλεισμένη, βαδίζω προς το ξενοδοχείο που ονομάζεται «Το Ζητούμενο». Συγχρόνως, πατάω μερικά πλήκτρα στον τηλεπικοινωνιακό πομπό μου για να ειδοποιήσω δύο μέλη της οικογένειας ότι βρίσκομαι στην πόλη: δύο μέλη που συμπαθώ πολύ. Την Πάολα των Δρομολόγων, και τον Ζορζ τον Βουτηχτή. Το σήμα μου στέλνεται στους πομπούς τους, και προτού καν φτάσω στην είσοδο του ξενοδοχείου (που δεν είναι και τόσο μακριά από το γκαράζ όπου άφησα το όχημά μου) η Πάολα με καλεί.

Φέρνω τον πομπό στ’αφτί μου καθώς δέχομαι την κλήση. «Ναι;»

«Ραλίστα;»

«Πάολα;» λέω, θεατρικά, μιμούμενος τη φωνή της.

Η Πάολα γελά. «Γύρισες στα μέρη μας;»

«Περαστικός είμαι, μόνο, δυστυχώς.»

«Κι εγώ που νόμιζα ότι, μ’αυτές τις ιστορίες που συμβαίνουν εδώ, κάποιος σ’έστειλε για βοήθεια.»

«Τι ιστορίες;»

«Δεν έχεις ακούσει για τον Τασνικέφ;»

«Τι θάπρεπε νάχω ακούσει;» Γνωρίζω πως είναι ένας μεγαλέμπορος που πουλά ανταλλακτικά πλοίων και τέτοια. Πλούσιος. Μέλος της Σιδηράς Δυναστείας· από τα μεγάλα κεφάλια.

«Πού είσαι; Νάρθω να σε βρω;»

«Στο Ζητούμενο πλησιάζω τώρα – το ξενοδοχείο. Θα σε καλέσω σε πέντε λεπτά, να σου πω ποιο δωμάτιο έχω κλείσει.»

«Δεν έχεις τίποτα να κάνεις, τη νύχτα, έτσι;»

«Όχι.»

«Ωραία. Θα τα πούμε.»

Καθώς η τηλεπικοινωνία μας τερματίζεται, μπαίνω στο ξενοδοχείο, κλείνω ένα δωμάτιο, και ανεβαίνω. Καλώ την Πάολα και της λέω πού ακριβώς είμαι, οπότε εκείνη μού αποκρίνεται ότι σε λίγο θα έρθει.

Ενώ περιμένω, κάνω ένα ντους και, προτού τελειώσω, ο πομπός μου κουδουνίζει. Τυλίγω μια πετσέτα γύρω μου και βγαίνω. Βλέπω, από την ένδειξη στην οθόνη, ότι είναι ο Ζορζ. Δέχομαι την κλήση.

«Ζορζ.»

«Καλωσήρθες και πάλι στη Νίρβεκ, ραλίστα. Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;»

«Δε θέλω κάτι συγκεκριμένο, απλώς κάλεσα να δω αν είσαι καλά και να πω ένα γεια. Περαστικός είμαι· αύριο φεύγω· έχω άλλες δουλειές.»

«Κρίμα. Μπορεί να χρειαζόμασταν τη βοήθειά σου εδώ.»

«Πριν από λίγο μίλησα στην Πάολα και μου είπε ότι κάτι περίεργο συμβαίνει· κάτι με τον Τασνικέφ.»

«Δεν το ξέρεις, δηλαδή; Πού ήσουν τόσο καιρό;»

«Στην Άντχορκ και μετά στη Χαρπόβη και στα Φέρνιλγκαν.»

«Ο Τασνικέφ δολοφονήθηκε, ραλίστα–»

«Τι;»

«Ναι· δε σ’το είπε η Πάολα αυτό;»

«Θα έρθει τώρα, σε λίγο, βασικά.»

«Πού είσαι;»

Του λέω, και μετά η πόρτα του δωματίου μου χτυπά. «Αυτή πρέπει να είναι. Σ’αφήνω.» Ο Ζορζ με χαιρετά και η επικοινωνία μας τερματίζεται.

Η Κλεισμένη δείχνει ανήσυχη, επιφυλακτική, καθώς είναι μισοξαπλωμένη πάνω στο κρεβάτι μου.

Πηγαίνω στην πόρτα και ρωτάω: «Ποιος είναι;»

«Κάνουμε μια έρευνα για τα δωμάτια του ξενοδοχείου, κύριε. Θα μου ανοίξετε; Πρέπει να μου απαντήσετε μόνο σε πενήντα-τρεις ερωτήσεις!» Η φωνή της Πάολας.

Γελώντας, της ανοίγω.

Η Πάολα μπαίνει ντυμένη με ελαφρύ πέτσινο πανωφόρι, εφαρμοστό μπλε παντελόνι, και γοβάκια. Από τον ώμο της κρέμεται, λοξά, μια καφετιά τσάντα. Οι δύο μπροστινές τούφες των ξανθών μαλλιών της είναι πιασμένες πίσω από το κεφάλι της. Με κοιτάζει από πάνω ώς κάτω, καθώς είμαι τυλιγμένος με την πετσέτα και το σώμα μου γυαλίζει από το νερό του μπάνιου.

«Επιδειξία,» μου λέει.

«Τι εννοείς; Είχα βγει απ’το νους για ν’ανοίξω τον πομπό μου, λίγο προτού έρθεις.»

«Ναι, καλά.» Βγάζοντας την τσάντα της κι αφήνοντάς την κάτω, κάθεται στη μοναδική καρέκλα του δωματίου σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο. Το βλέμμα της πηγαίνει στη γάτα στο κρεβάτι. «Ποιος είναι ο κύριος;»

«Κυρία,» εξηγώ υπομειδιώντας.

Η Πάολα μού επιστρέφει το μειδίαμα. «Έπρεπε να το φανταστώ!»

Η Κλεισμένη την ατενίζει με κάποια συμπάθεια, νομίζω.

Γελάω, αλλά μετά η όψη μου σοβαρεύει. «Ο Ζορζ ήταν,» της λέω, «που με κάλεσε πιο πριν στον πομπό. Και μου είπε ότι ο Τασνικέφ δολοφονήθηκε…»

Η Πάολα νεύει. «Ναι, τον σκότωσαν,» λέει, σοβαρή κι εκείνη τώρα. «Με βέλος, ενώ ήταν σ’ένα συνέδριο ναυτικών. Τον κάρφωσε στον λαιμό, πέρα για πέρα.» Δείχνει τη δεξιά και την αριστερή μεριά του λαιμού της.

«Βαρβαρικός τρόπος…» παρατηρώ, καθίζοντας στην άκρη του κρεβατιού, συνοφρυωμένος. «Ποιος τον σκότωσε; Μάθατε;»

Η Κλεισμένη πηδά στο πάτωμα και πλησιάζει τα πόδια της Πάολας, αν και με κάποια επιφύλαξη. Η Δρομολόγος απλώνει το χέρι της και χαϊδεύει το μαύρο τρίχωμα με τις γκρίζες ραβδώσεις. «Δεν είναι σίγουρο ακόμα, αλλά… υποπτευόμαστε τον Τοξότη.»

«Ποιον τοξότη;»

«Τον Τοξότη,» τονίζει η Πάολα. «Κωδικό όνομα είναι. Πρόκειται για συγγενή μας.»

«Σοβαρολογείς;»

«Ναι,» λέει η Πάολα. «Ένας τύπος από τα Φέρνιλγκαν, που δολοφονεί με τόξο. Πολύ καλός στη δουλειά του. Και το ξέρω πως βρισκόταν εδώ πριν από μερικές μέρες· τον είχα δει.»

«Τώρα έφυγε;»

«Τώρα δεν ξέρω πού είναι. Ούτε ο Ζορζ ξέρει. Ούτε κανένας άλλος με τον οποίο μπορώ νάρθω σ’επαφή. Και ο Παλιόσκυλος φαίνεται πια νάχει τρελαθεί τελείως, ο καριόλης.»

«Κυνηγά τον Τοξότη;»

«Ούτε που ξέρω τι κάνει,» μορφάζει η Πάολα. «Δεν είναι και πολύ συνεννοήσιμος, πάντως. Όχι πως και ποτέ ήταν. Αλλά τώρα έχει ξεφύγει ο άνθρωπος. Συνέβη κι ένα περιστατικό με μια συγγενή μας – τη Βατράνια· ίσως να τη γνωρίζεις. Δε μένει μόνιμα εδώ, όμως έρχεται κατά περιόδους…»

«Βατράνια; Δεν έχει τύχει… Δε νομίζω…»

«Χρησιμοποιεί διάφορες ταυτότητες. Μπορεί να την ξέρεις μ’άλλο όνομα.»

Η Σαμάνθα; σκέφτομαι αμέσως. Για τη Σαμάνθα μιλά; «Είναι και μάγισσα;»

«Μάγισσα; Δεν ξέρω… Μάλλον όχι.»

«Τι έγινε μαζί της;»

«Μια πολύ περίεργη υπόθεση. Εξαφανίστηκε, βασικά. Δε μπορώ να τη βρω στο σπίτι που νοίκιαζε, αλλά απ’ό,τι έμαθα δεν το έχει ξενοικιάσει. Και ούτε στις τηλεπικοινωνιακές κλήσεις κανενός απαντά. Ο πομπός της, μάλιστα, έχει πλέον πάψει να λειτουργεί. Ο Καθάριος – ο αερομεταφορέας, τον οποίο ξέρεις – νομίζει πως είδε χωροφύλακες να τη συλλαμβάνουν· και αυτή πρέπει όντως να ήταν, απ’ό,τι ανακάλυψα κι εγώ.»

«Μισό λεπτό. Τι εννοείς ότι είδε χωροφύλακες να τη συλλαμβάνουν;»

«Ο Καθάριος,» λέει η Πάολα, «πετούσε με τον γρύπα του πάνω από τον Ολάνοιχτο και πρόσεξε ότι έξω από το οικοδόμημα όπου έγινε το συνέδριο των ναυτικών – το οικοδόμημα όπου δολοφονήθηκε ο Τασνικέφ – τώρα κάποια άλλη φασαρία γινόταν. Μια γυναίκα προσπαθούσε να φύγει ενώ χωροφύλακες την καταδίωκαν. Και στο τέλος την έπιασαν. Την έβαλαν σ’ένα τετράκυκλο όχημα και την πήγαν στα Κεντρικά της Χωροφυλακής.»

«Κι αυτή η γυναίκα ήταν η Βατράνια;» Η Σαμάνθα;

«Έτσι νομίζει ο Καθάριος. Και όταν έψαξα το θέμα, μέσω των συνδέσμων των Δρομολόγων, το ίδιο κατέληξα να νομίζω κι εγώ.»

«Πώς είναι η Βατράνια; Εμφανισιακώς.» Είναι η Σαμάνθα;

«Έχει λευκό δέρμα, σαν το δικό μου. Τα μαλλιά της είναι κοντά και μαύρα.»

Κοντά και μαύρα… Στην Άντχορκ, η Σαμάνθα είχε τα μαλλιά της κοντά και κόκκινα. Αλλά το φυσικό τους χρώμα είναι μαύρο. Μα τους θεούς, αυτή είναι! «Ύψος;»

Η Πάολα μορφάζει. «Όχι πολύ ψηλή. Σαν εμένα, περίπου.»

«Την ξέρω,» της λέω. «Μάλλον την ξέρω. Τον ρώτησες τον Ρίβη γι’αυτήν;»

«Ναι.»

«Και τι σου είπε;»

«Δεν έδωσε απάντηση, ο Παλιόσκυλος. Είπε να κοιτάζω τη δουλειά μου – αυτή είναι δουλειά της Χωροφυλακής. Επέμεινα να μάθω αν η γυναίκα που συνέλαβαν ήταν όντως η Βατράνια, όμως αρνήθηκε να μου αποκριθεί. Στο τέλος τον απείλησα στο όνομα της οικογένειας, αλλά εκείνος είπε ότι δεν δέχεται απειλές από αλήτισσες σαν εμένα.» Το βλέμμα της έχει αγριέψει. «Το έχει παρακάνει, το καθίκι. Όλοι το λένε.»

Η Κλεισμένη νιαουρίζει, νιώθοντας ίσως παραμελημένη από την Πάολα.

«Πόσες μέρες είναι που συνέλαβαν τη Βατράνια;» ρωτάω.

Η Πάολα μοιάζει σκεπτική προς στιγμή. «Πρέπει νάναι έξι, εφτά μέρες τώρα.»

«Και την κρατάει ο Ρίβης τόσο καιρό στα κελιά της Χωροφυλακής;»

«Ξέρω γω; Αν την είχε αφήσει, δεν θα το είχα μάθει; Κανένας δεν μπορεί να τη βρει. Έχει εξαφανιστεί.

»Και, συγχρόνως, έχουμε κι αυτό το πρόβλημα με τον Τασνικέφ· προσπαθούμε να ανακαλύψουμε ποιος τον σκότωσε. Και προσπαθούμε, επιπλέον, να εντοπίσουμε και τον Τοξότη, ο οποίος, όπως σου είπα, είναι επίσης εξαφανισμένος.»

«Μπορεί νάχει φύγει,» λέω, «αν όντως σκότωσε τον Τασνικέφ.»

«Μπορεί,» παραδέχεται η Πάολα. «Αλλά κανένας μας δεν καταλαβαίνει γιατί να τον σκότωσε–»

«Ίσως κάποιος να τον πλήρωσε, Πάολα.»

«Δε θα έπαιρνε λεφτά για να σκοτώσει κάποιον σαν τον Τασνικέφ.»

«Είσαι σίγουρη;»

«Ναι. Τα μέλη της οικογένειας δεν κυνηγάνε έτσι το ένα το άλλο.»

«Αυτή την εντύπωση έχεις;» Της λέω τι συνέβη, όταν ήμουν στη Άντχορκ, μεταξύ του Ψηλού Αλλάνδρη και του Σαρντάνη Βίνρασκιφ· και προσθέτω ότι τώρα ο Ψηλός Αλλάνδρης μάλλον θέλει εμένα νεκρό αφού τον πυροβόλησα και παραλίγο να τον σκοτώσω.

«Δεν έπρεπε να το είχες κάνει αυτό,» παρατηρεί η Πάολα.

«Το θέμα είναι ότι μπορεί ο Τασνικέφ και ο Τοξότης να είχαν κάποια βεντέτα που δεν ξέρεις.»

«Δεν το νομίζω, Ζορδάμη. Δεν είχαν επαφές οι δυο τους· κι αν είχαν, πίστεψέ με, θα το ήξερα. Ο Τοξότης είναι ένας φονιάς από τα Φέρνιλγκαν. Ο Τασνικέφ ήταν ένας έμπορος ναυτικών εξοπλισμών και ανταλλακτικών για πλοία ο οποίος εμπορευόταν εντός και εκτός Σεργήλης. Δεν είχαν καμια σχέση μεταξύ τους. Εκτός από το γεγονός ότι βρίσκονταν στη Σιδηρά Δυναστεία.»

Μορφάζω συλλογισμένα. «Δεν ξέρω… Τι να σου πω; Δεν είμαι ιδιωτικός ερευνητής. Ο Κριτόλαος ίσως να μπορούσε να βγάλει άκρη.»

«Ο Κριτόλαος’μορ;»

«Ναι.»

«Πράγματι,» συμφωνεί η Πάολα. «Αλλά δεν ξέρω πού είναι τώρα–»

«Τελευταία φορά που τον είδα ήταν στην Άντχορκ–»

«Δεν είναι πια στην Άντχορκ, νομίζω. Ζήτησα να τον καλέσουν αν μπορούν, αλλά δεν έχει παρουσιαστεί ακόμα. Παρεμπιπτόντως, ξέρεις ποιος είναι εδώ; Ο άλλος τύπος με τον οποίο είχες έρθει παλιά, ενώ κυνηγούσατε τον Άφευκτο.»

«Ο Ύαν; Ο Ύαν Έπαρχος;»

Η Πάολα νεύει καταφατικά.

«Νόμιζα ότι ήταν στη Χαρπόβη ακόμα!» λέω.

«Εδώ είναι, τώρα. Βρισκόταν στην Έτρεβοθ όταν έμαθε για τον θάνατο του Τασνικέφ, και στάλθηκε σ’εμάς για να μας βοηθήσει.»

Η πόρτα του δωματίου μου χτυπά. Ποιος είναι τώρα;

«Περιμένεις κάποιον;» ρωτά η Πάολα, ενώ η Κλεισμένη τσιτώνεται, η ουρά της ορθώνεται.

Σηκώνομαι απ’το κρεβάτι. «Όχι.» Έχοντας ακούσει όλα αυτά τα περίεργα, πιάνω το πιστόλι μου κάτω από το μαξιλάρι όπου το είχα βάλει πιο πριν, και το οπλίζω. «Ποιος είναι;» ρωτάω φωναχτά, πλησιάζοντας την πόρτα με επιφύλαξη.

«Ο Ζορζ,» έρχεται η φωνή του Βουτηχτή από την άλλη μεριά.

Του ανοίγω και μπαίνει.

«Πάολα,» χαιρετά μ’ένα σύντομο νεύμα.

Εκείνη υπομειδιά χωρίς να σηκωθεί απ’την καρέκλα. «Ζορζ.»

«Μόλις έμαθα ότι ο Ύαν είναι εδώ,» λέω στον Βουτηχτή

«Ο Ύαν Έπαρχος, ναι. Υποτίθεται ότι θα μας βοηθήσει με την υπόθεση του Τασνικέφ. Αλλά δεν έχουμε κάνει καμια σπουδαία πρόοδο μέχρι στιγμής. Μάλλον, η Πάολα θα σου είπε…»

«Μου είπε.» Και τη ρωτάω: «Ο Ύαν το ξέρει ότι η Βατράνια βρίσκεται στα χέρια της Χωροφυλακής;»

«Ναι.»

Και δεν γνωρίζει ποια είναι; «Πώς έχει αντιδράσει; Ξέρει ποια είναι;»

«Τι εννοείς; Γνωρίζονται;»

«Φυσικά και γνωρίζονται, αν είναι αυτή που υποπτεύομαι πως είναι. Ήταν κάποτε, για λίγο, εραστές μάλιστα.»

«Γι’αυτό σε κάποια στιγμή μού είπε ότι θα πάει να σκοτώσει τον Παλιόσκυλο αν συνεχίσει τέτοιες μαλακίες για πολύ ακόμα…» παρατηρεί η Πάολα, σκεπτικά.

Αφήνω το πιστόλι μου στο κρεβάτι και πιάνω τον πομπό μου. «Έχεις τον τηλεπικοινωνιακό κώδικά του;»

«Ναι,» αποκρίνεται η Πάολα, και μου τον λέει.

Καλώ τον Ύαν και περιμένω ν’απαντήσει, έχοντας το μεγάφωνο ανοιχτό έτσι ώστε να μπορούμε ν’ακούσουμε κι οι τρεις.

Μετά από λίγο, ο μισθοφόρος λέει: «Μάλιστα;»

«Εγώ είμαι, Ύαν, ο ραλίστας.»

«Τι στα πόδια της Λόρκης κάνεις εδώ, ραλίστα; Ο Μαστροκλέφτης μού είπε ότι κάποιο σημαντικό μέλος σε κάλεσε για σοβαρές δουλειές.»

«Δε σου είπε ψέματα. Τώρα όμως είμαι εδώ, και μόλις άκουσα ότι μια κοινή γνωστή μας είναι στη φυλακή. Αληθεύει;»

«Η Αγαρίστη.» Εκείνος έτσι την είχε μάθει παλιά, και επιμένει πως αυτό το όνομα τής ταιριάζει καλύτερα.

«Η Σαμάνθα.»

«Αγαρίστη τη λένε, ραλίστα.» Πάντα έχουμε αυτή την οντολογική διαφωνία με τον Ύαν.

«Εδώ, πάντως, φαίνεται να την ξέρουν ως Βατράνια.»

«Αυτό είναι γεγονός. Τι θέλεις τώρα; Ποιος σ’έστειλε στη Νίρβεκ;»

«Περαστικός είμαι, αλλά… θέλω να μάθω τι συμβαίνει, αν είναι δυνατόν. Και… δε μπορούμε να την αφήσουμε στα μπουντρούμια του Παλιόσκυλου, αν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε κάτι για να τη βοηθήσουμε, Ύαν!»

«Πού βρίσκεσαι, ραλίστα; Δε λέμε τέτοια πράγματα μέσα από πομπούς.»

Του απαντώ πού είμαι. «Μπορείς νάρθεις;»

«Δε θέλω να χάσω την παρέα σου.»

«Είναι εδώ και η Πάολα κι ο Ζορζ.»

«Τόσο το καλύτερο,» αποκρίνεται ο Ύαν, και τερματίζει την τηλεπικοινωνία μας.

Στρέφομαι στην Πάολα και στον Ζορζ. «Γιατί είπε ‘Τόσο το καλύτερο’;»

Οι όψεις τους φανερώνουν άγνοια.

Αφήνω τον πομπό μου στο κομοδίνο. «Γιατί οι χωροφύλακες συνέλαβαν τη Βατράνια; Τι έκανε;»

«Πλαστοπροσωπία,» εξηγεί η Πάολα. «Παρίστανε κάποιο άλλο άτομο, απ’ό,τι κατάφερα να μάθω. Μάλλον, κάποιο άτομο της Χωροφυλακής.»

«Μέσα σ’εκείνο το οικοδόμημα όπου δολοφονήθηκε ο Τασνικέφ;»

«Ναι. Υποθέτω πως είχε πάει να ερευνήσει. Ήταν το επόμενο πρωί ύστερα από το απόγευμα που τον σκότωσαν.»

*

Ο Ύαν έρχεται ύστερα από κανένα μισάωρο, και τα μαβιά, δαιμονικά μάτια του μας κοιτάζουν όλους υπολογιστικά. Η Κλεισμένη νιαουρίζει και κρύβεται κάτω απ’το κρεβάτι μου.

«Από πότε είσαι εδώ;» τον ρωτάω.

«Δυο μέρες,» αποκρίνεται.

«Και είσαι σίγουρος ότι η αιχμάλωτη του Παλιόσκυλου είναι η Σαμάνθα;»

«Αυτή είναι, ραλίστα.»

Είμαι ντυμένος τώρα με παντελόνι και πουκάμισο καθώς στέκομαι όρθιος μέσα στο δωμάτιο. Ο Ζορζ είναι καθισμένος στην άκρη του κρεβατιού, και η Πάολα εξακολουθεί να κάθεται στην καρέκλα.

«Του μίλησες;» ρωτάω.

«Του Παλιόσυρμου; Όχι, δεν του έχω μιλήσει εγώ προσωπικά. Αλλά…» Στρέφει το βλέμμα του στην Πάολα. Και μετά πάλι σ’εμένα. «Νομίζεις ότι σ’εμένα θα έλεγε κάτι διαφορετικό απ’ό,τι σ’αυτήν;»

«Όχι,» αποκρίνομαι, «δεν το νομίζω.»

«Την κρατά στα μπουντρούμια της Χωροφυλακής μέρες τώρα,» λέει ο Ύαν, «επειδή την έπιασαν για πλαστοπροσωπία – μάλλον να παριστάνει κάποιο άτομο της Χωροφυλακής–»

«Του το είπα,» τον διακόπτει η Πάολα.

«Ο Ρίβης Παλιόσυρμος,» συνεχίζει ο Ύαν, «δεν έχει δείξει να κάνει καμία προσπάθεια να τη βοηθήσει να ελευθερωθεί, όπως ένας συγγενής θα έπρεπε να κάνει. Και ούτε μας λέει τίποτα για το τι συμβαίνει μαζί της. Στην Πάολα έχει πει επανειλημμένως να κοιτά τη δουλειά της – λες και το τι συμβαίνει μ’ένα άλλο μέλος της Δυναστείας δεν είναι δουλειά της!»

«Σε βλέπω τσαντισμένο,» παρατηρώ, με τα χέρια μου σταυρωμένα μπροστά μου.

«Κάτι δεν πηγαίνει καθόλου καλά μ’αυτό το μαντρόσκυλο,» λέει ο Ύαν.

«Αυτό,» συμφωνεί η Πάολα, «είναι βέβαιο.»

«Επομένως,» συνεχίζει ο Ύαν, «ήρθα να σας προτείνω να κινηθούμε εναντίον του.»

«Τι εννοείς;» ρωτά η Πάολα.

«Να πάμε να πάρουμε τη Βατράνια από τα μπουντρούμια της Χωροφυλακής. Αν ο Παλιόσυρμος εξακολουθούσε να ήταν σύμμαχός μας δεν θα την κρατούσε τόσες μέρες εκεί – θα είχε βρει τρόπο να την ελευθερώσει ώς τώρα!»

«Να πάμε να την πάρουμε από τα μπουντρούμια της Χωροφυλακής;» λέει ο Ζορζ, γελώντας κοφτά, ειρωνικά. «Πώς νομίζεις ότι μπορούμε να το καταφέρουμε αυτό, μισθοφόρε; Εγώ, τουλάχιστον, δεν έχω τέτοιες προσβάσεις. Και ούτε η Πάολα νομίζω πως έχει, παρότι είναι μέσα στους Δρομολόγους.»

«Σίγουρα όχι,» νεύει η Πάολα. «Δεν μπορούμε να πάρουμε τη Βατράνια από τα μπουντρούμια της Χωροφυλακής, Ύαν· μόνο ο Παλιόσκυλος μπορεί να το–»

«Μπορούμε,» τη διακόπτει ο Ύαν. «Σκοτώνοντας.» Και, σαν για να δώσει έμφαση στα λόγια του, τραβά το πιστόλι μέσα από το πανωφόρι του.

Ο Ζορζ γελά. «Προτείνεις να επιτεθούμε στα Κεντρικά της Χωροφυλακής; Είσαι τρελός;»

«Νομίζεις ότι μπορούν να με σταματήσουν, αν έχω λίγη βοήθεια από εσάς;»

Ο Ζορζ κουνά το κεφάλι. «Εγώ, τουλάχιστον, δεν μπορώ να προσφέρω τέτοια βοήθεια. Δεν είμαι φονιάς, και–»

«Δεν σου είπα να έρθεις μαζί μου για να σκοτώσεις. Υποθέτω πως αυτό» – στρέφει το δαιμονικό βλέμμα του σ’εμένα – «θα το κάνει ο ραλίστας.»

«Είσαι σίγουρος;» του λέω, εσκεμμένα ανέκφραστα.

«Σχεδόν.»

«Γιατί;»

«Γιατί είσαι τσιμπημένος μαζί της, γαμιόλη.»

Γελάω, αν και το ξέρω πως έχει δίκιο ώς ένα σημείο. «Ο Ζορζ μιλά σωστά: είσαι τρελός.»

«Επιπλέον,» συνεχίζει ο Ύαν, «σ’αρέσει να σκοτώνεις–»

«Είσαι ακόμα πιο τρελός!»

«Σε είδα στη Χαρπόβη, ραλίστα! Σ’αρέσει να σκοτώνεις.»

«Ήμουν τσαντισμένος τότε,» του λέω.

«Και τώρα είσαι τσαντισμένος, νομίζω.»

«Για άλλο λόγο, ίσως.»

«Έχει σημασία;»

«Προτείνεις να πάμε να σκοτώσουμε τον Ρίβη Παλιόσυρμο;» του λέω.

Κουνά το κεφάλι καθώς κρύβει πάλι το πιστόλι του μες στο πανωφόρι. «Όχι, όχι τον Παλιόσυρμο. Είναι μέλος της Δυναστείας ακόμα, απ’ό,τι ξέρουμε, και το ένα μέλος της Δυναστείας δεν σκοτώνει το άλλο. Θα σκοτώσουμε, όμως, όποιον άλλο χωροφύλακα σταθεί στο δρόμο μας, μέχρι να φτάσουμε στα μπουντρούμια, να πάρουμε τη Βατράνια, και να φύγουμε.»

«Εσείς θα σκοτωθείτε έτσι!» λέει η Πάολα, έντονα. Και προς έμενα συγκεκριμένα: «Μη μου πεις ότι σκέφτεσαι να τον ακούσεις!»

«Τον έχω δει να μάχεται,» αποκρίνομαι, «και…» Είναι καλός. Πολύ καλός, τελειώνω σιωπηλά.

Ο Ύαν λέει: «Το ξέρεις ότι μπορώ να τα καταφέρω, ραλίστα. Αλλά όχι μόνος. Ακόμα κι εγώ δεν έχω μάτια πίσω από την πλάτη. Θα είσαι τα πίσω μάτια μου;»

«Μη λέτε μαλακίες!» Η Πάολα πετάγεται όρθια. «Αν πάτε να κάνετε τέτοιο πράγμα, είστε τελειωμένοι!»

Η Κλεισμένη γρυλίζει κάτω απ’το κρεβάτι, δείχνοντας ανήσυχη, νιώθοντας την ένταση στο δωμάτιο.

Ο Ύαν λέει, ψύχραιμα: «Δε θα περιμένουν τέτοια επίθεση στα ίδια τα Κεντρικά της Χωροφυλακής, Πάολα. Και θα είμαστε καλά οπλισμένοι. Θα τους ξαφνιάσουμε, θα πάρουμε τη Βατράνια, και θα βγούμε από το οικοδόμημα. Και τότε χρειάζομαι τη δική σου βοήθεια. Πρέπει να έχεις ένα όχημα έτοιμο να μας πάρει, ώστε να φύγουμε αμέσως από την πόλη.»

Η Πάολα αναστενάζει, μοιάζοντας στα πρόθυρα να τον βρίσει. Στρέφεται σ’εμένα. Με κοιτάζει ερωτηματικά.

Μένω σιωπηλός, συλλογισμένος. Αν και η ιδέα του Ύαν δεν με βρίσκει τελείως αντίθετο. Το ξέρω ότι είναι καλός στη δουλειά του – άψογος – και καταλαβαίνω πως η Σαμάνθα έχει μπλέξει άσχημα αυτή τη φορά. Κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει εδώ, στη Νίρβεκ…

Η Πάολα λέει στον Ύαν: «Δεν ήρθες για να σκοτώνεις τους χωροφύλακες της πόλης μας· ήρθες για να μας βοηθήσεις να ανακαλύψουμε ποιος δολοφόνησε τον Τασνικέφ!»

«Το σχέδιο άλλαξε,» αποκρίνεται ο Ύαν. «Έχουμε πιθανούς προδότες μέσα στην οικογένεια–»

«Δεν το ξέρουμε ότι ο Παλιόσυρμος είναι ‘προδότης’,» λέει ο Ζορζ. «Ανέκαθεν ήταν περίεργος.»

«Τώρα όμως,» λέω, «είναι πιο περίεργος, δεν είναι;»

Κανένας δεν μιλά. Είναι προφανές ότι έχω δίκιο.

«Ακόμα και τότε που με είχε ρίξει στα κελιά του,» συνεχίζω, «δεν με κράτησε εκεί. Γρήγορα μ’έβγαλε.»

«Δε σε είχε πιάσει για πλαστοπροσωπία ατόμου της Χωροφυλακής, Ζορδάμη!» μου θυμίζει ο Ζορζ. «Ίσως, για νομικούς λόγους, να μη μπορεί να ελευθερώσει τη Βατράνια.»

«Γιατί δεν μας το λέει τότε;» ρωτά, μάλλον ακούσια, η Πάολα.

«Γιατί είναι αυτός που είναι.» Ο Ζορζ ανασηκώνει τους ώμους.

Η Πάολα σουφρώνει τα χείλη, δεν μιλά. Δε νομίζω ότι συμφωνεί.

Και ούτε εγώ συμφωνώ. Ο Παλιόσκυλος θα μπορούσε, ακόμα και με κρυφό τρόπο, να είχε βγάλει τη Σαμάνθα από τα μπουντρούμια. Ή μήπως το έχει κάνει ήδη; Το λέω στους άλλους.

«Γιατί τότε η Αγαρίστη δεν έχει επικοινωνήσει με κανέναν μας;» θέτει το ερώτημα ο Ύαν. «Γιατί κανένας δεν μπορεί να τη βρει στο σπίτι της και ούτε ο πομπός της λειτουργεί; Ακόμα φυλακισμένη την κρατά, ραλίστα. Τι λες, λοιπόν, θα πάμε να την πάρουμε από τα μπουντρούμια του, ή έχεις καμια άλλη, καλύτερη δουλειά εδώ;»

«Η αλήθεια είναι, όπως σου είπα, ότι περαστικός είμαι από τη Νίρβεκ.»

Η ΚΛΕΦΤΡΑ ΤΗΣ ΠΝΟΗΣ

Η Ξανθίππη επικοινώνησε με τον Φίλανθο μέσω του πομπού της προτού πάνε να τον επισκεφτούν, ώστε να βεβαιωθεί ότι θα είναι εκεί και θα έχει κάτι να τους πει. Ο Βαρκάρης άνοιξε τον δίαυλο του σπιτιού του και της απάντησε ότι φυσικά και μπορούν να έρθουν· τους περιμένει.

Ο Κριτόλαος οδηγεί τώρα το τετράκυκλο όχημά του προς τις Νοτιοανατολικές Αποβάθρες, ενώ η Ξανθίππη γι’ακόμα μια φορά κάθεται δίπλα του. Το δίκυκλό της το έχει αφήσει σ’ένα γκαράζ κοντά στο Ψηλό Μέγαρο.

«Σου είπε αν έχει κάποια συγκεκριμένη πληροφορία να μας δώσει;» ρωτά ο Κριτόλαος.

«Όχι.»

«Δηλαδή, μπορεί και να μην έχει ανακαλύψει τίποτα…»

«Μπορεί. Αλλά σίγουρα το έχει ψάξει το θέμα.»

Ο Κριτόλαος τής λέει: «Κοιτάζοντας τον φάκελο του Άλκιμου Καλνάροφ, είδα ότι δεν είναι μόνο μεσίτης αλλά φέρνει σε επαφή και διάφορους… επαγγελματίες με τους εργοδότες τους. Επαγγελματίες του υπόκοσμου. Δολοφόνους, για παράδειγμα. Υποθέτω, το ξέρεις…»

«Πού θες να καταλήξεις;»

«Γιατί δεν πήγαμε να ζητήσουμε βοήθεια από αυτόν; Γιατί πήγαμε στον Φίλανθο; Τον εμπιστεύεσαι περισσότερο;»

«Για μια τέτοια υπόθεση, ναι,» αποκρίνεται η Ξανθίππη. «Ο Καλνάροφ είναι καλός αν θες να βρεις κάποιον για να τον πληρώσεις να σου κάνει μια δουλειά. Δεν είναι καλός για να ψάξει να εντοπίσει μια υποτιθέμενη δολοφόνο με μαύρο δέρμα και κοντά μοβ μαλλιά.»

«Καταλαβαίνω. Αλλά ίσως θα μπορούσε να έχει κάποια πληροφορία να μας δώσει…»

Η Ξανθίππη ανασηκώνει τους ώμους. «Του μιλάμε αύριο, αν θες.»

Όταν φτάνουν στις Νοτιοανατολικές Αποβάθρες, ο Κριτόλαος σταθμεύει το όχημά του κοντά στο σπίτι του Φίλανθου και βγαίνει μαζί με την Ξανθίππη. Πλησιάζουν την πόρτα στο πλάι της πολυκατοικίας και η ειδική ερευνήτρια χτυπά το κουδούνι.

Ο Βαρκάρης ανοίγει, κι αυτή τη φορά είναι πιο καλοντυμένος από την προηγούμενη, αλλά τα καστανά μαλλιά του εξακολουθούν να φαίνονται λιγδερά, και το πρόσωπό του σαν να το έχει πατήσει μπότα.

«Καλησπέρα,» χαιρετά, καθώς μπαίνουν στο κακόγουστα στολισμένο σαλονάκι του, «καλησπέρα.»

«Ελπίζω να μη σε βάλαμε σε πολύ κόπο,» του λέει η Ξανθίππη ρίχνοντας μια ματιά ολόγυρα σαν να περιμένει ότι ίσως κάποιος είναι κρυμμένος κάπου και παρακολουθεί.

«Καθόλου κόπος. Απλώς έκανα τις σωστές ερωτήσεις στους σωστούς α’θρώπους.»

«Και τι βρήκες;» ρωτά ο Κριτόλαος, καθίζοντας σε μια πολυθρόνα ενώ οι άλλοι δυο στέκονται ακόμα.

«Υπάρχει μια κυρία που μοιάζει λιγάκι μ’αυτή που ζητάτε–»

«Δε μας ενδιαφέρει αν ‘μοιάζει λιγάκι’,» του λέει ο Κριτόλαος. «Μας ενδιαφέρει αν είναι μια μαυρόδερμη γυναίκα με κοντά μοβ μαλλιά. Είναι, ή όχι;»

«Είναι μια μαυρόδερμη γυναίκα με κοντά πράσινα μαλλιά,» αποκρίνεται ο Φίλανθος, και καθίζει σε μια καρέκλα αντίκρυ στον Κριτόλαο.

Τώρα, μόνο η Ξανθίππη στέκεται, και λέει: «Πράσινα μαλλιά; Και είναι δολοφόνος; Επαγγελματίας;»

«Ναι. Από τη Μοργκιάνη, σύμφωνα με τα λεγόμενα–»

«Από πού;» λέει αμέσως ο Κριτόλαος καθώς στο μυαλό του έρχεται, φυσικά, το σχοινί που έπνιξε την Ηλέννια Σιγήκαιρη: το σχοινί από τη Μοργκιάνη.

«Μια άλλη διάσταση–»

«Γνωρίζω τι είναι η Μοργκιάνη. Είσαι βέβαιος ότι η συγκεκριμένη γυναίκα είναι από εκεί;»

Ο Φίλανθος μορφάζει. «Αυτό λένε…»

«Τι άλλα έμαθες γι’αυτήν; Πώς ονομάζεται; Πού μπορεί κανείς να τη βρει; Τι δουλειές αναλαμβάνει;»

«Δεν ξέρω ποιο είναι το πραγματικό της όνομα, αλλά τη λένε ‘η Κλέφτρα της Πνοής’. Έτσι τη ζητάς.»

«Η Κλέφτρα της Πνοής…» Ο Κριτόλαος συνοφρυώνεται. Της πνοής… Ποιας πνοής; «Γιατί;»

«Απ’ό,τι καταλαβαίνω, πρόκειται για κάποια ονομασία που βασίζεται σε κάτι σχετικό με τη διάστασή της,» εξηγεί ο Φίλανθος. «Επίσης, λένε πως πνίγει τα θύματά της.»

«Τα πνίγει…» Ο Κριτόλαος κοιτάζει την Ξανθίππη.

Τα μάτια της στενεύουν. «Πού μπορεί κάποιος να τη βρει, Φίλανθε;»

«Στις Κουρασμένες Αποβάθρες. Αλλά εγώ δεν την έχω δει ποτέ, αν αυτό ρωτάς· δεν είχα ποτέ καμια συναναστροφή μαζί της–»

«Από πότε είναι εδώ, στη Νέσριβεκ, ξέρεις; Από πότε είναι στη Σεργήλη;» ρωτά ο Κριτόλαος.

«Στη Σεργήλη, φίλε μου, δεν ξέρω από πότε μπορεί νάναι. Αλλά στη Νέσριβεκ πρέπει νάναι τουλάχιστο κάποια χρόνια. Δεν ήρθε χτες, δηλαδή.»

«Μάλιστα,» λέει ο Κριτόλαος. «Και πώς μπορούμε να τη συναντήσουμε;»

«Υπάρχει ένα μπαρ που το λένε ‘του Σγουρού’. Εκεί, αν πας στον άντρα πίσω από τον πάγκο – έναν χοντρούλη τύπο, γαλανόδερμο, με μακρύ μαύρο μαλλί – και του πεις ότι θες την Κλέφτρα της Πνοής, θα σου απαντήσει.»

«Τι άλλο ξέρεις γι’αυτήν;»

«Τίποτα.» Ο Φίλανθος ανάβει τσιγάρο. «Σου είπα, δεν είχα ποτέ πάρε-δώσε μαζί της.»

«Μόνο με στραγγαλισμό σκοτώνει;»

«Ναι, αυτό άκουσα.»

«Με κανέναν άλλο τρόπο;»

«Μόνο πνίγοντας, φίλε μου.» Ο Φίλανθος φυσά καπνό απ’τα ρουθούνια.

«Με σχοινί;»

«Υποθέτω. Δε ρώτησα και τέτοιες λεπτομέρειες.»

Ο Κριτόλαος κοιτάζει την Ξανθίππη, κι εκείνη κοιτάζει αυτόν. Συμφωνούν, σιωπηλά, ότι η Κλέφτρα της Πνοής αναμφίβολα παρουσιάζει ενδιαφέρον.

Ευχαριστούν τον Βαρκάρη για τις πληροφορίες και φεύγουν από το σπίτι του. Πηγαίνουν στο όχημα του Κριτόλαου.

«Τα πάντα ταιριάζουν,» λέει ο μάγος, «εκτός από το χρώμα των μαλλιών της.»

Η ειδική ερευνήτρια ανάβει τσιγάρο. «Μπορεί να τα είχε βάψει.»

«Το πιο πιθανό – αν πρόκειται για την ίδια γυναίκα.»

«Λες να υπάρχει κι άλλη Κλέφτρα της Πνοής στη Νέσριβεκ;» Τον λοξοκοιτάζει φυσώντας καπνό από την άκρη του στόματός της.

*

Οι Κουρασμένες Αποβάθρες είναι, ουσιαστικά, το βορειοανατολικό λιμάνι της Νέσριβεκ: απλά έχει αυτή την ονομασία γιατί είναι το παλιότερο, και εδώ βρίσκονται επίσης πολλές κατοικίες ναυτεργατών. Το μέρος είναι ακόμα γεμάτο ζημιές από τον μεγάλο πόλεμο εναντίον των Παντοκρατορικών. Ο Εναέριος Σιδηρόδρομος περνά από πάνω του.

Το Μπαρ του Σγουρού βρίσκεται κοντά σε μια από τις γιγάντιες κολόνες που στηρίζουν τις ράγες ψηλά πάνω από τη γη. Είναι ένα σχετικά μικρό κατάστημα που δεν συγκεντρώνει πολύ κόσμο. Απόψε, από το ηχοσύστημά του έρχεται η μουσική του συγκροτήματος Νυκτόβιοι Εργατοπατέρες. Ο Κριτόλαος’μορ και η Ξανθίππη βλέπουν διάφορους σκιερούς τύπους και τύπισσες να τους λοξοκοιτάζουν χωρίς πολύ ενδιαφέρον, καθώς διασχίζουν το μπαρ πλησιάζοντας τον ημικυκλικό πάγκο στο πέρας του. Από πίσω στέκεται ένας ευτραφής άντρας με γαλανό δέρμα και μακριά μαύρα μαλλιά. Τα χέρια του είναι γεμάτα αργυρά και χάλκινα δαχτυλίδια. Από το δεξί του αφτί κρέμεται ένα μεγάλο σκουλαρίκι με χάντρες.

«Καλησπέρα,» λέει ο Κριτόλαος.

«Καλησπέρα, μάστορα. Τι θα πάρετε;» Το βλέμμα του συμπεριλαμβάνει την Ξανθίππη, την οποία και κοιτάζει διερευνητικά, με κολακευτικό τρόπο, παρότι το ντύσιμό της δεν έχει τίποτα το αποκαλυπτικό – ένα μαύρο πανωφόρι κι ένα μαύρο παντελόνι.

«Μια Κλέφτρα της Πνοής,» απαντά ο Κριτόλαος, και τα μάτια του άντρα του μπαρ αμέσως στενεύουν υποψιασμένα.

«Κλέφτρα; Της Πνοής;»

Ο Κριτόλαος νεύει.

«Δεν είναι… συνηθισμένο ποτό.»

«Το ξέρω. Πού μπορώ να τη βρω;»

«Μπορώ να την καλέσω, να δω άμα ευκαιρεί νάρθει από δω απόψε.»

«Κάλεσέ την, τότε.»

«Δυο ήλιοι, μάστορα.»

Ο Κριτόλαος βγάζει ένα χαρτονόμισμα των πέντε ήλιων και του το δίνει. «Δε θέλω ρέστα. Φέρε μας μόνο και δυο Κρύους Ουρανούς.»

«Έγινε.» Ο γαλανόδερμος άντρας τσιμπά τους πέντε ήλιους απ’το χέρι του μάγου και φέρνει δύο ποτήρια γεμάτα Κρύο Ουρανό σ’εκείνον και στην Ξανθίππη. Τους κλείνει το μάτι και πηγαίνει προς το σκιερό βάθος πίσω από τον ημικυκλικό πάγκο. Σηκώνει το ακουστικό ενός επικοινωνιακού διαύλου, πατά μερικά πλήκτρα, και μιλά σιγανά, κρύβοντας τα χείλη του με το χέρι.

Ο Κριτόλαος πίνει μια γουλιά απ’το ποτό του.

Η Ξανθίππη ανάβει τσιγάρο.

Ο άντρας του μπαρ επιστρέφει από το βάθος. Τους κλείνει το μάτι ξανά αλλά δεν τους πλησιάζει. Πηγαίνει προς κάτι άλλους πελάτες.

«Επίτηδες μας αποφεύγει;» λέει η Ξανθίππη.

«Μάλλον.»

«Φοβάται ότι θα του κάνουμε ερωτήσεις που δεν θέλει ν’απαντήσει, λες;»

«Μπορεί.» Ο Κριτόλαος πίνει ακόμα μια γουλιά απ’το ποτό του. «Ή ίσως να μη θέλει να σχετίζεται με άτομα που προσλαμβάνουν φονιάδες.»

Μετά από κανένα τέταρτο, ενώ η πελατεία στο μπαρ εξακολουθεί να είναι λίγη και ενώ από τα ηχεία τώρα έρχονται ήχοι του συγκροτήματος Πολίτες Απολίτιστοι, μια γυναίκα μπαίνει από την είσοδο βαδίζοντας σαν επικίνδυνο αιλουροειδές, παρατηρεί ο Κριτόλαος. Γνωρίζει το είδος της· τόχει ξαναδεί. Καταλαβαίνει κάποιον που είναι εκπαιδευμένος να σκοτώνει, κάποιον που περιμένει τον κίνδυνο από παντού.

Παρατηρεί επίσης ότι ο άντρας του μπαρ κάνει ένα ανεπαίσθητο νεύμα στη γυναίκα – ένα νεύμα προς εκείνον και την Ξανθίππη. Και η γυναίκα τούς πλησιάζει. Μαυρόδερμη, όπως είπε ο Φίλανθος, αλλά τα μαλλιά της δεν φαίνονται: φορά μικρό, σκούρο πράσινο καπέλο. Είναι ντυμένη με γκρίζα εφαρμοστή μπλούζα, μαύρο παντελόνι, και μαύρες μπότες. Δε μοιάζει νάχει όπλα επάνω της, αλλά ο Κριτόλαος είναι σίγουρος πως έχει.

Της Ξανθίππης η γυναίκα αυτή δεν της φαίνεται επικίνδυνη· το βλέμμα της ειδικής ερευνήτριας δεν είναι τόσο εκπαιδευμένο όσο του Κριτόλαου. Τη βλέπει και σκέφτεται: Είναι δυνατόν αυτή να σκότωσε την Ηλέννια; Να την έπνιξε κρεμώντας την από κει πάνω; Η μαυρόδερμη γυναίκα δεν είναι μεγαλόσωμη, δεν δείχνει γεροδεμένη.

«Καλησπέρα,» λέει με φωνή χαμηλή, μαλακιά, που φέρνει στο μυαλό της Ξανθίππης θρόισμα από φυλλώματα δέντρων.

«Η Κλέφτρα της Πνοής;» ρωτά ο Κριτόλαος.

«Την Κλέφτρα ψάχνετε;»

«Ναι.»

«Γιατί;» Η φωνή της εξακολουθεί να είναι χαμηλή, μαλακιά, ήρεμη. Τα μάτια της ατενίζουν τον μάγο ασάλευτα, γαλανά και γυαλιστερά επάνω στο μικρό, στρογγυλωπό, κατάμαυρο πρόσωπό της.

«Για μια πληροφορία.»

«Η Κλέφτρα της Πνοής δεν δίνει πληροφορίες. Κάνει… δουλειές.»

Ο Κριτόλαος βγάζει ένα χαρτονόμισμα των πενήντα ήλιων από το πορτοφόλι του – καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό. «Πληρώνουμε.»

Η γυναίκα ρίχνει μια φευγαλέα ματιά στο νόμισμα προτού το ασάλευτο βλέμμα της επιστρέψει στο πρόσωπο του μάγου. Δεν μιλά· τον περιμένει εκείνος να μιλήσει.

«Θέλουμε να μάθουμε αν η Κλέφτρα έδωσε τέλος σε μια γυναίκα στο Εμπορικό Κέντρο Ζαχαρωτού, πρόσφατα.»

«Δεν έχω τέτοιες πληροφορίες.»

Ο Κριτόλαος κάνει να βγάλει άλλο ένα χαρτονόμισμα από το πορτοφόλι του.

«Δεν έχω τέτοιες πληροφορίες,» επαναλαμβάνει η μαυρόδερμη γυναίκα.

«Πες μου πόσους ήλιους θέλεις.»

«Φοβάμαι ότι με έχετε μπερδέψει με κάποια άλλη,» αποκρίνεται η μαυρόδερμη γυναίκα. «Δεν έχουμε τίποτα περαιτέρω να πούμε.» Και γυρίζει να φύγει.

Ο Κριτόλαος αρπάζει αμέσως το αριστερό της μπράτσο. Τα μάτια της στρέφονται ξανά επάνω του, και η έκφρασή της του μαρτυρά πως είναι έτοιμη να τον σκοτώσει αν χρειαστεί. Αισθάνεται σκληρούς μύες κάτω από τα δάχτυλά του, κάτω από το μανίκι της μπλούζας της: μικρούς αλλά σαν πέτρες.

«Δεν είμαστε εδώ για να κυνηγήσουμε κανέναν,» της λέει, αφήνοντάς την, μη θέλοντας να τον δει εχθρικά. «Μόνο μια πληροφορία ζητάμε. Δε μας ενδιαφέρει καν ποια είσαι.»

«Δεν έχω πληροφορίες να σας δώσω.» Η γυναίκα τού στρέφει την πλάτη και βαδίζει, χωρίς να βιάζεται αλλά ούτε και αργά, προς την έξοδο του μπαρ.

«Την ακολουθούμε;» ρωτά αμέσως, χαμηλόφωνα, η Ξανθίππη.

«Ναι. Αλλά περίμενε.»

Μόλις η μαύρη γυναίκα βγαίνει από το μπαρ, σηκώνονται από τα ψηλά σκαμνιά τους και βγαίνουν κι εκείνοι. Ο δρόμος απέξω είναι έρημος, φωτισμένος από μερικές ασθενικές ενεργειακές λάμπες. Από πάνω τους ένας συρμός του Εναέριου Σιδηρόδρομου ακούγεται να βροντά, περνώντας γρήγορα.

«Εξαφανίστηκε!» συρίζει η Ξανθίππη κοιτάζοντας ολόγυρα.

Ο Κριτόλαος πλησιάζει τη βιτρίνα ενός κλειστού καταστήματος ρούχων, η οποία φαίνεται πίσω από το διχτυωτό ρολό. Μουρμουρίζει τα λόγια για ένα Ξόρκι Ανιχνεύσεως ενώ φέρνει στο μυαλό του όσο καλύτερα μπορεί την εικόνα της μαυρόδερμης γυναίκας. Συγχρόνως, τα μάτια του είναι φανατικά εστιασμένα στη βιτρίνα του καταστήματος που καθρεπτίζει την όψη του.

«Τι κανείς;» τον ρωτά η Ξανθίππη, αλλά τη φωνή της εκείνος ίσα που την ακούει, απόλυτα συγκεντρωμένος στη μαγική δουλειά του.

Καθώς ολοκληρώνει το ξόρκι, αισθάνεται σαν η εικόνα της μαυρόδερμης γυναίκας να πηδά από το μυαλό του προς την κατοπτρική επιφάνεια της βιτρίνας: κι εκεί ένα κόκκινο σημάδι παρουσιάζεται, μια κουκίδα.

Η Ξανθίππη, ξαφνιασμένη, κοιτά πίσω της, αναζητώντας την πηγή προέλευσης του φωτός.

«Μην ψάχνεις,» λέει ο Κριτόλαος παρατηρώντας την κόκκινη κουκίδα να κινείται επάνω στο τζάμι. «Η φίλη μας είναι αυτή. Και βρίσκεται…» – το μυαλό του κρίνει την πραγματική θέση της βάσει της θέσης της κουκίδας – «προς τα εκεί.» Δείχνει ένα σοκάκι ανάμεσα στο μπαρ και σε μια κλειστή αποθήκη.

Μαζί με την Ξανθίππη βαδίζει αμέσως προς εκείνη τη μεριά, ενώ κι οι δύο τραβάνε τα πιστόλια τους. Η ειδική ερευνήτρια έχει πλέον καταλάβει ότι ο μάγος έκανε κάποιο ξόρκι για να βρει τη μαύρη γυναίκα. Γνωρίζει ότι υπάρχουν τέτοια ξόρκια.

Προχωρώντας γρήγορα μέσα στο σοκάκι και στρίβοντας δεξιά, βλέπουν μια σκιερή μορφή να προηγείται. Αλλά κι εκείνη πρέπει να τους αντιλαμβάνεται, γιατί αρχίζει να τρέχει. Ο Κριτόλαος και η Ξανθίππη τρέχουν ξοπίσω της, κυνηγώντας την. Η Κλέφτρα της Πνοής κλοτσά έναν σκουπιδοτενεκέ, στέλνοντάς τον να κυλήσει προς το μέρος τους, σκορπίζοντας σκουπίδια παντού. Η Ξανθίππη πηδά πάνω από το μεταλλικό κυλινδρικό δοχείο, αλλά ο Κριτόλαος σκοντάφτει και πέφτει, ενώ εσωτερικά καταριέται. Το σώμα του πλέον δεν ανταποκρίνεται όπως όταν ήταν πιο νέος!

Η μαύρη γυναίκα έχει στρίψει σ’έναν δρόμο αριστερά, και η Ξανθίππη την καταδιώκει. «Περίμενε!» φωνάζει. «Περίμενε γιατί θα ρίξω!» υψώνοντας το πιστόλι της το οποίο έχει ήδη γυρισμένο στην αναισθητοποίηση.

Η Κλέφτρα της Πνοής γαντζώνεται στο πλάι ενός τοίχου σαν γάτα και σκαρφαλώνει επάνω με τρομερή ταχύτητα. Η Ξανθίππη πατά τη σκανδάλη: ενέργεια εκτοξεύεται από την κάννη του πιστολιού της, τρίζοντας και φωτίζοντας, αλλά αστοχεί τη μαύρη γυναίκα. Η οποία τώρα βρίσκεται ξαφνικά σε μια από τις χαμηλότερες στέγες της πολυκατοικίας, πιάνεται σε μια σιδερένια σκάλα και την ανεβαίνει, μπαίνει σε μια μεταλλική πόρτα.

Η Ξανθίππη κοιτάζει τον τοίχο που η Κλέφτρα της Πνοής σκαρφάλωσε και της μοιάζει αδύνατο εκείνη να σκαρφαλώσει εκεί. Είναι πολύ λείος, με ελάχιστες εσοχές και προεξοχές. Ωστόσο το προσπαθεί–

–και πέφτει άγαρμπα, καταλήγοντας πάνω στον αριστερό γοφό της και μουγκρίζοντας από τον πόνο.

Καθώς σηκώνεται στα γόνατα, ο Κριτόλαος’μορ την πλησιάζει.

«Πού πήγε;»

Η Ξανθίππη ορθώνεται τρίβοντας τον γοφό της. «Επάνω, η δαιμονισμένη!» Δείχνει.

Τα μάτια του Κριτόλαου στενεύουν.

«Ανέβηκε εκείνη τη σκάλα, μετά, και μπήκε σ’εκείνη την πόρτα,» συνεχίζει η Ξανθίππη.

«Σχεδόν σαν Μαύρη Δράκαινα,» μουρμουρίζει ο Κριτόλαος.

«Τι;»

«Μια στρατιωτική ελίτ θηλέων που είχε συγκροτήσει η Παντοκράτειρα,» εξηγεί ο Κριτόλαος. «Σύντομα, όμως, οι περισσότερες πήγαν με την Επανάσταση.»

«Ναι, νομίζω πως κάτι έχω ακούσει. Είναι μια απ’ αυτές;»

Ο Κριτόλαος κουνά το κεφάλι. «Μάλλον όχι.»

«Βρες την πάλι.»

«Χρειάζομαι μια καθαρή αντανακλαστική επιφάνεια, και δε βλέπω καμια εδώ γύρω. Πάμε πίσω στο όχημά μας.»

Η Ξανθίππη δεν φέρνει αντίρρηση. Κουτσαίνει, όμως, καθώς επιστρέφουν προς τον δρόμο όπου είναι το Μπαρ του Σγουρού.

«Είσαι καλά;» τη ρωτά ο Κριτόλαος.

«Θα συνέλθω. Δεν έχει σπάσει τίποτα.»

Πλησιάζουν το τετράκυκλο όχημά τους, που έχουν αφήσει λίγο παρακάτω από το μπαρ, και ανοίγοντας τις πόρτες μπαίνουν. Ο Κριτόλαος, εστιάζοντας το βλέμμα του στη σβηστή οθόνη της κονσόλας, χρησιμοποιεί πάλι το Ξόρκι Ανιχνεύσεως φέρνοντας στο νου του την όψη της Κλέφτρας της Πνοής. Αμφιβάλλει αν σε καμια μέρα θα μπορεί να το ξανακάνει αυτό· η εικόνα της θα είναι πολύ θολή πια μέσα στη μνήμη του.

Καμια κουκίδα δεν παρουσιάζεται επάνω στην οθόνη. Η φόνισσα πρέπει νάχει απομακρυνθεί. Ο Κριτόλαος εντείνει τη νοητική προσπάθειά του, συνεχίζοντας να μουρμουρίζει τα λόγια του ξορκιού και να έχει στο μυαλό του το μαυρόδερμο πρόσωπο με τα αστραφτερά, ασάλευτα γαλανά μάτια. Ξανά, όμως, καμια κουκίδα δεν παρουσιάζεται στην οθόνη.

Αναστενάζοντας, ο Κριτόλαος ακουμπά την πλάτη του στη θέση του οδηγού και τρίβει τον δεξί του κρόταφο, κουρασμένα.

«Τι έγινε;» ρωτά η Ξανθίππη. «Δεν τη βρίσκεις;»

«Πρέπει νάχει απομακρυνθεί πολύ. Μάλλον είχε κάποιο όχημα σταθμευμένο εδώ γύρω και, παίρνοντάς το, έφυγε ολοταχώς. Οι δρόμοι είναι ανοιχτοί τέτοια ώρα.»

«Δηλαδή, τη χάσαμε;»

«Για τώρα. Δε νομίζω, όμως, ότι θα ήταν εύκολο να την πείσουμε να μας πει ποιος την πλήρωσε για να σκοτώσει την Ηλέννια, ακόμα κι αν την πιάναμε. Ακόμα κι αν απειλούσαμε να τη σκοτώσουμε, ή αν τη δέρναμε.»

«Δε μου φάνηκε και τόσο ανθεκτική…»

Ο Κριτόλαος γελά. «Σοβαρολογείς; Επειδή δεν είναι μεγαλόσωμη; Αυτή η γυναίκα πάω στοίχημα ότι, αν μας ορμούσε, θάχε καλές πιθανότητες να μας σκοτώσει και τους δύο με τα χέρια της!»

Αποκλείεται! σκέφτεται η Ξανθίππη.

Ο Κριτόλαος παρατηρεί τη δυσπιστία στο πρόσωπό της, και γελά ξανά. «Έχω δει αρκετούς φονιάδες, πίστεψέ με,» της λέει. «Αυτή η γυναίκα είναι καλή στη δουλειά της. Και φανατική. Πιθανώς, μάλιστα, ν’ακολουθεί κάποιον δικό της κώδικα.»

«Τι προτείνεις, λοιπόν, να κάνουμε για ν’ανακαλύψουμε ποιος την έβαλε να σκοτώσει την Ηλέννια;»

«Δε μπορώ να σκεφτώ κάτι αυτή τη στιγμή,» λέει ο Κριτόλαος, και βάζει μπροστά το όχημά του.

ΠΙΕΣΕΙΣ

Την επόμενη ημέρα ύστερα από την πρώτη συνάντησή της με τον Ρίβη Παλιόσυρμο, τρεις χωροφύλακες έρχονται να τη βγάλουν από το κελί της. Το ξέρει ότι είναι η επόμενη ημέρα επειδή έχει ακόμα το ρολόι στον καρπό της, αλλιώς θα είχε χάσει τελείως τον χρόνο μέσα σε τούτο το σκοτεινό μπουντρούμι.

Οι χωροφύλακες την πηγαίνουν σ’ένα δωμάτιο που δεν είναι μικρό αλλά ούτε και μεγάλο θα μπορούσες να το χαρακτηρίσεις. Δύο άλλοι βρίσκονται ήδη εδώ: ο χωροφύλακας και η χωροφύλακας που ήταν μαζί με τον Ρίβη όταν εκείνος ήρθε να της μιλήσει. Την καθίζουν σε μια καρέκλα μπροστά σ’ένα τραπέζι, και οι δύο από τους χωροφύλακες που την έφεραν εδώ μένουν· ο τρίτος φεύγει, κλείνοντας την πόρτα.

Η ξανθιά, γαλανόδερμη χωροφύλακας – που τώρα η Αστερόπη διακρίνει, από τα αναγνωριστικά επάνω στη στολή της, ότι είναι λοχίας της Χωροφυλακής – κάθεται αντίκρυ της. Ο άλλος που ήταν μαζί με τον Ρίβη στέκεται πίσω από τη λοχία, με τα χέρια του σταυρωμένα μπροστά του, καστανομάλλης και με δέρμα λευκό-ροζ· όμορφος, με βλέμμα παρατηρητικό.

Η ξανθιά χωροφύλακας ρωτά την Αστερόπη ποιο είναι το πραγματικό της όνομα.

Εκείνη αποκρίνεται: «Ζήτησα να μου φέρετε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό μου. Θέλω να μιλήσω σε κάποιους ανθρώπους.»

«Δεν κάνεις παζάρια μαζί μας!» της λέει η χωροφύλακας. «Αν θέλουμε θα σου δώσουμε τον πομπό σου, αν δεν θέλουμε δεν θα σ’τον δώσουμε.»

«Εκτός αν ο νόμος έχει αλλάξει,» λέει η Αστερόπη ψύχραιμα, «έχω δικαίωμα να επικοινωνήσω–»

«Δεν έχεις δικαίωμα να επικοινωνήσεις με κανέναν! Παρίστανες πρόσωπο της Χωροφυλακής, και έχεις επάνω σου ψεύτικη ταυτότητα μάγισσας. Δεν έχεις δικαίωμα να επικοινωνήσεις με κανέναν, προτού μάθουμε ποια πραγματικά είσαι.»

«Ακόμα κι αν σου πω ένα όνομα, θα με πιστέψεις;»

«Θα πρέπει να το αποδείξεις.»

«Με τι τρόπο;»

«Καλά θα κάνεις να βρεις έναν τρόπο,» της λέει η χωροφύλακας.

Η Αστερόπη μένει σιωπηλή, αναρωτούμενη ώς πότε ο Ρίβης θα καθυστερεί να τη βγάλει από δω μέσα. Τι σκατά συμβαίνει;

«Ας αρχίσουμε από αλλού,» λέει ο όμορφος χωροφύλακας. «Γιατί παρίστανες την ειδική ερευνήτρια της Χωροφυλακής;»

Η Αστερόπη εξακολουθεί να είναι σιωπηλή.

«Τι ζητούσες στον χώρο όπου δολοφονήθηκε ο Φιλοπολίτης Τασνικέφ;» συνεχίζει ο χωροφύλακας.

Η Αστερόπη δεν μιλά.

Η ξανθιά χωροφύλακας κοπανά το χέρι της άγρια επάνω στο τραπέζι. «Όταν σε ρωτάμε θα απαντάς!»

«Θέλω τον τηλεπικοινωνιακό πομπό μου,» λέει η Αστερόπη.

«Μη μας προκαλείς να φτάσουμε στα όριά μας!» λέει η χωροφύλακας. «Νομίζεις ότι θα βγεις από δω πέρα με το να μη μας μιλάς; Νομίζεις ότι η μαγεία σου θα σε βγάλει από εδώ; Νομίζεις ότι δεν ξέρουμε ότι είσαι όχι μόνο ψεύτικη μάγισσα, όπως δείχνει η ταυτότητά σου, αλλά και αληθινή συγχρόνως; Σε είδαμε να κάνεις κάποιο ξόρκι όσο ήσουν μέσα στο κελί σου! Μη νομίζεις ότι θα μπορέσεις έτσι να δραπετεύσεις. Κανένας μάγος δεν έχει δραπετεύσει από εδώ, ποτέ

Με παρακολουθείτε ώστε, σκέφτεται η Αστερόπη. Με κάποιον κρυμμένο τηλεοπτικό πομπό, μάλλον. Ευχαριστώ για την πληροφορία. Τι είδους παιχνίδι παίζει ο Ρίβης, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ;

Μένει σιωπηλή, φυσικά.

Η χωροφύλακας κοιτάζει τον όμορφο συνάδελφό της πάνω από τον ώμο της, σαν να ζητά βοήθεια.

Εκείνος ρωτά την Αστερόπη: «Πώς έφτιαξες τις ψεύτικες ταυτότητες; Ειδικά τη μαγική ταυτότητα είναι σχεδόν αδύνατο να τη φτιάξει κανείς. Ποιος σ’τις προμήθευσε;»

Η Αστερόπη δεν μιλά.

«Γιατί ήθελες να μπεις στον χώρο όπου δολοφονήθηκε ο Τασνικέφ;» τη ρωτά απότομα η ξανθιά χωροφύλακας. «Τι σχέση έχεις με τον φόνο του; Τον ήξερες; Ξέρεις τον δολοφόνο; Αν ξέρεις τον δολοφόνο, αυτό μπορεί να σε ξεμπλέξει, παρά τα άλλα σου… παραπτώματα. Καταλαβαίνεις;»

Η Αστερόπη δεν μιλά.

Η χωροφύλακας και ο όμορφος συνάδελφός της συνεχίζουν να της κάνουν τις ίδιες ερωτήσεις, ξανά και ξανά και ξανά, προσπαθώντας μάλλον να τη ζαλίσουν, να σπάσουν το ηθικό της, να την εκνευρίσουν. Εκείνη παραμένει σιωπηλή. Απλά, κάθε τόσο, τους ζητά τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της – τον οποίο, βέβαια, δεν της δίνουν. Σε κάποια στιγμή, τους ρωτά επίσης πού είναι ο Ρίβης Παλιόσυρμος, αλλά δεν της απαντούν.

Στο τέλος, η ξανθιά χωροφύλακας λέει στους δύο που έφεραν την Αστερόπη εδώ να την πάνε πάλι πίσω στο κελί της. Κι εκείνοι την πηγαίνουν. Την κλειδώνουν εκεί, και σύντομα μια συνάδελφός τους έρχεται για να της φέρει έναν μικρό δίσκο με φαγητό και νερό.

Η Αστερόπη κάνει ένα Ξόρκι Αναλύσεως Συστάσεως Τροφής, και οι μαγικές της αισθήσεις ερευνούν το φαγητό και το νερό για ανωμαλίες στη σύστασή τους που θα μπορούσαν να σημαίνουν δηλητήριο ή άλλες βλαπτικές ουσίες. Δεν εντοπίζει τίποτα το ύποπτο, έτσι τρώει, αν και το φαγητό είναι άνοστο και κακοβρασμένο.

*

Την επομένη, δεν την παίρνουν από το κελί της για ανάκριση. Την αφήνουν εδώ συνέχεια, μάλλον ελπίζοντας να την κουράσουν ψυχικά. Και ούτε ο Ρίβης έρχεται να τη δει. Τι παιχνίδι παίζει; Μέχρι πότε σκοπεύει να την αγνοεί; Νομίζει ότι η Σιδηρά Δυναστεία θα ξεχάσει κάτι τέτοιο; Ο Ρίβης Παλιόσυρμος ίσως να έχει αρχίσει να γίνεται άχρηστος στην οικογένεια αν δεν μπορεί ούτε να βγάλει ένα από τα μέλη της από τα κελιά της Χωροφυλακής στην οποία ανήκει.

Η Αστερόπη ψάχνει να βγει τον τηλεοπτικό πομπό που την παρακολουθεί. Κοιτάζει μέσα στο κελί της, μα δεν καταφέρνει να τον εντοπίσει πουθενά. Πρέπει, επομένως, να είναι κρυμμένος κάπου έξω από το κελί. Πρέπει να την κοιτάζει πίσω από τα κάγκελα. Ατενίζοντας τον αντικρινό τοίχο, πέρα από την καγκελωτή πόρτα, νομίζει ότι μπορεί να διακρίνει κάτι μικροσκοπικό να γυαλίζει ανάμεσα στις πέτρες. Ίσως αυτός νάναι ο πομπός.

Η Αστερόπη, δυστυχώς, δεν γνωρίζει το Ξόρκι Τηλεοπτικής Ανιχνεύσεως ώστε να τον εντοπίσει με βεβαιότητα. Δεν τα πάει καθόλου καλά με τα ξόρκια που έχουν σχέση με μηχανισμούς. Το μυαλό της δεν λειτουργεί έτσι.

Οι μέρες κυλάνε, η μία κατόπιν της άλλης, και οι χωροφύλακες μονάχα άλλη μια φορά την παίρνουν από το κελί της και την πηγαίνουν για ανάκριση. Οι ίδιοι που της μίλησαν πριν της μιλάνε και τώρα: η ξανθιά γυναίκα και ο όμορφος καστανομάλλης άντρας. Είναι όμως πιο άγριοι μαζί της. Απειλούν ότι θα τη βασανίσουν αν συνεχίσει να μην τους απαντά. Αλλά εκείνη δεν τους λέει τίποτα· ζητά μόνο τον πομπό της – κι αυτοί αγνοούν τελείως το αίτημά της. Την επιστρέφουν, τελικά, πάλι στο κελί της.

Το φαγητό που της φέρνουν η Αστερόπη πάντα το ελέγχει με Ξόρκι Αναλύσεως Συστάσεως Τροφής, γιατί φοβάται ότι σύντομα πιθανώς να προσπαθήσουν να της ρίξουν κάποια ουσία που θα την κάνει να μιλήσει πιο εύκολα. Και δεν θέλει να πέσει σε τέτοια παγίδα. Δεν μπορεί – δεν πρέπει – να αποκαλύψει τίποτα για τη Σιδηρά Δυναστεία σ’αυτούς τους ανθρώπους.

Αλλά τι κάνει ο Ρίβης; Θέλει ο καταραμένος να τη φέρουν στα όριά της, και να μάθουν άσχετοι άνθρωποι πράγματα που δεν πρέπει να μάθουν; Δεν καταλαβαίνει τη σημαντικότητα της κατάστασης; Είναι ηλίθιος;

Θα μπορούσε, άραγε, να έχει προδώσει τη Δυναστεία; Σε ποιον, όμως; Η Αστερόπη αδυνατεί να φανταστεί κανέναν συγκεκριμένο εχθρό. Υπάρχουν, βέβαια, πολλές μικρότερες οργανώσεις του υπόκοσμου της Σεργήλης που ξέρουν για τη Σιδηρά Δυναστεία και τη φοβούνται, αλλά καμία δεν είναι δηλωμένα εχθρός της. Δεν θα επιβίωνε, άλλωστε.

Αποκλείεται, όμως, ο Ρίβης να μη μπορεί, ύστερα από τόσες μέρες, να τη βγάλει από δω μέσα. Κάποιο παιχνίδι παίζει· δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία γι’αυτό.

Το φαγητό και το νερό της, πάντως, μοιάζουν καθαρά από δηλητήρια και βλαπτικές ουσίες. Η Αστερόπη τρώει και πίνει. Αλλά όχι πολύ. Δεν έχει όρεξη, και η μαγειρική της Χωροφυλακής είναι άθλια.

Μια νύχτα, ο ήχος της πόρτας του κελιού της την ξυπνά. Ανασηκώνεται πάνω στο στενό κρεβάτι και βλέπει τον Ρίβη Παλιόσυρμο να μπαίνει κάνοντας νόημα στον φρουρό να φύγει. Εκείνος κλειδώνει και χάνεται μέσα στον διάδρομο. Ο Παλιόσυρμος και η Αστερόπη μένουν μόνοι.

«Τι νομίζεις ότι κάνεις;» γρυλίζει εκείνη, παίρνοντας καθιστή θέση πάνω στο κρεβάτι. «Για πόσο ακόμα θα με κρατάς εδώ;»

Ο Ρίβης ρίχνει μια ματιά έξω από τα κάγκελα, σαν να θέλει να βεβαιωθεί ότι ο φρουρός έχει όντως φύγει. Ύστερα, βηματίζει μέσα στο κελί. «Για όσο χρειαστεί,» λέει. «Μπορεί να μείνεις για… χρόνια εδώ κάτω. Έχει συμβεί, ξέρεις.»

Η Αστερόπη τον αγριοκοιτάζει, ακόμα καθισμένη. «Προσπαθείς να με τρομάξεις; Νομίζεις ότι είμαι μια από τους χωροφύλακές σου;»

«Βρίσκεσαι στο έλεός μου εδώ, Βατράνια, και το ξέρεις. Δεν υπάρχει κανένας άλλος συγγενής που να μπορεί να σε βγάλει από τούτο το μέρος. Μόνο εγώ.»

Τα μάτια της τον ατενίζουν οργισμένα.

Πράγμα που δεν μοιάζει να τον πτοεί.

«Νομίζεις ότι ο μπαμπάς σου μπορεί να σε βγάλει από εδώ;» της λέει. «Δεν μπορεί. Μόνο εγώ μπορώ.»

Τι ξέρει για τον πατέρα της; Πώς είναι δυνατόν να ξέρει για τον πατέρα της; Ο Ρίβης Παλιόσυρμος δεν ήξερε ποτέ ποιου κόρη είναι η Αστερόπη!

«Δεν καταλαβαίνω πού το πηγαίνεις,» του λέει. Και κάνει να σηκωθεί από το κρεβάτι, αλλά ο Ρίβης μ’ένα απότομο σπρώξιμο τη ρίχνει ξανά κάτω, ξαφνιάζοντάς την.

«Θέλω να μάθω κάτι,» την πληροφορεί· «κι όταν το έχω μάθει, τότε ίσως να σε πάρω από εδώ.»

«Δεν πρόκειται να μάθεις τίπ–!» γρυλίζει η Αστερόπη, εξοργισμένη, κάνοντας πάλι να σηκωθεί–

Το χέρι του την ξανασπρώχνει, ρίχνοντάς την στο κρεβάτι. Το κεφάλι της χτυπά στον τοίχο πίσω της.

«Θα το μάθω αυτό που θέλω,» της λέει ο Ρίβης Παλιόσυρμος. «Με τον έναν τρόπο ή με τον άλλο. Οπότε, καλύτερα να φανείς συνεργάσιμη από τώρα.»

Η Αστερόπη δεν επιχειρεί να ξανασηκωθεί, αλλά τον ατενίζει με στενεμένα μάτια. Αναρωτιέται τι θα γίνει αν του επιτεθεί. Βλέπει ότι ένα πιστόλι κι ένα ξιφίδιο κρέμονται από τη ζώνη του…

Ο Ρίβης λέει: «Ο πατέρας σου έχει πρόσβαση σ’ένα… μέρος επαφής. Ξέρεις για τι πράγμα μιλάω, έτσι;»

«Όχι.»

«Μη μου λες ψέματα!» φωνάζει ο Ρίβης. «Υπάρχει ένα μέρος επαφής που ο πατέρας σου γνωρίζει πολύ καλά.»

«Τι ξέρεις εσύ για τον πατέρα μου;»

«Περισσότερα απ’ όσα νομίζεις.»

«Ποιος σ’τα είπε;»

«Δε θα μου κάνεις εσύ ερωτήσεις,» λέει ο Ρίβης. «Εγώ κάνω ερωτήσεις, και μόνο εγώ! Γνωρίζεις για το μέρος επαφής, έτσι δεν είναι; Ξέρεις για τι μιλάω.»

«Δεν ξέρω τίποτα,» αποκρίνεται η Αστερόπη, αν και ξέρει. Πώς έμαθε όμως ο Ρίβης γι’αυτό; Πώς είναι δυνατόν να έμαθε; Κι ακόμα κι αν έμαθε – αν κάπως το άκουσε – τι τον ενδιαφέρει;

«Υπάρχει ένα μέρος όπου ο πατέρας σου πηγαίνει για να έρχεται σε επαφή με τις οντότητες από το φεγγάρι,» λέει ο Ρίβης. «Θέλω να μου πεις πού είναι.»

«Δεν υπάρχει τέτοιο μέρος. Πού άκουσες ότι–;»

«Πού είναι;» επιμένει ο Ρίβης.

«Δεν υπάρχει τέτοιο μέρος!»

«Το μέρος αυτό υπάρχει, και το ξέρω πως γνωρίζεις για την ύπαρξή του. Δεν πρόκειται να φύγεις από εδώ αν δεν μου πεις πού βρίσκεται. Και η ζωή σου θ’αρχίσει να γίνεται ολοένα και χειρότερη–»

«Νομίζεις ότι θα γλιτώσεις από τη Δυναστεία,» γρυλίζει η Αστερόπη, τρομοκρατημένη και εξαγριωμένη συγχρόνως, «ύστερα – ύστερα από–!»

«Η Δυναστεία δεν έχει καμια δύναμη εδώ–»

«Έτσι νομίζεις;» φωνάζει η Αστερόπη.

«Πες μου πού είναι το μέρος επαφής, και θα σε βγάλω από το κελί σου.»

«Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς!»

Ο Ρίβης πλησιάζει την καγκελόπορτα και φωνάζει: «Φρουρέ! Φρουρέ!»

Ο χωροφύλακας έρχεται. «Μάλιστα, κύριε Λοχαγέ!»

Ο Ρίβης τού κάνει νόημα ν’ανοίξει, κι εκείνος ξεκλειδώνει το κελί και ο λοχαγός βγαίνει. Καθώς η πόρτα κλείνει ξανά, ο Ρίβης λέει στην Αστερόπη: «Σκέψου το. Θα σε επισκεφτώ πάλι σύντομα.»

Όταν ο Παλιόσυρμος και ο φρουρός έχουν φύγει, τα φώτα ξαφνικά σβήνουν, ρίχνοντας πυκνό σκοτάδι παντού γύρω από την Αστερόπη. Κι εκείνη είναι βέβαιη ότι αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο Παλιόσκυλος θέλει να την τρομοκρατήσει.

Πώς είναι δυνατόν να ξέρει για τον πατέρα μου; αναρωτιέται, σοκαρισμένη. Μεγάλη Αρτάλη, πώς είναι δυνατόν να ξέρει για τα Σημεία Επαφής; Αυτό είναι κάτι για το οποίο ελάχιστοι – ελάχιστοι – ξέρουν, και σίγουρα όχι άνθρωποι σαν τον Ρίβη Παλιόσυρμο.

Ποιος κρύβεται πίσω από τον Παλιόσκυλο της Νίρβεκ;

Ο ίδιος, ίσως, που έβαλε να δολοφονήσουν τον Τασνικέφ;

Τι συμβαίνει εδώ; Τι συμβαίνει μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία; Η Αστερόπη αισθάνεται σαν απρόσμενα να έχει βρεθεί μπλεγμένη μέσα σε μια καινούργια, άγνωστη μυστική οργάνωση, όπου εχθροί καιροφυλαχτούν παντού.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΙΑΣΩΣΗΣ

Ο Ύαν φέρνει όπλα στο δωμάτιό μου στο Ζητούμενο και, βγάζοντάς τα από σάκους, μας τα παρουσιάζει ένα προς ένα. Ο άνθρωπος έχει μαζί του ολόκληρο οπλοστάσιο. Αλλά αυτό, βέβαια, δεν με εκπλήσσει· τον ξέρω αρκετά καλά πια. Επιπλέον, αποκλείεται να καταφέρουμε να κάνουμε εκείνο που έχουμε υπόψη μας χωρίς ολόκληρο οπλοστάσιο μαζί μας.

Η Πάολα τα κοιτάζει όλα τούτα με σκεπτικό τρόπο. Ο Ζορζ τα κοιτάζει με έκδηλη κατάκριση.

«Δεν είναι ανάγκη να λάβεις μέρος,» του λέει ο Ύαν. «Χρειαζόμαστε μόνο έναν άνθρωπο επιπλέον για να οδηγήσει το όχημα του ραλίστα. Εσύ μπορείς να πας στο σπίτι σου. Για την ακρίβεια, θα σ’το πρότεινα. Αν κάτι κακό μάς συμβεί, θα το μάθεις στις ειδήσεις.»

Ο Ζορζ κουνά το κεφάλι. «Νομίζω ότι θάπρεπε να το ξανασκεφτείτε. Τα Κεντρικά της Χωροφυλακής φρουρούνται καλά.»

«Γνωρίζω πόσο καλά φρουρούνται,» αποκρίνεται ο Ύαν. «Έχω μπει και σε πιο καλά φρουρούμενα μέρη, σ’όλη τη Σεργήλη, δύτη. Δεν προσπαθώ να σε μάθω πώς να κάνεις κατάδυση· μην προσπαθείς να μου υποδείξεις πού μπορώ να κάνω εισβολή και πού όχι.»

Ο Ζορζ δεν έχει κάτι άλλο να πει. Μας χαιρετά, μας εύχεται καλή τύχη, και φεύγει.

Καθώς οπλίζω ένα τουφέκι, μορφάζω και λέω στον Ύαν: «Ξέρεις τι δε μ’αρέσει σε τούτη την υπόθεση; Ότι δεν θα μπορέσουμε ν’αποφύγουμε τους θανάτους. Αυτοί οι χωροφύλακες που θα βρίσκονται στα Κεντρικά μες στη νύχτα θα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, τελείως αθώοι. Τελείως άσχετοι.»

«Χωροφύλακες είναι, ραλίστα. Το ήξεραν ότι βάζουν τη ζωή τους σε κίνδυνο όταν έπιασαν αυτή τη δουλειά. Όπως κι εγώ ξέρω ότι βάζω τον εαυτό μου σε κίνδυνο με τη δουλειά που κάνω,» αποκρίνεται ο Ύαν. Και τα δαιμονικά μάτια του μ’ατενίζουν παρατηρητικά. «Στη Χαρπόβη,» μου λέει, «στον Στοιχειωμένο Νερόμυλο, σκότωνες εκείνους τους τύπους χωρίς δεύτερ–»

«Δεν ήταν το ίδιο, σου είπα,» τον διακόπτω.

«Αναρωτιέμαι τι άλλαξε. Έχει σχέση με τις δουλειές που μου είπε ο Μαστροκλέφτης ότι έχεις αναλάβει;»

«Δεν ξέρω τι σου είπε ο Μαστροκλέφτης, αλλά τώρα δεν μπορώ να σου μιλήσω για τις δουλειές που έχω αναλάβει.»

«Όπως νομίζεις.»

*

Τα Κεντρικά της Χωροφυλακής βρίσκονται στο κέντρο της Νίρβεκ, ώστε οι χωροφύλακες να μπορούν να πηγαίνουν άνετα προς όλες τις κατευθύνσεις. Είναι ένα μεγάλο οικοδόμημα, πολυώροφο, και έχει γκαράζ και μηχανουργείο δίπλα του. Σε μια από τις οροφές του υπάρχει ελικοδρόμιο μ’ένα ελικόπτερο προσγειωμένο εκεί. Η σημαία της πολιτείας της Νίρβεκ και η σημαία της Χωροφυλακής της Νίρβεκ ανεμίζουν σ’ένα από τα μπαλκόνια του.

Πλησιάζουμε, εγώ κι ο Ύαν, την κύρια είσοδο σαν να μην τρέχει τίποτα. Τα μεγάλα όπλα μας είναι κρυμμένα σε σάκους, τα μικρότερα όπλα κάτω από τις καπαρντίνες μας. Μέσα από τα ρούχα μας φοράμε αλεξίσφαιρους θώρακες.

Η είσοδος είναι φτιαγμένη από άθραυστο γυαλί και βρίσκεται στην κορυφή έξι πέτρινων σκαλοπατιών. Πλάι της είναι ένα φυλάκιο, στο εσωτερικό του οποίου φαίνονται τώρα δύο χωροφύλακες. Ένας φρουρός στέκεται κοντά στο φυλάκιο, ντυμένος με αλεξίσφαιρο θώρακα και κράνος· έχει τουφέκι περασμένο στον ώμο, και πιστόλι και ξιφίδιο θηκαρωμένα στη μέση.

«Τι θέλετε;» ρωτά.

«Να μπούμε,» αποκρίνεται ο Ύαν, λες κι έχουμε έρθει στον κινηματογράφο και ζητά εισιτήριο.

«Έχετε άδεια;»

«Φυσικά.»

Πιάνω το ένα από τα πιστόλια που είναι κρυμμένα μέσα στην καπαρντίνα μου: το ηχητικό. Η μπαταρία του είναι γεμάτη ενέργεια, και το σύστημά του ρυθμισμένο σε πλήρη ένταση.

«Πρέπει να τη δω,» λέει ο φρουρός στον Ύαν.

«Εδώ είναι,» αποκρίνεται ο μαυρόδερμος μισθοφόρος και, τραβώντας αστραπιαία ένα ξιφίδιο μέσα από την καπαρντίνα του, το καρφώνει κάτω απ’το σαγόνι του φρουρού.

Την ίδια στιγμή (όπως έχουμε προσυμφωνήσει) βγάζω το ηχητικό πιστόλι μου και, στρέφοντας την κάννη στο φυλάκιο, πατάω τη σκανδάλη. Ο ήχος που βάλλεται είναι πανίσχυρος, αλλά εγώ δεν τον ακούω παρά ελάχιστα καθώς είναι κωνοειδώς εστιασμένος προς την αντίθετη μεριά. Το φυλάκιο είναι εν μέρει φτιαγμένο από πέτρα εν μέρει από γυαλί. Το γυαλί, παρότι αλεξίσφαιρο, γίνεται κομμάτια και θρύψαλα από την ένταση της άυλης επίθεσής μου· και πίσω από θρυμματιζόμενα κρύσταλλα βλέπω τους δύο χωροφύλακες να τραντάζονται σαν μαριονέτες ενώ αίμα τινάζεται από τη μύτη κι από τ’αφτιά τους. Καθώς τα σπασμένα γυαλιά σωριάζονται στο πάτωμα, το ίδιο σωριάζονται κι εκείνοι, σαν σακιά.

Ο Ύαν μού έχει ήδη πει ότι πρέπει να υποθέσουμε πως αυτή η επίθεση θα ενεργοποιήσει κάποιον συναγερμό στο εσωτερικό του οικοδομήματος, οπότε από εδώ και περά δεν θα υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Και πράγματι, ο μαυρόδερμος, δαιμονομάτης μισθοφόρος δεν χάνει χρόνο. Τον βλέπω να έχει βγάλει έναν εκρηκτικό μηχανισμό από την καπαρντίνα του, και τώρα τον κολλά πάνω στην είσοδο του οικοδομήματος. Ο φρουρός βρίσκεται πεσμένος παραδίπλα, νεκρός ύστερα από τη λεπίδα που διαπέρασε το κρανίο του.

Ο Ύαν απομακρύνεται γρήγορα από την είσοδο, κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια. Τον ακολουθώ και, φτάνοντας κάτω, γονατίζουμε ώστε να είμαστε όσο το δυνατόν περισσότερο καλυμμένοι. Η έκρηξη από πάνω μας είναι εκκωφαντική–

ΚΡΑΚΜΠΟΥΟΥΟΥΜ

–γυαλιά, μεταλλικά θραύσματα, φλόγες, και καπνοί πηδάνε προς το μέρος μας· αλλά κυρίως περνάνε άκακα από πάνω μας, κι αυτά που μας χτυπάνε δεν αποτελούν πρόβλημα.

Σηκωνόμαστε αμέσως κι ανεβαίνουμε πάλι τα σκαλοπάτια, αλλά αυτή τη φορά έχοντας βγάλει τα τουφέκια μας από τους σάκους και κρατώντας τα στα χέρια. Έχουν και ξιφολόγχες επάνω. Περνάμε μέσα από τους καπνούς και μπαίνουμε σε μια αίθουσα με γραφεία, μερικές γλάστρες με φυτά, και χαλί στο πάτωμα το οποίο έχει αρπάξει φωτιά. Τρεις χωροφύλακες ξεπροβάλλουν από μια μεριά, με πιστόλια στα χέρια. Ο Ύαν τούς πυροβολεί ανελέητα, σωριάζοντάς τους όλους.

«Μην κάθεσαι σαν πάνινη κούκλα, ραλίστα!» μουγκρίζει. «Όταν βλέπεις εχθρούς, ρίχνεις – δεν τους κοιτάς!»

Περνάμε δίπλα από τα πτώματα κι αρχίζουμε να ψάχνουμε για τη σκάλα που οδηγεί στα μπουντρούμια της Χωροφυλακής. Σκοτώνουμε ακόμα δύο φρουρούς, κι άλλη μία που ξεπροβάλλει ξαφνικά από μια γωνία μ’ένα όπλο στα χέρια της που πρέπει νάναι ηχητικό. Ο Ύαν την πυροβολεί στο κεφάλι προτού προλάβει να πατήσει τη σκανδάλη. Οι πόρτες γύρω μας οδηγούν σε διάφορα γραφεία, κυρίως. Σε κάποια στιγμή, ένας κρυμμένος χωροφύλακας εκτοξεύει μια βόμβα αερίων προς τη μεριά μας. Εγώ κι ο Ύαν αμέσως φοράμε τις ειδικές μάσκες που έχουμε μαζί μας, και τα αέρια – ό,τι κι αν είναι – δεν μας βλάπτουν. Ο δαιμονομάτης σύντροφός μου κλοτσά άγρια την πόρτα και εισβάλλουμε στο γραφείο. Ο χωροφύλακας προσπαθεί να πιάσει ένα πιστόλι που βρίσκεται πάνω σ’ένα έπιπλο, αλλά η ξιφολόγχη του Ύαν τον χτυπά στο χέρι, γεμίζοντας το μανίκι του με αίματα, κάνοντάς τον να πεταχτεί πίσω. Ο Ύαν γυρίζει το τουφέκι του ανάποδα, σαν να χειρίζεται ραβδί, και κοπανά τον άντρα στην κοιλιά. Ο χωροφύλακας διπλώνεται, και ο μισθοφόρος τον αρπάζει απ’τα μαλλιά και κολλά το κεφάλι του πάνω σ’ένα γραφείο. Έχοντας αφήσει το τουφέκι του να κρεμαστεί από τον ώμο του, βαστά τώρα ένα ξιφίδιο, πιέζοντάς το στο πλάι του λαιμού του χωροφύλακα.

«Πού είναι τα μπουντρούμια;» τον ρωτά, έντονα αλλά χωρίς να έχει λαχανιάσει, παρατηρώ όχι και τόσο έκπληκτος.

«…βάθος… Στο βάθος… Από κει.» Ο χωροφύλακας τεντώνει το χέρι του. «Ακολουθείς το διάδρομο όλο ευθεία, είναι στο τέλος.»

«Πόσοι τα φυλάνε;»

«Τρεις.»

«Πόσοι κρατούμενοι είναι τώρα εκεί;»

«Τρεις.»

«Είναι ανάμεσά τους μια γυναίκα με λευκό-ροζ δέρμα και κοντά μαύρα μαλλιά, η οποία έχει συλληφθεί για πλαστοπροσωπία;»

«Ναι, ναι, είναι.»

«Ευχαριστώ.» Ο Ύαν τού σκίζει τον λαιμό και τον αφήνει να πεθάνει.

Θηκαρώνοντας το αιματοβαμμένο ξιφίδιο, βγαίνει απ’το δωμάτιο με το τουφέκι του στα χέρια ξανά.

Τον ακολουθώ, λέγοντας: «Δεν ήταν ανάγκη να τον σκοτώσεις.»

«Όποιος είναι ζωντανός είναι επικίνδυνος τώρα, ραλίστα.»

Καθώς βαδίζουμε προς το βάθος του διαδρόμου, δεχόμαστε πυρά – από τους φρουρούς των μπουντρουμιών, μάλλον. Καλυπτόμαστε αμέσως πίσω από μια γωνιά. Σφαίρες γεμίζουν τους τοίχους γύρω μας, σφαίρες κυλάνε στο πάτωμα.

Ο Ύαν τραβά μια χειροβομβίδα, βγάζει την περόνη, και την εκτοξεύει. Ακούμε τους χωροφύλακες να κραυγάζουν τρομαγμένα, και μετά η έκρηξη τραντάζει τον διάδρομο. Βγαίνουμε από την κάλυψή μας πυροβολώντας ξέφρενα. Μια γυναίκα, που ήταν ακόμα ζωντανή, σκοτώνεται από τις σφαίρες μας. Κι ένας άντρας επίσης. Είχαν τρέξει προς ένα παράπλευρο άνοιγμα όταν η έκρηξη έγινε. Άλλοι δύο άντρες είναι ήδη νεκροί. Επομένως, δεν ήταν εδώ μόνο τρεις φρουροί, όπως είπε εκείνος ο χωροφύλακας. Αναρωτιέμαι, φευγαλέα, αν είπε ψέματα ή αν απλά είχε έρθει άλλος ένας τώρα με τον χαλασμό.

Ο Ύαν ψάχνει γρήγορα, επιδέξια, τα πτώματα και παίρνει μια αρμαθιά κλειδιά από τη ζώνη ενός – τα κλειδιά των κελιών, αναμφίβολα. Συγχρόνως, βλέπω δυο χωροφύλακες να έρχονται από την άλλη μεριά του διαδρόμου, με τουφέκια στα χέρια. Πέφτοντας στο ένα γόνατο, τους πυροβολώ: τους χτυπάω στα πόδια. Σωριάζονται ουρλιάζοντας, και οι σφαίρες τους βρίσκουν το ταβάνι.

Ο Ύαν εκτοξεύει μια χειροβομβίδα καταπάνω τους και λάμψη και καπνός τούς τυλίγουν· οι τοίχοι κατακρεουργούνται γύρω τους αλλά δεν πέφτουν.

Καθώς κατεβαίνουμε τη σκάλα που οδηγεί στα μπουντρούμια, αλλάζουμε γεμιστήρες στα τουφέκια μας. «Προσοχή, ραλίστα,» μου λέει ο Ύαν, χαμηλόφωνα. Υποπτεύεται ότι κι άλλοι μπορεί να καιροφυλαχτούν εδώ; Δεν τον ρωτάω· δεν έχει νόημα.

Φτάνουμε κάτω, σε διαδρόμους με κελιά δεξιά κι αριστερά. Ενεργειακά φώτα είναι αναμμένα στο ταβάνι. Κοιτάζουμε τους κρατούμενους.

«Ανοίξτε μου!» ζητά ένας άντρας κλεισμένος πίσω από κάγκελα. «Ανοίξτε μου!»

Ο Ύαν τον αγνοεί, κι ακολουθώ το παράδειγμά του.

«Θα φωνάξω τα μαντρόσκυλα!» μας απειλεί ο κρατούμενος. «Ανοίξτε μου γιατί θα τους φωνάξω!» Η απειλή του μοιάζει αστεία, φυσικά.

Σ’ένα σημείο των διαδρόμων τα φώτα είναι σβηστά για κάποιο λόγο· πυκνό σκοτάδι τυλίγει τα πάντα. Ο Ύαν ανάβει τον δυνατό φακό επάνω στο τουφέκι του, και βλέπουμε πως μέσα σ’ένα κελί είναι μια γυναίκα, ανασηκωμένη πάνω στο στενό κρεβάτι, βρισκόμενη σε πλήρη εγρήγορση.

Η Σαμάνθα!

«Ύαν!» λέει, έκπληκτη, αναγνωρίζοντας τον μισθοφόρο που προπορεύεται. (Έχουμε πια βγάλει τις μάσκες αερίων, προ πολλού, γιατί μείωναν το πεδίο της όρασής μας.) «Ζορδάμη!» προσθέτει, μόλις βλέπει κι εμένα. Ένα χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπό της. «Ποιος σας έστειλε;»

«Στείλαμε τους εαυτούς μας,» αποκρίνομαι.

Ο Ύαν τής λέει: «Πήγαινε στο βάθος, Αγαρίστη, και γύρνα μας την πλάτη,» ενώ βγάζει έναν εκρηκτικό μηχανισμό και τον κολλά πάνω στην κλειδαριά της καγκελωτής πόρτας.

«Τους έχεις πάρει τα κλειδιά,» του θυμίζω.

«Σιγά μην κάθομαι να ψάχνω τα κλειδιά, ραλίστα. –Πάμε!»

Απομακρυνόμαστε από την καγκελωτή πόρτα, ενώ η Σαμάνθα έχει ήδη κολλήσει στον τοίχο του κελιού, στο βάθος. Η έκρηξη που γίνεται δεν είναι ούτε κατά διάνοια τόσο δυνατή όσο αυτή που διέλυσε την είσοδο των Κεντρικών της Χωροφυλακής, αλλά είναι αρκετά δυνατή για να καταστρέψει την κλειδαριά.

Η Σαμάνθα φορά τις μπότες της και βγαίνει από το κελί.

Ο Ύαν τής δίνει μια μάσκα αερίων. «Φορέστε κι οι δύο τις μάσκες σας,» μας λέει. «Θα γίνεται της Λόρκης το μπουρδέλο τώρα επάνω. Στην αρχή τούς ξαφνιάσαμε, αλλά θάχουν μαζευτεί πλέον καμια εκατοστή μαντρόσκυλα για να μας χαιρετήσουν.»

«Πώς θα βγούμε;» ρωτά η Σαμάνθα βάζοντας τη μάσκα.

«Από τους τοίχους,» απαντά ο Ύαν, και βαδίζουμε προς την έξοδο των μπουντρουμιών.

Εκείνος ο κρατούμενος μάς φωνάζει πάλι να τον βοηθήσουμε· μας λέει ότι ξέρει κάποια μυστική έξοδο για να δραπετεύσουμε γρήγορα, αλλιώς θα μας πιάσουν – δεν έχουμε ελπίδες! Αμφίβολο είναι, φυσικά, ότι λέει αλήθεια· ή μάλλον, σχεδόν σίγουρο είναι ότι λέει ψέματα. Ούτε που μειώνουμε την ταχύτητα του βηματισμού μας καθώς τον προσπερνάμε συνεχίζοντας τον δρόμο μας.

Ο Ύαν δίνει στη Σαμάνθα ένα κοντό τουφέκι και μια ζώνη μ’ένα πιστόλι και δύο ξιφίδια, προτού φτάσουμε στις σκάλες. Κανένας χωροφύλακας δεν έχει κατεβεί ακόμα, έτσι ανεβαίνουμε προσεχτικά. Ο Ύαν μάς ψιθυρίζει: «Πολλή ησυχία επάνω. Μας περιμένουν.» Και τραβά μια χειροβομβίδα. Βγάζει την περόνη και κρατά τη βόμβα σφιχτά στο χέρι του.

Λίγο πριν φτάσουμε στην κορυφή της σκάλας, εκτοξεύει τη χειροβομβίδα στα τυφλά, προς τα πάνω, μέσα στον διάδρομο. Κραυγές αντηχούν – έκρηξη – κι άλλες κραυγές. Ανεβαίνουμε πυροβολώντας σαν αλλόφρονες. Μια βόμβα αερίων πέφτει ανάμεσά μας, αλλά οι μάσκες μας μας προστατεύουν από τα επικίνδυνα χυμικά. Τα πάντα θολώνουν γύρω μας. Περνάμε πάνω από πτώματα. Εγώ κι ο Ύαν μπροστά, η Σαμάνθα πίσω μας. Αισθάνομαι μια σφαίρα να με χτυπά στον μηρό, επάνω στο αλεξίσφαιρο πλαστικό που κρύβεται κάτω από το παντελόνι μου· παραπατάω, αλλά πιάνομαι από έναν τοίχο και δεν πέφτω. Οι σύντροφοί μου συνεχίζουν να πυροβολούν.

Στρίβουμε σ’έναν διάδρομο αριστερά. «Από δω πρέπει νάναι η βόρεια μεριά,» λέει ο Ύαν, πυροβολώντας προς τα πίσω. Και μετά, καθώς αλλάζει γεμιστήρα, μια χειροβομβίδα έρχεται κυλώντας προς το μέρος μας–

Ο Ύαν την κλοτσά αμέσως, τινάζοντάς την μακριά–

Η έκρηξη γίνεται στον αέρα. Κομμάτια από έναν τοίχο έρχονται καταπάνω μας – σοβάδες και πέτρες.

Απομακρυνόμαστε, ενώ σκέφτομαι πως οι χωροφύλακες αποφάσισαν ότι τελικά μας θέλουν οπωσδήποτε νεκρούς. Λογική αντίδραση, μάλλον.

Φτάνουμε μπροστά σ’έναν τοίχο, και ο Ύαν λέει: «Εξωτερικός, κατά πάσα πιθανότητα,» κολλώντας επάνω του μια εκρηκτική συσκευή.

Μπαίνουμε γρήγορα σε μια πόρτα παραδίπλα.

Η έκρηξη πίσω μας τραντάζει το οικοδόμημα. Βγαίνουμε από την πόρτα και βλέπουμε ότι ο τοίχος έχει γκρεμιστεί: έχει μετατραπεί σε άνοιγμα που οδηγεί σ’έναν μικρό δρόμο. Περνάμε το κατώφλι που δημιουργήσαμε και διαπιστώνουμε ότι χωροφύλακες δεν είναι μακριά· στέκονται κοντά σ’ένα παράθυρο, περιμένοντάς μας ίσως να έρθουμε από εκεί. Αρχίζουν αμέσως να μας πυροβολούν, και επιστρέφουμε τα πυρά. Τρέχουμε και φεύγουμε από τον μικρό δρόμο, στρίβοντας.

Ανοίγοντας τον τηλεπικοινωνιακό πομπό μου, λέω στην Πάολα πού βρισκόμαστε. Κι εκείνη, οδηγώντας το όχημά μου, παρουσιάζεται μπροστά μας, σε μια γωνία. Χωροφύλακες έρχονται από παντού, και ο Ύαν τούς πυροβολεί ανελέητα ενώ εγώ κι η Σαμάνθα μπαίνουμε στο τετράκυκλο – εκείνη πίσω, εγώ μπροστά, πλάι στην Πάολα. Η Κλεισμένη είναι ανάμεσά μας, νιαουρίζοντας θορυβημένα, μοιάζοντας να θέλει να εκφράσει την απορία Τι σκατά γίνεται εδώ πέρα; Είστε τρελοί;

Ο Ύαν μπαίνει στο όχημα, δίπλα στη Σαμάνθα, και η Πάολα πατά το πετάλι φεύγοντας ολοταχώς, χτυπώντας έναν χωροφύλακα στο διάβα της, τινάζοντάς τον παραπέρα.

Οχήματα της Χωροφυλακής – δίκυκλα και τετράκυκλα – αρχίζουν να μας καταδιώκουν.

«Ραλίστα,» λέει η Πάολα, «εσύ αναλαμβάνεις τώρα.»

Εννοείται, φυσικά. Αλλάζουμε θέσεις με την Πάολα ενώ το όχημά μας συνεχίζει να κινείται. Η Κλεισμένη γρυλίζει οργισμένα· ο Ύαν έχει ανοίξει ένα παράθυρο και πυροβολεί προς τα πίσω.

Κρατώντας το τιμόνι σταθερά κι έχοντας τα πόδια μου στα πετάλια οδηγώ μέσα στους νυχτερινούς δρόμους της Νίρβεκ σαν να βρίσκομαι σε αγώνα ράλι. Και οι χωροφύλακες έχουν ανάμεσά τους καλούς οδηγούς, αλλά όχι τόσο καλούς όσο εμένα. Τους αφήνω άνετα πίσω μου, στρίβοντας παράτολμα (παράτολμα για έναν κανονικό οδηγό) σε διάφορες γωνίες, περνώντας επικίνδυνα κοντά από οικήματα, ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας σε πεζόδρομους. Παραπάνω από μια φορά περνάω ανάμεσα από τα οχήματα της Χωροφυλακής, κάνοντάς τα να συγκρουστούν.

Ένα ελικόπτερο έρχεται από πάνω μας ενώ πλησιάζουμε τον Δρυόκηπο και τα νοτιοδυτικά περίχωρα της Νίρβεκ – μάλλον το ελικόπτερο που ήταν προσγειωμένο στο ελικοδρόμιο των Κεντρικών της Χωροφυλακής. Ένα πυροβόλο μάς ρίχνει από ψηλά, προκαλώντας ζημιές στο οδόστρωμα. Και ο Ύαν, τότε, πιάνει το πιο βαρύ όπλο που έχουμε μαζί μας: ένα μικρό ρουκετοβόλο, που μέχρι στιγμής ήταν κρυμμένο μέσα στο όχημα, κάτω από μια κουβέρτα. Το υψώνει και ρίχνει στο ελικόπτερο. Το πετυχαίνει, και βλέπω, από τον καθρέφτη πλάι μου, μια λάμψη να τυλίγει το αεροσκάφος. Στη συνέχεια, παραδέρνει στον αέρα ενώ πυκνός καπνός το ακολουθεί.

Καθώς βγαίνουμε από τη Νίρβεκ, έχουμε δύο τετράκυκλα και τέσσερα δίκυκλα της Χωροφυλακής πίσω μας: και τώρα, που δεν βρισκόμαστε μέσα στην πόλη, οι χωροφύλακες πυροβολούν κατά βούληση. Στα δίκυκλα κάθονται από δύο – ένας οδηγός κι ένας με τουφέκι πίσω του. Επάνω στα τετράκυκλα υπάρχουν πυροβόλα. Το όχημά μας τραντάζεται άγρια από τις ριπές τους που καταφέρνουν να το χτυπήσουν ακόμα και ξώφαρσα. Δεν είναι πολεμικό άρμα, ούτε ειδικά θωρακισμένο για να μπορεί να αντεπεξέλθει σε τέτοια σφυροκοπήματα. Τα τζάμια του σπάνε και πρέπει όλοι να είμαστε σκυμμένοι καθώς βλήματα σφυρίζουν από πάνω μας. Τα μέταλλά του τρίζουν και κουδουνίζουν, και νομίζω πως ένας από τους πίσω τροχούς έχει βγει απ’τη θέση του. Η Κλεισμένη γρυλίζει και νιαουρίζει καθώς έχει κουλουριαστεί επάνω μου.

Ο Ύαν πετά μια σκοτοβομβίδα πίσω μας: το φεγγαρόφωτο και το φως των προβολέων σβήνουν από το απρόσμενο σκοτάδι που απλώνεται. Οι χωροφύλακες ξαφνιάζονται λιγάκι, και απομακρυνόμαστε κάμποσο απ’ αυτούς. Στρίβω μέσα σε μια δύσβατη περιοχή, και προσπαθώ να τους κάνω να μας χάσουν. Μετά από λίγο νομίζω ότι τα έχω καταφέρει. Ο Ύαν μού λέει ότι, ακόμα και με τα κιάλια νυχτερινής όρασης, δεν μπορεί να τους δει πουθενά πίσω μας.

Σταματώ το όχημα αλλά δεν σβήνω τη μηχανή, περιμένοντας καμια αισχρή μαλακία να συμβεί πάνω που πιστεύουμε ότι έχουμε καταφέρει να τους ξεφύγουμε.

Η Πάολα στρέφεται πίσω. «Είσαι καλά, Βατράνια;»

«Ναι,» αποκρίνεται η Σαμάνθα. «Ευχαριστώ,» προσθέτει.

«Συνάντησες τον Παλιόσκυλο;» ρωτά η Πάολα. «Σου μίλησε;»

Η όψη της Σαμάνθας σκοτεινιάζει, αγριεύει. «Ναι.»

«Τι σου είπε;»

«Δεν ξέρω τι… Έχει τρελαθεί ο άνθρωπος. Δεν ξέρω τι συμβαίνει μαζί του. Έκανε πως δεν με ήξερε.»

Η Πάολα συνοφρυώνεται. «Πώς είναι δυνατόν; Στράφηκε ενάντια στη Δυναστεία; Γιατί;»

«Δεν ξέρω, αλλά μου φαίνεται πιθανό. Εσάς ποιος σας έστειλε;»

«Σου είπα,» της λέω, «αυτόκλητοι ήρθαμε.»

«Μόνοι σας αποφασίσατε να επιτεθείτε στα Κεντρικά της Χωροφυλακής;»

«Δεν έχεις τον κύριο» – δείχνω τον Ύαν με το βλέμμα μου – «ικανό να σκαρφιστεί κάτι τέτοιο;»

«Ήταν επικίνδυνο,» λέει η Σαμάνθα. «Αλλά σας ευχαριστώ. Και τους δύο. Και τους τρεις,» προσθέτει κοιτάζοντας την Πάολα. «Ήταν πολύ επικίνδυνο για όλους σας.»

«Γιατί ακριβώς σε συνέλαβαν;» ρωτά ο Ύαν.

«Για πλαστοπροσωπία. Είχα πάει στο μέρος όπου δολοφονήθηκε ο Τασνικέφ, για να ερευνήσω–»

«Μισό λεπτό,» τη διακόπτω. «Επειδή είναι καλύτερα να κινούμαστε παρά να είμαστε στάσιμοι. Πού θες να σ’αφήσω, Πάολα;»

«Υπάρχει ένα χωριό προς τα νότια,» αποκρίνεται η Δρομολόγος. «Εκεί κοντά άσε με, και μετά εγώ θα επιστρέψω στη Νίρβεκ χωρίς πρόβλημα.»

Νεύω καταφατικά και βάζω πάλι τους τροχούς του οχήματός μου σε κίνηση. Ο ένας από τους πισινούς είναι σίγουρα κουνημένος, παρατηρώ· ο αριστερός, μάλλον. Και ολόκληρο το όχημα αναστενάζει.

Η Κλεισμένη έχει ησυχάσει καθώς εξακολουθεί νάναι κουλουριασμένη επάνω μου· την αισθάνομαι ν’αναπνέει λαχανιασμένα.

Η Σαμάνθα συνεχίζει από εκεί όπου έμεινε: «Είχα πάει να ερευνήσω τον φόνο, και είχα μαζί μου μια ταυτότητα ειδικής ερευνήτριας της Χωροφυλακής, προκειμένου να μ’αφήσουν να μπω. Αλλά την κατάλαβαν. Κατάλαβαν ότι η ταυτότητά μου ήταν πλαστή. Ένας χωροφύλακας την κοίταξε κι αμέσως το διέκρινε! Δεν ξέρω πώς. Ο ίδιος ο Παλιόσυρμος είχε δώσει, παλιά, οδηγίες για να τη φτιάξουν· δεν είναι εύκολο κάποιος να καταλάβει έτσι απλά ότι είναι πλαστή. Έχει αλλάξει κάτι στις ταυτότητες των ειδικών ερευνητών;»

«Δεν ξέρω,» λέει η Πάολα. «Δε νομίζω, όμως.»

«Ούτε κι εγώ το νομίζω,» συμφωνεί η Σαμάνθα. «Εκείνο που νομίζω είναι ότι κάποιος μού είχε στήσει παγίδα, ξέροντας ότι μάλλον θα πήγαινα να ερευνήσω.»

«Ποιος;» ρωτά ο Ύαν.

«Ο Παλιόσυρμος.»

«Είσαι σίγουρη;»

«Ποιος άλλος να ήταν, Ύαν; Πρόκειται για κάποιον που έχει επιρροή μέσα στη Χωροφυλακή της Νίρβεκ, προφανώς.»

«Και τι ήθελε από εσένα;» λέω ενώ οδηγώ. «Δεν καταλαβαίνω.»

«Ούτε εγώ μπορώ να καταλάβω,» αποκρίνεται η Σαμάνθα, αλλά νομίζω πως η φωνή της είναι λιγάκι περίεργη. Σαν κάτι να την προβληματίζει. Κάτι που δεν είναι έτοιμη να μας αποκαλύψει.

*

Αφήνω την Πάολα να κατεβεί από το όχημά μας κοντά σ’ένα χωριό που ίσα που διακρίνεται μες στη νύχτα.

«Θα είσαι εντάξει εδώ;» τη ρωτάω από το σπασμένο παράθυρο. «Είσαι σίγουρη;»

«Ναι,» μου λέει εκείνη. «Δεν υπάρχει πρόβλημα.»

Η Κλεισμένη νιαουρίζει προς το μέρος της.

«Γεια σου, Κλεισμένη,» τη χαιρετά η Πάολα, και σηκώνοντας την κουκούλα της κάπας της απομακρύνεται από το όχημά μας, βαδίζει μέσα σε μια πυκνή συστάδα δέντρων και χάνεται απ’τα μάτια μου.

«Τι κάνουμε τώρα;» ρωτάω τη Σαμάνθα και τον Ύαν. «Πού θέλετε να σας πάω; Εγώ κατευθύνομαι προς Θακέρκοβ.»

«Γιατί;» λέει η Σαμάνθα.

«Έχω δουλειά εκεί.»

«Τι δουλειά;»

«Δεν…» Κομπιάζω. «Δεν ξέρω αν πρέπει να σου πω. Είναι μια ιδιαίτερη υπόθεση.» Και δε νομίζω ότι η Ασημίνα θέλει να την αναφέρω σε κανέναν.

«Για την ώρα,» λέει ο Ύαν, «πρέπει να πάμε κάπου να ξεκουραστούμε, ραλίστα. Σε κάποιο ασφαλές μέρος. Μόνο αυτό έχει σημασία. Και αύριο βλέπουμε τι θα κάνουμε.»

«Ναι,» συμφωνεί η Σαμάνθα. Και ούτε εγώ διαφωνώ. Βάζω μπροστά το όχημά μου και κατευθύνομαι δυτικά, μακριά από τη Νίρβεκ, μέσα στην ύπαιθρο, μέσα στη νύχτα…

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΧΩΡΙΖΟΥΝ

Δεν πηγαίνουμε σε κάποιο χωριό, μικρή πόλη, ή πανδοχείο κοντά στη Νίρβεκ για να διανυκτερεύσουμε· αποφασίζουμε να περάσουμε τη νύχτα μέσα στο όχημά μου, σταματημένοι σε κάποιο καλυμμένο σημείο, γιατί υπάρχει η πιθανότητα (αν και μικρή) ότι η Χωροφυλακή της Νίρβεκ θα ψάξει όλες τις περιοχές γύρω από τη μεγαλούπολη για εμάς.

Ο Ύαν λέει: «Θα φυλάμε σκοπιές, ραλίστα. Για καλό και για κακό.»

«Νομίζεις ότι μπορεί να μας βρουν εδώ πέρα;» τον ρωτάω. Βρισκόμαστε μέσα σ’ένα σκοτεινό σύδεντρο, με τους προβολείς του οχήματός μας σβηστούς, φυσικά.

«Δε μπορούμε να το διακινδυνέψουμε,» μου λέει. «Ακόμα και μάγους ίσως να βάλουν να μας εντοπίσουν.»

«Θα φροντίσω και για τα δύο,» μας πληροφορεί η Σαμάνθα. «Ξεκουραστείτε.»

Την κοιτάζουμε ερωτηματικά. «Τι εννοείς;» ρωτάω.

«Θα μας προφυλάξω από ξόρκια εντοπισμού· κι αν κάποιος μάς πλησιάσει μες στη νύχτα θα το καταλάβω, ακόμα κι αν κοιμάμαι.»

«Με τη μαγεία σου όλ’ αυτά;»

«Προφανώς.»

«Είσαι τόσο καλή;»

Η Σαμάνθα χαμογελά. «Όχι, δεν είμαι τόσο καλή. Αλλά δεν χρειάζεται να είμαι για να κάνω αυτά που σου περιέγραψα.» Ανοίγει την πόρτα πλάι της και βγαίνει από το όχημα. Αρχίζει να βηματίζει γύρω του, υποτονθορύζοντας μαγικά λόγια πίσω από τα δόντια της και σχηματίζοντας περίεργα σύμβολα με τα δάχτυλά της.

Μετά από δέκα λεπτά που αυτό συνεχίζεται, ρωτάω τον Ύαν: «Είναι όλα καλά, ή πρέπει ν’ανησυχήσουμε;»

«Δεν είμαι μάγος, ραλίστα. Αλλά καλά μού φαίνεται. Όρθια είναι, και δεν παραπατά.»

Κοιτάζουμε τη Σαμάνθα καθώς περιφέρεται σαν εξωδιαστασιακή σκιά, ή σαν ημιυλική δαιμόνισσα της Λόρκης, ή πνεύμα των αγρών του Κάρτωλακ, γύρω από το όχημά μας για τουλάχιστον άλλα είκοσι λεπτά. Γύρω, γύρω, γύρω… μουρμουρίζοντας· κάνοντας μικρές, παράξενες χειρονομίες… Και μετά μπαίνει ξανά στο όχημα και μοιάζει κουρασμένη όπως κάποιος που έχει επιδοθεί μονομερώς σε έντονη πνευματική εργασία για ώρες.

«Είσαι καλά;» τη ρωτάω.

«Ναι.»

«Τι ακριβώς έκανες; Τίποτα δεν φαίνεται.»

«Φυσικά και τίποτα δεν φαίνεται· δεν μπορείς να το αντιληφτείς με τις κανονικές σου αισθήσεις, Ζορδάμη. Μαγγανεία Προκαλύψεως λέγεται το ένα πράγμα που έκανα – και είναι για να μη μας εντοπίσουν με ξόρκια και παρόμοιους τρόπους. Και Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως λέγεται το άλλο που έκανα – το οποίο θα με ειδοποιήσει αμέσως μόλις κάποιος πλησιάσει το όχημά μας στα πέντε μέτρα. Μπορούμε να κοιμηθούμε τώρα.» Βγάζει τις μπότες της, ανεβάζει τα πόδια της επάνω στα γόνατα του Ύαν, και ξαπλώνοντας κλείνει τα μάτια.

Εγώ κι ο Ύαν αλληλοκοιταζόμαστε, κι εκείνος ανασηκώνει τους ώμους. «Ας κοιμηθούμε,» λέει.

«Θα ξαπλώσω εδώ, αν δε σε πειράζει,» του λέω, και ξαπλώνω στις δύο μπροστινές θέσεις του οχήματος. Η Κλεισμένη είναι κουλουριασμένη στο πάτωμα· κοιμάται ήδη.

«Γιατί να με πειράζει;» Ο Ύαν οπλίζει το τουφέκι του και το παίρνει αγκαλιά καθώς κλείνει τα μαβιά μάτια του.

Καλή ιδέα, σκέφτομαι, και οπλίζω κι εγώ ένα πιστόλι κρατώντας το κοντά μου, με την ασφάλεια σηκωμένη.

*

Μέσα στη νύχτα, η Σαμάνθα μάς ξυπνά.

«Κάποιος πλησιάζει!» λέει χαμηλόφωνα αλλά έντονα: και τα μάτια μου αμέσως ανοίγουν.

Ο Ύαν υψώνει το τουφέκι του ανάβοντας το φακό που βρίσκεται προσαρτημένος επάνω, φωτίζοντας έξω από το όχημά μας, γύρω-γύρω. «Δε βλέπω κανέναν,» λέει.

Η Σαμάνθα σηκώνεται, παίρνοντας καθιστή θέση· κι εγώ σηκώνομαι, ανάβοντας τους προβολείς του οχήματος.

Ένα ελάφι αποκαλύπτεται μέσα απ’τα σκοτάδια, και φεύγει αμέσως, τρέχοντας.

«Αυτό πρέπει να ήταν,» λέει η Σαμάνθα.

Η Κλεισμένη νιαουρίζει παραπονεμένα που την ξυπνήσαμε μες στην άγρια νύχτα.

Σβήνω τους προβολείς ξανά. «Πλάκα μάς κάνεις;»

«Συγνώμη,» γελά η Σαμάνθα, «αλλά σας προειδοποίησα ότι δεν είμαι και τόσο καλή σ’αυτές τις μαγγανείες. Δε μπορώ να ρυθμίσω τη Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως έτσι ώστε να διακρίνει ανάμεσα στα ζώα και στους ανθρώπους. Οτιδήποτε μεγάλο πλησιάσει, ειδοποιούμαι αμέσως.»

«Τέλος πάντων,» λέει ο Ύαν, έχοντας ήδη σβήσει τον φακό στο τουφέκι του και κλείνοντας ξανά τα μάτια. «Έχω δει να συμβαίνουν και χειρότερα σε σκοπιές.»

Ο καταραμένος δαιμονομάτης έχει μια κάποια αίσθηση του χιούμορ όταν θέλει.

*

Το πρωί οδηγώ προς τα δυτικά, επάνω στη μεγάλη λιθόστρωτη δημοσιά, κατευθυνόμενος προς το γνωστό πανδοχείο «Τροφή για τους Τροχούς». Δυνατός αέρος μπαίνει από τα σπασμένα παράθυρα του οχήματός μας.

«Τι θα γίνει, λοιπόν;» ρωτάω. «Πού θα σας αφήσω;»

Η Σαμάνθα τώρα είναι καθισμένη δίπλα μου· ο Ύαν κάθεται πίσω ακόμα, με την Κλεισμένη πλάι του.

«Εγώ,» λέει ο μισθοφόρος, «έπρεπε κανονικά να βρίσκομαι στην Έτρεβοθ. Αλλά μετά μ’έστειλαν στη Νίρβεκ.»

«Ποιος;» ρωτάω.

«Η Λέα Μαυροειδής. Δούλευα γι’αυτήν τώρα.»

«Χμμμ,» κάνω σκεπτικά. «Μπορώ να σ’αφήσω στην Έτρεβοθ, επιστρέφοντας.»

«Επιστρέφοντας πού, ραλίστα;»

«Προς Κιρβόνη.»

«Προς Κιρβόνη; Τι δουλειές–; Και γιατί τώρα πας προς τα δυτικά; Η Κιρβόνη είναι προς τ’ανατολικά, είναι στα Φέρνιλγκαν.»

«Ναι,» λέω. «Πρέπει πρώτα να περάσω απ’τη Θακέρκοβ και μετά θα πάω εκεί. Εσύ, Σαμάνθα, πού θες να σ’αφήσω;»

Κομπιάζει προς στιγμή. «Δε… δεν είμαι… σίγουρη.» Είναι συλλογισμένη. Αυτά που της συνέβησαν στη Νίρβεκ την έχουν, αναμφίβολα, προβληματίσει.

«Τι σου έκανε ο Παλιόσκυλος;»

«Σας είπα, δεν σας είπα; Με κρατούσε στα μπουντρούμια της Χωροφυλακής χωρίς καλή δικαιολογία. Παρίστανε ότι δεν με ήξερε. Κάτι… κάτι δεν πηγαίνει καθόλου καλά, Ζορδάμη. Μέσα στη Δυναστεία. Εκτός απ’ αυτά με τον Παλιόσυρμο, ο Τασνικέφ σκοτώθηκε από βέλος: και μόνο έναν άνθρωπο μπορώ να φανταστώ ο οποίος δολοφονεί με τόξο. Ονομάζεται Ζορδάμης κι αυτός, κι έχει το κωδικό όνομα ‘Τοξότης’ μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία. Είναι από τα Φέρνιλγκαν.»

«Και νομίζεις ότι ο Τοξότης σκότωσε τον Τασνικέφ;» λέει ο Ύαν. «Η Πάολα το θεωρούσε απίθανο.»

«Η Πάολα δεν είδε αυτά που είδα εγώ με τον Παλιόσυρμο. Κάτι έχει αλλάξει μέσα στη Δυναστεία, Ύαν· είμαι βέβαιη.»

«Και τι προτείνεις να γίνει;» τη ρωτάω. «Να βρούμε τους προδότες;»

«Δεν ξέρουμε, όμως, ποιοι μπορεί να είναι προδότες και ποιοι όχι,» μου λέει η Σαμάνθα. «Και ίσως αυτό νάναι ένα πρόβλημα που παρουσιάστηκε μόνο στη Νίρβεκ… αν και…»

«Τι;»

«Τίποτα.»

Τι μας κρύβεις, Σαμάνθα; Τι δεν μας λες;

Η Σαμάνθα γυρίζει πίσω για να κοιτάξει τον Ύαν. «Πρέπει οπωσδήποτε να επιστρέψεις στην Έτρεβοθ;»

«Όχι,» απαντά εκείνος. «Δούλευα για τη Μαυροειδή προτού–»

«Μπορείς, τότε, νάρθεις μαζί μου.» Δεν είναι ερώτηση.

«Αν θέλεις. Κι αν πληρώνεις.» Μισθοφόρος, όπως πάντα.

«Θα πληρωθείς,» τον διαβεβαιώνει η Σαμάνθα. «Απλώς δεν θέλω να ταξιδέψω μόνη, έτσι όπως είναι η κατάσταση.»

«Πού θα πάμε;»

«Νότια.»

«Πόσο νότια;»

«Ώς τις ερήμους, ίσως.»

«Μάλιστα.»

«Υπάρχει πρόβλημα;»

«Κανένα,» τη διαβεβαιώνει ο Ύαν. Και μου λέει: «Θα μας αφήσεις, επομένως, στη Θακέρκοβ, ραλίστα.»

«Τι θα πας να κάνεις στις ερήμους;» ρωτάω τη Σαμάνθα.

«Αυτό είναι δική μου υπόθεση.»

Παράξενες ιστορίες…

«Εσύ τι πας να κάνεις στη Θακέρκοβ, αλήθεια;» με ρωτά.

«Αυτό,» της λέω, «είναι δική μου υπόθεση.»

«Όπως νομίζεις»· ουδέτερα το λέει, όχι ως αντίποινα.

«Σοβαρά,» της εξηγώ, «δεν ξέρω αν πρέπει να σου πω. Δεν ξέρω αν το άτομο που μ’έχει στείλει θέλει να πω για τούτη τη δουλειά στον οποιονδήποτε, όχι μόνο σ’εσένα συγκεκριμένα.»

«Δεν πειράζει,» αποκρίνεται η Σαμάνθα. Ύστερα συνοφρυώνεται, καχύποπτα. «Τι άτομο είναι αυτό;»

Αναστενάζω, αναποφάσιστος.

«Ούτε το όνομά του δεν μπορείς να μου αποκαλύψεις;» απορεί η Σαμάνθα.

Υποθέτω δεν πρόκειται να βλάψει κανέναν… «Έχεις ακουστά μια γυναίκα που ονομάζεται Ασημίνα Νέρφελδιφ, η οποία κατοικεί στην Κιρβόνη;»

«Γι’αυτήν δουλεύεις;»

«Την ξέρεις;»

«Όχι προσωπικά,» λέει η Σαμάνθα, «αλλά γνωρίζω ότι είναι της οικογένειας. Και πολύ πλούσια. Της ανήκουν αρκετά ακίνητα στην Κιρβόνη, καθώς και πολλά στρέμματα γης.»

Νεύω καταφατικά. «Ναι. Γι’αυτήν δουλεύω τώρα. Αυτή ήταν που πλήρωσε τα χρέη μου σ’εκείνο το ράλι, Σαμάνθα. Είναι φανατική με τους αγώνες δρόμου.»

«Μάλιστα,» λέει η Σαμάνθα λοξοκοιτάζοντάς με, και ξέρω τι περνά απ’το μυαλό της. Και δεν έχει άδικο. Πλάγιασα με την Ασημίνα, δεν πλάγιασα;

«Υποσχέθηκε ότι, μετά από κάποιες δουλειές, θα ξεχρεωθώ,» της εξηγώ.

Ο Ύαν λέει από πίσω: «Ανυπομονούμε να σ’έχουμε στην οικογένεια ως ελεύθερο μέλος, ραλίστα.» Δεν ξέρω αν μιλά ειρωνικά ή όχι.

«Θα μου κάνετε πάρτι;» Αυξάνω ταχύτητα, προσπερνώντας ένα μεγάλο φορτηγό επάνω στη δημοσιά. Το όχημά μου τρίζει ολόγυρά μας, και καταλαβαίνω πως ο πίσω αριστερός τροχός κουνιέται επικίνδυνα. Πρέπει να το επισκευάσουμε με την πρώτη ευκαιρία, σκέφτομαι.

*

Στο Τροφή για τους Τροχούς, όπου η δημοσιά διακλαδίζεται προς νότο και δύση, προς Θακέρκοβ και Άντχορκ, κάνουμε μια δίωρη στάση για να φάμε, να ξεκουραστούμε, να πλυθούμε, και κυρίως να φτιάξουμε τον πίσω αριστερό τροχό του οχήματός μας. Το τελευταίο δεν αποδεικνύεται δύσκολο. Θα μπορούσα να το κάνω και μόνος μου, νομίζω, αλλά για καλό και για κακό πηγαίνω το όχημα σ’ένα μηχανουργείο στον μικρό οικισμό πίσω από το πανδοχείο.

Η Σαμάνθα μάς λέει, καθώς τρώμε στη μεγάλη τραπεζαρία του Τροφή για τους Τροχούς: «Σε καμία περίπτωση να μην ξαναπάτε στη Νίρβεκ μέχρι να καταλάβουμε τι συμβαίνει. Κάποιος τηλεοπτικός πομπός, σίγουρα, θα έχει καταγράψει τα πρόσωπά σας στα Κεντρικά της Χωροφυλακής· ο Παλιόσυρμος θα ξέρει πια ότι εσείς οι δυο ήσασταν που ήρθατε για να με σώσετε.»

«Εννοείται,» της λέω. Και θέλω να τη ρωτήσω τι μας κρύβει, αλλά συγκρατιέμαι. Κοίτα τη δουλειά σου, σκέφτομαι. Η Σαμάνθα είναι η Σαμάνθα, και πάντα ήταν παράξενη. Νομίζεις ότι τώρα την ξέρεις, ραλίστα; Δεν την ξέρεις. Ακόμα χρεώστης της οικογένειας είσαι, εξάλλου. Φρόντισε να ξεχρεωθείς πρώτα.

Μετά από δυο ώρες φεύγουμε από το πανδοχείο και οδηγώ προς τα νότια, τρέχοντας επάνω στη δημοσιά, κατευθυνόμενος προς Θακέρκοβ. Καβαλάρηδες τρώνε τη σκόνη μου, τετράκυκλα οχήματα τρώνε τη σκόνη μου, δίκυκλα τρώνε τη σκόνη μου, ψηλά φορτηγά τρώνε τη σκόνη μου, κάρα που τα τραβάνε ζώα τρώνε τη σκόνη μου.

«Δημόσιος κίνδυνος είσαι, καταραμένε ραλίστα,» μου λέει ο Ύαν δυο φορές κατά τη διάρκεια της διαδρομής. Η φωνή του ίσα που ακούγεται πάνω από τον δυνατό αέρα που μπαίνει από τα σπασμένα παράθυρα. Η Κλεισμένη έχει ζαρώσει στο πίσω κάθισμα, τρομοκρατημένη.

«Αν δεν τρέξω λιγάκι θα πρέπει να σκοτώσω ανθρώπους πάλι,» του αποκρίνομαι τη δεύτερη φορά.

«Τρέχα ελεύθερα,» λέει ο Ύαν, προσπαθώντας απεγνωσμένα ν’ανάψει τσιγάρο, καλύπτοντας τον αναπτήρα από τον αέρα με το χέρι του, σκυμμένος.

Φτάνουμε στη Θακέρκοβ κατά τις τέσσερις μετά το μεσημέρι, και κόβω ταχύτητα πολύ προτού μπούμε στους δρόμους της για να μην έχουμε μπλεξίματα με τις αρχές της περιοχής. Μας πηγαίνω στο ξενοδοχείο που ακούει στο όνομα Διπλός και κλείνουμε δωμάτια για να ξεκουραστούμε.

Κατά τις έξι και μισή το απόγευμα, συγκεντρωνόμαστε στο δικό μου δωμάτιο και η Σαμάνθα μού λέει ότι εκείνη κι ο Ύαν θα φύγουν τώρα. Θα πάνε στον σιδηροδρομικό σταθμό για να πάρουν το τρένο προς Μέλβερηθ.

«Να προσέχετε,» τους λέω, ανταλλάσσοντας μια δυνατή χειραψία με τον δαιμονομάτη μισθοφόρο και μια δυνατή αγκαλιά με τη Σαμάνθα.

«Κι εσύ να προσέχεις,» μου λέει η Σαμάνθα φιλώντας με στην άκρη του στόματος. «Αν ο Παλιόσυρμος συνεργάζεται με άλλους – πράγμα σχεδόν σίγουρο – πιθανώς νάχεις γίνει κι εσύ στόχος τους τώρα.»

«Θα προσέχω,» υπόσχομαι, καταλαβαίνοντας πως η προειδοποίησή της δεν είναι καθόλου αστεία.

«Και σε καμια περίπτωση μην εμπιστευτείς τον συνονόματό σου, αν τύχει να βρεθεί στον δρόμο σου.»

«Τον Τοξότη;»

«Ναι. Υποθέτω δεν τον έχεις δει ποτέ σου…»

«Σου είπα ήδη, δεν τον ξέρω.»

«Δεν έχω τώρα φωτογραφία του μαζί μου,» λέει η Σαμάνθα, «αλλά είναι ψηλός και λεπτός, με δέρμα κατάλευκο. Όχι σαν το δικό μου: κατάλευκο. Τα μαλλιά του είναι μαύρα, και τελευταία φορά που τον είδα τα είχε μακριά, πράγμα που δε νομίζω νάχει αλλάξει. Συνήθως είναι ξυρισμένος. Έχει πρόσωπο λιγνό και μακρύ· μάτια στενά και σκοτεινά. Το τόξο του είναι φτιαγμένο από ξύλο των Φέρνιλγκαν και ψηλό σχεδόν όσο ο ίδιος. Δεν είναι εύκολο να τραβήξει άλλος τη χορδή του, έχω ακούσει· είναι πολύ σκληρό όπλο, καμωμένο ειδικά για εκείνον από εκείνον. Είναι εξαιρετικός στο σημάδι, και τα βέλη του πιο καταστροφικά από σφαίρες, σύμφωνα με τις φήμες.»

«Αποκλείεται,» ρουθουνίζει ο Ύαν.

«Τη δουλειά τους, πάντως, την κάνουν,» λέει η Σαμάνθα. Και προς εμένα: «Να τον έχεις υπόψη σου. Πιθανώς νάναι προδότης κι αυτός, όπως ο Παλιόσυρμος.»

«Επειδή νομίζεις ότι σκότωσε τον Τασνικέφ;»

«Προφανώς.»

«Μάλιστα…» λέω.

«Λοιπόν, ραλίστα,» λέει ο Ύαν. «Ώρα να πηγαίνουμε.» Μου σφίγγει τον ώμο. «Θα τα ξαναπούμε, σίγουρα.»

«Σίγουρα,» συμφωνώ, υπομειδιώντας.

Μετά, εκείνος και η Σαμάνθα φεύγουν απ’το δωμάτιό μου.

Η Κλεισμένη νιαουρίζει.

«Μόνη μας ξανά, αγάπη μου,» της λέω.

Πηδά πάνω στο κρεβάτι.

«Μη σου μπαίνουν ιδέες αμέσως· δεν είμαι και τόσο εύκολος.»

«Νιάααο…»

Κάθομαι στη μοναδική καρέκλα του δωματίου και, ανάβοντας τσιγάρο, φέρνω στο μυαλό μου όσα μού είπε η Ασημίνα για τον αδελφό της, τον Ρίβη, που είναι συνονόματος με τον Ρίβη Παλιόσυρμο, όπως εγώ είμαι συνονόματος με τον Τοξότη.

«Πρέπει να πάμε στο τρελοκομείο σε λίγο, αγάπη μου,» λέω στην Κλεισμένη.

Τα μάτια της με κοιτάζουν γυαλίζοντας, τα μουστάκια της κουνιούνται.

«Όχι για να κλειστούμε μέσα, όμως,» προσθέτω. «Θα πάρουμε τον κύριο Ρίβη και θα τον αφήσουμε εκεί που πρέπει να τον αφήσουμε.»

Τελειώνω το τσιγάρο μου ενώ συλλογίζομαι πόσο παράξενη είναι αυτή η υπόθεση με τον αδελφό της Ασημίνας. Τι λογική έχει το να του δώσω αυτό το κουτί χωρίς να του πω καν πως η αδελφή του του το στέλνει; Χωρίς να του πω καν πως η αδελφή του είναι που τον βγάζει από τη Νιρικόνια Κλινική;

Γιατί έχω την πολύ άσχημη αίσθηση ότι η Ασημίνα θέλει να τον χρησιμοποιήσει κάπως;

Γιατί μάλλον έτσι είναι, ραλίστα, μου λέει ο σοφός ραλίστας μέσα μου.

Σβήνω το τσιγάρο στο τασάκι στο κομοδίνο. Δε με νοιάζει, σκέφτομαι. Το μόνο που με νοιάζει είναι να ξεχρεωθώ και να ξεμπερδεύω προτού γίνω σαν τον παλιόφιλό μου τον Σίλα Ιερόπυργο.

*

Σουρουπώνει καθώς οδηγώ το όχημά μου έξω από τη Θακέρκοβ, προς τα νότια, προς τους πρόποδες της Ραχοκοκαλιάς της Σεργήλης. Δεν έχω ξανάρθει εδώ, έτσι κοιτάζω τον χάρτη στην οθόνη της κονσόλας μου για να μη χαθώ· και, εννοείται, δεν πηγαίνω γρήγορα. Η Κλεισμένη κάθεται στα πισινά της πόδια επάνω στη θέση του συνοδηγού, κοιτάζοντας έξω με ορθάνοιχτα μάτια. Δε νομίζω ότι της αρέσει τούτο το μέρος.

Ούτε κι εμένα μ’αρέσει, για νάμαι ειλικρινής. Για κάποιο λόγο κάνει τις τρίχες μου να ορθώνονται.

Μετά από λίγο, επάνω σ’ένα δενδρώδες ύψωμα διακρίνω ένα οικοδόμημα. «Αυτό πρέπει νάναι,» μουρμουρίζω. «Ο Βράχος των Ουρλιαχτών.» Το παρατσούκλι της Νιρικόνιας Κλινικής.

Παρακάτω, βλέπω μια πινακίδα που γράφει:

«Ναι, εδώ είμαστε, Κλεισμένη,» λέω, και ακολουθώ το βέλος, στρίβοντας και μπαίνοντας σ’έναν χωματόδρομο που ανεβαίνει το δεντρόφυτο ύψωμα κάνοντας όλο στροφές. Οι σκιές απλώνονται πυκνές γύρω μας, αλλά έχω ήδη ανάψει τους προβολείς μου.

Η Κλεισμένη νιαουρίζει.

«Ακριβώς,» συμφωνώ. «Ούτε εμένα μ’αρέσει. Ελπίζω να μην έχει φαντάσματα στο καταραμένο τρελοκομείο τους. Ή γύρω από αυτό.»

Προτού καν φτάσω μπροστά από την καγκελόπορτα της αυλής της Νιρικόνιας Κλινικής, ακούω κάτι παράξενα ουρλιαχτά και κραυγές να αντηχούν, και δεν αργώ να συνειδητοποιήσω ότι πρέπει να προέρχονται από ανθρώπους. Η Κλεισμένη είναι τσιτωμένη επάνω στη θέση του συνοδηγού, τ’αφτιά της τεντωμένα, το τρίχωμά της ορθωμένο.

«Δεν το λένε τυχαία ‘Βράχο των Ουρλιαχτών’ το μέρος, ε;»

«Νιάααρρρ…!»

«Τι νομίζεις ότι τους κάνουνε; Τα φάρμακα είναι που προκαλούν αυτά τα αποτελέσματα, γατογιατρέ μου; Ή η καλή περιποίηση του προσωπικού;»

«Νιάα!»

«Λες, ε;»

Σταματώ μπροστά στην κλειστή καγκελόπορτα του φρενοκομείου. Ανοίγω τη μια πόρτα του οχήματός μου και βγαίνω, κλείνοντάς την πίσω μου. «Μείνε μέσα,» λέω στην Κλεισμένη, για να μη βγει από κανένα από τα σπασμένα παράθυρα. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί σ’ένα τρελοκομείο με μια υπερδιαστασιακή γάτα…

«Είναι κανείς εκεί;» φωνάζω προς το μικρό φυλάκιο πίσω από την καγκελόπορτα.

Ένας φρουρός βγαίνει. «Τι θέλετε;»

«Βρίσκομαι εδώ εκ μέρους της κυρίας Ασημίνας Νέρφελδιφ,» λέω. «Πρέπει να μιλήσω επειγόντως με τον κύριο Άρη Μικρόνυχο, τον γιατρό.»

«Ο κύριος Μικρόνυχος δεν είναι εδώ τέτοια ώρα, κύριε.»

«Τι ώρα έρχεται;»

«Το πρωί.»

«Δε μπορείτε να τον ειδοποιήσετε να έρθει τώρα; Πρόκειται για επείγον θέμα.» Και δεν θέλω να ξανάρχομαι το πρωί, προσθέτω νοερά. Καλύτερα να τελειώνουμε σήμερα. Απόψε.

«Τι επείγον θέμα;»

«Σχετικά μ’έναν από τους ασθενείς σας,» λέω. «Η κυρία Νέρφελδιφ θα δυσαρεστηθεί αν δεν μιλήσω αμέσως με τον κύριο Μικρόνυχο. Έχω μια επιστολή της να του παραδώσω.»

Ο φρουρός πάω στοίχημα πως δεν έχει ιδέα ποια είναι η κυρία Νέρφελδιφ, αλλά η αναφορά σ’αυτήν τον κάνει να συνοφρυωθεί σκεπτικά. «Περιμένετε λίγο,» αποκρίνεται τελικά, και μπαίνει πάλι στο φυλάκιο.

Όταν επιστρέφει πίσω από την καγκελόπορτα, μου λέει: «Ο γιατρός θα έρθει σε μισή ώρα το αργότερο. Θα τον περιμένετε μέσα στο όχημά σας;»

«Φυσικά.»

Μπαίνω ξανά στο όχημά μου και βλέπω ότι η Κλεισμένη εξακολουθεί νάναι τσιτωμένη επάνω στη θέση του συνοδηγού.

«Χαλάρωσε,» της λέω. «Τώρα δεν νομίζω ότι φωνάζουν όσο πριν.» Και η αλήθεια είναι ότι μια αφύσικη (;) σιγαλιά έχει απλωθεί γύρω από το φρενοκομείο.

Ανάβω τσιγάρο, ενώ βλέπω τον φρουρό να με παρατηρεί λιγάκι καχύποπτα πίσω από την καγκελόπορτα – αναμφίβολα, λόγω των σπασμένων τζαμιών του οχήματός μου και λόγω των χτυπημάτων επάνω στα μέταλλά του. Δεν είχα χρόνο να κάνω πάρα μόνο τις πιο βασικές επισκευές.

«Ο ΝΕΚΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΗΡΘΕ ΝΑ ΜΑΣ ΠΑΡΕΙ!» ακούγεται ξαφνικά μια γυναικεία κραυγή από τα πάνω πατώματα της κλινικής, τρομάζοντάς με λιγάκι. «ΗΡΘΕ ΜΕΣ ΣΤ’ΑΡΜΑ ΤΟΥ, ΗΡΘΕ ΝΑ ΜΑΣ ΠΑΡΕΙ!»

Η Κλεισμένη γρυλίζει.

«Γαμώ τα κωλομέρια της Λόρκης…» μουρμουρίζω, καπνίζοντας.

Ο γιατρός έρχεται μέσα στο μισάωρο, όπως υποσχέθηκε.

Ένα τρίκυκλο όχημα σταματά πλάι στο δικό μου και το σκέπαστρό του ανοίγει. Ένας άντρας βγαίνει: μετρίου αναστήματος, γαλανόδερμος, με μουστάκι και μεγάλα γυαλιά. Φορά μαύρο κοστούμι και γκρίζα κάπα. Αυτός είναι, σκέφτομαι καθώς τον θυμάμαι από την περιγραφή της Ασημίνας. Έχω προ πολλού τελειώσει το τσιγάρο μου.

Βγαίνω κι εγώ από το όχημά μου. «Ο κύριος Άρης Μικρόνυχος;»

«Μάλιστα,» αποκρίνεται ο ψυχίατρος πλησιάζοντάς με. «Κι εσείς;»

«Ένας απεσταλμένος της κυρίας Νέρφελδιφ,» του λέω, και του δίνω την κυλινδρικά τυλιγμένη επιστολή της.

Ο ψυχίατρος σπάει τη σφραγίδα και διαβάζει το μήνυμα. «Μάλιστα,» λέει. «Θα πάρετε τον Ρίβη μαζί σας, κύριε;» Με κοιτάζει ερευνητικά πίσω απ’τα γυαλιά του. Τι σκατά περιμένει να δει;

«Ναι,» απαντώ απλά. «Αλλά,» προσθέτω, «μην του πείτε ότι η αδελφή του–»

«Ναι,» με διακόπτει, «το αναφέρει στην επιστολή. Μείνετε εδώ, κύριε, και σε λίγο ο Ρίβης θα είναι μαζί σας.» Ο Μικρόνυχος βαδίζει προς την καγκελόπορτα, την οποία ο φρουρός αμέσως του ανοίγει για να μπει.

Ανάβω κι άλλο τσιγάρο.

Αναρωτιέμαι αν αυτός ο τύπος – ο Άρης Μικρόνυχος – είναι μέλος της οικογένειας. Δεν αποκλείεται, σκέφτομαι. Μοιάζει νάναι συνεννοημένος με την Ασημίνα. Σαν να περίμενε την εντολή της για να βγάλει τον Ρίβη από εδώ. Τι είδους ιατρική δεοντολογία είναι αυτή;

Οι τρίχες μου ορθώνονται· και, ρίχνοντας μια λοξή ματιά στην Κλεισμένη, βλέπω πως δεν έχω μόνο εγώ μια πολύ άσχημη αίσθηση για την όλη υπόθεση.

ΙΧΝΗ ΚΑΙ ΥΠΟΨΙΕΣ

Η γυναίκα που στη Νέσριβεκ είναι γνωστή ως Κλέφτρα της Πνοής επιστρέφει, μες στη νύχτα, στο σπίτι της (του οποίου τη θέση ελάχιστοι γνωρίζουν) και, αφού κοιτάζει στο εσωτερικό με προσοχή σαν να περιμένει παγίδα, ανάβει μια λάμπα σε χαμηλή ένταση και πατά μερικά πλήκτρα στον τηλεπικοινωνιακό πομπό της.

«Ποιος είναι;» ακούγεται μια αντρική φωνή από το μεγάφωνο.

«Η Κλέφτρα της Πνοής.»

«Τι θέλεις;»

«Πριν από λίγο, κάποιοι με συνάντησαν στο Μπαρ του Σγουρού και με ρώτησαν αν, τις προάλλες, σκότωσα μια γυναίκα στο Εμπορικό Κέντρο Ζαχαρωτού–»

«Σε ρώτησαν; Δεν ξέρουν, δηλαδή;»

«Δε νομίζω ότι είναι σίγουροι–»

«Τι τους απάντησες; Ποιοι ήταν;»

«Τίποτα δεν τους απάντησα. Τους είπα ότι έκαναν λάθος. Προθυμοποιήθηκαν να με πληρώσουν λέγοντας πως ήθελαν μόνο την πληροφορία, τίποτα περισσότερο, αλλά και πάλι αρνήθηκα. Και έφυγα από το μπαρ. Έστριψα σε κάτι σοκάκια παραδίπλα, μήπως προσπαθήσουν να με ακολουθήσουν, και είχα απομακρυνθεί κάμποσο όταν τους βρήκα στο κατόπι μου. Δεν ξέρω πώς με εντόπισαν – ίσως με μαγεία. Με καταδίωξαν για λίγο, αλλά σύντομα τους ξέφυγα.»

«Πόσοι ήταν; Σου είπε κάποιος το όνομά του; Ήταν άνθρωποι της Χωροφυλακής; Ή μισθωμένοι ειδικοί ερευνητές;»

«Το τελευταίο, υποθέτω. Ένας άντρας και μια γυναίκα: κι οι δύο με δέρμα λευκό-ροζ, εκείνος μελαχρινός με κοντά μαλλιά και μούσια, εκείνη επίσης μελαχρινή αλλά με μακριά μαλλιά. Δεν πρόσεξα τίποτ’ άλλο επάνω τους. Είχαν, πάντως, πιστόλια μαζί τους, και η γυναίκα μού έριξε ενεργειακές ριπές καθώς απομακρυνόμουν, μάλλον θέλοντας να με αναισθητοποιήσει για να με αιχμαλωτίσουν.»

«Μάλιστα…» λέει σκεπτικά η αντρική φωνή. «Και τώρα είσαι σίγουρη πως σε έχουν χάσει;»

«Ναι.»

«Κάτι είπες για μαγεία…»

«Ναι, πρέπει αρχικά να μ’εντόπισαν με μαγεία, αλλιώς δεν καταλαβαίνω πώς με βρήκαν. Αλλά τώρα πια είμαι πολύ μακριά από το Μπαρ του Σγουρού για να με ανιχνεύσουν με ξόρκια. Θέλεις να κάνω κάτι;»

«Τίποτα…» – ακούγεται σκεπτικός ξανά – «για την ώρα.»

