© Κώστας Βουλαζέρης

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commons – http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/

 

• Επιτρέπεται να το διανέμετε ελεύθερα, στην παρούσα του μορφή και μόνο.

• Δεν επιτρέπεται να το τροποποιήσετε ή να το αλλοιώσετε με οιονδήποτε τρόπο.

• Δεν επιτρέπεται να το χρησιμοποιήσετε για διαφημιστικούς ή εμπορικούς λόγους.

 


 

Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνικό. Όλα τα ονόματα, τα πρόσωπα, και οι καταστάσεις είναι φανταστικά ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό, λογοτεχνικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά ονόματα, πρόσωπα, ή καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΑΖΕΡΗΣ

 

 

Οι Επιδιώξεις του
Αρχισυγκλητικού

 

 

Απομεινάρηδες και Ζωντανοί Νεκροί
Βιβλίο Τρίτο

 

 

 

 

Μια Ιστορία από το Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ένας Γρίφος για τη Μάγισσα·
το Κυνήγι του Δημοσιογράφου

Ημερολόγιο Φαίδρας’λι Κασλίμω

δεν ξέρω τι έχει πάθει ο Φέκταρελ αλλά μου φαίνεται ότι δεν είναι ΚΑΘΟΛΟΥ καλά. μου φαίνεται, μάλιστα, ότι είναι «άρρωστος» κατά κάποιο τρόπο, όμως δεν μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς έχει, αν πρόκειται όντως για αρρώστια – που δεν νομίζω νάναι πραγματική αρρώστια βέβαια. μ’έχει στεναχωρήσει πολύ, & μ’έχει προβληματίσει· είναι ίσως πιο περίπλ μπερδεμένο θέμα από τον αντίστροφο κόσμο!

τώρα πια έχω την εντύπωση πως ο Φέκταρελ δεν θέλει καθόλου να με βλέπει! πριν από δεκαπέντε μέρες (αν δεν κάνω λάθος στον αριθμό) μου είπε ότι δεν ήθελε πια να κοιμόμαστε μαζί στην ίδια σκηνή! γιατί; τον ρώτησα απορημένη. δεν είναι σωστό, Φαίδρα, μου είπε· δεν είναι τα πράγματα όπως παλιά. αλλά εγώ δεν μπορώ να καταλάβω τι έχει αλλάξει! εκτός από τη συμπεριφορά του βέβαια. μέσα στον τελευταίο χρόνο ολοένα & λιγότερο συναντιόμαστε. δεν είναι η πρώτη φορά που μου είπε ότι θέλει να κοιμηθεί μόνος του σε άλλη σκηνή, αλλά πάντα ξαναγύριζε σε μένα· τώρα όμως μου φαίνεται ότι θα είναι μόνιμο! γι’αυτό κιόλας έχω ξαναπιάσει το ημερολόγιο. το είχα σταματήσει εδώ & πολύ καιρό. είχα βαρεθεί να το γράφω. δεν είχα, βασικά, & τι γράψω. δεν έχω κάνει καμια άλλη σπουδαία ανακάλυψη σχετικά με τη Γλώσσα, & έχω αρχίσει να συνηθίζω τον αντίστροφο κόσμο τόσο πολύ που θα μπορούσε να με ανησυχεί αν ήμουν άλλη. δεν μου μοιάζει πια & πολύ εντυπωσιακός, & ολοένα & περισσότερο νομίζω ότι τον παραβλέπω. είναι σαν όλη η ιστορία να ήταν για να φτιάξουμε τα νοομορφικά ενδύματα – σαν κάποια αόρατη δύναμη να με καθοδήγησε για να

αλλά ο Φέκταρελ είναι που με απασχολεί τώρα αλλιώς δεν θα είχα ξαναπιάσει το ημερολόγιο· θέλω να βάλω τις σκέψεις μου σε μια τάξη. να καταλάβω από πότε άρχισε αυτή του η αλλαγή προς εμένα – γιατί κυρίως προς εμένα είναι, όχι προς τους άλλους. στους άλλους νομίζω πως το ίδιο φέρεται! του έχω κάνει κάτι; είναι θυμωμένος μαζί μου & δε μου το λέει; αλλά ΓΙΑΤΙ; δεν μπορώ να φανταστώ κανέναν λόγο απολύτως!

όταν έτυχε να μιλήσω με την Ανρίθα, μου είπε ότι ίσως ο Φέκταρελ να έχει βρει κάποια άλλη γυναίκα & γι’αυτό να με αποφεύγει. μου φάνηκε εξωφρενικό. τι να την κάνει την άλλη γυναίκα όταν έχει εμένα; δεν μπορεί! σκέφτηκα, αποκλείεται! όμως μου είχαν μπει ψύλλοι στ’αφτιά, έτσι τον παρακολούθησα. (δεν ήθελα να ζητήσω από την Έρικα να τον παρακολουθήσει· δεν την εμπιστεύομαι & τόσο – ειδικά για ένα τέτοιο προσωπικό θέμα) αλλά δεν διαπίστωσα ότι υπήρχε καμια άλλη γυναίκα. όλες τις φορές που απομακρυνόταν από εμένα, που πήγαινε εκεί όπου πίστευε ότι δεν θα μπορούσα να τον δω, ήταν με άλλους Ζωντανούς-Νεκρούς. μια φορά μόνο όταν ήμασταν στη Σερκάλβη τον είδα να μπαίνει σ’ένα πορνείο. αλλά αυτό δεν είναι το ίδιο σαν να έχει άλλη γυναίκα. όμως ο Φέκταρελ παλιά δεν θα έκανε κάτι τέτοιο· θα ερχόταν σ’εμένα. δε μπορούσα να καταλάβω γιατί απομακρυνόταν από εμένα, αλλά δεν πίστευα & ότι θα φτάναμε εδώ που φτάσαμε τώρα – ότι θα μου έλεγε πως ήθελε πια να μένει μόνος του τελείως. δεν μπορώ να τον καταλάβω! δεν έχω γεράσει τόσο, μα τις Λάμιες! στα 38 σου δεν είσαι γριά! & αποκλείεται να είναι αυτό που απασχολεί τον Φέκταρελ, είμαι σίγουρη.

αλλά θέλω να βάλω τις σκέψεις μου – τις αναμνήσεις μου – σε μια τάξη. ίσως έτσι να βγει καμια άκρη… ελπίζω…

αφού καθαρίσαμε τις περιοχές γύρω από τη Μάλκαριλ από ληστές, πού πήγαμε λοιπόν; εξαπλωθήκαμε πολύ, σ’όλες τις Ενδότερες Πολιτείες & ακόμα παραπέρα (γι’αυτό, άλλωστε, τώρα είμαστε στις ακτές του Ωκεανού). συνοδέψαμε διάφορα καραβάνια εμπόρων προς τη μια μεριά & προς την άλλη – αλλά δε νομίζω ότι σ’αυτές τις δουλειές συνέβη τίποτα το σημαντικό. έγιναν κάποιες αψιμαχίες, δλδ, & κάποιες συμπλοκές, αλλά τίποτα που να αφορά τον Φέκταρελ άμεσα, ή που να τον κάνει να με παρεξηγήσει. μα τις Λάμιες, τώρα πια δεν κάνω ούτε εκείνες τις περίεργες επικίνδυνες εξορμήσεις που έκανα παλιά & που τον τρόμαζαν γιατί φοβόταν για εμένα!

προστατέψαμε διάφορα καραβάνια από ληστές. πολεμήσαμε κάτι μικρές ληστρικές συμμορίες. προστατέψαμε εμπόρους & ταξιδευτές που πήγαιναν προς & από Σάρντλι μέσω της διαστασιακής διόδου που υπάρχει στα ανατολικά μέρη των Πυκνών Τόπων – πολύ επικίνδυνη περιοχή, όχι εξαιτίας ληστών αλλά εξαιτίας των άγριων θεών που κυκλοφορούν εκεί. ευτυχώς βέβαια δεν είναι σαν κάτι άλλα μέρη των Πυκνών Τόπων – μπορείς να περάσεις, αν & πρέπει να προσέχεις. τέλος πάντων, δεν έχει σημασία ούτε αυτό, πιστεύω· δε νομίζω ότι σ’αυτά τα ταξίδια μέσα στους Πυκνούς Τόπους έγινε τίποτα με τον Φέκταρελ, ακόμα & όταν έπρεπε να βάλω την Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων να αντιμετωπίσει άλλους δαίμονες.

μετά βρεθήκαμε στη Λάεντριλ, όπου, μαζί με τις Μελανοκυράδες του Πολέμου, αντιμετωπίσαμε μια σοβαρή ληστρική απειλή: μια συμμορία που κρυβόταν στα βουνά ανατολικά της πόλης & προκαλούσε ένα σωρό προβλήματα μέσα & έξω από τις Ενδότερες Πολιτείες. ο αρχηγός των ληστών ήταν ένας γιγαντόσωμος άντρας που λεγόταν Βέρκαμωντ & είχε έρθει σε επαφή μ’ένα παράξενο θεό του σκοταδιού μέσα στις σήραγγες που βρίσκονται κάτω από τα Όρη Κράκμακωθ, στις οποίες είναι γνωστό πως κατοικούν οι ρους’κρούουμ, οι ποντικάνθρωποι. κάτι είχε κάνει αυτός ο θεός στον Βέρκαμωντ, κάπως τον είχε αλλάξει: είχε αποκτήσει παράξενες δυνάμεις & η μορφή του ήταν αποκρουστική. ευτυχώς εμείς δεν χρειάστηκε να συναντήσουμε αυτό τον θεό· έμαθα μόνο πως τον ονομάζουν Ταρνατάρ’σακ, & τον λατρεύουν οι ρους’κρούουμ, οι άνθρωποι δεν έρχονται σε επαφή μαζί του, γιατί ακόμα & η παραμικρή επαφή μ’αυτόν προκαλεί θάνατο στους ανθρώπους – εκτός από τον Βέρκαμωντ, προφανώς, ο οποίος έπαθε άλλα πράγματα. τον σκοτώσαμε, τελικά, & διαλύσαμε τους ληστές του. δεν ήταν εύκολο αλλά έχουμε αντιμετωπίσει & χειρότερα. ο Φέκταρελ τραυματίστηκε εκεί, στην τελευταία μας συμπλοκή με τον Βέρκαμωντ, αλλά σύντομα έγινε καλά & δεν μπορεί αυτός νάναι ο λόγος που με αποφεύγει. δεν έφταιγα εγώ που τραυματίστηκε εξάλλου! δεν είναι δυνατόν να μου κρατά κακία γι’αυτό· & έχουν περάσει σχεδόν 2 χρόνια από τότε!

ύστερα δουλέψαμε για τη Γεωκράτισσα της Νέρκενλεθ, στις νότιες Ενδότερες Πολιτείες τώρα – είχαμε ήδη αρχίσει να εξαπλωνόμαστε πολύ (& είμαι βέβαιη πως η Έρικα ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό γι’αυτό – μας έχει βοηθήσει πολύ. εκείνη άλλωστε μας σύστησε στη Γεωκράτισσα Δαρνίβη). πολεμήσαμε για τη Γεωκράτισσα ώστε εκείνη να πάρει υπό τον έλεγχό της μια περιοχή ανάμεσα στην πόλη της & στη Φιλράκη στα ανατολικά. η περιοχή ονομάζεται Θαλερό Πεδίο & κάτω από το έδαφος κατοικούν πνεύματα που κάνουν το έδαφος πολύ γόνιμο. το Θαλερό Πεδίο αρχικά ανήκε στη Φιλράκη αλλά η Γεωκράτισσα έλεγε πως αυτό, ουσιαστικά, ήταν λάθος παράνομο: η περιοχή δεν έπρεπε να ανήκει στη Φιλράκη, αυτά τα εδάφη ανήκαν ιστορικά στη Νέρκενλεθ. οπότε έτσι η Γεωκράτισσα είχε ξεσηκώσει τους ανθρώπους της περιοχής της εναντίον των ανθρώπων της Φιλράκη, & η ένταση ήταν πολύ μεγάλη, γιατί οι κάτοικοι της Νέρκενλεθ πίστευαν ότι οι Φιλράκιοι τούς είχαν κλέψει. η Γεωκράτισσα μάς πλήρωσε & πολεμήσαμε γι’αυτήν & στο τέλος καταφέραμε να κατακτήσουμε το Θαλερό Πεδίο για λογαριασμό της. αργότερα, η Έρικα έμαθε όμως πως η Γεωκράτισσα Δαρνίβη είχε πει ψέματα & σ’εμάς & στο λαό της: κανονικά, σύμφωνα με την ιστορία, το Θαλερό Πεδίο ανήκει στη Φιλράκη. η Γεωκράτισσα ήταν απλώς άπληστη. ήθελε τους γόνιμους τόπους για τον εαυτό της επειδή τώρα, μετά την πτώση της Συμπαντικής Παντοκρατορίας, όλοι έχουν οικονομικά προβλήματα & κανένας δεν νομίζω πως τα έχει ακόμα ξεπεράσει τελείως. περιττό να πω πως εμείς, οι Ζωντανοί-Νεκροί, ακόμα δεν είμαστε ευπρόσδεκτη στη Φιλράκη. μάλιστα, ο Άρχοντας της Φιλράκη έχω ακούσει πως έχει ζητήσει το κεφάλι του αρχηγού μας, του Ζαώρδιλ του Σκοτωμένου, & πληρώνει λένε Э 2.000. καθόλου μικρό ποσό!!

αλλά όλα αυτά & πάλι καμία σχέση δεν έχουν με την αλλαγή του Φέκταρελ, οπότε έχω άσκοπα παρασυρθεί. ή, αν έχουν σχέση με την αλλαγή του, δεν μπορώ να φανταστώ ποια σχέση θα μπορούσε να ήταν αυτή, γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος!

τελικά φτάσαμε στη Μέρελκεβ, πριν από κανένα χρόνο περίπου, στις βόρειες ακτές του Ωκεανού. & την Έρικα την ενδιέφερε πολύ αυτή η πόλη & ακόμα την ενδιαφέρει, γιατί είναι κοντά στη διαστασιακή δίοδο από Βίηλ & οι περισσότεροι που έρχονται από Βίηλ στη Μέρελκεβ πάνε. υπάρχει & ένα μέρος εκεί που λέγεται «Οίκος της Βίηλ» & είναι για να βοηθά αυτούς που είναι από τη Βίηλ αν χρειάζονται βοήθεια. κάτι σαν πρεσβεία δλδ, αλλά δεν τη χρηματοδοτεί κανένα κράτος της Βίηλ απ’ό,τι ξέρω· τη συντηρούν εθελοντές. πήγαμε λοιπόν στη Μέρελκεβ επειδή πάλι η Έρικα μάς είχε βρει μια υποψιασμένη δουλειά εκεί η οποία θα μας έδινε κάμποσα χρήματα (& πληρωθήκαμε σε ευγενή, αυτή τη φορά, ούτε σε ενδότερα ούτε σε θηρεύσιμα, γιατί ήμασταν μακριά από τη δυτική Φεηνάρκια & πέρα από τις Ενδότερες Πολιτείες). μια οικογένεια ευπατρίδων της Μέρελκεβ είχε προβλήματα με τους ρους’κρούουμ, τους ποντικανθρώπους. τα Όρη Κράκμακωθ φτάνουν ώς εκεί, ώς τη Μέρελκεβ, & το ίδιο & οι υπόγειες σήραγγές τους όπου κατοικούν & περιπλανιούνται οι ρους’κρούουμ. οι ευπατρίδες φοβόνταν ότι οι ποντικάνθρωποι θα εισέβαλαν σε ένα οχυρό τους που βρίσκεται στους πρόποδες των βουνών. ένας μάντης λέγανε πως τους είχε προειδοποιήσει γιατί το οχυρό τους ήταν οικοδομημένο πάνω στα ερείπια ενός άλλου αρχαίου οχυρού που στα υπόγειά του υπήρχε άνοιγμα που οδηγούσε στις σήραγγες των ρους’κρούουμ. οι ποντικάνθρωποι το είχαν ξεχάσει, εδώ & χρόνια πολλά, αλλά τώρα πάλι θα το ξαναθυμόνταν επειδή τα φεγγάρια – & κυρίως ο Κρουάμε, το Τρίτο Φεγγάρι της Φεηνάρκια, με το οποίο λένε πως σχετίζονται άμεσα οι ρους’κρούουμ – θα βρίσκονταν στις σωστές θέσεις. η θύμηση της παλιάς διαδρομής θα ερχόταν στα βάρβαρα μυαλά των ρους’κρούουμ & θα έβγαιναν από τις σήραγγές τους για να κατακτήσουν το οχυρό των ευπατρίδων. το μόνο πρόβλημα ήταν πως δεν υπήρχε πια άνοιγμα απ’το οποίο να βγουν, & ο Σκοτωμένος αμφέβαλλε ότι θα γινόταν τίποτα τελικά. κοιτάζοντας τον αντίστροφο κόσμο, ούτε εγώ μπορούσα να «διαβάσω» τίποτα. αλλά όντως έγινε! οι ρους’κρούουμ άνοιξαν τρύπες στο έδαφος – με τη βοήθεια τριών υπόγειων δαιμόνων που ήταν αδέλφια – & εισέβαλαν στο οχυρό, όπου μακελειό ακολούθησε. πρώτη φορά είδα τους ποντικανθρώπους από τόσο κοντά, & είναι πράγματι σιχαμεροί όπως όλοι λένε. τσυρίζουν & πηδάνε σαν τρελοί. έχουν το μισό ύψος από εμένα, αλλά κάνουν τέτοια άλματα που μπορούν να γρατσουνίσουν ακόμα & τη μούρη του Νικηφόρου του Κολπατζή με τα γαμψά νύχια των ποδιών τους! & αυτή είναι όντως μια μέθοδος που χρησιμοποιούν πολύ συχνά για να επιτίθενται. δεν κουβαλάνε πυροβόλα όπλα, & ακόμα & τα αγχέμαχα όπλα που έχουν – δόρατα, σπαθιά κτλ – είναι πρωτόγονα τελείως· αλλά τα όπλα με τα οποία τους έχει προικίσει το σκοτάδι είναι τρομερά! νύχια & δόντια & δύναμη πολύ μεγαλύτερη απ’ό,τι θα περίμενες να έχουν βλέποντάς τους. & οι σαμάνοι τους χειρίζονται τη μαγεία μ’έναν τρόπο που δεν μπορώ ούτε καν να διανοηθώ – σαν να είναι από άλλο σύμπαν! φυσικά δεν χρησιμοποιούν τα ξόρκια & τις μαγγανείες που χρησιμοποιούμε εμείς. ορισμένες φορές μού φάνηκε σαν να χρησιμοποιούσαν τον ίδιο τον αντίστροφο κόσμο για να κάνουν τη δουλειά τους! η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων πολύ χάρηκε εκείνη τη συμπλοκή, πάντως. ευχαριστιόταν να σκοτώνει & να σκοτώνει ποντικανθρώπους, & στο τέλος μπλέχτηκε σε άγρια μάχη με τους τρεις υπόγειους δαίμονές τους, που όλοι τους ήταν εξάποδοι, είχαν μεγάλες δαγκάνες & κέρατα, & σκληρό κέλυφος. αλλά δεν ήταν πλάσματα του υλικού κόσμου κυρίως – ήταν θεοί του σκοταδιού· ήταν όπως η Σκιά της Γέφυρας – αλλά όχι & τόσο δυνα ούτε κατά διάνοια τόσο ισχυροί!

τα πάντα πήγαν καλά για εμάς. & ο Φέκταρελ… το μόνο περίεργο που θυμάμαι να του συνέβη είναι ότι ένας σαμάνος των ρους’κρούουμ τού επιτέθηκε με την παράδοξη μαγεία του, αλλά πρόλαβα & σκότωσα τον σαμάνο στέλνοντας την Καρδιά της Συναγωγής εναντίον του, & ο Φέκταρελ ήταν καλά. αδύνατον & πάλι, νομίζω, να μου κράτησε κακία γι’αυτό. αλλά από τότε ήταν, από εκείνη την υπόθεση με τους ρους’κρούουμ, που άρχισε να γίνεται ακόμα πιο απόμακρος προς εμένα & να με αποφεύγει τακτικά, σπάνια να έρχεται στο κρεβάτι μου. τι τον έχει πιάσει;!

αναρωτήθηκα μήπως εκείνη η επίθεση του σαμάνου είχε κάποια αρνητική επίδραση επάνω του, τον έλεγξα & με Ξόρκι Πνευματικής Ανιχνεύσεως (μήπως κάποια πνευματική οντότητα είχε προσκολληθεί επάνω του) καθώς & με Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως, όταν κοιμόταν, αλλά δεν βρήκα τίποτα το ύποπτο. τι σκατά τον έχει πιάσει;!

μετά ήταν που αποφάσισα να τον παρακολουθήσω μήπως έχει βρει καμια άλλη γυναίκα, όμως δεν έχει άλλη γυναίκα, είμαι σίγουρη. δεν είναι αυτό.

& δεν βλέπω να βγάζω άκρη ούτε & τώρα! βάζοντας τα γεγονότα στη σειρά, γράφοντάς τα, δεν φαίνεται να θυμάμαι τίποτα που είχα ξεχάσει....... τι μπορεί να είναι;

η μάχη με την ορδή από τις Εκτάσεις των Κατοπτρισμών, πάντως, δεν τον έκανε ν’αλλάξει τη στάση του προς εμένα παρότι πολέμησε κοντά μου όπως συνήθως & πυροβολούσε αμέσως με την καραμπίνα του όποιον από τους βαρβάρους έκανε να με πλησιάσει. ακόμα με αγαπά, το ξέρω πως με αγαπά! κάτι τελείως παράξενο συμβαίνει, & δεν μπορώ να καταλάβω τι!

είσαι καλά; τον έχω ρωτήσει επανειλημμένως. είσαι σίγουρα καλά; αλλά εκείνος μού απαντά να μην του λέω ανοησίες – καλά είναι. το ξέρω, όμως, πως ΔΕΝ είναι καλά.

Από την Εφημερίδα Ωκεανού Επίκαιρα
Στήλη Πολεομετρήσεις, του Αβέρναλ της Κάρνατεβ

Παρά την πεποίθηση πολλών (παραπλανημένων ίσως) κατοίκων της Κάρνατεβ, το ιπταέριο δεν έχει βελτιώσει την κατάσταση στην πόλη μας. Και δεν θα αναφερθώ τώρα στο γεγονός ότι ο Αρχισυγκλητικός Βέργκεδελ μάς οδηγεί σε αναπόφευκτη – και αχρείαστη, επικίνδυνη – σύγκρουση με άλλες πόλεις του Ωκεανού, ακολουθώντας πιθανώς υποδείξεις του Πολέμαρχου. Θα αναφερθώ στο γεγονός της εργασίας.

Οι θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν από την εξόρυξη και την εκμετάλλευση του ιπταερίου δεν έκαναν καλό στην Κάρνατεβ· τουναντίον, την έχουν βλάψει! Έχω ερευνήσει το θέμα, και μπορείτε να είστε βέβαιοι ότι δεν γράφω ετούτο το άρθρο τυχαία. Έχω, μάλιστα, συγκεντρώσει πολλά αποδεικτικά στοιχεία, και πιστεύω πως σύντομα ο Αρχισυγκλητικός οφείλει να λογοδοτήσει για την υποκρισία του προς τον λαό της Κάρνατεβ.

Το ιπταέριο, σύμφωνα με την έρευνά μου, προκαλεί προβλήματα στην υγεία των εργαζομένων που το εξορύσσουν από τον βυθό της θάλασσας, και πολύ πιθανόν να είναι επικίνδυνο για όλους όσους έρχονται σε επαφή μαζί του. Δηλαδή, και για τους τεχνουργούς, και για τους οδηγούς των αεροχημάτων, και φοβάμαι πως και για όλους τους πολίτες της Κάρνατεβ.

Εξαρχής είχα πληροφορηθεί ότι το ιπταέριο ίσως να είναι επικίνδυνο, όμως δεν ήμουν βέβαιος, και δεν είχα ακόμα συγκεντρώσει στοιχεία· γι’αυτό κιόλας είχα αποφασίσει να παραμείνω σιωπηλός και να αναφερθώ μόνο στα πολιτικά λάθη του Αρχισυγκλητικού. Τα στοιχεία, όμως, που έχω τώρα συγκεντρώσει μου δείχνουν πως οι ενέργειες του Εντιμότατου Βέργκεδελ δεν είναι μονάχα λανθασμένες αλλά και εγκληματικές.

Από τις πρώτες κιόλας ημέρες της εξόρυξης, τρεις εργάτες εξαφανίστηκαν υπό μυστηριώδεις συνθήκες. Οι δύο (ευτυχώς για τον Αρχισυγκλητικό) ήταν δούλοι, καταγόμενοι μάλιστα από τις νότιες ακτές του Ωκεανού· κανείς δεν τους αναζήτησε. Ο τρίτος εργαζόμενος – μια κυρία ονόματι Φιστάμα της Κάρνατεβ, κόρη του Έλρακαμ – έπαψε να δουλεύει στα υποθαλάσσια ορυχεία, και έκτοτε, απ’όσο ξέρω, όχι μόνο δεν εργάστηκε πουθενά αλλού αλλά διέκοψε και τις περισσότερες κοινωνικές επαφές της. Υποτίθεται ότι αρρώστησε. Για τους δούλους, εννοείται, καμία εξήγηση από τη Διεύθυνση των Ορυχείων Ιπταερίου!

Κι αυτό το περιστατικό από τις αρχές της λειτουργίας των υποθαλάσσιων ορυχείων κιόλας. Τώρα πλέον οι περιπτώσεις έχουν πολλαπλασιαστεί. Εργαζόμενοι στα ορυχεία – δούλοι αλλά και υπάλληλοι – αρρωσταίνουν ο ένας κατόπιν του άλλου και… μυστηριωδώς εξαφανίζονται! Σε ελάχιστες από αυτές τις περιπτώσεις η Διεύθυνση των Ορυχείων Ιπταερίου έχει παραδεχτεί ότι πρόκειται για κάποια ασθένεια που προκλήθηκε από την εργασία – και φυσικά, συγκεκριμένες πληροφορίες ποτέ δεν δίδονται. (Και παρά τον έκδηλο κίνδυνο, οι μισθοί των εργατών παραμένουν χαμηλοί.)

Τι είναι, όμως, αυτό που συμβαίνει, αναρωτιέται κανείς. Είναι κάτι περισσότερο από ό,τι συμβαίνει σε πολλά άλλα ορυχεία; Σίγουρα είναι, απαντώ. Σίγουρα είναι! Κατ’αρχάς, οι περιπτώσεις είναι πάρα πολλές, και το γεγονός ότι ο Αρχισυγκλητικός και οι λακέδες του προσπαθούν να αποκρύψουν τι πραγματικά συμβαίνει, εμένα τουλάχιστον με έβαλε σε υποψίες. Το ερεύνησα, συνεπώς. Έψαξα να μάθω τι γίνεται με τους «μυστηριωδώς εξαφανισμένους», αυτούς που σκοτώθηκαν από «ατυχήματα», και τους πρώην εργαζόμενους στα ορυχεία οι οποίοι τώρα κρατούν μια αφύσικη σιωπή ενώ κρύβονται από τους συμπολίτες τους.

Ανακάλυψα, λοιπόν, τα ακόλουθα (και έχω στοιχεία που τα αποδεικνύουν):

Περίπτωση Α’

Δούλος της πολιτείας της Κάρνατεβ, εργαζόμενος στα Ορυχεία Ιπταερίου ως κουβαλητής, άρχισε κατά το μεσημέρι να βήχει σπασμωδικά, ενώ βρισκόταν σε διάλειμμα με άλλους δούλους. Οι υπόλοιποι δούλοι είδαν τα μάτια του να κοκκινίζουν ασυνήθιστα καθώς προσπαθούσαν να τον ηρεμήσουν. Οι προσπάθειές τους δεν είχαν κανένα θετικό αποτέλεσμα επάνω του· ο άτυχος άντρας σύντομα έφτυνε μεγάλες ποσότητες αίματος. Κάποιες από τις σταγόνες πιτσίλισαν μερικούς άλλους, κι εκείνοι τις ένιωσαν να καίνε το δέρμα τους σαν οξύ· επίσης, σταγόνες που έπεσαν στο πάτωμα της αίθουσας άφησαν εκεί μεγάλα αποτυπώματα. Και όσοι άγγιξαν το δέρμα του δούλου το αισθάνθηκαν ξερό και σκληρό κάτω από τα χέρια τους· τους θύμιζε «ραγισμένη γη». Οι φρουροί του ορυχείου σύντομα ήρθαν, πήραν τον άτυχο δούλο, τραβώντας τον με τη βία παρότι εκείνος αντιστεκόταν γρυλίζοντας, και τον εξαφάνισαν. Κανείς δεν τον ξαναείδε. Επίσης, οι φρουροί πήραν και τους δύο που είχαν πιτσιλιστεί από το αίμα, τους πήγαν σ’έναν θάλαμο, κι εκεί υποβλήθηκαν σε ενέσεις άγνωστου είδους.

Περίπτωση Β’

Εργαζόμενος στα ορυχεία, υπάλληλος, επέστρεψε σπίτι του αργά το βράδυ, ύστερα από πολλές ώρες εργασίας. Το πρωί, όλη του η οικογένεια – γυναίκα και δύο παιδιά – βρέθηκε βάναυσα δολοφονημένη, και μια γειτόνισσα ανέφερε πως είδε έναν «ανθρωπόμορφο δαίμονα» να βγαίνει από το διαμέρισμα βουτηγμένος στο αίμα. Κέρατα προεξείχαν από τους ώμους του και τα μάτια του είχαν μια κοκκινωπή γυαλάδα· τίποτε άλλο δεν μπόρεσε η γειτόνισσα να διακρίνει μες στο σκοτάδι – και, φυσικά, δεν τόλμησε να ανάψει φως. Μέσα στο διαμέρισμα της δολοφονημένης οικογένειας βρέθηκαν, αργότερα, ίχνη από κάποια καυστική ουσία στο πάτωμα καθώς κι επάνω στα θύματα. Οι πληροφορίες αποκρύφτηκαν από τους πολίτες της Κάρνατεβ κατόπιν διαταγής του Αρχισυγκλητικού Βέργκεδελ.

Περίπτωση Γ’

Ένας δούλος και μία υπάλληλος των Ορυχείων Ιπταερίου άρχισαν, σχεδόν συγχρόνως, να παρουσιάζουν συμπτώματα κάποιας ασθένειας ενώ βρίσκονταν στα υποθαλάσσια ορυχεία. Είχαν έντονους πόνους στο στήθος και στην κοιλιά, και δήλωσαν πως αισθάνονταν σαν κάτι να τους έκαιγε από μέσα. Αμέσως μεταφέρθηκαν αλλού – πού ακριβώς, ουδείς γνωρίζει! Πάντως, σε κανένα από τα δύο νοσοκομεία της Κάρνατεβ δεν τους πήγαν· ρώτησα γι’αυτούς. Ο δούλος εξαφανίστηκε – και μάλλον είναι νεκρός. Η υπάλληλος επιστράφηκε στην οικογένειά της σε μια κατάσταση φανερά υπό την επήρεια βαρέων ουσιών. Ήταν σχεδόν σαν να είναι σε κώμα: με το ζόρι επικοινωνούσε με τους δικούς της. Η γιατρός Ζαρμάντλι (άνθρωπος του Αρχισυγκλητικού, φυσικά, η οποία επιβλέπει την υγεία των εργαζομένων στα ορυχεία) είπε στην οικογένεια της υπαλλήλου να συνεχίσουν να της δίνουν ένα συγκεκριμένο βοτάνι τρεις φορές την ημέρα, οπωσδήποτε. Το βοτάνι ήταν απόσταγμα δίστομης φρανέλιας, αλλά το βαζάκι που έδωσε η γιατρός στην οικογένεια δεν το έγραφε επάνω αυτό, ασφαλώς. Και υπάρχει καλός λόγος που δεν το έγραφε. Για όσους δεν ξέρουν, το απόσταγμα δίστομης φρανέλιας είναι θανατηφόρο δηλητήριο βραδείας δράσεως. Στην αρχή προκαλεί μια κωματώδη κατάσταση στο θύμα, καταστέλλοντας το 60% των λειτουργιών του σώματός του· μετά, σκοτώνει το θύμα. Με την ποσότητα που είχε η γιατρός συμβουλέψει την οικογένεια να δίνει στην υπάλληλο, η υπάλληλος μέσα σε ένα μήνα θα ήταν νεκρή. Ένα μέλος της οικογένειας υποψιάζομαι πως κάτι πρέπει να κατάλαβε, και σταμάτησαν να δίνουν το θανατηφόρο βοτάνι στην άτυχη γυναίκα. Οπότε, το δέρμα της γρήγορα, εντός μίας ημέρας, άρχισε να σκληραίνει και να μοιάζει με «ραγισμένη γη». Επίσης, ένας σπασμωδικός βήχας την είχε πιάσει. Περιττό να πω πως τα συμπτώματα ήταν ίδια όπως και του δούλου της Περίπτωσης Α’. Αλλά, επειδή οι αρχές τώρα δεν ειδοποιήθηκαν αμέσως, ξέρουμε και τη συνέχεια. Η γυναίκα άρχισε να χτυπιέται και το σώμα της να μεταλλάσσεται. Κέρατα ξεπρόβαλαν από τους ώμους της και η όψη της έγινε απεχθής. Καθόλου τυχαία εκείνη τη στιγμή τα πληρωμένα τσιράκια του Αρχισυγκλητικού, η μισθοφορική ομάδα που είναι γνωστή ως «Επιφανείς Κρανοφόροι», έσπασαν την πόρτα της οικείας και εισέβαλαν, μαζί με μάγο του τάγματος των Βιοσκόπων και του τάγματος των Δεσμοφυλάκων, αν οι πληροφορίες μου είναι σωστές. Πρέπει να παρακολουθούσαν το σπίτι συνεχώς, από την πρώτη ημέρα κιόλας που η άτυχη υπάλληλος μεταφέρθηκε εκεί. Κατόπιν, ο Πολέμαρχος Φερλίμον δήλωσε δημοσίως πως η εισβολή έγινε επειδή ουρλιαχτά και ήχοι θραύσης ακούστηκαν από το εσωτερικό του σπιτιού και οι γείτονες, θορυβημένοι, ειδοποίησαν τη Φρουρά. Παραδόξως, δεν ήταν η Φρουρά που εισέβαλε στο σπίτι, κύριε Φερλίμον – ήταν οι πληρωμένοι, ξένοι, μισθοφόροι σας!

Η οικογένεια «περιορίστηκε», σύμφωνα με τις δηλώσεις του Αρχισυγκλητικού Βέργκεδελ, λόγω «ψυχικών προβλημάτων» που πιθανώς να οφείλονται σε επιθέσεις κάποιου δαιμονικού θεού. Η άρρωστη υπάλληλος πάρθηκε από το σπίτι προκειμένου ο Αρχισυγκλητικός να φροντίσει ο ίδιος, με δικά του έξοδα, για την υγεία της.

Η αλήθεια είναι η εξής: Η υπάλληλος μεταμορφώθηκε σε κάποιου είδους τέρας, σκότωσε δύο μισθοφόρους, τραυμάτισε έναν, και διέφυγε μέσα στην πόλη. Οι Επιφανείς Κρανοφόροι συνέλαβαν όλη την οικογένεια προκειμένου να μη μιλήσει γι’αυτό που πραγματικά είχε συμβεί. Επιπλέον, πιθανώς ο Αρχισυγκλητικός και τα τσιράκια του να φοβόνταν ότι τα μέλη της είχαν μολυνθεί και θα μεταλλάσσονταν όπως η υπάλληλος.

Τις πληροφορίες αυτές τις έχω συγκεντρώσει από προσωπική παρακολούθηση που έκανα στο σπίτι, και μπορώ να τις παρουσιάσω σε όποιον ενδιαφέρεται. Επίσης, προς το παρόν, έχω αποφασίσει να κρατήσω εμπιστευτικά τα ονόματα των ανθρώπων που επηρεάστηκαν από τη μόλυνση που προκαλεί το ιπταέριο, αλλά κι αυτά τα έχω στη διάθεσή μου και μπορώ, όποτε χρειαστεί, να τα δημοσιοποιήσω.

Το ιπταέριο αποτελεί μέγιστο κίνδυνο για την Κάρνατεβ – και, πολύ πιθανόν, για όλες τις πόλεις του Ωκεανού. Η εξόρυξή του πρέπει να παύσει το συντομότερο δυνατό, ασχέτως αν από αυτό θα πληγούν τα συμφέροντα του Αρχισυγκλητικού Βέργκεδελ και του διεφθαρμένου περίγυρού του. Αν δεν μπορεί να έρθει βοήθεια προς τους πολίτες της Κάρνατεβ από την ίδια την πόλη, τότε κάνω έκκληση προς όλες τις πόλεις του Ωκεανού!

*

Μετά από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου, ο Βέργκεδελ, Αρχισυγκλητικός της Κάρνατεβ, κατηγόρησε τον δημοσιογράφο Αβέρναλ για εσκεμμένη συκοφαντία εναντίον του και για πρόθεση βάναυσης ανατροπής του καθεστώτος, υποκινούμενη είτε από πολιτικούς του αντιπάλους μέσα στη Σύγκλητο είτε από δυνάμεις εχθρικές προς την πόλη. Η Κάρνατεβ είχε αρχίσει να αποκτά πολιτική και στρατιωτική ισχύ στην περιοχή – δήλωσε ο Αρχισυγκλητικός μέσω ραδιοφώνου – την οποία πολλοί ήθελαν να της στερήσουν. Καμία από τις περιπτώσεις που ανέφερε ο Αβέρναλ δεν ήταν αληθινή· ήταν όλες ψευδή κατασκευάσματα, ώστε η πόλη να οδηγηθεί στην αναρχία! «Ο κύριος Αβέρναλ γνωρίζει πόσο εύκολα ο κόσμος πανικοβάλλεται στις ημέρες μας,» είπε ο Αρχισυγκλητικός Βέργκεδελ, χωρίς να ακούγεται μέσα από τους ραδιοφωνικούς δέκτες να έχει χάσει στο ελάχιστο την ψυχραιμία του, «και είχε σκοπό να το εκμεταλλευτεί αυτό προς όφελος των σκοτεινών δυνάμεων που υπηρετεί.»

Επίσης, ο Αρχισυγκλητικός επέβαλε βαρύ πρόστιμο στη διοίκηση της εφημερίδας Ωκεανού Επίκαιρα, με την αιτιολογία ότι δεν έπρεπε ποτέ να είχε επιτρέψει στον Αβέρναλ να δημοσιεύσει τέτοιες συκοφαντίες που, εκτός των άλλων, ήταν βλαβερές για την ίδια την πόλη. Η διευθύντρια της εφημερίδας, όμως, αποτάθηκε στη Σύγκλητο, λέγοντας πως ένας Αρχισυγκλητικός δεν είχε το δικαίωμα να απαγορεύσει την ανοιχτή μεταβίβαση της πληροφορίας, ούτε μέσα στην Κάρνατεβ ούτε σ’όλο τον Ωκεανό. Έγινε, έτσι, ψηφοφορία ανάμεσα στα μέλη της Συγκλήτου και, τελικά, το πρόστιμο καταψηφίστηκε με μικρή διαφορά ψήφων. Για ό,τι είχε γράψει ο Αβέρναλ ευθυνόταν ο Αβέρναλ και μόνο, όχι η εφημερίδα.

Όσο για τον ίδιο τον δημοσιογράφο, εξαφανίστηκε όπως έγραφε στα Ωκεανού Επίκαιρα ότι εξαφανίζονταν οι δούλοι και οι υπάλληλοι των Ορυχείων Ιπταερίου. Όταν η φρουρά της Κάρνατεβ πήγε να τον συλλάβει δεν τον βρήκε στο σπίτι του, και σύντομα οι κατάσκοποι του Αρχισυγκλητικού έμαθαν ότι ο Αβέρναλ είχε ταξιδέψει στον Ωκεανό μέσα σε πλοίο και είχε ζητήσει άσυλο από το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων. Ο Βασιληάς Ράνελμον τον δέχτηκε στην Αυλή του, και αρνήθηκε να τον παραδώσει στον Αρχισυγκλητικό της Κάρνατεβ παρά τις έντονες απαιτήσεις του.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Το Παιδί ενός Σκοτεινού Θεού

 

 

 

 

Κεφάλαιο Πρώτο
Η Αρένα και οι Κατάσκοποι

Η Έρικα στεκόταν στην πλώρη του πλοίου και ατένιζε τη μεγάλη πόλη στις βόρειες ακτές του Ωκεανού. Κάρνατεβ… Μια από τις σημαντικότερες πολιτείες, όχι μονάχα ετούτης της περιοχής, αλλά ολόκληρης της Φεηνάρκια. Και η Έρικα – δυστυχώς – είχε ακόμα ελάχιστους πράκτορές της τοποθετημένους εδώ.

Μια στήλη πρασινογάλαζης ενέργειας κατερχόταν από τον συννεφιασμένο ουρανό και χανόταν πίσω από τα ψηλά πέτρινα τείχη της Κάρνατεβ, μοιάζοντας να καταλήγει κάπου στο κέντρο της. Ο Κίονας του Φωτός, όπως οι ντόπιοι ονόμαζαν το φαινόμενο. Ή μάλλον, τον θεό τους. Αυτός ήταν ο θεός της Κάρνατεβ. Δεν έμοιαζε με άλλους θεούς της Φεηνάρκια· θύμιζε περισσότερο μια στοιχειακή δύναμη και λιγότερο μια υλική ή πνευματική οντότητα. Από εδώ όπου βρισκόταν η Έρικα δεν μπορούσε να διακρίνει πολλά για τον Κίονα του Φωτός, πέρα από το πρασινογάλαζο χρώμα του, αλλά τον είχε δει, φυσικά, και από πιο κοντά, και ήξερε ότι μέσα του φαινόταν να ρέουν αλλόκοτα πρόσωπα, ανθρώπινα και ζωώδη, καθώς και μορφές παράξενες και ακατονόμαστες. Σαν η ενεργειακή στήλη να ήταν ένα δοχείο γεμάτο με κάποιου είδους υγρό και μέσα στο υγρό ανείπωτες οντότητες να ανασάλευαν, όπως τα ψάρια στο ενυδρείο.

Ο Κίονας του Φωτός ήταν, ομολογουμένως, εντυπωσιακός, ειδικά όταν τον έβλεπες για πρώτη φορά. Προκαλούσε δέος. Ακόμα και στην Έρικα είχε προκαλέσει δέος, όταν πρωτοείχε έρθει εδώ, στην Κάρνατεβ, πριν από κάμποσους μήνες, για να εγκαθιδρύσει το δίκτυό της στην πόλη. Αναρωτιέμαι ποια θα είναι η γνώμη της Φαίδρας για τον Κίονα, σκέφτηκε. Η μάγισσα, σίγουρα, θα μπορεί να διακρίνει παράξενα πράγματα στις μορφές που κινούνται εντός του. Εδώ διακρίνει παράξενα πράγματα στα απλά αντικείμενα…

Κάτω από τα μποτοφορεμένα πόδια της Έρικας, οι μηχανές του καραβιού μούγκριζαν έντονα, και η Έρικα μπορούσε να αισθανθεί τις δονήσεις που προκαλούσαν σ’όλο το σκαρί του σκάφους να σκαρφαλώνουν επάνω της, από τα πέλματα στις κνήμες, στα γόνατα, στους μηρούς, στην κοιλιά. Το πλοίο ήταν μηχανοκίνητο, και το εισιτήριο πολύ πιο ακριβό από των ιστιοφόρων και των κωπήλατων σκαφών· γιατί, για να λειτουργήσουν οι μηχανές ενός τόσο μεγάλου σκάφους, χρειαζόταν κάποιος μάγος να υφαίνει Μαγγανεία Κινήσεως ώστε να ρυθμίζει τη ροή της ενέργειες μέσα στις τεχνητές φλέβες του καραβιού· και οι μάγοι πληρώνονταν αδρά για τις υπηρεσίες τους, αφού έκαναν κάτι που δεν μπορούσε να κάνει ο καθένας. Επιπλέον, στη Φεηνάρκια οι μάγοι που γνώριζαν τη Μαγγανεία Κινήσεως ήταν λιγότεροι, συγκριτικά, απ’ό,τι σε άλλες διαστάσεις. Η Έρικα, ωστόσο, είχε προτιμήσει να πληρώσει περισσότερο για το εισιτήριό της παρά να ταξιδέψει επάνω σε ιστιοφόρο. Δεν της άρεσε η θάλασσα. Ζαλιζόταν.

Θα ερχόταν στην Κάρνατεβ με όχημα ξηράς, αν υπήρχε δρόμος από τη Σερκάλβη. Αλλά δεν υπήρχε. Η Έρικα έπρεπε να πάρει πλοίο, και φυσικά είχε επιλέξει ένα μηχανοκίνητο: αυτό που θα έκανε τις λιγότερες στάσεις διασχίζοντας τον Ωκεανό. Το καράβι είχε σταματήσει σε μερικά νησιά, καθώς και στη Μέρελκεβ – μια πόλη στις βόρειες ακτές του Ωκεανού, πάνω από διακόσια χιλιόμετρα δυτικά της Κάρνατεβ – και τώρα έφτανε επιτέλους στον προορισμό του. Πλησίαζε μεσημέρι, και ο καιρός είχε αρχίσει να χαλά από το πρωί. Είχε συννεφιάσει, παρότι καλοκαίρι. Ευτυχώς, πάντως, η θάλασσα ήταν καλή· η Έρικα δεν αισθανόταν να ζαλίζεται.

Το μεγάλο πλοίο προσέγγισε το λιμάνι της Κάρνατεβ και αγκυροβόλησε σε μια από τις πέτρινες αποβάθρες. Οι ναύτες φώναζαν οι επιβάτες να αποβιβαστούν, καθώς οι θύρες του σκάφους άνοιγαν. Ο κόσμος άρχισε να κατεβαίνει. Ορισμένοι έβγαζαν και οχήματα από το εσωτερικό του καραβιού: δίκυκλα, τετράκυκλα, εξάκυκλα, μεγαλύτερα και μικρότερα, φορτηγά και μη. Άλλοι έβγαζαν ζώα μαζί τους: άλογα, λυκόχοιρους, ελέφαντες· ακόμα και μερικούς τετραπλόκαμους είδε η Έρικα. Οι τελευταίοι ήταν ένα είδος ελέφαντα που συναντούσες κυρίως στις νότιες και ανατολικές ακτές του Ωκεανού. Είχαν τέσσερις προβοσκίδες σε αντίθετες μεριές η μία από την άλλη, έτσι ώστε το στόμα να βρίσκεται ανάμεσά τους. Όταν σάλπιζαν, οι τετραπλόκαμοι ένωναν τις προβοσκίδες τους υψώνοντάς τες περήφανα στον αέρα. Σε αντίθεση με άλλους ελέφαντες της Φεηνάρκια, οι περισσότεροι απ’αυτούς δεν είχαν καθόλου τρίχωμα, ενώ κάποιοι είχαν λίγες και κοντές τρίχες. Επίσης, ποτέ δεν διέθεταν χαυλιόδοντες. Οι δύο που η Έρικα έβλεπε τώρα να βγαίνουν από το μεγάλο πλοίο, υπό την καθοδήγηση των αφεντάδων τους, ήταν τελείως καραφλοί.

«Ελάτε, κυρία!» της είπε ένας ναύτης. «Να κατεβαίνουμε, παρακ’λώ! Να κατεβαίνουμε, παρακ’λω!»

Η Έρικα έφυγε από την πλώρη του σκάφους, κατεβαίνοντας τις εσωτερικές σκάλες ανάμεσα στον κόσμο. Ανθρώπινος ιδρώτας και οσμές από επεξεργασμένα δέρματα έρχονταν στα ρουθούνια της. Ο ένας σπρωχνόταν πάνω στον άλλο. Η Έρικα είχε την κουκούλα του μαγικού της μανδύα σηκωμένη, προτιμώντας κανένας να μη βλέπει εύκολα πως το δέρμα της ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ – ένας χρωματισμός που φανέρωνε πως κάποιος, μάλλον, ήταν εξωδιαστασιακός. Οι περισσότεροι κάτοικοι της Φεηνάρκια ήταν κοκκινόδερμοι, έχοντας και πολλούς μαυρόδερμους ανάμεσά τους. Το λευκό δέρμα θεωρείτο σπάνιο· πιο σπάνιο, ίσως, κι από το πράσινο. Επίσης, αρκετοί Φεηνάρκιοι το είχαν – λανθασμένα, ασφαλώς! – ταυτίσει με τη Συμπαντική Παντοκρατορία· επομένως, δεν υπήρχε κανένας λόγος η Έρικα να τραβά ανεπιθύμητη προσοχή επάνω της – ακόμα και σε μια πόλη τόσο κοσμοπολίτικη όσο η Κάρνατεβ, όπου, αναμφίβολα, δεν ήταν η μόνη γυναίκα με λευκό δέρμα. Πρέπει να υπήρχαν, τουλάχιστον, εκατοντάδες γυναίκες εδώ με παρόμοιο δερματικό χρωματισμό.

Βγήκε στη μεγάλη αποβάθρα και, από εκεί, πέρασε στο λιμάνι της Κάρνατεβ, το οποίο ήταν κοσμοπλημμυρισμένο. Άνθρωποι, οχήματα, ζώα, άμαξες πήγαιναν κι έρχονταν. Θόρυβος και βαβούρα, και πολλές άσχημες οσμές. Η Έρικα πλησίασε ένα περίπτερο και αγόρασε τρεις εφημερίδες – τα Ωκεανού Επίκαιρα, τα Νέα της Κάρνατεβ, και τον Οφθαλμό της Πόλης – και ένα περιοδικό – την Ωκεάνια Οικονομία. Πλήρωσε για όλα αυτά ένα ευγενές και τρία-τέταρτα. Η Κάρνατεβ, παρότι βρισκόταν στις ακτές του Ωκεανού, χρησιμοποιούσε ως βασικό της νόμισμα το ευγενές, όχι το κύμα, όπως όλες οι νησιώτικες πόλεις, οι πόλεις του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων, και οι πόλεις στις νότιες ακτές του Ωκεανού.

Η Έρικα έριξε μια ματιά στα Ωκεανού Επίκαιρα καθώς βάδιζε μέσα στους δρόμους της Κάρνατεβ, απομακρυνόμενη από τις αποβάθρες. Πολυκατοικίες ορθώνονταν γύρω της και, παρότι η κίνηση ήταν ελαττωμένη εδώ, δεν ήταν εξαφανισμένη τελείως. Στην εφημερίδα, εκτός των άλλων, η Έρικα διάβασε και ότι το κυνήγι του Αρχισυγκλητικού Βέργκεδελ για τον δημοσιογράφο Αβέρναλ ακόμα συνεχιζόταν. Ο Βασιληάς των Γεφυρωμένων Νήσων αρνείτο να τον παραδώσει. Ο Αρχισυγκλητικός άφησε αιχμές στην τελευταία τους συνάντηση, έγραφε η εφημερίδα, ότι πιθανώς το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων να δεχτεί εισβολή για την εμμονή του να προστατεύει συκοφάντες που έχουν ξεφύγει από τα χέρια του Νόμου της Κάρνατεβ.

Μάλιστα… σκέφτηκε η Έρικα, διπλώνοντας την εφημερίδα. Ο Αρχισυγκλητικός, αναμφίβολα, υπερεκτιμούσε τις δυνάμεις του. Ή ίσως και όχι. Πάντως, οι πολιτικές του ενέργειες μέσα στον Ωκεανό, τον τελευταίο χρόνο, φανέρωναν υπεροψία. Υπήρχε λόγος, βέβαια, γι’αυτή την υπεροψία. Το ιπταέριο και τα αεροχήματα. Απ’ό,τι γνώριζε η Έρικα (και δεν ήταν πολλά αυτά που γνώριζε, δυστυχώς), πρόσφατα κάποιος ερευνητής των βυθών είχε ανακαλύψει στον πυθμένα του Ωκεανού, σχετικά κοντά στην Κάρνατεβ, μια πηγή κάποιου είδους αερίου. Ήταν καινούργιο, κατά τα φαινόμενα· πρωτύτερα κανείς δεν είχε ξανακούσει γι’αυτό. Κι όταν ο ερευνητής το ανέλυσε, διαπίστωσε πως ήταν πολύ ελαφρύτερο του αέρα, πολύ δυνατό, και δεν υπήρχε κίνδυνος έκρηξης από την έκθεσή του σε θερμότητα. Με μια σχετικά μικρή ποσότητα τέτοιου αερίου μπορούσε κανείς να γεμίσει ένα μπαλόνι ώστε να σηκώσει ένα ολόκληρο τετράκυκλο όχημα στον αέρα – και τα τετράκυκλα οχήματα της Φεηνάρκια ήταν, κατά κανόνα, πιο βαριά από άλλων διαστάσεων, προκειμένου να μπορούν να αντεπεξέρχονται στις άγριες συνθήκες της διάστασης. Ο ερευνητής ανακοίνωσε την ανακάλυψή του στον Αρχισυγκλητικό, και ο Αρχισυγκλητικός κι ο Πολέμαρχος της Κάρνατεβ ξεκίνησαν ολόκληρη επιχείρηση εξόρυξης του εν λόγω αερίου, το οποίο ο ερευνητής είχε ήδη ονομάσει ιπταέριο. Από τότε, το χρησιμοποιούσαν κυρίως για στρατιωτικούς λόγους, έχοντας φτιάξει τα αεροχήματα – ακόμα μια καινούργια ονομασία.

Αλλά όχι και καμια σπουδαία ευρεσιτεχνία. Ήταν κάτι που εύκολα μπορούσαν πολλοί να σκεφτούν αλλά όχι και να πραγματοποιήσουν – επειδή δεν είχαν στη διάθεσή τους τίποτα σαν το ιπταέριο. Τα αεροχήματα ήταν κανονικά οχήματα ή άρματα μάχης με ένα μπαλόνι γεμάτο ιπταέριο προσαρτημένο από πάνω τους και έναν προωθητήρα και πτερύγιο από πίσω τους. Το ιπταέριο σήκωνε άνετα το όχημα από τη γη, ενώ ο προωθητήρας και το πτερύγιο το έκαναν να κινείται προς την επιθυμητή κατεύθυνση. Όταν το αερόχημα έφτανε στον προορισμό του, οι επιβάτες του άνοιγαν μια από τις βαλβίδες του μπαλονιού, το ιπταέριο έφευγε, και το όχημα κατέβαινε προς τη γη. Όταν βρισκόταν αρκετά κοντά στο έδαφος ώστε να μη μπορεί να πάθει ζημιά από την πτώση, οι επιβάτες αποσυνέδεαν το μπαλόνι και το αερόχημα έπεφτε, μπορώντας πλέον να λειτουργήσει όπως κάθε άλλο όχημα. Το ιπταέριο έκανε την ανύψωση πολύ απλή και το ταξίδι πολύ ασφαλές. Ο Αρχισυγκλητικός και ο Πολέμαρχος της Κάρνατεβ είχαν έναν ολόκληρο στόλο από αεροχήματα, τα οποία είχαν ήδη χρησιμοποιήσει εναντίον κάποιων μικρών νησιών του Ωκεανού και πόλεων, για να ασκήσουν επικυριαρχία επάνω τους.

Και τώρα, απ’ό,τι φαινόταν, ο Αρχισυγκλητικός απειλούσε να κάνει το ίδιο και στο Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων. Εκεί όμως θα βρει τα πράγματα λιγάκι πιο δύσκολα, είμαι βέβαιη, σκεφτόταν η Έρικα καθώς βάδιζε μέσα στους δρόμους της Κάρνατεβ. Το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων δεν είναι κανένα χωριό. Αλλά μάλλον ο Αρχισυγκλητικός προσπαθούσε να εκφοβίσει τον Βασιληά Ράνελμον, καθώς τα αεροχήματα της Κάρνατεβ είχαν αρχίσει να παίρνουν μυθικές διαστάσεις απ’άκρη σ’άκρη στον Ωκεανό. Δεν συγκρίνονταν, φυσικά, με αεροπλάνα ή ελικόπτερα στον αέρα· όμως, στη Φεηνάρκια, τα αεροπλάνα και τα ελικόπτερα δεν ήταν τόσα πολλά, ενώ τα αεροχήματα μπορούσαν να είναι: για να φτιάξεις ένα, το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα οποιοδήποτε όχημα, ένα μπαλόνι, μια μηχανή με προωθητήρα, και ιπταέριο. Είχαν τη δυνατότητα να πετάνε πάνω από γη και θάλασσα και να προσγειώνονται όπου ήθελαν, ώστε εκεί να χρησιμοποιούνται ως άρματα μάχης για να χτυπούν θέσεις δυσπρόσιτες. Κι αυτό ήταν κάτι που ούτε αεροπλάνο ούτε ελικόπτερο δεν μπορούσε να κάνει, παρά μονάχα ένα μεταβαλλόμενο σκάφος – ένα αεροσκάφος με ιδιότητες μεταμόρφωσης σε όχημα. Όμως στη Φεηνάρκια τα μεταβαλλόμενα σκάφη ήταν ακόμα πιο λίγα από τα συνηθισμένα αεροσκάφη. Τα αεροχήματα ήταν σχεδόν σαν μεταβαλλόμενα αεροσκάφη, αλλά χωρίς να είναι, ούτε κατά διάνοια, τόσο δαπανηρά στην κατασκευή τους, και χωρίς να χρειάζονται μάγο για να ρυθμίζει τη ροή της ενέργειάς τους ή να τα μεταλλάσσει. Το στρατιωτικό πλεονέκτημα που έδιναν στην Κάρνατεβ ήταν καταφανές για όλες τις πόλεις του Ωκεανού.

Η Έρικα αναρωτιόταν αν πράγματι αυτός ο Αβέρναλ, ο δημοσιογράφος, ήταν πράκτορας κάποιων δυνάμεων που προσπαθούσαν να διαλύσουν την νεοαπόκτητη ισχύ της Κάρνατεβ. Δεν αποκλειόταν. Δεν αποκλειόταν καθόλου. Ποιος, όμως, θα μπορούσε να τον είχε βάλει; Ο Βασιληάς των Γεφυρωμένων Νήσων; Η Επίγονος της Μέρελκεβ; Κάποιος άλλος;

Μπορεί, βέβαια, αυτά που είχε δημοσιεύσει ο Αβέρναλ να ήταν κι αληθινά, όχι συκοφαντίες. Μπορεί, όντως, να είχαν συμβεί. Η Έρικα δεν ήξερε ποια ήταν η αλήθεια· δεν είχε παρά τελευταία βάλει μερικούς πράκτορές της μέσα στην Κάρνατεβ. Και, δυστυχώς, δεν είχε καμια άμεση επαφή με τη Σύγκλητο. Είναι νωρίς ακόμα…

*

Ανεβαίνοντας σε μια άμαξα, είπε στον αμαξά να την πάει στην Αρένα. Και καθώς διέσχιζαν τους δρόμους, αφουγκραζόταν την Κάρνατεβ ολόγυρά της. Ήταν, αναμφίβολα, μια πόλη ολοζώντανη. Πολλά μαγαζιά έκλειναν για το μεσημέρι, αλλά κόσμος εξακολουθούσε να κυκλοφορεί. Ελπίζω να τον βρω εκεί, να μην έχει φύγει ακόμα, σκέφτηκε η Έρικα φτάνοντας έξω από το τείχος της Αρένας και κοιτάζοντας μια από τις πύλες της, μπροστά από την οποία υπήρχε ένα περίπτερο και γύρω του άνθρωποι συγκεντρωμένοι. Η Αρένα είχε πολλή κίνηση, όπως είχε ανακαλύψει η Έρικα από την πρώτη της κιόλας επαφή με την κοινωνία της Κάρνατεβ. Συνεχώς κόσμος ερχόταν εδώ για να κοιτάζει τα προγράμματα, για να κλείνει εισιτήρια, για να ζητά δουλειά, για να πουλά δούλους ή θηρία, και για άλλους λόγους. Σχεδόν σαν την Κεντρική Αγορά ήταν η Αρένα της Κάρνατεβ όταν δεν γίνονταν αγώνες. Κι όταν γίνονταν αγώνες, εκτός των άλλων, πολλοί έβαζαν στοιχήματα και μεγάλη φασαρία επικρατούσε. Στους πολίτες άρεσε πολύ η Αρένα, και η Σύγκλητος αδιάλειπτα τη χρηματοδοτούσε.

Επομένως, αυτό ήταν ένα μέρος όπου η Έρικα έπρεπε σίγουρα να έχει τουλάχιστον έναν πράκτορά της. Και είχε.

Είναι εδώ, τώρα; Τον αναζήτησε με το βλέμμα της, καθώς πλήρωνε τον αμαξά και έβγαινε από την άμαξα. Τον εντόπισε. Ήταν στη συνηθισμένη του θέση· δεν είχε φύγει ακόμα για μεσημέρι. Και πολλά μεσημέρια δεν έφευγε, ούτως ή άλλως, απ’ό,τι ήξερε η Έρικα. Πουλούσε «κομμάτια και συντρίμμια», όπως τα έλεγαν στην Κάρνατεβ: απομεινάρια, δηλαδή, από τους αγώνες της Αρένας: σπασμένα ή μισοσπασμένα όπλα, κέρατα θηρίων, κόκαλα θηρίων, κομμάτια από πανοπλίες, και άλλα. Δεν είχε ο καθένας το δικαίωμα να μπει στην Αρένα και ν’αρχίσει να μαζεύει ό,τι του κατέβαινε ύστερα από τους αγώνες· αλλά η πολιτεία δεν ήθελε ν’αφήνει όλα αυτά τα κομμάτια και τα συντρίμμια να πηγαίνουν χαμένα. Ειδικά αφού υπήρχαν συλλέκτες και φετιχιστές πρόθυμοι να πληρώσουν γι’αυτά. Επομένως, η Διεύθυνση της Αρένας έδινε το δικαίωμα σε ορισμένους να συλλέγουν κομμάτια και συντρίμμια και να τα πουλάνε. Το δικαίωμα αυτό, ασφαλώς, δεν δινόταν δωρεάν, και οι θέσεις ήταν περιορισμένες.

Ο πράκτορας της Έρικας ονομαζόταν Χάραλκιρ και ήταν ο ένας από τους τρεις συλλέκτες κομματιών και συντριμμιών που υπήρχαν επί του παρόντος στην Αρένα. Ένας πορφυρόδερμος άντρας μετρίου αναστήματος, με αραιά πράσινα μαλλιά, μυτερό γένι, και πονηρό βλέμμα. Έδινε τώρα σ’έναν πελάτη έναν χαυλιόδοντα κι ο πελάτης τού έδινε – αν δεν έκανε λάθος η Έρικα – τριάντα-κάτι ευγενή (!). Τρελοί είναι αυτοί οι Καρνατέβιοι;

Η Έρικα παραμέρισε, δήθεν από τη ζέστη, τον μαγικό της μανδύα ώστε να φανεί καθαρά το χιτώνιο που φορούσε από κάτω: ένα ένδυμα που έπεφτε ώς τα γόνατά της και είχε κοντά, φαρδιά μανίκια μέχρι τους αγκώνες. Το σημαντικό, όμως, ήταν πως επρόκειτο για ένα από τα νοομορφικά ενδύματα που είχε επινοήσει η Φαίδρα’λι. Τα νερά επάνω του άλλαζαν έτσι ώστε να μεταδίδουν μηνύματα σε όσους ήξεραν για τι να ψάξουν. Άλλαζαν σύμφωνα με τη σκέψη.

Η Έρικα ενεργοποίησε το ένδυμα με μια σκέψη-κλειδί· το έκανε να ρωτήσει: Νέα;

Καθώς ο πελάτης απομακρυνόταν από τον πάγκο του Χάραλκιρ, εκείνος έστρεψε τα μάτια του στην Έρικα. Και το δικό του νοομορφικό ένδυμα – ένας χιτώνας γεμάτος ρόμβους – είπε: Σημαντικά νέα.

Επομένως, η Έρικα τον περίμενε να μαζέψει την πραμάτεια του και να κλείσει το κατάστημα ώστε να μιλήσουν. Εν τω μεταξύ πλησίασε μια καντίνα κι αγόρασε ένα αναψυκτικό παρασκευής της Κάρνατεβ. Άνοιξε το μεταλλικό κουτάκι και ήπιε μια μεγάλη γουλιά, ενώ ο μαγικός της μανδύας τυλιγόταν από μόνος του – αλλά με ανεπαίσθητες κινήσεις – γύρω από το σώμα της, καλύπτοντας ξανά το χιτώνιό της, σα να μην ήθελε άγνωστοι να κρυφοκοιτάζουν το σώμα της. Ζηλιάρικος ο θεός του μανδύα· πολύ ζηλιάρικος, ίσως.

Το ένα ρούχο που φοράω είναι ζωντανό, και το άλλο αλλάζει σύμφωνα με τις σκέψεις μου, συλλογίστηκε η Έρικα, βρίσκοντας προς στιγμή την κατάστασή της πολύ περίεργη.

Ο Χάραλκιρ, σύντομα, τη συνάντησε σε μια παράμερη σκιά κάτω από το τείχος της Αρένας.

«Τι γίνεται, Έρικα; Όλα καλά;»

«Μέχρι στιγμής.»

«Ο Σκοτωμένος κι οι Ζωντανοί-Νεκροί;»

«Στη Βελτέρντιθ.»

«Εκεί κάτω;»

«Ναι. Μια ορδή ήρθε από τις Εκτάσεις των Κατοπτρισμών, και την αντιμετώπισαν μαζί με άλλες μισθοφορικές ομάδες καθώς και τους πολεμιστές της πόλης.»

Ο Χάραλκιρ συνοφρυώθηκε. «Από τις Εκτάσεις των Κατοπτρισμών;…» Ήταν ένα από τα μέρη όπου κανείς δεν πλησίαζε εύκολα, ένα από τα μέρη όπου υποτίθεται πως η διάσταση της Φεηνάρκια τελείωνε. «Τι ορδή; Από ανθρώπους;»

«Ναι.»

«Υπάρχουν άνθρωποι εκεί πέρα;»

«Υπάρχει ένας λαός που κατοικεί από αρχαιοτάτων χρόνων στις Εκτάσεις των Κατοπτρισμών,» τον διαβεβαίωσε η Έρικα. «Ούτε εγώ το ήξερα, αλλά αληθεύει. Συνήθως είναι φιλήσυχοι, όμως τελευταία αυτό είχε αλλάξει. Μια ορδή συγκεντρωνόταν, η οποία δεν άργησε ν’αρχίσει να κινείται, με εχθρικές διαθέσεις, προς τη Βελτέρντιθ. Το έμαθα εγκαίρως και ειδοποίησα τον Ζαώρδιλ.»

«Πληρώθηκαν καλά, τουλάχιστον;»

«Δε θα πήγαιναν αλλιώς. Ήταν επικίνδυνη ιστορία, όπως αποδείχτηκε τελικά. Τι νέα έχεις για εμένα;»

«Ο Αρχισυγκλητικός προσπάθησε να δολοφονήσει τον Αβέρναλ. Έστειλε κάτι πληρωμένους φονιάδες στην Αυλή του Βασιληά Ράνελμον.»

«Δεν το είχα ακούσει.»

«Δεν τα κατάφεραν, φυσικά, να σκοτώσουν τον δημοσιογράφο. Δεν ήταν καν άνθρωποι του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων· δεν ήξεραν τα κατατόπια.»

«Είναι βέβαιο ότι ο Αρχισυγκλητικός τούς έστειλε;»

«Δεν το ανακοίνωσε δημοσίως, όπως καταλαβαίνεις· αλλά ποιος άλλος θα τους έστελνε;»

«Αυτά είναι τα σημαντικά νέα σου;»

«Φυσικά και όχι.»

Το ενδιαφέρον της Έρικας αναζωπυρώθηκε. «Μη με κρατάς σε αγωνία,» είπε μειδιώντας λιγάκι στραβά και πίνοντας ακόμα μια γουλιά από το αναψυκτικό της.

Ο Χάραλκιρ τής επέστρεψε το μειδίαμα (αν και καθόλου στραβά). «Δεν το κάνω επίτηδες,» αποκρίθηκε. «Δεν είμαι των παραστάσεων εγώ· άνθρωπος της δουλειάς μονάχα, όπως ξέρεις.

»Τα σημαντικά νέα είναι ότι ο Αρχισυγκλητικός σχεδιάζει κι άλλη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Αβέρναλ. Κι αυτή τη φορά δεν θα είναι αστείο. Θα στείλει τους Θηριόπνευστους Αδελφούς.»

«Ποιοι είναι αυτοί;» ρώτησε η Έρικα, αν και νόμιζε πως κάπου τους είχε ξανακούσει.

«Μια οργάνωση δολοφόνων. Δεν τους ξέρεις;»

«Τόσο γνωστοί είναι;»

«Σχετικά. Στα μέρη γύρω από τον Ωκεανό, τουλάχιστον· και σε υποψιασμένους ανθρώπους. Όσοι τούς γνωρίζουν τους φοβούνται. Κατοικούν στις ανατολικές ακτές, σ’εκείνους τους τόπους που είναι άγριοι και όπου ελάχιστοι άνθρωποι κατοικούν και καμια μεγάλη πόλη δεν είναι χτισμένη. Σκοτώνουν επί πληρωμή· και πληρώνονται όχι μόνο σε χρήματα αλλά και σε είδος.»

«Τι είδος;»

«Δούλους. Τους οποίους, σύμφωνα με τις φήμες, θέλουν για ανθρωποθυσίες.»

«Προς τιμή κάποιου θεού;»

«Πιθανώς. Δεν ξέρω περισσότερα.»

«Και είναι τόσο καλοί στη δουλειά τους;» ρώτησε η Έρικα.

«Σου είπα: όλοι όσοι έχουν ακούσει γι’αυτούς τούς τρέμουν. Λένε, μάλιστα, πως παίρνουν τις μορφές θηρίων.»

«Εννοείς ότι μεταμορφώνονται σε ζώα;»

«Υπάρχει μια τέτοια φήμη.»

«Τη θεωρείς αληθινή;»

«Δεν ξέρω, Έρικα· δεν είχα ποτέ συναναστροφές μαζί τους. Ευτυχώς. Μια φορά μόνο, όταν ήμουν στη Μέρελκεβ, παλιά, επί Παντοκρατορίας, έλεγαν πως οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί ήταν με την Επανάσταση: πως οι αποστάτες είχαν συμφωνήσει μαζί τους να έρθουν και να σκοτώσουν τον Επόπτη. Είχε χεστεί επάνω του,» μειδίασε πλατιά ο Χάραλκιρ, που κάποτε ήταν πράκτορας της Παντοκράτειρας. «Είχε βάλει να τον φρουρούν, μέρα-νύχτα, μάγοι-Δεσμοφύλακες και πολεμιστές της Παντοκρατορίας. Αλλά, τελικά, τίποτα δεν συνέβη. Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί ποτέ δεν φάνηκαν.» Ανασήκωσε τους ώμους μορφάζοντας. «Ίσως οι αποστάτες νάχαν εξαπλώσει τη φήμη για να μας τρομάξουν γιατί πρόσφατα εκείνο τον καιρό είχαμε πιάσει κάποιους από αυτούς.»

«Τέλος πάντων,» είπε η Έρικα. «Εσύ από πού έμαθες τώρα ότι ο Αρχισυγκλητικός θα στείλει τους Θηριόπνευστους Αδελφούς στην Αυλή του Βασιληά Ράνελμον;»

«Η θηριοδαμάστρια μού το είπε.»

«Κι εκείνη πού το έμαθε;»

«Κρυφάκουσε τον Αρχισυγκλητικό να συζητά.»

«Με ποιον;»

«Μ’έναν τύπο που λέγεται Εύβουλος, και είναι αρχηγός–»

«–των Επιφανών Κρανοφόρων.»

«Τον ξέρεις;»

«Δυστυχώς. Αλλά όχι από κοντά.»

*

Ο Χάραλκιρ οδήγησε την Έρικα στο εσωτερικό της Αρένας, για να μην έχει προβλήματα με τους φρουρούς, και μετά την άφησε να συνεχίσει μόνη της μέσα στους πέτρινους διαδρόμους. Ήταν η πτέρυγα όπου κατοικούσαν οι δούλοι της Αρένας, και τα περάσματα δεν ήταν ούτε ευρύχωρα, ούτε ευάερα, ούτε ευήλια. Ελάχιστες τρύπες υπήρχαν στους τοίχους για να μπαίνει αέρας και φως, και μετά δυσκολίας μπορούσαν δύο άνθρωποι να βαδίσουν ο ένας πλάι στον άλλο. Ορισμένες θύρες ήταν κλειστές με κιγκλιδώματα: εκεί βρίσκονταν οι δούλοι που θεωρούνταν βάρβαροι, άγριοι, ή επικίνδυνοι. Κατά κανόνα, τους έβγαζαν μόνο για να τους ρίξουν στην Αρένα, ώστε να πολεμήσουν θηρία ή ο ένας τον άλλο, ή μαχητές της Αρένας που ήταν πληρωμένοι μονομάχοι και πάντοτε καλύτερα εξοπλισμένοι – συνήθως, δε, και αρτιότερα εκπαιδευμένοι. Δεν ήταν, όμως, όλες οι θύρες κλεισμένες σαν να επρόκειτο για φυλακές· υπήρχαν και ανοίγματα που έκλειναν με κουρτίνες από σκληρά, ειδικά επεξεργασμένα δέρματα: δερματόπορτες, όπως τις αποκαλούσαν στη Φεηνάρκια, οι οποίες δεν υπήρχαν σε καμια άλλη διάσταση του Γνωστού Σύμπαντος που ήξερε η Έρικα.

Επί του παρόντος, πλησίασε μία από τις δερματόπορτες και χτύπησε δυο φορές με τις φάλαγγες της δεξιάς γροθιάς της. Έπρεπε να χτυπάς πάντοτε δυνατότερα απ’ό,τι στις ξύλινες πόρτες, γιατί το δέρμα κατάπινε ευκολότερα τον ήχο.

«Ποιος είναι;» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από μέσα.

«Μια καινούργια φίλη,» απάντησε η Έρικα.

Η δερματόπορτα άνοιξε, και μια γυναίκα παρουσιάστηκε, ψηλή και πορφυρόδερμη. Γεροδεμένη. Ντυμένη με μαύρο πετσί. Ένα μελανόχρωμο βέλο έκρυβε το πρόσωπό της· μονάχα τα μάτια της φαίνονταν, μαύρα και σκληρά. Τα μακριά κορακίσια μαλλιά της ήταν λυτά, πέφτοντας στους ώμους της. Μόνο όταν ξεκουραζόταν είχε τα μαλλιά της λυτά, απ’ό,τι είχε καταλάβει η Έρικα· ποτέ άλλοτε.

«Έρικα…» είπε σιγανά η Νερκάδλη, θηριοδαμάστρια και δούλα της Διεύθυνσης της Αρένας.

«Έρχομαι ακατάλληλη ώρα;»

«Καθόλου.» Η Νερκάδλη παραμέρισε από το κατώφλι και η Έρικα μπήκε σ’ένα δωμάτιο μετρίου μεγέθους, σαφώς μεγαλύτερο από πολλών άλλων δούλων της Αρένας. Είχε, μάλιστα, και παράθυρο, αν και καγκελωτό. Ένα κρεβάτι ήταν στη γωνία, και τριγύρω διάφορα έπιπλα, αντικείμενα, και ρούχα. Το μακρύ μαστίγιο της Νερκάδλης κρεμόταν στον τοίχο, κουλουριασμένο σαν πελώριο φίδι. Το Τρομερό Φίδι, το ονόμαζε η θηριοδαμάστρια.

Δύο στενά, κόκκινα μάτια φάνηκαν κάτω απ’το κρεβάτι, κι ένα αιλουροειδές ξεπρόβαλε αεράτα από εκεί. Είχε σκούρο καφέ τρίχωμα κι έμοιαζε με γάτα. Αλλά δεν ήταν γάτα, όπως πολύ καλά ήξερε η Έρικα. Ήταν γατίδα, και μπορούσε να σε σκοτώσει προτού προλάβεις να τραβήξεις το όπλο σου. Τις γατίδες τις φοβόνταν ακόμα και τα μεγάλα θηρία της Φεηνάρκια. Και τώρα η συγκεκριμένη κοίταζε την Έρικα εχθρικά με τα πορφυρά της μάτια.

Η Νερκάδλη έκλεισε τη δερματόπορτα. «Υπναρά!» φώναξε. «Κάτω!» δείχνοντας την από κάτω μεριά του κρεβατιού.

Η γατίδα σύριξε προς το μέρος της θηριοδαμάστριας επιδεικνύοντας τα κοφτερά δόντια της και υψώνοντας την ουρά της.

«Κάτω, Υπναρά!» πρόσταξε η Νερκάδλη, κι έκανε να πιάσει το Τρομερό Φίδι από τον τοίχο–

Ο Υπναράς είχε ήδη χωθεί κάτω απ’το κρεβάτι.

Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι στραβά. «Δεν ήταν ανάγκη να τον διώξεις. Τον βρίσκω συμπαθητικό.»

Η Νερκάδλη, μην έχοντας πιάσει το μαστίγιο, ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν είναι μακριά. Κάθισε, Έρικα.» Πλησίασε μια καρέκλα για να βγάλει μερικά ρούχα από πάνω. Σ’ένα μικρό τραπεζάκι υπήρχε φαγητό και, δείχνοντάς το, η Νερκάδλη είπε: «Θέλεις κάτι; Δεν έχω και πολλά, βέβαια…»

«Δε χρειάζομαι τίποτα,» αποκρίθηκε η Έρικα καθίζοντας στην καρέκλα και σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο.

Η Νερκάδλη κάθισε πίσω από το τραπεζάκι, αντίκρυ της. Δεν έβγαλε το βέλο από το πρόσωπό της. Ποτέ δεν το έβγαζε, παρά μόνο όταν ήταν μόνη. Ήταν άσχημα σημαδεμένη από τη δεξιά μεριά: ένας Ακάθιστος την είχε κάποτε χτυπήσει.

«Τι θα μπορούσα να κάνω για σένα, Έρικα;» Η Νερκάδλη ήταν η δεύτερη, και τελευταία, πράκτοράς της μέσα στην Αρένα της Κάρνατεβ. Όχι πως δύο πράκτορες εδώ πέρα ήταν λίγοι. Η Έρικα ήταν ικανοποιημένη. Όμως στην πόλη, γενικά, σίγουρα χρειαζόταν περισσότερους.

«Ο Χάραλκιρ μού είπε–» Η Έρικα σταμάτησε ξαφνικά να μιλά· έκανε νόημα, με το χέρι, στη Νερκάδλη να περιμένει μια στιγμή. Έβγαλε από το χιτώνιό της μια μικρή συσκευή που έπιανε τηλεπικοινωνιακά σήματα και την ενεργοποίησε. Κοίταξε τις ενδείξεις. Καθαρός από κοριούς τής φαινόταν ο χώρος. Απενεργοποίησε τη συσκευή. «Έχεις επικοινωνιακό δίαυλο εδώ μέσα; Που λειτουργεί με καλώδιο;»

«Όχι.» Η Νερκάδλη την κοίταζε συνοφρυωμένη.

«Εντάξει,» είπε η Έρικα κρύβοντας πάλι τη μικρή συσκευή μέσα στο χιτώνιό της· «κανένας δεν παρακολουθεί το δωμάτιό, πιστεύω.»

«Νόμιζες ότι κάποιος το παρακολουθούσε;»

«Μπορείς να το ρισκάρεις;»

Η Νερκάδλη γέλασε. «Παραείσαι προσεχτική, Έρικα!»

«Αυτή είναι η δουλειά μου.

»Ο Χάραλκιρ μού είπε ότι του είπες πως κρυφάκουσες τον Αρχισυγκλητικό να λέει κάτι…»

Η θηριοδαμάστρια ένευσε. «Ναι. Μιλούσε με τον Εύβουλο, τον αρχηγό των Επιφανών Κρανοφόρων. Βρίσκονταν στην Αρένα, για έναν αγώνα. Και ο Εύβουλος έλεγε στον Αρχισυγκλητικό ότι δεν θα κατάφερνε να σκοτώσει τον Αβέρναλ με ‘ερασιτέχνες φονιάδες’ – ακριβώς έτσι το είπε, το θυμάμαι. Καλύτερα, είπε, να προσλάμβανε ο Αρχισυγκλητικός κάποιους επαγγελματίες. Και ο Αρχισυγκλητικός τον ρώτησε αν ο Εύβουλος πρότεινε τους μισθοφόρους του, οπότε ο Εύβουλος γέλασε και απάντησε ότι εκείνος δεν είχε δολοφόνους στην ομάδα του. ‘Υπάρχουν, όμως, οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί, Εντιμότατε,’ είπε. Ξέρεις ποιοι είναι οι Θηριόπνευστοι, Έρικα;»

«Μου είπε ο Χάραλκιρ, αν και κάπου τους είχε πάρει τ’αφτί μου και παλιότερα… Ο Εύβουλος, λοιπόν, ήταν που τους πρότεινε στον Αρχισυγκλητικό;»

«Ναι· κι ο Αρχισυγκλητικός συμφώνησε. Έτσι νομίζω, τουλάχιστον.»

«Είπαν πότε θα γίνει η απόπειρα δολοφονίας;»

«Όχι.»

«Πώς μπορεί κάποιος να έρθει σε επαφή με τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, ξέρεις, Νερκάδλη; Πρέπει να πάει στις ανατολικές ακτές του Ωκεανού;»

Η Νερκάδλη κούνησε το κεφάλι. «Δε νομίζω. Εκεί είναι το άντρο τους, και μάλλον δεν θέλουν κανένας να γνωρίζει πού βρίσκεται.»

«Κανένας; Κανένας απολύτως;»

Η Νερκάδλη ανασήκωσε τους ώμους. «Αυτό ξέρω.»

«Επομένως, πώς μπορείς να έρθεις σε επαφή μαζί τους;»

«Μέσα από την πόλη, υποθέτω. Πρέπει να υπάρχει κάποιος σύνδεσμος…»

«Αλλά δεν γνωρίζεις ποιος…»

«Όχι.»

Η Έρικα έβγαλε ένα χαρτονόμισμα των τριάντα ευγενών από το βαλάντιό της και το έδωσε στη Νερκάδλη. «Σ’ευχαριστώ.» Κανονικά, οι δούλοι απαγορευόταν να κρατάνε χρήματα, αλλά υπήρχαν αρκετοί – όπως η Νερκάδλη – που τα έκρυβαν και συναλλάσσονταν με έμπιστους ανθρώπους που ήξεραν ότι δεν θα τους πρόδιδαν.

«Αυτό είναι επιπλέον;» ρώτησε η θηριοδαμάστρια, συνοφρυωμένη, καθώς έπαιρνε το χαρτονόμισμα. «Επιπρόσθετο σε σχέση με…;»

«Ναι,» είπε η Έρικα. «Μου έδωσες μια πολύ σημαντική πληροφορία.»

«Σοβαρά; Σ’ενδιαφέρει τόσο αν θα σκοτώσουν τον Αβέρναλ;»

«Όχι όμως επειδή με νοιάζει για το άτομό του, ή για τις δυνάμεις που πιθανώς να υπηρετεί.»

«Πιστεύεις ότι υπηρετεί δυνάμεις ενάντιες στην πόλη;»

«Δεν είμαι σίγουρη, Νερκάδλη. Δεν αποκλείεται, όμως. Εσύ τι λες;»

«Πού να ξέρω εγώ; Οι μισοί ακούω να τον βρίζουν, οι άλλοι μισοί να τον έχουν κάνει μάρτυρα.»

«Μάλιστα… Οι δουλειές εδώ πώς πηγαίνουν, κατά τα άλλα;» τη ρώτησε η Έρικα αλλάζοντας θέμα. «Όλα εντάξει;»

«Ναι. Πρόσφατα ο Χάραλκιρ μού ζήτησε να μάθω κάποια πράγματα για έναν μονομάχο· τα έμαθα και του τα είπα.»

«Σε πλήρωσε;»

«Φυσικά.»

«Με τον Βακράντελ, επίσης όλα εντάξει;»

Η Νερκάδλη κατένευσε, σχεδόν ντροπαλά.

Η Έρικα μειδίασε λιγάκι στραβά. «Ωραία,» είπε. Ο Βακράντελ ήταν ένας μονομάχος της Αρένας τον οποίο η Νερκάδλη επιθυμούσε ερωτικά αλλά δεν ήξερε πώς να τον πλησιάσει εξαιτίας της δυσμορφίας της. Ο Χάραλκιρ, όταν είχε τύχει να το μάθει, της είχε πει ότι ήξερε κάποια που ίσως – ίσως – να μπορούσε να τη βοηθήσει. Η Νερκάδλη είχε δείξει ενδιαφέρον, κι έτσι είχε καταλήξει να γίνει πράκτορας της Έρικας Σάλκερκοφ στην Αρένα.

Η Έρικα σηκώθηκε απ’την καρέκλα της. «Ελπίζω να μου λες την αλήθεια.»

«Γιατί να σου πω ψέματα;» αποκρίθηκε η Νερκάδλη καθώς κι εκείνη σηκωνόταν.

«Αν θέλεις κι άλλο από εκείνο το σκεύασμα, μπορώ να σε προμηθεύσω.» Η Έρικα τής είχε, φυσικά, δώσει Άρωμα Ανοιξιάτικης Νύκτας, αγορασμένο από τη Βολδέριλ και προερχόμενο από φυτά του Κρυφού Κήπου της εν λόγω πόλης. Παρόξυνε τις ερωτικές αισθήσεις των αντρών. Η ίδια η Έρικα το είχε ανακαλύψει κάποτε κατά τύχη μαζί με τον Ζαώρδιλ. Ο έμπορος από τον οποίο το είχε τότε αγοράσει είχε παραλείψει να της διευκρινίσει ότι παρόξυνε τις ερωτικές αισθήσεις μόνο των αντρών, και η Έρικα είχε, στην αρχή, παραξενευτεί.

«Δε νομίζω ότι χρειάζεται,» είπε η Νερκάδλη. «Κατά πρώτον, μου έχει μείνει λίγο ακόμα. Κατά δεύτερον… παραείναι αποτελεσματικό, Έρικα, δεν είναι;»

Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι λοξά. Κι εκείνη το ίδιο είχε συμπεράνει με τον Ζαώρδιλ. «Πράγματι,» αποκρίθηκε.

Η Νερκάδλη γέλασε πίσω από το βέλο της.

«Πηγαίνω,» είπε η Έρικα, δίνοντάς της το χέρι. «Θα τα ξαναπούμε, αργά ή γρήγορα.»

Η Νερκάδλη αντάλλαξε μια δυνατή χειραψία μαζί της, ο Υπναράς σύριξε κάτω απ’το κρεβάτι με τα κόκκινα μάτια του να γυαλίζουν μέσα απ’το σκοτάδι, και η Έρικα έφυγε απ’το δωμάτιο της θηριοδαμάστριας.

Ακολούθησε αντίστροφα τους διαδρόμους της πτέρυγας των δούλων και βγήκε από την Αρένα.

Ο Χάραλκιρ την περίμενε έξω και, βλέποντάς την, την πλησίασε. «Έχεις πάρει μεσημεριανό;»

«Κερνάς;»

«Ναι.»

Πήγαν προς έναν στάβλο που βρισκόταν κοντά στην Αρένα και πήραν από εκεί το άλογο του Χάραλκιρ. Ο Χάραλκιρ το καβάλησε κι έδωσε το χέρι του στην Έρικα για ν’ανεβεί πίσω του στη σέλα.

«Θα μείνεις σήμερα στην πόλη;» τη ρώτησε καθώς έβαζε το ζώο να τροχάσει.

«Θα δω. Πρέπει να φύγω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.»

«Γιατί;»

«Ο Βασιληάς Ράνελμον με περιμένει.»

«Δεν το ήξερα ότι είχες συναναστροφές με τον Βασιληά των Γεφυρωμένων Νήσων.»

«Δεν έχω,» αποκρίθηκε η Έρικα. «Ακόμα.»

Ο Χάραλκιρ γέλασε καθώς οδηγούσε το άλογό του προς την Κεντρική Αγορά της Κάρνατεβ. «Πάμε κάπου να φας καλά, τουλάχιστον. Δεν κάνει να συναντάς βασιληάδες νηστική.»

Η Έρικα μειδίασε λιγάκι στραβά κάτω από τη σκιά της κουκούλας του μαγικού μανδύα της.

Κεφάλαιο Δεύτερο
Στην Αυλή των Γεφυρωμένων Νήσων

Η πινακίδα πλάι στο εκδοτήριο εισιτηρίων του μεγάλου πλοίου έγραφε:

 

 

Η Έρικα πλήρωσε τρία ευγενή και εννιά δέκατα, πήρε το εισιτήριό της, και, αφού περίμενε περίπου μια ώρα στο λιμάνι της Κάρνατεβ, βλέποντας όχι και τόσο ευχάριστα θεάματα μέσα στη νύχτα (είχε δει, βέβαια, και πολύ χειρότερα στη ζωή της), επιβιβάστηκε στο μεγάλο μηχανοκίνητο πλοίο μαζί με άλλους επιβάτες. Ο καιρός ήταν χειρότερος από το μεσημέρι· φυσούσε δυνατότερα, αλλά ευτυχώς δεν είχε βρέξει (ακόμα). Η Έρικα υποπτευόταν ότι ίσως να μην έκανε καλό ταξίδι. Είμαι σε μηχανοκίνητο σκάφος, όμως· δε θ’αργήσω να φτάσω στο Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων. Γι’αυτό κιόλας δεν είχε πάρει κάποιο βοτάνι για τη ζαλάδα, αν και είχε μαζί της.

Ο μαγικός της μανδύας ήταν τυλιγμένος προστατευτικά επάνω της καθώς η Έρικα ανέβαινε στο κατάστρωμα του μεγάλου πλοίου. Διατηρούσε τη θερμοκρασία του σώματός της σταθερή, κι έτσι εκείνη δεν αισθανόταν να κρυώνει καθόλου από τον ψυχρό νυχτερινό αγέρα του Ωκεανού που πιτσίλιζε, κάπου-κάπου, το πρόσωπό της με αλμυρό νερό παρότι ήταν κρυμμένο μέσα στην κουκούλα της.

Οι μηχανές του πλοίου μπήκαν σε λειτουργία όταν και ο τελευταίος επιβάτης είχε ανεβεί. Στο κέντρο ισχύος του σκάφους κάποιος μάγος ή μάγισσα ρύθμιζε την ενεργειακή ροή μέσω Μαγγανείας Κινήσεως. Και ο πιλότος του τώρα το ξεκίνησε· έβαλε τις γιγάντιες προπέλες να το απομακρύνουν από το λιμάνι της Κάρνατεβ.

Ο Κίονας του Φωτός φάνταζε μαγευτικός μέσα στη νύχτα, καθώς κατερχόταν από τους σκοτεινούς ουρανούς για να κρυφτεί ανάμεσα στα οικοδομήματα της πόλης. Η Έρικα τον κοίταζε για κάμποση ώρα, ενώ το πλοίο ξεμάκραινε από την Κάρνατεβ και τις βόρειες ακτές του Ωκεανού. Μετά, τον έχασε από τα μάτια της. Παντού γύρω της ήταν θάλασσα που ασήμιζε από το φως των τριών φεγγαριών της Φεηνάρκια.

Και το καράβι έκανε πέρα-δώθε κάτω από τα πόδια της… πέρα-δώθε… πέρα-δώθε… Η Έρικα πήρε μια βαθιά ανάσα, κι αποφάσισε να παραμείνει στο κατάστρωμα. Αρκετοί άλλοι επιβάτες ήταν εδώ, παρατήρησε, κουκουλωμένοι στις κάπες τους. Μπορεί να ήταν καλοκαίρι αλλά το κρύο ήταν δυνατό, λόγω της νύχτας και του αέρα.

Τα ξύλα και τα μέταλλα του πλοίου έτριζαν καθώς το μεγάλο σκαρί έπλεε νότια· και όσο περισσότερο ταξίδευε τόσο περισσότερο ο καιρός φαινόταν να χαλά. Το πέρα-δώθε είχε αρχίσει να γίνεται εντονότερο, και η Έρικα σκεφτόταν τώρα να πάρει εκείνο το βοτάνι καλύτερα, όταν, απρόσμενα, αισθάνθηκε τα σωθικά της να αναποδογυρίζουν. Γαμήσου! Έγειρε στο πλάι, πιασμένη από την άκρη της κουπαστής, και ξέρασε προς τη θάλασσα. Ευτυχώς, δεν είχε φάει και τίποτα το σπουδαίο ύστερα από εκείνο το μεσημεριανό γεύμα με τον Χάραλκιρ…

Καθίζοντας στο κατάστρωμα, με την πλάτη στην κουπαστή, έβγαλε από τον σάκο της το φιαλίδιο με το βοτάνι, άνοιξε την τάπα, και ήπιε το περιεχόμενο. Και ξέρασε τα πάντα – ξανά. Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος! έπρεπε να το είχε πιει προτού ανεβεί στο σκάφος. Γιατί είχε κάνει τέτοια ανοησία; Της φαινόταν ότι ο καιρός θα καλυτέρευε, έτσι όπως πήγαινε; Η Έρικα καταριόταν την έλλειψη προνοητικότητάς της όσο οι ώρες περνούσαν και το πλοίο ταλαντευόταν επάνω στα μεγάλα κύματα του Ωκεανού. Στην ανοιχτή θάλασσα, ο καιρός ήταν πολύ άσχημος απόψε, όπως αποδεικνυόταν. Η Έρικα είχε κουλουριαστεί πλάι στην κουπαστή, και ο μαγικός της μανδύας ήταν τυλιγμένος επάνω της σαν να προσπαθούσε, μάταια, να την παρηγορήσει.

Σε κάποια στιγμή (η Έρικα είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου, και δεν τολμούσε να κοιτάξει ούτε το ενεργειακό ρολόι στον καρπό της) ένας ναύτης την πλησίασε ρωτώντας αν η κυρία θα ήθελε κάποια βοήθεια. «Όχι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Εντάξει είμαι… Εντάξει.»

Αργότερα, όταν ο άνεμος είχε πέσει λίγο αλλά η Έρικα εξακολουθούσε να είναι κουρέλι, άκουσε κάποιους παραδίπλα να συζητάνε για πειρατές.

«…Ο Ωκεανός έχει γεμίσει από δαύτους σα νάναι κατάρα των θεών! Με τους Παντοκρατορικούς, τουλάχιστον, φοβόνταν λιγάκι. Όχι πως οι Παντοκρατορικοί ήταν καλοί, δηλαδή· αλλά η πειρατεία ήταν περιορισμένη.»

«Κείνο τον καιρό, Φράλδελ, όλοι βλέπανε τους πειρατές σαν ήρωες που πολεμούσαν τους Παντοκρατορικούς.»

«Όχι όλοι. Όχι αυτοί που πέφτανε θύματά τους–»

«Ακόμα κι αυτοί που πέφτανε θύματά τους, ορισμένες φωνές,» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή (οι άλλες δύο, ώς τώρα, ήταν αντρικές).

«Μιλάς εκ πείρας;»

«Πράγματι, κύριος. Είχα πέσει ‘θύμα’ των πειρατών μια φορά, παλιότερα, επί Παντοκρατορίας. Δε με πείραξαν καθόλου, σας διαβεβαιώνω.»

«Θα ήσασταν από τις εξαιρέσεις, τότε!»

«Δεν το νομίζω.»

«Ποιος ήταν ο καπετάνιος τους;»

«Χίρμωντ λεγόταν. Ήταν Πρόμαχος της Επανάστασης, μου είπε. Πολύ συμπαθητικός τύπος, μάλιστα.»

«Συνήθως οι πειρατές δεν είναι έτσι, κυρία μου. Όχι σήμερα, τουλάχιστον!»

«Και πού βρίσκεται τώρα αυτός ο Χίρμωντ; Νομίζω πως τον έχω ξανακούσει, αλλά μόνο ως επαναστάτη, όχι ως πειρατή. Τώρα τι κάνει;»

«Δεν ξέρω, κύριος. Αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που τον είδα.»

Η Έρικα είχε κουραστεί να τους ακούει, αλλά ο μαγικός της μανδύας δεν μπορούσε να αποτρέψει και τον ήχο απ’το να έρχεται στ’αφτιά της· μόνο τη θερμοκρασία του σώματός της μπορούσε να ρυθμίζει.

Κάποτε, κοιμήθηκε–

γιατί άργησες; τη ρώτησε ο Ζαώρδιλ: έχασες όλο το γλέντι!

μια γυναίκα ήταν καθισμένη στην αγκαλιά του, καστανομάλλα και λευκόδερμη, πολύ όμορφη: η Ανρίθα-Νοθ. γελούσε και κάπνιζε. το ένα χέρι του Ζαώρδιλ ήταν κάτω από το γόνατό της.

τι κάνεις εσύ εκεί; τη ρώτησε η Έρικα, θυμωμένη.

βαρεθήκαμε να σε περιμένουμε, Έρικα! είπε η Ανρίθα-Νοθ.

γιατί άργησες τόσο; τη ρώτησε ο Ζαώρδιλ στρίβοντας ένα τσιγάρο: έχασες όλο το γλέντι. θέλεις να καπνίσεις;

–και ξύπνησε απότομα, σχεδόν τρομαγμένη, από τα τραντάγματα του πλοίου. Πήρε μερικές βαθιές αναπνοές, για να μην ξεράσει ξανά.

Η Ανρίθα μαζί με τον Ζαώρδιλ; Τι ανόητο όνειρο!

Λες να μην έκανα καλά που την άφησα στη Βελτέρντιθ; Παραέχει γίνει γκρινιάρα και τολμηρή, τελευταία.

Μη σκέφτεσαι σαχλαμάρες, Έρικα. Δεν είναι τώρα ώρα για να σκέφτεσαι σαχλαμάρες!

Κοίταξε το ρολόι της. Δεν πρέπει ν’αργούμε να φτάσουμε… Πέντε ώρες είχαν ήδη περάσει. Είχαν σταματήσει σε κανένα λιμάνι, άραγε, όσο εκείνη κοιμόταν; Σε κάποιο από τα μικρότερα νησιά πριν από αυτά του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων; Ήταν τόσο ζαλισμένη…

Έμεινε ακίνητη, ακούγοντας το βουητό των μηχανών, τη θάλασσα, και το σφύριγμα του ανέμου. Τώρα κανένας δεν συζητούσε κοντά της. Και, με μια ματιά στο κατάστρωμα, είδε πως δεν βρίσκονταν πια παρά ελάχιστοι εδώ· οι περισσότεροι είχαν πάει κάτω, στο εσωτερικό του πλοίου. Κι εκείνη θα είχε πάει στο εσωτερικό του πλοίου δίχως αμφιβολία αν δεν είχε τον μαγικό της μανδύα. Τώρα, όμως, που τον είχε προτιμούσε να είναι εδώ και να φυσά ο αέρας στο πρόσωπό της· την έκανε να ζαλίζεται λιγότερο.

*

Το μεγάλο πλοίο έφτασε στη Νουσράκλη, την πρωτεύουσα του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων, λίγο προτού ξημερώσει. Ο καπετάνιος ζήτησε, μέσω μεγαφώνου, από τους επιβάτες να αποβιβαστούν. Ένας ναύτης ρώτησε την Έρικα αν χρειαζόταν καμια βοήθεια, ενώ εκείνη σηκωνόταν όρθια. Του αποκρίθηκε πως, όχι, δεν χρειαζόταν βοήθεια· και, παίρνοντας τον σάκο της από κάτω, κατευθύνθηκε προς τις σκάλες του σκάφους.

Σχεδόν παραπατώντας βγήκε στο λιμάνι της Νουσράκλης που φωτιζόταν από ενεργειακές λάμπες βρισκόμενες στην κορυφή ψηλών πέτρινων κολονών. Επιβατικές άμαξες περίμεναν να πάρουν πελάτες που αποβιβάζονταν από το πλοίο. Η Έρικα πλησίασε μία μικρή που την τραβούσε ένα μόνο άλογο, και ανεβαίνοντας είπε στην αμαξά: «Στο κοντινότερο ξενοδοχείο. Που να είναι, όμως, λιγάκι καλό.»

«Να σας πάω στον Ψηλό Βράχο

«Είναι κοντινό και αρκετά καλό;»

«Ναι.»

«Πάμε τότε. Πόσο κοστίζει η διαδρομή;»

«Ένα τέταρτο. Αλλά περιμένετε λίγο μήπως πάρουμε και κανέναν άλλο πελάτη.»

«Σε πληρώνω ένα κάπα για να ξεκινήσεις τώρα.»

«Ό,τι πείτε εσείς, κυρία.» Η αμαξάς χτύπησε το άλογό της με τα γκέμια φωνάζοντας «Πάμε, Μαύρε μου!» και η άμαξα άρχισε να κυλά γρήγορα πάνω στους πλακόστρωτους δρόμους της Νουσράκλης.

Πέρασαν κάτω από μια μεγάλη καμάρα, μέσα στην οποία υπήρχε μια πόρτα που, αν η Έρικα κατάλαβε καλά – και δε νόμιζε ότι έκανε λάθος – οδηγούσε σε πορνείο, και μετά έφτασαν μπροστά στον Ψηλό Βράχο: ένα γιγάντιο οικοδόμημα, σε σύγκριση μ’αυτά γύρω του. Η Έρικα πλήρωσε την αμαξά ένα κύμα, όπως της είχε υποσχεθεί, και βγήκε απ’την άμαξά της.

«Γεια σας, κυρία,» είπε εκείνη, και μαστίγωσε πάλι το ζώο της, φεύγοντας.

Η Έρικα μπήκε στο ξενοδοχείο, έκλεισε ένα δωμάτιο στον τέταρτο όροφο, ανέβηκε, και ξάπλωσε για να κοιμηθεί επάνω στο μαλακό κρεβάτι. Μονάχα τις μπότες της έβγαλε.

Ξύπνησε νιώθοντας κάποιος να τη χαϊδεύει σχεδόν σαν εραστής. Τα μάτια της άνοιξαν αυτομάτως κι ανασηκώθηκε απότομα πάνω στο στρώμα, πιάνοντας το ξιφίδιο στη ζώνη της. Όμως δεν ήταν παρά ο ζωντανός της μανδύας, ο θεός μέσα του. Γι’αυτό η Έρικα δεν ήθελε να κοιμάται ποτέ φορώντας τον. Τη φρίκαρε!

Αναστενάζοντας σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και, παραμερίζοντας τις κουρτίνες του παραθύρου, είδε πως ήταν πρωί. Κοίταξε το ρολόι της. Δέκα παρά δέκα. Πρέπει να ετοιμαστώ. Έβγαλε τον μανδύα της (έχοντας την εντύπωση πως της έφερε κάποια μικρή αντίσταση, μη θέλοντας να ξεκολλήσει από πάνω της) και τον κρέμασε στην κρεμάστρα. Έβγαλε και τα υπόλοιπα ρούχα της και μπήκε στο μπάνιο για να κάνει ένα γρήγορο ντους. Δε μπορούσε να πάει να συναντήσει τον Βασιληά των Γεφυρωμένων Νήσων με τον ιδρώτα και την αλμύρα του καραβιού ακόμα επάνω της.

*

Οι δύο φρουροί στην πύλη του κήπου του παλατιού την ατένιζαν με καχυποψία. Ίσως εξαιτίας του λευκού της δέρματος που την αναγνώριζε ως, κατά πάσα πιθανότητα, εξωδιαστασιακή και, ενδεχομένως, πρώην Παντοκρατορική.

«Είναι πολύ σημαντικό να του μιλήσω τώρα,» εξήγησε η Έρικα. «Παρακωλύετε μια σοβαρή πληροφορία απ’το να φτάσει στ’αφτιά του Μεγαλειότατου.»

«Ο Μεγαλειότατος είναι πολυάσχολος άνθρωπος,» είπε ο ένας φρουρός· «δεν δέχεται τον καθένα ό,τι ώρα νάναι. Σας είπαμε: θα τον ειδοποιήσουμε για εσάς, αν μας–»

«Τονίζω και πάλι: πρόκειται για κάτι πολύ σημαντικό το οποίο δεν μπορεί να περιμένει.»

Ο άλλος φρουρός είπε: «Θέλετε να μας εξηγήσετε τι είναι αυτό το σημαντικό;»

Η Έρικα αναστέναξε. «Θα προτιμούσα να το εξηγήσω στον Βασιληά σας.»

«Τότε δεν είναι δυνατόν να τον ειδοποιήσουμε αμέσως–»

«Πρόκειται για τον Αβέρναλ, τον δημοσιογράφο.»

Οι δύο φρουροί έμειναν σιωπηλοί στο άκουσμα αυτού του ονόματος. Ωραία, σκέφτηκε η Έρικα, απηυδισμένη. Με πήραν στα σοβαρά, επιτέλους!

«Είναι σημαντικό να του μιλήσω τώρα,» τόνισε ξανά. «Με κάθε ώρα που περνά κάποιος κίνδυνος πλησιάζει. Δεν μπορώ να πω περισσότερα σε εσάς.» Ποιος μου εγγυάται ότι δεν είστε κατάσκοποι του Αρχισυγκλητικού; Αν και δεν το πίστευε αυτό. Αν ο Αρχισυγκλητικός της Κάρνατεβ είχε ανθρώπους του μέσα στο παλάτι της Νουσράκλης, θα έστελνε, την πρώτη φορά, φονιάδες που δεν ήταν καν από το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων για να σκοτώσουν τον Αβέρναλ;

Οι φρουροί αλληλοκοιτάχτηκαν και, τελικά, ο ένας είπε: «Περιμένετε.» Μπήκε στον κήπο και η Έρικα τον είδε να μιλά σ’έναν τηλεπικοινωνιακό δίαυλο. Μετά επέστρεψε κοντά της και είπε: «Περάστε. Θα σας συνοδέψω σε μια αίθουσα αναμονής.»

Η Έρικα τον ακολούθησε μέσα στον κήπο, ο οποίος ήταν γεμάτος φυτά κι αγάλματα, και έφτασαν στο εσωτερικό του παλατιού. Διέσχισαν έναν διάδρομο και ο φρουρός άνοιξε μια πόρτα. «Εδώ θα περιμένετε,» είπε, και η Έρικα μπήκε σε μια αίθουσα επιπλωμένη ως καθιστικό.

«Ευχαριστώ,» αποκρίθηκε· αλλά ο φρουρός ήδη έφευγε και μια υπηρέτρια έμπαινε ρωτώντας αν η κυρία θα ήθελε να της φέρουν κάτι.

«Έχετε τσάι;»

«Μάλιστα, κυρία.» Η υπηρέτρια έφυγε ξανά.

Όταν επέστρεψε, η Έρικα καθόταν στον καναπέ, κι εκείνη τής πρόσφερε μια κούπα γεμάτη αρωματικό τσάι. «Ο Μεγαλειότατος θα σας δεχτεί συντόμως, κυρία.»

«Ευχαριστώ.»

Η υπηρέτρια άρχισε να ξεσκονίζει το δωμάτιο: γωνίες και αντικείμενα που δεν φαινόταν να έχουν και τόση ανάγκη από ξεσκόνισμα. Της είπαν να είναι κοντά μου για να με παρακολουθεί, συμπέρανε η Έρικα πίνοντας μια μικρή γουλιά από το τσάι της. Δε διψούσε αλλά δεν ήθελε να φανεί αγενής.

Έξω απ’το παράθυρο φαινόταν ο κήπος του παλατιού, ή, μάλλον, μερικά από τα δέντρα και τα φυτά του. Ένα μεγάλο, γαλανόφτερο πουλί, πιασμένο σ’ένα κλαδί, παρατηρούσε την Έρικα με γυαλιστερά μάτια. Στους τοίχους της αίθουσας πίνακες κρέμονταν, απεικονίζοντας ανθρώπους που η Έρικα δεν είχε ιδέα ποιοι μπορεί να ήταν, αλλά και τοπία τα οποία ήταν όμορφα ακόμα κι αν δεν τα ήξερε. Όλα τους κοντά σε θάλασσα. Όλα τους, αναμφίβολα, από το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων.

Ένας φρουρός δεν άργησε να έρθει στην αίθουσα – όχι κάποιος από τους δύο που ήταν στην πύλη του κήπου. «Ο Μεγαλειότατος θα σας μιλήσει τώρα, κυρία. Ακολουθήστε με.»

Η Έρικα σηκώθηκε και τον ακολούθησε, περνώντας από διαδρόμους και βγαίνοντας πάλι στον κήπο. Επάνω σ’ένα λιθόστρωτο μονοπάτι βάδισαν οι δυο τους και έφτασαν, τελικά, σ’ένα υπόστεγο, όπου γύρω από ένα στρογγυλό, ξύλινο τραπέζι κάθονταν ένας άντρας και δύο γυναίκες. Παραδίπλα στέκονταν δύο πάνοπλοι σωματοφύλακες, με μεγάλα πιστόλια στις ζώνες και σπαθιά στην πλάτη.

Ο άντρας ήταν πορφυρόδερμος, γκριζομάλλης, και τουλάχιστον πενήντα χρονών. Φορούσε μαύρη τουνίκα με αργυρό σιρίτι και γκρίζο παντελόνι. Η μία από τις δύο γυναίκες είχε δέρμα κατάμαυρο και σίγουρα είχε περάσει τα σαράντα· πρέπει να ήταν καμια πενταετία μεγαλύτερη από την Έρικα. Τα μαλλιά της ήταν γαλανά και μακριά, και φορούσε πράσινο, έξωμο φόρεμα και ψηλά πράσινα γάντια που έφταναν ώς τον αγκώνα. Η άλλη γυναίκα ήταν στα είκοσί της, και είχε κι αυτή κατάμαυρο δέρμα και γαλανά μαλλιά. Η όψη της έμοιαζε με της μεγαλύτερης γυναίκας. Η σύζυγος και η θυγατέρα του Βασιληά;

Και οι τρεις σηκώθηκαν από το τραπέζι, και ο άντρας – ο Βασιληάς Ράνελμον· η Έρικα είχε δει φωτογραφίες του – είπε: «Καλημέρα σας… κυρία…;»

«Έρικα, Μεγαλειότατε. Έρικα Σάλκερκοφ,» κάνοντας μια σύντομη υπόκλιση.

«Έρικα Σάλκερκοφ,» είπε ο Βασιληάς Ράνελμον, παρατηρώντας την. «Δεν είστε από τα μέρη μας, υποθέτω…»

«Αντιθέτως, βρίσκομαι πολλά χρόνια στη Φεηνάρκια, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε η Έρικα χαμογελώντας λιγάκι λοξά. «Την αισθάνομαι σαν πατρίδα μου πλέον.»

«Ποιος ο λόγος της επίσκεψής σας, κυρία Έρικα Σάλκερκοφ; Μου είπαν κάτι για τον Αβέρναλ…»

«Γι’αυτόν έρχομαι, Μεγαλειότατε. Αλλά πρώτα θα ήθελα να σας εξηγήσω ποια είμαι και γιατί βρίσκομαι εδώ, αν έχετε τον χρόνο.»

«Ασφαλώς,» είπε ο Ράνελμον. «Καθίστε.» Έτεινε το χέρι του προς μια καρέκλα του τραπεζιού, και η Έρικα κάθισε εκεί. Οι υπόλοιποι κάθισαν στις καρέκλες όπου κάθονταν προτού σηκωθούν. Ο Βασιληάς έδειξε, με μια ευγενική χειρονομία, τη μεγαλύτερη μαυρόδερμη γυναίκα. «Από εδώ η σύζυγός μου, η Πρώτη Πριγκίπισσα Σεϊλίκρα. Κι από εδώ,» έδειξε τη νεότερη γυναίκα, «η κόρη μου, η Πριγκίπισσα Ρασλέδη.»

«Χαίρω πολύ,» αποκρίθηκε η Έρικα. Οι γυναίκες δεν της μίλησαν· η Βασίλισσα μόνο άναψε ένα μακρύ τσιγάρο. Κι οι δυο τους την ατένιζαν με καχυποψία, σχεδόν σαν τους φρουρούς στην πύλη του κήπου.

Ο Βασιληάς χτύπησε τα δάχτυλά του κι ένας υπηρέτης ήρθε αμέσως, προσφέροντας στην Έρικα γλυκίσματα από το κέντρο του τραπεζιού καθώς και μια κούπα κρασί.

«Λοιπόν;» είπε ο Ράνελμον. «Σας ακούω, κυρία Σάλκερκοφ.»

«Διευθύνω ένα δίκτυο πληροφοριών, Μεγαλειότατε. Και είναι αρκετά εκτεταμένο: από τη δυτική Φεηνάρκια ώς εδώ. Κάνουμε κάθε είδους δουλειές εκτός από δολοφονίες. Ανακαλύπτουμε μυστικά που είναι καλά κρυμμένα, παρακολουθούμε υπόπτους, διασταυρώνουμε πληροφορίες, βρίσκουμε χαμένα άτομα· καταλαβαίνετε, πιστεύω.»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε ο Ράνελμον έχοντας κι εκείνος τώρα ανάψει ένα τσιγάρο. Υψώνοντας το χέρι του έγνεψε στον υπηρέτη ξανά, κι εκείνος πάτησε ένα κουμπί επάνω σ’ένα ηχοσύστημα που βρισκόταν κάτω από το υπόστεγο. Ελαφριά μουσική άρχισε να παίζει. Η Έρικα αναρωτήθηκε αν ο Βασιληάς το είχε κάνει αυτό για να μην τους κρυφακούσει κανένας, αλλά δεν ρώτησε.

Συνέχισε: «Μας εμπιστεύονται οι άρχοντες πολλών πόλεων, Βασιληά μου, αν και είμαι βέβαιη ότι δεν θα γνωρίζετε κάποιους με τους οποίους έχουμε συνεργαστεί πιο στενά.»

«Θα ήθελα να μάθω ποιοι είναι, ωστόσο.»

«Βρίσκονται στη δυτική Φεηνάρκια, πολύ μακριά από εδώ,» είπε η Έρικα, «και ίσως να μην επιθυμούσαν να αναφέρω τα ονόματά τους.»

«Ήρθατε, λοιπόν, για να μου προσφέρετε τις υπηρεσίες σας;»

«Και αυτό, αλλά όχι μόνο. Κατ’αρχήν, η πρώτη πληροφορία που θα σας δώσω είναι δωρεάν: και είναι πολύ σημαντική, νομίζω. Αφορά τον άνθρωπο στον οποίο έχετε προσφέρει άσυλο: τον Αβέρναλ, τον δημοσιογράφο.»

«Τι συμβαίνει με τον Αβέρναλ;»

«Ελπίζω όλα όσα λέμε να μη διαρρεύσουν, Μεγαλειότατε. Δουλεύω πάντοτε εμπιστευτικά.»

«Οι άνθρωποι που βρίσκονται γύρω μας είναι όλοι έμπιστοι, κυρία Σάλκερκοφ· αλλιώς δεν θα βρίσκονταν γύρω μας. Πείτε ελεύθερα ό,τι έχετε να πείτε.»

«Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, ο Αρχισυγκλητικός της Κάρνατεβ σχεδιάζει να δολοφονήσει τον Αβέρναλ μέσα στο ίδιο σας το παλάτι.»

«Το επιχείρησε ήδη μία φορά,» είπε ο Ράνελμον δίχως να μοιάζει εντυπωσιασμένος, «και απέτυχε.»

«Το γνωρίζω. Θα προσπαθήσει ξανά, όμως. Με ικανότερους δολοφόνους.»

Ο Βασιληάς την ατένισε ερωτηματικά, καπνίζοντας. Το τσιγάρο του τελείωνε.

«Θα έχετε ακούσει για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, υποθέτω, Μεγαλειότατε…»

«Θα στείλει τους Θηριόπνευστους Αδελφούς εναντίον μου;»

«Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, ναι, ακριβώς αυτό σχεδιάζει να κάνει.»

Ο Ράνελμον έσβησε το τσιγάρο του μέσα σ’ένα τασάκι καμωμένο από κάποιου είδους όστρακο. «Αυτό που ισχυρίζεστε είναι πολύ σοβαρό. Ζητάτε αμοιβή για την πληροφορία σας, ή δεν είστε και τόσο σίγουρη γι’αυτήν;»

«Σίγουρη είμαι, Μεγαλειότατε, αλλά, όπως σας είπα, η συγκεκριμένη πληροφορία δίνεται δωρεάν.»

«Για ποιο λόγο; Είστε εχθρός της Κάρνατεβ;»

«Καθόλου.»

«Του Αρχισυγκλητικού, τότε;»

«Ούτε,» είπε η Έρικα. «Απλώς θα επιθυμούσα να έχω μια καλή συνεργασία μαζί σας. Να ξέρετε πως, αν με χρειάζεστε, μπορείτε να με καλέσετε. Και, αν έχετε την καλοσύνη, θα μπορούσατε επίσης να με βοηθήσετε να φέρω το δίκτυό μου στη Νουσράκλη.»

«Δεν είστε εξαπλωμένη ώς εδώ;»

«Φοβάμαι πως όχι. Ακόμα και στην Κάρνατεβ έχω ελάχιστους ανθρώπους.»

«Αυτοί, όμως, οι ελάχιστοι άνθρωποι έμαθαν για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς…» είπε η Βασίλισσα Σεϊλίκρα, μιλώντας για πρώτη φορά.

«Πράγματι. Και για να είμαι ειλικρινής, ήταν τυχεροί.»

«Βρίσκονται κοντά στον Αρχισυγκλητικό;» ρώτησε ο Ράνελμον.

«Όχι. Όπως είπα, ήταν τυχεροί,» αποκρίθηκε η Έρικα, θέλοντας να το κάνει έκδηλο ότι δεν επρόκειτο να δώσει καμία πληροφορία για τους πράκτορές της.

«Μάλιστα,» είπε ο Ράνελμον ακουμπώντας την πλάτη του στην καρέκλα και σταυρώνοντας τα χέρια του μπροστά του. «Και,» καθάρισε τον λαιμό του, «αν όντως οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί σχεδιάζεται να εισβάλουν στο παλάτι μου, έχετε να προτείνετε κανέναν τρόπο αντιμετώπισής τους; Διότι, απ’όσο γνωρίζω, είναι οι χειρότεροι δολοφόνοι στον Ωκεανό· ή οι καλύτεροι, αναλόγως πώς το βλέπει κανείς.»

«Για την ακρίβεια, Μεγαλειότατε, έχω πράγματι κάτι να σας προτείνω,» είπε η Έρικα. «Αυτό, όμως, δεν είναι δωρεάν. Ούτε η πληροφορία, ούτε η άλλη υπηρεσία που θα ακολουθήσει την πληροφορία.»

«Είμαι πρόθυμος να πληρώσω,» δήλωσε ο Βασιληάς Ράνελμον των Γεφυρωμένων Νήσων.

*

Ο άντρας που στεκόταν μπροστά στο παράθυρο και κάπνιζε ήταν ψηλός, πορφυρόδερμος, και είχε μακριά, μαύρα μαλλιά, δεμένα χαλαρά αλογοουρά πίσω απ’το κεφάλι του. Σ’ένα γραφείο παραδίπλα βρισκόταν μια ενεργειακή γραφομηχανή.

Η πόρτα του δωματίου ήταν ξύλινη και μισάνοιχτη. Η Έρικα τη χτύπησε με τα δυο δάχτυλα, καθώς στεκόταν στο κατώφλι. Ο άντρας αντίκρυ της στράφηκε από το παράθυρο, λιγάκι ξαφνιασμένος· το χέρι του πήγε προς το μικρό πιστόλι στη ζώνη του.

«Ο κύριος Αβέρναλ, σωστά;» είπε η Έρικα.

Ο δημοσιογράφος την κοίταξε από πάνω ώς κάτω, καχύποπτα – κι εκείνη δεν φορούσε ούτε καν την κουκούλα της για να δικαιολογηθεί μια τέτοια καχυποψία. Εκτός αν έφταιγε ο δερματικός χρωματισμός της· ή το γεγονός ότι ήδη είχαν επιχειρήσει να δολοφονήσουν τον Αβέρναλ μία φορά. «Κι εσείς;» τη ρώτησε.

«Ονομάζομαι Έρικα Σάλκερκοφ, και ο Βασιληάς μού είπε πού βρίσκεται το δωμάτιό σας όταν του ζήτησα να σας μιλήσω ιδιαιτέρως. Αν θέλετε μπορείτε να τον καλέσετε με τον δίαυλο» – έδειξε τον επικοινωνιακό δίαυλο πάνω στο γραφείο – «για να διαπιστώσετε πως όντως έτσι είναι.»

«Δε χρειάζεται,» αποκρίθηκε ο Αβέρναλ, πλησιάζοντας το γραφείο μόνο για να τινάξει λίγη από τη στάχτη του τσιγάρου του στο τασάκι. «Περάστε· μη στέκεστε έξω.»

Η Έρικα μπήκε κλείνοντας την πόρτα πίσω της. «Ήρθα για να σας προειδοποιήσω κυρίως–»

Ο Αβέρναλ συνοφρυώθηκε.

«Μην το παίρνετε ως απειλή,» είπε η Έρικα. «Μπορούμε να μιλάμε στον ενικό;»

Ο Αβέρναλ ύψωσε τους ώμους αδιάφορα. «Στον ενικό,» συμφώνησε, και κάθισε πίσω από το γραφείο του, μπροστά από την ενεργειακή γραφομηχανή.

Η Έρικα κάθισε αντίκρυ του, σε μια καρέκλα. «Κατ’αρχήν, πρέπει να μάθεις κάποια πράγματα για εμένα, για να μη σε ξαφνιάσει αυτό που θα σου πω,» είπε καθώς ο Αβέρναλ την παρατηρούσε ερευνητικά – ένα βλέμμα που, έκδηλα, αναρωτιόταν Τι σκατά θέλει αυτή η εξωδιαστασιακή από εμένα; «Διευθύνω ένα δίκτυο πληροφοριών, το οποίο είναι αρκετά εξαπλωμένο. Σ’όλη τη δυτική Φεηνάρκια, στις Ενδότερες Πολιτείες. Τελευταία, έχω και κάποιους πράκτορές μου γύρω απ’τον Ωκεανό. Φυσικά γνωρίζω για εσένα–»

«Δε χρειάζεται κάποιος να έχει δίκτυο πληροφοριών γι’αυτό,» είπε ο Αβέρναλ φυσώντας καπνό απ’τα ρουθούνια.

Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι στραβά. «Πράγματι,» συμφώνησε. «Όμως πρέπει, νομίζω, να έχει δίκτυο πληροφοριών για να ανακαλύψει ότι ο Αρχισυγκλητικός σχεδιάζει να σε σκοτώσει. Ξανά.»

«Δεν με εκπλήσσει, οφείλω να ομολογήσω. Γνωρίζεις λεπτομέρειες; Κι αν ναι, τι αντάλλαγμα θέλεις;»

«Οι πληροφορίες μου είναι δωρεάν–»

«Πολύ… γενναιόδωρο εκ μέρους σου.» Ο Αβέρναλ έσβησε το τσιγάρο του μέσα στο τασάκι.

«Τις έχω, ούτως ή άλλως, δώσει στον Βασιληά.»

«Σ’έχει πληρώσει αυτός, λοιπόν;»

«Και γι’αυτόν δωρεάν ήταν.»

Ο Αβέρναλ γέλασε ξερά. «Παράξενο δίκτυο πληροφοριών έχεις, Έρικα… Τα κάνεις όλα δωρεάν;»

«Δεν είμαι πράκτορας του Αρχισυγκλητικού, αν αυτό υποπτεύεσαι.»

«Ούτε να διάβαζες το μυαλό μου.» Της πρόσφερε τσιγάρο από την ταμπακιέρα του, καθώς τεντωνόταν πάνω από το γραφείο και τη γραφομηχανή.

Η Έρικα πήρε το τσιγάρο και το άναψε με τον ενεργειακό αναπτήρα της. «Δεν είμαι πράκτορας του Αρχισυγκλητικού· σε διαβεβαιώνω.»

Ο Αβέρναλ ακούμπησε την πλάτη στην καρέκλα του, ενώ στην έκφραση του προσώπου του ήταν γραμμένες τρεις λέξεις: Δεν σε πιστεύω.

«Δεν έχει σημασία αν με πιστεύεις ή όχι,» είπε η Έρικα· «δεν δουλεύω για τον Αρχισυγκλητικό.»

«Αλλά δουλεύεις δωρεάν για τον Βασιληά των Γεφυρωμένων Νήσων;»

Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι λοξά. «Μη νομίζεις ότι δεν έχω απολύτως τίποτα να κερδίσω.» Πήρε μια τζούρα απ’το τσιγάρο της.

Ο Αβέρναλ την περίμενε, σιωπηλά, να συνεχίσει.

Η Έρικα συνέχισε: «Αμοιβή μου είναι η μελλοντική συνεργασία μου με τον Βασιληά Ράνελμον. Και η μελλοντική συνεργασία μου, βέβαια, δεν θα είναι δωρεάν.»

«Ήθελες να τον κάνεις να σε εμπιστευτεί…»

«Να δει, από μόνος του, ότι είμαι έμπιστη.»

«Μάλιστα. Και πότε θα επιχειρήσει ο Αρχισυγκλητικός να με σκοτώσει, Έρικα;» Ακόμα δεν έμοιαζε να την πολυπιστεύει, αν και η (δικαιολογημένη, ομολογουμένως) καχυποψία δεν ήταν πλέον τόσο έκδηλη στην όψη του.

«Δεν το γνωρίζω αυτό, αλλά δεν νομίζω ν’αργήσει. Το θέμα είναι ποιους θα στείλει να σε σκοτώσουν.»

«Ποιους;»

«Τους Θηριόπνευστους Αδελφούς.»

«Αυτό μού φαίνεται… δύσκολο.»

«Κι όμως,» είπε η Έρικα. «Αυτό είναι το σχέδιό του. Τόσο σπουδαίο είναι κανείς να έρθει σε επαφή μαζί τους;»

«Εσύ ρωτάς εμένα;»

«Εσύ είσαι από τούτα τα μέρη, εγώ όχι. Μόλις ήρθα.»

«Ανακαλύπτεις, όμως, πράγματα που ανακαλύπτονται δύσκολα.»

«Επειδή έχω ικανούς ανθρώπους στις σωστές θέσεις, Αβέρναλ.»

«Από πού είσαι, Έρικα; Από διάσταση;»

«Έχω ζήσει πολλά χρόνια στη Φεηνάρκια· στα δυτικά, όμως· γνωρίζω ελάχιστα για τον Ωκεανό. Τα περισσότερα, βασικά, τώρα τα έχω μάθει, που προσπαθώ να μεταφέρω το δίκτυό μου στις περιοχές σας. Και έχω, αναμφίβολα, ακόμα πολλά να μάθω.»

«Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί, λοιπόν, θα έρθουν να με σκοτώσουν…» είπε ο Αβέρναλ. «Ωραία…» Άναψε κι άλλο τσιγάρο. «Λένε πως ποτέ δεν παραιτούνται μέχρι ο στόχος τους να είναι νεκρός.»

«Και πως μεταμορφώνονται σε ζώα, μου είπαν. Πράγμα που δε νομίζω πως αληθεύει.»

«Τίποτα μην αποκλείεις.»

«Θεωρείς ότι είναι αλήθεια;» ρώτησε η Έρικα.

«Θα μπορούσε και να είναι,» είπε ο Αβέρναλ. «Αν και δεν έχω αποδείξεις, είτε για το ένα είτε για το άλλο. Έχω ακούσει, όμως, για τους φόνους που έχουν κάνει.»

«Πληρώνονται και με δούλος, εκτός των άλλων…»

Ο Αβέρναλ ένευσε. «Τους θέλουν για ανθρωποθυσίες, υποτίθεται. Κατοικούν στις ανατολικές ακτές, που είναι βραχώδεις, άγριες, και κατά κύριο λόγο ακατοίκητες εκτός από βαρβάρους και αγριάνθρωπους. Αν οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί με έχουν βάλει στόχο, Έρικα, είμαι νεκρός. Όπως σου είπα, δεν παραιτούνται μέχρι ο στόχος τους να πεθάνει.»

«Θα σε βοηθήσω,» του είπε η Έρικα· «το υποσχέθηκα στον Βασιληά.»

«Με τι τρόπο;»

«Θα φέρω εδώ κάποιους ανθρώπους για να αναλάβουν την προστασία σου.»

Ο Αβέρναλ γέλασε. «Έχω τους φρουρούς ενός ολόκληρου παλατιού για να με προστατεύουν.»

«Δεν είναι όμως αρκετοί για να εμποδίσουν τους Θηριόπνευστους Αδελφούς.»

«Και οι δικοί σου άνθρωποι θα είναι;»

«Ελπίζω πως ναι.»

«Θα έρθουν δωρεάν κι αυτοί;»

Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι στραβά. «Όχι,» είπε, «αυτοί σίγουρα δεν θα έρθουν δωρεάν. Θα συζητήσουν την τιμή με τον Βασιληά· δεν μπορώ να ξέρω ακριβώς τι θα τον χρεώσουν.»

«Αμφιβάλλω ότι θα καταφέρουν τίποτα,» είπε ο Αβέρναλ τινάζοντας στάχτη στο τασάκι. «Όπως σου είπα, οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί δεν τα παρατάνε μέχρι ο στόχος τους να είναι νεκρός.»

«Ούτε οι δικοί μου άνθρωποι τα παρατάνε μέχρι ο εχθρός να έχει εξοντωθεί.»

«Ποιοι είναι; Υπάρχει περίπτωση να τους έχω ακούσει;»

«Μπορεί, αν και δεν το νομίζω. Ζωντανοί-Νεκροί ονομάζονται.»

«Ζωντανοί-Νεκροί;»

«Ναι. Μισθοφόροι. Πρόσφατα, βοήθησαν τους πολεμιστές της Βελτέρντιθ να αντιμετωπίσουν μια ορδή ερχόμενη από τις Εκτάσεις των Κατοπτρισμών. Και πριν από κάποιο καιρό, προστάτεψαν μερικούς ευπατρίδες της Μέρελκεβ από μια υπόγεια επίθεση των ρους’κρούουμ

«Μάλιστα,» είπε ο Αβέρναλ. «Δεν τους έχω ξανακούσει όμως. Δυστυχώς. Θα είναι καλοί, πάντως, υποθέτω…»

«Αν δεν ήταν δεν θα συνεργαζόμουν μαζί τους.»

«Είναι μέρος του δικτύου σου;»

«Φίλοι απλώς.» Η Έρικα τεντώθηκε για να σβήσει το τσιγάρο της μέσα στο τασάκι του γραφείου. «Θα μπορούσα να σε ρωτήσω κάτι σχετικά με την έρευνά σου, Αβέρναλ;» άλλαξε θέμα.

«Ρώτησέ με.» Τώρα το βλέμμα του έγινε πιο καχύποπτο από πριν. Μάλλον θεωρούσε πως αυτή ήταν η στιγμή που μια πράκτορας του Αρχισυγκλητικού θα επιχειρούσε να του αποσπάσει πληροφορίες.

Το ίδιο καχύποπτη δεν θα ήμουν κι εγώ, στη θέση του; «Είναι αλήθεια;»

«Τι εννοείς;»

«Όλα αυτά που ισχυρίζεσαι, σχετικά με τις μεταλλάξεις και τα λοιπά.»

«Φυσικά και είναι αλήθεια! Ο Αρχισυγκλητικός προσπαθεί να τα διαψεύσει προκειμένου να συνεχίσει την εξόρυξη του ιπταερίου ανενόχλητος.»

«Κι εσύ για ποιο λόγο τα δημοσίευσες; Δεν ήξερες ότι αυτό θα προκαλούσε την οργή του;»

«Σοβαρολογείς, ή κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις;» Ο Αβέρναλ έσβησε το τσιγάρο του απότομα μες στο τασάκι. «Ποιο είναι το καθήκον του δημοσιογράφου στην πόλη του; Δεν είναι να ενημερώνει τον κόσμο για τέτοια πράγματα; Αυτό που συμβαίνει είναι έγκλημα!»

«Επομένως, έδρασες μόνος σου. Χωρίς καμία βοήθεια ή εξωτερική ενίσχυση…»

«Πού θέλεις να καταλήξεις; Θέλεις να μάθεις αν υπηρετώ τα συμφέροντα κάποιου εχθρού του Αρχισυγκλητικού;»

«Ουσιαστικά ναι,» παραδέχτηκε η Έρικα, «αλλά όχι επειδή είμαι πράκτοράς του.»

Ο Αβέρναλ, βέβαια, εξακολουθούσε να μην είναι και τόσο σίγουρος γι’αυτό το τελευταίο, πράγμα φανερό από το πρόσωπό του. «Υπηρετώ τα συμφέροντα όλων των εχθρών του, Έρικα,» απάντησε. «Αλλά όχι εκ προθέσεως. Κατά τύχη. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι να σταματήσει το έγκλημα που συμβαίνει στην Κάρνατεβ.»

«Τώρα εγώ θα έπρεπε να δυσκολεύομαι να σε πιστέψω,» είπε η Έρικα.

Την αγριοκοίταξε. «Με συγχωρείς;»

Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι λοξά. «Ριψοκινδυνεύεις τη ζωή σου δωρεάν.»

«Δεν το έκανα δωρεάν! Πληρωνόμουν από την εφημερίδα και– Αλλά τι να λέμε; Είναι προφανές ότι δεν καταλαβαίνεις τι κάνει ένας δημοσιογράφος…»

«Καταλαβαίνω,» είπε η Έρικα. «Ξέρω από δημοσιογράφους. Οι περισσότεροι ‘ενημερώνουν’ τον κόσμο για όσα είναι ήδη γνωστά ούτως ή άλλως. Κάποιοι είναι σαν εσένα – ιδεαλιστές – και μπλέκουν σε παλιοϊστορίες, συνήθως. Και κάποιοι άλλοι – αρκετοί – υπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα προσπαθώντας να επηρεάσουν την κοινή γνώμη προς διάφορες κατευθύνσεις.»

«Δεν έχεις άδικο σ’αυτό,» παραδέχτηκε ο Αβέρναλ. «Κάπως έτσι είναι τα πράγματα. Για τους ανθρώπους, όμως, του δικού σου επαγγέλματος, Έρικα, ισχύει μόνο η τρίτη περίπτωση, έτσι δεν είναι; Πάντα εργάζονται για συγκεκριμένα συμφέροντα.»

«Συνήθως. Ξέρεις κανέναν ιδιωτικό ερευνητή που να εργάζεται για ιδεολογικούς λόγους;»

«Μόνο αυτό κάνετε; Ερευνάτε υποθέσεις;»

«Δεν κάνουμε δολοφονίες, πάντως, αν αυτό αναρωτιέσαι.»

«Διαβάζεις ξανά το μυαλό μου.»

«Ίσως να μοιάζουμε περισσότερο απ’ό,τι νομίζεις,» του είπε η Έρικα καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα της. «Ή ίσως να είμαστε το ίδιο παρανοϊκοί.»

Ο Αβέρναλ σηκώθηκε επίσης, πίσω από το γραφείο του. «Φεύγεις;»

«Πρέπει,» είπε η Έρικα. «Έχω να ταξιδέψω.»

«Να πας να βρεις τους φίλους σου, τους Ζωντανούς-Νεκρούς;»

Η Έρικα έγνεψε καταφατικά, και του έδωσε το χέρι της. «Θα τα ξαναπούμε, Αβέρναλ. Χάρηκα για τη γνωριμία· και πιστεύω πως κι εσύ θα χαρείς, αργότερα, όταν συμπεράνεις από μόνος σου ότι δεν είμαι πράκτορας του Αρχισυγκλητικού.»

Ο Αβέρναλ μειδίασε καθώς της έσφιγγε το χέρι. «Υποθέτω πως μια πράκτορας του Αρχισυγκλητικού δεν θα μιλούσε για την ιδιότητά της έτσι ανοιχτά.»

Μην είσαι και τόσο σίγουρος, σκέφτηκε η Έρικα, που ήξερε πως ένας απ’τους καλύτερους τρόπους για να κρύψεις κάτι είναι να συζητάς γι’αυτό ανοιχτά σαν να μην έχει καμια ιδιαίτερη βαρύτητα.

Κεφάλαιο Τρίτο
Ο Μουντζουρωμένος

Για να φύγει, έκλεισε, φυσικά, εισιτήριο σε μηχανοκίνητο πλοίο ξανά. Εκτός των άλλων τώρα βιαζόταν να φτάσει στον Ζαώρδιλ· δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Το σκάφος της απέπλευσε με την αυγή, και η Έρικα ήταν από τους πρώτους επιβάτες επάνω, τυλιγμένη στον μαγικό μανδύα της για ν’απομακρύνει την ψύχρα του πρωινού και να διατηρεί τη θερμοκρασία του σώματός της σταθερή. Το καράβι δεν ήταν πολύ μεγάλο, αλλά ούτε και πολύ μικρό· μετέφερε αρκετό κόσμο και εμπορεύματα, και είχε και κάποιους μισθοφόρους στο κατάστρωμά του για να το φρουρούν από τυχόν πειρατικές επιθέσεις. Η Έρικα κοίταξε το έμβλημά τους και τους αναγνώρισε. Οι Γέρακες του Ωκεανού· γνωστή και πολυπληθής μισθοφορική συντεχνία σε τούτα τα μέρη. Πολύ περισσότεροι από τους Ζωντανούς-Νεκρούς, αλλά και κατώτεροι σε ικανότητα, απ’ό,τι είχε καταλάβει η Έρικα. Οι Γέρακες του Ωκεανού έπαιρναν όποιον ήθελε να τους υπηρετήσει, σχεδόν αδιάκριτα, ακόμα και άσχετους με τα όπλα. Τους έδιναν ένα κράνος, μια βασική πανοπλία, ένα αγχέμαχο κι ένα πυροβόλο όπλο, και τους θεωρούσαν έτοιμους για μάχη. Βέβαια, υπήρχε και ένας σταθερός, πεπειραμένος πυρήνας που κρατούσε τους Γέρακες συγκροτημένους, σύμφωνα μ’όσα είχε ακούσει η Έρικα.

Το πλοίο ξεκίνησε στην ώρα του, και έπλευσε νότια και δυτικά, φεύγοντας από το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων και περνώντας κοντά από πολλά μικρά νησιά. Ο καιρός ήταν καλός, και το κατάστρωμα δεν έκανε, αυτή τη φορά, πέρα-δώθε κάτω από τα πόδια της Έρικας· οπότε εκείνη στεκόταν και κοίταζε τη θάλασσα και τα νησιά, προσπαθώντας να συσχετίσει το περιβάλλον που έβλεπαν τα μάτια της με τον χάρτη της περιοχής που είχε στο μυαλό της.

Το πλοίο έκανε κάποιες σύντομες στάσεις σε μερικά από τα μικρά νησιά, για ν’αφήσει έναν, δυο επιβάτες ή για να κατεβάσει καμια άμαξα ή κανένα μηχανοκίνητο φορτηγό. Δεν έμενε καθόλου στο λιμάνι· συνέχιζε αμέσως.

Είχαν περάσει περίπου τέσσερις ώρες και πλησίαζε στην Ταρνάμεθ – μια από τις μεγάλες πόλεις του Ωκεανού – όταν ένα μικρότερο, ταχύτερο σκάφος φάνηκε να έρχεται ολοταχώς προς το μέρος του. Επάνω στο κατάστρωμα του στέκονταν άνθρωποι με όπλα στα χέρια, πυροβολώντας – στον αέρα και προς το καράβι της Έρικας. Συγχρόνως, τέσσερις μηχανοκίνητες βάρκες έρχονταν ολοταχώς από την άλλη μεριά του μεγάλου πλοίου, έχοντας ξεπροβάλλει πίσω από μια νησίδα· επάνω τους βρίσκονταν επίσης οπλισμένοι άνθρωποι που πυροβολούσαν. Γύρω από την Έρικα, οι επιβάτες πανικοβλήθηκαν αμέσως, τρέχοντας να κρυφτούν στο εσωτερικό του πλοίου. Πειρατές! φώναζαν. Πειρατές! – λες και χρειαζόταν κανένας να τους αναγνωρίσει, λες και δεν ήταν ολοφάνερο τι ήταν. Η Έρικα καλύφτηκε πίσω από ένα μεταλλικό βαρέλι, καθώς οι Γέρακες του Ωκεανού πυροβολούσαν τους κουρσάρους που πλησίαζαν με μεγάλη ταχύτητα. Οι ριπές τους δεν είχαν και κανένα σπουδαίο αποτέλεσμα: οι περισσότερες έπεφταν στη θάλασσα· αλλά κι αυτές που έπεφταν στο εχθρικό πλοίο ή στις βάρκες άντε να τραυμάτισαν το πολύ τρεις, τέσσερις πειρατές ή και να σκότωσαν έναν, δύο. Ένα κανόνι, προσαρτημένο στο κατάστρωμα του καραβιού της Έρικας, στράφηκε και πρόλαβε να εξαπολύσει μία και μοναδική ριπή – η οποία δημιούργησε έναν και μοναδικό ψηλό πίδακα θαλασσινού νερού πέντε μέτρα απόσταση από το κουρσάρικο.

Μετά, το ταχύ σκάφος των πειρατών είχε πλευρίσει το μεγαλύτερο πλοίο, το ίδιο και οι μηχανοκίνητες βάρκες, και οι πειρατές, πετώντας γάντζους, πιάνονταν από την κουπαστή και ανέβαιναν σαν κατσαρίδες. Οπλισμένες, γρήγορες, και πολύ ικανές στη μάχη κατσαρίδες. Πυροβολούσαν καθώς σκαρφάλωσαν, και εκτόξευαν μαχαίρια και ξιφίδια. Η Έρικα είδε τους Γέρακας που προσπαθούσαν να τους σταματήσουν να θερίζονται, να πέφτουν ο ένας μετά τον άλλο. Ένας απ’αυτούς, αφού είχε παραπατήσει μερικά μέτρα, σωριάστηκε πλάι στο βαρέλι της Έρικας, μ’ένα ξιφίδιο καρφωμένο στο δεξί μάτι.

Η Έρικα τράβηξε το πιστόλι από τη ζώνη της, συμπεραίνοντας ότι ίσως να είχε κάνει σφάλμα που δεν είχε κι εκείνη τρέξει στα ενδότερα του πλοίου όπως οι υπόλοιποι πανικόβλητοι επιβάτες. Οι πειρατές είχαν τώρα ανεβεί στο κατάστρωμα και μάχονταν με τους Γέρακες του Ωκεανού από κοντά – μοιάζοντας ότι θα νικούσαν. Πυροβολούσαν με πιστόλια και τουφέκια, σπάθιζαν με ξίφη και ξιφίδια, ακόμα και καμάκια χρησιμοποιούσαν ορισμένοι. Οι Γέρακες δεν είχαν ελπίδες· είχαν βρεθεί μπροστά σ’έναν αντίπαλο ικανότερο από αυτούς: έναν αντίπαλο που δεν τρόμαζε από την παρουσία ένοπλων φρουρών αλλά ήταν πρόθυμος, παραπάνω από πρόθυμος, να δοκιμάσει την αξία τους – και τους έβρισκε να υστερούν.

Ένας κουρσάρος πετάχτηκε πλάι στην Έρικα, σπαθίζοντας για να πετάξει το πιστόλι απ’το χέρι της. Εκείνη απέφυγε τη λεπίδα του και τον πυροβόλησε στο πόδι, λίγο πιο πάνω απ’το γόνατο. Για κάποιο λόγο το ένστικτό της της είπε ότι καλύτερα να μη σκότωνε κανέναν τους. Ο άντρας σωριάστηκε κραυγάζοντας· και δυο γυναίκες αμέσως τον αντικατέστησαν, χιμώντας στην Έρικα σαν λυσσασμένες Λάμιες, η μία από πίσω, η άλλη από μπροστά.

«Ρίξ’ το!» της φώναξε η μπροστινή, σημαδεύοντάς την μ’ένα πιστόλι. Η Έρικα την πυροβόλησε, στο πόδι κι αυτήν αλλά πολύ πιο χαμηλά, λίγο πιο πάνω απ’τον αστράγαλο· και ενώ η πειρατίνα έπεφτε ουρλιάζοντας, η ριπή της έφυγε προς τον ουρανό. Η άλλη, όμως, είχε ήδη ορμήσει στην Έρικα από τα νώτα, και τύλιξε το αριστερό της χέρι γύρω από τη μέση της Έρικας, ενώ με το δεξί τής έπιασε τον αγκώνα του χεριού που κρατούσε το πιστόλι. Η Έρικα συνειδητοποίησε πως, μάλλον, ο μόνος λόγος που δεν επιχειρούσαν αμέσως να τη σκοτώσουν ήταν επειδή φαινόταν για επιβάτισσα, όχι για μισθοφόρος φρουρός, κι επειδή η ίδια ακόμα δεν είχε σκοτώσει κανέναν απ’αυτούς. Επομένως, το ένστικτό της καλά την είχε προειδοποιήσει – ειδικά καθώς τώρα ζύγωναν κι άλλοι πειρατές από γύρω.

Η Έρικα κλότσησε προς τα πίσω, με το τακούνι της μπότας της, χτυπώντας την πειρατίνα στο γόνατο και κάνοντας την να τιναχτεί μ’ένα τσύριγμα που δεν θα ταίριαζε σε πειρατίνα. Το χέρι με το όπλο της Έρικας ελευθερώθηκε.

Αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Δύο κάννες μεγάλων πιστολιών και η κάννη ενός τουφεκιού τη σημάδευαν, από κοντά.

«Πολεμάς σα γατίδα, κοπελιά,» της είπε ο ένας από τους τρεις κουρσάρους, που το λευκόδερμο πρόσωπό του ήταν σχεδόν χαμένο μέσα σε μαύρα μούσια και μαλλιά, «αλλά ρίξε κάτω το σιδερικό γιατί θα σε γεμίσουμε τόσο πολύ με σφαίρες που ούτ’ η μάνα σου δε θα σε γνωρίζει.»

«Δεν είμαι ‘κοπελιά’,» αποκρίθηκε η Έρικα. Και, ασφαλίζοντας το πιστόλι της, το έριξε στο κατάστρωμα.

*

Οι πειρατές, όπως ήταν αναμενόμενο, κατέλαβαν το μεγαλύτερο πλοίο. Σκότωσαν όσους από τους Γέρακες του Ωκεανού και τους ναύτες τούς έφεραν αντίσταση, και αιχμαλώτισαν το υπόλοιπο πλήρωμα και τους επιβάτες. Την Έρικα την είχαν ήδη ακινητοποιήσει, όταν η κατάκτησή τους ολοκληρώθηκε· της είχαν δέσει τα χέρια πίσω από την πλάτη, με χοντρό ναυτικό σκοινί, και την είχαν ρίξει στα γόνατα επάνω στο κατάστρωμα. Εκείνος ο λευκόδερμος τύπος με τα μαύρα μούσια και τα μαλλιά (που μπορεί και να ήταν εξωδιαστασιακός, ή ακόμα και πρώην Παντοκρατορικός, κρίνοντας από την εμφάνισή του) είχε πάει και είχε μιλήσει σ’έναν ψηλό, γαλανόδερμο άντρα ντυμένο με δέρματα ο οποίος βαστούσε ένα όπλο που θα μπορούσες να το πεις είτε μέτριο τουφέκι με πελώρια ξιφολόγχη είτε σπαθί με τουφέκι προσαρτημένο επάνω. Η κάννη κάπνιζε και η λεπίδα ήταν αιματοβαμμένη. Ο άντρας είχε καστανά μαλλιά και αξύριστο πρόσωπο, και τα μάτια του γυάλιζαν από τη μανία της μάχης κι από την έκσταση της κατάκτησης του μεγαλύτερου σκάφους. Πρέπει να ήταν ο καπετάνιος των πειρατών, υπέθεσε η Έρικα.

Ο Μούσιας τού μίλησε χαμηλόφωνα, και ο Καπετάνιος έριξε μια επισταμένη, ερευνητική ματιά στην Έρικα, περισσότερο με τις άκριες των οφθαλμών του παρά ευθέως. Ένα άγριο μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη του, κι ένευσε προς τη μεριά του Μούσια. Ύστερα, απομακρύνθηκε.

Και η κατάκτηση του σκάφους δεν άργησε να ολοκληρωθεί.

Εν τω μεταξύ η Έρικα, που παρά τη δυσμενή κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί δεν είχε χάσει ούτε την ψυχραιμία της ούτε την κατασκοπευτική παρατηρητικότητα που της ήταν δεύτερη φύση, πρόσεξε ότι ανάμεσα στους πειρατές βρισκόταν και μια γυναίκα που πρέπει να ήταν μάγισσα: μάλλον, του τάγματος των Δεσμοφυλάκων. Ήταν κοντή, σίγουρα κοντύτερη από την Έρικα, μαυρόδερμη, και είχε μακριά πράσινα μαλλιά που έπεφταν ώς τη μέση της, λυτά και μπλεγμένα. Μέσα τους ήταν πιασμένα διάφορα μπιχλιμπίδια. Στο λαιμό της φορούσε ένα ξύλινο κολάρο, όπου ήταν προσαρτημένο ένα πετράδι που – η Έρικα το αναγνώριζε – ονομαζόταν ωκεάνιος λίθος. Όμως αυτό το πετράδι δεν έκανε τις αντανακλάσεις που θα έπρεπε λογικά να κάνει· έτσι όπως φαινόταν, ήταν σαν μέσα του να υπήρχε νερό. Και η Έρικα συμπέρανε ότι εκεί βρισκόταν παγιδευμένος ο δαιμονικός θεός της μάγισσας.

Όταν ο πλοίαρχος, το πλήρωμα, και οι επιβάτες συγκεντρώθηκαν όλοι στο κατάστρωμα, ο Καπετάνιος των πειρατών πήδησε πάνω στο μεταλλικό βαρέλι όπου είχε, στην αρχή, καλυφτεί η Έρικα και φώναξε πομπωδώς: «Τώρα είστε δικοί μας! Η ζωή σας έχει τελειώσει! Θα σας σκοτώσουμε έναν-έναν όποτε έχουμε όρεξη· αλλά κατά πάσα πιθανότητα μέσα στην ώρα που θ’ακολουθήσει–»

Πολλοί από τους κουρσάρους ακούστηκαν να γελάνε και να κάνουν σχόλια.

«Ησυχία!» φώναξε ο Καπετάνιος υψώνοντας θεατρικά το χέρι του. «Μιλάω για σημαντικά πράματα, ρεμάλια της θάλασσας! Λέω στους φιλοξενούμενούς μας τι θα συμβεί μαζί τους. Και τους ρωτάω, κι ελπίζω στους θεούς να μου απαντήσουν – για το δικό τους καλό – έχοντας την αλήθεια ως οδηγό: Ποιος από εσάς, μελλοθάνατοι φίλοι μου, πιστεύετε ότι μπορεί να αξίζει κάτι; Για ποιον πιστεύετε ότι μπορώ να πάρω αξιόλογα λύτρα, κοινώς;»

Τότε, δύο πετάχτηκαν αμέσως, ένας άντρας και μια γυναίκα, μιλώντας συγχρόνως.

«Ησυχία!» φώναξε ο Καπετάνιος. «Πρώτα εσύ,» είπε δείχνοντας τη γυναίκα. «Πες μας, κυρία: γιατί να σε κρατήσουμε για λύτρα;»

«Ο… ο άντρας μου με αγαπάει πολύ… Θα σας πληρώσει–»

«Τι είναι ο άντρας σου;»

«Καταστηματάρχης στη Νουσράκλη. Πουλάει σαμάρια και εξοπλισμούς για ζώα, διαφόρων ειδ–»

«Σπάστε τη μύτη αυτής της γυναίκας!» πρόσταξε ο Καπετάνιος. «Δεν τη χρειαζόμαστε!»

«Όχι!» ούρλιαξε εκείνη καθώς δύο πειρατές την άρπαζαν προσπαθώντας να την ακινητοποιήσουν. «Όχι! Σας λέω αλήθεια!» Ένας τρίτος ζύγωσε γρήγορα, κοπανώντας την καταπρόσωπο με την πίσω μεριά του τουφεκιού του. Ένα σιχαμερό κρακ! ακούστηκε και αίμα τινάχτηκε πάνω στο πρόσωπό της. Οπότε οι πειρατές την άφησαν να καταρρεύσει στο κατάστρωμα, διπλωμένη, κλαψουρίζοντας.

Ο Καπετάνιος στράφηκε στον άλλο που είχε μιλήσει. «Ελπίζω η δική σου γυναίκα να μην πουλά σαμάρια, επίσης, φίλε μου!»

Κάμποσοι πειρατές γέλασαν.

Ο άντρας έγλειψε νευρικά τα χείλη του, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. «Είμαι εξάδελφος της Μεγαλοκυράς της Ζιλνιράθης, Καπετάνιε. Ονομάζομαι Κελμέκρης. Αν ρωτήσεις στα σωστά μέρη, θα μάθεις για εμένα. Δεν σου λέω ψέματα.»

«Υπέροχα!» είπε, θεατρινίστικα, ο Καπετάνιος. Και προς τους πειρατές του: «Φιλοξενήστε αυτό τον άνθρωπο στο σκάφος μας, και δώστε του κρασί κι ό,τι άλλο θέλει – εκτός από την ελευθερία του, φυσικά.»

Καθώς οι πειρατές απομάκρυναν τον Κελμέκρη από τους υπόλοιπους κρατούμενους, εκείνος είπε: «Έχω μαζί μου και τέσσερις βοηθούς, Καπετάνιε· θα μπορούσες να τους–;»

«Είναι κι αυτοί από καλή γενιά, όπως εσύ;»

«Όχι, Καπετάνιε, αλλά–»

«Τότε δε μ’ενδιαφέρουν,» τον διέκοψε ο Καπετάνιος, κι έκανε νόημα να πάρουν τον Κελμέκρη· οπότε οι πειρατές τον κατέβασαν στο πλοίο τους, βάζοντάς τον να πιαστεί σ’ένα σχοινί στην άκρη της κουπαστής του μεγαλύτερου σκάφους.

«Κανένας άλλος για λύτρα;» φώναξε ο Καπετάνιος.

Κανένας δεν μίλησε αρχικά, αλλά μετά ο αιχμάλωτος πλοίαρχος είπε: «Θα ήταν λάθος να μας σκοτώσεις–»

Ο Καπετάνιος τράβηξε πιστόλι από τον γοφό του και τον πυροβόλησε στο πόδι, κάνοντάς τον να σωριαστεί μουγκρίζοντας.

«Έχει κανένας άλλος τίποτα να προσθέσει;» ρώτησε.

Νεκρική σιγή.

«Πολύ ωραία!» είπε ο Καπετάνιος γελώντας και θηκαρώνοντας πάλι το πιστόλι του. «Και τώρα… θα πάρουμε ό,τι εμπορεύματα, εξοπλισμούς, καύσιμα, και προμήθειες θέλουμε από το σκάφος σας, και θα σας αφήσουμε και θα φύγουμε. Κανένας δεν χρειάζεται να πεθάνει σήμερα, ούτε να γίνει δούλος! Έτσι δεν είναι; Χαίρομαι που όλοι συμφωνείτε!» Πήδησε ευέλικτα από το βαρέλι και προσγειώθηκε στο κατάστρωμα. «Και να θυμάστε! Τούτο το σκαρί το κατέκτησε κάποτε ο Καπετάν Όρκιβελ ο Μουτζουρωμένος!»

Όρκιβελ; απόρησε η Έρικα. Θα στοιχημάτιζα πως ήσουν εξωδιαστασιακός, Καπετάνιε…

Και περίμενε να την αφήσουν κι αυτήν στο σκάφος, μαζί με τους υπόλοιπους. Όμως δεν την άφησαν. Ένας σωματώδης πειρατής τη σήκωσε στον ώμο, με το κεφάλι προς τα κάτω και τα πόδια επάνω, και την κατέβασε στο κουρσάρικο παρά τις ερωτήσεις και τις διαμαρτυρίες της: «Τι σκατά συμβαίνει; Τι θέλετε από μένα; Δεν έχω λύτρα να σας δώσω! Γιατί δε μ’αφήνετε με τους άλλους; Δε σκότωσα κανέναν από εσάς! Αμύνθηκα, τι να έκανα; Εσείς μου επιτεθήκατε πρώτοι!»

*

«Χα-χα-χα-χα-χα-χα!»

Ο Καπετάνιος γελούσε καθώς την έριχναν ανάσκελα στο κατάστρωμα, με την πλάτη επάνω σ’ένα κουλουριασμένο σχοινί και τα χέρια ακόμα δεμένα πίσω της.

«Περιμένεις ιδιαίτερη μεταχείριση;» τη ρώτησε.

Το κουρσάρικο απομακρυνόταν από το μεγαλύτερο σκάφος, με αξιοσημείωτη ταχύτητα· οι μηχανές του βούιζαν δυνατά. Οι πειρατές είχαν αρπάξει απ’το άλλο πλοίο ό,τι ήθελαν και τώρα ήταν η ώρα να φύγουν.

«Φαίνεται πως την έχω, είτε την περιμένω είτε όχι,» αποκρίθηκε η Έρικα.

«Και ετοιμόλογη, λοιπόν; Δε σ’έχουμε τρομάξει ακόμα;»

Πολλοί από τους πειρατές στέκονταν γύρω από εκείνη και τον Καπετάνιο, παρακολουθώντας την παράσταση.

«Γιατί δε μ’αφήσατε μαζί με τους υπόλοιπους αιχμαλώτους; Δεν έχω λύτρα να σας δώσω· σας το είπα!»

Ο Καπετάνιος γέλασε ξανά. «Έναν καθρέφτη, καλές μου κοπελιές!» ζήτησε, απλώνοντας το χέρι του προς το πλήρωμά του. Μια πειρατίνα σύντομα του έδωσε έναν καθρέφτη μετρίου μεγέθους με μακριά λαβή. Ο Καπετάνιος τον κράτησε μπροστά στην Έρικα. «Δες το πρόσωπό σου!» την παρότρυνε. «Το βλέπεις; Τι βλέπεις;»

Η Έρικα δεν έβλεπε να έχει κανένα σημάδι στο κούτελο. «Τι σκατά εννοείς;» μούγκρισε.

«Είσαι καταφανώς εξωδιαστασιακή!» Ο Καπετάνιος – ο Όρκιβελ ο Μουντζουρωμένος – απομάκρυνε τον καθρέφτη από μπροστά της, επιστρέφοντάς τον στην πειρατίνα που του τον είχε δώσει. «Και,» πρόσθεσε, «πρώην Παντοκρατορική, ίσως;»

«Τι σημασία έχει για σένα;»

Ο Όρκιβελ τράβηξε το σπαθί από τη ζώνη του. «Είμαι περίεργος άνθρωπος.» Στάθηκε από πάνω της, με την αιχμή του όπλου μερικά εκατοστά από το στήθος της. Ο μαγικός της μανδύας προσπάθησε – με ανεπαίσθητες, σχεδόν αδιόρατες κινήσεις, όπως συνήθως – να τυλιχτεί περισσότερο γύρω της, αλλά δεν κατάφερε και πολλά καθότι παγιδευμένος από κάτω της.

«Εσύ είσαι πρώην Παντοκρατορικός;» ρώτησε η Έρικα.

«Θα σου πω την αλήθεια,» αποκρίθηκε ο Όρκιβελ. «Η μάνα μου ήταν.»

«Η μάνα σου;» Τον κοίταξε κριτικά. Δεν αποκλείεται. Δεν έμοιαζε για μεγαλύτερος από είκοσι-πέντε χρονών. Μπορεί, όντως, να ήταν παιδί κάποιας Παντοκρατορικής.

«Ναι,» είπε ο Όρκιβελ ο Μουντζουρωμένος. «Ήταν με τις δυνάμεις κατοχής του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων. Μάγισσα του τάγματος των Βιοσκόπων. Οι επαναστάτες τη σκότωσαν, παρότι το μόνο κακό που ήξερα ποτέ να έχει κάνει ήταν να βοηθά στη διάγνωση και στη θεραπεία ασθενών και τραυματισμένων.»

Η Έρικα δεν νόμιζε ότι της έλεγε ψέματα. Άλλωστε, τι λόγο μπορεί να είχε; «Λυπάμαι για τη μητέρα σου,» είπε. «Υποθέτω, αν ζούσε, πρέπει να ήταν περίπου στην ίδια ηλικία μ’εμένα τώρα.»

Ο Όρκιβελ γέλασε. «Προσπαθείς να με κάνεις να σε συμπαθήσω;»

Ναι. «Απλώς το ανέφερα.»

Ο Όρκιβελ μειδίασε πλατιά. «Είσαι, λοιπόν, πρώην Παντοκρατορική ή όχι;» Πέρασε την αιχμή του ξίφους του κάτω από τα μπροστινά κουμπιά του χιτωνίου της, τραβώντας το νοομορφικό ένδυμα προς τα πάνω· λίγο τράβηγμα ακόμα και κάποια τουλάχιστον από τα κουμπιά θα έσπαγαν.

«Είμαι,» είπε η Έρικα ψύχραιμα. «Δε χρειάζεται να προσπαθείς να με εκφοβίσεις.»

«Δε φαίνεται να τα καταφέρνω και πολύ καλά. Τι έκανες για τους Παντοκρατορικούς, και πώς σε λένε;»

«Το όνομά μου είναι Έρικα Σάλκερκοφ, και κάποτε ήμουν πράκτορας της Παντοκράτειρας.»

Ο Όρκιβελ σφύριξε. «Εξαιρετικά σημαντική θέση, Έρικα! Έχω εδώ πέρα κάμποσους ανθρώπους που θα ήθελαν πολύ να σε τεμαχίσουν…» Τράβηξε το χιτώνιο λιγάκι πιο πάνω· τα κουμπιά ήταν έτοιμα να σπάσουν.

Το βλέμμα της Έρικας αγρίεψε. «Αν θες να με σκοτώσεις, σκότωσέ με! Αλλά να ξέρεις ότι αυτό θα ήταν μεγάλο λάθος.»

«Σοβαρά, ε; Μάλλον… μάλλον έχεις δίκιο, Έρικα. Εξάλλου, δεν έχω ποτέ ξανά γνωρίσει γυναίκα με λευκό δέρμα. Είναι λιγάκι σπάνιο εδώ, στη Φεηνάρκια.» Το ξίφος του έσπασε, μ’ένα απότομο τράβηγμα, τα περισσότερα κουμπιά του νοομορφικού χιτωνίου της.

Η Έρικα αισθάνθηκε κάτι μέσα της να θέλει να πανικοβληθεί, άγρια· αλλά του αντιστάθηκε. «Υπάρχουν καλύτερες γυναίκες από εμένα για να πηδήξεις,» είπε στον Καπετάνιο.

Ο Όρκιβελ γέλασε. «Σπάνια είναι η γυναίκα που λέει ότι άλλες γυναίκες είναι καλύτερες από εκείνη!» Διάφοροι ακούστηκαν να γελάνε από γύρω.

Η Έρικα κατέπνιξε μια παρόρμηση να τους βρίσει και να πανικοβληθεί αρχίζοντας να ουρλιάζει. Είπε: «Θα μπορούσα να ήμουν μάνα σου!»

Η λεπίδα του Όρκιβελ βρέθηκε στον λαιμό της. «Μην αναφέρεσαι τόσο ασύνετα στη μάνα μου, Έρικα,» είπε, πολύ σοβαρά.

«Δεν το είπα για να σε προσβάλω: μόνο για να σου δείξω ότι θα ήταν λάθος να κάνεις αυτό που σκέφτεσαι. Επίσης, δεν είναι ψέματα ότι υπάρχουν καλύτερες γυναίκες από εμένα – και μπορώ να σου τις βρω.»

«Χα-χα-χα-χα!… Μπορείς να μου τις βρεις…»

«Δεν είμαι πια πράκτορας της Παντοκράτειρας, αλλά ούτε και κάποια τυχαία είμαι–»

«Είναι κι ο δικός σου άντρας σαμαράς;»

Πειρατές ακούστηκαν να γελάνε.

Η Έρικα είπε, ατάραχη: «Διευθύνω ένα δίκτυο πληροφοριών. Είναι εξαπλωμένο σ’όλη τη δυτική Φεηνάρκια και στις Ενδότερες Πολιτείες, κι έχω και κάμποσους ανθρώπους εδώ, στον Ωκεανό. Μπορούμε να κάνουμε κάποια συμφωνία. Θα ήταν χαρά μου, μάλιστα.»

«Συνεργάζεσαι με πειρατές;»

«Συνεργάζομαι με τον οποιονδήποτε· δεν έχω ενδοιασμούς. Και πραγματικά μπορώ να σου βρω πολλές γυναίκες καλύτερες από εμένα, αν τις θέλεις.»

«Τι ακριβώς κάνει το δίκτυό σου, εκτός απ’το να βρίσκει γυναίκες καλύτερες από εσένα, Έρικα;»

«Ό,τι μπορείς να φανταστείς, εκτός από δολοφονίες. Δεν είμαστε δολοφόνοι· δεν σκοτώνουμε ανθρώπους επί πληρωμή.»

«Ενδιαφέρον,» είπε ο Όρκιβελ. «Γενικά. Συνεργάζεσαι και μ’άλλους πειρατές;»

«Μέχρι στιγμής, όχι· δεν έτυχε. Όμως συνεργάζομαι με μια μισθοφορική ομάδα που ίσως νάχεις ακούσει. Ζωντανούς-Νεκρούς τούς λένε.»

«Γνωρίζεις τους Ζωντανούς-Νεκρούς;»

«Σου είπα, δεν σου είπα;»

«Αυτούς που πολέμησαν με τους μαχητές της Βελτέρντιθ εναντίον μιας ορδής από τις Εκτάσεις των Κατοπτρισμών;»

«Τους έχεις ακούσει, βλέπω,» είπε η Έρικα.

«Αν τα έχω καλά μ’εσένα, σημαίνει ότι θα τα έχω καλά και μ’αυτούς;»

«Μάλλον. Αν δεν τους επιτεθείς.»

Ο Όρκιβελ έκανε ένα βήμα πίσω, παίρνοντας το σπαθί του από μπροστά της. «Γύρνα μπρούμυτα.»

Η Έρικα, υποθέτοντας ότι αυτή η απαίτηση δεν ήταν για να δει τα πισινά της, γύρισε χωρίς μεγάλη δυσκολία, κι αισθάνθηκε την κόψη του ξίφους του να ροκανίζει τα δεσμά στους καρπούς της, κόβοντάς τα κι ελευθερώνοντάς την. Σηκώθηκε όρθια, στρεφόμενη να τον αντικρίσει καθώς δίπλωνε το χιτώνιο μπροστά της και ο μαγικός μανδύας της τυλιγόταν από μόνος του γύρω της (αν και στους περισσότερους, φυσικά, φάνηκε ότι ο θαλασσινός αέρας τον μετακίνησε επάνω της).

«Είσαι πρόθυμη να συζητήσουμε περισσότερο;» τη ρώτησε ο Όρκιβελ.

«Φυσικά. Αν και θα προτιμούσα να είχα όλα τα κουμπιά μου επάνω μου.»

«Μαζέψτε τα κουμπιά της απ’το κατάστρωμα, ρεμάλια!» πρόσταξε ο Όρκιβελ το πλήρωμά του. Ένας πειρατής έτρεξε, τα μάζεψε, και τα έδωσε στον Καπετάνιο. Ο οποίος τα έδωσε στην Έρικα. «Ορίστε και τα κουμπιά σου. Τι άλλο θέλεις;»

Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι στραβά. «Θα μπορούσες να με μεταφέρεις και μέχρι τη Βελτέρντιθ;»

«Πηγαίνεις να συναντήσεις τους Ζωντανούς-Νεκρούς;»

«Ναι.»

«Ας συζητήσουμε πρώτα,» είπε ο Όρκιβελ ο Μουντζουρωμένος, κάνοντάς της νόημα να τον ακολουθήσει προς την πρύμνη του σκάφους.

Η Έρικα τον ακολούθησε.

Κεφάλαιο Τέταρτο
Στο Παλάτι της Τυράννου της Βελτέρντιθ

Τις τελευταίες τέσσερις ημέρες, η Βελτέρντιθ γιόρταζε. Την πρώτη ημέρα μετά τη μεγάλη μάχη, βέβαια, η γιορτή ήταν στην κορύφωσή της, αλλά ακόμα οι κάτοικοι της Βελτέρντιθ εξακολουθούσαν να πανηγυρίζουν στους δρόμους και στις πλατείες. Καταλάβαιναν ότι είχαν γλιτώσει από έναν πολύ μεγάλο κίνδυνο. Έναν κίνδυνο που, σύμφωνα με την Ιστορία της πόλης τους, παρόμοιός του είχε να παρουσιαστεί εδώ και τετρακόσια-σαράντα-τρία χρόνια. Οι κάτοικοι της Βελτέρντιθ ήταν τόσο ευχαριστημένοι που η Τύραννος (όπως αποκαλούσαν την τωρινή Μονάρχη) τους έμοιαζε καλή και δίκαιη αρχόντισσα. Θα τους περνούσε σύντομα αυτή η «παραφροσύνη», αλλά, για την ώρα, η Μονάρχης Σιριλκάνα ήταν σώτειρα της πόλης και προστάτιδα του λαού.

Δεν τα είχε καταφέρει όλα μόνη της, ασφαλώς. Για την ακρίβεια, τίποτα δεν είχε καταφέρει μόνη της. Ο Στρατάρχης Κάλβριλ, διοικώντας τους πολεμιστές της Βελτέρντιθ, ήταν που είχε αντιμετωπίσει την ορδή από τις Εκτάσεις των Κατοπτρισμών. Αλλά ούτε κι αυτός θα είχε μόνος του βγει νικητής. Τον είχαν βοηθήσει τέσσερις μισθοφορικές ομάδες, κι εκείνη που είχε προσφέρει τα περισσότερα ήταν οι Ζωντανοί-Νεκροί. Έμοιαζαν παλαίμαχοι, πεπειραμένοι και ικανοί. Ο αρχηγός τους, ο Ζαώρδιλ ο Σκοτωμένος, φαινόταν για άνθρωπος που έχει βρεθεί σε δεκάδες μάχες. Είχε εκπονήσει σχέδιο μαζί με τον Στρατάρχη Κάλβριλ λίγο προτού η ορδή ζυγώσει τα τείχη της πόλης, και το σχέδιό τους είχε αποδειχτεί άρτιο. Νότια της Βελτέρντιθ, στα άκρα των Εκτάσεων των Κατοπτρισμών, οι μαχητές του Στρατάρχη και οι μισθοφόροι είχαν τελικά συγκρουστεί με τους βαρβάρους. Η μάχη είχε διαρκέσει ώρες, και οι κάτοικοι της πόλης, ανεβασμένοι στα τείχη, παρακολουθούσαν από απόσταση, βλέποντας λάμψεις από κάννες, πυκνά σύννεφα σκόνης, και σκοτεινές μορφές, μεγαλύτερες και μικρότερες, από μαχητές, θηρία, και άρματα. Πυροβολισμοί αντηχούσαν ώς τη Βελτέρντιθ μαζί με κραυγές ανθρώπων και ζώων, βουητά, και καλπασμό.

Η Κατοπτρική Ορδή (όπως την αποκαλούσαν, μετά, όλοι) δεν είχε πυροβόλα όπλα σαν τους υπερασπιστές της πόλης, μα έμοιαζε ατελείωτη, σαν κάθε βάρβαρος που κατοικούσε στις Εκτάσεις των Κατοπτρισμών να είχε ξαφνικά παραφρονήσει και στραφεί εναντίον της Βελτέρντιθ. Χιμούσαν λες κι ήταν κτήνη, ενώ πολλοί απ’αυτούς καβαλούσαν ένα είδος πλάσματος που οι άνθρωποι της Βελτέρντιθ ονόμαζαν κατοπτρόφθαλμο άτι. Δεν έμοιαζε και τόσο με άλογο, ωστόσο, παρά μόνο στο ότι είχε τέσσερα πόδια. Ήταν ψηλότερο από άλογο και είχε δέρμα λείο και γυαλιστερό σαν καλογυαλισμένο μέταλλο, με πυκνές τρίχες μόνο σε ορισμένα σημεία, όπως στις κάτω άκριες των ποδιών (που δεν είχαν οπλές αλλά έξι γαμψά νύχια), κάτω από την κοιλιά, και στην ουρά. Το κεφάλι του δεν είχε αφτιά, αλλά είχε μακρύ ρύγχος, σαγόνια με κοφτερά δόντια, και μούσι κάτω απ’το σαγόνι. Τα μάτια του ήταν χωρίς κόρη, και θύμιζαν καθρέφτες· όταν τα κοίταζες ζαλιζόσουν.

Τα κατοπτρόφθαλμα άτια ήταν επικίνδυνα στη μάχη. Έκαναν ψηλά άλματα που κανονικά άλογα δεν θα μπορούσαν ποτέ να κάνουν· πηδούσαν πάνω από άρματα μάχης κι από γραμμές πολεμιστών και βρίσκονταν ξαφνικά πίσω τους, γρυλίζοντας και κλοτσώντας.

Οι μαχητές της ορδής κράδαιναν όπλα πρωτόγονα: σπαθιά, ρόπαλα, τσεκούρια, δόρατα, τόξα. Αλλά ορισμένα απ’αυτά τα όπλα ήταν καμωμένα από κατοπτρικούς κρυστάλλους και, καθώς έρχονταν καταπάνω στους στόχους τους, έμοιαζαν να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται, προκαλώντας σύγχυση και τρόμο. Επίσης, ήταν εξαιρετικά κοφτερά: τρυπούσαν κάθε είδους πανοπλία με τρομαχτική ευκολία. Κι εκτός αυτών, η ορδή έφερε και παρόμοιες ασπίδες. Κατοπτρικές. Τις κρατούσαν εμπρός τους καθώς εφορμούσαν, και ο εχθρός έβλεπε μια παράξενη διαστρεβλωτική εικόνα του εαυτού του να του ορμά· το ίδιο το φυσικό τοπίο έμοιαζε να αλλοιώνεται από αυτές τις ασπίδες με σχεδόν υπερφυσικό τρόπο. Και είχαν αξιοσημείωτη αντοχή στις κανονικές σφαίρες, όπως διαπίστωσαν οι Ζωντανοί-Νεκροί και οι άλλοι υπερασπιστές της Βελτέρντιθ.

Ακόμα ένα πρόβλημα ήταν οι δύο θεοί που είχε η Κατοπτρική Ορδή στο πλευρό της. Ή μάλλον, για την ακρίβεια, ένας θεός και μία θεά, όπως είχε πει μετά τη σύγκρουση η Φαίδρα’λι στον Ζαώρδιλ τον Σκοτωμένο. Ήταν σύζυγοι, και μάχονταν παίρνοντας διάφορες ψευδείς μορφές: μπορούσαν να είναι ένας μοναχικός πολεμιστής, ή τριάντα-τρεις πολεμιστές μαζί, ή δύο άλογα, ή ένα πελώριο κατοπτρικό άτι, πέντε ελέφαντες, δύο άρματα μάχης… Δεν περιορίζονταν μονάχα σε μορφές σχετικές με την ορδή· έπαιρναν και τις μορφές πολεμιστών και μισθοφόρων της Βελτέρντιθ, προκαλώντας τρομερή σύγχυση και χάος. Αυτά τα δύο, μάλιστα, ήταν τα βασικά όπλα τους. Σύγχυση και χάος. Έβαζαν, ουσιαστικά, τον εχθρό να σκοτωθεί από μόνος του. Αλλά δεν είχαν και καμια αποστροφή προς την αιματοχυσία: τα «ψευδή» όπλα τους σκότωναν σχεδόν όπως και τα κανονικά, αν και πάντα έδιναν την αίσθηση ότι στην πραγματικότητα ήταν κάτι άλλο – το σπαθί δεν ήταν πραγματικά σπαθί, το τουφέκι δεν ήταν πραγματικά τουφέκι· όταν τρεις ελέφαντες ποδοπατούσαν δέκα μισθοφόρους, δεν ήταν πραγματικά ελέφαντες που τους είχαν ποδοπατήσει αλλά κάποια ακατονόμαστη δύναμη που είχε περάσει, γελώντας τρελά, σαν στρόβιλος θανάτου και φωτιάς από πάνω τους.

Ο θεός της Φαίδρας’λι, η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων, και ο θεός του Σάμελκον’λι, ο Τελευταίος Στραγγαλιστής του Αλαργινού Δάσους, είχαν συγκρουστεί με το θεϊκό ζεύγος, καθώς επίσης κι άλλοι δαιμονικοί θεοί των υπερασπιστών της Βελτέρντιθ. Αλλά ο δαίμονας και η δαιμόνισσα από τις Εκτάσεις των Κατοπτρισμών είχαν αποδειχτεί αντάξιοι αντίπαλοι όλων τους· οι δυνάμεις τους δεν προκαλούσαν σύγχυση μόνο σε ανθρώπους μα και σε θεούς. Το χάος που είχε επικρατήσει ήταν ανείπωτο. Ακόμα και η Φαίδρα είχε σαστίσει μ’αυτούς τους κατοπτρικούς δαίμονες, γιατί τους έβλεπε να αγνοούν και, συγχρόνως, να αντικατοπτρίζουν τον αντίστροφο κόσμο. Η μάγισσα των Ζωντανών-Νεκρών ένιωθε να ζαλίζεται από την παρουσία τους, και οι διαβολικοί θεοί όλο έπαιζαν παιχνίδια με το μυαλό της. Η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων είχε εξοργιστεί που η αφέντρα της έπεφτε συνεχώς στις παγίδες τους.

Στο τέλος, όμως, ούτε τα παράξενα θηρία ούτε τα παράξενα όπλα ούτε οι παράξενοι δαίμονες της Κατοπτρικής Ορδής είχαν νικήσει τους Ζωντανούς-Νεκρούς και τους υπόλοιπους υπερασπιστές της Βελτέρντιθ. Μετά από ώρες αιματηρής σύγκρουσης, τα απομεινάρια της ορδής – ανάμεσα στα οποία ήταν και το θεϊκό ζεύγος, αναμφίβολα τραυματισμένο – τράπηκαν σε φυγή προς τα νότια, χάθηκαν μέσα στις Εκτάσεις των Κατοπτρισμών, όπου ο ουρανός και η γη έμοιαζαν να γίνονται ένα. Η Φαίδρα, αν δεν είχε άλλα πράγματα στο μυαλό της, αν δεν απορούσε για τη συμπεριφορά του Φέκταρελ, ακόμα θα αναρωτιόταν πώς αυτοί οι άνθρωποι κατοικούσαν σ’ένα τέτοιο μέρος διαρκούς αποπροσανατολισμού. Όπως είχε μάθει από τους κατοίκους της Βελτέρντιθ, το ίδιο το χώμα των Εκτάσεων ήταν που προκαλούσε τους κατοπτρισμούς. Το ονόμαζαν κατοπτρόχωμα. Κατά τα άλλα είχε περίπου ίδιες ιδιότητες με το κανονικό χώμα. Υπήρχαν άνθρωποι στη Βελτέρντιθ που είχαν γλάστρες γεμάτες μ’αυτό, και τα φυτά έμοιαζαν να φυτρώνουν μέσα από καθρέφτες.

*

Μετά τη μεγάλη νίκη, το γλέντι κόντεψε να γκρεμίσει τα τείχη της Βελτέρντιθ. Οι Ζωντανοί-Νεκροί γιόρτασαν μαζί με τους άλλους μισθοφόρους και τους μαχητές και τους αριστοκράτες της πόλης. Η Έρικα βρισκόταν, τότε, εδώ – δεν είχε ακόμα φύγει για να «ρίξει μια ματιά στη γύρω περιοχή και να επιστρέψει σύντομα», όπως αργότερα είπε – και ή κοντά στον Ζαώρδιλ την έβλεπες ή κοντά στη Μονάρχη της Βελτέρντιθ – την επίσης αποκαλούμενη και Τύραννο της Βελτέρντιθ. Η Έρικα ήταν, ασφαλώς, που είχε έρθει αρχικά σε επαφή μαζί της ώστε να της συστήσει τους Ζωντανούς-Νεκρούς, και τώρα όσοι ήξεραν την Έρικα υπέθεταν ότι μάλλον η πρώην πράκτορας της Παντοκράτειρας προσπαθούσε να συνάψει ακόμα στενότερες σχέσεις μ’αυτήν, ίσως για να φέρει το δίκτυό της στην πόλη, ή για να το ενισχύσει αν ήταν ήδη αρκετά εξαπλωμένο εδώ. Ποιος ήξερε ποτέ τα ακριβή σχέδια της Έρικας; Ούτε ο αρχηγός μας, υποπτευόταν η Φαίδρα’λι. Και η Νιρκέκα πάντοτε, από την αρχή που είχαν γνωρίσει την Έρικα ώς τώρα, ήταν καχύποπτη προς αυτήν· ίσως ακόμα να πίστευε ότι μπορεί κάποια μέρα να τους πρόδιδε. Ο Νικηφόρος ο Κολπατζής έδειχνε, ωστόσο, να την έχει πλέον συμπαθήσει, και η Έρικα έδειχνε επίσης να συμπαθεί τον Νικηφόρο, αν και όχι όπως άλλες που πλάγιαζαν μαζί του. Η Φαίδρα ανέκαθεν τον έβρισκε συμπαθητικό αλλά, κι εκείνη, όχι με ερωτικό τρόπο.

Καθώς όμως το γλέντι στη Βελτέρντιθ βρισκόταν στην κορύφωσή του, η μάγισσα αναρωτήθηκε ποια θα ήταν η αντίδραση του Φέκταρελ αν πλησίαζε τον Νικηφόρο ερωτικά. Ο Φέκταρελ εξακολουθούσε να μη θέλει να είναι κοντά της, όπως όλο τον τελευταίο χρόνο. Πλέον, ούτε που κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο μ’εκείνη. Ακόμα και τώρα, μέσα στο γλέντι, την απέφευγε! Η Φαίδρα δεν μπορούσε να το πιστέψει. Είχε προσπαθήσει να τον προσελκύσει αλλά απέτυχε παταγωδώς. (Η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων στριφογύριζε νευρικά μέσα στον κατοπτρόλιθο του βραχιολιού της, δείχνοντας ενοχλημένη από τα καμώματα της αφέντρας της.) Και μετά τον είδε, σε κάμποση απόσταση από εκείνη, στον κήπο του Μεγάλου Παλατιού της Μονάρχη, να συναναστρέφεται κάτι άλλες γυναίκες της αυλής! Τσούλες που είχαν έρθει για να διασκεδάσουν τους πληρωμένους μισθοφόρους της Μονάρχη. Εξοργισμένη με τον Φέκταρελ, η Φαίδρα αναζήτησε τον Νικηφόρο και δεν άργησε να τον βρει. Ούτε άργησε και τόσο να τον φέρει στην αγκαλιά της· ήταν πρόθυμος άνθρωπος: πήγαινε με τους πάντες – και με τα πάντα, ορισμένοι ισχυρίζονταν. Κυκλοφορούσε, δε, η φήμη πως κάποτε είχε συνευρεθεί μ’έναν δαίμονα, παλιά, όταν οι Ζωντανοί-Νεκροί βρίσκονταν ακόμα στη Χόλκεραλ, στις υπηρεσίες της Παντοκράτειρας.

Η Φαίδρα φρόντισε ο Φέκταρελ να μην είναι και πολύ μακριά, όταν αγκαλιαζόταν με τον Νικηφόρο, για να τον κάνει να ζηλέψει – να δει ότι δεν μπορούσε να την κοροϊδεύει έτσι, ο καταραμένος! Σε μια γωνία της τεράστιας αίθουσας του Μεγάλου Παλατιού την οποία η Μονάρχης είχε ορίσει ως κεντρικό δωμάτιο της γιορτής, η Φαίδρα καβάλησε ημίγυμνη τον Νικηφόρο τον Κολπατζή λογχίζοντας βαθιά τον εαυτό της επάνω στο ορθωμένο του όργανο, ξανά και ξανά. «Δεν ήξερα πως είχες τέτοια επιθυμία για μένα, μάγισσα,» της είπε εκείνος μπλέκοντας τα χέρια του μέσα στα πράσινα μαλλιά της σαν για να την κρατήσει πιο ήρεμη. «Είμαι μεθυσμένη,» αποκρίθηκε η Φαίδρα. «Σοβαρά; Δε σου φαίνεται,» είπε ο Νικηφόρος. Όταν η Φαίδρα, τελικά, σηκώθηκε από πάνω του και του έφερε μια κούπα γεμάτη κρασί από έναν μπουφέ που ήταν παραδίπλα, δεν μπορούσε πια να δει τον Φέκταρελ πουθενά μέσα στην αίθουσα. Πού είχε πάει; Τον είχε, πραγματικά, ενοχλήσει που την είχε δει με τον Νικηφόρο; Αν ναι, τότε τι συμβαίνει μαζί του;

*

Μετά από τέσσερις ημέρες, εξακολουθούσε να μην έχει λύσει το μυστήριο του Φέκταρελ· και όλο έγραφε στο ημερολόγιό της.

*

Την επομένη ύστερα από το μεγάλο γλέντι, η Έρικα είχε πει στον Ζαώρδιλ ότι θα έφευγε και θα επέστρεφε σύντομα. «Μην αποχωρήσετε από την πόλη χωρίς εμένα.»

«Πού θα πας;»

«Να πάρω κάποιες πληροφορίες, να δω τι γίνεται. Ποιος ξέρει τι μπορεί να μάθω.»

«Θα στείλω μαζί σου μερικούς πολεμιστές.»

«Δε χρειάζεται· δε θα πάω από επικίνδυνα μέρη. Περισσότερο θα με παρακωλύσουν παρά θα με βοηθήσουν.»

«Ό,τι πεις εσύ…»

Και καθώς οι ημέρες περνούσαν η Έρικα δεν επέστρεφε. Ο Ζαώρδιλ αναρωτιόταν πού ακριβώς θα πήγαινε για να «πάρει κάποιες πληροφορίες» και να «δει τι γινόταν». Στα νησιά βόρεια της Βελτέρντιθ; Στη Σερκάλβη; Ακόμα πιο μακριά; Μάλλον το τελευταίο, συμπέραινε ο Ζαώρδιλ καθώς η μία ημέρα διαδεχόταν την άλλη. Ήλπιζε μόνο να μην της είχε συμβεί τίποτα. Όμως ήξερε ότι αυτό δεν υπήρχε λόγος να τον ανησυχεί, γιατί η Έρικα ούτως ή άλλως πάντοτε επιχειρούσε επικίνδυνα πράγματα, και πάντοτε πρόσεχε. Αν ήταν κάποτε κάτι να της συμβεί, θα της συνέβαινε, και ο Ζαώρδιλ μάλλον δεν θα μπορούσε να κάνει και πολλά – ή, ίσως, τίποτα – για να τη βοηθήσει. Θα είχε χωθεί σε κάποια τόσο περίεργη, σκοτεινή υπόθεση που για εκείνον θα ήταν αδιανόητη.

Ευτυχώς, η Μονάρχης Σιριλκάνα δεν τους είχε διώξει ακόμα από την πόλη της. Ήταν νωρίς, βέβαια, και ήθελε αναμφίβολα να τους ευχαριστήσει για τη βοήθεια που της είχαν προσφέρει εναντίον της Κατοπτρικής Ορδής. Αλλά πέραν τούτου ο Ζαώρδιλ νόμιζε, επίσης, πως η Σιριλκάνα ίσως να είχε κατά νου να τους βάλει να κάνουν κι άλλες δουλειές γι’αυτήν· όμως δεν του είχε, μέχρι στιγμής, αναφέρει τίποτα. Πιθανώς τα οικονομικά να ήταν που την προβλημάτιζαν. Ο Ζαώρδιλ, πάντως, δεν ήθελε να μείνει για πολύ ακόμα στη Βελτέρντιθ. Είχε την αίσθηση ότι κάποια αναστάτωση υπέβοσκε στην πόλη. Πολλοί ονόμαζαν τη Σιριλκάνα Τύραννο· το είχε ακούσει με τα ίδια του τα αφτιά· και δεν πρέπει να ήταν μόνο άνθρωποι κατωτέρων τάξεων που δεν τη συμπαθούσαν αλλά και αριστοκράτες της πόλης. Δεδομένου ότι η αριστοκρατία είχε πολύ δύναμη στη Βελτέρντιθ, αυτό σήμαινε ότι σύντομα μπορεί να γίνονταν αναταραχές. Εμφύλιος, ίσως, μέσα στα ίδια τα τείχη της πόλης. Και ο Ζαώρδιλ δεν ήταν καθόλου βέβαιος ότι ήθελε να μπλέξει τους μισθοφόρους του σε κάτι τέτοιο. Αυτές οι καταστάσεις ήταν, συνήθως, ιδιαιτέρως αιματηρές.

Η Σιριλκάνα τον είχε πλησιάσει ερωτικά παραπάνω από μια φορά, όσο εκείνος και αρκετοί από τους Ζωντανούς-Νεκρούς φιλοξενούνταν στο Μεγάλο Παλάτι, αλλά ο Ζαώρδιλ δεν είχε ανταποκριθεί στις ευκαιρίες που του είχε δώσει, παρότι ορισμένες ήταν υπερβολικά έκδηλες (το ένα της γόνατο να μπλέκεται ανάμεσα στα δικά του, καθώς του μιλούσε μέσα σε μια αίθουσα του παλατιού, και το αριστερό της στήθος ν’ακουμπά στο γυμνό μπράτσο του· να βρίσκεται ξέστηθη, με το χρυσόδερμο σώμα της εκτεθειμένο, μέσα στην πισίνα μιας βεράντας του Μεγάλου Παλατιού, ενώ τον είχε καλέσει μέσω επικοινωνιακού διαύλου για να του μιλήσει). Η άρνησή του δεν οφειλόταν μόνο στο γεγονός ότι είχε την Έρικα στο μυαλό του· η Τύραννος της Βελτέρντιθ είχε έναν τρόπο στη συμπεριφορά της που τον απωθούσε, φέρνοντας στο νου του γιγάντια ερπετά με θελκτικά μάτια και γυαλιστερές φολίδες. Καλύτερα να μην είχε τίποτα περισσότερο από επαγγελματική σχέση μαζί της – και πάλι με επιφύλαξη. Επιπλέον, ήταν κι ο σύζυγός της: ένας πορφυρόδερμος αριστοκράτης της Βελτέρντιθ, τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερός της, αγριοπρόσωπος και βλοσυρός, ο οποίος δεν είχε στο βλέμμα του την παραμικρή συμπάθεια όταν ατένιζε τον Ζαώρδιλ. Είχε, άραγε, καταλάβει ότι η γυναίκα του, εκτός από για μισθοφόρο, τον ήθελε και στο κρεβάτι της; Πολύ πιθανόν. Επομένως, αυτός ήταν ακόμα ένας λόγος ο Σκοτωμένος να μην έχει καμια ερωτική σχέση μαζί της. Δεν είχε έρθει στη Βελτέρντιθ για να κάνει εχθρούς. Είχε αρκετούς, ήδη.

Τον Στρατάρχη της πόλης, τον Κάλβριλ, τον συμπαθούσε περισσότερο από τη Μονάρχη (αλλά όχι ερωτικά, ασφαλώς· αυτό ίσως να ήταν κάτι που θα έκανε ο Νικηφόρος ο Κολπατζής: ίσως). Είχαν συζητήσει αρκετές φορές οι δυο τους, πίνοντας διάφορα ποτά στον κήπο και στις αίθουσες του Μεγάλου Παλατιού.

«Γιατί ορισμένοι αποκαλούν τη Μεγαλειοτάτη ‘Τύραννο’, Κάλβριλ;» ρώτησε τον Στρατάρχη, ένα απόγευμα.

«Αυτό να έχεις υπόψη πως δεν είναι κάτι που θα έπρεπε να πεις μπροστά της…»

«Το καταλαβαίνω. Αλλά γιατί την αντιπαθούν;» Οι δυο τους κάθονταν σε ξύλινες πολυθρόνες, αντικριστά, κάτω από δέντρα πλούσια σε καλοκαιρινούς ανθούς. Μια ελαφρά ντυμένη λευκόδερμη δούλα τούς είχε μόλις φέρει έναν δίσκο με δύο μπρούντζινες κούπες και μια καράφα με κάποιο φυτικό χυμό αναμιγμένο με οινοπνευματώδη.

«Εκτός των άλλων είναι και το δέρμα της,» είπε ο Κάλβριλ. «Αλλά μη νομίζεις ότι είναι εξωδιαστασιακή. Από τη Φεηνάρκια είναι, παρότι χρυσόδερμη. Δεν έχει έρθει από αλλού.»

«Αυτός δεν μπορεί να είναι ο μόνος λόγος για την αντιπάθειά τους,» τον πίεσε ο Ζαώρδιλ και ήπιε μια γουλιά απ’το ποτό του.

Ο Κάλβριλ κούνησε το χέρι του. «Έχουν γίνει διάφορες συγκρούσεις… Υπάρχουν αντιπαλότητες μ’άλλους αριστοκράτες… Και ήταν, ομολογουμένως, και ξαφνικός ο τρόπος που η Μονάρχης μας πήρε την εξουσία.»

«Τι εννοείς;»

«Κάτι ιστορίες με την αριστοκρατία. Μπερδεμένα πράγματα.»

«Κι εσύ αριστοκράτης δεν είσαι, Κάλβριλ;»

«Ναι αλλά μη νομίζεις ότι μπλέκομαι και πολύ με τέτοια εγώ. Είμαι απλός άνθρωπος.»

Και πολύ πιστός στη Μονάρχη, είχε συμπεράνει ο Ζαώρδιλ. Ήταν αδύνατο να τον κάνεις να αποκαλύψει κάτι το αρνητικό γι’αυτήν· κάτι που θα μπορούσε, δυνητικά, να χρησιμοποιηθεί εναντίον της. Ήταν, άραγε, η πίστη του πραγματική, ή μήπως φοβόταν τη Σιριλκάνα;

Οι μέρες περνούσαν.

Πού σκατά είναι η Έρικα; Έχω αρχίσει να βαριέμαι· και όσο περισσότερο καιρό μένουμε εδώ τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να εμπλακούμε σε κάτι πολύ, πολύ άσχημο. Το μυριζόταν παντού γύρω του, στον αέρα. Πλησίαζε καιρός για πόλεμο. Αγριότερος, ίσως, από τη σύγκρουση με την Κατοπτρική Ορδή.

*

Είχε, επίσης, προσέξει ότι η μάγισσα ήταν αναστατωμένη για κάποιο λόγο. Ποτέ, βέβαια, δεν την καταλάβαινε – παραήταν περίεργη για εκείνον – αλλά αυτή τη φορά νόμιζε ότι το πρόβλημά της δεν ήταν από τα αλλόκοτα με τα οποία συνήθως καταπιανόταν το μυστηριώδες μυαλό της. Έδειχνε νευρική και στεναχωρημένη, όχι χαμένη σε φιλοσοφικούς προβληματισμούς. Την είχε πετύχει, συχνά, να βαδίζει στους διαδρόμους με τα χέρια της σταυρωμένα μπροστά της και οξύθυμη όψη στο πρόσωπό της.

Κάποτε, στον κήπο του παλατιού, τη ρώτησε: «Τι συμβαίνει, Φαίδρα; Είσαι καλά;»

«Ναι,» είπε εκείνη· κι αμέσως μετά: «Περίπου– Δεν ανησυχώ για μένα– Καλά είμαι, δηλαδή, εντάξει…»

«Τι συμβαίνει;» επέμεινε ο Ζαώρδιλ προτού η μάγισσα απομακρυνθεί από το σημείο του κήπου όπου την είχε συναντήσει.

Η Φαίδρα, ξαφνικά, σταμάτησε και στράφηκε να τον αντικρίσει ευθέως. «Ο Φέκταρελ,» είπε. «Σου φαίνεται καλά, αρχηγέ;»

Ο Ζαώρδιλ συνοφρυώθηκε. «Δεν έχει τίποτα… έχει;»

«Δεν είναι αυτό… Εννοώ, η συμπεριφορά του.»

«Χμμ.» Και ο Ζαώρδιλ είχε παρατηρήσει κάτι σχετικά με τη συμπεριφορά του Αρχιανιχνευτή των Ζωντανών-Νεκρών: κάτι το απροσδιόριστο. Ίσως να ήταν λιγάκι απόμακρος, τελευταία… «Ναι…» είπε, σκεπτικά.

«Τι εννοείς ‘ναι’, αρχηγέ;»

«Σαν κάτι, όντως, να συμβαίνει. Αλλά… εσύ δεν θα έπρεπε να ξέρεις καλύτερα από εμένα, μάγισσα;» Ήταν εραστές οι δυο τους, άλλωστε.

