ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΑΖΕΡΗΣ

Το Αίμα των
Κατοίκων της

Τόμος Δεύτερος:
Τεχνάσματα Πολέμου και Διπλωματίας

Μια Ιστορία από το Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

 

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commons – http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/

 

• Επιτρέπεται να το διανέμετε ελεύθερα, στην παρούσα του μορφή και μόνο.
• Δεν επιτρέπεται να το τροποποιήσετε ή να το αλλοιώσετε με οιονδήποτε τρόπο.
• Δεν επιτρέπεται να το χρησιμοποιήσετε για διαφημιστικούς ή εμπορικούς λόγους.

 


 

Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνικό. Όλα τα ονόματα, τα πρόσωπα, και οι καταστάσεις είναι φανταστικά ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό, λογοτεχνικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά ονόματα, πρόσωπα, ή καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.

 

 

 

Περισσότερες ιστορίες από το Θρυµµατισµένο Σύµπαν, δωρεάν στο
www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris/thrymmatismeno_sympan

ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Εξεγερμένοι Δρόμοι

 

 

 

 

1
Το Παρατηρητήριο του Σολκάρκας· Ουράνιες Λόγχες· οι Επαναστάτες του Νυκτόκηπου

Σταμάτησε το δίκυκλό του μπροστά σε μια από τις εισόδους της γειτονιάς του Σκοτεινού Παζαριού που ονομαζόταν «τα Λαγούμια» ή «ο Μικρός Λαβύρινθος», γιατί ήταν ένα μέρος μέσα στο Σκοτεινό Παζάρι γεμάτο με τόσο μπερδεμένα σοκάκια που θύμιζαν τον Λαβύρινθο, νότια του ποταμού Τίγρη, στην άλλη άκρη της Φάνρηβ.

Η Μάλμεντιρ, καβάλα στο άλογό της, σταμάτησε δίπλα στο δίκυκλό του. Κανένας άλλος δεν ήταν μαζί τους, επειδή ο Εθέλδιρ φοβόταν ότι οι παλιοί του φίλοι πιθανώς να μην εμφανίζονταν αν τους έβλεπαν νάχουν μεγάλη παρέα.

Σφύριξε το κάλεσμα των κλεφτών και περίμενε, ενώ από τα δυτικά, σε αρκετή απόσταση, αντηχούσαν οι ιαχές από τις συγκρούσεις με τους μαχητές της Χάρνωθ, κι από τα βόρεια, από ακόμα πιο μακριά, αντηχούσαν οι θόρυβοι της πολιορκίας.

Μέσα από τα Λαγούμια, ξεπρόβαλαν σύντομα δύο άνθρωποι που ο Εθέλδιρ αναγνώριζε: η Ήλναϊθ, πάνω σ’ένα χαμηλό μπαλκόνι, κι ο Θάρβελιν, ανάμεσα από δυο οικήματα. Κλέφτες της Συντεχνίας του Σκιερού Χεριού.

Η Ήλναϊθ είπε: «Δεν περίμενα ότι θα σ’έβλεπα πάλι από κοντά, Πρόμαχε!»

«Χρειάζομαι τη βοήθειά σας.»

«Τι βοήθεια;» ρώτησε ο Θάρβελιν.

Ο Εθέλδιρ οδήγησε το δίκυκλό του κοντά στον κλέφτη, και η Ήλναϊθ πήδησε απ’το χαμηλό μπαλκόνι της και τους πλησίασε σβέλτα. Η Μάλμεντιρ ήρθε πίσω απ’τον Εθέλδιρ, αργά, καβάλα στο άλογό της. Κοίταζε γύρω-γύρω για κανένα τυχόν κίνδυνο.

«Ο εγκαταλειμμένος ναός του Σολκάρκας,» είπε ο Εθέλδιρ. «Έχω ακούσει πως ξέρετε πώς να φτάσετε επάνω στο παρατηρητήριο.»

«Κι αν ξέρουμε;» είπε ο Θάρβελιν, καχύποπτος φυσικά παρότι ανέκαθεν ήταν καλοί φίλοι με τον Εθέλδιρ. Αν δεν ήταν καχύποπτος δεν θα είχε επιζήσει για πολύ μες στη Συντεχνία του Σκιερού Χεριού.

«Θέλω να με βοηθήσετε ν’ανεβάσω ένα όπλο εκεί.»

«Τι όπλο;»

«Ενεργειακό κανόνι. Το παρατηρητήριο λένε πως βλέπει παντού μες στο Σκοτεινό Παζάρι, έτσι δεν είναι;»

«Έτσι είναι,» αποκρίθηκε η Ήλναϊθ. «Αλλά τι μας πληρώνεις, Πρόμαχε, γι’αυτή μας την υπηρεσία;»

«Νόμιζα ότι θα σας ενδιέφερε προσωπικά να μη θέσουν οι Χαρνώθιοι ολόκληρο το Σκοτεινό Παζάρι υπό στρατιωτική επίβλεψη…»

Η Ήλναϊθ και ο Θάρβελιν αλληλοκοιτάχτηκαν, σιωπηλά, μοιάζοντας να μιλάνε με τα βλέμματά τους και μόνο.

Ο Εθέλδιρ ρώτησε: «Μπορεί να γίνει; Μπορεί να μεταφερθεί ενεργειακό κανόνι εκεί πάνω;»

Ο ναός του Σολκάρκας, θεού του ανέμου, του ουρανού, και των αεροναυτών, είχε εγκαταλειφθεί τα τελευταία χρόνια ύστερα από την αποχώρηση των Παντοκρατορικών, γιατί κατά τον μεγάλο πόλεμο της Επανάστασης είχε χτυπηθεί και μεγάλο μέρος του είχε γκρεμιστεί. Το ιερατείο του Σολκάρκας δεν είχε τα απαραίτητα χρήματα για να τον επισκευάσει, ούτε μπορούσε να τα μαζέψει εύκολα σε μια συνοικία σαν το Σκοτεινό Παζάρι όπου ελάχιστοι λάτρευαν τον θεό του ουρανού.

Ο συγκεκριμένος ναός ήταν αρχαίος· υπήρχε εδώ από πολύ παλιά και, μέχρι στιγμής, το ιερατείο τον διατηρούσε – αλλά όχι πια. Δεν το συνέφερε. Ήταν ένα ψηλό οικοδόμημα με παρατηρητήριο που ορθωνόταν σαν καρφί προς τους ουρανούς. Παλιότερα, οι ιερείς το χρησιμοποιούσαν για να κάνουν μετεωρολογικές προβλέψεις και ουρανομαντείες. Είχε πολύ καλή θέα. Τώρα, όμως, ήταν δύσκολο να φτάσει κανείς εκεί, γιατί οι ζημιές που ο ναός είχε πάθει ήταν τέτοιες που είχαν καταστραφεί όλες οι εσωτερικές του σκάλες. Το πώς το παρατηρητήριο δεν είχε γκρεμιστεί αποτελούσε, ίσως, απόδειξη της δύναμης του Σολκάρκας.

Αφού το ιερατείο εγκατέλειψε το οίκημα, κανένας δεν το είχε αγοράσει και είχε, επομένως, εγκαταλειφθεί. Κυκλοφορούσαν, όμως, φήμες στους δρόμους του Σκοτεινού Παζαριού ότι οι κλέφτες του Σκιερού Χεριού, που γνώριζαν δρόμους κρυφούς επάνω στις στέγες της πόλης, ήξεραν πώς να φτάσουν με ευκολία στο παρατηρητήριο.

Η Ήλναϊθ αποκρίθηκε: «Γίνεται.»

«Μπορείτε να μου εξηγήσετε πώς;» ρώτησε ο Εθέλδιρ. «Γιατί προσωπικά μού φαίνεται αδύνατο. Αν χρησιμοποιείτε σχοινιά με γάντζους για να φτάσετε εκεί πάνω–»

Η Ήλναϊθ μειδίασε. «Δε χρησιμοποιούμε σχοινιά με γάντζους, αγάπη μου.»

Ήταν κάποτε εραστές οι δυο τους, αλλά τώρα του Εθέλδιρ δεν του άρεσε και τόσο αυτή η οικειότητα.

*

«Είστε τρελοί!» είπε ο Ριλάθιρ αλ Θάρναθ. «Θα καταστρέψετε το κανόνι!»

«Για να λένε ότι μπορεί να μεταφερθεί, μπορεί να μεταφερθεί. Τους εμπιστεύομαι,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ. Εκείνος επάνω στο δίκυκλό του και ο Ριλάθιρ επάνω στον γιγαντόλυκό του, πήγαιναν προς τον εγκαταλειμμένο ναό του Σολκάρκας ακολουθούμενοι από το φορτηγό με το ενεργειακό κανόνι, τη Μάλμεντιρ, και άλλους, πρώην επαναστάτες και μη.

«Τους εμπιστεύεσαι; Είναι κλέφτες!» είπε ο Ριλάθιρ, ρίχνοντας μια ματιά προς τη μεριά της Ήλναϊθ και του Θάρβελιν.

«Και λοιπόν; Υπάρχουν κλέφτες πολύ πιο αξιόπιστοι από πολιτικούς, για παράδειγμα.»

«Ναι, βέβαια, ξέχασα το παρελθόν σου… Πρόμαχε.»

«Ας μην αρχίσουμε να σκαλίζουμε το παρελθόν του καθενός, Ριλάθιρ.»

Καθώς πλησίαζαν τον παλιό ναό, ο Θάρβελιν τούς είπε: «Οι σκάλες είναι κατεστραμμένες μόνο στα κάτω πατώματα. Τα πάνω πατώματα δεν έχουν πάθει τίποτα. Μόνο σκόνη έχουν.»

«Και πώς θα φτάσουμε σ’αυτά τα πάνω πατώματα;» Τα μάτια του Ριλάθιρ τον ατένισαν άγρια.

«Θα δείτε, Εντιμότατε.»

Ο Ριλάθιρ ρουθούνισε. «Ευγενικές προσφωνήσεις από κλέφτες…»

«Νομίζεις ότι είσαι καλύτερος από κλέφτης επειδή είσαι Αιρετός;» πετάχτηκε η Ήλναϊθ, δείχνοντας πικαρισμένη από τα λόγια του.

«Σε διαφορετική περίπτωση, θα έπρεπε κάποιος να σας συλλάβει. Αλλά μέχρι να επιστρέψει ο Φύλακας φαίνεται πως δεν μπορούμε νάχουμε κανέναν νόμο εδώ, πέρα απ’τον Νόμο του καταραμένου Βασιλείου της Χάρνωθ!»

«Να είσαι ευγνώμων, λοιπόν, που σε βοηθάνε κλέφτες για να αποτινάξεις το Βασίλειο της Χάρνωθ από την πόλη,» του είπε ο Εθέλδιρ.

«Περιτριγυρισμένος από παρανόμους, δεν πρόκειται να βρω το δίκιο μου, το ξέρω. Στο Πεινασμένο Σκοτάδι, όλοι σας!» Ο Εθέλδιρ δεν ήταν βέβαιος αν ο Ριλάθιρ εν μέρει αστειευόταν ή όχι.

Οι κλέφτες δεν τους οδήγησαν στην είσοδο του παλιού ναού· τους πήγαν στο πλάι μιας πολυκατοικίας όπου υπήρχε μια πέτρινη εξωτερική σκάλα. «Πρέπει ν’ανεβάσουμε το κανόνι από εδώ,» είπε ο Θάρβελιν. «Και μετά… βλέπετε εκείνο εκεί το μπαλκόνι;» – έδειξε ψηλά – «πρέπει να περάσουμε από αυτό το μπαλκόνι στην αντικρινή ταράτσα. Κι από την ταράτσα θα περάσουμε μετά στο ναό, που είναι δίπλα της.»

Η εν λόγω ταράτσα έφτανε περίπου ώς τα μέσα του ύψους του ψηλού παρατηρητηρίου.

«Τι είν’ αυτά που λες;» μούγκρισε ο Ριλάθιρ. «Είναι αδύνατον! Έστω ότι ανεβάζουμε το κανόνι ώς το μπαλκόνι, με τα χίλια ζόρια· πώς θα το πάμε μετά στην ταράτσα; Εσείς ίσως να μπορείτε να πηδήσετε, αλλά αν πετάξουμε το όπλο θα το καταστρέψουμε!»

«Θα βάλουμε ράμπα,» εξήγησε ο Θάρβελιν

«Κι αν η ράμπα σας σπάσει;»

Ο Θάρβελιν ανασήκωσε τους ώμους. «Πάντα υπάρχει κάποιο ρίσκο, αλλά–»

«Μπορώ να προσφέρω επιπρόσθετη βοήθεια.»

Στράφηκαν να κοιτάξουν τη γυναίκα που είχε μιλήσει: την Άνφιρ’μορ, την ξαδέλφη του Ριλάθιρ η οποία θα ρύθμιζε την ενεργειακή ροή του κανονιού. «Θα σταθεροποιήσω το κανόνι, όσο αυτό είναι δυνατόν, μ’ένα Ξόρκι Τηλεκινήσεως.»

«Μπορείς να το περάσεις απέναντι, δηλαδή, με τη μαγεία σου;» είπε ο Ριλάθιρ.

«Μόνο με τη μαγεία μου, όχι, δε νομίζω ότι θα καταφέρω να κρατήσω όλο το βάρος του. Αλλά σίγουρα μπορώ να υποβοηθήσω, έτσι ώστε να βεβαιωθούμε ότι δεν θα πέσει από τη ράμπα.»

«Δεν έχουμε κανένα καλύτερο σχέδιο,» είπε ο Εθέλδιρ.

Οι πιο χειροδύναμοι της ομάδας τους πήραν το ενεργειακό κανόνι και τους δέκτες του από την καρότσα του φορτηγού και τα ανέβασαν στην πέτρινη σκάλα στο πλάι της πολυκατοικίας, καταφέρνοντας να τα μεταφέρουν ώς το μπαλκόνι χωρίς μεγάλη δυσκολία. Όταν βρίσκονταν εκεί, ο Θάρβελιν και η Ήλναϊθ τούς έφεραν μια μακριά μεταλλική ράμπα, την οποία τοποθέτησαν στην άκρη του μπαλκονιού έτσι ώστε να το συνδέσουν με την απέναντι ταράτσα. Μερικοί πέρασαν στο αντικρινό οικοδόμημα, και οι άλλοι έβαλαν το κανόνι επάνω στη ράμπα και το έσπρωξαν, ενώ το είχαν δεμένο με σχοινιά, τις άκριες των οποίων κρατούσαν οι απέναντι. Η Άνφιρ’μορ μουρμούρισε τα λόγια για το Ξόρκι Τηλεκινήσεως και εστίασε την προσοχή της στο επικίνδυνο όπλο. Η αόρατη δύναμη που επικαλέστηκε συνέβαλε στη σταθεροποίηση του όγκου του μηχανήματος επάνω στη ράμπα, κι έτσι το μετέφεραν τελικά στην ταράτσα. Μετά από το κανόνι, πήγαν εκεί τους δέκτες του και μερικές ενεργειακές φιάλες που θα χρειάζονταν για τη λειτουργία του.

Όταν όλοι τους ήταν στην ταράτσα, στράφηκαν στο παρατηρητήριο του ναού που πυργωνόταν πλάι τους αλλά όχι και πολύ κοντά.

Η Ήλναϊθ έδειξε ένα ανοιχτό παράθυρο επάνω στον τοίχο του. «Από εκεί μπαίνουμε.»

«Δε χωρά να περάσει από εκεί το κανόνι!» είπε ο Ριλάθιρ. «Μας φέρατε εδώ πάνω άδικα;»

«Αν ανοίξετε λίγο περισσότερο το παράθυρο, θα χωρέσει,» είπε η Ήλναϊθ.

«Προτείνεις να το ανατινάξουμε, δηλαδή;»

«Τι άλλο;» μόρφασε η κλέφτρα.

Ο Ριλάθιρ αγριοκοίταξε τον Εθέλδιρ.

«Μπορούμε, δεν μπορούμε;» είπε εκείνος. Και μετά από λίγο, βρισκόταν στο εσωτερικό του πύργου του ναού, έχοντας πηδήσει από την ταράτσα και περάσει μέσα από το παράθυρο, ακολουθώντας την Ήλναϊθ.

«Σαν τον παλιό, καλό καιρό, ε, Εθέλδιρ;» μειδίασε η κλέφτρα.

«Κάπως έτσι,» αποκρίθηκε εκείνος, κι έπιασε από τον καρπό το χέρι της που επιχειρούσε να πάρει το πορτοφόλι από την τσέπη του.

«Για πλάκα το έκανα!» γέλασε η Ήλναϊθ.

Ο Θάρβελιν ήρθε κοντά τους, πηδώντας κι εκείνος από την ταράτσα, πιάνοντας το περβάζι του παραθύρου, και γλιστρώντας μέσα σαν γάτος της πόλης.

Τοποθέτησαν εκρηκτικά σε μερικά σημεία γύρω απ’το παράθυρο και απομακρύνθηκαν, ανεβαίνοντας γρήγορα τη σκάλα. Το εσωτερικό του πύργου ήταν, όντως, άθικτο, όπως είχαν πει οι κλέφτες, παρατήρησε ο Εθέλδιρ· οι ζημιές ήταν αποκλειστικά και μόνο στα κατώτερα πατώματα.

Τα εκρηκτικά εξερράγησαν, τραντάζοντας το οικοδόμημα: και προς στιγμή ο Εθέλδιρ νόμισε ότι θα γκρεμιζόταν μ’εκείνον και τους άλλους δύο μέσα. Όμως δεν γκρεμίστηκε· ήταν πιο δυνατό απ’ό,τι φαινόταν. Πολύ πιο δυνατό. Αυτές οι αρχαίες πέτρες είχαν αντέξει εδώ από τότε που χτίστηκαν τα πρώτα οικήματα της Φάνρηβ, σύμφωνα με τις φήμες.

Ο Εθέλδιρ και οι κλέφτες κατέβηκαν τη σκάλα και είδαν ότι το παράθυρο είχε μεγαλώσει ικανοποιητικά. Για την ακρίβεια, μάλλον δεν μπορούσες πλέον να το αποκαλέσεις παράθυρο· μια τρύπα ήταν επάνω στον τοίχο η οποία περισσότερο πόρτα θύμιζε.

Ο Εθέλδιρ έκανε νόημα στους απέναντι ότι όλα ήταν εντάξει, και, τοποθετώντας πάλι τη ράμπα, μετέφεραν το κανόνι, τους δέκτες, και τις ενεργειακές φιάλες, όπως πριν.

Ο Ριλάθιρ, ερχόμενος μέσα στο παρατηρητήριο, είπε: «Δε λέγατε ψέματα. Σαν καινούργιο είναι, αν εξαιρέσεις τη σκόνη και τις σαβούρες. Θάπρεπε κάποιος να τόχε εκμεταλλευτεί ώς τώρα.»

«Κανένας μέχρι στιγμής δεν ήταν πρόθυμος να πηδά από την ταράτσα και να μπαίνει απ’το παράθυρο,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ. «Τρελός κόσμος, αναμφίβολα.»

«Ευτυχώς που έχουμε τους φίλους σου τους κλέφτες που τα ξέρουν αυτά…»

Οι σκάλες του παρατηρητηρίου δεν ήταν ούτε πολύ στενές αλλά ούτε και πολύ ευρύχωρες· με το ζόρι κατάφεραν να ανεβάσουν το ενεργειακό κανόνι ώς επάνω, όμως το ανέβασαν. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι τοιχογραφίες με ιερά σύμβολα του Σολκάρκας: πουλιά με ανοιχτές τις φτερούγες, φτερωτοί άνθρωποι, πτητικές μηχανές, φτερούγες που δεν ήταν προσαρτημένες σε κανένα σώμα μοιάζοντας να αποτελούν οντότητες από μόνες τους.

«Αναρωτιέμαι,» είπε ο Ριλάθιρ στους κλέφτες, «τι έχετε βουτήξει από τον ναό.»

«Τίποτα, φυσικά,» αποκρίθηκε η Ήλναϊθ. «Είμαστε θεοσεβούμενοι όλοι μας–»

Ο Ριλάθιρ ρουθούνισε.

«–κι επιπλέον, δεν υπήρχε και τίποτα για να κλέψουμε. Οι ιερείς όταν έφυγαν πήραν μαζί τους ό,τι πολύτιμα πράγματα είχαν εδώ.»

Το μέρος όπου τώρα βρίσκονταν είχε μεγάλα παράθυρα γύρω-γύρω και καταπληκτική θέα. Δεν έβλεπες μόνο ολόκληρο το Σκοτεινό Παζάρι· έβλεπες ακόμα κι έξω από τα τείχη, παρά τους καπνούς και τις φωτιές εκεί. Έβλεπες ώς τον Ταριχευτή, στην αντίπερα όχθη του ποταμού, και, πέρα απ’αυτόν, στο Υαλουργείο και στη Μεγάλη Αγορά· μπορούσες να διακρίνεις εύκολα το Νότιο Πάνθεο.

Οι δυνάμεις των Χαρνώθιων που είχαν εισβάλει στο Σκοτεινό Παζάρι θύμιζαν ξύλινες φιγούρες από δω πάνω.

Οι υποστηρικτές του Φύλακα τοποθέτησαν το ενεργειακό κανόνι έτσι ώστε η κάννη του να κοιτάζει προς τα δυτικά, έστησαν τους δέκτες πίσω του, και το συνέδεσαν με τις ενεργειακές φιάλες.

Ένας από τους παλιούς επαναστάτες κάθισε στη θέση του σκοπευτή. «Δε νομίζω ότι υπάρχει λόγος να καθυστερούμε άλλο, έτσι;»

«Έτσι,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ, κι έκανε νόημα στην Άνφιρ’μορ, η οποία στάθηκε ανάμεσα στους δέκτες του κανονιού, αγγίζοντας τον έναν με το δεξί της χέρι και τον άλλο με το αριστερό, και αρθρώνοντας τα λόγια για τη Μαγγανεία Οπλικής Φορτίσεως.

Ο σκοπευτής ενεργοποίησε τα συστήματα του ενεργειακού κανονιού, και είπε: «Όλα άψογα, Πρόμαχε. Από πού θέλεις να ξεκινήσω;»

Ο Εθέλδιρ ύψωσε ένα ζευγάρι κιάλια στα μάτια του, κοιτάζοντας τις θέσεις των Χαρνώθιων μέσα στους δυτικούς δρόμους του Σκοτεινού Παζαριού. «Ας αρχίσουμε από τα άρματά τους. Με πολύ προσοχή· δεν θέλω να χτυπηθούν οικήματα της περιοχής, ούτε δικοί μας άνθρωποι ή τυχαίοι πολίτες.»

Και συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι έδινε στρατιωτικές διαταγές. Είχε πάρει ξανά τον ρόλο του Προμάχου της Επανάστασης.

*

Σαν λόγχη από τους ουρανούς, η πρώτη ενεργειακή ριπή χτύπησε ένα τετράκυκλο, οπλοφόρο, θωρακισμένο όχημα των Χαρνώθιων κόβοντάς το στα δύο. Και στη συνέχεια, περισσότερες ενεργειακές ριπές ακολούθησαν, στοχεύοντας μεγαλύτερα και μικρότερα οχήματα, κυρίως, αλλά και λυκοκαβαλάρηδες και πεζούς, προκαλώντας σύγχυση και καταστροφή στις δυνάμεις του Βασιλείου.

Στην αρχή, οι Χαρνώθιοι δεν είχαν καταλάβει από πού ακριβώς έρχονταν οι επιθέσεις, μα δεν άργησαν να συνειδητοποιήσουν ότι κάποιοι είχαν ανεβάσει ένα ενεργειακό κανόνι στο παρατηρητήριο του εγκαταλειμμένου ναού του Σολκάρκας.

Ο Στρατηγός Σέλιρ αλ Σίριλναθ, έχοντας μόλις έρθει στην περιοχή ύστερα από τη συζήτησή του με τους Εκτελεστές του Ιερού Δέους, ήταν κρυμμένος πίσω από μια πολυκατοικία μαζί με άλλους αξιωματικούς, σε σημείο όπου το θεωρούσε απίθανο να μπορούσαν να τους δουν ακόμα κι από το παρατηρητήριο του Σολκάρκας.

«Πώς είναι δυνατόν ν’ανέβασαν κανόνι εκεί πάνω;» ρώτησε τους αξιωματικούς του. Κανένας, όμως, δεν είχε απάντηση να δώσει. Απ’ό,τι όλοι τους γνώριζαν, το εσωτερικό του ναού ήταν κατεστραμμένο και ποτέ δεν είχε επισκευαστεί.

Ο Σέλιρ πρόσταξε, τηλεπικοινωνιακά, τρεις αερόνυχες να πετάξουν πάνω από το παρατηρητήριο και να ρίξουν βόμβες – να το γκρεμίσουν, αυτό και το κανόνι μαζί. Οι αερόνυχες κατευθύνθηκαν προς τα εκεί, για να εκτελέσουν τη διαταγή του, αλλά ο Στρατηγός τούς είδε να καταρρίπτονται από ριπές του κανονιού και άλλων όπλων, μικρότερων και συμβατικών. Καταράστηκε. «Χρειαζόμαστε ενεργειακό κανόνι κι εμείς,» είπε. Και τώρα, δυστυχώς, όλα τα ενεργειακά κανόνια τους ήταν απασχολημένα στα βόρεια τείχη.

Πώς είχαν, όμως, καταφέρει οι δαιμονισμένοι υποστηρικτές του Φύλακα να ανεβάσουν το όπλο εκεί πάνω;

Ο Σέλιρ κάλεσε, με τον πομπό του, τον Αρχικατάσκοπο Θόρεντιν και, αναφέροντας του την κατάσταση, τον ρώτησε αν οι κατάσκοποί του γνώριζαν κάτι. Είχε επισκευαστεί το εσωτερικό του ναού από κάποιους; Κι αν όχι, τότε με τι τρόπο μπορούσες ν’ανεβάσεις εκεί έναν τόσο μεγάλο μηχανισμό;

«Με αλυσίδες και τροχαλίες, ίσως,» αποκρίθηκε ο Θόρεντιν.

«Αν είχαν βάλει αλυσίδες και τροχαλίες, οι αερόνυχές μας θα τους έβλεπαν από μακριά – αν όχι και οι πεζοί μαχητές μας. Κάπως αλλιώς έφτασαν επάνω.»

Ο Θόρεντιν τού είπε πως οι κατάσκοποί του είχαν ακούσει μια φήμη ότι οι κλέφτες της Συντεχνίας του Σκιερού Χεριού ήξεραν πώς να ανεβαίνουν εκεί, αλλά δεν ήταν σίγουρος πώς το έκαναν, ούτε αν αλήθευε καν.

Ο Σέλιρ τερμάτισε την τηλεπικοινωνία μαζί του. Όπως και νάχε το πράγμα, τώρα έπρεπε με κάποιο τρόπο να βγάλουν από τη μέση αυτό το κανόνι προτού καταστρέψει όλα τους τα οχήματα. Ο Στρατηγός είχε ήδη προστάξει τις δυνάμεις του να υποχωρήσουν σε σημεία του Σκοτεινού Παζαριού όπου λογικά δεν πρέπει να μπορούσαν να τους σημαδέψουν από τον ναό του Σολκάρκας. Αλλά, με το που θα έβγαιναν από αυτή την κάλυψη, θα γίνονταν αμέσως εύκολος στόχος.

Χρειαζόταν ένα σχέδιο. Ρώτησε τους αξιωματικούς του αν είχαν να προτείνουν κάτι. Οι απαντήσεις τους ήταν απογοητευτικές.

Θα πρέπει, στο τέλος, να φέρουμε αεροσκάφη για να βομβαρδίσουν το Σκοτεινό Παζάρι; σκέφτηκε. Δεν του άρεσε και τόσο αυτή η ιδέα, για πολλούς λόγους.

*

Η Ζιρίνα ερχόταν προς το Σκοτεινό Παζάρι από τον Νυκτόκηπο, καβάλα στη Μαύρη Γούνα. Και δίπλα της, καβάλα στον δικό της γιγαντόλυκο, ήταν η Χαρκάνιθ, φορώντας πανοπλία κι έχοντας όπλα επάνω της. Είχε δώσει και στη Ζιρίνα μια πανοπλία κι ένα κράνος, και είχε επιμείνει να τα φορέσει αν ήθελε να τη συνοδέψει. Η Ζιρίνα δεν αισθανόταν ποτέ βολικά μέσα σε πανοπλίες – πάντα την έτριβαν σε διάφορα ενοχλητικά σημεία και τη στεναχωρούσαν, και τώρα ειδικά το αριστερό της στήθος πονούσε σαν διάολος ύστερα από την πάλη της μ’εκείνο τον τύπο που είχε προσπαθήσει να δολοφονήσει τη Χαρκάνιθ – αλλά δέχτηκε να ντυθεί με την πανοπλία γιατί καταλάβαινε ότι η άλλη Αιρετή είχε δίκιο. Θα ήταν πολύ επικίνδυνο να την ακολουθήσει χωρίς προστασία.

Πίσω και γύρω από τις δυο τους έρχονταν όσοι πολίτες του Νυκτόκηπου είχαν αποφασίσει να πολεμήσουν μαζί τους. Και δεν ήταν καθόλου λίγοι. Όλοι τους οπλισμένοι, φυσικά. Άλλοι πεζοί, άλλοι καβάλα σε γιγαντόλυκους ή άλογα, άλλοι πάνω σε κάρα που τα τραβούσαν άλογα, άλλοι πάνω ή μέσα σε μηχανοκίνητα οχήματα. Κάποιοι είχαν φέρει κι έναν δενδρογίγαντα μαζί τους, ο οποίος έμοιαζε μάλλον φιλήσυχος σε σχέση με τους ανθρώπους ολόγυρά του, παρότι κουβαλούσε στους ώμους του ένα πελώριο ρόπαλο με κυρτή λεπίδα προσαρτημένη στην άκρη.

Έχοντας φτάσει στις παρυφές του Σκοτεινού Παζαριού, η Ζιρίνα και η Χαρκάνιθ είδαν φωτεινές λόγχες να πέφτουν από τον ουρανό, καταλήγοντας κάπου μέσα στους δρόμους της συνοικίας.

«Τι…;» έκανε η Αιρετή της Συντεχνίας των Αγροτών.

Η Ζιρίνα προσπάθησε να καταλάβει από πού έρχονταν οι ριπές, οι οποίες δεν μπορεί παρά να βάλλονταν από ενεργειακό κανόνι, και το βλέμμα της δεν άργησε να σταθεί στο εγκαταλειμμένο παρατηρητήριο του παλιού ναού του Σολκάρκας που ξεχώριζε άνετα ανάμεσα στα υπόλοιπα οικοδομήματα. «Από εκεί!» είπε στη Χαρκάνιθ, δείχνοντας. «Εκεί έχουν στήσει το ενεργειακό κανόνι.»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, η οποία το είχε επίσης μόλις δει. Είχαν κι οι δυο τους σταματήσει τους γιγαντόλυκούς τους, και το φουσάτο που τις ακολουθούσε είχε σταματήσει πίσω τους. «Αλλά είναι με το μέρος μας αυτοί που το ελέγχουν;»

«Δεν… δεν ξέρω. Αλλά πρέπει να είναι. Βάλλουν προς τα δυτικά, κι από τα δυτικά έρχονται οι Χαρνώθιοι.»

«Ίσως, όμως, το κανόνι να είναι των αυτονομιστών.»

«Οι αυτονομιστές δεν νομίζω πως έχουν ενεργειακό κανόνι,» είπε η Ζιρίνα.

«Κι έχετε εσείς;»

«Ναι. Ένα. Από τον καιρό της Επανάστασης. Πρέπει να το έβγαλαν απ’το υπόγειο και να το έφεραν εδώ. Ας τους βοηθήσουμε να διώξουν τους Χαρνώθιους, Χαρκάνιθ! Η κατάσταση είναι ιδανική για εμάς, δεν είναι;»

«Αν το κανόνι είναι πράγματι με το μέρος μας, ναι, έτσι μοιάζει,» συμφώνησε η Χαρκάνιθ, κι έκανε νόημα στο φουσάτο της να συνεχίσει ενώ έβαζε τον γιγαντόλυκό της να προχωρήσει ξανά.

Πέρασαν τις παρυφές του Σκοτεινού Παζαριού και μπήκαν στους δρόμους του, αναζητώντας τους μαχητές του Βασιλείου που καλύπτονταν πίσω από οικήματα και επιτιθέμενοι εναντίον τους.

Οι Χαρνώθιοι, μην περιμένοντας επίθεση από τα βόρεια, αιφνιδιάστηκαν. Είχαν ξαφνικά βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση. Όταν ξεμύτιζαν από την κάλυψή τους, το ενεργειακό κανόνι τούς χτυπούσε από ψηλά· κι όταν έμεναν εκεί όπου ήταν, το φουσάτο του Νυκτόκηπου ερχόταν και τους ορμούσε. Ενώ οι εξεγερμένοι πολίτες του Σκοτεινού Παζαριού, φυσικά, συνέχιζαν να τους πυροβολούν με κάθε ευκαιρία.

Η Ζιρίνα δεν χρειάστηκε να εμπλακεί και πολύ στις σύντομες οδομαχίες· μονάχα μερικές ριπές έριξε με το πιστόλι της. Οι οπλισμένοι πολίτες του Νυκτόκηπου και η Χαρκάνιθ την υπερκάλυπταν. Και μόνο μια φορά αναγκάστηκε να οδηγήσει τη Μαύρη Γούνα γρήγορα μέσα σ’έναν παράπλευρο δρόμο για ν’αποφύγει τα πυρά από τις οπλολόγχες Χαρνώθιων.

Οι δυνάμεις του Βασιλείου υποχώρησαν, εγκαταλείποντας το Σκοτεινό Παζάρι και επιστρέφοντας στον Μεσοπόταμο, πέρα από την Οδό των Ξένων. Οι εξεγερμένοι πολίτες του Σκοτεινού Παζαριού ζητωκραύγαζαν μαζί με τους οπλισμένους πολίτες του Νυκτόκηπου, μοιάζοντας να έχουν ξεχάσει τελείως ότι, πριν από μια μέρα, είχαν βρεθεί αντίπαλοι.

Ο ήλιος βρισκόταν ψηλά στον ουρανό, ήταν μεσημέρι, και παρότι φθινόπωρο η Ζιρίνα αισθανόταν ζεστή και ιδρωμένη κάτω από την κάπα και την πανοπλία της η οποία την ενοχλούσε από τον λαιμό ώς τα γόνατα. Ένα ανοιχτό, τετράκυκλο φορτηγό πλησίασε την Αιρετή. Στην καρότσα του ήταν καμια δεκαριά οπλισμένοι πολίτες του Νυκτόκηπου, κι ένας απ’αυτούς, χαμογελώντας, έτεινε ένα μπουκάλι προς τη Ζιρίνα, ενώ κι οι άλλοι κρατούσαν παρόμοια μπουκάλια και έπιναν.

«Ευχαριστώ!» είπε εκείνη, παίρνοντας το ποτό και βλέποντας, από την ετικέτα, ότι ήταν ψυχοχυμός. «Από πού τα κλέψατε;»

Οι επαναστάτες γελούσαν. «Οι πόρτες ήταν διαλυμένες και τα πράγματα μέσα άνω-κάτω. Στο πάτωμα ήταν αυτά τα μπουκάλια.»

Η Ζιρίνα άνοιξε το μπουκάλι της και ήπιε μια μεγάλη γουλιά. «Αποθήκη ήταν;»

«Ναι.»

«Μην κάνετε άλλες ζημιές, όμως· δεν είμαστε εδώ για να κάνουμε ζημιές.»

«Δεν κάναμε ζημιές, Εντιμότατη – κάτω ήταν πεσμένα,» είπε αυτός που της είχε δώσει το ποτό· κι ένας άλλος πρόσθεσε: «Κανείς δεν μας είδε»· κι ένας τρίτος: «Δεν πρόκειται να ξαναγίνει,» πίνοντας μια γουλιά από το μπουκάλι του.