*

Το πρωί, ο Κριτόλαος’μορ προσπαθεί να σκεφτεί πώς θα μπορούσε να εντοπίσει την Κλέφτρα της Πνοής. Θα είναι, αναμφίβολα, πολύ πιο προσεχτική τώρα. Σίγουρα δεν θα ανταποκρίνεται σε καλέσματα από το Μπαρ του Σγουρού, και ίσως να μην ανταποκρίνεται και σε καλέσματα από άλλα μέρη. Μπορεί, επιπλέον, να έχει δώσει την περιγραφή εκείνου και της Ξανθίππης σε διάφορους ανθρώπους – συνδέσμους της – ώστε να τους έχουν υπόψη…

Ο Κριτόλαος πίνει μια γουλιά απ’τον καφέ του, καθισμένος σ’ένα τραπέζι της τραπεζαρίας του Ψηλού Μεγάρου και βλέποντας, από ένα παράθυρο, τον Εναέριο Σιδηρόδρομο να περνά, με τα μέταλλα και τα κρύσταλλά του ν’αστράφτουν στο πρωινό φως.

Θα είχε νόημα, άραγε, να ψάξει να βρει ποιοι στη Νέσριβεκ πουλάνε σχοινιά από τη Μοργκιάνη; Ή μάλλον, καλύτερα, ποιοι τα φέρνουν εδώ από την ίδια τη Μοργκιάνη; Ίσως η Κλέφτρα της Πνοής να τα προμηθεύεται κατευθείαν από αυτούς. Ίσως να έχει, μάλιστα, και κάποιον γνωστό ανάμεσά τους…

Μια κοπέλα του ξενοδοχείου πλησιάζει το τραπέζι του κουβαλώντας μια μεγάλη στοίβα από έντυπα. «Τα έφερα, κύριε,» λέει. «Όλα τα τελευταία περιοδικά και οι εφημερίδες.» Τα αφήνει επάνω στο τραπέζι του Κριτόλαου.

«Σ’ευχαριστώ.» Της δίνει ένα κέρμα του ενός ήλιου, και η κοπέλα, δείχνοντας πολύ ευχαριστημένη, φεύγει.

Ο Κριτόλαος δεν πιστεύει ότι θα ανακαλύψει κάτι από τα τελευταία περιοδικά και τις εφημερίδες που κυκλοφορούν στη Νέσριβεκ, αλλά ποτέ δεν βλάπτει να είναι κανείς ενημερωμένος.

Καθώς πιάνει ένα γυαλιστερό τεύχος, σκέφτεται ότι ίσως θα έπρεπε απόψε να πάνε πάλι στο Μπαρ του Σγουρού για να μιλήσουν σ’εκείνο τον άντρα πίσω από τον πάγκο του μπαρ. Μπορεί να γνωρίζει κάτι για την Κλέφτρα της Πνοής…

*

Η Ξανθίππη στριφογυρίζει επάνω στο κρεβάτι της καθώς πρωινό φως γλιστρά ανάμεσα από τα πατζούρια. Παλεύει με το σεντόνι που είναι τυλιγμένο σαν γιγάντιο φίδι γύρω της. Τα χέρια της, σφιγμένα σε γροθιές, σπρώχνουν το μαξιλάρι. Το πετά, τελικά, στο πάτωμα. «Μη…» μουρμουρίζει ξέπνοα. «Μη σηκώνεσαι…»

Μέσα στο μυαλό της, μέσα στο όνειρό της, πολεμά με τον πατέρα της ξανά. Τον γρονθοκοπεί αλλά εκείνος δεν μπορεί να πεθάνει. Το πρόσωπό του διαλύεται κάτω από τα χτυπήματά της σαν κεραμικό βάζο, όμως δεν σκοτώνεται! Σηκώνεται πάλι. Το μοναδικό μάτι που του έχει απομείνει γυαλίζει δαιμονικά. Γελά μέσα από σπασμένα δόντια. Αίματα και μυαλά κυλάνε από τη μια μεριά του τσακισμένου κρανίου του–

Η Ξανθίππη ξυπνά τρομαγμένη. Ανασηκώνεται πάνω στο κρεβάτι, με το λευκό-ροζ δέρμα της να γυαλίζει απ’τον ιδρώτα. Συνειδητοποιεί ότι ο τηλεπικοινωνιακός πομπός της κουδουνίζει στο κομοδίνο. Στρώνοντας τον στηθόδεσμό της, που έχει γλιστρήσει από τη δεξιά μεριά, πιάνει τη συσκευή και βλέπει στη μικρή οθόνη ότι ο Κριτόλαος την καλεί.

Δέχεται την κλήση. «Κριτόλαε…»

«Καλημέρα,» χαιρετά εκείνος. «Είσαι απασχολημένη;»

«Όχι, απλώς τώρα μόλις ξύπνησα.»

«Μπορείς να βρεις κάτι από το αρχείο της Χωροφυλακής;»

«Τι θέλεις;»

«Κατά πρώτον, θέλω να μάθω αν έχουν ερευνηθεί άλλες υποθέσεις όπου να θεωρείται ύποπτη η Κλέφτρα της Πνοής.»

«Δε νομίζω, γιατί ώς τώρα δεν είχα ξανακούσει αυτό το όνομα.»

«Κατά δεύτερον, θέλω όλες τις πληροφορίες των τελευταίων χρόνων για φόνους με απαγχονισμό. Ειδικά τις πληροφορίες για φόνους που δεν βρέθηκε ο δολοφόνος.»

«Εντάξει,» λέει η Ξανθίππη. «Μπορώ να τα βρω αυτά. Δεν είναι δύσκολο.»

«Πού θέλεις να συναντηθούμε αφού τα έχεις βρει;»

«Γνωρίζεις ένα εστιατόριο στον Γελαστό το οποίο ονομάζεται ‘Το Στοιχειό της Πόλης’;»

«Όχι.»

Η Ξανθίππη τού λέει πώς να πάει εκεί ενώ, με τις άκριες των ματιών της, βλέπει τον Τριχόμπαλο να μπαίνει στο υπνοδωμάτιο κοιτάζοντάς την πεινασμένα.

«Το μεσημέρι θα συναντηθούμε, να υποθέσω;»

«Ναι,» αποκρίνεται η Ξανθίππη. Τον χαιρετά και η τηλεπικοινωνία τους τερματίζεται.

Ξεμπλέκοντας το σεντόνι από τα πόδια της, σηκώνεται από το κρεβάτι και πηγαίνει να βάλει φαγητό στον Τριχόμπαλο.

*

Το μεσιτικό γραφείο Οικοκίνηση βρίσκεται στον Ειδήμονα, μια συνοικία όχι και τόσο μακριά από το Ψηλό Μέγαρο. Ο Κριτόλαος σταματά το όχημά του σ’έναν δρόμο εκεί κοντά, βγαίνει, και πλησιάζει την επιχείρηση. Μιλώντας με την υπάλληλο στο πρώτο γραφείο ζητά τον κύριο Καλνάροφ. «Πρόκειται για κάτι αρκετά σημαντικό. Θα θέλει να μου μιλήσει.»

«Το όνομά σας, κύριε;»

«Δε θα αναγνωρίσει το όνομά μου, νομίζω, αλλά όταν μιλήσουμε θα καταλάβει.»

Η κοπέλα φέρνει το ακουστικό του επικοινωνιακού διαύλου της στ’αφτί και μιλά με τον Άλκιμο Καλνάροφ. Μετά λέει στον Κριτόλαο να πάει στην πόρτα στο βάθος. Εκείνος πηγαίνει και ανοίγει.

Ο Άλκιμος Καλνάροφ – που ήταν ο δεύτερος σημαντικότερος σύνδεσμος της Σιδηράς Δυναστείας στη Νέσριβεκ όσο ακόμα η Ηλέννια ζούσε – τον υποδέχεται καθισμένος πίσω απ’το γραφείο του: ένας άντρας με δέρμα λευκό-ροζ, πλούσια καστανά μαλλιά, και πρόσωπο που μοιάζει τετράγωνο. Φορά ένα γκρίζο πουκάμισο με τα μανίκια γυρισμένα ώς τους αγκώνες. Επάνω στον αριστερό του καρπό γυαλίζει μια χρυσή αλυσίδα.

«Καλημέρα, κύριε Καλνάροφ,» λέει ο Κριτόλαος κλείνοντας πίσω του.

«Καλημέρα,» αποκρίνεται εκείνος, ατενίζοντάς τον παρατηρητικά: και ο Κριτόλαος προσέχει ότι ο Άλκιμος έχει το δεξί χέρι κάτω απ’το γραφείο του, μέσα σε κάποιο συρτάρι μάλλον, αγγίζοντας πιθανώς κάποιο όπλο – πιστόλι. Έχει λόγους να φοβάται; Έχει εχθρούς;

«Είμαι της οικογένειας,» τονίζει ο Κριτόλαος. «Δεν υπάρχει λόγος για επιφυλάξεις. Γνωρίζω για σένα, Άλκιμε.» Κάθεται στην καρέκλα μπροστά στο γραφείο.

«Και ποιος είσαι εσύ;»

«Ονομάζομαι Κριτόλαος’μορ Σάλκω–»

«Μάλιστα.» Η έκφρασή του Άλκιμου είναι ουδέτερη.

«Έχεις ακούσει για μένα;»

«Ναι. Τι ζητάς εδώ;»

«Θα έπρεπε να το έχεις υποθέσει ήδη, νομίζω,» λέει ο Κριτόλαος, προσπαθώντας να τον ψυχολογήσει.

«Για τον θάνατο της Ηλέννιας;»

«Ασφαλώς.»

Ο Άλκιμος ακουμπά την πλάτη του στη δερμάτινη πολυθρόνα, μοιάζοντας να χαλαρώνει. «Άκουσα πως οι συνθήκες του θανάτου της ήταν… παράξενες, το λιγότερο. Τη βρήκαν κρεμασμένη…»

«Ναι. Μέσα στο Εμπορικό Κέντρο Ζαχαρωτού.»

«Αυτοκτονία;»

Ο πρώτος συγγενής που φαίνεται να θεωρεί κάτι τέτοιο πιθανό, παρατηρεί ο Κριτόλαος. «Γιατί; Τι λόγος μπορεί να υπήρχε για να θέλει να δώσει τέλος στη ζωή της;»

«Δεν ξέρω,» μορφάζει ο Άλκιμος. «Δεν την ήξερα τόσο καλά. Απλώς πληροφορίες ανταλλάσσαμε, τίποτα περισσότερο.»

«Βρέθηκαν χτυπήματα επάνω της,» λέει ο Κριτόλαος. «Κάποια που ήθελε ν’αυτοκτονήσει, σίγουρα, δεν θα χτυπούσε τον εαυτό της στα πόδια…»

Ο Άλκιμος μορφάζει. «Μπορεί κάποιος να τη χτύπησε προτού αυτοκτονήσει. Αυτό που λες δεν σημαίνει πως δεν πρόκειται για αυτοκτονία.»

«Ούτε η Ξανθίππη, όμως, φαίνεται να νομίζει ότι είναι αυτοκτονία.»

«Οι ειδικοί ερευνητές της Χωροφυλακής παντού φόνους βλέπουν,» λέει ο Άλκιμος μειδιώντας λοξά – ένα μειδίαμα που δεν καθρεπτίζεται στα μάτια του.

Νευρικός, παρατηρεί ο Κριτόλαος. Γνωρίζει κάτι που θέλει να μου κρύψει; Θα τον χαρακτήριζε ακόμα και ύποπτο υπό άλλες συνθήκες, αλλά, έτσι όπως έχουν τα πράγματα, αδυνατεί να φανταστεί γιατί μπορεί ο Άλκιμος να επιθυμούσε την Ηλέννια νεκρή. Στον φάκελό του δεν γράφει ότι είχαν ερωτική σχέση, ή ότι εκείνη τον είχε απορρίψει. Ούτε η Ξανθίππη ή ο Βιβλιοπώλης ανέφεραν στον Κριτόλαο κάτι τέτοιο.

«Μπορεί, όμως, να ήταν όντως φόνος. Έχω κάποιες πολύ σοβαρές ενδείξεις.»

«Τι ενδείξεις;» Ο Άλκιμος υψώνει ένα φρύδι.

«Δε θα ήθελα να τις μοιραστώ ακόμα,» αποκρίνεται ο Κριτόλαος, «διότι πιθανώς να είναι λανθασμένες. Χρειάζομαι, ωστόσο, τη βοήθειά σου σε κάτι.»

Ο Άλκιμος ανάβει τσιγάρο. «Αν μπορώ…»

«Γνωρίζω πως δεν είσαι μόνο μεσίτης. Λειτουργείς και ως ενδιάμεσος για… ειδικούς επαγγελματίες.»

«Ναι,» παραδέχεται ο Άλκιμος, καπνίζοντας, χωρίς να δείχνει στο ελάχιστο νευρικός τώρα αλλά εξακολουθώντας να παρατηρεί τον Κριτόλαο σαν να προσπαθεί να διαβάσει το μυαλό του.

«Θέλω να μου βρεις μια δολοφόνο. Μια συγκεκριμένη δολοφόνο.»

Ο μεσίτης τον περιμένει να συνεχίσει.

«Ονομάζεται Κλέφτρα της Πνοής, και λένε πως είναι από τη Μοργκιάνη. Την έχεις ακουστά;»

Ο Άλκιμος μοιάζει σκεπτικός για λίγο· καμια έκφραση δεν σχηματίζεται στο πρόσωπό του: η όψη του είναι μια μυστηριώδης μάσκα καθώς το τσιγάρο πηγαίνει κι έρχεται στα χείλη του και καπνός βγαίνει από τα ρουθούνια του. Φέρνει στο μυαλό κάποιον αινιγματικό, μασκοφόρο δαίμονα του καπνού και της μεγαλούπολης.

«Δεν είμαι σίγουρος,» λέει τελικά. «Αλλά, αν βρίσκεται στην πόλη, κι αν κάνει τη δουλειά που λες, τότε θα μπορούσα να την εντοπίσω για σένα. Πού έμαθες γι’αυτήν;»

«Θα σου πω αφού την έχεις εντοπίσει.»

«Καλό θα ήταν να ξέρω από τώρα,» διαφωνεί ο Άλκιμος. «Νομίζεις ότι μπορεί νάχει κάποια σχέση με τον θάνατο της Ηλέννιας;»

Αν του πω όχι, δεν θα με πιστέψει. «Είναι πιθανό.»

«Γιατί; Πώς σου γεννήθηκε μια τέτοια υποψία;»

«Θα προτιμούσα να μη μπω σε λεπτομέρειες. Υποθέτω θα έχεις κι άλλες δουλειές να κάνεις, εξάλλου.»

Ο Άλκιμος τινάζει στάχτη στο τασάκι. «Οι δουλειές μου μπορούν να περιμένουν.»

«Ακόμα κι έτσι: θα προτιμούσα να μη μπω σε λεπτομέρειες.»

«Τέλος πάντων,» λέει ο Άλκιμος. «Ίσως, όμως, αν μου μιλούσες πιο ανοιχτά, να μπορούσα να σε βοηθήσω περισσότερο.»

«Δηλαδή;»

«Ίσως να έχεις κάποιο στοιχείο που θα με οδηγήσει πιο εύκολα σ’αυτή την Κλέφτρα της Πνοής.»

«Το μόνο που μπορεί να σου χρειαστεί είναι πως κατάγεται από τη Μοργκιάνη – όπως ήδη σου ανέφερα.»

«Ναι, ήδη το ανέφερες αυτό…» λέει σκεπτικά ο Άλκιμος. «Αφού έχεις τέτοιες πληροφορίες, πώς δεν μπορείς να την εντοπίσεις μόνος σου, Κριτόλαε;»

«Δεν μπορώ,» αποκρίνεται μονάχα ο Κριτόλαος. «Κι αφού έχω ακούσει ότι εσύ βρίσκεις ειδικούς επαγγελματίες…. Πες της ότι θέλω να την προσλάβω.»

«Να αναφέρω το όνομά σου;»

«Όχι, φυσικά.»

«Τι όνομα να πω;»

«Σερφάντης Πολεοθήρας.»

«Εντάξει,» λέει ο Άλκιμος σβήνοντας το τσιγάρο του. «Αν καταφέρω να τη βρω, θα της πω ότι τη ζητάς για μια ειδική δουλειά.»

*

Το μεσημέρι, ενώ γευματίζουν στο Στοιχειό της Πόλης, ο Κριτόλαος ρωτά την Ξανθίππη αν ο Άλκιμος Καλνάροφ είχε, ίσως, κάποια ερωτική σχέση με την Ηλέννια.

«Πώς σου ήρθε αυτό;»

«Αληθεύει;»

«Δε νομίζω. Δεν έχω ποτέ ακούσει τίποτα.»

«Το ίδιο μού απάντησε κι ο Βιβλιοπώλης, όταν μίλησα μαζί του πριν από λίγο, τηλεπικοινωνιακά.»

«Νομίζεις ότι ο Άλκιμος ίσως να είναι μπλεγμένος στον φόνο της;» ρωτά η Ξανθίππη, παραξενεμένη.

«Δεν έχω καμια τέτοια ένδειξη,» αποκρίνεται ο Κριτόλαος. «Του μίλησα όμως το πρωί…»

«Και;» Πίνει μια μικρή γουλιά απ’τη μπίρα της.

«Του ζήτησα να μου βρει την Κλέφτρα της Πνοής.»

«Του είπες τι συνέβη χτες βράδυ;»

«Όχι. Του ζήτησα μόνο να τη βρει για εμένα.» Και της εξηγεί πώς πήγε η συζήτηση με τον Άλκιμο Καλνάροφ.

«Δεν καταλαβαίνω, λοιπόν, γιατί τον υποπτεύεσαι…»

«Δεν τον υποπτεύομαι. Αλλά νομίζω ότι παραήταν… επιφυλακτικός, ίσως, μαζί μου.»

«Δε σε ξέρει, Κριτόλαε. Είσαι καινούργιος στη Νέσριβεκ.»

«Ο Άλκιμος, όμως, είμαι σίγουρος ότι έχει συνηθίσει να συναναστρέφεται ανθρώπους που δεν ξέρει.»

«Δεν το θεωρώ πιθανό αυτός να ευθύνεται για τον φόνο,» λέει η Ξανθίππη. «Είναι της οικογένειας, για όνομα της Αρτάλης!»

«Αυτός που πρόσλαβε την Κλέφτρα για να σκοτώσει την Ηλέννια πρέπει να γνωρίζει τη Δυναστεία, Ξανθίππη. Και ο Άλκιμος έχει επαφές με δολοφόνους κι άλλους ανθρώπους που κάνουν παράνομες δουλειές, δεν έχει;»

«Η υπόθεσή σου είναι υπερβολική. Δεν είχε κανέναν λόγο απολύτως να τη θέλει νεκρή. Δεν ήταν ούτε καν ένας από τους εραστές της· αν ήταν, νομίζω ότι θα το είχα ακούσει.»

Ο Κριτόλαος δεν απαντά. Στρέφει το βλέμμα του στους φακέλους που έχει φέρει η Ξανθίππη, οι οποίοι είναι ακουμπισμένοι σε μια μεριά του τραπεζιού. Τους φακέλους που περιέχουν υποθέσεις με θανάτους από απαγχονισμό.

«Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις κάποιος κρεμάστηκε;» τη ρωτά.

«Ναι.»

«Με σχοινί;»

«Συνήθως.»

«Σχοινί από τη Μοργκιάνη;»

«Δε νομίζω ότι έγινε ποτέ τόσο λεπτομερειακός έλεγχος του σχοινιού… Και πολλές απ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν είμαστε σίγουροι αν ήταν αυτοκτονίες ή όχι.»

«Εσύ είχες ερευνήσει κάποια απ’ αυτές;»

«Δύο,» αποκρίνεται η Ξανθίππη.

«Και σε τι συμπέρασμα έφτασες;»

«Δε μπορούσα να βρω τον δολοφόνο, και για τη μία δεν ήμουν καν σίγουρη ότι δεν ήταν αυτοκτονία.»

«Γιατί;»

«Γιατί ίσως και να ήταν. Ακόμα ένας άνθρωπος που κρεμάστηκε στο σπίτι του. Είχε χωρίσει πριν από δυο μήνες με τη γυναίκα του, και οι δουλειές του δεν πήγαιναν καλά.»

«Δεν υπήρχαν σημάδια από χτυπήματα επάνω του;»

«Όχι.»

«Και στην άλλη περίπτωση; Υπήρχαν σημάδια;»

«Όχι.»

«Γιατί τότε να μην ήταν πάλι αυτοκτονία;»

«Επειδή στον γύρω χώρο υπήρχαν σημάδια πάλης.»

«Συνολικά,» ρωτά ο Κριτόλαος, «πόσες είναι οι υποθέσεις που μου έχεις φέρει;»

«Δεκαπέντε.»

«Σε τι χρονικό διάστημα συνέβησαν;»

«Από τον διωγμό των Παντοκρατορικών μέχρι σήμερα.»

Έξι χρόνια, δηλαδή, σκέφτεται ο Κριτόλαος. «Νομίζεις ότι θα μπορούσε όλους αυτούς τους φόνους να τους έχει κάνει η Κλέφτρα της Πνοής;»

Η Ξανθίππη μορφάζει. «Ιδέα δεν έχω.»

«Τους δύο που ερεύνησες εσύ;»

«Θεωρητικά τελείως, ναι, θα μπορούσε.»

«Με σχοινί έγιναν;»

«Ο πρώτος που σου ανέφερα απαγχονίστηκε με σχοινί. Ο δεύτερος με τηλεπικοινωνιακά καλώδια.»

«Χμμμ…» Ο Κριτόλαος τρώει τα ζυμαρικά του συλλογισμένα.

Η Ξανθίππη παρατηρώντας τον σκέφτεται: Έχει κι αυτός φτάσει σε αδιέξοδο; Ή το μυαλό του έχει διακρίνει κάποιο μονοπάτι που το δικό μου μυαλό δεν μπορεί να δει; «Ξέρεις τι έλεγα;» του λέει. «Να πάμε το βράδυ να μιλήσουμε πάλι σ’εκείνον τον τύπο στο Μπαρ του Σγουρού. Αν του δείξω την ταυτότητά μου, είμαι βέβαιη πως θα φανεί συνεργάσιμος.»

«Ήθελα κι εγώ να σ’το προτείνω,» αποκρίνεται ο Κριτόλαος.

Έπρεπε να το περιμένω ότι θα το είχε σκεφτεί, συλλογίζεται η Ξανθίππη υπομειδιώντας. Είναι καλός.

«Αλλά,» συνεχίζει ο Κριτόλαος, «αμφιβάλλω αν θα έχει καμια σπουδαία πληροφορία να μας δώσει.»

«Θα γνωρίζει, τουλάχιστον, τον τηλεπικοινωνιακό κώδικά της.»

«Τον οποίο εκείνη θα έχει ήδη αλλάξει, είμαι σίγουρος.»

«Προτείνεις, δηλαδή, να μην πάμε στο Μπαρ του Σγουρού;»

«Αντιθέτως, ας πάμε. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να ανακαλύψουμε. Επίσης, θέλω να μάθουμε ποιοι πουλάνε πράγματα από τη Μοργκιάνη, στη Νέσριβεκ. Και ποιοι τα φέρνουν κατευθείαν από Μοργκιάνη – ποιοι είναι οι προμηθευτές.»

«Σωστά. Μπορεί η Κλέφτρα να έχει επαφές με κάποιον από αυτούς…» λέει η Ξανθίππη μασώντας ένα τραγανό λαχανικό.

«Από πού αλλού να προμηθεύεται σχοινί από τη Μοργκιάνη; Εκτός αν πηγαινόρχεται η ίδια στη διάστασή της.»

«Το αποκλείεις;»

«Όχι. Αλλά πρέπει να ελέγξουμε τα πάντα, φυσικά.»

*

Όταν νυχτώνει πηγαίνουν στο Μπαρ του Σγουρού. Ο ίδιος τύπος που στεκόταν πίσω από τον πάγκο χτες στέκεται εκεί και απόψε. Τους βλέπει με επιφύλαξη να τον πλησιάζουν· μοιάζει να ετοιμάζεται να δεχτεί επίθεση.

«Να σου μιλήσουμε θέλουμε μόνο,» του λέει ο Κριτόλαος πίσω από τον θόρυβο της μουσικής του ηχοσυστήματος.

«Τι είναι;» Η επιφυλακτικότητα δεν φεύγει από το βλέμμα και το γαλανόδερμο πρόσωπό του.

Η Ξανθίππη βγάζει την ταυτότητά της από το κοντό πανωφόρι της και του τη δείχνει – την ταυτότητα της ειδικής ερευνήτριας της Χωροφυλακής. Ο άντρας συνοφρυώνεται. «Εντάξει,» λέει. «Τι θέλετε;»

Η Ξανθίππη κρύβει πάλι την ταυτότητά της. «Τι ξέρεις για την Κλέφτρα της Πνοής;»

«Τίποτα σπουδαίο, απλά ότι έρχεται εδώ–»

«Την καλείς εσύ και έρχεται,» τον διακόπτει ο Κριτόλαος.

«Ναι…» κομπιάζει ο άντρας.

«Πώς ξεκίνησε αυτό; Την ξέρεις από παλιά;»

«Δυο, τρία χρόνια μονάχα. Είχε έρθει εδώ και την είχα γνωρίσει, και μου είχε ζητήσει να της κάνω αυτή την εξυπηρέτηση: Όταν έρχεται κάποιος και τη ζητά, να την καλώ.»

«Παίρνεις λεφτά απ’ αυτήν; Ποσοστά από τις δουλειές της;»

Ο άντρας κουνά το κεφάλι. «Όχι.»

«Τότε, γιατί της κάνεις τέτοια εξυπηρέτηση;»

«Καλύτερα να τάχεις καλά μ’ανθρώπους σαν αυτήν,» λέει ο άντρας, εννοώντας μάλλον ότι φοβάται πως ίσως γίνει ο επόμενος στόχος της.

Η Ξανθίππη τον ρωτά: «Είστε εραστές;»

«Για λίγο, ήμασταν. Παλιότερα. Τώρα, όχι πια.»

«Ποιο είναι το πραγματικό της όνομα, ξέρεις;» ρωτά ο Κριτόλαος.

«Ναι, μου το είπε μια φορά. Αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι είναι στ’αλήθεια αυτό.»

«Δεν πειράζει, πες μας.»

«Μάρναλιθ.»

Μοργκιανό όνομα, αναμφίβολα, παρατηρεί ο Κριτόλαος. «Το ξέρεις ότι είναι από τη Μοργκιάνη;»

«Ναι, μου τόχει πει.»

«Από ποιο μέρος της Μοργκιάνης;»

«Από κάποιο Μαύρο Δάσος· έτσι μου είπε κάποτε. Τρομαχτικό μέρος πρέπει νάναι· τα δέντρα είναι τόσο πυκνά που υπάρχουν σημεία που δεν περνά καθόλου ο ήλιος, λέει.»

«Ο ήλιος της Μοργκιάνης είναι ασθενικός,» τον πληροφορεί ο Κριτόλαος.

Ο άντρας συνοφρυώνεται. Μάλλον δεν το ήξερε κι αναρωτιέται αν ο μάγος τού κάνει πλάκα ή όχι.

«Σου λέει για τις δουλειές της;» ρωτά η Ξανθίππη.

«Σας είπα, δεν είμαστε πια εραστές–»

«Σου έλεγε όσο ήσασταν εραστές;»

«Όχι. Γενικά, δεν συζητά τέτοια πράγματα παρά μόνο με τους πελάτες της. Είναι πολύ επαγγελματική.»

«Γιατί τη λένε Κλέφτρα της Πνοής; Η ίδια τόχει επιλέξει;» ζητά να μάθει ο Κριτόλαος.

Ο άντρας κουνά το κεφάλι. «Δεν ξέρω, αλλά κάποτε, που τη ρώτησα, μου απάντησε ότι Κλέφτρα της Πνοής είναι αυτό που είναι – δηλαδή, η δουλειά της απ’ό,τι κατάλαβα. Δεν πρέπει νάναι η μόνη Κλέφτρα της Πνοής στη διάστασή της· έτσι κατάλαβα.»

Μάλιστα… σκέφτεται ο Κριτόλαος. Κάποια οργάνωση δολοφόνων; Από τη Μοργκιάνη; Στραγγαλιστές; «Δώσε μας τον τηλεπικοινωνιακό κώδικά της,» του λέει.

Ο άντρας διστάζει.

«Μπορείς να μας τον δώσεις τώρα,» του λέει η Ξανθίππη, «ή να έρθεις μαζί μας στη Χωροφυλακή.»

«Εντάξει,» αποκρίνεται ο άντρας ξεροκαταπίνοντας, «εντάξει.» Και τους δίνει τον τηλεπικοινωνιακό κώδικα.

«Πού μένει;» τον ρωτά η Ξανθίππη.

«Δεν ξέρω.»

«Ήσασταν εραστές, δεν ήσασταν;»

«Ναι αλλά πάντα εκείνη ερχόταν σ’εμένα, δεν πήγαινα εγώ να τη βρω· σας ορκίζομαι στο Φως της Αρτάλης, αυτή είν’ η αλήθεια. Μη με μπλέκετε με Χωροφυλακές και τέτοια, εντάξει; Βλέπετε, ένας απλός άνθρωπος είμαι που κάνει τη δουλειά του.»

«Αν μας είπες την αλήθεια και όλα όσα ξέρεις, δεν χρειάζεται ν’ανησυχείς,» αποκρίνεται η Ξανθίππη.

«Σας είπα τα πάντα.»

Ο Κριτόλαος και η Ξανθίππη τού ζητάνε δύο ποτά, και μετά τα παίρνουν και πηγαίνουν να καθίσουν σ’ένα από τα τραπεζάκια του μπαρ.

«Θα την καλέσω,» λέει ο Κριτόλαος.

Η Ξανθίππη νεύει καταφατικά, κι εκείνος βγάζει τον πομπό του και καλεί την Κλέφτρα της Πνοής χρησιμοποιώντας τον κώδικα που τους έδωσε ο άντρας του μπαρ. Η κλήση δεν φτάνει ποτέ σε κανέναν δέκτη.

«Ορίστε,» λέει ο Κριτόλαος στην Ξανθίππη δείχνοντάς της τη μικρή οθόνη. «Έχει αλλάξει τον κώδικά της, όπως είχα υποθέσει.»

«Αναμενόμενο.»

Μετά από λίγο φεύγουν από το Μπαρ του Σγουρού.

Πίσω τους, ο άντρας του μπαρ, που ονομάζεται Βατράνος, αναστενάζει καθώς τους βλέπει να βγαίνουν. Είχε φοβηθεί ότι θα τον πήγαιναν στη Χωροφυλακή, και δεν τα γουστάρει καθόλου αυτά. Καθόλου.

Ελπίζει, όμως, να μη μάθει η Μάρναλιθ τι έγινε εδώ απόψε. Γιατί ούτε αυτά τα γουστάρει καθόλου.

*

Ο Βατράνος επιστρέφει στο σπίτι του λίγο προτού ξημερώσει. Δεν είναι μακριά από το Μπαρ του Σγουρού: στα όρια του Ζαχαρωτού. Ένα μικρό διαμέρισμα στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας, το οποίο μοιραζόταν με μια δημοσιογράφο τον τελευταίο χρόνο, αλλά όχι πια. Η δημοσιογράφος βρήκε κάποιον που θεωρούσε πιο σοβαρό κι έφυγε. Η σκρόφα.

Ο Βατράνος ανάβει τα φώτα και βαδίζει ζαλισμένος μέσα στο διαμέρισμα, κουρασμένος από το ξενύχτι. Δε βλέπει τη σκιερή φιγούρα που στέκεται ακίνητη σε μια γωνία του σαλονιού. Αλλά μετά εκείνη αρχίζει να τον πλησιάζει και, εσκεμμένα, κάνει θόρυβο με τα πόδια της.

Ο Βατράνος γυρίζει, ξαφνιασμένος. «Μάρναλιθ…» προλαβαίνει να πει προτού κάτι τον χτυπήσει δυνατά πάνω από το υπογάστριο κλέβοντάς του την ανάσα.

Καθώς ο γαλανόδερμος άντρας συνειδητοποιεί ότι η Κλέφτρα της Πνοής τον κλότσησε, εκείνη ορμά καταπάνω του κολλώντας την πλάτη του στον τοίχο, ενώ πιέζει τον αγκώνα του αριστερού της χεριού στον λαιμό του, απειλώντας να του τσακίσει τον λάρυγγα. Ο Βατράνος βγάζει έναν άναρθρο ρόγχο, με μάτια γουρλωμένα, όψη περίτρομη.

«Αυτοί οι δυο που με ζήτησαν χτες βράδυ. Ήρθαν να σου μιλήσουν πάλι απόψε,» λέει η Κλέφτρα της Πνοής· ο Βατράνος δεν είναι σίγουρος αν πρόκειται για ερώτηση.

«…Ναι,» καταφέρνει να κρώξει.

«Τι τους είπες για μένα;»

«Τίποτα, τίποτα που– Οο!»

Το άλλο της χέρι αρπάζει τους όρχεις του, ζουλώντας. «Τι ακριβώς τους είπες;»

«Μα δεν ξέρω και τίποτα! Για όνομα των θεών, δεν ξέρω και τίποτα! Μόνο, μόνο ότι είσαι από τη Μοργκιάνη, ότι, ότι σε λένε Μάρναλιθ, ότι, ότι– αυτά, τι άλλο να–;»

«Σε πλήρωσαν;» Εξακολουθεί να τον συνθλίβει.

«…Ήταν της Χωροφυλακής,» βογκά ο Βατράνος. «Τι να έκανα;» φωνάζει πίσω από τον αγκώνα της που παγιδεύει τον λαιμό του.

«Της Χωροφυλακής; Σου έδειξαν ταυτότητες;»

«Ναι, η γυναίκα. Μου έδειξε ταυτότητα ειδικής ερευνήτριας της Χωροφυλακής.»

«Τ’όνομά της;»

«Στάσου… Στάσου να, να σκεφτώ, να– Άσε με!»

«Σκέψου γρήγορα.» Δεν τον αφήνει.

Ο Βατράνος σκέφτεται, παλεύει με τη μνήμη του. «Ξανθίππη,» λέει τελικά. «Ξανθίππη. Και το επώνυμο… το επώνυμο… Νασ… Νασ… Νασ-κάτι – δε θυμάμαι! Δε θυμάμαι.»

«Ο άλλος δεν σου έδειξε ταυτότητα;»

«Όχι.»

«Ήταν οι ίδιοι που είχαν έρθει και χτες; Είσαι σίγουρος;»

«Ναι, απόλυτα σίγουρος.»

«Ο άντρας δεν ανέφερε το όνομά του; Ούτε η γυναίκα είπε το όνομά του;»

«Όχι.»

Η Κλέφτρα της Πνοής τον ελευθερώνει κι απομακρύνεται. Ο Βατράνος διπλώνεται, με το ένα χέρι στον λαιμό του και το άλλο στα γεννητικά του όργανα. Βήχει και βαριανασαίνει. Όταν υψώνει πάλι το βλέμμα μου, δεν βλέπει τη Μάρναλιθ πουθενά.

Οι κουρτίνες ενός ανοιχτού παραθύρου ανεμίζουν.

Ο ΔΑΙΜΟΝΙΚΟΣ ΤΖΟΓΑΔΟΡΟΣ

Ο Άρης Μικρόνυχος επιστρέφει από το εσωτερικό της κλινικής μαζί μ’έναν άντρα που δεν μπορεί παρά να είναι ο Ρίβης, ο αδελφός της Ασημίνας Νέρφελδιφ. Κατά πρώτον, μοιάζουν οι δυο τους. Έχει κι αυτός δέρμα λευκό-ροζ και ξανθά μαλλιά. Αλλά κομμένα κοντά. Στο πρόσωπό του υπάρχει το αξύριστο μούσι δυο, τριών ημερών. Τα μάτια του βρίσκονται βαθιά μέσα στις κόγχες του κρανίου του, και δίνουν την εντύπωση ότι ατενίζουν με τρομερή ένταση. Η όλη όψη του Ρίβη, γενικά, φανερώνει άνθρωπο που βρίσκεται σε μεγάλη – αφύσικη, ίσως – εγρήγορση. Οφείλεται αυτό στα φάρμακα που του δίνουν εδώ πέρα; Οφείλεται στο περιβάλλον; Τ’αφτιά του, έτσι όπως πετάγονται μέσα απ’τα μαλλιά του, μου θυμίζουν αφτιά λύκου. Είναι ντυμένος με γκρίζο παντελόνι, γκρίζο πανωφόρι, και λευκή μπλούζα από μέσα. Φορά ένα ζευγάρι μαύρα παπούτσια, και στον ώμο του είναι ένας μαύρος δερμάτινος σάκος.

Καθώς στέκομαι πλάι στο όχημά μου, του ανοίγω την πόρτα του συνοδηγού.

Ο Ρίβης βαδίζει προς το μέρος μου, αν και με κάποια επιφύλαξη. Ο Άρης Μικρόνυχος, πίσω του, μου κάνει ένα νεύμα με το κεφάλι. Τι θέλει να πει; ότι όλα είναι καλά; ότι δεν χρειάζεται ν’ανησυχώ για τίποτα; Δε μ’αρέσει καθόλου αυτός ο τρελογιατρός.

Ο Ρίβης μ’ατενίζει καχύποπτα. «Ποιος είσαι;» με ρωτά, και η φωνή του ακούγεται βαθιά και τραχιά.

«Η Δυναστεία με στέλνει, και ο Κάρτωλακ,» αποκρίνομαι, και βλέπω τα μάτια του – πράσινα σαν της Ασημίνας, διακρίνω τώρα – να γυαλίζουν προτού χαθούν πάλι μέσα στο σκοτάδι. Χωρίς να περιμένω απάντηση απ’ αυτόν, κάνω τον γύρο του οχήματός μου για να καθίσω στη θέση του οδηγού.

Ο Ρίβης κάθεται δίπλα μου, κλείνοντας την πόρτα του. Η Κλεισμένη είναι ήδη στο πίσω κάθισμα.

«Η Σιδηρά Δυναστεία σε έστειλε;» με ρωτά ο Ρίβης, σα να μην άκουσε καλά πριν, ή σα να μη μπορεί να το πιστέψει.

«Ναι,» του λέω καθώς ενεργοποιώ τη μηχανή και όλα τα συστήματα του οχήματος.

Ο Ρίβης γελά. «Τους το είπες;»

Πατάω το πετάλι, γυρίζω το τιμόνι. «Να το πω σε ποιους;»

«Στους γιατρούς.»

«Όχι.» Αρχίζω ν’απομακρύνομαι από τη Νιρικόνια Κλινική, οδηγώντας επάνω στον χωματόδρομο, κατεβαίνοντας το δενδρώδες ύψωμα.

«Έπρεπε να τους το είχες πει,» λέει ο Ρίβης. «Δε με πίστευαν όταν τους έλεγα για τη Σιδηρά Δυναστεία· με θεωρούσαν τρελό. Όπως δεν με πίστευαν και για τον Τζογαδόρο, παρότι ο καταραμένος παρουσιαζόταν ξανά και ξανά μέσα στην κλινική τους!»

Θυμάμαι τι μου είπε η Ασημίνα προτού φύγω από τη βίλα: Ο Ρίβης είναι διαταραγμένος. Δεν είναι να τον παίρνεις τοις μετρητοίς.

«Αλλά ο Κάρτωλακ με άκουσε, επιτέλους!» συνεχίζει ο παράφρων επιβάτης μου. «Έστειλε εσένα. Έρχεσαι από τα Φέρνιλγκαν;»

«Ναι.»

«Πώς σε λένε;»

«Το όνομά μου δεν έχει σημασία,» αποκρίνομαι προσπαθώντας ν’ακουστώ μυστηριώδης και παίρνοντας και την ανάλογη έκφραση – όχι δύσκολο για τον Ζορδάμη με τα Πολλά Πρόσωπα. «Έχω όμως κάτι μαζί μου για σένα…»

Καθώς έχουμε κατεβεί από το ύψωμα όπου βρίσκεται η Νιρικόνια Κλινική, πατάω το φρένο, τεντώνομαι προς το πίσω κάθισμα, και πιάνω τον σάκο μου. Τον φέρνω μπροστά.

Ο Ρίβης τότε βλέπει την Κλεισμένη. «Τι θέλει η γάτα εδώ;» ρώτα απότομα, σαν να είδε δαίμονα. «Τι είναι αυτή η γάτα;»

«Αυτή η γάτα είναι φίλη μου,» του λέω πολύ σοβαρά, «και ευλογημένη από τον ίδιο τον Άρχοντα των Δασών.»

Τα μάτια του γυαλίζουν ξανά – κι όταν γυαλίζουν, μου θυμίζουν τα μάτια της Ασημίνας.

Η Κλεισμένη νιαουρίζει προς τη μεριά του Ρίβη, σαν για να ενισχύσει τον ισχυρισμό μου.

Ο Ρίβης χαμογελά. «Ναι,» λέει, «το βλέπω.»

Ο τύπος είναι τελείως πυροβολημένος, σκέφτομαι. Αλλά, από την άλλη, ποιος δεν θα ήταν, αν έμενε για παραπάνω από πέντε μέρες στον Βράχο των Ουρλιαχτών; Αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να θεωρείται ότι κάποιος μπορεί να «θεραπευτεί» εκεί μέσα…

Ανοίγω τον σάκο μου και βγάζω το κουτί που μου έδωσε η Ασημίνα. Το τείνω προς τη μεριά του Ρίβη. «Για σένα,» του λέω. «Από τον Κάρτωλακ. Για να ξεπαστρέψεις αυτόν που σε καταδιώκει,» προσθέτω καθώς θυμάμαι τα λόγια της αδελφής του.

Ο Ρίβης γελά. «Επιτέλους!» λέει, παίρνοντας το κουτί στα χέρια του.

Εγώ αρχίζω να οδηγώ, κατευθυνόμενος βορειοανατολικά, πηγαίνοντας προς το Μαύρο Δόντι, που βρίσκεται στις νότιες όχθες του ποταμού Κάλμωθ, καμια εξηνταπενταριά χιλιόμετρα απόσταση από τη Θακέρκοβ. Οι προβολείς μου φωτίζουν τη νυχτερινή ύπαιθρο.

Ποιος είναι αυτός που τον καταδιώκει; αναρωτιέμαι. Ο Τζογαδόρος που ανέφερε πριν; Κάποιο φάντασμα του μυαλού του;

Πλάι μου, ο Ρίβης ανοίγει το κουτί και κοιτάζει τα αντικείμενα μέσα. Δεν μπορώ να συγκρατηθώ, λοξοκοιτάζω κι εγώ· είμαι περίεργος. Βλέπω ένα πιστόλι και δυο γεμιστήρες– Μα τους θεούς! Το θεωρεί συνετό η Ασημίνα να δώσει πιστόλι στον τρελό αδελφό της; Βλέπω ένα διπλωμένο κομμάτι χαρτί, το οποίο ο Ρίβης τώρα ξεδιπλώνει και διαβάζει με μεγάλη προσήλωση. Εγώ δεν μπορώ να διακρίνω τι γράφει, φυσικά. Ο Ρίβης δεν αργεί να το ξαναδιπλώσει και να το βάλει πάλι μέσα στο κουτί. Πιάνει, μετά, μια φωτογραφία από κει μέσα, και την κοιτάζει κι αυτή με μεγάλη προσήλωση. Δείχνει έναν άντρα, παρατηρώ συνεχίζοντας να λοξοκοιτάζω: έναν άντρα που κάτι μού θυμίζει… Γαλανόδερμος, καστανά μαλλιά ώς τον ώμο, ξυρισμένος, μ’ένα ειρωνικό χαμόγελο στο πρόσωπο, καλοντυμένος. Ο Σουτούρης ο Τυχερός! Αυτός πρέπει νάναι, δεν μπορεί νάναι άλλος. Προς στιγμή νιώθω την παρόρμηση να ζητήσω απ’τον Ρίβη να μου δώσει τη φωτογραφία για να την κοιτάξω καλύτερα, αλλά συγκρατούμαι καθώς τα λόγια της Ασημίνας έρχονται ξανά στο μυαλό μου: Εσύ, ό,τι και να δεις, δεν θα κάνεις τίποτα περισσότερο από αυτό που θα σου πω τώρα. Και η δουλειά μου είναι τώρα να πάω τον αδελφό της στο Μαύρο Δόντι: να τον αφήσω έξω από το Μαύρο Δόντι και να φύγω.

Το Μαύρο Δόντι… και ο Σουτούρης ο Τυχερός εκεί συχνάζει. Τι μπορεί να συμβαίνει ανάμεσα στον Ρίβη και στον Σουτούρη;

Κοίτα τη δουλειά σου, ραλίστα, λέω στον εαυτό μου. Θα κάνεις εκείνο που πρέπει να κάνεις και θα φύγεις – και τελείωσε. Για να ξεχρεωθείς είναι, γαμώ τα κωλομέρια της Λόρκης· τι το ψάχνεις; Το μυαλό μου, όμως, δυσκολεύεται να ησυχάσει.

Και ο Ρίβης γελά δίπλα μου. «Επιτέλους!» λέει και βάζει πάλι τη φωτογραφία μέσα στο κουτί. Πιάνει τώρα από εκεί ένα κομμάτι ξύλο λαξεμένο έτσι ώστε να έχει, πολύ γενικά, τη μορφή λύκου· κι επάνω στο σώμα του λύκου υπάρχουν χαράγματα. Έχουν, ίσως, κάποιο νόημα για τη θρησκεία του Κάρτωλακ; Γιατί, αλήθεια, ο αδελφός της Ασημίνας μοιάζει τόσο πιστός στον Κάρτωλακ; Η Ασημίνα δεν μου έχει φανεί να δίνει μεγάλη σημασία σε θεούς. Η πίστη του Ρίβη οφείλεται στην παραφροσύνη του;

«Όλα καλά;» τον ρωτάω, αν και η Ασημίνα μ’έχει προειδοποιήσει να μην πιάσω κουβέντα μαζί του.

«Ναι,» μου απαντά μ’ένα τρομαχτικό χαμόγελο, και σφίγγει τον ξύλινο λύκο μέσα τη γροθιά του.

Οι τρίχες μου ορθώνονται. Κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει εδώ – το νιώθω. Κάτι περισσότερο από την τρέλα του Ρίβη.

Το κουτί (όπως κι εγώ) υποτίθεται πως είναι σταλμένο από τον Κάρτωλακ… για να ξεπαστρέψει, επιτέλους, ο Ρίβης αυτόν που τον καταδιώκει…

Στην κλινική, νόμιζε ότι κάποιος Τζογαδόρος τον καταδίωκε, αλλά οι γιατροί δεν τον πίστευαν, παρότι ο Τζογαδόρος παρουσιαζόταν μέσα στο οίκημα, σύμφωνα με τον Ρίβη…

Μέσα στο κουτί είναι ένα πιστόλι… και μια φωτογραφία του Σουτούρη του Τυχερού…

Και εγώ έχω εντολή ν’αφήσω τον Ρίβη έξω από το Μαύρο Δόντι, να περιμένω να δω ότι θα μπει στη μικρή πόλη, και μετά να φύγω…

Ο Σουτούρης είναι τζογαδόρος, μα τους θεούς, σκέφτομαι νιώθοντας ένα ρίγος να με διατρέχει. Είναι, ίσως, ο πιο τυχερός τζογαδόρος που μπορείς να συναντήσεις επάνω στη Σεργήλη. Μου είχε πει, όταν ήμουν στο Μαύρο Δόντι, ότι είναι ανεκπαίδευτος μάγος. Η μαγεία του λειτουργεί όπως των άγριων σαμάνων των Φέρνιλγκαν ή των νότιων ερήμων, ή άλλων απομονωμένων περιοχών: λειτουργεί μ’έναν τρόπο παράδοξο ακόμα και για τον ίδιο. Και στην περίπτωση του Σουτούρη τον κάνει να εκμεταλλεύεται την τύχη.

Είναι δυνατόν, σκέφτομαι, ο Σουτούρης να είναι ο Τζογαδόρος που καταδιώκει τον Ρίβη; Αποκλείεται! Τι σχέση να έχουν;

Αν όμως ο Ρίβης νομίζει ότι ο Σουτούρης είναι ο δαιμονικός Τζογαδόρος που τον καταδιώκει; Μεγάλη Αρτάλη! είναι δυνατόν να οδηγώ τον επίδοξο δολοφόνο του Σουτούρη προς τον στόχο του;

Αλλά γιατί η Ασημίνα να θέλει τον Σουτούρη τον Τυχερό νεκρό; Δε βγάζει κανένα νόημα. Από την άλλη, όμως, τι σκατά ξέρω για την Ασημίνα Νέρφελδιφ; Ελάχιστα. Τίποτα, ουσιαστικά. Τα σχέδιά της είναι μυστηριώδη για εμένα.

Κοίτα τη δουλειά σου, ραλίστα, λέω, επίμονα, στον εαυτό μου. Είναι για να ξεχρεωθείς. Μη μπλέκεις το μυαλό σου με μαλακίες.

Η Ασημίνα μού είπε να μην κάνω τίποτα, ό,τι κι αν δω, ό,τι κι αν ακούσω.

Τελειώνοντας με τις δουλειές της, θα πάψω να είμαι δούλος της Σιδηράς Δυναστείας.

Τελειώνοντας με τις δουλειές της, θα πάψω να είμαι δούλος της Σιδηράς Δυναστείας.

Τελειώνοντας με τις δουλειές της, θα πάψω να είμαι δούλος της Σιδηράς Δυναστείας.

*

Μετά από μιάμιση ώρα περίπου, καθώς οδηγώ με προσοχή μέσα στη νυχτερινή ύπαιθρο, φτάνουμε κοντά στο Μαύρο Δόντι: μια μικρή πόλη στις νότιες όχθες του Κάλμωθ, η οποία μοιάζει ασήμαντη, αόρατη σχεδόν· όσοι γνωρίζουν γι’αυτήν, όμως, ξέρουν ότι για πολλούς ανθρώπους του υπόκοσμου της Σεργήλης ούτε αόρατη ούτε ασήμαντη είναι. Στο Μαύρο Δόντι συγκεντρώνονται λωποδύτες, μισθοφόροι, κατάσκοποι, φονιάδες, λαθρέμποροι, παράξενοι μάγοι και αλχημιστές, κυνηγοί και κυνηγημένοι, ιερωμένοι της Λόρκης – ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί. Απαγορευμένες υπηρεσίες πωλούνται ανοιχτά, καθώς και εμπορεύματα που αλλού είτε απαγορεύονται είτε τους επιβάλλεται πολύ βαριά φορολογία – από επικίνδυνα όπλα μέχρι ασυνήθιστες ύλες, ψυχοτρόπες ουσίες, αμφιλεγόμενα φάρμακα, σπάνια βοτάνια, ζωτικά όργανα εξωδιαστασιακών θηρίων…

Πατώντας το φρένο σταματώ το όχημά μου κάποιες εκατοντάδες μέτρα απόσταση από το Μαύρο Δόντι. Οι δρόμοι του φαίνονται έρημοι μες στη νύχτα, αλλά είμαι σίγουρος πως στο λιμάνι θα έχει κάμποση κίνηση, όπως πάντα. Πολύ περισσότερη κίνηση απ’ό,τι θα ήταν φυσικό για μια τόσο μικρή πόλη, υπό κανονικές συνθήκες.

«Εδώ βγαίνεις,» λέω στον Ρίβη.

«Εδώ είναι το Μαύρο Δόντι;» Πρέπει να το έγραφε στο διπλωμένο μήνυμα που διάβασε.

«Ναι.»

«Η μεγάλη δύναμη του Κάρτωλακ να είναι μαζί σου, αδελφέ!» μου εύχεται, και ανοίγοντας την πόρτα πλάι του βγαίνει από το όχημά μου.

Τον κοιτάζω να βαδίζει αποφασιστικά προς τη σκοτεινή πόλη που αποτελεί προκάλυμμα για κάθε είδους δραστηριότητα του υπόκοσμου της Σεργήλης.

Η Κλεισμένη νιαουρίζει.

Αναστενάζω.

Ο Ρίβης χάνεται μέσα στις σκιές ενός από τους δρόμους του Μαύρο Δοντιού.

Κοίτα τη δουλειά σου, ραλίστα. Τώρα πρέπει να επιστρέψεις στην Κιρβόνη. Πρέπει να φύγεις από εδώ. Η Ασημίνα σού είπε να μην μείνεις καθόλου στο Μαύρο Δόντι.

Τα χέρια μου είναι κολλημένα στο τιμόνι, όμως δεν κινούνται. Το πόδι μου ακουμπά το πετάλι της επιτάχυνσης, μα δεν το πιέζει.

«Δε μπορώ…» μουρμουρίζω έντονα. «Δε μπορώ!»

Η Κλεισμένη γρυλίζει πίσω μου.

Είναι δυνατόν αυτός ο παλαβός τύπος να πηγαίνει να σκοτώσει τον Σουτούρη; Και είναι δυνατόν να τον αφήσω; Θέλω, τουλάχιστον, να μάθω!

Το μόνο που σ’ενδιαφέρει είναι να ξεχρεωθείς. Γύρνα στην Κιρβόνη. Φύγε από το Μαύρο Δόντι! Τώρα!

«Γάμησέ μας!» λέω στον εαυτό μου. Παίρνω μια κάπα από τον σάκο μου, ένα πιστόλι διπλής χρήσης (ο Ύαν μού το άφησε), κι ένα ξιφίδιο και βγαίνω από το όχημα. Ρίχνω την κάπα στους ώμους μου και κρύβω τα όπλα από κάτω της.

Η Κλεισμένη πηδά από ένα σπασμένο παράθυρο και προσγειώνεται δίπλα μου, ανάλαφρα, πάνω στα γατίσια πόδια της.

Καθώς σηκώνω την κουκούλα της κάπας στο κεφάλι μου και βαδίζω προς το Μαύρο Δόντι, της λέω: «Μην κάνεις φασαρία,» αν και είναι πολύ πιθανότερο εγώ να κάνω φασαρία παρά η υπερδιαστασιακή γάτα.

«Νιάοο,» συμφωνεί η Κλεισμένη, μοιάζοντας συγχρόνως να με ειρωνεύεται πίσω από τα περήφανα μουστάκια της.

Μπαίνουμε στο Μαύρο Δόντι και ψάχνω, με το βλέμμα μου, για τον Ρίβη. Δεν τον βλέπω πουθενά: οι δρόμοι είναι σκοτεινοί και σιωπηλοί ολόγυρά μου. Τον έχω χάσει. Αλλά έχω μια πολύ καλή υποψία πού μπορεί να κατευθύνεται.

Βαδίζω γρήγορα προς τον Νερόλιθο, το πανδοχείο στην ανατολική μεριά του λιμανιού. Εκεί είναι το πιθανότερο μέρος να συναντήσει κανείς τον Σουτούρη τον Τυχερό. Καθοδόν βλέπω κάτι σκιερές φιγούρες, αλλά είμαι βέβαιος πως κανένας απ’ αυτούς δεν είναι ο Ρίβης.

Στο λιμάνι, έχει κίνηση ως συνήθως τις νύχτες. Κάποιοι μεταφέρουν κιβώτια σπρώχνοντας ένα κάρο με ξύλινες ρόδες. Ένα ποταμόπλοιο έχει μόλις αράξει, και το πλήρωμά του βγαίνει σε μια προβλήτα. Μισθοφόροι παρατηρούν, βαστώντας όπλα. Μέσα στην καρότσα ενός φορτηγού δύο μορφές – ένας άντρας και μια γυναίκα – ερωτοτροπούν. Από το εσωτερικό του Νερόλιθου έρχεται φως και κάποιες φωνές, όχι πολύ δυνατές.

Σπρώχνω την πόρτα και μπαίνω, εξακολουθώντας να έχω σηκωμένη την κουκούλα της κάπας μου, το πρόσωπό μου κρυμμένο στη σκιά της. Ευτυχώς που κανείς δεν ξέρει την Κλεισμένη εδώ. Μερικές φάτσες γυρίζουν να με λοξοκοιτάξουν, αλλά κανένας δεν μου δίνει πολλή σημασία – ακόμα ένας περαστικός. Εγώ, όμως, αναγνωρίζω κάμποσους από τον καιρό που είχα περάσει στο Μαύρο Δόντι – τον καιρό που παραλίγο να σκοτωθώ από τους συμμορίτες του Θεώνυμου. Στο μπαρ, στο βάθος, στέκεται η Σερφάντια, γαλανόδερμη και ξανθομάλλα, φέρνοντας δύο ποτήρια σε δύο πελάτες καθισμένους στα ψηλά σκαμνιά. Σ’ένα τραπέζι παραδίπλα κάθονται ο παλιόφιλός μου ο Αλεπούδος (που το πραγματικό του όνομα είναι Αλλάνδρης) και τρεις άλλοι, άνθρωποι της Σιδηράς Δυναστείας όλοι τους. Ο Σουτούρης ο Τυχερός παίζει χαρτιά σ’ένα άλλο τραπέζι μαζί με δύο γυναίκες που δεν αναγνωρίζω. Ο Ρίβης είναι καθισμένος σε μια γωνία, σ’ένα τραπέζι αντίκρυ σ’αυτό του Σουτούρη, και τα μάτια του ατενίζουν τον τζογαδόρο διαπεραστικά.

Κάθομαι κι εγώ σ’ένα τραπέζι, σε σημείο που μπορώ να δω καλά και τον Σουτούρη και τον Ρίβη. Μήπως, τελικά, έχω παρεξηγήσει την κατάσταση και δεν πρόκειται να γίνει δολοφονία;

Μια σερβιτόρα – η Βιρίκα· τη θυμάμαι από παλιά – πλησιάζει τον Ρίβη και του μιλά. Ύστερα απομακρύνεται. Έρχεται προς το μέρος μου. «Τι θα πάρετε;» με ρωτά.

Κοιτάζω το τραπέζι, κρατώντας το πρόσωπό μου στη σκιά της κουκούλας. Κάνω τη φωνή μου βραχνή, κουρασμένη: «Κρασί.»

Η Βιρίκα απομακρύνεται, και υπομειδιώ μέσα στην κουκούλα μου γιατί νομίζω ότι τη φρίκαρα λιγάκι. Τη βλέπω να πηγαίνει στο μπαρ, να παίρνει ένα ποτήρι Χρυσό Καύσωνα κι ένα ποτήρι κρασί, και μετά να επιστρέφει προς τη μεριά μας. Πρώτα έρχεται σ’εμένα. Αφήνει το κρασί πλάι μου και φεύγει. «Ευχαριστώ,» της λέω, βράχνα και κουρασμένα ξανά. Η Βιρίκα πλησιάζει τον Ρίβη και του δίνει τον Χρυσό Καύσωνα.

Ο αδελφός της Ασημίνας πίνει μια μικρή γουλιά ενώ η σερβιτόρα βαδίζει προς την κουζίνα.

Το τραγούδι Αγώνας Πυρός των Ελασσόνων Ανεμοβούβαλων αρχίζει ν’ακούγεται από τα ηχεία της τραπεζαρίας. Απορώ πώς δεν παίζουν συνέχεια Κραυγαλέες Αλεπούδες, αφού έχουν τον Αλεπούδο ακόμα εδώ, σκέφτομαι χαμογελώντας.

Ο Ρίβης πίνει άλλη μια γουλιά Χρυσό Καύσωνα, μεγαλύτερη από την προηγούμενη και πιο απότομη. Δε μένει πια πολύ ποτό στο ποτήρι του.

Δε μ’αρέσει αυτό… Αγγίζω το πιστόλι κάτω από την κάπα μου, το γυρίζω στην αναισθητοποίηση. Το απασφαλίζω.

Ο Ρίβης πίνει και την τελευταία γουλιά. Το βλέμμα του μοιάζει να τρυπά τον Σουτούρη τον Τυχερό, ο οποίος τώρα ανακατεύει την τράπουλα επιδέξια μέσα στα χέρια του, σαν ταχυδακτυλουργός. Τα τραπουλόχαρτα έχουν αποκτήσει δική τους ζωή. Η μια από τις γυναίκες στο τραπέζι του χαμογελά ανοιχτά, αν και οι δύο σίγουρα χάνουν λεφτά αφού παίζουν με τον Σουτούρη, δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία.

Ο Ρίβης ορθώνεται απότομα, τραβώντας από το πανωφόρι του το πιστόλι που του έφερα, το πιστόλι που ήταν μέσα στο «θεόσταλτο» κουτί. «ΤΖΟΓΑΔΟΡΕ!» κραυγάζει, σημαδεύοντας τον Σουτούρη, και σιγή ξαφνικά πλακώνει στον Νερόλιθο: μονάχα ο Αγώνας Πυρός συνεχίζει ν’ακούγεται. Όλων τα βλέμματα στρέφονται στον αδελφό της Ασημίνας Νέρφελδιφ.

Πετάγομαι όρθιος, αμέσως, κατεβάζοντας την κουκούλα μου. «Σταμάτα!» φωνάζω στον Ρίβη.

Τα σκοτεινά μάτια του γουρλώνουν μέσα στις βαθιές κόγχες του προσώπου του. «Εσύ…» κρώζει σαν ζώο. «Τι…;»

«Σταμάτα,» του λέω, πιο ήπια τώρα, ενώ κρατάω το πιστόλι γερά κάτω από την κάπα μου, πανέτοιμος να το τραβήξω. «Μην τον σκοτώσεις.»

«Μα εσύ… εσύ μ’έφερες! Ο Κάρτωλακ το θέλει!»

«Δεν είναι αυτό που νομίζεις,» του λέω προσπαθώντας να σκεφτώ γρήγορα, να δω τον κόσμο όπως εκείνος. «Είναι δοκιμασία. Δεν πρέπει να τον σκοτώσεις. Δεν είναι αυτός που νομίζεις.»

Τότε, δύο μισθοφόροι – τους οποίους θυμάμαι από παλιά – υψώνουν τα πιστόλια τους προς τη μεριά του Ρίβη, κι ο ένας φωνάζει: «Ρίξ’ το! Ρίξ’ το, αλλιώς είσαι νεκρός!»

Ο Ρίβης σκύβει και πυροβολεί προς το μέρος τους· ο ένας πέφτει κραυγάζοντας· ο άλλος επιστρέφει τα πυρά, αστοχώντας τον αδελφό της Ασημίνας.

«ΟΧΙ!» φωνάζω. «Μην τον σκοτώσετε! Σταματήστε! Ειδοποιήστε τη Ναρλέθι! Τη Ναρλέθι!» – η οποία ξέρω πως κάνει κουμάντο στο Μαύρο Δόντι, και δεν νομίζω ότι αυτό θα έχει αλλάξει.

Παντού γύρω μου, οι πάντες έχουν τραβήξει όπλα. Όλοι είναι, εξάλλου, μαχαιροβγάλτες και φονιάδες κατά βάθος εδώ πέρα.

«Ραλίστα!» ακούω τη φωνή του Αλεπούδου από κάπου. «Ραλίστα!»

Ο μισθοφόρος που ακόμα στέκεται πυροβολεί ξανά προς τον Ρίβη, ενώ εκείνος προσπαθεί να καλυφτεί πίσω απ’το τραπέζι του. Το άδειο ποτήρι διαλύεται, ξύλα τινάζονται, μια σφαίρα χτυπά τον αδελφό της Ασημίνας – αίμα – τον ακούω να ουρλιάζει–

«ΣΤΑΜΑΤΑ, ΓΑΜΩ ΤΑ ΚΕΡΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΡΤΩΛΑΚ!» φωνάζω στον μισθοφόρο και του ρίχνω με το πιστόλι μου. Ενέργεια εκτοξεύεται από την κάννη, χτυπώντας τον στο δεξί χέρι, αναγκάζοντάς τον να πετάξει το δικό του πιστόλι ενώ παραπατά.

«Τι κάνεις, καριόλη ραλίστα!» ουρλιάζει. «Τρελάθηκες;» Προφανώς, κι αυτός με θυμάται.

«Μη ρίχνετε!» φωνάζω. «ΜΗ ΡΙΧΝΕΤΕ!» Και πλησιάζω το τραπέζι πίσω από το οποίο κρύβεται ο αδελφός της Ασημίνας με το πιστόλι του έτοιμο και με αίμα να κυλά από το τραυματισμένο αριστερό χέρι του. Ελπίζω να μη με πυροβολήσει, πάνω στην παραφροσύνη και στον πόνο του. «Ρίβη,» του λέω σταθερά, παίρνοντας όσο πιο καλά μπορώ την έκφραση σεβάσμιου ιερέα. «Τελείωσε. Πέρασες τη δοκιμασία. Ο Άρχοντας των Δασών είναι ευχαριστημένος μαζί σου. Δε χρειάζεται να σκοτώσεις κανέναν.»

«Μα εσύ,» μου λέει – «εσύ μου το έδωσες αυτό!» Σείει το πιστόλι. «Εσύ με καθοδήγησες εδώ!»

«Για να περάσεις τη δοκιμασία. Δεν έπρεπε ποτέ να σκοτώσεις αυτό τον άνθρωπο. Δεν είναι ο Τζογαδόρος–»

«Ο Τζογαδόρος είναι!» φωνάζει ο Ρίβης. «Τον είδα να παίζει!»

«Δεν είναι ο ίδιος Τζογαδόρος· άλλος είναι. Αυτό ήταν που έπρεπε να διακρίνεις.»

Ο Ρίβης συνοφρυώνεται.

«Δώσε μου το όπλο,» του λέω, τείνοντας το ελεύθερο χέρι μου προς το μέρος του.

Εκείνος διστάζει. «Μα, ο Τζογαδόρος… θα έρθει πάλι! Θα έρθει για την ψυχή μου!»

«Μην ανησυχείς,» του λέω. «Με τη δύναμη και την οργή του Κάρτωλακ, θα τον κατατροπώσουμε. Δε χρειάζεσαι πυροβόλο όπλο γι’αυτό. Δώσ’ το μου.» Εξακολουθώ να έχω το χέρι μου τεντωμένο προς το μέρος του.

«Και… μετά;»

«Θα μιλήσουμε. Θα καταλάβεις.» Διατηρώ την όψη μου όσο πιο σταθερή, βέβαιη, και σεβάσμια μπορώ. Σαν να ξέρω ακριβώς για τι πράγμα μιλάω. Σαν να έχω αλάθητη – θεϊκή – καθοδήγηση την οποία δεν αμφισβητώ στο ελάχιστο. «Θα καταλάβεις, Ρίβη.»

Ο αδελφός της Ασημίνας συνοφρυώνεται. Σηκώνεται αργά όρθιος, λοξοκοιτάζοντας τους ανθρώπους ολόγυρά μας – τους οπλοφόρους ανθρώπους ολόγυρά μας.

«Κατεβάστε τα όπλα σας!» τους λέω. «Κατεβάστε όλοι τα όπλα σας!»

Κανένας δεν κατεβάζει το όπλο του· ή, τουλάχιστον, εγώ δεν βλέπω κανέναν.

«Κατεβάστε τα,» ακούω τότε μια γυναικεία φωνή από κάπου πίσω μου. «Τώρα! Κατεβάστε τα!» Η Ναρλέθι. Ήρθε.

Τα όπλα κατεβαίνουν.

«Το πιστόλι,» λέω στον Ρίβη, περιμένοντας.

Κι εκείνος μού το δίνει.

Και μόλις μου το δίνει, οι μισθοφόροι της Δυναστείας ορμάνε καταπάνω του.

«Περιμένετε!» τους φωνάζω, αλλά με παραμερίζουν κι αρπάζουν τον Ρίβη από γύρω. Εκείνος παλεύει να τους ξεφύγει – κλοτσά, γρονθοκοπεί, γρυλίζει σαν θηρίο – όμως τελικά τον ακινητοποιούν κολλώντας τον μπρούμυτα πάνω στο τραπέζι, πάνω στις σφαίρες και στα σπασμένα γυαλιά.

«Μην τον χτυπήσετε!» τους λέω. «Μην τον χτυπήσετε, ηλίθιοι! Δεν είναι εχθρός μας! Θα σας εξηγήσω τι συμβαίνει. Αφήστε τον.»

Αλλά δεν τον αφήνουν.

Η Ναρλέθι με πλησιάζει – πορφυρόδερμη, ξανθιά, με τις δύο τούφες των μακριών μαλλιών της δεμένες πίσω απ’το κεφάλι της, με το δεξί της μάτι να κοιτάζει λιγάκι αλλήθωρα. «Τι συμβαίνει, ραλίστα;» απαιτεί. «Αν δεν ήσουν εσύ, αυτός ο άνθρωπος τώρα θα ήταν νεκρός. Κανένας δεν τραβά όπλο έτσι μέσα στον Νερόλιθο και μένει ζωντανός για πολύ.»

Η Κλεισμένη νιαουρίζει ανήσυχα.

ΤΟ ΕΞΑΦΑΝΙΣΜΕΝΟ ΔΙΚΥΚΛΟ

Μια φόνισσα από τη Μοργκιάνη, σκέφτεται ο Κριτόλαος’μορ, το πρωί· καθώς ξυπνά και σηκώνεται από το κρεβάτι, το μυαλό του έχει ήδη αρχίσει να δουλεύει μηχανικά, υπολογίζοντας, υποθέτοντας, αναλύοντας. Μια φόνισσα που πιθανώς να ανήκει σε κάποια ευρύτερη οργάνωση δολοφόνων της Μοργκιάνης οι οποίοι εδρεύουν στο Μαύρο Δάσος και ονομάζονται Κλέφτες της Πνοής. Δεν ξέρει, όμως, πώς αυτή η πληροφορία θα μπορούσε να τον βοηθήσει για να εντοπίσει τη Μάρναλιθ μέσα στη Νέσριβεκ. Και δεν έχει τη δυνατότητα να πάρει πληροφορίες από τη Μοργκιάνη. Παλιότερα, μέσω του δικτύου των πρακτόρων της Παντοκράτειρας, θα είχε: και μάλιστα, εύκολα. Σήμερα, όμως, όχι.

Η Σιδηρά Δυναστεία έχει κάποιες επαφές με τη Μοργκιάνη, βέβαια, αλλά μόνο μέσω εμπόρων, και μέσω Συμπλέγματος. Πηγαίνουν, δηλαδή, εκεί από τη θάλασσα. Αλλά το Μαύρο Δάσος – αν θυμάται καλά ο Κριτόλαος τη γεωγραφία της Μοργκιάνης – δεν είναι στις ακτές· είναι στην ενδοχώρα. Οι έμποροι που ταξιδεύουν σ’αυτή τη διάσταση αμφίβολο είναι αν έχουν ακούσει για τους Κλέφτες της Πνοής.

Μπορεί, όμως, να άξιζε να κάνει μερικές ερωτήσεις στους κατάλληλους ανθρώπους, σκέφτεται καθώς πλένεται. Ο πρώτος που έρχεται στο μυαλό του είναι ο Φιλοπολίτης Τασνικέφ, ένας μεγαλέμπορος της Σιδηράς Δυναστείας ο οποίος εδρεύει στη Νίρβεκ και εμπορεύεται εντός και εκτός Σεργήλης. Όμως η Νίρβεκ είναι μακριά από τη Νέσριβεκ, και ο Κριτόλαος δεν σκοπεύει να φύγει τώρα από εδώ για να τρέχει εκεί, με την ελπίδα ότι ίσως ανακαλύψει κάτι που μπορεί να είναι χρήσιμο αλλά μπορεί να είναι και τελείως άχρηστο.

Τα κοντινότερα λιμάνια θαλάσσης είναι στη Ράσρηβ και στη Μόλκαρηβ, προς τα ανατολικά και προς τα βόρεια: πόλεις μικρότερες από τη Νέσριβεκ, τις οποίες ο Κριτόλαος δεν ξέρει και πολύ καλά. Τελευταία φορά είχε επισκεφτεί τη Ράσρηβ όταν εκείνος, ο Ζορδάμης, και ο Ύαν κυνηγούσαν τον Άφευκτο.

Θα δούμε, καταλήγει καθώς ντύνεται. Πρώτα, έχουμε άλλες δουλειές να κάνουμε. Αν όλα τα στοιχεία που μπορούμε να βρούμε εδώ δεν μας οδηγήσουν πουθενά, τότε ίσως κατευθυνθούμε προς τη θάλασσα…

*

Η Ξανθίππη αφήνει ένα μπολ με φαγητό στο πάτωμα, αντίκρυ στον Τριχόμπαλο, και το τριχωτό σκυλάκι πλησιάζει κι αρχίζει να τρώει πεινασμένα. Η Ξανθίππη, ακόμα γονατισμένη στο ένα γόνατο, το χαϊδεύει στο κεφάλι χαμογελώντας. «Καημένε,» λέει, «γιατί είσαι τόσο πεινασμένος πάντα; Δε σε ταΐζω καλά;» Ο Τριχόμπαλος δεν απαντά καθώς τρώει. «Ή μήπως είσαι λαίμαργος, ε;» Η Ξανθίππη τού τσιμπά το αφτί μέσα από το πλούσιο τρίχωμά του, και μετά σηκώνεται όρθια.

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός της κουδουνίζει. Ο Κριτόλαος; Δεν περιμένει κανέναν άλλο. Πλησιάζει τη συσκευή, που είναι ακουμπισμένη στο τραπέζι του σαλονιού, και κοιτάζει τη μικρή οθόνη. Όχι ο Κριτόλαος· ο Άλκιμος Καλνάροφ. Μάλιστα…

Η Ξανθίππη δέχεται την κλήση. «Ναι;»

«Καλημέρα, Ξανθίππη. Ο Άλκιμος είμαι.»

«Καλημέρα, Άλκιμε.»

«Είσαι απασχολημένη;»

«Σχετικό είναι αυτό. Τι θέλεις;»

«Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε από κοντά;»

«Τώρα;»

«Αν γίνεται.»

«Μάλλον γίνεται,» λέει, γιατί έχει την περιέργεια να μάθει τι τη θέλει. Έχει σχέση με τη χτεσινή του συζήτηση με τον Κριτόλαο; «Στο γραφείο σου;»

«Ναι.»

«Θα είμαι εκεί σε κανένα μισάωρο.»

«Σε περιμένω.»

Η Ξανθίππη αρχίζει να ντύνεται χωρίς βιασύνη ενώ συγχρόνως καλεί, μέσω του πομπού της, τον Κριτόλαο.

«Ξανθίππη,» λέει η φωνή του.

«Μάντεψε ποιος με κάλεσε τώρα μόλις.»

«Αδυνατώ.»

«Ο Άλκιμος Καλνάροφ. Θέλει να μου μιλήσει. Και ετοιμάζομαι για να πάω στο γραφείο του.»

«Θυμάσαι τι είπαμε χτες, έτσι;»

«Ναι.»

«Δεν χρειάζεται να γνωρίζει λεπτομέρειες για την έρευνά μας.»

«Ναι,» ξαναλέει η Ξανθίππη. «Δε νομίζω ότι είναι ύποπτος, όπως σου είπα, αλλά αφού αυτή τη στρατηγική θέλεις να ακολουθήσουμε αυτή τη στρατηγική θα ακολουθήσουμε.»

«Επίσης…» λέει σκεπτικά ο Κριτόλαος, «θα μπορούσες να κάνεις και κάτι ακόμα;»

«Τι;»

«Να κρύψεις έναν μηχανικό οφθαλμό επάνω σου για να τον καταγράφεις, οπτικά και ακουστικά, όσο θα μιλάτε.»

«Γίνεται,» λέει η Ξανθίππη. «Αλλά το θεωρείς απαραίτητο;»

«Απαραίτητο όχι, αλλά πιθανώς χρήσιμο.»

«Θα το κάνω. Έχεις κάτι άλλο να προτείνεις;» Καθίζοντας στην άκρη του κρεβατιού και στηρίζοντας τον τηλεπικοινωνιακό πομπό ανάμεσα στον ώμο και στο αφτί της, βάζει τις κάλτσες της.

«Να έρθεις να με βρεις ύστερα από τη συζήτησή σου μαζί του. Πρέπει να ψάξουμε για εμπόρους σήμερα.»

«Το είχα υπόψη μου, ούτως ή άλλως.»

Η τηλεπικοινωνία τους σύντομα τερματίζεται, και η Ξανθίππη τελειώνει με το ντύσιμό της και χτενίζει τα μακριά μαύρα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη του υπνοδωματίου. Τα δένει κότσο πίσω από το κεφάλι της, φορά τις μπότες της, παίρνει μερικά απαραίτητα πράγματα, και κρύβει έναν μικροσκοπικό μηχανικό οφθαλμό μέσα σ’ένα άδειο κουμπί του πουκαμίσου της. Η μπαταρία του διαρκεί μισή ώρα από τότε που θα τον ενεργοποιήσει, και η αποθηκευτική μνήμη του επίσης. Τώρα, φυσικά, δεν είναι ενεργοποιημένος.

Ο Τριχόμπαλος τής γαβγίζει καθώς εκείνη βαδίζει προς την έξοδο του διαμερίσματος.

«Φρόνημα,» του λέει η Ξανθίππη, φεύγοντας.

Μετά από λίγο, απομακρύνεται από την πολυκατοικία της καβάλα στο μαύρο δίκυκλό της. Βγαίνοντας από τον Βαθύχρωμο φτάνει στη Δυτική Κεντρική, που τέτοια πρωινή ώρα έχει πολλή κίνηση, τη διασχίζει κάθετα, και οδηγεί ώς τον Ειδήμονα όπου βρίσκεται η Οικοκίνηση. Αφήνει το δίκυκλό της εκεί κοντά και μπαίνει στο μεσιτικό γραφείο. Η κοπέλα στο πρώτο δωμάτιο – η γραμματέας του Άλκιμου – δεν τη σταματά καθόλου· φαίνεται να την περιμένει, μάλιστα· και, φυσικά, δεν είναι η πρώτη φορά που τη βλέπει εδώ. «Καλημέρα,» χαιρετά.

«Καλημέρα,» αποκρίνεται η Ξανθίππη, και η κοπέλα τής κάνει νόημα να περάσει στα ενδότερα. Μάλλον δεν ξέρει ότι η Ξανθίππη είναι ειδική ερευνήτρια της Χωροφυλακής, αλλά σίγουρα ξέρει ότι ανήκει στη Σιδηρά Δυναστεία. Και η Ξανθίππη γνωρίζει ότι η συγκεκριμένη κοπέλα είναι της οικογένειας: Ονομάζεται Μυράνθη, και είναι παιδί της πέτρας – έχει μεγαλώσει, δηλαδή, στους δρόμους της μεγαλούπολης. Μοιάζει πολιτισμένη και ευγενική τώρα, καθώς κάθεται στο γραφείο της, αλλά η Ξανθίππη δεν αμφιβάλλει ότι μια αλήτικη αγριόγατα κρύβεται πίσω από αυτή τη μάσκα.

Πηγαίνει προς την πόρτα του Άλκιμου και χτυπά με τις φάλαγγες της δεξιάς γροθιάς της.

«Περάστε,» ακούγεται η φωνή του από μέσα.

Η Ξανθίππη αγγίζει το κουμπί του πουκαμίσου της που κρύβει τον μηχανικό οφθαλμό, ενεργοποιώντας τον. Ύστερα, ανοίγει την πόρτα και περνά το κατώφλι, βρίσκοντας τον Άλκιμο καθισμένο πίσω από το γραφείο του, ντυμένο μ’ένα λευκό πουκάμισο με ψηλούς γιακάδες και γυρισμένα μανίκια.

«Καλημέρα,» της λέει. «Κάθισε.»

Η Ξανθίππη κάθεται αντίκρυ του. «Πρόκειται για κάτι σημαντικό;»

«Θέλεις να σου προσφέρω τίποτα; Έναν καφέ;»

«Όχι, ευχαριστώ.»

«Τσιγάρο;»

«Εντάξει.»

Της δίνει ένα τσιγάρο από την ταμπακιέρα του και της το ανάβει μ’έναν ενεργειακό αναπτήρα. Μετά ανάβει κι ένα για τον εαυτό του. «Έμαθα ότι συνεργάζεσαι με τον Κριτόλαο’μορ,» λέει. «Στην υπόθεση της Ηλέννιας.»

«Ναι,» αποκρίνεται η Ξανθίππη. «Μιλήσατε χτες, δεν μιλήσατε, οι δυο σας;»

Ο Άλκιμος νεύει συλλογισμένα. «Μιλήσαμε. Λιγάκι… παράξενος μού φάνηκε, για νάμαι ειλικρινής.»

«Γιατί;»

«Σ’έχει βοηθήσει στην έρευνά σου;»

«Αρκετά.»

«Τότε,» λέει ο Άλκιμος, «μπορεί να μου φάνηκε παράξενος απλά επειδή είναι πράκτορας της Παντοκράτειρας.»

Η Ξανθίππη συνοφρυώνεται. Πράκτορας της Παντοκράτειρας; Δεν το ήξερε αυτό.

«Ή μάλλον, ήταν, θα έπρεπε να πω,» προσθέτει ο Άλκιμος. «Δεν υπάρχει Παντοκράτειρα πλέον.» Συγχρόνως, η Ξανθίππη παρατηρεί ότι την παρατηρεί. Ήθελε να δει την αντίδρασή μου, συνειδητοποιεί. Ήθελε να δει αν ήξερα για τον Κριτόλαο ή όχι. Κι αναρωτιέται αν η αντίδρασή της του έδωσε απάντηση.

«Όχι, δεν υπάρχει.» Του επιστρέφει το ερευνητικό βλέμμα, έκδηλα, θέλοντας να του πει: Ξέρω τι κάνεις.

Ο Άλκιμος χαμογελά φιλικά. «Υποθέτω θα είναι χρήσιμος. Δεν είναι;»

«Σου είπα ήδη, μ’έχει βοηθήσει αρκετά.»

«Έχετε βρει τα ίχνη του δολοφόνου; – αν δεν ήταν αυτοκτονία, δηλαδή.»

«Δεν ήταν αυτοκτονία· αυτό είναι βέβαιο.»

«Λοιπόν;»

«Η έρευνά μας προχωρά,» λέει η Ξανθίππη.

«Έχετε κάποια υποψία; Θα μπορούσα να βοηθήσω με κάποιον τρόπο;»

«Νομίζω πως ο Κριτόλαος σού ζήτησε να κάνεις κάτι για εμάς…»

«Ναι,» λέει ο Άλκιμος. «Αναζητά μια… Κλέφτρα της Πνοής, από τη Μοργκιάνη. Μια επαγγελματία δολοφόνο.»

«Την έχεις εντοπίσει;»

Ο Άλκιμος κουνά το κεφάλι αρνητικά. «Αμφιβάλλω καν αν υπάρχει τέτοιο πρόσωπο στη Νέσριβεκ. Υποπτεύεστε ότι έχει σχέση με τον θάνατο της Ηλέννιας;»

«Ναι.»

«Τι σχέση; Νομίζετε ότι αυτή μπορεί να τη δολοφόνησε;»

«Δεν έχει σημασία,» αποκρίνεται η Ξανθίππη. «Πρώτα θέλουμε να την εντοπίσουμε.»

«Ναι, εντάξει,» λέει ο Άλκιμος. «Αλλά πες μου: τι υποθέτετε;»

«Καλύτερα να μην κάνουμε υποθέσεις ακόμα.»

«Θα ήθελα να ξέρω,» επιμένει ο Άλκιμος. «Ίσως μπορούσα να βοηθήσω περισσότερο, γνωρίζοντας. Ο θάνατος της Ηλέννιας μ’έχει προβληματίσει, Ξανθίππη. Όπως σίγουρα υποπτεύονται όλοι, πολύ πιθανόν να έχει κάποια σχέση με την ίδια τη Δυναστεία…»

«Ναι,» συμφωνεί η Ξανθίππη, «είναι πιθανό. Αλλά δεν έχω συνηθίσει να μοιράζομαι τις πληροφορίες μου με τρίτα πρόσωπα όταν κάνω έρευνα. Επαγγελματικό θέμα, Άλκιμε. Σίγουρα με καταλαβαίνεις.»

«Ναι, το καταλαβαίνω αυτό,» αποκρίνεται ο Καλνάροφ τινάζοντας στάχτη στο τασάκι του γραφείου του.

«Θα ήθελες κάτι άλλο από εμένα;»

«Μου είπες λιγότερα απ’ό,τι ήλπιζα. Ήμουν – και είμαι – περίεργος να μάθω. Τέλος πάντων· αν χρειάζεσαι τη βοήθειά μου, ξέρεις πού να με βρεις.»

«Ασφαλώς.»

*

«Τι σου είπε;» ρωτά ο Κριτόλαος, όταν η Ξανθίππη μπαίνει στο δωμάτιό του στο Ψηλό Μέγαρο.

«Δε θες να δεις μόνος σου;» Η ειδική ερευνήτρια βγάζει τον μικροσκοπικό μηχανικό οφθαλμό από το κενό κουμπί του πουκαμίσου της.

«Γιατί όχι; Δεν πρέπει να μιλούσατε και πολλή ώρα, υποθέτω.» Ο Κριτόλαος παίρνει τον οφθαλμό και τον συνδέει με το φορητό πληροφοριακό σύστημα που έχει ανοιχτό επάνω στο τραπεζάκι.

«Δε μου είχες πει ότι ήσουν πράκτορας της Παντοκράτειρας,» λέει η Ξανθίππη.

«Και σ’το είπε ο Καλνάροφ;»

«Ναι.»

«Τυχαίο, νομίζεις;» Ο Κριτόλαος αποθηκεύει τα οπτικά δεδομένα του οφθαλμού μέσα στο σύστημά του, τον αποσυνδέει, και τον επιστρέφει στην Ξανθίππη.

«Τι εννοείς;»

«Μπορεί να ήθελε να σε κάνει να με εμπιστεύεσαι λιγότερο απ’ό,τι με εμπιστεύεσαι.»

«Σε εμπιστεύομαι, Κριτόλαε. Και πριν και τώρα,» του λέει, ατενίζοντάς τον ευθέως.

Ο Κριτόλαος νεύει. «Δίκαιο ήταν να ξέρεις, ούτως ή άλλως,» αποκρίνεται. «Έχω ψάξει κι εγώ για σένα, για νάμαι ειλικρινής.»

Η Ξανθίππη συνοφρυώνεται. «Τον φάκελό μου;»

«Ναι.» Ο Κριτόλαος πατά μερικά πλήκτρα πάνω στο φορητό σύστημα, ενεργοποιώντας τα οπτικά δεδομένα. Η εικόνα του Άλκιμου Καλνάροφ γεμίζει την οθόνη, και η φωνή του ακούγεται, καθώς και η φωνή της Ξανθίππης.

«Γνωρίζεις, δηλαδή, για τον πατέρα μου…» λέει η ειδική ερευνήτρια.

«Γνωρίζω.» Ο Κριτόλαος κοιτάζει την οθόνη. «Μη σε αγχώνει αυτό. Σε καταλαβαίνω.»

«Αμφιβάλλω.» Η φωνή της είναι αμυντική.

Ο Κριτόλαος στρέφεται να την κοιτάξει, και βλέπει την όψη της νάχει σκληρύνει, και τα μάτια της επίσης. «Κι εγώ είχα προβλήματα με τους γονείς μου, αν και διαφορετικού είδους. Ο πατέρας μου ήταν ιερέας του Κρόνου, στη Ρελκάμνια, προτού η συγκεκριμένη διάσταση γίνει έδρα της Συμπαντικής Παντοκρατορίας. Ήταν καλός άνθρωπος αλλά είχε ένα σοβαρό ελάττωμα: κάπνιζε. Ό,τι καπνό κυκλοφορεί στο Γνωστό Σύμπαν. Στο τέλος, οι καπνοί τον σκότωσαν.»

Ένα αχνό μειδίαμα διαλύει την αγριάδα στο πρόσωπό της. «Γι’αυτό δεν καπνίζεις;»

«Μπορεί,» αποκρίνεται ο Κριτόλαος σαν κι ο ίδιος να μην είναι βέβαιος, και στρέφει πάλι το βλέμμα του στην οθόνη. Γυρίζει τα οπτικά δεδομένα λιγάκι πιο πίσω, για να ξαναδεί το κομμάτι που έχασε. Παρατηρεί τον Άλκιμο εξονυχιστικά. Τις αντιδράσεις του, το πώς μιλάει.

«Δε με συμπαθεί,» λέει όταν τα οπτικά δεδομένα τελειώνουν. «Και νομίζω ότι είναι προφανές πως προσπαθούσε να σε ψαρέψει.»

Η Ξανθίππη νεύει. «Ναι, το προσπαθούσε.»

«Ο μοναδικός συγγενής μας, μέχρι στιγμής, που φαίνεται να δείχνει τέτοιο ενδιαφέρον…»

«Κι αυτό σε κάνει να τον υποπτεύεσαι περισσότερο;»

«Ναι,» λέει ξεκάθαρα ο Κριτόλαος. «Επιπλέον, δεν σου φάνηκε περίεργο που είπε ότι αμφιβάλλει αν υπάρχει καν κάποια Κλέφτρα της Πνοής στη Νέσριβεκ; Ο Φίλανθος μπορούσε να βρει τη Μοργκιανή φόνισσα αλλά ο Καλνάροφ δεν μπορεί;»

«Το αποκλείεις;»

«Ο Καλνάροφ έχει, αναμφίβολα, μεγαλύτερη επιρροή, Ξανθίππη…»

«Δεν είναι, όμως, παντογνώστης, Κριτόλαε. Η Νέσριβεκ είναι μεγάλη πόλη, γεμάτη μυστικά. Και ο Φίλανθος είναι πολύ υποψιασμένος, παρότι ορισμένες φορές μπορεί να μοιάζει λιγάκι ανόητος.»

Ο Κριτόλαος’μορ δεν δείχνει καθόλου πεπεισμένος, καθώς απενεργοποιεί το πληροφοριακό σύστημά του.

*

Φεύγουν από το Ψηλό Μέγαρο και πηγαίνουν να ψάξουν τις αγορές της Νέσριβεκ, εκείνος μέσα στο τετράκυκλο όχημά του, εκείνη επάνω στο δίκυκλό της. Δεν απομακρύνονται, όμως, ο ένας από τον άλλο γιατί σε πολλές περιπτώσεις ίσως να χρειάζεται η ταυτότητα της ειδικής ερευνήτριας της Χωροφυλακής. Ρωτάνε ανθρώπους σε διάφορα μέρη, ανατολικά και δυτικά του ποταμού Ήρντεφ, μέλη της Σιδηράς Δυναστείας και άλλους, εμπόρους και μη, του υπόκοσμου και απλούς πολίτες. Προσπαθούν να μάθουν ποιοι πουλάνε πράγματα από τη Μοργκιάνη. Και μαθαίνουν: βρίσκουν δύο καταστήματα δυτικά του ποταμού και ένα ανατολικά του. Αυτοί οι έμποροι, όμως, δεν πάνε οι ίδιοι στη Μοργκιάνη· απλά αγοράζουν ό,τι τους φέρνουν άλλοι, οι οποίοι έρχονται από τη Ράσρηβ ή τη Μόλκαρηβ. Κανένας στη Νέσριβεκ δεν φαίνεται να ταξιδεύει κατευθείαν στη Μοργκιάνη για εμπόριο· ή, τουλάχιστον, ο Κριτόλαος και η Ξανθίππη δεν ανακαλύπτουν κανέναν.

Το κατάστημα στ’ανατολικά του ποταμού, εκτός των άλλων, πουλά και σχοινιά από τη Μοργκιάνη. Τα καταστήματα στα δυτικά του ποταμού δεν πουλάνε σχοινιά. Επομένως, αν η Μάρναλιθ αγοράζει από την πόλη τα σχοινιά της, από εδώ πρέπει να τα προμηθεύεται, συμφωνούν και ο Κριτόλαος και η Ξανθίππη. Ο Κριτόλαος, όμως, λέει στην ειδική ερευνήτρια να μη ρωτήσουν τον καταστηματάρχη ακόμα αν μια μαυρόδερμη γυναίκα έρχεται στο μαγαζί του γιατί μπορεί να τη γνωρίζει προσωπικά και να τους το κρύψει· μπορεί, μάλιστα, να την ειδοποιήσει κιόλας, ώστε εκείνη να πάψει να επισκέπτεται αυτό το μέρος στο άμεσο μέλλον.

«Τι προτείνεις; Να παρακολουθήσουμε το κατάστημα;» τον ρωτά η Ξανθίππη, καθώς κάθονται σε μια καφετέρια, όχι και πολύ μακριά από το μαγαζί που πουλά τα πράγματα από τη Μοργκιάνη. Είναι μεσημέρι, κι έχουν αφήσει τα οχήματά τους απέξω, στο πλάι του πεζόδρομου.

«Είναι το πιο λογικό.»

«Και πότε θα έρθει εδώ η Κλέφτρα, νομίζεις; Μετά από ένα μήνα; Μετά από δύο μήνες; Πόσο μπορούμε να καθόμαστε και να την περιμένουμε, Κριτόλαε; Εγώ δεν μπορώ να ερευνώ τούτη την υπόθεση για πάντα· η Χωροφυλακή δεν θα μ’αφήσει.»

«Αυτό,» παραδέχεται ο Κριτόλαος, «είναι όντως ένα πρόβλημα.»

«Επιπλέον, δεν είμαστε σίγουροι ότι η Κλέφτρα προμηθεύεται τα σχοινιά της από εδώ.»

«Πράγματι. Να σε ρωτήσω κάτι άλλο;»

Η Ξανθίππη υψώνει ένα φρύδι.

«Έχεις καταλάβει ότι μας παρακολουθούν, έτσι; Εδώ και καμια ώρα τον έχω αντιληφτεί.»

Η Ξανθίππη νεύει. «Κι εγώ. Πριν από κανένα μισάωρο.»

«Ο άντρας που κάθεται προς τ’αριστερά μου. Αυτός με το περιοδικό, το γαλανό δέρμα, τα μαύρα μαλλιά, και τα μαύρα γυαλιά.»

«Ναι,» συμφωνεί η Ξανθίππη.

«Ποιος νομίζεις ότι μπορεί να τον έστειλε;»

Η Ξανθίππη δεν μιλά, αν και έχει μια υποψία.

«Την ίδια υποψία έχω κι εγώ,» λέει ο Κριτόλαος σαν να διαβάζει το μυαλό της. «Ο Καλνάροφ.»

Η Ξανθίππη σμίγει τα χείλη δυσανασχετώντας. «Δεν… Δεν ξέρω,» λέει. «Ή… από περιέργεια, ίσως.»

«Μεγάλη περιέργεια έχει,» σχολιάζει ο Κριτόλαος. «Σε κακό θα του βγει στο τέλος.

»Το δίκυκλό του ο τύπος που μας παρακολουθεί πρέπει να το άφησε δίπλα από την καφετέρια. Θα πάω να το πάρω.»

«Τι εννοείς, θα πας να το πάρεις;»

«Θα το κλέψω.»

«Νομίζεις ότι προλαβαίνεις να το ξεκλειδώσεις;»

«Τεχνομαθείς μάγος είμαι, Ξανθίππη, το ξεχνάς;»

Τα μάτια της στενεύουν. «Μόλις βγεις, ίσως να σε ακολουθήσει.»

«Ναι, γι’αυτό θέλω να του αποσπάσεις την προσοχή όσο θα φεύγω. ‘Συγνώμη, έχετε ένα τσιγάρο; Τι είναι αυτό που διαβάζετε; Για τα τελευταία οχήματα; Λατρεύω αυτό εδώ το όχημα!’»

Η Ξανθίππη χαμογελά. «Εντάξει,» λέει. «Αλλά, εκτός αν είναι τελείως ανόητος, θα υποπτευθεί ότι το κάνω επειδή τον έχω καταλάβει.»

«Δε μας νοιάζει,» λέει ο Κριτόλαος. «Της Χωροφυλακής είσαι, εξάλλου. Αν κάνει καμια μαλακία, του περνάς χειροπέδες. Ξεκινάμε;»

Η Ξανθίππη νεύει. Σηκώνεται απ’το τραπέζι τους και πλησιάζει τον κατάσκοπο. «Συγνώμη,» λέει καθώς εκείνος στρέφεται να την ατενίσει, ξαφνιασμένος. «Μήπως έχετε τσιγάρο; Μου τελείωσαν.»

«Ναι,» αποκρίνεται ο άντρας και πιάνει την ταμπακιέρα μέσα από το ελαφρύ πανωφόρι του.

Η Ξανθίππη παίρνει ένα τσιγάρο και ζητά φωτιά. Ο άντρας βγάζει τον ενεργειακό αναπτήρα του και της το ανάβει…

…ενώ ο Κριτόλαος βγαίνει, διακριτικά αλλά γρήγορα, από την καφετέρια. Βαδίζει προς τη γωνία, στρίβει, και λίγο παραδίπλα βλέπει σταματημένο το δίκυκλο του κατασκόπου. Σίγουρα αυτό είναι· το είχε εντοπίσει από ώρα. Κοιτάζει πάνω από τον ώμο του, για να δει μήπως ο μυστηριώδης άντρας έρχεται, αλλά δεν τον βλέπει· η Ξανθίππη τον κρατά ακόμα απασχολημένο. Ίσως να μη με πρόσεξε καν να φεύγω.

Ο Κριτόλαος πλησιάζει το δίκυκλο και, καθίζοντας στη σέλα, αγγίζοντας το τιμόνι, μουρμουρίζει τα λόγια για ένα Ξόρκι Μηχανικής Εκκινήσεως. Το μυαλό του κεντρίζει τη μηχανή σαν σπίθα, και η μηχανή παίρνει μπροστά, χωρίς να υπάρχει ανάγκη για κλειδί ή για ξεκλείδωμα της κλειδαριάς.

Ο Κριτόλαος οδηγώντας το δίκυκλο απομακρύνεται γρήγορα. Κοιτάζει, κάπου-κάπου, πίσω του μήπως κανένας τον κατασκοπεύει, αλλά δεν εντοπίζει τίποτα το ύποπτο. Σταματά, τελικά, σ’έναν ήσυχο δρόμο και ψάχνει το όχημα για αντικείμενα – στοιχεία. Κάτω από τη σέλα δεν υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμο για να αναγνωρίσει τον κατάσκοπο. Ούτε πουθενά αλλού.

Αφήνει το δίκυκλο εκεί και βαδίζει προς την καφετέρια. Θα μπορούσε και να το επιστρέψει, και ίσως ο κατάσκοπος να μην καταλάβαινε τίποτα, αλλά ο Κριτόλαος θέλει ο κατάσκοπος να καταλάβει. Θέλει να τον τρομάξει. Επιπλέον, έχει κι άλλα σχέδια…

Μπαίνοντας στην καφετέρια, βλέπει πως η Ξανθίππη είναι ακόμα εκεί, το ίδιο κι ο κατάσκοπος. Αλλά δεν κάθονται μαζί.

Τα μαύρα γυαλιά του κατασκόπου στρέφονται προς τη μεριά του Κριτόλαου καθώς εκείνος περνά την είσοδο. Αναρωτιέται, μάλλον, πού είχα πάει.

Ο Κριτόλαος κάθεται κοντά στην Ξανθίππη, με την πλάτη του γυρισμένη προς τον κατάσκοπο, και της λέει χαμηλόφωνα τι έγινε. Μετά την προειδοποιεί να μείνει σιωπηλή, γιατί ίσως αυτός ο τύπος να μπορεί να διαβάσει τα χείλη τους, και στη συνέχεια τής προτείνει το σχέδιό του.

Η Ξανθίππη δεν διαφωνεί. Έτσι βάζουν το σχέδιο σ’εφαρμογή.

*

Βγαίνουν από την καφετέρια και παίρνουν τα οχήματά τους, φεύγοντας. Αλλά δεν πάνε μακριά. Στρίβουν σε μια γωνιά, και η Ξανθίππη κατεβαίνει από το δίκυκλό της και κατευθύνεται αμέσως προς τον μικρό δρόμο όπου ο κατάσκοπος είχε αφήσει το δικό του δίκυκλο. Ο Κριτόλαος μένει πίσω για να ρίξει μια κουκούλα επάνω στο όχημά του κι επάνω στο όχημα της Ξανθίππης.

Η ειδική ερευνήτρια φτάνει στον μικρό δρόμο επάνω στην ώρα για να δει τον κατάσκοπο αποπροσανατολισμένο και έκδηλα τσαντισμένο, να απομακρύνεται βαδίζοντας προς τη μεγαλύτερη οδό μπροστά από την καφετέρια. Τον ακολουθεί, έχοντας την πλάτη της κοντά στον τοίχο, διατηρώντας απόσταση ασφαλείας. Τον βλέπει να μιλά σε κάποιους ανθρώπους στον πεζόδρομο, να τους ρωτά, να χειρονομεί. Εκείνοι, όμως, δεν φαίνεται να ξέρουν τι έχει συμβεί στο δίκυκλό του.

Η Ξανθίππη κοιτάζει προς τα πίσω κι ατενίζει τον Κριτόλαο στην άλλη γωνία του μικρού δρόμου. Του κάνει νόημα να περιμένει, κι εκείνος μένει στη θέση του.

Ο κατάσκοπος, μετά από λίγο, αρχίζει να ψάχνει για επιβατηγό όχημα έξω από την καφετέρια. Η Ξανθίππη γυρίζει και τρέχει προς τον Κριτόλαο.

«Τι είναι;» τη ρωτά εκείνος.

«Ψάχνει για επιβατηγό. Θα τον ακολουθήσω με το δίκυκλό μου. Μείνε εκεί» – δείχνει μπροστά, με τον αντίχειρά της – «για να τον κοιτάζεις.»

Ο Κριτόλαος νεύει, και πηγαίνει γρήγορα στην αρχή του μικρού δρόμου.

Η Ξανθίππη φεύγει, τρέχοντας· φτάνει στον δρόμο όπου είναι σταματημένο το δίκυκλό της, τραβά την κουκούλα από πάνω του, και το καβαλά, ενεργοποιώντας το. Το οδηγεί προς τον μικρό δρόμο, κι εκεί συναντά τον Κριτόλαο ο οποίος της λέει: «Μόλις έφυγε.»

«Γαμήσου!» γρυλίζει η Ξανθίππη.

Ο Κριτόλαος ανεβαίνει πίσω της. «Από κει,» δείχνει, και η Ξανθίππη στρίβει, επιταχύνοντας.

«Αυτό εκεί είναι,» της λέει ο μάγος, δείχνοντας ξανά. «Μην το πλησιάσεις περισσότερο.» Ένα τετράκυκλο επιβατηγό όχημα, λίγο μεγαλύτερο από αυτό του Κριτόλαου.

«Ναι,» αποκρίνεται η Ξανθίππη.

Ακολουθούν το επιβατηγό μέσα στους ανατολικούς δρόμους της Νέσριβεκ, επάνω σε μια από τις γέφυρές της – τη βορειότερη, την αποκαλούμενη και Κουρασμένη Γέφυρα, καθώς βρίσκεται κοντά στις Κουρασμένες Αποβάθρες – μέσα στους δυτικούς δρόμους της πόλης, μέσα στη συνοικία που ονομάζεται Ειδήμων, και βλέπουν τελικά το επιβατηγό να σταματά μπροστά στην Οικοκίνηση.

Και η Ξανθίππη σταματά το δίκυκλό της, αλλά σε αρκετή απόσταση.

Ο κατάσκοπος βγαίνει από το επιβατηγό και μπαίνει στο μεσιτικό γραφείο.

«Τι σου έλεγα;» λέει ο Κριτόλαος.

«Δεν το πιστεύω…» μουρμουρίζει η Ξανθίππη.

«Πάμε. Δεν έχουμε τίποτ’ άλλο να δούμε εδώ.»

ΕΝΑΣ ΑΠΑΤΗΜΕΝΟΣ ΠΙΣΤΟΣ

Στην αρχή, ακολούθησα τον Ρίβη μέσα στο Μαύρο Δόντι απλά και μόνο από περιέργεια, είμαι σίγουρος. Δεν σχεδίαζα να τον εμποδίσω απ’το να κάνει τίποτα, αν και υποπτευόμουν τι ίσως να συνέβαινε. Μετά, όμως, δεν μπορούσα να τον αφήσω να σκοτώσει τον Σουτούρη τον Τυχερό. Παρότι ήξερα ότι η ενέργειά μου ήταν ανόητη. Παρότι ήξερα ότι αυτό θα με καθυστερήσει απ’το να ξεχρεωθώ.

Η Ασημίνα μού είχε πει να μη μπω καθόλου στο Μαύρο Δόντι, να μην ανακατεύω καθόλου σ’αυτή την υπόθεση πέρα από εκεί όπου τελείωνε ο ρόλος μου. Αλλά εγώ ανακατεύτηκα. Κι όχι μόνο ανακατεύτηκα· ουσιαστικά, χάλασα το σχέδιο της Ασημίνας – μέσα στο οποίο, προφανώς, ήταν η δολοφονία του Σουτούρη.

Και τώρα, τι γίνεται; Πώς προχωράμε από εδώ;

«Θα σου εξηγήσω,» αποκρίνομαι στη Ναρλέθι, που με κοιτάζει οργισμένη μέσα στην τραπεζαρία του Νερόλιθου. Οι άνθρωποι γύρω μας – του υπόκοσμου, όλοι τους – έχουν κατεβάσει τα όπλα τους, μα δεν τα έχουν κρύψει. «Πρώτα όμως,» συνεχίζω, «ο κύριος από δω» – δείχνω τον Ρίβη με μια κίνηση του σαγονιού μου, που ακόμα οι μισθοφόροι τον κρατάνε ακινητοποιημένο πάνω στο τραπέζι – «χρειάζεται λίγη περιποίηση.» Το αριστερό του χέρι αιμορραγεί.

«Περιποίηση;» κάνει η Ναρλέθι. «Πυροβόλησε έναν από τους μισθοφόρους μου!»

«Τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται,» της λέω. «Μου έχεις εμπιστοσύνη;»

Η Ναρλέθι με ατενίζει δυσανασχετώντας.

«Αν δεν είχα παρέμβει,» της τονίζω, «ο Σουτούρης ο Τυχερός πιθανώς να ήταν τώρα νεκρός.»

«Νεκρός;»

«Λέει αλήθεια,» επιβεβαιώνει ο Σουτούρης πλησιάζοντας. «Αυτός ο άνθρωπος με σημάδευε, και ο ραλίστας τον σταμάτησε.»

Η Ναρλέθι στρέφεται να τον κοιτάξει. «Τον ξέρεις; Σε ξέρει;»

«Δε νομίζω.»

Η Ναρλέθι κοιτάζει εμένα πάλι. «Τι συμβαίνει, Ζορδάμη;»

«Θα σου εξηγήσω,» αποκρίνομαι ξανά, «αλλά όχι εδώ.»

*

Μεταφέρουμε τον Ρίβη σ’ένα από τα δωμάτια του πανδοχείου, ενώ του λέω να μην ανησυχεί, κανένας δεν πρόκειται να τον πειράξει, η δύναμη του Κάρτωλακ είναι μαζί του, και μαζί μου. Έχω πάλι στο πρόσωπό μου τη σεβάσμια όψη ιερέα που είναι απόλυτα βέβαιος για τις θεϊκές αλήθειες που αρθρώνει. Δεν είμαι σίγουρος ότι ο Ρίβης με πιστεύει, όμως πρέπει να καταλαβαίνει πως αν δεν παίξει τούτο το παιχνίδι σωστά θα τον σκοτώσουν.

Ο γιατρός που έχει η Σιδηρά Δυναστεία στο Μαύρο Δόντι έρχεται στον Νερόλιθο και περιποιείται το τραύμα στο χέρι του Ρίβη, ενώ δύο μισθοφόροι στέκονται μέσα στο δωμάτιο, με τα δικά τους χέρια σταυρωμένα μπροστά τους κι ατενίζοντας τον αδελφό της Ασημίνας με γερακίσια βλέμματα.

Εγώ, η Ναρλέθι, και ο Σουτούρης ο Τυχερός πηγαίνουμε σ’ένα διπλανό δωμάτιο και, ενώ η Κλεισμένη περιφέρεται γύρω από τα πόδια μας, τους εξηγώ πως απόψε κιόλας πήρα τον Ρίβη από τη Νιρικόνια Κλινική και ο άνθρωπος ίσως να μην είναι καλά στα μυαλά του, γι’αυτό συνέβησαν όσα συνέβησαν.

«Γιατί τον πήρες από εκεί;» με ρωτά η Ναρλέθι. «Και γιατί τον έφερες εδώ;»

«Ονομάζεται Ρίβης,» της λέω, «και είναι μέλος της Δυναστείας. Με έστειλαν να τον βγάλω από την κλινική, να του δώσω ένα κουτί που περιέχει κάποια πράγματα, και μετά να τον αφήσω έξω από το Μαύρο Δόντι. Από περιέργεια, όμως, τον ακολούθησα μέσα, γιατί…» Κοιτάζω τον Σουτούρη. «Υποπτευόμουν ότι ίσως να ερχόταν για να σε σκοτώσει.»

«Μα,» απορεί ο Τυχερός, «γιατί; Δεν τον ξέρω καν αυτό τον άνθρωπο! Δεν έχουμε ποτέ συναντηθεί· είμαι σίγουρος.»

«Ναι,» απαντώ. «Αλλά, αν έχω καταλάβει καλά, ο Ρίβης νομίζει ότι τον καταδιώκει κάποιος μυστηριώδης Τζογαδόρος.»

Ο Σουτούρης συνοφρυώνεται. «Και πιστεύει ότι αυτός ο μυστηριώδης Τζογαδόρος είμαι εγώ;»

«Σε είδε να παίζεις χαρτιά–»

«Μα τα κωλομέρια της Λόρκης, ραλίστα! τότε ο άνθρωπος είναι όντως τελείως τρελός! Δηλαδή, όποιος παίζει χαρτιά–;»

«Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά,» τον διακόπτω. «Μέσα στο κουτί που του έδωσα, εκτός από ένα σημείωμα κι ένα πιστόλι – αυτό το πιστόλι» – το κρατάω στο χέρι μου – «υπήρχε και μια φωτογραφία. Μια δική σου φωτογραφία.»

Ο Σουτούρης συνοφρυώνεται. «Δεν καταλαβαίνω. Γιατί;»

«Ούτε κι εγώ καταλαβαίνω ακριβώς. Αλλά» – και τώρα στρέφομαι στη Ναρλέθι – «αν μ’αφήσεις να του μιλήσω, ίσως να καταλάβω.»

«Ποιος σ’έστειλε να τον πάρεις απ’το ψυχιατρείο και να τον φέρεις εδώ;» με ρωτά εκείνη.

Σμίγω τα χείλη, διστακτικός ν’απαντήσω.

Και η Ναρλέθι αμέσως αντιλαμβάνεται τον δισταγμό μου. «Κάποιος συγγενής;»

«Προφανώς,» της λέω.

«Ισχυρός συγγενής;»

«Αρκετά ισχυρός. Άσε με να μιλήσω στον Ρίβη, πρώτα, και θα σου εξηγήσω μετά. Σύμφωνοι;»

«Σύμφωνοι, ραλίστα,» αποκρίνεται η Ναρλέθι. «Αλλά φρόντισε αυτός ο φρενοβλαβής να μην αρχίσει ξανά να πυροβολεί μέσα στον Νερόλιθο, ή μέσα στο Μαύρο Δόντι, γιατί την επόμενη φορά θα τον σκοτώσουμε ό,τι κι αν λες.»

*

Μα τους θεούς, τι εξυπηρετούν αυτά που κάνω τώρα; Δε με βοηθάνε να ξεχρεωθώ, και ούτε εκτελώ τις εντολές κάποιου από τα μεγάλα κεφάλια της Δυναστείας. Έχω αρχίσει να ενεργώ μόνος μου. Αυτόβουλα. Και πού θα με οδηγήσει αυτό; Σίγουρα, όχι σε καλό μέρος. (Νομίζω πως μπορώ σχεδόν ν’ακούσω το γέλιο του Άφευκτου, του Σίλα Ιερόπυργου, ν’αντηχεί μέσα στο κεφάλι μου, προερχόμενο από τον σκοτεινό κόσμο των νεκρών.) Τι να έκανα, όμως; Ν’άφηνα τον Ρίβη να σκοτώσει τον Σουτούρη; Δεν μπορούσα. Κι οι δυο τους θα πέθαιναν. Οι μισθοφόροι στον Νερόλιθο, αναμφίβολα, θα γέμιζαν αμέσως τον Ρίβη με σφαίρες. Και δεν μ’ενδιαφέρει πραγματικά για τη ζωή του Ρίβη, όμως μπορώ να καταλάβω ότι τον εκμεταλλεύονται αυτή τη στιγμή. Η ίδια του η αδελφή τον εκμεταλλεύεται. Εκείνη, άλλωστε, έστειλε το κουτί με το πιστόλι και τη φωτογραφία. Και αποκλείεται να μην ήξερε πως, σκοτώνοντας τον Σουτούρη, θα σκοτωνόταν κι ο Ρίβης.

Τι έχει στο μυαλό της η Ασημίνα; Ποια είναι τα σχέδιά της;

Μπαίνω στο δωμάτιο του Ρίβη αφού ο γιατρός έχει φύγει, και η Κλεισμένη μ’ακολουθεί μέσα, αθόρυβα. Κάνω νόημα στους δύο μισθοφόρους να αποχωρήσουν. Εκείνοι διστάζουν, οπότε τους λέω: «Βγείτε. Έχω την άδεια της Ναρλέθι.» Δε φέρνουν αντίρρηση· μας αφήνουν μόνους.

Ο Ρίβης είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του δωματίου, με το τραυματισμένο χέρι του δεμένο με επιδέσμους.

«Πώς είσαι;» τον ρωτάω.

«Ο γιατρός είπε ότι σε καμια δεκαριά μέρες θα μπορώ να κινήσω το χέρι μου κανονικά, αν μέχρι τότε δεν το κουράζω και το έχω σε σχετική ακινησία.»

Πιάνω μια καρέκλα και, τραβώντας την πλάι στο κρεβάτι του, κάθομαι ανάποδα, με τα χέρια μου ακουμπισμένα στην πλάτη της.

«Γιατί με σταμάτησες;» με ρωτά ο Ρίβης. «Γιατί ήθελε ο Κάρτωλακ να με δοκιμάσει; Τι… τι περιμένει από εμένα;»

Μ’έχει πιστέψει; Πραγματικά, μ’έχει πιστέψει, ότι ο Κάρτωλακ ήθελε να τον δοκιμάσει; Του λέω: «Πες μου τι ακριβώς σου έχει συμβεί, Ρίβη. Πώς κατέληξες στη Νιρικόνια Κλινική;»

Με ατενίζει συνοφρυωμένος. «Δεν ξέρεις;»

«Θέλω να μου πεις,» επιμένω, φιλικά.

«Με κυνηγούσε ο καταραμένος Τζογαδόρος! Ένας απεσταλμένος της Λόρκης. Ήθελε να με βγάλει απ’τη μέση γιατί ήξερε ότι ήμουν αγαπητός στον Κάρτωλακ, τον Άρχοντα των Δασών.»

«Από πότε;» τον διακόπτω. «Από πότε ήθελε να σε βγάλει απ’τη μέση; Πού βρισκόσουν τότε;»

«Στη… Κοντά στην Κιρβόνη. Εκεί είναι το σπίτι μου–»

«Μια βίλα;»

«Ναι. Το γνωρίζεις; Μια βίλα με ιερά λαξεύματα στους τοίχους της.»

«Μαζί με την αδελφή σου έμενες; Την Ασημίνα;»

«Ναι.» Ο Ρίβης ανασηκώνεται πάνω στο κρεβάτι. «Μας ξέρεις, λοιπόν!»

«Γνωρίζω κάποια πράγματα,» παραδέχομαι. «Πες μου κι άλλα, όμως. Τι συνέβη ενώ ήσουν στο σπίτι σου; Πώς εμφανίστηκε αυτός ο Τζογαδόρος;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίνεται ο Ρίβης. «Τον έβλεπα, όμως, μες στον ναό μου συχνά–»

«Ποιον ναό;»

«Το σπίτι μου είναι ναός. Σου είπα, έχει επάνω του ιερά λαξεύματα του Κάρτωλακ.»

«Ναι, σωστά. Και ο Τζογαδόρος;»

«Ο δαιμονικός υπηρέτης της Λόρκης παρουσιαζόταν μέσα στο σπίτι. Προσπαθούσε πάντα να με πλησιάσει. Ακόμα κι οι φύλακες τον είχαν δει, μα δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, και μου έλεγαν να προσέχω.»

«Η Ασημίνα; Τον είχε δει κι εκείνη;»

«Δε νομίζω ότι τον είχε δει, αλλά ήξερε για την ύπαρξή του. Με καταδιώκει παντού!» Η όψη του Ρίβη μοιάζει τώρα πολύ ταραγμένη. Τα μάτια του γυαλίζουν άγρια, βαθιά μέσα στις κόγχες του προσώπου του, σαν τα μάτια παγιδευμένου θηρίου.

«Ηρέμησε,» του λέω. «Δεν υπάρχει αυτός ο Τζογαδόρος εδώ. Κι ακόμα δεν καταλαβαίνω πώς από το σπίτι σου κατέληξες στη Νιρικόνια Κλινική.»

«Μια νύχτα… ένα σούρουπο, ο Τζογαδόρος είχε έρθει για να κλέψει την ψυχή μου.»

«Με τι τρόπο;»

«Παρουσιαζόταν και μετά χανόταν ξανά. Ήταν μες στις σκιές! Κι όλοι στο ναό το είχαν καταλάβει, αλλά μου το έκρυβαν γιατί φοβόνταν. Μου ζητούσαν να ησυχάσω. Κι όλοι οι πιστοί μου ακόλουθοι είχαν χαθεί εκείνη τη νύχτα!»

«Ποιοι πιστοί ακόλουθοι;»

«Αυτοί που είχαν συγκεντρωθεί στον ναό μου. Πιστοί του Κάρτωλακ.»

«Δούλευαν στη βίλα;»

«Δεν δούλευαν. Ήταν εκεί επειδή πίστευαν στον Κάρτωλακ, και σ’εμένα, που ήμουν αγαπητός σ’αυτόν.»

«Εκείνη τη νύχτα εξαφανίστηκαν, όμως…»

«Ναι.»

«Γιατί;» ρωτάω.

«Δεν ξέρω. Ο Τζογαδόρος φταίει, όμως· είμαι σίγουρος!»

«Αλήθεια, γιατί τον λες Τζογαδόρο; Από την αρχή τον θεωρούσες Τζογαδόρο;»

«Είχε επισκεφτεί τη βίλα μια φορά, και είχε παίξει χαρτιά με τους φύλακές της.»

«Και η Ασημίνα δεν τον είχε δει;»

«Τον είχε δει.»

«Πριν από λίγο, όμως, μου είπες ότι η Ασημίνα δεν τον είχε δει…»

«Δεν τον είχε δει μετά!» λέει ο Ρίβης σαν να έπρεπε να το είχα καταλάβει αυτό. «Μετά. Όταν εμφανιζόταν κι εξαφανιζόταν με μυστηριώδη τρόπο μες στο σπίτι – μες στον ναό μου!»

«Μάλιστα…» αποκρίνομαι. Κάτι δεν μ’αρέσει καθόλου σ’αυτή την υπόθεση. Καθόλου. «Κι όταν ο Τζογαδόρος ήρθε, την πρώτη φορά, η όψη του ήταν σαν του ανθρώπου που επιχείρησες να πυροβολήσεις εδώ, στην τραπεζαρία;»

«Φυσικά και όχι! Ο Τζογαδόρος αλλάζει μορφές – μην είσαι ανόητος! Είναι υπηρέτης της Λόρκης. Δαιμονικός.»

Μαλακίες, σκέφτομαι. Ποιος όμως έβαλε αυτές τις μαλακίες μέσα στο κεφάλι του; Γιατί μου φαίνεται απίθανο να μπήκαν εκεί από μόνες τους. Όπως μου φαίνεται, επίσης, απίθανο να είναι αληθινά αυτά τα πράγματα. Δεν αποκλείω ποτέ τίποτα, ασφαλώς. Έχω δει εξωδιαστασιακούς δαίμονες και διάφορα παράδοξα στη ζωή μου. Αλλά βγάζουν κάποιο νόημα, έχουν κάποια στοιχειώδη τουλάχιστον λογική βάση. Αυτά που διηγείται ο Ρίβης, όμως, είναι μπερδεμένα. Μοιάζουν ασυνάρτητα.

«Μάλιστα,» λέω. «Και πώς το ξέρεις ότι αλλάζει μορφές; Πώς το ανακάλυψες;»

«Μου είπαν ότι τον είδαν μια φορά κοντά στη βίλα– Πώς σε λένε, αλήθεια;»

«Ζορδάμη.»

«Τον είδαν, Ζορδάμη, κοντά στη βίλα: και την ίδια βραδιά η εφιαλτική σκιά του παρουσιάστηκε στον κήπο – την αντίκρισα εγώ ο ίδιος!»

«Ποιος τον είδε κοντά στη βίλα;»

Ο Ρίβης συνοφρυώνεται σαν να προσπαθεί να θυμηθεί. «Ο… ο Λειρνόος, νομίζω. Ένας φύλακας της βίλας, που είναι και μέλος–»

«–της Σιδηράς Δυναστείας. Τυχαίνει να τον έχω ακουστά. Αυτός, λοιπόν, σου είπε πως είδε τον Τζογαδόρο εκεί κοντά…»

«Ναι.»

«Και μετά,» ρωτάω, «έγιναν κι άλλα τέτοια παράξενα συμβάντα;»

«Με καταδίωκε παντού, Ζορδάμη! Παντού! Μέσα στον ναό μου· έξω απ’τον ναό μου, στην ύπαιθρο· στην Κιρβόνη, όταν ταξίδευα εκεί για αγορές ή για άλλους λόγους! Στο τέλος, θεώρησα ότι το καλύτερο που μπορούσα να κάνω ήταν να μένω στον ναό· εκεί, σίγουρα, η προστασία του Κάρτωλακ θα ήταν ισχυρότερη.»

«Και τι έγινε εκείνη τη μοιραία νύχτα που εξαφανίστηκαν οι ακόλουθοί σου, Ρίβη;»

«Εκείνη τη νύχτα, ο Τζογαδόρος παρουσιαζόταν παντού στη βίλα, κι όλοι ήταν τρομοκρατημένοι αλλά κανένας δεν το παραδεχόταν. Η Ασημίνα είχε κλειδωθεί στο δωμάτιό της, κι ούτε σ’εμένα δεν άνοιγε! Έβλεπα τον Τζογαδόρο να εμφανίζεται και να χάνεται, άκουγα το γέλιο του! Η μορφή του φαινόταν στους καθρέφτες – χωρίς εκείνος να είναι μπροστά τους! Τράβηξα ένα πιστόλι και προσπαθούσα να τον σκοτώσω, μα συνεχώς τον αέρα χτυπούσα, συνεχώς μου ξέφευγε το τέρας της Λόρκης!»

«Και μετά;»

«Μετά…» Συνοφρυώνεται. «Δε θυμάμαι. Πρέπει ο Τζογαδόρος να με χτύπησε κάπως. Έχασα τις αισθήσεις μου, κι όταν συνήλθα ήμουν στη Νιρικόνια Κλινική, και κανένας δεν με πίστευε ότι ο Τζογαδόρος με κυνηγούσε ακόμα κι εκεί. Ούτε καν για τη Σιδηρά Δυναστεία δεν με πίστευαν! Ο γιατρός προσπαθούσε να με πείσει ότι ήταν μια οργάνωση που είχα φανταστεί για να αντιμετωπίσω, λέει, τον εφιάλτη του Τζογαδόρου που πάλι το μυαλό μου είχε δημιουργήσει!»

«Ποιος γιατρός; Ο Άρης Μικρόνυχος; Γαλανόδερμος, μουστάκι, μεγάλα γυαλιά;»

«Ναι, αυτός.»

Τι σκατά συμβαίνει εδώ; αναρωτιέμαι. Αυτός είναι αναμφίβολα συνεννοημένος με την Ασημίνα, και κατά πάσα πιθανότητα μέλος της Δυναστείας. «Και ο Τζογαδόρος συνέχιζε να εμφανίζεται μέσα στην κλινική;»

«Ναι, αυτό δεν σου είπα; Παρουσιαζόταν κι εξαφανιζόταν. Πολλές φορές άκουγα το γέλιο του, ή τον άκουγα να μου μιλά μέσα από καθρέφτες. Μου έλεγε πως η Λόρκη θα πάρει την ψυχή μου, πως ο… ο Άρχοντας των Δασών μ’έχει εγκαταλείψει γιατί» – η φωνή του γίνεται πνιχτή – «γιατί αποδείχτηκα… ανάξιος.»

Αναστενάζω, και σηκώνομαι απ’την καρέκλα. Βηματίζω μέσα στο δωμάτιο, προβληματισμένος. Ανάβω τσιγάρο.

Η Κλεισμένη νιαουρίζει – ο πρώτος ήχος που βγάζει από τότε που με ακολούθησε εδώ.

«Τι είναι, Ζορδάμη;» με ρωτά ο Ρίβης, με απεγνωσμένη όψη.

Τι να είναι; σκέφτομαι. Το θέμα είναι τι σκατά κάνουμε τώρα. Μπορώ να επιστρέψω στην Ασημίνα; Και να της πω τι; Έκανα το σχέδιό της άνω-κάτω.

Κουνάω το κεφάλι μου προβληματισμένα. Τώρα τον πήραμε τον περίεργο δρόμο, ραλίστα…

Λέω στον Ρίβη: «Θα σου πω την αλήθεια, και άκουσέ με καλά.»

Το βλέμμα του καρφώνεται επάνω μου με τρομερή ένταση.

«Δε μ’έστειλε ο Κάρτωλακ να σε πάρω από την κλινική.»

Τα μάτια του γουρλώνουν.

«Και, πίστεψέ με,» συνεχίζω, «δεν είναι επειδή ο Άρχοντας των Δασών σε θεωρεί ανάξιο. Η αδελφή σου με έστειλε, η Ασημίνα. Μου είπε να ζητήσω τον Άρη Μικρόνυχο και να του δώσω μια επιστολή της. Ο Μικρόνυχος τη διάβασε και μετά σε έφερε σ’εμένα, χωρίς άλλη κουβέντα· κατά πάσα πιθανότητα, ήταν συνεννοημένος με την αδελφή σου εξαρχής. Στη συνέχεια, είχα εντολή – από την Ασημίνα, όχι από τον Κάρτωλακ – να σου δώσω το κουτί που σου έδωσα, να σε αφήσω έξω από το Μαύρο Δόντι, και να φύγω, να επιστρέψω στην Κιρβόνη, στη βίλα σας.»

Ο Ρίβης με κοιτάζει σαν να μη μπορεί – να μη θέλει – να πιστέψει όσα τού λέω. «Όχι…» μουρμουρίζει. «Όχι…»

«Αυτή είναι η αλήθεια,» τονίζω. «Τα άλλα, ότι μ’έστειλε ο Κάρτωλακ και τα λοιπά, ήταν μαλακίες. Κάποιος προσπάθησε να σε εκμεταλλευτεί, Ρίβη – και δεν έχω αμφιβολία ποιος. Η αδελφή σου, η Ασημίνα. Ήθελε να σε βάλει να σκοτώσεις τον Σουτούρη και μετά να σκοτωθείς – γιατί εδώ μέσα θα σε σκότωναν· αποκλείεται να έβγαινες ζωντανός. Θα το έχεις ήδη καταλάβει, έτσι;»

Ο Ρίβης νεύει καταφατικά, σιωπηλός τώρα, με την όψη του ωχρή. Μετά μουρμουρίζει: «Η Ασημίνα… Μα… γιατί;…»

«Θα μου δώσεις το μήνυμά της, να το διαβάσω; Το μήνυμα που ήταν μέσα στο κουτί;»

Ο Ρίβης βλεφαρίζει προς στιγμή, σαν να μην κατάλαβε τι του λέω. Ύστερα, όμως, ψάχνει μες στον σάκο του, που είναι ριγμένος στο πάτωμα πλάι στο κρεβάτι, και τραβά το κουτί. Από το εσωτερικό του παίρνει το διπλωμένο χαρτί και μου το δίνει.

Το ξεδιπλώνω.

 

Ο Άρχοντας των Δασών, που εξακολουθείς να του είσαι αγαπητός, σε ελευθέρωσε από τα διαβολικά δεσμά των εχθρών σου. Και θα σου δώσει την εκδίκηση που ζητάς, ώστε να κατατροπώσεις τον Τζογαδόρο, τον υπηρέτη της Λόρκης, και να μπορέσεις να συνεχίσεις να κάνεις το θέλημα του Κάρτωλακ. Οι ακόλουθοι του Άρχοντα των Δασών σε περιμένουν!

Μέσα σ’αυτό το κουτί θα βρεις μια φωτογραφία που δείχνει την όψη που έχει πάρει ο Τζογαδόρος τώρα. Βρίσκεται στη μικρή πόλη που ονομάζεται «Μαύρο Δόντι», στο πανδοχείο που ονομάζεται «Νερόλιθος». Είναι πολύ πιθανό να τον συναντήσεις στην τραπεζαρία να παίζει χαρτιά.

Μέσα στο κουτί θα βρεις επίσης ένα πιστόλι και δύο γεμιστήρες. Είναι ιερό όπλο, ευλογημένο από τη μανία του Κάρτωλακ – τη μανία που ο Κάρτωλακ σού χαρίζει! Χρησιμοποίησε το πιστόλι για να σκοτώσεις τον Τζογαδόρο όσο πιο γρήγορα μπορείς, προτού αλλάξει μορφή και ξεφύγει ξανά! Αυτή ίσως να είναι η τελευταία σου ευκαιρία. Αν και πάλι ξεφύγει, ακόμα κι ο Άρχοντας των Δασών ίσως να μην έχει τη δύναμη να σε βοηθήσει.

Ο άνθρωπος που ήρθε να σε πάρει από τη φυλακή σου είναι άνθρωπος της Σιδηράς Δυναστείας. Θα σε αφήσει έξω από το Μαύρο Δόντι. Είναι έμπιστος, αλλά να μην του πεις ΤΙΠΟΤΑ για την αποστολή σου – έτσι προστάζει ο Κάρτωλακ! Αυτός ο άνθρωπος είναι μονάχα ο οδηγός σου, και ο οδηγός δεν ξέρει, και δεν πρέπει να ξέρει, για την αποστολή ενός ιερού άντρα του Άρχοντα των Δασών!

Όσο για το ποιος είμαι εγώ που γράφω τούτα τα λόγια, σε διαβεβαιώνω, Ρίβη, πως σύντομα θα συναντηθούμε – μόλις έχεις ξεπαστρέψει τον Τζογαδόρο. Είμαι ένας από τους πιστούς σου ακόλουθους. Αφιερωμένος στον Κάρτωλακ και σε σένα!

 

«Αυτά,» λέω στον Ρίβη, «είναι ψέματα. Το καταλαβαίνεις, έτσι;»

Με κοιτάζει δυσανασχετώντας. Θέλει να τα πιστέψει τα ψέματα· το βλέπω στα πράσινα μάτια του, στην απεγνωσμένη όψη του. Θέλει, οπωσδήποτε, να τα πιστέψει. «Δεν είσαι πιστός του Κάρτωλακ…» μου λέει βραχνά σαν ο λαιμός του να έχει ξαφνικά γδαρθεί από ξυράφια.

«Κοίτα,» αποκρίνομαι, «όχι, δεν είμαι πιστός ακόλουθος του Κάρτωλακ. Όμως γνωρίζω πως η δύναμή του υπάρχει επάνω στη Σεργήλη. Αλλά αυτή η μαλακία,» υψώνω το μήνυμα, «δεν προέρχεται από τον Κάρτωλακ, ούτε από τους πιστούς του, Ρίβη. Προέρχεται από την αδελφή σου, την Ασημίνα. Εκείνη μού έδωσε το κουτί. Και με προειδοποίησε, μάλιστα, να μιλήσω μαζί σου όσο το δυνατόν λιγότερο επειδή είσαι τρελός, να μην πιστέψω ό,τι κι αν μου πεις. Να σ’αφήσω έξω απ’το Μαύρο Δόντι και να φύγω.»

Η όψη του Ρίβη φανερώνει τρομερή ψυχική σύγκρουση. Βάζει τα πόδια του στο πάτωμα και κάθεται στην άκρη του κρεβατιού.

«Άκου,» του λέω πιάνοντας την καρέκλα πάλι και καθίζοντας μπροστά του. «Δεν αμφιβάλλω ότι ο Κάρτωλακ υπάρχει. Δεν αμφιβάλλω καν ότι ίσως να σε αγαπά. Αλλά εδώ πέρα κάποιος – κάποια – σου παίζει ένα πολύ άσχημο παιχνίδι.»

Ο Ρίβης αναστενάζει βαριά, και τα μάτια του μ’ατενίζουν εμπύρετα.

«Γνωρίζω τη δύναμη του Κάρτωλακ,» του λέω. «Και, μάλιστα, πρόσφατα ήρθα σε επαφή μαζί της. Θέλεις να σου διηγηθώ ένα περιστατικό που, πιστεύω, θα βρεις ενδιαφέρον;»

«Ναι.» Η φωνή του εξακολουθεί να είναι τραχιά, κουρασμένη.

Του αφηγούμαι το περιστατικό με τον Θεώνυμο, μέσα στους δασότοπους Φέρνιλγκαν, και βλέπω την όψη του ν’αλλάζει, να φορτίζεται από έκσταση, τα μάτια του να στραφταλίζουν. Χαμογελά καθώς με ακούει. «Ναι,» μουρμουρίζει κάπου-κάπου, «ναι.» Και στο τέλος μού λέει: «Έχεις γνωρίσει την ιερή δύναμη του Κάρτωλακ, Ζορδάμη. Δεν ήταν ψέματα αυτά που είδες, αυτά που αισθάνθηκες.»

«Το ξέρω πως δεν ήταν ψέματα. Αυτά, όμως, με τον Τζογαδόρο νομίζω πως είναι ψέματα, Ρίβη. Νομίζω πως κάποιος σ’έχει ξεγελάσει ώστε να πιστεύεις ότι ο Τζογαδόρος σε καταδιώκει.»

«Μα είναι παντού! Όπου πάω!»

«Παντού; Γιατί όχι κι εδώ, τότε;»

«Στην τραπεζαρία…» μουρμουρίζει.

«Ο Σουτούρης ο Τυχερός είναι, αναμφίβολα, τζογαδόρος και, μάλιστα, πολύ καλός. Αλλά δεν είναι ο Τζογαδόρος που νομίζεις πως σε κυνηγά. Είναι απλά ακόμα ένα μέλος της Δυναστείας–»

«Μα είναι παντού, Ζορδάμη! Ήταν μέσα στον ναό μου, ήταν στην Κιρβόνη, ήταν στην ύπαιθρο, ήταν στην κλινική–»

«Σε μέρη, δηλαδή, που η αδελφή σου έχει επιρροή. Σου είπα: η Ασημίνα ήταν σίγουρα συνεννοημένη με τον Άρη Μικρόνυχο. Και ο Μικρόνυχος είναι, επίσης, μέλος της Σιδηράς Δυναστείας πιθανώς – αν και δεν μπορώ να είμαι βέβαιος γι’αυτό.»

«Ναι αλλά η Ασημίνα… γιατί;»

«Δεν ξέρω. Όμως πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος.»

«Και πώς έκανε τον Τζογαδόρο να εμφανίζεται;»

«Ούτε αυτό το γνωρίζω, αλλά ξέρω ότι υπάρχουν διάφορα τεχνάσματα που μπορεί να εφαρμόσει κανείς. Είναι ταχυδακτυλουργοί, Ρίβη, που μπορούν να σε κάνουν να νομίζεις ότι βλέπεις εξωφρενικά πράγματα! Πολύ πιο παράξενα από κάποιον μυστηριώδη τύπο που εμφανίζεται κι εξαφανίζεται.» Και του λέω για τα νούμερα του Νικόδημου του νάνου, του συζύγου της Μυρτώς, στην Ύγκρας.

Ο Ρίβης χαμογελά. «Σοβαρολογείς;» με ρωτά παραπάνω από μια φορά, καθώς του περιγράφω τα τεχνάσματα του ταχυδακτυλουργού.

«Μη μου πεις ότι δεν έχεις δει ποτέ ταχυδακτυλουργό!» του λέω, τελικά.

«Ναι, έχω δει, εντάξει. Αλλά αυτός ο τύπος πρέπει νάναι πραγματικά καλός, Ζορδάμη.»

«Είναι,» του λέω, «είναι όντως καλός. Και είναι φίλος μου.»

Ο Ρίβης δείχνει συλλογισμένος τώρα. Μετά με ρωτά: «Δουλεύεις για την αδελφή μου, δηλαδή;»

«Δουλεύω; Ή δούλευα;»

Συνοφρυώνεται. «Τι εννοείς;»

«Δεν ξέρω τι θα γίνει ύστερα απ’ αυτή την ιστορία μ’εσένα.»

«Είσαι μέλος της Σιδηράς Δυναστείας, δεν είσαι;»

«Ναι, αλλά όχι ελεύθερο μέλος. Χρωστάω. Στην αδελφή σου, συγκεκριμένα. Και μου είχε υποσχεθεί πως, αν έκανα κάτι δουλειές για εκείνη, το χρέος μου θα σβηνόταν πια. Ανάμεσα σ’αυτές τις δουλειές ήταν και να φέρω εσένα εδώ – για να σκοτώσεις τον Σουτούρη, όπως φάνηκε.»

Ο Ρίβης μένει σιωπηλός.

«Γιατί μπορεί η αδελφή σου να θέλει τον Σουτούρη νεκρό, ξέρεις;»

Ο Ρίβης ανασηκώνει τους ώμους. «Όχι.»

Υπέροχα, σκέφτομαι.

Ωραία τα κατάφερες, ραλίστα. Τώρα πώς θα ξεχρεωθείς, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ;

Νομίζω ότι έχω αρχίσει ν’ακούω ξανά το δαιμονικό γέλιο του Σίλα Ιερόπυργου…

Εμένα δεν με κυνηγά κανένας μυστηριώδης Τζογαδόρος, αλλά το φάντασμα του Άφευκτου βρίσκεται πάντοτε κάπου κοντά μου, απειλώντας ότι θα γίνουμε ένα στο τέλος.

ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ

Ο Νάρφλης και ο Σερφάντης στοχεύουν σκιάχτρα στους Κίτρινους Μύλους.

Ο πρώτος τραβά, γρήγορα, στιλέτα και ξιφίδια από τις θήκες του γιλέκου του και τα εκτοξεύει στροβιλιζόμενα. Σπάνια αστοχεί: οι περισσότερες λεπίδες βρίσκουν ή το κεφάλι ή το στήθος. Το μοναδικό μάτι του Νάρφλη κοιτάζει με βλέμμα γερακίσιο· το άλλο του μάτι είναι κρυμμένο πίσω από μια μαύρη καλύπτρα που έχει λευκό κρανίο κεντημένο επάνω. Το δέρμα του είναι γαλανό, και δεν φορά τίποτα κάτω απ’το πέτσινο γιλέκο του· τα μαλλιά του είναι μαύρα και φανερά αχτένιστα. Μια άσχημη ουλή υπάρχει στο πρόσωπό του.

Ο Σερφάντης, που στέκεται παραδίπλα και οπλίζει τώρα το τουφέκι του, είναι γυμνός από τη μέση κι επάνω, και το σώμα του είναι κατάμαυρο και μυώδες. Είναι πιο ψηλός από τον Νάρφλη, και πάνω στο κεφάλι του ανεμίζει μια πλούσια χαίτη από πορφυρά μαλλιά στο ανοιξιάτικο αεράκι. Υψώνει το τουφέκι του, σημαδεύει τα σκιάχτρα που βρίσκονται πιο μακριά, και πυροβολεί. Ψεύτικα χέρια φεύγουν, ένα ψεύτικο κεφάλι διαλύεται, ψεύτικα σώματα τραντάζονται.

Ο Νάρφλης πηγαίνει να μαζέψει τις λεπίδες του από τα πιο κοντινά σκιάχτρα. Τις βάζει, τη μια κατόπιν της άλλης, στα θηκάρια του γιλέκου του και πλησιάζει τον Σερφάντη. «Νυχτώνει σε λίγο,» του λέει. «Πάμε προς τον Παλιόμυλο να πιούμε τίποτα και να βρούμε ευπαρουσίαστη παρέα;»

Ο Σερφάντης κατεβάζει το τουφέκι του ρουθουνίζοντας. «Νομίζεις ότι μας έχουν μείνει λεφτά και για ευπαρουσίαστη παρέα, ρε μαλάκα;»

Ο Νάρφλης μειδιά και το μοναδικό του μάτι γυαλίζει. «Ποιος είπε ότι θάναι υποχρεωτικό να πληρώσουμε;»

Ο Σερφάντης ρουθουνίζει ξανά. Υψώνει το τουφέκι του και εξαπολύει, απανωτά, δύο ριπές: η μία χτυπά ένα σκιάχτρο στην κοιλιά, η άλλη βρίσκει ένα δεύτερο σκιάχτρο στον ώμο. «Ακόμα κι αυτές τις σφαίρες,» λέει κατεβάζοντας πάλι το όπλο, «δεν θάπρεπε κανονικά να τις χαλάω. Σπατάλη είναι.» Ασφαλίζει το τουφέκι και το κρεμά στον ώμο του. «Τα λεφτά που πήραμε ύστερ’ από την Επανάσταση έπρεπε να τάχαμε φυλάξει καλύτερα–»

«Μη γίνεσαι σαν κάτι μίζερους τσιγκούνηδες,» του λέει ο Νάρφλης, πιάνοντας την κάπα του από το κλαδί του δέντρου όπου κρέμεται και ρίχνοντάς τη στους ώμους, δένοντάς την εκεί με τα λουριά.

«Αυτοί, όμως, που έκαναν κάτι με τα λεφτά τους την έχουν καλύτερα τώρα.» Ο Σερφάντης πλησιάζει τα πράγματά του, κοντά σ’έναν θάμνο πλάι στο δέντρο όπου κρεμόταν η κάπα του Νάρφλη, πιάνει μια γκρίζα μπλούζα από κάτω, και τη φορά, βγάζοντας προς στιγμή το τουφέκι απ’τον ώμο του. Μετά παίρνει και το τουφέκι και τον σάκο του στον ώμο.

«Θα βρεθεί δουλειά,» του λέει ο Νάρφλης καθώς κι εκείνος παίρνει τον δικό του σάκο στον ώμο. «Πάμε τώρα στον Παλιόμυλο ή όχι;»

«Αφού είμαστε στους Κίτρινους Μύλους, πού να πάμε; Στη μάντρα κανενός αγρότη;»

Ο Νάρφλης γελά καθώς αρχίζουν να βαδίζουν μέσα στο σούρουπο. Πιάνει ένα τσιγάρο μέσα απ’το γιλέκο του και το ανάβει.

«Δεν ήθελες, μαλάκα, να πιάσουμε δουλειά στη Χωροφυλακή,» του λέει ο Σερφάντης. «Μου έλεγες τότε ότι θα βαρεθούμε – και σ’άκουσα, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ…»

«Δεν κάνουμε για χωροφύλακες· το ξέρεις, το ξέρω. Σταματά να κλαίγεσαι.» Ο Νάρφλης φυσά καπνό ανέμελα προς τον ουρανό.

«Η Πρόμαχος θα το φρόντιζε, όμως, να μπούμε εύκολα, είμαι σίγουρος, και θα πληρωνόμ–»

«Δεν είναι Πρόμαχος πια, Σερφάντη· τέλειωσε η Επανάσταση. Η Χασρίνα τώρα είναι μέλος του Γενικού Συμβουλίου. Είναι πολιτικός. Τι σχέση έχει πλέον μ’εμάς, ε;»

«Μη λες μαλακίες, γαμώ την πουτάνα σου. Θα μας είχε βοηθήσει, το ξέρεις. Ακόμα και τώρα–»

«Είναι ανάγκη να σε πιάνει αυτή η μελαγχολική απόγνωση κάθε φορά που οι ήλιοι πλησιάζουν να στερέψουν;»

«Κοντεύουμε να γεράσουμε, μαλάκα.»

«Δεν έχουμε, όμως, γεράσει ακόμα.»

Βαδίζουν επάνω σ’ένα λιβάδι με πλούσιο χόρτο και σποραδικά δέντρα εδώ κι εκεί. Σε κάμποση απόσταση μια μακριά σειρά από ανεμόμυλους φαίνεται, καθώς και υποστατικά σε διάφορα σημεία. Μια γυναίκα πηγαίνει προς κάποιο μέρος καβάλα σ’ένα άλογο, χωρίς να βιάζεται. Δυο χωρικοί βαδίζουν κουβεντιάζοντας. Ένας ψηλός ελκυστήρας είναι σταματημένος πίσω από έναν φράχτη. Ένα τσομπανόσκυλο γαβγίζει από κάπου, αόρατο. Το τοπίο είναι σχεδόν ειδυλλιακό.

Ο Νάρφλης και ο Σερφάντης προχωρούν προς έναν οικισμό δέκα, είκοσι σπιτιών. Στην άκρη του βρίσκεται ένας μεγάλος ανεμόμυλος που δεν χρησιμοποιείται πλέον· πλάι του, κολλητά, είναι οικοδομημένο ένα μικρό πανδοχείο, και ο παλιός μύλος αποτελεί μέρος του πανδοχείου, όπως ξέρουν όλοι όσοι έχουν έρθει έστω και μια φορά εδώ. Η πινακίδα πάνω από την είσοδο γράφει με μεγάλα φωτεινά γράμματα: Ο ΠΑΛΙΟΜΥΛΟΣ.

Προτού οι δύο πρώην επαναστάτες φτάσουν εκεί, μια φιγούρα γλιστρά έξω από τις απογευματινές σκιές κι έρχεται προς το μέρος τους. Μια κοπέλα με χρυσαφί δέρμα και μακριά, καστανά μαλλιά πιασμένα χαλαρά πίσω από το κεφάλι της, ντυμένη με καφετί πέτσινο πανωφόρι, μπλε υφασμάτινο παντελόνι, και κοντές μαύρες μπότες. Στη ζώνη της, μισοκρυμμένο από το πανωφόρι, ο Νάρφλης βλέπει ένα θηκαρωμένο πιστόλι· και αρκετά πιο πάνω από τη ζώνη διακρίνει ένα στήθος που θα τον ενδιάφερε πολύ να δει πώς είναι χωρίς την πράσινη μπλούζα που το σκεπάζει.

«Θες κάτι, κοπελιά;» τη ρωτά καθώς εκείνη τούς πλησιάζει. Έχει προ πολλού τελειώσει το τσιγάρο του· δεν καπνίζει πια.

«Ο Νάρφλης και ο Σερφάντης, σωστά;» λέει η καστανομάλλα, χρυσόδερμη κοπέλα.

«Γιατί θες να ξέρεις;»

«Έχω να σας πω κάτι που θα σας ενδιαφέρει, και θα πληρωθείτε κιόλας αν κάνετε μια δουλειά.»

Ο Νάρφλης χαμογελά. Επαγγελματική η γκόμενα, σκέφτεται. Αλλά συγχρόνως δεν μπορεί παρά να είναι και λιγάκι καχύποπτος. «Τι θα μας πεις που θα μας ενδιαφέρει;»

«Πού βρίσκεται ένας παλιός εχθρός.»

«Τι παλιός εχθρός;»

«Πράκτορας της Παντοκράτειρας.»

Οι όψεις του Νάρφλη και του Σερφάντη πάραυτα αγριεύουν. Το μοναδικό μάτι του πρώτου στενεύει. «Κυκλοφορούν τέτοιοι ακόμα στη Σεργήλη;» μουγκρίζει ο δεύτερος.

«Δεν τους σκοτώσατε όλους,» λέει η κοπέλα.

«Τι ξέρεις για μας;» τη ρωτά ο Νάρφλης. «Πού τ’άκουσες;»

«Επαναστάτες ήσασταν κάποτε, έτσι δεν είναι; Και τώρα δουλεύετε ως μισθοφόροι, σωστά;»

Ο Νάρφλης νεύει καταφατικά. «Δεν το κρύβουμε.»

«Γιατί τότε αναρωτιέσαι πού έμαθα για εσάς;»

Ο Νάρφλης ατενίζει το πρόσωπό της με κάποια περιέργεια. Δε μπορεί νάναι πολύ μεγάλη, σκέφτεται. Γύρω στα είκοσι, την υπολογίζει. Τσουτσέκι θα ήταν όταν πολεμούσαμε την Παντοκράτειρα. «Γιατί,» της αποκρίνεται, «δε μου φαίνεσαι για το συνηθισμένο άτομο που θα μας αναζητούσε.»

«Δεν έρχομαι για δικό μου λογαριασμό, αλλά για άλλου.»

«Ποιου;»

«Δεν είναι ώρα ακόμα να σας το πω αυτό. Ίσως, όμως, να το πληροφορηθείτε αργότερα.»

«Ξέρεις κάτι, ρε κοπελιά;» λέει ο Νάρφλης. «Μου δίνεις την εντύπωση αλήτισσας και γραμματέα συγχρόνως. Πώς είναι δυνατόν αυτό;»

Η κοπέλα χαμογελά για πρώτη φορά από τότε που τους συνάντησε, αλλά το χαμόγελό της είναι συγκρατημένο και λιγάκι λοξό. «Μπορεί να είμαι και τα δύο,» αποκρίνεται αινιγματικά. «Ελάτε μαζί μου και θα μιλήσουμε περισσότερο,» τους λέει και, στρεφόμενη, βαδίζει προς τον Παλιόμυλο.

Ο Νάρφλης, κοιτάζοντας τα πισινά της, σκέφτεται: Ωραίος κώλος, τουλάχιστον. «Πάμε,» προτείνει στον Σερφάντη, ανασηκώνοντας τους ώμους.

«Αφού είπε ότι πληρώνει…» αποκρίνεται εκείνος, κι ακολουθούν την κοπέλα προς το μικρό πανδοχείο.