Η Φαίδρα αναστέναξε και, για λίγο, κοίταξε το χορτάρι του κήπου. Είναι αλήθεια, λοιπόν; σκέφτηκε ο Ζαώρδιλ βλέποντας την αντίδρασή της. Έχει απομακρυνθεί από τον Φέκταρελ; Είχε ακούσει τους μισθοφόρους του να το λένε, αλλά δεν ήταν βέβαιος αν έπρεπε να το πιστέψει.

«Τον έδιωξες; Σου έκανε τίποτα… περίεργο;»

Η Φαίδρα τον αγριοκοίταξε. «Τον έδιωξα; Εκείνος έφυγε! Δεν ξέρω τι έχει πάθει. Μ’έχει παραξενέψει. Ακόμα και για πνευματικές οντότητες τον έχω ερευνήσει.»

«Και;»

«Δεν ανακάλυψα τίποτα, φυσικά. Δε νομίζω ότι υπάρχει τίποτα για ν’ανακαλύψω. Εσύ τι πιστεύεις; Είπες ότι έχεις παρατηρήσει κάτι, σωστά;»

«Μόνο ότι είναι λιγάκι απόμακρος. Αυτή την αίσθηση έχω… Κατά τα άλλα… δεν ξέρω. Ίδιος μού φαίνεται.»

Η Φαίδρα αναστέναξε, αποφεύγοντας το βλέμμα του.

«Μη στεναχωριέσαι, μάγισσα,» είπε ο Ζαώρδιλ. «Μπορεί απλά να μη γουστάρει πλέον. Άσ’ τον. Δεν έχουμε αρκετούς άλλους άντρες εδώ;»

«Δεν είναι αυτό, αρχηγέ!» έκανε απότομα η Φαίδρα. «Ανησυχώ γι’αυτόν!»

«Μα δεν φαίνεται να έχει τίποτα.»

«Ναι, τίποτα δεν φαίνεται…» είπε η Φαίδρα, κι έφυγε από κοντά του, βαδίζοντας μέσα στον κήπο. Πίσω της ο Ζαώρδιλ νόμιζε πως άκουσε θηρία να γρυλίζουν και ν’αλυχτούν. Η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων; Ελπίζω να μη χάσει, καμια ώρα, τον έλεγχο του δαίμονά της εδώ μέσα, γιατί θα βρεθούμε όλοι ξεσκισμένοι και ξεκοιλιασμένοι προτού το καταλάβουμε…

*

Το απόγευμα της τέταρτης ημέρας μετά την ήττα της Κατοπτρικής Ορδής, ο Ζαώρδιλ ο Σκοτωμένος έψαχνε μέσα στο Μεγάλο Παλάτι τον Νικηφόρο τον Κολπατζή για να του πει να ετοιμάσει τους υπόλοιπους μισθοφόρους (που ήταν απλωμένοι στη Βελτέρντιθ) για πιθανή αναχώρηση. Το είχε ήδη πει στη Νιρκέκα, κι εκείνη είχε υποσχεθεί πως θα το φρόντιζε, αλλά και ο Νικηφόρος έπρεπε να ενημερωθεί. Ήταν οι δύο βασικοί υπαρχηγοί του Ζαώρδιλ. Και ο Φέκταρελ θεωρείτο υπαρχηγός, ασφαλώς, αλλά περισσότερο σε ό,τι αφορούσε τους ανιχνευτές και σε ελάχιστα άλλα πράγματα.

Ο Σκοτωμένος δεν μπορούσε να εντοπίσει τον Κολπατζή, λες κι ο καταραμένος να είχε εξαφανιστεί. Συνάντησε, σε μια αίθουσα, τη Ραβάσλι, τον Σάμελκον’λι, τον Ραμπνάιλ, και τον Χαρσάντιλ – όλοι τους πρώην επαναστάτες – να βρίσκονται γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι μαζί με τον Κερκ, τον Θελβάμη, και τη Φρίντα – όλοι τους πρώην Παντοκρατορικοί πολεμιστές – και να παίζουν Κακοδαιμονία, ένα παιχνίδι του Ωκεανού. Παιζόταν επάνω σ’έναν μεγάλο ξύλινο πίνακα με ρόμβους τριών χρωμάτων – γαλάζιους, πράσινους, και μαύρους – όπου τοποθετούνταν τριγωνικά πιόνια (καράβια), ορθογώνια πιόνια (οχυρά), και στρογγυλά πιόνια (θεοί). Χρησιμοποιούνταν, επίσης, δύο οκτάπλευρα ζάρια – τα οποία, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν καμωμένα από κόκαλο κάποιου θηρίου. Η Ανρίθα-Νοθ καθόταν παράμερα και παρακολουθούσε το παιχνίδι, με μια κούπα κρασί στο χέρι.

Ο Ζαώρδιλ τούς ρώτησε αν είχαν δει τον Νικηφόρο. Αυτοί που κάθονταν ή στέκονταν γύρω απ’το τραπέζι αποκρίθηκαν πως δεν τον είχαν δει ή έγνεψαν αρνητικά. «Μαζί με κανένα άλογο θάναι, αφεντικό,» είπε ο Χαρσάντιλ. Και ο Κερκ γέλασε και του έκανε μια υβριστική χειρονομία, λέγοντας «Άντε γαμήσου, έκφυλε αποστάτη!» ενώ ο Θελβάμης μετακινούσε ένα στρογγυλό πιόνι επάνω στον πίνακα βάζοντάς το να πλησιάσει δύο τριγωνικά πιόνια που βρίσκονταν επάνω σε γαλανούς ρόμβους.

Η Ανρίθα-Νοθ είπε στον Ζαώρδιλ: «Από κει νομίζω πως τον είδα να πηγαίνει, αρχηγέ,» δείχνοντας με το βλέμμα της προς μια τοξωτή έξοδο της αίθουσας που οδηγούσε στον κήπο. «Αλλά να βαδίζεις προσεχτικά…» Μειδίασε αινιγματικά καθώς έπινε μια γουλιά απ’το ποτό της.

Κανένας από τους άλλους δεν φαινόταν ν’ακούει, καθώς ο Ζαώρδιλ τη ζύγωσε για να ρωτήσει: «Τι εννοείς, να βαδίζω προσεχτικά, Ανρίθα;»

«Απλώς λέω…» μόρφασε εκείνη ανασηκώνοντας τους ώμους. Αλλά του έδινε την εντύπωση πως κάτι ήξερε.

Ωστόσο, δεν τη ρώτησε τίποτ’ άλλο· έφυγε από την αίθουσα βγαίνοντας στον κήπο από την έξοδο που του είχε δείξει. Δεν άργησε να φτάσει κοντά σε μια μικρή πισίνα, μισοκρυμμένη από την καλοκαιρινή βλάστηση, και πλάι της είδε τη Μονάρχη Σιριλκάνα ξαπλωμένη σ’ένα ανάκλιντρο, τσιτσίδι, με τα πόδια της στους ώμους του Νικηφόρου του Κολπατζή και το κεφάλι του ανάμεσα στους μηρούς της. Κοντά του, γονατισμένες, ήταν δύο δούλες, που η μία έγλειφε την πλάτη του και η άλλη είχε στο στόμα της το όργανό του. Ή ίσως και να μην ήταν δούλες· ο Ζαώρδιλ δεν μπορούσε να είναι βέβαιος. Είχαν, άλλωστε, κι οι δυο τους κόκκινο δέρμα· θα μπορούσαν να ήταν ντόπιες αριστοκράτισσες, ή υπηρέτριες.

Ο Σκοτωμένος έφυγε προτού κανένας τον προσέξει. Τώρα είναι που θα μπλέξουμε… σκέφτηκε. Αυτός ο μαλάκας ο Κολπατζής, ώρες-ώρες, δεν είχε καθόλου μυαλό στο κεφάλι του!

*

Ευτυχώς, την επομένη το πρωί η Έρικα επέστρεψε.

Κεφάλαιο Πέμπτο
Ο Σκοτωμένος και ο Πειρατής

Ο Ζαώρδιλ, από την ώρα που ξύπνησε, σκεφτόταν ότι έπρεπε σύντομα να φύγουν από τη Βελτέρντιθ, ακόμα κι αν η Έρικα δεν ερχόταν. Δε μπορούσαν να μείνουν άλλο εδώ. Κάτι θα γινόταν στην πόλη – το ήξερε. Και το γεγονός ότι ο Νικηφόρος είχε πάει και είχε κάνει με τη Μονάρχη ό,τι είχε κάνει δεν έμπλεκε λιγότερο τους Ζωντανούς-Νεκρούς, αλλά περισσότερο. Έδινε, αν μη τι άλλο, δικαιώματα σε διάφορους. Και πρώτος ανάμεσά τους ερχόταν στο μυαλό του Ζαώρδιλ ο σύζυγος της Μονάρχη…

Προτού όμως ο Σκοτωμένος δώσει καμία διαταγή σχετικά με την αναχώρηση των μισθοφόρων του από την πόλη, πήγε να πάρει πρωινό στην αίθουσα του Μεγάλου Παλατιού όπου συγκεντρώνονταν κατά κανόνα οι Ζωντανοί-Νεκροί που φιλοξενούνταν εδώ. Ο Νικηφόρος ήταν ήδη στο μεγάλο δωμάτιο, καθώς επίσης και η Νιρκέκα, ο Φέκταρελ, ο Ράκαλωντ ο νάνος πιλότος, ο Ελεφαντάνθρωπος, ο Κερκ, η Φρίντα η τροβαδούρος, ο Ραμπνάιλ, και η Ραβάσλι.

«Καλημέρα, Σκοτωμένε,» τον χαιρέτησε η τελευταία.

«’Μέρα,» του είπε ο Ράκαλωντ.

Ο Φέκταρελ τού έγνεψε σε χαιρετισμό, μοιάζοντας προβληματισμένος με κάτι άλλο, καθώς είχε μια κούπα τσάι μπροστά του. (Ο προβληματισμός του, άραγε, οφειλόταν σ’αυτό που η Φαίδρα φοβόταν ότι συνέβαινε μαζί του; δεν μπόρεσε παρά να αναρωτηθεί φευγαλέα ο Ζαώρδιλ.)

«Καλώς τον,» είπε η Νιρκέκα.

Ο Νικηφόρος τού έκλεισε το μάτι μισοϋψώνοντας μια κούπα προς το μέρος του.

«Μ’εσένα θα παίξω ξύλο σήμερα,» του είπε ο Ζαώρδιλ, αγριοκοιτάζοντάς τον· και κατευθύνθηκε προς τον μπουφέ.

«Τι έκανα πάλι;» άκουσε πίσω του τον Νικηφόρο να διαμαρτύρεται.

«Και τι δεν έκανες, θάπρεπε να ρωτάς,» είπε η Φρίντα.

«Σοβαρά; Τι δεν έκανα, λοιπόν;»

Ο Ζαώρδιλ έπιασε την τσαγιέρα και γέμισε μια κούπα για τον εαυτό του. Την έβαλε πάνω σ’έναν δίσκο.

«Τ’άλογό μου στο στάβλο διαμαρτυρόταν, χτες βράδυ, ότι το παραμελείς,» άκουσε τον Ράκαλωντ να λέει, και τον Ραμπνάιλ και κάποιους άλλους να γελάνε.

«Δεν έχεις άλογο, κακιωμένε νάνε!» αποκρίθηκε ο Νικηφόρος.

Ο Ζαώρδιλ έβαλε δύο κουλουράκια στον δίσκο.

Ξαφνικά, πίσω του σιγή πλάκωσε, και το σφύριγμα του Κολπατζή ακούστηκε δυνατό. Καθώς και τα λόγια του: «Για δες ποια είν’ εδώ…»

«Καλημέρα σας,» είπε μια γνώριμη γυναικεία φωνή.

Ο Ζαώρδιλ στράφηκε για να δει την Έρικα να έχει μόλις μπει στην αίθουσα, ντυμένη με το νοομορφικό της χιτώνιο και τον μαγικό της μανδύα. Δεν φορούσε την κουκούλα της, και τα μακριά, ξανθά μαλλιά της έπεφταν στους ώμους της, δεμένα σε πολλές μικρές πλεξίδες όπως συνήθως.

«Επιτέλους,» είπε ο Σκοτωμένος. «Μπορούμε τώρα να φύγουμε απ’αυτή την πόλη προτού εκραγεί.»

Η Έρικα συνοφρυώθηκε. «Προτού εκραγεί; Τι συνέβη όσο έλειπα;» Βάδισε κι εκείνη προς τον μπουφέ.

«Τίποτα, ουσιαστικά, αλλά μπορώ να το μυριστώ – κάτι θα συμβεί. Αναστάτωση υποβόσκει στη Βελτέρντιθ, ανάμεσα στους αριστοκράτες και στον λαό. Αποκαλούν τη Μονάρχη ‘Τύραννο’.»

«Πρέπει αμέσως να γινόμαστε παρανοϊκοί, με το παραμικρό…» είπε ο Νικηφόρος.

«Μαλακίες πάλι λες, Κολπατζή!» μούγκρισε ο Ζαώρδιλ. «Είναι καταφανές ότι κάτι συμβαίνει. Και γι’αυτό δεν–»

«Από καιρό,» τον διέκοψε η Έρικα καθώς γέμιζε μια κούπα με νερωμένο κρασί για τον εαυτό της, «αποκαλούν τη Μονάρχη ‘Τύραννο’. Υπάρχουν κάποιες εντάσεις στην πόλη, είναι αλήθεια.»

«Δε θέλω, πάντως, να βρισκόμαστε εδώ όταν ξεσπάσουν. Και μπορεί να ξεσπάσουν σύντομα. Ή κάνω λάθος;»

«Δεν ξέρω,» είπε η Έρικα. «Ίσως και νάχεις δίκιο. Δεν είχα χρόνο να το ερευνήσω.» Ήπιε μια γουλιά απ’το ποτό της.

Ο Ζαώρδιλ στράφηκε τώρα ξανά στον Κολπατζή. «Κι αυτά που έκανες εσύ με την εργοδότριά μας, χτες το απόγευμα, δεν βελτιώνουν τη θέση μας! Τι δουλειά είχες να–;»

«Τι εννοείς;»

«Με κοροϊδεύεις; Σε είδα!»

«Δεν αρνούμαι ότι προσπάθησα να σπάσω λιγάκι την ανία της κακόμοιρης γυναίκ–»

«Είσαι, λοιπόν, και γαμημένος αλτρουιστής τώρα!…» ρουθούνισε ο Ζαώρδιλ.

«Γαμημένος, ίσως· αλτρουιστής, όχι.»

Ο Ζαώρδιλ κοπάνησε τη γροθιά του πάνω στον μπουφέ. «Γαμώ τις Λάμιες! Δεν αστειεύομαι. Αυτό που έκανες ήταν επικίνδυνο.»

«Γιατί;»

«Γιατί, κατά πρώτον, δε νομίζω πως ο σύζυγός της άμα το μάθει θα χαρεί. Κατά δεύτερον, θες ν’αρχίσει να λέγεται ότι είμαστε με το μέρος της Τυράννου;»

«Μας έχει πληρώσει, μα τους θεούς!»

«Για να πολεμήσουμε την Κατοπτρική Ορδή – κι αυτή η σύγκρουση τελείωσε. Δεν είμαστε – και δεν θέλω να γίνουμε – αναμιγμένοι στα εσωτερικά πολιτικά ζητήματα της Βελτέρντιθ!»

«Το πας μακριά, Σκοτωμένε…»

«Γνωρίζεις πολύ καλά ότι έχουν συμβεί χειρότερα επεισόδια και με μικρότερες αφορμές,» του είπε ο Ζαώρδιλ.

Ο Νικηφόρος ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα. «Ίσως και νάχεις δίκιο. Θα το σκεφτώ αν θα το επαναλάβω.»

«Δεν πρόκειται να προλάβεις, ούτως ή άλλως. Σήμερα αναχωρούμε από τη Βελτέρντιθ.» Και στράφηκε στην Έρικα. «Εκτός αν έχεις κανέναν πολύ καλό λόγο για να μείνουμε έστω και μια μέρα ακόμα εδώ…»

«Θα ήθελα μόνο να σου γνωρίσω κάποιον, μέχρι οι μισθοφόροι σου να είναι έτοιμοι να φύγουν.»

«Είναι ήδη σχεδόν έτοιμοι.»

«Δηλαδή, θα φύγετε πριν από το μεσημέρι;»

«Κατά το μεσημέρι το υπολογίζω,» είπε ο Ζαώρδιλ. Και κοίταξε τη Νιρκέκα, ρωτώντας: «Μπορούμε να φύγουμε ώς το μεσημέρι, σωστά;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη.

«Προλαβαίνω, τουλάχιστον, να κάνω ένα μπάνιο πρώτα;» τον ρώτησε η Έρικα.

«Αν είσαι γρήγορη.»

*

«Πού πηγαίνουμε; Ποιος είν’ αυτός ο γνωστός σου;»

Η Έρικα, πράγματι, δεν είχε αργήσει να κάνει ένα ντους μέσα στο δωμάτιό του Ζαώρδιλ στο Μεγάλο Παλάτι, και μετά, αφού είχε φορέσει καινούργια ρούχα και ρίξει πάλι τον μαγικό μανδύα της στους ώμους (πίστευε ότι ίσως υπήρχε περίπτωση να της χρειαζόταν), του είχε πει να κατεβούν στον στάβλο για να πάρουν άλογα. Ο Σκοτωμένος δεν είχε φέρει αντίρρηση· την είχε ακολουθήσει, θεωρώντας πως ο γνωστός της πρέπει να βρισκόταν κάπου μες στην πόλη. Τώρα, όμως, η Έρικα τον είχε μόλις οδηγήσει έξω από την ανατολική πύλη της Βελτέρντιθ.

«Δεν είναι μακριά· σε λίγο θα τον συναντήσεις.»

«Δεν το αμφιβάλλω. Αλλά γιατί να μην πάρουμε δίκυκλα αφού ήταν να βγούμε από την πόλη;» Αν η Νιρκέκα βρισκόταν εδώ, θα ήταν σίγουρη ότι θέλεις να με οδηγήσεις σε παγίδα – για να με απαγάγεις ή να με δολοφονήσεις, πιθανώς. Ο Ζαώρδιλ, βέβαια, δεν πίστευε κάτι τέτοιο. Θα ήταν τελείως τρελό, ύστερα από όσα είχαν περάσει μαζί, εκείνος και η Έρικα.

«Τα δίκυκλα δε νομίζω να μπορούν να περάσουν εύκολα από εκεί που θα πάμε. Τα άλογα θα περάσουν ευκολότερα.»

«Πού θα πάμε; Σε κάνα βουνό;»

«Αντιθέτως: σε θάλασσα. Αλλά η ακτή είναι πολύ βραχώδης.»

Η περιοχή όπου ίππευαν επί του παρόντος ήταν επίσης βραχώδης, και είχε κάμποση αραιή βλάστηση, χαμηλή κυρίως (θάμνους και καλοκαιρινό χορτάρι), αλλά όχι μόνο: υπήρχαν και κάποια ψηλότερα δέντρα από δω κι από κει. Προς τα νότια, απόμακρα, διακρινόταν η παράξενη γυαλάδα από τις Εκτάσεις των Κατοπτρισμών, μετά από τις οποίες, όπως όλοι έλεγαν, η Φεηνάρκια τελείωνε. Βόρεια, σε πολύ μικρότερη απόσταση, φαινόταν ο Ωκεανός: τα αδύναμα σημερινά κύματά του έσκαγαν ήπια στις ακτές, που εδώ δεν ήταν ούτε τόσο πετρώδεις ούτε τόσο επικίνδυνες. Υπήρχαν σπίτια οικοδομημένα κοντά τους – κατοικίες ψαράδων, κυρίως – και βάρκες αραγμένες στα ρηχά. Ένας έμπορος ήταν σταματημένος πλάι σ’έναν οικισμό, κάνοντας συναλλαγές με τους ντόπιους. Πίσω του ορθωνόταν ένας γιγάντιος τετραπλόκαμος που έμοιαζε να ζεσταίνεται και να βαριέται· πέρα-δώθε κουνιόνταν οι προβοσκίδες του.

«Και τι κάνει ο γνωστός σου, Έρικα, σ’ένα τέτοιο μέρος; Κρύβεται, μήπως, από κανέναν;»

Η Έρικα μειδίασε λιγάκι λοξά. «Σώπα…»

«Παράνομος είναι; Τον κυνηγάνε στη Βελτέρντιθ;»

«Δεν τον συμπαθούν, πάντως. Είναι κουρσάρος.»

Ο Ζαώρδιλ αναστέναξε. «Δε ρωτάω καν πού τον γνώρισες…»

«Στη θάλασσα, όταν λήστεψε το καράβι όπου ήμουν επιβάτισσα και με απήγαγε.»

«Υπέροχα… Πού είχες πάει και έλειπες τόσες μέρες; Στις βόρειες ακτές του Ωκεανού;»

«Το βρήκες και πάλι,» αποκρίθηκε η Έρικα.

«Σοβαρολογείς;»

«Ναι. Ήθελα να δω τι γίνεται στην Κάρνατεβ. Και σας βρήκα και μια δουλειά. Πολύ ενδιαφέρουσα, μάλιστα. Καλά λεφτά, και καλές γνωριμίες.»

Ο Ζαώρδιλ ήταν έτοιμος να ζητήσει να μάθει περισσότερα, αλλά η Έρικα τον πρόλαβε: «Μη ρωτάς, όμως, τίποτα τώρα· θα σου πω μετά. –Η Ανρίθα καλά είναι, παρεμπιπτόντως;»

«Υγιέστατη.»

«Ωραία.»

Η Έρικα τον οδήγησε ακόμα πιο ανατολικά, σ’ένα μέρος των νότιων ακτών του Ωκεανού όπου οι περιοχές άρχιζαν να αγριεύουν και ελάχιστα σπίτια υπήρχαν. Σύντομα, κανένα σπίτι δεν ήταν κοντά· η ερημιά έγινε απόλυτη· και η Έρικα κι ο Ζαώρδιλ έστριψαν σ’ένα μονοπάτι (αν μπορούσε να ονομαστεί μονοπάτι) το οποίο απομακρυνόταν από τη θάλασσα.

«Φεύγουμε από την ακτή;» ρώτησε ο Σκοτωμένος.

Τσου, έκανε αρνητικά η Έρικα μέσα απ’την κουκούλα του μανδύα της, ενώ κοίταζε ολόγυρα, ψάχνοντας για το σημείο όπου έπρεπε να στρίψει. Η περιοχή ήταν έτσι που όφειλε να είναι προσεχτική για να μη χαθούν. Ο Όρκιβελ, αναμφίβολα, ξέρει πού αράζει. Εδώ πέρα δεν μπορείς να τον βρεις εύκολα ακόμα κι αν γνωρίζεις ότι είναι κρυμμένος κάπου στην περιοχή… Ο πειρατής την είχε εντυπωσιάσει. Παρά τα χρόνια του επιδείκνυε εμπειρία μεγαλύτερου ανθρώπου.

Η Έρικα είδε το μονοπάτι. «Από δω,» είπε στον Ζαώρδιλ, και οδήγησε πρώτη το άλογό της προς τ’αριστερά περνώντας ανάμεσα από ψηλούς βράχους και βάζοντας τις οπλές του ζώου να βαδίσουν επάνω σε άτσαλο έδαφος.

Ο Σκοτωμένος την ακολούθησε, ενώ το χέρι του πήγαινε, σχεδόν ακούσια, στη λαβή του πιστολιού στη ζώνη του. Για καλό και για κακό. Αφού η Έρικα είχε πει ότι θα συναντούσαν έναν παράνομο – έναν πειρατή που δεν τα είχε καλά με τους άρχοντες της Βελτέρντιθ – ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συνέβαινε…

Τίποτα, όμως, τελικά δεν συνέβη.

Έφτασαν σε μια βραχώδη, επικίνδυνη ακτή όπου ήταν αραγμένο ένα μηχανοκίνητο πλοίο μετρίου μεγέθους, και έξω απ’αυτό, ανάμεσα κι επάνω στα βράχια, βρίσκονταν καμια ντουζίνα άνθρωποι που η όλη τους εμφάνιση διαλαλούσε κουρσάροι. Τα χέρια τους έπιασαν τα όπλα τους μόλις οι δυο καβαλάρηδες ξεπρόβαλαν από το μονοπάτι.

«Εμείς είμαστε,» είπε η Έρικα κατεβάζοντας την κουκούλα της και πηδώντας από τη σέλα του αλόγου.

Ο Ζαώρδιλ τη μιμήθηκε, κοιτάζοντας τους πειρατές με επιφύλαξη.

Ένας από αυτούς, που όλοι πλέον είχαν σηκωθεί όρθιοι, βάδισε μπροστά από τους υπόλοιπους: ψηλός, γαλανόδερμος, καστανομάλλης.

«Να σου γνωρίσω,» είπε η Έρικα στον Ζαώρδιλ, «τον Όρκιβελ τον Μουντζουρωμένο.»

Ο Ζαώρδιλ τον ατένισε κριτικά. Τι τσουτσέκι είν’ αυτό; Είναι δυνατόν νάναι ο αρχηγός τους;

«Εσύ είσαι ο Ζαώρδιλ ο Σκοτωμένος;» είπε ο Όρκιβελ, πλησιάζοντας.

«Δεν υπάρχει άλλος.»

«Δε φαίνεσαι για σκοτωμένος, καθόλου – χα-χα!» Του έδωσε το χέρι του.

Ο Ζαώρδιλ δεν το έσφιξε. «Ούτε εσύ για μουντζουρωμένος.»

«Μου το κόλλησαν όταν ήμουν μικρός.» Το χέρι συνέχιζε να είναι προτεταμένο. «Εσένα όταν ήσουν με τους Κρυφούς Θεούς;»

«Δεν τους έχω δει ακόμα. Αλλά έχω πλησιάσει.» Ο Ζαώρδιλ αποφάσισε να μην τον προσβάλει και να σφίξει τελικά το χέρι του. «Μου το κόλλησε ένας τύπος που τον λένε Νικηφόρος ο Κολπατζής.»

«Κολπατζής;» μειδίασε ο Όρκιβελ. «Μπορεί να μ’αρέσει αυτός ο τύπος, άμα τον γνωρίσω.»

«Είναι, ομολογουμένως, αξιαγάπητος από πολλούς,» μόρφασε ο Ζαώρδιλ μεταξύ αστείου και σοβαρού. Και κοίταξε την Έρικα. «Λοιπόν;»

«Τι ‘λοιπόν’;» είπε εκείνη.

«Γιατί ήθελες να γνωριστούμε με το παλικάρι από δω; Είναι ο αρχηγός αυτού του τσούρμου;»

«Φυσικά και είν’ ο αρχηγός τους!» είπε ο ίδιος ο Όρκιβελ. «Νομίζεις ότι θα μπορούσε νάταν κανένας άλλος;»

«Θα σε γελάσω…»

«Εγώ ήθελα, βασικά, να σε γνωρίσω,» εξήγησε ο Όρκιβελ. «Το ζήτησα από την Έρικα. Έχω ακούσει» – έδειξε το αφτί του σαν να υπήρχε αμφιβολία ότι με τ’αφτιά άκουγε – «για τους μισθοφόρους σου, τους Ζωντανούς-Νεκρούς. Έτυχε εγώ κι οι δικοί μου να βρισκόμαστε κοντά στη Βελτέρντιθ όταν νικήσατε την ορδή από τις Εκτάσεις των Κατοπτρισμών. Σας έχουν όλοι περί πολλού, φίλε μου. Κι αφού τώρα είμαι συνεργάτης με την Έρικα κι εσύ είσαι συνεργάτης με την Έρικα, θα μπορούσαμε να αλληλοβοηθηθούμε αν ποτέ υπάρξει ανάγκη. Η Έρικα μού είπε ότι έχετε πλοία.»

«Δε συνεργαζόμαστε, όμως, με πειρατές,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ.

Ο Όρκιβελ κοίταξε την Έρικα.

«Εννοεί γενικά,» εξήγησε εκείνη. «Γενικά δεν συνεργάζονται με πειρατές.»

Πάλι τα ίδια αρχίσαμε; σκέφτηκε ο Ζαώρδιλ. Πάλι προσπαθεί να κάνει κουμάντο στους μισθοφόρους μου; «Θα πρέπει να υπάρχει κάποιος πολύ καλός λόγος, όμως,» τόνισε.

Η Έρικα, θυμωμένη μαζί του, σκέφτηκε: Είναι ανάγκη να είναι τόσο αντιδιπλωματικός, γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος;

«Εγώ απλώς δείχνω την καλή μου θέληση,» είπε ο Όρκιβελ στον Ζαώρδιλ. «Και η καλή θέληση του Καπετάν Όρκιβελ του Μουντζουρωμένου δεν είναι μικρό πράγμα, Ζαώρδιλ Σκοτωμένε. Άμα ταξιδεύετε στον Ωκεανό μπορούμε να φροντίσουμε άλλοι πειρατές να μη σας ζυγώσουν.»

Και να μας ζυγώσουν τι θα μας κάνουν, νομίζεις; σκέφτηκε αυθόρμητα ο Ζαώρδιλ. «Και τι ζητάς ως αντάλλαγμα;»

«Τίποτα από σένα. Αυτό με την Έρικα θα το κανονίσω, με την οποία έχουμε συνεννοηθεί πολύ όμορφα.»

«Μάλιστα…» είπε ο Ζαώρδιλ. Θα τη δείρω. «Και πόσα πλοία έχεις;»

«Αυτό που βλέπεις. Αλλά μη σου φαίνεται μικρό και άσχημο. Είναι μηχανοκίνητο σκάφος–»

«Έχεις, δηλαδή, και μάγο για να το κινεί;» Αποκλείεται ένα τόσο μεγάλο καράβι να μπορούσε να κινηθεί από μόνο του.

«Φυσικά. Η μάγισσά μας, η Μιρκάλη’λι, τ’αναλαμβάνει αυτό. Κι όπως θα ξέρεις, όταν έχεις μηχανοκίνητο σκάφος αξιοπρεπούς μεγέθους, όσοι πάνε με τα πανιά και τα κουπιά δύσκολα μπορούν να παραβγούν μαζί σου, όπως επίσης κι όσοι κουρσεύουν με μικρές μηχανοκίνητες βάρκες. Γι’αυτό σού λέω: όταν είστε σύμμαχοί μας, άλλοι κουρσάροι δεν θα σας ζυγώνουν. Μας ξέρουν, άλλωστε. Ξέρουν ποιους πρέπει να φοβούνται και ποιους όχι!»

«Και τα δικά μας πλοία μηχανοκίνητα είναι,» τον πληροφόρησε ο Ζαώρδιλ. Τα είχαν αγοράσει πρόσφατα, όταν είχαν φτάσει στις ακτές του Ωκεανού. Δύο μεγάλα σκάφη που χωρούσαν όλους τους Ζωντανούς-Νεκρούς με άνεση, παρότι η ομάδα είχε πλέον μεγαλώσει πολύ.

«Όπως και νάχει,» είπε ο Όρκιβελ, «εγώ προσφέρω συνεργασία.»

«Να ξέρεις, πάντως, ότι δεν πρόκειται να σε βοηθήσουμε να κάνεις ληστείες,» του ξεκαθάρισε ο Ζαώρδιλ. «Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να συμβεί αυτό.»

«Μου το είπε η Έρικα ότι θα έλεγες κάτι τέτοιο. Δε με πειράζει, αρκεί να μη βάλεις τους ανθρώπους σου να μας επιτεθούν.» Και ρώτησε: «Από τη Βελτέρντιθ πότε φεύγετε;»

«Σήμερα, κατά το μεσημέρι.»

«Οπότε ήρθαμε πάνω στην ώρα,» είπε ο Όρκιβελ. «Θα σας συνοδέψουμε και θα σας οδηγήσουμε από ασφαλή μέρη του Ωκεανού. Πηγαίνετε στη Νουσράκλη, έτσι δεν είναι; Οι περιοχές αυτές μού είναι πολύ γνωστές.»

«Στη Νουσράκλη;» Ο Ζαώρδιλ στράφηκε ξανά να κοιτάξει την Έρικα.

Αντιδιπλωματικός ώς το τέλος! παρατήρησε εκείνη. Ποτέ δεν μαθαίνει; Ακόμα κι αν δεν ξέρεις κάτι δεν είναι ανάγκη να το ανακοινώνεις! «Σου είπα ότι έχω μια δουλειά για εσάς, δεν σ’το είπα;» του χαμογέλασε λιγάκι στραβά, μη θέλοντας να φανεί θυμωμένη μαζί του.

Ο Ζαώρδιλ την αγριοκοίταξε. Θα τη δείρω. Σίγουρα. Έχουμε αρχίσει τα παλιά… «Υποθέτω πως – σύντομα – θα μου πεις περισσότερα.»

Κεφάλαιο Έκτο
Θαλάσσιο Ταξίδι: Γνωριμίες

Η Σιριλκάνα, η Μονάρχης της Βελτέρντιθ, έμαθε ότι οι Ζωντανοί-Νεκροί ετοιμάζονταν για αναχώρηση, και πήγε αμέσως, βιαστικά, προτού προλάβουν να φύγουν από την πόλη της, να βρει τον Ζαώρδιλ τον Σκοτωμένο, διασχίζοντας τους διαδρόμους και τις αίθουσες του Μεγάλου Παλατιού μαζί με τους υπηρέτες της. Τον συνάντησε σ’ένα από τα δωμάτια που είχε παραχωρήσει στους Ζωντανούς-Νεκρούς. Κοντά του ήταν ο Φέκταρελ και η Έρικα.

Κι οι τρεις τους στράφηκαν και χαιρέτησαν τη Μονάρχη. «Μεγαλειοτάτη…» είπε ο Ζαώρδιλ, παρατηρώντας στην όψη της ότι προφανώς ερχόταν επειδή είχε πληροφορηθεί για την αναχώρησή τους – και μάλλον δεν της αρέσει… Το φοβόμουν αυτό.

«Τι συμβαίνει, Ζαώρδιλ;» ρώτησε η Σιριλκάνα. «Γιατί φεύγετε; Υπήρξε κάποιο πρόβλημα;»

«Κανένα πρόβλημα, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε εκείνος. «Όμως ήρθε πλέον η ώρα· αυτό είναι όλο. Μέχρι στιγμής περιμέναμε την Έρικα, η οποία είχε δουλειές αλλού.»

Η Μονάρχης έστρεψε το βλέμμα της στην Έρικα. «Μου το είπαν οι φρουροί μου ότι επέστρεψες. Δεν ήρθες να με δεις…»

«Δεν πρόλαβα ακόμα, Αρχόντισσά μου. Είχα διάφορα να πω με τον Ζαώρδιλ. Θα ερχόμουν, όμως, προτού αναχωρήσουμε.» Αλλά ούτε η ίδια δεν ήξερε αν αυτό που έλεγε αλήθευε ή όχι. Μέσα σ’όλα όσα είχαν συμβεί – την επιστροφή της, τη συνάντηση της με τον Ζαώρδιλ, τη συνάντηση του Ζαώρδιλ με τον Όρκιβελ, την παρούσα συζήτησή της με τον Ζαώρδιλ την οποία είχε μόλις διακόψει η Μονάρχης – δεν είχε σκεφτεί καθόλου αν θα την αναζητούσε για να της μιλήσει προτού φύγουν από τη Βελτέρντιθ. Αν και ήξερε πως, φυσικά, το πιο διπλωματικό θα ήταν να της μιλήσει. Η Έρικα ήθελε το δίκτυό της να έχει επιρροή εδώ. Η Βελτέρντιθ ήταν η σημαντικότερη πόλη των νότιων ακτών του Ωκεανού.

«Γιατί αναχωρείτε;» ρώτησε η Μονάρχης Σιριλκάνα, κοιτάζοντας μια τον Ζαώρδιλ μια την Έρικα. «Πιθανώς να έχω κι άλλη δουλειά για εσάς. Και θα πληρώσω εξίσου καλά με πριν.»

«Δυστυχώς, Μεγαλειοτάτη, πρέπει να φύγουμε,» είπε ο Σκοτωμένος, αν και δεν ήταν καθόλου βέβαιος ότι η καινούργια δουλειά που τους είχε βρει η Έρικα θα ήταν καλύτερη από το να μείνουν εδώ και να υπηρετήσουν τη Μονάρχη της Βελτέρντιθ. Δεν είχε ακόμα καταλάβει πολλά γι’αυτή τη δουλειά· η Σιριλκάνα, με τον ξαφνικό ερχομό της, είχε διακόψει την κουβέντα του με την Έρικα σχετικά με την επίσκεψή τους στο Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων.

Τα μάτια της Μονάρχη στένεψαν. «Χωρίς κανένα λόγο; Σας είπαν κάτι για εμένα; Αν είναι έτσι–»

«Δεν είναι έτσι, Αρχόντισσά μου,» την πρόλαβε η Έρικα. «Κανένας δεν μας είπε τίποτα· και, σίγουρα, δεν θ’ακούγαμε κάποιον τυχαίο χωρίς πρώτα να μιλήσουμε μαζί σας. Όμως έχουμε άλλες δουλειές, σ’άλλα μέρη του Ωκεανού.»

Η Σιριλκάνα τούς ατένισε δυσαρεστημένα. «Κρίμα…» είπε. «Θα μπορούσατε να με εξυπηρετήσετε πολύ εδώ. Η Βελτέρντιθ δεν κινδυνεύει μόνο από εξωτερικές απειλές αλλά και από εσωτερικές…»

Όπως το φοβόμουν, σκέφτηκε ο Ζαώρδιλ. Εμφύλιος ελλοχεύει. Και, σ’αυτή την περίπτωση, εκείνος κι οι Ζωντανοί-Νεκροί καλύτερα να μη βρίσκονταν εδώ. Δεν του άρεσαν καθόλου οι εμφύλιοι.

«Θα είμαστε σε επαφή, Αρχόντισσά μου,» είπε η Έρικα, «αν χρειαστείτε κάτι.»

«Αυτό που χρειάζομαι είναι οι Ζωντανοί-Νεκροί να μείνουν στην πόλη μου, Έρικα.» Της μιλούσε σαν εκείνη να ήταν καμια εικοσαριά χρόνια μικρότερή της – και την κοίταζε, μάλιστα, και με παρόμοιο τρόπο – παρότι, στην πραγματικότητα, η Έρικα ήταν μεγαλύτερη και η Σιριλκάνα μικρότερη. Για καμια πενταετία, βέβαια, όχι περισσότερο, υπέθετε η Έρικα· αλλά δεν ήταν και ασήμαντη η διαφορά. «Και μου το στερείς. Δεν θα το ξεχάσω.»

«Δεν ήταν τέτοια η πρόθεσή μου, Μεγαλειοτάτη–»

«Ποια ήταν η πρόθεσή σου, τότε;»

«Υπάρχει καλός λόγος που πρέπει να φύγουν οι Ζωντανοί-Νεκροί. Τους ζητάνε αλλού. Ωστόσο, εγώ θα μπορούσα να σας βοηθήσω μέσω του δικτύου μου–»

«Τι να το κάνω το δίκτυό σου; Μισθοφόρους χρειάζομαι! Πολεμιστές που να είναι ικανοί, και που να μπορώ να τους εμπιστευτώ ότι δεν θα πάνε με τους εχθρούς μου.»

«Το δίκτυό μου θα μπορούσε να ανακαλύψει πολύτιμες πληροφορίες για εσάς, Αρχόντισσά μου,» επέμεινε η Έρικα, αν και η αλήθεια ήταν πως στη Βελτέρντιθ είχε μονάχα δύο ανθρώπους – πράγμα, φυσικά, που δεν είχε ποτέ αναφέρει στη Μονάρχη· την είχε αφήσει να νομίζει πως είχε περισσότερους, πολύ περισσότερους. Και, σίγουρα, περισσότεροι μπορούσαν να σταλούν εδώ αν υπήρχε λόγος· απλώς μέχρι στιγμής τέτοιος λόγος δεν είχε παρουσιαστεί.

«Θα το έχω υπόψη μου,» αποκρίθηκε η Σιριλκάνα, θυμίζοντας πολεμοχαρές κορίτσι δυσαρεστημένο που του είχαν πάρει τους αγαπημένους του ξύλινους στρατιώτες. «Ξανασκεφτείτε το προτού φύγετε, πάντως,» τους προέτρεψε, και στρεφόμενη βγήκε απ’το δωμάτιο, με τον μακρύ αργυρόχρωμο μανδύα της ν’ανεμίζει πίσω της. Οι υπηρέτες της την ακολούθησαν αμίλητα, σχεδόν αυτόματα.

Η Έρικα μόρφασε. «Δε μπορείς να τους έχεις όλους ευχαριστημένους…»

«Μπορείς, όμως, τουλάχιστον να έχεις ευχαριστημένους τους φίλους σου,» είπε ο Ζαώρδιλ ατενίζοντας την επιδεικτικά.

«Σταμάτα επιτέλους!» διαμαρτυρήθηκε η Έρικα καθώς ο μορφασμός της άλλαζε, φανερώνοντας ενόχληση. «Σου είπα για τι πρόκειται, δεν σου είπα; Απλά ήθελα πρώτα να γνωρίσεις τον Όρκιβελ· τόσο σπουδαίο ήταν;»

«Δε μ’αρέσει που αυτός ο πειρατής ήξερε πριν από εμένα για τη δουλειά που θ’αναλάβουν οι μισθοφόροι μου!» είπε ο Ζαώρδιλ δείχνοντάς την με το δάχτυλό του.

«Γαμώ τις Λάμιες, γαμώ!» μούγκρισε η Έρικα χτυπώντας τα χέρια της στους γοφούς της. «Του ανέφερα μόνο ότι μετά θα πάτε στις Γεφυρωμένες Νήσους, ώστε να σας συνοδέψει αν μπορεί. Τι άλλο νομίζεις ότι ξέρει; Τίποτα μυστικά; Νομίζεις ότι τον εμπιστεύομαι; Υποχρεωτικά έπρεπε να του πω αρκετά πράγματα γιατί ήμουν αιχμάλωτή του. Θα προτιμούσες να με είχε φέρει εδώ ζητώντας σου λύτρα;»

Ο Φέκταρελ κοίταζε μια τον Ζαώρδιλ μια την Έρικα καθώς διαπληκτίζονταν, αλλά ο ίδιος παρέμενε σιωπηλός. Τώρα ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του κουδούνισε, και τον άνοιξε για να μιλήσει, απομακρυνόμενος από τους δυο τους, πηγαίνοντας προς μια γωνία του δωματίου.

«Δεν είναι ανάγκη, λοιπόν, από δω και πέρα να τον συναναστρεφόμαστε,» είπε ο Σκοτωμένος. «Τι δύναμη έχει επάνω μας; Μπορεί να σε απαγάγει ξανά; Μπορεί να μας βλάψει κάπως;»

«Μην είσαι ανόητος! Όσους περισσότερους συμμάχους έχουμε τόσο το καλύτερο. Είδες ότι μπορεί να μας οδηγήσει στη Νουσράκλη από δρόμο ασφαλή από πειρατές–»

Ο Ζαώρδιλ ρουθούνισε. «Δε φοβάμαι τους πειρατές. Ακόμα κι ενεργειακό κανόνι έχουμε, τώρα.» Ήταν αλήθεια. Το είχαν βρει μισοδιαλυμένο σ’ένα εγκαταλειμμένο Παντοκρατορικό οχυρό, πριν από ενάμιση χρόνο, και το είχαν πάρει. Η Ανταρλίδα’μορ το είχε επισκευάσει, και δούλευε άψογα.

«Παραέχεις γίνει ξιπασμένος–»

«‘Ξιπασμένος’ έγινα, ε;»

«Επιπλέον,» είπε η Έρικα, «οι πειρατές μαθαίνουν πολλά και διάφορα απ’όλο τον Ωκεανό, και κάθε πληροφορία που μπορώ να έχω θέλω να την έχω.»

«Η συνεργασία μαζί τους, λοιπόν, συμφέρει εσένα, όχι τους μισθοφόρους μου!»

«Και ποια είναι που έχει βρει τις μισές δουλειές για τους μισθοφόρους σου;»

«Συγνώμη,» τους διέκοψε ο Φέκταρελ. «Ο Ραμπνάιλ με κάλεσε και μου είπε ότι είμαστε έτοιμοι για αναχώρηση. Οι πάντες είναι στα πλοία. Θα ξεκινήσουμε;»

Ο Ζαώρδιλ δίστασε να μιλήσει προς στιγμή. Ύστερα ένευσε. «Ναι. Πάμε. Κι εσύ,» είπε στην Έρικα, «περιμένω να μου πεις κι άλλα γι’αυτή την υπόθεση στις Γεφυρωμένες Νήσους. Δεν ξέρω αν με συμφέρει να την αναλάβω.»

«Τι άλλο θες να μάθεις;» είπε η Έρικα καθώς πήγαιναν να μαζέψουν τα τελευταία τους πράγματα από τα προσωπικά τους δωμάτια.

*

Τα δύο καράβια των Ζωντανών-Νεκρών ήταν μεγάλα: χωρούσαν όλους τους μισθοφόρους, όλα τα θηρία τους, όλα τα οχήματα και τα άρματά τους, όλα τα ορνιθόπτερα (είχαν τέσσερα τώρα), καθώς και το ελικόπτερο που είχαν αγοράσει τελευταία (μαζί με τα πλοία). Το ένα σκάφος το είχαν ονομάσει Οδηγό και το άλλο Ακόλουθο, αν και τα δύο ήταν του ίδιου μεγέθους. Αρκετά μεγάλα για να μη μπορούν να κινηθούν από μόνα τους· χρειάζονταν οπωσδήποτε μάγο στο κέντρο ισχύος ώστε να ρυθμίζει τη ροή της ενέργειας με Μαγγανεία Κινήσεως. Στον Οδηγό είχε, επί του παρόντος, αναλάβει αυτή τη δουλειά η Ανταρλίδα’μορ· στον Ακόλουθο, ο Ρουάμης’νιρ, ένας μάγος του τάγματος των Βιοσκόπων ο οποίος πρόσφατα είχε μπει στους Ζωντανούς-Νεκρούς (αλλά προτού αγοράσουν τα πλοία). Η Φαίδρα’λι προτιμούσε να μην ασχολείται με Μαγγανείες Κινήσεως, αν μπορούσε να το αποφύγει· και ο Σάμελκον’λι κουραζόταν εύκολα ύστερα από κάποια ώρα στο ενεργειακό κέντρο: οπότε κι εκείνος το απέφευγε.

Ο Οδηγός και ο Ακόλουθος ήταν έτοιμοι για αναχώρηση, καθώς η Έρικα, ο Ζαώρδιλ, και ο Φέκταρελ έφταναν στο λιμάνι της Βελτέρντιθ καβάλα στα άλογά τους. Η ράμπα του Ακόλουθου ήταν σηκωμένη, οι θύρες του κλειστές· ο Οδηγός περίμενε τους τρεις καβαλάρηδες να επιβιβαστούν, κι εκείνοι ανέβηκαν στη ράμπα του και μπήκα στο εσωτερικό του σκάφους. Αφίππευσαν κι έδωσαν τ’άλογά τους σε δύο Ζωντανούς-Νεκρούς για να τα οδηγήσουν στον στάβλο. Οι μηχανές του μεγάλου πλοίου ακούγονταν να βουίζουν, κάνοντας τα τοιχώματά του να τρίζουν.

Ο Ζαώρδιλ πήγε στη γέφυρα, και η Έρικα τον ακολούθησε, ενώ ο Φέκταρελ έμεινε πίσω.

Στο πηδάλιο στεκόταν ένας ψηλόλιγνος άντρας που όλοι αποκαλούσαν ‘ο Πιλότος’, και παραδίπλα ήταν ο Νικηφόρος ο Κολπατζής (που φημολογείτο ότι είχε ερωτική σχέση μαζί του – αλλά αυτό, βέβαια, δεν ήταν τίποτα παράξενο για τον Νικηφόρο τον Κολπατζή).

«Είμαστε έτοιμοι για αναχώρηση,» είπε ο Σκοτωμένος στον Πιλότο. «Οι πόρτες έχουν κλείσει.» Εκείνος ένευσε, και ξεκίνησε το σκάφος, οδηγώντας το έξω απ’το λιμάνι της Βελτέρντιθ και πλέοντας προς τα βόρεια. Ο Ακόλουθος το ακολουθούσε. Ο καιρός ήταν καλός και δεν κουνιόνταν. Ο μεσημεριανός ήλιος έλαμπε στον ουρανό.

Ο Ζαώρδιλ είπε στην Έρικα: «Έλα μαζί μου,» κι έκανε να βγει από τη γέφυρα. Αλλά ο Πιλότος τον πρόλαβε, ρωτώντας: «Για πού πλέουμε, Σκοτωμένε; Υπάρχει προορισμός;»

«Για Νουσράκλη.»

«Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων;»

«Ναι. Ξέρεις πώς να μας πας, έτσι;»

«Εννοείται. Υπάρχει και χάρτης, εξάλλου.» Έδειξε μια οθόνη πλάι του, όπου φαινόταν ο χάρτης του Ωκεανού, καθώς και η θέση τους ως μια κουκίδα που αναβόσβηνε επάνω του. «Δε χανόμαστε.»

«Νάχεις υπόψη σου, επίσης, ότι θα μας πλησιάσει ένα σκάφος όπου νάναι. Μικρότερο απ’τα δικά μας, μηχανοκίνητο. Κουρσάροι είναι, αλλά δε θάρθουν για να μας επιτεθούν. Θα σου στείλουν σήμα ότι είναι άνθρωποι του Όρκιβελ του Μουντζουρωμένου. Ειδοποίησε και την Πεταλούδα για να το περιμένει κι εκείνη· μη γίνει καμια στραβή.» Πεταλούδα της Θάλασσας ονόμαζαν την πιλότο του Ακόλουθου: μια γαλανόδερμη πρώην Παντοκρατορική, που το πραγματικό της όνομα ήταν Χριστίνα, και το επώνυμό της της είχε παραπέσει κάπου στη Φεηνάρκια και ούτε η ίδια πλέον δεν το θυμόταν.

«Καλώς, έγινε,» αποκρίθηκε ο Πιλότος – που, σ’αντίθεση με την Πεταλούδα, δεν είχε υπάρξει ποτέ Παντοκρατορικός και ήταν γηγενής της Φεηνάρκια, με πορφυρό δέρμα, άγρια γκρίζα μούσια, και μαλλιά που δεν πρέπει ποτέ να είχε κουρέψει και έδενε σε μια τεράστια αλογοουρά που έφτανε σχεδόν ώς τη μέση του. Στην κορυφή του κεφαλιού του μια καράφλα είχε αρχίσει να σχηματίζεται.

Ο Νικηφόρος είπε: «Δεν πιστεύω αυτοί οι πούστηδες να μας την πέσουν μόλις τους αφήσουμε να ζυγώσουν…»

«Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση,» τον διαβεβαίωσε η Έρικα.

«Καλά· θα θυμάμαι ότι το είπες αυτό.»

Ο Ζαώρδιλ έγνεψε στην Έρικα να έρθει μαζί του, κι εκείνη τον ακολούθησε. Έφυγαν από τη γέφυρα πηγαίνοντας στην καμπίνα του, που ήταν η καμπίνα του πλοίαρχου μέσα στο σκάφος.

Ενώ ο Σκοτωμένος έκλεινε την ξύλινη πόρτα πίσω τους, η Έρικα αναστέναξε. «Κάτι μού λέει πως θ’αρχίσεις πάλι να μου γκρινιάζ– Μμμφφ…» έκανε καθώς εκείνος, απρόσμενα, την τράβηξε κοντά του κλείνοντάς της το στόμα μ’ένα δυνατό φιλί. Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι στραβά μόλις τα χείλη τους χώρισαν. «Άλλαξες γνώμη λοιπόν;»

«Όχι τελείως. Ακόμα θέλω να μάθω περισσότερα για την υπόθεση.»

«Ρώτα με και θα σου απαντάω,» τον προέτρεψε η Έρικα.

«Εξήγησέ μου πάλι γιατί ο Αρχισυγκλητικός της Κάρνατεβ θέλει νεκρό τον Αβέρναλ.»

Η Έρικα απομακρύνθηκε από τον Ζαώρδιλ. Κάθισε στην άκρη του γραφείου της καμπίνας το οποίο ήταν καρφωμένο στο πάτωμα, όπως κι όλα τα έπιπλα εδώ (εκτός από τα καθίσματα) για περίπτωση τρικυμίας. «Ο Αβέρναλ είναι δημοσιογράφος, κι έχει αποκαλύψει, μέσω της εφημερίδας Ωκεανού Επίκαιρα, κάποια πολύ άσχημα πράγματα για την εξόρυξη ιπταερίου που κάνει ο Αρχισυγκλητικός. Το ιπταέριο θυμάσαι τι είναι–»

«Το αέριο που σηκώνει τα περιβόητα αεροχήματα στον ουρανό.» Ήταν ξακουστά στον Ωκεανό, καθώς και οι τελευταίες κατακτήσεις της Κάρνατεβ με τη χρήση τους.

«Ο Αβέρναλ πιστεύει – και έχει αποδείξεις – ότι το ιπταέριο είναι επικίνδυνο για τους εργαζόμενους στα ορυχεία, και ίσως για όλους τους κατοίκους της Κάρνατεβ. Προκαλεί μεταλλάξεις. Μεταμορφώνει τους ανθρώπους σε τέρατα.»

Ο Ζαώρδιλ την κοίταξε με δυσπιστία. «Προπαγάνδα;»

«Του μίλησα η ίδια, και το αρνήθηκε. Είπε ότι αυτή είναι η αλήθεια. Κι έχουν όντως γίνει κάποιες πολύ περίεργες εξαφανίσεις και περιστατικά στην Κάρνατεβ, Ζαώρδιλ. Δούλοι έχουν χαθεί χωρίς καμία εξήγηση, αλλά και σε υπαλλήλους έχουν συμβεί… φριχτά πράγματα.»

«Υπαλλήλους των ορυχείων;»

«Προφανώς. Κι όπως φαίνεται έχουν μεταμορφωθεί.» Η Έρικα άνοιξε τον σάκο της κι έβγαλε από μέσα ένα φύλλο της εφημερίδας Ωκεανού Επίκαιρα. Γύρισε τις σελίδες ψάχνοντας για το άρθρο του Αβέρναλ· όταν το βρήκε, δίπλωσε την εφημερίδα και την έδωσε στον Ζαώρδιλ. «Διάβασε και μόνος σου άμα θες.»

Ο Ζαώρδιλ ούτε που κοίταξε τις μαύρες λέξεις επάνω στο γκρίζο χαρτί. «Οι κατάσκοποί σου τι σου λένε; Δεν έχουν μάθει τίποτα για το θέμα;»

«Δεν έχω τόσο εκτεταμένο δίκτυο στην Κάρνατεβ. Ωστόσο, ναι, έχουν ακούσει για μυστηριώδεις εξαφανίσεις… Πολλοί έχουν ακούσει για μυστηριώδεις εξαφανίσεις, γενικά, στην πόλη. Και η πράκτοράς μου που βρίσκεται μέσα στην Αρένα – η Νερκάδλη, η θηριοδαμάστρια – μου είπε ότι άκουσε τον Αρχισυγκλητικό να συζητά με τον Εύβουλο και να λέει πως θα στείλει τους Θηριόπνευστους Αδελφούς να κυνηγήσουν τον Αβέρναλ. Για να παίρνει τέτοια μέτρα, λοιπόν, ο Αρχισυγκλ–»

«Τον Εύβουλο; Ποιον Εύβουλο;»

«Α, ναι, δε σ’το είπα… Αλλά δεν το έχεις ακούσει;»

«Να έχω ακούσει τι;»

«Ότι οι Επιφανείς Κρανοφόροι δουλεύουν για τον Αρχισυγκλητικό της Κάρνατεβ.»

«Προς στιγμή ήλπιζε ότι δεν ήταν ο ίδιος Εύβουλος.» Αν και το όνομα Εύβουλος ήταν, ομολογουμένως, εξαιρετικά σπάνιο στη Φεηνάρκια. Ο Ζαώρδιλ αμφέβαλλε αν υπήρχε άλλος εξωδιαστασιακός εδώ πέρα που να τον λένε Εύβουλο. Μόνο αυτό το καθίκι πρέπει να ήταν.

«Ο ίδιος είναι,» τον διαβεβαίωσε η Έρικα. «Κι εκείνος, για την ακρίβεια, ήταν που πρότεινε στον Αρχισυγκλητικό τους Θηριόπνευστους Αδελφούς. Τουλάχιστον, έτσι μου είπε η Νερκάδλη.»

«Τι ακριβώς είναι αυτοί οι δολοφόνοι;» Η Έρικα τούς είχε αναφέρει και πριν, αλλά επί τροχάδην.

Τώρα, του είπε περισσότερα· όμως ούτε κι εκείνη δεν γνώριζε τα πάντα. Φήμες, κυρίως.

«Δηλαδή, θα έχουμε να κάνουμε με κάτι παλαβούς που υποτίθεται ότι μεταμορφώνονται σε ζώα και δεν εγκαταλείπουν ποτέ το κυνήγι για τον στόχο τ–» Το κουδούνισμα του επικοινωνιακού διαύλου διέκοψε τον Ζαώρδιλ. Η συσκευή βρισκόταν μερικά εκατοστά πλάι στον μηρό της Έρικας καθώς εκείνη ήταν καθισμένη επάνω στο γραφείο. Ο Σκοτωμένος πάτησε το κουμπί που ενεργοποιούσε το μεγάφωνο και το μικρόφωνο, και ρώτησε: «Τι είναι;»

Η φωνή του Νικηφόρου ακούστηκε: «Ο φίλος σου ο Όρκιβελ πλησιάζει, και λέει να τον ακολουθήσουμε.»

«Ακολουθήστε τον.»

«Καλώς. Τον άκουσες, Πιλότε;»

«Δεν είμαι κουφός, ρε,» ήχησε η φωνή του Πιλότου, απόμακρα, μέσα απ’το μεγάφωνο, λίγο προτού ο Ζαώρδιλ κλείσει τον δίαυλο.

«Λοιπόν,» είπε ο Σκοτωμένος στρεφόμενος πάλι στην Έρικα. «Νομίζεις ότι δουλειά των μισθοφόρων μου είναι να κάθονται να προστατεύουν έναν δημοσιογράφο;» Δεν μιλούσε απότομα, όμως.

«Δεν είναι ένας οποιοσδήποτε δημοσιογράφος. Ούτε οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί είναι οποιοιδήποτε δολοφόνοι. Και ο Βασιληάς Ράνελμον θα σε πληρώσει καλά. Τους φοβάται τους Θηριόπνευστους Αδελφούς.»

Ο Ζαώρδιλ άρχισε να στρίβει ένα τσιγάρο. «Ας πούμε ότι η φήμη αληθεύει κι αυτά τα καθίκια δεν παραιτούνται μέχρι που να έχουν καθαρίσει τον στόχο τους. Τι θα κάνουμε; θα μείνουμε για πάντα στη Νουσράκλη, φρουρώντας τον Αβέρναλ;»

«Εσύ ξέρεις…» μόρφασε η Έρικα ανασηκώνοντας τον έναν ώμο.

«Ορισμένες φορές νομίζω πως με δουλεύεις.» Ο Ζαώρδιλ τελείωσε το στρίψιμο του τσιγάρου και το άναψε. Πήρε μια τζούρα και της το έδωσε. Η Έρικα τράβηξε καπνό μέσα της και τον φύσηξε απ’την άκρια του στόματός της. Ο Ζαώρδιλ είπε: «Υποθέτω πως αν αποτύχουν να τον σκοτώσουν δυο, τρεις φορές, μετά δεν θα ξαναπροσπαθήσουν. Το θέμα είναι πόσο θα απέχουν αυτές οι φορές αναμεταξύ τους. Αν επιτεθούν τη δεύτερη φορά μετά από δυο μήνες, και την τρίτη φορά μετά από άλλους δυο μήνες, εννοείται πως δεν μας συμφέρει να καθόμαστε στη Νουσράκλη.»

«Κάτι μού λέει πως ο Αρχισυγκλητικός δεν θα περιμένει τόσο,» είπε η Έρικα, δίνοντάς του πάλι το τσιγάρο. «Προσπάθησε ήδη να σκοτώσει τον Αβέρναλ, πρόσφατα.»

«Αλλά όχι με τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, έτσι;»

«Προφανώς και όχι. Οι φονιάδες του δεν κατάφεραν και πολλά εναντίον της φρούρησης του παλατιού του Ράνελμον, γι’αυτό κιόλας τώρα σκέφτεται να επιστρατεύσει τους Αδελφούς.»

«Πρέπει να το δούμε στην πράξη το ζήτημα,» είπε ο Ζαώρδιλ σκεπτικά, φυσώντας καπνό απ’τα ρουθούνια. «Δε μ’αρέσει, πάντως… Είναι περίεργη δουλειά, Έρικα. Έχε υπόψη σου ότι, τελικά, μπορεί να μην την αναλάβω. Θέλω πρώτα να μιλήσω με τον Βασιληά Ράνελμον και με τον Αβέρναλ, και μετά θα αποφασίσω τι θα γίνει.»

«Ό,τι νομίζεις εσύ,» αποκρίθηκε η Έρικα, μοιάζοντας δυσαρεστημένη: κάτι που ο Ζαώρδιλ δεν νόμιζε ότι θα πρόσεχε αν δεν την ήξερε τόσο καλά.

Ακούμπησε το χέρι του στο γόνατό της καθώς στεκόταν μπροστά της. «Άσε με να μαντέψω: Σου χαλάω τα σχέδια αν δε συμφωνήσω…»

«Θα προτιμούσα να συμφωνήσεις,» παραδέχτηκε η Έρικα. «Ο Βασιληάς Ράνελμον θα το εκτιμήσει.»

Ο Ζαώρδιλ δεν μίλησε, καπνίζοντας.

Η Έρικα σκέφτηκε ότι αρκετά είχαν μιλήσει για δουλειές σήμερα. Έλυσε τον μαγικό της μανδύα, σπρώχνοντάς τον πίσω ώστε να πέσει (διστακτικά, νόμιζε) επάνω στο γραφείο. Έπιασε τη λευκή πουκάμισά της από τις άκριες και την τράβηξε πάνω απ’το κεφάλι της, ρίχνοντάς την παραδίπλα, στο πάτωμα, μένοντας μόνο με τον μαύρο στηθόδεσμό της.

Ο Ζαώρδιλ έσβησε το τσιγάρο του στο τασάκι. «Τόση ζέστη έπιασε;»

Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι στραβά.

Ο Ζαώρδιλ είπε: «Δεν τα έχεις ακόμα βγάλει όλα;» γλιστρώντας δύο δάχτυλά του μέσα στη χαλαρά δεμένη ζώνη του στενού δερμάτινου παντελονιού της.

«Πρέπει όλα εγώ να τα κάνω;» Τα πρόσωπά τους είχαν ξαφνικά βρεθεί το ένα πολύ κοντά στο άλλο. Οι ανάσες και των δυο τους μύριζαν καπνό.

Φιλήθηκαν, και ξάπλωσαν επάνω στο γραφείο, ανατρέποντας μερικά αντικείμενα, από τα λίγα που βρίσκονταν εκεί. Η Έρικα, δηλαδή, ξάπλωσε· ο Ζαώρδιλ ακόμα στεκόταν καθώς ήταν λυγισμένος από πάνω της. Το ένα μποτοφορεμένο πόδι της είχε πιαστεί σαν άγκιστρο πίσω απ’την πλάτη του. Ο Ζαώρδιλ δάγκωσε τον στηθόδεσμό της, τραβώντας τον προς τα πάνω– Ο επικοινωνιακός δίαυλος κουδούνισε.

«Τι σκατά είναι, πάλι;» μούγκρισε ο Σκοτωμένος, κι απλώνοντας το χέρι του τον άνοιξε. «Τι;» ρώτησε.

«Ο Όρκιβελ λέει πως θέλει ν’ανεβεί στο πλοίο μας,» ακούστηκε η φωνή του Νικηφόρου, «για να μας γνωρίσει. Να τον βυθίσουμε ή να τον δεχτούμε;»

Ο Ζαώρδιλ κοίταξε την Έρικα. Η έκφρασή της έλεγε να τον δεχτούν. Ο Σκοτωμένος είπε στον Κολπατζή: «Αφήστε τον νάρθει.»

«Έγινε.» Η επικοινωνία τερματίστηκε.

«Πάμε,» είπε ο Ζαώρδιλ καθώς σηκωνόταν πάνω από την Έρικα.

Εκείνη κατέβηκε απ’το γραφείο κι έπιασε την πουκαμίσα της από κάτω. Έφτιαξε τον στηθόδεσμό της. «Είναι κι αυτός δικός μας άνθρωπος, ξέρεις.»

«Ποιος;»

«Ο Όρκιβελ.»

«Τι εννοείς;»

«Πρώην Παντοκρατορικός.» Πέρασε την πουκαμίσα πάνω απ’το κεφάλι της, φορώντας την ξανά.

«Αυτός θα ήταν νιάνιαρο όταν βρισκόταν εδώ η Παντοκρατορία.»

«Η μητέρα του ήταν Παντοκρατορική. Με τις δυνάμεις κατοχής των Γεφυρωμένων Νήσων. Μάγισσα Βιοσκόπος. Τη σκότωσαν οι επαναστάτες, όταν έγινε ο μεγάλος ξεσηκωμός της Φεηνάρκια.»

«Αναρωτιέμαι αν ο Όρκιβελ αποζητά εκδίκηση απ’το Βασίλειο…»

«Δε νομίζω ότι αυτό έχει τώρα στο μυαλό του,» είπε η Έρικα, αν και δεν μπορούσε, φυσικά, να είναι σίγουρη. Πρόσφατα τον είχε γνωρίσει και, δίχως αμφιβολία, πολλά δεν ήξερε για τον Όρκιβελ τον Μουντζουρωμένο. Μπορεί να ήταν μικρός αλλά της έδινε την εντύπωση πεπειραμένου κουρσάρου – πράγμα αξιοσημείωτο από μόνο του.

*

Ο Όρκιβελ ο Μουντζουρωμένος ανέβηκε στον Οδηγό μαζί με μερικούς από τους ανθρώπους του πληρώματός του, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Αλέξανδρος ο Δασύς – ο λευκόδερμος άντρας που το πρόσωπό του ήταν χαμένο μέσα σε μαύρα μαλλιά και μούσια, και που είχε αιχμαλωτίσει την Έρικα όταν οι πειρατές είχαν επιτεθεί στο πλοίο της. Πρώην Παντοκρατορικός, φυσικά. Μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Όρκιβελ, αλλά κατώτερός του μέσα στο σκάφος: υποπλοίαρχος.

Ο Ζαώρδιλ, η Έρικα, ο Νικηφόρος, και η Φαίδρα’λι υποδέχτηκαν τους πειρατές και κουβέντιασαν για κάποια ώρα μαζί τους, καθισμένοι και όρθιοι στην πλώρη του Οδηγού. Ο Σκοτωμένος ξεκαθάρισε, γι’ακόμα μια φορά, στον Όρκιβελ ότι δεν πρόκειται οι μισθοφόροι του να βοηθούσαν σε ληστείες, θαλάσσιες ή μη· κι εκείνος αποκρίθηκε ότι δεν πρόκειται να ζητούσε ποτέ τίποτα τέτοιο. «Το μόνο που ίσως να ζητήσω είναι όπλα ή εφόδια. Αλλά θα πληρώσω γι’αυτά. Ελπίζω, όμως, να μας κάνετε καλύτερη τιμή, γιατί κι εμείς θα σας βοηθάμε όποτε θέτε. Θα δεις, Σκοτωμένε, ότι ξέρουμε πολλά για τον Ωκεανό. Όσο σκοπεύεις να πλέεις εδώ, θα σου είμαστε χρήσιμοι. Και ήσουν και κάποτε Παντοκρατορικός, δεν ήσουν;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ, «ήμουν. Όχι μόνο εγώ αλλά κι αρκετοί από τους μισθοφόρους μου. Όλοι οι αρχικοί πολεμιστές που ξεκινήσαμε την ομάδα των Ζωντανών-Νεκρών.» Δεν του άρεσε, όμως, που η Έρικα το είχε αποκαλύψει αυτό στον πειρατή χωρίς την έγκρισή του, παρότι κι ο Όρκιβελ ήταν–

«Κι εγώ κάποτε Παντοκρατορικός ήμουν, Σκοτωμένε· ή, τουλάχιστον, η μάνα μου ήταν. Τα καθίκια που ξεσηκώθηκαν εναντίον μας τη δολοφόνησαν – και δεν τους είχε πειράξει ποτέ. Ήμουν μικρός τότε εγώ· δε μπορούσα να κάνω κάτι για να τη βοηθήσω.»

«Μου το είπε η Έρικα. Και καταλαβαίνω τον θυμό σου. Αλλά όχι τέτοια λόγια όσο είσαι κοντά στους μισθοφόρους μου.»

«Τι εννοείς;»

«Ορισμένοι απ’αυτούς είναι πρώην επαναστάτες, και κάποιοι άλλοι δεν ήταν ποτέ επαναστάτες αλλά προσκείμενοι στην Επανάσταση. Μη νομίζεις ότι όλοι είχαν στο νου τους να δολοφονούν Βιοσκόπους, και πολλοί είχαν δίκιο νάναι αγανακτισμένοι εναντίον των Παντοκρατορικών. Είχαν συμβεί αποτρόπαια πράγματα, παρότι εσύ ήσουν μικρός τότε και πιθανώς να μην τόχες καταλάβει.»

«Μου το έχουν πει,» αποκρίθηκε ο Όρκιβελ, «το ξέρω. Και στο δικό μου πλήρωμα είναι κάμποσοι που ήταν με την Επανάσταση όταν έγινε ο μεγάλος ξεσηκωμός. Αλλά τώρα αυτά τελείωσαν. Τώρα είμαστε το ίδιο. Όλοι το λένε.»

Ο Ζαώρδιλ ένευσε. «Ακριβώς.» Κι έβαλε στο στόμα του το τσιγάρο που είχε μόλις στρίψει, ανάβοντάς το με τον ενεργειακό του αναπτήρα.

«Ο Αλέξανδρος ο Δασύς ήταν κάποτε λοχίας στο Στρατό της Παντοκράτειρας,» είπε ο Όρκιβελ δείχνοντας, με το σαγόνι, προς τη μεριά του μουσάτου άντρα.

«Αλέξανδρος;» είπε ο Ζαώρδιλ κοιτάζοντάς τον. «Από πού είσαι; Ρελκάμνια; Σεργήλη;»

«Ρελκάμνια,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Σκέφτεσαι να επιστρέψεις;»

«Τώρα όχι. Τι να κάνω εκεί;» Ο πειρατής μόρφασε πίσω από τα μούσια του. «Άσε που δεν ξέρω τι ακριβώς έχει γίνει με την αλλαγή του καθεστώτος. Μπορεί να με κυνηγήσουν για να μ’εκτελέσουν. Εδώ καλά είναι.»

«Κανένας, μάλλον, δεν θα σου δώσει σημασία.» Δεν ήταν ο Ζαώρδιλ που είχε μιλήσει, ούτε κανένας άλλος από αυτούς που βρίσκονταν κοντά του και κοντά στον Όρκιβελ τον Μουντζουρωμένο. Η φωνή που είχε ακουστεί ήταν γυναικεία, και η προφορά της δεν ήταν Φεηνάρκια καθώς είχε μιλήσει στη Συμπαντική Γλώσσα.

Ο Όρκιβελ είπε: «Κι ήθελα να σε ρωτήσω, Σκοτωμένε, ποια είν’ αυτή η όμορφη που μας παίρνει μάτι…»

Ήταν η Ανρίθα-Νοθ, φυσικά, η οποία είχε πλησιάσει χωρίς οι περισσότεροι να την προσέξουν. Μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού, φορούσε ένα ελαφρύ φόρεμα με μεγάλο ντεκολτέ, κοντή φούστα, και κοντά μανίκια· το λευκό-ροζ δέρμα της έμοιαζε να γυαλίζει κάτω από τον δυνατό μεσημεριανό ήλιο. Τα καστανά μαλλιά της ανέμιζαν γύρω απ’το κεφάλι της.

«Να σου συστήσω, Καπετάνιε,» είπε ο Ζαώρδιλ, «την–»

«Ανρίθα-Νοθ,» τον διέκοψε η Ανρίθα πλησιάζοντας περισσότερο.

«Δε μπορεί νάσαι μισθοφόρος εσύ…» Ο Όρκιβελ την ατένισε κολακευτικά από πάνω ώς κάτω.

«Δεν είμαι. Αλλά έχει τύχει να βρίσκομαι με μισθοφόρους, μέχρι να μπορέσω να φύγω από δω…» Κι έριξε ένα φευγαλέα βλέμμα στην Έρικα, που ακόμα δεν είχε αποφασίσει να τη στείλει στην πατρίδα της.

«Από Ρελκάμνια είσαι, έτσι;» είπε ο Αλέξανδρος ο Δασύς.

Η Ανρίθα-Νοθ κατένευσε.

«Και τ’όνομά σου… Είσαι…» Ο Δασύς συνοφρυώθηκε. «Είσαι αριστοκράτισσα;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Έχεις ακούσει για τη Σαρντίκα-Νοθ;»

Ο Αλέξανδρος κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Αδελφή της είμαι.»

Ο Αλέξανδρος σήκωσε τους ώμους. «Δεν την ξέρω. Ποια είναι;»

«Ποια ήταν, θες να πεις,» τον διόρθωσε ο Ζαώρδιλ. «Μάλλον είναι νεκρή πλέον.»

(«Μάλλον…» μουρμούρισε η Έρικα, που είχε ακούσει ότι κανένας ποτέ δεν είχε βρει το πτώμα της.)

«Ταγματάρχης στον Στρατό της Παντοκράτειρας ήταν,» είπε η Ανρίθα στον Αλέξανδρο. «Και μετά, λήσταρχος στη δυτική Φεηνάρκια. Ξακουστή εκεί. Είχα έρθει από τη Ρελκάμνια για να τη βρω και να της μιλήσω, αλλά με φυλάκισε. Είχε τρελαθεί.»

«Και οι Ζωντανοί-Νεκροί σε πήραν απ’αυτήν;» ρώτησε ο Όρκιβελ.

«Όχι ακριβώς,» είπε η Ανρίθα-Νοθ. Θυμός άστραψε στα μάτια της. «Η Σαρντίκα με πούλησε για δούλα σ’έναν ευγενή της Νασόλκαθ. Ξέρεις πού είναι η Νασόλκαθ;»

«Όχι.»

«Δεν έχει σημασία. Η Σαρντίκα με πούλησε σ’αυτόν, και η Έρικα, έχοντας εισβάλει στην οικία του, με πήρε από εκεί.»

Ο Όρκιβελ κοίταξε την Έρικα. «Έχεις κάνει πολλά, τελικά…»

«Περισσότερα απ’όσα νομίζεις,» επιβεβαίωσε εκείνη χαμογελώντας λιγάκι στραβά μέσα απ’την κουκούλα του μαγικού μανδύα της.

Μετά, η κουβέντα τους στράφηκε αλλού. Στο πώς είχαν έρθει οι Ζωντανοί-Νεκροί από τη δύση προς την ανατολή· και στο τέλος ο Ζαώρδιλ ρώτησε τον Όρκιβελ τι γνώριζε για μια οργάνωση δολοφόνων με την ονομασία Θηριόπνευστοι Αδελφοί. (Η Έρικα δεν είχε πει στον πειρατή τίποτα γι’αυτούς: ούτε ότι θα επιχειρούσαν, σύντομα, να σκοτώσουν τον Αβέρναλ, ούτε ότι οι Ζωντανοί-Νεκροί πήγαιναν στη Νουσράκλη για να τον προστατέψουν.) «Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί;» έκανε ο Μουντζουρωμένος. «Τρομεροί φονιάδες. Δε θες να σε βάλουν στο μάτι, πίστεψέ με. Γιατί ρωτάς, όμως; Τους έχετε συναντήσει, εσύ κι οι δικοί σου;»

«Πιθανώς να τους συναντήσουμε στο άμεσο μέλλον,» εξήγησε ο Ζαώρδιλ, με πρόθεση να του πει περισσότερα για τον Αβέρναλ και τους φονιάδες, αν χρειαζόταν. Ο Όρκιβελ τού φαινόταν εντάξει, τελικά, παρότι τσουτσέκι και πειρατής.

«Μη μου λες τέτοια,» μούγκρισε ο Όρκιβελ. «Δε θέλω να σας χάσω πάνω που σας γνώρισα.»

«Δε σκοπεύουμε να χαθούμε από τώρα. Το πολύ-πολύ να πεθάνουμε ακόμα μια φορά· αλλά δεν θα μείνουμε νεκροί. Όπως συνήθως.»

Ο Όρκιβελ γέλασε, και μετά είπε: «Μην τους παίρνεις, πάντως, τόσο αψήφιστα τους Θηριόπνευστους άμα σκοπεύεις να τα βάλεις μαζί τους.»

«Τι ξέρεις γι’αυτούς;»

Ο πειρατής τού είπε ό,τι του είχε πει κι η Έρικα, ουσιαστικά. «Και είν’ αλήθεια;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ. «Μεταμορφώνονται όντως σε ζώα;»

«Τι να σου πω; Δεν τους έχω δει ποτέ, αλλ’ αυτή η φήμη κυκλοφορεί.»

«Φοράνε τα δέρματα θηρίων και γίνονται θηρία,» είπε ο Αλέξανδρος ο Δασύς.

Ο Ζαώρδιλ στράφηκε να τον κοιτάξει. «Τι εννοείς;»

«Φτιάχνουν φορεσιές από δέρματα διάφορων ζώων, αυτό έχω ακούσει, κι ανάλογα με τη φορεσιά μεταμορφώνονται κιόλας. Κείνος που φορά τον λύκο πάνω του γίνεται λύκος· κείνος που φορά τον λυκόχοιρο γίνεται λυκόχοιρος· κείνος που φορά το λιοντάρι–»

«Ναι, ’ντάξει,» τον διέκοψε ο Νικηφόρος ο Κολπατζής, «το καταλάβαμε. Αλλά μη μου πεις πως αυτός που φορά τον ελέφαντα γίνεται ελέφαντας.»

Γελούσαν για λίγο, και μετά ο Όρκιβελ είπε στον Αλέξανδρο: «Πού τ’άκουσες, ρε, αυτά για τις φορεσιές από δέρματα ζώων;»

«Το λένε,» αποκρίθηκε εκείνος. «Σε κάποιο καπηλειό πρέπει να το πήρε τ’αφτί μου. Εδώ και καιρό.»

«Θέλω πραγματικά να δω τι γίνεται μ’αυτόν που φορά στολή ελέφαντα,» επέμεινε ο Νικηφόρος.

«Προσευχήσου να μη χρειαστεί να το ανακαλύψεις,» του είπε ο Όρκιβελ μειδιώντας.

«Η μάγισσα ίσως να ξέρει περισσότερα…» είπε ο Αλέξανδρος στον Όρκιβελ.

«Μπορεί.»

«Ποια μάγισσα;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ.

«Η μάγισσά μας, η Μιρκάλη’λι. Αλλά είναι τώρα στο σκάφος.» Κι ο Μουντζουρωμένος έστρεψε το βλέμμα του στη Φαίδρα. «Όμως κι εσύ μάγισσα, δεν είσαι; ‘Φαίδρα’λι’ δεν σε σύστησε ο Σκοτωμένος;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Αλλά δεν ξέρω τίποτα για παράξενες φορεσιές από δέρματα θηρίων.»

«Και ούτε μπορείς ν’ανακαλύψεις;» τη ρώτησε ο Ζαώρδιλ, έχοντας υπόψη του τα νοομορφικά ενδύματα.

«Πού να ξέρω, αρχηγέ; Ίσως. Δεν το έχω σκεφτεί.»

«Σκέψου το. Δε θα μπορούσαν να είναι κάτι σαν τα νοομορφικά ρούχα σου;»

«Δε νομίζω ότι είναι καθόλου το ίδιο πράγμα, αν κάνουν αυτό που λένε οι φήμες.»

*

Μετά από τέσσερις ώρες δουλειά στα ενεργειακά κέντρα των πλοίων οι μάγοι έπρεπε να ξεκουραστούν, κι επομένως οι μηχανές των σκαφών να πέσουν σε αδράνεια. Εν ανάγκη, η Φαίδρα’λι και ο Σάμελκον’λι μπορούσαν να συνεχίσουν να ελέγχουν τη ροή της ενέργειας, αντικαθιστώντας την Ανταρλίδα’μορ και τον Ρουάμη’νιρ· αλλά τώρα δεν υπήρχε τέτοια ανάγκη. Τα καράβια, εξάλλου, είχαν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να πλέουν με τα πανιά μέχρι οι μάγοι να ξανακάνουν τις Μαγγανείες Κινήσεως. Όμως ούτε και γι’αυτό υπήρχε ανάγκη, όπως αποδείχτηκε. Ο Όρκιβελ ο Μουντζουρωμένος (που είχε, προ πολλού, επιστρέψει στο σκάφος του) τούς είχε οδηγήσει κοντά στην Ταρνάμεθ καθώς απογευματινό φως χρωμάτιζε τα ήρεμα νερά του Ωκεανού, οπότε μπορούσαν να σταματήσουν για λίγο εκεί, ώστε να κατεβούν από τα πλοία και να ξεκουραστούν στις τοπικές ταβέρνες και στο λιμάνι. Ο ίδιος ο πειρατής και το πλήρωμά του, όμως, δεν θα έρχονταν μαζί τους, πληροφόρησε ο Όρκιβελ τον Ζαώρδιλ μέσω τηλεπικοινωνιακού πομπού. «Άμα με δουν να ζυγώνω το λιμάνι της Ταρνάμεθ θα πέσουν κανονιές. Το ξέρουν το σκάφος μου από μακριά, Σκοτωμένε. Θα πάω ν’αράξω στην Αντίνησο και θάρθουμε, εγώ και μερικοί δικοί μου, με καμια βάρκα απέναντι, θα μπούμε στην πόλη, και θα σας βρούμε.» Αντίνησος ονομαζόταν το μικρότερο νησί βορειοδυτικά της νήσου Ταρνάμεθ. Το έβλεπες, άνετα, απ’το λιμάνι της πόλης της Ταρνάμεθ εκτός αν είχε σηκώσει πολύ πυκνή ομίχλη· αλλά ακόμα και τότε φαίνονταν τα φώτα από τα σπίτια των λιγοστών κατοίκων της Αδελφής (όπως έλεγαν οι κάτοικοι της Ταρνάμεθ την πόλη που βρισκόταν αντίκρυ τους, και εννοούσαν ότι ήταν αδελφή της Ταρνάμεθ). Όλα αυτά, βέβαια, οι Ζωντανοί-Νεκροί δεν τα ήξεραν, όμως τα έμαθαν πολύ σύντομα, όταν, αφού ζήτησαν άδεια από τις λιμενικές αρχές του νησιού, άραξαν τα μεγάλα πλοία τους στο λιμάνι της Ταρνάμεθ και κατέβηκαν για να γεμίσουν τις ταβέρνες κοντά στις αποβάθρες με την παρουσία τους. «Πωω, ρε, κύμα που έχει πέσει! Κύμα που έχει πέσει!» έλεγε ένας ταβερνιάρης γελώντας καθώς έφερνε παραγγελίες (ψητά ψάρια, μαλάκια, και οστρακοειδή, συνοδευόμενα από μπίρες και κρασιά)· κι εννοούσε, ασφαλώς, τα νομίσματα του Ωκεανού, τα οποία ονομάζονταν κύματα. Ο Νικηφόρος ο Κολπατζής κρατούσε απασχολημένες και τις δύο σερβιτόρες της ταβέρνας, θρονιασμένος σε μια γωνία κι έχοντας τη μια κοπέλα στα γόνατά του και την άλλη καθισμένη επάνω στο τραπέζι πλάι του, λέγοντάς τους διάφορα ηρωικά κατορθώματα και περιπέτειες των Ζωντανών-Νεκρών (τα περισσότερα βγαλμένα από τη φαντασία του). Ο ταβερνιάρης, όσο κύματα τον χαστούκιζαν καταπρόσωπο, δεν είχε καμια αντίρρηση σχετικά μ’αυτό.

Ο θεός της Ταρνάμεθ – μια ψηλή, ξερακιανή σκιά που στεκόταν όρθια και έριχνε τρεις σκιές στο έδαφος οι οποίες έμοιαζαν να έχουν η καθεμία και δική της ζωή – τριγύριζε στο λιμάνι, μουρμουρίζοντας ακατανόητα και αποφεύγοντας την πολυκοσμία. (Οι κάτοικοι είπαν στους Ζωντανούς-Νεκρούς που ανησύχησαν να μην ανησυχούν· ο θεός δεν πείραζε κανέναν: ήταν απλώς γκρινιάρης και περίεργος· όταν βαριόταν τον περίπατο θα επέστρεφε στον ναό του.) Τελικά, στάθηκε στην άκρη μιας αποβάθρας και φάνηκε να πιάνει κάποιου είδους επικοινωνία με μια μορφή που είχε ξεπροβάλει μέσα από τη θάλασσα. Μια μορφή που ήταν από νερό και θύμιζε γυναίκα, πολύ γενικά. Τα χέρια της άρχιζαν από τη θάλασσα και τελείωναν στη θάλασσα, και θα μπορούσαν να ονομαστούν και πλοκάμια. Το ίδιο ίσχυε και για τα μαλλιά της. Στο κέντρο του προσώπου της υπήρχε ένα στρογγυλό, γυαλιστερό σημείο που άλλοτε φώτιζε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο, άλλοτε μεγάλωνε ελαφρώς, άλλοτε μίκραινε ελαφρώς – ένα παράξενο μάτι.

Σε κάποια απόσταση από την αποβάθρα στεκόταν μια κουκουλωμένη μορφή, αρκετά κοντή· και η Φαίδρα’λι, βλέποντάς την, κατάλαβε ότι ήταν η μάγισσα που κρατούσε την υδάτινη θεά φυλακισμένη. Η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων γρύλισε άγρια μέσα στο βραχιόλι της Φαίδρας, κι εκείνη την πρόσταξε να καθίσει ήσυχα, αλλιώς θα τσαντιζόταν. Πλησίασε την άλλη μάγισσα και τη χαιρέτησε. Συστήθηκε κιόλας: «Με λένε Φαίδρα’λι»· κι άφησε τον θεό της να έρθει λιγάκι προς την επιφάνεια της φυλακής του, ώστε αν ήθελε η συνάδελφός της να μπορέσει να τον διαισθανθεί μέσω της δικής της θεάς ή με κάποιο ξόρκι. Εκείνη την ατένισε μέσα απ’την κουκούλα της. Το πρόσωπό της ήταν μαυρόδερμο και τα μαλλιά της πράσινα. «Ονομάζομαι Μιρκάλη’λι,» είπε· και: «Πρέπει νάσαι η μάγισσα των Ζωντανών-Νεκρών, σωστά;»

«Σωστά.»

«Δε μπορεί κανείς να σε μπερδέψει για άλλη, με το λευκό δέρμα και τα πράσινα μαλλιά σου. Είμαι η μάγισσα του Όρκιβελ.»

«Το κατάλαβα,» είπε η Φαίδρα. «Έχει έρθει εδώ ο Όρκιβελ;»

«Ναι. Μόλις φτάσαμε.»

Η Φαίδρα έδειξε, με το βλέμμα της, προς τα εκεί όπου η υδάτινη θεά επικοινωνούσε με τον θεό της Ταρνάμεθ. «Δεν είν’ επικίνδυνο αυτό;»

«Καθόλου,» τη διαβεβαίωσε η Μιρκάλη· «είναι φιλήσυχος ο Βασ’μάρτ’νεχκ. Πολύ γέρος. Πανάρχαιος θεός. Ήταν εδώ από τότε που ο Ωκεανός γεννήθηκε. Ορισμένοι λένε πως ήταν εδώ από προτού η Φεηνάρκια δημιουργηθεί, από την εποχή του Ενιαίου Κόσμου, που όλες οι διαστάσεις ήταν μία.»

Η Φαίδρα ατένισε αμίλητα την ψηλή, ξερακιανή σκιά που έριχνε τρεις σκιές επάνω στην αποβάθρα όπου βρισκόταν – τρεις ζωντανές σκιές. Μετά ρώτησε τη Μιρκάλη: «Πώς λέγεται η δαιμόνισσά σου;»

«Καλοντυμένη Κυρά των Ανήσυχων Κυμάτων.»

«Καλοντυμένη;» Πρώτη φορά είχε ακούσει τέτοιου είδους λέξη να χαρακτηρίζει θεότητα της Φεηνάρκια.

«Κοίταξέ την προσεχτικά, Φαίδρα,» είπε η Μιρκάλη. «Πλησίασε κιόλας, αν θέλεις· ο Βασ’μάρτ’νεχκ δεν θα σε πειράξει.»

Η Φαίδρα, όμως, δεν έκανε περισσότερο από μερικά βήματα προς το μέρος του, και παρατήρησε την Καλοντυμένη Κυρά των Ανήσυχων Κυμάτων. Μέσα στην υδάτινη μορφή της διέκρινε όστρακα που σχημάτιζαν αλυσίδες, μοιάζοντας με ζώνες, περιδέραια, και βραχιόλια.

Η Φαίδρα μειδίασε. «Καταλαβαίνω,» είπε.

Η Μιρκάλη τής επέστρεψε το μειδίαμα. Και τη ρώτησε: «Γιατί δεν είσαι με τους άλλους Ζωντανούς-Νεκρούς σε κάποια ταβέρνα; Ο θεός της Ταρνάμεθ σε τράβηξε εδώ;»

«Ήθελα να πάρω αέρα, απλώς,» είπε ψέματα η Φαίδρα, που εξακολουθούσε να προσπαθεί να λύσει τον γρίφο του Φέκταρελ.

«Θέλεις να πάμε κάπου να καθίσουμε τώρα;» πρότεινε η Μιρκάλη.

Η Φαίδρα έγνεψε καταφατικά.

Η Μιρκάλη στράφηκε να κοιτάξει τη θεά της και πρέπει να της έδωσε κάποια νοητική προσταγή, γιατί η Καλοντυμένη Κυρά των Ανήσυχων Κυμάτων απομακρύνθηκε από την αποβάθρα όπου επικοινωνούσε με τον θεό της Ταρνάμεθ και κινήθηκε προς τη μεριά της αφέντρας της, ρέοντας επάνω στα κύματα. Η Μιρκάλη στάθηκε στην άκρη του λιμανιού· γονάτισε· και η Καλοντυμένη Κυρά φάνηκε να πηδά από τη θάλασσα, να μικραίνει παράδοξα, και να μπαίνει μέσα στο λαιμό της μάγισσας – ή, μάλλον, στον λίθο που βρισκόταν επάνω στο ξύλινο κολάρο της.

Η Φαίδρα ρώτησε τη Μιρκάλη, καθώς εκείνη ερχόταν πάλι κοντά της: «Μόνο στο νερό μπορείς να την ξαμολήσεις;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Μιρκάλη. «Είναι εν μέρει από ύλη, όπως είδες.»

Σπάνιες ήταν οι περιπτώσεις που κάποιος Δεσμοφύλακας παγίδευε έναν θεό που ήταν εν μέρει από ύλη. Οι άυλοι παγιδεύονταν ευκολότερα· ή αυτοί που είχαν ύλη αναγκάζονταν να την αφήσουν πίσω προτού κλειστούν στη μαγική φυλακή. Η ρευστή φύση της Καλοντυμένης Κυράς πρέπει να ήταν που είχε κάνει τη διαφορά, υπέθετε η Φαίδρα’λι. Αλλά δεν το θεώρησε ευγενικό να ρωτήσει τη Μιρκάλη. Δεν τη γνώριζε, άλλωστε, και τόσο καλά ακόμα.

Επιπλέον, ο Φέκταρελ ήταν που τώρα την απασχολούσε κυρίως. Όλα τα υπόλοιπα τής έμοιαζαν ανούσιοι περισπασμοί.

Και πού βρισκόταν τώρα; Έψαξε γι’αυτόν, με τη ματιά της, καθώς πήγαινε στις ταβέρνες μαζί με τη Μιρκάλη, και τον βρήκε εκεί όπου κάθονταν ο Ζαώρδιλ, η Έρικα, ο Νικηφόρος, η Νιρκέκα, και άλλοι Ζωντανοί-Νεκροί με τον Όρκιβελ κοντά τους (ο οποίος φορούσε κουκούλα για να μην τον αναγνωρίσει κανένας που δεν έπρεπε να τον αναγνωρίσει). Ο Φέκταρελ έπινε μια μπίρα και συζητούσε με τον Ράκαλωντ, τη Φρίντα, και τον Κερκ. Δεν έμοιαζε να έχει τίποτα. Τίποτα εκτός απ’το ότι συνεχώς με αποφεύγει! σκέφτηκε τσαντισμένη η Φαίδρα, κι ύστερα κάθισε σ’ένα τραπέζι μαζί με τη Μιρκάλη’λι. Σύντομα, ήρθαν να τους κάνουν παρέα η Ανταρλίδα’μορ και η Ανρίθα-Νοθ, και ο ταβερνιάρης τούς έφερε ποτά και μεζέδες. Η Ανταρλίδα τον πλήρωσε μ’ένα χαρτονόμισμα τριών κυμάτων, κι εκείνος φάνηκε πολύ ευχαριστημένος.

Μετά από λίγο, ο Αλέξανδρος ο Δασύς πέρασε κοντά απ’το τραπέζι τους κι έκλεισε το μάτι στην Ανρίθα-Νοθ.

«Αυτός ο μαλλιαρός τύπος νομίζω πως μου την πέφτει,» είπε εκείνη στις άλλες. «Και με τρομάζει.»

«Δε μου φαίνεσαι και τόσο τρομαγμένη,» της είπε η Μιρκάλη καθώς δάγκωνε την άκρη ενός ψητού πλοκαμιού.

«Είναι το ύφος μου να δείχνω γενικά ήρεμη,» αποκρίθηκε η Ανρίθα-Νοθ. Όμως η Φαίδρα νόμιζε ότι όχι μόνο η Ανρίθα δεν τον φοβόταν αλλά τον προκαλούσε κιόλας. Όταν ο Αλέξανδρος τής είχε κλείσει το μάτι, εκείνη, παριστάνοντας πως δεν τον είχε προσέξει, είχε σηκώσει το χέρι της και τρίψει το αριστερό της στήθος, που κατά το ήμισυ φαινόταν προκλητικά μέσα από το μεγάλο της ντεκολτέ. Τι παιχνίδι έπαιζε; αναρωτήθηκε η Φαίδρα, που νόμιζε ότι ποτέ δεν θα την καταλάβαινε. Ή τον θέλεις κάποιον ή δεν τον θέλεις· αυτά είναι χαζομάρες.

«Δε μας πείθεις, Ανρίθα,» είπε η Ανταρλίδα, που κάπνιζε ένα τσιγάρο το οποίο – αν η Φαίδρα δεν έκανε λάθος απ’την εμφάνισή του – πρέπει να της είχε στρίψει ο Ζαώρδιλ. «Δε νομίζω ότι σε τρομάζει ο μαλλιαρός τύπος.»

«Δε σου φαίνεται εσένα τρομαχτικός; Είναι σα να μην έχει καθόλου πρόσωπο πίσω απ’όλη αυτή την τρίχα! Λες, μάλιστα, νάναι σημαδεμένος;» Η Ανρίθα παρίστανε πως αναριγούσε.

Η Ανταρλίδα χαμογελούσε, και ήπιε μια γουλιά από τη μπίρα της.

*

Όταν νύχτωσε για τα καλά, απέπλευσαν από την Ταρνάμεθ. Ο Ζαώρδιλ είχε πει στους μάγους να μη μεθύσουν για να μπορούν να κάνουν τις Μαγγανείες Κινήσεως, και πράγματι ο Ρουάμης’νιρ και η Ανταρλίδα’μορ δεν ήταν μεθυσμένοι· δεν είχαν πιει παρά ελάχιστα. Αλλά ούτε κι οι υπόλοιποι μισθοφόροι του Σκοτωμένου παραπατούσαν, εκτός από καμια δεκαριά, και ο Ζαώρδιλ πρόσταξε να τους δέσουν και να τους ρίξουν στη θάλασσα για λίγο, μέχρι να συνέλθουν. Δεν άργησαν να έρθουν στα συγκαλά τους.

Ο Οδηγός και ο Ακόλουθος είχαν απομακρυνθεί από το λιμάνι της Ταρνάμεθ όταν το σκάφος του Όρκιβελ – το οποίο ονομαζόταν Σπαθί του Ωκεανού – τους ζύγωσε και ο Μουντζουρωμένος ζήτησε, μέσω τηλεπικοινωνιακού πομπού, να τον ακολουθήσουν. Θα τους οδηγούσε με ασφάλεια στη Νουσράκλη, είπε γι’ακόμα μια φορά. Ο Ζαώρδιλ πρόσταξε να πλεύσουν στο κατόπι του κουρσάρικου, και, μέσα στη νύχτα, πέρασαν κοντά κι ανάμεσα από πολλά νησιά που ο Σκοτωμένος όχι μόνο δεν ήξερε αλλά ούτε καν είχε ξανακούσει. Μερικά, δε, νόμιζε πως δεν τα έδειχνε ούτε ο χάρτης του Ωκεανού στην οθόνη της κονσόλας του πηδάλιου.

Η Έρικα τού ψιθύρισε: «Πάω να ξεκουραστώ. Έρχεσαι;»

Ο Ζαώρδιλ μπήκε στον πειρασμό, αλλά αισθάνθηκε διχασμένος, γιατί δεν ήξερε αν θα ήταν συνετό ν’αφήσει τη γέφυρα. Ίσως κάτι να προέκυπτε. Απ’την άλλη, βέβαια, αυτό ήταν γενικός κανόνας – πάντοτε ίσως κάτι να προέκυπτε – κι επιπλέον, τον Πιλότο τον εμπιστευόταν· ήταν έμπειρος στη δουλειά του. Και ο Νικηφόρος ήταν εδώ, καθώς κι ο Φέκταρελ. Στη χειρότερη περίπτωση, αν κάτι συνέβαινε, θα τον ειδοποιούσαν.

Ακολούθησε, έτσι, την Έρικα στην καμπίνα του πλοίαρχου και, χωρίς πολύ καθυστέρηση, έπεσαν στο κρεβάτι παλεύοντας σαν ερωτοχτυπημένα θηρία. Δε σε τσαντίζει όταν σε διακόπτουν; είπε η Έρικα μέσα στο στόμα του (αναφερόμενη στην προηγούμενη φορά, που ο επικοινωνιακός δίαυλος είχε κουδουνίσει). Μου έχεις λείψει, το ξέρεις; της είπε ο Ζαώρδιλ σα να μην την είχε ακούσει: Κάθε φορά που φεύγεις μου λείπεις.

Μετά από κάποια ώρα, εξαντλημένοι, κοιμήθηκαν. Η Έρικα, αργότερα, δεν θυμόταν αν ονειρεύτηκε τίποτα. Ο Ζαώρδιλ ονειρευόταν μια σύγκρουση ανάμεσα σε Παντοκρατορικούς και επαναστάτες – μια σύγκρουση που δεν είχε συμβεί ποτέ – αλλά εκείνος δεν ήταν ούτε με τη μια παράταξη ούτε με την άλλη. Καθόταν επάνω σ’ένα σταματημένο δίκυκλο κι αναρωτιόταν για τον πόλεμο· και παραδίπλα στεκόταν ο Ροδόλφος (που, στον πραγματικό κόσμο, κατοικούσε τώρα στη Βολδέριλ, στο Παντοκρατορικό γκέτο, και είχε γράψει το βιβλίο Οι Αναμνήσεις ενός Λευκού Διοικητή) και του έλεγε Αν δεν ήταν έτσι θα μπορούσαμε να είχαμε οικοδομήσει έναν κόσμο ειρήνης αντί για έναν κόσμο πολέμου, δεν έχω δίκιο, Ζαώρδιλ;

Τα μάτια του Σκοτωμένου άνοιξαν απότομα σαν να είχε διαισθανθεί κίνδυνο. Αλλά μάλλον εκείνο που τον είχε ξυπνήσει ήταν το κουδούνισμα του επικοινωνιακού διαύλου.

Και η Έρικα είχε ξυπνήσει. «Γαμήσου…» μούγκρισε καθώς έπαιρνε το κεφάλι της από τον ώμο του Ζαώρδιλ και γύριζε στο πλάι, στρέφοντάς του την πλάτη.

Ο Σκοτωμένος σηκώθηκε από το κρεβάτι και πλησίασε το γραφείο, για ν’ανοίξει τον δίαυλο. «Τι είναι;» ρώτησε.

«Προσεγγίζουμε το λιμάνι της Νουσράκλης, αρχηγέ,» είπε η φωνή του Νικηφόρου.

Ο Ζαώρδιλ κοίταξε έξω απ’το παράθυρο. Ο Κολπατζής είχε δίκιο, διαπίστωσε: μια μεγάλη, φωτισμένη πόλη φαινόταν μες στη νύχτα. Τι ώρα είναι;

«Ακούς, Σκοτωμένε;»

«Σε άκουσα. Εντάξει. Πάμε ν’αράξουμε. Υποθέτω θα μας δώσουν άδεια.»

«Κι ο Πιλότος το ίδιο υποθέτει.»

Ο Ζαώρδιλ τερμάτισε την επικοινωνία και κοίταξε το ρολόι πάνω στο γραφείο.

Η Έρικα, σαν να είχε διαβάσει το μυαλό του, ρώτησε, από το κρεβάτι: «Τι ώρα είναι;»

«Δύο και κάτι, μετά τα μεσάνυχτα. Μάλλον ο Βασιληάς θα κοιμάται.»

Κεφάλαιο Έβδομο
Ζωντανοί-Νεκροί στην Αυλή του Βασιληά

Τα δύο μεγάλα πλοία των Ζωντανών-Νεκρών αγκυροβόλησαν στο λιμάνι της Νουσράκλης, ενώ τα τρία φεγγάρια της Φεηνάρκια παρακολουθούσαν από τον ουρανό. Το κουρσάρικο του Όρκιβελ – το Σπαθί του Ωκεανού – είχε προ πολλού απομακρυνθεί, γιατί οι πειρατές του και οι δυνάμεις ασφαλείας του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων δεν είχαν φιλικές σχέσεις αναμεταξύ τους.

Κάποιοι φρουροί της πόλης πλησίασαν τις αποβάθρες όπου είχαν αράξει τα σκάφη των Ζωντανών-Νεκρών, προκειμένου να μάθουν τη δουλειά των μισθοφόρων εδώ και να τους ζητήσουν φόρο. Η Έρικα και ο Ζαώρδιλ τούς συνάντησαν έξω από τον Οδηγό, και η πρώτη μίλησε στην αρχηγό τους, εξηγώντας της πως βρίσκονταν στη Νουσράκλη κατόπιν εντολής του Βασιληά Ράνελμον, ώστε να συζητήσουν μαζί του σχετικά μ’ένα λεπτό και εμπιστευτικό θέμα. Υπήρχε περίπτωση – πολύ πιθανή περίπτωση – ο Μεγαλειότατος να προσλάμβανε τους Ζωντανούς-Νεκρούς. «Αν δεν μας πιστεύετε μπορείτε φυσικά να επικοινωνήσετε μαζί του για να τον ρωτήσετε. Ονομάζομαι Έρικα Σάλκερκοφ. Αν ακούσει το όνομά μου θα το αναγνωρίσει, είμαι βέβαιη.»

Η αρχηγός των φρουρών, παρότι την κοίταζε με δυσπιστία, είπε: «Είναι πολύ αργά για να ανησυχήσουμε τον Βασιληά εκτός αν πρόκειται για κάτι κατεπείγον. Και δεν νομίζω πως η περίπτωσή σας είναι τέτοια. Μπορείτε να παραμείνετε στο λιμάνι ώς το πρωί, οπότε και θα έχετε την ευκαιρία να μιλήσετε με τον Μεγαλειότατο.»

«Ευχαριστούμε,» αποκρίθηκε η Έρικα.

«Θα κατεβείτε από τα πλοία;»

Η Έρικα κοίταξε ερωτηματικά τον Ζαώρδιλ. «Δεν υπάρχει λόγος,» είπε εκείνος. «Μέχρι να ξημερώσει, τουλάχιστον.»

Η αρχηγός των φρουρών ένευσε. «Καλώς,» είπε, κι έκανε νόημα στους μαχητές της ν’απομακρυνθούν από την αποβάθρα. Δεν πήγαν, όμως, και πολύ μακριά. Κάμποσοι απ’αυτούς έμειναν σε τέτοιο σημείο του λιμανιού ώστε να μπορούν να κοιτάζουν τα δύο πλοία των Ζωντανών-Νεκρών, οπλισμένοι με τουφέκια και αλεξίσφαιρες πανοπλίες, και τρεις απ’αυτούς έφιπποι.

Ο Ζαώρδιλ και η Έρικα επέστρεψαν στο εσωτερικό του Οδηγού.

Όταν, μετά από ώρες, ο ήλιος ξεπρόβαλε από την ανατολή, ο Ζαώρδιλ ο Σκοτωμένος βγήκε απ’την καμπίνα του πλοίαρχου και στάθηκε στο κατάστρωμα, ντυμένος με το δερμάτινο παντελόνι του κι έχοντας το πουκάμισό του μισοκουμπωμένο, αποκαλύπτοντας πορφυρό δέρμα και παλιές ουλές – ολόκληρη έκθεση ιδιόρρυθμης τέχνης από ουλές. Τα πόδια του πατούσαν ξυπόλυτα επάνω στα ξύλα του καταστρώματος. Η ζέστη ήταν αρκετά έντονη για τέτοια πρωινή ώρα. Ο Ζαώρδιλ έβαλε στο στόμα του το τσιγάρο που είχε στρίψει πριν από λίγο και το άναψε με τον ενεργειακό αναπτήρα του.

Είδε πως οι φρουροί εξακολουθούσαν να είναι στο λιμάνι. Όχι οι ίδιοι, σίγουρα, αλλά κάποιοι φρουροί ήταν στην ίδια θέση. Η πόλη ξυπνούσε, και είχε αρχίσει να έχει κίνηση στους δρόμους και στις αποβάθρες. Ο Ζαώρδιλ άκουσε έλικες να χτυπούν από πάνω του, και υψώνοντας το βλέμμα στον ουρανό ατένισε ένα ελικόπτερο να πηγαίνει να προσγειωθεί κάπου πέρα από τα βορειοανατολικά τείχη της Νουσράκλης. Υπήρχε, λοιπόν, και αεροδρόμιο εδώ. Δεν ήταν πολλές οι πόλεις της Φεηνάρκια που είχαν αεροδρόμιο. Και το ελικόπτερο πρέπει να ήταν εμπορικό, αν δεν είχε κάνει λάθος.

Η Έρικα ήρθε σε λίγο να σταθεί πλάι του, ντυμένη κι εξοπλισμένη σαν να ήταν έτοιμη για ταξίδι. Αλλά δεν φορούσε τώρα τον μαγικό μανδύα της· τον είχε αφήσει μέσα. Προτιμούσε να μην τον φορά όταν δεν το θεωρούσε απαραίτητο· τη φρίκαρε ώρες-ώρες, έτσι όπως πιανόταν επάνω της.

«Θα μας καλέσει ο Βασιληάς, ή θα πάμε εμείς να του χτυπήσουμε το κουδούνι;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ.

«Δεν ξέρω. Υποθέτω πως εκείνη η πολεμίστρια θα τον ειδοποιήσει… Θα δούμε. Περίμενε λίγο.»

Ο Ζαώρδιλ ένευσε, και πέταξε το τελειωμένο τσιγάρο του στη θάλασσα.

Μετά από κάποια ώρα, κι ενώ ο Ζαώρδιλ κι η Έρικα ακόμα βρίσκονταν στο κατάστρωμα παρατηρώντας την κίνηση στο λιμάνι, ο Θελβάμης πλησίασε λέγοντας: «Αρχηγέ;»

«Τι;»

«Μας έχει καλέσει ένας τύπος τηλεπικοινωνιακά και λέει πως μιλά εκ μέρους του Βασιληά Ράνελμον. Ζητά την Έρικα.»

Η Έρικα είπε αμέσως, προτού προλάβει ν’αποκριθεί ο Ζαώρδιλ: «Πάμε.»

Ο Θελβάμης όμως περίμενε την έγκριση του Σκοτωμένου, ο οποίος, φυσικά, κατένευσε· έτσι πήγαν κι οι τρεις τους στη γέφυρα, και ο Θελβάμης πάτησε ένα πλήκτρο επάνω στον τηλεπικοινωνιακό πομπό.

Ένα αντρικό πρόσωπο παρουσιάστηκε στην οθόνη της κονσόλας.

«Με ζητήσατε…» είπε η Έρικα, που δεν αναγνώριζε αυτό τον άντρα. Πρέπει, όμως, να ήταν κάποιος από τους αυλικούς του Ράνελμον. Τους ανθρώπους του παλατιού.

«Είστε η Έρικα Σάλκερκοφ;» ρώτησε.

«Μάλιστα. Θα μπορούσα να μιλήσω με τον Βασιληά;»

Ο άντρας κοίταξε κάπου παραδίπλα· μετά σηκώθηκε από τη θέση του, φεύγοντας από την οθόνη, και ο Βασιληάς Ράνελμον τον αντικατέστησε. «Καλημέρα, κυρία Σάλκερκοφ,» είπε. «Ήρθατε αργά, μετά τα μεσάνυχτα, με πληροφόρησαν.»

«Μάλιστα, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε η Έρικα. «Έχω μαζί μου τον Ζαώρδιλ και τους Ζωντανούς-Νεκρούς. Ελπίζω να σας βρίσκουμε καλά…» εμμέσως ρωτώντας αν είχαν, παρ’ελπίδα, ήδη επιτεθεί οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί.

«Εκτός από κάποιες… απειλές, όλα είναι εντάξει,» αποκρίθηκε ο Ράνελμον. «Ελάτε στο παλάτι μου και θα συζητήσουμε. Φέρτε μαζί σας και τον Ζαώρδιλ, ασφαλώς, καθώς και κάποιους από τους ανθρώπους του, αν θέλετε. Αλλά όχι περισσότερους από πέντε.»

«Όπως επιθυμείτε, Μεγαλειότατε.»

«Θα μιλήσουμε, λοιπόν, από κοντά, κυρία Σάλκερκοφ.» Ο Βασιληάς των Γεφυρωμένων Νήσων τερμάτισε την επικοινωνία τους, και η οθόνη έσβησε.

«Τι εννοούσε όταν είπε ότι δέχτηκε απειλές;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ.

«Θα μάθουμε σε λίγο, προφανώς. Αλλά υποθέτω πως είναι κάτι που έχει σχέση με τον Αρχισυγκλητικό της Κάρνατεβ. Θέλεις να πάρεις κανέναν άλλο μαζί σου;»

«Τη μάγισσα, σίγουρα. Τον Φέκταρελ, τον Νικηφόρο. Κι ας έρθει και η Ραβάσλι.»

*

Η Αίθουσα του Θρόνου των Γεφυρωμένων Νήσων ήταν μεγάλη και ηλιόλουστη, όλο κρύσταλλα, όμορφα λαξευτά αγάλματα, και περίτεχνα κεντημένες ταπετσαρίες. Στο βάθος της, στο τέλος ενός μακρύ γαλανού χαλιού ραμμένου έτσι ώστε να θυμίζει θαλάσσια κύματα, βρισκόταν ο θρόνος επάνω σ’ένα βάθρο· και ο Βασιληάς Ράνελμον ήταν καθισμένος εκεί, ντυμένος επίσημα.

Η Έρικα, ο Ζαώρδιλ, η Φαίδρα’λι, ο Φέκταρελ, ο Νικηφόρος, και η Ραβάσλι, έχοντας οδηγηθεί από φρουρούς ενώπιόν του, υποκλίθηκαν τυπικά.

«Εσείς είστε, λοιπόν, οι αρχηγοί των Ζωντανών-Νεκρών;» είπε ο Ράνελμον.

«Μάλιστα, Μεγαλειότατε. Ονομάζομαι Ζαώρδιλ ο Σκοτωμένος, και, αν δεν κάνω λάθος, η Έρικα θα σας έχει μιλήσει για εμένα.»

Γύρω τους στην αίθουσα βρίσκονταν διάφοροι αυλικοί και φρουροί. Ανάμεσά τους, η Έρικα μπορούσε να αναγνωρίσει μόνο την Πρώτη Πριγκίπισσα Σεϊλίκρα, σύζυγο του Ράνελμον, και την Πριγκίπισσα Ρασλέδη, την κόρη τους. Οι άλλοι τής ήταν άγνωστοι· δεν ήξερε πολλά για την αριστοκρατία, ούτε για την εσωτερική πολιτική γενικά, των Γεφυρωμένων Νήσων. Το μόνο που γνώριζε ήταν ότι ο Βασιληάς δεν είχε απόλυτη εξουσία· υπήρχε και η Βουλή των Καπεταναίων, όπως την έλεγαν, η οποία αποτελείτο από τους ισχυρότερους πλοιοκτήτες των νησιών.

«Μου έχει, πράγματι, μιλήσει,» αποκρίθηκε ο Βασιληάς στον Σκοτωμένο. «Νομίζετε ότι μπορείτε να μου προσφέρετε προστασία, κύριε Ζαώρδιλ;»

«Δεν είμαι βέβαιος ότι θα αναλάβω τη δουλειά, Μεγαλειότατε. Θα ήθελα να μάθω περισσότερα, πρώτα. Αλλά, αν τελικά την αναλάβω, εγώ και οι μισθοφόροι μου θα κάνουμε το παν για να κρατήσουμε την αυλή σας ασφαλή από τον κίνδυνο που την απειλεί.» Εσκεμμένα δεν είχε αναφέρει το όνομα των Θηριόπνευστων Αδελφών γιατί καταλάβαινε ότι αυτή δεν ήταν μια περιορισμένη συνδιάσκεψη· τόσοι άλλοι παρακολουθούσαν αυτά που λέγονταν.

«Μπορείτε να μιλήσετε ανοιχτά,» είπε ο Ράνελμον, μάλλον μαντεύοντας, από τα λόγια του, τι είχε ο Ζαώρδιλ στο μυαλό του· «θεωρώ όλους όσους βρίσκονταν εδώ έμπιστους ανθρώπους, όχι πιθανούς προδότες ή κατασκόπους της Κάρνατεβ.»

«Μάλιστα, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε η Ζαώρδιλ. «Προφανώς αναφέρομαι στους Θηριόπνευστους Αδελφούς, μιλώντας για κίνδυνο.»

Ο Βασιληάς ένευσε. «Γνωρίζετε τις φήμες γι’αυτούς;»

«Ό,τι μου έχει πει η Έρικα.»

Ο Ράνελμον στράφηκε να κοιτάξει την Έρικα.

Εκείνη είπε: «Ελάχιστα είναι γνωστά για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, ούτως ή άλλως…»

«Προ τριετίας, ένας από τους καπεταναίους μου δολοφονήθηκε από αυτούς,» την πληροφόρησε ο Ράνελμον.

«Και είναι αλήθεια ότι μεταμορφώνονται σε θηρία, Μεγαλειότατε;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ.

«Κανείς δεν τους είδε να αλλάζουν μορφή,» αποκρίθηκε ο Βασιληάς. «Αλλά, βέβαια, όλοι όσοι βρίσκονταν στον ίδιο χώρο μ’εκείνο τον καπετάνιο σκοτώθηκαν, οπότε δεν μπορέσαμε να τους ρωτήσουμε…»

«Μου είπατε ότι δεχτήκατε κάποιες απειλές, Μεγαλειότατε…» του υπενθύμισε η Έρικα.

«Από τον Αρχισυγκλητικό. Όχι άμεσες, βέβαια, αλλά αρκετά ξεκάθαρες, οφείλω να ομολογήσω. Μου έστειλε επιστολή, χτες, εντός της οποίας με παρότρυνε να του παραδώσω τον δημοσιογράφο Αβέρναλ το συντομότερο δυνατό, εξηγώντας πως, αν αποφασίσω να μην το πράξω, μεγάλο κακό πιθανώς να βρει το παλάτι μου. Είναι, μου έγραψε ο Αρχισυγκλητικός, επικίνδυνο να προσφέρει κανείς άσυλο σε κακοποιούς.»

«Πρέπει να αναφερόταν στους Θηριόπνευστους Αδελφούς, χωρίς να θέλει να τους κατονομάσει,» είπε η Έρικα.

«Θα μπορούσε και να μπλοφάρει, ίσως,» ακούστηκε ξαφνικά μια γυναικεία φωνή από δίπλα, και η Πρώτη Πριγκίπισσα Σεϊλίκρα ζύγωσε τον θρόνο του συζύγου της, κατάμαυρη, γαλανομάλλα, και ντυμένη με στιλπνό πράσινο φόρεμα με ψηλό γιακά και βαθύ ντεκολτέ.

«Δεν το πιστεύω, Υψηλοτάτη,» είπε η Έρικα.

«Γιατί όχι;» Η Σεϊλίκρα την ατένιζε καχύποπτα.

«Διότι έχει ήδη προσπαθήσει μία φορά να δολοφονήσει τον Αβέρναλ. Είναι βέβαιο ότι τον θέλει νεκρό, και ότι βλέπει ως εχθρική κίνηση το γεγονός ότι τον προφυλάσσετε από την οργή του.»

Τότε, ένας άντρας μίλησε, ψηλός και πορφυρόδερμος, πρασινογένης και καραφλός: «Θα τολμήσει να στρέψει το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων εναντίον του, κυρία μου;»

Πρέπει να ήταν κάποιος από τους καπεταναίους, υπέθεσε η Έρικα καθώς τον ατένιζε με μάτι κριτικό. Της έμοιαζε ψημένος από τη θάλασσα. «Ο Αρχισυγκλητικός δεν νομίζω ότι τώρα φοβάται κανέναν. Μην ξεχνάτε τα αεροχήματα–»

Ο άντρας ρουθούνισε. «Μερικά ιπτάμενα τροχοφόρα δεν μπορούν να απειλήσουν τη δύναμη του Βασιλείου μας!»

Ο Ράνελμον τού είπε: «Μη θεωρείς τα αεροχήματα ασήμαντα, Θαλασσάρχοντα Κάβερντελ. Αλλά δε νομίζω πως, ούτως ή άλλως, θα μας επιτεθεί μ’αυτά, γιατί τότε θα ξεσπάσει αμέσως πόλεμος ανάμεσα στο Βασίλειό μας και στην Κάρνατεβ. Ωστόσο, στέλνοντας τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, δεν δίνει, επισήμως, κανένα σημάδι ότι εκείνος είναι που μας επιτίθεται–»

«Μα τους θεούς του Ωκεανού, Βασιληά μου!» αναφώνησε ο Κάβερντελ – ένας από τους καπεταναίους της Βουλής, προφανώς, αφού ο Ράνελμον τον είχε αποκαλέσει Θαλασσάρχοντα, σκέφτηκε η Έρικα, που ήξερε πως αυτός ήταν ο σωστός τίτλος. «Γνωρίζουμε πως εκείνος είναι που σκοπεύει να στείλει τέτοια τέρατα εναντίον μας, δεν το γνωρίζουμε; Τι θα μας εμποδίσει απ’το να του επιτεθούμε μαζικά, αν έχει το θράσος να χτυπήσει το παλάτι σας;» Και πολλοί ακούστηκαν να συμφωνούν με τα λόγια του.

«Θα φανεί ότι εμείς ξεκινήσαμε τον πόλεμο, χωρίς καλή αιτία,» είπε ο Ράνελμον.

«Ας νομίσει ο καθένας ό,τι επιθυμεί, Βασιληά μου!»

«Το Βασίλειό μας βασίζεται στο εμπόριο, Θαλασσάρχοντα Κάβερντελ. Το τι νομίζουν οι άλλες πόλεις του Ωκεανού για εμάς μας ενδιαφέρει!»

«Ποιος συμπαθεί την Κάρνατεβ και τον Αρχισυγκλητικό της, Βασιληά μου;» είπε μια γυναίκα που κι αυτή πρέπει να ήταν της Βουλής των Καπεταναίων. «Ύστερα από τόσα που έχουν κάνει, τελευταία, με τα αεροχήματά τους; Κανένας!» Ξανά, ακούστηκαν πολλοί να συμφωνούν.

«Δεν θα οδηγήσω το Βασίλειο σε πόλεμο, αν μπορώ να το αποφύγω!» επέμεινε ο Ράνελμον διακόπτοντας τις φωνές τους.

«Αν μπορεί να αποφευχθεί, Μεγαλειότατε, ναι, κανένας δεν θέλει τον πόλεμο…» συμφώνησε ο Κάβερντελ.

«Γι’αυτό βρίσκονται εδώ ο κύριος Ζαώρδιλ και οι Ζωντανοί-Νεκροί,» είπε ο Ράνελμον. «Για να μας προφυλάξουν από μια πιθανή επίθεση των Θηριόπνευστων Αδελφών και να μην οδηγηθούμε σε πόλεμο.»

«Δηλαδή, θα επιτεθούν αυτοί οι φονιάδες στο παλάτι σας και μετά ο Αρχισυγκλητικός δεν θα λάβει την πρέπουσα απάντηση;» απόρησε ο Κάβερντελ.

«Θα δούμε,» αποκρίθηκε ο Ράνελμον σκεπτικά. «Δεν είναι ώρα για γρήγορες αποφάσεις. Πρώτα θέλω να βεβαιωθώ ότι μπορούμε να προφυλάξουμε τον εαυτό μας και τον κύριο Αβέρναλ από την επίθεση.» Και κοίταξε τον Σκοτωμένο ξανά. «Θα αναλάβετε την προστασία μας, κύριε Ζαώρδιλ;»

«Πρέπει να μάθω κάποια πράγματα, πρώτα, Μεγαλειότατε.»

«Ρωτήστε με· γι’αυτό γίνεται τούτη η συνάντηση.»

«Κατά πρώτον, αν είναι να αναλάβουμε τη δουλειά, θα χρειαστώ τα σχέδια ολόκληρου του παλατιού σας. Και εννοώ τα πάντα. Αν κρατήσετε μυστικά από εμένα, δεν ευθύνομαι για ό,τι μπορεί να συμβεί.»

«Θα έχετε τα σχέδια του παλατιού,» τον διαβεβαίωσε ο Ράνελμον, στωικά, παρατηρώντας τον.

«Κατά δεύτερον, πρέπει να συμφωνήσουμε για πόσο καιρό μάς χρειάζεστε εδώ. Απ’ό,τι μου είπε η Έρικα, οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί δεν παραιτούνται μέχρι ο στόχος τους να είναι νεκρός. Αυτό σημαίνει πως, ακόμα κι αν καταφέρουμε να αποκρούσουμε την πρώτη τους επίθεση, πολύ πιθανόν να δεχτείτε και δεύτερη ή και τρίτη… Και δεν ξέρουμε τι χρονικό διάστημα θα υπάρχει ανάμεσά τους. Οι Ζωντανοί-Νεκροί, όμως, δεν μπορούν να μείνουν για πάντα εδώ, προστατεύοντας το παλάτι σας…»

«Καταλαβαίνω τι σας προβληματίζει, κύριε Ζαώρδιλ. Και είναι εύλογο, πράγματι, να αναρωτιέστε για κάτι τέτοιο. Ας κάνουμε, λοιπόν, την εξής συμφωνία, αν βολεύει κι εσάς: Θα σας πληρώσω για να μας προφυλάξετε από την πρώτη επίθεση των Θηριόπνευστων Αδελφών. Και μετά… βλέπουμε. Μπορεί να σας ξαναπληρώσω, μπορεί όχι. Θέλω κι εγώ να δω πόσο ισχυροί είναι.

»Συμφωνείτε, κύριε Ζαώρδιλ;»

«Η πρότασή σας είναι λογική, Μεγαλειότατε. Αν συμφωνήσουμε και στην αμοιβή, κατά πάσα πιθανότητα οι Ζωντανοί-Νεκροί θα σας υπηρετήσουν. Ωστόσο, θα ήθελα ακόμα κάτι από εσάς…»

«Ζητήστε το.»

«Θα ήθελα να έχω τη δυνατότητα να ερευνήσω για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, να μάθω ό,τι μπορώ να μάθω μέσα στη Νουσράκλη και σ’όλες τις Γεφυρωμένες Νήσους. Με βασιλική άδεια υπογεγραμμένη από εσάς. Όσο περισσότερα ξέρω γι’αυτούς, τόσο αρτιότερα θα μπορέσουμε να προστατέψουμε το παλάτι σας.»

«Νόμιζα,» είπε ο Βασιληάς Ράνελμον, «ότι η κυρία Σάλκερκοφ ήταν που ειδικευόταν σ’αυτές τις έρευνες.»

«Η Έρικα,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ, «αναμφίβολα θα με βοηθήσει.»

«Φυσικά και θα βοηθήσω, Μεγαλειότατε,» είπε η ίδια. «Και θα βοηθούσα ακόμα περισσότερο αν είχα προλάβει να εγκαθιδρύσω το δίκτυό μου στο Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων· αλλά, έτσι όπως έχουν μέχρι στιγμής τα πράγματα, δεν έχω στη διάθεσή μου ούτε έναν πράκτορα εδώ.»

«Μάλιστα,» είπε ο Ράνελμον ακουμπώντας την πλάτη του στον θρόνο και μοιάζοντας σκεπτικός. «Θα έχετε, ασφαλώς, την άδεια που ζητάτε, κύριε Ζαώρδιλ,» πρόσθεσε. «Δεν υπάρχει λόγος να μη σας τη δώσω. Τι άλλο θα θέλατε;»

«Την πλήρη συνεργασία της φρουράς του παλατιού και της φρουράς της πόλης, Μεγαλειότατε.»

«Κανένα πρόβλημα,» αποκρίθηκε ο Βασιληάς Ράνελμον.

«Επίσης, θα ήθελα να μιλήσω με τον Αβέρναλ τον δημοσιογράφο.»

 

 

Το πρωί, εκείνο το τέρας με κοίταζε ξανά από τον καθρέφτη, παραμορφωμένο, ειδεχθές. Ύστερα από μια νύχτα ανέγνωρων υπόγειων βαθών. Το βλέμμα του μου υποσχόταν ότι είμαστε ένα, πλέον.

Και τώρα έχω την αίσθηση πως εξακολουθεί να με παρακολουθεί, κρυμμένο πίσω από τις αντανακλάσεις στα μυριάδες κρύσταλλα της βασιλικής αίθουσας.

Ξέρει κάποιο μυστικό, αλλά θα μου το αποκαλύψει μόνο κάτω από τη γη– Δεν πρέπει να υπακούσω! Είναι φορές που νομίζω ότι θα ξυπνήσω και θα είμαι διαφορετικός… τελείως διαφορετικός…

Άλλες φορές πάλι νομίζω πως όλα είναι παραισθήσεις που εξαφανίζονται στο φως του ήλιου…

Τα κρύσταλλα της βασιλικής αίθουσας… Πίσω από τα κρύσταλλα της βασιλικής αίθουσας, ένα αρχέγονο σκοτάδι καιροφυλακτεί, απειλώντας να ξεπηδήσει…

Κεφάλαιο Όγδοο
Οι Πληρωμένοι Φονιάδες και ο Μισθοφόρος

Παλιά, τον έβλεπε ως «λάφυρό» της. Ήταν και η κατάσταση τέτοια, βέβαια. Τότε, ήταν λάφυρό της. Κι εκείνη βρισκόταν μέσα σε μια συμμορία ληστών – μια μεγάλη συμμορία ληστών, ομολογουμένως – από την οποία εκείνος είχε αναγκαστεί να ζητήσει καταφύγιο, εξόριστος καθώς ήταν από την πατρίδα του, κατατρεγμένος από τον άνθρωπο που του είχε κλέψει την αδελφή του. Μετά, όμως, η κατάσταση είχε αλλάξει. Τελείως. Το ληστρικό φουσάτο της Σαρντίκα-Νοθ βρισκόταν στο τέλος του, όλοι το έβλεπαν, έτσι ο Άσλατμιρ και η Σέρυ είχαν αποφασίσει – αναγκαστεί, ίσως – να φύγουν, ακολουθώντας τον μάγο. Ναι, ο Άρδαλον’λι, ο μάγος της Σαρντίκα-Νοθ, που όλοι οι ληστές τον έτρεμαν, ήταν ο πρώτος που είχε αποφασίσει ότι είχε έρθει η ώρα να απομακρυνθεί. Το είχε πει στον Άσλατμιρ, και ο Άσλατμιρ το είχε, μη μπορώντας να κάνει αλλιώς, πει στη Σέρυ. Έτσι, είχαν ταξιδέψει ανατολικά, συνεχώς ανατολικά. Και η κατάσταση είχε, όντως, αλλάξει πολύ. Από διάφορες απόψεις. «Τώρα εγώ είμαι λάφυρό σου,» είχε πει, μια νύχτα, η Σέρυ στον Άσλατμιρ.

«Τι;» είχε κάνει εκείνος, ξαφνιασμένος.

«Εγώ είμαι τώρα λάφυρό σου,» είχε επαναλάβει η Σέρυ. Και το εννοούσε. Του είχε δοθεί εκείνη τη νύχτα με τρόπο που δεν του είχε δοθεί ποτέ ξανά, σαν να ήταν υποτελής του, δούλα του. Επιτέλους κατάλαβε πώς πρέπει να συμπεριφέρεται, είχε σκεφτεί ο Άσλατμιρ. Αλλά ήταν παραξενεμένος από την αλλαγή της. Ή μάλλον, δεν θα έπρεπε να είναι, συλλογίστηκε μετά, αφού την είχε χρησιμοποιήσει βίαια δυο, τρεις φορές και ήταν κι οι δυο τους ξαπλωμένοι και ξέπνοοι. Δεν θα έπρεπε να τον παραξενεύει η αλλαγή της. Γι’αυτήν όλα είχαν, απρόσμενα, αναποδογυρίσει. Μάλλον αισθανόταν χαμένη μακριά από το ληστρικό φουσάτο της Σαρντίκα-Νοθ, όπως αισθανόταν ο Άσλατμιρ όταν ο τρισκατάρατος Ραλνίβης τον είχε εξορίσει από τη Νασόλκαθ. Χειρότερα, ίσως.

Η συμπεριφορά της, πάντως, ήταν διαφορετική. Ερωτικά, κυρίως, αλλά όχι μόνο. Δίσταζε να πάρει αποφάσεις. Δρούσε σαν να φοβόταν ότι η Φεηνάρκια ήταν ένα πελώριο, αχαλίνωτο κτήνος που μπορεί ανά πάσα στιγμή να την κατάπινε, τώρα που εκείνη είχε βρεθεί έξω από τον κύκλο των συμπολεμιστών της. Ήταν τσιτωμένη· πάντοτε τσιτωμένη.

Βρίσκονταν στη Βάλνερβελ, μέσα στις Ενδότερες Πολιτείες, όταν είχε γίνει φανερή αυτή η πρώτη αλλαγή της, και από τότε δεν είχε μεταστραφεί. Συνέχιζε έτσι, καθώς ταξίδευαν απ’το ένα μέρος στο άλλο, οι τρεις τους: εκείνος, εκείνη, και ο μάγος με τους δύο δαίμονες. «Είμαι λάφυρό σου, τώρα,» του έλεγε κάπου-κάπου, σα να μην ήθελε να το ξεχάσει ούτε ο Άσλατμιρ αλλά ούτε κι η ίδια.

Ο Άσλατμιρ δεν είχε παράπονο μ’αυτό. Ανέκαθεν αναρωτιόταν πώς θα ήταν να την είχε γονατιστή μπροστά του, να ρουφά το πουλί του. Τώρα το είχε ανακαλύψει, πολλές φορές.

Βρίσκονταν στην Κάρνατεβ, επί του παρόντος, και οι δουλειές τους πήγαιναν καλύτερα απ’ό,τι σε άλλες πόλεις κι απ’ό,τι εδώ και πολύ καιρό. Δεν ήταν εύκολο να σκοτώνεις ανθρώπους, αλλά κι οι δυο τους είχαν μια κάποια εμπειρία σ’αυτό. Μπορούσαν, άνετα, να γίνουν δολοφόνοι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Επομένως, αυτό έκαναν καθώς ταξίδευαν προς τα ανατολικά, κι αυτό έκαναν και σήμερα: τους πλήρωναν και σκότωναν. Δεν δούλευαν κάθε μέρα αλλά έπαιρναν αρκετά χρήματα. Είχαν καταφέρει πλέον να αγοράσουν ένα διαμέρισμα στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας της Κάρνατεβ. Δεν ήταν πολύ μεγάλο, όμως δεν είχαν παράπονο. Για την ώρα. Ο μάγος έμενε αλλού, εξάλλου· και τελευταία είχε εξαφανιστεί. Πού είχε πάει, ο Άσλατμιρ δεν είχε ιδέα. Ήταν παράξενος, ούτως ή άλλως. Και η παραξενιά του, κάποτε, θα ήταν αναμφίβολα το τέλος του.

Αλλά τώρα ο Άσλατμιρ δεν είχε στο μυαλό του τον Άρδαλον’λι καθώς πίεζε τον ορθωμένο του ανδρισμό μέσα στη Σέρυ, η οποία ήταν πεσμένη στα τέσσερα μπροστά του, με τα χέρια της δεμένα στις ξύλινες στήλες του κρεβατιού. Ήταν γυμνή εκτός από μια λεπτή, εφαρμοστή μπλούζα που, σηκωμένη, έκρυβε μόνο τα στήθη της με τρόπο προκλητικό· κι ο Άσλατμιρ, τελείως γυμνός ο ίδιος, έπαιζε μαζί τους καθώς πιεζόταν μέσα της. Τα χτυπούσε και τα τσιμπούσε. Και η Σέρυ γρύλιζε σαν θηρίο.

Πίσω τους, η δερματόπορτα του υπνοδωματίου άνοιξε απότομα.

Ο Άσλατμιρ, σαστισμένος, τρομαγμένος, στράφηκε και είδε έναν άντρα στο κατώφλι ο οποίος δεν του ήταν άγνωστος αλλά, σίγουρα, δεν είχε καμια δουλειά εδώ! Λευκόδερμος με κοντά μαύρα μαλλιά. Φορούσε θώρακα από επεξεργασμένα δέρματα (αναμφίβολα αλεξίσφαιρα) και μέταλλα που γυάλιζαν στο μεσημεριανό φως που γλιστρούσε από τις κουρτίνες του παραθύρου. Από τη ζώνη του κρεμόταν ένα πιστόλι, το οποίο αμέσως τράβηξε, σημαδεύοντας τον Άσλατμιρ καθώς περνούσε την πόρτα κι έμπαινε στο δωμάτιο.

Ο Άσλατμιρ πισωπάτησε, με τα χέρια υψωμένα και το πουλί του ξαφνικά πεσμένο. «Εσύ… Πώς…;» ψέλλισε.

Πίσω από τον λευκόδερμο άντρα ήρθαν άλλοι τρεις, όλοι τους με πιστόλια στα χέρια, και η μία ήταν γυναίκα.

Η Σέρυ προσπάθησε να γυρίσει και να σηκωθεί από το κρεβάτι, αλλά τα χέρια της ήταν παγιδευμένα με λουριά στις ξύλινες στήλες. «Λύσε με!» τσύριξε στον Άσλατμιρ.

«Μην κουνηθείς,» του είπε ο λευκόδερμος άντρας, συνεχίζοντας να τον σημαδεύει· κι εκείνος έμεινε ακίνητος.

«…Τι θέλεις;» κατάφερε να ρωτήσει.

Και τότε, η φωνή ενός ακόμα μισθοφόρου ακούστηκε από το καθιστικό του διαμερίσματος. «Κανένας άλλος δεν είν’ εδώ, Εύβουλε. Ελέγξαμε παντού.»

«Εντάξει,» είπε ο λευκόδερμος άντρας, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από τον Άσλατμιρ. «Φρουρείτε.»

«Τι θέλεις;» επανέλαβε ο Άσλατμιρ. «Πώς… πώς με βρήκες;»

«Έλα τώρα, Άρχοντα Άσλατμιρ,» είπε ο Εύβουλος κατεβάζοντας το πιστόλι του· «είμαστε παλιοί συνεργάτες, δεν είμαστε; Και δεν είχες κρυφτεί και τόσο καλά, αν δεν ήθελες εγώ να σε βρω. Σίγουρα ήξερες ότι είμαι στην πόλη και παρ’όλ’αυτά συνέχισες να χρησιμοποιείς το όνομα ‘Γελαστός Άρχοντας’ για τις δουλειές σου.»

Ο Άσλατμιρ ξεροκατάπιε. Στον υπόκοσμο της Νασόλκαθ, πριν από χρόνια, ήταν γνωστός ως Γελαστός Άρχοντας. Δεν πίστευε ότι κανένας θα αναγνώριζε αυτό το προσωνύμιο εδώ, τόσο μακριά από την πατρίδα του – εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Ακόμα κι ο Εύβουλος. Για τον οποίο ο Άσλατμιρ φυσικά και γνώριζε. Είχε ακούσει ότι οι Επιφανείς Κρανοφόροι υπηρετούσαν τώρα τον Αρχισυγκλητικό της Κάρνατεβ. Ένα από τα πρόσωπα της υψηλότερης κοινωνικής στάθμης της πόλης: ένα από τα πρόσωπα, δηλαδή, με τα οποία ο Άσλατμιρ δεν είχε συναναστροφές. Μπορεί εκείνος κι η Σέρυ να έκαναν δολοφονίες επί πληρωμή, μα δεν εργάζονταν και για τέτοια άτομα. Τέτοια άτομα πλήρωναν ανθρώπους που θεωρούνταν πιο επαγγελματίες. Που είχαν καλύτερη φήμη. Ο Άσλατμιρ και η Σέρυ ήταν φονιάδες δεύτερης διαλογής.

«Δεν φαντάστηκα ότι κανένας – πόσω μάλλον εσύ – θα έψαχνε για εμένα εδώ…»

«Ούτε εγώ φανταζόμουν ότι θα σε έβρισκα εδώ, Άρχοντα Άσλατμιρ,» παραδέχτηκε ο Εύβουλος· «και μάλιστα με τέτοια παρέα…» Πλησίασε το κρεβάτι όπου ήταν δεμένη η Σέρυ.

Εκείνη τον κλότσησε σαν άλογο, χτυπώντας τον στο αρματωμένο στήθος του, κάνοντάς τον να παραπατήσει ένα βήμα.

Ο Εύβουλος γέλασε. «Δαγκώνει κιόλας;» ρώτησε τον Άσλατμιρ.

«Έλα πιο κοντά και θα μάθεις!» γρύλισε η Σέρυ.

Ο Εύβουλος ζύγωσε ξανά· η Σέρυ τον κλότσησε· ο Εύβουλος έπιασε το πόδι της και το έστριψε· η Σέρυ ούρλιαξε, παλεύοντας να ελευθερώσει τα χέρια της από τις στήλες του κρεβατιού, φωνάζοντας στον Άσλατμιρ να τη λύσει. Εκείνος πλησίασε, αλλά ο Εύβουλος ύψωσε αμέσως το πιστόλι του και τον σημάδεψε. «Μακριά, είπαμε.»

«Τι σκατά θέλεις από εμάς, Εύβουλε;» γρύλισε ο Άσλατμιρ. «Έχουμε απλά αγοράσει ένα διαμέρισμα και μένουμε εδώ. Πληρώνουμε τους φόρους μας κανονικά στη Σύγκλητο.»

«Δεν το αμφιβάλλω,» είπε εκείνος. «Πληρώνετε, σίγουρα, τους φόρους από τα λεφτά που φαίνονται. Αλλά ξέρω και για τις άλλες σας δουλειές, όπως θα έχεις καταλάβει. Έχω ακούσει.»

«Και μη μου πεις ότι σοκάρεται η ηθική σου συνείδηση, Εύβουλε…»

«Καθόλου, Άρχοντα Άσλατμιρ. Καθόλου.» Πατώντας ένα κουμπί του πιστολιού του, έκανε μια λεπίδα να ξεπροβάλει πάνω από την κάννη. Και την έσυρε επάνω στο γυμνό πόδι της Σέρυ. «Ήρεμα,» της είπε καθώς έφτανε κοντά στην κοιλιά της· «το εργαλείο κόβει πολύ.» Εκείνη τον ατένιζε με μάτια που ήθελαν να τον τεμαχίσουν. Η λεπίδα συνέχισε ν’ανεβαίνει, φτάνοντας στον λαιμό της, περνώντας από εκεί, σκαρφαλώνοντας στο τεντωμένο χέρι της, και καταλήγοντας στα δερμάτινα δεσμά του καρπού – τα οποία και έκοψε, απότομα. Μετά, έκοψε και τα δεσμά του άλλου χεριού, ελευθερώνοντάς την.

Ο Εύβουλος απομακρύνθηκε απ’το κρεβάτι, κάνοντας τη λεπίδα να κρυφτεί πάλι μέσα στο πιστόλι του. Η Σέρυ σηκώθηκε, έπιασε αμέσως το παντελόνι της από την καρέκλα όπου ήταν ριγμένο, και το φόρεσε. Η όψη της εξακολουθούσε να είναι αγριεμένη. Οι μισθοφόροι του Εύβουλου είχαν τα όπλα τους έτοιμα, σε περίπτωση που κανένας έκανε καμια «ανόητη» κίνηση.

«Ήρθες μόνο για να μας χαιρετήσεις,» ρώτησε ο Άσλατμιρ, «ή υπάρχει και κανένας άλλος λόγος;»

«Θα ερχόμουν και για να χαιρετήσω μόνο,» αποκρίθηκε ο Εύβουλος, «διότι, για να είμαι ειλικρινής, μου κάνει εντύπωση το πώς βρέθηκες εδώ… αν και μπορώ να φανταστώ ότι τα πράγματα θα πήγαν άσχημα για εσένα, ύστερα απ’ό,τι συνέβη στη Νασόλκαθ…»

Ο Άσλατμιρ έμεινε σιωπηλός, περιμένοντας.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Εύβουλος· «ναι, υπάρχει λόγος που έψαξα και σε βρήκα. Αλλά μην κολακεύεις τον εαυτό σου ότι έψαχνα για εσένα συγκεκριμένα, βέβαια. Έψαχνα για κάποιους δολοφόνους, ώστε να κάνουν μια δουλειά για εμένα. Κι έτυχε να μάθω πως κάποιοι με τα ψευδώνυμα Γελαστός Άρχοντας και Λευκή Λύκαινα σκοτώνουν ανθρώπους επί πληρωμή. Για δες, σκέφτηκα. Πού έχω ξανακούσει το όνομα «Γελαστός Άρχοντας»;… Υπέθεσα ότι μπορεί να ήσουν εσύ. Τελικά, κατάφερα να σας εντοπίσω. Δεν είναι κι άσχημο το σπίτι σας,» παρατήρησε, «αν και η διακόσμηση επιδέχεται βελτίωση…»

«Θα το έχουμε υπόψη,» αποκρίθηκε ξερά ο Άσλατμιρ, ενώ η Σέρυ έκανε μερικά δήθεν αδιάφορα βήματα προς το κομοδίνο και το συρτάρι του που έκρυβε ένα πιστόλι.

«Μη νομίζεις ότι δεν μπορώ να μαντέψω τι θέλεις από κει μέσα,» της είπε ο Εύβουλος, και το χέρι της άφησε το χερούλι του συρταριού. «Δεν υπάρχει λόγος να τσακωθούμε. Όπως είπα, είμαι εδώ επειδή χρειάζομαι τις υπηρεσίες σας.»

«Αυτοί που θέλουν τις υπηρεσίες μας,» του είπε η Σέρυ, άγρια, «δεν έρχονται να μας βρουν με τέτοιο τρόπο!»

«Δεν είμαι ο οποιοσδήποτε,» αποκρίθηκε ο Εύβουλος, με ελάχιστη μετριοφροσύνη.

«Εσύ μάς προσφέρεις τη δουλειά ή ο Αρχισυγκλητικός;» τον ρώτησε ευθέως ο Άσλατμιρ.

«Τι σημασία έχει; Εσείς το ίδιο θα πληρωθείτε.»

Αυτό, μάλλον, σημαίνει «ο Αρχισυγκλητικός», σκέφτηκε ο Άσλατμιρ. «Τι είδους δουλειά είναι;»

Ο Εύβουλος γέλασε. «Τι είδους δουλειές κάνετε, Άρχοντα Άσλατμιρ; Θέλω να σκοτώσετε κάποιον, φυσικά.»

«Γιατί δεν τον σκοτώνουν οι μισθοφόροι σου;» είπε ο Άσλατμιρ.

Ο Εύβουλος τον αγριοκοίταξε. «Οι Επιφανείς Κρανοφόροι δεν αναλαμβάνουν δολοφονίες, όπως ξέρεις, Άρχοντα Άσλατμιρ. Αυτές είναι δουλειές για άλλους.»

Επιπλέον, όλοι στην πόλη γνωρίζουν ότι υπηρετείτε τον Αρχισυγκλητικό, σκέφτηκε ο Άσλατμιρ, και δε θα ήταν ωφέλιμο ούτε για εσάς ούτε για εκείνον να μαθευτεί ότι σκοτώνετε κόσμο εν ψυχρώ μέσα στην Κάρνατεβ.

Η Σέρυ είπε: «Μπαίνετε, όμως, σ’όποιο διαμέρισμα σάς κατέβει! Μ’αυτό δεν φαίνεται να έχετε πρόβλημα!»

Ο Εύβουλος μειδίασε. «Μια φιλική επίσκεψη κάναμε μόνο. Για να συζητήσουμε. Κανένας δεν θα πεθάνει. Κανένα πτώμα δεν θα μείνει πίσω. Καταλαβαίνεις.»

«Τι άτομο είναι αυτό που θέλεις να ξεκάνουμε;» ρώτησε ο Άσλατμιρ.

«Κατ’αρχήν, φόρεσε κάτι, Άρχοντα Άσλατμιρ· το πουλί σου δεν είναι και τόσο ευχάριστο θέαμα.» Κι όταν ο Άσλατμιρ έβαλε το παντελόνι του, ο Εύβουλος είπε: «Μια μάγισσα θέλω να σκοτώσετε. Του τάγματος των Τεχνομαθών.»

«Τι!» έκανε ο Άσλατμιρ. «Τέτοιοι μάγοι έχουν συστήματα ασφαλείας πολύ παράξενα, έχουν–»

«Αρνείστε να αναλάβετε τη δουλειά;»

Ο Άσλατμιρ και η Σέρυ αλληλοκοιτάχτηκαν, διστακτικοί κι οι δυο τους. Μετά, ο Άσλατμιρ είπε στον Εύβουλο: «Θα σου κοστίσει.»

«Θα πληρωθείτε καλά, μην αμφιβάλλεις,» τους διαβεβαίωσε εκείνος. «Έτσι κι αλλιώς, δεν είναι δικά μου τα λεφτά που θα σας δώσω.»

Κανένας τους δεν χαμογέλασε με το αστείο του.

Η Σέρυ ρώτησε: «Κι αν αρνηθούμε να δουλέψουμε για σένα;»

«Θα το πάρω προσωπικά,» δήλωσε ο Εύβουλος. «Εσένα δεν σε ξέρω, αλλά με τον Άρχοντα Άσλατμιρ είμαστε παλιοί φίλοι.»

Η Σέρυ κοίταξε τον Άσλατμιρ. «Θα έπρεπε να κάνεις καλύτερους φίλους…»

«Ορισμένοι άνθρωποι χαλάνε στον δρόμο,» αποκρίθηκε εκείνος, αν και ήξερε πως αυτό, σίγουρα, δεν ίσχυε στην περίπτωση του Εύβουλου.

*

Τους έδωσε αρκετές πληροφορίες για τον στόχο τους.

Το όνομά της ήταν Σανκάρλι’μορ, και έμενε στον έκτο όροφο (στο ρετιρέ) μιας πολυκατοικίας στην Κεντρική Αγορά της Κάρνατεβ – δηλαδή, όχι και πολύ μακριά από εκεί όπου έμεναν ο Άσλατμιρ και η Σέρυ. Η φωτογραφία της Σανκάρλι’μορ που είχε ο Εύβουλος στη διάθεσή του – και την οποία τους έδωσε – έδειχνε μια γυναίκα με λευκό-ροζ δέρμα και κοντά, μαύρα σγουρά μαλλιά, λεπτά χείλη και αμυγδαλωτά μάτια· αφτιά μικρά και χαμένα μες στα μαλλιά της. Δεν έμοιαζε και τόσο για Φεηνάρκια, αλλά ήταν γηγενής χωρίς καμία αμφιβολία, τους είπε ο Εύβουλος. Είχε γεννηθεί εδώ και είχε ζήσει εδώ. Εδώ, επίσης, στην Κάρνατεβ, είχε διδαχθεί την τέχνη του τάγματος των Τεχνομαθών, στη Μαγική Σχολή της πόλης. Οι γονείς της, όμως, κατάγονταν από τη Βίηλ. Είχαν έρθει, παλιά, από τη Μέρελκεβ, η οποία βρισκόταν κοντά στο διαστασιακό πέρασμα που οδηγούσε από τη Βίηλ στη Φεηνάρκια.

«Και γιατί τη θέλετε νεκρή;» είχε ρωτήσει ο Άσλατμιρ, παραξενεμένος. «Δεν θεωρείται πλεονέκτημα για την πόλη, όπως οι μάγοι συνήθως θεωρούνται;»

«Για να πρέπει να πεθάνει, σίγουρα υπάρχει καλός λόγος,» είχε αποκριθεί μονάχα ο Εύβουλος, και δεν είχε δεχτεί να δώσει καμια άλλη πληροφορία σχετικά μ’αυτό – πράγμα που δεν άρεσε και τόσο στον Άσλατμιρ· διότι προφανώς επρόκειτο για κάποια από τις βρομοδουλειές του Αρχισυγκλητικού.

Τον τελευταίο καιρό, είπε ο Εύβουλος στη Σέρυ και στον Άσλατμιρ, η Σανκάρλι’μορ έκανε διάφορες ελεύθερες δουλειές· τίποτα το σταθερό. Είχε, όμως, αρκετή ζήτηση· ήταν καλή στην τέχνη της, και δεν υπήρχαν και τόσοι πολλοί Τεχνομαθείς στην Κάρνατεβ, παρότι μεγάλη πόλη.

«Ειδικεύεται σε κάτι συγκεκριμένο;» ρώτησε ο Άσλατμιρ.

«Ναι. Σε συστήματα ασφαλείας και παρακολούθησης.»

«Μιλάς σοβαρά; Και εξακολουθείς να θέλεις εμείς να την κυνηγήσουμε;»

«Ναι.»

Είμαστε αναλώσιμοι, λοιπόν… «Πρέπει να μου πεις περισσότερα, τότε.»

«Τι άλλο θες να μάθεις;»

«Ποιος είναι ο λόγος που την θέλετε νεκρή, κατά πρώτον.»

«Αυτό δεν σε αφορά.»

«Έχει να κάνει με συστήματα ασφαλείας;»

Ο Εύβουλος φάνηκε σκεπτικός προς στιγμή· μετά είπε: «Έχει να κάνει με κάποιες παρακολουθήσεις.»

«Τι παρακολουθήσεις;»

«Με μαγικά και τεχνικά μέσα. Κοριούς, πομπούς· ξόρκια και μαγγανείες ανίχνευσης. Καταλαβαίνεις, ελπίζω.»

«Και δεν μου αρέσει καθόλου.» Αλλά δεν φαίνεται να μπορώ να αρνηθώ να υπηρετήσω τον εργοδότη σου…

Ο Εύβουλος δεν είχε μείνει για πολύ στο διαμέρισμά τους· αφού τους είχε δώσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τον στόχο τους, είχε φύγει μαζί με τους μισθοφόρους του. Τους είχε αφήσει και μια προκαταβολή επάνω στο τραπέζι του καθιστικού: εκατό ευγενή, σε χαρτονομίσματα. Ο Άσλατμιρ τα μέτρησε, και δεν ήταν ούτε ένα ευγενές περισσότερο ούτε ένα λιγότερο.

«Δε μ’αρέσει αυτή η ιστορία,» είπε η Σέρυ.

«Ούτε κι εμένα, αλλά τι προτείνεις; Να φύγουμε απ’την πόλη; Γιατί, αλλιώς, δε νομίζω πως μπορούμε να ξεμπλέξουμε.»

Η Σέρυ είπε, ύστερα από μια στιγμή σκέψης: «Ας το κάνουμε. Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι;»

«Πρόκειται για μάγισσα, όμως. Θα πρέπει να προσέξουμε. Οι Τεχνομαθείς δεν έχουν δαίμονες υπό την κυριαρχία τους, αλλά αυτά που κάνουν μπορεί να σε ξαφνιάσουν.»

«Πού είναι ο μάγος; Δε σου έχει πει τίποτα; Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να έρθουμε σ’επαφή μαζί του;»

Ο Άσλατμιρ κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Μου λες αλήθεια;»

«Γιατί να σου πω ψέματα;» Ο Άρδαλον’λι, πράγματι, είχε εξαφανιστεί χωρίς να δώσει εξηγήσεις, και ούτε είχε πάρει κάποιον τηλεπικοινωνιακό πομπό μαζί του ώστε να επικοινωνήσουν.

«Θα μπορούσε να μας βοηθήσει, ίσως.»

«Ναι, ίσως… αν και, όπως σου είπα, τα κόλπα των Τεχνομαθών διαφέρουν από αυτά των Δεσμοφυλάκων.»

«Δεν ξέρω τίποτα για μάγους, εκτός απ’το ότι είναι επικίνδυνοι,» είπε η Σέρυ. Και μετά ρώτησε: «Θα ξεκινήσουμε σήμερα, λοιπόν;»

«Δεν έχουμε καμια άλλη δουλειά. Μόλις νυχτώσει θα ερευνήσουμε την περιοχή γύρω απ’το σπίτι της.»

Η Σέρυ κατένευσε.

Κι έβγαλαν όπλα από την κρυφή πλάτη της ντουλάπας τους: ένα τουφέκι μακρινής εμβέλειας με στόχαστρο νυκτερινής όρασης· μια καραμπίνα· πιστόλια· ξιφίδια· γεμιστήρες διάφορων τύπων· σιγαστήρες. Επίσης, έφεραν στην επιφάνεια κιάλια, σχοινί με γάντζο, γάντια και κουκούλες, φωτογραφική μηχανή. Άνοιξαν έναν χάρτη της Κάρνατεβ και σημείωσαν επάνω του τη θέση της πολυκατοικίας της Σανκάρλι’μορ, καθώς και τη θέση του στάβλου όπου ο Εύβουλος τούς είχε πει ότι άφηνε το άλογό της. Δεν είχε κανένα όχημα; τον είχαν ρωτήσει. Όχι, είχε αποκριθεί εκείνος· νοίκιαζε μόνο όταν ήθελε να ταξιδέψει έξω από την πόλη.

«Τι κάνουμε, τώρα, μέχρι να πέσει ο ήλιος;» είπε η Σέρυ. Ήταν καλοκαίρι κι αργούσε να βραδιάσει.

«Ό,τι κάναμε πριν;» Ο Άσλατμιρ, πηγαίνοντας πίσω της, έπιασε με το ένα χέρι το αριστερό της στήθος ενώ το άλλο του χέρι σερνόταν προς το σκιερό σημείο ανάμεσα στους μηρούς της.

Αλλά η Σέρυ απομακρύνθηκε. «Όχι,» είπε. Έμοιαζε να έχει χάσει τελείως τη διάθεσή της ύστερα από την επίσκεψη του Εύβουλου, κι ο Άσλατμιρ δεν ήθελε να την τσαντίσει. Δεν ήθελε να το ριψοκινδυνέψει η Σέρυ να επιστρέψει στην παλιά της συμπεριφορά.

«Κακοδαιμονία, τότε;» πρότεινε.

«Θα χάσεις πάλι,» του είπε.

Η αλήθεια ήταν πως δεν μπορούσε να συνηθίσει αυτό το παράξενο παιχνίδι που έπαιζαν στις ακτές του Ωκεανού. Σε αντίθεση με τη Σέρυ. «Θα το δούμε.»

Εκείνη μειδίασε, και κάθισαν στο τραπέζι του καθιστικού, βάζοντας τον ξύλινο πίνακα της Κακοδαιμονίας ανάμεσά τους, ο οποίος ήταν γεμάτος ρόμβους – γαλανούς, πράσινους, και μαύρους – που παρίσταναν θάλασσες, δάση, και γη. Σκοπός του παιχνιδιού ήταν ή να προλάβεις να οικοδομήσεις πρώτος είκοσι οχυρά ή να γκρεμίσεις όλα τα οχυρά του αντιπάλου σου. Όταν δεν είχες κανένα οχυρό επάνω στον πίνακα, έχανες κατευθείαν. Χρησιμοποιώντας πλοία συγκέντρωνες εφόδια και χρήματα, ή χτυπούσες παραθαλάσσια οχυρά. Και εξευμενίζοντας θεούς μπορούσες ή να αποκομίσεις οφέλη για τον εαυτό σου ή να τσακίσεις τα πλοία και τα οχυρά του αντιπάλου σου.

«Καταραμένη Λάμια!» αναφώνησε ο Άσλατμιρ μετά από κάποια ώρα. Του είχαν απομείνει τρία οχυρά και το ένα απ’αυτά βρισκόταν υπό πολιορκία, ενώ ένας εχθρικός θεός πλησίαζε τ’άλλα δύο. «Πώς το κάνεις; Τι κάνεις;»

Η Σέρυ γελούσε. «Παίζεις πολύ έξυπνα,» του είπε. «Εγώ δεν παίζω έξυπνα.» Μετακίνησε τον θεό της, τοποθετώντας τον πλάι σ’ένα οχυρό του Άσλατμιρ. Έπιασε τα δύο οκτάπλευρα ζάρια, τα έριξε στο τραπέζι, κι αυτά έδειξαν ότι το οχυρό γίνεται ερείπια που μπορούν να επισκευαστούν από όποιον προλάβει να το ανακαταλάβει. «Απλά επιτίθεμαι.»

Ο Άσλατμιρ το σκέφτηκε, και κατέληξε πως, πράγματι, είχε δίκιο: η Σέρυ απλά επιτιθόταν, ενώ εκείνος προσπαθούσε να νικήσει κυρίως οικοδομώντας. «Το παιχνίδι είναι τρύπιο!» μούγκρισε.

Συνέχισαν να παίζουν, και μετά από μερικούς γύρους ακόμα, κανένα φρούριο δεν του είχε απομείνει. Η Σέρυ δεν είχε και πολλά δικά της επάνω στον πίνακα – δύο, για την ακρίβεια – αλλά αυτό σήμαινε ότι νικούσε.

«Μ’έχεις τσαντίσει!» είπε ο Άσλατμιρ μεταξύ αστείου και σοβαρού. «Είσαι ληστής κι ακολουθείς τακτικές ληστρικές, ακόμα και στην Κακοδαιμονία.»

«Μπορείς να με τιμωρήσεις γι’αυτό, μετά.» Η Σέρυ έμπλεξε το πόδι της ανάμεσα στα πόδια του. Ο Άσλατμιρ αισθάνθηκε το πουλί του να σκληραίνει επώδυνα μέσα στο παντελόνι του.

Κοίταξε έξω απ’το παράθυρο. «Έχει νυχτώσει,» παρατήρησε. «Δεν ξεκινάμε;»

Η Σέρυ συμφώνησε. Αφήνοντας την Κακοδαιμονία απλωμένη πάνω στο τραπέζι, ετοιμάστηκαν (χωρίς να πάρουν παρά ελάχιστα όπλα μαζί τους· τώρα δεν πήγαιναν για να σκοτώσουν, μόνο για να ιχνηλατήσουν) και, αφού έσβησαν τα φώτα του διαμερίσματος, βγήκαν στον διάδρομο της πολυκατοικίας. Πήραν τον ανελκυστήρα και κατέβηκαν.

Έμεναν λιγάκι πιο βόρεια από την Κεντρική Αγορά, εκατό μέτρα απόσταση από τον Κίονα του Φωτός, τον θεό της Κάρνατεβ: την πρασινογάλαζη ενεργειακή στήλη που κατερχόταν από τους ουρανούς και μέσα της μορφές φαίνονταν να σχηματίζονται. Σου προκαλούσε δέος, αν δεν είχες συνηθίσει να τη βλέπεις κάθε μέρα. Επιπλέον, μερικές φορές, τις νύχτες, ο Άσλατμιρ άκουγε ένα περίεργο βουητό που πρέπει σίγουρα να προερχόταν από τον Κίονα του Φωτός. Είχε μάθει πως κι άλλοι το άκουγαν αυτό το βουητό, και το ονόμαζαν φωνή του θεού· λεγόταν πως μονάχα οι ιερείς του Κίονα την κατανοούσαν. Μια άλλη νύχτα – μία και μόνο – ο Άσλατμιρ και η Σέρυ είχαν ξυπνήσει από ένα εφιαλτικό τραγούδι που κι αυτό από τον Κίονα του Φωτός πρέπει να προερχόταν. Είχαν μείνει ξάγρυπνοι ώς την αυγή· με τίποτα δεν μπορούσαν να ξανακοιμηθούν· το αλλόκοτο άσμα είχε γεμίσει τις ψυχές τους μ’έναν ανείπωτο τρόμο απόκοσμου μυστηρίου. Ήταν κι αυτό κάτι που μπορούσαν να καταλάβουν οι ιερείς μόνο, άραγε; είχε αναρωτηθεί ο Άσλατμιρ, αλλά δεν είχε ενδιαφερθεί να ρωτήσει κανέναν· είχε προτιμήσει απλά να παραμερίσει το γεγονός από το μυαλό του, να κάνει πως ποτέ δεν είχε ακούσει εκείνο το τραγούδι.

Βαδίζοντας μέσα στους σκοτεινιασμένους δρόμους της Κάρνατεβ, έφτασαν στην Κεντρική Αγορά και κοντά στην εξαώροφη πολυκατοικία όπου διέμενε η Σανκάρλι’μορ. Καλυμμένοι σε σημεία με πυκνές σκιές, τράβηξαν φωτογραφίες του οικοδομήματος, των γύρω οικοδομημάτων, και των γύρω δρόμων. Οι πολυκατοικίες που βρίσκονταν πιο κοντά σ’αυτή της Σανκάρλι ήταν μια τετραώροφη και μια πενταώροφη: κι οι δύο, δηλαδή, πιο χαμηλές. Δεν τους βόλευαν, επομένως, και πολύ για να ακροβολιστούν και να σκοτώσουν τη μάγισσα σημαδεύοντάς την από κάποιο παράθυρο του σπιτιού της. Για τέτοιες δουλειές συνέφερε εσύ να βρίσκεσαι σε ψηλότερο σημείο και ο στόχος σε χαμηλότερο, όχι το αντίστροφο. Γινόταν κι έτσι, βέβαια, αλλά το πράγμα θα ήταν πιο δύσκολο και ίσως να αστοχούσαν – το οποίο θα περιέπλεκε την υπόθεση. Διότι, αν ήταν να τη σκοτώσουν, ήθελαν να το κάνουν με μία και μόνο ριπή· αλλιώς θα γινόταν φασαρία και, μετά, η μάγισσα σίγουρα θα έπαιρνε πολύ καλά μέτρα για την ασφάλειά της. Μπορούσαν, φυσικά, να ακροβολιστούν κάπου και να την περιμένουν να βγει από την πολυκατοικία της – και πιθανώς αυτό να έκαναν – αλλά τότε θα έπρεπε να είναι σίγουροι ότι δεν θα χτυπούσαν λάθος στόχο. Θα έπρεπε να την έχουν δει μια, δυο φορές προτού την πυροβολήσουν. Και ο Άσλατμιρ και η Σέρυ συμφωνούσαν σ’αυτό. Γενικά, σπάνια διαφωνούσαν στις δουλειές τους. Τα περισσότερα ο Άσλατμιρ τα αποφάσιζε, και η Σέρυ δεν έφερνε αντίρρηση. Πολλές φορές έπρεπε με το ζόρι να την κάνει να πει αν είχε κάποια αμφιβολία για τα σχέδιά του. Τον θεωρούσε ότι ήταν καλύτερος σ’αυτά από εκείνη. Εγώ ξέρω πώς να σκοτώνω, του είχε πει. Στην αρχή ήμουν στρατιώτης, μετά ληστής. Εσύ ξέρεις καλύτερα όλα τα υπόλοιπα. Δεν είχε άδικο, ασφαλώς. Στον υπόκοσμο της Νασόλκαθ όλοι τον φοβόνταν· και γνώριζε, όντως, πολλά κόλπα. Δυστυχώς, δεν τον είχαν βοηθήσει να νικήσει τελικά τον τρισκατάρατο Ραλνίβη που του είχε κλέψει την αδελφή και τώρα διοικούσε τη Νασόλκαθ ως Ηγεμόνας… Ο Άσλατμιρ ένιωθε μια πικρία να τον γεμίζει όποτε το αναλογιζόταν. Έτσι προσπαθούσε να αποφεύγει να το αναλογίζεται.

«Τι λες, λοιπόν;» ρώτησε τη Σέρυ, όταν πήγαν σ’ένα μπαρ για να ξεκουραστούν από την ανίχνευσή τους. Κάθονταν σε μια γωνία του καταστήματος και είχαν ο καθένας από ένα ποτό κοντά του. Η μουσική που ερχόταν από τα ηχεία σκέπαζε τα λόγια τους.

«Δεν ξέρω. Εσύ τι λες;» Η Σέρυ άναψε ένα τσιγάρο.

«Πες μου τι νομίζεις,» επέμεινε ο Άσλατμιρ.

«Δεν ξέρω,» επανέλαβε εκείνη παρότι είχαν αναλάβει ένα σωρό δολοφονίες ώς τώρα. «Αν ήμουν μόνη μου, μπορεί απλά να πήγαινα στο διαμέρισμά της, να κλοτσούσα την πόρτα, και να έμπαινα πυροβολώντας με την καραμπίνα.»

«Και μετά σίγουρα θα σε συλλάμβαναν οι φρουροί της Κάρνατεβ. Εκτός του ότι μπορεί να έπεφτες σε κάποια παγίδα της μάγισσας.»

«Σου είπα: δεν ξέρω. Να την περιμένουμε να βγει ή να μπει στην πολυκατοικία μού φαίνεται νάναι ο καλύτερος τρόπος…» Ήπιε μια γουλιά απ’το ποτό της. Ο σκοτεινός φωτισμός του μπαρ έκανε το λευκό-ροζ δέρμα της να μοιάζει σχεδόν μαύρο και τα ξανθά μαλλιά της σχεδόν πράσινα, σα να τη μεταμόρφωνε από εξωδιαστασιακή σε Φεηνάρκια.

«Σκέφτομαι, όμως, το εξής…» είπε ο Άσλατμιρ συνοφρυωμένος. «Σκέφτομαι το εξής… Αν υποπτεύεται ότι κάποιοι μπορεί να την έχουν στόχο;»

«Και πάλι….»

«Είναι πιθανό, δεν είναι; Αφού ο Εύβουλος– ο Αρχισυγκλητικός Βέργκεδελ την κυνηγά, πρέπει νάναι μπλεγμένη σε κάποια πολύ σοβαρή, πολύ επικίνδυνη, υπόθεση. Σωστά;»

«Σωστά, αλλά τι αλλάζει αυτό για εμάς;»

«Αν ήσουν στη θέση της, δεν θα πρόσεχες πώς μπαίνεις και πώς βγαίνεις από την πολυκατοικία;»

«Εννοείς ότι ίσως να φορά κουκούλα;»

«Το πιο απλό, ναι. Και δεν μπορούμε να την πυροβολήσουμε αν φορά κουκούλα, εκτός αν είμαστε απόλυτα σίγουροι ότι είναι αυτή.»

«Χμμ…» Η Σέρυ ήπιε, συλλογισμένα, ακόμα μια γουλιά από το ποτό της και τίναξε στάχτη από το τσιγάρο της στο τασάκι.

Ο Άσλατμιρ ήπιε λίγο από το δικό του ποτό, αμίλητος.

«Μπορεί, τελικά, να είναι καλύτερα να εισβάλουμε στο διαμέρισμά της,» είπε η Σέρυ μετά από μερικές στιγμές σιωπής.

«Ελπίζω να αστειεύεσαι…»

«Είναι η ίδια λογική όπως και στην Κακοδαιμονία. Επίθεση, επίθεση, επίθεση, προτού ο αντίπαλος προλάβει να οργανωθεί.»

«Η πραγματικότητα δεν είναι σαν την Κακοδαιμονία.»

«Ίσως…»

«Δεν υπάρχει περίπτωση να μπούμε έτσι μες στο σπίτι μιας Τεχνομαθούς μάγισσας,» είπε ο Άσλατμιρ. «Αποκλείεται.»

«Όταν λείπει; Για να την περιμένουμε να επιστρέψει;»

«Ακόμα κι όταν λείπει, φυσικά! Είναι μάγισσα που παίζει με τα μηχανήματα, και ο ίδιος ο Εύβουλος μάς προειδοποίησε ότι ασχολείται με συστήματα ασφαλείας!»

«Καλά, εντάξει… Απλώς είπα.»

«Πρέπει να την καθαρίσουμε κάπου έξω απ’το λημέρι της.»

«Τότε πρέπει, πρώτα, να την παρακολουθήσουμε. Ειδικά αφού πιστεύεις ότι θα μπαινοβγαίνει κρυφά από την πολυκατοικία.»

«Είναι σχεδόν βέβαιο,» είπε ο Άσλατμιρ.

«Να νοικιάσουμε κάποιο διαμέρισμα εδώ κοντά;» πρότεινε η Σέρυ.

«Μοιάζει νάναι η λογικότερη λύση. Αλλά ελπίζω ο Εύβουλος να μας πληρώσει τα έξοδα.»

*

Όταν επέστρεψαν στο σπίτι τους, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ο Άσλατμιρ άνοιξε τον πομπό του και, χρησιμοποιώντας τον τηλεπικοινωνιακό κωδικό που του είχε δώσει ο Εύβουλος, τον κάλεσε. Εκείνος απάντησε δίχως καθυστέρηση. Ο Άσλατμιρ τού είπε τι χρειαζόταν. Ο Εύβουλος τού απάντησε. Ο Άσλατμιρ τού εξήγησε πώς είχε η κατάσταση. Ο Εύβουλος τού απάντησε ξανά, και έκλεισε.

Ο Άσλατμιρ άφησε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό πάνω στο τραπέζι, μουγκρίζοντας: «Μαλακίες…»

«Δε δέχεται;» είπε η Σέρυ.

«Λέει να χρησιμοποιήσουμε την προκαταβολή που μας έδωσε, κι όταν η δουλειά έχει τελειώσει θα μας αποζημιώσει.»

«Από την αρχή δεν μου φαινόταν αξιόπιστος. Κι ακόμα δεν μου έχεις πει από πού τον ξέρεις; Θα μου πεις;»

Ο Άσλατμιρ τής είπε. Και αύριο το πρωί πήγαν να νοικιάσουν ένα μικρό διαμέρισμα σε κάποια από τις πολυκατοικίες που βρίσκονταν κοντά στο σπίτι της μάγισσας. Ευτυχώς δεν δυσκολεύτηκαν και τόσο να εντοπίσουν ένα που το θεωρούσαν κατάλληλο και φτηνό. Η περιοχή δεν ήταν, γενικά, ακριβή και είχε πολλή κίνηση· άλλοι έρχονταν, άλλοι έφευγαν. Τίποτα το μη αναμενόμενο για ένα μέρος σαν την Κεντρική Αγορά της Κάρνατεβ, φυσικά.

Κεφάλαιο Ένατο
Το Παλάτι και οι Φύλακές του

Ο Ζαώρδιλ δεν έχασε πολύ χρόνο με τον Αβέρναλ τον δημοσιογράφο· τον γνώρισε και μετά έπιασε δουλειά για την προστασία του βασιλικού παλατιού από τους Θηριόπνευστους Αδελφούς. Ο Βασιληάς Ράνελμον τού έδωσε τα σχέδια του οικοδομήματος, και ο Σκοτωμένος άπλωσε τα χαρτιά επάνω σ’ένα ξύλινο τραπέζι ώστε να τα κοιτάξει. Δεν ήταν, φυσικά, μόνος του στο δωμάτιο: γύρω απ’το τραπέζι στέκονταν η Έρικα, η Φαίδρα’λι, ο Νικηφόρος ο Κολπατζής, η Ραβάσλι, ο Φέκταρελ, ο Βασιληάς Ράνελμον, ο Αλκάμελ ο Βασιλικός Αρχιφρουρός, ο Ζίντεραμ’λι ο Βασιλικός Αρχιμάγος, και η Ξαρντάλκι, η Αρχιέρεια της Φαρμακερής Υδατοθύελλας, της θεάς της Νουσράκλης και ολόκληρου του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων.

Το πρώτο πράγμα που έπρεπε να κάνουν, τους είπε ο Ζαώρδιλ, ήταν να έχουν τα μάτια τους ανοιχτά για την άφιξη των Θηριόπνευστων Αδελφών. Αν μπορούσαν να τους εντοπίσουν προτού πλησιάσουν το παλάτι, θα ήταν προτιμότερο. «Επομένως, τίθεται το ερώτημα από πού νομίζουμε ότι μπορεί να έρθουν στη Νουσράκλη. Κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν δύο δρόμοι: ή θα έρθουν μέσω θαλάσσης, επάνω σε επιβατηγό σκάφος, και θ’αράξουν στο λιμάνι της πόλης· ή θα αράξουν, με δικό τους πλοίο, σε κάποιο άλλο μέρος των Γεφυρωμένων Νήσων, θα αποβιβαστούν εκεί, και θα έρθουν στη Νουσράκλη πεζοί ή επάνω σε οχήματα ή ζώα. Για να είμαι ειλικρινής, θεωρώ τη δεύτερη περίπτωση πιθανότερη. Θα είναι πιο εύκολο να μας κρυφτούν έτσι.»

«Μα,» είπε ο Βασιληάς Ράνελμον, «πώς μπορούμε, ούτως ή άλλως, να τους εντοπίσουμε; Σίγουρα δεν θα έχουν κανένα έμβλημα επάνω τους.»

«Θα έχουν όπλα, όμως. Ό,τι μυστηριώδεις δυνάμεις κι αν διαθέτουν, δε νομίζω πως νοούνται δολοφόνοι χωρίς όπλα. Επομένως, το πρώτο πράγμα για το οποίο θα πρέπει να κοιτάζουν οι φρουροί της πόλης είναι μήπως κάποια ομάδα που μοιάζει ύποπτα οπλισμένη κατεβεί από κάποιο καράβι στο λιμάνι.»

«Κι εσείς, όμως, μοιάζετε ‘ύποπτα οπλισμένοι’, Ζαώρδιλ,» είπε ο Βασιληάς Ράνελμον, «οι Ζωντανοί-Νεκροί. Όπως κι άλλοι μισθοφόροι.»

«Ναι, αλλά εμείς είμαστε καταφανώς μισθοφόροι, Μεγαλειότατε· οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί δεν νομίζω πως θα είναι. Δε νομίζω πως θα έρθουν εδώ με δικά τους πλοία, άρματα μάχης, άλογα, λυκόχοιρους, και ελέφαντες. Το πολύ να είναι καμια ντουζίνα άνθρωποι με όπλα. Όπως και νάχει, όμως, καλό θα ήταν οι φρουροί του λιμανιού να έχουν υπόψη τους τους πάντες που μπορεί να τους φανούν ύποπτοι.»

«Και τι να κάνουν; Να τους σταματήσουν;»

«Να μας ενημερώσουν γι’αυτούς ώστε να τους παρακολουθούμε,» είπε ο Ζαώρδιλ. «Και το ίδιο ισχύει και για τους φρουρούς των πυλών, αν και εκεί καταλαβαίνω πως τα πράγματα πιθανώς να είναι πιο δύσκολα, γιατί συνήθως πολύ περισσότεροι μπαίνουν και βγαίνουν από ξηράς. Έτσι δεν είναι, ακόμα κι εδώ, στη Νουσράκλη;»

Ο Ράνελμον κατένευσε. «Σίγουρα.»

«Επίσης,» συνέχισε ο Ζαώρδιλ, «από ξηράς οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί μπορούν να μπουν στην πόλη ένας-ένας, ενώ, αν έρθουν με πλοίο, λογικά θα βγουν όλοι μαζί από το ίδιο σκάφος. Πόσες πύλες έχει η πόλη σας, Βασιληά μου;»

«Τρεις: βόρεια, νότια, και ανατολική.»

«Θέλει προσοχή, λοιπόν, γιατί οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί μπορεί να μη μπουν καν όλοι από την ίδια πύλη. Μπορεί να μπουν ένας από τη μία, ένας από την άλλη, και δύο από την τρίτη. Και μπορεί να μη μπουν όλοι μαζί την ίδια ώρα αλλά απλώς μέσα στην ίδια ημέρα.»

«Θα είναι πολύ δύσκολο να εντοπιστούν, τότε…» είπε σκεπτικά ο Ράνελμον.

«Το ξέρω,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ. «Γι’αυτό οι φρουροί σας θα πρέπει να έχουν τα μάτια τους ανοιχτά. Η δουλειά δεν θα είναι εύκολη.»

«Αποκλείεται να τα καταφέρουν, κύριε Ζαώρδιλ,» γνωμοδότησε ο Βασιλικός Αρχιφρουρός Αλκάμελ, ένας πορφυρόδερμος άντρας με κοντοκουρεμένα γαλανά μαλλιά και καλοψαλιδισμένο μούσι ο οποίος έμοιαζε τετράγωνος. «Οι φρουροί της πόλης δεν έχουν τέτοια εκπαίδευση. Είναι ή πολίτες με βασική στρατιωτική εκπαίδευση ή μισθοφόροι των Γεράκων του Ωκεανού.»

«Δε θα μπορούσαμε να βάλουμε κάποιους από τους Ζωντανούς-Νεκρούς ανάμεσά τους;» πρότεινε η Έρικα.

Το μυαλό της, γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος, ποτέ δεν ξεκουράζεται! σκέφτηκε ο Ζαώρδιλ, θαυμάζοντάς την γι’ακόμα μια φορά. «Θα μπορούσαμε,» είπε, «αν και ο Μεγαλειότατος συμφωνεί.» Κοίταξε τον Ράνελμον.

«Ο Μεγαλειότατος συμφωνεί,» αποκρίθηκε εκείνος. «Νομίζετε ότι εσείς θα καταφέρετε να διακρίνετε τους Θηριόπνευστους Αδελφούς;»

«Τίποτα δεν είναι βέβαιο, Βασιληά μου, αλλά αξίζει να προσπαθήσουμε. Καλύτερα να τους εντοπίσουμε, αν είναι δυνατόν, προτού ζυγώσουν το παλάτι, παρά να μας ξαφνιάσουν με την επίθεσή τους.»

Ο Ράνελμον έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στον Βασιλικό Αρχιφρουρό του. «Συμφωνώ με την ιδέα του Ζαώρδιλ, Βασιληά μου,» δήλωσε ο Αλκάμελ, μάλλον έχοντας παραβλέψει το γεγονός ότι η ιδέα ήταν, ουσιαστικά, της Έρικας.

«Εντάξει λοιπόν,» είπε ο Ράνελμον στον Σκοτωμένο.

Κι εκείνος κοίταξε τον Κολπατζή. «Θα είσαι ανάμεσα στους μεταμφιεσμένους φρουρούς;»

«Αν δεν είναι όλοι τους τελείως βαρετοί.»

«Μην τον ακούτε, Μεγαλειότατε,» είπε ο Ζαώρδιλ στον Ράνελμον. «Λέει χαζομάρες αλλά είναι καλός στη δουλειά του.»

Ο Βασιληάς μειδίασε.

Ο Νικηφόρος αναποδογύρισε τα μάτια.

Ο Ζαώρδιλ ρώτησε τη Ραβάσλι: «Κι εσύ;»

«Μπορώ να είμαι κι εγώ, αν θέλεις.»

«Και οι δικοί σου;» Εννοούσε, φυσικά, τους πρώην Ξεσηκωμένους.

«Λογικά, ναι.»

«Ο Σάμελκον’λι;»

«Δε νομίζω να φέρει αντίρρηση.»

«Και κάποιοι ανιχνευτές, φυσικά.» Ο Ζαώρδιλ τώρα κοίταξε τον Φέκταρελ, τον Αρχιανιχνευτή των Ζωντανών-Νεκρών, ο οποίος έγνεψε καταφατικά σαν να περίμενε αυτή τη διαταγή του Σκοτωμένου. «Αλλά δεν θα πας κι εσύ ο ίδιος με τους μεταμφιεσμένους φρουρούς. Σε θέλω για άλλη δουλειά.»

Και ο Ζαώρδιλ στράφηκε στον Βασιληά Ράνελμον. «Θα μπορούσα τώρα να καλέσω στο παλάτι δυο, τρεις ανθρώπους μου ακόμα, Μεγαλειότατε;»

«Ούτως ή άλλως, σύντομα δεν θα φέρεις τους μισθοφόρους σου εδώ;»

«Προφανώς,» είπε ο Ζαώρδιλ· και ενεργοποιώντας τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του κάλεσε τη Νιρκέκα και της ζήτησε να έρθει στο παλάτι μαζί με τον Κερκ και τον Ραμπνάιλ.

Ο Αλκάμελ, ο Βασιλικός Αρχιφρουρός, είπε: «Θα ειδοποιήσω να τους περιμένουν στην είσοδο.» Και μίλησε σ’έναν επικοινωνιακό δίαυλο στον τοίχο του δωματίου, το οποίο ήταν γεμάτο ράφια με βιβλία και κυλίνδρους. Ήταν ένα μεγάλο γραφείο-βιβλιοθήκη του παλατιού. Ένα μηχανικό σύστημα με κονσόλα και μέτρια οθόνη υπήρχε, επίσης, κοντά στον δίαυλο.

Ο Ζαώρδιλ είπε στον Νικηφόρο και στη Ραβάσλι: «Πηγαίνετε στα πλοία μας, συγκεντρώστε τους ανθρώπους που θα πάρετε μαζί σας, και συνεννοηθείτε με τους φρουρούς της πόλης σχετικά με τη μεταμφίεσή σας. Κι εσύ το ίδιο,» πρόσθεσε κοιτάζοντας τον Φέκταρελ. Και μετά είπε στον Αρχιφρουρό: «Θα κανονίσεις εσύ με ποιον από τους φρουρούς της πόλης πρέπει να επικοινωνήσουν;»

«Θα τους ειδοποιήσω κι αυτούς,» αποκρίθηκε ο Αλκάμελ, που είχε μόλις κλείσει τον επικοινωνιακό δίαυλο. Τον άνοιξε πάλι και, αφού μίλησε εκεί για λίγο, στράφηκε στους Ζωντανούς-Νεκρούς και είπε: «Λοιπόν. Θα ζητήσετε την Υποδιοικήτρια Φερκάντι. Είναι μετρίου αναστήματος, κατάμαυρη, με κόκκινα μαλλιά–»

«Νομίζω πως την έχουμε γνωρίσει,» τον διέκοψε η Έρικα. «Όταν ήρθαμε, τη νύχτα.»

Ο Ζαώρδιλ ένευσε. «Ναι, αυτή πρέπει να ήταν που μας πλησίασε για να μας ρωτήσει τι θέλουμε στο λιμάνι.»

Ο Αλκάμελ είπε: «Είναι ξαδέλφη της Πρώτης Πριγκίπισσάς μας. Θα σας εξυπηρετήσει. Μ’αυτή μιλούσα τώρα.»

Ο Ζαώρδιλ έκανε νόημα στον Νικηφόρο, τη Ραβάσλι, και τον Φέκταρελ να πηγαίνουν, κι εκείνοι έφυγαν.

Μετά από λίγο, η Νιρκέκα ήρθε μαζί με τον Κερκ και τον Ραμπνάιλ. Ο Σκοτωμένος και οι υπόλοιποι δεν είχαν συνεχίσει την κουβέντα τους σχετικά με τα μέτρα ασφαλείας, περιμένοντάς τους.

«Τι συμβαίνει, αρχηγέ;» ρώτησε η Νιρκέκα. «Συναντήσαμε τον Νικηφόρο και τους άλλους καθώς ερχόμασταν, και μας είπαν ότι θα βάλουμε ανθρώπους μέσα στη φρουρά της πόλης.»

Ο Ζαώρδιλ ένευσε. «Έτσι θα γίνει,» και της εξήγησε πώς ακριβώς είχαν τα πράγματα. «Τώρα, θα δούμε πού θα τοποθετήσουμε ανθρώπους μας μέσα στο παλάτι· γι’αυτό σάς κάλεσα εδώ.» Κι έστρεψε το βλέμμα του στο σχέδιο που ήταν απλωμένο στο τραπέζι ανάμεσά τους. «Ποια σημεία θα πρότεινες, Αλκάμελ;» ρώτησε.

Ο Βασιλικός Αρχιφρουρός τού είπε, δείχνοντάς του συγχρόνως επάνω στον χάρτη. «Αυτά είναι τα πιο ευπαθή,» εξήγησε. «Αλλά, βέβαια, θα μπορούσαμε να κυκλώσουμε κι ολόκληρο τον κήπο. Ήδη έχω πολεμιστές μου σ’όλη την περιφέρειά του.»

«Μόνο, όμως, ένα άνοιγμα χρειάζεται να κάνουν οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί στον προστατευτικό δακτύλιό σου. Κι αν οι ικανότητές τους δεν είναι φήμες μονάχα, τότε μάλλον αυτό δεν θα τους είναι και πολύ δύσκολο. Θα σκοτώσουν δυο, τρεις φρουρούς του δακτυλίου σε τούτο το σημείο, για παράδειγμα» – έδειξε επάνω στον χάρτη – «και μετά μπήκαν.»

«Να βάλουμε διπλό δακτύλιο, τότε. Αν ο μέσα δακτύλιος βλέπει τον έξω δακτύλιο, δεν θα μπορούν να σκοτώσουν αθέατοι τους φρουρούς του έξω δακτυλίου.»

«Σχετικό είναι αυτό…» είπε σκεπτικά ο Ζαώρδιλ. «Δεν ξέρουμε ακριβώς τι δυνάμεις έχουν. Επιπλέον, δε νομίζω να επιτεθούν χωρίς πρώτα να ανιχνεύσουν. Τη βασική μας άμυνα θα την καταλάβουν. Αν βάλουμε δύο δακτυλίους, θα το δουν. Κι αν κρίνουν ότι είναι αδύνατο να εισβάλουν, δεν θα εισβάλουν. Θα περιμένουν. Και μέχρι πότε μπορούμε να διατηρούμε τέτοια άμυνα; Θα έχουμε συνέχεια το παλάτι τελείως περικυκλωμένο; Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί δεν θα φύγουν· θα παρακολουθούν ώσπου η άμυνά μας να είναι πεσμένη, σε κάποιο σημείο τουλάχιστον, και τότε θα χτυπήσουν.»

«Προτείνεις, λοιπόν, να τους διευκολύνουμε;» ρώτησε ο Αλκάμελ.

«Όταν διευκολύνεις τον εχθρό εσκεμμένα, δεν είναι διευκόλυνση,» είπε ο Ζαώρδιλ: «είναι παγίδα.»

*

Τελειώνοντας με τις αποφάσεις σχετικά με την τοποθέτηση των Ζωντανών-Νεκρών μέσα στο βασιλικό παλάτι και στον μεγάλο κήπο του, ο Ζαώρδιλ έστρεψε τη συζήτηση προς την αναζήτηση πληροφοριών για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς. «Μέχρι στιγμής δεν ξέρουμε παρά ελάχιστα γι’αυτούς, επομένως πρέπει να μάθουμε. Και το Βασίλειό σας, Μεγαλειότατε, δεν βρίσκεται και τόσο μακριά από τις ανατολικές ακτές όπου οι συγκεκριμένοι δολοφόνοι κατοικούν, οπότε ίσως στις πόλεις και στα χωριά του να ακούσουμε πράγματα που δεν είναι και τόσο διαδεδομένα.»

«Συμφωνώ,» είπε ο Ράνελμον. «Θα πρέπει, ωστόσο, να γίνει ολόκληρη έρευνα γι’αυτό…»

«Δε θα χρειαστεί να μας πληρώσετε παραπάνω,» τον διαβεβαίωσε ο Ζαώρδιλ. «Το θεωρώ μέσα στην απαραίτητη προστασία που συμφωνήσαμε να σας προσφέρουμε.»

«Δεν το είπα γι’αυτό…»

Ο Ζαώρδιλ δεν θέλησε να δώσει συνέχεια στο χρηματικό θέμα. «Χρειάζομαι μια βασιλική άδεια από εσάς, όπως σας είπα και πριν.»

Ο Ράνελμον ένευσε. «Θα την έχεις. Ποιους θα στείλεις να ερευνήσουν; Θα πας ο ίδιος;»

«Δεν τολμώ ν’αφήσω τη Νουσράκλη, έτσι όπως είναι η κατάσταση· μπορεί οι Αδελφοί να επιτεθούν από μέρα σε μέρα. Ακόμα κι από ώρα σε ώρα, απ’ό,τι ξέρουμε. Η Έρικα πρέπει να πάει, νομίζω.» Στράφηκε να την κοιτάξει ερωτηματικά.

Εκείνη κατένευσε. «Θα πάω.» Το περίμενε ότι ο Ζαώρδιλ θα το πρότεινε αυτό. Κι αν δεν το πρότεινε εκείνος, θα το πρότεινα εγώ.

«Καλώς,» είπε ο Σκοτωμένος. Και προς τον Βασιληά: «Θα στείλω επίσης τον Αρχιανιχνευτή μου, τον Φέκταρελ, και όποιους άλλους εκείνος πιστεύει ότι ίσως να του χρειαστούν.»

«Μάλιστα,» είπε ο Βασιληάς, σκεπτικά.

«Εμένα, αρχηγέ;»

Ο Ζαώρδιλ στράφηκε να κοιτάξει τη Φαίδρα’λι. «Σε χρειάζομαι εδώ. Ο θεός σου θα μας είναι απαραίτητος σε περίπτωση επίθεσης των Θηριόπνευστων Αδελφών. Εκτός αν πιστεύεις ότι ίσως έχεις να προσφέρεις κάτι… ιδιαίτερο στην αναζήτηση της Έρικας και του Φέκταρελ.» Αναφερόταν, φυσικά, στα παράξενα πράγματα που έβλεπε η μάγισσα, αλλά δεν ήθελε να μιλήσει πιο συγκεκριμένα μπροστά στον Βασιληά και τους αυλικούς του.

«Όχι,» είπε η Φαίδρα κομπιάζοντας λιγάκι, «δεν είναι αυτό… Απλώς… σκεφτόμουν ότι ίσως να χρειάζονταν μια μάγισσα μαζί τους.» Στην πραγματικότητα, είχε στο μυαλό της τον Φέκταρελ ξανά, όπως συνήθως τελευταία. Υπέθετε ότι πιθανώς τώρα, κατά την αναζήτηση, να ήταν μια καλή ευκαιρία για να καταλάβει τι ακριβώς του συνέβαινε. Όμως ο Σκοτωμένος είχε δίκιο: η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων μπορούσε να φανεί πολύ πιο χρήσιμη εδώ παρά μαζί με τον Φέκταρελ και την Έρικα.

«Δε νομίζω ότι είναι απαραίτητο,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ.

«Ο θεός σας είναι πολεμικός;» ρώτησε ο Ζίντεραμ’λι, ο Βασιλικός Αρχιμάγος, τη Φαίδρα. Ήταν ένας καμπούρης άντρας, πρασινόδερμος, που σίγουρα έμοιαζε πιο γέρος από τα πραγματικά του χρόνια. Ωστόσο δεν μπορεί να ήταν και πολύ νέος· είχε γκρίζα μαλλιά και γκρίζα μούσια. Στο δεξί χέρι βαστούσε ένα σιδερένιο μπαστούνι μ’έναν μακρόστενο κρύσταλλο στην κορυφή, μέσα στον οποίο παράξενες ανταύγειες διακρίνονταν – η φυλακή του δαίμονα του, προφανώς.

«Ναι,» απάντησε η Φαίδρα’λι, «η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων είναι, σίγουρα, καλύτερη στο να σκοτώνει απ’το να κάνει οτιδήποτε άλλο.»

Ο Ζαώρδιλ ρώτησε: «Ο δικός σας θεός, Αρχιμάγε, θα μπορούσε να βοηθήσει στην άμυνα του παλατιού;»

«Η θεά μου, το Φωτοχαρές Χέρι των Διάσπαρτων Αέρηδων, μπορεί να πολεμήσει αν χρειαστεί, αλλά η μάχη που δίνει υποθέτω πως είναι πολύ διαφορετική από αυτή του θεού της Φαίδρας.» Ο μακρόστενος κρύσταλλος στην κορυφή του μπαστουνιού του φώτισε ξαφνικά: και μετά, το φως έφυγε από εκεί και πλανήθηκε πάνω απ’το τραπέζι, όπου απλώθηκε η παράξενη σκιά ενός υπερμεγέθους χεριού με μακριά νύχια. Συγχρόνως, όλοι οι παρευρισκόμενοι γύρω από το τραπέζι αισθάνθηκαν έναν απαλό αέρα στα πρόσωπά τους, σαν χάδι, αλλά με καμία φανερή πηγή προέλευσης και καμία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Τα μακριά δάχτυλα του σκιερού χεριού έκλεισαν επάνω σ’έναν στιλογράφο και ο στιλογράφος υψώθηκε. Τα δάχτυλα άνοιξαν και ο στιλογράφος έπεσε. Μετά, η θεά του μάγου επέστρεψε μέσα στον κρύσταλλό της.

«Μάλιστα,» είπε η Ζαώρδιλ. «Δε νομίζω οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί να εντυπωσιαστούν από αυτό.»

«Μην υποτιμάς τη θεά μου,» τον προειδοποίησε ο Ζίντεραμ’λι.

«Με το συμπάθιο κιόλας, Αρχιμάγε, αλλά δεν μου φαίνεται ότι μπορεί να προκαλέσει την καταστροφή που μπορεί ο θεός της Φαίδρας.»

«Πολύ πιθανόν,» παραδέχτηκε ο Ζίντεραμ’λι. «Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θα φανεί άχρηστη στην άμυνα του παλατιού.»

«Όσο περισσότερες δυνάμεις έχουμε εδώ, τόσο το καλύτερο,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ.

*

Ο Βασιληάς Ράνελμον τούς κράτησε στο παλάτι του για μεσημεριανό, ώστε να γνωριστεί καλύτερα μαζί τους αλλά και για να τους δείξει τα δωμάτια όπου θα έμεναν τις ημέρες που θα ακολουθούσαν. Επίσης, ο Ζαώρδιλ κάλεσε αρκετούς από τους μισθοφόρους του να έρθουν εδώ για να δουν πώς ήταν το μέρος, πού θα κοιμόνταν, πού θα έτρωγαν, και ποια σημεία θα φρουρούσαν. Τέλος, επικοινώνησε, μέσω πομπού, με τον Νικηφόρο για να τον ρωτήσει τι γινόταν με τους φρουρούς και την Υποδιοικήτρια Φερκάντι. Ήταν όλα εντάξει; «Όλα καλά, αρχηγέ,» αποκρίθηκε ο Κολπατζής, «αλλά αυτή η τύπισσα παραείναι περίεργη. Η Ραβάσλι μού φαίνεται πως μπορεί να συνεννοηθεί καλύτερα μαζί της απ’ό,τι μπορώ εγώ. Δε νομίζω ότι συμπαθεί και τόσο τους πρώην Παντοκρατορικούς.»

«Της είπες ότι είσαι πρώην Παντοκρατορικός;»

«Όχι, αλλά πρέπει να το έχει συμπεράνει από την εμφάνισή μου.»

«Τέλος πάντων. Αν η Ραβάσλι συνεννοείται καλύτερα μαζί της, εσύ μην πολυμπλέκεσαι,» του είπε ο Ζαώρδιλ, κι αφού πρόσθεσε ότι μπορούσε νάρθει κι εκείνος στο παλάτι για μεσημεριανό, η επικοινωνία τους τερματίστηκε.