Ο ψυχοχυμός ήταν ακριβό ποτό· κάποιος έμπορος σύντομα θα τραβούσε τα μαλλιά του, η Ζιρίνα ήταν σίγουρη. Ήπιε κι εκείνη μια ακόμα γουλιά, και μετά, ενώ το ανοιχτό φορτηγό με τους επαναστάτες του Νυκτόκηπου απομακρυνόταν, κάλεσε τον Εθέλδιρ με τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της.

«Εσύ είσαι, Ζιρίνα;» άκουσε τη φωνή του.

«Πού είσαι, αγάπη μου; Ποιος έφερε ενεργειακό κανόνι εδώ πέρα; Είναι αυτό που είχαμε στο υπόγειο, δεν είναι;»

«Αυτό είναι, και τώρα στέκομαι δίπλα του. Εσύ πού είσαι; Δε σου είχα πει να μην έρθεις εδώ;»

«Αποφάσισα να σε παρακούσω για να σε τσαντίσω,» μειδίασε η Ζιρίνα, «και στο δρόμο συνάντησα τη Χαρκάνιθ και ήρθαμε μαζί.»

«Η Χαρκάνιθ έφερε αυτούς από τον Νυκτόκηπο;»

«Ποιος άλλος να τους φέρει;»

«Δεν το ήξερα ότι τα πηγαίνατε τόσο καλά οι δυο σας. Το αντίθετο νόμιζα, μάλιστα.»

«Τα πράγματα άλλαξαν όταν επιτέθηκα σ’έναν δολοφόνο που προσπαθούσε να τη σκοτώσει.»

«Τι έκανες;»

«Θα σου πω από κοντά. Μπορώ ν’ανεβώ κι εγώ εκεί πάνω;»

«Δεν είναι τόσο εύκολο. Θα σε συναντήσω σπίτι μου. Έλα εκεί. Θα κατεβώ κι εγώ τώρα.»

Η τηλεπικοινωνία τους τερματίστηκε, και η Ζιρίνα οδήγησε τη Μαύρη Γούνα προς το σπίτι του Προμάχου, περνώντας ανάμεσα από καπνούς, φωτιές, συντρίμμια, πτώματα, και πεσμένα όπλα. Το Σκοτεινό Παζάρι είχε καταντήσει όπως τον Μεσοπόταμο. Με τη διάφορα ότι εδώ οι Χαρνώθιοι δεν είχαν νικήσει.

2
Ταξίδι Πάνω από το Δάσος· Προσγείωση σε Μια Ανεξάρτητη Πόλη· το Σπίτι του Διπλωμάτη

Το ταξίδι τους πάνω από το Χαμηλό Δάσος διήρκεσε περισσότερο από δύο ώρες. Η Αζουρίτα, στο μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιού, κοιμόταν, ακόμα εξουθενωμένη από το τραύμα στα πλευρά της. Η Ζέρκιλιθ καθόταν κουλουριασμένη επάνω σ’ένα από τα καθίσματα του ελικοπτέρου, διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα ενώ άκουγε μουσική από τα ακουστικά στ’αφτιά της τα οποία ήταν συνδεδεμένα, μέσω καλωδίων, με μια συσκευή ηχητικής αποθήκευσης δεμένη στον πήχη της.

Ο Θάλβακιρ είχε πάει να καθίσει δίπλα στον πιλότο και, πέρα από λίγες κουβέντες που αντάλλασσε μαζί του, κυρίως κοίταζε κάτω, τα δάση, πίσω από τα ασημόχρωμα γυαλιά του.

Ο Άλφεντουρ μιλούσε με τη Λαρβάκι, καθώς οι δυο τους ήταν καθισμένοι αντικριστά.

«Ποια είναι τα βασικά που πρέπει να ξέρει κανείς για τη Νάζρηβ;» τον ρώτησε.

«Δεν έχεις ξαναπάει ποτέ;»

Κούνησε το πρασινομάλλικο κεφάλι της αρνητικά. «Στη Φάνρηβ ήμουν, εξαρχής.»

«Δεν ξέρω από πού θα έπρεπε ν’αρχίσω…»

«Υπάρχει κάτι που οφείλεις να ξέρεις για τη Νάζρηβ αλλιώς μπορεί να μπλέξεις πολύ άσχημα;»

«Δε νομίζω. Θέλω να πιστεύω ότι είναι ευνομούμενη πόλη. Γνωρίζεις, ασφαλώς, ότι διοικείται από το Συμβούλιο των Οκτώ, που αποτελεί αρχή του Εμπορικού Συνδέσμου της Νάζρηβ…»

Η Λαρβάκι κατένευσε. «Και δεν υπάρχει καμια άλλη εξουσία στην πόλη; Κάτι όπως ο Φύλακας της Φάνρηβ;»

«Όχι.»

«Ποιος διοικεί τη φρουρά; τον στρατό;»

«Δεν υπάρχει ‘φρουρά’ στη Νάζρηβ· υπάρχει πολιτοφυλακή. Οι πολίτες κάθε συνοικίας φρουρούν τη συνοικία τους. Όχι όλοι, βέβαια: όσοι από αυτούς θέλουν και μπορούν. Πληρώνονται για τη δουλειά αυτή αλλά όχι πολύ, για να μην έλκει η πολιτοφυλακή τους άπληστους. Δεν είσαι πολιτοφύλακας για να κάνεις τον αρχηγό στους υπόλοιπους πολίτες· είσαι για να τους προφυλάσσεις από τυχόν κλέφτες κι άλλους κακοποιούς, και για να τους βοηθάς σε περιπτώσεις πυρκαγιάς, σεισμού – κάποιας καταστροφής, γενικά.

»Οι κλέφτες, πάντως, που έχουμε στη Νάζρηβ δεν είναι ντόπιοι κυρίως.»

«Τι εννοείς;»

«Η Νάζρηβ βρίσκεται στο κέντρο της Μοργκιάνης (ορισμένοι, μάλιστα, πιστεύουν ότι βρίσκεται στο ακριβές γεωγραφικό κέντρο της διάστασης· αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα)· συγκεντρώνει, επομένως, διάφορους ανθρώπους, από κάθε σημείο του ορίζοντα. Έρχονται άνθρωποι από τα σκοτεινά βάθη του Βαθύ Δάσους στα ανατολικά, οι οποίοι ανήκουν σε παράξενες φυλές· έρχονται ταξιδευτές και έμποροι από τα βόρεια, από το Δάσος του Ουρανού, από την Ελσένδρηλ, κι από ακόμα πιο μακριά· έρχονται άνθρωποι από το Μαύρο Δάσος στα δυτικά, κι άνθρωποι από τη δυτική μεριά του Χαμηλού Δάσους κι από την ανατολική μεριά του Χαμηλού Δάσους· έρχονται ταξιδευτές από τα νότια, από τις Σκιερές Κοιλάδες και τα Οδοντωτά Όρη, κι από τις όχθες του ποταμού Γύπα. Όπως καταλαβαίνεις, είναι φυσικό ανάμεσα σε τόσους να υπάρχουν και κάποιοι κλέφτες και κακοποιοί. Οι δικοί μας πολίτες, όμως, πολύ σπάνια κλέβουν. Δεν έχουν λόγο να κλέψουν, ακόμα και τώρα ύστερα από τις ζημιές που έγιναν κατά τον μεγάλο πόλεμο της Επανάστασης.»

«Δεν έχετε φτωχούς, δηλαδή; Δεν έχετε άστεγους;»

«Απαγορεύεται πολίτης της Νάζρηβ να είναι άστεγος· είναι παράνομο. Αν δεν έχει σπίτι, η πολιτεία τού δίνει σπίτι. Αν δεν έχει δουλειά, η πολιτεία τού προτείνει κάποιες δουλειές που μπορεί να κάνει, σύμφωνα με τις ικανότητες και τις δυνάμεις του.»

«Ακούγεται πολύ καλό για νάναι αληθινό, Άλφεντουρ. Σχεδόν ουτοπικό.»

«Δεν είναι ουτοπία η Νάζρηβ, αλλά είναι, ομολογουμένως, καλύτερη από τις περισσότερες πόλεις που έχω επισκεφτεί στη ζωή μου. Δε θα ήθελα να κατοικούσα πουθενά αλλού.»

«Και τον στρατό ποιος τον διοικεί; Μη μου πεις ότι δεν έχετε ούτε στρατό.»

Ο Άλφεντουρ μειδίασε καθώς γέμιζε την πίπα του με καπνό. «Αν δεν είχαμε στρατό, δεν θα είχαμε πόλη· θα μας είχαν καταβροχθίσει οι λύκοι. Τον στρατό τον διοικεί ο Στρατάρχης της Νάζρηβ, και αποτελείται από μισθοφόρους οι οποίοι στο μεγαλύτερό τους μέρος είναι πάντοτε πολίτες. Δεν επιτρέπεται οι ξένοι μισθοφόροι να είναι περισσότεροι από τους πολίτες, για λόγους ασφάλειας. Η αναλογία είναι, στη χειρότερη περίπτωση, ένας ξένος για κάθε τρεις πολίτες.» Ο Άλφεντουρ άναψε την πίπα του, ρούφηξε καπνό, και τον έβγαλε από τα ρουθούνια. «Ο Στρατάρχης είναι απλά ένας υπάλληλος,» συνέχισε· «δεν ασκεί πολιτική εξουσία. Αν όμως η πόλη βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση – αν έχει επιτεθεί κάποιος εχθρός – τότε έχει δικαίωμα αρνησικυρίας προς το Συμβούλιο. Εκείνος παίρνει τις αποφάσεις.»

«Τι άλλα θα έπρεπε να ξέρω;»

«Ούτε αυτά θα έπρεπε να τα ξέρεις· είσαι ύποπτη.»

Η Λαρβάκι γέλασε, γιατί ο Άλφεντουρ προφανώς αστειευόταν.

Τον ρώτησε: «Σίρκι’θ υπάρχουν;»

Κούνησε το κεφάλι του. «Όχι, στη Νάζρηβ δεν έχουμε σίρκι’θ. Είναι πλάσματα που απαντώνται κυρίως στο Χαμηλό Δάσος και στο Θαλασσοδάσος.»

«Κανένα άλλο αξιοσημείωτο πλάσμα;»

Ο Άλφεντουρ, για λίγο, ρουφούσε καπνό· μετά είπε: «Δενδρογίγαντες. Αν και θα τους έχεις δει και στη Φάνρηβ.»

«Είναι, όμως, σπάνιοι γενικά.»

«Στη Νάζρηβ δεν είναι τόσο σπάνιοι όσο εκεί. Οι περισσότεροι δενδρογίγαντες βρίσκονται στο Μαύρο Δάσος και στο Βαθύ Δάσος, και η Νάζρηβ είναι οικοδομημένη ακριβώς ανάμεσα σ’αυτούς τους δύο δασότοπους. Έχουμε αρκετούς δενδρογίγαντες.»

«Εκπαιδευμένους, φυσικά, έτσι;»

«Όχι ακριβώς.»

Η Λαρβάκι συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς; Δεν είναι επικίνδυνοι;»

«Αν τους συναντήσεις μες στο δάσος, ναι, είναι, συνήθως. Αλλά στη Νάζρηβ υπάρχει η Συνοικία των Γιγάντων, η οποία ονομάζεται επίσης ‘ο Κήπος’. Είναι ένας μεγάλος κήπος, όλο δέντρα και βλάστηση, με αρκετά οικήματα χτισμένα ανάμεσά τους. Σ’αυτή τη συνοικία συγκεντρώνονται δενδρογίγαντες που έρχονται κυρίως από το Βαθύ Δάσος. Οι φρουροί της Πύλης του Βαθύ Δάσους τούς αφήνουν να περνάνε· τους παρακολουθούν για λίγο, κι αν τους δουν να πηγαίνουν πουθενά αλλού εκτός από τη Συνοικία των Γιγάντων, μπορεί να γίνει επεισόδιο· αλλιώς, όλα είναι εντάξει. Οι δενδρογίγαντες του Βαθύ Δάσους γνωρίζουν για τους αδελφούς τους που κατοικούν στη Συνοικία των Γιγάντων και τους επισκέπτονται.»

«Νόμιζα ότι οι δενδρογίγαντες ήταν σαν τα ζώα, σαν τους γιγαντόλυκους. Δεν μιλάνε, άλλωστε· μουγκρίζουν μόνο.»

«Ναι, δεν μιλάνε καμια ανθρώπινη γλώσσα, σίγουρα, αλλά μπορείς να τους ακούσεις να τραγουδάνε πολλές φορές. Βγάζουν πολύ μελωδικούς ήχους. Δεν είναι ζώα, Λαρβάκι, σε καμία περίπτωση. Ούτε άνθρωποι είναι, βέβαια.» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Η Συνοικία των Γιγάντων θεωρείται ιερή για τον Σερτίνγκε· στο κέντρο της υπάρχει ένας μεγάλος φυσικός βωμός του.»

«Φυσικός;»

«Δεν τον έχει φτιάξει άνθρωπος. Είναι δύο μεγάλα δέντρα σαν γιγάντια φίδια, μπλεγμένα μεταξύ τους και γύρω από πελώριους βράχους με παράξενα σχήματα.

»Αυτός δεν είναι, όμως, ο βασικός ναός του Σερτίνγκε στην πόλη.»

«Υπάρχει κι άλλος;»

«Ναι. Ο ναός στη Συνοικία του Σερτίνγκε.»

«Μια συνοικία αφιερωμένη στο Θηρίο της Πλάσης;»

«Απλώς αυτό το όνομα έχει επειδή εκεί είναι ο ναός του. Η Συνοικία του Σερτίνγκε, ουσιαστικά, μοιάζει πολύ πιο ήμερη σε σχέση με τη Συνοικία των Γιγάντων.»

«Όσο ακούω για την πόλη σου, Άλφεντουρ, τόσο πιο ενδιαφέρουσα μού μοιάζει,» είπε η Λαρβάκι. «Γιατί δεν ανήκετε, αλήθεια, στην Κοινοπολιτεία των Τεσσάρων Δασών;»

«Η Νάζρηβ ήταν ανέκαθεν ανεξάρτητη, και αγαπά την ανεξαρτησία της.»

«Η Κοινοπολιτεία δεν έχει επιχειρήσει ποτέ να την κατακτήσει;»

«Δε νομίζω ότι θα τη συνέφερε να προσπαθήσει κάτι τέτοιο. Επιπλέον, η άμυνά μας είναι πολύ πιο ισχυρή απ’ό,τι ίσως να νομίζεις.»

Η Λαρβάκι ύψωσε ένα της φρύδι ερωτηματικά.

«Ορισμένα πράγματα δεν μπορώ να σου τα αποκαλύψω,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ. «Είναι θέματα ασφάλειας της πόλης.»

«Πού μένεις μέσα στη Νάζρηβ;» τον ρώτησε μετά από μερικά λεπτά σιωπής.

«Στη Συνοικία των Πύργων.»

«Έχει πύργους;»

«Έχει τα ψηλότερα οικοδομήματα στη Νάζρηβ, η οποία έχει, γενικά, πιο ψηλά οικοδομήματα από τις περισσότερες πόλεις της Μοργκιάνης. Μπορεί, για παράδειγμα, να έχει μικρότερη έκταση από τη Φάνρηβ, αλλά σίγουρα έχει μεγαλύτερο ύψος από αυτήν.»

«Πιο πολλούς κατοίκους;»

«Περίπου τους ίδιους. Χωρίς να υπολογίζει κανείς τους περαστικούς, οι οποίοι είναι πάντα πάρα πολύ στη Νάζρηβ.»

«Και,» η Λαρβάκι δίστασε για μια στιγμή μονάχα, «μένεις μόνος στη Συνοικία των Πύργων;»

«Για την ώρα, ναι.»

Η Λαρβάκι τον ατένισε υπολογιστικά, σαν ν’αναρωτιόταν τι ακριβώς μπορεί να σήμαινε αυτό το για την ώρα. Ωστόσο, δεν έκανε άλλες προσωπικές ερωτήσεις. Πράγμα που ο Άλφεντουρ εκτίμησε, γιατί δεν σκόπευε να της δώσει απαντήσεις.

«Ποιο μέρος θα πρότεινες για να μείνει μια εξωδιαστασιακή ταξιδιώτισσα;» τον ρώτησε.

«Το σπίτι μου, φυσικά,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ, και η Λαρβάκι μειδίασε λεπτά και κάθισε πιο αναπαυτικά στο κάθισμά της.

*

Το ελικόπτερο μπήκε στον εναέριο χώρο της Νάζρηβ δίνοντας τηλεπικοινωνιακό σήμα στους φύλακές της ώστε να μην ανησυχήσουν. Πέρασε πάνω από τα δυτικά τείχη, πάνω από μεγάλους δρόμους και περιοχές με ψηλές πολυκατοικίες, πάνω από τον ποταμό Τίγρη, πάνω από περισσότερες αστικές περιοχές και μια συνοικία με πολύ ψηλές πολυκατοικίες–

(«Αυτή είναι η Συνοικία των Πύργων;» ρώτησε η Λαρβάκι.

«Ναι,» είπε ο Άλφεντουρ.)

–και έφτασε στον Αερολιμένα της πόλης, όπου και προσγειώθηκε σ’ένα ελικοδρόμιο, πλάι σ’άλλα ελικόπτερα.

Οι επιβάτες του άνοιξαν τις πόρτες και κατέβηκαν κουβαλώντας τα πράγματά τους. Η Αζουρίτα μπορούσε να βαδίζει αλλά μόνο με την υποστήριξη του Άλφεντουρ και όχι γρήγορα.

Μπήκαν στο εσωτερικό του αεροδρομίου και όλοι εκτός από τον Άλφεντουρ κάθισαν σ’ένα ποτοπωλείο. Ο διπλωμάτης πήγε να μισθώσει μεταφορικά μέσα, κι όταν επέστρεψε στο ποτοπωλείο, είπε ότι είχε κανονίσει ένα μηχανοκίνητο τετράκυκλο να μεταφέρει την Αζουρίτα και τη Ζέρκιλιθ στο σπίτι τους στη Συνοικία της Γνώσης και μια άμαξα να μεταφέρει τον ίδιο, τη Λαρβάκι, και τον Θάλβακιρ στα δικά τους σπίτια.

«Η Λαρβάκι πού θα μείνει ακριβώς;» ρώτησε ο σωματοφύλακας, και στην ερώτησή του υπήρχε αναμφίβολα καχυποψία.

«Μαζί μου, προς το παρόν,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ.

«Υπάρχουν πολλά ξενοδοχεία και πανδοχεία στη Νάζρηβ…»

«Φοβάσαι ότι κατασκοπεύω για τους Χαρνώθιους ή για τον Φύλακα;» τον ρώτησε ευθέως η Λαρβάκι.

«Ακόμα κι αν κατασκοπεύεις,» είπε ο Άλφεντουρ, «δεν πρόκειται να βρεις τίποτα το χρήσιμο στο σπίτι μου.» Και προς τον Θάλβακιρ: «Δεν είμαστε σε διπλωματική αποστολή τώρα. Και ξέρω τι κάνω.»

«Το ελπίζω.»

Ο Άλφεντουρ είπε στον πιλότο του ελικοπτέρου: «Για σένα δεν κανόνισα μεταφορικό μέσο…»

«Δε χρειάζεται· δε θα φύγω από τώρα.»

Ο Άλφεντουρ ένευσε, περιμένοντας τέτοια απάντηση. «Θα τα ξαναπούμε όταν είναι να πετάξουμε, υποθέτω.»

Ο πιλότος τον χαιρέτησε με μια σύντομη χειραψία, και μετά ο διπλωμάτης, οι δίδυμες, η Λαρβάκι, και ο Θάλβακιρ έφυγαν από το ποτοπωλείο, περνώντας ανάμεσα από τον κόσμο που καθόταν στα τραπεζάκια. Πήγαν εκεί όπου τους περίμεναν το τετράκυκλο όχημα και η άμαξα. Οι δίδυμες μπήκαν στο όχημα – η Αζουρίτα αργά, με προσοχή, μη μπορώντας εύκολα να σκύβει.

«Να οδηγείς ήπια,» είπε ο Άλφεντουρ στον οδηγό· «η μία είναι τραυματισμένη.»

«Μείνετε ήσυχος, κύριε Άλφεντουρ,» αποκρίθηκε εκείνος, που δεν του ήταν άγνωστος, και ξεκίνησε τους τροχούς του οχήματος, οδηγώντας προς την έξοδο του Αερολιμένα.

Ο διπλωμάτης, η Λαρβάκι, και ο Θάλβακιρ ανέβηκαν στην άμαξα που την έσερναν δύο ψηλά, γκρίζα άλογα.

Ο αμαξάς ρώτησε: «Στο σπίτι σας πηγαίνουμε, κύριε Άλφεντουρ; Στους Πύργους;» Ούτε αυτός τού ήταν άγνωστος.

«Ναι, και μετά θα πας τον Θάλβακιρ στο δικό του σπίτι.»

Ο αμαξάς χτύπησε τα άλογα με τα μακριά χαλινάρια κι αυτά άρχισαν να τραβάνε την άμαξα, πηγαίνοντας προς την έξοδο του αεροδρομίου.

Η Λαρβάκι ρώτησε: «Πού μένεις, Θάλβακιρ; – αν δεν υποπτεύεσαι, βέβαια, ότι απλά προσπαθώ να σου αποσπάσω πληροφορίες…»

Ο Θάλβακιρ χαμογέλασε αρκετά φιλικά – ίσως για χάρη του Άλφεντουρ, αν και γενικά ήταν ευγενικός άνθρωπος παρά τις τρομερές πολεμικές του ικανότητες – δυο στοιχεία του χαρακτήρα του που κάποιοι πιθανώς να θεωρούσαν αντιφατικά, αλλά όχι ο Άλφεντουρ. «Στη Συνοικία των Τεχνών μένω,» αποκρίθηκε ο σωματοφύλακας στη Λαρβάκι.

«Μακριά από εδώ;»

«Σχετικά, αλλά από αυτή τη μεριά του ποταμού.»

Ο Αερολιμένας ήταν δίπλα στη Συνοικία των Πύργων, έτσι η άμαξα δεν άργησε καθόλου να μπει στους δρόμους της, ανάμεσα στις πανύψηλες πολυκατοικίες που ήταν γεμάτες οξείες γωνίες – ένα χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής των περισσότερων πόλεων της Μοργκιάνης. Πολλές απ’αυτές τις πολυκατοικίες ενώνονταν με γέφυρες φτιαγμένες για πεζούς, οι οποίες έμοιαζαν να δημιουργούν ένα ολόκληρο εναέριο οδικό δίκτυο πάνω από τις επίγειες οδούς της συνοικίας. Κοιτάζοντας ψηλά, μπορούσες να δεις διαβάτες να τις διασχίζουν, ακόμα και τώρα που ήταν μεσημέρι.

Ο αμαξάς σταμάτησε την άμαξά του μπροστά από την αυλή μιας πολυκατοικίας, και ο Άλφεντουρ είπε στη Λαρβάκι: «Εδώ κατεβαίνουμε.»

*

Η αυλή μετά την καγκελωτή πύλη δεν ήταν μεγάλη αλλά ήταν γεμάτη άνθη του Βαθύ Δάσους τα οποία θα νόμιζες ότι είχαν βγει από όνειρο. Η Λαρβάκι τα κοίταζε με τα μάτια της να γυαλίζουν. Ο Άλφεντουρ τής είπε για την προέλευσή τους, και πρόσθεσε: «Φυτρώνουν μόνο στα πιο σκιερά και δροσερά μέρη.»

«Εδώ όμως δεν είναι τέτοιο μέρος,» παρατήρησε εκείνη.

«Μπορούν να ζήσουν κι αλλού, αλλά εκεί φυτρώνουν από τη φύση τους. Κι εκεί έχω ακούσει πως είναι ακόμα πιο μαγευτικά. Το φθινόπωρο δεν τα πειράζει, ούτε ο χειμώνας. Ονομάζονται θησαυροί του Νούρκας.» Τα συγκεκριμένα λουλούδια έφταναν ώς το γόνατο της Λαρβάκι και είχαν μεγάλα, μυτερά αλλά πλατιά πέταλα, τόσο διάφανα που έμοιαζαν νάναι από γυαλί· και αναδεύονταν ακόμα κι από τον παραμικρό αέρα, ακόμα κι από το πέρασμα ενός ανθρώπου από δίπλα τους. Ο Άλφεντουρ έσκυψε, έκοψε ένα λουλούδι, και το έδωσε στη Λαρβάκι.

Εκείνη χαμογέλασε. «Δεν έπρεπε να το κόψεις.» Το μύρισε, και η μυρωδιά του της έφερε στο μυαλό γλυκό, μεθυστικό κρασί.

«Το ξέρω,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ. «Αν κανένας με είδε μπορεί να με κυνηγήσει σύμφωνα με τον Νόμο της Νάζρηβ.»

«Σοβαρολογείς;» τον ρώτησε καθώς τον ακολουθούσε μέσα στην αυλή της πολυκατοικίας.

«Ο χώρος εδώ κάτω δεν είναι προσωπική μου ιδιοκτησία, και οι θησαυροί του Νούρκας είναι σπάνια άνθη· ανήκουν σ’όλους τους ενοίκους της πολυκατοικίας. Υπάρχει πρόστιμο αν τους κόψεις. Καλύτερα να τον κρύψεις αυτόν που κρατάς. Βάλ’ τον στην τσέπη σου· θα δεις ότι είναι πολύ ανθεκτικός.»

Η Λαρβάκι υπάκουσε.

Ο Άλφεντουρ δεν την οδήγησε προς την πόρτα που φαινόταν για είσοδος της πολυκατοικίας, την οδήγησε προς έναν τοίχο όπου υπήρχαν δύο οριζόντιες μεταλλικές ράβδοι οι οποίες ξεκινούσαν από το έδαφος και ανέβαιναν. Πλάι τους ήταν μια κονσόλα, και, καθώς ο Άλφεντουρ πάτησε ένα κουμπί εκεί, η Λαρβάκι συνειδητοποίησε ότι η κονσόλα ήταν για να καλεί ανελκυστήρα.

Γρήγορα, ένας γυάλινος θάλαμος κατέβηκε από τα ύψη του εξωτερικού τοίχου της πολυκατοικίας, συρόμενος επάνω στις μεταλλικές ράβδους. Ο Άλφεντουρ άνοιξε την πόρτα του και μπήκαν. Πάτησε ένα κουμπί σε μια εσωτερική κονσόλα κι άρχισαν ν’ανεβαίνουν. Η θέα γινόταν ολοένα και μεγαλύτερη γύρω τους.

«Ο ανελκυστήρας είναι ανοιχτός για τον καθένα;» ρώτησε η Λαρβάκι, που δεν είχε δει τον Άλφεντουρ να χρησιμοποιεί κλειδιά. «Γιατί δεν είναι στο εσωτερικό της πολυκατοικίας αλλά έξω;»

«Εξυπηρετεί καλύτερα έξω. Δε βλέπεις τις οδογέφυρες;» Έδειξε τις γέφυρες που ένωναν πολλές πολυκατοικίες: ένας περίπλοκος ιστός. «Υπάρχει κόσμος που μετακινείται στον αέρα.»

«Και ποιος πληρώνει για την ενέργεια που καταναλώνει αυτός ο ανελκυστήρας; Η πολιτεία;»

«Ακριβώς. Δεν πληρώνουν οι ένοικοι – εκτός υπό τη γενική έννοια των φόρων.»

Ο ανελκυστήρας σταμάτησε πολύ ψηλά πάνω από το έδαφος, και σε μια μικρή οθόνη της κονσόλας του είχε παρουσιαστεί ο αριθμός 18. Ο Άλφεντουρ άνοιξε την άλλη πόρτα του θαλάμου (η οποία ήταν επίσης γυάλινη, όπως κι ολόκληρος ο θάλαμος) και βγήκαν σ’έναν διάδρομο στο εσωτερικό της πολυκατοικίας.

«Στον δέκατο-όγδοο όροφο είμαστε;» ρώτησε η Λαρβάκι.

«Ναι.»

«Έχεις καλή θέα από εδώ.»

«Σίγουρα.»

Διασχίζοντας τον διάδρομο – δεξιά κι αριστερά του οποίου υπήρχαν ανοίγματα προς άλλους διαδρόμους, παράθυρα, και πόρτες – την οδήγησε μπροστά στην εξώθυρα του σπιτιού του. Έβγαλε ένα κλειδί και ξεκλείδωσε την κλειδαριά. Μετά ακούμπησε το μέτωπό του στον αισθητήρα της πόρτας, σκύβοντας λίγο τη μέση του, και έφερε στο μυαλό του τη νοητική εικόνα ανοίγματος. Ακόμα μια κλειδαριά, κρυφή, ακούστηκε να ξεκλειδώνει.

«Νοητικό σύνθημα κλειδώματος;» είπε η Λαρβάκι.

«Ναι.» Το σύστημα το είχαν φτιάξει μάγοι του τάγματος των Τεχνομαθών σε συνεργασία με μάγους του τάγματος των Διαλογιστών.

Ο Άλφεντουρ άνοιξε την πόρτα και μπήκαν στο διαμέρισμά του.

Το χολ ήταν λίγο πιο ψηλά από τα υπόλοιπα δωμάτια, κι από τα δεξιά είχε μια πόρτα που έκρυβε μια ντουλάπα με ενδύματα (κάπες, πανωφόρια, καπέλα, γάντια) και διάφορα εξαρτήματα (όπως ομπρέλες και ασημόχρωμα γυαλιά). Από τ’αριστερά ήταν μια κρεμάστρα. Μετά το χολ, κατεβαίνοντας δυο πλατιά σκαλοπάτια κάτω από μια καμάρα, ήταν το καθιστικό, διακοσμημένο με σοφά, πολυθρόνες, τραπέζι και καρέκλες, τζάκι, δύο λιθοστάτες με φωτόλιθους επάνω, χαλί που θύμιζε το έδαφος δάσους, τηλεοπτικό δέκτη και, παραδίπλα, ένα μεγάλο ηχοσύστημα με ραδιόφωνο. Στους τοίχους κρέμονταν πίνακες με σκηνές από τον ποταμό Τίγρη, καθώς και ένας που απεικόνιζε τα Παγωμένα Έλη, μακριά στον βορρά της Μοργκιάνης.

Πόρτες οδηγούσαν στα άλλα δωμάτια του σπιτιού: κρεβατοκάμαρα, γραφείο με βιβλιοθήκη και μηχανικό σύστημα αποθήκευσης δεδομένων και τηλεπικοινωνίας, κουζίνα, ξενώνας, λουτρό, τουαλέτα. Ο Άλφεντουρ ξενάγησε τη Λαρβάκι σε όλα, και πρόσεξε ότι είχε αρχίσει πάλι να κουτσαίνει έντονα.

«Κάθισε να ξεκουραστείς,» της είπε, δείχνοντας τον σοφά στο καθιστικό. Τις κάπες τους τις είχαν ήδη κρεμάσει στο χολ. «Σαν στο σπίτι σου.»

Η Λαρβάκι έλυσε τη ζώνη της με τα δύο πιστόλια και την άφησε πάνω σε μια πολυθρόνα. Ύστερα άρχισε να ξεκουμπώνει τον αλεξίσφαιρο θώρακα που φορούσε πάνω από τα ρούχα της, κι ο Άλφεντουρ τη βοήθησε να τον βγάλει.

«Ευχαριστώ,» είπε εκείνη· και ρώτησε: «Είναι κι αυτό μέρος της ιατρικής εξέτασης για το τραύμα στο πόδι μου;»

«Δε θα θέλαμε καμια μόλυνση να εξαπλωθεί,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ, νιώθοντας ξαφνικά τη θερμότητα του κοκκινόδερμου σώματός της πολύ έντονα κοντά του. Κι αναρωτήθηκε, ακούσια, πώς θα ήταν να φιλήσει αυτό το εξωδιαστασιακό δέρμα, να το αγγίξει με τη γλώσσα του…

«Πρέπει να βεβαιωθούμε γι’αυτό. Σύντομα,» είπε η Λαρβάκι, ακραγγίζοντας το φρεσκοξυρισμένο μάγουλό του με τα δάχτυλά της. Τα χείλη της ακούμπησαν τα χείλη του προς στιγμή, και μετά απομακρύνθηκε για να καθίσει στον σοφά, να λύσει τα λουριά των μποτών της, και να τις ρίξει παραδίπλα.

«Να παραγγείλω φαγητό;» πρότεινε ο Άλφεντουρ.

«Ναι.»

«Καμια ιδιαίτερη προτίμηση;»

«Βασίζομαι στα γούστα σου.»

«Ο Ιουράσκε ας σε προφυλάξει,» της είπε ο Άλφεντουρ και, ενώ εκείνη γελούσε, βάδισε προς το γραφείο του.

Αφού παράγγειλε φαγητό μέσω του τηλεπικοινωνιακού διαύλου στο γραφείο – ο οποίος έμοιαζε να βαριόταν να ξυπνήσει ύστερα από τόσες ημέρες ύπνου – ο διπλωμάτης επέστρεψε στο καθιστικό βρίσκοντας τη Λαρβάκι να έχει μόλις ανάψει το τζάκι. Το κόκκινο δέρμα του προσώπου της ήταν σαν να ήθελε να ρουφήξει τις φλόγες.

«Ελπίζω να μη σε πειράζει,» του είπε.

«Ποιο;»

«Που άναψα το τζάκι σου.»

«Ελπίζω να μη σε πειράξει το φαγητό που παράγγειλα να φάμε.»

Η Λαρβάκι γέλασε ξανά. «Τόσο περίεργα φαγητά τρως;»

«Θα δεις σε λίγο.»

Το κουδούνι του σπιτιού δεν άργησε να χτυπήσει, και ο Άλφεντουρ σηκώθηκε από τον σοφά όπου κάθονταν οι δυο τους πίνοντας κρασί Χαρνώθιων δασών ενώ μουσική ερχόταν από το ηχοσύστημα. «Τ’ακους αυτό;» έλεγε εκείνη τη στιγμή στη Λαρβάκι. «Είναι τραγούδι των δενδρογιγάντων.»

«Αποκλείεται!»

Ο Άλφεντουρ απομακρύνθηκε, πηγαίνοντας ν’ανοίξει την πόρτα και να παραλάβει το φαγητό τους που ήταν τυλιγμένο μέσα σε μεγάλα φύλλα. Επιστρέφοντας στο καθιστικό, είπε: «Κι όμως, είναι τραγούδι των δενδρογιγάντων.»

«Σαν τον άνεμο είναι,» παρατήρησε η Λαρβάκι.

«Ναι, αλλά πολύ πιο έντεχνο.» Ο Άλφεντουρ άφησε τα φαγητά πάνω στο τραπέζι και κάθισε σε μια καρέκλα εκεί.

Η Λαρβάκι σηκώθηκε από τον σοφά, παίρνοντας μαζί τα ποτήρια τους με το κρασί, και ήρθε κι εκείνη στο τραπέζι για να καθίσει πλάι του. «Δε θα το πίστευα ότι οι δενδρογίγαντες μπορούν να τραγουδήσουν έτσι.» Και πρόσθεσε μειδιώντας: «Δε νομίζω όμως να ηχογραφήθηκαν με δική τους πρωτοβουλία.»

«Η αλήθεια είναι πως όχι, αλλά δεν έχει σημασία.»

Η Λαρβάκι κοίταξε τα φαγητά που ξετύλιγε ο Άλφεντουρ μέσα από τα μεγάλα φύλλα. «Τι είναι αυτά τα πράγματα, μα τους θεούς;»

Εκείνος γέλασε. «Σε προειδοποίησα.