Ο ήλιος δύει σιγά-σιγά στους τόπους που ονομάζονται Κίτρινοι Μύλοι και βρίσκονται στα περίχωρα της Νέσριβεκ της Όμορφης.

*

Αφού είδαν τον κατάσκοπο να μπαίνει στο μεσιτικό γραφείο του Άλκιμου Καλνάροφ, έφυγαν από εκεί και επέστρεψαν στον δρόμο όπου είχαν αφήσει το τετράκυκλο όχημα του Κριτόλαου, για να το πάρουν. Στη συνέχεια, πήγαν στο σπίτι της Ξανθίππης, στον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας στον Βαθύχρωμο. Ο Τριχόμπαλος, μόλις είδε τον Κριτόλαο, κρύφτηκε κάτω από μια καρέκλα, γαβγίζοντας δυο φορές, φοβισμένα. Η Ξανθίππη γέλασε. «Τι φοβάσαι, ρε χαζούλη;» του είπε. «Ο Κριτόλαος δεν δαγκώνει.»

«Τον έχεις για να φυλά το σπίτι από διαρρήκτες;» ρώτησε ο μάγος.

Η Ξανθίππη γέλασε ξανά. «Είναι πολύ επικίνδυνος όταν θέλει.»

Ο Τριχόμπαλος συνέχισε να ατενίζει τον Κριτόλαο κάτω από την καρέκλα, με το πλούσιο τρίχωμά του να τρέμει και τα μάτια του γουρλωμένα.

Η Ξανθίππη πήγε στην κουζίνα για να ετοιμάσει κάτι πρόχειρο να φάνε· το μεσημέρι είχε ήδη περάσει, και πεινούσαν κι οι δύο. Ο Κριτόλαος κάθισε στο τραπέζι του σαλονιού. Πήρε ένα μπισκότο από το μπολ μπροστά του και το έτεινε προς τα εκεί όπου ήταν κρυμμένος ο Τριχόμπαλος. Όταν η Ξανθίππη επέστρεψε μαζί με το φαγητό και δύο αναψυκτικά, βρήκε τον σκύλο της να τρώει από το χέρι του μάγου.

«Γίνατε φίλοι, βλέπω.»

«Πρέπει να κατάλαβε τελικά ότι δεν σχεδιάζω να τον δολοφονήσω.»

«Καλύτερα, όμως, να μην τον ταΐζεις αυτά τα μπισκότα,» είπε η Ξανθίππη αφήνοντας τον μεγάλο δίσκο στο κέντρο του τραπεζιού και παραμερίζοντας το μπολ. «Δεν του κάνουν καλό.»

Ο Τριχόμπαλος γάβγισε σαν για να διαμαρτυρηθεί.

Μετά από λίγο, καθώς ο Κριτόλαος και η Ξανθίππη έτρωγαν, ο πρώτος ρώτησε: «Τι νομίζεις, λοιπόν, για τον Άλκιμο;»

«Δεν ξέρω.»

«Γιατί να θέλει να μας παρακολουθεί αν δεν έχει τίποτα να κρύψει;»

«Μπορεί απλά νάναι περίεργος.»

«Αστειεύεσαι, φυσικά.»

Η Ξανθίππη δεν απάντησε αμέσως, αλλά μετά είπε: «Ναι. Φυσικά.»

«Το φαντάστηκα.» Ο Κριτόλαος ήπιε μια γουλιά από το αναψυκτικό του.

Ύστερα είπε: «Ξέρεις τι έχω σκεφτεί;»

«Τι;»

«Οι φάκελοι που μου έδωσες. Αυτοί για τους τελευταίους θανάτους με απαγχονισμό.»

«Ναι;»

«Σε καμια περίπτωση τα παπούτσια του θύματος δεν λείπουν. Ή, τουλάχιστον, αν λείπουν, δεν έχει γραφτεί στους φακέλους ως κάτι το αξιοσημείωτο.»

«Χμμμ.»

«Επομένως, ίσως να μην πρόκειται για κάποια εκκεντρική πρακτική του δολοφόνου – ή της δολοφόνου – μας αλλά για κάτι άλλο.»

«Όπως;»

«Ήταν πολύτιμα τα παπούτσια της Ηλέννιας;»

«Πολύτιμα; Δεν ξέρω. Πού να ξέρω;»

«Δε ρώτησες τον άντρα της, υποθέτω.»

«Πράγματι, δεν το σκέφτηκα,» αποκρίθηκε η Ξανθίππη. «Αλλά ίσως κι αυτός να μην ήξερε. Ο Πολύσκορπος είναι πλούσιος· νομίζεις ότι θα καθόταν να βλέπει τι παπούτσια φορούσε η γυναίκα του κάθε φορά που έβγαινε βόλτα για να κάνει αγορές;»

«Σωστό αυτό,» παραδέχτηκε ο Κριτόλαος. «Αν όμως τα παπούτσια είχαν κάτι το ιδιαίτερο επάνω τους, κι αν η δολοφόνος τα πούλησε κάπου στη Νέσριβεκ – ειδικά στον υπόκοσμο της Νέσριβεκ – πιθανώς να μπορούσαμε να την εντοπίσουμε έτσι.»

Η Ξανθίππη το σκέφτηκε για λίγο. Μετά είπε: «Δεν περίμενα, πάντως, ότι το μυαλό σου θα πήγαινε εκεί, ύστερα από την ιστορία με τον κατάσκοπο του Άλκιμου.»

«Το είχα σκεφτεί από πριν, απλώς τώρα βρήκα την ευκαιρία να σ’το αναφέρω. Σχετικά με τον Άλκιμο, τι νομίζεις ότι πρέπει να κάνουμε;»

Κι αυτό το συζήτησαν για πολλή ώρα, μέχρι που νύχτωσε και ο Κριτόλαος έφυγε από το σπίτι της Ξανθίππης.

Η ειδική ερευνήτρια είναι τώρα μισοξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού της, καπνίζοντας ένα τσιγάρο και βλέποντας τον καπνό να διαγράφει διάφορα σχήματα καθώς ελίσσεται προς τις ενεργειακές λάμπες στο ταβάνι. Ο Τριχόμπαλος παίζει με μια φουσκωτή μπάλα, παραδίπλα, γαβγίζοντας κάπου-κάπου.

Η Ξανθίππη αισθάνεται τρομαγμένη απ’ όλη αυτή την ιστορία. Τόσο καιρό μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία δεν είχε ποτέ βρεθεί αντιμέτωπη με κάτι τέτοιο. Γιατί μπορεί ο Άλκιμος να ήθελε την Ηλέννια νεκρή; Για να τη βγάλει από τη μέση και να γίνει εκείνος ο βασικότερος σύνδεσμος της Δυναστείας στη Νέσριβεκ; (Διότι, αναμφίβολα, ήταν ο πιο βασικός σύνδεσμος μετά την Ηλέννια.) Και να καταφέρει τι έτσι, όμως; Η Σιδηρά Δυναστεία δεν είναι καμια επιχείρηση που όσο πιο πάνω στην ιεραρχία είσαι τόσο μεγαλύτερο μισθό παίρνεις. Η Ξανθίππη αδυνατεί να φανταστεί κάποιον καλό λόγο για να θέλει ο Άλκιμος να σκοτώσει την Ηλέννια. Αλλά ο Κριτόλαος υποθέτει ότι εκείνος ήταν που έβαλε την Κλέφτρα της Πνοής να κάνει τη δουλειά. Και η Ξανθίππη δεν μπορεί εύκολα να αντικρούσει την υπόθεσή του. Παρότι μοιάζει παράλογη, βγάζει νόημα σύμφωνα μ’όσα έχουν δει ώς τώρα.

Τα φαινόμενα, όμως, ίσως να απατούν, σκέφτεται η ειδική ερευνήτρια. Πρέπει να μάθουμε περισσότερα.

Κι αυτό έχουν αποφασίσει να κάνουν απόψε, μετά τα μεσάνυχτα. Η Ξανθίππη τώρα απλά περιμένει η ώρα να περάσει…

*

Στον Ειδήμονα, ο δρόμος μπροστά από την Οικοκίνηση δεν είναι τελείως σκοτεινός παρότι βαθιά νύχτα. Υπάρχουν αρκετές ενεργειακές λάμπες τριγύρω. Αυτή η επιχείρηση, επομένως, θα είναι επικίνδυνη: και ο Κριτόλαος’μορ και η Ξανθίππη το ξέρουν. Το μόνο πλεονέκτημα είναι ότι, τέτοια ώρα, σχεδόν κανένας δεν περνά από εδώ, ενώ όλα τα καταστήματα είναι κλειστά. Κι όσοι μπορεί να περάσουν περνάνε γρήγορα, είτε βαδίζοντας είτε οδηγώντας είτε (σπανιότερα) ιππεύοντας.

Η Ξανθίππη σταματά το δίκυκλό της σ’έναν μικρότερο, κάθετο δρόμο που είναι πολύ πιο σκοτεινός, κι εκείνη κι ο Κριτόλαος κατεβαίνουν από τη σέλα. Φορώντας κάπες, με τις κουκούλες σηκωμένες, πλησιάζουν την πόρτα της Οικοκίνησης, και ο μάγος έχει ήδη προειδοποιήσει την ειδική ερευνήτρια ότι εδώ υπάρχει τηλεοπτικός πομπός. «Αλλά μην ανησυχείς,» της έχει πει· «θα φροντίσω εγώ γι’αυτόν.»

Τώρα, καθώς ζυγώνουν την είσοδο του μεσιτικού γραφείου, ο Κριτόλαος’μορ υποτονθορύζει ένα Ξόρκι Τηλεοπτικής Ασυνέχειας φορτίζοντάς το με τη νοητική εικόνα του άδειου πεζόδρομου μπροστά από την Οικοκίνηση. Ο τηλεοπτικός πομπός δεν θα δει εκείνον και την Ξανθίππη· έχουν γίνει αόρατοι για τον μηχανισμό του. Η αλλοίωση της τεχνητής μνήμης, βέβαια, μπορεί να εντοπιστεί από Τεχνομαθείς μάγους, όπως ξέρει πολύ καλά ο Κριτόλαος, αλλά σπάνια μπορούν να ανακτηθούν τα πραγματικά δεδομένα. Σχεδόν ποτέ, ουσιαστικά.

Καθώς φτάνουν μπροστά στην πόρτα του μεσιτικού γραφείου, η Ξανθίππη ψιθυρίζει: «Ο τηλεοπτικός πομπός;»

«Δε μας βλέπει,» την καθησυχάζει ο μάγος.

«Έτσι απλά;»

«Δεν είναι απλό αν δεν ξέρεις πώς να το κάνεις,» λέει ο Κριτόλαος· και τώρα αγγίζει με το γαντοφορεμένο χέρι του την κλειδαριά της πόρτας ενώ μουρμουρίζει ένα Ξόρκι Ξεκλειδώματος.

Το μυαλό του αμέσως αντιλαμβάνεται το εμπόδιο.

«Το κάθαρμα…» λέει σιγανά.

«Τι;» ρωτά η Ξανθίππη.

«Η κλειδαριά είναι προστατευμένη με μαγεία,» εξηγεί ο Κριτόλαος, αλλά ξαναπροσπαθεί να τη διαρρήξει με Ξόρκι Ξεκλειδώματος. Χωρίς επιτυχία. Η προφυλακτική μαγγανεία τινάζει μακριά τις μαγικές του αισθήσεις, συγχύζοντάς τες. «Αδύνατον,» λέει ο Κριτόλαος. «Δεν γίνεται.»

«Πρέπει, δηλαδή, να τη διαρρήξουμε κανονικά;»

«Δε θα το πρότεινα. Είναι καλή κλειδαριά, και τούτος ο δρόμος δεν ενδείκνυται για να φάμε ώρα σε διάρρηξη. Επιπλέον, δεν πρέπει ν’αφήσουμε σημάδια, γιατί ο Άλκιμος θα καταλάβει ότι κάποιος εισέβαλε.»

Απομακρύνονται από την πόρτα.

«Πώς θα μπούμε, λοιπόν;» ρωτά η Ξανθίππη. Σχεδίαζαν να βάλουν κοριούς για να μαθαίνουν τι κάνει ο Άλκιμος.

«Ας κοιτάξουμε γύρω.»

Βαδίζοντας γύρω από το μεσιτικό γραφείο, που είναι στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας, βρίσκουν μόνο ένα παράθυρο που θα μπορούσε να τους φανεί χρήσιμο για να εισβάλουν. Αλλά τα παντζούρια είναι κλειστά και μανταλωμένα.

«Αν το σπάσουμε,» λέει ο Κριτόλαος, «πάλι ο Άλκιμος θα καταλάβει ότι ίσως να του έχουν βάλει κοριούς.»

«Δε μπορείς να τ’ανοίξεις με τη μαγεία σου;»

Ο Κριτόλαος κουνά το κεφάλι αρνητικά. «Αυτό το ξόρκι ξεκλειδώνει κλειδαριές, δεν ανοίγει μάνταλα που βρίσκονται από την άλλη μεριά. Θα μπορούσα να τα σηκώσω με Ξόρκι Τηλεκινήσεως αν τα έβλεπα· αλλά αυτά δεν φαίνονται.»

«Δε θα μπούμε, δηλαδή;»

«Δε νομίζω ότι γίνεται με τρόπο κρυφό, Ξανθίππη. Πάμε.»

Βαδίζουν προς τα εκεί όπου έχουν αφήσει το δίκυκλό της.

*

Το επόμενο πρωί, η Ξανθίππη επισκέπτεται τον Σίλα Πολύσκορπο στην πλούσια οικία του, για να του κάνει κάποιες ερωτήσεις. Όταν φεύγει από εκεί, πηγαίνει στο Ψηλό Μέγαρο για να συναντήσει τον Κριτόλαο’μορ.

Εκείνος, φυσικά, την περίμενε κι αμέσως της ανοίγει για να μπει στο δωμάτιό του.

«Τι έγινε;» τη ρωτά. «Έμαθες τίποτα;»

«Ναι,» λέει η Ξανθίππη, καθίζοντας στην καρέκλα κι αφήνοντας την τσάντα της παραδίπλα.

«Θυμόταν τι παπούτσια φορούσε η γυναίκα του εκείνη τη νύχτα;» Ο Κριτόλαος μοιάζει λιγάκι έκπληκτος, ενώ ακόμα στέκεται.

«Όχι,» αποκρίνεται η Ξανθίππη, «ο ίδιος ο Σίλας Πολύσκορπος δεν θυμόταν. Δεν ήξερε καν πόσα ή τι παπούτσια είχε η Ηλέννια – και, πίστεψέ με, Κριτόλαε, είχε πολλά· τα είδα. Στο σπίτι του Πολύσκορπου, όμως, υπάρχουν και υπηρέτες που τακτοποιούν τα πράγματα. Είναι μεγάλο σπίτι.»

«Κι ένας από τους υπηρέτες θυμόταν τι παπούτσια φορούσε η Ηλέννια;» Ο Κριτόλαος κάθεται αντίκρυ της, στην άλλη καρέκλα.

«Μια υπηρέτρια, συγκεκριμένα, η οποία φρόντιζε για την τακτοποίηση των προσωπικών ειδών.»

«Ήταν πολύτιμα, λοιπόν; Θα είχε νόημα να πουληθούν;»

«Ναι,» λέει η Ξανθίππη. «Είχαν επάνω χρυσά διακοσμητικά. Κανονικό, ατόφιο χρυσάφι, όχι επιχρυσωμένα μέταλλα. Τα είχε κάνει δώρο, μια φορά, ο Πολύσκορπος στην Ηλέννια.»

«Μάλιστα.» Ο Κριτόλαος ακουμπά την πλάτη του στην καρέκλα, αγγίζοντας σκεπτικά το σαγόνι του. «Μπορεί, άρα, η δολοφόνος να τα πήρε για να τα πουλήσει.»

«Έτσι νομίζω κι εγώ.»

ΔΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΥΧΕΡΟ

«Μείνε εδώ,» λέω στον Ρίβη, «μην πας πουθενά. Θα περάσουμε τη νύχτα στο πανδοχείο. Και μην κάνεις καμια τρέλα· αν νομίζεις ότι είδες κάτι περίεργο, έλα αμέσως να με ειδοποιήσεις. Θα είμαι στο διπλανό δωμάτιο – μόλις βγαίνεις, αριστερά. Εντάξει;»

«Εντάξει,» αποκρίνεται ο αδελφός της Ασημίνας, καθισμένος στην άκρη του κρεβατιού.

«Αν οι άνθρωποι της Δυναστείας εδώ σε θεωρήσουν ξανά επικίνδυνο,» τον προειδοποιώ, «θα σε σκοτώσουν. Το καταλαβαίνεις, έτσι;» Έχω σηκωθεί από την καρέκλα και είμαι έτοιμος να φύγω· η Κλεισμένη βρίσκεται ήδη μπροστά στην πόρτα του δωματίου, δείχνοντας ανυπόμονη. Δε νομίζω ότι συμπαθεί τον Ρίβη· τη φρικάρει.

«Το καταλαβαίνω,» λέει ο Ρίβης. «Μην ανησυχείς.»

Βγαίνω απ’το δωμάτιό του και, με την Κλεισμένη στο κατόπι μου, πηγαίνω σ’αυτό δίπλα, όπου με περιμένουν η Ναρλέθι και Σουτούρης ο Τυχερός.

«Λοιπόν,» τους λέω. «Έχει γίνει μια περίεργη… μια πολύ περίεργη ιστορία–»

«Δουλεύεις για την Ασημίνα Νέρφελδιφ,» με διακόπτει η Ναρλέθι, ατενίζοντάς με, καθώς έχει τον ώμο της ακουμπισμένο σ’έναν τοίχο του δωματίου και τα χέρια της σταυρωμένα μπροστά της.

Τα μάτια μου στενεύουν. «Πώς…; Μας κρυφάκουγες;»

«Ναι,» παραδέχεται η Ναρλέθι. «Δεν είναι και πολύ δύσκολο όταν βρίσκομαι στο διπλανό δωμάτιο, κι όταν έχω αυτό.» Βγάζει από μια τσέπη της κοντής καπαρντίνας της ένα εργαλείο που το έχω ξαναδεί και είναι γνωστό είτε ως ωτακουστής (η επίσημη ονομασία του) είτε ως το αφτί του τοίχου (η ανεπίσημη ονομασία του). Το ακουμπάς στον τοίχο, φέρνεις το ακουστικό στο αφτί σου, κι ακούς τι λέγεται από την άλλη μεριά – εκτός αν ο τοίχος είναι πολύ χοντρός.

«Μπορούσες και να είχες φανεί πιο διακριτική,» της λέω, και η Κλεισμένη νιαουρίζει πλάι μου σαν να θέλει να υπογραμμίσει τα λόγια μου.

«Αυτός ο άνθρωπος ήρθε μες στο πανδοχείο πρόθυμος να σκοτώσει, πυροβόλησε έναν από τους μισθοφόρους μας, κι ακόμα δεν είναι νεκρός αλλά έχουμε, μάλιστα, περιποιηθεί το τραύμα του και του έχουμε δώσει δωμάτιο. Πόσο πιο καλή να είμαι μαζί του;»

«Δεν κρυφάκουσες μόνο αυτόν, Ναρλέθι· κρυφάκουσες κι εμένα!»

«Μαζί του ήρθες…» μορφάζει. «Του είπες κάτι που δεν ήθελες να ξέρω;»

«Δεν ήμουν ακόμα σίγουρος αν θα σου έλεγα για την Ασημίνα,» παραδέχομαι. Αλλά τώρα σου είπα, θέλοντας και μη. «Τη γνωρίζεις;»

Η Ναρλέθι κουνά το κεφάλι. «Προσωπικά, όχι. Αλλά έχω ακούσει γι’αυτήν.»

«Υποθέτω όχι μέσα από τοίχο,» λέω καυστικά. Και στρέφομαι στον Σουτούρη. «Εσύ την ξέρεις;»

«Ούτε εγώ την έχω συναντήσει ποτέ, αν αυτό ρωτάς, ραλίστα. Δε γνωρίζω γιατί μπορεί να με ήθελε νεκρό.» Είναι καθισμένος στην καρέκλα του δωματίου, καπνίζοντας.

«Σε ήθελε, όμως,» του λέω. «Και τον Ρίβη επίσης. Γιατί αποκλείεται να νόμιζε ότι ο αδελφός της θα ερχόταν εδώ, θα σε πυροβολούσε, και θα έφευγε ζωντανός.»

«Πράγματι,» συμφωνεί η Ναρλέθι. «Είναι φανερό ότι ήθελε να τον βγάλει απ’τη μέση αφού εξυπηρετούσε κάποιο σχέδιό της. Τι σου έχει πει εσένα, Ζορδάμη; Δε σου έχει εξηγήσει τίποτα;»

«Τίποτα συγκεκριμένο. Αλλά, όπως σίγουρα θα άκουσες, η Ασημίνα Νέρφελδιφ είναι το άτομο στο οποίο χρωστάω μέσα στη Δυναστεία· είναι το άτομο που μπορεί να με ξεχρεώσει· και είχε υποσχεθεί πως θα με ξεχρέωνε, πως θα με ελευθέρωνε, αφότου έκανα κάποιες δουλειές για εκείνη… Αλλά τώρα…» Κοιτάζω μια τον Σουτούρη μια τη Ναρλέθι. «Δεν ξέρω τι θα γίνει τώρα. Αυτή τη δουλειά εδώ τη χάλασα, και μάλιστα όχι από λάθος, αλλά εσκεμμένα.»

«Σου χρωστάω, ραλίστα,» μου λέει ο Σουτούρης.

«Ναι,» αποκρίνομαι με εσκεμμένα σκοτεινό ύφος. «Εσύ χρωστάς σ’εμένα κι εγώ συνεχίζω να χρωστάω σε όλη τη Σιδηρά Δυναστεία.»

«Η Ασημίνα Νέρφελδιφ,» μου λέει η Ναρλέθι, «δεν μπορεί να στέλνει δολοφόνους εναντίον άλλων μελών της Δυναστείας. Θα το μετανιώσει αυτό!»

Τα λόγια της μου φέρνουν αμέσως στο μυαλό τη δολοφονία του Φιλοπολίτη Τασνικέφ στη Νίρβεκ, καθώς και τις παράξενες ενέργειες του Παλιόσυρμου. Πρόκειται για παρόμοια περίπτωση; Συμβαίνει γενικά κάτι περίεργο μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία; Αποφασίζω να μην πω τίποτα γι’αυτό στη Ναρλέθι, ακόμα.

«Και τι νομίζεις ότι πρέπει να κάνω τώρα;» τη ρωτάω. «Να επιστρέψω στην Ασημίνα μάλλον δεν μπορώ. Τι θα της πω; Αν της πω ψέματα, ότι απλά άφησα τον αδελφό της έξω από το Μαύρο Δόντι κι έφυγα, σύντομα θα μάθει την αλήθεια μέσα από το δίκτυο της Δυναστείας, και τότε θα έχω πολύ άσχημα ξεμπερδέματα. Αν της πω την αλήθεια, πάλι πολύ άσχημα ξεμπερδέματα θα έχω. Και ούτε ξέρω τι θα γίνει με τον Ρίβη. Ούτ’ αυτόν μπορώ να τον πάω στην Κιρβόνη. Αφού η αδελφή του τον θέλει νεκρό, θα τον σκοτώσει. Ίσως να σκοτώσει κι εμένα μαζί του!»

Η Κλεισμένη νιαουρίζει ανήσυχα.

Ο Σουτούρης ο Τυχερός, καθώς σηκώνεται από την καρέκλα του, λέει: «Ηρέμησε, ραλίστα. Θα το σκεφτούμε το θέμα. Για την ώρα θα μείνεις εδώ, στον Νερόλιθο. Είναι αργά, ούτως ή άλλως, και σίγουρα χρειάζεσαι ύπνο. Το πρωί θα συζητήσουμε περισσότερο. Θα βγάλουμε άκρη. Θα δούμε τι μπορεί να γίνει. Η οικογένεια δεν εγκαταλείπει εκείνους που την υπηρετούν καλά–»

«Ναι,» λέω. «Αλλά εγώ είμαι ένας απ’ αυτούς; Από τη δική σου σκοπιά, μάλλον ναι, επειδή σε βοήθησα. Από τη σκοπιά της Ασημίνας, όμως, όχι.»

«Δεν είναι θεμιτό το ένα μέλος της Δυναστείας να προσπαθεί να δολοφονήσει το άλλο,» μου θυμίζει η Ναρλέθι παίρνοντας τον ώμο της από τον τοίχο.

«Και θες να μου πεις τώρα ότι δεν έχει ξανασυμβεί; Ξέχασες τι έγινε με τον Θεώνυμο κι εσένα εδώ πέρα;»

«Θυμάμαι πολύ καλά τι έγινε με τον Θεώνυμο, ραλίστα. Και, όχι, δεν θέλω να σου πω ότι δεν έχει ξανασυμβεί. Αλλά πάντα κατακρίνεται. Κι επίσης…» Μορφάζει συλλογισμένη, κοιτάζοντας στο πλάι, δαγκώνοντας ελαφρά το χείλος της. Στρέφει ξανά το βλέμμα της σ’εμένα και τον Σουτούρη. «Επίσης, πάντοτε υπάρχει κάποιος λόγος.»

Ο Σουτούρης ανασηκώνει τους ώμους. «Αλήθεια σού λέω: δεν έχω προηγούμενα μαζί της.»

Η Ναρλέθι νεύει. «Πάμε. Ας αφήσουμε τον Ζορδάμη να ξεκουραστεί απόψε.»

Με καληνυχτίζουν και φεύγουν απ’το δωμάτιό μου, λέγοντάς μου ξανά να μην ανησυχώ, θα βρούμε την άκρη.

Καθώς κάθομαι, όμως, στο κρεβάτι σκέφτομαι ότι αυτό μάλλον δεν θάναι και τόσο απλό. Ποιο άλλο μέλος της Δυναστείας θα με εμπιστευτεί για να του κάνω δουλειές, αφού πρόδωσα όπως πρόδωσα την Ασημίνα – ακόμα και για καλό σκοπό; Και, υπό τέτοιες συνθήκες, πότε θα ξεπληρώσω το χρέος μου;

Γαμώ τα κωλομέρια της Λόρκης, γαμώ! Έχουν δίκιο αυτοί που λένε πως όταν μπλέξεις με τη γαμημένη οικογένεια ποτέ δεν μπορείς να ξεχρεωθείς! Σηκώνομαι απότομα απ’το κρεβάτι χτυπώντας τη γροθιά μου στον τοίχο.

Η Κλεισμένη νιαουρίζει.

Αναστενάζω. Χρειάζομαι ύπνο, όπως είπε κι ο Σουτούρης, σκέφτομαι. «Τι λες;» ρωτάω τη γάτα. «Θα φύγουμε γι’άλλες διαστάσεις σύντομα, ή όχι;»

Το φάντασμα του Άφευκτου γελά μέσα στο μυαλό μου.

Κι όταν πέφτω για ύπνο, τον ονειρεύομαι ξανά. Στέκομαι στην άκρη μιας μεγάλης λιθόστρωτης δημοσιάς ενώ ο ουρανός μουγκρίζει και αναδεύεται από πάνω μου, αλλά δεν βρέχει. Ένα αγωνιστικό όχημα έρχεται και σταματά μπροστά μου, με τους τροχούς του να τρίζουν. Το ηχομορφικό όχημα του Άφευκτου. Η πόρτα του ανοίγει από μόνη της. Κανένας δεν είναι μέσα· πλησιάζω και μπαίνω, παραξενεμένος– Η πόρτα κλείνει, απρόσμενα, παγιδεύοντάς με στο εσωτερικό. Και τότε βλέπω τον Σίλα Ιερόπυργο να στέκεται εκεί όπου στεκόμουν εγώ πριν από λίγο και να με χαιρετά, χαμογελώντας δαιμονικά.

Σκότωσέ τους όλους! μου φωνάζει. ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΥΣ ΟΛΟΥΣ!

Όταν ξυπνάω έχει ξημερώσει και η Κλεισμένη είναι κουλουριασμένη πλάι μου. Η γάτα της ζωής μου. Δεν μπορείς να βρεις πολλές υπερδιαστασιακές γάτες μέσα σε μια ζωή· αυτό είναι σίγουρο. Ακόμα κι οι μάγοι του τάγματος των Ερευνητών, αναμφίβολα, συμφωνούν.

Τα λόγια του Άφευκτου νομίζω πως ακόμα αντηχούν μέσα στο μυαλό μου, και σηκώνομαι απ’το κρεβάτι προσπαθώντας να τα διώξω, περνώντας το χέρι μου μέσα από τα σγουρά μαλλιά μου.

Η Κλεισμένη ξυπνά από τις κινήσεις μου, φυσικά, και τεντώνεται τεμπέλικα πάνω στο κρεβάτι. Δεν έχει πρωινό; μοιάζει να υπονοεί.

Αφού κάνω τις πρωινές μου ανάγκες, ντύνομαι, βγαίνω απ’το δωμάτιο, και πηγαίνω στο διπλανό. Χτυπάω την πόρτα φωνάζοντας το όνομα του Ρίβη.

Πολύ σύντομα μού ανοίγει και μπαίνω. «Σε περίμενα,» μου λέει. Είναι ντυμένος και χτενισμένος, με το αριστερό του χέρι δεμένο και περασμένο σ’έναν πάνινο βρόχο που κρέμεται από τον λαιμό του.

«Από τι ώρα είσαι σηκωμένος;»

«Εδώ και καμια ώρα.» Μου μοιάζει πιο σώφρων τώρα από όταν τον πήρα από τη Νιρικόνια Κλινική. Πολύ πιο σώφρων. Τα μάτια του εξακολουθούν, ασφαλώς, να βρίσκονται βαθιά μέσα στις κόγχες του προσώπου του, και το βλέμμα του εξακολουθεί να έχει κάτι το έντονο· αλλά υποθέτω ότι αυτό μάλλον είναι φυσικό για τον Ρίβη. Έτσι είναι η όψη του.

«Δεν παρουσιάστηκε κανένας Τζογαδόρος…;»

Ο Ρίβης κουνά το κεφάλι. «Όχι.»

«Πάμε κάτω, να πάρουμε πρωινό;»

«Είσαι σίγουρος ότι δεν θα με πυροβολήσουν;»

«Ναι. Αλλά η Ναρλέθι θα θέλει, υποθέτω, να μιλήσει μαζί σου, και μαζί μου. Και ούτως ή άλλως, δηλαδή, πρέπει να της μιλήσουμε.»

«Ποια είναι η Ναρλέθι;»

«Η γυναίκα που κάνει κουμάντο εδώ. Της οικογένειας, φυσικά.»

«Μάλιστα…» Δείχνει συλλογισμένος.

«Πρέπει ν’αποφασίσουμε τι θα κάνουμε,» του λέω. «Δε μπορούμε να επιστρέψουμε στη βίλα της αδελφής σου. Ούτε εσύ ούτε εγώ. Η Ασημίνα σε θέλει νεκρό· δεν υπάρχει αμφιβολία. Κι εγώ χάλασα τα σχέδιά της· ίσως κι εμένα να με θέλει νεκρό μόλις μάθει τι έγινε.»

*

Στην τραπεζαρία παρατηρώ ότι οι μισθοφόροι δεν κοιτάζουν τον Ρίβη και με τόσο φιλικά βλέμματα, αλλά κανένας δεν επιχειρεί να τον πλησιάσει ή να τον χτυπήσει. Ρωτάω έναν αν ο μισθοφόρος που τραυματίστηκε χτες βράδυ είναι καλά, και μου απαντά ότι καλά είναι, η σφαίρα τον βρήκε στον μηρό.

Όταν εγώ κι ο Ρίβης καθόμαστε σ’ένα τραπέζι, ο Αλεπούδος έρχεται και με χαιρετά. «Τι γίνεται, Ζορδάμη;» λέει χαμογελώντας.

«Από το κακό στο χειρότερο. Εσύ;»

Ο Αλεπούδος συνεχίζει να χαμογελά. «Δε μπορεί τα πράγματα νάναι τόσο άσχημα, ε;» Κάθεται αντίκρυ μου.

«Μην πας στοίχημα. Εσύ πώς περνάς;» τον ξαναρωτάω.

«Καλά,» αποκρίνεται. «Κι έχω ακούσει μια φήμη ότι σύντομα θα ξεχρεωθώ.»

«Κι όταν ξεχρεωθείς τι σκοπεύεις να κάνεις;»

«Έχω μερικές ιδέες στο μυαλό μου,» αποκρίνεται ο Αλεπούδος. «Και τόχω συζητήσει και με τη Σερφάντια. Δε νομίζω ότι θα διακόψω τις επαφές μου με το Μαύρο Δόντι.»

Η Σερφάντια τότε έρχεται να μας ρωτήσει τι θέλουμε να μας φέρει. Εγώ ζητάω έναν καφέ, και ο Ρίβης επίσης.

«Δε θα φάτε τίποτα;»

«Φέρε μας ό,τι νομίζεις,» της λέω.

«Τσαντισμένος μού φαίνεσαι, ραλίστα,» παρατηρεί.

«Υπάρχει λόγος,» αποκρίνομαι.

Η Σερφάντια, αφού ρίχνει μια τελευταία ματιά στον Ρίβη (σαν να προσπαθεί να τον ψυχολογήσει), φεύγει επιστρέφοντας στον πάγκο του μπαρ. Μετά από λίγο, μας φέρνει το πρωινό – καφέδες κι ένας δίσκος με κουλουράκια. Και σύντομα έρχονται, επίσης, ο Σουτούρης ο Τυχερός και η Ναρλέθι.

Η τελευταία κάνει νόημα στον Αλεπούδο ν’αποχωρήσει απ’το τραπέζι μας, κι εκείνος δεν φέρνει αντίρρηση. Σηκώνεται και βγαίνει από τον Νερόλιθο έχοντας μάλλον κάποια άλλη δουλειά σ’άλλο μέρος μέσα στο Μαύρο Δόντι.

«Εσύ είσαι ο Ρίβης, λοιπόν…» λέει η Ναρλέθι παρατηρώντας τον αδελφό της Ασημίνας.

«Ναι,» απαντά ουδέτερα εκείνος.

«Τι έχει η αδελφή σου εναντίον σου;»

«Όπως είπα και στον Ζορδάμη, δεν ξέρω.»

«Είσαι σίγουρος πως δεν είσαι τρελός;»

Ο Ρίβης συνοφρυώνεται, και είμαι έτοιμος να παρέμβω, αλλά εκείνος με προλαβαίνει. «Δεν είμαι τρελός,» της λέει. «Κάτι συνέβαινε–»

«Η Ασημίνα ήταν συνεννοημένη με τον ψυχίατρο, Ναρλέθι,» λέω. «Αυτό από μόνο του αποδεικνύει πολλά. Καθώς και το γεγονός ότι ήθελε να χρησιμοποιήσει τον Ρίβη για να σκοτώσει τον Σουτούρη.

»Επίσης,» προσθέτω, «αυτός ο ψυχίατρος ίσως νάναι μέλος της Δυναστείας. Και ίσως να τον έχεις ακουστά…»

«Δεν έχει όνομα;»

«Άρης Μικρόνυχος. Δε μας κρυφάκουγες χτες;»

Η Ναρλέθι συνοφρυώνεται προς στιγμή. Ύστερα λέει: «Ναι, τον ξέρω. Δεν τον έχω δει, αλλά τον ξέρω. Δουλεύει στον Βράχο των Ουρλιαχτών. Είναι, όντως, της οικογένειας.»

«Όπως υποψιαζόμουν,» λέω. «Και ο ίδιος ήταν που προσπαθούσε να πείσει τον Ρίβη ότι η Σιδηρά Δυναστεία είναι μια οργάνωση της φαντασίας του.»

«Μπορεί να μην ήθελε ν’αρχίσει ο Ρίβης να λέει στους πάντες για τη Δυναστεία.»

«Το έλεγες σε άλλους μέσα στην κλινική;» ρωτάω τον Ρίβη.

«Μόνοι μας ήμασταν όταν το ανέφερα στον Μικρόνυχο,» αποκρίνεται εκείνος, «και επειδή είχα… είχα φτάσει στα όριά μου, βασικά.» Η ανάμνηση δείχνει να τον προβληματίζει.

«Τέλος πάντων,» λέω. «Όπως και νάχει, πρόκειται καταφανώς για κάποια απάτη, μέσα στην οποία είναι μπλεγμένος κι αυτός ο Μικρόνυχος.»

«Μια στιγμή,» λέει η Ναρλέθι. «Από πότε βρισκόταν ο Ρίβης στη Νιρικόνια Κλινική;»

«Κάποια χρόνια, υποθέτω…» Κοιτάζω τον Ρίβη.

«Τρία χρόνια,» λέει εκείνος, με σκοτεινό ύφος.

«Και είναι δυνατόν η Ασημίνα να σχεδίαζε τον φόνο του Σουτούρη από τότε;»

«Δεν ξέρω,» λέω. «Δε νομίζω. Εκείνο που νομίζω είναι ότι στήθηκε επίτηδες η απάτη με τον Τζογαδόρο προκειμένου να κάνει τον Ρίβη να παραφρονήσει· και τώρα η Ασημίνα αποφάσισε να τον χρησιμοποιήσει για να βγάλει τον Σουτούρη από τη μέση.»

«Πολύ βολικό, όμως, που αυτός που υποτίθεται πως κυνηγά τον Ρίβη είναι κάποιος Τζογαδόρος…» σχολιάζει η Ναρλέθι.

«Ναι,» συμφωνώ, «είναι βολικό. Αλλιώς ίσως η Ασημίνα να έβαζε τον Ρίβη να σκοτώσει κάποιον άλλο.»

«Τι εννοείς;»

Για λίγο μένω σιωπηλός, πίνοντας μια γουλιά απ’τον καφέ μου. «Το Μαύρο Δόντι,» της λέω, «δεν είναι το μόνο μέρος που συμβαίνουν παράξενες δολοφονίες. Προτού έρθω εδώ, είχα περάσει από τη Νίρβεκ…» Και διηγούμαι, εν συντομία, τι συνέβη εκεί.

«Υποθέτεις ότι η Ασημίνα ευθύνεται και για τον φόνο του Τασνικέφ;» ρωτά η Ναρλέθι.

«Εκείνο που ξέρω,» αποκρίνομαι, «είναι εκείνο που και η Σαμάνθα νομίζει: πως κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει μέσα στη Δυναστεία. Και ίσως, μάλιστα, να είναι πιο περίεργο απ’ό,τι φοβάται. Η Ασημίνα… με είχε στείλει και σε κάποιες άλλες δουλειές προτού έρθω εδώ…»

«Δολοφονίες ξανά;»

Κουνάω το κεφάλι. «Όχι.» Ανάβω τσιγάρο. «Βασικά, αν κατάλαβα καλά – και δε νομίζω πως έκανα λάθος – ήθελε να φέρει κάποιους ανθρώπους με το μέρος της.»

«Ποιους; Και τι πάει να πει ‘με το μέρος της’; Έχουμε πόλεμο, ξαφνικά;»

«Ούτε κι εγώ ξέρω τι ακριβώς πάει να πει ‘με το μέρος της’, αλλά, αναμφίβολα, ήθελε να τους προσελκύσει.»

«Ποιους;» ξαναρωτά η Ναρλέθι.

«Τον Θεώνυμο, και τον Τάρνελκωφ της Αγκένροβ.»

«Τον Θεώνυμο; Τον Πράσινο Γδάρτη; Αυτόν που μας επιτέθηκε εδώ;»

«Τον ίδιο.» Και της λέω τι συνέβη και στις δύο περιπτώσεις.

«Αυτή,» παρατηρεί η Ναρλέθι, «είναι η μοναδική φορά που ακούω κάτι τέτοιο να συμβαίνει.»

«Δηλαδή;»

«Να προσπαθεί κάποιο μέλος της Δυναστείας να πάρει με το μέρος του άλλα μέλη. Δεν…» Μορφάζει, μπερδεμένη ίσως. «Δε φαίνεται λογικό. Υποτίθεται πως όλοι αλληλοβοηθιόμαστε μέσα στην οικογένεια. Τι νόημα έχει να πάρεις κάποιον ‘με το μέρος σου’;»

«Εκτός αν θέλεις να διαιρέσεις την οικογένεια,» λέει ο Σουτούρης, μοιάζοντας να εκφράζει δυνατά εκείνο που όλοι σκεφτόμαστε.

«Γιατί;» ρωτάω.

«Μπορεί να υπάρχουν διάφοροι λόγοι, ραλίστα. Δεν μπορώ να ξέρω άμεσα…» Κοιτάζει τον Ρίβη. «Εσύ;»

Εκείνος γνέφει αρνητικά.

«Δεν ξέρεις την αδελφή σου;» του λέει η Ναρλέθι.

«Δε μου είχε πει ποτέ ότι σκεφτόταν να κάνει κάτι τέτοιο. Απλά ήμασταν στη Δυναστεία και εξυπηρετούμασταν από αυτήν. Τίποτα περισσότερο.»

«Για τον Σουτούρη τον Τυχερό δεν την είχες ακούσει να λέει τίποτα;»

«Όχι, δε νομίζω…»

«Για τον Θεώνυμο; Για τον Τάρνελκωφ; Για τον Φιλοπολίτη Τασνικέφ, ίσως;»

Ο Ρίβης κουνά το κεφάλι. «Όχι.»

«Δεν είχατε καλές σχέσεις με την αδελφή σου;»

«Καλές ήταν οι σχέσεις μας. Ειδικά όταν ήμασταν πιο μικροί…»

«Και μετά;» τον πιέζει η Ναρλέθι. «Τι έγινε μετά;»

«Είχα αρχίσει ν’ασχολούμαι με τη λατρεία του Κάρτωλακ,» λέει ο Ρίβης. «Αλλά η Ασημίνα δεν ασχολιόταν, και δεν ήθελε ν’ασχοληθεί. Τη θεωρούσε βάρβαρη λατρεία· έλεγε πως την τρόμαζε. Δεν ήθελε καν να μ’ακούει να μιλάω γι’αυτήν. Και…» Τα μάτια του γυαλίζουν ξαφνικά σαν νάχει αρχίσει να συνειδητοποιεί κάτι. «Δε νομίζω πως της άρεσε και τόσο που είχα κάνει τη βίλα μας ναό του Κάρτωλακ.»

Ησυχία πέφτει γύρω απ’το τραπέζι μας για λίγο.

«Μπορεί αυτός να ήταν ο λόγος;» ρωτάω τον Ρίβη.

Εκείνος δεν μιλά.

«Μπορεί αυτός να ήταν ο λόγος που ήθελε να σε διώξει από τη βίλα;» επιμένω. «Μπορεί γι’αυτό να στήθηκε η απάτη με τον Τζογαδόρο;»

Ο Ρίβης κουνά το κεφάλι ξανά σαν να προσπαθεί να το καθαρίσει από μπερδεμένες σκέψεις. «Δεν ξέρω!» λέει απότομα. «Δεν ξέρω, Ζορδάμη!»

«Εντάξει,» του λέω. «Μην ανησυχείς. Θα το ανακαλύψουμε σιγά-σιγά, αν μπορούμε. Το θέμα είναι τι θα κάνουμε τώρα.» Και στρέφοντας το βλέμμα μου στη Ναρλέθι: «Αναρωτιέμαι αν αυτός ο Άρης Μικρόνυχος γνωρίζει περισσότερα για τα σχέδια της Ασημίνας απ’ό,τι εγώ…»

Εκείνη ανασηκώνει τους ώμους. «Ίσως.»

«Θα μπορούσαμε να μάθουμε, δεν θα μπορούσαμε; Ακόμα και με τη βία, αν χρειαστεί. Ξέρεις πού μένει;»

«Υπάρχει η δυνατότητα να σε καθοδηγήσω έτσι ώστε να τον βρεις…» αποκρίνεται η Ναρλέθι, αν και μοιάζει λιγάκι διστακτική.

Ο Σουτούρης λέει: «Εγώ, πάντως, θέλω να μάθω γιατί στάλθηκε ένας δολοφόνος εναντίον μου, ραλίστα.»

«Γιατί σε λένε ‘ραλίστα’;» με ρωτά ο Ρίβης, παρεμβαίνοντας.

«Γιατί είμαι,» του απαντώ. «Είμαι ραλίστας. Ή, τουλάχιστον, ήμουν προτού μπλέξω με την υπέροχη οικογένειά σας.» Ρωτάω τον Σουτούρη: «Θα με βοηθήσεις, δηλαδή, να εντοπίσω τον Μικρόνυχο και να πάρω ό,τι πληροφορίες έχει;»

Ο Τυχερός νεύει καταφατικά. «Ευχαρίστως.» Η όψη του έχει αγριέψει. Δικαιολογημένα. Και η δική μου θα είχε αγριέψει αν προσπαθούσαν έτσι να με σκοτώσουν.

Όχι πως και τώρα δεν αισθάνομαι αρκετά αγριεμένος, μ’αυτές τις μαλακίες που συμβαίνουν πάλι.

Στρέφομαι στη Ναρλέθι. «Παρατηρείς ότι είμαι πρόθυμος ν’αρχίσω να κάνω πράγματα τα οποία κανένας δεν μου ζητά, έτσι;»

Μ’ατενίζει ερωτηματικά, δίχως να μιλά.

«Το χρέος μου εξακολουθεί να υφίσταται,» της λέω. «Ποιος θα αποφασίσει πότε θα ξεχρεωθώ, Ναρλέθι; Σίγουρα όχι η Ασημίνα Νέρφελδιφ, όπως ήρθαν τα πράγματα. Θα το αποφασίσεις εσύ;»

«Δε μπορώ εγώ να πάρω τέτοια απόφ–»

«Ποιος, τότε;» Κοπανάω τη γροθιά μου πάνω στο τραπέζι, ακούσια σχεδόν, πιο οργισμένος απ’ό,τι υπολόγιζα. «Ποιος! Βάζω τη ζωή μου σε κίνδυνο μ’αυτή την υπόθεση. Την έχω ήδη βάλει σε κίνδυνο. Θα μπορούσα να είχα απλώς αφήσει τον Ρίβη εδώ και να είχα φύγει. Ο Σουτούρης θα ήταν νεκρός, πιθανώς, κι εγώ ένα βήμα πιο κοντά στο να είμαι ελεύθερο μέλος της Δυναστείας!»

Η Ναρλέθι μ’ατενίζει σταθερά αλλά δεν μιλά.

Ο Σουτούρης λέει: «Η οικογένεια θα φροντίσει για σένα, ραλίστα. Δεν πέρασε απαρατήρητο αυτό που έκανες. Θεώρησε ότι δουλεύεις για εμένα τώρα.»

«Κι εσύ θα με ξεχρεώσεις;»

«Θα φροντίσω να ξεχρεωθείς,» με διαβεβαιώνει – και, για κάποιο λόγο, έχω την αίσθηση ότι η διαβεβαίωσή του είναι πολύ σοβαρή· δεν μιλά απλώς για να με ηρεμήσει. «Μόλις ανακαλύψουμε τι συμβαίνει μέσα στην οικογένεια,» προσθέτει. «Γιατί, έχεις δίκιο, κάτι φαίνεται να μην πηγαίνει καθόλου καλά.»

ΣΦΑΙΡΕΣ

Φεύγουν από το Ψηλό Μέγαρο και πηγαίνουν να μάθουν πού μπορεί να πούλησε τα παπούτσια της Ηλέννιας η δολοφόνος της. Ο Κριτόλαος’μορ μέσα στο τετράκυκλο όχημά του, η Ξανθίππη καβάλα στο δίκυκλό της. Κατευθύνονται σε αγορές του υπόκοσμου όπου πραμάτεια διακινείται αφορολόγητα, όπου πωλούνται κλοπιμαία και πράγματα επικίνδυνα. Τέτοιες αγορές στη Νέσριβεκ την Όμορφη υπάρχουν στον Καλμαρισμένο (μια συνοικία στα νοτιοδυτικά της πόλης), στις Νοτιοανατολικές Αποβάθρες, στον Γερόλυκο (μια συνοικία στα ανατολικά της πόλης, βόρεια της Λεωφόρου Ταξιδευτή), και στις Κουρασμένες Αποβάθρες. Ο Κριτόλαος δεν γνωρίζει καθόλου καλά ετούτα τα μέρη – δεν ερχόταν παλιότερα εδώ – αλλά η Ξανθίππη τα ξέρει σαν την παλάμη του χεριού της. Έχει κυκλοφορήσει σ’αυτές τις αγορές και ως ειδική ερευνήτρια της Χωροφυλακής και ως μέλος της Σιδηράς Δυναστείας, για διάφορους λόγους. Αυτά είναι κάποια από τα σκιερά μέρη της πόλης της.

Και, φυσικά, από εδώ δεν λείπουν οι άνθρωποι της οικογένειας· η Ξανθίππη έχει πολλούς συνδέσμους τους οποίους μπορεί να χρησιμοποιήσει για να πλοηγηθεί και να κινηθεί. Και τους χρησιμοποιεί. Ρωτά πού θα μπορούσαν να πουληθούν γυναικεία παπούτσια διακοσμημένα με ατόφιο χρυσάφι, και περιγράφει πολλές φορές και ακριβώς (ή όσο πιο ακριβώς μπορεί) τα παπούτσια της Ηλέννιας. Οι άνθρωποι της Δυναστείας καθοδηγούν εκείνη και τον Κριτόλαο από το ένα μέρος της υπόγειας αγοράς στο άλλο, κι από τη μια αγορά στην άλλη. Η ειδική ερευνήτρια και ο μάγος μιλάνε σε εμπόρους του υπόκοσμου και σε κλεφταποδόχους, προσπαθούν να ανακαλύψουν μήπως η Μάρναλιθ, η Κλέφτρα της Πνοής, πήγε σε κάποιον απ’ αυτούς, μήπως τα παπούτσια της Ηλέννιας πέρασαν από τα χέρια τους.

Οι ώρες κυλάνε, και το μεσημέρι έρχεται. Ο ήλιος της Σεργήλης βρίσκεται ψηλά στον ουρανό, ψηλά πάνω από τις πολυκατοικίες της Νέσριβεκ της Όμορφης.

Και διάφορα μάτια έχουν δει τον Κριτόλαο’μορ και την Ξανθίππη, διάφορα μάτια που τους αναγνωρίζουν. Τους παρακολουθούν. Και ειδοποιούν εκείνους που ενδιαφέρονται γι’αυτούς…

*

Ο Νάρφλης και ο Σερφάντης κάθονται στην τραπεζαρία ενός πανδοχείου επί της Λεωφόρου Ταξιδευτή κι έχουν το βλέμμα τους στραμμένο στην εκπομπή που προβάλλει η μεγάλη οθόνη που βρίσκεται ψηλά στον έναν από τους τοίχους του δωματίου: Δείχνει ανεμόπτερα να πετάνε πάνω από τον ποταμό Ήρντεφ, κάνοντας εντυπωσιακές κι επικίνδυνες μανούβρες, αγωνιζόμενα το ένα εναντίον του άλλου. Ένας δημοσιογράφος-σχολιαστής μιλά κάπου-κάπου, αλλά τα λόγια του δεν ακούγονται και πολύ καθαρά γιατί ο ήχος των ηχείων της οθόνης είναι χαμηλωμένος.

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του Νάρφλη κουδουνίζει, κι εκείνος τον παίρνει από το τραπέζι, όπου είναι ακουμπισμένος ανάμεσα σε πιάτα και ποτήρια, και τον φέρνει στ’αφτί του αποδεχόμενος την κλήση. «Ναι;»

«Εγώ είμαι,» ακούει τη φωνή της κοπέλας που συνάντησαν χτες το απόγευμα στους Κίτρινους Μύλους και που είπε, τελικά, πως την ονόμαζαν Μυράνθη αλλά δεν έδωσε καμια άλλη πληροφορία για τον εαυτό της. «Ο άνθρωπός σας κυκλοφορεί στους δρόμους της πόλης. Τώρα.»

«Πού;»

«Στις Νοτιοανατολικές Αποβάθρες, και έρχεται προς τον Γερόλυκο.»

«Δεν είμαστε μακριά απ’τον Γερόλυκο.»

«Το ξέρω. Έχε υπόψη σου, επίσης, ότι δεν είναι μόνος του. Είναι και μια γυναίκα μαζί του – λευκόδερμη και μελαχρινή. Δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να την πειράξετε. Κατανοητό;»

«Κανένα πρόβλημα,» αποκρίνεται ο Νάρφλης, ενώ του κάνει εντύπωση το πόσο επαγγελματική ακούγεται ξανά η Μυράνθη. Χτες βράδυ τα πράγματα μαζί της ήταν… κάπως διαφορετικά. Αφού τους μίλησε για τη δουλειά που ήθελε ο εργοδότης της να αναλάβουν – τη δολοφονία ενός πράκτορα της Παντοκράτειρας που ονομάζεται Κριτόλαος’μορ Σάλκω και κατάφερε να γλιτώσει από το ξεκαθάρισμα που έγινε ύστερα από τη μεγάλη ήττα των Παντοκρατορικών – η Μυράνθη έπαψε να είναι τόσο τυπική μαζί τους. Άρχισε να φαίνεται περισσότερο για αλήτισσα και λιγότερο για γραμματέας. Και καθώς κάθονταν οι τρεις τους στον Παλιόμυλο και συζητούσαν αποδείχτηκε πως ήξερε κάτι απίστευτα πράγματα για τη Νέσριβεκ και για τα περίχωρά της.

«Ήσουν με την Επανάσταση, μήπως;» τη ρώτησε ο Νάρφλης, αν και του έμοιαζε μικρή γι’αυτό: γύρω στα είκοσι. Άντε, το πολύ, να ήταν είκοσι-πέντε. Δεν μπορεί να ήταν μεγαλύτερη.

Η Μυράνθη αρνήθηκε ότι ήταν με την Επανάσταση, και συνέχισε να κουβεντιάζει μαζί τους. Σε κάποια στιγμή ανέφερε ότι ήταν παιδί της πέτρας· είχε μεγαλώσει στη Νέσριβεκ χωρίς γονείς, στους δρόμους· και ο Νάρφλης κατάλαβε τότε γιατί ήξερε τόσα περίεργα πράγματα. Αν και ορισμένα ούτε αυτό – ούτε το γεγονός ότι ήταν παιδί της πέτρας – δεν τα δικαιολογούσε.

Όσο η ώρα περνούσε στον Παλιόμυλο, τόσο πιο οικεία γινόταν η Μυράνθη προς τον Νάρφλη και τον Σερφάντη. Τους κερνούσε ποτά και μοιραζόταν τα τσιγάρα της μαζί τους (τσιγάρα καλής μάρκας). Στο τέλος μοιραζόταν και τα ίδια τα ποτά μαζί τους, και ήρθε να καθίσει στα γόνατα του Νάρφλη, ο οποίος πολύ φοβόταν – αν και δεν τον ενοχλούσε καθόλου αυτό – ότι ήταν αδύνατον να κρύψει το πόσο τον είχε καυλώσει η παράξενη κορασίδα. Δεν άργησαν να πάνε σ’ένα από τα δωμάτια του Παλιόμυλου – κι οι τρεις. Η Μυράνθη ήταν πρόθυμη να τους πάρει και τους δύο αλλά, είπε με τρόπο απόλυτο, δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να τη στριμώξουν· δεν της άρεσε να τη στριμώχνουν, και θα τσαντιζόταν και θα έφευγε αν το επιχειρούσαν. Ο Νάρφλης κι ο Σερφάντης δεν έφεραν αντίρρηση καθώς γδύνονταν, με το βλέμμα της να οργώνει τα γυμνασμένα σώματά τους – το ένα γαλανόδερμο, το άλλο κατάμαυρο σαν τη μαύρη νύχτα. «Ό,τι θες εσύ,» της είπε ο Σερφάντης. «Δεν είμαστε παράξενοι,» πρόσθεσε ο Νάρφλης μειδιώντας. Και η Μυράνθη άπλωσε το χέρι της και, γλιστρώντας το μέσα στην περισκελίδα του, έπιασε το όργανό του, κόβοντάς του την αναπνοή. Ύστερα, γελώντας, τινάχτηκε στην αγκαλιά του Σερφάντη, κολλώντας τα ξαναμμένα στήθη της επάνω του και φιλώντας τα χείλη του.

«Βαριέμαι να γδύνομαι μόνη μου,» τους είπε μετά, κι εκείνοι τής χίμησαν για να λεηλατήσουν τα ρούχα της. Ο Σερφάντης την έγδυσε από πάνω, ο Νάρφλης από κάτω, ενώ χάιδευαν, φιλούσαν, και έγλειφαν το δέρμα της. Όταν όμως πήγαν να τη στριμώξουν ανάμεσά τους εκείνη ξεγλίστρησε σαν χέλι και τους θύμισε την υπόσχεσή τους. «Δε μ’αρέσει να με στριμώχνουν· θα φύγω.» Ο Σερφάντης είπε: «Κατά σύμπτωση έγινε,» χαμογελώντας ώς τ’αφτιά. Έπειτα, η Μυράνθη τράβηξε τον Νάρφλη κοντά της, γαντζώνοντας το ένα της πόδι πίσω από το γόνατό του και τρίβοντας τα νύχια της στην πλάτη και στους ώμους του. Ο μονόφθαλμος μισθοφόρος την έσφιξε επάνω του παθιασμένα· την έριξε ανάσκελα στο μοναδικό κρεβάτι του δωματίου και την καβάλησε άγρια. Οι φωνές της μαρτυρούσαν πως κάθε άλλο παρά διαφωνούσε μ’αυτή τη μεταχείριση παρότι από τα χείλη της, μαζί με άναρθρες κραυγές, έβγαιναν και κάτι αισχρές βρισιές που σόκαραν ακόμα και τον Νάρφλη.

Όταν τελικά σηκώθηκε από πάνω της ήταν λαχανιασμένος κι ένιωθε την πλάτη του να καίει από τα γδαρσίματα των νυχιών της. Το χρυσαφένιο δέρμα της Μυράνθης γυάλιζε από τον ιδρώτα καθώς ήταν ξαπλωμένη πάνω στο κρεβάτι, και τα στήθη της σείονταν με κάθε της ανάσα. Ήταν ευχαριστημένη αλλά όχι εξαντλημένη. Μειδιώντας με θελκτικά χείλη, έκανε νόημα στον Σερφάντη να πλησιάσει. Αλλά όταν εκείνος επιχείρησε να την καβαλήσει, η Μυράνθη έβαλε το πόδι της στα πλευρά του και τον γύρισε απότομα στο πλάι. Ο Σερφάντης ξάπλωσε ανάσκελα και εκείνη σκαρφάλωσε πάνω στο μυώδες κατάμαυρο σώμα του και τον καβάλησε αργά, χωρίς να βιάζεται, ενώ τα μεγάλα χέρια του τη χάιδευαν από τους αστραγάλους ώς τους ώμους. «Μ’αρέσουν τα μαλλιά σου,» του είπε μπλέκοντας τα δάχτυλά της μέσα στην πλούσια πορφυρή χαίτη του. «Είναι σαν φωτιά!»

Ο Νάρφλης καθόταν στη γωνία του δωματίου, στο πάτωμα (δεν υπήρχε καρέκλα), και τους παρακολουθούσε καπνίζοντας. Είχε καυλώσει ξανά. Δεν έπρεπε νάχα βιαστεί τόσο μαζί της, γαμώ τα κωλομέρια της Λόρκης, σκέφτηκε.

Όταν η Μυράνθη σηκώθηκε πάνω από τον Σερφάντη, κατέβηκε και από το κρεβάτι, πατώντας ξυπόλυτη στα τραχιά ξύλινα σανίδια του πατώματος. Κάνοντας πίσω τα καστανά μαλλιά της, τεντώθηκε μουγκρίζοντας.

Ο Νάρφλης αισθανόταν το πουλί του να έχει γίνει σίδερο, αλλά πολύ φοβόταν ότι η τύπισσα δεν θα δεχόταν να τον πάρει και δεύτερη φορά. Έσβησε έτσι το τελειωμένο τσιγάρο πλάι του, στα ξύλινα σανίδια, αναστενάζοντας. Αλλά η Μυράνθη ήρθε τότε και, ξαφνικά, γονάτισε μπροστά του. Τραβώντας την περισκελίδα του, πήρε το όργανό του στα χέρια της κι άρχισε να παίζει με το στέλεχος και τα μπαλάκια, μην αγγίζοντας καθόλου την κεφαλή. Ο Σερφάντης τώρα ήταν που, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, τους κοίταζε και κάπνιζε· περιεργαζόταν, με το βλέμμα του, την πλάτη, τους γλουτούς, και τα πέλματα της Μυράνθης. Ο Νάρφλης έκλεισε το μοναδικό του μάτι από ένα σημείο και μετά, μουγκρίζοντας ηδονικά, και σύντομα της ζητούσε να τελειώνει γιατί θα τη σκότωνε. Η Μυράνθη, γελώντας, του έλεγε κάτι βρισιές και αισχρολογίες που, κρίνοντας από την εμφάνισή της πιο πριν, θα ήταν αδύνατον κανείς να διανοηθεί ότι μπορούσαν να βγουν από τα χείλη της. «Τελείωνε, τρελή κόρη της Λόρκης!» είπε τελικά ο Νάρφλης, και η Μυράνθη αποκρίθηκε: «Αφού αποφάσισες να το ζητήσεις ευγενικά»: και τα δάχτυλά της κινήθηκαν επάνω στην κεφαλή του οργάνου του, και ο Νάρφλης γρύλισε σαν θηρίο.

Μετά, η Μυράνθη δεν έμεινε άλλο μαζί τους στον Παλιόμυλο. Καθώς ντυνόταν, τους έδωσε κάποιες τελευταίες οδηγίες και τους είπε αύριο, από το πρωί κιόλας, να βρίσκονται μέσα στη Νέσριβεκ, όχι στους Κίτρινους Μύλους.

Έτσι, τώρα, οι δυο τους είναι εδώ, και η αναμονή τους φαίνεται να έχει τελειώσει γρηγορότερα απ’ό,τι περίμεναν.

«Όταν είμαστε στον Γερόλυκο,» ρωτά ο Νάρφλης τη Μυράνθη, «θα μας πεις πού ακριβώς–;»

«Ναι, εννοείται. Θα έχουμε επαφή,» αποκρίνεται εκείνη, και τερματίζει την τηλεπικοινωνία.

Ο Νάρφλης δεν έχει χρόνο να τη ρωτήσει πώς παίρνει τόσες πληροφορίες για τις κινήσεις του Παντοκρατορικού και αυτής της μελαχρινής γυναίκας. Χρησιμοποιεί κάποιο δίκτυο της πόλης; Τι είναι η τύπισσα; Της Χωροφυλακής;

«Πάμε,» λέει ο Νάρφλης στον Σερφάντη καθώς σηκώνεται από την καρέκλα του.

«Για τη δουλειά;» Κι ο μαυρόδερμος μισθοφόρος σηκώνεται.

«Ναι.»

Καθώς βγαίνουν από το πανδοχείο, ο Νάρφλης προσπαθεί να ταυτίσει την επαγγελματική φωνή στον τηλεπικοινωνιακό πομπό του με την ξέκωλη γκόμενα χτες βράδυ – και του είναι αδύνατο. Η τύπισσα είναι σαν να είναι δύο τύπισσες, μα τη Λόρκη!

*

Ο κλεφταποδόχος έχει μια αποθήκη στη γωνία ενός μικρού δρόμου, η οποία θυμίζει τρύπα· αλλά, αν είναι τρύπα, είναι τότε σίγουρα μια πολύ βαθιά τρύπα. Μπορεί η είσοδος να είναι στενή, όμως ο χώρος μετά από το κατώφλι μοιάζει να συνεχίζεται επ’ άπειρον στο βάθος. Ο Κριτόλαος και η Ξανθίππη, ωστόσο, δεν χρειάζεται να πάνε πιο βαθιά από τρία, τέσσερα βήματα ύστερα από την πόρτα. Ο λιγνός, πορφυρόδερμος άντρας με τα αραιά μαύρα μαλλιά τούς συναντά αμέσως, ρωτώντας τους τι ζητάνε εδώ.

«Γι’αυτά που μαζεύουν οι γάτες απ’τους δρόμους ερχόμαστε,» του λέει η Ξανθίππη. Συνθηματικό, ασφαλώς, για να τον ειδοποιήσει ότι είναι εδώ για κλοπιμαία.

«Φέρνετε ή παίρνετε;» ρωτά ο πορφυρόδερμος κλεφταποδόχος.

«Αναζητάμε,» λέει ο Κριτόλαος.

«Παίρνετε, δηλαδή.»

«Αναζητάμε,» επιμένει ο Κριτόλαος, και η Ξανθίππη εξηγεί στον έμπορο τι ακριβώς αναζητάνε. Του περιγράφει τα παπούτσια που φορούσε η Ηλέννια εκείνη τη μοιραία νύχτα: τη μάρκα τους, το σχήμα τους, το χρώμα τους, τα διακοσμητικά που έχουν επάνω.

«Τα έχεις;» τον ρωτά η Ξανθίππη. «Ξέρεις κάποιον που να τα έχει, ή ίσως να τα έχει;»

«Αν τα έχω ή αν ξέρω κάποιον που τα έχει, τι θα γίνει;» λέει ο κλεφταποδόχος, με ουδέτερη έκφραση.

«Θα πληρωθείς.»

«Θέλετε να τ’αγοράσετε; Έτσι όπως τα περιγράφεις, πρέπει νάναι ακριβά.»

«Θέλουμε να μάθουμε κάτι γι’αυτά.»

«Τι;»

«Ποιος τα πούλησε σ’αυτόν που τα πούλησε. Και πληρώνουμε για την πληροφορία. Πληρώνουμε καλά,» τονίζει η Ξανθίππη.

«Καλά; Σα να λέμε, δηλαδή;» Η ειδική ερευνήτρια νομίζει ότι διακρίνει μια γυαλάδα ενδιαφέροντος στο δεξί του μάτι – μια αντανάκλαση που σπάει την ουδέτερη έκφραση.

«Εκατό ήλιους,» λέει ο Κριτόλαος.

Ο κλεφταποδόχος τον ατενίζει με δυσπιστία. Η όψη του τώρα μοιάζει να ρωτά: Μας δουλεύεις;

«Εκατό ήλιους,» επαναλαμβάνει ο Κριτόλαος, βέβαιος ότι ο Βιβλιοπώλης θα τον αποζημιώσει. Εξάλλου, εκείνος ήταν που είπε στην Ξανθίππη να τον καλέσει εδώ, για βοήθεια· κι εκείνος είναι που θα τον πληρώσει για τούτη τη δουλειά. Ο Κριτόλαος βγάζει χαρτονομίσματα από το πορτοφόλι του. «Εδώ τα έχω.»

Ο κλεφταποδόχος τα κοιτάζει άπληστα. Τα χείλη του μορφάζουν. Λέει τελικά: «Τα έχω τα παπούτσια.»

«Πού ξέρουμε ότι λες αλήθεια;»

«Μισό λεπτό, να σας φέρω το ένα να το δείτε.» Και χάνεται μέσα στο σκοτεινό βάθος της αποθήκης του. Μετά από λίγο επιστρέφει κρατώντας ένα γοβάκι με χρυσά διακοσμητικά. «Να,» λέει, «βλέπετε τη μάρκα;» Το γυρίζει ανάποδα, δείχνοντας το αποτύπωμα στη σόλα. «Αυτό δεν είναι που ζητάτε;»

Η Ξανθίππη νεύει. «Αυτό είναι. Το ένα από τα δύο.»

«Και το άλλο τόχω. Θέλετε κι αυτό να το δείτε;»

«Δε χρειάζεται.»

«Μισό λεπτό, ξανάρχομαι.» Ο κλεφταποδόχος εξαφανίζεται πάλι στο βάθος της αποθήκης, κι όταν επιστρέφει δεν κρατά τίποτα στα χέρια του. Μάλλον δεν ήθελε να έχει το πολύτιμο παπούτσι για πολλή ώρα εδώ· φοβόταν μην του το κλέψουν, αυτοί ή κανένας άλλος ίσως.

«Ποιος σ’τα πούλησε;» τον ρωτά ο Κριτόλαος.

«Μια γυναίκα,» αποκρίνεται ο πορφυρόδερμος άντρας. «Κατάμαυρη στο δέρμα.»

«Τι χρώμα μαλλιά;»

Ο κλεφταποδόχος συνοφρυώνεται, σκεπτικός. «Ρε φίλε,» λέει τελικά, «νομίζω ότι φορούσε καπέλο. Ένα μικρό πράσινο καπελάκι. Πάντως, τα μαλλιά της δεν μπορεί νάταν μακριά για νάναι κρυμμένα εκεί μέσα.»

«Τα μάτια της;»

«Φορούσε γυαλιά. Ναι, μπλε, στενόμακρα γυαλιά. Σίγουρα.»

«Τίποτ’ άλλο ιδιαίτερο στην εμφάνισή της;»

Ο κλεφταποδόχος κουνά το κεφάλι. «Δε θυμάμαι κάτι.»

«Την είχες ξαναδεί παλιότερα;» ρωτά ο Κριτόλαος.

«Όχι, δε νομίζω νάχε ξανάρθει εδώ. Μπορεί, βέβαια, κιόλας…» Είναι σκεπτικός πάλι. «Ίσως… Αν είχε έρθει πολύ παλιά, ίσως να μην τη θυμάμαι.»

«Μάλιστα.»

«Τα λεφτά;»

Ο Κριτόλαος τού δίνει τους εκατό ήλιους.

Ύστερα, εκείνος κι η Ξανθίππη βγαίνουν από την αποθήκη.

«Αυτή ήταν,» λέει η ειδική ερευνήτρια.

«Αναμφίβολα,» συμφωνεί ο Κριτόλαος.

«Δεν έπρεπε, πάντως, να του δώσεις τόσα λεφτά. Τέτοια καθίκια–»

«Ακροβολισμένος!»

Ένας πυροβολισμός αντηχεί, σκίζοντας τους άλλους ήχους της πόλης.

*

Ο Κριτόλαος το ξέρει πως πολλοί πρώην επαναστάτες θα τον ήθελαν νεκρό. Θα τον είχαν ήδη σκοτώσει, βασικά, αν η Σιδηρά Δυναστεία δεν τον είχε βοηθήσει όταν έγινε ο μεγάλος ξεσηκωμός κατά της Συμπαντικής Παντοκράτειρας. Τα πράγματα, βέβαια, έχουν πλέον ηρεμήσει. Σχεδόν κανένας στη Σεργήλη δεν κυνηγά ενεργά πρώην πράκτορες της Παντοκράτειρας – όχι πως έχουν μείνει και πολλοί τέτοιοι πια εδώ. Ο Κριτόλαος, όμως, ξέρει πως οφείλει να είναι προσεχτικός, γιατί μπορεί κάποιος κάπου να τον δει και – κάπως – σαν να τον έχει καθοδηγήσει το Μυαλό του ίδιου του Σκοτοδαίμονος – να τον αναγνωρίσει. Ποτέ δεν επαναπαύεται, λοιπόν. Πάντοτε επαγρυπνεί. Όπως έκανε, άλλωστε, κι όταν ήταν πράκτορας της Παντοκράτειρας. Οι αισθήσεις του βρίσκονται σε πλήρη εγρήγορση. Και παρότι θεωρεί πως έχει πλέον γεράσει, το σώμα και το μυαλό του αντιδρούν ακόμα πολύ γρήγορα.

Προτού καν ο πυροβολισμός αντηχήσει, ο Κριτόλαος’μορ έχει δει τη γυαλάδα του τουφεκιού επάνω στη χαμηλή ταράτσα ενός φούρνου, έχει καταλάβει, στιγμιαία, ότι τον σημαδεύουν. Τινάζεται στο πλάι, φωνάζοντας συγχρόνως στην Ξανθίππη: «Ακροβολισμένος!»

Ο κρότος σκίζει τους υπόλοιπους ήχους της πόλης – ο Κριτόλαος, ενώ έχει τιναχτεί με σκοπό να κυλήσει στον πεζόδρομο, αισθάνεται κάτι να τον χτυπά στον αριστερό ώμο – πέφτει στον πεζόδρομο και κυλά, τρίζοντας τα δόντια από τον πόνο.

Η Ξανθίππη τραβά αμέσως το πιστόλι της, γονατίζοντας, στρέφοντας το βλέμμα της προς τα εκεί απ’ όπου νομίζει πως ήρθε η ριπή. Βλέπει κι εκείνη τη γυαλάδα του όπλου στην ταράτσα του φούρνου. Πυροβολεί, κρατώντας το πιστόλι της με τα δύο χέρια. Το τουφέκι εξαφανίζεται από το οπτικό της πεδίο, αλλά είναι σίγουρη πως δεν χτύπησε τον χειριστή του.

Ο Κριτόλαος ανασηκώνεται ενώ πανικός αρχίζει στον δρόμο τριγύρω: άνθρωποι τρέχουν, κραυγάζοντας· οχήματα προσπαθούν να απομακρυνθούν, κόρνες αντηχούν· ένα άλογο χρεμετίζει δυνατά, θορυβημένο από τους πυροβολισμούς.

Ο Κριτόλαος βλέπει έναν άντρα να έρχεται προς το μέρος του, φορώντας κάπα, με την κουκούλα σηκωμένη, κι έχοντας δύο πιστόλια στα χέρια. Ο μάγος έχει ήδη τραβήξει το δικό του πιστόλι και του ρίχνει, αναγκάζοντάς τον να καλυφτεί πίσω από ένα σταματημένο τετράκυκλο όχημα, γονατίζοντας.

«Ξανθίππη!» φωνάζει ο Κριτόλαος καθώς πετάγεται όρθιος και τρέχει προς ένα σοκάκι ανάμεσα στις πολυκατοικίες. «Μαζί μου!»

Η ειδική ερευνήτρια τον ακολουθεί.

Πίσω τους πυροβολισμοί ηχούν, σφαίρες χτυπάνε το πλακόστρωτο. Ο άντρας με τα δύο πιστόλια τούς καταδιώκει.

Η Ξανθίππη γυρίζει το χέρι της και του ρίχνει· εκείνος αμέσως κολλά την πλάτη του στον τοίχο και πυροβολεί, χαμηλά: μια σφαίρα του τη βρίσκει στο πόδι, λίγο πιο πάνω απ’τον αστράγαλο, τρυπώντας τη μπότα της. Κραυγάζοντας, η Ξανθίππη πέφτει ανάμεσα σε σκουπίδια.

Ο Κριτόλαος γυρίζει και, σταματώντας, γονατίζοντας, πυροβολεί τον κουκουλοφόρο συνεχόμενα, αναγκάζοντάς τον να γονατίσει κι αυτός καθώς καλύπτεται πίσω από μια υδραντλία στην αρχή του σοκακιού. Το τραύμα στον ώμο του Κριτόλαου τον κάνει να ζαλίζεται, αλλά είναι καλός στο σημάδι.

Τότε, όμως, ακόμα ένας άντρας παρουσιάζεται στην αρχή του σοκακιού, και φορά κι αυτός κάπα και κουκούλα. Στα χέρια του είναι ένα τουφέκι, υψωμένο και στραμμένο κατευθείαν προς τη μεριά του Κριτόλαου–

Ο μάγος γυρίζει αμέσως το πιστόλι του και πατά τη σκανδάλη.

Την ίδια στιγμή, και ο εχθρός πατά τη σκανδάλη του όπλου του.

Ο Κριτόλαος, νιώθοντας ένα δυνατό χτύπημα στο στήθος, τινάζεται όπισθεν, σωριάζεται ανάσκελα. Δε μπορεί ν’αναπνεύσει, τα μέλη του έχουν ξαφνικά παραλύσει.

Κι ο εχθρός, όμως, χτυπήθηκε. Η σφαίρα του μάγου τον βρήκε στα πλευρά, κάνοντάς τον να παραπατήσει και το τουφέκι του να πέσει. Η κουκούλα έχει επίσης παραμερίσει, φανερώνοντας το πρόσωπό του. Γαλανόδερμος, με μαύρη καλύπτρα στο ένα μάτι.

Η Ξανθίππη, γρυλίζοντας, ανασηκώνεται ανάμεσα στα σκουπίδια και προσπαθεί να τον πυροβολήσει· αλλά γλιστρά και οι σφαίρες της βρίσκουν τον τοίχο. Ο άλλος άντρας – αυτός με τα δύο πιστόλια – της φωνάζει: «Μακριά όσο έχεις καιρό! ΦΥΓΕ!» και ρίχνει σφαίρες προς τη μεριά της, αναγκάζοντάς την πάλι να πέσει μέσα στα σκουπίδια.

Η Ξανθίππη, όμως, συνειδητοποιεί ότι δεν πρέπει να τη θέλουν νεκρή. Τον Κριτόλαο θέλουν να σκοτώσουν!

Κοιτάζει προς το μέρος του. Τον βλέπει αιμόφυρτο, ακίνητο. Τα έχουν καταφέρει;

Καπνός ξαφνικά τυλίγει τα πάντα, και η Ξανθίππη βήχει ενώ τα μάτια της δακρύζουν. Κάτι πέταξαν μες στο σοκάκι οι καταραμένοι! Σέρνεται ανάμεσα στα σκουπίδια, αδυνατώντας να σηκωθεί όρθια με το χτυπημένο πόδι της. Κι έχει χάσει και το πιστόλι της, και δεν μπορεί να το βρει! Ακούει πυροβολισμούς ξανά, και κολλά πάνω στον τοίχο προσπαθώντας να καλυφτεί.

Μετά, μια φωνή: «Νεκρός είναι, ρε! Πάμε!»

Μετά, βήματα και ησυχία. Εκτός από το βήξιμο της Ξανθίππης.

Πώς αυτοί οι δύο καριόληδες άντεξαν αρκετά ώστε να πυροβολήσουν ξανά και ώστε να μιλάνε; Φόρεσαν μάσκες; Ποιοι ήταν; Γιατί ήθελαν τον Κριτόλαο νεκρό;

Η Ξανθίππη δεν μπορεί να δει τίποτα τώρα, μέσα από τα δάκρυα που θολώνουν τα μάτια της.

Ακόμα κι όταν η Χωροφυλακή έρχεται και ο καπνός έχει καθαρίσει, εκείνη δεν βλέπει παρά θολές μορφές καθώς τους λέει ότι είναι ειδική ερευνήτρια και προσπαθεί να βγάλει την ταυτότητά της για να το αποδείξει.

*

Στο Γενικό Κέντρο της Χωροφυλακής τής λένε πως ο φίλος της είναι νεκρός. Τον πήγαν στο νοσοκομείο αλλά κανένας δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’αυτόν. Είχε ήδη ξεψυχήσει.

Η Ξανθίππη σκουπίζει το πρόσωπό της με το υγρό, φαρμακευτικό μαντήλι που της έχουν δώσει· η όρασή της έχει πια ξεθολώσει. Το δεξί της πόδι είναι δεμένο με επιδέσμους και τοποθετημένο σε νάρθηκα. Την είχαν πάει κι εκείνη στα επείγοντα της Πολυκλινικής Ταξιδευτή προτού τη φέρουν εδώ.

Ποιοί ήταν αυτοί οι καταραμένοι; αναρωτιέται τώρα η Ξανθίππη. Ποιος τους έστειλε; Δε μπορεί να τους έστειλε ο Άλκιμος! Μην τρελαθούμε κιόλας! Έστειλε έναν κατάσκοπο για να μας παρακολουθήσει· δεν μπορεί να έστειλε κι αυτούς τους φονιάδες!

Οι ανώτεροί της μέσα στη Χωροφυλακή τη ρωτάνε τι συνέβη. Ποιοι της επιτέθηκαν; Ποιος ήταν ο άντρας μαζί της; Η Ξανθίππη, φυσικά, ξέρει τι ν’απαντήσει στο δεύτερο: Ο Κριτόλαος’μορ είχε μια ψεύτικη ταυτότητα μαζί του η οποία τον αναγνώριζε ως Σερφάντη Πολεοθήρα, ιδιωτικό ερευνητή. Κι αυτό λέει η Ξανθίππη στους ανώτερούς της. Και προσθέτει: «Ήταν ξάδελφός μου. Μακρινός, βέβαια. Από τη Ράσρηβ. Είχε τύχει να είναι εδώ τώρα, και συνεργαστήκαμε–»

«Για την υπόθεση της κυρίας Σιγήκαιρης;» ρωτά ένας ανώτερός της.

«Ναι.»

«Γιατί πιστεύατε, κυρία Νασράλθη, ότι χρειαζόσασταν επιπλέον βοήθεια;»

«Δε μου ήταν απαραίτητη. Απλώς… είναι– ήταν ξάδελφός μου, και… συνεργαστήκαμε.»

«Ήταν άνθρωπος εμπιστοσύνης;» ρωτά μια άλλη ανώτερή της.

«Φυσικά.»

«Κι αυτοί που του επιτέθηκαν; Τι ξέρετε γι’αυτούς;» ρωτά ο πρώτος.

«Δεν ξέρω… Δεν ξέρω τίποτα γι’αυτούς.»

Της κάνουν ακόμα κάποιες ερωτήσεις και μετά την αφήνουν να φύγει, να πάει να ξεκουραστεί. Αλλά η Ξανθίππη, καθώς βγαίνει από το Γενικό Κέντρο της Χωροφυλακής στηριζόμενη σ’ένα ραβδί, παίρνει το δίκυκλό της και πηγαίνει στο νεκροτομείο, όπου ζητά να δει το πτώμα του Κριτόλαου. Την οδηγούν στον χώρο που το έχουν και της δείχνουν τις σφαίρες τις οποίες έχουν προ πολλού βγάλει από μέσα του. Η Ξανθίππη τις κοιτάζει διεξοδικά. Οι δύο φαίνεται να είναι από τουφέκι κι οι άλλες δύο από πιστόλι. Βαριά όπλα. Πολεμικά. Όχι τα όπλα κανενός μικροαπατεώνα της πόλης που τα θέλει για την προστασία του. Τέτοια όπλα χρησιμοποιούν μόνο οι μισθοφόροι. Τέτοια όπλα, επίσης, δεν είναι εύκολο να τα βρεις οπουδήποτε.

Κάποιος τούς έστειλε για να σκοτώσουν τον Κριτόλαο. Κάποιος που ήξερε ότι ήταν εδώ και με βοηθούσε να ερευνήσω την υπόθεση της Ηλέννιας Σιγήκαιρης. Κάποιος που… Πώς είναι δυνατόν αυτός ο κάποιος να μην είναι της οικογένειας; Η Ξανθίππη είναι βέβαιη ότι μόνο η Σιδηρά Δυναστεία θα μπορούσε να τους εντοπίσει έτσι, ώστε αυτοί οι φονιάδες να σκοτώσουν τον Κριτόλαο. Επιπλέον, δεν ήθελαν να σκοτώσουν κι εμένα μαζί του. Σίγουρα δεν ήθελαν να σκοτώσουν κι εμένα. Κάποιος μέσα στη Δυναστεία είχε πρόβλημα με τον Κριτόλαο; Ή, μήπως, απλά τον φοβόταν; Φοβόταν ότι θα κατάφερνε να μάθει ποιος σκότωσε την Ηλέννια;

Και νομίζει ότι εγώ δεν θα τα καταφέρω; σκέφτεται, προσβεβλημένη. Θα το μετανιώσει, όποιος κι αν είναι! Και είναι, σίγουρα, μέλος της Δυναστείας· δεν μπορεί όλ’ αυτά να είναι συμπτώσεις. Και το μυαλό της – δυστυχώς – στρέφεται συνέχεια προς τη μεριά του Άλκιμου Καλνάροφ. Ακόμα κι αν δεν έστειλε ο ίδιος τους φονιάδες, αναμφίβολα είναι μπλεγμένος στην όλη ιστορία. Ο Κριτόλαος είχε δίκιο που τον υποπτευόταν εξαρχής!

*

Ο Σερφάντης και ο Νάρφλης περιμένουν μέσα σε μια συστάδα δέντρων, στους Κίτρινους Μύλους, ενώ η φύση είναι χρωματισμένη από τα χρώματα του απογεύματος. Γύρω από τα πλευρά του Νάρφλη είναι δεμένος σφιχτά ένας επίδεσμος κάτω από το πέτσινο γιλέκο του. Αυτός ο καταραμένος Παντοκρατορικός παραλίγο να τον σκοτώσει! Αλλά, βέβαια, τούτη δεν είναι η μόνη φορά που ο Νάρφλης έχει τραυματιστεί. Είναι σκληραγωγημένος και δεν καταβάλλεται τόσο εύκολα. Κι ένα Παντοκρατορικό καθίκι ακόμα είναι νεκρό, σκέφτεται. Άξιζε το ρίσκο.

«Λες να μας πουλήσει, η κόρη της Λόρκης;» ρωτά ο Σερφάντης, που στέκεται όρθιος, με το ένα χέρι ακουμπισμένο στο δέντρο πλάι του.

Ο Νάρφλης κάθεται κάτω από ένα άλλο δέντρο, καπνίζοντας. «Όχι. Θάρθει. Δε μου φαίνετ’ αυτή από κείνες που δεν κρατάνε το λόγο τους.»

Ο Σερφάντης ρουθουνίζει. «Από πού το κατάλαβες; Από τις κωλοτούμπες χτες;»

«Νάτη,» λέει ο Νάρφλης. «Αυτή πρέπει νάναι.» Δείχνει.

Ο Σερφάντης γυρίζει και κοιτάζει. Στο βάθος, έξω από το σύδεντρο, κάποιος καβαλάρης φαίνεται να έρχεται φορώντας κάπα και κουκούλα. Μετά από λίγο, φτάνει στα δέντρα και ξεπεζεύει· τραβώντας το άλογο από τα χαλινάρια, πλησιάζει τους δύο μισθοφόρους. Κατεβάζει την κουκούλα.

«Εδώ είναι τα υπόλοιπα λεφτά,» τους λέει η Μυράνθη, και πετά έναν φάκελο στα πόδια του Νάρφλη. «Είσαι ’ντάξει;»

«Έχω πάθει και χειρότερα.» Σβήνει το τσιγάρο του στο έδαφος, παραδίπλα, κι ανοίγει τον φάκελο. Μετρά τα χαρτονομίσματα. «Όλα καλά,» λέει. «Θα σε ξαναδούμε;»

«Δεν ξέρω. Μπορεί.» Σηκώνει πάλι την κουκούλα της.

«Δεν εννοώ για δουλειές.»

Η Μυράνθη τούς γυρίζει την πλάτη, κουνώντας τους το χέρι πάνω απ’τον ώμο της ενώ τραβά το άλογο πίσω της. «Μπορεί!» λέει γελώντας. Βγαίνει από το σύδεντρο, καβαλά το ζώο, και φεύγει καλπάζοντας.

Ο Σερφάντης ρουθουνίζει. «Ναι καλά, πες ότι θα την ξαναδούμε.»

«Γιατί πάντα είσαι τόσο μίζερος, ρε παλικάρι;» Ο Νάρφλης σηκώνεται όρθιος με δυσκολία, μορφάζοντας από τον πόνο στα πλευρά του. «Σκοτώσαμε ένα σκυλί της Παντοκράτειρας. Είμαστε ξανά ήρωες! Πάμε πουθενά να πιούμε!»

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
η παλιά οικογένεια

 

 

Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΤΗΣ ΛΟΡΚΗΣ

Στη Θακέρκοβ, χρησιμοποιώντας το δίκτυο της Σιδηράς Δυναστείας, δεν δυσκολευόμαστε να εντοπίσουμε το σπίτι του Άρη Μικρόνυχου. Μένει σε μια μονοκατοικία στα νότια της Γραμμής – μιας πλούσιας συνοικίας της πόλης. Ο γιατρός, αναμφίβολα, έχει λεφτά.

Όταν είχα πάει στον Βράχο των Ουρλιαχτών για να πάρω τον Ρίβη, ο φρουρός στην είσοδο μού είπε ότι ο Μικρόνυχος δουλεύει στην κλινική τα πρωινά, αλλά το μεσημέρι, λογικά, πρέπει να έρχεται στο σπίτι του, οπότε εκεί αποφασίζουμε να του στήσουμε καρτέρι καθώς ο ήλιος βρίσκεται στο κέντρο του ουρανού. Σταματάω το όχημά μου σ’έναν δρόμο που βλέπει τη μονοκατοικία. Τα τζάμια του τετράκυκλου ακόμα σπασμένα είναι από το κυνηγητό με τη Χωροφυλακή της Νίρβεκ, κι έχει επίσης και κάποιες άλλες μικροζημιές· δεν είχα χρόνο να το επισκευάσω. Ευτυχώς δεν κάνει κρύο· είμαστε στον Εαρινό τον Δεύτερο.

«Είπες ότι έχει τρίκυκλο, ε, ραλίστα;» λέει ο Σουτούρης καπνίζοντας καθώς είναι καθισμένος δίπλα μου. Ο Ρίβης είναι καθισμένος πίσω, μαζί με την Κλεισμένη, που μου δίνει την εντύπωση ότι τον φοβάται λιγάκι.

«Ναι,» αποκρίνομαι. «Με τρίκυκλο ήρθε, τουλάχιστον, χτες βράδυ στην κλινική.»

«Θα μπει, επομένως, κατευθείαν στο γκαράζ του σπιτιού, μαζί με το όχημα,» λέει ο Σουτούρης. Η μονοκατοικία έχει πλάι της ένα γκαράζ που βρίσκεται στην ίδια αυλή με το σπίτι· στο εσωτερικό του φαίνεται τώρα μόνο ένα δίκυκλο, και παραδίπλα είναι ένας μικρός στάβλος με δυο άλογα. «Δε θα πλησιάσει το σπίτι με τα πόδια ώστε να μπορέσουμε εύκολα να του κόψουμε τον δρόμο και να τον αρπάξουμε.»

«Ναι,» συμφωνώ, «αυτό είναι ένα πρόβλημα. Θα πρέπει να κόψουμε τον δρόμο του οχήματός του.»

«Με το όχημά σου;»

«Δε γίνεται αλλιώς.»

«Στη Γραμμή βρισκόμαστε, ραλίστα. Μισθοφόροι φρουροί είναι παντού.» Μου δείχνει έναν που στέκεται έξω από την πύλη μιας πολύ μεγαλύτερης μονοκατοικίας που θυμίζει κάστρο από άλλη διάσταση. «Υπάρχει πιθανότητα να γίνει φασαρία. Άσχημη φασαρία.»

«Έχεις καμια καλύτερη ιδέα;»

«Ναι. Θα πέσω πάνω στο όχημά του καθώς έρχεται. Θα τον αναγκάσω να βγει.»

«Και είσαι σίγουρος ότι δεν θα χτυπηθείς;»

«Έχεις ξεχάσει γιατί με λένε Τυχερό, ραλίστα; Σου είχα πει κάποτε ότι μπορώ να διακρίνω την κατάλληλη στιγμή. Δεν ξέρω πώς – το αισθάνομαι! Θα τον περιμένω έξω από το όχημά μας, και μόλις τον δω να έρχεται, μόλις καταλάβω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή….»

«Κι αν δεν διακρίνεις καμια ‘κατάλληλη στιγμή’;»

«Τότε θα πρέπει να ακολουθήσουμε τη δική σου μέθοδο.»

Συμφωνούμε πως αυτό είναι το καλύτερο σχέδιο για την ώρα, έτσι ο Σουτούρης ο Τυχερός βγαίνει από το όχημά μου και η Κλεισμένη έρχεται να καθίσει στη θέση του συνοδηγού. Ο τζογαδόρος απομακρύνεται έχοντας τηλεπικοινωνιακό πομπό μαζί του. Επειδή δεν έχει ξαναδεί το τρίκυκλο του ψυχιάτρου, θα τον ειδοποιήσω εγώ μ’ένα κουδούνισμα απ’τον δικό μου πομπό μόλις το δω να έρχεται. Για να μη γίνει κανένα λάθος και ο Σουτούρης πέσει πάνω στο όχημα άσχετου ανθρώπου.

«Μ’έχει φρικάρει αυτή η υπόθεση, Ζορδάμη,» μου λέει ο Ρίβης μετά από λίγο.

«Γιατί;»

«Γιατί αναρωτιέμαι τι θα κάνω άμα έχεις δίκιο – αν ο Μικρόνυχος ήταν όντως συνεννοημένος με την Ασημίνα…»

«Το αμφιβάλλεις ακόμα; Πώς αλλιώς μπορεί αυτός ο Τζογαδόρος να παρουσιαζόταν μέσα στην κλινική;»

«Δεν ξέρω,» λέει η βραχνή, κουρασμένη φωνή του.

«Μέχρι στιγμής – από τότε που σε πήρα από κει – δεν τον έχεις ξαναδεί, έτσι;»

«Όχι, δεν τον έχω ξαναδεί.»

«Και δεν παίρνεις ούτε φάρμακα ούτε τίποτα.»

«Όχι.»

«Κανονικά δεν θα έπρεπε να τον είχες δει–; Στάσου. Αυτός είναι.» Το τρίκυκλο του Άρη Μικρόνυχου έρχεται, με το κρυστάλλινο σκέπαστρό του να γυαλίζει στο φως του μεσημεριανού ήλιου. Πατάω τον τηλεπικοινωνιακό πομπό μου για να ειδοποιήσω τον Σουτούρη. Δεν τον βλέπω από εδώ όπου βρίσκομαι, αλλά είμαι σίγουρος πως εκείνος βλέπει το τρίκυκλο.

Και, να, κάνει τώρα να περάσει τον δρόμο βιαστικά. Για μια στιγμή νομίζω πως δεν θα τολμήσει, πως δεν θα δει την κατάλληλη στιγμή (ό,τι κι αν είναι αυτό), αλλά η μαγεία του τελικά δεν τον εγκαταλείπει: τινάζεται μπροστά στο όχημα και χτυπιέται από το πλάι του, κυλά στο οδόστρωμα, ενώ οι τροχοί του τρίκυκλου σταματούν απότομα.

«Τρελός είναι!» λέει ο Ρίβης πίσω μου.

Γελάω σιγανά. «Τυχερός είναι.»

«Νιάρ!» νιαουρίζει η Κλεισμένη, με τ’αφτιά της τεντωμένα, καθισμένη στα πίσω πόδια δίπλα μου.

Το σκέπαστρο του τρίκυκλου ανοίγει και ο Άρης Μικρόνυχος βγαίνει, με τα μεγάλα γυαλιά του να στραφταλίζουν στον μεσημεριανό ήλιο. Ο Σουτούρης κάνει πως δυσκολεύεται να σηκωθεί από το οδόστρωμα.

Πατάω το πετάλι και, ήρεμα, χωρίς βιασύνη, πλησιάζω κλείνοντας τον δρόμο προς τη μονοκατοικία του ψυχιάτρου.

«Είσαι καλά, φίλε;» τον ακούω να ρωτά τον Σουτούρη· και τότε ο Σουτούρης σηκώνεται απρόσμενα εμπρός του και τραβά ένα μικρό πιστόλι από το εσωτερικό του ελαφρύ πανωφοριού του. «Καλά είμαι,» του απαντά, «και θα έρθεις μαζί μας,» δείχνοντας με μια κοφτή κίνηση του κεφαλιού το όχημά μου.

Ανοίγω την πλαϊνή πόρτα για τον Μικρόνυχο, αποκαλύπτοντας την Κλεισμένη.

Τα μάτια του ψυχιάτρου γουρλώνουν. Είναι φανερά ξαφνιασμένος, δεν ξέρει πώς να αντιδράσει.

«Της οικογένειας είμαστε,» του λέει ο Σουτούρης. «Μέσα, τώρα!»

Ο Άρης Μικρόνυχος κάθεται δίπλα μου ενώ η Κλεισμένη πηδά στο πίσω κάθισμα, μαζί με τον Ρίβη. Εκεί κάθεται επίσης και ο Σουτούρης.

Πατάω το πετάλι ξανά και οδηγώ μακριά από τη μονοκατοικία του ψυχιάτρου, ενώ έχω κι εγώ τραβήξει το πιστόλι μου και κρατάω την κάννη στραμμένη προς τον Μικρόνυχο πλάι μου.

«Τι θέλεις;» ρωτά εκείνος. «Εσύ δεν είχες έρθει χτες; Σου έδωσα τον Ρίβη Νέρφελδιφ, δεν σ’τον έδωσα; Τι πρόβλημα υπάρχει;»

Δε νομίζω ότι έχει πάρει είδηση ακόμα ότι ο Ρίβης κάθεται πίσω μας, κι αποφασίζω αυτό να το εκμεταλλευτώ. «Τι έκανες για την κυρία Νέρφελδιφ ώστε νάναι ευχαριστημένη μαζί σου, γιατρέ;» του λέω.

«Μα…» κομπιάζει σαστισμένος ο Άρης Μικρόνυχος.

«Τι είναι; Σου έκλεψ’ η φίλη μου η γάτα τη γλώσσα; Κάνεις πως δεν ξέρεις;» Συγχρόνως, οδηγώ προς τα άκρα της Θακέρκοβ. Όσο πιο μακριά από την πόλη βρισκόμαστε όταν το πράγμα αγριέψει τόσο το καλύτερο.

Ο γιατρός προσπαθεί να κρατήσει την ψυχραιμία του. «Τι να ξέρω;»

«Αυτό που έκανες για την κυρία Νέρφελδιφ!» φωνάζω, παριστάνοντας πως έχω θυμώσει, ενώ εξακολουθώ να τον σημαδεύω με το πιστόλι μου. Οδηγώ με το ένα χέρι μόνο· δε μου χρειάζεται και το δεύτερο. «Τι έκανες; Τι νομίζεις πως έκανες;»

«Ό,τι μου ζήτησε, μα τους θεούς!» αναφωνεί ο Μικρόνυχος. «Κράτησα τον αδελφό της στην κλινική, και τώρα που μου είπε να της τον δώσω πίσω τής τον έδωσα! Τι άλλο θέλει; Αν ήθελε κάτι, ας μου το έλεγε!»

«Γιατί τον κράτησες στην κλινική; Τι είχε;»

«Τι;» κάνει ο Μικρόνυχος, μοιάζοντας πιο σαστισμένος από πριν. «Τι γιατί τον κράτησα; Αυτό δεν μου ζήτησε;»

«Τι έκανες όσο τον κρατούσες εκεί;»

«Τα έχουμε συζητήσει αυτά με την κυρία σου, οδηγέ! Γιατί δεν ήρθε εκείνη εδώ, αν ήθελε να πούμε κι άλλα;»

«Τι έκανες όσο τον κρατούσες εκεί;» επιμένω.

«Αρκετά!» γρυλίζει ο Άρης Μικρόνυχος. «Ποιος ο λόγος αυτής της απαγωγής;»

«Ηρέμησε, Άρη,» του λέει. «Της οικογένειας είμαστε. Μια φιλική κουβέντα κάνουμε.»

«Δε μου φαίνεται και τόσο φιλική, οδηγέ!»

Βγάζω το όχημά μας από τη Θακέρκοβ και οδηγώ νότια, προς τους πρόποδες της Ραχοκοκαλιάς. Η ύπαιθρος γίνεται ολοένα και πιο άγρια γύρω μας.

«Τι ακριβώς έκανες όσο κρατούσες τον Ρίβη στην κλινική σου;» ρωτάω. «Δεν ήταν πραγματικά φρενοβλαβής, έτσι δεν είναι;»

«Φυσικά και δεν ήταν! Καλά, αυτά δεν τα είχαμε συζ–;» Απρόσμενα σταματά να μιλά σαν να διαισθάνεται κάτι. Κοιτάζει πίσω, και βλέπει τον Ρίβη. Αναφωνεί ξαφνιασμένος, τρομαγμένος. Και μετά μου φωνάζει: «Τι σκατά κάνεις, οδηγέ; Τι σκατά γίνεται εδώ;» Πιάνει το χερούλι της πόρτας πλάι του, μοιάζοντας έτοιμος ν’ανοίξει παρότι το όχημα κινείται.

«Κάνε πως βγαίνεις και θα σε πυροβολήσω,» του λέω ήρεμα. Αλλά προτού προλάβω να ολοκληρώσω την πρότασή μου, ο Ρίβης τον έχει αρπάξει από τα μαλλιά και τραβά το κεφάλι του πίσω. Ο ψυχίατρος ουρλιάζει ενώ τα μεγάλα γυαλιά πέφτουν από το πρόσωπό του.

«Ήρεμα!» φωνάζω. «Ρίβη! Ήρεμα, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ!»

«Μη βλασφημάς, ραλίστα,» μου λέει ο Ρίβης με τρομαχτική ψυχρότητα. Στο ένα του χέρι είναι τα μαλλιά του Άρη Μικρόνυχου, στο άλλο – το τραυματισμένο – το ξιφίδιο που του έχω δώσει (το οποίο τώρα μετανιώνω). Η λεπίδα βρίσκεται επάνω στο πλάι του λαιμού του ψυχιάτρου.

«Ο Ζορδάμης έχει δίκιο,» λέει ψύχραιμα ο Σουτούρης. «Ηρέμησε. Είμαι βέβαιος πως ο γιατρός θα μας πει όλη την αλήθεια, τώρα που είναι μαζί μας. Έτσι δεν είναι, γιατρέ;»

«Ναι,» ψελλίζει ο Άρης. «Φυσικά! Εννοείται!»

«Άφησέ τον,» λέει ο Σουτούρης στον Ρίβη, αγγίζοντας τον ώμο του.

Ο Ρίβης ελευθερώνει τον ψυχίατρο κι εκείνος διπλώνεται στο κάθισμα δίπλα μου, σαν να προσπαθεί ν’απομακρυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από τον πρώην ασθενή του.

«Τι έκανες με τον Ρίβη στην κλινική σου;» τον ρωτάω.

Εκείνος καθαρίζει τον λαιμό του, νευρικά. «Δεν καταλαβαίνεις,» μου λέει ξέπνοα. «Ό,τι κι αν σου είπε ο Ρίβης δεν αληθεύει. Είναι διαταραγμένος–»

«Κόψε τις μαλακίες, γιατρέ. Εσύ ο ίδιος μόλις τώρα είπες ότι ο Ρίβης δεν είναι τρελός. Κι επιπλέον, τι είδους δεοντολογία είν’ αυτή που ακολουθείς σύμφωνα με την οποία αφήνεις κάποιον φρενοβλαβή να φύγει από την κλινική σου επειδή δέχτηκες ένα σημείωμα από μια γυναίκα που βρίσκεται στην άλλη άκρη της Σεργήλης;»

Ο Άρης Μικρόνυχος ξεροκαταπίνει. «Κοίτα… Δεν ξέρω τι πρόβλημα μπορεί να έχει η κυρία Νέρφελδιφ μαζί μου, αλλά της υπόσχομαι να κάνω ακριβώς ό,τι θέλει. Και δεν μπορώ να καταλάβω τι τη δυσαρέστησε…»

Σταματάω το όχημά μου πίσω από ένα σύδεντρο. «Τι έκανες στην κλινική; Από πού εμφανιζόταν ο Τζογαδόρος που έβλεπε ο Ρίβης;»

Ο Άρης κομπιάζει. Με τις άκριες των ματιών του κοιτάζει τον Ρίβη ο οποίος είναι καθισμένος στο πίσω κάθισμα, και η λεπίδα του ξιφιδίου ακόμα γυαλίζει στο χέρι του. Η Κλεισμένη γρυλίζει.

«Από πού εμφανιζόταν ο Τζογαδόρος, γιατρέ;» επιμένω.

«Δεν υπάρχει Τζογαδόρος, φίλε μου. Ήταν μια φαντασίωση του Ρίβη–»

«Όπως και η Σιδηρά Δυναστεία; Όταν σου ανέφερε την οικογένεια, του είπες ότι κι αυτή στη φαντασία του ήταν.»

«Ήταν διαταραγμένος· δεν μπορούσα να τον αφήσω να, να–»

Γρονθοκοπώ τον γιατρό στη μύτη και αίμα τινάζεται στο πρόσωπό του· το κεφάλι του γέρνει έξω απ’το σπασμένο παράθυρο.

Βγαίνω από το όχημα, και ο Σουτούρης κι ο Ρίβης με μιμούνται. Ανοίγουμε την πόρτα του Άρη Μικρόνυχου και τον τραβάμε έξω ενώ εκείνος μάς απειλεί ότι θα το μετανιώσουμε αυτό· έχει ισχυρούς γνωστούς μέσα στη Δυναστεία, πανίσχυρους!

«Εδώ,» του λέω, «δεν μπορούν να σε βοηθήσουν.» Και τον γρονθοκοπώ καταπρόσωπο ξανά, σωριάζοντάς τον στο ανοιξιάτικο χορτάρι.

«Θα σε θυμάμαι!» κρώζει ο Άρης, φτύνοντας αίμα.

«Ωραία,» λέω οπλίζοντας θεατρικά το πιστόλι μου. «Θα ήθελα να με θυμάσαι.» Και τον κλοτσάω στα πλευρά. «Πώς έκανες τον Τζογαδόρο να εμφανίζεται;» ρωτάω ξανά.

Ο Άρης βογκά, βήχει.

Ρίχνω μια σφαίρα στο δέντρο πλάι του. Πουλιά πετάνε από τα κλωνάρια. Ένας λαγός μάς κοιτάζει με ενδιαφέρον, μισοκρυμμένος πίσω από μια φτέρη. Η Κλεισμένη νιαουρίζει βαριεστημένα.

Ο Άρης λέει: «Υπάρχουν τρόποι…» Ανασηκώνεται. «Ολογράμματα. Εστιασμένα μεγάφωνα. Καθρέφτες-οθόνες. Δεν είναι δύσκολο.»

«Προσπαθούσες, δηλαδή, να κρατήσεις τον Ρίβη σε μια κατάσταση παραφροσύνης όλο αυτό τον καιρό.»

Ο Άρης δεν μιλά.

Ο Ρίβης κάνει να τον πλησιάσει, με το ξιφίδιό του έτοιμο, αλλά τον σπρώχνω πίσω με το ένα χέρι. «Μακριά,» του λέω. «Υπομονή.»

«Είναι δικός μου, ραλίστα!» γρυλίζει.

«Υπομονή,» επαναλαμβάνω, κι ευτυχώς με εμπιστεύεται και κάνει πίσω· αν χιμούσε, δεν ξέρω αν θα κατάφερνα να τον συγκρατήσω.

«Γιατί;» ρωτάω τον Άρη. «Γιατί η Ασημίνα Νέρφελδιφ ήθελε να κρατάς τον αδελφό της σε κατάσταση παραφροσύνης;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίνεται ξέπνοα ο γιατρός.

Αλλάζω ρύθμιση στο πιστόλι μου: το γυρίζω στην ενεργειακή λειτουργία.

«Δεν ξέρω!» φωνάζει ο Άρης Μικρόνυχος. «Δεν ξέρω! Αυτό μού ζήτησε, αυτό έκανα! Και ποιο είναι το πρόβλημά της τώρα; Αυτή δεν σ’έστειλε; Τι συνέβη;»

«Ναι,» λέω, «αυτή μ’έστειλε. Αλλά τα πράγματα άλλαξαν λίγο από την τελευταία φορά που σε είδα. Γιατί δούλευες για την Ασημίνα Νέρφελδιφ;»

«Με πλήρωνε. Έδινε καλά λεφτά.»

«Γιατί να μην πληρώνει κάποιον ψυχίατρο πιο κοντά στην Κιρβόνη;»

«Δεν ήθελε νάναι ο Ρίβης κοντά στην πατρίδα του. Δεν ήθελε να υπάρχει η πιθανότητα να τον βοηθήσει κανένας που τον ξέρει.»

«Γιατί η Ασημίνα ήθελε να βγάλει από τη μέση τον αδελφό της;»

«Δεν ξέρω. Σου λέω αλήθεια, δεν ξέρω.»

«Δε σε πιστεύω.» Το πιστόλι μου τον σημαδεύει.

Ο Άρης τινάζεται σε γονατιστή θέση πάνω στο έδαφος. «ΔΕΝ ΞΕΡΩ, ΓΙΑ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΛΗΣ!» ουρλιάζει.

Τον πυροβολώ στο δεξί πόδι: ενέργεια εκτοξεύεται από την κάννη μου, τυλίγοντάς τον από το γόνατο ώς το πέλμα. Ο Άρης σπαρταρά πάνω στη γη, σκούζοντας. Το πόδι του φαίνεται να έχει παραλύσει τελείως.

«Έχω ακόμα τρεις ριπές μέσα σε τούτο το όπλο,» του λέω ψέματα – γιατί η μπαταρία είναι αρκετή για άλλη μία μόνο. «Θα ρίχνω μία σε κάθε μέλος σου μέχρι ν’αποφασίσεις να μας μιλήσεις ανοιχτά. Ή μάλλον, μία θα σ’τη ρίξω στα παπάρια, αν ακόμα έχεις τέτοια.»

«Σου λέω την αλήθεια!» Ο Άρης σέρνεται πάνω στο χορτάρι προσπαθώντας ν’απομακρυνθεί από εμένα. «Δεν ξέρω τι πρόβλημα είχε με τον αδελφό της! Δεν ξέρω!»

«Μέχρι πότε υποτίθεται ότι θα τον κρατούσες στην κλινική;» ρωτάω, σημαδεύοντάς τον με το πιστόλι. «Και μην κινείσαι!»

Ο Άρης μένει ακίνητος. «Θα τον κρατούσα μέχρι που να μου έλεγε ότι τον ήθελε. Όπως χτες βράδυ που ήρθες εσύ. Έκανα τα πάντα όπως μου τα ζήτησε. Δεν καταλαβαίνω γιατί… γιατί γίνεται αυτό.»

«Χτες βράδυ,» του λέω, «η αδελφή του Ρίβη τον έστειλε να σκοτώσει έναν άνθρωπο. Αυτόν.» Δείχνω τον Σουτούρη με το σαγόνι μου, ο οποίος ώς τώρα στέκεται σιωπηλός, παρατηρώντας.

Ο Άρης σκουπίζει αίμα από το στόμα του. «Δεν… τον ξέρω.»

«Η Ασημίνα Νέρφελδιφ σε είχε βάλει να προετοιμάσεις έναν δολοφόνο!» φωνάζω.

Ο Άρης κουνά το κεφάλι. «Όχι. Υποτίθεται ότι θα τον κρατούσα απλά στην κλινική…»

«Σε κατάσταση παραφροσύνης! Ενώ νόμιζε ότι κάποιος μυστηριώδης Τζογαδόρος τον κυνηγούσε!»

«Ναι, αλλά όχι… δεν θα ήταν δολοφόνος… Δεν, δηλαδή, θα τον έστελνα να… Ποιος, ποιος είναι αυτός;» Κοιτάζει νευρικά τον Σουτούρη τον Τυχερό.

Ο οποίος μου λέει: «Δε νομίζω ότι έχουμε τίποτ’ άλλο να μάθουμε απ’ αυτό το αρχίδι, ραλίστα.»

«Ούτε εγώ,» συμφωνώ. Και ρωτάω τον Άρη: «Υπάρχει κάτι που μας κρύβεις για την Ασημίνα Νέρφελδιφ, γιατρέ;»

Εκείνος κουνά το κεφάλι του αρνητικά, και βλέπω ξεκάθαρα στο πρόσωπό του πως ελπίζει ότι θα τη γλιτώσει, ότι θα τον αφήσουμε εδώ και θα φύγουμε.

«Αφού δεν σε χρειαζόμαστε άλλο, λοιπόν…» Αλλάζω ρύθμιση στο πιστόλι μου και τον σημαδεύω.

«ΠΕΡΙΜΕΝΕ!» ουρλιάζει ο Άρης Μικρόνυχος, τρέμοντας σύγκορμος, και νομίζω πως έχει κατουρηθεί αν κρίνω απ’τον λεκέ πάνω του. «ΠΕΡΙΜΕΝΕ!»

«Θυμήθηκες κάτι; Κάτι για την Ασημίνα Νέρφελδιφ; Κάτι για τα σχέδιά της;»

«Δεν ξέρω τίποτα για τα σχέδιά της. Μα τη Μεγάλη Αρτάλη, δεν ξέρω τίποτα για τα σχέδιά της. Ξέρω μόνο ότι πληρώνει καλά, και ότι είναι της οικογένειας, και με είχε πληρώσει για να κρατήσω τον αδελφό της–»

«Αυτά τα ξέρουμε κι εμείς. Τίποτ’ άλλο;»

«Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο να σας πω.»

Δίνω το πιστόλι στον Ρίβη. «Κάνε ό,τι νομίζεις. Αλλά γρήγορα. Πρέπει να φύγουμε από δω.»

Τα μάτια του Άρη Μικρόνυχου γουρλώνουν. Αρχίζει να σέρνεται για ν’απομακρυνθεί, γιατί δεν μπορεί να σηκωθεί· το πόδι του είναι ακόμα μουδιασμένο.

Ο Ρίβης τον πυροβολεί στο στήθος, δύο φορές. Και μία φορά στο κεφάλι, ενώ ο Μικρόνυχος έχει ήδη πάψει να κινείται.

Ο Ρίβης στρέφεται να μ’ατενίσει, και παρατηρώ πως η όψη του είναι πιεσμένη σαν κάτι να τον προβληματίζει βαθιά.

«Τι;» ρωτάω.

«Δεν…» Κομπιάζει. «Δεν ξέρω αν έπρεπε να τον αποτελειώσω τόσο γρήγορα.» Μου δίνει το πιστόλι.

«Γιατί;»

«Δεν αισθάνομαι τίποτα, ραλίστα… Τίποτα.»

«Τι περίμενες να αισθανθείς; Με το να σκοτώσεις κάποιον δεν σβήνεις αυτά που εκείνος έκανε· απλά τον σταματάς απ’το να κάνει κι άλλα.»

Ο Σουτούρης ακουμπά το χέρι του στον ώμο του Ρίβη. «Και, πίστεψέ με, αυτό το καθίκι θα έκανε κι άλλα παρόμοια σε άλλους. Όπως, κατά πασά πιθανότητα, θα είχε κάνει κι άλλα παρόμοια στο παρελθόν. Νομίζω πως κάποτε είχα ακούσει ότι αναλάμβανε τέτοιες… ειδικές δουλειές φύλαξης – αν κι εγώ προσωπικά λίγο ασχολούμαι με ψυχιάτρους.» Κοιτάζει προς τη μεριά του νεκρού. «Κάθαρμα της Λόρκης,» σχολιάζει. «Όχι πως κι εμείς είμαστε ιέρειες της Αρτάλης, αλλά πάντα υπάρχει κάποιος χειρότερος από σένα.»

«Και η Ασημίνα Νέρφελδιφ είναι, σίγουρα, χειρότερη κι από τους τρεις μας,» του λέω.

Ο Σουτούρης νεύει καταφατικά. «Τι σκέφτεσαι, ραλίστα;»

«Τίποτα, για την ώρα. Είμαι μπερδεμένος. Δε μπορούμε, πάντως, να επιστρέψουμε στην Κιρβόνη…» Κοιτάζω τον Ρίβη, ο οποίος δεν διαφωνεί μαζί μου. «Τι προτείνεις;» τον ρωτάω.

Εκείνος ανασηκώνει τους ώμους, εξακολουθώντας νάναι σιωπηλός.

Αναστενάζω. «Δε μάθαμε και πολλά απ’τον γιατρό,» λέω στρέφοντας το βλέμμα μου στον Σουτούρη. «Τίποτα, ουσιαστικά. Ακόμα δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για το τι συμβαίνει μέσα στη Δυναστεία.»

«Ναι,» μουρμουρίζει ο Τυχερός κοιτάζοντας το χορτάρι καθώς βηματίζει.

«Λοιπόν,» λέω καθίζοντας επάνω στη μπροστινή μεριά του οχήματός μου και θηκαρώνοντας το πιστόλι στη ζώνη μου. «Νομίζω πως πρέπει να πάω να βρω τη Σαμάνθα. Δε μπορώ να σκεφτώ τίποτ’ άλλο για την ώρα. Ρίβη, θάρθεις μαζί μου;»

«Δεν έχω καμια καλύτερη ιδέα. Θα ήθελα, βέβαια, να επιστρέψω στην Κιρβόνη, αλλά… Η Ασημίνα…»

«Γιατί ήθελε να σε κρατά έτσι φυλακισμένο; Συνέβη κάτι μεταξύ σας; Της είχες κάνει κάτι;»

Ο Ρίβης είναι σκεπτικός για λίγο. Ύστερα λέει: «Δε νομίζω ότι της άρεσε η θρησκεία του Κάρτωλακ…»

«Και λοιπόν;»

«Την τρόμαζε, Ζορδάμη. Αλλά εγώ δεν ήμουν πρόθυμος να την παρατήσω.»

«Και είχες μετατρέψει τη βίλα σας σε ναό…» προσθέτω.

«Ναι.»

«Κι αυτός ήταν ο μόνος λόγος για τον οποίο αποφάσισε να σε βγάλει από τη μέση;»

«Αν υπάρχει άλλος, δεν τον ξέρω,» λέει ο Ρίβης.

«Ο Λειρνόος πρέπει να τη βοήθησε να δημιουργήσει αυτές τις τρελές εντυπώσεις στο μυαλό σου, καθώς ίσως κι άλλα μέλη της Δυναστείας. Το παράξενο, όμως, είναι ότι κι εσύ είσαι μέλος της Δυναστείας.»

«Ναι,» συμφωνεί ο Ρίβης. «Είναι παράξενο. Δε μπορώ να φανταστώ τι είχαν εναντίον μου.»

«Ίσως να μην είχαν τίποτα εναντίον σου,» του λέει ο Σουτούρης. «Ίσως απλά να θεωρούσαν ότι η αδελφή σου είχε να τους προσφέρει κάτι σημαντικό.»

«Όπως;»

«Η αδελφή σου είναι πλούσια, Ρίβη! Κι εσύ το ίδιο, βέβαια, όσο βρισκόσουν στην Κιρβόνη. Αλλά πάω στοίχημα πως η Ασημίνα τούς έπεισε ότι θα είχαν να κερδίσουν πολλά όταν εκείνη έπαιρνε τον έλεγχο ολόκληρης της περιουσίας σας.»

Ο Ρίβης συνοφρυώνεται. «Μπορεί,» παραδέχεται. «Μπορεί αυτός να ήταν ο λόγος. Ο πατέρας μάς άφησε μεγάλη περιουσία στην Κιρβόνη.»

«Αυτός είναι ο πιθανότερος λόγος, Ρίβη,» λέει ο Σουτούρης. «Πολλά έχουν γίνει για τέτοιου είδους περιουσίες. Πολλά. Κι ορισμένα χειρότερα από τούτη την περίπτωση.»

«Όλ’ αυτά, όμως, δεν εξηγούν γιατί η Ασημίνα ήθελε εσένα νεκρό,» του λέω. «Απλά εξηγούν γιατί θεωρούσε τον Ρίβη αναλώσιμο.»

«Ναι,» αποκρίνεται ο Σουτούρης. Αλλά είναι συλλογισμένος.

«Υποθέτεις κάτι;»

Κουνά το κεφάλι. «Όχι.»

Λέει αλήθεια, ή κρύβει κάτι; Θυμάμαι πως και η Σαμάνθα μού είχε δώσει μια τέτοια εντύπωση. Ακόμα ένα από τα μυστήρια της Σιδηράς Δυναστείας;

«Θα πάω να βρω τη Σαμάνθα,» του λέω. «Ο Ρίβης μάλλον θα έρθει μαζί μου.» (Ο αδελφός της Ασημίνας νεύει, λέγοντας «Ναι».) «Εσύ τι θα κάνεις;»

«Ξέρεις πού έχει πάει η Σαμάνθα;»

«Νότια.»

«Πολλά μέρη βρίσκονται προς τα νότια, ραλίστα.»

«Θα πρέπει να την εντοπίσω. Είπε ότι ίσως να φτάσει μέχρι τις ερήμους.»

«Καλή τύχη.»

«Αυτό, υποθέτω, σημαίνει ότι δεν θα έρθεις μαζί μας.»

«Δε νομίζω να είχε κανένα νόημα, ραλίστα.»

«Στο Μαύρο Δόντι, ίσως να προσπαθήσουν να σε ξανασκοτώσουν,» τον προειδοποιώ.

«Πρέπει να ερευνήσω,» μου λέει ο Σουτούρης. «Πρέπει να μάθω τι γίνεται.»

«Τέλος πάντων.» Κατεβαίνω από τη μπροστινή μεριά του οχήματός μου. «Να σε πετάξουμε ώς το Μαύρο Δόντι;»

«Ναι.»

«Και μετά;» με ρωτά ο Ρίβης.

«Θα πάμε να πάρουμε το τρένο,» του λέω.

ΑΔΙΕΞΟΔΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ

Κοντά στο Βιβλιοπωλείο Βραδύνικος είναι μια καφετέρια που ονομάζεται Πρόσκρουση και στην ταμπέλα της έχει ζωγραφισμένα, με κωμικό τρόπο, δύο οχήματα (ένα μεγαλύτερο κι ένα μικρότερο) που βρίσκονται σε μετωπική σύγκρουση. Ο Τζακ Βραδύνικος έρχεται εδώ, συνήθως, λίγο πριν από το μεσημέρι, όταν δεν έχει σημαντικότερη δουλειά. Η Ξανθίππη το ξέρει αυτό και πηγαίνει τώρα στην καφετέρια για να τον βρει, χωρίς να του έχει πιο πριν μιλήσει τηλεπικοινωνιακά. Αν δεν είναι στην Πρόσκρουση, τότε θα τον καλέσει με τον πομπό της, να δει μήπως μπορούν να συζητήσουν αλλού.

Σήμερα είναι η μεθεπόμενη ύστερα από τη δολοφονία του Κριτόλαου’μορ Σάλκω. Η Ξανθίππη δεν επιχείρησε να μιλήσει νωρίτερα στον Βιβλιοπώλη επειδή ήταν εξαντλημένη, το πόδι της την πονούσε πολύ, και ήθελε και να σκεφτεί κάποια πράγματα, να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη. Ακόμα, όμως, νομίζει ότι σε τάξη οι σκέψεις της δεν βρίσκονται· η όλη υπόθεση είναι πολύ μπερδεμένη, και μοιάζει να κρύβει κάτι το τρομερά σκοτεινό και αποτρόπαιο. Και ούτε το πόδι της Ξανθίππης έχει πάψει να την πονά, δυστυχώς, αλλά η ειδική ερευνήτρια έχει πάρει παυσίπονο σήμερα.

Σταματά τώρα το δίκυκλό της μπροστά στην Πρόσκρουση, το αφήνει στον πεζόδρομο, και, στηριζόμενη στο ραβδί της, μπαίνει στην καφετέρια η οποία έχει πολύ κόσμο αυτή την ώρα και ελαφριά μουσική παίζει στο ηχοσύστημα. Τα μαύρα μάτια της Ξανθίππης σαρώνουν πεπειραμένα τον χώρο – τα τραπεζάκια, τους ανθρώπους, τους σερβιτόρους – κι αμέσως εντοπίζει τον Τζακ Βραδύνικο καθισμένο στη δεξιά μεριά της αίθουσας με μια εφημερίδα στα χέρια και μια κούπα καφέ και μια τυρόπιτα μπροστά του. Κανένας άλλος δεν μοιράζεται το τραπέζι του. Πράγμα που η Ξανθίππη θεωρεί καλό, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να του μιλήσει. Είτε μέλος της Δυναστείας ήταν αυτός ο άλλος, είτε όχι.

Κάτι περίεργο συμβαίνει μέσα στην οικογένεια· η Ξανθίππη είναι σίγουρη. Κι έχει την αίσθηση ότι δεν πρέπει να εμπιστεύεται κανέναν. Τον Βιβλιοπώλη, όμως, νομίζει ότι μπορεί να τον εμπιστευτεί, αν μη τι άλλο επειδή εκείνος ήταν που της πρότεινε να καλέσουν τον Κριτόλαο. Δεν μπορεί να ήθελε να τον φέρει εδώ μόνο και μόνο για να τον σκοτώσει – και ειδικά με τέτοιο τρόπο. Ο Άλκιμος είναι πιθανό νάναι μπλεγμένος σε ό,τι κι αν δεν πηγαίνει καλά μέσα στη Δυναστεία, αλλά όχι και ο Τζακ Βραδύνικος.

Η Ξανθίππη τον πλησιάζει εκεί όπου κάθεται, κι εκείνος υψώνει το βλέμμα του και την κοιτάζει συνοφρυωμένος προς στιγμή, μάλλον μην αναγνωρίζοντάς την αμέσως με τα μαύρα γυαλιά της και το καπέλο της. Μετά, όμως, της κάνει νόημα να καθίσει.

«Άκουσα τι έγινε,» της λέει. «Είσαι καλά;»

Η Ξανθίππη κάθεται αντίκρυ του, ακουμπώντας το μπαστούνι στο πλάι της καρέκλας. «Κουτσαίνω, δε βλέπεις;»

«Είναι σοβαρό;»

«Δεν έχει σπάσει κόκαλο. Μερικές μέρες χρειάζεται μόνο. Κι έχω άδεια από τη Χωροφυλακή.»

«Έχεις πάψει, δηλαδή, να ερευνάς την υπόθεση;» Ο Βιβλιοπώλης διπλώνει την εφημερίδα και την αφήνει πλάι στην τυρόπιτά του.

«Για τη Χωροφυλακή, ναι. Για την οικογένεια, όχι. Και νομ–» Σταματά να μιλά καθώς ένας σερβιτόρος έρχεται.

«Θα πάρετε κάτι;» τη ρωτά.

«Έναν καφέ. Σάρντλιο.»

«Τίποτ’ άλλο;»

«Όχι.»

Ο σερβιτόρος φεύγει, και η Ξανθίππη λέει στον Τζακ: «Νομίζω ότι κάτι συμβαίνει μέσα στην οικογένεια. Κάτι πολύ άσχημο.»

Ο Βιβλιοπώλης συνοφρυώνεται πίσω από τα παραλληλόγραμμα γυαλιά του. «Τι εννοείς;»

«Ποιος μπορεί να ήξερε πού ήμασταν εγώ κι ο Κριτόλαος χτες, Τζακ;»

«Εσύ πες μου.»

«Συγγενείς, μόνο.»

«Γιατί μόνο;»

«Γιατί ερευνούσαμε τις υπόγειες αγορές της Νέσριβεκ και–»

«Υπόγειες αγορές;»

«Σχήμα λόγου· δεν είναι κάτω από το έδαφος, όπως καταλαβαίνεις.»

«Πού βρίσκονται;» Ο Τζακ Βραδύνικος μπορεί να είναι ο μεγαλύτερος βιβλιοπώλης της Νέσριβεκ, μπορεί να είναι μέλος της Σιδηράς Δυναστείας, αλλά δεν γνωρίζει και πολλά για τον υπόκοσμο· η Ξανθίππη το έχει διαπιστώσει αυτό αρκετές φορές.

«Σε διάφορα μέρη, και ανατολικά και δυτικά του ποταμού – δεν έχει σημασία αυτό. Σημασία έχει ότι» – διακόπτει για λίγο τον εαυτό της καθώς ο σερβιτόρος τής φέρνει τον καφέ και φεύγει ξανά – «ρωτούσαμε συγγενείς για να κατευθυνθούμε, για να βρούμε εκείνο που αναζητούσαμε. Οι συγγενείς ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να ξέρουν πού είμαστε – είμαι σίγουρη.»

«Τι αναζητούσατε;»

«Τα παπούτσια της Ηλέννιας.»

«Τα παπούτσια της; Δεν καταλαβαίνω…»

Η Ξανθίππη δεν του έχει πει λεπτομέρειες για τον φόνο· τώρα, όμως, του εξηγεί ότι τα παπούτσια της Ηλέννιας έλειπαν, ο δολοφόνος τα είχε πάρει. Του εξηγεί επίσης ότι εκείνη κι ο Κριτόλαος κατάφεραν να τα βρουν στην αποθήκη ενός κλεφταποδόχου. Και τότε, καθώς έβγαιναν από εκεί, ήταν που δέχτηκαν επίθεση από τους δύο μισθοφόρους. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν μισθοφόροι, Τζακ,» λέει πίνοντας μια γουλιά απ’τον καφέ της. «Ήταν, σίγουρα, καλά εκπαιδευμένοι στα όπλα, και κοίταξα και τις σφαίρες με τις οποίες χτύπησαν τον Κριτόλαο. Ήταν από τουφέκι και πιστόλι που χρησιμοποιούνται σε πολεμικές καταστάσεις, όχι από ελαφριά όπλα. Τη σφαίρα που χτύπησε εμένα στο πόδι δεν την έχω ελέγξει, και αμφιβάλλω μάλιστα αν η Χωροφυλακή την κράτησε· μάλλον την πέταξαν όταν με πήγαν στο νοσοκομείο. Αλλά είμαι βέβαιη πως το ίδιο πιστόλι που πυροβόλησε τον Κριτόλαο πυροβόλησε κι εμένα.»

«Πες μου από την αρχή τι συνέβη,» της ζητά ο Τζακ, με το ενδιαφέρον του να έχει φανερά κεντριστεί. «Ακριβώς.»

Η Ξανθίππη πίνει ακόμα μια γουλιά απ’τον καφέ της, ανάβει τσιγάρο, και του διηγείται όλα τα γεγονότα της ημέρας που σκοτώθηκε ο Κριτόλαος’μορ.

Ο Βιβλιοπώλης λέει τελικά: «Δεν έχεις άδικο που σκέφτεσαι ότι μόνο συγγενείς θα μπορούσαν να ξέρουν τη θέση σας… Αλλά…» Κουνά το κεφάλι.

«Νομίζω ότι κάτι πολύ άσχημο συμβαίνει μέσα στη Δυναστεία,» λέει χαμηλόφωνα η Ξανθίππη. «Πρώτα ο φόνος της Ηλέννιας, και τώρα ο φόνος του Κριτόλαου…»

«Μου είπες ότι βρισκόσασταν στα ίχνη της δολοφόνου της Ηλέννιας, ότι είχατε ανακαλύψει ποια είναι αλλά δεν μπορούσατε να την εντοπίσετε…»

Η Ξανθίππη νεύει. «Ναι.»

«Δε θα μου πεις ποια είναι;»

«Μια γυναίκα από τη Μοργκιάνη, γνωστή ως ‘η Κλέφτρα της Πνοής’. Την έχεις ακουστά;»

Ο Τζακ κουνά το κεφάλι. «Όχι.»

Η Ξανθίππη αποφασίζει πως δεν έχει τίποτα να χάσει με το να του πει τα πάντα σχετικά μ’αυτήν, έτσι του τα λέει. Και μετά προσθέτει: «Μην πεις, όμως, τίποτα στον Άλκιμο Καλνάροφ.»

«Γιατί;»

«Δεν τον εμπιστεύομαι.»

«Δεν καταλαβαίνω…» Γι’ακόμα μια φορά, ο Τζακ δείχνει μπερδεμένος.

Η Ξανθίππη τού μιλά για τις υποψίες του Κριτόλαου, και για τις δικές της υποψίες, σχετικά με τον Άλκιμο.

«Αυτό που υποθέτεις είναι παράλογο,» της λέει ο Βιβλιοπώλης. «Τι λόγο μπορεί να είχε ο Άλκιμος για να σκοτώσει την Ηλέννια; Και πώς είναι δυνατόν να υποθέτεις επίσης ότι μια μερίδα συγγενών τον βοηθά να εντοπίζει και να σκοτώνει άλλους συγγενείς; Είναι… είναι εξωφρενικό, Ξανθίππη!»

«Το ξέρω. Όντως, είναι εξωφρενικό. Αλλά, αν δεν συμβαίνει κάτι σαν αυτό, τότε πες μου εσύ, Τζακ, τι συμβαίνει;» Έχει ήδη σβήσει το πρώτο τσιγάρο και ανάψει δεύτερο.

Ο Βιβλιοπώλης μορφάζει, δυσανασχετώντας. Πίνει μια γουλιά απ’τον καφέ του.

«Σε καμία περίπτωση μη μιλήσεις γι’αυτά στον Άλκιμο,» του ζητά ξανά η Ξανθίππη. «Δεν σου έχω αναφέρει τίποτα για την Κλέφτρα της Πνοής ή για τις υποθέσεις μου σχετικά με το ότι κάτι άσχημο συμβαίνει μέσα στην οικογένεια.»

«Εντάξει,» λέει ο Τζακ, «δεν θα του μιλήσω. Αλλά αποκλείεται να είναι αυτό που πιστεύεις.»

«Γιατί τότε ένας κατάσκοπος του Άλκιμου μάς παρακολουθούσε, την ημέρα προτού δολοφονηθεί ο Κριτόλαος;»

«Μπορεί ο Άλκιμος να ήταν περίεργος να μάθει τι συμβαίνει. Επειδή έστειλε έναν κατάσκοπο να σας παρακολουθήσει, αυτό δεν πάει να πει ότι έβαλε και τους συγκεκριμένους φονιάδες να σας επιτεθούν!

»Ο κατάσκοπος, αλήθεια, ήταν της οικογένειας;»

Η Ξανθίππη κουνά το κεφάλι αρνητικά. «Αν ήταν, εγώ πάντως δεν τον ξέρω. Δε νομίζω να ήταν.»

Ο Τζακ είναι σιωπηλός για λίγο. Ύστερα ρωτά: «Τι θα ήθελες από εμένα; Νομίζεις ότι μπορώ να κάνω κάτι για να βοηθήσω;»

«Απλώς ήθελα να ξέρεις,» του λέει η Ξανθίππη. «Δε νομίζω ότι υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που μπορείς να κάνεις.»

«Να προσέχεις. Ό,τι κι αν συμβαίνει, να προσέχεις.»

*

Το απόγευμα, η Ξανθίππη συναντά τον Φίλανθο στις Νοτιοανατολικές Αποβάθρες, ανάμεσα σε σκιές και σε κοκκινωπό φως. Τα νερά του ποταμού μυρίζουν άσχημα. Φωνές ακούγονται από κάτι βαστάζους που ξεφορτώνουν ένα ποταμόπλοιο παραδίπλα.

«Τι έπαθες εσύ;» τη ρωτά ο Φίλανθος βλέποντάς τη νάρχεται προς το μέρος του στηριζόμενη στο ραβδί της.

«Κάποιος με πυροβόλησε,» απαντά η Ξανθίππη. «Μπορείς να μου βρεις έναν άνθρωπο ξανά;»

«Τι άνθρωπο;»

«Γαλανόδερμος. Μονόφθαλμος. Με μαύρη καλύπτρα στο αριστερό μάτι, που επάνω της έχει κάποιο σχήμα ραμμένο – κρανίο, ίσως.»

«Μόνο αυτά;»

«Τι ‘μόνο αυτά’;»

«Είναι λίγα για να τον εντοπίσω. Δεν έχεις καμια άλλη πληροφορία γι’αυτόν; Τι είναι;»

«Μισθοφόρος, κατά πάσα πιθανότητα. Δολοφόνος.»

«Μισθοφόρος ή δολοφόνος;»

«Μισθοφόρος πρέπει νάναι,» λέει η Ξανθίππη, «αλλά είμαι σίγουρη ότι αναλαμβάνει και δολοφονίες. Και δεν δουλεύει μόνος: είναι κι άλλος ένας μαζί του.»

Η έκφραση του Φίλανθου μαρτυρά πως περιμένει ν’ακούσει την περιγραφή αυτού του άλλου. Αλλά η Ξανθίππη τού λέει: «Δεν έχω δει το πρόσωπό του. Όμως είναι ψηλός άνθρωπος.»

«Τον είδες νύχτα;»

«Φορούσε κουκούλα και κάπα. Και κρατούσε δύο πιστόλια. Αυτός ήταν που με πυροβόλησε.»

Ο Φίλανθος κοιτάζει το τραυματισμένο πόδι της. «Μάλιστα.»

«Θα μου τους βρεις;»

«Θα προσπαθήσω.»

Η Ξανθίππη τού δίνει ένα χαρτονόμισμα των είκοσι ήλιων, ξαφνιάζοντάς τον. Είναι η πρώτη φορά που τον πληρώνει. «Βάλε τα δυνατά σου,» του λέει. «Είναι σημαντικό. Έχουν σκοτώσει μέλος της οικογένειας.»

Ο Φίλανθος νεύει. «Θα τους βρω.»

*

Την επόμενη μέρα, η Ξανθίππη το μόνο που κάνει είναι να ταΐσει τον Τριχόμπαλο (πρωί, μεσημέρι, βράδυ), να παρακολουθήσει τις ειδήσεις στον τηλεοπτικό δέκτη της (τον οποίο έχει συντονισμένο στον σταθμό Όμορφη Πόλη – τον μεγαλύτερο της Νέσριβεκ), και να δει μια παλιά ταινία (Οι Φωνές Πέρα από τα Φέρνιλγκαν). Ο Φίλανθος δεν την καλεί μέχρι τα μεσάνυχτα, αλλά όταν τα μεσάνυχτα έχουν περάσει η Ξανθίππη καλεί εκείνον στο σπίτι του. Ο Βαρκάρης δεν απαντά· μάλλον δεν είναι εκεί. Η Ξανθίππη περιμένει και τον ξανακαλεί μετά από καμια ώρα, ενώ ο Τριχόμπαλος έχει ήδη κοιμηθεί κουλουριασμένος πάνω στο χαλάκι πλάι στο κρεβάτι της.

Ο Βαρκάρης αυτή τη φορά απαντά.

«Τους βρήκες;» τον ρωτά η Ξανθίππη.

«Όχι–»

«Σου είπα ότι είναι σημαντικό, γαμώ τις πατούσες της Λόρκης γαμώ! Μην κάνεις άλλες μαλακίες – ψάξε να τους βρεις.»

«Θα ψάξω,» λέει αμέσως, αμυντικά, ο Φίλανθος. «Έχω ψάξει ήδη, δηλαδή, αλλά δεν τους έχω βρει ακόμα–»

«Ψάξε κι άλλο. Θέλω να μάθω ποιοι είναι και πού μπορώ να τους συναντήσω.»

«Ναι, δεν τα έχω παρατήσει.»

«Θα μιλήσουμε πάλι αύριο, τα μεσάνυχτα.»

Ο Φίλανθος συμφωνεί, και η τηλεπικοινωνία τους τερματίζεται.

Η Ξανθίππη, που ήταν καθισμένη στο κρεβάτι όσο του μιλούσε, αφήνει τον πομπό στο κομοδίνο και ξαπλώνει ανάσκελα, αναστενάζοντας.

Θέλει να δείρει κάποιον. Αλλά δεν υπάρχει κανένας εύκαιρος τώρα.

Στο μυαλό της παίζει πάλι η νοητική ταινία της ημέρας που δολοφονήθηκε ο Κριτόλαος’μορ. Η ειδική ερευνήτρια βλέπει, ξανά και ξανά, τους συνδέσμους της Δυναστείας με τους οποίους μίλησαν μέχρι να φτάσουν στην αποθήκη του κλεφταποδόχου.

Ποιος μας πρόδωσε; Και σε ποιον;

Ο Άλκιμος μάλλον τους ξέρει όλους. Ο Άλκιμος έχει στενές επαφές με ανθρώπους του υπόκοσμου.

*

Τα επόμενα μεσάνυχτα, πάλι η Ξανθίππη είναι που καλεί τον Φίλανθο.

«Τι κάνεις, ρε;» του λέει απότομα. «Δε σου είπα να με καλέσεις τα μεσάνυχτα;»

«Μεσάνυχτα είναι. Θα–»

«Μία παρά τέταρτο είναι!»

«Καλά, εντάξει, μην κάνεις έτσ–»

«Τους βρήκες, ή πάλι κωλοβαρούσες;»

«Κοίτα, δεν φταίω εγώ. Ειλικρινά σού λέω–»

«Δεν τους βρήκες ακόμα, δηλαδή!;»

«Μπορεί να μην είναι στην πόλη, Ξανθίππη. Έψαξα. Μα τους θεούς, έψαξα. Ρώτησα διάφορους. Εσύ πού τους συνάντησες; Μες στην πόλη;»

«Ναι, στον Γερόλυκο.»

«Εκεί σού επιτέθηκαν;»

«Ναι.»

«Το άκουσα, βασικά, από άλλους συγγενείς. Μου είπαν ότι κάποιοι σού επιτέθηκαν – σ’εσένα και στον άνθρωπο που συνεργαζόσασταν. Λένε ότι τον σκότωσαν αυτόν…»

«Ναι, τον σκότωσαν,» αποκρίνεται η Ξανθίππη, κι αναρωτιέται πόσο αξιόπιστος μπορεί να είναι ακόμα κι ο Βαρκάρης. Μήπως κι αυτός είναι μπλεγμένος στη σκευωρία; Πώς είναι δυνατόν να ξεχωρίσω ποιος είναι ποιος, έτσι όπως έχει καταντήσει η κατάσταση;

«Μπορεί να μην είναι από την πόλη αυτοί οι δυο, Ξανθίππη. Μπορεί να ήρθαν από έξω για να κάνουν τη δουλειά και μετά νάφυγαν–»

«Και ποιος μπορεί να τους έστειλε να μας σκοτώσουν, Φίλανθε;»

«Πού να ξέρω γω; Εγώ ένα απλό ανθρωπάκι είμαι. Εδώ εσύ δεν ξέρεις.»

Αν με δουλεύεις, σκέφτεται η Ξανθίππη, θα σου σπάσω τη μύτη, γαμιόλη. «Νομίζεις ότι θα είχε νόημα να συνεχίσεις να ψάχνεις μήπως τους βρεις;»

«Μάλλον όχι, αλλά αν θες συνεχίζω.»

«Δεν έχεις επαφές με κάποιους που έχουν επαφές με ανθρώπους που έρχονται έξω από την πόλη;»

«Ναι· θα μπορούσα να το ψάξω έτσι, αν θέλεις.»

«Ψάξ’ το,» του λέει η Ξανθίππη. «Θα τα ξαναπούμε αύριο.»

Τερματίζει την τηλεπικοινωνία κι αφήνει τον πομπό στο κομοδίνο, καθώς είναι καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού. «Γαμώ το βρακί της Λόρκης, πώς ξέρω ότι δεν με κάνεις να χάνω χρόνο;» μουρμουρίζει οργισμένα. Ο Φίλανθος, αν είναι με τους εχθρούς, θα μπορούσε απλά να την καθυστερεί, δεν θα μπορούσε;

Ο Τριχόμπαλος πλησιάζει και στέκεται μπροστά στα πόδια της, κοιτάζοντάς την παραπονεμένα.

«Φύγε,» του λέει η Ξανθίππη, «προτού σε κλοτσήσω.»

*

Τα μεσάνυχτα της επόμενης ημέρας – ή, για την ακρίβεια, πέντε λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα – ο Φίλανθος καλεί την Ξανθίππη στον τηλεπικοινωνιακό πομπό της για να της πει ξανά ότι δεν έχει καταφέρει να βρει τίποτα. Κανένα ίχνος. Και η Ξανθίππη αρχίζει να αναρωτιέται σοβαρά αν ο καταραμένος Βαρκάρης ψεύδεται.

«Αν με δουλεύεις θα βρεθείς πολύ γρήγορα στην πιο στενή από τις στενές της Νέσριβεκ!» τον απειλεί.

«Μα την Αρτάλη, σου ορκίζομαι ότι δεν μπορώ να τον βρω τον μονόφθαλμο, ούτε τον φίλο του!» λέει αμέσως εκείνος. «Τι άλλο να κάνω;»

Όταν η τηλεπικοινωνία τους τερματίζεται, η Ξανθίππη σκέφτεται πως είναι περίεργο το γεγονός ότι αυτός ο μονόφθαλμος, γαλανόδερμος μισθοφόρος δεν μπορεί να εντοπιστεί από τον Φίλανθο. Είναι δυνατόν να μένει τόσο μακριά από τη Νέσριβεκ; Από πότε τον είχαν καλέσει αυτοί που ήθελαν τον Κριτόλαο νεκρό; Από τότε που πάτησε το πόδι του στην πόλη; Τέσσερις μέρες αφότου ήρθε τον δολοφόνησαν. Όποιος κι αν κανόνισε τη δολοφονία δεν άργησε καθόλου.

«Μου φαίνεται,» μονολογεί η Ξανθίππη, «πως έφτασε η ώρα να κάνω εγώ κάτι.» Και κακώς καθυστέρησα τόσο, προσθέτει νοερά. Το τραυματισμένο πόδι της έφταιγε κυρίως, πρέπει να παραδεχτεί. Πώς ν’αρχίσει να ψάχνει ενώ κουτσαίνει; Αν χρειαζόταν να τρέξει τι θα γινόταν;

Σηκώνεται από τον καναπέ, όπου ήταν καθισμένη ενόσω μιλούσε με τον Φίλανθο, και κάνει μερικά βήματα μέσα στο καθιστικό χωρίς τη βοήθεια του μπαστουνιού της. Αισθάνεται το δεξί της πόδι να τη λογχίζει με πόνο, αλλά όχι τόσο έντονο όσο στην αρχή. Στην αρχή δεν μπορούσε καθόλου να το πατήσει. Τώρα έχουν περάσει έξι μέρες από τον τραυματισμό της.

Και πάλι, όμως, αν χρειαστεί να τρέξω, δεν θα τα καταφέρω, σκέφτεται.

Θα πρέπει, λοιπόν, να φροντίσω να μη χρειαστεί να τρέξω, αποφασίζει, και κάθεται σε μια καρέκλα. Τραβά τα τσιγάρα από την τσέπη της αμάνικης μπλούζας της κι ανάβει ένα.

Ο Τριχόμπαλος γαβγίζει.

«Σκάσε κι εσύ, μαλακισμένο!» του λέει η Ξανθίππη, νευριασμένη. Αλλά ύστερα γελά, και του κάνει νόημα νάρθει κοντά. Το τριχωτό σκυλάκι πλησιάζει, και η Ξανθίππη το σηκώνει στην αγκαλιά της ενώ συνεχίζει να καπνίζει.

«Ευτυχώς, τουλάχιστον, που έχω άδεια από τη δουλειά μου ώς το τέλος του μήνα,» λέει χαϊδεύοντας τον Τριχόμπαλο ανάμεσα στ’αφτιά – κάτι που φαίνεται να του αρέσει.

Μετά από λίγο, ενώ το τσιγάρο της έχει τελειώσει, αφήνει το σκυλάκι στο πάτωμα, σηκώνεται από την καρέκλα, και, χωρίς να στηρίζεται στο μπαστούνι της, βαδίζει ώς το μπάνιο. Ανοίγει ένα φαρμακευτικό ντουλάπι και ψάχνει μέσα. Βγάζει δύο σφραγισμένες σύριγγες. Είναι τα ισχυρότερα παυσίπονα που έχει. Δεν είναι μόνο παυσίπονα, βασικά· φέρνουν, γενικά, το σώμα σε πλήρη διέγερση – υπεράνθρωπη διέγερση, θα μπορούσε κανείς να πει. Δεν πονάς, δεν χρειάζεσαι ύπνο, δεν κουράζεσαι. Το φάρμακο που οι σύριγγες περιέχουν ονομάζεται ΑΘ.5. Και έχει και παρενέργειες εκτός από θετικά αποτελέσματα. Ορισμένοι, μάλιστα, έχουν πεθάνει ύστερα από τη συστηματική χρήση του. Αλλά το συνηθέστερο είναι η μεγάλη εξάντληση μετά τη χρήση, ή, σε κάποιες περιπτώσεις – η Ξανθίππη αναριγεί στη σκέψη – τύφλωση στο ένα ή και στα δύο μάτια για αρκετές ώρες, ή ακόμα και μέρες.

Υπάρχει η φήμη ότι αυτός που έφτιαξε το φάρμακο προσπαθούσε να βρει το ελιξίριο της αθανασίας. Η ονομασία ΑΘ.5 λένε ότι προέρχεται από τη λέξη Αθάνατος, και το 5 σημαίνει πως είναι η πέμπτη, βελτιωμένη μορφή της συγκεκριμένης ουσίας.

Η Ξανθίππη δεν είναι καθόλου σίγουρη ότι θα χρησιμοποιήσει το ΑΘ.5 αύριο. Αλλά θα το έχει υπόψη. Παίρνει και τις δύο σφραγισμένες σύριγγες από το μπάνιο και βαδίζει (προσπαθώντας να μην κουτσαίνει) προς το υπνοδωμάτιό της.

ΤΟ ΠΙΟΝΙ ΠΟΥ ΞΕΦΥΓΕ

Αφού αφήνουμε τον Σουτούρη τον Τυχερό στο Μαύρο Δόντι, στις όχθες του ποταμού Κάλμωθ, επιστρέφουμε στη Θακέρκοβ και, καθώς οδηγώ μέσα στους δρόμους της, λέω στον Ρίβη: «Δεν έχουμε χρόνο να ξεκουραστούμε. Η Σαμάνθα και ο Ύαν έφυγαν από εδώ χτες το απόγευμα, οπότε όσο πιο γρήγορα πάρουμε το τρένο τόσο πιο εύκολο θα είναι να τους εντοπίσουμε.»

«Δεν έχω πρόβλημα,» αποκρίνεται ο Ρίβης, που μοιάζει σκεπτικός καθώς είναι καθισμένος πλάι μου. Η Κλεισμένη βρίσκεται μόνη της στο πίσω κάθισμα τώρα, ξαπλωμένη σαν βασίλισσα άλλης διάστασης και γλείφοντας τις πατούσες της (αν και είμαι σίγουρος πως, στις περισσότερες άλλες διαστάσεις, οι βασίλισσες δεν γλείφουν τις πατούσες τους).