Όταν τελικά συγκεντρώθηκαν στην τραπεζαρία, ήταν ο Ζαώρδιλ, η Έρικα, η Φαίδρα’λι, ο Φέκταρελ, ο Νικηφόρος, η Νιρκέκα, η Ραβάσλι, ο Κερκ, ο Ραμπνάιλ, και ο Σάμελκον’λι, όλοι τους καθισμένη από τη μια μεριά του μεγάλου τραπεζιού, ενώ στην άλλη μεριά βρίσκονταν ο Βασιληάς Ράνελμον και κάποιοι από τους αυλικούς του: η Πρώτη Πριγκίπισσα Σεϊλίκρα, η Πριγκίπισσα Ρασλέδη, ο Αρχιμάγος Ζίντεραμ’λι, ο Αρχιφρουρός Αλκάμελ, και η Αρχιέρεια Ξαρντάλκι – η οποία δεν θεωρείτο «αυλικός» του Βασιληά, βέβαια: το ιερατείο της Νουσράκλης ήταν ανεξάρτητο από την πολιτική εξουσία, απ’ό,τι γνώριζε η Έρικα. Η Ξαρντάλκι ήταν σιωπηλή όσο έκαναν σχέδια σχετικά με την προστασία του παλατιού, κι ακόμα σιωπηλή παρέμενε. Αλλά και παρατηρητική. Ήταν μια πορφυρόδερμη, λιγνή γυναίκα με μακριά, σγουρά κορακίσια μαλλιά και μια περίπλοκη μελανή δερματοστιξία στο πρόσωπο η οποία θύμιζε άνθος που ανοίγει τα πέταλά του από το σαγόνι προς το μέτωπο. Τα μάτια της Αρχιέρειας ήταν καταγάλανα: πράγμα που έμοιαζε αφύσικο σε σχέση με τα υπόλοιπα χρώματά της. Στην ηλικία, η Έρικα την υπολόγιζε καμια δεκαετία μεγαλύτερη από την ίδια.

Εκτός από αυτούς, στην τραπεζαρία βρισκόταν επίσης ο Αβέρναλ ο δημοσιογράφος, καθισμένος ανάμεσα στους αυλικούς και στους μισθοφόρους, και πιο κοντά στην Έρικα απ’ό,τι σε οποιονδήποτε άλλο. Από την αριστερή του μεριά ήταν η Αρχιέρεια, με την οποία δεν φαινόταν να έχει καμία οικειότητα.

«Τι σκοπεύεις να κάνεις αν συνεχίσεις να είσαι ζωντανός ύστερα απ’αυτά τα επεισόδια;» τον ρώτησε, σε κάποια στιγμή, ο Νικηφόρος ο Κολπατζής, αφού είχε γίνει κάμποση ελαφριά κουβέντα που δεν είχε και καμια ιδιαίτερη σχέση με τα άμεσα προβλήματά τους. Όταν ο Βασιληάς Ράνελμον είχε πει ότι ήθελε να τους γνωρίσει το εννοούσε: όλο ερωτήσεις για το παρελθόν τους ήταν. Και, αν μη τι άλλο, η σύζυγός του, η Πρώτη Πριγκίπισσα, έμοιαζε πιο περίεργη από αυτόν.

Ο Αβέρναλ αποκρίθηκε στον Κολπατζή: «Θα συνεχίσω να αγωνίζομαι εναντίον του Αρχισυγκλητικού Βέργκεδελ, φυσικά. Όσο πιο γνωστά γίνονται τα εγκλήματά του, τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες έχει η πόλη μου να γλιτώσει από αυτόν.»

«Είναι βέβαιο ότι θα βρίσκεται εκεί μετά τις επόμενες εκλογές της Συγκλήτου;» ρώτησε η Έρικα. Μήπως ο αγώνας σου είναι ανούσιος; Μήπως, ούτως ή άλλως, ο Βέργκεδελ σύντομα θα φύγει από τη θέση του;

«Εκτός αν γίνει κάτι που θα τον διώξει, δεν έχω καμία αμφιβολία γι’αυτό.»

«Γιατί;»

«Κατά πρώτον, έχει ανθρώπους του σε διάφορα πόστα οι οποίοι τον υποστηρίζουν για λόγους συμφέροντος. Κατά δεύτερον, ύστερα από το ιπταέριο και τα αεροχήματα, πολλοί φαντασμένοι θεωρούν ότι έδωσε κάποιου είδους τρομερή υπεροχή στην Κάρνατεβ–»

«Της έδωσε, όμως, δύναμη· δεν είναι ψέματα,» είπε ο Ράνελμον.

«Αναμφίβολα, Μεγαλειότατε. Ωστόσο αυτή η δύναμη είμαι της γνώμης ότι, μελλοντικά, περισσότερο κακό, παρά καλό, θα της κάνει. Αλλά, όπως έλεγα, ο Βέργκεδελ δεν νομίζω ότι θα χάσει σύντομα τη θέση του Αρχισυγκλητικού, και ο τρίτος λόγος είναι οι πολιτικές κινήσεις που έχει κάνει ώς τώρα. Οι κινήσεις που αφορούν την εξωτερική πολιτική της Κάρνατεβ. Χρησιμοποιώντας τα αεροχήματα, έχει κατακτήσει τόσες περιοχές που πριν δεν ήταν δικές μας. Η Σύγκλητος θα είναι διστακτική να δώσει τα ηνία σε κάποιον άλλο, που δεν θα ξέρει την κατάσταση το ίδιο καλά με τον Βέργκεδελ.»

«Και με τα γραπτά σου πιστεύεις ότι θα κάνεις τη Σύγκλητο ν’αλλάξει γνώμη;» τον ρώτησε ο Νικηφόρος.

«Τους έδειξα τον κίνδυνο, και σκοπεύω να συνεχίσω να τους τον δείχνω.»

«Μπορείς να δημοσιεύεις πράγματα από εδώ που βρίσκεσαι;»

«Φυσικά και μπορώ. Η Ωκεανού Επίκαιρα έχει έδρα και στη Νουσράκλη, ασφαλώς. Ετοιμάζω, μάλιστα, ήδη ένα άρθρο που ελπίζω να επηρεάσει το κοινό περισσότερο από τα προηγούμενα. Γιατί ο Αρχισυγκλητικός έχει τώρα διαδώσει ότι λέω ψέματα, ενώ εκείνος είναι που ψεύδεται! Μαθαίνω νέα της Κάρνατεβ από τις εφημερίδες και από όσα μού λένε οι καπεταναίοι που επισκέπτονται το παλάτι.»

Η Έρικα σκέφτηκε: Αναρωτιέμαι γιατί ο Βασιληάς Ράνελμον σε κρατά εδώ. Το κάνει μόνο από ιδεολογικούς λόγους; Ή έχει και τίποτ’ άλλο στο μυαλό του; Διότι ήταν φανερό πως ο Αβέρναλ περισσότερο σε κίνδυνο έβαζε τον Ράνελμον και την οικογένειά του – κι ολόκληρο το Βασίλειό του, ίσως – παρά τους βοηθούσε.

Επί του παρόντος, ο Βασιληάς των Γεφυρωμένων Νήσων ήταν σιωπηλός καθώς έτρωγε ένα κομμάτι από το μεγάλο ψάρι που ήταν ξαπλωμένο στο πιάτο του, τυλιγμένο σε παχύρευστη σάλτσα.

Η Πρώτη Πριγκίπισσα Σεϊλίκρα βρήκε την ευκαιρία να στρέψει ξανά την κουβέντα στο παρελθόν των Ζωντανών-Νεκρών. «Και πριν από την υπόθεση στη Μέρελκεβ με τους ρους’κρούουμ, πού βρισκόσασταν, κύριε Ζαώρδιλ; Κάπου μέσα στις Ενδότερες Πολιτείες, δεν είπατε;»

Καθώς ο Ζαώρδιλ απαντούσε, ο Αβέρναλ τεντώθηκε προς την Έρικα και της ψιθύρισε: «Θα μπορούσα να σου μιλήσω για κάτι, μετά;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, και μέχρι το γεύμα τους με τον Βασιληά να τελειώσει αναρωτιόταν τι μπορεί να ήταν.

Όταν το γεύμα τελείωσε, πήγε μαζί με τον Αβέρναλ στο δωμάτιό του, κι εκείνος, ενώ ακόμα στέκονταν, τη ρώτησε: «Θα μπορούσες να μεταφέρεις ένα μήνυμα για εμένα στην Κάρνατεβ;»

«Μήνυμα; Σε ποιον;»

Ο Αβέρναλ την ατένισε διστακτικά. «Ελπίζω να μπορώ να σε εμπιστευτώ…»

«Σου είπα: δεν είμαι πράκτορας του Αρχισυγκλητικού. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρω αν τώρα θα μπορέσω να πάω στην Κάρνατεβ, γιατί ο Ζαώρδιλ θέλει να του κάνω μια άλλη δουλειά.»

Ο Αβέρναλ την κοίταξε ερωτηματικά, αλλά χωρίς να μιλήσει.

«Θα προσπαθήσω, μαζί με άλλους, να μάθω περισσότερα για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, από τις Γεφυρωμένες Νήσους,» εξήγησε η Έρικα.

«Εννοείς ότι θα περιπλανηθείτε στο Βασίλειο, ρωτώντας;»

«Ναι. Θα έχουμε και έγγραφο από το Βασιληά που θα μας καθιστά απεσταλμένους του κι επομένως θα μας δίνει προσβάσεις παντού.»

«Δε νομίζω ότι οι νησιώτες του Βασιλείου ξέρουν και τόσα για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς. Εκτός…» Ήταν σκεπτικός προς στιγμή. «Σίγουρα βέβαια υπάρχουν και κάποιοι υποψιασμένοι, που ή έχουν ταξιδέψει στις ανατολικές ακτές του Ωκεανού οι ίδιοι ή γνωρίζουν διάφορα για δικούς τους λόγους…» Το δημοσιογραφικό δαιμόνιό του έμοιαζε να έχει κεντριστεί. Άναψε ένα τσιγάρο καθώς μιλούσε, και πρόσφερε και στην Έρικα ένα, αλλά εκείνη αρνήθηκε. «Αν είχα ανοιχτό το αρχείο μου, νομίζω πως θα μπορούσα να βοηθήσω.»

«Τι εννοείς ‘ανοιχτό’;»

«Όταν έφυγα από την Κάρνατεβ δεν μπορούσα να κουβαλήσω όλο το αρχείο μου – έχω πάρα πολλά έγραφα για διάφορα θέματα. Επομένως, μια φίλη μου τα συμπίεσε μοριακά. Γνωρίζεις για τη Μαγγανεία Μοριακής Συμπιέσεως;»

Η Έρικα ένευσε. «Φυσικά.»

Ο Αβέρναλ άνοιξε ένα συρτάρι του γραφείου και πήρε από μέσα έναν κύβο που έμοιαζε νάναι από ξύλο αλλά, αν τον κοίταζε κανείς προσεχτικά, καταλάβαινε πως το υλικό δεν ήταν ξύλο. «Αυτό εδώ είναι όλο το αρχείο,» είπε ο δημοσιογράφος. «Αλλά χρειάζομαι έναν μάγο για να το αποσυμπιέσει.»

«Γιατί δεν το ζήτησες από τον Ράνελμον;»

«Δεν υπήρχε λόγος ώς τώρα.»

«Τώρα, όμως, υπάρχει,» είπε η Έρικα, «αφού πιστεύεις ότι ίσως να έχεις πληροφορίες για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς.»

«Δεν είναι ακριβώς πληροφορίες για τους Αδελφούς· είναι κάποια στοιχεία για διάφορους ανθρώπους του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων.»

«Όπως και νάχει, εφόσον μπορούν να μας φανούν χρήσιμα, τα θέλουμε. Και ίσως μια μάγισσά μας να μπορεί να κάνει την αποσυμπίεση.»

«Η Φαίδρα’λι;»

«Την Ανταρλίδα’μορ είχα στο μυαλό μου. Δεν είμαι σίγουρη αν η Φαίδρα γνωρίζει τη Μαγγανεία Μοριακής Αποσυμπιέσεως.»

«Ανταρλίδα’μορ; Τεχνομαθής;»

«Ναι. Την έχουμε αφήσει στα πλοία. Αλλά θα έρθει εδώ σύντομα.»

«Για μια Τεχνομαθή ήθελα κι εγώ εξαρχής να σου μιλήσω, Έρικα…»

Η Έρικα συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς;»

«Θα μπορέσεις να μεταφέρεις το μήνυμά μου στην Κάρνατεβ;»

«Δεν ξέρω. Θα προσπαθήσω. Πού θέλεις να παραδοθεί;»

«Στη μάγισσα που με βοήθησε να σμικρύνω το αρχείο μου,» απάντησε ο Αβέρναλ.

Η Έρικα περίμενε να της πει περισσότερα.

«Ονομάζεται Σανκάρλι’μορ. Μένει στο ρετιρέ μιας πολυκατοικίας στην Κεντρική Αγορά της Κάρνατεβ. Και, για να είμαι ειλικρινής, ανησυχώ γι’αυτήν.»

«Την κυνηγάει ο Αρχισυγκλητικός;»

«Δε νομίζω– Δεν ξέρω.» Ο Αβέρναλ έσβησε απότομα το τσιγάρο του στο τασάκι. «Ελπίζω πως όχι. Η σχέση της μαζί μου… Μάλλον ο Αρχισυγκλητικός ξέρει για τη σχέση της μαζί μου, αλλά η Σανκάρλι δεν είναι δημοσιογράφος, και είναι Τεχνομαθής σε μια πόλη που δεν έχει και τόσους πολλούς Τεχνομαθείς. Δε νομίζω να τολμήσει να την πειράξει – ακόμα κι ο Βέργκεδελ.» Η όψη του, όμως, άλλα έλεγε. Έλεγε πως φοβόταν γι’αυτήν.

Την αγαπάει, παρατήρησε η Έρικα. Σίγουρα, δεν είναι απλώς συνεργάτες οι δυο τους. «Θα δω τι μπορώ να κάνω για σένα,» του είπε. «Σε πειράζει αν δεν μεταφέρω η ίδια προσωπικά το μήνυμά σου – αν το μεταφέρει κάποιος άλλος;»

«Αν δεν το χάσει, δεν το ανοίξει, και δεν το παραδώσει στον Αρχισυγκλητικό, όχι.»

«Μόνο για το πρώτο από αυτά χρειάζεται να ανησυχείς, επειδή ποτέ τίποτα δεν είναι βέβαιο, όχι για κανέναν άλλο λόγο.»

«Εντάξει, τότε,» συμφώνησε ο Αβέρναλ.

Η Έρικα τράβηξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό από τη ζώνη της και κάλεσε τον Ζαώρδιλ.

«Ναι;» είπε εκείνος.

«Είναι η Φαίδρα κοντά σου;»

«Ναι. Αλλά εσύ πού έχεις εξαφανιστεί;»

«Με τον Αβέρναλ είμαι. Ρώτα τη Φαίδρα αν μπορεί να κάνει Μαγγανεία Μοριακής Αποσυμπιέσεως.»

«Μισό λεπτό.» Ο πομπός του βουβάθηκε για λίγο· αλλά μετά η φωνή του Ζαώρδιλ ακούστηκε ξανά: «Μου λέει πως μπορεί, αλλά έχει καιρό να τη χρησιμοποιήσει.»

«Πες της να έρθει εδώ. Έλα κι εσύ άμα θες. Στο δωμάτιο του Αβέρναλ είμαι.»

«Ερχόμαστε.»

Και μετά από λίγο, οι δυο τους παραμέρισαν τη μισάνοιχτη πόρτα και μπήκαν στο δωμάτιο κλείνοντας πίσω τους.

«Τι θέλεις να κάνω;» ρώτησε η Φαίδρα την Έρικα.

Εκείνη έδειξε τον κύβο επάνω στο γραφείο, πλάι στη γραφομηχανή του Αβέρναλ. «Αυτό είναι ένα συμπιεσμένο αρχείο από–» Ρώτησε τον δημοσιογράφο: «Τι περιέχει; Βιβλία, κυλίνδρους;»

«Διάφορα έγγραφα, από χαρτί ή περγαμηνή. Ναι, είναι και μερικά βιβλία και κύλινδροι ανάμεσά τους, αλλά κυρίως έγγραφα και αποκόμματα.»

«Και θέλεις να το αποσυμπιέσω;» είπε η Φαίδρα.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Έρικα.

«Εκτός από χαρτί και περγαμηνή περιέχει τίποτ’ άλλο; Τίποτα το μηχανικό, ίσως; Μηχανικές συσκευές αποθήκευσης, για παράδειγμα;»

«Μόνο έγγραφα έχει,» της είπε ο Αβέρναλ.

«Τότε τα πράγματα δεν είναι και πολύ δύσκολα. Σε προειδοποιώ, όμως, ότι ίσως η αποσυμπίεση να καταστρέψει κάποια κομμάτια.»

«Πόσα κομμάτια;»

«Ελάχιστα, υποθέτω. Και αν.»

«Εντάξει, κάν’ το,» είπε ο Αβέρναλ.

«Δεν έχει βραχεί, ούτε έχει πέσει σε φωτιά ή σε κάτι άλλο καυστικό, έτσι;» ρώτησε η Φαίδρα.

«Τίποτα δεν έχει πάθει. Ούτε είναι πολύς καιρός που έγινε η συμπίεση.»

Η Φαίδρα’λι πλησίασε το γραφείο και ύψωσε τα χέρια της πάνω από τον πεπιεσμένο κύβο. Άρθρωσε τα λόγια για τη Μαγγανεία Μοριακής Αποσυμπιέσεως ενώ είχε το βλέμμα της εστιασμένο σ’αυτόν. Και συνέχισε να μουρμουρίζει και να έχει το βλέμμα της εστιασμένο. Ο κύβος άρχισε σταδιακά να μεγαλώνει, σαν δαίμονας ο οποίος, ύστερα από αιώνες ύπνου, δεν μπορούσε να ξυπνήσει πιο γρήγορα. Η Φαίδρα παρέμεινε επικεντρωμένη στη δουλειά της για παραπάνω από δέκα λεπτά, και ο κύβος είχε ήδη καταλάβει το μισό γραφείο: χαρτιά και περγαμηνές ξέφευγαν από μέσα του κι έπεφταν στο πάτωμα. Ο Αβέρναλ είχε απομακρύνει, βιαστικά, τη γραφομηχανή του, αποθέτοντάς την στο περβάζι του παραθύρου. Η Έρικα έπιασε ένα απόκομμα από κάποια παλιά εφημερίδα το οποίο μιλούσε για την επικινδυνότητα των υδάτων κοντά στη Νουρβάλη, την Πόλη των Αγαλμάτων, που ήταν ερειπωμένη εδώ και χρόνια και μονάχα ένας πελώριος θεός κατοικούσε εκεί. Φήμες έλεγαν πως οι Παντοκρατορικοί τον είχαν ξυπνήσει από τα βάθη του Ωκεανού εξαιτίας ενός πειράματός τους το οποίο δεν είχε εξελιχτεί όπως είχαν προβλέψει.

Ο κύβος συνέχιζε να μεγαλώνει, και τώρα πια η Φαίδρα’λι δεν κρατούσε τα χέρια της υψωμένα από πάνω του αλλά μπροστά του. Εξακολουθούσε να είναι πλήρως εστιασμένη σ’αυτόν και να υποτονθορύζει ακατανόητα λόγια στη γλώσσα της μαγείας. Ιδρώτας γυάλιζε στο λευκόδερμο πρόσωπό της· τα πράσινα μαλλιά της κολλούσαν επάνω του. Ο κύβος κατέλαβε ολόκληρη την επιφάνεια του γραφείου, και βιβλία, αποκόμματα, κύλινδροι, φύλλα χαρτιού και περγαμηνής έπεφταν από μέσα του. Τώρα δεν έμοιαζε τόσο με μια συγκεχυμένη μάζα όσο με μια πελώρια στοίβα εγγράφων – μια συμπυκνωμένη βιβλιοθήκη.

Κι ακόμα μεγάλωνε.

Η Φαίδρα – δείχνοντας ξαφνιασμένη από την ποσότητα των πεπιεσμένων αντικειμένων – έκανε δυο βήματα όπισθεν καθώς έγγραφα γλιστρούσαν προς το μέρος της. Δεν σταμάτησε, όμως, ούτε στιγμή τη μαγγανεία της, γιατί αν τη σταματούσε τώρα όσα έγγραφα δεν είχαν αποσυμπιεστεί επαρκώς θα πάθαιναν ζημιές.

Πλησίαζαν είκοσι λεπτά να έχουν περάσει από τότε που είχε ξεκινήσει να χρησιμοποιεί τη μαγεία της. Η μάζα των εγγράφων είχε γίνει μεγαλύτερη από την επιφάνεια του γραφείου, και χαρτιά, περγαμηνές, και βιβλία σωριάζονταν από δω κι από κει. Η Φαίδρα οπισθοχώρησε κι άλλο.

Το εικοσάλεπτο πέρασε, και τελικά η μάγισσα έπαψε τη μαγγανεία και πήρε μια βαθιά ανάσα κοιτάζοντας το χάος των εγγράφων στο δωμάτιο. «Αυτά πρέπει νάναι όλα,» είπε στον Αβέρναλ.

«Δεν ταξιδεύεις ελαφρά, δημοσιογράφε,» παρατήρησε ο Ζαώρδιλ.

Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι στραβά.

Ο Αβέρναλ ανασήκωσε τους ώμους. «Τι να έκανα; Να τ’άφηνα στην Κάρνατεβ;»

Κεφάλαιο Δέκατο
Οι Πειρατές στις Χελώνες

Το απόγευμα, η Έρικα πήγε σε μια κακόφημη ταβέρνα του λιμανιού η οποία ονομαζόταν «Το Στενό Άνοιγμα» και, πράγματι, η είσοδός της ήταν στενή, αλλά και η ίδια η ταβέρνα δεν ήταν μεγάλη. Βρισκόταν ζαρωμένη, καταπιεσμένη, ανάμεσα σε δύο άλλα πολύ μεγαλύτερα οικοδομήματα που περιλάμβαναν αποθήκες και καταστήματα ειδών ναυτιλίας και αλιείας, καθώς και μερικές κατοικίες – δευτέρας κατηγορίας, αναμφίβολα.

Η Έρικα φορούσε τον μαγικό μανδύα της, για καλό και για κακό, και τον αισθανόταν τώρα να πιάνεται προστατευτικά επάνω στο σώμα της, καθώς έμπαινε στην ταβέρνα και διάφορες ύποπτες φάτσες στρέφονταν να την κοιτάξουν. Εκείνη, έχοντας το πρόσωπό της κρυμμένο στη σκιά της κουκούλας της, έκανε πως δεν είχε προσέξει τίποτα το ασυνήθιστο. Τους προσπέρασε αδιάφορα και, με τις άκριες των ματιών της, παρατήρησε ότι οι περισσότεροι στράφηκαν αλλού, στις κουβέντες τους, στις σκέψεις τους, ή στα ποτά τους.

Το εσωτερικό της ταβέρνας ήταν σκιερό· ούτε ένα φως δεν ήταν αναμμένο ακόμα, ούτε μια λάμπα λαδιού, και το φως της ημέρας απέξω ολοένα και λιγόστευε: όσο έμπαινε από την πόρτα του καταστήματος (γιατί, εννοείται, παράθυρο δεν υπήρχε) δεν ήταν αρκετό για να το φωτίζει επαρκώς. Ωστόσο η Έρικα ήξερε προς τα πού να πάει· ο Όρκιβελ ο Μουντζουρωμένος τής είχε πει. Στο βάθος αριστερά θα είναι, πλην απροόπτου. Αλλά, ακόμα κι αν ο Όρκιβελ δεν της είχε δώσει κατευθύνσεις, καθώς η Έρικα βημάτιζε μέσα στην ταβέρνα πίστευε πως θα τους είχε αναγνωρίσει. Δύο άντρες που κάθονταν σ’ένα τραπεζάκι, κι ο ένας ήταν όλο μαύρα μούσια και μαλλιά – ο Αλέξανδρος ο Δασύς. Αλλά και τον άλλο η Έρικα νόμιζε πως τον θυμόταν· τον είχε δει ανάμεσα στο πλήρωμα του Όρκιβελ· αν και δεν γνώριζε το όνομά του.

Γιατί έρχονται σ’αυτή την ταβέρνα; Μπορεί το μέρος να είναι, αναμφίβολα, σκοτεινό, αλλά αν η φρουρά έρθει εδώ με σκοπό να τους βρει, αμέσως θα τους μαγκώσει. Από πού θα φύγουν; Η Έρικα δεν έβλεπε καμια έξοδο διαφυγής… εκτός ίσως από εκείνη τη μικρή πόρτα στο βάθος. Αλλά αυτή, λογικά, στην κουζίνα δεν θα οδηγούσε; Τέλος πάντων.

Πλησιάζοντας το τραπέζι των δύο πειρατών, τους καλησπέρισε, κι εκείνοι ανταπέδωσαν την καλησπέρα με νεύματα μονάχα. Η Έρικα κάθισε κοντά τους.

«Δε σε περιμέναμε,» της είπε ο Αλέξανδρος ο Δασύς.

«Ο Όρκιβελ δεν σας είπε…;»

«Μας το είπε, ναι, αλλά, και πάλι, δεν περιμέναμε ότι θάθελες τόσο σύντομα ξανά να μας αντικρίσεις.» Και φάνηκε να μειδίασε πίσω από τα πλούσια μαύρα μούσια του.

Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι στραβά. «Ήρθα όμως. Και θέλω να μιλήσω στον Όρκιβελ.»

«Στον ίδιο;»

«Ναι.»

«Γιατί, εμείς δε σου κάνουμε;» ρώτησε ο άλλος πειρατής, που είχε δέρμα κόκκινο και μαλλιά μαύρα – Φεηνάρκιος, δίχως αμφιβολία.

«Δεν πρόκειται για κάτι που μπορώ να συζητήσω μαζί σας. Πρέπει ο Καπετάνιος σας να συμφωνήσει.»

Ο Αλέξανδρος ήπιε μια γουλιά από τη μπίρα του. «Ωραία,» είπε. «Θα σε πάμε. Βγες πρώτη τώρα, και συνάντησέ μας όταν έχει πέσει ο ήλιος έξω απ’την αποθήκη του Μουρμούρη.»

«Πού είναι η αποθήκη του Μουρμούρη;» Η Έρικα δεν είχε ξανακούσει για τέτοιο μέρος.

«Μόλις βγεις από δω, θα πας όλο αριστερά, θα περάσεις κάμποσες πόρτες και δερματόπορτες, και θα δεις μια ξύλινη πόρτα βαμμένη όπως νάναι. Από πάνω υπάρχει ένα λαξευτό μπιχλιμπίδι στον τοίχο – ένα πλοίο, νομίζω.»

«Κι από κάτω του ένα ψάρι,» πρόσθεσε ο πορφυρόδερμος πειρατής.

«Τέλος πάντω. Αυτό.»

«Τι εννοείς ότι η πόρτα είναι βαμμένη όπως νάναι;» ρώτησε η Έρικα.

«Η μισή έτσι, η μισή αλλιώς. Χάλια. Δεν είν’ ανάγκη να φύγεις από τώρα, όμως· θες μια μπίρα;»

«Γιατί όχι;»

Ο Αλέξανδρος ο Δασύς έκανε νόημα στον σερβιτόρο κι εκείνος μετά από λίγο έφερε μια μπίρα στην Έρικα.

«Το μαγαζί είναι σκάρτο,» της είπε ο Αλέξανδρος, «αλλά οι μπίρες του είναι καλές· θα δεις. Τις φτιάχνει ο ίδιος, ο πούστης–»

«Τον ταβερνιάρη εννοεί,» εξήγησε ο πορφυρόδερμος πειρατής.

«Σώπα, ρε!» μούγκρισε ο Αλέξανδρος. «Ποιον να εννοούσα, να πούμε; – το φούρναρη;» Ο πορφυρόδερμος πειρατής μειδίασε, ενώ ο Αλέξανδρος συνέχιζε να λέει στην Έρικα: «Ρίχνει και κάτι ουσίες από ψάρια μέσα που τις βελτιώνουν.»

Η Έρικα συνοφρυώθηκε και – ελπίζοντας να μην πάθει τίποτα – ήπιε μια γουλιά από τη μπίρα της. Δεν αποδείχτηκε τόσο άσχημη όσο φανταζόταν. Και ήταν λιγάκι πιο δυνατή από άλλες μπίρες που είχε δοκιμάσει. «Μάλιστα,» είπε. «Ωραία είναι.»

«Γνωρίζεις, λοιπόν, για κανένα εμπορικό που να σαλπάρει σύντομα σχετικά, αφύλαχτο;» τη ρώτησε ο πορφυρόδερμος πειρατής.

«Δεν είν’ αυτός ο λόγος που θέλω να μιλήσω στον Καπετάνιο. Αλλά πώς σε λένε εσένα;»

«Βέργκεδελ.»

«Αρχισυγκλητικό τον λέμε, τελευταία,» χαμογέλασε άγρια ο Αλέξανδρος μέσα από τα μούσια του. «Χα-χα-χα-χα-χα!» Ήπιε.

«Αυτό το πλήρωμα είναι, να πούμε, γεμάτο μαλάκες,» σχολίασε ο Βέργκεδελ.

«Για να προσέχουμε τα λόγια μας λιγάκι, ρε παλικάρι· η κυρία δεν είναι σαν τα μούτρα σου!» τον προειδοποίησε ο Αλέξανδρος.

«Μη νομίζετε,» τους είπε η Έρικα χαμογελώντας λιγάκι λοξά, «χειρότερη είμαι.»

Οι δύο πειρατές γέλασαν· τσούγκρισαν τις κούπες τους με τη δική της και ήπιαν. Η Έρικα έβγαλε από τα ρούχα της ένα πακέτο με κάτι καλά τσιγάρα που είχε για ειδικές περιστάσεις και τους πρόσφερε από ένα. Την ευχαρίστησαν και κάπνισαν δείχνοντας ικανοποιημένοι. Μετά, τη ρώτησαν αν θα τους έβρισκε τίποτα καλό για λεηλασία. Εκείνη αποκρίθηκε πως αυτά θα τα συζητούσε με τον Καπετάνιο τους.

Όταν είχε μισοτελειώσει τη μπίρα της, τους είπε ότι θα τους συναντούσε εκεί που είχαν συμφωνήσει και έφυγε από την ταβέρνα. Ο ήλιος δεν είχε πέσει ακόμα, καθότι καλοκαίρι, έτσι η Έρικα αποφάσισε να κάνει μερικές βόλτες στην πόλη προτού πάει στην αποθήκη του Μουρμούρη. Δεν ήξερε και τόσο καλά τη Νουσράκλη, και ήθελε να τη μάθει. Σύντομα θα έπρεπε να εδραιώσει το δίκτυό της εδώ.

Σ’ένα κεντρικό σημείο της πόλης είδε ένα θέατρο που η πινακίδα του έγραφε ΜΕΓΑ ΘΕΑΤΡΟ ΤΩΝ ΚΥΜΑΤΩΝ· δεν μπορούσες να μπεις χωρίς εισιτήριο. Σ’ένα άλλο σημείο, όχι και τόσο κεντρικό, είδε μια μικρή αρένα περιτριγυρισμένη από κάγκελα, μέσα στην οποία μπορούσες να κοιτάξεις ακόμα κι όταν στεκόσουν έξω. Επί του παρόντος, δύο λυκόχοιροι – που φορούσαν ειδικά μεταλλικά κράνη με κέρατα, εξογκώματα, και λαξεύματα – μονομαχούσαν, ενώ μερικοί άνθρωποι παρακολουθούσαν φωνάζοντας και βάζοντας στοιχήματα. Περνώντας από διάφορα περίπτερα, η Έρικα αγόρασε όλες τις τοπικές εφημερίδες καθώς και τα Ωκεανού Επίκαιρα. Όταν επέστρεψε στο λιμάνι, είδε τη Ραβάσλι και έναν άλλο από τους Ζωντανούς-Νεκρούς να στέκονται, ντυμένοι σαν φρουροί της Νουσράκλης, και να κοιτάζουν κάποιους που έβγαιναν από ένα επιβατηγό ιστιοφόρο. Η Έρικα δεν νόμιζε πως την πήραν είδηση καθώς πέρασε από πίσω τους, με την κουκούλα του μανδύα της στο κεφάλι όπως συνήθως.

Ο ήλιος τώρα χανόταν στον δυτικό ορίζοντα και, μόλις το σκοτάδι είχε πέσει στην πόλη, στο Βασίλειο, και στον Ωκεανό, η Έρικα βάδισε προς τα εκεί που της είχαν πει ότι ήταν η αποθήκη του Μουρμούρη. Βγήκε, πρώτα, κάπου κοντά στο Στενό Άνοιγμα και, μετά, ακολούθησε τις οδηγίες του Αλέξανδρου του Δασύ. Δεν άργησε να δει μια πόρτα βαμμένη όπως νάναι, πάνω απ’την οποία υπήρχε ένα κακόγουστο λάξευμα στον τοίχο – ένα πλοίο, κι ένα ψάρι από κάτω.

Δυο άντρες στέκονταν παράμερα, καπνίζοντας και μουρμουρίζοντας αναμεταξύ τους. Η Έρικα τούς πλησίασε.

«Καλώς την,» είπε ο Αλέξανδρος ο Δασύς. «Έλα, πάμε.»

Και έφυγαν.

*

Πήραν μια βάρκα από μια μοναχική αποβάθρα της Νουσράκλης, και έπλευσαν νοτιοανατολικά. Η βάρκα ήταν μηχανοκίνητη, και η μηχανή της βούιζε σαν ελικόπτερο. Ο Αλέξανδρος ο Δασύς καθόταν κοντά της, στην πίσω μεριά του μικρού σκάφους, και κρατούσε το πηδάλιο. Η Έρικα ήταν καθισμένη στη μέση, ενώ ο Βέργκεδελ μπροστά-μπροστά. «Σε περίπτωση που γίνει καμια στραβή,» της είπε, «να ξέρεις πως έχουμε όπλα κάτω απ’τον καμβά»· και με το βλέμμα του έδειξε έναν καμβά στην άκρη της βάρκας, λίγο πιο δίπλα από τα μποτοφορεμένα πόδια της Έρικας. Η Έρικα τον σήκωσε ελαφρώς και είδε από κάτω μια καραμπίνα, δυο καμάκια, δυο πιστόλια, κι ένα ξύλινο κουτί που μάλλον περιείχε πυρομαχικά. Άφησε πάλι τον καμβά να πέσει και να τα καλύψει.

«Τι στραβή μπορεί να γίνει;» ρώτησε.

«Οτιδήποτε,» είπε ο Βέργκεδελ ανάβοντας πάλι τσιγάρο.

Ο Αλέξανδρος ο Δασύς ήταν σιωπηλός καθώς οδηγούσε. Ίσως και να μην άκουγε τι έλεγαν, τόσο κοντά στη μηχανή που ήταν καθισμένος.

Μετά από λίγο, κι ενώ η βάρκα είχε αρχίσει να κουνιέται με τρόπο που δεν άρεσε στην Έρικα, τρεις μεγάλοι, μαύροι όγκοι φάνηκαν αντίκρυ τους, ξεχωρίζοντας από τη θάλασσα και τον ουρανό μόνο λόγω του φεγγαρόφωτος.

«Οι Χελώνες,» είπε ο Βέργκεδελ.

«Ποιες χελώνες;» ρώτησε η Έρικα.

Ο Βέργκεδελ έδειξε τους τρεις μαύρους όγκους. «Οι Χελώνες. Δε μοιάζουνε με γιγάντιες χελώνες;»

Η Έρικα συνοφρυώθηκε. «Πράγματι.» Νησιά ήταν, όμως, φυσικά.

«Παλιά, λένε πως ορισμένοι τις περνούσαν για δαιμονικές χελώνες και, κατουρημένοι, έφευγαν,» γέλασε κοφτά ο Βέργκεδελ.

«Εδώ είναι ο Καπετάνιος σας;»

«Ναι· τώρα φτάνουμε.»

Πέρασαν ανάμεσα από τις Χελώνες – που πρέπει να είχαν ελάχιστους κατοίκους, αν έκρινε σωστά η Έρικα από τα λιγοστά φώτα που μπορούσε να δει – και βρέθηκαν πίσω από το ένα απ’αυτά τα νησιά, σε καλυμμένο σημείο. Εδώ ήταν αραγμένο το πλοίο του Όρκιβελ, Το Σπαθί του Ωκεανού.

Ο Αλέξανδρος σταμάτησε τη μηχανή της βάρκας κι έπιασε ένα κουπί, κωπηλατώντας προς το μεγαλύτερο σκάφος. Ο Βέργκεδελ έβγαλε ένα συνθηματικό σφύριγμα. Κι ένα παρόμοιο σφύριγμα τού απάντησε απ’το κατάστρωμα του Σπαθιού.

Η βάρκα έφτασε πλάι στο καράβι, και μια ανεμόσκαλα έπεσε από το δεύτερο. «Ανέβα,» είπε ο Βέργκεδελ στην Έρικα, γνέφοντάς της με το χέρι. Εκείνη πιάστηκε από τη σχοινένια σκάλα κι εύκολα ανέβηκε στο κατάστρωμα του Σπαθιού, κοντά σε μερικούς από τους πειρατές του Όρκιβελ.

«Ποια είσαι συ;» τη ρώτησε ένας, ενώ ο Βέργκεδελ ανέβαινε πίσω της.

«Η Έρικα.»

Μια πειρατίνα σφύριξε προς την πρύμη και φώναξε: «Καπ’τάαανιεεεεε!»

Ο Όρκιβελ ο Μουντζουρωμένος, ξεπροβάλλοντας από τη γέφυρα, πλησίασε, ενώ γάντζοι έπεφταν από το Σπαθί του Ωκεανού για να σηκώσουν τη βάρκα με τον Αλέξανδρο τον Δασύ επάνω.

«Καιρό είχαμε να σε δούμε,» είπε ο Όρκιβελ στην Έρικα. Και μετά από λίγο βρίσκονταν στην καμπίνα του, οι δυο τους, και ο πειρατής γέμιζε δύο κούπες με κρασί, προσφέροντάς της τη μία.

«Βρήκες τίποτα ενδιαφέρον για εμάς;» τη ρώτησε, καθώς κάθονταν στο γραφείο του, αντικριστά.

«Βασικά, μια χάρη θέλω να σου ζητήσω.»

«Χάρη; Κι άλλη;»

«Γιατί, ποια άλλη σού έχω ζητήσει;»

«Βοήθησα εσένα και τους φίλους σου, τους Ζωντανούς-Νεκρούς, να φτάσετε ασφαλείς στη Νουσράκλη.»

«Εντάξει, αλλά κι εσύ προς τα δω δεν πήγαινες;»

«Μην προσπαθείς να μου κάνεις κόλπα, Έρικα,» είπε ο Όρκιβελ.

Εκείνη χαμογέλασε λιγάκι στραβά. «Δεν κάνω κανένα κόλπο. Να σου ζητήσω τώρα μια χάρη, ή να φύγω;»

«Αφού είσαι εδώ, ας μην ειπωθεί ότι ήρθες στο πλοίο του Καπετάν Όρκιβελ του Μουντζουρωμένου κι εκείνος δεν σ’άκουσε.»

Το χαμόγελο της Έρικας βάθυνε. Αλλά όταν μίλησε ήταν σοβαρή: «Θέλω να μεταφέρεις ένα μήνυμα για εμένα. Στην Κάρνατεβ.»

Ο Όρκιβελ παραλίγο να φτύσει το κρασί που έπινε. «Έγινα μαντατοφόρος τώρα; Χάθηκαν οι κανονικοί μαντατοφόροι;»

«Είναι κάπως λεπτή υπόθεση, και δεν θέλω να την εμπιστευτώ σε κανονικούς μαντατοφόρους.»

«Για πες κι άλλα.»

«Θα σου δώσω ένα μήνυμα και θα το πας σ’έναν από τους πράκτορές μου στην Κάρνατεβ. Θα έχεις και την ευκαιρία να τον γνωρίσεις.»

«Κι άμα δε με πιστέψει ότι έρχομαι από σένα;»

«Θα σε πιστέψει. Θα σου δώσω κάτι που θα το αποδεικνύει.»

«Και τι έχω να κερδίσω εγώ απ’αυτό το θέμα;»

«Θα γνωριστείς με το δίκτυό μου στην Κάρνατεβ.»

«Αξίζει τον κόπο;»

«Αν θέλεις να έχουμε συνεργασία, πρέπει να μπορείς να συνεργαστείς με τους πράκτορές μου,» είπε η Έρικα.

«Θα μου δίνουν καμια πληροφορία της προκοπής, όμως;»

«Οι πληροφορίες που θα παίρνεις από το δίκτυό μου θα είναι όλες δωρεάν, όπως σου έχω υποσχεθεί. Δεν θα πληρώνεις ούτε ένα κύμα γι’αυτές. Το μόνο που χρειάζεται είναι να ζητήσεις – να πεις ‘βρείτε μου το τάδε’ και θα σ’το βρουν αν είναι εφικτό.»

«Χμμ…» Ο Όρκιβελ ανακινούσε κυκλικά το κρασί μέσα στην κούπα του, συλλογισμένος.

«Λοιπόν;»

«Θα το πάω το μήνυμά σου. Δώσ’ το μου.»

«Θα ταξιδέψεις τώρα βόρεια;»

«Αύριο, μεθαύριο θα φύγουμε από τις Χελώνες· δεν έχει και πολλά να κάνουμε εδώ, και κινδυνεύουμε κιόλας από τους λακέδες του Βασιληά Ράνελμον.»

«Μη φοβάσαι, ο Βασιληάς έχει άλλα προβλήματα τώρα.» Η Έρικα τού έδωσε τη σφραγισμένη επιστολή που της είχε δώσει ο Αβέρναλ, καθώς κι ένα κομμάτι χαρτί που ήταν τυλιγμένο κυλινδρικά αλλά όχι σφραγισμένο. «Αυτό εδώ,» είπε δείχνοντας την επιστολή του Αβέρναλ, «δεν θα το ανοίξεις. Το άλλο, αν θες, μπορείς να το κοιτάξεις, αλλά θα δεις ότι δεν έχει νόημα για σένα. Θα το δώσεις στον πράκτορά μου, για να σε αναγνωρίσει. Καλώς;»

Ο Όρκιβελ ξετύλιξε το ασφράγιστο χαρτί. Συνοφρυώθηκε. «Τι ακαταλαβίστικα είν’ αυτά;»

Η Έρικα μειδίασε λιγάκι στραβά. «Κωδικοποιημένα.»

Ο Όρκιβελ άφησε το χαρτί πάνω στο γραφείο του. «Πού θα βρω τον πράκτορά σου;»

Η Έρικα τού είπε.

 

 

Δεν ανησυχώ για μένα – όχι μόνο για μένα. Νομίζω ότι αυτό το πράγμα πεινάει. Νομίζω ότι κάποτε θα βγει έξω και θα προκαλέσει καταστροφή.

Μου το ψιθυρίζει… Το ονειρεύομαι… Πότε ξεκίνησα να το ονειρεύομαι; Πότε ήταν η αρχή;

Δεν θα φύγει ποτέ; Πώς ήρθε;

Κι αν ζητήσω βοήθεια, το ξέρω πως θα βλάψει εκείνον από τον οποίο την έχω ζητήσει. Αν, δηλαδή, υπήρχε κάποιος που μπορούσε να με βοηθήσει

[αναμνήσεις από τη Σερκάλβη, από την επίσκεψη στο σπίτι ενός μάγου ο οποίος μου είπε ότι δεν υπάρχει καμια οντότητα κοντά μου ή γύρω μου· ούτε ο θεός του δεν μπορούσε να μυριστεί τίποτα, είπε]

Πώς μπορώ να του ξεφύγω;

Θα με πνίξει!

Πρέπει να βρω την προέλευσή του, για να το σταματήσω προτού ενεργήσει!

Με πνίγει…

Κεφάλαιο Ενδέκατο
Ο Εταίρος, ο Μουσικός, και ο Αθάνατος

Το επόμενο πρωί, η Έρικα συνάντησε τον Φέκταρελ σε μια από τις αίθουσες του παλατιού μαζί με τέσσερις από τους ανιχνευτές του, η μία εκ των οποίων ήταν μια μικρόσωμη, πορφυρόδερμη γυναίκα με περίπλοκη δερματοστιξία επάνω στο ξυρισμένο κεφάλι της. Η Έρικα την είχε ακούσει κάποτε να λέει πως αυτή η δερματοστιξία την προφύλασσε από την επιρροή πνευμάτων. Πρέπει, επίσης, κάποτε να είχε ακούσει και το όνομά της, μα δεν το θυμόταν.

«Ξεκινάμε;» είπε η Έρικα, βλέποντας πως όλοι τους ήταν ντυμένοι και εξοπλισμένοι για ταξίδι.

Ο Φέκταρελ έγνεψε καταφατικά και βάδισε πρώτος. Της έμοιαζε κάπως συλλογισμένος. Είχε γίνει τίποτα χτες βράδυ; Τίποτα που η Έρικα δεν ήξερε; Αλλά αν ήταν έτσι, τότε ούτε ο Ζαώρδιλ θα το ήξερε, γιατί είχε περάσει τη νύχτα μαζί της και μαζί είχαν ξυπνήσει, με την αυγή.

«Όλα εντάξει;» ρώτησε η Έρικα τον Αρχιανιχνευτή των Ζωντανών-Νεκρών, πηγαίνοντας δίπλα του καθώς βάδιζαν μέσα στους διαδρόμους του παλατιού ακολουθούμενοι από τους τέσσερις ανιχνευτές.

«Ναι· γιατί;» Την κοίταξε με τις άκριες των ματιών του, τα οποία ήταν σαν σχισμάδες φωτός επάνω στο κατάμαυρο πρόσωπό του.

«Απλώς…» η Έρικα ανασήκωσε τους ώμους, μορφάζοντας, «είπα μήπως είχε γίνει τίποτα μες στο βράδυ. Κάποιος να πλησίασε, για παράδειγμα.»

«Αν αυτοί οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί είχαν ζυγώσει, δεν θάχε μείνει κρυφό, Έρικα.»

«Σίγουρα…»

Πήγαν στο γκαράζ του παλατιού και, χωρίς οι φύλακες να τους εμποδίσουν (τους περίμεναν), πλησίασαν ένα τετράκυκλο όχημα με ψηλές ρόδες, δύο θέσεις μπροστά κι έναν αρκετά μεγάλο χώρο πίσω. Η μπροστινή μεριά έκλεινε μ’ένα κρυστάλλινο, αλεξίσφαιρο σκέπαστρο· η πίσω, με οροφή από ενισχυμένα δέρματα, σχεδόν τόσο σκληρά όσο αυτά δερματόπορτας. Ο Βασιληάς Ράνελμον τούς το είχε παραχωρήσει, για την έρευνά τους. Πλάι στο τετράκυκλο όχημα βρισκόταν κι ένα δίκυκλο το οποίο ανήκε στους Ζωντανούς-Νεκρούς. Ο Φέκταρελ ανέβηκε στο δίκυκλο και το ενεργοποίησε, κάνοντας τη μηχανή του να μουγκρίσει, αντηχώντας μέσα στο μεγάλο γκαράζ. Η Έρικα κάθισε στο τιμόνι του τετράκυκλου, ένας από τους ανιχνευτές κάθισε πλάι της, στη θέση του συνοδηγού, κι οι υπόλοιποι τρεις πήγαν πίσω.

Η Έρικα ενεργοποίησε τη μηχανή του οχήματος και το οδήγησε έξω από το γκαράζ, ακολουθώντας το δίκυκλο του Φέκταρελ. Βγήκαν από τον κήπο του παλατιού και βρέθηκαν στους δρόμους της Νουσράκλης. Η κίνηση από οχήματα ήταν ελάχιστη· οι νησιώτες δεν είχαν ανάγκη από τέτοια: οι αποστάσεις εδώ ήταν σχετικά κοντινές, αν δεν σκόπευες να πας από τη μια άκρη του Βασιλείου ώς την άλλη, όπως τώρα σκόπευαν η Έρικα κι ο Φέκταρελ.

Το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων αποτελείτο από έξι νησιά που ενώνονταν με μεγάλες γέφυρες, χτισμένες πριν από αιώνες. Κοιτάζοντας τον χάρτη του Ωκεανού, τα έβλεπες να σχηματίζουν μια αλυσίδα στην κεντροανατολική υδάτινη περιοχή. Δεν ήταν δύσκολο να τα επισκεφτείς όλα, με μηχανοκίνητο όχημα· δεν χρειαζόταν ούτε στιγμή να μπεις σε πλεούμενο. Ο πρώτος προορισμός της Έρικας, όμως, ήταν στο νησί όπου επί του παρόντος βρισκόταν: στο μεγαλύτερο από τα νησιά του Βασιλείου: και, μάλιστα, μέσα στην πρωτεύουσά του, τη Νουσράκλη. Πάτησε ένα κουμπί πλάι στο τιμόνι κι έκανε το σκέπαστρο του οχήματός της ν’ανοίξει. Έγνεψε στον Φέκταρελ να την ακολουθήσει, κι εκείνος κατένευσε σιωπηλά.

Η Έρικα έστριψε, πηγαίνοντας προς το Δουλοπάζαρο, το οποίο βρισκόταν ανάμεσα στο λιμάνι και στη μικρή αρένα που είχε εντοπίσει χτες, με τη βόλτα που είχε κάνει προτού συναντήσει τους πειρατές του Όρκιβελ έξω από την αποθήκη του Μουρμούρη.

Σ’ένα από τα αποκόμματα του αρχείου του Αβέρναλ είχε διαβάσει για μια δουλέμπορο που επισκεπτόταν τις ανατολικές ακτές του Ωκεανού και φημολογείτο ότι πουλούσε και δούλους στους Θηριόπνευστους Αδελφούς. Το όνομά της ήταν Ταγκάρσι, και μπορούσες συχνά να τη βρεις στο Δουλοπάζαρο της Νουσράκλης. Ο Αβέρναλ την είχε εντοπίσει όταν σκεφτόταν να ασχοληθεί με τη διαφθορά του δουλεμπορίου στον Ωκεανό, και η Ταγκάρσι ήταν, ασφαλώς, ένα από τα αρνητικά παραδείγματα· διότι, προφανώς, πουλώντας δούλους στους Θηριόπνευστους Αδελφούς πρέπει να ήξερε ότι προορίζονταν για ανθρωποθυσίες.

Η Έρικα σταμάτησε το όχημά της στο Δουλοπάζαρο και πήδησε έξω, λέγοντας στους ανιχνευτές να περιμένουν.

«Ούτε εγώ να μην έρθω;» ρώτησε ο Φέκταρελ, που είχε σταματήσει το δίκυκλό του δίπλα της.

«Μόνο αν θέλεις.»

Ο Φέκταρελ, κατεβαίνοντας από το δίκυκλο, την ακολούθησε.

Η ζέστη ήταν δυνατή παρότι ακόμα πρωί. Στην πλατεία του Δουλοπάζαρου βρισκόταν ένας δουλέμπορος επιδεικνύοντας την πραμάτεια του σε μερικούς πιθανούς αγοραστές. Οι δούλοι ήταν στημένοι ο ένας πλάι στον άλλο: οι άντρες από δω, οι γυναίκες από κει: τρεις και δύο. Παραδίπλα μισθοφόροι φρουροί στέκονταν, βαστώντας σιδερένια ρόπαλα ή μαστίγια, αλλά έχοντας και καραμπίνες κρεμασμένες στους ώμους. Φορούσαν κράνη που έκρυβαν εν μέρει τα πρόσωπά τους.

Η Έρικα απεχθανόταν το δουλεμπόριο, όμως στη Φεηνάρκια ήταν μια από εκείνες τις άσχημες πραγματικότητες που δεν μπορούσες παρά να αποδεχτείς αν ήθελες να επιβιώσεις. Σ’άλλες διαστάσεις ήταν ανήκουστο, αλλά εδώ υπήρχε περίπτωση να καταλήξεις δούλος από χρέη σε κάποιον άρχοντα ή τράπεζα, από αιχμαλωσία κατόπιν πολεμικής σύγκρουσης, ή επειδή ληστές ή πειρατές σε άρπαζαν παρά τη θέλησή σου.

Ο δουλέμπορος που τώρα επιδείκνυε την πραμάτεια του, προφανώς, δεν ήταν η Ταγκάρσι, έτσι η Έρικα άρχισε να ρωτά τριγύρω γι’αυτήν, κι όταν χρειαζόταν έδειχνε τη βασιλική άδεια που της είχε δώσει ο Βασιληά Ράνελμον, για να διασκεδάσει κάθε δισταγμό. Μίλησε σε τοπικούς καταστηματάρχες· σε μισθοφόρους φρουρούς· σε θαμώνες μιας ταβέρνας· σε κάτι χασομέρηδες που κάθονταν στην πλατεία καπνίζοντας· στους πιθανούς αγοραστές του δουλεμπόρου όταν αυτοί απομακρύνονταν από εκείνον· στον δουλέμπορο όταν οι δουλειές του είχαν, προς το παρόν, τελειώσει· σ’έναν αμαξά κάποιου πλουσίου· στην αμαξά που είχε συναντήσει όταν είχε έρθει στη Νουσράκλη για να μιλήσει πρώτη φορά στον Βασιληά Ράνελμον (η Έρικα την αναγνώρισε αμέσως και η αμαξάς, επίσης, αναγνώρισε εκείνη)· και σ’έναν περιπτερά με έκφραση φανερά κακοδιάθετη. Όλοι τους είπαν στην Έρικα το ίδιο πράγμα: Η Ταγκάρσι δεν ήταν εδώ, και δεν ήξεραν πότε ακριβώς θα επέστρεφε, ούτε πού είχε πάει. Σε τέσσερις, πέντε ημέρες, πάντως, μάλλον θα ξαναρχόταν στη Νουσράκλη· ποτέ δεν έλειπε για πολύ.

Η Έρικα αποφάσισε να φύγουν, και ο Φέκταρελ δεν έφερε αντίρρηση. «Πού πηγαίνουμε τώρα;» τη ρώτησε καθώς ανέβαινε στο δίκυκλό του. «Έχεις συγκεκριμένα μέρη που θέλεις να επισκεφτείς; Νόμιζα ότι απλά θα περιπλανιόμασταν σ’όλο το Βασίλειο…»

«Θα το κάνουμε κι αυτό, αλλά όχι μόνο. Έχω και κάποια στοιχεία. Από τον Αβέρναλ.»

«Αυτός ο Αβέρναλ φαίνεται να ξέρει πολλά.»

«Κατά τη γνώμη του, όχι.» Η Έρικα πήδησε μέσα στο τετράκυκλο όχημα, στη θέση του οδηγού, κι έβαλε τα πόδια της στα πετάλια.

*

Ο επόμενος προορισμός της ήταν μια τεχνική εταιρεία που άκουγε στο όνομα Γλυκά Υδρευτικά Συστήματα. Η έδρα της δεν ήταν στη Νουσράκλη αλλά στο δεύτερο κατά σειρά νησί του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων, το Οχυρονήσι. Σύμφωνα με τα λεγόμενα μιας παλιάς εφημερίδας που είχε ο Αβέρναλ στην κατοχή του, αυτή η εταιρεία είχε φτιάξει ένα μικρό υδραγωγείο σε μια από τις άγριες πόλεις που βρίσκονταν στις ανατολικές ακτές του Ωκεανού. Απ’ό,τι έγραφε το άρθρο, ήταν η μοναδική πόλη σ’εκείνα τα μέρη με υδραγωγείο· και σχολίαζε θετικά την προθυμία των Γλυκών Υδρευτικών Συστημάτων να έρχεται σε επαφή με ανθρώπους των ανατολικών ακτών που πολλοί τους θεωρούσαν «βαρβάρους» και τους απέφευγαν.

Ο ανιχνευτής που ήταν καθισμένος πλάι στην Έρικα κρατούσε ανοιχτό έναν χάρτη του Βασιλείου, κι εκείνη οδηγούσε ακολουθώντας τον. Τουλάχιστον, της έδειχνε τα βασικά μονοπάτια και τα σημεία όπου υπήρχαν γέφυρες. Οδήγησε το τετράκυκλο όχημά της προς τα ανατολικά, κάνοντας τον γύρο του ορεινού κέντρου της Νήσου της Νουσράκλης και φτάνοντας, μετά από λιγότερο από μια ώρα, στις ακτές της και στη γέφυρα που τη συνέδεε με το επόμενο νησί. Καθοδόν συνάντησε κωμοπόλεις και χωριά, αλλά δεν σταμάτησε πουθενά· θα τα επισκεπτόταν αφότου τελείωνε με τα στοιχεία που είχε από τον Αβέρναλ.

Η γέφυρα που συνέδεε τα δύο νησιά ήταν αρκετά ψηλή ώστε να μπορούν να περάσουν πλοία από κάτω της, και καμωμένη από πέτρα και τουλάχιστον δύο ειδών μέταλλα, νόμιζε η Έρικα καθώς τα έβλεπε να γυαλίζουν στο ηλιακό φως. Αναμφίβολα πανάρχαιη. Τα χρόνια φαίνονταν να είναι γαντζωμένα επάνω της στη μορφή χώματος, σκόνης, βλάστησης, και αλμύρας. Ωστόσο το μεγάλο κατασκεύασμα έστεκε αγέρωχο, αψηφώντας τον χρόνο, χλευάζοντάς τον και μόνο με τη σταθερή ύπαρξή του. Η Έρικα δεν φοβήθηκε καθόλου να περάσει το όχημά της από πάνω του ενώ και το δίκυκλο του Φέκταρελ κυλούσε παραδίπλα. Και, ναι, η γέφυρα ήταν αρκετά πλατιά ώστε να χωρά και τα δύο οχήματα πλάι-πλάι, κι ένα, δυο δίκυκλα ακόμα, αν χρειαζόταν. Από την αντίθετη μεριά της ερχόταν μια άμαξα που την τραβούσε ένας τετραπλόκαμος, και η Έρικα κι ο Φέκταρελ τής έκαναν χώρο ανάμεσά τους για να περάσει, προτού φτάσουν στο δεύτερο νησί της αλυσίδας του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων.

Ακολουθώντας τα μονοπάτια που ήταν σημειωμένα στον χάρτη, κατέληξαν στο κεφαλοχώρι, στις ανατολικές ακτές του Οχυρονησιού, όπου, σύμφωνα με τις πληροφορίες της Έρικας, είχε την έδρα της η εταιρεία Γλυκά Υδρευτικά Συστήματα. Δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου να την εντοπίσουν, καθώς πάνω από τα χαμηλά οικοδομήματα του χωριού φαινόταν μια πελώρια πινακίδα που διαλαλούσε την ύπαρξή της. Η Έρικα σταμάτησε το όχημά της κοντά στην έδρα της εταιρείας, που ήταν στην άκρη του κεφαλοχωριού και αποτελείτο από δύο οικήματα: το ένα μικρό και μονώροφο, το άλλο πολύ μεγαλύτερο και ισόγειο. Το πρώτο – υπέθεσε η Έρικα, καθώς έβγαινε απ’το όχημά της – πρέπει να ήταν τα γραφεία της εταιρείας· το δεύτερο, τα εργαστήρια.

Ο Φέκταρελ τη συνόδεψε προς την είσοδο του οικήματος, κι αφού μπήκαν η Έρικα μίλησε πρώτα με μια γραμματέα και μετά μ’έναν υπεύθυνο για το δημόσιο πρόσωπο της εταιρείας, ο οποίος αρχικά φαινόταν να νόμιζε πως ο Βασιληάς είχε στείλει ανθρώπους του εδώ επειδή ενδιαφερόταν για κάποια υδρευτική κατασκευή. Η Έρικα τού εξήγησε πως ο Βασιληάς δεν ήθελε τίποτα τέτοιο. «Μερικές πληροφορίες χρειαζόμαστε μόνο από εσάς, κύριε Ζαώρδιλ,» είπε στον άντρα που είχε το όνομα του Σκοτωμένου αλλά, κατά τα άλλα, δεν του έμοιαζε καθόλου. Το πρόσωπό του ήταν πλαδαρό και το σώμα του επίσης. Πορφυρόδερμος, ωστόσο: φανερά Φεηνάρκιος, με πλούσιο καστανό μούσι δεμένο με μια χάντρα προς το πέρας ώστε να φαίνεται πιο μυτερό.

Κοίταξε την Έρικα με απορία. «Αν μπορώ να εξυπηρετήσω, γιατί όχι;…» είπε, καθισμένος πίσω απ’το γραφείο του, ενώ η Έρικα ήταν καθισμένη αντίκρυ του κι ο Φέκταρελ στεκόταν παραδίπλα, σαν φρουρός, με τα χέρια του σταυρωμένα μπροστά του.

Η Έρικα ρώτησε τον Ζαώρδιλ τι συναναστροφές είχε η εταιρεία του με τους ανθρώπους των ανατολικών ακτών.

«Ελάχιστες, βασικά,» αποκρίθηκε εκείνος. «Έχουμε φτιάξει ένα υδραγωγείο γι’αυτούς – αυτό είναι το πιο σημαντικό που έχουμε κάνει. Και κάποιες μικροδουλειές, επίσης… Αλλά γιατί ο Βασιληάς ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο;»

«Δεν ενδιαφέρεται για τις σχέσεις σας με τους ανθρώπους των ανατολικών ακτών,» τον διαβεβαίωσε η Έρικα. «Ενδιαφέρεται να μάθει για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς–»

«Μα τους θεούς όλους και τη Φαρμακερή Υδατοθύελλα! Δε συναναστρεφόμαστε τέτοιους, σας διαβεβαιώνω!»

«Το φαντάζομαι,» είπε η Έρικα. «Θέλω όμως να μάθω τι ξέρετε γι’αυτούς. Η έρευνα δεν γίνεται για εσάς, κύριε Ζαώρδιλ· γίνεται για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς. Ό,τι κι αν έχετε ακούσει μ’ενδιαφέρει, πολύ.»

«Μάλιστα…» είπε ο Ζαώρδιλ σκεπτικά. «Κοιτάξτε–» Ο τηλεπικοινωνιακός δίαυλος δίπλα του κουδούνισε. «Με συγχωρείτε μια στιγμή.» Τον άνοιξε, φέρνοντας το ακουστικό στ’αφτί του έτσι ώστε η Έρικα να μη μπορεί ν’ακούσει ποιος μιλούσε από την άλλη μεριά. «Ωραία, εσύ;… Ναι… Εντάξει, αλλά δε μπορώ να σου μιλήσω τώρα· έχω κάποιους άλλους εδώ. Θα τα πούμε μετά, καλώς;… Γεια, γεια…» Έκλεισε τον δίαυλο και είπε στην Έρικα: «Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί είναι δολοφόνοι,» σαν να υπήρχε περίπτωση να το αγνοούσε αυτό.

«Το γνωρίζω,» αποκρίθηκε εκείνη. «Οι λεπτομέρειες είναι που με ενδιαφέρουν, οι φήμες, τα πάντα.»

Ο Ζαώρδιλ φάνηκε συλλογισμένος για λίγο, καθώς άναβε ένα τσιγάρο, μάλλον για να κερδίσει χρόνο. Μετά, της είπε περίπου ό,τι εκείνη ήδη ήξερε: ότι οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί ήταν εξαιρετικοί στη δουλειά τους· όλοι τους έτρεμαν· κυνηγούσαν τους στόχους τους ακατάπαυστα, ώσπου να τους σκοτώσουν· ποτέ δεν σταματούσαν. Και λεγόταν πως μεταμορφώνονταν και σε θηρία – «αν και, βέβαια, αυτό δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι αληθεύει» – ένα χάρισμα του δαιμονικού θεού που λάτρευαν. Του ίδιου θεού στον όποιο θυσίαζαν ανθρώπους: δούλους, συνήθως, αλλά όχι πάντα. Άρπαζαν κι ανθρώπους από–

«Χάρισμα του θεού τους, είπατε;» τον διέκοψε η Έρικα. «Δεν φοράνε στολές από δέρματα ζώων κι αναλόγως τη στολή υποτίθεται πως παίρνουν και κάποια θηριώδη μορφή;»

«Εεεμ… δεν ξέρω. Δε θυμάμαι αν τόχω ακούσει αυτό. Όμως, ακόμα κι έτσι νάναι, ποιος τους δίνει τη δύναμη να μεταμορφώνονται; Οι ίδιες οι στολές; Τα πετσιά; Μάλλον όχι. Ο θεός τους πρέπει να το κάνει – αν υποθέσουμε πάντα ότι οι φήμες για τις μεταμορφώσεις αληθεύουν, που δεν το νομίζω.»

«Μάλιστα… Αλλά κάτι λέγατε για ανθρώπους τους οποίους αρπάζουν από… πού;»

Από τις μικρές πόλεις και τα χωριά που υπήρχαν μέσα στα βουνά των ανατολικών ακτών του Ωκεανού, φυσικά, αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ. Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί ήταν οι πιο άγριοι απ’αυτούς τους αγρίους. (Δεν φαινόταν να έχει καμια ιδιαίτερη συμπάθεια για τους κατοίκους των ανατολικών ακτών, παρατήρησε η Έρικα: συνεχώς άγριους ή βάρβαρους τούς αποκαλούσε, ή ακόμα και αγριάνθρωπους. Τελικά, η στρατηγική της εταιρείας να τους συναναστρέφεται μάλλον δεν είχε και καμια σχέση με τα πιστεύω του υπεύθυνου για το δημόσιο πρόσωπό της…) Κυκλοφορούσαν, όμως, και κάτι φήμες ότι, κάπου-κάπου, σπανίως, οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί έκαναν επιδρομές και στα νησιά για ν’αρπάξουν ανθρώπους· ή συνεργάζονταν με πειρατές.

«Πειρατές;» Στο μυαλό της είχε έρθει, αμέσως, ο Όρκιβελ ο Μουντζουρωμένος, ο οποίος γνώριζε ελάχιστα για τους Αδελφούς.

«Ναι.»

«Κανένα συγκεκριμένο παράδειγμα;»

Ο Ζαώρδιλ κόμπιασε. «Όχι… δε θυμάμαι κάτι…»

Η Έρικα τον ρώτησε αν οι κάτοικοι της Οράγιγκαθ, της πόλης όπου η εταιρεία του είχε φτιάξει το υδραγωγείο, ήταν φιλικοί κι αν υπήρχε περίπτωση να γνωρίζουν περισσότερα για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς. Ο Ζαώρδιλ έδωσε και στα δύο θετική απάντηση, και η κουβέντα τους δεν συνεχίστηκε για πολύ ύστερα απ’αυτό.

Οι πληροφορίες που είχε δώσει ήταν, το λιγότερο, συγκεχυμένες, αλλά η Έρικα (από την έκφρασή του, τον τρόπο του, και το πώς την κοίταζε) δεν νόμιζε πως της είχε κρύψει τίποτα. Επιπλέον, τι λόγο μπορεί να είχε για να της πει ψέματα; Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ήξεραν τίποτα για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς.

Το μεσημέρι πλησίαζε, κι έτσι, μαζί με τον Φέκταρελ και τους ανιχνευτές του, πήγαν να φάνε σ’ένα τοπικό πανδοχείο και να ξεκουραστούν. Το φαγητό δεν ήταν ούτε πρώτης ποιότητας αλλά ούτε και χάλια, και το ίδιο ίσχυε για την εξυπηρέτηση και τα δωμάτια. Πέρασαν μερικές ώρες εκεί και μετά, το απόγευμα, έφυγαν, ταξιδεύοντας βόρεια. Ύστερα από κανένα μισάωρο έφτασαν σε μια γέφυρα παρόμοια με την προηγούμενη που είχαν διασχίσει: ψηλή, φαρδιά, και καμωμένη από πέτρα και τουλάχιστον δύο ειδών μέταλλα. Στην άλλη μεριά της ήταν το επόμενο νησί του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων, η Μεσόνησος, όπου η Έρικα δεν είχε κατά νου κανέναν συγκεκριμένο προορισμό· επομένως, οδήγησε το όχημά της επάνω στα τραχιά μονοπάτια με τον Φέκταρελ να την ακολουθεί καβάλα στο δίκυκλό του. Στον ουρανό, από πάνω τους, πέρασε, σε κάποια στιγμή, ένα ελικόπτερο και σύντομα χάθηκε πετώντας προς τα βορειοδυτικά. Έφτασαν στη μεγάλη γέφυρα στα βορειοανατολικά του νησιού και τη διέσχισαν κι αυτήν, για να βρεθούν στο επόμενο νησί του Βασιλείου, τη Μελόνησο, όπου η Έρικα ήλπιζε να συναντήσει έναν άνθρωπο για τον οποίο είχε διαβάσει στο αρχείο του Αβέρναλ. Επρόκειτο για έναν πλανόδιο μουσικό ο οποίος κατοικούσε εδώ αλλά ταξίδευε σ’όλα τα νησιά γύρω από το Βασίλειο καθώς και στις ανατολικές ακτές. Το απόκομμα του Αβέρναλ τον εκθείαζε όχι μόνο ως έναν από τους καλύτερους μουσικούς και τραγουδοποιούς του Ωκεανού αλλά και επειδή ήταν πρόθυμος να επισκέπτεται ακόμα και απομονωμένες περιοχές ή περιοχές που άλλοι δεν ήταν πρόθυμοι να επισκεφτούν. Ονομαζόταν Χάρελκαμ ο Πράσινος, επειδή ήταν πρασινόδερμος. Και το συγκρότημά του – διότι βέβαια δεν ταξίδευε, ούτε έπαιζε μουσική, μόνος – λεγόταν «Ο Πράσινος και οι Απειθείς Βλαστοί». Ήταν σχετικά μεγάλος σε ηλικία· θα πλησίαζε τα πενήντα πλέον. Και υπήρχε η φήμη ότι ο Βασιληάς Ράνελμον τού είχε προσφέρει οικία στη Νουσράκλη, για να μένει εκεί, αλλά εκείνος είχε αρνηθεί, προτιμώντας την ήσυχη ζωή του χωριού του όταν δεν ταξίδευε.

Το χωριό αυτό ήταν στις βορειοδυτικές ακτές του νησιού όπου τώρα βρισκόταν η Έρικα, και οδήγησε το όχημά της προς τα εκεί. Δεν άργησε να το δει να αποκαλύπτεται μπροστά της, ύστερα από μια δασώδη περιοχή, ανάμεσα σε βράχους, στο σημείο όπου η ακτογραμμή σχημάτιζε έναν κόλπο. Το όχημά της κύλησε επάνω στο μονοπάτι που διακρινόταν μέσα από το καλοκαιρινό χορτάρι, ενώ μερικά σκυλιά γάβγιζαν από μια αγροικία. Το χωριό είχε μια κεντρική πλατεία κι έναν μεγάλο δρόμο. Σε κανένα απ’τα σοκάκια παραπέρα δεν χωρούσε το όχημα της Έρικας, οπότε εκείνη το σταμάτησε στην πλατεία, και ο Φέκταρελ σταμάτησε το δίκυκλό του παραδίπλα.

Οι κάτοικοι του χωριού, άλλοι καθισμένοι σε πεζούλες, άλλοι σε ταβέρνες, άλλοι περαστικοί εκείνη την ώρα, τους κοίταζαν με περιέργεια. Δεν είχαν και πολλούς επισκέπτες εδώ. Αποδείχτηκαν όμως φιλικοί όταν τους μίλησε η Έρικα. Δεν χρειάστηκε ούτε καν να τους δείξει την άδεια του Βασιληά, ή να τους δηλώσει ότι ήταν απεσταλμένη του, για να της πουν πού έπρεπε να πάει για να βρει τον Χάρελκαμ τον Πράσινο. Ακολουθώντας τις οδηγίες τους, μπήκε στα σοκάκια του χωριού μαζί με τον Φέκταρελ κι έναν από τους ανιχνευτές του· οι άλλοι τρεις έμειναν με τα οχήματα.

Το σπίτι του Πράσινου ήταν μια όμορφη λαξευτή κατοικία με μεγάλα παράθυρα, κουρνιασμένη ανάμεσα στ’άλλα σπίτια του ήσυχου χωριού. Ένας πρασινόδερμος άντρας καθόταν στην αυλή και, βαστώντας έναν στιλογράφο, κάτι έγραφε επάνω σε μια περγαμηνή. Παραδίπλα κάθονταν δυο κοπέλες, κουβεντιάζοντας· η μία ήταν πρασινόδερμη όπως εκείνος, η άλλη πορφυρόδερμη με πράσινα μαλλιά. Η πρασινόδερμη, βλέποντας την Έρικα, τον Φέκταρελ, και τον ανιχνευτή να ζυγώνουν, σηκώθηκε και είπε: «Μπαμπά, επισκέπτες.»

Ο άντρας πήρε το βλέμμα του από την περγαμηνή και σηκώθηκε κι εκείνος.

Η Έρικα δεν άνοιξε την πόρτα της αυλής. «Ο κύριος Χάρελκαμ ο Πράσινος;» ρώτησε.

«Δεν υπάρχει άλλος στο χωριό.»

«Θα μπορούσα να σας απασχολήσω για λίγο; Έρχομαι σταλμένη από τον Βασιληά.»

«Αν θέλει ξανά να μου προτείνει να μετακομίσω στη Νουσράκλη–»

«Δεν είναι αυτό, κύριε Χάρελκαμ.»

«Περάστε, τότε.»

Η Έρικα και οι σύντροφοί της μπήκαν στην αυλή του Πράσινου και κάθισαν κοντά του, στα σκαμνιά που τους έφεραν οι δύο κοπέλες, τις οποίες εκείνος σύστησε ως κόρες του. Η Έρικα είπε πως είχε ακούσει ότι ο Χάρελκαμ ταξίδευε μέχρι και τις ανατολικές ακτές. «Αληθεύει,» τη διαβεβαίωσε εκείνος· «και είναι πολύ καλοί άνθρωποι, παρά τις φήμες. Όχι όλοι, αλλά αρκετοί από αυτούς.» Η Έρικα συνέχισε λέγοντάς του πως εκείνο που την ενδιέφερε ήταν να μάθει τι γνώριζε για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς. Η όψη του Χάρελκαμ, οπότε, σκοτείνιασε και της είπε πως επρόκειτο για μια οργάνωση επικίνδυνων δολοφόνων την οποία καλύτερα κανείς να απέφευγε. «Αν ο Βασιληάς επιθυμεί συνεργασία μαζί τους, θα του πρότεινα να μείνει μακριά.»

«Ο Βασιληάς δεν επιθυμεί συνεργασία μαζί τους,» αποκρίθηκε η Έρικα.

Ο Χάρελκαμ την ατένισε απορημένα, σαν να ήθελε να ρωτήσει Τότε τι τον ενδιαφέρει γι’αυτούς; αλλά να μην τολμούσε.

Η Έρικα εξήγησε: «Ο Βασιληάς πιστεύει ότι ίσως το παλάτι του να κινδυνεύει από τους Αδελφούς.»

Ο Χάρελκαμ συνοφρυώθηκε, και της είπε περίπου όσα εκείνη είχε ήδη ακούσει για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς. Πρόσθεσε, όμως, και κάποια πράγματα που της ήταν μέχρι στιγμής άγνωστα. «Κατοικούν πίσω απ’το Όρος του Γκρίζου Ανέμου, στους ‘σκοτεινούς τόπους’ που λένε οι ντόπιοι, κάτι επικίνδυνα μέρη ανάμεσα στα βουνά.»

«Υπάρχει χάρτης;» ρώτησε η Έρικα.

«Χάρτης…» μόρφασε ο Χάρελκαμ συλλογισμένα. Και είπε στη μια από τις κόρες του – την πορφυρόδερμη που φαινόταν μικρότερη: «Θυμάσαι πού έχουμε τους χάρτες μας, στο πρώτο αριστερό ράφι της βιβλιοθήκης, Ρασλέδη;» Εκείνη κατένευσε. «Πιάσε αυτόν που είναι μες στη γαλανή θήκη με τα πράσινα νήματα.»

Η κόρη του έφυγε και, μετά από λίγο, επέστρεψε δίνοντάς του μια κυλινδρική θήκη. Ο Χάρελκαμ την άνοιξε κι από μέσα τράβηξε μια περγαμηνή. Την ξετύλιξε και την κράτησε μπροστά του έτσι ώστε η Έρικα κι ο Φέκταρελ να μπορούν να τη δουν καθαρά. Έδειχνε τις ανατολικές ακτές του Ωκεανού· ή, τουλάχιστον, ένα μέρος τους. «Εδώ πέρα είναι το Όρος του Γκρίζου Ανέμου,» είπε ο Χάρελκαμ δείχνοντας πάνω στον χάρτη, «κι εδώ οι σκοτεινοί τόποι που είναι όλο πυκνή, άγρια βλάστηση.»

«Πού ακριβώς μένουν οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί;»

«Αυτό δεν το ξέρω. Ούτε και νομίζω πως είναι, γενικά, πολλοί εκείνοι που το ξέρουν και ζουν. Τους γνωρίζοντες θα τους βρεις με τους Κρυφούς Θεούς.»

«Δεν έχεις ποτέ ο ίδιος ταξιδέψει προς τα εκεί; Προς τους σκοτεινούς τόπους, εννοώ.»

Ο Χάρελκαμ κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν πηγαίνω εκεί. Δε νομίζω πως κανένας θα εκτιμούσε τη μουσική μου. Μέχρι εδώ έχω ταξιδέψει.» Έδειξε κάτι χωριά που απείχαν κάμποσο από το μεγάλο τρίγωνο που έφερε, γραμμένη πλάι του, την ονομασία «Όρος Γκρίζου Ανέμου».

«Τι άλλο ξέρετε για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, κύριε Χάρελκαμ; Ακόμα και η παραμικρή λεπτομέρεια μ’ενδιαφέρει.»

Ο Χάρελκαμ τής είπε ότι έκαναν ανθρωποθυσίες στον θεό τους, την Ανονείρευτη Σκιά του Λόγκου.

«Έτσι ονομάζεται; Ανονείρευτη Σκιά του Λόγκου;»

«Ναι, έτσι έχω ακούσει,» αποκρίθηκε ο Χάρελκαμ ο Πράσινος, και είπε πως ήταν ένας μοχθηρός θεός που κατοικούσε στους σκοτεινούς τόπους. Ορισμένοι, δε, ψιθύριζαν ότι ήταν ένας από τους Κρυφούς Θεούς· άλλοι πάλι έλεγαν πως αυτό ήταν αδύνατο γιατί τους Κρυφούς Θεούς τούς συναντάς μόνο στον θάνατο και κανένας ζωντανός δεν τους βλέπει: επομένως, η Ανονείρευτη Σκιά του Λόγκου δεν μπορεί παρά να ήταν μαντατοφόρος τους, πρόμαχός τους, ή απεσταλμένος τους. Οι κόρες του Χάρελκαμ έμοιαζαν λιγάκι φοβισμένες καθώς τον άκουγαν να μιλά γι’αυτά τα πράγματα, αλλά και συνεπαρμένες συγχρόνως, σαν να επρόκειτο για παραμύθι που διηγιόταν κανείς μες στη νύχτα.

Η Έρικα ρώτησε: «Αυτός ο θεός είναι που προσφέρει στους Αδελφούς τις δυνάμεις τους να μεταμορφώνονται σε θηρία;»

Ο Χάρελκαμ αποκρίθηκε πως, ναι, τούτη ήταν μια φήμη που, πράγματι, κυκλοφορούσε. Ποιος μπορούσε να ξέρει την αλήθεια, όμως; Μονάχα οι ίδιοι οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί.

«Πιστεύετε ότι όντως μεταμορφώνονται σε θηρία;»

«Δεν το έχω δει ποτέ να συμβαίνει, αλλά πολλοί το λένε.»

«Πώς μπορεί κάποιος να γίνει Θηριόπνευστος Αδελφός, κύριε Χάρελκαμ; Κι από πότε υπάρχουν ως οργάνωση; Ξέρετε;»

«Η οργάνωσή τους είναι πολύ παλιά, απ’ό,τι έχω ακούσει. Αλλά δε νομίζω ότι κάποιος μπορεί να γίνει ένας απ’αυτούς. Είναι φυλή.»

«Φυλή;»

«Ναι. Και όλα τα μέλη της είναι Θηριόπνευστοι Αδελφοί. Δεν είναι σαν μισθοφορική ομάδα, ούτε καν σαν κλειστή φατρία.»

«Υπάρχει κανένας στόχος τους που να γλίτωσε τη δολοφονία; Έχετε ακούσει;»

Ο Χάρελκαμ φάνηκε σκεπτικός. «Δε νομίζω,» είπε τελικά. «Δεν έχω ακούσει, τουλάχιστον. Πάντως, είμαι βέβαιος πως αν κάποιος είχε γλιτώσει απ’τους Θηριόπνευστους Αδελφούς δεν θα το έλεγε και πολύ. Θα φοβόταν ότι ίσως ξανάρθουν να τον κυνηγήσουν. Παίρνουν προσωπικά κάθε υπόθεση που αναλαμβάνουν.»

Όταν η Έρικα, ο Φέκταρελ, και ο ανιχνευτής έφυγαν από την αυλή του σπιτιού του Χάρελκαμ του Πράσινου, το χωριό είχε σκοτεινιάσει. Πυκνές σκιές απλώνονταν παντού καθώς ο ήλιος κρυβόταν πίσω από τα ψηλά βράχια στα δυτικά.

«Υπάρχει, άραγε, κανένα πανδοχείο για να μείνουμε εδώ ώς το πρωί;» είπε ο Φέκταρελ, όταν είχαν επιστρέψει στην πλατεία και συναντήσει τους άλλους τρεις ανιχνευτές.

«Υπάρχει,» αποκρίθηκε η ανιχνεύτρια με τη δερματοστιξία στο κεφάλι. «Ένα και μοναδικό. Μας το είπαν οι ντόπιοι όσο περιμέναμε.»

«Μας πρόσφεραν και φαγητό, όπως βλέπεις, μαύρε άνθρωπε,» είπε ένας άλλος ανιχνευτής δείχνοντας την τυλιχτή πίτα που έτρωγε. «Κρέας ψαριού, χόρτα, και κάτι άλλα πράματα που δεν ξέρω τι είναι.»

«Καλό, πάντως,» πρόσθεσε ο τελευταίος από τους τρεις που είχαν περιμένει εδώ, καθώς καταβρόχθιζε ό,τι είχε απομείνει από την πίτα του και σκούπιζε τα χείλη του με την άκρη της κάπας του.

«Πάμε να δούμε πού είν’ αυτό το πανδοχείο,» τους προέτρεψε η Έρικα.

*

Το πρωί, καθώς έφευγαν από το πανδοχείο, καθόλου δυσαρεστημένοι, ο Φέκταρελ ρώτησε την Έρικα αν είχε κι άλλες συγκεκριμένες επισκέψεις στο μυαλό της.

«Μία ακόμα,» αποκρίθηκε εκείνη· «και μετά ερευνάμε τυχαία.»

«Μέχρι στιγμής νομίζεις ότι οι πληροφορίες μάς βοηθάνε σε τίποτα;»

«Για να υπερασπιστούμε το παλάτι του Ράνελμον, μάλλον όχι. Εσύ τι λες;»

«Το ίδιο πιστεύω.»

Γύρω τους, το χωριό ξυπνούσε: κυράδες τίναζαν ρούχα και σκεπάσματα από τα παράθυρα, κάτοικοι έβγαιναν από τα σπίτια τους για να πάνε στις δουλειές τους, καταστήματα άνοιγαν, οσμές από φαγητό που αρχίζει να μαγειρεύεται πλανιόνταν στον αέρα, κάποιοι πήγαιναν να ταΐσουν ή να περιποιηθούν τα ζώα τους, μερικοί ψαράδες είχαν μόλις επιστρέψει από τη νυχτερινή τους αλιεία φέρνοντας κοφίνια με ψάρια στην πλατεία όπου η Έρικα και οι άλλοι είχαν σταματημένα τα οχήματά τους.

«Η μοναδική χρήσιμη πληροφορία είναι ότι μάθαμε πού κατοικούν οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί,» είπε η Έρικα καθώς έδιωχνε μια γάτα που είχε κουλουριαστεί επάνω στο σκέπαστρο του τετράκυκλου οχήματος. Το αιλουροειδές αμέσως έφυγε, και σύντομα ένας ψαράς τού πέταξε ένα ψάρι.

«Γιατί;» ρώτησε ο Φέκταρελ.

«Αν χρειαστεί μπορούμε να τους επιτεθούμε στο λημέρι τους. Ίσως, μάλιστα, αυτός να είναι ο μόνος τρόπος για να τους σταματήσουμε.»

«Αμφιβάλλω αν ο Σκοτωμένος θα συμφωνήσει με κάτι τέτοιο, Έρικα.» Ο Φέκταρελ καβάλησε το δίκυκλό του και ξεκλείδωσε τη μηχανή.

Κι εγώ, σκέφτηκε η Έρικα καθώς ξεκλείδωνε το σκέπαστρο του τετράκυκλου οχήματος.

Ο επόμενος, και τελευταίος, συγκεκριμένος προορισμός της βρισκόταν στο νησί αμέσως βόρεια από τη Μελόνησο, και ήταν ένας ιερέας της Φαρμακερής Υδατοθύελλας. Ένας πολύ παράξενος άνθρωπος που, σύμφωνα με το απόκομμα του περιοδικού που είχε ο Αβέρναλ, βάδιζε πάνω στα κύματα, ή τα ίππευε σαν να ήταν άγρια άτια· μιλούσε με διάφορα πνεύματα, θεούς, και δαίμονες, ενώ είχε πάντοτε τη Φαρμακερή Υδατοθύελλα, την τρομερότερη θεά του Ωκεανού, στο πλευρό του· τον είχαν δει να ταξιδεύει από το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων ώς τις ανατολικές ακτές του Ωκεανού κι ώς τη Δαργάντιθ, νότια – πάντοτε καβάλα στα ανήμερα κύματα, ποτέ πάνω σε σκάφος, σαν κι ο ίδιος να ήταν δαίμονας, όχι άνθρωπος. (Και το περιοδικό είχε κάποιες φωτογραφίες που έδειχναν έναν άντρα επάνω στα κύματα, όμως ήταν σκοτεινές και συγκεχυμένες, κι έμοιαζαν περισσότερα να κρύβουν παρά να αποκαλύπτουν. Πιθανώς να ήταν και ψεύτικες, φτιαχτές, για να συνοδέψουν το άρθρο.) Φημολογείτο, μάλιστα, πως αυτή ήταν η αλήθεια: πως κάποιος πανίσχυρος καπετάνιος (του Βασιλείου, ορισμένοι έλεγαν· της Ταρνάμεθ ή της Ζιλνιράθης, ή ακόμα και της Δαργάντιθ, ισχυρίζονταν άλλοι) είχε συνευρεθεί ερωτικά με την ίδια τη Φαρμακερή Υδατοθύελλα, και από το πάθος τους είχε γεννηθεί ο ιερέας. Τρία χρόνια θρυλείτο πως κυοφορούσε η θαλάσσια δαιμόνισσα, προτού βγάλει από τα σπλάχνα της, σε μια από τις ακτές του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων, τον ιερέα, έφηβο και όμορφο. Τώρα ήταν σαφώς μεγαλύτερος σε ηλικία, αλλά κανένας δεν πίστευε ότι ποτέ θα πέθαινε από φυσική αιτία. Γνώριζαν για την ύπαρξή του ακόμα κι οι παππούδες των παππούδων τους. Ο ιερέας ήταν αθάνατος. Κι έτσι τον αποκαλούσαν: ο Αθάνατος. Τ’όνομά του – αν είχε ποτέ άλλο όνομα – είχε λησμονηθεί μέσα στις δίνες των χρόνων.

Η Έρικα αναρωτιόταν πόσα απ’αυτά ήταν αλήθεια και πόσα ψέματα, κι αν ο ιερέας θα ήταν πρόθυμος να της μιλήσει· αν θα αναγνώριζε καν την εξουσία του Βασιληά Ράνελμον. Αποκλείεται, πάντως, να ήταν συνηθισμένος άνθρωπος…

Ακολουθώντας τα μονοπάτια του χάρτη της, δεν άργησε να φτάσει στο επόμενο νησί του Βασιλείου – στο πέμπτο κατά σειρά, μετρώντας από τη Νουσράκλη, το οποίο ονομαζόταν Ακρόνησος – και, διασχίζοντας τις περιοχές του, κατέληξε στην ακτή όπου λεγόταν πως κατοικούσε ο Αθάνατος. Η σημερινή ημέρα δεν ήταν και τόσο καλή όσο οι προηγούμενες: φυσούσε αέρας και κύματα είχαν σηκωθεί. Το βουητό της θάλασσας και του ανέμου αντηχούσαν παντού στα νησιά, μαζί με τα κρωξίματα θαλασσοπουλιών. Επάνω σ’έναν κρημνό, η Έρικα είχε δει έναν φτερόλυκο ν’αλυχτά σαν δαιμονισμένος. Τέτοια θηρία κατοικούσαν μονάχα στην ανατολική Φεηνάρκια, και η Έρικα ήταν η πρώτη φορά που ατένιζε ένα απ’αυτά από τόσο κοντά. Με κανονικό λύκο έμοιαζε, όχι και πολύ μεγάλο, ο οποίος είχε δύο γιγάντιες τριχωτές φτερούγες. Τι είχε ανησυχήσει τον συγκεκριμένο, η Έρικα δεν μπορούσε να μαντέψει· ήλπιζε, όμως, να μην ήταν η μανία κανενός δαιμονικού θεού. Το ήλπιζε επειδή δεν είχε κανέναν μάγο μαζί της για να βοηθήσει εκείνη και την ομάδα της, σε περίπτωση που ο θεός έστρεφε την οργή του εναντίον τους.

Η ακτή όπου κατοικούσε ο Αθάνατος ήταν όλο πέτρα και βότσαλο, με κάποια ελάχιστα θαλασσόδεντρα μακριά από το κύμα. Και σήμερα τα κύματα ήταν ψηλά και άγρια· ύψωναν δυνατό αφρό μαστιγώνοντας τα βράχια, και το τραγούδι τους ερχόταν εκκωφαντικό στ’αφτιά της Έρικας και των συντρόφων της. Καθώς σταματούσαν τα τροχοφόρα τους αντίκρυ στην ακρογιαλιά, ο Φέκταρελ ρώτησε: «Τι κάνουμε εδώ, Έρικα;»

Εκείνη απάντησε από το ανοιχτό σκέπαστρο του τετράκυκλου οχήματός της: «Ψάχνουμε για έναν ιερέα.»

«Δε βλέπω κανένα ναό τριγύρω. Σε σπηλιά μένει;»

«Κανείς δεν είναι βέβαιος, αλλά εδώ είναι το σπίτι του.» Οι φωνές τους ίσα που ακούγονταν μες στον άνεμο.

«Και τι θα κάνουμε; Θα τον περιμένουμε ώσπου ν’αποφασίσει να εμφανιστεί, ή θα ψάξουμε γι’αυτόν;»

Η Έρικα βγήκε απ’το όχημα. «Θα περιμένουμε. Βαδίζοντας.»

Ούτε ο Φέκταρελ ούτε κανένας από τους ανιχνευτές του έφερε αντίρρηση, έτσι βάδισαν επάνω κι ανάμεσα στους βράχους της ακροθαλασσιάς αναζητώντας τον ιερέα.

Στην αρχή, μονάχα μερικά θαλασσοπούλια είδαν. Πουθενά άνθρωπος. Ερημιά, πέτρα, και θάλασσα που προσπαθούσε να πνίξει την ξηρά. Υπήρχαν σημεία όπου χρειαζόταν να περπατήσουν μέσα σε αλμυρό νερό χαμηλής στάθμης, ώς τους αστραγάλους, ενώ κάποια άλλα σημεία τα απέφευγαν τελείως, γιατί εκεί το νερό ήταν πιο βαθύ.

«Φέκταρελ!» είπε ξαφνικά η ανιχνεύτρια με τη δερματοστιξία στο κεφάλι, κι όλοι στράφηκαν προς τα εκεί όπου κοίταζε, για να δουν κάποιον να στέκεται ανάμεσα στους ψηλούς βράχους, βυθισμένος ώς τα γόνατα μες στο νερό. Παράξενο που δεν τον είχαν προσέξει πιο πριν, γιατί είχαν μόλις περάσει από εκεί…

Ο άντρας δεν ήταν πολύ ψηλός· μετρίου αναστήματος, μάλλον. Είχε δέρμα πορφυρό και σώμα μυώδες που το αλάτι του Ωκεανού έμοιαζε να έχει δημιουργήσει ένα προστατευτικό στρώμα επάνω του. Δεν φορούσε παρά ελάχιστα ρούχα: μια μαύρη φούστα που έπεφτε σχεδόν μέχρι τα γόνατά του, κι έναν γκριζογάλανο μανδύα, ριγμένο πίσω. Από την πέτσινη ζώνη του κρεμόταν ένα μεγάλο ξιφίδιο μ’ένα μαργαριτάρι στο κάτω άκρο της λαβής. Τα μαλλιά και τα μούσια του ήταν μαύρα και μακριά, με κάμποσες τούφες λευκών ανάμεσά τους. Τα μάτια του ατένιζαν την Έρικα και τους συντρόφους της οργισμένα.

«Εσύ…» άρθρωσαν τα χείλη του, και το χέρι του υψώθηκε δείχνοντας τον Φέκταρελ. «Τι ζητάς εσύ;» Τα νύχια του ήταν μακριά και φάνταζαν επικίνδυνα.

Ο Φέκταρελ, σαστισμένος, έκανε ένα βήμα όπισθεν· το χέρι του πήγε στο πιστόλι στη ζώνη του, μα δεν το τράβηξε.

«Τον γνωρίζεις;» ρώτησε η Έρικα τον παράξενο άντρα που, μάλλον, ήταν ο Αθάνατος.

Εκείνος έστρεψε το βλέμμα του επάνω της, και τώρα τα μάτια του δεν της φαίνονταν οργισμένα αλλά γαλήνια. «Το ερώτημα είναι: εσύ τον γνωρίζεις;»

«Φυσικά και τον γνωρίζω. Χρόνια. Είναι έμπιστος άνθρωπος, και σίγουρα όχι εχθρός σου.»

«Δεν τον γνωρίζεις,» είπε ο παράξενος άντρας.

Ο Φέκταρελ γύρισε κι έφυγε, βαδίζοντας γρήγορα ανάμεσα στους βράχους.

«Μαύρε άνθρωπε!» του φώναξε ένας απ’τους ανιχνευτές του.

«Φέκταρελ!» φώναξε η Έρικα.

Αλλά το βουητό των κυμάτων ήταν σαν εσκεμμένα να έπνιγε τις φωνές τους.

«Πήγαινε μαζί του,» είπε η Έρικα στον ανιχνευτή, κι εκείνος, νεύοντας, αμέσως έτρεξε προς τη μεριά όπου είχε εξαφανιστεί ο Φέκταρελ. Οι υπόλοιποι τρεις έμειναν μαζί της, κι έδειχναν πολύ καχύποπτοι με τον παράξενο άντρα αντίκρυ τους.

Η Έρικα τον ρώτησε: «Τι σου έκανε και τον κατηγόρησες έτσι;»

«Αν δεν φοβάται τίποτα, γιατί έφυγε;» αντερώτησε ο παράξενος άντρας.

Παράξενος, πράγματι. Πολύ παράξενος, παρατήρησε η Έρικα. Τι να φοβάται ο Φέκταρελ; Δεν ξέρω ποιος είναι ο Φέκταρελ; Τόσα χρόνια με τους Ζωντανούς-Νεκρούς είμαι! «Είσαι ο Αθάνατος; Γιατί, αν δεν είσαι αυτός, τότε μιλάω με τον λάθος άνθρωπο.»

«Αυτός που ζητάς είμαι. Μου τόπαν ότι έρχεσαι.»

Η Έρικα δεν ήθελε να υποθέσει ποιος ή τι μπορεί να του είχε μιλήσει για τον ερχομό της. «Να σου κάνω μερικές ερωτήσεις; Εδώ;»

«Εδώ,» είπε μονάχα ο Αθάνατος.

Το όλο του παρουσιαστικό καθώς κι αυτά που είχε πει για τον Φέκταρελ δεν έπειθαν καθόλου την Έρικα ότι ο άνθρωπος αντίκρυ της δεν ήταν τρελός, όμως αφού είχε έρθει για να του μιλήσει θα του μιλούσε… «Μ’έχει στείλει ο Βασιληάς,» του είπε, για να δει ποια θα ήταν η αντίδρασή του σ’αυτό.

«Δε γνωρίζω βασιληάδες· μονάχα μία αέναη βασίλισσα, τη Μητέρα μου. Ρώτησέ με ό,τι ήρθες να με ρωτήσεις.»

«Θέλω να μάθω τι γνωρίζεις για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς,» αποκρίθηκε η Έρικα.

«Σκοτώνουν για να ζουν. Προσκυνάνε έναν δαίμονα πέρα απ’τις ανατολικές ακτές, κι αυτός τούς ευνοεί· αλλά η δύναμή τους δεν είναι σαν αυτή της ατέρμονης θάλασσας.»

«Τι είναι η δύναμή τους; Μεταμορφώνονται σε θηρία, όπως λένε οι μύθοι γι’αυτούς;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Αθάνατος, «γίνονται σαν θηρία. Αυτό είναι το δώρο του θεού τους. Τους είδα κάποτε να κατασπαράζουν ολόκληρο το πλήρωμα ενός κουρσάρικου. Τους προσπέρασα καβαλώντας τα κύματα, μη θέλοντας συναναστροφές με τέτοιους.»

«Να κατασπαράζουν το πλήρωμα;» είπε η Έρικα. «Εννοείς ότι… έτρωγαν τους πειρατές;»

«Τους πρόσφεραν θυσία στον δαίμονά τους, που πάντα τον κουβαλούν μέσα τους όταν αποπλέουν απ’τις ακτές τους.»

Μα τους θεούς… σκέφτηκε η Έρικα, αηδιασμένη. Είναι κανίβαλοι; Αυτές είναι οι «ανθρωποθυσίες» τους; Τρώνε τους δούλους και τους ανθρώπους που αρπάζουν στις επιδρομές τους;

«Τι άλλο θες να μάθεις;» ρώτησε ο Αθάνατος.

«Πώς μπορεί κανείς να τους νικήσει.»

Ο Αθάνατος γέλασε σαν τον άνεμο και τη θάλασσα. «Πώς μπορεί κανείς να νικήσει τον οποιονδήποτε αντίπαλο;»

«Δεν έχουν αδυναμίες;»

Ο Αθάνατος δεν μίλησε, κι αυτό μάλλον σήμαινε όχι ή δεν ξέρω.

Η Έρικα ρώτησε: «Είναι αλήθεια ότι φοράνε στολές από δέρματα ζώων, κι αναλόγως το δέρμα της στολής παίρνουν και τις δυνάμεις του ζώου;»

«Στις ψυχές τους είναι τα θηρία, όχι στις ενδυμασίες τους,» είπε ο Αθάνατος· και η Έρικα είχε την αίσθηση πως δεν σκόπευε να γίνει πιο ξεκάθαρος.

Αποφάσισε να του κάνει μια τελευταία ερώτηση, άσχετη με τους Θηριόπνευστους Αδελφούς. «Ο φίλος μας, ο Φέκταρελ, γιατί σε ανησύχησε;»

«Δε με ανησύχησε. Εσάς θα έπρεπε να ανησυχήσει.»

«Γιατί;» επέμεινε η Έρικα. «Τον ξέρω χρόνια!»

«Σου είπα: δεν τον ξέρεις. Δεν είναι αυτό που νομίζεις.»

«Και τι είναι;»

«Κάτι… άλλο.»

Ο άνθρωπος είναι τρελός! Η Έρικα αναρωτιόταν αν και τα υπόλοιπα που της είχε πει – αυτά σχετικά με τους Θηριόπνευστους Αδελφούς – είχαν καμια βάση, ή ήταν σαχλαμάρες. «Σ’ευχαριστούμε, Σεβασμιότατε–»

«Μη μου αναφέρεσαι όπως σε άλλους ιερείς που γνωρίζεις. Η Φαρμακερή Υδατοθύελλα είναι Μητέρα για εμένα, όχι θεά μονάχα.»

«Όπως επιθυμείς,» αποκρίθηκε η Έρικα. «Σ’ευχαριστώ και σε χαιρετώ.»

Ο Αθάνατος ήταν σιωπηλός κι ακίνητος, παρακολουθώντας τους, καθώς εκείνη κι οι τρεις ανιχνευτές απομακρύνονταν.

«Πού είναι τώρα ο μαύρος άνθρωπος, Έρικα;» είπε η ανιχνεύτρια με τη δερματοστιξία στο κεφάλι.

Η Έρικα ενεργοποίησε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της, καλώντας τον.

«Εδώ είμαι, Έρικα,» της είπε η φωνή του, μόλις εκείνος δέχτηκε την κλήση. «Στα οχήματα. Μην ανησυχείς.»

«Τι σκατά σ’έπιασε κι έφυγες έτσι;»

«Με τρόμαξε. Δεν ξέρω… αισθάνθηκα περίεργα. Τι σου είπε για μένα;»

«Θα σου πω τώρα· ερχόμαστε.»

Και σε λίγο τον συνάντησε – αυτόν και τον ανιχνευτή που τον είχε ακολουθήσει – πλάι στα οχήματα.

«Τι σου είπε;» ήταν το πρώτο πράγμα που άρθρωσε ο Φέκταρελ όταν άνοιξε το στόμα του.

«Κάτι ασυναρτησίες, βασικά. Ότι δεν σε ξέρω πραγματικά, κι ότι είσαι κάτι άλλο απ’αυτό που δείχνεις.»

Ο ανιχνευτής που τον είχε ακολουθήσει γέλασε. «Ο γέρος είναι παλαβός!»

«Πολύ πιθανόν,» είπε η Έρικα, που κι εκείνη δεν νόμιζε ότι είχαν καμια λογική οι προειδοποιήσεις του για τον Φέκταρελ. Τι μπορεί να ήταν ο Αρχιανιχνευτής, δηλαδή; Κανένας δαίμονας; Αν είναι δυνατόν! Τόσα χρόνια μαζί με τον Ζαώρδιλ, δεν θα είχε αποκαλυφθεί;

«Σου είπε τίποτα χρήσιμο για τους Αδελφούς;» ρώτησε ο Φέκταρελ.

«Μερικά πράγματα, ναι… Αλλά δεν ξέρω αν θάπρεπε να τα πιστέψω, μετά απ’αυτά που άκουσα για σένα.»

«Μπορεί για το ένα να έσφαλε αλλά όχι και για το άλλο,» είπε ο Φέκταρελ.

Η Έρικα τον ατένισε με κάποια περιέργεια. «Η μόνη καινούργια πληροφορία είναι ότι οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί τρώνε ανθρώπους – αυτές είναι οι ανθρωποθυσίες που κάνουν στον θεό τους. Και ότι κουβαλάνε τον δαίμονά τους μέσα τους όταν φεύγουν απ’τις ανατολικές ακτές.»

«Είπε και ότι μεταμορφώνονται σε θηρία,» πρόσθεσε η ανιχνεύτρια με τη δερματοστιξία στο κεφάλι.

«Ναι, το είπε, αλλά….» Η Έρικα δεν μπορούσε να το πιστέψει. Επιπλέον, νόμιζε πως δεν τον είχε ακούσει να λέει ακριβώς ότι μεταμορφώνονταν σε θηρία… Πώς το είχε εκφράσει;… Γίνονται σαν θηρία. Αυτό πρέπει να είπε. Και δεν είναι το ίδιο πράγμα. Σωστά; Παράξενο, όμως. Τι μπορούσε να εννοεί; ότι ήταν πολύ, πολύ άγριοι;

«Δεν τον πιστεύεις;» ρώτησε ο Φέκταρελ.

«Δεν ξέρω. Αλλά είναι ακόμα πρωί, και καλά θα κάνουμε να συνεχίσουμε την αναζήτησή μας.»

Κεφάλαιο Δωδέκατο
Άνθρωποι-Θηρία: το Παλάτι Πνιγμένο στο Αίμα

Τρεις νύχτες οι Ζωντανοί-Νεκροί φρουρούσαν το παλάτι του Βασιληά Ράνελμον, και καμία απόπειρα δολοφονίας δεν είχε ακόμα γίνει. Ορισμένοι, μάλιστα, άρχισαν να πιθανολογούν ότι ο Αρχισυγκλητικός είχε απλά προσπαθήσει να τρομάξει τον Βασιληά των Γεφυρωμένων Νήσων· κι ένας απ’αυτούς ήταν κι ο Νικηφόρος ο Κολπατζής, που δεν είχε μείνει για πολύ μεταμφιεσμένος ως φρουρός στην πόλη αλλά είχε αποφασίσει πως θα ήταν πιο χρήσιμος μες στο παλάτι, σε μια περίπτωση επίθεσης. Ο Ζαώρδιλ δεν είχε διαφωνήσει με τη μεταφορά του (πράγματι, θα φαινόταν πιο χρήσιμος στο παλάτι)· αλλά τώρα τον προειδοποίησε να μη λέει πολλά που μπορούσαν να χαλαρώσουν την επαγρύπνηση των πολεμιστών. «Πρέπει να είμαστε έτοιμοι ανά πάσα στιγμή. Δε θέλω να γίνει καμια στραβή και να μας πιάσουν με τα βρακιά κατεβασμένα.»

«Εντάξει, ρε αρχηγέ, μην ανησυχείς. Το ξέρεις ότι η φύλαξη είναι άψογη και η παγίδα στημένη. Απλά λέμε και καμια μαλακία για να περνά η ώρα. Διότι ωραίο το παλάτι του Βασιληά αλλά βαρετό, όταν είσαι εδώ μόνο για να το φυλάς.»

Βαρετό αποκαλούσε ο Κολπατζής το παλάτι, παρότι είχε πιάσει φιλικές – και ο Ζαώρδιλ ήλπιζε να μην ήταν τίποτα περισσότερο από φιλικές – σχέσεις με την Πρώτη Πριγκίπισσα Σεϊλίκρα, τη σύζυγο του Ράνελμον. Μιλούσαν συχνά-πυκνά, και η Πρώτη Πριγκίπισσα έμοιαζε να τον βρίσκει γουστόζικο και να τον συμπαθεί – πράγμα που δεν εξέπληττε τον Ζαώρδιλ: ο Νικηφόρος είχε κάτι επάνω του που τον έκανε συμπαθή στις γυναίκες. Ο Σκοτωμένος ποτέ δεν θα καταλάβαινε τι ήταν αυτό το κάτι. (Κάποτε είχε ρωτήσει την Έρικα, που ήταν γυναίκα, κι εκείνη είχε αποκριθεί, αδιάφορα: Δεν ξέρω· είναι κάτι, πάντως… Όχι και τόσο επεξηγηματικό, ομολογουμένως.)

*

Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί επιτέθηκαν την τέταρτη νύχτα που οι Ζωντανοί-Νεκροί φρουρούσαν το παλάτι της Νουσράκλης. Κανένας δεν τους είδε να μπαίνουν στην πόλη: ούτε οι τοπικοί φρουροί, ούτε η Ραβάσλι, ο Σάμελκον’λι, κι οι άλλοι πρώην Ξεσηκωμένοι, ούτε οι υπόλοιποι Ζωντανοί-Νεκροί που ήταν μεταμφιεσμένοι σαν φρουροί. Είτε σκιές της νύχτας είχαν εισβάλει στη Νουσράκλη είτε δολοφόνοι, το ίδιο ήταν.

Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί συγκεντρώθηκαν έξω από τα τείχη του κήπου του παλατιού, στα σκοτάδια ανάμεσα στις λάμπες των δρόμων. Ντυμένοι όλοι τους με στολές από δέρματα ζώων, εφαρμοστές επάνω στα μυώδη σώματά τους. Τα όπλα τους ήταν μικρά πυροβόλα, κυρίως, με λεπίδες προσαρτημένες επάνω, καθώς και αγχέμαχα – σπαθιά, ξιφίδια, και σιδερογροθιές με λεπίδες.

Πλησίασαν το παλάτι από γύρω, σαν αγριόγατοι των δρόμων, τρέχοντας και πηδώντας πάνω από τα τείχη του κήπου του. Ταχύτητα, δύναμη, ακρίβεια στις κινήσεις.

Οι φύλακες που τους είδαν νόμισαν πως πελώρια αιλουροειδή ή λύκοι χίμησαν, κάνοντας τρομερά άλματα μες στη νύχτα. Πυροβόλησαν, καταλαβαίνοντας ότι αυτοί πρέπει να ήταν οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί και μάλλον ήταν μεταμορφωμένοι σε αγρίμια! Οι περισσότερες σφαίρες των υπερασπιστών του παλατιού – τοπικοί φρουροί αλλά και Ζωντανοί-Νεκροί – αστόχησαν, ξαφνιασμένοι καθώς ήταν· αλλά κι αυτές που πέτυχαν τους στόχους τους δεν φάνηκαν να τους παρακωλύουν και πολύ. Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί όρμησαν στους φρουρούς με κραυγές και γρυλίσματα, πυροβολώντας κι οι ίδιοι και σπαθίζοντας. Η αγριότητα και η επιτηδειότητά τους ήταν πρωτόφαντες για τους φύλακες του παλατιού. Λύκοι και τίγρεις τούς επιτίθονταν, και λυκόχοιροι τούς κουτουλούσαν. Ουρλιαχτά αντηχούσαν, πτώματα γέμιζαν τη γη.

Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί, έχοντας ορμήσει από όλη την περιφέρεια του τείχους του κήπου και διαλύσει τον προστατευτικό δακτύλιο των φρουρών, προχώρησαν παραμέσα. Προς τις παγίδες του Ζαώρδιλ του Σκοτωμένου. Τα ρουθούνια τους οσμίζονταν με υπερφυσική ευαισθησία, τ’αφτιά τους άκουγαν με υπερφυσική ακοή, τα αντανακλαστικά τους δεν ήταν αντανακλαστικά ανθρώπων. Αν εχθροί κρύβονταν μπροστά τους, ή πλάι τους ή πίσω τους, θα τους καταλάβαιναν αμέσως· δεν υπήρχε περίπτωση κανείς να τους στήσει ενέδρα, παρά μόνο υπό πολύ ειδικές συνθήκες. Όμως οι παγίδες του Ζαώρδιλ δεν περιλάμβαναν κρυμμένους ανθρώπους.

Έχοντας ζητήσει την άδεια του Βασιληά, ο Σκοτωμένος είχε φυτέψει νάρκες σε συγκεκριμένα σημεία του κήπου (που οι φρουροί, φυσικά, και όλοι οι ένοικοι του παλατιού έπρεπε να θυμούνται και να αποφεύγουν).

Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί, πανέτοιμοι να δεχτούν επίθεση, πανέτοιμοι να σκοτώσουν και να σκοτώσουν και να σκοτώσουν μέχρι να φτάσουν στον στόχο τους, αποφασισμένοι εν ανάγκη να φονεύσουν τους πάντες μες στο παλάτι μέχρι να βρουν τον Αβέρναλ – πάτησαν στις νάρκες.

Δυνατές εκρήξεις φώτισαν τη νύχτα και έκαναν κρύσταλλα και τζάμια να σπάσουν από τον κρότο. Τα φυτά του κήπου άρπαξαν φωτιά. Δεκάδες πουλιά, ξυπνώντας απρόσμενα, φτερούγισαν προς τους ουρανούς, φεύγοντας από τις φωλιές τους τρομοκρατημένα. Σκυλιά και γάτες ούρλιαζαν.

Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί δεν έβγαλαν παρά μερικές κραυγές, περισσότερο αιφνιδιασμού παρά πόνου. Κάποιοι απ’αυτούς σκοτώθηκαν – ακόμα και τα δικά τους υπεράνθρωπα αντανακλαστικά δεν επαρκούσαν για ν’αποφύγουν τις εκρήξεις – αλλά όχι όλοι. Αυτοί που δεν βρίσκονταν στο επίκεντρο των εκρήξεων τινάχτηκαν πέρα, χρησιμοποιώντας πόδια και χέρια σαν ζώα, κάνοντας γρήγορες τούμπες στη γη, πηδώντας στα κλαδιά και στις φυλλωσιές, πραγματοποιώντας απίθανα άλματα.

Μετά, συνέχισαν τον δρόμο τους προς το εσωτερικό του παλατιού ανεβαίνοντας στα δέντρα και πηδώντας από τα κλαδιά του ενός στα κλαδιά του άλλου, μην ακουμπώντας τα πόδια τους στη γη, που είχε αποδειχτεί ύπουλη και επικίνδυνη. Οι φωτιές δεν φαινόταν ούτε να τους τρομάζουν ούτε να τους καθυστερούν στο ελάχιστο.

*

Τα μεσάνυχτα δεν είχαν ακόμα περάσει, απλώς πλησίαζαν, και ο Ζαώρδιλ καθόταν σε μια αίθουσα του παλατιού μαζί με τον Βασιλικό Αρχιφρουρό Αλκάμελ και τον Αβέρναλ τον δημοσιογράφο, ο οποίος τους μιλούσε για την κατάσταση στην Κάρνατεβ, με τον Αρχισυγκλητικό και τα υποθαλάσσια ορυχεία ιπταερίου. Ο Ζαώρδιλ αποφάσισε απόψε να πει στον Αβέρναλ ότι ήξερε τον Εύβουλο των Επιφανών Κρανοφόρων από παλιά, από τη δυτική Φεηνάρκια.

«Μη μου πεις ότι συνεργαζόσουν μ’αυτό το καθίκι…»

Ο Ζαώρδιλ γέλασε. «Δούλευε κάποτε για τον Ηγεμόνα της Νασόλκαθ, και ήμουν κι εγώ μέσα στο φουσάτο που οργάνωνε. Μετά, όμως, μας πρόδωσε όλους–»

Πυροβολισμοί από τον κήπο.

Οι τρεις άντρες έμειναν, προς στιγμή, σιωπηλοί.

Κραυγές αντήχησαν από έξω, μαζί με τους πυροβολισμούς – και μετά, σιωπή.

«Ήρθαν,» είπε ο Ζαώρδιλ καθώς σηκωνόταν όρθιος, παίρνοντας το πιστόλι του απ’το τραπέζι και οπλίζοντάς το. «Πήγαινε τον δημοσιογράφο σ’ασφαλές μέρος, Αλκάμελ–»

Εκρήξεις.

Δυνατό φως έξω απ’τα παράθυρα – ένα εκ των οποίων έσπασε.

«Τι…;» έκανε ο Αβέρναλ, ξαφνιασμένος. «Τόσο εύκολα…;»

Ο Βασιλικός Αρχιφρουρός τού έγνεψε. «Από δω – έλα!»

Ο Ζαώρδιλ δεν έμεινε άλλο στην αίθουσα για να δει τη συνέχεια· βγήκε, κατεβαίνοντας σκάλες και κατευθυνόμενος προς τα εκεί όπου βρισκόταν ο κεντρικός σχηματισμός των μισθοφόρων του. Πυροβολισμοί αντηχούσαν ξανά. Οι νάρκες, προφανώς, δεν είχαν αποτελειώσει τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, ούτε τους είχαν τρέψει σε φυγή. Ο Ζαώρδιλ το φοβόταν ότι αυτό θα συνέβαινε. Υπήρχαν, όμως, κι άλλες νάρκες φυτεμένες μετά από τις πρώτες, κι αυτές δεν τις είχε ακούσει ώς τώρα να εκρήγνυνται. Τι είχε γίνει; Τις είχαν, κάπως, αποφύγει;

Στην αίθουσα του κεντρικού σχηματισμού συνάντησε τη Νιρκέκα και άλλους Ζωντανούς-Νεκρούς. «Αρχηγέ!» του είπε εκείνη ενώ περνούσε μια κορδέλα γεμάτη γεμιστήρες στον ώμο της και όπλιζε το τουφέκι της. «Είναι έξω απ’το παλάτι. Και εισβάλλουν.» Οι πυροβολισμοί, πράγματι, αντηχούσαν από κοντά.

«Ο Νικηφόρος;»

«Πιο μπροστά,» αποκρίθηκε η Νιρκέκα, και μπήκε σ’έναν διάδρομο μαζί μ’άλλους έξι Ζωντανούς-Νεκρούς.

Ο Ζαώρδιλ τούς ακολούθησε, και σύντομα έφτασαν σε μια αίθουσα όπου γινόταν μακελειό. Έπιπλα ήταν αναποδογυρισμένα, ταπετσαρίες σκισμένες, τα ξύλα του τζακιού είχαν πεταχτεί έξω βάζοντας φωτιά στα ελαφριά καλοκαιρινά χαλιά. Οι Ζωντανοί-Νεκροί και οι φρουροί του παλατιού συγκρούονταν με εχθρούς που ο Ζαώρδιλ, καθώς τους είδε, είχε την έντονη – πολύ έντονη – εντύπωση ότι δεν ήταν άνθρωποι μα θηρία. Την ίδια, περίπου, εντύπωση που του προκαλούσε κι ο δαιμονικός θεός της μάγισσας, ίσως: ότι αγρίμια βρίσκονται κοντά σου, έτοιμα να σε κατασπαράξουν. Οι αντίπαλοι, όμως, δεν ήταν ζώα. Φορούσαν σκουρόχρωμες δερμάτινες στολές και μάσκες στα πρόσωπα, και κινούνταν με εφιαλτική ταχύτητα και δύναμη – αλλά ήταν άνθρωποι. Οι σφαίρες και οι λεπίδες τους λιάνιζαν και θέριζαν, διαπερνούσαν και κάρφωναν, μανιασμένα· ο Ζαώρδιλ δεν είχε ποτέ ξανά δει κάτι τέτοιο. Κι αναρωτήθηκε, φευγαλέα, αν παρότι έμοιαζαν μ’ανθρώπους δεν ήταν, τελικά, άνθρωποι μα δαίμονες. Χτυπούσαν τους Ζωντανούς-Νεκρούς σχεδόν λες κι ήταν αμελητέοι αντίμαχοι που έπρεπε να πέσουν σαν ξύλινα ανδρείκελα καθώς οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί προσπαθούσαν να φτάσουν στον στόχο τους.

Ο Ζαώρδιλ σημάδεψε έναν εχθρό και τον πυροβόλησε με το πιστόλι του – και τον είδε, κάπως, να αντιλαμβάνεται ότι του επιτίθονταν και ν’αποφεύγει τις σφαίρες όπως κανείς θ’απέφευγε μύγες. Έστρεψε το δικό του πιστόλι και πυροβόλησε τον Σκοτωμένο, ο οποίος παρατρίχα πρόλαβε να καλυφτεί στο πλάι μιας πόρτας της αίθουσας.

Πού σκατά είναι η μάγισσα; αναρωτήθηκε, ξεθηκαρώνοντας και το σπαθί του για να το έχει έτοιμο.

Και μετά είδε δύο απ’αυτούς τους δαίμονες να ορμούν καταπάνω στον Νικηφόρο τον Κολπατζή, ο ένας ερχόμενος από τα δεξιά του κι ο άλλος από τ’αριστερά του. Ο Σκοτωμένος τούς πυροβόλησε αμέσως, ενώ προσπαθούσε να τους πλησιάσει περνώντας μέσα από τη συμπλοκή, σκυμμένος, καλυμμένος μια πίσω από το ένα έπιπλο, μια πίσω από το άλλο, μια πίσω από ένα παλιό άγαλμα που απεικόνιζε μια γυναίκα της οποίας το καλλίγραμμο σώμα είχε γεμίσει σφαίρες – μαύρες κουκίδες επάνω στην κατάλευκη επιφάνειά του.

Μια από τις ριπές του Ζαώρδιλ χτύπησε έναν από τους στόχους του στην πισινή μεριά του μηρού, λίγο πιο πάνω από το γόνατο, κι ο Θηριόπνευστος Αδελφός στράφηκε– Ο Σκοτωμένος είχε την αίσθηση ότι ένας πελώριος λύκος με φτερά στράφηκε. Σχεδόν τον είδε μπροστά στα μάτια του, ως οφθαλμαπάτη. Οι μεγάλες τριχωτές φτερούγες, η μουσούδα, τα άγρια δόντια. Ο φτερόλυκος τού χιμούσε. Ο Ζαώρδιλ απέκρουσε τη λεπίδα του και τον κλότσησε στην κοιλιά, κάνοντάς τον μόνο να παραπατήσει λιγάκι. Τι στις Λάμιες; Ο Αδελφός γρονθοκόπησε τον Σκοτωμένο στο πλάι του προσώπου, κι εκείνος σωριάστηκε νιώθοντας σαν να τον είχε χτυπήσει κοτρόνα. Αντίκρισε τον φτερόλυκο να έρχεται από πάνω του, γρυλίζοντας – δόντια που ήταν έτοιμα να λιανίσουν. Παραζαλισμένος, ο Ζαώρδιλ κατάφερε να στρέψει την κάννη του πιστολιού του και να πυροβολήσει. Κι αυτή τη φορά ο Θηριόπνευστος Αδελφός τινάχτηκε όπισθεν όπως όφειλε, γιατί ο Σκοτωμένος τον είχε πετύχει ίσια στο στήθος: παραπάτησε και κοπάνησε σε μια κολόνα της αίθουσας, ενώ αίμα νότιζε τη γκρίζα στολή του. Ο Ζαώρδιλ τον πυροβόλησε ξανά και ξανά και ξανά – άλλη μια σφαίρα στο στήθος, δύο στο κεφάλι – και ο Αδελφός έπεσε, με την πλάτη ακόμα επάνω στην κολόνα. Τότε μόνο, αντικρίζοντάς τον νεκρό, ο Ζαώρδιλ συνειδητοποίησε ότι ήταν γυναίκα. Τα στήθη της ήταν το μοναδικό πράγμα που την πρόδιδε καθώς μετά βίας ξεχώριζαν κάτω από τη φορεσιά από δέρμα φτερόλυκου.

«Σκοτωμένε – ΦΥΓΕ!» Η φωνή της Νιρκέκα.

Ο Ζαώρδιλ, που είχε μισοσηκωθεί όρθιος, έπεσε πάλι στο πάτωμα, αμέσως, κυλώντας· διότι ήξερε πως μονάχα για έναν λόγο μπορεί η Νιρκέκα να τον προειδοποιούσε.

Πίσω του, σφαίρες χτύπησαν το χαλί.

Ο Σκοτωμένος βρήκε μια σπασμένη καρέκλα για να του προσφέρει κάλυψη, και κοίταξε προς τη μεριά όπου βρισκόταν ο εχθρός του. Είδε ένα βουνίσιο λιοντάρι να βρυχάται, αγριεμένο, ενώ η κάννη ενός πιστολιού άστραφτε ξανά. Ο Ζαώρδιλ έσκυψε καθώς ακόμα ένα κομμάτι απ’τη μισοδιαλυμένη καρέκλα καταστρεφόταν.

Πυροβόλησε τον λεοντυμένο αντίμαχό του ενώ, συγχρόνως, γρύλιζε πίσω απ’τα δόντια του: «Πού σκατά είναι η μάγισσα;»

Ημερολόγιο Φαίδρας’λι Κασλίμω

αυτό νομίζω ότι είναι σημαντικό, γι’αυτό & το γράφω στο ημερολόγιο που έχω πια παραμελήσει (κακώς ίσως).

φρουρούσαμε το παλάτι του Βασιληά Ράνελμον των Γεφυρωμένων Νήσων επειδή εκεί ο Βασιληάς έχει προσφέρει άσυλο σ’έναν δημοσιογράφο, τον Αβέρναλ, που τον κυνηγά ο Αρχισυγκλητικός της Κάρνατεβ. σύμφωνα με πληροφορίες της Έρικας ο Αρχισυγκλητικός θα στείλει κάτι επικίνδυνους δολοφόνους για να σκοτώσουν τον Αβέρναλ οι οποίοι ονομάζονται «Θηριόπνευστοι Αδελφοί». οπότε εμείς φρουρούσαμε το παλάτι μαζί με τους φρουρούς του παλατιού.

ήταν η τέταρτη νύχτα της φρούρησής μας όταν οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί επιτέθηκαν. εγώ καθόμουν στο δωμάτιό μου μέσα στο παλάτι & αναρωτιόμουν πάλι τι έχει πιάσει τον Φέκταρελ. έφυγε για να ερευνήσει τα νησιά του Βασιλείου μαζί με την Έρικα & δεν μπήκε ούτε καν στον κόπο να με χαιρετήσει. όχι πως έτσι όπως έχει καταντήσει πια είναι αυτό παράξενο…

πυροβολισμοί ακούστηκαν από τον κήπο, & μετά εκρήξεις – οι νάρκες που είχαμε φυτέψει: ο εχθρός είχε πέσει επάνω τους. κοίταζα από το παράθυρό μου & είδα κάτι σκοτεινές μορφές να διασχίζουν τον κήπο που αρκετά μέρη του τώρα φλέγονταν – & ανάμεσα από τις φλόγες, τα σκοτάδια, τα δέντρα & το φως των φεγγαριών «διάβαζα»: …πόνος… κίνδυνος… σκοπός/θάνατος… Τα «γράμματα» της Γλώσσας.

οι σκιερές φιγούρες πηδούσαν τώρα στα δέντρα· από δέντρο σε δέντρο πήγαιναν – για να αποφύγουν τις επόμενες νάρκες – είχαν καταλάβει ότι ίσως & μετά να υπήρχαν νάρκες. βλέποντάς τους ήξερα ότι ήταν άνθρωποι αλλά στο μυαλό μου δημιουργούσαν μια τελείως διαφορετική εντύπωση – την εντύπωση θηρίων! σαν την Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων! σαν τον θεό μου! τι παράξενο…

τον κάλεσα να έρθει στην επιφάνεια από τα βάθη του κατοπτρόλιθου του βραχιολιού μου & τον ρώτησα αν μπορούσε να διαισθανθεί κάποιον άλλο θεό, & η απάντηση που μου έδωσε ήταν θετική. απόμακρα τον αισθανόταν. αυτοί που ορμούσαν τον κουβαλούσαν μαζί τους, τους καβαλούσε.

οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί επιτίθονταν τώρα στο ίδιο το παλάτι, πυροβολούσαν τα παράθυρα & τις πόρτες του & πηδούσαν μέσα, ενώ δέχονταν πυρά από τους υπερασπιστές στο εσωτερικό του. έπρεπε & εγώ να βοηθήσω! τότε, όμως, είδα πως οι δολοφόνοι δεν έμπαιναν μονάχα στο ισόγειο του παλατιού αλλά, από τα κλαδιά των δέντρων, πηδούσαν & στους ορόφους: σε μπαλκόνια, σε παράθυρα. είχα την αίσθηση λύκων που έρχονται, τίγρεων & λιονταριών, άγριων πουλιών των βουνών. ορισμένοι μού έδιναν την εντύπωση ότι πετούσαν – τέτοια ήταν τα άλματά τους!

έστειλα την Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων καταπάνω σε κάποιους που είχαν ανεβεί σ’ένα μπαλκόνι. οι περισσότεροι έφυγαν εισβάλοντας στο εσωτερικό του παλατιού, αλλά δύο έμειναν πίσω για να την αντιμετωπίσουν. δύο μονάχα & μπορούσαν να συγκρατήσουν τον δαίμονά μου. τα θηρία μέσα τους πάλευαν με την αγέλη της Πολεμικής Καρδιάς. στο τέλος θα ηττούνταν, δεν υπήρχε αμφιβολία – αλλά ήταν άγρια! η μάχη δεν θα τελείωνε γρήγορα. το μετάνιωσα που είχα στείλει τον θεό μου εναντίον τους, γιατί τώρα θα ήξεραν ότι είχαν έναν τέτοιο σοβαρό αντίπαλο μες στο παλάτι.

προσπάθησα να τραβήξω πίσω στο βραχιόλι μου την Καρδιά της Συναγωγής, για να την κάνω να απεμπλακεί από τους Θηριόπνευστους Αδελφούς στο μπαλκόνι & να πάμε να βοηθήσουμε τον Σκοτωμένο & τους Ζωντανούς-Νεκρούς στο εσωτερικό του παλατιού. αλλά ο δαίμονάς μου μου έφερνε αντίσταση· δεν δεχόταν να υποχωρήσει μπροστά σ’ετούτα τα κατώτερα κτήνη, & δεν ήθελα να καταναλώσω τις δυνάμεις μου για να τον αναγκάσω. τον άφησα να τσακίσει τους Θηριόπνευστους Αδελφούς & να διαλύσει τις ψυχές τους, τις οποίες μπορούσα να καταλάβω ότι αισθανόταν σαν τις ψυχές δαιμονικών θηρίων.

καθώς η πάλη ακόμα διεξαγόταν, έκανα ένα Ξόρκι Πνευματικής Ανιχνεύσεως & εντόπισα πνευματικές οντότητες μέσα στους Θηριόπνευστους Αδελφούς οι οποίες έμοιαζαν να έχουν αλλοιωθεί λιώσει κάπως, έχοντας γίνει ένα με το ανθρώπινο πνεύμα τους. ένα αμάλγαμα ανθρώπου & δαιμονικού θηρίου. πώς μπορούσαν να το κάνουν αυτό; σίγουρα δεν οφειλόταν μόνο στις στολές που φορούσαν, παρότι ταίριαζαν με τα θηρία που προσομοίωναν. η μία πρέπει να ήταν από δέρμα λύκου & αυτός που τη φορούσε όντως την εντύπωση λύκου έδινε στο μυαλό. η άλλη πρέπει να ήταν από το δέρμα κάποιου πουλιού (κάποιο γεράκι των βουνών της ανατολικής ακτής, μάλλον) & αυτός που τη φορούσε έδινε την εντύπωση τέτοιου άγριου πτηνού. εστιάζοντας λίγο περισσότερο τις μαγικά διευρυμένες αισθήσεις μου μπόρεσα να διακρίνω ακόμα μια πνευματική δύναμη επάνω στους Θηριόπνευστους Αδελφούς, μια δύναμη που λειτουργούσε, νομίζω, ως σύνδεσμος ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο θηριώδες πνεύμα. ο θεός που είχε νιώσει η Καρδιά της Συναγωγής;

όταν οι αντίπαλοί της ήταν νεκροί, τράβηξα πάλι την Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων κοντά μου, & βγήκα απ’το δωμάτιό μου, βρέθηκα στον διάδρομο όπου ήταν & τα δωμάτια του Ζαώρδιλ, της Νιρκέκα, & του Νικηφόρου. από το πάνω πάτωμα μπορούσα ν’ακούσω πυροβολισμούς & κραυγές – & εκεί ήξερα πως διέμενε η βασιλική οικογένεια. το μέρος ήταν γεμάτο φρουρούς, αλλά θα επαρκούσαν για να απωθήσουν τέτοιους εχθρούς;

πήγα προς τη σκάλα που ανέβαινε στριφτά. την ακολούθησα γρήγορα ενώ η Πολεμική Καρδιά γρύλιζε ολόγυρά μου. φτάνοντας επάνω βρέθηκα πίσω από τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, αλλά αυτοί πρέπει, κάπως, να είχαν καταλάβει την παρουσία μου ή την παρουσία του θεού μου, γιατί δεν μου φάνηκαν ξαφνιασμένοι. στράφηκαν για να μου επιτεθούν, κάννες πιστολιών άστραψαν, & μονάχα το γεγονός ότι η Πολεμική Καρδιά επιτέθηκε αμέσως νομίζω πως με γλίτωσε· αυτό, καθώς & το ότι κόλλησα στο πλάι της σκάλας. τράβηξα το δικό μου πιστόλι & ανταπέδωσα. μικρή σημασία είχαν οι ριπές μου, φυσικά· περισσότερη σημασία είχε η παρουσία του δαίμονά μου. είδα τους Θηριόπνευστους Αδελφούς να χάνουν τη μάχη, καθώς από τη μια τούς χτυπούσα εγώ & από την άλλη οι φρουροί του παλατιού &… ένα φως & η σκιά ενός μεγάλου χεριού μ’επικίνδυνα νύχια: η θεά του Ζίντεραμ’λι, του Βασιλικού Αρχιμάγου: το Φωτοχαρές Χέρι των Διάσπαρτων Αέρηδων.

οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί μπήκαν σ’έναν άλλο διάδρομο & εγώ, ανεβαίνοντας τη σκάλα, βρέθηκα αντίκρυ στους φρουρούς του Βασιληά & στον Αρχιμάγο.

–Φαίδρα… είπε εκείνος. –ο Ζαώρδιλ είχε δίκιο· ο θεός σου είναι πολύ άγριος.

η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων, σαν να ήθελε να επιβεβαιώσει τα λόγια του ή να συμφωνήσει μαζί του, γέμισε τον διάδρομο με τα γρυλίσματα & τα αλυχτήματα δεκάδων αγριμιών. οι φρουροί του Βασιληά έδειχναν σαστισμένοι, αλλά τους είπα σε καμία περίπτωση να μην ανησυχούν: ο δαίμονας ήταν υπό τον έλεγχό μου.

–ας κυνηγήσουμε τους δολοφόνους! τους πρότεινα.

–δεν είναι αυτοί για να τους κυνηγήσει κανείς, μάγισσα, μου αποκρίθηκε ένας. –ξέρεις πόσοι δικοί μας σκοτώθηκαν;

–τώρα, όμως, που υποχωρούν είναι η ευκαιρία σας να τους νικήσετε, αλλιώς θα επιστρέψουν! επέμεινα· –όλοι το λένε πως έτσι δρουν: πάντοτε επιστρέφουν!

τους έπεισα, τελικά· έτσι μπήκαμε στον διάδρομο όπου είχαν μπει & οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί & τους καταδιώξαμε εκεί & στους επόμενους διαδρόμους & αίθουσες του ορόφου. οι συμπλοκές ήταν άγριες, αλλά η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων τις ευχαριστήθηκε πολύ & ήταν πολύ ευχαριστημένη μ’εμένα· μου έλεγε ότι ήμουν πολύ καλή μαζί της, ότι με αγαπούσε. αλλά ήμουν βέβαιη ότι θα το ξεχνούσε μετά από λίγο καιρό. ανέκαθεν έτσι ήταν, ανήσυχος θεός από παλιά, & όσο τα χρόνια περνούσαν δεν καλυτέρευε. αν μη τι άλλο, ίσως & να παραξένευε, όπως τους ανθρώπους.

σε κάποια στιγμή, επιχείρησα ένα Ξόρκι Πνευματικής Εκδιώξεως επάνω στους Θηριόπνευστους Αδελφούς, για να δω αν μπορούσα να διώξω τα πνεύματα που τους έδιναν υπεράνθρωπες δυνάμεις. όμως ήταν αδύνατο, γιατί, όπως είχα αντιληφτεί & πριν, αυτά τα πνεύματα είχαν γίνει ένα αμάλγαμα με τα ΔΙΚΑ ΤΟΥΣ πνεύματα, με την ψυχή τους.

το είπα στον Ζίντεραμ’λι, & ο καμπούρης Αρχιμάγος ένευσε. –ναι, συμφώνησε, –& εγώ το διέκρινα. με Ξόρκι Πνευματικής Εκδιώξεως δεν μπορείς να νικήσεις το πνεύμα αυτό, αλλά η θεά μου μπορεί να το τραβήξει από μέσα τους. το έκανε σ’έναν, όμως είναι επικίνδυνο γιατί το πνεύμα αντεπιτίθεται, & οι άλλοι έρχονται να βοηθήσουν. καλύτερα απλά να τους σκοτώσεις αν μπορείς.

–η θεά σου το τράβηξε από μέσα του; απόρησα. –πώς;

–με το χέρι της, φυσικά.

κοίταξα τη σκιά του πελώριου χεριού μέσα στο φως, & ρώτησα τον Ζίντεραμ’λι: θα μπορούσε ν’αρπάξει ένα τέτοιο πνεύμα & να το κρατήσει;

–γιατί;

–για να το μελετήσουμε. ίσως να μας βοηθήσει στο μέλλον εναντίον τους.

ο Ζίντεραμ’λι δεν μίλησε, αλλά πρέπει να θεώρησε σωστή τη σκέψη μου, γιατί έστρεψε το βλέμμα του στο Φωτοχαρές Χέρι των Διάσπαρτων Αέρηδων, & αυτό όρμησε καταπάνω στους Θηριόπνευστους Αδελφούς που μάχονταν με την Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων & τους φρουρούς του Βασιληά μέσα σε μια αίθουσα όπου τα πάντα είχαν γίνει κομμάτια & θρύψαλα. (η Πολεμική Καρδιά είχε πια τραυματιστεί από τις συγκρούσεις με τους Αδελφούς· μπορούσαν να τη βλάπτουν χτυπώντας την με υλικά όπλα! ακριβώς όπως μπορούσαν κάποτε να τη βλάπτουν & τα εφιαλτικά ανθρωποειδή του Οργισμένου Τιμωρού των Κατακρεουργημένων Τόπων. οι επιθέσεις των Αδελφών εκτείνονταν & στο πνευματικό επίπεδο εξαιτίας των ζωικών πνευμάτων που έφεραν εντός τους, τα οποία βρίσκονταν εκεί εξαιτίας κάποιας θεϊκής δύναμης που η Πολεμική Καρδιά δεν μπορούσε παρά να βλέπει εχθρικά – όπως έβλεπε & τους περισσότερους άλλους θεούς, άλλωστε.)

το Φωτοχαρές Χέρι των Διάσπαρτων Αέρηδων όρμησε καταπάνω σ’έναν από τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, & παγίδεψε ανάμεσα στα μακριά, σκιώδη δάχτυλά του το ζωικό πνεύμα του. τα νύχια της δαιμονικής θεάς μπήχτηκαν μέσα του, τραβώντας το από το σώμα του άντρα ο οποίος κραύγαζε σαν να τον έσφαζαν. η αντίσταση που πρόβαλε το πνεύμα ήταν μεγάλη, & αμέσως ήρθαν & άλλοι Αδελφοί για να το βοηθήσουν να πολεμήσει το Φωτοχαρές Χέρι. αλλά τώρα η θεά του Ζίντεραμ’λι δεν ήταν μόνη· τη βοηθούσε ο δικός μου θεός, & η αγέλη των αόρατων θηρίων του χίμησε στους Αδελφούς, μην αφήνοντάς τους να συντρέξουν τον σύντροφό τους.

το Φωτοχαρές Χέρι επέστρεψε κοντά σ’εμένα & τον Βασιλικό Αρχιμάγο κρατώντας ανάμεσα στα νυχάτα δάχτυλά του τη φασματική μορφή ενός μεγάλου πουλιού που σφάδαζε.

–αν το αφήσει θα φύγει; ρώτησα τον Ζίντεραμ’λι.

–αυτό έγινε την προηγούμενη φορά.

–πες της να μην το αφήσει.

–τι σκοπεύεις να το κάνεις;

–θα δούμε, είπα & έκανα ένα Ξόρκι Πνευματικής Ανιχνεύσεως, προσπαθώντας να διακρίνω τι ακριβώς ήταν αυτό το πτηνό που κρατούσε το σκιερό χέρι. εξακολουθούσε να είναι αμάλγαμα δαιμονικού πνεύματος με ανθρώπινου; διαπίστωσα πως όχι. εξακολουθούσαν επάνω του να υπάρχουν ίχνη της επιρροής εκείνου του άλλου θεού; ξανά, διαπίστωσα πως όχι. ήταν μονάχα μια πνευματική οντότητα, & όχι & πολύ ισχυρή, νομίζω, σαν το γεγονός ότι την είχαμε αποκόψει από τον Αδελφό να της είχε στερήσει μέρος της δύναμής της.

κοιτάζοντας προς τη μεριά της μάχης, έψαξα για τον Αδελφό από τον οποίο το Φωτοχαρές Χέρι είχε κλέψει την πνευματική οντότητα, & τον είδα σκοτωμένο από σφαίρες. επομένως, δεν τον είχε σκοτώσει η κλοπή του πνεύματος. η θεά του Ζίντεραμ’λι δεν είχε αρπάξει την ψυχή του, μονάχα κάτι το οποίο ήταν προσκολλημένο στην ψυχή του. αναμενόμενο, βέβαια· δεν είναι τόσο απλό να κλέψεις την ψυχή ενός ανθρώπου! τέτοιες κλοπές γίνονται, συνήθως, όταν το θύμα βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου, βαριά άρρωστο, ή άσχημα διαταραγμένο νοητικά.

στο τέλος, δεν έμεινε κανένας Θηριόπνευστος Αδελφός στον όροφό μας. αλλά δεν είχαν εγκαταλείψει & το παλάτι· μπορούσα ν’ακούσω πυροβολισμούς από κάτω, & κραυγές.

συνέχιζαν να ψάχνουν για τον Αβέρναλ, & δεν τον είχαν ακόμα βρει.

είπα στον Ζίντεραμ’λι να μείνει εδώ (πράγμα που δεν νομίζω πως χρειαζόταν· έτσι & αλλιώς θα έμενε για να υπερασπιστεί τη βασιλική οικογένεια σε περίπτωση δεύτερης εισβολής στον όροφο) & μπήκα σ’έναν ανελκυστήρα για να πάω στο ισόγειο & να δω τι γινόταν με τον Σκοτωμένο & τους άλλους. τέτοιους αντιπάλους δεν είχαμε ποτέ ξανά αντιμετωπίσει…

 

 

Δε μπορεί να ήταν και πάρα πολλοί, είχε παρατηρήσει ο Ζαώρδιλ. Το ένα δέκατο σε σχέση μ’εμάς και τους παλατιανούς φρουρούς μαζί – κι όμως φαίνεται να μας έχουν για εξάσκηση, οι καταραμένοι!

Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί σκότωναν τον έναν μετά τον άλλο. Η Νιρκέκα ήταν ήδη τραυματισμένη στα πλευρά, αλλά, παρότι αιμορραγούσε, είχε βρίσει τον Σκοτωμένο όταν εκείνος την είχε προστάξει να φύγει. Ο Κερκ είχε χάσει το πόδι του και τον είχαν πάρει άρον-άρον από τη συμπλοκή. Δεκάδες άλλοι ήταν νεκροί ή άσχημα τραυματισμένοι. Ο Νικηφόρος είχε φανεί τυχερός και είχε μονάχα κάτι γρατσουνιές στο πρόσωπο· το κράνος του, όμως, είχε διαλυθεί τελείως από τη μια μεριά. Ο Ζαώρδιλ ήταν σίγουρα ο πιο τυχερός απ’όλους τους. Μάλλον δεν θα πέθαινε ακόμα μια φορά σ’ετούτη τη μάχη.

Θα τους νικήσουμε. Στο τέλος θα τους νικήσουμε, γιατί είμαστε περισσότεροι και αρκετά ικανοί, κι αυτοί έχασαν κάμποσους όταν πάτησαν στις νάρκες. Όμως, μα τις γαμημένες Λάμιες, ποιο θα είναι το κόστος!

Και πού ήταν η μάγισσα; Τώρα που τη χρειάζονταν είχε εξαφανιστεί! Πολεμούσε τους Θηριόπνευστους Αδελφούς σε κάποιο άλλο μέρος του παλατιού, άραγε; Είναι πολλοί ακόμα εδώ μέσα; Μη μου πεις ότι είναι πολλοί ακόμα!… σκεφτόταν ο Ζαώρδιλ, καθώς ήταν καλυμμένος πίσω από τα έπιπλα που οι Ζωντανοί-Νεκροί είχαν στοιβάξει το ένα πάνω στ’άλλο για να διαμορφώσουν ένα πρόχειρο φράγμα και να προστατευτούν. Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί προσπαθούσαν να πηδήσουν πάνω από το φράγμα για να βρεθούν κοντά τους και να τους λιανίσουν, αλλά εκείνοι μέχρι στιγμής κατόρθωναν να τους κρατάνε πέρα. Όποιος ζύγωνε σκοτωνόταν από τις συγκεντρωμένες ριπές των Ζωντανών-Νεκρών· κι αν τύχαινε να βρεθεί ζωντανός απ’την άλλη μεριά του φράγματος, τότε οι Ζωντανοί-Νεκροί ήταν έτοιμοι να τον καρφώσουν από παντού γύρω, με σπαθιά και ξιφολόγχες. Η άμυνά που είχαν διαμορφώσει ήταν ακλόνητη.

Αλλά μετά οι έφοδοι των Θηριόπνευστων Αδελφών σταμάτησαν, και οι Αδελφοί υποχώρησαν, σκόρπισαν, φεύγοντας από παράθυρα και πόρτες. Προς στιγμή, ο Ζαώρδιλ ήλπιζε ότι η υποχώρησή τους θα ήταν γενική, ότι θα έφευγαν από το παλάτι του Βασιληά Ράνελμον. Ύστερα, όμως, άκουσε πυροβολισμούς. Οι τρισκατάρατοι συνέχιζαν ν’αναζητούν τον Αβέρναλ και να σκοτώνουν όποιον έβρισκαν μπροστά τους!

Ο Σκοτωμένος είπε στους μισθοφόρους του: «Πάμε. Πρέπει να τους βρούμε.»

«Δεν κάνουμε ότι τους χάσαμε, αρχηγέ;» πρότεινε κάποιος.

«Μην ακούω μαλακίες!» μούγκρισε ο Ζαώρδιλ.

«Θα μας σκοτώσουν όλους, Σκοτωμένε!» είπε η Φρίντα που το πρόσωπό της και τα χέρια της ήταν γεμάτα αίμα – ευτυχώς όχι δικό της.

«Κανένας δεν μπορεί να μας σκοτώσει – είμαστε ήδη νεκροί! Κι έχουμε αναλάβει την προστασία του παλατιού. Πρέπει να τους τρέψουμε σε φυγή.» Τους έγνεψε να τον ακολουθήσουν, κι εκείνοι τον ακολούθησαν, έχοντάς του εμπιστοσύνη ότι θα τους γλίτωνε κι από ετούτη την άσχημη περίσταση όπως είχε κάνει πολλές φορές στο παρελθόν.

Με τα όπλα τους σε ετοιμότητα, βάδισαν προς τα εκεί απ’όπου ακουγόταν θόρυβος. Σε κάθε καινούργιο διάδρομο και αίθουσα που έμπαιναν στόχευαν πρώτα προς τις γωνίες και τις πόρτες, ενώ κι οι ίδιοι καλύπτονταν πίσω από γωνίες και στο πλάι πορτών.

Το χρυσό δέρμα της Νιρκέκα είχε αδυνατίσει, παρατήρησε ο Ζαώρδιλ, και ιδρώτας γυάλιζε πάνω στο πρόσωπό της. Γιατί η καταραμένη δεν μ’ακούει να φύγει; Άλλους τούς φέρνεις με το ζόρι κι αυτή δεν μπορείς να τη διώξεις! Όμως ήξερε, βέβαια, πως στην πραγματικότητα κανέναν δεν έφερνε με το ζόρι· όλοι τους τον εμπιστεύονταν, και μερικοί – όπως η Νιρκέκα – ήταν ανόητα, πεισματικά, πιστοί στους Ζωντανούς-Νεκρούς. Αιμορραγούσαν αλλά συνέχιζαν.

Στο δρόμο τους συνάντησαν νεκρούς φρουρούς του παλατιού… κι άλλους νεκρούς φρουρούς του παλατιού… και νεκρούς από τη δική τους μισθοφορική ομάδα… κι άλλους νεκρούς από τη δική τους ομάδα… ενώ οι νεκροί των Θηριόπνευστων Αδελφών ήταν δυσανάλογα λίγοι. Ο Νικηφόρος κλότσησε ένα από τα πτώματα των τελευταίων που ήταν πεσμένο στο δάπεδο σαν σκοτωμένος λύκος γεμάτος σφαίρες.

«Από τι σκατά είναι φτιαγμένοι;» μούγκρισε, και σκύβοντας έπιασε τη λυκίσια μάσκα του νεκρού και την τράβηξε. Ένα συνηθισμένο αντρικό πρόσωπο αποκαλύφτηκε: πορφυρόδερμο και με κεφάλι και πρόσωπο τελείως ξυρισμένα. Ούτε καν φρύδια δεν είχε. «Ανώμαλοι οι γαμημένοι…»

Η Νιρκέκα βρήκε το κουράγιο να χαμογελάσει άγρια.

«Λες όλοι έτσι νάναι;» είπε κάποιος άλλος. «Γουλί;»

«Μετά θα τα δούμε αυτά,» τους είπε ο Ζαώρδιλ, και προχώρησαν μην ξαναγγίζοντας τα πτώματα Θηριόπνευστων Αδελφών.

Σε μια αίθουσα συνάντησαν καμια ντουζίνα Ζωντανούς-Νεκρούς. Όλοι τους έμοιαζαν τραυματισμένοι· οι λεπίδες των όπλων τους ήταν ματωμένες και οι κάννες των πυροβόλων τους κάπνισαν. Τα νεύρα τους ήταν τόσο τσιτωμένα που παραλίγο να πυροβολήσουν τον Ζαώρδιλ και τους συντρόφους του.

Μετά κατέβασαν τα όπλα. «Σκοτωμένε…» είπε ο Θελβάμης αναστενάζοντας.

«Τι γίνεται;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ. «Πού είναι ο εχθρός;»

«Αντιμετωπίσαμε τέσσερις,» αποκρίθηκε ο πρώην Παντοκρατορικός πολεμιστής, «και ήμασταν κάπου είκοσι-πέντε μαχητές τότε–»

«Μας αποδεκάτισαν οι καριόληδες,» τον διέκοψε ένας άλλος.

«Τους σκοτώσατε, όμως;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ.

«Ναι,» είπε ο Θελβάμης, «είναι νεκροί. Αλλά, αν για κάθε τέσσερις που σκοτώνουμε αυτοί σκοτώνουν δέκα από εμάς, δε γίνεται δουλειά, αρχηγέ…»

«Εξαρτάται απ’το πόσοι είναι–»

Πυροβολισμοί από τ’αριστερά τους, στο βάθος, και σαματάς.

«Πάμε!» πρόσταξε ο Ζαώρδιλ, και κινήθηκαν προς τα εκεί, όχι διστακτικά αλλά, συγχρόνως, με προσοχή. Τουφέκια και καραμπίνες υψωμένα στο επίπεδο του ώμου, ξίφη σηκωμένα κι έτοιμα να κατεβούν, πιστόλια σταθερά προτεταμένα και με τα δύο χέρια, ή πιστόλι στο ένα χέρι και σπαθί στο άλλο.

Ο πρώτος διάδρομος στον οποίο βρέθηκαν περιείχε μονάχα έξι πτώματα – τέσσερις Ζωντανοί-Νεκροί, δύο παλατιανοί φρουροί.

«Από τους δικούς σου;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ τον Θελβάμη.

«Όχι,» απάντησε εκείνος. Είχε πλέον γίνει τέτοιος χαλασμός μες στο παλάτι που κανείς δεν βρισκόταν στη θέση που είχε ξεκινήσει να φρουρεί και κανείς δεν ήξερε πού ήταν οι άλλοι. Ο Ζαώρδιλ ήλπιζε μόνο να είχαν καταφέρει να προστατέψουν τον δημοσιογράφο και την οικογένεια του Βασιληά· γιατί αν είχαν αποτύχει και σ’αυτά, τότε όλοι σε λίγο θα γελούσαν με τους Ζωντανούς-Νεκρούς απ’τη μια άκρη του Ωκεανού ώς την άλλη, κι ακόμα παραπέρα ίσως.

Βήματα από μια γωνία. Και γρυλίσματα θηρίων.

Ο Ζαώρδιλ και οι πολεμιστές του στράφηκαν, σημαδεύοντας.

Η Φαίδρα’λι ξεπρόβαλε. Γύρω της περιστρέφονταν ημιαόρατες, άυλες παρουσίες αγριμιών – ο θεός της.

«Φαίδρα,» είπε ο Ζαώρδιλ κατεβάζοντας το πιστόλι του. «Πού ήσουν τόση ώρα;»

«Στον όροφο της βασιλικής οικογένειας. Οι Αδελφοί ήταν εκεί, και παραλίγο να σκοτώσουν όλους τους φρουρούς. Μπορεί και να τους σκότωναν αν δεν είχα βοηθήσει.»

«Πώς σκατά έφτασαν εκεί πάνω;» μούγκρισε ο Νικηφόρος.

«Πηδώντας.»

«Δε χωρατεύω, μάγισσα!»

«Ούτε εγώ. Τους είδα, από το παράθυρό μου, να πηδάνε απ’τα δέντρα του κήπου στα μπαλκόνια και στα παράθυρα του παλατιού. Έχουν πνεύματα μέσα τους που τους κάνουν σαν θηρία.»

«Για πνεύματα δεν ξέρω,» είπε ο Κολπατζής, «αλλά σίγουρα δεν είναι κανονικοί άνθρωποι. Μου θυμίζουν εκείνα τα γαμημένα τέρατα που πολεμήσαμε κάποτε στη Μάλκαριλ.»

«Τον Οργισμένο Τιμωρό των Κατακρεουργημένων Τόπων;»

«Αυτόν.»

«Καμία σχέση δεν έχουν.»

«Είναι, όμως, το ίδιο επικίνδυνοι, αν και λιγότερο πρωτόγονοι και… φυτικοί.»

«Αφήστε τα λόγια!» τους διέκοψε ο Ζαώρδιλ, βαδίζοντας προς τα εκεί απ’όπου αντηχούσαν οι πυροβολισμοί και οι κραυγές – ένα μέρος που δεν πρέπει πλέον να ήταν μακριά.

Οι Ζωντανοί-Νεκροί ακολούθησαν τον αρχηγό τους και, σύντομα, έφτασαν στην ίδια την Αίθουσα του Θρόνου των Γεφυρωμένων Νήσων, η οποία είχε γίνει ρημαδιό. Τα κρύσταλλά της ήταν σπασμένα, τα αγάλματά της πεσμένα και κομματιασμένα. Αίματα και πτώματα από δω κι από κει. Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί μάχονταν με τους φρουρούς του Βασιληά και με κάμποσους Ζωντανούς-Νεκρούς, και το μέρος είχε μετατραπεί σε αρένα χωρίς νόμους και κανόνες.

Η Φαίδρα’λι εξαπέλυσε την Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων και το μακελειό θέριεψε, καθώς ο Ζαώρδιλ και οι πολεμιστές που ήταν μαζί του ορμούσαν επίσης. Τα πάντα έγιναν ένα λουτρό αίματος γύρω από τον Σκοτωμένο. Πυροβολούσε και σπάθιζε, σπάθιζε και πυροβολούσε. Δέχτηκε μια σπαθιά στον ώμο, αλλά ήταν ξώφαρση και η ατσάλινη επωμίδα της αρματωσιάς του απλώς τσακίστηκε. Τέσσερις Ζωντανοί-Νεκροί έπεσαν πάνω στον Αδελφό που είχε επιτεθεί στον αρχηγό τους και τον λιάνισαν. Δύο άλλοι Αδελφοί παρουσιάστηκαν άξαφνα πίσω τους και πυροβόλησαν κατευθείαν τρεις απ’αυτούς, βρίσκοντάς τους στο κεφάλι και σκοτώνοντάς τους. Ο ένας που απέμεινε και ο Ζαώρδιλ υποχώρησαν μες στο χάος της συμπλοκής. Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί έκαναν να τους καταδιώξουν, αλλά η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων τούς έκοψε τη φόρα και, μετά, τους έκοψε κομμάτια, σκορπίζοντας το αίμα τους στο πάτωμα της αίθουσας και το πνεύμα τους εκεί απ’όπου είχε έρθει.

Όταν η σύγκρουση τελείωσε, κανένας Θηριόπνευστος Αδελφός δεν ήταν όρθιος, αλλά λιγότεροι από τους μισούς αντιπάλους τους είχαν απομείνει.

Ο Ζαώρδιλ και οι άλλοι αφουγκράστηκαν. Ούτε πυροβολισμοί ούτε κραυγές ακούγονταν από πουθενά, τώρα.

«Αυτό ήταν;» είπε ο Νικηφόρος ο Κολπατζής. «Τους ξεκάναμε όλους, επιτέλους;» Τούτη τη φορά, δεν είχε γλιτώσει δύο τραυματισμούς: έναν στον μηρό κι έναν στο αριστερό μπράτσο. Ευτυχώς η πανοπλία του τον είχε σώσει από χειρότερα.

Ο Σκοτωμένος, παραδόξως, ήταν ακόμα σχεδόν αλώβητος. «Αμφιβάλλω αν πέθαναν όλοι.»

«Κάποιοι έφυγαν,» είπε μία απ’τους φρουρούς του Βασιληά. «Τους είδα. Από κει.» Έδειξε ένα απ’τα μεγάλα παράθυρα της αίθουσας. Το αριστερό της μάτι ήταν κρυμμένο από το αίμα· το είχε ακόμα, ή το είχε χάσει;

«Πρέπει να υποχώρησαν,» υπέθεσε ο Θελβάμης. «Δε μπορεί να ξανάρθουν τώρα…» Η φωνή του, όμως, μαρτυρούσε πως αυτό ήταν ένα ενδεχόμενο που φοβόταν πολύ μη γίνει πραγματικότητα.

«Όχι απόψε, τουλάχιστον,» είπε ο Ζαώρδιλ ο Σκοτωμένος και θηκάρωσε το σπαθί του χωρίς να το σκουπίσει από τα αίματα.

Ένας ξαφνικός θόρυβος από δίπλα – κάποιος που πέφτει!

Ο Ζαώρδιλ γύρισε, για να δει τη Νιρκέκα πεσμένη επάνω σε τρία πτώματα – τα δύο Ζωντανών-Νεκρών, το ένα παλατιανού φρουρού.

«Φωνάξτε τους θεραπευτές!» πρόσταξε ο Σκοτωμένος. «Και τον Βιοσκόπο! Τώρα!» καθώς πλησίαζε τη χρυσόδερμη πολεμίστρια που το πρόσωπό της είχε πια γίνει σχεδόν άσπρο.

Κεφάλαιο Δέκατο-Τρίτο
Ο Πειρατής και ο Συλλέκτης: Μήνυμα Μέσα στη Νύχτα: Φιγούρες στο Σκοτάδι

Ο Όρκιβελ ο Μουντζουρωμένος καταζητείτο στα περισσότερα λιμάνια του Ωκεανού. Δεν ήταν από τους χειρότερους πειρατές, αλλά ούτε και αμελητέος ήταν. Πολλοί τον φοβόνταν και ήθελαν να τον σταματήσουν. Ωστόσο, δεν ήταν το ίδιο γνωστός σ’όλα τα μέρη του Ωκεανού: γύρω από το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων και στα νησιά και τις ακτές νότια από αυτό τον ήξεραν περισσότερο. Στα βόρεια τον ήξεραν λιγότερο, επειδή προς τα εκεί κι εκείνος δρούσε λιγότερο. Επομένως, στην Κάρνατεβ δεν είχε τόσα να φοβηθεί όσα στη Νουσράκλη, αλλά και πάλι δεν θα έμπαινε στην πόλη αφύλαχτος. Το πρόσωπό του έπρεπε να το έχει κρυμμένο, για καλό και για κακό. Και το πλοίο του, φυσικά, δεν μπορούσε να το αράξει στο λιμάνι· το είχε αφήσει σ’έναν όρμο στα δυτικά της Κάρνατεβ. Είχε ανεβεί σε μια μηχανοκίνητη βάρκα μαζί με μερικούς από το πλήρωμά του και είχε κατευθυνθεί προς τη μεγάλη πόλη, ενώ ο καλοκαιρινός μεσημεριανός ήλιος έλαμπε από πάνω τους.

Δεν είχαν πρόβλημα ν’αράξουν. Έδεσαν τη βάρκα σε μια από τις αποβάθρες και βγήκαν, για να αναμιχθούν μέσα στην κοσμοπλημμύρα του λιμανιού της Κάρνατεβ.

«Θυμάσαι τι έχουμε ν’αγοράσουμε;» ρώτησε ο Όρκιβελ τον Αλέξανδρο τον Δασύ ο οποίος βάδιζε πλάι του. Κι οι δυο τους φορούσαν καλοκαιρινές κάπες και κουκούλες στα κεφάλια.

«Ναι,» ένευσε εκείνος.

«Λοιπόν. Θα πάτε να τα πάρετε, και θα σας συναντήσω μετά στο Χαμένο Βαλάντιο.»

«Εσύ τι θα κάνεις; Τη δουλειά της Ξανθιάς;» Την Έρικα το πλήρωμα του Μουντζουρωμένου είχε πια συνηθίσει να τη λέει «η Ξανθιά» – αναμεταξύ τους, τουλάχιστον. Ο Όρκιβελ ήταν βέβαιος πως εκείνη δεν το είχε ακούσει ακόμα, κι αναρωτιόταν ποια θα ήταν η αντίδρασή της όταν το άκουγε. Η σκέψη πάντα έφερνε ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη του.

«Ναι,» αποκρίθηκε στον Αλέξανδρο. Την είχε συμπαθήσει την Έρικα. Δεν ήταν, βέβαια, αυτός ο μοναδικός λόγος που είχε αποφασίσει να κάνει δουλειές μαζί της – δεν ήταν καν ο βασικότερος λόγος – αλλά την είχε συμπαθήσει. Δεν το παραδεχόταν μπροστά στο πλήρωμά του – ούτε ακόμα και μπροστά στον Αλέξανδρο τον Δασύ – γιατί ήξερε πως μπορεί να έκαναν καμια από τις παροιμιώδεις γκάφες τους αν το γνώριζαν· όμως δεν μπορούσε να το κρύψει από τον εαυτό του. Κρίμα που, απ’ό,τι είχε καταλάβει ο Όρκιβελ, ήταν ερωμένη αυτού του Ζαώρδιλ του Σκοτωμένου. Αν ήταν διαφορετικά τα πράγματα, θα την πήγαινε ένα μακρύ και νωχελικό ταξίδι στον Ωκεανό, μέσα στην καμπίνα του· ή και περισσότερα από ένα. Θα μπορούσε, ασφαλώς, να ήταν μητέρα του. Οριακά, και υπερβάλλοντας λιγάκι ίσως. Ήταν, σίγουρα, σχεδόν είκοσι χρόνια μεγαλύτερή του, όπως την υπολόγιζε με το μάτι. Όμως, και πάλι, αυτό δεν άλλαζε τίποτα για εκείνον.

Κρίμα… Κρίμα…

«Να μην έρθει και κάνας άλλος μαζί σου;» τον ρώτησε ο Αλέξανδρος.

«Τι να τον κάνω τον κάναν άλλο;»

«Για καμια στραβή που μπορεί να γίνει, Καπετάνιε. Πού ξέρεις άμα τα πράγματα θάναι όπως σ’τα είπε αυτή;»

«Δε νομίζω νάναι αλλιώς. Αλλά, ακόμα κι άμα δεν είναι έτσι, ποιος από σας θα μπορέσει να με βοηθήσει, νομίζεις;»

«Μην είσαι ξεπαρμένος, Καπετάνιε. Στήνονται παγίδες ακόμα και για τα έξυπνα πουλιά σαν και του λόγου σου. Εγώ λέω να πάρεις κι έναν τουλάχιστον μαζί σου. Τη μάγισσα, ίσως.» Έδειξε, με τον αντίχειρα, τη Μιρκάλη’λι που βάδιζε πίσω τους, κουκουλωμένη κι αυτή.

Ο Όρκιβελ κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Άσ’ τη να ξεκουραστεί λιγάκι· τόσες ώρες είναι στο κέντρο ισχύος του πλοίου.»

«Καλάαα,» είπε ο Αλέξανδρος· «όπως νομίζεις, να πούμε. Αλλά νάχεις τον τηλεπικοινωνιακό πομπό σου ενεργ–»

«Θα μου κάνεις τον μπαμπά μου, Δασύ;» μούγκρισε ο Όρκιβελ, τσαντισμένος μαζί του. Γιατί, πραγματικά, ορισμένες φορές ο Αλέξανδρος πρέπει όντως να νόμιζε πως ήταν μπαμπάς του! Η διαφορά στα χρόνια τους ευθυνόταν γι’αυτό, σίγουρα· ο Όρκιβελ ήταν κατά πολύ νεότερός του· όμως η συμπεριφορά εξακολουθούσε να είναι ενοχλητική όποτε παρουσιαζόταν.

«Εντάξει· δε λέω τίποτα. Κάνε όπως νομίζεις, να πούμε. Αλλά πρόσεχε· δεν έχουμε άλλο καπετάνιο, Καπετάνιε.»

Ο Όρκιβελ προτίμησε να μη δώσει απάντηση σ’αυτό, και λίγο παρακάτω χώρισαν: οι πειρατές του πήγαν προς το πανδοχείο «Το Χαμένο Βαλάντιο» ενώ εκείνος κατευθύνθηκε προς την Αρένα της Κάρνατεβ.

*

Ο Χάραλκιρ σκούπισε ιδρώτα απ’το πρόσωπό του με τον πήχη του. Άνοιξε το μπουκάλι δίπλα του και ήπιε μια μεγάλη γουλιά νερό. Η καταραμένη ζέστη ήταν πολύ δυνατή σήμερα, και ο Χάραλκιρ σκεφτόταν ότι κακώς καθόταν ακόμα εδώ μήπως φανεί κανένας πελάτης. Θα είχε φύγει αν δεν περίμενε μια συγκεκριμένη κυρία που του είχε ζητήσει κομμάτια απ’την πανοπλία του Άγριου Ζάταρνιλ – ενός μονομάχου. Κομμάτια τα οποία ο Χάραλκιρ με το ζόρι είχε προλάβει να μαζέψει απ’την Αρένα μετά τον τελευταίο αγώνα του Ζάταρνιλ· η Νελμίρα, μια άλλη συλλέκτρια κομματιών και συντριμμιών, παραλίγο να του τα αρπάξει· κι όταν τον είχε δει να τα παίρνει πρώτος από το έδαφος, του είχε κάνει μια υβριστική χειρονομία, δείχνοντάς του τα δόντια της απειλητικά, και είχε απομακρυνθεί. Ο Χάραλκιρ την είχε αγνοήσει. Καταλάβαινε τον θυμό της, ώς ένα σημείο· η δουλειά των συλλεκτών ήταν, αναμφίβολα, ανταγωνιστική. Και μονάχα τρεις συλλέκτες κομματιών και συντριμμιών υπήρχαν στην Αρένα της Κάρνατεβ· φαντάσου να ήταν περισσότεροι! Θα είχαμε σκοτωθεί αναμεταξύ μας, αν ήμασταν περισσότεροι. Κι εγώ θα ήμουν από τους πρώτους που θα είχαν εγκαταλείψει το επάγγελμα.

Ο Χάραλκιρ ήπιε κι άλλο νερό.

Τι θα γίνει μ’αυτήν; Θα παρουσιαστεί ποτέ;

Πρόλαβε δεν πρόλαβε να τελειώσει τον συλλογισμό του και είδε μια άμαξα να σταματά μερικά μέτρα απόσταση από την πύλη της Αρένας, έξω απ’την οποία ήταν στημένος ο πάγκος του Χάραλκιρ. Την τραβούσαν δύο ψηλά άλογα, και οδηγός της ήταν ένας καλοντυμένος άντρας. Πλάι του καθόταν ένας άλλος άντρας ντυμένος σαν φρουρός, με όπλα επάνω του και πανοπλία. Κατέβηκε από τη θέση του συνοδηγού και άνοιξε την πλαϊνή πόρτα της άμαξας, από την οποία βγήκε η πελάτισσα του Χάραλκιρ. Μια εξηντάρα, πορφυρόδερμη γυναίκα με μακριά μαύρα μαλλιά, γυαλιστερά και φανερά βαμμένα. Το φόρεμά της παραήταν αποκαλυπτικό για την ηλικία της και αναμφίβολα ραμμένο από ράφτες που είχαν χρυσοπληρωθεί για τη δουλειά τους.

Η κυρία, όπως ήξερε ο Χάραλκιρ, ονομαζόταν Σιρριάλα και ήταν σύζυγος ενός Συγκλητικού. Πλησίασε τώρα τον πάγκο του συλλέκτη με τον μισθοφόρο σωματοφύλακα πλάι της.

«Καλημέρα, Χάραλκιρ,» είπε μ’ένα από εκείνα τα τυπικά χαμόγελα.

«Καλημέρα, κυρία Σιρριάλα,» αποκρίθηκε ο Χάραλκιρ, ανταποδίδοντας παρόμοιο χαμόγελο, ενώ σκεφτόταν: Μεσημέρι είναι.

«Μου έχεις τα κομμάτια που σου ζήτησα;»

«Ασφαλώς.» Ο Χάραλκιρ πήρε κάτω από τον πάγκο του ένα τυλιγμένο πανί, το έβαλε πάνω στον πάγκο, και το ξετύλιξε, αποκαλύπτοντας μερικά σπασμένα μεταλλικά τμήματα.

«Από την πανοπλία του Άγριου Ζάταρνιλ;»

«Φυσικά, κυρία Σιρριάλα. Ήσασταν εκεί στον τελευταίο του αγώνα, δεν ήσασταν; Δείτε.» Της έδωσε ένα κομμάτι. «Αυτή την πανοπλία δεν φορούσε;»

Η Σιρριάλα πήρε το μεταλλικό κομμάτι στα χέρια της και το κοίταξε διεξοδικά. «Ναι, αυτή πρέπει να ήταν… Έχει εδώ μείνει κι ένα μικρό τμήμα από την επάργυρη λωρίδα.»

«Ακριβώς,» είπε ο Χάραλκιρ.

Η Σιρριάλα κοίταξε και τα υπόλοιπα κομμάτια, το ένα μετά το άλλο. Τελικά ρώτησε: «Πόσο σου οφείλω;»

«Πενήντα-πέντε ευγενή, κυρία Σιρριάλα.»

«Καμία έκπτωση για μια καλή πελάτισσα, Χάραλκιρ;» είπε εκείνη σαν να ήθελε να του κάνει μομφή.

Ο Χάραλκιρ ήξερε πως η Σιρριάλα πάντοτε παζάρευε, παρότι τα λεφτά ξεχείλιζαν (μεταφορικά μιλώντας) από το άκομψο ντεκολτέ της· επομένως, είχε επίτηδες πει πενήντα-πέντε ευγενή, για να μπορέσει τώρα να απαντήσει: «Για εσάς, κυρία Σιρριάλα, πενήντα ευγενή, αν και ξέρετε πόσοι θα ήθελαν αυτά τα κομμάτια…»

Η Σιρριάλα, ευχαριστημένη, έβγαλε από την τσάντα της μερικά χαρτονομίσματα, τα μέτρησε, και τα έδωσε στον Χάραλκιρ. «Ευχαριστώ πολύ,» είπε εκείνος, χαμογελώντας όπως όφειλε. Τύλιξε τα κομμάτια της πανοπλίας μέσα στο πανί και της τα παρέδωσε.

Η Σιρριάλα τον χαιρέτησε και έφυγε μαζί με τον σωματοφύλακά της.

Καθώς η άμαξά της ξεμάκραινε από την πύλη της Αρένας, ο Όρκιβελ ο Μουντζουρωμένος, που περίμενε η συναλλαγή να τελειώσει, πλησίασε τον πάγκο του συλλέκτη.

Ο Χάραλκιρ δεν γνώριζε τον πειρατή· ποτέ ξανά δεν τον είχε δει· έτσι, ο ψηλός κουκουλοφόρος τύπος που ήρθε προς το μέρος του δεν του έλεγε τίποτα. Όταν ο άγνωστος ήταν κοντά, ο συλλέκτης διέκρινε μέσα από την κουκούλα ένα γαλανόδερμο, αξύριστο πρόσωπο. Εξωδιαστασιακός; Πρώην Παντοκρατορικός, ίσως, σαν εμένα;

Ο Όρκιβελ ρώτησε: «Ο Χάραλκιρ;»

«Πώς θα μπορούσα να σε εξυπηρετήσω, φίλε μου; Ψάχνεις κομμάτια από τον τελευταίο αγώνα; Ή, μήπως, από προηγούμενους αγώνες, τα οποία έχουν και μεγαλύτερη αξία λόγω παλαιότητας;» Η αλήθεια, βέβαια, ήταν ότι τα περισσότερα απ’αυτά δεν ήξερε τι να τα κάνει και ήθελε να τα ξεφορτωθεί προτού παλιώσουν τόσο ώστε να είναι άχρηστα για πώληση.

«Είσαι ο Χάραλκιρ ή όχι;» επέμεινε ο Όρκιβελ.

Ο συλλέκτης γέλασε. «Βλέπω πως έχω μια κάποια φήμη! Ο Χάραλκιρ είμαι, φίλε μου· μην έχεις αμφιβολία. Σου είπαν ότι μπορώ να σου δώσω κάτι συγκεκριμένο, μήπως;»

Ο Όρκιβελ τον ατένισε κριτικά για λίγο. Δεν πιστεύω να λέει ψέματα, σκέφτηκε. Ήταν ακριβώς όπως του τον είχε περιγράψει η Έρικα: κοκκινόδερμος, αραιά πράσινα μαλλιά, μυτερό γένι. Αυτός πρέπει να είναι. Ο Όρκιβελ έβγαλε ένα τυλιγμένο κομμάτι χαρτί και του το έδωσε. «Από μια φίλη,» του είπε.

Ο Χάραλκιρ συνοφρυώθηκε. Τι φίλη; Η Έρικα; Ξετύλιξε το χαρτί και είδε ότι ήταν γραμμένο σ’έναν γνωστό του κώδικα. Η Έρικα. Το αποκωδικοποίησε με το μυαλό του. Ο κώδικας δεν ήταν και πολύ δύσκολος, αν τον γνώριζες και δεν ήσουν χαζός. Το σύντομο μήνυμα έγραφε: Αυτό θα το λάβεις από τον Όρκιβελ τον Μουντζουρωμένο. Είναι πειρατής. Νέος πράκτοράς μας, δεν ξέρει πολλά. Δικτύωσέ τον, αλλά με επιφύλαξη. Θα σου δώσει ένα σφραγισμένο μήνυμα και θα σου πει πού να το παραδώσεις. —Ε.Σ.

«Πώς σε λένε;» ρώτησε ο Χάραλκιρ ατενίζοντας ξανά τον γαλανόδερμο άγνωστο.

«Γιατί ρωτάς;»

«Υπάρχει λόγος να μου κρύψεις το όνομά σου;»

«Δε σε γνωρίζω.» Το χέρι του Όρκιβελ πήγε, κρυφά, κάτω από την κάπα του, στο πιστόλι στη ζώνη του.

Ο Χάραλκιρ αναστέναξε. «Ποια σ’έστειλε σ’εμένα; Αυτό θα μου το πεις, τουλάχιστον;»

«Η Έρικα.»

«Και είσαι ο Όρκιβελ;»

Ο πειρατής κατένευσε.

«Και το παρωνύμιό σου;»

«Ο Μουντζουρωμένος.»

«Εντάξει,» είπε ο Χάραλκιρ. «Είσαι, λοιπόν, όντως αυτός για τον οποίο μου γράφει εδώ η Έρικα. Έχεις κάτι για μένα;»

Ο Όρκιβελ ένευσε, και του έδωσε το σφραγισμένο μήνυμα. «Επίσης, η Έρικα μού είπε πως μπορώ να σου ζητήσω να μου βρεις κάτι, αν θέλω.»

«Έτσι είπε;»

«Στο δίκτυό της γενικά αναφερόταν, όχι σ’εσένα συγκεκριμένα.»

«Είσαι καινούργιος πράκτοράς μας, σωστά;»

Ο Όρκιβελ ένευσε ξανά.

«Θα σου δείξω μερικά πράγματα. Αλλά πες μου πρώτα πού πρέπει να παραδοθεί αυτό το μήνυμα.»

Ο Όρκιβελ τού είπε τα πάντα όπως του είχε ζητήσει η Έρικα να τα πει.

«Μάλιστα,» αποκρίθηκε ο Χάραλκιρ, που δεν του άρεσαν και τόσο αυτά που είχε ακούσει. Η Σανκάρλι’μορ, αν ήταν ερωμένη του Αβέρναλ, πιθανώς να παρακολουθείτο από κατασκόπους του Αρχισυγκλητικού. Θα πρέπει να φανώ πολύ προσεκτικός. «Θα κλείσω τώρα το μαγαζί μου, όπου νάναι. Θες να συναντηθούμε κάπου να μιλήσουμε;»

«Γιατί όχι;»

«Πού σε βολεύει;»

«Στο Χαμένο Βαλάντιο, στο λιμάνι;»

«Πολύ καλά,» είπε ο Χάραλκιρ. «Θα σε συναντήσω εκεί, σε καμια ώρα, ίσως και δύο· να έχω ξεκουραστεί λιγάκι, πρώτα.»

Ο Όρκιβελ συμφώνησε κι έφυγε από τον πάγκο του συλλέκτη, όχι και τόσο δυσαρεστημένος από την πρώτη του γνωριμία μ’έναν από τους πράκτορες της Έρικας.

Ο Χάραλκιρ τον ατένιζε να απομακρύνεται, κι αναρωτιόταν αν η Έρικα είχε κάνει καλά που είχε βάλει αυτό τον άνθρωπο στο δίκτυό της. Νόμιζε πως είχε ξανακούσει για έναν πειρατή που ονομαζόταν Όρκιβελ ο Μουντζουρωμένος, αλλά δεν πρέπει να ήταν και πολύ γνωστός στις βόρειες ακτές του Ωκεανού.

Πειρατές… Κάποτε, όταν υπηρετούσαμε την Παντοκράτειρα, τους κυνηγούσαμε αυτούς, Έρικα· τώρα είμαστε φίλοι μαζί τους; Τα πράγματα έχουν αλλάξει. Πολύ.

*

Ο Χάραλκιρ δεν άργησε να εμφανιστεί. Μετά από μιάμιση ώρα, ο Όρκιβελ τον είδε να μπαίνει στην τραπεζαρία του Χαμένου Βαλάντιου και να ρίχνει μια ματιά ολόγυρα. Τον αναγνώρισε αμέσως, παρότι φορούσε κουκούλα στο κεφάλι (μάλλον επειδή φοβόταν τίποτα άλλους πράκτορες, υπέθετε ο πειρατής)· και, μόλις το βλέμμα του Χάραλκιρ στράφηκε προς το τραπέζι που εκείνος μοιραζόταν με τους συντρόφους του, ο Όρκιβελ τού έγνεψε με το χέρι να πλησιάσει.

Ο συλλέκτης, περνώντας μέσα από τη μεσημεριανή πολυκοσμία του Χαμένου Βαλάντιου, έφτασε στον Μουντζουρωμένο και τους άλλους πέντε πειρατές και κάθισε ανάμεσά τους. «Έχεις και παρέα…» είπε στον Όρκιβελ.

«Νόμιζες ότι θα ήμασταν μόνοι;»

«Για να είμαι ειλικρινής, ναι,» αποκρίθηκε ο Χάραλκιρ. «Και θα πρέπει να είμαστε για να σου πω περισσότερα.»

«Έλα τώρα!» είπε εύθυμα ο Όρκιβελ. «Πιστοί σύντροφοί μου είναι όλοι εδώ.»

«Για εμένα αυτό δεν αλλάζει τίποτα,» επέμεινε ο Χάραλκιρ. «Αν δεν θέλεις, φεύγω.»

Ο Όρκιβελ σκέφτηκε: Κακώς μού είχε φανεί εντάξει, στην αρχή… και αναστέναξε. «Έγινε· πάμε λίγο παραδίπλα.» Έδειξε, με τον αντίχειρά του, ένα μικρό, γωνιακό τραπέζι που ήταν ακόμα άδειο.

Ο Χάραλκιρ σηκώθηκε κι ακολούθησε τον Όρκιβελ ώς εκεί, όπου και κάθισαν. «Σ’ακούω, λοιπόν,» είπε ο πειρατής. «Η Έρικα μού είπε πως θα μου μιλήσεις. Δεν ξέρω τίποτα για το δίκτυό σας ακόμα, και θέλω να μάθω.»

«Μη βιάζεσαι,» αποκρίθηκε ο Χάραλκιρ. «Θα μάθεις όσα χρειάζεται–»

«Δε μ’εμπιστεύεσαι, προφανώς. Θα πρέπει να σου πω ότι–»

«Εσύ, στη θέση μου, θα σε εμπιστευόσουν;»

Ο Όρκιβελ τον ατένισε συνοφρυωμένος.

Μια σερβιτόρα ήρθε, ρωτώντας μήπως ήθελαν τίποτα. Κι οι δύο παράγγειλαν από μια μπίρα, και η σερβιτόρα έφυγε.

Ο Όρκιβελ είπε: «Μάλλον όχι. Αλλά πρέπει να σου πω ότι η Έρικα ήταν αιχμάλωτή μου, και όχι μόνο δεν την πείραξα αλλά τη βοήθησα κιόλας.»

Ο Χάραλκιρ τον κοίταξε με έκδηλη δυσπιστία, αν και δεν νόμιζε πως ο πειρατής θα έφτανε στο σημείο να πει τέτοιο εξωφρενικό ψέμα· γιατί, μόλις ο Χάραλκιρ συναντούσε την Έρικα, η αλήθεια θα αποκαλυπτόταν.

«Επειδή πάλι σε βλέπω να με κοιτάζεις σα νάχω τη γλώσσα Λάμιας, άκου πώς έχει το πράγμα,» του είπε ο Όρκιβελ, κι άρχισε να του διηγείται πώς είχε συναντήσει την Έρικα. Τη διήγηση διέκοψε η σερβιτόρα που ήρθε με τις μπίρες. Ο πειρατής την πλήρωσε και εκείνη έφυγε. Ο Όρκιβελ ήπιε μια γουλιά απ’την κούπα του και συνέχισε την ιστορία.

«Η σειρά σου τώρα, συλλέκτη,» είπε αφού τελείωσε.

Ο Χάραλκιρ τού αποκρίθηκε: «Όταν έρχεσαι στην Κάρνατεβ μπορείς να επικοινωνείς μαζί μου. Εκεί όπου με βρήκες, εκεί συνήθως θα με βρίσκεις. Αλλά και στο σπίτι μου»· και του έδωσε τη διεύθυνσή του μέσα στην πόλη. «Για τους υπόλοιπους πράκτορές μας στην Κάρνατεβ δεν θα σου πω τίποτα ακόμα, γιατί δεν είναι πολλοί και δεν θέλω να τους βάλω σε κίνδυνο.»

«Αυτό ήταν, δηλαδή; Αυτά ήταν τα μόνα που είχες να μου πεις για το δίκτυό σας;» έκανε, απογοητευμένα, ο Όρκιβελ. «Η Έρικα μού έλεγε ότι είναι εξαπλωμένο παντού!»

Ο Χάραλκιρ τον ατένισε σκεπτικά. Είναι μικρός, συλλογίστηκε. Και φαίνεται έντονα, κάπου-κάπου. Πώς είναι δυνατόν να είναι αρχηγός του τσούρμου του; «Είσαι Φεηνάρκιος, Όρκιβελ;»

Ο Όρκιβελ συνοφρυώθηκε. «Τι σημασία έχει αυτό;»

«Δε θα μου απαντήσεις;»

«Στη Φεηνάρκια γεννήθηκα.»

«Αλλά οι γονείς σου είναι από αλλού;»

«Να κοιτάς τη δουλειά σου,» είπε ο Όρκιβελ, τσαντισμένα. «Άλλα σε ρωτάω, άλλα μού λες!»

«Μην εκνευρίζεσαι. Απλώς θέλω να γνωριστούμε. Εγώ είμαι Φεηνάρκιος, όπως θα καταλαβαίνεις απ’την εμφάνισή μου. Αλλά ήμουν Παντοκρατορικός κάποτε. Πράκτορας της Παντοκράτειρας. Στη Μέρελκεβ. Οπότε, αν κι οι γονείς σου ήταν Παντοκρατορικοί, δεν έχεις τίποτα να κρύψεις από εμένα.»

Ο Όρκιβελ συνοφρυώθηκε, σκεπτικός, συμπεραίνοντας ότι ίσως να είχε παρεξηγήσει τον συλλέκτη. «Η μητέρα μου ήταν μάγισσα του τάγματος των Βιοσκόπων, και, ναι, υπηρετούσε την Παντοκράτειρα. Ήταν με τις δυνάμεις κατοχής του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων. Οι επαναστάτες τη σκότωσαν. Αλλά η ίδια δεν είχε ποτέ πειράξει κανέναν. Γιατρός ήταν, ουσιαστικά!»

«Λυπάμαι γι’αυτό, Όρκιβελ,» είπε ο Χάραλκιρ. «Αλλά όταν γίνονται ξεσηκωμοί συμβαίνουν τέτοια.» Ήπιε μια γουλιά απ’τη μπίρα του.

«Τι άλλο εκτός από συλλυπητήρια έχεις να μου πεις;»

Ο Χάραλκιρ μειδίασε, καταλαβαίνοντας ότι ο Όρκιβελ δεν είχε μιλήσει προσβεβλημένος. «Τι θες να μάθεις;»

«Περισσότερα για το δίκτυό σας, φυσικά. Υπάρχουν τόσες πόλεις στις ακτές του Ωκεανού…»

«Το δίκτυό μας δεν είναι πολύ εξαπλωμένο στον Ωκεανό· αυτή είν’ η αλήθεια,» αποκρίθηκε ο Χάραλκιρ. «Ωστόσο, αφού θέλεις, θα σου δώσω μερικές πληροφορίες. Θα σου πω για κάποιους ανθρώπους τους οποίους μπορείς να έχεις υπόψη σου για συνδέσμους, και πώς να τους πλησιάσεις.»

*

Ο Άσλατμιρ και η Σέρυ είχαν νοικιάσει ένα διαμέρισμα στον τρίτο όροφο μιας πενταώροφης πολυκατοικίας που βρισκόταν κοντά στην πολυκατοικία της Σανκάρλι’μορ. Το παράθυρο του υπνοδωματίου έβλεπε προς την είσοδο της τελευταίας, κι έτσι εκεί περνούσαν τον καιρό τους, φυλώντας βάρδιες εκ περιτροπής. Κοιτάζοντας με κιάλια. Περιμένοντας να δουν τη μάγισσα να βγαίνει ή να μπαίνει.

Είχαν περάσει τρεις μέρες, μέχρι στιγμής, κι ετούτη ήταν η τέταρτη, αλλά η Σανκάρλι’μορ δεν είχε φανεί.

Μες στο ζεστό, καλοκαιρινό μεσημέρι, ο Άσλατμιρ επέστρεψε στο σπίτι για να βρει – αναμενόμενα – τη Σέρυ να κάθεται στο περβάζι του παραθύρου. Μαζί του είχε μια χάρτινη σακούλα με πρόχειρο φαγητό, την οποία άφησε πάνω στο κρεβάτι.

«Τίποτα ενδιαφέρον;»

«Τίποτα,» αποκρίθηκε η Σέρυ, βαριεστημένα.

«Οι μάγοι είναι περίεργη φάρα,» είπε ο Άσλατμιρ, «αλλά αποκλείεται να κάθεται τόσες μέρες χωμένη μέσα στο σπίτι της. Πρέπει να βγαίνει μεταμφιεσμένη, όπως φοβόμουν. Χτες βράδυ μόνο, καθώς καθόμουν και κοίταζα, είδα πέντε ανθρώπους με κουκούλες να μπαινοβγαίνουν στην πολυκατοικία.»

«Πέντε να μπαίνουν και πέντε να βγαίνουν;»

«Να μπαινοβγαίνουν. Τρεις μπήκαν, δύο βγήκαν.»

«Οι ίδιοι; Εννοώ, οι δύο από αυτούς που μπήκαν ήταν κι αυτοί που βγήκαν;»

«Νομίζω πως ο ένας ήταν ίδιος. Αλλά ήταν και νύχτα· δε μπορούσα να διακρίνω καλά. Εκεί, όμως, που θέλω να καταλήξω είναι ότι δεν κάνουμε τίποτα έτσι. Ποτέ δεν θα εντοπίσουμε τη μάγισσα.»

«Έχεις δίκιο,» είπε η Σέρυ αναστενάζοντας. «Καλύτερα να εισβάλουμε.» Σηκώθηκε απ’το περβάζι και πήγε στο κρεβάτι, καθίζοντας εκεί και βγάζοντας το φαγητό απ’τη σακούλα.

Ο Άσλατμιρ πήρε τη θέση της στο παράθυρο. Είδε κάποιον να βγαίνει από την αντικρινή πολυκατοικία, αλλά ήταν άντρας. Ένας τύπος τον οποίο είχε ξαναδεί, πολλές φορές. «Αυτό αποκλείεται να το κάνουμε. Εκείνο που σκέφτομαι είναι να παρακολουθήσουμε τον στάβλο όπου αφήνει το άλογό της. Εκεί ίσως νάχουμε καλύτερες πιθανότητες να την εντοπίσουμε.»

«Και θα τη σκοτώσουμε καθώς θα βγαίνει απ’τον στάβλο; Δε θάναι αυτό επικίνδυνο;»

«Αναλόγως,» είπε ο Άσλατμιρ. «Πρέπει να δούμε πώς έχει η κατάσταση εκεί. Αλλά εδώ, πάντως, δεν κάνουμε τίποτα.» Πήγε κι αυτός να καθίσει στο κρεβάτι, για να φάει.

«Δε θα μείνεις να παρακολουθείς;» απόρησε η Σέρυ, δείχνοντας το παράθυρο με μια κοφτή κίνηση του κεφαλιού.

«Τι νόημα έχει;» μόρφασε ο Άσλατμιρ.

«Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε, επιτέλους, να χρησιμοποιήσουμε το κρεβάτι μαζί;» Η Σέρυ δάγκωσε ένα κομμάτι ψωμί ποτισμένο με ζωικό λίπος και πλασμένο μαζί με κομμάτια κρέατος.

Ο Άσλατμιρ μειδίασε. «Αρχίζεις να κάνεις άτακτες σκέψεις;»

«Περίμενε, όμως, να φάω πρώτα. Πεινάω,» είπε η Σέρυ.

Όταν η κάψα του μεσημεριού είχε περάσει και ο ήλιος είχε πέσει λιγάκι, αφήνοντας την αύρα της θάλασσας να δροσίσει την πόλη της Κάρνατεβ, ο Άσλατμιρ σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και, φορώντας την περισκελίδα του, πήγε να ρίξει ακόμα μια ματιά απ’το παράθυρο. Δύο άνθρωποι έμπαιναν στην αντικρινή πολυκατοικία, ένας άντρας και μια γυναίκα, αλλά η γυναίκα δεν ήταν η Σανκάρλι’μορ. Ο Άσλατμιρ έπιασε τα κιάλια από το περβάζι και, φέρνοντάς τα στα μάτια του, κοίταξε ψηλά, στον έκτο όροφο της πολυκατοικίας, τα παράθυρα του διαμερίσματος της μάγισσας. Όπως πάντα, τα παντζούρια ήταν κλειστά. Η Σανκάρλι’μορ σπάνια τα άνοιγε. Προφανώς υποπτευόταν ότι την παρακολουθούσαν. Ο Άσλατμιρ αναρωτιόταν αν, με κάποιον μαγικό τρόπο, μπορούσε μάλιστα να καταλάβει ότι κατάσκοποι κοίταζαν με κιάλια τα παράθυρά της. Αλλά αυτό ήταν υπερβολικό, σίγουρα, ακόμα και για κάποια του τάγματος των Τεχνομαθών…

«Βλέπεις τίποτα;» τον ρώτησε η Σέρυ, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, χωρίς κανένα ρούχο επάνω της.

«Τίποτα.» Ο Άσλατμιρ κατέβασε τα κιάλια του.

«Θα πάμε στον στάβλο, λοιπόν;»

Ο Άσλατμιρ, αφήνοντας τα κιάλια στο περβάζι, πλησίασε το κρεβάτι κι έπιασε τους αστραγάλους της, σφιχτά. Καθώς η Σέρυ ήταν ξαπλωμένη στο πλάι, δεν ήταν δύσκολο να τη γυρίσει, απότομα, μπρούμυτα. Εκείνη έβγαλε έναν ήχο μεταξύ γέλιου και ξαφνιασμένης κραυγής. Ο Άσλατμιρ ανέβηκε στα γόνατα επάνω στο κρεβάτι κι άρπαξε τα στήθη της, σηκώνοντάς την για να κολλήσει την πλάτη της στο στέρνο του και τα πισινά της επάνω στο όργανό του το οποίο είχε ήδη αρχίσει να σκληραίνει. Η Σέρυ μούγκρισε, «Οοοοο…», και ο Άσλατμιρ είπε γλείφοντας το αφτί της: «Βιάζεσαι;» ενώ τα δάχτυλά του τσιμπούσαν τις θηλές της. Η Σέρυ γέλασε λαρυγγωδώς, ρωτώντας: «Μπορείς να είσαι τόσο γρήγορος;» κι ο Άσλατμιρ απάντησε: «Θα δεις,» και γλίστρησε μέσα της, ενώ την έσφιγγε επάνω του σαν να ήταν φτιαγμένη από σίδερο.

Μετά από κανένα μισάωρο ήταν κι οι δυο τους ντυμένοι και έτοιμοι για να πάνε στον στάβλο. Αφήνοντας ένα φως ανοιχτό στο διαμέρισμα – για να μη δίνουν σημάδι ότι είχαν φύγει σε κάποιον που μπορεί τυχόν (και, μάλλον, απίθανα) να τους παρακολουθούσε – βγήκαν στον διάδρομο της πολυκατοικίας και κατέβηκαν από τις σκάλες στο ισόγειο. Δεν είχαν πάρει πολλά σύνεργα της δουλειάς μαζί τους: μονάχα ένα πιστόλι ο καθένας κι ένα ξιφίδιο. Δε σκόπευαν να κάνουν κάτι απόψε, απλώς να δουν πώς ήταν η περιοχή κοντά στον στάβλο και πού θα μπορούσαν πιθανώς να νοικιάσουν διαμέρισμα. Γιατί, αν ήταν να γίνει παρακολούθηση του μέρους, θα έπρεπε να γίνει από κάποιο γειτονικό χώρο.

Ο στάβλος δεν βρισκόταν και πολύ μακριά από την πολυκατοικία της Σανκάρλι’μορ, σ’ένα πολυσύχναστο μέρος της Κεντρικής Αγοράς, όπου η κίνηση ποτέ δεν σταματούσε.

«Ο Εύβουλος,» είπε η Σέρυ, καθώς εκείνη κι ο Άσλατμιρ έκαναν μια βόλτα γύρω από τον στάβλο, «έπρεπε να μας είχε δώσει και φωτογραφία του αλόγου της.»

«Εδώ δεν μπορούμε ν’αναγνωρίσουμε αυτήν· θα μπορούσαμε ν’αναγνωρίσουμε τ’άλογό της;»

Η Σέρυ, για κάποιο λόγο, το βρήκε αστείο αυτό και γέλασε. Μετά ρώτησε: «Παράξενο δεν είναι, πάντως, που ο Εύβουλος δεν μας έχει δώσει διορία; Μέχρι πότε τη θέλει νεκρή; Δεν τον νοιάζει αν θα κάνουμε έναν χρόνο;»

«Υποθέτω πως σύντομα θα επικοινωνήσει μαζί μας, αν δεν δει κανένα αποτέλεσμα.»

Ρώτησαν για ενοικιαζόμενα διαμερίσματα στην περιοχή, αλλά, δυστυχώς, δεν βρήκαν κανένα που να βλέπει τον στάβλο. Βρισκόταν σε τέτοιο σημείο που γύρω του ήταν όλο δουλειές, όχι κατοικίες.

«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε η Σέρυ.

«Θα δωροδοκήσουμε κάποιον σταβλίτη,» είπε ο Άσλατμιρ.

«Θα τον δωροδοκήσουμε;»

«Για να μας πει, πρώτον, ποιο είναι το άλογο της μάγισσας και, δεύτερον, πότε συνήθως το παίρνει και φεύγει.»

«Και είσαι σίγουρος ότι δεν θα μας βρίσει;»

«Θα του δώσουμε αρκετά λεφτά. Αν δεν τα δεχτεί, εκείνος θα χάσει.»

«Κι αν τα δεχτεί, θα χάσουμε εμείς.»

«Τι;»

«Τα λεφτά μας,» μούγκρισε η Σέρυ. «Ήδη έχουμε δώσει τόσα ευγενή για να νοικιάσουμε το διαμέρισμα.»

«Πάμε στον στάβλο,» είπε μόνο ο Άσλατμιρ, και η Σέρυ δεν έφερε αντίρρηση· τον ακολούθησε.

Πέρασαν την είσοδο του στάβλου ενώ δύο καβαλάρηδες έβγαιναν. Το εσωτερικό ήταν μεγάλο, γεμάτο άλογα από τη μια μεριά και λυκόχοιρους από την άλλη. Τους ελέφαντες τούς είχαν από πίσω· δεν τους έβλεπες από εδώ, αλλά ο Άσλατμιρ και η Σέρυ τούς είχαν δει όταν έκαναν βόλτα γύρω από το μέρος.

Ένας σταβλίτης, που ήταν εκεί κοντά, είπε: «Καλησπέρα. Να δω τις κάρτες σας;» Προφανώς, νόμιζε ότι είχαν έρθει για να πάρουν τα άλογά τους.

«Δεν έχουμε ζώα εδώ,» αποκρίθηκε ο Άσλατμιρ. «Μια πληροφορία θέλουμε, αν είναι εύκολο.» Και, βγάζοντας ένα νόμισμα των πέντε ευγενών, το έτεινε προς τον σταβλίτη.

Εκείνος δεν το άγγιξε, σα να ήταν μολυσμένο. Επιφυλακτικός. «Τι πληροφορία, κύριε;»

«Για ένα άλογο μιας κυρίας. Ποιο είναι, και ποιες ώρες συνήθως η κυρία το παίρνει από εδώ.»