»Αυτό,» έδειξε ένα πιάτο από ξετυλιγμένα φύλλα, «είναι ελάφι Ψυχροδάσους βρασμένο σε ζωμό φρούτων και καρπών Δάσους των Ψυχών, γαρνιρισμένο επίσης με φρούτα από το Δάσος των Ψυχών και χειμερινούς καρπούς Ψυχροδάσους.»

«Από τη μια άκρη της Μοργκιάνης στην άλλη…»

«Ακριβώς. Η Νάζρηβ είναι στο κέντρο της, γι’αυτό και έχουμε τέτοιες συνταγές.» Έδειξε ένα άλλο πιάτο από ξετυλιγμένα φύλλα. «Φασόλια που καλλιεργούνται στις Σκιερές Κοιλάδας μαζί με ρύζι από τις όχθες του ποταμού Γύπα, Χαρνώθια καρότα, και διάφορα καρυκεύματα και χορταρικά που δεν ξέρω τι είναι αλλά υποπτεύομαι ότι προέρχονται από το ανατολικό Χαμηλό Δάσος.»

«Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τη μαγειρική,» είπε η Λαρβάκι, αρχίζοντας να τρώει από ένα πιάτο που ο Άλφεντουρ δεν είχε εξηγήσει τι ήταν.

«Προτιμάς να καταναλώνεις τα αποτελέσματα της μαγειρικής, ε;»

«Ακριβώς,» αποκρίθηκε γλείφοντας τα χείλη της, και είπε: «Είναι πολύ νόστιμο αυτό!»

«Θες να μάθεις τι είναι;»

«Προτιμώ το μυστήριο του πράγματος.»

Ο Άλφεντουρ χαμογέλασε και, πιάνοντας ένα πιρούνι κι ένα μαχαίρι, δοκίμασε το ελάφι του Ψυχροδάσους. Το κρέας του έλιωνε στο στόμα, και η γεύση του ήταν σαν μέλι. Δε θα μπορούσες να μαντέψεις εύκολα ότι έτρωγες σκοτωμένο ζώο.

«Από τη Φεηνάρκια δεν είσαι;» ρώτησε τη Λαρβάκι.

«Ναι.»

«Τι κουζίνα έχετε εκεί;»

«Δε θες να μάθεις.»

«Σοβαρά;»

«Κυρίως ζωικά πράγματα τρώνε στη Φεηνάρκια. Και, γενικά, εκεί χρησιμοποιούν τα παράγωγα των ζώων για διάφορα πράγματα. Για νάμαι ειλικρινής, έχω ξεσυνηθίσει την κουζίνα τους. Λείπω πολλά χρόνια από τη Φεηνάρκια, Άλφεντουρ.»

«Θέλεις να επιστρέψεις;»

Κούνησε το κεφάλι. «Όχι και τόσο.» Έγλειψε ένα δάχτυλό της που είχε βουτηχτεί στη σάλτσα. «Εδώ είναι καλύτερα.»

«Παρότι έχεις τόσους εχθρούς;»

«Εχθρούς; Νόμιζα ότι ήσουν φίλος μου.»

«Ξέρεις σε ποιους αναφέρομαι.»

«Πρώην επαναστάτες που κυνηγάνε μανιασμένα πρώην Παντοκρατορικούς υπάρχουν παντού στο Γνωστό Σύμπαν, Άλφεντουρ. Και στη Φεηνάρκια είμαι βέβαιη πως το έλεός τους θα είναι πολύ λιγότερο απ’ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη διάσταση. Στη Φεηνάρκια είμαστε άγριοι· μη με βλέπεις εμένα έτσι, ήμερη σαν κατοικίδιο.»

Ο Άλφεντουρ γέλασε. «Ήμερη σαν κατοικίδιο;» Ήπιε μια γουλιά από το κρασί του.

«Τα πάντα είναι σχετικά στο σύμπαν, Άλφεντουρ.»

Μετά το φαγητό, ενώ βάδιζε ξυπόλυτη προς τον σοφά, ρώτησε: «Θα με επισκεφτεί ο γιατρός μου, ή θα πεθάνω τελικά;»

«Όχι ενώ είσαι τόσο βαριά ντυμένη,» είπε ο Άλφεντουρ που ακόμα καθόταν στο τραπέζι, καπνίζοντας τώρα την πίπα του.

Η Λαρβάκι έβγαλε το πέτσινο παντελόνι της, αποκαλύπτοντας μακριά, όμορφα, γυμνασμένα πόδια, έναν επίδεσμο τυλιγμένο λίγο πιο πάνω απ’το αριστερό γόνατο, κοντές μαύρες κάλτσες, και μαύρη περισκελίδα. Ξάπλωσε στον σοφά, ανάσκελα.

Ο Άλφεντουρ άφησε την πίπα του στο τραπέζι και πλησίασε. Κάθισε κοντά της κι έβγαλε τις κάλτσες από τα πόδια της, τη μία μετά την άλλη. Ξετύλιξε τον επίδεσμο από το τραύμα. Είχε κάνει εφελκίδα που έμοιαζε με μια μεγάλη χάντρα επάνω στο κόκκινο δέρμα της. Ο Άλφεντουρ έσκυψε και φίλησε την εφελκίδα, ενώ τα χέρια του γλιστρούσαν επάνω στις κνήμες και στους μηρούς της. Άκουσε την αναπνοή της να γίνεται πιο γρήγορη. «Ορίστε,» της είπε· «πέρασε τώρα, δεν πέρασε;»

«Τα χείλη του γιατρού μου είναι μαγικά,» αποκρίθηκε εκείνη. «Αλλά αν η μόλυνση έχει εξαπλωθεί;»

Ο Άλφεντουρ κατέβασε την περισκελίδα της ώς τα γόνατα, φανερώνοντας έναν φουντωτό καταπράσινο θάμνο. Τα δάχτυλά του άγγιξαν τη γυναικεία της φύση, υγρή και ζεστή. «Πονάς εδώ;»

«Ζαλίζομαι,» του είπε.

«Τώρα;» Τα δάχτυλά του έγιναν πιο επίμονα.

«Θέλω να γδύσω τον γιατρό μου,» αποκρίθηκε πνιχτά.

«Τελικά, είσαι όντως από άγρια διάσταση.»

Τα χέρια της άρπαξαν το πουκάμισό του – «Η διάστασή μου ολοένα και αγριεύει,» είπε – τραβώντας το, βγάζοντάς το μέσα από το παντελόνι του, σπάζοντας δυο κουμπιά, ξεθηλυκώνοντας άλλα.

Ο Άλφεντουρ την πήρε στην αγκαλιά του, προσπαθώντας να αφαιρέσει τη μπλούζα της, ενώ οι γλώσσες τους συναντιόνταν· και ξαφνικά βρέθηκαν στο πάτωμα, μπροστά στον σοφά, να κυλιούνται πάνω στο χαλί. Σταμάτησαν όταν συνάντησαν τον τοίχο και ο Άλφεντουρ βρισκόταν από πάνω της, έχοντας ήδη χάσει τα μισά του ρούχα. Τα δάχτυλα των ποδιών της γαντζώθηκαν στις άκριες της περισκελίδας του, κατεβάζοντάς την. «Λατρεύω τους γιατρούς της Νάζρηβ,» του είπε, και μετά δεν έβγαλε άλλες φωνές σε κατανοητή γλώσσα.

*

Το σώμα του τραντάχτηκε φτάνοντας σε οργασμό· έμεινε για μερικές στιγμές ακίνητος σαν να είχε κοκαλώσει, βαριανασαίνοντας, κι ύστερα γλίστρησε από πάνω της, ξεφεύγοντας από την αγκαλιά των ποδιών της και ξαπλώνοντας παραδίπλα, στο χαλί, κοιτάζοντας το σβηστό πολύφωτο στο ταβάνι, εξαντλημένος και ξέπνοος.

Η Λαρβάκι αναστέναξε και τεντώθηκε. Γύρισε στο πλάι για να τον κοιτάξει. «Κρασί;»

«Ναι.» Αλλά δεν είχε τελειώσει μαζί της ακόμα. Όταν μια γυναίκα άρπαζε την προσοχή του, είχε την τάση να της δίνεται πλήρως, να θέλει να την καταβροχθίσει. Ίσως αυτό να ήταν που τον είχε βάλει σε τόσους μπελάδες· αλλά μάλλον όχι. Την κοίταζε τώρα καθώς εκείνη βάδιζε προς το τραπέζι. Κοίταζε αυτά τα ψηλά, όμορφα πόδια και τους σφριγηλούς γλουτούς· και, καθώς η Λαρβάκι επέστρεφε με δυο ποτήρια κρασί στα χέρια, κοίταζε πάλι τα ψηλά, όμορφα πόδια και τον γοητευτικό πράσινο θάμνο από πάνω τους. Το εξωτικό κόκκινο δέρμα της τον είχε αιχμαλωτίσει, και νόμιζε ότι όντως η γεύση του ήταν διαφορετική από του δέρματος των γυναικών της Μοργκιάνης.

Η Λαρβάκι γονάτισε δίπλα του, κρατώντας τα ποτήρια. «Δεν τελείωσε η εξέταση;»

Ο Άλφεντουρ σηκώθηκε κι εκείνος στα γόνατα και, με ήπια ώθηση των χεριών του, την έβαλε να ξαπλώσει ξανά ανάσκελα επάνω στο χαλί, ενώ η Λαρβάκι δεν αντιστεκόταν, αφήνοντας τα ποτήρια παραδίπλα. Ο Άλφεντουρ πήρε το ένα και άδειασε, αργά, σταδιακά, το κρασί επάνω της, ξεκινώντας από το στήθος και καταλήγοντας στην κοιλιά. Έσκυψε και ήπιε, χωρίς βιασύνη, σέρνοντας τη γλώσσα του στο δέρμα της. Η Λαρβάκι έπιασε τα μαλλιά του μέσα στα δάχτυλά της και, μετά, το στητό όργανό του, ενώ τα πόδια της σχημάτιζαν βρόχο γύρω από τη μέση του. Οι επίμονες κινήσεις του χεριού της επάνω στο πέος και στους όρχεις του τον έκαναν να τινάξει το σπέρμα του στην κοιλιά και στο δεξί της στήθος ενώ μούγκριζε σαν δενδρογίγαντας.

Πολύ αργότερα, έχοντας πλυθεί κι οι δυο τους στο λουτρό του διαμερίσματος (πράγμα που είχε καταλήξει σε μια ακόμα φορά έντονης ερωτικής δραστηριότητας), κάθονταν μισοξαπλωμένοι στον σοφά, ελαφρά ντυμένοι, ενώ οι πυκνές σκιές του δωματίου διαλύονταν μόνο από τους φωτόλιθους στους λιθοστάτες. Σουρούπωνε στη Νάζρηβ. Ο Άλφεντουρ ακόμα άγγιζε τα πόδια της Λαρβάκι, φιλώντας τα κάπου-κάπου.

Εκείνη χασμουρήθηκε.

«Νυστάζεις;»

«Αναρωτιέσαι γιατί;» τον πείραξε, υψώνοντας το ένα της πόδι για ν’αγγίξει με τα δάχτυλα το μάγουλό του. Ο Άλφεντουρ φίλησε τη φτέρνα, δίχως να μιλήσει. Η Λαρβάκι είπε: «Άσε με να μαντέψω: η προηγούμενη γυναίκα που είχες εδώ έφυγε επειδή την είχες εξουθενώσει.»

Ο Άλφεντουρ γέλασε. «Όχι ακριβώς.»

«Όχι ακριβώς;»

«Βασικά,» αναστέναξε, «τελείως διαφορετικός ήταν ο λόγος.»

«Εσείς οι Μοργκιανοί είστε πολύ κρυψίνοες.»

«Είμαστε;»

«Σ’ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν το λένε. Προτού έρθω εδώ, ως πράκτορας της Παντοκράτειρας, με είχαν προειδοποιήσει ότι είστε όλο μυστικά, ότι δύσκολα αποκαλύπτετε ακόμα και τις πιο ασήμαντες πληροφορίες.»

«Και νομίζεις ότι αυτές οι φήμες αληθεύουν;»

«Είμαι σίγουρη πλέον ότι αληθεύουν. ‘Λέγε λίγα, κρύβε πολλά’; Κι οι ίδιοι το παραδέχεστε ότι είστε κρυψίνοες, δεν το παραδέχεστε;»

«Αυτό,» της είπε ο Άλφεντουρ, «είναι απλώς σύνεση.»

«Δεν είναι σύνεση· είστε κρυψίνοες!» γέλασε η Λαρβάκι. «Είμαι επίσης σίγουρη ότι δεν πρόκειται να σε καταφέρω να μου πεις τίποτα για άλλες γυναίκες που είχες παλιότερα εδώ.»

«Αντίστροφη ψυχολογία, για να με κάνεις να σου πω;»

«Βλέπεις τι σου λέω; Είστε κρυψίνοες.»

Ο Άλφεντουρ ανασήκωσε τους ώμους. «Μπορεί. Αλλά έτσι είμαστε.» Μετά από λίγο, είπε: «Ήμουν παντρεμένος για κάποια χρόνια· και νόμιζα ότι θα κρατούσε για πολύ περισσότερα. Αλλά έφυγε επειδή είπε ότι δεν μπορούσε να ζει τη ζωή που ζω εγώ.»

«…Εννοείς τη δουλειά σου; Το ότι είσαι διπλωμάτης;»

«Ναι.»

«Δεν καταλαβαίνω. Ήταν κι εκείνη διπλωμάτισσα;»

«Όχι.»

«Τότε;»

«Ούτε κι εγώ καταλαβαίνω,» της είπε ο Άλφεντουρ, ενώ θυμόταν τη Δαλνίραθ να του λέει πως δεν μπορούσε πια να ζει μ’έναν άνθρωπο που τη μια μέρα βρισκόταν στη μια άκρη της Μοργκιάνης και την άλλη μέρα στην άλλη… «Σπάνια τη συναντώ πια. Αλλά νομίζω… είμαι σίγουρος…» Αναστέναξε. «Τέλος πάντων.»

«Τι είναι;» τον ώθησε η Λαρβάκι.

«Δε χρειάζεται να σε ζαλίζω.»

«Μ’έχεις ήδη ζαλίσει αρκετά. Θέλω κι άλλο.» Κέντρισε τα πλευρά του με τα δάχτυλα του ποδιού της.

Ο Άλφεντουρ μειδίασε. «Δεν είμαι σίγουρος,» είπε, «αλλά νομίζω πως ήταν έγκυος όταν έφυγε, γιατί μετά έμαθα πως είχε ένα μωρό. Νεογέννητο.»

«Και δεν τη ρώτησες αν είναι δικό σου;»

«Δεν ήταν πρόθυμη να μου πει τίποτα, Λαρβάκι.»

«Εσείς οι Μοργκιανοί δεν είστε απλά κρυψίνοες: είστε τρελοί! Ισχύει ακόμα και σε τέτοια πράγματα το Λέγε λίγα, κρύβε πολλά

«Στα πάντα δεν ισχύει;»

«Η γυναίκα σου νομίζω πως θέλει ξύλο.»

«Στη Φεηνάρκια είστε άγριοι – η ίδια το είπες,» της θύμισε τρίβοντας το γόνατό της.

3
Συγκέντρωση στο Σπίτι του Προμάχου· το Θέμα του Νυκτόκηπου· οι Ανησυχίες της Αρχόντισσας

Η Ζιρίνα έφτασε στο σπίτι του Εθέλδιρ πριν από εκείνον. Οι πόρτες ήταν κλειστές και κλειδωμένες. Αλλά είχε κλειδί, και κανένας από τους οπλισμένους πολίτες που ήταν τριγύρω δεν προσπάθησε να τη σταματήσει απ’το να το χρησιμοποιήσει· την ήξεραν. Η Ζιρίνα κατέβηκε απ’τη ράχη της Μαύρης Γούνας, ξεκλείδωσε την πόρτα του γκαράζ, και μπήκε τραβώντας τη γιγαντολύκαινα μαζί της.

«Μείνε εδώ, Γουνίτσα, εντάξει;» είπε, τρίβοντας το μαυρότριχο θηρίο ανάμεσα στ’αφτιά.

«Γρρρρ…» αποκρίθηκε υπόκωφα η Μαύρη Γούνα.

«Μ’αρέσει όταν συμφωνούμε.»

Η Ζιρίνα άνοιξε την εσωτερική πόρτα του γκαράζ και μπήκε στην κουζίνα, κι από την κουζίνα πήγε στο καθιστικό του ισόγειου. «Είναι κανείς εδώ;» φώναξε, για καλό και για κακό. Αλλά κανένας δεν απάντησε. Το σπίτι ήταν άδειο. Ούτε η Ναλτάμα’χοκ δεν ήταν εδώ, ούτε η Λαρβάκι. Πρέπει να είχαν πάει με τον Εθέλδιρ.

Η Ζιρίνα βάδισε ώς το υπνοδωμάτιό του και εκεί έβγαλε το κράνος και την πανοπλία που η Χαρκάνιθ είχε επιμείνει να φορέσει αν ήθελε να έρθει μαζί της. Αισθάνθηκε το σώμα της να ελευθερώνεται από την περιοριστική, ενοχλητική ενδυμασία. Επέστρεψε στο καθιστικό, άνοιξε τον τηλεοπτικό δέκτη, και κάθισε στον καναπέ, τεντώνοντας τα μποτοφορεμένα πόδια της και σταυρώνοντάς τα στον αστράγαλο. Στην οθόνη, ο Ανοιχτός Δίαυλος έδειχνε έναν δημοσιογράφο να μιλά με δύο Χαρνώθιους ευγενείς και τη Ρουμπίνη ωλ Φέρενερ, την Αιρετή της Συντεχνίας των Καλλιτεχνών. Το δεξί της πόδι ακόμα ήταν σε νάρθηκα από την επίθεση στο Μέγαρο των Αιρετών, αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε από το να παρευρίσκεται σε τηλεοπτικές εκπομπές.

Αναμενόμενα, η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από το θέμα του Μεσοπόταμου και του Σκοτεινού Παζαριού. Οι Χαρνώθιοι ευγενείς έλεγαν ότι οι αναρχικοί είχαν αποκτήσει απαράδεκτα μεγάλη επιρροή μέσα στην πόλη· ίσως όλα αυτά να ήταν σκευωρία των αυτονομιστών, και η Αρχόντισσα θα έπρεπε να φερθεί πολύ σκληρά στους αρχηγούς των κινητοποιήσεων.

«‘Αναρχικοί’…» μουρμούρισε η Ζιρίνα. «Τι μαλακίες είν’ αυτές, γαμώ την ουρά του Ιουράσκε;» Οι εξεγερμένοι πολίτες που υποστήριζαν τον νόμιμο Φύλακα της πόλης δεν ήταν «αναρχικοί»! Οι Χαρνώθιοι ήταν αναρχικοί, που είχαν σφετεριστεί μια εξουσία που δεν τους ανήκε, και οι αυτονομιστές φυσικά.

Ο θόρυβος μηχανής ήρθε απ’τη μεριά της κουζίνας, καθώς και μερικά γρυλίσματα από τη Μαύρη Γούνα. Ο Εθέλδιρ.

Η πόρτα της κουζίνας άνοιξε και ο Εθέλδιρ μπήκε. «Γιατί ποτέ δεν με ακούς;» είπε.

Η Ζιρίνα μειδίασε. «Περίμενες πραγματικά να μείνω σπίτι ενώ συμβαίνουν όλ’ αυτά εδώ;»

«Τι έγινε με τη Χαρκάνιθ;» τη ρώτησε, κλείνοντας τον τηλεοπτικό δέκτη και καθίζοντας σε μια καρέκλα.

Η Ζιρίνα τού είπε πώς την έσωσε από εκείνο τον δολοφόνο και πώς μετά τη συντρόφευσε ώς εδώ. «Ο Άλφεντουρ τής είπε για τον Στρατηγό, το ξέρεις;»

«Το ξέρω. Ο Άλφεντουρ έκανε πολλά, τελευταία. Πολλά που μας βοήθησαν.» Πήγε στην κάβα και γέμισε δυο κούπες με μπίρα· της έδωσε τη μία και κάθισε πλάι της στον καναπέ. «Ο Άλφεντουρ πήρε τον Φύλακα έξω από την πόλη.»

Η Ζιρίνα τον ατένισε συνοφρυωμένη, μην καταλαβαίνοντας τι εννοούσε.

Ο Εθέλδιρ τής εξήγησε τι ακριβώς είχε συμβεί με τις δίδυμες βοηθούς του Άλφεντουρ και τον Φύλακα, και πώς ο διπλωμάτης πήρε τον Άσραδλιν και τη Ναλτάμα’χοκ μαζί του φεύγοντας από τη Φάνρηβ.

Η Ζιρίνα χαμογελούσε. «Το ήξερα πως στο τέλος θα συμμαχούσε μ’εμάς, Εθέλδιρ!»

«Δε νομίζω ότι έχει ακριβώς ‘συμμαχήσει’ μ’εμάς, αλλά έκανε εκείνο που θεωρούσε σωστό. Δε θα παρέδιδε ποτέ κάποιον που του ζητούσε προστασία. Είναι θέμα αρχής γι’αυτόν, υποθέτω.» Ανασήκωσε τους ώμους του και ήπιε μια μεγάλη γουλιά μπίρα, διψασμένα. Το σκαρφάλωμα στον ναό του Σολκάρκας, η μάχη, και όλες αυτές οι κουβέντες τώρα τον είχαν κάνει να διψάσει πολύ.

«Η Μάλμεντιρ πού είναι;»

«Στο παρατηρητήριο του Σολκάρκας.» Και της είπε πώς είχαν ανεβάσει το ενεργειακό κανόνι εκεί.

«Ο Ριλάθιρ παίρνει πολλές πρωτοβουλίες χωρίς να ρωτήσει κανέναν,» παρατήρησε η Ζιρίνα.

«Αυτή τη φορά, οι ενέργειές του αποδείχτηκαν σωτήριες, όμως. Δε νομίζω ότι θα είχαμε καταφέρει να τους απωθήσουμε χωρίς το ενεργειακό κανόνι.»

«Η Λαρβάκι πού είναι; Κι αυτή στον ναό;»

«Η Λαρβάκι πήγε μαζί με τον Άλφεντουρ όταν εκείνος έφυγε. Νόμιζα ότι θα είχε επιστρέψει ώς τώρα. Δεν είναι εδώ;»

Η Ζιρίνα κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Φώναξα κιόλας, μήπως είναι κανείς στο σπίτι, αλλά κανένας δεν απάντησε.»

Ο Εθέλδιρ σηκώθηκε από τον καναπέ, πήγε στο υπνοδωμάτιο, στο γραφείο, στην τουαλέτα, στο επάνω πάτωμα του οικήματος, και μετά επέστρεψε κάτω πάλι, στο καθιστικό. «Πράγματι, δεν είν’ εδώ,» είπε. «Κανονικά θα έπρεπε να είχε γυρίσει ώς τώρα. Αναρωτιέμαι,» κάθισε πλάι στη Ζιρίνα, «αν έφυγε μαζί με τον Άλφεντουρ.»

«Εννοείς, μέσα το ελικόπτερό του;»

«Ναι.»

«Εγώ εξαρχής δεν την εμπιστευόμουν,» είπε η Ζιρίνα, αναρωτούμενη τι διπλό παιχνίδι μπορεί να έπαιζε η Λαρβάκι. «Ίσως να ήθελε τώρα να μπει στον καταυλισμό του Φύλακα έξω από την πόλη. Ίσως να κατέβηκε κι αυτή μαζί με τον Άσραδλιν και τη Ναλτάμα’χοκ.»

«Γιατί όμως; Για να κατασκοπεύσει και να αναφέρει στην Αρχόντισσα; Δε νομίζω, Ζιρίνα.»

«Πού μπορεί να έχει πάει, λοιπόν, αν όχι στο στρατόπεδο του Φύλακα;»

«Ίσως να πήγε με τον Άλφεντουρ, στη Νάζρηβ.»

«Στη Νάζρηβ; Για ποιο λόγο;»

«Δεν παρατήρησες ότι είχε αναπτυχθεί μια συμπάθεια μεταξύ τους;»

«Μεταξύ του Άλφεντουρ και της Λαρβάκι; Σοβαρολογείς;»

«Ναι.» Ο Εθέλδιρ ήπιε ακόμα μια γουλιά από τη μπίρα του, τελειώνοντάς την κι αφήνοντας την κούπα στο τραπεζάκι παραδίπλα. «Από τότε που κατεβήκαμε στην υπόγεια βάση.»

Η εξώπορτα χτύπησε, και ο Εθέλδιρ σηκώθηκε για ν’ανοίξει. Ήταν η Μάλμεντιρ, μαζί με μερικούς άλλους πρώην επαναστάτες, εξεγερμένους πολίτες, και τη Χαρκάνιθ. Ήθελαν να συζητήσουν με τον Πρόμαχο. Ο Εθέλδιρ τούς άφησε να περάσουν. «Αλλά να φέρετε τα δικά σας ποτά,» τους είπε· «η κάβα μου είναι περιορισμένη.»

«Δεν είμαστε εδώ για να πιούμε, Πρόμαχε,» αποκρίθηκε ένας απ’αυτούς.

«Ο Ριλάθιρ έμεινε στο παρατηρητήριο;» ρώτησε η Ζιρίνα.

«Έχει ερωτευτεί το κανόνι,» είπε η Μάλμεντιρ.

Ο Εθέλδιρ είπε στη Χαρκάνιθ: «Χαίρομαι που άλλαξες γνώμη για εμάς.»

Εκείνη απέφυγε προς στιγμή το βλέμμα του. «Φαίνεται πως… δεν ήμουν αρκετά καλά πληροφορημένη.»

«Συμβαίνει σε όλους μας.» Ο Εθέλδιρ τής έδωσε το χέρι του. «Καλωσόρισες στην Επανάσταση.»

Η Χαρκάνιθ μειδίασε καθώς αντάλλασσε μια σύντομη χειραψία μαζί του. «Δε βλέπω τον εαυτό μου ως επαναστάτρια, ακριβώς, αλλά… ό,τι νομίζεις.»

«Μη σ’ανησυχεί· ούτε εγώ βλέπω τον εαυτό μου ως Πρόμαχο ακριβώς αλλά όλοι φαίνεται να επιμένουν.»

Ορισμένοι πρώην επαναστάτες και εξεγερμένοι πολίτες γελούσαν. «Ε αν δεν είσαι εσύ, Εθέλδιρ, ο Πρόμαχός μας, τότε ποιος είναι;» είπε ένας· και μια άλλη πρόσθεσε: «Πρέπει πάντα να υπάρχει κάποιος ωραίος για Πρόμαχος.»

«Αναζητήστε τότε τον αδελφό μου,» αστειεύτηκε ο Εθέλδιρ· «ήταν ανέκαθεν πιο ωραίος, και τώρα επίσης δεν είναι μονόφθαλμος, σ’αντίθεση μ’εμένα.»

Μετά από μερικά ακόμα σχόλια που ανταλλάχτηκαν ανάμεσα στους ενθουσιασμένους νικητές του Σκοτεινού Παζαριού, η Χαρκάνιθ ρώτησε:

«Τι σχεδιάζετε να κάνετε τώρα; Πώς θα κρατήσετε την περιοχή; Γιατί κάτι μού λέει πως οι Χαρνώθιοι θα επιστρέψουν, και ισχυρότεροι από πριν.»

«Εσύ τι έχεις κατά νου να κάνεις, Χαρκάνιθ;» είπε ο Εθέλδιρ. «Θα μείνεις στο πλευρό μας, ή θα επιστρέψεις στον Νυκτόκηπο;»

«Μετά απ’ό,τι έγινε εδώ,» αποκρίθηκε εκείνη σταυρώνοντας συλλογισμένα τα αρματωμένα χέρια της μπροστά της, «νομίζω πως κι ο Νυκτόκηπος θα εξεγερθεί. Δεν ξέρω… Αν η βοήθειά μου χρειάζεται εκεί, εκεί θα πάω. Και βασικά… τώρα που το σκέφτομαι, ίσως να μας συμφέρει όλους να εξεγερθεί κι ο Νυκτόκηπος.» Ήταν συνοφρυωμένη και τα μάτια της γυάλιζαν όπως κάποιας που έχει μια ξαφνική ιδέα.

«Μας συμφέρει να εξεγερθούν όσο το δυνατόν περισσότερες περιοχές της Φάνρηβ, αναμφίβολα,» είπε ο Εθέλδιρ.

«Δεν εννοώ αυτό,» εξήγησε η Χαρκάνιθ. «Ο Νυκτόκηπος και το Σκοτεινό Παζάρι είναι πλάι-πλάι. Αν εξεγερθούν και τα δύο συγχρόνως, οι Χαρνώθιοι θα πρέπει να διαιρέσουν τις δυνάμεις τους για να τους επιτεθούν· αλλιώς, αν επιτεθούν στη μια περιοχή, η άλλη θα έρθει να τη βοηθήσει και εκείνοι θα βρεθούν περικυκλωμένοι όπως βρέθηκαν σήμερα.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Εθέλδιρ, «αυτό που λες είναι σωστό.»

«Αναρωτιέμαι αν θα φέρουν ενεργειακό κανόνι την επόμενη φορά, όμως,» είπε ένας πρώην επαναστάτης.

«Κι εγώ,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ ανάβοντας τσιγάρο. «Αλλά υποθέτω πως έχουν όλα τους τα ενεργειακά κανόνια στα βόρεια τείχη. Για να φέρουν ένα εδώ, θα πρέπει να το πάρουν από εκεί κι επομένως να αδυνατίσουν την άμυνά τους.»

«Αν φέρουν όμως κανόνι, πώς θα το αντιμετωπίσουμε;»

«Θα πρέπει να το ανατινάξουμε με το δικό μας, ει δυνατόν. Ή να το πλησιάσουμε και να το καταστρέψουμε.»

Η Χαρκάνιθ είπε: «Οι Χαρνώθιοι θα είναι πολύ προσεχτικοί, Εθέλδιρ· θα το φέρουν όσο πιο κρυφά γίνεται.»

«Μάλλον· αλλά θα είμαστε κι εμείς πολύ προσεχτικοί. Και…» φύσηξε καπνό συλλογισμένα, «και νομίζω πως έχω τους κατάλληλους ανθρώπους γι’αυτή τη δουλειά.» Στο μυαλό του ήταν η Ήλναϊθ, ο Θάρβελιν, κι άλλοι κλέφτες της Συντεχνίας του Σκιερού Χεριού.

«Δε θα μοιραστείς τη σκέψη σου μαζί μας;» ρώτησε η Μάλμεντιρ.

«Πρέπει να ρωτήσω κάποιους ανθρώπους, πρώτα,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ.

«Μη μου πεις ότι είναι οι κλέφτες;»

Ο Εθέλδιρ δεν μίλησε, καπνίζοντας.

«Τους κλέφτες σκέφτεσαι να βάλεις να παρακολουθούν;» επέμεινε η Μάλμεντιρ.

Τι νόημα είχε πια να το κρύβει; Η δημοσιογράφος όλα τα μάντευε όταν είχε μερικά στοιχεία! «Έχεις καμια καλύτερη ομάδα από αλήτες στο μυαλό σου;»

«Τους αυτονομιστές;» ύψωσε ένα φρύδι η Μάλμεντιρ, μιλώντας μεταξύ αστείου και σοβαρού.

«Δε χρειαζόμαστε τον Κάλνεντουρ εδώ.»

Η Ζιρίνα είπε: «Μπορεί όμως να παρουσιαστεί απρόσκλητος, ως συνήθως.»

«Τίποτα δεν αποκλείεται. Αλλά δεν πρόκειται να του ζητήσω κάτι, γιατί δεν είναι με το μέρος μας και το έχει αποδείξει.»

«Στον Μεσοπόταμο, όμως,» είπε μια πρώην επαναστάτρια, «οι αυτονομιστές πρόσφεραν βοήθεια.»

«Επειδή μισούν τους Χαρνώθιους όσο και τον Φύλακα. Μη σε κοροϊδεύουν· δεν είναι πραγματικά σύμμαχοί μας. Την άλλη φορά που θα συναντηθούμε με τον Κάλνεντουρ, μπορεί να πρέπει να πολεμήσουμε εναντίον του.» Και το έλεγε αυτό νιώθοντας ένα σφίξιμο εντός του, γιατί δεν ήθελε να βρεθεί σε ανοιχτή σύγκρουση με τον αδελφό του. Στην Επανάσταση είχαν πολεμήσει πλάι-πλάι οι δυο τους τους Παντοκρατορικούς δυνάστες της Μοργκιάνης. Θα κατέληγαν τώρα να αλληλοσκοτωθούν επειδή ο ένας ήταν με το μέρος του Φύλακα κι ο άλλος όχι; Πρέπει να υπάρχει κάποιος καλύτερος τρόπος να αδρανοποιήσω τον Κάλνεντουρ. Νούρκας, βοήθησέ με· δεν μπορώ να τον σκοτώσω!

*

«Τι συμβαίνει στο Σκοτεινό Παζάρι, Στρατηγέ;» ρώτησε η Κέσριμιθ τον Σέλιρ αλ Σίριλναθ, όταν εκείνος τη συνάντησε στην Αίθουσα του Φύλακα. Γύρω τους ήταν η Αρωγός Ολέρια, ο Μάλμεντιρ’χοκ, κι άλλοι άνθρωποι του Μεγάρου. Οι περισσότεροι στέκονταν όρθιοι, όπως η Αρχόντισσα και ο Στρατηγός.

«Το Παζάρι δεν είναι ακόμα δικό μας–»

«Το έχω καταλάβει αυτό. Αλλά γιατί; Έχουν όντως ενεργειακό κανόνι εκεί;»

«Ναι. Και, μάλιστα, έχουν καταφέρει κάπως να το στήσουν επάνω στο παρατηρητήριο του εγκαταλειμμένου ναού του Σολκάρκας. Πράγμα που κανονικά δεν θα έπρεπε να μπορούν να κάνουν· ο ναός είναι ερειπωμένος, απ’ό,τι ξέρω – και απ’ό,τι ξέρει κι ο Θόρεντιν. Οι σκάλες του είναι κατεστραμμένες. Δεν μπορείς ν’ανεβάσεις κανόνι εκεί, μα τον Χάρλαεθ Βοκ!»

«Ίσως να πρόκειται για το ίδιο κανόνι με το οποίο χτύπησαν το Μέγαρο των Αιρετών…» είπε η Κέσριμιθ, σκεπτικά, σχεδόν σαν να μονολογούσε.

«Πολύ πιθανόν, Αρχόντισσά μου. Μπορεί να είναι όπλο των αυτονομιστών. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό που είχαμε να αντιμετωπίσουμε. Επαναστάτες ήρθαν από τον Νυκτόκηπο. Εξεγερμένοι πολίτες, όπως του Σκοτεινού Παζαριού. Και οι μαχητές μου μου ανέφεραν πως η Χαρκάνιθ αλ Σάρεθουν τούς οδηγούσε–»

«Η Αιρετή της Συντεχνίας των Αγροτών; Αποκλείεται!»

«Κι όμως αυτή ήταν.»

«Μα, χτες οι κατάσκοποί μου μου είχαν αναφέρει ότι η Χαρκάνιθ είχε οδηγήσει οπλισμένους πολίτες του Νυκτόκηπου εναντίον των εξεγερμένων του Σκοτεινού Παζαριού!»

«Μάλλον άλλαξε γνώμη τώρα.»

«Είσαι βέβαιος, Στρατηγέ;»

«Ρώτα και τους κατασκόπους σου, Αρχόντισσά μου, αν θέλεις να βεβαιωθείς ακόμα περισσότερο.» Έγνεψε σε μια υπηρέτρια, η οποία αμέσως πλησίασε κάνοντας υπόκλιση. «Ένα κρασί Χαρνώθιων δασών,» της ζήτησε. «Παγωμένο.» Εκείνη κατένευσε κι έφυγε.