Διασχίζω μια από τις γέφυρες της Θακέρκοβ και κατευθύνομαι προς τα βορειοδυτικά, στην περιοχή που ονομάζεται Μάντρες, όπου βρίσκεται ο σταθμός για τον υπεραστικό σιδηρόδρομο. Οι ραγές δεν περνάνε μέσα από την πόλη. Φτάνοντας εκεί, σταματώ το όχημά μου και βγαίνω. Ρωτάω τον Ρίβη αν θάρθει μαζί μου αλλά εκείνος προτιμά να μείνει μέσα. Η Κλεισμένη επίσης. Έχει, άραγε, συνηθίσει την παρέα του;

Βαδίζω ώς τα εκδοτήρια εισιτηρίων και ρωτάω πότε φεύγει το επόμενο τρένο για Μέλβερηθ. Σε τρεισήμισι ώρες περίπου, μου απαντούν. Τους ρωτάω αν μπορώ να κλείσω δύο θέσεις, και τους λέω επίσης ότι έχω μαζί μου ένα μέτριο τετράκυκλο όχημα και μια γάτα.

Αφού πληρώνω και παίρνω τα εισιτήρια, επιστρέφω στο όχημά μου και στον Ρίβη και αποφασίζουμε να μείνουμε σ’ένα πανδοχείο στην άκρη των Μαντρών μέχρι να είναι ώρα να επιβιβαστούμε στο τρένο. Καθώς τρώμε στην τραπεζαρία, που έχει αρκετό κόσμο, αναρωτιέμαι γι’ακόμα μια φορά ποια μπορεί να είναι τα σχέδια της Ασημίνας. Γιατί μπορεί να ήθελε τον Σουτούρη νεκρό; Και είναι, όντως, δυνατόν αυτό να έχει κάποια σχέση με τη συμπεριφορά του Ρίβη Παλιόσυρμου στη Νίρβεκ και με τη δολοφονία του Φιλοπολίτη Τασνικέφ; Εκτός από το ότι συνέβησαν όλα αυτά στην ίδια χρονική περίοδο, δεν υπάρχει καμια άλλη φανερή σύνδεση μεταξύ τους. Κι όμως διαισθάνομαι ότι κάπως συνδέονται. Και μάλλον κι ο Σουτούρης διαισθάνεται το ίδιο. Πώς, άραγε, σκοπεύει να ερευνήσει το θέμα; Θα φύγει από το Μαύρο Δόντι και θα ταξιδέψει βόρεια, στη Νίρβεκ ή στην Κιρβόνη; Ελπίζω να είναι προσεχτικός.

Κλείνουμε ένα δωμάτιο στο πανδοχείο και πηγαίνουμε να ξεκουραστούμε εκεί, με την Κλεισμένη μαζί μας.

«Έχεις δει ξανά τον Τζογαδόρο ώς τώρα;» ρωτάω τον Ρίβη, καθώς είμαστε ξαπλωμένοι στα κρεβάτια.

«Όχι. Πρέπει να ήταν τέχνασμα από την αρχή, Ζορδάμη.» Τον ακούω πιο λογικό από κάθε άλλη στιγμή από τότε που τον γνώρισα. «Αλλά αναρωτιέμαι…»

«Τι;»

«Εκείνος ο άνθρωπος που είχε έρθει στην αρχή στη βίλα μας… ο οποίος έπαιξε χαρτιά με τους φύλακες – με τον Λειρνόο, με τον Κασρίμ, με τη Σερφάντια’χοκ – ποιος ήταν; Ήταν της οικογένειας; Ήταν στο κόλπο εξαρχής;»

«Δεν του μίλησες εσύ;»

«Όχι,» λέει ο Ρίβης. «Δεν έμεινε για πολύ, και ήμουν απορροφημένος με τη θρησκεία του Κάρτωλακ τότε. Αλλά, αφότου έφυγε, οι άλλοι αμέσως άρχισαν να λένε κοντά μου διάφορα περίεργα υπονοούμενα γι’αυτόν–»

«Ποιοι άλλοι; Ο Λειρνόος;»

«Και ο Κασρίμ και η Σερφάντια. Δεν έδωσα, όμως, και πολλή σημασία τότε. Δε μπορούσα να σκεφτώ ότι ίσως να… είχαν σχεδιάσει κάτι τέτοιο. Κοιτάζοντας όμως προς τα πίσω, τώρα, αντίστροφα, το βλέπω πολύ καθαρά, Ζορδάμη. Από τότε – από όταν έφυγε αυτός ο άντρας από τη βίλα – ξεκίνησαν τον ψυχικό τους πόλεμο εναντίον μου. Κι εγώ, απορροφημένος με τη θρησκεία του Κάρτωλακ, δεν είχα ελπίδες να καταλάβω τι πραγματικά συνέβαινε. Όταν κατάλαβα, κατάλαβα λάθος – κατάλαβα εκείνο που ήθελαν να καταλάβω.

»Αυτό δεν πρόκειται να τελειώσει έτσι, Ζορδάμη. Θα επιστρέψω στη βίλα μου και θα τους σκοτώσω όλους. Και την Ασημίνα επίσης.» Η φωνή του δεν είναι δυνατή, ούτε άγρια. Το λέει σαν να είναι κάτι δεδομένο, που σίγουρα θα συμβεί στο μέλλον.

«Μη βιάζεσαι,» τον προειδοποιώ. «Πρέπει πρώτα να δούμε τι συμβαίνει μ’αυτούς.»

«Δε σκόπευα να βιαστώ, Ζορδάμη. Το ξέρω πως αν πάω τώρα, ξαφνικά, στη βίλα, πολύ πιθανόν να με σκοτώσουν εκείνοι.»

Μετά από τρεις ώρες φεύγουμε από το πανδοχείο και πηγαίνουμε στον σιδηροδρομικό σταθμό ξανά. Δείχνω τα εισιτήρια σ’έναν εισπράκτορα και έπειτα ανεβάζω το όχημα μου σε μια ράμπα που οδηγεί μέσα σ’ένα βαγόνι γεμάτο άλλα οχήματα. Το σταθμεύω εκεί, και εγώ, ο Ρίβης, και η Κλεισμένη βγαίνουμε, περνώντας από το ένα βαγόνι στο άλλο μέχρι που φτάνουμε στις θέσεις μας: δύο μεγάλα καθίσματα μ’ένα τραπεζάκι ανάμεσά τους. Η Κλεισμένη κάθεται στην αγκαλιά μου και χασμουριέται. Μια όμορφη σερβιτόρα έρχεται και μας ρωτά αν θα θέλαμε να μας φέρει κάτι. Ζητάμε κι οι δύο έναν καφέ και σε λίγο τούς έχουμε μπροστά μας.

Το τρένο δεν αργεί να ξεκινήσει. Οι τροχοί του μουγκρίζουν επάνω στις ράγες και μέταλλα και ξύλα τρίζουν παντού. Κοιτάζοντας γύρω μας βλέπω αυτούς που κάθονται στις κοντινότερες θέσεις: δύο γυναίκες που παίζουν Μακριά Τρένα, με τον πίνακα του παιχνιδιού απλωμένο στο τραπέζι ανάμεσά τους· δύο άντρες που κουβεντιάζουν χαμηλόφωνα, κι ο ένας καπνίζει, με τον καπνό να βγαίνει από το μισάνοιχτο παράθυρο δίπλα του· ένα νεαρό ζευγάρι που τρώει ενώ μιλά με κάποια ένταση.

Τίποτα το ενδιαφέρον.

Ανοίγω το τελευταίο φύλλο της ΠανΣεργήλιου – της εφημερίδας που κυκλοφορεί σ’όλη τη Σεργήλη και την οποία αγόρασα προτού έρθουμε στον σιδηροδρομικό σταθμό – κι αρχίζω να διαβάζω για να περάσει η ώρα.

*

Είναι μεσάνυχτα όταν φτάνουμε στη Μέλβερηθ, στον μεγάλο σιδηροδρομικό σταθμό που βρίσκεται στο Κέντρο της μεγαλούπολης. Τέσσερις σιδηροδρομικές γραμμές συναντιούνται εδώ, πράγμα που δεν συμβαίνει σε καμια άλλη πόλη της Σεργήλης. Η Μέλβερηθ έχει πάρα πολλή κίνηση από τρένα.

Πηγαίνουμε στο βαγόνι όπου έχω αφήσει το όχημά μας, επιβιβαζόμαστε εκεί, και βγαίνουμε από την αμαξοστοιχία μαζί με άλλα οχήματα.

«Ξέρεις ανθρώπους της Δυναστείας στη Μέλβερηθ;» ρωτάω τον Ρίβη.

«Πρώτη φορά έρχομαι εδώ.»

«Σοβαρολογείς; Δεν έχεις ξανάρθει στη Μέλβερηθ; Ποτέ;»

Ο Ρίβης κουνά το κεφάλι. «Ποτέ.»

«Εγώ,» του λέω, «ευτυχώς έχω ξανάρθει αρκετές φορές.»

«Πώς θα εντοπίσουμε αυτή τη Σαμάνθα;»

«Ένας άνθρωπος έρχεται πρώτα στο μυαλό μου,» αποκρίνομαι ενώ οδηγώ προς τον Ήχο του Τρένου, ένα ξενοδοχείο βορειοδυτικά του σιδηροδρομικού σταθμού. «Σερφάντη τον λένε.» Βγάζω τον τηλεπικοινωνιακό πομπό από την τσέπη μου και τον καλώ.

Μετά από λίγο απαντά. «Μάλιστα;» Έχω τη συσκευή ανοιχτή έτσι ώστε ν’ακούμε από το μεγάφωνο και εγώ και ο Ρίβης.

«Σερφάντη,» λέω, «ο Ζορδάμης είμαι, ο ραλίστας.»

«Τι κάνεις εδώ, ραλίστα;»

«Ψάχνω κάποιους που ίσως να μπορείς να με βοηθήσεις να εντοπίσω.»

«Πες μου.»

«Τη Σαμάνθα – γνωστή σ’ετούτα τα μέρη και ως Κυράλη – και τον Ύαν Έπαρχο.»

«Δεν έχουν έρθει σε επαφή μαζί μου, αν βρίσκονται εδώ.»

«Μπορείς να ρωτήσεις μήπως κάποιος τούς έχει δει; Είναι πολύ σημαντικό να τους βρω.»

«Θα επικοινωνήσουμε πάλι, σύντομα,» αποκρίνεται ο Σερφάντης, και τερματίζει την τηλεπικοινωνία μας.

«Για να μην έχουν μιλήσει με τον Σερφάντη,» λέω στον Ρίβη, «αποκλείεται να έμειναν πολύ εδώ.»

«Γιατί έπρεπε να του είχαν μιλήσει;»

«Είναι βασικός σύνδεσμος της Δυναστείας σε τούτα τα μέρη.»

Πλησιάζω ένα γκαράζ και πληρώνω για να αφήσω το όχημά μου εκεί. Ύστερα βγαίνουμε και βαδίζουμε προς τον Ήχο του Τρένου.

«Πηγαίνουμε κάπου συγκεκριμένα;» ρωτά ο Ρίβης.

«Ναι. Σ’ένα ξενοδοχείο.»

Όταν είμαστε εκεί και έχουμε κλείσει ένα δίκλινο δωμάτιο, ο τηλεπικοινωνιακός πομπός μου κουδουνίζει και βλέπω πως είναι ο Σερφάντης. Δέχομαι την κλήση.

«Τι βρήκες;» τον ρωτάω.

«Ένας άνθρωπός μας που δουλεύει στον σιδηροδρομικό σταθμό τούς είδε να έρχονται χτες τα μεσάνυχτα, και σήμερα το πρωί ένας άλλος άνθρωπός μας τους είδε να φεύγουν.»

«Με τρένο;»

«Ναι.»

«Προς τα πού;»

«Νότια.» Προς την Ύγκρας, δηλαδή, προς τις ερήμους… «Γιατί τους ψάχνεις, Ζορδάμη;»

«Έχουν συμβεί… Είναι αρκετά μεγάλη ιστορία· δε μπορώ να σου πω από τον πομπό. Θα ήταν καλύτερα να συναντηθούμε. Βασικά, θα ήθελα να συναντηθούμε ούτως ή άλλως γιατί χρειάζομαι και κάποια λεφτά.»

«Μου ζητάς λεφτά ξανά;» Δεν είναι η πρώτη φορά που έχω πάρει χρήματα από τον Σερφάντη. Αλλά και ο Σερφάντης μια φορά με δηλητηρίασε προκειμένου να με βάλει στο νοσοκομείο και να κάνω μια δουλειά γι’αυτόν. Ακόμα θέλω να του το ξεπληρώσω, του καριόλη!

«Υπάρχει λόγος. Καλός λόγος.»

«Για ποιον δουλεύεις τώρα, ραλίστα;»

«Θα σου πω όταν συναντηθούμε.»

«Πού θέλεις να συναντηθούμε και πότε;»

«Στο Σταυροδρόμι, σε καμια ώρα;»

«Πού ακριβώς στο Σταυροδρόμι;»

Του λέω ένα εστιατόριο εκεί, το οποίο ξέρω πως διανυκτερεύει, κι εκείνος συμφωνεί.

«Πόσα λεφτά θέλεις;» με ρωτά.

«Όσα περισσότερα μπορείς να μου δώσεις.»

«Θα σου φέρω διακόσιους ήλιους. Ελπίζω νάναι αρκετοί.»

*

Μετά από μια ώρα οδηγώ το όχημά μου στο Σταυροδρόμι, τη μεγαλύτερη και πιο πολυσύχναστη διασταύρωση της Μέλβερηθ. Ακόμα και τέτοια ώρα έχει κίνηση εδώ. Οχήματα πηγαίνουν κι έρχονται, διαβάτες περνάνε από τον έναν δρόμο στον άλλο, γρυποκαβαλάρηδες φτερουγίζουν πάνω κι ανάμεσα από τις πολυκατοικίες. Στην κορυφή ενός ψηλού οικοδομήματος φωτίζει η λέξη ΔΙΕΞΟΔΟΣ – η έδρα του ενός από τους δύο τηλεοπτικούς σταθμούς της πόλης.

Σταθμεύω το όχημά μου σε μια περαστική γωνία, όπου το θεωρώ απίθανο να μου το κλέψουν ακόμα και με τα τζάμια του σπασμένα, και βγαίνουμε για να πάμε στο εστιατόριο. Καθώς μπαίνουμε εκεί, παίρνω την Κλεισμένη στην αγκαλιά μου για να μη μου κάνει κανένας παρατήρηση ότι φέρνω άγρια θηρία αμολητά μες στο κατάστημα. Η γάτα νιαουρίζει και τρίβει το κεφάλι της πάνω στο στήθος μου.

Ο Σερφάντης είναι ήδη εδώ και μας περιμένει· τον βλέπω να κάθεται σ’ένα από τα τραπεζάκια. Το μέρος έχει κάποιο κόσμο αλλά όχι και πάρα πολύ, λόγω της ώρας.

Τίποτα δεν έχει αλλάξει πάνω στον Σερφάντη. Όπως τον θυμόμουν είναι. Δέρμα λευκό-ροζ, μακροπρόσωπος, μακριά ώς τους ώμους καστανά μαλλιά. Ούτε γένια δεν έχει αφήσει. Τα γαλανά μάτια του μας κοιτάζουν διαπεραστικά καθώς τον πλησιάζουμε. Μπροστά του είναι ένα πιάτο με σαλάτα, την οποία δεν φαίνεται νάχει αγγίξει πολύ, κι ένα ποτήρι κρασί.

«Ο κύριος;» με ρωτά.

«Της οικογένειας,» του λέω. «Ρίβης ονομάζεται. Κι αυτή εδώ είναι η Κλεισμένη: επίσης της οικογένειας, θα μπορούσες πλέον να πεις.»

Ο Σερφάντης ατενίζει τον αδελφό της Ασημίνας. «Ρίβης… Δεν είσαι από αυτά τα μέρη, σωστά;»

«Όχι,» αποκρίνεται εκείνος καθώς καθόμαστε, «δεν είμαι από αυτά τα μέρη.»

«Το επώνυμό σου;»

«Έχει καμια σημασία;»

Τα μάτια του Σερφάντη στενεύουν. «Υπάρχει λόγος να μας το κρύβεις;»

Ο Ρίβης με κοιτάζει ερωτηματικά. Ανασηκώνω τους ώμους θέλοντας να του πω Ό,τι νομίζεις.

«Δεν ξέρω τίποτα για σένα πέρα από το όνομά σου,» λέει ο Ρίβης στον Σερφάντη. «Γιατί να ξέρεις εσύ κάτι περισσότερο για μένα;»

«Καλό ερώτημα,» παρατηρώ.

«Τέλος πάντων,» λέει ο Σερφάντης, αν και φανερά δυσαρεστημένος. «Τι συμβαίνει, ραλίστα; Για ποιον δουλεύεις;»

«Για τον Σουτούρη τον Τυχερό, αν τον ξέρεις.»

«Τον ξέρω. Αυτός σ’έστειλε να βρεις τη Σαμάνθα; Και γιατί δεν σου έδωσε λεφτά;»

Πράγματι, σκέφτομαι, αυτή ήταν ανοησία. Έπρεπε να του είχα ζητήσει λεφτά, όχι απλά να τον αφήσω έξω από το Μαύρο Δόντι και να φύγω. «Η κατάσταση είναι λιγάκι μπλεγμένη…»

Ο Σερφάντης με περιμένει να συνεχίσω.

Αναρωτιέμαι αν μπορώ να τον εμπιστευτώ. Ο Ρίβης Παλιόσυρμος στράφηκε απροειδοποίητα εναντίον της Σαμάνθας, και όλοι οι υπόλοιποι στη Νίρβεκ θεωρούν επίσης ότι κάτι δεν πηγαίνει καθόλου καλά μαζί του. Αν έχω δίκιο και το πρόβλημα είναι γενικευμένο, αν είναι εξαπλωμένο σ’ολόκληρη τη Σιδηρά Δυναστεία, τότε δεν θα μπορούσαν κι άλλοι να έχουν αρχίσει να φέρονται… περίεργα; Ποιος είναι άξιος εμπιστοσύνης πλέον;

«Θα μου εξηγήσεις, ραλίστα, ή όχι;»

Αποφασίζω πως πρέπει να τον εμπιστευτώ. Ο Σερφάντης είναι από καιρό βασικός σύνδεσμος στη Μέλβερηθ· δεν μπορεί νάχει προδώσει τη Δυναστεία. Επιπλέον, θέλω τα λεφτά του.

Δε θα του πω τα πάντα, όμως.

Του λέω μόνο ό,τι συνέβη στη Νίρβεκ, και για τις υποψίες της Σαμάνθας ότι πρόκειται για κάτι το γενικευμένο. Ο Σερφάντης με ακούει σκεπτικά, τρώγοντας κάπου-κάπου λίγη απ’τη σαλάτα του. Εν τω μεταξύ, ένας σερβιτόρος έρχεται και παραγγέλνουμε κι εμείς κάτι να φάμε: ένα πιάτο κολοκυθόπιτα, ψητές φτερούγες κοτόπουλου, κι ένα μπουκάλι λευκό κρασί.

«Η Σαμάνθα μπορεί νάχει δίκιο,» λέει ο Σερφάντης.

Συνοφρυώνομαι παρατηρώντας την έκφρασή του. «Έχει συμβεί κάτι κι εδώ;»

«Προχτές βράδυ, κάποιοι προσπάθησαν να σκοτώσουν έναν άνθρωπό μας στο Παζάρι της Παραγκούπολης.»

«Είναι επικίνδυνη περιοχή, δεν είναι;»

«Σχετικά,» λέει ο Σερφάντης. «Το παράξενο είναι ότι δεν υπήρχε κανένας φανερός λόγος για την επίθεση. Από το πουθενά εμφανίστηκαν τρεις άντρες και μια γυναίκα με λοστούς στα χέρια, και του όρμησαν προσπαθώντας να τον ξυλοκοπήσουν μέχρι θανάτου. Δεν του ζήτησαν καν τα λεφτά του. Και σε μια τέτοια περιοχή, τέτοιου είδους άνθρωποι τα λεφτά του λογικά θα ήθελαν. Τι άλλο να θέλουν;»

«Προσπαθείς να μου πεις ότι ήταν απόπειρα δολοφονίας;»

«Δεν είναι προφανές;»

«Το έχεις ερευνήσει;»

«Το ερευνώ,» αποκρίνεται ο Σερφάντης, «αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι θα βγάλω άκρη. Δεν υπάρχουν ίχνη για ν’ακολουθήσω.»

«Ο άνθρωπός μας χτυπήθηκε άσχημα;»

«Χτυπήθηκε αλλά, ευτυχώς, όχι άσχημα. Κατάφερε να ξεγλιστρήσει ανάμεσά τους προτού τον ρίξουν κάτω κι αρχίσουν να τον κοπανούν άγρια με τους λοστούς. Έτρεξε και τράβηξε το πιστόλι του, έριξε δυο, τρεις τυχαίες ριπές πίσω του, και οι κακοποιοί έγιναν καπνός. Μάλλον οι λοστοί ήταν τα πιο βαριά όπλα επάνω τους. Πόνταραν, ίσως, ότι θα τον ξαφνιάσουν και θα τον σκοτώσουν προτού προλάβει να βγάλει το πιστόλι του – αν ήξεραν καν ότι είχε πιστόλι. Γιατί αυτός που τους προσέλαβε πολύ πιθανόν να μην τους είπε τέτοιες λεπτομέρειες. Πολύ πιθανόν να μην τις ήξερε καν. Αν και οπωσδήποτε ήξερε ότι ο άνθρωπός μας θα βρισκόταν εκεί εκείνη την ώρα, για να φροντίσει να του στήσουν ενέδρα.»

«Επομένως, ο δολοπλόκος της υπόθεσης μπορεί να ήταν της οικογένειας…» λέω.

Ο Σερφάντης νεύει, φανερά προβληματισμένος. «Μπορεί.» Πίνει μια γουλιά απ’το κρασί του.

Και στη Μέλβερηθ, λοιπόν, συμβαίνουν παράξενα πράγματα, σκέφτομαι. «Ποιος ήταν ο άνθρωπός μας που κυνηγήθηκε, Σερφάντη; Τον ξέρω;»

Ο Σερφάντης κουνά το κεφάλι. «Δε νομίζω. Βενμίλιος λέγεται. Βενμίλιος Απλόχερος.»

«Αυτός με τον περιπλανώμενο θίασο;»

«Τον γνωρίζεις, λοιπόν,» παρατηρεί ο Σερφάντης.

«Είχα ταξιδέψει μια φορά μαζί του, από τη Νίρβεκ προς την Άντχορκ. Είναι ο θίασός του εδώ;»

«Ναι. Δεν είδες τις αφίσες;»

«Όχι, δεν έτυχε.»

«Στο Άπλωμα βρίσκεται.»

«Και τι έκανε στο Παζάρι της Παραγκούπολης; Είχε πάει για δουλειά της Δυναστείας;»

«Όχι. Είχε πάει ν’αγοράσει κάτι πράγματα για τον θίασο.»

«Τότε ίσως να μην προσπάθησαν να τον σκοτώσουν για λόγους της Δυναστείας,» λέω.

«Δε νομίζω, Ζορδάμη. Ο ίδιος αδυνατεί να φανταστεί ποιος μπορεί να τον ήθελε νεκρό – ή, έστω, να ήθελε να τον ξυλοκοπήσει – και οι κακοποιοί, όπως σου είπα, δεν ζήτησαν καν τα λεφτά του. Υπόθεση της Δυναστείας ήταν, απλώς δεν έχω ακόμα καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει. –Κι αυτά που μου είπες τώρα για τη Σαμάνθα με ανησυχούν πολύ.»

Και πού ν’ακούσεις αυτά για τον Σουτούρη τον Τυχερό και τον Ρίβη… Αναρωτιέμαι αν πρέπει να του τα πω.

«Τι σκέφτεσαι;» με ρωτά, παρατηρώντας την έκφρασή μου.

«Έχω κι άλλα να σου πω, ίσως,» του λέω. Και κοιτάζω ερωτηματικά τον Ρίβη. Εκείνος καταλαβαίνει γιατί: ζητώ τη συγκατάθεσή του προτού μιλήσω. Για μια στιγμή συνοφρυώνεται συλλογισμένα. Μετά νεύει καταφατικά.

«Άκου,» λέω στον Σερφάντη. «Προτού αρχίσω να δουλεύω για τον Σουτούρη τον Τυχερό, δούλευα για την Ασημίνα Νέρφελδιφ. Την ξέρεις;»

Ο Σερφάντης μορφάζει. «Έχω ακούσει γι’αυτήν. Στην Κιρβόνη μένει. Και είναι από τα πλούσια μέλη της οικογένειας.»

«Ναι, είναι. Κι αυτός εδώ» – δείχνω τον Ρίβη, με μια κοφτή κίνηση του κεφαλιού μου – «είναι αδελφός της.» Μετά διηγούμαι στον Σερφάντη όλα όσα συνέβησαν, καθώς η ώρα περνά και η νύχτα γίνεται ολοένα και πιο βαθιά.

Ευτυχώς που τούτο το εστιατόριο διανυκτερεύει.

«Θα με τρελάνεις, ραλίστα,» μου λέει στο τέλος ο Σερφάντης.

«Καταλαβαίνεις τώρα γιατί είναι πολύ σημαντικό να βρω τη Σαμάνθα;»

Ο Σερφάντης κουνά το κεφάλι αναστενάζοντας. Βγάζει από το πανωφόρι του έναν φάκελο και μου τον δίνει. «Τα λεφτά,» μου λέει. «Κι αν θες και τίποτ’ άλλο, πες μου.»

«Όπλα έχω,» τον πληροφορώ. «Μου άφησε ο Ύαν.»

«Θα φύγεις το πρωί; Με τρένο;»

«Ναι. Εσύ τι σκέφτεσαι να κάνεις;»

«Θα ερευνήσω, φυσικά· τι άλλο να κάνω; Είναι προφανές πλέον ότι κάποιοι μέσα από τη Δυναστεία θέλουν να σκοτώσουν κάποιους άλλους που βρίσκονται επίσης μέσα στη Δυναστεία.»

«Όχι,» του λέω.

«Τι όχι;»

«Μην ξεχνάς ότι η Ασημίνα ήθελε να φέρω τον Θεώνυμο και τον Χαρίλαο Τάρνελκωφ με το μέρος της.»

«Υπάρχει διχασμός, λοιπόν. Το ίδιο κάνει. Νομίζω ότι πρέπει να μιλήσω με τον Τάρνελκωφ, σύντομα.»

«Να προσέχεις, Σερφάντη.»

«Εσύ λες σ’εμένα να προσέχω, ραλίστα;»

«Ναι,» αποκρίνομαι χωρίς τον παραμικρό δισταγμό και χωρίς να το κάνω ψέματα. Αν ο Σερφάντης δεν είναι προδότης – όπως και δεν φαίνεται να είναι – τότε οι εχθροί μας θα θέλουν ή να τον φέρουν με το μέρος τους ή να τον εξολοθρεύσουν. Και πάω στοίχημα πως μάλλον θα επιχειρήσουν το δεύτερο μόλις καταλάβουν ότι βρίσκεται στα ίχνη τους.

Για κάποιο λόγο, αισθάνομαι ξαφνικά σαν ένα πιόνι που έχει ξεφύγει από τον πίνακα του παιχνιδιού – ή, ίσως, από τους κανόνες του παιχνιδιού – αλλά μπορεί να δημιουργεί κινήσεις μέσα στο παιχνίδι οι οποίες έμοιαζαν ανέφικτες πριν.

Δεν είμαι βέβαιος ότι μ’αρέσει και τόσο αυτός ο ρόλος.

Πόσο θ’αργήσουν, άλλωστε, οι εχθροί μας να το πάρουν είδηση και ν’αρχίσουν να με κυνηγάνε ενεργά;

Η Ασημίνα ίσως ήδη να έχει μάθει τι συνέβη με τον αδελφό της στο Μαύρο Δόντι…

ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΩΜΟ ΤΗΣ ΛΟΡΚΗΣ

Μία ώρα μετά το ξημέρωμα η Ξανθίππη σηκώνεται από το κρεβάτι και βαδίζει μέσα στο σπίτι της για λίγο χωρίς τη βοήθεια του μπαστουνιού της, προσπαθώντας να κάνει το τραυματισμένο πόδι της να ξεμουδιάσει. Τα καταφέρνει καλύτερα απ’ό,τι ήλπιζε.

Ο Τριχόμπαλος ξυπνά και την ακολουθεί μέσα στο διαμέρισμα.

«Δεν έχει φαγητό ακόμα,» του λέει η Ξανθίππη, και πηγαίνει στο μπάνιο, κλείνοντας την πόρτα.

Το σκυλάκι γαβγίζει πίσω της.

Όταν η Ξανθίππη βγαίνει, του βάζει φαγητό και μετά φτιάχνει έναν καφέ και μια τηγανίτα για τον εαυτό της. Τον καφέ τον πίνει σχεδόν όλο· από την τηγανίτα τρώει ελάχιστη. Συγχρόνως, σκέφτεται πού θα πάει σήμερα και σε ποιους θα μιλήσει. Πρόσωπα ανθρώπων του υπόκοσμου – ανθρώπων της Σιδηράς Δυναστείας – περιστρέφονται μέσα στο μυαλό της. Οι άνθρωποι στους οποίους εκείνη κι ο Κριτόλαος μίλησαν προτού ο μάγος δολοφονηθεί.

Η Ξανθίππη σηκώνεται, τελικά, από το τραπέζι, ντύνεται, και εξοπλίζεται. Μαζί της, εκτός των άλλων, παίρνει και τις δύο σύριγγες ΑΘ.5, μήπως χρειαστούν, καθώς και το μπαστούνι της – αν και δεν σκοπεύει να το χρησιμοποιήσει παρά μόνο αν της φανεί απολύτως απαραίτητο. Το ξέρει πως φαίνεται πολύ πιο επιβλητική χωρίς να χρειάζεται να στηρίζεται κάπου για να βαδίζει.

Κατεβαίνει στο γκαράζ της πολυκατοικίας, ανεβαίνει στο δίκυκλό της, και φεύγει. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της είναι μαζεμένα μέσα στο κράνος της, το πρόσωπό της κρυμμένο πίσω από το κλειστό κρύσταλλό του. Προορισμός της, οι αγορές του υπόκοσμου της Νέσριβεκ της Όμορφης. Και δεν σκοπεύει να αφήσει ούτε σημείο χωρίς να το ερευνήσει.

Πηγαίνει πρώτα στον Καλμαρισμένο, την περιοχή που βρίσκεται πιο κοντά στο σπίτι της το οποίο είναι στον Βαθύχρωμο. Αρχίζει να επισκέπτεται τους ανθρώπους της Σιδηράς Δυναστείας που έχουν επαφές με την υπόγεια αγορά ή που δρουν κι οι ίδιοι μέσα στην υπόγεια αγορά. Τους ρωτά, τον έναν μετά τον άλλο, αν, πριν από έξι ημέρες, είπαν σε κάποιον ότι είδαν εκείνη και τον Κριτόλαο’μορ, ή αν, την ίδια χρονική περίοδο, κάποιος ήρθε και τους ρώτησε για εκείνη και τον Κριτόλαο’μορ. Οι απαντήσεις που λαμβάνει είναι αρνητικές. Σε ποιον να πουν ότι τους είδαν; Ποιος θα μπορούσε να ρωτήσει γι’αυτούς; Και η Ξανθίππη τούς λέει: Άλλα μέλη της Δυναστείας. Άλλα μέλη της Δυναστείας. Πράγμα που δείχνει να τους παραξενεύει, και πάλι αρνητικές απαντήσεις δίνουν. Η Ξανθίππη δεν είναι σίγουρη ότι όλοι λένε αλήθεια, αλλά δεν μπορεί να τους πιέσει για την ώρα.

Φεύγει από τον Καλμαρισμένο και, περνώντας τη γέφυρα του ποταμού, φτάνει στις Νοτιοανατολικές Αποβάθρες, που κι εδώ υπάρχει αγορά του υπόκοσμου και η Σιδηρά Δυναστεία έχει, φυσικά, ανθρώπους της. Ο Φίλανθος είναι ένας απ’ αυτούς, αλλά η Ξανθίππη δεν το θεωρεί σκόπιμο τώρα να του μιλήσει. Πηγαίνει σε άλλους, τους κάνει τις ίδιες ερωτήσεις που έκανε και στους προηγούμενους: Είπαν σε κάποιον ότι είδαν εκείνη και τον Κριτόλαο’μορ; Τους ρώτησε κάποιος για εκείνη και τον Κριτόλαο’μορ; Οι απαντήσεις είναι πάλι αρνητικές· και πάλι, επίσης, η Ξανθίππη δεν είναι σίγουρη ότι όλοι τής λένε την αλήθεια.

Καβαλώντας το δίκυκλό της φεύγει από τις Νοτιοανατολικές Αποβάθρες και πηγαίνει στον Γερόλυκο, στην περιοχή όπου δολοφονήθηκε ο Κριτόλαος. Ρωτά τους ανθρώπους στους οποίους είχαν μιλήσει και τότε, προτού φτάσουν την αποθήκη εκείνου του κλεφταποδόχου. Κανένας δεν της δίνει θετική απάντηση. Κι όμως κάποιος από αυτούς, ειδικά, πρέπει να μετέφερε την πληροφορία, αλλιώς πώς ήξεραν οι δολοφόνοι ότι εκείνη κι ο Κριτόλαος βρίσκονταν στην αποθήκη του κλεφταποδόχου ώστε να τους περιμένουν απέξω;

Το πιο πιθανό είναι εσύ να τους το είπες, ή να το είπες σε κάποιον που ήταν σε επαφή μαζί τους, σκέφτεται η Ξανθίππη καθώς στέκεται μπροστά στον άνθρωπο ο οποίος ανέφερε τον κλεφταποδόχο σ’εκείνη και τον Κριτόλαο. Ονομάζεται Ζορδάμης, έχει σκούρο γαλανό δέρμα, είναι γύρω στα εξήντα, και διατηρεί ένα κατάστημα με διάφορες παραδοξότητες από τη Σεργήλη και άλλες διαστάσεις: φυλαχτά, σπάνια θυμιάματα, περίεργα αγαλματίδια, μικρά πλάσματα κλεισμένα σε γυάλες ή κλουβιά, κρυστάλλους ποικίλων χρωμάτων, λίθους, αλυσίδες, δαχτυλίδια και περιδέραια. Φυσικά, είναι άνθρωπος της Σιδηράς Δυναστείας και έχει επαφές με την αγορά του υπόκοσμου στον Γερόλυκο.

«Σκέψου περισσότερο, Ζορδάμη,» του λέει η Ξανθίππη. «Σίγουρα δεν μίλησες με κανέναν της οικογένειας αφότου μας είδες;»

«Σίγουρα,» αποκρίνεται εκείνος καθώς γυαλίζει, μ’ένα γκρίζο πανί, ένα μεταλλικό αγαλματίδιο, φανερά εξωδιαστασιακό.

«Έχουν περάσει έξι μέρες,» επιμένει η Ξανθίππη. «Μπορεί να μη θυμάσαι καλά.»

«Αν δεν θυμάμαι καλά, τότε… δεν θυμάμαι.» Ανασηκώνει τους ώμους.

«Μη μου λες σαχλαμάρες!» κάνει απότομα η Ξανθίππη, αρπάζοντάς του το χέρι και σταματώντας τον από το γυάλισμα του αγαλματιδίου. «Σε ποιον μίλησες αφότου μίλησες σ’εμάς;»

«Δεν καταλαβαίνω πού θέλεις να καταλήξεις, Ξανθίππη.» Τα μάτια του την ατενίζουν άγρια.

«Γνωρίζω για όλες τις παράνομες δραστηριότητές σου,» του λέει εκείνη, «και μπορεί, οποιαδήποτε στιγμή, να μάθει γι’αυτές και η Χωροφυλακή της Νέσριβεκ. Μη με βάζεις σε πειρασμό.»

«Τι ακριβώς υποπτεύεσαι;» τη ρωτά, ψύχραιμα. «Ότι έχω κάποια σχέση με την επίθεση εναντίον του Κριτόλαου;»

«Το μόνο που θέλω είναι να απαντήσεις στην ερώτησή μου.»

«Αλλιώς;»

Η Ξανθίππη αφήνει το χέρι του. «Πολλά μπορούν να συμβούν.»

Ο Ζορδάμης ακουμπά το γκρίζο πανί πλάι στο αγαλματίδιο. Δείχνει σκεπτικός προς στιγμή. Ύστερα λέει: «Εντάξει. Ήρθε κάποιος και με ρώτησε. Βασικά, δεν ήρθε και με ρώτησε ακριβώς. Είχε έρθει από πριν και μου είχε πει, αν σας έβλεπα, να τον καλούσα και να του το έλεγα–»

«Ποιος;»

«Ο Ζύρος ο Ξενύχτης. Τον ξέρ–;»

«Φυσικά και τον ξέρω.» Ήταν ένα ρεμάλι του υπόκοσμου. Και της Σιδηράς Δυναστείας. Η Ξανθίππη δεν είχε ποτέ πολλές συναναστροφές μαζί του, αλλά είχαν συναντηθεί κατά περιόδους. Και δυο φορές τής την έπεφτε – άγαρμπα. Η δεύτερη φορά η Ξανθίππη φρόντισε να είναι και η τελευταία. «Δεν το γνώριζα ότι είχες πάρε-δώσε μαζί του.»

Ο Ζορδάμης γελά κοφτά. «Σιγά τα πάρε-δώσε! Ελάχιστα τον βλέπω–»

«Και ήρθε τώρα να σου ζητήσει χάρη; Κι εσύ τού την έκανες, έτσι απλά;»

«Με πλήρωσε. Επιπλέον, είναι της οικογένειας, δεν είναι;» Ανασηκώνει τους ώμους.

«Κι εγώ είμαι της οικογένειας αλλά δεν μου έλεγες αυτό που σου ζητούσα.»

«Επειδή ο Ζύρος μού είχε ζητήσει πρώτος να μην πω σε κανέναν ότι ήρθε να μου μιλήσει.»

«Πόσο σε πλήρωσε;»

«Πενήντα ήλιους.»

«Πενήντα ήλιους; Πλούτισε ξαφνικά αυτό το καθίκι;»

Ο Ζορδάμης ανασηκώνει τους ώμους ξανά κι ανάβει τσιγάρο. «Ξέρω γω; Κι εμένα με παραξένεψε. Αλλά ίσως νάναι και λογικό από μια άποψη…» Μορφάζει καθώς ρουφά καπνό που αποκλείεται να είναι Σεργήλιος.

«Τι άποψη;» Η Ξανθίππη κάθεται στην άκρη ενός πάγκου για να ξεκουράσει το τραυματισμένο πόδι της, γιατί αισθάνεται να έχει αρχίσει να την πονά περισσότερο με την ορθοστασία. Προσπαθεί, όμως, να μη δείξει ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο κάθεται· προσπαθεί να κάνει την κίνησή της να φανεί άνετη, σχεδόν βαριεστημένη.

«Λένε,» αποκρίνεται ο Ζορδάμης, «πως τελευταία έχει μπλέξει με κάποιους που βγάζουν λεφτά με υπόγειες δουλειές.»

«Τι δουλειές;»

«Δεν ξέρω.»

«Άνθρωποι της οικογένειας είναι;»

«Μπορεί. Ούτε αυτό το ξέρω. Ή μπορεί και να κάνω λάθος και ο Ζύρος να βρήκε τα λεφτά από κάπου αλλού. Πάντως, τόχω ακούσει κι από άλλους ότι τελευταία ο Ξενύχτης φαίνεται νάχει πιο πολλούς ήλιους απ’ό,τι παλιά. Κάτι κάνει· δεν εξηγείται αλλιώς.»

*

Η Ξανθίππη βρίσκει τον Ζύρο κοντά σ’ένα βωμό της Λόρκης, κάτω από μια από τις καμάρες που σχηματίζονται από τον Εναέριο Σιδηρόδρομο, στον Ακρομάχο, ανατολικά του Γερόλυκου.

Ο Ζύρος στέκεται και καπνίζει, με την πλάτη ακουμπισμένη σ’έναν τοίχο. Το δέρμα του είναι λευκό με απόχρωση του ροζ, τα μαλλιά του μαύρα και πλούσια, με ουρές να πετάνε από δω κι από κει· το πρόσωπό του, ως συνήθως, είναι αξύριστο. Φορά καφέ πέτσινο παντελόνι με λουριά, σανδάλια, και μια γκρίζα αμάνικη μπλούζα γεμάτη λεκέδες, η οποία δεν κρύβει τα μυώδη χέρια του. Δεν είναι «φουσκωτός» αλλά γραμμωτός σαν να τον έχουν λαξέψει. Παιδί της πέτρας, απ’ό,τι ξέρει η Ξανθίππη. Στη ζώνη του είναι θηκαρωμένο ένα ξιφίδιο, σε κοινή θέα.

Παραδίπλα, πάνω στον βωμό της Λόρκης μια θυσία καίγεται η οποία μυρίζει άσχημα, σαν πλαστικό ή δέρμα. Δύο γυναίκες είναι γονατισμένες μπροστά της, κάνοντας μάλλον κάποια δέηση.

Ο Ζύρος μοιάζει να τις περιμένει να φύγουν, αλλά τώρα στρέφει το βλέμμα του στο δίκυκλο που σταματά αντίκρυ του. Συνοφρυώνεται ατενίζοντας την καβαλάρισσα με το κλειστό κράνος. Προφανώς, κάτι του θυμίζει.

Η Ξανθίππη κατεβαίνει από το όχημά της και βγάζει το κράνος, καθώς πλησιάζει τον Ξενύχτη. Αφού δεν τον βρήκε σε δυο άλλα μέρη που πήγε, το ήξερε πως ίσως να τον έβρισκε εδώ. Επισκέπτεται συχνά τούτο τον βωμό της Λόρκης. Παρότι δεν μοιάζει ούτε για θρήσκος ούτε για προληπτικός, πρέπει να θεωρεί ότι χρωστά πολλά στην Κυρά της Τύχης. Ποιος ξέρει τι σκέψεις κάνουν τα παιδιά της πέτρας;

«Μα τους θεούς,» λέει ο Ζύρος. «Νόμιζα πως μόλις είδα την ίδια τη Λόρκη νάρχεται προς τη μεριά μου.» Χαμογελά πίσω απ’τον καπνό του τσιγάρου του.

Η Ξανθίππη υψώνει ένα φρύδι. «Κομπλιμέντο ήταν αυτό;»

«Έτσι θα πρέπει να το εκλάβεις. Είσαι καλά; Άκουσα πως τραυματίστηκες.»

«Κι εγώ ξέρεις τι άκουσα;»

«Τι;»

«Ότι, την ίδια μέρα που τραυματίστηκα, παρακολουθούσες εμένα και τον Κριτόλαο ο οποίος σκοτώθηκε.»

«Τι φήμες είναι αυτές;»

«Δεν είναι φήμες,» του λέει η Ξανθίππη. «Το ξέρω πως μας παρακολουθούσες!»

«Με είδες πίσω σας;»

«Είχες βάλει κόσμο να περιμένει για εμάς και να σε ειδοποιήσει.» Δεν του λέει για τον Ζορδάμη συγκεκριμένα, γιατί υποθέτει ότι ίσως ο Ζύρος νάχε ζητήσει το ίδιο κι από άλλους· και καλύτερα να μην ξέρει από ποιον ακριβώς πήρε η Ξανθίππη την πληροφορία της.

Ο Ξενύχτης δεν αποκρίνεται για λίγο· ρίχνει το τσιγάρο του κάτω και το πατά με το σανδάλι του. «Ποιος σ’το είπε;»

«Δεν έχει σημασία. Γιατί ήθελες να ξέρεις πού βρισκόμαστε εκείνη τη μέρα;»

«Κοίτα,» της λέει ο Ζύρος. «Καταλαβαίνω πού πάει το μυαλό σου, εντάξει; Αλλά δεν είναι αυτό που νομίζεις–»

«Δεν καθοδήγησες τους δύο δολοφόνους σε μας;»

«Φυσικά και όχι!»

«Μαλακίες!» Η Ξανθίππη τραβά το πιστόλι μέσα από το πέτσινο πανωφόρι της, κάτω από το οποίο δεν φορά παρά μια ελαφριά, αμάνικη μπλούζα, καθώς κάνει ζέστη σήμερα.

«Ε!» αναφωνεί ο Ζύρος. «Ήρεμα! Τι τρέχει τώρα; Θα μου ρίξεις; Νομίζεις ότι εγώ φταίω για ό,τι έγινε; Τι νομίζεις;» Κι απομακρύνεται ένα βήμα απ’την Ξανθίππη.

«Βλέπω πού πηγαίνει το χέρι σου!» του λέει εκείνη, ενώ οι δύο γυναίκες που πριν από λίγο ήταν γονατισμένες μπροστά από τον βωμό της Λόρκης έχουν τώρα σηκωθεί και φεύγουν βιαστικά.

Ο Ζύρος απομακρύνει το χέρι από την πίσω μεριά της ζώνης του· το φέρνει πάλι μπροστά του. «Δεν έστειλα εγώ τους δυο τύπους που σας πυροβόλησαν· τ’ορκίζομαι στα πόδια της Λόρκης!»

«Τα πόδια της Λόρκης δεν μου εμπνέουν εμπιστοσύνη, Ζύρε. Γιατί ήθελες να ξέρεις πού πηγαίναμε εγώ κι ο Κριτόλαος εκείνη τη μέρα;»

«Μια δουλειά έκανα, εντάξει; Λες να ήταν για πάρτη μου; Τι με νοιάζει που πήγαινες μ’αυτόν τον τύπο; Δεν είμαστε παντρεμένοι – αν και θα μπορούσαμε να το συζητήσουμε, άμα θες.» Χαμογελά.

Τα μάτια της γυαλίζουν οργισμένα. «Για ποιον έκανες αυτή τη δουλειά; Ανέφερες σε κάποιον ότι εγώ κι ο Κριτόλαος ήμασταν στον Γερόλυκο;»

«Κοίτα…» λέει ο Ζύρος. «Το πράγμα είναι πολύ μπερδεμένο–»

«Θα γίνει λιγότερο μπερδεμένο αν έχεις μια σφαίρα στο δεξί γόνατο;» Σημαδεύει το δεξί του γόνατο με το πιστόλι στο χέρι της.

«Μην τρελαίνεσαι, δεν τρέχει τίποτα,» λέει ο Ζύρος. «Άνθρωπος της οικογένειας ήταν αυτός για τον οποίο δούλευα, όχι κάνας άγνωστος. Εντάξει, τώρα; Δεν τρέχει τίποτα.»

«Δε μ’ενδιαφέρει αν ήταν άνθρωπος της οικογένειας ή όχι. Πες μου ποιος!»

«Δε γίνεται αυτό. Μου έχει ζητήσει να κρατήσω την ταυτότητά του κρυφή.»

«Να σε πάρω στο Γενικό Κέντρο της Χωροφυλακής για ανάκριση;»

«Με τι κατηγορία; Δεν έχω κάνει τίποτα παράνομο!» φωνάζει ο Ζύρος.

Η Ξανθίππη αλλάζει τη ρύθμιση του πιστολιού της στην αναισθητοποίηση, κάνοντας το πυροβόλο ενεργοβόλο. «Μη φοβάσαι, κάτι θα βρούμε. Σε ξέρω καλά.»

«Ηρέμησε, γαμώ τα μπούτια της Λόρκης! Μια οικογένεια είμαστε! Τι – τι πράματα είν’ αυτά;» Ο Ζύρος βαδίζει όπισθεν, μάλλον ψάχνοντας τρόπο να ξεγλιστρήσει.

«Μην απομακρύνεσαι!» Η Ξανθίππη τον σημαδεύει ευθεία στο στήθος. «Θα σου ρίξω!»

Ο Ζύρος μένει ακίνητος. «Γαμώ την κοινωνία μου, γαμώ… Τι θέλεις από μένα;»

«Μη λέμε τα ίδια!»

Ο Ζύρος αναστενάζει. «Ξέρεις σε τι δύσκολη θέση με φέρνεις;»

«Περιμένω απάντηση! Αν δεν μου απαντήσεις και τώρα, θα πάμε στη Χωροφυλακή!»

«Να γιατί δεν πρέπει νάχουμε σκατοφύλακες μες στην οικογένεια…» μουγκρίζει ο Ζύρος.

Η Ξανθίππη τον πυροβολεί στο δεξί πόδι. Ενέργεια τον χτυπά, και ο Ζύρος πέφτει κάτω, βογκώντας, διπλωμένος, κρατώντας και με τα δυο χέρια τον μηρό του. Η Ξανθίππη παρατηρεί τώρα ότι στην πίσω μεριά της ζώνης του είναι θηκαρωμένο ένα μικρό πιστόλι. Σκύβει και του το παίρνει, τραβώντας το από τη θήκη.

«Γαμώ… την… τρέλα σου!» γρυλίζει ο Ζύρος, τρίζοντας τα δόντια. «Το πόδι μου!»

«Θα ζήσεις,» του λέει η Ξανθίππη. «Εκτός αν την επόμενη τη φας στο κεφάλι.» Τον σημαδεύει καταπρόσωπο με το πιστόλι της. «Ακόμα και οι ενεργειακές ριπές είναι επικίνδυνες στο κεφάλι. Μπορεί, βέβαια, να μην πεθάνεις, αλλά ίσως να μείνεις ανάπηρος. Όχι και πολύ άδικο, αν σκεφτείς ότι ο Κριτόλαος είναι νεκρός κι εγώ παραλίγο να σκοτωθώ από τους φονιάδες σου–»

«Δεν ήταν φονιάδες μου!»

«Σε ποιον έδινες πληροφορίες;»

«Στη Μυράνθη,» λέει ο Ζύρος ξεροκαταπίνοντας.

«Ποια Μυράνθη;»

«Αυτή που δουλεύει για τον Καλνάροφ.»

Αυτό το κάθαρμα ξανά! σκέφτεται η Ξανθίππη. Μα το Φως της Αρτάλης, είχα δίκιο! Και ο Κριτόλαος καλά τον υποπτευόταν απ’την αρχή. «Αν λες ψέματα….»

«Δε λέω ψέματα. Αυτή μού ζήτησε να σας παρακολουθώ και να της αναφέρω τη θέση σας αμέσως.» Ο Ζύρος καθίζει στο πλακόστρωτο, τρίβοντας το πόδι του και με τα δύο χέρια.

«Γιατί;»

«Πού να ξέρω; Νομίζεις τη ρώτησα;»

Η Ξανθίππη τού γυρίζει την πλάτη, χωρίς να του δώσει το πιστόλι του (το έχει περασμένο στο παντελόνι της), και βαδίζει προς το δίκυκλό της. Ανεβαίνει στη σέλα και φεύγει.

Ο Ζύρος ο Ξενύχτης, ακόμα καθισμένος στο έδαφος, σηκώνει τη μπλούζα του αποκαλύπτοντας από κάτω μια μαύρη ταινία δεμένη γύρω από τη γραμμωτή κοιλιά του. Η ταινία είναι γεμάτη θήκες που συγκρατούν μικρά αντικείμενα, κι ανάμεσα σ’αυτά βρίσκεται κι ένας τηλεπικοινωνιακός πομπός. Ο Ζύρος τον τραβά και πατά ένα κουμπί. Τον φέρνει στ’αφτί του.

«Μεσιτικό γραφείο Οικοκίνηση, λέγετε,» ακούγεται αμέσως η φωνή της Μυράνθης.

«Εγώ είμαι, ο Ζύρος, Μυράνθη. Μια μαλακία έγινε μόλις τώρα…»

«Τι;»

«Δε θα σ’αρέσει, είμαι σίγουρος.»

ΕΤΕΡΟΘΑΛΕΙΣ

Φεύγουμε από τη Μέλβερηθ με το πρώτο πρωινό τρένο και ταξιδεύουμε προς τα νότια, προς την Ύγκρας. Έχουμε κλείσει καμπίνα, βέβαια, για να μπορούμε να ξαπλώσουμε και να κοιμηθούμε, επειδή δεν κοιμηθήκαμε και πολύ ύστερα από το ξενύχτι στο εστιατόριο με τον Σερφάντη.

Ο Ρίβης με ρωτά, καθώς εκείνος είναι ξαπλωμένος στο αποπάνω κρεβάτι κι εγώ στο αποκάτω: «Θα φτάσουμε ώς την Ύγκρας; Ώς τις ερήμους; Τα εισιτήρια που έκοψες είναι για μέχρι εκεί…»

«Ναι…» αποκρίνομαι συλλογισμένα.

«Τι ‘ναι’; Θα πάμε στην Ύγκρας;»

«Δεν είμαι σίγουρος αν η Σαμάνθα ταξίδεψε ώς εκεί, αλλά δεν έχω διασυνδέσεις στις περιοχές ανάμεσα από τη Μέλβερηθ και την Ύγκρας· οπότε δεν έχει νόημα να σταματήσουμε πριν από την Ύγκρας για να ψάξουμε γι’αυτήν.»

«Κι αν δεν έχει, τελικά, πάει στην Ύγκρας;»

Αυτό είναι, πράγματι, ένα πολύ καλό ερώτημα. «Θα δούμε,» του απαντώ. «Ξεκουράσου τώρα. Θα μας χρειαστεί να είμαστε ξεκούραστοι.»

Η Κλεισμένη νιαουρίζει κάτω απ’το κρεβάτι μου.

«Ησυχία,» της λέω, απλώνοντας το χέρι μου για να πιάσω την ουρά της. Εύκολα μού ξεγλιστρά.

*

Φτάνουμε στην Ύγκρας το μεσημέρι, και η ζέστη εδώ, στις παρυφές της ερήμου, είναι πολύ δυνατή.

Καθώς βγαίνουμε από το τρένο μέσα στο τετράκυκλο όχημά μας, ο Ρίβης λέει: «Μα τους θεούς! Πώς ζουν σε τούτα τα μέρη, Ζορδάμη;» Χρησιμοποιώντας ένα παλιό περιοδικό κάνει αέρα στο πρόσωπό του.

Γελάω. «Δεν έχει και τόση ζέστη σήμερα. Αλλά πρέπει να σου αγοράσουμε κι εσένα ένα ζευγάρι γυαλιά.» Εγώ έχω ήδη φορέσει τα δικά μου, προστατεύοντας τα μάτια μου με μαύρους φακούς. «Και πρέπει, επίσης, ν’αγοράσουμε κι άλλους εξοπλισμούς, κατάλληλους για εδώ.»

Καθώς οδηγώ το όχημά μου μέσα στους δρόμους της Ύγκρας, που άλλοι είναι πλακόστρωτοι, άλλοι όχι, άλλοι σε καλύτερη κατάσταση, άλλοι σε χειρότερη, ο Ρίβης παρατηρεί: «Φαίνεται να ξέρεις αυτές τις περιοχές…»

«Ναι,» του λέω. «Κάποτε θεωρούσα την Ύγκρας δεύτερη πατρίδα μου.» Τα οικοδομήματά της είναι τα πιο ανομοιόμορφα που έχω δει σε πόλη της Σεργήλης: ψηλά και χαμηλά, διαφόρων σχημάτων και σχεδίων, πλούσια και φτωχικά: από τη μια καλύβες, από την άλλη μια ψηλή πολυκατοικία, και παραδίπλα μια βίλα. Σα να μην είναι μία πόλη αλλά πολλές πόλεις που τις έχεις ενώσει με τρόπο τυχαίο ώστε να φτιάξεις ένα αλλόκοτο ψηφιδωτό. Επίσης, ακόμα φαίνονται κάποιες ζημιές στα οικοδομήματα από τον μεγάλο πόλεμο με τους Παντοκρατορικούς. Ακόμα – έξι χρόνια ύστερα από την απελευθέρωση της Σεργήλης – η Ύγκρας δεν έχει ανοικοδομηθεί πλήρως, παρά τις προσπάθειες που έχω ακούσει ότι έχει καταβάλλει η καινούργια Αρχόντισσα της, η Καρλάνη, η οποία κάποτε ήταν Πρόμαχος της Επανάστασης.

«Δεν τη θεωρείς δεύτερη πατρίδα σου πια;» ρωτά ο Ρίβης.

«Δε νομίζω… Έχω ταξιδέψει πολύ. Πάρα πολύ, ίσως.» Πού στη Σεργήλη δεν έχω πάει; αναρωτιέμαι φευγαλέα. Απάντηση που έρχεται αμέσως στο μυαλό μου: Στα ερείπια της Αλαργινής – της πόλης στις ακτές του Πορφυρού Κενού που λένε ότι καταστράφηκε από τους τρομερούς Ανέμους που φυσάνε από εκεί.

«Από πού είσαι, Ζορδάμη; Πού γεννήθηκες;»

«Στην Κόρλας; Ξέρεις πού είναι;»

Ο Ρίβης δείχνει συλλογισμένος.

Γελάω. «Κανένας δεν ξέρει πού είναι η Κόρλας! Κι όμως δεν είναι και τόσο μικρή πόλη.»

«Δεν πρέπει νάναι μακριά από εδώ, ε;»

«Βόρεια της Ύγκρας βρίσκεται, στις όχθες του ποταμού Σέρντιληθ.»

«Όχι και πολύ κοντά, δηλαδή.»

«Ναι, δεν είναι πολύ κοντά. Γύρω στα τετρακόσια-πενήντα χιλιόμετρα. Αλλά, παλιότερα, προτού μπλέξω με τη Δυναστεία, ερχόμουν συχνά στην Ύγκρας. Ήταν, για εμένα, τότε, ένα μέρος γεμάτο περιπέτεια. Τώρα… η αντίληψή μου έχει αλλάξει για πολλά πράγματα. Εσύ, υποθέτω, δεν ξανάχεις έρθει στην Ύγκρας…»

«Όχι,» αποκρίνεται ο Ρίβης, «δεν ξανάχω έρθει εδώ. Λατρεύουν τον Κάρτωλακ σε τούτα τα μέρη;»

«Κυρίως τον Μεχρέτ λατρεύουν, τον θεό των ερήμων. Αλλά ίσως να υπάρχουν και κάποιοι που λατρεύουν τον Κάρτωλακ – δεν είμαι βέβαιος. Πάντως, σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι που λατρεύουν την Αρτάλη και τη Λόρκη. Οπότε….» Ανασηκώνω τους ώμους ενώ συνεχίζω να οδηγώ με προσοχή μέσα στους δρόμους της Ύγκρας. Δεν έχει παρά ελάχιστη κίνηση λόγω της ώρας (οι σώφρονες αναζητούν σκιά μέσα στο μεσημέρι) αλλά δεν μπορώ και να τρέχω. Κάρα είναι σταματημένα στις άκριες των δρόμων και στις γωνίες, καθώς κι άλλα μηχανοκίνητα οχήματα κάπου-κάπου· και φυσικά κανένας περαστικός μπορεί να πεταχτεί από εκεί που δεν τον περιμένεις, όπως επίσης και κανένα ζώο.

Πηγαίνω στην αγορά και βρίσκουμε κάποια καταστήματα που είναι ανοιχτά ακόμα, παρότι μεσημέρι. Βγαίνω από το όχημα και λέω στον Ρίβη νάρθει μαζί μου. Η Κλεισμένη δεν μας ακολουθεί· μένει κουλουριασμένη στη σκιά.

«Τι θα πάρουμε; Ρούχα;» με ρωτά ο αδελφός της Ασημίνας ακολουθώντας με προς ένα μαγαζί που στο εσωτερικό του κρέμονται διάφορα ενδύματα.

«Καπέλα. Και γυαλιά για σένα.»

Αφού τα έχουμε προμηθευτεί, επιστρέφουμε στο όχημά μας και βγάζω τον τηλεπικοινωνιακό πομπό μου. Τρίβοντας το μέτωπό μου προσπαθώ να θυμηθώ τον τηλεπικοινωνιακό κώδικα του Βερνάχ, του ανθρώπου της Σιδηράς Δυναστείας που έκανε κουμάντο σε μια επιχείρηση λαθρεμπορίου ποτών όταν ήμουν εδώ· αλλά ο τηλεπικοινωνιακός κώδικας δεν έρχεται στο μυαλό μου. Τον έχω ξεχάσει. Δεν πειράζει όμως. Πρέπει να τον έχει αλλάξει, ούτως ή άλλως, γιατί προτού φύγω από την Ύγκρας το λαθρεμπόριο ποτών είχε ανακαλυφθεί από την Αρχόντισσα και ο Βερνάχ χρειάστηκε να εγκαταλείψει τον Κρυφό Κήπο – το μέρος όπου βάζαμε τα ποτά.

«Τι είναι, Ζορδάμη;» με ρωτά ο Ρίβης.

Αναστενάζω. «Τίποτα.» Κρύβω πάλι τον πομπό σε μια τσέπη του παντελονιού μου. «Δε μπορώ να θυμηθώ έναν τηλεπικοινωνιακό κώδικα. Αλλά δεν είναι απαραίτητος. Και μάλλον έχει αλλάξει, έτσι κι αλλιώς. Θα έρθουμε σε επαφή με μια σύνδεσμό μας εδώ.»

«Τώρα; Μες στο μεσημέρι;»

«Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο, Ρίβη. Δεν ξέρουμε καν αν η Σαμάνθα κι ο Ύαν πέρασαν από εδώ, και πρέπει να το μάθουμε.» Ενεργοποιώ πάλι το όχημά μου και οδηγώ μέσα στους δρόμους της Ύγκρας.

«Κάποια στιγμή πρέπει να επισκευάσουμε και τα τζάμια,» σχολιάζει ο Ρίβης.

«Ναι,» συμφωνώ. «Και όχι μόνο.» Το όχημα είναι χάλια ύστερα από τις επιθέσεις της Χωροφυλακής της Νίρβεκ. Αν δεν ήταν από τα δυνατά οχήματα που χρησιμοποιούνται στα Φέρνιλγκαν θα είχε διαλυθεί, υποπτεύομαι.

Πηγαίνω σ’ένα πανδοχείο που ονομάζεται Σκιά και είναι στο κέντρο της Ύγκρας. Πλάι του, από τη μια μεριά, υπάρχει ένας στάβλος γεμάτος καμήλες και κάποια άλογα· από την άλλη μεριά είναι ένα γκαράζ, όπου πέντε κάρα είναι σταθμευμένα, καθώς κι ένα τετράκυκλο όχημα και δύο δίκυκλα. Βάζω και το δικό μου όχημα στο γκαράζ και πληρώνω τον φύλακα.

Καθώς βαδίζουμε προς την τραπεζαρία της Σκιάς, ο Ρίβης με ρωτά: «Καλά, σε τούτα τα μέρη πιο πολύ καμήλες και κάρα χρησιμοποιούν παρά μηχανοκίνητα οχήματα;»

«Σε εκπλήσσει; Δεν έχεις δει πώς είναι η έρημος; Ούτε σε φωτογραφίες; Ούτε σε ταινίες;»

«Ναι, έχω δει πώς είναι,» λέει ο Ρίβης.

«Χρειάζεσαι ειδικούς τροχούς για να κινηθείς πάνω στις άμμους.»

«Το δικό μας όχημα μπορεί να κινηθεί;»

«Οριακά, ίσως. Οι τροχοί του δεν είναι ακριβώς κατάλληλοι. Είναι περισσότερο για περιοχές όπως τα Φέρνιλγκαν – δάση, κακοτράχαλα εδάφη…»

Η τραπεζαρία είναι κοσμοπλημμυρισμένη και πολύβοη. Η μόνη μουσική που ακούγεται είναι η βαβούρα του κόσμου – φωνές, γέλια, μουρμουρητά – τα τριξίματα καρεκλών πάνω στο πάτωμα, και τα κλικ κλακ των πιάτων, των μαχαιροπίρουνων, και των ποτηριών. Βρίσκουμε ένα μικρό τραπέζι κοντά στον νότιο τοίχο και καθόμαστε. Πλάι μας, σχεδιασμένη με πολύ απλές μαύρες γραμμές, είναι μια τοιχογραφία που απεικονίζει έναν νομάδα επάνω σε καμήλα. Από κάτω του είναι η υπογραφή του καλλιτέχνη, την οποία δεν μπορώ να διαβάσω έτσι όπως την έχει κάνει.

«Έχουμε σύνδεσμο εδώ;» ρωτά ο Ρίβης. «Της οικογένειας;»

«Ναι.» Κι ελπίζω να δουλεύει ακόμα στο πανδοχείο.

Κοιτάζω ανάμεσα στον κόσμο και σύντομα την εντοπίζω: μια καφετόδερμη γυναίκα γύρω στα τριανταπέντε, με μακριά, σγουρά μαύρα μαλλιά και δόντια που μοιάζουν πολύ μεγάλα και πολύ άσπρα. Η Νεσράτλα. Η καταγωγή της είναι από τους νομάδες της ερήμου, πράγμα φανερό όχι μόνο από το όνομά της αλλά κι από την όλη της εμφάνιση. Γνωρίζει τον Βερνάχ από παλιά, απ’ό,τι ξέρω. Ίσως να ήταν κι αυτή επαναστάτρια κάποτε, όπως εκείνος. Αλλά δεν είμαι σίγουρος· δεν την είχα δει παρά τρεις, τέσσερις φορές όσο βοηθούσα τον Βερνάχ στο λαθρεμπόριο πριν από κανένα χρόνο.

Της κάνω νόημα τώρα να έρθει στο τραπέζι μας – ένα νόημα που μας αναγνωρίζει ως μέλη της Σιδηράς Δυναστείας. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι η Νεσράτλα θα με θυμάται.

«Καλό μεσημέρι,» χαιρετά χαμογελώντας μας με γυαλιστερά δόντια, «κι ο Μεχρέτ να οδηγεί τα βήματά σας. Τι θα πάρετε;»

«Είμαστε της οικογένειας,» της λέω. «Και οι δύο.»

Το χαμόγελό της μετριάζεται αλλά δεν σβήνει. «Σε θυμάμαι, ραλίστα,» αποκρίνεται, «απλά δεν ήμουν σίγουρη για τον σύντροφό σου. Τι θα πάρετε, λοιπόν; Δεν ήρθατε για να φάτε;»

«Θα φάμε,» της λέω. «Έχετε ψητή αμμόσαυρα;»

«Ναι.»

«Φέρε μας δύο– όχι, τρεις: δύο για εμάς και μία για την κυρία από δω.» Κοιτάζω την Κλεισμένη που τρίβεται πάνω στα πόδια μου, κάτω απ’το τραπέζι. «Επίσης, μια μεγάλη σαλάτα και δυο ποτήρια Κρύο Ουρανό.»

Η Νεσράτλα σημειώνει στο μπλοκάκι της μ’έναν στιλογράφο.

«Σαύρες;» μορφάζει ο Ρίβης. «Θα φάμε σαύρες;»

«Είναι υπέροχες, θα με θυμηθείς,» του λέω.

«Το ελπίζω.»

«Τι άλλο θέλετε;» ρωτά η Νεσράτλα, κι από τον τρόπο της καταλαβαίνω ότι τώρα μπορούμε να της μιλήσουμε για θέματα της οικογένειας.

«Ψάχνω τον Βερνάχ. Πού είναι, αυτές τις μέρες;»

«Δεν έχεις τον κώδικά του;»

«Όχι.»

Η Νεσράτλα τον γράφει πάνω σ’ένα χαρτάκι του μπλοκ της, το κόβει, και το αφήνει μπροστά μου. «Αυτός είναι,» μου λέει, και φεύγει.

Βγάζω τον τηλεπικοινωνιακό πομπό μου και καλώ τον Βερνάχ, έχοντας τη συσκευή κοντά στο αφτί μου ώστε ν’ακούω μόνο εγώ – είμαστε σε δημόσιο χώρο, αν και φασαριόζικο.

Μια φωνή δεν αργεί να απαντήσει στην κλήση μου: «Ναι;»

«Βερνάχ,» λέω. «Εσύ είσαι;»

«Ποιος είσαι εσύ, είναι το θέμα.»

«Ο Ζορδάμης. Ο ραλίστας. Σίγουρα με θυμάσαι…»

«Τι κάνεις εδώ, Ζορδάμη;»

«Ψάχνω κάποιους. Δύο συγγενείς. Και είναι πολύ σημαντικό να τους βρω.»

«Ποιους;»

«Η μία χρησιμοποιεί πολλά ονόματα· δεν ξέρω με τι όνομα μπορεί να τη γνωρίζεις· εγώ τη γνωρίζω ως Σαμάνθα, κυρίως, αλλά και ως Ζαρνάφι, Κυράλη, και Νιρίφα. Ο άλλος ονομάζεται Ύαν Έπαρχος· είναι κατάμαυρος στο δέρμα και μισθοφόρος.»

«Γιατί τους ψάχνεις, ραλίστα;»

«Δε μπορώ να σου εξηγήσω τώρα· είναι μεγάλη ιστορία. Είμαι στη Σκιά· μόλις μίλησα με τη Νεσράτλα για να πάρω τον τηλεπικοινωνιακό κώδικά σου. Τους έχεις δει ή δεν τους έχεις δει, Βερνάχ; Πέρασαν από εδώ;»

«Τους έχω δει, και η γυναίκα που ξέρεις ως Σαμάνθα ήταν πολύ ανήσυχη–»

«Πού πήγαν;»

«Γνωρίζεις πού είναι η βίλα του Ξενοκράτη;»

«Φυσικά. Εκεί πήγαν;»

«Ναι.»

«Γιατί; Ξέρεις;»

«Ψάχνουν τον Ξενοκράτη, προφανώς.»

Σ’αυτόν ήθελε να μιλήσει η Σαμάνθα; σκέφτομαι. Γι’αυτό ερχόταν νότια; «Σ’ευχαριστώ, Βερνάχ.»

«Συμβαίνει κάτι που πρέπει να ξέρω; Μπορούμε να συναντηθούμε;»

«Δυστυχώς,» του λέω, «πρέπει να φύγω το συντομότερο δυνατό. Εσύ πότε τους είδες εδώ;»

«Χτες το μεσημέρι.»

«Και πότε έφυγαν από την Ύγκρας;»

«Το απόγευμα, μόλις είχε αρχίσει λίγο να πέφτει ο ήλιος. Τους έδωσα, μάλιστα, ένα όχημα. Σου είπα, η γυναίκα που ξέρεις ως Σαμάνθα ήταν πολύ ανήσυχη. Πιστεύει ότι κάτι άσχημο συμβαίνει μέσα στην οικογένεια – έτσι μου είπε.»

«Ναι,» αποκρίνομαι, «κάτι άσχημο όντως συμβαίνει, Βερνάχ. Αλλά εσύ με τι όνομα ξέρεις αυτή τη γυναίκα;»

«Αστερόπη.»

Αστερόπη… σκέφτομαι. Αναρωτιέμαι πιο, τελικά, να είναι το πραγματικό της! «Τέλος πάντων, σ’ευχαριστώ και πάλι. Είσαι καλά, κατά τα άλλα;»

«Μέχρι στιγμής.»

«Συνεχίζετε τις παλιές δουλειές σας;»

(Η Νεσράτλα έρχεται και μας φέρνει τις τρεις ψητές αμμόσαυρες, τη σαλάτα, και τα δύο ποτήρια Κρύο Ουρανό. Ύστερα φεύγει σιωπηλά, σαν να μην ξέρει τίποτα για εμάς.)

«Με άλλα πράγματα ασχολούμαστε τώρα.»

«Τους χαιρετισμούς μου στους άλλους.»

«Ο Μεχρέτ να οδηγεί τα βήματά σου, ραλίστα.»

Η τηλεπικοινωνία μας τερματίζεται και κρύβω πάλι τον πομπό μου. Πιάνω το ένα πιάτο με ψητή αμμόσαυρα και το βάζω κάτω, στο πάτωμα, κοντά στα πόδια μου. Η Κλεισμένη μυρίζει το φαγητό και μετά, κρατώντας το σταθερό με τα μπροστινά πόδια της, αρχίζει να τρώει.

«Τους βρήκες,» παρατηρεί ο Ρίβης, που δεν μπορούσε ν’ακούει όσα μού έλεγε ο Βερνάχ αλλά προφανώς κατάλαβε πολλά πράγματα απ’ αυτά που έλεγα εγώ.

«Ναι.»

«Είναι μακριά;»

«Εκατό χιλιόμετρα προς τα δυτικά.»

«Ποια πόλη είν’ εκεί;»

«Καμία.» Αρχίζω να τρώω την ψητή αμμόσαυρά μου με πιρούνι και μαχαίρι.

«Σε όαση είναι; Μες στην έρημο;»

«Δεν είναι όαση ακριβώς. Μια βίλα είναι. Ή μάλλον, φρούριο μπορείς να το αποκαλέσεις καλύτερα. Φάε.» Δείχνω την αμμόσαυρά του με το πιρούνι μου. «Είναι καλή· θα δεις.»

Ο Ρίβης τη δοκιμάζει.

«Δεν είναι καλή;»

Νεύει καταφατικά, και τρώει κι άλλη μπουκιά. «Καλή είναι.»

«Υπάρχουν νομάδες της ερήμου που το θεωρούν βλάσφημο να τρως αμμόσαυρα,» του λέω.

«Γιατί;»

«Υποτίθεται πως είναι πλάσματα ευλογημένα από τον Μεχρέτ.»

«Σοβαρολογείς;»

«Επίσης,» του λέω, «σε τούτα τα μέρη μια ωραία ή έξυπνη ή ικανή γυναίκα μπορείς να την αποκαλέσεις αμμόσαυρα ως κομπλιμέντο.»

«Σοβαρολογείς;» ξαναρωτά ο Ρίβης γελώντας.

«Ναι.»

«Είσαι πλανόβιος, Ζορδάμη!»

Τώρα είναι η δική μου σειρά να γελάσω. «Ναι, υποθέτω θα μπορούσες να με πεις ‘πλανόβιο’, έτσι όπως έχω καταλήξει. Όχι, βέβαια, πως και προτού μπλέξω με τη Δυναστεία δεν περιπλανιόμουν αρκετά. Έχω συμμετάσχει σε διάφορα ράλι, σε πολλά μέρη της Σεργήλης.»

Κάνουμε ελαφριά κουβέντα ενώ συνεχίζουμε το φαγητό μας και, όταν τελειώνουμε, λέω στον Ρίβη: «Κανονικά, είναι ανωμαλία να φύγουμε τώρα από την Ύγκρας. Ο ήλιος της ερήμου θα μας λιώσει. Αλλά πρέπει να φύγουμε, γιατί ο χρόνος μάς πιέζει. Και είμαι ξεκούραστος· μπορώ άνετα να οδηγώ – τόσες ώρες μες στο τρένο κοιμόμουν.»

«Εντάξει,» αποκρίνεται ο Ρίβης, «δεν έχω πρόβλημα. Πάμε.»

*

Ταλαιπωρούμαστε μέχρι να φτάσουμε στη βίλα του Γρύπα Ξενοκράτη. Το όχημά μου, παρότι δεν είναι της πόλης, δεν είναι επίσης φτιαγμένο για να διασχίζει ερήμους. Δηλαδή, μπορεί να τις διασχίσει αλλά δεν το κάνει εύκολα. Κάθε τρεις και λίγο μπλέκω μέσα σε λακκούβες που σχηματίζονται από την άμμο, κι όταν είναι να το βάλω ν’ανεβεί σε καμια αμμοπλαγιά πηγαίνει σαν σαλιγκάρι: πέφτει ανεβαίνει, πέφτει ανεβαίνει, πέφτει ανεβαίνει, ώσπου τελικά να φτάσει επάνω.

Η Κλεισμένη γρυλίζει και νιαουρίζει, νευρικά. Ο Ρίβης κάνει αέρα στον εαυτό του με το παλιό περιοδικό που έχει βρει μέσα στο όχημα.

Ο ήλιος γέρνει προς τη δύση, δίνοντας στην άμμο και στις θίνες της το χρώμα του κοκκινωπού χρυσαφιού καθώς απλώνονται προς κάθε κατεύθυνση του ορίζοντα.

«Θα φτάσουμε ώς το βράδυ;» με ρωτά, σε κάποια στιγμή, ο Ρίβης.

«Σίγουρα,» του λέω.

Και πράγματι, τώρα που βλέπουμε τη βίλα του Γρύπα Ξενοκράτη δεν έχει νυχτώσει ακόμα. Ψηλά πέτρινα τείχη μες στη μέση της ερήμου, και μια μεγάλη μεταλλική πύλη.

«Αυτό είναι;» ρωτά ο Ρίβης.

«Ναι.»

«Σαν φρούριο είναι.»

«Σ’το είπα, δεν σ’το είπα; Πίσω από τα τείχη, όμως, είναι σαν όαση. Σαν παράδεισος μέσα στη ζέστη της ερήμου.»

«Έχει και το βράδυ τόση ζέστη; Πώς κοιμούνται εδώ;»

«Όχι,» του λέω· «τη νύχτα έχει πολύ κρύο στις ερήμους.»

Οδηγώ το όχημά μου προς το φρούριο του Ξενοκράτη, πλησιάζοντας την ψηλή σιδερένια πύλη, πάνω από την οποία βρίσκεται ένα φυλάκιο. Σταματάω εκεί μπροστά και, από το σπασμένο παράθυρο πλάι μου, φωνάζω στον φύλακα:

«Θέλω να μιλήσω στον κύριο Ξενοκράτη!»

«Ποιος είσαι;»

«Ζορδάμη, με λένε. Ο ραλίστας είμαι, πες του. Με ξέρει καλά. Μπορεί κι εσύ να με ξέρεις· βοήθησα εναντίον του Άφευκτου.»

Ο φύλακας μού απαντά: «Ο κύριος Ξενοκράτης δεν βρίσκεται εδώ, κύριε Ζορδάμη.»

«Γαμώ τα πόδια της Λόρκης γαμώ…» μουρμουρίζω κάτω απ’την ανάσα μου. «Ποιος είναι εδώ;» φωνάζω. «Είναι εδώ ο Ύαν Έπαρχος; Είναι εδώ η Μελένια;» Η κόρη του Ξενοκράτη, που αποκαλεί τον μπαμπά της κύριο Ξενοκράτη και ποτέ δεν θα πίστευα ότι ήταν παιδί του αν δεν μου το έλεγε η ίδια.

«Μισό λεπτό,» αποκρίνεται ο φύλακας, και τον βλέπω μέσα στο φυλάκιο να μιλά σ’έναν επικοινωνιακό δίαυλο.

«Μα τους θεούς,» λέει ο Ρίβης, δίπλα μου, «πώς είναι δυνατόν να γνωρίζεις τόσα μέλη της Δυναστείας, Ζορδάμη; Υπάρχει κανένα μέλος στη Σεργήλη που να μην το γνωρίζεις;»

Γελάω με τα λόγια του καθώς και με τον τόνο της φωνής του. Παλιότερα, εγώ ήμουν εκείνος που εντυπωσιαζόμουν από τις διασυνδέσεις των άλλων μέσα στην οικογένεια. Και να φανταστείς ότι ο Ρίβης είναι μέλος πιο πολλά χρόνια απ’ό,τι εγώ… Τι να πω; Διδάχτηκα γρήγορα. Διδάχτηκα με τον δύσκολο – τον βίαιο, ίσως – τρόπο.

«Δεν υπάρχει κανένας – κανένας – που να γνωρίζει όλα τα μέλη της Σιδηράς Δυναστείας, Ρίβη, όπως αναμφίβολα θα ξέρεις,» του απαντώ.

Εκείνος, κουνώντας το κεφάλι, ανάβει τσιγάρο.

Η Κλεισμένη νιαουρίζει, καθισμένη στα πίσω πόδια της στο πισινό κάθισμα του οχήματος.

Ο φρουρός μού φωνάζει από το φυλάκιο: «Ποιος άλλος είναι μαζί σου;»

«Ένας δικός μας άνθρωπος, και μια γάτα.»

Ο φρουρός γελά. «Ελπίζω η γάτα σου να μην είναι επικίνδυνη!» Τον βλέπω να αγγίζει κάποια κονσόλα μέσα στο φυλάκιο, και η σιδερένια πύλη μπροστά μας χωρίζεται σε δύο φύλλα, ανοίγοντας. «Μπορείτε να περάσετε.»

Του γνέφω από το παράθυρο και βάζω το όχημά μου στον κήπο που κρύβεται πίσω από τα ψηλά, πέτρινα τείχη. Οδηγώ επάνω στα λιθόστρωτα μονοπάτια και, περνώντας δίπλα από μια τεχνητή πηγή που αναβλύζει ανάμεσα από πέτρες, φτάνω στον χώρο στάθμευσης της βίλας.

«Για να διατηρεί κάποιος τέτοιο μέρος εδώ, μες στην έρημο, πρέπει νάναι πλούσιος,» παρατηρεί ο Ρίβης. «Πιο πλούσιος από εμένα και την αδελφή μου, ίσως.»

«Δεν ξέρω ποιος είναι πιο πλούσιος, αλλά, ναι, ο Γρύπας Ξενοκράτης έχει αναμφίβολα πολλά λεφτά. Είσαι σίγουρος πως δεν τον έχεις ξανακούσει;»

«Νομίζω πως το αφτί μου τον έχει πάρει, μα δεν είχα ποτέ συναναστροφές μαζί του. Η Ασημίνα ίσως να ξέρει πιο πολλά γι’αυτόν. Η Ασημίνα ανέκαθεν ασχολιόταν περισσότερο με τη Δυναστεία.»

«Η μητέρα σας;» τον ρωτάω καθώς σταθμεύω το όχημά μου ανάμεσα στα υπόλοιπα που είναι σταματημένα εδώ.

«Τι;»

«Είναι στη Δυναστεία; Ζει ακόμα;»

«Η μητέρα μας δεν ήταν στη Δυναστεία, και όχι, ραλίστα, δεν ζει. Πέθανε πριν από τον πατέρα μας. Οι Παντοκρατορικοί…»

Συνοφρυωμένος, στρέφομαι να τον κοιτάξω. «Τη σκότωσαν;»

«Την απήγαγαν, και την κρατούσαν αιχμάλωτη κάπου, για ν’αναγκάσουν τον πατέρα μας να δουλέψει γι’αυτούς. Ήταν επιστήμονας· το ξέρεις, έτσι;»

«Ναι. Και τι έγινε αφότου διώχτηκαν οι Παντοκρ–;»

Ο Ρίβης στρέφει το βλέμμα του αλλού: πίσω μου.

Κοιτάζω κι εγώ προς εκείνη τη μεριά και, μέσα από τις σκιές του απογεύματος, βλέπω μια γυναίκα να μας πλησιάζει ξεπροβάλλοντας από ένα μονοπάτι του κήπου. Έχει δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ, και μαλλιά ξανθά και μακριά, που χύνονται καλοχτενισμένα στους ώμους της και μια χτένα τα απομακρύνει από το μέτωπό της· επάνω στη χτένα μικροί λίθοι στραφταλίζουν. Μια φαρδιά μπλούζα τη ντύνει, γκρίζα με μπλε νερά, η οποία αφήνει τον αριστερό της ώμο εκτεθειμένο και έχει μανίκια ώς τον αγκώνα. Γύρω από τα πόδια της πέφτει μια μακριά, πτυχωτή, βαθυκόκκινη φούστα που χωρίζεται στα δύο σαν παντελόνι. Φορά ασημόχρωμα σανδάλια με χαμηλό τακούνι. Στα χέρια της δαχτυλίδια και βραχιόλια γυαλίζουν. Το πρόσωπό της είναι άψογα βαμμένο. Από τ’αφτιά της μακριά σκουλαρίκια κρέμονται.

Η Μελένια.

«Θεοί…» μουρμουρίζει ο Ρίβης, μην κρύβοντας τον θαυμασμό του για την κόρη του Ξενοκράτη.

«Ναι,» του λέω εξακολουθώντας να ατενίζω τη Μελένια, «στολίζεται όμορφα, ομολογουμένως.» Όχι πως δεν είναι γενικά όμορφη, δηλαδή.

Ανοίγω την πόρτα πλάι μου και βγαίνω από το όχημα, ενώ ο Ρίβης βγαίνει από την άλλη μεριά.

«Ζορδάμη,» λέει η Μελένια, πλησιάζοντάς με και φιλώντας με στην άκρη του στόματος. «Μου είπαν ότι ψάχνεις τον κύριο Ξενοκράτη. Και τον Ύαν.» Υπάρχει απορία στα μάτια της.

«Ναι,» αποκρίνομαι. «Είναι εδώ;»

Η Μελένια κουνά το κεφάλι αρνητικά.

«Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος;»

«Κανένας από τους δύο.»

«Δεν είχε έρθει ο Ύαν μαζί με… με μια γυναίκα που εγώ ξέρω, κυρίως, ως Σαμάνθα αλλά εσύ εδώ ίσως να ξέρεις ως Αστερόπη; Τουλάχιστον, ο Βερνάχ μού είπε ότι ως Αστερόπη την ξέρει.»

Η Μελένια χαμογελά λιγάκι λοξά. «Σαμάνθα…»

Συνοφρυώνομαι. «Τι;»

Η Μελένια νεύει. «Είχαν έρθει,» μου λέει, «αλλά έφυγαν.» Στρέφει το βλέμμα της στον Ρίβη. «Ποιος είναι ο κύριος;»

«Ρίβης ονομάζεται. Της οικογένειας, φυσικά.»

Η γάτα δίπλα μου νιαουρίζει.

«Κι από δω η Κλεισμένη,» λέω.

Η Μελένια υψώνει ένα φρύδι, υπομειδιώντας.

«Ήρθαμε για να μιλήσουμε στον Ύαν και στη Σαμάνθα. Πού πήγαν;» ρωτάω.

«Γιατί θέλετε να τους μιλήσετε;»

«Πρόκειται για σημαντικό θέμα. Πολύ σημαντικό.»

«Συμβαίνει κάτι άσχημο μέσα στη Δυναστεία;»

«Σ’το είπε η Σαμάνθα, να υποθέσω;»

Η Μελένια νεύει ξανά. «Ναι. Αλλά δεν μπήκε σε λεπτομέρειες,» προσθέτει με κάποια δυσαρέσκεια (και θυμό, ίσως).

«Είχαν έρθει εδώ για να βρουν τον κύριο Ξενοκράτη, σωστά;»

«Ναι.»

«Και πού είναι τώρα, Μελένια; Τους είπες πού βρίσκεται ο κύριος Ξενοκράτης;»

«Θα μου εξηγήσεις τι συμβαίνει;» με ρωτά η Μελένια, χωρίς ν’απαντήσει στη δική μου ερώτηση. «Θα μου πεις γιατί τους ψάχνεις και τι γίνεται γενικά μέσα στη Δυναστεία; Είναι, όντως, τα πράγματα τόσο άσχημα όσο φαίνεται να νομίζει η… Σαμάνθα;» Με ειρωνεία άρθρωσε το όνομα ή είναι η ιδέα μου; Δεν τα πάνε καλά οι δυο τους; Γνωρίζονται από παλιά, ίσως;

Κοιτάζω τον Ρίβη. Εκείνος μορφάζει με τρόπο που μοιάζει να λέει Εντάξει, δεν έχω πρόβλημα.

Στρέφω το βλέμμα μου στη Μελένια. «Πάμε μέσα; Ή προτιμάς να τα πούμε στον κήπο;»

«Ακολουθήστε με,» λέει η κόρη του Ξενοκράτη και, γυρίζοντάς μας την πλάτη, βαδίζει προς το κεντρικό οίκημα της βίλας.

Την ακολουθούμε, και παρατηρώ πως η ματιά του Ρίβη δεν φεύγει ποτέ για πολύ από τη ράχη της. Η πτυχωτή, διχαλωτή φούστα αναδεύεται γύρω από τα πόδια της σαν να είναι υφασμένη από μαγεία. Δεν εκπλήσσει εμένα, φυσικά· την ξέρω τη Μελένια αρκετά καλά. Γνωρίζω τις ικανότητές της.

Όταν είμαστε σ’ένα σαλόνι, στο εσωτερικό της βίλας του Γρύπα Ξενοκράτη, η Μελένια μάς λέει να καθίσουμε και ρωτά τι ποτό θέλουμε να μας κεράσει. Εγώ ζητάω έναν Κρύο Ουρανό, και ο Ρίβης επίσης. Η Μελένια πλησιάζει μια μικρή κάβα στη γωνία, παίρνει ένα μπουκάλι Κρύο Ουρανό από το ψυγείο εκεί, γεμίζει δύο ποτήρια, και μας τα φέρνει. Η ίδια δεν βάζει ποτό για τον εαυτό της. Κάθεται σε μια πολυθρόνα σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο κι ανάβοντας τσιγάρο.

«Τι συμβαίνει, λοιπόν, ραλίστα;» ρωτά φυσώντας καπνό προς το ταβάνι.

Πίνω μια γουλιά Κρύο Ουρανό κι αρχίζω να της διηγούμαι όλα όσα μού συνέβησαν από τότε που έφυγα από τη Χαρπόβη. Δεν κρύβω τίποτα γιατί η Μελένια δεν είναι κανένα τυχαίο μέλος της Σιδηράς Δυναστείας. Αφού, εξάλλου, η Σαμάνθα θέλει να μιλήσει στον Γρύπα Ξενοκράτη, δεν μπορεί να υπάρχει πρόβλημα να γνωρίζει αυτές τις πληροφορίες και η κόρη του! Μου κάνει, μάλιστα, εντύπωση που η Σαμάνθα δεν της τα είπε όλα αυτά ήδη. Κάποια λίγα πράγματα, όμως, πρέπει να της τα έχει πει, πιστεύω, γιατί έχω την αίσθηση πως όσα τής αφηγούμαι τώρα δεν της είναι τελείως άγνωστα. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι ο Ρίβης Παλιόσυρμος είχε τη Σαμάνθα στη φυλακή. Αλλά η Μελένια δεν νομίζω ότι ήξερε πως ήμουν μαζί με τον Ύαν όταν εκείνος επιτέθηκε στη Χωροφυλακή για να πάρει τη Σαμάνθα από τα μπουντρούμια του Παλιόσκυλου.

«Τι πιστεύεις ότι συμβαίνει με την αδελφή σου;» ρωτά η Μελένια τον Ρίβη, όταν τελειώνω με τη διήγησή μου. «Τι έχει στο μυαλό της;»

«Δε μπορώ να μαντέψω,» αποκρίνεται εκείνος.

Η Κλεισμένη, που έχει ήδη κάνει τέσσερις, πέντε φορές τον γύρο του σαλονιού, έρχεται τώρα και πηδά στην αγκαλιά μου. «Ό,τι κι αν συμβαίνει είναι, γενικά, πολύ περίεργο, Μελένια,» λέω. «Εκείνο που ο Σουτούρης ο Τυχερός υποθέτει είναι πως κάποιοι προσπαθούν να διχάσουν τη Δυναστεία.»

Η Μελένια νεύει σιωπηλά.

«Μπορείς να υποθέσεις γιατί;» τη ρωτάω.

«Αν όντως είναι έτσι, θα υπάρχουν κάποια συμφέροντα, υποθέτω. Δε μπορώ να φανταστώ κανέναν άλλο λόγο. Αλλά εσύ, Ζορδάμη, χρωστάς σ’αυτή την Ασημίνα Νέρφελδιφ…»

«Ναι,» λέω, «δεν το έχω ξεχάσει…» Και συνεχίζω, πιο απότομα απ’ό,τι θα ήθελα: «Ελπίζω όλ’ αυτά που κάνω τώρα να τα λάβει κάποιος υπόψη του. Αν δεν της πήγαινα κόντρα, μπορεί σύντομα να είχα ξεχρεωθεί–»

«Θα ξεχρεωθείς,» με διακόπτει η Μελένια: και υπάρχει βεβαιότητα στη φωνή της.

Την ατενίζω συνοφρυωμένος.

«Θα ξεχρεωθείς μετά απ’ αυτά, ραλίστα· σ’το λέω. Μπορείς, μάλιστα, να θεωρείς τον εαυτό σου ήδη ξεχρεωμένο.»

«Έχω ξανακούσει παρόμοιες μαλακίες, Μελένια,» της λέω, επίπεδα.

«Δεν είναι μαλακίες,» μου αποκρίνεται. «Εξάλλου, σκέψου: δεν δρας ήδη σαν ελεύθερο μέλος της Δυναστείας;» Μειδιά, λεπτά, με τα προσεχτικά βαμμένα χείλη της.

«Κατά σύμπτωση,» αποκρίνομαι.

«Δεν υπάρχουν συμπτώσεις μέσα στην οικογένεια, ραλίστα.»

Δεν την πιστεύω. Είναι καλύτερα να μην πιστεύεις κανέναν όταν βρίσκεσαι μπλεγμένος με τη Σιδηρά Δυναστεία. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Τη ρωτάω, αλλάζοντας θέμα: «Πού έχουν πάει η Σαμάνθα και ο Ύαν;»

«Προς την Κάρντλας.»

«Εκεί τούς έστειλες; Εκεί είναι ο κύριος Ξενοκράτης;»

«Ναι. Έχει κάποιες δουλειές.»

«Κι εγώ, λοιπόν, στην Κάρντλας πρέπει να κατευθυνθώ,» λέω.

«Δε θα μείνεις εδώ απόψε;»

Κοιτάζω έξω από το παράθυρο, βλέποντας πως στον κήπο έχει σκοτεινιάσει. «Ναι· είναι ήδη αργά,» λέω χαϊδεύοντας τ’αφτιά της Κλεισμένης.

«Τη γάτα πού τη βρήκες;» με ρωτά η Μελένια.

«Αυτή,» αποκρίνομαι, «είναι μια ιστορία για άλλη φορά.» Ο Κρύος Ουρανός έχει τελειώσει στο ποτήρι δίπλα μου.

*

Αφού η Μελένια με οδηγεί σ’ένα δωμάτιο του ξενώνα της βίλας – το ίδιο δωμάτιο, νομίζω, όπου είχα φιλοξενηθεί και την προηγούμενη φορά που ήμουν εδώ – γδύνομαι και μπαίνω στο λουτρό για να πλυθώ, να ξεφορτωθώ τον ιδρώτα και τη σκόνη της ερήμου από πάνω μου, και να δροσιστώ. Όταν βγαίνω από το μπάνιο, με μια πετσέτα τυλιγμένη γύρω από τη μέση μου, δεν εκπλήσσομαι που η Κλεισμένη δεν βρίσκεται μόνη στο δωμάτιο.

Η Μελένια είναι μισοξαπλωμένη επάνω στο κρεβάτι, ντυμένη μ’ένα βαθυγάλαζο μεσοφόρι με ασημιές δαντέλες. Δε φορά τώρα τη χτένα που φορούσε πριν, αλλά οι δύο μπροστινές τούφες των ξανθών μαλλιών της είναι πιασμένες πίσω μ’ένα κοκαλάκι.

Μου χαμογελά σαγηνευτικά.

Της επιστρέφω το χαμόγελο.

«Είχε αφήσει ο κύριος Ξενοκράτης οδηγίες για εμένα, σε περίπτωση που ερχόμουν;» λέω, μεταξύ αστείου και σοβαρού, πλησιάζοντας το κρεβάτι.

«Τι ανόητος που είσαι,» μου αποκρίνεται, στον ίδιο τόνο.

Η Κλεισμένη μάς κοιτάζει καλά-καλά, από εκεί όπου βρίσκεται, κουλουριασμένη δίπλα στο αναμμένο τζάκι.

Γελάω και κάθομαι στο κρεβάτι, κοντά στη Μελένια. Εκείνη με περιεργάζεται με το βλέμμα της χωρίς να μιλά. Τα δύο δάχτυλα του δεξιού χεριού της διατρέχουν το δέρμα μου, από το στήθος προς την κοιλιά.

«Τραυματίστηκες,» παρατηρεί. Η ουλή είναι ακόμα φανερή.

«Ναι.»

«Πού;»

«Στο Μαύρο Δόντι, σε μια συμπλοκή. Παραλίγο να πεθάνω. Αλλά είμαι ακόμα ζωντανός.»

Η Μελένια παίρνει γονατιστή θέση πάνω στο κρεβάτι. «Τη γάτα πού τη βρήκες, τελικά;»

«Στην Άντχορκ. Παράξενη ιστορία.»

«Δε θέλεις να μου την πεις;»

«Βαριέμαι, για να είμαι ειλικρινής,» της λέω, και ξαπλώνω στο κρεβάτι. Είμαι κουρασμένος. Από το πρωί ταξιδεύουμε μαζί με τον Ρίβη.

Η Μελένια, εξακολουθώντας νάναι γονατιστή, σέρνει το χέρι της πάνω στο γόνατό μου: και μετά, το χέρι γλιστρά κάτω απ’την πετσέτα που είναι τυλιγμένη γύρω μου, ανεβαίνοντας ενώ χαϊδεύει το εσωτερικό του μηρού μου. Οι τρίχες μου ορθώνονται, και όχι μόνο οι τρίχες μου. Η Μελένια αγγίζει τη στύση μου κινώντας τα δάχτυλά της έμπειρα, ερεθίζοντας κάθε νεύρο μου, σαν μια ρευστή φωτιά να εξαπλώνεται από την κοιλιά μου προς ολόκληρο το σώμα μου. Ύστερα, λύνει την πετσέτα μου και μου γυρίζει την πλάτη. «Θα με βοηθήσεις με τα κουμπιά;» ρωτά καθώς βλέπω τα κουμπιά της ράχης του μεσοφοριού της.

Ανασηκώνομαι και τα ξεκουμπώνω ένα-ένα, φιλώντας το λευκό δέρμα της, από τον αυχένα ώς τη μέση. Μ’αρέσει ν’αγγίζω τα κόκαλα της σπονδυλικής της στήλης με τη γλώσσα μου: είναι σαν να αναζητώ να βρω κάτι κρυμμένο κάτω από την επιφάνεια. Την αισθάνομαι ν’αναπνέει πιο γρήγορα, καθώς την κρατάω κοντά μου. Πιάνω τις άκριες του μεσοφοριού της και το κατεβάζω, ενώ ακόμα βρίσκομαι πίσω της. Το δεξί μου χέρι παγιδεύει το αριστερό της στήθος, το αριστερό μου χέρι το δεξί της στήθος. Τα χείλη μου σέρνονται στο πλάι του λαιμού της, η γλώσσα μου αγγίζει το αφτί της. «Θα παίξουμε Η Λόρκη Δεμένη πάλι;» της ψιθυρίζω. Η Μελένια γελά· «Μετά ίσως,» μου απαντά, και το ένα της χέρι γλιστρά πίσω, ανάμεσα από τους μηρούς της, χαϊδεύοντάς με κι εμένα ανάμεσα στους μηρούς και κλέβοντάς μου την ανάσα. Ύστερα, η Μελένια στηρίζεται στα τέσσερα πάνω στο κρεβάτι, κι εγώ, ακόμα γαντζωμένος σαν μανδύας στην πλάτη της, γλιστρώ μέσα της. Τα χέρια της τώρα αρπάζουν τα κάγκελα του κρεβατιού καθώς τα σώματά μας λικνίζονται αργά, ρυθμικά, χωρίς βιασύνη. Το καταραμένο κοκαλάκι στο κεφάλι της με γρατσουνίζει στο μάγουλο ή στον ώμο κάθε τόσο· το πιάνω και το πετάω παραδίπλα, ελευθερώνοντας τα μαλλιά της, φιλώντας τα καθώς χύνονται στους ώμους της.

Νομίζω πως κι οι δύο καταφέρνουμε να καθυστερήσουμε όσο περισσότερο μπορούμε, να φτάσουμε όσο πιο ψηλά μπορούμε, προτού τα σώματά μας τελικά εξαντληθούν. Δεν είναι δύσκολο να το κατορθώσεις αυτό με τη Μελένια· ξέρει ακριβώς τι κάνει, όπως έχω διαπιστώσει και παλιότερα. Είναι εντυπωσιακή, με διάφορους τρόπους και για διάφορους λόγους.

Ξαπλώνω ανάσκελα στο κρεβάτι, ιδρωμένος και λαχανιασμένος, κι εκείνη ξαπλώνει παραδίπλα, μπρούμυτα, κοιτάζοντάς με στο πλάι και χαμογελώντας, με τα μάτια της να γυαλίζουν.

Η Κλεισμένη παρατηρώ πως έχει κοιμηθεί κοντά στο αναμμένο τζάκι, ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται, κουλουριασμένη καθώς είναι.

Μετά από λίγο ρωτάω τη Μελένια: «Την ξέρεις τη Σαμάνθα από παλιά;»

Εκείνη γελά, ακόμα ξαπλωμένη μπρούμυτα.

«Γιατί γελάς;»

«Μου φαίνεται αστείο που τη λες Σαμάνθα! Δεν ήξερα καν ότι χρησιμοποιεί αυτό το όνομα, ανάμεσα σ’όλα τα υπόλοιπα.»

«Επομένως, τη γνωρίζεις από παλιά.»

«Φυσικά και τη γνωρίζω. Αδελφή μου είναι. Δυστυχώς.»

«Τι!» Τινάζομαι πάνω, στηριζόμενος στον αγκώνα.

Η Μελένια γελά ξανά. «Δε θα το πίστευες ποτέ, ε;»

«Δε μπορεί να μιλάς σοβαρά,» λέω. «Δεν είναι δυνατόν να είστε αδελφές!»

«Αδελφές είμαστε.» Η Μελένια γυρίζει στο πλάι, στηριζόμενη κι εκείνη στον αγκώνα· τα στήθη της γέρνουν με τρόπο που τραβάνε το βλέμμα μου. «Αν και ετεροθαλείς.»

«Ο Ξενοκράτης είναι πατέρας σας αλλά έχετε άλλη μητέρα;»

«Ναι· ο μπαμπάς… δεν είναι σταθερός άνθρωπος. Σου μοιάζει.»

«Δε θα το φανταζόμουν,» λέω ειλικρινά.

«Το καλύτερο που μπορούσε να είχε κάνει ήταν να μείνει με τη μητέρα μου, πάντως,» λέει η Μελένια. «Αν ήταν ακόμα ζωντανή,» προσθέτει αποφεύγοντας τα μάτια μου.

«Λυπάμαι, Μελένια. Τι συνέβη;»

«Κάποιο… ατύχημα. Ήμουν πολύ μικρή τότε.» Η Μελένια ανασηκώνεται, πιάνει το μεσοφόρι από δίπλα, και το περνά πάνω απ’το κεφάλι της χωρίς να κουμπώσει τα κουμπιά στην πλάτη ή να μου ζητήσει να της τα κουμπώσω. «Αλλά δεν ήταν ανάγκη να είχε κάνει και την Αστερόπη πριν από εμένα!» λέει.

«Αστερόπη; Αυτό είναι το πραγματικό της όνομα;»

«Ναι.» Η Μελένια ξαπλώνει πάλι, ανάσκελα τώρα.

«Δε φαίνεται να τη συμπαθείς…» παρατηρώ.

Η Μελένια με λοξοκοιτάζει. «Έχεις κοιμηθεί μαζί της, ε;» Κι όταν διστάζω ν’απαντήσω: «Το είχα φανταστεί, από τον τρόπο που μιλούσες γι’αυτήν.»

«Δεν το ήξερα ότι ήταν αδελφή σου…»

«Δε θα κοιμόσουν μαζί της αν το ήξερες ότι ήταν αδελφή μου;»

«Γιατί δεν τη συμπαθείς;» τη ρωτάω. «Έχει συμβεί κάτι;»

«Δεν είναι δική σου αδελφή, Ζορδάμη,» μου λέει η Μελένια, λιγάκι απότομα ίσως, «δεν τη γνωρίζεις. Ούτε καν το αληθινό της όνομα δεν γνώριζες!»

«Δεν προθυμοποιήθηκε να μου το πει. Υποθέτω θα είχε τους λόγους της…»

Η Μελένια δεν μιλά.

Ξαπλώνω κι εγώ. Η Σαμάνθα – Αστερόπη! – κόρη του Ξενοκράτη… σκέφτομαι. Δεν το πιστεύω… Δεν το είχα ποτέ φανταστεί. Δεν μπορούσα να το φανταστώ, αν και είχα καταλάβει πως ο πατέρας της πρέπει να ήταν κάποιο σημαντικό πρόσωπο μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία. Όταν ήμουν τελευταία φορά στην Άντχορκ, ο μακαρίτης πλέον Σαρντάνης Βίνρασκιφ την είχε ρωτήσει αν ήταν εκεί για δουλειά του μπαμπά της, αν θυμάμαι καλά…

Πάντως, μου φαίνεται παράδοξο και ειρωνικό, συγχρόνως, που η Σαμάνθα – Αστερόπη! – είναι κόρη του Γρύπα Ξενοκράτη και ετεροθαλής αδελφή της Μελένιας. Κι αναρωτιέμαι γιατί εκείνη και η Μελένια δεν τα πηγαίνουν καλά. Σίγουρα, είναι πολύ διαφορετικές οι δυο τους, αλλά είναι αυτός ο μόνος λόγος;

Παράδοξο είναι, επίσης, το γεγονός ότι καμια τους δεν μοιάζει με τον Γρύπα στην εμφάνιση. Έχουν κι οι δύο δέρμα λευκό-ροζ ενώ το δέρμα του Ξενοκράτη είναι κατάμαυρο σαν μελάνι. Οι μητέρες τους, υποθέτω, πρέπει να ήταν λευκόδερμες…

Για τη μητέρα της Σαμάνθας – Αστερόπης! – ξέρω ότι ήταν κάποτε μάγισσα του τάγματος των Βιοσκόπων, προτού την αποβάλουν από το τάγμα· η ίδια η Αστερόπη μού το έχει πει. Για τη μητέρα της Μελένιας δεν γνωρίζω το παραμικρό. Αν ρωτήσω τη Μελένια, άραγε, θα μου απαντήσει;

Αλλά δεν προλαβαίνω να κάνω τίποτα, γιατί μετά με παίρνει ο ύπνος. Είμαι εξουθενωμένος πια.

ΘΕΑΤΡΟ

Η Ξανθίππη σταματά το δίκυκλό της μπροστά από το μεσιτικό γραφείο Οικοκίνηση και κατεβαίνει από τη σέλα. Βαδίζει αποφασιστικά προς την είσοδο, χωρίς να κουτσαίνει καθόλου. Προτού έρθει εδώ χρησιμοποίησε τη μία από τις δύο σύριγγες ΑΘ.5 γιατί ξέρει πως ίσως να της χρειαστεί να μην αισθάνεται πόνο από το τραύμα της. Ίσως η κατάσταση να καταλήξει άγρια στο γραφείο του Άλκιμου.

Παραμερίζει τώρα την εξώπορτα της Οικοκίνησης και μπαίνει. Ένας άντρας στέκεται μέσα στο δωμάτιο, μπροστά στο γραφείο της Μυράνθης, κι εκείνη τού δίνει έναν φάκελο λέγοντας: «Αυτά είναι. Μπορείτε να τα κοιτάξετε με την ησυχία σας,» ενώ συγχρόνως λοξοκοιτάζει την Ξανθίππη. Και η ειδική ερευνήτρια έχει την εντύπωση ότι η γραμματέας την περίμενε. Ο Ζύρος; Την ειδοποίησε; Γαμώτο! Έπρεπε να το περιμένω. Έπρεπε να τον είχα ψάξει για τηλεπικοινωνιακό πομπό!

Ο άντρας – κουστουμαρισμένος, γαλανόδερμος, και σίγουρα άνω των πενήντα – ανοίγει τον φάκελο και μετρά τα χαρτιά μέσα. «Νόμιζα ότι ήταν δεκαπέντε. Αυτά είναι δεκατρία.»

«Ο κύριος Καλνάροφ δεν θεωρεί τα δύο τελευταία σε καλή κατάσταση,» αποκρίνεται η Μυράνθη.

«Μάλιστα,» λέει ο άντρας κλείνοντας τον φάκελο. «Ευχαριστώ.»

«Να είστε καλά,» χαμογελά η Μυράνθη, κι εκείνος φεύγει περνώντας δίπλα από την Ξανθίππη χωρίς να της δώσει ιδιαίτερη σημασία.

Η Ξανθίππη κλείνει την πόρτα πίσω του και ζυγώνει το γραφείο της Μυράνθης. «Τι νομίζεις ότι κάνεις;» της λέει. «Παρακολουθείς τις κινήσεις μου;»

«Τις κινήσεις σου; Τι εννοείς;»

Η Ξανθίππη χτυπά τις γροθιές της στο γραφείο και στηρίζεται επάνω τους καθώς τεντώνεται προς τη γραμματέα. «Είχες βάλει τον Ζύρο τον Ξενύχτη να παρακολουθεί εμένα και τον Κριτόλαο! Την ημέρα που ο Κριτόλαος σκοτώθηκε.»

«Δε νομίζω πως έχεις καταλάβει καλά,» αποκρίνεται ψύχραιμα η Μυράνθη. Τα μάτια της ούτε που βλεφαρίζουν καθώς ατενίζουν σταθερά μέσα στα μάτια της Ξανθίππης.

Η Ξανθίππη αισθάνεται το ΑΘ.5 να φορτίζει – να φλογίζει – κάθε νεύρο του σώματός της. «Τολμάς να μου λες τέτοια ψέματα!» συρίζει κι αρπάζει τη Μυράνθη, με το ένα χέρι, από τα μαλλιά.

Η Μυράνθη τραβά, από κάπου, ένα μικρό πιστόλι, αλλά η Ξανθίππη περίμενε μια τέτοια κίνηση (η γραμματέας του Καλνάροφ ήταν, άλλωστε, παιδί της πέτρας κάποτε) και πιάνει, με το άλλο χέρι, τον καρπό της Μυράνθης.

«Φύγε από δω, τρελή σκύλα της Λόρκης!» γρυλίζει η Μυράνθη, εξαγριωμένη, και το προσωπείο της επαγγελματικής γραμματέα εξαφανίζεται τελείως· αντικαθίσταται από μια όψη που τρομάζει.

«Εσύ έστειλες τους φονιάδες εναντίον μας;» ρωτά η Ξανθίππη εξακολουθώντας να σφίγγει τα μαλλιά της Μυράνθης, στρίβοντάς τα επώδυνα. «Εσύ; Πες μου!»

Μια πόρτα ανοίγει και η φωνή του Άλκιμου ακούγεται: «Ξανθίππη! Τι συμβαίνει εδώ; Μυράνθη· γιατί κρατάς πιστόλι;»

«Η τρελή σκύλα της Λόρκης ήρθε εδώ για να με σκοτώσει!»

«Να είσαι σίγουρη ότι θα σε σκοτώσω αν δεν μου πεις την αλήθεια! Εσύ έστειλες τους φονιάδες;»

Ο Άλκιμος πηγαίνει στην εξώπορτα του μεσιτικού γραφείου και την κλειδώνει ενώ οι δύο γυναίκες εξακολουθούν να είναι πιασμένες στα χέρια. «Δεν ξέρεις τι λες!» φωνάζει η Μυράνθη. «Τι έχεις πάρει; Ανάσα του Δράκοντα; Νίσβεν

Η Ξανθίππη τής αφήνει τα μαλλιά κι αμέσως τη χαστουκίζει, άγρια, στο μάγουλο κάνοντάς το κεφάλι της να γυρίσει απ’την άλλη. Συνεχίζει όμως να της κρατά το χέρι με το πιστόλι, και πιέζει τον καρπό οδυνηρά, επάνω στα νεύρα, αναγκάζοντας τη Μυράνθη να ρίξει το όπλο στην ξύλινη επιφάνεια του γραφείου.

Ο Άλκιμος έχει, εν τω μεταξύ, τραβήξει ένα δικό του πιστόλι και το υψώνει τώρα σημαδεύοντας την ειδική ερευνήτρια. «Δε νομίζω ότι έρχεσαι εδώ σταλμένη από τη Χωροφυλακή, Ξανθίππη. Έτσι δεν είναι; Αλλιώς, θέλω να δω το ένταλμα.»

Η Ξανθίππη στρέφεται να τον αντικρίσει. «Η γραμματέας σου βρισκόταν σε επικοινωνία με τον άνθρωπο που είχε εντολές να μας παρακολουθεί, την ημέρα που σκοτώθηκε ο Κριτόλαος! Και την προηγούμενη μέρα, εγώ κι ο Κριτόλαος είχαμε παρακολουθήσει έναν κατάσκοπο ο οποίος επέστρεψε εδώ, στο γραφείο σου!»

«Θέλεις να το συζητήσουμε πολιτισμένα;» Ο Άλκιμος δεν έχει ακόμα κατεβάσει το πιστόλι του.

Η Μυράνθη, τώρα που η Ξανθίππη έχει το βλέμμα της στραμμένο αλλού, κάνει να πιάσει το όπλο της ξανά από το γραφείο. Αλλά η ειδική ερευνήτρια δεν την έχει ξεχάσει· την κοιτάζει με τις άκριες των ματιών της και, μόλις τη βλέπει να κινείται, γυρίζει απότομα και τη γρονθοκοπεί στέλνοντάς την στο πάτωμα. «Αν ξαναπροσπαθήσεις τέτοια μαλακία, μαλακισμένη, θα σε λιώσω!» την απειλεί, καθώς εκείνη σκουπίζει αίματα και δάκρυα από το πρόσωπό της.

Ο Άλκιμος λέει στην Ξανθίππη: «Έλα στο γραφείο μου.» Κι από τον τρόπο με τον οποίο μιλά και, συγχρόνως, τη σημαδεύει, μάλλον δεν πρόκειται για φιλική πρόσκληση.

Η Ξανθίππη τον αγριοκοιτάζει αλλά υπακούει, βαδίζοντας προς την ανοιχτή πόρτα, γιατί υποπτεύεται ότι είναι πρόθυμος να χρησιμοποιήσει το όπλο του, έστω και για αναισθητοποίηση μόνο. Η ειδική ερευνήτρια έχει ήδη παρατηρήσει ότι είναι διπλής χρήσης, πυροβόλο και ενεργοβόλο.

Ο Άλκιμος την ακολουθεί μέσα στο γραφείο χωρίς να κλείσει την πόρτα πίσω του αλλά έχοντας κατεβάσει το πιστόλι. «Κάθισε,» της λέει.

«Δε θέλω να καθίσω. Γιατί μας παρακολουθούσες;»

«Ήθελα να ξέρω κάποια πράγματα.» Πηγαίνει και κάθεται πίσω απ’το γραφείο του, εξακολουθώντας να έχει το πιστόλι στο χέρι.

Η Ξανθίππη παραμένει όρθια. «Τι πράγματα; Μέσα στην οικογένεια δεν είμαστε; Νόμιζες ότι θα σου κρύβαμε τίποτα;»

«Μου είχες ήδη κρύψει πράγματα, όταν σου ζήτησα να μου μιλήσεις για τον φόνο–»

«Ειδική ερευνήτρια είμαι· δεν συζητάω για–»

«Ήμουν περίεργος, λοιπόν.»

«Και ποιος έστειλε τους δύο φονιάδες εναντίον μας, Άλκιμε; Ο Ζύρος ο Ξενύχτης βρισκόταν σε επαφή με τη Μυράνθη, και είχε πληροφορηθεί από ανθρώπους μέσα στον Γερόλυκο πού ήμασταν. Μόνο αυτός θα μπορούσε να ξέρει ακριβώς πού να κατευθύνει τους φονιάδες – αλλά δεν ήταν ο Ζύρος που τους έστειλε. Επομένως, τους έστειλε η Μυράνθη. Ή εσύ.» Το χέρι της πηγαίνει προς το εσωτερικό του πέτσινου πανωφοριού της, όπου κρύβεται το πιστόλι της.

Ο Άλκιμος αμέσως τη σημαδεύει με το δικό του πιστόλι. «Μην τραβήξεις όπλο, Ξανθίππη,» την προειδοποιεί. Και συνεχίζει: «Δε νομίζω πως ούτε καν στο δικαστήριο μπορούν να σταθούν τέτοιες… ασαφείς κατηγορίες–»

«Φυσικά και δεν μπορούν να σταθούν στο δικαστήριο. Το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη του μυστικές οργανώσεις του υπόκοσμου χωρίς αποδείξεις για την ύπαρξή τους. Εσύ κι εγώ, όμως, ξέρουμε τι συμβαίνει μέσα στη Δυναστεία, Άλκιμε. –Εσύ έβαλες να σκοτώσουν τον Κριτόλαο!»

«Γιατί να μην ήταν κάποιο τυχαίο περιστατι–;»

«Θα μπορούσαν να είχαν σκοτώσει κι εμένα, αλλά δεν με σκότωσαν. Ήθελαν μόνο να βγάλουν από τη μέση τον Κριτόλαο. Και ληστές, σίγουρα, δεν ήταν–»

«Μπορεί να επρόκειτο για υπόθεση εκδίκησης,» μορφάζει ο Άλκιμος. «Ο Κριτόλαος ήταν κάποτε πράκτορας της Παντοκράτειρας. Αν κάποιοι τον είχαν βάλ–»

«Αποκλείεται να τον εντόπιζαν εκεί όπου τον εντόπισαν! Αυτή ήταν δουλειά της Δυναστείας. Δική σου δουλειά κατά πάσα πιθανότητα! Αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί. Τι–;»

Ο Άλκιμος αναστενάζει. «Ξανθίππη. Δυστυχώς, φαίνεται να έχεις πάρει πολύ κακό δρόμο… Κάθισε στην καρέκλα.»

«Σου είπα: δε θέλω να καθίσω.»

«Κάθισε!» φωνάζει ο Άλκιμος, σημαδεύοντάς την.

Η Ξανθίππη δεν είχε ούτε στιγμή απομακρυνθεί από την πόρτα του δωματίου, η οποία είναι ακόμα ανοιχτή, και τώρα τινάζεται έξω και προς το πλάι, ώστε αν ο Άλκιμος πάει να της ρίξει να αστοχήσει.

Στο προηγούμενο δωμάτιο η Μυράνθη δεν φαίνεται πουθενά· πού πήγε;

«Ξανθίππη!» φωνάζει ο Άλκιμος.

Η Ξανθίππη τρέχει προς την εξώπορτα, κάνει να την ανοίξει, αλλά τη βρίσκει κλειδωμένη – και το κλειδί δεν είναι επάνω στην κλειδαριά· ο Καλνάροφ, όταν την κλείδωσε, το πήρε μαζί του.

Και τώρα βγαίνει από το γραφείο του–

Η Ξανθίππη γυρίζει, κάνοντας να τραβήξει το πιστόλι από το πέτσινο πανωφόρι της–

Ο Άλκιμος πυροβολεί πρώτος. Η ενεργειακή ριπή τη βρίσκει στο δεξί στήθος, καίγοντας την ελαφριά μπλούζα κάτω από το πανωφόρι και το δέρμα της κάτω από την ελαφριά μπλούζα, τραντάζοντάς την και κάνοντας έναν δυνατό, παραλυτικό πόνο να διατρέξει κάθε νεύρο της. Η Ξανθίππη σωριάζεται στο πάτωμα, νιώθοντας το σώμα της να μην την υπακούει.

Αλλά δεν έχει χάσει τις αισθήσεις της, όπως νομίζει ότι, κανονικά, θα έπρεπε.

Το ΑΘ.5! συνειδητοποιεί. Αυτό με κρατά ξύπνια!

Αποφασίζει, όμως, πως για την ώρα τη συμφέρει να παραστήσει τη λιπόθυμη. Κλείνει τα βλέφαρά της.

«Μυράνθη!» αντηχεί η φωνή του Άλκιμου. «Πού στο βρακί της Λόρκης είσαι, Μυράνθη;»

Η Ξανθίππη ακούει μια πόρτα ν’ανοίγει και βήματα να έρχονται. «Η γαμημένη σκρόφα μού έσπασε μισό δόντι!» λέει η Μυράνθη.

«Σίγουρα, δεν είναι το πρώτο που έχεις σπάσει.»

«Και λοιπόν!;» Μετά πρέπει να προσέχει την ξαπλωμένη Ξανθίππη γιατί λέει: «Την τακτοποίησες, βλέπω…»

«Κάλεσες βοήθεια;»

«Ναι. Πρέπει νάρχονται τώρα.»

«Αλλά δεν ξεκλείδωσες την πόρτα,» λέει ο Άλκιμος. «Πώς περίμενες ότι θα έμπαιναν;»

«Θα τους άνοιγα όταν έρχονταν!»

Ο Άλκιμος αναστενάζει. «Γιατί περιστοιχίζομαι από ανίκανους;»

«Κάνω ό,τι μπορώ! Τι περιμέν–;»

«Τον Βατράνο’χοκ τον κάλεσες;»

«Όχι.»

«Κάλεσέ τον. Τώρα.»

Τον Βατράνο’χοκ; σκέφτεται η Ξανθίππη, ξαφνιασμένη. Αυτός είναι ένας μάγος του τάγματος των Διαλογιστών – εκτός από μέλος της Δυναστείας, φυσικά. Είναι συνεννοημένος με τον Καλνάροφ; Τι σκατά συμβαίνει μέσα στη Νέσριβεκ;

«Πιάσ’ την από τα πόδια, να την πάμε στο γραφείο μου,» λέει ο Άλκιμος.

«Στο γραφείο σου; Γιατί να μην την πετάξουμε σε κανένα σοκάκι, καλύτερα;»

«Είσαι τρελή; Θα βγάλουμε από την είσοδο του καταστήματος μια λιπόθυμη γυναίκα σαν να μην τρέχει τίποτα και θα την πετάξουμε σ’ένα σοκάκι; Λες κανείς να μη μας δεις;» Η Ξανθίππη αισθάνεται αντρικά χέρια – τα χέρια του Καλνάροφ, αναμφίβολα – να την πιάνουν από τις μασκάλες και να την ανασηκώνουν. Το σώμα της είναι ακόμα μουδιασμένο, δεν το νιώθει· και προσπαθεί να μη δώσει κανένα σημάδι ότι είναι ξύπνια.

Κάποιος άλλος – η Μυράνθη, σίγουρα – πιάνει τα πόδια της, και μαζί οι δυο τους τη σηκώνουν και τη μεταφέρουν, τη βάζουν να καθίσει σε μια καρέκλα.

«Να τη δέσουμε;» ρωτά η Μυράνθη.

Όχι! σκέφτεται η Ξανθίππη. Όχι!

«Γιατί, έχουμε σχοινί εδώ πέρα;» λέει ο Άλκιμος.

«Μπορώ να πάω να φέρω.»

«Δε χρειάζεται. Θα την προσέχω εγώ. Και σύντομα θάναι εδώ ο Βατράνος’χοκ, εξάλλου.»

«Και τι θα κάνει;»

«Θα δεις.»

Τι θα κάνει ο μάγος; αναρωτιέται η Ξανθίππη, καθώς το κεφάλι της γέρνει επάνω στον ώμο της και δεν νομίζει πως θα μπορούσε να το σηκώσει, ακόμα κι αν δεν φοβόταν ότι αυτό θα αποτελούσε σημάδι ότι είναι ξύπνια. Τι θα μου κάνει ο μάγος;

«Πάω να ξεκλειδώσω την πόρτα,» λέει η Μυράνθη.

«Περίμενε. Καλύτερα όχι.»

«Εσύ δεν έλεγες τώρα–;»

«Ναι, αλλά μάλλον καλύτερα όχι. Το μεσιτικό γραφείο είναι κλειστό για την ώρα. Και στον τηλεπικοινωνιακό δίαυλο θα λες ότι είμαι απασχολημένος, πολύ απασχολημένος, δεν έχω χρόνο για κανέναν.»

«Εντάξει.»

Η εξώπορτα χτυπά.

«Πήγαινε να δεις ποιος είναι,» λέει ο Άλκιμος, και η Ξανθίππη ακούει τη Μυράνθη να φεύγει. Μετά, βήματα έρχονται, πολλά βήματα, όχι μόνο ενός ανθρώπου. Τρεις. Πρέπει νάναι τρεις.

«Τι γίνεται εδώ, Άλκιμε;» ρωτά μια γυναικεία φωνή. Γνωστή μου; Την ξέρω;

«Μας κατάλαβε, και ήρθε απαιτώντας να μάθει γιατί την παρακολουθούσα κι αν εγώ ήμουν που έστειλα τους φονιάδες να σκοτώσουν τον Παντοκρατορικό.»

«Και τώρα την έχεις αναισθητοποιήσει; Με τι;» ρωτά μια αντρική φωνή. Κι αυτόν τον ξέρω, μάλλον. Ποιος είναι; Ο Άλκιμος δεν μιλά· μάλλον υψώνει το πιστόλι του, δείχνοντάς το, ως απάντηση. Οπότε ο άλλος άντρας συνεχίζει: «Θα συνέλθει μετά από κανένα τέταρτο· το πολύ, μισή ώρα.» Φυσικά! σκέφτεται η Ξανθίππη. Αυτός είναι! Αυτός! Τον αναγνωρίζει, τελικά, από τη φωνή του. Ο Τζιν, ένας ταχυμεταφορέας, και μέλος της Δυναστείας φυσικά. Συνεργάζεται ο Τζιν με τον Καλνάροφ; Γιατί; Τι προσπαθούν να κάνουν;

«Ο Βατράνος’χοκ έρχεται,» αποκρίνεται ο Άλκιμος.

«Και λοιπόν; Τι θα κάνει ο μάγος;»

«Θα την κάνει να ξεχάσει.»

«Τι εννοείς;»

«Θα της σβήσει τη μνήμη, ανόητε,» λέει ο Άλκιμος.

«Μπορεί να–;»

«Φυσικά και μπορεί,» διακόπτει τον Τζιν η γυναικεία φωνή που είχε μιλήσει και πριν. «Του τάγματος των Διαλογιστών είναι. Γίνεται με κάποιες μαγγανείες.»

Θα μου σβήσουν τη μνήμη; σκέφτεται η Ξανθίππη, νιώθοντας να πανικοβάλλεται. Δε μπορώ να τους αφήσω να μου σβήσουν τη μνήμη! Πρέπει κάπως ν’αντιδράσω! Κι αισθάνεται ήδη το σώμα της ν’αρχίζει να ξεμουδιάζει. Κουνά τα δάχτυλα μέσα στις μπότες της. Δεν τολμά να κινηθεί πιο φανερά, όμως· όχι ακόμα.

«Γιατί δεν τη φέρνεις με το μέρος μας, Άλκιμε;» συνεχίζει η γυναικεία φωνή. «Δε θα ήταν προτιμότερο;» Ποια είναι αυτή; Ποια είναι; Η Ξανθίππη παλεύει με το μυαλό της.

«Δε νομίζω ότι θα μπορούσα,» αποκρίνεται ο Καλνάροφ. «Είναι εξοργισμένη που σκότωσα τον Κριτόλαο.»

«Ίσως θα ήταν καλύτερα αν τον είχες φέρει κι αυτόν με το μέρος μας.»

«Δε μας χρειαζόταν, και πιο πολύ επικίνδυνος για εμάς θα ήταν. Την Ξανθίππη θα τη φέρω με το μέρος μας, αλλά αφότου ο Βατράνος’χοκ τής σβήσει τη μνήμη. Θα την κάνω να καταλάβει ότι, τελικά, τη συμφέρει να έρθει μαζί μας.»

Το κάθαρμα! σκέφτεται η Ξανθίππη. Θα το σκοτώσω το κάθαρμα! Τι συμβαίνει, όμως, μέσα στη Νέσριβεκ; Η μισή Δυναστεία έχει ξαφνικά στραφεί εναντίον της άλλης μισής; Κι αν ναι, γιατί; Τι νομίζουν ότι έχουν να κερδίσουν, ο Άλκιμος και οι συνωμότες του;

Και ποια είν’ αυτή η γυναίκα;

«Ναι, μάλλον έχεις δίκιο,» λέει τώρα η γυναικεία φωνή. «Ήταν ανέκαθεν ξεροκέφαλη.» Και η Ξανθίππη την αναγνωρίζει! Μια χωροφύλακας είναι, η οποία εργάζεται στον Ειδήμονα, τη συνοικία όπου βρίσκεται και η Οικοκίνηση. Ονομάζεται Αριστέα. Για νάναι εδώ τώρα, η υπηρεσία της πρέπει νάχει τελειώσει. Πρέπει νάχει μόλις τελειώσει. Λόγω μεσημεριού, μάλλον.

«Εγώ λέω να τη βγάλουμε κι αυτήν απ’τη μέση και να ξεμπερδεύουμε,» ακούγεται μια καινούργια αντρική φωνή.

«Δε βγάζουμε απ’τη μέση όσους μπορούμε να μεταστρέψουμε,» αποκρίνεται ο Άλκιμος. «Τα έχουμε ξαναπεί.»

«Ναι αλλά δε νομίζω ότι αυτήν θα καταφέρεις να τη μεταστρέψεις, Άλκιμε, ακόμα κι αν ο μάγος τής σβήσει τη μνήμη.» Ποιος είναι αυτός, πάλι; Ποιος; σκέφτεται η Ξανθίππη.

«Γιατί; Τι έχει να κερδίσει παραμένοντας προσκολλημένη στους παλιούς;»

«Τάχει καλά με τον Βιβλιοπώλη, λένε.»

«Ο Βιβλιοπώλης σύντομα θα πάψει να υπάρχει και να μας απασχολεί, Μάρκε,» λέει ο Άλκιμος· και δύο σκέψεις περνάνε αμέσως από το μυαλό της Ξανθίππης: Μεγάλη Αρτάλη, σχεδιάζουν να δολοφονήσουν και τον Βραδύνικο! και: Ο Μάρκος Διδάχος – αυτός είναι. Ένας οδηγός επιβατηγού οχήματος. Η Ξανθίππη ποτέ δεν θα το φανταζόταν ότι κι αυτός θα ήταν μέσα σε μια τέτοια σκευωρία.

«Ο μάγος,» λέει ξαφνικά ο Τζιν, και βήματα ακούγονται να έρχονται, καθώς και, μετά, μια καινούργια φωνή: «Τι συγκέντρωση είναι αυτή, Άλκιμε;»

«Εξαιτίας της.» Η Ξανθίππη πάει στοίχημα ότι ο Άλκιμος την κοιτάζει ευθέως τώρα. «Κατάλαβε τι συμβαίνει. Ανακάλυψε ότι έβαλα να την παρακολουθούν και ότι έβαλα επίσης δυο μισθοφόρους να σκοτώσουν τον Παντοκρατορικό. Ήρθε εδώ εξοργισμένη, ρωτώντας με αν εγώ τον δολοφόνησα – δεν ήταν βέβαιη ακόμα. Στο τέλος αναγκάστηκα να την αναισθητοποιήσω με μια ενεργειακή ριπή. Θέλω να της σβήσεις τη μνήμη τώρα: να ξεχάσει αυτά που έχει ανακαλύψει.»

«Δε θάναι εύκολο,» λέει ο μάγος.

«Γιατί;»

«Γιατί τέτοιου είδους ανακαλύψεις βασίζονται σε διάφορα… στάδια. Αν σβήσω ένα κομμάτι, κάποια άλλα κομμάτια θα μοιάζουν ασύνδετα για τη λογική της. Θα μπορούσα, για παράδειγμα, να σβήσω την επίσκεψή της εδώ, που έγινε πριν από λίγο. Για τα άλλα…» Ακούγεται συλλογισμένος.

«Μα, τα άλλα είναι που έχουν σημασία, μάγε!»

«Η Ξανθίππη θα πρέπει να μου μιλήσει,» λέει ο Βατράνος’χοκ, «για να ξέρω τι να σβήσω. Πρέπει να την κάνουμε να μας πει τα πάντα, ένα-ένα. Σε διαφορετική περίπτωση, θα δημιουργηθεί ένα χάος μέσα στο μυαλό της – κι αυτό μπορεί να στραφεί εναντίον μας.»

Το σώμα της Ξανθίππης τσιτώνεται παρότι αισθάνεται τα νεύρα της και το δέρμα της να τη γαργαλάνε, ακόμα επηρεασμένα από την επίδραση της ενεργειακής ριπής. Βελόνες νομίζει ότι περνάνε μέσα από το δεξί της στήθος, εκεί όπου τη χτύπησε η ριπή, και νιώθει ένα κάψιμο. Προσπαθεί να το αγνοήσει.

Ακούει τον Άλκιμο να αναστενάζει. «Εντάξει. Θα εκμεταλλευτούμε το γεγονός ότι θέλει να μάθει τι συμβαίνει. Μυράνθη.»

«Τι;»

«Φέρε μας ένα ποτήρι νερό. Τζιν, Αριστέα, Μάρκε: βγείτε απ’το δωμάτιο· δεν θέλω να σας δει όταν ξυπνήσει. Αλλά να είστε έτοιμοι· ίσως να σας χρειαστώ μετά.»

Η Ξανθίππη τούς ακούει να φεύγουν, και έπειτα ακούει κάποιον να έρχεται, να ακουμπά κάτι πάνω στο γραφείο, και να αποχωρεί: Η Μυράνθη, μάλλον, που έφερε το ποτήρι με το νερό.

Η πόρτα κλείνει.

Νερό χτυπά το πρόσωπό της Ξανθίππης. Εκείνη βλεφαρίζει αργά, μουγκρίζει αδύναμα, κινεί το κεφάλι ελαφρά – ελπίζοντας το θέατρό της να είναι πειστικό.

Κι άλλο νερό τη χτυπά, και η φωνή του Άλκιμου αντηχεί: «Ξανθίππη!» Μάλλον το θέατρο ήταν πειστικό.

Η Ξανθίππη ορθώνει το κεφάλι, ζαλισμένα, ενώ ανοίγει τα μάτια αντικρίζοντας τον Άλκιμο να στέκεται μπροστά της και τον Βατράνο’χοκ παραδίπλα – έναν άντρα με κατάλευκο δέρμα, μαύρα κοντά μαλλιά, και στενά μαύρα μάτια. Στο δεξί χέρι βαστά ένα μακρύ ραβδί γεμάτο μικροσκοπικούς κρυστάλλους, κάτοπτρα, και κυκλώματα. Είναι ντυμένος με γκρίζο κοστούμι και βαθυγάλαζο μανδύα, επάνω στον οποίο είναι καρφιτσωμένο το έμβλημα του τάγματος των Διαλογιστών.

Η Ξανθίππη τρίζει τα δόντια. «Κάθαρμα!» λέει στον Άλκιμο.

«Ηρέμησε.» Ο Καλνάροφ τη σημαδεύει πάλι με το πιστόλι του. «Αλλιώς θα σου ξαναρίξω.»

«Μ’εκπλήσσει που δε μ’έχεις σκοτώσει ακόμα!»

«Σε αναισθητοποίησα επειδή αποδείχτηκε απαραίτητο–»

«Απαραίτητο;» καγχάζει η Ξανθίππη και κινεί τα χέρια της για να ξεμουδιάσουν, κινεί τα πόδια της, εξακολουθώντας να είναι καθισμένη. Τα νιώθει να ξεμουδιάζουν σχεδόν αμέσως με τις κινήσεις – λόγω του ΑΘ.5, αναμφίβολα – αλλά δεν το δείχνει. Δε θέλει να αντιληφτούν πόσο ετοιμοπόλεμη αισθάνεται.

«Ναι,» λέει ο Άλκιμος. «Γιατί πρέπει να μιλήσουμε.» Κάθεται πίσω απ’το γραφείο του.

Η Ξανθίππη ρωτά τον μάγο: «Τι θέλεις εσύ εδώ; Πώς βρέθηκες εδώ;»

«Έτυχε να έρχομαι να επισκεφτώ τον Άλκιμο,» αποκρίνεται ο Βατράνος’χοκ, «όταν είδα τι… τι είχε συμβεί. Ότι είχες χτυπηθεί…»

«Ξέρεις τι κάθαρμα είναι ο Άλκιμος; Σκότωσε τον Κριτόλαο’μορ! Παραλίγο να σκοτώσει κι εμένα!»

«Ανοησίες,» λέει ο Καλνάροφ. «Σίγουρα μ’έχεις παρεξηγήσει, Ξανθίππη–»

«Δεν έχω παρεξηγήσει τίποτα!»

«Πώς έφτασες στο συμπέρασμα ότι εγώ ευθύνομαι για τη δολοφονία του Κριτόλαου;»

Πρέπει να εκμεταλλευτώ το γεγονός ότι σκοπεύουν να μου σβήσουν τη μνήμη. Πρέπει να τους κάνω να μου πουν τα πάντα για τη συνωμοσία τους πιστεύοντας ότι δεν πειράζει, ότι μετά θα τα ξεχάσω όλα ούτως ή άλλως. Και φοβάται ότι ίσως όντως θα τα ξεχάσει. Πώς θα τους σταματήσει απ’το να της σβήσουν τη μνήμη; «Δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει μαζί σου, Άλκιμε,» λέει. «Γιατί σκότωσες τον Κριτόλαο; Ανησυχούσες ότι θα με βοηθούσε ν’ανακαλύψω την αλήθεια για την Ηλέννια; Εσύ σκότωσες και την Ηλέννια;»

«Είναι δυνατόν να πιστεύεις τέτοιες ανοησίες; Η Ηλέννια ήταν της οικογένειας! Θα τη σκότωνα; Γιατί, μα τους θεούς;»

Αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ. «Εσύ πες μου.»

«Αφού φαίνεται νάσαι τόσο σίγουρη ότι είμαι δολοφόνος και δολοπλόκος, πες μου πώς το ανακάλυψες. Πώς ακριβώς έφτασες σ’αυτό το συμπέρασμα.»

Πρέπει να πάω με τα νερά του. Δεν πρόκειται αλλιώς να μου αποκαλύψει τίποτα. Η Ξανθίππη αρχίζει να του εξηγεί πώς ανακάλυψε ότι εκείνος ευθύνεται για τους φόνους. Βήμα-βήμα. Του λέει για τις υποψίες του Κριτόλαου. Του λέει για τον κατάσκοπο που εκείνη κι ο Κριτόλαος ακολούθησαν ώς εδώ, ώς την Οικοκίνηση– «Τι λόγο μπορεί να είχες να μας παρακολουθείς αν δεν έχεις κάτι να κρύψεις;»

«Ήμουν περίεργος, απλώς!»

Η Ξανθίππη τον αγνοεί και συνεχίζει να του μιλά. Του λέει για την επίθεση των δύο μισθοφόρων και για τις έρευνές της μετά. «Εκτός αν η Μυράνθη ενεργούσε μόνη της – που δεν το νομίζω – εσύ έβαλες να σκοτώσουν τον Κριτόλαο! Το ερώτημα είναι γιατί, Άλκιμε. Γιατί κάνεις αυτούς τους φόνους μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία;»

Ο Άλκιμος Καλνάροφ στρέφει το βλέμμα του στον μάγο. «Άκουσες αρκετά;»

Ο Βατράνος’χοκ, που ακόμα στέκεται όρθιος, νεύει καταφατικά. «Ναι.»

«Τι πάει να πει αυτό;» ρώτα αμέσως η Ξανθίππη – καταλαβαίνοντας ότι τώρα πρέπει να κινηθεί γρήγορα. Βλέπει ότι έχει αποτύχει να πάρει τις πληροφορίες που ήθελε· δεν έχει μάθει τίποτα!

«Ξέρεις κάτι;» της λέει ο Άλκιμος, σημαδεύοντάς την με το πιστόλι του. «Έχεις δίκιο: εγώ, πράγματι, φρόντισα να πεθάνουν και η Ηλέννια και ο Κριτόλαος–»

«Γιατί;»

«Διότι ό,τι δεν μπορείς να εκμεταλλευτείς το καταστρέφεις, ώστε να μη σε εμποδίζει, Ξανθίππη. Ευτυχώς, δε νομίζω ότι το ίδιο ισχύει και στη δική σου περίπτωση.»

«Τι προσπαθείς να κάνεις εδώ, Άλκιμε; Να πάρεις τον έλεγχο της Δυναστείας μέσα στη Νέσριβεκ; Δεν πρόκειται να πιάσει!»

Ο Άλκιμος και ο Βατράνος’χοκ γελάνε.

«Δεν είναι αυτό που νομίζεις,» της λέει ο πρώτος. «Όχι ακριβώς. Πρέπει απλώς να φύγουν τα παλιά στοιχεία.»

«Ποια παλιά στοιχεία;»

«Θα μάθεις όταν είσαι με το μέρος μας–»

«Δεν πρόκειται νάρθω με το μέρος σας.»

«Θα έρθεις. Τώρα που ο Βατράνος θα σβήσει κάποια πράγματα από τη μνήμη σου–»

«Τι;» Η Ξανθίππη παριστάνει την ξαφνιασμένη.

«Μην κάνεις να τραβήξεις όπλο,» της λέει ο Άλκιμος, που δεν έχει πάψει ούτε στιγμή να τη σημαδεύει.

Θέατρο ήταν, φυσικά, κι αυτό. Η Ξανθίππη επίτηδες είχε πάει το χέρι της προς το εσωτερικό του πανωφοριού της, και τώρα το απομακρύνει, μορφάζοντας δήθεν δυσαρεστημένα. Λοξοκοιτάζει το παράθυρο του δωματίου: τα παντζούρια είναι ανοιχτά, τα τζάμια κλειστά, γυαλίζοντας στο μεσημεριανό φως.

Ο Άλκιμος φωνάζει: «Έλα μέσα, Αριστέα!»

Η Αριστέα ανοίγει την πόρτα και μπαίνει.

«Εσύ!» κάνει η Ξανθίππη, παριστάνοντας πάλι την έκπληκτη. «Είσαι κι εσύ μπλεγμένη μ’αυτά τα καθάρματα; Γιατί;»

«Γιατί η συνεργασία μαζί τους με συμφέρει,» αποκρίνεται η χωροφύλακας – μια ψηλή, ξερακιανή γυναίκα με γαλανό δέρμα, κοντά μαύρα μαλλιά, και σχεδόν αόρατη μύτη. Φορά τη στολή της ακόμα· η υπηρεσία της πρέπει, πράγματι, να είχε μόλις τελειώσει όταν ο Καλνάροφ την κάλεσε εδώ.

Ο Άλκιμος τής λέει τώρα: «Ψάξ’ την και πάρε ό,τι όπλα έχει επάνω της.»

«Σήκω όρθια,» προστάζει η Αριστέα.

Η Ξανθίππη σηκώνεται, αργά, παριστάνοντας ότι κάθε σημείο του σώματός της πονά, αν και πλέον μόνο στο δεξί στήθος αισθάνεται πόνο και κάψιμο. Ούτε το τραυματισμένο πόδι της δεν την πονά. Το ΑΘ.5 είναι ακόμα πολύ ισχυρό μέσα στον οργανισμό της.

Η Αριστέα την πλησιάζει κι αρχίζει να την ψάχνει. Βρίσκει αμέσως το πιστόλι στο εσωτερικό του πανωφοριού, φυσικά, και το παίρνει. Το πιστόλι του Ζύρου του Ξενύχτι η Ξανθίππη το έχει περασμένο στην πίσω μεριά του παντελονιού της, και όταν τα χέρια της Αριστέας πηγαίνουν προς τα εκεί κρίνει πως ήρθε η ώρα να δράσει. Η Αριστέα βρίσκεται στο σημείο που τη θέλει – με την πλάτη στραμμένη στον Άλκιμο, ο οποίος τώρα στέκεται, δεν κάθεται, ακόμα κρατώντας το πιστόλι του. Ο Βατράνος’χοκ, ευτυχώς, δεν κρατά όπλο. Δε φαίνεται να θεωρούν την Ξανθίππη και πολύ επικίνδυνη τώρα.

Κάνουν λάθος!

Υψώνει απότομα, δυνατά, το γόνατο του αριστερού, ατραυμάτιστου ποδιού της και χτυπά την Αριστέα στο υπογάστριο. Τα μάτια της γαλανόδερμης χωροφύλακα γουρλώνουν καθώς η αναπνοή της κόβεται και η μέση της λυγίζει – και η Ξανθίππη, συγχρόνως, τη σπρώχνει προς τη μεριά του Άλκιμου, τινάζοντάς την. Ο Καλνάροφ, ξαφνιασμένος, πυροβολεί – και χτυπά την Αριστέα στη δεξιά ωμοπλάτη. Ενέργεια τυλίγει το σώμα της, κάνοντάς την να σπαρταρίσει σαν ψάρι έξω απ’το νερό, καθώς πέφτει πάνω στο γραφείο του Άλκιμου πετώντας χαρτιά, στιλογράφους, κι άλλα μικροαντικείμενα από δω κι από κει. Λίγο πιο ψηλά αν είχε στραμμένη την κάννη του πιστολιού του ο Καλνάροφ, ίσως η ριπή νάχε περάσει πάνω απ’τον ώμο της Αριστέας και να είχε χτυπήσει την Ξανθίππη. Αλλά αυτό δεν συνέβη–

Και τώρα η Ξανθίππη ήδη τρέχει προς το παράθυρο· σκύβει, βάζει τους πήχεις της προστατευτικά μπροστά από το κεφάλι της, και πηδά καταπάνω στο τζάμι· το τζάμι θρυμματίζεται και η ειδική ερευνήτρια πετάγεται έξω, στο δρομάκι πλάι στην Οικοκίνηση, κυλά κάτω κι αμέσως σηκώνεται όρθια, με το ΑΘ.5 να φορτίζεται ολόκληρο το σώμα της.

«ΞΑΝΘΙΠΠΗ!» αντηχεί πίσω της η κραυγή του Άλκιμου Καλνάροφ. Αλλά εκείνη δεν περιμένει για να του απαντήσει, ούτε καν για να στραφεί να τον κοιτάξει· τρέχει προς τη μπροστινή μεριά του μεσιτικού γραφείου, όπου έχει αφήσει το δίκυκλό της. Υποθέτει πως δεν θα το έχουν πάρει από εκεί. Και έχει δίκιο. Ακόμα εκεί είναι. Πηδά πάνω στη σέλα του, ενεργοποιεί τη μηχανή, και φεύγει ολοταχώς.

Και πού πάω τώρα; Πού πάω;

Κανένα μέρος μέσα στη Νέσριβεκ δεν της μοιάζει ασφαλές. Κανένα μέλος της Δυναστείας δεν της μοιάζει αξιόπιστο. Και από τη Σιδηρά Δυναστεία δεν μπορείς να κρυφτείς, ακόμα κι αν είσαι ειδική ερευνήτρια της Χωροφυλακής…

ΣΤΟ ΔΥΤΙΚΟ ΑΣΤΡΟ

Η Μελένια έμεινε μαζί μου όλη τη νύχτα και, όταν ξημέρωσε, πήρε πρωινό μ’εμένα και τον Ρίβη σ’ένα από τα σαλόνια της βίλας του Ξενοκράτη ενώ συζητούσαμε τι πορεία θα ακολουθήσουμε ώς την Κάρντλας. Μετά, μας έδωσε εξοπλισμούς, τρόφιμα, και μερικά χρήματα, και μας πήγε μέχρι τον χώρο στάθμευσης όπου μας περίμενε το όχημά μου.

«Γιατί είναι ο κύριος Ξενοκράτης στην Κάρντλας;» τη ρώτησα προτού φύγουμε από την περιτειχισμένη βίλα της ερήμου.

«Έχει κάποιες δουλειές,» αποκρίθηκε η Μελένια, όπως μου είχε πει και χτες βράδυ. Δε νομίζω ότι ήταν πρόθυμη να μπει σε λεπτομέρειες – αν ήξερε καν λεπτομέρειες. Τη χαιρέτησα οπότε, καθισμένος μπροστά στο τιμόνι, και έβαλα τους τροχούς σε κίνηση.

Τώρα, εγώ, ο Ρίβης, και η Κλεισμένη ταξιδεύουμε προς τα βορειοδυτικά, μακριά από τις παρυφές της ερήμου, επάνω σε μια πεδιάδα με χαμηλό χόρτο η οποία μοιάζει άνυδρη καθώς το έδαφός της είναι ραγισμένο εδώ κι εκεί, και ούτε ζώα ούτε δέντρα φαίνονται. Φτάνοντας κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές, το τοπίο γίνεται πιο ζωντανό και λιγότερο άνυδρο. Για κανένα τέταρτο της ώρας οδηγώ παράλληλα των σιδηροδρομικών γραμμών και, ύστερα, βλέποντας πως κανένα τρένο δεν έρχεται, τις διασχίζω περνώντας βόρειά τους. Η κατεύθυνσή μου εξακολουθεί να είναι βορειοδυτική καθώς συνεχίζω να οδηγώ. Στην οθόνη της κονσόλας του οχήματος φαίνεται ο χάρτης της περιοχής.

Ο Ρίβης πατά μερικά κουμπιά πλάι στην οθόνη, βάζοντας το σύστημα να υπολογίσει την απόστασή μας από την Κάρντλας. «Εξακόσα-πενήντα χιλιόμετρα, περίπου, από εδώ όπου είμαστε, Ζορδάμη,» παρατηρεί, «και οδηγείς ήδη σχεδόν δυο ώρες.»

«Ναι,» του λέω. «Τι νόμιζες, ότι είναι κοντά;»

«Τουλάχιστον, απομακρυνόμαστε από τις ερήμους. Δεν άντεχα εκεί πέρα. Απορώ πώς ζουν άνθρωποι σ’αυτά τα μέρη χωρίς ειδικά συστήματα κλιματισμού όπως στη βίλα του Ξενοκράτη.»

Γελάω. «Συνηθίζεις.»

Η θερμότητα της ερήμου δεν μας χτυπά πλέον, καθώς έχουμε ξεμακρύνει από αυτήν, αλλά η ημέρα είναι ομολογουμένως ζεστή, ο καιρός καλός. Το τοπίο γύρω μας είναι πεδινό, με συστάδες δέντρων κάπου-κάπου και μικρά δάση, ενώ λοφότοποι φαίνονται εδώ κι εκεί, καθώς και μικρές λίμνες. Οι περιοχές δεν είναι ακατοίκητες: περνάμε κοντά από χωριά και μικρές πόλεις. Συναντάμε και κανένα άλλο όχημα κατά διαστήματα, όπως επίσης και καβαλάρηδες ή πεζοπόρους. Σε κάποια στιγμή πετάνε από πάνω μας δύο γρυποκαβαλάρηδες, κατευθυνόμενοι προς τα ανατολικά. Οι δρόμοι εδώ – εκεί όπου υπάρχουν δρόμοι – είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ξεπετρωμένοι χωματόδρομοι. Ελάχιστη διαφορά έχει αν ταξιδεύεις επάνω τους ή επάνω σε κάποια πεδιάδα.