Ο σταβλίτης – ο οποίος δεν μπορεί να ήταν μεγαλύτερος από είκοσι-πέντε χρονών, έκρινε ο Άσλατμιρ – κοίταξε δεξιά κι αριστερά, λες και φοβόταν ότι τον παρακολουθούσαν. Στο εσωτερικό του στάβλου, κάποιοι άλλοι σταβλίτες εργάζονταν, μα κανένας δεν έβλεπε προς τα εδώ.

Ο σταβλίτης πήρε το χαρτονόμισμα του Άσλατμιρ. «Ρωτήστε με, κύριε.» Δεν ήταν καθόλου λίγα πέντε ευγενή. Αυτός ο άνθρωπος δεν πρέπει να έβγαζε παραπάνω από ένα, το πολύ ενάμιση, ευγενές την ημέρα.

«Για το άλογο της Σανκάρλι’μορ ενδιαφέρομαι.»

Τα μάτια του σταβλίτη διαστάλθηκαν προς στιγμή, σα να μην το περίμενε αυτό σε καμία περίπτωση. Μετά, όμως, είπε καθαρίζοντας τον λαιμό του: «Ελάτε μαζί μου.»

Και οδήγησε τον Άσλατμιρ και τη Σέρυ μέσα στους διαδρόμους που σχηματίζονταν από τις σειρές των αλόγων που ήταν σταβλισμένα στο μεγάλο οίκημα. Οσμές από κοπριά, πετσί, άχυρο, ζωικό ιδρώτα, και ζωοτροφές έρχονταν στα ρουθούνια τους· αλλά η κακοσμία δεν ήταν και τόσο μεγάλη, αν σκεφτόταν κανείς το πόσα άλογα βρίσκονταν εδώ. Οι σταβλίτες έκαναν καλή δουλειά· κρατούσαν το μέρος όσο πιο καθαρό γινόταν.

Αυτός που οδηγούσε τον Άσλατμιρ και τη Σέρυ, σε κάποια στιγμή, είπε: «Εδώ είναι, κύριε,» δείχνοντας με το κεφάλι παραδίπλα, ένα καφετί άλογο, όχι πολύ ψηλό, με πλούσια μαύρη χαίτη. Τώρα ήταν σκυμμένο, τρώγοντας. Ο σταβλίτης συνέχιζε να βαδίζει, και ο Άσλατμιρ κι η Σέρυ μαζί του. Μάλλον δεν θα συμφωνήσει αν του ζητήσω να περιμένει για να το φωτογραφήσουμε, σκέφτηκε ο Άσλατμιρ.

Ρώτησε: «Ποιες ώρες συνήθως το παίρνει από εδώ;»

«Τελευταία έχει καιρό να παρουσιαστεί, νομίζω.»

«Τι εννοείς; Μέρες;»

«Δέκα, δεκαπέντε μέρες, ίσως. Πάντως, δεν την έχω δει καθόλου.»

«Γιατί;»

«Δεν ξέρω, κύριε.»

«Σ’ευχαριστούμε,» είπε ο Άσλατμιρ, και αφού έκαναν μια γύρα του στάβλου, με τον σταβλίτη ακόμα για οδηγό τους, επέστρεψαν τελικά στην είσοδο και έφυγαν.

«Πάμε πίσω;» ρώτησε η Σέρυ.

«Τι άλλο να κάνουμε εδώ;»

Καθώς βάδιζαν προς το νοικιασμένο διαμέρισμά τους, η Σέρυ είπε: «Νομίζεις ότι δεν παίρνει το άλογό της επειδή φοβάται ότι την παρακολουθούν;»

«Πολύ πιθανόν. Εκτός αν, τελευταία, έχει κάποια δουλειά που το άλογό της δεν της χρειάζεται καθόλου.»

*

Ο Χάραλκιρ σκεφτόταν μήπως θα ήταν συνετό να έδινε τη σφραγισμένη επιστολή σε κάποιον άλλο πράκτορα για να τη μεταφέρει στην αποδέκτριά της. Όμως αυτό θα ήταν δειλό από μέρους του· όσες πιθανότητες είχε εκείνος να περάσει απαρατήρητος από πιθανούς πράκτορες του Αρχισυγκλητικού, τόσες πιθανότητες θα είχε κι ο άλλος πράκτορας. Επομένως, δεν υπήρχε λόγος να μην πάει ο ίδιος. Και υπέθετε πως η καλύτερη ώρα για να επισκεφτεί την πολυκατοικία της μάγισσας ήταν τη νύχτα.

Μέχρι τότε καθόταν στο σπίτι του και άκουγε ραδιόφωνο. Τον σταθμό Ευγενής Πόλη, ο οποίος, όπως συνήθως, εξάπλωνε την προπαγάνδα του Αρχισυγκλητικού Βέργκεδελ, εκθειάζοντας τις δυνάμεις της Κάρνατεβ και την ανακάλυψη του ιπταερίου και δαιμονοποιώντας τον Αβέρναλ και όσους καταφέρονταν εναντίον του Αρχισυγκλητικού και της πολιτικής του. Ο Χάραλκιρ γνώριζε ότι όλα ήταν κοροϊδία, ασφαλώς, αλλά αυτό δεν σήμαινε πως δεν έπρεπε να τα ακούει· ακόμα κι από την προπαγάνδα παίρνεις πληροφορίες. Εν τω μεταξύ, έφτιαξε βραδινό στην κουζίνα του – βραστό βοδινό με χόρτα, και δύο ψητές γλώσσες λύκου – και έφαγε. Ήπιε λίγο κρασί και, μετά, ξεκουράστηκε καπνίζοντας την πίπα του.

Όταν είχε βραδιάσει, φόρεσε τις μπότες και την κάπα του κι έφυγε από το σπίτι του, που βρισκόταν στο ισόγειο μιας παλιάς πολυκατοικίας της Κάρνατεβ, κοντά στην Αρένα. Μπήκε σε κάτι σοκάκια και σήκωσε την κουκούλα του στο κεφάλι. Βγήκε σ’έναν μεγαλύτερο δρόμο κι έκανε νόημα σ’έναν αμαξά. Εκείνος σταμάτησε κι ο Χάραλκιρ ανέβηκε.

«Πού πάμε, κύριε;»

«Στην Κεντρική Αγορά.»

Ο Χάραλκιρ επίτηδες δεν είχε πάει να πάρει το άλογό του, για να δώσει λιγότερα σημάδια σε ανθρώπους που τυχόν παρακολουθούσαν τη Σανκάρλι’μορ.

Η Κεντρική Αγορά ήταν γεμάτη νυχτερινή κίνηση: εμπόρους που δεν εργάζονταν το πρωί· κουρασμένους εργάτες που είχαν βγει για να πιουν κανένα ποτό· πλούσιους που έκαναν ανέμελα τη βόλτα τους σε παρέες (και κοντά σε κάποιους βρίσκονταν και σωματοφύλακες)· άστεγους κουλουριασμένους σε γωνίες (πολλοί απ’τους οποίους, όπως ήξερε ο Χάραλκιρ, ήταν άνθρωποι που, αφού χρωστούσαν μεγάλες ποσότητες χρημάτων στη Σύγκλητο, σε κάποιον ενεχυροδανειστή, ή σε τράπεζα, δεν είχαν δεχτεί να γίνουν δούλοι, έτσι τους είχαν πάρει όλη την περιουσία και τους είχαν πετάξει στον δρόμο)· πόρνες (δούλες και μη) μπροστά από μισάνοιχτες δερματόπορτες με προκλητικά κεντήματα επάνω· νυκτοφύλακες της φρουράς που κοίταζαν γύρω-γύρω με τιγρίσια βλέμματα· μπαρ, ταβέρνες, και εστιατόρια που έμεναν ανοιχτά όλη τη νύχτα, ή το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας… Και τα πάντα φωτισμένα από ενεργειακές λάμπες, λάμπες λαδιού, ή μονάχα το φως των φεγγαριών που κατόρθωνε να εισβάλει ανάμεσα από τα ψηλά οικήματα της πόλης.

«Πού να σας αφήσω, κύριε;» ρώτησε ο αμαξάς.

«Εδώ καλά είναι,» απάντησε ο Χάραλκιρ, σ’ένα τυχαίο σημείο, καθώς πλησίαζαν τη Μεγάλη Λεωφόρο η οποία διέσχιζε την Κάρνατεβ από την Πύλη των Ανέμων, στα βόρεια, ώς την Πύλη του Λιμανιού, στα νότια.

Ο αμαξάς σταμάτησε· ο Χάραλκιρ τον πλήρωσε, κατέβηκε, κι έκανε την υπόλοιπη διαδρομή – η οποία δεν ήταν μεγάλη – με τα πόδια. Βρισκόταν σε εγρήγορση καθώς πλησίαζε την πολυκατοικία της Σανκάρλι’μορ, χωρίς όμως να δίνει την εντύπωση πως πρόσεχε μην τυχόν και τον παρακολουθούν. Τα μάτια του κοίταζαν δεξιά κι αριστερά μέσα από τη σκιά της κουκούλας του, αλλά το βλέμμα του ήταν ήρεμο, και δεν γύριζε, φυσικά, για να κοιτάξει πίσω του.

*

Η Σέρυ καθόταν στο περβάζι του παραθύρου και κοίταζε με τα κιάλια.

«Αυτός ο τύπος χτυπά το κουδούνι της μάγισσας,» είπε.

«Τι; Ποιος;» Ο Άσλατμιρ σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και πλησίασε το παράθυρο. Στην είσοδο της αντικρινής πολυκατοικίας, πράγματι, κάποιος στεκόταν μπροστά από τον πίνακα με τα κουμπιά των κουδουνιών. «Είσαι σίγουρη ότι χτύπησε το δικό της;»

«Το πρώτο από την αριστερή στήλη δεν είναι;»

«Ναι.»

«Αυτό χτύπησε.»

«Για φαντάσου…» Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που είχε έρθει να χτυπήσει το κουδούνι της μάγισσας. Και η ώρα ήταν, ομολογουμένως, ύποπτη. Μία ώρα πριν από τα μεσάνυχτα.

*

Μια γυναικεία φωνή ακούστηκε από το μεγάφωνο των κουδουνιών της πολυκατοικίας: «Ποιος είναι;»

«Η Σανκάρλι’μορ;» ρώτησε ο Χάραλκιρ.

«Ποιος είναι;» επέμεινε εκείνη.

«Ένας μαντατοφόρος είμαι. Είστε η Σανκάρλι’μορ;»

«Ναι. Τι φέρνεις;»

«Ένα μήνυμα. Από κάποιον που βρίσκεται εκτός πόλης.» Δεν ήθελε να αναφέρει το όνομα του Αβέρναλ, εδώ όπου στεκόταν, μες στο δρόμο – αν και δεν νόμιζε ότι κανένας τον παρακολουθούσε.

Η Σανκάρλι’μορ έκανε μια στιγμή ν’απαντήσει. «Πέρασε,» είπε τελικά, και ένας βόμβος ήχησε καθώς η εξώπορτα της πολυκατοικίας ξεκλείδωνε.

Ο Χάραλκιρ την έσπρωξε και μπήκε. Πήρε τον ανελκυστήρα και ανέβηκε στον τελευταίο όροφο. Διέσχισε τον διάδρομο στον οποίο είχε βρεθεί και πλησίασε την πόρτα που η πινακίδα επάνω της έγραφε

ΣΑΝΚΑΡΛΙ’ΜΟΡ
ΜΑΓΙΣΣΑ ΤΟΥ ΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΤΩΝ ΤΕΧΝΟΜΑΘΩΝ

Ήταν κλειστή, έτσι χτύπησε την ξύλινη επιφάνειά της με τις φάλαγγες των δαχτύλων του, χωρίς να μιλήσει.

Ύστερα από μια στιγμή, η πόρτα άνοιξε κατά το ήμισυ και μια γυναίκα φάνηκε. Λευκό δέρμα· κοντά, σγουρά μαλλιά, μαύρα. Φορούσε μια μελανή δερμάτινη μπλούζα και γκρίζο παντελόνι.

Αυτή πρέπει να είναι. «Είμαι ο μαντατοφόρος,» είπε ο Χάραλκιρ, «που σας χτύπησα το κουδούνι κάτω.»

Η μάγισσα ένευσε κι άνοιξε περισσότερο την πόρτα, παραμερίζοντας από το κατώφλι κι αφήνοντάς τον να μπει. «Πέρασε,» είπε.

Ο Χάραλκιρ μπήκε, παρατηρώντας πως η Σανκάρλι είχε το ένα της χέρι πίσω απ’την πλάτη – μάλλον, κρύβοντας κάποιο όπλο. Ο χώρος όπου βρίσκονταν τώρα οι δυο τους ήταν ένας στενός διάδρομος, που οδηγούσε σε κάποιο δωμάτιο στ’αριστερά και σε κάτι δερματόπορτες στα δεξιά.

«Από εδώ,» συνέχισε η μάγισσα δείχνοντας προς τ’αριστερά.

Ο Χάραλκιρ προχώρησε πρώτος, και την άκουσε να βαδίζει πίσω του. Ένιωθε ανήσυχος· τ’αφτιά του ήταν τσιτωμένα· φοβόταν μην τον χτυπούσε πισώπλατα με κάτι. Το δωμάτιο στο οποίο βρέθηκε ήταν ένα καθιστικό με καναπέ σχήματος Γ, παράθυρο, ψηλό καθρέφτη, σχετικά απλή διακόσμηση, και μια ανοιχτή δερματόπορτα η οποία οδηγούσε σε κουζίνα. Ένα μηχάνημα, του οποίου τη λειτουργία ο Χάραλκιρ δεν μπορούσε να μαντέψει, βρισκόταν επάνω σ’ένα τραπεζάκι. Δεν πρέπει, πάντως, να ήταν λειτουργικό, ό,τι κι αν ήταν· τα καλώδιά του φαίνονταν, σαν κάποιος να το είχε εκεί για επισκευή.

«Ποιος σας έστειλε;» ρώτησε η Σανκάρλι’μορ. «Μπορείτε να μιλήσετε ελεύθερα εδώ.»

Ο Χάραλκιρ στράφηκε να την αντικρίσει, βλέποντας πως τώρα κανένα από τα χέρια της δεν ήταν κρυμμένο πίσω από την πλάτη της· πράγμα που, βέβαια, δεν σήμαινε πως δεν ήταν οπλισμένη. «Ο Αβέρναλ, ο δημοσιογράφος. Ή μάλλον, όχι ακριβώς αυτός. Όχι ο ίδιος. Αλλά τούτο το μήνυμα είναι, απ’όσο ξέρω, από τον Αβέρναλ.» Και βγάζοντας την τυλιγμένη και σφραγισμένη επιστολή την έτεινε προς το μέρος της.

Η Σανκάρλι’μορ δίστασε για μια στιγμή· ύστερα την πήρε από το χέρι του. «Είσαι από κάποια εταιρεία μαντατοφόρων;»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Χάραλκιρ.

«Τότε; Πώς σε ξέρει ο Αβέρναλ;»

«Ο Αβέρναλ δεν με ξέρει. Και, δυστυχώς, δεν μπορώ να σας πω περισσότερα. Πρέπει τώρα να πηγαίνω.» Βάδισε προς την εξώπορτα του διαμερίσματος, προσπερνώντας τη Σανκάρλι η οποία δεν επιχείρησε να τον σταματήσει.

Τον ρώτησε μόνο: «Υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που δεν μου λες;»

«Επαγγελματική δεοντολογία· τίποτα περισσότερο. Δεν είμαι, κανονικά, μαντατοφόρος,» εξήγησε ο Χάραλκιρ, κι ανοίγοντας την εξώπορτα βγήκε από το διαμέρισμα κι έκλεισε πίσω του.

Μένοντας μόνη, η Σανκάρλι’μορ δεν έσπασε τη σφραγίδα του μηνύματος. Κοίταξε το ρολόι στον καρπό της το οποίο περιείχε μια σειρά από πολύ περίπλοκα συστήματα, κι εκτός απ’το να μετρά τον χρόνο είχε κι άλλες λειτουργίες. Τώρα, όμως, τη μάγισσα την ενδιέφερε η πιο απλή λειτουργία από όλες: η κενή οθόνη του. Πατώντας ένα μικρό κουμπί στο πλάι του ρολογιού, έκανε τα ψηφία του να εξαφανιστούν και την οθόνη να μείνει άδεια.

Φέρνοντας στο νου της την όψη και τη μορφή του μαντατοφόρου όσο πιο καλά μπορούσε, άρθρωσε τα λόγια για ένα Ξόρκι Ανιχνεύσεως. Όπως το περίμενε, ο άντρας δεν ήταν προστατευμένος από κάποιο Ξόρκι Προκαλύψεως· αμέσως τον εντόπισε, και είδε μια κόκκινη κουκίδα να παρουσιάζεται επάνω στην κενή οθόνη του ρολογιού της: μια κουκίδα η οποία της έδειχνε τη θέση και την κατεύθυνσή του.

Η Σανκάρλι’μορ είχε ήδη φορέσει τις μπότες της, για καλό και για κακό, από προτού του ανοίξει την πόρτα· τώρα, έπιασε την κάπα της από την κρεμάστρα, τη φόρεσε, σήκωσε την κουκούλα στο κεφάλι, και βγήκε απ’το διαμέρισμα, πηγαίνοντας στον ανελκυστήρα και πατώντας το κουμπί που τον καλούσε.

Το ρολόι της έδειχνε πως ο μαντατοφόρος απομακρυνόταν από την πολυκατοικία.

*

Ο Άσλατμιρ και η Σέρυ είχαν κατεβεί από το διαμέρισμά τους και κρύβονταν σ’ένα σκοτεινό δρομάκι απέναντι από την πολυκατοικία της Σανκάρλι’μορ. Διότι ο Άσλατμιρ είχε πει ότι τώρα η μάγισσα μπορεί να έβγαινε μαζί μ’αυτόν που είχε χτυπήσει το κουδούνι της· ή ίσως εκείνος να έβγαινε μόνος του κι ακολουθώντας τον να μάθαιναν κάτι για τη Σανκάρλι’μορ. Το να ξέρεις αυτούς που συναναστρέφεται κάποιος σημαίνει ότι ξέρεις κάτι για τον ίδιο.

Η εξώθυρα της πολυκατοικίας άνοιξε κι ένας κουκουλοφόρος άντρας βγήκε. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν αυτός που είχε χτυπήσει το κουδούνι της μάγισσας. Δυστυχώς ήταν μόνος του – εκείνη δεν ήταν μαζί του – αλλά ο Άσλατμιρ δεν είχε και κανένα καλύτερο μονοπάτι για ν’ακολουθήσει πέρα από αυτό που δημιουργούσε ο μυστηριώδης άντρας πίσω του. Κάνοντας νόημα στη Σέρυ να έρθει, ξεκίνησε να τον κατασκοπεύει από απόσταση ασφαλείας.

Όταν ο Άσλατμιρ και η Σέρυ είχαν εξαφανιστεί από τον δρόμο, στρίβοντας στο σημείο όπου είχε στρίψει και ο Χάραλκιρ, η Σανκάρλι’μορ βγήκε από την πολυκατοικία. Και κοιτάζοντας το ρολόι της, ενώ εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το Ξόρκι Ανιχνεύσεως με το μυαλό της, είδε προς τα πού πήγαινε η κόκκινη κουκίδα. Την ακολούθησε, γρήγορα· όμως είχε το νου της να μην κάνει θόρυβο, γιατί, όποιος κι αν ήταν ο μυστηριώδης μαντατοφόρος, η μάγισσα δεν ήθελε να την καταλάβει.

Σε μια γωνία έστριψε, μπαίνοντας σ’ένα σοκάκι όλο σκουπίδια. Κάτι άνοιξε τα μάτια του μέσα απ’το σκοτάδι και την ατένισε προς στιγμή· ύστερα, τα έκλεισε πάλι. Η Σανκάρλι’μορ δεν σταμάτησε καθόλου να βαδίζει, ούτε να χρησιμοποιεί τη μαγεία της· και ήταν έτοιμη, αν χρειαζόταν, να τραβήξει το πιστόλι που είχε περασμένο στην πίσω μεριά του παντελονιού της, κάτω απ’τη δερμάτινη μπλούζα της.

Μετά από λίγο, είδε δύο σκιερές φιγούρες αντίκρυ της οι οποίες… τι κάνουν; αναρωτήθηκε, σταματώντας απότομα. Κοίταξε την κόκκινη κουκίδα που καθρεπτιζόταν επάνω στην κενή οθόνη του ρολογιού της· κανένας από τούτους δεν ήταν ο μυστηριώδης μαντατοφόρος: αυτός ήταν πιο μπροστά. Ποιοι είναι; σκέφτηκε η Σανκάρλι’μορ καθώς τους ακολουθούσε. Και γιατί παρακολουθούν τον μαντατοφόρο;

Ο Άσλατμιρ και η Σέρυ, έχοντας την προσοχή τους στραμμένη στον άγνωστο που είχε χτυπήσει το κουδούνι της μάγισσας, δεν είχαν καταλάβει ότι κάποιος ερχόταν πίσω τους. Άλλωστε, δεν περίμεναν πως κανένας θα τους κατασκόπευε. Αντιθέτως, ο Χάραλκιρ περίμενε ότι ίσως κάτι τέτοιο να συνέβαινε, και ήταν αρκετά οξυδερκής και καλά εκπαιδευμένος ως κατάσκοπος για να αντιληφτεί, πολύ σύντομα, ότι δύο σκιερές φιγούρες τον είχαν πάρει στο κατόπι.

Πράκτορες του Αρχισυγκλητικού, μάλλον. Γαμώ τις Λάμιες! Δεν έπρεπε να τους οδηγήσει στο σπίτι του, δεν ήθελε να μάθουν ποιος ήταν.

Προσπάθησε να τους κάνει να τον χάσουν, μέσα στα σοκάκια της Κεντρικής Αγοράς της Κάρνατεβ, πολλά από τα οποία ήταν τελείως σκοτεινά, χωρίς καθόλου λάμπες να τα φωτίζουν.

Ο Άσλατμιρ, σε λίγο, κατάλαβε τι επιχειρούσε να πετύχει ο μυστηριώδης άγνωστος. Το αντιλήφτηκε ότι τον παρακολουθούμε, και θέλει να μας ξεφύγει. Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση για τους κύκλους που έκανε, ούτε για το γεγονός ότι περνούσε από τόσο σκοτεινά και επικίνδυνα μέρη της αγοράς. Η Κάρνατεβ μπορεί να ήταν μια από τις πιο ευνομούμενες πόλεις της Φεηνάρκια, όμως ήταν γνωστό πως κλέφτες τριγύριζαν στα απόμερα σημεία της, πρόθυμοι να σε μαχαιρώσουν για μισό κύμα. Ούτε καν για μισό ευγενές.

Επίσης, όμως, ο Άσλατμιρ είχε καταλάβει και κάτι άλλο: Κάποιος παρακολουθεί κι εμάς. Ήταν, αναμφίβολα, λιγάκι ερασιτέχνης ως κατάσκοπος – γι’αυτό και ο Άσλατμιρ τον είχε πάρει είδηση – και πρέπει παραλίγο να τους είχε χάσει στα μέρη όπου τους οδηγούσε όλους ο άντρας που είχε χτυπήσει το κουδούνι της μάγισσας· όμως, τελικά, δεν τους είχε χάσει. Ακόμα βρίσκεται στο κατόπι μας, το καθίκι! παρατήρησε ο Άσλατμιρ ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά πάνω απ’τον ώμο του.

Είχε ήδη προειδοποιήσει τη Σέρυ ότι κάποιος τούς ακολουθούσε, αλλά επίσης της είχε τονίσει να μην κάνει τίποτα ακόμα. «Θα σου πω εγώ πότε,» της είχε πει. «Για την ώρα, παρίστανε πως δεν έχεις καταλάβει το παραμικρό»· κι εκείνη δεν είχε φέρει αντίρρηση.

Ο Χάραλκιρ, κοιτάζοντας γι’ακόμα μια φορά πίσω του, είδε πάλι τις δύο σκοτεινές φιγούρες να έρχονται. Οι δαιμονισμένοι! Επιμένουν! Πρέπει να είχαν μια κάποια εμπειρία ως κατάσκοποι. Ο Χάραλκιρ αποφάσισε να κάνει κάτι ριψοκίνδυνο, αφού δεν γινόταν αλλιώς. Γι’αυτό, άλλωστε, είχε έρθει από εδώ…

Βρίσκονταν σε μια από τις χειρότερες περιοχές της Κεντρικής Αγοράς, τώρα, στα ανατολικά της: μια γειτονιά όλο σιδερικά, σιδεράδικα, και διάφορες σαβούρες. Τα καταστήματα ήταν κλειστά, αλλά διάφοροι ύποπτοι τύποι φαίνονταν κουλουριασμένοι σε γωνίες ή κάτω από τις αψίδες πορτών.

Ο Άσλατμιρ είπε στη Σέρυ: «Τώρα. Βγάλε απ’τη μέση τον πίσω μας – χωρίς θόρυβο.»

Η Σέρυ ήξερε τι να κάνει· ήταν κάποτε ληστής, άλλωστε, και πριν από ληστής ήταν πολεμίστρια της Παντοκράτειρας – και στις δύο περιπτώσεις υπό την αρχηγεία της Σαρντίκα-Νοθ. Καθώς εκείνη κι ο Άσλατμιρ, ακολουθώντας τον μυστηριώδη άγνωστο, έστριψαν σε μια γωνία, η Σέρυ έμεινε πίσω, κολλώντας την πλάτη της στον παλιό πέτρινο τοίχο που ήταν μουσκεμένος από την υγρασία της νύχτας. Πατώντας έναν διακόπτη επάνω στο πιστόλι της, έκανε μια λεπίδα να ξεπροβάλει κάτω από την κάννη του.

Και περίμενε, ακούγοντας αυτόν που τους παρακολουθούσε να έρχεται, ενώ ο Άσλατμιρ συνέχιζε ν’ακολουθεί τον άλλο.

Η Σανκάρλι’μορ, όμως, δεν έκανε πολλή φασαρία· βάδιζε προσεχτικά· και τώρα, που θα έστριβε σε γωνία, ήταν περισσότερο προσεχτική. Μπορεί να μην ήταν εκπαιδευμένη ως κατάσκοπος, μα ούτε τελείως άσχετη ήταν. Είχε αναγκαστεί ν’αποκτήσει μια κάποια εκπαίδευση – ειδικά ύστερα απ’όσα είχαν συμβεί τελευταία στη ζωή της.

Έτσι, είτε επειδή η μάγισσα ήταν τυχερή είτε επειδή ήταν αρκετά επιδέξια, η Σέρυ δεν υπολόγισε σωστά την απόστασή της από τη γωνία. Πετάχτηκε από την κρυψώνα της μια στιγμή πιο νωρίς, και η Σανκάρλι είχε χρόνο να τιναχτεί πίσω αποφεύγοντας τη λεπίδα της επίδοξου δολοφόνου της.

Τρομαγμένη αλλά πανέτοιμη, έπιασε τη λαβή του πιστολιού που ήταν περασμένο στην πίσω μεριά του παντελονιού της.

Η Σέρυ καταράστηκε μέσα από τα δόντια της και όρμησε ξανά στον στόχο της, που τώρα μπορούσε να διακρίνει πως πρέπει να ήταν γυναίκα. Η Σανκάρλι τινάχτηκε πίσω γι’ακόμα μια φορά, μην έχοντας προλάβει να τραβήξει το πιστόλι της, και η λεπίδα της Σέρυ τη χτύπησε στα δεξιά πλευρά σχίζοντας τη δερμάτινη μπλούζα της και τινάζοντας αίμα. Το χτύπημα, όμως, ήταν στην άκρη του σώματος της μάγισσας, και η λεπίδα δεν καρφώθηκε επάνω της· πέρασε από δίπλα, αν και αιματοβαμμένη.

Για μια στιγμή η Σέρυ έχασε την ισορροπία της, αλλά ήταν έτοιμη να το στρέψει αυτό προς όφελός της γυρίζοντας και χτυπώντ–

Η Σανκάρλι’μορ τη σημάδεψε με το πιστόλι της και πάτησε τη σκανδάλη. Μια ενεργειακή ριπή τινάχτηκε από την κάννη, φωτίζοντας στιγμιαία το σοκάκι με τα παλιοσίδερα σαν αστραπή. (Η μάγισσα είχε το όπλο της ρυθμισμένο στην αναισθητοποίηση, και η μπαταρία του ήταν αρκετή για τέσσερις τέτοιες ριπές – ένα πολύ καλοφτιαγμένο κύκλωμα, κατασκευασμένο από την ίδια, με κόπο.)

Η Σέρυ χτυπήθηκε στο στήθος κι ολόκληρο το σώμα της τραντάχτηκε. Έβγαλε μια κραυγή, καθώς τα δάχτυλά της μούδιαζαν και το λογχοφόρο πιστόλι τής έπεφτε. Παραπάτησε και έπεσε κι η ίδια, βλέποντας όλο τον κόσμο να στροβιλίζεται γύρω της, φώτα να την περιστοιχίζουν, κι ένα πυκνό, αδιαπέραστο σκοτάδι να έρχεται να την τυλίξει…

Ο Άσλατμιρ όταν άκουσε την κραυγή της (και ήταν βέβαιος πως ήταν η κραυγή της Σέρυ· ήξερε τη φωνή της καλά) βρισκόταν κάμποσες δεκάδες μέτρα απόσταση από τη γωνία όπου εκείνη είχε στήσει καρτέρι στον κατάσκοπο που ερχόταν πίσω τους, κι έβλεπε αντίκρυ του τον άντρα που είχε χτυπήσει το κουδούνι της μάγισσας ν’ανεβαίνει σε μια σιδερένια σκάλα σαν αίλουρος, στο πλάι μιας πολυκατοικίας: και από εκεί να πατά σε μια πέτρινη προεξοχή η οποία ήταν καταφανώς επικίνδυνη, αρχίζοντας να βαδίζει επάνω της με επιδεξιότητα.

Γαμώ τις Λάμιες, γαμώ! σκέφτηκε ο Άσλατμιρ, καταλαβαίνοντας ότι τώρα τον είχαν χάσει: αποκλείεται να τον προλάβαιναν. Και δε μπορώ ν’αφήσω τη Σέρυ. Έτρεξε πίσω, με το πιστόλι του έτοιμο.

Όταν έφτασε στο σοκάκι πριν από τη γωνία είδε μια μορφή πεσμένη στο έδαφος κι ένα πιστόλι με λεπίδα δίπλα της. Η Σέρυ!

Ο Άσλατμιρ κοίταξε ολόγυρα, βαστώντας το πιστόλι του με τα δύο χεριά, προτεταμένο. Ο διώκτης τους δεν φαινόταν πουθενά. Ούτε κανένας άλλος ήταν στο σοκάκι.

Γονάτισε πλάι στη Σέρυ, έχοντας ακόμα τ’αφτιά του τσιτωμένα και κοιτάζοντας με τις άκριες των ματιών του μήπως κανένας τον ζύγωνε. Η Σέρυ δεν πρέπει να ήταν νεκρή· το φεγγαρόφωτο δεν φώτιζε αίμα επάνω της. Ήταν, όμως, λιπόθυμη.

Ο Άσλατμιρ την ταρακούνησε, από τον ώμο, με το ένα χέρι. «Σέρυ!» είπε έντονα αλλά σιγανά. «Σέρυ!»

Τα μάτια της άνοιξαν, γυαλίζοντας άγρια. Μετά φάνηκε να ηρεμεί. «Άσλατμιρ…» έκρωξε καθώς ανασηκωνόταν κι έπιανε το κεφάλι της μουγκρίζοντας. «Ωωωω…»

«Τι έγινε;»

«Δεν την είδες;»

«Γυναίκα ήταν;»

Η Σέρυ άνοιξε τα κουμπιά του πουκαμίσου της (που ήταν καψαλισμένο στη μπροστινή μεριά, πρόσεξε τώρα ο Άσλατμιρ). Επάνω στο δεξί της στήθος υπήρχε ένα έγκαυμα, σαν κάποιος να είχε σβήσει τσιγάρο εκεί. «Η σκρόφα…» γρύλισε η Σέρυ τρίζοντας τα δόντια.

«Με τι σε χτύπησε; Ενεργειακό όπλο;»

«Ναι. Και ξέρεις ποια ήταν; Ο στόχος μας, νομίζω.»

«…Ο στόχος μας;»

«Η μάγισσα.»

«Αδύνατον! Πώς…; Πώς να…;»

«Δε μπόρεσα να δω καλά το πρόσωπό της – φορούσε κουκούλα όπως εμείς – αλλά, καθώς προσπαθούσα να την καρφώσω, την κοίταξα από κοντά και… αυτή πρέπει να ήταν, Άσλατμιρ. Λευκό δέρμα σαν το δικό μου, κοντά μαύρα μαλλιά.»

«Δεν είναι δυνατόν…» μουρμούρισε εκείνος.

«Μη λες ανοησίες. Ποια άλλη να ήταν;» Η Σέρυ πήρε το πιστόλι της από κάτω και προσπάθησε να σηκωθεί όρθια.

Ο Άσλατμιρ τη βοήθησε γιατί παραπατούσε. «Πάμε να φύγουμε,» είπε.

«Αυτός που παρακολουθούσαμε;»

«Τον έχασα, φυσικά. Και τώρα δεν πρόκειται να τον ξαναβρούμε.»

*

Η Σανκάρλι’μορ, αφού είχε αδρανοποιήσει την κατάσκοπο (που μάλλον δούλευε για τον Αρχισυγκλητικό), δεν είχε επιστρέψει προς την πολυκατοικία της. Συνειδητοποιώντας πως το τραύμα της δεν ήταν παρά επιφανειακό, είχε συνεχίσει ν’ακολουθεί τον μαντατοφόρο, αλλά από άλλο δρόμο. Εξάλλου, δεν χρειαζόταν να βρίσκεται και πολύ κοντά του για να τον εντοπίζει. Το Ξόρκι Ανιχνεύσεως είχε εμβέλεια που δεν περιοριζόταν από την όραση της μάγισσας. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι έπρεπε να το ξαναϋφάνει, φέρνοντας πάλι τη μορφή του μαντατοφόρου στο μυαλό της, γιατί καθώς προσπαθούσε να επιβιώσει από την επίθεση της κατασκόπου δεν διατηρούσε συγχρόνως και το ξόρκι ενεργό· είχε χαθεί τελείως από το μυαλό της. Σε περιπτώσεις άμεσου κινδύνου ήταν πάντοτε πολύ δύσκολο να κάνεις ή να διατηρείς ξόρκια.

Χωρίς να βιάζεται ιδιαίτερα αλλά ούτε και να καθυστερεί, η Σανκάρλι’μορ ακολούθησε την κουκίδα που είχε εμφανιστεί ξανά επάνω στην κενή οθόνη του ρολογιού της. Πέρασε από κάμποσους δρόμους της Κεντρικής Αγοράς και βρέθηκε έξω απ’αυτήν, προς τα βορειοανατολικά. Στην Οδό του Γέροντα, που ξεκινούσε από την Πύλη του Ποταμού κι έφτανε ώς τη Μεγάλη Λεωφόρο, είδε τον μαντατοφόρο αντίκρυ της, να κάνει νόημα σ’έναν αμαξά.

Όχι επάνω σε τροχούς! σκέφτηκε η Σανκάρλι, φοβούμενη ότι έτσι θα τον έχανε.

Ο αμαξάς δεν σταμάτησε. Είχε μέσα στην άμαξά του άλλους πελάτες που μάλλον δεν ήθελαν παρέα.

Ευτυχώς.

Ο μαντατοφόρος κοίταξε και προς τις δυο μεριές του δρόμου, αναζητώντας ίσως κανένα άλλο μεταφορικό μέσο. Οι αμαξάδες, όμως, που τριγύριζαν τις νύχτες στην πόλη δεν ήταν πολλοί, και τώρα, στην Οδό του Γέροντα, δεν φαινόταν κανένας. Ο μαντατοφόρος δεν κάθισε να περιμένει· περνώντας στην απέναντι μεριά, συνέχισε βόρεια.

Και η Σανκάρλι’μορ τον ακολούθησε, κοιτάζοντας τις κινήσεις του μέσα στην κενή οθόνη του ρολογιού της. Πηγαίνουμε προς την Αρένα, παρατήρησε μετά από κάποια ώρα. Τα πόδια της την πονούσαν πια, παρότι τελευταία είχε συνηθίσει το βάδισμα αποφεύγοντας να παίρνει το άλογό της από τον στάβλο. Πρέπει, συνολικά, να είχε περπατήσει απόψε γύρω στα δέκα χιλιόμετρα, νόμιζε, μ’όλες εκείνες τις περίεργες μανούβρες που είχαν κάνει μέσα στα σοκάκια της Κεντρικής Αγοράς – κι ευτυχώς που δεν μου επιτέθηκε κανένας κλέφτης εκεί πέρα. Μάλλον κινούμασταν όλοι πολύ γρήγορα για να μας στήσουν καρτέρι.

Η κόκκινη κουκίδα επάνω στο ρολόι της έπαψε να μετακινείται. Ο μαντατοφόρος είχε φτάσει στον προορισμό του. Στο σπίτι του, ίσως. Η Σανκάρλι πλησίασε προσεχτικά, και είδε πως το Ξόρκι Ανιχνεύσεως την οδηγούσε μπροστά σε μια παλιά πολυκατοικία, πολύ χειρότερη από τη δική της. Κι αν δεν κάνω λάθος, ο άνθρωπός μου πρέπει νάναι κάπου στο ισόγειο ή, το πολύ, στον πρώτο όροφο. Δε μπορούσε να ξέρει με περισσότερη ακρίβεια εκτός αν έμπαινε στην πολυκατοικία. Κι αυτό δεν σκόπευε να το κάνει.

Θα την είχε υπόψη της, όμως. Διότι, όποιος κι αν ήταν αυτός ο μυστηριώδης μαντατοφόρος, είχε προφανώς επαφές με τον Αβέρναλ, ή τουλάχιστον επαφές με κάποιον άλλο που είχε επαφές με τον Αβέρναλ.

Η Σανκάρλι ανησυχούσε τόσο γι’αυτόν τον ανόητο δημοσιογράφο!

*

Φεύγοντας από την παλιά πολυκατοικία όπου είχε εξαφανιστεί ο μαντατοφόρος, δεν επέστρεψε αμέσως στο σπίτι της γιατί φοβόταν τους κατασκόπους που τον κυνηγούσαν και που της είχαν επιτεθεί. Δε νόμιζε πως την είχαν αναγνωρίσει, βέβαια – ήταν πολύ σκοτεινά – αλλά, και πάλι, δεν μπορούσε να φανεί απρόσεχτη. Αυτό το κάθαρμα ο Αρχισυγκλητικός Βέργκεδελ ήταν σίγουρη πως την παρακολουθούσε, πως υποψιαζόταν, ίσως, τι έκανε η Σανκάρλι… Αν και δεν μπορεί να ξέρει ακριβώς. Αν ήξερε θα είχε στείλει τη Φρουρά να με συλλάβει. Ή τους πληρωμένους μπράβους του, τους Επιφανείς Κρανοφόρους.

Η Σανκάρλι, έχοντας τυλίξει σφιχτά τη μπλούζα της επάνω στα επιφανειακά τραυματισμένα πλευρά της, πήγε σε μια πλατεία και κάθισε εξουθενωμένη σ’ένα παγκάκι. Έβγαλε την επιστολή του Αβέρναλ από την τσέπη της και, στο φως της ενεργειακής λάμπας που κρεμόταν από έναν στύλο παραδίπλα, έσπασε τη σφραγίδα. Άνοιξε το μήνυμα και το διάβασε.

Αναστέναξε.

Τουλάχιστον, είναι καλά, σκέφτηκε.

Μέχρι στιγμής.

Μπορεί, άραγε, να ήταν αλήθεια αυτό που της είχε γράψει; Ότι ο Αρχισυγκλητικός θα έβαζε τους Θηριόπνευστους Αδελφούς να τον κυνηγήσουν; Θεοί! Η Σανκάρλι νόμιζε ότι αυτοί δεν ήταν παρά ένας μύθος. Ιστορίες για να τρομάζουν τους ανθρώπους.

Μακάρι να μπορούσα να τον βοηθήσω…

*

Όταν ξημέρωσε, η Σανκάρλι πήγε στην Κεντρική Αγορά της Κάρνατεβ κι αγόρασε μια καινούργια κάπα από ένα κατάστημα που δεν είχε ξαναεπισκεφτεί ποτέ της. Πέταξε την παλιά της κάπα στα σκουπίδια, φόρεσε την καινούργια, σήκωσε την κουκούλα στο κεφάλι, κι επέστρεψε στο σπίτι της.

Ο Άσλατμιρ, που κοίταζε από το παράθυρο του νοικιασμένου διαμερίσματός του, άυπνος όλη νύχτα, είδε κάποιον, ή κάποια, να μπαίνει στην αντικρινή πολυκατοικία αλλά δεν είχε κανέναν τρόπο να καταλάβει ότι αυτή ήταν η γυναίκα που τον είχαν πληρώσει για να δολοφονήσει. Άλλωστε, δεν ήταν η μόνη που είχε μπει ή βγει από την πολυκατοικία ώς τώρα.

Η Σέρυ κοιμόταν, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, εξουθενωμένη από το ενεργειακό χτύπημα του πιστολιού της μάγισσας.

Ο Άσλατμιρ σκεφτόταν: Αναρωτιέμαι τι συμπέρασμα να έβγαλε η Σανκάρλι’μορ – αν όντως ήταν αυτή που μας παρακολουθούσε. Αναρωτιέμαι, μάλιστα, αν παρακολουθούσε εμάς ή εκείνον που εμείς παρακολουθούσαμε. Και μάλλον εκείνον παρακολουθούσε· πώς να ξέρει το οτιδήποτε για εμένα και τη Σέρυ; Πόσω μάλλον ότι είχαμε βγει εκείνη την ώρα για να κατασκοπεύσουμε. Αδύνατον, ακόμα και για μια μάγισσα του τάγματος των Τεχνομαθών! Επομένως, όποιος κι αν ήταν αυτός που είχε χτυπήσει το κουδούνι της, πρέπει να ήταν κάποιος που κι η ίδια δεν εμπιστευόταν απόλυτα. Αλλιώς, γιατί να ήθελε να τον παρακολουθήσει;

Το πράγμα έχει αρχίσει να μπλέκεται… Θα ζητήσω, μου φαίνεται, περισσότερα λεφτά από τον Εύβουλο.

Κεφάλαιο Δέκατο-Τέταρτο
Τραυματίες· Ένα Φυλακισμένο Πνεύμα· η Έρικα Σάλκερκοφ Επιστρέφει

Ο Ρουάμης’νιρ είχε όλη του την προσοχή εστιασμένη στη Νιρκέκα καθώς υποτονθόρυζε λόγια στη γλώσσα της μαγείας. Η χρυσόδερμη πολεμίστρια ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα μιας αίθουσας που δεν είχε κατακρεουργηθεί από την επίθεση των Θηριόπνευστων Αδελφών, και μια θεραπεύτρια, έχοντας αφαιρέσει την πανοπλία της Νιρκέκα με τη βοήθεια του Ζαώρδιλ, έδενε τώρα το τραύμα στα πλευρά της.

«Τι είναι, μάγε;» ρώτησε ο Σκοτωμένος. «Τι βλέπεις;»

Ο Ρουάμης’νιρ δεν του μίλησε, εξακολουθώντας να είναι εστιασμένος στη δουλειά του, κι αυτό ο Ζαώρδιλ το θεώρησε κακό σημάδι. Τελικά, όμως, ο Βιοσκόπος είπε: «Δεν κινδυνεύει, αρχηγέ. Απλώς έχει χάσει κάμποσο αίμα, γι’αυτό λιποθύμησε. Ξεκούραση χρειάζεται, και φαγητό.»

Τα λόγια τούτα καθησύχασαν τον Ζαώρδιλ, και τον έκαναν να στρέψει το βλέμμα του στους υπόλοιπους τραυματίες που ήταν συγκεντρωμένοι μέσα στην αίθουσα. Όλοι τους Ζωντανοί-Νεκροί: τους χτυπημένους παλατιανούς φρουρούς τούς είχαν μεταφέρει αλλού. Οι υπηρέτες του παλατιού, όμως, είχαν έρθει για να βοηθήσουν τους μισθοφόρους όπως μπορούσαν, καθώς επίσης και οι παλατιανοί θεραπευτές και η Βασιλική Αρχίατρος: μια τροφαντή γυναίκα με πορφυρό δέρμα και φουντωτά, σγουρά, μαύρα μαλλιά. Ο Ζαώρδιλ την έβλεπε τώρα να μιλά στον Κερκ, ο οποίος είχε μόλις ξυπνήσει ύστερα από την απώλεια του δεξιού του ποδιού. Το ακρωτηριασμένο μέλος ήταν τυλιγμένο με επιδέσμους, και η όψη του πρώην Παντοκρατορικού πολεμιστή άγρια.

Ο Ζαώρδιλ τον πλησίασε – αυτόν και την Αρχίατρο, η οποία ονομαζόταν Ηξράνι. «Πώς είναι, γιατρέ;» ρώτησε.

«Δεν έχουμε αιμορραγία,» αποκρίθηκε εκείνη, «επομένως θα αναρρώσει. Του έχω δώσει ήδη κάτι για τη μόλυνση, αλλά μία δόση δεν φτάνει· πρέπει να μασά ένα από αυτά τα φύλλα δύο φορές την ημέρα, για τρεις, τέσσερις ημέρες.» Έδειξε ένα φακελάκι που είχε αφήσει επάνω στο στήθος του Κερκ. «Μέχρι στιγμής, βέβαια, κανένα σημάδι μόλυνσης δεν φαίνεται να υπάρχει, οπότε καλά είμαστε. Κι αν με χρειαστείτε για κάτι άλλο, με φωνάζετε κι έρχομαι αμέσως.»

«Σ’ευχαριστούμε, γιατρέ,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ.

Η Αρχίατρος Ηξράνι ένευσε και έφυγε, πηγαίνοντας προς άλλους τραυματίες.

Η μούρη του Κερκ εξακολουθούσε να είναι άγρια. «Πες μου ότι πρέπει να φύγω από τους Ζωντανούς-Νεκρούς και θ’αυτοκτονήσω, Σκοτωμένε.»

«Τι μαλακίες είν’ αυτές που ακούω;» είπε ο Ζαώρδιλ αρχίζοντας να στρίβει τσιγάρο. «Οι Ζωντανοί-Νεκροί είναι οικογένεια· δεν διώχνουμε κανέναν, εκτός αν υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος.»

«Καταλαβαίνεις τι εννοώ, Σκοτωμένε,» επέμεινε ο Κερκ. «Δεν πρόκειται να σας είμαι βάρος – δεν θέλω να σας είμαι βάρος. Εσείς να πολεμάτε κι εγώ να κάθομαι και να μην κάνω τίποτα ή να–»

«Σκασμός,» μούγκρισε ο Ζαώρδιλ καλοπροαίρετα. «Δε μπορείς να σηκώσεις τουφέκι; Δε μπορείς να σημαδέψεις όπως παλιά;»

«Το πόδι μου έχασα, όχι τα μάτια ή τα χέρια μου.»

«Επομένως,» του είπε ο Ζαώρδιλ δίνοντάς του το τσιγάρο που είχε μόλις στρίψει, «μας είσαι χρήσιμος ακόμα. Όποιος μπορεί να σηκώσει όπλο και να σημαδέψει τόσο καλά όσο εσύ δεν αποτελεί ‘βάρος’ για τους Ζωντανούς-Νεκρούς.» Και, καθώς ο Κερκ έβαζε το τσιγάρο στο στόμα του, ο Σκοτωμένος τού το άναψε με τον ενεργειακό του αναπτήρα.

«Θα το πάρω είδηση αν αρχίσεις να μου φέρεσαι διαφορετικά,» τον προειδοποίησε ο παλαίμαχος.

Ο Ζαώρδιλ άρχισε να στρίβει άλλο ένα τσιγάρο. «Ένα σού λέω μονάχα: μην περιμένεις να σε βάλω με κάποιους που πρέπει να τρέξουν χωρίς να καβαλούν ζώα ή νάναι πάνω σε οχήματα.»

Ο Κερκ δεν μίλησε, καπνίζοντας.

«Εσύ θα έβαζες τον εαυτό σου να τρέξει;» τον προκάλεσε ο Ζαώρδιλ, επικαλούμενος τη στρατηγική λογική του.

«Μάλλον όχι,» παραδέχτηκε ο Κερκ. Και πρόσθεσε, ύστερα από μια στιγμή σιωπής: «Το αισθάνομαι ακόμα, ξέρεις, αρχηγέ,» δείχνοντας το κομμένο πόδι του με το χέρι που κρατούσε το τσιγάρο. «Είναι σα να υπάρχει. Τόχα ακούσει παλιά, ότι αυτοί που έχουν χάσει κάποιο μέλος συνεχίζουν να το νιώθουν, αλλά μου φαινόταν περίεργο. Είν’ αλήθεια, όμως.»

Ο Νικηφόρος πλησίασε καθώς ο Ζαώρδιλ άναβε το τσιγάρο που είχε στρίψει. Τα όχι και τόσο σοβαρά τραύματα του Κολπατζή ήταν επιδεμένα. «Αυτή η Βασιλική Αρχίατρος επιδεικνύει πολύ αντιεπαγγελματική συμπεριφορά, Σκοτωμένε…»

Ο Ζαώρδιλ συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς;»

«Είχε έρθει να κοιτάξει – δήθεν, ίσως – το τραύμα μου αυτό» – ο Νικηφόρος έδειξε τον δεξή μηρό του – «και, μα τις Λάμιες, σου ορκίζομαι πως μου έπιασε τα κωλομέρια και το χέρι της ήταν πρόστυχο.»

«Ε, άντε γαμήσου, ρε μαλάκα,» είπε ο Ζαώρδιλ, ενώ ο Κερκ γελούσε σα χαζός.

«Γελάτε, ε;» είπε ο Νικηφόρος μειδιώντας. «Εγώ τη φοβάμαι.»

«Θα σε παρακολουθούμε για να μη σε βιάσει,» του υποσχέθηκε ο Σκοτωμένος φυσώντας καπνό απ’τα ρουθούνια.

«Βλέπεις γιατί γίνονται τόσα έκτροπα;» είπε ο Νικηφόρος στον Κερκ που εξακολουθούσε να γελά. «Επειδή ο αρχηγός μας ποτέ δεν μου δίνει την πρέπουσα σημασία!»

«Η Νιρκέκα είναι καλά,» τον πληροφόρησε ο Ζαώρδιλ, αλλάζοντας απότομα το θέμα.

Ο Νικηφόρος σοβάρεψε. «Το ξέρω. Ρώτησα τον Βιοσκόπο μόλις τον είδα να φεύγει από κει. Αλλά, εξαρχής, δε νόμιζα ότι ήταν κάτι που έπρεπε να μας τρομάξει.»

Ο Ζαώρδιλ, όμως, ήταν σίγουρος πως είχε δει ανησυχία στην όψη του Κολπατζή όταν η Νιρκέκα είχε πέσει. Κι οι δυο τους την αγαπούσαν σαν αδελφή, παρότι δεν ήταν από τους πρώην Παντοκρατορικούς που απάρτιζαν κάποτε τον λόχο του Ζαώρδιλ Νυκτόκορμου. Χρόνια βρισκόταν στο πλευρό τους η χρυσόδερμη Φεηνάρκια. Και ο Νικηφόρος ερωτοτροπούσε συχνά μαζί της – συχνότερα τελευταία, απ’ό,τι παλιά. Τώρα που ο Έλφοντελ είχε σκοτωθεί, η Νιρκέκα ήταν η πιο σταθερή του σχέση – ό,τι κι αν μπορούσε να σημαίνει αυτό για τον Νικηφόρο τον Κολπατζή, που οι φήμες έλεγαν πως, κάποτε, ακόμα και με δαίμονα είχε συνευρεθεί.

Ο Ζαώρδιλ άκουσε κάποιους καινούργιους να μπαίνουν στην αίθουσα και, γυρίζοντας, ατένισε τον Βασιληά Ράνελμον, τον Αρχιφρουρό Αλκάμελ, και τον Αβέρναλ τον δημοσιογράφο να έχουν μόλις περάσει το κατώφλι της μεγάλης εισόδου και να βαδίζουν αργά, κοιτάζοντας ολόγυρα, τους τραυματίες. Το βλέμμα του Βασιληά φανέρωνε λύπη και ανησυχία, νόμιζε ο Ζαώρδιλ: πράγμα που έδειχνε έναν καλό μονάρχη ο οποίος νοιαζόταν για εκείνους που τον υπηρετούσαν. Το βλέμμα του Αρχιφρουρού ήταν πιο αδιάφορο· δεν ήξερε τους Ζωντανούς-Νεκρούς και τόσο καλά, και δεν ήταν δικοί του πολεμιστές, άρα ούτε δική του ευθύνη. Έτσι νόμιζε ο Ζαώρδιλ πως έβλεπε ο Αλκάμελ την κατάσταση.

Ο Αβέρναλ κοίταζε τους τραυματίες τελείως διαφορετικά και από τον Βασιληά και από τον Αρχιφρουρό: το βλέμμα του ήταν, αναμφίβολα, δημοσιογραφικό. Ελπίζω να μη μας βρούμε γραμμένους σε καμια εφημερίδα, αύριο μεθαύριο, σκέφτηκε ο Ζαώρδιλ.

«Μεγαλειότατε…» είπε, καθώς ο Βασιληάς κι οι άλλοι δύο άντρες έρχονταν κοντά σ’εκείνον, τον Κολπατζή, και τον Κερκ.

«Ζαώρδιλ,» είπε ο Ράνελμον, που πλέον του μιλούσε στον ενικό, «σου είμαι υποχρεωμένος για ό,τι έκανες.»

«Μακάρι να μπορούσα να είχα κάνει περισσότερα, Μεγαλειότατε. Πολλοί σκοτώθηκαν – και δικοί μου και δικοί σας.»

Ο Ράνελμον ένευσε, θλιμμένα. «Ο εχθρός ήταν…» Κόμπιασε, μην ξέροντας τι χαρακτηρισμό να δώσει.

«Σαν δαίμονες ήταν,» τον βοήθησε ο Ζαώρδιλ. «Και η μάγισσα μού λέει πως έχουν, όντως, δαιμονικά πνεύματα μέσα τους. Έχει πάει να βρει τον Αρχιμάγο σας τώρα, για να συζητήσουν γι’αυτούς.»

Ο Ράνελμον ένευσε ξανά. «Το ξέρω· ο Ζίντεραμ με ενημέρωσε. Έχει πιάσει ένα, μάλιστα.»

«Τι ένα;»

«Ένα απ’αυτά τα πνεύματα. Το παγίδεψε η θεά του, όταν οι φρουροί στον όροφο της οικογένειάς μου αντιμετώπιζαν τους Θηριόπνευστους Αδελφούς μαζί με τη Φαίδρα’λι και τον θεό της.»

«Δε μου το είπε αυτό η Φαίδρα,» παραδέχτηκε ο Ζαώρδιλ. «Πιστεύουν ότι θα έχει καμια χρησιμότητα για να αντιμετωπίσουμε μελλοντικές επιθέσεις;»

Ο Βασιληάς δεν απάντησε· ρώτησε: «Νομίζεις ότι θα μας ξαναεπιτεθούν;»

«Κανονικά, δεν θα έπρεπε. Ύστερα από τέτοια πανωλεθρία… δεν θα έπρεπε. Όμως άλλα λένε οι φήμες γι’αυτούς.»

«Και σίγουρα δεν μπορούμε να χαλαρώσουμε την άμυνά μας τώρα,» τόνισε ο Αρχιφρουρός Αλκάμελ.

«Σίγουρα,» συμφώνησε ο Ζαώρδιλ. Το τσιγάρο του είχε τελειώσει, έτσι το έριξε στο πάτωμα και το έσβησε με τη μπότα του.

«Η παγίδα με τις νάρκες δεν νομίζω ότι θα ξαναπιάσει,» είπε ο Ράνελμον.

«Θα βρούμε κάτι άλλο. Τη φωτιά στον κήπο την έσβησαν οι υπηρέτες σας;»

«Ακόμα προσπαθούν· αλλά δεν υπάρχει κίνδυνος εξάπλωσης, απ’ό,τι μου λένε.»

*

Το φασματικό πτηνό φτερούγιζε ξέφρενα και σπαρταρούσε καθώς βρισκόταν παγιδευμένο ανάμεσα στα μακριά νύχια του σκιερού χεριού της θεάς του Ζίντεραμ’λι.

«Νομίζω πως ένα Ξόρκι Προσωρινής Πνευματικής Καταπαύσεως θα το ηρεμούσε,» είπε ο καμπούρης, πρασινόδερμος μάγος. «Για κάποια ώρα, τουλάχιστον.»

«Ναι, μάλλον,» συμφώνησε η Φαίδρα’λι. Στέκονταν μέσα σ’ένα από τα δωμάτια του ορόφου της βασιλικής οικογένειας. Ήταν στρογγυλό και είχε σχήματα χαραγμένα και ζωγραφισμένα στους τοίχους, όλα με μυστικιστική, μαγική σημασία. Η Φαίδρα μερικά τα αναγνώριζε, μερικά όχι. Ορισμένα πράγματα εξαρτιόνταν από την περιοχή που κάποιος του τάγματος των Δεσμοφυλάκων εξασκούσε την τέχνη του. Υπήρχαν σύμβολα, λέξεις, φράσεις, και χειρονομίες που έμοιαζαν να λειτουργούν σωστά μόνο για συγκεκριμένους ανθρώπους ή μόνο σε συγκεκριμένους τόπους. Πολλές φορές ο χρήστης δεν χρειαζόταν καν να είναι μάγος. Επρόκειτο για φυλαχτάρια, προσευχές, επωδούς που απομάκρυναν δαίμονες ή προστάτευαν από την επιρροή τους, ή σε ενδυνάμωναν εναντίον τους. Η Φαίδρα ήξερε κάμποσα τέτοια.

«Αλλά δεν μας ενδιαφέρει να το κρατήσουμε κοιμισμένο για λίγο μόνο,» πρόσθεσε. «Αν είναι να το μελετήσουμε, πρέπει να το κρατήσουμε μαζί μας για κάποιο καιρό. Μαγγανεία Δαιμονικής Φυλακίσεως θα πρότεινα, επομένως.»

«Χμμμ, ναι, γιατί όχι; Προφανώς,» είπε ο Ζίντεραμ’λι.

«Θα χρειαστώ τουλάχιστον τέσσερα σημεία στον χώρο–»

«Ναι, ξέρω πώς γίνεται, φυσικά. Τη γνωρίζω.» Και ο Βασιλικός Αρχιμάγος στράφηκε πίσω τους, στην Πρώτη Πριγκίπισσα Σεϊλίκρα, η οποία είχε επιμείνει να έρθει μαζί τους: από περιέργεια, όπως είχε η ίδια δηλώσει. «Υψηλοτάτη. Ίσως θα ήταν καλύτερα να πηγαίνετε, τώρα.»

«Γιατί;» ρώτησε εκείνη. «Υπάρχει κίνδυνος;»

«Δε νομίζω ότι κάτι επικίνδυνο θα συμβεί–»

«Τότε; Σας παρακωλύω στη δουλειά σας;»

«Δεν μας παρακωλύετε, Υψηλοτάτη,» είπε ο Ζίντεραμ’λι. «Όμως, καμια φορά, συμβαίνουν κι απρόβλεπτα πράγματα με τα δαιμονικά πνεύματα…»

«Θα το ριψοκινδυνέψω,» αποκρίθηκε η Πρώτη Πριγκίπισσα. «Δύο μάγοι σαν εσάς είμαι βέβαιη ότι μπορούν να με προστατέψουν από έναν τόσο μικρό δαίμονα όσο αυτόν που βλέπουμε.»

Δε σκέφτεσαι, όμως, ότι οι μάγοι ίσως να προτιμούν να μη χρειαστεί να σε προστατέψουν, συλλογίστηκε η Φαίδρα. Επιπλέον, οι δυνάμεις πολλών δαιμόνων δεν είχαν καμια σχέση με το οπτικό τους μέγεθος. Αλλά έμεινε σιωπηλή, κρίνοντας πως η θέση της δεν ήταν να φέρει αντίρρηση στην Πρώτη Πριγκίπισσα.

Ο Ζίντεραμ’λι είπε στη Φαίδρα: «Να το κοιμίσουμε, όμως, πρώτα, γιατί η θεά μου θα πρέπει να το αφήσει. Δε θα την κλείσω κι αυτήν μες στη μαγγανεία.»

Η Φαίδρα κατένευσε, και ρώτησε: «Ποια σημεία στον χώρο προτείνεις να χρησιμοποιήσουμε;»

Ο Ζίντεραμ’λι έδειξε, με το σιδερένιο μπαστούνι του, τέσσερα σύμβολα: δύο σε αντικριστούς τοίχους, ένα στο πάτωμα, κι ένα στο ταβάνι. Μετά, έδειξε και τέσσερα ακόμα: ένα στο πάτωμα, ένα στο ταβάνι, δύο σε αντικριστούς τοίχους.

Η Φαίδρα ένευσε ξανά. «Ναι,» είπε, «καλύτερα οχτώ παρά τέσσερα μόνο.» Τέσσερα σημεία στον χώρο ήταν ο ελάχιστος απαιτούμενος αριθμός για τη Μαγγανεία Δαιμονικής Φυλακίσεως· πάντοτε ήταν προτιμότερο να θέτεις περισσότερα. Αλλά όχι και πάρα πολλά, γιατί τότε μπορεί να έμπλεκες τη μαγγανεία και να την έκανες σαν κουβάρι, πράγμα που είχε αρνητικά αποτελέσματα, όχι θετικά.

Ο Ζίντεραμ’λι στάθηκε αντίκρυ στο δαιμονικό πνεύμα και άρθρωσε τα λόγια για ένα Ξόρκι Προσωρινής Πνευματικής Καταπαύσεως ενώ το έδειχνε με τα ανοιχτά, τεντωμένα δάχτυλα του δεξιού του χεριού. Το αριστερό του χέρι βαστούσε σταθερά το σιδερένιο μπαστούνι με τον μακρόστενο κρύσταλλο στην κορυφή. Το φασματικό πτηνό άρχισε να αντιστέκεται ολοένα και λιγότερο στο Φωτοχαρές Χέρι των Διάσπαρτων Αέρηδων που το κρατούσε παγιδευμένο· και όχι μόνο αυτό, αλλά το πνεύμα έχασε κιόλας, σταδιακά, τη μορφή του. Όταν ο μάγος τελείωσε το ξόρκι του, η φασματική οντότητα δεν έμοιαζε πια με πουλί αλλά με κάτι απροσδιόριστο: μια ημιδιαφανή σφαίρα αχνού φωτός.

Το Φωτοχαρές Χέρι, τότε – μάλλον με νοητική εντολή του Ζίντεραμ’λι – ελευθέρωσε το πνεύμα, το οποίο συνέχισε να αιωρείται, ακίνητο, στη θέση του. Η θεά του καμπούρη Αρχιμάγου επέστρεψε μέσα στον μακρόστενο κρύσταλλο του ραβδιού του, και οι παρευρισκόμενοι στο δωμάτιο έπαψαν να βλέπουν το φως της και το σκιερό χέρι της, καθώς και να αισθάνονται το ρεύμα αέρος που δημιουργούσε με την παρουσία της.

Η Φαίδρα άρχισε αμέσως τη Μαγγανεία Δαιμονικής Φυλακίσεως, και ο Ζίντεραμ’λι τη μιμήθηκε, προσθέτοντας τη δύναμή του στη δική της, προκειμένου να τελειώσουν ταχύτερα. Η Φαίδρα, ωστόσο, θα προτιμούσε να κάνει τη μαγγανεία μόνη της· σε πολλές περιπτώσεις, όταν δύο ή περισσότεροι μάγοι μπλέκονταν στην ίδια μαγγανεία, χειροτέρευαν τα πράγματα, δεν τα καλυτέρευαν. Όμως η μάγισσα των Ζωντανών-Νεκρών αποφάσισε να μη φέρει αντίρρηση στον Ζίντεραμ’λι. Άλλωστε, βρίσκονταν σε δικό του χώρο. Και η Φαίδρα, καθώς ύφαινε τη μαγγανεία, αισθάνθηκε ότι ο χώρος είχε κάποια δύναμη από μόνος του. Τα σχήματα στους τοίχους και η κυκλική του μορφή: αυτά ήταν που δημιουργούσαν τη δύναμη. Και διευκόλυναν τη μαγγανεία· αναμφίβολα τη διευκόλυναν.

Η φυλάκιση του πνεύματος τελείωσε γρηγορότερα απ’ό,τι η Φαίδρα υπολόγιζε, και χωρίς να γίνουν λάθη. Η φυλακή έμοιαζε τέλεια στις μαγικά διευρυμένες αισθήσεις της, οι οποίες άρχισαν να θολώνουν καθώς έπαψε να έχει το μυαλό της εστιασμένο στη Μαγγανεία Δαιμονικής Φυλακίσεως.

Ο Ζίντεραμ’λι έριξε μια ματιά πάνω απ’τον ώμο του, προς την Πρώτη Πριγκίπισσα. «Θα το ξυπνήσουμε τώρα, Υψηλοτάτη,» είπε.

«Όπως νομίζετε,» αποκρίθηκε η Σεϊλίκρα. Προφανώς, συμπέρανε η Φαίδρα, δεν είχε καταλάβει ότι ο Αρχιμάγος του παλατιού τής είχε προτείνει ξανά (αν και εμμέσως) να φύγει, μην τυχόν και γίνει κανένα άσχημο επεισόδιο.

Ο Ζίντεραμ’λι ξαμόλησε το Φωτοχαρές Χέρι των Διάσπαρτων Αέρηδων από την κρυστάλλινη φυλακή του και το έστειλε έξω από τη φυλακή της πνευματικής οντότητας, να προκαλέσει φασαρία που μονάχα η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων μπορούσε να αισθανθεί χωρίς τη χρήση κάποιου ξορκιού. Η φασματική μορφή ξύπνησε: άρχισε πάλι να θυμίζει μεγάλο πτηνό, και να φτερουγίζει, ξέφρενα. Προσπαθούσε να βγει από το νοητικό οκτάγωνο που σχημάτιζαν τα σημεία φυλάκισης, μα δεν μπορούσε να βρει καμια διέξοδο. Μια πυγολαμπίδα μέσα σε βάζο.

«Θα το κρατήσουμε έτσι, Ζίντεραμ;» ρώτησε η Σεϊλίκρα.

«Προς το παρόν, Υψηλοτάτη. Ίσως μας βοηθήσει να καταλάβουμε κάποια πράγματα για τους εχθρούς μας.»

«Θα ξανάρθουν αυτοί; Είναι βέβαιο;» Η φωνή της φανέρωνε φόβο, αν και η Πρώτη Πριγκίπισσα προσπαθούσε να τον κρύψει. Πρέπει να είχε τρομοκρατηθεί από την εισβολή των Θηριόπνευστων Αδελφών. Μάλλον δεν περίμενε ότι θα ήταν και τόσο επικίνδυνοι.

«Έτσι μας λένε όλοι, Υψηλοτάτη… Το ακούσατε κι εσείς, σίγουρα.»

Η Σεϊλίκρα αναστέναξε. «Ό,τι κι αν είναι να κάνετε, κάντε το γρήγορα, τότε.» Και προς τη Φαίδρα: «Είναι σίγουρο ότι δεν τους σκοτώσατε όλους; Πόσοι μπορεί να έχουν απομείνει;»

«Δεν ξέρω, Υψηλοτάτη,» αποκρίθηκε η μάγισσα.

*

Μετά από τη συνάντησή της με τον παράξενο ερημίτη ιερέα που ονομαζόταν Αθάνατος, η Έρικα συνέχισε την αναζήτησή της στις Γεφυρωμένες Νήσους για δύο ακόμα ημέρες, ελπίζοντας πως ίσως κατόρθωνε να ανακαλύψει καμια επιπλέον, χρήσιμη πληροφορία για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς. Τίποτα τέτοιο, όμως, δεν συνέβη. Τα όσα άκουσε από τους κατοίκους των μεγαλύτερων και των μικρότερων χωριών δεν αύξησαν τις γνώσεις της σχετικά με τους δολοφόνους. Επίσης, οι περισσότεροι έμοιαζαν να φοβούνται να μιλήσουν γι’αυτούς· ειδικά όσοι ταξίδευαν στις ανατολικές ακτές. Και η Έρικα σκέφτηκε πως, αν δεν είχε πάρει εκείνα τα αποκόμματα από το αρχείο του Αβέρναλ, πιθανώς ακόμα να έψαχνε για κάποιο στοιχείο που να της φαινόταν πως είχε, έστω, μια μικρή χρησιμότητα.

Επομένως, το καλύτερο που είχε τώρα να κάνει ήταν να επιστρέψει στη Νουσράκλη, όπου μπορεί να έβρισκε και την Ταγκάρσι, τη δουλέμπορο για την οποία μιλούσε ένα από τα αποκόμματα του Αβέρναλ. Ο Φέκταρελ, φυσικά, δεν διαφώνησε με την Έρικα· όταν εκείνη είπε «Αύριο θα επιστρέψουμε στην πρωτεύουσα· δε νομίζω ότι μπορούμε να ανακαλύψουμε τίποτ’ άλλο στα νησιά», εκείνος απλώς έγνεψε καταφατικά. Και η Έρικα αναρωτήθηκε αν τον είχαν προβληματίσει αυτά που είχε πει ο Αθάνατος για το άτομό του, γιατί, γενικά, νόμιζε πως ήταν πιο σιωπηλός από τη συνάντησή τους μ’αυτόν και ύστερα. Νόμιζε· δεν ήταν σίγουρη. Μπορεί και να ήταν μονάχα η ιδέα της.

Επέστρεψαν, έτσι, στη Νουσράκλη όταν ξημέρωσε, μπαίνοντας από την ανατολική πύλη της: η Έρικα οδηγώντας το τετράκυκλο όχημα του Βασιληά, με τους τέσσερις ανιχνευτές μαζί της, και ο Φέκταρελ επάνω στο δίκυκλό του. Δεν κατευθύνθηκαν προς το παλάτι πρώτα, αλλά προς το Δουλοπάζαρο, ελπίζοντας να βρουν την Ταγκάρσι. Όταν της μιλούσαν, τότε θα πήγαιναν στον Βασιληά Ράνελμον και στον Ζαώρδιλ τον Σκοτωμένο. Σταμάτησαν τα οχήματά τους στην πλατεία του Δουλοπάζαρου, και η Έρικα, ανοίγοντας το κρυστάλλινο σκέπαστρο, πήδησε έξω. Ο Φέκταρελ, κατεβαίνοντας απ’το δίκυκλό του, την ακολούθησε μέσα στον κόσμο του Δουλοπάζαρου, ενώ οι τέσσερις ανιχνευτές έμειναν πίσω, για να φυλάνε τα τροχοφόρα.

Σήμερα είχε περισσότερη κίνηση εδώ από την προηγούμενη φορά που είχαν έρθει. Τρεις δουλέμποροι είχαν φέρει τους δούλους τους στην πλατεία και τους παρουσίαζαν στους πιθανούς αγοραστές. Ένας απ’αυτούς, μάλιστα, είχε τώρα βάλει μια δούλα να χορέψει, για να επιδείξει τις ικανότητές της. Η Έρικα ρώτησε διάφορους αν η Ταγκάρσι ήταν εδώ, κι έλαβε την απάντηση ότι προφανώς και δεν ήταν εδώ· όλοι οι δουλέμποροι στην πλατεία ήταν άντρες. Είχε, όμως, επιστρέψει στην πόλη; επέμεινε η Έρικα. Βρισκόταν μέσα στη Νουσράκλη; Σ’αυτή την ερώτηση, στην αρχή, ορισμένοι δεν μπορούσαν να της δώσουν απάντηση· δεν ήξεραν τι έκανε η Ταγκάρσι. Μετά, όμως, ένας περιπτεράς (στον οποίο είχε μιλήσει και την άλλη φορά) αποκρίθηκε στην Έρικα ότι, ναι, η Ταγκάρσι είχε επιστρέψει· ήταν στη Νουσράκλη.

«Ξέρεις πού μπορώ να τη βρω; Πού είναι το σπίτι της;»

Ο περιπτεράς φάνηκε διστακτικός ν’απαντήσει, και η Έρικα τότε του έδειξε τη βασιλική άδεια που είχε. Εκείνος συνοφρυώθηκε κοιτάζοντας, πρώτα, το έγγραφο και, μετά, την όψη της Έρικας. Μάλλον του φαινόταν παράξενο που μια λευκόδερμη γυναίκα ήταν απεσταλμένη του Βασιληά Ράνελμον. Ωστόσο δεν την αποκάλεσε ψεύτρα, ούτε το έγγραφο πλαστό. Της έδωσε τη διεύθυνση της Ταγκάρσι χωρίς να διστάσει, σα να μην ήθελε να έχει μπλεξίματα. Η Έρικα τον ευχαρίστησε και του έδωσε ένα κύμα.

Επιστρέφοντας κοντά στα οχήματά τους, άνοιξε τον χάρτη της πόλης και κοίταξε τα ονόματα των δρόμων. Δε δυσκολεύτηκε και πολύ να εντοπίσει το σπίτι της Ταγκάρσι, το οποίο βρισκόταν κοντά στη βόρεια πύλη της Νουσράκλης.

«Πάμε;» είπε στον Φέκταρελ γυρίζοντας για να τον κοιτάξει.

«Πάμε,» αποκρίθηκε εκείνος, κι ανέβηκε στο δίκυκλό του.

Η Έρικα έκανε νόημα στους τέσσερις ανιχνευτές να επιβιβαστούν, κι όταν όλοι τους ήταν μέσα στο τετράκυκλο, μπήκε κι εκείνη και, χωρίς να κλείσει το σκέπαστρο, οδήγησε προς τον προορισμό της. Πέρασε κοντά από τη μικρή αρένα (που ήταν σιωπηλή τώρα) και, σύντομα, έφτασε έξω από τη μονοκατοικία της Ταγκάρσι. Το σπίτι δεν ήταν καθόλου φτωχικό. Η δουλέμπορος, προφανώς, έβγαζε πολλά λεφτά από τις δουλειές της. Τα κύματα τη χτυπούσαν βάναυσα, όπως έλεγαν εδώ, στον Ωκεανό.

«Θα πάω μόνη,» είπε η Έρικα στον Φέκταρελ, καθώς πηδούσε έξω από το τετράκυκλο.

«Είμαι σίγουρος,» αποκρίθηκε εκείνος, «πως δεν χρειάζεσαι καμια βοήθεια.»

«Εγώ,» είπε ένας άλλος ανιχνευτής, «αναρωτιέμαι γιατί γενικά ήρθαμε μαζί της.»

«Για να δούμε τα αξιοθέατα των νησιών, ρε,» του απάντησε η ανιχνεύτρια με τη δερματοστιξία στο κεφάλι.

«Δεν έχουν και τίποτα σπουδαίο να δεις…»

«Εκτός από κείνον τον ιερέα,» πρόσθεσε ένας άλλος ανιχνευτής, καθώς η Έρικα έφευγε από κοντά τους και πλησίαζε την καγκελόπορτα του κήπου της μονοκατοικίας. Μια μεγάλη τριχόσαυρα ξεπρόβαλε πίσω από κάτι θάμνους και ήρθε προς το μέρος της. Η Έρικα, που ήταν έτοιμη να ανοίξει την καγκελόπορτα, κοκάλωσε, μένοντας ακίνητη. Τριχόσαυρα; Ως κατοικίδιο; Πρέπει να ήταν, αναμφίβολα, πολύ αξιοπερίεργο εδώ, στον Ωκεανό, που οι τριχόσαυρες ήταν ελάχιστες – αν υπήρχαν καν. Η Ταγκάρσι, μάλλον, την είχε φέρει από δυτικότερους τόπους.

Τα στενά, πορφυρά μάτια της τριχόσαυρας ατένιζαν την Έρικα καχύποπτα. Αν μπω, θα μου επιτεθεί; Το πλάσμα τής έφτανε πάνω απ’τη μέση και, σίγουρα, αν ήθελε, μπορούσε να τη ρίξει κάτω και να την κομματιάσει.

Η Έρικα παρατήρησε ότι υπήρχε ένα μεγάλο κουμπί πλάι στην καγκελόπορτα, κάτω από την πινακίδα που έγραφε

ΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΤΑΓΚΑΡΣΙ
ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ ΤΑΜΠΡΙΕΛ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΕΪΛΙΚΡΑ

Κουδούνι, μάλλον. Η Έρικα πάτησε το κουμπί και περίμενε. Μετά από λίγο, ένας ψηλός, μαυρόδερμος άντρας παρουσιάστηκε, πλησιάζοντας γρήγορα και διώχνοντας την τριχόσαυρα, η οποία έμοιαζε να τον συμπαθεί ή, τουλάχιστον, να τον έχει συνηθίσει.

«Παρακαλώ, κυρία,» είπε ο άντρας στην Έρικα. «Τι θα θέλατε;»

«Να μιλήσω στην κυρία Ταγκάρσι. Είμαι απεσταλμένη του Βασιληά.»

«Μισό λεπτό, κυρία, και θα ειδοποιήσω την κυρία Ταγκάρσι αμέσως.»

Η Έρικα ένευσε, παρατηρώντας, από τον τρόπο του, ότι ο άντρας αυτός μάλλον ήταν δούλος.

Ο μαυρόδερμος απομακρύνθηκε από την καγκελόπορτα, διέσχισε τον κήπο, και μπήκε στο σπίτι. Η τριχόσαυρα έκανε πάλι μερικά βήματα προς τη μεριά της Έρικας, κοιτάζοντάς την σαν να έλεγε Δε σ’έχω ξεχάσει. Η Έρικα τής χαμογέλασε λιγάκι στραβά μέσα απ’την κουκούλα της. Το πλάσμα δεν φάνηκε να χαλαρώνει.

Ο μαυρόδερμος επέστρεψε και, περνώντας πλάι απ’την τριχόσαυρα σα να μην ήταν τίποτα περισσότερο από ένας μεγάλος σκύλος, είπε στην Έρικα: «Ελάτε, κυρία· παρακαλώ, περάστε,» και άνοιξε την καγκελόπορτα. «Ακολουθήστε με.»

Η Έρικα τον ακολούθησε μέσα στον κήπο. Η τριχόσαυρα τής έβγαλε τη γλώσσα προς στιγμή, κι εκείνη αναρωτήθηκε τι μπορεί να σήμαινε αυτό. Δεν ήξερε και πολλά για τη φυσιολογία των τριχόσαυρων.

Ο υπηρέτης την οδήγησε στο εσωτερικό της μονοκατοικίας: σ’ένα χολ που κάθε σπιθαμή του ήταν γεμάτη με κάτι· και τα αντικείμενα δεν ήταν καθόλου κακόγουστα, παρατήρησε η Έρικα. Βλέποντας τον κουκουλωμένο εαυτό της στον μεγάλο καθρέφτη με το λαξευτό πλαίσιο, κατέβασε την κουκούλα της κάπας της για να μη δείχνει και τόσο απειλητική. Με τις άκριες των ματιών της είδε ένα αγόρι να την κοιτάζει από μια μισάνοιχτη δερματόπορτα. Παιδί της Ταγκάρσι;

Ο υπηρέτης συνέχισε να οδηγεί την Έρικα μέσα στην οικία, πηγαίνοντάς την τελικά σ’ένα καθιστικό, όχι τόσο βαριά στολισμένο όσο το χολ αλλά το ίδιο όμορφα. Μια γυναίκα την περίμενε εκεί, όρθια, πλάι σ’ένα ξύλινο τραπέζι με λαξευτά πόδια. Ήταν ψηλή – ψηλότερη από την Έρικα – πορφυρόδερμη, και είχε μακριά, πράσινα μαλλιά που οι μπροστινές τούφες ήταν πιασμένες πίσω απ’το κεφάλι της. Φορούσε ένα γαλανό φόρεμα κι ένα αστραφτερό περιδέραιο.

«Καλημέρα,» χαιρέτησε.

«Καλημέρα σας,» αποκρίθηκε η Έρικα. «Είστε η κυρία Ταγκάρσι;»

«Μάλιστα. Ο Χίρμωντ μού είπε ότι σας έχει στείλει ο Βασιληάς…» Και την κοίταζε με καχυποψία, μάλλον μην πιστεύοντας ότι ήταν απεσταλμένη του Ράνελμον.

Η Έρικα τής έδωσε να δει τη βασιλική άδεια.

Η Ταγκάρσι την κοίταξε, και το ένα της φρύδι υψώθηκε. «Μάλιστα,» είπε και της επέστρεψε το έγγραφο. «Είστε, λοιπόν, απεσταλμένη του Βασιληά… Πώς θα μπορούσα να εξυπηρετήσω τον Μεγαλειότατο;»

«Απαντώντας μου σε μερικές ερωτήσεις.»

«Πολύ ευχαρίστως. Καθίστε.» Η Ταγκάρσι έδειξε το τραπέζι· κι όταν εκείνη κι η Έρικα είχαν καθίσει αντικριστά, ρώτησε: «Να σας προσφέρω κάτι; Τσάι; Κρασί;»

«Τσάι, αν υπάρχει.»

Η Ταγκάρσι έκανε νόημα στον Χίρμωντ, και η Έρικα είχε σύντομα μπροστά της μια κούπα με μυρωδάτο τσάι. Ήπιε μια γουλιά και είπε: «Θα ήθελα να σας μιλήσω για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, με τους οποίους έχω ακούσει πως έχετε κάποιες συναναστροφές.»

Η όψη της δουλεμπόρου αμέσως έγινε αμυντική. «Αν ο Μεγαλειότατος πιστεύει ότι εγώ είχα οποιαδήποτε σχέση με τη χτεσινοβραδινή επίθεση, τον διαβεβαιώνω πως καμία σχέση δεν είχα, φυσικά!»

Επίθεση; Ποια επίθεση; απόρησε η Έρικα. Και ξαφνικά, συνειδητοποίησε τι πρέπει να είχε γίνει. Μα τις Λάμιες! Οι δολοφόνοι επιτέθηκαν όσο έλειπα! Καθαρίζοντας τον λαιμό της, είπε: «Ο Βασιληάς δεν νομίζω ότι σας υποπτεύεται, κυρία Ταγκάρσι. Δε βρίσκομαι εδώ γι’αυτό. Προσπαθώ γενικά να συγκεντρώσω πληροφορίες για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς ώστε να τους αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικότερα. Θα μου πείτε τι ξέρετε;»

«Θα σας πω,» αποκρίθηκε η δουλέμπορος, «αν και οι γνώσεις μου είναι ελάχιστες. Συναναστροφές μαζί τους έχω μόνο στις ανατολικές ακτές, και σπάνια. Τους έχω πουλήσει δούλους κάποιες φορές.» Και συνέχισε, λέγοντας στην Έρικα το όνομα της πόλης που επισκεπτόταν στις ανατολικές ακτές και που συναντούσε, κάπου-κάπου, τους Θηριόπνευστους Αδελφούς. Ήταν η ίδια πόλη όπου η εταιρεία Γλυκά Υδρευτικά Συστήματα είχε φτιάξει υδραγωγείο: η Οράγιγκαθ, η οποία ήταν πιο πολιτισμένη από άλλες, σύμφωνα με τα λόγια της Ταγκάρσι αλλά και του Ζαώρδιλ, του υπεύθυνου δημοσίων σχέσεων των Γλυκών Υδρευτικών Συστημάτων.

Η δουλέμπορος είπε στην Έρικα ότι οι δολοφόνοι ανήκαν σε μια βάρβαρη φυλή η οποία κατοικούσε πίσω από το Όρος του Γκρίζου Ανέμου, σε κάτι περιοχές που οι ντόπιοι αποκαλούσαν «σκοτεινούς τόπους». Πληροφορίες, δηλαδή, που η Έρικα ήδη είχε. Ρώτησε την Ταγκάρσι: «Πώς σας πληρώνουν; Συναλλάσσονται με χρήματα;»

«Βεβαίως,» αποκρίθηκε η δουλέμπορος. «Αλλιώς δεν θα έκανα δουλειές μαζί τους. Ή χρήματα μού δίνουν ή πολύτιμους λίθους.»

«Πολύτιμους λίθους; Πού τους βρίσκουν;»

«Δε γνωρίζω. Στα βουνά, ίσως· ή ίσως να τους αρπάζουν από λεηλασίες.» Η Ταγκάρσι μόρφασε αδιάφορα.

«Δούλους σάς έχουν δώσει ποτέ;»

«Όχι.»

Η Έρικα τη ρώτησε τι γνώριζε για τις δυνάμεις τους – τις φήμες ότι μεταμορφώνονταν σε θηρία και τα λοιπά. Η Ταγκάρσι απάντησε πως, μάλλον, αυτές ήταν ιστορίες διάφορων ευφάνταστων. Εκείνης δεν της έμοιαζαν καθόλου με ζώα οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί. Κανονικοί άνθρωποι ήταν. «Τους μιλάς όπως μιλάς στον καθένα, αν και είναι, βέβαια, βάρβαροι και έχουν τραχιά άρθρωση της Κοινής Γλώσσας. Μεταξύ τους χρησιμοποιούν κάποια δική τους τοπική γλώσσα, απ’ό,τι ξέρω.»

«Δεν φοράνε ούτε στολές από τομάρια θηρίων;»

Η Ταγκάρσι φάνηκε σκεπτική για λίγο. Μετά είπε: «Κανονικά ντυμένοι νομίζω πως είναι. Όπως κι άλλοι σ’εκείνες τις περιοχές. Δεν έχω προσέξει τίποτα το ιδιαίτερο.»

«Και έρχονται συχνά στην πόλη;» ρώτησε η Έρικα. «Έχουν φιλικές σχέσεις με τους ντόπιους;»

«Δε νομίζω ότι οι σχέσεις τους είναι φιλικές, ακριβώς· αλλά οι ντόπιοι τούς φοβούνται.»

«Η πόλη είναι περιτειχισμένη;» Δεν το είχε ξαναρωτήσει αυτό.

«Μονάχα ένα χαμηλό ξύλινο τείχος έχει. Μπορεί άνετα να το πηδήσει κάποιος πεπειραμένος σε τέτοια πράγματα – δηλαδή, όχι κάποιος σαν εμένα.»

Η Έρικα, βλέποντας μετά από λίγο πως δεν υπήρχε καμια άλλη πληροφορία εδώ για να συλλέξει, ευχαρίστησε την Ταγκάρσι και είπε πως τώρα θα έφευγε.

«Ελπίζω ο Βασιληάς να μείνει ικανοποιημένος,» αποκρίθηκε εκείνη. «Κι αν με χρειαστεί για κάτι άλλο, μπορεί να με ειδοποιήσει, ασφαλώς.»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε η Έρικα.

Η Ταγκάρσι την ξεπροβόδισε ώς την καγκελόπορτα του κήπου της μονοκατοικίας της· και η τριχόσαυρα ζύγωσε κι έτριψε τη μεγάλη μουσούδα της επάνω στα πλευρά της δουλεμπόρου.

Η Έρικα επέστρεψε κοντά στον Φέκταρελ και τους υπόλοιπους.

«Ξέρεις τι έγινε όσο λείπαμε;» της είπε ο Αρχιανιχνευτής.

«Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί επιτέθηκαν.»

«Πού το έμαθες;»

«Εσείς πού το μάθατε;»

«Ο Χαρσάντιλ» (ένας από τους πρώην Ξεσηκωμένους της Ραβάσλι, ο οποίος ήταν καλός κυνηγός και ιχνηλάτης, και είχε πιο στενές σχέσεις με τους ανιχνευτές του Φέκταρελ απ’ό,τι άλλοι) «μεταμφιεσμένος σαν φρουρός της πόλης, μας ζύγωσε πριν από λίγο και μας το είπε. Κανένας δεν τους πήρε είδηση να μπαίνουν στη Νουσράκλη· βρέθηκαν αμέσως στον κήπο του παλατιού, και η σύγκρουση ήταν τρομερή– Αλλά εσύ πώς το έμαθες; Σ’το είπε η δουλέμπορος;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Έρικα· «νόμιζε πως είχα έρθει εδώ επειδή ο Βασιληάς την υποπτεύεται. Καλύτερα· φάνηκε πιο συνεργάσιμη. Πάμε τώρα στο παλάτι. Είναι ο Ζαώρδιλ καλά; Τι σου είπε ο Χαρσάντιλ;»

«Δε μου είπε τίποτα για τον Σκοτωμένο, άρα υποθέτω καλά θα είναι.»

Παρ’ όλ’ αυτά, μέχρι που η Έρικα να τον έβλεπε με τα ίδια της τα μάτια δεν νόμιζε πως θα μπορούσε να ησυχάσει. Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί δεν ήταν σαν άλλους εχθρούς που είχαν αντιμετωπίσει οι Ζωντανοί-Νεκροί.

*

Οι υπηρέτες του παλατιού είχαν μαζέψει τα πτώματα από τη χτεσινοβραδινή σύγκρουση και τα είχαν βάλει σε ξεχωριστούς σωρούς σε μια μεριά του κήπου του παλατιού: έναν σωρό για τους παλατιανούς φρουρούς, έναν για τους Ζωντανούς-Νεκρούς, και έναν για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς. Ο τρίτος σωρός ήταν και ο μικρότερος. Και όλα τα κουφάρια ήταν πορφυρόδερμα και με ξυρισμένα κεφάλια και πρόσωπα, είτε επρόκειτο για άντρες είτε για γυναίκες. Δύο σώματα οι επιστήμονες του Βασιληά τα είχαν κρατήσει – ένα αντρικό και ένα γυναικείο – για μελέτη· και ο Βιοσκόπος που είχε στο παλάτι του ο Ράνελμον είχε υφάνει Μαγγανεία Σηπτικής Επιβραδύνσεως επάνω τους, καθυστερώντας τον φυσικό ρυθμό σήψης των πτωμάτων. Επίσης, οι υπηρέτες είχαν γδύσει όλους τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, παίρνοντας τις στολές τους που ήταν καμωμένες από διάφορα δέρματα ζώων και τις μάσκες τους που προσομοίωναν τις όψεις θηρίων. Η Φαίδρα’λι είχε, με τη χρήση Ξορκιού Πνευματικής Ανιχνεύσεως, προσπαθήσει να δει αν υπήρχε ακόμα καμια πνευματική οντότητα επάνω στα νεκρά σώματα των Αδελφών, αλλά δεν είχε βρει τίποτα. Όπως το περίμενε. Τα πνεύματα, προφανώς, έφευγαν μαζί με τις ψυχές των νεκρών, αποκολλώμενα μάλλον από αυτές τη στιγμή του θανάτου. Καμία παρουσία τους δεν εντόπισε η Φαίδρα, ούτε και καμία παρουσία της δύναμης εκείνου του άλλου θεού που είχε μυριστεί η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων. Επίσης, καμία παρουσία αυτής της δύναμης δεν υπήρχε επάνω στην πνευματική οντότητα που η Φαίδρα και ο Ζίντεραμ’λι είχαν φυλακίσει μέσα στη Μαγγανεία Δαιμονικής Φυλακίσεως. Η Φαίδρα σκεφτόταν ότι ίσως η δύναμη του θεού να δρούσε σαν κόλλα, ή σύνδεσμος, ανάμεσα στο ανθρώπινο πνεύμα των Αδελφών και στο δαιμονικό θηριώδες πνεύμα που τους έδινε τρομερές πολεμικές ικανότητες.

Είχε πάει τώρα να μελετήσει τις ενδυμασίες τους, μήπως και καταλάβει κάτι από αυτές ή μήπως υπήρχαν επάνω τους τίποτα πνευματικές ενέργειες· επομένως, δεν βρισκόταν στην Αίθουσα του Θρόνου των Γεφυρωμένων Νήσων, όπου ήταν συγκεντρωμένοι ο Ζαώρδιλ, ο Νικηφόρος, κι άλλοι Ζωντανοί-Νεκροί, ο Βασιληάς Ράνελμον, η Πρώτη Πριγκίπισσα Σεϊλίκρα, ο Βασιλικός Αρχιφρουρός Αλκάμελ, κι άλλοι αυλικοί, και ο Κάβερντελ κι άλλοι θαλασσάρχοντες της Βουλής των Καπεταναίων. Επίσης, ο Αβέρναλ ο δημοσιογράφος βρισκόταν εδώ, αλλά ήταν σιωπηλός, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους που έμοιαζαν όλοι να θέλουν να μιλάνε συγχρόνως. Ειδικά οι θαλασσάρχοντες ήταν ανάστατοι: οι μισοί προέτρεπαν τον Βασιληά τους να δώσει ένα μάθημα σ’αυτό το σκυλί της ξηράς, τον Αρχισυγκλητικό της Κάρνατεβ, κι οι άλλοι μισοί έλεγαν πως εν ανάγκη ο Βασιληάς έπρεπε να παραδώσει τον Αβέρναλ παρά ν’αφήσει αυτούς τους φονιάδες να τον καταστρέψουν.

«Αυτό,» φώναξε ο Ράνελμον καθώς σηκωνόταν οργισμένος από τον θρόνο του, «να μην ξαναειπωθεί! Από κανέναν σας! Υποσχέθηκα στον κύριο Αβέρναλ ότι θα του παρέχω άσυλο· δεν μπορώ τώρα να τον παραδώσω. Τι θα πει ο Ωκεανός για την αξιοπιστία του Ράνελμον των Γεφυρωμένων Νήσων; Τέτοια αξία έχουν οι υποσχέσεις του;»

«Μα, Βασιληά μου,» είπε μια θαλασσαρχόντισσα, «αυτοί οι δολοφόνοι σκότωσαν τους μισούς από τους φρουρούς σας και τους μισούς από τους μισθοφόρους που έχετε προσλάβει!» Ήταν υπερβολή, όπως ήξερε ο Ζαώρδιλ: δεν είχαν πεθάνει ούτε οι μισοί παλατιανοί φρουροί ούτε οι μισοί Ζωντανοί-Νεκροί. Όμως σίγουρα είχαν πεθάνει πολλοί. Σαφώς περισσότεροι απ’ό,τι θα έπρεπε αντιμετωπίζοντας έναν τόσο μικρό αριθμό αντιπάλων, οι οποίοι μάλιστα είχαν χτυπηθεί από νάρκες αμέσως πριν από τη συμπλοκή.

«Και οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί δεν παραιτούνται, Βασιληά μου,» πρόσθεσε ένας άλλος θαλασσάρχοντας. «Όλοι το λένε. Ποτέ δεν παραιτούνται. Θα συνεχίσουν νάρχονται και νάρχονται και νάρχονται, ώσπου αυτός» – έδειξε τον Αβέρναλ ο οποίος στεκόταν παράμερα – «να είναι νεκρός!»

«Θα τους σκοτώσω, τότε, όλους αν χρειαστεί!» αντιγύρισε ο Ράνελμον, εξαγριωμένος. «Το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων θα γονατίσει μπροστά σε μια συμμορία δολοφόνων; Ποτέ!»

«Εγώ λέω,» είπε δυνατά ο Θαλασσάρχοντας Κάβερντελ, «να στείλουμε αμέσως στόλο εναντίον της Κάρνατεβ. Να χτυπήσουμε το βρομόσκυλο τον Αρχισυγκλητικό εκεί που πονά, μες στο λιμάνι του, και μετά να μη συνεχίσουμε την επίθεση – να του δείξουμε ποιες θα είναι οι συνέπειες αν εξακολουθήσει να παίζει μαζί μας! Και ύστερα μπορείτε να του αποστείλετε επιστολή, Μεγαλειότατε, εξηγώντας του πως, αν αμολήσει ξανά τους φονιάδες του εναντίον μας, θα το πληρώσει πολύ ακριβά. Γιατί αυτός ο ξιπασμένος μπάσταρδος δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένας βρομιάρης πειρατής!» Και πολλοί από τους καπεταναίους φώναξαν ότι ο Κάβερντελ μιλούσε σωστά.

Τότε ήταν που η Έρικα Σάλκερκοφ μπήκε στην Αίθουσα του Θρόνου των Γεφυρωμένων Νήσων, ανεμπόδιστη από τους φρουρούς στην είσοδο που κι οι δύο την ήξεραν. Ο Φέκταρελ και οι τέσσερις ανιχνευτές δεν ήταν μαζί της· είχαν πάει να δουν τους τραυματίες, και ο Αρχιανιχνευτής είχε αμέσως ρωτήσει πού βρισκόταν η Φαίδρα κι αν ήταν καλά.

Η Έρικα βάδισε ανάμεσα στον κόσμο που γέμιζε την αίθουσα και πλησίασε τον Ζαώρδιλ από πίσω. Ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του.

Εκείνος γύρισε. «Επέστρεψες…»

«Αλλά έχασα όλη τη δράση,» είπε η Έρικα, χαμογελώντας λιγάκι λοξά, ευχαριστημένη που τον έβλεπε όρθιο κι αλώβητο.

«Καλύτερα που δεν ήσουν εδώ,» της αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ που η φωνή του μισοχανόταν πίσω από τις δυνατές φωνές των υπόλοιπων που μιλούσαν με τον Βασιληά. «Ήταν επικίνδυνα. Είναι χειρότεροι απ’ό,τι φανταζόμουν.»

«Το άκουσα. Άκουσα ότι έγινε πανωλεθρία.»

«Και δεν τους σκοτώσαμε όλους. Ούτε καν ξέρουμε πόσοι ακόμα μπορεί να υπάρχουν· και ίσως να εξακολουθούν να είναι μέσα στην ίδια τη Νουσράκλη.»

Η Έρικα δεν μίλησε. Αναρωτιέμαι αν έκανα καλά που σας έφερα εδώ, στη δούλεψη του Βασιληά Ράνελμον… Αισθανόταν τύψεις τώρα, για τους νεκρούς μισθοφόρους, αν και ήξερε πως ο κίνδυνος ήταν φυσικό μέρος της δουλειάς τους.

«Εσύ έμαθες τίποτα χρήσιμο γι’αυτούς;» τη ρώτησε ο Ζαώρδιλ. «Τίποτα που θα μας βοηθήσει να τους πολεμήσουμε;»

«Δε νομίζω,» είπε η Έρικα. «Συγκέντρωσα, βέβαια, κάποιες πληροφορίες… Γνωρίζω τώρα πού κατοικούν οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί. Και γνωρίζω πως μάλλον είναι κανίβαλοι–»

«Κανίβαλοι;»

«Τους δούλους που θυσιάζουν στον θεό τους τους τρώνε.»

«Ποιον θεό τους;»

«Λατρεύουν έναν δαίμονα που ονομάζεται Ανονείρευτη Σκιά του Λόγκου. Αυτός πρέπει να τους δίνει τις δυνάμεις τους– Αλήθεια, τους είδες να μεταμορφώνονται σε θηρία;»

«Και ναι και όχι.»

Η Έρικα συνοφρυώθηκε. «Δηλαδή;»

«Φοράνε ενδυμασίες από τομάρια ζώων, κατά πρώτον, καθώς και προσωπεία που θυμίζουν ζώα–»

«Με τέτοιο εξοπλισμό, ‘μεταμορφώνομαι’ κι εγώ και το ξέρεις–»

«Δεν είναι μόνο ο εξοπλισμός τους, Έρικα. Όταν τους αντιμετωπίζεις έχεις την πολύ έντονη εντύπωση πως πολεμάς με θηρία. Σχεδόν τα βλέπεις μπροστά σου. Και μη με κοιτάς έτσι περίεργα. Σκέψου τι εντύπωση σού δίνει η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων όταν η Φαίδρα την ξαμολά. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;»

«Νομίζω πως ναι.»

«Στην περίπτωση των Θηριόπνευστων Αδελφών η εντύπωση είναι ακόμα πιο έντονη, και οι Αδελφοί έχουν όντως τρομερές δυνάμεις: είναι πιο γρήγοροι και πιο δυνατοί από κανονικούς ανθρώπους. Οι αισθήσεις τους όλες πρέπει νάναι αφύσικα οξυμένες. Δεν είναι να σε παραξενεύει καθόλου που έχει διαδοθεί η φήμη ότι μεταμορφώνονται σε θηρία. Η Φαίδρα, μάλιστα, κατάφερε να εντοπίσει πνευματικές οντότητες μέσα τους, και τώρα έχει φυλακίσει μία απ’αυτές, για μελέτη.»

«Τελικά,» είπε η Έρικα, «εσείς ανακαλύψατε περισσότερα από εμένα, μου φαίνεται…» Αλλά, τότε, νόμιζε πως άκουσε τον Βασιληά να λέει κάτι σημαντικό και έστρεψε την προσοχή της σ’αυτόν.

Ο Ράνελμον στεκόταν μπροστά στον θρόνο του. «…Ούτε πόλεμο, όμως, θέλω με την Κάρνατεβ ούτε μπορώ να υποχωρήσω μπροστά σε μια συμμορία δολοφόνων, ή ακόμα και μπροστά στον Αρχισυγκλητικό. Αλλά ίσως θα ήταν φρόνιμο, όντως, ο Αβέρναλ να φύγει από το Βασίλειό μας, να πάει να κρυφτεί κάπου αλλού, ώστε να πάψουν οι επιθέσεις και οι απειλές του Αρχισυγκλητικού.» Στράφηκε προς τον Ζαώρδιλ. «Θα μπορούσαν οι Ζωντανοί-Νεκροί να κρύψουν κάπου τον Αβέρναλ;»

Προτού ο Σκοτωμένος προλάβει να απαντήσει, η Έρικα είπε: «Μεγαλειότατε. Δε νομίζω ότι αυτή θα ήταν καλή ιδέα.»

Ο Ράνελμον τώρα φάνηκε να την πρόσεξε· πριν δεν πρέπει να την είχε δει. «Κυρία Σάλκερκοφ…» είπε. «Ανακαλύψατε κάτι σημαντικό στην αναζήτησή σας; Κάποιον τρόπο για να προστατευτούμε από τους Θηριόπνευστους Αδελφούς;»

«Πολύ φοβάμαι πως όχι, Μεγαλειότατε. Ωστόσο συγκέντρωσα κάποιες πληροφορίες τις οποίες θα μοιραστώ μαζί σας αργότερα, όταν η… κοσμοσυρροή θα είναι μικρότερη.»

«Γιατί, τότε, θεωρείτε πως η ιδέα μου δεν είναι καλή; Αν ο Αβέρναλ φύγει απ’το Βασίλειό μου, αυτό δεν θα κάνει τις επιθέσεις εναντίον μου να πάψουν;»

«Ο Αρχισυγκλητικός δεν θα σας πιστέψει,» αποκρίθηκε η Έρικα. «Σας έχει ζητήσει να του παραδώσετε τον Αβέρναλ. Αν του πείτε ότι τον διώξατε από τη Νουσράκλη, εκείνος, είμαι βέβαιη, θα νομίσει πως προσπαθείτε να τον ξεγελάσετε ενώ εξακολουθείτε να κρύβετε τον Αβέρναλ εδώ.»

«Έχει δίκιο,» συμφώνησε μαζί της ένας θαλασσάρχοντας. «Ο Αρχισυγκλητικός δεν θα μας πιστέψει. Καλύτερα να παραδώσουμε τον δημοσιογράφο και να τελειώνουμε μ’αυτή την ιστορία!»

Ο Ζαώρδιλ, με τις άκριες των ματιών του, κοίταζε τον Αβέρναλ κι έβλεπε πως η όψη του είχε αγριέψει. Θύμιζε θηρίο που είναι έτοιμο ή να πολεμήσει ή να το βάλει στα πόδια. Το μόνο βέβαιο ήταν ότι δεν σκόπευε να παραδοθεί στον Αρχισυγκλητικό, ό,τι κι αν αποφάσιζε ο Βασιληάς των Γεφυρωμένων Νήσων.

Ο Ράνελμον, όμως, υπερασπίστηκε τον δημοσιογράφο και πάλι. «Δεν πρόκειται να παραδώσω έναν άνθρωπο στον οποίο υποσχέθηκα άσυλο!»

«Η κύρια Σάλκερκοφ, όμως, έχει δίκιο, Μεγαλειότατε,» είπε μια θαλασσαρχόντισσα.

«Ναι,» παραδέχτηκε ο Ράνελμον, «έχει»· και κάθισε, κουρασμένα, στον θρόνο του. «Μάλλον ο Αρχισυγκλητικός δεν θα με πιστέψει. Πρέπει, επομένως, να βρούμε μια άλλη λύση.»

«Λύσεις υπάρχουν, Βασιληά μου!» φώναξε κάποιος.

«Καμια απ’τις λύσεις που προτείνετε δεν βρίσκω ικανοποιητική, θαλασσάρχοντές μου–»

«Θ’αφήσετε τους δολοφόνους να διαλύσουν το παλάτι σας;»

«Θα βρω τρόπο να τους αντιμετωπίσω. Το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων στέκεται δυνατό εδώ και αιώνες! Δεν θα υποκύψει μπροστά στις επιθέσεις μερικών βαρβάρων που παίρνουν τις μορφές ζώων!» Και προς την Έρικα: «Πρέπει να συζητήσουμε, κυρία Σάλκερκοφ. Αλλά, όπως είπατε κι εσείς, με λιγότερο κόσμο.»

«Θέλουμε να είμαστε παρόντες, Βασιληά μου!» δήλωσε ο Κάβερντελ, και πολλοί θαλασσάρχοντες συμφώνησαν μαζί του.

«Δεν είναι εφικτό αυτό, Θαλασσάρχοντα Κάβερντελ. Δες τι γίνεται τώρα!» Ο Ράνελμον έδειξε γύρω του με μια ημικυκλική χειρονομία. «Δε μπορούμε έτσι να πάρουμε απόφαση–»

«Μα, δεν θέλετε να μας ακούσετε, Βασιληά μου!» φώναξε μια θαλασσαρχόντισσα.

«Ο Βασιληάς δεν είναι υποχρεωμένος να δεχτεί την άποψη της Βουλής των Καπεταναίων, εκτός αν η απόφασή της έχει πλειοψηφία ογδόντα-πέντε τοις εκατό και άνω. Είναι τέτοια η πλειοψηφία σας; Και για ποιο θέμα; Για την επίθεση ή για την παράδοση του κύριου Αβέρναλ;»

Οι θαλασσάρχοντες άρχισαν να μιλάνε αναμεταξύ τους, ύστερα από τούτα τα λόγια του Βασιληά, και να διαπληκτίζονται, να χειρονομούν έντονα. Οι διαπληκτισμοί τους σύντομα εντάθηκαν, και ο Ράνελμον φώναξε, για ν’ακουστεί: «Συζητήστε σε άλλο χώρο, θαλασσάρχοντές μου! Ή, αν επιθυμείτε, παραμείνετε εδώ, στην Αίθουσα του Θρόνου· αλλά εγώ θα αποχωρήσω τώρα ώστε να μιλήσω με την κυρία Σάλκερκοφ και τον Ζαώρδιλ τον Σκοτωμένο.» Και σηκώθηκε από τον θρόνο του.

*

Το Ξόρκι Πνευματικής Ανιχνεύσεως δεν αποκάλυψε τίποτα στη Φαίδρα’λι· δεν υπήρχαν πνευματικές οντότητες επάνω στις ενδυμασίες των Θηριόπνευστων Αδελφών που βρίσκονταν απλωμένες στο ξύλινο τραπέζι μπροστά της. Ο μόνος άλλος άνθρωπος στο δωμάτιο ήταν η Ανρίθα-Νοθ, η οποία είχε έρθει από τα καράβια των Ζωντανών-Νεκρών μόλις άκουσε για την επίθεση στο παλάτι. Είχε την περιέργεια να μάθει τι ακριβώς συνέβη (όπως και τώρα είχε την περιέργεια να δει τι έκανε η Φαίδρα), καθώς και αν ήταν όλοι τους καλά – αυτοί που γνώριζε περισσότερο, τουλάχιστον.

«Τι βλέπεις, Φαίδρα;» ρώτησε η Ρελκάμνια αριστοκράτισσα. «Τι έχουν αυτά τα ρούχα, τελικά;»

«Τίποτα το ασυνήθιστο, νομίζω,» αποκρίθηκε η μάγισσα, και άρθρωσε τα λόγια για ένα Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως, μήπως κι εντόπιζε καμια περίεργη μορφή ενέργειας επάνω στις ενδυμασίες.

Κάποιος μπήκε στο δωμάτιο τότε, αλλά, απορροφημένη από τη δουλειά της, η Φαίδρα δεν του έδωσε σημασία. Άκουσε την Ανρίθα, όμως, να λέει: «Νόμιζα ότι εσύ έλειπες μαζί με την Έρικα…»

«Μόλις επιστρέψαμε.»

Ο Φέκταρελ! Η Φαίδρα, διακόπτοντας το ξόρκι της, πήρε το βλέμμα της από τις ενδυμασίες και το έστρεψε στον Αρχιανιχνευτή, κοιτάζοντάς τον σιωπηλά.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε ο Φέκταρελ, κάπως αμήχανα. «Άκουσα ότι η μάχη ήταν αιματηρή…»

«Ήταν,» αποκρίθηκε η Φαίδρα, νιώθοντας κι εκείνη αμήχανη. Γιατί ο Φέκταρελ έμοιαζε τώρα να ενδιαφέρεται τόσο γι’αυτήν; Πριν από μερικές μέρες την απέφευγε λες κι είχε καμια κολλητική αρρώστια επάνω της! «Αλλά δεν κινδύνεψα… Πολλοί άλλοι σκοτώθηκαν. Ο Κερκ έχασε το πόδι του.»

Ο Φέκταρελ αναστέναξε. «Σκατά δουλειά μάς βρήκε η Έρικα, μου φαίνεται…»

«Τι ανακαλύψατε από την αναζήτησή σας;» ρώτησε η Φαίδρα.

«Τίποτα ουσιαστικό. Κάτι φήμες μόνο. Και ούτε μία απ’αυτές δεν έχει σχέση με το πώς να πολεμήσει κανείς τους Θηριόπνευστους Αδελφούς.»

Κεφάλαιο Δέκατο-Πέμπτο
Ένα Διαφορετικό Σχέδιο Άμυνας

Εκτός από τον Ζαώρδιλ τον Σκοτωμένο και την Έρικα Σάλκερκοφ, ο Βασιληάς Ράνελμον πήρε μαζί του τη σύζυγό του, Πρώτη Πριγκίπισσα Σεϊλίκρα, τον Βασιλικό Αρχιφρουρό Αλκάμελ, και τον Αβέρναλ τον δημοσιογράφο. Τους υπόλοιπους τούς άφησε πίσω, στην Αίθουσα του Θρόνου των Γεφυρωμένων Νήσων, και πήγε στο γραφείο-βιβλιοθήκη όπου είχε συζητήσει και την προηγούμενη φορά με τον Ζαώρδιλ, όταν κατέστρωναν το σχέδιο άμυνας εναντίον των Θηριόπνευστων Αδελφών: το σχέδιο που είχε μπει σε εφαρμογή χτες βράδυ, και είχε λειτουργήσει καλά. Αν δεν είχε, τώρα όλοι τους πιθανώς να ήταν νεκροί από τους δολοφόνους.

«Εδώ,» είπε ο Ράνελμον, αφού ο Αρχιφρουρός Αλκάμελ έκλεισε την πόρτα, «είμαστε πιο ήσυχα, νομίζω.» Δεν ήταν και πολύ εκνευρισμένος, παρατήρησε η Έρικα, κρίνοντας από το γεγονός ότι, πριν από λίγο, όλοι εκείνοι οι άνθρωποι στην Αίθουσα του Θρόνου τον ζάλιζαν συγχρόνως. Αλλά, μάλλον, αυτή δεν ήταν μια κατάσταση που ο Βασιληάς Ράνελμον είχε βιώσει για πρώτη φορά στη ζωή του.

Και τώρα στράφηκε και κοίταξε την Έρικα, καθώς συγκεντρώνονταν γύρω απ’το τραπέζι του δωματίου. «Πείτε μας τι ανακαλύψατε, κυρία Σάλκερκοφ, στην αναζήτησή σας.»

«Δυστυχώς, τίποτα που μπορεί να μας βοηθήσει άμεσα, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε εκείνη. «Ακούστε με, όμως.» Και τους μίλησε για τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει: ότι οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί επισκέπτονταν συχνά μια πόλη στις ανατολικές ακτές του Ωκεανού, η οποία ονομαζόταν Οράγιγκαθ, για ν’αγοράζουν δούλους, και ότι αυτή η πόλη ήταν ίσως η μεγαλύτερη της περιοχής και εκεί η εταιρεία Γλυκά Υδρευτικά Συστήματα είχε φτιάξει ένα υδραγωγείο· ότι οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί λεγόταν πως κατοικούσαν ανατολικά της Οράγιγκαθ, πίσω από το Όρος του Γκρίζου Ανέμου, σ’ένα μέρος που οι ντόπιοι ονόμαζαν «σκοτεινούς τόπους»· ότι έκαναν ανθρωποθυσίες στον θεό τους, την Ανονείρευτη Σκιά του Λόγκου, προκειμένου να παίρνουν, ως χάρισμα, τις παράξενες δυνάμεις τους· ότι, μάλλον, δεν ήταν οι δερμάτινες στολές τους που τους έδιναν τις δυνάμεις τους (ή, τουλάχιστον, όχι μόνο αυτές)· ότι ο Αθάνατος τούς είχε δει να κατασπαράζουν τους πειρατές ενός πλοίου – επομένως ήταν κανίβαλοι: οι ανθρωποθυσίες που έκαναν προς τον θεό τους ήταν, ουσιαστικά, κανιβαλικά όργια.

«Δεν ξέρω, όμως, αν θα έπρεπε να πιστέψω τα πάντα που λέει ο Αθάνατος, Μεγαλειότατε. Είναι, σίγουρα… περίεργος… Εσείς ίσως να τον γνωρίζετε καλύτερα, βέβαια, καθώς βρίσκεται εντός του Βασιλείου σας.»

Ο Ράνελμον, που την άκουγε με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά του, σκεπτικός, καθώς όλοι τους στέκονταν γύρω απ’το τραπέζι και κανένας δεν είχε καθίσει, είπε: «Περίεργος, αναμφίβολα, είναι. Ωστόσο η γνώμη του είναι σεβαστή, έχω ακούσει. Δεν τον έχω συναντήσει ο ίδιος, αλλά η Αρχιέρεια τον ξέρει, και λέει πως είναι αλήθεια ότι είναι ζωντανός πάρα πολλά χρόνια.»

«Είναι αλήθεια και ότι τον γέννησε η Φαρμακερή Υδατοθύελλα, Μεγαλειότατε;»

«Η Αρχιέρεια δεν το αρνείται. Όμως ακόμα και για εκείνη ο Αθάνατος αποτελεί αίνιγμα· την έχω ακούσει να το παραδέχεται. Θα μπορούσε να ήταν ο μεγαλύτερος αρχιερέας στον Ωκεανό, λέει, αλλά έχει επιλέξει να ζει σαν ερημίτης. Η επαφή του με τη Φαρμακερή Υδατοθύελλα είναι τρομερή.

»Όμως δε μ’ενδιαφέρει ο Αθάνατος τώρα,» είπε ο Ράνελμον. «Γνωρίζεις πού ακριβώς είναι αυτή η πόλη; Πώς την είπες;» Και τούτη ήταν η πρώτη φορά, νόμιζε η Έρικα, που της μιλούσε στον ενικό. Αποφάσισε να το θεωρήσει θετικό σημάδι – ότι ο Βασιληάς των Γεφυρωμένων Νήσων την έβλεπε ως μία από τους κοντινούς του ανθρώπους – όχι αρνητικό – ότι ο Βασιληάς την έβλεπε ως υποτελή του.

«Γνωρίζω,» αποκρίθηκε. «Υπάρχει ένας χάρτης του Ωκεανού; Ίσως ήδη να την έχει σημειωμένη.»

Ο Αλκάμελ έφερε μια περγαμηνή από τα τριγυρινά ράφια και την ξεδίπλωσε πάνω στο τραπέζι. Ήταν μεγάλη και απεικόνιζε ολόκληρο τον Ωκεανό.

Η Έρικα κοίταξε στις ανατολικές ακτές και έδειξε με το δάχτυλό της. «Εδώ είναι. Οράγιγκαθ. Υπάρχει σημειωμένη.»

«Χμμ,» είπε ο Ράνελμον κοιτάζοντας κι εκείνος τον χάρτη. «Κι αυτό το Όρος του Γκρίζου Ανέμου;»

«Αυτό…» η Έρικα μόρφασε, ψάχνοντας με το βλέμμα της, «δεν το βλέπω στον χάρτη σας. Αλλά είναι κάπου εδώ.» Έδειξε ανατολικά της Οράγιγκαθ. «Και κάπου εδώ, επίσης, πρέπει νάναι οι σκοτεινοί τόποι, που λένε οι ντόπιοι.»

«Μάλιστα…» είπε ο Ράνελμον, σκεπτικά.

«Όλ’ αυτά,» είπε ο Αλκάμελ στην Έρικα, «είναι πολύ… πληροφοριακά, πράγματι. Αλλά δε νομίζω πως μας βοηθάνε για ν’αποκρούσουμε την επόμενη επίθεση των Θηριόπνευστων Αδελφών.»

«Το είπα κι εγώ, δεν το είπα; Προσπάθησα να μάθω μήπως έχουν κάποια αδυναμία, αλλά ή δεν τα κατάφερα ή δεν έχουν κάποια αδυναμία.»

Ο Ζαώρδιλ παρατήρησε: «Έμαθες, όμως, από πού παίρνουν τις δυνάμεις τους. Αυτό είναι σαν να ανακάλυψες την αδυναμία τους.»

Η Έρικα στράφηκε να τον κοιτάξει. Δε φανταζόμουν ότι θα πρότεινες κάτι τέτοιο… Αλλά, βέβαια, δεν το πρότεινες· όχι ακριβώς. «Προτείνεις, δηλαδή, να τους επιτεθούμε πίσω από το Όρος του Γκρίζου Ανέμου;»

Το βλέμμα του Σκοτωμένου αγρίεψε. «Θα αστειεύεσαι, φυσικά.»

«Ίσως αυτός να είναι ο μόνος τρόπος για να τους σταματήσουμε…» είπε η Έρικα, δήθεν γενικά, χωρίς (εσκεμμένα) ν’ακούγεται πολύ σίγουρη.

Ο Βασιληάς Ράνελμον είπε: «Τι δυνάμεις, όμως, θα είχε κανείς ν’αντιμετωπίσει εκεί πέρα; Τον ίδιο τον θεό τους, ίσως;»

«Αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ, σκεπτόμενος ότι η Έρικα πάλι προσπαθούσε να τους βάλει σε μπελάδες.

«Αν όμως οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί ποτέ δεν παύουν να επιτίθενται μέχρι να είναι νεκρός ο στόχος τους,» είπε ο Αλκάμελ, «τότε πολύ πιθανόν αυτός να είναι ο μοναδικός τρόπος για να τους αντιμετωπίσουμε.»

«Προτείνεις να πάμε να διαλύσουμε όλη τους τη φυλή;» τον ρώτησε ο Ράνελμον. «Η Έρικα μόλις είπε ότι είναι ολόκληρη φυλή βαρβάρων, όχι καμια πενηνταριά εκπαιδευμένοι φονιάδες!»

«Τι άλλη λύση υπάρχει, Βασιληά μου;» αντερώτησε ο Αλκάμελ.

Η Πρώτη Πριγκίπισσα είπε: «Όσο ο Αβέρναλ βρίσκεται εδώ, αυτή μοιάζει πράγματι να είναι η μοναδική λύση, Αλκάμελ. Ακόμα μια επίθεση σαν τη χτεσινοβραδινή θα μας εξοντώσει.» Ήταν φανερό πως η Σεϊλίκρα είχε φοβηθεί – πολύ – τους Θηριόπνευστους Αδελφούς. Μάλλον, ετούτη ήταν η πρώτη φορά που κάτι τέτοιο συνέβαινε μέσα στο βασιλικό παλάτι της Νουσράκλης, υπέθεσε ο Ζαώρδιλ. Ο Βασιληάς, τουλάχιστον, δεν είχε μιλήσει για καμια παλιότερη παρόμοια περίπτωση.

«Δυστυχώς,» είπε ο Αβέρναλ, «σας έχω βάλει όλους σε κίνδυνο. Λυπάμαι, Μεγαλειότατε· ίσως θα έπρεπε όντως να παραδοθώ, όπως πρότειναν, στην Αίθουσα του Θρόνου, οι καπεταναίοι σας–»

«Τι ανοησίες!» αναφώνησε ο Ράνελμον σαν ο δημοσιογράφος να τον είχε βρίσει. «Σου πρόσφερα άσυλο, Αβέρναλ, δεν σου πρόσφερα άσυλο;»

«Πράγματι, Μεγαλειότατε. Όμως δεν θα ήθελα ούτε εσείς, ούτε η οικογένειά σας, ούτε ο λαός σας να πληρώσουν βαρύ τίμημα για το άσυλό μου. Είμαι επίμονος και θέλω να μάχομαι για εκείνο που θεωρώ σωστό στην πόλη μου, αλλά όχι εις βάρος άλλων πόλεων.»

«Δεν το συζητάω,» είπε ο Ράνελμον. «Δεν πρόκειται να σε παραδώσω. Και δεν έχει να κάνει μόνο μ’εσένα, Αβέρναλ, παρότι ξέρεις πόσο σε συμπαθώ. Έχει να κάνει και με το δικό μου κύρος, καθώς και το κύρος του Βασιλείου μου, σ’όλο τον Ωκεανό. Αν υποκύψω τώρα σ’ένα τέτοιο αίτημα του Αρχισυγκλητικού της Κάρνατεβ–»

«Βασιληά μου,» τον διέκοψε η Έρικα, μη μπορώντας να συγκρατήσει τον εαυτό της, «νομίζω πως έχω μια ιδέα.»

Δε μ’αρέσει αυτό… σκέφτηκε ο Ζαώρδιλ. Ή μάλλον, ίσως να μ’αρέσει, ίσως όχι. Κατά καιρούς, η Έρικα είχε ιδέες σωτήριες αλλά και φοβερά ριψοκίνδυνες. Σα να έστριβες ένα νόμισμα και να περίμενες να δεις ποια μεριά θα έβγαινε επάνω όταν έπεφτε.

«Σ’ακούμε,» της είπε ο Ράνελμον, δίχως να μοιάζει καθόλου ενοχλημένος που τον είχε διακόψει.

«Θα μπορούσατε να δηλώσετε πως παραδίδετε τον Αβέρναλ αλλά να μην τον παραδώσετε πραγματικά.»

«Τι νόημα θα είχε αυτό;»

«Θα τον βάλετε σ’ένα πλοίο για να τον στείλετε, φρουρούμενο, στην Κάρνατεβ. Το πλοίο, δυστυχώς, θα δεχτεί επίθεση από πειρατές, και οι πειρατές, εκτός των άλλων, θ’αρπάξουν και τον Αβέρναλ.»

«Μ’αρέσει!» είπε η Πρώτη Πριγκίπισσα Σεϊλίκρα προτού μιλήσει κανένας άλλος. «Είναι, νομίζω, η καλύτερη ιδέα που ακούστηκε μέχρι στιγμής, Ράνελμον.» Δεν το κρύβει καθόλου ότι θέλει να ξεφορτωθεί τον Αβέρναλ, παρατήρησε ο Ζαώρδιλ.

Και το ίδιο είχε παρατηρήσει κι η Έρικα, αλλά ακόμα μια σκέψη πέρασε απ’τον νου της: Αναρωτιέμαι αν η Πρώτη Πριγκίπισσα σχεδιάζει να κάνει, ούτως ή άλλως, κάτι από μόνη της για να διώξει τον δημοσιογράφο από εδώ. Κάτι κρυφό από τον Βασιληά της…

«Υπάρχει, όμως, ένα πρόβλημα,» είπε ο Ράνελμον. «Ο Αρχισυγκλητικός ζήτησε να του στείλουμε τον Αβέρναλ με αεροσκάφος. Θα του φανεί παράξενο αν αποφασίσω ξαφνικά να τον στείλω στην Κάρνατεβ με πλοίο.»

«Θα ισχυριστούμε ότι είχε δυνατό άνεμο και ήταν επικίνδυνο για ένα ελικόπτερο να υψωθεί!» επέμεινε η Σεϊλίκρα. «Ή κάτι άλλο. Τι σημασία έχει αυτό; Σημασία έχει να δώσουμε ένα τέλος σ’ετούτη την ιστορία!» Και πρόσθεσε, σαν τώρα η σκέψη να πέρασε απ’το μυαλό της: «Η Αρχιέρεια θα μπορούσε να σηκώσει δυνατό αέρα αν της το ζητούσαμε. Το έχει ξανακάνει.»

«Κυρίως το ανάποδο κάνει, ύστερα από δεήσεις προς τη Φαρμακερή Υδατοθύελλα, Σεϊλίκρα,» της θύμισε ο Ράνελμον.

«Προφανώς θα μπορεί να επικαλεστεί και λίγο άνεμο, δεν θα μπορεί; Αλλά, όπως και νάχει, είναι ανόητο να μην κάνουμε αυτό που προτείνει η Έρικα! Είναι ο μόνος τρόπος για να βεβαιωθούμε ότι οι επιθέσεις εναντίον μας θα σταματήσουν. Ο Αρχισυγκλητικός δεν θα στείλει ξανά τους φονιάδες του εδώ αν πιστέψει ότι πειρατές έχουν αρπάξει τον Αβέρναλ.»

«Το κύρος μας, όμως, στον Ωκεανό–»

«Το κύρος μας σε ενδιαφέρει ή οι ζωές μας;» έκανε, απότομα, η Σεϊλίκρα, δείχνοντας θυμωμένη· και η Έρικα έκρινε, από την όψη της αλλά και από την όψη του Βασιληά, ότι κάθε άλλο παρά ευτυχισμένο ζεύγος πρέπει να ήταν οι δυο τους.

Ο Ράνελμον αναστέναξε· και, μετά από μερικές στιγμές που κανένας δεν μιλούσε, ρώτησε την Έρικα: «Ποιοι θα παριστάνουν τους πειρατές; Οι Ζωντανοί-Νεκροί;»

«Δε θα χρειαστεί, Μεγαλειότατε. Θα φέρω κανονικούς πειρατές για να κάνουν τη δουλειά.»

«Κανονικούς πειρατές;» είπε ο Αλκάμελ, μοιάζοντας ξαφνιασμένος. Μοιάζοντας να θέλει να προσθέσει: Έχεις συναναστροφές με πειρατές; Με πειρατές!

«Ναι,» αποκρίθηκε η Έρικα.

«Γνωστούς; Ποιο είναι τ’όνομα του καπετάνιου τους;»

«Αυτό δεν μπορώ να το αποκαλύψω,» του είπε η Έρικα, και η όψη του Αρχιφρουρού έγινε ακόμα πιο σκοτεινή. «Αλλά τη δουλειά μας θα την κάνουν· σας διαβεβαιώνω γι’αυτό.»

«Θα ληστέψουν, δηλαδή, το πλοίο πραγματικά!»

«Δε θέλουμε να φανεί αληθινό; Καλύτερα, νομίζω, το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων να χάσει ένα πλοίο παρά να δεχτεί κι άλλη επίθεση από τους Θηριόπνευστους Αδελφούς.»

«Αυτό,» είπε η Σεϊλίκρα, «είναι αλήθεια.» Και κοίταξε τον Βασιληά της, απαιτώντας με το βλέμμα της μια απάντηση από εκείνον.

«Συμφωνώ,» αποκρίθηκε ο Ράνελμον, αν και κάπως διστακτικά. «Ένα πλοίο θα το ξαναφτιάξουμε. Τους ανθρώπους που θα χαθούν από την επίθεση δεν μπορούμε να ζητήσουμε από τους Κρυφούς Θεούς να μας τους επιστρέψουν.»

«Επομένως, θα εφαρμόσουμε την ιδέα της Έρικας;»

«Μισό λεπτό,» είπε ο Ράνελμον. «Ας μη βιαζόμαστε.» (Και το πρόσωπο της Πρώτης Πριγκίπισσας φανέρωσε αμέσως δυσαρέσκεια.) «Θέλω πρώτα να ξέρω πού θα μεταφερθεί ο Αβέρναλ μετά την απαγωγή του, καθώς κι αν ο ίδιος συμφωνεί με το σχέδιο.» Στράφηκε να κοιτάξει τον δημοσιογράφο.

«Συμφωνώ, Μεγαλειότατε,» δήλωσε ο Αβέρναλ χωρίς δισταγμό. «Απόλυτα.»

«Το ξέρω πως το λες γιατί θεωρείς ότι με βάζεις σε κίνδυνο–»

«Σας βάζω σε κίνδυνο, Μεγαλειότατε. Μεγαλύτερο κίνδυνο απ’ό,τι θα ήθελα ποτέ να σας βάλω. Όπου κι αν σκοπεύει να με μεταφέρει η Έρικα είμαι πρόθυμος να πάω – εκτός, βέβαια, αν σκοπεύει να με παραδώσει στον Αρχισυγκλητικό Βέργκεδελ…» Την ατένισε.

«Εννοείται πως όχι,» τον διαβεβαίωσε εκείνη. «Θα κάναμε τόση φασαρία για να σε σώσουμε, αν σκοπεύαμε να σε παραδώσουμε στον Αρχισυγκλητικό;»

Ο Αβέρναλ απλώς ύψωσε τους ώμους, χωρίς να μιλήσει.

«Πού θα τον μεταφέρετε, λοιπόν;» θέλησε να μάθει ο Ράνελμον.

«Αυτό δεν το έχω σκεφτεί ακόμα,» παραδέχτηκε η Έρικα. Και κοίταξε τον Ζαώρδιλ.

«Τι κοιτάς εμένα;» είπε ο Σκοτωμένος. «Εσύ ξέρεις καλύτερα από τέτοια. Κι ο νέος σου φίλος, επίσης.» Αναφερόταν στον Όρκιβελ τον Μουντζουρωμένο, και η Έρικα, φυσικά, αμέσως το κατάλαβε.

Ρώτησε τον Αβέρναλ: «Εσύ πού θα πρότεινες να σε πάμε;»

«Εκεί όπου μπορεί να ήθελα εγώ να πάω, μπορεί να με αναζητήσει κι ο Αρχισυγκλητικός· οπότε, καλύτερα να αποφασίσεις εσύ πού θα με στείλεις, Έρικα. Είμαι βέβαιος πως δεν θα καταφέρει να μαντέψει τη δική σου σκέψη.»

Η Έρικα έφερε στο νου της όλες τις πόλεις του Ωκεανού που είχε γνωρίσει. Υπήρχαν πολλά μέρη, νόμιζε, όπου μπορούσε, άνετα, να κρύψει τον Αβέρναλ και ο Αρχισυγκλητικός να μην τον βρει ποτέ. Το όλο θέμα είναι για πόσο ο δημοσιογράφος θα θελήσει να μείνει ήσυχα κρυμμένος.

«Θα εφαρμόσουμε το σχέδιο της Έρικας, λοιπόν;» ρώτησε ξανά η Πρώτη Πριγκίπισσα Σεϊλίκρα.

«Δε μ’αρέσει που θα ενδώσω στις απαιτήσεις του Αρχισυγκλητικού της Κάρνατεβ…» είπε ο Βασιληάς των Γεφυρωμένων Νήσων κοιτάζοντας τον χάρτη επάνω στο τραπέζι.

«Ράνελμον…» άρχισε η Σεϊλίκρα.

«Όμως,» τη διέκοψε εκείνος, «δεν φαίνεται να υπάρχει καλύτερη λύση επί του παρόντος. Η πρώτη επίθεση των Θηριόπνευστων Αδελφών μάς κόστιζε πολλές ζωές, κι αν γίνει και δεύτερη, μάλλον θα μας κοστίζει άλλες τόσες.» Ο Βασιληάς ύψωσε το βλέμμα του, στρέφοντάς το προς την Έρικα και τον Ζαώρδιλ. «Θα στείλω επιστολή στον Αρχισυγκλητικό Βέργκεδελ για να τον ενημερώσω πως είμαι πρόθυμος να του παραδώσω τον Αβέρναλ–»

«Συγνώμη, Βασιληά μου,» είπε ο Αλκάμελ. «Τι θα γίνει, όμως, αν ο Αρχισυγκλητικός προτείνει να στείλει εδώ ανθρώπους του για να συνοδέψουν τον Αβέρναλ στην Κάρνατεβ; Κι αν αυτοί οι άνθρωποι έρθουν με αεροσκάφος, και επιμείνουν να φύγουν με το ίδιο αεροσκάφος;»

Σιγή για μερικές στιγμές.

Μετά, ο Ράνελμον είπε: «Αυτό είναι, πράγματι, ένα πρόβλημα που μπορεί να παρουσιαστεί. Έχεις δίκιο: λογικά, ο Αρχισυγκλητικός θα θέλει να στείλει ανθρώπους του… αν μη τι άλλο για να είναι σίγουρος πως δεν θα πάει τίποτα στραβά. Έπρεπε να το είχαμε σκεφτεί εξαρχής…» Κοίταξε την Έρικα ερωτηματικά.

«Αν η Αρχιέρειά σας προκαλέσει δυνατό άνεμο….» κόμπιασε εκείνη, ενώ συλλογιζόταν: Κι εγώ έπρεπε να το είχα σκεφτεί. Ήταν αβλεψία της, μάλλον επειδή το σχέδιο είχε έρθει τώρα, αυθόρμητα, στο μυαλό της και δεν είχε χρόνο να το αναλογιστεί απ’όλες τις απόψεις.

«Δε μπορούμε να βασιστούμε μόνο σ’αυτό,» είπε ο Βασιληάς. «Μπορεί οι άνθρωποι του Αρχισυγκλητικού να περιμένουν μέχρι ο άνεμος να κοπάσει.»

«Και μάλλον αυτό θα κάνουν,» συμφώνησε ο Ζαώρδιλ, «εκτός αν σκέφτονται ν’αφήσουν το αεροσκάφος τους εδώ. Θα είναι ένα από τα ‘αεροχήματα’, υποθέτω· σωστά;»

«Δεν το νομίζω,» είπε ο Ράνελμον. «Απ’ό,τι ξέρω, μόνο στον πόλεμο τα χρησιμοποιούν ώστε να φτάνουν θέσεις που αλλιώς είναι απροσπέλαστες. Το πιθανότερο είναι να έρθουν με ελικόπτερο, αν έρθουν από αέρα.»

Ο Ζαώρδιλ ατένισε την Έρικα. «Το σχέδιο πρέπει ν’αλλάξει, πάντως…»

Εκείνη ήταν συλλογισμένη. «Προφανώς… Πρέπει να είμαστε, σίγουρα, προετοιμασμένη γι’αυτή την περίπτωση – που είναι, όντως, πολύ πιθανή. Τι θα πρότεινες εσύ; Αεροπειρατεία;»

«Το πρώτο που έρχεται στο μυαλό, ναι, αυτό είναι,» συμφώνησε ο Ζαώρδιλ.

«Και μπορούμε να την κάνουμε, δεν μπορούμε;»

«Ένα ελικόπτερο έχουμε, όπως ξέρεις· και δεν είμαστε βέβαιοι ότι ο Αρχισυγκλητικός θα στείλει μόνο ένα δικό του ελικόπτερο εδώ. Ίσως να στείλει δύο, ή τρία, ως συνοδία. Αλλά ακόμα και ένα να στείλει θα είναι ρίσκο.»

«Έχουμε και τέσσερα ορνιθόπτερα.»

«Δε μπορούν ν’αντιμετωπίσουν ελικόπτερο, Έρικα.»

«Εκτός αν το ξαφνιάσουν–»

«Δεν είναι υπό συζήτηση. Είναι ανόητο και αυτοκτονικό.»

Η Έρικα τον αγριοκοίταξε.

Ο Ράνελμον είπε: «Θα μπορούσα να σας παραχωρήσω ένα δικό μου ελικόπτερο. Δύο, πιθανώς.»

«Τα οποία, όμως, οι άνθρωποι του Αρχισυγκλητικού θα αναγνωρίσουν ως δικά σας, Μεγαλειότατε,» τόνισε ο Ζαώρδιλ, «εκτός αν σκοπεύουμε να τους αλλάξουμε τελείως την εμφάνιση.»

«Θα μπορούσαμε, δε θα μπορούσαμε;» είπε η Έρικα.

«Υπάρχει ένας καλύτερος τρόπος να γίνει η αεροπειρατεία. Αλλά ο Αβέρναλ ίσως να κινδυνέψει.» Και ο Ζαώρδιλ κοίταξε τον δημοσιογράφο.

«Συνέχισε,» τον προέτρεψε εκείνος.

«Θα βάλουμε το ενεργειακό μας κανόνι μέσα στο πλοίο των… φίλων σου,» είπε ο Ζαώρδιλ στην Έρικα. «Το κανόνι θα σημαδέψει το ελικόπτερο – εγώ ο ίδιος θα το χειρίζομαι – και θα το καταρρίψει στη θάλασσα–»

«Όχι,» διαφώνησε αμέσως ο Ράνελμον κουνώντας το κεφάλι. «Είναι παρακινδυνευμένο. Προτείνεις να το ρίξεις στη θάλασσα και μετά να έρθουν οι πειρατές για να το λεηλατήσουν και ν’αρπάξουν τον Αβέρναλ;»

«Ναι.»

«Δεν μπορώ να το επιτρέψω, Ζαώρδιλ. Πώς το ξέρεις ότι το ελικόπτερο θα πέσει στη θάλασσα, κατά πρώτον;»

«Θα το χτυπήσουμε όταν πετά μακριά από οποιαδήποτε ξηρά, Μεγαλειότατε.»

«Ακόμα κι έτσι, δεν συμφωνώ καθόλου μ’αυτή την ιδέα. Βρείτε κάτι άλλο, αλλιώς δεν παραδίδω τον Αβέρναλ.»

«Γιατί να μη βάλουμε κάποιους ανθρώπους μέσα στο ελικόπτερο,» είπε η Πρώτη Πριγκίπισσα, «όσο θα είναι προσγειωμένο εδώ;»

Ο Ράνελμον συνοφρυώθηκε, μοιάζοντας μπερδεμένος.

Η Έρικα όμως κατάλαβε. «Κι αυτοί οι άνθρωποι θα κάνουν αεροπειρατεία όταν το ελικόπτερο υψωθεί μαζί με τον Αβέρναλ…»

«Ναι,» είπε η Σεϊλίκρα.

«Θα μπορούσε να γίνει.»

«Και δε θα καταλάβει ο Αρχισυγκλητικός ότι εγώ το έκανα;» απαίτησε ο Ράνελμον. «Αν είναι δυνατόν!»

«Θα πάρουμε το ελικόπτερο μακριά, Μεγαλειότατε,» είπε η Έρικα. «Ο Βέργκεδελ δεν χρειάζεται να μάθει πώς ακριβώς κλάπηκε. Θα σκοτώσουμε όλους τους ανθρώπους του που θα είναι μέσα· δεν θα τους επιτρέψουμε να φύγουν.»

Ο Ράνελμον δεν μίλησε, κοιτάζοντας πάλι τον χάρτη.

«Είναι το καλύτερο σχέδιο που έχουμε σκεφτεί μέχρι στιγμής,» είπε η Σεϊλίκρα.

«Δεν είναι όμως αρκετά καλό,» διαφώνησε ο Ράνελμον.

«Και είναι καλύτερο να δεχτούμε κι άλλη επίθεση από τους δολοφόνους;» σχεδόν φώναξε η Πρώτη Πριγκίπισσα χτυπώντας το χέρι της επάνω στην επιφάνεια του ξύλινου τραπεζιού μ’έναν δυνατό κρότο δαχτυλιδιών.

«Δε θα του δώσω δικαιολογία να πιστέψει ότι του παίξαμε βρώμικο παιχνίδι! Δεν είναι διπλωματικό, Σεϊλίκρα!»

«Είναι πιο διπλωματικό να ετοιμαστούμε για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς;» επέμεινε η Πρώτη Πριγκίπισσα.

«Και τα δύο άσχημα είναι!»

«Τουλάχιστον, ας προσπαθήσουμε να κοροϊδέψουμε τον Αρχισυγκλητικό – κι αν δεν πιάσει, δεν έπιασε!»

Τα λόγια της φάνηκαν να βάζουν τον Ράνελμον σε σκέψεις.

«Τι έχουμε να χάσουμε;» συνέχισε η Σεϊλίκρα, βλέποντας πως κάτι είχε καταφέρει. «Ούτως ή άλλως θα δεχτούμε επίθεση αν δεν κάνουμε τίποτα.»

«Σ’αυτό,» είπε ο Ζαώρδιλ, «η Πρώτη Πριγκίπισσα έχει δίκιο, νομίζω, Μεγαλειότατε.»

«Είσαι πρόθυμος να βάλεις μισθοφόρους σου μέσα στο ελικόπτερο του Αρχισυγκλητικού;» τον ρώτησε ο Ράνελμον.

«Αν πληρωθούμε γι’αυτό, φυσικά και είμαι πρόθυμος.»

«Κι αν ο Αρχισυγκλητικός στείλει τους ανθρώπους του εδώ με πλοίο, όχι με αεροσκάφος;» έθεσε το ερώτημα ο Αλκάμελ.

«Τότε,» είπε η Έρικα, «τα πράγματα θα είναι ακόμα ευκολότερα για εμάς.»

«Θα πρέπει, επομένως, να είμαστε προετοιμασμένοι και για τις δύο περιπτώσεις…»

«Ασφαλώς.»

 

 

Είχε φοβηθεί. Όταν εκείνος ο παράξενος άνθρωπος είχε μιλήσει, το ξέρω πως είχε φοβηθεί γιατί είχα κι εγώ φοβηθεί. Μετά ήταν απόμακρο, πολύ απόμακρο, αλλά η παρουσία του δεν είχε χαθεί. Και πεινούσε.

Συνεχώς πεινά. Κι έχω την αίσθηση ότι με αλλάζει· ότι με πνίγει, δεν μ’αφήνει ν’αναπνεύσω.

Και τώρα ξανά η επιρροή του έχει μεγαλώσει. Βλέπω την αντανάκλασή του παντού.

Και την απορία στα μάτια της… και τη λύπη… Αυτό είναι το χειρότερο! Το ξέρω πως την έχω πληγώσει, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτ’ άλλο παρά να την προστατέψω απ’αυτό το πράγμα, ό,τι κι αν είναι.

Παρακολουθεί τη σκιά μου, τα βήματά μου. Βλέπω τις παραμορφωμένες αντανακλάσεις του. Παίζει μαζί μου; Γιατί δεν κάνει ό,τι είναι να κάνει; Τι περιμένει; Γιατί με πνίγει έτσι; Προσπαθεί να με υποτάξει; Προσπαθεί να με κάνει να το αποδεχτώ; Δεν είναι, όμως, κάποιος δαίμονας· έχω ρωτήσει και μου το έχουν πει. Είναι κάτι άλλο, διαφορετικό. Τι; Μήπως έχω αρχίσει να τρελαίνομαι;

Είναι εξοργισμένο από ό,τι συνέβη στο ταξίδι μας· το αισθάνομαι. Αναρωτιέμαι αν τελικά έχει αποφασίσει να δράσει – μέσα από εμένα. Ελπίζω πως όχι, όχι ακόμα. Όχι μέχρι να βρω μια λύση!

Τι λύση;

Το μεσημέρι αποφεύγω τον ύπνο. Αλλά η νύχτα έρχεται, και δεν μπορώ να αποφεύγω τον ύπνο για πάντα· ίσως το εξαντλημένο μου σώμα να του δώσει την ευκαιρία που περιμένει· ίσως αυτό να είναι το σχέδιό του.

Κοιμάμαι… κι έρχονται ξανά τα όνειρα φρικτών υπόγειων κόσμων… κι εκείνη η ακόρεστη, δαιμονική ΠΕΙΝΑ

Ξυπνάω, και δεν βρίσκομαι στο κρεβάτι μου. Είναι πρωί και είμαι όρθιος, σ’έναν εξώστη, κοιτάζοντας προς τη θάλασσα. Σαν ποτέ να μην είχα κοιμηθεί.

Τρόμος με καταλαμβάνει.

Έχει ήδη αρχίσει να με νικά;

Να πηδήσω από εδώ; Να δώσω τέλος; Ή αν το κάνω αυτό κάτι θα ελευθερωθεί από μέσα μου; Κάτι αφάνταστα μοχθηρό και επίβουλο;

Όχι, δεν ήρθε το τέλος. Όχι σήμερα.

Θεοί… ελπίζω να μην έχω κάνει κακό σε κανέναν χωρίς να το ξέρω…

Κεφάλαιο Δέκατο-Έκτο
Παράξενα Μάτια

Ύστερα από τη συζήτησή του με τον Ζαώρδιλ και την Έρικα, ο Βασιληάς Ράνελμον πήγε να μιλήσει με μερικούς από τους θαλασσάρχοντες της Βουλής των Καπεταναίων, ώστε να τους ενημερώσει κι αυτούς για το σχέδιο της προσποιητής παράδοσης του Αβέρναλ. Ο Ζαώρδιλ και η Έρικα δεν πήγαν μαζί του σ’αυτή τη συνάντηση· δεν υπήρχε λόγος· ήταν τυπική περισσότερο παρά οτιδήποτε άλλο. Η Έρικα, όμως, ρώτησε τον Βασιληά προτού εκείνος φύγει από κοντά τους: «Υπάρχει περίπτωση η Βουλή των Καπεταναίων να σταματήσει το σχέδιό μας; Μπορεί να το σταματήσει;»

«Μπορεί,» αποκρίθηκε ο Ράνελμον, «υπό ορισμένες συνθήκες. Αν και δεν συμβαίνει συχνά για τέτοιες υποθέσεις. Επιπλέον, δε νομίζω πως θα διαφωνούν με το συγκεκριμένο σχέδιο. Θεωρούν την παρουσία του Αβέρναλ εδώ επικίνδυνη για το Βασίλειο.»

Και είναι επικίνδυνη, σκέφτηκε η Έρικα. Ο Αρχισυγκλητικός της Κάρνατεβ έμοιαζε αποφασισμένος να βγάλει από τη μέση τον δημοσιογράφο όποιο κι αν ήταν το κόστος. Παρότι είχε δηλώσει πως θεωρούσε προπαγάνδα εχθρικών δυνάμεων αυτά που έλεγε ο Αβέρναλ, ήθελε να του κλείσει το στόμα προτού στραφούν εναντίον του αρκετοί άνθρωποι της ίδιας της Κάρνατεβ για να τον διώξουν από τη θέση του, ή ακόμα και να τον τιμωρήσουν.

«Πεινάς;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ την Έρικα, καθώς οι δυο τους βάδιζαν μέσα στους διαδρόμους του παλατιού και ήταν πια μεσημέρι.

«Για να είμαι ειλικρινής, όχι,» αποκρίθηκε εκείνη.

«Έχεις φάει;»

«Όχι.»

«Έχεις τα νεύρα σου.» Δεν ήταν ερώτηση.

Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι στραβά. «Με ξέρεις τόσο καλά που με τρομάζει,» είπε μεταξύ αστείου και σοβαρού, καθώς περνούσε το χέρι της κάτω από την πίσω μεριά της ζώνης του.

«Θα πας να μιλήσεις στον αγαπημένο σου πειρατή, τώρα;»

«Δεν είναι εδώ.»

«Τότε, πώς θα κανονίσουμε τη δουλειά μαζί του;»

«Θα επιστρέψει, σύντομα. Ξεχνάς ότι τον έστειλα να μεταφέρει το μήνυμα του Αβέρναλ;»

«Σωστά,» είπε ο Ζαώρδιλ. «Πιστεύεις ότι το μήνυμα θα έφτασε στον προορισμό του;»

«Δε νομίζω ο Όρκιβελ νάναι τόσο ατζαμής. Επιπλέον, θέλει να μάθει κι άλλα για το δίκτυό μου. Θέλει να μπορεί να το χρησιμοποιήσει προς όφελός του.»

«Είσαι σίγουρη πως κάνεις καλά που τον εμπιστεύεσαι;»

«Δεν τον εμπιστεύομαι, Ζαώρδιλ. Μου είναι χρήσιμος. Αν και του έχω μεγαλύτερη εμπιστοσύνη απ’ό,τι σε άλλους τους οποίους έχω συναναστραφεί.»

«Ελπίζω να μην υπονοείς εμένα.»

Η Έρικα χαμογέλασε ξανά με το λοξό της χαμόγελο. «Εσένα δεν σε θεωρώ αυτής της κατηγορίας. Ούτε τους Ζωντανούς-Νεκρούς.»

Άρχισαν ν’ανεβαίνουν μια μεγάλη σκάλα του παλατιού η οποία ήταν στρωμένη με μαλακό, καλοκαιρινό χαλί με ψάρια κεντημένα επάνω.

«Σε ποια κατηγορία ανήκουμε εμείς;» θέλησε να μάθει ο Ζαώρδιλ.

«Στους συντρόφους μου.»

«Και ο Όρκιβελ;»

«Στους εξωτερικούς συνεργάτες.»

«Και οι άνθρωποι του δικτύου σου;»

«Εξαρτάται τι εννοείς λέγοντας ‘άνθρωποι του δικτύου μου’.»

«Άνθρωποι όπως ο Ναλτάφιρ’χοκ, ο Βαλέριος.»

«Αυτοί που λες είναι, αναμφίβολα, σύντροφοί μου. Τους ξέρω πιο παλιά απ’ό,τι εσένα,» απάντησε η Έρικα. «Παρεμπιπτόντως, επειδή τώρα το θυμήθηκα, τι κάνει η Ανρίθα;»

«Καλά είναι.»

«Δεν ήταν εδώ όταν επιτέθηκαν οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί, έτσι;»

«Στα πλοία μας βρισκόταν. Τώρα ήρθε, όμως, για να δει τι έγινε. Ίσως νάναι μαζί με τη μάγισσα. Πάμε από κει; Θέλω να μάθω, ούτως ή άλλως, αν η Φαίδρα έχει ανακαλύψει τίποτα καινούργιο για τους εχθρούς μας.»

Η Έρικα ανασήκωσε τους ώμους. «Πάμε.»

Ανεβαίνοντας τα πατώματα του παλατιού έφτασαν στον διάδρομο όπου βρίσκονταν οι πόρτες πολλών δωματίων που ο Βασιληάς είχε παραχωρήσει στους Ζωντανούς-Νεκρούς. Ο Ζαώρδιλ οδήγησε την Έρικα στην πόρτα του δωματίου της Φαίδρας και χτύπησε.

Η μάγισσα άνοιξε. «Αρχηγέ… Έρικα.»

Ο Ζαώρδιλ είδε πως πίσω της φαινόταν καθισμένη η Ανρίθα-Νοθ με μια κούπα στο χέρι, καθώς και η Ανταρλίδα’μορ. Τα πήγαιναν καλά οι τρεις τους· το είχε παρατηρήσει πολλές φορές. «Ενοχλούμε;»

«Όχι,» αποκρίθηκε η Φαίδρα, «καθόλου. Ελάτε»· και παραμέρισε από το κατώφλι, ώστε ο Σκοτωμένος και η Έρικα να μπουν στο δωμάτιο.

Η Ανρίθα-Νοθ τούς ατένισε αμίλητα. Η Ανταρλίδα τούς χαιρέτησε. Η Φαίδρα τούς είπε να καθίσουν όπου ήθελαν, και η ίδια κάθισε στο περβάζι του παραθύρου της.

«Δε θα μείνουμε πολύ,» είπε ο Ζαώρδιλ εξακολουθώντας να είναι όρθιος, όπως και η Έρικα. «Ήρθα να σε ρωτήσω μήπως ανακάλυψες τίποτα καινούργιο για τους εχθρούς μας;»

Η Φαίδρα κούνησε το κεφάλι. «Τίποτα.»

«Οι στολές τους;»

«Δεν έχουν κάτι το ιδιαίτερο. Καμία πνευματική οντότητα, κανενός είδους ενέργεια. Είναι απλώς ρούχα φτιαγμένα από δέρματα διάφορων ζώων. Και η Ανταρλίδα τα έλεγξε.»

Η Τεχνομαθής μάγισσα κατένευσε. «Τα έλεγξα.»

«Επομένως, τα πνεύματα είναι μέσα στους ίδιους;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ.

«Έτσι φαίνεται,» είπε η Φαίδρα. «Αλλά, εκτός από τις πνευματικές οντότητες, υπάρχει και κάτι άλλο, αρχηγέ. Μια δύναμη, η οποία λειτουργεί ως σύνδεσμος ανάμεσα στο δαιμονικό ζωώδες πνεύμα και στο πνεύμα των δολοφόνων. Κι αυτή η δύναμη είναι θεϊκής τάξης: τουλάχιστον, η Καρδιά της Συναγωγής την αντιλαμβανόταν ως κάποιον άλλο θεό.»

«Και το πνεύμα που φυλάκισες έχει αυτό τον θεό μέσα του;»

«Όχι. Όπως σου είπα, πρόκειται για μια δύναμη που λειτουργεί ως σύνδεσμος. Όταν το δαιμονικό πνεύμα αποκολλείται από τον Θηριόπνευστο Αδελφό, αυτή η δύναμη φεύγει.»

Η Έρικα παρενέβη: «Σίγουρα, όμως, προέρχεται από θεό η συγκεκριμένη δύναμη, έτσι;»

«Ναι. Είναι θεϊκής φύσης.»

«Η Ανονείρευτη Σκιά του Λόγκου,» είπε η Έρικα ρίχνοντας μια ματιά στον Ζαώρδιλ. «Είναι αλήθεια, επομένως· ο θεός τους τους δίνει τις δυνάμεις τους.»

«Τι είναι η Ανονείρευτη Σκιά του Λόγκου;» ρώτησε η Ανρίθα-Νοθ.

Η Έρικα απάντησε, λέγοντας ό,τι είχε μάθει – και μιλώντας κυρίως στη Φαίδρα, όχι στην Ανρίθα.

Η μάγισσα είπε, κάπως σκεπτικά: «Ο Φέκταρελ δεν μου ανέφερε τίποτα απ’αυτά…»

«Ο Φέκταρελ;»

«Ήρθε να με βρει, πιο πριν, όταν ερευνούσα τις στολές των Θηριόπνευστων Αδελφών. Αλλά μετά έφυγε.»

«Τον είδα κι εγώ,» είπε η Ανρίθα, λες και υπήρχε ανάγκη να επιβεβαιώσει τα λόγια της Φαίδρας· «ήμουν εκεί.»

Η Ανταρλίδα’μορ ρώτησε τον Ζαώρδιλ: «Τι σκέφτεσαι να κάνουμε τώρα, αρχηγέ; Πώς θα αντιμετωπίσουμε την επόμενή τους επίθεση;»

«Δε θα γίνει επόμενη επίθεση, ελπίζουμε.»

Η Ανταρλίδα και η Φαίδρα τον κοίταξαν ερωτηματικά, και ο Ζαώρδιλ τούς μίλησε για το σχέδιο που είχαν εκπονήσει μαζί με τον Βασιληά Ράνελμον.

«Δεν είναι ανάγκη να βάλουμε ανθρώπους μας μες στο ελικόπτερο,» είπε η Ανταρλίδα. «Υπάρχει κι άλλος τρόπος να το σαμποτάρουμε.»

«Ο οποίος είναι;»

«Με τη χρήση Μαγγανείας Αυτομάτου Απομακρυσμένης Απενεργοποιήσεως,» αποκρίθηκε η Τεχνομαθής μάγισσα. «Την έχεις ακουστά;»

«Δε νομίζω.»

Η Ανταρλίδα κοίταξε την Έρικα. «Εσύ;»

«Δεν ξέρω ακριβώς τι κάνει, αλλά κάπου πρέπει να την έχει πάρει τ’αφτί μου.»

«Όταν υφάνω τη μαγγανεία επάνω στις μηχανές του ελικοπτέρου θα μπορώ, από απόσταση, μ’ένα τηλεπικοινωνιακό σήμα, να τις κάνω να σταματήσουν. Σταδιακά, αν θέλω, όχι απότομα, ώστε να δώσω χρόνο στον πιλότο να προσγειώσει το σκάφος χωρίς εκείνος κι οι επιβάτες του να τσακιστούν.»

Ο Ζαώρδιλ και η Έρικα αλληλοκοιτάχτηκαν· η δεύτερη χαμογελούσε λιγάκι στραβά, φανερά ευχαριστημένη. Ο Σκοτωμένος είπε στην Ανταρλίδα: «Μάγισσα, νομίζω πως μόλις μας έλυσες ένα– ψέματα, δύο σημαντικά προβλήματα.»

«Δύο;»

«Το πρώτο είναι, φυσικά, ότι θα έπρεπε να μπούμε στο ελικόπτερο και να πάρουμε τον έλεγχο. Το δεύτερο αφορά, κυρίως, τον Βασιληά Ράνελμον. Αν το ελικόπτερο φεύγοντας από εδώ είχε αεροπειρατές μέσα του, ο Αρχισυγκλητικός πιθανώς να υποπτευόταν τον Βασιληά. Με τη δική σου συμβολή, όμως, δεν θα υπάρχει καμία ένδειξη εμπλοκής του Ράνελμον.»

«Εκτός αν ξέρουν τη Μαγγανεία Αυτομάτου Απομακρυσμένης Απενεργοποιήσεως και υποθέσουν ότι κάποιος την ύφανε όσο το ελικόπτερο βρισκόταν εδώ.»

Ο Ζαώρδιλ ρουθούνισε. «Δε νομίζω πως υπάρχουν και πολλές πιθανότητες να συμβεί αυτό, Ανταρλίδα.»

«Η μέθοδος που προτείνεις μας συμφέρει σαφώς περισσότερο από τη μέθοδο που είχαμε υπόψη,» της είπε η Έρικα.

«Δεν αντιλέγω,» αποκρίθηκε η μάγισσα.

«Και είμαι βέβαιη πως κι ο Βασιληάς θα μείνει πολύ ικανοποιημένος,» πρόσθεσε η Έρικα.

«Τώρα, μου έφτιαξες την ημέρα.»

Η Ανρίθα-Νοθ και η Φαίδρα’λι γέλασαν, και ακόμα κι ο Ζαώρδιλ χαμογέλασε. Και μετά είπε:

«Το όλο θέμα, λοιπόν, είναι πού θα αναγκάσουμε το ελικόπτερο να προσγειωθεί…»

«Σε νησί καλύτερα,» πρότεινε η Έρικα, «όχι στη θάλασσα. Θα κινδυνέψει ο Αβέρναλ.»

«Ποιο νησί;»

«Θα ρωτήσουμε τον Όρκιβελ. Αν και έχω κι εγώ μερικές ιδέες, εν ανάγκη.»

Η Ανρίθα-Νοθ είπε: «Θα ξαναδούμε τους πειρατές, δηλαδή;»

«Εγώ θα τους δω σίγουρα, πάντως.»

«Εμένα αυτός με τα μούσια με τρομάζει,» δήλωσε η Ανρίθα και ήπιε μια γουλιά απ’το ποτό της.

«Ναι, δεν τη βλέπεις πώς έχει χλομιάσει;» γέλασε η Ανταρλίδα.

*

Η Έρικα ακολούθησε τον Ζαώρδιλ στο δωμάτιό του, μετά από τη σύντομη συζήτηση με τις δύο μάγισσες και τη Ρελκάμνια αριστοκράτισσα. Ο Σκοτωμένος ξεκλείδωσε την ξύλινη πόρτα και μπήκαν. Πλησίασε το παράθυρο και το άνοιξε, αφήνοντας το μεσημεριανό φως να λούσει τον χώρο ευχάριστα. Η Έρικα ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι.

«Με τα σκονισμένα απ’το ταξίδι ρούχα επάνω στο κρεβάτι μου;» είπε ο Ζαώρδιλ.

Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι στραβά. «Άμα δε σ’αρέσουν μπορείς να τα πάρεις από εδώ.»

Ο Ζαώρδιλ ήρθε να σταθεί μπροστά της. «Αυτό σκοπεύω να κάνω,» αποκρίθηκε και, σκύβοντας, τράβηξε το πουκάμισό της προς τα πάνω και έξω απ’το παντελόνι της, σταματώντας όταν το ένδυμα συνάντησε τις μασκάλες της. Τα χείλη τους συναντήθηκαν, οι αναπνοές τους έγιναν μία αναπνοή. Τα ρούχα της Έρικας έφυγαν το ένα μετά το άλλο, καταλήγοντας στο πάτωμα γύρω απ’το κρεβάτι, όπου κατέληξαν και τα περισσότερα ρούχα του Σκοτωμένου. Το σώμα της τυλίχτηκε γύρω του και, για λίγη ώρα, κανένας τους δεν είχε στο μυαλό του ούτε τον Βασιληά Ράνελμον, ούτε τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, ούτε το πώς θα φυγαδέψουν τον Αβέρναλ τον δημοσιογράφο· τα μόνα ενδιαφέροντα πράγματα που απέμεναν στο Γνωστό Σύμπαν ήταν ένα λευκόδερμο σώμα, ένα πορφυρόδερμο σώμα, και δύο ζευγάρια μάτια – μαύρα μάτια που κοίταζαν μέσα σε γαλανά, γαλανά που κοίταζαν μέσα σε μαύρα. Τα βλέφαρά της έκλεισαν καθώς μια βαθιά φωνή έβγαινε απ’τον λαιμό της, και ο Ζαώρδιλ φίλησε δυνατά την άκρια του στόματός της ενώ το ένα του χέρι έσφιγγε τον καρπό της και το άλλο τα σεντόνια του κρεβατιού.

Μετά, έμειναν κι οι δυο τους για λίγο ακίνητοι, βαριανασαίνοντας, φιλώντας αργά.

«Είσαι ο αγαπημένος μου συνεργάτης, το ξέρεις;» είπε η Έρικα.

«Ούτε που το είχα φανταστεί,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ, κι αισθάνθηκε τα χείλη της να χαμογελούν λιγάκι λοξά κάτω απ’τα δικά του. Σηκώθηκε από πάνω της και απ’το κρεβάτι, μουγκρίζοντας καθώς ένιωθε το σώμα του να γλίστρα, δυσάρεστα αλλά αναγκαία, έξω απ’το δικό της. «Πεινάς τώρα;» τη ρώτησε.

«Ναι.» Η Έρικα τεντώθηκε πάνω στο κρεβάτι, υψώνοντας το ένα της πόδι για να το βάλει στον ώμο του Ζαώρδιλ.

Ο Σκοτωμένος φίλησε το πλάι του πέλματός της. «Το ήξερα ότι θα σου άνοιγε η όρεξη.» Σήκωσε το παντελόνι του από τα γόνατά του, το έδεσε γύρω απ’τη μέση του, και πλησίασε τον επικοινωνιακό δίαυλο του δωματίου, καλώντας το υπηρετικό προσωπικό του παλατιού και ζητώντας να του φέρουν μεσημεριανό για δύο.

Η Έρικα, εν τω μεταξύ, σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, φόρεσε επιδέξια τα εσώρουχά της, και πλησίασε το ανοιχτό παράθυρο, για να κοιτάξει έξω, τη Νουσράκλη και, πέρα απ’αυτήν, τη θάλασσα.

«Σου είπα ότι ο Εύβουλος και οι Επιφανείς Κρανοφόροι υπηρετούν τον Αρχισυγκλητικό της Κάρνατεβ, έτσι;» ρώτησε τον Ζαώρδιλ καθώς εκείνος, έχοντας μόλις κλείσει τον δίαυλο, την πλησίαζε.

«Ναι. Υποθέτεις ότι αυτούς θα στείλει εδώ ο Αρχισυγκλητικός για να πάρουν τον Αβέρναλ;»

«Το θεωρώ πολύ πιθανό. Και καλύτερα, όταν έρθουν, να μη δουν εσένα ή κανέναν άλλο απ’τους Ζωντανούς-Νεκρούς που μπορεί ν’αναγνωρίσουν.»

«Γιατί;»

«Υπάρχει κανένας λόγος να σας δουν;»

«Υπάρχει κανένας λόγος να μην μας δουν; Δεν φοβόμαστε τον Εύβουλο–»

«Δεν έχει να κάνει με το αν τον φοβάστε!»

«Επιπλέον, μπορεί ήδη να το ξέρει πως είμαστε εδώ.»

Η Έρικα δεν αποκρίθηκε, δείχνοντας σκεπτική.

«Το αποκλείεις;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ.

«Καθόλου. Μέσα στη Νουσράκλη, σίγουρα, πολλοί θα ξέρουν ότι ο Βασιληάς τους έχει προσλάβει κάποιους μισθοφόρους που λέγονται Ζωντανοί-Νεκροί.»

«Βλέπεις;» είπε ο Ζαώρδιλ. «Επομένως, ο Αρχισυγκλητικός πιθανώς να γνωρίζει ήδη για την παρουσία μας εδώ· άρα, και ο Εύβουλος. Και δεν πρόκειται, έτσι κι αλλιώς, να κρυφτώ από τον Εύβουλο.»

Η Έρικα τον λοξοκοίταξε με σμιγμένα χείλη.

«Είναι θέμα αρχής,» είπε, επίμονα, ο Ζαώρδιλ.

«Είσαι ξεροκέφαλος σαν αφιονισμένος λυκόχοιρος.»

«Όταν χρειάζεται.» Ο Ζαώρδιλ έβγαλε καπνό και φύλλο από την τσέπη του κι άρχισε να στρίβει ένα τσιγάρο.

Η πόρτα του δωματίου χτύπησε μόλις το τσιγάρο είχε στρίψει. «Ποιος είναι;» φώναξε ο Σκοτωμένος, κι έλαβε απάντηση από γυναικεία φωνή: «Το μεσημεριανό σας φέρνω, κύριε.» Ο Ζαώρδιλ άναψε το τσιγάρο με τον ενεργειακό αναπτήρα του και πήγε ν’ανοίξει και να πάρει τον δίσκο από την υπηρέτρια. Εκείνη έφυγε κλείνοντας την πόρτα πίσω της.

Ο Σκοτωμένος άφησε τον δίσκο επάνω στο κρεβάτι και σήκωσε το μεταλλικό σκέπασμά του. Γαργαλιστικές οσμές, από ψητό κρέας ψαριού και αχνιστές σάλτσες, απλώθηκαν το δωμάτιο. Η Έρικα πήγε στο κρεβάτι και κάθισε εκεί οκλαδόν, παίρνοντας ένα πιάτο στα γόνατά της και γεμίζοντας τη μία από τις δύο κούπες με κρασί. Ο Ζαώρδιλ κάθισε αντίκρυ της, και για λίγο έτρωγαν χωρίς να μιλάνε.

Μετά, η Έρικα είπε αφού ήπιε μια μεγάλη γουλιά κρασί: «Συνέβη και κάτι παράξενο με τον Αθάνατο…»

«Τι παράξενο;»

«Με τον Αθάνατο και τον Φέκταρελ, βασικά.»

«Τον Φέκταρελ;»

Η Έρικα ένευσε καθώς ξεκολλούσε, με τη γλώσσα, κάτι που είχε σκαλώσει ανάμεσα στα δόντια της – κάποιο ψαροκόκαλο ίσως, νόμιζε. «Ναι. Μόλις ο Αθάνατος τον είδε, τον έδειξε και είπε… κάτι ασυναρτησίες. Τον ρώτησε τι θέλει εδώ, σα να τον αναγνώριζε, ή να έβλεπε επάνω του κάτι που εγώ κι οι άλλοι δεν βλέπαμε. Ο Φέκταρελ ταράχτηκε κι έφυγε· τρόμαξε, δεν ξέρω τι τον έπιασε. Ρώτησα τον Αθάνατο τι εννοούσε, τι συνέβαινε, κι εκείνος μού απάντησε ότι δεν ξέρω πραγματικά ποιος είναι ο Φέκταρελ και παρόμοιες ανοησίες.»

«Δεν ξέρεις πραγματικά ποιος είναι ο Φέκταρελ…»

«Ανοησίες, όπως είπα. Ο ιερέας είναι, μάλλον, τρελός.»

«Δε σου εξήγησε τίποτ’ άλλο;»

Η Έρικα έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή. «Όχι· δε θυμάμαι να είπε τίποτα διευκρινιστικό. Μόνο ότι δεν ξέρω ποιος πραγματικά είναι ο Φέκταρελ, ότι δεν είναι αυτό που δείχνει.» Μόρφασε.

«Κι ο ίδιος ο Φέκταρελ τι είπε για όλ’ αυτά;» θέλησε να μάθει ο Ζαώρδιλ, απορημένος από το γεγονός, καθώς, συγχρόνως, στο μυαλό του έρχονταν τα όσα τού είχε αναφέρει η Φαίδρα: ότι ο Φέκταρελ τής φαινόταν διαφορετικός τελευταία, για κάποιο λόγο, και ότι δεν πήγαινε κοντά της πλέον, χωρίς εκείνη να ξέρει, ή να μπορεί να καταλάβει, γιατί.

«Δε μπορούσε να βγάλει κανένα νόημα, φυσικά.»

«Γιατί, τότε, έφυγε όταν τον έδειξε ο ιερέας;»

«Τρόμαξε· αυτό μού είπε. Κι εγώ ίσως να είχα τρομάξει, για να είμαι ειλικρινής, αν μ’έδειχνε εκείνος ο άνθρωπος κι έλεγε αυτές τις ασυναρτησίες.»

«Θα έφευγες, όμως;»

Η Έρικα συνοφρυώθηκε, παραξενεμένη λιγάκι με την αντίδρασή του. Ξέρει κάτι που δεν ξέρω; «Τι θες να πεις; Νομίζεις ότι ο Αθάνατος ίσως να έχει δίκιο; Εσύ γνωρίζεις τον Φέκταρελ πολύ περισσότερο από εμένα. Πιστεύεις ότι δεν είναι αυτό που φαίνεται;»

«…Έχω λόγο να θεωρώ πως ίσως να έχει αλλάξει κάπως,» είπε ο Ζαώρδιλ συλλογισμένα, ύστερα από μια αμίλητη στιγμή, κι έφαγε την τελευταία μπουκιά από το ψητό ψάρι του.

«Εγώ δεν έχω παρατηρήσει καμια αλλαγή. Πώς έχει αλλάξει;»

«Εσύ, Έρικα, δεν είσαι τόσο κοντά μας.»

«Δεν είμαι;»

«Πηγαίνεις μια εδώ, μια εκεί· δεν είσαι ανάμεσα στους μισθοφόρους μου, δεν βλέπεις συνεχώς τις αντιδράσεις τους, δεν ακούς τι λένε.»

«Υποθέτω πως αυτό σημαίνει ότι έχεις παρατηρήσει κάτι συγκεκριμένο,» είπε η Έρικα πίνοντας μια γουλιά κρασί. «Πες μου.»

«Η αλήθεια είναι πως η Φαίδρα έχει παρατηρήσει κάτι…»

Η Έρικα τον περίμενε να συνεχίσει.

Ο Ζαώρδιλ ήπιε μια μεγάλη γουλιά απ’το δικό του κρασί. «Όταν ήμασταν ακόμα στη Βελτέρντιθ, μου μίλησε για τον Φέκταρελ. Μου είπε ότι ανησυχεί γι’αυτόν επειδή της φαίνεται πιο…» συνοφρυώθηκε προσπαθώντας να θυμηθεί τα λόγια της μάγισσας, «πιο απόμακρος. Και δεν την πλησιάζει πια, όπως παλιά.»

«Ερωτικά, εννοείς;»

«Ναι. Το είχα ακούσει και προτού μου το πει η Φαίδρα, αλλά δεν ήμουν σίγουρος αν έπρεπε να το πιστέψω· γιατί από τότε που ο Φέκταρελ την πρωτοείχε δει νομίζω πως ήταν ερωτευμένος μαζί της.»

«Μπορεί να μην είναι πια…»

«Αυτό είπα κι εγώ στη Φαίδρα, αλλά εκείνη φαίνεται να πιστεύει ότι κάτι συμβαίνει μαζί του. Και ανησυχεί γι’αυτόν. Μου είπε πως τον έλεγξε ακόμα και για πνευματικές οντότητες–»

«Για την περίπτωση που τον έχει καταλάβει κανένα πνεύμα;»

«Ναι, αλλά δεν βρήκε τίποτα. Κι αν υπήρχε, είμαι βέβαιος πως η Φαίδρα θα το εντόπιζε.»

Η Έρικα ανακίνησε, σκεπτικά, το κρασί μέσα στην κούπα της. «Ο Αθάνατος, πάντως, κάτι είδε στον Φέκταρελ… Ή, τουλάχιστον, έτσι ισχυρίστηκε. Και ήταν πολύ επίμονος.» Ύψωσε το βλέμμα της στον Ζαώρδιλ.

«Αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε να το αναφέρω στη Φαίδρα…»

«Αναρωτιέσαι;»

«Δε θέλω να την ανησυχήσω άδικα. Μπορεί απλά ο Φέκταρελ να μην τη θέλει πλέον και τίποτα περισσότερο να μη συμβαίνει. Εγώ δεν έχω προσέξει καμια κάμψη στις ικανότητές του ως Αρχιανιχνευτής των Ζωντανών Νεκρών. Εσύ;»

«Στο ταξίδι μου μαζί του, όπως τον θυμόμουν πάντα ήταν.»

«Βλέπεις;» Ήταν, όμως, φανερά προβληματισμένος.

Ημερολόγιο Φαίδρας’λι Κασλίμω

εκείνη την ημέρα (μετά τη νύχτα της επίθεσης των Θηριόπνευστων Αδελφών) ανασυγκροτούμασταν, & όλο το παλάτι του Βασιληά Ράνελμον ανασυγκροτείτο βασικά. είχαν σκοτωθεί πολλοί δυστυχώς, & δικοί μας μισθοφόροι & του Βασιληά. & ο Κερκ είχε χάσει το πόδι του. λυπήθηκα πολύ που χτυπήθηκε έτσι ο Κερκ· ήταν πάντα καλός πολεμιστής, πιστός στον Σκοτωμένο & σ’όλους μας (θυμάμαι, μάλιστα, τον καιρό που υπηρετούσαμε την Παντοκράτειρα & ήμασταν στη Χόλκεραλ & ο Κερκ είχε τσακωθεί μ’έναν ταγματάρχη επειδή ο ταγματάρχης είχε πει κάτι κακό για τον Ζαώρδιλ· είχε γίνει φασαρία). τέλος πάντων, η μέρα πέρασε με κάποιες έρευνες που έκανα στα ρούχα των Θηριόπνευστων Αδελφών (τίποτα το ασυνήθιστο δεν υπάρχει σ’αυτό) & στην πνευματική οντότητα που παγιδέψαμε μαζί με τον Ζίντεραμ’λι. την έχουμε κλεισμένη μέσα σε μια Μαγγανεία Δαιμονικής Φυλακίσεως τώρα· δεν πρόκειται να πάει πουθενά, δεν έχει τη δύναμη να δραπετεύσει. & γενικά δεν είναι πολύ δυνατή οντότητα, αλλά άγρια, πολύ άγρια. πρέπει να είναι από κάποιο είδος δαιμονικών πνευμάτων που υπάρχουν στις ανατολικές ακτές, πίσω απ’αυτό το Όρος του Γκρίζου Ανέμου ίσως, για το οποίο μας μίλησε η Έρικα ύστερα από την έρευνά της για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς. αναρωτιόμαστε, εγώ & ο Ζίντεραμ’λι, πώς ίσως θα μπορούσαμε να αδρανοποιήσουμε αυτά τα πνεύματα μαζικά, αν χρειαστεί να προστατέψουμε ξανά το παλάτι του Βασιληά Ράνελμον, αλλά καμια λύση δεν έχουμε ώς τώρα βρει. με Ξόρκια Πνευματικής Εκδιώξεως δεν νομίζω πως γίνεται τίποτα – εκτός αν εγώ & ο Ζίντεραμ’λι δεν είμαστε αρκετά ισχυροί μάγοι για να κάνουμε κάτι μ’αυτά. αλλά τότε ποιος θα μπορούσε να είναι; ο Άρδαλον’λι, ίσως, ο μάγος που κάποτε υπηρετούσε βοηθούσε τη Σαρντίκα-Νοθ; ακόμα & αυτός δε νομίζω πως θα κατάφερνε κάτι, γιατί τα πνεύματα είναι κολλημένα ενωμένα συνδεδεμένα με τους Θηριόπνευστους Αδελφούς μέσω του θεού τους – της Ανονείρευτης Σκιάς του Λόγκου, όπως μας είπε η Έρικα πως ονομάζεται. θα πρέπει να εκδιώξεις τον θεό τους, νομίζω, για να εκδιώξεις & τα πνεύματα· & δε νομίζω ότι είναι εύκολο να εκδιώξεις έναν τέτοιο θεό, ακόμα & αν δεν είναι ο ίδιος εκεί αλλά μονάχα ένα μέρος της δύναμής του. η δύναμή του, επιπλέον, μάλλον πολλαπλασιάζεται από την πίστη των Αδελφών σ’αυτόν. όπως & νάχει Ξόρκια Πνευματικής Εκδιώξεως δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα μπορούσαν να πιάσουν…

το μεσημέρι καθόμασταν στο δωμάτιό μου με την Ανταρλίδα & την Ανρίθα & χαζολογούσαμε, & ήρθαν ο Σκοτωμένος & η Έρικα & μας είπαν για το σχέδιο του Βασιληά της Έρικας να φυγαδέψει τον Αβέρναλ τον δημοσιογράφο, επομένως μάλλον τελικά δεν θα ξαναντιμετωπίσουμε τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, οπότε δεν θα χρειαστεί να βρούμε τρόπο να τους νικήσουμε. & η Ανταρλίδα σκέφτηκε & μια πολύ καλή μέθοδο για να βοηθήσει στο σχέδιο της Έρικας. μόνο μια Τεχνομαθής μάγισσα θα το σκεφτόταν αυτό!

ο Φέκταρελ εξακολουθούσε να με προβληματίζει, όμως, όλη την ημέρα. είχε έρθει να μου μιλήσει μόλις επέστρεψε μαζί με την Έρικα για να δει αν ήμουν καλά μετά από την επίθεση των Θηριόπνευστων Αδελφών, αλλά κατά τα άλλα πάλι δεν ήθελε να έχει καμια επαφή μαζί μου! ακόμα & όταν του πρότεινα να έρθει να φάμε μαζί, είπε πως όχι, είχε κάτι άλλο στο μυαλό του, ήταν κουρασμένος – κάτι τέτοιο! τι στις Λάμιες συμβαίνει μαζί του; στάθηκα πάλι έξω απ’το δωμάτιό του & έκανα ένα Ξόρκι Πνευματικής Ανιχνεύσεως, αλλά τίποτα δεν εντόπισα. δεν μπορώ να καταλάβω! καλύτερα να μην είχε έρθει καθόλου να μάθει αν ήμουν καλά! τι θέλει μαζί μου τέλος πάντων;!;!

μετά, όμως, έγινε το πιο παράξενο απ’όλα……

κοιμήθηκα το βράδυ στο δωμάτιό μου. ήμουν & λιγάκι πιωμένη – η Ανρίθα είχε καθίσει εδώ μέχρι αργά – έτσι δεν είχα κλείσει την πόρτα μου· ήταν μισάνοιχτη, όπως μάλλον την είχε αφήσει η Ανρίθα φεύγοντας. κοιμόμουν έτσι επάνω στο κρεβάτι μου, & είναι αυγή πια όταν ξυπνάω έχοντας μια «αίσθηση», ή ίσως κάτι να άκουσα· μάλλον κάτι πρέπει να άκουσα. αλλά ήμουν ακόμα κουρασμένη ζαλισμένη, έτσι δεν ξυπνάω τελείως, δεν σηκώνομαι, ανοίγω όμως λιγάκι τα βλέφαρά μου, τα μισανοίγω, & κοιτάζω & βλέπω ότι κάποιος με κοιτάζει από τη μισάνοιχτη πόρτα του δωματίου μου: & είναι ο Φέκταρελ! αλλά – μα όλους τους θεούς & τους δαίμονες της Φεηνάρκια! – τα μάτια του! έχουν μια γυαλάδα που με τρομάζει & που νομίζω πως την έχω κάπου ξαναδεί, μα δε θυμάμαι πού (& πρέπει να θυμηθώ! αν θυμηθώ ίσως καταλάβω τι συμβαίνει στον Φέκταρελ)

με κοίταζε ο Φέκταρελ από τη μισάνοιχτη πόρτα, μάλλον νομίζοντας πως κοιμόμουν, πως δεν τον είχα δει, & εγώ δεν κουνιόμουν, ήμουν σαστισμένη, ίσως & λίγο φοβισμένη, ίσως & να νόμιζα εκείνη τη στιγμή πως ονειρευόμουν ή πως όλα ήταν από το χτεσινοβραδινό μεθύσι με την Ανρίθα. αλλά δεν ήταν από το μεθύσι!

ο Φέκταρελ τότε φεύγει από την πόρτα μου, & εξακολουθώ να είμαι ακίνητη, απορημένη. σκέφτομαι «άστον να φύγει να πάει όπου θέλει, να μην ξανάρθει εδώ! τι θέλει από μένα, γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος!;» αλλά μετά θυμάμαι εκείνη τη γυαλάδα στα μάτια του. δεν είναι τα μάτια του αυτά – δεν είναι τα ΚΑΝΟΝΙΚΑ του μάτια! πετάγομαι απ’το κρεβάτι & δεν χρειάζεται να περιμένω για να ντυθώ – χτες βράδυ έπεσα με το δερμάτινο καλοκαιρινό μεσοφόρι μου με τα κεντητά φιδάκια στις τιράντες & τα τρία μεγάλα ξύλινα κουμπιά. βγαίνω απ’το δωμάτιό μου παραπατώντας λιγάκι & κοιτάζω από δω & από κει μες στον διάδρομο, αλλά πουθενά δεν βλέπω τον Φέκταρελ. «πού πήγε;» αναρωτιέμαι. «ήταν τελικά όνειρο;» αλλά δεν πιστεύω, φυσικά, ότι πραγματικά ήταν όνειρο. κάπου εδώ θα είναι ο Φέκταρελ!

αρχίζω να τον ψάχνω, & δεν συναντώ κανέναν άλλο στους διαδρόμους γύρω απ’το δωμάτιό μου γιατί είναι αυγή, & βλέπω τελικά τον Φέκταρελ να στέκεται σ’έναν εξώστη & να κοιτάζει τη θάλασσα. τι κάνει εκεί τέτοια ώρα; είναι ντυμένος μ’ένα καφέ δερμάτινο παντελόνι & μ’ένα πέτσινο γιλέκο, & το κατάμαυρο δέρμα του θυμίζει έντονη σκιά στο πρωινό φως του ήλιου. τα γαλανά μαλλιά του δεν είναι πιασμένα αλογοουρά όπως συνήθως, αλλά λυτά. μου έχει γυρισμένη την πλάτη.

περιμένω, κοιτάζοντας τον.

γυρίζει σαν να έχει διαισθανθεί την παρουσία μου· αλλά μάλλον με άκουσε, γιατί τ’αφτιά του ξέρω πως είναι πολύ κοφτερά, σαν του λύκου!

ωστόσο όταν μου μιλάει μοιάζει σαστισμένος που με βλέπει…

–Φαίδρα… μου λέει.

δεν ξέρω τι να πω· του λέω: ωραία μέρα, ε;…

–ναι… αποκρίνεται αινιγματικά εκείνος, βλεφαρίζοντας, & βαδίζει προς την έξοδο του εξώστη, προς εμένα. αλλά δεν τον αφήνω να φύγει, στέκομαι μπροστά του, μπροστά στην έξοδο.

–είσαι καλά;

–ναι, γιατί; ήθελα να πάρω λίγο αέρα…

–αν θέλεις να έρθεις στο δωμάτιό μου, του λέω, –δεν είμαι θυμωμένη μαζί σου… δεν… συμβαίνει κάτι…

–Φαίδρα, όχι τώρα, μου λέει & κάνει να με παραμερίσει για να φύγει, αλλά τον αρπάζω απ’το γιλέκο & τον σπρώχνω πίσω, θυμωμένη πολύ μαζί του!

–τι σκατά τότε θέλεις & έρχεσαι & με κοιτάς όσο κοιμάμαι; του γρυλίζω. –φύγε & άσε με ήσυχη!

τα μάτια του γουρλώνουν ξαφνικά σαν να έχει τρομοκρατηθεί, σαν αυτό που του είπα να τον τρόμαξε βαθιά. επειδή νόμιζε ότι δεν τον είχα δει να με κοιτάζει; φοβόταν ότι θα τον καταλάβω; λες & δεν μ’έχει δει ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ φορές να κοιμάμαι πλάι του!

απότομα, αρπάζοντας τους ώμους μου, με παραμερίζει από μπροστά του. –Φαίδρα, σταμάτα! μη μου λες ψέματα!

–τι ψέματα; νομίζεις ότι δε σε είδα; δεν κοιμόμουν!

–αρκετά! φωνάζει ο Φέκταρελ, & από την όψη του δεν μπορώ να κρίνω αν είναι τρομαγμένος ή εξαγριωμένος – ίσως λίγο & από τα δύο. –τέρμα οι ανοησίες! μου λέει, & φεύγει από τον εξώστη.

–στο Πεπρωμένο των Δαιμόνων! φωνάζω πίσω του, –στο Πεπρωμένο των Δαιμόνων!

& αμέσως μετά το μετανιώνω που τον έβρισα, γιατί κάτι τού συμβαίνει, κάτι έχει πάθει & δεν μπορώ να καταλάβω τι. η συμπεριφορά του είναι διαφορετική· όχι πολύ αλλά είναι… & τα μάτια του… τα μάτια του όπως ήταν όταν με κοίταξε ενώ νόμιζε ότι κοιμόμουν, όχι όπως ήταν όταν τον συνάντησα στον εξώστη… τα μάτια εκείνα τέτοια παρόμοια μάτια κάπου τα έχω ξαναδεί – πού όμως; πού;

αναρωτιέμαι αν έκανα τότε – τότε που με κοίταζε – Ξόρκι Πνευματικής Ανιχνεύσεως, ή Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως, θα εντόπιζα τίποτα;

ρωτάω την Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων αν αισθάνθηκε κάτι το ασυνήθιστο όταν ο Φέκταρελ με κοίταζε, αλλά ο θεός μου (που & αυτός ξεκουραζόταν εκείνη την ώρα) μου απαντά ότι τίποτα το ασυνήθιστο δεν αισθάνθηκε. ήταν ο Φέκταρελ, όπως πάντα. «& τα μάτια του;» ρωτάω τον θεό μου. «τα μάτια του;» αλλά η Καρδιά μού αποκρίνεται ότι εκείνη δεν πρόσεξε καμία απολύτως διαφορά…

δεν γίνεται να συνεχίσουμε έτσι – πρέπει να θυμηθώ πού έχω ξαναδεί εκείνα τα μάτια…

Κεφάλαιο Δέκατο-Έβδομο
Ένας Ανιχνευτής Φεύγει, Ένας Πειρατής Επιστρέφει· το Παιδί Ενός Σκοτεινού Θεού

Το επόμενο μεσημέρι, η Έρικα πήγε στο λιμάνι της Νουσράκλης για να βρει τον Όρκιβελ τον Μουντζουρωμένο και να μιλήσει μαζί του, όχι μόνο σχετικά με την πιθανή πειρατική δουλειά για την οποία ίσως να τον χρειαζόταν, αλλά και για το τι έγινε με τη μεταφορά του μηνύματος στην Κάρνατεβ. Ο κουρσάρος, όμως, δεν είχε έρθει ακόμα στην πρωτεύουσα του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων, όπως σύντομα ανακάλυψε η Έρικα. Κανένας απ’τους ανθρώπους του δεν ήταν στην ταβέρνα «Το Στενό Άνοιγμα».

Ελπίζω να παρέδωσε το μήνυμα στον Χάραλκιρ, όπως υποσχέθηκε, και να μην έκανε καμια ανοησία. Αν και, βέβαια, δεν της φαινόταν πως ο Όρκιβελ θα έκανε κάτι τέτοιο. Μπορεί να έμοιαζε λιγάκι παρορμητικός και επιδεικτικός, αλλά ήταν κατά βάθος σοβαρός και συγκεκριμένος. Αν δεν ήταν, δεν θα μπορούσε να κρατήσει το πλήρωμά του υπό έλεγχο· κι έδειχναν όλοι τους να τον σέβονται παρότι ήταν μικρότερος από αρκετούς από αυτούς.

Η Έρικα ανέβηκε στο άλογό της και τρόχασε προς το βασιλικό παλάτι της Νουσράκλης, έχοντας την κουκούλα της κάπας της σηκωμένη στο κεφάλι για να την προστατεύει από τις δυνατές ακτίνες του μεσημεριανού ήλιου, που της έμοιαζε πιο άγριος εδώ, στα νησιά του Ωκεανού, απ’ό,τι σ’άλλα μέρη της Φεηνάρκια.

Ο Βασιληάς Ράνελμον τής είχε πει, χτες βράδυ, ότι είχε μιλήσει με τη Βουλή των Καπεταναίων και είχαν συμφωνήσει με το σχέδιό της, εκτός από μερικούς – όπως ο Θαλασσάρχοντας Κάβερντελ – που νόμιζαν ότι το να υποκύψουν στις απαιτήσεις του Αρχισυγκλητικού πρόσβαλλε την τιμή τους. Ωστόσο δεν είχαν φέρει αντίρρηση· «επομένως θα προχωρήσουμε όπως σχεδιάσαμε· μπορείς να επικοινωνήσεις με τους ανθρώπους που έχεις κατά νου, για την περίπτωση που ο Αρχισυγκλητικός στείλει πλοίο για να πάρει από εδώ τον Αβέρναλ.» (Ο Βασιληάς δεν χρησιμοποίησε τη λέξη πειρατές, εσκεμμένα δίχως αμφιβολία.) Η Έρικα τού είπε, τότε, για την ιδέα της Ανταρλίδας’μορ, σχετικά με τη Μαγγανεία Αυτομάτου Απομακρυσμένης Απενεργοποιήσεως, και ο Ράνελμον φάνηκε πολύ ευχαριστημένος. «Ήταν αυτό που χρειαζόμασταν,» αποκρίθηκε, και υποσχέθηκε στην Έρικα πως θα ανταμειβόταν καλά για τις υπηρεσίες της. Εκείνη είπε πως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τους Ζωντανούς-Νεκρούς έπρεπε ο Μεγαλειότατος να ανταμείψει· «για εμένα είναι αρκετό που θα έχω την υποστήριξή σας ώστε να εγκαθιδρύσω το δίκτυό μου εδώ.»

Τώρα, πλησίασε έφιππη την πύλη του κήπου του παλατιού, δήλωσε στους φρουρούς ποια ήταν, και την άφησαν να περάσει. Κατέβηκε απ’το άλογό της και το έδωσε σ’έναν ιπποκόμο για να το πάει στον στάβλο, ενώ η ίδια βάδισε επάνω στα μονοπάτια του κήπου, ο οποίος ήταν μισοκαμένος από τη φωτιά που είχε αρπάξει κατά την επίθεση των Θηριόπνευστων Αδελφών.

Φτάνοντας στο κεντρικό οίκημα του παλατιού, μπήκε σ’έναν ανελκυστήρα κι ανέβηκε στον όροφο όπου φιλοξενούνταν ο Ζαώρδιλ και οι κοντινοί του άνθρωποι. Σε μια αίθουσα είδε πως αρκετοί απ’αυτούς ήταν συγκεντρωμένοι και μιλούσαν έντονα – αν και δεν φαινόταν να τσακώνονται: Ο ίδιος ο Ζαώρδιλ, ο Νικηφόρος ο Κολπατζής, η Φαίδρα’λι, η Ανταρλίδα’μορ, ο Ρουάμης’νιρ, η Ραβάσλι, ο Ράκαλωντ· και η Ανρίθα-Νοθ ήταν, επίσης, εδώ. Η Έρικα συνοφρυώθηκε, παραξενεμένη, καθώς στεκόταν στο κατώφλι.

Ο Νικηφόρος την είδε και της έκανε νόημα να πλησιάσει. «Έλα εδώ εσύ.»

Πάλι εγώ έκανα κάτι; Η Έρικα πλησίασε. «Τι συμβαίνει;»

«Είδες τον Φέκταρελ;»

«Τον Φέκταρελ; Όχι. Γιατί;»

«Γιατί,» απάντησε ο Ζαώρδιλ, «μοιάζει νάχει εξαφανιστεί. Κανένας δεν τον βρίσκει πουθενά, και η μάγισσα» – έδειξε τη Φαίδρα – «λέει πως της φάνηκε περίεργος το πρωί.»

«Περίεργος;» Η Έρικα στράφηκε στη Φαίδρα’λι.

Εκείνη ήταν έκδηλα αναστατωμένη – πράγμα, γενικά, σπάνιο. Τα μάτια της ήταν κοκκινισμένα, αυλακώσεις υπήρχαν στο μέτωπό της. «Το πρωί, πέρασε απ’το δωμάτιό μου και με κοίταξε απ’τη μισάνοιχτη πόρτα, και τα μάτια του γυάλιζαν μ’έναν… τελείως ασυνήθιστο τρόπο. Όμως νομίζω πως κάπου – κάπου – έχω ξαναδεί μια παρόμοια γυαλάδα…»

«Σου λέω, Φαίδρα, είχαμε πιει χτες βράδυ,» είπε η Ανρίθα-Νοθ· «η ιδέα σου ήταν–»

«Δεν ήταν η ιδέα μου!» αντιγύρισε απότομα η μάγισσα, που προφανώς δεν ήταν η πρώτη φορά που το είχε πει αυτό. Στράφηκε πάλι στην Έρικα. «Τα μάτια του γυάλιζαν περίεργα. Με κοίταξε και έφυγε, ενώ μάλλον νόμιζε ότι ακόμα κοιμόμουν. Σηκώθηκα, αγουροξυπνημένη, και τον αναζήτησα μες στους διαδρόμους· τον βρήκα σ’έναν εξώστη και τον ρώτησα τι ήθελε, γιατί είχε έρθει να με βρει· οπότε εκείνος αναστατώθηκε και έφυγε.»

«Πού πήγε;» ρώτησε η Έρικα.

«Δεν ξέρω. Εκεί είναι το θέμα.»

«Δεν τον ακολούθησες…»

«Φυσικά και δεν τον ακολούθησα! Γιατί να τον ακολουθήσω; Πού να ξέρω ότι θα εξαφανιζόταν;»

Η Έρικα αναστέναξε. Πλησίασε τον Ζαώρδιλ και του ψιθύρισε στ’αφτί: «Της έχεις πει για τα λόγια του Αθάνατου;»

«Όχι ακόμα.»

«Έχουμε μυστικά;» ρώτησε ο Νικηφόρος ο Κολπατζής.

«Όλοι δεν έχουμε μυστικά, Νικηφόρε;» αποκρίθηκε η Έρικα.

«Έχει σχέση με τον Φέκταρελ;» είπε αμέσως η Φαίδρα. «Ξέρετε κάτι για τον Φέκταρελ;»

Η Έρικα κοίταξε τον Ζαώρδιλ με βλέμμα που του ζητούσε να μιλήσει στη μάγισσα για τον Αθάνατο. Ο Σκοτωμένος, όμως, είπε: «Πες της το εσύ, Έρικα.»

Η Έρικα στράφηκε στη Φαίδρα. «Όταν αναζητούσαμε πληροφορίες για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, εγώ, ο Φέκταρελ, κι οι τέσσερις ανιχνευτές του, συνέβη κάτι που δεν περιμέναμε…» Και της διηγήθηκε το περιστατικό με τον Αθάνατο.

«Γιατί δεν μου το είπατε αμέσως;» απαίτησε η Φαίδρα, τσαντισμένη, κοιτάζοντας μια τον Ζαώρδιλ μια την Έρικα. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο Σκοτωμένος τής το είχε κρύψει! Γνωρίζει ότι ανησυχώ για τον Φέκταρελ! Του το έχω πει! Η Έρικα δεν ήξερε τίποτα – δεν είχε ιδέα – αλλά ο Ζαώρδιλ ήξερε τα πάντα! «Αρχηγέ–!»

Ο Σκοτωμένος ύψωσε το χέρι του. «Θα σ’το έλεγα. Απλώς δεν ήθελα να σε ανησυχήσω άδικα, ύστερα απ’όλα όσα συνέβησαν με τους Θηριόπνευστους Αδελφούς–»

«Να μ’ανησυχήσεις άδικα; Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος, αρχηγέ! Ανησυχώ ήδη! Και δε σκέφτηκες ότι πιθανώς να ήταν κάτι σημαντικό αυτό που είδε ο Αθάνατος;»

«Μπορεί να είναι τρελός, Φαίδρα,» είπε η Έρικα.

«‘Τρελή’ μπορεί να είμαι κι εγώ, σύμφωνα με τη λογική σου!» αντιγύρισε η μάγισσα. «Ο ιερέας, προφανώς, κάτι διέκρινε επάνω ή μέσα στον Φέκταρελ – κάτι που εγώ αδυνατώ να διακρίνω, παρότι τον έχω ερευνήσει για πνευματικές οντότητες ή παράξενες ενέργειες.»