«Τι σκέφτεσαι να κάνεις, Στρατηγέ;» τον ρώτησε η Κέσριμιθ, σταυρώνοντας τα χέρια της μπροστά της. Αισθανόταν ξαφνικά μια παγωνιά να έχει πέσει στην αίθουσα, η οποία δεν είχε να κάνει με την έλλειψη θέρμανσης. Ήταν δυνατόν ο Φύλακας να κέρδιζε υποστηρικτές μέσα στην πόλη; Ήταν δυνατόν οι δικοί της υποστηρικτές να την εγκατέλειπαν για να συμμαχήσουν μ’αυτόν;

Αν ο Άλφεντουρ μού τον είχε παραδώσει…! Αλλά ο διπλωμάτης δεν ήταν από εκείνους που παρέδιδαν εύκολα όσους τού ζητούσαν προστασία, και η Κέσριμιθ δεν είχε τρόπο για να τον εκβιάσει ή να τον δελεάσει. Ήταν, όμως, βέβαιη πως σήμερα ο Άλφεντουρ θα έφευγε από την πόλη μαζί με τον Άσραδλιν ωλ Χέρκανεκ, και είχε βάλει ένα σχέδιό της σε εφαρμογή για να πιάσει τον Φύλακα όταν θα κατέβαινε από το ελικόπτερο του διπλωμάτη. Αλλά οι απεσταλμένοι της είχαν αποτύχει. Οι Μαυρόλυκοι Καβαλάρηδες του Φύλακα είχαν διαλύσει τους μαχητές του Βασιλείου που είχαν πάει εκεί επάνω σε δίκυκλα, και τα δύο Χαρνώθια ελικόπτερα δεν είχαν καταφέρει να σκοτώσουν τον Άσραδλιν και τους άλλους που έτρεχαν καβάλα σε γιγαντόλυκους μέσα στο Χαμηλό Δάσος. Η Κέσριμιθ, βέβαια, θα προτιμούσε να αιχμαλωτίσει τον Φύλακα, αλλά είχε πει στους ανθρώπους της πως, αν δεν μπορούσαν να τον πιάσουν, έπρεπε να τον στείλουν στον Μεταθανάτιο Κήπο. Τελικά, ούτε το ένα είχαν καταφέρει ούτε το άλλο, το Πεινασμένο Σκοτάδι να τους έπαιρνε!

Ο Σέλιρ περίμενε η υπηρέτρια να του φέρει ένα μεγάλο ποτήρι με κρασί για να πιει μια γουλιά από το δροσερό ποτό, προτού απαντήσει στην Κέσριμιθ. «Το βασικό, Αρχόντισσά μου, είναι να αδρανοποιήσουμε κάπως το ενεργειακό κανόνι τους. Κι αυτό μπορούμε να το κατορθώσουμε είτε φέρνοντας ένα από τα δικά μας κανόνια εκεί είτε βομβαρδίζοντάς το από αέρος–»

«Να βομβαρδίσουμε την πόλη; Ούτε συζήτηση, Στρατηγέ!»

«Η αλήθεια είναι πως θα προκληθούν πολλές ζημιές έτσι. Αν, όμως, αποδειχτεί απαραίτητο; Προτιμάς το Παζάρι να–;»

«Ναι, προτιμώ να μείνει στα χέρια των εξεγερμένων παρά να το ισοπεδώσω, Στρατηγέ.»

Ως συνήθως, οι αποφάσεις σου είναι ασύνετες, σκέφτηκε ο Σέλιρ, ευχόμενος να μπορούσε να τη βάλει στη λίστα με τους στόχους των Εκτελεστών του Ιερού Δέους. «Θα χρειαστεί, τότε, να φέρουμε ένα ενεργειακό κανόνι από τα βόρεια τείχη, ελπίζοντας πως αυτό θα φανεί αρκετό…» Ήπιε κι άλλο κρασί.

«Τι εννοείς; Μπορεί να μην φανεί αρκετό;»

Χαζή είναι; «Το όπλο – το οποιοδήποτε όπλο – Αρχόντισσά μου, μπορεί να καταστραφεί. Δεν είναι σίγουρο ότι εμείς θα καταστρέψουμε το ενεργειακό κανόνι των εξεγερμένων προτού αυτοί καταστρέψουν το δικό μας. Κι αν το καταστρέψουν, τότε θα πρέπει να φέρουμε άλλο από τα βόρεια τείχη… κι όλα τούτα θα έχουν, φυσικά, ως αποτέλεσμα να αποδυναμωθεί η άμυνά μας εναντίον του στρατεύματος της Κοινοπολιτείας.»

«Γι’αυτό σε έχω εδώ, Στρατηγέ,» είπε η Κέσριμιθ εκνευρισμένα: «για να βρίσκεις λύσεις σε ακριβώς τέτοια προβλήματα!»

Ο Σέλιρ αποφάσισε να μην απαντήσει σ’αυτό. Θα ερχόταν η ώρα της, σύντομα, έτσι όπως διοικούσε η καταραμένη… «Υπάρχει κι ένα άλλο πρόβλημα,» της είπε: «ο Νυκτόκηπος. Αφού η Χαρκάνιθ έφερε οπλισμένους πολίτες του για να μας επιτεθούν, ίσως κι αυτός να εξεγερθεί. Ίσως ήδη να έχει εξεγερθεί. Πράγμα που σημαίνει ότι θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε ακόμα περισσότερους εχθρούς μέσα στην πόλη.»

«Δε μπορώ να καταλάβω τη Χαρκάνιθ!» αναφώνησε η Κέσριμιθ. «Γιατί το κάνει αυτό; Ήταν με το μέρος μου ώς τώρα! Ξυλοκόπησε τον Ριλάθιρ αλ Θάρναθ για εμένα.»

«Προφανώς, κάτι θα της υποσχέθηκαν.»

«Αναρωτιέμαι τι. Κι αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα να της υποσχεθώ κάτι καλύτερο. Έτσι θα σταματούσα την εξέγερση στον Νυκτόκηπο χωρίς να χρειαστεί να γίνουν συγκρούσεις.»

«Δε νομίζω να δεχτεί να σου μιλήσει, Αρχόντισσά μου.»

«Γιατί όχι;»

«Κατά πρώτον, μάλλον είναι στο Σκοτεινό Παζάρι τώρα. Θα πας εκεί να την αναζητήσεις; Δε θα το πρότεινα.»

Πράγματι, σκέφτηκε η Κέσριμιθ, αυτό είναι εκτός συζήτησης. Δεν μπορώ να πάω στο Σκοτεινό Παζάρι. Μπορούσε όμως να καλέσει τη Χαρκάνιθ τηλεπικοινωνιακά στο σπίτι της, και να ζητήσει η Χαρκάνιθ να επικοινωνήσει μαζί της το συντομότερο δυνατό. Ναι, αυτό θα έκανε. Οπωσδήποτε. Έπρεπε οπωσδήποτε να συζητήσουν οι δυο τους, έστω και εξ αποστάσεως. Τι μπορεί να είχε ωθήσει την Αιρετή ν’αλλάξει τόσο ξαφνικά;

Ο Σέλιρ κοίταζε την Αρχόντισσα της Φάνρηβ να είναι σκεπτική, με το βλέμμα της κατεβασμένο στο πάτωμα μπροστά στα πόδια της, και ο ίδιος συλλογίστηκε: Δεν έχει καθόλου μυαλό στο κεφάλι της, μα τον Χάρλαεθ Βοκ! Ακόμα και τώρα προσπαθεί να βρει συμφωνίες για να κάνει. Ενώ τώρα ήταν – καταφανώς – καιρός για δράση. Καιρός για πόλεμο. Οι εχθροί του Βασιλείου έπρεπε να βγουν από τη μέση. Το πεδίο έπρεπε να καθαρίσει, αλλιώς δεν θα άντεχαν στις επιθέσεις της Κοινοπολιτείας από έξω. Δεν μπορεί ν’αντέξει για πολύ μια πόλη που πολιορκείται και από μέσα και από έξω.

Ο Σέλιρ είχε, όμως, ένα σχέδιο γι’απόψε το οποίο πιθανώς να έλυνε κάποια από τα πιο ενοχλητικά εσωτερικά προβλήματα της Φάνρηβ. Μόνιμα.

Και δεν σκόπευε να το μοιραστεί με την ανόητη Αρχόντισσα.

*

Πηγαίνοντας στο γραφείο της ύστερα από τη συνάντηση με τον Στρατηγό, η Κέσριμιθ κάλεσε το σπίτι της Χαρκάνιθ αλ Σάρεθουν. Κανένας όμως δεν απάντησε. Μάλλον κανένας δεν ήταν εκεί. Η Κέσριμιθ έκλεισε τον δίαυλο, νευρικά. Πώς μπορούσε τώρα να επικοινωνήσει μαζί της; Αν η Χαρκάνιθ είχε κάποιον τηλεπικοινωνιακό πομπό επάνω της, η Αρχόντισσα δεν γνώριζε τον τηλεπικοινωνιακό του κώδικα.

Άνοιξε πάλι τον δίαυλο και κάλεσε τον Θόρεντιν.

«Νιρλίσα,» ήρθε η φωνή του από το μεγάφωνο.

Η Κέσριμιθ έβγαλε, κουρασμένα, τα παπούτσια της κι ανέβασε τα πόδια της στην άκρη του γραφείου, σταυρώνοντάς τα στον αστράγαλο. «Μ’ακούς, Θόρεντιν;»

«Ναι, νιρλίσα. Τι θέλεις;»

«Στο Σκοτεινό Παζάρι ο Στρατηγός μού είπε ότι ήρθαν οπλισμένοι πολίτες από τον Νυκτόκηπο για να βοηθήσουν τους εξεγερμένους – για να επιτεθούν στους μαχητές μας.»

«Το έχω πληροφορηθεί, φυσικά…»

«Έχεις πληροφορηθεί και αν ήταν μαζί τους η Χαρκάνιθ αλ Σάρεθουν, η Αιρετή της Συντεχνίας των Αγροτών;»

«Μαζί τους ήταν· αυτή τούς οδήγησε από τον Νυκτόκηπο.»

«Είσαι βέβαιος;»

«Απόλυτα. Και κοντά της ήταν επίσης η Ζιρίνα ωλ Φέρενερ.»

Αυτή η λυσσασμένη λύκαινα, χίλιες κατάρες του Πεινασμένου Σκοταδιού επάνω στο τομάρι της! γρύλισε εσωτερικά η Κέσριμιθ. Η Ζιρίνα ήταν που είχε επηρεάσει τη Χαρκάνιθ εναντίον της; «Τι δουλειά είχε εκεί; Ξέρεις αν είχαν συνεννοηθεί οι δυο τους;»

«Η Ζιρίνα έσωσε τη Χαρκάνιθ από δολοφονία. Ενώ η Χαρκάνιθ μιλούσε στην Πλατεία Νυκτόκηπου – ενώ μιλούσε εναντίον μας, νιρλίσα – ένας από τους πιστούς μας ανθρώπους επιχείρησε να τη σκοτώσει–»

«Εσύ τον έστειλες;»

«Καμία σχέση δεν είχα εγώ μ’αυτή την απόπειρα, σε διαβεβαιώνω. Και ούτε ο Στρατηγός νομίζω πως είχε καμια σχέση. Αυτός που προσπάθησε να τη δολοφονήσει ήταν ένας από τον Οίκο των Κερέσναθ, οι οποίοι, όπως ξέρεις, είναι με το μέρος του Βασιλείου. Είχε ανεβεί ο ανόητος σ’ένα παγκάκι και τη σημάδευε με το τουφέκι του: οπότε η Ζιρίνα τον είδε, του χίμησε, και έσωσε τη Χαρκάνιθ. Μετά απ’αυτό οι δυο τους ήρθαν προς το Σκοτεινό Παζάρι μαζί με πολλούς οπλισμένους πολίτες.»

«Η Ζιρίνα, δηλαδή, ήταν που επηρέασε τη Χαρκάνιθ!»

«Δε νομίζω. Η Χαρκάνιθ είχε ήδη αποφασίσει να βοηθήσει τους εξεγερμένους στο Σκοτεινό Παζάρι – γι’αυτό και ο γόνος των Κερέσναθ επιχείρησε να τη δολοφονήσει.»

Η Κέσριμιθ αναστέναξε. «Η όλη υπόθεση είναι τρελή… Γιατί η Χαρκάνιθ να είναι εναντίον μας; Ξέρεις;»

«Απ’ό,τι έλεγε η ίδια, θεώρησε λανθασμένες τις προηγούμενες ενέργειές της.»

«Σε ρωτάω αν ξέρεις τον πραγματικό λόγο που έχει!»

«Αν υπάρχει άλλος λόγος, δεν τον γνωρίζω, νιρλίσα. Μου έχουν πει, όμως, πως χτες η Χαρκάνιθ σταμάτησε την επίθεση εναντίον των εξεγερμένων του Σκοτεινού Παζαριού αφού μίλησε με τον Άλφεντουρ, τον Διπλωματικό Αντιπρόσωπο της Νάζρηβ.»

«Τι! Και τι είπαν;»

«Δυστυχώς δεν γνωρίζω, νιρλίσα. Ό,τι κι αν είπαν, πάντως, έκανε τη Χαρκάνιθ να μαζέψει τους οπλισμένους πολίτες της και να επιστρέψει στον Νυκτόκηπο.»

«Και πιστεύεις πως αυτό ήταν που την έκανε επίσης να επιτεθεί σ’εμάς σήμερα;»

«Μπορεί.»

Ήταν δυνατόν ο Άλφεντουρ να είχε στρέψει τη Χαρκάνιθ εναντίον της; Η Κέσριμιθ δυσκολευόταν να το πιστέψει· έτσι, όμως, όπως φαίνονταν τα πράγματα, της έμοιαζε πιθανό.

Και το γεγονός ότι ο Άλφεντουρ είχε προστατέψει τον Φύλακα…

Είναι εναντίον μου; Ήταν εξαρχής εναντίον μου και το έκρυβε; Με κορόιδευε εδώ και μέρες; Τι έχει συμφωνήσει με τον Φύλακα;

Ο καταραμένος! Και με είχε κάνει να υποπτευθώ τον Θόρεντιν, με τις ανοησίες του για τις χαμένες βοηθούς του!…

«Νιρλίσα;» ακούστηκε η φωνή του Αρχικατασκόπου της.

«Ναι,» είπε εκείνη, «εδώ είμαι.»

«Θέλεις να με ρωτήσεις τίποτ’ άλλο;»

«Πού είναι τώρα η Χαρκάνιθ, Θόρεντιν;»

«Στο Σκοτεινό Παζάρι, υποθέτω.»

«Να παρακολουθείς το σπίτι της στον Νυκτόκηπο. Όταν επιστρέψει εκεί, θέλω να το μάθω.»

*

Η Κέσριμιθ ήταν βουτηγμένη στο σαπουνόνερο του λουτρού των δωματίων της όταν μια υπηρέτριά της ήρθε για να της πει ότι ο Θόρεντιν τη ζητούσε στον επικοινωνιακό δίαυλο. Η Αρχόντισσα βγήκε από το μπάνιο ενώ η υπηρέτρια τής κρατούσε έτοιμη μια ρόμπα για να τυλιχτεί. Βάδισε ώς το γραφείο της αφήνοντάς πίσω της, στο πάτωμα, υγρά ίχνη. Μίλησε με τον Θόρεντιν κι εκείνος την πληροφόρησε ότι και ο Νυκτόκηπος είχε εξεγερθεί· οι πολίτες του είχαν διώξει τις περιπολίες και τους φρουρούς του Βασιλείου της Χάρνωθ από τους δρόμους του. Μόνο οι μαχητές που βρίσκονταν κοντά στα βόρεια τείχη είχαν καταφέρει να μείνουν στις θέσεις τους. Αυτούς οι ξεσηκωμένοι πολίτες δεν μπορούσαν να τους απομακρύνουν· ήταν πολύ καλά οπλισμένοι και οχυρωμένοι – θέμα ασφάλειας της πόλης, γιατί οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας συνέχιζαν, ασφαλώς, να σφυροκοπούν τα τείχη· δεν είχαν σταματήσει καθόλου. Και τώρα, ακόμα και μερικές αψιμαχίες έξω από τα τείχη είχαν αρχίσει. Γρήγορα οχήματα ή και καβαλάρηδες έβγαιναν από τη Φάνρηβ, χτυπιόνταν με μαχητές από το στράτευμα του Φύλακα, κι επέστρεφαν ξανά. Σκοπός τους ήταν να φτάσουν κάποια από τα πιο επικίνδυνα πολιορκητικά όπλα και να τα καταστρέψουν· αλλά αυτό δεν ήταν κάτι που γινόταν εύκολα.

Η κατάσταση στον Νυκτόκηπο δεν εξέπληξε την Κέσριμιθ. Αφού η Χαρκάνιθ είχε στραφεί εναντίον της, τι άλλο να περίμενε;

Δεν επέστρεψε στο λουτρό· είπε στην υπηρέτρια να το καθαρίσει και κάθισε στο γραφείο της, ανάβοντας τσιγάρο. Όταν είχε καπνίσει το τρίτο και είχε αρχίσει πια να σουρουπώνει έξω απ’το παράθυρο, ο Θόρεντιν την κάλεσε ξανά για να της πει ότι η Χαρκάνιθ είχε μόλις μπει στο σπίτι της μαζί με τον Νάλντιρ, τον σύζυγό της.

Η Κέσριμιθ την κάλεσε εκεί.

Μια γυναικεία φωνή απάντησε: «Μάλιστα;»

«Η Χαρκάνιθ αλ Σάρεθουν;»

«Η ίδια. Ποια είστε;»

«Η Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ είμαι, Χαρκάνιθ, η Αρχόντισσα της Φάνρηβ.»

Σιωπή από την άλλη μεριά του διαύλου.

«Γιατί στράφηκες εναντίον μου, Χαρκάνιθ;» τη ρώτησε ευθέως η Κέσριμιθ.

«Δε νομίζω ότι έχουμε τίποτα να πούμε.» Η φωνή της ακουγόταν πιεσμένη.

«Ό,τι κι αν σου πρόσφερε ο Φύλακας, εγώ μπορώ να σου προσφέρω περισσότερα.»

«Δεν μου πρόσφερε κάτι.»

«Θεωρείς, τότε, ότι εκείνος θα φέρει ειρήνη και ευημερία στην πόλη; Εγώ βλέπω μόνο αιματηρές συγκρούσεις στους δρόμους, ληστείες σπιτιών, και–»

«Δεν έχουμε τίποτα να πούμε.»

Της Κέσριμιθ δεν της άρεσε να τη διακόπτουν. «Τουλάχιστον, θα μου πεις γιατί στράφηκες τόσο ξαφνικά εναντίον μου; Θέλω να ξέρω. Πριν από μερικές μέρες ήσουν πρόθυμη να δείρεις αυτό το κάθαρμα τον Ριλάθιρ αλ Θάρναθ για να–»

«Τα πράγματα έχουν αλλάξει. Ο αδελφός μου δεν θα ήθελε να υπερασπίζομαι εσάς–»

«Ο αδελφός σου είναι νεκρός, Χαρκάν–»

«Εξαιτίας σας!»

«Δεν τον σκοτώσαμε εμείς· οι αυτονόμ–»

Βουητό από την άλλη άκρη της γραμμής.

«Χαρκάνιθ;»

Καμια απάντηση· η Αιρετή είχε τερματίσει την τηλεπικοινωνία.

Η Κέσριμιθ έκλεισε τον δίαυλο, οργισμένη. «Στο Πεινασμένο Σκοτάδι κι εσύ!» σύριξε. «Έχουν τρελαθεί όλοι τους σ’ετούτη την πόλη!…»

Άναψε κι άλλο τσιγάρο.

Δεν έβγαζε νόημα, πάντως, η συμπεριφορά της Χαρκάνιθ. Και η Κέσριμιθ ήταν βέβαιη, από τον τρόπο της Αιρετής, ότι κάτι τής έκρυβε. Κάτι είχε συμβεί και ο πολιτικός της προσανατολισμός είχε αλλάξει· αλλά τι; Η Αρχόντισσα δεν μπορούσε να φανταστεί τίποτα τώρα.

Οι υποστηρικτές του Φύλακα πρέπει να της είχαν δώσει δελεαστικές υποσχέσεις· ήταν η μόνη εξήγηση.

Αλλά τότε γιατί να χρειαστεί να παρέμβει ο Άλφεντουρ για να τη σταματήσει;

Μου λείπουν πληροφορίες, σκέφτηκε η Κέσριμιθ. Μου λείπουν πολλές πληροφορίες. Και τώρα ο Άλφεντουρ είχε φύγει· δεν μπορούσε να τον πλησιάσει για να του μιλήσει.

Δε θα επέστρεφε, όμως, στη Φάνρηβ; Σύντομα θα επέστρεφε, και τότε οι δυο τους θα κουβέντιαζαν… Αν ακόμα η πόλη βρίσκεται υπό τον έλεγχό μου…

4
Κατακλυσμική Νύχτα· Εκτελεστές και Επαναστάτες· μια Μαντεία· Κλέφτες της Πνοής· Επιλογή Νέου Αρχηγού

Οι πολιορκητές έπαψαν να χτυπάνε τα τείχη της Φάνρηβ όταν είχε νυχτώσει και μαζί με τη νύχτα ήρθε σφοδρός άνεμος και δυνατή βροχή, σβήνοντας όσες φωτιές ήταν ακόμα αναμμένες στα ψηλά βόρεια τείχη ή έξω και πίσω από αυτά. Η Στρατηγός Μάρναλιθ του στρατεύματος της Κοινοπολιτείας είπε στον Φύλακα ότι δεν συνέφερε να συνεχίσουν να σφυροκοπούν την πόλη υπό τέτοιες συνθήκες. Ο Άσραδλιν δεν διαφώνησε, και πέρασε τη βραδιά μέσα στη σκηνή του, με τη Ναλτάμα’χοκ, τον Σάρμαλκιρ, και την Καλφίριθ, παίζοντας Διαφιλονικούμενα Δάση, ενώ άκουγαν τη βροχή να μαστιγώνει τα υφασμάτινα τοιχώματα και τον αγέρα να ουρλιάζει. Η Μάρναλιθ κλείστηκε στη δική της σκηνή κι έτριψε τον αριστερό της γοφό με μια αλοιφή που καταπράυνε τον πόνο, γιατί, με τέτοιο καιρό, το παλιό τραύμα εκεί την πονούσε χειρότερα απ’ό,τι συνήθως. Σε μια άλλη σκηνή, ο Έρανκουρ’μορ, σκαλίζοντας μια καινούργια συσκευή που προσπαθούσε να φτιάξει, ίσα που είχε καταλάβει την αρχή της καταιγίδας και το σταμάτημα της πολιορκίας, και τώρα πια ούτε που άκουγε τη βροχή και τον αέρα, απορροφημένος από τη δουλειά του. Ο Βάρναλιρ, ο Μαυρόλυκος Αρχικαβαλάρης, ήταν ξαπλωμένος μέσα στη σκηνή του, ακόμα καταπονημένος από τα τραύματα που είχε δεχτεί στην Πόλη της Αέναης Νύχτας από τους αυτονομιστές, και σύντομα κοιμήθηκε, νανουρισμένος από τη φωνή της καταιγίδας. Ο Γάρταλιν ο Ιεροκήρυκας, ο πλανιερέας του Νούρκας, καθόταν οκλαδόν μέσα στη δική του σκηνή και προσευχόταν, ενώ οι νοοχορεύτριες Σερφία και Ναλτάφιρ ήταν μαζί του, κουλουριασμένες και πίνοντας κρασί από κούπες, μισοκοιμισμένες. (Τα πήγαιναν καλά με τον πλανιερέα. Ήταν ο μόνος μέσα στο στράτευμα με τον οποίο τα πήγαιναν τόσο καλά, και πολλοί υπέθεταν ότι τον έβλεπαν σαν πατέρα τους.) Η Δαλνίραθ, η ιέρεια της Θορμάνκου, περιφερόταν ξυπόλυτη μες στο στρατόπεδο, χωρίς κάπα, χωρίς κουκούλα, ντυμένη μόνο με τα ιερατικά της άμφια από δέρματα, κόκαλα, μέταλλα, και κέρατα, ενώ στο χέρι της ήταν το Σκήπτρο της Οργής. Τα μαύρα σγουρά μαλλιά της, μουλιασμένα, δεν ήταν τώρα καθόλου σγουρά καθώς τινάζονταν από τον άνεμο γύρω απ’το κεφάλι της. Γελούσε κάπου-κάπου και τα μάτια της γυάλιζαν. Ήταν η μόνη που περιφερόταν έτσι στο στρατόπεδο, αλλά αυτό όσους την είδαν δεν τους εξέπληξε· την είχαν για τρελή. Η Δαλνίραθ, αργότερα, μπήκε στη σκηνή του Βάρναλιρ, κάνοντας νόημα στον φρουρό να παραμερίσει (κι εκείνος δεν έφερε αντίρρηση· ίσως να τον τρόμαξε). Βρήκε τον Βάρναλιρ να κοιμάται· γδύθηκε από τα ιερατικά άμφια και τον καβάλησε, τρομάζοντάς τον αρχικά. Γέλασε, διασκεδασμένη. Ο Βάρναλιρ άγγιξε το γαλανό δέρμα της που ήταν μουλιασμένο από τη βροχή και παγωμένο από τον άνεμο. «Τι έκανες εκεί έξω;» τη ρώτησε, αλλά εκείνη δεν είχε διάθεση για κουβέντα…

Μέσα στην πόλη της Φάνρηβ, οι δρόμοι είχαν πλημμυρίσει από τη νεροποντή ενώ το βούισμα του ανέμου αντηχούσε παντού. Όλοι ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους, κι όσοι από τους Χαρνώθιους μαχητές έπρεπε να περιπολούν καταριόνταν τους άλλους θεούς και ζητούσαν την προστασία του Χάρλαεθ Βοκ. Οι γιγαντόλυκοι είχαν τρελαθεί: γρύλιζαν και κροτάλιζαν τα δόντια τους, σαν ο άνεμος και η βροχή να ήταν εχθροί που έπρεπε να τρομοκρατήσουν. Ο ποταμός Τίγρης είχε φουσκώσει, πλημμυρίζοντας αποβάθρες και προβλήτες, παρασέρνοντας βάρκες, γεμίζοντας οικήματα με νερό. Στο Σκοτεινό Παζάρι, ο παλιός ναός του Σολκάρκας τρανταζόταν συθέμελα και η βροχή έμπαινε μέσα του από διάφορα ανοίγματα· αλλά ο Αιρετός Ριλάθιρ αλ Θάρναθ ήταν ακόμα εκεί, κοντά στο ενεργειακό κανόνι, καθώς και η ξαδέλφη του, Άνφιρ’μορ, και μερικοί άλλοι. Είχαν κλείσει όσο καλύτερα μπορούσαν τα ανοίγματα γύρω τους, με δέρματα και υφάσματα, αφήνοντας μόνο σχισμάδες για να μπορούν να κοιτάξουν έξω μήπως πλησιάσει ο εχθρός – παρότι αυτό έμοιαζε εξαιρετικά απίθανο με τέτοιο καιρό. Είχαν φέρει πρόχειρο φαγητό, ποτά, και τσιγάρα και έτρωγαν, έπιναν, και κάπνιζαν. Οι κλέφτες της Συντεχνίας του Σκιερού Χεριού είχαν προ πολλού φύγει από εδώ. Ο Εθέλδιρ, πρώην και νυν Πρόμαχος της Επανάστασης, τους είχε ζητήσει τώρα να παρατηρούν κάθε δρόμο και κάθε σοκάκι του Σκοτεινού Παζαριού, κι αυτό έκαναν επί του παρόντος, αν και, ομολογουμένως, η δουλειά τους ήταν δύσκολη: ούτε η βροχή ούτε ο άνεμος τούς βοηθούσαν.

Υπήρχαν, όμως, και κάποιοι απόψε στο Σκοτεινό Παζάρι που εξυπηρετούνταν από την τρομερή καταιγίδα. Τους πρόσφερε επιπλέον κάλυψη. Όχι πως πραγματικά τη χρειάζονταν για να πλησιάσουν τον στόχο τους, όμως δεν έβλαπτε κιόλας. Οι έξι φιγούρες ήταν ένα με τα σκοτάδια καθώς διέσχιζαν το Παζάρι, κινούμενες προς το σπίτι που τους ενδιέφερε…

*

«Τι είν’ αυτό;» ρώτησε ο Εθέλδιρ όταν είδε τον γαλανισμό στο αριστερό της στήθος, ένα σχήμα που έμοιαζε με δαιμονικό χταπόδι πάνω στο μαύρο δέρμα της. Είχαν μόλις ξαπλώσει στο κρεβάτι του υπνοδωματίου οι δυο τους, βρίσκοντας τον θόρυβο της καταιγίδας αρκετά διεγερτικό και μη θεωρώντας πως, με τέτοιο χαλασμό, θα συνέβαινε τίποτα απόψε στο Σκοτεινό Παζάρι.

«Δε σου είπα πως πάλεψα μ’εκείνον που προσπάθησε να δολοφονήσει τη Χαρκάνιθ;» αποκρίθηκε η Ζιρίνα, κι απομάκρυνε τα δάχτυλά του από το στήθος της. «Πονάει.»

«Είναι νεκρός, ε;»

«Ναι.»

«Κρίμα· θα ήθελα να τον σκοτώσω.»

Η Ζιρίνα μειδίασε και τον φίλησε παθιασμένα. «Μπορείς να κάνεις καλύτερα πράγματα για μένα, απόψε,» είπε μέσα στο στόμα του. Και μετά από λίγο τον καβαλούσε μέσα στο ασθενικό φως της χαμηλωμένης λάμπας του δωματίου. Τα χέρια του διέτρεχαν το σώμα της, αποφεύγοντας το αριστερό στήθος.

Ένα δυνατό αλύχτημα αντήχησε, ξαφνικά – το αλύχτημα της Μαύρης Γούνας – ανήσυχο: τρομαγμένο, ίσως: προειδοποιητικό.

Η Ζιρίνα, παρότι ήξερε καλά τη γιγαντολύκαινά της, το αγνόησε, βρισκόμενη κοντά στην κορύφωσή της. Αλλά ο Εθέλδιρ παραξενεύτηκε· δε νόμιζε ότι η Μαύρη Γούνα είχε τρομάξει από την καταιγίδα. Το μοναδικό του μάτι ανοιγόκλεισε, παύοντας προς στιγμή να είναι μαγνητισμένο από το γυμνό μαύρο σώμα που ταλαντευόταν σαγηνευτικά από πάνω του· και είδε το κλειστό παντζούρι του παραθύρου να τραντάζεται – σίγουρα όχι από τη νεροποντή. Κάποιος το χτυπούσε από έξω αλλά έτσι ώστε η καταιγίδα να τον καλύπτει–

«Ζιρίνα!» αναφώνησε ο Εθέλδιρ, τυλίγοντας τα χέρια του γύρω από τη μέση της και παρασέρνοντάς την μαζί του, στο πάτωμα, δίπλα από το κρεβάτι. Εκείνη τσύριξε, ξαφνιασμένη.

Την ίδια στιγμή, το παντζούρι κομματιαζόταν.

Ο Εθέλδιρ άρπαξε το πιστόλι του από το κομοδίνο, ενώ η Ζιρίνα έλεγε ξέπνοα: «Τι…;»

Κάποιος πεταγόταν μέσα στο δωμάτιο, περνώντας από το σπασμένο παράθυρο – ένας κουκουλοφόρος με την κάτω μεριά του προσώπου του κρυμμένη.

Ο Εθέλδιρ τον πυροβόλησε αλλά αστόχησε· ο εισβολέας είχε τιναχτεί τόσο γρήγορα στο πλάι που θα νόμιζε κανείς ότι δεν ήταν άνθρωπος.

«Τρέξε έξω, Ζιρίνα!»

Ο εισβολέας πήδησε πάνω στο κρεβάτι, κλοτσώντας – και το πιστόλι του Εθέλδιρ έφυγε απ’το χέρι του.

(Ο συναγερμός του σπιτιού ακουγόταν να χτυπά πίσω από τον θόρυβο της καταιγίδας, καθώς οι αισθητήρες στο σπασμένο παράθυρο είχαν εντοπίσει τον απρόσκλητο που πέρασε από εκεί.)

Η Ζιρίνα τράβηξε το σεντόνι κάτω από τα πόδια του εχθρού, αλλά εκείνος – κάπως – σχεδόν θαυματουργικά – κατόρθωσε να μείνει όρθιος ενώ, συγχρόνως, την κλότσησε στο κεφάλι. Ξώφαλτσα μόνο, όμως, στο πλάι, τινάζοντάς την πίσω, καθώς ήταν γονατισμένη στο πάτωμα.

Πυροβολισμοί ακούγονταν από κάπου.

Ο Εθέλδιρ άρπαξε τη Ζιρίνα απ’το μπράτσο, τραβώντας την μαζί του ενώ τιναζόταν όρθιος. Βγήκαν από την πόρτα του υπνοδωματίου, βρέθηκαν στο καθιστικό–

Αντίκρυ τους στέκονταν δύο κουκουλοφόροι με το μισό πρόσωπο καλυμμένο, ντυμένοι με γκρίζα ρούχα. Στα χέρια τους είχαν χειροβαλλίστρες, οπλισμένες, στραμμένες προς τον Εθέλδιρ–

Πυροβολισμοί από πίσω τους, από τη σπασμένη εξώπορτα – κάννες άστραφταν μες στη νύχτα.

Οι φονιάδες τινάχτηκαν δεξιά κι αριστερά ενώ εκτόξευαν τα βέλη τους. Ο Εθέλδιρ, συγχρόνως, έπεφτε στο πάτωμα κι αυτό ήταν το μόνο που τον έσωσε. Γιατί δεν αμφέβαλλε ότι τα βέλη μάλλον θα τον σκότωναν. Οι άνθρωποι που έβλεπε είχε καταλάβει τι πρέπει να ήταν: Εκτελεστές του Ιερού Δέους!

Κάποιοι άλλοι πέρασαν την εξώπορτα εισβάλοντας στο σπίτι με πυροβόλα όπλα στα χέρια, ενώ από το πάνω πάτωμα πυροβολισμοί αντηχούσαν.

Ο ένας από τους Εκτελεστές στράφηκε στους καινούργιους εχθρούς: τινάχτηκε προς το μέρος τους στροβιλιζόμενος πάνω στο πάτωμα με χέρια και με πόδια, αποφεύγοντας τις σφαίρες τους λες κι ήταν από γκρίζο άνεμο, όχι από σάρκα και οστά. Η άλλη Εκτελέστρια (ήταν σίγουρα γυναίκα) ήρθε καταπάνω στον Εθέλδιρ, που είχε μόλις σηκωθεί, στροβιλιζόμενη με παρόμοιο τρόπο. Ήταν καταφανές πως αυτός ήταν ο στόχος τους.

Η Ζιρίνα, μην καταλαβαίνοντας τι σκατά ήταν τούτοι οι τρελοί (δεν μπορεί να ήταν Χαρνώθιοι!), προσπάθησε να κλοτσήσει την περιστρεφόμενη φιγούρα που ερχόταν προς εκείνη και τον Εθέλδιρ, αλλά αυτή ούτε που ενοχλήθηκε· η Ζιρίνα αισθάνθηκε κάτι ν’αγγίζει την κνήμη της και μετά βρέθηκε ανάσκελα στο πάτωμα, ζαλισμένη καθώς χτύπησε την πίσω μεριά του κεφαλιού της.

Ο Εθέλδιρ είδε την Εκτελέστρια του Ιερού Δέους να τινάζεται καταπάνω του σαν βέλος γκρίζου θανάτου, και δεν ήξερε πώς να την αντιμετωπίσει· είχε ακούσει ότι μπορούσαν να σκοτώσουν μ’ένα χτύπημα των χεριών ή των ποδιών τους. Κι εκείνος τώρα ήταν γυμνός και άοπλος.