«Μ’αρέσουν αυτά τα μέρη, Ζορδάμη,» μου λέει ο Ρίβης, το μεσημέρι, όταν έχουμε σταματήσει πλάι σ’ένα χωριό και καθίσει σε μια ταβέρνα η οποία βρίσκεται στις παρυφές του και φαίνεται νάναι για ταξιδιώτες. Τα τραπεζάκια της είναι κάτω από ένα ξύλινο υπόστεγο και δίπλα από το μαγειρείο της υπάρχει ακόμα ένα μικρό οικοδόμημα με ενοικιαζόμενα δωμάτια, μήπως κάποιος θέλει να ξαπλώσει για να περάσει τη νύχτα ή το μεσημέρι. Εκτός από εμάς, άλλοι τρεις βρίσκονται τώρα εδώ: δύο άντρες που συνταξιδεύουν και έχουν αφήσει τα άλογα τους παραδίπλα, δεμένα σ’ένα δέντρο, και μια γυναίκα που έχει αφήσει το δίκυκλό της εκεί όπου έχουμε αφήσει κι εμείς το δικό μας όχημα. Οι πρώτοι μοιάζουν για ντόπιοι· άνθρωποι όχι ετούτου του χωριού αλλά ετούτων των περιοχών. Η γυναίκα πρέπει νάναι ταχυμεταφορέας ή μαντατοφόρος, υποθέτω· πάντως, ντόπια σίγουρα δεν είναι.

«Ναι,» αποκρίνομαι στον Ρίβη, «είναι ήσυχα εδώ, ε;» Ανάμεσά μας βρίσκεται το φαγητό που μας έχει φέρει ο ταβερνιάρης – βραστά χόρτα, ψητό τυρί, τραγανό ψωμί, τηγανητές πατάτες – καθώς και μια καράφα κρασί.

«Μου θυμίζουν τα Φέρνιλγκαν,» λέει ο Ρίβης, «αλλά αν τα Φέρνιλγκαν ήταν πιο… πιο γαλήνια· ξέρεις.» Χαμογελά. «Μπορεί και να λατρεύουν τον Κάρτωλακ εδώ πέρα, Ζορδάμη.»

«Τον λατρεύουν.»

«Πώς το ξέρεις;»

«Από αυτά τα μέρη κατάγομαι, το ξέχασες; Δηλαδή, όχι ακριβώς από εδώ, αλλά η Κόρλας βρίσκεται προς τα βόρεια και ανατολικά.»

«Ναι, σωστά,» συμφωνεί ο Ρίβης, και δείχνει σκεπτικός.

«Αυτές οι περιοχές ονομάζονται Ανεμοκοιλάδες,» του λέω. «Όταν φυσάει εδώ, φυσάει πολύ.»

«Φυσάει και τώρα, την άνοιξη;»

«Όλες τις εποχές, αλλά κυρίως το φθινόπωρο. Τότε γίνεται χαμός εδώ πέρα.»

Ο Ρίβης στρέφεται προς το μαγειρείο και, υψώνοντας το χέρι του, φωνάζει: «Ε, ταβερνιάρη!» ξαφνιάζοντάς με λιγάκι. Θέλει να παραγγείλει κάτι ακόμα;

Ο ταβερνιάρης – ένας εύσωμος, λευκόδερμος, καστανομάλλης άντρας – ζυγώνει. «Τι είναι, φίλε μου;»

«Να σου κάνω μια ερώτηση;»

«Φυσικά.»

«Υπάρχει ναός ή βωμός του Κάρτωλακ κάπου εδώ γύρω;»

«Ναι, αμέ, βέβαια. Στους Λόφους του Κυνηγού. Προς τα κει.» Δείχνει. «Βλέπεις αυτά τα υψώματα, κει δα πέρα; Αυτοί είν’ οι Λόφοι του Κυνηγού. Μόλις έχεις φτάσει εκεί κοντά θα δεις ένα μονοπάτι που δεν είναι για οχήματα σαν το δικό σας, είναι στενό. Άμα τ’ακολουθήσεις για λίγο, θα δεις ότι διχαλώνει, κι άμα πάρεις τη δεξιά διχάλα θα φτάσεις στο Ναό του Κάρτωλακ. Ένας ιερέας και μια ιέρεια μένουν εκεί μαζί με τους δυο γιους τους. Δεν τους πειράζει άμα θες να πας να προσκυνήσεις· καλοδέχονται τους ξένους.»

«Μάλιστα. Σ’ευχαριστώ.»

«Τίποτα, φίλε μου, νάσαι καλά κι η Μεγάλη Αρτάλη μαζί σου,» αποκρίνεται ο ταβερνιάρης, και απομακρύνεται ξανά, πηγαίνοντας στο μαγειρείο.

«Καταλαβαίνεις, βέβαια, ότι δεν έχουμε χρόνο για επισκέψεις σε ναούς,» λέω στον Ρίβη. «Μόνο αφότου βρούμε τη Σαμάνθα. Τώρα βιαζόμαστε.» (Γιατί συνεχίζω να τη λέω Σαμάνθα αφού ξέρω πια ότι το πραγματικό της όνομα είναι Αστερόπη; Σίγουρα όχι επειδή ο Ρίβης δεν το ξέρει.)

«Ναι,» αποκρίνεται, «εντάξει,» αν και μοιάζει δυσαρεστημένος.

«Γνωρίζεις για τους Απόστολους του Κάρτωλακ;» τον ρωτάω μετά από λίγο.

Ο Ρίβης συνοφρυώνεται. «Απόστολους του Κάρτωλακ; Όχι. Τι είν’ αυτοί;»

Του εξηγώ πως πρόκειται για μια καινούργια αίρεση, όπου ανήκει και ο Θεώνυμος με τον οποίο έχει κάνει συμφωνία η αδελφή του. «Γι’αυτό κυρίως τον ενδιαφέρει η συνεργασία με την Ασημίνα. Θέλει να μπορεί να χρηματοδοτήσει τους Απόστολους.»

«Δε μου το είχες πει αυτό, Ζορδάμη. Ούτε στη Μελένια το ανέφερες. Είπες μόνο ότι ο Θεώνυμος είναι ιερέας του Κάρτωλακ.»

«Ναι, δεν ήθελα να μπω σε λεπτομέρειες. Σημαντικότερα πράγματα μάς απασχολούν τώρα.»

«Τι ακριβώς, όμως, είναι οι Απόστολοι του Κάρτωλακ;» με ρωτά, ενώ τα μάτια του πηγαίνουν προς μια γυναίκα που έχει μόλις έρθει στην ταβέρνα, φανερά ντόπια, λευκόδερμη με καστανά μακριά μαλλιά, και ντυμένη μ’ένα καφεπράσινο φόρεμα με βαθύ, πλατύ ντεκολτέ και μεγάλο σκίσιμο στο αριστερό πόδι. Πλησιάζει τους δύο συνταξιδιώτες που κάθονται σ’ένα τραπέζι κάμποση απόσταση από το δικό μας και, χαμογελώντας, τους λέει κάτι. Εκείνοι τής απαντούν ενώ συγχρόνως κάνουν αρνητικά νεύματα.

«Σύμφωνα με ό,τι μου είπε ο Θεώνυμος,» αποκρίνομαι στον Ρίβη, «οι Απόστολοι θέλουν να δημιουργήσουν μια μεγάλη θρησκεία του Κάρτωλακ στα Φέρνιλγκαν. Θέλουν να δώσουν εκεί δύναμη στο ιερατείο τους παρόμοια με τη δύναμη που έχει το ιερατείο της Αρτάλης σ’όλη τη Σεργήλη.»

«Παράξενο…»

«Γιατί;»

«Γιατί η θρησκεία του Κάρτωλακ, γενικά, δεν…» ανασηκώνει τον έναν ώμο, «δεν είναι έτσι, Ζορδάμη. Ο κάθε ιερέας ή ιέρεια κάνει τις τελετές του στην περιοχή του…»

Η καστανομάλλα με το προκλητικό φόρεμα μάς πλησιάζει. «Θέλουν παρέα οι συμπαθητικοί ταξιδιώτες;» ρωτά.

Το βλέμμα του Ρίβη ταξιδεύει από τον ακάλυπτο αριστερό μηρό της προς τα πάνω, στο στήθος της. Και μετά κοιτάζει εμένα, ερωτηματικά.

Μορφάζω. «Δεν έχω πρόβλημα,» του λέω. «Το απόγευμα θα φύγουμε, εξάλλου, όχι από τώρα.»

Ο Ρίβης τυλίγει το δεξί, ατραυμάτιστο χέρι του γύρω από τη μέση της γυναίκας κι εκείνη κάθεται στα γόνατά του, γελώντας. «Το έλπιζα ότι αυτοί οι άλλοι θα μ’έδιωχναν, για νάρθω σ’εσάς!» λέει.

Αν είναι έτσι, σκέφτομαι, τότε γιατί δεν ήρθες πρώτα σ’εμάς; Αλλά, φυσικά, μένω σιωπηλός.

Ο Ρίβης χαϊδεύει τα πλευρά, την κοιλιά, και τον μηρό της. «Πώς σε λένε;» τη ρωτά. Αναρωτιέμαι από πότε έχει ν’αγκαλιάσει γυναίκα, τόσο καιρό που ήταν κλεισμένος στον Βράχο των Ουρλιαχτών.

«Ζαρνάφι. Εσένα;»

«Ρίβης.»

«Έχεις λεφτά;»

Προτού ο Ρίβης στραφεί σ’εμένα έχω ήδη τραβήξει μερικά χαρτονομίσματα (απ’ αυτά που μας έδωσε η Μελένια) και τα τείνω προς το μέρος του, κάτω απ’το τραπέζι. Εκείνος τα παίρνει, τυλίγει κυλινδρικά ένα χαρτονόμισμα των πέντε ήλιων, και το περνά μέσα στο ντεκολτέ της πόρνης.

Η Ζαρνάφι γελά. «Είσαι ανοιχτοχέρης,» παρατηρεί. Και μετά, οι δυο τους σηκώνονται από το τραπέζι και πηγαίνουν προς τα ενοικιαζόμενα δωμάτια της ταβέρνας.

Η Κλεισμένη πηδά πάνω στην καρέκλα όπου πριν από λίγο καθόταν ο Ρίβης. «Μιάααο!»

«Μόνοι πάλι, ε, αγάπη μου;» της λέω ανάβοντας τσιγάρο.

Το απόγευμα, αφού έχουμε ξεκουραστεί, φεύγουμε από το χωριό και συνεχίζω να οδηγώ προς τα βορειοδυτικά διασχίζοντας την ύπαιθρο. Ο Ρίβης μοιάζει ευχαριστημένος και χαλαρωμένος από την προσωπική του συνάντηση με την πόρνη της ταβέρνας, και καπνίζει ενώ ταξιδεύουμε. Ένας αρκετά δυνατός αέρας έχει σηκωθεί, φέρνοντας σκόνη και φύλλα, που μου προκαλούν πρόβλημα καθώς τα πλαϊνά τζάμια του οχήματος είναι σπασμένα, όπως και το πισινό. Ευτυχώς, το μπροστινό υπάρχει ακόμα, αλλιώς ίσως και να χρειαζόταν να σταματήσουμε. Στο ανοιχτό παράθυρο δίπλα μου κρεμάω μια μπλούζα για να μην έρχονται από κει τα όσα φέρνει ο άνεμος, αλλά και πάλι δεν μπορώ να τα εμποδίσω τελείως.

Όταν απομακρυνόμαστε από τις Ανεμοκοιλάδες, ο αέρας δεν μας χτυπά πια και έχει αρχίσει να σουρουπώνει, οπότε ανάβω τους προβολείς. Έχουμε ήδη αλλάξει ενεργειακή φιάλη από προτού φύγουμε από την ταβέρνα, έτσι το όχημα έχει αρκετά καύσιμα για κατανάλωση.

«Θα φτάσουμε στην Κάρντλας απόψε;» με ρωτά ο Ρίβης.

«Δε νομίζω,» του λέω. «Θα πρέπει να σταματήσουμε κάπου και να διανυκτερεύσουμε. Για κοίτα τον χάρτη, να δούμε τι μέρη υπάρχουν εδώ γύρω.»

Ο Ρίβης πατά κουμπιά στην κονσόλα, και η οθόνη εστιάζεται στην περιοχή που διασχίζουμε. Μερικές κουκίδες φωτίζουν, εκτός από αυτή που δείχνει το όχημά μας. «Δε νομίζω νάχει όλες τις πόλεις και τα χωριά,» λέει ο Ρίβης. «Ούτε αυτό όπου σταματήσαμε το μεσημέρι το έχει, είμαι σίγουρος.»

«Κανένας γενικός χάρτης δεν είναι πλήρης,» του λέω. «Αλλά αυτό δεν μας πειράζει τώρα.» Κοιτάζω την οθόνη με τις άκριες των ματιών μου ενώ συνεχίζω να οδηγώ μειώνοντας λιγάκι την ταχύτητα προσωρινά. «Θα σταματήσουμε στις όχθες του Σέρντιληθ, μάλλον. Εδώ.» Δείχνω μια κουκίδα με το δάχτυλό μου.

«Την έχεις ξαναεπισκεφτεί αυτή την πόλη;» με ρωτά ο Ρίβης.

«Ναι. Μικρή είναι, αλλά έχει πανδοχείο για ναυτικούς του ποταμού κι άλλους ταξιδιώτες.»

Όταν έχει νυχτώσει για τα καλά, φτάνουμε εκεί και πηγαίνω το όχημά μου στο μοναδικό γκαράζ της πόλης όπου ξέρω πως, εκτός από υπηρεσίες στάθμευσης, προσφέρουν και υπηρεσίες επισκευής. Λέω στον φύλακα ότι θέλω να μου βάλουν καινούργια τζάμια και να κάνουν ό,τι επισκευές προλαβαίνουν στα χτυπημένα μέταλλα του οχήματος ώς το πρωί.

«Ώς το πρωί;» λέει ο φύλακας, ξαφνιασμένος. «Ο μηχανουργός δεν δουλεύει τη νύχτα, κύριος.»

Βγάζω ένα χαρτονόμισμα των δέκα ήλιων και το δίνω στον φύλακα. «Θα πάρετε κι άλλα αν έχετε κάνει τις επισκευές όταν επιστρέψω.»

Ο φύλακας νεύει χαμογελώντας. «Εντάξει, κύριος! Έγινε! Μέχρι να ξημερώσει, τ’όχημά σας θάναι πεντάμορφο!»

«Ευχαριστώ,» του λέω χτυπώντας τον φιλικά στον ώμο· και εγώ, ο Ρίβης, και η Κλεισμένη φεύγουμε από το γκαράζ.

Πηγαίνουμε στο τοπικό πανδοχείο που είναι διώροφο και έχει κάμποσους πελάτες στην τραπεζαρία του. Ορισμένοι απ’ αυτούς είναι φανερά ναυτικοί του ποταμού, και παίζουν ζάρια βρίζοντας και βλαστημώντας μεγαλόφωνα. Περνάμε τη νύχτα εκεί και το πρωί πηγαίνουμε ξανά στο γκαράζ, όπου το όχημά μας μας περιμένει με καινούργια τζάμια και επισκευασμένα μέταλλα, φρεσκοβαμμένο και φρεσκοπλυμένο.

Ο φύλακας έχει αλλάξει τώρα· μια κοπέλα είναι εδώ. «Εσείς είστε ο κύριος που άφησε τους δέκα ήλιους, έτσι;» με ρωτά. Αποκλείεται νάναι πάνω από είκοσι χρονών αλλά φαίνεται να προσπαθεί να δείχνει επαγγελματική, ντυμένη καθώς είναι με δερμάτινα ρούχα κι έχοντας πιστόλι και ξιφίδιο περασμένα στη ζώνη της, ενώ μια καραμπίνα είναι ακουμπισμένη παραδίπλα, στον τοίχο, πλάι στο ξύλινο τραπεζάκι που επάνω του είναι ένα περιοδικό, μια μεγάλη κούπα καφές, και μια δαγκωμένη τυρόπιτα.

«Ναι,» της λέω.

«Μου είπαν ότι αυτή ήταν η μισή πληρωμή.»

Της δίνω άλλους δέκα ήλιους. «Σας ευχαριστώ.»

«Ευχαρίστησή μας, κύριε.»

Παίρνουμε το όχημα από το γκαράζ και φεύγουμε από την πόλη.

«Έκαναν, όμως, καλή δουλειά, ε;» παρατηρεί ο Ρίβης, καθισμένος δίπλα μου.

Η Κλεισμένη νιαουρίζει καθώς τεντώνεται πάνω στο πίσω κάθισμα.

Μετά από περίπου δυο ώρες οδήγησης φτάνουμε στην Κάρντλας, στις όχθες του ποταμού Σέρντιληθ, η οποία είναι αρκετά μεγάλη πόλη για τα δεδομένα της Δυτικής Σεργήλης. Αλλά όχι και για τα δεδομένα της Κεντρικής Σεργήλης. Δεν είναι ούτε κατά διάνοια τόσο μεγάλη όσο η Μέλβερηθ, για παράδειγμα. Τα οικοδομήματά της είναι πολύ πιο χαμηλά, οι δρόμοι της πολύ χειρότεροι – μερικοί δεν είναι καν στρωμένοι με πλάκες.

«Έχεις συνδέσμους εδώ;» με ρωτά ο Ρίβης καθώς μπαίνουμε ανάμεσα στις πολυκατοικίες της Κάρντλας.

«Όχι,» αποκρίνομαι. «Αλλά δε θυμάσαι τι μας είπε η Μελένια προτού φύγουμε; Να αναζητήσουμε τον Ξενοκράτη στο Δυτικό Άστρο.»

Το Δυτικό Άστρο, σκέφτομαι: εκεί όπου η Σιδηρά Δυναστεία με… έκλεψε μέσα από το Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης. Εδώ ήταν που πρωτοσυνάντησα τη Σαμάνθα (η οποία τότε χρησιμοποιούσε το όνομα Ζαρνάφι Γαιόνομη)· εδώ ήταν που «εξαφανίστηκα» αφήνοντας μονάχα ένα σημείωμα στην Καλλιόπη, τη συνοδηγό μου, ζητώντας της να μην κάνει καμια προσπάθεια να με βρει· εδώ ήταν που νόμιζα ότι πια η τύχη μου με είχε εγκαταλείψει. Και μάλλον είχα δίκιο. Η τύχη μου, όντως, με είχε εγκαταλείψει. Είχα φάει την κλοτσιά της Λόρκης. Είχα μπλέξει πολύ άσχημα με τους άλλους ραλίστες, και η Ελοντί είχε – κάπως – κάνει τον δαίμονα μέσα στο όχημά μου να φύγει, στερώντας μου όλες του τις υπερφυσικές δυνάμεις. Αποκλείεται να έβγαινα νικητής, και η Σιδηρά Δυναστεία αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να ξεπληρώσω αλλιώς το χρέος μου…

Κι ακόμα ξεπληρώνω.

Εκτός αν η Μελένια έχει δίκιο, και είναι σαν ουσιαστικά να έχω πλέον ξεχρεωθεί. Εξάλλου, τώρα είμαι ένα πιόνι που έχει ξεφύγει από τους κανόνες του παιχνιδιού, έτσι δεν είναι; Κάνω του κεφαλιού μου μέσα στη Δυναστεία, δεν ακολουθώ τις οδηγίες κανενός. Είναι η πρώτη φορά που μου συμβαίνει κάτι τέτοιο, και με σοκάρει· με τρομάζει, ίσως.

Οδηγώ το όχημά μου προς το ξενοδοχείο «Το Δυτικό Άστρο» και το σταματάω απέξω. «Πάμε,» λέω στον Ρίβη, και βγαίνουμε.

Η Κλεισμένη μάς ακολουθεί σιωπηλά. Μπαίνουμε στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου και ρωτάω την κοπέλα πίσω από τον πάγκο αν βρίσκεται εδώ ο κύριος Γρύπας Ξενοκράτης.

«Γιατί ρωτάτε, κύριε;»

«Θα ήθελα να του μιλήσω. Είναι επείγον.»

«Πώς ονομάζεστε;»

«Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος.»

Η κοπέλα σηκώνει ένα ακουστικό και το φέρνει στο αφτί της. Πατά ένα κουμπί σ’έναν επικοινωνιακό δίαυλο και περιμένει. Μετά λέει: «Συγνώμη για την ενόχληση, κυρία. Είμαι από τη ρεσεψιόν. Βρίσκεται ο κύριος Ξενοκράτης εκεί;» (…) «Μάλιστα. Έχει έρθει ένας κύριος και τον ζητά. Λέει πως είναι επείγον. Ονομάζεται Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος.» Με λοξοκοιτάζει καθώς αναφέρει το όνομά μου, σαν να περιμένει ότι ίσως να τη διορθώσω. «Ναι, εντάξει. Γεια σας.» Κλείνει τον δίαυλο και μου λέει: «Θα περιμένετε στο σαλόνι;»

«Ναι,» αποκρίνομαι. «Ευχαριστούμε.»

«Θέλετε να σας φέρουμε κάτι;»

Αλληλοκοιταζόμαστε με τον Ρίβη. «Έναν καφέ,» λέει εκείνος. «Μέτριο.»

«Κι άλλον έναν για εμένα,» προσθέτω, και πηγαίνουμε να καθίσουμε στην αίθουσα δίπλα από τη ρεσεψιόν, όπου εκτός από εμάς είναι κι άλλοι δύο άντρες, ο καθένας καθισμένος σε διαφορετικό τραπέζι. Ο ένας διαβάζει εφημερίδα, ο άλλος κοιτάζει έξω απ’το παράθυρο καπνίζοντας.

Η κοπέλα της ρεσεψιόν έρχεται, σύντομα, και μας φέρνει τους καφέδες. «Η γάτα ελπίζω να είναι φρόνιμη,» μας λέει χαμογελώντας.

«Φρόνιμη είναι,» της υπόσχομαι, κι εκείνη φεύγει.

Η Κλεισμένη νιαουρίζει πλάι μου.

«Μη φοβάσαι,» της λέω, «σε συμπαθεί κατά βάθος· το κατάλαβα.»

Μετά από λίγο, βλέπω μια γνώριμη, μαυρόδερμη, δαιμονομάτικη φυσιογνωμία να μπαίνει στο σαλόνι. Ο Ύαν, ντυμένος με γκρίζα μπλούζα και λευκό γιλέκο γεμάτο τσέπες και θήκες, μέσα στις οποίες αναμφίβολα κρύβονται αρκετά όπλα. Μια γυναίκα τον ακολουθεί: η Σαμάνθα – Αστερόπη, θυμίζω στον εαυτό μου – ντυμένη με κοντομάνικο, κίτρινο φόρεμα και φαρδιά, καφετιά ζώνη.

Μας πλησιάζουν.

«Ραλίστα,» λέει ο Ύαν. «Δεν περίμενα να σε συναντήσουμε εδώ. Και ποιος είν’ αυτός;» Κοιτάζει τον Ρίβη.

«Αυτός,» αποκρίνομαι, «ονομάζεται Ρίβης Νέρφελδιφ· της οικογένειας, φυσικά. Και είναι πολλά που πρέπει να πω σ’εσάς και στον κύριο Ξενοκράτη.»

«Τι εννοείς;» ρωτά η Αστερόπη.

«Έχω ανακαλύψει πράγματα που σίγουρα θα σας ενδιαφέρουν. Πράγματα όπως αυτά που συνέβησαν στη Νίρβεκ. Πολύ περίεργα.»

Η Αστερόπη και ο Ύαν αλληλοκοιτάζονται· μετά ο μισθοφόρος φέρνει έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό στ’αφτί του, πατά ένα κουμπί, και λέει: «Μπορείτε να κατεβείτε, κύριε Ξενοκράτη. Είναι πράγματι ο ραλίστας, και ισχυρίζεται πως έχει να μας αναφέρει διάφορα περίεργα πράγματα – παρόμοια μ’αυτά που συνέβησαν στη Νίρβεκ.» Μένει σιωπηλός για μερικές στιγμές, και ύστερα: «Μάλιστα, κύριε Ξενοκράτη, θα έρθουμε εμείς επάνω.»

ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΟΣΜΗΜΑ ΤΗΣ ΣΕΡΓΗΛΗΣ

Σταματά το δίκυκλό της μέσα σ’ένα σοκάκι στις Βορειοδυτικές Αποβάθρες. Βάζει το ένα πόδι κάτω – το αριστερό, που δεν έχει τραυματιστεί – για να στηριχτεί, αλλά δεν κατεβαίνει από τη σέλα. Θέλει λίγο να σκεφτεί ήρεμα· θέλει ν’αποφασίσει τι θα κάνει τώρα. Γιατί ολόκληρος ο κόσμος της μοιάζει να έχει γυρίσει ανάποδα. Ολόκληρη η Σεργήλη μοιάζει, για εκείνη, να έχει γυρίσει ανάποδα.

Μέσα στο σοκάκι, που ανοίγεται ανάμεσα σε δύο πολυκατοικίες – μία ψηλότερη, μία χαμηλότερη – δεν βρίσκεται κανένας άλλος άνθρωπος: μόνο δύο κάδοι σκουπιδιών κι αρκετές γάτες. Η Ξανθίππη αναρωτιέται πού μπορεί να πάει τώρα. Ο Άλκιμος Καλνάροφ και οι συνωμότες του θα την κυνηγήσουν, είναι βέβαιο· θα έχουν ήδη ξεκινήσει να την κυνηγάνε· και θα την περιμένουν, κατ’ αρχήν, στα μέρη που ξέρουν ότι συχνάζει. Δε μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι της στον Βαθύχρωμο· θα της έχουν στήσει ενέδρα. Αλλά ούτε και στο Γενικό Κέντρο της Χωροφυλακής νομίζει πως μπορεί να πάει· κι εκεί θα την περιμένουν. Επίσης, κανένας σύνδεσμός της με τη Σιδηρά Δυναστεία δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί αξιόπιστος· οι πάντες ίσως να είναι μέρος της συνωμοσίας του Καλνάροφ. Και η Ξανθίππη δεν έχει τρόπο να αναγνωρίσει ποιος είναι μαζί του και ποιος όχι. Οι τέσσερις άνθρωποι στην Οικοκίνηση – ο Τζιν, η Αριστέα, ο Μάρκος, ο Βατράνος’χοκ – ποτέ δεν θα φανταζόταν ότι θα βρίσκονταν μπλεγμένοι σε μια τέτοια συνωμοσία – μια συνωμοσία που έχει ως σκοπό – ως έναν απ’τους σκοπούς της, μάλλον – τη θανάτωση άλλων μελών της Δυναστείας!

Και άκουσε πως σκοπεύουν να δολοφονήσουν, σύντομα, και τον Τζακ Βραδύνικο. Να πάει να τον προειδοποιήσει; Ο Βιβλιοπώλης δεν μπορεί να είναι μέρος της συνωμοσίας αφού είναι στόχος της. Αλλά οι συνωμότες ίσως να υποπτεύονται ότι η Ξανθίππη θα τον αναζητήσει, ακόμα κι αν δεν υποπτεύονται ότι τους κρυφάκουγε παριστάνοντας τη λιπόθυμη. Το ξέρουν ότι τα έχει καλά με τον Τζακ, και αναμφίβολα θα σκέφτονται ότι μάλλον ο Τζακ είναι από τα λίγα μέλη της Δυναστείας που τώρα εκείνη μπορεί να εμπιστευτεί. Θα της έχουν στήσει καρτέρι κι εκεί, λοιπόν· σίγουρα.

Όλα τούτα τα συμπεράσματα, όμως, πού την οδηγούν;

Η Νέσριβεκ έχει γίνει επικίνδυνη για εμένα–

Έχει γίνει αδύνατο να συνεχίσω να μένω στη Νέσριβεκ. Αν έχει ξεκινήσει κάποιος κρυφός πόλεμος μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία, η Ξανθίππη δεν ξέρει ποιοι είναι φίλοι της και ποιοι όχι. Κάθε δρόμος και κάθε χτίριο μέσα στη Νέσριβεκ την Όμορφη έχει ξαφνικά μετατραπεί σε πιθανή παγίδα για εκείνη.

Πρέπει να φύγω, καταλήγει. Πρέπει να αναζητήσω βοήθεια αλλού, όπου το έδαφος είναι πιο σταθερό, όπου η Δυναστεία δεν είναι έτσι διαιρεμένη. Και το πρώτο μέρος που έρχεται στο μυαλό της είναι η Άντχορκ. Παλιότερα, είχε ταξιδέψει μόνο δύο φορές στην Άντχορκ, το Κόσμημα της Σεργήλης, τη μεγαλύτερη πόλη της διάστασης· δεν την ξέρει καθόλου καλά· ούτε καλά ξέρει το δίκτυο της Σιδηράς Δυναστείας εκεί. Γνωρίζει, όμως, έναν άνθρωπο της οικογένειας: τον Λαοκράτη Άλθαρνεφ, που είναι κεντρικός σύνδεσμος στην πόλη, και αυτός ήταν που έστειλε και τον Κριτόλαο. Ο Βιβλιοπώλης πρότεινε στην Ξανθίππη να καλέσει τον μάγο από την Άντχορκ μέσω μηνύματος στον Λαοκράτη Άλθαρνεφ – και έτσι έγινε.

Στην Άντχορκ. Εκεί πρέπει να πάω. Είναι η μόνη λύση, για την ώρα.

Μετά, όμως, έρχονται στο μυαλό της η Ράσρηβ και η Μόλκαρηβ – δύο πόλεις που βρίσκονται σαφώς πιο κοντά της Νέσριβεκ, η πρώτη προς τα ανατολικά, η δεύτερη προς τα βόρεια. Και η Ξανθίππη τις έχει επισκεφτεί αρκετές φορές στη ζωή της. Γνωρίζει πολλά μέλη της Δυναστείας εκεί. Αλλά αυτά τα μέλη δεν θα τα γνωρίζουν και οι συνωμότες του Καλνάροφ; Σίγουρα ναι. Και ίσως να τα έχουν επηρεάσει κάπως, ή ίσως να τα έχουν βάλει μέσα στο κόλπο – ό,τι κι αν είναι αυτό το κόλπο. Σ’ετούτες τις περιοχές, άλλωστε, η Νέσριβεκ είναι το κέντρο της Σιδηράς Δυναστείας, από εδώ, θα μπορούσε κανείς να πει, παίρνονται οι κεντρικές αποφάσεις και απλώνονται και προς τις γύρω πόλεις.

Στην Άντχορκ η Ξανθίππη νομίζει ότι θα είναι πιο ασφαλής, και, μιλώντας στον Λαοκράτη Άλθαρνεφ, ίσως μπορέσει να φέρει βοήθεια για τον Τζακ Βραδύνικο. Ίσως μπορέσει να ξεμπλέξει αυτή την κατάσταση και να νικήσει τους συνωμότες.

Κοιτάζει να δει τι λεφτά έχει επάνω της. Πολύ λίγα, διαπιστώνει. Ίσα για ν’αγοράσει μία ακόμα ενεργειακή φιάλη για το δίκυκλό της. Θα επαρκέσουν δύο φιάλες (μία γεμάτη και μία μισοτελειωμένη) για να φτάσει στην Άντχορκ; Αν δεν επαρκέσουν θα πάρω το τρένο από κάποιο σταθμό καθοδόν. Δεν μπορεί να το ριψοκινδυνέψει να επισκεφτεί τράπεζα για να τραβήξει λεφτά· οι συνωμότες θα έχουν ειδοποιήσει όλους τους συνδέσμους τους γι’αυτήν. Και δεν πρέπει να την εντοπίσουν.

Ακόμα και τώρα, που κάθεται εδώ, ακίνητη, κινδυνεύει! Ο Βατράνος’χοκ μπορεί να προσπαθεί να την ανιχνεύσει με τη μαγεία του. Η Ξανθίππη έχει, βέβαια, απομακρυνθεί πολύ από την Οικοκίνηση και θυμάται πως ο Κριτόλαος δεν μπορούσε να εντοπίσει μαγικά κάποιον που βρίσκεται μακριά· αλλά δεν χρειάζεται να το ρισκάρει άσκοπα. Έχει πάρει τις αποφάσεις της· καλύτερα να φεύγει.

Βάζει ξανά το δίκυκλό της μπροστά και βγαίνει απ’το σοκάκι. Κατευθύνεται προς την Κουρασμένη Γέφυρα, τη διασχίζει, και φτάνει στον Ζαχαρωτό, στην ανατολική μεριά της πόλης. Πηγαίνει σ’έναν σταθμό ενέργειας και ζητά μια ενεργειακή φιάλη τύπου Υ-1. Βγάζει χρήματα και πληρώνει γι’αυτήν. Το σώμα της είναι ακόμα σε μεγάλη υπερδιέγερση από το ΑΘ.5, δεν αισθάνεται κόπωση· νιώθει όμως βελόνες να περνάνε μέσα στο δεξί της στήθος και κάψιμο, εκεί όπου τη χτύπησε η ενεργειακή ριπή του Άλκιμου. Βάζει τη μικρή φιάλη στην πίσω μεριά του δίκυκλού της, κλείνοντάς την μέσα σ’ένα σιδερένιο κουτί για προστασία, και φεύγει από τον σταθμό ενέργειας, σκοπεύοντας να επισκεφτεί κάποιο κατάστημα για να αγοράσει μερικά τρόφιμα προτού αποχωρήσει από την πόλη.

Ξαφνικά, όμως, συνειδητοποιεί ότι δύο δίκυκλα είναι πίσω της. Την καταδιώκουν! Κάποιος παρατηρητής της Δυναστείας – κάποιος από τους προδότες του Άλκιμου – πρέπει να την είδε να περνά την Κουρασμένη Γέφυρα, ίσως. Κακώς έχασα χρόνο στον σταθμό ενέργειας! Η Ξανθίππη επιταχύνει, προσπαθώντας ν’απομακρυνθεί από τα δίκυκλα. Ρίχνοντας μια ματιά πάνω απ’τον ώμο της, νομίζει πως ο ένας είναι ο Τζιν. Ο άλλος δεν μπορεί να καταλάβει ποιος είναι· ίσως να μην τον ξέρει καν. Αν και δεν το πιστεύει· γνωρίζει τα περισσότερα μέλη της οικογένειας μέσα στη Νέσριβεκ.

Στρίβει, αφήνοντας πίσω της τον Ζαχαρωτό και μπαίνοντας στον Φιλοκτήτη. Οι διώκτες της την ακολουθούν, προσπαθώντας να τη φτάσουν. Η Ξανθίππη κατευθύνεται προς τις ράγες του Εναέριου Σιδηρόδρομου που στηρίζονται σε χοντρούς, ψηλούς κίονες καθώς περνάνε πάνω κι ανάμεσα από τα οικοδομήματα της Νέσριβεκ. Οι δρόμοι δεν έχουν πολλή κίνηση καθότι μεσημέρι, πράγμα που δεν βολεύει και τόσο την Ξανθίππη· μέσα στην κίνηση, ίσως να κατάφερνε πιο εύκολα να ξεφύγει από τους κυνηγούς της. Δεν θέλει να βγει από την πόλη έχοντάς τους στο κατόπι της, δεν θέλει να ξέρουν προς τα πού έχει πάει· θέλει να μην είναι σίγουροι αν ακόμα βρίσκεται μέσα στη Νέσριβεκ ή όχι.

Περνά κάτω από μια πελώρια καμάρα από πέτρα και μέταλλο η οποία στηρίζει τις εναέριες ράγες, και στρίβει απότομα αριστερά και ξανά αριστερά, και μετά δεξιά. Οι ξαφνικές στροφές έχουν φέρει κάποιο αποτέλεσμα, παρατηρεί· δεν βλέπει τώρα τους διώκτες στο κατόπι της. Τους ακούει, όμως· δεν είναι μακριά, απλώς πίσω από την προηγούμενη γωνία. Η Ξανθίππη περνά πάλι κάτω από μια γιγάντια καμάρα του Εναέριου Σιδηρόδρομου, επιστρέφοντας, ουσιαστικά, προς τη μεριά της πόλης από την οποία είχε έρθει. Κάνει κύκλο, ελπίζοντας πως ο κύκλος θα μπερδέψει τους διώκτες της και θα τη χάσουν. Πηγαίνει προς την πρώτη καμάρα και ξαναπερνά από κάτω της. Κοιτάζει πάνω απ’τον ώμο της και δεν βλέπει πια τα δύο δίκυκλα να έρχονται.

Μ’έχασαν!

Η Ξανθίππη τρέχει τώρα προς τα ανατολικά. Βγαίνει από τον Φιλοκτήτη, διασχίζει τον Ακρομάχο, περνά τα όρια της πόλης, και βρίσκεται στην ύπαιθρο. Δεν πλησιάζει τη δημοσιά (όπου το ξέρει πως η Σιδηρά Δυναστεία έχει παρατηρητές), πηγαίνει μέσα από τους αγρούς. Το δίκυκλό της δεν είναι από εκείνα που οι τροχοί τους είναι ειδικοί για την ύπαιθρο, αλλά ούτε και τελείως άχρηστο είναι για τέτοια εδάφη· μπορεί να τα διασχίσει εν ανάγκη. Και τώρα υπάρχει ανάγκη.

Μετά από καμια ώρα οδήγησης επάνω στην ύπαιθρο, άλλοτε μέσα από πιο δενδρώδεις περιοχές, άλλοτε μέσα από ανοιχτούς κάμπους όλο χορτάρι, η Ξανθίππη μπαίνει στην πλακόστρωτη δημοσιά. Βρίσκεται αρκετά μακριά από τη Νέσριβεκ τώρα· δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος. Συνεχίζει το ταξίδι της προς τα νοτιοανατολικά, ακολουθώντας τον μεγάλο δρόμο, ενώ εύχεται οι συνωμότες του Καλνάροφ να μην έχουν καταλάβει ακόμα ότι έχει φύγει από την πόλη. Μακάρι να την ψάχνουν μέσα στη Νέσριβεκ, να αναρωτιούνται πού έχει κρυφτεί.

Μια ώρα περνά ακόμα, χωρίς η Ξανθίππη να έχει συναντήσει κανέναν κίνδυνο, όταν αισθάνεται μια απρόσμενη αλλά πολύ έντονη εξάντληση, σαν να ήταν συσκευή που ένα καλώδιο τη συνέδεε με κάποια πηγή ενέργειας κι αυτό το καλώδιο τώρα κόπηκε. Το σώμα της γίνεται ξαφνικά αδύναμο· με το ζόρι μπορεί και κρατιέται πάνω στη σέλα του δίκυκλου. Τα χέρια της τρέμουν καθώς σφίγγουν το τιμόνι. Ο πόνος από το τραύμα στο δεξί της πόδι έχει επιστρέψει, πολλαπλάσιος, διατρέχοντας ολόκληρη τη ράχη της. Και ο πόνος από το χτυπημένο στήθος έχει ενταθεί επίσης· η Ξανθίππη νομίζει ότι έχει απλωθεί σ’όλο το στέρνο της, πιέζοντας τους πνεύμονές της, κόβοντάς της την αναπνοή. Από τ’αριστερά μια τρομαχτική θολούρα έχει αρχίσει να συγκεντρώνεται.

Το ΑΘ.5! συνειδητοποιεί. Τελείωσε η επίδρασή του. Αυτές είναι οι μετέπειτα παρενέργειες…

Μετά δυσκολίας – προσπαθώντας να μη λιποθυμήσει – βγάζει το δίκυκλό της από τη δημοσιά, το οδηγεί μέσα σ’ένα σύδεντρο. Κάνει να κατεβεί από τη σέλα, καθώς το σταματά, αλλά σκοντάφτει και πέφτει – και το μεταλλικό όχημα πέφτει επάνω της. Πλακώνοντας το δεξί της πόδι. Το τραυματισμένο πόδι. Η Ξανθίππη γρυλίζει από τον πόνο που την τραντάζει από πάνω ώς κάτω· η γεύση του αίματος γεμίζει το στόμα της – έχει δαγκώσει τα χείλη ή τη γλώσσα της, ή και τα δύο· δεν είναι σίγουρη. Η θολούρα που έρχεται από τ’αριστερά πυκνώνει πολύ, σκεπάζει το μισό οπτικό της πεδίο. Αναπνέει με μεγάλη δυσκολία: ο πόνος στο στήθος της συνθλίβει τους πνεύμονές της.

Πρέπει να πάρει κι άλλο ΑΘ.5 αλλιώς φοβάται ότι θα πεθάνει! Ο οργανισμός της θα καταρρεύσει. Ψάχνει μέσα στο πέτσινο πανωφόρι της και βρίσκει την τελευταία σύριγγα. Τα δάχτυλά της μπλέκονται και ξαναμπλέκονται, αλλά καταφέρνει να βγάλει το σκέπασμα της βελόνας. Σηκώνει τη μπλούζα της, τραβώντας την έξω από το παντελόνι, και, με τα χέρια της να τρέμουν, περνά τη βελόνα κάτω από το δέρμα της, στ’αριστερά πλευρά της. Πιέζει τη σύριγγα στέλνοντας το ΑΘ.5 μέσα στον οργανισμό της. Τραβά τη βελόνα έξω και την πετά παραδίπλα.

Για λίγο νομίζει ότι τίποτα δεν συμβαίνει, ότι το φάρμακο δεν τη βοηθά. Το μισό οπτικό της πεδίο έχει θολώσει τελείως, το σώμα της έχει γεμίσει κράμπες, ο πόνος την έχει τυλίξει, μασώντας τη με δαιμονικά νύχια και δόντια– Ύστερα, όμως, η θολούρα διαλύεται σαν να φύσηξε ξαφνικός άνεμος που διώχνει την ομίχλη· οι κράμπες λύνονται η μία μετά την άλλη σαν κόμποι σχοινιού· ο πόνος υποχωρεί σαν να τρόμαξε. Η Ξανθίππη μπορεί ξανά να αναπνεύσει ελεύθερα.

«Μεγάλη Αρτάλη…» μουρμουρίζει.

Το δίκυκλο εξακολουθεί να πλακώνει το δεξί της πόδι, αλλά η Ξανθίππη δεν νιώθει παρά ελάχιστο πόνο από το τραύμα εκεί. Ανασηκώνεται, σπρώχνει το δίκυκλο με τα δύο χέρια και με το ελεύθερο πόδι της, και το ανατρέπει, το ρίχνει από την άλλη μεριά. Σηκώνεται όρθια χωρίς δυσκολία.

«Θα με σκοτώσει αυτή η μαλακία,» μουρμουρίζει. «Στο τέλος θα με σκοτώσει.» Αλλά για τώρα είναι απαραίτητο. Και εννοεί το ΑΘ.5, φυσικά.

Πρέπει να απομακρυνθεί όσο περισσότερο μπορεί προτού σταματήσει για να ξεκουραστεί κάπου. Σηκώνει το δίκυκλο όρθιο και το καβαλά. Το ενεργοποιεί, και βλέπει ότι η ενέργειά του έχει πέσει στο 4,5%. «Γαμήσου,» μουγκρίζει. Κατεβαίνει ξανά από τη σέλα και αλλάζει τη φιάλη· βάζει την καινούργια που ευτυχώς πρόλαβε να αγοράσει από τη Νέσριβεκ προτού την κυνηγήσουν. Τώρα ο δείκτης της ενέργειας είναι στο 100%. Η Ξανθίππη καβαλά το δίκυκλό της και το οδηγεί έξω από το σύδεντρο κι επάνω στη δημοσιά. Αυξάνοντας ταχύτητα. Τρέχοντας. Προσπερνώντας άλλα οχήματα.

*

Δεν αργεί να φτάσει εκεί όπου οι ράγες του υπεραστικού σιδηρόδρομου της Σεργήλης διασταυρώνονται με τη δημοσιά, και υπάρχει μια πέτρινη γέφυρα που περνά από πάνω τους. Η Ξανθίππη τη διασχίζει και συνεχίζει την πορεία της. Δεν αναζητά σταθμό του τρένου τώρα· έχει αποφασίσει ότι θα φτάσει μόνη της στην Άντχορκ. Μέσα στα τρένα, εξάλλου, είναι γνωστό ότι κυκλοφορούν άνθρωποι της Σιδηράς Δυναστείας, και ίσως κάποιοι νάναι συνωμότες του Καλνάροφ. Αν κι αυτό πιθανώς νάναι υπερβολικό – πιθανώς να γίνομαι παρανοϊκή – ο Άλκιμος δεν μπορεί να έχει τόσο μεγάλη επιρροή – επιρροή που απλώνεται πέρα από τη Νέσριβεκ!

Η Ξανθίππη ακολουθεί τη δημοσιά τρέχοντας με εκατό χιλιόμετρα την ώρα, θέλοντας να εκμεταλλευτεί όσο το δυνατόν περισσότερο τον χρόνο που έχει κερδίσει με το ΑΘ.5, γιατί το ξέρει πως μετά οι παρενέργειες του φαρμάκου θα την αδρανοποιήσουν τελείως, αν δεν της κάνουν και τίποτα χειρότερο. Θα μπορέσει, τουλάχιστον, να φτάσει στον Λαοκράτη Άλθαρνεφ προτού πέσει από την εξάντληση; Πρέπει να φτάσω! σκέφτεται επίμονα. Πρέπει να φτάσω!

Οι μεταλλικοί τροχοί του δίκυκλού της τινάζουν σπίθες επάνω στο λιθόστρωτο της δημοσιάς καθώς το όχημα τρέχει, και η Ξανθίππη κρατιέται γερά επάνω του δίχως να αισθάνεται πόνο, φόβο, ή κούραση. Το ΑΘ.5 τη φορτίζει. Και το κράνος με την κρυστάλλινη προσωπίδα προστατεύει το πρόσωπό της από σκόνες του δρόμου και από διάφορα μικροπράγματα που φέρνει ο αέρας καταπάνω της.

Μία ώρα περνά από τότε που η Ξανθίππη άλλαξε την ενεργειακή φιάλη στο όχημά της, και βλέπει πως τώρα η ποσότητα ενέργειας έχει πέσει στο 76%.

Κι άλλη μια ώρα περνά. Η ποσότητα ενέργειας έχει πέσει στο 31,5%. Θα καταφέρει να φτάσει ώς την Άντχορκ; Το καταλαβαίνει πως έχει πλέον διανύσει παραπάνω από τη μισή απόσταση. Πολύ περισσότερο από τη μισή· τα δύο τρίτα, μάλλον. Αλλά η ενέργεια θα επαρκέσει; Αν δεν επαρκέσει θα πρέπει ν’αναζητήσω σιδηροδρομικό σταθμό. Οι ράγες είναι κοντά στη δημοσιά όσο πλησιάζεις στην Άντχορκ. Εκείνο που κυρίως την ανησυχεί είναι μην τυχόν και η ευεργετική επίδραση του ΑΘ.5 τελειώσει προτού φτάσει στον προορισμό της· γιατί τότε το ξέρει πως θα φάει την κλοτσιά της Λόρκης.

Μεγάλη Αρτάλη, βοήθησέ με!

Πόση ώρα έκανε να τελειώσει η επίδραση του ΑΘ.5 την προηγούμενη φορά; Δεν έχει σημασία! Δεν διαρκεί πάντα το ίδιο· εξαρτάται από διάφορους βιολογικούς παράγοντες. Ποτέ, όμως, δεν τελειώνει πιο γρήγορα από δύο ώρες.

Και τώρα η Ξανθίππη βρίσκεται στην αρχή της τρίτης ώρας επίδρασης του φαρμάκου.

Τρέχει επάνω στη λιθόστρωτη δημοσιά προσπερνώντας άλλα οχήματα σαν μέσα σε όνειρο. Το σώμα της είναι όπως μια μηχανή· δεν αισθάνεται πόνο ή κούραση, πείνα ή δίψα, καθώς το μυαλό της το καθοδηγεί.

Η ποσότητα ενέργειας πέφτει όσο ο χρόνος κυλά και το όχημά της βρίσκεται σε εντατική λειτουργία. Η Ξανθίππη κοιτάζει τον μετρητή κάθε τόσο:

27%

22%

15%

Οι ράγες είναι πια κοντά στη δημοσιά – τις βλέπει στα δεξιά της – δεν μπορεί ν’απέχει πολύ από την Άντχορκ. Δεν έχει έρθει ποτέ ξανά στο Κόσμημα της Σεργήλης οδηγώντας: παλιότερα, είχε έρθει μια φορά με τρένο και μια φορά με πλοίο. Πόσο μακριά να είναι η μεγαλούπολη; Τριάντα χιλιόμετρα ακόμα; Πενήντα;

7%

Δε θα φτάσω, γαμώ τα κωλομέρια της Λόρκης! Αλλά συνεχίζει· δεν παραιτείται. Όσο το όχημά της κινείται, η Ξανθίππη θα τρέχει με εκατό χιλιόμετρα την ώρα.

3%

Χίλιες κατάρες! Γιατί δεν είμαι ακόμα στην πόλη; Δεν τη βλέπει καν στον ορίζοντα, παρότι δεξιά της βρίσκονται οι ράγες του τρένου κι αριστερά της φαίνεται η θάλασσα να γυαλίζει στο φως του ανοιξιάτικου απογεύματος.

Το δίκυκλο χάνει ταχύτητα.

0% – τελείωσε η ενεργειακή φιάλη.

Η Ξανθίππη βγάζει το όχημα από τη δημοσιά, προς τα βόρεια, προς τη μεριά των ακτών. Και σκέφτεται ότι δεν έπρεπε νάχε πετάξει την προηγούμενη φιάλη. Είχε ακόμα λίγη ενέργεια μέσα της, κι αυτή η ενέργεια μπορεί τώρα να της φαινόταν χρήσιμη για να φτάσει στην Άντχορκ.

Πρέπει να πάω στον κοντινότερο σιδηροδρομικό σταθμό, σκέφτεται καθώς βγάζει το κράνος της και τινάζει τα μαύρα μαλλιά της στο απογευματινό αεράκι που φέρνει αλμύρα από τη θάλασσα.

Εγκαταλείπει το δίκυκλο με τη μηχανή του κλειδωμένη (σκοπεύει να επιστρέψει γι’αυτό μόλις μπορέσει) και βαδίζει προς τα ανατολικά, κοιτάζοντας τις ράγες του τρένου. Σε λίγο βλέπει μια αμαξοστοιχία να περνά γρήγορα, κατευθυνόμενη κι αυτή προς τ’ανατολικά, τρίζοντας και μουγκρίζοντας, γυαλίζοντας στο φως του ήλιου που έρχεται από πίσω της. Δε φαίνεται να σταματά πουθενά. Αν δεν σταματά πουθενά, τότε η Άντχορκ είναι κοντά, σκέφτεται η Ξανθίππη. Ίσως να φτάσω με τα πόδια, σύντομα.

Η σκιά της τεντώνεται μπροστά της σαν σωριασμένη κολώνα καθώς προχωρά χωρίς να αισθάνεται πόνο ή κούραση. Κάπου-κάπου βλέπει κανέναν οικισμό. Λες κάποιος εκεί να μπορούσε να τη βοηθήσει; Να την πάει ώς την Άντχορκ;

Μετά από κανένα δεκάλεπτο, όμως, βλέπει κάτι ακόμα καλύτερο: ένα χωριό ανάμεσα στη δημοσιά και στις ράγες του τρένου. Ένα χωριό με σιδηροδρομικό σταθμό. Τελικά, τα τρένα κάνουν στάση πριν από την Άντχορκ.

Χαμογελά. Έφτασα! σκέφτεται επιταχύνοντας τον βηματισμό της, και–

Οι δυνάμεις της την εγκαταλείπουν.

Η επίδραση του ΑΘ.5 τελειώνει σαν πάλι να κόπηκε απροειδοποίητα η παροχή ενέργειας σε μια συσκευή. Η Ξανθίππη παραπατά και πέφτει στο χαμηλό χορτάρι.

Όχι! Όχι τώρα!

Ο πόνος από το δεξί της πόδι σκαρφαλώνει στη ράχη της και την παραλύει. Τα πνευμόνια της συνθλίβονται. Τα χέρια της γεμίζουν κράμπες. Μια θολούρα έρχεται από τ’αριστερά, σκεπάζοντας το πεδίο της όρασής της.

Η Ξανθίππη σέρνεται για λίγο στη γη, αλλά σύντομα ούτε να συρθεί δεν μπορεί. Ούτε να φωνάξει. Είναι τελείως εξαντλημένη.

Και δεν ξέρει πόση ώρα περνά έτσι, ακίνητη, ξαπλωμένη μπρούμυτα, ενώ η μισή της όραση έχει χαθεί μέσα στην παράξενη θολούρα, αλλά κάποια στιγμή βλέπει δύο πόδια να την πλησιάζουν.

«Κοπελιά;» της λέει κάποιος. «Είσαι καλά, κοπελιά;»

Δεν μπορεί να του απαντήσει. Δεν μπορεί.

Ο άγνωστος γονατίζει και την κουνά από τον ώμο. «Είσαι καλά;»

Η Ξανθίππη προσπαθεί να μιλήσει, παλεύει με τον εαυτό της, παλεύει εναντίον του εαυτού της. «Αλθ… αρ… αρ…»

«Τι; Τι λες;» Ο άντρας τη γυρίζει ανάσκελα, ανασηκώνοντάς την μέσα στην αγκαλιά του. «Τι είπες;» Τραβά ένα παγούρι από τη ζώνη του.

Η Ξανθίππη δαγκώνει τα χείλη της. «Αλθ… Άλθαρνεφ…»

«Ποιος;»

Η Ξανθίππη τραυλίζει ακατανόητα.

Ο άγνωστος ανοίγει το παγούρι και της δίνει να πιει. Μια μικρή γουλιά νερό γεμίζει το στόμα της, και η Ξανθίππη βήχει, βρίσκοντάς το αδύνατο να καταπιεί. Το νερό τρέχει πάνω στο σαγόνι της. «Λίγο,» της λέει ο άντρας. «Πιες λίγο.» Και φέρνει πάλι το παγούρι στα χείλη της. Η Ξανθίππη ξέρει ότι έχει δίκιο, ξέρει ότι το νερό θα της κάνει καλό. Κι αυτή τη φορά καταφέρνει, με το ζόρι, να πιει.

«Λαοκράτης,» λέει στον άντρα, αρκετά σταθερά τώρα. «Άλθαρνεφ.»

«Λαοκράτης Άλθαρνεφ;»

«…Ναι.»

«Ποιος είν’ αυτός; Γνωστός σου;»

«…να πάω στον Αλθ… αρ… Άλθαρνεφ.»

«Πού είναι; Κάπου εδώ κοντά;»

«Άντχορκ.»

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Ανεβαίνουμε στη σουίτα του Γρύπα Ξενοκράτη, που βρίσκεται στον τελευταίο όροφο του Δυτικού Άστρου, και τον συναντάμε εκεί, σ’ένα δωμάτιο με πισίνα στο κέντρο και αναπαυτικές πολυθρόνες γύρω από αυτήν. Ο Γρύπας – κατάμαυρος στο δέρμα και λευκομάλλης, γύρω στα πενήντα-πέντε στην ηλικία – στέκεται και μας περιμένει, φορώντας ένα φαρδύ λευκό πουκάμισο κι ένα καφετί παντελόνι, ξυπόλυτος. Παραδίπλα, σε μια πολυθρόνα κάθεται μια γυναίκα που δεν έχω ξαναδεί. Αν την είχα ξαναδεί θα τη θυμόμουν· είναι από εκείνες τις πολύ όμορφες γυναίκες που δεν ξεχνάς εύκολα. Έχει δέρμα χρυσό σαν το δικό μου και κόκκινα μαλλιά, μακριά ώς τη μέση· είναι ψηλή, και πρέπει νάναι τουλάχιστον καμια δεκαπενταετία μικρότερη του Ξενοκράτη. Μια λευκή ρόμπα την τυλίγει, και το ένα της πόδι βρίσκεται μέσα στην πισίνα, κάνοντας πέρα-δώθε. Μας ατενίζει ερευνητικά αλλά όχι καχύποπτα.

«Ζορδάμη,» με χαιρετά ο Γρύπας. «Ξανασυναντιόμαστε.»

«Κύριε Ξενοκράτη,» επιστρέφω τον χαιρετισμό.

«‘Γρύπας’, έχουμε πει,» μου θυμίζει. «Και ο κύριος;» Ατενίζει τον Ρίβη.

«Ρίβης Νέρφελδιφ,» τον συστήνω· «της οικογένειας–»

«Το ξέρω.»

Συνοφρυώνομαι.

Και ο Ρίβης συνοφρυώνεται. «Γνωριζόμαστε;»

«Γνωρίζω για την αδελφή σου, αν και δεν την έχω συναντήσει προσωπικά. Είχα συναντήσει τον πατέρα σου, όμως, τον Κρεμτέλβιο. Αξιόλογος επιστήμονας.»

«Δεν είναι πλέον ζωντανός,» λέει ο Ρίβης.

«Κι αυτό το γνωρίζω, φυσικά. Τι σε φέρνει τόσο μακριά από την Κιρβόνη, Ρίβη Νέρφελδιφ;»

«Δε βρισκόμουν στην Κιρβόνη,» αποκρίνεται εκείνος.

Ο Γρύπας υψώνει ένα φρύδι, ερωτηματικά.

«Γι’αυτό είμαστε εδώ,» εξηγώ. «Για να σας πούμε τι έχει γίνει· γιατί… έχουν γίνει πολλά. Η Σαμ– Η…» Κοιτάζω τη γυναίκα που μέχρι στιγμής ήξερα με πολλά ονόματα. «Έμαθα ότι σ’αυτά τα μέρη είσαι γνωστή ως Αστερόπη.»

Τα μάτια της στενεύουν. «Από ποιον το έμαθες;»

«Από τον Βερνάχ, κατ’ αρχήν. Πέρασα από την Ύγκρας καθώς σε αναζητούσα.»

«Γιατί με αναζητούσες; Νόμιζα ότι είχες άλλες δουλειές. Και μάλιστα, όταν ήμασταν στη Θακέρκοβ, δεν ήθελες να–»

«Θα σου πω τώρα,» τη διακόπτω. «Γι’αυτό είμαι εδώ.» Και στρέφομαι στον Ξενοκράτη. «Αυτά που έχω να πω σχετίζονται με ό,τι συνέβη στην Αστερόπη στη Νίρβεκ…»

«Μάλιστα,» λέει ο Γρύπας. «Καθίστε.» Δείχνει τις πολυθρόνες γύρω από την πισίνα.

«Η κυρία;» Κοιτάζω προς τη μεριά της χρυσόδερμης γυναίκας.

«Η σύζυγός μου, Ισμήνη,» εξηγεί ο Γρύπας.

Σύζυγός του; απορώ. Αποκλείεται να είναι μητέρα της Αστερόπης ή της Μελένιας! Είναι πολύ μικρή για νάναι μητέρα τους, εκτός του ότι δεν είναι λευκόδερμη όπως εκείνες.

«Της οικογένειας, προφανώς,» συνεχίζει ο Γρύπας και κάθεται σε μια πολυθρόνα.

Συγχρόνως, μια άλλη σκέψη περνά απ’το μυαλό μου καθώς βλέπω αυτόν και την Αστερόπη για πρώτη φορά μαζί στον ίδιο χώρο. Ο Γρύπας πρέπει νάναι, τελικά, μεγαλύτερος απ’ό,τι υπολόγιζα. Δεν μπορεί νάναι γύρω στα πενήντα-πέντε, γιατί η Αστερόπη είναι τουλάχιστον τριάντα-πέντε χρονών· δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο Γρύπας πρέπει νάναι γύρω στα εξήντα, απλώς φαίνεται μικρότερος. Εκτός αν έκανε την Αστερόπη σε ηλικία κάτω των είκοσι. Είναι δυνατόν; Αναρωτιέμαι…

Καθόμαστε στις μαλακές πολυθρόνες γύρω από την πισίνα, και η Κλεισμένη πηδά στην αγκαλιά μου.

«Καινούργιο κατοικίδιο, Ζορδάμη;» ρωτά ο Γρύπας.

«Μ’έχει ερωτευθεί,» αποκρίνομαι χαϊδεύοντας το τρίχωμα της γάτας, «ύστερα από μια περίεργη ιστορία στην Άντχορκ.»

«Πολύ περίεργη,» προσθέτει η Αστερόπη.

«Ήσουν κι εσύ εκεί;» τη ρωτά ο πατέρας της.

«Ναι. Ήταν την ίδια περίοδο που σκοτώθηκε ο Σαρντάνης Βίνρασκιφ.»

Ο Γρύπας στρέφεται πάλι σ’εμένα. «Μίλησέ μας, Ζορδάμη. Έχει κι ο Ρίβης σχέση με τα γεγονότα;»

«Ναι,» λέω. «Άμεση.» Και τους διηγούμαι τι συνέβη αφότου χώρισα με την Αστερόπη και τον Ύαν στη Θακέρκοβ και πήγα στη Νιρικόνια Κλινική για να πάρω τον Ρίβη. Τους μιλάω για την απόπειρα δολοφονίας του Σουτούρη του Τυχερού, και μετά τους λέω για τη συνάντησή μου με τον Σερφάντη στη Μέλβερηθ και για το περιστατικό που μου ανέφερε ο Σερφάντης σχετικά με την επίθεση εναντίον του Βενμίλιου Απλόχερου. «Κάποιοι,» λέω, «έχουν βάλει στόχο διάφορα μέλη της Σιδηράς Δυναστείας. Κάποιοι μέσα από την ίδια τη Δυναστεία.»

«Σ’αυτό το συμπέρασμα είχα καταλήξει κι εγώ,» συμφωνεί ο Γρύπας.

«Αλλά τα παράξενα δεν τελειώνουν εδώ,» προσθέτω, και τους μιλάω για τη συμφωνία της Ασημίνας με τον Θεώνυμο και τον Χαρίλαο Τάρνελκωφ. «Αν καταλαβαίνω καλά, η Ασημίνα ήθελε να τους πάρει με το μέρος της. Προσπαθεί να δημιουργήσει διχασμό μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία, ή ίσως ήδη να υπάρχει διχασμός.»

«Ναι,» λέει σκεπτικά ο Γρύπας· και με ρωτά: «Πώς έφτασες εσύ ώς εδώ, Ζορδάμη; Πήγες στη βίλα μου και συνάντησες τη Μελένια;»

«Ναι. Κι εκείνο που με απασχολεί τώρα ξέρεις τι είναι; Πώς θα ξεχρεωθώ, αφού χρωστάω στην Ασημίνα Νέρφελδιφ;»

«Δεν ξέρω τι μπορεί να χρωστάς στην Ασημίνα Νέρφελδιφ,» μου λέει ο Γρύπας δίχως δισταγμό, «αλλά στη Σιδηρά Δυναστεία δεν χρωστάς τίποτα πλέον. Θεώρησε πως έχεις ξεχρεωθεί ύστερα από αυτά.»

Ο τρόπος του με ξαφνιάζει. «Σοβαρολογείς; Έτσι απλά;»

«Τι άλλο νομίζεις ότι χρειάζεται;»

«Κι αν… αν κάποιος μού ζητήσει να κάνω κάτι; Κάτι για την οικογένεια; Χωρίς πληρωμή;»

«Θα διαδώσω ότι δεν είσαι πια χρεωμένος, ραλίστα· κι αν κάποιος τύχει να σου ζητήσει κάτι χωρίς πληρωμή, πες του πως δεν χρωστάς στην οικογένεια πλέον.»

«Αν δεν με πιστέψει;»

«Να πάει να ρωτήσει άλλα μέλη της Δυναστείας. Να έρθει σε μένα, αν θέλει.»

Αισθάνομαι μουδιασμένος.

Τελείωσε; Πραγματικά, τελείωσε;

Αυτό ήταν;

Δεν είμαι πια δούλος της Σιδηράς Δυναστείας;

Γελάω, άθελά μου.

Ο Γρύπας Ξενοκράτης δεν γελά. «Λέμε κάτι αστείο, ραλίστα;»

«Συγνώμη,» αποκρίνομαι. «Απλά δεν μπορώ να το πιστέψω.»

«Νιάααρ;» νιαουρίζει η Κλεισμένη, μοιάζοντας να χαμογελά ύποπτα πίσω απ’τα μουστάκια της.

*

«Δεν καταλαβαίνω γιατί ορισμένα μέλη της Δυναστείας γίνονται στόχοι,» λέω, «ενώ άλλα όχι. Εντάξει, ο Φιλοπολίτης Τασνικέφ, στη Νίρβεκ, ήταν πλούσιος. Αλλά ο Σουτούρης ο Τυχερός… είναι απλά ένας τύπος στο Μαύρο Δόντι – αν και δεν γνωρίζω και πολλά γι’αυτόν. Και η Αστερόπη είναι το μόνο πρόσωπο που ξέρουμε ότι απήγαγαν αντί να σκοτώσουν, και…» Στρέφομαι προς τη μεριά της, εκεί όπου είναι καθισμένη σε μια από τις πολυθρόνες έχοντας βγάλει τα σανδάλια της και διπλώσει τα πόδια της επάνω στο κάθισμα. «Τι ήθελε τελικά ο Παλιόσκυλος από εσένα;» τη ρωτάω, γιατί είμαι σίγουρος πως κάτι μού έκρυβε όταν φύγαμε από τη Νίρβεκ.

«Δε σου είπα; Απλά με κρατούσε. Δε μ’άφηνε να φύγω. Ίσως να περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία για να με σκοτώσει. Δε μπορούσε να με δολοφονήσει μέσα στα Κεντρικά της Χωροφυλακής της Νίρβεκ!»

Γιατί έχω την αίσθηση ότι πάλι με παραμυθιάζει; Ο Γρύπας, άραγε, ξέρει την αλήθεια; «Είσαι σίγουρη ότι δεν ήθελε τίποτ’ άλλο;»

«Τι άλλο να ήθελε, Ζορδάμη;» ανασηκώνει τους ώμους της η Αστερόπη.

«Δεν ξέρω… Κάποια πληροφορία, ίσως;»

Μορφάζει με τα χείλη. «Δε μου ζήτησε κάτι συγκεκριμένο.»

Λες ψέματα, Σαμάνθα. Μπορώ να το καταλάβω. Λες ψέματα! Γιατί όμως; Κρύβει κάτι από όλους μας, ή μόνο από εμένα; Υπάρχει κανένας μέσα στο δωμάτιο που να ξέρει την αλήθεια; Αν υπάρχει, καταλήγω, είναι μαυρόδερμος και δεν είναι ο Ύαν.

Στρέφω το βλέμμα μου στον Γρύπα. «Ποιος μπορεί να είναι ο λόγος για την απόπειρα δολοφονίας του Σουτούρη του Τυχερού;»

«Αν η Δυναστεία έχει διχαστεί, πολλοί λόγοι μπορεί να υπάρχουν.»

Και ο Σουτούρης, όμως, μου είχε δώσει την αίσθηση ότι ίσως να έκρυβε κάτι. Και τώρα ο Ξενοκράτης μού δίνει την ίδια αίσθηση.

«Τέλος πάντων,» λέω. «Τι σκέφτεστε να κάνουμε;»

«Είσαι με το μέρος μας ή με το μέρος της Ασημίνας Νέρφελδιφ;» ρωτά ο Γρύπας.

«Η ερώτηση θα έπρεπε να είναι, γιατί να πολεμήσω με το μέρος της μιας παράταξης ή της άλλης. Δε χρωστάω πλέον· εσύ το είπες.»

«Εξακολουθείς, όμως, να είσαι μέλος της Δυναστείας. Αυτό είναι μόνιμο· δεν ξεγίνεται. Είσαι δικό μας, Ζορδάμη. Είτε το θέλεις είτε όχι, τούτος ο διχασμός μέσα στην οικογένεια σύντομα θα φτάσει και σ’εσένα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.»

Αυτό είναι, αναμφίβολα, αλήθεια. «Δεν έχω άλλη επιλογή απ’το να είμαι με το μέρος σας, λοιπόν.»

Ο Γρύπας νεύει σαν να ήξερε ήδη την απάντησή μου (πράγμα που δεν με εκπλήσσει καθόλου· δεν χρειαζόταν να είναι μάντης). Εστιάζει τώρα το βλέμμα του στον Ρίβη. «Κι εσύ; Θα στραφείς ενάντια στην αδελφή σου;»

«Θα το έκανα ούτως ή άλλως,» αποκρίνεται εκείνος.

Ο Γρύπας νεύει σαν, ξανά, να ήξερε την απάντηση (πράγμα που, γι’ακόμα μια φορά, δεν με εκπλήσσει).

«Αν είναι όμως να πολεμήσω στο πλευρό σας,» λέω στον Γρύπα, «πρέπει να ξέρω τα πάντα για εσάς.»

«Τι εννοείς, ραλίστα; Δεν ξέρεις για τη Σιδηρά Δυναστεία;»

«Κανένας δεν ξέρει τα πάντα για τη Σιδηρά Δυναστεία.»

«Ακριβώς. Ούτε κι εγώ, σε πληροφορώ,» αποκρίνεται ο Γρύπας.

«Δεν υπάρχει, δηλαδή, καμία… διαφορά ανάμεσα στη δική σας παράταξη και στην παράταξη της Ασημίνας Νέρφελδιφ;»

«Υπάρχει,» λέει ο Γρύπας Ξενοκράτης. «Αυτοί είναι, θα μπορούσες να πεις… αδελφοκτόνοι. Εμείς δεν είμαστε. Όχι ακόμα, τουλάχιστον.»

Μαλακίες, σκέφτομαι. Κάτι περισσότερο συμβαίνει.

*

Ο Γρύπας μάς προτείνει να πάμε να ξεκουραστούμε γιατί θέλει να μιλήσει μόνος με την Ισμήνη καθώς και τηλεπικοινωνιακά σε κάποιους άλλους ανθρώπους. Στην Αστερόπη λέει μόνο να μείνει στη σουίτα του· εγώ, ο Ύαν, ο Ρίβης, και η Κλεισμένη φεύγουμε.

«Τι κάνατε εδώ, λοιπόν, μέχρι να έρθω;» ρωτάω τον μισθοφόρο καθώς κατεβαίνουμε, μέσω του ανελκυστήρα, προς τη ρεσεψιόν.

«Τι να κάνουμε; Χτες βράδυ φτάσαμε κι εμείς. Πόσο καιρό νομίζεις ότι είμαστε στην Κάρντλας;»

«Σωστά,» λέω. Και ρωτάω: «Πώς πήρε αρχικά ο Ξενοκράτης τα νέα για τη φυλάκιση της Αστερόπης και για τη δολοφονία του Τασνικέφ;»

«Τι ακριβώς θες να μάθεις; Αν τσαντίστηκε;»

«Ναι… ή αν φοβήθηκε.»

Ο ανελκυστήρας μας φτάνει στο ισόγειο και βγαίνουμε. «Ο κύριος Ξενοκράτης δεν είναι από τους ανθρώπους που, σε τέτοιες περιπτώσεις, δείχνουν τα συναισθήματά τους. Ήταν ψύχραιμος. Αλλά μας είπε ότι θα πρέπει να δράσουμε γρήγορα.»

«Να κάνουμε τι;»

«Δεν το έχουμε αποφασίσει ακόμα.»

Πηγαίνουμε στην κοπέλα της ρεσεψιόν και κλείνω ένα δωμάτιο για τον εαυτό μου και ένα για τον Ρίβη.

*

Το μεσημέρι τρώμε σ’ένα εστιατόριο της Κάρντλας, εγώ, ο Ρίβης, ο Ύαν, και η Αστερόπη. Ο Γρύπας και η Ισμήνη δεν είναι μαζί μας· γευματίζουν στη σουίτα τους. Η Κλεισμένη περιφέρεται κοντά στα πόδια μου, κάτω απ’το τραπέζι, και περιμένει να της ρίχνω κομμάτια από τα ψητά ψάρια που έχουμε παραγγείλει. Νιαουρίζει απαιτητικά κάθε τόσο.

«Συνέβη τίποτ’ άλλο παράξενο με τη γάτα σου;» με ρωτά η Αστερόπη.

«Συνέβη,» της λέω.

«Σοβαρά;»

Της μιλάω για το περιστατικό στη Χαρπόβη, στον Στοιχειωμένο Νερόμυλο.

Η Αστερόπη γελά. «Μα τους θεούς! έχει τρομερές δυνάμεις.»

«Πιο μυστηριώδεις απ’ό,τι μπορείς να φανταστείς,» της λέω πίνοντας μια γουλιά κρασί. «Ρώτα όποιον μάγο του τάγματος των Ερευνητών θέλεις.»

Μετά από λίγο, ο Ύαν ρωτά τον Ρίβη: «Εσύ, δηλαδή, είσαι ιερέας του Κάρτωλακ;»

«Ναι,» αποκρίνεται εκείνος, «αν κι έχω κάποιο καιρό να κάνω κανονική τελετή προς τιμήν του.»

«Θα έχεις σύντομα την ευκαιρία, υποθέτω,» του λέω, και ο Ρίβης νεύει.

«Και πώς είναι δυνατόν να νόμιζες ότι αυτός ο Τζογαδόρος που υποτίθεται πως σε κυνηγούσε ήταν ο Σουτούρης ο Τυχερός;» ρωτά ο Ύαν.

Ο Ρίβης μοιάζει να βρίσκεται σε δύσκολη θέση. «Το νόμιζα…» αποκρίνεται απλώς.

«Ναι αλλά δεν είχες καμια ένδειξη ότι…»

«Με καταδίωκε τόσα χρόνια!»

«Έτσι νόμιζες

Τα μάτια του Ρίβη γυαλίζουν άγρια, βαθιά καθώς βρίσκονται μέσα στις κόγχες του κεφαλιού του. «Έχει καμια διαφορά;»

«Καμία απολύτως,» λέει η Αστερόπη. «Ό,τι πιστεύεις είναι πραγματικό για εσένα.» Και κάνει, με το χέρι της, νόημα στον Ύαν να σταματήσει αυτή την κουβέντα. Εκείνος δεν φέρνει αντίρρηση.

Ο Ρίβης την ατενίζει ερευνητικά. «Το λες σαν…»

«Σαν τι;» ρωτά η Αστερόπη.

«Σαν να το ξέρεις.»

«Έχω δει διάφορα παράξενα πράγματα στη ζωή μου, Ρίβη,» λέει η Αστερόπη. Κόβει ένα κομμάτι ψωμί, το βουτά στη σάλτσα του ψητού ψαριού μπροστά της, και το τρώει.

«Είναι και μάγισσα, επίσης,» προσθέτω.

«Μάγισσα;» λέει ο Ρίβης.

«Του τάγματος των Βιοσκόπων.»

«Δεν είμαι κανενός τάγματος!» λέει η Αστερόπη. «Το τάγμα των Βιοσκόπων δεν με αναγνωρίζει· δεν έχω ποτέ διδαχθεί τίποτα επισήμως από αυτούς. Αλλά ξέρω ό,τι ξέρει κι ένας Βιοσκόπος.»

Η μητέρα σου σου τα έμαθε, προσθέτω νοερά γιατί δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι η Αστερόπη θα ήθελε ο Ρίβης να το ακούσει αυτό. Αναρωτιέμαι ποια να είναι η μητέρα σου, και πώς τη γνώρισε ο Γρύπας… και πού να βρίσκεται τώρα. Είναι, άραγε, μεγαλύτερη από τον Γρύπα; Αν ο Γρύπας είναι, ηλικιακά, όσο δείχνει (πράγμα που μου φαίνεται δύσκολο), τότε η μητέρα της πρέπει νάναι μεγαλύτερη από εκείνον, σίγουρα. Αποκλείεται να έκανε την Αστερόπη σε τόσο μικρή ηλικία ενώ είχε, συγχρόνως, προλάβει να γίνει μάγισσα του τάγματος των Βιοσκόπων! Να είναι καμια εβδομηνταριά χρονών; Δεν είναι, πάντως, νεκρή· η Αστερόπη με είχε κάποτε διαβεβαιώσει γι’αυτό.

«Σου είπε ο Ξενοκράτης τι θα κάνουμε τώρα;» τη ρωτάω, αλλάζοντας θέμα.

«Θα μιλήσει σε όλους μας το απόγευμα. Πρέπει να σχεδιάσουμε προσεχτικά πώς θα κινηθούμε.»

Και γιατί, πιο πριν, κράτησε εσένα μαζί του ενώ εμάς μας έδιωξε; αναρωτιέμαι, αλλά δεν το λέω.

«Η κατάσταση είναι πολύ μπερδεμένη,» συνεχίζει η Αστερόπη.

«Αυτό είναι βέβαιο,» συμφωνώ, χρησιμοποιώντας τις δυνάμεις μου ως Ζορδάμης με τα Πολλά Πρόσωπα και ατενίζοντάς την με τρόπο που μαρτυρά έκδηλα ότι αυτό είναι υπονοούμενο για εκείνη προσωπικά και τη συμπεριφορά της.

Η Αστερόπη κάνει πως δεν με καταλαβαίνει, τρώγοντας το ψάρι της, παρότι το καταλαβαίνω πως με καταλαβαίνει.

Η Κλεισμένη νιαουρίζει πλάι στα πόδια μου, ζητώντας κι άλλο φαγητό. «Λαίμαργο γατί,» της λέω. «Δεν είπαμε ότι θα κάνουμε δίαιτα;»

«Νιάααρ!»

«Καλά, μην αγριεύεις τώρα…»

*

Μετά το φαγητό πηγαίνουμε στα δωμάτιά μας στο Δυτικό Άστρο. Αλλά εγώ δεν κάθομαι στο δικό μου για πολύ. Εξαρχής δεν σκόπευα να καθίσω για πολύ. Περιμένω κανένα πεντάλεπτο και μετά βγαίνω στον διάδρομο, κλείνοντας την Κλεισμένη μέσα. Πλησιάζω το δωμάτιο της Αστερόπης και χτυπάω με τις φάλαγγες της δεξιάς γροθιάς.

Η πόρτα μισανοίγει και βλέπω ένα μαύρο μάτι να με κοιτάζει.

«Να μπω;» ρωτάω.

«Έλα.» Μου ανοίγει και μπαίνω. Έχει βγάλει το κίτρινο φόρεμά της, παρατηρώ, και είναι ντυμένη μόνο με τα εσώρουχα. Δεν κάνει τον κόπο να ρίξει τίποτ’ άλλο επάνω της αφού κλείνει την πόρτα. Ίσως να πιστεύει ότι είμαι εδώ επειδή τη θέλω ερωτικά· ίσως κι εκείνη να με θέλει ερωτικά.

«Ξέρεις…» της λέω, σκεπτόμενος πώς καλύτερα να το εκφράσω. «Ξέρεις… Το καταλαβαίνω ότι μου έχεις πει ψέματα.» Κάποιες φορές ο καλύτερος τρόπος είναι ο ευθύς – ναι, ακόμα κι ο Ζορδάμης με τα Πολλά Πρόσωπα τον προτείνει.

Η Αστερόπη συνοφρυώνεται. «Τι εννοείς;»

«Μη μου λες σαχλαμάρες, Αστερόπη· το ξέρεις ότι μιλάω για τον λόγο που ο Παλιόσκυλος σε κρατούσε φυλακισμένη. Γνωρίζεις τον λόγο αλλά δεν θέλεις να τον αποκαλύψεις. Γιατί; Τι συμβαίνει;»

«Δε γνωρίζω τον λόγο· αλήθεια σου λέω,» επιμένει εκείνη, πλησιάζοντάς με με τρόπο προκλητικό.

«Να σε πιστέψω;»

«Φυσικά και να με πιστέψεις!»

«Γιατί ο Βερνάχ σε λέει Αστερόπη;» αλλάζω θέμα απότομα. «Αυτό είναι το πραγματικό σου όνομα;»

Η Αστερόπη γελά. «Όχι.»

«Ποιο είναι το πραγματικό σου όνομα;»

«Δεν έχει σημασία, έχει;»

«Μου λες ψέματα ξανά!»

Με σπρώχνει στο στήθος και με τα δύο χέρια. «Όλο μαλακίες είσαι, σήμερα!»

Παραπατώ ένα βήμα αλλά δεν πέφτω. «Το αληθινό σου όνομα είναι Αστερόπη, και είσαι κόρη του Ξενοκράτη,» της λέω.

Τα μάτια της γουρλώνουν προς στιγμή· ύστερα στενεύουν. «Αυτή!» συρίζει. «Αυτή η αλεπού της ερήμου! Αυτή σ’το είπε, έτσι;»

«Η αδελφή σου η Μελένια, ναι. Και, απ’ό,τι βλέπω, τα αισθήματα μεταξύ σας είναι αμοιβαία.»

«Η κόρη της Λόρκης!» γρυλίζει η Αστερόπη. «Ποιος – ποιος της έδωσε τέτοιο δικαίωμα;»

«Δεν πρόκειται να το πω σε κανέναν,» υπόσχομαι. «Ούτε καν στον Ρίβη δεν το έχω πει. Κι εμένα θα έπρεπε να με εμπιστεύεσαι πια, νομίζω…»

«Δεν είναι εκεί το θέμα! Σε εμπιστεύομαι, αλλά… Αυτή… Ποιος της έδωσε το δικαίωμα να λέει έτσι τέτοια πράγματα;» Η Αστερόπη είναι έκδηλα τσαντισμένη, δεν το κρύβει. «Η σκύλα! Καλά, δεν θα ξανασυναντηθούμε οι δυο μας;…» Βηματίζει μες στο δωμάτιο. «Θα πούμε μερικές κουβέντες μ’αυτήν!»

«Δε νομίζω ότι είναι και κανένα έγκλημα…» λέω.

Το βλέμμα της είναι άγριο. «Άποψή σου!»

Ανασηκώνω τους ώμους. «Προφανώς. Αλλά εσύ συνεχώς μου λες ψέματα, Αστερόπη.»

Η Αστερόπη πιάνει μια ταμπακιέρα από το κομοδίνο της κι ανάβει ένα τσιγάρο. Δεν προσφέρει και σ’εμένα. «Τι θέλεις τώρα; Να σου ζητήσω συγνώμη επειδή δεν σου είπα ότι με λένε Αστερόπη και είμαι κόρη του Ξενοκράτη;»

«Δεν είμαι τόσο παράξενος.»

«Καλό αυτό, γιατί δεν θα συνέβαινε ούτως ή άλλως.»

«Θα μπορούσες, όμως, να μου πεις την αλήθεια σχετικά με τον Παλιόσκυλο–»

«Την αλήθεια σού είπα!» επιμένει, φυσώντας καπνό απ’τα ρουθούνια.

Κουνάω το κεφάλι. «Περιμένετε να συμμαχήσω μαζί σας – εσύ κι ο πατέρας σου – αλλά μου κρύβετε πράγματα. Το θεωρείς συνετό;»

Η Αστερόπη αναστενάζει. «Είσαι απαράδεκτος, ραλίστα! Απαράδεκτος.»

«Θα μου πεις την αλήθεια αυτή τη φορά; Τι συμβαίνει που μου το κρύβεις; Ή μήπως πρέπει να πάω να ρωτήσω τον Ξενοκράτη; Μήπως κι εκείνος δεν ξέρει αυτό που κρύβεις και θα τον ενδιέφερε να το μάθει;»

Η Αστερόπη γελά, σχεδόν περιφρονητικά. «Προσπαθείς να με εκβιάσεις; Ακόμα δεν ξεπλήρωσες το χρέος σου στην οικογένεια κι αμέσως άρχισες τα άσχημα παιχνίδια, καταραμένε κωλοραλίστα;»

«Είχα καλή δασκάλα, ίσως,» αποκρίνομαι μειδιώντας.

Και το μειδίαμά μου πρέπει να είναι κολλητικό, γιατί κι εκείνη χαμογελά προς στιγμή. Ύστερα όμως η όψη της αγριεύει ξανά.

«Του Ύαν τού το έχεις πει;» τη ρωτάω. «Αυτό που κρύβεις από εμένα, του το έχεις πει;»

«Ο Ύαν δεν νομίζει ότι του κρύβω τίποτα.»

«Ο Ύαν είναι λιγότερο παρατηρητικός απ’ό,τι θα έπρεπε–»

«Ή λιγότερο καχύποπτος!»

«Σε έσωσα από τα μπουντρούμια του Παλιόσκυλου· δεν μου οφείλεις, τουλάχιστον, να μου πεις την αλήθεια;»

«Δε μ’έσωσες εσύ. Με σώσατε εσύ κι ο Ύαν–»

«Νομίζεις ότι ο Ύαν θα τα κατάφερνε μόνος του; Νομίζεις ότι θα μ’έπαιρνε μαζί του αν πίστευε ότι θα τα κατάφερνε μόνος του; Νομίζεις ότι κανένας άλλος θα ερχόταν μαζί του, μα τα κωλομέρια της Λόρκης; Κανένας δεν ήταν πρόθυμος να κάνει τέτοια τρέλα, Σαμάνθα!» (Μου ξεφεύγει το Σαμάνθα, αλλά δεν πειράζει.)

«Και τι θέλεις τώρα; Να μου πεις ότι είμαι υποχρεωμένη να σου αποκαλύψω κάτι που δεν ξέρω καν;»

«Πες μου την αλήθεια. Αυτό μόνο ζητάω. Θέλω να ξέρω. Δεν πρόκειται να πω τίποτα πουθενά αλλού, αν δεν θέλεις να πω τίποτα. Είδες ότι δεν είπα τίποτα στον Ρίβη για το πραγματικό σου όνομα ή για τη σχέση σου με τον Ξενοκράτη και τη Μελένια…»

Η Αστερόπη αναστενάζει. «Περίμενε μια στιγμή,» μου λέει, «και μετά θα σε πλακώσω στο ξύλο.» Ανοίγει τον επικοινωνιακό δίαυλο του δωματίου και φέρνει το ακουστικό στο αφτί της. Καλεί κάποιον. «Εγώ είμαι, μπαμπά. Μπορώ να έρθω λίγο από εκεί, να σε ρωτήσω κάτι; Είναι επείγον.» (…) «Εντάξει, έρχομαι.»

Κλείνει τον δίαυλο. «Μη φύγεις από εδώ,» μου λέει. Πιάνει το κίτρινο φόρεμά της από την καρέκλα, το φορά, βάζει τα σανδάλια της, και βγαίνει απ’το δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα πίσω της.

Με τα χέρια μου σταυρωμένα στο στήθος, περιμένω. Φοβάμαι εν μέρει ότι μπορεί να πρόκειται για κάποιου είδους παγίδα. Έχω δει πολλά μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία. Πάρα πολλά. Αν κάποιο παραισθησιογόνο αέριο γέμιζε ξαφνικά το δωμάτιο δεν θα με εξέπληττε, ούτε αν δυο μπράβοι ορμούσαν από την πόρτα για να με ξυλοκοπήσουν. Ούτε καν αν κάποιος αλλόκοτος φτερωτός δαίμονας έμπαινε απ’το παράθυρο για να με απαγάγει!

Τίποτα απ’ αυτά, όμως, δεν συμβαίνει, και σύντομα η Αστερόπη επιστρέφει. «Ο κύριος Ξενοκράτης θέλει να σου μιλήσει, ραλίστα,» μου λέει.

«Κι εσύ τον μπαμπά σου κύριο Ξενοκράτη τον αποκαλείς;»

«Μη μου θυμίζεις αυτή τη δαιμονισμένη κόρη της Λόρκης! Αρκετά σ’έχω ανεχτεί σήμερα!»

Η ΠΑΛΙΑ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ

Μαζί με την Αστερόπη πηγαίνουμε στη σουίτα του Γρύπα Ξενοκράτη, στον τελευταίο όροφο του Δυτικού Άστρου, και τον βρίσκουμε να μας περιμένει καθισμένος δίπλα στην πισίνα, καπνίζοντας ένα πούρο, με τα πόδια του τεντωμένα μπροστά του και σταυρωμένα στον αστράγαλο. Η Ισμήνη δεν φαίνεται πουθενά στο δωμάτιο· ίσως να κοιμάται.

«Ζορδάμη,» μου λέει ο Γρύπας, «κάθισε,» δείχνοντας μια πολυθρόνα πλάι στη δική του. Δε μοιάζει θυμωμένος μαζί μου.

Κάθομαι, σταυρώνοντας τα πόδια μου στο γόνατο. Η Αστερόπη κάθεται στο πάτωμα, κοντά στην πισίνα, βγάζοντας τα σανδάλια της και βάζοντας τα πόδια της στο νερό. Τα μάτια της είναι στραμμένα προς εμένα και τον Γρύπα – και εκείνη μοιάζει θυμωμένη. Ακόμα.

«Ποιο είναι το πρόβλημα, λοιπόν;» με ρωτά ο Ξενοκράτης. «Η Αστερόπη μού είπε ότι πιστεύεις πως κάτι σού κρύβει…»

«Αυτό πιστεύω,» αποκρίνομαι απλά.

«Γιατί;»

«Αληθεύει ή όχι; Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος που ο Ρίβης Παλιόσυρμος την κρατούσε στα μπουντρούμια της Χωροφυλακής; Ήθελε να μάθει κάτι από εκείνη; Το ξέρει ότι είναι κόρη σου;»

Ο Γρύπας ρουφά καπνό από το πούρο του. «Ναι,» λέει, «το ξέρει. Πράγμα που με εκπλήσσει. Δε μπορώ να μαντέψω, από τώρα, από πού πήρε τις πληροφορίες του. Αλλά θα το ανακαλύψω· νάσαι σίγουρος γι’αυτό, Ζορδάμη.»

«Και τι ακριβώς ήθελε; Γιατί η Αστερόπη μού το έκρυβε από τότε που την πήραμε από τα μπουντρούμια της Χωροφυλακής της Νίρβεκ;»

«Υπάρχουν πράγματα,» μου λέει ο Γρύπας καπνίζοντας νωχελικά το πούρο του, «που ελάχιστοι μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία γνωρίζουν, ραλίστα. Πράγματα που… απορώ πώς ένα μαντρόσκυλο μιας τυχαίας χωροφυλακής στη Σεργήλη θα μπορούσε να έχει μάθει…»

Τον περιμένω να συνεχίσει, γιατί είμαι βέβαιος ότι θα συνεχίσει. Αποκλείεται να έκανε άσκοπα τέτοιο πρόλογο!

«Κανονικά,» μου λέει ο Γρύπας, «ούτε εσύ πρέπει να ξέρεις γι’αυτό. Αλλά αφού τώρα βρισκόμαστε στην κατάσταση που κάποιος σαν τον Ρίβη Παλιόσυρμο το ξέρει….» Το βλέμμα του πηγαίνει στην Αστερόπη, η οποία μένει σιωπηλή, παρατηρώντας μας. Δεν φέρνει αντίρρηση στη λογική του πατέρα της.

Τα μάτια του Ξενοκράτη επιστρέφουν πάλι σ’εμένα. «Ο Παλιόσυρμος ήθελε να μάθει από την Αστερόπη πού βρίσκεται το μέρος επαφής με τις οντότητες από το φεγγάρι.»

Συνοφρυώνομαι. «Τι πράγμα;» Ποιες οντότητες από το φεγγάρι; Ποιο μέρος επαφής;

Ο Γρύπας με ρωτά: «Πόσα χρόνια νομίζεις ότι υπάρχει η Σιδηρά Δυναστεία, Ζορδάμη;»

Με ξαφνιάζει μια τέτοια ερώτηση, κυρίως γιατί μου φαίνεται τελείως άσχετη με το θέμα – όχι πως οι οντότητες από το φεγγάρι φαίνονται σχετικές. Ακούγονται σαν κάτι από σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. «Δε μπορεί νάναι καινούργια οργάνωση,» αποκρίνομαι μορφάζοντας. «Τουλάχιστον εκατό χρόνια ζωής πρέπει να έχει, θα έλεγα. Ίσως και διακόσια.» Ανασηκώνω τους ώμους.

«Η Σιδηρά Δυναστεία είναι ακόμα πιο παλιά,» με πληροφορεί ο Γρύπας. «Σύμφωνα με ό,τι γνωρίζουμε, υπήρχε στη Σεργήλη πολύ πριν από την Αρχαία Προφητεία των Αιώνων.»

«Από τότε που ο Προφήτης των Αιώνων έδωσε ονόματα στα χρόνια…» λέω.

Ο Γρύπας νεύει. «Ναι. Η Δυναστεία ξεκίνησε πολύ πιο πριν από αυτόν. Ο Προφήτης των Αιώνων ήταν Ιερομύστης της Σεργήλης. Και νομίζω ότι ξέρεις τι σημαίνει αυτό.»

«Άνθρωπος σαν τον Αναχωρητή των Κοκάλων, που συνάντησα στα νότια πέρατα της ερήμου…» λέω.

Ο Γρύπας νεύει ξανά. «Ακριβώς.»

«Πώς το ξέρεις με τόση σιγουριά;» τον ρωτάω. «Έχουν περάσει αιώνες από τότε. Πολλοί, μάλιστα, λένε ότι ο Προφήτης δεν είναι παρά ένας μύθος.»

Ο Γρύπας κουνά το κεφάλι. «Δεν είναι μύθος, ραλίστα. Έχει τύχει να τον δω.»

Συνοφρυώνομαι. «Να τον… δεις;»

«Θα καταλάβεις,» με διαβεβαιώνει ο Γρύπας και αφήνει το πούρο του παραδίπλα, μέσα σ’ένα μεγάλο τασάκι. «Η Σιδηρά Δυναστεία ξεκίνησε από μια κεντρική οικογένεια. Γι’αυτό κιόλας πήρε το όνομα ‘Σιδηρά Δυναστεία’· καταλαβαίνεις; Το όνομα αναφέρεται σ’εκείνη την αρχική οικογένεια, ουσιαστικά. Έβλεπαν τον εαυτό τους ως μια δυναστεία που προοριζόταν για να διοικεί τη Σεργήλη αθέατα. Οι κρυφοί άρχοντες της διάστασης.»

«Σαν τις συνωμοσιολογικές θεωρίες για το Χρυσό Ερπετό μού ακούγονται αυτά.»

«Το Χρυσό Ερπετό είναι ένας μύθος τον οποίο πρόσφατα έφτιαξαν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας, όσο είχαν δύναμη εδώ, προκειμένου ο κόσμος να ασχολείται με ανοησίες αντί να μπλέκεται στα πόδια τους.»

«Ακούγεσαι βέβαιος και γι’αυτό.»

«Είμαι βέβαιος,» μου λέει ο Γρύπας Ξενοκράτης. «Και ο Κριτόλαος’μορ, αν ήταν εδώ, το ίδιο θα σου έλεγε. Ήταν κι εκείνος μπλεγμένος στην υπόθεση εξάπλωσης του Χρυσού Ερπετού.»

«Σοβαρολογείς; Ο Κριτόλαος;»

«Ναι. Ήταν πράκτορας της Παντοκράτειρας, όπως ξέρεις. Το Χρυσό Ερπετό επινοήθηκε προκειμένου να γεμίζουν με ύλη τις σελίδες τους διάφορες φυλλάδες εκείνης της εποχής. Και ο μύθος πλέον έχει πάρει δική του ζωή.»

«Τέλος πάντων,» λέω. «Η Σιδηρά Δυναστεία, όμως, δεν είναι κάποια οργάνωση που διοικεί κρυφά τη Σεργήλη. Είναι μια οργάνωση του υπόκοσμου – αν και, μάλλον, η ισχυρότερη οργάνωση του υπόκοσμου.»

«Ναι,» αποκρίνεται ο Γρύπας. «Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει από τότε που η Δυναστεία πρωτοδημιουργήθηκε. Αιώνες έχουν περάσει. Τα μέλη της δεν είναι καν μέλη κάποιας μεγάλης οικογένειας· είναι διάφοροι άνθρωποι σε διάφορες περιοχές της Σεργήλης.»

«Τους λέμε, όμως, ‘συγγενείς’.»

«Επειδή η Σιδηρά Δυναστεία ξεκίνησε απ’το να είναι πραγματική οικογένεια.»

«Η Παλιά Δυναστεία…» μουρμουρίζω.

«Κάτι έχεις ακούσει, λοιπόν,» παρατηρεί ο Γρύπας.

«Μια φήμη, βασικά. Ορισμένοι λένε ότι, μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία, υπάρχουν τα μέλη κάποιας οικογένειας που πραγματικά ελέγχει την οργάνωση, κι αυτοί οι άνθρωποι είναι ‘η Παλιά Δυναστεία’. Δε θυμάμαι ακριβώς πού το άκουσα, για νάμαι ειλικρινής. Δεν του είχα δώσει μέχρι στιγμής και τόση σημασία. Το είχα θεωρήσει κάτι σαν τα όσα λέγονται για το Χρυσό Ερπετό – κάτι που, μάλλον, δεν αληθεύει, ή αν αληθεύει δεν αφορά εμένα.»

«Η Παλιά Δυναστεία υπάρχει,» με διαβεβαιώνει ο Γρύπας πιάνοντας ξανά το πούρο του.

«Και ελέγχει όλη την υπόλοιπη οικογένεια;»

«Ανοησίες. Αυτά είναι μέρος της δυναστικής παράνοιας,» λέει ο Γρύπας υπομειδιώντας. «Η Παλιά Δυναστεία δεν έχει περισσότερο έλεγχο απ’ό,τι οποιοσδήποτε άλλος μέσα στην οικογένεια.»

«Γνωρίζεις μέλη της Παλιάς Δυναστείας;»

«Εγώ είμαι ένα από αυτά, Ζορδάμη,» με πληροφορεί ο Γρύπας, και οφείλω να πω ότι δεν ξαφνιάζομαι και τόσο.

«Και… τι κάνετε; Τι νόημα έχει που είστε της Παλιάς Δυναστείας;»

«Απλά είμαστε. Θέμα καταγωγής.»

«Εσύ, πάντως, σίγουρα έχεις αρκετό έλεγχο επάνω στην οργάνωση,» παρατηρώ.

«Ναι,» μου λέει ο Γρύπας, «αλλά αυτό δεν ισχύει για όλα τα μέλη της Παλιάς Δυναστείας.»

Μια σκέψη έρχεται ξαφνικά στο μυαλό μου. «Η Ασημίνα Νέρφελδιφ,» λέω. «Είναι κι εκείνη της Παλιάς Δυναστείας;»

«Βλέπεις τι σου έλεγα; Η δυναστική παράνοια, Ζορδάμη. Επειδή η Νέρφελδιφ έχει κάποια δύναμη πιστεύεις ότι ίσως νάναι της Παλιάς Δυναστείας. Αλλά δεν είναι.»

Μια άλλη σκέψη έρχεται ξαφνικά στο μυαλό μου. «Μα τους θεούς…» μουρμουρίζω. Και πιο δυνατά: «Προσπαθούν να βγάλουν απ’τη μέση τους ανθρώπους της Παλιάς Δυναστείας; Να τους εξολοθρεύσουν; Αυτό θέλουν οι εχθροί σας;»

«Το θεωρώ πιθανό,» συμφωνεί ο Γρύπας.

«Και ο Σουτούρης ο Τυχερός… είναι κι αυτός…;»

«Ναι, είναι της Παλιάς Δυναστείας, όπως και οι γονείς του.»

«Τα πόδια της Λόρκης…» μουρμουρίζω. Γι’αυτό ανέκαθεν μού έδινε μια περίεργη εντύπωση ο Τυχερός! «Και ο Τασνικέφ;» ρωτάω.

«Ο Φιλοπολίτης Τασνικέφ δεν ήταν της Παλιάς Δυναστείας.»

«Γιατί τον σκότωσαν, τότε;»

«Μάλλον επειδή δεν ήταν πρόθυμος να συμμαχήσει μαζί τους,» υποθέτει ο Γρύπας. «Δε νομίζω ότι σκοτώνουν μόνο μέλη της Παλιάς Δυναστείας, Ζορδάμη. Αλλά έχω την αίσθηση ότι, γενικά, την Παλιά Δυναστεία πρέπει να θεωρούν εχθρό τους.»

«Και τι ήταν αυτά που μου έλεγες πριν για οντότητες από το φεγγάρι; Τι σχέση έχουν;»

«Ο Ρίβης Παλιόσυρμος ήθελε να μάθει πού πηγαίνω για να έρχομαι σε επαφή με τους φίλους μας από το φεγγάρι,» λέει ο Ξενοκράτης τρίβοντας την άκρη του πούρου του μέσα στο τασάκι.

Τον κοιτάζω κατάπληκτος. Είναι δυνατόν να μιλά σοβαρά; να μην μου κάνει πλάκα; Απ’ό,τι έχω ακούσει, έχουν γίνει κάποιες αποστολές προς το φεγγάρι αλλά τα αεροσκάφη δεν μπορούσαν να φτάσουν εκεί. Παρά μονάχα σε μία περίπτωση. Και το πλήρωμα νομίζω ότι τρελάθηκε. Συνάντησαν κάποιον δαίμονα στο φεγγάρι. Όλα αυτά συνέβησαν επί Συμπαντικής Παντοκρατορίας, όταν ήμουν πολύ μικρός.

«Η Σιδηρά Δυναστεία,» εξηγεί ο Γρύπας, «από τις απαρχές της είχε επαφές με τους κατοίκους του φεγγαριού, και ακόμα και σήμερα τα μέλη της Παλιάς Δυναστείας έχουν επαφές. Πράγμα που, φυσικά, ελάχιστοι γνωρίζουν. Γι’αυτό, όπως σου είπα, απορώ πώς το έμαθε ο Ρίβης Παλιόσυρμος. Κι αν το ξέρει και η Ασημίνα Νέρφελδιφ, απορώ πώς το έμαθε κι αυτή.»

«Και πώς ακριβώς έρχεστε σε επαφή με τις οντότητες στο φεγγάρι;» τον ρωτάω. «Πετάτε ώς εκεί; Έχετε κάποιο αεροπλάνο που–;»

Ο Γρύπας κουνά το κεφάλι, διακόπτοντάς με. «Όχι, δεν γίνεται έτσι, ραλίστα. Είναι πολύ δύσκολο και πολυέξοδο να φτιάξεις τόσο δυνατό αεροσκάφος. Υπάρχουν καλύτεροι τρόποι. Υπάρχουν… σημεία στη Σεργήλη απ’ όπου μπορείς να έρθεις σε επαφή με τους κατοίκους του φεγγαριού, αν ξέρεις πώς.»

«Κι εσύ ξέρεις;»

«Ναι.»

«Τους έχεις μιλήσει, δηλαδή; Τους μιλάς, σε τακτική βάση;»

Ο Γρύπας γελά, μάλλον με την έκφρασή μου. «Δεν ‘μιλάνε’ ακριβώς, Ζορδάμη.»

«Τότε τι νόημα έχει η επαφή μαζί τους;»

«Σε παίρνουν στο φεγγάρι. Παίρνουν το μυαλό σου, όχι το σώμα σου, και έτσι μπορείς να γνωρίσεις ό,τι γνώριζαν αυτοί που ήταν εδώ, στη Σεργήλη, πριν από εσένα. Τα μέλη της Παλιάς Δυναστείας ονειρεύονται, θα μπορούσες να πεις, τους προγόνους τους. Θυμάσαι που σου είπα ότι έχω δει τον Προφήτη των Αιώνων; Έτσι τον έχω δει. Οι κάτοικοι του φεγγαριού έχουν στείλει το πνεύμα μου πίσω, στους προγόνους μου, και έχω αντικρίσει τον Προφήτη μέσα από τα δικά τους μάτια, τον έχω συναναστραφεί μέσα από τις δικές τους αισθήσεις, έχω σκεφτεί τις δικές τους σκέψεις.»

Όλα αυτά μού μοιάζουν πολύ παράξενα. Εξωπραγματικά, ίσως. Μου λέει αλήθεια; Γιατί, όμως, να πει ψέματα; Επιπλέον, γιατί να σκεφτεί τέτοιο περίπλοκο ψέμα, τέτοιο μύθευμα; Αν ήθελε να πει ψέματα, θα έλεγε κάτι πιο απλό, κάτι πιο πιστευτό.

«Και ο Παλιόσκυλος ήθελε να μάθει πώς έρχεστε σε επαφή με τις οντότητες του φεγγαριού…» λέω. «Γιατί; Για να έρθει κι αυτός σε επαφή μαζί τους;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίνεται ο Γρύπας. «Δεν είπε στην Αστερόπη. Υποθέτω όμως πως δεν θέλει αυτή τη γνώση για τον εαυτό του.»

«Για ποιον, τότε;»

«Για την Ασημίνα Νέρφελδιφ, ίσως.»

Μπορεί να είναι πιθανό κάτι τέτοιο; Η Ασημίνα σίγουρα δεν μου ανέφερε ποτέ τίποτα για οντότητες από το φεγγάρι. Και το λέω αυτό στον Γρύπα.

«Ούτε για τα άλλα της σχέδια σού είπε,» μου θυμίζει εκείνος, και δεν μπορώ να διαφωνήσω μαζί του. «Καταλαβαίνεις τώρα γιατί η Αστερόπη σού έκρυβε αυτό που της ζήτησε ο Ρίβης Παλιόσυρμος;»

«Ναι.»

«Κανένας εκτός από εσένα δεν το γνωρίζει μέχρι στιγμής. Και θα ήθελα να μείνει έτσι.»

«Δεν υπάρχει πρόβλημα,» λέω. «Ούτως ή άλλως, και να το έλεγα, δεν θα με πίστευαν.»

Ο Γρύπας χαμογελά πίσω απ’τον καπνό του πούρου του. «Ακριβώς.»

Ακούω ένα απρόσμενο σπλατ! από δίπλα. Γυρίζω και βλέπω ότι η Αστερόπη έχει βγάλει το φόρεμά της και βουτήξει στην πισίνα, κολυμπώντας ευέλικτα. Δεν είναι και πολύ μεγάλη η πισίνα· σύντομα φτάνει στην αντικρινή μεριά.

«Πού είναι αυτά τα σημεία επαφής;» ρωτάω τον Γρύπα.

«Δεν είναι απαραίτητο να ξέρεις, ραλίστα,» μου απαντά εκείνος. «Και θα πρότεινα τώρα να πας να ξεκουραστείς, γιατί το απόγευμα πρέπει να μιλήσουμε για το πώς θα κινηθούμε. Η κατάσταση δεν είναι εύκολη.»

«Ο Ύαν;» ρωτάω. «Ο Ρίβης;»

«Τι;»

«Θα πεις και σ’αυτούς για την Παλιά Δυναστεία και για τις οντότητες από το φεγγάρι;»

«Για την Παλιά Δυναστεία μπορεί να τους πω, αν κρίνω ότι αυτό θα μας βοηθήσει. Για τους κατοίκους του φεγγαριού δεν υπάρχει λόγος να ξέρουν. Εσύ, πάντως, δεν θα τους αναφέρεις τίποτα, ούτε για το ένα θέμα ούτε για το άλλο. Θα κάνεις τον ανήξερο – πράγμα που, είμαι βέβαιος, δεν θα σου είναι δύσκολο.» Φυσικά. Ο Ζορδάμης με τα Πολλά Πρόσωπα.

«Εντάξει,» του λέω.

Ο Γρύπας νεύει ικανοποιημένα, και αφήνει το πούρο του στο τασάκι ξανά.

Σηκώνομαι από την πολυθρόνα μου και φεύγω από τη σουίτα. Η Αστερόπη μένει, εξακολουθώντας να πλατσουρίζει μέσα στην πισίνα.

*

Το απόγευμα συγκεντρωνόμαστε όλοι στη σουίτα του Ξενοκράτη: εγώ, ο Ρίβης, ο Ύαν, η Αστερόπη, ακόμα και η Κλεισμένη. Η σύζυγος του Γρύπα, η Ισμήνη, είναι επίσης εδώ. Αναρωτιέμαι πόσα να ξέρει για την Παλιά Δυναστεία και για τις οντότητες του φεγγαριού. Τι ρόλο παίζει μέσα στην οικογένεια; Τι ικανότητες έχει; – εκτός απ’το να είναι, καταφανώς, εκθαμβωτική καλλονή.

«Λοιπόν,» λέει ο Γρύπας, καθώς όλοι στεκόμαστε γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι που στο κέντρο του υπάρχει μια οθόνη ως μέρος της επιφάνειάς του, όχι κάποια συσκευή ακουμπισμένη επάνω του. Στη μεριά του τραπεζιού που βρίσκεται μπροστά στον Γρύπα είναι μια κονσόλα με πλήκτρα τα οποία, αναμφίβολα, ελέγχουν το σύστημα της οθόνης (που πρέπει νάναι κρυμμένο κάτω απ’το τραπέζι, υποθέτω). Η οθόνη, επί του παρόντος, δείχνει μονάχα έναν γρύπα να φτερουγίζει πάνω από μια ατελείωτη έρημο – αν και, στην πραγματικότητα, οι γρύπες δεν συχνάζουν στις ερήμους. «Κατ’ αρχήν πρέπει να μάθετε όλοι κάτι,» συνεχίζει ο Ξενοκράτης. «Για την Παλιά Δυναστεία.» Και μας λέει για τον αρχαίο πυρήνα της Σιδηράς Δυναστείας ο οποίος ακόμα υφίσταται.

«Νόμιζα,» λέει ο Ύαν, μετά, «πως δεν ήταν παρά άλλος ένας μύθος της δυναστικής παράνοιας.»

«Δεν είναι μύθος,» τον διαβεβαιώνει ο Γρύπας.

«Εγώ,» λέει ο Ρίβης, «δεν είχα ξανακούσει γι’αυτή την Παλιά Δυναστεία.»

«Η αδελφή σου, όμως, σίγουρα έχει ξανακούσει. Κι αυτός πρέπει να ήταν ο λόγος που σ’έστειλε να δολοφονήσεις τον Σουτούρη. Ο Τυχερός είναι της Παλιάς Δυναστείας.»

Ο Ύαν σταυρώνει τα χέρια του μπροστά του. «Και πώς οφείλουμε να κινηθούμε; Θα πάμε να τους σκοτώσουμε όλους;» Πάντοτε πρακτικός άνθρωπος…

«Κάτι τέτοιο θα ήταν… ασύμφορο,» αποκρίνεται ο Γρύπας. «Η κατάσταση είναι μπλεγμένη. Ανάμεσα στους εχθρούς πιθανώς να βρίσκονται και άτομα παραπλανημένα – άτομα που μπορεί να μην είναι αληθινά εχθροί μας, αν καταλαβαίνεις τι θέλω να πω.»

«Καταλαβαίνω,» νεύει ο μαυρόδερμος, δαιμονομάτης μισθοφόρος.

«Οι χειρισμοί μας πρέπει να είναι λεπτοί και συγκεκριμένοι. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, πως οι ικανότητές σου δεν θα μας φανούν πολύτιμες.»

Ο Ύαν δεν μοιάζει να ξαφνιάζεται καθόλου από τούτα τα λόγια.

Ο Γρύπας συνεχίζει: «Εκείνο που θέλω, αρχικά, είναι να ανακαλύψουμε τι ακριβώς συμβαίνει – ποιος είναι με ποιον – γιατί ξαφνικά το δίκτυο της Δυναστείας έχει γίνει ένας άγνωστος χάρτης.» Πατά δυο πλήκτρα στην κονσόλα μπροστά του και ένας γενικός χάρτης της Σεργήλης εμφανίζεται στην οθόνη στο κέντρο του τραπεζιού, σαν ο Ξενοκράτης να θέλει να παρουσιάσει κι έναν γνωστό χάρτη τώρα. «Μέχρι στιγμής έχουμε πληροφορίες για συμβάντα στη Μέλβερηθ» – πατά ακόμα ένα κουμπί και το σημείο στον χάρτη που δείχνει τη Μέλβερηθ φωτίζει κόκκινο – «στη Θακέρκοβ» – και η Θακέρκοβ φωτίζει κόκκινη – «στη Νίρβεκ, στην Αγκένροβ, και στην Κιρβόνη» – κι αυτές οι πόλεις φωτίζουν.

«Τι έγινε στην Αγκένροβ;» λέει ο Ύαν.

«Η υπόθεση με τον Χαρίλαο Τάρνελκωφ. Η Ασημίνα Νέρφελδιφ τον έχει πάρει με το μέρος της, προφανώς.»

«Θα μπορούσαμε να τον ξεκάνουμε.»

«Ναι αλλά είναι αρκετά σημαντικός έμπορος μικρών όπλων, ο οποίος μας εξυπηρετεί. Καλύτερα να τον μεταστρέψουμε. Επιπλέον, σκοτώνοντας τον Τάρνελκωφ θα δημιουργήσουμε διάσπαση ανάμεσα στους ανθρώπους του, που μπορεί επίσης κάποιοι από αυτούς να είναι με το μέρος της Νέρφελδιφ.»

«Από πού προτείνεις να ξεκινήσουμε;» τον ρωτάω. «Και κάνοντας τι;»

«Θέλω να μάθουμε, κατ’ αρχήν, ποιοι είναι εναντίον μας. Και ώς τώρα δεν βλέπω να έχουμε καμία πληροφόρηση από την Άντχορκ ή από τη Νέσριβεκ. Είναι, όμως, πολύ σημαντικές πόλεις για να τις έχουν αγνοήσει οι εχθροί μας· σίγουρα έχουν ξεκινήσει να κινούνται κι εκεί. Θέλω να πάτε στην Άντχορκ πρώτα και να μάθετε τι γίνετε στο Κόσμημα της Σεργήλης. Επίσης, έχω ακούσει πως σ’αυτά τα μέρη βρίσκεται ο Κριτόλαος’μορ. Να έρθετε σε επαφή μαζί του. Θα μπορεί να μας βοηθήσει.»

«Κι αν είναι προδότης κι αυτός;» θέτει το ερώτημα ο Ύαν.

«Δε νομίζω ότι είναι από τους ανθρώπους που θα ήθελαν διχασμό μέσα στη Δυναστεία,» λέει ο Ξενοκράτης. «Αυτή την εντύπωση μού έδωσε όσο συνεργαζόμασταν. Αν όμως ανακαλύψετε πως όντως είναι εναντίον μας, τότε πρέπει να πεθάνει.»

«Θα πάμε, λοιπόν, στην Άντχορκ για να δούμε αν κάτι συμβαίνει εκεί, και μετά θα πάμε στη Νέσριβεκ;» ρωτάω.

«Ναι, αλλά όχι όλοι μαζί. Εσύ, Αστερόπη, θέλω να πας να βρεις τον Σουτούρη τον Τυχερό και να του μιλήσεις γι’αυτό που συζητήσαμε.»

Μυστικά πάλι, παρατηρώ.

Η Αστερόπη νεύει καταφατικά. «Θα τον βρω.» Και στρέφεται σ’εμένα. «Σου είπε πού θα πάει;»

«Μου είπε ότι θα ερευνήσει – μόνο αυτό,» αποκρίνομαι. «Εικάζω πως ίσως να έχει κατευθυνθεί προς Νίρβεκ. Καλό, όμως, θα ήταν να περάσεις πρώτα από το Μαύρο Δόντι, νομίζω.»

Ο Γρύπας Ξενοκράτης με ρωτά: «Ζορδάμη, θα ήθελες να οδηγήσεις πάλι το ηχομορφικό όχημα;»

«Υποθέτω ότι αυτή δεν είναι ακαδημαϊκή ερώτηση…»

«Το έχω στη Μέλβερηθ,» με πληροφορηθεί ο Γρύπας. «Θα περάσετε από εκεί καθώς θα κατευθύνεστε βόρεια. Θέλω να πας να το πάρεις και να το οδηγήσεις.»

«Για… φονικούς σκοπούς;»

«Αν χρειαστεί.»

Μέσα στο μυαλό μου ακούω πάλι τη φωνή του Άφευκτου από τα όνειρά μου: ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΥΣ ΟΛΟΥΣ!

Κουνάω το κεφάλι μου για να το καθαρίσω.

«Συμβαίνει κάτι, Ζορδάμη;» ρωτά ο Ξενοκράτης παρατηρώντας την αντίδρασή μου.

«Τίποτα,» λέω. «Ούτως ή άλλως ήθελα να το ξαναοδηγήσω.» Κι αυτό δεν είναι ψέμα. Το ηχομορφικό όχημα είναι τρομερό εργαλείο. «Πού θα το βρω, μέσα στη Μέλβερηθ; Ποιος το φυλάει;»

Ο Γρύπας Ξενοκράτης μού απάντα, και μετά η συζήτησή μας συνεχίζεται μέχρι τη νύχτα, καθώς κάνουμε σχέδια και υποθέσεις. Ο χάρτης στην οθόνη του τραπεζιού εστιάζεται σε διάφορα μέρη κατά περίσταση, ενώ άλλες στιγμές η οθόνη παρουσιάζει φωτογραφίες μελών της Σιδηράς Δυναστείας και πληροφορίες γι’αυτά. Ο Γρύπας μάς αποκαλύπτει πράγματα που δεν νομίζω ότι σε καμια άλλη, λιγότερο δύσκολη περίπτωση θα μας αποκάλυπτε. Η κατάσταση στην οποία έχει τώρα βρεθεί η οικογένεια είναι άσχημη, και το ξέρει πως πρέπει να τα παίξει όλα για όλα αν είναι η Σιδηρά Δυναστεία να μην καταστραφεί, ή να μην μεταμορφωθεί, με καταστροφικό τρόπο, σε κάτι τελείως διαφορετικό απ’ό,τι ήταν μέχρι στιγμής.

Παρ’ όλ’ αυτά δεν λέει τίποτα για τις οντότητες από το φεγγάρι. Το συγκεκριμένο μυστικό το ξέρουμε μόνο εγώ και η Αστερόπη, και ίσως η Ισμήνη. Η οποία διαπιστώνω πως έχει αρκετά στρατηγικό μυαλό, καθώς η κουβέντα μας συνεχίζεται.

Δεν μπορώ, πάντως, παρά να απορώ με το πώς έχει εξελιχτεί η ζωή μου τα τελευταία χρόνια. Στην αρχή φοβόμουν ότι, αν δεν κατάφερνα να ξεπληρώσω το χρέος μου, η Σιδηρά Δυναστεία μπορεί και να με σκότωνε. Μετά, έγινα δούλος της – τυφλός δούλος που δεν ξέρει, και δεν καταλαβαίνει, τίποτα. Μετά, εγκλιματίστηκα. Μετά, ήμουν στα πρόθυρα να πάρω τον δρόμο του Άφευκτου. Μετά, νόμιζα πως επιτέλους η κλειδωμένη πόρτα άνοιξε. Μετά, έκανα εκείνο που φοβόμουν ότι ήταν η μεγαλύτερη βλακεία της ζωής μου, φεύγοντας από το μονοπάτι που φαινόταν ότι θα με απελευθέρωνε. Και τώρα, είμαι ελεύθερος από το χρέος: και όχι μόνο αυτό, αλλά γνωρίζω και πράγματα που λίγοι μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία γνωρίζουν.

Το γεγονός ότι αισθάνομαι, τούτη τη στιγμή, σαν ένας από τους κεντρικούς μοχλούς της Σιδηράς Δυναστείας είναι, μήπως, μονάχα μια αυταπάτη; Ή όχι;

Όταν η συνεδρίασή μας τελειώνει και πλησιάζουν μεσάνυχτα πια, ο Γρύπας Ξενοκράτης μού λέει: «Ζορδάμη, τώρα που δεν χρωστάς πλέον, νομίζω ότι χρειάζεσαι ένα κωδικό όνομα αν δεν θέλεις να αναφέρεται το κανονικό σου όνομα από άλλους συγγενείς.»

«Τι κωδικό όνομα;» ρωτάω. «Μπορώ εγώ να το διαλέξω;»

«Σ’το έχουμε ήδη διαλέξει, τόσο καιρό, ακούσια μάλλον,» απαντά ο Ξενοκράτης. «Αν δεν έχεις πρόβλημα, το κωδικό σου όνομα θα είναι ‘Ραλίστας’.»

Χαμογελάω συγκρατημένα. «Δε μπορώ να διαφωνήσω μ’αυτό.»

Ύστερα, φεύγουμε από τη σουίτα του Γρύπα Ξενοκράτη· μόνο η Ισμήνη μένει εκεί μαζί του.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
οι αναμορφωτές

 

 

Ο ΤΥΧΕΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΡΑΚΟΣ

Ο ραλίστας τον άφησε έξω από το Μαύρο Δόντι, έστριψε το όχημά του, και έφυγε, κατευθυνόμενος πάλι προς Θακέρκοβ, όπου του είχε πει πως σκόπευε να πάρει το τρένο μαζί με τον Ρίβη Νέρφελδιφ για να πάει νότια. Ο Σουτούρης ο Τυχερός κοίταζε το τετράκυκλο όχημα του Ζορδάμη καθώς απομακρυνόταν μέσα στην ύπαιθρο. Στο πρόσωπό του υπήρχε ένα μειδίαμα που κάποιοι είχαν, κατά καιρούς, χαρακτηρίσει ως ειρωνικό, αν και ο ίδιος δεν θεωρεί ότι ειρωνεύεται κανέναν.

Το όχημα του Ζορδάμη έχει τώρα εξαφανιστεί, το τοπίο το έχει κρύψει, και ο Σουτούρης μουρμουρίζει: «Καλή τύχη, ραλίστα. Όλοι μας θα χρειαστούμε καλή τύχη…» Ούτε για τη δική του τύχη δεν είναι βέβαιος πια. Αν ο Ζορδάμης δεν βρισκόταν στον Νερόλιθο χτες βράδυ, ο Σουτούρης θα ήταν νεκρός· δεν έχει παρά μια μικρή – ελάχιστη – αμφιβολία γι’αυτό. Οι πιθανότητες οι μισθοφόροι της Δυναστείας να προλάβαιναν να σταματήσουν τον Ρίβη προτού τον πυροβολήσει ήταν μικρές. Ο Ρίβης ήταν αυτοκτονικός δολοφόνος εκείνη τη νύχτα· η αδελφή του και ο καταραμένος ψυχίατρος είχαν φροντίσει να τον τρελάνουν. Κι ακόμα δεν μπορεί νάναι τελείως με τα καλά του· αλλά, τουλάχιστον, φαίνεται να ξέρει τι του γίνεται.

Ο Σουτούρης μπαίνει στους μικρούς δρόμους του Μαύρου Δοντιού και σύντομα φτάνει στον Νερόλιθο. Η Ναρλέθι τον περιμένει στην τραπεζαρία, καθισμένη σ’ένα από τα άδεια τραπέζια, καπνίζοντας. Του γνέφει να έρθει κοντά της, πράγμα που ούτως ή άλλως ο Τυχερός σκόπευε να κάνει. Πλησιάζει και κάθεται πλάι της.

«Τι έγινε;» τον ρωτά. «Βρήκατε τον Μικρόνυχο;»

«Ναι, και τώρα είναι νεκρός,» απαντά κουρασμένα, προβληματισμένα, ο Σουτούρης.

«Νεκρός; Σας επιτέθηκε; Τι έγινε;»

«Όπως είχαμε σχεδιάσει, τον απαγάγαμε και τον βγάλαμε από την πόλη. Αλλά πραγματικά περίμενες ότι ο Ρίβης θα τον άφηνε να ζήσει;»

«Τον σκότωσε προτού πάρετε πληροφορίες;»

«Όχι. Πήραμε τις πληροφορίες που θέλαμε. Ο γιατρός, όντως, είχε εντολές από την Ασημίνα Νέρφελδιφ να κρατά τον αδελφό της στον Βράχο των Ουρλιαχτών ενισχύοντας την πάθησή του. Ο Ρίβης δεν ήταν τρελός, ο Ζορδάμης είχε δίκιο· η αδελφή του είχε φροντίσει να τον οδηγήσει στην παραφροσύνη. Για κάποιο λόγο ήθελε να τον βγάλει από τη μέση, και μετά αποφάσισε να τον χρησιμοποιήσει εναντίον μου–»

«Γιατί; Τι είπε ο Μικρόνυχος;»

«Ο Μικρόνυχος δεν ήξερε τίποτα–»

Η Σερφάντια πλησιάζει, φεύγοντας από τον πάγκο του μπαρ. «Είσαι καλά;» ρωτά τον Σουτούρη. Βλέποντάς τον να μπαίνει στο πανδοχείο δεν μπορούσε να μην έρθει να του μιλήσει· ανέκαθεν τον συμπαθούσε. Είναι, ομολογουμένως, πάντοτε καλοντυμένος και φέρεται ωραία. Και το γεγονός ότι τώρα επέστρεψε χωρίς τον ραλίστα κι εκείνο τον περίεργο ξανθό τύπο ίσως να σημαίνει κάτι κακό. Η Σερφάντια θέλει να μάθει.

«Καλά είμαι, αφού ζω ακόμα.»

«Ο ραλίστας; Γιατί δεν είναι μαζί σου;»

«Αποφάσισε να πάει αλλού. Καλά είναι κι αυτός, όμως.»

«Θες ποτό;»

«Έναν Γλυκό Κρόνο.»

Η Σερφάντια πηγαίνει πάλι στο μπαρ. Το βλέμμα της Ναρλέθι την ακολουθεί· κοιτάζει τα όμορφα πισινά της που διαγράφονται μέσα από το στενό παντελόνι της. Η Ναρλέθι αναρωτιέται τι βρίσκει η Σερφάντια στους άντρες. Μαζί μου θα περνούσες καλύτερα…

Ο Σουτούρης λέει ξανά: «Ο Μικρόνυχος δεν ήξερε τίποτα – το παραμικρό – για τα σχέδια της Νέρφελδιφ.»

«Πώς είναι δυνατόν;» απορεί η Ναρλέθι στρέφοντας τώρα το βλέμμα της στο φρεσκοξυρισμένο γαλανόδερμο πρόσωπό του και διώχνοντας απ’το νου της τα οπίσθια της Σερφάντιας· έχει άλλα, σημαντικότερα πράγματα για να σκέφτεται. «Αφού τη βοηθούσε!»

«Ναι, είχε συμφωνήσει μαζί της να κρατά τον Ρίβη στην κλινική. Αλλά, πέρα απ’ αυτό, δεν ήξερε τίποτ’ άλλο.»

«Τον σκοτώσατε πολύ γρήγορα, μου φαίνεται.»

Ο Σουτούρης κουνά το κεφάλι. «Δε νομίζω. Θα μιλούσε αν είχε κάτι να πει· είμαι σίγουρος. Είχε τρομοκρατηθεί. Ο Ζορδάμης έδωσε το όπλο στον Ρίβη όταν πια είχαμε τελειώσει μαζί του.»

Η Σερφάντια έρχεται, αφήνει το ποτό μπροστά στον Σουτούρη, και φεύγει. Αυτή τη φορά τα μάτια της Ναρλέθι δεν την ακολουθούν. Η Ναρλέθι είναι συλλογισμένη.

«Και πού πήγε ο ραλίστας;» λέει. «Τι θα γίνει τώρα; Αν η Ασημίνα Νέρφελδιφ στείλει κι άλλο δολοφόνο εναντίον σου;»

«Δε θα με βρει εδώ,» αποκρίνεται ο Σουτούρης πίνοντας μια γουλιά Γλυκό Κρόνο.

«Πού θα πας;» Η Ναρλέθι σβήνει το τσιγάρο της μέσα στο τασάκι.

«Στη Νίρβεκ. Είναι προφανές πως αυτό που συνέβη εδώ πιθανώς να σχετίζεται με αυτά που συνέβησαν εκεί. Θέλω να μιλήσω στην Πάολα των Δρομολόγων. Επιπλέον, καλύτερα να μην είμαι στο Μαύρο Δόντι τώρα, για να μη δίνω στόχο.»

«Αυτό είναι αλήθεια…» παραδέχεται η Ναρλέθι. Δείχνει μπερδεμένη καθώς προσπαθεί να ξεδιαλύνει όλ’ αυτά μέσα στο μυαλό της. Ατενίζει το τραπέζι, αλλά το δεξί, αλλήθωρο μάτι της φαίνεται να κοιτάζει λιγάκι πιο δίπλα. Το γεγονός ότι το ένα μέλος της Δυναστείας προσπαθεί να σκοτώσει το άλλο την έχει τρομάξει βαθιά. Μπορεί πάντα να γίνονταν κάποιες παλιοϊστορίες (όπως με τον Θεώνυμο, πρόσφατα: τη συμπλοκή στο Μαύρο Δόντι όπου αρκετοί τραυματίστηκαν και σκοτώθηκαν) αλλά ποτέ δεν είχε συμβεί κάτι σαν αυτό. Η Ναρλέθι φοβάται ότι ίσως τούτο να είναι το τέλος της Σιδηράς Δυναστείας, και η μόνη ζωή που ξέρει είναι μέσα στη Δυναστεία. Μέσα στην οικογένεια, είναι αφέντρα του Μαύρου Δοντιού. Χωρίς την οικογένεια, δεν θα είναι τίποτα. Κατά πάσα πιθανότητα, οι άλλοι άνθρωποι του υπόκοσμου της Σεργήλης – οι άλλες συμμορίες και οργανώσεις – θα τη σκοτώσουν με την πρώτη ευκαιρία, αν καταλάβουν ότι έχει χάσει τη δύναμή της. Έχει δει πώς την κοιτάζουν πολλοί απ’ αυτούς…

«Ο Ζορδάμης,» της λέει ο Σουτούρης πίνοντας ακόμα μια γουλιά Γλυκό Κρόνο, «πηγαίνει νότια.»

Η Ναρλέθι συνοφρυώνεται, υψώνοντας πάλι το βλέμμα της στο πρόσωπό του. «Νότια;»

«Για να βρει τη Σαμάνθα και τον Ύαν.»

«Γιατί;»

«Για να τους πει αυτά που ανακάλυψε, φυσικά.»

«Και τι θα γίνει άμα τους τα πει;» μορφάζει η Ναρλέθι. «Μπορούν αυτοί να κάνουν πραγματικά κάτι για να σταματήσουν… να σταματήσουν αυτό που…» Δεν ξέρει πώς να το αποκαλέσει, και νιώθει έναν παγερό κόμπο στην κοιλιά της. Μακάρι να μπορούσε να πιει κι εκείνη έναν Γλυκό Κρόνο όπως ο Σουτούρης· αλλά δεν πίνει ποτά. Ποτέ. Την καταστρέφουν.

«Η Σαμάνθα, όπως γνωρίζεις, δεν είναι ένα οποιοδήποτε μέλος της Δυναστείας, Ναρλέθι,» λέει ο Σουτούρης.

«Τριγυρίζει από δω κι από κει, αυτό ξέρω, κι έχει πολλά ονόματα.»

«Δεν είναι ένα οποιοδήποτε μέλος,» επιμένει ο Τυχερός. «Έχει επαφές με πρόσωπα που έχουν επιρροή μέσα στην οικογένεια.»

«Γνωρίζεις ποια ακριβώς είναι η Σαμάνθα;» τον ρωτά η Ναρλέθι. «Γνωρίζεις το αληθινό της όνομα; Τι ξέρεις γι’αυτήν, Σουτούρη;»

Κόρη του Γρύπα Ξενοκράτη είναι, σκέφτεται ο Σουτούρης, και το αληθινό της όνομα είναι Αστερόπη. Αλλά δε νομίζει ότι η Αστερόπη θα το εκτιμούσε αν τα έλεγε αυτά στη Ναρλέθι. «Ελάχιστα,» αποκρίνεται. «Μόνο ότι έχει επαφές με πρόσωπα μεγάλης επιρροής και με διάφορους πράκτορες παντού στη Σεργήλη.»

«Πρόσωπα όπως τον Κύριλλο Νυχταστέρη;» Ένα πλούσιο μέλος της Σιδηράς Δυναστείας στη Θακέρκοβ· οι κάτοικοι του Μαύρου Δοντιού έχουν τακτικά συναναστροφές με ανθρώπους του.

«Ναι,» λέει ο Σουτούρης. «Πρόσωπα όπως τον Νυχταστέρη.» Και πίνει Γλυκό Κρόνο. Αναρωτιέμαι γιατί ο Ρίβης Παλιόσυρμος την κρατούσε στις φυλακές του, σκέφτεται. Ήθελε μέσω αυτής να εκβιάσει τον πατέρα της; Το θεωρεί πολύ πιθανό. Το πιθανότερο, βασικά. Αν η Ασημίνα Νέρφελδιφ σκοπεύει να βγάλει από τη μέση τον Γρύπα Ξενοκράτη, τι καλύτερη μέθοδος απ’το να αιχμαλωτίσει την κόρη του; Ο Σουτούρης δεν γνωρίζει λεπτομέρειες αλλά έχει ακούσει ότι ο Ξενοκράτης έκανε την Αστερόπη όταν ήταν μικρός – μικρότερος από είκοσι χρονών – και την αγαπά πολύ. Την αποκαλεί «κρυφή του δύναμη μέσα στη Σεργήλη». Η Αστερόπη είναι το χέρι του και τα μάτια του παντού.

Η Ναρλέθι αναστενάζει. «Και τώρα θα πας στη Νίρβεκ; Θα φύγεις απόψε;»

«Αν έχω τη δυνατότητα. Υπάρχει πλοίο στο λιμάνι; Γρήγορο πλοίο;»

Η Ναρλέθι ανάβει τσιγάρο ξανά. «Αν δεν υπάρχει, θα πας με όχημα; Είναι μακριά από ξηράς, να οδηγείς τόσες ώρες.»

«Υπάρχει πλοίο ή δεν υπάρχει;»

«Τα μεσάνυχτα περιμένω τη Λιαρνίδα, για να της δώσω κάποια πράγματα που θα πάει βόρεια.»

«Στη Νίρβεκ… Θα φύγω μαζί της, λοιπόν,» αποφασίζει, δίχως δισταγμό, ο Σουτούρης.

«Να την προσέχεις. Είπε ότι την άλλη φορά που θα σε δει θα σε δαγκώσει.» Η Ναρλέθι φυσά καπνό απ’τα ρουθούνια.

«Τι; Γιατί;»

«Νομίζει ότι παίζεις μαζί της και μετά φεύγεις.»

«Τι;» κάνει πάλι ο Σουτούρης.

«Μη με κοιτάς έτσι. Εγώ τής είπα ότι δεν ντύνεσαι με τα καλά σου μόνο όταν έρχεται εκείνη – έτσι ντύνεσαι πάντα. Ούτε το χαμόγελό σου είναι επειδή θες να την προσελκύσεις ή να την κοροϊδέψεις – έτσι χαμογελάς πάντα. Αλλά δε νομίζω ότι μ’έχει πιστέψει. Όχι τελείως.»

«Πρέπει ν’αρχίσω να κάνω παρέα με πιο λογικούς ανθρώπους…» λέει Σουτούρης ακουμπώντας την πλάτη του στην καρέκλα καθώς χαμογελά ειρωνικά.

Ορίστε, σκέφτεται η Ναρλέθι. Τώρα, αν ήθελα δεν μπορούσα να σε παρεξηγήσω; Όπως όλοι οι άντρες, είναι κι αυτός τελείως ανόητος! «Τέλος πάντων,» του λέει. «Εμένα ξέρεις τι μ’απασχολεί περισσότερο; Ότι δεν είμαι βέβαιη αν μπορώ πια να της έχω εμπιστοσύνη.»

Ο Σουτούρης συνοφρυώνεται.

«Εξαιτίας των όσων συμβαίνουν μέσα στην οικογένεια, εννοώ,» εξηγεί η Ναρλέθι.

«Το κατάλαβα. Αλλά αν αρχίσουμε να σκεφτόμαστε έτσι….»

«Τι;»

«Θα πρέπει να κλειστούμε μέσα σε μια ντουλάπα και να μη βγαίνουμε.» Πίνει μια γουλιά Γλυκό Κρόνο.

Έχει δίκιο, παραδέχεται η Ναρλέθι. Σ’αυτό έχει δίκιο. Το τσιγάρο δεν κάνει τίποτα για να διώξει τον παγερό φόβο από μέσα της, έτσι το σβήνει στο τασάκι, στρίβοντάς το βίαια.

*

Ο Σουτούρης πηγαίνει στο σπίτι του μέσα στο Μαύρο Δόντι για να ετοιμαστεί και να πλυθεί προτού έρθουν τα μεσάνυχτα και ο Δράκος του Ποταμού, το μηχανοκίνητο ποταμόπλοιο της Λιαρνίδας. Εν τω μεταξύ, σκέφτεται αν θα έπρεπε κάπως να ειδοποιήσει τους γονείς του γι’αυτά που έχουν συμβεί. Είναι κι οι δυο τους σημαντικά μέλη της Δυναστείας, και ίσως να κινδυνεύουν. Βρίσκονται, όμως, μακριά από εδώ: η μητέρα του στην Άντχορκ, ο πατέρας του στη Μέλβερηθ – χωρισμένοι επειδή κάποτε (αργά, μάλλον) διαπίστωσαν ότι ο τεράστιος εγωισμός του ενός δεν ταίριαζε με τον τεράστιο εγωισμό του άλλου.

Από τη Θακέρκοβ μόνο μπορώ να τους στείλω μήνυμα. Δε νομίζω ότι τώρα στο Μαύρο Δόντι είναι κανένας που–

Το κουδούνι της εξώπορτας του σπιτιού του χτυπά, και είναι σαν η Λόρκη να έδωσε απάντηση στην επιθυμία του. Ο Σουτούρης δεν ξέρει αν αυτό θα μπορούσε να οφείλεται στην παράξενη τύχη του ή όχι, καθώς ανοίγει την πόρτα και βλέπει τη Βλάστη τη γρυποκαβαλάρισσα να στέκεται στο κατώφλι του: μετρίου αναστήματος, γαλανόδερμη όπως εκείνος, με κοντά μαύρα μαλλιά, ατημέλητα ως συνήθως – ουρές πετάνε από δω κι από κει. Ένα αργυρό σκουλαρίκι στο σχήμα φτερών γυαλίζει στ’αριστερό της αφτί.

«Θα έφευγες χωρίς να μου το πεις;» του λέει, χαμογελώντας.

Ο Σουτούρης γελά και την αγκαλιάζει, τραβώντας την μέσα στο σπίτι. «Βλάστη! Δεν ήξερα ότι ήσουν εδώ.»

Καθώς φιλιούνται, η Βλάστη κλείνει με το πόδι την πόρτα πίσω τους. Μετά του λέει: «Μόλις ήρθα, και η Σερφάντια μού είπε ότι φεύγεις τα μεσάνυχτα, όταν τη ρώτησα πού είσαι.»

«Πρέπει να πάω στη Νίρβεκ,» αποκρίνεται ο Σουτούρης.

Η Βλάστη συνοφρυώνεται ατενίζοντας το πρόσωπό του. «Είναι… κάτι σημαντικό;»

«Αρκετά σημαντικό.»

«Κρίμα,» μορφάζει η Βλάστη· «σκεφτόμουν να περάσουμε τη νύχτα μαζί. Έχω αφήσει τον γρύπα μου να ξεκουραστεί. –Έχεις κανονίσει μέσο για να φύγεις; Θα μπορούσα εγώ να σε πετάξω ώς τη Νίρβεκ· έχω κάτι μηνύματα να παραδώσω στις περιοχές βόρεια της Θακέρκοβ.»

Ο Σουτούρης κάθεται σε μια από τις καρέκλες του τραπεζιού, πλάι στον μεγάλο ραδιοφωνικό δέκτη. «Χμμμ…»

«Σε βάζω σε πειρασμό;» λέει η Βλάστη, υψώνοντας ένα φρύδι κι ακουμπώντας το μποτοφορεμένο πόδι της στη βέργα που ενώνει τα μπροστινά πόδια της καρέκλας, ενώ σταυρώνει τα χέρια της επάνω στο γόνατο της και γέρνει προς τη μεριά του Σουτούρη.

«Δεν ξέρω,» αποκρίνεται εκείνος σοβαρά. «Σκοπεύω να φύγω με μηχανοκίνητο ποταμόπλοιο, τα μεσάνυχτα–»

«Μεγάλο ποταμόπλοιο;»

«Χρειάζεται μάγο για να ρυθμίζει την ενεργειακή ροή του· είναι αρκετά μεγάλο, δεν είναι βάρκα. Το ερώτημα είναι: ο γρύπας σου μπορεί να φτάσει στη Νίρβεκ πιο γρήγορα από το ποταμόπλοιο; Δε νομίζω, Βλάστη.»

«Εξαρτάται από το πόσες στάσεις θα κάνει το ποταμόπλοιο.»

«Απ’ό,τι μου είπε η Ναρλέθι πηγαίνει κατευθείαν στη Νίρβεκ. Το πολύ να σταματήσει και στην Έτρεβοθ. Μέσα στην επόμενη μέρα πρέπει να είμαι, λογικά, στον προορισμό μου. Με τον γρύπα σου, όμως, δεν θα κάνω τουλάχιστον δυο μέρες για να φτάσω στη Νίρβεκ;»

Η Βλάστη σουφρώνει τα χείλη. «Αλλά θα έχεις καλή παρέα.»

Ο Σουτούρης πιάνει το σαγόνι της ανάμεσα στον αντίχειρα και στον δείκτη του. «Δυστυχώς βιάζομαι,» λέει και τη φιλά. «Αλλά θα μπορούσες να με βοηθήσεις σε κάτι άλλο, αν θέλεις.»

«Τι;»

«Να μεταφέρεις δυο μηνύματα.»

«Σε ποιους;»

«Σ’έναν κύριο στη Μέλβερηθ και σε μια κυρία στην Άντχορκ.»

«Μακριά,» παρατηρεί η Βλάστη, παίρνοντας το πόδι της από την καρέκλα του και βηματίζοντας μες στο καθιστικό. «Και πρέπει να πάω πρώτα κάποια άλλα μηνύματα στις περιοχές βόρεια της Θακέρκοβ, όπως σου είπα.»

«Δε χρειάζεται να μεταφέρεις τα μηνύματά μου η ίδια,» εξηγεί ο Σουτούρης. «Δώσ’ τα σε συνδέσμους μας στη Θακέρκοβ, ταχυμεταφορείς. Τα άτομα για τα οποία προορίζονται είναι της Δυναστείας.» Η Βλάστη δεν ξέρει ποιοι είναι οι γονείς του Σουτούρη.

«Εντάξει, τότε,» αποκρίνεται εκείνη. «Δεν υπάρχει πρόβλημα. Πού είναι τα μηνύματα;»

«Τώρα θα τα γράψω.»

«Τώρα;»

«Δεν ήμουν σίγουρος αν θα τα έστελνα από εδώ ή από τη Νίρβεκ. Περίμενε λίγο.»

«Δε σκόπευα να φύγω.» Η Βλάστη κάθεται σε μια καρέκλα.

Ο Σουτούρης τής προσφέρει ένα ποτήρι Κρύο Ουρανό και πηγαίνει στο γραφείο του, όπου συντάσσει μία επιστολή για τον πατέρα του και μία για τη μητέρα του. Ύστερα επιστρέφει στο καθιστικό και δίνει τις επιστολές, σφραγισμένες, στη Βλάστη, εξηγώντας της πού ακριβώς πρέπει να παραδοθούν.

Εκείνη τραβά έναν δερμάτινο φάκελο από την τσάντα της, βάζει μέσα τα δύο μηνύματα, και τον κρύβει πάλι στην τσάντα. «Έχεις και τίποτ’ άλλες δουλειές μέχρι τα μεσάνυχτα;» ρωτά.

Ο Σουτούρης δεν έχει, και τα μεσάνυχτα απέχουν τρεις ώρες ακόμα, έτσι η Βλάστη δεν είναι δύσκολο να τον τραβήξει στην αγκαλιά της. Τα ρούχα της φεύγουν το ένα μετά το άλλο μέσα στο καθιστικό –γυριστές μπότες, δερμάτινο πανωφόρι, υφασμάτινο παντελόνι γεμάτο τσέπες, πουκάμισο χωρίς γιακά – αποκαλύπτοντας γαλανόδερμο σώμα και μαύρα εσώρουχα. Εκείνη κι ο Σουτούρης – που είχε λιγότερα ρούχα για να βγάλει – ξαπλώνουν στον καναπέ με τα μέλη τους μπλεγμένα και τα φιλιά τους ν’αντηχούν μες στο δωμάτιο. Αλλά ο Τυχερός δεν είναι καλός εραστής όταν ξέρει πως βιάζεται, όταν έχει άλλους προβληματισμούς στο μυαλό του, και η Βλάστη δεν βρίσκει σέλα για να ικανοποιήσει την επιθυμία της, πράγμα που την κάνει να δυσανασχετήσει. Προτού όμως σηκωθεί από τον καναπέ, ο Σουτούρης την τραβά πάλι πίσω, στην αγκαλιά του, και, γυρίζοντας την πλάτη της προς το μέρος του, διατρέχει όλο της το σώμα με τα χέρια του. Μετά από λίγο, η Βλάστη τρέμει και αναφωνεί σαν θηλυκός γρύπας σε έξαψη.

«Μ’έχεις βαρεθεί;» τον ρωτά ύστερα από κάποια ώρα, ενώ εκείνος στέκεται μπροστά στον καθρέφτη του καθιστικού τελειώνοντας με την ενδυμασία του – προσεχτικός με το πώς ντύνεται, όπως πάντα. Απορεί με τους ανθρώπους που δεν δίνουν σημασία στην εμφάνισή τους. Ποια αξία μπορεί να δίνει κάποιος στον εαυτό του όταν δεν δίνει σημασία στην εμφάνισή του;

Κοιτάζει τη Βλάστη μέσα από τον καθρέφτη. Είναι ακόμα ξαπλωμένη στον καναπέ, ντυμένη με το παντελόνι της και τον στηθόδεσμό της, καπνίζοντας. «Έχω πολλά στο μυαλό μου τώρα,» της αποκρίνεται στρώνοντας τον γιακά του πουκαμίσου του. «Συμβαίνουν… διάφορα.»

«Μη μου πεις ότι έχασες σε κανένα τυχερό παιχνίδι!» χαμογελά η Βλάστη.

Ο Σουτούρης γελά και στρέφεται να την αντικρίσει. «Όχι, δεν έχασα σε τυχερό παιχνίδι. Αλλά χτες βράδυ κάποιος προσπάθησε να με δολοφονήσει.»

«Τι; Δε μου το είπε αυτό η Σερφάντια!»

«Μάλλον δεν κάθισες πολύ στον Νερόλιθο.»

Η Βλάστη ανασηκώνει τους ώμους. «Αμέσως εδώ ήρθα. Ποιος προσπάθησε να σε σκοτώσει;»

«Είναι περίεργη υπόθεση,» της απαντά. «Θα σου πω άλλη φορά. Αλλά ο λόγος που πηγαίνω στη Νίρβεκ τώρα δεν είναι άσχετος μ’αυτήν. Καταλαβαίνεις;»

Η Βλάστη νεύει καταφατικά, ρουφώντας καπνό απ’το τσιγάρο της.

«Μην ξεχάσεις τα μηνύματά μου,» της λέει ο Σουτούρης.

«Είσαι σοβαρός; Με το ξημέρωμα θα πετάξω στη Θακέρκοβ. Να κοιμηθώ εδώ το βράδυ;»

«Κοιμήσου.»

*

Ο Δράκος του Ποταμού δεν καθυστερεί. Τα μεσάνυχτα η Καπετάνισσα Λιαρνίδα αράζει το πλοίο της στο Μαύρο Δόντι και, ενόσω κάποια πράγματα φορτώνονται στο αμπάρι, μιλά με τη Ναρλέθι καθώς οι δυο τους στέκονται στην προβλήτα. Η κουβέντα τους είναι σύντομη, κι όταν τελειώνει, η Ναρλέθι κάνει νόημα με το χέρι της, κι ένας ταξιδιώτης ντυμένος με κάπα και κουκούλα ξεπροβάλλει από τα σκοτάδια του μικρού λιμανιού πλησιάζοντας την καπετάνισσα του Δράκου του Ποταμού.

Η Λιαρνίδα είναι ψηλή γυναίκα με πλατύ πρόσωπο και κατάλευκο δέρμα σαν πανί. Τα μαλλιά της πέφτουν κατάμαυρα και σγουρά στους ώμους της. Φορά ένα γκρίζο φόρεμα από χοντρό δέρμα και καφετιά γάντια. Βαδίζει ξυπόλυτη όταν είναι πάνω σε κατάστρωμα ή σε προβλήτες – όπως τώρα.

«Καλώς τον,» λέει στον Σουτούρη, ατενίζοντας το σκιασμένο πρόσωπό του μέσα απ’την κουκούλα του.

«Καλησπέρα,» αποκρίνεται εκείνος· και ρωτά: «Σε πόση ώρα φεύγουμε;»

«Τώρα, μόλις φορτώσουν τα πράγματα.»

«Πού τα πηγαίνεις;»

«Πολλές ερωτήσεις κάνεις απόψε, τζογαδόρε,» παρατηρεί η καπετάνισσα.

«Θέλω να ξέρω πόσο σύντομα θα φτάσουμε στη Νίρβεκ,» εξηγεί εκείνος.

Η Λιαρνίδα δεν μπορεί να διακρίνει καθόλου καλά την όψη του μέσα από την κουκούλα του, αλλά κάποια πράγματα τα καταλαβαίνει. «Ανήσυχος φαίνεσαι…»

«Θα φτάσουμε αύριο;» επιμένει ο Σουτούρης.

Η Λιαρνίδα νεύει καταφατικά. «Με την εύνοια της Βιρινέθης.» Μόνο όσοι έχουν τη θάλασσα ή τους ποταμούς της Σεργήλης μέσα στην καθημερινότητά τους αναφέρονται στη Βιρινέθη ή τη λατρεύουν, και η Λιαρνίδα είναι μία απ’ αυτούς, καθώς το μεγαλύτερο ίσως μέρος της ζωής της το έχει περάσει πάνω σε πλεούμενα – και συνεχίζει έτσι.

«Εντάξει,» αποκρίνεται ο Σουτούρης. «Αυτό ήθελα να ξέρω.»