Η Έρικα σταύρωσε τα χέρια της εμπρός της. «Αν δεν είναι επηρεασμένος από κάποιον δαίμονα, τότε τι μπορεί να του συμβαίνει, Φαίδρα;»

«Ίσως να είναι επηρεασμένος από κάποιον δαίμονα αλλά εγώ να μην έχω καταφέρει να τον εντοπίσω.»

«Θα μου φαινόταν περίεργο αυτό, μάγισσα,» είπε ο Ζαώρδιλ. «Ανέκαθεν σε πίστευα για καλή στη δουλειά σου.»

«Κανένας δεν είναι τέλειος, αρχηγέ,» αποκρίθηκε η Φαίδρα, όμως κι εκείνη είχε τις αμφιβολίες της, φυσικά. Πώς να της κρυφτεί η επίδραση κάποιου δαιμονικού πνεύματος; Κι αν είχε, κάπως, κατορθώσει να κρυφτεί από εκείνη, δεν θα είχε διαισθανθεί κάτι η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων;

«Τέλος πάντων,» είπε ο Νικηφόρος. «Τι θα κάνουμε τώρα; Δε μπορεί κανένας από τους μάγους μας να ανιχνεύσει τον Φέκταρελ; Να δούμε πού βρίσκεται;»

«Αν ήταν ο Ναλτάφιρ’χοκ εδώ θα μπορούσε να τον ανιχνεύσει,» αποκρίθηκε η Έρικα. «Αλλά δεν είναι.» Στράφηκε στον Ρουάμη’νιρ. «Εσύ μπορείς να κάνεις κάτι;»

«Δε γνωρίζω το Ξόρκι Ανιχνεύσεως,» δήλωσε ο Βιοσκόπος.

«Ούτε εγώ,» είπε η Ανταρλίδα’μορ.

«Θα μπορούσε να εντοπιστεί με μαγεία ο Φέκταρελ αν έχει φύγει από την πόλη;» έθεσε το ερώτημα ο Ζαώρδιλ.

«Μάλλον όχι,» είπε η Έρικα. «Αλλά πιστεύεις ότι θα έχει φύγει από τη Νουσράκλη;»

«Αν δεν έχει φύγει, τότε αργά ή γρήγορα πρέπει να επιστρέψει σ’εμάς. Πού θα πάει;»

Κανένας δεν μίλησε.

Μετά, η Έρικα ρώτησε τη Φαίδρα: «Είπες ότι τα μάτια του είχαν κάτι το παράξενο. Τι;»

«Δεν ξέρω… Μια γυαλάδα… μια… Νομίζω, όμως, ότι την έχω ξαναδεί. Κάπου έχω ξαναδεί παρόμοια μάτια, αλλά τώρα δεν θυμάμαι πού.»

«Είναι δυνατόν κάτι άλλο – κάποιος δαίμονας – να έχει πάρει τη μορφή του Φέκταρελ; Γιατί, έτσι όπως τα λες–»

«Δεν είναι δαίμονας,» κούνησε το κεφάλι η Φαίδρα. «Θα τον καταλάβαινε ο θεός μου. Κι εγώ θα τον εντόπιζα, νομίζω–»

«Τι είναι, τότε, Φαίδρα; Τι μπορεί να είναι;»

Η Φαίδρα αναστέναξε, νιώθοντας ένα μεγάλο βάρος μέσα της. «Δεν ξέρω… κι αυτό είναι που με ανησυχεί περισσότερο. Δε μπορώ να υποθέσω τίποτα…» Πήγε σε μια πολυθρόνα και κάθισε, προβληματισμένη, ενώ οι υπόλοιποι στέκονταν κοιτάζοντάς την αμήχανα. Δεν της άρεσε που ένιωθε τα βλέμματά τους επάνω της· ήταν σα να την κατηγορούσαν, εν μέρει αν όχι απόλυτα, για την εξαφάνιση του Φέκταρελ. Σαν εγώ να του έκανα κάτι και να έφυγε!

Ίσως δεν έπρεπε να του είχα μιλήσει τόσο απότομα στον εξώστη…

Ο Ζαώρδιλ την πλησίασε για ν’ακουμπήσει το χέρι του, σταθερά, στον ώμο της, σφίγγοντάς τον φιλικά. «Θα τον βρούμε. Θα ψάξουμε και θα τον βρούμε.» Και στράφηκε στον Ράκαλωντ. «Πάρε το ορνιθόπτερό σου και τ’άλλα τρία ορνιθόπτερα και πηγαίνετε να κατοπτεύσετε τα εδάφη γύρω απ’τη Νουσράκλη – ή ακόμα και σ’όλα τα νησιά του Βασιλείου άμα χρειαστεί.»

«Έγινε, Σκοτωμένε,» αποκρίθηκε ο νάνος.

Ο Ζαώρδιλ είπε στη Ραβάσλι: «Ειδοποίησε τον Βασιλικό Αρχιφρουρό Αλκάμελ, να μη θορυβηθεί από την παρουσία των ορνιθόπτερων.»

Εκείνη έγνεψε καταφατικά, και μαζί με τον Ράκαλωντ έφυγαν από την αίθουσα.

«Θα τον βρούμε,» επιβεβαίωσε ξανά ο Ζαώρδιλ.

«Δεν το νομίζω, αρχηγέ,» είπε η Φαίδρα. «Δεν τον έκανες τυχαία Αρχιανιχνευτή σου. Αν θέλει να κρυφτεί στην ύπαιθρο, να γίνει άφαντος, μπορεί να το κάνει πολύ καλά. Όλοι το ξέρουμε.»

«Απορώ, όμως, γιατί να θέλει να κρυφτεί από εμάς…»

«Κάτι φοβάμαι,» είπε η Έρικα.

Η Φαίδρα’λι σηκώθηκε από την πολυθρόνα και βάδισε προς την έξοδο της αίθουσας.

«Πού πας;» τη ρώτησε ο Ζαώρδιλ.

«Να σκεφτώ. Μόνη μου,» είπε η μάγισσα, κι έφυγε.

Ελπίζω, συλλογίστηκε ο Σκοτωμένος, να μην εξαφανιστείς κι εσύ. Στράφηκε στην Ανρίθα-Νοθ. «Έχεις τίποτα να κάνεις τώρα;»

Το βλέμμα της έγινε υποψιασμένο. «Γιατί ρωτάς, Σκοτωμένε;»

«Για να παρακολουθείς την πόρτα του δωματίου της μάγισσας, αν έχεις την καλοσύνη.»

«Θέλεις να την κατασκοπεύω;»

«Για την ώρα. Θα το κάνεις;»

Η Έρικα παρενέβη: «Ζαώρδιλ, δε νομίζω ότι η Ανρίθα είναι–»

«Φυσικά και θα το κάνω,» τη διέκοψε η Ρελκάμνια αριστοκράτισσα· και η Έρικα αναρωτήθηκε αν είχε απαντήσει θετικά στον Ζαώρδιλ απλά και μόνο για να την τσαντίσει. «Αλλά δώσε μου κι έναν πομπό για να σε κρατάω ενήμερο αν χρειαστεί.»

Ο Ζαώρδιλ έκανε νόημα στον Νικηφόρο να της δώσει τον πομπό του. Εκείνος υπάκουσε, λέγοντας: «Εμένα έπρεπε να γδύσεις ξανά…»

«Ντυμένος μού φαίνεσαι ακόμα,» του είπε η Ανρίθα μισοκλείνοντάς του το μάτι καθώς έφευγε από την αίθουσα μαζί με τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του.

«Η προστατευόμενή σου με παρενοχλεί ερωτικά,» παραπονέθηκε ο Νικηφόρος στην Έρικα.

Η οποία, αγνοώντας τον, είπε στον Ζαώρδιλ: «Δεν είναι η Ανρίθα για τέτοιες δουλειές.»

«Σοβαρά; Τότε γιατί την παίρνεις μαζί σου άλλες φορές;»

«Για να έχει κάτι να κάνει!»

«Της βρήκα, λοιπόν, κι εγώ κάτι να κάνει τώρα,» είπε ο Ζαώρδιλ.

Η Έρικα χτύπησε το πόδι της νευρικά στο πάτωμα, αλλά δεν μίλησε.

 

 

Δεν είναι δυνατόν να βρίσκομαι πια ανάμεσά τους. Δεν είναι δυνατόν να βρίσκομαι κοντά της!

Μα τις Λάμιες, πώς συνέβη τέτοιο πράγμα; Αυτό το τέρας μπορεί να της είχε κάνει κακό! Μπορεί ακόμα και να την είχε σκοτώσει!… Δεν ξέρω τι δυνάμεις έχει, δεν ξέρω αν ο θεός της θα την έσωζε από κάτι σαν αυτό…

Μακριά της! Μακριά της! Οπωσδήποτε.

Μακριά από όλους τους. Γιατί τον καθένα τους μπορεί να βλάψω – να βλάψει αυτό το τέρας.

Ίσως να ήταν και απειλή… Ίσως να ήθελε να με απειλήσει, να μου υποδηλώσει πως μπορεί να τη σκοτώσει όποτε θέλει, πως θα τη σκοτώσει αν δεν… αν δεν… Αν δεν κάνω τι; Δε μου έχει ζητήσει τίποτα! Όχι ακόμα. Αλλά το νιώθω να με πνίγει, να μη μ’αφήνει ν’αναπνεύσω ώρες-ώρες. Σα να προσπαθεί να σκαρφαλώσει επάνω, από μέσα μου. Τι θέλει; Θέλει να το αφήσω να έρθει στην επιφάνεια, ό,τι κι αν είναι; Αλλά δεν ξέρω πώς να το κάνω αυτό! Δεν ξέρω παρά μόνο πώς να αντιστέκομαι – κι ακόμα και η αντίστασή μου είναι ελλιπής. Τι νόημα έχει αν δεν μπορεί να υπάρξει νίκη;

Ίσως εκείνος ο παράξενος ιερέας να έχει απαντήσεις για μένα. Εκείνος ο μυστηριώδης άνθρωπος της θάλασσας και των βράχων που τρομοκράτησε τόσο αυτό το τέρας. Μόλις ύψωσε το χέρι του και με έδειξε, αισθάνθηκα το τέρας να με τραντάζει από μέσα, το αισθάνθηκα να πανικοβάλλεται, να με κάνει να πανικοβληθώ σαν κάτι τρομερό να είχε ξαφνικά συμβεί, σαν δέκα δαιμονικοί θεοί να είχαν στραφεί εναντίον μου. Μπορούσα μόνο να τρέξω να φύγω.

Και τώρα, καθώς ταξιδεύω, νομίζω πως το τέρας θέλει να με σταματήσει. Δυσκολεύομαι ν’αναπνεύσω. Παλεύω με το σώμα μου καθώς οι τροχοί του δίκυκλού μου διασχίζουν το Βασίλειο.

Αλλά δεν θα σταματήσω!

Θα του δώσω τέλος!

Τώρα θα του δώσω τέλος!

 

 

Το απόγευμα, καθώς βράδιαζε, η Έρικα ξαναπήγε στο Στενό Άνοιγμα, μήπως ο Όρκιβελ είχε έρθει· γιατί αν ήθελε μπορούσε ήδη να βρισκόταν εδώ. Η Κάρνατεβ δεν ήταν και τόσο μακριά από την Νουσράκλη, για ένα γρήγορο μηχανοκίνητο σκάφος σαν το Σπαθί του Ωκεανού.

Η Έρικα πέρασε τη στενή είσοδο της ταβέρνας, που ήταν ζαρωμένη ανάμεσα σε δύο μεγαλύτερα οικοδομήματα, και βρέθηκε στο σκοτεινό εσωτερικό της που φωτιζόταν από μερικές λάμπες λαδιού και μία ενεργειακή λάμπα στο κέντρο του ταβανιού η οποία δεν ήταν και της καλύτερης ποιότητας. Τα μάτια της Έρικας κοίταξαν προς το βάθος αριστερά, και είδε ότι κάποιοι κάθονταν στο τραπεζάκι εκεί. Τρεις άντρες και μια γυναίκα. Ο Αλέξανδρος ο Δασύς, ο Όρκιβελ ο Μουντζουρωμένος· και οι άλλοι δύο δεν ήξερε πώς λέγονταν, αν και τους είχε ξαναδεί. Πρέπει να ήταν από τους έμπιστους του Καπετάνιου.

Πλησίασε το τραπέζι τους, και στράφηκαν κι οι τέσσερις προς το μέρος της, πρώτα ο Όρκιβελ και μετά οι υπόλοιποι, σκουντώντας ο ένας τον άλλο. Δε θα μπορούσαν να δουν το πρόσωπό της, κρυμμένο καθώς ήταν στη σκιά της κουκούλας της, αλλά μάλλον υπέθεταν ποια ήταν.

«Καλησπέρα,» τους είπε η Έρικα, τραβώντας, με το πόδι της, ένα σκαμνί από δίπλα και φέρνοντάς το στο τραπέζι τους για να καθίσει.

«Σε ειδοποίησε κανένας για τον ερχομό μας;» τη ρώτησε ο Όρκιβελ.

«Όχι. Αλλά σας περίμενα. Απόψε ήρθατε;»

«Ναι.»

«Αργήσατε.»

«Τι αργήσαμε;» ρουθούνισε ο Όρκιβελ. «Μας δουλεύεις; Ούτε εξειδικευμένοι μαντατοφόροι δεν τρέχουν σαν εμάς!»

«Σώπα…»

«Έχουμε κι άλλες δουλειές, ξέρεις, όχι μόνο τις δικές σου.»

«Το έδωσες στον Χάραλκιρ;» ρώτησε η Έρικα.

«Ναι. Και μιλήσαμε κιόλας. Παραείναι καχύποπτος ο φίλος σου. Αλλά δικαιολογημένα, μάλλον. Κι εγώ θα με υποπτευόμουν.» Μειδίασε και ήπιε μια γουλιά από τη μπίρα του.

«Τι σου είπε, ακριβώς;»

«Μερικές πληροφορίες για το δίκτυο. Ανέφερε κάποιους ανθρώπους που μπορώ να πηγαίνω να βρίσκω.»

«Στην Κάρνατεβ;»

«Στην Κάρνατεβ είπε να βρίσκω εκείνον· για τους υπόλοιπους δεν ήθελε να πει τίποτα.»

Η Έρικα ένευσε. Και πολύ καλά έκανε.

«Και στις άλλες πόλεις έναν άνθρωπο μού ανέφερε, επίσης,» συνέχισε ο Όρκιβελ. «Έναν άνθρωπο στην καθεμία.»

«Ποιες άλλες πόλεις;»

«Δεν ξέρεις το δίκτυό σου;»

«Πες μου,» επέμεινε η Έρικα, και ο Όρκιβελ τής είπε μερικά ονόματα. Ο Χάραλκιρ είναι συνετός, σκέφτηκε εκείνη. Του έδωσε τις πληροφορίες που θα του έδινα κι εγώ· τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Ο κουρσάρος έπρεπε να δοκιμαστεί προτού τον εμπιστευτούν απόλυτα· η Έρικα δεν ήθελε να γίνει κανένα δυσάρεστο επεισόδιο μαζί του.

Έκανε νόημα σε μια σερβιτόρα να της φέρει μια μπίρα, και καθάρισε τον λαιμό της. Έριξε ένα βλέμμα στον Αλέξανδρο και στον άλλο πειρατή και την πειρατίνα. «Πόσοι από το πλήρωμά σου ξέρουν;» ρώτησε τον Όρκιβελ.

«Αυτοί εδώ είν’ αδέλφια μου,» της είπε ο Μουντζουρωμένος· «μην τους φοβάσαι ότι θα σε πουλήσουν. Τον Αλέξανδρο τον ξέρεις. Αυτός ο κύριος,» έδειξε με τη ματιά του τον άλλο πειρατή, «είναι ο Φόρλεκ ο Καθένας–»

«Ο Καθένας;»

«Λένε πως η φάτσα μου είναι συνηθισμένη, Ξανθιά,» εξήγησε ο ίδιος.

«Ξανθιά;» έκανε η Έρικα, και οι πειρατές γέλασαν σαν μόνο εκείνοι να καταλάβαιναν το αστείο. «Τι σκατά γελάτε;»

«Σε λένε ‘Ξανθιά’ στο πλήρωμά μου,» της είπε ο Όρκιβελ. «Ελπίζω να μη σε πειράζει.»

Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι στραβά. «Θα προσπαθήσω να μη δώσω σημασία,» είπε μεταξύ αστείου και σοβαρού. Η σερβιτόρα τότε ήρθε και της έφερε τη μπίρα· η Έρικα την πλήρωσε. Ύστερα, ρώτησε την πειρατίνα που ο Όρκιβελ δεν είχε ακόμα συστήσει: «Κι εσένα πώς σε λένε;»

«Ζιρμάνκι,» αποκρίθηκε εκείνη – μια πορφυρόδερμη γυναίκα με κοντά, μαύρα μαλλιά, μάτια σαν χάντρες, και μεταλλικό κρίκο στο κάτω χείλος.

«Σκέτο Ζιρμάνκι; Δεν έχεις παρωνύμιο εσύ;»

Η Ζιρμάνκι κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Πρωτοποριακό,» σχολίασε η Έρικα πίνοντας μια γουλιά μπίρα.

«Έχω την περιέργεια να γνωρίσω όλους τους συνδέσμους που μου πρότεινε ο Χάραλκιρ,» της είπε ο Όρκιβελ. «Δεν έχω πάει ακόμα σε κανέναν τους. Πρώτα εδώ ήρθα.»

«Σε χρειάζομαι για μια ακόμα δουλειά, ίσως,» τον πληροφόρησε η Έρικα.

«Είμαι όλος αφτιά. Αλλά έχε υπόψη ότι τούτη τη φορά δεν κάνω τίποτα χωρίς πληρωμή.»

Η Έρικα τού είπε για το σχέδιο να φυγαδέψουν τον Αβέρναλ τον δημοσιογράφο από τη Νουσράκλη.

«Ακόμα δεν έχω ακούσει την πληρωμή,» παρατήρησε ο Όρκιβελ.

«Πληρωμή σου θα είναι το κούρσεμα του σκάφους. Όλο δικό σου· κανείς δεν θα παρέμβει. Μόνο τον Αβέρναλ χρειαζόμαστε από εκεί. Και μάλιστα, θέλω να σε ρωτήσω πού προτείνεις να τον κρύψουμε. Εσύ γνωρίζεις τον Ωκεανό καλύτερα από εμένα.»

«Για βάστα λίγο,» είπε ο Όρκιβελ. «Δύο πράγματα. Πρώτον: πώς ξέρω ότι ο Βασιληάς Ράνελμον δε θα μας την έχει στημένη;»

«Μη φοβάσαι γι’αυτό.»

«Σοβαρά; Γιατί; Επειδή το λες εσύ;»

«Ακριβώς: επειδή το λέω εγώ. Δεν ξέρει τίποτα για σένα, και ούτε έχει κάνει ερωτήσεις. Το θεωρεί δική μου υπόθεση, κι εκεί τελειώνει το θέμα.»

«Καλώς,» αποκρίθηκε ο Όρκιβελ· «ας πούμε ότι το πιστεύουμε αυτό. Υπάρχει, όμως, και το δεύτερο πρόβλημα του ζητήματος: Τι γίνεται άμα τελικά δεν έρθουν να πάρουν τον Αβέρναλ με καράβι αλλά με αεροσκάφος;»

«Δεν κάνεις την πειρατεία.»

«Θα περιμένω τσάμπα, δηλαδή!»

«Τα πάντα περιλαμβάνουν κάποιο ρίσκο. Έτσι δεν είναι;»

«Θα μου φας τον χρόνο άδικα; Δε θα πληρωθώ για την αναμονή;»

«Με δουλεύεις;» είπε η Έρικα. «Σου προσφέρω, ίσως, ένα πλοίο στο πιάτο–»

«Όχι τελείως στο πιάτο· θα χρειαστεί να επιτεθούμε για να το καταλάβουμε.»

«Θα έχετε βοήθεια, αν τη χρειάζεστε.»

«Δεν είναι εκεί το θέμα!» μούγκρισε ο Όρκιβελ. «Μην αλλάζεις την κουβέντα! Θα έχεις το πλήρωμά μου να περιμένει μέρες ολόκληρες εδώ πέρα ενώ, στο τέλος, μπορεί να μη γίνει τίποτα – και δεν θα πάρουμε κύμα τσακιστό για την αναμονή μας;»

«Μη νομίζεις ότι η αναμονή σας θα είναι μεγάλη. Μόλις ο Βασιληάς αποστείλει μήνυμα ότι είναι πρόθυμος να παραδώσει τον Αβέρναλ – πράγμα που θα γίνει αύριο – ο Αρχισυγκλητικός είμαι σίγουρη πως αμέσως θα στείλει τους ανθρώπους του εδώ. Επομένως, μια-δυο μέρες θα περιμένεις. Είναι πολύ;»

Ο Όρκιβελ ήπιε μια γουλιά μπίρα, μοιάζοντας, από την όψη του, να έχει ήδη αλλάξει γνώμη. «Ας πούμε ότι μιλάς λογικά. Και πάλι, όμως, θα προτιμούσα κάποια πληρωμή…»

«Ενδιαφέρεσαι ή δεν ενδιαφέρεσαι;» είπε η Έρικα. «Πρέπει να ξέρω, για να ετοιμαστούμε για τον Αρχισυγκλητικό.»

«Ενδιαφέρομαι,» αποκρίθηκε ο Όρκιβελ.

Η Έρικα δεν το αμφέβαλλε ούτε στιγμή.

*

Ταξίδευε επάνω στο δίκυκλό του, διασχίζοντας τα νησιά, περνώντας από τις ψηλές γέφυρες που τα ένωναν. Και ήταν βέβαιος ότι κανένας δεν τον παρακολουθούσε· οι μόνοι που ίσως – ίσως – να πρόσεχαν τη διέλευσή του ήταν οι φρουροί στα φυλάκια κοντά στις γέφυρες. Αλλά αυτό ήταν αναπόφευκτο. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να περάσει από το ένα νησί στο άλλο, εκτός αν πήγαινε με πλοίο. Όμως δεν είχε αποφασίσει να ταξιδέψει έτσι· δεν ήταν καλός ναυτικός. Ήταν πολύ καλύτερος με την ξηρά κάτω απ’τους τροχούς, τις οπλές, ή τις μπότες του.

Το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων δεν ήταν μεγάλο, και δεν ήταν η πρώτη φορά που το διέσχιζε· ήξερε τη βασική του γεωγραφία, και είχε κι έναν χάρτη μαζί του, ο οποίος δεν νόμιζε πως θα του χρειαζόταν. Ταξιδεύοντας από νότια προς βόρεια, πέρασε από το πρώτο, από το δεύτερο, από το τρίτο, από το τέταρτο νησί, και έφτασε στο πέμπτο, στην Ακρόνησο, σε μια βραχώδη ακρογιαλιά. Θαλασσοπούλια κάθονταν επάνω στις μεγάλες πέτρες και τον ατένιζαν καθώς εκείνος σταματούσε το δίκυκλό του, ενώ άλλα έκαναν κύκλους στον ουρανό, και δύο, τα οποία βρίσκονταν κοντά στο κύμα, διέλυαν με τα μακριά ράμφη τους ένα ψάρι που είχαν αρπάξει από τον Ωκεανό. Βότσαλα και πέτρες παντού, και μερικά θαλασσόδεντρα μακριά από εκεί όπου έσκαγε το αφρισμένο νερό, τα οποία θύμιζαν παραμορφωμένους, πανάρχαιους δαιμονικούς θεούς.

Ο Φέκταρελ κατέβηκε από το δίκυκλό του και βάδισε μέσα στην άγρια παραλία. Κανένας δεν παρουσιάστηκε για να τον υποδεχτεί, οπότε εκείνος φώναξε: «Ιερέα! Ιερέα!» Καμια απόκριση… Ο Φέκταρελ σκαρφάλωσε πάνω σ’έναν βράχο και κοίταξε ολόγυρα. Κανένας άνθρωπος δεν φαινόταν πουθενά. «Ιερέα!» φώναξε πάλι. «Βγες έξω, ιερέα! Θέλω να σου μιλήσω!» Καμια απόκριση…

Ο Φέκταρελ κατέβηκε από τον βράχο. Ούτε ένα θαλασσοπούλι δεν ήταν πια στη γη: όλα φτερούγισαν, αναστατωμένα. Ο Φέκταρελ συνέχισε να βαδίζει ανάμεσα στις μεγάλες πέτρες, πλατσουρίζοντας μέσα στα αλμυρά νερά που είχαν συγκεντρωθεί σε γούβες από όταν η θάλασσα φούσκωνε, από όταν ο Ωκεανός προσπαθούσε να καταπιεί το νησί. Σιγαλιά επικρατούσε παντού, εκτός από τις φωνές των πουλιών, του ανέμου, και των κυμάτων. Ερημιά…

«ΙΕΡΕΑ!» φώναξε ο Φέκταρελ. «Βγες έξω! Θέλω να σου μιλήσω!»

Καμια απάντηση.

Τσαντισμένος, κλότσησε έναν βράχο και, μετά, κάθισε επάνω του. Περιμένοντας. Ήταν μεσημέρι, και ο ήλιος βρισκόταν ψηλά στον ουρανό. Η ώρα πέρασε χωρίς ο Φέκταρελ να κουνιέται από τη θέση του. Δύο θαλασσοπούλια ήρθαν και κάθισαν κοντά του.

Τα θαλασσοπούλια έφυγαν. Ο ήλιος άρχισε να γέρνει προς τη δύση. Ο άνεμος δυνάμωσε, λες κι είχε κουραστεί από την παρουσία του μαυρόδερμου άντρα που καθόταν σαν στοιχειό και περίμενε, τυλιγμένος και κουκουλωμένος στη μελανή κάπα του. Η θάλασσα φούσκωσε· τα κύματα χτυπούσαν τα βράχια πιο έντονα, τινάζοντας αφρούς. Το μουγκρητό τους αντηχούσε.

Ο Φέκταρελ σηκώθηκε ξανά και βάδισε. «Ιερέα!» φώναξε. «Πού είσαι, ιερέα;» Καμια απάντηση, όπως και πριν.

«Θέλω να μου πεις τι είδες! Τι είδες όταν πρωτοήρθα εδώ!»

Σιωπή.

Ένα ψηλό κύμα χτύπησε τους βράχους, διαλύθηκε επάνω τους, το νερό του σκορπίστηκε στην ξηρά, κυλώντας ανάμεσα στις πέτρες, σε μυριάδες ποτάμια, φτάνοντας κοντά στα μποτοφορεμένα πόδια του Φέκταρελ.

Εκείνος απομακρύνθηκε.

Και είδε ένα άλλο κύμα να έρχεται. Κι επάνω του ήταν ένας άνθρωπος! Το καβαλούσε όπως κανείς καβαλά άλογο. Πορφυρόδερμος, μαύρα μακριά μούσια και μαλλιά. Ο ιερέας! Ο Αθάνατος!

Ο Φέκταρελ περίμενε, βλέποντάς τον να φτάνει στην ακτή και να βγαίνει μέσα από τον Ωκεανό σαν δαίμονας, να προχωρά προς το μέρος του. Τα μάτια του ήταν οργισμένα.

«Τι ζητάς ξανά εδώ;» είπε ο Αθάνατος, με φωνή τραχιά όπως του ανέμου. «Η παρουσία σου δεν είναι επιθυμητή, ούτε από εμένα ούτε από τη Μητέρα μου.» Στεκόταν αντίκρυ του, γυμνός εκτός από μια φούστα γύρω απ’τα λαγόνια, αλλά το αλάτι του Ωκεανού φαινόταν να σχηματίζει ένα προστατευτικό κάλυμμα επάνω στο κόκκινο σώμα του.

Ο ήλιος είχε σχεδόν δύσει· τα τρία φεγγάρια της Φεηνάρκια έμοιαζαν πιο φωτεινά απ’αυτόν στον ουρανό.

Ο Φέκταρελ είπε: «Θέλω να μάθω τι βλέπεις σ’εμένα. Τι βλέπεις!»

Ο Αθάνατος γέλασε. «Τι βλέπω… Αυτό που είσαι. Σαν εμένα, αλλά διαφορετικός!»

«Δεν είμαι ιερέας, ούτε… ούτε έχω δαιμονικές δυνάμεις.»

«Είσαι παιδί των θεών. Μα ο θεός σου είναι ένας σκοτεινός θεός που κατοικεί μακριά από δω, και θέση δεν έχει στα νησιά όπου άρχει η Μητέρα μου.»

Ο Φέκταρελ συνοφρυώθηκε μέσα απ’τη σκιά της κουκούλας του. «Δεν καταλαβαίνω! Δεν… δεν είμαι παιδί κανενός θεού! Από ανθρώπους γεννήθηκα. Στη δυτική Φεηνάρκια. Οι γονείς μου είναι–»

«Μη λες ψέματα σ’εμένα που τ’αναγνωρίζω!»

«Δε σου λέω ψέματα! Δεν είμαι αυτό που νομίζεις!»

«Τότε, γιατί βρίσκεσαι και πάλι εδώ;»

«Επειδή…» Ο Φέκταρελ αισθάνθηκε κάτι να τον πνίγει. «Επειδή ένα τ…» Άρχισε να βήχει, πιάνοντας το στήθος του, τον λαιμό του. Προσπάθησε να το καταπολεμήσει· έπεσε στα γόνατα, αντίκρυ στον παράξενο ιερέα της θάλασσας.

Ο Αθάνατος τον ζύγωσε και, με ακλόνητη, στοιχειακή δύναμη, τον άρπαξε απ’τους ώμους και τον κόλλησε με την πλάτη κάτω, στα βότσαλα. Ατενίζοντας το πρόσωπό του.

Η αναπνοή του Φέκταρελ άρχισε πάλι να γίνεται κανονική. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες. «Ένα τέρας είναι μέσα μου, ιερέα… Βοήθησέ με…» είπε ξέπνοα.

Ο Αθάνατος γέλασε ξανά, και ορθώθηκε πάνω από τον μαυρόδερμο άντρα. «Τέρας; Όχι. Είσαι παιδί ενός σκοτεινού θεού.»

«Μη μου λες αυτές τις ανοησίες!» Ο Φέκταρελ ανασηκώθηκε πάνω στα βότσαλα.

«Φύγε τότε! Δε σε κρατάω εδώ,» είπε ο σταθερά ο Αθάνατος, καθώς ο άνεμος τίναζε τη γενειάδα και τα μαλλιά του, κάνοντας το πρόσωπό του να φαντάζει εξωπραγματικό. «Φύγε!»

Ο Φέκταρελ ορθώθηκε, με την κουκούλα της κάπας να έχει πέσει στους ώμους του. «Ιερέα… άκουσέ με…» Ακόμα ανέπνεε με κάποια δυσκολία, αλλά όχι όπως πριν, σαν να είχε δαμάσει ό,τι κι αν ήταν εντός του. Ένας μεγάλος τρόμος τον γέμιζε: ένας ανεξήγητος τρόμος: ένας τρόμος που δεν ήταν δικός του. «Πίστεψέ με, ιερέα: δεν είμαι παιδί κανενός θεού. Με γέννησαν άνθρωποι. Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει. Και είσαι ο μόνος – ο μόνος – που διέκρινε κάτι ασυνήθιστο σ’εμένα. Έχω ρωτήσει μάγο, και δε μπορούσε να διακρίνει τίποτα, ούτε αυτός ούτε ο θεός του.»

«Οι θεοί που φυλακίζονται από μάγους είναι κατώτεροι θεοί. Φαντάζεσαι τη Μητέρα μου φυλακισμένη από… μάγο;» Ο Αθάνατος γέλασε. «Ο μάγος θα έβρισκε το τέλος του!» Τα μάτια του άστραφταν.

«Τι βλέπεις σ’εμένα;» επέμεινε ο Φέκταρελ.

«Είσαι παιδί των θεών.»

«Ποιος είναι ο γονιός μου, τότε; Είπες κάτι για έναν σκοτεινό θεό…»

Ο Αθάνατος ένευσε. «Δεν είναι του Ωκεανού, αλλά η δύναμή του εκτείνεται, κάπου-κάπου, ώς τις βόρειες ακτές του. Έχω ακούσει να τον αποκαλούν Ταρνατάρ’σακ.»

«Ταρνατάρ’σακ…» μουρμούρισε ο Φέκταρελ, συνοφρυωμένος, κοιτάζοντας τα βότσαλα της ακτής μπροστά στα μποτοφορεμένα πόδια του.

«Ένας θεός της γης και του σκοταδιού,» είπε ο Αθάνατος. «Δεν έχει επαφές με τη Μητέρα μου, παρά μονάχα σε κάποια πολύ βαθιά μέρη όπου ο Ωκεανός και το σκοτάδι ανταμώνουν. Αλλά η Φαρμακερή Υδατοθύελλα τον μισεί.»

«Θεός της γης και του σκοταδιού…» Ο Φέκταρελ ύψωσε το βλέμμα του για ν’ατενίσει τον ιερέα. «Δεν είμαι παιδί του, δεν μπορεί…»

«Ούτε εσύ, λοιπόν, δεν ξέρεις τι είσαι.» Ο Αθάνατος τού έστρεψε την πλάτη και βάδισε προς τους βράχους.

«Περίμενε! Θέλω να μου πεις τι να κάνω!»

Ο ιερέας δεν σταμάτησε. «Ρώτα τον πατέρα σου, όχι εμένα.»

«Πατέρας μου δεν είναι ο θεός που νομίζεις. Είναι θεός ποντικιών, όχι ανθρώπων!»

Ο Αθάνατος στράφηκε τώρα να τον αντικρίσει, από κάποια απόσταση. «Ξέρεις γι’αυτόν…»

«Έχω πολεμήσει τους ρους’κρούουμ, ιερέα. Κι έχω πολεμήσει κι έναν άνθρωπο αυτού του Ταρνατάρ’σακ – έναν λήσταρχο, στις βόρειες Ενδότερες Πολιτείες, μακριά από δω. Δεν είμαι παιδί του. Είναι αδύνατον!»

«Πήγαινε να τον βρεις, τότε, να μάθεις.»

«Να τον βρω; Πού να τον βρω;»

«Βόρεια. Ταξίδεψε βόρεια. Εκεί έχω ακούσει πως υφίσταται μεγάλο μέρος της δύναμής του τώρα. Στις βόρειες ακτές.»

«Από ποιους το άκουσες;»

«Πνεύματα, θεούς, θηρία,» αποκρίθηκε ο Αθάνατος, και του έστρεψε πάλι την πλάτη. «Πήγαινε αναζήτησέ τον. Ίσως αυτός να μπορεί να σου δώσει απαντήσεις.» Βάδισε ανάμεσα στους βράχους, αφήνοντας τον Φέκταρελ πίσω του, ακίνητο, με το κύμα να γλείφει τα μποτοφορεμένα πόδια του και τον άνεμο να τινάζει τα γαλανά, δεμένα αλογοουρά μαλλιά του.

«Πώς να ταξιδέψω βόρεια χωρίς πλοίο; Δε μπορώ να επιστρέψω στη Νουσράκλη! Δε θέλω να επιστρέψω στη Νουσράκλη! Υπάρχουν άνθρωποι εκεί που κινδυνεύουν από μένα, και δε θα τους εκθέσω σ’αυτό τον κίνδυνο.»

Η φωνή του Αθάνατου έφτασε στ’αφτιά του σαν τον άνεμο: «Πάρε πλοίο από τον Αγαθό Βράχο· έρχεται από τη Ζιλνιράθη και ταξιδεύει προς Κάρνατεβ.» Και ο Φέκταρελ αναρωτήθηκε αν ο ιερέας είχε πραγματικά μιλήσει ή αν ήταν η φαντασία του.

Μέσα του ένιωθε έναν μεγάλο τρόμο αλλά και, συγχρόνως, μια ανεξήγητη αδημονία.

«Πού είναι ο Αγαθός Βράχος;»

Όμως ο ιερέας είχε πλέον εξαφανιστεί· δεν τον έβλεπε πουθενά.

Απομακρύνθηκε από το κύμα πηγαίνοντας κοντά στο δίκυκλό του. Έβγαλε τον χάρτη του Βασιλείου από τον σάκο του και κοίταξε τις τοποθεσίες που βρίσκονταν γύρω του. Ο Αγαθός Βράχος δεν ήταν μακριά: ένα χωριό, απ’ό,τι φαινόταν, στο τελευταίο, στο βορειότερο, νησί του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων – το Βορειονήσι. Ο Φέκταρελ μια γέφυρα ακόμα είχε να περάσει.

Καθώς ξεκινούσε το δίκυκλό του, όμως, για να φύγει από τη βραχώδη ακρογιαλιά, τα μάτια του είδαν στον ουρανό δύο γιγάντια πουλιά να φτερουγίζουν– Όχι πουλιά· ορνιθόπτερα. Ο Φέκταρελ καταράστηκε κάτω απ’την ανάσα του. Σήκωσε την κουκούλα του στο κεφάλι και, χωρίς ν’ανάψει τον προβολέα του οχήματος, παρά το αυξανόμενο σκοτάδι, έβαλε τους τροχούς του σε κίνηση.

Μετά από λίγο βρισκόταν σε μέρος όπου τα ορνιθόπτερα δεν φαίνονταν πια. Τους είχε ξεφύγει. Έκανε στροφή μέσα στις ερημιές του νησιού και κατευθύνθηκε προς την τελευταία γέφυρα. Πέρασε δίπλα από ένα μεγάλο χωριό και μετά έφτασε σ’αυτήν. Τη διέσχισε και βρέθηκε στο Βορειονήσι, που φαινόταν να είναι πιο πράσινο από τα προηγούμενα νησιά του Βασιλείου. Ο Αγαθός Βράχος, σύμφωνα με τον χάρτη του, ήταν σ’έναν όρμο στη βόρεια μεριά, και ο Φέκταρελ δεν άργησε να φτάσει εκεί. Ένα χωριό, που στο λιμάνι του, εκτός από βάρκες, ήταν αραγμένο κι ένα αρκετά μεγάλο ιστιοφόρο σκάφος.

Ο Φέκταρελ οδήγησε το δίκυκλό του μέσα στο χωριό, καθώς η νύχτα είχε πέσει. Οι ντόπιοι στρέφονταν και τον κοίταζαν. Το όχημά του τους φαινόταν σπουδαίο. Ποιος ήταν αυτός ο μυστηριώδης, κουκουλωμένος άγνωστος; Τι ζητούσε στα ήσυχα μέρη τους; Φασαρίες; Είχε έρθει να σκοτώσει κανέναν; Για εκδίκηση; Αντεκδίκηση; Είχε όπλα επάνω του, πάντως· τα έβλεπαν: μια καραμπίνα στην πλάτη, ένα σπαθί κρεμασμένο από τη σέλα του οχήματός του· και ποιος ξέρει τι μπορεί να έκρυβε μέσα στο σκοτάδι της κάπας του; Οι ντόπιοι του Αγαθού Βράχου μουρμούριζαν αναμεταξύ τους, παρατηρώντας τον χωρίς να τον πλησιάζουν.

Ο μαυρόδερμος άντρας σταμάτησε το δίκυκλό του και τους ρώτησε πότε έφευγε αυτό το πλοίο από το λιμάνι τους. Εκείνοι τού απάντησαν: αύριο το πρωί· αλλά δε θέλουμε φασαρίες στα μέρη μας! τον προειδοποίησαν.

Ο Φέκταρελ τούς είπε: «Δεν είμαι εδώ για φασαρίες. Θέλω να μπω στο πλοίο, αν πηγαίνει στην Κάρνατεβ.»

Στην Κάρνατεβ πηγαίνει, τον διαβεβαίωσαν μιλώντας μια ο ένας μια ο άλλος, αλλά δεν ήταν σίγουροι αν η Καπετάνισσα θα τον έπαιρνε μαζί της· έπρεπε να τη ρωτήσει.

«Πού είναι η Καπετάνισσα;»

Δυο ντόπιοι έτρεξαν να την ειδοποιήσουν, ενώ άλλοι στέκονταν γύρω από τον Φέκταρελ με επιφύλαξη έκδηλη στα μάτια τους. Κάποιοι, μάλιστα, κρατούσαν και καραμπίνες, αλλά στο πλάι, κρυμμένες στο σκοτάδι. Ο Φέκταρελ τις είδε μα δεν είπε τίποτα.

Η Καπετάνισσα – μια πορφυρόδερμη, γαλανομάλλα γυναίκα μετρίου αναστήματος – δεν άργησε να έρθει να σταθεί αντίκρυ του, φορώντας δερμάτινο παντελόνι, δερμάτινο γιλέκο πάνω από πουκαμίσα, και μικρό καπέλο με αργυρή καρφίτσα, λαξεμένη στο σχήμα φτερού.

«Ποιος είσαι;» τον ρώτησε.

«Ένας ταξιδιώτης που θέλει να μπαρκάρει στο σκάφος σου.» Ο Φέκταρελ ήταν ακόμα καθισμένος επάνω στο δίκυκλό του, έχοντας το ένα πόδι στη γη, για να στηρίζεται.

«Έχεις λεφτά;»

«Έχω.»

«Ένα κάπα για σένα, δέκα για τ’όχημά σου.»

Ο Φέκταρελ έβγαλε ένα χαρτονόμισμα των δέκα κυμάτων κι ένα των πέντε. Ατσάκιστα και τα δύο, από την τελευταία πληρωμή του Βασιληά Ράνελμον.

Η Καπετάνισσα πλησίασε για να τα πάρει στο χέρι της με μια γρήγορη κίνηση και να τα ψηλαφήσει ανάμεσα στα δάχτυλά της, σα να προσπαθούσε να δει μήπως ήταν πλαστά.

«Δε θέλω ρέστα,» της είπε ο Φέκταρελ. «Πότε φεύγουμε;»

«Με το ξημέρωμα. Νάσαι έτοιμος.»

«Υπάρχει πανδοχείο εδώ πέρα;»

Οι ντόπιοι τον οδήγησαν στον Αγαθό Βράχο, το μοναδικό πανδοχείο του Αγαθού Βράχου. Ο Φέκταρελ άφησε το δίκυκλό του κλειδωμένο απέξω και πήγε να ξεκουραστεί κάποιες ώρες προτού ξεκινήσει το ταξίδι του προς την Κάρνατεβ.

Τελικά, δεν κοιμήθηκε καθόλου εκείνη τη νύχτα.

Κεφάλαιο Δέκατο-Όγδοο
Οι Αναζητήσεις της Σανκάρλι’μορ

Έπαιρνε πρωινό στα δωμάτιά του μέσα στη βίλα του Αρχισυγκλητικού Βέργκεδελ. Αντίκρυ του ήταν καθισμένος ο μάγος, ενώ η δούλα έστρωνε τα μαξιλάρια του καναπέ παραδίπλα, τινάζοντάς τα. Το δέρμα της ήταν λευκό σαν του Εύβουλου, τα μαλλιά της κόκκινα και, επί του παρόντος, δεμένα κότσο. Φορούσε ένα φόρεμα σαφώς πιο κοντό απ’ό,τι χρειαζόταν· και ο Εύβουλος είχε φροντίσει όλα της τα ρούχα να είναι παρόμοια. Αφού ο Αρχισυγκλητικός τού την είχε παραχωρήσει, δεν υπήρχε λόγος τα προσόντα της να είναι κρυμμένα. Δεν ήταν Φεηνάρκια, φυσικά· καταγόταν από την Απολλώνια, όπως είχε η ίδια πει στον Εύβουλο· υπηρετούσε την Παντοκράτειρα πριν από τον μεγάλο ξεσηκωμό, κι όταν οι Φεηνάρκιοι είχαν αποτινάξει τους δυνάστες τους ήταν από τους τυχερούς: δεν την είχαν σκοτώσει, την είχαν απλώς κάνει δούλα. Καλό που θεωρεί τον εαυτό της «τυχερό», νόμιζε ο Εύβουλος, γνωρίζοντας πως υπήρχαν και πιο τυχεροί: πρώην Παντοκρατορικοί που είχαν παραδοθεί σε άλλες διαστάσεις με λύτρα, ή που ακόμα δρούσαν ελεύθερα στη Φεηνάρκια – όπως εκείνος ο καταραμένος, ο Ζαώρδιλ ο Σκοτωμένος, και οι Ζωντανοί-Νεκροί. Θεωρώντας, όμως, τον εαυτό της τυχερό, οι πιθανότητας είναι μεγαλύτερες ότι δεν θα κάνει τίποτα… ασύνετο.

Ονομαζόταν Βαλέρια. Και μια νύχτα, αφού είχαν κάνει έρωτα όπως πάντα όταν την πρόσταζε, τον είχε ρωτήσει, διστακτικά: «Είσαι κι εσύ Απολλώνιος;» εικάζοντας, μάλλον, από το όνομά του. (Μόνο όταν έκαναν έρωτα τής επέτρεπε να του μιλά στον ενικό.)

«Να κοιτάς τη δουλειά σου,» της είχε αποκριθεί ο Εύβουλος.

Και τώρα, της είπε: «Βαλέρια. Άσ’ τα αυτά, έλα εδώ.»

Η δούλα άφησε τα μαξιλάρια επάνω στον καναπέ και πλησίασε το τραπέζι.

«Κάθισε να φας μαζί μας. Δεν πεινάς;»

«Μάλιστα, κύριε.»

Ο Εύβουλος έδειξε το τραπέζι με μια γενναιόδωρη χειρονομία, και η Βαλέρια κάθισε κοντά τους και γέμισε ένα πιάτο με πρωινό για τον εαυτό της και μια κούπα με τσάι.

«Είχες κανένα νέο από τον Γελαστό Άρχοντα, Εύβουλε;» ρώτησε ο μάγος.

«Δεν έχω καν επικοινωνήσει μαζί του ακόμα, Κάρχαμωντ.» Ο αρχηγός των Επιφανών Κρανοφόρων σκούπισε το στόμα του με την πετσέτα κι ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα, ανάβοντας ένα τσιγάρο. Από δίπλα, από το κρυστάλλινο παράθυρο, το πρωινό φως έμπαινε άπλετο στο δωμάτιο.

«Εφτά μέρες έχουν περάσει,» είπε ο Κάρχαμωντ’λι, «κι η μάγισσα δεν έχουμε ακούσει νάναι νεκρή. Ο Αρχισυγκλητικός θ’αρχίσει ν’ανησυχεί.»

Ο Εύβουλος τον κοίταξε συνοφρυωμένος. «Τον άκουσες να λέει τίποτα;»

«Όχι, αλλά και πάλι….» Ο μάγος ήπιε μια γουλιά από το τσάι του, ενώ με τις άκριες των ματιών του κοίταζε το στήθος της Βαλέριας που φαινόταν κολακευτικά μέσα από το ντεκολτέ της.

Ο Εύβουλος έπιασε τον τηλεπικοινωνιακό του πομπό από δίπλα. «Ας δούμε, λοιπόν, τι γίνεται με τον παλιό μας φίλο τον Άσλατμιρ.» Πάτησε μερικά κουμπιά πάνω στη συσκευή και την έφερε στ’αφτί του.

Σύντομα, κάποιος απάντησε: «Ναι;»

«Ο Εύβουλος είμαι, Άσλατμιρ.»

«Νόμιζα ότι μας είχες ξεχάσει…»

«Το θέμα είναι αν μ’έχετε ξεχάσει εσείς. Πώς πάει η δουλειά σας;»

«Περπατά ακόμα.»

«Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα που θέλω να λύσετε. Σκοπεύετε ή όχι;»

«Την παρακολουθούμε. Αλλά το έχει υποπτευθεί. Είχε, δηλαδή, υποπτευθεί ότι την παρακολουθούν προτού εμείς αρχίσουμε να την παρακολουθούμε. Υποθέτω θα είχε καλό λόγο…»

«Και τι σημαίνει αυτό;»

«Σημαίνει πως μπαίνει και βγαίνει κρυφά από μια πολυκατοικία όπου ούτως ή άλλως μπαινοβγαίνει πολύς κόσμος, Εύβουλε. Και δεν μπορούμε ν’αρχίσουμε να σκοτώνουμε όποιον μας φαίνεται ύποπτος.»

«Προφανώς.»

«Συνέβη, όμως, ένα περιστατικό πριν από τρεις μέρες.» Και του είπε πως κάποιος είχε έρθει και είχε χτυπήσει το κουδούνι της μάγισσας. Ήταν η πρώτη φορά που είχε γίνει αυτό, οπότε εκείνος και η Σέρυ είχαν κατεβεί για να παρακολουθήσουν τον άγνωστο. Τον είχαν δει, μετά από λίγο, να βγαίνει από την πολυκατοικία. Τον είχαν ακολουθήσει, αλλά σύντομα κατάλαβαν δύο πράγματα: ότι τους είχε αντιληφτεί να τον ακολουθούν, και ότι κάποιος άλλος ακολουθούσε εκείνους. Ο Άσλατμιρ είχε συνεχίσει να ακολουθεί τον άγνωστο που είχε χτυπήσει το κουδούνι της μάγισσας ενώ η Σέρυ είχε μείνει πίσω για να αντιμετωπίσει αυτόν που τους ακολουθούσε. Τελικά, αυτός που τους ακολουθούσε ήταν η ίδια η μάγισσα – ο στόχος τους! Η Σέρυ χτυπήθηκε από μια ενεργειακή ριπή και λιποθύμησε, και ο Άσλατμιρ έχασε τον μυστηριώδη άντρα.

«Είστε κι οι δύο άχρηστοι,» παρατήρησε ο Εύβουλος.

«Πρόσεχε τα λόγια σου, Εύβουλε. Η κατάσταση είναι δύσκολη και το ξέρεις! Κανονικά πρέπει να μας δώσεις περισσότερα λεφτά. Απορώ πώς η μάγισσα βρέθηκε στο κατόπι μας–»

«Λεφτά θα πάρετε μόνο όταν τη δω νεκρή. Ένας… επαγγελματίας σαν εσένα δεν θα έπρεπε να αναρωτιέται πώς ο ίδιος του ο στόχος βρέθηκε στο κατόπι του!»

«Για την ακρίβεια, έχω μια θεωρία…»

«Θα μου την πεις κι εμένα;»

«Νομίζω πως βγήκε από την πολυκατοικία για να παρακολουθήσει τον άντρα που την επισκέφτηκε.»

«Και τον οποίο χάσατε. Πώς ήταν στην όψη;»

«Φορούσε κάπα και κουκούλα, και ήταν βράδυ.»

«Τι πρωτότυπο…»

«Έτσι ήταν ντυμένος· τι θέλεις να κάνω εγώ, Εύβουλε;»

«Να τη σκοτώσεις. Θα τα ξαναπούμε άλλη φορά.» Και τερμάτισε την τηλεπικοινωνία.

«Τίποτα δεν έχουν καταφέρει;» είπε ο Κάρχαμωντ’λι.

«Μαλακίες,» αποκρίθηκε ο Εύβουλος. «Στο τέλος, μου φαίνεται πως θα πρέπει να πάμε εμείς να τη βγάλουμε απ’τη μέση.»

«Δε σοβαρολογείς…»

«Έτσι όπως έχουν μέχρι στιγμής τα πράγματα, φυσικά και όχι.»

*

Καμια ώρα πριν από το μεσημέρι, ο Αρχισυγκλητικός τον κάλεσε στο γραφείο του και ο Εύβουλος πήγε. Τον βρήκε να κάθεται έχοντας στα χέρια του ένα κομμάτι χαρτί. Πλάι του η οθόνη ενός τηλεπικοινωνιακού-πληροφοριακού συστήματος ήταν αναμμένη. Τα παραθυρόφυλλα ήταν μισόκλειστα, για να κόβουν την αντηλιά. Ο σκύλος του Βέργκεδελ, ο Λυσσασμένος, ήταν ξαπλωμένος δίπλα στο βαρύ, ξύλινο γραφείο του αφέντη του μασουλώντας ένα πελώριο κόκαλο, ίσως παρμένο από νεκρό ελέφαντα. Ήταν τεράστιος αυτός ο σκύλος· όρθιος, έφτανε ώς το στήθος του Εύβουλου χωρίς να σηκωθεί στα δύο πόδια.

«Με κάλεσες, Άρχοντά μου.»

Ο Βέργκεδελ σηκώθηκε από την πολυθρόνα του, εξακολουθώντας να κρατά το χαρτί στο ένα χέρι. «Ναι,» αποκρίθηκε, «για να σου πω ότι σύντομα θέλω να φύγεις για το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων.» Ήταν κοκκινόδερμος και μετρίου αναστήματος ο τωρινός Αρχισυγκλητικός της Κάρνατεβ, με μαύρα κοντά μαλλιά, και πάντοτε φρεσκοξυρισμένος. Επάνω στη δεξιά μεριά του προσώπου του υπήρχε ένα μεγάλο, γαλανόχρωμο σημάδι που θύμιζε, αν το κοίταζες από μια συγκεκριμένη γωνία, πτηνό. Έτσι είχε γεννηθεί ο Βέργκεδελ, γι’αυτό κιόλας ορισμένοι γνωστοί του τον αποκαλούσαν «ο Πτηνοπρόσωπος»· ο Εύβουλος τούς είχε ακούσει μια φορά· αν και το παρωνύμιο, γενικά, σπάνια χρησιμοποιείτο.

«Το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων;…»

«Ο Βασιληάς Ράνελμον αποφάσισε επιτέλους να μας παραδώσει τον Αβέρναλ. Μπορείς να δεις και μόνος σου…» Έτεινε το χαρτί που κρατούσε προς τον Εύβουλο, σε περίπτωση που εκείνος ήθελε να το διαβάσει. Αλλά ο Εύβουλος δεν ήθελε, και δεν άπλωσε το χέρι του για να το αγγίξει.

«Θα τον πάρουμε με αεροσκάφος;»

«Ασφαλώς,» είπε ο Βέργκεδελ, και άφησε την επιστολή επάνω στο γραφείο. «Δε θέλω καθυστερήσεις. Και να έχεις το νου σου, Εύβουλε, γιατί δεν τον εμπιστεύομαι τον Ράνελμον.»

«Υποπτεύεσαι παγίδα, Άρχοντά μου;»

«Δεν το νομίζω. Πρέπει απλά να φοβήθηκε από την επίθεση των Θηριόπνευστων Αδελφών. Αλλά, και πάλι, δεν είμαι βέβαιος… Εσύ ο ίδιος μού είπες, άλλωστε, πως αυτοί οι Ζωντανοί-Νεκροί που φρουρούν το παλάτι του είναι δαιμόνιοι.»

«Θα είμαι πιο προσεχτικός απ’ό,τι συνήθως,» τον διαβεβαίωσε ο Εύβουλος. «Να ξεκινήσω αμέσως;»

«Το συντομότερο δυνατό.»

Ο Εύβουλος στράφηκε προς την έξοδο του γραφείου.

Ο Βέργκεδελ ρώτησε, προτού ο μισθοφόρος φύγει: «Η μάγισσα είναι νεκρή;»

Ο Εύβουλος τον κοίταξε πάνω απ’τον ώμο του. «Όχι ακόμα, αλλά οι άνθρωποι που έχω πληρώσει συνεχίζουν να την παρακολουθούν πανέτοιμοι. Σύντομα δεν θα αποτελεί πλέον ενόχληση, Άρχοντά μου.»

Ο Βέργκεδελ ένευσε, ευχαριστημένος.

Και ο Εύβουλος πήγε να ετοιμάσει τους μισθοφόρους του για αναχώρηση. Όχι πως δεν ήταν πάντοτε σε ετοιμότητα, φυσικά. Αυτή ήταν η δουλειά των Επιφανών Κρανοφόρων: να είναι άψογοι σε όλα.

*

Ο Άσλατμιρ έβαλε τον μικρό δίσκο μέσα στην ειδική θύρα του εκτυπωτικού μηχανήματος, που ήταν συνδεδεμένο με μια ενεργειακή φιάλη κάτω απ’το τραπέζι, και είδε τις αριθμημένες φωτογραφίες που παρουσιάστηκαν στη μικρή οθόνη. Επέλεξε την πρώτη και πάτησε το πλήκτρο ΕΚΤΥΠΩΣΗ. Μετά από λίγο, η φωτογραφία είχε εκτυπωθεί. Ο Άσλατμιρ την πήρε και πήγε πάλι στο υπνοδωμάτιο, όπου η Σέρυ καθόταν κοντά στο παράθυρο και κοίταζε την πολυκατοικία απέναντι. Εκείνη ήταν που, πιο πριν, είχε τραβήξει τη φωτογραφία, και τώρα ο Άσλατμιρ την καρφίτσωσε στον τοίχο, ανάμεσα στις υπόλοιπες. Όλες τους έδειχναν διάφορους ανθρώπους που ή έμπαιναν ή έβγαιναν από την αντικρινή πολυκατοικία.

«Τον ξανάχουμε αυτόν, νομίζω.»

Η Σέρυ στράφηκε να κοιτάξει. «Ποιος είναι;»

«Αυτός.» Ο Άσλατμιρ έδειξε μια άλλη καρφιτσωμένη φωτογραφία. «Κι αυτός.» Έδειξε ακόμα μία. «Είναι ο ίδιος άνθρωπος.» Στις δύο παλιότερες φωτογραφίες φορούσε πλατύγυρο καπέλο· στην τωρινή δεν φορούσε ούτε καπέλο ούτε κουκούλα, αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία για την ταυτότητά του. Ένας εύσωμος, καστανός, μουστακαλής άντρας με κόκκινο δέρμα.

Η Σέρυ έστρεψε το βλέμμα της ξανά έξω απ’το παράθυρο. «Δεν έχεις κάνει, λοιπόν, καμια υπόθεση ακόμα για το ποια μπορεί νάναι η μάγισσα…»

«Είναι πολύ νωρίς,» αποκρίθηκε ο Άσλατμιρ. Πρόσφατα είχαν βάλει σε εφαρμογή το σχέδιό του να τραβάνε φωτογραφίες όποιον έμπαινε ή έβγαινε από την πολυκατοικία, ώστε, συγκρίνοντάς τες, να μπορέσουν να εντοπίσουν τον στόχο τους, ακόμα κι αν μεταμφιεζόταν για να τους ξεφύγει. Δεν ήταν και το καλύτερο σχέδιο, νόμιζε ο Άσλατμιρ, αλλά δεν είχαν και κανένα πιο καλό για την ώρα.

«Στο τέλος,» είπε η Σέρυ, έχοντάς του γυρισμένη την πλάτη, «μου φαίνεται ότι ο Εύβουλος δεν θα μας πληρώσει.» Πριν από μερικές ώρες ήταν που ο Άσλατμιρ είχε μιλήσει μαζί του τηλεπικοινωνιακά.

«Θα μας πληρώσει. Γιατί θα τη σκοτώσουμε.»

«Πώς θα τη σκοτώσουμε αφού δεν μπορούμε να τη βρούμε;»

«Θα τη βρούμε. Δεν είναι ο πρώτος δύσκολος στόχος που έχουμε αναλάβει να ξεπαστρέψουμε, Σέρυ. Δε θυμάσαι την περίπτωση εκείνου του λαθρέμπορα στη Μέρελκεβ; Ούτε αυτός ήταν εύκολος στόχος.»

«Ναι…» μουρμούρισε η Σέρυ, χωρίς να μοιάζει να του δίνει πολύ σημασία.

«Επιπλέον,» συνέχισε ο Άσλατμιρ, «ο Εύβουλος δεν έχει κανέναν καλύτερο από εμάς για ν’αναλάβει τη δολοφονία.»

Η Σέρυ ρουθούνισε. «Πού το ξέρεις;»

«Αν είχε, θα έβαζε αυτόν να σκοτώσει τη μάγισσα. Ο Εύβουλος δεν αστειεύεται. Τον ξέρω αρκετά καλά.»

«Χμμ…» Ύψωσε τη φωτογραφική μηχανή της και τράβηξε ακόμα μια φωτογραφία.

«Κάποιος καινούργιος;» ρώτησε ο Άσλατμιρ χωρίς να πλησιάσει το παράθυρο.

«Δεν ξέρω· εσύ θα μου πεις. Φέρε τον άλλο δίσκο, να σου δώσω αυτόν.»

Ο Άσλατμιρ τής έδωσε τον δίσκο από τον οποίο είχε τυπώσει την προηγούμενη φωτογραφία. Η Σέρυ έβγαλε αυτόν που βρισκόταν μέσα στη φωτογραφική μηχανή της και τον έδωσε στον Άσλατμιρ· ύστερα, τοποθέτησε στη λεπτή θύρα της συσκευής τον άλλο δίσκο, ενώ ο Άσλατμιρ πήγαινε στο καθιστικό για να τυπώσει την καινούργια φωτογραφία.

*

Ο Αβέρναλ εξαρχής υποπτευόταν ότι οι άνθρωποι του Αρχισυγκλητικού πήγαιναν τους εξαφανισμένους δούλους των Ορυχείων Ιπταερίου σε κάποιο κρυφό εργαστήριο προκειμένου να τους μελετήσουν. Και επίσης υποπτευόταν ότι αυτό το εργαστήριο βρισκόταν κάπου στα υπόγεια του Πρώτου Νοσοκομείου. Δεν είχε, όμως, προλάβει να το ερευνήσει μαζί με τη Σανκάρλι’μορ· έπρεπε να φύγει αμέσως από την Κάρνατεβ, αν δεν ήθελε να τον εκτελέσουν ύστερα από όσα είχε γράψει στη στήλη Πολεομετρήσεις της εφημερίδας Ωκεανού Επίκαιρα. Έτσι, η Σανκάρλι, αφού είχε μάθει ότι ο Βασιληάς Ράνελμον είχε προσφέρει άσυλο στον Αβέρναλ και η ανησυχία της για τον δημοσιογράφο είχε καταλαγιάσει κάπως, είχε αποφασίσει να ερευνήσει το θέμα μόνη της. Δεν ήταν και τόσο δύσκολο να εισβάλει στο Πρώτο Νοσοκομείο· οι κλειδαριές του άνοιγαν εύκολα υπό την επίδραση του Ξορκιού Ξεκλειδώματός της, ενώ οι τηλεοπτικοί πομποί που βρίσκονταν σε συγκεκριμένα σημεία του δεν μπορούσαν να την πιάσουν όταν η Σανκάρλι ύφαινε Ξόρκια Τηλεοπτικής Ασυνέχειας φυτεύοντας ψευδείς εικόνες στη μηχανική μνήμη τους και σβήνοντας τη δική της.

Μεταμφιεσμένη σαν νοσοκόμα και με το λευκό δέρμα της βαμμένο κόκκινο, είχε καταφέρει να φτάσει στα υπόγεια του Πρώτου Νοσοκομείου και στο κρυφό εργαστήριο των ανθρώπων του Αρχισυγκλητικού Βέργκεδελ. Ευτυχώς δεν υπήρχε φρουρός δίπλα στην είσοδο, κι αυτό μάλλον δεν ήταν τυχαίο, γιατί η είσοδος ήταν μια βαριά μεταλλική πόρτα που δεν είχε κλειδαριά αλλά άνοιγε με κωδικό ασφαλείας τον οποίο πληκτρολογούσες σε μια μικρή κονσόλα πλάι της. Η Σανκάρλι’μορ θα έπρεπε να τον σπάσει. Πρώτα, όμως, ήθελε να δει αν κανείς ήταν πίσω από τον πόρτα. Το κατόρθωσε αυτό βρίσκοντας τα τηλεπικοινωνιακά καλώδια του μέρους και υφαίνοντας ένα Ξόρκι Ελέγχου Επικοινωνιακών Διαύλων, μετατρέποντας έτσι τους διαύλους μέσα στο εργαστήριο σε κοριούς. Χρησιμοποιώντας μια απλή συσκευή, την οποία συνέδεσε με τα καλώδια, μπορούσε να ακούσει τι γινόταν πίσω από τη μεταλλική πόρτα. Και σύντομα είχε διαπιστώσει πως κανένας δεν πρέπει να ήταν μέσα αυτή τη στιγμή. Μάλλον επειδή τώρα ήταν πρωινή ώρα και υπήρχε αρκετή δουλειά στο Πρώτο Νοσοκομείο.

Η Σανκάρλι’μορ, έχοντας πάντα το νου της μήπως κανείς πλησιάσει, είχε κάνει μια Μαγγανεία Διαρρήξεως Κωδικού Ασφαλείας και, μετά από λίγη ώρα, η μεταλλική πόρτα είχε ανοίξει μπροστά της χωρίς η Σανκάρλι να γνωρίζει τον κωδικό. Το εργαστήριο που είχε δει μετά από εκείνη την πόρτα έμοιαζε βγαλμένο από εφιάλτη. Άνθρωποι ήταν επάνω σε κρεβάτια και μηχανήματα, άλλοι δεμένοι άλλοι όχι, ναρκωμένοι (είτε με φάρμακα είτε με ξόρκια – η Σανκάρλι δεν μπορούσε να είναι βέβαιη) ή νεκροί. Μεταλλαγμένοι όλοι τους, με κέρατα στους ώμους, δέρμα σκασμένο και ραγισμένο, όψη αποκρουστική. Μερικών τα μάτια ήταν ανοιχτά, παρότι κοιμόνταν, και φαίνονταν κοκκινισμένα σαν να φωσφόριζαν από το εσωτερικό του κεφαλιού τους. Κάποιοι μουρμούριζαν μες στον λήθαργό τους, σε γλώσσες ακατανόητες για την Τεχνομαθή μάγισσα. Ορισμένων τα σώματα ήταν ανοιγμένα: στο στήθος, κυρίως, και στην κοιλιά· αλλά σε μερικούς ήταν ανοιγμένος και ο λαιμός. Σωληνάκια συνέδεαν πολλά από αυτά τα σώματα με φιάλες όπου περιστρέφονταν υγρές ουσίες άγνωστες για τη Σανκάρλι.

Η αναπνοή της είχε κοπεί για αρκετές στιγμές, καθώς τα έβλεπε όλα αυτά. Και πού να τα έβλεπε κι ο Αβέρναλ… είχε σκεφτεί, κι αμέσως είχε έρθει στο νου της η φωτογραφική μηχανή που είχε πάρει μαζί της. Την έβγαλε από την τσέπη της και φωτογράφισε τα πάντα–

Άκουσε βήματα να έρχονται έξω από την κλειστή μεταλλική πόρτα· βήματα και φωνές.

Η Σανκάρλι’μορ καταράστηκε και, σβήνοντας αμέσως τα φώτα του εργαστηρίου, κρύφτηκε κάτω απ’το κρεβάτι όπου ήταν ξαπλωμένος ένας μεταλλαγμένος (μάλλον νεκρός). Πώς την είχαν καταλάβει; Κάποιος τηλεοπτικός πομπός που είχε παραβλέψει; Κάποιος αισθητήρας;

Η μεταλλική πόρτα άνοιξε και η Σανκάρλι είδε, από την κρυψώνα της, πόδια να μπαίνουν στο εργαστήριο καθώς τα φώτα ενεργοποιούνταν. Πέντε ζευγάρια πόδια.

«Κανένας δεν φαίνεται νάχει διαρρήξει την πόρτα, μάγε,» ακούστηκε μια αντρική φωνή. «Ούτε κανέναν βλέπω τώρα εδώ.»

Η Σανκάρλι’μορ άρχισε να μουρμουρίζει – πολύ, πολύ σιγανά – ένα Ξόρκι Προκαλύψεως, εστιάζοντας όλες τις νοητικές της δυνάμεις επάνω του.

«Η μαγγανεία μου δεν μπορεί να έκανε λάθος,» είπε ένας άλλος άντρας. «Κάποιος μπήκε πριν από λίγη ώρα.»

«Μάλλον κάποιος άνθρωπος του Αρχισυγκλητικού. Δε βλέπω νάχει πειραχτεί τίποτα, και προφανώς ήξερε τον κώδικα ασφαλείας της πόρτας. Πρέπει να ήρθε εδώ, να πήρε κάτι, και να έφυγε. Η γιατρός, ίσως, ή ο Βιοσκόπος.»

«Ρώτησέ τους, Εύβουλε.»

Ο άλλος άντρας ακούστηκε να μιλά σε κάποιους μέσω τηλεπικοινωνιακού πομπού. Η γιατρός ονομαζόταν – όπως το περίμενε η Σανκάρλι – Ζαρμάντλι· ήταν η υπεύθυνη για την υγεία των εργαζομένων στα Ορυχεία Ιπταερίου. Ο Βιοσκόπος ήταν κάποιος που λεγόταν Νικόλαος’νιρ – τον οποίο η Σανκάρλι νόμιζε πως είχε συναντήσει μερικές φορές στη Μαγική Σχολή της Κάρνατεβ. Άνθρωπος του Αρχισυγκλητικού.

«Κανένας τους δεν ήρθε εδώ,» είπε τελικά ο Εύβουλος, ο αρχηγός των Επιφανών Κρανοφόρων.

«Τότε, μπορεί κάποιος να μας κρύβεται,» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή.

«Αν ήταν διαρρήκτης, πώς ήξερε τον κώδικα της πόρτας;» είπε ο Εύβουλος. Και πρόσθεσε: «Μην πειράξετε τα μηχανήματα, ούτε τα τέρατα· δε θέλω να γίνουν ζημιές εξαιτίας μας!»

«Εμένα,» ρώτησε ο μάγος, «μου επιτρέπεις να ψάξω, Εύβουλε;» Πρέπει να ήταν ο Κάρχαμωντ’λι, που δούλευε για τους Επιφανείς Κρανοφόρους.

«Με τον δαίμονά σου;»

«Ναι.»

«Να μην κάνει ζημιές.»

«Μην ανησυχείς γι’αυτό,» ακούστηκε να γελά ο Κάρχαμωντ’λι, και η Σανκάρλι είδε ένα απόκοσμο σκοτάδι να συγκεντρώνεται μπροστά από τα πόδια των μισθοφόρων, ενώ βαθιά, δαιμονικά γρυλίσματα αντηχούσαν.

Η μάγισσα ξεροκατάπιε. Τους φοβόταν τους δαιμονικούς θεούς των Δεσμοφυλάκων γιατί, για τον δικό της νου, ήταν κάτι το τελείως ακατανόητο· ήταν δυνάμεις πέρα από τους μηχανισμούς και τα συστήματα που εκείνη ήξερε. Από μέσα της επαναλάμβανε συνεχόμενα το Ξόρκι Προκαλύψεως ελπίζοντας πως αυτό θα την προφύλασσε από τις αισθήσεις του δαίμονα… αν και ανησυχούσε για το αντίθετο. Το Ξόρκι Προκαλύψεως σε κάλυπτε από ξόρκια ανίχνευσης και εντοπισμού που είχαν κάνει άλλοι μάγοι, όχι από τα αισθητήρια όργανα θεών – όχι πάντα, τουλάχιστον· δεν υπήρχε κανένα μέτρο γι’αυτές τις περιπτώσεις, καμια βεβαιότητα. Η Σανκάρλι ένιωθε κρύο ιδρώτα να τη λούζει, κάνοντας την κόκκινη μπογιά να τρέχει επάνω στο πρόσωπό της.

Το σκοτάδι περιφέρθηκε μέσα στο εργαστήριο συρίζοντας και γρυλίζοντας, και δεν άργησε να φτάσει κοντά στο κρεβάτι κάτω απ’το οποίο ήταν κρυμμένη η Σανκάρλι. Αλλά δεν πλησίασε πολύ· απομακρύνθηκε γρήγορα. Και τότε, καθώς ο κίνδυνος έμοιαζε να έχει περάσει, η μάγισσα, συγκεντρώνοντας τις σκέψεις της, συνειδητοποίησε πως και στ’άλλα σημεία όπου βρίσκονταν ζωντανοί ή νεκροί μεταλλαγμένοι ο δαίμονας το ίδιο είχε κάνει. Είχε ζυγώσει και, μετά, γρήγορα, είχε απομακρυνθεί. Διαισθανόταν κάτι επάνω τους; Κάτι που τον ενοχλούσε;

«Κανένας δεν είναι εδώ, Εύβουλε,» ακούστηκε η φωνή του Κάρχαμωντ’λι, καθώς το σκοτάδι του θεού του εξαφανιζόταν από το οπτικό πεδίο της Σανκάρλι’μορ. «Παράξενο, όμως… Τι θα μπορούσε να ενεργοποίησε τη μαγγανεία μου;…»

«Δε μπορεί να ήταν κάποια… δυσλειτουργία της μαγγανείας;»

Ο Κάρχαμωντ’λι ρουθούνισε. «Οι μαγγανείες δεν δυσλειτουργούν· δεν είναι μηχανήματα. Είναι το ίδιο το σύμπαν αλλοιωμένο.»

«Τι νομίζεις ότι συνέβη, τότε;»

«…Αυτά τα τέρατα,» είπε μετά από μια στιγμή ο μάγος. «Κάτι πρέπει νάγινε μ’αυτά τα τέρατα. Ίσως κάποιο να σηκώθηκε και να πλησίασε την πόρτα.»

«Ξαπλωμένα μού φαίνονται όλα, και ακίνητα,» είπε ο Εύβουλος. «Τέλος πάντων. Πάμε να φύγουμε. Η γιατρός είπε ότι θάρθει σύντομα να κοιτάξει· το ίδιο κι ο Βιοσκόπος.»

Τα πέντε ζευγάρια πόδια αποχώρησαν, σβήνοντας τα φώτα και κλείνοντας την πόρτα πίσω τους.

Η Σανκάρλι’μορ βγήκε απ’την κρυψώνα της νιώθοντας τα γόνατά της να τρέμουν και τον λαιμό της ξερό. Είχε φανεί απρόσεχτη! Μαγγανεία στην πόρτα… Αναμφίβολα, Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως. Έπρεπε να είχα ελέγξει. Δεν είχε περάσει καθόλου απ’το μυαλό της· περίμενε μόνο τεχνολογικά μέσα ασφάλειας.

Πρέπει να φύγω τώρα – και χωρίς να ξαναενεργοποιήσω τη μαγγανεία του.

Προτού φύγει, όμως, είχε μια τελευταία δουλειά να κάνει. Άναψε τα φώτα του εργαστηρίου και, σε μια γωνία, ανάμεσα σε κάτι ράφια, εγκατέστησε έναν μικροσκοπικό τηλεοπτικό πομπό με μικρόφωνο. Τον συνέδεσε με τα τηλεπικοινωνιακά καλώδια του εργαστηρίου, καθώς και με τα καλώδια που μετέφεραν ενέργεια στα διάφορα μηχανήματα εδώ μέσα.

Έπειτα, ύφανε Ξόρκι Προκαλύψεως ξανά, για ν’αποφύγει τη Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως του Κάρχαμωντ’λι, και βγήκε από τη μεταλλική πόρτα (που, φυσικά, δεν χρειαζόταν κωδικό για ν’ανοίξει από τη μέσα μεριά). Στα υπόγεια του Πρώτου Νοσοκομείου, όταν άκουσε βήματα να έρχονται προς το μέρος της, κρύφτηκε σε μια γωνία και είδε τη Ζαρμάντλι και τον Νικόλαο’νιρ να περνάνε μαζί με τέσσερις πάνοπλους φρουρούς – Επιφανείς Κρανοφόρους, από το έμβλημα στις ενδυμασίες τους.

Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που η Σανκάρλι’μορ είχε πάει στο υπόγειο εργαστήριο όπου οι άνθρωποι του Αρχισυγκλητικού έκαναν πειράματα επάνω στους μεταλλαγμένους. Τώρα δεν χρειαζόταν πλέον να κατεβαίνει εκεί για να ξέρει τι γινόταν: παρακολουθούσε το μέρος από το σπίτι της, μέσω του τηλεπικοινωνιακού δικτύου της Κάρνατεβ, αντλώντας οπτικά και ακουστικά δεδομένα από τον κοριό που είχε φυτέψει στο εργαστήριο. Καθόταν μπροστά στην οθόνη ενός μηχανικού συστήματός της και έβλεπε, ενώ συγχρόνως κατέγραφε τα πάντα στη μνήμη του μηχανήματος.

Είχε πια καταλάβει ό,τι είχαν καταλάβει κι οι άνθρωποι του Αρχισυγκλητικού γι’αυτούς που μολύνονταν στα Ορυχεία Ιπταερίου. Τίποτα, δηλαδή. Η Ζαρμάντλι και ο Νικόλαος’νιρ έκαναν διάφορα πειράματα με τους νεκρούς ή αιχμάλωτους μεταλλαγμένους αλλά δεν φαινόταν να μπορούν να εντοπίσουν ποιο ακριβώς ήταν το πρόβλημα. Το μόνο που ήξεραν ήταν πως επρόκειτο για κάποια μόλυνση που έμπαινε από το αναπνευστικό σύστημα του θύματος και ξεκινούσε από τους πνεύμονες. Δεν ήταν καν βέβαιοι αν το ιπταέριο ευθυνόταν για τη μόλυνση. Αλλά, αν δεν ήταν το ιπταέριο, τότε τι μπορούσε να είναι; Από την άλλη, όμως, γιατί το ιπταέριο να επηρεάζει μόνο ορισμένους ανθρώπους οι οποίοι, μάλιστα, δεν φαινόταν να έχουν καμια σχέση αναμεταξύ τους; Ήταν διάφορων ηλικιών, άντρες και γυναίκες, κοκκινόδερμοι και μαυρόδερμοι, κι ένας λευκόδερμος επίσης – πρώην Παντοκρατορικός, εξωδιαστασιακός, και δούλος.

Ο Νικόλαος’νιρ είχε κατορθώσει να απομονώσει τον ιό, αλλά δεν είχε ιδέα πώς να τον σκοτώσει. Είχε επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει διάφορες ουσίες, αλλά καμία δεν φαινόταν να τον επηρεάζει.

«Αντιδρά,» είχε πει, μια φορά, στη Ζαρμάντλι. «Αμέσως αντιδρά. Προσαρμόζεται. Και… νομίζω πως καταλαβαίνει τι συμβαίνει.»

«Τι εννοείς;» Οι δυο τους ήταν καθισμένοι πλάι-πλάι, κοντά σ’έναν πάγκο γεμάτο εργαλεία, φιαλίδια, συσκευές, και χαρτιά, καθώς ο τηλεοπτικός πομπός της Σανκάρλι’μορ τούς παρακολουθούσε από τη γωνία του εργαστηρίου.

«Καταλαβαίνει ότι του ρίχνω άλλες ουσίες για να τον σκοτώσω, και τις μεταλλάσσει κι αυτές, τις κάνει δικές του,» είπε ο μάγος.

«Είναι δυνατόν;»

«Γιατί να μην είναι;»

Η Ζαρμάντλι κάπνιζε για λίγο σκεπτικά· μετά είπε: «Αποκλείεται να μην υπάρχει κάτι που να μπορεί να τον σκοτώσει.»

«Το βλέπω δύσκολο…» Ο Βιοσκόπος ήταν συλλογισμένος. «Ίσως… ίσως νάχει σχέση με τη διάστασή σας.» Ο ίδιος ήταν εξωδιαστασιακός, όπως υποδήλωνε το όνομά του. «Κάποιος απ’τους δαιμονικούς σας θεούς.»

«Δεν είναι θεός,» μόρφασε η Ζαρμάντλι. «Θα τόχαν ήδη καταλάβει οι άλλοι μάγοι.» Είχαν, φυσικά, φέρει και Δεσμοφύλακες για να κοιτάξουν τους μεταλλαγμένους – Δεσμοφύλακες και τους θεούς τους – αλλά κανένας δεν είχε εντοπίσει πνεύματα ή δαίμονες. Ήταν όλοι τους τελείως παραξενεμένοι από την περίπτωση, απ’ό,τι είχε καταλάβει η Σανκάρλι’μορ, η οποία δεν τους είχε δει μέσα από τον τηλεοπτικό πομπό της, είχε απλά ακούσει να συζητάνε γι’αυτούς. Οι Δεσμοφύλακες πρέπει να είχαν έρθει στην αρχή, όταν οι άνθρωποι του Αρχισυγκλητικού πρωτοέφερναν θύματα εδώ για έρευνα. Τώρα πλέον η βοήθειά τους, μάλλον, δεν κρινόταν απαραίτητη.

«Είναι, πάντως, κάτι το ευφυές,» επέμεινε ο Νικόλαος’νιρ. «Δεν είναι ένας συνηθισμένος ιός.»

Η Σανκάρλι’μορ, ασφαλώς, δεν μπορούσε να βγάλει κανένα συμπέρασμα. Δεν είχε γνώσεις σχετικά με ιούς, ασθένειες, και μολύνσεις. Τα εγκλήματα, όμως, που έβλεπε να συμβαίνουν μέσα σ’εκείνο το εργαστήριο ήταν τρομερά. Οι ερευνητές του Αρχισυγκλητικού, ουσιαστικά, τεμάχιζαν όσους μολύνονταν από τον ιό, όσους έδιναν σημάδια ότι μεταλλάσσονταν. Δεν τους ενδιέφερε να τους θεραπεύσουν. Αυτοί οι άνθρωποι (οι περισσότεροι από τους οποίους μάλλον ήταν δούλοι) είχαν επισήμως «εξαφανιστεί στα ορυχεία» ή ήταν «νεκροί», οπότε μπορούσαν να κάνουν ό,τι ήθελαν μαζί τους. Χασάπηδες… Πού να ήξερε γι’αυτά ο Αβέρναλ… Η Σανκάρλι το είχε σκεφτεί να του στείλει τα οπτικοακουστικά δεδομένα στη Νουσράκλη, μα δεν το είχε τολμήσει ακόμα, για πολλούς λόγους. Φοβόταν για τη ζωή του, κατά πρώτον· κι αν ο Αβέρναλ είχε αυτά τα δεδομένα στα χέρια του, μάλλον δεν θα έμενε σιωπηλός, θα τα δημοσίευε, και τούτο θα έστρεφε ακόμα περισσότερο την οργή του Αρχισυγκλητικού εναντίον του. Επίσης, αν αυτά τα δεδομένα δημοσιεύονταν, οι άνθρωποι του Αρχισυγκλητικού αμέσως θα υποπτεύονταν ότι κάποιος κοριός υπήρχε στο εργαστήριο – πράγμα που θα σήμαινε το τέλος της παρακολούθησης που μπορούσε να κάνει η Σανκάρλι’μορ. Θα έβρισκαν τη συσκευή της και θα την κατέστρεφαν. Μπορεί ακόμα και να κατόρθωναν, κάπως, να ανιχνεύσουν προς τα πού πήγαινε το τηλεπικοινωνιακό σήμα μέσω των καλωδίων – αν και αυτό η μάγισσα το θεωρούσε λιγάκι απίθανο επειδή είχε φροντίσει το σήμα να είναι κωδικοποιημένο, και το μηχανικό της σύστημα που λάμβανε τα οπτικοακουστικά δεδομένα ήταν επίσης ειδικά προστατευμένο. Η Σανκάρλι’μορ ήταν από τους καλύτερους του τάγματος των Τεχνομαθών μέσα στην Κάρνατεβ.

Ωστόσο, φοβόταν ότι ο Αρχισυγκλητικός την υποψιαζόταν. Υποψιαζόταν ότι κατασκόπευε τις κινήσεις του. Αλλά δεν μπορεί να είχε βρει τον κοριό της. Μάλλον την είχε στο μάτι επειδή γνώριζε πως ήταν ερωμένη του Αβέρναλ.

Και η Σανκάρλι τώρα αναρωτιόταν αν εκείνοι οι μυστηριώδεις τύποι που παρακολουθούσαν τον άντρα που της είχε φέρει το μήνυμα του Αβέρναλ ήταν πράκτορες του Αρχισυγκλητικού. Κι αν όχι, τι άλλο μπορεί να ήταν; Είχαν επιχειρήσει να τη σκοτώσουν, όταν κατάλαβαν πως τους ακολουθούσε. Έχει μπλεξίματα άσχετα μ’εμένα εκείνος ο άνθρωπος; ή ήταν πράκτορες του Αρχισυγκλητικού που κατασκοπεύουν εμένα και γι’αυτό τον ακολούθησαν; Πώς μπορώ να μάθω;

Ο μαντατοφόρος τής είχε κινήσει την περιέργεια. Ανήκε σε κάποια οργάνωση; Ήξερε κάποιον σύμμαχο του Αβέρναλ μες στην πόλη;

Τρεις νύχτες είχαν περάσει από τότε που η Σανκάρλι τον είχε συναντήσει, και δεν μπορούσε άλλο να περιμένει. Κάθε λίγο ερχόταν στο μυαλό της – και αυτός και οι κατάσκοποι που τον ακολουθούσαν. Ήταν πια καιρός να μάθει περισσότερα.

Ντύθηκε και έφυγε από το διαμέρισμά της.

Πίσω της, το μηχανικό σύστημα συνέχιζε να καταγράφει οπτικοακουστικά δεδομένα από το υπόγειο εργαστήριο κάτω από το Πρώτο Νοσοκομείο. Τώρα, μες στο μεσημέρι, η οθόνη έδειχνε μονάχα σκοτάδι και μερικά φωτάκια μηχανημάτων· κανένας δεν ήταν εκεί, εκτός από τους υπνωτισμένους ή νεκρούς μεταλλαγμένους.

Η μάγισσα βγήκε από την πολυκατοικία της ντυμένη με δερμάτινη μπλούζα και κοντή φούστα. Η κουκούλα της μπλούζας ήταν σηκωμένη στο κεφάλι της, δήθεν για τον έντονο ήλιο. Στα πόδια της φορούσε ειδικές, ψηλές κάλτσες που έμοιαζαν να γίνονται ένα με το δέρμα της χρωματίζοντάς το κόκκινο. Τα μάτια της κάλυπτε ένα ζευγάρι σκούρα μπλε γυαλιά.

Η Σέρυ, κατασκοπεύοντας από το παράθυρο του υπνοδωματίου του διαμερίσματος που είχαν νοικιάσει εκείνη κι ο Άσλατμιρ, φωτογράφησε τη γυναίκα που είχε μόλις βγει από την πολυκατοικία και φώναξε: «Ακόμα μία!»

Ο Άσλατμιρ βρισκόταν στο καθιστικό, τρώγοντας, και τώρα ήρθε στο υπνοδωμάτιο. Κοίταξε απ’το παράθυρο αλλά η γυναίκα είχε ήδη φύγει. «Φέρε μου,» είπε, κι αντάλλαξαν δίσκους με τη Σέρυ γι’ακόμα μια φορά. Πήγε πάλι στο καθιστικό, έβαλε τον δίσκο στον εκτυπωτή, κι εκτύπωσε την τελευταία αποθηκευμένη φωτογραφία. Επιστρέφοντας στο υπνοδωμάτιο, την καρφίτσωσε ανάμεσα στις υπόλοιπες.

«Την έχεις ξαναδεί;» ρώτησε η Σέρυ.

«Δε νομίζω. Δε μοιάζει με καμια από τις άλλες. Αλλά ούτως ή άλλως αποκλείεται νάναι ο στόχος μας· τα πόδια της είναι κόκκινα.»

«Να πάω τώρα κι εγώ να φάω τίποτα;»

«Πήγαινε.»

Ο Άσλατμιρ πήρε τη θέση της στο παράθυρο, έχοντας τη φωτογραφική μηχανή έτοιμη στα χέρια του.

*

Η Σανκάρλι’μορ βάδισε μέχρι που βγήκε στη Μεγάλη Λεωφόρο· εκεί έκανε νόημα σε μια επιβατική άμαξα να σταματήσει. Ο αμαξάς είχε άλλες δύο γυναίκες μέσα και ρώτησε τη μάγισσα πού πήγαινε. «Κοντά στην Αρένα,» αποκρίθηκε εκείνη, και ο αμαξάς είπε: «Δε βολεύει, κυρία· πάω προς βορειοδυτικά.» Η Σανκάρλι τού έγνεψε δεν πειράζει και βάδισε, διασχίζοντας κάθετα τη Μεγάλη Λεωφόρο, για να φτάσει, μετά από λίγο, στην Οδό του Γέροντα. Εκεί έκανε πάλι νόημα σε μια άμαξα, κι αυτή σταμάτησε μπροστά της. «Ελάτε, κυρία,» της είπε η αμαξάς, η οποία δεν είχε άλλο πελάτη, και η Σανκάρλι’μορ ανέβηκε.

«Πού πηγαίνουμε;»

«Κοντά στην Αρένα. Θα σου δείξω.»

Η γυναίκα μαστίγωσε τα άλογά της άμαξάς της, κι έστριψε λίγο παρακάτω, σ’έναν δρόμο κάθετο στην Οδό του Γέροντα. Η Σανκάρλι κοίταζε έξω απ’το παράθυρο κι όταν είδε πως βρισκόταν κοντά στον προορισμό της είπε στην αμαξά να σταματήσει. Την πλήρωσε και κατέβηκε απ’την άμαξα.

Προχώρησε προς την πολυκατοικία όπου, πριν από τρεις νύχτες, είχε δει να φτάνει ο άντρας που της έφερε το μήνυμα· και δεν έχασε τον δρόμο της. Στάθηκε σ’ένα σοκάκι αντίκρυ στο ψηλό οικοδόμημα και κοίταξε το ρολόι στον καρπό της. Πιέζοντας ένα κουμπί του έκανε την οθόνη του ν’αδειάσει, να γίνει σχεδόν σαν καθρέφτης. Έφερε στο νου της την όψη του μυστηριώδη μαντατοφόρου και άρθρωσε ένα Ξόρκι Ανιχνεύσεως. Μια κόκκινη κουκίδα παρουσιάστηκε πάνω στο ρολόι: μια κουκίδα που της έδειχνε ότι ο άνθρωπός της δεν ήταν τώρα στην πολυκατοικία, αλλά ούτε και πολύ μακριά.

Η Σανκάρλι’μορ ακολούθησε την κατοπτρική ένδειξη, βαδίζοντας ενώ είχε το νου της εστιασμένο στο Ξόρκι Ανιχνεύσεως. Ένα πελώριο φορτηγό πέρασε από δίπλα της, τυλίγοντάς την μέσα σ’ένα σύννεφο σκόνης και κόβοντάς της, προς στιγμή, την ανάσα. Η μάγισσα έβηξε και παραλίγο να χάσει το σήμα του άντρα που αναζητούσε. Δεν το έχασε, όμως· η κουκίδα παρέμεινε πάνω στο ρολόι της, και η Σανκάρλι’μορ δεν άργησε να φτάσει αντίκρυ στα τείχη της Αρένας της Κάρνατεβ. Μπροστά από την πύλη της Αρένας ήταν συγκεντρωμένος αρκετός κόσμος, παρά τη μεσημεριανή ώρα: με παζάρι έμοιαζε, όπως συνήθως. Κι ο άνθρωπός της βρισκόταν κάπου εκεί, σύμφωνα με το Ξόρκι Ανιχνεύσεως.

Η Σανκάρλι’μορ προχώρησε ρίχνοντας ματιές στο ρολόι της, μετανιώνοντας που δεν είχε επικεντρώσει το ξόρκι επάνω στα γυαλιά της για να μη χρειάζεται να κάνει καμία κίνηση ώστε να κοιτάζει την κόκκινη κουκίδα αλλά αυτή να είναι πάντα μπροστά της. Το μαγικό ίχνος την οδήγησε, τελικά, κοντά στον πάγκο ενός συλλέκτη κομματιών και συντριμμιών. Και εκεί, πίσω από σπασμένα κέρατα, τμήματα από πανοπλίες, θραύσματα από όπλα, κόκαλα, και άλλες σαβούρες από τους αγώνες της Αρένας για τις οποίες πολλοί ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν, στεκόταν ένας άντρας. Η μάγισσα δεν τον αναγνώρισε αμέσως, αλλά μετά–

Φυσικά!

Ο συλλέκτης ήταν ο άντρας που της είχε φέρει το μήνυμα, εκείνη τη νύχτα!

Αν είναι δυνατόν… Τι ήταν, τελικά; Κάποιου είδους κατάσκοπος; Ή απλά είχε εξυπηρετήσει κάποιον;

Η Σανκάρλι’μορ είδε ότι αρκετοί άνθρωποι ήταν συγκεντρωμένοι γύρω από έναν άλλο πάγκο, πίσω απ’τον οποίο υπήρχε ένας πίνακας με τους αγώνες που θα γίνονταν στο άμεσο μέλλον, καθώς και ποιοι θα συμμετείχαν σ’αυτούς. Επάνω στον πάγκο ήταν ένα μηχανικό σύστημα με οθόνη, το οποίο έμοιαζε να υπολογίζει πιθανότητες. Οι συγκεντρωμένοι άνθρωποι έβαζαν στοιχήματα.

Η Σανκάρλι πλησίασε μια γυναίκα και της είπε: «Συγνώμη, να κάνω μια ερώτηση;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, λοξοκοιτάζοντάς την, καθώς έβλεπε ότι κάτω απ’την κουκούλα το δέρμα της μάγισσας ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ – επομένως, εξωδιαστασιακή· πιθανώς, ακόμα και πρώην Παντοκρατορική. Τίποτα απ’αυτά δεν αλήθευε, όμως· η Σανκάρλι ήταν γέννημα-θρέμμα της Φεηνάρκια.

«Ποιος είναι αυτός ο κύριος;» Έδειξε, με το σαγόνι της, προς τη μεριά του συλλέκτη.

«Αυτός; Ο Χάραλκιρ, ασφαλώς! Συλλέκτης κομματιών και συντριμμιών. Πρώτη φορά έρχεσαι στην Αρένα; Αλλά μάλλον δεν είσαι από δω, ε;»

Η αλήθεια ήταν ότι η Αρένα δεν ενδιέφερε καθόλου τη Σανκάρλι, ούτε όταν ήταν μικρή ούτε τώρα. «Όχι,» είπε ψέματα, «δεν είμαι από δω. Ευχαριστώ, πάντως.» Κι απομακρύνθηκε από τη γυναίκα, η οποία στράφηκε πάλι σ’αυτούς που μιλούσαν για τα στοιχήματα.

Ο Χάραλκιρ (αν αυτό είναι το πραγματικό του όνομα) τώρα είχε αρχίσει να μαζεύει τα πράγματα του πάγκου του. Η Σανκάρλι αναρωτήθηκε αν θα ήταν συνετό να τον πλησιάσει για να του μιλήσει…

Δίσταζε.

Άλλωστε, τι ήξερε γι’αυτόν;

Δε μπορεί, πάντως, νάναι πράκτορας του Αρχισυγκλητικού…

Ήταν σχεδόν έτοιμη να βαδίσει προς το μέρος του, όταν μια άλλη γυναίκα την πρόλαβε. Ψηλή και πορφυρόδερμη, ντυμένη με μαύρο δέρμα. Φορούσε βέλο στο πρόσωπό της, το οποίο άφηνε μονάχα τα μάτια της να φαίνονται. Τα μαύρα μαλλιά της ήταν δεμένα κότσο, κι ένα μακρύ μαστίγιο κρεμόταν από τη ζώνη της, κουλουριασμένο σαν φίδι.

Η Σανκάρλι έμεινε ακίνητη, βλέποντάς την να ζυγώνει τον Χάραλκιρ και να μιλά μαζί του σαν να ήταν παλιοί γνωστοί αλλά όχι εραστές, σίγουρα όχι εραστές. Τι ήταν αυτή η γυναίκα; Μονομάχος; Ήταν, αναμφίβολα, αρκετά γεροδεμένη… Όμως όχι, δεν έδινε την εντύπωση μονομάχου. Θηριοδαμάστρια; Ίσως νάναι θηριοδαμάστρια, για τα θηρία της Αρένας.

Καθώς ο Χάραλκιρ συνέχιζε να μαζεύει τα πράγματά του μιλούσε μαζί της, και μετά η γυναίκα έφυγε: πήγε στο εσωτερικό της Αρένας. Ο Χάραλκιρ ήταν, επίσης, έτοιμος να φύγει.

Η Σανκάρλι’μορ τον πλησίασε καθώς εκείνος απομακρυνόταν από τον πάγκο του. «Γεια,» είπε.

Ο Χάραλκιρ συνοφρυώθηκε ατενίζοντάς την, σαν η όψη της αμέσως να του είχε θυμίσει κάτι. Μετά, τα μάτια του στένεψαν. «Εσύ… Τι θέλεις εδώ; Πώς με βρήκες;»

«Μου κίνησες την περιέργεια, και έχω τις μεθόδους μου.»

Ο Χάραλκιρ συνέχισε να βαδίζει. «Δεν έχουμε τίποτ’ άλλο να πούμε.»

Η Σανκάρλι’μορ τον ακολούθησε. «Ποιος είσαι; Μου είπαν ότι λέγεσαι Χάραλκιρ.»

«Αυτό είναι τ’όνομά μου, αλλά κανονικά δεν θάπρεπε να σ’ενδιαφέρει. Μονάχα ένα μήνυμα σού έφερα· τίποτα περισσότερο. Δε με ξέρεις, δε σε ξέρω.»

«Ακόμα κι αν θέλω να στείλω, μέσω εσένα, κάτι στον Αβέρναλ;»

«Δε γνωρίζω τον Αβέρναλ· σ’το είπα και την άλλη φορά.»

«Ξέρεις, όμως, κάποιον που τον ξέρει. Προφανώς.»

Ο Χάραλκιρ δεν μίλησε, καθώς ζύγωναν έναν στάβλο που βρισκόταν κοντά στην Αρένα.

«Θα μπορούσες να μεταφέρεις κάτι σ’αυτόν, αν σε πλήρωνα;» ρώτησε η Σανκάρλι, θέλοντας να το έχει υπόψη της για το μέλλον, γενικά.

Ο Χάραλκιρ σταμάτησε και στράφηκε να την αντικρίσει ενοχλημένος. «Δεν πληρώνομαι. Δεν είμαι αγγελιαφόρος–»

«Τι είσαι, τότε;»

«Μια χάρη έκανα για έναν γνωστό–»

«Σοβαρά, ε; Και γιατί σ’ακολουθούσαν εκείνοι οι κατάσκοποι, το βράδυ που μου έφερες το μήνυμα;»

Τα μάτια του στένεψαν πάλι. «Πώς…;»

Η Σανκάρλι’μορ τού εξήγησε πώς το ήξερε.

«Δε μ’αρέσει καθόλου που με παρακολούθησες!» της είπε.

«Μπορεί να σου έσωσα τη ζωή.»

«Μπορεί.»

«Ποιοι ήταν αυτοί; Άνθρωποι του Αρχισυγκλητικού;»

«Δεν ξέρω,» είπε ο Χάραλκιρ. «Ίσως. Και μάλλον εσένα παρακολουθούσαν, όχι εμένα.»

Το φοβόμουν αυτό… σκέφτηκε η Σανκάρλι’μορ, μένοντας σιωπηλή.

Ο Χάραλκιρ ένευσε. «Έχει περάσει κι απ’το δικό σου μυαλό, έτσι;… Ήταν επαγγελματίες, έχε υπόψη σου· δυσκολεύτηκα να τους κάνω να με χάσουν. Είσαι τυχερή που γλίτωσες απ’τα νύχια τους. Τους έχεις ξανασυναντήσει από τότε;»

Η Σανκάρλι κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Ούτε πριν.»

«Μάλιστα…» είπε ο Χάραλκιρ. «Λοιπόν. Δε νομίζω ότι έχουμε τίποτ’ άλλο να πούμε, και καλύτερα να μη μας δει κανένας μαζί.»

«Νομίζεις ότι θα μ’αναγνωρίσουν;»

Ο Χάραλκιρ την κοίταξε από πάνω ώς κάτω, κι ένα αχνό μειδίαμα σχηματίστηκε στο πρόσωπό του: ένα μειδίαμα που έλεγε ότι ενέκρινε τη μεταμφίεσή της. «Παρ’ όλ’ αυτά, καλύτερα να μην είμαστε μαζί.»

Η Σανκάρλι αναστέναξε. «Δε θα μου πεις, δηλαδή, ποιος πραγματικά είσαι και ποιος είναι ο γνωστός σου που ξέρει τον Αβέρναλ;»

Ο Χάραλκιρ την ατένισε συλλογισμένα. «Εντάξει,» είπε. «Αν θέλεις να μεταφέρουμε κάποιο μήνυμα για σένα, έλα να με βρεις.»

«Και ποιος είναι αυτός που ξέρει τον Αβέρναλ;»

«Ένας… φίλος μου.»

Η Σανκάρλι γέλασε κοφτά. «Αμφιβάλλω ότι είναι απλά φίλος. Τι είστε; Κατάσκοποι; Δουλεύετε για κάποια άλλη πόλη;»

«Μη λες ανοησίες. Ούτε κατάσκοποι είμαστε, ούτε για καμια άλλη πόλη δουλεύουμε.»

«Τότε;»

«Για να πάψεις να κάνεις ανόητες υποθέσεις, θα σου πω δύο πράγματα: Είμαστε ένα δίκτυο πληροφοριών, και δεν υπηρετούμε καμια συγκεκριμένη εξουσία.»

Η Σανκάρλι συνοφρυώθηκε. Ενδιαφέρον… «Δίκτυο πληροφοριών; Σας πληρώνουν και μαθαίνετε πράγματα;»

«Ναι. Αλλά δεν είμαι εγώ αυτός που κανονίζει τις δουλειές μέσα στην Κάρνατεβ.»

«Τι κάνεις εσύ;»

«Παρακολουθώ.»

«Ποιος κανονίζει τις δουλειές; Θα μου τον συστήσεις;»

«Υπάρχει λόγος να το κάνω;»

Η Σανκάρλι ανασήκωσε τους ώμους. «Μπορεί να σας χρειαστώ κάποτε.»

«Έλα σε μένα, τότε· θα κάνω μια εξαίρεση. Αλλά μην πεις τίποτα σε κανέναν άλλο. Αν έρθει κάποιος και μου πει ότι η Σανκάρλι μού είπε έτσι κι έτσι για σένα, θ’αποκριθώ η Σανκάρλι είναι τρελή.»

Η μάγισσα μειδίασε. «Εντάξει,» είπε. «Χάρηκα για τη γνωριμία, Χάραλκιρ.»

«Παρομοίως.»

*

Η γυναίκα με την κουκούλα και την κοντή φούστα πλησίασε πάλι την πολυκατοικία. Τα μακριά, κόκκινα πόδια της ήταν το πρώτο πράγμα που παρατηρούσες σ’αυτήν. Πώς δεν την έχω ξαναδεί; αναρωτήθηκε ο Άσλατμιρ, που κοίταζε από το παράθυρο του υπνοδωματίου. Δε θα τα ξεχνούσα αυτά τα πόδια. Μάλλον, όμως, η γυναίκα δεν φορούσε πάντα κοντή φούστα…

Ο Άσλατμιρ έπιασε τα κιάλια του από δίπλα για να την κοιτάξει από πιο κοντά. Κυρίως από τη μέση και κάτω. Καθόλου κακή…

Η γυναίκα ζύγωσε την πόρτα της πολυκατοικίας κι έβγαλε το ένα χέρι από την τσέπη της δερμάτινης μπλούζας της για να ξεκλειδώσει. Το μεταλλικό κλειδί γυάλισε στο φως του μεσημεριανού ήλιου. Και το χέρι– Ο Άσλατμιρ πρόσεξε το χέρι για μια στιγμή, παρότι τα πόδια της ήταν που τραβούσαν περισσότερο την προσοχή του. Το χέρι ήταν λευκό! Δεν ήταν κόκκινο. Λευκό!

Μα τους θεούς!

Η γυναίκα άνοιξε την πόρτα και μπήκε στην πολυκατοικία.

Αυτή είναι!

Αυτή πρέπει να ήταν η Σανκάρλι’μορ. Η μάγισσα. Φορούσε ψηλές κάλτσες που έκαναν τα πόδια της να φαίνονται κόκκινα· δεν ήταν κόκκινα!

Μεταμφίεση.

Είμαι ηλίθιος. Τελείως. «Έπρεπε να τόχα καταλάβει!» γρύλισε ο Άσλατμιρ, χτυπώντας τη γροθιά του στον τοίχο πλάι στο παράθυρο. Ποτέ πριν δεν είχε δει να βγαίνει από την πολυκατοικία καμια γυναίκα που να μοιάζει μ’αυτήν· ούτε σε καμια από τις φωτογραφίες υπήρχε. Έπρεπε να τόχα καταλάβει ότι είναι κάποια μεταμφιεσμένη!

«Τι είναι;» ρώτησε η Σέρυ, καθώς ανασηκωνόταν επάνω στο κρεβάτι, ξυπνώντας από τον ελαφρύ μεσημεριανό ύπνο της.

«Η μάγισσα.»

«Πού;»

«Μπήκε μέσα,» αποκρίθηκε ο Άσλατμιρ, και της εξήγησε τι είχε συμβεί.

«Δε μπορείς, όμως, να είσαι σίγουρος πως ήταν αυτή,» είπε τελικά η Σέρυ.

«Ποια να ήταν; Ποια άλλη θα μεταμφιεζόταν έτσι;»

«Μπορεί να μην ήταν μεταμφίεση· μπορεί απλά οι κάλτσες της–»

«Μη λες ανοησίες! Μόνο τα πόδια της φαίνονταν καθαρά. Τα χέρια της τα είχε στις τσέπες, και φορούσε κουκούλα στο κεφάλι, και γυαλιά στα μάτια – ο ήλιος γυάλιζε επάνω τους. Η μάγισσα ήταν. Μεταμφιεσμένη.»

«Και θα την πυροβολούσες, αν είχες προλάβει;»

«Φυσικά και όχι. Αλλά θα την ακολουθούσαμε, όταν έφευγε, και θα μαθαίναμε αν ήταν όντως αυτή.»

«Πώς;»

«Θα της την πέφταμε σε κάποιο στενορύμι, θα τραβούσαμε την κουκούλα της, και θα βλέπαμε την όψη της. Κι αν ήταν η μάγισσα, όπως και υποπτεύομαι…» Έκανε με το χέρι του πιστόλι. «Τέλος μ’αυτήν.»

Κεφάλαιο Δέκατο-Ένατο
Η Παράδοση Ενός Συκοφάντη

Οι άνθρωποι του Αρχισυγκλητικού ήρθαν στη Νουσράκλη χωρίς πρωτύτερη ειδοποίηση. Ο Βασιληάς Ράνελμον τούς περίμενε, φυσικά, αλλά όχι τόσο σύντομα. Σήμερα το πρωί είχε στείλει επιστολή στον Αρχισυγκλητικό, μέσω ελικοπτέρου· δεν υπολόγιζε ότι σήμερα το απόγευμα, καθώς θα σκοτείνιαζε, ένα άλλο ελικόπτερο θα ερχόταν ζητώντας άδεια προσγείωσης και δηλώνοντας ότι ήταν του Αρχισυγκλητικού Βέργκεδελ και βρισκόταν εδώ προκειμένου να παραλάβει τον συκοφάντη – τον δημοσιογράφο Αβέρναλ της Κάρνατεβ.

Ο Βασιληάς των Γεφυρωμένων Νήσων πρόσταξε τον Βασιλικό Αρχιφρουρό Αλκάμελ να ειδοποιήσει τους Ζωντανούς-Νεκρούς να ετοιμαστούν – αμέσως!

«Έτοιμοι είμαστε,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ ο Σκοτωμένος στον Αλκάμελ, όταν εκείνος ήρθε να τον βρει στον όροφο όπου φιλοξενείτο μαζί με τους κοντινούς του ανθρώπους.

«Ωραία,» είπε ο Αρχιφρουρός, «γιατί το ελικόπτερο προσγειώνεται καθώς μιλάμε. Στο ελικοδρόμιο του παλατιού.»

«Θα το αναλάβουμε,» υποσχέθηκε ο Ζαώρδιλ· και, νεύοντας, ο Αλκάμελ έφυγε.

Στη μικρή αίθουσα, εκτός από τον Σκοτωμένο, βρίσκονταν η Έρικα, ο Νικηφόρος ο Κολπατζής, η Ανταρλίδα’μορ, η Φαίδρα’λι, και η Ανρίθα-Νοθ· και ο Ζαώρδιλ είπε στην Τεχνομαθή μάγισσα: «Πηγαίνεις για το ελικόπτερο.»

«Κι εγώ μαζί της,» δήλωσε η Έρικα.

Ο Ζαώρδιλ κατένευσε. «Και ο Σάμελκον’λι επίσης. Ειδοποιήστε τον.» Είχαν ήδη συμφωνήσει ότι ο μάγος πιθανώς να τους φαινόταν χρήσιμος.

Η Έρικα και η Ανταρλίδα’μορ έφυγαν από την αίθουσα, ενώ η πρώτη άνοιγε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της για να καλέσει τον Σάμελκον’λι.

«Εμείς,» είπε ο Ζαώρδιλ στον Νικηφόρο, τη Φαίδρα, και την Ανρίθα-Νοθ, «πάμε στα πλοία.»

*

Αφού της δόθηκε άδεια προσγείωσης, η πιλότος κατέβασε το ελικόπτερο σε μια από τις οροφές του βασιλικού παλατιού της Νουσράκλης η οποία ήταν φτιαγμένη ως ελικοδρόμιο. Ο Εύβουλος, καθισμένος πλάι της, κοίταζε έξω απ’τα παράθυρα: Ένα ελικόπτερο βρισκόταν εδώ εκτός από το δικό τους, καθώς και τρεις άνθρωποι οι οποίοι, καταφανώς, τους περίμεναν. Κανένας τους, όμως, δεν ήταν ο Αβέρναλ. Οι δύο – ένας άντρας και μια γυναίκα – έμοιαζαν για υπηρέτες του παλατιού, πλούσια ντυμένοι· κι ο τρίτος ήταν παλατιανός φρουρός, πάνοπλος και στεκόμενος με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά στο αρματωμένο στήθος του.

Οι πόρτες του ελικοπτέρου της Κάρνατεβ άνοιξαν, και οι οκτώ Επιφανείς Κρανοφόροι (ανάμεσα στους οποίους κι ο Κάρχαμωντ’λι) που είχαν ακολουθήσει τον Εύβουλο εδώ βγήκαν από το αεροσκάφος. Μετά, βγήκε κι ο ίδιος ο Εύβουλος, και τελευταία η πιλότος.

Οι τρεις άνθρωποι που τους περίμεναν πλησίασαν, και ο υπηρέτης είπε: «Καλησπέρα σας. Κύριε…;»

«Το όνομά μου είναι Εύβουλος, και εργάζομαι άμεσα για τον Αρχισυγκλητικό της Κάρνατεβ. Ήρθαμε για τον δημοσιογράφο. Αλλά δεν τον βλέπω εδώ.»

«Ο Βασιληάς επιθυμεί να συνομιλήσει μαζί σας, πρώτα, κύριε Εύβουλε.»

«Για τη μεταφορά είμαστε μόνο εδώ. Δεν έχουμε καμια άλλη αρμοδιότητα.»

«Οι διαταγές μου είναι να σας οδηγήσω στην Αίθουσα του Θρόνου,» επέμεινε ο υπηρέτης.

Παγίδα; Ο Αρχισυγκλητικός είχε πει στον Εύβουλο ότι φοβόταν πως ίσως ο Βασιληάς Ράνελμον να επιχειρούσε κάποιο κόλπο. Γιατί, όμως, να θέλει να μας κατεβάσει στην Αίθουσα του Θρόνου; Για να μας σκοτώσει εκεί; Του έμοιαζε απίθανο – έως και αδύνατο. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε πόλεμο με την Κάρνατεβ.

Ο Εύβουλος στράφηκε στους ανθρώπους του. «Ελάτε,» είπε· «ας ακολουθήσουμε τον κύριο.» Και προς την πιλότο: «Εσύ μείνε εδώ.» Η γυναίκα ένευσε.

Οι δύο υπηρέτες και ο παλατιανός φρουρός προχώρησαν πρώτοι, και ο Εύβουλος κι οι οκτώ Επιφανείς Κρανοφόροι βάδισαν στο κατόπι τους, φεύγοντας από το ελικοδρόμιο και κατεβαίνοντας μια πέτρινη σκάλα.

Η πιλότος ήταν τελείως μόνη όταν η Έρικα άνοιξε μια ξύλινη πόρτα και βγήκε στο ελικοδρόμιο μ’έναν χρυσοκέντητο μανδύα ριγμένο στους ώμους της ώστε να δείχνει αριστοκρατική.

«Συγνώμη,» είπε φιλικά, ζυγώνοντας την πιλότο. «Μας συγχωρείτε που σας αφήσαμε να περιμένετε. Το παλάτι είναι απλώς λιγάκι αναστατωμένο από την άφιξή σας, καθώς δεν είχαμε λάβει πρωτύτερη ειδοποίηση ότι θα ερχόσασταν σήμερα.»

«Δεν υπάρχει πρόβλημα,» αποκρίθηκε η πιλότος – μια πορφυρόδερμη γυναίκα μετρίου αναστήματος, με κοντοκουρεμένα γαλανά μαλλιά, η οποία κρατούσε το κράνος της παραμάσκαλα. «Η δουλειά είναι επείγουσα, ούτως ή άλλως.»

«Μη στέκεστε, όμως, εδώ,» είπε η Έρικα. «Ελάτε να σας προσφέρουμε κάτι να πιείτε, τουλάχιστον.»

«Δεν είναι απαραίτητο. Σύντομα θα επιστρέψουν…»

«Ο Βασιληάς επιμένει,» είπε, φιλικά όπως και πριν, η Έρικα. «Δε θα πάμε μακριά, εξάλλου. Δίπλα είναι. Ελάτε.» Έδειξε προς την πόρτα απ’την οποία είχε βγει.

«Ευχαριστώ,» αποκρίθηκε τυπικά η πιλότος, και την ακολούθησε, ενώ συγχρόνως την κοίταζε λιγάκι περίεργα, δεν μπόρεσε παρά να προσέξει η Έρικα. Το λευκό δέρμα μου φταίει, αναμφίβολα. Αναρωτιέται πώς μια γυναίκα που μοιάζει για εξωδιαστασιακή βρίσκεται στις υπηρεσίες του Βασιληά των Γεφυρωμένων Νήσων. Κρίμα που δεν είχα χρόνο να βαφτώ…

Οδήγησε την πιλότο σ’ένα δωμάτιο πλάι στο ελικοδρόμιο, όπου υπήρχαν τρία μικρά τραπέζια, μια κάβα με ποτά, και μια συσκευή με δύο ενεργειακές εστίες. «Κάθισε,» της είπε. «Τι θα ήθελες; Καφέ; Τσάι; Κάποιο ποτό;»

*

Ο Εύβουλος πρόσεξε ότι πέρασαν σχετικά κοντά από πόρτες ανελκυστήρων αλλά οι οδηγοί τους δεν πρότειναν να μπουν σε κανέναν από αυτούς· τους πήγαιναν από τις σκάλες. Επειδή είμαστε πολλοί; Ή υπάρχει κάποιος άλλος λόγος; Κάποιος λόγος για να μας καθυστερούν; Μπορεί και να υπήρχε· αλλά μπορεί και να μην ήταν τίποτα πιο ύποπτο από το ότι ο Βασιληάς ήθελε οι υπηρέτες του να προλάβουν να ετοιμάσουν την Αίθουσα του Θρόνου προτού φτάσουν εκεί οι απεσταλμένοι από την Κάρνατεβ. Ήρθαμε, άλλωστε, απροειδοποίητα. Κάτι δεν του άρεσε, όμως, του Εύβουλου… Δε μπορούσε να το προσδιορίσει ακριβώς, αλλά κάτι δεν του άρεσε.

Οι δύο υπηρέτες και ο παλατιανός φρουρός τον οδήγησαν, τελικά, στην Αίθουσα του Θρόνου των Γεφυρωμένων Νήσων, την οποία εκείνος δεν είχε, φυσικά, ξαναδεί. Ήταν η πρώτη του επίσκεψη στη Νουσράκλη. Παλιότερα δεν είχε συναναστροφές με το Βασίλειο.

Την όψη του Βασιληά Ράνελμον, πάντως, την ήξερε· την είχε δει σε φωτογραφίες. Και τώρα αυτός ο άντρας καθόταν στον θρόνο στο βάθος της αίθουσας, στο πέρας ενός μακρύ χαλιού, επάνω σ’ένα βάθρο. Παραδίπλα στέκονταν διάφοροι αυλικοί, και ολόγυρα στην αίθουσα υπήρχαν φρουροί. Τα μάτια του Εύβουλου έψαξαν για γνωστά πρόσωπα, για ανθρώπους από τους Ζωντανούς-Νεκρούς, αλλά δεν είδε κανέναν. Πού είναι ο παλιός μου φίλος ο Ζαώρδιλ ο Σκοτωμένος;

Ο υπηρέτης που είχε μιλήσει στον Εύβουλο στο ελικοδρόμιο απευθύνθηκε τώρα στον Βασιληά, λέγοντας ύστερα από μια επίσημη υπόκλιση: «Μεγαλειότατε, σας παρουσιάζω τον κύριο Εύβουλο, ο οποίος έρχεται στο παλάτι σας κατόπιν εντολής του Αρχισυγκλητικού της Κάρνατεβ.»

Ο Βασιληάς Ράνελμον είπε, από τον θρόνο του: «Καλωσορίσατε, κύριε Εύβουλε. Πλησιάστε, παρακαλώ.»

Ο Εύβουλος, αφήνοντας τους οκτώ μισθοφόρους πίσω του, ζύγωσε τον Βασιληά. «Σας χαιρετώ, Μεγαλειότατε,» είπε χωρίς να υποκλιθεί· «και αναρωτιέμαι για τον λόγο της πρόσκλησής σας εδώ, στην Αίθουσα του Θρόνου.»

«Επιθυμούσα, φυσικά, να σας μιλήσω…»

«Δεν είμαι τίποτα περισσότερο από ένας απεσταλμένος του Αρχισυγκλητικού της Κάρνατεβ, Βασιληά μου. Δεν έχω καμια άλλη αρμοδιότητα ή δικαιοδοσία απ’το να παραλάβω τον συκοφάντη, τον Αβέρναλ της Κάρνατεβ.»

«Αν δεν κάνω λάθος, είστε επίσης αρχηγός της μισθοφορικής ομάδας των Επιφανών Κρανοφόρων.»

«Με γνωρίζετε, λοιπόν, Μεγαλειότατε…»

«Έχω ακούσει για εσάς. Είναι αυτοί οι άνθρωποι δικοί σας;» Ο Ράνελμον έδειξε τους οκτώ μισθοφόρους του Εύβουλου.

«Μάλιστα, Βασιληά μου. Ελπίζω αυτό να μη σας προβληματίζει. Εφόσον εργαζόμαστε για τον Αρχισυγκλητικό, είναι σαν να είμαστε άνθρωποι της Κάρνατεβ· τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε ο Ράνελμον. «Δεν ήθελα να υπονοήσω κάτι άλλο.»

«Θα μπορούσαμε τώρα να παραλάβουμε τον Αβέρναλ, Μεγαλειότατε;»

«Θα επιθυμούσα πρώτα να μάθω τι είδους μεταχείριση θα έχει στην Κάρνατεβ.»

«Δεν γνωρίζω τέτοια θέματα. Όπως σας είπα, η δικαιοδοσία μου αρχίζει και τελειώνει στο να παραλάβω τον Αβέρναλ και να τον παραδώσω στις αρχές της Κάρνατεβ.»

«Με δυσαρεστεί αυτό,» δήλωσε ο Ράνελμον σκεπτικά. «Θα προτιμούσα αν ο Αρχισυγκλητικός είχε στείλει μαζί σας και κάποιον άνθρωπο με τον οποίο να μπορώ να μιλήσω.»

«Αν δεν λαθεύω, υποτίθεται πως θα ερχόμασταν στη Νουσράκλη για να παραλάβουμε τον Αβέρναλ και μόνο,» είπε σταθερά ο Εύβουλος, αναρωτούμενος αν ο Βασιληάς προσπαθούσε να παίξει κάποιο διπλωματικό παιχνίδι.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να μη σας τον παραδώσω, κύριε Εύβουλε· γι’αυτό να είστε βέβαιος. Όμως θα επιθυμούσα να συζητήσω κιόλας για το τι τον περιμένει στο μέλλον.»

«Δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να το συζητήσετε αυτό, Μεγαλειότατε.»

«Το βλέπω,» είπε ο Ράνελμον. «Θα μου επιτρέψετε, επομένως, να συντάξω μια επιστολή την οποία θα παραδώσετε στον Αρχισυγκλητικό Βέργκεδελ εκ μέρους μου.»

«Βασιληά μου,» επανέλαβε ο Εύβουλος, «στάλθηκα εδώ μόνο για να παραλάβω τον Αβέρναλ.»

«Δεν θα σας καθυστερήσω πολύ,» τον διαβεβαίωσε ο Ράνελμον καθώς σηκωνόταν από τον θρόνο του. «Και ο Αβέρναλ, ούτως ή άλλως, δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Τον έχουμε υπό φρούρηση.»

«Όπως επιθυμείτε, Μεγαλειότατε.»

«Καθίστε, παρακαλώ,» είπε ο Ράνελμον. «Και εσείς και οι μισθοφόροι σας. Οι υπηρέτες μου θα σας προσφέρουν ποτά και γλυκίσματα.»

«Δεν τρώμε, ούτε πίνουμε, εν ώρα υπηρεσίας, Βασιληά μου. Αυτός είναι ο κώδικας των Επιφανών Κρανοφόρων.»

«Τουλάχιστον καθίστε, τότε,» αποκρίθηκε ο Ράνελμον κατεβαίνοντας από το βάθρο του θρόνου του και πηγαίνοντας προς ένα τραπέζι, γύρω απ’το οποίο βρίσκονταν διάφοροι αυλικοί.

Ο Εύβουλος αναζήτησε ξανά με το βλέμμα του κάποιο γνωστό πρόσωπο, όμως δεν είδε κανέναν από τους Ζωντανούς-Νεκρούς – κανέναν που να αναγνωρίζει.

*

Η Ανταρλίδα’μορ ανέβηκε τη σκάλα μαζί με τον Σάμελκον’λι μόλις η Έρικα πήρε την πιλότο μέσα στο αναψυκτήριο του ελικοδρόμιου. Ο Δεσμοφύλακας στάθηκε σε τέτοιο σημείο ώστε να μπορεί, άνετα, να παρακολουθεί την πόρτα και το παράθυρο του αναψυκτηρίου, ενώ η Τεχνομαθής πήγε αμέσως προς το ελικόπτερο του Αρχισυγκλητικού, απ’τη μεριά που ήταν πιο απίθανο να την έβλεπε κανείς απ’το αναψυκτήριο.

Η Ανταρλίδα μπήκε στο αεροσκάφος, άνοιξε τη θυρίδα που έκρυβε τις μηχανές του, κι άρχισε αμέσως να υφαίνει επάνω τους Μαγγανεία Αυτομάτου Απομακρυσμένης Απενεργοποιήσεως. Δεν ήταν κάτι που γινόταν γρήγορα, αλλά η μάγισσα προσπάθησε να το κάνει όσο το δυνατόν ταχύτερα, χωρίς να μειώσει την ποιότητα της μαγγανείας, εστιάζοντας πλήρως το μυαλό της στη δουλειά της και αγνοώντας τον κόσμο γύρω της. Ο Σάμελκον θα την ειδοποιούσε αν τίποτα πήγαινε στραβά, όπως είχαν συμφωνήσει.

*

Ο Εύβουλος και οι μισθοφόροι του κάθονταν σ’ένα τραπέζι της Αίθουσας του Θρόνου, ενώ σ’ένα άλλο τραπέζι ο Βασιληάς Ράνελμον συνέγραφε την επιστολή του επάνω σ’ένα κομμάτι περγαμηνή, χωρίς να δείχνει ιδιαίτερη βιασύνη. Οι Επιφανείς Κρανοφόροι είχαν αρνηθεί τα ποτά και τα γλυκίσματα που τους είχαν φέρει οι υπηρέτες· μονάχα νερό είχαν δεχτεί.

Ο Εύβουλος ακόμα ήταν παραξενεμένος που κανένας γνωστός του Ζωντανός-Νεκρός δεν βρισκόταν εδώ. Μετά, όμως, σκέφτηκε ότι ίσως απλά ο Ζαώρδιλ ο Σκοτωμένος να μην ήθελε να δημιουργηθούν εντάσεις. Ή μπορεί ο Βασιληάς να τον είχε προστάξει να μείνει μακριά.

Δεν έχει σημασία τι κάνουν οι Ζωντανοί-Νεκροί, έτσι κι αλλιώς. Ο Αβέρναλ μάς ενδιαφέρει εμάς.

Ο Βασιληάς Ράνελμον τελείωσε, κάποια στιγμή, τη συγγραφή της επιστολής του. Τύλιξε την περγαμηνή, τη σφράγισε, και την έδωσε σ’έναν υπηρέτη, ο οποίος πλησίασε τον Εύβουλο προτείνοντάς την προς το μέρος του. Εκείνος σηκώθηκε όρθιος για να πάρει τον κύλινδρο, και οι μισθοφόροι του σηκώθηκαν επίσης.

Ο Ράνελμον ανέβηκε στον θρόνο του. «Ελπίζω θα παραδώσετε το μήνυμά μου στον Αρχισυγκλητικό, κύριε Εύβουλε…»

«Ασφαλώς, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε ο αρχηγός των Επιφανών Κρανοφόρων.

Ο Ράνελμον έκανε, τότε, νόημα σ’έναν άντρα, πορφυρόδερμο, πάνοπλο, και πλούσια στολισμένο. Σίγουρα δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε φρουρός, υπέθεσε ο Εύβουλος· μάλλον, ο επικεφαλής τους.

Και είχε δίκιο: ήταν ο Βασιλικός Αρχιφρουρός Αλκάμελ, ο οποίος περίμενε το νόημα του Βασιληά του για να πάει να φέρει τον Αβέρναλ τον δημοσιογράφο. Τώρα, βγήκε από την Αίθουσα του Θρόνου και βάδισε μέσα σ’έναν διάδρομο με φρουρούς στους τοίχους δεξιά κι αριστερά. Άνοιξε μια δερματόπορτα και μπήκε σ’ένα δωμάτιο.

Ο Αβέρναλ, που βημάτιζε νευρικά, καπνίζοντας, στάθηκε και τον ατένισε. «Με ζητάνε;» ρώτησε.

Ο Αλκάμελ ένευσε. «Εδώ και ώρα. Ο Μεγαλειότατος τούς καθυστέρησε αρκετά, οπότε τα πάντα πρέπει νάναι έτοιμα με το ελικόπτερο.»

Ο Αβέρναλ έσβησε το τσιγάρο του μέσα σ’ένα πήλινο τασάκι. «Πάμε,» είπε, και πήρε μια βαθιά ανάσα, απορώντας κι ο ίδιος γιατί αισθανόταν τόσο νευρικός. Η υπόθεση, άλλωστε, ήταν κανονισμένη. Και οι Ζωντανοί-Νεκροί κι η Έρικα ήταν άνθρωποι που, αναμφίβολα, ήξεραν τι έκαναν. Δεν υπήρχε κανένας λόγος για ανησυχία.

Εκτός, βέβαια, από το γεγονός ότι για κάποια ώρα θα βρισκόταν περιτριγυρισμένος από εχθρούς του… και το ελικόπτερο που θα τους μετέφερε όλους θα έπεφτε…

Δε μπορούσε, όμως, να αρνηθεί να ακολουθήσει το σχέδιο της Έρικας, με το οποίο ο Βασιληάς των Γεφυρωμένων Νήσων είχε συμφωνήσει. Ο Ράνελμον μού πρόσφερε άσυλο, κι εγώ, ώς τώρα, τον βάζω σε ολοένα και περισσότερο κίνδυνο. Πρέπει να φύγω από δω! Του το χρωστάω.

Ο Αλκάμελ τού έκανε νόημα να έρθει μαζί του, κι ο Αβέρναλ υπάκουσε βαδίζοντας στο κατόπι του Βασιλικού Αρχιφρουρού και βγαίνοντας στον διάδρομο. Καθώς προχωρούσαν προς την Αίθουσα του Θρόνου, οι φρουροί του διαδρόμου έφευγαν από τους τοίχους δεξιά κι αριστερά και τους ακολουθούσαν.

Προτού φτάσουν στον προορισμό τους, ο Αλκάμελ σταμάτησε και είπε στον Αβέρναλ: «Τώρα πρέπει να σε δέσω.»

Ο δημοσιογράφος ένευσε σιωπηλά, και ο Βασιλικός Αρχιφρουρός τού πέρασε ένα ζευγάρι χειροπέδες.

Μετά, βγήκαν στην Αίθουσα του Θρόνου, όπου τους περίμεναν οι οκτώ Επιφανείς Κρανοφόροι και ο αρχηγός τους.

Ο Εύβουλος αμέσως αναγνώρισε τον Αβέρναλ και σκέφτηκε: Μέχρι στιγμής κανένα ύπουλο κόλπο. «Ψάξε τον,» πρόσταξε έναν από τους μισθοφόρους του, κι εκείνος, πλησιάζοντας τον δημοσιογράφο, τον έψαξε από πάνω ώς κάτω.

«Δεν έχει όπλα, Εύβουλε,» είπε.

Ο Εύβουλος στράφηκε στον Βασιληά των Γεφυρωμένων Νήσων ο οποίος εξακολουθούσε να κάθεται στον θρόνο του. «Μεγαλειότατε, σας ευχαριστούμε για τη συνεργασία σας. Να είστε βέβαιος πως ο Αρχισυγκλητικός εκτιμά ιδιαιτέρως αυτή σας την κίνηση.»

«Νόμιζα πως η δικαιοδοσία σας τελείωνε στο να πάρετε από εδώ τον Αβέρναλ, κύριε Εύβουλε,» αποκρίθηκε ο Ράνελμον, ψυχρά.

«Γνωρίζω, ωστόσο, μερικά πράγματα για τον Αρχισυγκλητικό, Βασιληά μου,» είπε ο Εύβουλος κάνοντας μια σύντομη υπόκλιση.

«Μπορείτε να πηγαίνετε,» του είπε ο Ράνελμον, κι έκανε νόημα στους δύο υπηρέτες και τον φρουρό που είχαν φέρει εδώ τους Επιφανείς Κρανοφόρους να τους συνοδέψουν ξανά.

*

Η Ανταρλίδα’μορ, τελειώνοντας με τη Μαγγανεία Αυτομάτου Απομακρυσμένης Απενεργοποιήσεως, έκλεισε τη θυρίδα της μηχανής και βγήκε από το αεροσκάφος. Κοίταξε προς τη μεριά του Σάμελκον’λι κι εκείνος τής έγνεψε πως όλα ήταν εντάξει. Οπότε πήγαν κι οι δύο προς τις σκάλες κι άρχισαν να κατεβαίνουν· δεν υπήρχε πια λόγος να βρίσκονται στο ελικοδρόμιο.

«Συνάντησες κανένα πρόβλημα;» τη ρώτησε ο Σάμελκον’λι.

«Κανένα,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα’μορ. «Μια απλή μηχανή έχουν. Συνηθισμένου τύπου για τη Φεηνάρκια.»

Ύστερα, καθώς κατέβαιναν, άκουσαν κάποιους ν’ανεβαίνουν. Αρκετούς. Ο Σάμελκον ήταν έτοιμος να προτείνει να στρίψουν κάπου, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε άνοιγμα κοντά τους. Και τα βήματα από κάτω πλησίαζαν γρήγορα.

Βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο με τον Εύβουλο, ο οποίος ανέβαινε πρώτος, με έναν υπηρέτη και μια υπηρέτρια του παλατιού πλάι του. Πίσω του ερχόταν ο Αβέρναλ, με τα χέρια του δεμένα, καθώς κι ένας βασιλικός φρουρός και οι υπόλοιποι Επιφανείς Κρανοφόροι.

Ο Εύβουλος σταμάτησε. «Ανταρλίδα’μορ,» είπε. «Σάμελκον’λι.»

Η μάγισσα τον ατένισε με σκληρό, άγριο βλέμμα, γιατί αυτός ήταν που την είχε παραδώσει στη λήσταρχο Σαρντίκα-Νοθ μετά την προδοσία του.

«Δουλεύετε για τον Σκοτωμένο τώρα;» συνέχισε ο Εύβουλος.

«Καλύτερο απ’το να δουλεύει κανείς για σένα,» αντιγύρισε απότομα η Ανταρλίδα.

«Οι δικοί μου άνθρωποι είναι επίλεκτοι, και εξαιρετικοί στη δουλειά τους.»

«Ελπίζω, τότε, να κάνουν επιδέξια χώρο για να μας αφήσουν να περάσουμε,» είπε ο Σάμελκον’λι.

«Απορώ που δεν είδα πουθενά τον Ζαώρδιλ, Σάμελκον. Κρύβεται;» ρώτησε ο Εύβουλος.

«Έχει άλλες δουλειές.»

«Είμαι σίγουρος. Με τους Θηριόπνευστους Αδελφούς κι όλες αυτές τις αναστατώσεις…»

«Να περάσουμε;»

«Ασφαλώς.» Ο Εύβουλος έκανε νόημα στους μισθοφόρους του να παραμερίσουν, κι εκείνοι υπάκουσαν, τραβώντας και τον Αβέρναλ μαζί τους.

Η Ανταρλίδα’μορ και ο Σάμελκον’λι πέρασαν, κατεβαίνοντας τη σκάλα.

Ο Εύβουλος σκέφτηκε: Οι μοναδικοί Ζωντανοί-Νεκροί που είδα… καθώς εκείνος κι οι μισθοφόροι του συνέχιζαν ν’ανεβαίνουν. Για τον Σάμελκον’λι είχε ακούσει ότι είχε μπει στους Ζωντανούς-Νεκρούς – όπως κι όλοι οι πρώην Ξεσηκωμένοι – αλλά για την Ανταρλίδα’μορ δεν το ήξερε. Πρέπει να την είχαν πάρει από τη Σαρντίκα-Νοθ όταν βοήθησαν στην ήττα της λήσταρχου, στη δυτική Φεηνάρκια. Γιατί, όμως, η Ανταρλίδα δεν είχε επιστρέψει στους Ξένους; Προτιμούσε τους Ζωντανούς-Νεκρούς;

Παράξενο, πάντως, που τους συναντήσαμε στις σκάλες… Αλλά ήταν δυνατόν ο Βασιληάς να είχε ετοιμάσει κάποια παγίδα στο ελικοδρόμιο, για να τους εμποδίσει να φύγουν; Για να σώσει τον Αβέρναλ; Αποκλείεται! Δε μπορεί να ήταν πρόθυμος να στραφεί τόσο ανοιχτά εναντίον του Αρχισυγκλητικού. Αν σκόπευε κάτι τέτοιο, δεν θα είχε παραδώσει καθόλου τον δημοσιογράφο. Τι νόημα είχε να τους τον δώσει και μετά να προσπαθήσει να τον σώσει λίγο προτού φύγουν; Θα υπήρχαν έτσι και πιθανότητες να σκοτωθεί ο Αβέρναλ…

«Τι έκαναν αυτοί εδώ;» ρώτησε ο Εύβουλος τους υπηρέτες πλάι του, καθώς πλησίαζαν το ελικοδρόμιο.

«Δεν ξέρουμε, κύριε Εύβουλε,» αποκρίθηκε ο υπηρέτης. «Μάλλον είχαν κάποια δουλειά.»

Φτάνοντας στην κορυφή της τελευταίας πέτρινης σκάλας βγήκαν στην οροφή του παλατιού που ήταν φτιαγμένη ως ελικοδρόμιο και πλησίασαν το ελικόπτερό τους. Οι Επιφανείς Κρανοφόροι έβαλαν μέσα τον Αβέρναλ σπρώχνοντάς τον.

«Πού είναι η πιλότος;» είπε ο Εύβουλος. Τότε, όμως, την είδε να βγαίνει από μια πόρτα πλάι στο ελικοδρόμιο και να τον πλησιάζει. «Πού ήσουν;» τη ρώτησε.

«Στο αναψυκτήριο. Γιατί αργήσατε τόσο;»

«Ο Βασιληάς ήθελε να γράψει μια επιστολή για να μεταφέρουμε.» Ο Εύβουλος ύψωσε τον σφραγισμένο κύλινδρο που κρατούσε στο χέρι του. «Πάμε τώρα.»

Η πιλότος μπήκε στο πιλοτήριο, και ο Εύβουλος κάθισε πλάι της, ενώ οι δύο υπηρέτες και ο βασιλικός φρουρός απομακρύνονταν από το αεροσκάφος.

«Όλα εντάξει;» ρώτησε ο Εύβουλος τους μισθοφόρους του, ρίχνοντας μια ματιά πίσω.

«Ναι.»

Η πιλότος έβαλε μπροστά τις μηχανές. Οι έλικες άρχισαν να περιστρέφονται. Οι Επιφανείς Κρανοφόροι έκλεισαν τις πόρτες.

Ο Αβέρναλ αισθανόταν να βρίσκεται σε οξύτατη, υπερβολική εγρήγορση. Έπρεπε να είναι έτοιμος – έτοιμος για τα πάντα! Αυτό το μεταλλικό πτηνό πολύ σύντομα θ’άρχιζε να πέφτει.

Τώρα, όμως, το αεροσκάφος υψώθηκε πάνω απ’το ελικοδρόμιο, πάνω απ’το παλάτι, πάνω από την πόλη της Νουσράκλης…

Ο Αβέρναλ θυμόταν τι του είχε πει, προχτές, η Έρικα: «Να έχεις το νου σου στα όπλα τους. Αυτοί δεν θα ξέρουν ότι το αεροσκάφος θα πέσει, αλλά εσύ θα το ξέρεις. Μόλις προσγειωθείτε, με την πρώτη ευκαιρία, ν’αρπάξεις κάποιο όπλο και να τρέξεις μακριά τους.»

«Κι αν με πυροβολήσουν;»

«Θα είναι πολύ ξαφνιασμένοι για να σε πυροβολήσουν αμέσως. Όμως δεν νομίζω πως έτσι κι αλλιώς θα το έκαναν, αφού ο Αρχισυγκλητικός θέλει να σε μεταφέρουν στην Κάρνατεβ, όχι να σε σκοτώσουν καθοδόν.»

Ο Αβέρναλ έβλεπε τώρα παραπάνω από αρκετά όπλα γύρω του. Αλλά, για την ώρα, έμεινε ακίνητος. Παρατηρητικός. Πανέτοιμος.

Το ελικόπτερο πέταξε βόρεια, πάνω από ακτές, πάνω από ανοιχτή θάλασσα…

*

Η Έρικα δεν είχε καθυστερήσει καθόλου: μόλις η πιλότος είχε βγει από το αναψυκτήριο, έφυγε κι εκείνη, από την άλλη πόρτα του δωματίου – μια δερματόπορτα – και μπήκε σ’έναν μικρό ανελκυστήρα που χρησιμοποιούσαν οι υπηρέτες. Κατέβηκε έτσι στο ισόγειο του παλατιού, έτρεξε στο γκαράζ, και πήρε από εκεί ένα δίκυκλο των Ζωντανών-Νεκρών. Το έβαλε μπροστά και βγήκε απ’τον κήπο του παλατιού, τρέχοντας προς το λιμάνι.

Από πάνω της άκουσε το ελικόπτερο να απογειώνεται· οι έλικές του σπάθιζαν τον αέρα θορυβωδώς.

Φτάνοντας στη συμφωνημένη αποβάθρα είδε ότι το μικρό, γρήγορο πλοιάριο είχε φύγει χωρίς να την περιμένει. «Οι Λάμιες να σε φάνε, Ζαώρδιλ!» γρύλισε κάτω απ’την ανάσα της. Ο Σκοτωμένος δεν την είχε περιμένει καθόλου· πρέπει να είχε αναχωρήσει μόλις ο Σάμελκον’λι και η Ανταρλίδα’μορ είχαν έρθει εδώ επάνω στο δίκυκλό τους. Μάλλον φοβόταν ότι μπορεί να έχανε το ελικόπτερο αν καθυστερούσε. Αλλά η Έρικα θεωρούσε αυτή την ανησυχία του υπερβολική. Η Ανταρλίδα, εξάλλου, είχε πει ότι το τηλεπικοινωνιακό σήμα της μπορούσε να φτάσει σε αρκετή απόσταση· δεν θα είχε πρόβλημα να σαμποτάρει τις μηχανές του ελικοπτέρου. Και είχαμε συμφωνήσει ότι θα ήμουν κι εγώ μαζί τους!

Τσαντισμένη, έστριψε το δίκυκλό της και κατευθύνθηκε προς το Στενό Άνοιγμα, τρέχοντας και αποφεύγοντας επιδέξια περαστικούς, κάρα, ζώα, και άλλα οχήματα.

«Εε! Πρόσεχε πού σκατά πας!» της φώναξε ένας αχθοφόρος που η Έρικα λίγο είχε λείψει να ανατρέψει όλα του τα καφάσια τα οποία ήταν τοποθετημένα σαν πύργος το ένα πάνω στ’άλλο.

Κεφάλαιο Εικοστό
Στο Δεντρονήσι: Πυρά, Δαίμονες, και Θηρία

«Είμαστε αρκετά κοντά τους, μάγισσα;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα’μορ. «Σίγουρα.» Καθόταν στην πλώρη του μηχανοκίνητου πλοιαρίου μαζί με τον Σκοτωμένο, τη Ραβάσλι, και τον Ραμπνάιλ, και έβλεπαν μπροστά τους, στον ουρανό, το ελικόπτερο του Αρχισυγκλητικού να πετά προς τα βόρεια, με τους δύο έλικές του να στροβιλίζονται. Ο καιρός ήταν καλός, και τα σύννεφα λίγα μέσα στο απόγευμα· παρά το αυξανόμενο σκοτάδι, η ορατότητα ήταν άψογη. «Σου είπα, Σκοτωμένε,» συνέχισε η Ανταρλίδα, «το σήμα μου φτάνει ώς και ένα χιλιόμετρο απόσταση· εν ανάγκη, ενάμιση.» Στα χέρια της κρατούσε έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό ρυθμισμένο στη συχνότητα της Μαγγανείας Αυτομάτου Απομακρυσμένης Απενεργοποιήσεως.

Πίσω τους, στο κατάστρωμα του πλοιαρίου, βρίσκονταν ο Νικηφόρος ο Κολπατζής, ο Σάμελκον’λι, ο Χαρσάντιλ κι οι άλλοι τέσσερις πρώην Ξεσηκωμένοι, ο Θελβάμης, η Φαίδρα’λι, και πέντε ακόμα Ζωντανοί-Νεκροί. Μέσα στο πιλοτήριο καθόταν η Πεταλούδα της Θάλασσας – που, κανονικά, πιλόταρε τον Ακόλουθο, το δεύτερο μεγάλο πλοίο των Ζωντανών-Νεκρών, αλλά δεν είχε κανένα πρόβλημα να οδηγήσει οποιοδήποτε σκάφος, και ήταν εξίσου καλή με όλα.

Ο Ζαώρδιλ έκανε νόημα στη Φαίδρα να έρθει στην πλώρη, μα εκείνη δεν τον πρόσεξε. Σκεφτόταν τον Φέκταρελ· δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στο τι γινόταν γύρω της. Αναρωτιόταν πού να βρισκόταν ο Φέκταρελ, και ποιος ο λόγος που είχε φύγει τόσο ξαφνικά. Εγώ έφταιγα; Τα ορνιθόπτερα, παρότι είχαν ψάξει γι’αυτόν σ’όλα τα νησιά του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων, δεν τον είχαν εντοπίσει πουθενά. Δε θέλει να τον βρούμε. Δεν έπρεπε να του είχα μιλ–

«Μάγισσα!» Η φωνή του Σκοτωμένου διέκοψε σαν λεπίδα τις σκέψεις της. «Δε με βλέπεις, μάγισσα; Έλα δω!»

Η Φαίδρα βλεφάρισε. Αναστέναξε και πλησίασε την πλώρη του σκάφους. «Τι;»

Ο Ζαώρδιλ ύψωσε τα κιάλια του. «Μπορείς να τα ενισχύσεις;»

Η Φαίδρα’λι ένευσε, και ύφανε επάνω τους ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως.

Ο Ζαώρδιλ έφερε τα κιάλια στα μάτια του και κοίταξε προς τα βόρεια, αναζητώντας το νησί που η Έρικα είχε πει πως της είχε προτείνει ο Όρκιβελ ο Μουντζουρωμένος. Το είχε, φυσικά, δείξει στον Ζαώρδιλ επάνω στον χάρτη των γειτονικών υδάτων του Βασιλείου, αλλά, όπως ο Σκοτωμένος ήξερε, άλλο ο χάρτης άλλο η πραγματικότητα. Τα κιάλια του τώρα, ενισχυμένα από το ξόρκι της μάγισσας, διέκριναν έναν σκοτεινό όγκο προς τα βόρεια. Έναν όγκο κατάφυτο, γεμάτο δέντρα, που από ανάμεσά τους, κοντά στη δυτική ακτή, φαινόταν να ξεπροβάλλει κάτι ψηλό και αιχμηρό – ένας λόφος σαν λεπίδα τσεκουριού. «‘Το Δεντρονήσι’, το λένε ο Όρκιβελ κι οι πειρατές του,» είχε πει η Έρικα στον Ζαώρδιλ. «Είναι καλό μέρος για να κρυφτεί κανείς. Και δεν κατοικείται παρά μόνο από γρυλαίους.»

«Αυτός, μάλλον, είναι κι ο λόγος που δεν κατοικείται από ανθρώπους,» της είχε αποκριθεί ο Σκοτωμένος.

«Μάλλον.»

«Ελπίζω οι γρυλαίοι να μη μας φάνε τον δημοσιογράφο προτού προφτάσουμε να τον σώσουμε απ’τους ανθρώπους του Αρχισυγκλητικού.»

Ο Ζαώρδιλ κατέβασε τώρα τα κιάλια του και παρατήρησε ότι το Δεντρονήσι είχε αρχίσει να διακρίνεται και με γυμνό μάτι στον ορίζοντα. «Αυτό εκεί είναι, μάγισσα,» είπε στην Ανταρλίδα’μορ, υψώνοντας το χέρι και δείχνοντας.

Εκείνη ένευσε. «Το φανταζόμουν.»

«Κανόνισε, λοιπόν, πότε είναι η κατάλληλη στιγμή να τους καταρρίψεις.»

«Δεν αργεί…» Το δάχτυλό της άγγιξε ένα πλήκτρο του τηλεπικοινωνιακού πομπού που κρατούσε, χωρίς να το πιέσει.

Το Δεντρονήσι φαινόταν να έρχεται ολοένα και πιο κοντά. Και το ελικόπτερο πήγαινε ακριβώς προς εκείνη την κατεύθυνση. «Ετοιμαστείτε,» είπε ο Ζαώρδιλ στους πολεμιστές του, κάνοντας νόημα πίσω, σ’αυτούς στο κατάστρωμα του πλοιαρίου.

Οι Ζωντανοί-Νεκροί – όλοι εκτός από την Ανταρλίδα’μορ – φόρεσαν κουκούλες στα κεφάλια οι οποίες είχαν ανοίγματα μόνο για τα μάτια. Αφού ο Εύβουλος ήταν εδώ δεν ήθελαν να αναγνωρίσει κανέναν τους, σε περίπτωση που γινόταν καμια στραβή και διέφευγε ζωντανός.

Η Ανταρλίδα παρατηρούσε την πορεία του ελικοπτέρου, κι όταν το αεροσκάφος δεν ήταν πια πολύ μακριά από το νησί, πάτησε το κουμπί του τηλεπικοινωνιακού πομπού της στέλνοντας σήμα στη Μαγγανεία Αυτομάτου Απομακρυσμένης Απενεργοποιήσεως.

*

Η μηχανή ακούστηκε, ξαφνικά, να γρυλίζει μ’έναν τελείως παράδοξο τρόπο.

«Τι σκατά;…» έκανε ο Εύβουλος, παραξενεμένος, κοιτάζοντας την πιλότο.

Εκείνη ήταν συνοφρυωμένη καθώς τα μάτια της πήγαιναν στην κονσόλα του πιλοτηρίου μπροστά της. «Δε… Δεν…»

Το ελικόπτερο έχανε ύψος, αρκετά γρήγορα.

«Τι σκατά συμβαίνει;» γρύλισε ο Εύβουλος. Μας χτύπησε κάτι; Αδύνατον! Δεν είχε ακούσει τίποτα να τους χτυπά!

«Οι μηχανές, Εύβουλε…» κόμπιασε η πιλότος, προσπαθώντας να κρατήσει το ελικόπτερο στον αέρα. «Οι μηχανές δεν δουλεύουν!»

Σαμποτάζ; σκέφτηκε ο Εύβουλος. Αυτό το καθίκι, ο Ράνελμον των Γεφυρωμένων Νήσων, τους είχε σαμποτάρει τις μηχανές; Μα, έτσι θα σκοτωνόταν κι ο γαμημένος δημοσιογράφος! Ο Εύβουλος στράφηκε πίσω, να τον κοιτάξει, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν είχε ξαφνικά εξαφανιστεί.

Ο Αβέρναλ, όμως, εκεί ήταν, καθισμένος ανάμεσα στους Επιφανείς Κρανοφόρους, με τα χέρια του δεμένα με χειροπέδες μπροστά του.

«Τι γίνεται, Εύβουλε;» ρώτησε ο Κάρχαμωντ’λι, ενώ όλοι τους ήταν αναστατωμένοι.

«Κάποιος χάλασε τις μηχανές μας.»

Το ελικόπτερο έχανε ύψος. Έπεφτε.

«Κρατηθείτε!» φώναξε ο Εύβουλος πάνω από τον σαματά της μηχανής και τους τριγμούς των μετάλλων ολόγυρά τους.

«Υπάρχει ένα νησί,» είπε η πιλότος, ακόμα παλεύοντας με το πηδάλιο. «Θα… θα το κατεβάσω στο νησί… Μπορώ, νομίζω. Μπορώ να το κατεβάσω χωρίς να…» Σταμάτησε να μιλά, επικεντρωμένη στη δουλειά της.

Ο Εύβουλος κοίταξε έξω απ’το παράθυρο. Η ακτή του μικρού, κατάφυτου νησιού ερχόταν ολοένα και πιο κοντά τους – μοιάζοντας ολοένα και πιο επικίνδυνη. Όλο βλάστηση και βράχους. Αλλά… αμμουδιά ήταν αυτό; Θα κατάφερνε η πιλότος να κατεβάσει το ελικόπτερο στους αμμόλοφους; Αν μας ρίξει στους βράχους θα σκοτωθούμε όλοι. Κι αν μας ρίξει στα δέντρα… ποιος ξέρει τότε τι μπορεί να συμβεί; Καλύτερα, πάντως, εκεί παρά στους βρά–

Η ακτή ήταν ΠΟΛΥ κοντά!

Το ελικόπτερο κοπάνησε στο έδαφος, κι όλοι μέσα του τραντάχτηκαν, πέφτοντας από δω κι από κει.

Ο Αβέρναλ είχε ήδη βάλει στο μάτι δύο πιστόλια, και ήταν έτοιμος ν’αρπάξει ή το ένα ή το άλλο. Καθώς το αεροσκάφος προσγειώθηκε κακήν-κακώς στην αμμουδιά, ο δημοσιογράφος έχασε την ισορροπία του και βρέθηκε στο πάτωμα – πράγμα που διαπίστωσε ξαφνικά ότι τον βόλευε! Ο ένας από τους δύο στόχους του ήταν ακόμα καθισμένος, και πλάι του. Απλώνοντας υποχρεωτικά μαζί τα δεμένα χέρια του ο Αβέρναλ άρπαξε το πιστόλι από τη θήκη στον γοφό του Επιφανή Κρανοφόρου. Ύστερα, τινάχτηκε όρθιος και κοπάνησε πάνω στη μια από τις δύο πόρτες του κεντρικού τμήματος του ελικοπτέρου, γυρίζοντας την πετούγια. Έχασε την ισορροπία του, από τη φόρα, κι έπεσε στην άμμο, κουτρουβαλώντας.

«ΠΙΑΣΤΕ ΤΟΝ!» άκουσε κάποιον να κραυγάζει πίσω του.

Στράφηκε, πάραυτα, και είδε μια γυναίκα να βγαίνει από την πόρτα του αεροσκάφους που είχε βγει κι ο ίδιος – να βγαίνει σχεδόν σαν η πόρτα να ήταν καταπακτή: το ελικόπτερο βρισκόταν μισοβυθισμένο στην άμμο, προσγειωμένο στο πλάι.

Ο Αβέρναλ, στρέφοντας το πιστόλι του, πυροβόλησε την πολεμίστρια στο στήθος, τινάζοντάς την πίσω και κάτω. Νεκρή, ή ο αλεξίσφαιρος θώρακάς της την είχε σώσει; Ο δημοσιογράφος, φυσικά, δεν κάθισε να μάθει· σηκώθηκε στα πόδια του αρχίζοντας να τρέχει.

*

Οι Ζωντανοί-Νεκροί πλησίαζαν ολοταχώς· το πλοιάριό τους τίναζε αφρούς πίσω του, μέσα στο μειούμενο φως του απογεύματος.

«Είσαι άψογη, μάγισσα,» παρατήρησε ο Ζαώρδιλ οπλίζοντας το τουφέκι του αφού είχε προσαρμόσει μια ξιφολόγχη επάνω. «Τα κατάφερες τέλεια, νομίζω.»

«Σ’ευχαριστώ, Σκοτωμένε,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα’μορ, που είχε τώρα κι εκείνη φορέσει κουκούλα όπως όλοι τους και όπλιζε ένα τουφέκι όπως ο Ζαώρδιλ.

«Φαίδρα,» είπε ο Σκοτωμένος, ελπίζοντας αυτή τη φορά η άλλη μάγισσα να τον άκουγε· «κράτα τον θεό σου υπό έλεγχο, έτσι; Δε θέλω να δαγκώσει κάνα πόδι του δημοσιογράφου.»

«Μην ανησυχείς, αρχηγέ,» αποκρίθηκε η Φαίδρα’λι, πίσω του.

*

Τζάμια ακούστηκαν να σπάνε, και μια δυνατή φωνή – η φωνή του Εύβουλου:

«ΑΒΕΡΝΑΛ! ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ ΑΛΛΙΩΣ ΘΑ ΣΕ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΩ, ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΕ!»

Ο δημοσιογράφος τον αγνόησε, συνεχίζοντας να τρέχει. Η Έρικα είπε ότι δεν θα τολμήσουν να με πυροβολήσουν!

Πυροβολισμοί αντήχησαν πίσω του, άμμος τινάχτηκαν γύρω από τα πόδια του. Γαμήσου! Γαμώ τις Λάμιες γαμώ! Είναι τρελός! Ο Αβέρναλ πήδησε πίσω από έναν αμμόλοφο, πέφτοντας κάτω και κατρακυλώντας για να καλυφτεί.

«Μείνε εκεί πού είσαι!» φώναξε ο Εύβουλος. «Αλλιώς θα πάω στον Αρχισυγκλητικό το γαμημένο πτώμα σου!»

Τότε κατέφτασε το πλοιάριο των Ζωντανών-Νεκρών, γυρίζοντας παράλληλα στην αμμουδερή ακρογιαλιά ενώ σήκωνε αφρούς παντού γύρω του. Κι αμέσως ο Νικηφόρος ο Κολπατζής άναψε τον μεγάλο προβολέα επάνω στο κατάστρωμα στρέφοντάς τον προς τους Επιφανείς Κρανοφόρους, οι οποίοι κραύγασαν αιφνιδιασμένοι.

Ο Ζαώρδιλ φώναξε: «Πειρατεία! Πειρατεία! Παραδοθείτε αν θέλετε τις ζωές σας!» ρίχνοντας μερικές τουφεκιές στον αέρα, ελπίζοντας ότι ίσως ο Εύβουλος να παραδινόταν ή να υποχωρούσε – αν και ήξερε πως αυτό ήταν μάλλον απίθανο.

Και πράγματι, έτσι αποδείχτηκε. Οι Επιφανείς Κρανοφόροι άρχισαν, στη στιγμή, να τους πυροβολούν, ενώ καλύπτονταν πίσω από αμμόλοφους, πίσω από το πεσμένο ελικόπτερο, και μέσα στο πεσμένο ελικόπτερο. Αλλά οι Ζωντανοί-Νεκροί ήταν καλά προστατευμένοι: στην κουπαστή του πλοιαρίου τους ατσάλινες πλάκες ήταν προσαρτημένες, προφυλάσσοντάς τους από τις σφαίρες των εχθρών τους. Και ανταπέδωσαν τα πυρά, ενώ ο Ζαώρδιλ έλεγε στον Ραμπνάιλ: «Δες πού είναι ο Αβέρναλ. Τον έχουν ακόμα μαζί τους;»

Ο Ραμπνάιλ έφερε τα κιάλια του στα μάτια και κοίταξε. «Δεν τον βλέπω κοντά τους, Σκοτωμένε. Εκτός αν τον έχουν μες στο ελικόπτερο, ή πίσω από κάποιον αμμόλοφο…»

«Σκατά…» μούγκρισε ο Ζαώρδιλ, βλέποντας πως δεν υπήρχε άλλη επιλογή απ’το να πλησιάσουν και, μάλιστα, προσεχτικά. Φώναξε, όσο πιο δυνατά μπορούσε: «Παραδοθείτε! Μόνο τα όπλα σας θέλουμε!»

«Οι σφαίρες μας είναι το μόνο που θα πάρετε!» απάντησε κάποιος, που ο Ζαώρδιλ νόμιζε πως πρέπει να ήταν ο Εύβουλος.

«Γαμώ την πουτάνα μου μ’αυτό το καθίκι…» γρύλισε ο Σκοτωμένος μέσα απ’τα δόντια του.

Και μετά είδε ένα σκοτάδι να ξεπροβάλλει πίσω από έναν αμμόλοφο και να έρχεται προς το μέρος τους. Ένα σκοτάδι ακανθώδες, με παράξενες εσοχές και προεξοχές, και μάτια που γυάλιζαν σαν καθρέφτες. Κάτι θύμιζε στον Ζαώρδιλ. Το είχε ξαναντιμετωπίσει αυτό το σκοτάδι· το είχε νικήσει αυτό το σκοτάδι αρνούμενος να το ταΐσει με τον φόβο του. Ο δαίμονας του μάγου τους! Καλά είπαν η Ανταρλίδα κι ο Σάμελκον ότι είδαν τον Κάρχαμωντ’λι μαζί με τον Εύβουλο.

Η Φαίδρα’λι, στεκόμενη πίσω απ’τον Σκοτωμένο, είχε επίσης αναγνωρίσει τον δαιμονικό θεό που ζύγωνε. Το ίδιο και η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων μέσα στον κατοπτρόλιθο του βραχιολιού της – και ζητούσε από την αφέντρα της να αφανίσει τούτο τον κατώτερο θεό – τώρα – μια για πάντα! Η Φαίδρα θυμόταν πόσο δυνατός ήταν ο δαίμονας του Κάρχαμωντ’λι όταν τον είχε συναντήσει στο Οχυρό του Ηγεμόνα, στη Νασόλκαθ. Εκείνη, όμως, η υπερβολική δύναμή του προερχόταν από το γεγονός ότι είχε τραφεί από την ψυχική ενέργεια των νεκρών της μάχης. Τώρα δεν μπορεί να ήταν το ίδιο ισχυρός.

Επάνω του! είπε η Φαίδρα στην Καρδιά της Συναγωγής, εξαπολύοντάς την από το βραχιόλι της. Και ημιαόρατες μορφές θηρίων φάνηκαν να συγκρούονται με το ακανθώδες σκοτάδι, εκεί όπου το κύμα συναντούσε την αμμουδιά· δαιμονικά γρυλίσματα, βρυχηθμοί, και συρίγματα αντηχούσαν, αναμιγμένα με τους κρότους των πυροβόλων.

Ο Κάρχαμωντ’λι, καλυμμένος πίσω από τον ίδιο αμμόλοφο όπου ήταν καλυμμένος κι ο Εύβουλος, αισθάνθηκε ό,τι αισθανόταν και ο θεός του, ο Νυχτερινός Επισκέπτης των Αιματοπότιστων Πεδίων: μια γνώριμη παρουσία. Έναν δαίμονα τον οποίο είχε ξανασυναντήσει. Πού, όμως; –Θυμήθηκε!

«Εύβουλε!» είπε. «Αυτός είναι ο θεός της μάγισσας των Ζωντανών-Νεκρών!»

«Τι;»

«Ο θεός που συγκρούεται τώρα με τον θεό μου, που δεν τον αφήνει να τους πλησιάσει, είναι ο θεός της μάγισσας των Ζωντανών-Νεκρών. Οι Ζωντανοί-Νεκροί είναι στο πλοιάριο!»

«Το ήξερα πως ήταν σαμποτάζ του Βασιληά…» μούγκρισε ο Εύβουλος.

*

Ο Αβέρναλ είχε παραμείνει κρυμμένος πίσω απ’τον αμμόλοφο όταν το πλοιάριο πλησίασε και οι πυροβολισμοί άρχισαν κι από τις δύο μεριές· κι εξακολουθούσε να είναι κρυμμένος, μην ξέροντας τι ακριβώς να κάνει. Αν έτρεχε προς τους Ζωντανούς-Νεκρούς, το πιθανότερο ήταν κάποια σφαίρα να τον σκότωνε. Επομένως… να έτρεχε προς την πυκνή βλάστηση μετά την αμμουδιά; Την κοίταζε και δεν του έμοιαζε και τόσο φιλόξενη. Σκοτεινή, κατασκότεινη ήταν. Και η Έρικα τού είχε πει πως γρυλαίοι τριγύριζαν σε τούτο το νησί.

Αν μείνω εδώ, όμως, κάποιος από τους ανθρώπους του Εύβουλου θα με πλησιάσει. Σύντομα.

Ο Αβέρναλ, σκυμμένος, έτρεξε προς το δάσος· και, με τις άκριες των ματιών του, είδε πως το είχε αποφασίσει την πιο κρίσιμη στιγμή, γιατί ένας από τους Επιφανείς Κρανοφόρους ερχόταν προς το μέρος του, βαστώντας πιστόλι στο ένα χέρι και σπαθί στο άλλο. Βλέποντας τον δημοσιογράφο ν’απομακρύνεται, ύψωσε το πιστόλι και πυροβόλησε. Οι σφαίρες χτύπησαν την άμμο ενώ η φωνή του πολεμιστή αντηχούσε: «Μείνε εκεί πού είσαι!»

Ο Αβέρναλ δεν σταμάτησε· έτρεξε πιο γρήγορα: χώθηκε μες στη βλάστηση. Και συνέχισε να τρέχει, παραμερίζοντας κλωνάρια και φυλλωσιές και πηδώντας πάνω από ρίζες–

Η πορεία του διακόπηκε απότομα, προτού πάει πολύ μακριά.

Μπροστά του ορθωνόταν μια ψηλή, πλατιά ανθρωποειδής μορφή με κέρατα στο κεφάλι. Δύο μάτια γυάλιζαν μες στο σκοτάδι του δάσους. Γρυλαίος!

Το πιθηκοειδές γρύλισε, άγρια. Ο Αβέρναλ έτρεξε πάλι, αλλά προς άλλη κατεύθυνση – αριστερά. Πίσω του άκουσε κάποιον να πυροβολεί, άκουσε κι άλλα γρυλίσματα ν’αντηχούν. Και κραυγές. Ο Επιφανής Κρανοφόρος μάλλον είχε βρει τον δαίμονά του.

Ο δρόμος, όμως, που είχε ακολουθήσει, σχεδόν τυφλά, ο Αβέρναλ τον έβγαλε ξανά στην ακτή, λιγάκι πιο μακριά από εκεί όπου οι Ζωντανοί-Νεκροί αντάλλασσαν ριπές με τους μισθοφόρους του Εύβουλου. Ίσως νάναι καλύτερα εδώ, σκέφτηκε λαχανιασμένος. Θα με δουν εδώ πέρα;

Πίσω του, ένα γρύλισμα ακούστηκε.

Ο Αβέρναλ στράφηκε, ξαφνιασμένος, κι αντίκρισε την ογκώδη μορφή ενός γρυλαίου να ξεπροβάλλει μέσα από τη βλάστηση κοιτάζοντάς τον σαν θήραμα, σαν λεία.

Γαμήσου! Ο Αβέρναλ έκανε πάλι να τρέξει–

Σκόνταψε στην άμμο κι έπεσε. Γαμήσου!

Έστρεψε το πιστόλι του και πυροβόλησε τον γρυλαίο που ζύγωνε. Το θηρίο τινάχτηκε πίσω καθώς αίμα πεταγόταν επάνω του. Βρυχήθηκε, εξαγριωμένα, και συσπειρώθηκε. Τα κέρατά του θύμιζαν σπαθιά μέσα στο αυξανόμενο σκοτάδι του δειλινού. Τα μάτια του άστραφταν φρενιασμένα.

Ο Αβέρναλ φοβήθηκε ότι ίσως να είχε κάνει λάθος που είχε πυροβολήσει τον γρυλαίο. Αλλά τι άλλο να έκανε; Οι διαθέσεις του θηρίου, προφανώς, δεν ήταν φιλικές. Και τώρα, ξανά να το πυροβολήσει έπρεπε, φυσικά.

Όμως κάποιοι τον πρόλαβαν.

Πυροβολισμοί αντήχησαν. Το μυώδες σώμα του κερασφόρου πιθηκοειδούς τραντάχτηκε σύγκορμο, καθώς πίδακες αίματος τινάζονταν από πάνω του. Έκανε μερικά σαστισμένα βήματα και κατέρρευσε, νεκρό.

Ο Αβέρναλ ξεροκατάπιε. Και στράφηκε να κοιτάξει τους σωτήρες του, που δεν είχαν έρθει από τη μεριά όπου οι Ζωντανοί-Νεκροί αντάλλασσαν πυρά με τους Επιφανείς Κρανοφόρους αλλά από την άλλη.

Κανένας από τους ανθρώπους που αντίκρισε ο δημοσιογράφος δεν του ήταν γνωστός, και όλοι τους του έμοιαζαν για ληστές της ανοιχτής θάλασσας…

*

Η Φαίδρα’λι είχε διαπιστώσει, μέσω του θεού της, ότι ο δαίμονας του Κάρχαμωντ’λι δεν ήταν, μεν, τόσο δυνατός όσο την προηγούμενη φορά αλλά ούτε και ανίσχυρος ήταν. Αντιμαχόταν την Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων με τρομερό μένος· και μάλλον την είχε κι εκείνος αναγνωρίσει. Που σημαίνει ότι κι ο Κάρχαμωντ μάς αναγνώρισε· άρα, και ο Εύβουλος, σκέφτηκε η Φαίδρα.

Πίσω της άκουσε τον Σάμελκον’λι ν’αρχίζει ένα Ξόρκι Πνευματικής Εκδιώξεως, στρέφοντάς το εναντίον του θεού του Κάρχαμωντ’λι. Συνετή επιλογή, έκρινε η Φαίδρα. Καλύτερα αυτό παρά να στείλει τον Τελευταίο Στραγγαλιστή του Αλαργινού Δάσους. Θα εστίαζε όλες του τις δυνάμεις στην εκδίωξη του εχθρικού θεού και ίσως να είχε περισσότερες πιθανότητες από τη Φαίδρα να τον διώξει. Αλλά, για καλό και για κακό, ξεκίνησε κι εκείνη ένα Ξόρκι Πνευματικής Εκδιώξεως. Δεν έβλαπτε· δύο ήταν πιο ισχυροί από έναν.

Αμέσως αισθάνθηκε τη σθεναρή αντίσταση του Κάρχαμωντ’λι, ο οποίος δεν ήταν καθόλου αδύναμος μάγος· η θέλησή του ήταν τόσο δυνατή και εκπαιδευμένη όσο της Φαίδρας – ίσως και περισσότερο. Αλλά δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει και εκείνη και τον Σάμελκον συγχρόνως· η άμυνά του άρχισε να λυγίζει, και ο δαίμονάς του να χάνει τη μάχη με την Πολεμική Καρδιά: η Φαίδρα το διαισθανόταν πως ήταν καταπονημένος.

Και τώρα είδε τον σκοτεινό, ακανθώδη θεό να υποχωρεί, προς τους αμμόλοφους. Η Πολεμική Καρδιά έκανε να τον ακολουθήσει, αλλά η μάγισσα την κράτησε πίσω, τραβώντας την μέσα στον κατοπτρόλιθο του βραχιολιού της παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της· διότι, έτσι αγριεμένη όπως ήταν, μπορεί να σκότωνε ακόμα και τον Αβέρναλ, αν τον έβρισκε πίσω απ’τους αμμόλοφους.

«Ποιοι είν’ αυτοί;» είπε, τότε, ο Ραμπνάιλ, χωρίς να μιλά στη Φαίδρα· αλλά εκείνη έστρεψε το βλέμμα της για να κοιτάξει προς τη μεριά που έδειχνε ο πρώην επαναστάτης.

Όπως επίσης κι ο Ζαώρδιλ είχε στραφεί για να κοιτάξει. «Δεν ξέρω…» είπε.

Καμια ντουζίνα άνθρωποι ζύγωναν από τα βόρεια. Πυροβολώντας τον Εύβουλο και τους Επιφανείς Κρανοφόρους.

*

Παγίδα! σκέφτηκε ο Εύβουλος βλέποντας τους καινούργιους που ζύγωναν. «Κι άλλοι καταραμένοι Ζωντανοί-Νεκροί!» Και οι μισθοφόροι του ήταν πολύ λίγοι για να τους αντιμετωπίσουν όλους κι από τις δυο μεριές. Ο Εύβουλος είχε μαζί του μόνο οκτώ πολεμιστές και την πιλότο (που δεν ήταν Επιφανής Κρανοφόρος αλλά άνθρωπος του Αρχισυγκλητικού μονάχα) – και ο ένας από τους πολεμιστές του είχε πάει να κυνηγήσει τον Αβέρναλ και δεν είχε επιστρέψει. Ακόμα μία ήταν τραυματισμένη, από πιστολιά του δημοσιογράφου: ελαφρά, ευτυχώς, καθώς η αλεξίσφαιρη πανοπλία της είχε ανακόψει τη δύναμη της ριπής.

«Υποχωρήστε!» φώναξε ο Εύβουλος στους μισθοφόρους του. «Μαζί μου! Μαζί μου!» Κι έτρεξε, σκυμμένος, προς το δάσος ενώ πυροβολούσε συνεχόμενα αυτούς που πλησίαζαν από τα βόρεια.

Ο Κάρχαμωντ’λι έστειλε, προς στιγμή, τον Νυχτερινό Επισκέπτη των Αιματοπότιστων Πεδίων εναντίον τους, πανικοβάλλοντάς τους, κάνοντάς τους να πεταχτούν πίσω ουρλιάζοντας.

Ο Εύβουλος μπήκε στη βλάστηση, και οι άνθρωποί του τον ακολούθησαν.

Όταν, μετά από κάποια απόσταση, ένας γρυλαίος παρουσιάστηκε μπροστά τους, τον γέμισαν σφαίρες και τον κάρφωσαν με λεπίδες, σωριάζοντάς τον νεκρό ανάμεσα στις μεγάλες ρίζες και στο χορτάρι.

«Να πάρουμε τα κέρατά του, Εύβουλε;» ρώτησε ένας Επιφανής Κρανοφόρος, γιατί ήταν γνωστό πως είχαν κάποια αξία.

Ο Εύβουλος κοίταξε πίσω τους, τη σκοτεινή βλάστηση. Αφουγκράστηκε επίμονα. Κανένας δεν πρέπει να τους ακολουθούσε. «Πάρτε τα,» αποκρίθηκε. Και προς τον μάγο: «Στείλε τον δαίμονά σου να δει άμα μας καταδιώκουν.»

«Δε νομίζω, Εύβουλε.»

«Στείλε τον, είπα.»

Ο Κάρχαμωντ’λι υπάκουσε.

*

Ο Ζαώρδιλ ο Σκοτωμένος και οι Ζωντανοί-Νεκροί κατέβηκαν από το πλοιάριό τους για να βαδίσουν επάνω στη γεμάτη με σφαίρες και κάλυκες αμμουδιά και να συναντήσουν τον Όρκιβελ τον Μουντζουρωμένο και καμια ντουζίνα από τους πειρατές του. Ανάμεσά τους, και κοντά στον αρχιπειρατή, στέκονταν η Έρικα και ο Αβέρναλ.

«Γιατί ξεκινήσατε χωρίς εμένα;» είπε η Έρικα αμέσως στον Ζαώρδιλ, προτού κανένας άλλος προλάβει να μιλήσει.

«Βιαζόμασταν,» αποκρίθηκε μονάχα ο Σκοτωμένος, ανασηκώνοντας τους ώμους· και είδε εκείνο το συνηθισμένο στραβό χαμόγελο να παρουσιάζεται στο πρόσωπό της.

«Ούτε ευχαριστώ ούτε τίποτα;» παραπονέθηκε ο Όρκιβελ.

«Ευχαριστούμε, αφεντικό,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ. «Αλλά, όπως βλέπεις, είχαμε την κατάσταση υπό έλεγχο – ενώ τώρα ο Εύβουλος και οι λακέδες του μας ξέφυγαν.»

«Υπό έλεγχο;» γέλασε ο Όρκιβελ. «Εμένα μού φάνηκε πως ήσασταν πάτσι. Κι επιπλέον, ένας γρυλαίος ήταν έτοιμος να φάει ζωντανό τον δημοσιογράφο σας – οπότε μας χρωστάτε χάρη, και περιμένω λεφτά γι’αυτό.»

Ο Ζαώρδιλ τον αγριοκοίταξε.

Ο Αλέξανδρος ο Δασύς, σαν να ήθελε ν’αλλάξει οπωσδήποτε την κουβέντα, είπε: «Τι ήταν αυτός ο δαίμονας που έστειλαν καταπάνω μας;»

«Ένας παλιός φίλος,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ. «Φαίνεται πιο επικίνδυνος απ’ό,τι είναι.»

«Που λέει ο λόγος,» πρόσθεσε ο Σάμελκον’λι.

«Θα κυνηγήσουμε, λοιπόν, τώρα τον Εύβουλο ή όχι;» ρώτησε ο Νικηφόρος ο Κολπατζής.

Ο Ζαώρδιλ ήταν διστακτικός. «Ακόμα κι αν κάπως οι Επιφανείς Κρανοφόροι καταφέρουν να φύγουν ζωντανοί από το νησί, μάλλον δεν θα έχουν καταλάβει τι ακριβώς συνέβη ώστε ο Αρχισυγκλητικός να μπορέσει να κατηγορήσει τον Βασιληά Ράνελμον για βρόμικο παιχνίδι–»

«Μας έχουν καταλάβει, αρχηγέ,» είπε η Φαίδρα’λι.

Ο Ζαώρδιλ στράφηκε να την κοιτάξει. «Πώς το ξέρεις, μάγισσα;»

«Η Πολεμική Καρδιά αναγνώρισε τον δαίμονα του Κάρχαμωντ’λι, και ο δαίμονας του Κάρχαμωντ’λι είμαι βέβαιη πως αναγνώρισε την Πολεμική Καρδιά.»

«Επομένως, ο Εύβουλος θα ξέρει τώρα πως εμείς είμαστε που του επιτεθήκαμε…»

Η Φαίδρα ένευσε. «Έτσι νομίζω. Αποκλείεται ο Κάρχαμωντ’λι να μ’έχει ξεχάσει.»

«Το Πεπρωμένο των Δαιμόνων…» καταράστηκε ο Ζαώρδιλ.

«Πρέπει, οπότε, να τους κυνηγήσουμε;» είπε η Ραβάσλι. «Δε νομίζω νάναι και πολύ συνετό, μέσα σ’αυτό το δάσος, ενώ νυχτώνει.»

«Και μην ξεχνάς τους μεγάλους πιθήκους,» πρόσθεσε ο Νικηφόρος. Και προς τον Ζαώρδιλ: «Σκοτωμένε, οι γρυλαίοι θα φάνε τον Εύβουλο και τους δικούς του για βραδινό. Πάμε σπίτι μας, και τελείωσε.»

«Είσαι σοβαρός;» μούγκρισε ο Ζαώρδιλ. «Νομίζεις ότι οι Επιφανείς Κρανοφόροι θα σκοτωθούν από κάτι θηρία; Και δεν έχουν μόνο όπλα μαζί τους αλλά και τον δαίμονα του Κάρχαμωντ’λι!»

«Ο αρχηγός έχει δίκιο,» είπε η Φαίδρα. «Ο δαίμονας του Κάρχαμωντ’λι φτάνει για να τρομάξει τους γρυλαίους και να τους κρατήσει μακριά από τον Εύβουλο και τους μισθοφόρους του.»

«Νομίζω,» είπε η Έρικα, «πως το πιο απλό είναι να τους κόψουμε κάθε διέξοδο από το νησί. Και ο μόνος τρόπος για να φύγεις από εδώ είναι ή με αυτό» – έδειξε το πεσμένο ελικόπτερο – «ή με πλεούμενο. Επομένως, κατά πρώτον, ας πάρουμε το ελικόπτερο αν δεν είναι τόσο κατεστραμμένο ώστε να μη μπορεί να πετάξει· ή, αν είναι τόσο κατεστραμμένο, ας το ανατινάξουμε καλού-κακού. Κατά δεύτερον, ο Όρκιβελ και οι δικοί του μπορούν να μείνουν κοντά στο νησί παραφυλώντας· και μόλις δουν τον Εύβουλο και τους μισθοφόρους του να πάνε να φύγουν με πλεούμενο, τους επιτίθενται.»

«Μια στιγμή–» έκανε ο Όρκιβελ.

Αλλά ο Σκοτωμένος τον διέκοψε, ρωτώντας την Έρικα: «Τι πλεούμενο; Φτιαγμένο από κορμούς δέντρων;»

«Πολύ πιθανόν. Τι άλλος τρόπος υπάρχει;»

«Εγώ δεν συμφώνησα μ’αυτό το σχέδιο!» τόνισε ο Όρκιβελ. «Και δεν παίρνω διαταγές από εσάς.»

Ο Ζαώρδιλ και η Έρικα στράφηκαν να τον ατενίσουν. «Διαφωνείς να μας βοηθήσεις;» ρώτησε η δεύτερη.

«Δωρεάν, ναι, διαφωνώ. Πολύ έντονα.» Ο πειρατής σταύρωσε τα χέρια του μπροστά του.

«Θα σε πληρώσουμε, τότε,» του είπε η Έρικα.

Ο Ζαώρδιλ την κοίταξε υψώνοντας ένα φρύδι. «Θα τον πληρώσουμε;»

«Θα τον πληρώσουμε.»

Κεφάλαιο Εικοστό-Πρώτο
Οι Σπηλιές της Ακτής· οι Αναμνήσεις της Μάγισσας

Το ελικόπτερο δεν ήταν κατεστραμμένο· λειτουργούσε. Οι μηχανές του δεν είχαν καμία βλάβη. Το ένα του φτερό ήταν μόνο λιγάκι στραπατσαρισμένο, καθώς και ο ένας του έλικας. Μπορούσε να πετάξει, αν και χρειαζόταν προσοχή, είπε η Ανταρλίδα’μορ. «Ο πιλότος θα πρέπει νάναι καλός,» προειδοποίησε.

Ο Ζαώρδιλ κοίταξε ερωτηματικά την Έρικα.

«Θα προσπαθήσω,» αποκρίθηκε εκείνη ανασηκώνοντας τους ώμους.

Από δίπλα ακούστηκε ένας δυνατός κρότος καθώς το Δαγκωτό Φιλί, το ξίφος του Νικηφόρου του Κολπατζή, έσπαγε, επάνω σ’έναν βράχο, τη μικρή αλυσίδα που συνέδεε τις χειροπέδες του Αβέρναλ.

«Αν είναι καλύτερα να τ’ανατινάξουμε, πες το,» τόνισε ο Ζαώρδιλ.

«Σου είπα: θα προσπαθήσω,» επέμεινε η Έρικα.

«Καλώς. Θα πάμε, λοιπόν, εσύ, εγώ, και η Ανταρλίδα – μήπως οι μαγικές της ικανότητες μάς χρειαστούν. Οι άλλοι θα φύγουν με το πλοιάριο.»

Η Έρικα δεν έφερε αντίρρηση. Ούτε κανένας άλλος.

Ο Όρκιβελ και οι πειρατές του είχαν ήδη φύγει. Είχαν μπει στη βάρκα με την οποία είχαν έρθει και είχαν επιστρέψει στο πλοίο τους, το Σπαθί του Ωκεανού. Θα έμεναν εδώ, κοντά στο Δεντρονήσι, είχαν υποσχεθεί, περιπολώντας, και μόλις έβλεπαν τη σχεδία του Εύβουλου να φεύγει θα την πλησίαζαν και θα πυροβολούσαν τους πάντες επάνω της. Μετά, φυσικά, θα τους έκλεβαν ό,τι είχαν. Αυτή, όμως, δεν ήταν αρκετή αμοιβή για τους κουρσάρους· ήθελαν κι άλλα χρήματα, τα οποία η Έρικα τούς είχε υποσχεθεί: και τα οποία οι Ζωντανοί-Νεκροί θα τους έδιναν από τις δικές τους απολαβές για την προστασία του βασιλικού παλατιού της Νουσράκλης. Τριακόσια κύματα, αν ο Εύβουλος και οι μισθοφόροι του επιχειρούσαν να φύγουν από το νησί μέσα σε τρεις μέρες το πολύ (όπως ήταν και το αναμενόμενο)· περισσότερα, αν ο Εύβουλος και οι μισθοφόροι του έμεναν πιο πολλές μέρες στο νησί.

Του Ζαώρδιλ δεν του άρεσε που θα έδινε μέρος των απολαβών των Ζωντανών-Νεκρών σ’αυτούς τους πειρατές, αλλά είχε συμφωνήσει, γιατί αν δεν έμεναν εδώ ο Όρκιβελ και οι κουρσάροι του, ποιος θα έμενε; Οι Ζωντανοί-Νεκροί; Και θ’άφηναν τη Νουσράκλη απροστάτευτη; Δε μπορούσαν να το κάνουν από τώρα αυτό, εκτός αν ο Βασιληάς Ράνελμον τούς το ζητούσε – και δεν τους το είχε ζητήσει ακόμα. Ο Ζαώρδιλ σκόπευε να το συζητήσει μαζί του όταν επέστρεφαν στο παλάτι. Για την ώρα, όμως, το να μείνουν εδώ ο Όρκιβελ και οι δικοί του ήταν καλή ιδέα, διότι οι Επιφανείς Κρανοφόροι μπορεί να προσπαθούσαν να φύγουν ακόμα και μόλις ξημέρωνε, αν εργάζονταν πυρετωδώς όλη τη νύχτα για να φτιάξουν σχεδία. Και δεν είχαν κανέναν λόγο να καθυστερήσουν αλλά πολλούς λόγους να βιαστούν.

Ο Ζαώρδιλ στράφηκε στην Πεταλούδα της Θάλασσας. «Θα τους πας εκεί όπου είπαμε ότι θα μεταφέρουμε τον Αβέρναλ. Τίποτα δεν αλλάζει στο βασικό μας σχέδιο.»

Εκείνη ένευσε. «Φυσικά, αρχηγέ.»

Το μέρος όπου θα μετέφεραν τον Αβέρναλ για να τον κρύψουν ήταν ένα νησί που ονομαζόταν Ριγκάλμεκ, και βρισκόταν εκατό, περίπου, χιλιόμετρα δυτικά της Νουσράκλης. Ο Όρκιβελ ήταν που το είχε προτείνει, καθώς και τις λαβυρινθώδεις σπηλιές σ’ένα σημείο των νότιων ακτών του. «Διάφοροι έχουν πάει εκεί κατά καιρούς για να κρυφτούν,» είχε πει η Έρικα στον Ζαώρδιλ, «αλλά το μέρος δεν είναι πολύ γνωστό, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Όρκιβελ· μόνο οι πιο υποψιασμένοι πειρατές το ξέρουν. Ορισμένοι, μάλιστα, καταχωνιάζουν και θησαυρούς εκεί, και είναι πολύ δύσκολο να τους βρεις εκτός αν ξέρεις ακριβώς πού να ψάξεις. Επίσης, ένας θεός περιφέρεται στα σπήλαια αλλά δεν σε πειράζει αν δεν τον πειράξεις.» Κι όταν ο Ζαώρδιλ την είχε ρωτήσει «Τι θεός;» εκείνη είχε αποκριθεί: «Ένας γιγάντιος κάβουρας· έτσι είπε ο Όρκιβελ.»

Τώρα, ο Σκοτωμένος είπε στους ανθρώπους του: «Ξεκινάμε, λοιπόν.»

Οι περισσότεροι μπήκαν στο πλοιάριο, μαζί με τον Αβέρναλ, και βάζοντας μπροστά τις μηχανές του έπλευσαν προς τα δυτικά, για το Ριγκάλμεκ. Ο Ζαώρδιλ, η Έρικα, και η Ανταρλίδα’μορ, που είχαν μείνει πίσω, ανέβηκαν στο ελικόπτερο και η δεύτερη κάθισε στο πιλοτήριο. Ο Σκοτωμένος πήρε θέση πλάι της, ενώ έβλεπε τη μάγισσα να κάνει κάποιο ξόρκι, για να ελέγξει ίσως τα μηχανικά συστήματα του αεροσκάφους.

Η Έρικα ενεργοποίησε τις μηχανές και οι έλικες άρχισαν να περιστρέφονται. Ο ένας από τους δύο – αυτός που ήταν χτυπημένος, μάλλον, υπέθεσε ο Ζαώρδιλ – έκανε έναν δαιμονισμένο θόρυβο.

«Προσπάθησε να μη μας ρίξεις πουθενά,» είπε ο Σκοτωμένος.

«Όπου είναι να πάμε θα πάμε μαζί,» αποκρίθηκε η Έρικα χαμογελώντας λιγάκι λοξά.

«Τι ωραία που τα λες…»

Το ελικόπτερο υψώθηκε από την αμμουδιά, και η Έρικα το οδήγησε προς τα νότια. Ο Ζαώρδιλ δεν το αισθανόταν να πετά και πολύ καλά, όμως πετούσε, και δεν έμοιαζε να κινδυνεύει άμεσα να πέσει.

«Θα το πάμε στη Νουσράκλη;» είπε.

«Δε θα το πρότεινα. Μπορεί ο Αρχισυγκλητικός να έχει πράκτορές του εκεί – σίγουρα έχει πράκτορές του εκεί – οι οποίοι ίσως να το δουν να επιστρέφει και να τους φανεί παράξενο.»

«Μες στη νύχτα; Θα πρέπει να κοιτάζουν με μαγικά ενισχυμένα κιάλια για να το αναγνωρίσουν. Κι ακόμα κι αν έχουν τη δυνατότητα να ενισχύουν μαγικά τα κιάλια τους, τι λόγο μπορεί να έχουν να κοιτάνε τον ουρανό τέτοια ώρα;»

Η Έρικα το σκέφτηκε για λίγο, ενώ έκανε δοκιμαστικούς κύκλους πάνω απ’το νησί. Ύστερα είπε: «Δεν έχει νυχτώσει τελείως ακόμα.»

«Ας περιμένουμε, τότε, να νυχτώσει προτού επιστρέψουμε στη Νουσράκλη. Αλλιώς, πού να πάμε να το αφήσουμε; Αφού το κλέψαμε που το κλέψαμε, ας μην πάει χαμένο.»

«Έχεις κάποιο δίκιο,» παραδέχτηκε η Έρικα, και προσγείωσε το ελικόπτερο στην αμμουδιά ξανά.

Βγήκαν από μέσα του και στάθηκαν σε κάποια απόσταση από το κύμα, έχοντας τα όπλα τους στα χέρια για παν ενδεχόμενο.

«Πώς το είδες εσύ, μάγισσα;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ. «Όλα εντάξει;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα’μορ. «Θέλει, βέβαια, κάποιες επισκευές, εννοείται…»

Ο Ζαώρδιλ ένευσε, συμφωνώντας. Κι εκείνος μπορούσε να το καταλάβει αυτό, παρότι δεν ήταν μάγος του τάγματος των Τεχνομαθών.

Καθώς περίμεναν να πέσει η νύχτα για τα καλά, άκουσαν απόμακρα μερικούς πυροβολισμούς.

«Οι φίλοι μας οι Κρανοφόροι κυνηγάνε γρυλαίους,» είπε ο Ζαώρδιλ, ενώ η Έρικα κοίταζε ανήσυχα προς τη σκοτεινή βλάστηση.

«Ή οι γρυλαίοι κυνηγάνε αυτούς,» πρόσθεσε η Ανταρλίδα’μορ. «Στις περιοχές τους είναι πολύ επικίνδυνοι, Σκοτωμένε. Όταν ήμουν με τους Ξένους, είχα ακούσει ότι μια φορά είχαν εξοντώσει μια ολόκληρη μισθοφορική ομάδα που είχε προσπαθήσει να περάσει μέσα από ένα λαγκάδι που το θεωρούσαν δικό τους.»

Όταν νύχτωσε, ανέβηκαν ξανά στο ελικόπτερο και η Έρικα το οδήγησε προς τα νότια και ανατολικά, κοντά στις ακτές του νησιού της Νουσράκλης. Η πρωτεύουσα του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων δεν ήταν μακριά, έτσι σύντομα έφτασαν από πάνω της, βλέποντας τα φώτα των οικοδομημάτων της να σκίζουν τη νύχτα. Η Έρικα πιλόταρε το ελικόπτερο προς το βασιλικό παλάτι της πόλης και ζήτησε άδεια προσγείωσης μέσω τηλεπικοινωνιακού πομπού, δηλώνοντας ποια ήταν. Η άδεια δόθηκε αμέσως, και η Έρικα κατέβασε το αεροσκάφος στο ελικοδρόμιο επάνω σε μια από τις οροφές του παλατιού. Πολεμιστές της βασιλικής φρουράς είχαν ήδη συγκεντρωθεί εκεί, καθώς κι ο ίδιος ο Βασιλικός Αρχιφρουρός Αλκάμελ. Μάλλον φοβόνταν για κάποια απάτη, όμως όταν είδαν να βγαίνουν από το ελικόπτερο μονάχα τρεις γνωστοί τους άνθρωποι φάνηκαν να χαλαρώνουν.

«Τι έγινε;» ρώτησε ο Αλκάμελ πλησιάζοντας τον Ζαώρδιλ, την Έρικα, και την Ανταρλίδα’μορ ενώ οι πολεμιστές του έμεναν πίσω.

«Ο δημοσιογράφος διασώθηκε, όπως είχαμε σχεδιάσει,» απάντησε ο Σκοτωμένος. «Όμως παρουσιάστηκε ένα πρόβλημα: Οι Επιφανείς Κρανοφόροι είναι ακόμα ζωντανοί.»

«Γιατί επιστρέψατε εδώ, τότε;» έκανε αμέσως ο Αλκάμελ. «Η συμφωνία μας ήταν ότι οι άνθρωποι του Αρχισυγκλητικού θα σκοτώνονταν! Ο Βασιληάς–»

«Μη βιάζεσαι. Σύντομα θα πεθάνουν. Έχουμε βάλει ανθρώπους να τους παραφυλάνε. Οδήγησέ μας στον Μεγαλειότατο και θα εξηγήσουμε και στους δυο σας τι ακριβώς έγινε.»

Ο Αλκάμελ τούς έγνεψε να τον ακολουθήσουν, καθώς τους έστρεφε την πλάτη αρχίζοντας να βαδίζει προς τη σκάλα του ελικοδρόμιου.

*

Οι αντανακλάσεις του δύοντες ήλιου επάνω στον Ωκεανό τούς χτυπούσαν στα μάτια καθώς το πλοιάριό τους ταξίδευε προς τα δυτικά. Η Φαίδρα, όμως, δεν κοιτούσε τη θάλασσα, και το φως δεν την ενοχλούσε· παρότι άλλοι είχαν φορέσει σκούρα γυαλιά, εκείνη αυτό ούτε που το είχε σκεφτεί. Το μυαλό της βρισκόταν πάλι στον Φέκταρελ. Αναρωτιόταν πού να είχε πάει. Κρυβόταν κάπου μέσα στο Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων; Ή είχε πάρει κάποια βάρκα, κάποιο πλοίο, και είχε φύγει; Μπα, μάλλον όχι· ο Φέκταρελ πάντοτε προτιμούσε την ξηρά. Κάπου μέσα στο Βασίλειο ήταν, και κρυβόταν.

Δεν έπρεπε να του είχα μιλήσει έτσι, αλλά κι αυτός το πήρε πολύ σοβαρά! Πιο σοβαρά απ’ό,τι όφειλε. Σε τελική ανάλυση, η συμπεριφορά του είναι παράξενη· τι περίμενε; να μην είμαι θυμωμένη μαζί του;

Ίσως, όμως, η ξαφνική φυγή του Φέκταρελ να μην οφειλόταν στο πώς του είχε μιλήσει η Φαίδρα αλλά σε κάτι άλλο. Σε τι ακριβώς, δεν μπορούσε εκείνη τώρα να μαντέψει· όμως, αν ήταν έτσι, πρέπει αναμφίβολα να σχετιζόταν μ’αυτό που του συνέβαινε. Όπως κι εκείνα τα μάτια… Εκείνα τα μάτια με τα οποία την είχε κοιτάξει όταν νόμιζε πως η Φαίδρα κοιμόταν… Εκείνα τα μάτια που έμοιαζαν σχεδόν να μην είναι δικά του… και κάπου τα έχω ξαναδεί. Σε κάποιον άλλο, όχι στον Φέκταρελ. Πού;

Πού;

Καθώς το πλοιάριο κατευθυνόταν προς τα δυτικά και ο ήλιος βυθιζόταν στον Ωκεανό, η Φαίδρα έφερνε ξανά στο μυαλό της όλα όσα είχαν περάσει εκείνη και οι υπόλοιποι Ζωντανοί-Νεκροί από τότε που έφυγαν από τις υπηρεσίες του Ηγεμόνα της Νασόλκαθ. Ένα-ένα, όλα τα γεγονότα. Όλες τις δουλειές που είχαν αναλάβει. Όλες τις συγκρούσεις. Και οτιδήποτε τής είχε φανεί παράξενο. Όπως τα είχε γράψει και στο ημερολόγιό της, προσπαθώντας και τότε να βγάλει μια άκρη (και αποτυχαίνοντας).

Τα μάτια, απρόσμενα, παρουσιάστηκαν πάλι μπροστά της!

Η Φαίδρα θυμήθηκε πού τα είχε ξαναδεί. Πού είχε ξαναδεί εκείνη την αλλόκοτη γυαλάδα.

Ο Βέρκαμωντ! Ο λήσταρχος που οι Ζωντανοί-Νεκροί, σε συνεργασία με τις Μελανοκυράδες του Πολέμου, είχαν κατατροπώσει στα Όρη Κράκμακωθ, ανατολικά της Λάεντριλ. Αυτού τα μάτια γυάλιζαν έτσι· η Φαίδρα τώρα το θυμόταν πολύ καλά. Αλλά, επίσης, η όψη του Βέρκαμωντ ήταν φριχτή, παραμορφωμένη. Επειδή είχε έρθει σε επαφή με τον σκοτεινό θεό Ταρνατάρ’σακ, τον οποίο λατρεύουν κυρίως οι ρους’κρούουμ και κανονικά οι άνθρωποι πεθαίνουν όταν έρχονται σε επαφή μαζί του. Ο Βέρκαμωντ είχε αποκτήσει παράξενες δυνάμεις ύστερα από τη συνάντησή του με τον Ταρνατάρ’σακ στις σήραγγες κάτω από τα Όρη Κράκμακωθ: έλεγαν πως μπορούσε να βλέπει στο σκοτάδι, πως οι αισθήσεις του ήταν τρομερά διευρυμένες (άκουγε πολύ μακριά, οσμιζόταν πολύ μακριά, ένιωθε μακρινές δονήσεις της γης κάτω από τα πόδια του), και είχε την ικανότητα ν’αλλάζει τη γεωγραφία των υπόγειων περασμάτων. Το τελευταίο ήταν το πιο τραβηγμένο, αλλά και το μόνο που η Φαίδρα είχε κάποια ένδειξη ότι πιθανώς να ίσχυε. Όταν οι Ζωντανοί-Νεκροί και οι Μελανοκυράδες είχαν εισβάλει στο άντρο του Βέρκαμωντ, στα Όρη Κράκμακωθ, κάποια πολύ περίεργα πράγματα είχαν συμβεί. Είχαν μπλεχτεί εκεί μέσα με τρόπους που έμοιαζαν εξωπραγματικοί, λες κι οι σήραγγες και οι σπηλιές ν’άλλαζαν θέσεις· και η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων είχε πει στη Φαίδρα ότι αισθανόταν την επιρροή κάποιου πολύ ισχυρού θεού παντού γύρω τους.