Το πόδι της Εκτελέστριας πήγαινε προς τον λαιμό του–

–μια κάννη τουφεκιού άστραψε, βροντώντας πάνω από τα ουρλιαχτά της καταιγίδας–

–η Εκτελέστρια χτυπήθηκε, έχασε την πορεία της–

–ο Εθέλδιρ έκανε στο πλάι και το πόδι της δεν του έσπασε τον λαιμό· τον βρήκε στο μάγουλο, γυρίζοντας το κεφάλι του απότομα στο πλάι και τινάζοντάς τον πίσω, στον αέρα για λίγο, και μετά στο πάτωμα, ανάσκελα, με το στόμα του γεμάτο αίμα.

Η Μάλμεντιρ, έχοντας μόλις κατεβεί από την εσωτερική σκάλα, βρέθηκε δίπλα του, κι εκείνος την είδε πίσω από φώτα που χόρευαν μπροστά στο μοναδικό του μάτι. Δεν έμεινε κάτω για πολύ, όμως· ανασηκώθηκε, καθώς η δημοσιογράφος πυροβολούσε με το πιστόλι της την πεσμένη Εκτελέστρια, ξανά και ξανά. Τα γκρίζα ρούχα της δολοφόνου γέμισαν με μπλε αίμα.

Αλλά δεν ήταν η Μάλμεντιρ που είχε σώσει τον Εθέλδιρ από βέβαιο θάνατο. Ήταν αυτός με το τουφέκι στα χέρια. Ο άντρας που τώρα πλησίαζε γρήγορα.

Ο αδελφός του.

«Κάλνεντουρ…» αναφώνησε ο Εθέλδιρ, φτύνοντας ένα σπασμένο δόντι. «Κάλνεντουρ!»

Ο αυτονομιστής άδειασε τον γεμιστήρα του τουφεκιού επάνω στην πεσμένη Εκτελέστρια παρότι εκείνη έμοιαζε πια νεκρή. «Για νάχουμε ήσυχο τον Ιουράσκε,» είπε στον Εθέλδιρ. «Ξέρεις τι είν’ αυτοί οι γαμιόληδες;»

«Εκτελεστές του Ιερού Δέους;»

«Δε μπορεί νάναι τίποτ’ άλλο.» Ο Κάλνεντουρ άλλαξε γεμιστήρα στο τουφέκι, ενώ στρεφόταν πίσω του, στον χαλασμό που γινόταν στο καθιστικό ανάμεσα στους αυτονομιστές του και στους δύο Εκτελεστές που είχαν απομείνει: αυτόν που είχε έρθει από την εξώπορτα μαζί με την τώρα νεκρή γυναίκα κι αυτόν που είχε εισβάλει από το παράθυρο του υπνοδωματίου.

Από το πάνω πάτωμα πυροβολισμοί αντηχούσαν επίσης.

Ο Εθέλδιρ είδε έναν Εκτελεστή να γρονθοκοπεί στο μέτωπο έναν αυτονομιστή, και ο αυτονομιστής έπεσε σαν μαριονέτα που της έχεις κόψει τα σχοινιά.

Ο Κάλνεντουρ πυροβόλησε τον Εκτελεστή, που ήταν ήδη τραυματισμένος, πετυχαίνοντάς τον στο γόνατο – κάτι που ούτε αυτός δεν μπορούσε να αγνοήσει, και σωριάστηκε. Οι αυτονομιστές τον πυροβόλησαν συγχρονισμένα, σκοτώνοντάς τον. Ο άλλος, όμως, κατάφερε να περάσει ανάμεσά τους σαν στρόβιλος, χτυπώντας ακόμα έναν καθώς έφευγε από τη σπασμένη εξώπορτα, μες στην καταιγίδα.

«Ρίξε τίποτα πάνω σου, αδελφέ,» είπε ο Κάλνεντουρ· «έχουμε κι άλλους επισκέπτες.»

Από τη σκάλα, δύο Εκτελεστές του Ιερού Δέους κατέβαιναν – ένας άντρας και μια γυναίκα. Ο πρώτος εκτόξευε ένα ξιφίδιο, ενώ έτρεχε σαν να πετούσε, και η στροβιλιζόμενη λεπίδα καρφώθηκε στον δεξή βραχίονα του Κάλνεντουρ, κάνοντάς τον να ουρλιάξει και να ρίξει το τουφέκι του.

Η Μάλμεντιρ στράφηκε, πυροβολώντας με το πιστόλι της. Αλλά ήταν ήδη αργά. Η άλλη Εκτελέστρια βρισκόταν κοντά· κλότσησε το όπλο την ίδια στιγμή που πυροβολούσε, τινάζοντάς το από το χέρι της δημοσιογράφου, και η γροθιά της τη χτύπησε στο υπογάστριο κάνοντάς τη να διπλωθεί.

Η Ζιρίνα άρπαξε ένα πεσμένο πιστόλι και πυροβόλησε τον Εκτελεστή που είχε χτυπήσει τον Κάλνεντουρ, αλλά – δεν κατάλαβε πώς ήταν δυνατόν από τέτοια απόσταση! – αστόχησε· ο δαιμονισμένος έμοιαζε να πετά!

Ο Εθέλδιρ έπιασε ένα βάζο από δίπλα και το πέταξε καταπάνω στην Εκτελέστρια που είχε χτυπήσει τη Μάλμεντιρ, πετυχαίνοντάς την (κατά τύχη, ίσως) στο κεφάλι και ρίχνοντάς την στο πάτωμα. Ο άλλος Εκτελεστής όμως ήρθε καταπάνω του, με ξιφίδιο στο χέρι–

Ένας στροβιλιζόμενος δίσκος τον βρήκε στα πόδια, σωριάζοντάς τον.

Η άσραθ επέστρεψε στο χέρι της Έρνελιθ, που είχε μόλις κατεβεί από την εσωτερική σκάλα μαζί με άλλους αυτονομιστές οι οποίοι πυροβολούσαν τους Εκτελεστές του Ιερού Δέους.

Ο Κάλνεντουρ τράβηξε τη λεπίδα έξω από τον βραχίονά του, γρυλίζοντας όπως τα θηρία, με τα μάτια του να στραφταλίζουν σαν τα μάτια γιου της Θορμάνκου. Έπιασε ένα πιστόλι από τη ζώνη του, αλλά δεν είχε χρόνο να το χρησιμοποιήσει. Οι Εκτελεστές έφυγαν από το σπίτι, κλοτσώντας και γρονθοκοπώντας όποιον τύχαινε να σταθεί στον δρόμο τους.

*

«Κάλνεντουρ,» είπε η Έρνελιθ, μοιάζοντας σοκαρισμένη. «Σκότωσαν τόσους… Σχεδόν όλους όσους χτύπησαν. Εμείς σκοτώσαμε μόνο τρεις! Κι αυτοί μάς ορμούσαν κυρίως με τα χέρια και τα πόδια τους!»

«Εκτελεστές του Ιερού Δέους, Έρνελιθ· τι περίμενες από τέτοιους; Δεν είναι άνθρωποι· είναι δαίμονες του Χάρλαεθ Βοκ. Τους έχουν πάρει τις ψυχές οι ιερείς του κι έχουν βάλει μες στα σώματά τους ψυχές δαιμόνων.»

Ο Εθέλδιρ είχε πάει στο υπνοδωμάτιό του για λίγο ώστε να ντυθεί· το ίδιο και η Ζιρίνα· και τώρα στέκονταν κι οι δύο ντυμένοι στο καθιστικό, ανάμεσα στους αυτονομιστές. Ο Εθέλδιρ είχε προστάξει να απομακρυνθούν κάποιοι οπλισμένοι πολίτες του Παζαριού που έκαναν να πλησιάσουν.

«Τι ήταν όλ’ αυτά, Κάλνεντουρ;» ρώτησε. «Πώς ήξερες ότι θα έρχονταν;»

Ένας αυτονομιστής έδενε το τραυματισμένο χέρι του Κάλνεντουρ με επίδεσμο. «Δεν το ήξερα, ακριβώς. Δεν ήξερα ότι θα ήταν Εκτελεστές του Ιερού Δέους, γαμώ την ουρά του Ιουράσκε. Αν το ήξερα, ίσως νάχα φέρει εδώ τους διπλάσιους – τους τριπλάσιους – μαχητές για να σε σώσω. Κι ακόμα δεν άκουσα ούτε ένα γαμημένο ευχαριστώ.»

«Ευχαριστώ,» είπε ο Εθέλδιρ.

Ο Κάλνεντουρ μειδίασε λυκίσια. «Έλα τώρα· τέτοιες μαλακίες μεταξύ μας, αδελφέ; Εσύ θα με είχες αφήσει να σκοτωθώ από τέρατα του Χάρλαεθ Βοκ, ακόμα κι αν δεν αγαπώ τον σπουδαίο σου Φύλακα;»

«Μάλλον όχι.»

«Είμαστε αγαπημένη οικογένεια, κατά βάθος.» Ο αυτονομιστής τελείωσε με το δέσιμο του επιδέσμου στο χέρι του Κάλνεντουρ καθώς εκείνος τελείωνε τα λόγια του.

«Πώς ήξερες, όμως, ότι κάποιοι θα έρχονταν να μας επιτεθούν, Κάλνεντουρ;» ρώτησε η Ζιρίνα. «Ποιος σ’το είπε;»

Εκείνος γέλασε. «Υποπτεύεσαι τώρα ότι έχω συμμαχία με τους Χαρνώθιους επειδή έκλεψα τον Φύλακά σας;»

«Αν η Αρχόντισσα σε είχε στα χέρια της, σίγουρα δεν θα έκανε συμμαχία μαζί σου.»

«Σ’αυτό έχεις δίκιο. Ο νοοχορευτής μου μου είπε ότι ο αδελφός μου θα κινδύνευε σύντομα ενώ καταρρακτώδης βροχή θα έπεφτε στην πόλη· και ο κίνδυνος θα ήταν μεγάλος: τερατώδης: δαιμονικός: ο ίδιος ο θάνατος. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι καλό θα ήταν να παρακολουθούμε το σπίτι σου, Εθέλδιρ, καθώς και τις κινήσεις σου μέσα στο Σκοτεινό Παζάρι πιο στενά απ’ό,τι συνήθως. Και τελικά, καλά κάναμε, όπως φαίνεται. Αλλά ακόμα με εντυπωσιάζει το ότι τους είδαμε αυτούς τους καριόληδες τελευταία στιγμή. Λες και τους γέννησε η νύχτα.» Σηκώθηκε από την καρέκλα όπου είχε καθίσει για να του δέσουν το χέρι. «Καλύτερα, όμως, να πηγαίνουμε τώρα.»

«Σου χρωστάω τη ζωή μου, Κάλνεντουρ,» είπε ο Εθέλδιρ.

«Δεν είναι η πρώτη φορά, αδελφέ. Αναρωτιέμαι αν κι η Αιρετή σου θα εκτιμήσει που σώσαμε και τη δική της ζωή μαζί με τη δική σου.»

«Δε μπορώ να μη σ’ευχαριστήσω που ήσουν εδώ,» του είπε η Ζιρίνα, αν και δεν της άρεσε καθόλου να χρωστά οτιδήποτε σ’αυτό το κάθαρμα. Της είχε κλέψει το Φυλαχτό της Αέναης Νύχτας! Εκτός των άλλων.

Ο Κάλνεντουρ μειδίασε σαν να μπορούσε να διαβάσει το μυαλό της. «Φρόντισε να μην το ξεχάσεις όταν υπάρχει λόγος.»

«Δεν ξεχνάω τίποτα,» αποκρίθηκε η Ζιρίνα.

«Ο Φύλακάς σας, αλήθεια, πώς είναι; Καλά στην υγεία του;»

«Υγιέστατος και έξω από την πόλη, απ’ό,τι ξέρω,» του είπε ο Εθέλδιρ.

«Τι ανόητος που είσαι, Εθέλδιρ! Τώρα, μ’όλα όσα συμβαίνουν, έχουμε την ευκαιρία να διώξουμε και τους Χαρνώθιους και τα σκυλιά της Κοινοπολιτείας από την πόλη μας. Αν συνεργαζόμασταν, θα τα καταφέρναμε πολύ πιο εύκολα! Συμμάχησε μαζί μας,» πρότεινε ο Κάλνεντουρ, «και είμαι σίγουρος πως τότε ακόμα κι αυτή η φανατική» – έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στη Ζιρίνα – «θ’αλλάξει άποψη.»

«Δεν είμαι φανατική! Και δεν αλλάζω τόσο εύκολα άποψη! Είμαι με τον Φύλακα επειδή πιστεύω σ’αυτόν!»

Ο Κάλνεντουρ γέλασε. «Είσαι και ηλίθια, λοιπόν, εκτός των άλλων.»

«Κι εσύ τυχερός που σου χρωστάμε απόψε τη ζωή μας!»

Ο Κάλνεντουρ την αγνόησε. Έτεινε το χέρι του προς τον Εθέλδιρ. «Έλα με το μέρος μας. Έλα με τους ελεύθερους ανθρώπους της Φάνρηβ. Αν έρθεις εσύ, ολόκληρο το Σκοτεινό Παζάρι θα έρθει στο πλευρό μας!»

Ο Εθέλδιρ κούνησε το κεφάλι. «Όχι,» είπε. «Με συγχωρείς, Κάλνεντουρ, αλλά δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Χωρίς την υποστήριξη της Κοινοπολιτείας, χωρίς την παρουσία του Φύλακα, η πόλη δεν θα αντέξει.»

«Θ’αλλάξεις γνώμη. Θα δεις πως θ’αλλάξεις γνώμη,» είπε ο Κάλνεντουρ.

Και μετά, εκείνος κι οι αυτονομιστές έφυγαν από το σπίτι του Εθέλδιρ, παίρνοντας μαζί και τους νεκρούς τους, αφήνοντας πίσω τους μόνο τα τρία πτώματα των Εκτελεστών του Ιερού Δέους.

*

Χωρίς να γνωρίζουν ακόμα για την επίθεση εναντίον του Εθέλδιρ, οι πράκτορες του Φύλακα μέσα στη Φάνρηβ είχαν στείλει τους δικούς τους δολοφόνους απόψε. Ήταν καλή νύχτα για θανάτους. Νύχτα του Βορέσας του Θανατοδότη, αναμφίβολα.

Οι Κλέφτες της Πνοής σκότωσαν – με πνιγμό, πάντα με πνιγμό – Χαρνώθιους και υποστηρικτές των Χαρνώθιων από τη μια άκρη της πόλης ώς την άλλη. Μια Χαρνώθια αριστοκράτισσα, στην Αστροφώτιστη, θα την έβρισκαν το πρωί οι υπηρέτες κρεμασμένη από ένα πολύφωτο. Έναν ενεχυροδανειστή, στη Μεγάλη Αγορά, οι φονιάδες τον έπνιξαν μαζί με τη γυναίκα του στην κρεβατοκάμαρά τους. Έναν Χαρνώθιο αξιωματικό τον στραγγάλισαν σ’ένα πορνείο του Λαβυρίνθου. Μια Χαρνώθια πιλότο τη σκότωσαν στον Αερολιμένα, καθώς και δύο φρουρούς εκεί. Στον Περιπατητή έπνιξαν έναν δημοσιογράφο· στον Νυκτόκηπο, μια γυναίκα του Οίκου των Κερέσναθ. Ακόμα και στο Μέγαρο των Φυλάκων προσπάθησαν να εισβάλουν, αλλά εκεί τους εντόπισαν, τους δύο που το επιχείρησαν, και προσπάθησαν να τους πιάσουν. Όμως οι Κλέφτες της Πνοής δεν ήταν πρόθυμοι να παραδοθούν· τον έναν οι Χαρνώθιοι αναγκάστηκαν να τον σκοτώσουν, κι ο άλλος αυτοκτόνησε μ’ένα μικρό πιστόλι, πυροβολώντας τον εαυτό του στο κεφάλι, μέσα από το στόμα.

Η Κέσριμιθ φοβήθηκε από το περιστατικό και, έχοντας ξυπνήσει, δεν μπορούσε να ξανακοιμηθεί. Είχε τη δυσοίωνη αίσθηση ότι πίσω από κάθε αστραπή, πίσω από κάθε τριγμό παντζουριών, πορτών, και τζαμιών, πίσω από κάθε ουρλιαχτό του ανέμου, και πίσω από κάθε άλλο ήχο της καταιγίδας κρυβόταν ένας Κλέφτης της Πνοής, περιμένοντας να την πιάσει στον ύπνο για να τυλίξει μια αλυσίδα γύρω απ’τον λαιμό της…

Ο Στρατηγός Σέλιρ αλ Σίριλναθ ήταν επίσης ξύπνιος, αλλά για άλλο λόγο. Οι Εκτελεστές του Ιερού Δέους τού είχαν αναφέρει ότι απέτυχαν να σκοτώσουν τον στόχο τους, και μάλιστα τρεις απ’αυτούς είχαν χάσει τη ζωή τους, ανάμεσα στους οποίους και η αρχηγός της Δίκης, η Αρκάλθα.

Πώς ήταν δυνατόν; Οι Εκτελεστές δεν αποτύχαιναν έτσι! Οι Εκτελεστές του Ιερού Δέους αποτύχαιναν πολύ, πολύ σπάνια!

Του απάντησαν ότι οι εχθροί τούς περίμεναν· το ήξεραν πως θα επιτίθονταν απόψε· κάποιος τούς είχε προδώσει! Και είχαν βρεθεί περικυκλωμένοι. Μόλις μπήκαν στο σπίτι, οι εχθροί ήρθαν από πίσω τους, και ήταν πολλοί και καλά οπλισμένοι.

Ο Σέλιρ αδυνατούσε να καταλάβει πώς μπορεί να είχε μαθευτεί το σχέδιο για την επίθεση εναντίον του καταραμένου Προμάχου. Κανένας δεν ήξερε γι’αυτό εκτός από εκείνον και τους Εκτελεστές – ούτε καν η Αρχόντισσα! Και οι Εκτελεστές είχαν έρθει σήμερα το πρωί. Δεν υπήρχε χρόνος να διαρρεύσει κάτι με κάποιον τρόπο. Αν και ο Σέλιρ απορούσε τι τρόπος θα μπορούσε να ήταν αυτός. Εκείνος δεν σκόπευε να πει τίποτα σε κανέναν, και οι Εκτελεστές ποτέ δεν μιλούσαν σε τρίτους για τις ιερές δουλειές τους – ποτέ.

Σαν ο ίδιος ο Ιουράσκε να παρενέβη! σκέφτηκε ο Σέλιρ, βρισκόμενος τώρα στα δωμάτιά του μέσα στο Μέγαρο των Φυλάκων. Ο ίδιος ο Ιουράσκε μάς έβαλε τρικλοποδιά. Πράγμα που δεν ήταν να αποκλείει κανείς. Τέτοια καθάρματα σαν τον Εθέλδιρ ωλ Σαρέλκεμ αναμφίβολα προσεύχονταν συχνά σε παράνομους θεούς.

Αλλά, με την εύνοια του Χάρλαεθ Βοκ, το Βασίλειο θα υπερίσχυε όπως πάντα!

*

Μέσα σε μια αποθήκη, στην Εκβολή, οι τρεις εναπομείναντες Εκτελεστές του Ιερού Δέους – η Κορβίκα, ο Φέτανιρ, ο Παρνάλθιρ – είχαν συγκεντρωθεί για να εκλέξουν καινούργιο αρχηγό. Παρότι ήταν όλοι τους τραυματισμένοι, ήξεραν πως κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να περιμένει. Ακόμα και μισή Δίκη έπρεπε να έχει αρχηγό. Και ο καλεστής της δεν τους είχε ελευθερώσει από την υποχρέωσή τους, επομένως δεν θα επέστρεφαν ακόμα στην Πρωτεύουσα· θα έμεναν εδώ, σ’ετούτη την πόλη, ώστε να αναλάβουν κι άλλες ιερές δουλειές. Στις οποίες όφειλαν να μην αποτύχουν ξανά, αλλιώς θα ήταν μεγάλη ντροπή για εκείνους και βλασφημία ενώπιον των οφθαλμών του Ιερού Δέους. Ο Χάρλαεθ Βοκ ήδη τους κοίταζε με περιφρόνηση, ήταν βέβαιοι όλοι τους.

Χωρίς όπλα, χωρίς ούτε καν να φοράνε τα μαύρα αδάχτυλα γάντια τους που από κάτω έκρυβαν σίδερα, οι Εκτελεστές άρχισαν να αντιμάχονται, κι οι τρεις μαζί, ταυτόχρονα. Όλοι εναντίον όλων. Οι κινήσεις τους ήταν πολύ γρήγορες για να τις παρακολουθήσει ένας απλός παρατηρητής: κινούνταν σαν τον άνεμο. Αλλά δεν χτυπούσαν σαν τον θάνατο. Δεν χρησιμοποιούσαν κανένα από τα Επτά Θανατηφόρα Χτυπήματα που, αν δίνονταν στα σωστά σημεία του σώματος του αντιπάλου, πάντοτε σκότωναν. Τα άλλα χτυπήματα που χρησιμοποιούσαν δεν ήταν άκακα, φυσικά, μα δεν ήταν και θανατηφόρα όλες τις φορές.

Η σύγκρουσή τους ήταν, αναμφίβολα, επικίνδυνη και για τους τρεις. Μα έτσι ήταν η ζωή των Εκτελεστών του Ιερού Δέους· ο θάνατος δεν τους τρόμαζε: τον αποδέχονταν πρόθυμα. Ο καλύτερος, και μόνο, θα ήταν ο επόμενος αρχηγός της Δίκης τους – αυτός που θα κατόρθωνε να μείνει όρθιος ώς το τέλος.

Ο Παρνάλθιρ έπεσε πρώτος, από τρία χτυπήματα της Κορβίκα: μια κλοτσιά στο πλάι του κεφαλιού, μια γροθιά στα γεννητικά όργανα, μια ακόμα κλοτσιά στο κεφάλι. Και η Κορβίκα τώρα μονομαχούσε με τον Φέτανιρ: τα χέρια και τα πόδια τους ήταν σαν την καταιγίδα που λυσσομανούσε έξω από την αποθήκη, ενώ τα σώματά τους τινάζονταν από τη μια άκρη του εσωτερικού της αποθήκης στην άλλη, στροβιλίζονταν, πηδούσαν, ούτε στιγμή δεν έμεναν ακίνητα. Και μετά, μια γροθιά του Φέτανιρ βρήκε την Κορβίκα στο διάφραγμα, διπλώνοντάς την, και μια κλοτσιά του χτύπησε και τα δυο της πόδια, στέλνοντάς την στο πάτωμα, μπρούμυτα.

Το πόδι του πάτησε στην πλάτη της. «Εγώ, ο Φέτανιρ, είμαι ο νέος αρχηγός της Δίκης! Ποιος αντιλέγει;» ρώτησε, σύμφωνα με το τυπικό.

«Κανείς,» είπε η Κορβίκα.

«Κανείς,» είπε ο Παρνάλθιρ.

«Θα εξιλεωθούμε ενώπιον του Χάρλαεθ Βοκ,» είπε ο Φέτανιρ.

«Θα εξιλεωθούμε,» είπαν οι δύο άλλοι μαζί.

5
Οι Δρόμοι της Πόλης· μια Ομότιμη· το Συμβούλιο των Οκτώ, η Πρόταση του Διπλωμάτη

Το επόμενο πρωί, ο Άλφεντουρ κάλεσε τηλεπικοινωνιακά τον Οίκο του Συμβουλίου για να ενημερώσει για την επιστροφή του στη Νάζρηβ (αν και ο Μάρναλουρ, ο Σύμβουλος Ερευνών, μάλλον θα το είχε ήδη μάθει αυτό μέσω των κατασκόπων του). Δήλωσε, επίσης, πως θα ερχόταν σήμερα για να μιλήσει με το Συμβούλιο των Οκτώ για την κατάσταση στη Φάνρηβ.

Στη Λαρβάκι είπε: «Θα με περιμένεις εδώ, εντάξει; Όχι πως, αν θέλεις, δεν μπορείς να βγεις να κάνεις καμια βόλτα στις οδογέφυρες ή στους δρόμους της Συνοικίας των Πύργων. Αλλά να προσέχεις μη χαθείς. Ειδικά οι οδογέφυρες μπορεί ν’αποδειχτούν μπερδεμένες για τους ξένους.»

Η Λαρβάκι τεντώθηκε πάνω στο κρεβάτι, κάτω απ’τα σκεπάσματα· χασμουρήθηκε. «Εντάξει. Αλλά δε νομίζω να πάω πουθενά μέχρι να γυρίσεις.»

«Και μη σκαλίζεις το σπίτι μου,» την πείραξε ο Άλφεντουρ. Ήταν ήδη ντυμένος και όρθιος· το μόνο που έμενε ήταν να κουμπώσει τα μανικετόκουμπα του πουκαμίσου του, και τώρα τα κούμπωσε, το ένα μετά το άλλο.

«Τι έχεις για να βρω; Τίποτα σημαντικό;» αποκρίθηκε η Λαρβάκι, στον ίδιο τόνο, υπομειδιώντας καθώς τον κοίταζε από την άκρη του μεγάλου μαξιλαριού.

«Αν έρθει κανείς,» της είπε ο Άλφεντουρ, σοβαρά τώρα, «πες του ότι ώς το μεσημέρι θα έχω επιστρέψει.»

«Κι αν ρωτήσει ποια είμαι και τι κάνω στο σπίτι σου;»

Ανασήκωσε τους ώμους. «Πες του ότι είσαι μια φίλη μου από τη Φάνρηβ. Τα υπόλοιπα είναι δικό σου θέμα· δώσε ψεύτικο όνομα αν θες – όχι πως υπάρχει κανένας λόγος.»

«Αν χτυπήσει ο τηλεπικοινωνιακός δίαυλος, να απαντήσω;»

«Τα ίδια ισχύουν,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ. «Πηγαίνω τώρα.»

Πήρε την κάπα του και έφυγε από το διαμέρισμά του. Μπήκε στον εξωτερικό, γυάλινο ανελκυστήρα της πολυκατοικίας, κατέβηκε στο ισόγειο, κι από εκεί πήγε, με σκάλες, στο υπόγειο γκαράζ. Ξεκλείδωσε το όχημά του και το οδήγησε έξω από το γκαράζ και την πολυκατοικία μέσω μιας ράμπας. Ήταν από τα καινούργια εναέρια οχήματα που είχαν πρόσφατα κατασκευαστεί στη Νάζρηβ. Η μελέτη γι’αυτά πρέπει να είχε αρχίσει λίγο προτού διωχτούν οι Παντοκρατορικοί, νόμιζε ο Άλφεντουρ, αλλά με τον μεγάλο πόλεμο της Επανάστασης είχε σταματήσει, και είχε ολοκληρωθεί όταν η Μοργκιάνη ήταν πια ελεύθερη. Ο Άλφεντουρ είχε αγοράσει τούτο το όχημα πέρσι, πουλώντας το παλιό τετράκυκλο που είχε.

Το εναέριο ήταν λιγνό, γυαλιστερό, και βαμμένο πράσινο με πιο σκούρα πράσινα νερά. Είχε θέσεις για τέσσερα άτομα: μαλακά δερμάτινα καθίσματα. Τα δύο πίσω καθίσματα σκεπάζονταν από μεταλλική οροφή, τα δύο μπροστινά από γυάλινο, φιμέ σκέπαστρο. Στην κονσόλα του, το όχημα είχε ενσωματωμένο ηχητικό σύστημα, ραδιόφωνο, τηλεοπτικό δέκτη, και μια μικρή οθόνη με χάρτες αποθηκευμένους στη μηχανική μνήμη του συστήματος. Επάνω στην κονσόλα ήταν, επίσης, προσαρτημένος ένας μεγάλος φωτόλιθος για εξοικονόμηση ενέργειας τη νύχτα. Το όχημα δεν είχε καθόλου τροχούς· πετούσε μισό μέτρο πάνω από το έδαφος, διαθέτοντας μηχανισμούς ελκτικής αδρανοποίησης στην κάτω μεριά, ενώ από πίσω είχε δύο μικρούς προωθητήρες. Δεν ήταν πιο γρήγορο από όλα τα τροχοφόρα αλλά ήταν πιο γρήγορο από τα περισσότερα, κυρίως επειδή δεν έβρισκε καμια αντίσταση από τη μορφή του εδάφους. Το μεγαλύτερό του μειονέκτημα σε σχέση μ’αυτά ήταν ότι κατανάλωνε την ενέργεια τέσσερις φορές ταχύτερα. Οι προωθητήρες και οι αδρανοποιητές ελκτικών δυνάμεων απαιτούσαν πιο πολύ ενέργεια απ’ό,τι οι μηχανές που κινούσαν τροχούς. Ένα άλλο μειονέκτημα ήταν ότι τα μέταλλα ενός εναέριου οχήματος έπρεπε πάντα να είναι πιο ελαφρά από των τροχοφόρων, για να κάνουν την αιώρησή του ευκολότερη· δεν μπορούσε ένα εναέριο όχημα να είναι θωρακισμένο. Ή ίσως να μπορούσε, υπέθετε ο Άλφεντουρ, αλλά η ενεργειακή κατανάλωση θα ήταν τεράστια. Οι μηχανισμοί ελκτικής αδρανοποίησης θα έπρεπε να είναι ισχυρότεροι. Το ίδιο και οι προωθητήρες, πιθανώς.

Ο διπλωμάτης έβγαλε το όχημά του στην Οδό Αεροναυτών, κατευθυνόμενος προς τον ποταμό Τίγρη, προσπερνώντας άλλα οχήματα (τροχοφόρα όλα), μερικές άμαξες, καβαλάρηδες, διαβάτες, και φτάνοντας στη Σήραγγα των Ανέμων. Το εναέριο όχημά του ακολούθησε τον δρόμο καθώς κατέβαινε κάτω από το έδαφος και κάτω από τον ποταμό. Η σήραγγα ήταν φωτισμένη με μακρόστενες ενεργειακές λάμπες ψηλά στα τοιχώματά της, δεξιά κι αριστερά. Στα μέσα της περίπου υπήρχε ένα φυλάκιο που, από την άλλη μεριά του, έβγαζε σε μια μικρή υποποτάμια βάση (όπως γνώριζε ο Άλφεντουρ, αλλά όχι και όλοι οι πολίτες της Νάζρηβ) όπου στάθμευαν υποβρύχια τα οποία χρησιμοποιούνταν για την άμυνα της πόλης.

Στο τέλος της Σήραγγας των Ανέμων, στην άλλη όχθη του ποταμού, ο Άλφεντουρ ανέβηκε στη Λεωφόρο Γνώσης, η οποία περνούσε κυρτά ανάμεσα από τη Συνοικία των Ανέμων και τη Συνοικία της Γνώσης. Έστριψε το όχημά του αριστερά για να μπει στους δρόμους της δεύτερης συνοικίας. Τα οικοδομήματα εδώ, παρότι όχι χαμηλά, δεν ήταν ούτε κατά διάνοια τόσο ψηλά όσο στη Συνοικία των Πύργων, και δεν υπήρχαν οδογέφυρες σαν πελώριο πλέγμα πάνω από τους επίγειους δρόμους.

Ο Άλφεντουρ οδήγησε ώς τον Οίκο του Συμβουλίου, ο οποίος ήταν περιφραγμένος με διχτυωτό, μεταλλικό τείχος. Ο φρουρός στην είσοδο του χώρου στάθμευσης τον καλωσόρισε και τον άφησε να περάσει, ανοίγοντάς του την αυτόματη πύλη. Ο διπλωμάτης σταμάτησε το εναέριο όχημά του πλάι σ’άλλα οχήματα, προσγειώνοντάς το ομαλά με το πάτημα ενός κουμπιού που απενεργοποιούσε σταδιακά τους μηχανισμούς ελκτικής αδρανοποίησης. Δεν ήταν το μόνο εναέριο όχημα εδώ· υπήρχαν άλλα δύο σταθμευμένα.

Ο Άλφεντουρ άνοιξε το γυάλινο σκέπαστρο και πήδησε έξω. Το έκλεισε ξανά και βάδισε προς το κεντρικό οίκημα, διασχίζοντας την αυλή. Στη λαξευτή πύλη, οι φρουροί τον χαιρέτησαν, καλημερίζοντάς τον· οι πάντες εδώ τον αναγνώριζαν. Ο Άλφεντουρ τούς καλημέρισε επίσης. Πέρασε από τον προθάλαμο, ή θάλαμο αναμονής (για τους πολίτες που μπορεί να είχαν κάποιο λόγο να επισκεφτούν το Συμβούλιο), και πήγε στο Γραφείο της Γραμματέα.

«Καλώς τον,» είπε η Αρκάλθα, η Γραμματέας του Συμβουλίου, καθισμένη πίσω από το πελώριο γραφείο της όπου βρίσκονταν δύο οθόνες, μια μεγάλη κονσόλα με πληκτρολόγιο, και, όπως πάντα, πάμπολλα έγγραφα, σημειωματάρια, βιβλία, και άλλα μικροαντικείμενα: ένα χάος που πολλοί αποκαλούσαν, σκωπτικά, το Δάσος της Γραμματέα.

Αυτή η γυναίκα, η Αρκάλθα ωλ Νιρθάνεκ, ήταν το μυαλό του Οίκου, αν το Συμβούλιο ήταν η ψυχή του. Τα πάντα περνούσαν από αυτήν, και ανά πάσα στιγμή, κατά πάσα πιθανότητα, γνώριζε περισσότερα από όλους τους Συμβούλους μαζί για το τι γινόταν. Με τον Άλφεντουρ οι σχέσεις της ήταν άριστες.

Εκτός από εκείνη, στο δωμάτιο βρίσκονταν επί του παρόντος οι δύο βοηθοί της, ο ένας καθισμένος πίσω από το δικό του γραφείο, ο άλλος όρθιος, ψάχνοντας κάτι μέσα στα συρτάρια.

«Τι γίνεται, Αρκάλθα;» ρώτησε ο Άλφεντουρ πλησιάζοντας το γραφείο της.

«Τα συνηθισμένα,» αποκρίθηκε εκείνη, πληκτρολογώντας κάτι καθώς κοίταζε τη μία από τις δύο οθόνες. «Εσύ είσαι όλο περιπέτειες, όχι εμείς.» Η Αρκάλθα ήταν μαυρόδερμη και γύρω στα πενήντα-πέντε, αν δεν έκανε λάθος ο Άλφεντουρ· τα μενεξεδιά μαλλιά της είχαν αρχίσει να γκριζάρουν, και τώρα ήταν πιασμένα μ’ένα κοκαλάκι πίσω απ’το κεφάλι της ώστε να μην πέφτουν στο μέτωπό της. Φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιά όρασης με σκελετό από παχύ λευκό κόκαλο. Μασούσε, ως συνήθως, μαστίχα. Ορισμένοι έλεγαν, αστειευόμενοι, ότι η Γραμματέας πρέπει να έκανε τη μισή κατανάλωση μαστίχας στη Νάζρηβ.

Ο Άλφεντουρ έβγαλε τα ασημόχρωμα γυαλιά του, παύοντας να βλέπει τα πάντα με έντονα περιγράμματα. «Οι Σύμβουλοι έχουν έρθει;»

«Δε νομίζω να είναι όλοι εδώ ακόμα» – σταμάτησε να πληκτρολογεί στρέφοντας τα μάτια της επάνω του – «αλλά η Ριλάθιρ ωλ Μόσνερ είναι εδώ, αν θέλεις να τη δεις.»

Η Ριλάθιρ ωλ Μόσνερ ήταν μια διπλωμάτισσα που πήγαινε κι αυτή στη Φάνρηβ, όταν δεν μπορούσε να πάει ο Άλφεντουρ. Επίσης, ήταν συγγενής του Θάλβακιρ, του σωματοφύλακά του.

«Μάλιστα,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ. «Τα λέμε, Αρκάλθα,» χαιρέτησε και βάδισε προς την έξοδο του Γραφείου.

«Το δίχως άλλο.»