«Κάποια από τα πράγματά μας προορίζονται για την Πάολα των Δρομολόγων. Η Ναρλέθι μού λέει ότι την έχεις συναντήσει και παλιότερα…»

«Ναι,» παραδέχεται ο Σουτούρης, καθώς θυμάται την επίσκεψή του στη Νίρβεκ μαζί με τον ραλίστα, πριν από κάποιους μήνες. Έκανε το μεγαλύτερο καζίνο της πόλης, το Τυχερό Άστρο, να γονατίσει, και παραλίγο να τον δολοφονήσουν πάλι. Τότε, όμως, δεν τον έσωσε ο ραλίστας· ο Σουτούρης έσωσε τον εαυτό του. Η τύχη του – ή, μάλλον, η μαγεία του – τον βοήθησε. Καθώς εκείνο το στιλέτο ερχόταν προς το μέρος του, ο Τυχερός διέκρινε τη Σωστή Στιγμή – και γύρισε το σώμα του για να αποφύγει το μοιραίο χτύπημα. Μαχαιρώθηκε, βέβαια, αλλά όχι θανάσιμα.

«Θέλω και τώρα να συναντήσω την Πάολα,» λέει στη Λιαρνίδα.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

Είμαι έτοιμος να πέσω για ύπνο όταν η πόρτα του δωματίου μου στο Δυτικό Άστρο χτυπά.

«Ποιος είναι;» ρωτάω, πλησιάζοντας.

«Εγώ,» ακούγεται η φωνή της Αστερόπης.

Της ανοίγω, βλέποντας πως στέκεται μόνη στο κατώφλι μου, με το ένα χέρι ακουμπισμένο στο πλαίσιο της πόρτας, ντυμένη με το κίτρινο, κοντομάνικο φόρεμά της, όπως πριν. «Να μιλήσουμε;» με ρωτά, ενώ το βλέμμα της με κοιτάζει προς στιγμή από πάνω ώς κάτω, καθώς εγώ δεν είμαι ντυμένος με τίποτα περισσότερο από την περισκελίδα μου.

Παραμερίζω από την πόρτα, αφήνοντάς την να περάσει, και κλείνω πίσω της. Η Κλεισμένη τη βλέπει και κρύβεται κάτω απ’το κρεβάτι.

«Συνέβη κάτι καινούργιο τόσο γρήγορα;» ρωτάω. Δεν είναι ακόμα μισή ώρα από τότε που φύγαμε απ’τη σουίτα του Ξενοκράτη έχοντας αποφασίσει πώς θα κινηθούμε στο σύντομο μέλλον.

«Όχι,» μου λέει η Αστερόπη, «τίποτα καινούργιο.» Και χαμογελά καθώς στρέφεται να μ’αντικρίσει. «Ακόμα απορώ, όμως… πώς το κατάλαβες;»

«Ποιο;»

«Ότι είπα ψέματα σχετικά με τον Παλιόσυρμο.»

Ανασηκώνω τους ώμους. «Από τον τρόπο σου. Πώς αλλιώς;»

«Είναι δυνατόν να με ξέρεις τόσο καλά;»

«Δε νομίζω ότι σε ξέρω καλά,» της λέω καθίζοντας στην άκρη του κρεβατιού. «Απλά ίσως τώρα να σε ξέρω λίγο καλύτερα από πριν.»

«Επειδή έμαθες ποιος είναι ο πατέρας μου;»

«Προφανώς.»

Η Αστερόπη με παρατηρεί συλλογισμένα καθώς ακόμα στέκεται, έχοντας τα χέρια της σταυρωμένα μπροστά της.

«Τι;» λέω. (Η Κλεισμένη νιαουρίζει κάτω απ’το κρεβάτι.)

«Μ’ενόχλησε πριν,» μου λέει, «γι’αυτό ήμουν έτοιμη να σου χιμήσω.»

«Δε θα είχα ποτέ πρόβλημα αν μου χιμούσες,» αποκρίνομαι. «Αλλά τι σ’ενόχλησε; Το ότι κατάλαβα πως μου είπες ψέματα;»

Η Αστερόπη χαμογελά ξανά. «Ναι.» Πλησιάζει και κάθεται πάνω μου, γονατισμένη στο κρεβάτι, το ένα γόνατο δεξιά μου, το άλλο αριστερά μου. «Αυτό ήταν μόνο;»

«Ποιο;» Τα χέρια μου γλιστράνε κάτω από το κίτρινο φόρεμα, χαϊδεύοντας τους μηρούς της.

«Απλά το κατάλαβες από τον τρόπο μου; Ότι σου έλεγα ψέματα;»

«Ναι. Αλήθεια σού λέω. Τι άλλο νομίζεις ότι μπορεί να ήταν;»

«Είσαι επικίνδυνος άνθρωπος, τελικά,» μου λέει.

«Να και κάτι που δεν θα μπορούσα να φανταστώ.»

Η Αστερόπη γελά. «Όταν καταλαβαίνεις τέτοια πράγματα, είσαι σίγουρα επικίνδυνος.» Τα δάχτυλά της αγγίζουν τις πλευρές του προσώπου μου σαν να προσπαθούν να το πλαισιώσουν. «Και δίχως αμφιβολία αποδείχτηκες επικίνδυνος για την Ασημίνα Νέρφελδιφ,» προσθέτει.

«Δε νομίζω να μπορούσε να κρατήσει τα σχέδιά της για πάντα κρυμμένα από εσάς.»

«Πιθανώς, όμως, να τα μαθαίναμε όταν ήταν πια πολύ αργά.»

Τα χείλη της πλησιάζουν τα δικά μου ενώ τα μάτια μας έχουν ήδη σμίξει. Οι γλώσσες μας παλεύουν άγρια για λίγο, και μετά στριφογυρίζουμε επάνω στο κρεβάτι για κάποια ώρα (η Κλεισμένη νιαουρίζει ενοχλημένα, κάπου-κάπου, από κάτω μας αλλά την αγνοούμε) προτού, κορεσμένοι κι οι δύο, πάψουμε να κινούμαστε. Μένουμε ξαπλωμένοι πλάι-πλάι, αντικριστά· το ένα πόδι της Αστερόπης είναι ακόμα γαντζωμένο πίσω από το γόνατό μου.

«Τι άλλα σού είπε αυτή η αλεπού της ερήμου για εμένα;» με ρωτά.

«Η αδελφή σου, εννοείς;»

«Ξέρεις πολύ καλά ποια εννοώ.»

«Τίποτα το ιδιαίτερο, βασικά. Απλά ούτε κι αυτή νομίζω πως σε συμπαθεί πολύ.»

«Για φαντάσου…» μορφάζει η Αστερόπη. Και με ρωτά: «Δε μου λες, έχεις κοιμηθεί μαζί της;»

«Παράξενο· την ίδια ερώτηση μού έκανε κι εκείνη για σένα.»

Τα μάτια της στενεύουν. «Δηλαδή, έχεις κοιμηθεί μαζί της!»

«Δεν έδωσα απάντηση ακόμα.»

Με χτυπά ελαφρά στα μπαλάκια με το αριστερό της χέρι.

«Α!»

«Είμαστε παντρεμένοι,» μου λέει.

«Είχαμε χωρίσει, όμως,» της θυμίζω, «εδώ και καιρό.» Ο γάμος μας, φυσικά, ήταν εικονικός, για μια έρευνα που είχαμε αναλάβει μαζί στη Θακέρκοβ. «Επιπλέον, πού να φανταστώ ότι ήταν αδελφή σου; Δεν έχετε και καμια ομοιότητα.»

«Αυτό έλειπε!» ρουθουνίζει η Αστερόπη. «Και δεν είμαστε αδελφές ακριβώς. Είμαστε ετεροθαλείς.»

«Το ξέρω· μου το είπε. Αλλά, ακόμα κι έτσι… με παραξενεύει, Αστερόπη. Εντάξει, η Μελένια είναι στη σωστή ηλικία για νάναι κόρη του Ξενοκράτη. Αποκλείεται νάναι πάνω από τριάντα χρονών–»

«Είκοσι-εφτά είναι τώρα,» με πληροφορεί η Αστερόπη.

«Όπως έλεγα, είναι στη σωστή ηλικία για νάναι κόρη του. Αλλά εσύ όχι. Πρέπει νάσαι σαν εμένα, περίπου, κι εγώ είμαι τριάντα-εννιά χρονών…»

Εκείνη χαμογελά. «Δεν είμαι περίπου στην ηλικία σου,» με πληροφορεί. «Τριάντα-εννιά είμαι κι εγώ.»

«Και ο Ξενοκράτης δε νομίζω νάναι πάνω από εξήντα…»

«Ο μπαμπάς με έκανε στα δεκαεννιά του χρόνια.»

«Σοβαρολογείς;»

«Φυσικά,» λέει η Αστερόπη. «Η μητέρα μου είναι οχτώ χρόνια μεγαλύτερή του. Τη συνάντησε, την ερωτεύτηκε, και εγώ ήμουν το αποτέλεσμα.»

«Το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό,» της λέω, τσιμπώντας το αριστερό της στήθος.

Η Αστερόπη γελά.

«Είναι και η μητέρα σου της Παλιάς Δυναστείας; Πού βρίσκεται τώρα;»

«Τα πάντα θέλεις να τα ξέρεις!» μου λέει επικριτικά, μεταξύ αστείου και σοβαρού. «Όχι, η μαμά μου δεν είναι της Παλιάς Δυναστείας. Δεν ήταν καν μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία όταν ο μπαμπάς τη γνώρισε–»

«Εκείνος την έβαλε στην οικογένεια;»

«Ναι. Κι ένα χρόνο μετά τη γέννησή μου την έδιωξαν από το μαγικό τάγμα των Βιοσκόπων.»

«Εξαιτίας του Ξενοκράτη;»

«Φυσικά και όχι. Έκανε κάποιο παράπτωμα.»

«Τι;»

«Δεν έχει σημασία.» Η Αστερόπη παίρνει το πόδι της από πάνω μου και ξαπλώνει ανάσκελα· τεντώνεται πάνω στο κρεβάτι, αναστενάζοντας.

«Γιατί δεν είναι ακόμα μαζί με τον Ξενοκράτη;» τη ρωτάω. «Γιατί είναι αυτή η Ισμήνη κι όχι η μητέρα σου; Ποια είναι η Ισμήνη, αλήθεια;»

«Ο μπαμπάς σού μοιάζει,» μου λέει η Αστερόπη· «δεν είναι σταθερός άντρας.» Απλώνει το χέρι της και πατά τον διακόπτη που σβήνει το φως.

Το ίδιο μού είπε κι η Μελένια! παρατηρώ, λιγάκι ξαφνιασμένος. Να το πάρω προσωπικά; «Τόσο ασταθής νομίζεις ότι είμαι;»

«Εσύ δεν το νομίζεις;»

«Εσύ νομίζεις ότι είσαι πιο σταθερή;»

«Εμένα δεν μπορείς να με κρίνεις έτσι.»

«Γιατί;»

«Δεν κοιμόμαστε τώρα; Αύριο θα σηκωθούμε πρωί.»

«Δε θα μου πεις, τουλάχιστον, ποια είναι η Ισμήνη;»

«Νυστάζω, Ζορδάμη.»

«Η μητέρα της Μελένιας ποια είναι;»

Η Αστερόπη δεν μιλά.

«Το ξέρω πως δεν κοιμάσαι,» της λέω.

Μόνο το σκοτάδι μού απαντά.

Τέλος πάντων. Ώρα για ύπνο.

*

Το πρωί φεύγουμε από το Δυτικό Άστρο, όλοι μας: εγώ, η Κλεισμένη, ο Ρίβης, η Αστερόπη, ο Ύαν, ο Γρύπας Ξενοκράτης, και η Ισμήνη. Μαζί με τον Ξενοκράτη είναι επίσης τέσσερις μισθοφόροι – τρεις άντρες, μία γυναίκα. Πηγαίνουμε στο μικρό αεροδρόμιο της Κάρντλας χρησιμοποιώντας δύο οχήματα – το δικό μου και του Γρύπα. Ένα ελικόπτερο μάς περιμένει εκεί, το οποίο ανήκει στον Ξενοκράτη. Βγαίνουμε από τα οχήματα και το πλησιάζουμε. Ένας από τους μισθοφόρους του Γρύπα το ξεκλειδώνει και επιβιβαζόμαστε. Ο ίδιος μισθοφόρος κάθεται στη θέση του πιλότου. Είμαστε αρκετοί άνθρωποι για το μικρό αεροσκάφος, αλλά μας χωρά χωρίς να βρισκόμαστε και πολύ στριμωγμένοι. Το όχημά μου ο Ξενοκράτης μού έχει ήδη πει, από χτες, ότι θα το φέρουν στην Ύγκρας, μέσω τρένου, άνθρωποι που εργάζονται γι’αυτόν. Τώρα δεν έχουμε χρόνο να χάσουμε ταξιδεύοντας από ξηράς. Το ελικόπτερο θα μας πετάξει ώς την έπαυλή του στις παρυφές της ερήμου πολύ πιο γρήγορα από οποιοδήποτε όχημα.

Οι έλικες μπαίνουν σε κίνηση, γεμίζοντας το αεροσκάφος με το βουητό τους. Υψωνόμαστε από το ελικοδρόμιο και πάνω από την Κάρντλας. Ο πιλότος παίρνει κατεύθυνση νοτιοανατολική και το εναέριο ταξίδι μας ξεκινά. Δεν μιλάμε πολύ κατά τη διάρκεια της πτήσης· ό,τι ήταν να πούμε το έχουμε ήδη πει. Έχω, βέβαια, ακόμα πολλές απορίες σχετικά με τη βιολογική οικογένεια του Ξενοκράτη, αλλά είμαι σίγουρος πως ούτε εκείνος ούτε η Αστερόπη είναι πρόθυμοι να μιλήσουν για τέτοια θέματα τώρα.

Μετά από πέντε ώρες προσγειωνόμαστε σε μια από τις οροφές της βίλας του Γρύπα όπου υπάρχει ελικοδρόμιο. Είναι μεσημέρι και η ζέστη της ερήμου ανυπόφορη. Βγαίνουμε απ’το αεροσκάφος νιώθοντας τις πύρινες λόγχες του ήλιου να προσπαθούν να τρυπήσουν το πετσί μας και να φτάσουν κόκαλα και ζωτικά όργανα.

Συναντάμε τη Μελένια στο εσωτερικό της βίλας – το οποίο είναι σαφώς πιο δροσερό, καθώς η θερμοκρασία του ρυθμίζεται από αυτόματα, πανάκριβα συστήματα – και παρατηρώ ότι εκείνη και η Αστερόπη δεν ανταλλάσσουν ούτε έναν τυπικό χαιρετισμό. Για την ακρίβεια, αγνοούν τελείως η μία την άλλη, αν και όχι επιδεικτικά. Ο Γρύπας μάς λέει να ξεκουραστούμε εδώ μερικές ώρες και, μόλις έχει πέσει λίγο ήλιος, να πάμε στην Ύγκρας για να πάρουμε το τρένο.

«Θα έρθεις μαζί μας;» τον ρωτάω.

Εκείνος κουνά το κεφάλι. «Όχι· έχω άλλες δουλειές. Σχετικές, βέβαια, με τα όσα μάς αφορούν.»

Υποθέτω πως θέλει να ειδοποιήσει κάποια μέλη της Δυναστείας. Ελπίζω να μην πέσει πάνω σε προδότες που θα προσπαθήσουν να τον σκοτώσουν. Αν και είναι ανόητο να σκέφτομαι, έστω και για λίγο, ότι ο Ξενοκράτης θα φανεί απρόσεχτος. Δεν του λέω τίποτα, φυσικά. Ξέρει τη Δυναστεία εκατό φορές καλύτερα από εμένα.

«Υπάρχει φαγητό για όλους;» ρωτά ο Γρύπας τη Μελένια.

«Φυσικά,» αποκρίνεται εκείνη.

«Έχεις φάει;»

«Ναι.»

Μας συνοδεύει, όμως, ώς την τραπεζαρία της βίλας και μετά πηγαίνει να ειδοποιήσει το υπηρετικό προσωπικό. Φαγητά και ποτά δεν αργούν να γεμίσουν το τραπέζι ανάμεσά μας, και η Μελένια κάθεται επίσης σε μια από τις καρέκλες αλλά δεν τρώει· πίνει μόνο μερικές γουλιές από ένα ποτήρι ελαφρύ Σεργήλιο οίνο. Παρατηρώ ότι η Αστερόπη κάπου-κάπου τη λοξοκοιτάζει, όμως εκείνη δεν κάνει το ίδιο.

Αργότερα, η Μελένια μάς οδηγεί στα δωμάτιά μας στον ξενώνα, κι αυτή τη φορά δεν έρχεται να με επισκεφτεί. Εξαιτίας της Αστερόπης; δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ.

Καθώς ξαπλώνω στο κρεβάτι, η Κλεισμένη πηδά δίπλα μου, νιαουρίζοντας και κουνώντας την ουρά της. «Σ’αρέσει άμα είμαστε μόνοι, ε;» της λέω, ισοπεδώνοντας τ’αφτιά της καθώς τη χαϊδεύω.

«Νιάρ!» αποκρίνεται.

Το απόγευμα, ενώ ο καυτός ήλιος της ερήμου γέρνει προς τη δύση, συναντιόμαστε στον χώρο στάθμευσης οχημάτων της βίλας, εγώ (μαζί με την Κλεισμένη, φυσικά), η Αστερόπη, ο Ρίβης, και ο Ύαν.

«Αυτό εδώ πρέπει να είναι που μας είπε ο Ξενοκράτης,» λέω κοιτάζοντας ένα όχημα με τέσσερις μεγάλους τροχούς, ειδικό για τις άμμους των ερήμων.

«Δεν υπάρχει άλλο με καφέ χρώμα και μαύρες ρίγες, Ραλίστα,» λέει ο Ύαν. «Επιπλέον, μ’αυτό ήρθαμε εγώ κι η Αγαρίστη.» (Ακόμα επιμένει να την αποκαλεί Αγαρίστη!)

Βγάζω από την τσέπη μου τα κλειδιά που μου έχει δώσει ο Ξενοκράτης, ξεκλειδώνω τις πόρτες του οχήματος, και επιβιβαζόμαστε. Κάθομαι στο τιμόνι και ενεργοποιώ τη μηχανή. Δίπλα μου κάθεται η Αστερόπη. Στην πίσω μεριά – μια αρκετά ευρύχωρη καρότσα, σκεπασμένη με ύφασμα που απωθεί τη θερμότητα – κάθονται ο Ύαν και ο Ρίβης, με την Κλεισμένη να περιφέρεται ανάμεσά τους κι ανάμεσα στα πράγματα και τους εξοπλισμούς που έχουμε πάρει μαζί μας.

Βγάζω το όχημα από τον χώρο στάθμευσης και το οδηγώ προς την πύλη της περιτειχισμένης βίλας. Τα δύο μεταλλικά φύλλα της χωρίζονται μπροστά μας και φεύγουμε από το σπίτι-φρούριο του Γρύπα Ξενοκράτη, ταξιδεύοντας επάνω στην έρημο, κατευθυνόμενοι προς τα ανατολικά, προς την Ύγκρας. Αναπτύσσω ταχύτητα, φυσικά· δεν βλάπτει να χαρώ λιγάκι οδήγηση. Σύννεφα άμμου σηκώνονται γύρω μας, η μηχανή γρυλίζει.

«Μην αρχίσουμε πάλι τα ίδια, Ραλίστα,» μου λέει ο Ύαν από πίσω, καθώς τον βλέπω, μέσα απ’τον καθρέφτη, να λαδώνει ένα τουφέκι.

«Μην είσαι περίεργος, Ύαν,» αποκρίνομαι. «Η Ύγκρας δεν είναι μακριά.»

Σε καμια ώρα, ενώ οι σκιές πληθαίνουν, φτάνουμε στη μεγαλούπολη στις παρυφές των νότιων ερήμων και βάζω το όχημά μας στους δρόμους της.

Η Αστερόπη ανοίγει τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της και καλεί τον Βερνάχ. Του λέει πως μόλις ήρθαμε στην Ύγκρας και πως έχουμε μαζί μας το όχημα που της έδωσε όταν εκείνη κι ο Ύαν ήθελαν να πάνε στη βίλα του Ξενοκράτη.

«Εντάξει,» μου λέει η Αστερόπη όταν κλείνει τον πομπό απομακρύνοντάς τον από το αφτί της, «θα έρθει να το παραλάβει.»

«Πού να το πάω;»

«Στην Πλατεία Νομάδων.»

Οδηγώ ώς εκεί και σταματάω σε μια άκρη της. Κάτι πλανόδιοι μουσικοί είναι συγκεντρωμένοι στην πλατεία και φαίνεται νάχουν μόλις αρχίσει να παίζουν κατ’φάτριχ – τις μακριές φλογέρες των νομάδων, αν και οι ίδιοι δεν μοιάζουν για νομάδες της ερήμου. Μπροστά τους έξι αμμόσαυρες χορεύουν στον ρυθμό της μουσικής, σαν υπνωτισμένες. Ένα μικρό πλήθος θεατών έχει μαζευτεί, παρακολουθώντας και ρίχνοντάς τους κάπου-κάπου κανένα νόμισμα μέσα στο υπερβολικά μεγάλο καπέλο που βρίσκεται παραδίπλα, ακριβώς γι’αυτό το σκοπό.

Ο Βερνάχ δεν αργεί να έρθει μαζί με τον Νιρμόδο’χοκ – τον μάγο που κάποτε μου έκλεψε τη μνήμη (με τη συγκατάθεσή μου) προκειμένου να ανακαλύψω ένα από τα μυστικά στα βάθη της ερήμου: την κατοικία του Αναχωρητή των Κοκάλων. Ο Βερνάχ, που κατάγεται από τους νομάδες της ερήμου και ήταν παλιά με την Επανάσταση, έχει καφετί δέρμα, μαύρα μαλλιά, μουστάκι, και όψη σκληρή και υποψιασμένη. Ο μάγος είναι γαλανόδερμος, πρασινομάλλης, και βαστά ένα κοντό ραβδί γεμάτο γυαλιστερούς κρυστάλλους, μικροσκοπικά κάτοπτρα, και μυστηριώδη κυκλώματα.

«Καλησπέρα,» μας χαιρετά ο Βερνάχ. Και μου λέει: «Τους βρήκες, τελικά – και τους έφερες και πίσω.»

«Έχουμε πολλές δουλειές, Βερνάχ,» αποκρίνομαι· «γι’αυτό είμαστε εδώ.»

«Τι δουλειές;»

«Δυστυχώς, δεν υπάρχει χρόνος για να μιλήσουμε. Ίσως να σου πει περισσότερα ο Ξενοκράτης.»

Ο Βερνάχ με κοιτάζει καχύποπτα. «Πού πηγαίνετε τώρα;» ρωτά.

«Στον σιδηροδρομικό σταθμό,» απαντώ· κι αφού αποχαιρετιόμαστε με τον Βερνάχ και τον Νιρμόδο’χοκ, εγώ και οι σύντροφοί μου αφήνουμε το όχημά μας και φεύγουμε από την Πλατεία Νομάδων.

ΥΠΟΓΕΙΑ ΠΑΓΙΔΑ

Η μέρα είναι ηλιόλουστη, αλλά η Πάολα δεν αισθάνεται και πολύ ανέμελη. Δεν αισθάνεται καθόλου ανέμελη, καθώς έχει βγει από το τρίκυκλο όχημά της και πλησιάζει τις ανατολικές αποβάθρες του Χαμηλού Λιμανιού. Τελευταία, είναι σαν όλες οι κατάρες της Λόρκης να έχουν πέσει μαζεμένες. Πρώτα, ένα μυστηριώδες βέλος σκοτώνει τον Φιλοπολίτη Τασνικέφ. Μετά, ο Παλιόσκυλος κλειδώνει τη Βατράνια στα μπουντρούμια, και γενικά δεν είναι καθόλου συνεργάσιμος με τα υπόλοιπα μέλη της Σιδηράς Δυναστείας, ούτε σχετικά με τη Βατράνια ούτε σχετικά με την υπόθεση της δολοφονίας του Τασνικέφ. Μετά, η Νιρίφα – η μισητή εχθρός της Πάολας – έρχεται ο καιρός να ελευθερωθεί από τα Κελιά του Τρένου όπου το Δικαστήριο των Δρομολόγων τη φυλάκισε γι’αυτά που είχε κάνει όταν ο ραλίστας ήταν εδώ. Και μία ημέρα ύστερα από την απελευθέρωση της τρισκατάρατης κόρης της Λόρκης, ο ραλίστας επισκέπτεται ξανά τη Νίρβεκ σαν οι θεοί να παίζουν κάποιο αστείο: και μαζί με τον Ύαν επιτίθενται στα Κεντρικά της Χωροφυλακής. Κάνουν τα πάντα γυαλιά-καρφιά, παίρνουν τη Βατράνια, και φεύγουν – και η Πάολα τούς βοηθά αφού ζητάνε τη βοήθειά της. Τι να έκανε, να τους εγκατέλειπε; Είναι της οικογένειας. Επιπλέον, κάτι πολύ παράξενο συμβαίνει με τον Παλιόσκυλο· δεν υπάρχει αμφιβολία.

Τώρα, ο Ρίβης είναι εξοργισμένος, φυσικά. Τηλεοπτικοί πομποί κατέγραψαν τον Ζορδάμη και τον Ύαν κατά την επίθεσή τους στα Κεντρικά της Χωροφυλακής, και ο Παλιόσκυλος έχει δει τις φάτσες τους· ξέρει ακριβώς τι έγινε. Προχτές το βράδυ μίλησε στον Ζορζ τον Βουτηχτή, ή μάλλον, του έστησε ενέδρα. Παρουσιάστηκε κοντά του, μες στη νύχτα, καθώς εκείνος επέστρεφε από μια δουλειά στη θάλασσα, και του ζήτησε να μάθει τι ξέρει για την υπόθεση. Ο Ζορζ, παρότι γνώριζε για την επίθεση που είχαν σχεδιάσει ο Ύαν και ο Ζορδάμης, είπε ότι δεν ήξερε τίποτα, δεν ήξερε καν ότι ο ραλίστας ήταν εδώ εκείνη τη νύχτα. Ο Ρίβης τον απείλησε πως θα τον σκοτώσει αν μάθει ότι ο Ζορζ γνώριζε για τα σχέδιά τους και δεν τον ειδοποίησε: ο ραλίστας και ο μισθοφόρος δεν ήταν μόνο παράνομοι πλέον μέσα στη Νίρβεκ αλλά και εγκληματίες στα μάτια της Σιδηράς Δυναστείας – λες κι αυτό εκείνος μπορούσε να το αποφασίσει! σκέφτηκε η Πάολα όταν άκουσε για τούτα από τον Ζορζ. Ο Βουτηχτής αποκρίθηκε στον Ρίβη Παλιόσυρμο ότι δεν είχε ιδέα για το παραμικρό. «Και είμαι βέβαιος,» είπε στην Πάολα αργότερα, «ότι κάποιος με παρακολουθούσε ακροβολισμένος σε μια στέγη παραδίπλα. Ο Παλιόσκυλος δεν ήταν μόνος του.» Και ύστερα, πιο συγκεκριμένα: «Νομίζω ότι ίσως να ήταν ο Τοξότης, Πάολα…»

«Ας μη γινόμαστε παρανοϊκοί,» του είπε εκείνη.

«Νομίζω πως τον είδα να κρατά τόξο· και ποιος άλλος θα κρατούσε τόξο μες στη Νίρβεκ, ακροβολισμένος επάνω σε στέγη;»

«Είσαι σίγουρος, όμως – σίγουρος ότι κρατούσε τόξο;»

Ο Ζορζ ο Βουτηχτής δεν ήταν σίγουρος – ήταν νύχτα, άλλωστε – αλλά το θεωρούσε πολύ πιθανό.

Και τώρα, καθώς βαδίζει μέσα στο Χαμηλό Λιμάνι της Νίρβεκ, η Πάολα αναρωτιέται γι’ακόμα μια φορά αν είναι δυνατόν ο Παλιόσκυλος να συνεργάζεται με τον Τοξότη, αν είναι δυνατόν ο Παλιόσκυλος να είναι μπλεγμένος στη δολοφονία του Τασνικέφ. Γι’αυτό δεν φαίνεται να κάνει και πολλά για να βρει τον δολοφόνο;

Η Πάολα φοβάται ότι σύντομα ο Ρίβης θα έρθει και για εκείνη. Απλώς ίσως ακόμα να έχει άλλες δουλειές που τις θεωρεί σημαντικότερες. Εξάλλου, σήμερα δεν είναι παρά η τρίτη μέρα από τότε που ο Ζορδάμης και ο Ύαν επιτέθηκαν στα Κεντρικά της Χωροφυλακής. Και η Πάολα έχει ήδη μία φορά αγνοήσει την κλήση του στον τηλεπικοινωνιακό πομπό της. Ο Ρίβης δεν την έχει ξανακαλέσει, πράγμα που εκείνη θεωρεί μάλλον ύποπτο. Σίγουρα σκοπεύει να έρθει να τη βρει από κοντά…

Και δεν είναι μόνο ο Παλιόσκυλος που πρέπει τώρα να προσέχει· είναι κι αυτή η καταραμένη η Νιρίφα. Είναι μισότρελη από τότε που την έβγαλαν από τα Κελιά του Τρένου, και τα μάτια της τρομάζουν την Πάολα όποτε την κοιτάζουν. Η Πάολα είναι βέβαιη ότι ήδη η κόρη της Λόρκης σχεδιάζει την εκδίκησή της.

Φτάνει στις αποβάθρες και κοιτάζει τα αραγμένα ποταμόπλοια. Χωρίς δυσκολία εντοπίζει τον Δράκο του Ποταμού, το σκάφος της Λιαρνίδας, η οποία, πριν από λίγο, την ειδοποίησε τηλεπικοινωνιακά ότι μόλις μπήκε στη Νίρβεκ. «Θα συναντηθούμε στο Σημαδεμένο Καπηλειό, εντάξει;» τη ρώτησε. Η Πάολα δεν έφερε αντίρρηση, και τώρα στρέφεται και βαδίζει προς το Σημαδεμένο Καπηλειό, μια ταβέρνα μέτριας κατηγορίας. Τη διακρίνει ανάμεσα στα οχήματα και στα κάρα και ανάμεσα στον κόσμο που πηγαίνει κι έρχεται.

Σπρώχνει την πόρτα και μπαίνει. Η αίθουσα μυρίζει ποτά, φαγητά, και καπνό από τσιγάρα και τσιμπούκια. Μια θολούρα απλώνεται παντού. Φωνές και γέλια αντηχούν, ενώ μια ασταμάτητη καταιγίδα μουρμουρητών αποτελεί υπόβαθρο. Η μουσική που έρχεται από τα ηχεία του μαγαζιού σχεδόν χάνεται πίσω από όλη αυτή τη βαβούρα. Δικαιολογημένος, βέβαια, ο τόσος κόσμος· μεσημέρι είναι.

Η Πάολα ψάχνει για τη Λιαρνίδα περνώντας ανάμεσα από τα στριμωγμένα τραπέζια. Κάποιος «τυχαία» χουφτώνει τον δεξή της γλουτό· η Πάολα «τυχαία» τον χτυπά στο αφτί με τον αγκώνα της. «Ε! Τι κάνεις;» γρυλίζει εκείνος – ένας γαλανόδερμος ναυτικός που μοιάζει τετράγωνος στην όψη και στο σώμα. «Συγνώμη,» του λέει η Πάολα πάνω απ’τον ώμο της, ήδη φεύγοντας· «έχει πολύ κόσμο.»

Η κατάλευκη, μαυρομάλλα Λιαρνίδα κάθεται σ’ένα τραπέζι λίγο παρακάτω, και δεν είναι μόνη: μαζί της είναι κάποιος που φορά ελαφριά κάπα, με την κουκούλα σηκωμένη στο κεφάλι. Κουκούλα εδώ μέσα; απορεί η Πάολα. Δε μπορεί να κρυώνει… Προφανώς, θέλει να κρυφτεί. Αλλά γιατί; Είναι της οικογένειας, ή κάποιος άσχετος; Θα τον έφερνε εδώ η Λιαρνίδα αν ήταν άσχετος;

Η καπετάνισσα χαμογελά βλέποντας τη Δρομολόγο να ζυγώνει και να κάθεται στο τραπέζι. «Καλώς την. Όλα καλά;»

Η Πάολα βγάζει τα σκούρα μπλε γυαλιά της. «Σχετικά.» Κοιτάζει προς τη μεριά του κουκουλοφόρου.

Κι εκείνος στρέφεται να την κοιτάξει.

Η Πάολα γελά καθώς διακρίνει τώρα το πρόσωπό του. «Εσύ πάλι;»

Ο Σουτούρης ο Τυχερός χαμογελά ειρωνικά. «Υπόσχομαι να μη σας πάρω όλα τα λεφτά, αυτή τη φορά.»

«Μην τον πιστεύεις,» λέει η Λιαρνίδα. «Σε τίποτα.»

Ο Σουτούρης αναποδογυρίζει τα μάτια, μορφάζοντας κωμικά.

Η Πάολα μειδιά και φορά πάλι τα σκούρα μπλε γυαλιά της – μακρόστενα με λεπτό, αργυρόχρωμο σκελετό. «Η τρελή σκύλα απελευθερώθηκε πριν από μερικές μέρες,» τον προειδοποιεί. «Καλό θα ήταν να το έχεις υπόψη σου.» Και όχι μόνο εσύ, προσθέτει νοερά.

Ο Σουτούρης – περιμένοντας οτιδήποτε άλλο εκτός από μια τέτοια προειδοποίηση – συνοφρυώνεται παραξενεμένος. «Ποια;»

«Η Νιρίφα,» εξηγεί η Πάολα. «Αυτή που σε μαχαίρωσε στο Τυχερό Άστρο.»

«Γιατί όλοι προσπαθούν να με σκοτώσουν;…» μουγκρίζει ο Σουτούρης ο Τυχερός.

«Κάποιο λόγο θα έχουν,» σχολιάζει η Λιαρνίδα και πίνει μια γουλιά από τη μπίρα της.

«Έχεις καμια συγκεκριμένη δουλειά εδώ;» τον ρωτά η Πάολα.

«Για σένα είμαι εδώ. Θα σου εξηγήσω μόλις φύγουμε από την ταβέρνα.»

«Ο κύριος είναι μυστικοπαθής μαζί μου,» παρατηρεί η Λιαρνίδα, και πιάνει έναν παραφουσκωμένο σάκο από κάτω, σηκώνοντάς τον στην αγκαλιά της. «Σου έφερα τα πράγματα που μου ζήτησες,» λέει στην Πάολα.

«Πόσο θέλεις;» ρωτά εκείνη.

«Εικοσιπέντε.»

Η Πάολα βγάζει εικοσιπέντε ήλιους από το πορτοφόλι της και τους δίνει στη Λιαρνίδα, η οποία τους κρύβει μέσα στο φόρεμά της. Η Πάολα απλώνει τα χέρια της και παίρνει τον παραφουσκωμένο σάκο, που περιέχει ενδυμασίες νομάδων της νότιας ερήμου και κάποια μπιχλιμπίδια από τις Αιωρούμενες Νήσους του Πορφυρού Κενού. Η Λιαρνίδα τής έκανε πολύ καλή τιμή για αυτά τα πράγματα. Σίγουρα κοστίζουν περισσότερο από εικοσιπέντε ήλιους.

«Θα μείνεις στη Νίρβεκ;» τη ρωτά η Πάολα.

«Μερικές μέρες.»

Ύστερα, η Πάολα τη χαιρετά καθώς σηκώνεται από το τραπέζι. Ο Σουτούρης σηκώνεται μαζί της· βγαίνουν από το Σημαδεμένο Καπηλειό και βαδίζουν μέσα στους δρόμους του Χαμηλού Λιμανιού.

«Γιατί είσαι εδώ, λοιπόν;» τον ρωτά η Πάολα. «Και γιατί κρύβεσαι; Δε φαίνεται νάχες ακούσει ότι η Νιρίφα απελευθερώθηκε.»

«Ρωτάς γιατί είμαι εδώ μετά απ’ όσα συνέβησαν με τον Ύαν και τον ραλίστα;»

«Τα ξέρεις…» παρατηρεί η Πάολα.

«Από πρώτο χέρι,» λέει ο Σουτούρης. «Και, όχι, δεν είχα ακούσει ότι η Νιρίφα ελευθερώθηκε. Δεν κρύβομαι εξαιτίας της. Κρύβομαι επειδή κάποιος προσπάθησε να με δολοφονήσει στο Μαύρο Δόντι, και ίσως κάποιος να προσπαθήσει να με δολοφονήσει κι εδώ.»

«Τι εννοείς; Ποιος πήγε να σε δολοφονήσει; Και από ποιον έμαθες γι’αυτά που έγιναν εδώ;»

«Από τον ραλίστα. Πού πηγαίνουμε τώρα, Πάολα;»

«Στο όχημα μου, αν δεν έχεις πρόβλημα.»

«Δεν έχω πρόβλημα.»

Μετά από λίγο φτάνουν μπροστά στο τρίκυκλο το οποίο ο Σουτούρης θυμάται από την προηγούμενη φορά που είχε έρθει στη Νίρβεκ μαζί με τον Ζορδάμη. Μπλε, φιμέ, γυάλινο σκέπαστρο το κλείνει από μπροστά ώς τη μέση, κι από τη μέση και μετά σκεπάζεται από μεταλλική οροφή. Η Πάολα ανοίγει το γυάλινο σκέπαστρο και μπαίνει, καθίζοντας στη θέση του οδηγού. Πίσω της υπάρχουν άλλες δύο θέσεις, κι εκεί καθίζει ο Σουτούρης.

Η Πάολα πατά ένα κουμπί κλείνοντας πάλι το σκέπαστρο, και ενεργοποιεί τη μηχανή του οχήματος. «Πες μου τι ακριβώς έχει συμβεί. Πέρασε ο Ζορδάμης από το Μαύρο Δόντι;» Αρχίζει να οδηγεί, βάζοντας τους τρεις μεταλλικούς τροχούς σε κίνηση.

«Ναι,» αποκρίνεται ο Σουτούρης ο Τυχερός, και της εξηγεί τι έγινε με τον ραλίστα και τον Ρίβη, τον αδελφό της Ασημίνας Νέρφελδιφ.

Η Πάολα, εν τω μεταξύ, συνεχίζει να οδηγεί ακολουθώντας τυχαίες κατευθύνσεις μέσα στην ανατολική μεριά της Νίρβεκ, γιατί δεν ξέρει ακόμα πού θα αφήσει τον Σουτούρη και δεν θέλει να πάει στο σπίτι της μαζί του. Καλύτερα να μην τη δει κανένας ανεπιθύμητος να τον φέρνει εκεί.

«Την ξέρω την Ασημίνα Νέρφελδιφ,» του λέει. «Δηλαδή, όχι προσωπικά, αλλά έχω ακούσει γι’αυτήν. Έχει στείλει κατά καιρούς ανθρώπους της στη Νίρβεκ, για διάφορες δουλειές. Και τον αδελφό της τον ξέρω. Τον έχω συναντήσει, μάλιστα, μια φορά, πριν από χρόνια. Περίεργος τύπος αλλά όχι αντιπαθής. Τι πρόβλημα είχε μαζί του η Ασημίνα κι έστησε όλη αυτή την ιστορία εναντίον του; Ούτε εγώ δεν θα έκανα κάτι τέτοιο, μα τα μαλλιά της Λόρκης!»

«Δε γνωρίζω,» απαντά ο Σουτούρης. «Πρέπει, πάντως, να είχαν προσωπικά προβλήματα· δεν μπορεί από τότε να σχεδίαζε τη δολοφονία μου. Τρία χρόνια ήταν κλεισμένος στο Βράχο των Ουρλιαχτών.»

«Πριν από τέσσερα χρόνια νομίζω πως τον συνάντησα εγώ,» λέει η Πάολα, σκεπτική. Έπειτα ρωτά: «Και τι θέλεις τώρα να κάνουμε; Τι έχεις στο μυαλό σου; Για να ερευνήσουμε την υπόθεση του Τασνικέφ ήρθες;»

«Η υπόθεση του Τασνικέφ σχετίζεται με την απόπειρα δολοφονίας εναντίον μου, Πάολα. Υπάρχουν κάποιοι μέσα στη Δυναστεία που είναι εναντίον κάποιων άλλων.»

«Ποιοι είναι ενάντια σε ποιους; Έχεις καταλάβει;»

Έχω μια υποψία, σκέφτεται ο Σουτούρης: μια πολύ σοβαρή υποψία. Αλλά λέει: «Όχι· γι’αυτό θέλω να ερευνήσω. Τι συνέβη εδώ αφότου έφυγαν ο Ζορδάμης κι ο Ύαν;»

«Ο Παλιόσκυλος έχει λυσσάξει,» αποκρίνεται η Πάολα, και του λέει για το περιστατικό με τον Ζορζ τον Βουτηχτή, καθώς και ότι φοβάται πως ο Ρίβης Παλιόσυρμος σύντομα θα έρθει και για εκείνη. «Δε μπορεί να μη με υποπτεύεται. Εμένα πάντα με υποπτεύεται, για οτιδήποτε. Και το ξέρει πως κάποιος πήρε τον Ζορδάμη, τον Ύαν, και τη Βατράνια με όχημα καθώς έφευγαν από τα Κεντρικά της Χωροφυλακής· το ξέρει πως δεν ήταν μόνοι τους αλλά είχαν βοήθεια.»

«Δε σε είδε κανένας, όμως…»

Η Πάολα κουνά το κεφάλι. «Όχι. Ήμουν συνέχεια μέσα στο όχημα.»

*

Τον πηγαίνει στο Ζητούμενο, ένα ξενοδοχείο στην περιοχή που ονομάζεται Κεντρολίμανο, η οποία καταλαμβάνει μεγάλο μέρος του λιμανιού της θάλασσας καθώς και του κέντρου της πόλης. Ο Σουτούρης κλείνει ένα δωμάτιο στον πέμπτο όροφο και ανεβαίνει μαζί με την Πάολα.

«Η έρευνα για τη δολοφονία του Τασνικέφ πού έχει οδηγήσει μέχρι στιγμής;» τη ρωτά.

«Πουθενά, ουσιαστικά. Μονάχα ένα πρόσωπο υποπτευόμαστε: τον Τοξότη. Θα σ’το είπε κι ο Ζορδάμης, υποθέτω. Τον ξέρεις τον Τοξότη, έτσι;»

«Ναι.» Ο Σουτούρης αφήνει τον σάκο του πλάι στο κρεβάτι και ανάβει τσιγάρο.

«Από κοντά;»

«Τον έχω δει στο Μαύρο Δόντι, κάμποσες φορές. Έρχεται για βέλη και άλλους εξοπλισμούς.»

«Νόμιζα ότι τα βέλη του τα έφτιαχνε μόνος του.»

«Όχι όλα. Από το Μαύρο Δόντι περνάνε κάτι πολύ ειδικά βέλη, αδύνατον να τα φτιάξεις χωρίς εξειδικευμένο εργαστήριο.» Φυσά καπνό προς τα κάτω, συλλογισμένος. «Είπες ότι ο Ζορζ νομίζει πως τον είδε…»

«Ναι, αν και δεν είναι βέβαιος ότι ήταν όντως αυτός.»

«Όταν ο Τοξότης έρχεται στη Νίρβεκ, πού βρίσκεται συνήθως; Μπορούμε να πάμε να μάθουμε αν είναι εδώ;»

«Έχω ψάξει γι’αυτόν,» λέει η Πάολα. «Ύστερα από τη δολοφονία του Τασνικέφ εξαφανίστηκε.»

«Ήταν, δηλαδή, στην πόλη πριν;»

«Ναι.»

«Χμμμ.» Ο Σουτούρης καπνίζει σιωπηλά. «Λοιπόν,» της λέει. «Θέλω όλες τις πληροφορίες που έχεις για όλα τα μέλη της Δυναστείας στη Νίρβεκ.»

«Δεν ξέρω αν έχω όλες τις πληροφορίες για όλα τα μέλη,» αποκρίνεται η Πάολα. «Δεν ξέρω καν αν γνωρίζω όλα τα μέλη που υπάρχουν εδώ.»

«Αυτά που ξέρεις,» επιμένει ο Σουτούρης. «Και θέλω να με φέρεις σε επαφή και με τον Ζορζ τον Βουτηχτή. Ποιον άλλο θεωρείς άνθρωπο εμπιστοσύνης εδώ;»

«Έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα; Ίσως τους δύο Δρομολόγους που είναι, συγχρόνως, της οικογένειας.»

«Ποιοι είν’ αυτοί; Ο ένας είναι ο Ριχάρδος, σωστά;»

«Τον ξέρεις;»

«Εσύ μας τον σύστησες την άλλη φορά που ήμουν εδώ μαζί με τον Ζορδάμη, δεν θυμάσαι; Ποιος άλλος είναι της Δυναστείας;»

«Ο Ναρκάμης.»

«Τι μέρος του λόγου είν’ αυτός;» Ο Σουτούρης κατεβάζει την κουκούλα του, την οποία ώς τώρα είχε ξεχάσει σηκωμένη. Λύνει την κάπα του και τη ρίχνει πάνω στο σκαμνί του δωματίου.

«Λαθρέμπορος, κυρίως. Έχει και επαφές με τη Λέα Μαυροειδή, από την Έτρεβοθ.»

«Μάλιστα,» λέει ο Σουτούρης. «Φέρε μου ένα αρχείο με πληροφορίες για όλους τους.»

«Δεν έχω γραπτό αρχείο.»

Ο Σουτούρης κάθεται στο σκαμνί, πάνω στην κάπα του. «Δεν έχεις αρχείο… Ποιος έχ–;»

«Τους θυμάμαι όμως,» τον διακόπτει η Πάολα, και κάθεται αντίκρυ του, στην άκρη του κρεβατιού.

«Θυμάσαι απέξω πληροφορίες για όλα τα μέλη;»

«Όσες πληροφορίες μού χρειάζονται.»

Ο Σουτούρης διαπιστώνει εκείνο που φοβόταν: ότι η Πάολα δεν είναι παρά ένα δευτερεύον μέλος της Δυναστείας στη Νίρβεκ, λίγο πιο πάνω στην άτυπη ιεραρχία από εκείνα τα μέλη που απλά κάνουν μερικές δουλειές γνωρίζοντας ελάχιστα για το τι συμβαίνει.

«Ας ακούσουμε, λοιπόν, τις πληροφορίες σου,» της λέει, καπνίζοντας.

«Τώρα;»

«Εκτός αν έχεις καμια άλλη, πιο σημαντική δουλειά… Θέλεις να πάμε κάπου να φάμε, παρεμπιπτόντως; Ψοφάω της πείνας. Δεν έχω φάει τίποτα από τα μεσάνυχτα που αποπλεύσαμε από το Μαύρο Δόντι.»

«Βασικά,» λέει η Πάολα, «σκόπευα να πάω σπίτι μου αφού θα έπαιρνα αυτά τα πράγματα από τη Λιαρνίδα» – αγγίζει τον παραφουσκωμένο σάκο που έχει αφήσει πλάι στα πόδια της – «οπότε πάμε. Πάμε για φαγητό.» Πιάνοντας τον σάκο σηκώνεται όρθια ξανά. «Κι εγώ πεινάω.»

«Σπίτι σου θα φάμε, δηλαδή;»

«Όχι. Αλλά ξέρω ένα ήσυχο εστιατόριο. Πολλά ήσυχα εστιατόρια, μάλλον,» διορθώνει τον εαυτό της, υπομειδιώντας.

Ο Σουτούρης ο Τυχερός σβήνει το τσιγάρο του, παίρνει την κάπα του από το σκαμνί, και φεύγουν.

*

Το σούρουπο, αφού ο Σουτούρης έχει ξεκουραστεί στο Ζητούμενο, ξανασυναντά την Πάολα στο Χαμηλό Λιμάνι για να πάνε να βρουν τον Ζορζ τον Βουτηχτή και να του μιλήσουν.

Πριν από μερικές ώρες, όταν η Πάολα επέστρεψε στο σπίτι της στον Παράπλευρο (μια συνοικία δίπλα στη δυτική μεριά του Χαμηλού Λιμανιού), τσακώθηκε άγρια με τον τελευταίο εραστή της και χώρισαν. Ήταν ένας νυχτοφύλακας του Μεγάλου Κήπου της Νίρβεκ, και ο λόγος του τσακωμού τους ήταν το γεγονός ότι περίμενε την Πάολα να φάνε μαζί το μεσημέρι κι εκείνη, όχι μόνο δεν είχε έρθει στο σπίτι της, αλλά ούτε καν του είχε αφήσει κάποιο μήνυμα για να ξέρει τι γινόταν. (Τον τηλεπικοινωνιακό κώδικα του πομπού της δεν τον είχε, φυσικά, για να την καλέσει· η Πάολα δεν ήθελε να τον έχει.) «Είχα δουλειές,» του εξήγησε η Πάολα. –«Και δε μπορούσες να μου το πεις, να το ξέρω;» –«Ήταν επείγουσες δουλειές, εντάξει; Νομίζεις ότι όλοι καθόμαστε και χαιρόμαστε, τα πρωινά, όπως εσύ;» –«Οι Δρομολόγοι δρουν τις νύχτες, άμα δεν κάνω λάθος!» –«Εγώ δρω όποτε θέλω, εντάξει;» Κι από κει και πέρα η συζήτηση πήγε απ’το κακό στο χειρότερο, και τελικά η Πάολα τον έδιωξε απ’το σπίτι της λέγοντάς του να της επιστρέψει το κλειδί που του είχε δώσει. Εκείνος το πέταξε μέσα σ’ένα μπολ με μακαρόνια και έφυγε, βρίζοντας. Η Πάολα επίσης τον έβρισε, και του είπε να μην ξαναπατήσει εδώ πέρα.

Το γεγονός δεν την έχει στεναχωρήσει και πολύ, απλώς τα νεύρα της είναι λιγάκι τσιτωμένα· δεν είναι ο πρώτος εραστής με τον οποίο χωρίζει τσακωμένη. Ορισμένοι άντρας – πολλοί άντρες – παραείναι ευαίσθητοι! Έπρεπε περισσότεροι να ήταν σαν τον ραλίστα. Ο ραλίστας είναι άνθρωπος με τον οποίο μπορείς να συνεννοηθείς και να κάνεις άνετα την πλάκα σου. Αν και η Πάολα θυμάται μια φορά που κι αυτός είχε θυμώσει μαζί της, όταν τον είχε μπλέξει σε μια από τις ραδιουργίες της σ’ένα πορνείο στον Ολάνοιχτο. Αλλά ο θυμός του δεν είχε κρατήσει για πολύ.

Ο Σουτούρης ο Τυχερός έχει μόλις κατεβεί από ένα επιβατηγό όχημα, στη στάση που η Πάολα τού είχε πει, και κοιτάζει γύρω-γύρω για να βρει τη Δρομολόγο. Δεν αργεί να δει το τρίκυκλο όχημά της σταματημένο σε μια γωνία, με το σκέπαστρό του ανοιχτό. Πηγαίνει και κάθεται πίσω της.

Η Πάολα πατά ένα κουμπί πλάι στο τιμόνι και το σκέπαστρο κλείνει από πάνω τους.

«Πού σου είπε να τον συναντήσουμε;» τη ρωτά ο Σουτούρης.

«Θα δεις τώρα,» αποκρίνεται εκείνη, βάζοντας τους τρεις τροχούς σε κίνηση και στρίβοντας το τιμόνι.

«Τσαντισμένη ακούγεσαι…» παρατηρεί ο Σουτούρης συνοφρυωμένος, αναρωτούμενος αν συνέβη κάτι σχετικό με την υπόθεση που ερευνά.

«Δεν κοιμήθηκα καλά,» αποκρίνεται η Πάολα.

Αφού ο εραστής της έφυγε και προτού πέσει να ξαπλώσει για κανένα δίωρο, η Πάολα κάλεσε τον Ζορζ τον Βουτηχτή στον τηλεπικοινωνιακό πομπό του. Ο Ζορζ ήταν εκείνη την ώρα στο σπίτι του, βοηθώντας την κόρη του με τα μαθήματά της. Ο πομπός του ακούστηκε να κουδουνίζει μέσα από τον σάκο με τα εργαλεία της δουλειάς του. «Για περίμενε λίγο,» είπε ο Βουτηχτής στην κόρη του, και σηκώθηκε απ’την καρέκλα. –«Γιατί σε καλούν τέτοιες ώρες, μπαμπά;» –«Το ξέρεις ότι οι δουλειές μου είναι περίεργες· δεν έχω σταθερά ωράρια σαν τη μαμά σου. Διάβασε την επόμενη σελίδα, εν τω μεταξύ, εσύ.» Η κόρη του άρχισε να κάνει σκιτσάκια με δύτες στο πλάι της σελίδας αντί να διαβάζει, ενώ ο Ζορζ πήγε στον σάκο του, πήρε τον πομπό, και, βλέποντας πως η Πάολα τον καλούσε, δέχτηκε την κλήση.

Την ίδια στιγμή, ένας τηλεπικοινωνιακός δέκτης έξω από τη μονοκατοικία του, σε μια μικρή γκαρσονιέρα, ειδοποιούσε ότι κάποιος καλούσε την υπό παρακολούθηση τηλεπικοινωνιακή συχνότητα. Η γυναίκα που είχε πρόσφατα νοικιάσει τη γκαρσονιέρα έκανε αμέσως ένα Ξόρκι Τηλεπικοινωνιακής Υποκλοπής, εστιάζοντας στον δικό της πομπό τη συχνότητα, την οποία ήξερε καλά. Το μυαλό της επικεντρώθηκε πλήρως στη δουλειά της, και, παρότι δεν ήταν η πιο έμπειρη Τεχνομαθής μάγισσα στη Νίρβεκ, ούτε η πιο άπειρη ήταν· προσπέρασε την κωδικοποίηση χωρίς να προκαλέσει προβλήματα στην τηλεπικοινωνία, χωρίς να προδώσει την παρακολούθησή της με κανέναν τρόπο, και κρυφάκουσε τους δύο συνομιλητές. Κρυφάκουσε την Πάολα και τον Ζορζ να μιλάνε. Όταν η συνομιλία τους τελείωσε, έκλεισε και η κατάσκοπος τον πομπό της και περίμενε οι ώρες να περάσουν. Έκανε ένα Ξόρκι Νοητικής Αφυπνίσεως και ξάπλωσε για να κοιμηθεί λίγο. Θα μπορούσε να είχε απλά βάλει το ρολόι της να την ειδοποιήσει, αλλά με το Ξόρκι Νοητικής Αφυπνίσεως πάντα ξυπνούσε αμέσως. Τράνταζε το νευρικό της σύστημα όπως κανένα άλλο ξυπνητήρι. Επρόκειτο για μια πρόσφατη ανακάλυψη του τάγματος των Διαλογιστών της Μαγικής Ακαδημίας της Άντχορκ, και πρέπει πια νάχε διαδοθεί σ’όλο το Γνωστό Σύμπαν· άλλωστε, όπως πολλοί λένε, η Σεργήλη είναι το κέντρο του σύμπαντος.

Όταν το ξόρκι ξύπνησε τη μάγισσα, εκείνη σηκώθηκε και κοίταξε με τα κιάλια της τη μονοκατοικία του Ζορζ από το παράθυρο της γκαρσονιέρας της. Μετά από λίγο, τον είδε να βγαίνει από το σπίτι, να χαϊδεύει φευγαλέα τον μεγάλο γκρίζο σκύλο στη μικρή αυλή, και να φεύγει βαδίζοντας. Η κατάσκοπος ήταν ήδη έτοιμη· κρύβοντας τα κιάλια μέσα στην ελαφριά κάπα της, έκανε ένα Ξόρκι Λιθικής Έλξεως και βγήκε απ’το παράθυρο. Το δέρμα των χεριών και των ποδιών της (γυμνά τώρα και τα δύο) είχε αποκτήσει μαγνητικές ιδιότητες προς τις πέτρες. Η κατάσκοπος κατέβηκε γρήγορα τον τοίχο, σαν έντομο, φτάνοντας από τον δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας σ’ένα δρομάκι παραδίπλα. Και μετά έτρεξε προς την κατεύθυνση όπου πήγε ο Ζορζ. Δεν άργησε να τον δει αντίκρυ της και να συνεχίσει να τον ακολουθεί. Εν τω μεταξύ, φόρεσε τα παπούτσια της.

*

Ο Ζορζ ο Βουτηχτής συναντά τον Σουτούρη τον Τυχερό και την Πάολα σε μια γωνία των δρόμων της δυτικής μεριάς του Χαμηλού Λιμανιού, κοντά σε μια ψαροταβέρνα. Η Πάολα έχει αφήσει το τρίκυκλό της εκεί κοντά, κι εκείνη κι ο Σουτούρης χαιρετάνε τον Ζορζ στον πεζόδρομο.

«Εσύ είσαι, λοιπόν, που κατέκλεψες το Τυχερό Άστρο,» λέει ο Βουτηχτής.

«Και μαχαιρώθηκα εκεί, επίσης,» αποκρίνεται ο Σουτούρης και, εξηγώντας του ότι έρχεται από το Μαύρο Δόντι, του ζητά να του πει τι συνέβη με τον Ρίβη Παλιόσυρμο.

Ο Ζορζ τού λέει, μην προσθέτοντας τίποτα περισσότερο απ’ όσα ήδη του έχει πει η Πάολα. Οπότε, ο Σουτούρης τού προτείνει να πάνε κάπου να καθίσουν για να συζητήσουν πιο άνετα. «Πρέπει κι εγώ να σου πω κάποια πράγματα· γιατί μέσα στην οικογένεια συμβαίνει κάτι πολύ άσχημο, και νομίζω πως εσύ είσαι από τα άτομα που μπορούμε να εμπιστευτούμε. Δεν είναι όλοι οι συγγενείς αξιόπιστοι πλέον, Ζορζ· να τόχεις υπόψη σου.»

Ο Ζορζ, θορυβημένος από τούτα τα λόγια (και όχι μόνο από τα λόγια αλλά κι από όσα έχουν συμβεί τελευταία), γνέφει καταφατικά. «Πάμε όπου θέλεις,» αποκρίνεται, «αλλά όχι στο σπίτι μου γιατί εκεί είναι τώρα η γυναίκα και η κόρη μου, και καμια απ’τις δυο τους δεν είναι της οικογένειας.»

«Στο ξενοδοχείο μου, τότε,» λέει ο Σουτούρης, και κανένας δεν φέρνει αντίρρηση. Επιστρέφουν στο όχημα της Πάολας και επιβιβάζονται.

(Η κατάσκοπος φοβάται ότι θα τους χάσει· η ίδια, άλλωστε, δεν έχει όχημα τώρα μαζί της. Πλησιάζει γρήγορα ένα δίκυκλο που είναι σταματημένο κοντά στην ψαροταβέρνα και το καβαλά. Κάνει ένα Ξόρκι Μηχανικής Εκκινήσεως και ενεργοποιεί τη μηχανή του χωρίς να χρειάζεται κλειδί. Πηγαίνει προς τα εκεί όπου έστριψε το τρίκυκλο· το βλέπει κι αρχίζει να το ακολουθεί, με την κουκούλα της κάπας της στο κεφάλι.)

Η Πάολα οδηγεί προς τα βόρεια, επιδέξια, μέσα στους δρόμους της Νίρβεκ, τους οποίους ξέρει καλά. Προτού φτάσουν στη Λεωφόρο Εκστρατείας, που βρίσκεται στα νότια όρια του Κεντρολίμανου, έχει καταλάβει ότι κάποιος επάνω σε δίκυκλο τούς ακολουθεί. Και το λέει στους επιβάτες της.

Ο Σουτούρης κοιτάζει, διακριτικά, από το μικρό στρογγυλό παράθυρο της πίσω μεριάς του τρίκυκλου, το οποίο δεν είναι πολύ μεγαλύτερο από τον φακό ενός ζευγαριού γυαλιών. «Έχεις δίκιο,» συμφωνεί.

«Τον είδα απ’τον καθρέφτη μου,» λέει η Πάολα. «Σε παρακολουθούσε κανένας, Ζορζ;»

«Όχι, δε νομίζω… αλλά… Ο Παλιόσκυλος!» μουγκρίζει ο Βουτηχτής.

«Ναι,» συμφωνεί η Πάολα, «κατά πάσα πιθανότητα. Ή τίποτα χειρότερο απ’τον Παλιόσκυλο.»

«Τι χειρότερο απ’τον Παλιόσκυλο υπάρχει στη Νίρβεκ;» λέει ο Ζορζ, μεταξύ αστείου και σοβαρού.

«Έτσι όπως έχουν εξελιχτεί τα πράγματα, μην είσαι σίγουρος για τίποτα.»

«Με τρομάζετε κι οι δυο σας, μ’αυτά τα καταραμένα υπονοούμενα,» λέει ο Ζορζ ο Βουτηχτής.

«Δεν έχεις τρομάξει αρκετά ακόμα, πίστεψέ με,» τον διαβεβαιώνει ο Σουτούρης. Και ρωτά την Πάολα: «Τι θα κάνουμε με τον καβαλάρη της νύχτας;»

«Μπορώ να προσπαθήσω να του ξεφύγω. Ξέρω τους δρόμους της Νίρβεκ καλά. Είμαι Δρομολόγος, μην ξεχνάς.»

«Κάν’ το, λοιπόν.»

Η Πάολα στρίβει ανατολικά καθώς πιάνει τη Λεωφόρο Εκστρατείας, κατευθυνόμενη προς τη μία από τις δύο γέφυρες του ποταμού Τάρνοφ. «Απλά… αναρωτιόμουν αν μήπως θα ήταν καλύτερα να τον μαγκώσουμε και να μάθουμε ποιος τον έστειλε.» Ένα κατεργάρικο, σχεδόν παιδικό χαμόγελο έχει σχηματιστεί στο πρόσωπό της. «Τι λέτε, κύριοι;»

«Γιατί όχι;» αποκρίνεται ο Σουτούρης. «Έτσι κι αλλιώς, να μας σκοτώσουν προσπαθούν. Τι χειρότερο μπορεί να συμβεί;»

«Μια στιγμή!» πετάγεται ο Ζορζ. «Τι σκατά λέτε; Ποιοι προσπαθούν να μας σκοτώσουν;»

«Θα καταλάβεις,» υπόσχεται η Πάολα· και λέει: «Ας τον μαγκώσουμε, λοιπόν, όποιος κι αν είναι!» Γελώντας, πλησιάζει τη γέφυρα.

Περνά στην αντίπερα όχθη του ποταμού και βρίσκεται στην περιοχή που ονομάζεται Μεσόπολη. Το δίκυκλο, φυσικά, εξακολουθεί να είναι πίσω της, διαπιστώνει με μια ματιά στον καθρέφτη. Ο κατάσκοπος διατηρεί κάποια απόσταση ασφαλείας, αλλά η Πάολα είναι πολύ υποψιασμένη για να μην τον προσέξει. Και νομίζει πως έχει αρχίσει να της αρέσει τούτη η ιστορία. Η Μεσόπολη είναι από τις πιο μπλεγμένες συνοικίες της Νίρβεκ· δεν θάναι δύσκολο να τον χορέψει τον χορό των δρόμων, εκτός αν κι εκείνος είναι τόσο καλός γνώστης της πόλης όσο η Πάολα.

Ας σε δοκιμάσουμε, σκέφτεται, κι αρχίζει να κινείται με περίεργους τρόπους μέσα στη Μεσόπολη. Θα μπορούσε να τον κάνει να τη χάσει, συμπεραίνει σύντομα, αλλά δεν θέλει. Έχει στο μυαλό της χειρότερα πράγματα γι’αυτόν.

«Ελπίζω να ξέρεις τι κάνεις,» της λέει ο Σουτούρης.

«Μη φοβάσαι,» του λέει ο Ζορζ, «είναι η πιο τρελή από τους Δρομολόγους.»

«Φήμες,» λέει η Πάολα μην παίρνοντας την προσοχή της από τους δρόμους. «Όλο φήμες είσαι.» Ο ήλιος έχει πέσει πια, έχει νυχτώσει· τόσο το καλύτερο για εκείνη. Οι Δρομολόγοι, άλλωστε, δρουν κυρίως τις νύχτες. Τις νύχτες είναι στο στοιχείο τους.

Η Πάολα πηγαίνει προς ένα υπόγειο γκαράζ που το ξέρει πως είναι εγκαταλειμμένο, αλλά αμφιβάλλει αν το ξέρει κι ο κατάσκοπος πίσω της. Κατεβαίνει τη ράμπα και καταλήγει σ’έναν χώρο όπου μερικές φωτιές είναι αναμμένες σε μαγκάλια και άστεγοι συγκεντρωμένοι γύρω τους καθώς και στις πυκνές σκιές. Στρίβει πίσω από μια κολόνα και σταματά το όχημά της μέσα σε βαθύ σκοτάδι. Σβήνει τα φώτα του. Πατά το κουμπί που ανοίγει το γυάλινο σκέπαστρο και πηδά έξω. Ο Σουτούρης και ο Ζορζ την ακολουθούν.

Το δίκυκλο σύντομα κατεβαίνει τη ράμπα με τον προβολέα του αναμμένο, διαλύοντας τις πυκνές σκιές του υπόγειου. Σταματά απότομα και ο αναβάτης του βάζει το ένα πόδι στη γη, κοιτάζοντας ολόγυρα, ψάχνοντας το τρίκυκλο, βλέποντας μονάχα αναμμένα μαγκάλια και αστέγους… Το χέρι του πηγαίνει στη ζώνη του, τραβώντας πιστόλι–

Ο Σουτούρης πετάγεται από δίπλα, αρπάζοντάς του τον καρπό και γρονθοκοπώντας τον καταπρόσωπο. Το όπλο φεύγει απ’το χέρι του και η κουκούλα απ’το κεφάλι του, και η όψη μιας γυναίκας αποκαλύπτεται: δέρμα λευκό-ροζ, κοντά ξανθά μαλλιά. Ο Σουτούρης δεν την έχει ξαναδεί, δεν του θυμίζει τίποτα.

Η κατάσκοπος έχει πέσει τώρα από τη σέλα του δικύκλου της και βρεθεί ανάσκελα στο πάτωμα, και η Πάολα γονατίζει αμέσως πίσω της και βάζει τη λεπίδα ενός στιλέτου στον λαιμό της. «Ποια είσαι και γιατί μας παρακολουθείς;» ρωτά.

«…Τι;» κάνει εκείνη, ξέπνοη, ξαφνιασμένη. «Δε… Κατέβαινα εδώ… Δεν…»

«Σε είχαμε δει από πριν,» της λέει η Πάολα. «Κι εδώ αποκλείεται να κατέβαινες για κανέναν άλλο λόγο εκτός αν μας ακολουθούσες. Μόνο άστεγοι έρχονται εδώ.»

Και τώρα οι άστεγοι τούς ατενίζουν θορυβημένοι από τις μεριές όπου είναι ζαρωμένοι. Κανένας δεν κινείται, ούτε μιλά.

«Δε σας ακολουθούσα! Μα την Αρτάλη, λέω αλήθεια!»

«Δε μας πείθεις,» της λέει η Πάολα, που, ενώ εξακολουθεί να πιέζει το στιλέτο στον λαιμό της, την κρατά με το άλλο χέρι από τα μαλλιά. Υψώνει το βλέμμα της στον Σουτούρη και τον Ζορζ. «Βγάλτε της τα ρούχα.» Κι όταν εκείνοι προς στιγμή διστάζουν: «Βγάλτε της τα ρούχα. Είμαι σίγουρη πως αυτοί» – δείχνει, με μια μικρή κίνηση του κεφαλιού, τους αστέγους – «τα χρειάζονται περισσότερο.»

Η κατάσκοπος αρχίζει να φωνάζει και να κλοτσά καθώς ο Ζορζ λύνει τη ζώνη της.

Η Πάολα τής πιέζει τον λαιμό με το στιλέτο. «Ήσυχα,» της λέει· «μπορεί να κοπείς.» Λίγο αίμα ήδη τρέχει.

«Κλέφτες!» φωνάζει η κατάσκοπος καθώς ο Ζορζ τη γδύνει με γρήγορες κινήσεις, παίρνοντας ζώνη, παπούτσια, παντελόνι. «Κλέφτες! ΚΛΕΦΤΕΣ!»

Η Πάολα γελά. «Κανένας δεν σε ακούει εδώ κάτω. Ή μάλλον, αυτοί που σε ακούνε δεν έχουν πρόβλημα με τους κλέφτες.» Και προς τον Σουτούρη: «Ψάξε τα ρούχα.» Αλλά εκείνος έχει ήδη αρχίσει να τα ψάχνει· τραβά αντικείμενα από τις τσέπες του παντελονιού.

Ο Ζορζ βγάζει την κάπα της κατάσκοπου και την πετά κι αυτή στον Σουτούρη. Η Πάολα απομακρύνει μετά, για λίγο, το στιλέτο απ’το λαιμό της γυναίκας προκειμένου να τραβήξει την κοντή, κίτρινη μπλούζα πάνω απ’το κεφάλι της, την οποία επίσης πετά στον Σουτούρη. Ο Τυχερός συνεχίζει να ψάχνει τα ενδύματα, διαδικαστικά.

«Και τα εσώρουχα,» λέει η Πάολα.

Η κατάσκοπος, που μόνο τα εσώρουχα φορά πλέον, φωνάζει: «Όχι! Δεν έχω τίποτα κρυμμένο! Όχι!»

«Θα μας πεις γιατί μας παρακολουθούσες;» τη ρωτά η Πάολα.

«Μα δεν σας παρακολουθούσα!»

Η Πάολα κάνει νόημα στον Ζορζ, κι εκείνος πιάνει την περισκελίδα της κατασκόπου τραβώντας την προς τα κάτω. «Όχι!» ουρλιάζει εκείνη, κλοτσώντας μάταια. «Εντάξει, σας παρακολουθούσα! σας παρακολουθούσα!»

«Θα μας πεις κι άλλα;» τη ρωτά η Πάολα ενώ ο Ζορζ έχει σταματήσει να τραβά την περισκελίδα. «Λεπτομέρειες, για παράδειγμα;»

«Ναι, εντάξει, θα σας πω,» κάνει ηττημένα η κατάσκοπος.

«Ωραία.» Η Πάολα τής αφήνει τα μαλλιά και τη χαστουκίζει ελαφρά στο μάγουλο. Παίρνει το στιλέτο απ’τον λαιμό της και, περνώντας τη λεπίδα κάτω απ’τον στηθόδεσμο της κατασκόπου, ανάμεσα στα στήθη της, τον κόβει στα δύο. Η κατάσκοπος ουρλιάζει και αμέσως πιάνει τα δύο κομμάτια του στηθόδεσμου προσπαθώντας να τα επαναφέρει στη θέση τους, να κρύψει τις θηλές της.

«Δε θάπρεπε νάσαι τόσο σεμνότυφη κοπέλα αφού κάνεις τέτοιες δουλειές,» της λέει η Πάολα γελώντας. Και μετά στρέφεται στον Σουτούρη. «Τι βρήκες;»

«Ταυτότητα μάγισσας,» αποκρίνεται εκείνος, βαστώντας ένα παραλληλόγραμμα αντικείμενο γεμάτο εσοχές, προεξοχές, και παράξενα χαράγματα.

«Μάγισσα;» λέει η Πάολα. «Είσαι μάγισσα;» ρωτά την αιχμάλωτή τους.

«…Ναι,» ξεροκαταπίνει εκείνη.

«Κλειδιά,» συνεχίζει να λέει ο Σουτούρης επιδεικνύοντας αντικείμενα, «ένα πορτοφόλι με κάτι χαρτονομίσματα και ελάχιστα κέρματα, ένας τηλεπικοινωνιακός πομπός, δύο πομποί παρακολούθησης – υποθέτω ότι τους είχε μήπως χρειαστεί να τους κολλήσει πάνω σε κάνα όχημα για να το ακολουθήσει μετά – ένα ενεργειακό μαχαίρι στο πίσω θηκάρι της ζώνης της, ένα ζευγάρι κιάλια μες στην κάπα. Αυτά.»

«Κοίτα και στο δίκυκλό της,» λέει η Πάολα.

«Δεν είναι δικό μου,» τους προλαβαίνει η κατάσκοπος.

«Τι;»

«Το έκλεψα για να σας ακολουθήσω· δεν είναι δικό μου.»

Ο Σουτούρης την αγνοεί και το ψάχνει, αλλά μετά από λίγο λέει: «Δίκιο έχει, μάλλον· δεν είναι δικό της. Τα κλειδιά της δεν ταιριάζουν στην κλειδαριά του.»

«Πρόλαβες να το διαρρήξεις τόσο γρήγορα;» τη ρωτά η Πάολα.

«Είμαι του τάγματος των Τεχνομαθών,» αποκρίνεται η κατάσκοπος. «Υπάρχουν ξόρκια για αυτόματη ενεργοποίηση μηχανισμών. Δώστε μου τα ρούχα μου τώρα – σας είπα ό,τι θέλατε!»

Η Πάολα γελά. «Δε μας έχεις πει τίποτα ακόμα!» Και προς τον Σουτούρη: «Ρίξ’ τα στους αστέγους. Και τα λεφτά, επίσης, αν δεν έχουν επάνω κάτι χρήσιμο για εμάς.»

«Δε νομίζω ότι έχουν τίποτα χρήσιμο,» αποκρίνεται ο Τυχερός, και πετά τα ρούχα και τα λεφτά προς τη μεριά των αστέγων. Εκείνοι αμέσως ορμούν για να τα πάρουν.

«Η Αρτάλη να σας έχει καλά!» λέει ένας, και μετά από μερικές στιγμές αρχίζουν να τσακώνονται αναμεταξύ τους για το πώς θα τα μοιράσουν – είναι αρκετοί άστεγοι εδώ μέσα. Η διαφωνία τους αγριεύει και εξελίσσεται σε ξυλοκοπήματα.

Οι άνθρωποι της Σιδηράς Δυναστείας τούς αγνοούν. Ας λύσουν μόνοι τους τις διαφορές τους.

Παίρνοντας μαζί τους την κατάσκοπο, μπαίνουν στο τρίκυκλο και η Πάολα κλείνει το σκέπαστρο από πάνω τους.

«Αν υποψιαστώ ότι πας να κάνεις κάποια μαγεία στο όχημά μου,» λέει στη μάγισσα, «θα βρεθείς ξεβράκωτη σ’ένα κλουβί μαζί με τα θηρία του Μεγάλου Κήπου.» Η κατάσκοπος μοιάζει τρομοκρατημένη καθώς είναι ζαρωμένη ανάμεσα στον Σουτούρη και τον Ζορζ, πίσω από τη Δρομολόγο.

Η Πάολα ενεργοποιεί το όχημα και φεύγουν από το εγκαταλειμμένο υπόγειο γκαράζ. Καθώς οδηγεί μες στους δρόμους, κάνουν κι οι τρεις συγχρόνως ερωτήσεις στην κατάσκοπο προσπαθώντας να της προκαλέσουν σύγχυση και να μάθουν την αλήθεια.

Σουτούρης: «Τον Ζορζ κατασκόπευες;»

«Ποιος είν’ ο Ζορζ;»

Ζορζ: «Ποιος σ’έβαλε;»

(…)

Πάολα: «Τον Ζορζ κατασκόπευες ή εμένα;»

«Τον Ζορζ.»

Σουτούρης: «Ποιος σ’έβαλε;»

Ζορζ: «Είσαι της Χωροφυλακής;»

«Δεν είμαι της Χωροφυλακής!»

Πάολα: «Ποιος σ’έβαλε;»

(…)

Σουτούρης: «Ποιος σ’έβαλε; Μην παίζεις με την υπομονή μας!»

«Θα μ’αφήσετε να φύγω;»

Σουτούρης: «Μάλλον όχι, έτσι όπως φαίνεται.»

«Μη με σκοτώσετε!»

Πάολα: «Σκέφτομαι να σε δώσω σ’ένα πορνείο του Χαμηλού Λιμανιού, πρώτα. Θα με πληρώσουν. Και μετά θα σε σκοτώσουμε.»

Ζορζ: «Για ποιον δουλεύεις;»

«Αυτό είναι,» λέει η κατάσκοπος· «απλά δουλεύω, εντάξει; Δεν έχω τίποτα μαζί σας.»

«Για ποιον;» επιμένει ο Σουτούρης.

«Ο Ρίβης Παλιόσυρμος μ’έστειλε· είναι λοχαγός της Χωρ–»

«Γνωρίζουμε ποιος είναι ο Παλιόσκυλος,» τη διακόπτει η Πάολα. «Ποιον σ’έβαλε να παρακολουθείς; Τον Ζορζ;»

«Ναι, δεν σας το είπα;»

«Και πού σε βρήκε εσένα ο Παλιόσκυλος, αφού δεν δουλεύεις για τη Χωροφυλακή; Μας λες ψέματα;»

«Όχι! Δεν δουλεύω για τη Χωροφυλακή. Είδατε νάχω μαζί μου ταυτότητα της Χωροφυλακής; Αν δούλευα θα είχα ταυτότητα–»

«Μπορεί να την ξέχασες σπίτι,» λέει η Πάολα, επίτηδες, για να την τρομάξει. «Γιατί να σε πιστέψουμε;»

«Δε δουλεύω για τη Χωροφυλακή, μα την Αρτάλη!» Δάκρυα γυαλίζουν στα μάτια της κατασκόπου.

«Πού σε βρήκε ο Παλιόσκυλος, λοιπόν; Στα σκουπίδια; Θες πραγματικά να το πιστέψουμε αυτό; Εσείς την πιστεύετε, κύριοι;»

«Σίγουρα όχι,» λέει ο Ζορζ.

«Με τίποτα,» προσθέτει ο Σουτούρης.

«Προτείνω να την πάμε για κατάδυση,» λέει ο Ζορζ.

«Να μια καλή ιδέα,» συμφωνεί η Πάολα, και στρίβει προς τη μεριά του ποταμού, διασχίζοντας τους δρόμους της ανατολικής Νίρβεκ.

«Σας παρακαλώ!» λέει η κατάσκοπος. «Σας λέω αλήθεια, δεν είμαι της Χωροφυλακής!»

«Πώς σε λένε;» τη ρωτά ο Σουτούρης.

«Δήμητρα Νιρλάδια. Δήμητρα’μορ.»

«Δήμητρα Νιρλάδια; Δε μπορεί νάσαι από τη Σεργήλη…»

«Οι γονείς μου ήταν από την Υπερυδάτια. Έχω έρθει πριν από πολλά χρόνια.»

«Και πού σε βρήκε ο Παλιόσκυλος;» ρωτά πάλι η Πάολα. «Στα σκουπίδια;»

«Δε με βρήκε στα σκουπίδια!» γρυλίζει, ξαφνικά προσβεβλημένη, η μάγισσα.

«Θα τη ρίξουμε στον ποταμό τώρα,» λέει ο Ζορζ, «κι ίσως κάποιος να την ψαρέψει ώς αύριο. Αφού είναι απ’την Υπερυδάτια δεν θάχει πρόβλημα, υποθέτω.»

«Ακόμα και με τα πόδια δεμένα σε πέτρα;» λέει η Πάολα.

«Δεν ξέρω πόσο καλοί κολυμβητές είναι οι Υπερυδάτιοι…»

«Τι θέλετε από μένα;» φωνάζει η Δήμητρα’μορ. «Σας είπα ό,τι θέλατε!»

«Δε μας είπες ακόμα σε ποιο σκουπιδοτενεκέ σε βρήκε ο Παλιόσκυλος,» της θυμίζει η Πάολα.

«Πού σε βρήκε;» την πιέζει ο Σουτούρης, κι ανοίγει τη λαβή του ενεργειακού μαχαιριού της για να δει τη μπαταρία στο εσωτερικό. Κλείνει πάλι το καπάκι και δοκιμάζει τη λεπίδα με το δάχτυλό του. «Πώς ήρθε σε επαφή μαζί σου;» Πατά το κουμπί στη λαβή και ενέργεια τρεμοπαίζει πάνω στη λεπίδα.

Η Δήμητρα την κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια.

«Δε μ’έχουν αγγίξει ποτέ με ενεργειακά φορτισμένη λεπίδα,» λέει ο Σουτούρης. «Πονάει;»

«Δεν ξέρω πώς με βρήκε, εντάξει; Με είχαν διώξει απ’τη δουλειά μου εξαιτίας ενός λάθους κι έψαχνα για άλλη δουλειά–»

«Πού δούλευες;»

«Στα ναυπηγεία στο Ακρολίμανο.»

«Και μετά;»

«Μια γυναίκα με πλησίασε. Χασρίνα είπε ότι την έλεγαν. Είπε ότι είχα μπλέξει άσχημα με το λάθος που είχα κάνει· θα ήμουν χρεωμένη, αλλά εκείνη μπορούσε να με βοηθήσει. Και μου εξήγησε ότι… ότι ανήκει σε μια οργάνωση που λέγεται Σιδηρά Δυναστεία, και ο Ρίβης Παλιόσυρμος είναι επίσης σ’αυτή την οργάνωση, κι όταν μου μίλησε μου είπε ότι υπάρχει τώρα… τώρα γίνεται μια αλλαγή μέσα στη Δυναστεία και εγώ θα είμαι από τους καινούργιους, το ‘νέο αίμα’, όπως το είπε, αρκεί να βοηθήσω σε κάποια πράγματα σχετικά με τους παλιούς.»

«Γνωρίζεις, δηλαδή, ότι ο Ζορζ είναι της οικογένειας;» λέει η Πάολα.

«Ποιας οικογένειας;» Πραγματική απορία στο τρομαγμένο πρόσωπο της μάγισσας.

«Α, κατάλαβα, είσαι τελείως άσχετη,» γελά η Πάολα. «Σου είπε ο Παλιόσκυλος ότι ο Ζορζ είναι της Δυναστείας;»

«Ναι, αυτό μού το είπε, και ότι έπρεπε να τον παρακολουθώ. Μια φορά ο Ρίβης τον κάλεσε στον πομπό του κι εγώ έπιασα τη συχνότητα του πομπού με Ξόρκι Εντοπισμού Τηλεπικοινωνιακού Σήματος, και μετά τον παρακολουθούσα, και… και έφτασα σ’εσάς.»

«Γιατί ήθελε να με παρακολουθείς, σου είπε;» τη ρωτά ο Ζορζ ο Βουτηχτής.

«Μου είπε απλώς να σε παρακολουθώ επειδή είσαι με τους παλιούς, αυτούς που δεν είναι καλοί για τη Σιδηρά Δυναστεία και που ίσως να κάνουν ύποπτες, παράνομες ενέργειες.»

Η Πάολα γελά. «Τελικά, εμείς είμαστε οι κακοί, φαίνεται!»

«Βασικά,» συνεχίζει η Δήμητρα’μορ, «ο Ρίβης ήθελε να μάθει αν ήξερες» – απευθύνεται στον Ζορζ – «για κάποιον Ζορδάμη (ραλίστα) και κάποιον Ύαν (μισθοφόρο) οι οποίοι εισέβαλαν πρόσφατα στα Κεντρικά της Χωροφυλακής. Εκείνοι μάλλον φταίνε για το μακελειό που έγινε εκεί πριν από–»

«Εντάξει,» τη διακόπτει η Πάολα. «Και τι νομίζεις εσύ για όλ’ αυτά; Τι νομίζεις για τη Δυναστεία;»

«Τι να νομίζω; Μη με σκοτώσετε· μια δουλειά έκανα! Θα με σκοτώνατε αν ήμουν μια απλή ιδιωτική ερευνήτρια;»

«Αν ήσουν μια απλή ιδιωτική ερευνήτρια,» λέει η Πάολα, «ναι, θα σε σκοτώναμε.»

ΤΟ ΟΧΗΜΑ ΕΝΟΣ ΝΕΚΡΟΥ

Το τρένο μας φτάνει στη Μέλβερηθ μία ώρα μετά τα μεσάνυχτα. Σταματά στο Κέντρο, στον μεγάλο σιδηροδρομικό σταθμό εκεί, και κατεβαίνουμε. Υπάρχει αρκετή κίνηση γύρω μας μέχρι που απομακρυνόμαστε από τον σταθμό, οπότε και η κίνηση λιγοστεύει, η πόλη γίνεται πιο απειλητική, με άλλα σημεία φωτισμένα, άλλα τυλιγμένα στο σκοτάδι. Η βασική δουλειά που έχουμε στη Μέλβερηθ είναι μία: να πάρουμε το ηχομορφικό όχημα που παλιότερα οδηγούσε ο Άφευκτος και που τώρα θα οδηγώ εγώ. Επίσης, θα δούμε αν έχει να μας μεταφέρει κανένα νέο ο Σερφάντης. Τώρα, όμως, είμαστε πολύ κουρασμένοι και για το ένα και για το άλλο. Παίρνουμε ένα επιβατηγό όχημα και πηγαίνουμε στο Σταυροδρόμι, όπου και κλείνουμε δωμάτια στο ξενοδοχείο «Η Καρδιά της Πόλης».

Καθώς κάνω ένα γρήγορο ντους, δεν μπορώ παρά να σκέφτομαι πώς θα είναι να κάθομαι ξανά πίσω από το τιμόνι εκείνου του τρομερού αγωνιστικού οχήματος που έχει τη δυνατότητα να μεταμορφώνεται σε ήχο – να γίνεται αόρατο, ουσιαστικά, και να περνά μέσα από κάθε είδους ύλη που θα περνούσε κι ο ήχος. Όταν βρίσκεσαι στο εσωτερικό του, ενώ έχει μορφή ήχου, βλέπεις τα πράγματα απέξω σε διάφορα επίπεδα διαφάνειας, αναλόγως τη μοριακή τους πυκνότητα. Αυτά μέσα από τα οποία μπορεί εύκολα να περάσει ο ήχος είναι σχεδόν άυλα· αυτά μέσα από τα οποία μπορεί να περάσει δυσκολότερα είναι περισσότερο υλικά· και μόνο αυτά μέσα από τα οποία δεν μπορεί να περάσει ο ήχος μοιάζουν να έχουν κανονική υλική υπόσταση. Με τέτοιο όχημα μπαίνεις και βγαίνεις από οπουδήποτε απαρατήρητος – μέχρι, τουλάχιστον, που να σου τελειώσει η ενέργεια. Και η αλήθεια είναι πως τρώει την ενέργεια με τρομερό ρυθμό.

Αλλά η μορφή ήχου δεν είναι το μοναδικό του πλεονέκτημα. Είναι επικίνδυνο και για άλλους λόγους. Είναι πολύ γρήγορο, και κατασκευασμένο από μέταλλα και κρύσταλλα πολύ ανθεκτικά. Οι κανονικές σφαίρες είναι σχεδόν αδύνατο να του προκαλέσουν ζημιά· κι ακόμα και μέσα από εκρήξεις μπορεί να περάσει άθικτο. Ο Γρύπας Ξενοκράτης το είχε φτιάξει ως φονικό εργαλείο, και τέτοιο είναι. Το έδωσε στον Άφευκτο επειδή ο Άφευκτος ήταν τότε δολοφόνος της Δυναστείας – σκότωνε ανθρώπους οδηγώντας, κάνοντάς το να φανεί σαν ατύχημα. Δεν ήταν, όμως, τόσο πιστός στην οικογένεια όσο ήθελαν κάποιοι να νομίζουν· η Σιδηρά Δυναστεία τον είχε κοροϊδέψει για να τον πάρει στις υπηρεσίες της, για να τον κάνει δούλο της, και ο Άφευκτος αποζητούσε εκδίκηση. Έτσι έκλεψε το ηχομορφικό όχημα και άρχισε να σκοτώνει μέλη της Σιδηράς Δυναστείας, το ένα κατόπιν του άλλου. Ήταν πολύ δύσκολο να βρεθεί και να εξοντωθεί. Στο τέλος, εγώ, ο Ύαν, και ο Κριτόλαος’μορ τον εξοντώσαμε.

Και ακόμα και τώρα αισθάνομαι άσχημα που βοήθησα στη θανάτωση του Άφευκτου. Ο Σίλας Ιερόπυργος, άλλωστε, ήταν κάποτε ραλίστας σαν εμένα. Απλώς έμπλεξε. Έμπλεξε χειρότερα απ’ό,τι εγώ, πολύ χειρότερα.

Πριν από λιγότερο από ένα μήνα, φοβόμουν ότι ίσως ακολουθούσα τον δρόμο του, μην έχοντας και πολλές επιλογές, νιώθοντας καταδικασμένος, παγιδευμένος. Τώρα, τα πράγματα άλλαξαν. Ωστόσο, δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ ότι αισθάνομαι κάποιον ενδοιασμό να καθίσω στο τιμόνι του ηχομορφικού οχήματος που εκείνος οδηγούσε…

Βγαίνω από το μπάνιο, σκουπίζομαι, και ξαπλώνω στο κρεβάτι. Η Κλεισμένη είναι κουλουριασμένη στο πάτωμα, κοντά στο σύστημα θέρμανσης το οποίο έχω ανάψει γιατί απόψε έχει ψύχρα. Είναι κρύα βραδιά εδώ, στη Μέλβερηθ.

Κοιμάμαι και ονειρεύομαι ότι οδηγώ κάποιο όχημα μέσα σε ράλι. Όταν γυρίζω το κεφάλι για να κοιτάξω τον συνοδηγό μου, βλέπω – χωρίς αυτό να με εκπλήσσει – πως είναι ο Σίλας Ιερόπυργος. Στο πρόσωπό του φορά μια αποτρόπαια μάσκα που μοιάζει με κρανίο. Σκότωσέ τους όλους! μου λέει. Κι αρχίζω ν’αντικρίζω νεκρούς ανθρώπους στο δρόμο μου, με τα σώματά τους διαλυμένα, αίμα απλωμένο στο πλακόστρωτο–

Ξυπνάω.

Φως έρχεται από το παράθυρο· είναι πρωί. Ξημερώματα.

Η Κλεισμένη βηματίζει αθόρυβα μες στο δωμάτιο, με την ουρά της ορθωμένη και τις τρίχες και τ’αφτιά της τεντωμένα, σαν να διαισθάνεται κάτι. Τι, άραγε; Τι μπορεί να διαισθάνεται μια υπερδιαστασιακή γάτα; Τα μάτια της γυαλίζουν καθώς στρέφεται να με κοιτάξει. Νιαουρίζει.

«Ο φίλος μας;» λέω καθώς σηκώνομαι. «Το φάντασμα από τον κόσμο των νεκρών;»

«Νιάααα.»

«‘Ναι’ σημαίνει αυτό;»

Ετοιμάζομαι και πάω να συναντήσω τους άλλους στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου, όπως είχαμε συμφωνήσει. Διαπιστώνω πως είμαι ο πρώτος που ήρθε εδώ. Παραγγέλνω πρωινό, και η συμπαθητική σερβιτόρα μού το φέρνει.

«Να φέρω και κάτι για το γατάκι σας;» ρωτά.

«Αν έχετε την καλοσύνη.»

Μετά από λίγο έχει και η Κλεισμένη το πρωινό της. Η σερβιτόρα, επιπλέον, φαίνεται να την έχει συμπαθήσει καθώς σκύβει για να τη χαϊδέψει και με τα δύο χέρια. Το αίσθημα δεν μοιάζει αμοιβαίο, ωστόσο.

«Πολύ ωραίο το γατάκι σας,» μου λέει χαμογελώντας.

«Ευχαριστώ. Κλεισμένο μέσα σ’ένα μπαούλο το βρήκα.»

Η σερβιτόρα γελά (νομίζοντας μάλλον ότι της κάνω πλάκα) και φεύγει.

Η Αστερόπη και ο Ύαν έρχονται μαζί, πράγμα που με βάζει σε σκέψεις μήπως κοιμήθηκαν και μαζί. Γνωρίζω, άλλωστε, πως κάποτε ήταν εραστές. Κάθονται στο τραπέζι μου και παραγγέλνουν κι αυτοί πρωινό, και σύντομα κατεβαίνει κι ο Ρίβης.

«Λοιπόν,» λέω καθώς πίνω μια γουλιά καφέ, «πώς θα κινηθούμε τώρα; Θα φύγετε, πρώτα, ή θα έρθετε μαζί μου για το όχημα;»

«Θα έρθουμε μαζί σου για το όχημα, φυσικά,» αποκρίνεται η Αστερόπη· «μετά θα επικοινωνήσουμε με τον Σερφάντη· και μετά εγώ κι ο Ρίβης θα πάρουμε το τρένο ενώ εσείς θα πάτε προς Άντχορκ.»

Έχουμε ήδη αποφασίσει πως έτσι είναι το καλύτερο να χωριστούμε, γιατί η Αστερόπη θα ταξιδέψει με τελικό προορισμό τη Νίρβεκ, στην αναζήτησή της για τον Σουτούρη τον Τυχερό, και ο Ρίβης γνωρίζει καλύτερα τη Νίρβεκ και, γενικά, εκείνες τις περιοχές. Η Άντχορκ τού είναι ουσιαστικά άγνωστη. Όχι, όμως, και για εμένα και τον Ύαν. (Και η Κλεισμένη, βέβαια, στους δρόμους της τριγύριζε προτού μπλέξει πρώτα μ’έναν παράξενο μάγο και μετά μ’έναν πολύ παράξενο ραλίστα.)

«Να περάσεις κι απ’το Μαύρο Δόντι,» λέω στην Αστερόπη· «μην το παραβλέψεις. Γιατί μπορεί ακόμα εκεί να βρίσκεται ο Τυχερός. Δεν έχουν περάσει και τόσες μέρες από τότε που τον έσωσα.»

*

Το ηχομορφικό όχημα βρίσκεται σε μια αποθήκη στο Άπλωμα – μια περιοχή στα ανατολικά της Μέλβερηθ, η οποία συγκεντρώνει πολλούς ταξιδιώτες και πλανόδιους. Εκεί είναι τώρα κι ο θίασος του Βενμίλιου Απλόχερου· δεν νομίζω να έχει φύγει τόσο σύντομα. Αλλά επίσης δεν νομίζω ότι υπάρχει χρόνος για να τον επισκεφτώ. Και ούτε η Αστερόπη το πρότεινε. Μάλλον δεν πιστεύει ότι μπορούμε να μάθουμε κάτι περισσότερο για την επίθεση εναντίον του Βενμίλιου στο Παζάρι της Παραγκούπολης. Ή ίσως να το θεωρεί πιο σημαντικό να βρει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τον Σουτούρη.

Το Άπλωμα δεν είναι κοντά στο Σταυροδρόμι· παίρνουμε επιβατηγό όχημα για να φτάσουμε εκεί, και μετά βαδίζουμε ώς τις αποθήκες που μας ενδιαφέρουν. Πλησιάζουμε αυτή που μας είπε ο Γρύπας Ξενοκράτης και, συναντώντας τον φρουρό εκεί, του λέμε ότι μας έχει στείλει ο κύριος Ξενοκράτης, πράγμα το οποίο αποδεικνύουμε μ’ένα έγγραφο σφραγισμένο και υπογεγραμμένο από τον ίδιο. Ο φρουρός δεν είναι άνθρωπος της Σιδηράς Δυναστείας και δεν ξέρει τίποτα για εμάς· μας αφήνει, όμως, να μπούμε χωρίς διαφωνία. Η αποθήκη είναι μεγάλη και περιέχει διάφορα πράγματα σκεπασμένα με υφάσματα και πλαστικά, καθώς και κάμποσα κιβώτια. Το ηχομορφικό όχημα βρίσκεται στο βάθος, καλυμμένο με μαύρη κουκούλα. Τη βγάζω, φανερώνοντάς το: ένα αγωνιστικό τετράκυκλο, πιο λιγνό μπροστά απ’ό,τι πίσω, γεμάτο επικίνδυνες αιχμές και γωνίες – αιχμές και γωνίες που μπορούν να σκοτώσουν με τη βοήθεια λίγης ταχύτητας. Είναι βαμμένο γκρι με τρεις φαρδιές μαύρες λωρίδες. Οι μεταλλικοί τροχοί του γυαλίζουν. Μου δίνεται η αίσθηση ότι εκπέμπει μια άγρια, αρχέγονη δύναμη – αν και καθόλου «αρχέγονο» όχημα δεν θα μπορούσες να το αποκαλέσεις. Είναι, αν μη τι άλλο, υπερσύγχρονο.

Ο φρουρός της αποθήκης με ρωτά: «Έχετε τα κλειδιά, κύριε;»

«Ναι,» αποκρίνομαι. Ο Ξενοκράτης μού τα έχει δώσει. «Εσύ δεν τα έχεις;»

«Όχι.»

Ακόμα ένα μέτρο ασφαλείας. Ο Γρύπας φοβόταν μη βρεθεί κανένας άλλος τρελός και κλέψει το όχημα. Και τώρα το δίνει σ’εμένα, σκέφτομαι ειρωνικά. Δεν είμαι αρκετά τρελός για να το κλέψω;

Μάλλον όχι.

Καθώς ο φρουρός απομακρύνεται, με τα βήματά του ν’αντηχούν μέσα στη μεγάλη αποθήκη, ξεκλειδώνω το ηχομορφικό όχημα και μπαίνουμε. Ο Ύαν βγάζει τρεις ενεργειακές φιάλες από τον σάκο του και τις προσαρμόζουμε στις ειδικές θυρίδες. Πατάω το κουμπί της ενεργοποίησης και τα συστήματα του οχήματος ανάβουν. Βάζω μπροστά τη μηχανή και την ακούω να γρυλίζει.

Σκότωσέ τους όλους!

Διώχνω τη φωνή του Άφευκτου απ’το μυαλό μου, ενώ ακούω την Κλεισμένη να νιαουρίζει πίσω μου, εκεί όπου κάθεται μαζί με την Αστερόπη και τον Ρίβη. Μπορεί πράγματι να διαισθανθεί, κάπως, το φάντασμα του Σίλα; Ας μη γινόμαστε παρανοϊκοί…

Πατώντας το πετάλι και κρατώντας το τιμόνι, βγάζω με προσοχή το όχημα από την αποθήκη· και, από τον καθρέφτη πλάι μου, βλέπω τον φρουρό να κλείνει τη μεγάλη συρόμενη πόρτα της.

Η Αστερόπη πατά μερικά κουμπιά στον τηλεπικοινωνιακό πομπό της και περιμένει, καλώντας μάλλον τον Σερφάντη. Δεν ακούω το σήμα της να βρίσκει ανταπόκριση.

«Δεν είναι στην πόλη;» μουρμουρίζει η κόρη του Ξενοκράτη, παραξενεμένη.

Θυμάμαι τότε κάτι που μου είχε πει ο Σερφάντης προτού φύγω. «Μπορεί να πήγε στην Αγκένροβ.»

«Γιατί;» ρωτά η Αστερόπη.

«Για να συναντήσει τον Τάρνελκωφ. Μου είπε ότι ίσως πήγαινε να του μιλήσει. Του είπα να προσέχει. Ο Τάρνελκωφ, άλλωστε, συμφώνησε με την Ασημίνα – αν και δεν ξέρω τι γνωρίζει για τα σχέδιά της. Ελάχιστα, πιθανώς. Ή τίποτα.»

«Ναι…» λέει σκεπτικά η Αστερόπη.

«Αλλάζει αυτό κάτι στα δικά μας σχέδια;» ρωτά ο Ύαν.

«Όχι,» λέει η Αστερόπη. «Θα πάμε να βρούμε τον Σουτούρη και μετά βλέπουμε. Κι εσείς θα πάτε στην Άντχορκ, κανονικά.»

«Σας αφήνω στον σιδηροδρομικό σταθμό, λοιπόν;» λέω.

«Ναι.»

Τους πηγαίνω στο Κέντρο της Μέλβερηθ και σταματάω μπροστά στον μεγάλο σταθμό των τρένων.

«Θα ξανασυναντηθούμε, Ζορδάμη,» μου λέει ο Ρίβης καθώς βγαίνει μαζί με την Αστερόπη. «Και σ’ευχαριστώ. Δε θα ξεχάσω τη βοήθειά σου.»

«Να προσέχεις σ’εκείνα τα μέρη που έχει επιρροή η αδελφή σου,» αποκρίνομαι. «Και πες μια προσευχή στον θεό σου και για μένα.»

Ο Ρίβης χαμογελά και νεύει καταφατικά. «Ο Άρχοντας των Δασών θα είναι στο πλευρό σου, Ραλίστα,» με διαβεβαιώνει κάνοντας ένα παράξενο σύμβολο με τα δάχτυλά του.

Η Αστερόπη απλά με χαιρετά με το ύψωμα του χεριού καθώς απομακρύνεται μαζί με τον αδελφό της Ασημίνας Νέρφελδιφ. Αναρωτιέμαι αν ακόμα είναι λιγάκι τσαντισμένη μ’εμένα. Μπα, δε νομίζω…

«Εκεί που πηγαίνουμε,» λέει ο Ύαν, ανάβοντας τσιγάρο δίπλα μου, «ο Άρχοντας των Δασών δεν μπορεί να μας βοηθήσει.»

Η Κλεισμένη νιαουρίζει από το πίσω κάθισμα.

«Ποτέ δεν ξέρεις,» αποκρίνομαι, και πατάω το πετάλι, στρίβοντας.

Μετά από λίγο αφήνουμε τη μεγαλούπολη πίσω μας καθώς αναπτύσσω ταχύτητα επάνω στη δημοσιά προς τα βορειοδυτικά.

«Δε δοκιμάσαμε ακόμα την ηχομορφική ιδιότητα,» παρατηρεί ο Ύαν, έχοντας πια τελειώσει το τσιγάρο του.

«Αμφιβάλλεις ότι λειτουργεί;»

«Να μην το ελέγξουμε;»

«Ας το ελέγξουμε.» Κατεβάζω έναν διακόπτη επάνω στην κονσόλα του οχήματος και η βλάστηση δεξιά κι αριστερά από τον δρόμο γίνεται ξαφνικά ημιϋλική. Η Κλεισμένη γρυλίζει, θορυβημένη.

Στρίβω δεξιά και μας βγάζω από τη δημοσιά. Βλέπω τα δέντρα να περνάνε από μέσα μας, ή μάλλον εμείς περνάμε μέσα από τα δέντρα. Είμαστε αόρατοι τώρα, είμαστε ήχος. Πλησιάζω τις σιδηροδρομικές γραμμές, τις διασχίζω, και καταλήγω στην άλλη μεριά. Τις ξαναδιασχίζω και επιστρέφω στη δημοσιά.

Ανεβάζω τον διακόπτη και γινόμαστε ύλη ξανά. Βλέποντας τον μετρητή της ενέργειας διαπιστώνω ότι χάσαμε περίπου δέκα τοις εκατό από αυτή τη δοκιμή.

«Λειτουργεί,» λέω χωρίς να στραφώ να κοιτάξω τον Ύαν.

Σε δύο ώρες είμαστε εκεί όπου η δημοσιά διχαλώνει, και στρίβω ακολουθώντας το παρακλάδι που πηγαίνει προς τα βορειοανατολικά. Η Άντχορκ είναι ακόμα μακριά. Δεν πρόκειται να φτάσουμε σήμερα. Υπολογίζω να διανυκτερεύσουμε στη Θακέρκοβ.

ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΗΠΟΥ

Κάθονται σ’ένα πίσω δωμάτιο του μπαρ Χορονυκτία. Δεν υπάρχουν ηχεία εδώ, αλλά η μουσική έρχεται έντονη μέσα από τους τοίχους. Η Πάολα, φυσικά, οδήγησε τους άλλους δύο σ’ετούτο το μέρος.

Όταν έχουν εξηγήσει στον Ζορζ τι συμβαίνει μέσα στη Δυναστεία – ή, τουλάχιστον, τι υποπτεύονται πως συμβαίνει – ο Σουτούρης ρωτά τη Δρομολόγο: «Την ξέρεις αυτή τη Χασρίνα που ανέφερε η μάγισσα;»

Η Πάολα κουνά το κεφάλι. «Όχι. Αλλά νομίζω…» Κάτι έρχεται στο μυαλό της και συνοφρυώνεται. Τα φρύδια της σμίγουν καθώς είναι καθισμένη σταυροπόδι στην καρέκλα. Το πρόσωπό της, που πάντα έχει μια σχεδόν αθώα όψη, τώρα ο Σουτούρης θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει ακόμα και χαριτωμένο. Η εμφάνιση της Πάολας είναι παραπλανητική, όταν δεν ξέρεις για το παμπόνηρο μυαλό που κρύβεται πίσω απ’ αυτό το πρόσωπο. Αλλά ο Σουτούρης, παρότι ξέρει, εξακολουθεί να τη βρίσκει συμπαθητική.

«Τι;» ρωτά.

«Νομίζω πως ο Ζορδάμης μού είπε γι’αυτήν, όταν ήταν εδώ. Τη συνάντησε κάποτε. Δούλευε και τότε για τον Ρίβη.»

«Η Χασρίνα;»

«Ναι.»

«Κι εσύ δεν την έχεις συναντήσει ποτέ; Είσαι σίγουρη;»

«Ναι,» λέει η Πάολα, «δεν την ξέρω καθόλου. Όπως σου είπα ήδη, δεν γνωρίζω όλα τα μέλη της Δυναστείας στη Νίρβεκ.»

«Εγώ την ξέρω,» δηλώνει ο Ζορζ, ξαφνιάζοντάς τους και τους δύο. «Της έδωσα, πριν από… κανένα μήνα, νομίζω, κάτι πράγματα που είχα πάρει από ένα εγκαταλειμμένο σκάφος στ’ανοιχτά της θάλασσας.»

«Εγκαταλειμμένο στ’ανοιχτά της θάλασσας;» απορεί ο Σουτούρης.

«Ναι, δεν είχε πέσει ακόμα σε ακτή. Μονάχα ένας άνθρωπος ήταν μέσα, κι αυτός νεκρός. Δεν ξέρω τι είχε συμβεί.»

«Η Χασρίνα σού είπε τι ήθελε αυτά τα πράγματα; Τι πράγματα ήταν, αλήθεια;»

«Μια βαλίτσα κι ένας σάκος, από την καμπίνα του καπετάνιου. Και όχι, η Χασρίνα δεν μου είπε τίποτα γι’αυτά. Ούτε άνοιξα για να δω τι περιείχαν.» Ο Ζορζ ανασηκώνει τους ώμους. «Ακόμα μια δουλειά για την οικογένεια – τίποτα περισσότερο. Πληρώθηκα· τελείωσε.» Πίνει μια γουλιά απ’τον Χρυσό Καύσωνα στο χέρι του.

«Η μάγισσα θα μπορούσε να μας οδηγήσει στη Χασρίνα,» λέει η Πάολα ατενίζοντας τον Σουτούρη.

Ο Τυχερός τραβά μια τζούρα απ’το τσιγάρο του. «Ναι… αλλά είναι κι εκείνος ο άλλος άνθρωπος που μου είπες ότι έχει συναναστροφές με την Ασημίνα Νέρφελδιφ στη Νίρβεκ.»

«Ο Νεογνός. Αυτός, όμως, μπορεί και να μην έχει καμία σχέση με τον Παλιόσκυλο και τη Χασρίνα.»

«Αν όλοι τους συνεργάζονται….»

«Συμφωνώ,» λέει η Πάολα, «αλλά δεν το ξέρουμε ακόμα· απλά το υποθέτουμε.»

Ο Σουτούρης μένει σιωπηλός για μερικές στιγμές. Ύστερα ρωτά: «Να χρησιμοποιήσουμε, λοιπόν, τη μάγισσα;»

«Να την πάρουμε με το μέρος μας,» προτείνει η Πάολα.

Ο Ζορζ την κοιτάζει συλλογισμένα. «Το θεωρείς εφικτό;»

«Γιατί όχι; Είναι αρκετά τρομαγμένη, δεν είναι;»

«Ο φόβος περνά, κάποια στιγμή. Τι θα την αποτρέψει απ’το να μας προδώσει;»

«Γιατί να μην είναι μ’εμάς αλλά με τους εχθρούς μας; Έχει να κερδίσει περισσότερα;»

Αποφασίζουν τελικά να κάνουν μια προσπάθεια μαζί της. Ποια είναι η εναλλακτική λύση, άλλωστε; Να τη σκοτώσουν; Ή να τη φυλακίσουν και να πρέπει να την ταΐζουν κιόλας; Κανένας τους – ούτε καν η Πάολα – δεν αισθάνεται καλά με το να σκοτώσει μια αβοήθητη γυναίκα. Και κανένας τους, επίσης, δεν το θεωρεί συμφέρον να την κρατάνε φυλακισμένη σε κάποιο μέρος.

Σηκώνονται και πηγαίνουν στο διπλανό δωμάτιο όπου, ξαπλωμένη σ’ένα μικρό κρεβάτι, βρίσκεται η Δήμητρα’μορ, δεμένη χειροπόδαρα και φιμωμένη. Η Πάολα φρόντισε να είναι πολύ καλά κλεισμένο το στόμα της και πολύ καλά παγιδευμένα τα χέρια της, για να μη μπορεί να κάνει ξόρκια που πιθανώς να αποδειχτούν επικίνδυνα. Επίσης, δεν έδωσε στη μάγισσα τίποτα για να φορέσει αφού είδε ότι την κάνει να αισθάνεται άσχημα το γεγονός ότι είναι σχεδόν γυμνή. Ο κομμένος στηθόδεσμος της δεν κρύβει τώρα τα στήθη της καθώς τα χέρια της είναι δεμένα πίσω από την πλάτη της και δεν τον συγκρατούν. Μονάχα η περισκελίδα της τη ντύνει.

Μουγκρίζει έντονα, βλέποντας τους να μπαίνουν στο δωμάτιο, και το μουγκρητό της μισοχάνεται πίσω από τη δυνατή μουσική που έρχεται από την κεντρική αίθουσα του μπαρ.

Η Πάολα τής γαργαλά πειραχτικά τις πατούσες, και η μάγισσα μαζεύεται πάνω στο κρεβάτι, μουγκρίζοντας ακόμα περισσότερο.

«Αν σε λύσω,» τη ρωτά η Πάολα, «υπόσχεσαι νάσαι φρόνιμη και να μιλήσουμε πολιτισμένα;»

Η Δήμητρα’μορ γνέφει καταφατικά.

Η Πάολα τη λύνει, και η μάγισσα αμέσως πιάνει τον κομμένο στηθόδεσμό της και κρύβει ξανά τις θηλές της. Η Πάολα κάνει νόημα στον Σουτούρη κι εκείνος δίνει στη Δήμητρα την κάπα του.

Η μάγισσα τυλίγεται μες στο ένδυμα. «Γιατί με κρατάτε εδώ; Δεν έχω τίποτ’ άλλο να σας πω.»

Η Πάολα και οι δύο άντρες κάθονται γύρω της, τραβώντας τις καρέκλες από το διπλανό δωμάτιο. «Θα της φέρεις ένα ποτό;» λέει η Δρομολόγος στον Ζορζ. «Έναν Γλυκό Κρόνο;»

«Όχι,» διαφωνεί η Δήμητρα. «Νερό.»

«Έναν Γλυκό Κρόνο,» επιμένει η Πάολα κοιτάζοντας τον Ζορζ, και ο Βουτηχτής φεύγει απ’το δωμάτιο.

Η Πάολα λέει στη Δήμητρα: «Κι εμείς της Σιδηράς Δυναστείας είμαστε. Της οικογένειας. Όπως εσύ.»

Η μάγισσα την ατενίζει αμίλητη, φοβισμένη.

«Μπορούμε να σε βοηθήσουμε,» συνεχίζει η Πάολα. «Δεν εγκαταλείπουμε τους συγγενείς μας. Όταν, φυσικά, δεν προσπαθούν να μας σκοτώσουν ή να μας κάνουν άλλο κακό.»

«Δε σας έκανα κακό!»

«Παρακολουθούσες τον Ζορζ υπό τις διαταγές του Παλιόσκυλου. Και ο Παλιόσκυλος, τελευταία, έχει αποδειχτεί… πολύ αναξιόπιστο σκυλί. Κρατούσε μια φίλη μας – της Δυναστείας, εννοείται – φυλακισμένη στα Κεντρικά της Χωροφυλακής χωρίς κανένα λόγο. Χωρίς να μας δώσει καμία εξήγηση. Κι ακόμα δεν έχουμε μάθει τι ακριβώς ήθελε από εκείνη. Γι’αυτό κιόλας ο Ζορδάμης και ο Ύαν επιτέθηκαν στα Κεντρικά της Χωροφυλακής: για να πάρουν από εκεί αυτή τη φίλη μας. Ο Ρίβης Παλιόσυρμος δεν ήταν συνεννοήσιμος. Δεν δεχόταν καν να μας μιλήσει.»

Η Δήμητρα’μορ την ακούει με μεγάλη προσοχή, και η Πάολα σκέφτεται: Ωραία· δίνει σημασία στα λόγια μου. Κάνει να συνεχίσει, αλλά ο ερχομός του Ζορζ τη διακόπτει.

Ο Βουτηχτής δίνει στην Πάολα ένα ποτήρι με Γλυκό Κρόνο, κι εκείνη το τείνει προς τη Δήμητρα. «Πιες.»

Η μάγισσα κουνά το κεφάλι. «Ευχαριστώ, όχι. Όχι.»

«Έχεις πρόβλημα υγείας με τα ποτά;»

«Όχι αλλά–»

«Πιες, τότε,» επιμένει η Πάολα.

Η μάγισσα δεν κινείται.

«Θες να με κάνεις να σε αναγκάσω να πιεις;»

Η Δήμητρα παίρνει το ποτήρι και κρατώντας το με τα δύο χέρια, που τρέμουν, πίνει μια γουλιά.

«Πιες το όλο.»

Η Δήμητρα πίνει ακόμα μια γουλιά.

«Όλο,» επιμένει η Πάολα.

Η μάγισσα, μετά από άλλες δύο γουλιές, έχει τελειώσει το ποτήρι, και ο Γλυκός Κρόνος φαίνεται ήδη να την έχει ζαλίσει λιγάκι.

«Ο Ρίβης Παλιόσυρμος,» της λέει η Πάολα, «μπορεί, επίσης, να είναι μπλεγμένος στη δολοφονία ενός πολύ σημαντικού ανθρώπου εδώ, στη Νίρβεκ. Τον έλεγα Φιλοπολιτή Τασνικέφ. Τον έχεις ακουστά;»

Η Δήμητρα συνοφρυώνεται. «Ναι. Άκουσα ότι… τον σκότωσαν. Ήταν… της οικογένειας;»

«Ναι,» λέει η Πάολα παρατηρώντας πως η γλώσσα της Δήμητρας έχει λυθεί κάπως από το ποτό. «Υπάρχουν άνθρωποι μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία που σκοτώνουν άλλους ανθρώπους της Σιδηράς Δυναστείας. Αυτό, Δήμητρα, δεν έπρεπε κανονικά να συμβαίνει. Οι συγγενείς αλληλοϋποστηρίζονται. Με καταλαβαίνεις; Αυτό είναι και το νόημα τού να είσαι ‘της οικογένειας’. Σ’το είχε πει αυτό ο Ρίβης, ή η Χασρίνα;»

Η Δήμητρα κουνά το κεφάλι αρνητικά. «Έχετε ένα τσιγάρο;» ρωτά.

Η Πάολα τής δίνει τσιγάρο και της το ανάβει. «Μπορούμε να είμαστε φίλοι σου. Θα θέλαμε, βασικά, να είμαστε φίλοι σου. Αλλά δεν το εκτιμούμε που παρακολουθούσες τον Ζορζ για λογαριασμό του Παλιόσκυλου.»

Η Δήμητρα ξεροκαταπίνει.

«Δεν ήξερες, όμως, και πολλά, έτσι δεν είναι;» της λέει ο Σουτούρης.

«Δεν ήξερα τίποτα,» λέει εκείνη. «Αλλά και η Χασρίνα… τα ίδια– παρόμοια πράγματα μού είπε. Ότι, δηλαδή, θα με βοηθούσαν. Αλλά όχι τόσα– τόσες λεπτομέρειες.»

«Γνωρίζεις πού μένει η Χασρίνα;» ρωτά η Πάολα.

«Όχι.»

«Μας λες αλήθεια, Δήμητρα;»

«Δεν ξέρω πού μένει. Επικοινωνούσα τηλεπικοινωνιακά μαζί της.»

«Θυμάσαι τον τηλεπικοινωνιακό κώδικά της;»

Η Δήμητρα’μορ τούς τον λέει.

«Θα μπορούσες να την εντοπίσεις μέσω του πομπού της;» ρωτά η Πάολα. «Με τη μαγεία σου;»

«Ναι, αλλά… Κοίτα, το Ξόρκι Εντοπισμού Τηλεπικοινωνιακού Σήματος ανιχνεύει τις συχνότητες ως αύρες. Δεν… Για να βρω τη θέση του πομπού της χρειάζομαι και κάποιο μηχάνημα.»

Ο Σουτούρης τη ρωτά: «Εκτός από τη Χασρίνα και τον Ρίβη Παλιόσυρμο, ποιους άλλους της Δυναστείας ξέρεις;»

«Χωρίς να υπολογίζω εσάς, σωστά;»

«Σωστά.»

«Κανέναν,» λέει η Δήμητρα’μορ. «Με τη Χασρίνα ήρθα αρχικά σε επαφή και τώρα δούλευα για τον Ρίβη. Σ’εκείνον θα έδινα τις πληροφορίες που συγκέντρωνα σχετικά με τον Ζορζ.»

«Δε σου έχουν αναφέρει κανένα άλλο μέλος που είναι της… κλίκας τους;» ρωτά η Πάολα.

«Δε θυμάμαι τίποτα,» αποκρίνεται η μάγισσα φυσώντας καπνό. Καθαρίζει τον λαιμό της. «Μου είχε πει ο Ρίβης ότι η Δυναστεία έχει προβλήματα, ότι υπάρχουν άτομα που είναι προδότες, και ότι…» Κομπιάζει καθώς τους ατενίζει τον έναν μετά τον άλλο.

«Ότι πρέπει να εξοντωθούν;» λέει η Πάολα.

«Ναι.»

«Νομίζεις ότι προσπαθούμε να σε κοροϊδέψουμε για να σε φέρ–;»

«Όχι!»

Η Πάολα χαμογελά σαν κατεργάρικο κοριτσάκι που μπορεί να κάνει τρομερές ζημιές αν το βάλει στο μυαλό του. «Μη μου λες ψέματα. Το έχεις σκεφτεί, δεν το έχεις σκεφτεί;»

Η Δήμητρα’μορ ξεροκαταπίνει. «Ναι αλλά… Τι θα σκεφτόσουν εσύ αν ήσουν στη θέση μου;»

Η Πάολα γελά. «Πολλά και διάφορα, πιθανώς.»

Η Δήμητρα ψάχνει για τασάκι, για να σβήσει το τσιγάρο. Η Πάολα το παίρνει από το χέρι της, το ρίχνει στο πάτωμα, και το πατά.

«Μπορείς να είσαι μαζί μας, τώρα, αν θέλεις,» της λέει. «Αλλά θα πρέπει να μας βοηθήσεις.»

«Κι αν δεν θέλω;» ρωτά με κάποιο δισταγμό, με κάποιο φόβο, η μάγισσα.

«Τα πράγματα δεν θα είναι ευχάριστα,» λέει απλά η Πάολα.

Η Δήμητρα αναστενάζει βαριά κάτω από την κάπα του Σουτούρη, μοιάζοντας προβληματισμένη, σχεδόν έτοιμη να βάλει τα κλάματα.

«Αυτά που σου είπαμε,» της λέει ο Τυχερός, «δεν είναι ψέματα. Ο Παλιόσυρμος κρατούσε φυλακισμένη, αναίτια, μια γυναίκα της Δυναστείας, και πιθανώς να είναι μπλεγμένος και στον φόνο του Τασνικέφ. Κι εμένα, προτού έρθω εδώ, στη Νίρβεκ, κάποιος επιχείρησε να με δολοφονήσει. Εμείς δεν τους έχουμε πειράξει αυτούς τους ανθρώπους, Δήμητρα. Θέλουν να μας βγάλουν από τη μέση για δικούς τους λόγους – επειδή προσπαθούν να πάρουν τον έλεγχο της Δυναστείας, ίσως.»

«Κι εμένα γιατί με μπλέκετε σ’αυτά;» φωνάζει ξαφνικά η μάγισσα, με δάκρυα να γυαλίζουν στα μάτια της.

«Δε σε μπλέκουμε. Είσαι ήδη μπλεγμένη. Θα μπορούσαμε απλά να σε σκοτώσουμε αφού σε βρήκαμε να είσαι με το μέρος του Παλιόσυρμου που είναι εχθρός μας. Αλλά βλέπουμε τώρα ότι δεν ήξερες τι έκανες…»

«Φυσικά και δεν ήξερα. Απλώς μια δουλειά ήταν.»

«Θα μπορούσες, λοιπόν, να δουλέψεις και για εμάς, δεν θα μπορούσες;»

Η Δήμητρα τον κοιτάζει με δισταγμό. «Κι αν… με πιάσει ο Παλιόσυρμος;»

«Αυτό,» της λέει ο Σουτούρης, «είναι ένα πρόβλημα που έχουμε όλοι μας. Αλλά, πίστεψέ με, πιο πολύ κινδυνεύουμε εμείς από τον Παλιόσυρμο παρά εσύ. Χωρίς να θέλω να σε προσβάλω, είμαστε, μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία, πιο σημαντικοί από εσένα.»

Η Δήμητρα’μορ είναι ξανά σιωπηλή, μαζεμένη κάτω από την κάπα.

«Θέλεις άλλο ένα ποτό;» τη ρωτά η Πάολα.

«Όχι.»

«Είσαι, λοιπόν, μαζί μας;»

Το βλέμμα της Δήμητρας’μορ αγριεύει. «Τι άλλο μπορώ να κάνω;»

«Θα δεις,» της λέει η Πάολα, «ότι είναι καλύτερα να είσαι μαζί μας.» Και της χαμογελά. «Θα παίξουμε πολύ περίεργα παιχνίδια στον Παλιόσκυλο! Χι-χιχιχιχι!» Και έχει πάλι αυτή την κατεργάρικη όψη στο πρόσωπό της, την οποία ο Σουτούρης έχει αρχίσει να βρίσκει συμπαθητική, αν όχι ερωτική.

*

Την επομένη, η Δήμητρα’μορ έρχεται σε τηλεπικοινωνιακή επαφή με τον Ρίβη Παλιόσυρμο και του λέει πως έχει ηχητικά δεδομένα που πιθανώς να τον ενδιαφέρουν. Μπορεί να του τα στείλει; Ή προτιμά να συναντηθούν κάπου; Ο Ρίβης τής δίνει τον κώδικα του τηλεπικοινωνιακού-πληροφοριακού συστήματος στο γραφείο του στα Κεντρικά της Χωροφυλακής και της λέει να στείλει τα δεδομένα εκεί. Η Δήμητρα τού τα στέλνει και ύστερα διακόπτει την επικοινωνία τους. Ο Ρίβης, αφού ακούει τους ήχους που κατέγραψε η μάγισσα, παραξενεύεται.

Τα δεδομένα περιλαμβάνουν μια τηλεπικοινωνιακή συνομιλία ανάμεσα στην Πάολα των Δρομολόγων και τον Ζορζ τον Βουτηχτή. Συζητάνε για τον Ρίβη – τον οποίο πάντα αποκαλούν Παλιόσκυλο – και πόσο μη-συνεργάσιμος είναι, τελευταία: σε σημείο που η έλλειψη συνεργασίας του να μπορεί να θεωρηθεί ύποπτη, όπως και το γεγονός ότι κρατούσε τόσες μέρες τη Βατράνια φυλακισμένη. Η Πάολα λέει πως δεν απορεί καθόλου που ο Ύαν κι ο ραλίστας αποφάσισαν να επιτεθούν στη Χωροφυλακή για να την πάρουν από εκεί, και ο Ζορζ συμφωνεί· αλλά κανένας τους δεν φαίνεται να γνώριζε από πριν για την εισβολή. (Παράξενο, σκέφτεται ο Ρίβης, πολύ παράξενο. Ο Ζορζ και η Πάολα είχαν στενές σχέσεις με τον Ζορδάμη, και ο Ύαν συνεργαζόταν μαζί τους αφότου ήρθε εδώ, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Ρίβη.) Μετά, η Πάολα και ο Ζορζ αναφέρουν ότι «έχουν ακούσει» (από πού δεν διευκρινίζουν) ότι ο Παλιόσκυλος έχει επαφές με τον Τοξότη· «και ούτε εγώ δεν μπορώ να τον βρω αυτόν,» λέει η Πάολα. Και ο Ζορζ συμφωνεί πως κάτι περίεργο μοιάζει να συμβαίνει με τον Τοξότη και τον Ρίβη. (Πώς έφτασαν σ’αυτό το συμπέρασμα, οι καταραμένοι;) Και λίγο προτού τελειώσουν την κουβέντα τους βρίζουν τον Παλιόσκυλο που «έστησε ενέδρα» στον Ζορζ μες στη νύχτα και που «έχει παλαβώσει τελείως τούτες τις μέρες» και δεν τους βοηθά καθόλου να ανακαλύψουν ποιος σκότωσε τον Τασνικέφ. Η Πάολα, μετά, λέει: «Και πού να ήξερε τι κάνει η γυναίκα του!» Ο Ζορζ γελά και αποκρίνεται: «Ναι…» Η Πάολα γελά επίσης και, ύστερα από μερικές ακόμα κουβέντες, η τηλεπικοινωνία τους τερματίζεται.

Τι εννοούν για τη γυναίκα μου; απορεί ο Ρίβης. Τι κάνει η γυναίκα μου; Του φάνηκε τελείως παράξενο αυτό το σχόλιο. Η Πάολα δεν είχε ποτέ επαφές ή σχέσεις με τη γυναίκα του. Ούτε ο Ζορζ. Η γυναίκα του Ρίβη δεν είναι καν στη Σιδηρά Δυναστεία.

Ανάβει τσιγάρο, νιώθοντας μπερδεμένος.

*

Τα ηχητικά δεδομένα που έλαβε ο Ρίβης Παλιόσυρμος ήταν, φυσικά, ψεύτικα. Η Πάολα και ο Ζορζ μιλούσαν ενώ ήξεραν ότι η Δήμητρα’μορ τούς κατέγραφε. Και μετά η μάγισσα έστειλε τη συζήτησή τους στον Παλιόσυρμο.

Βρίσκεται τώρα στο δωμάτιό της στο Ζητούμενο – ένα δωμάτιο που της έχει κλείσει η Πάολα – και η Δρομολόγος είναι μαζί της. Ο Ζορζ δεν είναι εδώ. Ο Σουτούρης ο Τυχερός είναι σ’ένα κοντινό δωμάτιο.

Η Πάολα γελά. «Ωραία!» λέει. «Αυτό είχε πλάκα, δεν είχε; Ο Παλιόσκυλος θα τρελαθεί! Χα-χα-χα-χα-χα-χα!» Είναι καθισμένη σε μια καρέκλα, με τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο, ντυμένη με μαύρο υφασμάτινο παντελόνι, καφετιές μπότες, λευκή μπλούζα, και γκρίζο γιλέκο με πολλές τσέπες.

«Ναι,» συμφωνεί διστακτικά η Δήμητρα’μορ, μοιάζοντας με βρεγμένη γάτα καθώς κάθεται στην άκρη του κρεβατιού μ’ένα φορητό τηλεπικοινωνιακό-πληροφοριακό σύστημα στα γόνατά της.

«Μη φοβάσαι,» της λέει η Πάολα, «δεν πρόκειται να καταλάβει τίποτα. Αλλά δεν θα έρθεις ξανά σε επαφή μαζί του, εντάξει; Και θα μένεις εδώ, όχι στο σπίτι σου, όπως συμφωνήσαμε.»

Η Δήμητρα γνέφει καταφατικά.

«Εκείνο που θέλουμε τώρα να κάνεις είναι να μας βοηθήσεις να εντοπίσουμε τη Χασρίνα. Νομίζεις ότι μπορείς;» τη ρωτά η Πάολα.

«Χρειάζομαι έναν αισθητηριακό ανιχνευτή τηλεπικοινωνιακών συχνοτήτων,» εξηγεί η Δήμητρα.

«‘Αισθητηριακό’; Τι σημαίνει αυτό;»

«Σημαίνει ότι μπορεί να αποκωδικοποιήσει τις αισθήσεις μου.»

«Δηλαδή;»

Η Δήμητρα αναστενάζει κι ακουμπά το φορητό σύστημά της στο κομοδίνο. Διπλώνει το ένα της πόδι από κάτω της, καθώς είναι καθισμένη στο κρεβάτι, και λέει: «Όταν καλέσετε τη Χασρίνα θα κάνω ένα Ξόρκι Εντοπισμού Τηλεπικοινωνιακού Σήματος. Μ’αυτό το ξόρκι θα πιάσω, εγκεφαλικά, ως αύρα, την τηλεπικοινωνιακή συχνότητα της Χασρίνας. Θα πρέπει μετά να μεταφέρω την αύρα σ’ένα μηχάνημα που μπορεί να την αποκωδικοποιήσει ως κανονική συχνότητα για να βρούμε πού είναι ο πομπός. Και το μηχάνημα αυτό λέγεται αισθητηριακός ανιχνευτής τηλεπικοινωνιακών συχνοτήτων. Είναι αρκετά ακριβό, οφείλω να σε προειδοποιήσω. Μπορείς να το βρεις ολοκαίνουργιο στην αγορά του Κεντρολίμανου, ή μεταχειρισμένο στην αγορά της Μεσόπολης. Ίσως και σ’άλλα μέρη, μα δεν είμαι σίγουρη.»

«Όταν λες ‘αρκετά ακριβό’, για πόσους ήλιους μιλάμε;»

«Τριακόσιους-πενήντα, τετρακόσιους, καινούργιο. Μεταχειρισμένο μπορεί να το βρεις γύρω στους διακόσιους.»

«Θα πρέπει να γδυθούμε, δηλαδή…» μορφάζει η Πάολα. Σηκώνεται απ’την καρέκλα, πιάνει τον επικοινωνιακό δίαυλο του δωματίου, και καλεί το δωμάτιο του Σουτούρη. Όταν ο Τυχερός απαντά, του ζητά να έρθει εδώ.

Σύντομα η πόρτα χτυπά, η Πάολα ανοίγει, και ο Σουτούρης μπαίνει.

«Τι έγινε;» ρωτά. «Τσίμπησε ο Παλιόσκυλος;»

«Και με το παραπάνω,» χαμογελά η Πάολα, ενώ συγχρόνως παρατηρεί πως ο Τυχερός είναι ντυμένος σαν να σκοπεύουν να πάνε σε δεξίωση. Στην τρίχα, ως συνήθως. Της αρέσει αυτό. Οι άντρες που προσέχουν τόσο την εμφάνισή τους είναι ελάχιστοι. Αναρωτιέται πώς θα αντιδρούσε αν, εσκεμμένα, του έκανε κάποια ζημιά στα ρούχα του… Θα τσαντιζόταν; Θα είχε πλάκα;

«Ωραία,» λέει ο Σουτούρης, καταλαβαίνοντας ότι η Δρομολόγος τον παρατηρεί με κάποιο ενδιαφέρον και μη βρίσκοντάς το αυτό δυσάρεστο. «Και τώρα;»

Η Πάολα τού λέει για τη Χασρίνα και για τον πανάκριβο ανιχνευτή.

«Χμμ,» κάνει ο Σουτούρης. «Τριακόσιους ήλιους έχω, όλους κι όλους, μαζί μου.»

«Θα μπορούσες, όμως, να κερδίσεις περισσότερους, δεν θα μπορούσες;»

«Στο Τυχερό Άστρο πάλι; Άσ’ το καλύτερα.»

«Φοβάσαι τη Νιρίφα;»

«Τώρα που το λες, ναι. Εκτός του ότι ίσως να με θυμούνται ακόμα στο καζίνο.»

«Τέλος πάντων,» λέει η Πάολα. «Υπάρχουν κι άλλα μέρη για να παίξει κανείς.»

«Θες να μου πεις ότι έχεις πρόβλημα να συγκεντρώσεις τα λεφτά;»

«Μπορώ να τα συγκεντρώσω,» αποκρίνεται η Πάολα, «αλλά θα με εξυπηρετούσε αν μετά τα ξανακερδίζαμε. Δεν δέχεσαι την πρόκληση;» Αγγίζει, φευγαλέα, τα κουμπιά του πουκαμίσου του, το ένα κατόπιν του άλλου. «Σ’έχει εγκαταλείψει η τύχη σου;»

«Δε νομίζω,» αποκρίνεται ο Σουτούρης. «Θα δω τι μπορώ να κάνω.»

Η Πάολα νεύει. «Πάω ν’αγοράσω αυτό το μηχάνημα. Θα μείνεις εδώ, με τη φίλη μας;»

«Δεν έχω άλλη δουλειά.»

Η Πάολα νεύει ξανά. Παίρνει την τσάντα της και φεύγει.

Η Δήμητρα’μορ κοιτάζει τον Σουτούρη καλά-καλά, καθώς εκείνος βηματίζει μες στο δωμάτιο πηγαίνοντας προς τη μπαλκονόπορτα κι ανοίγοντάς την για να βγει στο μπαλκόνι. Ο Τυχερός ατενίζει κάτω, τον δρόμο, κι ανάβει τσιγάρο, περιμένοντας. Δε χρειάζεται να κάνει πολλή υπομονή· σύντομα βλέπει την Πάολα να βγαίνει από το ξενοδοχείο, να παίρνει το τρίκυκλό της από εκεί όπου το είχε προσωρινά σταθμεύσει, και να απομακρύνεται.

Επιστρέφει στο εσωτερικό του δωματίου.

Η Δήμητρα καθαρίζει τον λαιμό της νευρικά. «Δεν είσαι από εδώ;»

«Από πού το κατάλαβες;»

«…Γενικά, από… από αυτά που λες μέχρι τώρα, και που σου λέει η Πάολα…»

Ο Σουτούρης κάθεται στην καρέκλα. «Όχι, δεν είμαι από εδώ. Κανονικά, δε συχνάζω στη Νίρβεκ. Έχω έρθει εξαιτίας των όσων συνέβησαν.»

«Από πού είσαι;»

«Δεν έχει σημασία, αυτή τη στιγμή.» Δεν την εμπιστεύεται και τόσο.

Η Δήμητρα αναστενάζει και ξαπλώνει στο κρεβάτι, ανάσκελα, με τα χέρια της σταυρωμένα στο στήθος.

«Τι άλλες δουλειές έκανες προτού πιάσεις δουλειά στα ναυπηγεία;» τη ρωτά ο Σουτούρης, κι εκείνη τού λέει. Οι απαντήσεις της δεν τον εκπλήσσουν: συνηθισμένες δουλειές για μια μάγισσα του τάγματος των Τεχνομαθών. Και πουθενά δεν φαίνεται να ήταν καλοπληρωμένη. Η Νίρβεκ είναι μεγάλη πόλη· ακόμα κι οι μάγοι βρίσκονται σε αφθονία εδώ. Ειδικά οι Τεχνομαθείς.

Μετά από περίπου δυο ώρες, η Πάολα επιστρέφει έχοντας μαζί της ένα κουτί, το οποίο αφήνει πλάι στο κρεβάτι. «Τον αγόρασα καινούργιο,» λέει, «για να είμαστε σίγουροι ότι θα λειτουργεί.»

Η Δήμητρα’μορ παίρνει καθιστή θέση επάνω στο κρεβάτι κι ανοίγει το κουτί, βγάζοντας ένα μηχάνημα που είναι κανένα μέτρο στο μήκος, μισό μέτρο στο πλάτος, και γύρω στο ένα τρίτο του μέτρου στο ύψος. Μια κεραία ξεδιπλώνεται στην αριστερή μεριά του. Στη δεξιά μεριά υπάρχει μια θυρίδα όπου η μάγισσα τοποθετεί δοκιμαστικά το χέρι της και, μετά, το τραβά πίσω ξανά.

«Χρειαζόμαστε ενέργεια,» λέει. Σηκώνεται από το κρεβάτι και πηγαίνει στη ντουλάπα για να πάρει μια μικρή ενεργειακή φιάλη. Την ακουμπά στο πάτωμα και τη συνδέει, μέσω καλωδίου, με τον ανιχνευτή. Πατά ένα κουμπί και φωτάκια ανάβουν πάνω στο μηχάνημα. Η Δήμητρα’μορ βάζει πάλι το χέρι της μέσα στη θυρίδα και πατά ένα άλλο κουμπί. Ένα έντονο ΜΠΙΙΙΙΙΙΠ αντηχεί και μια μικρή οθόνη γράφει ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ.

«Τι σημαίνει αυτό;» ρωτά η Πάολα. «Μη μου πεις ότι είναι χαλασμένο!»

Η Δήμητρα γελά· η πρώτη φορά που γελά από τότε που τη γνώρισαν – δεν τους φοβάται πλέον. «Απλώς δεν υπάρχει καμια συχνότητα για να αποκωδικοποιήσει,» εξηγεί. «Αυτό είναι όλο.»

«Να καλέσουμε τώρα τη Χασρίνα, δηλαδή;»

«Μισό λεπτό.» Η Δήμητρα πατά μερικά κουμπιά επάνω στο μηχάνημα και τοποθετεί ξανά το χέρι της στη θυρίδα. Περιμένει ενώ φωτάκια αναβοσβήνουν κι ένα περίεργο βουητό ακούγεται από το εσωτερικό της συσκευής. Μετά η μικρή οθόνη γράφει: ΠΛΗΡΗΣ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΑΚΗ ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑ. «Τώρα μπορείς να την καλέσεις, Πάολα.»

«Τι έκανες;» ρωτά η Δρομολόγος, περίεργη.

«Εεε… πώς να σ’το πω; Έκανα το μηχάνημα να με συνηθίσει, βασικά, για να μην έχουμε κανένα πρόβλημα στην αποκωδικοποίηση, ειδικά αφού θα πρέπει να βιαστούμε.»

Η Πάολα βγάζει τον πομπό της από μια τσέπη του γιλέκου της. «Το σήμα του είναι κωδικοποιημένο,» λέει στη μάγισσα. «Αν το ίδιο ισχύει και για τον πομπό της Χασρίνας;»

«Μην ανησυχείς· δεν έχει σημασία.»

«Την καλώ, λοιπόν.» Η Πάολα πατά πλήκτρα έχοντας τον πομπό ανοιχτό έτσι ώστε να μπορούν ν’ακούσουν κι οι τρεις τους.

Το σήμα της φτάνει τον καλούμενο πομπό κάπου μέσα στη Νίρβεκ.

Η Δήμητρα’μορ μουρμουρίζει τα λόγια για το Ξόρκι Εντοπισμού Τηλεπικοινωνιακού Σήματος, ενώ έχει το δεξί της χέρι μέσα στον ανιχνευτή.

Μια γυναικεία φωνή ακούγεται από τον πομπό της Πάολας: «Μάλιστα;»

«Ναι;» κάνει η Πάολα.

«Ποιος είναι;»

«Εγώ.»

«Ποια είστε;»

«Μιλήσαμε χτες, δεν μιλήσαμε;»

«Δε θυμάμαι κάτι… Το όνομά σας;»

Τα μάτια της Δήμητρας μοιάζουν να κοιτάζουν και, συγχρόνως, να μην κοιτάζουν, γυαλίζοντας σαν καθρέφτες, νομίζει ο Σουτούρης που την παρατηρεί· όμως η μάγισσα δεν βρίσκεται σε κατάσταση ύπνωσης αλλά σε πλήρη εγρήγορση. Το αριστερό της χέρι πατά τρία κουμπιά, το ένα κατόπιν του άλλου, γρήγορα, επάνω στον αισθητηριακό ανιχνευτή. Φωτάκια αρχίζουν ν’αναβοσβήνουν με ταχύ ρυθμό.

«Μια στιγμή,» λέει η Πάολα. «Για να καταλάβω. Μιλήσαμε χτες, δεν μιλήσαμε;»

«Δε μου έχετε πει το όνομά σας;» Η φωνή της Χασρίνας ακούγεται εκνευρισμένη. «Πού συναντηθήκαμε; Δε θυμάμαι τίποτα. Μάλλον λάθος κάνετε–»

«Περιμένετε! Δε νομίζω ότι κάνω λάθος.»

«Πού συναντηθήκαμε, τότε;»

Η Πάολα κοιτάζει ερωτηματικά τη Δήμητρα’μορ. Εκείνη τής κάνει νόημα που λέει: Λίγο ακόμα!

«Για το σπίτι δεν μιλήσαμε;»

«Ποιο σπίτι; Κάνετε λάθος.»

«Δεν κάνω λάθος. Θέλετε να σας πω τον τηλεπικοινωνιακό κώδικα που μου δώσατε;»

«Ναι, για πείτε μου.»

Η Πάολα τής τον λέει. «Αυτός δεν είναι;»

«Ναι, αλλά δεν μιλήσαμε, δεν σας θυμάμαι.»

Η Πάολα κοιτάζει τη Δήμητρα’μορ, και εκείνη νεύει. Το νεύμα της λέει: Τελείωσα.

«Η κυρία Νασάρλιεφ δεν είστε; Που θέλετε να μου πουλήσετε το σπίτι στην Οδό Εξωμάχου;»

«Κάποιο λάθος κάνετε, όπως σας είπα. Δεν ονομάζομαι Νασάρλιεφ. Έχετε μπερδέψει τον τηλεπικοινωνιακό κώδικα.»

«Χίλια συγνώμη!»

«Δεν πειράζει.»

«Γεια σας, και συγνώμη ξανά!» Η Πάολα τερματίζει την τηλεπικοινωνία.

«Τη βρήκα,» λέει η Δήμητρα’μορ και δείχνει τη μικρή οθόνη του μηχανήματος. «Μένει εντεκάμισι χιλιόμετρα προς τα ανατολικά. Αυτή εδώ δίπλα είναι η ακριβής κλίση της θέσης της ως προς τη δική μας θέση.»

«Αυτό είναι θεωρητικό!» λέει η Πάολα. «Χρειαζόμαστε χάρτη.»

«Περίμενε.» Η Δήμητρα’μορ φέρνει επάνω στο κρεβάτι το φορητό τηλεπικοινωνιακό-πληροφοριακό σύστημά της και καλεί τη Θήκη _Μεγάλος Χάρτης της Νίρβεκ_ που βρίσκεται αποθηκευμένη σ’έναν από τους δημόσιους διαύλους της πόλης. Ο χάρτης εμφανίζεται στην οθόνη του συστήματος της μάγισσας, και εκείνη πληκτρολογεί για να δώσει τις συντεταγμένες που θέλει. Ο χάρτης εστιάζεται σε μια περιοχή της συνοικίας Μεγάλος Κήπος, όπου βρίσκεται κι ο ίδιος ο Μεγάλος Κήπος της Νίρβεκ.

«Εδώ μένει,» λέει η Δήμητρα’μορ. «Σ’αυτό εδώ το τετράγωνο.» Δείχνει με το δάχτυλό της.

«Σε ποιο σπίτι ακριβώς;» ρωτά η Πάολα.

«Δεν είναι τόσο μεγάλης ακρίβειας ο χάρτης. Και ούτε κι ο εντοπισμός του ανιχνευτή, μάλλον. Επιπλέον, εδώ πέρα πρέπει νάναι όλο πολυκατοικίες, Πάολα.»

*

Μες στο μεσημέρι, ενώ η Πάολα τρώει μαζί με τον Σουτούρη και τη Δήμητρα στο δωμάτιο του Σουτούρη, ο Παλιόσκυλος την καλεί στον τηλεπικοινωνιακό πομπό της.

«Ναι;»

«Πρέπει να σου μιλήσω, επειγόντως.»

«Είμαι απασχολημένη αυτή τη στιγμή.»

«Μη μου λες ανοησίες. Τη μισή μέρα κοιμάσαι, και το βράδυ–»

«Δε μπορώ να σου μιλήσω τώρα. Τι θέλεις και γκαρίζεις σαν παλιόσκυλος;»

«Μη με τσαντίζεις, Πάολα,» γρυλίζει ο Ρίβης. «Είναι θέμα της οικογένειας. Πρέπει να σου μιλήσω–»

«Όπως μίλησες στον Ζορζ; Σχεδόν απειλώντας τον; Δε γνωρίζω τίποτα για τον ραλίστα – δεν τον συνάντησα καν όταν πέρασε από εδώ – αλλά, υποθέτω, δεν θα είναι πια στην πόλη. Εσύ ακόμα δεν μας έχεις πει γιατί κρατούσες τη Βατρ–»

«Τι ξέρεις για τη γυναίκα μου;»

«Ποια γυναίκα σου;»

«Μην παριστάνεις την ιέρεια της Αρτάλης! Τι συμβαίνει με τη γυναίκα μου; Το ξέρω πως κάτι ξέρεις!»

Η Πάολα γελά. «Εσύ όμως μάλλον δεν ξέρεις τι λες!»

«Τολμάς να μου αραδιάζεις μαλακίες, κιόλας!;»

«Απορώ πού έμαθες ότι ξέρω κάτι για τη γυναίκα σου. Ποιος σ’το είπε;»

«Τι σημασία έχει; Απάντησέ μου σ’αυτό που σε ρώτησα!»

«Δεν ξέρω τίποτα για τη γυναίκα σου. Κάποιο λάθος κάνεις. Φρόντισε να μην ακούς φήμες–»

«Πάολα–»

«Δε μπορώ να μιλήσω άλλο, τώρα· είμαι απασχολημένη.»

«Πάολα–»

Η Δρομολόγος τερματίζει την τηλεπικοινωνία τους και κατεβάζει τον πομπό από το αφτί της. «Τι επίμονος άνθρωπος…» σχολιάζει, μ’αυτή την κατεργάρικη όψη πάλι στο πρόσωπό της.

«Ελπίζω,» λέει ο Σουτούρης, «να μην έρθει να σε κυνηγήσει.»

«Μη φοβάσαι,» αποκρίνεται η Πάολα, «δεν θα είμαι στο σπίτι μου αυτές τις ημέρες. Για διάφορους λόγους.»

Ο Σουτούρης την ατενίζει ερωτηματικά.

«Το αποκλείεις αυτοί που ήθελαν εσένα και τον Τασνικέφ νεκρούς να θέλουν κι εμένα; Επιπλέον, είναι και η Νιρίφα ελεύθερη…»

Ο Τυχερός μασά σκεπτικά το κρέας του, χωρίς ν’αποκριθεί.

Η Πάολα λέει: «Αναρωτιέμαι αν σχεδιάζουν να δολοφονήσουν και τον Ριχάρδο. Και τον Ναρκάμη.»

«Σκέφτεσαι να τους μιλήσεις;»

(Η Δήμητρα’μορ τούς κοιτάζει συνοφρυωμένη καθώς τρώει, μην έχοντας ιδέα ποιοι είναι ο Ριχάρδος και ο Ναρκάμης.)

«Όχι,» απαντά η Πάολα.

«Δεν είσαι σίγουρη για την αξιοπιστία τους;»

«Πώς μπορώ να είμαι, Σουτούρη; Κανένας δεν έχει προσπαθήσει να τους σκοτώσει ακόμα.»

«Είναι όμως Δρομολόγοι· σίγουρα τους ξέρεις καλύτερα από άλλους συγγενείς.»

«Το ότι είναι Δρομολόγοι δεν σημαίνει και πολλά. Κανένας δεν πρέπει να θεωρείται πλέον αξιόπιστος μέχρι να αποδειχτεί το αντίθετο… Νομίζεις ότι, παλιότερα, αν μου έλεγαν ότι ο Παλιόσκυλος θα φερόταν έτσι θα το πίστευα; Ο Παλιόσκυλος ήταν που με έβαλε στη Δυναστεία, Σουτούρη. Πιστεύω πως σ’το είπα όταν ήσουν εδώ μαζί με τον ραλίστα.»

Ο Τυχερός νεύει. «Το θυμάμαι.»

«Ανέκαθεν θεωρούσα τον Παλιόσκυλο… παλιόσκυλο. Αλλά όχι κι ότι θα έκανε τέτοια πράγματα.»

Ο Σουτούρης αισθάνεται ένα ακούσιο ρίγος να τον διατρέχει, καθώς γι’ακόμα μια φορά συνειδητοποιεί πόσο άσχημη είναι τώρα η κατάσταση. Πόσο τυφλός είναι.

*

Η Πάολα ρωτά τη Δήμητρα’μορ αν γνωρίζει το Ξόρκι Ανιχνεύσεως – αυτό που εντοπίζει ανθρώπους γνωστούς στον μάγο – αλλά εκείνη λέει πως δεν το ξέρει. Επομένως θα πρέπει να πάνε στον Μεγάλο Κήπο και να ψάξουν για τη Χασρίνα με συμβατικές μεθόδους. Το απόγευμα, φεύγουν από το Ζητούμενο και ξεκινάνε, οι τρεις τους, μέσα στο τρίκυκλο της Πάολας.

«Το επώνυμό της το ξέρεις, τουλάχιστον;» ρωτά η Δρομολόγος.

«Όχι,» αποκρίνεται η μάγισσα, καθισμένη πλάι στον Σουτούρη.

Καθώς φτάνουν στον Μεγάλο Κήπο, ο τηλεπικοινωνιακός πομπός της κουδουνίζει και, κοιτάζοντας την οθόνη του, η Δήμητρα λέει, με ανησυχία στη φωνή της: «Ο Παλιόσκυλος είναι.»

«Μίλησέ του,» της λέει η Πάολα. «Αλλά έτσι ώστε ν’ακούμε κι εμείς.»

Η Δήμητρα’μορ δέχεται την κλήση. «Μάλιστα, κύριε Παλιόσυρμε.»

«Συνεχίζεις να παρακολουθείς τον Ζορζ, Δήμητρα;»

«Μάλιστα.»

«Δεν έχεις καταγράψει κάτι άλλο…»

«Όχι.»

«Λοιπόν, άκουσέ με. Θέλω να φύγεις από εκεί και να πας να παρακολουθήσεις ένα άλλο μέλος που είναι ύποπτο. Το όνομά της είναι Πάολα Νικόφωνη, και μένει στον Παράπλευρο. Είναι, επίσης, μέλος των Δρομολόγων. Έχεις ακούσει για τους Δρομολόγους;»

«Μάλιστα, κύριε Παλιόσυρμε.»