Στο τέλος, όμως, είχαν σκοτώσει τον Βέρκαμωντ και διαλύσει τους ληστές του. Ό,τι δυνάμεις κι αν του είχε προσφέρει ο Ταρνατάρ’σακ, δεν ήταν αρκετές για να του δώσουν τη νίκη εναντίον της συμμαχίας των Ζωντανών-Νεκρών και των Μελανοκυράδων του Πολέμου. Όμως είχαν δυσκολευτεί για να τον κατατροπώσουν, και ο Φέκταρελ είχε τραυματιστεί στην τελευταία συμπλοκή μαζί του. Γι’αυτό, άραγε, τώρα τα μάτια του γυάλιζαν έτσι, όπως του Βέρκαμωντ;

Ο Φέκταρελ, όμως, δεν ήταν ο μόνος που τραυματίστηκε! σκέφτηκε η Φαίδρα κοιτάζοντας, καθισμένη, το κατάστρωμα του πλοιαρίου και μη βλέποντάς το καθόλου. Και ο Σκοτωμένος τραυματίστηκε. Κι άλλοι επίσης. Οι περισσότεροι τραυματιστήκαμε εκεί. Ακόμα κι εγώ. Κανένας δεν είχε αποκτήσει περίεργα μάτια, ούτε κάτι άλλο παράξενο τού είχε συμβεί.

Αλλά κανένας, σε αντίθεση με τον Φέκταρελ, δεν είχε χτυπηθεί από τον ίδιο τον Βέρκαμωντ. Η Φαίδρα θυμόταν πολύ καλά, παρά τον καιρό που είχε περάσει, ότι ο λήσταρχος είχε τραυματίσει τον Αρχιανιχνευτή με το σπαθί του: μια κυματιστή, οδοντωτή λεπίδα που έμοιαζε νάναι βγαλμένη από εφιάλτη, γεμάτη με χαράγματα τα οποία κανείς δεν μπορούσε να διαβάσει και ίσως – ίσως – να σχετίζονταν με τον Ταρνατάρ’σακ.

Πώς είναι δυνατόν, όμως, ο Ταρνατάρ’σακ να έχει επηρεάσει τον Φέκταρελ; αναρωτιόταν η Φαίδρα. Δε θα αισθανόταν η Καρδιά της Συναγωγής την παρουσία του υπόγειου θεού επάνω του; Δε θα εντόπιζα εγώ κάτι, με τη μαγεία μου; Παράξενο… Πολύ παράξενο…

Εκείνος ο ιερέας, πάντως, ο Αθάνατος, κάτι είχε όντως διαισθανθεί, αλλιώς δεν θα έλεγε στην Έρικα ό,τι της είχε πει. Τώρα όλα έβγαζαν νόημα. Ο Αθάνατος είχε καταλάβει ότι ο Φέκταρελ ήταν επηρεασμένος από τον Ταρνατάρ’σακ. Αλλά πώς; Πώς το είχε αντιληφτεί, όταν ακόμα κι ο θεός της Φαίδρας δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτα;

Δεν πρέπει να είναι κάποιο πνεύμα που κρύβεται μέσα στον Φέκταρελ… Αλλά, αν όχι πνεύμα, τι;

Ακόμα ένας γρίφος, μα τις Λάμιες! Η Φαίδρα αισθανόταν το κεφάλι της να πονά.

Σηκώθηκε όρθια και κοίταξε τη θάλασσα, τινάζοντας τα πράσινα μαλλιά της στον άνεμο. Ο ήλιος είχε δύσει, διαπίστωσε. Το φεγγαρόφωτο αντανακλούσε πάνω στα κύματα. Η νόησή της γλίστρησε ακούσια, προς στιγμή, στον αντίστροφο κόσμο, και η Φαίδρα διάβασε εκεί τη Γλώσσα, ανάμεσα από τις αντανακλάσεις, τις σκιές, το φως, τους χρωματισμούς και τις κινήσεις της θάλασσας: Γαλήνη… Γαλήνη/Ροή… Γαλήνη…

Πήρε το μυαλό της από τον αντίστροφο κόσμο, ο οποίος δεν ασκούσε πλέον τόσο μεγάλη έλξη επάνω της όσο παλιά. «Είμαστε μακριά ακόμα;» ρώτησε τον Νικηφόρο.

«Υποθέτω πως όχι,» της αποκρίθηκε εκείνος.

«Ρώτα την Πεταλούδα.»

«Είμαι σίγουρος πως, αν είχε χαθεί, κάτι θα μας έλεγε, μάγισσα.»

Μετά από καμια ώρα ταξιδιού ακόμα, έφτασαν κοντά σ’ένα νησί, όχι τόσο μεγάλο όσο της Νουσράκλης αλλά ούτε, φυσικά, και τόσο μικρό όσο το Δεντρονήσι.

«Το Ριγκάλμεκ, λογικά,» είπε η Ραβάσλι.

«Πεταλούδα!» φώναξε ο Νικηφόρος στην πιλότο. «Φτάσαμε;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, κι ακολούθησε τις νότιες ακτές του νησιού, κόβοντας ταχύτητα. «Ψάξτε για τις σπηλιές!»

«Δεν πρέπει νάναι δύσκολο να τις βρούμε,» είπε ο Νικηφόρος, «αλλά, για καλό και για κακό, μάγισσα, κι επειδή είναι νύχτα….» Έτεινε τα κιάλια του προς το μέρος της. Η Φαίδρα’λι ύφανε γρήγορα ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως επάνω τους και ο Νικηφόρος τα έφερε στα μάτια του κοιτάζοντας τις ακτές.

Συγχρόνως, και ο Χαρσάντιλ κοίταζε, με δικά του κιάλια.

Η αλήθεια, όμως, ήταν ότι κιάλια δεν χρειάζονταν. Ακόμα κι η Φαίδρα είδε αμέσως τις σπηλιές όταν βρέθηκαν κοντά τους. Δεν μπορούσες να μην τις προσέξεις. Ένα μεγάλο τμήμα της ακτής ήταν όλο ψηλές πέτρες και ανοίγματα ανάμεσά τους, πολλά από τα οποία αναμφίβολα επικίνδυνα για να περάσει ακόμα και μικρή βάρκα.

«Μέρος για ανώμαλους,» είπε ο Νικηφόρος κατεβάζοντας τα κιάλια από τα μάτια του. Και προς τον Αβέρναλ: «Χωρίς να θέλω να υπονοήσω τίποτα, δημοσιογράφε.»

Εκείνος ούτε μίλησε ούτε χαμογέλασε. Πάντως, αν έκρινε η Φαίδρα από την όψη του, δεν του άρεσε και τόσο που θα αναγκαζόταν να μείνει εδώ, έστω και προσωρινά.

Η Ραβάσλι είπε στον Σάμελκον’λι: «Είναι κοντά εκείνος ο θεός για τον οποίο μας προειδοποίησε ο Σκοτωμένος;»

Ο μάγος αμόλησε τον Τελευταίο Στραγγαλιστή του Αλαργινού Δάσους από την πρασινόπετρα στην αγκράφα της ζώνης του, κι ένα κροτάλισμα σαν από κόκαλα ακούστηκε, το οποίο απομακρύνθηκε από τη βάρκα. Ο Σάμελκον’λι στεκόταν συνοφρυωμένος, εστιασμένος πνευματικά στον θεό του.

Η Φαίδρα δεν θέλησε να στείλει και τον δικό της θεό μαζί του· όχι αν δεν αποδεικνυόταν απαραίτητο.

Μετά από λίγο, το κροτάλισμα επέστρεψε, και η φευγαλέα σκιά του Στραγγαλιστή βούτηξε μέσα στην πρασινόπετρα που αποτελούσε φυλακή του. «Κανένας θεός δεν είναι εδώ κοντά,» είπε ο Σάμελκον’λι.

«Σίγουρα;» ρώτησε η Ραβάσλι.

«Εκτός αν με κάποιο τρόπο κρύβεται. Θα ελέγξω και με τη μαγεία μου, όταν βγούμε.»

Η Ραβάσλι έριξε ένα βλέμμα στη Φαίδρα, η οποία δεν μίλησε, δείχνοντας ότι συμφωνούσε με τον Σάμελκον’λι.

«Λοιπόν, δημοσιογράφε,» είπε ο Νικηφόρος στον Αβέρναλ· «ώρα να βγαίνουμε.» Και έκανε νόημα στην Πεταλούδα να προσαράξει κάπου. Εκείνη οδήγησε το πλοιάριο με προσοχή προς τις σπηλιές και σταμάτησε τις μηχανές του όταν βρισκόταν σε ρηχό σημείο.

Ο Κολπατζής ήταν ο πρώτος που πήδησε έξω, βρέχοντας τα μποτοφορεμένα πόδια του στο ρηχό νερό. Στο χέρι του βαστούσε ένα οπλισμένο πιστόλι, καθώς προπορευόταν, μήπως παρουσιαστεί κανένας κίνδυνος.

Η Φαίδρα τον ακολούθησε γιατί ήξερε πως, αν κάποιος θεός ή πνεύμα πλησίαζε, η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων θα μπορούσε σίγουρα να βοηθήσει. Συγχρόνως, μουρμούρισε τα λόγια για ένα Ξόρκι Πνευματικής Ανιχνεύσεως. Τριγύρω, οι μαγικά διευρυμένες αισθήσεις της δεν εντόπισαν τίποτα, και δεν θέλησε να πιέσει περισσότερο τον εαυτό της για να επεκτείνει την ανίχνευση.

Πλάι της βάδιζε η Ραβάσλι. Πίσω της έρχονταν ο Αβέρναλ, ο Ραμπνάιλ, ο Χαρσάντιλ, και ο Σάμελκον’λι. Οι υπόλοιποι είχαν μείνει στο πλοιάριο. Δεν ήταν φρόνιμο όλοι να μπουν στις σπηλιές· το μέρος ήταν γεμάτο πέτρες και νερά: επικίνδυνο στο βάδισμα. Ο Νικηφόρος είχε ανάψει έναν φακό για να βλέπουν, καθώς επίσης και η Ραβάσλι κι ο Χαρσάντιλ.

«Πού θες να σ’αφήσουμε, δημοσιογράφε;» ρώτησε ο Κολπατζής, καθώς περνούσαν από τη μια σπηλιά στην άλλη και η Φαίδρα νόμιζε πως είχε ήδη αρχίσει να αποπροσανατολίζεται, σχεδόν σαν να βρίσκονταν ξανά στο άντρο του Βέρκαμωντ.

«Κανένα απ’αυτά τα μέρη δεν μου γεννά την εμπιστοσύνη,» αποκρίθηκε ο Αβέρναλ. «Οπότε, όπου θέλετε.»

«Δε θα μείνεις τελείως μόνος,» του είπε ο Νικηφόρος, που η Φαίδρα είχε παρατηρήσει επανειλημμένως ότι γινόταν πιο σοβαρός όταν ο Σκοτωμένος έλειπε. Έπαιρνε τη θέση του αρχηγού. Εκτός αν ήταν η Νιρκέκα παρούσα, οπότε ή εκείνη ή εκείνος γινόταν προσωρινά αρχηγός της ομάδας. «Θα μείνουν και τουλάχιστον δύο άλλοι μαζί σου· έτσι είπε ο Σκοτωμένος. Λοιπόν: να σ’αφήσουμε σ’αυτή τη σπηλιά;»

«Καλά είναι εδώ,» συμφώνησε ο Αβέρναλ.

Ο Νικηφόρος στράφηκε στον Ραμπνάιλ. «Θα μείνεις με τον δημοσιογράφο;»

«Ας μείνω,» αποκρίθηκε εκείνος. «Ελπίζω μόνο να μη φαγωθούμε από το τεράστιο καβούρι που ζει σε τούτες τις σπηλιές.»

«Η Έρικα λέει πως ο πειρατής τής είπε ότι δεν σε πειράζει αν δεν το πειράξεις–»

«Θα μείνω κι εγώ,» δήλωσε ο Σάμελκον’λι.

Ο Νικηφόρος τον κοίταξε διστακτικά προς στιγμή, αλλά μετά ένευσε. «Εντάξει.»

«Κι εγώ,» είπε η Ραβάσλι.

«Δύο δεν είναι αρκετοί;» της είπε ο Νικηφόρος.

«Κι οι δύο, όμως, είναι σύντροφοί μου.»

«Όχι πια. Ξεσηκωμένοι δεν υπ–»

«Ήμασταν μαζί πολύ προτού συγκροτήσουμε τη μισθοφορική ομάδα των Ξεσηκωμένων, Νικηφόρε. Από την Επανάσταση, όπως ξέρεις.»

«Τέλος πάντων. Μείνε.»

«Τότε θα μείνω κι εγώ,» δήλωσε ο Χαρσάντιλ, που κι εκείνος ήταν παλιά Ξεσηκωμένος και μαζί τους από τον καιρό της Επανάστασης.

«Ας μην το παρακάνουμε,» του είπε η Ραβάσλι.

«Έχει δίκιο,» συμφώνησε ο Ραμπνάιλ, και ο Σάμελκον’λι έγνεψε καταφατικά· οπότε, ο Χαρσάντιλ αναγκάστηκε να συναινέσει, αν και ήταν φανερό πως δεν του άρεσε που θα τους άφηνε εδώ.

«Να προσέχετε,» τους είπε.

Ο Νικηφόρος έβγαλε απ’τον ώμο του έναν σάκο και τον έδωσε στον Αβέρναλ. «Εδώ είναι τα πράγματά σου. Θα έρθουμε να σε πάρουμε μέσα στις επόμενες ημέρες. Και αύριο, οπωσδήποτε, θα έρθουν κάποιοι για να δουν αν είστε όλοι καλά.»

Ο δημοσιογράφος ένευσε. «Σας ευχαριστώ για τη βοήθειά σας,» είπε.

«Τον Βασιληά Ράνελμον να ευχαριστείς· δεν σου κάνουμε χάρη,» αποκρίθηκε ο Νικηφόρος.

*

Ο Ζαώρδιλ, η Έρικα, και η Ανταρλίδα’μορ συνάντησαν τον Βασιληά Ράνελμον στο γραφείο του. Μαζί τους ήταν επίσης ο Βασιλικός Αρχιφρουρός Αλκάμελ, καθώς και η Πρώτη Πριγκίπισσα Σεϊλίκρα. Κανείς δεν καθόταν, όλοι ήταν όρθιοι, εκτός από την Πριγκίπισσα, ενόσω ο Ζαώρδιλ διηγιόταν στον Βασιληά τι είχε συμβεί κατά τη διάσωση του Αβέρναλ.

Η όψη του Ράνελμον σκοτείνιασε. «Ποιοι είναι αυτοί που αφήσατε να παραφυλάνε τον Εύβουλο; Είναι καλοί στη δουλειά τους; Γιατί δεν τον παραφυλάτε οι ίδιοι, Ζαώρδιλ – οι μισθοφόροι σου;»

«Ο μόνος λόγος είναι, Μεγαλειότατε, επειδή έπρεπε να επιστρέψουμε εδώ για την περιφρούρηση του παλατιού και της πόλης σας. Αν, ωστόσο, θέλετε να πάμε στο νησί για να περιμένουμε εμείς οι ίδιοι τον Εύβουλο, θα το κάνουμε.»

Ο Ράνελμον φάνηκε σκεπτικός προς στιγμή, ακουμπώντας τις γροθιές του στην επιφάνεια του γραφείου του καθώς στηριζόταν εκεί. Η Σεϊλίκρα αναδεύτηκε ανήσυχα επάνω στη δερμάτινη πολυθρόνα πίσω απ’το γραφείο, και εκείνη ήταν που μίλησε πρώτη: «Τι προτείνεις εσύ, Ζαώρδιλ; Εσύ ξέρεις από πόλεμο, σίγουρα.»

«Εξαρτάται απ’το αν πιστεύετε ότι βρίσκεστε σε κίνδυνο, Πριγκίπισσά μου,» αποκρίθηκε ο Σκοτωμένος. «Αν βρίσκεστε σε κίνδυνο – από τους Θηριόπνευστους Αδελφούς ή από οποιονδήποτε άλλο – τότε δεν θα πρότεινα να μειωθεί η δύναμή μας εδώ, στη Νουσράκλη. Αλλιώς, θα μπορούσαμε να πάμε στο νησί. Αν και…» Δίστασε να συνεχίσει.

«Τι είναι;» ρώτησε η Σεϊλίκρα.

Ο Ζαώρδιλ έριξε ένα βλέμμα στην Έρικα και, μετά, έστρεψε πάλι τα μάτια του στην Πρώτη Πριγκίπισσα και στον Βασιληά των Γεφυρωμένων Νήσων. «Οι κουρσάροι της Έρικας είναι αρκετά έμπειροι στη θάλασσα. Πιο έμπειροι από εμάς, οφείλω να ομολογήσω.»

Ο Ράνελμον είπε: «Δεν θα πάτε στο νησί. Εδώ θα μείνετε. Γιατί, έχεις δίκιο, ίσως ακόμα να υπάρχει κίνδυνος. Δε θέλω να ρισκάρω τίποτα. Τα χρήματα, όμως, για τους… άλλους ανθρώπους θα τα πληρώσω εγώ, όχι εσείς.» Δεν ήθελε να πει τη λέξη πειρατές ή κουρσάροι· προφανώς δεν του άρεσε που συνεργαζόταν με τέτοιους – ή που, μάλλον, συνεργάζονταν με τέτοιους οι μισθοφόροι που πλήρωνε.

«Αυτό,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ, «είναι γενναιόδωρο από μέρους σας, Μεγαλειότατε. Όμως δεν μπορώ να το δεχτώ. Όχι εξολοκλήρου, τουλάχιστον, γιατί είχαμε αναλάβει να εξολοθρεύσουμε τον Εύβουλο και τους Επιφανείς Κρανοφόρους και, δυστυχώς, σας απογοητεύσαμε–»

«Καταλαβαίνω, Ζαώρδιλ, ότι μπορεί να συμβούν διάφορα απρόοπτα στη δουλειά σας…»

«Δεν είναι αυτό, Βασιληά μου. Κάποιες υποσχέσεις πρέπει να τηρούνται. Πολλά εξαρτώνται από τον θάνατο των Επιφανών Κρανοφόρων αυτή τη στιγμή. Θα δεχτώ να πληρώσετε μόνο τα μισά χρήματα από ό,τι μας ζήτησαν οι κουρσάροι της Έρικας.»

Ο Ράνελμον ένευσε. «Καλώς. Είμαστε σύμφωνοι, Ζαώρδιλ.

»Και όσον αφορά τον Αβέρναλ… τον έχετε πάει σε ασφαλές μέρος, σωστά;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Σκοτωμένος. «Ώς τώρα ο δημοσιογράφος πρέπει να έχει φτάσει εκεί· και οι μισθοφόροι μου που τον συνόδεψαν θα επιστρέψουν μες στη νύχτα, αν όλα πάνε καλά.»

Ο Ράνελμον ένευσε πάλι. «Ωραία,» είπε.

Η Σεϊλίκρα τού πρότεινε: «Γιατί δεν στέλνουμε δικούς μας ανθρώπους να περικυκλώσουν αυτό το Δεντρονήσι, Ράνελμον;»

«Μα ο σκοπός είναι να μην φανεί ότι εμείς σκοτώσαμε τους ανθρώπους του Αρχισυγκλητικού!» της είπε εκείνος.

«Ο Εύβουλος το ξέρει ήδη ότι ήταν οι–»

«Γι’αυτό πρέπει να πεθάνει.»

«Ακριβώς! Επομένως, τι νόημα έχει ποιος θα τον σκοτώσει; Υπάρχει περίπτωση κανένας άλλος να μάθει ότι ήταν δικοί μας πολεμιστές;» Η Πρώτη Πριγκίπισσα ήταν φανερά πικαρισμένη που ο σύζυγός της την είχε διακόψει – ειδικά μπροστά σε τρίτους.

«Φυσικά και υπάρχει,» αποκρίθηκε ο Ράνελμον. «Πράκτορες του Αρχισυγκλητικού βρίσκονται μες στη Νουσράκλη, κατά πρώτον. Καλύτερα είναι να φανεί ότι ο Εύβουλος και οι μισθοφόροι του σκοτώθηκαν από πειρατές. Δε θέλω η δική μας ανάμιξη να υπάρχει καμια πιθανότητα να γίνει φανερή.»

«Όπως νομίζεις,» αποκρίθηκε η Σεϊλίκρα, αν και ακόμα έδειχνε να δυσπιστεί.

«Είναι κάτι άλλο που θα επιθυμούσατε να συζητήσουμε, Βασιληά μου;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ.

«Όχι,» είπε ο Ράνελμον. «Μπορείτε να πάτε να ξεκουραστείτε. Σας ευχαριστώ, ακόμα μια φορά, για τις υπηρεσίες σας.»

«Μακάρι να είχαμε κάνει καλύτερη δουλειά, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ.

Ύστερα εκείνος, η Έρικα, και η Ανταρλίδα’μορ έφυγαν απ’το γραφείο και ανέβηκαν στον όροφο όπου ο Βασιληάς των Γεφυρωμένων Νήσων τούς φιλοξενούσε.

Στη μικρή αίθουσα που αποτελούσε καθιστικό συνάντησαν τη Φρίντα – η οποία εξακολουθούσε να είναι η μοναδική μισθοφόρος-μουσικός των Ζωντανών-Νεκρών – και τη Νιρκέκα, που είχε τραυματιστεί (όχι και τόσο ελαφρά) στα αριστερά πλευρά από τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, αλλά μπορούσε ήδη να στέκεται, αν και όχι να πολεμήσει· γι’αυτό κιόλας δεν την είχαν πάρει μαζί τους στην αποστολή διάσωσης του Αβέρναλ. Επί του παρόντος ήταν καθισμένη στον καναπέ, και δίπλα της η Φρίντα. Μιλούσαν αναμεταξύ τους αλλά αμέσως σταμάτησαν μόλις ο Ζαώρδιλ, η Έρικα, και η Ανταρλίδα’μορ ήρθαν.

«Σκοτωμένε…» είπε η Νιρκέκα.

«Κανένα σημάδι του Φέκταρελ;» ρώτησε εκείνος.

«Τίποτα, δυστυχώς. Τι έγινε; Πού είν’ οι άλλοι;»

Ο Ζαώρδιλ τής είπε, καθώς η μάγισσα και η Έρικα κάθονταν και εκείνος πήγαινε να γεμίσει μερικά ποτήρια με ποτά και για τους τρεις τους. Ύστερα κάθισε κι ο ίδιος και έστριψε ένα τσιγάρο ενόσω ακόμα μιλούσε.

«Και τον εμπιστεύεστε;» ρώτησε η Φρίντα. «Τον Όρκιβελ και τους πειρατές του, εννοώ.»

«Την Έρικα ρώτα.»

Η Φρίντα κοίταξε την Έρικα.

«Δε νομίζω να μας πουλήσει,» αποκρίθηκε εκείνη. «Θέλει να βρίσκεται στο δίκτυό μου, και θέλει να πάρει και την ανταμοιβή που του υποσχεθήκαμε.»

«Εγώ πάω να κοιμηθώ τώρα,» είπε η Ανταρλίδα’μορ και, αφήνοντας το ποτήρι της παραδίπλα, σηκώθηκε από την καρέκλα της. «Εσείς σκοπεύετε να καθίσετε μέχρι να επιστρέψουν ο Νικηφόρος και οι άλλοι;» Μιλούσε κυρίως στον Ζαώρδιλ και στην Έρικα.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Σκοτωμένος, καπνίζοντας.

«Το Ριγκάλμεκ δεν είναι και τόσο κοντά στη Νουσράκλη, αρχηγέ. Εκατό χιλιόμετρα απόσταση. Μέχρι να πάνε και να έρθουν με το πλοιάριο θα περάσουν… κάπου πέντε ώρες, υποθέτω. Θες οπωσδήποτε να ξενυχτίσεις;»

«Έχει κάποιο δίκιο,» είπε η Έρικα στον Ζαώρδιλ.

«Ναι,» συμφώνησε εκείνος. «Θα πω, όμως, σε κάποιον να με ειδοποιήσει μόλις έρθουν, ό,τι ώρα κι αν είναι.»

Η μάγισσα ένευσε κι έφυγε από τη μικρή αίθουσα. Ο Ζαώρδιλ περίμενε να τελειώσει το τσιγάρο του προτού πάει κι εκείνος προς το δωμάτιό του. Και η Έρικα δεν σηκώθηκε πιο νωρίς από την πολυθρόνα της. Ούτε η Νιρκέκα και η Φρίντα από τον καναπέ.

Όταν ο Νικηφόρος, η Φαίδρα’λι, και οι άλλοι επέστρεψαν στο παλάτι της Νουσράκλης, ο Ζαώρδιλ κοιμόταν μπρούμυτα στο δωμάτιό του ονειρευόμενος ότι μαχόταν ξανά εναντίον των Θηριόπνευστων Αδελφών: μόνο που δεν βρισκόταν στη βασιλική οικία του Ράνελμον αλλά στη Χόλκεραλ. Οι Αδελφοί ήταν στο πλευρό των επαναστατών, οι οποίοι, εκτός απ’αυτούς, είχαν φέρει κι ένα σωρό άλλους δαίμονες και βαρβαρικές φυλές για να πολεμήσουν κατά των ανθρώπων της Παντοκράτειρας – για να τους αφανίσουν όλους. Οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί καταδίωκαν τον Ζαώρδιλ Νυκτόκορμο και τους μαχητές του μέσα στα Χρυσά Όρη, όταν ο τηλεπικοινωνιακός πομπός κουδούνισε–

Ο Σκοτωμένος τινάχτηκε πάνω στο κρεβάτι του με μια κραυγή πολεμικής μάνητας. Συνειδητοποιώντας πού βρισκόταν, κούνησε το κεφάλι του αναστενάζοντας και έπιασε τον πομπό του από το κομοδίνο.

«Τι;» ρώτησε.

«Ο Νικηφόρος επέστρεψε, αρχηγέ,» του είπε ο Ράκαλωντ ο νάνος, που ο Ζαώρδιλ τού είχε ζητήσει να τον ειδοποιήσει.

Ο Σκοτωμένος κοίταξε έξω απ’το παράθυρο. Ήταν βαθιά νύχτα. «Ακόμα χαρτιά παίζετε;» Είχε βρει τον Ράκαλωντ, τον Ελεφαντάνθρωπο, και έναν από τους ανιχνευτές του Φέκταρελ να παίζουν χαρτιά, γι’αυτό κιόλας είχε ζητήσει από τον πρώτο να τον ειδοποιήσει μόλις έρχονταν ο Νικηφόρος κι οι άλλοι. Έτσι κι αλλιώς δεν κοιμόνταν οι τρεις τους.

«Έχει σημασία; Ο Νικηφόρος είναι στο καθιστικό, αν θες να πας να τον δεις.»

Ο Ζαώρδιλ τερμάτισε την επικοινωνία με τον νάνο και σηκώθηκε απ’το κρεβάτι του. Ντύθηκε και πήγε στη μικρή αίθουσα όπου πριν από λίγο βρισκόταν μαζί με την Έρικα, την Ανταρλίδα’μορ, τη Νιρκέκα, και τη Φρίντα. Καμια απ’αυτές δεν ήταν τώρα εδώ. Συνάντησε τον Νικηφόρο, τη Φαίδρα’λι, και τον Θελβάμη. Οι άλλοι της ομάδας διάσωσης πρέπει να είχαν πάει να ξεκουραστούν.

«Ο νάνος μάς είπε ότι ανησυχούσες,» είπε ο Νικηφόρος στον Σκοτωμένο.

«Ήθελα να μάθω αμέσως τι έγινε. Όλα εντάξει στις σπηλιές;»

«Ναι· κανένα πρόβλημα. Η Ραβάσλι, ο Ραμπνάιλ, και ο Σάμελκον’λι έμειναν μαζί του.»

Ο Ζαώρδιλ ένευσε. «Καλώς. Είδατε τον θεό της περιοχής – αυτό το γιγάντιο καβούρι;»

«Ούτε εμείς είδαμε αυτόν, ούτε αυτός, υποθέτω, είδε εμάς. Ο Σάμελκον και η Φαίδρα λένε πως δεν μπορούσαν ούτε καν να τον διαισθανθούν με τη μαγεία τους.»

Ο Ζαώρδιλ έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στη μάγισσα.

«Έτσι είναι,» επιβεβαίωσε εκείνη, αν κι έμοιαζε πάλι να σκέφτεται κάτι άλλο. Τον Φέκταρελ μάλλον, δεν μπόρεσε παρά να υποθέσει ο Σκοτωμένος.

«Μάλιστα,» είπε. «Θα πάμε αύριο εκεί, να δούμε αν είναι καλά, και μετά… θα μας πει η Έρικα, υποθέτω, πού να μεταφέρουμε τον Αβέρναλ. Δε μπορεί να γίνει τρωγλοδύτης, με μοναδική παρέα του ένα γιγάντιο καβούρι.»

«Γιατί δεν τον πάμε στη Βελτέρντιθ;» πρότεινε ο Νικηφόρος.

«Είναι αργά, Κολπατζή, και δεν έχω όρεξη για μαλακίες.»

«Μιλάω σοβαρά, Σκοτωμένε. Η Βελτέρντιθ είναι στις νότιες ακτές του Ωκεανού, η Κάρνατεβ στις βόρειες. Πιστεύεις ότι υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να τον βρει εκεί ο Αρχισυγκλητικός; Γνωρίζουμε, μάλιστα, και τη Μονάρχη της Βελτέρντιθ–»

«Εσύ, σίγουρα, καλύτερα από εμάς,» σχολίασε ο Θελβάμης, γιατί πολλοί είχαν ακούσει για τη σύντομη ερωτική του συναναστροφή μαζί της.

Ο Νικηφόρος τον λοξοκοίταξε άγρια, αλλά συνέχισε να μιλά στον Ζαώρδιλ: «Θα μπορούσαμε να της ζητήσουμε να κρύψει κάπου τον δημοσιογράφο, δεν θα μπορούσαμε;»

«Νομίζεις ότι θα έκανε κάτι χωρίς συγκεκριμένο συμφέρον, Κολπατζή;»

Ο Νικηφόρος συνοφρυώθηκε, σκεπτικός.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Ζαώρδιλ· «είναι αργά τώρα για τέτοιες κουβέντες. Θα το συζητήσουμε αύριο και με την Έρικα, και θα δούμε.»

Ο Νικηφόρος συμφώνησε, έτσι εκείνος κι ο Θελβάμης πήγαν προς τα δωμάτιά τους. Η Φαίδρα, όμως, έμεινε πίσω λέγοντας πως ήθελε να μιλήσει στον Σκοτωμένο.

«Βρέθηκε κανένα ίχνος του Φέκταρελ όσο λείπαμε;» τον ρώτησε.

«Όπως θα μπορείς να υποθέσεις κι εσύ, Φαίδρα, όχι, δυστυχώς.»

«Σκέφτηκα κάτι, αρχηγέ…» είπε η μάγισσα, με τα χείλη της σμιγμένα σαν να δίσταζε να συνεχίσει. Έκανε μερικά βήματα μέσα στη μικρή αίθουσα και κάθισε, τελικά, στον καναπέ.

Ο Ζαώρδιλ ήρθε να καθίσει πλάι της. «Πες μου. Εκτός αν βλάπτει να ξέρω.» Η μάγισσα σκεφτόταν, κατά καιρούς, κάτι τελείως εξωφρενικά πράγματα, αλλά σπάνια ήταν άχρηστα ή ανόητα· απλώς περίεργα, δίχως αμφιβολία.

Η Φαίδρα αναστέναξε, και του είπε για τις σκέψεις της σχετικά με τον Βέρκαμωντ, τον λήσταρχο που είχαν αντιμετωπίσει στα Όρη Κράκμακωθ. «Όταν ο Φέκταρελ με κοίταζε να κοιμάμαι, τα μάτια του γυάλιζαν όπως του Βέρκαμωντ, είμαι σίγουρη, αρχηγέ!»

«Χμμ…»

«Δε με πιστεύεις;» Η Φαίδρα μπορούσε να δει, καθαρά, στο πρόσωπό του ότι ο Σκοτωμένος δυσπιστούσε.

«Απλώς αναρωτιέμαι αν είσαι επηρεασμένη, Φαίδρα…»

«Δεν είμαι επηρεασμένη,» επέμεινε εκείνη. «Εξαρχής αυτή η γυαλάδα στα μάτια του Φέκταρελ κάτι μού θύμιζε, αλλά δεν μπορούσα να καθορίσω τι ακριβώς. Τώρα, επιτέλους, κατάλαβα τι ήταν. Τα μάτια του Βέρκαμωντ γυάλιζαν έτσι. Εσύ δεν τον θυμάσαι;»

Ο Ζαώρδιλ είπε: «Θυμάμαι πως ήταν κακάσχημος, σίγουρα.»

«Ο Ταρνατάρ’σακ είχε αλλοιώσει την εμφάνισή του. Αλλά δεν θυμάσαι τα μάτια του;» Και η όψη του, τώρα, της έλεγε πως τα θυμόταν. Θυμόταν ότι κάτι το περίεργο υπήρχε στα μάτια του παραμορφωμένου λήσταρχου· καταλάβαινε πως δεν ήταν όλα στο μυαλό της.

«Ναι, εντάξει, είχε μια γυαλάδα…» παραδέχτηκε ο Ζαώρδιλ. «Αλλά πώς θα μπορούσε αυτό να σχετίζεται με τον Φέκταρελ;»

«Σου είπα: ο Βέρκαμωντ τραυμάτισε τον Φέκταρελ μ’εκείνο το σπαθί του, το οποίο ίσως να είχε άμεση σχέση με τον Ταρνατάρ’σακ.»

«Επομένως, ο Ταρνατάρ’σακ έχει κάπως επηρεάσει τον Φέκταρελ… Αλλά, αν είναι έτσι, γιατί εσύ δεν μπορείς να εντοπίσεις τίποτα;»

«Αυτό είναι το μόνο που με προβληματίζει,» αποκρίθηκε η Φαίδρα. «Ούτε εγώ μπορώ να διαισθανθώ κάτι ούτε ο θεός μου. Είναι σαν τίποτα να μην υπάρχει.»

«Μπορεί κάποιο πνεύμα να σου κρύβεται;»

«Για τόσο καιρό;»

«Χμμ…» Ο Ζαώρδιλ ξεκίνησε να στρίβει τσιγάρο.

«Το μόνο λογικό συμπέρασμα, πάντως,» είπε η Φαίδρα μετά από μερικές στιγμές σιωπής, «είναι ότι ο Βέρκαμωντ κάπως επηρέασε τον Φέκταρελ· γιατί από τότε είναι που ο Φέκταρελ άρχισε να φέρεται περίεργα… Σταδιακά, ολοένα και πιο περίεργα. Πιο πριν ήταν εντάξει. Ήταν… ήταν όπως πάντα.»

Ο Ζαώρδιλ άναψε το τσιγάρο του. «Αναρωτιέμαι πού να έχει πάει, τώρα…» είπε κοιτάζοντας σκεπτικά το πάτωμα. Έστρεψε πάλι το βλέμμα του στη Φαίδρα. «Αν μας κρύβεται – όπως και φαίνεται, άλλωστε – γιατί μπορεί να το κάνει αυτό; Τι λόγος μπορεί να υπάρχει; Μπορεί να έχει χάσει τελείως τον έλεγχο του σώματός του; Μπορεί κάτι άλλο να τον ελέγχει; Κάποιος θεός; Ο Ταρνατάρ’σακ;»

«Δεν είναι ανήκουστο. Όμως… κανονικά, κάτι θα έπρεπε να μπορώ να εντοπίσω επάνω του, αν ήταν έτσι!» Αλλά αν δεν είναι έτσι, σκέφτηκε η Φαίδρα, τι άλλο να συμβαίνει;

Και σαν ο Ζαώρδιλ να είχε ακούσει τη σκέψη της είπε: «Τότε, κάτι άλλο συμβαίνει, μάγισσα· δεν είναι δυνατόν.» Σηκώθηκε από τον καναπέ, βηματίζοντας μες στην αίθουσα ενώ κάπνιζε. «Μπορεί ο Φέκταρελ κάτι να φοβάται. Μπορεί να… Δεν ξέρω· δεν έχω και καμια σχέση με τέτοια θέματα.» Στάθηκε, απότομα, στη μέση του δωματίου καθώς μια σκέψη ήρθε ξαφνικά στο μυαλό του. Εγώ τι θα έκανα στη θέση του; είχε αναρωτηθεί, και μετά μια λογική απάντηση είχε ακολουθήσει. «Θα ήθελα να μάθω…» μουρμούρισε φυσώντας καπνό.

«Τι είπες, αρχηγέ;» ρώτησε η Φαίδρα, που δεν είχε ακούσει τα τελευταία λόγια του.

Ο Ζαώρδιλ στράφηκε ξανά να την αντικρίσει εκεί όπου η μάγισσα ήταν ακόμα καθισμένη, στον καναπέ. «Αν εγώ είχα επηρεαστεί από κάτι και δεν ήξερα τι είναι αυτό, τι θα έκανα; Θα πήγαινα, μάλλον, σε κάποιον που μπορεί να μου δώσει απαντήσεις–»

«Τότε, γιατί δεν είπε σ’εμένα τίποτα;» τον διέκοψε η Φαίδρα. «Ποιος καλύτερος να του δώσει απαντήσεις από εμένα;» Σηκώθηκε όρθια, νιώθοντας εκνευρισμένη. Ήταν δυνατόν ο Φέκταρελ να μην την εμπιστεύεται; αναρωτιόταν. Ύστερα από τόσα που είχαν περάσει μαζί; Ύστερα από τόσες φορές που της έλεγε ότι την αγαπούσε;

«Για κάποιο λόγο, όπως είδες, δεν θέλει να είναι κοντά μας,» της είπε ο Ζαώρδιλ. «Δεν ξέρω ποιος μπορεί νάναι αυτός ο λόγος, αλλά τι άλλο να ισχύει, Φαίδρα; Δεν του έχουμε κάνει τίποτα. Εκτός αν, όντως, έχει χάσει τον έλεγχο του ίδιου του σώματός του, όπως είπαμε πριν – αλλά ας υποθέσουμε για λίγο ότι δεν συμβαίνει αυτό, ότι απλώς θέλει για κάποιο λόγο να μας αποφεύγει. Πού μπορεί να πήγε για να πάρει απαντήσεις; Στο μοναδικό άτομο που φάνηκε κάτι να ξέρει γι’αυτόν, φυσικά.» Και άφησε τη Φαίδρα να καταλάβει σε ποιον αναφερόταν, για να δει κιόλας αν η μάγισσα θα έφτανε στο ίδιο συμπέρασμα – πράγμα που θα σήμαινε ότι το συμπέρασμά του δεν ήταν τελείως ανόητο.

Η Φαίδρα συνοφρυώθηκε. «Στον… Αθάνατο; Σ’εκείνο τον ιερέα που συνάντησε στα βόρεια του Βασιλείου;»

«Είναι ο μόνος που φάνηκε να ξέρει κάτι, Φαίδρα. Και η Έρικα είπε ότι ο Φέκταρελ φοβήθηκε όταν ο Αθάνατος τού μίλησε.»

Μα τους θεούς! Έχει δίκιο, παρατήρησε η Φαίδρα. Πώς δεν το είχα σκεφτεί κι εγώ νωρίτερα; «Αρχηγέ…» είπε κομπιάζοντας, «ίσως, ίσως έτσι να είναι. Ίσως, όντως, να πήγε να ξανασυναντήσει τον Αθάνατο. Θα πάω κι εγώ να τον βρω! Έπρεπε ήδη να είχα πάει!»

«Μια στιγμή,» της είπε ο Ζαώρδιλ. «Έχουμε αναλάβει την προστασία του Βασιληά – και σε χρειάζομαι, μάγισσα. Δε μπορείς να φύγεις και να μας αφήσεις.»

«Σοβαρολογείς; Είναι ο Φέκταρελ.»

«Το ξέρω. Κι εγώ θέλω να μάθω γι’αυτόν, αλλά… αν κάτι συμβεί εδώ, Φαίδρα, ενώ λείπεις; Γνωρίζεις πόσο βασιζόμαστε σε σένα.»

«Δε θ’αργήσω,» υποσχέθηκε εκείνη.

Ο Ζαώρδιλ την ατένισε επίμονα. Ήξερε πώς ήταν η έκφραση κάποιου αποφασισμένου να κάνει κάτι. Θα με παρακούσει αν προσπαθήσω να τη σταματήσω. «Φαίδρα…»

«Δεν είναι μακριά, αρχηγέ! Για όνομα όλων των θεών! Δώσε μου το ελικόπτερο, εν ανάγκη. Θα πάω και θάρθω μέχρι να ξημερώσει.»

«Είσαι κουρασμένη–»

«Δε μ’ενδιαφέρει η κούραση. Θα μου δώσεις το ελικόπτερο, ή πρέπει να πάω με άλλο τρόπο;»

«Γαμώ την τρέλα σου, μάγισσα!» μούγκρισε ο Ζαώρδιλ, αν και την καταλάβαινε. Απόλυτα. Κι ο ίδιος ανησυχούσε για τον Φέκταρελ, άλλωστε. Κι επιπλέον, θυμόταν πόσο είχε φοβηθεί για την Έρικα όταν εκείνος ο παλαβός, ο Κύρης των Βουνών, ο Νάσκαλρωντ, την είχε φυλακίσει μέσα στο Κάστρο της Σελκόρβιλ. Αν δε σ’ελευθέρωνε θα ερχόμουν να γκρεμίσω το γαμημένο Κάστρο του, της είχε πει, μετά. Και μάλλον θα το είχε κάνει· δεν το αμφέβαλλε.

«Θα σ’το δώσω,» είπε στη Φαίδρα πιάνοντάς την από το μπράτσο επάνω που εκείνη έμοιαζε έτοιμη ν’απομακρυνθεί από μπροστά του. «Ετοιμάσου και θα πάμε να ειδοποιήσουμε τον Σάρνεμπ, εντάξει;»

«Έτοιμη είμαι,» αποκρίθηκε η μάγισσα.

Ο Σάρνεμπ ήταν πιλότος, και πρώην Παντοκρατορικός πολεμιστής, καταγόμενος από τη Ρελκάμνια, τη διάσταση-έδρα της Συμπαντικής Παντοκρατορίας. Είχε ξεμείνει στη Φεηνάρκια μετά από τον μεγάλο ξεσηκωμό της διάστασης. Εκείνος ήταν που είχε βρει τους Ζωντανούς-Νεκρούς και τους είχε ζητήσει να τον πάρουν μαζί τους. Ο Ζαώρδιλ, φυσικά, είχε αμέσως δεχτεί· αλλά είχε πει στην Έρικα να κάνει μια σύντομη έρευνα γι’αυτόν, να μάθει μήπως τους έκρυβε τίποτα. Όμως ο Σάρνεμπ, τελικά, ήταν ειλικρινής· η Έρικα δεν είχε ανακαλύψει ότι μπορεί να ήθελε το κακό τους, ή ότι κατασκόπευε για κάποιον εχθρό τους.

Ο Ζαώρδιλ και η Φαίδρα έφυγαν, τώρα, από το βασιλικό παλάτι επάνω σ’ένα δίκυκλο, κατευθυνόμενοι προς το λιμάνι της Νουσράκλης. Ο Σκοτωμένος καθόταν μπροστά, οδηγώντας, και η μάγισσα ήταν πιασμένη πίσω του, με τα πράσινα μαλλιά της να τινάζονται μέσα στη νύχτα.

Έφτασαν στην αποβάθρα όπου ήταν αραγμένος ο Οδηγός, και ο Ζαώρδιλ σταμάτησε τους τροχούς του και φώναξε στους φρουρούς του καταστρώματος να κατεβάσουν τη ράμπα για τα οχήματα. Όταν η ράμπα κατέβηκε, οδήγησε το δίκυκλό του επάνω στο σκάφος.

«Ο Αετός κοιμάται;» ρώτησε έναν απ’τους φρουρούς. Είχαν δώσει στον Σάρνεμπ το παρωνύμιο ο Αετός, από τότε που τον είχαν δει να πιλοτάρει.

«Ναι, αρχηγέ. Μάλλον.»

«Φωνάξτε τον. Να έρθει επάνω έτοιμος για πτήση. Και φωνάξτε και τη Βαρμάλνα, την ανιχνεύτρια.» Η Βαρμάλνα ήταν από αυτούς που είχαν πάει μαζί με την Έρικα και τον Φέκταρελ όταν ταξίδευαν μέσα στο Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων. Μια πορφυρόδερμη γυναίκα με περίπλοκη δερματοστιξία επάνω στο ξυρισμένο κεφάλι της.

Ο φρουρός έφυγε αμέσως, και ο Ζαώρδιλ κι η Φαίδρα βάδισαν προς το ελικοδρόμιο στην πρύμνη του Οδηγού, όπου ήταν προσγειωμένο το μοναδικό ελικόπτερο των Ζωντανών-Νεκρών, πολύ μικρότερο από αυτό που είχαν αρπάξει από τον Εύβουλο και τους Επιφανείς Κρανοφόρους. Είχε μόνο έναν έλικα. Αλλά ήταν αρκετά γρήγορο, και διέθετε πολυβόλο και δύο ρουκέτες – μία κάτω από κάθε φτερό. Τα όπλα ήταν όλα προσθήκη των Ζωντανών-Νεκρών· το αεροσκάφος δεν ήταν οπλισμένο όταν το είχαν αγοράσει μαζί με τα δύο καράβια.

Η ανιχνεύτρια με τη δερματοστιξία στο κεφάλι ήρθε πρώτη, κοιτάζοντας με περιέργεια τον Ζαώρδιλ. «Πηγαίνουμε κάπου, αρχηγέ;»

«Στην ακτή όπου συναντήσατε τον Αθάνατο.»

Η Βαρμάλνα συνοφρυώθηκε. «Γιατί;»

«Θα μάθεις· περίμενε.»

Ο Σάρνεμπ δεν άργησε να έρθει μετά από την ανιχνεύτρια, ντυμένος και εξοπλισμένος. Ένας άντρας μετρίου αναστήματος με χρυσό δέρμα και μαύρα κοντά μαλλιά. Τα μάτια του φανέρωναν αμέσως άνθρωπο στοιχειωμένο: ο Ζαώρδιλ αυτό είχε σκεφτεί από την πρώτη φορά που τον είχε αντικρίσει· καθώς και: Δικός μας άνθρωπος, επομένως. Και δεν είχε άδικο στην εκτίμησή του· ο Σάρνεμπ είχε τραυματιστεί άσχημα κατά τον μεγάλο ξεσηκωμό της Φεηνάρκια. Μετά βίας είχε κρατηθεί στη ζωή· από τη θέλησή του και μόνο, ίσως. Σίγουρα, ταίριαζε μέσα στους Ζωντανούς-Νεκρούς.

«Πού πάμε, αρχηγέ;» ρώτησε.

«Με τη μάγισσα και τη Βαρμάλνα θα πας, όχι μαζί μου,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ. «Θα πετάξετε βόρεια, και ο προορισμός σας είναι εδώ.» Ξετύλιξε έναν χάρτη του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων και του έδειξε την Ακρόνησο. «Σε μια ακρογιαλιά γεμάτη βράχους, απ’ό,τι ξέρω.»

«Υπάρχει κανένα μέρος καλό για προσγείωση;»

Ο Ζαώρδιλ κοίταξε ερωτηματικά την ανιχνεύτρια.

«Δε νομίζω,» αποκρίθηκε εκείνη. «Ειδικά μες στη νύχτα θάναι επικίνδυνα να κατεβάσεις ελικόπτερο εκεί. Θα πρέπει να προσγειωθούμε λιγάκι πιο πέρα.»

«Και λιγάκι πιο περά σίγουρα υπάρχει χώρος;»

«Μάλλον,» είπε η ανιχνεύτρια. «Απ’όσο θυμάμαι.»

«Μπορείτε να ξεκινήσετε, λοιπόν,» είπε ο Ζαώρδιλ στον Σάρνεμπ.

«Γιατί πηγαίνουμε, όμως;» θέλησε να μάθει εκείνος. «Δεν έχω καταλάβει.»

«Θα σου πει η Φαίδρα, καθοδόν.»

 

 

Ταξιδεύοντας επάνω στη θάλασσα ο φόβος μου – ο φόβος που δεν είναι δικός μου – έχει εξαφανιστεί· έχει αντικατασταθεί από μια υπέρμετρη, ίσως, αδημονία, η οποία καταλαβαίνω πως, επίσης, δεν είναι δική μου. Είναι αυτού του τέρατος. Θέλει να φτάσω στον προορισμό μου. Θέλει! Δεν βλέπει την ώρα.

Κι έτσι αναρωτιέμαι αν κάνω καλά που κατευθύνομαι εκεί. Ίσως να πηγαίνω στην καταστροφή μου. Ίσως να πηγαίνω εκεί όπου το τέρας θα αποκτήσει πια ολοκληρωτική δύναμη επάνω μου: εκεί όπου δεν θα βλέπω εγώ την αντανάκλαση του τέρατος αλλά το τέρας θα βλέπει, κάπου-κάπου, τη δική μου αντανάκλαση.

Η αναμονή μέσα στο πλοίο δεν καταλαγιάζει καθόλου τις ανησυχίες μου. Τις εντείνει.

Και τους βλέπω ότι με κοιτάζουν παράξενα… Αναρωτιέμαι αν διακρίνουν κάτι επάνω μου που τους τρομάζει. Έχει αρχίσει το τέρας ήδη να αυξάνει την επιρροή του επάνω μου τόσο πολύ;

Θυμάμαι τον ιερέα και νιώθω ξανά τον τρόμο μέσα μου – τον τρόμο που δεν είναι δικός μου, γιατί, συγχρόνως, νιώθω και κάτι να ζαρώνει, να συρρικνώνεται, και τη νόησή μου να διευρύνεται σπρώχνοντας πέρα τον εχθρό.

Θυμάμαι, μετά, εκείνη· κι ευτυχώς που δεν είμαι κοντά της· βρίσκομαι μακριά, εκεί όπου το τέρας δεν μπορεί να τη βλάψει.

Σύντομα θα βρω απαντήσεις. Ελπίζω.

Η καπετάνισσα λέει πως αύριο το πρωί θα είμαστε στο λιμάνι.

Γι’αυτό, άραγε, η αφύσικη αδημονία έχει μεγαλώσει τόσο εντός μου; Γι’αυτό απόψε πάλι δεν μπορώ καθόλου να κοιμηθώ;

Ημερολόγιο Φαίδρας’λι Κασλίμω

ο Σκοτωμένος είχε δίκιο! το πιο λογικό ήταν ο Φέκταρελ να είχε πάει να βρει τον Αθάνατο – ειδικά αν & ο ίδιος δεν ήξερε τι του συνέβαινε, αν ήταν μπερδεμένος & ζητούσε απαντήσεις &, για κάποιο λόγο τελείως παράξενο λόγο, δεν ήθελε να έρθει σ’εμένα για βοήθεια. έτσι ζήτησα από τον Σκοτωμένο να μου δώσει το μοναδικό μας ελικόπτερο & εκείνος, αν & στην αρχή δίστασε, τελικά δέχτηκε· το ήξερε πως τίποτα δεν θα με κρατούσε μακριά από τον Αθάνατο, θα πήγαινα να τον βρω πάση θυσία. μαζί μου ήρθε ο Σάρνεμπ, ο καινούργιος μας πιλότος, για να οδηγεί το ελικόπτερο, γιατί εγώ φυσικά δεν ξέρω πώς να πιλοτάρω· & ήρθε μαζί μας & η Βαρμάλνα, μια από τις ανιχνεύτριες του Φέκταρελ η οποία είχε ξαναπάει μαζί του στην ακρογιαλιά του Αθάνατου όταν ο Φέκταρελ & η Έρικα τριγύριζαν στο Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων για να μάθουν τι ήξεραν οι ντόπιοι για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς.

πετάξαμε από τη Νουσράκλη μέσα στη νύχτα, γιατί νύχτα ήταν όταν είχα συζητήσει με τον αρχηγό μας, νύχτα ήταν όταν είχαμε επιστρέψει από την κρυψώνα όπου βάλαμε τον Αβέρναλ τον δημοσιογράφο & εγώ είχα, καθοδόν, υποθέσει ότι ο Φέκταρελ μάλλον επηρεάστηκε τελικά από εκείνο το χτύπημα του Βέρκαμωντ του λήσταρχου γιατί από τότε είναι που η συμπεριφορά του έχει αλλάξει. πετάξαμε, λοιπόν, από τη Νουσράκλη βλέποντας από κάτω μας τα νησιά που είναι συνδεδεμένα με μεγάλες γέφυρες, & ακολουθώντας τον χάρτη μας φτάσαμε στο πέμπτο νησί από τα νότια, το οποίο ονομάζεται «Ακρόνησος» & είναι & το μικρότερο. αναζητήσαμε, στη δυτική του μεριά, την ακτή που είναι γεμάτη βράχους φωτίζοντας με τον προβολέα του ελικοπτέρου μας, & δεν αργήσαμε να τη βρούμε.

–εδώ είναι, μας είπε η Βαρμάλνα δείχνοντας.

–βραχώδης, ακριβώς όπως μας είπες, παρατήρησε ο Σάρνεμπ, ενώ εγώ κοίταζα κάτω αναζητώντας κανέναν άνθρωπο με το βλέμμα μου: τον Αθάνατο ή τον Φέκταρελ, ή & τους δύο να κάθονται & να συζητάνε ίσως. αλλά ήμουν ανόητη, βέβαια· ακόμα & αν βρίσκονταν εδώ, θα ήταν ξύπνιοι τέτοια ώρα; πουθενά δεν είδα κανέναν· το τοπίο ήταν έρημο. & επίσης πουθενά δεν είδα καμια καλύβα ή κανένα παρόμοιο οίκημα που θα μπορούσε να αποτελεί σπίτι του Αθάνατου. ούτε & καμια σπηλιά δεν πρόσεξα όπου θα μπορούσε αυτός να κατοικεί. & η Έρικα δεν θυμάμαι να είπε τίποτα για το πού μένει ο ιερέας, μόνο ότι λένε πως δεν πεθαίνει & ότι έχει μυστηριώδεις δυνάμεις, προερχόμενες από αυτή τη Φαρμακερή Υδατοθύελλα, την τρομερή θεά που λατρεύουν εδώ στο Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων.

–δε μπορούμε να προσγειωθούμε εδώ, είπε ο Σάρνεμπ· –με τίποτα.

–πάμε πιο δυτικά, πρότεινε η Βαρμάλνα, & ο Αετός (έτσι λέμε τον Σάρνεμπ, & νομίζω πως του ταιριάζει) χωρίς να μιλήσει έστριψε το αεροσκάφος μας & πετάξαμε χαμηλά ενώ φωτίζαμε κάτω με τον προβολέα μας, αναζητώντας ανοιχτό έδαφος. σύντομα το βρήκαμε & προσγειωθήκαμε.

βγήκαμε απ’το ελικόπτερο & ο Σάρνεμπ είπε: θα περιμένω εδώ, δεν το αφήνω μόνο του. & πήρε στα χέρια του ένα τουφέκι, οπλίζοντάς το. –αν ακούσετε πυροβολισμούς, συνέχισε, –σημαίνει πως κάτι συμβαίνει εδώ.

–στάσου, του είπα, –θα κάνω κάτι ακόμα. & ύφανα δύο μαγγανείες γύρω του & γύρω από το ελικόπτερο: μία Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως & μία Μαγγανεία Πνευματικής Διαισθήσεως, ώστε ό,τι & αν πλησιάσει εδώ, άνθρωπος ή θεός, να το καταλάβω αμέσως. χρειάστηκε κανένα μισάωρο μέχρι να κάνω & τις δύο μαγγανείες, αλλά δεν βιαζόμασταν & τόσο, & επιπλέον δεν μπορούσα ν’αφήσω τον Αετό αφύλαχτο.

–δεν ξέρω τι έκανες, μάγισσα, αλλά υποθέτω ότι θα είναι κάτι το καλό για μένα, είπε ο Σάρνεμπ.

–ακριβώς αυτό είναι, του αποκρίθηκα, & μαζί με τη Βαρμάλνα βαδίσαμε προς τη θάλασσα, φτάνοντας στην ακρογιαλιά & περπατώντας επάνω στα βότσαλα & στις πέτρες. αισθανόμουν το έδαφος άγριο κάτω από τα μποτοφορεμένα πόδια μου, & αναρωτήθηκα γιατί μπορεί αυτός ο ιερέας να είχε επιλέξει να ζει εδώ, αντί σε καμια αμμουδιά καλύτερα. αλλά οι ιερείς, βέβαια, είναι παράξενοι άνθρωποι πολλές φορές· πιο ακατανόητοι, ίσως, από τους θεούς που υπηρετούν.

φώναξα τον Αθάνατο με το όνομά του, ελπίζοντας πως όπου & αν κοιμόταν θα ξυπνούσε & θα ερχόταν να με συναντήσει. φώναξα το όνομά του ξανά & ξανά & ξανά. αλλά απάντηση δεν πήρα.

ρώτησα τον θεό μου αν μπορούσε να διαισθανθεί καμια παρουσία, οτιδήποτε, & εκείνος μού απάντησε ότι σίγουρα υπήρχε μια μεγάλη δύναμη γύρω μας – η επιρροή μιας θεάς ισχυρότερης από τον ίδιο (την αντιλαμβανόταν σαν πελώριο κύμα που παρασύρει μια τίγρη που έχει κάνει το λάθος να ζυγώσει την ακτή) – αλλά όχι κάποια συγκεκριμένη οντότητα.

ήμουν διστακτική να στείλω την Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων να ψάξει για τον ιερέα ανάμεσα στους μεγάλους βράχους, γιατί ξέρω πως κάνει φασαρία & μπορεί να τον θορυβούσε χωρίς λόγο. όμως, αφού είχα φωνάξει πάλι μερικές φορές το όνομά του & δεν είχα λάβει καμία απάντηση, το έκανα: έστειλα τον θεό μου να ψάξει γι’αυτόν, & τα γρυλίσματα μιας μικρή αγέλης θηρίων αντήχησαν στην ακρογιαλιά, ενώ συγχρόνως βάδιζα & εγώ ανάμεσα στους βράχους, φωνάζοντας στον Αθάνατο πως δεν ήμασταν εχθροί, πως ήθελα μόνο να μιλήσουμε. η Βαρμάλνα ερχόταν μαζί μου, φυσικά.

ο Αθάνατος δεν μου απάντησε. ούτε η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων τον βρήκε πουθενά. δεν ήταν στη βραχώδη ακτή. δεν ήταν εδώ.

–τι κάνουμε; ρώτησα τη Βαρμάλνα.

εκείνη ανασήκωσε τους ώμους. –περιμένουμε;

–εσείς πού τον βρήκαμε, την άλλη φορά;

–κάπου από δω πρέπει να ήταν, νομίζω…

Η ανιχνεύτρια με οδήγησε σ’ένα σημείο ανάμεσα στα μεγάλα βράχια το οποίο δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. ούτε ο θεός μου μπορούσε να διαισθανθεί καμια παρουσία εδώ.

–εντάξει, είπα κουρασμένα· –πήγαινε να πεις στον Σάρνεμπ ότι θα περιμένουμε εδώ.

& η Βαρμάλνα έτρεξε. (δυστυχώς δεν είχαμε πάρει μαζί μας τηλεπικοινωνιακούς πομπούς για να μιλάμε από απόσταση – λάθος μας ίσως· μας χρειάζονταν τελικά)

κάθισα σ’έναν βράχο, τυλιγμένη & κουκουλωμένη στην κάπα μου, γιατί έκανε κρύο εδώ πέρα, τόσο κοντά στα κύματα του Ωκεανού, με τον άνεμο να φυσά βάναυσα. δεν ήθελα καν να φανταστώ πώς θα ήταν εδώ τον χειμώνα!

η Βαρμάλνα επέστρεψε & μου είπε ότι του Σάρνεμπ δεν του άρεσε & τόσο που θα περιμέναμε.

–είδε κάτι που τον έχει τρομάξει; τη ρώτησα.

–όχι, αλλά λέει πως το μέρος τού φαίνεται επικίνδυνο. τον ρώτησα γιατί & μου απάντησε επειδή είναι ερημικό. τού είπα να μην τον τρομάζει ανησυχεί αυτό & τόσο· δεν είναι όλα τα ερημικά μέρη επικίνδυνα. & όντως δεν είναι, μάγισσα.

μετά, η Βαρμάλνα μού πρότεινε να φυλάμε βάρδιες εναλλάξ, να κοιμάμαι μια εγώ μια εκείνη, όσο θα περιμέναμε τον Αθάνατο. –δεν έχει νόημα, είπε, –να είμαστε & οι δυο ξύπνιες & να σπαταλάμε τις δυνάμεις μας.

της είπα να κοιμηθεί εκείνη πρώτη αν ήθελε· εγώ δεν μπορούσα να κοιμηθώ τώρα. η Βαρμάλνα δεν έφερε αντίρρηση: κουλουριάστηκε μέσα στην κάπα της σ’ένα σημείο μακριά από τα κύματα & έμεινε ακίνητη, αδύνατον να πεις αν όντως κοιμόταν ή όχι.

εγώ περίμενα, κοιτάζοντας τα κύματα & την ακτή. όταν η αυγή ήρθε, η Βαρμάλνα ξύπνησε & ο ιερέας ακόμα δεν είχε φανεί. η Βαρμάλνα μού είπε να πέσω να κοιμηθώ· της είπα πως δεν είχα διάθεση για ύπνο – & πραγματικά δεν είχα, ήμουν πολύ ανήσυχη. πήγα μέχρι το ελικόπτερο για να δω τον Σάρνεμπ & να ανανεώσω τις μαγγανείες γύρω του· η Βαρμάλνα έμεινε στην ακτή.

τον βρήκα άγρυπνο & αυτόν & αγριεμένο.

–φεύγουμε επιτέλους, μάγισσα; με ρώτησε, & του απάντησα πως όχι, θα μέναμε & άλλο, γιατί ο ιερέας δεν είχε παρουσιαστεί ακόμα. –δε μπορώ να μείνω άλλο ξύπνιος, μου είπε εκείνος, & του είπα να κοιμηθεί & να μην ανησυχεί, γι’αυτό έκανα προστατευτική μαγεία γύρω του· αν κάτι παρουσιαζόταν θα το καταλάβαινα αμέσως & θα έτρεχα να τον βοηθήσω. αυτό φάνηκε να τον καθησυχάζει.

μετά, ύφανα τις μαγγανείες μου & αισθάνθηκα να εξαντλούμε σωματικά & ψυχικά. τόσες ώρες άυπνη & κάνοντας & τέτοιες μαγείες δεν είναι λίγο… επέστρεψα στην παραλία & είπα στη Βαρμάλνα πως θα κοιμόμουν μερικές ώρες. της είπα επίσης πως & ο Σάρνεμπ θα κοιμόταν, οπότε εκείνη θα έπρεπε να είναι δύο φορές πιο προσεχτική. –αλλά μην ανησυχείς, πρόσθεσα· –έχω υφάνει μαγγανείες γύρω του που αν κάτι τον ζυγώσει θα με ειδοποιήσουν, είτε είναι θεός είτε θηρίο είτε άνθρωπος.

κοιμήθηκα, λοιπόν, στο μέρος όπου είχε πέσει & η Βαρμάλνα για ύπνο. ήταν καλό μέρος, διαπίστωσα: απάνεμο & στεγνό (όσο στεγνό μπορούσε νάναι ένα σημείο εδώ πέρα, τόσο κοντά στη θάλασσα).

η Βαρμάλνα με ξύπνησε κουνώντας τον ώμο μου & λέγοντας το όνομά μου· & όταν τα μάτια μου άνοιξαν, μου είπε: δες! & έδειχνε προς τα κύματα, έναν πορφυρόδερμο άντρα με μακριά μούσια & μαλλιά, μαύρα αλλά με πολλές τούφες λευκών ανάμεσά τους. η όλη του όψη είχα την αίσθηση πως είχε κάτι το ΑΡΧΕΓΟΝΟ. φορούσε έναν γκριζογάλανο μανδύα & στεκόταν μέσα στη θάλασσα ώς τα γόνατα. κρατούσε ένα δίχτυ στα χέρια του, ριγμένο στο νερό, σα να προσπαθούσε να πιάσει ψάρια.

–αυτός είναι; ρώτησα τη Βαρμάλνα, που τον είχε ξαναδεί, αν & αισθανόμουν ΣΙΓΟΥΡΗ πως αυτός ήταν: ο άνθρωπος φαινόταν πως είχε κάτι το ασυνήθιστο επάνω του.

–ναι.

σηκώθηκα όρθια.

–πρόσεχε, Φαίδρα.

–τον θεωρείς επικίνδυνο;

–δεν… δεν τον θεωρώ & ακίνδυνο, πάντως. & είναι σαν να ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ.

–τι;

–τη μια στιγμή, τ’ορκίζομαι, κανένας δεν ήταν εκεί, & μετά ο Αθάνατος στεκόταν εκεί ψαρεύοντας… & ακόμα είναι εκεί.

βάδισα προς τον ιερέα, & άκουσα τη Βαρμάλνα να έρχεται πίσω μου αλλά διατηρώντας κάποια απόσταση· οι μπότες της έκαναν τα βότσαλα να τρίζουν.

–ποια φέρνει ξένους θεούς στην ακτή μου; ρώτησε ο Αθάνατος χωρίς να στραφεί να με κοιτάξει.

–δεν έχω εχθρικό σκοπό. είμαι μάγισσα του τάγματος των Δεσμοφυλάκων· αυτός απλά είναι ο θεός μου. θέλω να σου μιλήσω.

ο Αθάνατος βγήκε από τη θάλασσα σηκώνοντας το δίχτυ του έξω από το κύμα, & το νερό έμεινε μέσα στο δίχτυ!! δεν έφυγε όπως θα έπρεπε, έμεινε μέσα σαν τα πάμπολλα ανοίγματα του διχτυού να ήταν καλυμμένα από κάποια αόρατη ύλη. & εκεί μέσα, σ’αυτή τη σφαίρα που δημιουργούσε το δίχτυ, ψάρια κολυμπούσαν.

πρέπει να το κοίταζα με γουρλωμένα μάτια, γιατί ο Αθάνατος με ρώτησε: βλέπεις κάτι που σε παραξενεύει, μάγισσα;

–εσύ δεν βλέπεις, υποθέτω…

ο Αθάνατος γέλασε. –για τι θέλεις να μου μιλήσεις;

–για έναν άνθρωπο που ίσως να ήρθε να σε βρει. τον λένε Φέκταρελ.

–δεν ξέρω κανέναν Φέκταρελ.

τού περιέγραψα την όψη του Φέκταρελ: κατάμαυρο δέρμα, γαλανά μαλλιά που συνήθως τα δένει αλογοουρά. –τον έχεις δει, άρχισα να του λέω· –πριν από κάποιες μέρες ήρθε εδώ μαζί…

ο Αθάνατος με διέκοψε. –ναι, είχε έρθει τότε, & ήρθε & πάλι…

–πότε ήρθε;

–πριν από δυο νύχτες. ήταν… ανήσυχος αναστατωμένος χαμένος. (δεν θυμάμαι ποια λέξη ακριβώς χρησιμοποίησε ο ιερέας· πάντως ήταν μια λέξη που φανερώνει αποπροσανατολισμό, κάποιον που δεν ξέρει πού βρίσκεται ή έχει χάσει τον δρόμο του, & είναι πολύ φοβισμένος από αυτό)

–τι εννοείς; γιατί ήρθε να σε βρει; τι σου είπε;

–εσύ γιατί θέλεις να ξέρεις, μάγισσα;

–είμαι η γυναίκα του, είπα αν & δεν είμαστε παντρεμένοι με τον Φέκταρελ· αλλά είναι σαν να είμαι γυναίκα του τόσα χρόνια που είμαστε μαζί, & ποτέ δεν ήταν με άλλη γυναίκα ύστερα από εμένα, & το ξέρω πως με αγαπάει, ακόμα & τώρα που κάτι τόσο περίεργο τού συμβαίνει. –τον ψάχνω. φοβάμαι ότι κάτι κακό θα του συμβεί.

–ούτε & εσύ ξέρεις τι είναι, λοιπόν, όπως & οι άλλοι που είχαν έρθει εδώ. & λέγοντάς το αυτό, ο Αθάνατος κοίταξε πίσω μου προς στιγμή, τη Βαρμάλνα μάλλον· τη θυμόταν.

–τι είναι; πες μου! γιατί ήρθε να σε βρει;

–με ρωτούσε τι είδα σ’αυτόν. μου έλεγε ότι έχει ένα τέρας μέσα του. ο Αθάνατος γέλασε. –δεν ξέρει τι είναι!

–τι είναι; επέμεινα.

–δεν ξέρει τον πατέρα του, & όταν του το αποκάλυψα τρόμαξε, σάστισε πολύ!

–τον πατέρα του;…

–είναι παιδί των θεών ο άντρας σου, μάγισσα. παιδί ενός πολύ σκοτεινού θεού που ζει κάτω από τη γη. τον ονομάζουν Ταρνατάρ’σακ, & η μητέρα μου δεν θέλει να έχει επαφές μαζί του.

«Ταρνατάρ’σακ! είχα δίκιο λοιπόν!» σκέφτηκα αμέσως. αλλά μετά παραξενεύτηκα, φυσικά. «παιδί του;» σκέφτηκα «τι σαχλαμάρες λέει αυτός;»

–δεν είναι παιδί του Ταρνατάρ’σακ!

ο Αθάνατος γέλασε ξανά. –& εσύ τα ίδια! ούτε εκείνος ήθελε να με πιστέψει. όμως είναι όντως παιδί του.

–δεν είναι δυνατόν, του είπα. –έχει ανθρώπινους γονείς.

–είναι σαν εμένα! επέμεινε ο ιερέας. –αλλά παιδί ενός σκοτεινού θεού.

–ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ! του είπα ξανά, θυμωμένη. –πολεμήσαμε όμως έναν υπηρέτη του Ταρνατάρ’σακ πριν από μερικά χρόνια & ο Φέκταρελ τραυματίστηκε από αυτόν, από το σπαθί του, που ίσως να ήταν όπλο του Ταρνατάρ’σακ. μπορεί γι’αυτό να νομίζεις ότι είναι παιδί του.

ο Αθάνατος δεν μίλησε. ακόμα κρατούσε το δίχτυ με το νερό & τα ψάρια.

–πώς το κατάλαβες ότι είναι παιδί του Ταρνατάρ’σακ; τον ρώτησα. –εγώ προσπαθούσα να εντοπίσω με τη μαγεία μου τι του συμβαίνει & δεν μπορούσα. ούτε ο θεός μου δεν μπορούσε!

ο Αθάνατος γέλασε. –ο θεός σου!… είπε σαν να χλεύαζε την Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων, & η Πολεμική Καρδιά το κατάλαβε & την αισθάνθηκα να ανασαλεύει οργισμένα μες στον κατοπτρόλιθο του βραχιολιού μου παρότι καταλάβαινα ότι φοβόταν τον Αθάνατο (από τις σπάνιες φορές που ο θεός μου φοβάται κάποιον ή κάτι). –τι περίμενες να εντοπίσεις, μάγισσα;

–κάποιο πνεύμα… εσύ πώς κατάλαβες ό,τι κατάλαβες;

–από το σώμα του.

–από το… σώμα του;

–ναι· τον είδα & ήξερα ότι είναι παιδί των θεών, παιδί του Ταρνατάρ’σακ.

–μα το σώμα του είναι όπως ήταν πάντα! (αν μη τι άλλο, ξέρω καλά το σώμα του Φέκταρελ, από πάνω μέχρι κάτω! & είμαι βέβαιη πως δεν έχει αλλάξει, παρότι έχουμε καιρό να κοιμηθούμε μαζί)

–γιατί να μην είναι;

–δεν σε καταλαβαίνω! φώναξα. –σου λέω: αφού εκείνος ο υπηρέτης του Ταρνατάρ’σακ τον χτύπησε είναι που ο Φέκταρελ άλλαξε! κάτι τού συνέβη εξαιτίας αυτής της σπαθιάς!

–δεν ξέρω τίποτα γι’αυτό, μου είπε ο Αθάνατος. –ξέρω μόνο ό,τι βλέπω.

αναστέναξα, απογοητευμένη. –τι ΑΚΡΙΒΩΣ είδες στο σώμα του;

–είδα το σώμα του· τι άλλο να δω;

δεν μπορούσες να συνεννοηθείς μαζί του! –ήταν τα μάτια του; γυάλιζαν κάπως περίεργα, ίσως;

–τα μάτια του, τα πάντα· το σώμα του, μάγισσα!

& τώρα φαινόταν & ο Αθάνατος θυμωμένος μαζί μου, σαν να τον είχα φτάσει στα όρια της υπομονής του. δεν υπήρχε περίπτωση να κατάφερνε να μου εξηγήσει με τρόπο που μπορούσα να καταλάβω, συνειδητοποίησα· ήταν σαν εγώ να προσπαθώ να εξηγήσω σε κάποιον πώς βλέπω τον αντίστροφο κόσμο (ή γιατί τελευταία δεν δίνω & τόση σημασία στον αντίστροφο κόσμο, σαν να έχει χάσει το ενδιαφέρον του για εμένα). είναι αδύνατο.

τον ρώτησα: σου είπε πού θα πήγαινε μετά από εδώ;

–του είπα να πάει στον Αγαθό Βράχο, να πάρει πλοίο από εκεί για Κάρνατεβ.

–για Κάρνατεβ! γιατί;

–του είπα να πάει στον πατέρα του, αν ήθελε να μάθει περισσότερα, εγώ δεν μπορούσα να του δώσω άλλες απαντήσεις. & είναι γνωστό πως η επιρροή του Ταρνατάρ’σακ υφίσταται τώρα αρκετά δυνατή προς τα βόρεια· το έχω ακούσει.

–μα τους θεούς… είπα έχοντάς τα χαμένα. –θα κινδυνέψει! δεν είναι γιος του Ταρνατάρ’σακ, ιερέα!

ο Αθάνατος δεν μίλησε.

–πού είναι αυτός ο Αγαθός Βράχος; μπορώ να τον προλάβω προτού φύγει;

–ο Αγαθός Βράχος είναι ένα χωριό προς τα βόρεια & τα δυτικά, στο Βορειονήσι, μετά τη γέφυρα. αλλά το πλοίο έχει ήδη φύγει.

δεν τον ρώτησα πώς το ήξερε αυτό το τελευταίο. –& ο Φέκταρελ έφυγε μαζί με το πλοίο;

–δεν ξέρω. ίσως.

τον ευχαρίστησα για τη βοήθεια του (αν &, στην πραγματικότητα, μάλλον έχει περιπλέξει τα πράγματα! δεν έπρεπε ποτέ να είχε στείλει τον Φέκταρελ εκεί!) & έφυγα από την ακρογιαλιά μαζί με τη Βαρμάλνα. πήγαμε στο ελικόπτερο, ξυπνήσαμε τον Σάρνεμπ & πετάξαμε προς τη Νουσράκλη, γιατί δεν μπορούσα να πάω στην Κάρνατεβ χωρίς να ρωτήσω πρώτα τον Σκοτωμένο, ακόμα & για τον Φέκταρελ…

Κεφάλαιο Εικοστό-Δεύτερο
Δαιμονικές Αισθήσεις· Αλλαγή Κρυψώνας

Ήταν πρωί όταν το ιστιοφόρο άραξε στο μεγάλο λιμάνι της Κάρνατεβ· και προτού αρχίσει να ξεφορτώνει τα εμπορεύματα από τα αμπάρια του, μια μεγάλη ράμπα έπεσε από το κατάστρωμά του για να κατεβούν οι επιβάτες στην αποβάθρα. Ένας απ’αυτούς, όμως, δεν κουνιόταν από τη θέση του· καθισμένος επάνω στο δίκυκλό του, με το ένα πόδι στα σανίδια του καταστρώματος για να στηρίζεται, κοίταζε τον ουρανό. Ατένιζε τη φωτεινή πρασινογάλαζη στήλη που κατερχόταν από τα σύννεφα και κατέληγε κάπου μέσα στην πόλη, ανάμεσα από τα ψηλά οικοδομήματά της.

Η Καπετάνισσα πλησίασε τον άντρα, που ήταν μαυρόδερμος και γαλανομάλλης – αν και τώρα το τελευταίο δεν φαινόταν καθώς είχε σηκωμένη την κουκούλα της κάπας του στο κεφάλι. «Δεν έχεις ξαναδεί τον Κίονα του Φωτός; Δεν έχεις ξανάρθει στην Κάρνατεβ;» Ακόμα δεν τον είχε ρωτήσει τ’όνομά του· υπήρχε κάτι επάνω του που την απέτρεπε. Επιπλέον, τα λεφτά που της είχε δώσει ήταν παραπάνω από αρκετά για να την κάνουν να κοιτάζει τη δουλειά της.

Ο Φέκταρελ αποκρίθηκε: «Όχι, δεν έχω ξανάρθει.»

«Θα κατεβείς, λοιπόν, ή όχι;»

«Θα κατεβώ· δεν ήρθα στην πόλη για να την κοιτάξω και να φύγω.» Ενεργοποίησε τη μηχανή του δίκυκλού του, κάνοντάς το να μουγκρίσει, ενώ τα μάτια του ήταν ακόμα στον Κίονα του Φωτός. Είχε ακούσει μονάχα γι’αυτόν. Φήμες. Ήταν ο θεός της Κάρνατεβ, έλεγαν.

Οδήγησε το δίκυκλό του επάνω στη ράμπα, κατεβάζοντάς το στην αποβάθρα και στο λιμάνι της Κάρνατεβ, όπου η κίνηση ήταν πολλή, μια τέτοια ώρα. Ακολούθησε το κεντρικότερο ρεύμα της, βέβαιος ότι θα τον πήγαινε σε κάποιον μεγάλο δρόμο, και σύντομα πέρασε μια ψηλή πύλη και βρέθηκε σε μια λεωφόρο στα ενδότερα της πόλης. Χρειαζόταν έναν χάρτη, σίγουρα. Η αφύσικη αίσθηση εντός του δεν ήταν αρκετή για να τον οδηγήσει πουθενά.

Ο ιερέας της βραχώδους ακτής, ο Αθάνατος, δεν είχε πει ψέματα τελικά. Πράγματι, εδώ ο Φέκταρελ κάτι αισθανόταν. Κάτι πολύ πιο έντονο μέσα του. Μια έλξη. Μια ακατονόμαστη επαφή. Δεν ήξερε πώς να αποκαλέσει αυτή την αίσθηση, γιατί δεν έμοιαζε με τίποτα που είχε νιώσει παλιότερα. Αυτό που υπήρχε μέσα του – ό,τι κι αν ήταν – διαισθανόταν μια παρουσία η οποία βρισκόταν κάτω από τις ρόδες του Φέκταρελ. Κάτω από το πλακόστρωτο του δρόμου. Κάτω από τη γη.

Ο Ταρνατάρ’σακ; Ή, μήπως, ήταν απλά επηρεασμένος από τα λόγια του Αθάνατου; Όχι, δεν μπορεί. Αυτό δεν ήταν σαν τίποτα που είχε αισθανθεί πουθενά αλλού. Ή μέσα του είχε επέλθει κάποια αλλαγή, ή εδώ το περιβάλλον ήταν – κάπως – διαφορετικό. Και ο Φέκταρελ νόμιζε πως το δεύτερο ίσχυε· σ’αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση, το δεύτερο ίσχυε… Ο Ταρνατάρ’σακ; Είναι εδώ;

Ο Φέκταρελ ένιωσε το τέρας εντός του να τον συνθλίβει, παρακινημένο από μια ανεξήγητη αδημονία. Έβηξε, δυνατά, μη μπορώντας να αναπνεύσει. Σταμάτησε το δίκυκλό του στο πλάι της μεγάλης λεωφόρου.

Μια γυναίκα τον πλησίασε. «Είσαι καλά;» ρώτησε.

Ο Φέκταρελ πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να το καταπολεμήσει. Ξεροκατάπιε. «Ναι,» κατάφερε να πει. Καθώς τα μάτια του, που είχαν προς στιγμή θολώσει, ξεθόλωναν, την κοίταξε και είδε ένα πορφυρόδερμο πρόσωπο με μεγάλα γαλανά μάτια και πρασινόξανθα μαλλιά. «Να σε ρωτήσω κάτι;»

«Ναι, βέβαια…»

«Ξέρεις πού μπορώ να βρω έναν χάρτη της πόλης;»

Η γυναίκα γέλασε. «Στη Μεγάλη Αγορά της Κάρνατεβ είσαι,» του είπε. «Δε θα δυσκολευτείς και πολύ. Πήγαινε σε οποιοδήποτε περίπτερο. Αν δεν έχει το ένα, θα έχει το άλλο.» Ήταν ντυμένη μ’ένα αμάνικο πέτσινο, μαύρο φόρεμα και σανδάλια· επάνω στους βραχίονες και στους πήχεις της υπήρχαν μπρούντζινοι κρίκοι· από τη ζώνη της κρεμόταν ένα ξιφίδιο και μια θήκη που πρέπει να ήταν για κάποιου είδους συσκευή. Από τον ώμο της κρεμόταν μια δερμάτινη τσάντα, από την οποία προεξείχαν περιοδικά και εφημερίδες. Ο Φέκταρελ αναρωτήθηκε τι δουλειά να έκανε, όποια κι αν ήταν.

«Ευχαριστώ,» της είπε.

«Είσαι σίγουρα καλά;» Τον ατένιζε με βλέμμα κριτικό.

«Ναι, εντάξει· η σκόνη απλώς… Ρωτάς όλους όσους βλέπεις να βήχουν;»

Η γυναίκα μειδίασε και παραμέρισε μια τούφα μαλλιών από το μέτωπό της, πιάνοντάς την πίσω απ’το αφτί της· επάνω στο χέρι της γυάλισε ένα δαχτυλίδι. «Δημοσιογραφική περιέργεια,» είπε. «Συγνώμη αν ενόχλησα.»

«Δε μ’ενόχλησες,» αποκρίθηκε ο Φέκταρελ. «Είσαι δημοσιογράφος;»

«Ναι. Δουλεύω για τα Νέα της Κάρνατεβ.»

«Εφημερίδα είν’ αυτό;»

«Ναι. Είσαι τελείως άσχετος, ε; Δεν έχεις ξανάρθει εδώ;»

«Όχι. Αλλά μην τύχει και δω αύριο τη φάτσα μου στα πρωτοσέλιδα, σε προειδοποιώ,» της είπε μεταξύ αστείου και σοβαρού.

Το χαμόγελό της πλάτυνε. «Μόνο αν είσαι από τους μολυσμένους, ίσως–» Και σταμάτησε απότομα να μιλά, σαν να είχε την εντύπωση πως είχε πει περισσότερα απ’όσα έπρεπε.

Ο Φέκταρελ συνοφρυώθηκε. «Ποιους μολυσμένους;»

«…Έχουν παρατηρηθεί κάποια περιστατικά… Εε, κάποια επιδημία. Έχουν γίνει κάτι έρευνες. Όχι τίποτα το ανησυχητικό.»

«Δεν είμαι άρρωστος· μπορείς νάσαι σίγουρη γι’αυτό. Σ’ευχαριστώ και πάλι. Θες να σε πάω κάπου;» Η τύπισσα σίγουρα ήξερε την πόλη καλά, επομένως θα μπορούσε να του δώσει κατευθύνσεις. «Υπάρχει χώρος να καθίσεις πίσω μου.»

«Πού πηγαίνεις εσύ;»

«Όπου είναι ο κοντινότερος χάρτης.»

«Δεν έχεις, δηλαδή, καμια συγκεκριμένη δουλειά στην Κάρνατεβ;»

«Η δουλειά μου είναι προσωπικής φύσης.»

«Καταλαβαίνω,» είπε. Και προς στιγμή ήταν διστακτική, προτού πει: «Εντάξει, πάμε,» ανεβαίνοντας πίσω του επάνω στο δίκυκλο.

Ο Φέκταρελ οδήγησε κατά μήκος της μεγάλης λεωφόρου. «Πώς λέγεται αυτός ο δρόμος;»

«Η Μεγάλη Λεωφόρος.»

«Ποιος θα το περίμενε…»

Η δημοσιογράφος γέλασε. «Διασχίζει την Κεντρική Αγορά, από την Πύλη του Λιμανιού ώς την Πύλη των Ανέμων, στα βόρεια.»

«Μάλιστα.»

Ο Φέκταρελ πλησίασε ένα περίπτερο σε μια γωνία, εκεί όπου η Μεγάλη Λεωφόρος συναντιόταν μ’έναν άλλο, μικρότερο δρόμο. Σταμάτησε το δίκυκλο και κατέβηκε. Ρώτησε τον περιπτερά αν είχε χάρτη της πόλης. Εκείνος αποκρίθηκε πως φυσικά και είχε.

«Σε περγαμηνή ή σε χαρτί τον θέλεις;»

«Ποια η διαφορά τους;»

«Η περγαμηνή κοστίζει τρία τέταρτα· το χαρτί μισό ευγενές.»

«Κύματα έχω.»

«Πω, ρε φίλε, σε μπελά με βάζεις…»

Ο Φέκταρελ τού έδωσε ένα κέρμα του ενός κύματος. «Δεν είναι αρκετό για τον χάρτινο;»

«Εννοείται.»

«Τα ρέστα δικά σου.»

Ο περιπτεράς τον ευχαρίστησε και του έδωσε τον χάρτη.

Επιστρέφοντας στο δίκυκλό του και στη δημοσιογράφο, ο Φέκταρελ τη ρώτησε: «Πώς σε λένε;»

«Ελδάρμι. Εσένα;»

«Φέκταρελ. Ξέρεις κανένα καλό ξενοδοχείο εδώ γύρω;»

*

Η δημοσιογράφος τον οδήγησε στο Χρυσό Νήμα, ένα ξενοδοχείο στην Κεντρική Αγορά, προς τα ανατολικά, νότια ενός δρόμου που ονομαζόταν Οδός του Γέροντα, όπως του είπε, και ήταν μεγάλος και πολύ γνωστός.

«Τι κερδίζω, λοιπόν, εγώ απ’όλα αυτά;» τον ρώτησε, κατεβαίνοντας από το δίκυκλό του που ήταν τώρα σταματημένο μπροστά από το Χρυσό Νήμα και ο Φέκταρελ ακόμα καθισμένος στη σέλα.

«Δεν έχω τίποτα νέα να σου μεταβιβάσω. Εκτός αν σ’ενδιαφέρει ο καιρός στην ανοιχτή θάλασσα.»

«Είναι καλός;»

«Όπως τον βλέπεις από εδώ. Ταξιδεύεται.»

«Από νησί είσαι;»

«Από το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων.»

«Γεφυρονησιώτης· τόχα μαντέψει από την εμφάνισή σου!»

«Έχεις τρομερό μάτι,» είπε ο Φέκταρελ, που δεν καταγόταν ούτε κατά διάνοια από τούτα τα μέρη.

«Θα σου ήταν κόπος να με ξαναπάς στη Μεγάλη Λεωφόρο;» τον ρώτησε η Ελδάρμι μετά από μια στιγμή σκέψης. «Έχω δουλειά εκεί.»

«Ανέβα. Σου χρωστάω, ούτως ή άλλως· δε μπορώ να πω όχι.»

Η Ελδάρμι ανέβηκε πίσω του. «Θυμάσαι πώς να επιστρέψεις πάλι εδώ, έτσι;»

«Ναι.» Ο Φέκταρελ άρχισε να οδηγεί μέσα στους δρόμους της Κεντρικής Αγοράς της Κάρνατεβ. Από κάτω του, κάτω από τη γη, εξακολουθούσε να αισθάνεται εκείνη την έλξη, και μέσα του την τρομερή αδημονία. Αλλά τώρα δεν ήταν πια μόνο αυτό που αισθανόταν· ένιωθε, επίσης, και μικρότερες έλξεις προς… διάφορες κατευθύνσεις… Δεν μπορούσε να το καθορίσει. Ούτε μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν. Πάλι ο Ταρνατάρ’σακ; Πάνω από τη γη; Δε μπορεί…

Μέχρι στιγμής, από τότε που είχε κατεβεί από το ιστιοφόρο, είχε δει τρεις φορές το τέρας να τον κρυφοκοιτάζει από σκιές και αντανακλάσεις. Το αισθανόταν να έχει… εξαπλωθεί. Σαν να ήταν μια δύναμη που βρισκόταν στο κέντρο της ύπαρξής του και φούσκωνε προς τις άκριες. Καθώς η Ελδάρμι τώρα καθόταν πίσω του, ο Φέκταρελ μπορούσε να τη μυρίσει. Η οσμή της ερχόταν τόσο έντονα στα ρουθούνια του που καταλάβαινε ότι ήταν αφύσικο, και ενοχλητικό. Ήταν λες και προκαλούσε αρχέγονα ένστικτα να ξυπνήσουν εντός του· βίαια ένστικτα. Το τέρας. Ο εαυτός του που δεν ήταν ο εαυτός του.

Ο Ταρνατάρ’σακ είναι πατέρας σου, του είχε πει ο Αθάνατος. Αλλά όχι! δεν ήταν δυνατόν! Ο Φέκταρελ θυμόταν τον λήσταρχο Βέρκαμωντ, θυμόταν να ξιφομαχεί μαζί του. Δεν είμαι έτσι! Και ούτε ο Βέρκαμωντ δεν ήταν γιος του Ταρνατάρ’σακ· απλά έλεγαν ότι είχε έρθει σε επαφή με τον θεό του σκοταδιού. Εγώ όμως…

Τραυματίστηκα από το σπαθί του…

Αλλά δεν είχε αισθανθεί τίποτα περισσότερο από άλλες φορές που είχε τύχει να τραυματιστεί. Ένα συνηθισμένο τραύμα ήταν. Ούτε καν τόσο σοβαρό. Και με τα βοτάνια που είχε βάλει δεν είχε μολυνθεί.

Δεν καταλαβαίνω…

Άφησε τη δημοσιογράφο στη Μεγάλη Λεωφόρο και τη χαιρέτησε.

«Μπορεί να ξανασυναντηθούμε, Φέκταρελ,» του είπε εκείνη. «Η Κάρνατεβ δεν είναι τόσο μεγάλη όσο φαίνεται.»

Ο Φέκταρελ ένευσε, και, στρίβοντας το δίκυκλό του, έφυγε από κοντά της, κατευθυνόμενος προς το Χρυσό Νήμα. Άφησε το όχημα στο υπόγειο γκαράζ του ξενοδοχείου και έκλεισε ένα μονόκλινο δωμάτιο στον τρίτο όροφο. Ανέβηκε εκεί, άνοιξε το παντζούρι του παραθύρου, και κοίταξε κάτω, την κίνηση στους δρόμους της Κεντρικής Αγοράς τους οποίους μπορούσε να διακρίνει.

Τι συμβαίνει σ’αυτή την πόλη που δεν συνέβαινε αλλού; Τι με έλκει; Αν ο Αθάνατος είχε δίκιο και ήταν, όντως, ο Ταρνατάρ’σακ, τότε ο Φέκταρελ θα έπρεπε να κατεβεί, να πάει κάτω από τη γη… Αλλά πώς; Και από πού; Σίγουρα, δεν θα έβρισκε τον θεό του σκοταδιού στους υπονόμους της Κάρνατεβ…

Οι ρους’κρούουμ, οι ποντικάνθρωποι… Αν είχαν παρουσιαστεί εδώ όπως και τότε στη Μέρελκεβ, όπου οι Ζωντανοί-Νεκροί είχαν προστατέψει εκείνο το φρούριο από τους ποντικανθρώπους… Ο Φέκταρελ θυμόταν πολύ καθαρά αυτή τη μάχη: τότε ήταν που είχε πρωτοκαταλάβει ότι κάτι υπήρχε μέσα του – κάτι που δεν ήταν ο εαυτός του. Θεοί… ο ιερέας έχει δίκιο. Οι ρους’κρούουμ λάτρευαν τον Ταρνατάρ’σακ, όλοι το έλεγαν· άρα, η επαφή του Φέκταρελ μ’αυτούς τον είχε επηρεάσει… ή είχε κάνει κάτι να ξυπνήσει εντός του.

Μήπως, τελικά, ήταν ανέκαθεν γιος του Ταρνατάρ’σακ;

Πώς είναι δυνατόν! Ο πατέρας του ήταν άνθρωπος – ένας συνηθισμένος άνθρωπος! – και η μητέρα του επίσης. Ούτε καν ιερωμένοι δεν ήταν, ούτε μάγοι, ούτε τίποτα άλλο περίεργο. Δε μπορεί να είμαι παιδί του!

Εκείνη η ακατονόμαστη έλξη συνέχιζε να έρχεται από τα έγκατα της γης, αλλά πιο έντονα πάλι, και ο Φέκταρελ άρχισε να βήχει.

*

Όταν ο Σκοτωμένος ξύπνησε ήταν ξημερώματα. Ντύθηκε και, φεύγοντας από το δωμάτιό του, πήγε στο δωμάτιο της μάγισσας. Χτύπησε την πόρτα αλλά κανείς δεν του απάντησε. Όπως το φοβόμουν, σκέφτηκε· δεν έχει επιστρέψει ακόμα. Ενεργοποιώντας τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του, κάλεσε τον Πιλότο στον Οδηγό, που ήταν αγκυροβολημένος στο λιμάνι της Νουσράκλης.

Μετά από μερικές στιγμές, η φωνή του ήρθε απ’το μεγάφωνο, βραχνή: «Ναι;»

«Εγώ είμαι, Πιλότε, ο Ζαώρδιλ.»

«Τι συμβαίνει, αρχηγέ;»

«Το ελικόπτερο επέστρεψε;»

«Περίμενε να δω.» Και ύστερα από λίγο, ακούστηκε ξανά η φωνή του: «Όχι, δεν έχει επιστρέψει ακόμα. Θα έπρεπε;»

«Εντάξει· δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας,» του είπε ο Ζαώρδιλ, αν και ανησυχούσε. Λιγάκι. Γιατί καθυστερούσε η μάγισσα; Δεν ήταν εκεί ο Αθάνατος;

Τερματίζοντας την τηλεπικοινωνία, κρέμασε τον πομπό στη ζώνη του και πήγε στο δωμάτιο της Έρικας. Χτύπησε την πόρτα με τα καλλιτεχνικά λαξεύματα (όλες οι πόρτες του παλατιού είχαν πολύ όμορφα λαξεύματα) αλλά πάλι κανείς δεν απάντησε. Μη μου πεις ότι κι αυτή είναι εξαφανισμένη… Χτύπησε ξανά, δυνατότερα.

«Ποιος είναι;» ακούστηκε η φωνή της Έρικας από μέσα.

«Εγώ.»

«Ποιος είναι ο Εγώ;»

«Μη μου κάνεις την έξυπνη,» μούγκρισε ο Ζαώρδιλ.

«Μπες· ανοιχτά είναι.»

Ο Ζαώρδιλ έσπρωξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο. Τα παντζούρια ήταν μισόκλειστα και ο χώρος ημιφωτισμένος από τον πρωινό ήλιο.

Η Έρικα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, ντυμένη με τα εσώρουχά της· γύρω από τη μέση και τα πόδια της τυλιγόταν σαν φίδι ένα σεντόνι, και δεν είχε ριγμένο επάνω της κανένα άλλο σκέπασμα. Έκανε ζέστη ακόμα και τις νύχτες, ακόμα κι εδώ, στα νησιά, ειδικά όταν βρισκόσουν μέσα σε οίκημα.

«Δεν κλειδώνεις την πόρτα σου, Έρικα; Έχεις αρχίσει να χαλαρώνεις;» είπε ο Ζαώρδιλ βηματίζοντας μες στο δωμάτιο.

«Στο παλάτι του Βασιληά Ράνελμον είμαστε,» αποκρίθηκε εκείνη, στηρίζοντας το κεφάλι στο χέρι της καθώς ανασηκωνόταν. «Θα έρθουν να μ’απαγάγουν, ή να με ληστέψουν;»

«Θα έρθω εγώ να σε απαγάγω.»

Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι στραβά.

«Πρέπει να μιλήσουμε,» της είπε ο Ζαώρδιλ αλλάζοντας απότομα θέμα.

«Κι εγώ που νόμιζα ότι σου έλειψα…»

«Σχετικά με τον Αβέρναλ.» Πλησίασε το παράθυρο και άνοιξε τα παντζούρια διάπλατα.

«Σιγά!» αναφώνησε η Έρικα, ενοχλημένη από το ξαφνικό φως, μισοκλείνοντας τα μάτια.

Ο Ζαώρδιλ στράφηκε να την αντικρίσει. «Ο Νικηφόρος ξέρεις τι προτείνει;»

«Στον ύπνο σου τα έβλεπες όλ’ αυτά;»

«Να τον πάμε στη Βελτέρντιθ. Στη Μονάρχη Σιριλκάνα.»

«Δεν είναι και τόσο άσχημη ιδέα,» είπε η Έρικα τρίβοντας τα μάτια της καθώς έπαιρνε καθιστή θέση πάνω στο κρεβάτι. «Αν συμφωνεί κι ο ίδιος, βέβαια.» Χασμουρήθηκε.

«Τόσες ώρες κοιμόσουν και πάλι νυστάζεις;»

«Εσύ κοιμήθηκες καθόλου, ή όλη νύχτα ήσουν τσιτωμένος όπως τώρα;»

«Κοιμήθηκα, και περίμενα ότι ώς το πρωί η μάγισσα θα είχε επιστρέψει…»

Η Έρικα συνοφρυώθηκε. «Η μάγισσα; Τι…;»

Ο Ζαώρδιλ τής μίλησε για την ιδέα της Φαίδρας’λι, και η Έρικα είπε: «Είστε κι οι δύο τρελοί,» ενώ είχε σηκωθεί απ’το κρεβάτι και ντυνόταν.

*

Όταν πήγαν στο λιμάνι της Νουσράκλης, προκειμένου να πάρουν το πλοιάριο για να επισκεφτούν τον Αβέρναλ και τους άλλους στις σπηλιές του Ριγκάλμεκ, άκουσαν τον θόρυβο ελικοπτέρου πάνω από την πόλη. Ο Ζαώρδιλ ύψωσε το βλέμμα του και ατένισε το ελικόπτερό τους να έρχεται από τα βόρεια.

«Η Φαίδρα;» είπε ο Νικηφόρος ο Κολπατζής, που είχε έρθει μαζί με τον Σκοτωμένο, την Έρικα, και τους υπόλοιπους Ζωντανούς-Νεκρούς που θα έπλεαν προς Ριγκάλμεκ.

«Προφανώς,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ, και ανέβηκε βιαστικά στο κατάστρωμα του Οδηγού ενώ οι άλλοι έρχονταν στο κατόπι του.

Το ελικόπτερο προσγειώθηκε στο ελικοδρόμιο στην πρύμνη του μεγάλου πλοίου, και πρώτη πήδησε έξω η Φαίδρα’λι, ακολουθούμενη από την πορφυρόδερμη ανιχνεύτρια με την περίπλοκη δερματοστιξία στο κεφάλι και τον Σάρνεμπ.

«Τι έγινε, μάγισσα;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ ζυγώνοντάς την. «Τον βρήκες; Γιατί άργησες τόσο;»

«Δεν ήταν εκεί, στην αρχή,» αποκρίθηκε η Φαίδρα· «έλειπε. Τα ξημερώματα εμφανίστηκε. Και του μίλησα…» Δίστασε να συνεχίσει. «Αρχηγέ, χρειάζομαι την άδειά σου για να πάω στην Κάρνατεβ.»

«Στην Κάρνατεβ; Τι…;»

«Ο Φέκταρελ είναι εκεί. Εκεί, τουλάχιστον, τον έστειλε ο Αθάνατος.»

«Γιατί;»

Η Φαίδρα αναστέναξε. «Ο Φέκταρελ πήγε και τον επισκέφτηκε, όπως είχες υποθέσει. Τον ρώτησε τι του συμβαίνει. Του είπε ότι νομίζει πως έχει ένα… τέρας μέσα του–»

«Τέρας; Τι τέρας;»

«Δεν ξέρω. Και ούτε κι ο Αθάνατος συμφωνεί, ουσιαστικά. Αποκρίθηκε στον Φέκταρελ ότι είναι παιδί του Ταρνατάρ’σακ, ότι αυτό είναι που του συμβαίνει.»

«Πώς είναι δυνατόν να είναι παιδί του Ταρνατάρ’σακ, μάγισσα; Είναι άνθρωπος, όπως πολύ καλά ξέρουμε και εσύ και εγώ, όχι δαίμονας!»

Η Φαίδρα ένευσε. «Ακριβώς. Είναι πολύ περίεργο. Ίσως να έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο Βέρκαμωντ τον τραυμάτισε μ’εκείνο το σπαθί. Βασικά, σίγουρα έχει να κάνει μ’αυτό· δεν υπάρχει άλλη εξήγηση–»

«Το είπες στον Αθάνατο;»

«Του το είπα, αλλά δεν το δέχτηκε. Μου αποκρίθηκε ότι εκείνος ό,τι βλέπει λέει. Κι όταν τον ρώτησα πώς καταλαβαίνει ότι ο Φέκταρελ είναι γιος του Ταρνατάρ’σακ, μου είπε ότι το ξεχωρίζει από το σώμα του.»

«Από το σώμα του…»

Η Φαίδρα ανασήκωσε τους ώμους καθώς παραμέριζε μια τούφα πράσινα μαλλιά απ’το λευκόδερμο πρόσωπό της. «Πρέπει να πρόκειται για κάτι όπως αυτά που βλέπω εγώ, αρχηγέ.»

«Κατάλαβα… Αλλά τι σχέση έχει η Κάρνατεβ μ’όλα τούτα;»

«Ο Αθάνατος είπε στον Φέκταρελ να πάει στον Αγαθό Βράχο – ένα χωριό στο Βορειονήσι – για να πάρει από εκεί ένα πλοίο το οποίο κατευθύνεται προς Κάρνατεβ.»

«Μπορεί, τότε, να μην έχει φύγει ακόμα.»

«Έχει φύγει· μου το είπε. Πριν από δυο μέρες. Ο Φέκταρελ μάλλον είναι στην Κάρνατεβ τώρα.»

«Γιατί όμως να θέλει να πάει στην Κάρνατεβ;»

«Επειδή ο Αθάνατος τού είπε πως εκεί έχει ακούσει ότι ο Ταρνατάρ’σακ έχει εξαπλωμένη την επιρροή του–»

«Ο Ταρνατάρ’σακ είναι υπόγειος θεός, Φαίδρα! Θεός των ποντικανθρώπων–»

«Ναι, είναι όντως περίεργο. Ο Φέκταρελ, όμως, μάλλον εκεί έχει πάει, προκειμένου να μάθει, από τον Ταρνατάρ’σακ, τι του συμβαίνει· και… νομίζω ότι θα βρεθεί σε αχρείαστο κίνδυνο, αρχηγέ. Γιατί αποκλείεται να είναι παιδί αυτού του θεού. Πρέπει να πάω να τον βρω! Θα μου δώσεις πάλι το ελικόπτερο;»

Ο Ζαώρδιλ το σκέφτηκε για λίγο, αμίλητα· μετά κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Δε μπορώ, Φαίδρα. Σε χρειάζομαι εδώ.»

«Αρχηγέ–!»

«Άκουσέ με. Πρέπει, τουλάχιστον, να μεταφέρουμε πρώτα τον Αβέρναλ σε ασφαλές μέρος, και να βεβαιωθούμε ότι ο Εύβουλος και οι δικοί του είναι νεκροί. Μετά, μπορούμε να ταξιδέψουμε στην Κάρνατεβ για να αναζητήσουμε τον Φέκταρελ. Εντάξει;»

Η Φαίδρα έσφιξε τις γροθιές της, νιώθοντας απεγνωσμένη. Και θυμωμένη με τον Ζαώρδιλ. Ήταν σα να της έκλεινε κατάμουτρα μια πόρτα πολύ σημαντική για εκείνη. Ο Φέκταρελ ίσως να έχανε τη ζωή του εξαιτίας της καθυστέρησης που πρότεινε ο Σκοτωμένος! Από την άλλη, όμως, η Φαίδρα ήξερε ότι ο Ζαώρδιλ είχε δίκιο: είχαν αναλάβει κάποιες δουλειές εδώ, στο Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων, τις οποίες δεν μπορούσαν να αφήσουν στη μέση· και εκείνη ήταν πάντοτε απαραίτητη στους Ζωντανούς-Νεκρούς.

Ο Ζαώρδιλ, βλέποντας στην όψη της ότι δυσανασχετούσε, είπε: «Επιπλέον, σκέψου, μάγισσα: ακόμα κι αν πας τώρα στην Κάρνατεβ, πώς θα τον βρεις μέσα σε μια τέτοια μεγάλη πόλη; Πάντα έλεγες ότι δεν ξέρεις αυτό το Ξόρκι Ευρέσεως, ή όπως αλλιώς το λένε–»

«Μπορώ να ζητήσω από κάποιον άλλο μάγο να κάνει Ξόρκι Ανιχνεύσεως για εμένα. Στην Κάρνατεβ υπάρχει Μαγική Σχολή με όλα τα μαγικά τάγματα.»

«Σε χρειαζόμαστε εδώ, όμως!» της είπε ο Ζαώρδιλ, έντονα, πιάνοντας το μπράτσο της. «Το ξέρεις αυτό. Θα πάμε να αναζητήσουμε τον Φέκταρελ μετά. Τώρα έχουμε άλλη δουλειά μπροστά μας. Τι θα γίνει αν συναντήσουμε κάποιον δαίμονα και–;»

«Εντάξει,» τον διέκοψε η Φαίδρα, αν και δυσαρεστημένα, αποφεύγοντας το βλέμμα του, «εντάξει. Δε θα φύγω. Όχι από τώρα. Αλλά μετά πρέπει να πάμε να τον βρούμε, αρχηγέ.» Και τον ατένισε πάλι καταπρόσωπο.

«Δε σκόπευα ποτέ να τον εγκαταλείψω,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ.

*

Πήραν και τη μάγισσα μέσα στο πλοιάριο, καθώς και την ανιχνεύτρια με τη δερματοστιξία στο κεφάλι, και κατευθύνθηκαν προς το Δεντρονήσι, το οποίο δεν βρισκόταν μακριά από τη Νουσράκλη. Πλέοντας βόρεια και δυτικά, σύντομα ατένισαν το Σπαθί του Ωκεανού σε κάποια απόσταση από το μικρό νησί.

«Δε χρειάζεται να πάμε πλάι στο πλοίο,» είπε η Έρικα. «Θα μιλήσω μαζί του από εδώ.» Και πήρε τον τηλεπικοινωνιακό της πομπό στο χέρι, ενεργοποιώντας τον έτσι ώστε να μπορούν ν’ακούσουν όλοι όσοι βρίσκονταν κοντά της, και καλώντας τον Όρκιβελ τον Μουντζουρωμένο.

«Καλημέρα, Έρικα,» είπε εκείνος, από το μεγάφωνο της συσκευής. «Βαριέστε να μας πλησιάσετε;»

«Μας βλέπεις;»

«Από το κατάστρωμά μου. Νόμιζες ότι θα ερχόσασταν τόσο κοντά χωρίς να σας πάρουμε είδηση;»

«Προσπάθησε ο Εύβουλος να φύγει από το νησί;» ρώτησε η Έρικα, ενώ ο Ζαώρδιλ έβλεπε πως το Σπαθί του Ωκεανού δεν ήταν ακίνητο· διέγραφε ημικύκλιο προς τα βόρεια του Δεντρονησιού, περιπολώντας. Κι αυτό είχε ήδη δώσει την απάντηση στον Σκοτωμένο, προτού ο Όρκιβελ μιλήσει λέγοντας:

«Κανένας δεν έχει προσπαθήσει να φύγει. Δε μπορεί ν’αργήσουν, όμως. Ή θα προσπαθήσουν ή θα τους φάνε οι γρυλαίοι. Μέχρι το βράδυ είμαι σίγουρος πως θα τους δω.»

«Μήπως κι εκείνοι σε έχουν δει επίσης;» είπε η Έρικα.

«Το έχω σκεφτεί ότι μπορεί να συμβαίνει. Αποκλείεται να μας ξέρουν, βέβαια, αλλά θάναι επιφυλακτικοί. Γι’αυτό κιόλας περιμένω να κάνουν να φύγουν μες στη νύχτα. Αλλά μην ανησυχείς· όποτε κι αν αποφασίσουν να κινηθούν, θα τους βυθίσουμε και η θεά της μάγισσας θα τους πνίξει όλους.» Προφανώς αναφερόταν στη Μιρκάλη’λι.

«Καλώς,» αποκρίθηκε η Έρικα. «Θα τα ξαναπούμε.»

«Γιατί δεν έρχεστε στο πλοίο; Δε δαγκώνουμε.»

«Έχουμε άλλη δουλειά, Όρκιβελ.»

«Όλο δουλειές είσαι, Ξανθιά. Πολυάσχολη.»

Η τηλεπικοινωνία τους τερματίστηκε και η Έρικα πέρασε τον πομπό στη ζώνη της.

«‘Ξανθιά’;» είπε ο Ζαώρδιλ, υψώνοντας το κομμένο δεξί φρύδι του ερωτηματικά.

«Μη ρωτάς…» αποκρίθηκε η Έρικα χαμογελώντας λιγάκι στραβά.

Ο Σκοτωμένος φώναξε στην πιλότο, στο πηδάλιο του πλοιαρίου: «Μας πηγαίνεις στις σπηλιές τώρα, Πεταλούδα!» Και το σκάφος τους στράφηκε προς τα δυτικά, αυξάνοντας ταχύτητα. Οι μηχανές του βούιζαν δυνατά και αφρός σηκωνόταν πίσω του.

*

Πλησίαζε μεσημέρι όταν έφτασαν, τελικά, στις νότιες ακτές του Ριγκάλμεκ· και, βλέποντας τις σπηλιές αντίκρυ τους, η Φαίδρα μπορούσε να «διαβάσει» τον αντίστροφο κόσμο ανάμεσα στους βράχους, ανάμεσα στους βράχους και στις σκιές τους, ανάμεσα στις σκιές, ανάμεσα στην ξηρά και στη θάλασσα, ανάμεσα στα κύματα και στο φως, ανάμεσα στους αφρούς επάνω στο νερό. Ερημιά… Παρατήρηση… Ερημιά… Κίνδυνος/Προσοχή… Αυτό το τελευταίο νόμιζε ότι είχε να κάνει με τους υφάλους και τους βράχους όπου τα πλεούμενα μπορούσαν να χτυπήσουν· δεν επρόκειτο για κάποιον άλλο κίνδυνο, δαιμονικό ή ανθρώπινο. Όμως, για καλό και για κακό, υποτονθόρυσε ένα Ξόρκι Πνευματικής Ανιχνεύσεως. Και, καθώς ζύγωναν τις σπηλιές, διαισθάνθηκε μια αρκετά ισχυρή παρουσία. Όχι τόσο ισχυρή όσο η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων, νόμιζε, όμως ούτε και ασήμαντη. Ευτυχώς δεν βρισκόταν προς τη μεριά όπου είχαν αφήσει τον Αβέρναλ και τους άλλους, αλλά λίγο πιο βόρεια.

Η Φαίδρα ζήτησε από τον Ζαώρδιλ τα κιάλια του.

«Τι συμβαίνει, μάγισσα;»

«Μάλλον ο θεός της περιοχής. Θα μου τα δώσεις, να δω κάτι;»

Ο Σκοτωμένος τής τα έδωσε, και εκείνη ύφανε ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως επάνω τους και τα έφερε στα μάτια της, κρατώντας τα με το ένα χέρι ενώ με το άλλο στηριζόταν στην κουπαστή του πλοιαρίου. Κοίταξε προς τη μεριά όπου είχε εντοπίσει τον θεό, και ανάμεσα στους τραχείς βράχους διέκρινε μια μορφή. Τη μορφή ενός γιγάντιου καβουριού· και είχε την αίσθηση πως το γιγάντιο καβούρι αντιλαμβανόταν τον ερχομό τους.

Κατέβασε τα κιάλια και τα επέστρεψε στον Ζαώρδιλ. «Να είμαστε έτοιμοι;» τη ρώτησε εκείνος.

«Είναι μακριά μας, και δε νομίζω να πλησιάσει για να επιτεθεί. Αλλά, ούτως ή άλλως, πάντα έτοιμοι δεν είμαστε, αρχηγέ;»

Το πλοιάριό τους προσέγγισε το σημείο που είχε προσεγγίσει και χτες βράδυ, και η Πεταλούδα το σταμάτησε εκεί όπου μπορούσαν να κατεβούν.

Ο Ζαώρδιλ κοίταξε τις πέτρες που τις χτυπούσε το κύμα. «Επικίνδυνο φαίνεται το πέρασμα.»

«Δεν υπάρχει κανένα πιο ασφαλές εδώ γύρω,» του είπε ο Νικηφόρος ο Κολπατζής, και βγήκε πρώτος, βαδίζοντας προσεχτικά επάνω στους γλιστερούς βράχους. Ο Ζαώρδιλ τον ακολούθησε, και μετά η Φαίδρα’λι, η Έρικα, και ο Χαρσάντιλ. Οι άλλοι έμειναν στο πλοιάριο· θα έρχονταν μόνο αν υπήρχε λόγος.

Μπαίνοντας στις σπηλιές, ο Ζαώρδιλ τράβηξε το πιστόλι του και αφουγκράστηκε για κανέναν ύποπτο θόρυβο – όπως κάτι να πλησιάζει. Μονάχα το κύμα, όμως, μπορούσε ν’ακούσει.

«Προς τα πού;» ρώτησε τον Νικηφόρο.

Εκείνος άναψε έναν φακό γιατί, παρότι πρωί, εδώ μέσα υπήρχαν πυκνές σκιές· το φως που περνούσε ανάμεσα από τα βράχια και τις σχισμάδες δεν ήταν αρκετό. «Από δω,» είπε ο Κολπατζής, και προπορεύτηκε.

Έστριψαν μέσα στα φυσικά περάσματα, και έστριψαν ξανά, και ξανά–

Ο Νικηφόρος στάθηκε ακίνητος.

«Τι;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ.

«Μια στιγμή…» Συνοφρυωμένος, ο Νικηφόρος κοίταξε τριγύρω.

«Χάθηκες;»

Μια σκιά ξεπρόβαλε από ένα άνοιγμα, και ο Ζαώρδιλ στράφηκε αμέσως, υψώνοντας το πιστόλι του.

«Εγώ είμαι, Σκοτωμένε,» είπε η Ραβάσλι, και τους έκανε νόημα να την ακολουθήσουν.

Ο Ζαώρδιλ δεν δίστασε. «Αλλάξατε θέση;» τη ρώτησε, καθώς οι άλλοι έρχονταν πίσω του.

«Όχι.»

«Τότε τι έψαχνε ο Νικηφόρος;»

«Είχα μπερδευτεί προς στιγμή,» είπε ο ίδιος ο Νικηφόρος.

Μπήκαν σε μια σπηλιά όπου τους περίμεναν ο Αβέρναλ, ο Σάμελκον’λι, και ο Ραμπνάιλ.

«Παρουσιάστηκε κανένα πρόβλημα;» ρώτησε ο Ζαώρδιλ.

«Τίποτα,» είπε η Ραβάσλι. «Βαρεθήκαμε.»

«Και κρυώναμε,» πρόσθεσε ο Ραμπνάιλ. «Εδώ μέσα δεν είναι καλοκαίρι, Σκοτωμένε, πίστεψέ με.»

Νιώθοντας την υγρασία ολόγυρά τους ο Ζαώρδιλ ένευσε. «Δε με εκπλήσσει.» Στράφηκε στον Αβέρναλ. «Πού θα σε πάμε τώρα, δημοσιογράφε;»

«Νόμιζα ότι εσείς θα το αποφασίζατε αυτό… Η Έρικα, βασικά.» Την κοίταξε.

Εκείνη αποκρίθηκε σκεπτικά: «Υπάρχουν διάφορα μέρη…» Ατένισε τον Κολπατζή. «Ο Νικηφόρος πρότεινε τη Βελτέρντιθ…»

«Σ’το είπε ο Σκοτωμένος;» ρώτησε ο Νικηφόρος.

Η Έρικα ένευσε.

«Το θεωρείς κι εσύ καλή ιδέα;»

«Η Βελτέρντιθ είναι, σίγουρα, μακριά από την Κάρνατεβ. Στην άλλη άκρη του Ωκεανού.» Και τώρα έστρεψε το βλέμμα της στον Αβέρναλ. «Θα σ’ενδιέφερε;»

«Δεν ξέρω κανέναν εκεί, εκτός από έναν δημοσιογράφο που κι αυτός αρθρογραφεί για την Ωκεανού Επίκαιρα. Αλλά μόνο μια φορά τον έχω δει από κοντά· δε θα τον εμπιστευόμουν.»

«Πιστεύεις ότι ίσως να σε πουλούσε στον Αρχισυγκλητικό;»

«Δε θα το απέκλεια.»

Ο Νικηφόρος είπε: «Γνωρίζουμε εμείς κάποια άτομα στη Βελτέρντιθ, και μάλιστα, υψηλά ιστάμενα.»

Ο Αβέρναλ τον κοίταξε ερωτηματικά.

«Αναφέρεται στη Μονάρχη,» εξήγησε ο Ζαώρδιλ. «Έχουμε δουλέψει γι’αυτήν, μην ξεχνάς. Αντιμετωπίσαμε την Κατοπτρική Ορδή μαζί με τους μαχητές της Βελτέρντιθ.»

Ο Αβέρναλ κούνησε το κεφάλι. «Δε θα εμπιστευόμουν με τίποτα την Τύραννο της Βελτέρντιθ, Ζαώρδιλ.»

«‘Τύραννο’ την αποκαλείς κι εσύ, ε;»

«Όχι μόνο εγώ–»

«Γνωρίζω,» τον διαβεβαίωσε ο Σκοτωμένος. «Πολλοί είναι εναντίον της στη Βελτέρντιθ. Είμαι βέβαιος, μάλιστα, πως σύντομα θα ξεσπάσει εμφύλιος εκεί πέρα.»

Ο Αβέρναλ ένευσε: μια σύντομη κίνηση του κεφαλιού που έλεγε Είμαι ενήμερος και ακριβώς αυτό πιστεύω κι εγώ. «Δε θέλω να πάω στη Βελτέρντιθ.» Και κοίταξε ξανά την Έρικα. «Δεν έχεις κανένα άλλο μέρος να προτείνεις;»

Εκείνη χαμογέλασε λιγάκι στραβά. «Το οξύμωρο είναι πως ετούτες οι περιοχές είναι πιο πολύ δικές σου, Αβέρναλ, παρά δικές μου. Εγώ τελευταία ήρθα στον Ωκεανό και τις ακτές του.»

«Έχεις, όμως, κάποια εμπειρία από τέτοιες δουλειές…»

Η Έρικα αναστέναξε σταυρώνοντας τα χέρια εμπρός της και κοιτάζοντας το δάπεδο σκεπτικά. Ο Νικηφόρος είχε πλέον σβήσει τον φακό του και το μέρος ήταν πλημμυρισμένο στις σκιές· ελάχιστο φως γλιστρούσε από τα ανοίγματα των βράχων· αλλά όλοι καταλάβαιναν ότι η Έρικα είχε βάλει το πολυμήχανο μυαλό της σε λειτουργία, ακόμα κι αν δεν έβλεπαν καθαρά το πρόσωπό της· έτσι, κανένας δεν μιλούσε καθώς την περίμεναν να δώσει απάντηση στον δημοσιογράφο.

«Η Μέρελκεβ πώς θα σου φαινόταν;» ρώτησε, τελικά, τον Αβέρναλ.

«Το Πεπρωμένο των Δαιμόνων!» αναφώνησε εκείνος. «Είναι δίπλα στην Κάρνατεβ!»

Αυτό το «δίπλα», βέβαια, ήταν πάνω από διακόσια χιλιόμετρα προς τα δυτικά. Όμως, προφανώς, ο Αβέρναλ αυτή δεν τη θεωρούσε αρκετά μεγάλη απόσταση για να είναι πέρα από την επιρροή του Αρχισυγκλητικού Βέργκεδελ.

«Γνωρίζω κάποιους ανθρώπους εκεί,» εξήγησε η Έρικα. «Ευπατρίδες. Θα σε κρύψουν, αν τους το ζητήσω. Τους έχουμε εξυπηρετήσει παλιότερα – και εγώ και οι Ζωντανοί-Νεκροί.»

«Τους εμπιστεύεσαι;»

«Εκτός των όσων σού είπα, δεν νομίζω επιπλέον πως μπορεί να έχουν τίποτα να κερδίσουν από τον Αρχισυγκλητικό. Ακόμα κι αν καταφέρει, κάπως, να μάθει ότι είσαι εκεί, τι θα κάνει; Θα τους χρηματίσει; Δεν έχουν ανάγκη από χρήματα. Και η Μέρελκεβ, γενικά, δεν βλέπει με καλό μάτι τον Βέργκεδελ και τα αεροχήματά του. Η επεκτατική πολιτική της Κάρνατεβ έχει κάνει τους ευπατρίδες να την υποπτεύονται. Έχω ακούσει φήμες, μάλιστα, ότι ορισμένοι πιστεύουν πως ο Αρχισυγκλητικός σύντομα θα επιτεθεί στη Μέρελκεβ για να την κατακτήσει.»

«Δε νομίζω ότι αυτό αληθεύει,» είπε ο Αβέρναλ.

«Ούτε εγώ,» αποκρίθηκε η Έρικα. «Αλλά δεν είναι ανάγκη να το αναφέρεις στους ευπατρίδες όταν τους δεις. Θέλεις, λοιπόν, να σε πάμε εκεί;»

«Το προτείνεις, δηλαδή… Τους εμπιστεύεσαι…»

«Νομίζω πως, επί του παρόντος, είναι η καλύτερη περίπτωση, Αβέρναλ.»

Ο δημοσιογράφος έμεινε για λίγο σιωπηλός. Άναψε ένα τσιγάρο και η καύτρα του φαινόταν έντονα μες στη σκοτεινιά της υγρής σπηλιάς. Τελικά, είπε: «Εντάξει, Έρικα. Στη Μέρελκεβ.»

Κεφάλαιο Εικοστό-Τρίτο
Νυχτερινά Τεχνάσματα

«Πάμε μέσα να πηδηχτούμε,» είπε η Ζιρμάνκι, χαμηλόφωνα, δαγκώνοντας το αφτί του, καθώς είχε έρθει να σταθεί πλάι του στην πλώρη του Σπαθιού του Ωκεανού.

Ο Όρκιβελ αισθάνθηκε, εκτός από τα δόντια της, και τον μεταλλικό κρίκο στο κάτω της χείλος να τσιμπά το αφτί του. «Είπαμε, όχι, έχουμε δουλειά. Και τώρα θα βγουν οι καριόληδες όπου νάναι, είμαι σίγουρος· αλλιώς θα τους φάνε πια οι γρυλαίοι για βραδινό!»

Είχε νυχτώσει, και το Σπαθί του Ωκεανού εξακολουθούσε να διαγράφει ημικύκλια γύρω από το Δεντρονήσι, με τα πανιά του ανοιχτά και τις μηχανές ανενεργές, για να μη σπαταλάνε άσκοπα ενέργεια και να μην κουράζεται η μάγισσα. Άλλωστε, αν αυτός ο Εύβουλος έκανε να φύγει, με σχεδία θα ταξίδευε, επομένως όπως και νάχε θα τον προλάβαιναν· δεν πρόκειται να τους ξέφευγε. Στο παρατηρητήριο του Σπαθιού ήταν τώρα ο Φόρλεκ ο Καθένας – ένας απ’τους ανθρώπους που ο Όρκιβελ θεωρούσε από τους πιο έμπιστούς του – και κοίταζε προς τη μεριά του Δεντρονησιού μ’ένα κιάλι μαγικά ενισχυμένο από τη Μιρκάλη’λι. Το σκοτάδι της νύχτας δεν αποτελούσε εμπόδιο όταν είχαν υφανθεί τα ξόρκια της μάγισσας, όπως ήξερε ο Όρκιβελ· μέχρι στιγμής, όμως, δεν είχε ακούσει τον Καθένα να φωνάζει ότι είχε δει κάτι. Παράξενο, ίσως… Λογικά, ο Εύβουλος τώρα έπρεπε να κάνει την κίνησή του. Πότε περίμενε;

Η Ζιρμάνκι αναστέναξε. «Εγώ σού λέω πως η νύχτα θα περάσει και τίποτα δε θάχει γίνει.»

«Αποκλείεται,» είπε ο Όρκιβελ, και ύψωσε τα κιάλια του – τα οποία ήταν επίσης ενισχυμένα από τη μάγισσα – για να κοιτάξει τις ακτές του μικρού νησιού, τα πυκνά δάση που ξεκινούσαν μετά απ’αυτές, και τον λόφο που προεξείχε σαν λεπίδα τσεκουριού ανάμεσα από τη βλάστηση. Το πρωί, καμια ώρα αφότου η Ξανθιά είχε επικοινωνήσει εξ αποστάσεως μαζί του, είχε δει κάποιον επάνω σ’αυτό τον λόφο. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ακόμα και με τη μαγεία της Μιρκάλη’λι να ενισχύει τους φακούς των κιαλιών ήταν δύσκολο να τον διακρίνεις. Ήταν κρυμμένος και πεσμένος κοντά στο έδαφος. Μας παρακολουθούν. Ίσως να έχουν κάποιο σχέδιο κατά νου. Αλλά αναρωτιέμαι τι μπορεί να είναι. Το νησί ήταν πολύ μικρό για ύπουλα κόλπα διαφυγής.

Η Ζιρμάνκι ρώτησε: «Άμα είχες την Ξανθιά εδώ θα πηδιόσουν μαζί της;»

Ο Όρκιβελ κατέβασε τα κιάλια του και στράφηκε να κοιτάξει το πορφυρόδερμο πρόσωπό της που ήταν πλαισιωμένο από κοντά, μαύρα μαλλιά. «Τι ερώτηση είν’ αυτή;»

«Τη γουστάρεις, το καταλαβαίνω,» είπε η Ζιρμάνκι χωρίς να χαμογελά.

«Μαλακίες.» Ο Όρκιβελ στράφηκε πάλι στο νησί, υψώνοντας τα κιάλια στα μάτια του.

«Μια μεγαλύτερη γυναίκα μπορεί να καταλάβει τα γούστα ενός μικρότερου άντρα.» Δεν ήταν, ωστόσο, και τόσο μεγαλύτερή του· δύο χρόνια μόλις.

«Συνέχισε έτσι και θα βρεθείς στη θάλασσα, να κάνεις παρέα στα ψάρια που έχουν βγει στο φως των φεγγαριών,» την προειδοποίησε ο Όρκιβελ.

«Δε λέω αλήθεια, λοιπόν;»

Χωρίς να κατεβάσει τα κιάλια από μπροστά του, ο Όρκιβελ πήρε τα μάτια του από τους φακούς για να λοξοκοιτάξει τη Ζιρμάνκι.

Εκείνη στράφηκε από την άλλη, μισογυρίζοντάς του την πλάτη.

«Καπ’τάνιε!» αντήχησε ξαφνικά η φωνή του Φόρλεκ του Καθένα, από το παρατηρητήριο στην κορυφή του καταρτιού. «Φως προς τα βόρεια!»

Ο Όρκιβελ, που δεν μπορούσε να το δει από εδώ – το έκρυβε η κλίση της ακτής του νησιού – κατέβασε τα κιάλια του και, στρεφόμενος, φώναξε: «Μάγισσα! Τις μηχανές μας!»

Η Μιρκάλη’λι, που καθόταν στο κατάστρωμα μαζί με μερικούς άλλους, πετάχτηκε αμέσως όρθια τρέχοντας για το κέντρο ισχύος του σκάφους. Ο Όρκιβελ έτρεξε προς το τιμόνι, αφήνοντας πίσω του τη Ζιρμάνκι. Ανέβηκε τις σκάλες της πρύμνης και μπήκε στη γέφυρα, όπου ο Αλέξανδρος ο Δασύς κρατούσε το δοιάκι.

«Τον άκουσες;»

«Τον άκουσα,» αποκρίθηκε ο Αλέξανδρος. «Έτσι κι αλλιώς, προς τα βόρεια πάμε.»

«Η μάγισσα θα βάλει μπρος τις μηχανές.»

Ο Αλέξανδρος ένευσε, και κοίταξε τις ενδείξεις στην κονσόλα πλάι του.

Ο Όρκιβελ βγήκε από τη γέφυρα και φώναξε στο πλήρωμά του: «Ετοιμάστε πυροβόλα!» αν και ήδη τους έβλεπε να πιάνουν τα όπλα τους. Είχαν όλοι καταλάβει τι γινόταν, και ξυπνούσαν κι όσους ήταν στις κουκέτες και κοιμόνταν.

Οι μηχανές του Σπαθιού ακούστηκαν να μπαίνουν σε λειτουργία, μ’ένα δυνατό τρίξιμο που ο Όρκιβελ αισθάνθηκε να διατρέχει το σκαρί του σκάφους και να περνά από τα ξυπόλυτα πόδια του για να σκαρφαλώσει ώς τα γόνατά του, ώς τη μέση του. Το καράβι άρχισε τώρα να κινείται πιο γρήγορα. Έστριψε και βρέθηκε βόρεια του νησιού, από την ακτή του οποίου ένα φως φαινόταν ν’απομακρύνεται κατευθυνόμενο βόρεια. Ο Εύβουλος κι οι μισθοφόροι του, δίχως αμφιβολία, επάνω σε σχεδία.

«Καθένααας!» φώναξε ο Όρκιβελ. «Τι βλέπεις;»

«Σχεδία, Καπ’τάνιε!» ήρθε η απάντηση απ’το παρατηρητήριο, ενώ κάποιοι άλλοι μάζευαν γρήγορα τα πανιά, τώρα που λόγω της μηχανής τούς ήταν άχρηστα. «Ά’θρωποι πάνω, και λάμπα λαδιού!»

Λάμπα λαδιού, σκέφτηκε ο Όρκιβελ παρατηρώντας το φως μες στη νύχτα. Πράγματι. Νόμιζαν ότι δε θα την προσέχαμε; «Πρόσω ολοταχώς!» φώναξε. «Επίθεση στη σχεδία!»

Το Σπαθί του Ωκεανού έσχιζε σαν πραγματική λεπίδα τα κύματα της νυχτερινής θάλασσας ενώ οι μηχανές του βούιζαν. Το πλήρωμά του βαστούσε έτοιμα πυροβόλα όπλα – τουφέκια, καραμπίνες, ένα παλιό Παντοκρατορικό οπλοπολυβόλο – περιμένοντας κοντά στην κουπαστή κι επάνω στην πλώρη.

Η σχεδία ήταν τώρα πιο κοντά… πιο κοντά… πιο κοντά…

Ο Όρκιβελ δεν έβλεπε κανέναν από τους επιβάτες της να ανοίγει πυρ εναντίον των πειρατών του. Αποκλείεται να μην καταλαβαίνουν γιατί ερχόμαστε. Μας παρακολουθούσαν από το νησί· δεν μπορεί να μην ξέρουν ότι τους παραφυλάμε… Ο Όρκιβελ συνοφρυώθηκε. Κι αυτή η κίνησή τους δεν είναι ανόητη, μα τους θεούς του Ωκεανού; Δεν έπρεπε να το ξέρουν ότι, κανονικά, θα τους βλέπαμε αμέσως; Είναι δυνατόν να είναι τόσο ηλίθιοι ώστε να πιστεύουν ότι δεν θα προσέχαμε τη λάμπα λαδιού; Ο Όρκιβελ άρχισε να έχει μια παράξενη αίσθηση. Μια αίσθηση που δεν του άρεσε καθόλου.

Η σχεδία έφτασε σε απόσταση βολής.

«ΠΥΡ!» πρόσταξε ο Όρκιβελ, και οι κάννες των κουρσάρων του άστραψαν, γεμίζοντας τη νύχτα με φως, κρότο, και σφαίρες. Φιγούρες φάνηκαν να πέφτουν επάνω στη σχεδία και έξω από τη σχεδία, στο νερό.

Φιγούρες που ήδη έμοιαζαν νάναι άψυχες.

Ο Όρκιβελ είδε αντικείμενα να επιπλέουν στο κύμα.

«Γαμήσου…» γρύλισε, υψώνοντας τα κιάλια του στα μάτια και βλέποντας κομμάτια από ύφασμα κι άλλες σαβούρες επάνω στο νερό. «Γαμήσου!» φώναξε κατεβάζοντας τα κιάλια και κατεβαίνοντας από την πρύμνη στο κατάστρωμα. «Σταματήστε να ρίχνετε!» πρόσταξε. «Σταματήστε!» Και οι κάννες σώπασαν.

«Εσύ, εσύ, εσύ, εσύ, εσύ, κι εσύ· ελάτε,» είπε δείχνοντας μερικούς από τους κουρσάρους του, ανάμεσα στους οποίους και τη Ζιρμάνκι. «Κι εσύ πήγαινε να φωνάξεις τη μάγισσα απ’το κέντρο ισχύος· τη θέλω μαζί μου!» Έπειτα έτρεξε σε μια από τις μηχανοκίνητες βάρκες του Σπαθιού του Ωκεανού, πηδώντας μέσα. Όταν κι οι υπόλοιποι – συμπεριλαμβανομένης της Μιρκάλης’λι – ήταν στη βάρκα, ο Όρκιβελ πρόσταξε να τη ρίξουν στη θάλασσα, ενώ βαστούσε στα χέρια του το τουφέκι του με τη μεγάλη ξιφολόγχη.

Τροχαλίες περιστράφηκαν και οι αλυσίδες που κρατούσαν τη βάρκα κατέβηκαν γρήγορα. Η καρίνα της χτύπησε τα κύματα. Η Ζιρμάνκι ενεργοποίησε τη μηχανή της κι έπιασε το δοιάκι. «Τα όπλα σας έτοιμα!» είπε ο Όρκιβελ βαστώντας το τουφέκι του υψωμένο. Η Μιρκάλη’λι αμόλησε τη θεά της: μια μορφή φάνηκε να πετάγεται από τον λίθο του ξύλινου κολάρου της και να βουτά στη θάλασσα· και μετά, μέσα από τον αφρό του Ωκεανού, ξεπήδησε η γνωστή θηλυκή φιγούρα της Καλοντυμένης Κυράς των Ανήσυχων Κυμάτων με το μοναδικό γυαλιστερό μάτι της.

Η βάρκα πλησίασε τη σχεδία ενώ η υδάτινη δαιμόνισσα ακολουθούσε από δίπλα. Στο νερό γύρω από το πρόχειρα κατασκευασμένο σκάφος επέπλεαν ρούχα και σαβούρες, κι επάνω του παρόμοια αντικείμενα ήταν ριγμένα, καθώς και σφαίρες των κουρσάρων του Μουντζουρωμένου. Και μια λάμπα λαδιού, επίσης – παραδόξως ακόμα αναμμένη. Ούτε ένας άνθρωπος, όμως.

«Οι δαιμονισμένοι μπάσταρδοι…» μούγκρισε ο Όρκιβελ κάτω απ’την ανάσα του. Τι νόημα, όμως, μπορεί να είχε μια τέτοια απάτη; Τι ήθελαν να επιτύχουν; Μονάχα ένα πράγμα μπορεί να συμβαίνει! «Πίσω στο Σπαθί!» είπε αμέσως στη Ζιρμάνκι. «Γυρίζουμε!»

Εκείνη έστρεψε το δοιάκι, και η βάρκα πήγε γρήγορα προς το μεγαλύτερο σκάφος. Η Καλοντυμένη Κυρά των Ανήσυχων Κυμάτων πήδησε μέσα στον λίθο του κολάρου της Μιρκάλη’λι. Οι γάντζοι των αλυσίδων του Σπαθιού του Ωκεανού κρέμονταν ακόμα χαμηλά, και οι πειρατές του Μουντζουρωμένου τούς πέρασαν στους κρίκους της βάρκας κι έκαναν νόημα σ’αυτούς επάνω στο πλοίο να τη σηκώσουν. Η βάρκα υψώθηκε, και ο Όρκιβελ πήδησε στο κατάστρωμα φωνάζοντας στον Αλέξανδρο στο πηδάλιο: «Ανατολικά! Ανατολικά!» Εκείνος, υπακούοντας, έδωσε ανατολική πορεία στο σκάφος, ενώ η Μιρκάλη’λι έτρεχε να πάει στο κέντρο ισχύος για να ενεργοποιήσει ξανά τις μηχανές.

Μετά από λίγο, πλησίαζαν τη μεριά του Δεντρονησιού που βρισκόταν πιο κοντά στις ακτές του νησιού της Νουσράκλης, τις ακτές που ο Όρκιβελ απέφευγε για λόγους ασφαλείας – οι πειρατές δεν τα πήγαιναν καλά με τους φύλακες του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων. Καθώς το Σπαθί του Ωκεανού βρισκόταν τώρα σε σημείο απ’όπου μπορούσε κανείς να ατενίσει τη μικρή λωρίδα θάλασσας που χώριζε το Δεντρονήσι από το νησί της Νουσράκλης, ο Όρκιβελ ύψωσε τα κιάλια του στα μάτια και κοίταξε μες στη νύχτα. Και, όπως το περίμενε, είδε μια σχεδία να πλησιάζει τις ακτές του νησιού της Νουσράκλης. Οι άνθρωποι επάνω της κωπηλατούσαν σαν παλαβοί. Και κανένα φως δεν ήταν αναμμένο.

«Καλή κίνηση, Εύβουλε, όποιος κι αν είσαι…» μουρμούρισε ο Όρκιβελ. Και φώναξε: «Στροφή νότια! ΠΡΟΣΩ ΟΛΟΤΑΧΩΣ!

»Ετοιμάστε τα όπλα σας! Ο εχθρός δεν έχει φως! Μας κρύβεται!»

Το Σπαθί του Ωκεανού πραγματοποίησε νότια στροφή, για να βρεθεί στη θάλασσα ανάμεσα στο Δεντρονήσι και στο νησί της Νουσράκλης – μια κίνηση που ο Όρκιβελ ήξερε πως ήταν επικίνδυνη, γιατί εδώ μπορεί οι φύλακες του Βασιλείου να τους έπαιρναν είδηση. Πολλοί πειρατές είχαν βρει το τέλος τους ύστερα από τέτοιες ασύνετες κινήσεις. Υπήρχε, όμως, μια πιθανότητα να φτάσουν τον Εύβουλο έτσι… και ο Όρκιβελ τώρα το είχε πάρει προσωπικά· δεν το έκανε μόνο για τα λεφτά της Έρικας. Κανένας δεν με εξαπατά εμένα!

Αλλά η σχεδία βρισκόταν ήδη κοντά στις ακτές του νησιού της Νουσράκλης, όταν το Σπαθί του Ωκεανού έστριψε, και παρότι δεν ήταν γρήγορη ο Όρκιβελ το έβλεπε δύσκολο να την προφτάσουν. «Ετοιμάστε τα όπλα!» πρόσταξε το πλήρωμά του, αν και όλοι τους ήταν ήδη στην πλώρη ή στην κουπαστή με τα πυροβόλα τους υψωμένα, περιμένοντας τη διαταγή του για να ρίξουν.

Οι μηχανές του Σπαθιού μούγκριζαν καθώς το πλοίο έτρεχε τινάζοντας νερό και αφρούς. Η σχεδία τώρα φαινόταν και χωρίς κιάλια, μαγικά ενισχυμένα ή μη: μια κηλίδα επάνω στη θάλασσα. Ήταν, όμως, πολύ κοντά στην ακτή…

«ΠΥΡ!» φώναξε ο Όρκιβελ, αν και το ήξερε πως τα όπλα τους βρίσκονταν εκτός εμβέλειας· μικρή, έως και μηδενική, πιθανότητα να σκοτώσουν τον Εύβουλο και τους μισθοφόρους του.

Οι πειρατές πυροβόλησαν. Λάμψεις και κρότοι. Η θάλασσα αναπηδούσε από τις σφαίρες. Καμια ριπή, όμως, δεν φάνηκε να φτάνει τη σχεδία του Εύβουλου.

Και το μικρό πλεούμενο τώρα βρέθηκε στην ακτή· οι άνθρωποι επάνω του πήδησαν έξω αρχίζοντας αμέσως να τρέχουν.

«Γαμώ τις μάνες τους τις Λάμιες, γαμώ!» γρύλισε ο Όρκιβελ. Και στρεφόμενος προς την πρύμνη φώναξε: «Αλέξανδρος! Πάρε μας από δω! Γρήγορα!» Δεν ήθελε να μπλέξει με τους φύλακες του Βασιλείου. Και ούτε φυσικά ήταν δυνατόν να κατεβάσει τους κουρσάρους του στην ακτή για να κυνηγήσουν τον Εύβουλο και τους δικούς του, γιατί τότε ήταν που σίγουρα θα έμπλεκαν. Αν άνοιγαν πυρ επάνω σε έδαφος του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων, πιο πιθανό ήταν οι πολεμιστές του Βασιληά Ράνελμον να συλλάβουν αυτούς παρά τον Εύβουλο.

*

Για κάμποση απόσταση έτρεχαν χωρίς να γυρίσουν να κοιτάξουν πίσω. Μετά ανέβηκαν σ’έναν λοφίσκο που πρέπει, αν ο Εύβουλος τα υπολόγιζε σωστά, να βρισκόταν κάπου δύο χιλιόμετρα από την ακτή. Εκεί έκανε νόημα στους μισθοφόρους του να σταματήσουν. Και γύρισε για να δει τι γινόταν στη θάλασσα. Είχαν κατεβεί οι εχθροί από το πλοίο τους για να τους καταδιώξουν; Όχι. Μάλιστα, το πλοίο απομακρυνόταν. Όπως ο Εύβουλος το περίμενε. Διότι, κοιτάζοντάς τους με τα κιάλια του από το νησί των γρυλαίων, του είχαν φανεί για πειρατές, και πειρατές δεν θα πατούσαν εύκολα το πόδι τους σε έδαφος του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων, ειδικά για να επιτεθούν. Θα φοβόνταν.

Το ερώτημα, όμως, είναι γιατί άνθρωποι του είδους τους να κυνηγάνε εμάς; Είναι σύμμαχοι των Ζωντανών-Νεκρών, ή του Βασιληά Ράνελμον; Ο Εύβουλος θεωρούσε το πρώτο πιθανότερο από το δεύτερο, διότι είχε ακούσει πως ο Ράνελμον ήταν, φυσικά, εχθρός των πειρατών – όπως και κάθε μονάρχης. Αυτό, βέβαια, δεν απέκλειε το γεγονός να είχε και κρυφές συμφωνίες μαζί τους… Ωστόσο, ο Εύβουλος εξακολουθούσε να πιστεύει ότι το πιθανότερο ήταν οι κουρσάροι να είναι σύμμαχοι των Ζωντανών-Νεκρών. Ήθελαν να μας αφανίσουν, για να μη μαθευτεί ότι ο καταραμένος ο Ράνελμον μάς έπαιξε βρόμικο παιχνίδι βάζοντας τους Ζωντανούς-Νεκρούς να σώσουν τον δημοσιογράφο. Πώς είχαν, βέβαια, κάνει το ελικόπτερό τους να πέσει, ο Εύβουλος ακόμα δεν είχε καταλάβει. Ούτε η πιλότος που ο Αρχισυγκλητικός είχε στείλει μαζί του. Πάντως, πρέπει να είχε γίνει κάποιο σαμποτάζ στο βασιλικό παλάτι της Νουσράκλης· δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Τίποτα δεν τους είχε χτυπήσει όσο πετούσαν. Η επίθεση έγινε όταν έπεσαν στο νησί με τους γρυλαίους.

Όλα σχεδιασμένα… Θα το πληρώσουν αυτό.

«Τους ξεφύγαμε,» παρατήρησε ένας από τους Επιφανείς Κρανοφόρους, καθώς βίγλιζαν το κουρσάρικο να απομακρύνεται.

«Θα είμαι σίγουρος γι’αυτό μόνο όταν έχουμε επιστρέψει στην Κάρνατεβ,» του είπε ο Εύβουλος. «Και τότε υποπτεύομαι πως ο Αρχισυγκλητικός θα μας ξαναστείλει σε τούτο το γαμημένο βασίλειο για να το κάψουμε μαζί με τους τρισκατάρατους τους Ζωντανούς-Νεκρούς και τον Ζαώρδιλ τον Σκοτωμένο.»

«Πώς θα φύγουμε όμως από εδώ, Εύβουλε;» ρώτησε ο Κάρχαμωντ’λι. «Βρισκόμαστε σε εχθρικό έδαφος.»

«Και είναι η πρώτη φορά που βρισκόμαστε σε εχθρικό έδαφος;» αντιγύρισε ο Εύβουλος, απότομα. «Είμαστε οι Επιφανείς Κρανοφόροι! Αμφιβάλλει κανείς ότι θα φύγουμε από δω και θα επιστρέψουμε, μετά, για να λιανίσουμε όλους τους εχθρούς μας αν χρειαστεί;»

«Κανένας δεν το αμφιβάλλει, Εύβουλε,» είπε, ύστερα από μερικές στιγμές σιγής, ένας από τους μισθοφόρους του.

Ο Εύβουλος ένευσε. «Πάμε βόρεια, λοιπόν. Χρειαζόμαστε μόνο ένα σκάφος για να ταξιδέψουμε πάνω στη θάλασσα και μακριά από τα μέρη του Βασιληά Ράνελμον.»

Κεφάλαιο Εικοστό-Τέταρτο
Τα Νέα των Κουρσάρων

Ο Αβέρναλ έμεινε πάλι στις σπηλιές της βραχώδους ακτής του Ριγκάλμεκ, και η Ραβάσλι, ο Ραμπνάιλ, και ο Σάμελκον’λι έμειναν μαζί του. Οι υπόλοιποι επέστρεψαν στη Νουσράκλη με το πλοιάριο, και πέρασαν την ημέρα στο παλάτι του Βασιληά Ράνελμον, περιμένοντας να μάθουν νέα από τον Όρκιβελ και τους πειρατές του. Όταν νύχτωσε και ο κουρσάρος δεν είχε επικοινωνήσει με την Έρικα ακόμα, εκείνη είπε στον Ζαώρδιλ ότι θα πήγαινε να διανυκτερεύσει στον Οδηγό προκειμένου, το πρωί, να πάρει το ελικόπτερο και να πετάξει στις σπηλιές, ώστε να παραλάβει από εκεί τον Αβέρναλ και, στη συνέχεια, να κατευθυνθούν στη Μέρελκεβ όπως είχαν συμφωνήσει. «Τι νόημα έχει να διανυκτερεύσεις εκεί;» τη ρώτησε ο Σκοτωμένος. «Μείνε στο παλάτι και πήγαινε μόλις ξημερώσει.» Αλλά η Έρικα απάντησε ότι ήταν καλύτερα να βρισκόταν στο πλοίο με την ανατολή του ήλιου· έτσι, αν ο Αρχισυγκλητικός είχε πράκτορές του που παρακολουθούσαν τις κινήσεις κοντά στο παλάτι και κοντά στα πλοία των Ζωντανών-Νεκρών, δεν θα έβλεπαν τίποτα που να τους βάλει σε υποψίες. Ο Ζαώρδιλ θεώρησε τη σκέψη της αυτή υπερβολική, αλλά η Έρικα πάντα έτσι σκεφτόταν. Αν δεν σκεφτόταν έτσι, δεν θα ήταν η Έρικα, και δεν θα είχε κατορθώσει να εξαπλώσει το δίκτυό της σχεδόν σ’όλη τη Φεηνάρκια μέσα σε τόσο λίγο καιρό. Της είπε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει την καμπίνα του στον Οδηγό, αλλά ο ίδιος δεν θα ερχόταν μαζί της. «Πρέπει να μείνω στο παλάτι· βρισκόμαστε ακόμα εδώ για την προστασία του Βασιληά Ράνελμον.»

Η Έρικα συμφώνησε, και έφυγε απ’το παλάτι συνοδευόμενη από τον Νικηφόρο τον Κολπατζή, ο οποίος αύριο θα τη συντρόφευε στο εναέριο ταξίδι της ώς τη Μέρελκεβ, μαζί με μερικούς άλλους ίσως. Αλλά αυτοί βρίσκονταν ήδη στον Οδηγό, οπότε δεν χρειαζόταν να έρθουν από το βασιλικό παλάτι.

Φτάνοντας στο πλοίο, ο Νικηφόρος πήγε να βρει τον Πιλότο αφού είπε στην Έρικα: «Υποθέτω ξέρεις πώς να πας στην καμπίνα του Σκοτωμένου.»

«Δε θα χαθώ,» αποκρίθηκε εκείνη· και, βλέποντας τον Κολπατζή ν’απομακρύνεται και να ρωτά τρεις Ζωντανούς-Νεκρούς πού είναι ο Πιλότος, αναρωτήθηκε αν αλήθευαν οι φήμες ότι οι δυο τους ήταν εραστές. Τέλος πάντων· δεν είναι δική μου δουλειά μέχρι που να χρειαστεί να γίνει, σκέφτηκε η Έρικα, στρεφόμενη και βαδίζοντας προς την καμπίνα του Ζαώρδιλ. Γενικά, αυτή τη νοοτροπία ακολουθούσε: να μαθαίνεις τα πάντα αλλά μόνο αν πιστεύεις ότι υπάρχει λόγος. Και αυτή η νοοτροπία, μέχρι στιγμής, δεν την είχε οδηγήσει σε λάθος δρόμο.

Άνοιξε την πόρτα της καμπίνας του Σκοτωμένου και πέρασε το κατώφλι. Έκλεισε πίσω της και τράβηξε τον σύρτη· τώρα δεν βρισκόταν στο παλάτι του Βασιληά Ράνελμον, επομένως όφειλε να είναι λιγάκι προσεχτική.

Αισθανόταν το πλοίο να ταλαντεύεται από κάτω της, καθώς ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Νουσράκλης, αλλά ευτυχώς όχι πολύ. Η Έρικα νόμιζε ότι θα μπορούσε άνετα να κοιμηθεί, παρότι δεν της άρεσε και τόσο η θάλασσα. Ο καιρός ήταν καλός απόψε.

Έβγαλε τον μαγικό της μανδύα (τον είχε πάρει μαζί της, φυσικά), τις μπότες της, και τα περισσότερα ρούχα της και ξάπλωσε στο κρεβάτι, ανάβοντας ένα τσιγάρο και καπνίζοντας νωχελικά. Όταν τελικά το έσβησε στο τασάκι πλάι της, την πήρε ο ύπνος…

τι κρίμα που λείπεις, Έρικα, λέει η Ανρίθα-Νοθ χαμογελώντας ειρωνικά· θα μας έκανες παρέα αν ήσουν εδώ; ρωτά καθώς στέκεται πίσω από τον Ζαώρδιλ, που είναι καθισμένος σε μια καρέκλα, καπνίζοντας· τα χέρια της χαϊδεύουν τους ώμους του.

ο Ζαώρδιλ γυρίζει και κοιτάζει τη Ρελκάμνια αριστοκράτισσα, και λέει: δεν είναι εδώ, Ανρίθα. και φιλιούνται πεινασμένα.

η Ανρίθα γελά μέσα στο στόμα του ενώ το ένα της χέρι γλιστρά κάτω από τα ρούχα του.

αλλά η Έρικα είναι εκεί και τους βλέπει, και νιώθει πολύ θυμωμένη.

η Ανρίθα την κοιτάζει με τις άκριες των ματιών της και της λέει: να λείπεις πιο συχνά· είναι ωραία όταν λείπεις.

ο Ζαώρδιλ γελά, και ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του κουδουνίζει.

η Έρικα θέλει να τους σκοτώσει και τους δύο – πώς τολμάνε να την κοροϊδεύουν έτσι!

ο τηλεπικοινωνιακός πομπός κουδουνίζει–

Η Έρικα ξύπνησε, τρομαγμένη, κι ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι. Τι σκατά όνειρο ήταν αυτό; Και δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε κάτι παρόμοιο. «Ανοησίες!» σύριξε κάτω απ’την ανάσα της. Σιγά μην ήταν η Ανρίθα και ο Ζαώρδιλ εραστές! Δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση· κι αν υπήρχε, η Έρικα σίγουρα θα το ήξερε ήδη. Σίγουρα.

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός της κουδούνιζε, συνειδητοποίησε ξαφνικά.

Τινάχτηκε από το κρεβάτι και, πηγαίνοντας στο γραφείο παραδίπλα, τον σήκωσε και τον άνοιξε. «Ναι;»

«Κοιμόσουν, Ξανθιά;»

«Μη με λες Ξανθιά!» γρύλισε απότομα στον πειρατή.

Ο Όρκιβελ γέλασε. «Μάλλον δεν έβλεπες καλά όνειρα…»

«Υπάρχει λόγος που με κάλεσες εκτός απ’το να μου λες χαζομάρες;»

«Υπάρχει, και καλός μάλιστα. Σχετικός με τους… φίλους μας. Αλλά πρέπει νάρθεις στις Χελώνες, για να σου μιλήσω από κοντά.»

«Δεν τελείωσε η δουλειά;»

«Όχι ακριβώς όπως θα ήθελες.»

Η Έρικα αναστέναξε. Δεν της ακουγόταν καλό αυτό. Καθόλου καλό. «Εντάξει, έρχομαι.»

«Σε περιμένω,» είπε ο Όρκιβελ και τερμάτισε την τηλεπικοινωνία.

Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος, σκέφτηκε η Έρικα. Τι έγινε τώρα; Είναι δυνατόν ο Εύβουλος να κατάφερε, κάπως, να ξεφύγει από εκείνο το νησί που δεν είναι μεγαλύτερο απ’το λιμάνι της Νουσράκλης;

Το χέρι της, σαν να κινήθηκε από μόνο του, πάτησε κουμπιά επάνω στον τηλεπικοινωνιακό πομπό ώστε να καλέσει τον Ζαώρδιλ, παρότι το μυαλό της διαμαρτυρόταν: Τι νόημα έχει να τον καλέσεις προτού μάθεις τι συνέβη;

Η φωνή του Σκοτωμένου ήρθε από το μεγάφωνο: «Έρικα;» Ακουγόταν αγουροξυπνημένος, δεν ακουγόταν; Δε μπορεί να ήταν με την Ανρίθα.

«Είσαι μόνος;»

«Εσύ τι λες, νάχω παρέα;» Ούτε τώρα ακουγόταν να ψεύδεται· και η Έρικα τα καταλάβαινε κάτι τέτοια: απότομες, σπασμωδικές απαντήσεις, αλλαγές στον τόνο της φωνής από ξάφνιασμα…

«Ο Όρκιβελ μόλις με κάλεσε. Μου είπε ότι παρουσιάστηκε κάποιο πρόβλημα. Θα πάω τώρα να του μιλήσω από κοντά· έχει έρθει εδώ.»

«Τι πρόβλημα παρουσιάστηκε;»

«Δεν ξέρω ακόμα. Μόλις μάθω θα επικοινωνήσω μαζί σου ξανά.»

«Θες νάρθω εκεί;»

«Δε χρειάζεται. Θα σε καλέσω εγώ.»

«Εντάξει.»

Η Έρικα τερμάτισε την τηλεπικοινωνία και σκέφτηκε: Έχεις αρχίσει να τρελαίνεσαι, Έρικα, γαμώ τις Λάμιες! Δεν έπρεπε να είχε καλέσει τον Ζαώρδιλ τώρα αλλά ύστερα από τη συνάντησή της με τον Όρκιβελ. Σιγά μην ήταν ο Ζαώρδιλ και η Ανρίθα εραστές! Κι ακόμα κι αν είναι, ας είναι! συλλογίστηκε, τσαντισμένη, καθώς ντυνόταν. Δεν έχω αγοράσει τον Ζαώρδιλ, ούτε την Ανρίθα. Όμως καλύτερα τότε η τελευταία να μη σχεδίαζε να επιστρέψει και πολύ σύντομα στη Ρελκάμνια! Όχι, τουλάχιστον, με τη δική μου βοήθεια!

Έχοντας φορέσει τις μπότες της, πήρε τον μαγικό μανδύα της, τον έριξε στους ώμους της, τον έδεσε, και έφυγε από την καμπίνα του Σκοτωμένου. Πήγε να μιλήσει στον Πιλότο, για να της δώσει μια από τις βάρκες του Οδηγού ώστε να πλεύσει προς τις Χελώνες.

Τον βρήκε στην καμπίνα του, να κοιμάται μαζί με τον Νικηφόρο τον Κολπατζή. (Τελικά, οι φήμες αλήθευαν.) Του είπε τι ήθελε και εκείνος δεν αρνήθηκε, φυσικά, να της παραχωρήσει μία από τις βάρκες.

Ο Νικηφόρος δήλωσε: «Θα έρθω μαζί σου.»

«Δεν υπάρχει λόγος,» αποκρίθηκε η Έρικα.

«Σκοπεύεις να πας τελείως μόνη;»

«Ναι.»

«Θα έρθω μαζί σου.» Ο Νικηφόρος είχε ήδη ντυθεί, και τώρα πέρασε το θηκαρωμένο σπαθί του, το Δαγκωτό Φιλί, στην πλάτη του.

«Όπως θέλεις…»

Βγήκαν στο κατάστρωμα οι δυο τους και πήγαν σε μια από τις βάρκες. Όταν ένας φρουρός έκανε να τους σταματήσει, ο Νικηφόρος στράφηκε και τον κοίταξε, κι εκείνος, διακρίνοντας την όψη του Κολπατζή, απομακρύνθηκε γνέφοντας καταφατικά. Ο Νικηφόρος ήταν υπαρχηγός του Ζαώρδιλ και κανένας δεν του έφερνε αντίρρηση σε τίποτα εκτός αν υπήρχε ανάλογη διαταγή από τον Σκοτωμένο. Η Έρικα σκέφτηκε ότι προφανώς δεν χρειαζόταν καμία άδεια από τον Πιλότο όταν είχε τον Νικηφόρο μαζί της. Μπήκαν στη βάρκα και, κατόπιν προσταγής του Κολπατζή, ένας Ζωντανός-Νεκρός την κατέβασε στη θάλασσα γυρίζοντας το βίντσι.

Η Έρικα ενεργοποίησε τη μηχανή του μικρού πλεούμενου και έφυγαν, κατευθυνόμενοι προς τα νοτιοανατολικά.

«Ο πειρατής είναι στ’ανοιχτά, ε;» είπε ο Νικηφόρος.

«Όχι ακριβώς. Σε κάτι νησιά που ονομάζονται ‘οι Χελώνες’. Τάχεις ακουστά;»

«Δε νομίζω.»

«Δεν είναι μακριά.»

Μετά από λίγο, η Έρικα τον ρώτησε: «Τι νομίζεις για την Ανρίθα-Νοθ, Νικηφόρε;»

Εκείνος φάνηκε να συνοφρυώνεται μες στο φεγγαρόφωτο. «Την Ανρίθα;… Εε, ξέρω γω; Είναι, ομολογουμένως, ευχάριστη στο μάτι. Γιατί ρωτάς;»

«Απλώς μ’ενδιαφέρει η γνώμη σου γι’αυτήν.»

«Δε μου μοιάζει για τυχαία η ερώτησή σου, Έρικα.»

«Σου είπα εγώ ότι είναι τυχαία;»

«Αν αναρωτιέσαι αν υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα σ’εμένα και στην Ανρίθα, σ’το λέω πως δεν υπάρχει,» δήλωσε ο Νικηφόρος.

«Γιατί;» Επειδή γλυκοκοιτάζει τον Ζαώρδιλ; –Η Έρικα έδιωξε τη σκέψη απ’το μυαλό της.

«Παρά τα όσα λένε οι φήμες δεν πηγαίνω με οτιδήποτε, Έρικα,» αποκρίθηκε ο Νικηφόρος.

Η Έρικα δεν μπόρεσε παρά να χαμογελάσει λιγάκι στραβά. «Δε μ’απασχολεί αυτό. Αν τη θέλεις, έχε την. Τι είμαι εγώ; μαμά της; Σου είπα: απλώς μ’ενδιαφέρει η γνώμη σου γι’αυτήν.»

«Δε νομίζω ότι έχω καμια συγκεκριμένη γνώμη,» μόρφασε ο Νικηφόρος. «Καλή είναι… Εννοώ και στην εμφάνιση, αναμφίβολα, και γενικά… Αν και μας είναι, βέβαια, βάρος λιγάκι. Θέλω να πω: τι κάνει μαζί μας, ουσιαστικά; Τίποτα. Απλώς την τραβάμε από δω κι από κει, και περιμένουμε κάποια στιγμή, επιτέλους, να τη στείλεις στη Ρελκάμνια–»

«Της το έχω υποσχεθεί.»

«Εντάξει, δεν αντιλέγω. Αν πάντως δεν ήμασταν σε καλή οικονομική κατάσταση, η Ανρίθα θα ήταν πρόβλημα ίσως. Ένα στόμα ακόμα για να ταΐζουμε.»

«Θα τη φρόντιζα εγώ, μην ανησυχείς.»

«Τι με ρωτάς, τότε, Έρικα;» μούγκρισε ο Νικηφόρος.

«Από περιέργεια,» του αποκρίθηκε, και τον είδε να την κοιτάζει κι εκείνος με περιέργεια. Η όψη του υποδήλωνε φανερά πως νόμιζε ότι η Έρικα τού έκρυβε κάτι· μα δεν είπε τίποτα.

*

Ο Όρκιβελ ζήτησε από την Έρικα να έρθει στην καμπίνα του και από τον Νικηφόρο να περιμένει στο κατάστρωμα του Σπαθιού του Ωκεανού.

Η έκφραση του Κολπατζή αγρίεψε. «Ποιος ο λόγος;» Κοίταζε τους πειρατές ολόγυρά τους με τις άκριες των ματιών του σαν να φοβόταν ότι μπορεί να του ορμούσαν.

«Δε βάζω τον καθένα στην καμπίνα μου,» του είπε ο Όρκιβελ ο Μουντζουρωμένος και, στρέφοντάς του την πλάτη, βάδιζε προς την πρύμνη ενώ έκανε νόημα στην Έρικα να τον ακολουθήσει.

«Περίμενε,» είπε εκείνη στον Νικηφόρο, κι ακολούθησε τον πειρατή.

Διέσχισαν το κατάστρωμα και μπήκαν στην καμπίνα του.

Ο Όρκιβελ έκλεισε την πόρτα. «Κάθισε,» είπε. «Θα περίμενα ώς το πρωί για να σου μιλήσω, αλλά ήταν επείγον.»

«Το καταλαβαίνω αυτό.» Η Έρικα δεν κάθισε. «Τι έγινε;»

Ο Όρκιβελ γέμισε δύο κούπες με κρασί, της πρόσφερε τη μία (την οποία εκείνη πήρε περισσότερο από ευγένεια παρά επειδή διψούσε), και της διηγήθηκε τι είχε συμβεί με τον Εύβουλο και τους Επιφανείς Κρανοφόρους πριν από καμια ώρα.

«Σκατά…» μόρφασε η Έρικα κοιτάζοντας συλλογισμένα το πάτωμα. «Σκατά…» Ύψωσε πάλι το βλέμμα της. «Πρέπει να τους σταματήσουμε. –Έπρεπε να τους είχατε κυνηγήσει και στην ξηρά, Όρκιβελ!»

«Δεν ήταν τέτοια η συμφωνία μας–»

«Η συμφωνία μας ήταν να μην τους αφήσετε να φύγουν ζωντανοί απ’το νησί!» φώναξε η Έρικα. «Και έφυγαν! Δεν κάνατε τίποτα!»

«Νομίζεις ότι άλλοι θα τα είχαν καταφέρει καλύτερα;» γρύλισε, προσβεβλημένος, ο Όρκιβελ.

«Θα τους είχαν κυνηγήσει και στην ξηρά!» Η Έρικα, εξαγριωμένη, κοπάνησε την κούπα της πάνω στο γραφείο του πειρατή χύνοντας κρασί. «Πώς σκατά θα τους βρούμε τώρα, γαμώ τις Λάμιες! Καταλαβαίνεις τι θα γίνει αν αυτοί οι καταραμένοι φτάσουν στην Κάρνατεβ;»

«Καταλαβαίνω–»

«Γάμησέ μας, τότε!» γρύλισε η Έρικα, και ανοίγοντας την πόρτα της καμπίνας βγήκε στο κατάστρωμα, βαδίζοντας βιαστικά προς τον Νικηφόρο.

Ο Όρκιβελ την ακολούθησε. «Έρικα! Ξεχνάς ότι μας είχες υποσχεθεί κάτι!»

Η Έρικα σταμάτησε, στρεφόμενη να τον αντικρίσει ενώ εκείνος στεκόταν κάποια μέτρα απόσταση. Ο Νικηφόρος ήταν, συγκριτικά, πιο κοντά της, αλλά οι πειρατές του Μουντζουρωμένου βρίσκονταν παντού γύρω τους. «Θέλεις, δηλαδή, και αμοιβή τώρα; Ύστερα… ύστερα από–;»

«Κάναμε τη δουλειά που μας ζήτησες! Τους παραφυλάξαμε!»

«Δεν κάνατε τίποτα.»

Ο Όρκιβελ έγνεψε στους κουρσάρους του και πυροβόλα όπλα υψώθηκαν, λεπίδες βγήκαν από θηκάρια. «Είχαμε μια συμφωνία μεταξύ μας, Ξανθιά!»

Ο Νικηφόρος είχε ήδη τραβήξει το Δαγκωτό Φιλί με το ένα χέρι κι ένα πιστόλι από τη ζώνη του με το άλλο, αν και ήταν προφανές πως δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει μόνος του τόσους πειρατές, σε περίπτωση που ο Όρκιβελ τούς πρόσταζε να επιτεθούν.

«Δεν είσαι γυναίκα του λόγου σου;» είπε ο Μουντζουρωμένος.

«Η συμφωνία μας ήταν να σκοτώσετε τον Εύβουλο και τους μισθοφόρους του,» τόνισε η Έρικα.

«Αποτύχαμε σ’αυτό, το παραδέχομαι, αλλά κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε. Τουλάχιστον τη μισή αμοιβή την αξίζουμε.»

Η Έρικα άνοιξε τα χέρια της διάπλατα. «Ψάξε με αν θέλεις· δεν έχω λεφτά επάνω μου! Και πρέπει τώρα να φύγω, για να συζητήσω με τον Ζαώρδιλ τι θα γίνει. Μπορούμε να μιλήσουμε για την αμοιβή σου άλλη στιγμή.»

«Δε θα μας δώσει τίποτα ‘άλλη στιγμή’!» είπε μια πειρατίνα· και η Έρικα, κοιτάζοντάς την με τις άκριες των ματιών της, την αναγνώρισε. Η Ζιρμάνκι.

«Θα πληρωθείτε! Αλλά όχι σαν να ολοκληρώσατε τη δουλειά. Καλώς;» είπε η Έρικα, ρίχνοντας μια ματιά σ’όλους τους κουρσάρους που ήταν συγκεντρωμένοι γύρω τους. Κανένας δεν μίλησε· περίμεναν τον Όρκιβελ να μιλήσει γι’αυτούς.

Κι εκείνος είπε: «Ελπίζω τούτη τη φορά να κρατήσεις τον λόγο σου, Έρικα.»

«Δεν έχω αθετήσει τον λόγο μου ώς τώρα, και το ξέρεις,» αποκρίθηκε εκείνη, σταθερά.

Ο Όρκιβελ ένευσε. «Αφήστε τους να φύγουν!» πρόσταξε τους κουρσάρους του, μεγαλόφωνα.

Και μετά από λίγο, η Έρικα κι ο Νικηφόρος βρίσκονταν πάνω στη βάρκα τους κι απομακρύνονταν από τις Χελώνες, κατευθυνόμενοι προς το λιμάνι της Νουσράκλης.

«Αυτοί οι κωλοπειρατές είναι τρελοί,» μούγκρισε ο Κολπατζής. «Πρόσεχέ τους γιατί καμια ώρα θα σε κρεμάσουν από κάνα κατάρτι.»

«Μη φοβάσαι,» αποκρίθηκε εκείνη αμυντικά, «ξέρω τι πρέπει να κάνω μαζί τους.»

«Φρόντισε μόνο μη μας μπλέξεις κι εμάς–»

«Για όνομα των θεών, Νικηφόρε! Τόσα χρόνια που είμαστε μαζί, σας έχω ‘μπλέξει’ πολλές φορές;» Ήταν τσαντισμένη απόψε· όλα σκατά πήγαιναν.

«Έχεις φτάσει στα όρια πολλές φορές, όμως.»

Η Έρικα δεν του μίλησε άλλο. Γαμιέστε όλοι! σκέφτηκε.

Μόλις βρίσκονταν εντός εμβέλειας του πομπού της, προτού ακόμα φτάσουν στο λιμάνι της Νουσράκλης, κάλεσε τηλεπικοινωνιακά τον Ζαώρδιλ και του ζήτησε να έρθει στον Οδηγό. Αμέσως.

«Τι έγινε, Έρικα;»

«Έλα και θα σου πω. Φέρε και τη μάγισσα μαζί. Φέρε κι όποιον άλλο νομίζεις ότι μπορεί να χρειαστεί για κάτι έκτακτο.»

Ο Ζαώρδιλ δεν διαφώνησε.

Η βάρκα της Έρικας και του Νικηφόρου προσέγγισε τον Οδηγό, και οι Ζωντανοί-Νεκροί στο κατάστρωμα τη σήκωσαν με το βίντσι. Ο Πιλότος ήταν επίσης εκεί, ξύπνιος και καπνίζοντας μες στη νύχτα. Τους ρώτησε τι είχε γίνει με τους πειρατές, και η Έρικα τού απάντησε νάρθει στην καμπίνα του πλοίαρχου αν ήθελε να μάθει. «Ο Σκοτωμένος θα είναι σύντομα εδώ,» πρόσθεσε.

Ο Πιλότος, γνέφοντας καταφατικά, ακολούθησε εκείνη και τον Νικηφόρο.

Και ο Ζαώρδιλ, πράγματι, δεν άργησε να έρθει στον Οδηγό μαζί με τη Φαίδρα’λι, την Ανταρλίδα’μορ, και την Ανρίθα-Νοθ.

«Τι θέλεις εσύ εδώ;» ρώτησε η Έρικα την τελευταία, βλέποντάς τη να μπαίνει στην καμπίνα του Σκοτωμένου πίσω από τους υπόλοιπους.

«Είχα κοιμηθεί στο δωμάτιο της Ανταρλίδας, κι άκουσα τι έγινε όταν ο Ζαώρδιλ ήρθε να–»

«Τι ακριβώς έγινε, Έρικα;» ρώτησε ο Σκοτωμένος, διακόπτοντας την Ανρίθα. «Τι σου είπε ο πειρατής; Ο Εύβουλος είναι ακόμα ζωντανός;»

Η Έρικα τού απάντησε.

«Γαμώ το Πεπρωμένο των Δαιμόνων!» μούγκρισε ο Ζαώρδιλ. «Πού να τους βρούμε, τώρα; Μπορεί νάναι οπουδήποτε πάνω στο νησί! Έχεις κάποιο σχέδιο;»

«Ήλπιζα,» αποκρίθηκε η Έρικα, «ότι εσύ θα είχες.»

«Μόλις το έμαθα, γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος! Πώς σκατά να έχω σχέδιο;» Και ενεργοποίησε το μηχανικό σύστημα επάνω στο γραφείο του. Η οθόνη άναψε, και ο Ζαώρδιλ πληκτρολόγησε στην κονσόλα, ανακαλώντας τα δεδομένα για τον χάρτη του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων. Τον είχε περάσει στη μνήμη του συστήματος, μήπως και του χρειαζόταν.

Ο χάρτης παρουσιάστηκε στην οθόνη, και εστιάστηκε στο νησί της Νουσράκλης. «Εδώ,» ο Ζαώρδιλ έδειξε, «πρέπει να βγήκαν ο Εύβουλος και οι δικοί του. Σωστά;»

«Υποθέτω,» ένευσε η Έρικα. «Αυτό εκεί πρέπει νάναι το Δεντρονήσι, αν και ο χάρτης δεν φαίνεται να έχει το όνομά του.»

«Τώρα,» είπε ο Ζαώρδιλ, δυσαρεστημένα, «μου χρειαζόταν ο Φέκταρελ… Θα ήξερε τι να κάνει.»

«Στείλε τον Ράκαλωντ και τα ορνιθόπτερα,» πρότεινε η Φαίδρα.

«Μες στη νύχτα; Τι να εντοπίσουν; Ο Εύβουλος σίγουρα δεν θάχει φώτα αναμμένα· δεν είναι ανόητος, και θα υποπτεύεται, φυσικά, ότι τον κυνηγάμε.» Και είπε συλλογισμένα: «Λογικά, εκείνο που θα θέλει να κάνει θα είναι να φύγει από το Βασίλειο το συντομότερο δυνατό…»

«Λογικά, ναι,» συμφώνησε η Έρικα. «Επομένως θα πάει σε λιμάνι.»

«Αλλά όχι στη Νουσράκλη.»

«Σίγουρα όχι στη Νουσράκλη.»

«Βόρεια, λοιπόν.» Ο Ζαώρδιλ εστίασε τον χάρτη στις βόρειες ακτές του νησιού της Νουσράκλης. «Αυτά εδώ τα χωριά – χωριά δεν είναι; – έχουν λιμάνι όπου σταματάνε μεγάλα πλοία;»

«Δεν ξέρω,» είπε η Έρικα.

Η Φαίδρα είπε: «Ο Αγαθός Βράχος – χωριό κι αυτός – έχει. Από εκεί έφυγε ο Φέκταρελ.»

«Ο Αγαθός Βράχος, όμως, απέχει πάνω από εκατό χιλιόμετρα από εδώ, μάγισσα,» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ. «Κι ακόμα κι έτσι, δεν ξέρεις πόσο συχνά σταματάνε πλοία εκεί.»

Η Έρικα υπέθεσε: «Ο Εύβουλος, μάλλον, θα αρχίσει να περνά από όλα τα λιμάνια, αναζητώντας το πρώτο σκάφος που μπορεί να βρει. Και κατά πάσα πιθανότητα θα το κλέψει, αν δεν μπορεί να το ναυλώσει.»

«Δεν έχεις άδικο,» συμφώνησε ο Ζαώρδιλ. Και είπε: «Λοιπόν. Κατ’αρχήν, πρέπει να βεβαιωθούμε ότι δεν θα μπορεί να φύγει από το νησί της Νουσράκλης. Ο Βασιληάς Ράνελμον πρέπει να δώσει διαταγή στους φρουρούς της γέφυρας να σταματούν όλους τους περαστικούς για έλεγχο, κι αν εντοπίσουν τον Εύβουλο, ή κάποιον που νομίζουν ότι είναι ο Εύβουλος, να τον αιχμαλωτίσουν.»

«Ναι,» είπε η Έρικα, «αλλά κι ο Εύβουλος δεν θα το έχει σκεφτεί αυτό; Δε θα πάει στη γέφυρα, Ζαώρδιλ· το ξέρει ότι οι γέφυρες εύκολα ελέγχονται. Αν θέλει να περάσει στ’άλλα νησιά θα κλέψει κάποια βάρκα.»

«Τι προτείνεις, λοιπόν;»

«Να ειδοποιήσουμε αμέσως τον Βασιληά, και να τον αφήσουμε εκείνος να κάνει ό,τι νομίζει. Αναμφίβολα θα έχει ανθρώπους που ξέρουν τα νησιά του Βασιλείου του καλύτερα από εμάς,» είπε η Έρικα.

«Σωστά,» συμφώνησε ο Ζαώρδιλ. «Θα στείλω, πάντως, τους ανιχνευτές μου προς τα βόρεια. Είναι, όπως φαίνεται, το μόνο που μπορώ να κάνω.

»Θα ειδοποιήσεις εσύ τον Ράνελμον;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Έρικα. «Πάμε στο παλάτι. Αρκετό χρόνο έχουμε χάσει ήδη.»

Κεφάλαιο Εικοστό-Πέμπτο
Στη Μέρελκεβ: Σύνδεσμοι και Γνωστοί

Το δίλημμα του Βασιληά των Γεφυρωμένων Νήσων σχετικά με το αν έπρεπε να μείνει αμέτοχος λύθηκε αμέσως μόλις η Έρικα τού εξήγησε τι είχε συμβεί. Ξυπνώντας τον Αλκάμελ, ο Ράνελμον τον πρόσταξε να συγκεντρώσει τους πολεμιστές του Βασιλείου και να τους βάλει να κυνηγήσουν τον Εύβουλο και τους Επιφανείς Κρανοφόρους: να τους βρουν και να τους σκοτώσουν όλους, χωρίς δισταγμό. Δεν υπήρχε πια λόγος ο Ράνελμον να κρύβει τις προθέσεις του· ο κίνδυνος να επιστρέψει ο Εύβουλος στην Κάρνατεβ ήταν πολύ πιο σοβαρός από τον κίνδυνο οι πράκτορες του Αρχισυγκλητικού να μάθουν, ίσως, ότι οι πολεμιστές του Βασιλείου είχαν κινητοποιηθεί.

«Αν ο Εύβουλος καταφέρει να φτάσει στην Κάρνατεβ θα έχουμε πόλεμο,» είπε ο Ράνελμον στην Έρικα, μέσα στην άγρια νύχτα, με το πορφυρό χρώμα στο πρόσωπό του αδυνατισμένο και τα μάτια του στενεμένα.

Η Έρικα έσμιξε τα χείλη της, μην ξέροντας τι να απαντήσει. Μάλλον έχεις δίκιο, Βασιληά μου, σκέφτηκε. Αλλά είπε: «Ο Αρχισυγκλητικός… μπορεί να φοβηθεί να…»

«Ο Βέργκεδελ δεν θα φοβηθεί τίποτα, Έρικα,» διαφώνησε ο Ράνελμον, καθώς στεκόταν αντίκρυ της πίσω από το γραφείο του, και η Πρώτη Πριγκίπισσα Σεϊλίκρα στεκόταν παραδίπλα, κοντά στο παράθυρο, με τα χέρια της σταυρωμένα στο στήθος, αμίλητη. Η κατάμαυρη όψη της φάνταζε πολύ άγρια μέσα στον χαμηλό φωτισμό του δωματίου. «Πιστεύει πως τα αεροχήματά του τον καθιστούν άτρωτο.»

«Ας δούμε, πρώτα, αν ο Εύβουλος θα καταφέρει να φτάσει στην Κάρνατεβ, Μεγαλειότατε. Μπορεί να τον σταματήσουμε. Τον αναζητούν και οι άνθρωποί σας και οι ανιχνευτές των Ζωντανών-Νεκρών.» Η Έρικα έριξε ένα λοξό βλέμμα στον Ζαώρδιλ ο οποίος στεκόταν πλάι της, έχοντας έρθει στο γραφείο του Ράνελμον κατόπιν προσταγής του, αφού η Έρικα είχε μιλήσει στον Βασιληά.

Τώρα, ο Σκοτωμένος είπε μόνο: «Μακάρι να είχα τον Φέκταρελ εδώ. Είναι εξαιρετικός στη δουλειά του.»

Ο Ράνελμον τον κοίταξε συνοφρυωμένος. «Ο Αρχιανιχνευτής σου; Γιατί; Πού πήγε;»

«Έφυγε, Μεγαλειότατε, για… προσωπικούς λόγους. Ούτε εγώ δεν ξέρω ακριβώς γιατί. Μάλλον πρόκειται για κάποια παρεξήγηση.» Ο Ζαώρδιλ ανασήκωσε τους ώμους.

Ο Ράνελμον αναστέναξε. Και είπε: «Σκοτώστε τον Εύβουλο και τους μισθοφόρους του και θα ανταμειφθείτε καλά.»

«Θα κάνουμε ό,τι περνά απ’το χέρι μας, Μεγαλειότατε· το ξέρετε αυτό. Τολμώ, όμως, να πω πως οι άνθρωποί σας ίσως να έχουν περισσότερες πιθανότητες να τους εντοπίσουν. Άλλωστε, γνωρίζουν τούτα τα νησιά καλύτερα από εμάς.»

Ο Ράνελμον κούνησε το κεφάλι κουρασμένα και κάθισε πίσω απ’το γραφείο του. «Ζαώρδιλ…» είπε καθαρίζοντας τον λαιμό του. «Αν… αν το χειρότερο συμβεί. Αν ο Εύβουλος πάει στην Κάρνατεβ, κι αν ο Αρχισυγκλητικός αποφασίσει να μας επιτεθεί, δέχεσαι να πολεμήσεις για εμένα εναντίον του; Για την προστασία του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων;»

«Αν η αμοιβή εξακολουθήσει να είναι το ίδιο καλή με τώρα, φυσικά, Βασιληά μου. Φυσικά.»

*

Η Έρικα δεν κοιμήθηκε παρά όταν πλησίαζε πια η αυγή. Την πήρε ο ύπνος για καμια ώρα και, μετά, το ρολόι στον καρπό της, σφυρίζοντας και δονούμενο, την ξύπνησε.

Η Έρικα έτριψε τα μάτια της και σηκώθηκε από το κρεβάτι του Ζαώρδιλ, ήδη ντυμένη, μην έχοντας γδυθεί προτού ξαπλώσει. Ο Ζαώρδιλ δεν ήταν δίπλα, ούτε πουθενά στο δωμάτιο. Μάλλον, αυτός δεν κοιμήθηκε καθόλου. Τέλος πάντων· ώρα να φεύγουμε. Γιατί, βέβαια, σήμερα έπρεπε να μεταφέρει τον Αβέρναλ στη Μέρελκεβ· παρά τα όσα είχαν συμβεί μες στη νύχτα, αυτό δεν μπορούσε ν’αλλάξει.

Η Έρικα πήγε στο μπάνιο για να ετοιμαστεί και, μετά από λίγο, βγήκε με τα μαλλιά της χτενισμένα και φτιαγμένα σε καινούργιες πλεξίδες που δεν ήταν άνω-κάτω. Φόρεσε τις μπότες της, πήρε τα όπλα της και ό,τι άλλο εξοπλισμό νόμιζε πως ίσως να της χρειαζόταν, έριξε τον μαγικό της μανδύα στους ώμους της, κι έφυγε απ’το δωμάτιο του Σκοτωμένου, βαδίζοντας μέσα στους διαδρόμους του παλατιού και πηγαίνοντας στο δωμάτιο του Νικηφόρου.

Χτύπησε την πόρτα με τη γροθιά της, αλλά κανείς δεν απάντησε.

«Νικηφόρε!» φώναξε η Έρικα. «Είσαι μέσα;»

Πάλι, καμια απάντηση.

Η Έρικα ξαναχτύπησε. «Νικηφόρε;»

Μια άλλη πόρτα άνοιξε, πίσω της. «Δε νομίζω ότι είναι εδώ, Έρικα.»

Η Έρικα στράφηκε για να δει τη Νιρκέκα, η οποία συνέχισε λέγοντας: «Στον Οδηγό πρέπει νάναι. Σε περιμένει.»

Η Έρικα ένευσε. «Ευχαριστώ,» είπε, και έφυγε βαδίζοντας γρήγορα αλλά όχι βιαστικά. Ποτέ δεν άφηνε τον εαυτό της να είναι βιαστικός· ήταν μειονέκτημα.

Κατέβηκε στους στάβλους και, αφού ένας ιπποκόμος σέλωσε το άλογό της, το καβάλησε και βγήκε στον μεγάλο κήπο του παλατιού που ήταν εν μέρει καμένος ύστερα από τη νυχτερινή επίθεση των Θηριόπνευστων Αδελφών. Ακόμα μπορούσες να μυρίσεις κάψιμο και στάχτη, παρότι, φυσικά, οι υπηρέτες είχαν κάνει ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να καθαρίσουν το μέρος.

Ο Ζαώρδιλ τη συνάντησε λίγο προτού φτάσει στην πύλη του κήπου. «Φεύγεις;»

Η Έρικα ένευσε. «Θέλεις κάτι;»

«Τίποτα ιδιαίτερο. Να προσέχεις,» είπε αγγίζοντας το γόνατό της.

Η Έρικα έσκυψε από τη σέλα του αλόγου της και φιλήθηκαν. «Λιγότεροι κίνδυνοι θα υπάρχουν στη Μέρελκεβ απ’ό,τι εδώ, πίστεψέ με.»

«Δεν το αμφιβάλλω.»

«Βρέθηκε ο Εύβουλος, όσο κοιμόμουν;»

«Κανένα νέο.»

Αναμενόμενα. Η Έρικα δεν περίμενε ότι θα τον έβρισκαν. Οι Επιφανείς Κρανοφόροι δεν ήταν οποιοιδήποτε μισθοφόροι· ήταν από τους πιο καλά εκπαιδευμένους μισθοφόρους που μπορούσε κανείς να προσλάβει στη Φεηνάρκια. Ήξεραν πώς να επιβιώνουν, και είχαν το προβάδισμα. Η Έρικα πολύ φοβόταν ότι ίσως ήδη να βρίσκονταν στη θάλασσα, επάνω σε κάποιο κλεμμένο σκάφος, πλέοντας προς Κάρνατεβ.

Χαιρέτησε τον Ζαώρδιλ μ’ένα νεύμα και οδήγησε το άλογό της στην πύλη του κήπου. Οι φρουροί τής άνοιξαν και η Έρικα βγήκε, τροχάζοντας μέσα στους πρωινούς δρόμους της Νουσράκλης.

Ο Νικηφόρος την περίμενε στο κατάστρωμα του Οδηγού, καπνίζοντας, γυμνός από τη μέση κι επάνω.

«Δροσίζεσαι;» Η Έρικα κατέβηκε από το άλογό της και το έδωσε σ’έναν από τους Ζωντανούς-Νεκρούς που φρουρούσαν το μεγάλο πλοίο, λέγοντάς του: «Πήγαινέ το στο παλάτι, όποτε μπορέσεις.»

Ο Νικηφόρος αποκρίθηκε: «Μη μου πεις ότι κρυώνεις.»

Η Έρικα δεν το είπε αλλά το σκέφτηκε. Τέτοια πρωινή ώρα, ακόμα και το καλοκαίρι, δεν έκανε ζέστη στα νησιά του Ωκεανού. Όχι, τουλάχιστον, τόση ζέστη ώστε να στέκεσαι γυμνός επάνω στο κατάστρωμα ενός πλοίου, κατά τη γνώμη της.

Ο Νικηφόρος πέταξε το μισοτελειωμένο τσιγάρο του στη θάλασσα. «Φεύγουμε;»

«Ναι.»

«Πάω να ειδοποιήσω τους άλλους και να ετοιμαστώ. Εσύ πήγαινε στο ελικόπτερο,» της είπε, και βάδισε προς μια καταπακτή.

Η Έρικα πήγε στο ελικόπτερο, όπου συνάντησε τον Σάρνεμπ να σκαλίζει κάτι στη μηχανή του αεροσκάφους.

«Καλημέρα, Έρικα.»

«Όλα εντάξει;»

«Ναι· κάτι λεπτομέρειες κοιτάζω.»

Η Έρικα σταύρωσε τα χέρια εμπρός της, περιμένοντας και τους άλλους να έρθουν.

Μετά από λίγο, ο Νικηφόρος ήταν κοντά της (ντυμένος και εξοπλισμένος, τώρα), καθώς και δύο Ζωντανοί-Νεκροί ακόμα – ένας πολεμιστής και μια πολεμίστρια που η Έρικα δεν ήξερε τα ονόματά τους.

«Δε νομίζω να μας χρειαστούν περισσότεροι,» είπε ο Κολπατζής.

«Και πολλοί είμαστε, ίσως,» αποκρίθηκε η Έρικα. «Μην ξεχνάς ότι θα πάρουμε, εκτός απ’τον Αβέρναλ, και τη Ραβάσλι, τον Ραμπνάιλ, και τον Σάμελκον’λι.» Συνοφρυώθηκε. «Δηλαδή θα είμαστε, συνολικά…» (ένας γρήγορος υπολογισμός μες στο μυαλό της) «εννιά άνθρωποι. Θα χωράμε σ’αυτό το αεροσκάφος;» Το κοίταξε κριτικά· δεν ήταν και πολύ μεγάλο.

«Οριακά,» της είπε ο Σάρνεμπ, και κάθισε στη θέση του πιλότου. «Ελάτε.»

Ανέβηκαν στο ελικόπτερο, και η Έρικα κάθισε δίπλα στον Αετό. Ήταν η μόνη εκτός απ’αυτόν που ήξερε να πιλοτάρει και, σε μια περίπτωση ανάγκης, πιθανώς να χρειαζόταν η βοήθειά της.

«Θα μου δείξεις πού να προσγειωθούμε, έτσι;» της είπε ο Σάρνεμπ καθώς έβαζε τις μηχανές του ελικοπτέρου σε κίνηση και το ύψωνε πάνω από τον Οδηγό.

«Δε θα ‘προσγειωθούμε’ ακριβώς.»

«Τι εννοείς;»

«Δε νομίζω ότι μπορείς να προσγειωθείς εκεί πέρα. Είναι όλο πέτρες. Θα κατεβείς, απλώς, ώς ένα σημείο και θα ρίξουμε την ανεμόσκαλα.»

«Όπως θέλεις,» είπε ο Σάρνεμπ και πήρε δυτική κατεύθυνση. «Καλά δεν πηγαίνω;»

«Άψογα.»

Η Έρικα κοίταζε τα κύματα του Ωκεανού από κάτω τους, καθώς πετούσαν, και συγχρόνως οι σκέψεις της γύριζαν γύρω από διάφορα θέματα σχετικά με το δίκτυό της, τον Βασιληά Ράνελμον, τον Αρχισυγκλητικό Βέργκεδελ, τον Αβέρναλ, τον Εύβουλο και τους Επιφανείς Κρανοφόρους, τον Ζαώρδιλ και τους Ζωντανούς-Νεκρούς, τον Όρκιβελ και τους κουρσάρους του… Βρέθηκε σχεδόν υπνωτισμένη απ’όλα αυτά και ούτε που το κατάβαλε πότε πέρασε η μισή ώρα που χρειαζόταν για να φτάσουν πάνω από το Ριγκάλμεκ.

«Είμαστε στα νότια του νησιού,» την πληροφόρησε ο Σάρνεμπ, «εκτός αν κάνω τραγικό λάθος.»

Η Έρικα βλεφάρισε. «Δεν κάνεις λάθος. Χάσε ύψος.»

Ο Σάρνεμπ έχασε ύψος και πέταξαν πάνω από τις νότιες ακτές.

«Εκεί.» Η Έρικα έδειξε το μέρος με τους μεγάλους βράχους. «Κατέβα κι άλλο.»

Ο Σάρνεμπ κατέβασε κι άλλο το ελικόπτερο, και η Έρικα, παρατηρώντας το τοπίο από κάτω τους, του έδειξε πάλι πού να σταματήσει ώστε να ρίξουν την ανεμόσκαλα. Ο πιλότος υπάκουσε, κάνοντας το ελικόπτερο να μείνει σταθερό στον αέρα πάνω από τους μεγάλους βράχους.

«Νικηφόρε,» είπε η Έρικα καθώς σηκωνόταν από τη θέση της. «Κατεβαίνουμε.»

«Το είχα υποψιαστεί,» αποκρίθηκε εκείνος καθώς άνοιγε τη μια πόρτα του ελικοπτέρου κι έριχνε την ανεμόσκαλα απ’το πλάι. «Δεν πιστεύω να σε πειράζει αν πάω πρώτος.»

«Εγώ δε χρειάζομαι σκάλα, ούτως ή άλλως,» είπε η Έρικα.

«Πετάς;»

«Το βρήκες.»

«Ό,τι νομίζεις.» Ο Νικηφόρος άρχισε να κατεβαίνει και, όταν είχε φτάσει κάτω, έκανε νόημα και οι άλλοι δύο Ζωντανοί-Νεκροί τον ακολούθησαν, κατεβαίνοντας κι αυτοί την ανεμόσκαλα ο ένας πίσω από την άλλη.

Η Έρικα είπε στον Σάρνεμπ: «Θα μας περιμένεις εδώ. Αν συμβεί κάτι, με ειδοποιήσεις μέσω πομπού.»

Ο Αετός κατένευσε.

Η Έρικα άνοιξε την πόρτα πλάι της και πήδησε από το ελικόπτερο. Ο μαγικός μανδύας απλώθηκε σαν φτερά πουλιού γύρω της και μείωσε την ταχύτητα της πτώσης της. Τα μποτοφορεμένα πόδια της πάτησαν πάνω σ’έναν βράχο– Γλίστρησε, έπεσε προς τη θάλασσα, τα χέρια της τεντώθηκαν, το ένα πιάστηκε από μια προεξοχή. Σταθεροποιώντας τον εαυτό της επάνω στη μεγάλη πέτρα, η Έρικα κατέβηκε προσεχτικά νιώθοντας την καρδιά της να έχει αρχίσει να χτυπά λιγάκι πιο γρήγορα.

«Μπορεί να πετάς,» της είπε ο Νικηφόρος, «αλλά δεν ξέρεις να προσγειώνεσαι.»

Η Έρικα μειδίασε λιγάκι στραβά. «Δε φταίω εγώ· ήταν βρεγμένος ο βράχος.»

«Δικαιολογίες, όλο δικαιολογίες…» Ο Νικηφόρος, τραβώντας το σπαθί του – πάντοτε επιφυλακτικός – βάδισε πρώτος προς το εσωτερικό των σπηλαίων. Η Έρικα τον ακολούθησε. Η πολεμίστρια ήρθε πλάι της, και ο πολεμιστής πίσω της· η πρώτη βαστούσε πιστόλι, ο δεύτερος πιστόλι με ξιφολόγχη επάνω.

«Ραβάσλι;» φώναξε, όχι πολύ δυνατά, ο Νικηφόρος, όταν είχαν στρίψει πιο βαθιά μέσα στις σπηλιές και το φως που περνούσε ανάμεσα από τους βράχους ήταν ελάχιστο. «Ερχόμαστε.»

«Σας περιμέναμε,» αποκρίθηκε η Ραβάσλι, συναντώντας τους λίγο παρακάτω, μ’έναν αναμμένο φακό στο χέρι. Πίσω της ήταν ο Αβέρναλ, ο Ραμπνάιλ, και ο Σάμελκον’λι.

«Είδατε κανένα μεγάλο καβούρι, παρεμπιπτόντως;» τη ρώτησε ο Νικηφόρος.

«Ούτε μικρό καβούρι, μπορώ να σου πω. Εσείς;»

«Παρομοίως. Αλλά πάμε τώρα, ελάτε. Κοντεύω να ξεπαγιάσω πάλι εδώ μέσα. Η υγρασία σε διαπερνά σα μαχαίρι.»

«Εμείς να δεις τι έχουμε πάθει,» του είπε ο Ραμπνάιλ καθώς βάδιζαν προς την έξοδο. «Τα κόκαλά μου πονάνε.»

«Αυτό είναι επειδή γερνάς και παραξενεύεις,» αποκρίθηκε ο Νικηφόρος, καθώς προπορευόταν, χωρίς να στραφεί να τον κοιτάξει.

Βγήκαν από τις σπηλιές και πλησίασαν τη σκιά του ελικοπτέρου το οποίο ίπτατο από πάνω τους γεμίζοντας το πρωινό με τον ήχο του περιστρεφόμενου έλικά του. Ο ένας μετά τον άλλο, άρχισαν να πιάνονται από την ανεμόσκαλα και να ανεβαίνουν.

Ενόσω ήταν ακόμα κάτω, ο Νικηφόρος ρώτησε την Έρικα: «Μη μου πεις ότι εσύ θα πετάξεις πάλι;»

«Δυστυχώς ο μανδύας μου δεν είναι τόσο ισχυρός.»

«Τι είναι αυτός ο μανδύας;»

«Δε σου έχει πει ο Σκοτωμένος;»

«Δεν έχει τύχει.»

«Ένας θεός είναι φυλακισμένος μέσα του.»

Ο Νικηφόρος την ατένισε επιφυλακτικά. «Ελπίζω να μη σου ξεφύγει καμια… άβολη ώρα.»

«Μην ανησυχείς· χρόνια τον έχω. Ο μανδύας και ο θεός είναι ένα, πλέον.»

Ο Νικηφόρος πιάστηκε από την ανεμόσκαλα κι ανέβηκε στο ελικόπτερο.

Η Έρικα ανέβηκε τελευταία, και, περνώντας ανάμεσα από τους υπόλοιπους (ο χώρος του αεροσκάφους είχε στενέψει ξαφνικά, παρατήρησε), πήγε και κάθισε πλάι στον Σάρνεμπ.

«Προς Μέρελκεβ, τώρα,» του είπε.

Εκείνος ένευσε και πήρε βόρεια κατεύθυνση, κάνοντας το ελικόπτερο να υψωθεί περισσότερο, ενώ η Ραβάσλι μάζευε την ανεμόσκαλα κι ο Νικηφόρος έκλεινε την πόρτα.

Πέρασαν πάνω από το Ριγκάλμεκ – ένα νησί όλο ορεινές, δασώδεις περιοχές στο κέντρο, και πολλούς βάλτους και έλη στις ακτές – και συνέχισαν να πετάνε βλέποντας τον Ωκεανό να απλώνεται από κάτω τους, καθώς και διάφορα άλλα, μικρότερα νησιά.