Ο Άλφεντουρ ανέβηκε στο σαλόνι των διπλωματών, περιμένοντας να βρει εκεί τη Ριλάθιρ. Και όντως εκεί ήταν, στεκόμενη μπροστά σ’ένα ψηλό κρυστάλλινο παράθυρο, μ’ένα ποτήρι στο χέρι. Καμια πενταετία μικρότερη του Άλφεντουρ, γαλανόδερμη, μικρόσωμη, με μακριά ξανθά, σγουρά μαλλιά που έφταναν ώς τη μέση της. Τώρα φαινόταν να τα έχει τσιμπήσει λίγο στις άκριες γιατί ήταν ελαφρώς πιο κοντά απ’ό,τι συνήθως, νόμιζε ο Άλφεντουρ.

Η Ριλάθιρ στράφηκε να τον αντικρίσει, ακούγοντας τα βήματά του. Ήταν ντυμένη μ’ένα μακρύ, μενεξεδί φόρεμα με γούνα γύρω από το ντεκολτέ και τις άκριες των μανικιών. Μια φαρδιά μαύρη ζώνη τύλιγε τη μέση της. Γύρω από το αριστερό της μάτι ήταν βαμμένος ένας πορφυρός κύκλος ναράσλεγκ – μια μόδα που οι γυναίκες της Νάζρηβ είχαν πάρει από τη φυλή των Ναράσλεγκ οι οποίοι κατοικούσαν στα βάθη του Βαθύ Δάσους και ήταν άγριοι, πολύ παράξενοι, και ακατανόητοι μυστικιστές. (Σύμφωνα με κάποιους μύθους, μερικοί απ’αυτούς είχαν τη δύναμη να ταξιδεύουν κατά βούληση ανάμεσα στις διαστάσεις του σύμπαντος.)

«Σε είδα να μπαίνεις,» του είπε η Ριλάθιρ χαμογελώντας. «Τι κάνεις, Άλφεντουρ;» Τον πλησίασε και φιλήθηκαν στα μάγουλα.

«Αφού επέστρεψα ζωντανός από τη Φάνρηβ, καλά είμαι.»

«Τόσο άσχημα είναι τα πράγματα εκεί;»

«Αρκετά άσχημα.»

«Έχω ακούσει διάφορες φήμες…»

«Παραλίγο να χάσω την Αζουρίτα και τη Ζέρκιλιθ. Η μία είναι τραυματισμένη τώρα.»

Τα μάτια της γούρλωσαν προς στιγμή.

«Ναι,» είπε ο Άλφεντουρ, «τόσο άσχημα.»

«Ο Θάλβακιρ είναι καλά;»

«Τραυματίστηκε κι αυτός, αλλά όχι σοβαρά. Τον ξέρεις τον Θάλβακιρ: τίποτα δεν μπορεί να τον νικήσει. Τίποτα.»

Η Ριλάθιρ χαμογέλασε ξανά. «Ναι. Όμως ελπίζω να προσέχει.»

«Ο Θάλβακιρ; Αυτή είναι η δουλειά του.» Και τη ρώτησε: «Εσύ πού ήσουν; Στην Όζντρηβ;»

«Ναι.»

«Ησυχία εκεί;»

«Τελείως. Βαρέθηκα, μπορώ να σου πω. Και έκανε πολύ κρύο. Ακόμα κρυώνω.» Έτριψε θεατρικά τους βραχίονες και τους ώμους της.

Ο Άλφεντουρ μειδίασε.

«Πες μου για τη Φάνρηβ, όμως,» τον προέτρεψε η Ριλάθιρ.

Και ο Άλφεντουρ άρχισε να της λέει, μέχρι που τους ειδοποίησαν ότι όλα τα μέλη του Συμβουλίου βρίσκονταν στην Αίθουσα Συσκέψεων και θα μιλούσαν τώρα με τον κύριο Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ.

«Θα τα πούμε αργότερα,» υποσχέθηκε ο διπλωμάτης στην ομότιμή του και έφυγε από το σαλόνι των διπλωματών. Ανέβηκε μια σκάλα και βάδισε ώς την Αίθουσα Συσκέψεων, που βρισκόταν στον δεύτερο όροφο του Οίκου.

Οι οκτώ Σύμβουλοι τον περίμεναν καθισμένοι γύρω από το μεγάλο τραπέζι που στο κέντρο του ήταν λαξεμένο το έμβλημα της Νάζρηβ. Σηκώθηκαν όλοι, μόλις μπήκε, γιατί ένας Διπλωματικός Αντιπρόσωπος άξιζε σεβασμό.

«Καλημέρα, κύριοι, κυρίες,» είπε ο Άλφεντουρ.

«Καλημέρα, Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ,» αποκρίθηκε επίσημα ο Νίλερβιν, ο Σύμβουλος Ναυτιλίας. «Κάθισε.»

Ο διπλωμάτης κάθισε, και το ίδιο κι οι Σύμβουλοι. «Υποθέτω πως ο κύριος Μάρναλουρ θα είχε προ πολλού μάθει για την άφιξή μου.»

Οι περισσότεροι χαμογέλασαν, αλλά ο Μάρναλουρ, ο Σύμβουλος Ερευνών – που, εκτός των άλλων, ήταν ουσιαστικά και αρχικατάσκοπος στην πόλη – δεν χαμογέλασε. «Φυσικά,» αποκρίθηκε. «Και περιμέναμε εναγωνίως την αναφορά σου. Ακούγονται πολλά και διάφορα για τη Φάνρηβ…»

«‘Περιμένατε’;» είπε ο Άλφεντουρ υψώνοντας ένα φρύδι. «Ενημερώσατε αμέσως κι όλους τους υπόλοιπους;»

«Μόνο εκείνους που έτυχε να βρίσκονται κοντά μου,» αποκρίθηκε ο Μάρναλουρ, ρίχνοντας ένα βλέμμα στην Καλφίριθ, τη Σύμβουλο Αεροναυτιλίας, και στον Νάλντιρ, τον Σύμβουλο Ασφάλειας.

«Ποια είναι, λοιπόν, η κατάσταση στη Φάνρηβ, Άλφεντουρ;» ρώτησε ο Ζώθμαλιρ, ο Σύμβουλος Οικονομίας, ο οποίος κάπνιζε ένα τσιγάρο.

Ο Άλφεντουρ άρχισε να τους μιλά για τα γεγονότα στη Φάνρηβ ενώ άναβε και, μετά, κάπνιζε την πίπα του. Δεν τους ανέφερε, ωστόσο, τίποτα για την προδοσία του Στρατηγού Σέλιρ αλ Σίριλναθ, σεβόμενος το αίτημα του Εθέλδιρ και της Ζιρίνα. Ένας διπλωμάτης της Νάζρηβ κρατούσε τον λόγο του ακόμα κι όταν έπρεπε να αποκρύψει κάτι από το ίδιο το Συμβούλιο – κάτι που, εννοείται, δεν ήταν καταστροφικό ή επιβλαβές για την πόλη.

Ο Άλφεντουρ είπε στους Συμβούλους τι του είχε προτείνει η Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ και τι του είχε προτείνει ο Άσραδλιν ωλ Χέρκανεκ και οι υποστηρικτές του – εμπορικός αποκλεισμός για τους εχθρούς τους – και οι Σύμβουλοι φάνηκαν να δυσανασχετούν από αυτό, γιατί η Νάζρηβ σπάνια απέκλειε εμπορικά κάποιους. Δεν συμμαχούσε με κανέναν, σε τέτοιες περιπτώσεις.

«Τι προτείνεις, Άλφεντουρ;» ρώτησε η Τιρκουάζη, η Σύμβουλος Πολεοδομίας, γιατί όλοι τους εκτιμούσαν την άποψή του. Πήγαινε χρόνια στη Φάνρηβ· γνώριζε αυτή την πόλη, δεν υπήρχε αμφιβολία. «Να συμμαχήσουμε με τους Χαρνώθιους, με τον Φύλακα, ή με κανέναν;»

Ο Άλφεντουρ κάπνιζε, για λίγο, αμίλητα την πίπα του· ύστερα την άφησε πάνω στο τραπέζι και είπε: «Ο Κασλάριν ήταν φίλος μου, καθώς γνωρίζετε. Θα ήθελα να γίνει κάτι που θα φέρει ειρήνη ξανά στην πόλη, όπως θα επιθυμούσε κι εκείνος.»

«Ο Κασλάριν προσπαθούσε να επιτευχθεί συμβιβασμός ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, σωστά;» είπε ο Νάλντιρ, ο Σύμβουλος Ασφάλειας.

«Ναι. Αλλά αυτό δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορούσε πλέον να πραγματοποιηθεί… Ωστόσο, έχω να προτείνω κάτι, Αξιότιμοι.»

Οι οκτώ Σύμβουλοι περίμεναν να συνεχίσει.

Ο Άλφεντουρ είπε: «Να αποκλείσουμε εμπορικά και τους δύο.»

Συνοφρυώθηκαν τόσο συγχρονισμένα που θα νόμιζε κανείς ότι ήταν θεατρικά σκηνοθετημένο.

«Να αποκλείσουμε εμπορικά και αυτούς που υποστηρίζουν τον Φύλακα και αυτούς που υποστηρίζουν τους Χαρνώθιους.»

«Να αποκλείσουμε ολόκληρη τη Φάνρηβ, δηλαδή;» είπε ο Νίλερβιν, ο Σύμβουλος Ναυτιλίας.

«Ακριβώς. Δεν κάνουμε εμπόριο με μια πόλη που δεν βρίσκεται σε ειρηνική κατάσταση, για λόγους ασφαλείας. Όσο πιο σύντομα οι δύο παρατάξεις λύσουν τις διαφορές τους τόσο πιο σύντομα θα ξεκινήσει πάλι το εμπόριο με τη Νάζρηβ. Η τελική απόφαση είναι, φυσικά, δική σας, Αξιότιμοι.» Ο Άλφεντουρ έπιασε την πίπα του από το τραπέζι, την άδειασε μέσα στο τασάκι, την ξαναγέμισε με καπνό, και την άναψε. Εν τω μεταξύ, οι Σύμβουλοι ήταν σιωπηλοί· μονάχα αλληλοκοιτάζονταν σαν να έψαχναν ο ένας να διακρίνει κάτι στην έκφραση ή στις αντιδράσεις του άλλου.

«Θα το συζητήσουμε, κύριε Άλφεντουρ,» δήλωσε τελικά ο Ζώθμαλιρ, ο Σύμβουλος Οικονομίας. «Δε θα παρθεί βιαστική απόφαση.»

«Και ούτε θα έπρεπε, Αξιότιμε. Πρόκειται για σημαντικό ζήτημα.»

«Θα σε ενημερώσουμε μόλις έχουμε αποφασίσει,» είπε η Τιρκουάζη. «Και τότε θα πρέπει να επιστρέψεις στη Φάνρηβ.»

«Ασφαλώς.»

Ο Νίλερβιν ρώτησε: «Θεωρείς ότι είναι πολύ σημαντικό να αποκλείσουμε ολόκληρη την πόλη, Άλφεντουρ; Θεωρείς ότι, αν το κάναμε αυτό, θα μπορούσες να διαπραγματευτείς με τις πολιτικές δυνάμεις εκεί έτσι ώστε να επιτευχθεί ειρήνη και, επομένως, καλύτερες συνθήκες για εμπόριο;»

«Το ελπίζω, Αξιότιμε. Αναμφίβολα θα προσπαθήσω, πάντως.»

«Καλώς,» είπε η Κέσριμιθ, η Σύμβουλος Κτηνοτροφίας, μετά από μερικές στιγμές σιγής από τους οκτώ. «Μπορείς να πηγαίνεις τώρα, Άλφεντουρ.»

Κανένας από τους άλλους δεν διαφώνησε, έτσι ο διπλωμάτης, χαιρετώντας τους, σηκώθηκε από τη θέση του και στράφηκε προς την έξοδο της αίθουσας. Καθώς απομακρυνόταν, άκουγε την Κέσριμιθ να λέει σ’έναν επικοινωνιακό δίαυλο: «Ειδοποιήστε, παρακαλώ, την κυρία Ριλάθιρ ωλ Μόσνερ να περάσει στην Αίθουσα Συσκέψεων.»

6
Οι Άμυνες της Ελεύθερης Πόλης· τα Τεχνάσματα των Αυτονομιστών, ο Γελωτοποιός· η Αρχόντισσα Δραστηριοποιείται

Οι πράκτορες του Φύλακα, μιλώντας τηλεπικοινωνιακά μαζί του μέσα από τη Φάνρηβ, τον ενημέρωσαν ότι το Σκοτεινό Παζάρι και ο Νυκτόκηπος βρίσκονταν υπό τον έλεγχο εξεγερμένων πολιτών, καθώς και ότι ένα ενεργειακό κανόνι ήταν στην πρώτη απ’αυτές τις δύο συνοικίες. Δεν ανέφεραν πληροφορίες που μπορεί να είχε σημασία αν οι κατάσκοποι της Αρχόντισσας τις υπέκλεπταν.

Ο Άσραδλιν, έχοντας μάθει τούτα τα νέα, θέλησε το πρωί να απευθυνθεί στον λαό του μέσω του τηλεοπτικού σταθμού του, Η Ελεύθερη Πόλη. Έδωσε εντολή τα συστήματα να μπουν σε λειτουργία, για να πραγματοποιηθεί η επιθυμία του· και, ύστερα από λίγο, στεκόταν μπροστά σ’έναν τηλεοπτικό πομπό, του οποίου το σήμα μεταφερόταν στην Ελεύθερη Πόλη, στην παλιά βάση της Επανάστασης μέσα στο Χαμηλό Δάσος, και η Ελεύθερη Πόλη εξέπεμπε το δικό της, πολύ ισχυρότερο σήμα στη Φάνρηβ, παραμερίζοντας το σήμα του Ανοιχτού Διαύλου με τη χρήση Ξορκιού Τηλεπικοινωνιακής Παρεμβολής από τη Βαλνάμνιρ’μορ, η οποία βρισκόταν κοντά στα συστήματα του τηλεοπτικού σταθμού.

Οι πολίτες της Φάνρηβ είδαν τον Άσραδλιν ωλ Χέρκανεκ να παρουσιάζεται γι’ακόμα μια φορά στις οθόνες τους, προκειμένου να συγχαρεί όσους είχαν εξεγερθεί εναντίον των Χαρνώθιων τυράννων καταλαμβάνοντας το Σκοτεινό Παζάρι και τον Νυκτόκηπο. Τους ευχαρίστησε που συνέβαλλαν, με τη δράση τους, στον αγώνα της απελευθέρωσης της πόλης, και προέτρεψε κι άλλους να μιμηθούν το παράδειγμά τους ώστε η πολιορκία να λυθεί όσο το δυνατόν ταχύτερα και οι δυνάστες να διωχθούν. Ο Νούρκας ο Μαχητής ήταν στο πλευρό τους!

Αλλά δεν είχαν λάβει μόνο οι πολίτες της Φάνρηβ το σήμα του Φύλακα στους τηλεοπτικούς δέκτες τους. Μέσα στο Μέγαρο των Φυλάκων, ο Φέτανιρ’μορ και οι δικοί του είχαν επίσης το πρόσωπο του Άσραδλιν ωλ Χέρκανεκ σε μια οθόνη τους, και τα ανιχνευτικά τους συστήματα προσπαθούσαν να εντοπίσουν το σήμα της Ελεύθερης Πόλης για να βρουν τη γεωγραφική της θέση. Δεν τα κατάφερναν, όμως· οι ανιχνευτές μπερδεύονταν, κάτι τούς προκαλούσε σύγχυση. Κάτι που ο Φέτανιρ’μορ και οι μάγοι του καταλάβαιναν πως ήταν Μαγγανεία Αποκρύψεως Τηλεπικοινωνιακού Σήματος. Τα μηχανικά συστήματα αποκλείεται να κατόρθωναν να την προσπεράσουν· τα αποπροσανατόλιζε τελείως. Ο Φέτανιρ’μορ και οι άλλοι μάγοι ύφαναν ένα Ξόρκι Εντοπισμού Τηλεπικοινωνιακού Σήματος, ισχυροποιώντας το με τη συνδυασμένη νοητική τους δύναμη, προκειμένου να διαπεράσουν τον λαβύρινθο της προστατευτικής μαγγανείας και να πιάσουν το σήμα του τηλεοπτικού σταθμού ως αύρα μέσα στο μυαλό τους. Αν το πετύχαιναν αυτό, τότε θα μπορούσαν να ακολουθήσουν την αύρα στην πηγή προέλευσή της με Ξόρκι Αΰλου Προσεγγίσεως Τηλεπικοινωνιακής Συχνότητος.

Η Βασιλική Αντιπρόσωπος, Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ, τους καλούσε μέσω του επικοινωνιακού διαύλου στο δωμάτιο όπου βρίσκονταν, αλλά εκείνοι, εστιασμένοι στη δουλειά τους, δεν έδωσαν σημασία στο κουδούνισμα. Ένας τεχνικός ήταν που απάντησε.

—Τι κάνετε εκεί πέρα; (ρώτησε η Κέσριμιθ) Γιατί δεν έχετε ακόμα μπλοκάρει το σήμα του Φύλακα; Τόση ώρα μιλά ανενόχλητος σ’ολόκληρη την πόλη! Κάντε κάτι!

—Οι μάγοι προσπαθούν να εντοπίσουν τη θέση του τηλεοπτικού σταθμού του, Αρχόντισσά μου–

—Και φαίνεται να τα καταφέρνουν; Γιατί δεν μου μιλά ο Φέτανιρ’μορ;

—Είναι όλοι πλήρως εστιασμένοι στη μαγεία τους, Υψηλοτάτη.

—Ρώτα τους αν νομίζουν πως καταφέρνουν κάτι!

Ο τεχνικός τούς ρώτησε, μα αυτοί δεν απάντησαν, και η Κέσριμιθ, αν και εκνευρισμένη από την κατάσταση, αποφάσισε να περιμένει, ενώ κι εκείνη παρακολουθούσε τον νεαρό Φύλακα να μιλά μέσα σε μια οθόνη.

Ο Άσραδλιν τελείωσε τα λόγια του προς τους πολίτες και η εκπομπή έπαψε. Για λίγο το σήμα της Ελεύθερης Πόλης – το έμβλημα της Φάνρηβ μπερδεμένο με το έμβλημα της Κοινοπολιτείας των Τεσσάρων Δασών – φάνηκε στις οθόνες όλων και μετά εξαφανίστηκε κι αυτό.

Η Κέσριμιθ ρώτησε τον τεχνικό αν οι μάγοι είχαν βρει τη θέση του τηλεοπτικού σταθμού, αλλά αυτή τη φορά δεν της απάντησε ο τεχνικός· της απάντησε ο Φέτανιρ’μορ.

—Δυστυχώς, Αρχόντισσά μου, δεν τα καταφέραμε. Αν είχαμε λίγο χρόνο ακόμα–

Χρόνο; Ο καταραμένος Φύλακας τελείωσε ολόκληρο τον λόγο του! Ούτε τον μπλοκάρατε ούτε καταφέρατε να εντοπίσετε τον καταραμένο σταθμό του! Τι κάνετε εκεί πέρα, Φέτανιρ;

—Θα τον εντοπίσουμε, Αρχόντισσά μου, την επόμενη φορά.

—Την επόμενη φορά θέλω να τον μπλοκάρετε, αν δεν μπορείτε να βρείτε τη θέση του! Εκείνο που μ’ενδιαφέρει είναι να μην έχει τη δυνατότητα να μιλά μέσα στη Φάνρηβ, με καταλαβαίνεις, Φέτανιρ;

—Μάλιστα, Αρχόντισσά μου.

Στο Σκοτεινό Παζάρι και στον Νυκτόκηπο, εν τω μεταξύ, οι ξεσηκωμένοι πολίτες ζητωκραύγαζαν και το ηθικό τους ήταν ανεβασμένο από τα λόγια του Φύλακα που είχαν ακούσει να έρχονται από τους τηλεοπτικούς δέκτες τους. Αισθάνονταν πως είχαν κάνει τη σωστή επιλογή, πως βρίσκονταν στον σωστό δρόμο για την ελευθερία και την ευημερία της πόλης. Η πολιορκία σύντομα θα τελείωνε, οι Χαρνώθιοι θα διώχνονταν, και ο Οίκος των Φυλάκων θα ήταν και πάλι εδώ, όπως παλιά στη Φάνρηβ, όπως από τους αρχαίους χρόνους!

Αρκετοί από τους αυτονομιστές είχαν επίσης παρακολουθήσει την ομιλία του Άσραδλιν ωλ Χέρκανεκ από έναν τηλεοπτικό δέκτη τους, και ο Κάλνεντουρ σκεφτόταν πως τα πάντα πήγαιναν καλά, για την ώρα. Αν ο μικρός Φύλακας κατάφερνε να εξωθήσει πιο πολλούς πολίτες ώστε να εξεγερθούν, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί περισσότερο χάος – και το χάος ευνοούσε τους αυτονομιστές. Ο Κάλνεντουρ σκόπευε να κάνει και τους Χαρνώθιους δυνάστες και τους καιροσκόπους της Κοινοπολιτείας να αιμορραγήσουν μέχρι που να είναι ετοιμοθάνατοι: και τότε θα μπορούσε να τους δοθεί το τελειωτικό χτύπημα…

*

Είχε έρθει η ώρα να διαλυθεί αυτή η ανόητη επανάσταση! Ο Στρατηγός Σέλιρ αλ Σίριλναθ συγκέντρωσε πεζούς μαχητές, λυκοκαβαλάρηδες, έφιππους, δικυκλιστές, άρματα μάχης, και αερόνυχες, και έφερε ένα από τα ενεργειακά κανόνια που μέχρι στιγμής βρίσκονταν στα βόρεια τείχη. Το Σκοτεινό Παζάρι και ο Νυκτόκηπος θα υποτάσσονταν στην αρχή του Βασιλείου της Χάρνωθ, ή θα καταστρέφονταν. Ο Σέλιρ δεν θα δίσταζε να γκρεμίσει ακόμα κι ολόκληρα οικοδομήματα αν αυτό χρειαζόταν για να τσακίσει τους εξεγερθέντες και τους αρχηγούς τους. Από τον Μεσοπόταμο, όπου οι δυνάμεις του είχαν συναχθεί, ο Στρατηγός οδήγησε το στράτευμά του ανατολικά, προς τις ξεσηκωμένες συνοικίες, με σκοπό στην Οδό των Ξένων να το διαιρέσει ώστε το ένα μέρος να κατευθυνθεί στον Νυκτόκηπο και το άλλο στο Σκοτεινό Παζάρι· γιατί ο Σέλιρ φοβόταν πως, αν επιτίθετο μόνο στη μία συνοικία, οι επαναστάτες της άλλης θα έρχονταν και θα τον χτυπούσαν από τα νώτα.

Το χτύπημα, όμως, ήρθε από εκεί όπου δεν το περίμενε: Από τους υπονόμους.

Καθώς το στράτευμα πλησίαζε το ανατολικό τμήμα της Οδού των Ξένων, το έδαφος τραντάχτηκε και βρυχήθηκε από κάτω του σαν κάποιοι δαιμονικοί θεοί της γης να είχαν ξαφνικά εξοργιστεί. Οι εκρήξεις τίναξαν το πλακόστρωτο προς τα πάνω, μαζί με πέτρες και χώματα. Άνθρωποι χτυπήθηκαν, άλογα, γιγαντόλυκοι, οχήματα. Ήχοι θραύσης, βρόντοι, και κραυγές αντηχούσαν. Φωτιές άναβαν από δω κι από κει. Το ίδιο το άρμα μέσα στο οποίο βρισκόταν ο Σέλιρ έγειρε στο πλάι και παραλίγο ν’ανατραπεί, να γυρίσει ανάποδα. Ο Στρατηγός και οι συνεπιβάτες του βγήκαν αμέσως και σκαρφάλωσαν πάνω στα μέταλλα του βαρύ θωρακισμένου οχήματος, γιατί αυτό ήταν ασφαλέστερο απ’το να τρέξουν· το πλακόστρωτο ανατιναζόταν παντού γύρω τους. Ολόκληρες τρύπες είχαν ανοίξει στη γη, και άνθρωποι και θηρία – ακόμα και δίκυκλα – βυθίζονταν στους υπονόμους κάτω από τους δρόμους της Φάνρηβ. Βρυχηθμοί, χρεμετίσματα, κραυγές, ουρλιαχτά. Πυκνοί καπνοί είχαν σηκωθεί παντού, σκεπάζοντας τις οδούς και τα σοκάκια.

Όταν οι εκρήξεις έπαψαν, ο Σέλιρ φώναζε στους μαχητές του να περιμένουν η θολούρα να καθαρίσει, να μείνουν εκεί που ήταν και να περιμένουν η θολούρα να καθαρίσει! Και συγχρόνως να είναι έτοιμοι γι’άλλες επιθέσεις! Να μην πανικοβάλλονταν, να μην πανικοβάλλονταν! Αν και ήξερε πως αυτό το τελευταίο ήταν μάταιο που το έλεγε: είχαν ήδη πανικοβληθεί. Γύρω του, πίσω από τους καπνούς και τη θολούρα, έβλεπε ανθρώπους και θηρία να τρέχουν από δω κι από κει, άκουγε φωνές.

«Ίσως να ήταν οι αυτονομιστές, Στρατηγέ,» του είπε η μεράρχης που πριν βρισκόταν μαζί του μέσα στο θωρακισμένο όχημα και τώρα ήταν σκαρφαλωμένη πλάι του επάνω στο θωρακισμένο όχημα.

«Ναι, οι δαιμονισμένοι,» συμφώνησε ο Σέλιρ, «αυτοί πρέπει να ήταν.» Και έδωσε πάλι διαταγές στους μαχητές του μέσω του τηλεπικοινωνιακού πομπού στο χέρι του.

Τότε ήταν, όμως, που κάτι άλλο τούς χτύπησε: όχι εκρήξεις, όχι φωτιά: ένα αέριο απλώθηκε ανάμεσά τους, σε μεγάλη ποσότητα. Ήταν αόρατο αλλά όχι και άοσμο. Οι Χαρνώθιοι, μέσα από την κακοσμία των καπνών και της σκόνης, νόμιζαν ότι μπορούσαν να μυρίσουν κάτι διαπεραστικό που τους θύμιζε το βρεγμένο χώμα μετά τη βροχή και, συγχρόνως, το ελαφρώς καμένο χόρτο. Η λογική τους παραπάτησε πάνω σ’αυτή την οσμή που χόρευε σαν σαγηνευτική χορεύτρια αντίκρυ τους, και τα μυαλά τους γλίστρησαν μέσα σ’ένα όνειρο συλλογικό, συναντώντας το ένα το άλλο στις λαβυρινθώδεις διασταυρώσεις του, χωρίς να έχουν αποκοπεί πλήρως από την υλική πραγματικότητα. Ένα σμήνος από ποικιλόχρωμα πουλιά πέρασε πάνω από τον Μεσοπόταμο, κι αντί για πόδια είχαν πολλά μικρά πλοκάμια, όπως τα καλαμάρια που βρίσκει κανείς στα βάθη της θάλασσας: και στα πλοκάμια κρατούσαν φωτόλιθους που φεγγοβολούσαν σαν λιλιπούτειοι ήλιοι ακόμα και τώρα, μέσα στο πρωινό. Οι τοίχοι των οικοδομημάτων είχαν γεμίσει σίρκι’θ που κουνούσαν τις κοντές ουρές τους θέλοντας να πουν Χορεύουμε τώρα! Χορεύουμε! Χορεύουμε χορεύουμε χορεύουμε! Κι όλ’ αυτά φάνηκαν τρομερά αστεία στους Χαρνώθιους, οι οποίοι άρχισαν να γελάνε ασταμάτητα, πολλοί κρατώντας τις κοιλιές τους, πονώντας, πολλοί πέφτοντας στο τσακισμένο πλακόστρωτο και αρκετοί γλιστρώντας μέσα στις τρύπες και καταλήγοντας στους υπονόμους…

Ο Κάλνεντουρ στεκόταν στην ταράτσα μιας χαμηλής πολυκατοικίας, κάτω από ένα υπόστεγο (για να κρύβεται από τυχόν αερόνυχες). Η κουκούλα της κάπας του ήταν σηκωμένη στο κεφάλι του, κι από μέσα φορούσε μάσκα αερίων, για καλό και για κακό, αν και ο Γελωτοποιός πολύ αμφίβολο ήταν ότι μπορούσε να φτάσει ώς εδώ πάνω.

«Για πόση ώρα θα γελάνε, Φόρναλιν;» ρώτησε τον μαυρόδερμο, γαλανομάτη άντρα δίπλα του ο οποίος ήταν παρόμοια εξοπλισμένος.

«Εξαρτάται,» αποκρίθηκε εκείνος, που ήταν αλχημιστής της Συντεχνίας του Ύπνου, μίμος, και αρκετά καλός στις μεταμφιέσεις – ο ίδιος άνθρωπος που είχε ρίξει το Ονειροσκεύασμα στον Διπλωματικό Αντιπρόσωπο της Νάζρηβ και τους βοηθούς του. «Μερικοί γελάνε πιο πολύ, μερικοί πιο λίγο. Πάντως, όχι λιγότερο από ένα τέταρτο της ώρας.

»Χρησιμοποιήσαμε, όμως, όλο τον Γελωτοποιό που είχαμε στη διάθεσή μας, Κάλνεντουρ…»

«Δεν πειράζει· άξιζε τον κόπο.»

«Θα μπορούσαμε τώρα να τους επιτεθούμε. Ενώ γελάνε δεν θα μπορούν εύκολα να αμυνθούν. Θα υποστούν πανωλεθρία.»

«Είπα ήδη ότι δεν θα τους χτυπήσουμε ύστερα από τις εκρήξεις, Φόρναλιν! Τους χρειαζόμαστε. Δε θέλουμε να γίνουν τα πράγματα πολύ εύκολα για τον μικρό μας Φύλακα. Πάμε κάτω, τώρα· οι άλλοι πρέπει ήδη να έχουν τον αιχμάλωτο που θέλουμε.»

Κατέβηκαν, από την ταράτσα της χαμηλής πολυκατοικίας, στους υπονόμους κάτω από τους τσακισμένους δρόμους.

«Τον έχετε;» ρώτησε ο Κάλνεντουρ την Έρνελιθ.

Εκείνη ένευσε. «Έναν διοικητή. Και σκοτώσαμε και κάμποσους που έπεσαν μέσα στους υπονόμους.»

«Αυτό,» είπε ο Κάλνεντουρ, «δεν ήταν απαραίτητο.»

«Μας είχαν δει,» είπε ένας άλλος αυτονομιστής, «και κάποιοι έκαναν να μας επιτεθούν.»

«Τέλος πάντων. Σας είχα πει, όμως, να πιάσετε μεράρχη, ει δυνατόν.»

«Δε βρήκαμε κανέναν,» αποκρίθηκε η Υράλνα. «Όλοι που είδαμε ήταν διοικητές.»

«Πάμε,» είπε ο Κάλνεντουρ. «Δεν υπάρχει άλλο λόγος για να είμαστε εδώ. Η δουλειά μας τελείωσε.»

*

Οι εκρήξεις των αυτονομιστών τράνταξαν την πόλη, και αντήχησαν πολύ έντονα στον Νυκτόκηπο και στο Σκοτεινό Παζάρι. Οι παρατηρητές που βρίσκονταν εκεί, καθώς κι αυτοί που ήταν επάνω στον ψηλό ναό του Σολκάρκας, είδαν τι είχε συμβεί στον Μεσοπόταμο κι αμέσως το ανέφεραν στους άλλους εξεγερμένους πολίτες: Κάποιοι είχαν σαμποτάρει τον ερχόμενο Χαρνώθιο στρατό! Κάποιοι είχαν ανατινάξει τους δρόμους κάτω από τα πόδια τους!

Ο Εθέλδιρ δεν χρειάστηκε πολύ για να καταλάβει τι γινόταν. «Ο Κάλνεντουρ,» είπε στη Ζιρίνα και στη Μάλμεντιρ, οι οποίες βρίσκονταν μαζί του, στο σπίτι του, καθώς μερικοί τεχνίτες του Παζαριού επισκεύαζαν τις σπασμένες πόρτες και τα παράθυρα που είχαν χτυπηθεί τη νύχτα από τους Εκτελεστές του Ιερού Δέους.

«Αυτός ο αδελφός σου είναι δαίμονας του Ιουράσκε,» είπε η Ζιρίνα. «Παντού τον βρίσκεις!»

Στον Μεσοπόταμο, οι Χαρνώθιοι μαχητές ακόμα γελούσαν, και ο Στρατηγός Σέλιρ αλ Σίριλναθ γελούσε μαζί τους. Τα άλογα και οι γιγαντόλυκοί τους, ωστόσο, δεν μοιράζονταν την ευθυμία τους· ο Γελωτοποιός δεν επηρέαζε τα μυαλά των ζώων, τα οποία τώρα έδειχναν τρομαγμένα από αυτό που είχε πιάσει τους ανθρώπους, και τα περισσότερα – όσα δεν το είχαν ήδη κάνει – έφυγαν, τρέχοντας από δω κι από κει μέσα στους διαλυμένους δρόμους του Μεσοπόταμου. Κάποια άλογα έπεσαν στους υπονόμους· κανένας γιγαντόλυκος, όμως, δεν έπεσε.

Η Αρχόντισσα Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ δεν βρισκόταν στο Μέγαρο των Φυλάκων όταν η επίθεση εναντίον του στρατού της Χάρνωθ συνέβη· είχε ήδη ξεκινήσει για τη Μεγάλη Αγορά, μέσα σ’ένα θωρακισμένο όχημα, φρουρούμενη από λυκοκαβαλάρηδες και δικυκλιστές, και βρισκόταν πια κοντά στη Μαγική Ακαδημία της Φάνρηβ όταν οι εκρήξεις αντήχησαν από τα βόρεια του ποταμού Τίγρη. Προς στιγμή ανησύχησε, αλλά ύστερα σκέφτηκε ότι μάλλον δεν ήταν τίποτα περισσότερο από κάποιο σχέδιο του Στρατηγού.

Αποβιβάστηκε, έτσι, από το όχημά της και επισκέφτηκε την Αρχιμάγισσα της Ακαδημίας, έχοντας μαζί της δύο καλά εκπαιδευμένους σωματοφύλακες, γιατί σε τέτοιους καιρούς ακόμα κι εδώ η Βασιλική Αντιπρόσωπος όφειλε να προσέχει. Η Ζιρίνα’χοκ δεν αρνήθηκε να τη δεχτεί παρά την παρουσία οπλισμένων μαχητών μέσα στη Μαγική Ακαδημία. Τα πήγαιναν, άλλωστε, καλά οι δυο τους, και δεν φοβόταν ότι η Κέσριμιθ μπορεί να ερχόταν για να προκαλέσει προβλήματα.

Η Ζιρίνα’χοκ τη ρώτησε πώς θα μπορούσε να την εξυπηρετήσει, καθώς κάθονταν αντικριστά μέσα σ’ένα σαλονάκι στον τρίτο όροφο της Ακαδημίας. Και η Κέσριμιθ τής αποκρίθηκε ότι χρειαζόταν τη βοήθεια των μάγων. «Μου υποσχέθηκες πως θα έχω τη βοήθειά σας αν τη χρειαστώ.»

«Η Μαγική Ακαδημία βρίσκεται πάντοτε στη διάθεση των αρχών της πόλης,» αποκρίθηκε η Αρχιμάγισσα. «Τι επιθυμείς, Κέσριμιθ;»

«Χρειάζομαι ανθρώπους που μπορούν ή να μπλοκάρουν τηλεπικοινωνιακά σήματα ή να εντοπίσουν από πού έρχεται ένα τηλεπικοινωνιακό σήμα.»