Ο Παλιόσκυλος τής δίνει οδηγίες για το πού ακριβώς να πάει ώστε να αρχίσει να παρακολουθεί την Πάολα. «Αν δεν βρεις να νοικιάσεις εκεί κοντά, έλα και πες μου. Θα σε βοηθήσω. Λεφτά έχεις;»

«Ναι, εντάξει.»

Και σύντομα η τηλεπικοινωνία τους τερματίζεται.

Η Πάολα γελά. «Ο Παλιόσκυλος τόχει πάρει πολύ σοβαρά ότι ξέρω κάτι για τη γυναίκα του!»

«Τι θα του πω, όμως, αύριο; Τι θα του πω μεθαύριο;»

«Μην ανησυχείς· λείπω από το σπίτι μου. Δεν είμαι εκεί.»

Μετά, σταματά το τρίκυκλό της στο οικοδομικό τετράγωνο όπου η μάγισσα εντόπισε τον πομπό της Χασρίνας. Βγαίνουν από το όχημα κι αρχίζουν να ψάχνουν. Στην περιοχή, πράγματι, υπάρχουν όλο πολυκατοικίες· κοιτάζουν, οπότε, τα ονόματα στα κουδούνια. Το γεγονός ότι δεν ξέρουν το επώνυμο της γυναίκας που θέλουν αποτελεί πρόβλημα· βρίσκουν τρεις Χασρίνες. Δεν είναι και τόσο σπάνιο όνομα.

«Να την ξανακαλέσουμε στον πομπό της;» λέει ο Σουτούρης.

«Όχι,» αποκρίνεται η Πάολα. «Θα τη βάλει σε υποψίες. Επιπλέον, σκέφτομαι…» Συνοφρυώνεται.

«Τι;»

«Υπάρχει, ξέρεις, η πιθανότητα να μην ήταν στο σπίτι της όταν την καλέσαμε.»

«Ναι, πράγματι, υπάρχει αυτή η πιθανότητα.»

Οι σκιές έχουν πληθύνει γύρω τους. Σουρουπώνει σιγά-σιγά. Το φως είναι κοκκινωπό ανάμεσα κι επάνω στις πολυκατοικίες.

«Κοίτα να δεις,» λέει η Πάολα, «που τσάμπα το αγόρασα το καταραμένο μηχάνημα!»

«Μπορεί να χρειαστεί σε κάτι άλλο,» υποθέτει η Δήμητρα’μορ.

«Σ’αρέσει το καινούργιο σου παιχνίδι, ε;»

Η μάγισσα δεν απαντά.

Καθώς βαδίζουν, η Πάολα λέει: «Μόνο ένας τρόπος μού φαίνεται τώρα να υπάρχει για να τη βρούμε. Να την καλέσεις και να της ζητήσεις να σε συναντήσει.»

«Μα, τότε…» κάνει η Δήμητρα’μορ. «Τότε, όλη η προκάλυψη… Αν δουν ότι σας συναναστρέφομαι…»

«Ναι, δεν θα μπορούμε πια να κοροϊδέψουμε τον Παλιόσκυλο με τη βοήθειά σου. Ίσως όμως νάναι σημαντικότερο να πιάσουμε τη Χασρίνα. Ίσως να ξέρει ποιοι άλλοι είναι με τους εχθρούς μας.» Και κοιτάζει τον Σουτούρη ερωτηματικά.

«Συμφωνώ,» λέει εκείνος. «Ήρθα εδώ για να δράσουμε, όχι για να περιμένουμε. Βασικά, όσο περιμένουμε τόσο το πράγμα χειροτερεύει· είμαι βέβαιος.»

Η Πάολα νεύει. «Κι εγώ.» Και προς τη Δήμητρα: «Κάλεσέ την.»

Η μάγισσα ξεροκαταπίνει. Φοβάται. «Κι αν…» ψελλίζει.

«Τέρμα οι υποθέσεις. Κάλεσέ την και πες της να σε συναντήσει…» Η Πάολα είναι σκεπτική. Πού συμφέρει να συναντήσουν τη Χασρίνα τώρα; Φυσικά! Πού άλλου; «Να σε συναντήσει μέσα στον Μεγάλο Κήπο, σε δυο ώρες – για νάχει νυχτώσει για τα καλά. Στο βόρειο τμήμα του Κήπου, κοντά στα κλουβιά με τα θηρία. Κοντά στο κλουβί με τον μεγάλο ανεμοβούβαλο.»

Η Δήμητρα’μορ είναι νευρική, τσιτωμένη, αλλά υπακούει. Ανοίγει τον πομπό της και καλεί τη Χασρίνα.

«Ναι;» ακούγεται η φωνή της Χασρίνας από το μεγάφωνο, καθώς οι τρεις τους έχουν σταματήσει σ’έναν μικρό δρόμο, ανάμεσα σε δύο ψηλές πολυκατοικίες με μικρές αυλές.

«Εγώ είμαι, Χασρίνα, η Δήμητρα’μορ.»

«Τι κάνεις, Δήμητρα· όλα εντάξει;»

«Πρέπει να σου μιλήσω.»

«Ακούγεσαι ανήσυχη. Τι συμβαίνει;»

«Θα σου εξηγήσω. Αλλά πρέπει να σε δω απόψε. Μπορείς σε δύο ώρες;»

«Πού θέλεις να συναντηθούμε;»

«Μέσα στον Μεγάλο Κήπο, μπροστά στο κλουβί του μεγάλου ανεμοβούβαλου. Ξέρεις ποιο λέω;»

«Ναι. Είσαι κοντά στον Μεγάλο Κήπο τώρα;»

«Γιατί ρωτάς;»

«Γιατί μπορούμε να συναντηθούμε πιο νωρίς, αν θέλεις.»

«Όχι,» λέει η Δήμητρα. «Σε δύο ώρες.»

«Εντάξει. Σε δύο ώρες θα είμαι εκεί. Σίγουρα δεν θες να μου πεις τίποτα προτού έρθω;»

«Θα σου εξηγήσω από κοντά.»

«Καλώς. Θα τα πούμε.»

Η επικοινωνία τερματίζεται.

Η Δήμητρα’μορ παίρνει μια βαθιά ανάσα. «Έγινε.»

«Δεν ήταν και τόσο δύσκολο, ήταν;» λέει η Πάολα. Και ρωτά: «Αν μας επιτεθεί, νομίζεις ότι μπορούμε να την τακτοποιήσουμε οι τρεις μας;»

«…Υποθέτω,» κομπιάζει η Δήμητρα’μορ. «Δεν… δεν την έχω δει να πολεμά, αλλά δε νομίζω νάναι τόσο… Έχετε όπλα μαζί σας, δεν έχετε;» Ρητορική ερώτηση· το ξέρει πως έχουν. Εκείνη μόνο δεν έχει· δεν της το επέτρεψαν, για λόγους ασφαλείας.

Η Πάολα κοιτάζει τον Σουτούρη ερωτηματικά.

«Τι;» λέει εκείνος.

«Να φέρω δυο, τρεις Δρομολόγους μαζί μας ή όχι; Τι λες;»

«Δε θα ήταν υπερβολή;»

«Μάλλον,» συμφωνεί η Πάολα, και βαδίζουν προς τα εκεί όπου έχει αφήσει το τρίκυκλό της.

*

Τα σκοτάδια είναι πυκνά μέσα στον Μεγάλο Κήπο. Μόνο μια ενεργειακή λάμπα είναι αναμμένη μπροστά στο κλουβί του μεγάλου ανεμοβούβαλου, κι αυτή όχι και πολύ δυνατή. Η Δήμητρα’μορ στέκεται κοντά της, ενώ η Πάολα και ο Σουτούρης βρίσκονται κρυμμένοι στη βλάστηση. Ο ανεμοβούβαλος φαίνεται να κοιμάται πίσω από τα κάγκελα: ένα γιγαντόσωμο θηρίο με χοντρό λαιμό, μυώδες σώμα, και πελώρια κέρατα επάνω σε κεφάλι που είναι αρκετά δυνατό για να τα σηκώνει με άνεση. Τα μάτια του είναι κλειστά, η αναπνοή του ακούγεται έντονη αλλά ρυθμική, μαζί με ξαφνικούς ρόγχους.

Η Πάολα ψιθυρίζει στ’αφτί του Σουτούρη: «Έχει καθυστερήσει.»

«Ναι.»

«Λες να κατάλαβε;»

Ο Σουτούρης δεν μιλά, αλλά είναι ανήσυχος. Και παρατηρεί πως και η Δήμητρα’μορ είναι ανήσυχη. Κάθε λίγο κοιτάζει το ρολόι της, κι ενώ στην αρχή στεκόταν ακίνητη, τώρα βηματίζει νευρικά. Σταυρώνει και ξεσταυρώνει τα χέρια της μπροστά της. Αγγίζει τη ζώνη της.

Ο Σουτούρης τραβά το πιστόλι του, για να το έχει σε ετοιμότητα, ρυθμισμένο στην αναισθητοποίηση. Είναι διπλής χρήσης.

Η Πάολα, παρότι δεν μπορεί να διακρίνει τις κινήσεις του μες στο σκοτάδι, τις αισθάνεται καθώς βρίσκεται δίπλα του, και βγάζει κι εκείνη το δικό της πιστόλι, που δεν είναι διπλής χρήσης αλλά μόνο πυροβόλο.

Βήματα ακούγονται, τελικά, επάνω στο λιθόστρωτο μονοπάτι. Πλησιάζουν… πλησιάζουν… Μια σκιερή μορφή διακρίνεται.

Η Δήμητρα’μορ στέκει τώρα ακίνητη, τσιτωμένη, με σμιγμένα χείλη.

Μια άλλη γυναίκα έρχεται στο φως της λάμπας, πρασινόδερμη, μελαχρινή, σαραντάρα σίγουρα. Η Χασρίνα. Η μάγισσα την έχει περιγράψει στην Πάολα και στον Σουτούρη, και οι δυο τους κρίνουν πως δε μπορεί να είναι άλλη από αυτήν. Οι άνθρωποι με πράσινο δέρμα δεν είναι και τόσοι πολλοί στη Σεργήλη, άλλωστε.

«Χασρίνα,» λέει η Δήμητρα’μορ, σαν να θέλει να επιβεβαιώσει ποια συναντά.

«Τι συμβαίνει, Δήμητρα; Μ’έχεις ανησυχήσει.»

Η Πάολα και ο Σουτούρης παρατηρούν ότι το χέρι της Χασρίνας πηγαίνει μέσα στην ελαφριά κάπα της – προς κάποιο όπλο, πιθανώς.

«Τώρα!» ψιθυρίζει έντονα η Πάολα, και μαζί με τον Τυχερό βγαίνουν απ’την κρυψώνα τους υψώνοντας τα πιστόλια.

«Ακίνητη!» λέει η Δρομολόγος στη Χασρίνα.

Εκείνη κάνει ένα βήμα όπισθεν, αν και η Πάολα κρίνει πως δεν μοιάζει τόσο ξαφνιασμένη. Όχι όσο θα έπρεπε, ίσως. Εκτός αν είναι συνηθισμένη σε τέτοιες δυσάρεστες εκπλήξεις… «Τι…; Ποιοι είστε;»

«Της οικογένειας είμαστε,» την πληροφορεί ο Σουτούρης.

«Και τι θέλετε;» ρωτά σταθερά η Χασρίνα, χωρίς να απομακρύνει το χέρι της από το εσωτερικό της κάπας της. «Γιατί με σημαδεύετε;»

«Γιατί γνωρίζουμε ότι δουλεύεις για τον Παλιόσκυλο,» απαντά η Πάολα.

«Και λοιπόν; Της οικογένειας δεν είναι κι αυτός;»

«Μέχρι στιγμής…»

«Εσένα σε αναγνωρίζω,» της λέει η Χασρίνα. «Αλλά εσένα,» λέει στον Σουτούρη, «όχι.»

«Με αναγνωρίζεις;» απορεί η Πάολα. «Παράξενο· δεν έχουμε ξανασυναντηθεί.»

«Σ’έχω δει, όμως.»

«Πού;»

«Έχει σημασία; Γιατί με σημαδεύετε; Γιατί μου στήσατε ενέδρα; Κι εσύ…» Στρέφει το βλέμμα της στη Δήμητρα.

Εκείνη οπισθοχωρεί, πάει να σταθεί πλάι στην Πάολα.

«Ο Παλιόσκυλος έχει βάλει στόχο διάφορα μέλη της Δυναστείας,» λέει η Δρομολόγος. «Και ξέρουμε ότι είσαι συνεννοημένη μαζί του. Θέλουμε να μας πεις ποιοι άλλοι είναι συνεννοημένοι.»

Ο Σουτούρης αισθάνεται τότε κάτι να κεντρίζει το μυαλό του, να τραβά την προσοχή του προς το πλάι – η μαγεία του, πιθανώς, η τύχη του – και, με την άκρια του δεξιού του ματιού, βλέπει μια γυαλάδα μέσα από τη βλάστηση. Μια κάννη!

«Πάολα!» φωνάζει, καθώς τινάζεται επάνω της, ρίχνοντάς την στο έδαφος–

Μια έντονη λάμψη, μαζί με τρίξιμο–

Η ενεργειακή ριπή χτυπά τα κάγκελα του κλουβιού, δονώντας τα, φωτίζοντας στιγμιαία τη νύχτα, και ο ανεμοβούβαλος ξυπνά. Ορθώνεται, μουγκρίζοντας.

«Χωροφυλακή!» φωνάζει κάποιος, κρυμμένος στα σκοτάδια. «ΑΚΙΝΗΤΟΙ!»

Ο Παλιόσκυλος! σκέφτεται η Πάολα, αναγνωρίζοντας αμέσως τη φωνή.

Ο Σουτούρης δεν αναγνωρίζει τη φωνή, αλλά δεν τον ενδιαφέρει ποιος είναι· στρέφοντας το πιστόλι του πατά τη σκανδάλη, εξαπολύοντας κι εκείνος μια ενεργειακή ριπή. Και αστοχώντας. Χτυπώντας τον κορμό του δέντρου πίσω απ’τον οποίο βρίσκεται ο εχθρός.

Η Χασρίνα τραβά ένα πιστόλι μέσα από την κάπα της, ενώ ο Παλιόσυρμος γκαρίζει: «Παραδώσου, Πάολα! Έχω τον Κήπο περικυκλωμένο!»

Η Δήμητρα’μορ εφορμά, κλοτσώντας. Το πόδι της βρίσκει τη Χασρίνα στο διάφραγμα, κάνοντάς τη να διπλωθεί προτού προλάβει να χρησιμοποιήσει το όπλο της.

Η Πάολα πυροβολεί προς τη μεριά του Ρίβη, καθώς σηκώνεται στο ένα γόνατο, κραυγάζοντας: «ΠΡΟΔΟΤΗ!» Οι σφαίρες της τινάζουν φλοίδες απ’τον κορμό του δέντρου.

«Πάμε!» φωνάζει ο Σουτούρης, ενώ τινάζεται όρθιος και τρέχει προς τα σκοτάδια.

Η Δήμητρα γρονθοκοπεί τη διπλωμένη Χασρίνα στο κεφάλι, της αρπάζει το πιστόλι απ’το χέρι, κι ακολουθεί αμέσως τον Τυχερό. Η Πάολα τον ακολουθεί ενώ ακόμα πυροβολεί προς τη μεριά του Παλιόσυρμου. Μετά, οι σφαίρες της τελειώνουν· και καθώς οι τρεις τους τρέχουν μέσα στον Μεγάλο Κήπο, ο Ρίβης γκαρίζει πίσω τους: «ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΗ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ ΤΗΣ ΝΙΡΒΕΚ! ΟΙ ΔΡΟΜΟΛΟΓΟΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΕ ΣΩΣΟΥΝ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ, ΠΑΟΛΑ!» Και πυροβολισμοί αντηχούν, όχι ενεργειακές ριπές τώρα.

«Πώς… πώς θα φύγουμε;» κάνει η Δήμητρα’μορ, αγκομαχώντας. «Έχει κυκλώσει τον Κήπο!»

«Μαλακίες του Παλιόσκυλου,» γρυλίζει η Πάολα. «Μόνος του είναι ο μαλάκας. Για να μας φρικάρει το είπε. Ελάτε από δω. Δεν πρόκειται να μας βρει.»

Η Δρομολόγος γνωρίζει, φυσικά, άριστα όλα τα μονοπάτια του Μεγάλου Κήπου της Νίρβεκ. Αποφεύγοντας τα μέρη όπου ξέρει ότι περιφέρονται νυχτοφύλακες, οδηγεί τον Σουτούρη και τη μάγισσα μπροστά σε πέτρινα σκαλοπάτια κι αρχίζει να τα κατεβαίνει ενώ εκείνοι την ακολουθούν.

«Πηγαίνουμε στη νότια μεριά του Κήπου;» ρωτά ο Τυχερός.

«Ναι.» Φτάνοντας στο πέρας της σκάλας, τρέχουν μέσα στο υπόγειο πέρασμα με τις μακρόστενες ενεργειακές λάμπες που περνά κάτω από τη Λεωφόρο Σπάθης ενώνοντας τα δύο τμήματα του Μεγάλου Κήπου. Εκτός από αυτούς, ένα ζευγάρι διασχίζει τώρα το πέρασμα (χωρίς να τρέχει, φυσικά) και τους κοιτάζει με περιέργεια και κάποιο φόβο, ίσως.

Η Πάολα, ο Σουτούρης, και η Δήμητρα’μορ βγαίνουν στην άλλη μεριά του Μεγάλου Κήπου ανεβαίνοντας σκάλες ξανά. «Υπάρχει έξοδος από εδώ;» ρωτά ο δεύτερος.

«Μη φοβάσαι,» αποκρίνεται η Πάολα. Κι οι τρεις τους είναι λαχανιασμένοι από το τρέξιμο, και ιδρωμένοι. Ο Σουτούρης κοίταζε πίσω τους κάθε τόσο, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει δει τον Παλιόσκυλο να έρχεται – δεν έχει δει κανέναν να έρχεται. Τους έχασε; Ή μήπως…;

«Ίσως να μας περιμένει στην είσοδο,» λέει στην Πάολα. «Στη Λεωφόρο Σπάθης.»

«Ναι. Αλλά μην ανησυχείς.»

Η Δρομολόγος τούς οδηγεί μέσα από σκοτάδια και βλάστηση· γνωρίζει τον Μεγάλο Κήπο τόσο καλά που μπορεί να πλοηγηθεί εδώ σχεδόν χωρίς να βλέπει. Φτάνουν σύντομα σ’ένα σημείο όπου τα εξωτερικά κάγκελα είναι λιγάκι λυγισμένα. «Από εδώ,» τους λέει. «Κανένας μας δεν είναι χοντρός, άρα χωράμε.» Και περνά πρώτη. Αναγκάζεται να τριφτεί πάνω στα σίδερα αλλά δεν δυσκολεύεται.

Ο Σουτούρης και η Δήμητρα’μορ έρχονται πίσω της, πρώτα η μάγισσα μετά ο τζογαδόρος. Δεν είναι στη Λεωφόρο Σπάθης, τώρα, αλλά σ’έναν άλλο δρόμο πλάι στη νότια μεριά του Μεγάλου Κήπου.

«Κάπου εδώ γύρω δεν άφησες το όχημά σου;» ρωτά ο Σουτούρης.

«Ναι,» λέει η Πάολα.

«Το υποπτευόσουν ότι…;»

«Καλό είναι να παίρνεις πάντα τα μέτρα σου.»

Πλησιάζουν με επιφύλαξη το τρίκυκλο όχημα και διαπιστώνουν ότι κανένας δεν το παρακολουθεί. Επιβιβάζονται και φεύγουν, με την Πάολα στο τιμόνι.

«Πού πάμε τώρα;» τη ρωτά ο Σουτούρης.

«Όχι στο σπίτι μου, πάντως.»

ΤΟ ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ ΣΤΙΣ ΨΗΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ

Χτες, διανυκτερεύσαμε στη Θακέρκοβ, όπως αρχικά σχεδίαζα. Θα μπορούσα να είχα κάνει το ηχομορφικό όχημα να τρέξει και πιο γρήγορα. Θα μπορούσα – αν πραγματικά ήθελα – να είχα φτάσει στην Άντχορκ από χτες το βράδυ. Αν πήγαινα με διακόσια χιλιόμετρα την ώρα. Το όχημα είναι αγωνιστικό και γρήγορο, φτιαγμένο για ράλι· δεν υπάρχει αμφιβολία για τις επιδόσεις του. Αλλά δεν το έκρινα απαραίτητο να βάλω τον εαυτό μου και τον Ύαν σε κίνδυνο. Διότι πάντα είναι επικίνδυνο να τρέχεις με τέτοια ταχύτητα για τόσες πολλές ώρες, ειδικά σε μέρη που δεν είναι για ράλι, που κανένας δεν ξέρει ότι έρχεσαι τρέχοντας σαν τρελός. Επομένως, έτρεχα μόνο με εκατό χιλιόμετρα την ώρα, κατά μέσο όρο.

Σήμερα, ταξιδεύοντας βόρεια της Θακέρκοβ, έχουμε φτάσει στο πανδοχείο Τροφή για τους Τροχούς, εκεί όπου η δημοσιά διχαλώνει, και το μεσημέρι δεν είναι μακριά.

«Θα σταματήσουμε εδώ;» με ρωτά ο Ύαν.

«Όχι,» αποκρίνομαι και στρίβω δυτικά, ακολουθώντας τη λιθόστρωτη δημοσιά και αυξάνοντας ταχύτητα. Ο δείκτης τινάζεται από τα 100 χλμ/ώρα στα 135 χλμ/ώρα, στα 150 χλμ/ώρα.

«Τι στα κωλομέρια της Λόρκης κάνεις, γαμημένε Ραλίστα;»

«Θέλω να είμαστε στην Άντχορκ ώς το μεσημέρι.»

180 χλμ/ώρα.

«Πόση ταχύτητα μπορεί ν’αναπτύξει αυτό το όχημα της Λόρκης;» ρωτά ο Ύαν.

«Τετρακόσια χιλιόμετρα την ώρα, σύμφωνα με το εγχειρίδιο.»

«Ελπίζω να μη σκοπεύεις να τα πιάσεις εδώ, πάνω στην κεντρική δημοσιά προς Άντχορκ!»

Γελάω καθώς προσπερνάω ένα τετράκυκλο φορτηγό, ένα μεγάλο τρίκυκλο, και δύο δίκυκλα. «Δε νομίζω να χρειαστεί.»

200 χλμ/ώρα.

«Άμα συνεχίσεις έτσι, μπορεί να μη με δει τελικά η γυναίκα μου,» μουγκρίζει ο Ύαν.

«Ποια γυναίκα σου;» Δε μου είχε πει ποτέ παλιότερα για γυναίκα· κι όπως μιλά τώρα, είναι σαν να υπονοεί τη σύζυγό του, όχι καμια τυχαία γκόμενα ή πόρνη της Άντχορκ.

«Είμαι παντρεμένος στην Άντχορκ.»

Γελάω. «Εσύ; Παντρεμένος;»

«Είπα κάτι αστείο;»

«Σίγουρα δεν με δουλεύεις;»

«Έχω και δύο παιδιά.»

«Σίγουρα με δουλεύεις!» λέω γυρίζοντας να τον κοιτάξω.

«Κοίτα μπροστά!» με προτρέπει.

Στρέφω πάλι το βλέμμα μου στον δρόμο, γιατί δεν έχω κόψει ταχύτητα. «Δε μου είχες πει ποτέ τίποτα… Ούτε είχα ακούσει από κανέναν άλλο τίποτα…»

«Δεν το λέω στον καθένα.»

«Κρυφό το έχεις;»

«Η δουλειά μου είναι επικίνδυνη, Ραλίστα. Δε θέλω ο καθένας να ξέρει πού είναι η οικογένειά μου· μπορεί να πάνε και να τη χτυπήσουν για λόγους εκδίκησης, ή για κάποιο άλλο λόγο. Να, δες τώρα τι συμβαίνει μέσα στη Δυναστεία. Ανησυχώ για τη γυναίκα μου, ξέρεις.»

«Αν κανένας δεν γνωρίζει γι’αυτήν, δεν έχεις λόγο ν’ανησυχείς,» του λέω.

«Ναι,» αποκρίνεται ο Ύαν, «αυτό προσπαθώ να πείσω κι εγώ τον εαυτό μου. Υπάρχουν, όμως, κι ελάχιστοι που ξέρουν, Ραλίστα…»

Κουνάω το κεφάλι, γελώντας.

«Αν δεν οδηγούσες, γαμημένε Ραλίστα, το σαγόνι σου θα είχε γνωρίσει τη γροθιά μου τώρα! Πού βλέπεις το αστείο;»

«Δε μπορώ να σε φανταστώ παντρεμένο και με παιδιά. Μου είναι αδύνατο!» Ο Ύαν σκοτώνει ανθρώπους σαν κοτόπουλα όταν χρειάζεται. Πώς μπορείς να τον φανταστείς μπαμπά; «Η οικογένειά σου, αλήθεια, σε βλέπει ποτέ;» τον ρωτάω. «Μέχρι στιγμής, σ’έχω συναντήσει στη Θακέρκοβ, σ’έχω συναντήσει στην Ύγκρας, σ’έχω συναντήσει στη Χαρπόβη… αλλά όχι στην Άντχορκ.»

«Περίμενες να σου λέω πότε επισκέπτομαι την οικογένειά μου;» αποκρίνεται ο Ύαν. «Την επισκέπτομαι όταν μπορώ. Και τους στέλνω χρήματα ακόμα πιο συχνά.»

«Τα παιδιά σου είναι μεγάλα;» τον ρωτάω μετά από λίγο.

«Το ένα είναι εφτά χρονών, το άλλο έξι.»

«Η γυναίκα σου τι επαγγέλλεται; Σκοτώνει ανθρώπους κι αυτή; Είναι της Δυναστείας;»

«Δεν είναι της Δυναστείας – δεν ξέρει καν για τη Δυναστεία – και δεν σκοτώνει ανθρώπους.»

«Το ξέρει ότι σκοτώνεις ανθρώπους;»

«Φυσικά και ξέρει πως είμαι μισθοφόρος. Δε σκοτώνω ανθρώπους όταν δεν είναι απαραίτητο, Ραλίστα!»

Σχετικά είναι τα πάντα σ’αυτό τον κόσμο…

«Ποιήτρια είναι,» μου λέει, μετά.

«Ποιήτρια; Απ’ αυτές που γράφουν ποιήματα;»

«Δεν ξέρω αν υπάρχουν και τίποτ’ άλλες που δεν γράφουν ποιήματα.»

Θα τρελαθούμε τελείως, γι’ακόμα μια φορά. Η Σιδηρά Δυναστεία ποτέ δεν παύει να με εκπλήσσει…

Δεν έχω άλλες ερωτήσεις να κάνω στον Ύαν, και ούτε εκείνος είναι ομιλητικός, έτσι συνεχίζω να οδηγώ χωρίς να κουβεντιάζουμε. Και, όπως υπολόγιζα, ώς το μεσημέρι φτάνουμε στην Άντχορκ. Εκεί, βέβαια, κόβω ταχύτητα για να μη με σταματήσουν οι αρχές της πόλης. Μπαίνω στους δρόμους, ανάμεσα από τις ψηλές πολυκατοικίες, κινούμενος όπως και τα υπόλοιπα οχήματα που δεν είναι αγωνιστικά.

«Λοιπόν,» λέω. «Πηγαίνουμε να βρούμε τον Λαοκράτη, έτσι;» Είναι ο πιο κεντρικός σύνδεσμος που ξέρω στην Άντχορκ.

«Ναι.» Ο Ύαν οπλίζει ένα από τα πιστόλια του.

«Ο Ξενοκράτης το θεωρεί απίθανο να μας έχει προδώσει.»

«Κι εγώ· αλλά καλύτερα να προσέχουμε, δε νομίζεις;»

Η Κλεισμένη νιαουρίζει πίσω μας. Πιο πριν ήταν συνέχεια σιωπηλή· ίσως να είχε τρομάξει από την ταχύτητα. Αναρωτιέμαι αν έχει καταλάβει ότι είμαστε στην πατρίδα της.

Δεν είναι η πρώτη φορά που επισκέπτομαι την Άντχορκ· την ξέρω αρκετά καλά πλέον. Διασχίζω τη συνοικία που ονομάζεται Ιερουργός και μπαίνω στον Πλάνητα. Τον διασχίζω κι αυτόν, και σ’ένα σημείο του περνάω από μια γέφυρα πάνω από τις σιδηροδρομικές γραμμές του υπεραστικού τρένου. Φτάνω στον Ξανθό όπου βρίσκεται και ο προορισμός μας: το μπαρ Ψηλές Νύχτες, του Λαοκράτη Άλθαρνεφ. Λειτουργεί μόνο το βράδυ, αλλά για συγγενείς είναι πάντα ανοιχτό.

«Τον ξέρεις τον Λαοκράτη, έτσι;» ρωτάω τον Ύαν. «Τον έχεις ξανασυναντήσει.»

«Φυσικά και τον έχω ξανασυναντήσει,» αποκρίνεται ο μαυρόδερμος δαιμονομάτης. «Πολλές φορές.»

Όταν φτάνουμε μπροστά στο μπαρ, σταματάω το όχημά μας αντίκρυ της εισόδου του. Η φωτεινή πινακίδα που γράφει ΨΗΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ είναι σβηστή τώρα, αλλά τα γράμματα επάνω της διακρίνονται άνετα.

«Μην έρθεις άοπλος, Ραλίστα,» με προειδοποιεί ο Ύαν.

Οπλίζω το πιστόλι μου και το κρύβω μέσα στην καπαρντίνα μου. Ύστερα βγαίνουμε από το ηχομορφικό όχημα, και η Κλεισμένη μάς ακολουθεί. Πλησιάζουμε την κλειστή πόρτα του μπαρ και χτυπάω συνθηματικά.

Καθώς η πόρτα ανοίγει περίμενα να δω την όψη της Κληματένιας, της κόρης του Λαοκράτη, αλλά αντί γι’αυτήν βλέπω μια άλλη, άγνωστη γυναίκα, γαλανόδερμη και κοκκινομάλλα. «Τι θέλετε;» ρωτά. «Το μπαρ είναι κλειστό τα πρωινά.»

«Ναι,» λέω, «αλλά ήρθαμε να μιλήσουμε στον κύριο Άλθαρνεφ.» Και ρίχνω ένα λοξό βλέμμα στον Ύαν για να δω μήπως εκείνος αναγνωρίζει αυτή τη γυναίκα· ο μισθοφόρος, όμως, δεν δίνει κανένα τέτοιο σημάδι.

«Τον κύριο Άλθαρνεφ…» λέει η γαλανόδερμη κοκκινομάλλα, που είναι ντυμένη μ’ένα κοντό μαύρο φόρεμα το οποίο αποκαλύπτει μακριά, καμπυλωτά πόδια. «Είστε μήπως… της οικογένειας;»

Για να ξέρει για την «οικογένεια» πρέπει να είναι μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία, όμως αυτό δεν σημαίνει τίποτα πλέον· μπορεί νάναι εχθρός μας. Αν δώσω αρνητική απάντηση, ωστόσο, σίγουρα δεν θα μας αφήσει να μπούμε.

«Ναι,» αποκρίνομαι.

Η άγνωστη χαμογελά. «Περάστε,» μας προσκαλεί βαδίζοντας στο εσωτερικό του μπαρ με θελκτικό τρόπο που τραβά το βλέμμα.

Την ακολουθούμε με επιφύλαξη, κι όταν πάω να κλείσω την πόρτα πίσω μας ο Ύαν με αποτρέπει. Θέλει νάχει μια έξοδο διαφυγής έτοιμη. Φοβάται ότι ίσως να πρόκειται για παγίδα;

Γιατί όχι;

Μέσα στο μπαρ, τέσσερις ύποπτες φυσιογνωμίες στρέφονται προς το μέρος μας: τρεις άντρες και μία γυναίκα. Κανένας άλλος δεν είναι εδώ· το μέρος είναι ήσυχο, ερημικό. Η Κληματένια δεν φαίνεται πουθενά. Ούτε κανένας άλλος άνθρωπος που αναγνωρίζω.

«Οι κύριοι,» λέει η γαλανόδερμη κοκκινομάλλα, «θέλουν τον κύριο Άλθαρνεφ. Είναι της οικογένειας.»

«Εσείς ποιοι είστε;» λέω, ενώ το χέρι μου πηγαίνει μέσα στην καπαρντίνα μου. Και τότε αναγνωρίζω τον έναν από τους άντρες! Έναν γκριζομάλλη, λευκόδερμο τύπο, μεγαλύτερο από εμένα. Ήταν μαζί με τον Ψηλό Αλλάνδρη, τον αρχηγό της συμμορίας Σεβαστοί Πορτιέρηδες!

Και μάλλον δεν τον αναγνώρισα μόνο εγώ, γιατί λέει, ατενίζοντάς με: «Εσύ…» Συγχρόνως, όλοι τους τραβάνε όπλα, κι ένας άλλος προστάζει: «Ακίνητοι κι οι δυο σας!»

Αλλά ο Ύαν έχει τραβήξει τα δικά του όπλα πρώτος: δύο πιστόλια, που αρχίζουν αμέσως να πυροβολούν ημικυκλικά, ολόγυρά μας, χωρίς να στοχεύουν κανέναν συγκεκριμένα. Οι εχθροί μας πέφτουν να καλυφτούν πίσω από τραπέζια και καρέκλες· η γαλανόδερμη κοκκινομάλλα πηδά πάνω απ’τον πάγκο του μπαρ για να βρεθεί από την άλλη μεριά του.

Όταν έχω κι εγώ τραβήξει το πιστόλι μου, είναι πια ανούσιο. Ο Ύαν μού φωνάζει «Έλα!» ενώ υποχωρεί προς την πόρτα που έχει αφήσει ανοιχτή. Τον ακολουθώ χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, πυροβολώντας πίσω μου.

Η Κλεισμένη έχει πεταχτεί έξω πριν από εμάς.

Τρέχουμε στο ηχομορφικό όχημα και μπαίνουμε.

«Ο Άλθαρνεφ είναι νεκρός, γαμώ τα κωλομέρια της Λόρκης!» γρυλίζει ο Ύαν.

«Ίσως,» λέω ενώ ενεργοποιώ τη μηχανή.

Από το παράθυρο του μπαρ κι από την πόρτα του οι εχθροί μάς αρχίζουν να μας πυροβολούν, αλλά οι σφαίρες τους εξοστρακίζονται σαν ενοχλητικές μύγες επάνω στα μέταλλα και στα κρύσταλλα του ηχομορφικού οχήματος.

«Αισθάνομαι τον πειρασμό να μπω μέσα με το όχημα και να τους λιώσω,» λέω στον Ύαν, περιμένοντας ν’ακούσω τη γνώμη του.

«Μπορεί και να μην είναι άσχημη ιδέα.»

Το χέρι μου πηγαίνει προς τον διακόπτη που μεταμορφώνει το όχημα σε ήχο, αλλά προτού τον κατεβάσω ένα φορτηγό έρχεται αντίκρυ μας και σταματά, κλείνοντάς μας τον δρόμο από τη μια μεριά. Κοιτάζω πίσω, από τον καθρέφτη, και βλέπω άλλο ένα φορτηγό να σταματά από την άλλη μεριά.

«Τους γαμιόληδες!» λέω. «Ολόκληρη η γαμημένη συμμορία των Πορτιέρηδων πρέπει νάναι εδώ.»

«Τι εννοείς;»

«Θα επιστρέψουμε άλλη φορά.» Κατεβάζω τον διακόπτη μετατρέποντας το όχημά μας σε ήχο.

Ακούω ξαφνιασμένες φωνές από το μπαρ, καθώς οι εχθροί μας μας βλέπουν να εξαφανιζόμαστε.

Πατάω το πετάλι και φεύγουμε, περνώντας μέσα από το φορτηγό μπροστά μας σαν να μην υπάρχει. Φαίνεται ημιυλικό, όπως μια οπτασία, όπως ένα ολόγραμμα.

Γελάω. «Ο Ψηλός Αλλάνδρης θα τα παίξει όταν τ’ακούσει αυτό!»

«Ο Ψηλός Αλλάνδρης; Τι σχέση έχει ο Ψηλός Αλλάνδρης, Ραλίστα; Τους γνώριζες αυτούς εκεί μέσα;»

«Τον έναν τον αναγνώρισα,» του λέω καθώς συνεχίζω να οδηγώ μέσα στην πόλη, σε μορφή ήχου. Τα άλλα οχήματα που συναντώ στον δρόμο μου δεν μπορούν να μου σταθούν εμπόδιο. Ούτε καν τα περισσότερα οικοδομήματα μπορούν να μου σταθούν εμπόδιο· απλώς, επειδή η μοριακή πυκνότητα των τοίχων τους είναι μεγαλύτερη, μειώνουν την ταχύτητά μου.

«Ποιον;»

«Εκείνον τον γκριζομάλλη με το λευκό δέρμα. Κι αυτός μ’αναγνώρισε, είμαι σίγουρος. Ήταν μαζί με τον Ψηλό Αλλάνδρη, όταν είχαμε πάει να του μιλήσουμε – εγώ, ο Κριτόλαος, και η Σαμάνθα – για την υπόθεση του Σαρντάνη Βίνρασκιφ. Τον σκότωσε, τελικά, τον Σαρντάνη, το κάθαρμα. Τον ήξερες τον Σαρντάνη; Ήταν ειδικός ερευνητής–»

«Τον είχα ακουστά. Γιατί όμως να τον θέλει ο Ψηλός Αλλάνδρης νεκρό;»

«Είχαν προσωπικές διαφορές. Τέλος πάντων, ήταν μπλεγμένη ιστορία.» Πλησιάζω τον ποταμό Σέρντιληθ και τρέχω καταπάνω του.

Ο Ύαν αναφωνεί: «Πού πας;»

«Δε βουλιάζουμε.» Το ηχομορφικό όχημα τρέχει κανονικότατα πάνω στο νερό όταν έχει μορφή ήχου. «Το έχεις ξεχάσει;»

«Σωστά…»

Καθώς διασχίζουμε τον ποταμό, λέω στον μισθοφόρο: «Όταν ο Ψηλός Αλλάνδρης σκότωσε τον Σαρντάνη μέσα στο μπαρ Κακές Κυράδες, τον πυροβόλησα–»

«Γι’αυτό είπες στον Ξενοκράτη ότι έχεις κάτι διαφορές με τον Ψηλό Αλλάνδρη στην Άντχορκ;»

«Ναι, και ο Ξενοκράτης, όπως άκουσες, το γνώριζε.»

«Είπε όμως ότι, λόγω της κατάστασης, η φιλονικία σου με τον Αλλάνδρη θα βρισκόταν σε δεύτερη μοίρα–»

«Δεδομένου ότι ο Αλλάνδρης είναι με το μέρος μας.» Βγαίνουμε στην αντικρινή όχθη του ποταμού, όπου η Άντχορκ, φυσικά, συνεχίζει να απλώνεται. «Αλλά δε νομίζω ότι είναι με το μέρος μας, Ύαν.»

«Ναι, η προδοσία του είναι έκδηλη…» λέει ο μισθοφόρος σκεπτικά. «Είχαν στήσει καρτέρι για όποιο μέλος της Δυναστείας ερχόταν στις Ψηλές Νύχτες. Αναρωτιέμαι σε ποιον ν’ανήκει το μπαρ τώρα…»

«Στον Ψηλό Αλλάνδρη, μάλλον. Βρήκε μαγαζί που ταιριάζει με το παρωνύμιό του, το κάθαρμα.»

Σταματάω το όχημά μας σ’ένα σοκάκι και του δίνω ξανά υλική μορφή. Ένας άστεγος που είναι κουλουριασμένος εκεί κοντά πετάγεται πάνω και φεύγει τρέχοντας, κατατρομαγμένος που ένα τετράκυκλο εμφανίστηκε από το πουθενά. Δε μπορώ παρά να χαμογελάσω. Μετά βλέπω πως η ενέργειά μας έχει πέσει στο 27% και το χαμόγελό μου σβήνει. Πρέπει ν’αλλάξουμε φιάλες, σύντομα. Και δεν έχουμε άλλες μαζί μας. Στους ενεργειακούς σταθμούς που συναντούσαμε στο ταξίδι μας, αγοράζαμε ακριβώς όσες μας χρειάζονταν για να συνεχίσουμε, όχι περισσότερες.

«Σκότωσε τον Λαοκράτη,» λέει ο Ύαν σαν να μονολογεί, «και αγόρασε το κατάστημα, για να τόχει για παγίδα…»

«Μισό λεπτό. Δεν το ξέρουμε ότι ο Λαοκράτης είναι νεκρός–»

«Νομίζεις ότι αλλιώς θα του πουλούσε το μπαρ;»

«Νομίζω ότι ίσως ο Ψηλός Αλλάνδρης να τον ανάγκασε να φύγει από το μπαρ. Οι Σεβαστοί Πορτιέρηδες έχουν μεγάλη επιρροή στον Ανώδρομο, στον Ιερουργό, στον Πλάνητα, και στον Ξανθό. Είναι από τις μεγαλύτερες συμμορίες της Άντχορκ. Μπορούν να διώξουν κάποιον απ’το κατάστημά του, αν θέλουν, σ’αυτές τις περιοχές.»

Ο Ύαν βγάζει τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του. «Θα τον καλέσω.» Με κοιτάζει ερωτηματικά.

Γνέφω καταφατικά.

Ο Ύαν πατά πλήκτρα και ο πομπός του στέλνει σήμα… το οποίο δεν βρίσκει καμία ανταπόκριση. «Ορίστε,» λέει.

«Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι νεκρός. Μπορεί νάχει αλλάξει τον τηλεπικοινωνιακό κώδικά του, ή νάχει άλλο πομπό τώρα, ή να έχει φύγει από την πόλη.»

«Ή μπορεί να είναι νεκρός,» τονίζει ο Ύαν.

«Μην είσαι πάντα τόσο αισιόδοξος.» Βγάζω τον δικό μου τηλεπικοινωνιακό πομπό. «Ο Ξενοκράτης είπε πως μπορούμε επίσης να έρθουμε σε επαφή με την κυρία Αμυθολόγητη, η οποία είναι της Παλιάς Δυναστείας και αποκλείεται νάχει στραφεί εναντίον μας.» Επιπλέον, μας ανέφερε ότι είναι μητέρα του Σουτούρη του Τυχερού και παλιά ηθοποιός της Άντχορκ. Το τελευταίο δεν χρειαζόταν να μου το πει, φυσικά. Αν δεν έχεις δει ποτέ την Αλκάρνη Αμυθολόγητη σημαίνει πως δεν έχεις δει ποτέ Σεργήλιο κινηματογράφο. Ειδικά στις παλιές ταινίες έπαιζε συνέχεια. Τώρα πια δεν παίζει τόσο συχνά, βέβαια· πρέπει να πλησιάζει τα εβδομήντα, αν δεν λαθεύω. Ευπαρουσίαστη ακόμα, όμως, δίχως καμία αμφιβολία.

Ο Ύαν ανασηκώνει τους ώμους. «Κάλεσέ την.»

«Την έχεις συναντήσει παλιότερα;»

«Όχι.»

«Ούτε εγώ, δυστυχώς, αλλά το είχα ακούσει ότι είναι της οικογένειας.»

«Θα την καλέσεις ή θα κάνουμε κουβέντα;» Έτοιμος να δαγκώσει ο δαιμονομάτης μισθοφόρος.

Πατάω κουμπιά πάνω στον τηλεπικοινωνιακό πομπό μου και περιμένω. Το σήμα μου βρίσκει ανταπόκριση. Ευτυχώς. Αν κι αυτό δεν είναι, απαραίτητα, σημάδι ότι η Αμυθολόγητη ζει.

Μια γυναικεία φωνή ακούγεται σύντομα από τον πομπό: «Μάλιστα;»

«Η κύρια Αμυθολόγητη;» ρωτάω.

«Μάλιστα. Ποιος είστε;» Αυτό είναι σημάδι πως ζει.

«Δε θα με γνωρίζετε, υποθέτω, αλλά είμαι της οικογένειας. Μπορούμε να μιλήσουμε μέσω πομπού, ή έχετε… κάποιες υποψίες;» Δε θέλω να ρωτήσω ευθέως αν υποπτεύεται πως παρακολουθούν τις τηλεπικοινωνίες της.

«Μπορούμε,» λέει, αλλά νομίζω ότι η φωνή της έχει γίνει ξαφνικά καχύποπτη, εχθρική ίσως. «Για ποιο λόγο με καλείτε;»

«Ονομάζομαι Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος, κυρία Αμυθολόγητη. Έρχομαι σταλμένος από τον κύριο Ξενοκράτη. Γνωρίζω και τον γιο σας, τον Σουτούρη τον Τυχερό–»

«Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος; Ο ραλίστας;»

«Με γνωρίζετε…»

«Το ξέρεις ότι έχουμε προβλήματα εδώ; Μεγάλα προβλήματα;»

«Πριν από λίγο βρισκόμουν στις Ψηλές Νύχτες–»

«Μεγάλη Αρτάλη! Αυτό το μέρος είναι επικίνδυνο πλέον!»

«Το διαπίστωσα. Και σκοπεύω να επιστρέψω εκεί, κάποια στιγμή σύντομα, για να δώσω ένα αιματηρό μήνυμα σ’έναν παλιό φίλο. Για την ώρα, όμως, θα ήθελα να σας συναντήσω αν είναι δυνατόν, γιατί θα προτιμούσα να μη βρεθώ μπροστά σ’άλλες εκπλήξεις στο Κόσμημα της Σεργήλης.»

«Φυσικά,» λέει η Αλκάρνη Αμυθολόγητη. «Αυτό ήμουν έτοιμη να σου προτείνω άλλωστε. Είσαι μόνος;»

«Είναι μαζί μου κι ο Ύαν Έπαρχος. Της οικογένειας. Μισθοφόρος. Ίσως να τον έχετε ακουστά κι αυτόν.»

«Δε νομίζω, αλλά υποθέτω πως είναι άτομο εμπιστοσύνης.»

«Είναι,» τη διαβεβαιώνω.

Και μετά η παλιά ηθοποιός μού δίνει κατευθύνσεις για το σπίτι της. Ευτυχώς, δεν είναι ούτε στον Ξανθό, ούτε στον Πλάνητα, ούτε στον Ιερουργό, ούτε στον Ανώδρομο. Θα είμαστε, επομένως, ασφαλείς από τους Σεβαστούς Πορτιέρηδες.

ΧΩΡΙΣ ΣΤΑΘΕΡΟ ΤΟΠΟ ΔΙΑΜΟΝΗΣ

Τις ημέρες μετά από το δυσάρεστο περιστατικό στον Μεγάλο Κήπο, η Πάολα δεν κρύβεται από τους πάντες· συνεχίζει να έχει επαφές με τους Δρομολόγους κανονικά και να κάνει τις συνηθισμένες δουλειές της στον υπόκοσμο της Νίρβεκ. Δεν πηγαίνει, όμως, στο σπίτι της γιατί το θεωρεί βέβαιο πως ο Παλιόσκυλος το παρακολουθεί, είτε για να αποκτήσει πληροφορίες, είτε για να τη μαγκώσει, είτε για να την καθαρίσει. Και η Πάολα δεν σκοπεύει να του δώσει την ευκαιρία να κάνει τίποτα απ’ αυτά. Δεν διατηρεί σταθερό σπίτι για την ώρα: πότε μένει στο ένα ξενοδοχείο, πότε στο άλλο, πότε σε τίποτα ενοικιαζόμενα δωμάτια της πλάκας. Και αποφεύγει τα μέρη όπου ξέρει πως συχνάζουν μέλη της Σιδηράς Δυναστείας. Αν και φοβάται πως η Δυναστεία, ούτως ή άλλως, μπορεί να την εντοπίσει – ειδικά αν μείνει για πολύ σε ένα μέρος.

Τον Σουτούρη τον Τυχερό τον επισκέπτεται τακτικά, φυσικά, και έχει συχνή επαφή μαζί του, όπως επίσης και με τον Ζορζ. Δεν πηγαίνει, όμως, στο σπίτι του δεύτερου γιατί είναι πολύ πιθανό ο Ρίβης να έχει βάλει άλλο κατάσκοπο (της Δυναστείας ή μη) για να τον παρακολουθεί. Η Δήμητρα’μορ βρίσκεται στο Ζητούμενο και βοηθά τον Σουτούρη στις έρευνές του: και ούτε ο Σουτούρης ούτε η Πάολα νομίζουν πως έχει κατά νου να τους προδώσει.

Την ιδέα να πιάσουν τη Χασρίνα και να πάρουν πληροφορίες απ’ αυτήν την έχουν εγκαταλείψει, διότι τώρα η Χασρίνα αναμφίβολα θα φυλάγεται πολύ περισσότερο από πριν· κι επιπλέον, ο Παλιόσκυλος κατά πάσα πιθανότητα θα την παρακολουθεί. Το ίδιο, βέβαια, μπορεί να ισχύει τώρα για όλους τους συγγενείς που είναι προδότες: θα φυλάνε τα νώτα τους, καθώς ο Παλιόσκυλος σίγουρα θα τους έχει ειδοποιήσει ότι κάποιοι μέσα στη Νίρβεκ έχουν αρχίσει να κινούνται εναντίον τους. Ή μάλλον, όχι «κάποιοι» απλώς· ο Ρίβης είδε την Πάολα και τη Δήμητρα’μορ, και τις γνωρίζει καλά. Για τον Σουτούρη, όμως, η Πάολα δεν είναι βέβαιη· ίσως να μην τον έχει αναγνωρίσει. Και ο Σουτούρης το ίδιο πιστεύει. «Είμαι το κρυφό χαρτί στο μανίκι σου, τώρα,» της λέει, το δεύτερο σούρουπο ύστερα από το πιστολίδι στον Μεγάλο Κήπο, όταν η Πάολα έχει επισκεφτεί το δωμάτιό του στο Ζητούμενο και κάθονται οι δυο τους στο μπαλκόνι, ενώ η Δήμητρα είναι μέσα σκαλίζοντας το φορητό πληροφοριακό-τηλεπικοινωνιακό σύστημά της, ψάχνοντας πληροφορίες από τις Θήκες των δημόσιων διαύλων της Νίρβεκ.

«Ταιριαστή παρομοίωση για σένα,» του λέει η Πάολα, υπομειδιώντας. «Αλλά θα μπορούσες επίσης,» προσθέτει, «να είσαι το κρυμμένο χαρτί οπουδήποτε αλλού μέσα στα ρούχα μου.» Το χαμόγελό της γίνεται πονηρό. Και το χαμόγελο του Σουτούρη το ίδιο. Μετά από κανένα μισάωρο, λένε στη Δήμητρα’μορ να πάει στο δικό της δωμάτιο γιατί έχουν να συζητήσουν κάτι προσωπικό μεταξύ τους· κι όταν η μάγισσα φεύγει, αρπάζουν ο ένας τα ρούχα του άλλου και πέφτουν στο κρεβάτι. Κυλιούνται, και τα σώματά τους αποκαλύπτονται ολοένα και περισσότερο, λευκό-ροζ και γαλανό. Τώρα η Πάολα καβαλά τον Σουτούρη τρίβοντας τα χέρια της επάνω στο στέρνο του και χαμογελώντας· μετά ο Σουτούρης την έχει γυρίσει ανάσκελα, φιλώντας και πιπιλώντας τα ξαναμμένα στήθη της· ύστερα, η Πάολα είναι ξανά από πάνω, κρατώντας τον κοντά στον λαιμό της, από τα μαλλιά, ενώ τα χέρια του σφίγγουν τους γλουτούς της· έπειτα, ο Σουτούρης τη γυρίζει ανάσκελα πάλι– Πέφτουν απ’το κρεβάτι γελώντας… και η Πάολα πιάνει το ορθωμένο όργανό του δυνατά μέσα στο χέρι της και φιλιούνται βαθιά.

Οι άλλοι Δρομολόγοι σύντομα καταλαβαίνουν ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά με την Πάολα, κυρίως επειδή κανένας ποτέ δεν μπορεί να τη βρει στο σπίτι της και μόνο με τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί της – όταν δεν τον έχει απενεργοποιημένο. Και παρότι όλοι ξέρουν πως η Πάολα είναι παράξενη, αυτή της η συμπεριφορά τούς φαίνεται ασυνήθιστη. Η Νιρίφα, που πρόσφατα έχει απελευθερωθεί από τα Κελιά του Τρένου, την παρατηρεί με μίσος· η Πάολα τη βλέπει και τρομάζει από το βλέμμα της, όποτε τυχαίνει να περάσουν η μία κοντά από την άλλη σε κάποια από τις νυχτερινές διαδρομές των Δρομολόγων μέσα στη Νίρβεκ.

Η Μητέρα των Δρομολόγων (που είναι αρχηγός τους μαζί με τον Πατέρα) ρωτά, σε κάποια στιγμή, την Πάολα αν συμβαίνει κάτι, αν χρειάζεται μήπως βοήθεια. Ανέκαθεν τα πήγαιναν καλά οι δυο τους· η Νιρίφα, μάλιστα, πολλές φορές αποκαλούσε την Πάολα «η αγαπημένη σκυλίτσα της Μαμάς».

«Έχεις μπλεξίματα με καμια άλλη συμμορία;» λέει τώρα η Μητέρα στην Πάολα. Αλλά εκείνη το αρνείται· «Όχι,» αποκρίνεται, «όλα είναι εντάξει.» Η απάντησή της, όμως, δεν ικανοποιεί τη Μητέρα, η οποία της λέει πως, αν όντως έχει μπλεξίματα με κάποια συμμορία, να μην το κρύβει· είναι σοβαρή υπόθεση! Και οι Δρομολόγοι, προσθέτει, δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν από καμία συμμορία της Νίρβεκ. Η Πάολα χαμογελά μ’αυτό, για λόγους που η Μητέρα δεν μπορεί να φανταστεί. Δεν έχεις ιδέα τι είναι η Σιδηρά Δυναστεία, Μαμά… «Μην ανησυχείς, Μαμά, δεν είναι αυτό που νομίζεις.» Δε θα μπορούσες ποτέ να το φανταστείς αυτό. Κι αν κάτι συμβεί σ’εμένα, νάσαι σίγουρη πως δεν θα επηρεάσει τους Δρομολόγους γενικά. Η Πάολα, ούτως ή άλλως, δεν θα ήθελε να τους βάλει όλους σε κίνδυνο· αλλά ακόμα κι αν ήθελε δεν θα μπορούσε. Η Σιδηρά Δυναστεία δεν ασχολείται με συμμορίες όπως τους Δρομολόγους, εκτός αν της χρειάζονται ως πιόνια για τα μεγαλύτερα σχέδιά της.

Ο Ναρκάμης – που, εκτός από Δρομολόγος και λαθρέμπορος, είναι και μέλος της Δυναστείας – παρατηρεί επίσης την ασυνήθιστη συμπεριφορά της Πάολας και, την τρίτη νύχτα ύστερα από τη συνάντηση στον Μεγάλο Κήπο, όταν η Πάολα τον βοηθά με τη μεταφορά ενός φορτίου από το Χαμηλό Λιμάνι, τη ρωτά αν όλα είναι καλά. «Κι άλλοι έχουν προσέξει ότι τελευταία φαίνεσαι… ανήσυχη,» της λέει.

«Καλά είμαι,» αποκρίνεται η Πάολα, που πριν από λίγο στεκόταν σε μια γωνία, φυλώντας τσίλιες, αλλά τώρα βαδίζει μαζί με τον Ναρκάμη μέσα στους νυχτερινούς δρόμους του Χαμηλού Λιμανιού. Ο ποταμός είχε φουσκώσει πριν από μερικές ώρες και υπάρχουν νερά στο πλακόστρωτο τα οποία φτάνουν ώς τον αστράγαλο· οι μπότες τους πλατσουρίζουν.

«Αν έχεις κάποιο πρόβλημα, το ξέρεις ότι μπορείς να μου μιλήσεις,» επιμένει ο Ναρκάμης. «Μια οικογένεια είμαστε,» τονίζει. Είναι καμια δεκαετία μεγαλύτερός της, με δέρμα πορφυρό, μαλλιά πλούσια και μαύρα, και μούσι. Στο στόμα του έχει ένα αναμμένο τσιμπούκι, κρατώντας το με τα δόντια. Φημολογείται πως η καταγωγή του είναι από τη Σάρντλι, πως οι πρόγονοί του είχαν έρθει από αυτή τη διάσταση πριν από δύο ή τρεις γενεές.

«Ναι,» αποκρίνεται η Πάολα. «Αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα.» Υπάρχει πρόβλημα, αλλά δεν ξέρω αν μπορώ να σε εμπιστευτώ, Ναρκάμη. Είναι δυνατόν να είσαι με τον Ρίβη; Ή μ’αυτή την Ασημίνα Νέρφελδιφ; Είναι δυνατόν να θέλεις το κακό άλλων μελών της οικογένειας; Το βλέμμα του η Πάολα θα μπορούσε να το ερμηνεύσει με πολλούς τρόπους – δεν μπορεί να βγάλει κανένα συμπέρασμα γι’αυτόν. Της είναι μυστηριώδης.

Να τον ρωτούσε, άραγε, για τον Νεογνό – τον άνθρωπο που έχει επαφές με την Ασημίνα Νέρφελδιφ; Θα ήταν συνετό; Μάλλον όχι. Όχι ακόμα.

Τον Νεογνό τώρα τον σκαλίζουν η Δήμητρα’μορ και ο Σουτούρης· ψάχνουν πληροφορίες γι’αυτόν, αποφεύγοντας να συναντήσουν άλλα μέλη της Δυναστείας. Επομένως, η αναζήτησή τους αποδεικνύεται δύσκολη. Γνωρίζουν πού μένει, αλλά δεν βλέπουν τίποτα ύποπτες κινήσεις στο σπίτι του· ούτε ακόμα το κρίνουν σκόπιμο να στήσουν επιχείρηση παρακολούθησης κοντά σ’αυτό, ή να τον παραφυλάξουν για να τον μαγκώσουν και να του ζητήσουν να πει τι ξέρει για την Ασημίνα. Έχουν, πάντως, υπόψη τους, αν το κάνουν αυτό, να τον ρωτήσουν και για τον Τοξότη. Ίσως ο Νεογνός να γνωρίζει πού βρίσκεται μέσα στη Νίρβεκ.

Καθώς νυχτώνει η τέταρτη ημέρα ύστερα από το πιστολίδι στον Μεγάλο Κήπο, ο Ριχάρδος μπαίνει στο μπαρ Χορονυκτία και, κοιτάζοντας μέσα στον κόσμο, εντοπίζει την Πάολα και την πλησιάζει.

Ο Ριχάρδος είναι Δρομολόγος και μέλος της Σιδηράς Δυναστείας. Εκτός από αυτόν, τον Ναρκάμη, και τον εαυτό της, η Πάολα δεν γνωρίζει κανένα άλλο μέλος της Δυναστείας μέσα στους Δρομολόγους: και δεν νομίζει ότι υπάρχει κανένα άλλο. Έχει δέρμα λευκό-ροζ σαν το δικό της, ελάχιστα μαλλιά στο κεφάλι, και μυτερό γένι. Το ασυνήθιστο όνομά του οφείλεται στο γεγονός ότι οι γονείς του ήρθαν από μια μακρινή διάσταση που ονομάζεται Χάρνταβελ, ως μετανάστες.

Η Πάολα έχει μόλις δώσει ένα σακουλάκι με νίσβεν (το ναρκωτικό που καλλιεργείται στις νότιες ερήμους και που οι Δρομολόγοι φέρνουν λαθραία, αποφεύγοντας τον βαρύ φόρο) σε μια γυναίκα η οποία τώρα απομακρύνεται, βαδίζοντας προς την πίσω μεριά του μπαρ και λικνίζοντας τα οπίσθιά της στον ρυθμό της μουσικής.

«Πάολα,» λέει ο Ριχάρδος. «Μπορούμε να μιλήσουμε;»

Καμπανάκια κινδύνου χτυπάνε μέσα στο μυαλό της. Είναι ο Ριχάρδος με τους προδότες; «Για τι πράγμα;»

«Θα σου εξηγήσω. Σε κάποιο πιο ήσυχο μέρος.»

«Όπως;»

Ο Ριχάρδος την κοιτάζει παρατηρητικά σαν να προσπαθεί να διαβάσει την έκφρασή της. Ύστερα κάνει να πει κάτι, αλλά το μετανιώνει, ό,τι κι αν ήταν, και λέει: «Στο Τυχερό Άστρο· ή εδώ, στα πίσω δωμάτια, αν προτιμάς. Κάπου που να μην έχει τόσο θόρυβο και που να μη μπορεί κανένας να μας κρυφακούσει.»

«Έχει σχέση με την οικογένεια;»

«Ναι.»

Δε μπορώ να αρνηθώ. «Πάμε εδώ, στα πίσω δωμάτια, να δούμε αν είναι άδεια.»

Πηγαίνουν στα πίσω δωμάτια του μπαρ, χωρίς κανένας να τους σταματήσει (οι υπάλληλοι γνωρίζουν ότι είναι Δρομολόγοι), και διαπιστώνουν ότι το καθιστικό είναι άδειο αλλά τα άλλα δύο δωμάτια δεν είναι: στο ένα, ένα ζευγάρι ερωτοτροπεί επάνω στο κρεβάτι· στο άλλο, είναι ξαπλωμένος ένας τύπος που βρίσκεται, έκδηλα, υπό την επήρεια ναρκωτικών, χαμογελώντας μόνος του.

«Να μιλήσουμε μες στο τρίκυκλό μου;» προτείνει η Πάολα.

Ο Ριχάρδος δεν φέρνει αντίρρηση. Φεύγουν από τη Χορονυκτία και μπαίνουν στο όχημα της Πάολα που περιμένει σταθμευμένο σ’έναν κοντινό δρόμο.

«Τι είναι, λοιπόν;» ρωτά εκείνη, αρχίζοντας να οδηγεί με εμπειρία μέσα στους δρόμους της Νίρβεκ.

«Υποθέτω το καταλαβαίνεις ότι όλοι έχουν παρατηρήσει το γεγονός πως δεν πηγαίνεις σπίτι σου και πως εξαφανίζεσαι περίεργα κάθε τόσο. Κανένας δεν ξέρει πού κοιμάσαι, Πάολα.»

«Και λοιπόν;»

«Κάτι συμβαίνει, και υποπτεύομαι ότι ίσως νάχει σχέση με την οικογένεια.»

«Γιατί το υποπτεύεσαι αυτό;» Η Πάολα τον κοιτάζει από τον καθρέφτη του οχήματος. Η έκφρασή του είναι προβληματισμένη, και λιγάκι διστακτική ίσως.

«Σου έχει μιλήσει κανένας; Κανένας από τη Δυναστεία, εννοώ.»

«Για ποιο θέμα;»

«Σου έχει πει, για παράδειγμα, ότι φοβάται για τη ζωή του; Ή, μήπως, σου έχει προτείνει να μπεις σε κάποια… κλίκα;»

Αναφέρεται σ’αυτό που νομίζω ότι αναφέρεται; Η Πάολα αισθάνεται ένα παγερό φίδι να σέρνεται στη ράχη της και, προς στιγμή, τα πόδια της παγώνουν πάνω στα πετάλια· μετά βρίσκουν πάλι τη ζωντάνια τους. Καθαρίζει τον λαιμό της. «Γιατί με ρωτάς;» Δεν της αρέσει καθόλου που τον έχει πίσω της. Κακή ιδέα, τελικά, να τον βάλει στο όχημά της. «Υπάρχει κανένας λόγος;»

«Πάολα,» λέει ο Ριχάρδος, «φοβάσαι ότι κάποιοι ίσως να σε κυνηγάνε;»

Η Πάολα σταματά απότομα το όχημά της μέσα σ’έναν παράπλευρο δρόμο που δεν έχει κίνηση. Στρέφεται να κοιτάξει τον Ριχάρδο ενώ το χέρι της πηγαίνει στο εσωτερικό της μπλούζας της, κάτω από την οποία είναι κρυμμένο ένα μικρό πιστόλι. «Γιατί μου κάνεις αυτές τις ερωτήσεις; Σου είπε κάποιος κάτι για μένα;»

Ο Ριχάρδος συνοφρυώνεται. «Κανένας δεν μου είπε τίποτα. Κι εκτός αν προσπαθείς να στρώσεις τον στηθόδεσμό σου, πάρε το χέρι σου απ’ αυτό το όπλο. Δεν είμαι εχθρός σου.»

Τα μάτια της στενεύουν. «Πώς το ξέρω;»

«Μα τους θεούς!» γρυλίζει ο Ριχάρδος. «Έχει πράγματι φτάσει το πράγμα ώς εκεί;… Ο Τασνικέφ… Τον σκότωσαν κάποιοι μέσα από τη Δυναστεία, έτσι δεν είναι; Ξέρεις ποιοι;»

Η Πάολα μένει σιωπηλή, και δεν απομακρύνει το χέρι της από τη λαβή του μικρού πιστολιού της· όμως δεν το τραβά κιόλας. «Πώς να ξέρω, Ριχάρδε;»

«Ούτε ο Παλιόσυρμος φαίνεται να ξέρει, παρότι κρατούσε φυλακισμένη τη Βατράνια μέχρι που κάποιοι άλλοι της οικογένειας ήρθαν και την ελευθέρωσαν. Ο ένας ήταν ο Ύαν, που υποτίθεται πως είχε έρθει για να μας βοηθήσει να μάθουμε ποιος σκότωσε τον Τασνικέφ· ο άλλος ήταν, λένε, ο Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος, ο ραλίστας.»

«Ο Παλιόσκυλος,» λέει η Πάολα, «ξέρει πολλά που δεν αποκαλύπτει. Δε μας έλεγε καν γιατί κρατούσε τη Βατράνια τόσες μέρες!»

«Γνώριζες ότι ο Ύαν και ο Ζορδάμης σχεδίαζαν να επιτεθούν στη Χωροφυλακή;»

Ο Παλιόσκυλος τον έχει βάλει; Γαμώ τα κωλομέρια της Λόρκης! Ποτέ άλλοτε δεν υπήρχε τόσος φόβος και παράνοια ανάμεσα στα μέλη της Σιδηράς Δυναστείας! Η Πάολα αποκρίνεται: «Εγώ δεν ξέρω τίποτα.»

«Γιατί, τότε, κρύβεσαι;»

Η Πάολα δεν απαντά· μένει ακίνητη, με το χέρι της κάτω από τη μπλούζα της.

Ο Ριχάρδος αναστενάζει. «Νομίζω ότι κάποιοι σε κυνηγάνε, Πάολα.» Και προτού εκείνη μιλήσει, συνεχίζει: «Πριν από μερικές μέρες μίλησα με τον Βίκτωρα, τον δημοσιογράφο.» (Ένα μέλος της Δυναστείας το οποίο δουλεύει στην Αύρα, τον δημοφιλή ραδιοφωνικό σταθμό.) «Εκείνος, βασικά, επιδίωξε να με συναντήσει. Και μου είπε ότι φοβάται για τη ζωή του· φοβάται ότι κάποιοι πιθανώς να τον σκοτώσουν επειδή μια μυστηριώδης κλίκα έχει διαμορφωθεί μέσα στη Δυναστεία: μια κλίκα με δικούς της σκοπούς, άγνωστους – και, πιθανώς, βλαβερούς – για τα υπόλοιπα μέλη. Ο Βίκτωρας, μάλιστα, υποθέτει ότι ίσως αυτή η κλίκα να δολοφόνησε τον Τασνικέφ.»

Η Πάολα ατενίζει τον Ριχάρδο ερευνητικά. Προσπαθεί να με ψαρέψει; Να δει αν θ’αρχίσω κι εγώ να λέω πως κάτι τέτοιο υποπτεύομαι; Δεν μιλά.

Ο Ριχάρδος λέει: «Ο Ζορδάμης και ο Ύαν θα μπορούσαν ν’ανήκουν σ’αυτή την κλίκα, δεν θα μπορούσαν; Αφού έκαναν ό,τι έκαναν, εξαφανίστηκαν από τη Νίρβεκ – κανένας δεν ξέρει πού πήγαν.»

«Και νομίζεις ότι ο Παλιόσκυλος κρατούσε τη Βατράνια για να την κάνει να του πει για την κλίκα;»

«Δεν αποκλείεται.»

Μαλακίες, σκέφτεται η Πάολα, και ο Ριχάρδος βλέπει τη διαφωνία της στο πρόσωπό της. «Μάλλον δεν το νομίζεις,» λέει. Και συνεχίζει: «Τέλος πάντων. Μετά από τον Βίκτωρα μίλησα και με την Αμάντα, που έχει τη διαφημιστική εταιρεία Χρώματα.» (Ακόμα ένα μέλος της Σιδηράς Δυναστείας· αλλά η Πάολα δεν είχε ποτέ παρά ελάχιστες συναναστροφές μαζί της.) «Και ξέρεις τι μου είπε; Ότι η Δυναστεία αλλάζει, μεταμορφώνεται, το παλιό δίνει τη θέση του στο καινούργιο· και ότι όσοι συμπράξουν με το καινούργιο έχουν πολλά να κερδίσουν. Μου πρότεινε να είμαι κι εγώ ανάμεσα σ’αυτούς.»

«Ενώ ήσασταν κάθετα ή οριζόντια;» ρωτά καυστικά η Πάολα, που το ξέρει πως ο Ριχάρδος ήταν, κατά καιρούς, εραστής της Αμάντας.

«Έχει σημασία;» κάνει απότομα ο Ριχάρδος. «Καταλαβαίνεις τι μου είπε;»

«Καταλαβαίνω πολύ καλά.»

«Της ζήτησα να μου εξηγήσει τι ακριβώς εννοεί, να μου πει ποια είναι αυτά τα μέλη που θα φέρουν την αλλαγή, και ποια μέλη πρέπει να βγουν από τη μέση. Ήταν κι ο Τασνικέφ ένας από εκείνους που έπρεπε να βγουν απ’τη μέση; Αλλά η Αμάντα δεν μου απάντησε, και με προειδοποίησε να μην κάνω ανόητες υποθέσεις. Θα μου πει περισσότερα, υποσχέθηκε, αν ενταχθώ στους ‘αναμορφωτές’, όπως τους αποκάλεσε.»

«Και δέχτηκες;»

«Φυσικά και όχι. Η Δυναστεία δεν είναι αυτό το πράγμα, Πάολα! Μπορεί να είναι μια μυστική οργάνωση του υπόκοσμου της Σεργήλης, αλλά, πέρα από κάποιους αναμενόμενους διαπληκτισμούς, ανέκαθεν ήμασταν εσωτερικά ενωμένοι. Αλληλοϋποστηριζόμασταν. Αυτό που τώρα συμβαίνει δεν είναι η φυσική κατάσταση της Δυναστείας! Και βλέποντας τη συμπεριφορά σου, τις τελευταίες ημέρες…. Πάολα, αν νομίζεις ότι κάποιοι σε κυνηγάνε, ίσως να είναι αυτοί. Αν και δεν ξέρω ποιος θα μπορούσε να είναι ο λόγος για να κυνηγάνε ένα μέλος σαν εσένα.»

Η Πάολα κρίνει πως μπορεί πια να τον εμπιστευτεί. «Για τόσο ασήμαντη μ’έχεις, ε;» λέει υπομειδιώντας, ενώ βγάζει το χέρι της μέσα από τη μπλούζα της χωρίς να τραβήξει το μικρό πιστόλι μαζί.

«Το ξέρεις ότι δεν εννοώ αυτό,» της επιστρέφει το μειδίαμα ο Ριχάρδος.

«Νομίζω ότι γνωρίζω περισσότερα από εσένα γι’αυτή την κλίκα,» του λέει η Πάολα, «αν και μου έδωσες κάποιες πληροφορίες που δεν είχα.»

«Τι ξέρεις; Πες μου. Δεν είμαι μαζί τους.»

Η Πάολα νεύει. «Θα σου πω. Πάμε, όμως, να καθίσουμε κάπου ήσυχα.»

«Πού;»

«Στο καινούργιο δωμάτιο που νοίκιασα πριν από δυο ώρες.»

ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΟΥΠΟΛΗ

Η Αλκάρνη Αμυθολόγητη μένει στον Έγκριτο, μια συνοικία της Άντχορκ στις ανατολικές όχθες του ποταμού Σέρντιληθ. Δηλαδή, στην αντικρινή μεριά από εκεί όπου βρίσκομαι όταν της μιλάω τηλεπικοινωνιακά. Δεν υπάρχει πρόβλημα, όμως· θα φτάσουμε· και χωρίς κίνδυνο να συναντήσουμε τους Σεβαστούς Πορτιέρηδες. Οι περιοχές που θα διασχίσω δεν αποτελούν λημέρια τους.

Αφού αγοράζω καινούργιες ενεργειακές φιάλες για το ηχομορφικό όχημα από έναν κοντινό σταθμό ενέργειας, κατευθύνομαι νότια, μπαίνοντας τελικά στη Ζυγαριά και, μετά, στο Νέο Δώμα. Ανεβαίνω στη γέφυρα Έγκριτου που περνά πάνω από τον μεγάλο ποταμό και καταλήγω ανάμεσα στα πλούσια οικήματα του Έγκριτου. Η συνοικία αυτή είναι γεμάτη οικίες ευκατάστατων ανθρώπων: λουσάτες μονοκατοικίες με κήπους και πολυτελείς πολυκατοικίες με οροφοδιαμερίσματα και μεζονέτες. Οι κάτοικοι του Έγκριτου έχουν τη φήμη πως είναι, κατά κύριο λόγο, καλλιτέχνες, εκκεντρικοί τύποι, κομπιναδόροι, και μάγειρες. Ζωγράφοι, ποιητές, ηθοποιοί, γλύπτες, ολογραφιστές, αρχιτέκτονες, μόδιστροι· μυστικιστές, ερευνητές παραδοξοτήτων, συλλέκτες σπανιοτήτων, υπερδιαστασιακοί ταξιδευτές· τζογαδόροι, κλέφτες μεγάλων ποσών (νόμιμοι, πολλές φορές), άνθρωποι που παντρεύονται με σκοπό να χωρίσουν αφού έχουν αποκτήσει αγαθά, ενεχυροδανειστές που εκμεταλλεύονται όσους έχουν ανάγκη· και μάγειροι εξειδικευμένοι σε λαχανικά, ή σε ψάρια, ή σε κρέατα, ή σε «άγριες» τροφές από τα Φέρνιλγκαν, ή σε τροφές άλλων διαστάσεων. Τα δυτικά άκρα του Έγκριτου βρίσκονται επάνω στην όχθη του ποταμού Σέρντιληθ, και εκεί η συνοικία είναι γεμάτη μπαρ, καφετέριες, χορευτάδικα, και εστιατόρια που ξενυχτάνε κάθε μέρα. Τις νύχτες, αυτό το σημείο στις όχθες του Σέρντιληθ αστράφτει από τα φώτα κι αντηχεί από τα τραγούδια.

Τώρα είναι μεσημέρι, βέβαια. Διασχίζω τους δρόμους του Έγκριτου και φτάνω στο οίκημα όπου με κάλεσε η Αλκάρνη Αμυθολόγητη, μια τετραώροφη πολυκατοικία (όχι ψηλή, για τα δεδομένα της Άντχορκ). Σταθμεύω το ηχομορφικό όχημα σ’έναν διπλανό δρόμο και βγαίνουμε, εγώ, ο Ύαν, και η Κλεισμένη. Ο μισθοφόρος έχει πάλι οπλίσει τα πιστόλια του (φυσικά).

«Υποπτεύεσαι κι άλλη παγίδα;» τον ρωτάω.

«Μάλλον όχι,» μου λέει μόνο, καθώς βαδίζουμε προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Ο δρόμος είναι ήσυχος γύρω μας· τίποτα δεν ακούγεται πέρα από τους μεταλλικούς τροχούς ενός απόμακρου οχήματος κι ένα ωδικό πτηνό που κελαηδά από ένα μπαλκόνι.

Παραμερίζω την ξύλινη πόρτα του κήπου της πολυκατοικίας και περνάμε το κατώφλι για να δούμε τουλάχιστον καμια δεκαριά γάτες συγκεντρωμένες ανάμεσα στις πέτρινες κολόνες, στα δέντρα, στα φυτά, και στα μικρά αγάλματα (άνθρωποι-ψάρια, κοχύλια, και ψάρια με φτερά). Τα αιλουροειδή, που ώς τώρα ήταν ξαπλωμένα τεμπέλικα, ορθώνονται απότομα.

Η Κλεισμένη γρυλίζει προς τη μεριά τους.

Οι γάτες της πολυκατοικίας γρυλίζουν προς τη μεριά της Κλεισμένης.

«Σ’άλλη συμμορία πέσαμε,» παρατηρεί ο Ύαν.

«Μην πυροβολήσεις,» του λέω.

«Είμαι φιλόζωος, δεν σου έχω πει;»

Πιάνω την Κλεισμένη από κάτω και τη σηκώνω στην αγκαλιά μου, περνώντας ανάμεσα από τις γάτες που έχουν ανησυχήσει. Ο Ύαν με ακολουθεί χωρίς να τραβήξει όπλο.

Στην είσοδο της πολυκατοικίας, πατάω το κουδούνι με το όνομα της Αλκάρνης Αμυθολόγητης ενώ κοιτάζω το ψυχρό μάτι ενός τηλεοπτικού πομπού.

«Ποιος είστε;» ακούω τη φωνή της από το μεγάφωνο.

«Ζορδάμης,» απαντώ, «ο ραλίστας. Αυτή είναι η Κλεισμένη, η γάτα μου· δεν την έκλεψα από την πολυκατοικία.» Της χαϊδεύω τ’αφτιά καθώς ακόμα την κρατάω στην αγκαλιά μου. («…Νιάααα,» κάνει η Κλεισμένη τινάζοντας το κεφάλι.)

Η πόρτα ανοίγει αυτόματα, και μαζί με τον Ύαν μπαίνουμε. Παίρνουμε τον ανελκυστήρα κι ανεβαίνουμε στον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας. Βγαίνοντας, βλέπουμε την Αλκάρνη Αμυθολόγητη να μας περιμένει στο κατώφλι της εξώπορτάς της: μια ψηλή, γαλανόδερμη γυναίκα με αστραφτερά μαύρα μαλλιά (βαμμένα προφανώς) η οποία ποτέ δεν θα φανταζόσουν ότι είναι γύρω στα εβδομήντα· θα ήταν έκανες, το πολύ, καμια πενηνταριά. Το πρόσωπό της είναι άψογα βαμμένο, αλλά όχι υπερβολικά. Από τον λαιμό της κρέμεται ένα χρυσό περιδέραιο με λαξεμένα άνθη. Ένα μακρύ φόρεμα τη ντύνει, πράσινο με νερά πιο σκούρου πράσινου χρώματος· το ντεκολτέ του είναι μικρό, αλλά έχει διακοσμητικά σταυρωτά κορδόνια σ’όλη τη μπροστινή μεριά.

«Περάστε,» μας λέει η Αλκάρνη, «περάστε,» και μπαίνει πρώτη στο σπίτι της.

Την ακολουθούμε και κλείνει την πόρτα πίσω μας. Δυσκολεύομαι να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Μου μοιάζει απίστευτο το γεγονός ότι στην πραγματικότητα φαίνεται πιο εντυπωσιακή απ’ό,τι στον κινηματογράφο.

Ο Ύαν όμως έχει ήδη κοιτάξει γύρω μας, και τον ακούω να λέει: «Λαοκράτη!»

Γυρίζω κι εγώ να κοιτάξω προς τα εκεί όπου κοιτάζει ο μισθοφόρος, και, καθισμένο σ’έναν καναπέ, αντικρίζω τον Λαοκράτη Άλθαρνεφ.

«Καλωσορίσατε, κύριοι,» μας χαιρετά καπνίζοντας ένα τσιγάρο.

«Σ’το είπα ότι ήταν ζωντανός,» λέω στον Ύαν, χαμογελώντας. Εκείνος δεν χαμογελά.

Το δωμάτιο στο οποίο κάθεται ο Λαοκράτης φαίνεται μετά από το χολ όπου τώρα βρισκόμαστε. Δίπλα μας είναι ένας ψηλός καθρέφτης από τη μια μεριά, κι από την άλλη μια κρεμάστρα.

Η Αλκάρνη μάς γνέφει να την ακολουθήσουμε και πηγαίνουμε στο δωμάτιο όπου είναι ο Λαοκράτης: ένα αρκετά μεγάλο σαλόνι με μαλακό χαλί στο πάτωμα, στρογγυλό τραπέζι με καρέκλες (όλα από γυαλιστερό ξύλο), μικρό τραπεζάκι με καναπέ κοντά του (όπου κάθεται επί του παρόντος ο Άλθαρνεφ, καπνίζοντας), πίνακες στους τοίχους με σκηνές από ταινίες όπου έχει παίξει η Αλκάρνη, κι ένα μεγάλο, αστραφτερό σκρίνιο. Ένα τζάκι βρίσκεται σε μια γωνία, με δύο διακοσμητικά σπαθιά σταυρωμένα από πάνω του, σβηστό τώρα. Από το ταβάνι ένα πολύφωτο κρέμεται, σβηστό κι αυτό. Στο βάθος είναι μια τζαμένια μπαλκονόπορτα. Στ’αριστερά υπάρχει μια σκάλα που κατεβαίνει. Το διαμέρισμα, λοιπόν, είναι μεζονέτα· και μάλλον πιάνει ολόκληρο τον τέταρτο όροφο, και ίσως κι ολόκληρο τον τρίτο.

Αφήνω την Κλεισμένη στο χαλί.

«Λαοκράτη,» λέω. «Φοβηθήκαμε ότι ίσως να ήσουν νεκρός.»

«Θα μπορούσα να είμαι,» αποκρίνεται εκείνος, και σβήνει το τσιγάρο του στο τασάκι. «Παραλίγο να είμαι.» Η όψη του είναι κουρασμένη. Οι ρυτίδες φαντάζουν πολύ βαθιές επάνω στο λευκόδερμο πρόσωπό του. Τα γκρίζα μαλλιά του φαντάζουν πιο γέρικα απ’ό,τι συνήθως. Αν και ο Λαοκράτης δεν πρέπει νάναι παρά γύρω στα πενήντα-πέντε, αν δε λαθεύω· σαφώς μικρότερος από την Αλκάρνη.

«Και μας εμπιστεύεσαι;» τον ρωτά ο Ύαν. «Τόσο εύκολα; Με τόσα που συμβαίνουν μες στη Δυναστεία;»

«Όχι,» λέει ο Λαοκράτης, «δεν σας εμπιστεύομαι…»

«Εγώ όμως σας εμπιστεύομαι,» προσθέτει η Αλκάρνη, πηγαίνοντας να καθίσει σε μια πολυθρόνα κοντά στον καναπέ και σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο κάτω από το μακρύ φόρεμά της. «Κι αυτό επειδή ο γιος μου μου έστειλε πρόσφατα μια επιστολή λέγοντάς μου για εσένα, Ζορδάμη.»

«Ο Σουτούρης ο Τυχερός;» λέω.

«Ναι.»

«Ευτυχώς, λοιπόν, μπορούμε να εμπιστευτούμε ο ένας τον άλλο. Ο κύριος Ξενοκράτης μάς έχει πει ότι εσείς, κυρία Αμυθολόγητη, δεν μπορεί να μας έχετε προδώσει.»

Η Αλκάρνη νεύει δείχνοντας να καταλαβαίνει αμέσως σε τι αναφέρομαι – στην Παλιά Δυναστεία. Αναρωτιέμαι αν κι ο Λαοκράτης γνωρίζει γι’αυτήν, μα δεν λέω τίποτα ασφαλώς.

«Καθίστε,» μας προτείνει η Αμυθολόγητη και, συγχρόνως, χτυπά τα χέρια της τρεις φορές – συνθηματικά, δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω.

Ο Ύαν θορυβείτε, πάντα πανέτοιμος για μάχη: τραβά δύο πιστόλια.

«Δεν υπάρχει κίνδυνος!» λέει αμέσως η Αλκάρνη, ενώ από τη σκάλα ανεβαίνει μια κοπέλα την οποία γνωρίζω, κι από μια πόρτα μπαίνει μια γυναίκα την οποία δεν γνωρίζω. Η πρώτη είναι η κόρη του Λαοκράτη, η Κληματένια· μελαχρινή, με δέρμα λευκό-ροζ και γαλανά μάτια, μοιάζει αρκετά του πατέρα της· στο χέρι της βαστά ένα πιστόλι, κατεβασμένο. Η δεύτερη γυναίκα είναι επίσης μελαχρινή και λευκόδερμη, μα δεν μοιάζει καθόλου με την Κληματένια, και όχι μόνο επειδή δεν έχει γαλανά, αλλά μαύρα, μάτια. Φορά μελανόχρωμο παντελόνι και άσπρη μπλούζα, και το σώμα που διακρίνω κάτω από τα ρούχα φαίνεται γυμνασμένο. Κρατά κι εκείνη πιστόλι, κατεβασμένο πλάι της. Τα μάτια της, όμως, μας ατενίζουν με καχυποψία.

«Η Κληματένια και η Ξανθίππη επέμεναν να πάρουμε τα μέτρα μας,» εξηγεί η Αλκάρνη, «για την απίθανη περίπτωση που μπορεί να ήσασταν με τους εχθρούς.»

«Ακόμα δεν ξέρουμε ότι δεν είναι με τους εχθρούς μας,» λέει η γυναίκα που ονομάζεται Ξανθίππη. Πρέπει νάναι καμια δεκαετία μεγαλύτερη από την Κληματένια. Τριάντα χρονών, σίγουρα. «Μπορείτε να το αποδείξετε;» μας ρωτά.

«Μπορείς εσύ να αποδείξεις ότι δεν είσαι με τους εχθρούς μας;» της λέω.

«Παραλίγο να με σκοτώσουν.»

«Κι εμάς. Αποτελεί απόδειξη αυτό;»

Η Αλκάρνη μάς λέει ξανά: «Καθίστε. Όλοι.»

Η Ξανθίππη κάθεται σε μια από τις καρέκλες, ακουμπώντας το πιστόλι της στο τραπέζι κι έχοντας το χέρι της κοντά του. Η Κληματένια θηκαρώνει το δικό της πιστόλι στη ζώνη της και κάθεται κοντά στον πατέρα της, στον καναπέ. Εγώ παίρνω θέση σε μια από τις καρέκλες του τραπεζιού, αντίκρυ στην Ξανθίππη, ενώ ο Ύαν κάθεται σε μια πολυθρόνα. Τα πιστόλια του έχουν εξαφανιστεί αλλά δεν αμφιβάλλω ότι μπορεί να τα επανεμφανίσει στη στιγμή, σαν ταχυδακτυλουργός.

Η Αλκάρνη μάς λέει: «Η Ξανθίππη είναι από τη Νέσριβεκ την Όμορφη. Ήρθε εδώ πριν από μερικές ημέρες, αναζητώντας τον Λαοκράτη–»

«Και της επιτέθηκαν στο μπαρ του;» τη διακόπτει ο Ύαν.

«Όχι. Τότε ο Λαοκράτης ήταν ακόμα εκεί· τα πάντα ήταν όπως παλιά. Στη Νέσριβεκ, όμως, τα πράγματα είναι άσχημα. Πολύ άσχημα. Πες τους, Ξανθίππη.»

Η Ξανθίππη μάς κοιτάζει ακόμα με καχυποψία αλλά δεν διστάζει να μας διηγηθεί μια τελείως εξωφρενική ιστορία: μια ιστορία που παρόμοιά της δεν έχω ακούσει ποτέ μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία. Η Ηλέννια Σιγήκαιρη – μια πολύ βασική σύνδεσμος στη Νέσριβεκ, για την οποία μας έχει μιλήσει κι ο Ξενοκράτης – δολοφονήθηκε μυστηριωδώς, και ο Κριτόλαος’μορ πήγε να βοηθήσει την Ξανθίππη να εξιχνιάσει την υπόθεση. Η Ξανθίππη ήταν ειδική ερευνήτρια της Χωροφυλακής εκεί, και μας λέει πώς εκείνη κι ο Κριτόλαος έψαξαν για κάποια επαγγελματία δολοφόνο με το ψευδώνυμο Κλέφτρα της Πνοής, και πώς άρχισαν να υποπτεύονται ότι ο Άλκιμος Καλνάροφ – ένας άλλος βασικός σύνδεσμος της Δυναστείας – τους παρακολουθούσε με τρόπο πολύ ύποπτο. Μετά, ενώ πλησίαζαν ολοένα και περισσότερο στην αλήθεια, δύο μισθοφόροι εμφανίστηκαν από το πουθενά, πυροβολώντας μες στη μέση του δρόμου, μέρα-μεσημέρι, και σκοτώνοντας τον Κριτόλαο–

«Τι!» αναφωνώ, ξαφνιασμένος. «Ο Κριτόλαος είναι νεκρός;»

Η Κλεισμένη νιαουρίζει έντονα, και πηδά στην αγκαλιά μου σαν να έχει αντιληφτεί πλήρως το σάστισμά μου.

«Δε μπορεί να τον σκότωσαν!» συνεχίζω.

«Τον σκότωσαν,» με διαβεβαιώνει η Ξανθίππη. «Ήταν κι οι δυο τους καλοί σ’αυτή τη δουλειά.»

Το βλέμμα μου, άθελά μου, πάει στον Ύαν. Τόσο καλοί;

Ο Ύαν μού λέει: «Κανένας δεν είναι άτρωτος, ραλίστα.» Και προς την Ξανθίππη: «Ποιοι ήταν; Και γιατί δεν σκότωσαν κι εσένα;»

Η Ξανθίππη συνεχίζει με τη διήγησή της, λέγοντάς μας πώς κατέληξε στο μεσιτικό γραφείο του Άλκιμου Καλνάροφ χτυπημένη από μια ενεργειακή ριπή αλλά όχι λιπόθυμη. Μας μιλά για τα όσα άκουσε τον Άλκιμο να συζητά με τους άλλους συνωμότες-μέλη της Σιδηράς Δυναστείας: τη Μυράνθη τη γραμματέα του Καλνάροφ και παιδί της πέτρας, τον Τζιν τον ταχυμεταφορέα, την Αριστέα τη χωροφύλακα, τον Μάρκο τον οδηγό επιβατηγού οχήματος, και τον Βατράνο’χοκ που σκόπευε να σβήσει τη μνήμη της Ξανθίππης με τη μαγεία του.

«Μα τους θεούς,» λέω, «και πώς ξέφυγες;»

Η Ξανθίππη μάς το διηγείται κι αυτό, αφήνοντάς με γι’ακόμα μια φορά άναυδο.

«Είσαι τυχερή που ακόμα ζεις,» της λέω. «Ή η Λόρκη ή η Αρτάλη σε συμπαθεί πολύ.»

Η Ξανθίππη μού χαμογελά για πρώτη φορά από τότε που με είδε, αλλά συγκρατημένα. «Το ίδιο νομίζω κι εγώ,» παραδέχεται.

«Και πώς κατέληξες εδώ;» τη ρωτά ο Ύαν. «Και εννοώ εδώ, στο σπίτι της κυρίας Αμυθολόγητης.»

«Στην αρχή,» αποκρίνεται εκείνη, «πήγα στις Ψηλές Νύχτες, στον Λαοκράτη. Δηλαδή, με πήγαν: δεν ήμουν σε θέση να πάω μόνη μου. Και ο Λαοκράτης με βοήθησε να συνέλθω, και συζητήσαμε διάφορα θέματα της Δυναστείας, γιατί και στην Άντχορκ έχουν γίνει πολλά παράξενα– Ή μάλλον, είχαν γίνει πολλά παράξενα πριν από… προτού αναγκαστούμε να φύγουμε από τις Ψηλές Νύχτες.» Στρέφει το βλέμμα της στον Λαοκράτη.

Εκείνος μάς λέει: «Ο Ψηλός Αλλάνδρης – τον οποίο σίγουρα θυμάσαι, Ζορδάμη – ήρθε και μου πρότεινε να μπω σε μια κλίκα… αναμορφωτών: μια σέκτα που θέλει να δημιουργήσει μια νέα τάξη μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία, εξολοθρεύοντας ή φέρνοντας με το μέρος της παλιότερα μέλη. Είχα ήδη αρχίσει να υποψιάζομαι ότι κάτι τέτοιο συνέβαινε, γι’αυτό κιόλας ίσως να ήρθε τότε ο Αλλάνδρης να μου μιλήσει: έκρινε ότι ήταν καιρός ή να με τραβήξει με το μέρος τους ή να με εξολοθρεύσει κι εμένα. Τον ρώτησα ποια είναι τα μέλη που βρίσκονται μέσα σ’αυτή την κλίκα, αλλά – όπως το περίμενα, δυστυχώς – αρνήθηκε να μου δώσει απάντηση· μου είπε ότι θα μου απαντήσει μόνο αν δεχτώ να συμμαχήσω μαζί τους. Και μου έδωσε διορία μίας ημέρας για να το σκεφτώ και να αποφασίσω. Όταν δεν αποκρίθηκα, άρχισαν να συμβαίνουν διάφοροι ‘τυχαίοι’ βανδαλισμοί στο μπαρ μου, και σε κάποια στιγμή, μάλιστα, προσπάθησαν να με σκοτώσουν. Ένα ξιφίδιο ήρθε στροβιλιζόμενο προς το μέρος μου κι αστόχησε παρά τρίχα το κεφάλι μου, ενώ καβγάς είχε ξεκινήσει την ίδια ώρα μες στις Ψηλές Νύχτες – κάποιοι λεχρίτες έκαναν το μαγαζί μου κομμάτια. Την επομένη δύο αλήτες προσπάθησαν να στριμώξουν την Κληματένια σ’ένα σοκάκι. Ήταν βέβαιο ότι για όλα αυτά ευθύνονταν οι Σεβαστοί Πορτιέρηδες, η συμμορία του Ψηλού Αλλάνδρη, και δεν αμφέβαλλα ότι, αν δεν συμμορφωνόμουν με τις απαιτήσεις του, σύντομα θα με σκότωνε, και ίσως και την Κληματένια. Τι άλλη επιλογή είχα, λοιπόν; Έφυγα.»

«Και ήρθες εδώ,» λέω.

Ο Λαοκράτης νεύει. «Η Αλκάρνη ήταν αρκετά καλή ώστε να δεχτεί να με κρύψει.»

«Ήταν δυνατόν να μη σε δεχτώ, Λαοκράτη;» λέει η παλιά ηθοποιός.

«Και τώρα,» μας πληροφορεί ο Λαοκράτης, «χρησιμοποιούν αυτοί οι παλιάνθρωποι το μπαρ μου ως παγίδα για τα άλλα μέλη της Δυναστείας…» Αναστενάζει. Μοιάζει προβληματισμένος.

«Τι σκοπεύεις να κάνεις;»

«Δεν ξέρω ακόμα,» αποκρίνεται. «Χτες ήρθα εδώ.»

«Εσείς,» μας ρωτά η Αλκάρνη, «τι νέα φέρνετε από τον Γρύπα;»

Τι να πω τώρα; σκέφτομαι· και της λέω τελικά: «Να σας μιλήσω για μια στιγμή ιδιαιτέρως; Σε κάποιο άλλο δωμάτιο;»

«Γιατί έχεις πρόβλημα να μιλήσεις εδώ;» ρωτά αμέσως η Ξανθίππη, και το χέρι της πιάνει το πιστόλι πάνω στο τραπέζι.

«Ηρέμησε,» της λέει ο Ύαν. «Ο Ζορδάμης δε σκοπεύει να σκοτώσει την κυρία Αμυθολόγητη.»

Τα μάτια της Ξανθίππης στενεύουν.

Η Αλκάρνη σηκώνεται από την πολυθρόνα. «Πάμε,» μου λέει χωρίς δισταγμό. Υποψιάζεται, άραγε, τι θέλω να τη ρωτήσω;

Την ακολουθώ και η Κλεισμένη ακολουθεί εμένα. Μπαίνουμε σ’ένα μεγάλο υπνοδωμάτιο, πολύ πλούσια στολισμένο και με όμορφες ενδυμασίες κρεμασμένες σε μια μεριά. Ένας ψηλός καθρέφτης βρίσκεται κι εδώ, όπως και στο χολ, αλλά αυτός έχει λαξευτό πλαίσιο από κάποιου είδους μέταλλο που κάνει παράξενες ανταύγειες. Το ακόμα πιο παράξενο, όμως, είναι ότι αντικατοπτρίζει το δωμάτιο ανάποδα. Αλλά όχι εμένα και την Αλκάρνη· εμείς φαινόμαστε σαν να στεκόμαστε στο ταβάνι της κρεβατοκάμαρας (!). Η Κλεισμένη, ωστόσο, εξακολουθεί να φαίνεται στο πάτωμα, δηλαδή από πάνω μας και ανάποδα.

«Τι…;» κάνω, σαστισμένος.

«Α, ο καθρέφτης…» λέει η παλιά ηθοποιός, και γελά. «Μέσα στον καθρέφτη είν–» Σταματά καθώς η Κλεισμένη αντικατοπτρίζεται να πετά προς το μέρος του καθρέφτη ενώ στην πραγματικότητα απλά βαδίζει προς τα εκεί.

«Κλεισμένη! Μείνε πίσω!»

Αλλά η γάτα με αγνοεί. Ζυγώνει τον καθρέφτη και βουτά μέσα του σαν νάναι από νερό, όχι από κρύσταλλο!

Η Αλκάρνη αναφωνεί, ξαφνιασμένη. «Μεγάλη Αρτάλη!»

Η εικόνα στον καθρέφτη αλλάζει: δείχνει ένα δάσος μέσα στο σούρουπο κάποιας άλλης διάστασης – είμαι σίγουρος ότι πρόκειται για άλλη διάσταση – και θηρία ξεπροβάλλουν από τη βλάστηση, γρυλίζοντας. Δύο πλάσματα με μακρύ σώμα, μουσούδα, τέσσερα ψηλά πόδια, και δύο φτερά. Δεν τα έχω ξαναδεί ποτέ μου. Η Κλεισμένη βρίσκεται αντίκρυ τους· νιαουρίζει τρομαγμένα κι αρχίζει να τρέχει. Τα θηρία για λίγο την κυνηγάνε· ύστερα όμως εκείνη τούς ξεφεύγει μέσα στους θάμνους. Και το σκηνικό αλλάζει πάλι: δάσος όπως και πριν, αλλά τώρα γάτες συγκεντρώνονται γύρω από την Κλεισμένη, γάτες που όμοιές τους δεν νομίζω πως έχω ξαναντικρίσει. Έχουν σκούρο καφέ δέρμα και στενά, παρατηρητικά κόκκινα μάτια. Δείχνουν τρομερά επικίνδυνες καθώς ζυγώνουν με επιφύλαξη την Κλεισμένη. Η Κλεισμένη γρυλίζει, με το τρίχωμά της ορθωμένο, και μετά τρέχει πάλι ενώ την καταδιώκουν. Τρέχει και, σύντομα, πηδά έξω απ’τον καθρέφτη. Κρύβεται κάτω απ’το κρεβάτι.

Η Αλκάρνη γελά. «Τι είν’ αυτή η γάτα σου, Ζορδάμη;»

«Τι είναι ο καθρέφτης σας, κυρία Αμυθολόγητη;»

«Ένας θεός από τη Φεηνάρκια βρίσκεται φυλακισμένος μέσα του,» αποκρίνεται η παλιά ηθοποιός.

«Θεός από τη Φεηνάρκια;»

«Ναι. Στη Φεηνάρκια υπάρχουν πολλοί και διάφοροι θεοί. Κάποιος μάγος του τάγματος των Δεσμοφυλάκων τον έκλεισε μέσα στον καθρέφτη και ο καθρέφτης κατέληξε εδώ, στο Κόσμημα της Σεργήλης· τον βρήκα σε καλή τιμή και τον αγόρασα.»

«Δεν είναι επικίνδυνος; Αν σπάσει και ο θεός ελευθερωθεί;»

Κουνά το κεφάλι της. «Δε γίνεται. Αν ο καθρέφτης σπάσει, ο θεός θα πεθάνει.»

«Και όσο ζει, τι κάνει;»

«Μου δείχνει τοπία και πλάσματα από τις αναμνήσεις του, ή παιχνιδιάρικες στρεβλώσεις της πραγματικότητας που αντανακλάται στον καθρέφτη. Το ερώτημα είναι, τι είναι η γάτα σου. Πώς είναι δυνατόν να μπαίνει μέσα στον καθρέφτη;» Η Αλκάρνη αγγίζει το κρύσταλλο· το χέρι της δεν περνά στο εσωτερικό. Και ο καθρέφτης δείχνει τώρα την παλιά ηθοποιό αλλά ντυμένη με δέρματα σαν να είναι βάρβαρη από τα Φέρνιλγκαν.

«Η Κλεισμένη είναι… ειδική περίπτωση,» αποκρίνομαι, και της εξηγώ εν συντομία τι συμβαίνει με τη γάτα.

Η Αλκάρνη την κοιτάζει εκεί όπου είναι ζαρωμένη κάτω απ’το κρεβάτι. «Την πουλάς;»

«Εεεμμ… Δεν… δεν τη θεωρώ ότι είναι δική μου… ότι την έχω για πούλημα.»

Η Κλεισμένη γρυλίζει.

Η Αλκάρνη τής χαμογελά και γονατίζει πλάι το κρεβάτι. «Έλα εδώ, χρυσό μου!»

Η Κλεισμένη τινάζεται στην άλλη άκρη του δωματίου.

Γελάω, άθελά μου.

Η Αλκάρνη ορθώνεται, χαμογελώντας. «Φοβήθηκε λιγάκι.»

«Τέλος πάντων,» λέω. «Μπορώ να σας μιλήσω τώρα;»

Η όψη της σοβαρεύει αμέσως. «Ναι.»

«Ο κύριος Ξενοκράτης έχει πει σ’εμένα και τον Ύαν για την Παλιά Δυναστεία. Νομίζει ότι οι εχθροί μας έχουν βάλει στόχο όλα τα μέλη της Παλιάς Δυναστείας, εκτός από άλλα μέλη που επίσης ίσως να θέλουν να σκοτώσουν.»

Η Αλκάρνη νεύει. «Ναι, κι εγώ το υποπτεύομαι αυτό.»

«Ο Λαοκράτης, η Κληματένια, και η Ξανθίππη γνωρίζουν για την Παλιά Δυναστεία; Δεν ανέφερα τίποτα μπροστά τους επειδή δεν ήμουν σίγουρος τι ξέρουν και τι όχι. Ο κύριος Ξενοκράτης μάς είπε, βέβαια, ότι ο Λαοκράτης δεν γνωρίζει για την Παλιά Δυναστεία, αλλά ίσως εσείς τώρα, λόγω των περιστάσεων, να του έχετε μιλήσει γι’αυτήν…»

«Του έχω μιλήσει,» με διαβεβαιώνει η Αλκάρνη. «Όπως και στην κόρη του, και στην Ξανθίππη. Πρέπει να ξέρουν.»

«Συμφωνώ,» λέω, «και ο κύριος Ξενοκράτης είμαι βέβαιος πως επίσης θα συμφωνούσε. Υπάρχει όμως κι ένα άλλο θέμα – κάτι που ο κύριος Ξενοκράτης θέλει να μείνει κρυφό, εκτός αν δεν γίνεται αλλιώς.» Και της μιλάω για τις επαφές που έχουν τα μέλη της Παλιάς Δυναστείας με τους κατοίκους του φεγγαριού – πράγμα που μόνο εγώ γνωρίζω, όχι ο Ύαν.

«Ναι,» μου λέει η Αλκάρνη, «αυτό ο Λαοκράτης και η Ξανθίππη δεν το ξέρουν.»

«Εντάξει,» αποκρίνομαι, «τότε μπορούμε να πάμε μέσα να σας πω τι έγινε και πώς φτάσαμε εδώ.»

Η Αλκάρνη πλησιάζει την πόρτα του υπνοδωματίου, την ανοίγει, και–

Η Κλεισμένη πετάγεται έξω, τρέχοντας προς το σαλόνι.

Την ακολουθούμε με μειωμένη ταχύτητα.

«Υπήρχε περίπτωση να τη σκοτώσουν αυτά τα θηρία μέσα στον καθρέφτη;» ρωτάω.

«Δεν ξέρω. Δεν έχει ξανασυμβεί τέτοιο πράγμα.»

Οι άλλοι μάς κοιτάζουν παραξενεμένοι, ακούγοντας τα λόγια μας.

Κάθομαι εκεί όπου καθόμουν και πριν, και λέω στην Αλκάρνη, τον Λαοκράτη, την Κληματένια, και την Ξανθίππη τι έγινε από τότε που γνώρισα την Ασημίνα Νέρφελδιφ, αποφεύγοντας μόνο να μιλήσω για τις οντότητες από το φεγγάρι. Το μεσημέρι έχει πια προ πολλού περάσει όταν τελειώνω, και τα χρώματα του ουρανού σκουραίνουν. Όλοι μας έχουμε από κάποιο ποτό στο χέρι, και η Κλεισμένη γλείφει γάλα από ένα μπολ στο πάτωμα (το οποίο της έφερε η Κληματένια από την κουζίνα).

«Η κατάσταση,» παρατηρεί ο Λαοκράτης, «είναι κατουρημένη από τη Λόρκη – με το συμπάθιο κιόλας.» Έχει μόλις σβήσει το ενδέκατο τσιγάρο στο τασάκι μπροστά του. «Από πού σκέφτεστε να ξεκινήσουμε για να σταματήσουμε αυτή τη μάστιγα; Γιατί για μάστιγα πρόκειται!»

«Από τον Ψηλό Αλλάνδρη,» του λέω. «Από πού άλλου; Είναι, μέχρι στιγμής, το μόνο μέλος που έχει στραφεί τόσο ανοιχτά ενάντια στα άλλα μέλη.»

«Και μάλλον έχει καλό λόγο.»

Τον ατενίζω ερωτηματικά.

«Μάλλον,» εξηγεί ο Λαοκράτης, «πιστεύει ότι η κλίκα του έχει το πάνω χέρι στην Άντχορκ. Και το Κόσμημα της Σεργήλης είναι η μεγαλύτερη πόλη της διάστασης, Ζορδάμη…»

ΤΟ ΤΕΡΑΣ

Την επόμενη νύχτα, η Πάολα καταφέρνει να συγκεντρώσει όλους όσους εμπιστεύεται ώστε να συζητήσουν. Τους μαζεύει σ’ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου «Το Λευκό Κέρατο», που βρίσκεται στον Ιεροδιδάσκαλο, ανάμεσα στον Μεγάλο Κήπο και στον Αεροπόρο, στην ανατολική μεριά της Νίρβεκ, και ιδιοκτήτες του είναι ένα ζευγάρι από τα Φέρνιλγκαν που τα έχουν καλά με τους Δρομολόγους (αλλά, βέβαια, δεν γνωρίζουν το παραμικρό για τη Σιδηρά Δυναστεία). Έτσι τώρα είναι στον ίδιο περιορισμένο χώρο ο Σουτούρης ο Τυχερός, ο Ριχάρδος, ο Ζορζ ο Βουτηχτής, η Δήμητρα’μορ, και η Πάολα. Και στα μάτια της Πάολας αυτοί είναι οι μόνοι αξιόπιστοι συγγενείς πλέον μέσα στη Νίρβεκ. Για τους υπόλοιπους δεν ξέρει τίποτα. Ούτε καν για τον Ναρκάμη.

Η συζήτησή τους αρχίζει αμέσως να περιστρέφεται γύρω από τα άλλα μέλη της Δυναστείας που βρίσκονται στην πόλη. Προσπαθούν να φτιάξουν έναν κατάλογο με αυτούς που θεωρούν σίγουρα εχθρούς, αυτούς που θεωρούν αμφιλεγόμενους, κι αυτούς που θεωρούν ότι ίσως να μπορούσαν να τους φέρουν με το μέρος τους. Ο Σουτούρης ο Τυχερός παρατηρεί ότι ο Ριχάρδος των Δρομολόγων γνωρίζει για περισσότερους ανθρώπους της οικογένειας απ’ό,τι η Πάολα. Λογικό, άλλωστε, αφού ήταν στη Δυναστεία προτού η Πάολα μπει εξαιτίας του Ρίβη Παλιόσυρμου. Ευτυχώς που ο Ριχάρδος είναι με το μέρος μας. Αν ήταν εχθρός μας, θα ήταν απώλεια για εμάς και πλεονέκτημα για τους αντιπάλους μας.

«Για τον Ναρκάμη, τι νομίζεις;» τον ρωτά. «Ποιες είναι οι πιθανότητες να είναι προδότης, και ποιες να ξέρει τι συμβαίνει αλλά να είναι ανένταχτος;»

«Τι να σου πω;» αποκρίνεται ο Ριχάρδος. «Μέχρι πρότινος θα σου απαντούσα ότι ο Ναρκάμης αποκλείεται να ήταν προδότης. Τώρα όμως δεν ξέρω.»

«Δεν σου έχει πει τίποτα; Δεν σου έχει δώσει καμία ένδειξη;»

Ο Ριχάρδος κουνά το κεφάλι. «Όχι.»

«Έχεις προσπαθήσει να του μιλήσεις;»

«Δεν ήμουν βέβαιος αν έπρεπε. Στην Πάολα μίλησα επειδή την είδα να φέρεται παράξενα τούτες τις μέρες, σαν να ήθελε να αποφύγει κάποιους.»

«Με υποπτευόσουν;» τον ρωτά εκείνη.

«Εσύ δεν θα σε υποπτευόσουν;»

Θα με υποπτευόμουν, παραδέχεται η Πάολα σιωπηλά. «Πρέπει να μάθουμε αν ο Ναρκάμης είναι με τους εχθρούς μας ή όχι, Ριχάρδε. Με κάποιο τρόπο πρέπει να το μάθουμε.»

«Συμφωνώ.»

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του Σουτούρη, τότε, κουδουνίζει. Εκείνος τον τραβά από τη ζώνη του και κοιτάζει τη μικρή οθόνη συνοφρυωμένος. Αυτός που καλεί δεν είναι γνωστός.

«Τι συμβαίνει;» ρωτά η Πάολα, βλέποντας την έκφρασή του.

«Θα μάθουμε. Μη μιλάτε,» τους λέει ο Σουτούρης. Και δέχεται την κλήση, με την ένταση του μεγαφώνου δυνατή έτσι ώστε ν’ακούνε όλοι. «Μάλιστα;»

«Σουτούρη;» Γυναικεία φωνή.

«Μάλιστα. Ποια είσαι;»

«Ο Σουτούρης ο Τυχερός είσαι;»

«Ναι.»

«Μας ακούνε άλλοι;» Τι του θυμίζει η φωνή της;

«Ναι.»

«Φρόντισε να μη μας ακούνε.»

Ο Σουτούρης ρίχνει μια ματιά στους υπόλοιπους, που οι όψεις τους είναι καχύποπτες. Ύστερα φέρνει τον πομπό στ’αφτί του μειώνοντας την ένταση του μεγαφώνου. «Ποια είσαι;»

«Η Αστερόπη είμαι.»

«Και βρίσκεσαι στη Νίρβεκ; Είσαι τρελή; Ο ραλίστας μού είπε ότι–»

«Ο Ζορδάμης με συνάντησε και μου μίλησε για σένα. Ήρθα βόρεια για να σε βρω. Ο πατέρας μου με έστειλε. Μαζί μου είναι ο επίδοξος δολοφόνος σου, με τον οποίο έχω ακούσει πως είστε φίλοι πλέον.»

«Ας μην τα παραλέμε. Δεν έπρεπε πάντως νάρθεις εδώ–»

«Μην ανησυχείς· ο Παλιόσκυλος δεν μπορεί τόσο εύκολο να με εντοπίσει.»

«Και πάλι, είναι επικίνδυνο.»

«Πού βρίσκεσαι;»

«Μαζί με μερικούς… συμμάχους.»

«Εννοείς ότι είναι με το μέρος μας; Εναντίον του Παλιόσυρμου και της Ασημίνας Νέρφελδιφ;»

«Ναι. Προσπαθούμε να οργανωθούμε. Και, υποθέτω, καλό θα ήταν αν ήσουν κι εσύ εδώ–»

«Τι συμβαίνει;» τον διακόπτει η Πάολα. «Σε ποια μιλάς;»

«Στη Βατράνια,» της λέει ο Σουτούρης.

«Στη Βατράνια; Είναι εδώ; Επέστρεψε;»

«Ναι, και μαζί της είναι ο Ρίβης Νέρφελδιφ.»

«Η Πάολα είναι αυτή που ακούω;»

«Ναι, η Πάολα είναι.»

«Πόσοι είστε, Σουτούρη;»

«Εγώ, η Πάολα, ο Ζορζ, κι άλλοι δύο. Λοιπόν. Άκου πώς θα έρθεις. Γνωρίζεις το ξενοδοχείο Το Λευκό Κέρατο’;»

«Ναι.»

Μετά από λίγη ώρα, ενώ όλοι περιμένουν με κάποια αγωνία, η πόρτα του δωματίου χτυπά. Μερικά πιστόλια βγαίνουν από θηκάρια, για λόγους ασφάλειας. Η Πάολα πλησιάζει την πόρτα και ρωτά: «Ποιος είναι;»

«Εμείς,» απαντά η Αστερόπη.

Η Πάολα ανοίγει την πόρτα, και η Αστερόπη κι ο Ρίβης μπαίνουν κοιτάζοντας τους παρευρισκόμενους. Ο Ριχάρδος τη γνωρίζει ως Βατράνια και τη χαιρετά. Η Δήμητρα’μορ, φυσικά, δεν τη γνωρίζει και στέκεται παράμερα, παρατηρώντας.

«Ποια είναι αυτή;» ρωτά η Αστερόπη, και η Πάολα κι ο Σουτούρης τής εξηγούν.

«Πού είναι ο ραλίστας;» ρωτά η Πάολα, μετά.

Η Αστερόπη τούς λέει τι συνέβη στα νότια, κοντά στις ερήμους, αλλά δεν αποκαλύπτει τίποτα για την Παλιά Δυναστεία. Κοιτάζει, όμως, στο τέλος τον Σουτούρη. Τον πλησιάζει και ψιθυρίζει στ’αφτί του: «Ο πατέρας μου πιστεύει ότι καλό θα ήταν να μάθουν για την Παλιά Δυναστεία. Τι λες κι εσύ;»

Ο Τυχερός σμίγει τα χείλη, προβληματισμένα.

Η Πάολα τούς ατενίζει συνοφρυωμένη. «Τι μυστικά είν’ αυτά;»

«Εντάξει,» λέει ο Σουτούρης στην Αστερόπη. «Εκεί που έχει φτάσει η κατάσταση, γιατί όχι;» Και στρεφόμενος προς τους άλλους: «Λοιπόν. Υποθέτω πως όλοι, εκτός από τη Δήμητρα, θα έχετε ακούσει για την Παλιά Δυναστεία…»

«Ένας μύθος της οικογένειας,» λέει η Πάολα, καθισμένη επάνω στο τραπεζάκι του δωματίου.

«Δεν είναι μύθος,» την πληροφορεί ο Σουτούρης. «Εγώ και η Βατράνια είμαστε της Παλιάς Δυναστείας. Και ο Γρύπας Ξενοκράτης, επίσης. Το ίδιο κι οι γονείς μου. Και φαίνεται πως αυτή η καινούργια κλίκα μάς έχει βάλει στόχο.»

«Ποιοι είναι οι γονείς σου, Σουτούρη;»

«Δεν έχει σημασία τώρα· δεν είναι εδώ. Η μητέρα μου είναι στην Άντχορκ, κι ο πατέρας μου στη Μέλβερηθ. Τους έχω στείλει μηνύματα για να τους ενημερώσω. Ελπίζω νάχουν φτάσει σ’αυτούς.»

«Μην κρατάς μυστικά,» του λέει η Πάολα. «Πες μας ποιοι είναι!»

«Αν δεν ξέρετε κάτι δεν μπορείτε να το προδώσετε σε κανέναν–»

«Νομίζεις ότι εμείς εδώ, τώρα, έχουμε σκοπό να προδώσουμε;»

«Μπορεί κάποιος από εσάς να αιχμαλωτιστεί,» τους λέει η Αστερόπη. «Ο Σουτούρης έχει δίκιο που είναι επιφυλακτικός. Εξάλλου, πρόκειται για μέλη που δεν βρίσκονται στην πόλη σας.»

«Ναι,» συμφωνεί ο Ριχάρδος, με τα χέρια του σταυρωμένα μπροστά του καθώς στέκεται, «καλό θα ήταν πρώτα να δούμε τι θα γίνει στη Νίρβεκ. Εκείνο, όμως, Βατράνια, που δεν μπορώ να καταλάβω είναι ποιο είναι το κεφάλι του δράκου. Ποιος ξεκίνησε τούτο τον πόλεμο;»

«Αυτό,» αποκρίνεται η Αστερόπη, «θέλω κι εγώ να το μάθω. Υποπτευόμαστε την Ασημίνα Νέρφελδιφ, μα δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι.»

Ο Ριχάρδος κοιτάζει τον Ρίβη.

«Δεν ξέρω,» λέει εκείνος ανασηκώνοντας τους ώμους. «Δεν ξέρω τα σχέδιά της. Δεν ήμουν καν μαζί της, τόσα χρόνια.»

Η Πάολα ρωτά: «Ποια άλλα μέλη της Παλιάς Δυναστείας υπάρχουν στη Νίρβεκ;»

«Για την ώρα,» λέει ο Σουτούρης, «η Βατράνια κι εγώ είμαστε τα μόνα μέλη της Παλιάς Δυναστείας στην πόλη. Εκτός να έχει έρθει και κανένας άλλος χωρίς να το γνωρίζουμε.»

«Θες να πεις ότι δεν υπάρχουν μόνιμοι κάτοικοι της Παλιάς Δυναστείας εδώ;»

«Ακριβώς. Η Σιδηρά Δυναστεία δεν χρειάζεται την Παλιά Δυναστεία για να λειτουργήσει, Πάολα. Απλώς η Παλιά Δυναστεία είναι, θα μπορούσες να πεις, ένας πυρήνας – και οι φήμες που κυκλοφορούν γι’αυτήν είναι παρατραβηγμένες.»

«Υπερβολικά παρατραβηγμένες,» τονίζει η Αστερόπη, καθισμένη στη γωνία του ενός από τα δύο κρεβάτια του δωματίου κι ανάβοντας τσιγάρο.

«Ο Τασνικέφ;» ρωτά η Πάολα.

«Δεν ήταν της Παλιάς Δυναστείας.»

«Τότε, ο πόλεμός τους δεν είναι εναντίον της Παλιάς Δυναστείας.»

«Ναι,» συμφωνεί η Αστερόπη, «ο πόλεμός τους δεν είναι μόνο εναντίον της Παλιάς Δυναστείας· απλώς την Παλιά Δυναστεία θέλουν οπωσδήποτε να τη βγάλουν από τη μέση.»

«Εσένα τότε γιατί ο Παλιόσκυλος σε κρατούσε φυλακισμένη; Γιατί δεν σε σκότωσε;»

«Ήθελε να με χρησιμοποιήσει για να παγιδεύσει τον πατέρα μου. Απ’ό,τι καταλαβαίνω, οι προδότες δεν είναι εξαπλωμένοι στα νότια. Στην Ύγκρας δεν έχουμε παρατηρήσει παράξενα περιστατικά. Ούτε στην Κάρντλας, στα νοτιοδυτικά. Η μεγαλύτερή τους δύναμη πρέπει να βρίσκεται εδώ, στον βορρά. Γι’αυτό κιόλας πολύ πιθανόν το κεφάλι του δράκου να είναι η Ασημίνα Νέρφελδιφ. Η βίλα της κοντά στην Κιρβόνη δεν είναι και τόσο μακριά από τη Νίρβεκ.»

«Δεν πας και με τα πόδια,» σχολιάζει η Πάολα.

Ο Σουτούρης λέει στην Αστερόπη: «Συζητούσαμε για τον Ναρκάμη. Τον ξέρεις τον Ναρκάμη;»

«Τον Δρομολόγο;»

«Ναι.»

«Όχι και τόσο καλά. Αλλά είμαι βέβαιη πως ο Ριχάρδος τον ξέρει.» Στρέφει το βλέμμα της στον Ριχάρδο.

«Τώρα,» της λέει εκείνος, «ούτε εγώ πια δεν τον ξέρω.»

«Είναι προδότης;»

«Αυτό θέλουμε να ανακαλύψουμε, Βατράνια.»

«Και τι έχετε κατά νου;» Φυσά καπνό προς το ταβάνι.

«Πρέπει να τον παρακολουθήσουμε, νομίζω.» Και ο Ριχάρδος τούς κοιτάζει όλους, τον έναν μετά τον άλλο. «Αν και ο Ναρκάμης έρθει με το μέρος μας, θα είναι ένα καλό κομμάτι σ’αυτό το ύπουλο παιχνίδι.»

Κανένας δεν διαφωνεί.

*

Από το επόμενο πρωί κιόλας ξεκινάνε να κατασκοπεύουν τον Ναρκάμη των Δρομολόγων. Παρακολουθούν το σπίτι του – ένα διώροφο στο Κεντρολίμανο – όπου μένει μαζί με τη γυναίκα του, τον γιο, και την κόρη του, κανένας από τους οποίους δεν είναι μέλος της Δυναστείας. Η γυναίκα του ήταν πόρνη προτού την παντρευτεί, αλλά τώρα πια δεν δουλεύει. Ο γιος του είναι μαθητευόμενος μάγος στη Μαγική Ακαδημία της Νίρβεκ. Η κόρη του πηγαίνει ακόμα στο σχολείο. Κανένας τους δεν θεωρείται Δρομολόγος, αλλά βρίσκονται υπό την προστασία των Δρομολόγων και οι Δρομολόγοι απαγορεύεται να τους πειράξουν για τον οποιονδήποτε λόγο.

Εκτός από το σπίτι του Ναρκάμη, ο Σουτούρης ο Τυχερός και οι άλλοι παρακολουθούν επίσης τις προβλήτες του Χαμηλού Λιμανιού όπου αράζει τα δύο πλοία του – το ένα εκ των οποίων είναι ιστιοφόρο και ποταμόπλοιο, ενώ το άλλο μπορεί να πλέει άνετα και σε ποταμό και σε θάλασσα και διαθέτει μηχανές που χρειάζονται μάγο για να ρυθμίζει την ενεργειακή ροή τους.

Επιπλέον, παρακολουθούν γενικά τις κινήσεις του Ναρκάμη μέσα στο δίκτυο των Δρομολόγων, προσπαθώντας να βγάλουν κάποιο συμπέρασμα γι’αυτόν. Είναι πιθανό να έχει συμμαχήσει με τους εχθρούς; Μήπως οι εχθροί τον απειλούν; Μήπως έχει καταλάβει τι συμβαίνει και παραμένει ουδέτερος αλλά επιφυλακτικός;

Με τον ερχομό της Αστερόπης και του Ρίβη, η Συμμαχία της Παλιάς Δυναστείας (όπως έχουν αρχίσει να βλέπουν τον εαυτό τους) αύξησε τα μέλη της και η κατασκοπία είναι, επομένως, ευκολότερη. Γιατί πέντε άνθρωποι δεν είναι αρκετοί για να βρίσκονται συνέχεια στο πόδι. Η Δήμητρα’μορ έχει αναλάβει την παρακολούθηση του σπιτιού του Ναρκάμη, βάζοντας σε χρήση τη μαγεία της, αφού η Πάολα τής βρήκε ένα διαμέρισμα εκεί κοντά για να νοικιάσει. Και ο Ρίβης μένει μαζί της, παριστάνοντας τον σύζυγό της. Η Αστερόπη, ο Ζορζ, και ο Σουτούρης αναλαμβάνουν την παρακολούθηση του Χαμηλού Λιμανιού, ενώ η Πάολα και ο Ριχάρδος μετακινούνται προς διάφορες κατευθύνσεις, διότι πρέπει και κάποιοι πράκτορες να είναι πιο ευέλικτοι, αν είναι τελικά να καταλάβουν τι συμβαίνει με τον Ναρκάμη.

Την τρίτη νύχτα της παρακολούθησης, η Πάολα βρίσκεται στο κατόπι του Ναρκάμη μέσα στους σκοτεινούς δρόμους του Ολάνοιχτου. Τον είχε ακολουθήσει ώς εδώ με το τρίκυκλό της ενώ εκείνος οδηγούσε ένα τετράκυκλο όχημα. Τώρα όμως κι οι δυο τους βαδίζουν, και η Πάολα διατηρεί απόσταση ασφαλείας από τον στόχο της, ο οποίος φορά κάπα με την κουκούλα σηκωμένη, κρύβοντας καλά την ταυτότητά του. Αν η Πάολα δεν τον είχε εντοπίσει από πριν, που είχαν μια σύντομη συναναστροφή οι δυο τους, τώρα δεν πρόκειται ποτέ να τον καταλάβαινε.

Τον βλέπει να πλησιάζει μια αποθήκη, να ξεκλειδώνει το λουκέτο της πόρτας, και να μπαίνει, αφήνοντάς τη μισάνοιχτη. Η Πάολα διασχίζει τον έρημο δρόμο με γρήγορα, αθόρυβα βήματα. Τα κοντά μποτάκια της είναι από μαλακό δέρμα και έχουν χαμηλό τακούνι, ιδανικά για τέτοιες δουλειές – και δεν τα φορά τυχαία τούτες τις νύχτες.

Τι αποθήκη είν’ αυτή; αναρωτιέται. Δεν το ήξερα ότι ο Ναρκάμης έχει αποθήκη εδώ. Δεν είναι καν στο Χαμηλό Λιμάνι, όπου αράζει τα σκάφη του!

Η Πάολα ζυγώνει τη μισάνοιχτη πόρτα και κοιτάζει μέσα. Βλέπει έναν χώρο με διάφορα κιβώτια και βαρέλια από δω κι από κει: σωρούς που παρεμποδίσουν το πεδίο της όρασής της σε πολλά σημεία. Μια ασθενική ενεργειακή λάμπα είναι αναμμένη στο ταβάνι, τρεμοπαίζοντας. Στα ρουθούνια της έρχεται μια ασυνήθιστη οσμή ψαρίλας. Ο Ναρκάμης δεν φαίνεται πουθενά. Η Πάολα μπαίνει στην αποθήκη νυχοπατώντας.

Όταν έχει απομακρυνθεί από την είσοδο, ακούει πίσω της ένα χαμηλό σφύριγμα. Γυρίζει, αιφνιδιασμένη, και στο κατώφλι της πόρτας βλέπει μια γυναίκα – μακριά ξανθά μαλλιά, κατάλευκο δέρμα, μαβιά μάτια που γυαλίζουν από μίσος – η Νιρίφα!

«Νόστιμη φαίνεσαι!» λέει στην Πάολα, γελώντας, καθώς κλείνει την πόρτα.

Η Πάολα τρέχει να την προλάβει, αλλά δεν τα καταφέρνει, κι ακούει από την άλλη μεριά κάποιον βαρύ σύρτη να τραβιέται. Η καρδιά της χτυπά δυνατά τώρα. Τι σκατά γίνεται εδώ; Την παρακολουθούσε η Νιρίφα; Ή ήταν συνεννοημένη με τον Ναρκάμη;

Πού είναι ο Ναρκάμης;

Η Πάολα στρέφεται ξανά στο εσωτερικό της αποθήκης για να τον δει, μήπως, να ξεπροβάλει, ειδοποιημένος από τον θόρυβο. Αλλά εξακολουθεί να μην τον βλέπει πουθενά. Τραβά το πιστόλι μέσα από την κοντή καπαρντίνα της και βηματίζει, με μεγάλη επιφύλαξη, ανάμεσα στα κιβώτια και στα βαρέλια. Διακρίνει, στο βάθος, μισοκρυμμένη, μια πόρτα, πολύ μικρότερη από την είσοδο που χρησιμοποίησε για να μπει. Από κει βγήκε ο Ναρκάμης; Ή είναι ακόμα μέσα;

Η Πάολα βαδίζει προς τη μικρότερη πόρτα–

Ένας θόρυβος από πάνω της!

Σταματά και κοιτάζει ψηλά. Το βλέμμα της πέφτει σε κάτι που γυαλίζει στην οροφή της αποθήκης: έναν φεγγίτη, που το τζάμι του σηκώνεται από κάποιο χέρι.

«Νιρίφα!» φωνάζει η Πάολα, αν και δεν μπορεί να διακρίνει ποιος είναι εκεί πάνω. Μονάχα μια σκιά βλέπει.

Και τώρα η σκιά εκτοξεύει κάτι μέσα από τον φεγγίτη – κι ευθύς αμέσως τον κλείνει ξανά. Το αντικείμενο χτυπά πάνω σε μερικά βαρέλια και, εν συνεχεία, καταλήγει στο πάτωμα της αποθήκης. Τσυρίζοντας δαιμονισμένα.

Η Πάολα παραπατά, αφήνοντας ακούσια το πιστόλι της να πέσει και κλείνοντας τ’αφτιά της και με τα δύο χέρια. Ηχητική χειροβομβίδα! Ηχοβομβίδα, όπως τη λένε οι πεπειραμένοι στα όπλα. Αλλά έπεσε σ’αρκετή απόσταση από την Πάολα· η Πάολα δεν νομίζει ότι θα χάσει τις αισθήσεις της. Παραπατώντας όμως χτυπά την πλάτη της σ’έναν σωρό από κιβώτια ρίχνοντάς τα άτακτα στο πάτωμα και ξαπλώνοντας άγαρμπα πάνω τους.

Ο διαπεραστικός ήχος παύει, αλλά τ’αφτιά της ακόμα βουίζουν.

«Γαμήσου!» γρυλίζει καθώς ορθώνεται. «Θα τη σφάξω με τα νύχια μου την καριόλα!» Κοιτάζει κάτω και βλέπει το πιστόλι της, πεσμένο.

Την ίδια στιγμή, όμως, νομίζει πως πίσω από το βουητό στ’αφτιά της έρχεται και κάποιος άλλος ήχος – θραύσης; Και με τις άκριες των ματιών της διακρίνει κάτι να κινείται. Γυρίζει κι αντικρίζει ένα πλάσμα που μοιάζει βγαλμένο από εφιάλτη!

Βηματίζει προς τα πίσω, νιώθοντας τα πόδια της να τρέμουν, την ανάσα της κομμένη.

Σε κάμποση απόσταση μπροστά της στέκεται ένα τέρας – γιατί αυτή είναι η μόνη λέξη που του ταιριάζει – κατάμαυρο και γλοιώδες, και στο ύψος δύο φορές όσο εκείνη. Στο πλάτος, επίσης. Αντί για κεφάλι έχει μια κουκούλα που από μέσα της ξεφυτρώνουν δύο μικρά πλοκάμια ή, ίσως, κεραίες. Τα χέρια του – ή, μάλλον, πλοκάμια είναι κι αυτά – απλώνονται δεξιά κι αριστερά του, έχοντας στο πέρας τους δύο δάχτυλα με κοφτερό νύχι. Πόδια δεν έχει, αλλά έχει δύο ουρές: επάνω στη μία, τη μεγαλύτερη, σέρνεται, ενώ η άλλη ορθώνεται μπροστά του σαν κέρατο ή σαν… Η Πάολα αισθάνεται αηδιασμένη. Όχι σαν· αυτό πρέπει, όντως, να είναι κάποιου είδους φριχτό γεννητικό όργανο.

Γύρω από το τέρας υπάρχουν ξύλινα θραύσματα, λες και διέλυσε κάτι για να πεταχτεί από μέσα του. Κάποιο κιβώτιο.

Η Πάολα τινάζεται, γρήγορη σαν αγριόγατα – τρομαγμένη σαν αγριόγατα που την κυνηγάνε δυο ντουζίνες αδέσποτα σκυλιά – κι αρπάζει το πιστόλι της από κάτω. Το υψώνει και πυροβολεί το τέρας που έρχεται καταπάνω της, που σέρνεται με μεγάλη ταχύτητα πάνω στην ουρά του.

Η οσμή ψαρίλας έχει δεκαπλασιαστεί μέσα στην αποθήκη. Από αυτό πρέπει να ερχόταν εξαρχής, συνειδητοποιεί η Πάολα: πρέπει να ήταν αναισθητοποιημένο μέσα σε κάποιο μεγάλο κιβώτιο, διπλωμένο εκεί μέσα, και η ηχοβομβίδα το ξύπνησε.

Οι σφαίρες του πιστολιού το τραντάζουν αλλά δεν το σταματούν. Το πετσί του μοιάζει τρομερά σκληρό – της θυμίζει το πετσί χταποδιών, καλαμαριών, σαλαχιών… Έχει, άραγε, ζωτικά όργανα;

Καθώς το πλάσμα απλώνει τα νυχάτα πλοκάμια του καταπάνω της με φανερό σκοπό να την αρπάξει, η Πάολα γυρίζει και τρέχει. Πηδά πάνω σ’έναν σωρό από κιβώτια, και ο σωρός διαλύεται από κάτω της καθώς τον χτυπούν τα μακριά μέλη του τέρατος. Η Πάολα προσγειώνεται όρθια, συνεχίζοντας να τρέχει. Γυρίζει πάλι και πυροβολεί, βιαστικά, σημαδεύοντας το εφιαλτικό γεννητικό όργανο του τέρατος, αλλά αστοχεί και χτυπά την ουρά του, πράγμα που δεν φαίνεται να το παρακωλύει καθόλου.

Μεγάλη Αρτάλη βοήθησέ με! σκέφτεται τρέχοντας προς τη μικρή πόρτα απ’την οποία μάλλον βγήκε ο Ναρκάμης. Λόρκη βοήθησέ με! Βοηθήστε με! Αλλά η πόρτα δεν είναι ανοιχτή. Όταν τη φτάνει διαπιστώνει πως είναι αμπαρωμένη ή λουκετωμένη από έξω. Ουρλιάζοντας, εξαγριωμένη, τρομοκρατημένη, η Πάολα κλοτσά την πόρτα, μία, δύο φορές, αλλά βέβαια δεν τη σωριάζει.

Και το φριχτό τέρας έρχεται. Τα πλοκάμια του απλώνονται. Η Πάολα τ’αποφεύγει και τρέχει ανάμεσα στα βαρέλια και στα κιβώτια· το πλάσμα τα τσακίζει και τα παραμερίζει στο πέρασμά του, και η Πάολα συνειδητοποιεί πως όλα είναι άδεια. Παγίδα. Ήταν παγίδα από την αρχή. Ο Ναρκάμης με πούλησε στη Νιρίφα – το κάθαρμα!

Αλλά τι είναι αυτό το τέρας; Αποκλείεται να είναι από τη Σεργήλη! Εξωδιαστασιακό είναι, σίγουρα. Από το Σύμπλεγμα, ίσως. Ναι, μάλλον από το Σύμπλεγμα. Όχι πως τώρα αυτό έχει σημασία. Πώς μπορώ να το σκοτώσω; Υπολογίζει ότι άλλες εννιά σφαίρες τής απομένουν. Είναι αρκετές για να το σκοτώσουν; Μπορούν καν να το βλάψουν;

Γυρίζει και το πυροβολεί, δύο φορές. Το τέρας τραντάζεται ξανά, αλλά δεν σταματά. Το δεξί του πλοκάμι φτάνει το αριστερό της πόδι – η Πάολα τινάζεται πίσω, με μια κραυγή που τ’αφτιά της ίσα που την ακούνε μέσα από το βουητό τους – το ένα από τα δύο νύχια σκίζει ένα κομμάτι από το παντελόνι και το μποτάκι της καθώς τη γδέρνει κάνοντας αίμα να πεταχτεί.

Η Πάολα τρέχει, πηδά πάνω σ’ένα κιβώτιο, κοιτάζει ψηλά– Πρέπει να φτάσω τον φεγγίτη! Τον πυροβολεί, ξοδεύοντας ακόμα μια σφαίρα, και το γυαλί του διαλύεται. Από την άκρη του κάτι γυαλίζει, και δεν είναι η κάννη πυροβόλου· είναι, συνειδητοποιεί η Πάολα, το μάτι είτε τηλεοπτικού πομπού είτε μηχανικού οφθαλμού. Η καταραμένη σκρόφα της Λόρκης θέλει να καταγράψει τον θάνατό μου! ΘΑ ΤΗ ΣΚΟΤΩΣΩ!

Γυρίζει και τρέχει ξανά, καθώς το τέρας έρχεται. Κλοτσά ένα κιβώτιο καταπάνω του, κι ένα βαρέλι. Αλλά η βαριά ουρά του τα τσακίζει από κάτω της, ενώ το γεννητικό του όργανο εξακολουθεί να είναι ορθωμένο – και η Πάολα έχει τη φριχτή αίσθηση ότι το τέρας τη βλέπει ερωτικά. Μα, είναι δυνατόν; Είναι δυνατόν τέτοιο έκτρωμα του Συμπλέγματος να αναπαράγεται με ανθρώπους; Σ’εκείνη τη διάσταση, που είναι όλο λαβυρινθώδη σπήλαια και νερό, δεν υπάρχουν άνθρωποι!

Η Πάολα το πυροβολεί ξανά – μία, δύο ριπές. Η δεύτερη σφαίρα πρέπει να το πετυχαίνει στο γεννητικό όργανο (αν όντως είναι γεννητικό όργανο) και το πλάσμα τσυρίζει. Το τσύριγμά του η Πάολα το ακούει για πρώτη φορά μέσα από το βουητό στ’αφτιά της. Αυτό πρέπει να πόνεσε. Αλλά το πλάσμα δεν σταματά· έρχεται τώρα πιο γρήγορα προς το μέρος της, απλώνοντας τα νυχάτα πλοκάμια του, ενώ τα πολύ μικρότερα πλοκάμια κάτω απ’την κουκούλα του τινάζονται άγρια, οργισμένα ίσως.

«ΠΙΣΩ!» ουρλιάζει η Πάολα. «ΠΙΣΩ!» Και το πυροβολεί ξανά, αλλά τώρα αστοχεί το αποτρόπαιο πέος του.

Γυρίζει και τρέχει. Αν δε λαθεύει, μόνο τρεις σφαίρες τής απομένουν. Δε μπορώ να το σκοτώσω! Μεγάλη Αρτάλη δε μπορώ να το σκοτώσω! Μεγάλη Αρτάλη – Λόρκη – βοηθήστε με!

Πρέπει να φτάσει τον φεγγίτη. Πρέπει, κάπως, να φτάσει τον φεγγίτη!

Αλλά όλα τα βαρέλια και τα κιβώτια είναι, πλέον, πεταμένα από δω κι από κει· και πολλά, μάλιστα, είναι διαλυμένα. Έπρεπε να είχε σκαρφαλώσει επάνω τους πιο πριν, όσο είχε ακόμα καιρό. Τώρα είναι αργά!

Μονάχα μία λύση υπάρχει, νομίζει η Πάολα. Και προσεύχεται σε όποια θεά, όποιο θεό, τυχαίνει τώρα να παρακολουθεί να τη βοηθήσει.

Συνεχίζει να τρέχει αποφεύγοντας τα πλοκάμια του τέρατος, ενώ κλοτσά και σπρώχνει κιβώτια και βαρέλια. Κάποια στιγμή, βρίσκεται ακριβώς εκεί που θέλει – κάτω από τον φεγγίτη – κι ένας σωρός από βαρέλια και κιβώτια είναι κοντά της – ένας σωρός που η ίδια έχει δημιουργήσει. Η Πάολα ρίχνει ένα κιβώτιο στην κορυφή του σωρού και, με δύο ευέλικτα άλματα, καταλήγει επάνω του.

«Έλα,» γρυλίζει τρίζοντας τα δόντια, ενώ υψώνει το πιστόλι της, σημαδεύοντας, «δείξε μου πόσο άντρακλας είσαι!» Και πυροβολεί το ερχόμενο τέρας στο πλοκάμι που ίσως να είναι γεννητικό όργανο. Αστοχεί τη συγκεκριμένη απόφυση αλλά χτυπά το σκληρόπετσο σώμα. Το τέρας συνεχίζει να έρχεται. Η Πάολα αδειάζει και τις τελευταίες της σφαίρες επάνω του, καθυστερώντας το, κάνοντας το να τη φτάσει καταπονημένο. Το τέρας ορθώνεται τώρα μπροστά της, και, καθώς η Πάολα στέκεται πάνω στο κιβώτιο, βρίσκονται στο ίδιο ύψος. Τα πλοκάμια του απλώνονται για να την περιτυλίξουν. Εκείνη έχει ήδη πετάξει το πιστόλι της και τραβήξει το ξιφίδιο μέσα από την καπαρντίνα της. Χωρίς καθυστέρηση – αηδιασμένη και μόνο στη σκέψη ότι αυτό το φριχτό τέρας προσπαθεί να την αγκαλιάσει – πηδά καταπάνω του–

Πέφτει, με την κοιλιά, πάνω στην κουκούλα του, νιώθοντας την ανάσα της να κόβεται από το χτύπημα–

Καρφώνει, δυνατά, το ξιφίδιό της στην πλάτη του: και καταφέρνει να το μπήξει γερά εκεί, αν και όχι μέχρι τη λαβή· η λεπίδα με το ζόρι διαπερνά το σκληρό πετσί.

Το τέρας τσυρίζει· η Πάολα αισθάνεται τα μικρά πλοκάμια κάτω απ’την κουκούλα του να σαλεύουν πάνω στην κοιλιά της. Θα ξερνούσε αν είχε τον χρόνο, αλλά δεν έχει χρόνο. Χρησιμοποιώντας τη λαβή του καρφωμένου ξιφιδίου της, τραβιέται πάνω στη ράχη του εκτρώματος. Το καβαλά.

Το τέρας τσυρίζει, τινάζοντας τα πλοκάμια του δεξιά κι αριστερά, εκτοξεύοντας κιβώτια και βαρέλια προς τυχαίες κατευθύνσεις.

«Τι;» γρυλίζει η Πάολα, τρίζοντας πάλι τα δόντια. «Δε σ’αρέσουν τα βιτσιόζικα πράγματα;» Υψώνει το βλέμμα της στον φεγγίτη – και πηδά ξανά, απλώνοντας τα χέρια της. Πιάνει τις άκριές του και τραβιέται. Αλλά δεν είναι εύκολο να βγει στην ταράτσα γιατί τα πόδια της δεν έχουν πού να πατήσουν για να την υποβοηθήσουν· κλοτσάνε μάταια από κάτω της.

Ευτυχώς, πάντως, στην οροφή της αποθήκης δεν είναι τώρα κανένας. Η Πάολα φοβόταν ότι ίσως κάποιος, ίσως η Νιρίφα, να ήταν, και τότε σίγουρα θα προσπαθούσε να την πετάξει κάτω ξανά. Αλλά η δειλή σκύλα δεν είναι εδώ.

Η Πάολα απλώνει τα χέρια της, γαντζώνοντας τα δάχτυλά της στην πέτρινη οροφή, τραβώντας το σώμα της για να το ανεβάσει ολόκληρο–

Ένα πλοκάμι τυλίγεται γύρω απ’το δεξί της πόδι.

«…Όχι!» κάνει ξέπνοα η Πάολα, και τραβιέται πιο δυνατά. Νιώθει τα νύχια του τέρατος να τη γδέρνουν, αλλά γλιστράνε προς τα κάτω. Το μποτάκι της φεύγει – και το πλοκάμι μαζί!

Η Πάολα βλέπει τότε το τρίποδο όπου είναι στερεωμένος ο μηχανικός οφθαλμός πλάι στον φεγγίτη. Το ένα της χέρι πιάνεται από εκεί ενώ το άλλο εξακολουθεί νάναι πιασμένο στις πέτρες της οροφής. Τραβά το σώμα της επάνω, ανεβάζει το αριστερό γόνατό της, και κυλά στην ταράτσα, ξέπνοη.

Αμέσως, όμως, τινάζεται σε γονατιστή θέση, φοβούμενη ότι ίσως η Νιρίφα να έρθει. Αλλά δεν τη βλέπει πουθενά.

Η Πάολα αποσυνδέει τον μηχανικό οφθαλμό από το τρίποδο και τον παίρνει μαζί της. Ύστερα κατεβαίνει από την ξύλινη σκάλα που βρίσκεται στο πλάι της οροφής της αποθήκης. Περιμένει ότι ίσως να συναντήσει τη Νιρίφα, αλλά πάλι δεν τη συναντά. Κι ευτυχώς, γιατί τώρα η Πάολα είναι τελείως άοπλη και κουρασμένη. Η δειλή σκύλα έφυγε, μάλλον με σκοπό να επιστρέψει μετά για να μαζέψει τον μηχανικό οφθαλμό. Ήθελε να με καταγράψει να πεθαίνω! Ή… ή να με βιάζει αυτό το τέρας! Αναριγεί καθώς τρέχει προς τα εκεί όπου έχει αφήσει το τρίκυκλό της.

*

Το πρωί, ο τηλεοπτικός σταθμός ΤηλεΝίρβεκ και κάποιοι ραδιοφωνικοί σταθμοί αναφέρουν ότι μες στη νύχτα ένα εξωδιαστασιακό πλάσμα έκανε ζημιές στη συνοικία του Ολάνοιχτου, καταστρέφοντας πόρτες, παράθυρα, οχήματα. Ευτυχώς οι δρόμοι ήταν έρημοι, λόγω της ώρας, και δεν χτύπησε τυχαίους ανθρώπους. Η Χωροφυλακή δεν μπορούσε να το βλάψει με κανονικές σφαίρες· χρειάστηκε να του επιτεθούν, τελικά, με ρουκετοβόλα για να το σκοτώσουν. Οι εμπειρογνώμονες λένε ότι πρόκειται για θηρίο από το Σύμπλεγμα, ονομαζόμενο Πλοκαμόνυχας.

Οι εφημερίδες δεν είχαν χρόνο να γράψουν τίποτα για το περιστατικό.

Όταν ο Ζορζ ο Βουτηχτής βλέπει το τέρας μέσω των οπτικών δεδομένων που μεταφέρει ο μηχανικός οφθαλμός σε μια οθόνη, λέει: «Ναι, Πλοκαμόνυχας σίγουρα.»

Η Πάολα είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι του δωματίου. Φορά μια υφασμάτινη λευκή τουνίκα που πέφτει ώς τα γόνατα. Τα πόδια της είναι γεμάτα κοψίματα από τα νύχια του τέρατος, και τυλιγμένα τώρα με επιδέσμους. «Και τι…;» λέει. «Τι ήθελε;… Αυτό το πράγμα» – δείχνει το πιθανό γεννητικό όργανο του πλάσματος, μέσα στην οθόνη – «είναι, είναι αυτό που νομίζω ότι είναι; Είναι πουλί;»

«Ναι,» αποκρίνεται ο Ζορζ. «Ο Πλοκαμόνυχας είναι παγγαμικός, Πάολα.»

«Τι σημαίνει αυτό;»

«Το είδος του δεν έχει θηλυκά· χρησιμοποιεί, όμως, τα θηλυκά πολλών άλλων ειδών.»

Η Πάολα αισθάνεται ξανά τα σωθικά της να αναποδογυρίζουν. «Θες να πεις ότι από εμένα ήθελε…;»

«Ναι, σε είχε συμπαθήσει. Αλλά μην το πάρεις προσωπικά.»

Εκτός από τον Ζορζ, ο Σουτούρης και η Αστερόπη βρίσκονται στο δωμάτιο, που είναι στο ξενοδοχείο Χαμηλός Πύργος, στο Χαμηλό Λιμάνι της Νίρβεκ.

Η Πάολα λέει: «Μα… είναι δυνατόν; Αν… αν γεννούσα…;»

«Δε θ’αργούσες να γεννήσεις,» της λέει ο Ζορζ. «Απ’ό,τι έχω ακούσει, ο μικρός Πλοκαμόνυχας θα έβγαινε από μέσα σου σε κανένα μισάωρο, σκίζοντας την κοιλιά σου.»

Η Πάολα παίρνει μια βαθιά ανάσα κι ανάβει τσιγάρο. «Να πας γαμήθεις. Δε χρειαζόταν να το ξέρω αυτό.»

«Εσύ με ρώτησες…»

«Θα τη σκοτώσω, τη σκρόφα. Θα τη γδάρω,» μονολογεί η Πάολα, φυσώντας καπνό απ’τα ρουθούνια, καθώς κοιτάζει τους επιδέσμους στα πόδια της.

«Δε μπορείς να την πας πάλι στο Δικαστήριο των Δρομολόγων;» ρωτά ο Σουτούρης.

«Και να μπορούσα – της αξίζουν χειρότερα! Αλλά τι αποδείξεις έχω, ούτως ή άλλως; Μόνο εγώ την είδα! Και μάλιστα για λίγο. Η καταραμένη θα υποστηρίξει ότι ήταν η ιδέα μου επειδή τη μισώ!»

«Το βασικό ερώτημα τώρα,» λέει η Αστερόπη, που στέκεται όρθια με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και τον ώμο ακουμπισμένο στον τοίχο, «είναι τι ακριβώς έγινε χτες βράδυ. Δε νομίζω ότι η Νιρίφα σε παρακολουθούσε, Πάολα. Ήταν συνεννοημένη με τον Ναρκάμη, ο οποίος έχει, αναμφίβολα, καταλάβει ότι τον κατασκοπεύεις.»

Η Πάολα νεύει. «Αυτό νομίζω κι εγώ.»

«Επομένως, είναι με τους εχθρούς μας,» λέει ο Σουτούρης.

«Ή,» τονίζει ο Ζορζ, «με τη Νιρίφα.»