«Δεν πιστεύω νάχουμε πρόβλημα να προσγειωθούμε στο αεροδρόμιο της Μέρελκεβ…» είπε ο Σάρνεμπ στην Έρικα.

«Γιατί να έχουμε πρόβλημα; Απλώς θα μας ζητήσουν κάποιο φόρο, όπως σ’όλα τα αεροσκάφη που προσγειώνονται εκεί.»

Έπειτα δεν είπαν άλλα, καθώς ταξίδευαν πάνω από τον Ωκεανό. Ο ήχος του έλικα, άλλωστε, αποθάρρυνε τις κουβέντες. Η Έρικα αναρωτιόταν τι εναλλακτικές λύσεις είχε αν οι ευπατρίδες αρνούνταν να προσφέρουν άσυλο στον Αβέρναλ… Γιατί, όμως, να αρνηθούν;… Από την άλλη, βέβαια, γιατί να δέχονταν; Η Έρικα προσπάθησε να σκεφτεί κάποια καλά επιχειρήματα για να τους πείσει αν χρειαζόταν. Τι μπορεί να είχαν να κερδίσουν απ’αυτή την υπόθεση, εκτός από την ευγνωμοσύνη της;

Όταν έφτασαν στις βόρειες ακτές του Ωκεανού και κοντά στη Μέρελκεβ, μιάμιση ώρα είχε περάσει περίπου μετά την απομάκρυνσή τους από τις σπηλιές του Ριγκάλμεκ, και η Έρικα δεν νόμιζε πως ήταν ακόμα σίγουρη για τίποτα. Θα πρέπει να αυτοσχεδιάσω, αν χρειαστεί. Θα δούμε… Το πρόβλημα ήταν πως ούτε εκείνη κέρδιζε τίποτα από τις υπηρεσίες που πρόσφερε τώρα στον Αβέρναλ. Ο δημοσιογράφος δεν είχε να την πληρώσει, και ούτε ως σύνδεσμος μπορούσε να της φανεί χρήσιμος, στην κατάσταση που βρισκόταν, κυνηγημένος και έχοντας ανάγκη από άσυλο. Η Έρικα, όμως, δεν μπορούσε και να τον εγκαταλείψει. Η φυγάδευση του Αβέρναλ ήταν μέρος της δουλειάς που εκείνη και οι Ζωντανοί-Νεκροί είχαν αναλάβει για τον Βασιληά Ράνελμον. Αλλά, εκτός αυτού, η Έρικα είχε συμπαθήσει τον δημοσιογράφο, και δεν ήταν ο χαρακτήρας της να παραδίδει κάποιον στα χέρια των εχθρών του αν μπορούσε να κάνει κάτι για να το αποτρέψει.

Ο Σάρνεμπ γνώριζε πού ήταν το αεροδρόμιο της Μέρελκεβ: βόρεια και ανατολικά της πόλης. Πέρασε, έτσι, το ελικόπτερο από την ανατολική μεριά της – χωρίς να πλησιάσει τα τείχη της, για να μη δώσει αφορμή στους φύλακές της να τον φοβηθούν και να ετοιμάσουν τα όπλα τους – και έστριψε βόρεια ξανά.

Ένας μεγάλος δρόμος ξεκινούσε από τη βόρεια πύλη της Μέρελκεβ – όχι λιθόστρωτη δημοσιά, χωματόδρομος, αλλά στη Φεηνάρκια οι λιθόστρωτες δημοσιές ήταν πολύ σπάνιες ούτως ή άλλως – και σύντομα διχάλωνε: το ένα σκέλος συνέχιζε βόρεια, το άλλο πήγαινε βορειοανατολικά, προς το αεροδρόμιο της πόλης, διασχίζοντας μια περιοχή γεμάτη δέντρα και άγρια βλάστηση. Ο Σάρνεμπ πιλόταρε το ελικόπτερο πάνω από το δάσος, πέρα από το οποίο φαίνονταν τα οικοδομήματα του αεροδρομίου, που ήταν αρκετά μεγάλο για τα δεδομένα της Φεηνάρκια. Η Έρικα είδε τουλάχιστον δύο κανόνια να γυαλίζουν στο φως του ήλιου, και το ένα γνώριζε (από τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει παλιότερα) ότι ήταν ενεργειακό: ένα πολύ επικίνδυνο όπλο.

Καθώς το ελικόπτερο πλησίαζε το αεροδρόμιο, ο Σάρνεμπ έστειλε σήμα ότι ζητούσε άδεια να προσγειωθεί.

«Μεταφέρετε εμπόρευμα;» ρώτησε μια γυναικεία φωνή από τον πομπό του αεροσκάφους.

«Όχι,» απάντησε ο Σάρνεμπ.

«Είστε οπλισμένοι;»

«Ναι, αλλά όχι βαριά. Μισθοφόροι είμαστε.»

«Θα πληρώσετε φόρο.»

«Το γνωρίζουμε.»

Η άδεια προσγείωσης τούς δόθηκε, και ο Σάρνεμπ κατέβασε το ελικόπτερο στο αεροδρόμιο. Η Έρικα, στρεφόμενη πίσω, είπε στον Αβέρναλ: «Να φοράς την κουκούλα της κάπας σου, συνέχεια. Και όχι μόνο εσύ, αλλά κι ένας, δυο άλλοι τουλάχιστον, για να μη φαίνεται περίεργο.»

Ο Αβέρναλ σήκωσε την κουκούλα του· το ίδιο κι ο Σάμελκον’λι και η Ραβάσλι.

Βγήκαν από το ελικόπτερο και συνάντησαν μια γυναίκα ντυμένη με υπηρεσιακή στολή, συνοδευόμενη από δύο οπλισμένους φρουρούς. Τους καλωσόρισε και είπε ότι θα γινόταν ένας τυπικός έλεγχος του ελικοπτέρου τους για να διαπιστωθεί ότι, όπως είχαν δηλώσει, δεν μετέφεραν εμπορεύματα και ήταν μονάχα ελαφρά οπλισμένοι. Δεν της έφεραν αντίρρηση· δεν είχαν και τίποτα να κρύψουν. Αφού ο έλεγχος τελείωσε, η γυναίκα τούς είπε πόσο έπρεπε να πληρώσουν.

«Πενήντα ευγενή.»

«Αισθάνομαι ένα χέρι στα πισινά μας…» μουρμούρισε ο Νικηφόρος, ενώ η Έρικα έβγαζε χαρτονομίσματα από το βαλάντιό της και τα μετρούσε. Είχε αλλάξει κάμποσα κύματα σε ευγενή, προτού φύγει από τη Νουσράκλη, γιατί ήξερε ότι θα της χρειάζονταν όταν επισκεπτόταν τη Μέρελκεβ.

«Υπάρχει κάποιο μέσο για να φύγουμε από δω,» ρώτησε ο Ραμπνάιλ την υπάλληλο του αεροδρομίου, «ή θα πρέπει να πάμε στην πόλη βαδίζοντας;»

«Υπάρχει επιβατηγό όχημα, κύριε,» αποκρίθηκε εκείνη, παίρνοντας τα λεφτά της Έρικας και μετρώντας τα πεπειραμένα και επιδέξια. «Σε δέκα λεπτά το πολύ πρέπει να είναι εδώ. Εκεί θα σταματήσει.» Υψώνοντας το χέρι της έδειξε ένα μέρος κοντά στην έξοδο του αεροδρομίου. Μετά απομακρύνθηκε μαζί με τους δύο φρουρούς.

Η Έρικα είπε: «Δεν είναι ανάγκη να έρθετε όλοι στην πόλη. Καλό θα ήταν κάποιοι να μείνουν με το ελικόπτερο.»

«Είναι τόσο επικίνδυνο το αεροδρόμιο;» απόρησε ο Νικηφόρος.

«Δε βλάπτει να είσαι προσεχτικός όταν μπορείς να είσαι, Νικηφόρε, βλάπτει;»

Εκείνος μόρφασε αδιάφορα. «Ό,τι νομίζεις.»

Ο Σάρνεμπ προθυμοποιήθηκε να μείνει με το ελικόπτερο (όπως η Έρικα το περίμενε), καθώς και η πολεμίστρια που η Έρικα δεν ήξερε το όνομά της. Οι υπόλοιποι πήγαν προς τη στάση του επιβατηγού, και μετά από λίγο – πολύ πιο σύντομα από δέκα λεπτά που είχε πει η υπάλληλος – αυτό ήρθε: ένα ψηλό όχημα με τέσσερις ατρακτοειδείς μεταλλικούς τροχούς και αρκετές θέσεις για τουλάχιστον είκοσι επιβάτες. Επί του παρόντος, μόνο ο οδηγός ήταν μέσα κι άλλοι δύο οι οποίοι αμέσως κατέβηκαν. Ο οδηγός κατέβηκε τελευταίος.

«Σε πόση ώρα φεύγεις;» τον ρώτησε η Έρικα.

«Τώρα,» αποκρίθηκε εκείνος – ένας εύσωμος, πορφυρόδερμος Φεηνάρκιος. «Πάω να πάρω ένα αναψυκτικό κι έρχομαι.» Ήταν ελαφρά ντυμένος αλλά το πρόσωπό του γυάλιζε απ’τον ιδρώτα.

Όταν επέστρεψε είχε ένα μπουκάλι στο χέρι. Ανέβηκε στο όχημα και τους έκανε νόημα να μπουν καθώς κάθιζε μπροστά στο μεγάλο τιμόνι. Κανένας άλλος επιβάτης δεν είχε, εν τω μεταξύ, έρθει. Η Έρικα και οι υπόλοιποι επιβιβάστηκαν, και ο οδηγός είπε: «Μου δίνετε ένα ευγενές και τρία τέταρτα, και φύγαμε.»

Η Έρικα τον πλήρωσε. «Πόσο είναι το άτομο;»

«Ένα τέταρτο.»

Η Έρικα πήγε να καθίσει, όπως κι οι άλλοι, και ο Νικηφόρος τής είπε: «Ακόμα αισθάνομαι κάτι να με γραπώνει.» Εκείνη χαμογέλασε λιγάκι στραβά μέσα από την κουκούλα του μανδύα της.

Το επιβατηγό ξεκίνησε μουγκρίζοντας σαν Μεγαθήριο και βρομώντας σαν λυκόχοιρος από τις καύσεις των ενεργειακών υγρών του. Οι μηχανές του δεν πρέπει να ήταν κι από τις καλύτερες, συμπέρανε η Έρικα.

Διέσχισαν τη δασώδη περιοχή, πέρασαν τη βόρεια πύλη της Μέρελκεβ, συνέχισαν μέσα σ’έναν από τους μεγαλύτερους δρόμους της πόλης, τη Λευκή Οδό, και σταμάτησαν στο κέντρο, πλάι στην Ψηλή Αγορά. Μια απόσταση που, συνολικά, αποκλείεται να ήταν πάνω από τρία χιλιόμετρα.

Η Έρικα, οι Ζωντανοί-Νεκροί, και ο Αβέρναλ κατέβηκαν από το επιβατηγό, και η πρώτη είπε στον δημοσιογράφο: «Προτού κάνουμε οτιδήποτε θα έρθω σ’επαφή με τους ανθρώπους μου εδώ για να μάθω μήπως τίποτα απρόοπτο συμβαίνει στην πόλη.»

«Πόλεμο, πάντως, δε φαίνεται να έχουν,» παρατήρησε ο Νικηφόρος.

«Δεν είναι όλοι οι πόλεμοι φανεροί,» του είπε η Έρικα, αρχίζοντας να βαδίζει προς την Ψηλή Αγορά.

«Εγώ ξέρω αυτούς που άνθρωπος σκοτώνει άνθρωπο και αίμα πέφτει στη γη,» αποκρίθηκε ο Νικηφόρος, ακολουθώντας την μαζί με τους υπόλοιπους.

Ανέβηκαν πέτρινα σκαλοπάτια τα οποία ήταν γλιστερά από τα χιλιάδες πόδια που καθημερινά τα πατούσαν. Ακόμα και τώρα, γύρω από την Έρικα και τους Ζωντανούς-Νεκρούς, άλλοι ανέβαιναν άλλοι κατέβαιναν, ορισμένοι βιαστικά ορισμένοι νωχελικά, ορισμένοι κουβαλώντας πράγματα ορισμένοι κουνώντας χέρια. Η Ψηλή Αγορά δεν είχε πάρει τυχαία το όνομά της: βρισκόταν λίγο πιο ψηλά από τις περιοχές με τις οποίες γειτνίαζε, και μπορούσες να φτάσεις σ’αυτήν μόνο από εκεί όπου υπήρχαν σκαλοπάτια ή κεκλιμένα επίπεδα. Τα τελευταία τα χρησιμοποιούσαν μόνο για να ανεβάζουν φορτηγά οχήματα, κάρα, ή ζώα. Δεν ήταν φρόνιμο να πηγαίνεις από εκεί όταν ήσουν πεζός· κάτι μπορεί να σε πατούσε.

Η Έρικα παραμέρισε τον μαγικό μανδύα της, ώστε να φαίνεται καθαρά το νοομορφικό χιτώνιο που φορούσε από κάτω, και πλησίασε το κατάστημα ενός ωρολογοποιού: ένα μικρό πέτρινο οίκημα με τζαμωτή πόρτα. Ένας πελάτης μόλις έφευγε. Η Έρικα στάθηκε μπροστά στην πόρτα, εκεί όπου μπορούσε να τη δει ο ωρολογοποιός από μέσα, και έκανε, με μια σκέψη, τα νερά επάνω στο χιτώνιό της ν’αλλάξουν ώστε να ρωτά: Όλα εντάξει;

Ο ωρολογοποιός, ένας σαρανταπεντάρης άντρας με κατάμαυρο δέρμα και καραφλό κεφάλι, έγνεψε καταφατικά – μια σύντομη κίνηση που μπορεί και να μη σήμαινε τίποτα αν δεν ήξερες ότι απαντούσε στην Έρικα έχοντας διαβάσει τα σχήματα επάνω στο χιτώνιό της.

Η Έρικα μπήκε στο κατάστημα, κάνοντας νόημα στους άλλους να μην την ακολουθήσουν.

«Καλημέρα, κυρία,» είπε ο ωρολογοποιός τυπικά.

«Καλημέρα, Σέθτενιρ. Ο Ρίβης;»

«Στα συνηθισμένα λημέρια, απ’ό,τι ξέρω,» είπε ο Σέθτενιρ, σκαλίζοντας τώρα ένα ρολόι επάνω στον πάγκο του. «Ήρθε κι ένας άλλος άνθρωπός σου πρόσφατα. Ένας μάγος.»

«Ο Ναλτάφιρ’χοκ;»

«Ναι. Έχεις κανένα χαλασμένο ρολόι για φτιάξιμο;»

Το χιτώνιό της ρώτησε: Πολιτική κατάσταση;

«Τίποτα ασυνήθιστο,» αποκρίθηκε ο ωρολογοποιός. Φορούσε κι αυτός ένα νοομορφικό ένδυμα αλλά μάλλον δεν το θεωρούσε απαραίτητο να το χρησιμοποιήσει.

«Δες αυτό.» Η Έρικα έλυσε το ρολόι από το χέρι της και του το έδωσε. «Είναι εντάξει; Νομίζω ότι χάνει λίγο.» Προκάλυψη, για την απίθανη περίπτωση ότι κάποιος τούς παρακολουθούσε από έξω.

Ο Σέθτενιρ κοίταξε το ρολόι. Το σκάλισε κιόλας μ’ένα λεπτό εργαλείο. «Μια χαρά είναι,» είπε, τελικά, και της το επέστρεφε.

«Ευχαριστώ.» Η Έρικα το έδεσε στον καρπό της και έφυγε απ’το κατάστημα.

Πλησιάζοντας τους άλλους, είπε στον Νικηφόρο: «Θυμάσαι πού είναι το Δίχτυ της Κυράς, έτσι;»

Εκείνος ένευσε. «Ναι, γιατί;» Ήταν ένα πανδοχείο νότια της Ψηλής Αγοράς, από το οποίο οι Ζωντανοί-Νεκροί είχαν ξαναπεράσει στην προηγούμενή τους επίσκεψη στην πόλη.

«Θα πάτε εκεί και θα με περιμένετε στην τραπεζαρία.» Στράφηκε στον Αβέρναλ. «Κι εσύ συνεχώς θα έχεις την κουκούλα σου σηκωμένη. Κι όχι μόνο εσύ, όπως είπαμε.»

«Εσύ, Έρικα, πού θα πας;» ρώτησε ο Νικηφόρος.

«Να μιλήσω σε κάτι ανθρώπους μου και, μετά, στον Οίκο των Ράθελκομ.»

Ο Νικηφόρος, ασφαλώς, ήξερε τον Οίκο των Ράθελκομ· ήταν οι ευπατρίδες που είχαν προσλάβει τους Ζωντανούς-Νεκρούς για να αντιμετωπίσουν τους ρους’κρούουμ που ένας μάντης είχε προφητέψει ότι θα επιτίθονταν στα υπόγεια ενός φρουρίου των Ράθελκομ στους πρόποδες των βουνών. Τελικά, η προφητεία είχε βγει αληθινή και η βοήθεια των Ζωντανών-Νεκρών είχε αποδειχτεί πολύτιμη. Και η Έρικα, φυσικά, ήταν που είχε προτείνει τους μισθοφόρους του Ζαώρδιλ στους ευπατρίδες· γι’αυτό τώρα πίστευε πως η Αρχόντισσα Ξαρντάλκι – η σύνδεσμός της μέσα στον Οίκο – ίσως να τη βοηθούσε να κρύψει τον Αβέρναλ.

Ο Ραμπνάιλ ρώτησε την Έρικα: «Από πότε ν’αρχίσουμε ν’ανησυχούμε, αν αργήσεις;»

«Δε νομίζω ν’αργήσω. Αλλά μπορείτε πάντα να με καλέσετε στον πομπό μου όποτε νομίζετε.»

Ύστερα, χώρισαν μέσα στην Ψηλή Αγορά· η Έρικα πήγε προς τα δυτικά, οι άλλοι προς τα νότια.

*

Ο Ρίβης έμενε πλάι σ’ένα πτηνοτροφείο γεμάτο άγρια πουλιά των βουνών και της θάλασσας που εκπαιδεύονταν από για να μεταφέρνουν μηνύματα μέχρι για πόλεμο. Το πτηνοτροφείο δεν είχε καμία άμεση σχέση με το δίκτυο της Έρικας – όχι ακόμα, τουλάχιστον – αλλά το σπίτι του Ρίβη, παρότι μικρό, αποτελούσε ανεπίσημο αρχηγείο μέσα στη Μέρελκεβ. Ήταν μονώροφο, όμως είχε δύο υπόγεια, το ένα κρυμμένο κάτω από το άλλο· και ένα μέρος του πρώτου ήταν επίσης κρυμμένο.

Η Έρικα χτύπησε την εξώπορτα συνθηματικά και άκουσε από μέσα τα βήματα κάποιου να πλησιάζουν. Τα βήματα σταμάτησαν, και ήξερε πως τώρα κάποιος την παρατηρούσε από το ματάκι της πόρτας. Ύστερα, η πόρτα άνοιξε και ο Ρίβης, χαμογελώντας, την άφησε να μπει.

«Καλώς την. Όλα εντάξει;»

«Μέχρι στιγμής. Άκουσα πως ο Ναλτάφιρ είναι εδώ…»

«Εδώ είμαι,» ήρθε μια φωνή από το μικρό καθιστικό του σπιτιού.

Η Έρικα και ο Ρίβης πήγαν προς τα εκεί, για να συναντήσουν τον μαυρόδερμο μάγο.

Η Έρικα, κατεβάζοντας την κουκούλα του μανδύα της, αντάλλαξε μια χειραψία μαζί του. «Τελείωσαν οι δουλειές σου;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Βρήκαμε το άτομο που αναζητούσαμε, και πληρωθήκαμε ανάλογα. Και μετά, όπως μου είχες ζητήσει, ήρθα στη Μέρελκεβ.»

Η Έρικα ένευσε. Ήθελε να έχει τον μάγο κοντά της, στον Ωκεανό, επειδή ετούτες οι περιοχές ήταν καινούργιες για το δίκτυό της, και ο Ναλτάφιρ’χοκ πολύ χρήσιμος.

«Είσαι εδώ για δουλειές, Έρικα,» ρώτησε ο Ρίβης, «ή απλώς για να δεις τι γίνεται;»

«Και για τα δύο, βασικά. Αλλά δεν θα ερχόμουν αν δεν είχα δουλειά· και, μάλιστα, είναι επείγουσα.»

Κάθισαν κι οι τρεις τους, και η Έρικα μίλησε στον Ρίβη και στον Ναλτάφιρ’χοκ για την υπόθεση του Αβέρναλ.

«Επομένως…» είπε, τελειώνοντας και κοιτάζοντας τον Ρίβη, «τι νομίζεις; Είναι καλή ιδέα να τον πάω στην Αρχόντισσα Ξαρντάλκι φ’Ράθελκομ;» Ο Ρίβης ήταν πρώην πράκτορας της Παντοκράτειρας, καταγόμενος από τη Σεργήλη, τη διάσταση που ήταν πατρίδα και της ίδιας της Έρικας· επιπλέον, δεν ήταν κανένας τυχαίος, αλλά ένας πολύ ικανός κατάσκοπος· έτσι εκείνη ανέκαθεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στη γνώμη του

«Σίγουρα όχι χωρίς να τη ρωτήσεις,» της αποκρίθηκε τώρα.

«Θα τη ρωτήσω, φυσικά· δε θα της τον πάω κατευθείαν. Πιστεύεις ότι θα δεχτεί;»

«Εξαρτάται… Εσύ τη γνωρίζεις καλύτερα από εμένα, Έρικα. Εγώ δεν έχω κάνει καμια δουλειά γι’αυτήν ύστερα από ό,τι έγινε με τους ρους’κρούουμ. Αλλά, όσο είμαι εδώ, δεν έχω ακούσει τίποτα που να με κάνει να πιστεύω ότι θα μπορούσε να στραφεί εναντίον σου. Επιπλέον, οι ευπατρίδες της Μέρελκεβ είναι κατά του τωρινού Αρχισυγκλητικού της Κάρνατεβ, και ο Οίκος των Ράθελκομ δεν αποτελεί εξαίρεση. Τελευταία, μάλιστα, η Επίγονος της Μέρελκεβ συγκεντρώνει μισθοφόρους.»

«Ετοιμάζει την πόλη για πόλεμο;»

«Αμυντικό, ίσως, αν χρειαστεί. Δε νομίζω ότι σκέφτεται να επιτεθεί στην Κάρνατεβ. Ωστόσο, στη θέση σου, θα ήμουν προσεχτικός με τον Αβέρναλ…»

Η Έρικα ύψωσε ένα φρύδι ερωτηματικά.

Ο Ρίβης εξήγησε: «Ίσως οι ευπατρίδες να φοβούνται ότι, αν μαθευτεί πως έκρυψαν τον δημοσιογράφο, αυτό θα προκαλέσει πόλεμο ανάμεσα στην πόλη τους και στην Κάρνατεβ.»

«Μα εκεί είναι το θέμα,» αποκρίθηκε η Έρικα: «να μην μάθει ο Αρχισυγκλητικός ότι ο Αβέρναλ βρίσκεται εδώ.»

«Θα ζητήσεις, όμως, από την Αρχόντισσα Ξαρντάλκι φ’Ράθελκομ να κρύψει την παρουσία του Αβέρναλ ακόμα και από την Επίγονο, έτσι δεν είναι;» (Η Έρικα έγνεψε καταφατικά.) «Αυτό είναι επικίνδυνο, και κάτι που η Ξαρντάλκι δεν νομίζω πως θα δεχτεί εύκολα. Κανένας ευπατρίδης δεν θα το δεχτεί εύκολα.»

Αν δεν το δεχτεί, μπορώ να το ρισκάρω να μάθει και η Επίγονος για την παρουσία του Αβέρναλ στην πόλη; αναρωτήθηκε η Έρικα. Δεν ήξερε και πολλά για τη γυναίκα που επί του παρόντος κυβερνούσε τη Μέρελκεβ, και δεν είχε καμια πρωτύτερη επαφή μαζί της. Η Επίγονος μπορεί να σκεφτόταν να χρησιμοποιήσει τον δημοσιογράφο ως νόμισμα σε κάποια διπλωματική κίνηση με την Κάρνατεβ και τον Αρχισυγκλητικό, κι αυτό δεν ήταν κάτι που η Έρικα ήθελε να συμβεί. Σίγουρα θα δυσαρεστούσε τον Βασιληά Ράνελμον, αλλά επίσης δεν θα ήταν δίκαιο να φερθώ έτσι στον Αβέρναλ.

«Δε λέω, όμως, να μην προσπαθήσεις,» πρόσθεσε ο Ρίβης βλέποντας την συλλογισμένη.

«Αν η Ξαρντάλκι δεν δεχτεί να κρύψει τον Αβέρναλ σύμφωνα με τους όρους μου, θα πρέπει να βρω άλλη λύση,» είπε η Έρικα. Και μονάχα μία ακόμα υπάρχει στη Μέρελκεβ. Θα δείξει…

«Να κάνω μια προφανή ερώτηση;» είπε ο Ναλτάφιρ’χοκ, και μην περιμένοντας απάντηση συνέχισε: «Ποιος σου εγγυάται ότι η Ξαρντάλκι δεν θα σου πει ψέματα; Μπορεί να προσποιηθεί ότι δεν θα μιλήσει για τον Αβέρναλ σε κανέναν και, μετά, να το μαρτυρήσει στην Επίγονο, χωρίς εσύ να ξέρεις τίποτα. Χωρίς ακόμα κι ο Αβέρναλ να ξέρει τίποτα.»

«Δε νομίζω να το κάνει αυτό, Ναλτάφιρ,» αποκρίθηκε η Έρικα.

«Γιατί;»

«Επειδή δεν θέλει να γίνω εχθρός της.»

*

Η Ξαρντάλκι φ’Ράθελκομ ήταν μια γυναίκα στην ηλικία της Έρικας αλλά με προφανώς πολύ μεγαλύτερες ορέξεις. Μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια, πρέπει να είχε περισσότερους εραστές απ’ό,τι η Έρικα είχε σε όλη της τη ζωή. Αυτή ήταν και η αιτία που είχαν γνωριστεί. Η Ξαρντάλκι έψαχνε κάποιον για να φυγαδεύσει έναν από τους εραστές της από τη Μέρελκεβ προτού ο σύζυγός της τον σκοτώσει. «Είναι παράλογα ζηλιάρης, ορισμένες φορές,» είχε πει στην Έρικα. «Δεν ξέρω τι τον πιάνει.» Διότι, φυσικά, πρέπει να γνώριζε ότι η Ξαρντάλκι είχε διάφορους εραστές· δεν μπορεί να είχε πλήρη άγνοια του θέματος. Η Έρικα ήταν βέβαιη πως ήταν αδύνατον να κρύψεις κάτι τέτοιο, αν ήσουν σαν τη συγκεκριμένη ευπατρίδη. «Ο Θέρνατελ δεν του έχει κάνει κανένα κακό, ουσιαστικά,» είχε συνεχίσει η Ξαρντάλκι φ’Ράθελκομ. «Ούτε καν έχουν συναντηθεί ποτέ. Εντάξει, εκτός από μία φορά. Ο Θέρνατελ είναι εκπαιδευτής θηρίων, και ο σύζυγός μου ήθελε να του εκπαιδεύσει έναν σκύλο.» Το ζητούμενο ήταν ότι τώρα η Ξαρντάλκι είχε αναγκαστεί να κρύψει τον Θέρνατελ κάπου μέσα στην πόλη και έψαχνε έναν άνθρωπο ειδικευμένο σε τέτοιες δουλειές ώστε να τον φυγαδέψει. Ήταν η Έρικα ο άνθρωπός της; Η Έρικα είχε αποκριθεί ότι σίγουρα ήταν ο άνθρωπός της. «Αν δεν τα καταφέρω εγώ, αρχόντισσά μου, κανένας δεν θα τα καταφέρει,» είχε πει, και ο καλοπροαίρετος κομπασμός της φάνηκε ν’αρέσει στην Ξαρντάλκι. Ωστόσο την είχε προειδοποιήσει: «Μην παίρνεις αψήφιστα τον σύζυγό μου. Είναι πολύ επίμονος όταν οι θεοί τού βάλουν κάτι στο κεφάλι!» Κι επίσης ήταν μέσα στην Αστυφυλακή της Μέρελκεβ. Δεν είχε κανέναν τίτλο ευγενείας προτού παντρευτεί την Ξαρντάλκι, αλλά ήταν αξιωματικός, Τριτοφύλακας, και τον θεωρούσαν πολύ ικανό στη δουλειά του. Η Έρικα δεν σκόπευε να τον υποτιμήσει.

Τελικά, είχε καταφέρει να πάρει κρυφά τον Θέρνατελ από τη Μέρελκεβ και να τον μεταφέρει στη Σερκάλβη χωρίς κανένα πρόβλημα. Σταγόνα αίματος δεν είχε χυθεί. Του είχε, μάλιστα, βρει και σπίτι εκεί, και τον είχε προωθήσει λιγάκι ώστε να μπορέσει να αρχίσει αμέσως να εξασκεί το επάγγελμά του. Η Ξαρντάλκι φ’Ράθελκομ είχε μείνει πολύ ευχαριστημένη· και οι σχέσεις της με την Έρικα είχαν θερμανθεί. Γι’αυτό κιόλας στην Έρικα είχε πάει πρώτα όταν είχε προκύψει το ζήτημα με τον μάντη, τους ρους’κρούουμ, κι εκείνο το οχυρό του Οίκου των Ράθελκομ στους πρόποδες των βουνών. Η Έρικα, φυσικά, είχε αμέσως προτείνει τους Ζωντανούς-Νεκρούς.

Και σήμερα, καθώς κατευθυνόταν προς τη μεγάλη οικία των Ράθελκομ μέσα στη Μέρελκεβ και ο ήλιος βρισκόταν ψηλά στον ουρανό, σκεφτόταν: Ελπίζω τώρα η Ξαρντάλκι να είναι πρόθυμη να μου ανταποδώσει την πρώτη χάρη που της έκανα. Φυγάδεψα έναν άνθρωπο γι’αυτήν· θα φυγαδέψει κι εκείνη έναν άνθρωπο για εμένα;

Βέβαια, δεν ήταν ακριβώς χάρη. Η Έρικα είχε πληρωθεί για εκείνη τη δουλειά, πράγμα που σήμαινε ότι η υποχρέωση της Ξαρντάλκι προς το μέρος της είχε ουσιαστικά τελειώσει. Ωστόσο, η ευπατρίδης ίσως να το έβλεπε αλλιώς. Μακάρι να το έβλεπε αλλιώς…

Ο αμαξάς που μετέφερε την Έρικα σταμάτησε στη γωνία που εκείνη τού είχε πει. «Εδώ είμαστε, κυρία. Αρχές του Λόφου.»

«Σ’ευχαριστώ.» Η Έρικα τον πλήρωσε και πήδησε έξω απ’την άμαξα. Εκείνος, μαστιγώνοντας τα άλογά του με τα γκέμια, τα έστρεψε από την άλλη κι έφυγε από την πλούσια συνοικία που ονομαζόταν Λόφος.

Η Έρικα, έχοντας την κουκούλα της σηκωμένη, βάδισε επάνω σ’έναν από τους ανηφορικούς δρόμους περνώντας ανάμεσα από πολυτελείς οικίες με κήπους και όμορφα λαξεύματα. Από πολλές μεριές έβλεπε μισθοφόρους φρουρούς να την κοιτάζουν, και πίσω από τον τοίχο ενός κήπου είδε κι έναν πολύκερω να την κοιτάζει – ένα από εκείνα τα σπάνια άλογα που η πλάτη τους ήταν γεμάτη κέρατα. Όποιοι ευπατρίδες κι αν τον είχαν πρέπει να είχαν χρυσοπληρώσει για να τον πιάσουν και να τον εκπαιδεύσουν ώστε να κάθεται έτσι ήρεμα μες στην αυλή τους.

Η Έρικα αισθανόταν τον ζωντανό μανδύα να είναι πιασμένος λιγάκι πιο σφιχτά επάνω της απ’ό,τι πριν, σαν να ανησυχούσε για την ασφάλειά της. Κίνδυνος; Η ίδια δεν νόμιζε ότι μπορούσε να εντοπίσει κανέναν έκδηλο κίνδυνο γύρω της. Το γεγονός ότι ορισμένοι από τους μισθοφόρους των ευπατρίδων την ατένιζαν καχύποπτα δεν ήταν παρά αναμενόμενο.

Πλησιάζοντας τελικά την οικία τον Ράθελκομ, είδε μια φρουρό να στέκεται πλάι στην πόρτα του κήπου. Η Έρικα τής είπε ότι είχε έρθει να μιλήσει με την Αρχόντισσα Ξαρντάλκι. Ήταν επείγον.

«Θα πρέπει να αφήσετε μήνυμα, κυρία, και θα της το μεταφέρω,» αποκρίθηκε η γιγαντόσωμη, μαυρόδερμη γυναίκα που δεν έμοιαζε επί του παρόντος να είναι σε καλή διάθεση.

«Πρέπει να τη δω τώρα, αν είναι εδώ. Πρόκειται για κάτι που δεν μπορεί να περιμένει. Και η αρχόντισσα με γνωρίζει· σε διαβεβαιώνω.»

«Δυστυχώς, αυτό δεν γίνεται, κυρία. Δώστε μου το όνομά σας–»

«Επικοινώνησε μαζί της, με τον πομπό σου» – η Έρικα έριξε ένα επιδεικτικό βλέμμα στον πομπό στη ζώνη της φρουρού – «και ρώτησέ την πρώτα.»

«Μη γίνεστε κουραστική, κυρία! Δώστε μου το όνομά σας και–»

«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα εδώ;» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από το εσωτερικό του κήπου, και η Έρικα είδε την Ξαρντάλκι να πλησιάζει πίσω από την καγκελόπορτα. Μια ψηλή, πορφυρόδερμη γυναίκα με γαλανοπράσινα μαλλιά, επί του παρόντος πιασμένα περίτεχνα πάνω απ’το κεφάλι της με μια μεγάλη, κοκάλινη φουρκέτα. Φορούσε ένα αργυρόχρωμο, γυαλιστερό φόρεμα που έπεφτε ώς τα γόνατά της κι άφηνε τους ώμους και τα χέρια της εκτεθειμένα. Ή, μάλλον, το δεξί· γιατί το αριστερό ήταν γεμάτο κοσμήματα, από το μπράτσο ώς τα δάχτυλα: περιβραχιόνια, βραχιόλια, δαχτυλίδια, πολλά από τα οποία συνδέονταν με μικρές αργυρές ή χρυσές αλυσίδες. Και αυτό το χέρι ήταν υψωμένο για να μπορεί να στέκεται επάνω του – επάνω στα μεταλλικά κοσμήματά του – ένα κουάρταλ: ένα από εκείνα τα φτερωτά σαυροειδή πλάσματα που συναντούσες κυρίως στις ακτές του Ωκεανού. Είχε δύο πόδια και ουρά, η οποία ήταν τώρα τυλιγμένη γύρω από τον πήχη της Ξαρντάλκι. Το κεφάλι του κάλυπτε ένα χνουδωτό λοφίο που θύμιζε κουκούλα. Τα μάτια του γυάλιζαν.

«Αρχόντισσά μου,» είπε η φρουρός. «Μια κυρία–»

«Αρχόντισσα Ξαρντάλκι. Σίγουρα με θυμάσαι,» διέκοψε η Έρικα τη φρουρό χωρίς να βγάλει την κουκούλα του μανδύα της.

Η Ξαρντάλκι πλησίασε και, μειδιώντας, είπε: «Φυσικά!» Και προς τη φρουρό: «Τι είναι αυτά τα καμώματα; Έρχεται κάποιος να μου μιλήσει και προκαλείς προβλήματα;»

«Με συγχωρείτε, Αρχόντισσά μου…» έκανε η γιγαντόσωμη, μαυρόδερμη γυναίκα αποφεύγοντας το βλέμμα της.

Η Ξαρντάλκι έγνεψε στην Έρικα να την ακολουθήσει στο εσωτερικό του κήπου, κι εκείνη υπάκουσε.

«Καινούργιος θησαυρός;» ρώτησε ρίχνοντας ένα βλέμμα στο κουάρταλ στο χέρι της ευπατρίδη.

Εκείνη γέλασε. «Δώρο. Τι να πεις; Άντρες…»

Η Έρικα μειδίασε λιγάκι στραβά.

«Δε μπορούσα να αρνηθώ,» είπε η Ξαρντάλκι με επιτηδευμένα αθώο βλέμμα. Το κουάρταλ έβγαλε ένα έντονο τσύριγμα και σκαρφάλωσε πιο ψηλά επάνω στο χέρι της.

«Με συγχωρείς αν έρχομαι ακατάλληλη ώρα,» είπε η Έρικα. «Καταλαβαίνω ότι είναι μεσημέρι…»

«Μ’αυτή τη ζέστη, έχω ήδη φάει και έκανα μια βόλτα στον κήπο προτού πάω κάπου πιο δροσερά· οπότε μη σ’απασχολεί. Έλα μαζί μου.»

Η Ξαρντάλκι την οδήγησε σε μια παράπλευρη πόρτα της οικίας των Ράθελκομ και σε μια μικρή αίθουσα με τοξωτό, ανοιχτό παράθυρο το οποίο έβλεπε τον κήπο, τόσο μεγάλο που, αν ήθελες, εύκολα το χρησιμοποιούσες για να μπεις ή να βγεις από εδώ.

Η Ξαρντάλκι τίναξε το αριστερό χέρι της έντονα, και το κουάρταλ πέταξε από εκεί, πηγαίνοντας να πιαστεί στην πλάτη μιας καρέκλας του αραιά επιπλωμένου δωματίου. «Κάθισε, Έρικα.»

Η Έρικα, κατεβάζοντας την κουκούλα της, κάθισε σε μια καρέκλα. Η Ξαρντάλκι πήρε ένα μπουκάλι με χυμό απ’το μικρό, ξύλινο ψυγείο στη γωνία και γέμισε δύο κούπες. Πρόσφερε τη μία στην Έρικα και κάθισε κοντά της.

«Ευχαριστώ,» είπε εκείνη πίνοντας μια γουλιά. Πορτοκάλι και λεμόνι και κάτι άλλο μαζί, συμπέρανε. Με πολύ ζάχαρη. Υπερβολικά πολύ, ίσως, για τα γούστα της.

«Τι σε φέρνει εδώ, λοιπόν;» ρώτησε η Ξαρντάλκι.

«Θα ήθελα να σου ζητήσω μια χάρη.»

«Αν είναι κάτι που μπορώ να κάνω, πολύ ευχαρίστως…» Η Έρικα, όμως, παρατήρησε ότι το βλέμμα της ευπατρίδη είχε γίνει αμέσως επιφυλακτικό.

«Αφορά έναν δημοσιογράφο που ψάχνει άσυλο,» εξήγησε, και μίλησε για την υπόθεση του Αβέρναλ χωρίς να αναφέρει πολλές λεπτομέρειες. Δε χρειαζόταν η Ξαρντάλκι φ’Ράθελκομ να γνωρίζει περισσότερο απ’ό,τι υπήρχε λόγος, αυτή τη στιγμή. «Είσαι πρόθυμη να τον κρύψεις;»

Η ευπατρίδης ήπιε μια γουλιά απ’τον χυμό της, και μετά από λίγο αποκρίθηκε: «Δεν είναι μικρό αυτό που μου ζητάς… Έχω ήδη ακούσει για τον Αβέρναλ. Ο Αρχισυγκλητικός έχει λυσσάξει εναντίον του…»

«Γι’αυτό κιόλας ο άνθρωπος ζητά άσυλο.»

«Προφανώς. Αλλά…» Η Ξαρντάλκι κόμπιασε. «Για ένα τόσο σοβαρό θέμα, που αφορά ολόκληρη την πόλη μας, καλύτερα θα ήταν να πάμε να μιλήσουμε στην Επίγονο, Έρικα. Μπορώ να–» Σταμάτησε, όμως, να μιλά καθώς είδε την Έρικα να κουνά το κεφάλι.

«Δε θέλω η Επίγονος να ξέρει τίποτα, αν είναι να τον κρύψεις.»

Τα μάτια της Ξαρντάλκι διαστάλθηκαν προς στιγμή και, μετά, στένεψαν. «Καταλαβαίνεις τι μου ζητάς; Αν η Επίγονος μάθει ότι κρύβω τέτοιο πρόσωπο, όλος ο Οίκος των Ράθελκομ μπορεί να έχει προβλήματα!»

Η Έρικα έμεινε σιωπηλή, περιμένοντας τη να συνεχίσει.

Η Ξαρντάλκι ήπιε ξανά μια γουλιά από την κούπα της. «Μπορεί να το έκανα,» δήλωσε, «αν είχα έστω κάτι να κερδίσω, εγώ ή ο Οίκος μου. Όμως ποιο το όφελος από κάτι τέτοιο, Έρικα; Μονάχα κίνδυνος υφίσταται. Ξέρεις πόσο σε εκτιμώ, αλλά, ακόμα και για σένα, δεν μπορώ να κάνω μια τέτοια χάρη. Είναι πολύ σοβαρό ζήτημα.»

«Μα, αν κανένας δεν μάθει τίποτα…. Ο Αβέρναλ είναι πρόθυμος να μείνει κρυμμένος όπου του ζητήσεις…» Ελπίζω, τουλάχιστον.

Από κει και πέρα, όμως, ό,τι κι αν είπε δεν μπόρεσε να μεταπείσει την Ξαρντάλκι φ’Ράθελκομ. Παρότι η ευπατρίδης έκανε ένα σωρό μικρότερες μηχανορραφίες, δεν ήταν πρόθυμη να ριψοκινδυνέψει με κάτι που θεωρούσε σημαντικό για όλη την πόλη της ίσως.

«Ελπίζω να με καταλαβαίνεις, Έρικα· δεν θέλω να με παρεξηγήσεις,» είπε· και τελικά χώρισαν όντως χωρίς παρεξήγηση. Άλλωστε, η Έρικα δεν το έκρινε διπλωματικό να παρεξηγηθεί με μια γυναίκα σαν την Ξαρντάλκι φ’Ράθελκομ, από την οποία είχε αρκετά να κερδίσει μέσα στη Μέρελκεβ.

Καθώς την ξεπροβόδιζε ώς την καγκελόπορτα του κήπου, η ευπατρίδης είπε: «Δώσε τους χαιρετισμούς μου στον Ζαώρδιλ, τον Νικηφόρο, και τη Νιρκέκα.»

Η Έρικα υποσχέθηκε πως δεν θα το ξεχνούσε, και, έχοντας ήδη φορέσει ξανά την κουκούλα της, έφυγε απ’την οικία των Ράθελκομ βαδίζοντας μέσα στους ζεστούς μεσημεριανούς δρόμους της Μέρελκεβ.

Μονάχα ένα πιθανό μονοπάτι απομένει, τώρα…

*

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός της δονήθηκε μόλις η Έρικα είχε βρει επιβατική άμαξα και είχε ανεβεί πλάι σ’έναν άλλο άντρα που ήταν ήδη επάνω και τύχαινε να πηγαίνει προς την ίδια κατεύθυνση μ’εκείνη. Πήρε τον πομπό από τη ζώνη της και, ενεργοποιώντας τον, τον έφερε στ’αφτί της.

«Ναι;»

«Πού γυροφέρνεις;» ρώτησε ο Νικηφόρος ο Κολπατζής. «Σε λίγο θα μας διώξουν απ’το μαγαζί.» Προφανώς αστειευόταν.

«Έχω ακόμα κάποιες δουλειές. Σε λίγο θα έρθω. Μην πάτε πουθενά αλλού.»

«Καλώς,» αποκρίθηκε ο Νικηφόρος. «Απλώς ήθελα να δω αν είσαι ακόμα ζωντανή.»

«Ζωντανή είμαι.»

«Χαίρομαι.»

Η επικοινωνία τους τερματίστηκε, και η Έρικα επέστρεψε τον πομπό της στη θήκη του.

Η άμαξα έπιασε τη Λευκή Οδό και την ακολούθησε προς τα νότια. Έφτασε εκεί όπου ήταν οικοδομημένο το Φρουραρχείο της Αστυφυλακής και ο δρόμος χωριζόταν στα δύο, με το ένα παρακλάδι να γίνεται Ανατολική Λευκή και το άλλο Δυτική Λευκή. Η άμαξα ακολούθησε το δεύτερο παρακλάδι και, λίγο παρακάτω, άφησε τον συνεπιβάτη της Έρικας. Μ’εκείνη συνέχισε προς τα δυτικά και σύντομα έστριψε νότια, σ’έναν άλλο, μικρότερο δρόμο. Όταν ο αμαξάς τράβηξε τα γκέμια για να σταματήσει τα άλογά του βρίσκονταν μπροστά στον Οίκο της Βίηλ. Η Έρικα τον πλήρωσε και κατέβηκε.

Έστρεψε το βλέμμα της στον Οίκο: ένα τριώροφο οικοδόμημα, καμωμένο από γκρίζα πέτρα, με ψηλή, ξύλινη δίφυλλη πόρτα την οποία κανένας δεν φρουρούσε εξωτερικά. Σπάνια υπήρχε λόγος, άλλωστε. Ο Οίκος ήταν μια πρεσβεία, ουσιαστικά, που πρόσφερε βοήθεια, υποστήριξη, και πληροφορίες σε όλους όσους έρχονταν από τη διάσταση της Βίηλ. Υπήρχε μια διαστασιακή δίοδος βορειοδυτικά της Μέρελκεβ η οποία οδηγούσε από – και μόνο από – Βίηλ προς Φεηνάρκια. Επομένως, όσοι έρχονταν από Βίηλ εδώ κατέληγαν πρώτα. Για να επιστρέψουν στην πατρίδα τους υπήρχε μια άλλη δίοδος (μονόδρομη επίσης) πολύ πιο βόρεια, μετά την Έλγκοροβ. Απόσταση πάνω από τετρακόσια χιλιόμετρα.

Τον Οίκο της Βίηλ δεν τον χρηματοδοτούσε κανένα κράτος, ούτε από τη Βίηλ ούτε από την Φεηνάρκια· εθελοντές τον συντηρούσαν. Άνθρωποι της Βίηλ, κυρίως, οι οποίοι έκαναν δουλειές εδώ, ή άνθρωποι που η καταγωγή τους ήταν εν μέρει από Βίηλ εν μέρει από Φεηνάρκια – ελάχιστοι, ομολογουμένως.

Η Έρικα πλησίασε την ψηλή, διπλή πόρτα και χτύπησε το κουδούνι πλάι της. Το άκουσε να αντηχεί στο εσωτερικό του Οίκου, και μετά, το ένα φύλλο της πόρτας άνοιξε κι ένας φρουρός φάνηκε. «Χαίρεται,» είπε μιλώντας στη Συμπαντική Γλώσσα.

«Γεια σας,» αποκρίθηκε η Έρικα. «Θα ήθελα να δω τον κύριο Αρνάλβες, αν είναι διαθέσιμος. Πρόκειται για κάτι επείγον.»

Παρότι η Έρικα φορούσε κουκούλα, ο φρουρός αναμφίβολα μπορούσε να δει το λευκό δέρμα του προσώπου της, κι αυτό πρέπει να ήταν που τον έκανε να της πει, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, να περάσει και ότι θα ειδοποιούσε αμέσως τον κύριο Αρνάλβες. Οι γηγενείς της Βίηλ είχαν συνήθως λευκό ή γαλανό δέρμα.

Η Έρικα δεν ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε στον Οίκο της Βίηλ (αν και δεν είχε ξαναδεί τον συγκεκριμένο φρουρό – ο οποίος ήταν λευκόδερμος σαν εκείνη), έτσι κάθισε σε μια από τις καρέκλες του κάτω καθιστικού του Οίκου σαν να βρισκόταν στο σπίτι της. Κανένας άλλος δεν ήταν εδώ, μες στο μεσημέρι. Επάνω στο τραπέζι ήταν αφημένες δύο κούπες – η μία άδεια, η άλλη μισογεμάτη – κι ένα πιάτο με λίγο κρέας ακόμα μέσα.

Σύντομα ένας άντρας ήρθε στο καθιστικό, γαλανόδερμος, γκριζομάλλης, και καμια δεκαετία μεγαλύτερος από την Έρικα. Ντυμένος μ’έναν ελαφρύ χιτώνα και σανδάλια. Δεν ήταν παχύς, αλλά ούτε και λεπτό θα μπορούσες να τον αποκαλέσεις.

Εκείνη είχε ήδη κατεβάσει την κουκούλα της, και ο Αρνάλβες χαμογέλασε βλέποντάς την. «Έρικα. Καλωσόρισες γι’ακόμα μια φορά στον Οίκο της Βίηλ.»

Η Έρικα σηκώθηκε κι αντάλλαξαν μια χειραψία. «Σε ξύπνησα, Αρνάλβες. Με συγχωρείς.»

«Φαίνεται τόσο πολύ;» γέλασε εκείνος, καλοπροαίρετα.

«Κάτι που μόνο εγώ θα παρατηρούσα.» Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι στραβά.

«Αυτό με παρηγορεί κάπως,» αποκρίθηκε ο Αρνάλβες.

«Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη, Αρνάλβες…» είπε η Έρικα, σοβαρή τώρα, επαγγελματική.

«Πάμε στο γραφείο μου, τότε, να συζητήσουμε.»

Και την οδήγησε στις σκάλες του Οίκου της Βίηλ. Το οίκημα δεν διέθετε ανελκυστήρα· δεν ήταν τόσο ψηλό και αυτοί που το συντηρούσαν – ανάμεσα στους οποίους ήταν κι ο Αρνάλβες, φυσικά – το θεωρούσαν σπατάλη χρημάτων.

Η Έρικα είχε γνωρίσει τον Αρνάλβες τον καιρό που είχε γνωρίσει και την Ξαρντάλκι φ’Ράθελκομ, αν και μετά από αυτήν. Ο Αρνάλβες τότε υποψιαζόταν πως ένας πρώην επαναστάτης τον είχε βάλει στόχο, θεωρώντας ότι κάποτε είχε βοηθήσει τους Παντοκρατορικούς να βλάψουν την οικογένειά του. Ο Αρνάλβες, όμως, δεν είχε ποτέ κάνει κάτι τέτοιο – ή, τουλάχιστον, έτσι είχε πει στην Έρικα. Δεν ήταν, μάλιστα, ποτέ με τους Παντοκρατορικούς· δεν ήταν εναντίον τους, μα ούτε και μαζί τους: απλώς προσπαθούσε να ζήσει και τότε όπως και τώρα. Η Έρικα δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει τα λόγια του, και δεν την ενδιέφερε άλλωστε. Είχε δεχτεί να μάθει γι’αυτόν αν ο συγκεκριμένος πρώην επαναστάτης σχεδίαζε να τον δολοφονήσει. Είχε ερευνήσει το θέμα διεξοδικά, με κάθε μέσο στη διάθεσή της· ήταν και ο Ναλτάφιρ’χοκ εδώ, τότε, και την είχε βοηθήσει αξιοσημείωτα με τις μαγείες του. Τελικά, είχαν ανακαλύψει ότι ο πρώην επαναστάτης δεν σκόπευε να σκοτώσει τον Αρνάλβες· απλώς ορισμένες φορές μιλούσε πολύ, και μεθούσε επίσης, κι έλεγε διάφορα τα οποία, μετά, ούτε ο ίδιος δεν θυμόταν πάντα. Ο Αρνάλβες είχε ανακουφιστεί από τις πληροφορίες που του έφερε η Έρικα, κι εκείνη δεν είχε δεχτεί να πληρωθεί, λέγοντας πως το μόνο που ζητούσε ήταν να τη βοηθήσει να μεταφέρει κάποτε το δίκτυό της στη Βίηλ. Ο Αρνάλβες τής είχε υποσχεθεί πως θα της πρόσφερε ό,τι βοήθεια χρειαζόταν.

Και η Έρικα τώρα αναρωτιόταν αν αυτή η υπόσχεσή του θα περιλάμβανε να κρύψει τον Αβέρναλ κάπου μέσα στον Οίκο της Βίηλ…

Έφτασαν στον δεύτερο όροφο του Οίκου και ο Αρνάλβες παραμέρισε τη δερματόπορτα του γραφείου του για να μπουν και να καθίσουν. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό αλλά καθόλου αέρας δεν ερχόταν· είχε πέσει άπνοια για την ώρα.

«Θέλεις τίποτα να πιεις;» ρώτησε ο Αρνάλβες.

«Ευχαριστώ, όχι.»

«Εγώ θα πιω κάτι.» Άνοιξε ένα μπουκάλι που βρισκόταν επάνω στο γραφείο του, πλάι στο μηχανικό σύστημα με την κονσόλα και την οθόνη, και γέμισε ένα ποτήρι με νερό. «Πες μου: τι θέλεις να κάνω για σένα;»

Η Έρικα τού εξήγησε πώς είχαν τα πράγματα με τον Αβέρναλ καθώς και τι ζητούσε από εκείνον. «Αν εσύ δεν με βοηθήσεις,» του είπε, «δεν υπάρχει κανένας άλλος μέσα στη Μέρελκεβ που να μπορεί να με βοηθήσει.»

«Οι άνθρωποι του δικτύου σου; Γιατί δεν τον κρύβουν αυτοί;»

«Δε μπορούμε ν’αναλάβουμε κάτι τέτοιο για πολύ καιρό,» είπε η Έρικα, «εκτός αν ο Αβέρναλ είναι πρόθυμος να γίνει πράκτοράς μου – που δεν το νομίζω.»

«Μάλιστα…» μουρμούρισε ο Αρνάλβες σκεπτικά, πίνοντας μια γουλιά από το νερό του. «Αν κάποιος – η Επίγονος, ας πούμε – ανακαλύψει ότι κρύβω τον Αβέρναλ εδώ μέσα, θα έχουμε μεγάλα προβλήματα.»

«Υποθέτω ότι μπορείς να είσαι προσεχτικός, δεν μπορείς; Και ο Αβέρναλ δεν είναι ανόητος.»

«Επίσης,» συνέχισε ο Αρνάλβες, «αν οι κατάσκοποι του Αρχισυγκλητικού πληροφορηθούν ότι τον έχω εδώ….»

«Μα εκεί είναι το θέμα – να μην το μάθουν. Το μόνο που χρειάζεται ο Αβέρναλ είναι ένα μέρος για να κρυφτεί, Αρνάλβες. Τίποτα περισσότερο.»

Ο Αρνάλβες έσμιξε τα χείλη, μοιάζοντας διχασμένος. «Σου χρωστάω, Έρικα, είναι η αλήθεια…»

«Μην το σκέφτεσαι έτσι. Σ’το ζητάω ως φίλη.» Ελπίζοντας να τον καλοπιάσει. Αν κι αυτός τής έλεγε όχι, θα έπρεπε να πάει τον Αβέρναλ σε κάποιο άλλο μέρος…

Ο Αρνάλβες αναστέναξε. «Εντάξει,» είπε. «Φέρ’ τον εδώ. Αλλά δεν ξέρω αν θα μπορώ να τον κρύβω για πάντα στον Οίκο της Βίηλ. Ίσως κάποια στιγμή να πρέπει να τον διώξω. Να του το εξηγήσεις αυτό.»

Η Έρικα ένευσε. «Φυσικά και θα του το εξηγήσω. Σ’ευχαριστώ, Αρνάλβες. Και νομίζω πως ίσως να συμπαθήσεις τον Αβέρναλ, όταν του μιλήσεις από κοντά.»

«Το εύχομαι. Θα ήταν δυσάρεστο να κρύβω κάποιον που δεν συμπαθώ έστω και λίγο.»

Κεφάλαιο Εικοστό-Έκτο
Ένας Δαίμονας Μέσα στη Νύχτα

Η Σανκάρλι’μορ δεν παρακολουθούσε τις δραστηριότητες των ανθρώπων του Αρχισυγκλητικού μόνο μέσω του οπτικοακουστικό κοριού που είχε φυτέψει στα υπόγεια κάτω από το Πρώτο Νοσοκομείο της Κάρνατεβ· πήγαινε, κάθε τόσο, και εκεί απ’όπου μπορούσε να παρατηρήσει τι γινόταν – εξωτερικά τουλάχιστον – στα υποθαλάσσια Ορυχεία Ιπταερίου. Έπαιρνε τη φωτογραφική μηχανή της και τραβούσε φωτογραφίες. Χρησιμοποιούσε και Ξόρκια Φωτογραφικής Εστιάσεως για να φωτογραφίζει λεπτομέρειες που αλλιώς θα ήταν αδύνατο να φωτογραφηθούν. Μπορούσε να διαπεράσει ακόμα και το σκοτάδι, ορισμένες φορές, με τα ξόρκια της. Και είχε ήδη μια συλλογή από τέτοιες φωτογραφίες καταχωνιασμένη σε μια κρυφή θυρίδα του σπιτιού της.

Απόψε θα έκανε πάλι μια εξόρμηση, είχε αποφασίσει. Οι κατάσκοποι του Αρχισυγκλητικού, βέβαια, μάλλον την περίμεναν έξω από την πολυκατοικία της, αλλά η Σανκάρλι πίστευε ότι θα κατόρθωνε να τους αποφύγει. Εξάλλου, δεν τους είχε αποφύγει και την προηγούμενη φορά, που είχε πάει να βρει τον Χάραλκιρ στην Αρένα; Κανένας δεν την είχε ακολουθήσει τότε, ήταν βέβαιη. Κι εκείνη τη βραδιά που ο Χάραλκιρ είχε έρθει εδώ, αυτόν κυνηγούσαν, όχι εμένα. Πρέπει να τον είδαν να χτυπά το κουδούνι μου, στην είσοδο της πολυκατοικίας. Όλα τούτα έλεγαν στη Σανκάρλι πως οι μεταμφιέσεις της ήταν επιτυχείς· οι κατάσκοποι δεν μπορούσαν να καταλάβουν πότε έμπαινε και πότε έβγαινε από την πολυκατοικία της.

Επιπλέον, σκεφτόταν καθώς ετοιμαζόταν για τη νυχτερινή της εξόρμηση, δεν μπορώ να τους αφήσω να με περιορίσουν εδώ· γιατί τότε θα είναι σα να μ’έχουν βγάλει από τη μέση, με μοναδικό όπλο τους τον φόβο.

Θα χρησιμοποιούσε μια μεταμφίεση παρόμοια μ’αυτήν που είχε χρησιμοποιήσει για να πάει να βρει τον Χάραλκιρ στην Αρένα. Νόμιζε πως ήταν πετυχημένη. Συνήθως οι κατάσκοποι δεν θα ακολουθούσαν κάποια που δεν είχε το δέρμα που περίμεναν να έχει… Η Σανκάρλι φόρεσε τις ψηλές κάλτσες που γίνονταν ένα με το δέρμα της και το έκαναν να φαίνεται κόκκινο, και τις έδεσε στον μηρό. Ντύθηκε με κοντή φούστα και ελαφριά υφασμάτινη μπλούζα με μακριά μανίκια, και τύλιξε μια ζώνη στη μέση της επάνω στην οποία υπήρχαν θήκες για τις συσκευές που ήθελε να έχει μαζί της. Φόρεσε ένα ζευγάρι μαύρα μποτάκια και στους ώμους της έριξε μια κοντή, καλοκαιρινή κάπα που έπεφτε ώς λίγο πιο κάτω από τη μέση της, ώστε τα «κοκκινόδερμα» πόδια της να φαίνονται καθαρά. Σήκωσε την κουκούλα της κάπας στο κεφάλι και βγήκε απ’το διαμέρισμά της, κλειδώνοντας διεξοδικά.

Μπήκε στον ανελκυστήρα και κατέβηκε προς το ισόγειο.

 

 

Αυτή η έλξη είναι βασανιστική. Σα να είμαι μέταλλο που το τραβά κάποιος μαγνήτης! Αλλά το μέταλλο δεν μπορεί να πάει προς τον μαγνήτη· είναι παγιδευμένο!

Το τέρας προσπαθεί να με πνίξει, μοιάζοντας εξαγριωμένο. Μου ζητά να πάω προς την έλξη· αλλά πώς; Μόλις ήρθα στην πόλη! και δεν έχω βρει κανέναν φανερό δρόμο…

Περιπλανιέμαι, ελπίζοντας πως οι αισθήσεις μου θα με καθοδηγήσουν. Προσπαθώ να μάθω την πόλη (χωρίς να τραβήξω ανεπιθύμητη προσοχή). Αν δεν μάθω την πόλη, δεν πρόκειται να βρω τον δρόμο…

Αλλά οι αισθήσεις μου δεν αρκούνται μόνο σ’αυτή την αλλόκοτη έλξη, την έλξη προς τα βάθη της γης· ώρες-ώρες διευρύνονται υπερβολικά. Οσφραίνομαι, νομίζω, λες κι είμαι θηρίο· ακούω και τον παραμικρό ήχο. Και οι ορέξεις μου γίνονται βίαιες. Παλεύω να το καταπολεμήσω, και κάποιες φορές φαίνεται μάταιο, σα να παλεύεις με την ίδια σου τη φύση. Αλλά δεν είμαι εγώ αυτό το τέρας, το ξέρω πως δεν είμαι εγώ…

Πηγαίνω στον Κίονα του Φωτός, μήπως εκεί μου δοθούν απαντήσεις, αλλά, καθώς στέκομαι μπροστά στην πανύψηλη φωτεινή στήλη που κατέρχεται από τους ουρανούς και μέσα της ανασαλεύουν αλλόκοτες εφιαλτικές μορφές, δεν νιώθω τίποτα που δεν ένιωθα ήδη. Ο θεός τους δεν μου μιλά. Αλλά αυτό δεν είναι παράξενο: δεν είμαι ιερέας, ούτε μάγος. Ούτε παιδί κανένας θεού είμαι!

Αλλά τι μου συμβαίνει; Το τέρας προσπαθεί να με πνίξει, να με ωθήσει σε κάποιο μέρος… κάποια πηγή. Κι εγώ περιφέρομαι ζαλισμένος μες στους δρόμους της μεγαλούπολης, σαν μεθυσμένος σχεδόν. Ένας μεθυσμένος με εφιαλτικά διευρυμένες αισθήσεις. Η κάθε κίνηση, ο κάθε θόρυβος, με ενοχλεί· παλεύω για να καταπολεμήσω τα ένστικτα. Βλέπω το τέρας να με κοιτάζει από αντανακλάσεις σε τζάμια και μέταλλα, από αντανακλάσεις σε λίμνες βρόμικων νερών στο πλακόστρωτο…

Υπάρχουν και έλξεις ασθενέστερες από αυτή που με τραβά κάτω σα να προσπαθεί να με λιώσει στη γη. Παραπατώντας, νομίζω πως φτάνω κοντά σε μια απ’αυτές. Η δεύτερη νύχτα σε τούτη την πόλη (αν δεν έχω μπερδέψει τον χρόνο)· το σκοτάδι είναι πυκνό προς εκείνη τη μεριά: βλέπω πίσω από τους καπνούς ενός μαγκαλιού μια μορφή να κινείται· μου θυμίζει τις μορφές που γλιστράνε μέσα στον Κίονα του Φωτός. Πλησιάζω, περνώντας μέσα από θολούρα, καλύπτοντας τη μύτη με το χέρι μου – και η μορφή φεύγει γρήγορα – φοβισμένα; – και μαζί της είναι κι άλλες μορφές. Παρόμοιες. Δύο ακόμα; Και… είναι άνθρωποι; Είναι δυνατόν να είναι άνθρωποι;

Τα βίαια ένστικτα με κυριαρχούν· δεν καταλαβαίνω τι με ωθούν να κάνω, αλλά σταματώ για να το καταπολεμήσω. Γρονθοκοπώ τον παλιό τοίχο μέχρι που η γροθιά μου αιμορραγεί.

Οι παράξενες μορφές έχουν εξαφανιστεί. Τις ονειρεύτηκα; (Βλέπω και παραισθήσεις τώρα; Βλέπω κι άλλες παραισθήσεις εκτός από εκείνες με το τέρας; Μήπως αυτό που είδα ήταν το τέρας;)

Πρέπει να ερευνήσω κι άλλο, πρέπει να βρω τρόπο να φτάσω σε κάποιο μέρος με απαντήσεις, στην πηγή της έλξης, αλλιώς θα με πνίξει, θα με καταστρέψει, ώρες-ώρες δεν μπορώ να αναπνεύσω καθόλου· ο ύπνος, όταν έρχεται, είναι βασανιστικός (καλύτερα να μην κοιμάμαι): βλέπω όνειρα – οράματα – από υπόγειους κόσμους όπου τα σκοτάδια μου ψιθυρίζουν. Κι όταν ξυπνάω, ο ιερέας μού λέει ότι είμαι παιδί θεού. Τον διώχνω απ’το μυαλό μου. Τι σκατά συμβαίνει σε τούτη την πόλη; Θα συνέβαιναν αυτά ακόμα κι άμα δεν είχα έρθει εδώ; (Αν ναι, τότε ευτυχώς που είμαι μακριά της – μακριά από όλους τους – ευτυχώς. Αυτές είναι, ίσως, οι τελευταίες μου μέρες.)

Αναζητώ πάλι εκείνες τις παράξενες φιγούρες (άνθρωποι ή όχι;)· δεν μπορεί να ήταν παραισθήσεις. Τις είδα. Και κάτι με οδήγησε σ’αυτές. Το ίδιο πράγμα θα με ξαναοδηγήσει. Πρέπει κάποια σχέση να έχουν μ’εμένα· ή, τουλάχιστον, μ’αυτό που μου συμβαίνει· ή με το τέρας μέσα μου. Είναι υπηρέτες, ίσως, του υπόγειου θεού; Μα, αν είναι έτσι, τότε τι κάνουν εδώ, μες στην πόλη; Και δεν είναι ρους’κρούουμ· σίγουρα δεν είναι ρους’κρούουμ. Τους θυμάμαι καλά τους ποντικανθρώπους.

Ετούτο το σούρουπο περιφέρομαι ξανά σαν στοιχειό μέσα στους δρόμους της μεγαλούπολης, και, παρότι δεν έχω βρει τις παράξενες φιγούρες, νομίζω πως έχω διακρίνει έναν δρόμο σχετιζόμενο με την υπόγεια έλξη. Είναι λες κι έχω καταλάβει, κάπου βαθιά εντός μου (ίσως το τέρας να το έχει καταλάβει), ότι για να πάω κάτω πρέπει να πάω προς… τα… εκεί…

Η δυτική πύλη. Ταξιδιώτες μπαίνουν, ταξιδιώτες βγαίνουν. Φρουροί παρατηρούν. Αφήνω την πόλη πίσω μου, βαδίζω στην ύπαιθρο δυτικά της.

Η θάλασσα! Η έλξη προέρχεται από την ακτή. Ή, τουλάχιστον, από εκεί νομίζω πως ξεκινά ένας δρόμος… Γιατί; Τι είναι εκεί;

Ακολουθώ…

 

 

«Άσλατμιρ!» φώναξε η Σέρυ, που τώρα ήταν ξανά η σειρά της να κάθεται μπροστά στο παράθυρο και να τραβά φωτογραφίες αυτών που έμπαιναν ή έβγαιναν από την πολυκατοικία της μάγισσας. «Νομίζω πως αυτή είναι πάλι! Η ίδια!»

Ο Άσλατμιρ άφησε τον διαφημιστικό κατάλογο της εταιρείας Ευγενείς Μηχανές (μια βιομηχανία οχημάτων της Κάρνατεβ) και ήρθε στο υπνοδωμάτιο.

«Αυτή με τα κόκκινα πόδια,» είπε η Σέρυ δείχνοντάς την.

Ο Άσλατμιρ, κοιτάζοντας από το παράθυρο, δεν πρόλαβε να τη δει καλά· η γυναίκα απομακρυνόταν γρήγορα από την είσοδο της πολυκατοικίας· αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν η ίδια. Το ντύσιμο διαφορετικό από την προηγούμενη φορά, εκτός απ’το γεγονός ότι τα πόδια φαίνονταν: τα πόδια ήταν το μόνο δέρμα που φαινόταν, και σ’έκαναν να νομίζεις πως ήταν κόκκινα, μα δεν ήταν. Οι κάλτσες δημιουργούσαν αυτή την ψευδαίσθηση· και, μάλλον, ήταν ειδικά φτιαγμένες για τέτοια δουλειά. Κανένας δεν θα υποψιαζόταν ότι ήταν η μάγισσα, βλέποντας κόκκινο δέρμα αντί για λευκό. Όμως αυτή ήταν! Ο Άσλατμιρ ήταν βέβαιος. Δε μπορούσε, φυσικά, να την πυροβολήσει από εδώ, γιατί δεν είχε δει το πρόσωπό της, αλλά–

«Την ακολουθούμε!» είπε εσπευσμένα. «Πάμε!» Κι αμέσως φόρεσε τις μπότες και την κάπα του, κι έκρυψε τα όπλα του από κάτω της.

Η Σέρυ δεν έφερε αντίρρηση: ακολουθώντας το παράδειγμά του, ντύθηκε κι εκείνη. Ούτε ένα λεπτό δεν χρειάστηκαν για να ετοιμαστούν· βρίσκονταν συνεχώς σε εγρήγορση, γιατί περίμεναν τη στιγμή που η μάγισσα θα παρουσιαζόταν ξανά με κάποια μεταμφίεση που θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν.

Βγήκαν απ’το νοικιασμένο διαμέρισμά τους, που ήταν στον τρίτο όροφο, και κατέβηκαν από τις σκάλες τρέχοντας σχεδόν. Όταν έφτασαν κάτω, η Σανκάρλι’μορ (αν ήταν όντως αυτή) είχε εξαφανιστεί, αλλά ο Άσλατμιρ θυμόταν προς τα πού κατευθυνόταν – δυτικά! – έτσι, χωρίς καθυστέρηση, εκείνος κι η Σέρυ επίσης προς τα εκεί κατευθύνθηκαν. Ήταν νύχτα και τα σκοτάδια πολλά μέσα στους δρόμους της Κάρνατεβ, όμως το πεπειραμένο βλέμμα του Άσλατμιρ δεν άργησε να εντοπίσει τη γυναίκα με τα κόκκινα πόδια. Είχε στρίψει σ’έναν μικρότερο δρόμο, και τώρα φαινόταν ήδη να φτάνει στο τέλος του. Κρίμα, σκέφτηκε ο Άσλατμιρ καθώς την ακολουθούσαν από απόσταση· δεν προλαβαίνουμε να τη στριμώξουμε εδώ για να κατεβάσουμε την κουκούλα της. Και ήταν καλή ευκαιρία· ο δρόμος ήταν γεμάτος πυκνές σκιές.

Ο Άσλατμιρ και η Σέρυ τον διέσχισαν και βγήκαν σ’έναν μεγαλύτερο, όπου δεν ήταν μόνοι τους με τη γυναίκα που ακολουθούσαν. Η Σανκάρλι’μορ (;) συνέχιζε, πάντως, να πηγαίνει δυτικά, και σύντομα έφτασε στην Άφλεκτη – μια ακόμα μεγαλύτερη οδό, η οποία ήταν κάθετη προς τη Μεγάλη Λεωφόρο και, ξεκινώντας απ’αυτήν, κατέληγε στην Πύλη των Αγρών: τη δυτική πύλη της Κάρνατεβ.

Για κάνα-δυο χιλιόμετρα, η γυναίκα με τα κόκκινα πόδια βάδιζε δυτικά επάνω στην Άφλεκτη, χωρίς να σταματήσει πουθενά, και μετά έκανε νόημα σε μια επιβατική άμαξα. Ανέβηκε και συνέχισε προς την ίδια κατεύθυνση.

Ο Άσλατμιρ καταράστηκε. Η δαιμονισμένη Λάμια! Δεν έβλεπε εκεί κοντά καμια άλλη επιβατική άμαξα.

Μετά, όμως, μία έστριψε από έναν μικρότερο δρόμο μπαίνοντας στην Άφλεκτη. Η Σέρυ την είδε πρώτη και της έκανε νόημα. «Δυτικά!» είπε στον αμαξά. «Δυτικά πηγαίνουμε!»

«Δε μπορώ, κυρία· έχω ραντεβού αλλού–»

«Θα μας πας δυτικά,» επέμεινε ο Άσλατμιρ τραβώντας το πιστόλι κάτω από την κάπα του και σημαδεύοντάς τον, έτσι ώστε το όπλο να μην είναι φανερό από κανέναν άλλο παρά μόνο από τους δυο τους και τη Σέρυ.

Τα μάτια του αμαξά στένεψαν, κι ο Άσλατμιρ είδε το χέρι του να πηγαίνει κάτω απ’τη δική του κάπα–

«Μην τραβήξεις όπλο,» τον προειδοποίησε. «Δε θέλω να σε σκοτώσω. Λίγο παρακάτω πάμε, και θα πληρωθείς κιόλας.» Ανέβηκε στην άμαξα, πίσω από τον αμαξά, μαζί με τη Σέρυ. «Δυτικά, τώρα! Γρήγορα!»

Ο αμαξάς υπάκουσε, και σύντομα μπορούσαν να δουν την άμαξα της γυναίκας που παρακολουθούσαν.

«Μην τρέχεις τόσο,» του είπε ο Άσλατμιρ. «Πιο σιγά. Να δούμε πού θα μας κατεβάσεις…»

Ο αμαξάς έκανε τ’άλογά του να κόψουν ταχύτητα.

Η άμαξα της Σανκάρλι’μορ (;) συνέχιζε να κατευθύνεται δυτικά, επάνω στην Άφλεκτη, τρώγοντας το ένα χιλιόμετρο μετά το άλλο…

«Κύριε,» είπε ο αμαξάς χωρίς να στραφεί να κοιτάξει τον Άσλατμιρ, «με βγάζετε τελείως από την πορεία του.»

«Θα σε βγάλω ακόμα πιο πολύ από την πορεία σου – μόνιμα – αν με τσαντίσεις.»

Ο αμαξάς δεν διαμαρτυρήθηκε άλλο.

Η άμαξα που ακολουθούσαν σταμάτησε κανένα χιλιόμετρο απόσταση από την Πύλη των Αγρών, και η γυναίκα με τα κόκκινα πόδια κατέβηκε.

Ο Άσλατμιρ είχε ήδη πει στον δικό του αμαξά να σταματήσει επίσης, και τον πλήρωσε καλά. «Είναι η τυχερή σου νύχτα, παρότι ίσως να μην το νομίζεις,» του είπε, και βγήκε μαζί με τη Σέρυ. Ο αμαξάς έφυγε αμέσως, σα να τον κυνηγούσε το Πεπρωμένο των Δαιμόνων.

Η γυναίκα με τα κόκκινα πόδια μπήκε σ’έναν δρόμο νότια της Άφλεκτης. Ο Άσλατμιρ και η Σέρυ βάδισαν γρήγορα προς τα εκεί. Την είδα να στρίβει και, μετά από λίγο, να στρίβει ξανά. Οι δρόμοι που ακολουθούσε δεν ήταν μεγάλοι αλλά ούτε και κατασκότεινοι ή τελείως ερημικοί ήταν.

«Μήπως μας έχει καταλάβει;» ρώτησε η Σέρυ.

«Δεν το νομίζω. Όμως, σίγουρα, κινείται ύποπτα – σαν κάποια που πιστεύει ότι ίσως να την παρακολουθούν.» Η μάγισσα είναι. Τη βρήκαμε. Το μόνο που χρειάζεται είναι να το επιβεβαιώσουμε.

Η γυναίκα με τα κόκκινα πόδια, ύστερα από ακόμα μια στροφή, επέστρεψε στην Άφλεκτη· τώρα, βρισκόταν πολύ πιο κοντά στην Πύλη των Αγρών, και την πλησίαζε.

Ναι, σκέφτηκε ο Άσλατμιρ. Αν δεν φοβάται πως ίσως να την παρακολουθούν, γιατί να έχει κάνει όλο αυτό τον άσκοπο κύκλο; Θα μπορούσε να φτάσει στην πύλη βαδίζοντας και ευθεία επάνω στην Άφλεκτη…

Η Σανκάρλι’μορ (;) πέρασε την Πύλη των Αγρών χωρίς κανένας φρουρός να τη σταματήσει (άλλωστε δεν είχε τίποτα το ύποπτο επάνω της) και βγήκε από την Κάρνατεβ. Ο Άσλατμιρ έκανε νόημα στη Σέρυ να περιμένουν λίγο – για να μη μπορεί κανένας να τους συνδέσει με τη γυναίκα με τα κόκκινα πόδια – και μετά ζύγωσαν κι αυτοί την πύλη, με τις κουκούλες τους σηκωμένες, μοιάζοντας με ταξιδιώτες. Οι φρουροί δεν τους έδωσαν ιδιαίτερη σημασία. Η Κάρνατεβ είχε πολλή κίνηση, εξάλλου, ακόμα και τη νύχτα· γι’αυτό και η πύλη της έστεκε τέτοια ώρα ανοιχτή. Ήταν από τις μεγαλύτερες πόλεις της Φεηνάρκια· πολύ πιο μεγάλη από τη Νασόλκαθ, τη γενέτειρα του Άσλατμιρ. Η μεγαλύτερη που είχε γνωρίσει στη ζωή του.

Η γυναίκα με τα κόκκινα πόδια βάδιζε τώρα ανάμεσα στους αγρούς που απλώνονταν δυτικά της Κάρνατεβ. Ο Άσλατμιρ έβλεπε τη σκιερή φιγούρα της μέσα στο φεγγαρόφωτο· κι όταν ύψωσε τα κιάλια του για να την κοιτάξει, επιβεβαιώθηκε πως ήταν αυτή.

«Την ακολουθούμε από απόσταση,» είπε στη Σέρυ ενώ δεν είχαν καθόλου πάψει να βαδίζουν, «μέχρι να βρούμε καλή ευκαιρία να την πλησιάσουμε περισσότερο. Γιατί αν πάμε τώρα προς το μέρος της τρέχοντας, θα μας καταλάβει αμέσως· είναι σίγουρο.» Εδώ δεν υπήρχε η κίνηση των δρόμων της πόλης· παντού γύρω τους ήταν ερημιά, εκτός από τα φώτα μερικών υποστατικών. Και η βλάστηση δεν ήταν πυκνή: τα δέντρα λίγα και αραιά.

«Γιατί δεν την πυροβολούμε, να ξεμπερδεύουμε;» πρότεινε η Σέρυ.

«Πρέπει να δούμε το πρόσωπό της, πρώτα!»

«Ακόμα και να μην είναι αυτή, τι μας νοιάζει;»

«Σοβαρολογείς;»

Η Σέρυ έβγαλε έναν ήχο ανάμεσα σε αναστεναγμό και γρύλισμα. «Μας παραέχει ταλαιπωρήσει! Κι εδώ πέρα είναι ερημιά, έτσι κι αλλιώς· ποιος θα–;»

«Δε θ’αρχίσουμε να σκοτώνουμε στην τύχη!» είπε ο Άσλατμιρ. «Κι επιπλέον, είσαι σίγουρη πως από εδώ θα μπορούσες να τη σημαδέψεις, μες στη νύχτα, ενώ κινείται;»

«Αυτό θα ήταν, όντως, δύσκολο…» αποκρίθηκε η Σέρυ, δυσανασχετώντας.

«Θα βρούμε ευκαιρία να την πλησιάσουμε· μην ανησυχείς. Ώς πότε θα συνεχίσει να βαδίζει; Προφανώς, κάπου πηγαίνει.»

*

Δυτικά της Κάρνατεβ, λίγο πιο πέρα από τους αγρούς, υπήρχε ένα κομμάτι γης που έμπαινε μέσα στη θάλασσα σαν στραβή λεπίδα. Ήταν αρκετά μεγάλο για να στήσεις μια βάση εκεί, και βρισκόταν και στην κατάλληλη θέση για κάτι τέτοιο: αντίκρυ στα υποθαλάσσια Ορυχεία Ιπταερίου.

Η Σανκάρλι’μορ δεν ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν σε τούτο το μέρος. Σταμάτησε εκεί όπου μπορούσε να είναι άνετα κρυμμένη μέσα στη νύχτα και, συγχρόνως, να ατενίζει τη βάση που οι άνθρωποι του Αρχισυγκλητικού είχαν φτιάξει επάνω στο ακρωτήριο: Δύο πρόχειρα, λυόμενα οικοδομήματα, μερικές σκηνές, κάποια σταθμευμένα οχήματα, και κάποιες αραγμένες βάρκες στην προβλήτα. Τα φώτα ήταν ελάχιστα: ίσα-ίσα για να βλέπουν όσοι βρίσκονταν στη βάση· δεν ήθελαν να δίνουν στόχο, αν και η βάση δεν ήταν κρυφή. Μπορούσες εύκολα να μάθεις ότι υπήρχε. Όλοι οι εργαζόμενοι στα υποθαλάσσια ορυχεία από εδώ έφευγαν και εδώ επέστρεφαν, με τις βάρκες.

Επί του παρόντος, στο φως των τριών φεγγαριών της Φεηνάρκια, η είσοδος των υποθαλάσσιων ορυχείων φαινόταν σαν μια πελώρια τρύπα επάνω στην υδάτινη επιφάνεια του Ωκεανού, όπως ένας λάκκος θα φαινόταν επάνω στο έδαφος. Ήταν, φυσικά, φτιαγμένη με υδροπλαστικό, το οποίο παραμέριζε τη θάλασσα προκειμένου να δημιουργήσει έναν σωλήνα που ξεκινούσε από την επιφάνεια και έφτανε ώς τον πυθμένα και στις υποθαλάσσιες εγκαταστάσεις των Ορυχείων Ιπταερίου. Οι βάρκες που έφευγαν από τη βάση, ή που έρχονταν προς αυτήν, έπλεαν μέσα στον υδάτινο σωλήνα που δημιουργούσε το υδροπλαστικό· η Σανκάρλι τις είχε δει κάμποσες φορές.

Ετούτη τη στιγμή καμία βάρκα δεν έφευγε από τη βάση, ούτε ερχόταν προς αυτήν. Η λειτουργία των υποθαλάσσιων ορυχείων ήταν μειωμένη τις νύχτες, αν και όχι τελείως σταματημένη. Απ’ό,τι ήξερε η Σανκάρλι, άνθρωποι δούλευαν εκεί κάτω ακόμα και μετά τη δύση του ήλιου. Δούλοι κυρίως, αλλά όχι μόνο.

Η μάγισσα γονάτισε στο ένα γόνατο και έφερε τα κιάλια της στα μάτια, για να κοιτάξει τι γινόταν στη βάση. Είδε μερικούς φρουρούς, όπως συνήθως, αλλά καμια ιδιαίτερη κινητικότητα. Περίμενε, παρατηρώντας. Τις περισσότερες φορές όταν ξημέρωνε μπορούσες, ίσως, να προσέξεις κάτι το ασυνήθιστο. Τις νύχτες τα πράγματα ήταν ήσυχα. Η Σανκάρλι σκόπευε να ξενυχτίσει απόψε, όπως έκανε πάντα όταν ερχόταν βράδυ εδώ.

Πίσω της, μια σκοτεινή μορφή παρουσιάστηκε γλιστρώντας μέσα από τη βλάστηση του υψώματος που η μάγισσα είχε επιλέξει για παρατηρητήριό της. Χωρίς να κάνει θόρυβο, την πλησίασε–

Και τότε η Σανκάρλι’μορ, που κοίταζε τη βάση και την είσοδο του ορυχείου με τα κιάλια της, κατάλαβε ότι κάποιος ήταν κοντά της. Αμέσως φοβήθηκε ότι οι πράκτορες του Αρχισυγκλητικού την είχαν εντοπίσει. Αρπάζοντας το πιστόλι από τη ζώνη της, στράφηκε σημαδεύοντας.

Ο κουκουλοφόρος άγνωστος ύψωσε τα χέρια του, που ήταν άδεια: δεν κρατούσαν όπλο. «Δεν είμαι ληστής,» είπε. «Ούτε εχθρός.» Η φωνή του, αν και δεν έμοιαζε με γρύλισμα θηρίου, ακριβώς τέτοιο θύμισε στη Σανκάρλι, σαν κάτι το άγριο να κρυβόταν από πίσω της.

«Ποιος είσαι;» τον ρώτησε. «Βγάλε την κουκούλα σου!»

Ο άντρας έριξε την κουκούλα του στους ώμους του, κι ένα μαυρόδερμο πρόσωπο παρουσιάστηκε, με μαλλιά που – αν η Σανκάρλι δεν έκανε λάθος στο φεγγαρόφωτο – πρέπει να ήταν γαλανά. Της ήταν άγνωστος· δεν τον είχε ξαναδεί. Όπως το περίμενε, άλλωστε.

«Τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε, μην πιστεύοντας πως δεν ήταν πράκτορας του Αρχισυγκλητικού. Από την άλλη, βέβαια, αν ήταν πράκτορας του Αρχισυγκλητικού, δεν θα κρατούσε κάποιο όπλο ενώ την πλησίαζε από πίσω; Δεν θα είχε ένα πιστόλι σε ετοιμότητα στο χέρι του;

Ο άντρας φάνηκε ειλικρινά προβληματισμένος από την ερώτησή της. Το βλέμμα του έγινε προς στιγμή απλανές· μετά, κοίταξε προς τη μεριά της βάσης. «Τι είναι εκεί;» θέλησε να μάθει δείχνοντας.

Η Σανκάρλι αναρωτήθηκε: Προσπαθεί να με κάνει να γυρίσω, για να τρέξει να φύγει; Ή για να μου επιτεθεί; Δεν γύρισε. «Δεν ξέρεις τι είναι εκεί;» του είπε. «Με κοροϊδεύεις;»

«Δεν είμαι από την Κάρνατεβ. Πρόσφατα ήρθα.» Ο άντρας κατέβασε τα υψωμένα χέρια του, μοιάζοντας να μην τον ενδιέφερε αν θα τον πυροβολούσε· ή ίσως να έβλεπε στην έκφρασή της ότι δεν υπήρχε περίπτωση να τον πυροβολήσει.

Θα τον πυροβολήσω, όμως, αν κάνει πως κινείται ύποπτα! «Τι ζητάς, τότε, εδώ; Γιατί μου λες ψέματα;»

«Δε σου λέω ψέματα!» αποκρίθηκε απότομα ο άντρας. «Και δεν υπάρχει λόγος να με σημαδεύεις. Σε είδα να τους κατασκοπεύεις μες στη νύχτα, και σκέφτηκα πως εσύ θα ήσουν το κατάλληλο άτομο για να ρωτήσω τι κάνουν εκεί πέρα. Τι είναι αυτό το μέρος κοντά στη θάλασσα;»

«Μια βάση,» του είπε η Σανκάρλι παρατηρώντας την αντίδρασή του, «την οποία χρησιμοποιούν για να πηγαίνουν και να έρχονται από τα Ορυχεία Ιπταερίου.»

Ο άγνωστος συνοφρυώθηκε – μάλλον· γιατί η έκφρασή του δεν φαινόταν καθόλου καθαρά, μαυρόδερμος καθώς ήταν μες στη νύχτα. «Αυτά είναι τα Ορυχεία Ιπταερίου; Στη θάλασσα;»

«Ναι. Ούτε αυτό το ξέρεις;»

«Είχα ακούσει γι’αυτά,» παραδέχτηκε ο άντρας, «αλλά δεν τα είχα ξαναδεί…» Βάδισε προς το μέρος της.

Η Σανκάρλι απομακρύνθηκε πλαγιοπατώντας, εξακολουθώντας να τον σημαδεύει με το πιστόλι της. Εκείνος δεν έδωσε σημασία, έχοντας το βλέμμα του στραμμένο στη βάση και στην είσοδο των ορυχείων που φαινόταν απόμακρα μες στον Ωκεανό. Η Σανκάρλι είχε την παράξενη αίσθηση ότι είχε κοντά της όχι άνθρωπο αλλά θηρίο. Επιπλέον, υπήρχε κάτι στις κινήσεις του που επίσης θηρίο τής θύμιζε.

«Δε χρειάζεται να με σημαδεύεις,» της είπε ξανά ο άγνωστος χωρίς να στραφεί να την κοιτάξει. «Δεν ξέρω ποια είσαι, μα δεν υπάρχει λόγος να με φοβάσαι. Δεν είμαι κατάσκοπος του Αρχισυγκλητικού της Κάρνατεβ, αν αυτό νομίζεις, αν είσαι εσύ κατάσκοπος εναντίον του Αρχισυγκλητικού.»

Η Σανκάρλι κατέβασε το πιστόλι της, διστακτικά, αλλά δεν το θηκάρωσε. Τι είσαι, τότε; αναρωτήθηκε. Είσαι σαν τον Χάραλκιρ; Είσαι από… αυτούς – όποιοι κι αν είναι; «Δεν είμαι κατάσκοπος,» του είπε.

«Γιατί κατασκοπεύεις, τότε;» Εξακολουθούσε να κοιτάζει τη βάση, όχι τη μάγισσα.

«Δεν…»

Ο άντρας γέλασε κοφτά. «Τι κάνεις εδώ, λοιπόν; Τουρισμό;»

«Παρακολουθώ απλώς,» είπε η Σανκάρλι. «Δε με πληρώνει κανένας. Δε δουλεύω για κανέναν αντίπαλο του Αρχισυγκλητικού, ούτε για καμια άλλη πόλη.»

«Δημοσιογράφος;» ρώτησε ο άντρας.

Η Σανκάρλι δεν μίλησε. Μήπως, τελικά, είναι πράκτορας του Αρχισυγκλητικού και προσπαθεί να με ψαρέψει; Συνήθως, όμως, δεν δρούσαν έτσι οι άνθρωποι του Βέργκεδελ. Γιατί να την ψάρευε, όταν μπορούσε να την απαγάγει και να της κάνει ερωτήσεις ενώ ήταν δεμένη και τρομαγμένη;

«Πρόσφατα,» είπε ο άγνωστος, «γνώρισα έναν δημοσιογράφο από την Κάρνατεβ… ο οποίος δεν είναι στην Κάρνατεβ πλέον.»

Δεν είναι στην Κάρνατεβ πλέον; «Π-ποιον;» έκανε, ξαφνιασμένη, η Σανκάρλι.

Ο άγνωστος στράφηκε τώρα να την κοιτάξει· τα μάτια του γυάλιζαν περίεργα στο φεγγαρόφωτο. Ή, μήπως, αυτή την εντύπωση τής έδιναν επειδή το πρόσωπό του ήταν κατάμαυρο μοιάζοντας να γίνεται ένα με τη νύχτα; «Αβέρναλ τον λένε· τον ξέρεις;»

Αδύνατον! «Γνωρίζεις τον Αβέρναλ; Πώς; Ποιος είσαι;» Κι αμέσως μετά, φοβήθηκε ότι είχε πέσει σε παγίδα. Ο πράκτορας την είχε, τελικά, ψαρέψει επιτυχημένα. Η μάγισσα ύψωσε το πιστόλι της, σημαδεύοντάς τον προτού εκείνος προλάβει να κουνηθεί.

*

Ο Άσλατμιρ είχε χάσει, για λίγο, από τα μάτια του τη γυναίκα με τα κόκκινα πόδια, καθώς εκείνη είχε μπει σε μια περιοχή με κάμποση βλάστηση. Βρίσκονταν πια μακριά από τους αγρούς της Κάρνατεβ και είχαν στρίψει προς τα νότια, πλησιάζοντας τη θάλασσα. Από εδώ ο Άσλατμιρ είχε ακούσει πως ήταν τα Ορυχεία Ιπταερίου, και μάλλον αυτό αλήθευε, γιατί μες στη νύχτα μπορούσε να διακρίνει κάτι λίγα φώτα κοντά στην ακτή. Για να έρχεται σε τούτο το μέρος, σκέφτηκε, πρέπει σίγουρα να είναι η Σανκάρλι’μορ. Ο Αρχισυγκλητικός έχει δίκιο που την υποπτεύεται ότι τον κατασκοπεύει.

Έκανε νόημα στη Σέρυ να έρθει μαζί του καθώς έστριβε.

«Μα, από την άλλη πήγε!» είπε, χαμηλόφωνα, η Σέρυ, δείχνοντας το μέρος που ήταν γεμάτο βλάστηση.

«Θέλω να δω πού ακριβώς βρίσκεται εκεί πέρα, ή αν όντως σκοπεύει να μείνει εκεί,» αποκρίθηκε ο Άσλατμιρ ενώ βάδιζε και η Σέρυ ερχόταν πίσω του, μέσα στις νυχτερινές ερημιές.

«Δε μπορείς να διακρίνεις τίποτα εκεί μέσα!»

«Όχι από εδώ οπού βρισκόμαστε…»

Ο Άσλατμιρ την οδήγησε σ’ένα άλλο μέρος, λίγο πιο δυτικά, που, όπως το περίμενε, η θέα ήταν καλύτερη. Κοιτάζοντας προς τα ανατολικά μπορούσε να δει άνετα την περιοχή όπου είχε κρυφτεί η γυναίκα με τα κόκκινα πόδια, γιατί τώρα εκείνος βρισκόταν πιο ψηλά. Ελαφρώς πιο ψηλά, αλλά η διαφορά ήταν αισθητή. Το μόνο μειονέκτημα ετούτου του σημείου ήταν πως δεν είχε τόση βλάστηση όση το άλλο· όμως ο Άσλατμιρ δεν ανησυχούσε, προς το παρόν, γι’αυτό. Ξάπλωσε μπρούμυτα κι έφερε τα κιάλια του στα μάτια. (Δίπλα του άκουσε και τη Σέρυ να ξαπλώνει.) Έψαξε για τη γυναίκα με τα κόκκινα πόδια μέσα στη βλάστηση… και τη βρήκε. Ήταν γονατισμένη, αρκετά καλά καλυμμένη, και κοίταζε προς τη βάση, με κιάλια κι εκείνη.

«Άσλατμιρ!» του είπε η Σέρυ. «Είναι και κάποιος άλλο εδώ.»

Ο Άσλατμιρ κατέβασε τα κιάλια του. «Πού;» Δεν έβλεπε κανέναν με γυμνό μάτι.

«Εκεί.» Η Σέρυ έδειξε. Και δεν κρατούσε κιάλια.

«Δεν είναι κανένας εκεί!»

«Πριν από μια στιγμή ήταν, και πήγε κι αυτός προς την πυκνή βλάστηση.»

«Μήπως κάνεις λάθος;»

«Δεν κάνω λάθος! Ήταν άνθρωπος. Είμαι σίγουρη.»

Ο Άσλατμιρ ύψωσε ξανά τα κιάλια του, ψάχνοντας μέσα στο μέρος με την πυκνή βλάστηση: και σύντομα είδε κάποιον να παρουσιάζεται πίσω από τη γυναίκα με τα κόκκινα πόδια. Την πλησίασε, κι εκείνη σηκώθηκε απότομα, σημαδεύοντάς τον μ’ένα πιστόλι.

Μετά, μιλούσαν…

Ο Άσλατμιρ εξήγησε στη Σέρυ τι γινόταν, και την προέτρεψε να χρησιμοποιήσει κι εκείνη τα κιάλια της. «Απορώ που δεν τον είδαμε πιο πριν αυτό τον άνθρωπο, όποιος κι αν είναι,» της είπε.

«Πράκτορας του Αρχισυγκλητικού;» ρώτησε η Σέρυ, κοιτάζοντας τώρα με τα κιάλια της.

«Δε νομίζω…»

«Τότε γιατί αυτή ακόμα τον σημαδεύει;»

«Κάτι περίεργο συμβαίνει, μάλλον,» είπε ο Άσλατμιρ.

«Να τους σκοτώσουμε και τους δύο, να τελειώνουμε;» πρότεινε η Σέρυ. «Το τουφέκι μακρινής εμβέλειας φτάνει άνετα από εδώ.»

*

«Ηρέμησε,» αποκρίθηκε ο άγνωστος. «Σου είπα: δεν είμαι εχθρός σου.»

«Και γιατί να σε πιστέψω;» Η Σανκάρλι’μορ τον σημάδευε, έχοντας το πιστόλι της ρυθμισμένο στην αναισθητοποίηση· δεν ήθελε να τον σκοτώσει, αν μπορούσε να το αποφύγει.

«Το όνομά μου είναι Φέκταρελ. Γνωρίζω τον Αβέρναλ, και, απ’ό,τι καταλαβαίνω, τον γνωρίζεις κι εσύ. Άρα πρέπει να είσαι δημοσιογράφος.»

«Δεν είμαι δημοσιογράφος! Πού γνώρισες τον Αβέρναλ;»

«Στη Νουσράκλη. Του έχει προσφέρει άσυλο εκεί ο Βασιληάς Ράνελμον.»

«Κι εσύ τι είσαι; Κατάσκοπός του; Κατάσκοπος του Βασιληά Ράνελμον;»

«Δεν είμαι κατάσκοπος. Απλώς… αναζητώ…» Κόμπιασε, συλλογισμένα. «Αλλά ακόμα δεν μου έχεις πει το όνομά σου. Ούτε αν είσαι δημοσιογράφος–»

«Σου είπα: δεν είμαι δημοσιογράφος!»

«–ούτε πώς ξέρεις τον Αβέρναλ.»

«Είναι φίλος μου. Γνωρίζεις τον Χάραλκιρ;»

«Ποιον;»

«Τον Χάραλκιρ.»

«Ποιον Χάραλκιρ;»

«Σου λέει τίποτα αυτό το όνομα, ή όχι;»

«Το έχω ξανακούσει. Αλλά… στη συγκεκριμένη περίπτωση… δε νομίζω πως με ρωτάς για κάποιον από τους Χάραλκιρ που ξέρω.»

«Στην Κάρνατεβ δεν ξέρεις κανέναν Χάραλκιρ;»

«Στην Κάρνατεβ δεν ξέρω κανέναν γενικά. Έτυχε μόνο να γνωρίσω, κατά σύμπτωση, μια δημοσιογράφο όταν ήρθα. Ελδάρμι τη λένε.»

«Ελδάρμι;… Πορφυρόδερμη, μεγάλα γαλανά μάτια, πρασινόξανθα μαλλιά;»

«Αυτή είναι,» αποκρίθηκε ο Φέκταρελ.

«Πράκτορας του Αρχισυγκλητικού.»

«Τι;»

Η Σανκάρλι κατέβασε το πιστόλι της. «Πράγματι, πρέπει να είσαι ξένος στα μέρη μας.»

«Αν δεν είσαι δημοσιογράφος, πώς ξέρεις δημοσιογράφους;»

«Πες ότι έχω ασχοληθεί–»

«Πώς ξέρεις τον Αβέρ– Για στάσου…» Ο Φέκταρελ την ατένιζε τώρα με στενεμένα μάτια. «Είσαι μάγισσα; Σε λένε Σανκάρλι’μορ;»

Η αναπνοή της κόπηκε προς στιγμή. «Πού έχεις ακούσει αυτό το όνομα;» Με το ζόρι έκανε το χέρι της να μείνει ακίνητο, να μη σηκώσει ξανά το πιστόλι. Ο Φέκταρελ δεν φαινόταν να κινείται εχθρικά· μονάχα μιλούσε.

«Ο Αβέρναλ σού έστειλε ένα μήνυμα, από τη Νουσράκλη, έτσι δεν είναι;»

«Γιατί, λοιπόν, μου λες ότι δεν ξέρεις τον Χάραλκιρ;» γρύλισε η Σανκάρλι. «Γιατί λες ψέματα;»

Ο Φέκταρελ γέλασε κοφτά. «Μα δεν ξέρω τον Χάραλκιρ, μα τους θεούς!» Έστρεψε πάλι το βλέμμα του στη βάση, σαν να είχε περισσότερο ενδιαφέρον από τη μάγισσα. Ή σαν κάτι να τον τραβούσε – αφύσικα – προς τα εκεί.

«Τι έκανες στη Νουσράκλη; Ποιος σ’έστειλε εδώ;»

«Μισθοφόρος ήμουν. Με τους Ζωντανούς-Νεκρούς, αν τους έχεις ακούσει–»

«Φυσικά και τους έχω ακούσει.»

«Και κανένας δε μ’έστειλε εδώ. Ήρθα μόνος μου. Κι εσύ είσαι η Σανκάρλι’μορ, έτσι δεν είναι; Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση…» Ο Φέκταρελ στράφηκε να την ατενίσει. «Βγάλε την κουκούλα σου.»

«Έχεις δει φωτογραφία μου;»

«Όχι. Αλλά προτιμώ να βλέπω σε ποια μιλάω.»

Η Σανκάρλι δίστασε, σαν, για κάποιο λόγο, να διαισθανόταν κίνδυνο. Η εμφάνιση αυτού του ανθρώπου εδώ ήταν πολύ παράξενη. Πολύ παράξενη.

Ο Φέκταρελ, τότε, έστρεψε ξανά το βλέμμα του στη βάση, και στη θάλασσα, απότομα. «Τι είν’ αυτό;»

Η Σανκάρλι, συνοφρυωμένη, κοίταξε προς τα εκεί όπου κοίταζε κι εκείνος και είδε μια βάρκα να έρχεται από το άνοιγμα που δημιουργούσε το υδροπλαστικό. «Τη βάρκα εννοείς;»

«Τι μεταφέρει η βάρκα;»

«Πού να ξέρω; Γιατί ρωτάς;»

Ο Φέκταρελ ύψωσε ένα ζευγάρι κιάλια στα μάτια του, ατενίζοντας.

Η Σανκάρλι, σκεπτόμενη ότι δεν μπορεί να το έκανε για να την κοροϊδέψει και να της επιτεθεί, ύψωσε κι εκείνη τα κιάλια της. Μουρμούρισε ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως και έδωσε δύναμη στους φακούς τους να τρυπήσουν τα σκοτάδια της νύχτας και να εκμηδενίσουν τις αποστάσεις…

*

«Πρέπει να τους πλησιάσουμε,» είπε ο Άσλατμιρ. «Και τώρα η ευκαιρία είναι καλή.» Σηκώθηκε κι άρχισε να τρέχει, κατεβαίνοντας το ύψωμα, κατευθυνόμενος προς την περιοχή με την πυκνή βλάστηση.

Η Σέρυ τον ακολούθησε. «Μπορούσαμε και να τους πυροβολήσουμε!»

«Ακόμα δεν ξέρουμε αν αυτή είναι η μάγισσα!»

«Ποια άλλη μπορεί να είναι;» μούγκρισε η Σέρυ.

Έφτασαν στην κατάφυτη περιοχή και χώθηκαν μες στη βλάστηση, παύοντας να τρέχουν και ετοιμάζοντας τα πιστόλια τους, επάνω στα οποία σιγαστήρες ήταν προσαρτημένοι.

*

Η Σανκάρλι είδε, μέσα από τα κιάλια της, ότι στη μηχανοκίνητη βάρκα, που ήταν ανοιχτή, βρίσκονταν μισθοφόροι φρουροί των ορυχείων κι ανάμεσά τους είχαν δεμένο (και, μάλλον, εν μέρει ναρκωμένο) έναν ημίγυμνο πορφυρόδερμο άντρα που τα μάτια του γυάλιζαν κοκκινωπά και το δέρμα του είχε αρχίσει να μοιάζει ραγισμένο. Σαν τα τέρατα που η Σανκάρλι είχε αντικρίσει στο υπόγειο κάτω από το Πρώτο Νοσοκομείο! Επίσης, οι ώμοι του φαίνονταν παράξενα διογκωμένοι, και η μάγισσα υποπτευόταν ότι αυτό συνέβαινε επειδή, σύντομα, κέρατα θα ξεπρόβαλαν από εκεί.

«Ακόμα ένας…» μουρμούρισε.

«Τι βλέπεις;» τη ρώτησε ο Φέκταρελ. «Έκανες Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως, έτσι δεν είναι;»

Η Σανκάρλι κατέβασε τα κιάλια της για να δει ότι κι εκείνος είχε κατεβάσει τα δικά του. «Ναι. Ξέρεις και από μαγ–;»

«Τι είναι μέσα σ’αυτή τη βάρκα; Πες μου! Ή κάνε το ξόρκι σου κι επάνω στα κιάλια μου – πρέπει να δω!» Τα μάτια του γυάλιζαν πιο έντονα από πριν, σαν κάποιου είδους μανία να τον είχε καταλάβει. Μια μανία που τρόμαξε λιγάκι τη Σανκάρλι. Τι ψάχνει αυτός ο άνθρωπος; αναρωτήθηκε. Γιατί έχει έρθει στην Κάρνατεβ; Λέει αλήθεια ότι ήταν με τους Ζωντανούς-Νεκρούς;

Τούτα τα ερωτηματικά πέρασαν στιγμιαία απ’το μυαλό της καθώς η μάγισσα έγνεφε καταφατικά, λέγοντας: «Εντάξει»· και αγγίζοντας, με το ένα χέρι, τα κιάλια του Φέκταρελ έκανε ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως επάνω τους.

«Έτοιμα είναι,» τον πληροφόρησε, απομακρύνοντας το χέρι της.

Ο Φέκταρελ τα ύψωσε για να κοιτάξει τη βάρκα, η οποία είχε πια φτάσει πολύ κοντά στην προβλήτα της βάσης κι ετοιμαζόταν ν’αράξει.

Η Σανκάρλι ύψωσε τα δικά της κιάλια για να δει τι θα γινόταν τώρα εκεί… αν και μπορούσε να υποθέσει. Θα τον βάλουν σε κάποιο κλειστό όχημα και θα τον μεταφέρουν στην πόλη.

Οι μισθοφόροι έβγαλαν τον μεταλλαγμένο από τη βάρκα και τον τράβηξαν ανάμεσα στα δύο λυόμενα οικοδομήματα της βάσης και στις σκηνές. Κάποιοι άλλοι ήρθαν να τους συναντήσουν–

Ο δεμένος άντρας άρχισε να χτυπιέται, έντονα, άγρια.

Κέρατα φύτρωσαν από τους ώμους του.

Τα λουριά που κρατούσαν τα χέρια του πίσω από την πλάτη έσπασαν–

*

Ο Άσλατμιρ και η Σέρυ τούς πλησίασαν από τα νώτα ενώ εκείνοι στέκονταν και κοίταζαν με τα κιάλια τους τα απρόσμενα γεγονότα στη βάση. Ο μεταλλαγμένος είχε ξεφύγει και ορμούσε στους φρουρούς! Τους τίναζε με τρομερή δύναμη – παραφυσική.

«Πρέπει να–» άρχισε να λέει ο Φέκταρελ κατεβάζοντας τα κιάλια του· αλλά σταμάτησε τον εαυτό του, καθώς κατάλαβε ότι κάποιοι ζύγωναν από πίσω.

«Ακίνητοι!» πρόσταξε ο Άσλατμιρ σημαδεύοντάς τους με το πιστόλι του, έχοντας το πρόσωπό του κρυμμένο μες στην κουκούλα της κάπας του. Αν και δεν νόμιζε ότι υπήρχε περίπτωση κανένας να τον αναγνωρίσει, όφειλε, λόγω του επαγγέλματός του, να είναι πάντοτε προσεχτικός.

Η Σανκάρλι’μορ στράφηκε επίσης. «Τι…;»

«Πέτα το!» της είπε η Σέρυ, δείχνοντας με το ένα χέρι το πιστόλι που η μάγισσα ακόμα κρατούσε, ενώ με το άλλο χέρι βαστούσε το δικό της πιστόλι, υψωμένο και σημαδεύοντας. «Και κατέβασε την κουκούλα σου. Τώρα!»

Ο Φέκταρελ, τότε, χίμησε. Σαν θηρίο. Πιο απότομα και γρήγορα από θηρίο. Η κίνησή του ήταν σχεδόν στοιχειακή – μέρος της νύχτας. (Ακόμα κι ο ίδιος ξαφνιάστηκε από την αντίδραση του σώματός του.) Έκανε τούμπα πάνω στο ξερό καλοκαιρινό χορτάρι, φτάνοντας στιγμιαία μπροστά στη Σέρυ και κλοτσώντας, από κάτω, τα πόδια της. Εκείνη, κραυγάζοντας αιφνιδιασμένη, έχασε την ισορροπία της. Πυροβόλησε στον αέρα καθώς έπεφτε.

Η Σανκάρλι’μορ πυροβόλησε, πάραυτα, τον Άσλατμιρ. Αλλά αστόχησε, καθώς εκείνος είχε ήδη τιναχτεί προς το πλάι· η ενεργειακή ριπή της καψάλισε τα φυλλώματα ενός δέντρου.

«Φύγε!» της φώναξε ο Φέκταρελ.

Αλλά αυτό ήταν που η Σανκάρλι εξαρχής σκόπευε να κάνει – από την πρώτη στιγμή που είδε τους δύο οπλισμένους κουκουλοφόρους. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήδησε από το ύψωμα, καταλήγοντας μέσα στη βλάστηση και τρέχοντας να απομακρυνθεί.

Ο Φέκταρελ, τελικά, δεν είναι πράκτορας του Αρχισυγκλητικού, σκέφτηκε· αυτοί είναι πράκτορες του Αρχισυγκλητικού. Κι ευτυχώς δεν είχαν δει το πρόσωπό της!

Πίσω της άκουσε πυροβολισμούς – πυροβολισμούς φιμωμένους από σιγαστήρα, κι έναν που δεν ήταν φιμωμένος – κι ανησύχησε για τον Φέκταρελ. Αλλά δεν σταμάτησε να τρέχει παρά μόνο όταν είχε ξεμακρύνει κάμποσο. Τότε, γονατισμένη πίσω από κάτι θάμνους, κοίταξε προς το ύψωμα…

*

Ο Άσλατμιρ, έχοντας μόλις αποφύγει τη ριπή της μάγισσας (πρέπει να ήταν η μάγισσα!), είδε τον μαυρόδερμο, γαλανομάλλη άντρα να ορθώνεται – και η κίνησή του αυτή τον τρόμαξε. Ο άνθρωπος ήταν σαν να μην είναι άνθρωπος! Ο Άσλατμιρ τον πυροβόλησε, αστοχώντας – εξαιτίας του πανικού του, ή εξαιτίας της ταχύτητας του αντιπάλου του;

Και ο μαυρόδερμος άντρας είχε τώρα, ξαφνικά, βρεθεί πλάι στον Άσλατμιρ, αρπάζοντας τον καρπό του και στρέφοντας την κάννη του πιστολιού του προς τον νυχτερινό ουρανό. Τα μάτια του αγνώστου γυάλιζαν με τρόπο τρομαχτικό, σαν να αντλούσαν φως από τα φεγγάρια. Είναι δαίμονας! σκέφτηκε ακούσια ο Άσλατμιρ, και μετά δέχτηκε μια γονατιά στα πλευρά και διπλώθηκε. Άκουσε τον μαυρόδερμο άντρα να γρυλίζει σαν θηρίο – δαίμονας! – κι αισθάνθηκε μια τρομερή δύναμη να τον σπρώχνει πάνω σ’ένα δέντρο, τραντάζοντάς τον ολόκληρο. Αναπάντεχα φώτα χόρεψαν μπροστά στα μάτια του Άσλατμιρ, κι έχασε τις αισθήσεις του, πέφτοντας στο χορτάρι, ακίνητος.

Ο Φέκταρελ αμέσως τινάχτηκε παραδίπλα, κάνοντας τούμπα στο έδαφος – μην ξέροντας τι ακριβώς τον είχε παρακινήσει πέρα από μια μεγάλη αίσθηση κινδύνου.

Η πρώτη βολή από το πιστόλι της Σέρυ τον αστόχησε. Το ίδιο και η δεύτερη.

Ο Φέκταρελ, γονατισμένος ανάμεσα στα χόρτα, πίσω από ένα χαμόδεντρο, τράβηξε το δικό του πιστόλι και την πυροβόλησε στο πόδι. Την είδε να πέφτει γρυλίζοντας. Δεν ήθελε να τη σκοτώσει, ήθελε να πάρει πληροφορίες, να μάθει τι γινόταν εδώ πέρα· γιατί, ό,τι κι αν γινόταν, είχε σχέση με το τέρας μέσα του – το ένιωθε. Και τώρα αυτό το τέρας ήταν που προσπαθούσε να καταπολεμήσει, για να μην εξοντώσει τους δύο πράκτορες που είχαν εμφανιστεί πίσω από εκείνον και τη Σανκάρλι’μορ.

Φώναξε στην πεσμένη γυναίκα: «Μην κουνηθείς!»

Η Σέρυ, νομίζοντας ότι θα τη σκότωνε, τον πυροβόλησε ξανά, και ξανά, και ξανά.

Ο Φέκταρελ καλύφτηκε πίσω απ’το χαμόδεντρο αποφεύγοντας τις σφαίρες, περιμένοντας ο γεμιστήρας της να τελειώσει. Μόλις άκουσε – με απίστευτα διευρυμένη ακοή – το άδειο κλικ-κλικ του πιστολιού, τινάχτηκε από τη θέση του τρέχοντας–

(τρέχοντας στα τέσσερα! συνειδητοποίησε, ξαφνιασμένος κι ο ίδιος· τρέχοντας σαν θηρίο!)

–και φτάνοντας πάραυτα πάνω από την πεσμένη, τραυματισμένη γυναίκα. Θέλοντας το αίμα της!

Ξέφυγε απ’τον εφιάλτη που προσπαθούσε πάλι να τον κυριεύσει, όπως τον είχε κυριεύσει τις τελευταίες ημέρες, και τη γρονθοκόπησε κατακέφαλα.

Η Σέρυ, που νόμιζε ότι ένας δαίμονας είχε βρεθεί ξαφνικά από πάνω της – ένας κατάμαυρος, τετράποδος δαίμονας με μάτια σαν φεγγάρια και αστραφτερά, κοφτερά δόντια – έχασε τις αισθήσεις της, βουλιάζοντας στο σκοτάδι.

Ο Φέκταρελ έφυγε αμέσως από το ύψωμα. Εκείνη η μυστηριώδης έλξη τον τραβούσε ξανά – προς τη βάση των υποθαλάσσιων ορυχείων.

Κεφάλαιο Εικοστό-Έβδομο
Ο Δαίμονας και ο Μακρινός Αδελφός

Ο μολυσμένος άντρας που είχαν φέρει από τα υποθαλάσσια Ορυχεία Ιπταερίου τούς είχε ξεφύγει παρά τα μέτρα ασφαλείας που είχαν πάρει. Καθώς κέρατα φύτρωναν στους ώμους του, τα χέρια του είχαν αποκτήσει υπεράνθρωπη δύναμη, σπάζοντας εύκολα τα δεσμά του. Και η ναρκωτική ουσία που του είχαν ρίξει, ώστε να είναι ζαλισμένος, δεν έμοιαζε πλέον να έχει καμία επίδραση επάνω του. Τους είχε χιμήσει και τους είχε χτυπήσει άγρια, δαγκώνοντας, γδέρνοντας, κλοτσώντας, γρονθοκοπώντας, καρφώνοντας έναν μισθοφόρο στην κοιλιά με το κέρατο του δεξή του ώμου.

Και μετά, ο μεταλλαγμένος είχε φύγει, τρέχοντας ανάμεσα από τις σκηνές της βάσης, γλιστρώντας μες στο νυχτερινό τοπίο. Οι μισθοφόροι τον καταδίωξαν, κάποιοι επάνω σε άλογα, κάποιοι επάνω σε δίκυκλα, ορισμένοι κρατώντας φακούς αναμμένους. «Πιάστε τον!» φώναζε ο αρχηγός τους. «Μην τον αφήσετε να σας ξεφύγει!» ενώ κι εκείνος ακολουθούσε, ανεβασμένος σ’ένα τετράκυκλο όχημα, με μια γυναίκα στο τιμόνι κι έναν ακόμα μισθοφόρο μαζί του, ο οποίος κρατούσε τουφέκι με προβολέα προσαρτημένο.

Ο μεταλλαγμένος βρισκόταν σε μια περιοχή βόρεια του ακρωτηρίου και της βάσης όταν τρεις μισθοφόροι – ένας επάνω σε δίκυκλο, δύο επάνω σε άλογα – τον εντόπισαν κι άρχισαν να κάνουν κύκλους γύρω του, πυροβολώντας προειδοποιητικά και προστάζοντάς τον να μείνει ακίνητος. Εκείνος, έτσι κι αλλιώς, δεν κουνιόταν· στεκόταν με τα γόνατα λυγισμένα και τους ατένιζε με στενεμένα, κόκκινα μάτια, μοιάζοντας έτοιμος να ορμήσει ανά πάσα στιγμή, σαν παγιδευμένο αγρίμι.

Αλλά δεν ήταν ο μεταλλαγμένος που επιτέθηκε πρώτος στους μισθοφόρους. Μια σκοτεινή μορφή τινάχτηκε από ένα δέντρο, με κάπα ν’ανεμίζει γύρω της και τα μάτια της να γυαλίζουν μέσα απ’την κουκούλα της λες κι είχαν τραβήξει εντός τους το φως των φεγγαριών. Ο επιτιθέμενος έπεσε πάνω στον αναβάτη του δίκυκλου, ρίχνοντάς τον από τη σέλα και σωριάζοντάς τον στο έδαφος, πέρα από το όχημά του, που ανατράπηκε.

Οι καβαλάρηδες τράβηξαν αμέσως τα ηνία των αλόγων τους, που χρεμέτιζαν αναστατωμένα, αλλά προτού προλάβει κανένας τους να πυροβολήσει ο μυστηριώδης άγνωστος είχε πυροβολήσει πριν από αυτούς, με το πιστόλι του, χτυπώντας τον έναν και ρίχνοντάς τον στη γη. Και ο μεταλλαγμένος τινάχτηκε καταπάνω στο άλογο του άλλου, μ’ένα τρομερό άλμα, και το κάρφωσε στην κοιλιά με το κέρατο του δεξιού του ώμου. Το ζώο χρεμέτισε ξέφρενα, πονεμένα, καθώς σηκωνόταν στα πίσω πόδια του, κλοτσώντας τον αέρα με τα μπροστινά. Ο καβαλάρης του σωριάστηκε στο έδαφος, κραυγάζοντας και χάνοντας την καραμπίνα του.

Ο μισθοφόρος που είχε πέσει από το δίκυκλο έκανε να σηκωθεί καθώς τραβούσε το σπαθί από τη ζώνη του· αλλά ο άγνωστος με τα γυαλιστερά μάτια τον κλότσησε καταπρόσωπο και τον κάρφωσε μ’ένα ξιφίδιο στο στήθος, δύο φορές, δυνατά, τρυπώντας την πανοπλία του και κάνοντας αίμα να τιναχτεί από το στόμα του. Ο μισθοφόρος έμεινε ακίνητος.

Ο μεταλλαγμένος, παίρνοντας απόσταση από το ετοιμοθάνατο άλογο, με το δεξί του κέρατο αιματοβαμμένο και με αίμα να κυλά επάνω στον ώμο και στο στήθος του, έστρεψε τα κοκκινωπά μάτια του στον μισθοφόρο που σερνόταν στη γη πηγαίνοντας προς την καραμπίνα του. Τινάχτηκε και βρέθηκε από πάνω του, αρπάζοντας το κεφάλι του απ’τα μαλλιά και κοπανώντας το στο έδαφος, μία, δύο, τρεις φορές, διαλύοντας το κρανίο και σκορπίζοντας μυαλά και αίματα τριγύρω.

Ο μυστηριώδης άγνωστος με την κουκούλα και τα μάτια που ήταν γεμάτα από το φως των φεγγαριών είχε ήδη πλησιάσει και πάρει την καραμπίνα. Ο μεταλλαγμένος τον ατένισε με δέος, βαριανασαίνοντας, σαν να αναγνώριζε κάτι το πρωταρχικό επάνω του.

Από απόσταση, οι άλλοι μισθοφόροι ακούγονταν να έρχονται: καλπασμός αλόγων και ο ήχος μηχανών. Οι φωνές του αρχηγού τους: «Πιάστε το τέρας! Πιάστε το τέρας!»

Ο μυστηριώδης άγνωστος έκανε νόημα στον μεταλλαγμένο να τον ακολουθήσει, κι εκείνος, πρόθυμα, υπάκουσε.

Εξαφανίστηκαν μέσα στο νυχτερινό τοπίο.

*

Η Σανκάρλι δεν μπορούσε να διακρίνει τι γινόταν επάνω στο κατάφυτο ύψωμα. Δεν άκουσε, όμως, περισσότερους πυροβολισμούς από εκεί, ούτε καμια άλλη φασαρία. Τ’αφτιά της της είπαν ότι κάτι γινόταν από την αντικρινή μεριά: από τη βάση. Έστρεψε το βλέμμα της προς τα εκεί και είδε μισθοφόρους να φεύγουν, επάνω σε οχήματα και σε άλογα. Πρέπει να κυνηγούσαν τον μεταλλαγμένο· πρέπει να τους είχε ξεφύγει. Και μάλλον δεν ήξεραν προς τα πού είχε κατευθυνθεί, γιατί απλώνονταν ολόγυρα.

Ένα τετράκυκλο όχημα, μάλιστα, πλησίαζε τη Σανκάρλι. Εκείνη, χωρίς να χάσει καιρό, κρύφτηκε πίσω από τους θάμνους και τα χόρτα, προσπαθώντας να διπλωθεί όσο περισσότερο μπορούσε. Αισθάνθηκε το επουλωμένο τραύμα στα δεξιά πλευρά της – το επιφανειακό τραύμα που είχε αποκτήσει τη νύχτα που ο Χάραλκιρ είχε έρθει να της φέρει το μήνυμα του Αβέρναλ – να την τραβά ενοχλητικά, αλλά δεν του έδωσε σημασία. Αν την εντόπιζαν θα είχε μεγαλύτερα προβλήματα από μια μικρή ενόχληση.

Το τετράκυκλο όχημα πέρασε από κοντά της, έστριψε πλάι στο χορταριασμένο ύψωμα, και σταμάτησε. Η Σανκάρλι άκουσε κάποιον να λέει: «Πάμε να ρίξουμε μια ματιά εκεί πάνω!»

Κι έναν άλλο να αποκρίνεται: «…άλλοι. Όχι μόνοι μας.» Τα λόγια του έφτασαν εν μέρει στ’αφτιά της.

Και η απάντηση του πρώτου άντρα δεν έφτασε καθόλου. Κοιτάζοντας όμως προς εκείνη τη μεριά, η Σανκάρλι νόμιζε πως είδε κάποιον να μιλά σε τηλεπικοινωνιακό πομπό. Πράγμα που σήμαινε ότι σύντομα θα έρχονταν ενισχύσεις. Και πράγματι ήρθαν. Τέσσερις καβαλάρηδες, που όλοι τους αφίππευσαν κι ακολούθησαν τους άλλους δύο άντρες επάνω στο ύψωμα. Η Σανκάρλι αναρωτήθηκε τι θα έβρισκαν εκεί. Τι είχε συμβεί; Είχε ο Φέκταρελ σκοτώσει τους δύο πράκτορες, ή οι πράκτορες είχαν σκοτώσει τον Φέκταρελ;

Η Σανκάρλι έβλεπε πως τώρα μόνο μια φιγούρα είχε μείνει πίσω, στο όχημα: κάποιος στο τιμόνι. Αισθάνθηκε μια παρόρμηση να πλησιάσει, ν’αρπάξει ένα άλογο, και καβαλώντας το να φύγει. Το ήξερε, όμως, πως αυτό θα ήταν ανόητο· θα την κυνηγούσαν και εύκολα θα την έφταναν. Καλύτερα να παρέμενε κρυμμένη· εδώ όπου ήταν μάλλον δε θα την έβρισκαν· κι όταν τα πράγματα ηρεμούσαν, τότε θα έφευγε χωρίς πρόβλημα.

Εν τω μεταξύ, ύψωσε τα κιάλια της, που το Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως λειτουργούσε ακόμα επάνω τους. Κοίταξε το τετράκυκλο όχημα και τα άλογα. Διέκρινε πως ο άνθρωπος στο τιμόνι ήταν γυναίκα, με πανοπλία από δέρμα και μέταλλο. Μισθοφόρος. Κρατούσε ένα πιστόλι στο ένα χέρι, μοιάζοντας ανήσυχη όσο και τα άλογα γύρω της. Τίποτα το πολύ ενδιαφέρον.

Η Σανκάρλι έστρεψε τα κιάλια της προς τη βάση, να δει μήπως κάτι γινόταν εκεί. Το μέρος ήταν, ουσιαστικά, αφρούρητο. Μονάχα δύο φύλακες μπορούσε να διακρίνει, και δε νόμιζε ότι κανένας άλλος ήταν κρυμμένος πουθενά. Τα οπτικά ενισχυμένα κιάλια της διαπερνούσαν τα σκοτάδια. Η Σανκάρλι σκέφτηκε ότι αυτή ίσως να ήταν μια καλή ευκαιρία για να γλιστρήσει μέσα στη βάση και να τραβήξει φωτογραφίες από κοντά, να δει τι έκρυβαν οι άνθρωποι του Αρχισυγκλητικού. Και, λογικά, πρέπει να έχω χρόνο. Δε νομίζω να βρουν τον μεταλλαγμένο σύντομα. Ούτε προς τα πού έχει πάει δεν ξέρουν.

Βγαίνοντας απ’την κρυψώνα της, έτρεξε μες στη νύχτα. Προς τη βάση στο ακρωτήριο.

*

Ο Άσλατμιρ ξύπνησε επειδή κάποιος τον σκουντούσε, και είδε από πάνω του δύο άντρες με πυροβόλα όπλα, κι άλλες ανθρώπινες μορφές τριγύρω. Πού είχε πάει το πιστόλι του; Δεν το αισθανόταν στο χέρι του.

Τράβηξε το ξιφίδιο απ’τη ζώνη του.

«Ήρεμα, φίλε,» του είπε ο ένας απ’τους δύο που στέκονταν κοντά του. «Δε θέλουμε το κακό σου. Σε βρήκαμε εδώ χτυπημένο. Το ίδιο κι αυτή τη γυναίκα.» Έδειξε, και ο Άσλατμιρ κοιτάζοντας προς τα εκεί είδε τη Σέρυ πεσμένη στη γη. «Είναι τραυματισμένη στο πόδι. Θα ζήσει.»

Ο Άσλατμιρ σηκώθηκε όρθιος, και οι πολεμιστές γύρω του φάνηκαν να προετοιμάζονται για καμια πιθανώς επιθετική κίνηση από αυτόν. «Ποιοι είστε;» τους ρώτησε.

«Μισθοφόροι στις υπηρεσίες της Συγκλήτου της Κάρνατεβ,» του απάντησε ο άντρας που είχε μιλήσει και πριν, ο οποίος πρέπει να ήταν αρχηγός τους. Πορφυρόδερμος, καστανό μουστάκι, ξυρισμένο κεφάλι. «Εσείς πώς βρεθήκατε εδώ; Τι σας επιτέθηκε;»

Πρέπει ν’άκουσαν τους πυροβολισμούς, σκέφτηκε ο Άσλατμιρ, ζαλισμένα. Από τη βάση. «Κάτι…» αποκρίθηκε. «Ίσως να ήταν δαίμονας…»

«Προς τα πού πήγε;»

Ο Άσλατμιρ συνοφρυώθηκε. «Τον αναζητάτε;»

«Φυσικά! Πες μας προς τα πού πήγε! Είναι σημαντικότερο απ’ό,τι ίσως να νομίζεις. Αυτός ο άνθρωπος είναι μολυσμένος, ουσιαστικά, από έναν επικίνδυνο ιό – δεν είναι δαίμονας.»

Ο Άσλατμιρ παραξενεύτηκε. Μολυσμένος; Τι σκατά λέει; Είχε ακούσει, ασφαλώς, ότι κάτι συνέβαινε στα Ορυχεία Ιπταερίου με μια επικίνδυνη μόλυνση (αν ήταν αλήθεια και όχι προπαγάνδα, όπως είχε ισχυριστεί δημοσίως ο Αρχισυγκλητικός Βέργκεδελ), αλλά δεν νόμιζε ότι ο μαυρόδερμος άντρας που ήταν μαζί με τη μάγισσα ήταν μολυσμένος. Πάντως, αναμφίβολα κάτι το υπερβατικό είχε επάνω του· δε μπορεί να ήταν κανονικός άνθρωπος. Και πολύ πιθανόν να ήταν, όντως, δαίμονας. «Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε. «Με χτύπησε κι έχασα τις αισθήσεις μου. Τώρα θέλω να δω αν είναι καλά η γυναίκα μου.» Βάδισε προς τη Σέρυ, κι εκείνοι δεν τον εμπόδισαν.

«Τι κάνατε εδώ;» τον ρώτησε κάποιος – όχι ο αρχηγός, αυτή τη φορά – καθώς γονάτιζε πλάι της.

«Ταξιδιώτες είμαστε· είχαμε σταματήσει για να ξεκουραστούμε–»

«Η Κάρνατεβ δεν είναι μακριά· γιατί δε συνεχίζατε;»

«Δεν έχουμε ξανάρθει από τούτα τα μέρη και ήμασταν κουρασμένοι. Τι συμβαίνει; Με θεωρείτε ύποπτο για κάτι;» Ο Άσλατμιρ χτύπησε ελαφρά το μάγουλο της Σέρυ ενόσω μιλούσε, και τα βλέφαρά της τρεμόπαιξαν.

Τα μάτια της άνοιξαν. «Άσλ–»

«Σσς,» τη διέκοψε εκείνος βάζοντας το δάχτυλό του στα χείλη της. «Έφυγε. Σε τραυμάτισε στο πόδι–»

«Με πυροβόλησε – αλλά ήταν δαίμονας!» Η Σέρυ ανασηκώθηκε τρίζοντας τα δόντια. Πρόσεξε τους μισθοφόρους γύρω τους. «Ποιοι είν’ αυτοί;» έκανε ξαφνιασμένη.

«Μισθοφόροι της Συγκλήτου. Ευτυχώς ήρθαν να μας βοηθήσουν.»

Ο αρχηγός ρώτησε τη Σέρυ: «Σε πυροβόλησε, είπες; Κρατούσε πυροβόλο όπλο;»

Εκείνη τον ατένισε συνοφρυωμένη. «Ναι…»

«Πρέπει να τ’άρπαξε χωρίς να τον δούμε,» είπε ένας άλλος στον αρχηγό.

Η Σέρυ, ακόμα συνοφρυωμένη, κοίταξε τον Άσλατμιρ. Εκείνος, με την έκφρασή του και μόνο, προσπάθησε να την κάνει να καταλάβει ότι καλύτερα να μη μιλούσε άλλο, καλύτερα να έλεγε όσο το δυνατόν λιγότερα· και νόμιζε πως η Σέρυ αποκωδικοποίησε σωστά την όψη στο πρόσωπό του. Το βλέμμα της έπαψε να είναι τόσο μπερδεμένο όσο πριν, αλλά εξακολούθησε να είναι το ίδιο επιφυλακτικό.

Ο αρχηγός είπε στον Άσλατμιρ: «Πρέπει να φύγουμε. Χρειάζεστε βοήθεια; Μπορείς να περιποιηθείς τη φίλη σου;»

Ο Άσλατμιρ έγνεψε καταφατικά. «Δεν είναι η πρώτη φορά που έχω βγάλει σφαίρα από το πόδι κάποιου.»

Ο αρχηγός φάνηκε ευχαριστημένος απ’αυτή την απάντηση· μάλλον δεν ήθελε ν’αφήσει κανέναν απ’τους πολεμιστές του εδώ. «Ωραία,» είπε. «Σε χαιρετούμε, και να προσέχεις. Καλύτερα ν’απομακρυνθείς από τούτη την περιοχή όσο πιο γρήγορα μπορείς. Πήγαινε προς την πόλη. Εκεί θα βρεις ασφάλεια.»

«Ευχαριστώ,» αποκρίθηκε ο Άσλατμιρ, και οι μισθοφόροι έφυγαν βιαστικά, κατεβαίνοντας από το ύψωμα.

«Τι σκατά συμβαίνει;» ρώτησε η Σέρυ. «Πώς γνώριζαν ότι είμαστε εδώ; Και γιατί κυνηγάνε αυτό τον δαίμονα; Ποιος είναι;»

«Ό,τι ξέρεις ξέρω,» της είπε ο Άσλατμιρ. «Πρέπει τώρα να βγάλουμε τη σφαίρα από μέσα σου και ν’απομακρυνθούμε.»

Εκείνη δεν έφερε αντίρρηση.

*

Η Σανκάρλι’μορ πλησίασε τη βάση χωρίς κανένας να την προσέξει. Οι δύο φρουροί που βρίσκονταν εδώ κοίταζαν από άλλη μεριά όταν εκείνη έφτασε αρκετά κοντά για να μπορούν να την παρατηρήσουν. Το μέρος έμοιαζε αφύσικα άδειο. Η Σανκάρλι έβγαλε τη φωτογραφική μηχανή της και, μουρμουρίζοντας ένα Ξόρκι Φωτογραφικής Εστιάσεως, τράβηξε μερικές φωτογραφίες του χώρου χωρίς να χρειάζεται φλας.

Μετά, έστρεψε την προσοχή της στο ένα από τα δύο λυόμενα οικοδομήματα της βάσης: αυτό που πρέπει να ήταν αρχηγείο, ή γραφεία. Το άλλο δεν μπορεί παρά να ήταν αποθήκη, νόμιζε. Ο ένας από τους δύο φρουρούς στεκόταν κοντά στο αρχηγείο, και η Σανκάρλι έκρινε πως αποκλείεται να μπορούσε να τον προσπεράσει χωρίς κάποιον αντιπερισπασμό.

Ένας προβολέας της βάσης, που πριν ήταν σβηστός, ήταν τώρα αναμμένος, καθώς βρισκόταν επάνω σ’ένα ψηλό τρίποδο κι έκανε πέρα-δώθε, φωτίζοντας τα σκοτάδια απ’όπου η εμβέλειά του περνούσε. Η Σανκάρλι επικέντρωσε το βλέμμα της σ’αυτόν και ύφανε ένα Ξόρκι Μηχανικής Δυσλειτουργίας, καταφέρνοντας να επηρεάσει τα κυκλώματά του από απόσταση. Ο προβολέας άρχισε να αναβοσβήνει και να κάνει σπασμωδικές κινήσεις.

Οι φρουροί αναστατώθηκαν· πήγαν προς το μέρος του, με τα τουφέκια τους υψωμένα, έτοιμα. «Είναι κανείς εκεί;» φώναξε ο ένας.

Η Σανκάρλι πέρασε από πίσω τους, μπαίνοντας στο λυόμενο οικοδόμημα. Το εσωτερικό του ήταν σκοτεινό, αλλά η μάγισσα φόρεσε ένα ζευγάρι γυαλιά και έκανε ένα Ξόρκι Νυκτερινής Οράσεως επάνω τους. Τα πάντα τα έβλεπε τώρα σε αποχρώσεις του πράσινου, και σύντομα διαπίστωσε πως, όπως είχε υποθέσει, το λυόμενο οικοδόμημα ήταν αρχηγείο. Υπήρχαν γραφεία και αρχειοθήκες, κονσόλες και οθόνες, τηλεπικοινωνιακά συστήματα. Είναι δυνατόν να προλάβω να τα ψάξω όλα αυτά;

Δε θα έφευγε και με άδεια χέρια, όμως.

Ενεργοποίησε το σύστημα που καταλάβαινε ότι ήταν κεντρικό, και η οθόνη του της ζήτησε κωδικό αναγνώρισης. Η Σανκάρλι’μορ, έχοντας τα δάχτυλά της επάνω στην κονσόλα, άρθρωσε τα λόγια για ένα Ξόρκι Διαρρήξεως Κωδικού Ασφαλείας, κι αισθάνθηκε εκατομμύρια συνδυασμούς να περνάνε από το μυαλό της καθώς και από τα κυκλώματά του συστήματος. Τόσο γρήγορα που ήταν αδύνατο για την αντίληψή της να τους συγκρατήσει.

Το σύστημα, μετά από κανένα λεπτό, ξεκλείδωσε χωρίς η Σανκάρλι να έχει μάθει τον κωδικό παρότι τον είχε μόλις σπάσει. Έξω από το λυόμενο οικοδόμημα άκουγε ακόμα τους φρουρούς να φωνάζουν. Το Ξόρκι Μηχανικής Δυσλειτουργίας πρέπει να εξακολουθούσε να παίζει με τον προβολέα.

Η Σανκάρλι έβγαλε από τον στηθόδεσμό της μια μικρή συσκευή αποθήκευσης δεδομένων και τη συνέδεσε με το πληροφοριακό σύστημα του αρχηγείου, αρχίζοντας αμέσως να αντλεί όσα περισσότερα δεδομένα μπορούσε – αν και ήξερε πως ήταν αδύνατο να τα αντλήσει όλα. Θέμα χωρητικότητας, καθαρά· η συσκευή της ήταν περιορισμένης μνήμης σε σχέση με το σύστημα του αρχηγείου.

Απέξω άκουσε κάποιον να λέει: «Χάλασε η μαλακία· δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Περίμενε να…» Η φωνή απομακρύνθηκε.

ΜΝΗΜΗ ΠΛΗΡΗΣ! έγραψε η οθόνη, μετά από λίγο, και η Σανκάρλι αποσύνδεσε τη συσκευή και την έκρυψε πάλι μέσα στον στηθόδεσμό της, νιώθοντάς την ζεστή επάνω στο δέρμα της.

Απενεργοποίησε το σύστημα και βάλθηκε να ερευνήσει όσα περισσότερα έγγραφα μπορούσε. Γρήγορα.

Από έξω άκουσε: «…Σ’το είπα ότι ήταν κάποιο προσωρινό μπλοκάρισμα, δε σ’το είπα; Τέτοια…»

Το Ξόρκι Μηχανικής Δυσλειτουργίας, προφανώς, είχε σταματήσει. Και η Σανκάρλι σκέφτηκε: Θα πρέπει να βρω άλλο τρόπο για να φύγω από εδώ, ενώ συνέχιζε να ψάχνει τα έγγραφα. Υπήρχε, άραγε, καμια πίσω πόρτα στο οικοδόμημα; Σίγουρα υπήρχαν παράθυρα, πάντως, που δεν τα έβλεπαν οι δύο φρουροί της βάσης.

Η Σανκάρλι ενεργοποίησε τον φακό επάνω στο ρολόι της και, με τη μικροσκοπική φωτογραφική μηχανή που ήταν επίσης επάνω στο ρολόι, φωτογράφισε μερικά έγγραφα που νόμιζε ότι ίσως να είχαν ενδιαφέρον. Ίσως· γιατί δεν είχε και πολύ χρόνο να τα κοιτάξει διεξοδικά, και το ήξερε.

Χρησιμοποιώντας Ξόρκι Ξεκλειδώματος άνοιξε κάποιες αρχειοθήκες που ήταν κλειδωμένες και φωτογράφισε και κάποια έγγραφα που βρίσκονταν εκεί. Τελείωνε! είπε στον εαυτό της. Πρέπει να φύγεις! Διότι αισθανόταν την τάση να παρασυρθεί εδώ πέρα. Και όταν οι άλλοι φρουροί της βάσης επέστρεφαν θα την έπιαναν, και τότε θα είχε πολύ άσχημα ξεμπερδέματα. Αν ξεμπέρδευε καν.

Η Σανκάρλι, αφού βεβαιώθηκε ότι είχε αφήσει τα πάντα ακριβώς όπως τα είχε βρει, άνοιξε ένα πίσω παράθυρο του λυόμενου οικοδομήματος και βγήκε. Δεν βρισκόταν μακριά από τη βόρεια άκρη της βάσης. Έβγαλε τα γυαλιά της κι άφησε τα μάτια της να προσαρμοστούν στα φυσικά χρώματα του τοπίου, γιατί το Ξόρκι Νυκτερινής Οράσεως μπορούσε να σε παραπλανήσει. Αισθανόταν πια λιγάκι ζαλισμένη ύστερα από τόση χρήση της μαγείας της, και νόμιζε πως έντομα βούιζαν στ’αφτιά της.

Κινούμενη μέσα στα σκοτάδια της νύχτας, γλίστρησε γρήγορα έξω από τη βάση, ενώ οι φρουροί κοίταζαν αλλού.

 

 

Όταν μιλούσα με τη μάγισσα, ατενίζοντας το άνοιγμα στη θάλασσα που αποτελεί δρόμο προς τον υπόγειο προορισμό μου, ήταν σαν να είχα ξυπνήσει για λίγο από έναν άγριο, βίαιο εφιάλτη. Μετά, ο εφιάλτης επέστρεψε. Χτύπησα τους πράκτορες που παρουσιάστηκαν, συγκρατώντας το τέρας για να μην τους σκοτώσει· και έτρεξα προς τα εκεί όπου μπορούσα να αισθανθώ την ανάγκη του Μακρινού Αδελφού μου.

Όπως και τώρα τρέχω πλάι του, μέσα στη νύχτα, καθοδηγώντας τον, ενώ τα προηγούμενα γεγονότα απειλούν να χαθούν μέσα σε ομίχλες στο μυαλό μου. Πρέπει να τον οδηγήσω σε ασφαλές μέρος, να τον κρύψω, να τον βοηθήσω· τα αισθάνομαι αυτά πολύ έντονα. Δε μπορώ, όμως, να επιστρέψω στην πόλη μαζί του, παρότι ξέρω πως εκεί υπάρχουν κι άλλοι σαν αυτόν. Οι ανθρωπόμορφες φιγούρες που είχα δει την προηγούμενη νύχτα… τότε δεν ήμουν βέβαιος τι ήταν… αλλά είναι κι αυτοί Μακρινοί Αδελφοί μου. Δεν ξέρω γιατί· το αισθάνομαι. Υπάρχει συγγένεια, αν και, σίγουρα, δεν είναι σαν εμένα.

Τι συμβαίνει; Έχουν κάποια σχέση με τον Ταρνατάρ’σακ, ή ήταν όλα λάθος όσα μού είπε ο ιερέας;

Όχι, δεν μπορεί να ήταν όλα λάθος· γιατί τώρα είμαι στην Κάρνατεβ και, πράγματι, εδώ φαίνεται ότι πιθανώς να βρω απαντήσεις…

Ρωτάω τον Μακρινό Αδελφό μου πού θέλει να πάει, όταν είμαι πλέον βέβαιος ότι οι διώκτες του μας έχουν χάσει. Αλλά δεν μπορεί να μου αποκριθεί· είναι πολύ μπερδεμένος· συγχυσμένος. Αρχίζει να κλαίει, διπλωμένος· με εκλιπαρεί να τον σώσω. Νομίζει ότι είμαι θεός. Γελάω και του λέω πως δεν είμαι θεός (και δε νομίζω ότι με πιστεύει) αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ γι’αυτόν. Του εξηγώ πως υπάρχουν κι άλλοι σαν εκείνον μέσα στην πόλη, όμως δεν είμαι βέβαιος ότι μπορώ να τους βρω. Καλύτερα να απομακρυνθούμε από την Κάρνατεβ.

Και απομακρυνόμαστε. Ταξιδεύουμε βόρεια, γρήγοροι σαν θηρία. Νομίζω πως, πολλές φορές, τρέχω με τα τέσσερα, σαν αυτό, για κάποιον μυστηριώδη λόγο, να με βολεύει περισσότερο. Σταματάω κάπου-κάπου, για να με προφταίνει ο Μακρινός Αδελφός μου, γιατί είμαι πολύ πιο ταχύς από αυτόν.

Οι αισθήσεις μου είναι φοβερά διευρυμένες. Δε θυμάμαι ποτέ στη ζωή μου να άκουγα τόσο καλά, να μύριζα τόσο καλά, να έβλεπα τόσο καλά. Τα μάτια μου τρυπάνε τα σκοτάδια σαν να ήταν μέρα, όχι νύχτα. Αισθάνομαι ακόμα και τις δονήσεις στη γη από κάτω μου· τα τραντάγματα που προκαλούν τα πόδια του Μακρινού Αδελφού μου καθώς τρέχει: τα τραντάγματα που, κανονικά, δεν θα έπρεπε να μπορώ να αισθανθώ.

Τι έχω γίνει; Έχει, άραγε, αλλάξει κι η εξωτερική μου μορφή; Γιατί η εσωτερική μου μορφή έχει αναμφίβολα αλλάξει…

Όταν φτάνουμε στις όχθες του ποταμού κοιτάζω την αντανάκλασή μου στα νερά του, και βλέπω ένα γνωστό πρόσωπο να μ’αντικρίζει. Εξακολουθώ να είμαι εγώ. Αλλά τα μάτια μου γυαλίζουν περίεργα.

[ανάμνηση των ματιών του λήσταρχου με τον οποίο είχα μονομαχήσει μέσα σε σκοτεινές σπηλιές]

Παίρνω το βλέμμα μου από τον ποταμό· ατενίζω τον Μακρινό Αδελφό μου. Είναι εξουθενωμένος, κατάκοπος. Πόσο μακριά έχουμε τρέξει;

Δεν είναι ακόμα αυγή…

Αισθάνομαι μια απόμακρη έλξη. Αλλά όχι προς τα νότια τώρα, όχι προς την πόλη ή προς τη θάλασσα. Όχι. Αυτή η έλξη είναι προς τα… βόρεια… και δυτικά, ίσως. Στις όχθες του ποταμού;

Προσπαθώ να την εντοπίσω καλύτερα, μέσα στο μυαλό μου, νιώθοντας πως τεντώνω κάποιο αισθητήριο όργανο που πρωτύτερα δεν ήξερα καν ότι υπήρχε.

Ναι, κάπου βόρεια και δυτικά… Νομίζω πως ίσως να έχω βρει ασφαλές μέρος για τον Μακρινό Αδελφό μου. Και όχι μόνο αυτό: ίσως να έχω βρει δεύτερο – ευκολότερο – δρόμο για να φτάσω στον προορισμό μου.

[η ανάμνηση των δύο χτυπημένων πρακτόρων που κάποτε σκόπευα να ανακρίνω βυθίζεται μέσα σε ομίχλες· χάνεται τελείως]

Ο Μακρινός Αδελφός κάνει να πιεί νερό από τον ποταμό, και πετάγεται πίσω ουρλιάζοντας.

Γελάω. Η όψη του τον τρόμαξε.

 

 

Η Σανκάρλι’μορ επέστρεψε στην Κάρνατεβ χωρίς πάλι να τη σταματήσει κανένας στην πύλη. Ακόμα και μια τέτοια νυχτερινή ώρα, οι φρουροί σταματούσαν κάποιον μόνο όταν υπήρχε συγκεκριμένος, ή φανερός, λόγος. Η Σανκάρλι έμοιαζε απλώς με μια ταξιδιώτισσα, ή μια γυναίκα που ερχόταν από τις αγροικίες για κάποια δουλειά στην πόλη.

Καθώς βάδιζε στους δρόμους της Κάρνατεβ σκεφτόταν ότι στο σπίτι της δεν θα μπορούσε να επιστρέψει τόσο εύκολα – πράγμα που φάνταζε ειρωνικό. Οι πράκτορες που είχαν παρουσιαστεί πίσω της, επάνω στο ύψωμα, δεν ήξερε από πού την είχαν ακολουθήσει. Ίσως να την είχαν ακολουθήσει ακόμα κι από την πολυκατοικία της.

Όπως και νάχε, η Σανκάρλι σκόπευε ν’αλλάξει την αμφίεσή της και να πάει στο σπίτι της όταν τελικά ξημέρωνε, γιατί τα καταστήματα ρούχων ήταν κλειστά τέτοια ώρα – εκτός ίσως από κάποια πολύ συγκεκριμένα του υπόκοσμου· αλλά αυτά η Σανκάρλι δεν γνώριζε πού να τα βρει. Επομένως, πήγε σ’ένα μπαρ που διανυκτέρευε και κάθισε εκεί, σ’ένα γωνιακό τραπέζι, πίνοντας Σεργήλιο οίνο ενώ άκουγε μουσική από το μεγάλο ηχοσύστημα του μαγαζιού. Στο κέντρο της αίθουσας κάποιοι χόρευαν, πολλοί απ’αυτούς μισομεθυσμένοι, κι ορισμένοι τελείως μεθυσμένοι, παραπατώντας.

Η Σανκάρλι άναψε τσιγάρο και αναρωτήθηκε τι να είχε γίνει ο Φέκταρελ. Καθώς και ποιος ακριβώς να ήταν. Της είχε πει την αλήθεια σχετικά με τον Χάραλκιρ; Πραγματικά δεν τον γνώριζε; Τότε, γιατί είχε έρθει εδώ, στην Κάρνατεβ; Ποιος ο λόγος, αν όντως ήταν με τους Ζωντανούς-Νεκρούς; Οι Ζωντανοί-Νεκροί ήταν μισθοφόροι τους οποίους είχε προσλάβει ο Βασιληάς Ράνελμον, όπως της είχε γράψει ο Αβέρναλ στην επιστολή του· τι δουλειά μπορεί να είχε ένας απ’αυτούς στην Κάρνατεβ;

Πολύ παράξενο…

Ο Φέκταρελ έμοιαζε να αναζητά κάτι στα ορυχεία. Και η παρουσία εκείνου του μεταλλαγμένου στη βάρκα τού είχε κινήσει αμέσως το ενδιαφέρον. Γιατί; Ερευνούσε κι εκείνος την υπόθεση σχετικά με τη μόλυνση; Τον είχε, μήπως, στείλει ο Αβέρναλ στην Κάρνατεβ; Δεν της φαινόταν και πολύ λογικό αυτό, αλλά δεν το απέκλειε κιόλας.

Όμως δεν τελείωναν εδώ τα παράδοξα. Όταν οι δύο πράκτορες είχαν παρουσιαστεί… έτσι όπως είχε κινηθεί ο Φέκταρελ… έτσι όπως είχε πεταχτεί, κάνοντας τούμπα στη γη και χτυπώντας στα πόδια εκείνη τη γυναίκα… H αντίδρασή του ήταν τόσο γρήγορη που είχε κάνει τη Σανκάρλι να σαστίσει. Ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος να είναι τόσο γρήγορος; Τότε, όμως, δεν είχε χρόνο για σκέψεις· είχε αμέσως ρίξει μια ενεργειακή ριπή στον άλλο πράκτορα και είχε πηδήσει από το ύψωμα, τρέχοντας για να φύγει. Κι ο ίδιος ο Φέκταρελ, άλλωστε, νόμιζε πως της είχε φωνάξει να φύγει.

Αλλά τι έγινε μετά μαζί του;

Τον εγκατέλειψα!… Αισθανόταν άσχημα γι’αυτό. Μπορεί ο Φέκταρελ να είχε σκοτωθεί, μπορεί να είχε αιχμαλωτιστεί από τους μισθοφόρους που είχαν έρθει μετά στο ύψωμα… Βέβαια, κι εγώ να ήμουν μαζί του, δεν είμαι σίγουρη ότι θα μπορούσα να τον βοηθήσω… Επιπλέον, ένας άνθρωπος με τις δυνάμεις που είχε επιδείξει ο Φέκταρελ δεν πρέπει, λογικά, να είχε πρόβλημα να νικήσει και τους δύο πράκτορες και, ύστερα, να φύγει προτού πλησιάσουν οι μισθοφόροι… Μακάρι να είναι καλά. Την είχε βοηθήσει· χωρίς εκείνον, οι πράκτορες θα την είχαν πιάσει. Ίσως και να την είχαν σκοτώσει.

Ευτυχώς που δεν είδαν το πρόσωπό μου…

Τελείωσε τον Σεργήλιο οίνο και παράγγειλε μια κούπα τοπικό κρασί με αίμα φτερόλυκου (μερικές σταγόνες μόνο, φυσικά). Η σερβιτόρα – μοιάζοντας κατάκοπη από το ξενύχτη – της το έφερε δίχως καθυστέρηση. Και η Σανκάρλι αυτό το ήπιε πιο αργά, νιώθοντας να τη δυναμώνει καθώς οι νυχτερινές ώρες περνούσαν.

Θα ρωτήσω τον Χάραλκιρ, σκέφτηκε, με την πρώτη ευκαιρία. Θα τον ρωτήσω αν ξέρει τον Φέκταρελ. Κι αν γνωρίζει πως ο Φέκταρελ είναι εδώ.

Της είχε κινήσει την περιέργεια, για διάφορους λόγους. Τι είδους άνθρωπος ήταν; Τι γνώριζε για τις δραστηριότητες του Αρχισυγκλητικού; Πώς μπορούσε να κινείται τόσο γρήγορα;

Όταν ξημέρωσε και το μπαρ έκλεισε, η Σανκάρλι’μορ ήταν από τους τελευταίους πελάτες που βγήκαν. Πήγε στην Κεντρική Αγορά και επισκέφτηκε ένα κατάστημα ενδυμάτων. Αγόρασε μια καπαρντίνα εισαγμένη από Σεργήλη, ένα καπέλο, παντελόνι, και μπότες. Από ένα άλλο κατάστημα αγόρασε έναν σάκο. Πήγε σ’ένα σοκάκι της Κεντρικής Αγοράς όπου κανένας δεν την έβλεπε (ή, τουλάχιστον, έτσι ήλπιζε, έχοντας κοιτάξει προς όλες τις μεριές) και, βγάζοντας τα μαύρα μποτάκια και την κοντή κάπα της, φόρεσε το παντελόνι, τις καινούργιες μπότες, την καπαρντίνα, και το καπέλο. Έβαλε τα μποτάκια και την κάπα μέσα στον σάκο, και τον πήρε στον ώμο. Τράβηξε τα γυαλιά της (που δεν ήταν σκούρα τώρα αλλά σκούραιναν αν ήθελες, διαθέτοντας διακόπτη και μπαταρία γι’αυτή τη δουλειά) από μια θήκη στη ζώνη της και τα φόρεσε.

Βάδισε προς την πολυκατοικία της με προσοχή, αλλά χωρίς να δείχνει ότι περίμενε κάποιος να την παρακολουθεί.

Είχε πια βαρεθεί μ’αυτή την ιστορία. Το σκεφτόταν πολύ σοβαρά ν’αλλάξει σπίτι. Το πρόβλημα ήταν πως, εξαιτίας του ότι έκανε διάφορες τεχνολογικές δουλειές για να ζει, οι πράκτορες του Αρχισυγκλητικού δεν θ’αργούσαν πάλι να μάθουν πού έμενε. Κι επιπλέον, θα έκριναν πως η κίνησή της ν’αλλάξει κατοικία ήταν ύποπτη.

Αν είναι να εξαφανιστώ, πρέπει να εξαφανιστώ μόνιμα. Αλλά δε νόμιζε πως χρειαζόταν από τώρα να το κάνει αυτό.

Δεν είδαν το πρόσωπό μου.

Πλησίασε την εξώπορτα της πολυκατοικίας, βγάζοντας τα κλειδιά της.

*

Ο Άσλατμιρ και η Σέρυ δεν είδαν τη μάγισσα να μπαίνει στην πολυκατοικία της, όχι επειδή τους μπέρδεψε η μεταμφίεσή της, αλλά επειδή κι οι δυο τους κοιμόνταν εκείνη την ώρα, εξουθενωμένοι από τη νυχτερινή τους περιπέτεια.

Ο Άσλατμιρ δεν είχε ιδέα τι δαίμονας ήταν αυτός που είχαν συναντήσει, όμως σκόπευε να ζητήσει από τον Εύβουλο περισσότερα χρήματα. Δεν τους είχε πει ότι η μάγισσα είχε δαίμονες για συμμάχους!

Εκείνοι οι μισθοφόροι που είχαν έρθει στο ύψωμα και τους είχαν ξυπνήσει πρέπει, πάντως, να αναζητούσαν κάτι άλλο, και να νόμιζαν πως αυτό το κάτι άλλο ήταν που είχε επιτεθεί στον Άσλατμιρ και τη Σέρυ. Μάλλον ψάχνουν για κάποιον μολυσμένο που ξέφυγε από τα ορυχεία, είχε σκεφτεί ο Άσλατμιρ. Εξάλλου κι ο αρχηγός τους αυτό δεν μου είπε; Ότι δεν είναι δαίμονας αλλά μολυσμένος από επικίνδυνο ιό;

Η σύμπτωση ήταν, αναμφίβολα, στημένη απ’τις Λάμιες, όπως έλεγαν· όμως τους είχε εξυπηρετήσει καλά. Οι μισθοφόροι δεν είχαν έρθει στο ύψωμα επειδή είχαν ακούσει πυροβολισμούς αλλά επειδή κυνηγούσαν κάτι άλλο, επομένως δεν είχαν λόγο να υποπτευθούν εκείνους για τίποτα.

Ο Άσλατμιρ τώρα, καθώς κοιμόταν, ονειρευόταν αυτά τα γυαλιστερά μάτια που έμοιαζαν να εκπέμπουν το φως των φεγγαριών…

Κεφάλαιο Εικοστό-Όγδοο
«Αυτό Σημαίνει Πόλεμος!»

Απόγευμα έφυγαν από τη Μέρελκεβ, πετώντας, και βράδυ έφτασαν στη Νουσράκλη. Ο Σάρνεμπ καθόταν, φυσικά, στη θέση του πιλότου, και οδήγησε το ελικόπτερο στο ελικοδρόμιο επάνω σε μια από τις οροφές του βασιλικού παλατιού, αφού ζήτησε άδεια προσγείωσης.

Η Έρικα βγήκε πρώτη από το αεροσκάφος, και οι υπόλοιποι – ο Νικηφόρος ο Κολπατζής, η Ραβάσλι, ο Ραμπνάιλ, ο Σάμελκον’λι, ο Σάρνεμπ, και άλλοι δύο Ζωντανοί-Νεκροί – την ακολούθησαν.

Ένας φρουρός του παλατιού είχε ήδη πλησιάσει, και η Έρικα τον ρώτησε: «Θα μπορούσα να μιλήσω με τον Βασιληά; Ονομάζομαι Έρικα Σάλκερκοφ.»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε εκείνος. «Έχει δώσει διαταγή να τον ειδοποιήσουμε αμέσως μόλις επιστρέψετε.»

Η Έρικα στράφηκε στους άλλους και τους είπε να πάνε να ξεκουραστούν.

«Δε σκεφτόμασταν να κάνουμε τίποτ’ άλλο,» της αποκρίθηκε ο Νικηφόρος.

Η Έρικα ακολούθησε τον φρουρό μέσα στο βασιλικό παλάτι της Νουσράκλης, και σύντομα εκείνος είπε σε μια υπηρέτρια να ειδοποιήσει τον Βασιληά για την άφιξη της κυρίας Σάλκερκοφ. Μετά, ζήτησε από την Έρικα να περιμένει σε μια από τις μικρές αίθουσες του παλατιού, κι ένας υπηρέτης τής έφερε ένα ποτήρι κρύο κρασί.

Η Έρικα δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ· η υπηρέτρια στην οποία είχε μιλήσει ο φρουρός γρήγορα επέστρεψε και της είπε να έρθει στο γραφείο του Βασιληά, όπου ο Μεγαλειότατος θα τη συναντούσε. Η Έρικα ακολούθησε την υπηρέτρια και, διασχίζοντας διαδρόμους που ούτως ή άλλως γνώριζε, έφτασε μπροστά στην πόρτα του γραφείου, η οποία ήταν μισάνοιχτη.

Η υπηρέτρια χτύπησε. «Μεγαλειότατε;»

«Περάστε,» ακούστηκε η φωνή του Ράνελμον από μέσα· και, καθώς η υπηρέτρια παραμέριζε την πόρτα, η Έρικα μπήκε για να τον δει καθισμένο πίσω απ’το γραφείο του. Η Πρώτη Πριγκίπισσα Σεϊλίκρα βρισκόταν επίσης στο δωμάτιο, στεκόμενη πλάι στο παράθυρο, με μια κούπα στο χέρι και τυλιγμένη με μια ρόμπα όλο κεντήματα και δαντέλες.

«Έρικα,» είπε ο Ράνελμον. «Κάθισε.» Κι έγνεψε στην υπηρέτρια να φύγει, πράγμα που εκείνη έκανε αμέσως, υποκλινόμενη.

Η Έρικα κάθισε αντίκρυ στον Βασιληά των Γεφυρωμένων Νήσων. «Τον αφήσαμε στη Μέρελκεβ, Μεγαλειότατε. Στον Οίκ–»

Ο Ράνελμον ύψωσε το χέρι του. «Δε θέλω να ξέρω λεπτομέρειες. Όταν δεν ξέρω δεν μπορώ και να μιλήσω.»

«Δε θα πίστευα ποτέ ότι σκοπεύετε να προδώσετε τον Αβέρναλ…»

«Θα μπορούσα, ίσως, να μπω στον πειρασμό κάποτε, για κάποιον λόγο,» παραδέχτηκε ο Ράνελμον. «Πες μου μόνο: εκεί όπου βρίσκεται είναι ασφαλής;»

«Αρκετά ασφαλής, για την ώρα.»

«Τι σημαίνει αυτό;»

«Ότι δεν θα μπορούν να τον κρύβουν για πάντα. Αλλά για κάποιο καιρό δεν νομίζω να υπάρξει πρόβλημα.»

«Θα έχεις ξανά επαφή μαζί τους; Μαζί με τον Αβέρναλ;»

«Δεν αποκλείεται,» αποκρίθηκε η Έρικα. «Είναι γνωστοί μου άνθρωποι.»

Ο Ράνελμον ένευσε. «Χαίρομαι. Θέλω να είναι ασφαλής. Δε θέλω να πιστεύει ότι τον εγκατέλειψα.»

«Τουλάχιστον,» είπε η Πρώτη Πριγκίπισσα, «γλιτώσαμε τον κίνδυνο. Τώρα ο Αρχισυγκλητικός δεν έχει λόγο να ξαναστείλει δολοφόνους στο παλάτι μας.»

«Το εύχομαι…» αποκρίθηκε μουντά ο Ράνελμον, δίχως να στραφεί να κοιτάξει τη σύζυγό του.

Ο Εύβουλος… σκέφτηκε η Έρικα. Καθάρισε τον λαιμό της. «Εντοπίσατε τον Εύβουλο και τους Επιφανείς Κρανοφόρους, Μεγαλειότατε;» ρώτησε, περιμένοντας αρνητική απάντηση.

Και λαμβάνοντάς την. «Όχι,» αποκρίθηκε ο Ράνελμον. «Δυστυχώς. Και με ανησυχεί. Όταν ο Αρχισυγκλητικός μάθει τι συνέβη, ίσως να έχουμε πόλεμο…»

«Δε θα τολμήσει!» είπε, εμφατικά, η Σεϊλίκρα.

«Θα τολμήσει,» διαφώνησε ο Ράνελμον. «Τολμά πολλά, τελευταία. Έχει επιτεθεί–»

«Δεν έχει επιτεθεί σε μεγάλες πόλης! Ούτε σε μια ολόκληρη περιοχή σαν το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων!»

Ο Ράνελμον στράφηκε τώρα να την κοιτάξει. «Τα αεροχήματα τού προσφέρουν μεγάλο πλεονέκτημα. Και σίγουρα τού δώσαμε έναν πολύ καλό λόγο για πόλεμο – ειδικά αν έχει βλέψεις προς τα νησιά μας. Που νομίζω πως έχει.»

Η Σεϊλίκρα δεν μίλησε. Έκανε μερικά βήματα μέσα στο δωμάτιο, πίνοντας μια γουλιά από την κούπα της.

Ο Ράνελμον στράφηκε πάλι στην Έρικα. «Σ’ευχαριστώ,» της είπε. «Εκτός αν έχεις κάτι άλλο να μου αναφέρεις, μπορείς να πας να ξεκουραστείς.»

«Για την ώρα, δε νομίζω ότι υπάρχει τίποτε άλλο, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε η Έρικα και σηκώθηκε από την καρέκλα της. «Σας καληνυχτίζω, και εύχομαι αύριο να μας φέρουν τα πτώματα του Εύβουλου και των μισθοφόρων του.» Αλλά δεν το θεωρώ πιθανό. Οι Επιφανείς Κρανοφόροι ήταν πολύ ικανοί για να εντοπιστούν εύκολα· ίσως ήδη να βρίσκονταν στην Κάρνατεβ.

Ο Ράνελμον ένευσε χωρίς να μιλήσει, και η Έρικα έφυγε από το γραφείο του.

Πήγε εκεί όπου, μέσα στο βασιλικό παλάτι, φιλοξενούνταν οι Ζωντανοί-Νεκροί. Στο καθιστικό είδε την Ανρίθα-Νοθ να μιλά με την Ανταρλίδα’μορ. Δεν μπήκε· το προσπέρασε και πλησίασε το δωμάτιο του Ζαώρδιλ. Χτύπησε την πόρτα. Κανένας δεν απάντησε. Ξαναχτύπησε. Πάλι, τίποτα. Έσπρωξε την πόρτα για να δει αν ήταν κλειδωμένη. Δεν ήταν. Μπήκε στο δωμάτιο κι έριξε μια ματιά τριγύρω· αφουγκράστηκε μήπως ο Ζαώρδιλ βρισκόταν στο μπάνιο. Ο Σκοτωμένος, όμως, δεν ήταν πουθενά.

Η Έρικα έφυγε απ’το δωμάτιό του και πήγε στο καθιστικό.

Η Ανταρλίδα’μορ στράφηκε να την κοιτάξει χωρίς να μοιάζει ξαφνιασμένη. «Έρικα…» Πρέπει να είχε δει τον Νικηφόρο και τους άλλους που είχαν επιστρέψει.

«Πού είναι ο Ζαώρδιλ;»

«Δεν είναι στο δωμάτιό του;»

«Όχι.»

Η Ανρίθα-Νοθ είπε: «Δε μπορεί νάναι μακριά.» Και ρώτησε: «Όλα εντάξει με τον Αβέρναλ; Οι άλλοι δεν κάθισαν να μας πουν τίποτα…»

«Δεν παρουσιάστηκε κανένα πρόβλημα,» αποκρίθηκε η Έρικα.

«Πού τον έκρυψες;»

«Αυτό δεν χρειάζεται να το ξέρεις.» Η Έρικα δεν το είχε πει ούτε στον Νικηφόρο και τους άλλους. Όσο λιγότεροι το γνώριζαν τόσο το καλύτερο. Το είχε, όμως, πει στον Ρίβη και στον Ναλτάφιρ’χοκ, ώστε να προσφέρουν βοήθεια στον Αρνάλβες, του Οίκου της Βίηλ, σε περίπτωση που την είχε ανάγκη.

«Φοβάσαι ότι θα το μαρτυρήσω;»

Η Έρικα δεν της απάντησε· έφυγε απ’το καθιστικό βαδίζοντας πάλι ανάμεσα στα δωμάτια των Ζωντανών-Νεκρών. Πίσω της άκουσε την Ανρίθα να λέει κάτι, αλλά δεν κατάλαβε τι ακριβώς· πάντως, δεν πρέπει να ήταν κολακευτικό για το άτομό της.

Λίγο μ’ενδιαφέρει… Ήταν πολύ κουρασμένη, και το μόνο που ήθελε ήταν να βρει τον Ζαώρδιλ προτού πάει να ξεκουραστεί.

Λες η μάγισσα να ήξερε πού βρισκόταν;

Η Έρικα βάδισε προς το δωμάτιο της Φαίδρας’λι, κι όταν ήταν κοντά του, η πόρτα του άνοιξε και ο Ζαώρδιλ βγήκε.

Συνοφρυώθηκε, ξαφνιασμένος. «Επέστρεψες…»

«Δεν είδες τους άλλους; Τον Νικηφόρο, τη Ραβάσλι;»

Ο Ζαώρδιλ κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Ήμουν εδώ,» είπε κλείνοντας πίσω του την πόρτα της μάγισσας.

«Συμβαίνει κάτι;»

«Πάμε,» της είπε ο Ζαώρδιλ και, βάζοντας το χέρι του γύρω από τη μέση της, βάδισαν ανάμεσα στα δωμάτια, πηγαίνοντας προς το δικό του. Εκείνη αισθάνθηκε τον μαγικό της μανδύα να ανασαλεύει ανήσυχα επάνω της, σαν να ζήλευε το άγγιγμα του Σκοτωμένου.

«Τι συμβαίνει;» επέμεινε η Έρικα.

«Η μάγισσα είναι τσαντισμένη που δεν την αφήνω ακόμα να πάει στην Κάρνατεβ για να βρει τον Φέκταρελ. Αλλά τι να κάνω, Έρικα; Τη χρειάζομαι εδώ. Και ποιος είπε στον Φέκταρελ να φύγει; Δε μπορώ να τρέχω να τον κυνηγάω – όχι τώρα. Μάλιστα, ο Βασιληάς Ράνελμον φαίνεται να φοβάται ότι σύντομα θα γίνει πόλεμος· δε νομίζει ότι θα πιάσουμε τον Εύβουλο.»

«Μου το είπε κι εμένα, πριν από λίγο.»

«Έκρυψες τον Αβέρναλ στη Μέρελκεβ;»

«Ναι.»

«Πού; Στους ευπατρίδες;»

«Θα σου πω στο δωμάτιό σου. Και δε θέλω να το πεις σε κανέναν. Ούτε ο Νικηφόρος το ξέρει, ούτε η Ραβάσλι, ούτε κανένας. Ούτε καν ο Βασιληάς Ράνελμον.»

«Ζήτησε να το μάθει και αρνήθηκες να του το πεις;» απόρησε ο Ζαώρδιλ καθώς έφταναν έξω απ’το δωμάτιό του κι άνοιγε την πόρτα.

«Ακριβώς το ανάποδο,» αποκρίθηκε η Έρικα, καθώς έμπαιναν κι έκλεινε την πόρτα πίσω τους με το πόδι της. «Ήμουν έτοιμη να του το πω κι εκείνος με διέκοψε, λέγοντας πως δεν μπορεί να προδώσει τον Αβέρναλ αν δεν ξέρει πού κρύβεται.»

«Φοβάται ότι τα πράγματα θα εξελιχτούν τόσο άσχημα με τον Αρχισυγκλητικό;»

«Δεν ξέρω,» είπε η Έρικα, και κάθισε σε μια καρέκλα βγάζοντας τις μπότες της για να ξεμουδιάσει.

«Πού τον έκρυψες, λοιπόν, τον δημοσιογράφο;»

Η Έρικα τού είπε.

«Και μόνο εσύ κι εγώ το ξέρουμε;»

«Το ξέρουν κι οι άνθρωποί μου στη Μέρελκεβ,» αποκρίθηκε η Έρικα κουνώντας τα δάχτυλα των ποδιών της μέσα από τις λεπτές κάλτσες της. «Είσαι πρόθυμος να πολεμήσεις για τον Βασιληά Ράνελμον αν γίνει πόλεμος με την Κάρνατεβ;» ρώτησε αλλάζοντας θέμα.

«Γιατί όχι; Δεν έχουμε κανέναν καλύτερο εργοδότη για την ώρα. Ελπίζω να συμφωνεί και το δαιμονικό μυαλό σου.»

Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι στραβά, πολύ κουρασμένη για να σκεφτεί κάποια έξυπνη απάντηση.

*

Σφυρίζοντας, ο Αρχισυγκλητικός Βέργκεδελ κούρευε τα άνθη του κήπου του μ’ένα μεγάλο ψαλίδι. Δεν ήταν ότι δεν είχε κηπουρό για τον κήπο της βίλας του· είχε, όμως του άρεσε να περιποιείται τη βλάστηση μόνος του κάπου-κάπου. Τον χαλάρωνε, ύστερα από τόσα που είχε να αντιμετωπίζει στην πολιτική ζωή του. Κι ορισμένες φορές – όπως τώρα – όλα τα άσχημα μαζεύονταν το ένα κατόπιν του άλλου. Σήμερα το πρωί, του είχαν πει ότι ακόμα ένας μεταλλαγμένος είχε ξεφύγει από τους φρουρούς των ορυχείων. Δεν ήταν ο πρώτος, φυσικά· είχαν γίνει κι άλλες αποδράσεις· αλλά αυτός ο συγκεκριμένος τούς είχε φύγει μόλις τον έφεραν στην ξηρά. Είχε χτυπήσει και είχε σκοτώσει και, τελικά, είχε εξαφανιστεί μες στη νύχτα. Οι μισθοφόροι είχαν χάσει τα ίχνη του, αλλά υπέθεταν ότι ο μεταλλαγμένος πρέπει να τριγύριζε κάπου βόρεια της πόλης.

Όμως αυτό δεν ήταν το χειρότερο που είχε συμβεί. Ο Εύβουλος ακόμα δεν είχε επιστρέψει από την επίσκεψή του στη Νουσράκλη για να παραλάβει τον Αβέρναλ. Ακόμα! Και είχαν περάσει τέσσερις ολόκληρες ημέρες από τότε που είχε φύγει. Ναι, ήταν τέσσερις ακριβώς, σήμερα το απόγευμα που ο Βέργκεδελ κλάδευε τα άνθη στον κήπο του. Δε μπορεί ο Βασιληάς Ράνελμον να είχε κάνει τόσο καιρό να παραδώσει τον δημοσιογράφο στον Εύβουλο. Σίγουρα κάτι είχε γίνει. Κάτι απρόοπτο. Και το μόνο που είχε αποτρέψει τον Βέργκεδελ απ’το να στείλει ήδη μαντατοφόρο στον Ράνελμον ήταν το γεγονός ότι τις τελευταίες ημέρες είχε άλλες δουλειές με τη Σύγκλητο, εδώ, στην Κάρνατεβ· οι πολιτικοί αντίπαλοί του προσπαθούσαν να τον υπονομεύσουν με κάθε δυνατή ευκαιρία, παρά τα όσα είχε κάνει για την πόλη! Τα σκυλιά! Οι κατάσκοποι, πάντως, που ο Βέργκεδελ είχε στη Νουσράκλη τού είχαν αναφέρει πως είχαν δει το ελικόπτερο του Εύβουλου να προσγειώνεται κανονικά στο βασιλικό παλάτι της πρωτεύουσας του Βασιλείου των Γεφυρωμένων Νήσων και, μετά από κάποια ώρα, να απογειώνεται ξανά και να πετά προς τα βόρεια.

Επομένως, ο Ράνελμον δεν πρέπει να με πρόδωσε, σκέφτηκε ο Βέργκεδελ καθώς κοίταζε ένα άνθος και προσπαθούσε ν’αποφασίσει αν η δεξιά του μεριά ήθελε κλάδεμα ή όχι. Τι σκατά συνέβη; Αεροπειρατεία κατά την επιστροφή τους; (Υπήρχαν αεροπειρατές στον Ωκεανό, ήταν γνωστό, αν και όχι τόσοι όσοι πειρατές της θάλασσας, φυσικά.) Ή κάποια βλάβη, μήπως; Αναγκάστηκαν να προσγειωθούν σε κανένα νησί μέχρι να επισκευάσουν τη μηχανή του ελικοπτέρου; Ο Βέργκεδελ θεωρούσε το δεύτερο πιθανότερο από το πρώτο, αλλά ακόμα κι αυτό τού έμοιαζε, γενικά, λιγάκι περίεργο, γιατί το ελικόπτερο ήταν δικό του, και τα αεροσκάφη του φρόντιζε πάντα να τα ελέγχουν για άριστη κατάσταση πριν από κάθε μακρινή πτήση. Και το συγκεκριμένο ελικόπτερο δεν αποτελούσε εξαίρεση.

Από την άλλη, βέβαια, πάντα μπορεί να τύχει κάτι που δεν έχεις προβλέψει…

Ο Βέργκεδελ, όμως, εξακολουθούσε να έχει μια πολύ άσχημη αίσθηση για όλα τούτα.

Αποφάσισε να κουρέψει, τελικά, τη δεξιά μεριά του άνθους. Με μερικά χρατς χρατς χρατς του μεγάλου ψαλιδιού του, τα φύλλα που προεξείχαν άκομψα έπεσαν το ένα μετά το άλλο μπροστά στα γυμνά, πορφυρόδερμα πόδια του.

«Εντιμότατε,» άκουσε πίσω του μια γνώριμη φωνή – τη φωνή του Οικονόμου της βίλας του.

«Τι είναι, Ζαώρδιλ;» ρώτησε ο Βέργκεδελ στρεφόμενος ν’αντικρίσει τον πορφυρόδερμο άντρα που ήταν κανένα χρόνο μεγαλύτερος από τον ίδιο, με μακρύ καστανό μουστάκι και στρογγυλά γυαλιά. Τα μάτια του είχαν πρόβλημα, ειδικά τη νύχτα· αλλά το μυαλό του ήταν από τα πιο κοφτερά που είχε συναντήσει ο Βέργκεδελ.

«Ο κύριος Εύβουλος είναι εδώ, Εντιμότατε. Θέλει να σας μιλήσει.»

Επιτέλους! «Να με συναντήσει στο γραφείο μου. Αμέσως.»

Και βάδισε προς το εσωτερικό της βίλας του, ρίχνοντας το μεγάλο ψαλίδι στο χορτάρι. Ο πελώριος σκύλος του, ο Λυσσασμένος, σηκώθηκε από εκεί όπου ξάπλωνε τεμπέλικα και τον ακολούθησε.

Ο Εύβουλος συνάντησε τον Αρχισυγκλητικό της Κάρνατεβ στο γραφείο, όταν εκείνος είχε αλλάξει ρούχα και φορέσει ένα ζευγάρι γυαλιστερά δερμάτινα παπούτσια. Ο μισθοφόρος δεν ήταν το ίδιο καλοντυμένος· φορούσε ακόμα τα ρούχα με τα οποία είχε επιστρέψει στην πόλη, και ήταν σκονισμένα και βρόμικα.

«Με συγχωρείς για την αμφίεση, Άρχοντά μου–» άρχισε.

Αλλά ο Βέργκεδελ τον διέκοψε: «Τι συνέβη; Οι κατάσκοποί μου μου είπαν ότι το ελικόπτερο προσγειώθηκε κανονικά στη Νουσράκλη και μετά έφυγε επίσης κανονικά.»

«Πράγματι, έτσι έγινε,» αποκρίθηκε ο Εύβουλος. «Αλλά μας είχαν στήσει παγίδα.»

«Παγίδα;» Ο Βέργκεδελ, έχοντας γεμίσει δύο ποτήρια κρασί, του έδωσε το ένα. «Κάθισε, και πες μου.»

Ο Εύβουλος κάθισε μπροστά στο γραφείο του Αρχισυγκλητικού και ήπιε μια γουλιά από το ποτό. Ο Αρχισυγκλητικός κάθισε πίσω απ’το γραφείο, παρατηρώντας τον. Ο Λυσσασμένος, κουλουριασμένος στο πάτωμα, χασμουρήθηκε και έγλειψε τα χείλη του.

Ο Εύβουλος καθάρισε τον λαιμό του. «Μόλις είχαμε απογειωθεί από τη Νουσράκλη και πετούσαμε βόρεια, κάτι συνέβη στις μηχανές μας. Η πιλότος σου δεν ήξερε τι ακριβώς, ούτε κι εγώ μπορούσα να καταλάβω· αλλά ήταν σαμποτάζ, είμαι σίγουρος. Κάποιος σαμπόταρε το ελικόπτερό μας όσο βρισκόμασταν στο παλάτι του Ράνελμον. Αναγκαστήκαμε να προσγειωθούμε – να πέσουμε, ουσιαστικά – στην ακρογιάλια ενός μικρού νησιού βόρεια της Νουσράκλης. Ο Αβέρναλ έτρεξε, τότε, αμέσως να φύγει ενώ, συγχρόνως, μια μηχανοκίνητη βάρκα ήρθε προς το μέρος μας, κι αυτοί που ήταν επάνω άρχισαν να μας πυροβολούν. Παρίσταναν τους πειρατές μα δεν ήταν. Ο μάγος μου, ο Κάρχαμωντ’λι, αναγνώρισε έναν θεό τους τον οποίο έστρεψαν εναντίον μας. Ήταν ο θεός της μάγισσας των Ζωντανών-Νεκρών. Οι Ζωντανοί-Νεκροί βρίσκονταν μέσα στη βάρκα, Άρχοντά μου! Και καθώς ανταλλάσσαμε πυρά μαζί τους, ήρθαν και κάποιοι άλλοι να τους βοηθήσουν, ενώ ο Αβέρναλ είχε ήδη τρέξει μακριά μας. Υποχρεωθήκαμε να υποχωρήσουμε, προς το εσωτερικό του νησιού, που είναι γεμάτο βλάστηση – και, όπως διαπιστώσαμε, γεμάτο γρυλαίους. Δε νομίζω ότι ήταν τυχαίο που μας είχαν οδηγήσει σ’αυτό το καταραμένο νησί, Άρχοντά μου.» Ο Εύβουλος ήπιε ακόμα μια γουλιά κρασί.

Μετά είπε: «Τους Ζωντανούς-Νεκρούς, στην αρχή, δεν τους είδαμε καθόλου στο παλάτι του Ράνελμον. Τουλάχιστον, δεν είδα κανέναν που να αναγνωρίζω: τον αρχηγό τους, για παράδειγμα, τον Ζαώρδιλ τον Σκοτωμένο. Μόνο καθώς φεύγαμε έτυχε να συναντήσω δύο απ’αυτούς. Ήταν προμελετημένη παγίδα, Άρχοντά μου! Οι Ζωντανοί-Νεκροί μάς την είχαν στημένη. Ο Ράνελμον ήθελε να φανεί ότι χαθήκαμε πετώντας, προκειμένου να σώσει τον Αβέρναλ–»

«Και πού είναι ο Αβέρναλ τώρα;»

«Δυστυχώς, ο Ράνελμον τα κατάφερε: τον έσωσε. Δεν κατάφερε, όμως, και να μας σκοτώσει – πράγμα που ήταν, αναμφίβολα, μέσα στα σχέδιά του, ώστε να μην έρθουμε εδώ και να σου αναφέρουμε τι συνέβη, να μη μάθεις ποτέ τι έγινε.»

Η όψη του Βέργκεδελ είχε αγριέψει. Θα το μετανιώσει πολύ πικρά ο Βασιληάς Ράνελμον! σκέφτηκε. Ποιος νομίζει πως είναι, που θα κοροϊδέψει εμένα; Δεν ξέρει με τι δυνάμεις έχει να κάνει! Θα τσακίσω το γαμημένο του Βασίλειο! Χτύπησε τη γροθιά του πάνω στο γραφείο, οργισμένος. «Και πώς κατάφερες τελικά να ξεφύγεις, Εύβουλε; Δε σε κυνήγησαν;»

«Μέσα στο δάσος του νησιού, όχι. Ίσως να πίστευαν ότι θα μας αποτελείωναν οι γρυλαίοι, αλλά δεν το νομίζω, γιατί μας περίμεναν κιόλας. Ένα πλοίο – μηχανοκίνητο – περιφερόταν γύρω από το νησί, περιπολώντας. Κουρσάρικο, Άρχοντά μου, μα δεν είχα αμφιβολία ότι αυτοί οι κουρσάροι ήταν σύμμαχοι των Ζωντανών-Νεκρών. Μας παραφυλούσαν, περιμένοντας να προσπαθήσουμε να φύγουμε από το νησί ώστε να μας σκοτώσουν.»

«Δε μπορούσατε να επισκευάσετε το ελικόπτερο; Ήταν τελείως κατεστραμμένο;»

«Δε βρισκόταν καν στην ακρογιαλιά, όταν επιστρέψαμε εκεί. Οι Ζωντανοί-Νεκροί το είχαν πάρει. Προφανώς, ήξεραν καλά τι είχαν κάνει για να μπλοκάρουν τις μηχανές του, και δεν τους ήταν δύσκολο να το αντιστρέψουν. Επομένως, η μοναδική λύση ήταν να φτιάξουμε σχεδία για να φύγουμε. Όμως οι πειρατές που παραφυλούσαν θα μας έβλεπαν αμέσως και θα μας σκότωναν. Έπρεπε κάπως να τους αποφύγουμε, αν ήταν να γλιτώσουμε ζωντανοί: και τελικά σκέφτηκα πως το καλύτερο ήταν ένας αντιπερισπασμός. Φτιάξαμε δύο σχεδίες, και η μία ήταν δόλωμα. Τη βάλαμε να πλεύσει από μόνη της προς τα βόρεια, ενώ εμείς ανεβήκαμε γρήγορα στην άλλη και κατευθυνθήκαμε ανατολικά, ώστε να διασχίσουμε τη στενή λωρίδα θάλασσας που χωρίζει αυτό το μικρό νησί από το νησί της Νουσράκλης. Οι πειρατές κυνήγησαν πρώτα το δόλωμα, και σίγουρα κατάλαβαν τι συνέβαινε γιατί αμέσως μετά έτρεξαν να μας προφτάσουν. Και παραλίγο να τα καταφέρουν επάνω στο μηχανοκίνητο σκάφος τους. Προλάβαμε ίσα-ίσα να βγούμε στην ξηρά και να απομακρυνθούμε. Εκείνοι δεν βγήκαν να μας κυνηγήσουν, ακριβώς όπως το είχα υπολογίσει–»

Ο Βέργκεδελ συνοφρυώθηκε. «Γιατί;»

«Ήταν πειρατές, Άρχοντά μου.» Ο Εύβουλος ήπιε κρασί. «Πρέπει να είχαν κάνει κάποια συμφωνία με τους Ζωντανούς-Νεκρούς, όχι και με τους φύλακες του νησιού της Νουσράκλης. Φοβόνταν πως, αν μας καταδίωκαν επάνω στο νησί, αν εμπλέκονταν σε μάχη μαζί μας, θα είχαν κακά ξεμπερδέματα.»

«Ο Ράνελμον έβαλε βρομόσκυλα της θάλασσας να κάνουν τη δουλειά του, για να μη φανεί καθόλου το χέρι του πίσω από τούτη την προδοσία…» είπε ο Βέργκεδελ, με τα μάτια του να γυαλίζουν οργισμένα.

«Ακριβώς,» αποκρίθηκε ο Εύβουλος. «Και οι Ζωντανοί-Νεκροί φορούσαν όλοι κουκούλες όταν μας επιτέθηκαν. Όπως σου είπα, αν ο μάγος μου δεν αντιλαμβανόταν τον θεό της μάγισσάς τους, δεν θα ξέραμε ποιοι ήταν.»

«Τον έχει ξανασυναντήσει;»

«Φυσικά. Ο θεός του και ο θεός της έχουν συγκρουστεί και παλιότερα, πολύ μακριά από εδώ, στη δυτική Φεηνάρκια.» Ο Εύβουλος τελείωσε το κρασί του.

«Δε σας κυνήγησαν μετά, μέσα στο Βασίλειο;»

«Ασφαλώς και μας κυνήγησαν. Αλλά δεν ήταν εύκολο να μας βρουν. Κρυφτήκαμε, και φύγαμε απ’το νησί της Νουσράκλης, όχι μέσω της γέφυρας αλλά με μια βάρκα που κλέψαμε. Πήγαμε στη Μεσόνησο – το δεύτερο νησί μετά από το νησί της Νουσράκλης – κι εκεί περιμέναμε. Όταν ατενίσαμε ένα αρκετά μεγάλο ιστιοφόρο σ’ένα λιμάνι, περιμέναμε να δούμε προς τα πού θα κατευθυνόταν, ενώ ήμασταν σκαρφαλωμένοι σε κάτι ψηλούς βράχους βόρεια του λιμανιού. Το καράβι, τελικά, απέπλευσε με το σούρουπο, προς τα βόρεια. Μας συνέφεραν και τα δύο – και η ώρα της ημέρας και η κατεύθυνση. Μόλις περνούσε από κάτω μας, βγάλαμε τα όπλα μας και πηδήσαμε στο κατάστρωμά του. Δεν είχε καμια σπουδαία φύλαξη, και οι πολεμιστές μου έκαναν ο ένας για πέντε από τους αντιπάλους μας, εκτός του ότι είχαμε και τον δαίμονα του Κάρχαμωντ’λι για να μας βοηθά· δίχως δυσκολία καταλάβαμε το σκάφος και πρόσταξα τον καπετάνιο να μας πάει κατευθείαν, ολοταχώς, στην Κάρνατεβ. Δε θα τον πειράζαμε, του υποσχέθηκα, ούτε θα τον ληστεύαμε, αν μας έκανε αυτή τη χάρη. Αποδείχτηκε συνεργάσιμος, έτσι φτάσαμε σύντομα στην πόλη σου, Άρχοντά μου. Κι όταν ο καπετάνιος φύγει από εδώ (και δε νομίζω ν’αργήσει) ο Βασιληάς Ράνελμον αργά ή γρήγορα θα μάθει, μέσω των κατασκόπων του, τι συνέβη.»

«Δεν είπες στον καπετάνιο τ’όνομά σου…»

«Φυσικά και όχι, αλλά ο Ράνελμον και ο Ζαώρδιλ σίγουρα θα καταλάβουν ότι ήμουν εγώ.»

Ο Βέργκεδελ ένευσε, σκεπτικός, συμφωνώντας.

Μετά είπε: «Αυτό σημαίνει πόλεμος, Εύβουλε.»

«Καταλαβαίνω πως η προδοσία ήταν πολύ σοβαρή, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Εύβουλος, αν και υποπτευόταν πως ο Αρχισυγκλητικός απλώς περίμενε μια τέτοια ευκαιρία για να στείλει τα αεροχήματά του στο Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων. Τον είχε ακούσει και παλιότερα να ισχυρίζεται πως ήθελε να το κατακτήσει. Φαντάσου! έλεγε σε κάποιον από τους φίλους του. Η Κάρνατεβ να απλώνει τη δύναμή της σ’όλο τον Ωκεανό!

«Το κόλπο του Ράνελμον ήταν ύπουλο και προσβλητικό,» είπε ο Βέργκεδελ. «Δεν είχε ούτε καν το σθένος να αρνηθεί να μου παραδώσει τον Αβέρναλ!»

Ο Εύβουλος έμεινε σιωπηλός. Ήταν πολύ κουρασμένος για πολιτική συζήτηση.

«Αλλά δε νομίζω τώρα να συνεχίζει να τον κρύβει στο παλάτι του, γιατί θα φοβάται ότι θα το μάθω,» είπε ο Βέργκεδελ. «Κάπου αλλού πρέπει να τον έχει κρύψει…»

Ο Εύβουλος έβαλε το χέρι του σε μια μεγάλη τσέπη του. «Τώρα το θυμήθηκα, Άρχοντά μου. Προτού φύγουμε από τη Νουσράκλη, ο Βασιληάς Ράνελμον ήθελε να σου παραδώσω ένα μήνυμα.» Έτεινε προς το μέρος του Βέργκεδελ μια τυλιγμένη περγαμηνή.

«Το σκυλί…» μούγκρισε ο Αρχισυγκλητικός. «Είχε το θράσος;» Πήρε την περγαμηνή και, σπάζοντας τη σφραγίδα του Βασιληά των Γεφυρωμένων Νήσων, την ξετύλιξε. Διάβασε το περιεχόμενό της. Γέλασε, κουνώντας το κεφάλι. Ο Ράνελμον τού ζητούσε να μην κακομεταχειριστεί τον Αβέρναλ, να σκεφτεί ότι, ως δημοσιογράφος, έκανε μόνο τη δουλειά του, και ότι λογικό ήταν να φύγει από την Κάρνατεβ αφού τον είχαν κυνηγήσει. «Υποκριτής ώς το τέλος, ο Βασιληάς Ράνελμον!» Το μήνυμα ήταν, πραγματικά, αστείο. Θεατρικό. Ο Ράνελμον σίγουρα δεν περίμενε ότι θα το διάβαζα ποτέ, αλλά φοβόταν ότι ίσως – ίσως – να το διάβαζε ο Εύβουλος, έχοντας το θράσος να σπάσει τη σφραγίδα. «Τον περίμενες μέχρι να το γράψεις αυτό;»

«Ναι, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Εύβουλος. «Μας καθυστέρησε προκειμένου να συντάξει την επιστολή. Και νομίζω ότι–»

«–τότε έγινε το σαμποτάζ στις μηχανές του ελικόπτερου σας;»

«Ακριβώς.»

«Πολύ πιθανόν,» είπε ο Βέργκεδελ. «Αυτό το μήνυμα δεν λέει, ουσιαστικά, τίποτα. Ζητά μόνο να μη φερθώ πολύ άσχημα στον Αβέρναλ.»

«Ο Βασιληάς μού είπε ότι ήθελε να μιλήσει με κάποιον υπεύθυνο ακριβώς γι’αυτό το θέμα, Άρχοντά μου. Του αποκρίθηκα πως εγώ δεν βρισκόμουν στην αυλή του για να κάνω τέτοιες διαπραγματεύσεις, αλλά μόνο για να παραλάβω τον συκοφάντη–»

«Και πολύ σωστά αποκρίθηκες.»

«Έτσι, ο Βασιληάς μού ζήτησε να περιμένω μέχρι να συντάξει μια επιστολή την οποία θα έπρεπε να σας παραδώσω. Και δεν είχα, φυσικά, άλλη επιλογή απ’το να υπακούσω. Όταν η επιστολή ήταν έτοιμη, μου την έδωσε, και μαζί και τον Αβέρναλ.»

«Ο Βασιληάς Ράνελμον παίζει πολύ επικίνδυνα παιχνίδια,» είπε ο Βέργκεδελ, και πέταξε την περγαμηνή μπροστά στον Λυσσασμένο, ο οποίος την κοίταξε με επιφύλαξη, σαν να ήταν κάτι το δηλητηριώδες. «Επικίνδυνα για τον εαυτό του. Κανένας δεν χλευάζει έτσι τη δύναμη της Κάρνατεβ! Τι νομίζει πως είμαστε – κάποιο από τα νησάκια που περιτριγυρίζουν το Βασίλειό του;»

Θα έχουμε πόλεμο, λοιπόν, σκέφτηκε ο Εύβουλος – όχι δυσαρεστημένα. Περισσότερα χρήματα για εμάς, και μια καλή ευκαιρία να συναντήσουμε ξανά τον Ζαώρδιλ τον Σκοτωμένο και τους ανθρώπους του. Διότι, σε περίπτωση πολέμου, ο Εύβουλος υποπτευόταν πως ο Βασιληάς Ράνελμον θα προσλάμβανε τους Ζωντανούς-Νεκρούς, αφού ώς τώρα έμοιαζαν να τον έχουν υπηρετήσει καλά, και στις απάτες του και ως προστάτες του παλατιού του κατά των Θηριόπνευστων Αδελφών.

«Άρχοντά μου,» είπε ο Εύβουλος, «μετά χαράς θα κάνουμε τον Βασιληά Ράνελμον και τον Ζαώρδιλ τον Σκοτωμένο να πληρώσουν με αίμα για την απάτη που έστησαν εναντίον μας.»

Ο Αρχισυγκλητικός ένευσε. «Ακριβώς αυτό περιμένω από εσάς, Εύβουλε. Ακριβώς αυτό.» Και πατώντας ένα πλήκτρο επάνω στο τηλεπικοινωνιακό σύστημα του γραφείου του κάλεσε τον Φερλίμον, τον Πολέμαρχο της Κάρνατεβ, ενώ σκεφτόταν: Έχουμε πολλά σχέδια να κάνουμε. Δεν ανησυχούσε για την απόφαση της Συγκλήτου. Οι περισσότεροι Συγκλητικοί τον υποστήριζαν, και θα ψήφιζαν υπέρ του πολέμου· ήταν βέβαιος. Εξάλλου, πολλοί εποφθαλμιούσαν το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων, και τη ναυτική υπεροχή – εμπορική και πολεμική – που θα τους έδινε μέσα στον Ωκεανό.

«Βέργκεδελ;» ακούστηκε η φωνή του Πολέμαρχου μέσα από το μεγάφωνο του τηλεπικοινωνιακού-πληροφοριακού συστήματος.

«Ναι, εγώ είμαι, Φερλίμον,» αποκρίθηκε ο Αρχισυγκλητικός. «Θα ήθελα να έρθεις στη βίλα μου, αμέσως. Έχουμε εξελίξεις, με τον… φίλο μας, τον Βασιληά Ράνελμον.»

Κεφάλαιο Εικοστό-Ένατο
Το Εύπλαστο Τοπίο, και το Στόμα του Δαίμονα

Όταν είχε ξημερώσει για τα καλά, ο μεταλλαγμένος άντρας άνοιξε τα μάτια του, ξυπνώντας πίσω από τους βράχους όπου είχε κοιμηθεί. Ανασηκώθηκε και κοίταξε γύρω του με στενεμένα μάτια, σαν να περίμενε ότι κίνδυνος πιθανώς να παραμόνευε κοντά του.

Ο Φέκταρελ ήταν καθισμένος λίγο παραπέρα, στην όχθη του ποταμού Δάλρωθ. Σηκώθηκε από τη θέση του και πλησίασε τον μεταλλαγμένο. «Είσαι καλά;»

Εκείνος έγνεψε καταφατικά, αμίλητα. Ακόμα τον κοίταζε σα να ήταν θεός.

«Είσαι ξεκούραστος;» τον ρώτησε ο Φέκταρελ.

«Θα τρέξουμε κι άλλο;» Χτες, μες στη νύχτα, είχαν τρέξει περίπου τόσα χιλιόμετρα όσα μπορεί ένας άνθρωπος να διασχίσει, οδοιπορώντας κανονικά, σε μία ημέρα.