«Οι Τεχνομαθείς γνωρίζουν τέτοια ξόρκια, αλλά και οι Διαλογιστές. Τους χρειάζεσαι τώρα, αμέσως;»

«Όχι αμέσως, αλλά θα ήθελα να τους στείλεις στο Μέγαρο των Φυλάκων το συντομότερο δυνατό.»

«Τι ακριβώς θα πρέπει να κάνουν;»

«Να μπλοκάρουν το σήμα του τηλεοπτικού σταθμού του Φύλακα, ή να εντοπίσουν από πού έρχεται το σήμα, πού βρίσκεται ο τηλεοπτικός σταθμός – μέσα στην πόλη; έξω από την πόλη;»

«Καταλαβαίνω,» αποκρίθηκε η Αρχιμάγισσα. «Νόμιζα, όμως, ότι είχες ήδη μάγους στην υπηρεσία σου που μπορούσαν να καταφέρουν κάτι τέτοιο…»

«Οι μάγοι μου δεν φαίνεται να προλαβαίνουν να κάνουν και τα δύο πράγματα μαζί. Σήμερα, για παράδειγμα, προσπαθούσαν να εντοπίσουν το σήμα (που κάποια προστατευτική μαγεία το κρύβει, απ’ό,τι καταλαβαίνω) και δεν είχαν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν την τηλεοπτική εκπομπή. Ο Φύλακας μίλησε ελεύθερα σ’ολόκληρη την πόλη χωρίς να κάνουν τίποτα για να τον σταματήσουν! Και στο τέλος μού ανέφεραν ότι ούτε τη γεωγραφική θέση του σταθμού του κατόρθωσαν να βρουν!»

«Μάλιστα,» είπε η Ζιρίνα’χοκ. «Θα σου στείλω μερικούς μάγους στο Μέγαρο εντός της ημέρας. Εννοείται πως θα πληρωθούν, βέβαια…»

«Φυσικά και θα πληρωθούν,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ. «Και όσο καλύτερα με υπηρετήσουν τόσο μεγαλύτερη θα είναι η αμοιβή τους.»

Όταν η Αρχόντισσα της Φάνρηβ επέστρεψε στο Μέγαρο των Φυλάκων βρήκε την Αρωγό της ανάστατη μπροστά από τον Θρόνο του Φύλακα, να δαγκώνει τα βαμμένα νύχια της νευρικά, ενώ παραδίπλα κάποιοι αξιωματικοί μιλούσαν έντονα αναμεταξύ τους.

«Τι συμβαίνει, Ολέρια;»

«Μεγάλη καταστροφή στον Μεσοπόταμο! Το έδαφος ανατινάχτηκε κάτω από τον στρατό μας, και κάτι τούς χτύπησε κι αρχίσανε όλοι τους να γελάνε και να βλέπουν παραισθήσεις.»

«Δεν καταλαβαίνω! Πες μου πάλι τι έγινε. Πιο σιγά – πιο συγκεκριμένα.»

«Αρχόντισσά μου,» είπε ένας αξιωματικός ερχόμενος από δίπλα. «Ο στρατός μας χτυπήθηκε στον Μεσοπόταμο. Οι αυτονομιστές, ή οι υποστηρικτές του Φύλακα, πρέπει να είχαν βάλει βόμβες στους υπονόμους, κάτω από τους δρόμους. Καθώς οι δυνάμεις μας πλησίαζαν την Οδό των Ξένων, μεγάλες εκρήξεις έγιναν· το πλακόστρωτο διαλύθηκε.»

«Μα τον Χάρλαεθ Βοκ!» αναφώνησε η Κέσριμιθ. «Είναι καλά ο Στρατηγός;»

«Ζωντανός είναι, απ’ό,τι ξέρουμε. Αλλά δεν ήταν μόνο οι εκρήξεις που χτύπησαν τον στρατό μας. Οι εχθροί πρέπει να του έριξαν και κάποιο αέριο, γιατί όλοι άρχισαν να γελάνε ασταμάτητα, βλέποντας παραισθήσεις.»

«Δουλειά των αυτονομιστών, μάλλον, νιρλίσα,» είπε ο Θόρεντιν, πλησιάζοντας – έχοντας παρουσιαστεί από κάπου πίσω από την Κέσριμιθ.

«Κι ακόμα δεν έχουμε βρει το καινούργιο άντρο τους!» είπε εκείνη, οργισμένα.

«Δεν είναι τόσο εύκολο αυτό, δυστυχώς.»

«Τι είδους αέριο ήταν που χτύπησε τους μαχητές μας;» ρώτησε η Κέσριμιθ.

«Δεν γνωρίζουμε, Υψηλοτάτη,» αποκρίθηκε ο αξιωματικός.

«Γελωτοποιός πρέπει να ήταν,» είπε ο Θόρεντιν.

«Γελωτοποιός;» ύψωσε ένα της φρύδι η Κέσριμιθ.

«Ένα αλχημικό σκεύασμα της Συντεχνίας του Ύπνου. Προκαλεί αδιάκοπο γέλιο και παραισθήσεις που βλέπεις να παρουσιάζονται μέσα από τον υλικό κόσμο.»

«Και είχαν τόσο μεγάλη ποσότητα αυτού του δηλητηρίου ώστε να επηρεάσουν ολόκληρο τον στρατό που πήγαινε να χτυπήσει τις εξεγερμένες συνοικίες;» απόρησε η Κέσριμιθ.

«Προφανώς, νιρλίσα.»

«Μπορείς να βρεις ανθρώπους της Συντεχνίας του Ύπνου;»

«Μπορώ.»

«Βρες τους, τότε, και φέρ’ τους εδώ – με τη βία, αν χρειαστεί. Θέλω να μάθω τι κάνουν. Σε ποιους δίνουν τόσο μεγάλες ποσότητες των δηλητηρίων τους.»

«Θα γίνει, νιρλίσα,» αποκρίθηκε ο Θόρεντιν, κι έφυγε από την Αίθουσα του Φύλακα.

7
Εξέταση Τραυματισμένης Σάρκας· Παράνομοι Επαγγελματίες· Μυαλά που Συναντιούνται

Η Κέσριμιθ συνάντησε στο καθιστικό των δωματίων της τη χειρούργο και τον μάγο του τάγματος των Ερευνητών που είχαν έρθει από το Βασίλειο της Χάρνωθ. Μαζί τους ήταν, επίσης, ένας μάγος του τάγματος των Βιοσκόπων που έμενε στο Μέγαρο των Φυλάκων: έμπιστος άνθρωπός της ο οποίος είχε κοιτάξει τα εγκαύματά της ύστερα από την επίθεση στο Μέγαρο των Αιρετών.

Οι επισκέπτες της τη χαιρέτησαν με ευγενικά λόγια και σύντομες υποκλίσεις, αποκαλώντας την Υψηλοτάτη, όπως όφειλαν να αποκαλούν μια Βασιλική Αντιπρόσωπο ενός προτεκτοράτου του Βασιλείου.

«Πού να καθίσω;» τους ρώτησε η Κέσριμιθ. Ένιωθε λιγάκι αγχωμένη, αν και το ήξερε πως αυτό ήταν ανόητο. Ή θα μπορούσαν να κάνουν κάτι ή δεν θα μπορούσαν· τίποτ’ άλλο δεν θα συνέβαινε. Κι αν δεν μπορούσαν αυτοί να κάνουν κάτι, απλά θα αναζητούσε άλλους. Δε θα το άφηνε έτσι· το ήξερε ότι ήταν εφικτό να θεραπευτεί, να γίνει ξανά όμορφη, και από δεξιά και από αριστερά.

«Εκεί, αν θέλετε, Υψηλοτάτη,» αποκρίθηκε ο μάγος του τάγματος των Ερευνητών, δείχνοντας έναν καναπέ. «Καθίστε στο πλάι, δείχνοντάς μας την πλευρά που μας ενδιαφέρει.»

Η Κέσριμιθ πλησίασε τον καναπέ, έλυσε τη ρόμπα της, και την έβγαλε μόνο από τη δεξιά μεριά, καθίζοντας όπως της είχαν ζητήσει. Τα εγκαύματά της ήταν φανερά επάνω στο γαλανό δέρμα της, από τον ώμο ώς την κνήμη, μια γεωγραφία καταστροφής.

Η χειρούργος τα κοίταξε προσεχτικά, και ο Ερευνητής επίσης. Ο Βιοσκόπος τα είχε ξαναδεί, και τα είχε ελέγξει και με τη μαγεία του· δεν υπήρχε κάτι άλλο να κάνει· τώρα απλά στεκόταν παράμερα, με τα χέρια του σταυρωμένα μπροστά του.

«Δε βλέπω τον λόγο γιατί να μη μπορεί να γίνει…» είπε ο Ερευνητής, ρίχνοντας ένα ερωτηματικό βλέμμα στη χειρούργο.

Εκείνη ένευσε. «Ναι, αλλά σταδιακά καλύτερα, όχι όλα μαζί.»

Ο μάγος συμφώνησε: «Σωστά, καλύτερα σταδιακά. Θα έχει και η ύλη χρόνο να προσαρμοστεί.»

«Και το σώμα της, επίσης.»

«Θα μου εξηγήσετε για τι πράγμα μιλάτε;» τους διέκοψε η Κέσριμιθ, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά δυνατά κάτω από το στήθος της. Είχαν, όντως, τρόπο για να τη θεραπεύσουν; Είχαν τρόπο για να κάνουν αυτές τις φριχτές ουλές να εξαφανιστούν;

Ο μάγος καθάρισε τον λαιμό του. «Αρχόντισσά μου. Υπάρχει μια ύλη – όχι από τη Μοργκιάνη, από το Σύμπλεγμα – η οποία έχει την ιδιότητα να γίνεται ένα με το ανθρώπινο σώμα όταν βρεθεί σε επαφή με ανοιχτά τραύματα. Το χρώμα της είναι γκρίζο, αλλά μπορώ να το αλλάξω με διάφορες μεθόδους, να το κάνω γαλανό, όπως το δέρμα σας. Η χειρούργος θα δημιουργήσει ανοίγματα επάνω σας εκεί όπου βρίσκονται τα εγκαύματα, και μέσα σ’αυτά θα τοποθετηθεί η ύλη, η οποία θα κλείσει τα τραύματα και θα ενωθεί με τη σάρκα σας, εξαφανίζοντας έτσι της ουλές. Ίσως μόνο να χρειαστεί λίγη ακόμα δουλειά από τη χειρούργο προκειμένου το δέρμα σας να γίνει το ίδιο λείο και όμορφο με πριν.»

Είχαν, όντως, τρόπο να τη θεραπεύσουν! Αλλά η Κέσριμιθ δεν χαμογέλασε, ούτε άφησε την ξαφνική ελπίδα να φανεί στο πρόσωπό της. «Και πότε μπορείτε να τα κάνετε αυτά; Έχεις την ύλη μαζί σου;»

Ο μάγος κατένευσε. «Έχω φέρει μια ποσότητα. Εικάζω πως θα αποδειχτεί αρκετή. Δεν μπορούμε, όμως, να κάνουμε τώρα την εγχείρηση· πρέπει, πρώτα, να δώσω στην ύλη το χρώμα του δέρματός σας. Και είναι και το θέμα της πληρωμής μας, φυσικά…»

Η Κέσριμιθ φόρεσε το δεξί μανίκι της ρόμπας της, κρύβοντας με το ένδυμα τη δεξιά της μεριά τώρα που δεν υπήρχε πια λόγος να την κοιτάζουν. «Θα πληρωθείτε, μην ανησυχείς γι’αυτό.»

«Δεν είναι μόνο η δουλειά μας· είναι και το κόστος της ύλης…»

Η Κέσριμιθ αναστέναξε. «Δεν με απασχολεί η τιμή. Πες μου πόσο θέλετε.»

«Χίλια-εξακόσια-πενήντα βασιλικά, Υψηλοτάτη.»

Αυτά ήταν περισσότερα απ’ό,τι έπαιρνε ένας μαχητής του Βασιλείου σε δύο χρόνια! Η Κέσριμιθ ατένισε τον μάγο με στενεμένα μάτια.

«Δεν είναι όλα για εμάς, Αρχόντισσά μου,» είπε αμέσως εκείνος, βλέποντας πώς τον έβλεπε. «Τα χίλια βασιλικά είναι για το κόστος της ύλης· δεν είναι εύκολο να βρεθεί και να αποκτηθεί στο Σύμπλεγμα. Τα πεντακόσια είναι για εμένα – είμαι χρόνια μάγος του τάγματος των Ερευνητών, κι έχω κάνει πολλές μελέτες· η εμπειρία μου δεν είναι μικρή, Αρχόντισσά μου. Και τα εκατόν-πενήντα βασιλικά που απομένουν είναι για τη χειρούργο, η οποία επίσης–»

«Μάλιστα,» τον διέκοψε η Κέσριμιθ. «Εντάξει. Θα σας δώσω χίλια-οχτακόσια βασιλικά. Αλλά φροντίστε να κάνετε καλή δουλειά, αλλιώς θα με εξοργίσετε.»

«Η γενναιοδωρία σας είναι μεγάλη, Υψηλοτάτη,» είπε η χειρούργος.

«Πολύ μεγάλη,» πρόσθεσε ο μάγος.

Η Κέσριμιθ σηκώθηκε από τον καναπέ. «Μπορείς ν’αρχίσεις να… χρωματίζεις την ύλη,» είπε στον Ερευνητή, «ενώ θα φιλοξενήστε και οι δύο εδώ, στο Μέγαρο των Φυλάκων.»

«Χρειάζομαι κάτι ακόμα από εσάς, Αρχόντισσά μου.»

Η Κέσριμιθ ύψωσε ένα φρύδι της ερωτηματικά.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο τηλεπικοινωνιακός δίαυλος κουδούνισε από το γραφείο της, και μια υπηρέτρια, που βρισκόταν στα άκρα του καθιστικού, έτρεξε προς τα εκεί.

Ο μάγος εξήγησε: «Χρειάζομαι ένα δείγμα του δερματικού σας χρωματισμού, ώστε η απόχρωση που θα δώσω στην ύλη να είναι ακριβής. Δεν έχουν όλοι οι γαλανόδερμοι άνθρωποι της Μοργκιάνης το ίδιο χρώμα.»

«Εντάξει,» είπε η Κέσριμιθ. «Τι πρέπει να κάνω;» Θα της ζητούσε κάποιο κομμάτι από τη σάρκα της;

«Δώστε μου το χέρι σας. Καθίστε πάλι, αν θέλετε.»

Η Κέσριμιθ κάθισε και άπλωσε το χέρι της προς τον μάγο, ο οποίος το πήρε μέσα στα δικά του και σήκωσε το μανίκι της ρόμπας της ώς τον αγκώνα.

Η υπηρέτρια επέστρεψε από το γραφείο. «Αρχόντισσά μου, σας ζητάνε.»

«Ποιος;»

«Ο Θόρεντιν.»

«Είναι επείγον; Δεν μπορεί να περιμένει λίγο;»

«Δεν μου είπε ότι είναι επείγον…»

«Τότε πες του να περιμένει.»

Η υπηρέτρια έφυγε πάλι από το καθιστικό, και η Κέσριμιθ είπε στον μάγο: «Συνέχισε. Τι θα κάνεις; Θα μου πάρεις αίμα;»

«Όχι, Αρχόντισσά μου, καμία σχέση. Δε θα νιώσετε τίποτα το σπουδαίο.» Ο Ερευνητής έβγαλε μέσα από το μακρύ πανωφόρι του ένα μεταλλικό κουτάκι, κι από το εσωτερικό του κουτιού πήρε μια ταινία. Έκρυψε ξανά το κουτάκι, αφαίρεσε μια μεμβράνη από την κάτω μεριά της ταινίας, και μετά τύλιξε την ταινία στον πήχη της Κέσριμιθ, η οποία αισθάνθηκε κάτι να ρουφά και να πιπιλίζει το δέρμα της σ’εκείνο το σημείο, σχεδόν σαν επίμονο φιλί. Ο μάγος κοίταζε τώρα το ρολόι στον καρπό του. Όταν ένα πεντάλεπτο είχε περάσει, και η Κέσριμιθ δεν αισθανόταν πλέον την ταινία να την πιπιλίζει τόσο έντονα (ή ίσως να είχε συνηθίσει την αίσθηση), ο Ερευνητής έπιασε την άκρη της ταινίας και την τράβηξε με προσοχή, αποκολλώντας την από τον πήχη της Αρχόντισσας. Η Κέσριμιθ ένιωσε σαν να έφευγε από πάνω της κάτι που είχε πιαστεί εκεί με πολλά μικροσκοπικά δόντια. Δεν έβλεπε, όμως, να έχει μείνει τίποτα στο δέρμα της – ούτε ουλή, ούτε καν αποτύπωμα.

Ο μάγος έβαλε την ταινία μέσα σ’έναν φάκελο που πήρε πάλι από το εσωτερικό του μακρύ πανωφοριού του. «Αυτό ήταν, Αρχόντισσά μου. Ελπίζω να μην ήταν δυσάρεστο.»

«Καθόλου,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ κρύβοντας το χέρι της μέσα στο μανίκι της ρόμπας.

«Με την άδειά σας τώρα, θα μπορούσαμε να πηγαίνουμε.»

Η Κέσριμιθ κατένευσε, και ο Ερευνητής και η χειρούργος, καληνυχτίζοντάς την (παρότι δεν ήταν νύχτα ακόμα· απόγευμα ήταν), αποχώρησαν.

«Θα θέλατε κάτι από εμένα, Αρχόντισσά μου;» ρώτησε ο Βιοσκόπος, που βρισκόταν ακόμα στο καθιστικό.

«Τι νομίζεις; Έπραξα καλά που συμφώνησα;»

«Δεν είμαι ειδικός με τη συγκεκριμένη ύλη, αλλά πιστεύω πως θα κάνει τη δουλειά της. Θα σας παρακολουθώ καθ’όλη τη διάρκεια της εγχείρησης, φυσικά.»

Η Κέσριμιθ τον ευχαρίστησε και του είπε πως μπορούσε κι εκείνος να πηγαίνει.

Όταν ο μάγος έφυγε, η Αρχόντισσα στράφηκε στην υπηρέτρια που ήταν πάλι στο καθιστικό. «Με περιμένει ακόμα ο Θόρεντιν;»

«Μάλιστα, Αρχόντισσά μου.»

Η Κέσριμιθ πήγε στο γραφείο και άνοιξε τον δίαυλο. «Θόρεντιν;»

«Νιρλίσα. Σου έφερα τους ανθρώπους της Συντεχνίας του Ύπνου. Θα ήθελες να τους μιλήσεις απόψε;»

*

Η Κέσριμιθ πήγε στο κρατητήριο, συνοδευόμενη από την Ολέρια. Η νέα Αρωγός έπρεπε να αρχίσει να μαθαίνει μερικά χρήσιμα πράγματα – όπως πώς γινόταν μια ανάκριση. Η Κέσριμιθ δεν νόμιζε ότι είχε κάνει ποτέ ανάκριση σε κανέναν, παρότι ο άντρας της είχε κάνει, αναμφίβολα, πιο πολλές ανακρίσεις απ’ό,τι θυμόταν.

Η Αρχόντισσα, φυσικά, δεν ήταν πλέον ντυμένη με τη ρόμπα της καθώς έμπαινε στο κρατητήριο. Φορούσε ένα μακρύ, μαύρο φόρεμα με ασημί σιρίτι και ασημιά ζώνη, ενώ ένας πορφυρός μανδύας έπεφτε στους ώμους της. Τα κόκκινα μαλλιά της δεν ήταν χτενισμένα έτσι ώστε να καλύπτουν πλήρως της δεξιά μεριά του προσώπου της. Ίσως η ουλή στο δεξί μάγουλο να εκφόβιζε λίγο αυτούς στους οποίους θα μιλούσε – πράγμα χρήσιμο για την ώρα.

Οι άνθρωποι της Συντεχνίας του Ύπνου που είχε συγκεντρώσει ο Αρχικατάσκοπός της ήταν τρεις: μία πρασινόδερμη, μαυρομάλλα γυναίκα και δύο άντρες, μαυρόδερμοι, ο ένας γκριζομάλλης με μούσια, ο άλλος πρασινομάλλης και ξυρισμένος στο πρόσωπο. Κανένας τους δεν έμοιαζε χαρούμενος που βρισκόταν εδώ. Τα χέρια τους δεν ήταν δεμένα, αλλά ήταν προφανές πως δεν μπορούσαν να φύγουν. Κάθονταν σ’έναν ξύλινο πάγκο κι οι τρεις τους, ενώ τέσσερις μαχητές του Βασιλείου στέκονταν στις γωνίες του δωματίου, και ο Θόρεντιν ήταν επίσης εδώ, με τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος.

Βλέποντας την Κέσριμιθ να μπαίνει, έκλινε το κεφάλι του σε χαιρετισμό, σιωπηλά, αγνοώντας τελείως την παρουσία της συζύγου του, της Αρωγού, και μη δείχνοντας ξαφνιασμένος που την αντίκριζε.

Η Κέσριμιθ στάθηκε μπροστά στους συντεχνίτες. «Καλησπέρα σας,» είπε. «Σίγουρα ξέρετε ποια είμαι, σωστά;»

«Αρχόντισσά μου,» είπε ο γκριζομάλλης άντρας, «γιατί βρισκόμαστε εδώ; Σας ορκιζόμαστε, δεν έχουμε επιχειρήσει καμία προδοσία κατά του Βασιλείου–»

«Σας κατηγόρησε κανείς για προδοσία;»

«Όχι, αλλά…»

«Τότε, γιατί ανησυχείτε; Έχετε λόγο, μήπως, για να ανησυχείτε;»

Ο νεότερος άντρας, ο πρασινομάλλης, είπε αμέσως: «Φυσικά και όχι, Αρχόντισσά μου!»

«Κι εσύ;» Η Κέσριμιθ ατένισε τη γυναίκα, που μέχρι στιγμής ήταν σιωπηλή, με τα χέρια της πλεγμένα πάνω στα γόνατά της.

«Αρχόντισσά μου, εγώ δεν έχω καμία σχέση μ’ό,τι κι αν συμβαίνει. Το ορκίζομαι σε όποιον θεό θέλετε.»

«Αν δεν κάνω λάθος, είστε κι οι τρεις μέλη της Συντεχνίας του Ύπνου,» είπε η Κέσριμιθ.

Κανείς δεν απάντησε· τα βλέμματά τους ήταν ή στο πάτωμα ή στα μποτοφορεμένα πόδια της.

«Έχω δίκιο ή δεν έχω;» ρώτησε η Κέσριμιθ, επίμονα.

«Είμαστε σίγουροι ότι οι πληροφορίες σας, Αρχόντισσά μου…» ψέλλισε ο πρασινομάλλης άντρας.

«Τι είναι οι πληροφορίες μου; Λανθασμένες;»

«Αρχόντισσά μου, δεν είμαστε προδότες. Είμαστε υπέρ του Βασιλείου. Πιστεύουμε ότι–»

«Δε μ’ενδιαφέρει τι πιστεύετε για το Βασίλειο της Χάρνωθ· δεν σας ρώτησα αυτό. Η Συντεχνία του Ύπνου, αν δεν λαθεύω, είναι παράνομη στη Φάνρηβ. Ήταν παράνομη προτού η πόλη γίνει προτεκτοράτο του Βασιλείου, σωστά;»

Οι συντεχνίτες δεν μίλησαν αμέσως· τελικά, η πρασινόδερμη γυναίκα είπε: «Ναι αλλά δεν ήταν κι έγκλημα ποτέ, Αρχόντισσά μου… Απλώς… απλώς φανερά να μη γίνεται τίποτα… Αυτοί που θέλουν κάτι συγκεκριμένο από τη συντεχνία…» Ανασήκωσε τους ώμους της, νευρικά.

«Δηλαδή, τι μπορεί να θέλουν από τη συντεχνία; Τι ζητάνε, συνήθως;»

«…Διάφορα πράγματα,» είπε η γυναίκα, ξεροκαταπίνοντας. «Σκευάσματα για να αισθάνονται καλύτερα, για να αλλοιώνουν τις αισθήσεις τους, για…» Κόμπιασε.

«Η Συντεχνία του Ύπνου ασχολείται με παραισθησιογόνα και παρόμοιες ουσίες, Αρχόντισσά μου,» είπε ο γκριζομάλλης άντρας. «Αναμφίβολα το γνωρίζετε. Τι θέλετε από εμάς; Γιατί είμαστε εδώ;»

«Θα μπορούσα να σας φυλακίσω και τους τρεις· είστε παράνομοι. Σύμφωνα με τον Νόμο της Φάνρηβ, η άσκηση παράνομου επαγγέλματος επιφέρει ποινή φυλάκισης από δύο μήνες έως δύο έτη, και μέρος αυτής, ή ολόκληρη, μπορεί να είναι εξαγοράσιμη. Αλλά το κόστος δεν είναι μικρό.»

Οι συντεχνίτες ήταν σιωπηλοί ξανά. Η πρασινόδερμη γυναίκα έτριβε νευρικά τα πλεγμένα χέρια της. Ο γκριζομάλλης άντρας ατένιζε την Αρχόντισσα υπολογιστικά. Ο πρασινομάλλης, νεότερος άντρας έμοιαζε να βρίσκεται σε βαθιά σκέψη – πώς να ξεμπλέξει, ίσως.

«Δε θα ήθελα, όμως, να σας προκαλέσω πρόβλημα στις δουλειές σας,» είπε φιλικά η Κέσριμιθ. «Δε μ’ενοχλούν ακόμα και τα… ‘παράνομα’ επαγγέλματα αν εξυπηρετούν κάποιον σκοπό μέσα στην πόλη. Εξάλλου, ποιος από εμάς είναι τελείως νόμιμος; Κανένας.»

Τα λόγια της φάνηκαν να τους χαλαρώνουν, εκτός από τον γκριζομάλλη άντρα που εξακολουθούσε να την ατενίζει υπολογιστικά. Δε μ’εμπιστεύεται, σκέφτηκε η Κέσριμιθ. Και καλά κάνει. Είναι έξυπνος. Υποθέτω πως θα συνεργαστεί πρόθυμα.

«Μερικές πληροφορίες θέλω μόνο από εσάς,» συνέχισε. «Για ένα συγκεκριμένο σκεύασμα.»

«Ασφαλώς, Αρχόντισσά μου· ό,τι επιθυμείτε,» είπε ο πρασινομάλλης άντρας. «Εντελώς δωρεάν, φυσικά.»

Η Κέσριμιθ χαμογέλασε. «Φυσικά. Το σκεύασμα που με ενδιαφέρει ονομάζεται Γελωτοποιός. Το γνωρίζετε;»

«Εννοείται. Προκαλεί ανεξέλεγκτο γέλιο και παραισθήσεις που δεν σε αποκόπτουν πλήρως από την πραγματικότητα.»

«Σήμερα το πρωί,» είπε η Κέσριμιθ, «κάποιοι έριξαν μια πολύ μεγάλη ποσότητα αυτού του σκευάσματος στον στρατό μου στον Μεσοπόταμο. Θα ήθελα από εσάς να μάθω μερικά πράγματα. Πρώτον: πόσο εύκολο είναι να φτιαχτεί τόσο μεγάλη ποσότητα ώστε να επηρεάσει τόσους πολλούς ανθρώπους;»

«Χρειάζεται χρόνος,» είπε ο πρασινομάλλης άντρας, «και τα κατάλληλα στοιχεία.»

«Προφανώς. Θέλω λεπτομέρειες, όμως. Μπορεί να γίνει μέσα σε μία μέρα; Μέσα σε δύο; Σε τρεις; Σε πόσες;»

Ο γκριζομάλλης άντρας είπε: «Μιλάμε για δύο μεγάλες φιάλες αερίου τουλάχιστον, Αρχόντισσά μου. Ίσως και περισσότερες. Προσωπικά θα ετοίμαζα τέσσερις για να είμαι βέβαιος ότι θα επηρεαστούν τόσοι άνθρωποι· γιατί πρέπει κανείς να έχει υπόψη του και τον αέρα που πιθανώς να φυσά. Ας πούμε, λοιπόν, ότι ήταν τέσσερις φιάλες Γελωτοποιού. Ο χρόνος που απαιτείται για την παρασκευή τους, σε ένα μέτριο εργαστήριο, είναι ένας με δύο μήνες.»

«Και σ’ένα μεγάλο εργαστήριο;»

«Ο μισός χρόνος, αναμφίβολα.»

«Δε θα μπορούσαν, επομένως, να είχαν ετοιμαστεί αποβραδίς…»

«Εννοείται πως όχι.»

«Κάποιοι, λοιπόν, αγόρασαν φιάλες με Γελωτοποιό από τη συντεχνία σας, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσουν εναντίον του στρατού του Βασιλείου.»

«Η συντεχνία μας,» είπε η πρασινόδερμη γυναίκα, «δεν είναι ολόκληρη ένα… ένα μαγαζί, Αρχόντισσά μου. Ο Γελωτοποιός μπορεί να πωλήθηκε από διάφορους αλχημιστές.»

«Ακριβώς αυτό που λέει,» συμφώνησε ο γκριζομάλλης άντρας.

«Εσείς οι τρεις δεν φτιάχνετε Γελωτοποιό;»

«Φτιάχνουμε,» αποκρίθηκε ο γκριζομάλλης άντρας. «Αλλά εγώ, τουλάχιστον, δεν πούλησα καθόλου Γελωτοποιό σήμερα ή χτες.»

«Εσείς;» Η Κέσριμιθ κοίταξε τους άλλους δύο.

«Εγώ δεν φτιάχνω Γελωτοποιό,» είπε η γυναίκα.

«Εγώ φτιάχνω αλλά σπάνια,» είπε ο νεότερος άντρας. «Και δεν πούλησα χτες ή σήμερα.»

Η Κέσριμιθ είπε: «Σίγουρα, όμως, έχετε διασυνδέσεις με άλλους της συντεχνίας σας.» Και περίμενε την απάντησή τους· κι οι τρεις κατένευσαν, αν και διστακτικά. «Θέλω να μάθετε ποιοι πούλησαν μεγάλες ποσότητες Γελωτοποιού σήμερα, χτες, ή προχτές.» Δε μπορεί οι αυτονομιστές (αν όντως αυτοί ήταν που επιτέθηκαν) να είχαν τον Γελωτοποιό από πιο παλιά, σωστά; «Το θεωρείτε εφικτό; Θα με εξυπηρετήσετε;»

«Θα… προσπαθήσουμε, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε ο πρασινομάλλης άντρας.

«Πρέπει να βιαστείτε, όμως· δεν έχουμε άπειρο χρόνο στη διάθεσή μας. Κι όσο πιο γρήγορα μάθετε αυτό που θέλω, τόσο μεγαλύτερη αμνησία σκοπεύω να πάθω σχετικά μ’εσάς και διάφορα… παράνομα επαγγέλματα. Γίνομαι κατανοητή;»

«Απόλυτα, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε ο γκριζομάλλης άντρας.

«Θέλω, μέσα στις επόμενες δυο, τρεις ημέρες, να έχω συγκεκριμένα ονόματα που πούλησαν Γελωτοποιό.»

«Θα κάνουμε τα αδύνατα δυνατά,» υποσχέθηκε ο πρασινομάλλης άντρας.

«Μια ερώτηση ακόμα,» είπε η Κέσριμιθ. «Πόσο εύκολο είναι να στήσει κανείς εργαστήριο για την παρασκευή Γελωτοποιού;»

«Αν θέλετε να στήσουμε ένα εργαστήριο για εσάς–»

«Δε μ’ενδιαφέρει αυτό. Απαντήστε στην ερώτησή μου.»

Ο γκριζομάλλης άντρας καθάρισε τον λαιμό του. «Χρειάζονται κάποια μηχανήματα για την επεξεργασία υγρών και αερίων, καθώς και τα κατάλληλα στοιχεία. Μπορεί κανείς να τα βρει όλα στη Μεγάλη Αγορά, αν ξέρει πού να ψάξει· δεν είναι απαγορευμένα, αλλά δεν είναι και πολύ κοινά.»

«Υποθέτω πως εσείς ξέρετε πού να ψάξετε…»

Κι οι τρεις τους κατένευσαν.

«Πείτε μου. Με λεπτομέρειες,» πρόσταξε η Κέσριμιθ, κι έριξε ένα λοξό βλέμμα προς τη μεριά του Θόρεντιν, ο οποίος, ασφαλώς, παρακολουθούσε με ενδιαφέρον. Η Αρχόντισσα σκεφτόταν να του ζητήσει, μετά, να βάλει τους κατασκόπους στη Μεγάλη Αγορά να αναζητήσουν τα μέρη που θα ανέφεραν οι συντεχνίτες, ώστε να μάθουν αν κάποιοι είχαν πρόσφατα αγοράσει ύλες και μηχανήματα από εκεί.

Όταν η ανάκριση τελείωσε, η Κέσριμιθ ευχαρίστησε τους τρεις ανθρώπους της Συντεχνίας του Ύπνου και τους είπε πως μπορούσαν να πηγαίνουν. Αλλά να μην ξεχνούσαν ότι σύντομα θα μιλούσαν μαζί της ξανά. Εκείνοι υποσχέθηκαν πως θα έκαναν το παν για να μην την απογοητεύσουν.

Οι μαχητές του Βασιλείου συνόδεψαν τους συντεχνίτες έξω από το κρατητήριο και προς την πύλη του Μεγάρου των Φυλάκων.

Η Κέσριμιθ στράφηκε στην Αρωγό της. «Τι νομίζεις, Ολέρια; Θα κάνουν τη δουλειά μας;»

«Έτσι φαίνεται, νιρλίσα. Φαίνονταν αρκετά τρομαγμένοι.»

«Αυτό,» της είπε η Κέσριμιθ, «δεν είναι πάντοτε καλό σημάδι συνεργασίας, Ολέρια. Μπορεί να είναι τόσο τρομαγμένοι που θα σε προδώσουν.»

Η Ολέρια κοίταξε προς τη μεριά του άντρα της σαν να περίμενε εκείνον να πει κάτι. Αλλά εκείνος δεν μίλησε, έτσι η Ολέρια είπε: «Θα τους παρακολουθούμε, δεν θα τους παρακολουθούμε, νιρλίσα

«Αναμφίβολα.» Και στράφηκε στον Θόρεντιν. «Θέλω οι κατάσκοποί μας στη Μεγάλη Αγορά να αναζητήσουν τα μέρη που μας ανέφεραν, ώστε να μάθουν–»

«–αν κάποιοι αγόρασαν από εκεί εξοπλισμούς για την παρασκευή Γελωτοποιού;»

«Μέσα στο μυαλό μου είσαι, Θόρεντιν.»

«Δεν ήταν δύσκολο να το μαντέψω, νιρλίσα. Ήταν ακριβώς αυτό που θα έκανα κι εγώ, ούτως ή άλλως. Μοιάζουμε πολύ οι δυο μας, και ταιριάζουμε.»

Η Κέσριμιθ αναρωτήθηκε αν αυτό ήταν ξεδιάντροπο ερωτικό υπονοούμενο μπροστά στην ίδια τη σύζυγό του. Της ζητούσε να ξαναβρεθούν μαζί; Θυμόταν εκείνη τη μοναδική φορά που είχαν σμίξει και την ξαναήθελε παρότι ήταν σημαδεμένη απ’όλη τη δεξιά μεριά; Η δεξιά μεριά δεν είναι παρά ένα μόνο μέρος του σώματός μου – και το υπόλοιπο είναι ακόμα πολύ, πολύ όμορφο.

«Ναι, Θόρεντιν,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ υπομειδιώντας· «σίγουρα τα… μυαλά μας συναντιούνται.»

Η Ολέρια, κοιτάζοντας μια εκείνη μια τον άντρα της, δεν φαινόταν να έχει καταλάβει τίποτα.