«Πιστεύεις,» λέει η Πάολα, «ότι η Νιρίφα τον κατάφερε να συμφωνήσει να με ρίξουν σ’αυτή την παγίδα;»

«Προφανώς συμφώνησε, Πάολα.»

«Η Νιρίφα, μέχρι στιγμής, δεν ήταν της οικογένειας,» τους λέει η Αστερόπη, «αλλά αυτό ίσως να μην ισχύει πλέον.»

«Υποθέτεις ότι ίσως ο Ναρκάμης να την έβαλε στη Δυναστεία;» λέει ο Σουτούρης.

«Το αποκλείεις; ‘Έλα μαζί μας και θα σε βοηθήσω να πάρεις ό,τι εκδίκηση θέλεις από την Πάολα…’ Γιατί όχι;»

Κανένας δεν μιλά, αλλά κανένας δεν διαφωνεί κιόλας με την Αστερόπη.

«Πρέπει ν’αρχίσουν να βγαίνουν απ’τη μέση κάποιοι εχθροί μας,» λέει τελικά ο Σουτούρης ο Τυχερός. «Δε γίνεται αλλιώς. Δε νομίζω ότι είναι δυνατόν να τους μεταστρέψουμε.»

Ο ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ, Η ΛΟΓΙΣΤΡΙΑ, ΚΑΙ Ο ΤΙΜΟΝΙΕΡΗΣ

Ο μόνος τρόπος για να νικήσουμε σ’αυτό τον σκοτεινό πόλεμο είναι να μάθουμε ποιοι είναι εναντίον μας και ποιοι όχι: και να μεταστρέψουμε όσους περισσότερους από τους εναντίον μας μπορούμε. Τους υπόλοιπους θα πρέπει, υποχρεωτικά, να τους εξολοθρεύσουμε. Ακόμα κι ο Λαοκράτης Άλθαρνεφ συμφωνεί. Ακόμα και η κυρία Αμυθολόγητη. Αν και προτιμούν τη μεταστροφή από τη δολοφονία. Η Σιδηρά Δυναστεία, άλλωστε, βασίζεται στα ζωντανά μέλη της. Μυστική οργάνωση χωρίς μέλη δεν υπάρχει. Δεν είμαστε στρατός που προσπαθεί να εξοντώσει έναν άλλο στρατό προκειμένου να καταλάβει μια περιοχή. Η κατάσταση είναι πολύ πιο μπερδεμένη.

Το βράδυ μένουμε στο σπίτι της Αλκάρνης Αμυθολόγητης, εγώ, ο Ύαν, και η Κλεισμένη, σ’ένα δωμάτιο του τρίτου ορόφου της τετραώροφης πολυκατοικίας. Η κυρία Αμυθολόγητη μάς έχει εξηγήσει ότι ολόκληρη η πολυκατοικία τής ανήκει, αλλά τα δύο πρώτα οροφοδιαμερίσματα τα νοικιάζει. Στα δύο επάνω (που αποτελούν μεζονέτα) κατοικεί η ίδια, μόνη της συνήθως. Οι κλειδωνιές, όμως, είναι προστατευμένες με μαγεία και υπάρχουν συναγερμοί και συστήματα ασφαλείας παντού. Η κυρία Αμυθολόγητη πληρώνει μια μισθοφορική ομάδα για να την προφυλάσσει αθέατα. Αν κάτι συμβεί εδώ, πάραυτα ένα ελικόπτερο θα έρθει πάνω από την πολυκατοικία κατεβάζοντας οπλισμένους μισθοφόρους. Μας τα λέει όλ’ αυτά για να μην ανησυχούμε, αλλά νομίζω πως απλά προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της ότι δεν μπορούν εύκολα να τη σκοτώσουν ή να την απαγάγουν μες στο σπίτι της.

Το πρωί, όταν πηγαίνω προς το δωμάτιο της Ξανθίππης, ακούω ήχους από χτυπήματα και, βρίσκοντας την πόρτα μισάνοιχτη, κοιτάζω. Βλέπω την Ξανθίππη να γρονθοκοπεί και να κλοτσά έναν φουσκωτό σάκο δεμένο στον τοίχο κοντά στον υπνόσακό της, ντυμένη με αμάνικη μπλούζα και κοντό παντελόνι. Πάνω από τον δεξή αστράγαλό της διακρίνω στο λευκό-ροζ δέρμα την ουλή από τη σφαίρα, εκεί όπου τραυματίστηκε όταν σκότωσαν τον Κριτόλαο. (Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο μάγος είναι νεκρός!)

Το δωμάτιο όπου τώρα εξασκείται η Ξανθίππη δεν είναι κρεβατοκάμαρα· είναι μια μικρή βιβλιοθήκη-σαλόνι: υπάρχουν ράφια με βιβλία και με πλακέτες ήχου και εικόνας, καθώς και μια οθόνη σε μια γωνία.

Χτυπάω την πόρτα.

Η Ξανθίππη στρέφεται αμέσως στο μέρος μου.

«Καλημέρα,» λέω. «Θα έρθεις μαζί μας, τελικά;»

Βγάζει τα κοντά δερμάτινα γάντια της. «Φυσικά και θα έρθω.» Λύνει τα μαλλιά της, αφήνοντας τα να πέσουν, μαύρα και μακριά, στους ώμους της. «Μια στιγμή μόνο, να πλυθώ.»

«Εννοείται· δε βιαζόμαστε τόσο.»

Όταν είμαστε έτοιμοι, εγώ, ο Ύαν, και η Ξανθίππη φεύγουμε από το σπίτι της κυρίας Αμυθολόγητης μέσα στο ηχομορφικό όχημα. Την Κλεισμένη την αφήνουμε στα χέρια της Κληματένιας· φαίνεται να υπάρχει μια αμοιβαία συμπάθεια ανάμεσα στη γάτα και στην κόρη του Λαοκράτη.

Η Ξανθίππη κάθεται δίπλα μου καθώς οδηγώ μέσα στους δρόμους της Άντχορκ· ο Ύαν κάθεται στο πίσω κάθισμα, σκαλίζοντας κάποια όπλα του οπλοστασίου που έχουμε μαζί μας. Ο προορισμός μας δεν είναι μακριά· βρίσκεται στη συνοικία που ονομάζεται Κλητός, βόρεια του Έγκριτου, κοντά στη Μαγική Ακαδημία της Άντχορκ, σε σημείο απ’το οποίο δεν φαίνεται το Κρεμαστό Πάρκο που αιωρείται πάνω από τη μεγάλη Λεωφόρο Κλητού. Αν και δεν νομίζουμε ότι κανένας θα μας επιτεθεί εδώ, βγαίνουμε από το ηχομορφικό όχημα έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο και, φυσικά, με όπλα κρυμμένα επάνω μας. Μπαίνουμε στη μεγάλη πολυκατοικία και ανεβαίνουμε στον τρίτο όροφο. Χτυπάμε το κουδούνι της πόρτας που γράφει

ΚΑΛΟΦΥΣΙΤΗΣ
ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ.

Μια κοπέλα ανοίγει – χρυσόδερμη και γαλανομάλλα, με μεγάλα γυαλιά – κοιτάζοντάς μας από πάνω ώς κάτω. «Τι θα θέλατε;» Η φωνή της είναι λιγάκι τσυριχτή.

«Να μιλήσουμε στον κύριο Καλοφυσίτη,» αποκρίνομαι. Μέχρι στιγμής δεν ήξερα ότι, μετά το θάνατο του Σαρντάνη Βίνρασκιφ, έγινε ιδιωτικός ερευνητής, αλλά δεν με εκπλήσσει καθόλου για να είμαι ειλικρινής. Το να είσαι ιδιωτικός ερευνητής, υποθέτω, δεν διαφέρει και τόσο απ’το να είσαι βοηθός ειδικού ερευνητή της Χωροφυλακής.

«Έχετε ραντεβού;»

«Όχι,» λέω, «αλλά βιαζόμαστε. Πρόκειται για μια πολύ επείγουσα και εμπιστευτική υπόθεση.» Και παίρνω μια έκφραση που φανερώνει, συγχρόνως, ανησυχία και κάποιο φόβο.

«Περάστε,» αποκρίνεται η κοπέλα, και παραμερίζει από το κατώφλι, αφήνοντάς μας να μπούμε σ’έναν μικρό προθάλαμο όπου βρίσκεται και το γραφείο της. «Το όνομά σας;» ρωτά, πιάνοντας το ακουστικό του επικοινωνιακού διαύλου του γραφείου και φέρνοντάς το στ’αφτί της.

«Λιγνόρρυγχος.»

Η κοπέλα κάθεται στη μεγάλη περιστρεφόμενη πολυθρόνα πίσω απ’το γραφείο και μας γυρίζει την πλάτη της πολυθρόνας καθώς μιλά χαμηλόφωνα στον δίαυλο. Δεν αργεί να τελειώσει, όμως, και να γυρίσει πάλι την πολυθρόνα προς το μέρος μας. «Ο κύρ–»

Το άνοιγμα μιας πλαϊνής πόρτας τη διακόπτει, και βλέπουμε τον Νιρμόδο Καλοφυσίτη να στέκεται εκεί, ο οποίος, προτού γίνει βοηθός ειδικού ερευνητή της Χωροφυλακής, ήταν εξερευνητής και είχε κάποτε χαθεί στο Πορφυρό Κενό, όπου μισοτρελάθηκε και χρειάστηκε να περάσει κάποιο καιρό σε ψυχιατρείο μέχρι να συνέλθει. Ο Κριτόλαος’μορ, η Αστερόπη, κι εγώ, πριν από μερικούς μήνες, τον βοηθήσαμε να γλιτώσει από μια δύσκολη περίσταση στις εγκαταλειμμένες σήραγγες της Άντχορκ. Ήταν λίγο προτού σκοτωθεί ο Σαρντάνης Βίνρασκιφ, από το χέρι του Ψηλού Αλλάνδρη. Και ο Νιρμόδος ήταν σε χάλια κατάσταση. Τώρα φαίνεται πολύ καλύτερα.

«Ζορδάμη!» λέει, ατενίζοντάς με. «Είσαι πράγματι εσύ.» Κοιτάζει τους δύο συντρόφους μου με κάποια περιέργεια. Μετά μας γνέφει να τον ακολουθήσουμε, και μπαίνουμε στο γραφείο του.

«Της οικογένειας είναι,» του εξηγώ δείχνοντας, με το σαγόνι, προς τον Ύαν και την Ξανθίππη.

«Το φαντάστηκα.» Ο Νιρμόδος δεν κάθεται, ούτε μας προτείνει να καθίσουμε.

«Μπορείς να φανταστείς και γιατί είμαστε εδώ;»

Ο Νιρμόδος με κοιτάζει παραξενεμένος. «Όχι,» λέει τελικά.

Να θεωρήσω ύποπτη τη λιγάκι καθυστερημένη απάντησή του; «Δεν ξέρεις τι έγινε στις Ψηλές Νύχτες

«Τι έγινε στις Ψηλές Νύχτες

Μάλλον δεν το έχει μάθει ακόμα. Εξάλλου, προχτές ο Λαοκράτης πήγε στο σπίτι της κυρίας Αμυθολόγητης για να γλιτώσει από τους ανθρώπους του Ψηλού Αλλάνδρη.

Αλλάζω θέμα: «Τι γίνεται όμως μέσα στην οικογένεια, τον τελευταίο καιρό, θα ξέρεις, υποθέτω…»

«Εννοείς ότι…» Ο Νιρμόδος συνοφρυώνεται. «Μιλάς γι’αυτό που λένε, ότι μια καινούργια φατρία έχει διαμορφωθεί μέσα στη Δυναστεία;»

«Ναι. Δε σ’έχουν πλησιάσει εσένα;»

«Όχι. Ίσως νάναι αστικός μύθος, Ζορδάμη–»

«Δεν είναι αστικός μύθος, Νιρμόδε. Αλλά δεν με εκπλήσσει που δεν σ’έχουν ακόμα πλησιάσει. Δεν είσαι κεντρικός σύνδεσμος.»

Ο Νιρμόδος κάθεται πίσω απ’το γραφείο του. «Έχω ακούσει να λένε ότι ο Αίολος είναι μπλεγμένος σ’αυτή τη φατρία – ξέρεις, ο τιμονιέρης.»

Ο αρχιτιμονιέρης, σκέφτομαι. Τιμονιέρηδες αποκαλούν στην Άντχορκ τούς οδηγούς επιβατηγών οχημάτων, χαϊδευτικά. Η Δυναστεία έχει κάμποσους τιμονιέρηδες της Άντχορκ ανάμεσα στα μέλη της· ολόκληρο δίκτυο, για την ακρίβεια· κι αρχηγός αυτού του δικτύου είναι ο Αίολος. Και, απ’ό,τι ακούω, δεν είναι πια δικός μας άνθρωπος…

«Ποιος σ’το είπε;» ρωτάω τον Νιρμόδο, κι εκείνος μού αναφέρει δύο συγγενείς που βρίσκονται στα κατώτερα σκαλοπάτια της οικογένειας, που απλά κάνουν δουλειές. Τους είχα γνωρίσει παλιά, όταν κι εγώ απλά δουλειές έκανα στην Άντχορκ, χρωστώντας.

«Είναι κι αυτοί της… φατρίας;»

«Δεν ξέρω,» μορφάζει ο Νιρμόδος.

«Και να είναι,» λέω, κοιτάζοντας όχι μόνο αυτόν αλλά και τον Ύαν και την Ξανθίππη, «ίσως να μην το γνωρίζουν.» Τέτοιοι άνθρωποι απλά καθοδηγούνται, δεν κάνουν επιλογές· κι αν αυτοί που τους καθοδηγούν είναι με τους εχθρούς μας….

«Τι ακριβώς συμβαίνει, Ζορδάμη;» ρωτά ο Νιρμόδος.

«Λοιπόν,» του λέω. «Αφού δεν φαίνεται να είσαι με τον εχθρό, καλό θα ήταν να σε πάρουμε με το μέρος μας.»

«Το… Ποιο μέρος; Τι…;»

Του εξηγώ, εν συντομία, τι γίνεται, χωρίς να του μιλήσω για την Παλιά Δυναστεία. Του λέω ότι ορισμένα μέλη της Σιδηράς Δυναστείας θέλουν να πάρουν τον έλεγχο ολόκληρου του δικτύου για προσωπικό τους όφελος. Του αναφέρω τι έγινε στις Ψηλές Νύχτες, καθώς και ότι ο Φιλοπολίτης Τασνικέφ, στη Νίρβεκ, είναι νεκρός, δολοφονημένος.

«Δεν καταλαβαίνω,» λέει ο Νιρμόδος. «Ποιοι το κάνουν αυτό; Τι έχουν να κερδίσουν; Εντάξει, ας πούμε ότι ο Ψηλός Αλλάνδρης τρελάθηκε τελείως πια – δεν θα με εξέπληττε. Αλλά εσύ μιλάς για κάτι εξαπλωμένο σ’ολόκληρη τη Σεργήλη, σωστά;»

«Ακριβώς.» Και του λέω πως έχουν συμβεί κάποια περιστατικά και στη Νέσριβεκ: μια βασική σύνδεσμός μας εκεί δολοφονήθηκε επίσης. Αλλά δεν μπαίνω σε λεπτομέρειες. Δεν τον εμπιστεύομαι πλήρως – όχι ακόμα. «Θα μας βοηθήσεις να επαναφέρουμε ισορροπία μέσα στην οικογένεια;»

«Αν μπορώ να κάνω κάτι, θα το κάνω. Αν και…»

«Τι;»

«Δεν ξέρω τι θα μπορούσα να κάνω εγώ, Ζορδάμη. Θα ξεκινήσετε πόλεμο;»

«Θέλουμε να μάθουμε ποιοι είναι με ποιους, για αρχή, και να γυρίσουμε τη ζυγαριά προς το μέρος μας. Θέλουμε, επίσης, να μάθουμε ποιοι είναι οι αρχηγοί, τα κεφάλια, αυτής της συνωμοσίας.»

«Αν ανακαλύψω κάτι, θα σ’το πω. Θα μου δώσεις τον τηλεπικοινωνιακό κώδικά σου;»

«Όχι,» του λέω. «Λόγω των περιστάσεων δεν μπορώ. Όχι ακόμα. Αλλά θα βρισκόμαστε σε επαφή, Νιρμόδε. Θα σε ξαναεπισκεφτώ.»

«Μισό λεπτό. Κι αν θέλω να μιλήσω σε κάποιον; Ποιος είναι εμπιστοσύνης;»

Αναστενάζω. «Αυτή τη στιγμή, κανένας μες στην Άντχορκ. Εκτός από εμένα, τον Ύαν, και την Ξανθίππη. Αλλά τους δικούς μας τηλεπικοινωνιακούς κώδικες δεν μπορείς να τους έχει ακόμα, όπως σου είπα. Μείνε, όμως, πιστός στην οικογένεια, Νιρμόδε· μη συμμαχήσεις μ’αυτούς που προσπαθούν να προκαλέσουν διαίρεση–»

«Δεν θα έκανα τέτοιο πράγμα, Ζορδάμη.»

«Θα δεις ότι έχεις να κερδίσεις περισσότερα από τη Δυναστεία όπως ήταν ανέκαθεν.»

Δεν το πιστεύω ότι έχω βρεθεί σε θέση που υπερασπίζομαι τη Σιδηρά Δυναστεία. Μου μοιάζει αδιανόητο. Σχεδόν σαν όνειρο. Σχεδόν σαν αυτός να μην είμαι εγώ αλλά κάποιος άλλος. Κάποιος ηθοποιός που παριστάνει τον Ζορδάμη Λιγνόρρυγχο. Ο Ραλίστας που δεν είναι ο ραλίστας που ήξερα.

*

Ένα σημαντικό μέλος που κατοικεί στην Άντχορκ είναι ο Κλεόβουλος Σιριλάμνης – ο βασικός άνθρωπος που ο Άφευκτος ήθελε να σκοτώσει όταν κυνηγούσε συγγενείς. Πρόκειται για έναν πλούσιο ο οποίος έχει ορυχεία ενέργειας στα βόρεια της Ραχοκοκαλιάς, κοντά στη Θακέρκοβ, αλλά προτιμά να μένει στο Κόσμημα της Σεργήλης. Πρέπει να μάθουμε αν έχει στραφεί εναντίον μας ή όχι, όμως δεν μπορούμε να το ρισκάρουμε να τον επισκεφτούμε, γιατί, αν όντως είναι προδότης, τότε μάλλον δεν θα βγούμε ζωντανοί από το σπίτι του. Ή, αν βγούμε, θα βγούμε πολύ δύσκολα. Επομένως, η πληροφόρησή μας γι’αυτόν πρέπει να έρθει από άλλους, από μέλη που έχουν επαφές μαζί του.

Η λογίστρια Νικίτα Φόμανκωφ θα ξαναδεί το ηχομορφικό όχημα να παρουσιάζεται απρόσμενα μπροστά της. Ελπίζω να μην πανικοβληθεί πολύ…

Της στήνουμε καρτέρι στον Επίκτιστο, μια νοτιοανατολική συνοικία της Άντχορκ όπου η Νικίτα έχει το σπίτι της και το μεσημέρι επιστρέφει εκεί από το λογιστικό της γραφείο. Εκτός από τα λογιστικά άλλων, αναλαμβάνει και τα λογιστικά του Σιριλάμνη, γι’αυτό κιόλας μας ενδιαφέρει· αλλιώς μάλλον θα ήταν μια από εκείνους τους συγγενείς που είναι σχετικά ασήμαντοι.

Τη βλέπουμε τώρα να διασχίζει τον δρόμο, μια γυναίκα μετρίου αναστήματος με δέρμα λευκό-ροζ, μακριά καστανά μαλλιά, και λεπτά μακρόστενα γυαλιά, ντυμένη με γκρίζο ταγέρ αποτελούμενο από σακάκι και φούστα. Ένας μαύρος χαρτοφύλακας κρέμεται από τον ώμο της.

Το ηχομορφικό όχημα υλοποιείται ξαφνικά μπροστά της–

Η Νικίτα πετάγεται πίσω, κραυγάζοντας.

Ανοίγω το παράθυρο πλάι μου. «Μη φοβάσαι, το φάντασμα δεν επέστρεψε,» της λέω. «Έλα μαζί μου, όμως. Τώρα.»

Η Νικίτα ξεροκαταπίνει, ατενίζοντάς με με γουρλωμένα μάτια πίσω από τα γυαλιά της.

«Της οικογένειας είμαι,» τονίζω. «Μπες στο όχημα.» Γνέφω, με το κεφάλι, προς τη θέση δίπλα μου.

Η Νικίτα δεν φέρνει αντίρρηση· κάνει τον γύρο του οχήματος κι ανοίγοντας την άλλη πόρτα κάθεται στη θέση του συνοδηγού. «Για λίγο,» λέει, ξέπνοα, «νόμιζα ότι ήσουν ο Άφευκτος. Ποιος είσαι;»

Πατάω το πετάλι, ξεκινώντας το όχημα. «Ο Ραλίστας,» της λέω.

«Κωδικό όνομα;»

«Ναι.»

«Και τι θέλεις από εμένα; Εσύ έχεις το όχημα του Άφευκτου τώρα;» Την ίδια στιγμή προσέχει, από τον καθρέφτη, τους δύο συντρόφους μου που κάθονται πίσω. Γυρίζει και τους κοιτάζει. Ο Ύαν και η Ξανθίππη δεν τη χαιρετάνε. Έχουν κι οι δυο τους φάτσες που τρομάζουν δαίμονα των Φέρνιλγκαν, γαμώ τα πόδια της Λόρκης.

«Για τον κύριο Σιριλάμνη θέλω να κουβεντιάσουμε,» λέω στη Νικίτα, κι εκείνη στρέφει ξανά το βλέμμα της στη δική μου, πολύ πιο φιλική φάτσα. Αλλά δεν μιλά· με περιμένει να συνεχίσω.

«Γνωρίζεις τον Ψηλό Αλλάνδρη;» τη ρωτάω, και η ερώτηση μου δείχνει να την ξαφνιάζει αφού μόλις τώρα της είπα ότι θέλω να κουβεντιάσουμε για τον Σιριλάμνη.

«Τον… Ψηλό Αλλάνδρη; Τον αρχηγό των Σεβαστών Πορτιέρηδων;»

«Έχεις συναναστροφές μαζί του, λοιπόν,» λέω, χωρίς ερωτηματικό αυτή τη φορά, προκειμένου να την κάνω να το παραδεχτεί αν όντως αληθεύει. «Τον ξέρεις.»

«Δεν τον ξέρω!» λέει αμέσως η Νικίτα. «Δηλαδή, τον ξέρω, αλλά όχι όπως εννοείς. Δεν έχω συναναστροφές μαζί του.»

«Πώς ακριβώς τον ξέρεις, τότε;»

«Τον έχω δει με τον κύριο Σιριλάμνη.»

«Σοβαρά; Έχουν συναναστροφές αυτοί μεταξύ τους;»

«Δεν…» Κομπιάζει. «Απλώς τους είδα. Της οικογένειας δεν είναι και ο Ψηλός Αλλάνδρης;»

«Ναι.»

«Γιατί με ρωτάς γι’αυτόν; Δεν καταλαβαίνω. Και πού με πηγαίνεις;»

«Μια βόλτα, απλώς· θα σε γυρίσω σπίτι σου, μετά. Δεν πρόκειται για απαγωγή, αν αυτό φοβάσαι.»

«Γιατί με ρωτάς για τον Ψηλό Αλλάνδρη;» επιμένει.

«Ποια είναι η σχέση του με τον Κλεόβουλο Σιριλάμνη;» ζητώ να μάθω.

«Η… σχέση του;» Η Νικίτα συνοφρυώνεται πίσω από τα λεπτά γυαλιά της.

«Ναι. Συνεργάζονται;»

«Εννοείς αν έχω κάτι στα λογιστικά βιβλία μου για… για κάποια συνεργασία τους; Ακόμα κι αν έχω δεν μπορώ να–»

«Δεν εννοώ αυτό.»

«Τότε;»

Έχω την αίσθηση ότι δεν ξέρει τίποτα για την κλίκα που μας ενδιαφέρει. Ή, αν ξέρει, το κρύβει καλά. Μόνο ευθέως μπορώ να τη ρωτήσω. Και τη ρωτάω (προτού το κάνει ο Ύαν ή η Ξανθίππη).

«Μέσα στη Δυναστεία έχει δημιουργηθεί μια κλίκα, μια φατρία, που προσπαθεί να παραγκωνίσει άλλα, παλιότερα μέλη: προσπαθεί να πάρει τον έλεγχο. Το ξέρεις, έτσι; Και το ξέρεις ότι γι’αυτό ήρθαμε να σε βρούμε.» Τα λέω μ’έναν τρόπο σαν να είμαι σίγουρος, για να την πανικοβάλω και να την κάνω να το παραδεχτεί αν όντως γνωρίζει κάτι.

«Τι;» λέει η Νικίτα, φανερά παραξενεμένη. «Ποια φατρία; Δεν έχω ακούσει τίποτα για καμια φατρία! Κοίτα, δεν ξέρω τι σου έχουν πει για εμένα, αλλά εγώ απλώς κάτι λογιστικά βιβλία κρατάω. Δε γνωρίζω τι κάνει ο καθένας–»

«Πώς είδες, τότε, τον Σιριλάμνη μαζί με τον Ψηλό Αλλάνδρη;» Η Ξανθίππη είναι που κάνει αυτή την ερώτηση, από πίσω. «Πού τους είδες μαζί;»

«Σε μια δεξίωση που είχε κάνει ο κύριος Σιριλάμνης μεταξύ ατόμων της Δυναστείας.»

«Δεξίωση μεταξύ ατόμων της Δυναστείας;» λέει η Ξανθίππη. «Ποιοι ήταν εκεί; Πριν από πόσες μέρες έγινε;»

«Πριν από…» Η Νικίτα τρίβει το μέτωπό της, αναστενάζοντας, έκδηλα αγχωμένη. «Πριν από καμια δεκαριά μέρες πρέπει να ήταν, αν δεν κάνω λάθος.»

«Πρόσφατα, δηλαδή,» παρατηρώ.

«Ναι.»

«Και ποιοι ήταν εκεί;» ρωτά η Ξανθίππη. Είναι καταφανές ότι υποπτεύεται πως εκεί ήταν συγκεντρωμένοι οι εχθροί μας.

«Γιατί θέλετε να ξέρετε;»

Η Ξανθίππη τραβά πιστόλι.

«Εντάξει!» λέει η Νικίτα, τσυριχτά. «Μα τους θεούς! Θα σας πω. Εκτός από εμένα, τον κύριο Σιριλάμνη, και τον Ψηλό Αλλάνδρη, εκεί ήταν – απ’ό,τι θυμάμαι – ο Αίολος ο τιμονιέρης, η Μαρκέλλα Ασράντιφ–»

«Η οπλουργός;» ρωτάω. Απ’ό,τι ξέρω, έχει βιομηχανία όπλων εδώ, στην Άντχορκ.

«Ναι.»

«Ποιοι άλλοι;» την προτρέπω να συνεχίσει.

«Εεε… ο Άνθιμος Γενναιόχειρος, ο δημοσιογράφος.»

Ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας «Τα Νέα του Κοσμήματος», ο οποίος γράφει και στην ΠανΣεργήλιο, την εφημερίδα που κυκλοφορεί σ’όλη τη Σεργήλη. Τον έχω ξανακούσει – το ξέρω ότι είναι στη Δυναστεία – αλλά δεν έχει τύχει ποτέ να τον συναντήσω.

«Ο Νόρτεκ-Ριθ, ένας μισθοφόρος,» συνεχίζει η Νικίτα.

Δεν τον έχω ξανακούσει. Κοιτάζω τον Ύαν από τον καθρέφτη, για να δω την αντίδρασή του – μήπως εκείνος τον ξέρει – αλλά η έκφρασή του δεν μου μαρτυρά τίποτα.

«Η… Κάτσε να δεις πώς τη λένε… Η Λυκία η Λύκαινα (παρατσούκλι, εννοείται, όχι επίθετο) που είναι αρχηγός μιας συμμορίας στο Νέο Δώμα.»

Ποια συμμορία είν’ αυτή που δεν την ξέρω;

«Και…» συνεχίζει η Νικίτα, «κάποιοι άλλοι.»

«Ποιοι;» την πιέζει η Ξανθίππη, που δεν έχει ακόμα κρύψει το πιστόλι της.

«Δε θυμάμαι τα ονόματά τους. Άλλοι πέντε πρέπει να ήταν. Δεν έμεινα και πολύ στη δεξίωση.»

«Τι έλεγαν;» τη ρωτάω.

«Τι να λένε;»

«Πρόσεξες να λέγεται κάτι που σου έκανε εντύπωση;»

«Δεν καταλαβαίνω γιατί υφίσταμαι αυτή την ανάκριση!» λέει η Νικίτα, παραμερίζοντας τον φόβο της για λίγο. «Δε σας ξέρω καν· μπορεί να μου λέτε ψέματα ότι είστε της οικογένειας!»

Γελάω. «Πώς αλλιώς θα σε ξέραμε; Πώς αλλιώς θα ξέραμε για τη Σιδηρά Δυναστεία; Ή για τον Ψηλό Αλλάνδρη. Ή για τον Σιριλάμνη. Πώς αλλιώς θα οδηγούσα τώρα το όχημα του Άφευκτου; – μέσα στο οποίο γνωρίζω ότι έχεις ξαναβρεθεί, μαζί με τη δική του παρέα.»

Η Νικίτα ξεροκαταπίνει. «Είστε…;»

«Τι;»

«Σαν τον Άφευκτο;»

«Εγώ,» της λέω, «κι ο μαυρόδερμος κύριος από πίσω σκοτώσαμε τον Άφευκτο μαζί με τη βοήθεια ενός ανθρώπου ακόμα.»

Τα μάτια της γουρλώνουν ξανά. «Είσαι ο…; Είστε…;»

«Ναι,» τη διαβεβαιώνω, «αυτοί είμαστε.»

«Και τώρα γιατί με ρωτάτε αυτά που με ρωτάτε;»

«Θα μου απαντήσεις αν πρόσεξες κάτι ασυνήθιστο στη δεξίωση, ή όχι; Είπε κανένας τίποτα εναντίον άλλων μελών; Είπε κανένας τίποτα για την…» – πώς το είπε ο Λαοκράτης; – «αναμόρφωση της Δυναστείας; Για μια αλλαγή;»

«Α… ναι, τώρα που το λες, ναι,» κομπιάζει η Νικίτα. «Ο κύριος Σιριλάμνης είπε ότι τα πράγματα θα καλυτερέψουν μέσα στην οικογένεια για όλους. Δεν θα παρουσιάζονται πια φαινόμενα όπως αυτά του Άφευκτου, ο οποίος μας είχε τρομοκρατήσει. Τα πράγματα θα είναι πιο… πιο ελεγχόμενα. Προς το συμφέρον όλων.»

«Αυτά είπε ο Σιριλάμνης, ε;»

«Ναι, αυτά θυμάμαι. Περίπου αυτά.»

Το καθίκι. Γιατί σταματήσαμε τον Σίλα απ’το να τον δολοφονήσει; Έπρεπε να περιμένουμε λίγο μέχρι να τον βρει και να τον πατήσει. Και μετά μπορούσαμε να σκοτώσουμε τον Άφευκτο με την ησυχία μας.

«Μάλιστα,» λέω. «Τίποτ’ άλλο;»

«Εεε… δεν, δεν θυμάμαι κάτι.»

Η Ξανθίππη την αρπάζει απ’τα μαλλιά, τραβώντας της το κεφάλι πίσω και βάζοντας το πιστόλι της πλάι στον κρόταφο της λογίστριας, η οποία ουρλιάζει τρομαγμένα.

«Είσαι σίγουρη;» ρωτά η Ξανθίππη.

«Σας παρακαλώ, μη με σκοτώσετε!» σκούζει η Νικίτα. «Μα τους θεούς, τι θέλετε; Δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει!» Δάκρυα κυλάνε απ’τις άκριες των ματιών της.

«Δε νομίζω πως ξέρει τίποτ’ άλλο,» λέω κοιτάζοντας μπροστά καθώς οδηγώ άνετα.

Η Ξανθίππη ελευθερώνει τη Νικίτα, κι εκείνη ψηλαφεί το κεφάλι της μέσα από τα καστανά μαλλιά της.

«Θα σε πάμε σπίτι σου,» λέω στη λογίστρια, «όπως σου υποσχέθηκα. Αλλά μην αναφέρεις σε κανέναν τίποτα για εμάς.»

«Το υπόσχομαι!» αποκρίνεται αμέσως. Και είμαι βέβαιος ότι λέει ψέματα. Αλλά δεν έχει σημασία. Τι να κάνουμε, να τη σκοτώσουμε; Αν, σαν τον Άφευκτο, αρχίσουμε να καθαρίζουμε τους πάντες θα διαλύσουμε τη Δυναστεία στο τέλος.

*

«Όλοι αυτοί που ήταν στη δεξίωση είναι, σίγουρα, προδότες,» λέει η Ξανθίππη, καθώς οδηγώ τυχαία μέσα στους δρόμους της Άντχορκ, ανάμεσα σε ουρανοξύστες και σε πιο χαμηλές πολυκατοικίες.

«Μην είσαι και τόσο σίγουρη,» διαφωνώ. «Και η Νικίτα ήταν εκεί, και δεν ξέρει τι ακριβώς συμβαίνει.»

«Ή έτσι λέει.»

«Πιστεύεις ότι είπε ψέματα;»

«…Μάλλον όχι,» παραδέχεται η Ξανθίππη μετά από δισταγμό μιας στιγμής.

«Αυτόν τον Νόρτεκ-Ριθ, τον μισθοφόρο, τον ξέρεις, Ύαν;» ρωτάω.

«Ναι. Πρώην Παντοκρατορικός είναι. Η Σιδηρά Δυναστεία τον έσωσε από την οργή της Επανάστασης, και τώρα διευθύνει μια μικρή ομάδα από επίλεκτους πολεμιστές.»

«Παντοκρατορικοί κι αυτοί;»

«Ορισμένοι ναι.»

«Πόσο μεγάλη ομάδα;»

«Όχι πολύ μεγάλη. Καμια τριανταριά. Αλλά επίλεκτοι.»

«Το Νόρτεκ-Ριθ δεν είναι Σεργήλιο όνομα…» παρατηρώ.

«Από τη Ρελκάμνια είναι. Ένα κάθαρμα,» προσθέτει.

«Χειρότερος από εσένα;» τον πειράζω.

«Μη με προσβάλλεις, Ραλίστα. Εγώ είμαι επαγγελματίας, δεν είμαι κάθαρμα.»

Ποια η διαφορά όταν κι οι δύο πληρώνεστε για να σκοτώνετε ανθρώπους; Αλλά το θεωρώ συνετότερο να μην το πω αυτό.

«Λέω να επισκεφτούμε τον Αίολο,» προτείνω. «Συμφωνείτε;»

«Καλύτερα να μιλήσουμε με την κυρία Αμυθολόγητη πρώτα,» αποκρίνεται η Ξανθίππη.

«Πάμε,» λέω, στρίβοντας το τιμόνι. Είναι μεσημέρι, εξάλλου, και πεινάω. Ελπίζω η Αλκάρνη Αμυθολόγητη να έχει παραγγείλει τίποτα για φαγητό. Το πρωί μάς είχε έτοιμο πρωινό (αγορασμένο από έξω, υποθέτω) το οποίο δεν αγγίξαμε παρά ελάχιστα.

Κατευθύνομαι προς το σπίτι της χρησιμοποιώντας τις ιδιαίτερες ιδιότητες του οχήματός μου για κάλυψη: δηλαδή, το μεταμορφώνω σε ήχο για να περάσουμε μέσα από κάποια οικοδομήματα και να βγούμε από την άλλη, ώστε αν κάποιος τυχαίνει να μας κατασκοπεύει (που δεν το νομίζω) να μας χάσει.

Όταν φτάνουμε στην οικία της Αμυθολόγητης, συναντάμε εκεί τον Λαοκράτη και την Κληματένια, η οποία, καθισμένη στο πάτωμα, παίζει με την Κλεισμένη χρησιμοποιώντας ένα κουβάρι μαλλί, δύο μπαλάκια, κι έναν προβολέα ο οποίος παρουσιάζει ολογράμματα φτιαγμένα από καλλιτέχνες ολογραφιστές.

«Δε σε είχα για τόσο μικρή,» της λέω.

Η Κληματένια γελά και τα μάγουλά της κοκκινίζουν. «Μ’αρέσει η γάτα σου, Ραλίστα!» Δεν είναι και πολύ μεγάλη, βέβαια: γύρω στα είκοσι.

«Πού είναι η Αμυθολόγητη;» ρωτάω τον Λαοκράτη.

«Φτιάχνει φαγητό.» Ο Άλθαρνεφ ήταν που μας άνοιξε την πόρτα, και τώρα κάθεται στον καναπέ όπου καθόταν και χτες, καπνίζοντας κι έχοντας ένα ποτήρι Σεργήλιο οίνο από κοντά.

«Φαγητό; Αυτό είναι που μυρίζει εδώ μέσα;»

«Εσύ τι νόμιζες, ότι ερχόταν από κάνα εστιατόριο έξω από το σπίτι;» γελά ο Λαοκράτης.

«Δε μπορώ να το δεχτώ να φτιάχνει ολόκληρη Αλκάρνη Αμυθολόγητη φαγητό για εμένα και για εσάς τους λεχρίτες,» λέω. «Είσαι σοβαρός;»

«Λεχρίτες; Να μιλάς για τον εαυτό σου, Ραλίστα! Επιπλέον, η μαγειρική είναι προσωπική ενασχόληση για εκείνη.»

«Με δουλεύεις;»

«Πήγαινε στην κουζίνα και δες.»

Πηγαίνω, ενώ πίσω μου ακούω τον Λαοκράτη να ρωτά την Ξανθίππη και τον Ύαν: «Μάθατε τίποτα χρήσιμο;»

*

Γνωρίζω ότι, μετά τη δουλειά, ο Αίολος αφήνει το επιβατηγό όχημά του σ’ένα συγκεκριμένο γκαράζ στον Κλητό. Το έχω μάθει από τότε που ήμουν παλιότερα στην Άντχορκ, χρωστώντας ακόμα στη Σιδηρά Δυναστεία. Το γκαράζ αυτό είναι μεγάλο: έχει ισόγειο, δύο υπόγεια, και έναν όροφο. Και φυλάσσεται από φρουρούς. Δεν θα είναι, όμως, δύσκολο να μπούμε αθέατοι με το όχημά μας· απλά θα πάρουμε μορφή ήχου και θα γλιστρήσουμε ανάμεσα στα υπόλοιπα οχήματα. Το μόνο που με απασχολεί είναι μήπως ο Αίολος έχει πάψει πια να σταθμεύει το επιβατηγό του εκεί τις νύχτες.

Η ανησυχία μου αποδεικνύεται αβάσιμη, γιατί, καθώς έχουμε σταματήσει στο πρώτο υπόγειο του γκαράζ και περιμένουμε, έχοντας υλική μορφή τώρα, βλέπω το όχημα του Αίολου να έρχεται και να σταθμεύει σε απόσταση τριών μέτριων οχημάτων από το δικό μας. Δίχως καθυστέρηση, εγώ, ο Ύαν, και η Ξανθίππη βγαίνουμε από το ηχομορφικό και ζυγώνουμε το επιβατηγό του Αίολου από γύρω, ανοίγοντας τις πόρτες και μπαίνοντας ενώ τραβάμε πιστόλια μέσα από τα ρούχα μας.

Εγώ κάθομαι δίπλα στον τιμονιέρη, ο Ύαν και η Ξανθίππη πίσω του.

«Γεια σου, Αίολε,» χαιρετώ.

«Ζορδάμη…» κάνει ξαφνιασμένος εκείνος, και το βλέμμα του πηγαίνει στο όπλο στο χέρι μου. «Σου έκανα κάτι που δεν το ξέρω;» Διατηρεί την ψυχραιμία του· κανένας ποτέ δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει τον Αίολο ότι δεν είναι ψύχραιμος. Στο γαλανόδερμο πρόσωπό του δεν υπάρχει κανένα σημάδι φόβου. Τα μάτια του είναι εστιασμένα σ’εμένα και μόνο, αν και δεν αμφιβάλλω ότι έχει καταλάβει πολύ καλά πως κι αυτοί πίσω μας κρατάνε όπλα.

«Σ’εμένα προσωπικά, όχι, δεν έχεις κάνει τίποτα,» αποκρίνομαι. «Γνωρίζω, όμως, ότι έχεις πάρει έναν πολύ κακό δρόμο–»

Το βλέμμα του αγριεύει. «Έχεις αρχίσει να κρίνεις τον δρόμο του καθενός, τώρα, ραλίστα; Είσαι μέλος που χρωστά και–»

«Όχι πια,» του λέω. «Δεν χρωστάω πια. Και γνωρίζω ότι βρίσκεσαι μπλεγμένος μέσα σε μια κλίκα όπου είναι μπλεγμένος κι ο Ψηλός Αλλάνδρης. Αληθεύει, δεν αληθεύει;»

«Ποιος σ’έστειλε;»

Η Ξανθίππη τού λέει, από πίσω: «Εμείς θα ρωτάμε, όχι εσύ!»

«Ποια είν’ αυτή;» με ρωτά ο Αίολος, κοιτάζοντας τους δύο πισινούς επιβάτες από τον καθρέφτη. Τον Ύαν, μάλλον, τον γνωρίζει.

«Της οικογένειας είναι,» του λέω. «Περισσότερα δεν χρειάζεται να ξέρεις. Γιατί έχεις προδώσει τη Δυναστεία, Αίολε; Τι σου προσφέρει αυτή η κλίκα που δεν μπορούσε να σου προσφέρει η Δυναστεία όπως ήταν; Συνεργάζεσαι με μέλη που έχουν σκοπό να σκοτώσουν άλλα μέλη! Που έχουν ήδη σκοτώσει άλλα μέλη.»

«Και θα σκότωναν κι εμένα πολύ εύκολα, ραλίστα!» γρυλίζει ο Αίολος. «Καταλαβαίνεις πόσο λεπτή είναι η θέση μου εδώ, μέσα στους δρόμους της Άντχορκ; Όταν ο Ψηλός Αλλάνδρης με πλησίασε, είχε ήδη μεταστρέψει αρκετούς τιμονιέρηδες του δικτύου μου – και δεν ήξερα ποιους. Θα έβγαινα γρήγορα από το παιχνίδι, αν δεν έπαιζα κι εγώ. Εκτός του ότι θα ήταν αδύνατο να περάσω από όσες περιοχές ελέγχονται από τους Σεβαστούς Πορτιέρηδες. Ακόμα απορείς, λοιπόν, γιατί είμαι μαζί τους;»

«Και δεν σκέφτηκες ότι οι άνθρωποι που αποτελούν στόχο αυτών των καθαρμάτων θα αντιδράσουν;»

«Δεν ξέρω ποιοι αποτελούν στόχο, ραλίστα. Κι εγώ μπορεί να αποτελ–»

«Ναι,» τον διαβεβαιώνω, «αποτελούσες στόχο· δεν υπάρχει αμφιβολία. Ή θα σ’έπαιρναν μαζί τους ή θα σε σκότωναν.»

«Και τι έχεις να προτείνεις; Να έφευγα από την Άντχορκ; Είμαι χρονιά εδώ, Ζορδάμη! Χρόνια τιμονιέρης στο Κόσμημα της Σεργήλης. Δε θα τα παρατήσω τώρα για να τρέξω στην ύπαιθρο!»

«Αν λοιπόν εξαναγκάστηκες, όπως λες, να πας με το μέρος τους, είσαι πρόθυμος να πάρεις πάλι τον ίσιο δρόμο;»

«Σταματά τις μαλακίες, ραλίστα! Ποιος είναι ο ‘ίσιος δρόμος’; Μες στη Δυναστεία είμαστε· σίγουρα αυτός, εκ φύσεως, δεν είναι ο ίσιος δρόμος, όπως τον εννοούν οι περισσότεροι κάτοικοι της Άντχορκ κι όλης της Σεργήλης! Γιατί δε μου λες, καλύτερα, για ποιους δουλεύετε τώρα, εσύ, ο Ύαν, κι αυτή η τύπισσα;»

«Για τη Σιδηρά Δυναστεία δουλεύουμε, Αίολε.»

«Μην το γυρίζεις στο θρησκευτικό τώρα!» γελά ο Αίολος. «Η Σιδηρά Δυναστεία δεν είναι η Μεγάλη Αρτάλη! Από πού παίρνετε τις διαταγές σας;»

«Το θέμα δεν είναι από πού παίρνουμε τις διαταγές μας,» του λέω. «Το θέμα είναι πως, όντως, είτε το πιστεύεις είτε όχι, δουλεύουμε για το καλό της Σιδηράς Δυναστείας. Η Δυναστεία ανέκαθεν πρόσφερε υποστήριξη σ’όλα τα μέλη της. Μια φατρία που προσπαθεί να προωθήσει τα δικά της συμφέροντα ενώ εξολοθρεύει άλλα μέλη είναι… κάτι το αφύσικο για τη Δυναστεία. Κάτι που, στο τέλος, θα τη διαλύσει, και το ξέρεις πολύ καλά. Θα δημιουργήσει βλαβερό παράδειγμα που, πιθανώς, κι άλλοι θ’ακολουθήσουν.»

«Δεν ξέρω,» λέει ο Αίολος αποφεύγοντας το βλέμμα μου. «Έχεις αρχίσει να μπλέκεσαι με βαριά φιλοσοφία, ραλίστα. Πολύ βαριά, γαμώ τα κωλομέρια της Λόρκης. Και τι θέλεις από εμένα; Ήρθατε να με καθαρίσετε, αλλά πρώτα μου λες τον λόγο – για να ξέρω γιατί θα πεθάνω;»

«Εμείς,» του λέω, κρύβοντας το πιστόλι μου (το ξέρω, άλλωστε, πως ο Ύαν και η Ξανθίππη προσέχουν τον τιμονιέρη σαν άγριοι γρύπες έτοιμοι για επίθεση), «δεν σκοτώνουμε τους άλλους συγγενείς. Θέλουμε να εγκαταλείψεις αυτούς τους κακοποιούς και νάρθεις μαζί μας–»

«Δε μου είπες καν ποιον υπηρετείτε!»

«Σου είπα ότι υπηρετούμε τη Δυναστεία – τη θέλουμε όπως ήταν παλιά. Είσαι μαζί μας ή όχι;»

«Ιδεολογικά,» μου απαντά ο Αίολος, «ναι, είμαι μαζί σας. Πρακτικά, όμως, δεν μπορώ να είμαι. Μόλις βγω στους δρόμους, τα τσιράκια του Ψηλού Αλλάνδρη θα με καθαρίσουν. Κι αν αποφεύγω συνέχεια τις περιοχές των Σεβαστών Πορτιέρηδων, τότε… άλλοι θα με καθαρίσουν.»

«Ποιοι;»

Ο Αίολος με κοιτάζει καχύποπτα.

«Δεν είσαι πρόθυμος ούτε καν να μας δώσεις μερικές πληροφορίες;» του λέω.

Ο Αίολος αναστενάζει. «Κι αν κάποιοι αρχίσουν ν’αναρωτιούνται από πού πήρατε τις πληροφορίες σας;»

«Δεν είσαι ο μόνος που έχουμε επισκεφτεί, και ούτε κανένας θα μάθει ότι σε επισκεφτήκαμε.»

Ο Αίολος ρουθουνίζει, γνωρίζοντας φυσικά πώς κυκλοφορούν οι πληροφορίες μέσα στη Δυναστεία. Τα μυστικά δύσκολα κρατιούνται, εκτός αν πρόκειται για κάτι που το ξέρουν μόνο δυο-τρεις άνθρωποι και δεν μιλάνε γι’αυτό σε κανέναν.

«Ποιοι άλλοι φοβάσαι ότι μπορεί να σε καθαρίσουν;» επιμένω.

Ο Αίολος μορφάζει. «Μισθοφόροι,» μου λέει.

«Του Σιριλάμνη;»

«Γνωρίζεις και για τον Σιριλάμνη, λοιπόν…»

«Αυτός ξεκίνησε τούτη την ιστορία;» ρωτάω.

«Δεν είμαι σίγουρος ποιος την ξεκίνησε, ραλίστα.»

«Είχες πάει στη δεξίωσή του, όμως.»

«Από πού μάζεψες όλες αυτές τις πληροφορίες;» με ρωτά. «Ήσουν κι εσύ στο παιχνίδι αλλά αποφάσισες πως δεν σου άρεσε;»

«Περίπου,» του λέω. «Αλλά δεν ήξερα για ποιους έπαιζα. Αν δεν ξεκίνησε ο Σιριλάμνης τούτη την προδοσία, ποιος την ξεκίνησε, Αίολε; Έχεις ακούσει; Κάποια φήμη, έστω;»

Ο Αίολος κουνά το κεφάλι. «Πραγματικά, δεν ξέρω. Οι αναμορφωτές, πάντως, δεν είναι μόνο στην Άντχορκ· γι’αυτό είμαι σίγουρος.»

«Γι’αυτό κι εγώ είμαι σίγουρος. Αλλά ποιος το ξεκίνησε;»

«Σου είπα – δεν ξέρω. Θα με σκοτώσετε, τώρα, ή θα μ’αφήσετε να πάω στο σπίτι μου;»

«Όχι ακόμα.»

«Σε ποια από τις δύο ερωτήσεις μού απαντάς;»

«Και στις δύο,» του λέω, και του ζητάω να μου πει για τα άλλα μέλη της κλίκας τα οποία ξέρει. Ο Αίολος όμως αρνείται. Αποκρίνεται πως θα τον σκοτώσουν αν μαθευτεί ότι τους πρόδωσε.

«Θα σε σκοτώσουμε τώρα αν δεν τους προδώσεις,» τον πληροφορεί ο Ύαν. «Τι λες, λοιπόν: θα βγεις από το όχημά σου ζωντανός, απόψε, ή όχι, τιμονιέρη;»

Ο Αίολος αναστενάζει, και μας λέει τα ίδια ονόματα που μας είπε και η Νικίτα Φόμανκωφ. Επίσης, μας αναφέρει κι άλλους πέντε – αυτούς που μάλλον δεν θυμόταν η Νικίτα – οι οποίοι είναι μικρότερα ψάρια της Δυναστείας. Μόνο ένα πρόσωπο ανάμεσά τους είναι σημαντικότερο: η Τζούλη, η οποία παλιότερα, αρκετές φορές, με είχε προμηθεύσει στην Άντχορκ με εξοπλισμούς και ψεύτικες ταυτότητες. Ακόμα κι αυτή την πήραν με το μέρος τους, τα καθάρματα.

«Και οι τιμονιέρηδες;» τον ρωτάω. «Ποιοι τιμονιέρηδες είναι στο παιχνίδι;»

«Μη με ανακατεύεις τώρα με τέτοια, ραλίστα, γιατί, ειλικρινά σου λέω, δεν ξέρω. Πράγμα που έχει γίνει επίτηδες, μάλλον. Θέλουν να φοβάμαι ότι οι άλλοι τιμονιέρηδες με παρακολουθούν, ή ότι κάποιος απ’ αυτούς ίσως να με καθαρίσει, ή ότι κάποιος απ’ αυτούς θα πάρει τη θέση μου, ως αρχηγός των οδηγών της οικογένειας, όταν άλλοι με καθαρίσουν.»

«Ποιοι άλλοι;» τον ρωτά ο Ύαν. «Ακόμα δεν μας είπες τίποτα συγκεκριμένο. Αναφέρεσαι στους μισθοφόρους του Νόρτεκ-Ριθ;»

«Ναι,» παραδέχεται ο Αίολος. «Είναι κι αυτοί μες στο παιχνίδι.»

Κοιτάζω την Ξανθίππη και τον Ύαν ερωτηματικά: Θέλετε να τον ρωτήσετε τίποτ’ άλλο; Η πρώτη κουνά ελαφρώς το κεφάλι της· ο δεύτερος μένει ακίνητος και αμίλητος. Ώρα, λοιπόν, να φεύγουμε.

«Θα τα ξαναπούμε,» λέω στον Αίολο, κι ανοίγοντας την πόρτα πλάι μου βγαίνω απ’το όχημά του.

Η Ξανθίππη κι ο Ύαν με ακολουθούν καθώς βαδίζω γρήγορα προς το ηχομορφικό όχημα. Μπαίνουμε και το μεταμορφώνω σε ήχο. Το ανεβάζω εύκολα στο ισόγειο του γκαράζ (δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο για εμένα τώρα) και φεύγουμε από εκεί. Μέσα στους δρόμους της Άντχορκ, του δίνω ξανά υλική μορφή.

«Αυτό θα κυκλοφορήσει, σίγουρα,» μου λέει ο Ύαν.

«Ποιο;»

«Ο Αίολος θα τους πει ότι τον στριμώξαμε. Και θα τους πει ότι είδε το όχημά μας να εξαφανίζεται.»

«Το ξέρουν ήδη ότι το όχημά μας εξαφανίζεται,» του θυμίζω.

Η Ξανθίππη λέει: «Μπορεί να μην τους πει ότι τον στριμώξαμε. Από φόβο μην τον σκοτώσουν.»

«Ναι,» συμφωνώ, «ίσως. Αλλά καλύτερα να μη βασιστούμε σ’αυτό.»

Και πηγαίνουμε ν’αγοράσουμε καύσιμα προτού επιστρέψουμε στο σπίτι της Αλκάρνης Αμυθολόγητης. Το ηχομορφικό όχημα ρουφά την ενέργεια σαν πορτοκαλάδα.

ΟΙ ΚΥΝΗΓΟΙ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Η ημέρα ύστερα από την επίθεση εναντίον της Πάολας από τον Πλοκαμόνυχα είναι η Τελευταία Ημέρα του Εαρινού του Δευτέρου, η Πανήγυρις της Ζωοδότειρας Μητέρας του Ήλιου, η μεγαλύτερη γιορτή της Αρτάλης. Τα νέα σχετικά με την παρουσία του εξωδιαστασιακού τέρατος στον Ολάνοιχτο, μες στη νύχτα, δεν ανησυχούν παρά ελάχιστους πολίτες της Νίρβεκ (το είδος των ανθρώπων που γενικά ανησυχούν με το παραμικρό ούτως ή άλλως)· οι περισσότεροι απλώς σχολιάζουν το γεγονός ως αξιοπερίεργο (άλλωστε, η Σεργήλη είναι σταυροδρόμι ανάμεσα στις διαστάσεις του Γνωστού Σύμπαντος και πολλές παραδοξότητες παρουσιάζονται εδώ, κατά καιρούς) και επιδίδονται στους πανηγυρισμούς που διαρκούν ολόκληρη την ημέρα. Κανένας στη Νίρβεκ δεν δουλεύει σήμερα. Όλοι, σύμφωνα με το έθιμο, γιορτάζουν την κορυφή της άνοιξης και τη ζωή. Ο φόνος – αν κάποιος είναι τόσο τρελός ώστε να σκοτώσει σήμερα στη Νίρβεκ – τιμωρείται με άμεσο πνιγμό στον ποταμό Τάρνοφ· τον βάζουν σ’ένα στενό κλουβί και τον κατεβάζουν μέσα στο νερό, με συνοπτικές διαδικασίες. Τα τελευταία πενήντα χρόνια δεν έχει ακουστεί να έχει γίνει φόνος την Τελευταία Ημέρα του Εαρινού του Δευτέρου.

Το Ύπατο Συμβούλιο της Νίρβεκ και διάφοροι χορηγοί επιχορηγούν τα εστιατόρια, τα πανδοχεία, και τις ταβέρνες ώστε να δίνουν δωρεάν φαγητά και ποτά σε όλους. Δωρεάν είναι επίσης το νίσβεν και η Ανάσα του Δράκοντα, αλλά όχι άλλες ουσίες, και δεν υφίστανται ποινές για την κατάχρηση καμίας ουσίας. Το έθιμο λέει πως όλοι μέσα στη Νίρβεκ πρέπει να κάνουν έρωτα τουλάχιστον μία φορά σήμερα: και όσες πιο πολλές φορές κάνουν έρωτα τόσο μεγαλύτερη εύνοια θα έχουν από την Αρτάλη, τη Μεγάλη Ζωοδότειρα Μητέρα του Ήλιου, για ολόκληρο τον χρόνο.

Η γιορτή κρατά από την ανατολή της Τελευταίας Ημέρας του Εαρινού του Δευτέρου έως την ανατολή της Πρώτης Ημέρας του Εαρινού του Τρίτου. Το Άρμα της Θεάς – ένα μεγάλο, αργοκίνητο όχημα με καρότσα και τέσσερις ψηλούς τροχούς από σίδερο και χρυσάφι, το οποίο οδηγούν οι ιέρειες της Αρτάλης – περιφέρεται συνεχώς στους δρόμους της Νίρβεκ μοιράζοντας δωρεάν ποτά, διάφορες διεγερτικές ουσίες, φυλαχτά, εγκόλπια με προσευχές, φίλτρα, ελιξίρια, και προφυλακτικά φτιαγμένα από λάστιχο ή ζωικές ίνες και ευλογημένα από τις ιέρειες (τα οποία πολλοί θεωρούν τυχερά). Πλήθη συγκεντρώνονται στους ναούς της Αρτάλης για να προσευχηθούν στη Μεγάλη Θεά της Σεργήλης, και τελετουργίες γίνονται εκεί από τις ιέρειες από την ανατολή μέχρι τη δύση. Οι ιέρειες, επίσης, ξορκίζουν κακοποιά πνεύματα και δαιμονικές ενέργειες, ευλογούν έγκυες γυναίκες, και παντρεύουν δεκάδες ζευγάρια (διότι θεωρείται, φυσικά, τυχερό να παντρευτεί κανείς σήμερα). Οι ίδιες οι ιέρειες της Αρτάλης ποτέ δεν παντρεύονται αλλά, κατά τη Γιορτή της Ζωοδότειρας Μητέρας, ύστερα από τη δύση του ήλιου, λέγεται πως επιδίδονται σε τρομερά ερωτικά όργια με άντρες, αφού έχουν πια κλείσει τις πόρτες των ναών. Κυκλοφορεί η φήμη ότι πολλοί απ’ αυτούς τους άντρες επιλέγονται είτε με τρόπο τυχαίο είτε με τρόπο θεόπνευστο και μυστηριακό.

Η Πάολα, ύστερα από ό,τι της συνέβη χτες βράδυ, δεν έχει όρεξη για εορτασμούς σήμερα. Την περισσότερη ημέρα την περνά στο δωμάτιό της στον Χαμηλό Πύργο, αλλά καλεί εκεί τον Σουτούρη τον Τυχερό και κάνουν έρωτα δύο φορές, μία το μεσημέρι και μία λίγο πριν από τα μεσάνυχτα. Η Πάολα δεν είναι προληπτική, μα δεν θέλει κιόλας να το ρισκάρει να μην έχει τύχη τον χρόνο που θ’ακολουθήσει. Ρωτά, γελώντας, τον Σουτούρη αν η τύχη της θα είναι καλύτερη αφού πλάγιασε με κάποιον που τον λένε «ο Τυχερός». Εκείνος αποκρίνεται, νηφάλια, πως ελπίζει όλων τους η τύχη να είναι καλύτερη στο σύντομο μέλλον· και η Πάολα ξέρει ακριβώς τι εννοεί.

Τις ώρες που δεν είναι στον Χαμηλό Πύργο, περιφέρεται στους δρόμους της Νίρβεκ, ανάμεσα στους Δρομολόγους. Τα τραυματισμένα πόδια της την πονάνε, αλλά όχι τόσο ώστε να μη μπορεί να βαδίσει, και τα έχει κρυμμένα μέσα σ’ένα φαρδύ παντελόνι. Αποφεύγει, με έξυπνους τρόπους, όσους άντρες επιχειρούν να την πλησιάσουν ερωτικά, και συζητά με τον Ριχάρδο για το χτεσινοβραδινό επεισόδιο. Παρατηρεί πως ο Ναρκάμης δεν δίνει κανένα σημάδι εχθρότητας προς το μέρος της· της μιλά φιλικά και αστειεύεται μαζί της, σαν τίποτα να μην έχει συμβεί. Η Νιρίφα, βέβαια, την ατενίζει με μίσος, δεν της μιλά, αλλάζει διάφορους παρτενέρ, και καπνίζει νίσβεν. Η Πάολα σκέφτεται να της στήσει κάποια απάτη, όμως δεν επιχειρεί τίποτα, γιατί λένε ότι είναι γρουσουζιά να κάνεις τέτοια πράγματα σήμερα.

Ο Σουτούρης ο Τυχερός, όταν δεν είναι με την Πάολα στον Χαμηλό Πύργο, παίζει τυχερά παιχνίδια σε διάφορα στέκια – αποφεύγοντας το Τυχερό Άστρο – και, αναμενόμενα, συγκεντρώνει κάμποσα χρήματα. Δεν κάθεται πουθενά για πολύ, για να μην τραβήξει ανεπιθύμητη προσοχή. Σε κάποια στιγμή έχει την εντύπωση πως τον παρακολουθούν μέσα στους δρόμους του Μεγάλου Κήπου – καμια συμμορία, μάλλον – αλλά εύκολα τούς κάνει να τον χάσουν.

Η Αστερόπη έχει δωμάτιο στον Χαμηλό Πύργο, όπως και η Πάολα, διότι τη βολεύει να είναι κοντά στις προβλήτες όπου ο Ναρκάμης αράζει τα πλοία του, αφού τις κατασκοπεύει. Δεν φεύγει καθόλου απ’το δωμάτιό της σήμερα, φοβούμενη ότι, αν δεν τη δει κανένας άνθρωπος της Δυναστείας, ίσως να τη δει κανένας χαφιές της Χωροφυλακής· ο Ρίβης Παλιόσυρμος, αναμφίβολα, θα δίνει ανταμοιβή για τη σύλληψή της.

Ο Ζορζ ο Βουτηχτής γιορτάζει μαζί με τη γυναίκα και την κόρη του.

Ο Ρίβης Νέρφελδιφ και η Δήμητρα’μορ εξακολουθούν να κατοικούν στο διαμέρισμα κοντά στο σπίτι του Ναρκάμη παριστάνοντας τους παντρεμένους – και μέχρι στιγμής μόνο παριστάνοντας· δεν έχει γίνει τίποτα ερωτικό μεταξύ τους. Ο Ρίβης, ωστόσο, δεν θα ήταν τελείως αντίθετος σε μια τέτοια εξέλιξη. Δεν θεωρεί τη Δήμητρα και τόσο όμορφη, του φαίνεται λιγάκι κοκαλιάρα για τα γούστα του, αλλά και πάλι την επιθυμεί. Ίσως να φταίει ο καιρός που ήταν κλεισμένος στον Βράχο των Ουρλιαχτών, χωρίς καμία γυναικεία παρέα, σκέφτεται. Υπήρχε εκεί, βέβαια, μια γυναίκα που συνεχώς τον κυνηγούσε, αλλά ήταν καταφανώς θεότρελη και του έλεγε ένα σωρό ασυναρτησίες όποτε τον συναντούσε. Του έλεγε: «Μη βλέπεις που ο άνεμος είναι βορινός σήμερα και κάνει τα παντζούρια να τρίζουν, τα μαλλιά μου είναι μαύρα, όχι ξανθά!» Του έλεγε: «Ο αδελφός μου έχει ένα σαυράκι που γεννήθηκε μέσα από το αφτί του· άμα πάμε σπίτι μου μόλις βγούμε από δω θα σ’το δείξω!» Του έλεγε: «Όταν αγαπηθούμε, ο άνεμος θα φυσήξει τόσο δυνατά που οι πόρτες θα πέσουν και θα φύγουμε από δω και θα πάμε να σου δείξω το σαυράκι που γεννήθηκε από τη μύτη του αδελφού μου ο οποίος μένει κοντά στον υπόγειο σιδηρόδρομο της Θακέρκοβ.» Του έλεγε: «Έλα να σου δείξω ένα μυστικό πέρασμα που βρήκα, για να βγούμε από δω!» αλλά πάντα το μυστικό πέρασμα είχε εξαφανιστεί… Μια νύχτα αυτή η γυναίκα – που είχε συστηθεί, μια φορά, ως Βατράνια και, μια άλλη φορά, ως Σατμάφρι από τη Σάρντλι – κατάφερε κάπως να εισβάλει στο δωμάτιο του, ολόγυμνη, προσπαθώντας να τον καβαλήσει. Ο Ρίβης, τρομαγμένος, έβαλε τις φωνές· οι φύλακες της κλινικής μαζεύτηκαν, μεγάλη φασαρία έγινε. Η γυναίκα δάγκωσε έναν φύλακα στα παπάρια και, μετά, την κλείδωσαν σ’ένα υπόγειο κελί και ο Ρίβης δεν την ξαναείδε.

Μα τον Μεγάλο Κάρτωλακ, τον Άρχοντα των Δασών! Και να φανταστεί κανείς ότι, για λίγο, ο Ρίβης είχε πιστέψει πως κι εκείνος ίσως – ίσως – να ήταν τρελός σαν αυτούς εκεί μέσα! Αναριγούσε και μόνο στη σκέψη τώρα. Πώς δεν είχε αυτοκτονήσει τόσο καιρό; Ακόμα ένα θαύμα του Μεγάλου Κάρτωλακ, αναμφίβολα. Ο Άρχοντας των Δασών τού είχε προσφέρει υπεράνθρωπες αντοχές, σωματικά και ψυχικά.

Τις τελευταίες ημέρες, ενώ παρακολουθούσε το σπίτι του Ναρκάμη μαζί με τη Δήμητρα’μορ, είχε ορισμένες φορές κρυφοκοιτάξει τη μάγισσα όταν εκείνη ντυνόταν. Άθελά του, βέβαια. Ή, ίσως, όχι και τόσο άθελά του, όφειλε να παραδεχτεί. Όπως και νάχε, προσπαθούσε να το αποφεύγει· δεν ήταν και ματάκιας, μα τους θεούς!

Η Δήμητρα’μορ, από τη δική της μεριά, ούτε που είχε προσέξει τον Ρίβη ερωτικά. Ήταν, ούτως ή άλλως, πολύ σοκαρισμένη από όσα είχαν, τελευταία, συμβεί στη ζωή της. Αλλά, επιπλέον, ο Ρίβης δεν την προσέλκυε. Και το θεωρούσε δεδομένο πως κι εκείνος σίγουρα αισθανόταν το ίδιο. Δεν έκανε καν τον κόπο να κλείνει τελείως την πόρτα της όταν ντυνόταν· δεν το πίστευε δυνατό ότι ο Ρίβης θα ερχόταν να κρυφοκοιτάξει. Της έμοιαζε πολύ περίεργος τύπος, εξάλλου· απ’ αυτούς που δεν εντυπωσιάζονται εύκολα από τις γυναίκες.

Σήμερα, Πανήγυρις της Ζωοδότειρας Μητέρας του Ήλιου, κι οι δυο τους γνωρίζουν το έθιμο σχετικά με τις ερωτικές δραστηριότητες αλλά συστηματικά κάνουν πως το έχουν ξεχάσει κι επικεντρώνονται στην παρακολούθηση του σπιτιού του Ναρκάμη, παρότι από το μεσημέρι και μετά κανείς δεν είναι εκεί: όλη η οικογένεια έχει φύγει, έχει πάει αλλού να γιορτάσει. Κατά το σούρουπο, ο Ρίβης φέρνει, από μια τοπική ταβέρνα, ένα μπουκάλι Σεργήλιο οίνο της Νέσριβεκ (το καλύτερο κρασί της διάστασης, που φημίζεται για το κρασί της σ’ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν) και αρχίζουν να πίνουν το ένα ποτήρι κατόπιν του άλλου.

«Νομίζεις ότι αυτό θα αναπληρώσει τη χαμένη εύνοια της Αρτάλης;» ρωτά ο Ρίβης, μετά το τρίτο ποτήρι.

Η Δήμητρα’μορ, που είναι στο τέλος του δεύτερου ποτηριού, γελά. «Δεν ξέρω. Ίσως.» Κάθονται στο μπαλκόνι του διαμερίσματος, με το σπίτι του Ναρκάμη να φαίνεται αντίκρυ τους ανάμεσα σε άλλα οικοδομήματα.

«Δε νομίζω…»

«Δε γίνετ’ όμως να φύγουμε από δω. Μπορεί κάτι να συμβεί.» Η Δήμητρα τελειώνει το ποτήρι της και το ξαναγεμίζει. Ελάχιστο κρασί απομένει στο μπουκάλι. «Μπορεί να συμβεί κάτι πολύ σημαντικό.»

«…Ναι.» Ο Ρίβης κοιτάζει τη μπροστινή μεριά της μπλούζας της, συγκρίνοντας νοητικά τα στήθη που διαγράφονται εκεί με τα στήθη που είδε, φευγαλέα, όταν την κρυφοκοίταξε να ντύνεται μετά από ένα ντους. Μοιάζουν διαφορετικά, δεν μοιάζουν διαφορετικά;

«Θα μπορούσες να πας στον Ναό της Αρτάλης στο Κεντρολίμανο· δεν είναι μακριά από δω. Ίσως να τον προλάβεις προτού κλείσει, κι ίσως οι ιέρειες να σε διαλέξουν,» γελά η Δήμητρα. «Ίσως νάχεις τύχη, τελικά!»

«Ή ίσως όχι. Γιατί να διαλέξουν εμένα;»

Η Δήμητρα τον ατενίζει σκεπτικά. Γιατί, όντως; αναρωτιέται, προσπαθώντας να βρει μια καλή απάντηση. «Γιατί…» λέει. «Γιατί όχι;» γελά, και πίνει μια γουλιά κρασί. «Γιατί όχι;»

«Γιατί να πάω τόσο μακριά;» λέει ο Ρίβης και τραβά την καρέκλα του πιο κοντά στη δική της.

Η Δήμητρα γελά κα σηκώνεται όρθια. «Μην κάνεις αστεία!» Φεύγει απ’το μπαλκόνι, μπαίνοντας στο διαμέρισμα.

Ο Ρίβης την ακολουθεί. «Δεν κάνω αστεία,» λέει αγκαλιάζοντάς την από πίσω και φιλώντας δυνατά τον λαιμό της. Η Δήμητρα ξαφνιάζεται, αντιστέκεται, λέει «Όχι! Τι κάνεις;» αλλά ο Ρίβης συνεχίζει να την κρατά κοντά του κι εκείνη το βρίσκει ευχάριστο τώρα, παύει να αντιστέκεται, γυρίζει μέσα στην αγκαλιά του και τον αγκαλιάζει επίσης, τα χείλη τους συναντιούνται. Μετά, όμως, όταν ο Ρίβης φιλά πάλι τον λαιμό της και τα χέρια του κάνουν να σηκώσουν τη μπλούζα της, η Δήμητρα σκέφτεται ξαφνικά ότι αυτό δεν είναι σωστό, δεν έπρεπε να συμβαίνει, και αλλάζει γνώμη: προσπαθεί ξανά να του ξεφύγει, λέγοντάς του να σταματήσει· αλλά ο Ρίβης δεν σταματά, την κρατά κοντά του ζόρικα, και η Δήμητρα τελικά τον γρονθοκοπεί ανάμεσά στους μηρούς, νιώθοντας τα μπαλάκια του κάτω από τη γροθιά της.

Ο Ρίβης διπλώνεται, βογκώντας, τρεκλίζοντας με τα γόνατα λυγισμένα. Πέφτει στον καναπέ, μουγκρίζοντας.

«Συγνώμη,» λέει αμέσως η Δήμητρα’μορ, «αλλά είπαμε ότι θα παριστάνουμε τους παντρεμένους, όχι… όχι τίποτα, τίποτα, ξέρεις, τίποτα τέτοιο.»

«Δε θάταν, γαμώτο, μόνιμη κατάσταση!» μουγκρίζει ο Ρίβης, χτυπώντας το κεφάλι του πάνω σ’ένα μαξιλάρι.

«Τι;… Εννοείς, μόνο για σήμερα;»

«…Ναι. Λόγω γιορτής,» βογκά ο Ρίβης.

«Γιατί δεν το είπες;»

«Δε ρώτησες!» κάνει ξέπνοα ο Ρίβης.

«Αν είναι μόνο για σήμερα, δεν έχω πρόβλημα,» τον πληροφορεί η Δήμητρα, καθίζοντας πλάι του στον καναπέ, χαμογελώντας για να του δείξει ότι δεν κρατά κακία.

«Λίγο αργά, τώρα,» μουγκρίζει ο Ρίβης.

«Μπορώ να περιμένω.»

Ο Ρίβης λέει κάτι άναρθρο.

«Θα περιμένω,» λέει η Δήμητρα’μορ. Σηκώνεται από τον καναπέ, γδύνεται τελείως, και ξανακάθεται, ανάβοντας τσιγάρο. Περιμένοντας.

Αργότερα, πηγαίνουν μαζί στο υπνοδωμάτιο του διαμερίσματος και όλες τους οι παρεξηγήσεις λύνονται.

*

Το σούρουπο της επόμενης ημέρας, κοιτάζοντας από το παράθυρο του διαμερίσματός τους, ο Ρίβης και η Δήμητρα’μορ βλέπουν κάποιον να έρχεται στο σπίτι του Ναρκάμη, ενώ ο Ναρκάμης είναι εκεί – τουλάχιστον, δεν τον έχουν δει να φεύγει πιο πριν. Η Δήμητρα, κρατώντας ένα ζευγάρι κιάλια στα μάτια της και παρατηρώντας, σκέφτεται ότι τώρα θα της ήταν πολύ χρήσιμο αν ήξερε το Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως που έχει ακούσει άλλοι μάγοι να χρησιμοποιούν, αλλά δυστυχώς δεν το ξέρει. Ακόμα κι έτσι, όμως, νομίζει πως αυτός που διακρίνει μέσα από τις σκιές είναι ο Ρίβης Παλιόσυρμος.

«Ο Παλιόσυρμος,» λέει στον άλλο Ρίβη, πλάι της, ο οποίος χτες αποδείχτηκε καλύτερος εραστής απ’ό,τι εκείνη φανταζόταν. «Ο Παλιόσυρμος είναι!»

«Είσαι σίγουρη;» Κι ο Ρίβης τον κοιτάζει με τα κιάλια του αλλά δεν τον αναγνωρίζει.

«Ναι, τον έχω δει πολλές φορές από κοντά.»

Ο Ρίβης τον έχει δει μόνο στη φωτογραφία που του έδειξε η Πάολα.

Η Δήμητρα’μορ τού λέει: «Γύρνα τον δέκτη μας στη συχνότητα που σου είπα κι άρχισε να ηχογραφείς μόλις αρχίσουν να έρχονται ήχοι. Πάω στα καλώδια, κάτω.» Κι έχοντας ήδη αφήσει τα κιάλια της στο τραπέζι, τρέχει στην εξώπορτα του διαμερίσματος, βγαίνοντας.

Ο Ρίβης, εξακολουθώντας να στέκεται μπροστά στο παράθυρο, βλέπει τον Παλιόσυρμο να χτυπά το κουδούνι της πόρτας του Ναρκάμη· ο Ναρκάμης τού ανοίγει αμέσως, σαν να τον περίμενε, και μετά μπαίνουν στο οίκημα κι οι δυο τους.

Αυτή η συζήτηση ίσως νάχει ενδιαφέρον, σκέφτεται ο Ρίβης, γιατί πολλά έχουν γίνει τελευταία.

Η Δήμητρα’μορ, εν τω μεταξύ, έχει κατεβεί στο ισόγειο της πολυκατοικίας και τώρα βγαίνει από την είσοδο. Κοιτάζει προς το σπίτι του Ναρκάμη και δεν βλέπει κανέναν να στέκεται μπροστά στην εξώπορτά του, επομένως ο Παλιόσκυλος πρέπει νάχει μπει, υποθέτει. Και βαδίζει γρήγορα, μέσα στις πυκνές σκιές του σούρουπου, προς το κουτί με τα τηλεπικοινωνιακά καλώδια που περνάνε από το διώροφο οίκημα.

Φτάνοντας εκεί, μουρμουρίζει ένα Ξόρκι Ξεκλειδώματος, στέλνοντας το μυαλό της μέσα στην κλειδωνιά του κουτιού και, με ευκολία, κάνοντάς την να γυρίσει. Η Τ.Υ.Τ.Ν. – η Τεχνική Υπηρεσία Τηλεπικοινωνιών Νίρβεκ – δεν βάζει στα κουτιά της και τις καλύτερες κλειδαριές που μπορούν να φτιαχτούν. Η Δήμητρα ανοίγει το μεταλλικό φύλλο, αγγίζει τα καλώδια που την ενδιαφέρουν (έχει βρει από πριν, από την αρχή της παρακολούθησης του σπιτιού, ποια είναι αυτά), και υποτονθορύζει ένα Ξόρκι Ελέγχου Επικοινωνιακών Διαύλων. Έτσι θα μετατρέψει όλους τους διαύλους μέσα στο σπίτι του Ναρκάμη σε κοριούς: ό,τι ακούγεται εκεί όπου τα μικρόφωνα των διαύλων μπορούν να το πιάσουν θα μεταφέρεται στα καλώδια. Και η Δήμητρα θα συνδέσει έναν μικρό πομπό επάνω στα καλώδια ο οποίος θα στέλνει αυτές τις ακουστικές πληροφορίες στον δέκτη του Ρίβη στο νοικιασμένο διαμέρισμά τους, όπου και θα ηχογραφούνται.

Προτού όμως η μάγισσα ολοκληρώσει το ξόρκι της, μια σκιερή φιγούρα την πλησιάζει από πίσω. Η Δήμητρα’μορ, εστιασμένη στη δουλειά της, δεν την αντιλαμβάνεται· ο Ρίβης, όμως, έχοντας μόλις γυρίσει τον δέκτη στη σωστή συχνότητα και κοιτάζοντας τώρα από το παράθυρο ξανά, βλέπει τη σκοτεινή μορφή που ζυγώνει τη μάγισσα από τα νώτα. Και βλέπει, επίσης, πως κάτι γυαλίζει στο χέρι της – ένα πιστόλι!

Ο Ρίβης τραβά το δικό του πιστόλι. Δεν είναι κακός κυνηγός – κυνηγούσε στα Φέρνιλγκαν – και πιστεύει ότι ίσως καταφέρει να σκοτώσει – ή, τουλάχιστον, να τραυματίσει – τον εχθρό προτού εκείνος σκοτώσει τη Δήμητρα. Αλλά ο εχθρός δεν πυροβολεί. Πλησιάζει απλώς τη μάγισσα, και ο Ρίβης περιμένει να δει τι θα γίνει…

Η Δήμητρα’μορ βρίσκεται προς το τέλος του Ξορκιού Ελέγχου Επικοινωνιακών Διαύλων, όταν αισθάνεται ένα ξαφνικό χτύπημα πίσω από το αριστερό γόνατα. Παραπατά, ξαφνιασμένη, πέφτοντας στο πλακόστρωτο.

«Μην κάνεις να τραβήξεις όπλο,» ακούει μια γνώριμη φωνή πίσω της, προτού προλάβει να πιάσει το πιστόλι της. Γυρίζοντας το κεφάλι, βλέπει μια γυναίκα να στέκεται κοντά της σημαδεύοντάς την με πιστόλι. Η Χασρίνα!

«Τι κάνεις εδώ, σιχαμένη προδότρια;» ρωτά τη Δήμητρα. «Παρακολουθείς ανθρώπους για την Πάολα τώρα;»

Η Δήμητρα’μορ δεν ξέρει τι να απαντήσει. Μεγάλη Αρτάλη, θα με σκοτώσει… σκέφτεται.

Ο Ρίβης σημαδεύει, από το παράθυρο, τη σκιερή φιγούρα που απειλεί τη Δήμητρα αλλά δεν τολμά να τραβήξει τη σκανδάλη γιατί δεν είναι βέβαιος ότι θα σκοτώσει ακαριαία τον στόχο του· μπορεί απλά να τον τραυματίσει κι εκείνος να πυροβολήσει και να χτυπήσει τη μάγισσα – μοιραία, ίσως…

Χρειάζομαι βοήθεια!

Ανοίγει τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του και καλεί τον Σουτούρη τον Τυχερό, που το ξενοδοχείο του, το Ζητούμενο, δεν βρίσκεται μακριά από εδώ.

*

Από το παράθυρο του γραφείου του Ναρκάμη, στον δεύτερο όροφο του διώροφου οικήματος, ο Ρίβης Παλιόσυρμος και ο Ναρκάμης των Δρομολόγων ατενίζουν τη Χασρίνα να απειλεί με το πιστόλι της κάποιον κοντά στο κουτί με τα τηλεπικοινωνιακά καλώδια.

«Ορίστε,» λέει ο λοχαγός της Χωροφυλακής, μοιάζοντας ευχαριστημένος με τον εαυτό του, «το ψάρι τσίμπησε.»

«Έτσι φαίνεται,» μουρμουρίζει ο Ναρκάμης, καπνίζοντας το τσιμπούκι του.

«Να δεις τώρα που θα μαζευτεί και το υπόλοιπο κοπάδι.» Το χαμόγελο του Ρίβη είναι άγριο, και τα γαλανά μάτια του γυαλίζουν, καθώς γελά.

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του κουδουνίζει. Ο Ρίβης δέχεται την κλήση, με την ηχητική ένταση υψωμένη έτσι ώστε ν’ακούνε από το μεγάφωνο και εκείνος και ο Ναρκάμης.

«Ξέρεις ποια είναι εδώ, Ρίβη;» λέει η φωνή της Χασρίνας. «Η Δήμητρα’μορ. Προσπαθούσε να κάνει κάτι με τη μαγεία της στα καλώδια.»

«Πολύ ενδιαφέρον,» αποκρίνεται ο Παλιόσυρμος. «Συνέχισε, όπως είπαμε.»

Η τηλεπικοινωνία τερματίζεται.

*

Ο Σουτούρης είναι μαζί με την Πάολα παίζοντας χαρτιά όταν δέχεται την κλήση, και μόλις ακούνε από τον Ρίβη Νέρφελδιφ τι συμβαίνει έξω από το σπίτι του Ναρκάμη φεύγουν αμέσως από το Ζητούμενο και, μπαίνοντας στο τρίκυκλο όχημα της Πάολας, κατευθύνονται προς τα εκεί. Εκείνη οδηγεί, ενώ ο Τυχερός καλεί με τον πομπό του τον Ριχάρδο και την Αστερόπη – αν και αυτοί οι δύο είναι μακριά και, μάλλον, δεν θα προλάβουν να έρθουν εγκαίρως.

*

«Τι πήγαινες να κάνεις εκεί;» ρωτά η Χασρίνα τη μάγισσα, αφού κλείνει τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της, εξακολουθώντας να τη σημαδεύει.

Μεγάλη Αρτάλη, είπε «Ρίβη», σκέφτεται η Δήμητρα’μορ. Μιλούσε στον Παλιόσκυλο. Ήταν παγίδα εξαρχής! Περίμεναν ότι θα παρακολουθούσαμε το σπίτι – ίσως νάναι κι άλλοι κατάσκοποι εδώ γύρω…

«Σε ρωτάω!» φωνάζει η Χασρίνα. «Τι πήγαινες να κάνεις εκεί;»

«Τίποτα,» αποκρίνεται η Δήμητρα, και η Χασρίνα την κλοτσά στα πλευρά καθώς εκείνη είναι ακόμα γονατισμένη στο πλακόστρωτο. Η μάγισσα διπλώνεται, νιώθοντας την αναπνοή της να κόβεται. Η Χασρίνα την ξανακλοτσά, στον μηρό, μη βρίσκοντας πιο ευάλωτο στόχο καθώς η Δήμητρα είναι μαζεμένη.

«Τι πήγαινες να κάνεις εκεί; Θα μου πεις ή θα πεθάνεις, σιχαμένη σκυλίτσα;»

Η Χασρίνα, ουσιαστικά, προσπαθεί να κερδίσει χρόνο, όπως έχει συμφωνήσει με τον Παλιόσυρμο, προκειμένου να συγκεντρωθούν κι άλλοι από τους εχθρούς εδώ και να πέσουν στην παγίδα. Φοβάται, όμως, ότι ίσως να είναι ευάλωτη ακόμα και μες στις πυκνές σκιές. Άλλωστε, μπορεί κάποιος να είναι ακροβολισμένος και να τη σημαδεύει. Όπως ο Τοξότης είναι ακροβολισμένος και περιμένει τους εχθρούς. Αλλά αν υπάρχει κι άλλος ακροβολισμένος κάπου εδώ γύρω, ο Τοξότης δε θα τον δει; Δε θα τον σκοτώσει; Σίγουρα, δε θα τον αφήσει να με πυροβολήσει!

«Μίλα!» Η Χασρίνα κλοτσά τη Δήμητρα ξανά, αλλά πιο αδύναμα τώρα. «Τι πήγαινες να κάνεις στα καλώδια; Θες να τινάξω τα μαγικά μυαλά σου στον αέρα, μαλακισμένη;» Γονατίζει, αρπάζοντας τη Δήμητρα από τα κοντά ξανθά μαλλιά της με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο κρατά το πιστόλι της στρέφοντάς το στον κρόταφο της μάγισσας. (Η Χασρίνα, συγχρόνως, ελπίζει πως γονατισμένη αποτελεί μικρότερο στόχο για κάποιον ακροβολισμένο που ίσως να τη σημαδεύει.)

Η Δήμητρα’μορ παίρνει μερικές ανάσες με δυσκολία. «Προσπαθούσα… Έκανα… ένα ξόρκι…»

«Ναι, προφανώς. Τι ήθελες, όμως, να κάνεις ακριβώς; Να παρακολουθήσεις το σπίτι του Ναρκάμη;»

«…Ναι.»

«Πώς; Πες μου πώς!» Η Χασρίνα πάλι προσπαθεί να κερδίσει χρόνο. Γιατί δεν έρχονται ακόμα οι άλλοι, ώστε να κλείσει η παγίδα και να μπορεί να φύγει από δω;

Απρόσμενα, ακούει μεταλλικούς τροχούς επάνω στο πλακόστρωτο. Γυρίζοντας αντικρίζει ένα τρίκυκλο νάρχεται καταπάνω της. Το τρίκυκλο της Πάολας.

Η Χασρίνα τινάζεται όρθια, πετάγεται μακριά, πέφτει στο πλακόστρωτο χτυπώντας τον ώμο της επώδυνα και κυλώντας. Καθώς το τρίκυκλο σταματά μπροστά στην ξαφνιασμένη Δήμητρα’μορ, η Χασρίνα σηκώνεται στο ένα γόνατα και πυροβολεί με το πιστόλι της το μπλε, φιμέ σκέπαστρο του οχήματος. Γυαλιά σπάνε.

Η Πάολα σκύβει πάνω απ’το τιμόνι για να μη χτυπηθεί. Πατά το κουμπί που ανοίγει το σκέπαστρο ενώ, συγχρόνως, φωνάζει στη Δήμητρα: «Έλα μέσα! Έλα μέσα!»

Ο Σουτούρης, καθισμένος πίσω από την Πάολα, στρέφει το πιστόλι του και πυροβολεί τη Χασρίνα, αναγνωρίζοντάς την μες στις σκιές – δεν είναι και πολλοί αυτοί που έχουν πράσινο δέρμα στη Νίρβεκ. Μια σφαίρα του αστοχεί, χτυπώντας το πλακόστρωτο· μια άλλη βρίσκει την προδότρια στον αριστερό ώμο, τινάζοντάς την κάτω με μια κραυγή.

Την ίδια στιγμή, ο Σουτούρης ο Τυχερός διαισθάνεται έναν μεγάλο κίνδυνο, διαισθάνεται ότι τώρα – τώρα ΤΩΡΑ! – είναι η Σωστή Στιγμή για να κινηθεί: και κινείται, αλλάζει θέση.

Το βέλος περνά ξυστά από το μάγουλό του, τινάζοντας αίμα, αλλά μην προκαλώντας παρά μόνο μια γρατσουνιά.

Η Δήμητρα πηδά μέσα στο όχημα, πλάι στον Σουτούρη, ενώ εκείνος φωνάζει στην Πάολα: «Πάμε! Ο Τοξότης είναι εδώ!»

*

Αδύνατον!

Ο Ζορδάμης, ο άντρας με το κωδικό όνομα Τοξότης μέσα στη Σιδηρά Δυναστεία, δεν μπορεί να το πιστέψει ότι αστόχησε! Η βολή ήταν καθαρή. Τι έγινε, μα τον Κάρτωλακ τον Μεγάλο Κυνηγό;

Καθώς στέκεται πάνω σε μια ταράτσα, αντίκρυ στους στόχους του, τραβά αμέσως άλλο ένα βέλος και το περνά στη χορδή του τόξου του–

*

Η Πάολα πατά το πετάλι και το όχημα πάραυτα φεύγει: τινάζεται σαν τρίποδη γάτα με πόδια-τροχούς, ενώ δύο βλήματα το καταδιώκουν.

Το ένα είναι το βέλος του Τοξότη, το οποίο καρφώνεται στο κάθισμα της Πάολας, μερικά εκατοστά απόσταση από το κεφάλι της, κάνοντας την αναπνοή της να κοπεί.

Το δεύτερο είναι η σφαίρα του Ρίβη Παλιόσυρμου, ο οποίος είχε υψώσει ένα τουφέκι με σιγαστήρα σημαδεύοντας το τρίκυκλο μόλις αυτό εμφανίστηκε. Η σφαίρα χτυπά το όχημα σ’έναν από τους πισινούς τροχούς του κι εξοστρακίζεται. Ο Παλιόσυρμος πυροβολεί ξανά, και ξανά, πετυχαίνοντας την πίσω μεριά του τρίκυκλου που έχει κλειστή μεταλλική οροφή, όχι γυάλινο σκέπαστρο.

Στο εσωτερικό του οχήματος, ο Σουτούρης και η Δήμητρα σκύβουν καθώς ακούνε τις σφαίρες να χτυπάνε το ταβάνι από πάνω τους σαν χαλάζι.

Ο Ρίβης Νέρφελδιφ, ακόμα ακροβολισμένος στο παράθυρο του κοντινού διαμερίσματος, πυροβολεί δύο φορές με το πιστόλι του τη Χασρίνα καθώς εκείνη προσπαθεί να σηκωθεί: και τη βλέπει να σωριάζεται ξανά, και να μένει ακίνητη.

Ο Τοξότης, που στέκεται σε μια οροφή αντίκρυ στον Ρίβη, τον έχει ήδη εντοπίσει και τώρα εξαπολύει ένα βέλος καταπάνω του, θεωρώντας τον εύκολο στόχο, πολύ πιο εύκολο από το όχημα που φεύγει τρέχοντας.

Ο Ρίβης αισθάνεται κάτι να τον χτυπά επώδυνα στο δεξί στήθος. Καθώς παραπατά, βλέπει ένα μεταλλικό παλούκι να προεξέχει από το σώμα του. Και καταλαβαίνει ποιος τον χτύπησε. Και ξέρει πόσο καλός σκοπευτής είναι…

Σωριάζεται στο πάτωμα, νομίζοντας ότι ήδη μπορεί να διακρίνει, πίσω από παράξενες σκιές, τον Νεκροφύλακα, τον απεσταλμένο της Αρτάλης, να έρχεται γι’αυτόν. Πατά όμως το κουμπί του τηλεπικοινωνιακού πομπού του και κρώζει, όσο πιο δυνατά μπορεί, προς το μικρόφωνο: «…βοήθεια…»

*

«Γαμώ τα πόδια της Λόρκης!» καταριέται ο Παλιόσυρμος, πετώντας οργισμένα το τουφέκι του πάνω σε μια καρέκλα.

Ο πομπός του κουδουνίζει.

Τον ανοίγει. «Τι σκατά θέλεις;»

«Κάποιος ήταν ακροβολισμένος σε μια αντικρινή πολυκατοικία,» του λέει ο Τοξότης. «Από κει πρέπει να παρακολουθούσαν.»

«Ερχόμαστε να μας δείξεις.»

*

Η Πάολα, ο Σουτούρης, και η Δήμητρα’μορ μπαίνουν στο νοικιασμένο διαμέρισμα και τρέχουν κοντά στον Ρίβη, βλέποντας το βέλος που προεξέχει από τη δεξιά μεριά του στήθους του.

Δεν είναι, όμως, νεκρός ακόμα. Κρώζει κάτι καθώς φτύνει αίμα.

«Σσς!» του λέει ο Σουτούρης γονατίζοντας δίπλα του. «Μη μιλάς, μην κινείσαι. Θα σε φροντίσουμε.»

«Κλείσε τα παντζούρια,» προστάζει η Πάολα τη Δήμητρα’μορ, «και του παραθύρου και της μπαλκονόπορτας – κουνήσου!»

Η μάγισσα τα κλείνει, το ένα μετά το άλλο.

Ο Σουτούρης λέει στην Πάολα: «Έχει τρυπηθεί ο πνεύμονάς του, σίγουρα. Πρέπει να τον πάμε σε νοσοκομείο, και– Στάσου.» Βγάζει τον πομπό του, καλεί την Αστερόπη· της ζητά εκείνη κι ο Ριχάρδος νάρθουν στο νοικιασμένο διαμέρισμα γιατί ο Ρίβης έχει χτυπηθεί από βέλος, πολύ άσχημα.

«Δεν είμαι μακριά,» αποκρίνεται η Αστερόπη, που ο Τυχερός το ξέρει ότι καβαλά δίκυκλο, νοικιασμένο μέσω συνδέσμων των Δρομολόγων, γνωστών της Πάολας. «Θα ειδοποιήσω και τον Ριχάρδο. Μην κάνετε τίποτα στον Ρίβη μέχρι νάρθω.»

Καθώς η τηλεπικοινωνία τερματίζεται, η Πάολα ρωτά τον Σουτούρη: «Να τον σηκώσουμε; Να τον πάμε στον καναπέ;»

«Όχι,» λέει εκείνος· «μπορεί νάναι επικίνδυνο. Περίμενε νάρθει η Βατράνια. Βιοσκόπος είναι – κάτι περισσότερο ξέρει από εμάς.»

Προτού όμως έρθει η Αστερόπη, ένας πυροβολισμός αντηχεί έξω από το διαμέρισμα, από τον δρόμο, αλλά καμια κραυγή δεν τον συνοδεύει. Τι συμβαίνει; Περιμένουν κι οι τρεις τους, ακίνητοι, με τα πιστόλια τους στα χέρια. Μετά από λίγο, ακόμα ένας πυροβολισμός αντηχεί, ο οποίος τραντάζει την κλειδαριά της εισόδου του διαμερίσματος. Και στη συνέχεια κάποιος κλοτσά την πόρτα δυνατά, μία, δύο φορές, κι αυτή ακούγεται ν’ανοίγει με γδούπο. Τον οποίο μια άγρια φωνή ακολουθεί:

«ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ! Ακίνητοι!»

Ο Παλιόσκυλος.

Ο Σουτούρης έχει ήδη τραβήξει μια πολυθρόνα μπροστά από τον τραυματισμένο Ρίβη και τώρα καλύπτεται πίσω της. Η Πάολα και η Δήμητρα’μορ κολλάνε στους τοίχους, δεξιά κι αριστερά του ανοίγματος του σαλονιού που βλέπει προς την είσοδο του διαμερίσματος.

«Βγείτε έξω με τα χέρια σας ψηλά!» προστάζει ο Παλιόσυρμος.

«Έλα να μας βγάλεις, παλιόσκυλο!» του φωνάζει προκλητικά η Πάολα, και πυροβολεί προς την είσοδο.

Ο Σουτούρης πυροβολεί επίσης, παρότι δεν βλέπει κανέναν εκεί· οι εχθροί έχουν κι αυτοί κρυφτεί δεξιά κι αριστερά της εξώπορτας. Μετά όμως από τη δική του ριπή και της Πάολας, οι προδότες επιτίθενται. Ριπές από δύο πιστόλια αντηχούν, και δύο βέλη καρφώνονται στην πολυθρόνα πίσω απ’την οποία καλύπτεται ο Σουτούρης, το ένα κατόπιν του άλλου.

Πόσο γρήγορα μπορεί να ρίχνει με το τόξο του αυτός ο τρελός! σκέφτεται ο Τυχερός, αμφιβάλλοντας για την πραγματικότητα του όλου θέματος.

Η Πάολα και η Δήμητρα’μορ πυροβολούν συνεχόμενα, χωρίς να χτυπήσουν κανέναν.

«Βγείτε έξω με τα χέρια σας ψηλά!» φωνάζει ο Παλιόσυρμος. «Η Χωροφυλακή σύντομα θάρθει και μαντέψτε ποιου την ιστορία θα πιστέψει όταν μας βρει εδώ!»

Έχει δίκιο, σκέφτεται ο Σουτούρης. Πρέπει να φύγουμε – γρήγορα! Πυροβολεί πάνω απ’την πολυθρόνα–

Ένα μεταλλικό βέλος χτυπά το πιστόλι του, τινάζοντάς το από το χέρι του.

Γαμήσου! Δεν το πιστεύω! –Γαμήσου!

Ο Σουτούρης πιάνει από κάτω το πιστόλι του τραυματισμένου Ρίβη. Δε μπορεί να κάνει κάτι η Δήμητρα’μορ με τη μαγεία της; αναρωτιέται. Βιαζόμαστε, δεν έχουμε χρόνο!

Πυροβολισμοί αντηχούν ξανά, αλλά από το βάθος, από– Φυσικά! Η Αστερόπη, συνειδητοποιεί ο Σουτούρης.

Κραυγές και βρισιές ακούγονται πέρα από την εξώπορτα.

Η Αστερόπη ήρθε πριν από τη Χωροφυλακή. Ο Σουτούρης χαμογελά, καθώς πυροβολεί κι εκείνος, και φωνάζει: «Ρίξτε τους! Τώρα! ΤΩΡΑ!»

Ο χώρος μπροστά από την είσοδο του διαμερίσματος γεμίζει σφαίρες.

Μετά, η Πάολα και η Δήμητρα’μορ αλλάζουν γεμιστήρες στα πιστόλια τους και τρέχουν προς τα εκεί, αφού βλέπουν πως κανένας δεν τις πυροβολεί. Ο Σουτούρης τις ακολουθεί.

Δίπλα από το κατώφλι της διαλυμένης εξώπορτας, δύο αιμόφυρτοι άντρες είναι πεσμένοι. Ο Ναρκάμης είναι τελείως ακίνητος, με το λευκό του πουκάμισο να έχει γίνει πιο κόκκινο από το δέρμα του. Ο Παλιόσυρμος έχει χτυπηθεί στο πόδι και σέρνεται προς το πιστόλι του.

«Μείνε στη θέση σου!» του λέει η Πάολα, σημαδεύοντάς τον.

Ο Τοξότης δεν φαίνεται πουθενά. Η Αστερόπη ξεπροβάλλει από τις σκάλες, με το πιστόλι της υψωμένο.

«Η Χωροφυλακή έρχεται, Πάολα,» μουγκρίζει ο Παλιόσυρμος, παύοντας να κινείται. «Δε μπορείς να ξεφύγεις αυτή τη φορά!»

Η Αστερόπη τον σημαδεύει και τραβά τη σκανδάλη. Ενέργεια τινάζεται από το πιστόλι διπλής χρήσης και τον χτυπά. Ο Ρίβης τραντάζεται, κραυγάζοντας, και χάνει τις αισθήσεις του.

«Πού είν’ ο Τοξότης;» ρωτά η Πάολα.

«Έτρεξε προς τα κει.» Η Αστερόπη δείχνει. «Πυροβόλησα τους άλλους δυο πρώτα γιατί τα πυροβόλα ρίχνουν πιο γρήγορα απ’το τόξο, ακόμα και στα χέρια του Ζορδάμη.»

Η Πάολα κοιτάζει προς τη μεριά που έδειξε η Αστερόπη και βλέπει ένα ανοιχτό παράθυρο στο πέρας του διαδρόμου. Πήδησε από κει; αναρωτιέται. Είμαστε στον τρίτο όροφο!

«Πρέπει να τον πάρουμε μαζί μας – ξέρει πολλά,» λέει η Αστερόπη κοιτάζοντας τον Παλιόσυρμο. «Γρήγορα, προτού πλακώσει εδώ η Χωροφυλακή!»

«Κι ο Ρίβης;» πετάγεται η Δήμητρα. «Είναι χτυπημένος εκεί μέσα!» Δείχνει στο εσωτερικό του διαμερίσματος. «Από βέλος. Στο στήθος!»

Η Αστερόπη αναστενάζει. Δε μπορεί να τον αφήσει να πεθάνει, και δε νομίζει πως οι άλλοι θα την ακούσουν, ούτως ή άλλως, αν τους πει να τον αφήσουν. «Μεταφέρτε τον στο όχημα της Πάολας,» λέει στον Σουτούρη και στη Δήμητρα, κι εκείνοι αμέσως τρέχουν στο εσωτερικό του διαμερίσματος. «Θ’αναλάβω εγώ τον Παλιόσκυλο, τώρα που θάρθει κι ο Ριχάρδος–»

«Μη λες βλακείες!» τη διακόπτει η Πάολα. «Θα σας πιάσει η Χωροφυλακή–»

«Έχει πολλές πληροφορίες που χρειαζόμαστε, Πάολα–»

Η Πάολα τον σημαδεύει καθώς είναι λιπόθυμος. «Θα τις τινάξω όλες έξω απ’το κεφάλι του–»

Η Αστερόπη τής αρπάζει το χέρι στρέφοντας την κάννη αλλού. «Δε μπορείς να τον σκοτώσεις! Ξέρει πολλά για τους εχθρούς μας!»

«Ούτε εσύ μπορείς να τον πάρεις μαζί σου! Πάμε – αλλιώς θα σε πιάσουν πάλι. Μην είσαι ανόητη!»

Ο Σουτούρης και η Δήμητρα’μορ φέρνουν τον Ρίβη, σηκώνοντάς τον ανάμεσά τους.

Η Αστερόπη αναστενάζει ξανά, καταλαβαίνοντας ότι, δυστυχώς, η Πάολα έχει δίκιο. «Πάμε,» λέει. «Αλλά μην τον σκοτώσεις – άσ’ τον.»

Καθώς μπαίνουν στον ανελκυστήρα και πατάνε το κουμπί, αρχίζοντας να κατεβαίνουν, η Πάολα λέει: «Μαλακία έκανες που τον άφησες να ζήσει. Θα μας στήσει κι άλλες πουστιές, τώρα.»

«Τον θέλω ζωντανό, Πάολα,» αποκρίνεται ψύχραιμα η Αστερόπη. «Ξέρει πολλά, σίγουρα.»

Βγαίνουν απ’τον ανελκυστήρα και τρέχουν προς την είσοδο της πολυκατοικίας, όπου βλέπουν πως η κλειδαριά είναι διαλυμένη από σφαίρες. Ανοίγουν και βγαίνουν. Πηγαίνουν στο τρίκυκλο της Πάολας που είναι σταματημένο σ’έναν δρόμο παραδίπλα· η Δρομολόγος μπαίνει πρώτη, και ο Σουτούρης κι η Δήμητρα κάθονται πίσω της, με τον Ρίβη επάνω στα γόνατά τους.

«Θα τον πάμε στο Μεγάλο Δυτικό Νοσοκομείο,» λέει η Πάολα στην Αστερόπη, που στέκεται έξω από το όχημα· «στην αδελφή μου, τη Μαργκώ.»

Η κόρη του Ξενοκράτη νεύει. «Εντάξει,» αποκρίνεται, και τρέχει προς το δίκυκλό της. Το καβαλά και φεύγει.

Η Πάολα, κλείνοντας το σκέπαστρο, ξεκινά το τρίκυκλό της.

Απόμακρα, οχήματα της Χωροφυλακής ακούγονται να έρχονται. Αλλά όταν φτάνουν στην πολυκατοικία η Πάολα, η Αστερόπη, και οι άλλοι είναι ήδη μακριά. Οι χωροφύλακες ανεβαίνουν στον τρίτο όροφο, απ’ όπου τους έχουν ειδοποιήσει ότι ακούγονταν οι πυροβολισμοί, και βρίσκουν δύο αιμόφυρτους άντρες πεσμένους στον διάδρομο ανάμεσα σε σφαίρες και κάλυκες.

Τον έναν τον αναγνωρίζουν αμέσως.

*

Μετά από κάποια ώρα, η Μαργκώ και η Αστερόπη τούς συναντούν στο δωμάτιο όπου κάθονται και περιμένουν, σε μια ήσυχη πτέρυγα του Μεγάλου Δυτικού Νοσοκομείου.

«Το έβγαλα το βέλος,» λέει η γιατρός, «και τράβηξα και το αίμα έξω από τον πνεύμονα. Λογικά, πρέπει να ζήσει, αν και το τραύμα είναι βαθύ.»

«Ναι,» συμφωνεί η Αστερόπη, «φαίνεται πως θα ζήσει. Το έλεγξα και με τη μαγεία μου.»

Η Μαργκώ νεύει, και λέει στους άλλους: «Χωρίς τη βοήθειά της, ίσως να μην τα είχα καταφέρει.» Ρωτά την Αστερόπη: «Γιατί δεν δουλεύεις σε νοσοκομείο; Πώς σε λένε;»

«Βατράνια,» αποκρίνεται εκείνη, «και… δεν είμαι Βιοσκόπος, βασικά.»

Η Μαργκώ συνοφρυώνεται. «Για Βιοσκόπος μοιάζεις, πάντως, με τη μαγεία που χειρίζεσαι.»

«Δεν είμαι Βιοσκόπος,» επαναλαμβάνει εκείνη.

«Φίλη της Πάολας, υποθέτω;»

«Ναι.»

Η Μαργκώ στρέφει το βλέμμα της στην Πάολα. Μετά στον Σουτούρη. «Εσύ, ευτυχώς, αυτή τη φορά δεν είσαι μαχαιρωμένος,» του λέει υπομειδιώντας, αναφερόμενη στο περιστατικό στο Τυχερό Άστρο, παλιότερα, όταν του είχε επιτεθεί η Νιρίφα. «Αλλά τι έχει το μάγουλό σου;»

Ο Τυχερός αγγίζει το γδάρσιμο. «Τίποτα,» λέει. «Ένα βέλος πέρασε ξυστά.»

«Κι άλλο βέλος; Από πού ήρθατε; Από τα Φέρνιλγκαν;» ρωτά η Μαργκώ. Και μετά συνοφρυώνεται. «Και ο Φιλοπολίτης Τασνικέφ με βέλος δεν δολοφονήθηκε;»

«Ναι,» λέει η Πάολα, «αλλά δε νομίζω να υπάρχει καμια σύνδεση.»

«Σίγουρα όχι,» προσθέτει η Αστερόπη, ενισχύοντας το ψέμα. «Αυτή ήταν τελείως διαφορετική υπόθεση.»

«Γνωρίζετε, δηλαδή, ποιος σας έριξε τα βέλη…»

«Ναι,» λέει η Πάολα. «Ένα κάθαρμα απ’τα Φέρνιλγκαν.»

«Το ξέρουν οι άλλοι Δρομολόγοι;»

«Όχι, και δεν χρειάζεται να τους πεις τίποτα. Εντάξει; Το υπόσχεσαι;» Η Πάολα πλησιάζει την αδελφή της.

«Γιατί;»

«Γιατί… δεν θέλω να ξέρουν. Εντάξει;»

«Εντάξει,» λέει η Μαργκώ, ανασηκώνοντας τους ώμους. «Αν όμως κινδυνεύεις, θα μπορούσαν να σε βοηθήσουν…»

«Το ξέρω. Αλλά όχι τώρα.»

«Λοιπόν,» λέει η Αστερόπη. «Σχετικά με τον Ρίβη. Μπορούμε να σ’τον αφήσουμε εδώ, Μαργκώ; Θα τον κρατήσεις κρυμμένο για την ώρα;»

«Ναι, δεν υπάρχει πρόβλημα,» συμφωνεί εκείνη. Γνωρίζει το Μεγάλο Δυτικό Νοσοκομείο πολύ καλά: και τα φανερά μέρη του και τα κρυφά.

Η Δήμητρα’μορ προθυμοποιείται να μείνει μαζί με τον Ρίβη.

«Όχι,» της λέει η Αστερόπη. «Θα έρθεις μαζί μας.»

«Γι’απόψε μόνο,» επιμένει η Δήμητρα’μορ. «Τι να με κάνετε απόψε; Πρόκειται να παρακ–» Διακόπτει τον εαυτό της γιατί, φυσικά, η Μαργκώ δεν ξέρει τίποτα για την παρακολούθηση του σπιτιού του Ναρκάμη. «Πρόκειται να κάνουμε τίποτα απόψε;»

«Καλώς,» συμφωνεί η Αστερόπη. «Μείνε. Αλλά να είσαι συνέχεια μαζί του, και να έχεις από κοντά τον πομπό σου.»

Καθώς βγαίνουν από το νοσοκομείο, η Αστερόπη, ο Σουτούρης, και η Πάολα συναντούν τον Ριχάρδο απέξω, τον οποίο είχαν ειδοποιήσει από πριν.

«Τι έγινε;» τους ρωτά, στεκόμενος πλάι στο τετράκυκλο όχημά του.

«Θα σου πούμε,» αποκρίνεται η Πάολα, «όμως όχι εδώ.»

«Είναι ζωντανός;»

«Ζωντανός είναι. Αλλά παραλίγο να μην ήταν.»

*

Μέσα στο Μεγάλο Δυτικό Νοσοκομείο, η Μαργκώ μεταφέρει τον αναισθητοποιημένο Ρίβη προς ένα κρυφό δωμάτιο, έχοντας τον πάνω σε κυλιόμενο κρεβάτι. Η Δήμητρα’μορ την ακολουθεί, παρατηρώντας πως οι διάδρομοι εδώ είναι όλοι τόσο ήσυχοι που την κάνουν ν’ανατριχιάζει. Μοιάζουν σχεδόν στοιχειωμένοι. Μονάχα απόμακροι ήχοι έρχονται από άλλα μέρη του νοσοκομείου. Τριγύρω, πίσω από όσες πόρτες είναι ανοιχτές ή μισάνοιχτες, φαίνονται μόνο έρημα, εγκαταλειμμένα δωμάτια, ή δωμάτια που χρησιμοποιούνται ως αποθήκες για διάφορους ιατρικούς εξοπλισμούς.

Η Μαργκώ αφήνει τον Ρίβη σ’ένα από τα εγκαταλειμμένα δωμάτια. Ψηλά στον τοίχο υπάρχει ένας φεγγίτης απ’ όπου έρχεται ελάχιστο από το νυχτερινό φως της πόλης, φιλτραρισμένο μέσα από θολό τζάμι. Η γιατρός απλώνει το χέρι της και πατά έναν διακόπτη, ανάβοντας μια μικρή λάμπα στο ταβάνι.

«Μπορείς να καθίσεις εκεί, αν θέλεις,» λέει στη Δήμητρα δείχνοντας μια παλιά σκουριασμένη καρέκλα. «Μη στέκεσαι όλο το βράδυ. Τουαλέτα δεν έχει εδώ, αλλά έχει δυο πόρτες παραδίπλα. Έλα να σου δείξω.» Αφού της δείχνει από το κατώφλι του δωματίου, της λέει: «Θες να σου φέρω τίποτα να φας;»

Η Δήμητρα νεύει. «Ναι, ευχαριστώ.»

«Να τον παρακολουθείς, κι αν δεις καμια αλλαγή στην κατάστασή του να με ειδοποιήσεις αμέσως.» Και της λέει τον τηλεπικοινωνιακό κώδικά της.

«Εντάξει.»

Η γιατρός σφίγγει τη μάγισσα φιλικά στο μπράτσο και μετά φεύγει. Τα βήματά της απομακρύνονται μέσα στους έρημους διαδρόμους ώσπου χάνονται τελείως.

Η Δήμητρα’μορ ατενίζει σιωπηλά το κοιμισμένο πρόσωπο του Ρίβη, κι ύστερα κάθεται στη σκουριασμένη καρέκλα.

Ο ΦΟΒΟΣ ΤΗΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ

Μέσα στη νύχτα, συζητάμε με την Αλκάρνη Αμυθολόγητη και τον Λαοκράτη Άλθαρνεφ για τους προδότες, τους πιθανούς προδότες, και αυτούς που υπηρετούν τους προδότες χωρίς να ξέρουν ακριβώς τι κάνουν. Συζητάμε πώς πρέπει να κινηθούμε για να μάθουμε, πρώτον, πώς ξεκίνησε αυτή η σέκτα· δεύτερον, πώς πληροφορήθηκε για τα μέλη της Παλιάς Δυναστείας· και τρίτον, ποια είναι η κεφαλή της σέκτας. Επίσης, συζητάμε για το πώς μπορούμε να διαλύσουμε τη σέκτα προτού αυτή διαλύσει, με τις ενέργειές της, τη Σιδηρά Δυναστεία.

Η κουβέντα μας κρατά ώς τις τέσσερις μετά τα μεσάνυχτα, και δεν έχουμε καταστρώσει παρά μόνο ένα πολύ γενικό σχέδιο. Τον Ψηλό Αλλάνδρη έχουμε αποφασίσει να τον βγάλουμε από τη μέση, ως επικίνδυνο και κακοποιό στοιχείο – αλλά θα πρέπει να βρούμε έναν τρόπο για να του στήσουμε ενέδρα. Τον Κλεόβουλο Σιριλάμνη τον θέλουμε ζωντανό, μόνο και μόνο επειδή μάλλον θα έχει να μας δώσει αρκετές πληροφορίες. Πρέπει, όμως, να βρούμε έναν τρόπο να στήσουμε ενέδρα και σ’αυτόν ώστε να τον αιχμαλωτίσουμε. Τους υπόλοιπους αποφασίσαμε ή να τους φέρουμε με το μέρος μας ξανά ή να τους εξολοθρεύσουμε αν μας σταθούν εμπόδιο· δεν φαίνεται να υπάρχει άλλη λύση. Επίσης, αναρωτιόμαστε πώς θα μπορούσαμε, ίσως, να τους χρησιμοποιήσουμε προκειμένου να παγιδέψουμε είτε τον Ψηλό Αλλάνδρη είτε τον Σιριλάμνη.

Ο Ψηλός Αλλάνδρης μένει στον Οίκο των Πορτών, το αρχηγείο των Σεβαστών Πορτιέρηδων, στον Ανώδρομο, και δεν θα είναι εύκολο να τον πετύχουμε σε τέτοια θέση που να μπορούμε εύκολα να τον σκοτώσουμε. Ακόμα και το ηχομορφικό όχημα πρέπει να έχει χώρο για να κινηθεί, σε υλική μορφή, ώστε να πατήσει κάποιον. Δεν μπορώ να εισβάλω στον Οίκο των Πορτών και ν’αρχίσω να σκοτώνω όποιον βλέπω μπροστά μου. Δεν είναι καν σίγουρο ότι έτσι θα συναντήσω τον Αλλάνδρη προτού αυτός φύγει.

Ο Κλεόβουλος Σιριλάμνης δεν ξέρω καν πού μένει. Γνωρίζει, όμως, η κυρία Αμυθολόγητη: κατοικεί στον Ανθώνα, μια πλούσια συνοικία νοτιοδυτικά του Νέου Δώματος, στα άκρα της Άντχορκ. Αλλά ισχύει και γι’αυτόν ό,τι ισχύει και για τον Ψηλό Αλλάνδρη. Επιπλέον – ειδικά με την κατάσταση που ισχύει τώρα – ο Κλεόβουλος δεν αμφιβάλλω ότι θα έχει μεγάλη φύλαξη γύρω του. Άσε που μπορεί να έχει εξαφανιστεί, όπως έκανε όταν τον κυνηγούσε ο Άφευκτος. Είχε πάει στη Θακέρκοβ, τότε, και δεν έλεγε ούτε καν σ’εμάς – εμένα, τον Ύαν, και τον Κριτόλαο’μορ – πού μέσα στην πόλη έμενε. Είναι δειλός, νομίζω. Πράγμα που είμαι βέβαιος πως δεν οφείλεται στο γεγονός ότι είναι ομοφυλόφιλος. Έχω δει (σε αγώνες ράλι, κυρίως) ομοφυλόφιλους πολύ πιο γενναίους από «κανονικούς» άντρες.

Ύστερα από τη συζήτησή μας, πηγαίνουμε όλοι να κοιμηθούμε ζαλισμένοι. Η Κλεισμένη έρχεται πάνω στο κρεβάτι μου και ξαπλώνει μέσα στην αγκαλιά μου. Δεν τη διώχνω. Η ζεστασιά του αιλουροειδούς σώματος κάτω από το τρίχωμά της με ανακουφίζει.

Στον ύπνο μου βλέπω τον καταραμένο τον Σίλα Ιερόπυργο να με προτρέπει να τους σκοτώσω όλους, και πρώτο αυτό τον γαμημένο μπάσταρδο τον Κλεόβουλο Σιριλάμνη που κάποτε έβαλε τον Σίλα να δολοφονήσει τον ίδιο του τον αδελφό, τον Βίκτωρα.

Τα όνειρα αυτά, παραδόξως ίσως, δεν με τρομάζουν.

*

Το πρωί, βάζουμε σε εφαρμογή το ατελές σχέδιό μας γιατί ξέρουμε ότι δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Οι προδότες δεν έχουν επιχειρήσει ακόμα να σκοτώσουν την κυρία Αμυθολόγητη, αλλά ώς πότε θα περιμένουν; Είναι της Παλιάς Δυναστείας, κι επομένως πρέπει να βγει από τη μέση.

Εκτός από αυτήν, στην Άντχορκ υπάρχουν άλλοι δύο άνθρωποι της Παλιάς Δυναστείας: ο ένας ονομάζεται Βατράνος Γισκάλβης και είναι αρχιτέκτονας· η άλλη ονομάζεται Κλαρίσσα Ελντέγκοφ και ο καλύτερος χαρακτηρισμός γι’αυτήν είναι πως είναι τυχοδιώκτρια πέρα, φυσικά, από συγγραφέας. Ορισμένα βιβλία της τα είχα ακούσει από παλιά (κάποια λογοτεχνικά, κάποια μελέτες – διαφόρων ειδών) μα δεν ήξερα ότι ήταν μέλος της Σιδηράς Δυναστείας. Η Αλκάρνη Αμυθολόγητη μού εξήγησε χτες βράδυ ότι ο Βατράνος και η Κλαρίσσα είναι μακρινά ξαδέλφια της, και είναι κι οι δύο μικρότεροι από εκείνη. Ο Λαοκράτης ήδη τους γνώριζε (αλλά όχι και ότι ήταν της Παλιάς Δυναστείας, βέβαια). Ο Ύαν ήξερε την Κλαρίσσα.

Η κυρία Αμυθολόγητη μάς είπε ότι τον Βατράνο τον βρήκε χτες και μίλησε τηλεπικοινωνιακά μαζί του, μέσα από κωδικοποιημένη συχνότητα, για λόγους ασφάλειας· τον ενημέρωσε για το τι συμβαίνει και του πρότεινε να κρυφτεί. Την Κλαρίσσα, όμως, δεν μπόρεσε να τη βρει πουθενά. Θα πρέπει, λοιπόν, να τη βρούμε εμείς. Αλλά αργότερα. Πρώτα έχουμε άλλη δουλειά.

Αφού εξοπλιζόμαστε κατάλληλα, εγώ, ο Ύαν, και η Ξανθίππη βγαίνουμε από τη μεζονέτα της κυρίας Αμυθολόγητης και παίρνουμε τον ανελκυστήρα, κατεβαίνοντας στο υπόγειο γκαράζ όπου έχουμε αφήσει το ηχομορφικό όχημα σκεπασμένο με μαύρη κουκούλα, ανάμεσα σε άλλα οχήματα που δεν ανήκουν όλα στην παλιά ηθοποιό. Το ξεσκεπάζουμε, επιβιβαζόμαστε, και το οδηγώ επάνω στη ράμπα και έξω από το γκαράζ.

Μόλις έχουμε βγει και κυλάμε στους δρόμους της Άντχορκ, ανάμεσα από τις ψηλές πολυκατοικίες της, αντιλαμβανόμαστε ότι ένα δίκυκλο μάς παρακολουθεί. Ο Ύαν και η Ξανθίππη, ασφαλώς, το βλέπουν πριν από εμένα.

«Παρακολουθούν το σπίτι της Αμυθολόγητης, λοιπόν,» παρατηρώ.

«Δε με εκπλήσσει,» λέει η Ξανθίππη. «Σας το είπα χτες βράδυ πως το υποψιαζόμουν, δεν σας το είπα;»

Πράγματι, μας το είπε, και κανένας μας δεν το θεώρησε υπερβολικό. Οι εχθροί μας δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όλα τα μέλη της Παλιάς Δυναστείας. Πώς ακριβώς έμαθαν ποια είναι αυτά τα μέλη, αποτελεί ένα μυστήριο βέβαια… Η Αλκάρνη δεν μπορεί να φανταστεί κάποιον συγγενή της παλιάς οικογένειας να είναι προδότης. Τι να έχει να κερδίσει;

«Θα μας επιτεθούν με την πρώτη ευκαιρία, Ραλίστα,» λέει ο Ύαν, πρακτικός όπως πάντα. «Κάνε μας αόρατους, να μας χάσει ο χαφιές προτού φάμε καμια βόμβα.»

Δεν έχει άδικο. Καθόλου άδικο. Κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο από ανθρώπους σαν τον Ψηλό Αλλάνδρη, τον Σιριλάμνη, και τον Νόρτεκ-Ριθ. Κατεβάζω τον διακόπτη στην κονσόλα μπροστά μου και παίρνουμε μορφή ήχου. Περνάω μέσα από άλλα οχήματα και ισόγεια οικοδομημάτων χωρίς καμια δυσκολία και, άνετα, ο κατάσκοπος μάς χάνει. Δίνω ξανά υλική μορφή στο όχημά μας και συνεχίζουμε.

*

Παλιότερα, όταν ήμουν στην Άντχορκ υπηρετώντας τη Δυναστεία, χρωστώντας ακόμα, ερχόμουν τηλεπικοινωνιακά σε επαφή με τη Τζούλη κι εκείνη μού έλεγε πού θα με συναντήσει προκειμένου να μου δώσει διάφορα πράγματα που χρειαζόμουν, όπως εξοπλισμούς και ψεύτικες ταυτότητες. Τώρα δεν μπορώ να επικοινωνήσω μαζί της με τον ίδιο τρόπο· είναι πολύ ριψοκίνδυνο. Ίσως, όταν την καλέσω, να ειδοποιήσει τους εχθρούς μας για να μας στήσουν ενέδρα.

Ευτυχώς, η κυρία Αμυθολόγητη και ο Λαοκράτης γνωρίζουν περισσότερα από εμένα και τον Ύαν για τη Τζούλη, και μας είπαν ακριβώς πού να πάμε για να τη βρούμε. Μένει σε μια μικρή συνοικία που ονομάζεται Σκηνορράφος και βρίσκεται ανάμεσα στις Γραμμές και στον Ανεμοσκόπο. Σταματάω, λοιπόν, το όχημά μας σ’έναν δρόμο κοντά στο σπίτι της, που είναι στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας, και την περιμένουμε μέχρι να εμφανιστεί. Απ’ό,τι μας είπαν η Αμυθολόγητη και ο Λαοκράτης, η μόνη δουλειά που κάνει η Τζούλη είναι να ενεργεί ως πράκτορας για τη Σιδηρά Δυναστεία, επομένως όλη μέρα τριγυρίζει στην πόλη.

Το μεσημέρι, τη βλέπουμε να έρχεται προς την πολυκατοικία επάνω στο δίκυκλό της, το οποίο και κατεβάζει στο γκαράζ. Δίχως καθυστέρηση μπαίνουμε στο όχημά μας (που έχουμε αφήσει σε κάποια απόσταση από την πολυκατοικία, μην τυχόν και το εντοπίσουν κατάσκοποι των εχθρών μας), το μεταμορφώνω σε ήχο, και το πηγαίνω κατευθείαν προς το υπόγειο γκαράζ. Η μεταλλική πόρτα είναι κατεβασμένη, αλλά αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο όταν δεν έχεις υλική υπόσταση. Μπαίνουμε στο γκαράζ και βλέπουμε τη Τζούλη – μια ψηλή, γαλανόδερμη γυναίκα με πράσινα μαλλιά μακριά ώς τον ώμο, ντυμένη με παντελόνι και κοντό πανωφόρι – να βαδίζει προς τη σκάλα που οδηγεί στο ισόγειο της πολυκατοικίας. Σανιδώνοντας το πετάλι, περνάω από μέσα της και σταματάω απότομα μπροστά της.

Σταματά κι εκείνη, αλλά όχι επειδή μας βλέπει: μάλλον επειδή άκουσε τον παράξενο ήχο μας.

Δίνω υλική μορφή στο όχημά μας και πεταγόμαστε έξω αμέσως, με τα όπλα μας στα χέρια.

«Να μιλήσουμε θέλουμε,» της λέω.

Η Τζούλη έχει κοκαλώσει στη θέση της αλλά δεν μοιάζει να έχει χάσει την ψυχραιμία της. «Δεν το δείχνετε, πάντως,» αποκρίνεται ξερά.

Κατεβάζω το πιστόλι μου. «Έλα μέσα,» της λέω δείχνοντας, με μια κίνηση του κεφαλιού, το όχημά μας.

Η Τζούλη δεν φέρνει αντίρρηση: έρχεται και κάθεται δίπλα μου, ενώ ο Ύαν και η Ξανθίππη είναι καθισμένοι πίσω. Της λέω πως ξέρουμε για τη σχέση της με τον Σιριλάμνη και ότι είναι με την καινούργια, δολοφονική σέκτα. Η Τζούλη δεν αρνείται τίποτα· δεν μιλά καν. Τελειώνω πληροφορώντας την πως θα προτιμούσαμε να την πάρουμε με το μέρος μας αντί να τη σκοτώσουμε.

«Τι έχετε στο μυαλό σας;» μας ρωτά όλους, κοιτάζοντας και εμένα και τους συντρόφους μου στο πίσω κάθισμα. «Ποιοι άλλοι είναι μαζί σας;»

«Διάφοροι άνθρωποι πιστοί στη Δυναστεία,» αποκρίνομαι. Η Αμυθολόγητη μάς έχει εξηγήσει ότι η Τζούλη δεν ξέρει για την Παλιά Δυναστεία – ή, τουλάχιστον, δεν ήξερε μέχρι στιγμής.

«Αυτή δεν είναι απάντηση.»

Αποφασίζω να γίνω πιο ανοιχτός μαζί της. «Η Αλκάρνη Αμυθολόγητη,» της λέω. Ούτως ή άλλως, οι εχθροί μας την έχουν σίγουρα στόχο· τίποτα δεν πρόκειται ν’αλλάξει. «Και ο Λαοκράτης.» Το ίδιο ισχύει και για τον Άλθαρνεφ.

«Αποφάσισε να αντεπιτεθεί ο Λαοκράτης, ε; Ελπίζω νάναι καλά οργανωμένος.»

«Γιατί είσαι μαζί τους;» τη ρωτάω.

«Για να μείνω ζωντανή, κι επειδή με συμφέρει, νομίζω, η αλλαγή που θέλουν να κάνουν–»

«Σε συμφέρει; Πώς ακριβώς σε συμφέρει, Τζούλη; Θα διαλύσουν τη Δυναστεία!»

«Τι ξέρεις εσύ για τη Δυναστεία, ραλίστα; Είσαι πιο πολύ καιρό μέσα στη Δυναστεία απ’ό,τι εγώ; Το δίκτυο έχει πλέον φθαρεί – έχουν δίκιο σ’αυτό.»

«Έχει φθαρεί; Τι εννοείς;»

«Έχει μετατραπεί σ’ένα ανεξέλεγκτο χάος! Δε μπορεί, ακόμα κι εσύ πρέπει να τόχεις καταλάβει!»

«Μα… αυτό δεν είναι η Σιδηρά Δυναστεία;» απορώ.

Η Τζούλη κοιτάζει τον Ύαν. «Εσένα σού αρέσει όπως είναι τα πράγματα;»

«Εγώ,» της απαντά ο μισθοφόρος, «απλά δουλεύω και πληρώνομαι. Δε μ’ενδιαφέρουν αυτές οι… πολιτικές λεπτομέρειες.»

Η Τζούλη γελά. «Είστε ανόητοι κι οι δύο! Κι εσύ…» Κοιτάζει την Ξανθίππη. «Δεν ξέρω καν ποια είσαι εσύ–»

«Δεν είμαι από εδώ,» της λέει η Ξανθίππη. «Αλλά ξέρω ποια είσαι εσύ. Είδα το είδος σου και στη Νέσριβεκ.» Τα μάτια της στενεύουν καθώς την ατενίζει με έκδηλη εχθρότητα.

Η Τζούλη την αγνοεί. «Το δίκτυο της Δυναστείας έχει φθαρεί και έχει γίνει ανεξέλεγκτο,» μας λέει. «Αυτό είναι γεγονός. Ίσως να φταίει και το ότι είναι ένα τόσο παλιό δίκτυο. Ξέρετε πόσο παλιό είναι;»

«Γνωρίζουμε,» της απαντώ. «Και τι θέλουν να κάνουν οι προδότες;»

«Ποιοι ‘προδότες’; Δεν είμαστε καμια συμμορία–»

«Είναι προδότες και εγκληματίες, Τζούλη· μην κάνεις πως–»

«Εγκληματίες, Ζορδάμη, είναι τα τρία τέταρτα της οικογένειας ούτως ή άλλως!»

«Μέχρι στιγμής, όμως, δεν σκοτώναμε ο ένας τον άλλο!»

«Και ο Άφευκτος; Ξεχνάς τον Άφευκτο;»

«Ο Άφευκτος ήταν–»

«–εξαίρεση; Ιδιαίτερη περίπτωση; Πολλές τέτοιες ‘ιδιαίτερες περιπτώσεις’ έχουν δημιουργηθεί, και δημιουργούνται. Και γι’αυτό φταίει το ότι το δίκτυο είναι χαοτικό και ανεξέλεγκτο. Αν υπήρχε μια κεντρική αρχή τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα. Δες, για παράδειγμα, τι γίνεται με τους χρεώστες. Μπορεί να χρωστάνε ή στον έναν συγγενή ή στον άλλο, αλλά ξεπληρώνουν υπηρετώντας τους πάντες, και κανένας δεν είναι βέβαιος πότε θα ξεχρεωθεί. Κυκλοφορούν ένα σωρό περίεργες φήμες, ότι, όταν χρωστάς στη Δυναστεία, ποτέ δεν ξεχρεώνεσαι. Μη μου πεις πως δεν τις έχεις ακούσει!»

«Τις έχω ακούσει,» παραδέχομαι. «Και σ’αυτό έχεις, όντως, κάποιο δίκιο. Αν κι εγώ δεν χρωστάω πλέον, για λίγο ήμουν απεγνωσμένος και έτοιμος να– Τέλος πάντων. Όπως και νάχει, η λύση δεν νομίζω πως είναι ν’αρχίσουμε να αλληλοσκοτωνόμαστε. Ποιος θέλει να γίνει ‘κεντρική αρχή’ της Δυναστείας, Τζούλη; Ο Σιριλάμνης;»

«Ζητάς πληροφορίες τώρα από εμένα…»

«Μπορούμε, εύκολα, να σε σκοτώσουμε αν προτιμάς,» της λέει η Ξανθίππη.

Η Τζούλη τη λοξοκοιτάζει. «Μην οπλίζεις το πιστόλι σου από τώρα.»

«Οπλισμένο το έχω.»

«Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου,» λέω στη Τζούλη. «Προτιμάς να πεθάνεις γι’αυτή την τρελή κλίκα ή να βοηθήσεις για να σταματήσουμε τους σκοτωμούς που σίγουρα θ’ακολουθήσουν;»

Η Τζούλη αναστενάζει. «Τι ακριβώς θέλετε να κάνω; Να σας πω αν ο Σιριλάμνης είναι ο αρχικακός που φαντάζεστε; Ναι, ο Σιριλάμνης, όταν τελειώσουν όλ’ αυτά, θα είναι η Σιδηρά Αρχή της Άντχορκ–»

«Σιδηρά Αρχή;»

«Αυτή η ονομασία μάλλον θα χρησιμοποιηθεί για τον επόπτη της Δυναστείας σε κάθε πόλη.»

«Θες να πεις ότι κάθε πόλη θα έχει κι έναν… έναν ελεγκτή της Σιδηράς Δυναστείας;»

«Ναι. Άσχημα θα είναι;»

Ο Ύαν τής λέει: «Η Δυναστεία δεν λειτουργεί έτσι, Τζούλη. Ποτέ δεν λειτουργούσε έτσι. Δεν είναι στρατός, ούτε δίκτυο κατασκόπων. Δεν είμαστε οι πράκτορες της Παντοκράτειρας.»

«Θα μπορούσαμε, όμως, να είχαμε μάθει κάποια πράγματα από τους πράκτορες της Παντοκράτειρας.»

«Έχεις μπερδέψει τα πράγματα–»

«Περίμενε,» τον διακόπτω. «Άσ’ το αυτό, τώρα.» Και προς τη Τζούλη: «Ποια θα είναι η γενική κεντρική αρχή σ’όλη τη Σεργήλη; Θα υπάρχει τέτοιο πράγμα;»

«Δεν το γνωρίζω αυτό, ραλίστα. Δηλαδή, θα υπάρχει κεντρική αρχή αλλά δεν γνωρίζω ποια θα είναι.»

«Ψέματα λέει,» ακούγεται η φωνή της Ξανθίππης από πίσω.

«Δε λέω ψέματα. Δεν ξέρω.»

«Θες να συνεχιστούν οι σκοτωμοί, λοιπόν,» τη ρωτάω, «ή θα μας βοηθήσεις τώρα να τους σταματήσουμε; Γιατί να είσαι βέβαιη πως δεν θα πεθάνουν μόνο όσοι δεν αποφασίσουν να συμμαχήσουν μ’αυτή την κλίκα του Σιριλάμνη. Έχει ήδη οργανωθεί ολόκληρη αντεπίθεση. Πολύ σύντομα χάος θα ξεσπάσει παντού. Θα είδες, βέβαια, ότι έχουμε μαζί μας το ηχομορφικό όχημα του Άφευκτου. Μάντεψε τι σκοπεύουμε να το κάνουμε…»

«Τι ακριβώς θέλετε από εμένα;» λέει η Τζούλη.

«Θέλουμε να μας βοηθήσεις να παγιδέψουμε τον Ψηλό Αλλάνδρη. Και μετά, τον Κλεόβουλο Σιριλάμνη.»

Η Τζούλη γελά. «Είστε τρελοί, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ!»

*

Έχω αρχίσει να καταλαβαίνω τώρα κάποια πράγματα για τους εχθρούς. Απεχθάνονται το δίκτυο της Σιδηράς Δυναστείας όπως είναι. Το φοβούνται, ίσως. Νιώθουν αβεβαιότητα, ανασφάλεια. Ακόμα και οι πιο πλούσιοι ανάμεσά τους, όπως ο Σιριλάμνης.

Δεν τους αδικώ. Κι εγώ βρισκόμουν στα πρόθυρα της παραφροσύνης προτού ξεχρεωθώ. Ήμουν έτοιμος να κάνω παλαβά πράγματα, γιατί δεν είχα κανένα σημείο αναφοράς. Μπορεί να ήμουν δούλος για πάντα. Μπορεί να πέθαινα υπηρετώντας κάτι τελείως απρόσωπο και ανούσιο για εμένα. Αν τότε με πλησίαζαν τα μέλη αυτής της καινούργιας κλίκας, αναρωτιέμαι, δεν θα ήταν εύκολο να με στρατολογήσουν; Ή μάλλον, αυτό ακριβώς είχε γίνει, συνειδητοποιώ. Η Ασημίνα χρησιμοποίησε την απόγνωσή μου. Θυμάμαι πολύ καλά πως δεν με ένοιαζε καθόλου τι θα έκανα γι’αυτήν αρκεί να έπαυα, στο τέλος, να είμαι δούλος της Δυναστείας. Το μόνο που με σταμάτησε ήταν ο Σουτούρης ο Τυχερός. Η όψη του. Όταν είδα την όψη του σ’εκείνη τη φωτογραφία που κρατούσε ο Ρίβης Νέρφελδιφ. Όταν κατάλαβα ότι η Ασημίνα έστελνε τον τρελό αδελφό της ως δολοφόνο εναντίον του Σουτούρη – ενός ανθρώπου που γνώριζα και θεωρούσα, ως έναν βαθμό, φίλο. Δεν μπορούσα να τον αφήσω να πεθάνει έτσι.

Ήμουν τυχερός, ίσως. Ήταν σαν τότε να ξύπνησα από έναν βαθύ, δηλητηριώδη ύπνο, μια ομίχλη που με κρατούσε στα δίκτυα της.

Αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα συμβεί και σ’άλλα μέλη της Δυναστείας τα οποία χρωστάνε ή που έχουν διαφορετικούς λόγους για να είναι δυσαρεστημένα από το χαώδες, τρομακτικό δίκτυο.

Ο Σιριλάμνης πάω στοίχημα πως θέλει να βάλει μια τάξη στη Δυναστεία, αν μη τι άλλο, για να μην ξαναπαρουσιαστεί κάτι σαν τον Άφευκτο. Είχε τρομοκρατηθεί τότε που ο Σίλας Ιερόπυργος τον κυνηγούσε. –Και καλύτερα ο Σίλας να το είχε σκοτώσει το κάθαρμα! Του άξιζε, σίγουρα.

Όπως και νάχει, αυτά είναι τώρα περασμένα. Έχουμε άλλες δουλειές επί του παρόντος.

Ρωτάμε τη Τζούλη να μας πει πώς μπορούμε να βρούμε την Κλαρίσσα Ελντέγκοφ, κι εκείνη γελά ξανά.

«Μακάρι να ήξερα! Έχει εξαφανιστεί.»

«Γιατί;» ζητώ να μάθω.

«Γιατί προσπάθησαν να τη σκοτώσουν οι μισθοφόροι του Νό– οι μισθοφόροι του Σιριλάμνη. Τους ξέφυγε και–»

«Μη μας κρύβεις το κάθαρμα τον Νόρτεκ-Ριθ,» τη διακόπτει ο Ύαν. «Το ξέρουμε ήδη πως είναι μπλεγμένος σε τούτη την ιστορία.»

«Εντάξει!» γρυλίζει η Τζούλη ρίχνοντάς του ένα άγριο βλέμμα προς τα πίσω. «Ήταν μισθοφόροι του Νόρτεκ-Ριθ· και λοιπόν; Για τον Σιριλάμνη δουλεύουν. Η Κλαρίσσα από τότε εξαφανίστηκε, και μάλιστα τραυματισμένη, και κανένας δεν μπορεί να την εντοπίσει. Πιστεύουμε ότι κρύβεται κάπου μέσα στην Άντχορκ, όμως.»

«Υπέροχα…» μορφάζω.

Η Ξανθίππη λέει: «Τώρα, πρέπει να συζητήσουμε πώς μπορούμε να παγιδέψουμε τον Ψηλό Αλλάνδρη και τον Σιριλάμνη. Και καλύτερα να φύγουμε από εδώ, Ζορδάμη. Πάμε αλλού μαζί με την κυρία.» Το κυρία, φυσικά, ακούγεται ειρωνικό.

«Είστε πραγματικά ανόητοι!» λέει η Τζούλη. «Νομίζετε ότι είναι έτσι απλό να παγιδ–»

«Θα κάνεις το παν για να μας βοηθήσεις· είμαι σίγουρη γι’αυτό.» Η Ξανθίππη τής αρπάζει τα μαλλιά, τραβώντας το κεφάλι της πίσω.

«Πάρ’ τα χέρια σου από πάνω μου!» γρυλίζει η Τζούλη, και το δικό της χέρι πηγαίνει στην τσάντα της. Αλλά της πιάνω τον καρπό προτού τραβήξει κανένα όπλο από κει μέσα κι έχουμε άσχημα επακόλουθα.

«Άφησέ την,» λέω στην Ξανθίππη.

Εκείνη την αφήνει, αν και απότομα, εσκεμμένα βίαια.

Η Τζούλη λέει: «Μπορεί δύο άλλα πράγματα να σας ενδιαφέρουν περισσότερο απ’το πώς να παγιδέψετε τον Σιριλάμνη και τον Ψηλό Αλλάνδρη. Πρώτον: απόψε σχεδιάζουν να δολοφονήσουν τον Βατράνο Γισκάλβη.» (Ευτυχώς που η Αμυθολόγητη πρόλαβε τουλάχιστον να τον προειδοποιήσει για τους εχθρούς, σκέφτομαι.) «Δεύτερον: ο Ψηλός Αλλάνδρης έχει αιχμάλωτη την κόρη της Αμυθολόγητης.»

«Τι;» κάνω, ξαφνιασμένος. Ο Γρύπας Ξενοκράτης μάς έχει πει πως, εκτός από τον Σουτούρη, η Αμυθολόγητη και ο άντρας της έχουν ακόμα δύο παιδιά. Ο γιος τους μένει με τον πατέρα του, στη Μέλβερηθ. Η κόρη τους είναι μισθοφόρος, περιφερόμενη στη Σεργήλη. «Πώς την έπιασε;»

«Στις Ψηλές Νύχτες,» αποκρίνεται η Τζούλη.

«Φυσικά… Πού αλλού; Και πού την έχει; Ξέρεις, έτσι δεν είναι;»

«Εσύ πού λες να την έχει; Στον Οίκο των Πορτών.»

«Ο Σιριλάμνης το ξέρει;»

«Εννοείται. Ο Σιριλάμνης είναι που τη θέλει ζωντανή, βασικά, αλλιώς θα την είχαν ήδη σκοτώσει. Απ’ό,τι ακούω, δεν είναι συνεργάσιμη. Ο Σιριλάμνης σκοπεύει να τη χρησιμοποιήσει για να πάρει κάποια πληροφορία από την Αμυθολόγητη, όταν την έχουμε αιχμαλωτίσει κι αυτήν.»

Γιατί μου φαίνεται ότι η περίπτωση της φυλάκισης της Αστερόπης από τον Παλιόσκυλο επαναλαμβάνεται αλλά με διαφορετικούς ηθοποιούς, σε διαφορετικά σκηνικά;

«Τι πληροφορία;» ρωτά η Ξανθίππη.

«Δεν ξέρω,» αποκρίνεται η Τζούλη.

Θέλει να μάθει πώς μπορεί να έρθει σε επαφή με τις οντότητες στο φεγγάρι, σκέφτομαι.

«Ο Σιριλάμνης δεν μου λέει τα πάντα,» προσθέτει η Τζούλη, αμυντικά, φοβούμενη μάλλον ότι θα την αποκαλέσουμε ψεύτρα ξανά.

Γυρίζω να κοιτάξω τον Ύαν. «Είσαι έτοιμος γι’άλλη μια διάσωση;»

«Μην κάνεις πλάκα, Ραλίστα,» μου λέει ο μαυρόδερμος μισθοφόρος. «Αυτή τη φορά δεν θα είναι περίπατος.» Προφανώς έχει κι εκείνος κάνει τον παραλληλισμό με την Αστερόπη.

Αλλά με εκπλήσσει. «Η επίθεση στα Κεντρικά της Χωροφυλακής της Νίρβεκ ήταν περίπατος;»

«Οι Σεβαστοί Πορτιέρηδες είναι χειρότεροι από χωροφύλακες. Να είσαι σίγουρος γι’αυτό. Είναι απρόβλεπτοι, όπως πολλές επικίνδυνες συμμορίες· δεν έχουν συγκεκριμένο σύστημα που μπορείς να σπάσεις.»

«Δε μου φάνηκε σαν τότε να σπάσαμε κανέναν σύστ–»

Η Τζούλη λέει: «Πρέπει, επίσης, να σας προειδοποιήσω ότι ο Ψηλός Αλλάνδρης έχει κάνει τους μισούς της συμμορίας του συγγενείς.»

«Τους έχει βάλει στη Δυναστεία!; Είναι τρελός;» απορώ.

«Για να είμαι ειλικρινής, ούτε εγώ συμφωνούσα μ’αυτή την τακτική του. Αλλά ο Σιριλάμνης δεν νομίζω πως έχει πρόβλημα· πιστεύει ότι χρειαζόμαστε μέλη που είναι τελείως δικά μας.»

Η ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΤΩΝ ΠΟΡΤΙΕΡΗΔΩΝ

Όταν επιστρέφουμε στην κυρία Αμυθολόγητη, έχουμε και τη Τζούλη μαζί μας. Και δεν πηγαίνουμε στην τετραώροφη πολυκατοικία σε υλική μορφή αλλά σε μορφή ήχου, για να μη μας δουν οι κατάσκοποι των εχθρών μας. Μπαίνουμε στο υπόγειο γκαράζ περνώντας μέσα από την κλειστή πόρτα και τότε μόνο δίνω στο όχημά μας υλική μορφή, το σταθμεύω, και βγαίνουμε.

Όταν η κυρία Αμυθολόγητη ακούει για την απαγωγή της κόρης της, της Σιρενέκα, από τον Ψηλό Αλλάνδρη δεν μοιάζει να ξαφνιάζεται, ούτε όταν ακούει ότι σχεδιάζουν να σκοτώσουν τον Βατράνο Γισκάλβη απόψε κιόλας. Αν μη τι άλλο, ο Λαοκράτης δείχνει περισσότερο συναίσθημα από την παλιά ηθοποιό.

«Τα καθάρματα της Λόρκης!» γρυλίζει. Και προς τη Τζούλη: «Τολμάς να είσαι με το μέρος τους; Δε σημαίνει τίποτα για σένα η Δυναστεία;»

Μετά απ’ αυτό, λογομαχούν για λίγο οι δυο τους. Η Τζούλη λέει, περίπου, τα ίδια που είπε και σ’εμάς σχετικά με το πώς έχει εξελιχτεί το δίκτυο της Δυναστείας, ενώ ο Λαοκράτης την κατηγορεί ως προδότρια και ελεεινή.

«Τι να έκανα, λοιπόν;» του λέει εκείνη, οργισμένη. «Να τους έλεγα όχι και να με σκότωναν; Όπως έκανες εσύ;»

«Εγώ δεν είμαι νεκρός!»

«Ακόμα!»

Η Αλκάρνη Αμυθολόγητη τούς διακόπτει προτού συνεχίσουν, και ρωτά τη Τζούλη πώς μπορεί να πάρει την κόρη της από τα χέρια τους.

«Δεν ξέρω,» αποκρίνεται εκείνη. «Ίσως αν τους δίνατε την πληροφορία που θέλουν…. Αλλά, βέβαια, σκοπεύουν να σας αιχμαλωτίσουν πρώτα… Δεν ξέρω. Δεν έχω πρόσβαση στον Οίκο των Πορτών παρά μόνο μέσω του Ψηλού Αλλάνδρη.»

Έχοντας μια ξαφνική ιδέα, τη ρωτάω αν ο Σέλκιος’σαρ είναι με την κλίκα του Σιριλάμνη ή όχι. Πρόκειται για τον μάγο που εξαιτίας του η Κλεισμένη κατέληξε στο μπαούλο όπου τη γνώρισα· τον μάγο με τον οποίο αργότερα συνεργάστηκα για λίγο, ώστε εκείνος να μπει σε μια ενδοδιάσταση που αλλάζει θέσεις μέσα στην Άντχορκ.

Η Τζούλη μορφάζει, ξαφνιασμένη. «Δε… Δεν είμαι σίγουρη αν… Δεν πρέπει να είναι συνεννοημένος – όχι όπως εγώ κι ο Αίολος.»

«Θα μπορούσε να μας βοηθήσει, λοιπόν,» λέω στην Αλκάρνη Αμυθολόγητη.

«Σε τι;» με ρωτά η παλιά ηθοποιός.

«Στο να σώσουμε την κόρη σας. Πιθανώς να γνωρίζει το Ξόρκι Ανιχνεύσεως. Δεν έχουμε κανέναν καλύτερο τρόπο για να βρούμε πού ακριβώς μέσα στον Οίκο των Πορτών είναι η Σιρενέκα.»

«Θα πρέπει να μπούμε μέσα στον Οίκο των Πορτών, όμως,» τονίζει ο Ύαν. «Κι αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα, Ραλίστα.»

«Μια στιγμή,» μας λέει η Αλκάρνη Αμυθολόγητη, και φεύγει απ’το καθιστικό.

Για λίγη ώρα τσακωνόμαστε αναμεταξύ μας (οι άλλοι, δηλαδή, όχι εγώ!) σχετικά με το τι πρέπει να κάνουμε και ποιος φταίει για τι. Η Κλεισμένη μάς παρατηρεί κρυμμένη κάτω από το τραπεζάκι. Μετά, η Αμυθολόγητη επιστρέφει και μας λέει ότι ειδοποίησε τον Βατράνο Γισκάλβη.

«Τι θα κάνει;» τη ρωτάω. «Θα έρθει εδώ;»

«Όχι,» μου λέει. «Θα… πάρει άλλα μέτρα για την ασφάλεια του.» Ίσως να μη θέλει να πει περισσότερα μπροστά στη Τζούλη.

Ύστερα συζητάμε κι άλλο για το πώς να κινηθούμε στο άμεσο μέλλον.

*

Ο Σέλκιος’σαρ, όταν τον συναντάμε έξω από το σπίτι του και μιλάμε μαζί του, δείχνει μπερδεμένος από όλα αυτά αλλά δεν αρνείται να μας βοηθήσει. Γνωρίζει το Ξόρκι Ανιχνεύσεως και, αν του δώσουμε μια φωτογραφία της Σιρενέκα, μπορεί να το χρησιμοποιήσει για να τη βρει. Ωστόσο, έχει αμφιβολία για ένα σημείο του σχεδίου μας: δεν είναι σίγουρος αν το ξόρ