Ο Φέκταρελ ατένισε τους τόπους γύρω τους. «Δε νομίζω να χρειαστεί.» Κανένας δεν φαινόταν να τους αναζητά, εδώ που είχαν έρθει.

«Τι μου συμβαίνει;» ρώτησε ο μεταλλαγμένος, με την απόγνωση έκδηλη στο πρόσωπό του. «Τι με αρρώστησε;»

Ο Φέκταρελ τον κοίταξε βουβά για λίγο, μέσα απ’την κουκούλα της κάπας του. «Δεν ξέρω,» είπε τελικά.

«Τότε, γιατί…;»

«Γιατί σε βοήθησα;»

Ο μεταλλαγμένος κατένευσε.

«Δεν ξέρω,» είπε πάλι ο Φέκταρελ. «Σ’αισθάνομαι σαν αδελφό μου. Εσύ δεν γνωρίζεις τι σου συμβαίνει;»

«Το αέριο… Το αέριο πρέπει να ήταν…»

«Ποιο αέριο;»

«Το ιπταέριο. Με έκαιγε, από μέσα. Έκαιγε το στήθος μου.» Άγγιξε το στήθος του μ’ένα χέρι όλο μακριά, γαμψά νύχια. Τα ρούχα του ήταν κουρελιασμένα, κι από τις τρύπες τους φαινόταν πορφυρό δέρμα σαν ραγισμένη γη, αλλά σκληρό, αναμφίβολα σκληρότερο από ενός φυσιολογικού ανθρώπου. «Και… πονούσα… Είχα ζαλιστεί… Οι άλλοι με άρπαξαν, με ακινητοποίησαν – πρέπει να χτυπιόμουν… Μου έκαναν κάποια ένεση, νομίζω… Ήμουν μπερδεμένος. Μ’έβγαλαν από τα ορυχεία, με πήγαν επάνω, και… αισθάνθηκα ότι κάτι είχε τελειώσει, είχε ολοκληρωθεί, κι έπρεπε να αντιδράσω… Τώρα έβλεπα πιο καθαρά, κι αισθανόμουν δυνατός, και… αντέδρασα. Έσπασα τα δεσμά μου, τους χτύπησα. Έτρεξα. Όταν με βρήκαν, ήρθες και με βοήθησες…» Σταμάτησε ατενίζοντας τον Φέκταρελ. «Ποιος είσαι;»

«Αυτό προσπαθώ να ανακαλύψω κι εγώ.»

«Ήσουν κάποτε στα ορυχεία κι εσύ;»

«Όχι,» είπε ο Φέκταρελ. «Ποτέ δεν έχω μπει στα ορυχεία. Εσύ τι δουλειά έκανες εκεί;»

«Μισθοφόρος. Φρουρός. Και μετά… πρέπει να εισέπνευσα το αέριο…»

«Οι άλλοι δεν το εισέπνευσαν;»

«Δεν ξέρω…» Ο μεταλλαγμένος σηκώθηκε όρθιος. «Δεν ξέρω από τέτοια.»

Τα μάτια του Φέκταρελ γυάλισαν μέσα απ’την κουκούλα του. «Θα βρούμε απαντήσεις. Υπάρχουν κι άλλοι σαν εσένα–»

«Το ξέρω. Μολυσμένοι.» Κοίταξε τα κέρατα που προεξείχαν από τους ώμους του, πρώτα το αριστερό, μετά το δεξί. «Θεοί…» έκρωξε, απεγνωσμένα. «Αυτό, στο τέλος, θα με σκοτώσει… Δεν είναι μόνο έξω μου· είναι… είναι και μέσα μου…»

Ο Φέκταρελ τον κοίταξε με ενδιαφέρον. «Μέσα σου; Τι είναι μέσα σου;»

«Μια… οργή. Έχω… Δεν είμαι όπως παλιά… Έχω αλλάξει – όχι μόνο εξωτερικά. Ίσως να μην έπρεπε να είσαι κοντά μου!»

Ο Φέκταρελ γέλασε. «Νομίζεις ότι κινδυνεύω από εσένα;»

Το βλέμμα του μεταλλαγμένου έγινε επιφυλακτικό. Έκανε ένα βήμα πίσω, σα να φοβόταν ότι είχε προσβάλει κάποιον δαιμονικό θεό. «Με συγχωρείς…»

«Πώς σε λένε;» τον ρώτησε ο Φέκταρελ, προσπαθώντας να γίνει πιο φιλικός.

«Έχει σημασία πως με έλεγαν;»

«Βρες ένα άλλο όνομα, τότε. Εμένα μπορείς να μ’αποκαλείς Φέκταρελ.»

Ο μεταλλαγμένος έσκυψε το κεφάλι, γονατίζοντας στο ένα γόνατο. «Είσαι ο θεός μου.»

«Μη λες ανοησίες!» γρύλισε ο Φέκταρελ. «Δεν είμαι θεός. Προσπαθώ απλώς να βρω απαντήσεις. Θα ταξιδέψω βόρεια τώρα – όχι μακριά, νομίζω. Αν θέλεις μπορείς να μ’ακολουθήσεις· η επιλογή δική σου.» Και στρέφοντας την πλάτη του στον μεταλλαγμένο ξεκίνησε να βαδίζει προς τα βόρεια.

Πίσω του – με τρομαχτικά διευρυμένες αισθήσεις – τον άκουσε να έρχεται, αισθάνθηκε τις δονήσεις που έκαναν τα πόδια του επάνω στη γη.

«Δεν έχω πού αλλού να πάω, Φέκταρελ. Αν γυρίσω θα με κυνηγήσουν. Θα… δεν ξέρω τι θα μου κάνουν.»

«Ποιο είναι τώρα το όνομά σου, λοιπόν;»

Ο μεταλλαγμένος έμεινε σιωπηλός, μην ξέροντας τι να απαντήσει.

Ο Φέκταρελ σταμάτησε να βαδίζει. Έβγαλε την κάπα του και του την έδωσε. Ο μεταλλαγμένος την κοίταξε παραξενεμένος. «Φόρεσέ την,» του είπε ο Φέκταρελ. «Αλλιώς, μπορεί κάποιος να σε δει από μακριά.» Ο μεταλλαγμένος, καταλαβαίνοντας τον κίνδυνο, αμέσως υπάκουσε. Φόρεσε τη μαύρη κάπα και σήκωσε την κουκούλα. Οι ώμοι του, ακόμα κι έτσι, φαίνονταν αφύσικα ψηλοί, εξαιτίας των κεράτων που φύτρωναν εκεί· αλλά αυτό δεν μπορούσε να αποφευχθεί, και δεν υπήρχε καμια καλύτερη μεταμφίεση για την ώρα.

«Εντάξει,» είπε ο Φέκταρελ. «Δε θα πάμε μέσα σε καμια πόλη ή χωριό. Υποθέτω.»

Ο μεταλλαγμένος έμοιαζε ανήσυχος.

«Δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος τώρα,» τον διαβεβαίωσε ο Φέκταρελ, αρχίζοντας πάλι να βαδίζει, ενώ είχε το νου του στον ορίζοντα για πιθανά σημάδια καταδίωξης. Τα μάτια του, νόμιζε κάπου-κάπου, ήταν σχεδόν σαν κιάλια που είχαν δεχτεί Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως από τη Φαίδρα.

Φαίδρα… Η θύμησή της τον στενοχωρούσε. Θα την έβλεπε, άραγε, ποτέ ξανά;

Φαίδρα…

«Αλλαγμένος,» είπε, σε κάποια στιγμή, το κουκουλωμένο τέρας πλάι του.

Ο Φέκταρελ στράφηκε να το κοιτάξει, συνοφρυωμένος.

«Το καινούργιο μου όνομα,» εξήγησε ο μεταλλαγμένος. «‘Αλλαγμένος’ θα είναι. Τι άλλο;»

«Αυτό το όνομα,» αποκρίθηκε ο Φέκταρελ, «θα μπορούσε να ταιριάξει σε πολλούς.» Και τα λόγια του φάνηκαν να βάζουν σε σκέψεις τον μεταλλαγμένο.

*

Αυτή τη φορά βάδισαν χωρίς να βιάζονται, χωρίς να τρέχουν, ακολουθώντας την έλξη που ο Φέκταρελ αισθανόταν προς τα βόρεια και προς τα δυτικά. Ένας δυνατός άνεμος είχε σηκωθεί, ερχόμενος από τον βορρά, ψυχρός μέσα στο καλοκαίρι, φέρνοντας τις οσμές του ποταμού, των χόρτων, των δέντρων, του χώματος. Πουλιά πετούσαν ανήσυχα στους ουρανούς, κρώζοντας, φτεροκοπώντας.

Οι τόποι όπου οδοιπορούσαν ο Φέκταρελ και ο μεταλλαγμένος ήταν ερημικοί: μακριά από χωριά και υποστατικά. Σε κάποια στιγμή αντίκρισαν τρεις λυκόχοιρους, αλλά τα θηρία δεν τους ζύγωσαν· έφυγαν τρέχοντας, για ν’απομακρυνθούν απ’αυτούς, σα να τους είχαν φοβηθεί. Παράτησαν ακόμα και το θήραμά τους: το σκοτωμένο αγριοκάτσικο που μασουλούσαν.

Απόμακρα, λίγο προτού φτάσουν στον προορισμό τους, ο Φέκταρελ και ο μεταλλαγμένος είδαν έναν έμπορο με δυο άμαξες να κατευθύνεται νότια. Τη μία άμαξα την τραβούσαν δύο γεροδεμένα άλογα, την άλλη ένας τριχωτός ελέφαντας – μαύρη τρίχα στα πλάγια, λευκή στη ράχη· η προβοσκίδα του προεξείχε σαν κουρασμένο μαστίγιο, κάνοντας πέρα-δώθε.

Ήταν μεσημέρι όταν, τελικά, σταμάτησαν μπροστά στο στόμιο της σπηλιάς, και δεν βρίσκονταν και τόσο κοντά στις όχθες του ποταμού Δάλρωθ πλέον, παρότι ο Φέκταρελ μπορούσε να τον οσμιστεί από εδώ – όπως και πολλά άλλα πράγματα. Ολόκληρο το τοπίο είχε μια οσφραντική υφή για εκείνον.

«Τι είναι τούτο το μέρος;» ρώτησε ο μεταλλαγμένος.

«Θα μάθουμε.» Ο Φέκταρελ μπήκε στη σπηλιά, και διαπίστωσε ότι τα μάτια του έβλεπαν σχεδόν τόσο καλά στο σκοτάδι της όσο και στο φως απέξω. «Βλέπεις εσύ εδώ μέσα;»

«Είναι πολύ σκοτεινά…» αποκρίθηκε ο μεταλλαγμένος, που τον είχε ακολουθήσει. «Γιατί μπαίνουμε εδώ; Τι θέλουμε εδώ;»

«Να βρούμε απαντήσεις.»

Ο μεταλλαγμένος κατέβασε την κουκούλα του, παραμέρισε την κάπα από τα κέρατα στους ώμους του, ελευθερώνοντάς τα.

Ο Φέκταρελ βάδισε αφουγκραζόμενος και τρυπώντας τα σκοτάδια εύκολα με τα μάτια του.

«Δε βλέπω τίποτα,» του ψιθύρισε ο μεταλλαγμένος, αγγίζοντας τον ώμο του. Δεν ερχόταν πια το παραμικρό φως από το στόμιο της σπηλιάς· είχαν προχωρήσει αρκετά βαθιά. Κατέβαιναν. Σταλαγμίτες και σταλακτίτες υπήρχαν γύρω τους.

«Ακολούθησέ με,» είπε μονάχα ο Φέκταρελ. Η έλξη που αισθανόταν ερχόταν από ακόμα πιο βαθιά. Και όσο πιο πολύ προς αυτήν βάδιζε, τόσο πιο πολύ ένιωθε σαν να βρισκόταν στο φυσικό του περιβάλλον. Πράγμα που ήταν, το λιγότερο, παράξενο. Δεν θυμόταν ποτέ στη ζωή του να του άρεσαν τα σπήλαια. Είχε δίκιο ο Αθάνατος; Είμαι γιος του Ταρνατάρ’σακ; Πώς είναι δυνατόν;…

Προχώρησε βαθύτερα, κατεβαίνοντας επικίνδυνα υπόγεια περάσματα, επικλινή, γλιστερά. Με τον μεταλλαγμένο πάντα πίσω ή δίπλα του, να έχει ένα νυχάτο χέρι στον ώμο του, σιωπηλός, φοβισμένος.

«Κάτι… κάτι είναι εδώ, Φέκταρελ,» είπε. «Το νιώθεις;»

«Ναι.»

Μια παρουσία. Παντού γύρω τους.

«Νομίζω πως, ό,τι κι αν είναι, το αναγνωρίζω…» είπε ο μεταλλαγμένος.

Κι εγώ. «Τι αναγνωρίζεις;»

«Σαν… να είναι δικό μου.»

«Συγγένεια. Κάποια βαθιά συγγένεια;»

«Ναι,» είπε ο μεταλλαγμένος.

Κι εγώ. Ο Ταρνατάρ’σακ, άραγε; Ήταν ο Ταρνατάρ’σακ;

Κατέβηκαν κι άλλο, και βρίσκονταν σε πολύ βαθιά μέρη τώρα. Σ’έναν κόσμο κάτω από τον κόσμο της επιφάνειας. Ο Φέκταρελ είδε παραδίπλα έναν πελώριο μύκητα να έχει στραμμένες τις αποφύσεις του προς τη μεριά τους, σαν να προσπαθούσε να αναγνωρίσει το είδος τους. Αλλά ο μύκητας δεν ήταν το πιο παράξενο πράγμα σ’ετούτο το μέρος. Ο Φέκταρελ νόμιζε ότι αισθανόταν γύρω του την υπόγεια γεωγραφία ως κάτι το εύπλαστο. Παραισθήσεις; Ζάλη; Δεν το νόμιζε. Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε ένα τοίχωμα: και η αίσθηση του εύπλαστου έγινε ακόμα μεγαλύτερη.

Απομάκρυνε το χέρι του, τρομαγμένος.

Θυμήθηκε τον Βέρκαμωντ, τον λήσταρχο. Μπορούσε να μεταβάλλει την υπόγεια γεωγραφία κατά βούληση. Όταν οι Ζωντανοί-Νεκροί είχαν εισβάλει στο άντρο του στα βουνά, τα περάσματα έμοιαζαν συνεχώς ν’αλλάζουν.

«Γιατί σταματήσαμε;» ρώτησε ο μεταλλαγμένος. Και προτού ο Φέκταρελ προλάβει ν’απαντήσει: «Ένα φως!»

Πράγματι. Ένα φως διακρινόταν από απόσταση, ανάμεσα από σταλαγμίτες, σταλακτίτες, και υπόγεια βλάστηση. Ενεργειακό φως. Δεν προερχόταν από λάμπα λαδιού, ούτε από δαυλό.

Ο Φέκταρελ τράβηξε το σπαθί του. Δεν εμπιστευόταν τα πυροβόλα όπλα εδώ κάτω· υπήρχε κίνδυνος κατολίσθησης. Ωστόσο είχε κατά νου και το πιστόλι στη ζώνη του· μπορεί να χρειαζόταν.

Αφουγκράστηκε, και βήματα ήρθαν στ’αφτιά του. Αισθάνθηκε τις δονήσεις στο έδαφος, από τα ίδια βήματα. Απόρησε που δεν τα είχε αισθανθεί ώς τώρα· ήταν απρόσεχτος.

«Ποιος είναι εκεί;» φώναξε, και η φωνή του αντήχησε μέσα στα υπόγεια.

Αυτός που κρατούσε την ενεργειακή λάμπα φάνηκε να πλησιάζει, κι ένα αφύσικο – αφύσικο για το υπόγειο τοπίο – ρούφηγμα αέρα ακούστηκε. Μια παρουσία ήρθε προς τον Φέκταρελ και τον μεταλλαγμένο. Ο Φέκταρελ μπορούσε να την αντιληφτεί από τις δονήσεις που προκαλούσε. Ένας δαιμονικός θεός!

«Πίσω!» φώναξε κραδαίνοντας το σπαθί του. «Μείνε πίσω!» Και, ενστικτωδώς, άγγιξε έναν σταλαγμίτη πλάι του ο οποίος ήταν χοντρός σαν τον κορμό ενός πολύ χοντρού δέντρου. Ο Φέκταρελ τον αισθάνθηκε εύπλαστο κάτω από την παλάμη του, κι αισθάνθηκε επίσης ότι αυτή ήταν μια ιδιότητα που απλωνόταν και γύρω από τον σταλαγμίτη, προς κάθε κατεύθυνση. Ολόκληρο το σπήλαιο ήταν εύπλαστο! Ήταν κάτι που μπορούσε να το μεταχειριστεί – με μια νοητική κίνηση.

Και ο Φέκταρελ πραγματοποίησε αυτή τη νοητική κίνηση.

Τα πάντα άλλαξαν θέση: η οροφή ανασάλεψε, το έδαφος έκανε σκαμπανεβάσματα, τα τοιχώματα έδωσαν διαφορετικούς σχηματισμούς στους χώρους που περιέκλειαν, οι σταλαγμίτες και οι σταλακτίτες δημιούργησαν αδιαπέραστα δάση στο διάβα του δαιμονικού θεού που ερχόταν ρουφώντας αέρα. Ωστόσο, ο Φέκταρελ αντιλαμβανόταν πως υπήρχαν και κάποια όρια σ’αυτή του τη δύναμη· δεν μπορούσε να δώσει στο υπόγειο τοπίο οποιαδήποτε μορφή επιθυμούσε: έπρεπε να διατηρεί τη συνοχή του, ώστε τα πάντα, στο τέλος, να παραμείνουν ίδια αλλά με άλλο σχήμα. Τόσο παράξενη ήταν τούτη η έννοια που το λογικό μέρος του μυαλού του αδυνατούσε να την κατανοήσει πλήρως. (Έχω γίνει σαν τη Φαίδρα; – μια φευγαλέα σκέψη μονάχα – Είναι αυτό που κάνω σαν αυτά που βλέπει η Φαίδρα;)

Η μεταλλαγή του υπόγειου τοπίου, όμως, δεν ήταν αρκετή για να σταματήσει τον δαιμονικό θεό. Ενώ το ενεργειακό φως πίσω του είχε πάψει να κινείται, εκείνος συνέχισε να έρχεται προς τον Φέκταρελ: και γρήγορα έφτασε κοντά του, ρουφώντας τον αέρα γύρω του, κάνοντας τον να ζαλίζεται. Ο Φέκταρελ προσπάθησε να χτυπήσει τον δαίμονα με το σπαθί του, μα δεν μπορείς να χτυπήσεις με ατσάλι κάτι το άυλο. Ο μεταλλαγμένος δίπλα του γρύλισε, εξαγριωμένα. «Τι είν’ αυτό; Τι είν’ αυτό, Φέκταρελ;»

«Ποιοι είστε;» αντήχησε μια φωνή από το βάθος, από εκεί όπου φαινόταν το ενεργειακό φως· και η επίθεση του δαιμονικού θεού απρόσμενα σταμάτησε, αλλά η παρουσία του δεν απομακρύνθηκε. Ο Φέκταρελ τον άκουγε να ρουφά αέρα όπως ένας σωλήνας, ή ένα πελώριο φριχτό στόμα που απειλούσε να τον ρουφήξει κι αυτόν.

«Ποιοι είστε;» επανέλαβε η φωνή, αντηχώντας μες στα υπόγεια. Αντρική και, μάλλον, όχι νεανική.

«Ερχόμαστε αναζητώντας,» αποκρίθηκε ο Φέκταρελ. «Ποια η σχέση σου με τον Ταρνατάρ’σακ;»

Το φως πλησίασε, και τώρα η σκιώδης μορφή που το κρατούσε έγινε πιο ευδιάκριτη. Από τον λαιμό της κρεμόταν ένας γυαλιστερός λίθος. «Ποια η δική σας σχέση με τον Ταρνατάρ’σακ;»

«Είσαι ιερέας του;»

Ο άγνωστος γέλασε. «Όχι, δεν είμαι ιερέας του. Αλλά υποπτεύομαι ότι εσείς ίσως να είστε. Ή ο ένας από τους δυο σας, τουλάχιστον. Βλέπετε μέσα στο σκοτάδι χωρίς φως… αλλάζετε τη μορφή του υπόγειου τοπίου…» Στο τελευταίο έδωσε – μάλλον εσκεμμένα – ιδιαίτερη έμφαση, σαν να τον ενδιέφερε πολύ και να ήθελε να τους κάνει να καταλάβουν ότι τον ενδιέφερε πολύ.

«Πρώτη φορά μού συμβαίνει…» άρθρωσε ο Φέκταρελ, σαστισμένος, υποπτευόμενος ότι ο άντρας αντίκρυ του ήταν μάγος-Δεσμοφύλακας και ότι ο δαίμονας που ρουφούσε αέρα ήταν φυλακισμένος από αυτόν.

«Σου συμβαίνει;» Ο μάγος ήρθε ακόμα πιο κοντά, λούζοντάς τους μέσα στο φως της ενεργειακής λάμπας του. Ήταν πορφυρόδερμος, αλλά με δέρμα τόσο σκούρο κόκκινο που μπορούσες να το μπερδέψεις και με μαύρο. Ξερακιανός. Με άγρια γκρίζα μούσια και μαλλιά. «Τι είσαι; Γιατί ήρθες εδώ;»

«Σου είπα: ήρθα αναζητώντας. Εσύ δεν καταλαβαίνω τι κάνεις εδώ, μάγε!»

Ο μάγος δεν απάντησε· κοίταξε τον μεταλλαγμένο που βρισκόταν λίγο πιο πίσω από τον Φέκταρελ. «Και τι είσαι εσύ;» είπε. «Τέρας;»

Ο μεταλλαγμένος γρύλισε κι έμοιαζε έτοιμος να χιμήσει. Ο Φέκταρελ, υψώνοντας το χέρι, του έκανε νόημα να μην κινηθεί. «Δε νομίζω πως έχουμε δουλειά μαζί σου,» είπε στον μάγο.

«Εγώ, όμως, το νομίζω,» αποκρίθηκε εκείνος.

Ο Φέκταρελ συνοφρυώθηκε.

«Θέλω να μάθω πώς άλλαξες το υπόγειο τοπίο,» δήλωσε ο μάγος.

«Δε μπορώ να σου πω. Απλώς το άλλαξα.»

«Έχεις κάποια σύνδεση με τον Ταρνατάρ’σακ…» είπε ο μάγος σα να μονολογούσε· και ρώτησε: «Τι ήρθες ν’ανακαλύψεις εδώ;»

Ο Φέκταρελ δίστασε ν’αποκριθεί. Δεν τον εμπιστευόταν.

«Απάντησέ μου, ανόητε! Ίσως μπορώ να σε βοηθήσω.»

«Θέλω να μάθω τι μου συμβαίνει…»

«Κι αυτό το τέρας;»

«Δεν είναι ‘τέρας’! Είναι άνθρωπος που έχει επηρεαστεί από κάποια μόλυνση στα Ορυχεία Ιπταερίου–»

«Μόλυνση;» Ο μάγος φάνηκε παραξενεμένος.

«Πρώτη φορά το ακούς; Πόσο καιρό βρίσκεσαι εδώ κάτω;»

«Τι μόλυνση είναι αυτή; Και γιατί ο μολυσμένος βρίσκεται μαζί σου;»

«Τον αισθάνομαι… σαν συγγενή μου.»

«Η μόλυνση έχει σχέση με τον Ταρνατάρ’σακ;» ρώτησε ο μάγος.

«Δεν ξέρω. Αλλά εσύ ακόμα δεν μου είπες τι κάνεις εδώ.»

«Θέλω αυτό που έχεις.»

Ο Φέκταρελ συνοφρυώθηκε ξανά, μπερδεμένος.

«Τη δύναμη να μεταβάλλεις το υπόγειο τοπίο,» εξήγησε ο μάγος, και ο δαίμονας ξεχύθηκε καταπάνω στον Φέκταρελ και στον μεταλλαγμένο. Ορμητικά, με δύναμη, όχι όπως πριν. Και, συγχρόνως, ακουγόταν και κάτι ακόμα: πλατσουρίσματα επάνω σε νερό, παρότι πουθενά γύρω δεν υπήρχε νερό – άλλη μια δαιμονική παρουσία!

Ο Φέκταρελ αισθάνθηκε τον θεό του μάγου να τον τραβά προς κάποιο αόρατο άνοιγμα, ρουφώντας αέρα βίαια· αρπάχτηκε από έναν βράχο, παλεύοντας να ξεφύγει, αλλά η δύναμη του θεού ήταν πολύ μεγάλη: ο Φέκταρελ έχασε τη λαβή του πάνω στην πέτρα,

πέφτοντας

πέφτοντας

πέφτοντας–

Είδε ένα ζευγάρι στενά, εφιαλτικά μάτια, κι ένα πελώριο στόμα, σαν αλλοιώσεις του ίδιου του ενεργειακού φωτός, του σκοταδιού, και του υπόγειου τοπίου–

Και το στόμα τον κατάπιε.

Κεφάλαιο Τριακοστό
Μαγική Έρευνα, Πληρωμές, και Προκαταβολές

Αφού επέστρεψε στο σπίτι της ύστερα από τη νυχτερινή περιπέτεια με τον μυστηριώδη άντρα που ονομαζόταν Φέκταρελ και τους πράκτορες του Αρχισυγκλητικού, η Σανκάρλι κοιμήθηκε για κάμποσες ώρες, μη μπορώντας να κάνει τίποτε άλλο, κουρασμένη καθώς ήταν. Όταν ξύπνησε, το μεσημέρι είχε περάσει και η κοιλιά της γουργούριζε.

Και είχε πονοκέφαλο. Νόμιζε πως κάποιος περνούσε ένα καρφί από τον αυχένα της προς το μέτωπό της, γαμώ τις Λάμιες, γαμώ.

Χρησιμοποιώντας τον τηλεπικοινωνιακό δίαυλο του σπιτιού της, παράγγειλε να της φέρουν φαγητό από ένα τοπικό εστιατόριο που την ήξεραν, και μετά πήγε στο μπάνιο κι έκανε ένα γρήγορο ντους, διώχνοντας από πάνω της τον ιδρώτα της χτεσινής περιπέτειας και του ύπνου. Η ζέστη σήμερα ήταν πάλι δυνατή· δυνατότερη από χτες, νόμιζε η Σανκάρλι.

Καθώς έβγαινε από το μπάνιο, τυλίγοντας μια πετσέτα γύρω της, άκουσε το κουδούνι της εξώπορτας να χτυπά. Δεν άργησαν να έρθουν, σκέφτηκε, ενώ συγχρόνως συνειδητοποιούσε πως, με το ντους, ο πονοκέφαλος τής είχε περάσει. Πλησίασε την πόρτα και κοίταξε, με επιφύλαξη, από το ματάκι, γιατί είχε δεκάδες λόγους για να είναι προσεχτική. Στο κατώφλι της, όμως, δεν ήταν άλλη από την κοπέλα που πήγαινε τα φαγητά σ’όσους έμεναν γύρω απ’το εστιατόριο. Η Σανκάρλι τής άνοιξε, τη χαιρέτησε (δεν ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε), την πλήρωσε, και πήρε το χάρτινο κουτί με το φαγητό.

Έχοντάς το στα χέρια, πήγε κοντά στο μηχανικό σύστημα το οποίο παρακολουθούσε το υπόγειο κάτω από το Πρώτο Νοσοκομείο μέσω του οπτικοακουστικού κοριού που η ίδια η Σανκάρλι είχε φυτέψει εκεί. Η οθόνη δεν έδειχνε τώρα κανέναν στο υπόγειο· μονάχα σκοτάδι φαινόταν. Αλλά και η Ζαρμάντλι ή ο Νικόλαος’νιρ να ήταν εκεί, ποια θα ήταν η διαφορά; αναρωτήθηκε η Σανκάρλι. Ούτε η γιατρός ούτε ο Βιοσκόπος έδειχναν ικανοί να ανακαλύψουν τίποτα. Ο ιός που μόλυνε τους ανθρώπους των Ορυχείων Ιπταερίου ήταν πέρα από τις γνώσεις τους.

Η Σανκάρλι θα κοίταζε και τη μνήμη του συστήματος, βέβαια· ίσως να είχε καταγράψει κάτι σημαντικό όσο εκείνη κοιμόταν ή έλειπε από το σπίτι της. Αλλά τώρα δεν ήταν ώρα γι’αυτό· είχε άλλη δουλειά να κάνει. Μια δουλειά τεχνικής φύσης που είχε αναλάβει για έναν εργοδότη, την οποία δεν μπορούσε να καθυστερήσει. Χρειαζόταν, άλλωστε, χρήματα· δεν ζούσε στην Κάρνατεβ τρώγοντας αέρα και δεδομένα πληροφοριακών συστημάτων. Ούτε πλούσια ήταν. Πέρα από τούτο το διαμέρισμα δεν είχε κανένα άλλο ακίνητο· και πέρα από το άλογό της δεν είχε κανένα άλλο μεταφορικό μέσο· ενώ ο τραπεζικός της λογαριασμός, αν και όχι μικρός, ούτε τεράστιος ήταν.

Προτού, όμως, πιάσει δουλειά ήθελε να ασφαλίσει τα δεδομένα που είχε κλέψει από τη βάση των Ορυχείων Ιπταερίου. Παίρνοντας τη συσκευή αποθήκευσης στο χέρι της, την ένωσε μ’ένα μηχανικό σύστημα μικρότερο από αυτό που παρακολουθούσε το υπόγειο του Πρώτου Νοσοκομείο, και πέρασε όλα τα δεδομένα – φωτογραφίες και πληροφορίες παρμένες από το σύστημα της βάσης – εκεί. Αποσύνδεσε τη συσκευή και, ενώ έτρωγε, άρχισε να δουλεύει για τον εργοδότη της. Ήταν κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να παραδώσει αύριο: το τελείωμα των σχεδίων των εσωτερικών κυκλωμάτων για ένα μεταβαλλόμενο σκάφος – ένα υδροπλάνο που, με τη χρήση Ξορκιού Μηχανικής Μεταβλητότητος, μπορούσε να μεταμορφωθεί σε ελικόπτερο. Η βιομηχανία Ευγενείς Τροχοί θα το πουλούσε.

Η Σανκάρλι’μορ δούλεψε όλο το απόγευμα και το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας, και ολοκλήρωσε τα σχέδια. Δύο φορές άκουσε τον τηλεπικοινωνιακό της δίαυλο να κουδουνίζει, αλλά, βλέποντας στη μικρή οθόνη του ποιοι καλούσαν, δεν απάντησε – δεν ήταν τίποτα το επείγον, σίγουρα. Καμια ώρα μετά τα μεσάνυχτα, αποθήκευσε τα σχέδια των κυκλωμάτων μηχανικής μεταβλητότητας μέσα σε μια μικρή συσκευή και πήγε για ύπνο.

Συνειδητοποίησε ότι ακόμα με την πετσέτα τυλιγμένη γύρω της ήταν· η δουλειά την είχε απορροφήσει τόσο που ούτε να ντυθεί δεν είχε σκεφτεί. Ξετύλιξε τώρα την πετσέτα από πάνω της και ξάπλωσε στο άστρωτο κρεβάτι. Ο ύπνος την πήρε γρήγορα.

Ονειρεύτηκε τον Αβέρναλ να μιλά μ’έναν μαυρόδερμο άντρα που τα μάτια του γυάλιζαν σαν φεγγάρια, και είδε τον Χάραλκιρ να στέκεται πίσω από τον πάγκο του με τα συντρίμμια, έξω από την πύλη της Αρένας.

Δεν ξύπνησε πολύ πρωί, όμως ούτε και μετά το μεσημέρι. Αισθανόταν λιγάκι μουδιασμένη καθώς σηκωνόταν αλλά ήταν βέβαιη ότι σύντομα θα της περνούσε. Άνοιξε τον ραδιοφωνικό δέκτη της και, ενώ πλενόταν, ντυνόταν, κι έφτιαχνε πρωινό (τσάι, ψητή λυκόγλωσσα, και μέλι), άκουγε τα νέα που έλεγε ο σταθμός Ευγενής Πόλη, παρότι ήξερε πως ήταν καθαρή προπαγάνδα του Αρχισυγκλητικού τα περισσότερα από αυτά. Μέσα στην οθόνη του μηχανικού της συστήματος που παρακολουθούσε το υπόγειο του Πρώτου Νοσοκομείου, είδε τη Ζαρμάντλι και τον Νικόλαο’νιρ να κάνουν κάποιο πείραμα με μια δεμένη γυναίκα μολυσμένη από τον ιό, παραμορφωμένη, με ραγισμένο γαλανό δέρμα (μάλλον εξωδιαστασιακή· ίσως πρώην Παντοκρατορική· πιθανώς δούλα), κέρατα στους ώμους, και κοκκινωπά μάτια. Το θέαμα ήταν αηδιαστικό, έτσι η Σανκάρλι δεν συνέχισε να κοιτάζει για πολύ. Έπρεπε, ούτως ή άλλως, να φύγει σύντομα, να πάει στον εργοδότη της τα σχέδια που είχε ολοκληρώσει τη νύχτα.

Και αναρωτιόταν πώς να βγει από την πολυκατοικία. Προχτές, οι πράκτορες του Αρχισυγκλητικού την είχαν, κάπως, ακολουθήσει παρότι είχε χρησιμοποιήσει τη μεταμφίεση που θεωρούσε καλύτερη μέχρι στιγμής.

Γιατί να τους κρυφτώ τώρα, όμως; Πηγαίνω απλά να παραδώσω μια δουλειά που έχω κάνει.

Ή μήπως όχι;

Ήθελε να βρει και τον Φέκταρελ. Αν ήταν μέσα στην πόλη, ήθελε να τον εντοπίσει. Και καλύτερα να το επιχειρούσε νωρίς, που ακόμα θυμόταν αρκετά καλά την όψη του μέσα από την κουκούλα. Δεν είχε καμια φωτογραφία του για να χρησιμοποιήσει αργότερα σε συνδυασμό με το Ξόρκι Ανιχνεύσεως.

Αλλά, όπως και νάχει, καλύτερα να μην ξέρει ο Αρχισυγκλητικός πότε μπαίνω και πότε βγαίνω. Αυτοί οι πράκτορες, προχτές τη νύχτα, ίσως να ήθελαν ακόμα και να με σκοτώσουν.

Πώς θα έφευγε, όμως, έτσι ώστε να είναι σίγουρη ότι θα τους ξεγελούσε; Είχε αρχίσει να μην εμπιστεύεται τις μεταμφιέσεις της…

Το σκέφτηκε για λίγο, καθώς τελείωνε το πρωινό της, και πήρε μια απόφαση.

Η κατάσταση παραέχει αρχίσει να γίνεται εξωφρενική… συλλογίστηκε.

Όταν τελικά βγήκε από το διαμέρισμά της, κατέβηκε στο ισόγειο της πολυκατοικίας και πήγε σ’ένα μικρό δωμάτιο στην πίσω μεριά, όπου οι καθαριστές άφηναν τα σύνεργά τους. Υπήρχε ένα παλιό παράθυρο εδώ, αν δεν έκανε λάθος. Και, όντως, δεν έκανε λάθος. Ανάβοντας τον μικρό φακό του ρολογιού της, ώστε να το δει καθαρά μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, πλησίασε το παράθυρο, άνοιξε τα παντζούρια του, και πατώντας στο περβάζι βγήκε σ’ένα σοκάκι πίσω από την πολυκατοικία. Έκλεισε πάλι τα παντζούρια και έφυγε.

Φορούσε απλά, καλοκαιρινά ρούχα: ένα αμάνικο φόρεμα, δερμάτινα παπούτσια, και μια φαρδιά ζώνη. Στο κεφάλι της είχε ένα πλατύγυρο καπέλο και στα μάτια της ένα ζευγάρι σκούρα γυαλιά. Στον ώμο της ήταν ένας πέτσινος σάκος.

Πήγε στον στάβλο και πήρε το άλογό της. Το καβάλησε και, διασχίζοντας τους πολύβοους δρόμους της Κάρνατεβ, βγήκε από την Κεντρική Αγορά κι έφτασε στο Βορειοανατολικό Τέταρτο της πόλης, όπως ονομαζόταν η ευρύτερη περιοχή ανάμεσα στη Μεγάλη Λεωφόρο, στο βόρειο τείχος, και στην Οδό του Γέροντα: η περιοχή μέσα στην οποία βρισκόταν η Αρένα, και η βιομηχανία Ευγενείς Τροχοί. Στη δεύτερη ήταν που η Σανκάρλι κατευθύνθηκε· ή, μάλλον, σ’ένα οικοδόμημα πλάι στη βιομηχανία: το μέρος όπου οι διευθυντές της είχαν τα γραφεία τους. Αφιππεύοντας, έδεσε το άλογό της σε μια μεταλλική στήλη, και μπήκε στο χτίριο.

Μετά από μισή ώρα περίπου, βγήκε πάλι έχοντας παραδώσει τα σχέδια των κυκλωμάτων στον εργοδότη της κι έχοντας λάβει μια επιταγή για 150Ε. Πολλά χρήματα, αλλά οι Τεχνομαθείς μάγοι ήταν λίγοι στην Κάρνατεβ. Η Σανκάρλι θα πληρωνόταν περισσότερο, μάλιστα, αν η οικονομική κατάσταση ήταν καλύτερη· όμως, μετά τη διάλυση της Συμπαντικής Παντοκρατορίας, η οικονομία είχε τρανταχτεί άσχημα όχι μόνο στη Φεηνάρκια αλλά και παντού στο Γνωστό Σύμπαν, απ’ό,τι είχε ακούσει από διαστασιακούς ταξιδευτές. Η ίδια δεν είχε ποτέ της φύγει από τη Φεηνάρκια, παρότι η καταγωγή της δεν ήταν από εδώ: οι γονείς της είχαν κάποτε έρθει από τη Βίηλ.

Η Σανκάρλι πήρε το άλογό της και πήγε σ’ένα υποκατάστημα του Χρηματικού Οίκου της Κάρνατεβ. Δίνοντας την επιταγή σ’έναν υπάλληλο, ζήτησε τα εκατό-πενήντα ευγενή να μεταφερθούν στον λογαριασμό της και να της δοθούν και πενήντα τώρα – όχι όλα σε μεγάλα χαρτονομίσματα.

Με τα χρήματα στο πορτοφόλι της, η Σανκάρλι’μορ βγήκε από την τράπεζα και, ύστερα από λίγο βάδισμα, τραβώντας το άλογό της από τα γκέμια, μπήκε σ’ένα σοκάκι. Βεβαιώθηκε ότι κανένας δεν την παρακολουθούσε, και έβγαλε το καπέλο και τα γυαλιά της, πήρε από τον σάκο της μια διπλωμένη καλοκαιρινή κάπα, και την έριξε στους ώμους της. Σήκωσε την κουκούλα στο κεφάλι, δήθεν για να προστατεύεται από τον δυνατό μεσημεριανό ήλιο.

Πάτησε ένα κουμπί επάνω στο ρολόι της αδειάζοντας την οθόνη του από αριθμούς και σύμβολα, κάνοντάς την σαν καθρέφτη, και μουρμούρισε ένα Ξόρκι Ανιχνεύσεως με την όψη του Φέκταρελ σταθερά στο μυαλό της. Τίποτα δεν εμφανίστηκε επάνω στην οθόνη του ρολογιού: καμία κόκκινη κουκίδα. Ο Φέκταρελ, αν ήταν στην πόλη, βρισκόταν πέρα από τη μαγική εμβέλεια ανίχνευσης της Σανκάρλι. Πράγμα που δεν εξέπληξε τη μάγισσα: η Κάρνατεβ δεν ήταν καθόλου μικρή.

Βγήκε απ’το σοκάκι (όχι από την ίδια μεριά όπου είχε μπει), καβάλησε το άλογό της, και συνέχισε την αναζήτησή της για τον Φέκταρελ μέσα στους δρόμους της μεγάλης πόλης, μουρμουρίζοντας ξανά το Ξόρκι Ανιχνεύσεως όποτε χρειαζόταν και κοιτάζοντας την κενή οθόνη του ρολογιού της.

Έτσι πέρασε ολόκληρο το μεσημέρι και το απόγευμα (με μια μικρή διακοπή για φαγητό σε μια ταβέρνα), κι όταν η νύχτα ήρθε, η Σανκάρλι είχε περιπλανηθεί πια σχεδόν παντού μέσα στην Κάρνατεβ και ήταν βέβαιη ότι ο Φέκταρελ δεν βρισκόταν εδώ. Ή, τουλάχιστον, όσο βέβαιη μπορούσε να είναι. Γιατί ίσως, για κάποιο λόγο, να της κρυβόταν, να μην είχε τη δυνατότητα να τον εντοπίσει. Δεν ανήκε, εξάλλου, στο τάγμα των Διαλογιστών. Αν και γνώριζε αρκετά καλά το Ξόρκι Ανιχνεύσεως, δεν ήταν ένα ξόρκι που αποτελούσε ειδικότητα του τάγματος των Τεχνομαθών.

Η Σανκάρλι είχε προ πολλού αφήσει το άλογό της σ’έναν στάβλο (όχι τον συνηθισμένο της, έναν άλλο, αποφασίζοντας να τον αποφύγει για λόγους ασφάλειας αυτή τη φορά) και επέστρεψε στην πολυκατοικία της από την είσοδο, κανονικά, όχι από το παλιό πίσω παράθυρο, νιώθοντας κουρασμένη και ζαλισμένη από τη συνεχή χρήση του Ξορκιού Ανιχνεύσεως.

Καλύτερα να είχα πάει να μιλήσω στον Χάραλκιρ…

*

Αρκετές ώρες προτού η μάγισσα επιστρέψει στο σπίτι της, ενώ ήταν ακόμα απόγευμα, ο Άσλατμιρ και η Σέρυ δέχτηκαν μια επίσκεψη στο νοικιασμένο τους διαμέρισμα. Ο Εύβουλος ήρθε να τους συναντήσει, αφού μίλησε τηλεπικοινωνιακά μαζί τους για να μάθει πού βρίσκονταν. Δεν ήταν μόνος του, φυσικά· είχε φέρει και δυο Επιφανείς Κρανοφόρους, αλλά το μόνο που έκαναν ήταν να στέκονται κοντά στην έξοδο του διαμερίσματος.

«Τι στα κωλομέρια της Λάμιας κάνετε τόσες ημέρες;» ρώτησε. «Τόσο δύσκολο είναι να τη βγάλετε απ’τη μέση; Μη νομίζετε ότι επειδή αργείτε θα πάρετε περισσότερα χρήματα!»

«Δεν αργούμε επίτηδες!» αντιγύρισε ο Άσλατμιρ. «Έλα κι ο ίδιος να δεις τη δουλειά μας, άμα θες!» Έδειξε προς το υπνοδωμάτιο. «Παρακολουθούμε ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει από την πολυκατοικία της· και μία φορά, μάλιστα, παραλίγο να τη σκοτώσουμε–»

«Ναι, μου το είπες – κατά τύχη.»

«Δεν αναφέρομαι σ’αυτό το περιστατικό. –Αλλά, πρώτα, έλα μαζί μου.»

Ο Εύβουλος ακολούθησε τον Άσλατμιρ και τη Σέρυ στο υπνοδωμάτιο, και ο Γελαστός Άρχοντας τού έδειξε τις φωτογραφίες που ήταν καρφιτσωμένες στον τοίχο. «Όπως βλέπεις, δεν καθόμαστε κοιτάζοντας το ταβάνι,» τόνισε· και μετά του μίλησε για την παρακολούθηση της μάγισσας έξω από την πόλη, κοντά στη βάση των Ορυχείων Ιπταερίου.

Ο Εύβουλος τα άκουσε όλα με ενδιαφέρον. «Το ήξερα πως κάποιος μολυσμένος ξέφυγε από τους φρουρούς, αλλά εσείς…» Σταμάτησε να μιλά, σκεπτικός.

«Ποιος μολυσμένος;» ρώτησε ο Άσλατμιρ.

Ο Εύβουλος τού είπε τι είχε συμβεί, και πρόσθεσε: «Οι φρουροί της βάσης πρέπει να νόμιζαν ότι σας επιτέθηκε φεύγοντας.»

«Μάλλον,» ένευσε ο Άσλατμιρ, καταλαβαίνοντας. «Αλλά αυτός που ήταν μαζί με τη μάγισσα δεν ήταν μολυσμένος, Εύβουλε. Ήταν δαίμονας–»

«Δε μπορεί…» κούνησε το κεφάλι ο Εύβουλος.

«Τότε τι ήταν; Έπρεπε να τον είχες δει! Κινιόταν απίστ–»

«Έπρεπε να τους είχατε σκοτώσει και τους δύο από πίσω, όταν είχατε την ευκαιρία.»

«Δεν ήμασταν βέβαιοι ότι ήταν η μάγισσα–»

«Ήσασταν, όμως, σχεδόν βέβαιοι. Καλύτερα να τους είχατε σκοτώσει!»

«Προτείνεις ν’αρχίσουμε να σκοτώνουμε όποια νομίζουμε πως μπορεί να είναι η Σανκάρλι’μορ;» είπε ο Άσλατμιρ.

Ο Εύβουλος αναστέναξε. «Αυτή αποκλείεται να ήταν κάποια άλλη…» αποκρίθηκε, και στράφηκε στο παράθυρο του υπνοδωματίου, απ’το οποίο ο Άσλατμιρ και η Σέρυ παρακολουθούσαν την είσοδο της πολυκατοικίας της μάγισσας. Ένα ζευγάρι κιάλια ήταν αφημένα πάνω στο περβάζι.

«Ποιος μπορεί να ήταν ο δαίμονας;» τον ρώτησε ο Άσλατμιρ.

«Πού θες να ξέρω;»

«Δεν έχεις καμια πληροφορία;»

«Καμία,» τον διαβεβαίωσε ο Εύβουλος στρεφόμενος ξανά να κοιτάξει εκείνον και τη Σέρυ.

«Αν είναι να τον ξαναντιμετωπίσουμε, χρειαζόμαστε–»

«Φροντίστε να πεθάνει η μάγισσα. Αυτό θέλω μόνο. Γι’αυτό σάς πληρώνω. Αν δεν μπορείτε να το κάνετε, θα βρω κάποιον άλλο ν’αναλάβει τη δουλειά.»

«Θα τη σκοτώσουμε,» είπε ο Άσλατμιρ. «Αλλά αυτός ο δαίμονας με ανησυχεί.»

«Δεν έχω ξανακούσει η Σανκάρλι’μορ να συναναστρέφεται δαίμονες,» είπε ο Εύβουλος. «Δεν είναι καν του τάγματος των Δεσμοφυλάκων… Ίσως να είχατε, τελικά, παρακολουθήσει λάθος γυναίκα εκείνη τη νύχτα.»

Ο Άσλατμιρ σκέφτηκε: Δεν το νομίζω· αλλά δεν μίλησε.

Ο Εύβουλος είπε: «Φροντίστε να τελειώσει αυτή η ιστορία όσο πιο γρήγορα γίνεται. Η Κάρνατεβ προετοιμάζεται για πόλεμο, και δε χρειαζόμαστε μέσα στην πόλη ανθρώπους που μπορεί να υπονομεύουν την εξουσία.»

«Πόλεμο;» έκανε ο Άσλατμιρ. «Με ποιον;» Έτσι όπως είχε μιλήσει ο Εύβουλος, του είχε δώσει την εντύπωση πως επρόκειτο για κάτι σοβαρό. Κάτι πιο σοβαρό, τουλάχιστον, από όλες τις υπόλοιπες κατακτήσεις του Αρχισυγκλητικού με τη βοήθεια των αεροχημάτων.

«Με το Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων,» αποκρίθηκε ο Εύβουλος και, στρεφόμενος, βγήκε απ’το υπνοδωμάτιο και βάδισε προς την έξοδο του διαμερίσματος.

«Τι;» έκανε ο Άσλατμιρ ακολουθώντας τον. «Γιατί;»

«Ο Βασιληάς Ράνελμον φέρθηκε εχθρικά προς την Κάρνατεβ. Πρόσφερε άσυλο στον Αβέρναλ, τον συκοφάντη, και μετά, παριστάνοντας πως ήταν πρόθυμος να τον παραδώσει στον Αρχισυγκλητικό, μας έπαιξε ύπουλο παιχνίδι. Παραλίγο να με σκοτώσει όταν πήγα να παραλάβω τον Αβέρναλ. Έβαλε τους Ζωντανούς-Νεκρούς να κάνουν τη βρομοδουλειά του, μεταμφιεσμένοι.»

«Οι Ζωντανοί-Νεκροί;… Οι ίδιοι πού–;»

«Ναι, οι μισθοφόροι του Ζαώρδιλ του Σκοτωμένου – ο οποίος θα φροντίσω, σύντομα, να μοιάσει στο παρωνύμιό του.

»Εσύ, όμως, έχε το νου σου στη μάγισσα. Αυτή είναι η δουλειά σου.»

«Χρειαζόμαστε κάποια λεφτά προτού συνεχίσουμε,» του είπε η Σέρυ, προτού ο Εύβουλος ανοίξει την εξώπορτα και φύγει.

Εκείνος την κοίταξε κάπως ξαφνιασμένος. Και ρώτησε τον Άσλατμιρ: «Η γυναίκα σου τώρα κάνει τις διαπραγματεύσεις;»

«Δεν είμαι ‘η γυναίκα του’!» γρύλισε η Σέρυ ατενίζοντάς τον οργισμένα. «Και παραλίγο να σκοτωθούμε κι οι δύο προχτές! Δέχτηκα μια σφαίρα στο πόδι!» Έδειξε τον επίδεσμο στη δεξιά της κνήμη ο οποίος φαινόταν άνετα κάτω από το κοντό παντελόνι της που έφτανε ώς τα γόνατα.

«Δεν έχετε μάθει η δουλειά σας νάναι επικίνδυνη;» ρώτησε ο Εύβουλος. «Νόμιζα ότι αυτό που κάνετε είναι να σκοτώνετε ανθρώπους· κι αυτό, συνήθως, φημολογείται πως είν–»

«Η αλήθεια είναι πως μας χρειάζονται κάποια χρήματα,» τον διέκοψε ο Άσλατμιρ. «Αυτό εδώ το διαμέρισμα το νοικιάζουμε, και έχουμε κι άλλα τρέχοντα έξοδα.»

«Σας έδωσα εκατό ευγενή ως προκαταβολή!»

«Δώσε μας άλλα πενήντα.»

Τα μάτια του Εύβουλου στένεψαν.

«Αφαίρεσέ τα από την πληρωμή μας,» είπε ο Άσλατμιρ. «Δε ζητώ να μας πληρώσεις παραπάνω – αν και η δουλειά μας, με την παρουσία αυτού του δαίμονα, παραέχει γίνει επικίνδυνη.»

Ο Εύβουλος έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή· και η Σέρυ ήταν έτοιμη να μιλήσει όταν, τελικά, εκείνος είπε: «Εντάξει· θα πάρετε άλλα πενήντα. Αλλά τώρα δεν έχω επάνω μου τόσα λεφτά να σας δώσω. Θα στείλω έναν άνθρωπο να σας τα φέρει το βράδυ.»

«Σύμφωνοι,» αποκρίθηκε ο Άσλατμιρ.

Και ο Εύβουλος δεν τους πρόδωσε. Είχαν τα χρήματα δυο ώρες πριν από τα μεσάνυχτα. Ένας μεταφορέας ήρθε και τους τα έφερε μέσα σ’έναν σφραγισμένο φάκελο.

Η Σέρυ έσπασε τη σφραγίδα και τα μέτρησε. «Δεν είπε ψέματα το σιχαμένο κάθαρμα,» παρατήρησε. «Πενήντα ευγενή, ακριβώς.»

Ο Άσλατμιρ καθόταν μπροστά στο παράθυρο του υπνοδωματίου και παρακολουθούσε την είσοδο της πολυκατοικίας της μάγισσας, έχοντας τη φωτογραφική μηχανή του σε ετοιμότητα.

«Ο Εύβουλος δεν λέει τέτοια, μικρά ψέματα,» αποκρίθηκε.

Η Σέρυ, αναστενάζοντας, ξάπλωσε στο κρεβάτι. «Έχω αρχίσει να βαριέμαι,» δήλωσε κοιτάζοντας το ταβάνι. «Παρότι κινδυνεύουμε, δεν κάνουμε τίποτα ουσιαστικά.»

Ο Άσλατμιρ δεν της μίλησε.

«Και δεν έχεις ούτε μια καλή ιδέα για να τελειώσουμε τούτη την κωλοδουλειά!»

Ο Άσλατμιρ εξακολούθησε να είναι αμίλητος, κοιτάζοντας έξω απ’το παράθυρο.

«Δε με βρίσκεις αρκετά αυθάδη;» ρώτησε η Σέρυ.

Ο Άσλατμιρ μειδίασε, χωρίς πάλι να την κοιτάξει. «Έχω δουλειά, όπως βλέπεις,» είπε, αν και θα ήθελε πολύ να τη δέσει και να της μάθει πώς έπρεπε να μιλά.

«Και μετά, εγώ θα έχω δουλειά,» αποκρίθηκε η Σέρυ, αναφερόμενη φυσικά στο γεγονός ότι θα άλλαζαν βάρδια στο παράθυρο.

«Αυτή!» είπε ξαφνικά ο Άσλατμιρ. «Πάμε!» Σηκώθηκε όρθιος. «Πάμε!» Είχε δει να φεύγει από την πολυκατοικία μια γυναίκα που υποψιαζόταν ότι πιθανώς να ήταν η μάγισσα.

Η Σέρυ τινάχτηκε πρόθυμα από το κρεβάτι παρότι το πόδι της την πονούσε.

Ντύθηκαν πολύ γρήγορα (το μόνο που χρειαζόταν, ουσιαστικά, ήταν να βάλουν τις μπότες και τις κάπες τους) και βγήκαν απ’το διαμέρισμά τους κι από την πολυκατοικία. Ακολούθησαν την ύποπτη μέσα στους νυχτερινούς δρόμους της Κεντρικής Αγοράς, και σ’ένα μέρος που ήταν λιγάκι απόμερο τής επιτέθηκαν – παράτολμα, ίσως, γιατί υπήρχαν αρκετές πιθανότητες να τους δουν και κάποιος να κάνει κάτι: όπως να φωνάξει τη φρουρά.

«Ακίνητη!» γρύλισε η Σέρυ, κεντρίζοντας τα πλευρά της γυναίκας με το ξιφίδιό της.

Και ο Άσλατμιρ τής τράβηξε την κουκούλα απ’το κεφάλι, αποκαλύπτοντας το πρόσωπό της.

Δεν ήταν η μάγισσα. Ήταν μια πορφυρόδερμη γυναίκα την οποία είχε ξαναδεί να μπαίνει και να βγαίνει από την πολυκατοικία. Τα μάτια της τώρα ήταν γουρλωμένα από το ξάφνιασμα και τον φόβο.

«Δεν έχω πολλά λεφτά επάνω μου, αλλά πάρτ– Ογκχ…!» Ο Άσλατμιρ τη γρονθοκόπησε στην κοιλιά σωπαίνοντάς την, και μαζί με τη Σέρυ έφυγαν τρέχοντας. Εξαφανίστηκαν μες στα σοκάκια της Κεντρικής Αγοράς της Κάρνατεβ.

«Αυτή η καταραμένη μάγισσα πρέπει νάναι στοιχειό της πόλης!» μούγκρισε ο Άσλατμιρ, όταν επέστρεψαν στο διαμέρισμά τους. «Χρειαζόμαστε άλλη μέθοδο για να την εντοπίσουμε. Αν κάνουμε τέτοιο λάθος μια, δυο φορές ακόμα, όλοι στην πολυκατοικία της θ’αρχίσουν να φοβούνται ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει.»

«Και τι προτείνεις;» Η Σέρυ ήταν καθισμένη σε μια καρέκλα, έχοντας βγάλει τις μπότες της και τρίβοντας την τραυματισμένη της κνήμη, που την πονούσε πολύ τώρα, ύστερα από το τρέξιμο. Μάλιστα, καθώς έτρεχαν πριν, παραλίγο να πέσει δυο φορές. Τη μία φορά ο Άσλατμιρ την είχε στηρίξει· την άλλη η Σέρυ είχε πιαστεί από έναν τοίχο γεμάτο υβριστικές τοιχογραφίες από αλήτες της Κάρνατεβ. «Αυτό που σου έλεγα από την αρχή; Να πάμε στο σπίτι της και να την καθαρίσουμε; Τόσες μέρες καθόμαστε και κάνουμε μαλακίες!» Ο πόνος την είχε τσαντίσει. «Όλο ηλίθιες ιδέες είσαι, που δεν οδηγούν πουθενά! Εγώ λέω, άμα τελικά δεν μπορούμε να–»

Ο Άσλατμιρ την άρπαξε απ’τα ξανθά της μαλλιά, βίαια, τραβώντας το κεφάλι της πίσω· και είδε μια άγρια γυαλάδα στα μάτια της, σχεδόν όπως παλιά. Τα χείλη της μισάνοιξαν. Σκύβοντας τη φίλησε, δυνατά, και την αισθάνθηκε να γαντζώνει τα χέρια της επάνω του· την άκουσε να μουγκρίζει ικανοποιημένα.

«Τι έλεγες;» τη ρώτησε, ακόμα κρατώντας τα μαλλιά της καθώς στεκόταν από πάνω της.

«Να πούμε στον Εύβουλο να πάει να βρει άλλους, άμα δε μπορούμε να τη σκοτώσουμε.»

Ο Άσλατμιρ άφησε τα μαλλιά της, σκεπτικός, και νόμισε πως διέκρινε δυσαρέσκεια στα μάτια της. «Δε μπορεί να μην υπάρχει τρόπος,» είπε τελικά. «Εν ανάγκη θα επιχειρήσουμε κάτι… άμεσο.»

Η Σέρυ συνοφρυώθηκε. «Αυτό που σου έλεγα εγώ; Επίθεση στο διαμέρισμά της;»

«Με επιτηδειότητα, όμως. Και μετά θα τρέξουμε να φύγουμε από την πολυκατοικία όσο πιο γρήγορα μπορούμε.» Αλλά εκείνο που περισσότερο φοβόταν ήταν τα κόλπα της μάγισσας, όχι οι ένοικοι της πολυκατοικίας.

Κεφάλαιο Τριακοστό-Πρώτο
Η Φυγή της Μάγισσας

Το μεσημέρι, όταν οι Ζωντανοί-Νεκροί είχαν συγκεντρωθεί για να γευματίσουν μέσα σε μια από τις αίθουσες του παλατιού της Νουσράκλης, ο Σκοτωμένος βεβαιώθηκε ότι η Φαίδρα’λι πρέπει να έλειπε. Δεν την είχε δει καθόλου από το πρωί, αλλά αυτός δεν ήταν και λόγος για ανησυχία. Το γεγονός, όμως, ότι ούτε για φαγητό είχε έρθει – σε συνδυασμό με τους φόβους της για τον Φέκταρελ – ήταν λόγος για ανησυχία. Αν σηκώθηκε να φύγει θα τη σκοτώσω! σκέφτηκε ο Ζαώρδιλ, αν και την καταλάβαινε. Κι εκείνος ενδιαφερόταν για τον Φέκταρελ – όμως τώρα δεν μπορούσε να πάει στην Κάρνατεβ για να τον αναζητήσει.

Οι Ζωντανοί-Νεκροί δεν είχαν ακόμα καθίσει όλοι γύρω απ’το μεγάλο τραπέζι της αίθουσας όπου έπαιρναν τα γεύματά τους μέσα στο παλάτι του Βασιληά Ράνελμον· πολλοί ήταν ακόμα όρθιοι, ενώ ένας υπηρέτης και μια υπηρέτρια του παλατιού γέμιζαν πιάτα με φαγητό από τις μεγάλες πιατέλες που είχαν φέρει στον μπουφέ και ποτήρια και κούπες με ποτά από τις εξίσου μεγάλες καράφες. Ο Ζαώρδιλ ήταν από τους ακόμα όρθιους, και πλησιάζοντας την Ανρίθα-Νοθ, που είχε μόλις καθίσει με μια κούπα κρασί κοντά της κι ένα πιάτο με λίγο φαγητό, τη ρώτησε:

«Είδες καθόλου τη Φαίδρα σήμερα;»

Η Ανρίθα ήπιε μια γουλιά απ’το ποτό της, συνοφρυωμένη. «Γιατί;»

«Την είδες ή δεν την είδες;»

«Δεν την είδα. Την ψάχνεις; Συμβαίνει κάτι;»

Ο Ζαώρδιλ συνοφρυώθηκε. Γαμώ τις Λάμιες, γαμώ!… Δε μπορεί να έφυγε! «Προσπάθησες να τη βρεις, δηλαδή; Ή απλά δεν έτυχε να τη συναντήσεις; Πήγες στο δωμάτιό της;»

«Δεν πήγα στο δωμάτιό της, αλλά έξω πάντως δεν την είδα πουθενά.»

Εγώ πήγα στο δωμάτιό της… Δύο φορές είχε πάει και είχε χτυπήσει, αλλά η μάγισσα δεν είχε απαντήσει, και ο Ζαώρδιλ είχε υποθέσει πως ίσως να ήταν ακόμα τσαντισμένη και να μην ήθελε να μιλήσει, ή ίσως να είχε πάει βόλτα στην πόλη ή στον κήπο του παλατιού.

Η Ανρίθα, εξακολουθώντας νάναι καθισμένη ενώ εκείνος στεκόταν πλάι της, άγγιξε το δερμάτινο περικάρπιο του αριστερού του χεριού. «Συμβαίνει κάτι με τη Φαίδρα, Ζαώρδιλ; Κάτι κακό;»

Και τότε ήταν που η Έρικα έτυχε να μπει στην αίθουσα και να δει το χέρι της Ρελκάμνιας αριστοκράτισσας επάνω στον αρχηγό των Ζωντανών-Νεκρών. Τα μάτια της στένεψαν, και τα χείλη της έσμιξαν. Τι νομίζει ότι κάνει; σκέφτηκε οργισμένα. Αλλά τα ένστικτα της κατασκόπου ήταν δυνατά μέσα της, κι αντί να πλησιάσει βιαστικά, πλησίασε με τρόπο, από εκεί όπου πίστευε πως ούτε ο Ζαώρδιλ ούτε η Ανρίθα-Νοθ θα την έβλεπαν.

Ο Σκοτωμένος έλεγε στην Ανρίθα: «Δεν ξέρω· ελπίζω πως όχι. Απλώς προσπαθώ να τη βρω, και δεν τη βρίσκω πουθενά σήμερα. Δε σου είχε πει ότι θα πήγαινε κάπου…»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Την Ανταρλίδα τη ρώτησες;»

«Ναι, πιο πριν. Ούτε σ’αυτήν έχει πει τίποτα.»

«Ποια ψάχνεις;» Η φωνή της Έρικας ξάφνιασε και τον Ζαώρδιλ και την Ανρίθα-Νοθ.

Ο Σκοτωμένος μειδίασε. «Δε μπορείς να πλησιάσεις σαν φυσιολογικός άνθρωπος;»

Η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι στραβά. «Τι πάει να πει αυτό;» Είχε προσέξει ότι ήδη η Ανρίθα είχε πάρει το χέρι της από το περικάρπιο του Ζαώρδιλ, αλλά τούτο, βέβαια, δεν σήμαινε τίποτα για τις πιθανές προθέσεις της Ρελκάμνιας…

«Να πλησιάσεις από μπροστά, χαιρετώντας και τα λοιπά;» αποκρίθηκε ο Ζαώρδιλ.

Η Έρικα έριξε ένα βλέμμα στην Ανρίθα-Νοθ το οποίο δεν ήταν και τόσο φιλικό, κι εκείνη τής απάντησε μ’ένα βλέμμα που ήταν μάλλον αθώο και απορημένο. Παράσταση; αναρωτήθηκε η Έρικα. Και ρώτησε τον Ζαώρδιλ, στρέφοντας τα μάτια της πάλι επάνω του: «Ποια ψάχνεις;»

«Τη Φαίδρα. Έχει εξαφανιστεί. Από το πρωί δεν τη βρίσκω.»

Η Έρικα συνοφρυώθηκε. «Υποπτεύεσαι ότι ίσως…;» –να έχει πάει να βρει τον Φέκταρελ, ήθελε να συνεχίσει, αλλά επίτηδες σταμάτησε τη φράση της στη μέση, γιατί δεν ήταν σίγουρη αν ο Ζαώρδιλ επιθυμούσε η Ανρίθα να μάθει κάτι τέτοιο.

Ο Σκοτωμένος κατάλαβε τι είχε παραλείψει να πει η Έρικα· εξάλλου, είχαν συζητήσει για το θέμα οι δυο τους. Έγνεψε καταφατικά. «Ναι,» είπε. «Αυτό.»

«Μόνη της; Δε μπορεί νάναι τόσο ανόητη…»

Έτσι νομίζεις; σκέφτηκε ειρωνικά ο Ζαώρδιλ. Η Φαίδρα έχει κάνει και χειρότερα. Αν ένας χαρακτηρισμός τής ταιριάζει, αυτός είναι απρόβλεπτη.

«Τι συμβαίνει;» τους διέκοψε η Ανρίθα-Νοθ. «Για τι πράγμα λέτε;»

Ο Ζαώρδιλ τής αποκρίθηκε: «Τίποτα. Άσ’ το.» Και προς την Έρικα: «Πάμε να τη βρούμε, αν είναι ακόμα εδώ.»

Εκείνη τον ακολούθησε, καθώς απομακρυνόταν από τη Ρελκάμνια αριστοκράτισσα που τους κοίταζε και τους δύο ενοχλημένα.

Ημερολόγιο Φαίδρας’λι Κασλίμω

δεν ήταν εύκολη απόφαση. το ξέρω ότι ο Σκοτωμένος με χρειάζεται στη Νουσράκλη· μπορεί κάτι να γίνει – οτιδήποτε – & να έχει ανάγκη τις δυνάμεις μου & την Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων. πώς όμως να αφήσω τον Φέκταρελ; δεν μπορούσα να μην ενδιαφερθώ γι’αυτόν! μέχρι ο Σκοτωμένος να νομίζει πως μπορούμε να πάμε να τον αναζητήσουμε στην Κάρνατεβ, οτιδήποτε μπορεί νάχει συμβεί στον Φέκταρελ!

& όλη αυτή η ιστορία με το ότι υποτίθεται πως είναι παιδί του Ταρνατάρ’σακ δεν μ’αρέσει καθόλου! όταν εκείνο το σπαθί του Βέρκαμωντ τον χτύπησε τότε ήταν που πρέπει να έπαθε ο Φέκταρελ ό,τι έπαθε. πρέπει να ΜΟΛΥΝΘΗΚΕ απ’αυτό το πράγμα! (αλλά ακόμα απορώ πώς είναι δυνατόν να μη μπορούσα να βρω τίποτα με τη μαγεία μου – ούτε εγώ ούτε η Πολεμική Καρδιά!)

το σκεφτόμουν ολόκληρη τη νύχτα αφότου είχαμε συζητήσει τσακωθεί με τον Σκοτωμένο, & την αυγή είχα αποφασίσει ότι θα έφευγα. έπρεπε να βρω πλοίο για την Κάρνατεβ, οπωσδήποτε. έκανα έτσι μια βόλτα στο λιμάνι της Νουσράκλης, μόνη μου, & ρώτησα ποια καράβια ξεκινούσαν για Κάρνατεβ σήμερα. βρήκα τελικά ένα που με βόλευε: τη νύχτα σάλπαρε & ήταν ιστιοφόρο, όχι μηχανοκίνητο. αγόρασα ένα εισιτήριο, & όταν ήρθε η νύχτα ήμουν έτοιμη. έφυγα απ’το παλάτι του Βασιληά Ράνελμον χωρίς να κάνω φασαρία, χωρίς να χαιρετήσω κανέναν. θα ήταν πολύ ριψοκίνδυνο να μιλήσω στον οποιονδήποτε – ακόμα & στην Ανταρλίδα· & ούτε συζήτηση για την Ανρίθα ή για κανέναν άλλο. μπορεί να έτρεχαν να το πουν στον Σκοτωμένο, & τότε θα γινόταν το γλέντι του Μεγαθήριου, που λένε εδώ στη Φεηνάρκια. εκτός από μερικά βασικά πράγματα & χρήματα δεν πήρα τίποτε άλλο μαζί μου. ούτε άλογο ούτε δίκυκλο.

ανέβηκα στο πλοίο μαζί με τους άλλους επιβάτες & αποπλεύσαμε από το λιμάνι της Νουσράκλης κατευθυνόμενοι βόρεια και δυτικά. σύμφωνα μ’ό,τι έλεγε το πλήρωμα θα φτάναμε στον προορισμό μας σε μια, δυο μέρες, αφού πρώτα περνούσαμε από το λιμάνι της Ζιλνιράθης & από τα λιμάνια μερικών άλλων μικρότερων νησιών, όπου δεν θα αγκυροβολούσαμε παρά για μερικές ώρες στο καθένα, & αν. ίσα για να αποβιβαστούν & να επιβιβαστούν άνθρωποι & να φορτωθούν & να ξεφορτωθούν εμπορεύματα.

κοιμήθηκα στο κατάστρωμα του πλοίου, τυλιγμένη στην κάπα μου & κρατώντας την Πολεμική Καρδιά βαθιά μέσα στη φυλακή της, στον κατοπτρόλιθο του βραχιολιού μου. με ξύπνησε το πλήρωμα του σκάφους όταν είχαμε φτάσει στη Ζιλνιράθη & ήταν πρωί. το πλοίο αγκυροβολούσε στο μεγάλο λιμάνι της πόλης όπου υπήρχε αρκετή κίνηση. όχι τόση όση στη Νουσράκλη, αλλά & η Ζιλνιράθη είναι μια πολύ σημαντική πόλη του Ωκεανού απ’ό,τι ήξερα & απ’ό,τι έβλεπα τώρα με τα ίδια μου τα μάτια. είναι οικοδομημένη στις πλαγιές ενός βουνού & φτάνει ώς τη θάλασσα. η κορυφή του βουνού μού έκανε εντύπωση με το σχήμα της & ρώτησα έναν συνεπιβάτη μου να μάθω γι’αυτήν.

–ηφαίστειο είναι, μου εξήγησε εκείνος χαμογελώντας.

–& δεν είναι επικίνδυνο να μένουν εδώ άνθρωποι; απόρησα.

–η Μεγαλοκυρά τα έχει καλά με τον Αφέντη της Φωτιάς· δεν υπάρχει φόβος.

η Μεγαλοκυρά ήξερα πως είναι η αρχόντισσα της Ζιλνιράθης, αλλά για τον Αφέντη της Φωτιάς δεν είχα ξανακούσει. –θεός είναι; ρώτησα. –ο θεός της Ζιλνιράθης;

–ναι, αποκρίθηκε ο συνταξιδιώτης μου. –από πού είσαι; (νομίζω πως με είχε συμπαθήσει & είχε όρεξη να πιάσει κουβέντα μαζί μου)

–από τις Ενδότερες Πολιτείες, απάντησα.

–το είχα καταλάβει, μου είπε, αν & με κοίταζε παρατηρητικά.

–μην κοιτάς που έχω λευκό δέρμα, του είπα· –δε βλέπεις που τα μαλλιά μου είναι πράσινα; γηγενής της Φεηνάρκια είμαι.

–ναι, αυτό σκεφτόμουν & εγώ.

μετά, προθυμοποιήθηκε να με κεράσει ποτό & φαγητό σε μια από τις ταβέρνες του λιμανιού, & δεν αρνήθηκα γιατί θα μέναμε μερικές ώρες στη Ζιλνιράθη απ’ό,τι άκουσα να λέει το πλήρωμα· ήταν το μεγαλύτερο λιμάνι που θα περνούσαμε προτού φτάσουμε στην Κάρνατεβ.

ο συνταξιδιώτης μου αποδείχτηκε αρκετά ομιλητικός: περισσότερο απ’ό,τι θα ήθελα ίσως· μου έλεγε ένα σωρό ανοησίες. ανάμεσα σ’αυτές & μερικά πράγματα για τον Αρχισυγκλητικό της Κάρνατεβ & τα αεροχήματά του. φοβόταν ότι μπορεί η Κάρνατεβ να σχεδίαζε να εξαπλώσει την επιρροή της σ’όλο τον Ωκεανό. είχε ήδη κατακτήσει μερικά νησιά – μικρά βέβαια. ρώτησα τον συνταξιδιώτη μου από πού ήταν εκείνος, & μου απάντησε «από τη Σερκάλβη», είπε ότι είχε κάτι εμπορικές δοσοληψίες, γι’αυτό πήγαινε στην Κάρνατεβ. –εσύ γιατί πας εκεί; με ρώτησε, & του αποκρίθηκα ότι πήγαινα να βρω τον άντρα μου, πράγμα που μου φάνηκε ότι τον δυσαρέστησε, γιατί από τότε & έπειτα έγινε λιγότερο ομιλητικός.

φύγαμε από το λιμάνι της Ζιλνιράθης κατά το μεσημέρι & πλεύσαμε βόρεια & ανατολικά, ενώ ένας δυνατός αέρας είχε σηκωθεί. δυτικός, έλεγαν οι ναύτες – «δόντι του λύκου» (έτσι τον ονομάζουν). μας βόλευε στην πορεία μας, αν πλέαμε προσεχτικά· & νομίζω πως ο καπετάνιος μας ήταν καλός, & το πλήρωμα επίσης (αν &, φυσικά, είμαι τελείως άσχετη από τέτοια θέματα).

ολόκληρη εκείνη την ημέρα ταξιδεύαμε &, όταν νύχτωσε, πήγα να κοιμηθώ στις κουκέτες γιατί τώρα δεν μπορούσες να κοιμηθείς στο κατάστρωμα: η θάλασσα τιναζόταν επάνω & σε έβρεχε. την άλλη μέρα σηκώθηκα με το χάραμα & είδα ότι ο καιρός δεν είχε καλυτερέψει· ο άνεμος είχε δυναμώσει & τα κύματα ήταν μεγαλύτερα. (ευτυχώς δεν ζαλίζομαι εύκολα.) έμαθα (από το πλήρωμα) ότι είχαμε σταματήσει, πολύ σύντομα, σε ένα μικρό λιμάνι κατά τη διάρκεια της νύχτας (πράγμα που εγώ δεν κατάλαβα καθόλου μέσα στον ύπνο μου) για να πάρουμε κάτι εμπορεύματα.

& χτες το απόγευμα & σήμερα το πρωί η βαρεμάρα μου ήταν μεγάλη &, καθώς ατένιζα τη θάλασσα & τα ξάρτια του πλοίου, τα κατάρτια, τους ναύτες, τους επιβάτες, & τα λοιπά, άρχισα πάλι να βλέπω τον αντίστροφο κόσμο πολύ έντονα, να «διαβάζω» τη Γλώσσα· αλλά αυτά που διάβαζα ήταν κατά βάση ασυναρτησίες, οπότε δεν έδωσα & τόση σημασία. τα παρακολουθούσα, όμως, με ενδιαφέρον σαν να μου έλεγαν ιστορίες· περνούσε έτσι η ώρα, τουλάχιστον… (& δεν χρειαζόταν να σκέφτομαι συνέχεια τον Φέκταρελ, ούτε τον Σκοτωμένο & τους άλλους που τους είχα εγκαταλείψει παρότι θα προτιμούσα να μην τους είχα εγκαταλείψει)

καθώς σουρούπωνε & ο ήλιος έκανε τα νερά να φαίνονται κόκκινα & μαύρα, φτάσαμε στην Κάρνατεβ & κατέβηκα στο λιμάνι της, που είναι, φυσικά, όπως το περίμενα, ΤΕΡΑΣΤΙΟ.

δεν γνωρίζω κανέναν εδώ, εκτός από έναν σύνδεσμο της Έρικας, έναν άνθρωπο που κανονίζει δουλειές για το δίκτυό της. όχι προσωπικά, βέβαια· απλώς έχω ακούσει γι’αυτόν & ξέρω πού να τον βρω. η Έρικα ήθελε να ξέρουμε, μήπως χρειαστούμε τη βοήθεια του δικτύου της κάποια στιγμή· το έχει πει στον Σκοτωμένο, στη Νιρκέκα, στον Νικηφόρο, στον Φέκταρελ, & σ’εμένα. μας θεωρεί έμπιστους. αλλά εγώ δεν εμπιστεύομαι & τόσο την Έρικα. θα μπορούσα, για παράδειγμα, να είχα ζητήσει τη βοήθειά της τώρα, προτού φύγω για Κάρνατεβ, όμως δεν το έκανα γιατί είμαι βέβαιη πως θα προσπαθούσε να με σταματήσει αντί να με βοηθήσει· θα πήγαινε κατευθείαν να το πει στον Ζαώρδιλ.

ευτυχώς πάντως έχω βρει αυτό το δωμάτιό στο ξενοδοχείο «Ισότιμες Συναθροίσεις», στην Κεντρική Αγορά της Κάρνατεβ, & δεν είναι & πολύ ακριβό. πρέπει αύριο να πάω στη Μαγική Σχολή της πόλης για να βρω κάποιον που μπορεί να κάνει Ξόρκι Ανιχνεύσεως. έχω μαζί μου μια φωτογραφία του Φέκταρελ να του δείξω. αλλά η πόλη είναι μεγάλη, & αποκλείεται να τον βρούμε αμέσως, εκτός αν ο μάγος που θα με βοηθήσει είναι ο ισχυρότερος μάγος που υπάρχει στη Φεηνάρκια (αν υπάρχει μάγος τόσο ισχυρός). (ο Ναλτάφιρ’χοκ θα μπορούσε να με βοηθήσει, αλλά δεν ξέρω πού να τον βρω, & δεν εμπιστεύομαι την Έρικα για να τη ρωτήσω.) ελπίζω ο μάγος να μη μου ζητήσει περισσότερα χρήματα από ό,τι έχω μαζί μου – είμαστε συνάδελφοι άλλωστε! (θα προσπαθήσω να βρω κάποιον του τάγματός μου, αν & δεν είναι πολλοί τέτοιοι που ξέρουν το Ξόρκι Ανιχνεύσεως

αλλά είναι ώρα τώρα να πάω πια για ύπνο – δεν καταφέρνω τίποτα γράφοντας εκτός απ’το να εκτονώνω τα νεύρα μου

 

 

Εκείνη την ημέρα, αφού έψαξαν για τη Φαίδρα σ’όλη τη Νουσράκλη μέχρι που σουρούπωσε, η Έρικα είπε στον Ζαώρδιλ, καθώς στέκονταν κοντά σε μια από τις αποβάθρες του λιμανιού: «Δεν είναι εδώ. Αποκλείεται να είναι. Κάπου θα είχε εμφανιστεί ώς τώρα. Αλλιώς, τι κάνει; Μας κρύβεται;»

Ο Σκοτωμένος είχε μόλις μιλήσει τηλεπικοινωνιακά με τον Νικηφόρο, στο παλάτι, γι’ακόμα μια φορά, κι εκείνος τού είχε πει ότι η Φαίδρα δεν είχε παρουσιαστεί καθόλου. «Επομένως, έχει πάει να βρει τον Φέκταρελ. Στην Κάρνατεβ…»

«Είναι η μόνη λογική εξήγηση,» αποκρίθηκε η Έρικα.

«Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος!» μούγκρισε ο Ζαώρδιλ. «Τι θα κάνω χωρίς τη μάγισσα, αν κάποια ανάγκη προκύψει;» Μπορεί να έρχονταν πάλι οι Θηριόπνευστοι Αδελφοί, ή κάτι άλλο μπορεί να συνέβαινε. Επιπλέον, δεν υπήρχε μάχη όπου ο Ζαώρδιλ θα χαρακτήριζε τη Φαίδρα’λι άχρηστη. Ο θεός της πάντοτε αποτελούσε τρομερό πλεονέκτημα για τους Ζωντανούς-Νεκρούς.

Η Έρικα δεν μίλησε. Δεν ήξερε τι ν’αποκριθεί. Κοίταξε προς τη θάλασσα, καθώς οι σκιές πλήθαιναν και ο ήλιος βούλιαζε πίσω από τα δυτικά κύματα του Ωκεανού.

«Μπορείς να πας να τη βρεις;»

Η Έρικα ξαφνιάστηκε, και προς στιγμή δεν κατάλαβε τι της ζητούσε ο Ζαώρδιλ. Τον ατένισε συνοφρυωμένη μέσα απ’την κουκούλα της καλοκαιρινής κάπας της.

«Τη Φαίδρα, Έρικα. Μπορείς να πας να τη βρεις, στην Κάρνατεβ;»

«Να φύγω από τη Νουσράκλη;»

«Έχεις κάτι συγκεκριμένο να κάνεις εδώ;»

«Δε μου ζήτησες να πάω στην Κάρνατεβ πριν, για να βρω τον Φέκταρελ…» παρατήρησε η Έρικα.

«Θα πήγαινες αν σ’το ζητούσα;»

«Αποκλείεται. Είχαμε δουλειές με τον Αβέρναλ, και με τους πειρατές του Όρκιβελ. Αλλά–»

«Τώρα,» τόνισε ο Ζαώρδιλ, «δεν λείπει μόνο ο Φέκταρελ: λείπει και η Φαίδρα. Η απουσία τους μειώνει τους Ζωντανούς-Νεκρούς, Έρικα. Μπορείς να τους βρεις; Είναι αρκετά ισχυρό το δίκτυό σου στην Κάρνατεβ;»

«Ισχυρότερο απ’ό,τι στη Νουσράκλη, αναμφίβολα,» αποκρίθηκε εκείνη. «Όμως η Κάρνατεβ είναι μεγάλη πόλη, Ζαώρδιλ. Δε θάναι εύκολο να τους εντοπίσω χωρίς νάχω την παραμικρή ιδέα πού μπορεί να βρίσκονται· κι αν εσύ με χρειαστείς εδώ….»

«Σε χρειάζομαι για να τους βρεις,» της είπε ο Ζαώρδιλ αγκαλιάζοντας τους ώμους της με το ένα χέρι, «και να τους φέρεις πίσω. Αν εμπλακούμε σε πόλεμο – όπως και φαίνεται πως θα εμπλακούμε – θέλω να έχω τη Φαίδρα εδώ – και τον Φέκταρελ, επίσης.»

Η Έρικα τον ατένισε αμίλητα για μια στιγμή. Ύστερα τον φίλησε – μια γρήγορη πίεση των χειλιών της επάνω στα χείλη του. «Θα τους βρω,» είπε. «Θα φύγω αύριο, με την αυγή. Αλλά πρέπει να πάρω το ελικόπτερο, για να πάω πιο γρήγορα. Και μετά ο Αετός μπορεί να το επιστρέψει πάλι εδώ· δε θα γυρίσω αμέσως – αυτό είναι σίγουρο.»

Ο Ζαώρδιλ κατένευσε. «Πάρε μαζί σου ό,τι νομίζεις. Το ελικόπτερο μού είναι πολύ λιγότερο απαραίτητο από τη Φαίδρα και τον Φέκταρελ.

»Θα ερχόμουν κι εγώ, Έρικα,» πρόσθεσε, «αλλά δεν μπορώ.» Ένιωθε περιορισμένος, και οργισμένος, σαν φυλακισμένο θηρίο. «Πρέπει να μείνω εδώ, με τους μισθοφόρους μου, ή να φύγουμε απ’τις υπηρεσίες του Βασιληά Ράνελμον.»

«Αυτό,» είπε η Έρικα, «θα ήταν ανόητο. Τέτοιες δουλειές, εξάλλου, τις κάνω καλύτερα μόνη μου.»

Άρχισαν να επιστρέφουν προς το βασιλικό παλάτι της Νουσράκλης, αφήνοντας πίσω τους τις αποβάθρες καθώς το φως του ήλιου ολοένα και λιγόστευε.

Ημερολόγιο Φαίδρας’λι Κασλίμω

πηγαίνω το πρωί στη Μαγική Σχολή της Κάρνατεβ, αφού μαθαίνω πού βρίσκεται. δεν είναι & τόσο κοντά στο ξενοδοχείο μου· ανεβαίνω σε μια επιβατική άμαξα για να φτάσω εκεί. η Μαγική Σχολή βρίσκεται βόρεια της Άφλεκτης (οδού) & είναι ένα πολύ εντυπωσιακό, γυάλινο οικοδόμημα. από τις καλύτερες Μαγικές Σχολές της Φεηνάρκια, σίγουρα. (αλλά όχι & καλύτερη από αυτήν στην Έλγκοροβ που, συγχρόνως, αποτελεί έδρα του τάγματος των Δεσμοφυλάκων & την έχω επισκεφτεί παλιότερα.)

χρησιμοποιώντας τη μαγική μου ταυτότητα μπαίνω στη Σχολή & βλέπω πως στον προθάλαμο υπάρχει η φύλαξη δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη: δύο πάνοπλοι μισθοφόροι, & μια θεά περιστρέφεται γύρω από το (επί του παρόντος σβηστό) πολύφωτο στο ταβάνι – μια οντότητα από φως, σκιά, & φτερούγες από ήχο – μάλλον παγιδευμένη επάνω στο ίδιο το πολύφωτο. η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων με προτρέπει να την αφήσω να αναμετρηθεί μ’αυτή την «κατώτερη θεά» που μόλις μας είδε άρχισε να κάνει θόρυβο με τις ηχητικές φτερούγες της. λέω στην Πολεμική Καρδιά ν’αφήσει τις ανοησίες προτού με τσαντίσει· δεν ήρθαμε εδώ για καβγάδες. (Αυτός ο θεός μου όπου πάμε νομίζει ότι είναι αρένα! η φύση του δεν αλλάζει με τίποτα, & ούτε θα ήθελα – είναι χρήσιμος ακριβώς έτσι όπως είναι.)

μιλάω με τη γυναίκα που είναι στην υποδοχή – μια μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών, αλλά μάλλον από τη Φεηνάρκια καθότι πορφυρόδερμη & γαλανομάλλα. Φιστάμα’σαρ ονομάζεται. της λέω ότι χρειάζομαι κάποιον να κάνει για εμένα ένα Ξόρκι Ανιχνεύσεως, να βρει έναν άνθρωπο του οποίου έχω τη φωτογραφία. η Φιστάμα’σαρ μού απαντά ότι δύο του τάγματος των Διαλογιστών βρίσκονται τώρα στην πόλη: ο ένας δουλεύει για μια Συγκλητική, & αποκλείεται να μπορέσει να έρθει για εμένα· η άλλη όμως είναι εδώ αυτή τη στιγμή.

–περίμενε να την ειδοποιήσω, μου λέει, & μιλά σ’έναν επικοινωνιακό δίαυλο. μετά μου λέει: τώρα κατεβαίνει.

η Διαλογίστρια ονομάζεται Ασαράνδη’χοκ & είναι γαλανόδερμη & ξανθιά, σίγουρα όχι από τη Φεηνάρκια. όταν έρχεται της εξηγώ τι θέλω & μου λέει πως θα χρειαστεί αρκετή περιπλάνηση στην πόλη για να βρούμε έναν άνθρωπο με Ξόρκι Ανιχνεύσεως· η εμβέλειά του δεν φτάνει απ’άκρη σ’άκρη της Κάρνατεβ. της αποκρίνομαι πως αυτό δεν με πειράζει, & εκείνη μού λέει πως θέλει 50Ε για να κάνει το ξόρκι!!! η τρελή σκύλα! τι νομίζει ότι κάνει;

–δεν είναι δυνατόν να σε πληρώσω τόσο, της λέω χωρίς να τη βρίσω. –ο άνθρωπός μου μπορεί να μην είναι καν στην πόλη. θέλω απλά να δω. δεν κάνεις καλύτερες τιμές για συναδέλφους;

η Ασαράνδη’χοκ μού απαντά πως αυτή είναι η τιμή της, & – επιμένει – ΕΙΝΑΙ καλή. –αν ο φίλος σου βρίσκεται μέσα στην Κάρνατεβ, μου λέει, –θα τον βρω. έχω βρει πολύ κόσμο έτσι. ακόμα & ανθρώπους κρυμμένους με ξόρκια & μαγγανείες· ακόμα & ανθρώπους κρυμμένους από θεούς.

δεν την πιστεύω με ΤΙΠΟΤΑ· την αγριοκοιτάζω & της λέω πως δεν έχω τόσα λεφτά να της δώσω.

–αν το ξανασκεφτείς, μου λέει, –ειδοποίησέ με.

& φεύγει, ανεβαίνοντας τις σκάλες της Μαγικής Σχολής.

πλησιάζω πάλι τη Φιστάμα’σαρ στην υποδοχή (γιατί με την Ασαράνδη’χοκ είχαμε μιλήσει παραδίπλα, σ’ένα καθιστικό) & τη ρωτάω αν υπάρχει κανένας άλλος που μπορεί να κάνει το Ξόρκι Ανιχνεύσεως για εμένα γιατί αυτή η μάγισσα ζητά εξωφρενικά λεφτά!

–είναι καλή όμως, μου λέει η Φιστάμα· –την εμπιστεύονται πολλοί για τέτοιες δουλειές.

–δεν υπάρχει κανένας άλλος που να ξέρει το ξόρκι; δεν έχω τόσα λεφτά! (& δεν έλεγα ψέματα· έχω μαζί μου 150 Ќ περίπου, & δεν ξέρω πόσα ευγενή είναι αυτά ακριβώς – δεν τα έχω αλλάξει ακόμα – αλλά υποθέτω πως δεν είναι & πολλά πάνω από 50, & δεν σκοπεύω να τα δώσω όλα στην Ασαράνδη’χοκ & μετά να πάω να κοιμάμαι στο δρόμο!)

η Φιστάμα’σαρ μού λέει περίμενε, & ανοίγει τον δίαυλο καλώντας κάποιον άλλο. μιλά μαζί του σιγανά· δεν ακούω καλά τι λέει. μετά κλείνει τον δίαυλο & μου απευθύνεται.

–15Ε; με ρωτά.

–ναι, της απαντώ, –15Ε μπορώ να τα πληρώσω.

η Φιστάμα’σαρ μιλά πάλι στον δίαυλο & την ακούω να λέει: εντάξει, έλα, θα σε πληρώσει.

μετά κλείνει τον δίαυλο & μου λέει: είναι μάγισσα του τάγματος των Τεχνομαθών αυτή που θα έρθει. τη λένε Σανκάρλι’μορ. οι Τεχνομαθείς δεν πληρώνονται τόσο όσο οι Διαλογιστές γι’αυτά τα πράγματα· δεν είναι η ειδικότητά τους.

«τι έγιναν οι Δεσμοφύλακες;» αναρωτιέμαι. «δεν έχετε Δεσμοφύλακες εδώ πέρα; στη Φεηνάρκια είμαστε!» αν &, βέβαια, ούτε οι Δεσμοφύλακες ειδικεύονται σε Ξόρκια Ανιχνεύσεως…

–εντάξει, λέω στη Φιστάμα’σαρ, –θα περιμένω.

–δε θ’αργήσει· μένει κοντά, στην Κεντρική Αγορά.

περιμένω στο καθιστικό παραδίπλα, & εν τω μεταξύ βλέπω κάποιους να μπαίνουν & να βγαίνουν από τη Μαγική Σχολή – έναν μάγο & τον μαθητή του, νομίζω, & έναν άλλο μάγο λίγο πιο μετά. τελικά, η Σανκάρλι’μορ έρχεται – & μου κάνει εντύπωση που το δέρμα της είναι λευκό σαν το δικό μου· νόμιζα πως ήταν από τη Φεηνάρκια. «είναι εξωδιαστασιακή;» αναρωτιέμαι, όταν τη βλέπω να μιλά με τη Φιστάμα’σαρ & κατόπιν να έρχεται προς εμένα (& τότε ήταν που ουσιαστικά κατάλαβα ότι αυτή είναι η Σανκάρλι προτού καν μου συστηθεί).

–καλημέρα, με χαιρετά. –είσαι η Φαίδρα’λι;

–ναι, της αποκρίνομαι. –μπορείς να εντοπίσεις έναν άνθρωπο για μένα;

–θα προσπαθήσω, αλλά πρέπει να έχω τουλάχιστον μια φωτογραφία του. θα σου κοστίσει 15Ε, είτε τον βρω είτε όχι.

–θα ψάξουμε σ’όλη την πόλη, έτσι; όχι μόνο εδώ…

–ναι, λέει η Σανκάρλι’μορ, –μην ανησυχείς.

βγάζω τη φωτογραφία του Φέκταρελ (την έχω κόψει έτσι ώστε να φαίνεται μόνο εκείνος, όχι εγώ να στέκομαι παραδίπλα, ούτε ο Νικηφόρος & άλλη μια Ζωντανή-Νεκρή) & της τη δίνω.

η Σανκάρλι την κοιτάζει & μοιάζει ξαφνιασμένη – πράγμα που με κάνει να απορήσω.

–τον ξέρεις αυτό τον άνθρωπο; με ρωτά, κοιτάζοντας τώρα εμένα, όχι τη φωτογραφία – διαπεραστικά, πολύ διαπεραστικά.

–ναι, της λέω επιφυλακτικά.

–από πού;

–άντρας μου είναι· γιατί;

–άντρας σου; (μου δίνει την εντύπωση πως δεν με πιστεύει)

–το αμφιβάλλεις;

το βλέμμα της γίνεται ακόμα πιο καχύποπτο από πριν. –ποια είσαι; με ρωτά. –από πού είσαι; δεν είσαι από τη Φεηνάρκια…

–όχι, της λέω, –δεν είμαι από τη Φεηνάρκια. αλλά ούτε & εσύ, απ’ό,τι φαίνεται.

–από τη Φεηνάρκια είμαι, μου απαντά. –εδώ γεννήθηκα· αλλά οι γονείς μου είχαν έρθει από τη Βίηλ. πες μου από πού ξέρεις αυτό τον άνθρωπο.

–σου είπα, είναι άντρας μου! αν δε θέλεις να τον βρεις για μένα, απλά πες το! της λέω & κάνω να πάρω πίσω τη φωτογραφία από το χέρι της, αλλά η Σανκάρλι την κρατά γερά, δεν με αφήνει. –τι θέλεις; τη ρωτάω. –θα τον βρεις ή όχι;

εκείνη εξακολουθεί να με ατενίζει παρατηρητικά. –σου λέει κάτι το όνομα «Ζωντανοί-Νεκροί»; με ρωτά.

& τότε παραξενεύομαι ακόμα περισσότερο. –τον ξέρεις;! κάνω απορημένη. –ξέρεις τον Φέκταρελ;

–Φέκταρελ… εσύ πού τον ξέρεις;

αρπάζω το χέρι της. –πού είναι; πού τον συνάντησες;

–πες μου πρώτα εσύ ποια είσαι. την αλήθεια!

–την αλήθεια σού είπα! αποκρίνομαι θυμωμένη. –είμαι γυναίκα του! (& απορώ που δεν της έχει μιλήσει για μένα. είναι εραστής της; τόσο γρήγορα; μερικές μέρες είναι που έφυγε από τη Νουσράκλη, μα τους θεούς!)

–δεν ήξερα ότι είναι παντρεμένος, & δεν τον γνωρίζω & καλά ούτως ή άλλως. απλώς τον έχω δει μια φορά…

& λέγοντας αυτά ρίχνει μια ματιά πίσω της, σαν να θέλει να βεβαιωθεί ότι κανένας δεν μας παρακολουθεί. οι φρουροί του προθαλάμου & η Φιστάμα’σαρ, πάντως, δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται για εμάς.

–δεν είμαστε παντρεμένοι, της εξηγώ. –αλλά είμαι γυναίκα του. χρόνια.

η Σανκάρλι’μορ νεύει. –καταλαβαίνω, μου λέει.

–είμαι με τους Ζωντανούς-Νεκρούς. με τους μισθοφόρους του Ζαώρδιλ του Σκοτωμένου.

η Σανκάρλι νεύει πάλι σαν να έχω επιβεβαιώσει κάτι με τον σωστό τρόπο, σαν να της έχω δώσει τη σωστή απάντηση. μου εξηγεί πως έτυχε να συναντήσει τον Φέκταρελ έξω από την πόλη, & με προτρέπει να την ακολουθήσω σε μια άλλη αίθουσα της Μαγικής Σχολής όπου θα είμαστε πιο απομονωμένες. δεν φέρνω αντίρρηση, έτσι ανεβαίνουμε στον πρώτο όροφο του γυάλινου οικοδομήματος (γυάλινου από έξω, τουλάχιστον· από μέσα οι τοίχοι δεν είναι γυάλινοι: μόνο τα παράθυρα είναι γυάλινα).

φτάνουμε στην αίθουσα (μια βιβλιοθήκη ουσιαστικά) & η Σανκάρλι’μορ μού λέει ξανά πως συνάντησε τον Φέκταρελ έξω από την Κάρνατεβ, όπου είχε μια προσωπική δουλειά. & εκεί τους επιτέθηκαν κάποιοι άγνωστοι & ο Φέκταρελ τη βοήθησε, αλλά η Σανκάρλι μετά τον έχασε. μου εξηγεί πως οι κινήσεις του ήταν «υπερφυσικές» όταν αντιμετώπιζε τους κακοποιούς· ήταν τρομερά γρήγορος.

–τι δουλειά είχες; τη ρωτάω. –& τι έκανε ο Φέκταρελ στο ίδιο μέρος όπου είχες πάει εσύ;

η Σανκάρλι φαίνεται διστακτική να μου μιλήσει πάλι. –γιατί ο Φέκταρελ έχει έρθει εδώ; ξέρεις; με ρωτά.

–ένας ιερέας τον έστειλε εδώ.

–ιερέας;

–κάτι περίεργο συμβαίνει στον Φέκταρελ, της εξηγώ. –εδώ & καιρό κάτι περίεργο τού συμβαίνει, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι, & ούτε εκείνος ήθελε να πει τίποτα. τελικά συνάντησε έναν ιερέα στο Βασίλειο των Γεφυρωμένων Νήσων. Αθάνατο τον λένε, τον έχεις ακουστά;

η Σανκάρλι κούνησε το κεφάλι αρνητικά. –όχι.

–είναι πολύ παράξενος, & είπε στον Φέκταρελ ότι είναι παιδί του Ταρνατάρ’σακ, & να έρθει εδώ, βόρεια, στην Κάρνατεβ, αν θέλει να λάβει απαντήσεις, επειδή εδώ η επιρροή του Ταρνατάρ’σακ είναι εξαπλωμένη.

–δεν ξέρω κανέναν Ταρνατάρ’σακ, Φαίδρα, μου λέει η Σανκάρλι προφέροντας με δυσκολία το όνομα. –τι είναι;

–θεός του υπόγειου κόσμου, της απαντώ. –ξέρεις για τους ρους’κρούουμ; τους ποντικανθρώπους;

–έχω ακούσει γι’αυτούς…

–αυτοί κυρίως τον λατρεύουν.

–τότε τι σχέση μπορεί να έχει ο Φέκταρελ μαζί του;

της λέω για τη σύγκρουσή μας με τον λήσταρχο Βέρκαμωντ & για τον τραυματισμό του Φέκταρελ από τη λεπίδα του λήσταρχου – ένα σπαθί που πρέπει να ήταν άμεσα σχετιζόμενο με τον Ταρνατάρ’σακ.

η Σανκάρλι’μορ με ακούει με ενδιαφέρον αλλά φανερά σαστισμένη. –εσείς οι Δεσμοφύλακες τα ξέρετε καλύτερα αυτά, είμαι σίγουρη, μου λέει. –εμένα με μπερδεύουν. δεν έχω πολύ σχέση με θεούς & πνεύματα. πώς όμως εσύ δεν είχες καταλάβει τόσο καιρό τι συνέβαινε στον Φέκταρελ, Φαίδρα; ο θεός σου – έχεις κάποιον θεό φυλακισμένο, έτσι; – δεν σε προειδοποίησε;

υψώνω το βραχιόλι μου με τον κατοπτρόλιθο για να της δείξω τη φυλακή του θεού μου. –η Πολεμική Καρδιά της Συναγωγής των Θηρίων, της τον συστήνω· –αρσενικός θεός παρά το όνομά του.

–ναι, το ξέρω ότι έχουν παράξενα ονόματα…

–& όχι, δεν μου είπε τίποτα για τον Φέκταρελ· & εξηγώ στη Σανκάρλι ότι ούτε εγώ μπορούσα να εντοπίσω τίποτα επάνω του με τη μαγεία μου.

–είναι δυνατόν, επομένως, να έχει κάποια σχέση μ’αυτό τον θεό;

–τι άλλη εξήγηση υπάρχει, Σανκάρλι; & εσύ η ίδια μού είπες τώρα ότι είδες κάτι το υπερφυσικό επάνω του.

–οι κινήσεις του ήταν σίγουρα υπερφυσικές, & τα μάτια του γυάλιζαν… γυάλιζαν σαν τα φεγγάρια της Φεηνάρκια.

–ναι, τα μάτια του… τα έχω δει & εγώ μια φορά να γυαλίζουν έτσι περίεργα, όταν ο Φέκταρελ νόμιζε πως δεν τον κοίταζα. & μετά έφυγε από τη Νουσράκλη, πήγε να βρει τον Αθάνατο, & κατέληξε εδώ… πες μου πού είναι τώρα, Σανκάρλι. πρέπει να του μιλήσω, οπωσδήποτε!

–δεν ξέρω πού είναι, μου απαντά η Σανκάρλι απογοητεύοντάς με. –σου είπα ήδη, τον έχασα. & το ειρωνικό είναι πως χτες, όλη μέρα, τον έψαχνα. με Ξόρκι Ανιχνεύσεως, Φαίδρα. μου είχε κινήσει την περιέργεια & ήθελα να τον ξανασυναντήσω, αν βρισκόταν μέσα στην Κάρνατεβ. πήγα απ’τη μια άκρη της πόλης στην άλλη…

η απογοήτευσή μου μεγάλωσε. –& δεν τον βρήκες πουθενά; κανένα ίχνος του;

–δυστυχώς. τίποτα. δεν πρέπει να είναι εδώ. ή, με κάποιο τρόπο, κρύβεται. το Ξόρκι Ανιχνεύσεως δεν είναι η ειδικότητά μου.

–ο Φέκταρελ δεν είναι μάγος, Σανκάρλι.

–είπες, όμως, ότι είναι γιος θεού…

–αυτά είναι ανοησίες! απλώς κάτι κακό τού συμβαίνει. & πρέπει να τον βρω· γι’αυτό είμαι εδώ. δεν θα φύγω αν δεν τον βρω!

η Σανκάρλι είναι γι’ακόμα μια φορά διστακτική, σκεπτική, καθώς βηματίζει μέσα στη μικρή αίθουσα με τα χέρια της σταυρωμένα μπροστά της. μετά με ρωτά: έχεις έρθει, δηλαδή, μόνη σου, Φαίδρα; δεν είναι ΚΑΝΕΝΑΣ άλλος από τους Ζωντανούς-Νεκρούς μαζί σου;

–δεν ζήτησα την άδεια του αρχηγού μας, της εξηγώ. –ή μάλλον, τη ζήτησα & δεν μου την έδωσε. με χρειαζόταν στη Νουσράκλη, & είχε δίκιο. αλλά δεν μπορούσα να εγκαταλείψω τον Φέκταρελ. φοβάμαι τι μπορεί να του συμβεί.

–πού μένεις εδώ;

–στο ξενοδοχείο «Ισότιμες Συναθροίσεις».

–& σκοπεύεις να μείνεις & άλλο…

–δε θα φύγω αν δεν τον βρω, Σανκάρλι. μπορείς να–;

αλλά, προτού προλάβω να τη ρωτήσω αν μπορούσε να βγούμε από την πόλη για να τον αναζητήσουμε στις ερημιές, η Σανκάρλι’μορ μού είπε: θα ήθελες να μείνεις μαζί μου; το διαμέρισμά μου είναι αρκετά μεγάλο & για τις δυο μας, νομίζω.

μου έμοιαζε σαν παράκληση αυτό, έτσι όπως το άκουσα: σαν η Σανκάρλι να ήθελε πολύ να της δώσω θετική απάντηση. γιατί, άραγε; πιστεύει ότι μπορώ να τη βοηθήσω σε κάτι; ότι μπορώ να έχω κάποια χρησιμότητα για εκείνη; η πρότασή της, πάντως, ήταν δελεαστική, γι’αυτό κιόλας τώρα είμαι στο διαμέρισμά της, κατασκηνωμένη στον καναπέ της.

αλλά κάποια πράγματα είναι πολύ ύποπτα μ’αυτήν…

αφού συμφώνησα να συγκατοικήσουμε, μου είπε να πάμε να πάρουμε τα πράγματά μου απ’το ξενοδοχείο & να πάμε στο σπίτι της. συμφώνησα, έτσι φύγαμε από τη Μαγική Σχολή &, βαδίζοντας μέσα από δρόμους για τους οποίους δεν είχα ιδέα, φτάσαμε τελικά στο «Ισότιμες Συναθροίσεις». πήρα τα πράγματά μου από εκεί (όχι πως είναι & πολλά) & φύγαμε, αφού επέστρεψα το κλειδί στον υπάλληλο. βαδίσαμε πάλι σε δρόμους που δεν ήξερα (είμαι ακόμα, εννοείται, τελείως άσχετη από την Κάρνατεβ· μόλις έχω έρθει εδώ) & φτάσαμε τελικά σ’ένα σοκάκι πίσω από μια πολυκατοικία. εκεί η Σανκάρλι άνοιξε ένα παλιό παράθυρο & μπήκε, λέγοντάς μου να την ακολουθήσω. μπήκαμε έτσι στην πολυκατοικία από μια μικρή αποθήκη.

–γιατί μπαίνουμε έτσι; τη ρώτησα. –γιατί όχι από μπροστά;

–υπάρχει λόγος, μου απάντησε η Σανκάρλι. –καλύτερα κανένας να μην υποπτευθεί ότι ήρθες εδώ μαζί μου.

–σε κυνηγά κάποιος; τη ρώτησα όταν είχαμε ανεβεί στον έκτο όροφο της πολυκατοικίας, μέσω του ανελκυστήρα, & μπει στο διαμέρισμά της που έχει ένα σωρό τεχνολογικούς εξοπλισμούς.

–θα σου εξηγήσω, μου λέει. –αλλά περίμενε λίγο πρώτα, γιατί έχω μια δουλειά & πάει μεσημέρι.

& από τότε μπήκε σ’ένα άλλο δωμάτιο του διαμερίσματός της, αφήνοντάς με στο καθιστικό. κάθομαι, λοιπόν, & την περιμένω να επιστρέψει. υποψιάζομαι πως η αναμονή μου δεν έχει να κάνει μόνο με τη δουλειά της Σανκάρλι αλλά & με το γεγονός ότι η Σανκάρλι θέλει να με δοκιμάσει. παρότι δεν νομίζω ότι αμφισβητεί πως ξέρω τον Φέκταρελ & πως είμαι με τους Ζωντανούς-Νεκρούς, επίσης δεν νομίζω πως με εμπιστεύεται. νομίζω πως υποπτεύεται ότι ίσως να είμαι κάτι άλλο από αυτό που δείχνω – ίσως. αναρωτιέται, μήπως, αν είμαι από αυτούς που την κυνηγάνε, όποιοι & αν είναι;

(γιατί νομίζω ότι έχω καταφέρει να μπλέξω πάλι; ο αντίστροφος κόσμος μέσα στο διαμέρισμα της Σανκάρλι συνεχώς γράφει «κίνδυνος», «έρευνα/απαγορευμένο», «παρατήρηση/παρακολούθηση»…)

έχω την εντύπωση πως ίσως η Σανκάρλι να με παρακολουθεί εδώ όπου κάθομαι τώρα πάνω στον καναπέ της, γράφοντας. με κάποιον κρυμμένο τηλεοπτικό πομπό ίσως να με κοιτάζει, για να διαπιστώσει αν είμαι τελικά όντως αξιόπιστη, ή αν θ’αρχίσω να ψαχουλεύω το διαμέρισμά της ή να κάνω ύποπτα ξόρκια. ούτε το ένα σκοπεύω να κάνω ούτε το άλλο, όμως. θα την περιμένω εδώ μέχρι να εμφανιστεί. δε μπορεί ν’αργήσει.

& το χέρι μου έχει πιαστεί πια απ’το γράψιμο

Κεφάλαιο Τριακοστό-Δεύτερο
Ένα Κλειδί

Τα μάτια του άνοιξαν.

Δεν ήξερε τι ακριβώς τον είχε ξυπνήσει. Ίσως κάποιος ήχος, ίσως κάποιο ρεύμα αέρα, ίσως κάτι άλλο…

Γύρω του ήταν μια σπηλιά με σταλακτίτες στο ταβάνι, φωτισμένη από ενεργειακό φως. Σε μια μεριά υπήρχαν κάτι πράγματα – ένα κιβώτιο, όχι πολύ μεγάλο, ένας σάκος, μια φιάλη– Παραδίπλα, μες στο σκοτάδι που τα μάτια του Φέκταρελ μπορούσαν εύκολα να διαπεράσουν, στεκόταν ένας άντρας.

Ο οποίος είπε: «Με διακρίνεις… Η ικανότητά σου να βλέπεις στο σκοτάδι δεν μειώνεται από το φως που σε περιβάλλει. Δεν είσαι πλάσμα του υπόγειου κόσμου.»

Ο Φέκταρελ σηκώθηκε στο ένα γόνατο. «Ποιος είσαι;» τον ρώτησε. «Γιατί μας επιτέθηκες;» Και θυμήθηκε ξαφνικά τον μεταλλαγμένο. «Πού είναι ο… ο σύντροφός μου;»

Ο άντρας, ξεπροβάλλοντας από τις σκιές, έδειξε πλάι στον Φέκταρελ χωρίς να πλησιάσει. Επάνω στο δαχτυλίδι του γυάλιζε ένας κρύσταλλος. Στο άλλο του χέρι βαστούσε ένα πιστόλι, αναμφίβολα οπλισμένο.

Ο Φέκταρελ κοίταξε δίπλα του, με τις άκριες των ματιών του, και εκεί όπου είχε δείξει ο άγνωστος είδε τον μεταλλαγμένο, σωριασμένο, ακίνητο. «Τι του έκανες;»

«Ό,τι έκανα και σ’εσένα,» αποκρίθηκε ο μάγος, και ρουφήγματα αέρα άρχισαν ν’ακούγονται αναπάντεχα από… κάπου – εκείνος ο δαίμονας πάλι. «Δεν είναι νεκρός.»

Ο Φέκταρελ έκανε να πιάσει το πιστόλι από τη ζώνη του, αλλά διαπίστωσε ότι, φυσικά, δεν είχε όπλα. «Γιατί μας επιτέθηκες;» ρώτησε ξανά τον μάγο.

«Σε χρειάζομαι,» εξήγησε εκείνος. «Ίσως να είσαι η απάντηση που περίμενα να βρω, εδώ και καιρό.»

«Το αμφιβάλλω.» Ο Φέκταρελ κοίταξε προς όλες τις μεριές της σπηλιάς, διαπερνώντας τα σκοτάδια με τη ματιά του. Είδε πού βρίσκονταν οι δύο αναμμένες ενεργειακές λάμπες, πού υπήρχαν έξοδοι, πού ήταν ένας πάγκος με διάφορα αντικείμενα επάνω, ανάμεσα στα οποία και ένα φορητό μηχανικό σύστημα με μικρή οθόνη και κονσόλα–

«Μην κάνεις το λάθος να νομίσεις ότι μπορείς να φύγεις από εδώ,» του είπε ο μάγος, ήρεμα. «Βλέπεις αυτή τη γραμμή;» Έδειξε στο πάτωμα μπροστά στον Φέκταρελ.

Εκείνος την κοίταξε. Μια γραμμή από κάρβουνο (μάλλον) η οποία έκλεινε αυτόν και τον μεταλλαγμένο μέσα σ’έναν κύκλο.

«Μόλις την περάσεις – εσύ ή ο φίλος σου – θα ειδοποιηθώ αμέσως,» είπε ο μάγος.

Ο Φέκταρελ έκανε να σβήσει ένα μέρος της γραμμής με τη μπότα του.

Ο μάγος γέλασε. «Η γραμμή είναι απλά μια προειδοποίηση – για εσένα. Για εμένα δεν έχει νόημα. Πάλι αν βγεις από τον νοητό κύκλο θα το καταλάβω – ακόμα κι αν κοιμάμαι· ακόμα κι αν σου έχω την πλάτη γυρισμένη· ακόμα κι αν είμαι μακριά από εδώ. Αλλά να είσαι βέβαιος πως τώρα που σε βρήκα δεν θα απομακρυνθώ.»

«Δεν είμαι αυτό που νομίζεις!» φώναξε ο Φέκταρελ σφίγγοντας τις γροθιές του. Κι άκουσε πλάι του τον μεταλλαγμένο να μουγκρίζει καθώς συνερχόταν. Με τις άκριες των ματιών του τον είδε ν’ανασηκώνεται και να κοιτάζει ολόγυρα, σαστισμένος.

«Εξήγησε στον φίλο σου τι συμβαίνει,» προέτρεψε ο μάγος τον Φέκταρελ.

Ο Φέκταρελ τού εξήγησε.

«Λέει ψέματα,» γρύλισε ο μεταλλαγμένος.

«Δε νομίζω,» του είπε ο Φέκταρελ. «Πρέπει να είναι μάγος. Δεσμοφύλακας.» Κι έστρεψε ξανά το βλέμμα του στον μάγο, ερωτηματικά.

«Δε χρειάζεται νάναι κανείς και πολύ έξυπνος για να το καταλάβει αυτό,» είπε εκείνος.

«Ούτε εσύ, όμως, είσαι και πολύ έξυπνος. Έχεις την εντύπωση ότι μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι, ενώ εγώ είμαι για άλλο λόγο εδώ.»

Ο μάγος δεν φάνηκε να προσβάλλεται. «Τι λόγο; Μου είπες ότι αναζητάς…»

«Θέλω να ανακαλύψω τι μου συμβαίνει. Ένας ιερέας μού είπε ότι είμαι παιδί του Ταρνατάρ’σακ.»

«Μάλλον έχει δίκιο–»

«Δεν είμαι παιδί κανένας θεού!»

«Τότε,» ρώτησε ο μάγος, «πώς μπορείς κι αλλάζεις την υπόγεια γεωγραφία;» Τα μάτια του γυάλισαν.

Ο Φέκταρελ δίστασε ν’απαντήσει. «Δεν ξέρω… Πρώτη φορά το έκανα… Αλλά γνωρίζω τους γονείς μου, και κανένας τους δεν ήταν θεός. Ούτε καν ιερέας! Όπως βλέπεις, δεν είμαι αυτό που νομίζεις· δεν μπορώ να σε βοηθήσω.»

«Κι όμως, μάλλον μπορείς. Προφανώς, έχεις κάποιες δυνάμεις που ούτε εσύ δεν γνωρίζεις τι ακριβώς είναι…»

«Κάτι έχει αλλάξει μέσα μου,» του είπε ο Φέκταρελ. «Και ίσως… Η μόνη φορά που είχα έρθει σε επαφή με τον Ταρνατάρ’σακ… με κάποιον, δηλαδή, ο οποίος είχε επαφή με τον Ταρνατάρ’σακ… ήταν πριν από μερικά χρόνια. Αντιμετώπισα έναν λήσταρχο που ονομαζόταν Βέρκαμωντ, μέσα στο άντρο του στα Όρη Κράκμακωθ, κοντά στη Λάεντριλ–»

«Βέρκαμωντ;» Το όνομα έμοιαζε να λέει κάτι στον μάγο.

Ο Φέκταρελ συνοφρυώθηκε. «Τον ξέρεις;»

«Άκουσα πως οι Ζωντανοί-Νεκροί, σε συνεργασία με τις Μελανοκυράδες του Πολέμου, τον σκότωσαν. Ήσουν σε κάποια απ’αυτές τις μισθοφορικές ομάδες;»

«Με τους Ζωντανούς-Νεκρούς. Αλλά, εδώ που βρίσκεσαι, πώς το έμαθες;»

«Δεν ήμουν πάντα εδώ. Ταξίδευα για κάποιο καιρό, και τέτοια νέα κυκλοφορούν σαν τον άνεμο. Ο Βέρκαμωντ δεν ήταν αμελητέος λήσταρχος, και είχα επίσης ακούσει ότι είχε… δυνάμεις. Πώς σε λένε εσένα, που ήσουν με τους Ζωντανούς-Νεκρούς;» Ατένιζε τον Φέκταρελ παρατηρητικά τώρα.

«Φέκταρελ.»

«Φέκταρελ…» Ο μάγος έμοιαζε να προσπαθεί να θυμηθεί.

«Γιατί; Υπάρχει περίπτωση να με ξέρεις; Ποιος είσαι; Πες μου ποιος είσαι!»

«Το όνομά μου είναι Άρδαλον’λι.»

Ο Φέκταρελ νόμιζε πως κάπου το είχε ξανακούσει αυτό το όνομα… Κάπου… Μετά θυμήθηκε! «Άρδαλον’λι; Ο μάγος της Σαρντίκα-Νοθ;»

«Είσαι, λοιπόν, όντως ένας από τους Ζωντανούς-Νεκρούς,» παρατήρησε ο Άρδαλον’λι. «Ένας από αυτούς που ήταν από τότε με τους Ζωντανούς-Νεκρούς. Παλιός μισθοφόρος. Φίλος του Ζαώρδιλ του Σκοτωμένου, να υποθέσω;»

«Τι σκατά κάνεις εδώ;» ρώτησε ο Φέκταρελ. «Είχα ακούσει ότι εξαφανίστηκες μετά από την ήττα της Σαρντίκα-Νοθ!»

«Καλά άκουσες,» αποκρίθηκε ο Άρδαλον’λι· «έφυγα από τη δυτική Φεηνάρκια. Αλλά δεν έφυγα μετά από την ήττα της Σαρντίκα-Νοθ· έφυγα λίγο πριν από την ήττα της, όταν είδα πως δεν με συνέφερε πλέον να είμαι μαζί της.

»Πες μου, όμως, για τον Βέρκαμωντ, Φέκταρελ. Τι έγινε όταν τον αντιμετώπισες;»

Ο Φέκταρελ δίστασε να μιλήσει.

«Ίσως να μπορώ να σου εξηγήσω τι σου συμβαίνει,» του είπε ο Άρδαλον’λι, δελεαστικά. «Αλλά όχι αν δεν μου μιλήσεις.»

Ο Φέκταρελ σκέφτηκε πως πράγματι ο Άρδαλον’λι πιθανώς να είχε απαντήσεις να του δώσει. Ήταν, άλλωστε, πολύ ισχυρός μάγος· η Φαίδρα τού το είχε πει. Προστάζει δύο δαιμονικούς θεούς. «Με τραυμάτισε. Με το σπαθί του.»

«Ένα οποιοδήποτε σπαθί; Άσχημο τραύμα, ή ελαφρύ;»

«Δεν ήταν ελαφρύ, αλλά ούτε και πολύ σοβαρό…»

«Και το σπαθί;»

«Η Φαίδρα έλεγε ότι ίσως νάχε σχέση με τον Ταρνατάρ’σακ…»

«Η Φαίδρα’λι; Η μάγισσα των Ζωντανών-Νεκρών;»

«Ναι. Αλλά νομίζω πως έκανε κάποια ξόρκια επάνω μου, πως με εξέτασε, και δεν βρήκε τίποτα να μου έχει συμβεί εξαιτίας του σκοτεινού θεού…»

Η όψη του Άρδαλον’λι έγινε σκεπτική για λίγο. «Δείξε μου πού τραυματίστηκες.»

«Δεν έχει μείνει και καμια πολύ μεγάλη ουλή…» Ο Φέκταρελ σήκωσε τα ρούχα του για να δείξει τα αριστερά πλευρά του.

Ο μάγος δεν πλησίασε. Αφού έσβησε τη μία από τις δύο ενεργειακές λάμπες (μάλλον τις είχε ανάψει και τις δύο για πειραματικούς λόγους – για να δοκιμάσει την υπόγεια όραση του Φέκταρελ), πήρε έναν φακό και, χωρίς να πλησιάσει τον Φέκταρελ, φώτισε τα μαυρόδερμα πλευρά του. «Πράγματι,» παρατήρησε. «Η ουλή δεν είναι μεγάλη. Και ούτε βλέπω τίποτ’ άλλο.» Έσβησε τον φακό. «Επίσης,» πρόσθεσε, «με τη μαγεία μου δεν μπορώ να ανιχνεύσω κάτι το ασυνήθιστο επάνω σου. Προσπάθησα ήδη, ενώ ήσουν αναίσθητος. Και ούτε οι θεοί μου μπορούν να διακρίνουν κάτι. Αντιθέτως, σιχαίνονται πολύ να πλησιάσουν αυτόν»· έδειξε με το βλέμμα του τον μεταλλαγμένο. «Τον θεωρούν μολυσμένο από… υποχθόνιες δυνάμεις. Με τα ξόρκια μου, όμως, ούτε κι επάνω σ’αυτόν εντοπίζω κάτι.»

«Είναι όντως μολυσμένος,» εξήγησε ο Φέκταρελ, «από κάποιον ιό. Εργαζόταν στα Ορυχεία Ιπταερίου.»

«Πες μου γι’αυτά τα ορυχεία,» ζήτησε ο Άρδαλον’λι, πιάνοντας ένα σκαμνί από δίπλα και καθίζοντας. Είχε ήδη θηκαρώσει το πιστόλι του· δεν έμοιαζε ν’ανησυχεί ότι θα δεχόταν επίθεση. Αλλά είχε, βέβαια, τους θεούς του για προστασία· τι να φοβηθεί;

«Μου μοιάζει απίστευτο το γεγονός ότι βρίσκεσαι εδώ, τόσο κοντά στην Κάρνατεβ, και δεν έχεις ξανακούσει για τα Ορυχεία Ιπταερίου,» είπε ο Φέκταρελ. Θυμόταν πως και στην προηγούμενή τους (αναμφίβολα, πολύ πιο σύντομη) κουβέντα ο μάγος είχε δηλώσει άγνοια γι’αυτά.

Ο Άρδαλον’λι γέλασε σιγανά. «Τελευταία, δεν βγαίνω πολύ. Κι εδώ κάτω ούτε εφημερίδες φέρνει κανένας, ούτε οι ραδιοφωνικοί δέκτες πιάνουν καμια ενδιαφέρουσα συχνότητα.»

Ο Φέκταρελ, καθίζοντας οκλαδόν στο πάτωμα μέσα στον μαγικό κύκλο (και προτρέποντας, με μια χειρονομία, και τον μεταλλαγμένο να καθίσει), είπε στον Άρδαλον’λι όσα ήξερε για τα Ορυχεία Ιπταερίου, για το ιπταέριο, και για τα αεροχήματα της Κάρνατεβ. Δεν του είπε, όμως, τίποτα για το πού βρίσκονταν ο Σκοτωμένος, η Φαίδρα’λι, και οι άλλοι. Δεν ανέφερε ότι είχαν δουλέψει για τον Βασιληά Ράνελμον. Ούτε μίλησε για τους Θηριόπνευστους Αδελφούς, φυσικά.

«Και ποια ακριβώς είναι η δική σου σχέση με τον μολυσμένο;» ρώτησε ο Άρδαλον’λι.

«Τον αισθάνομαι σαν συγγενή μου. Αυτό ξέρω μόνο.» Και του εξήγησε πώς τον είχε γνωρίσει – να τον κυνηγάνε πέρα από τη βάση των ορυχείων – χωρίς να αναφέρει τίποτα για τη Σανκάρλι’μορ. Είπε μόνο ότι είχε πάει εκεί επειδή αισθανόταν μια έλξη από τη μεριά των ορυχείων – πράγμα που δεν ήταν ψέμα, άλλωστε.

«Επομένως, αυτή η μόλυνση, αυτός ο ιός, ό,τι κι αν είναι, έχει κάποια σχέση με τον Ταρνατάρ’σακ,» συμπέρανε ο Άρδαλον’λι.

«Δεν είμαι καν βέβαιος ότι εγώ έχω κάποια σχέση με τον Ταρνατάρ’σακ, μάγε!»

«Σοβαρολογείς; Τι άλλη εξήγηση μπορεί να υπάρχει για τις δυνάμεις σου; Ο Ταρνατάρ’σακ είναι ένας θεός που μπορεί να αλλοιώνει την υπόγεια γεωγραφία. Τον έχω συναντήσει. Είναι εδώ, κοντά μας.»

«Πού;»

«Γύρω μας, μπορώ να σου πω.»

«Γύρω μας;» Η αλήθεια ήταν ότι ο Φέκταρελ κάτι αισθανόταν: μια γνώριμη παρουσία. Αλλά δεν ήταν βέβαιος για τίποτα πλέον… Όλα τούτα ήταν πολύ παράξενα.

«Ο Ταρνατάρ’σακ είναι ένας πολύ ισχυρός θεός, Φέκταρελ,» εξήγησε ο Άρδαλον’λι. «Ένας θεός… διάχυτος. Το πνεύμα του δεν είναι περιορισμένο, ούτε έχει σταθερή μορφή, υλική ή μη. Ένας μάγος ποτέ δεν θα μπορούσε να τον φυλακίσει, εκτός αν η δύναμη της θέλησής του ήταν μεγαλύτερη από…» μόρφασε, «από οποιουδήποτε μάγου έχω ακούσει να υπάρχει, ή να υπήρχε ποτέ, στη Φεηνάρκια. Για να μη σου πω ‘στο Γνωστό Σύμπαν’.

»Συνήθως, Φέκταρελ, ο Ταρνατάρ’σακ κοιμάται και ονειρεύεται. Όπως τώρα.»

«Δηλαδή, δεν ξέρει ότι είμαστε εδώ;»

«Ίσως και να το ξέρει. Μέσα στα όνειρά του.»

«Και πώς μπορεί να ξυπνήσει;»

«Δεν θα ήθελες να τον ξυπνήσεις,» του είπε ο Άρδαλον’λι.

«Θα ήθελα, αν μπορώ απ’αυτόν να μάθω τι μου συμβαίνει!»

Ο Άρδαλον’λι γέλασε. «Νομίζεις ότι θα πιάσεις κουβέντα μαζί του; Όπως έχεις πιάσει κουβέντα μ’εμένα;» Γέλασε ξανά, καθώς σηκωνόταν από το σκαμνί. «Ο Ταρνατάρ’σακ δεν πιάνει κουβέντα με κανέναν άνθρωπο. Ούτε καν με τους ρους’κρούουμ, τα αγαπημένα του πλάσματα. Δεν μιλά καμια κατανοητή γλώσσα. Ο Ταρνατάρ’σακ είναι το σκοτάδι και ο αέρας και τα υπόγεια και η γη· είναι οι σπηλιές και οι λαβυρινθώδεις σήραγγες.»

Ο Φέκταρελ έμεινε σιωπηλός, κι ακόμα καθισμένος οκλαδόν στο πάτωμα, παρότι αισθανόταν την παγωνιά από τις υπόγειες πέτρες να έχει αρχίσει να τον μουδιάζει, να σκαρφαλώνει μέσα στην κοιλιά του.

Ο Άρδαλον’λι είπε, βηματίζοντας μες στη σπηλιά σαν για να ξεπιαστούν τα πόδια του: «Υποθέτω πως κι εσύ μολυσμένος πρέπει να είσαι, Φέκταρελ. Από το χτύπημα εκείνου του σπαθιού. Το γεγονός ότι δεν μπορώ να βρω τίποτα με τη μαγεία μου οφείλεται μάλλον στο ότι ψάχνω στο λάθος μέρος.»

«Τι εννοείς;» Τώρα ο Φέκταρελ σηκώθηκε όρθιος, και ο μεταλλαγμένος τον μιμήθηκε, σιωπηλός.

«Και εγώ και η Φαίδρα’λι ψάχναμε για κάποιο πνεύμα, ή για κάποια αλλοίωση στο δικό σου πνεύμα. Αλλά στο σώμα σου είναι που κάτι έχει αλλάξει.»

Ο Φέκταρελ τον ατένιζε συνοφρυωμένος.

«Δεν καταλαβαίνεις;» του είπε ο Άρδαλον’λι παύοντας να βαδίζει και κοιτάζοντάς τον ευθέως. «Απάντησέ μου: Βιοσκόπος σε έχει εξετάσει;»

«Όχι.»

«Έχει κανένας άλλος μάγος χρησιμοποιήσει βιοσκοπικά ξόρκια επάνω σου;»

«Δε νομίζω. Εκτός αν η Φαίδρα….»

«Βγες από τον κύκλο,» του είπε ο Άρδαλον’λι. «Έλα κοντά μου.»

Ο Φέκταρελ πέρασε πάνω από τη γραμμή στο πάτωμα, χωρίς να αισθανθεί τίποτα. Προχώρησε και στάθηκε αντίκρυ στον μάγο.

Ο Άρδαλον’λι άρθρωσε τα λόγια για κάποιο ξόρκι, υψώνοντας το ένα χέρι του μπροστά από το στήθος του Φέκταρελ και το άλλο πάνω από το παλιό, επουλωμένο τραύμα στα αριστερά πλευρά του. Από δίπλα, ρουφήγματα αέρα ακούγονταν· ο δαίμονας πρόσεχε τον αφέντη του, και, αναμφίβολα, παρατηρούσε τον Φέκταρελ για καμια ύποπτη κίνηση…

Μετά από λίγο, ο Άρδαλον’λι κατέβασε τα χέρια του και έκανε ένα βήμα όπισθεν, κοιτάζοντας τον Φέκταρελ σκεπτικά.

«Τι βρήκες;» τον ρώτησε εκείνος.

«Τίποτα…» Ο μάγος έμοιαζε προβληματισμένος.

«Δεν είσαι, όμως, Βιοσκόπος.»

«Το ξόρκι που έκανα το χρησιμοποιούν και οι Βιοσκόποι: ονομάζεται Ξόρκι Ανιχνεύσεως Ξένων Σωμάτων και Ουσιών. Και δεν μου δείχνει τίποτα. Δεν έχεις καμια ξένη ουσία μέσα στο σώμα σου, Φέκταρελ.

»Γύρνα τώρα μέσα στον κύκλο.»

Ο Φέκταρελ δίστασε.

Ο Άρδαλον’λι απομακρύνθηκε απ’αυτόν γυρίζοντάς του την πλάτη. Πλατσουρίσματα ακούστηκαν επάνω σε νερό παρότι νερό δεν υπήρχε πουθενά, καθώς κι ένα απόμακρο γέλιο. Ο άλλος θεός του μάγου – ή, μάλλον, θεά. Το γέλιο ήταν αναμφίβολα γυναικείο, νόμιζε ο Φέκταρελ.

Υπάκουσε, επιστρέφοντας μέσα στον κύκλο. Δεν είχε, αυτή τη στιγμή, να κερδίσει τίποτα με το να εναντιωθεί στον μάγο.

Ο Άρδαλον’λι έκανε νόημα στον μεταλλαγμένο. «Εσύ, έλα έξω από τον κύκλο.»

Ο μεταλλαγμένος κοίταξε τον Φέκταρελ ερωτηματικά, ίσως και φοβισμένα. Εκείνος τού έγνεψε καταφατικά, και ο μεταλλαγμένος βγήκε απ’τον κύκλο και ζύγωσε τον μάγο.

«Αν προσπαθήσεις να μου επιτεθείς,» του είπε ο Άρδαλον’λι, «να ξέρεις ότι θα το μετανιώσεις. Τον Φέκταρελ τον χρειάζομαι· εσένα δεν σε χρειάζομαι.»

Ο μεταλλαγμένος δεν μίλησε.

«Με καταλαβαίνεις;»

Ο μεταλλαγμένος κούνησε το κεφάλι καταφατικά.

«Ωραία,» είπε ο Άρδαλον’λι· και ύφανε πάλι ένα ξόρκι υψώνοντας τα χέρια του μπροστά από τον μολυσμένο άντρα με το ραγισμένο δέρμα και τα κέρατα στους ώμους, ο οποίος στεκόταν ακίνητος σαν να φοβόταν ότι ακόμα και η παραμικρή κίνηση μπορεί να έκανε κάποια βόμβα να εκραγεί μέσα του.

Μετά από λίγο, ο μάγος τού είπε: «Πίσω στον κύκλο.»

Ο μεταλλαγμένος επέστρεψε δίχως δισταγμό, και ο Άρδαλον’λι είπε στον Φέκταρελ: «Ο φίλος σου είναι, πράγματι, μολυσμένος. Μπορώ να εντοπίσω τον ιό. Υπάρχει κάτι το ξένο μέσα στο σώμα του.»

«Αλλά όχι στο δικό μου; Μάγε, είμαι σίγουρος ότι υπάρχει μέσα μου κάτι που δεν είμαι εγώ!»

Ο Άρδαλον’λι τον περίμενε να συνεχίσει.

Ο Φέκταρελ τού είπε γι’αυτά που έβλεπε, που ένιωθε. Του μίλησε για το τέρας που ήταν εντός του, για το τέρας που παρουσιαζόταν μέσα από αντανακλάσεις κρυστάλλων και γυαλιστερών επιφανειών.

«Ο εαυτός σου είναι,» του είπε αινιγματικά ο Άρδαλον’λι, «που αλλάζει.»

«Τι μου συμβαίνει, όμως; Αυτό δεν υπήρχε παλιά μέσα μου!»

«Μονάχα μία περίπτωση μπορώ να σκεφτώ,» είπε ο Άρδαλον’λι. «Κάτι γλίστρησε μες στο σώμα σου όταν το σπαθί του Βέρκαμωντ σε χτύπησε: κάποιος ιός, αλλά διαφορετικού είδους από αυτόν που έχει επηρεάσει τον φίλο σου. Ένας ιός που, επιπλέον, πήγε κατευθείαν στο αίμα σου, ενώ ο φίλος σου τον εισέπνευσε. Ο ιός αυτός, με τον καιρό, έγινε ένα μ’εσένα, έτσι ώστε να μη διακρίνεται καμία διαφορά – να μην εντοπίζεται ως ξένο σώμα μέσα στο δικό σου. Με καταλαβαίνεις;»

Ο Φέκταρελ κατένευσε, αμίλητος. Η εξήγηση του μάγου τού έμοιαζε λογική. Αλλά ήταν και πραγματική; Ο Άρδαλον’λι έκανε μονάχα μια υπόθεση· δεν είχε αποδείξεις.

Ξαφνιάζοντάς τους και τους δύο, ο μεταλλαγμένος μίλησε: «Τι με έχει μολύνει εμένα;» ρώτησε. «Δεν είναι το ιπταέριο;»

Ο Άρδαλον’λι τον ατένισε. «Το ιπταέριο; Αν ήταν το ιπταέριο, τότε ο Φέκταρελ γιατί να νιώθει συγγένεια μαζί σου;»

Ο μεταλλαγμένος κόμπιασε. «Μα… κι άλλοι… Κι άλλους έχει μολύνει το ιπταέριο…»

«Είσαι σίγουρος ότι είναι το ιπταέριο;»

«Μα αυτό είναι! Τους έχουν εξετάσει! Το έχουν εισπνεύσει!»

Ο Άρδαλον’λι χαμογέλασε αχνά. «Αν το ιπταέριο είναι δηλητηριώδες, τότε γιατί δεν μολύνονται όλοι όσοι δουλεύουν στα ορυχεία;»

Ο μεταλλαγμένος έμεινε σιωπηλός.

«Δεν είναι το ιπταέριο,» είπε ο Άρδαλον’λι. «Είναι, όπως λες, κάτι που εισέπνευσες – κάτι, πολύ πιθανόν, αναμιγμένο με το ιπταέριο – αλλά όχι το ιπταέριο το ίδιο.»

Ο μεταλλαγμένος φαινόταν τώρα προβληματισμένος· κάθισε πάλι στο έδαφος, σαν να είχε κουραστεί.

Ο Φέκταρελ ρώτησε τον μάγο: «Θες να πεις ότι ο Ταρνατάρ’σακ στέλνει κάποιον ιό μέσω του ιπταερίου; Για ποιο λόγο;»

«Λόγο; Ξεχνάς τι σου είπα; Ο Ταρνατάρ’σακ ονειρεύεται. Δεν χρειάζεται λόγο.»

«Δηλαδή, στέλνει τον ιό μέσα από τον ύπνο του;»

«Είναι πιθανό.»

«Μου φαίνεται τελείως εξωφρενικό αυτό, μάγε.»

«Πιο εξωφρενικό απ’αυτό που σου συμβαίνει;»

Ο Φέκταρελ δεν είχε απάντηση να δώσει.

«Θα ανακαλύψουμε τι σου συμβαίνει,» τον διαβεβαίωσε ο Άρδαλον’λι, πλησιάζοντας τον πάγκο με τα διάφορα αντικείμενα. «Με ενδιαφέρει… πολύ.»

«Γιατί;» Ο Φέκταρελ ακόμα δεν είχε καταλάβει τι ακριβώς έκανε εδώ κάτω ο μάγος.

«Διότι θέλω να μάθω πώς αλλάζεις την υπόγεια γεωγραφία.»

«Γιατί;» ξαναρώτησε ο Φέκταρελ.

«Γιατί,» απάντησε ο Άρδαλον’λι, «ήρθα εδώ για να κλέψω αυτή τη δύναμη από τον Ταρνατάρ’σακ. Ώστε να μπορώ κι εγώ να αλλοιώνω την υπόγεια γεωγραφία.»

Ο Φέκταρελ, γι’ακόμα μια φορά, δεν μίλησε. Σαστισμένος. Ο μάγος ήθελε να κλέψει τη δύναμη ενός θεού;

Ο Άρδαλον’λι είπε: «Μέχρι πού νομίζεις ότι εκτείνεται η δύναμή σου, Φέκταρελ;»

«Τι εννοείς;»

«Ώς πού νομίζεις ότι μπορείς να μεταβάλλεις την υπόγεια γεωγραφία; Από εκεί όπου στέκεσαι τώρα.»

Ο Φέκταρελ αισθάνθηκε τη γη κάτω από τα πόδια του, τα πετρώματα, τα τοιχώματα της σπηλιάς, την οροφή της, τους σταλακτίτες, τον βαρύ, υγρό αέρα… τον υπόγειο κόσμο παντού γύρω του. Τελικά είπε: «Μέχρι έξω από τη σπηλιά…»

«Πόσο έξω; Μέτρα; Χιλιόμετρα;»

«Σίγουρα όχι χιλιόμετρα. Ίσως πενήντα μέτρα. Μάλλον λιγότερο. Δεν είμαι σίγουρος.»

Ο Άρδαλον’λι φάνηκε σκεπτικός. Μετά είπε: «Και δεν μπορείς να μου εξηγήσεις πώς το κάνεις…»

«Όχι. Δεν γίνεται. Είναι σαν να προσπαθείς να εξηγήσεις σ’έναν κουφό πώς ακούς.»

Ο Άρδαλον’λι ένευσε σαν να περίμενε αυτή την απάντηση. «Επομένως,» είπε, «ο δρόμος παραμένει ίδιος,» μοιάζοντας να μιλά στον εαυτό του.

«Αν σου είμαι άχρηστος, άφησέ με να φύγω,» τον προέτρεψε ο Φέκταρελ. «Δεν έχω καμια αντιπαλότητα μαζί σου, μάγε. Ό,τι συνέβη με τη Σαρντίκα-Νοθ–»

«Δεν μου είσαι άχρηστος, Φέκταρελ,» τον διέκοψε ο Άρδαλον’λι. «Για την ακρίβεια, νομίζω πως είσαι το κλειδί που αναζητούσα…»

«Τι κλειδί;»

«Κλειδί για τον ονειρευόμενο νου του Ταρνατάρ’σακ.»

Κεφάλαιο Τριακοστό-Τρίτο
Αναζήτηση στη Μεγάλη Πόλη

«Είναι επικίνδυνο αυτό το πράγμα;» ρώτησε ο Σάρνεμπ, βλέποντας την πρασινογάλαζη στήλη ενέργειας που κατερχόταν από τους ουρανούς καταλήγοντας μέσα στην Κάρνατεβ.

«Ο Κίονας του Φωτός;» είπε η Έρικα, καθισμένη πλάι του μέσα στο ελικόπτερο των Ζωντανών-Νεκρών. «Δε θα σου πρότεινα να τον πλησιάσεις.»

«Δε σκόπευα,» αποκρίθηκε ο Σάρνεμπ.

«Είναι ο θεός της Κάρνατεβ,» εξήγησε η Έρικα. «Τον λατρεύουν… ό,τι κι αν είναι.»

«Αυτοί οι Φεηνάρκιοι είναι πολύ παράξενοι: τόσα χρόνια εδώ κι ακόμα δεν μπορώ να τους συνηθίσω. Δεν ξέρω αν συμφωνείς…»

«Δε διαφωνώ, πάντως,» είπε η Έρικα χαμογελώντας λιγάκι στραβά μέσα από την κουκούλα του μαγικού μανδύα της. «Και το αεροδρόμιο είναι ακριβώς βόρεια από τον Κίονα του Φωτός· επομένως, πρόσεχε.»

«Θα κάνω τον κύκλο. Δεν υπάρχει δυσκολία,» αποκρίθηκε ο Σάρνεμπ, γυρίζοντας το πηδάλιο και βάζοντας το ελικόπτερο να πραγματοποιήσει αριστερή στροφή, γύρω από τα δυτικά τείχη της Κάρνατεβ. «Θες να πεις ότι το αεροδρόμιό τους είναι μέσα στα τείχη;» ρώτησε σαν τώρα ξαφνικά να το συνειδητοποιούσε.

«Ναι,» απάντησε η Έρικα. «Δε σου μοιάζει αρκετά μεγάλη πόλη για να είναι το αεροδρόμιο μέσα στα τείχη της;»

Μια ειδοποίηση ήρθε τότε στο τηλεπικοινωνιακό σύστημα της κονσόλας τους, και μια αντρική φωνή ακούστηκε, η οποία τους προειδοποιούσε ότι βρίσκονταν σε εναέριο χώρο της Κάρνατεβ. Επιθυμούσαν να προσγειωθούν;

«Ναι,» είπε ο Σάρνεμπ, καθώς τώρα το ελικόπτερό του βρισκόταν σε τέτοια θέση που εκείνος και η Έρικα μπορούσαν άνετα να δουν τον αερολιμένα πίσω από τα τείχη. Ήταν φτιαγμένος στη βορειοδυτική μεριά της πόλης. «Αν επιτρέπεται.»

«Έχετε ειδική άδεια;» ρώτησε η φωνή από το τηλεπικοινωνιακό σύστημα.

«Όχι,» είπε ο Σάρνεμπ. «Δε μπορούμε να προσγειωθούμε και να πληρώσουμε κάποιο φόρο; Ένα άτομο θέλω ν’αφήσω και μετά θα φύγω.»

«Αίτημα προσγείωσης δεκτό, κύριε. Καλωσορίσατε στην Κάρνατεβ.»

Ο Σάρνεμπ διέκοψε την τηλεπικοινωνία. «Φιλικοί μού φαίνονται,» σχολίασε, καθώς τώρα οδηγούσε το ελικόπτερο πάνω από τα δυτικά τείχη και προς τον αερολιμένα.

«Τα φαινόμενα απατούν.»

«Δεν περίμενα άλλη απάντηση από σένα, Έρικα.»

Η Έρικα μειδίασε λιγάκι στραβά.

Ο Σάρνεμπ είπε: «Αεροδρόμιο μήκους τριών χιλιάδων μέτρων,» υπολογίζοντάς το με έμπειρο βλέμμα· «δεν αστειεύονται εδώ. Υπάρχει πουθενά αλλού στη Φεηνάρκια τέτοιο πράγμα;»

«Στην Έλγκοροβ,» αποκρίθηκε η Έρικα.

«Αναμενόμενα.»

«Προφανώς.»

Ο Σάρνεμπ πλησίασε τον μεγάλο αερολιμένα και, πηγαίνοντας προς τα ελικοδρόμια, προσγειώθηκε σ’έναν άδειο χώρο. Απενεργοποίησε τις μηχανές, και εκείνος, η Έρικα, κι οι άλλοι δύο Ζωντανοί-Νεκροί που τους συνόδευαν (χωρίς να φέρουν εμβλήματα και πολλά όπλα) βγήκαν από το αεροσκάφος. Ένας άντρας ερχόταν προς το μέρος τους ιππεύοντας άλογο.

«Έρχονται για τα λεφτά μας,» παρατήρησε ο ένας από τους δύο Ζωντανούς-Νεκρούς.

Και δεν είχε άδικο: γι’αυτό ερχόταν ο έφιππος υπάλληλος του αερολιμένα. Κατέβηκε από το άλογό του και, αφού τους καλωσόρισε, τους ζήτησε να πληρώσουν. Ο Σάρνεμπ φρόντισε τα της πληρωμής ενώ η Έρικα έφευγε χαιρετώντας αυτόν και τους άλλους δύο Ζωντανούς-Νεκρούς. «Στο καλό,» της είπε ο ένας. «Καλή τύχη,» της είπε ο άλλος.

Η Έρικα δεν είχε πρόβλημα να βγει από το αεροδρόμιο· δεν κουβαλούσε τίποτα περισσότερο από έναν σάκο στον ώμο, και οι φρουροί δεν είχαν λόγο να τη σταματήσουν για έλεγχο. Όχι πως αν τη σταματούσαν θα έβρισκαν τίποτα ύποπτο επάνω της, αλλά η Έρικα πάντοτε προτιμούσε, φυσικά, να περνά απαρατήρητη. Η κουκούλα του μαγικού μανδύα της έκρυβε το πρόσωπό της στη σκιά του… προστατεύοντάς την από τον καλοκαιρινό ήλιο, και από περίεργα βλέμματα.

Η ώρα ήταν ακόμα πρωινή. Η Έρικα είχε φύγει με την αυγή, όπως είχε υποσχεθεί στον Ζαώρδιλ, και τώρα η αναζήτησή της για τη Φαίδρα’λι και τον Φέκταρελ ξεκινούσε – μέσα σε μια πόλη τεράστια για τα δεδομένα της Φεηνάρκια – μέσα σε μια πόλη όπου το δίκτυό της δεν είχε παρά ελάχιστη επιρροή. Θα αποτελούσε, αναμφίβολα, πρόκληση αυτή η έρευνα. Και – ποιος ξέρει; – ίσως να παρουσιάζονταν και κάποιες ευκαιρίες για την Έρικα…

Κοντά στον αερολιμένα δεν δυσκολεύτηκε να βρει επιβατική άμαξα με δύο άλογα. Ανέβηκε (ευτυχώς δεν είχε συνεπιβάτη) και είπε στον αμαξά: «Στην Αρένα.»

«Μάλιστα, κυρία.» Ο άντρας μαστίγωσε τα ζώα του και ξεκίνησαν. Οπλές χτυπούσαν το πλακόστρωτο, τροχοί κυλούσαν γρήγορα. Δεν άργησαν να μπλεχτούν μέσα στην κίνηση της Κάρνατεβ. Πέρασαν αρκετά κοντά από τον Κίονα του Φωτός, και η Έρικα είδε τρεις ανθρώπους να στέκονται μπροστά στην πρασινογάλαζη ενεργειακή στήλη, οι δύο – ένας άντρας και μια γυναίκα – γονατιστοί, ο τρίτος – ένας ιερέας του Κίονα του Φωτός, ίσως – όρθιος, με τα χέρια του υψωμένα. Μέσα στη στήλη ενέργειας που προκαλούσε δέος, εφιαλτικά πρόσωπα φαίνονταν να σχηματίζονται, καθώς και ακατονόμαστες μορφές και σχέδια.

Η άμαξα βγήκε στη Μεγάλη Λεωφόρο, κι ο αμαξάς είδε κάποιον να τού κάνει νόημα. «Να τον πάρουμε, κυρία, άμα βολεύει;» ρώτησε την Έρικα.

«Πάρ’ τον.» Δεν ήθελε να φανεί ύποπτη, δεν ήθελε ο αμαξάς να τη θυμάται σαν «μια παράξενη κουκουλωμένη γυναίκα που αρνιόταν να βάλω μέσα συνεπιβάτη».

Ο αμαξάς πλησίασε τον άντρα – έναν μεσήλικα με μεγάλο σάκο στο χέρι, ντυμένο με καλοκαιρινό χιτώνα και σκούρα γυαλιά – και τον ρώτησε: «Πού πας;»

«Νοτιοδυτικό Τέταρτο!» φώναξε εκείνος.

«Άσ’ το, φίλε· δε βολεύει.» Η Αρένα ήταν στο Βορειοανατολικό Τέταρτο: στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή.

Η άμαξα βγήκε από τη Μεγάλη Λεωφόρο κι έπιασε την Οδό του Γέροντα. Ύστερα έστριψε βόρεια, σε μικρότερους δρόμους, που δεν είχαν και τόση κίνηση. Και μετά από περίπου καμια ώρα αφότου είχε φύγει από τον αερολιμένα η Έρικα έφτασε στον προορισμό της, αντίκρυ στην Αρένα. Πλήρωσε τον αμαξά και κατέβηκε από την άμαξα.

Βάδισε προς την πύλη της Αρένας, μπροστά απ’την οποία ολόκληρο παζάρι φαινόταν νάναι στημένο, όπως συνήθως. Παραμέρισε τον μαγικό της μανδύα από τους ώμους της, ρίχνοντάς τον πίσω (χωρίς να βγάλει την κουκούλα, φυσικά), ώστε να φαίνεται καθαρά το νοομορφικό της χιτώνιο. Περνώντας ανάμεσα από τον συγκεντρωμένο κόσμο (κάποιος προσπαθούσε να πουλήσει έναν γεροδεμένο δούλο· κάποιος είχε φέρει έναν λυκόχοιρο για τον ίδιο λόγο· δύο γυναίκες τσακώνονταν σχετικά με την τιμή ενός σπασμένου όπλου, απομεινάρι κάποιου αγώνα της Αρένας· τρεις άντρες μιλούσαν για στοιχήματα) πλησίασε τον πάγκο του Χάραλκιρ, συλλέκτη κομματιών και συντριμμιών, και πράκτορά της.

Η Έρικα έκανε, με τη σκέψη της, τα νερά επάνω στο νοομορφικό χιτώνιό της να πάρουν τέτοια σχήματα ώστε να ρωτάνε εκείνους που ήξεραν πώς να τα διαβάσουν: Όλα εντάξει;

Ο Χάραλκιρ δεν φαινόταν να έχει κανέναν πελάτη αυτή τη στιγμή· και ο νοομορφικός του χιτώνας με τους ρόμβους απάντησε: Έχω νέα.

Δυσάρεστα; ρώτησε η Έρικα.

Ναι/όχι.

Να μιλήσουμε;

Μεσημέρι, σπίτι μου.

Και η Έρικα σκέφτηκε: Μάλλον δεν είναι κάτι που επείγει. Απορούσε, όμως, τι μπορεί να είχε συμβεί το οποίο αποτελούσε και δυσάρεστο και μη δυσάρεστο νέο…

Αφού έκανε μια βόλτα κοντά στην πύλη της Αρένας – παριστάνοντας πως κοίταζε τους πίνακες σχετικά με τους τελευταίους αγώνες και τους επερχόμενους, ώστε να μην τραβήξει ανεπιθύμητη προσοχή – έφυγε, βαδίζοντας προς τα νότια, προς την Οδό του Γέροντα.

*

Στο λιμάνι της Κάρνατεβ κυκλοφορούσε μια άλλη κατάσκοπός της: μια γυναίκα που ονομαζόταν Νατμάλι, γηγενής της Φεηνάρκια αλλά παλιά πράκτορας της Παντοκράτειρας. Επί του παρόντος δούλευε ως οδηγός μέσα στην πόλη, δίνοντας κατευθύνσεις σε ταξιδιώτες, εμπόρους, επιχειρηματίες, και άλλους. Είχε επίσης και μερικά δωμάτια τα οποία νοίκιαζε. Βρισκόταν σε πολύ καλή θέση, επομένως, για να συλλέγει πληροφορίες, κι αυτό η Έρικα πάντα το εκτιμούσε.

Η Νατμάλι όμως ήταν πολυάσχολη, έτσι η Έρικα, όταν ερχόταν στην πόλη, επισκεπτόταν τον Χάραλκιρ για πληροφορίες. Εξάλλου, η Νατμάλι τού μετέφερε ό,τι μάθαινε το οποίο αφορούσε, ή θα μπορούσε να αφορά, το δίκτυό τους. Αλλά τώρα η Έρικα είχε πάει στο λιμάνι και έψαχνε να τη βρει, αφού έτσι κι αλλιώς θα περίμενε τον Χάραλκιρ ώς το μεσημέρι. Αν κάτι πολύ σοβαρό συνέβαινε, η Νατμάλι θα το ήξερε. Η Έρικα, βέβαια, δεν πίστευε ότι ήταν τίποτα το πολύ σοβαρό· ο τρόπος του Χάραλκιρ δεν της είχε δώσει τέτοια εντύπωση.

Το βλέμμα της ξεχώρισε τη Νατμάλι μέσα στα πλήθη του λιμανιού: μια γυναίκα κατάμαυρη στο δέρμα, με κοντά πράσινα μαλλιά τα οποία ίσα που προεξείχαν από τις άκριες του μικρού στρογγυλού καπέλου της. Λιγνή σαν μπαστούνι: ακόμα κι αυτά τα στενά ρούχα που φορούσε έμοιαζαν ευρύχωρα επάνω της – μια καλοκαιρινή, πρασινοκόκκινη, κοντομάνικη δερμάτινη τουνίκα, ένα εφαρμοστό, γκρίζο υφασμάτινο παντελόνι, κι ένα ζευγάρι μαύρα σανδάλια. Δεν φορούσε κανένα νοομορφικό ένδυμα· η Έρικα δεν είχε να δίνει νοομορφικά ενδύματα σε όλους τους κατασκόπους της. Έδινε, επομένως, σ’εκείνους που τα χρειάζονταν περισσότερο: σ’εκείνους που ήταν καλύτερα να μην τους έβλεπε κανένας ύποπτος να μιλάνε με άλλους πράκτορές της. Η Νατμάλι ερχόταν σε επαφή με τόσο πολύ κόσμο που δεν είχε νόημα να προσπαθεί να κρύψει την οποιαδήποτε συναναστροφή.

Τώρα μιλούσε με τρεις ταξιδιώτες – δύο άντρες (ο ένας ευτραφής, ομολογουμένως) και μία γυναίκα – και έπαιρνε μερικά χρήματα από αυτούς. Έπειτα άρχισε να βαδίζει ενώ εκείνοι την ακολουθούσαν μεταφέροντας τα πράγματά τους στους ώμους και στα χέρια. Η Έρικα τούς πήρε στο κατόπι – από απόσταση ασφαλείας, φυσικά – και, μετά από λίγο, τους είδε να επιβιβάζονται σε μια επιβατική άμαξα φορτώνοντας στον αποθηκευτικό χώρο της τους σάκους και τις τσάντες τους.

Η Έρικα πλησίασε. «Συγνώμη,» είπε στη Νατμάλι. «Πού πηγαίνετε;»

Τα μάτια της μαυρόδερμης Φεηνάρκιας γυάλισαν, αναγνωρίζοντας αμέσως την Έρικα παρότι εκείνη φορούσε, ως συνήθως, την κουκούλα της κάπας της. «Εδώ κοντά. Σ’ένα πανδοχείο που ονομάζεται ‘Το Χαμένο Βαλάντιο’. Θα ήθελες κι εσύ να σε οδηγήσω κάπου;»

«Ευχαριστώ, όχι,» αποκρίθηκε η Έρικα. «Φαίνεται, όμως, πως κατευθυνόμαστε προς την ίδια μεριά. Να έρθω μαζί σας;»

Η Νατμάλι ανασήκωσε τους ώμους. «Χωράμε όλοι στην άμαξα, δεν χωράμε;»

«Χωράτε και με το παραπάνω,» είπε ο αμαξάς, προφανώς πάντα πρόθυμος να πάρει επιπλέον πελάτες.

Η Νατμάλι μειδίασε, και η Έρικα χαμογέλασε λιγάκι στραβά μέσα από τη σκιά της κουκούλας της.

Επιβιβάστηκαν στην άμαξα και, σύντομα, ο αμαξάς τούς μετέφερε μπροστά στην είσοδο του Χαμένου Βαλάντιου. Οι τρεις ταξιδιώτες τον πλήρωσαν και η Νατμάλι τούς οδήγησε στο εσωτερικό του πανδοχείου.

«Συνεχίζουμε εμείς, κυρία;» ρώτησε ο αμαξάς.

«Μπα, εδώ κατεβαίνω κι εγώ,» αποκρίθηκε η Έρικα, έχοντας ήδη βγάλει λεφτά από το πορτοφόλι της. Τον πλήρωσε και βγήκε από το όχημά του.

«Στο καλό, κυρία.»

Η άμαξα εξαφανίστηκε μες στα πλήθη του μεγάλου λιμανιού της Κάρνατεβ – άνθρωποι, θηρία, οχήματα μηχανοκίνητα και μη. Ένας τετραπλόκαμος – ένας από εκείνους τους ελέφαντες με τις τέσσερις προβοσκίδες που τραβούσε ένα κάρο γεμάτο με κάποιου είδους πετρώματα – παραλίγο να χτυπήσει την άμαξα· ξυστά την πέρασε ο οδηγός από δίπλα του.

Το εσωτερικό της τραπεζαρίας του Χαμένου Βαλάντιου φαινόταν από τα παράθυρά του, καθώς επίσης και η Νατμάλι κι οι τρεις ταξιδιώτες να μιλάνε με τον πανδοχέα. Η Έρικα πήγε σ’ένα σοκάκι παραδίπλα, που είχε σκιά. Περίμενε και, σε λίγο, η πράκτοράς της βγήκε από το πανδοχείο και ήρθε να τη συναντήσει.

«Τι γίνεται;» τη ρώτησε.

«Εσύ πες μου,» αποκρίθηκε η Έρικα. «Συμβαίνει κάτι;»

«Τίποτα το ιδιαίτερο, αν αυτό εννοείς. Γιατί; Τι άκουσες;» Η Νατμάλι την είχε καταλάβει ότι ήταν προβληματισμένη.

«Ο Χάραλκιρ μού είπε ότι κάτι έχει να μου πει, αλλά να πάω να τον δω το μεσημέρι.»

«Δε θάναι τίποτα το τραγικό, αλλιώς θα το ήξερα.»

Τα λόγια της καθησύχασαν την Έρικα, αλλά όχι τελείως. Ποτέ δεν καθησύχαζε τελείως, άλλωστε· ήταν μέρος της δουλειάς της να βρίσκεται πάντοτε σε εγρήγορση.

«Ο Μπροστινός μας;»

«Καλά είναι. Προχτές του έστειλα έναν τύπο που ήθελε να μάθει αν ένας ξάδελφός του βρίσκεται ακόμα στην Έλγκοροβ.»

«Μάλιστα. Θα πάω να ρίξω μια ματιά και σ’αυτόν.»

«Για έλεγχο ήρθες εδώ;» ρώτησε, όχι κακοπροαίρετα, η Νατμάλι.

«Για δουλειά. Ψάχνω κάποιους.»

«Να βοηθήσω; Ίσως να τους έχει πάρει το μάτι μου εδώ, στο λιμάνι.»

Η Έρικα τής είπε για τον Φέκταρελ και τη Φαίδρα’λι.

«Δυστυχώς δεν τους έχω δει. Ξέρεις πόσο τεράστιο είναι το λιμάνι της Κάρνατεβ,» είπε η Νατμάλι μιλώντας μάλλον όπως θα μιλούσε σ’έναν πελάτη – ίσως από συνήθεια, ίσως εσκεμμένα. «Μια γυναίκα, όμως, με πράσινα μαλλιά και λευκό δέρμα θα έχει κάνει, σίγουρα, εντύπωση σε κάποιους. Θα το ψάξω, Έρικα. Πού θα μένεις; Ή να μεταφέρω τις ανακαλύψεις μου στον συλλέκτη της Αρένας;»

«Να τις μεταφέρεις στον τηλεπικοινωνιακό πομπό μου,» αποκρίθηκε η Έρικα.

«Ο κωδικός σου δεν έχει αλλάξει…»

«Ο ίδιος είναι.»

*

Μπροστινό αποκαλούσαν τον πράκτορα με τον οποίο έρχονταν σε επαφή οι περισσότεροι πελάτες του δικτύου που ζητούσαν πληροφορίες. Οι άλλοι πράκτορες έστελναν, συνήθως, τους πελάτες σ’αυτόν χωρίς να λένε ότι οι ίδιοι ήταν πράκτορες, αναφέροντας απλώς ότι είχαν ακούσει πως εκείνος εργαζόταν για κάποιο δίκτυο πληροφοριών.

Στην Κάρνατεβ, Μπροστινός ήταν ένας άντρας που ονομαζόταν Ίσμερβεκ (σπάνιο όνομα, γενικά) και δούλευε για την εταιρεία μαντατοφόρων Στόματα της Μεγάλης Πόλης. Δεν ήταν κανένας μέτοχος ή διευθυντικό στέλεχος, απλώς ακόμα ένας μαντατοφόρος· αλλά θεωρείτο ικανός και πεπειραμένος. Παλιότερα, ήταν εραστής της Νατμάλι, κι εκείνη τον είχε προτείνει στην Έρικα για το δίκτυό τους. Της είχε υποσχεθεί πως θα ήταν καλός για τέτοια δουλειά, και πράγματι ήταν, νόμιζε η Έρικα. Δεν ξέρει ότι κάποτε ήμουν πράκτορας της Παντοκράτειρας, της είχε πει επίσης η Νατμάλι, και θα το εκτιμούσα αν δεν το μάθαινε. Η Έρικα, φυσικά, δεν είχε μαρτυρήσει το μυστικό της κατασκόπου της. Είχαν συναντήσει τον Ίσμερβεκ μαζί και τον είχαν βάλει, σχετικά εύκολα, στο δίκτυό τους. Έδειχνε παραπάνω από πρόθυμος να βγάλει επιπλέον λεφτά και να συμμετέχει σε κάτι που θεωρούσε μεγάλο και εξαπλωμένο. Λιγάκι φαντασμένος είχε φανεί στην Έρικα, αλλά αυτό δεν αποτελούσε πρόβλημα.

Τώρα πήγε να τον συναντήσει στο Νοτιοδυτικό Τέταρτο της Κάρνατεβ, την ευρύτερη περιοχή ανάμεσα στη Μεγάλη Λεωφόρο, στην Άφλεκτη, και στο τείχος του λιμανιού, όπου τα Στόματα της Μεγάλης Πόλης είχαν την έδρα τους. Περίμενε έξω από το χτίριο, καθισμένη σε μια καντίνα, πίνοντας ένα αναψυκτικό (πλησίαζε μεσημέρι πια) κι έχοντας παραμερισμένο τον μανδύα της για να φαίνεται το νοομορφικό της χιτώνιο από κάτω.

Τελικά, τον είδε να έρχεται αφήνοντας το δίκυκλό του στον χώρο στάθμευσης της εταιρείας. Ένας ψηλός, πορφυρόδερμος, μαυρομάλλης άντρας: καταφανώς Φεηνάρκιος και αρκετά όμορφος.

Η Έρικα στάθηκε σε τέτοιο σημείο ώστε να μπορεί εύκολα να τη δει, κι έκανε τα νερά επάνω στο χιτώνιό της να τον χαιρετήσουν. Τα μάτια του πρόσεξαν τους κωδικοποιημένους σχηματισμούς στο νοομορφικό ένδυμα. Είχε μάθει τη γλώσσα των ενδυμάτων και είχε πάντα το νου του για την παρουσία της, όπως κι άλλοι πράκτορες της Έρικας. Ορισμένοι, μάλιστα, της είχαν πει ότι είχαν αρχίσει να διαβάζουν τη γλώσσα και σε μέρη άσχετα – όπως επάνω σε τραπεζομάντηλα. Η Έρικα τούς καταλάβαινε, γιατί κι εκείνη το είχε πάθει. Ευτυχώς, όμως, κανένας τους δεν είχε γίνει σαν τη Φαίδρα, που ισχυριζόταν ότι μπορούσε να διαβάσει τη Γλώσσα παντού στο περιβάλλον. Η Έρικα υποπτευόταν ότι πολλούς θα τους οδηγούσε στην παραφροσύνη κάτι τέτοιο. Το γεγονός ότι η μάγισσα ήξερε ακόμα τι της γινόταν ήταν, ίσως, αξιοθαύμαστο. Αν και ήταν περίεργη, βέβαια. Πολύ.

Ο νοομορφικός μανδύας του Ίσμερβεκ ρώτησε: Να μιλήσουμε;

Το χιτώνιο της Έρικας απάντησε: Ναι.

Περίμενε αριστερά.

Η Έρικα είδε έναν μικρότερο δρόμο στ’αριστερά και πήγε εκεί, ενώ ο Ίσμερβεκ έμπαινε στην έδρα των Στομάτων της Μεγάλης Πόλης.

Μετά από λίγο ήρθε να τη συναντήσει, καθώς εκείνη ήταν καθισμένη στο τρίτο σκαλοπάτι μιας πέτρινης σκάλας και, έχοντας τελειώσει το αναψυκτικό της, κάπνιζε ένα τσιγάρο. Τον ρώτησε αν ήξερε να συμβαίνει τίποτα περίεργο, κι εκείνος απάντησε όχι· συνέβαινε κάτι που θα έπρεπε να ξέρει;

«Δε νομίζω,» αποκρίθηκε η Έρικα (απορώντας, συγχρόνως, τι μπορεί τελικά να είχε να της αναφέρει ο Χάραλκιρ), και του μίλησε για τους δύο ανθρώπους που έψαχνε – τον Φέκταρελ και τη Φαίδρα’λι. Ο Ίσμερβεκ υποσχέθηκε πως θα είχε τα μάτια του και τ’αφτιά του ανοιχτά γι’αυτούς. «Το ξέρεις, όμως, πως δεν είναι η δουλειά μου να ερευνώ για χαμένα πρόσωπα…»

«Το έχω υπόψη, εννοείται. Η οικογένειά σου; Καλά;»

«Μια χαρά.» Ήταν παντρεμένος με μια ζωγράφο και είχαν δύο παιδιά. Έμεναν εδώ, στο Νοτιοδυτικό Τέταρτο, αλλά όχι κοντά στην έδρα των Στομάτων της Μεγάλης Πόλης.

Η Έρικα τον χαιρέτησε και, ύστερα, χώρισαν. Ο Ίσμερβεκ είχε να παραδώσει κάποιο δέμα.

*

Το μεσημέρι η Έρικα ήταν στην περιοχή κοντά στην Αρένα της Κάρνατεβ και μέσα στο σπίτι του Χάραλκιρ, μαζί με έτοιμο φαγητό και ποτά που είχε αγοράσει από ένα εστιατόριο στην Οδό του Γέροντα.

«Καλοσύνη σου που σκέφτηκες ότι θα ερχόμουν πεινασμένος,» της είπε ο Χάραλκιρ, αφού βγήκε από το μπάνιο (όπου είχε πάει για να διώξει, μ’ένα γρήγορο ντους, τη ζέστη της ημέρας από επάνω του) και βρήκε το τραπέζι στρωμένο. Τα αραιά πράσινα μαλλιά του ήταν άνω-κάτω, η όψη του σχεδόν κωμική.

«Γι’αυτό είμαι αφεντικό σου, για να σε σκέφτομαι,» αποκρίθηκε η Έρικα, καθισμένη μπροστά από τα φαγητά. Έπιασε το ποτήρι με το κρασί της και ήπιε μια γουλιά. «Το σπίτι σου το ελέγχεις για κοριούς, παρεμπιπτόντως;»

«Ναι, τακτικά· γιατί ρωτάς;»

«Από ενδιαφέρον.»

Ο Χάραλκιρ κάθισε αντίκρυ της. «Ψάξε, αν θέλεις.»

«Το έκανα ήδη, όσο ήσουν στο μπάνιο.» Η συσκευή της δεν είχε εντοπίσει τίποτα το ύποπτο.

«Δε νομίζω ότι υπάρχει κανένας που να υποπτεύεται ότι είμαι κάτι περισσότερο από ένας συλλέκτης κομματιών και συντριμμιών της Αρένας,» είπε ο Χάραλκιρ, βάζοντας φαγητό στο πιάτο του.

«Τι ήταν αυτά που μου έλεγε ο χιτώνας σου έξω απ’την Αρένα;»

Ο Χάραλκιρ τής μίλησε, καθώς έτρωγαν, για το περιστατικό ύστερα από την παράδοση του μηνύματος στη Σανκάρλι’μορ. Κάποιοι τον είχαν παρακολουθήσει – χωρίς, φυσικά, να μπορέσουν να δουν το πρόσωπό του, μες στη νύχτα, κουκουλωμένος καθώς ήταν. Και μετά, η μάγισσα είχε συγκρουστεί μαζί τους, γιατί κι εκείνη τον ακολουθούσε. Και τελικά ανακάλυψε πού ήταν το σπίτι του–

«Τι!» έκανε η Έρικα. «Ξέρει πού μένεις;»

«Περίμενε· έχει κι άλλα.» Ο Χάραλκιρ ήπιε μια μεγάλη γουλιά απ’τη μπίρα του, κατευθείαν απ’το μπουκάλι, και της είπε ότι η Σανκάρλι’μορ είχε έρθει έξω από την Αρένα και του είχε μιλήσει, τον είχε ρωτήσει ποιος ήταν, για ποιον δούλευε, και τι ήξερε για τον Αβέρναλ. Ο Χάραλκιρ, ασφαλώς, δεν της είχε δώσει καμία πληροφορία, και της είχε τονίσει ότι δεν γνώριζε τον Αβέρναλ προσωπικά. «Ούτε για τον Μπροστινό μας της είπα. Της εξήγησα μόνο ότι είμαστε ένα δίκτυο πληροφοριών που δεν είναι συνασπισμένο με καμια εξουσία – για να μη νομίσει ότι ίσως είμαστε εχθροί της Κάρνατεβ – και όταν με ρώτησε αν θα μπορούσε να μας ζητήσει να κάνουμε κάποια δουλειά γι’αυτήν, όπως να μεταφέρουμε μήνυμα στον Αβέρναλ, την προέτρεψα σε μια τέτοια περίπτωση να έρθει σ’εμένα.»

«Καλά έκανες,» αποκρίθηκε η Έρικα σκεπτικά. «Έκανες, βασικά, το καλύτερο που θα μπορούσες να κάνεις, νομίζω.»

«Δεν υπήρχε άλλη λύση…»

«Την έχεις ξαναδεί από τότε;»

«Μέχρι στιγμής, όχι. Έχω όμως την αίσθηση ότι δεν θ’αργήσω να την ξαναδώ. Το καταλαβαίνω πως της έχουμε κινήσει την περιέργεια, και δε νομίζω ότι είναι απ’τους ανθρώπους που ξεχνάνε εύκολα ό,τι τους κινεί την περιέργεια.»

«Σίγουρα όχι,» συμφώνησε η Έρικα, ενθυμούμενη τα λίγα που της είχε πει ο Αβέρναλ για τη μάγισσα. Σκάλιζε κι αυτή τις δουλειές του Αρχισυγκλητικού Βέργκεδελ μαζί με τον δημοσιογράφο· και, μάλλον, συνέχιζε να τις σκαλίζει μόνη της τώρα.

«Ο Σκοτωμένος κι οι δικοί του τι κάνουν;» άλλαξε θέμα ο Χάραλκιρ.

«Ετοιμάζονται για πόλεμο,» του είπε η Έρικα, και του εξήγησε τι είχε συμβεί με τον Εύβουλο στη Νουσράκλη. «Δεν είμαι, όμως, στην Κάρνατεβ γι’αυτό· δεν είμαι εδώ για να κατασκοπεύσω τις κινήσεις του Αρχισυγκλητικού. Ψάχνω τον Φέκταρελ και τη Φαίδρα’λι…»

Κι όταν μίλησε στον Χάραλκιρ για την υπόθεσή τους, εκείνος είπε: «Τρέχα γύρευε… Η Κάρνατεβ είναι μεγάλη πόλη, όπως ξέρεις. Δε θάναι εύκολο να τους βρούμε χωρίς κανένα άλλο στοιχείο. Μόνο η μάγισσα ίσως να έχει αφήσει ίχνη, επειδή τα πράσινα μαλλιά και το λευκό δέρμα δεν είναι συνηθισμένος συνδυασμός–»

«Το ίδιο μού είπε κι η Νατμάλι.»

«Μίλησες και σ’αυτήν;»

«Κάτι έπρεπε να κάνω μέχρι νάρθει το μεσημέρι…»

«Στην Κάρνατεβ, πάντως, η Φαίδρα’λι μάλλον δεν θα είναι η μοναδική γυναίκα με λευκό δέρμα και πράσινα μαλλιά. Και το μόνο σίγουρο μέρος που μπορώ να σκεφτώ ότι ίσως να πήγε είναι η Μαγική Σχολή – καθότι μάγισσα. Όμως εμείς δεν έχουμε πρόσβαση εκεί. Δεν έχουμε κανέναν μάγο ανάμεσά μας.»

Ο Ναλτάφιρ’χοκ θα μπορούσε να βοηθήσει τώρα, αλλά δεν είναι εδώ· είναι στη Μέρελκεβ, σκέφτηκε η Έρικα, αναρωτούμενη μήπως θα ήταν καλή ιδέα να επικοινωνήσει μαζί του για να τον φέρει στην Κάρνατεβ. Αν δεν υπάρχει άλλη λύση, θα το κάνω.

Ο Χάραλκιρ ήπιε ακόμα μια γουλιά απ’τη μπίρα του. «Θα μείνεις μέρες στην πόλη, ή θα φύγεις και θα ξαναγυρίσεις;»

«Θα μείνω· θέλω να ψάξω η ίδια για τον Φέκταρελ και τη Φαίδρα.» Το δίκτυό της δεν είχε πολλή δύναμη στην Κάρνατεβ, και η βοήθειά της ήταν, αναμφίβολα, απαραίτητη.

Ο Χάραλκιρ προθυμοποιήθηκε να τη φιλοξενήσει στο σπίτι του, αλλά εκείνη δεν ήθελε να μαθευτεί στην πόλη ότι ο συλλέκτης της Αρένας τώρα συγκατοικούσε με κάποια μυστηριώδη γυναίκα, οπότε του είπε πως θα έκλεινε, καλύτερα, δωμάτιο σε ξενοδοχείο. Και το απόγευμα έκλεισε δωμάτιο στον τέταρτο όροφο του Χρυσού Νήματος, που βρισκόταν νότια της Οδού του Γέροντα, όχι και τόσο μακριά από την πολυκατοικία του Χάραλκιρ.

Όταν νύχτωσε, συνάντησε στην Κεντρική Αγορά τους κατασκόπους της – τον Χάραλκιρ, τη Νατμάλι, και τρεις ακόμα που είχε μέσα στην πόλη (αλλά όχι και τον Ίσμερβεκ) – και από εκεί ξεκίνησαν την αναζήτησή τους για τη μάγισσα και τον Αρχιανιχνευτή των Ζωντανών-Νεκρών.

Ο ήλιος ξεπρόβαλε από την ανατολή και δεν είχαν ακόμα βρει το παραμικρό ίχνος.

Αλλά είχαν, βέβαια, αρχίσει την έρευνά τους νωρίς (πράγμα που η Έρικα υποψιαζόταν, χωρίς να μπορεί, φυσικά, να είναι σίγουρη γι’αυτό).

Εκείνο το βράδυ ήταν που η Φαίδρα’λι είχε μόλις φτάσει στο λιμάνι της Κάρνατεβ και είχε κλείσει δωμάτιο στο ξενοδοχείο Ισότιμες Συναθροίσεις, δυτικά της Μεγάλης Λεωφόρου, δυόμισι χιλιόμετρα βόρεια της Πύλης του Λιμανιού. Το πρωί, πήγε στη Μαγική Σχολή της Κάρνατεβ, ζητώντας κάποιον μάγο που μπορούσε να κάνει Ξόρκι Ανιχνεύσεως γι’αυτήν και βρίσκοντας, τελικά, τη Σανκάρλι’μορ, με την οποία μίλησε και, κατόπιν, την ακολούθησε στο σπίτι της αφού πήρε τα πράγματά της από τις Ισότιμες Συναθροίσεις.

Τώρα, μεσημέρι πλέον, η πρασινομάλλα μάγισσα καθόταν στον καναπέ του καθιστικού της Σανκάρλι και έγραφε, μ’έναν στιλογράφο, επάνω σ’ένα δερματόδετο σημειωματάριο. Η Τεχνομαθής βρισκόταν στο υπνοδωμάτιό της και την παρακολουθούσε μέσω ενός τηλεοπτικού πομπού που ήταν κρυμμένος σε μια γωνία του καθιστικού. Έβλεπε τη Φαίδρα μέσα στην οθόνη ενός φορητού συστήματος, περιμένοντας μήπως κάνει καμια ύποπτη κίνηση.

Της είχε φανεί ειλικρινής, βέβαια. Μάλλον γνώριζε όντως τον Φέκταρελ, και όντως δούλευε ως μισθοφόρος με τους Ζωντανούς-Νεκρούς. Ήθελε, όμως, να σιγουρευτεί ότι δεν ήταν κάποια περίεργη πράκτορας που προσπαθούσε να της παίξει ύπουλο παιχνίδι.

Αλλά αυτό θα ήταν πολύ παράξενο, δεν θα ήταν; σκέφτηκε η Σανκάρλι. Πώς να ξέρει για τον Φέκταρελ αν δεν είναι με τους Ζωντανούς-Νεκρούς; Και η ανήσυχη όψη που είχε η Φαίδρα στο πρόσωπό της έμοιαζε στη Σανκάρλι αυθεντική· πρέπει πράγματι να φοβόταν για τον Φέκταρελ· πρέπει ο Φέκταρελ, πράγματι, να ήταν άντρας της. Κι αν είναι έτσι, τότε τη θέλω μαζί μου. Η υπόθεση του Φέκταρελ είχε κινήσει την περιέργεια της Σανκάρλι, κι επιπλέον ήταν καλό να έχει μια μάγισσα του τάγματος των Δεσμοφυλάκων στο πλευρό της. Ο θεός της Φαίδρας μπορεί να αποδεικνυόταν πολύτιμος σύμμαχος, σε περίπτωση που η Σανκάρλι είχε να κάνει με άλλους Δεσμοφύλακες ή με δαιμονικούς θεούς. Οι γνώσεις της ως Τεχνομαθής δεν τη βοηθούσαν και πολύ να αντιμετωπίζει τέτοιες δυνάμεις, και, ως εκ τούτου, πάντα την τρόμαζαν.

Ώρα να μιλήσουμε, Φαίδρα, σκέφτηκε η Σανκάρλι βλέποντας, μέσα από την οθόνη του φορητού συστήματός της, τη Δεσμοφύλακα ν’αφήνει τον στιλογράφο και να κλείνει το σημειωματάριό της.

Βγήκε απ’το υπνοδωμάτιο και συνάντησε τη Φαίδρα’λι στο καθιστικό. «Ελπίζω να έχεις βολευτεί,» είπε.

«Εντάξει είμαι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Αλλά δεν ήρθα για να βολευτώ· ήρθα για να βρω τον Φέκταρελ. Κι ακόμα νομίζω πως κάποια πράγματα δεν μου τα έχεις πει…»

«Τι εννοείς;» ρώτησε η Σανκάρλι, καθίζοντας σε μια καρέκλα αντίκρυ της.

«Δε μου έχεις εξηγήσει τι δουλειά έκανες έξω απ’τη βάση των ορυχείων, ούτε πώς κατάλαβες ότι ο Φέκταρελ ήταν ο Φέκταρελ.»

Η Σανκάρλι αναστέναξε. Θα πρέπει να την εμπιστευτώ πλήρως, αν είναι να συνεργαστούμε. Δε μπορεί νάναι πράκτορας του Αρχισυγκλητικού. Αποκλείεται! «Είχα πάει να κατασκοπεύσω, όπως θα μπορείς να υποθέσεις. Ο Φέκταρελ τι ακριβώς έκανε εκεί δεν κατάλαβα, αλλά γνωριστήκαμε επειδή ανέφερε το όνομα του Αβέρναλ–»

«Του δημοσιογράφου;»

«Τον ξέρεις κι εσύ, λοιπόν…» Ακόμα μια επιβεβαίωση ότι η Φαίδρα’λι ήταν, όντως, με τους Ζωντανούς-Νεκρούς.

«Φυσικά και τον ξέρω. Ο Βασιληάς Ράνελμον τον έκρυβε στο παλάτι του. Αντιμετωπίσαμε τους Θηριόπνευστους Αδελφούς για να τον προστατέψουμε.»

«Ο Φέκταρελ με ρώτησε, αρχικά, αν είμαι δημοσιογράφος, κι όταν δεν του απάντησα, μου είπε ότι ήξερε έναν άλλο δημοσιογράφο από την Κάρνατεβ: τον Αβέρναλ.»

«Γνωρίζεις κι εσύ τον Αβέρναλ;»

«Ήμασταν εραστές προτού αναγκαστεί να φύγει από την Κάρνατεβ,» είπε η Σανκάρλι.

Η Φαίδρα συνοφρυώθηκε παρατηρώντας την. «Τον βοηθούσες στις έρευνές του;»

Η Σανκάρλι ένευσε. «Ο Φέκταρελ,» είπε, «ήξερε πως ο Αβέρναλ μού έστειλε μήνυμα. Εσύ δεν το ξέρεις;»

«Γνωρίζω ότι έστειλε μήνυμα σε κάποιον στην Κάρνατεβ, αλλά δεν ήξερα ότι ήσουν εσύ. Η Έρικα δεν μου είχε πει τίποτα.»

«Η Έρικα;»

«Ο Φέκταρελ απ’αυτήν θα το έμαθε, υποθέτω, όταν ερευνούσαν τα νησιά για πληροφορίες σχετικά με τους Θηριόπνευστους Αδελφούς...»

«Ποια είναι η Έρικα;» επέμεινε η Σανκάρλι. Έχει σχέση με τον Χάραλκιρ;

«Η Έρικα είναι… Είναι μια συνεργάτισσά μας. Όχι ακριβώς συνεργάτισσα, δηλαδή. Είναι… δεν είναι ακριβώς με τους Ζωντανούς-Νεκρούς, αλλά μας βρίσκει δουλειές. Τέλος πάντων· έχει ένα δίκτυο.»

«Δίκτυο; Δίκτυο πληροφοριών; Οι άνθρωποί της ήταν που μου έφεραν το μήνυμα του Αβέρναλ;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Φαίδρα. «Υποθέτω. Λογικά.»

Μάλιστα… σκέφτηκε η Σανκάρλι.

«Γιατί ρωτάς;»

Η Σανκάρλι τής μίλησε για τις δύο συναντήσεις της με τον Χάραλκιρ, καθώς και για τους πράκτορες που παρακολουθούσαν τον Χάραλκιρ και που της επιτέθηκαν. «Εμένα, όμως, πρέπει ουσιαστικά να παρακολουθούσαν και να είδαν ότι ο Χάραλκιρ χτύπησε το κουδούνι μου στην είσοδο της πολυκατοικίας.»

«Ποιος έχει λόγο να σε κατασκοπεύει;»

«Ο Αρχισυγκλητικός, μάλλον.»

«Ο Φέκταρελ σού είπε τι είχε πάει να κάνει σ’εκείνη τη βάση;» ρώτησε η Φαίδρα, αλλάζοντας απότομα θέμα, γιατί αισθανόταν πως δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Ήθελε να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για τον Φέκταρελ όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

«Όχι,» αποκρίθηκε η Σανκάρλι. «Δεν ανέφερε τίποτα συγκεκριμένο… Όμως όταν μια βάρκα ήρθε από τα Ορυχεία Ιπταερίου, φέρνοντας μαζί της έναν μολυσμένο άντρα–» Και της μίλησε για ό,τι είχε συμβεί από τότε και ύστερα. Δεν παρέλειψε, μάλιστα, να της πει ότι είχε βρει την ευκαιρία να εισβάλει στη βάση όσο οι φρουροί της έλειπαν.

«Δηλαδή, ο Φέκταρελ μπορεί νάναι νεκρός;» έκανε, αναστατωμένα, η Φαίδρα. «Τον άφησες κι έφυγες;»

Η Σανκάρλι αισθάνθηκε άσχημα, όπως και τότε είχε αισθανθεί άσχημα. Όμως τι να είχε κάνει; «Τι να έκανα, Φαίδρα; Ο ίδιος με προέτρεψε να τρέξω. Και δε νομίζω νάναι νεκρός. Οι κατάσκοποι του Αρχισυγκλητικού ίσως να είναι νεκροί, ο Φέκταρελ όχι.»

«Δε μπορούσες, όμως, να τον εντοπίσεις μέσα στην πόλη!»

«Γιατί, μάλλον, δεν είναι μέσα στην πόλη.»

«Σου είπε γιατί τον ενδιέφερε ο μολυσμένος άντρας;»

«Όχι,» παραδέχτηκε η Σανκάρλι.

Η Φαίδρα ήταν σκεπτική, κοιτάζοντας το πάτωμα. «Εκτός αν έχει κάποια σχέση με τον Ταρνατάρ’σακ…»

«Τι σχέση; Ο μολυσμένος;»

«Και ο μολυσμένος και τα ορυχεία, ίσως,» είπε η Φαίδρα υψώνοντας πάλι το βλέμμα της για να κοιτάξει την άλλη μάγισσα. «Είναι η μόνη λογική εξήγηση. Ο Αθάνατος είπε στον Φέκταρελ ότι η επιρροή του Ταρνατάρ’σακ είναι μεγάλη σ’ετούτες τις περιοχές…»

«Δεν ξέρω, Φαίδρα,» είπε η Σανκάρλι ύστερα από λίγο. «Δε νομίζω, όμως, ότι κανένας σκοτεινός θεός είναι μπλεγμένος στην υπόθεση των ορυχείων.»

«Μ’όλα αυτά τα παράξενα που συμβαίνουν; Σοβαρολογείς;»

Η Σανκάρλι τής μίλησε για τις ανακαλύψεις της στο υπόγειο του Πρώτου Νοσοκομείου της Κάρνατεβ. «Κάποιος ιός είναι, όπως καταλαβαίνεις, όχι κάποιο πνεύμα.»

Η Φαίδρα δεν αισθανόταν πεπεισμένη. Ένας ιός που – περιέργως – κανένας δεν μπορεί να αδρανοποιήσει, σκέφτηκε. Γιατί να μην τον μεταδίδει ο Ταρνατάρ’σακ με κάποιο τρόπο; Αλλά ρώτησε την Τεχνομαθή μάγισσα: «Θα πάμε να ψάξουμε για τον Φέκταρελ στην ύπαιθρο, έξω από την πόλη;»

Η Σανκάρλι το σκέφτηκε. «Γιατί όχι;» είπε τελικά. Ήθελε κι εκείνη να τον βρει. Αν όντως ο Φέκταρελ σχετιζόταν, κάπως, με τον Ταρνατάρ’σακ, κι αν ό,τι συνέβαινε στα ορυχεία σχετιζόταν επίσης μ’αυτόν τον παράξενο θεό, τότε η Σανκάρλι μπορεί μέσω του Φέκταρελ να ανακάλυπτε πολλά.

Η Φαίδρα μειδίασε ακούγοντας την απάντησή της, κι άρχισε αμέσως να φορά τις μπότες της.

«Περίμενε,» της είπε η Σανκάρλι. «Δε θα πάμε τώρα αμέσως.»

Η Φαίδρα την κοίταξε ερωτηματικά – και λιγάκι καχύποπτα.

«Το βράδυ,» διευκρίνισε η Σανκάρλι. «Όταν θα έχει νυχτώσει. Δε σου είπα ότι με παρακολουθούν; Το βράδυ θα είμαστε πιο ασφαλείς.»

«Δεν έχουν καταλάβει ακόμα ότι μπαινοβγαίνεις από εκείνο το πίσω παράθυρο της πολυκατοικίας;» ρώτησε η Φαίδρα, αφήνοντας ξανά τις μπότες της παραδίπλα.

Η Σανκάρλι γέλασε. «Δε μπαινοβγαίνω συνέχεια από εκεί, αλλιώς κάποιος όντως θα το είχε καταλάβει.»

«Πώς τους αποφεύγεις, λοιπόν;»

«Μεταμφιέζομαι. Αν και δεν είμαι πλέον βέβαιη ότι οι μεταμφιέσεις μου πιάνουν πάντα. Όταν πήγα στην παράκτια βάση, εκείνη τη νύχτα, προφανώς κάποιοι με είχαν καταλάβει και ακολουθήσει ώς εκεί…»

«Μήπως απλά κρύβονταν εκεί κοντά και παραμόνευαν όποιους θεωρούσαν ότι μπορεί να κατασκοπεύουν τη βάση;»

Η Σανκάρλι συνοφρυώθηκε γιατί δεν νόμιζε πως αυτό το είχε σκεφτεί. Και κακώς δεν το σκέφτηκα. «Τώρα που το λες, μπορεί να είναι κι έτσι· δεν αποκλείεται… Όπως και νάχει, όμως, οφείλουμε να είμαστε προσεχτικές. Διαφωνείς;»

«Καθόλου,» είπε η Φαίδρα, ειλικρινά. Και σκέφτηκε: Μήπως, τελικά, μπλέξω εξαιτίας της; Αλλά, από την άλλη, η Σανκάρλι μπορούσε ίσως να την οδηγήσει στον Φέκταρελ· και της είχε ήδη δώσει και τόσες πληροφορίες γι’αυτόν. Επομένως, αν η Φαίδρα έμπλεκε εξαιτίας της, πίστευε ότι άξιζε το ρίσκο.

Κεφάλαιο Τριακοστό-Τέταρτο
Οράματα του Υπόγειου Κόσμου

Μετά από μερικές ώρες, ο μάγος τούς είπε ότι ήταν νύχτα τώρα στον επάνω κόσμο και καλύτερα, επομένως, να ξεκουράζονταν. «Αύριο,» τόνισε στον Φέκταρελ, «θα χρειαστείς όλες σου τις δυνάμεις.» Αρνήθηκε, όμως, να του εξηγήσει τίποτα περισσότερο σχετικά με το τι εννοούσε πως εκείνος ήταν το κλειδί για τον ονειρευόμενο νου του Ταρνατάρ’σακ· όπως και πριν, του αποκρίθηκε: «Θα καταλάβεις όταν έρθει η στιγμή. Δεν είναι εύκολο να σ’το πω με λέξεις· οι λέξεις δεν επαρκούν. Να ξέρεις, όμως, ότι σίγουρα θα έχεις την ευκαιρία που ζητάς: να μάθεις τι σου συμβαίνει.»

Επίσης, είχε αρνηθεί να αφήσει τον Φέκταρελ και τον μεταλλαγμένο να βγουν από τον κύκλο που ήταν ζωγραφισμένος με κάρβουνο στο έδαφος της σπηλιάς. «Γιατί;» τον είχε ρωτήσει ο Φέκταρελ. «Νομίζεις ότι έχω λόγο να σου επιτεθώ; Κι εγώ θέλω να καταλάβω τι γίνεται με τον Ταρνατάρ’σακ! Θέλω να καταλάβω περισσότερο απ’ό,τι εσύ· κι εσύ είσαι ο μόνος άνθρωπος που έχω συναντήσει, μέχρι στιγμής, ο οποίος φαίνεται να ξέρει κάτι.»

«Δε μπορώ να σ’εμπιστευτώ ακόμα,» αποκρίθηκε ο Άρδαλον’λι. «Και, υποθέτω, δεν είστε και τόσο άβολα εκεί μέσα. Δεν είναι ο κύκλος μου αρκετά ευρύχωρος; Δε σας πρόσφερα φαγητό και ποτό;» Αλήθευαν – και τα τρία. Ο χώρος ήταν, αναμφίβολα, επαρκής για να κοιμούνται χωρίς ν’αγγίζουν ο ένας τον άλλο, και είχαν χορτάσει και ξεδιψάσει μ’όσα τούς είχε φέρει ο μάγος.

Αλλά ήταν φυλακισμένοι.

«Νομίζεις ότι δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω τις δυνάμεις μου μέσα απ’τον κύκλο σου;» τον προκάλεσε ο Φέκταρελ. «Νομίζεις ότι δεν μπορώ να κάνω την υπόγεια γεωγραφία να αλλάξει;» Κι αισθανόταν δελεασμένος να το επιχειρήσει, για να τρομάξει τον μάγο αν μη τι άλλο.

Ο Άρδαλον’λι απλώς γέλασε. «Δεν το αμφιβάλλω καθόλου ότι οι δυνάμεις σου δεν περιορίζονται εδώ κάτω, Φέκταρελ. Ωστόσο, απ’ό,τι έχω καταλάβει με τις μελέτες μου, ακόμα κι ο Ταρνατάρ’σακ πρέπει να ακολουθεί κάποιους μυστηριώδεις κανόνες. Δεν πιστεύω ότι μπορείς να κάνεις αυτή τη σπηλιά να καταρρεύσει και να με θάψει. Μπορείς;»

Ο Φέκταρελ έμεινε σιωπηλός. Γνώριζε, ωστόσο, ότι ο μάγος είχε δίκιο. Πράγματι, υπήρχαν κανόνες – μυστηριώδεις, όπως τους είχε αποκαλέσει. Το λογικό μέρος του μυαλού του Φέκταρελ δεν τους κατανοούσε· το παράλογο μέρος της ψυχής του τους καταλάβαινε πλήρως, όμως. Ήξερε τι μπορούσε να κάνει και τι όχι, όπως ξέρεις τι είναι ορατό και δεν ξέρεις τι είναι αόρατο. Και όντως, τη σπηλιά δεν είχε τη δύναμη να τη γκρεμίσει, αλλά είχε τη δύναμη, αν ήθελε, να προκαλέσει διάφορα προβλήματα στον μάγο.

Ο Άρδαλον’λι τού είπε: «Δεν θα είσαι αφρούρητος. Οι θεοί μου συνεχώς θα σε παρακολουθούν. Κι αν καταλάβω ότι πας να στραφείς εναντίον μου, ακόμα και μέσα απ’τον κύκλο–»

«Δε χρειάζεται ν’ανησυχείς γι’αυτό,» τον διέκοψε ο Φέκταρελ άγρια. «Αλλά δεν θα δεχτώ να συνεχίσεις για πολύ ακόμα να μας κρατάς φυλακισμένους σαν θηρία!»

Ο Άρδαλον’λι δεν απάντησε τίποτα σε τούτο· απλώς απομακρύνθηκε. Πήγε να μελετήσει κάποια βιβλία, κυλίνδρους, και δεδομένα στην οθόνη του μηχανικού του συστήματος. Ο πάγκος του ήταν γεμάτος με τέτοια πράγματα, και πολλά ακόμα. Ο Φέκταρελ έβλεπε φιαλίδια και κρυστάλλους, αγαλματίδια και φυτά, πετρώματα και οστά. Ο μάγος είχε στήσει ολόκληρο εργαστήριο εδώ, βαθιά κάτω από τη γη.

«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε ο μεταλλαγμένος τον Φέκταρελ, εξακολουθώντας να τον κοιτάζει σαν θεό από τον οποίο ζητούσε χάρη ή αρωγή.

«Θα κοιμηθούμε.»

«Κι αν στον ύπνο μας…;»

«Τι θα μας κάνει στον ύπνο μας που δεν μπορεί να μας το κάνει στον ξύπνιο μας;» είπε ο Φέκταρελ, και ο μεταλλαγμένος δεν διαφώνησε. Σύντομα, κουλουριάστηκε επάνω στα δέρματα που τους είχε φέρει ο μάγος, σκεπάστηκε με την κουβέρτα, και μετά από λίγη ώρα ο Φέκταρελ μπορούσε ν’αφουγκραστεί, με τρομερά διευρυμένη ακοή, τη σταθερή αναπνοή του. Κοιμόταν, δίχως αμφιβολία.

Ο Φέκταρελ βαρέθηκε να κάθεται οκλαδόν στο πάτωμα, επάνω στα δέρματα, και να κοιτάζει τον μάγο, έτσι ξάπλωσε κι εκείνος. Από κάποια απόσταση αντηχούσαν ρουφήγματα αέρα και πλατσουρίσματα σε νερό που δεν υπήρχε. Οι θεοί του Άρδαλον’λι φρουρούσαν τους φιλοξενούμενους του αφέντη τους, προσέχοντας μην τον προδώσουν.

Ο Φέκταρελ τούς αγνόησε, και ο ύπνος δεν άργησε να τον πάρει.

Ονειρεύτηκε ότι περιπλανιόταν σε ακατονόμαστα βάθη: αχανή σπήλαια, μακριές σήραγγες κάτω από τη γη, λαβυρινθώδη περάσματα· κοίταζε φυτά που δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του αλλά τα αναγνώριζε, ήξερε ακόμα και τις ιδιότητές τους· το σκοτάδι τού ψιθύριζε, μέσα στο μυαλό του, μαζί με τους υπόγειους ανέμους, ενώ δεν απο