8
Καινούργιοι Φίλοι· Καινούργια Ρούχα· Διανυκτέρευση στη Μεζονέτα του Τέταρτου Ορόφου

Δεν είχε περάσει πολλή ώρα αφότου έφυγε ο Άλφεντουρ από το σπίτι όταν το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε. Η Λαρβάκι ήταν στην κουζίνα ψήνοντας τσάι, τυλιγμένη σε μια ελαφριά ρόμπα υφασμένη στο Δάσος του Ουρανού. Δεν κρύωνε· το σύστημα θέρμανσης του διαμερίσματος ήταν άψογο: τίποτα από την ψύχρα του φθινοπώρου δεν περνούσε.

Το κουδούνι χτύπησε ξανά.

Η Λαρβάκι άφησε το τσάι στην ενεργειακή εστία και, με το πιστόλι της στο χέρι (οι παλιές συνήθειες δύσκολα ξεχνιούνται), πλησίασε την εξώπορτα αφού ανέβηκε τα δυο σκαλοπάτια του χολ. «Ποιος είναι;» ρώτησε.

«Ο Θάλβακιρ είμαι. Να περάσω;»

Η Λαρβάκι κοίταξε από το ματάκι της πόρτας: πράγματι, αυτός ήταν, και μόνο. Του άνοιξε.

Εκείνος μπήκε ρίχνοντας μια ματιά στο όπλο στο χέρι της. «Σκέφτεσαι να το χρησιμοποιήσεις;» ρώτησε χαμογελώντας φιλικά.

«Δεν το κρίνω απαραίτητο,» είπε η Λαρβάκι, επιστρέφοντας βιαστικά στην κουζίνα και νιώθοντας το αριστερό της πόδι να πονά σαν ένα μαχαίρι να μπηγόταν στον μηρό της, εκεί όπου πριν από μέρες την είχε χτυπήσει η σφαίρα στην υπόγεια βάση κάτω από τη Φάνρηβ.

Ο Θάλβακιρ την ακολούθησε.

Η Λαρβάκι έβγαλε το τσάι από την ενεργειακή εστία και γέμισε μια κούπα.

«Έχεις βολευτεί, βλέπω,» παρατήρησε ο Θάλβακιρ, φιλικά ξανά, αλλά εκείνη διαισθανόταν ότι υπήρχε κάτι άλλο κρυμμένο πίσω από τον φιλικό του τρόπο.

«Ο Άλφεντουρ είναι πολύ φιλόξενος άνθρωπος.» Η Λαρβάκι φύσηξε το ζεστό τσάι της για να κρυώσει. «Θέλεις τσάι;»

«Όχι, ευχαριστώ.»

«Κάτι άλλο;»

«Ούτε.»

«Γιατί είσαι εδώ;» Ήπιε μια μικρή, προσεχτική γουλιά.

«Ο Άλφεντουρ λείπει;»

«Έχει πάει στο Συμβούλιο.»

«Το φανταζόμουν. Ελπίζω να μη σε πειράζει να καθίσω να τον περιμένω…»

«Καθόλου. Πάμε στο σαλόνι.»

Πήγαν στο σαλόνι και κάθισαν στο τραπέζι. Ο Θάλβακιρ έστριψε ένα τσιγάρο και το άναψε. Η Λαρβάκι είχε την αίσθηση πως δεν βρισκόταν εδώ για να μιλήσει στον Άλφεντουρ αλλά για να προσέχει εκείνη όσο ο Άλφεντουρ έλειπε. Τι νομίζει ότι θα κάνω; Θα δω έγγραφα που δεν πρέπει να δω; Θα σκαλίσω απαγορευμένες πληροφορίες στο πληροφοριακό σύστημα του γραφείου; Ήπιε ακόμα μια προσεχτική γουλιά από το τσάι της.

«Είσαι παντρεμένος;» τον ρώτησε ύστερα από λίγο.

Ο Θάλβακιρ χαμογέλασε. «Υποθέτω, το ενδιαφέρον σου είναι ακαδημαϊκό;»

«Τελείως ακαδημαϊκό, σε διαβεβαιώνω. Όχι πως θέλω να σε προσβάλλω.»

«Δεν είμαι παντρεμένος,» της είπε ο Θάλβακιρ, τινάζοντας στάχτη στο τασάκι· και δεν πρόσθεσε καμια άλλη λεπτομέρεια. Η μυστικοπάθεια των κατοίκων της Μοργκιάνης, σκέφτηκε η Λαρβάκι.

«Ούτε εσύ είσαι παντρεμένη, ε;»

Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν είχα ποτέ τον χρόνο, και δεν ξέρω αν θα μου ταίριαζε η έγγαμη ζωή. Αλλά ήταν κάποτε κάποιος που ήμασταν πολύ κοντά… πριν από τον μεγάλο πόλεμο της Επανάστασης.»

Ο Θάλβακιρ την ατένισε ερωτηματικά. Οι Μοργκιανοί ήταν κρυψίνοες μόνο σχετικά με τον εαυτό τους.

«Πράκτορας της Παντοκράτειρας ήταν κι αυτός,» είπε η Λαρβάκι. «Οι επαναστάτες τον σκότωσαν. Παραλίγο να σκοτώσουν κι εμένα.»

«Λυπάμαι. Ήταν γηγενής; Μοργκιανός;»

Η Λαρβάκι ένευσε. «Ναι.» Η φωνή της είχε ξαφνικά γίνει λιγάκι πιο βραχνή. Ακόμα η ανάμνησή του την επηρέαζε, διαπίστωσε – πράγμα που δεν περίμενε. Ο θάνατός του την είχε σοκάρει· τη μια στιγμή στεκόταν δίπλα της, και μετά… έπεφτε, με μια σφαίρα να έχει διαλύσει τη δεξιά μεριά του κεφαλιού του…

Ο Θάλβακιρ δεν ρώτησε άλλα· ήταν σιωπηλός για κάποια ώρα. Ύστερα, έσβησε το τσιγάρο του και άνοιξε τον τηλεοπτικό δέκτη σ’ένα κανάλι που έδειχνε τρεις χορευτές και τρεις χορεύτριες να στροβιλίζονται ενώ επαναλαμβανόμενη μουσική ακουγόταν. Δεν ήταν ασυνήθιστες τέτοιες εκπομπές στη Μοργκιάνη, όπως είχε μάθει η Λαρβάκι. Μπορεί να έδειχναν με τις ώρες ανθρώπους να κάνουν συγκεκριμένες κινήσεις, με μουσική ή και χωρίς καθόλου μουσική. Υποτίθεται πως αυτό χαλάρωνε το μυαλό. Το δικό της μυαλό, πάντως, δεν το χαλάρωνε· απλά την έκαναν να βαριέται. Ίσως να έπρεπε να είσαι Μοργκιανός…

«Μου στρίβεις ένα τσιγάρο;»

Ο Θάλβακιρ τής έστριψε ένα τσιγάρο και της το έδωσε. Της το άναψε κιόλας.

Η Λαρβάκι το κάπνισε, το έσβησε στο τασάκι. Χασμουρήθηκε. Ο τηλεοπτικός δέκτης ακόμα έδειχνε χορευτές να χορεύουν με επαναλαμβανόμενη μουσική.

«Πες μου την αλήθεια: Ήρθες για να με προσέχεις, έτσι δεν είναι; Για να μην κάνω τίποτα ύποπτο εδώ ενώ λείπει ο Άλφεντουρ.»

Ο Θάλβακιρ, παίρνοντας το βλέμμα του από την οθόνη, την ατένισε ευθέως. «Ναι,» αποκρίθηκε, «αλλά ήθελα ούτως ή άλλως να σε γνωρίσω καλύτερα. Εσύ θα σε εμπιστευόσουν, αν ήσουν εγώ;»

«Μάλλον όχι,» παραδέχτηκε η Λαρβάκι.

«Βλέπεις;»

«Οι δίδυμες πώς είναι, αλήθεια; Η Αζουρίτα, βασικά. Η Αζουρίτα δεν ήταν που τραυματίστηκε;»

«Ναι. Και είναι καλύτερα, μου είπαν.»

Μετά από λίγο, ενώ οι χορευτές ακόμα χόρευαν στην οθόνη, η Λαρβάκι είπε: «Η πολεμική τεχνική σου είναι, πάντως, αξιοθαύμαστη, απ’ό,τι είδα τουλάχιστον στην υπόγεια βάση. Πού έμαθες να πολεμάς έτσι;»

«Είχα έναν πολύ καλό δάσκαλο.» Η μυστικοπάθεια των Μοργκιανών, και πάλι. «Αλλά κι εσύ είσαι αρκετά ικανή, παρατήρησα.»

«Είχα πολλούς δασκάλους· κανέναν ιδιαίτερα καλό, όμως.»

«Στη Φεηνάρκια;»

«Στη Φεηνάρκια, στη Ρελκάμνια, στη Μοργκιάνη…»

«Παντοκρατορικούς;»

«Ναι.»

«Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας,» είπε ο Θάλβακιρ, «ήξεραν πολλά ύπουλα κόλπα και τεχνικές, αλλά τους διέφευγαν κάποιες βασικές αρχές της μάχης σώμα-με-σώμα.»

«Ήσουν με την Επανάσταση, Θάλβακιρ;»

«Εξαρχής, όχι· προς το τέλος, ναι, βοήθησα τους επαναστάτες. Αλλά δεν κρατώ μέσα μου μίσος για όσους κάποτε είχαν υπηρετήσει την Παντοκράτειρα.» Σαν να της έλεγε Δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς από εμένα λόγω του παρελθόντος σου. Και η Λαρβάκι δεν νόμιζε πως ήταν ψέματα. Της έμοιαζε για αρκετά φιλικός τύπος, γενικά. Κάποια σχετική καχυποψία που μπορεί να είχε προς εκείνη δεν ήταν παρά δικαιολογημένη.

«Διδάσκεις;» τον ρώτησε.

Την κοίταξε ερωτηματικά.

«Τις πολεμικές τεχνικές σου,» διευκρίνισε εκείνη.

«Σ’εσένα, εννοείς;»

«Ναι. Θα μ’ενδιέφερε.»

«Γιατί;»

«Για διάφορους λόγους.» Ανασήκωσε τους ώμους της. «Πρέπει να βρω κάπως να ζω, τώρα που η κατάσταση στο σύμπαν άλλαξε τόσο. Μπορεί να δουλέψω ακόμα κι ως μισθοφόρος – εξειδικευμένη, βέβαια.»

«Θα μπορούσα να σε διδάξω κάποια πράγματα,» είπε ο Θάλβακιρ. «Όχι όμως τώρα που κουτσαίνεις· να έχει το πόδι σου θεραπευτεί καλά, πρώτα.»

*

Όταν ο Άλφεντουρ επέστρεψε στο σπίτι του, πλησίαζε μεσημέρι και ο Θάλβακιρ ήταν ακόμα εκεί μαζί με τη Λαρβάκι, αλλά είχαν πλέον σβήσει τον τηλεοπτικό δέκτη.

«Τι κάνεις εσύ εδώ;» ρώτησε ο διπλωμάτης.

«Πέρασα να δω πώς είσαι,» αποκρίθηκε ο σωματοφύλακάς του.

Ο Άλφεντουρ έβγαλε την κάπα του, κρεμώντας την στην κρεμάστρα. «Η δουλειά μου είναι να καταλαβαίνω αυτούς που λένε ψέματα.»

Ο Θάλβακιρ γέλασε, και η Λαρβάκι το ίδιο· ο πρώτος είπε: «Ήρθα για να φυλάω τη φίλη σου.»

«Αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα,» πρόσθεσε εκείνη. «Ο Θάλβακιρ είναι πολύ καλή παρέα.»

«Με κάνεις να ζηλεύω,» είπε ο Άλφεντουρ πλησιάζοντας το τραπέζι για να καθίσει κοντά τους.

«Χωρίς λόγο, όμως.» Η Λαρβάκι τεντώθηκε για να τον φιλήσει στην άκρια του στόματος. Το χέρι της τον άγγιξε, δήθεν τυχαία, ανάμεσα στους μηρούς, κι ο διπλωμάτης αισθάνθηκε το όργανό του να έχει μια τελείως μη διπλωματική αντίδραση, καθώς το παντελόνι του του φάνηκε ξαφνικά να στενεύει.

«Το περίμενα ότι θα είχες πάει να μιλήσεις στο Συμβούλιο,» είπε ο Θάλβακιρ.

«Δε με εκπλήσσει.»

«Όλα εντάξει;»

«Αναμενόμενα.»

Η Λαρβάκι παρατήρησε πως ούτε ο Θάλβακιρ ρώτησε τι ακριβώς είχε ειπωθεί με το Συμβούλιο ούτε ο Άλφεντουρ προθυμοποιήθηκε να αναφέρει τίποτα. Κρυψίνοες όσο δεν παίρνει. Και είναι φίλοι οι δυο τους! Όχι πως αυτό την παραξένευε, φυσικά. Αλλά ποτέ δεν θα μπορούσε να συνηθίσει ορισμένες κοινωνικές συμπεριφορές των Μοργκιανών.

«Η Ριλάθιρ είναι επίσης στην πόλη,» πρόσθεσε ο Άλφεντουρ.

«Την είδες;» είπε ο Θάλβακιρ.

«Ναι· ήταν κι εκείνη στον Οίκο του Συμβουλίου. Όλα ήσυχα στην Όζντρηβ, μου είπε. Πολύ ήσυχα. Βαρετά.» Γέμισε την πίπα του με καπνό.

«Ποια είναι η Ριλάθιρ, αν επιτρέπεται;» Ούτε το γεγονός ότι πολλά ονόματα στη Μοργκιάνη ήταν, συγχρόνως, αρσενικά και θηλυκά μπορούσε εύκολα να συνηθίσει η Λαρβάκι. Το Ριλάθιρ, όποτε το άκουγε, της έφερνε άντρα στο μυαλό, για κάποιο λόγο· αλλά δεν ήταν αποκλειστικά αντρικό όνομα. Στη Φεηνάρκια δεν υπήρχαν τέτοια μπερδεμένα πράγματα…

«Μια ομότιμή μου,» απάντησε ο Άλφεντουρ.

«Διπλωμάτισσα;»

Εκείνος κατένευσε κι άναψε την πίπα του.

Μάλλον δεν πρόκειται να μάθω τίποτα περισσότερο γι’αυτήν, σκέφτηκε η Λαρβάκι. «Να κάνω μια άλλη ερώτηση;»

«Εννοείται,» της είπε ο Άλφεντουρ, κοιτάζοντάς την παραξενεμένος, σαν να αναρωτιόταν πώς είχε σκεφτεί ότι μπορεί να υπήρχε πρόβλημα με το να κάνει ερώτηση.

«Στη Φάνρηβ πότε θα επιστρέψουμε;»

«Μόλις το Συμβούλιο αποφασίσει κάποια πράγματα. Σε δύο, τρεις μέρες, πιθανώς.»

«Και στο μεταξύ;»

«Θα σου γνωρίσουμε τη Νάζρηβ, φυσικά.»

*

«Το είχα ακούσει πως είχατε εναέρια οχήματα, μα δεν ήξερα αν αλήθευε.»

«Το έμαθες τώρα,» της είπε ο Άλφεντουρ, οδηγώντας το εναέριο όχημά του μέσα στους δρόμους της Νάζρηβ, με τη Λαρβάκι καθισμένη πλάι του και τον Θάλβακιρ να τους ακολουθεί με το δίκυκλό του.

«Εδώ είναι η Νότια Αγορά,» την πληροφόρησε. «Πολυσύχναστο μέρος, όπως βλέπεις.» Γύρω από το όχημά τους υπήρχαν κι άλλα οχήματα (στην πλειοψηφία τους, όχι εναέρια), πεζοί, και καβαλάρηδες. Μέσα στο μεσημέρι, η κίνηση ήταν έντονη. Ένας δενδρογίγαντας στεκόταν μπροστά στην πόρτα ενός καταστήματος που η επιγραφή του έλεγε ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΝΑΖΡΗΒ.

«Η τράπεζά μας είναι από τις ισχυρότερες στη Μοργκιάνη,» είπε ο Άλφεντουρ.

«Το ξέρω. Η Φάνρηβ πήρε δάνειο από εσάς για να επισκευάσει τις ζημιές που έγιναν κατά τον τελευταίο πόλεμο.»

Ο Άλφεντουρ ένευσε. «Ναι.»

«Ο δενδρογίγαντας είναι εκπαιδευμένος ως φύλακας;»

«Ακριβώς.»

«Δεν τον είδα να κρατά πυροβόλο όπλο· και οι σφαίρες τούς σκοτώνουν κανονικά, όπως τους ανθρώπους…»

«Όχι όπως τους ανθρώπους. Ο ξύλινος φλοιός τους τους προσφέρει αρκετή προστασία, και το δέρμα από κάτω είναι πιο σκληρό απ’ό,τι των ανθρώπων. Ωστόσο, ο δενδρογίγαντας, όπως θα καταλαβαίνεις, δεν είναι η μοναδική φύλαξη της τράπεζας. Όχι πως υπάρχει και κανένας μεγάλος κίνδυνος για ληστείες εδώ, αλλά έχουν επιχειρηθεί κατά καιρούς.»

«Από ξένους;»

«Κυρίως.»

Άφησαν τα οχήματά τους σ’ένα γκαράζ και βάδισαν ώς ένα εστιατόριο με το όνομα Ήλιος του Νούρκας: ένα μαγαζί καλής ποιότητας με μεγάλο μενού και ήπια μουσική. Οι μυρωδιές των φαγητών γαργαλούσαν τη μύτη. Η Λαρβάκι έφαγε με όρεξη ενώ ο Άλφεντουρ τής έλεγε διάφορα για την πόλη του. Τα μισά δεν ήταν σίγουρη αν μετά θα τα θυμόταν· το μυαλό της δεν λειτουργούσε κατασκοπευτικά τώρα: ήταν χαλαρή.

Προς το τέλος του γεύματος, ο Άλφεντουρ κάλεσε με τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του την Αζουρίτα και τη Ζέρκιλιθ για να τις ρωτήσει αν εκείνος, ο Θάλβακιρ, και η Λαρβάκι μπορούσαν να περάσουν από το σπίτι τους. Αλλά η Ζέρκιλιθ τού αποκρίθηκε ότι καλύτερα να έρχονταν το απόγευμα, κι αυτός δεν έφερε αντίρρηση. Ίσως η Αζουρίτα να ήταν κουρασμένη από το τραύμα της, υπέθεσε.

«Εσύ πήγες καθόλου να τις δεις;» ρώτησε τον Θάλβακιρ.

«Χτες βράδυ. Και σήμερα το πρωί επικοινώνησα μαζί τους προτού έρθω στο σπίτι σου.»

«Όλα ήταν καλά;»

«Ναι.»

Φεύγοντας από τον Ήλιο του Νούρκας χωρίστηκαν: ο Θάλβακιρ πήγε νότια, στη Συνοικία των Τεχνών όπου έμενε· ο Άλφεντουρ και η Λαρβάκι πήγαν ανατολικά, στη Συνοικία των Πύργων, στο διαμέρισμα του διπλωμάτη.

«Δεν έχω ρούχα για το απόγευμα,» παρατήρησε εκείνη, όταν βρίσκονταν στο σπίτι. «Μόνο αυτά που φοράω επάνω μου.» Μύρισε τη μπλούζα της. «Κι έχουν ήδη αρχίσει να βρομάνε.»

«Δε νομίζω να εκπλαγείς αν σου πω πως στη Νάζρηβ μπορείς να βρεις τη μεγαλύτερη ποικιλία ρούχων στη Μοργκιάνη.» Ο Άλφεντουρ γέμισε ένα ποτήρι νερό και ήπιε, καθώς μπήκαν στην κουζίνα. «Αλλά τα μαγαζιά δεν είναι ανοιχτά τώρα. Μπορούμε, όμως, να πάμε μόλις ανοίξουν.»

«Δεν έχω λεφτά μαζί μου,» είπε η Λαρβάκι. «Καθόλου λεφτά.»

«Έχω εγώ,» αποκρίθηκε χωρίς δισταγμό ο Άλφεντουρ.

«Μη λες ανοησίες· δε θα μπορώ καν να σε ξεπληρώσω. Ούτε στη Φάνρηβ δεν έχω λεφτά, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα.»

«Εσύ μη λες ανοησίες· δεν ζητάω να με ξεπληρώσεις. Δεν είμαι η Τράπεζα της Νάζρηβ.»

«Με κάνεις να αισθάνομαι άσχημα.»

Ο Άλφεντουρ τη φίλησε στο πλάι του λαιμού. «Μπορούμε να το διορθώσουμε αυτό.»

Τελικά, αφού ο διπλωμάτης έριξε μια ματιά στις κλήσεις και στα μηνύματα που ίσως να είχαν αποθηκευτεί στο τηλεπικοινωνιακό σύστημα του γραφείου του, απλά κοιμήθηκαν και το απόγευμα σηκώθηκαν νωρίς για να πάνε στα μαγαζιά προτού επισκεφτούν τις δίδυμες, προτού καν τους καλέσει ο Θάλβακιρ.

Διασχίζοντας τις οδογέφυρες της Συνοικίας των Πύργων, ο Άλφεντουρ οδήγησε τη Λαρβάκι σ’έναν όροφο μιας πανύψηλης πολυκατοικίας ο οποίος ήταν γεμάτος με καταστήματα ρούχων. Υπήρχε ένα κατάστημα που εξειδικευόταν στις τελευταίες μόδες της Νάζρηβ· ένα κατάστημα που εξειδικευόταν σε ενδυμασίες από το Βασίλειο της Χάρνωθ· ένα κατάστημα με ρούχα από το Ψυχροδάσος· ένα κατάστημα με ρούχα από το Θαλασσοδάσος· ένα κατάστημα που παρακολουθούσε τις τελευταίες μόδες ολόκληρης της Κοινοπολιτείας των Τεσσάρων Δασών· ένα κατάστημα που έφερνε ενδύματα από τις Σκιερές Κοιλάδες· και άλλα, διάφορα καταστήματα. Ανάμεσά τους η Λαρβάκι πρόσεξε ένα κατάστημα με ρούχα αποκλειστικά από άλλες διαστάσεις, και στη βιτρίνα είδε ρούχα που, αναμφίβολα, ήταν από τη Φεηνάρκια, την πατρίδα της. Χαμογελώντας, τα έδειξε στον Άλφεντουρ. «Είναι πολύ ακριβά;»

«Τίποτα εδώ πέρα δεν είναι πολύ ακριβό· είναι περιοχή για ρακένδυτους που δεν έχουν νόμισμα κρυμμένο στο βρακί τους.»

Η Λαρβάκι γέλασε. «Νόμιζα ότι ένας διπλωμάτης θα ήταν καλύτερος ψεύτης. Ντροπή σου!» Ο τρόπος του την έκανε να αισθάνεται πολύ άνετα μαζί του, πράγμα που, από μια άποψη, την ανησυχούσε. Τα ένστικτα που είχε αποκτήσει ως πράκτορας της Παντοκράτειρας – αυτά τα ένστικτα τής έλεγαν ότι ο Άλφεντουρ ήταν, ίσως, ύποπτος.

Μπήκαν στο κατάστημα με τα εξωδιαστασιακά είδη και η Λαρβάκι, μη θέλοντας να το παρακάνει με τις αγορές της, πήρε μόνο μια αλλαξιά ρούχα και τρεις αλλαξιές εσώρουχα – όλα από τη Φεηνάρκια, φτιαγμένα από δέρματα άγριων θηρίων.

«Από τη Φεηνάρκια είστε, κυρία;» τη ρώτησε ο υπάλληλος.

«Ναι.»

«Φαίνεται,» είπε μειδιώντας πλατιά. «Είναι όλοι κοκκινόδερμοι εκεί, έχω ακούσει.»

«Όχι όλοι. Πολλοί, μάλιστα, είναι τόσο μαύροι όσο εσύ.»

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του Άλφεντουρ είχε, εν τω μεταξύ, κουδουνίσει και ο διπλωμάτης είχε μιλήσει στον Θάλβακιρ, ο οποίος ήταν έξω από το σπίτι του και περίμενε με το δίκυκλό του για να πάνε μαζί στις δίδυμες.

Η Λαρβάκι έβαλε τα ρούχα σε μια φυτική σακούλα και έφυγαν από την πολυκατοικία με τα ενδυματοπωλεία, διασχίζοντας τις οδογέφυρες προς την πολυκατοικία του Άλφεντουρ. Πλησιάζοντας εκεί, είδαν από κάτω τους, στον επίγειο δρόμο, σταματημένο τον Θάλβακιρ. Κι εκείνος τούς είδε επίσης (πράγμα που η Λαρβάκι θεώρησε αξιοσημείωτο για τις ικανότητές του) γιατί τους έγνεψε με το χέρι.

Πήγαν στο διαμέρισμα του Άλφεντουρ, και η Λαρβάκι έβγαλε τα παλιά της ρούχα και φόρεσε τα καινούργια.

«Νόμιζα ότι θ’αγόραζες τουλάχιστον μια αλλαξιά ακόμα.»

«Μα δεν είπες ότι σε δυο, τρεις μέρες θα φύγουμε; Τι να την κάνω;»

«Ούτε οι πράκτορες της Παντοκράτειρας είναι καλές ψεύτρες, βλέπω.»

Η Λαρβάκι χαμογέλασε καθώς τελείωνε με το ντύσιμό της. «Έλα τώρα, Άλφεντουρ· δεν ήθελα να σε επιβαρύνω.» Τον φίλησε φευγαλέα στα χείλη.

«Δεν επιβαρύνομαι τόσο εύκολα.»

«Μη με προκαλείς γιατί θα το μετανιώσεις,» τον προειδοποίησε, αγγίζοντας τα χείλη του με τις άκριες των δαχτύλων της.

Όταν, μέσα στο εναέριο όχημα του Άλφεντουρ, βγήκαν από το υπόγειο γκαράζ της πολυκατοικίας, ο Θάλβακιρ ήταν ακόμα έξω, καβάλα στο δίκυκλό του. Κατευθύνθηκαν μαζί προς τα ανατολικά. Έπιασαν την Οδό Αεροναυτών, κατέβηκαν στη Σήραγγα των Ανέμων που περνούσε κάτω από τον ποταμό Τίγρη, και βρέθηκαν στη Συνοικία της Γνώσης στην αντίπερα όχθη. Ο ήλιος βούλιαζε πίσω από τη δύση και οι φωτόλιθοι και τα ενεργειακά φώτα στους δρόμους στραφτάλιζαν έντονα.

Το σπίτι της Αζουρίτας και της Ζέρκιλιθ ήταν στον τέταρτο όροφο μιας εξαώροφης πολυκατοικίας. Μια μεζονέτα. Οι δίδυμες είχαν έντονη μουσική και παρέα. Μαζί τους ήταν τέσσερις φίλοι τους: ο Ζόρελνιρ, ένας νοοχορευτής (που τώρα δεν χόρευε, απλά καθόταν οκλαδόν πάνω σ’ένα γιγάντιο μαξιλάρι και έπινε κρασί Χαρνώθιων δασών)· η Ηλέκτρα, μια ποιήτρια από τη Συνοικία των Τεχνών· ο Εθέλδιρ, ένας αρτοποιός που μάλλον για μισθοφόρο θα τον περνούσες από την όψη του· και η Έρνελιθ, θαλαμηπόλος σε επιβατηγά σκάφη. Ο Ζόρελνιρ και η Ηλέκτρα ήταν ζευγάρι, όπως σύντομα κατάλαβε η Λαρβάκι. Η έντονη μουσική που ακουγόταν ήταν του τοπικού συγκροτήματος Βλαστάρια της Αυγής, το οποίο δεν ήταν καθόλου άγνωστο και στο Θαλασσοδάσος. Το τραγούδι που έπαιζε το ηχοσύστημα όταν μπήκαν οι επισκέπτες στη μεζονέτα ονομαζόταν Χορεύοντας με Δενδρογίγαντες.

«Άλφεντουρ!» αναφώνησε η Έρνελιθ, αμέσως, καθώς τιναζόταν όρθια και τον αγκάλιαζε γύρω απ’τον λαιμό, φιλώντας τον ηχηρά στο μάγουλο.

«Θα μας πεις όλες σου τις περιπέτειες;» τον ρώτησε ο Ζόρελνιρ, μειδιώντας.

«Αν δεν σας τις έχουν ήδη πει οι βοηθοί μου,» αποκρίθηκε ο διπλωμάτης, γελώντας, ενώ χαιρετούσε και τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους. Τους σύστησε, μετά, τη Λαρβάκι, αλλά εκείνοι δεν φάνηκαν να εκπλήσσονται από την παρουσία της· οι δίδυμες μάλλον τους είχαν μιλήσει γι’αυτήν.

«Πρέπει να γίνεται του Πεινασμένου Σκοταδιού στη Φάνρηβ, ε;» είπε ο Εθέλδιρ, καπνίζοντας, όταν όλοι τους είχαν καθίσει και η Ζέρκιλιθ είχε προσφέρει ποτά στους νεοαφιχθέντες.

«Χειρότερα, ίσως, απ’ό,τι μπορείς να φανταστείς,» του είπε ο Θάλβακιρ.

«Φυσικά και θάναι χειρότερα απ’ό,τι μπορώ να φανταστώ· φούρναρης είμαι, μα τον Νούρκας!»

Και οι περισσότεροι γέλασαν.

Το απόγευμα πέρασε ευχάριστα, με κουβέντα, μουσική, ποτά (πολλά και διάφορα ποτά από κάθε γωνιά της Μοργκιάνης), καπνούς (από κάθε γωνιά της Μοργκιάνης, επίσης), και πρόχειρα φαγητά. Όταν νύχτωσε, η Αζουρίτα, μισοξαπλωμένη σ’έναν σοφά, χρησιμοποίησε τον επικοινωνιακό δίαυλο του σπιτιού για να παραγγείλει βραδινό, το οποίο και σύντομα ήρθε. Οι πάντες ήταν ζαλισμένοι και σε εύθυμη διάθεση. Η Ηλέκτρα τούς απήγγειλε ένα ποίημά της προτού δειπνήσουν, και ο Εθέλδιρ, πάντα πλακατζής, έκανε αποδοκιμαστικές γκριμάτσες καθώς εκείνη διάβαζε, οπότε η ποιήτρια (δίχως να πάψει την ανάγνωση) του πέταξε ένα μαξιλάρι. Ο φούρναρης έσκυψε – πολύ γρήγορα και ευέλικτα για φούρναρης.

«Λοιπόν, εντάξει,» είπε η Ζέρκιλιθ όταν το ποίημα τελείωσε (μαζί με τα χειροκροτήματα που το ακολούθησαν), «τώρα ακούμε μουσική δενδρογιγάντων καθώς θα τρώμε.»

«Μουγκρητά πάλι, δηλαδή· καταλάβατε,» σχολίασε ο Εθέλδιρ, και γέλια ακολούθησαν. Η Ζέρκιλιθ τον αγνόησε, βάζοντας το ηχοσύστημα να παίξει μουσική δενδρογιγάντων.

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, ήρθε η γυναίκα του Εθέλδιρ, η οποία ονομαζόταν Βάρναλιρ και ήταν δημοσιογράφος. «Έλα να μαζέψεις τον ανώμαλο τον άντρα σου γιατί μας έχει ζαλίσει!» της είπε η Έρνελιθ.

«Μου φαίνεστε αρκετά ζαλισμένοι κι από μόνοι σας,» αποκρίθηκε εκείνη γελώντας, καθώς τις έκαναν χώρο να καθίσει και η Ζέρκιλιθ τής έφερνε ένα ποτό.

Τη νύχτα την πέρασαν, τελικά, στο σπίτι των διδύμων γιατί ήταν όλοι τους – εκτός από τη Βάρναλιρ – πολύ πιωμένοι για να οδηγήσουν οχήματα· ακόμα και για να καβαλήσουν άλογα ή γιγαντόλυκους. Η μεζονέτα είχε αρκετό χώρο· δεν χρειαζόταν καν να στριμωχτούν. Απλώθηκαν στα δωμάτια με άνεση. Η Λαρβάκι ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει, κι αισθανόταν σκασμένη από το φαγητό· έχοντας βγάλει τις μπότες της, κοιμήθηκε πάνω στον σοφά όπου πριν ήταν μισοξαπλωμένη η Αζουρίτα. Ο Άλφεντουρ έμεινε ξύπνιος μέχρι αργά, συζητώντας με την Έρνελιθ για εμπορικά θέματα στον ποταμό Τίγρη ενώ κάπνιζαν τσιγάρα από την Όζντρηβ. Αργότερα, η Έρνελιθ πήγε προς το δωμάτιο που είχε πάει ο Θάλβακιρ για να ξαπλώσει. Μάλλον αναρωτιόταν αν είχε την ίδια ερωτική όρεξη μ’εκείνη, υπέθεσε ο Άλφεντουρ. Δεν την είδε να επιστρέφει από εκεί, επομένως η διαίσθησή της πρέπει να ήταν σωστή. Ήταν περιστασιακά εραστές η Έρνελιθ και ο σωματοφύλακάς του.

Ο Άλφεντουρ χαλάρωσε τα ρούχα του, έβαλε τα πόδια του σε μια καρέκλα, και κοιμήθηκε επάνω στην πολυθρόνα όπου καθόταν. Αν είδε όνειρα, δεν τα θυμόταν το πρωί.

9
Μια Ήσυχη Μέρα· Δουλειές της Νύχτας· η Ζιρίνα Ασφαλίζει το Σπίτι της· η Αρχόντισσα Αναβάλει Μια Εγχείρηση· Νυχτερινή Επιχείρηση· Γκριζοντυμένοι Φονιάδες, η Οργή του Νυκτόκηπου

Αυτή ήταν η πιο ήσυχη ημέρα από την αρχή της πολιορκίας για πολλούς από τους κατοίκους της Φάνρηβ αλλά και για τους πολιορκητές. Οι πολεμικές μηχανές, φυσικά, σφυροκοπούσαν τα βόρεια τείχη της πόλης, ενώ ναυμαχίες γίνονταν στ’ανοιχτά του λιμανιού, κι ακόμα και κάποιες γρήγορες αψιμαχίες πέρα από τα τείχη. Όμως ο Φύλακας δεν μίλησε τηλεοπτικά στους πολίτες της Φάνρηβ· ούτε ο Στρατηγός Σέλιρ αλ Σίριλναθ επιτέθηκε στις συνοικίες που είχαν καταλάβει οι εξεγερμένοι, ανασυγκροτώντας τους μαχητές του, προσπαθώντας να σκεφτεί κάποιο καλύτερο σχέδιο, κι έχοντας προστάξει τους τεχνικούς και τους Τεχνομαθείς μάγους να επιδιορθώσουν το ενεργειακό κανόνι που είχε χτυπηθεί από τις εκρήξεις κάτω από το πλακόστρωτο των δρόμων. Οι Εκτελεστές του Ιερού Δέους έμειναν να περιμένουν εντολές, χωρίς να κινηθούν ενάντια σε κάποιον. Κανείς δεν προσπάθησε να σκοτώσει τον Εθέλδιρ ωλ Σαρέλκεμ, ούτε τη Χαρκάνιθ αλ Σάρεθουν, ούτε κανένα άλλο πολιτικό πρόσωπο. Ούτε έγιναν συγκρούσεις ανάμεσα σε πολίτες που υποστήριζαν τον Φύλακα και πολίτες που υποστήριζαν τους Χαρνώθιους. Ούτε η Ζιρίνα δέχτηκε επίθεση καθώς πήγαινε στην οικία των Φέρενερ στο Υαλουργείο, καβάλα στη Μαύρη Γούνα. Ούτε ο Κάλνεντουρ επιχείρησε κάποιο από τα σκοτεινά και παράξενα κόλπα του· οι αυτονομιστές απλώς παρακολουθούσαν τους πάντες.

Η Αρχόντισσα Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ ρώτησε τον μάγο που είχε έρθει μαζί με τη χειρούργο από το Βασίλειο της Χάρνωθ τι γινόταν με τη δουλειά του, κι εκείνος τής απάντησε ότι έδινε στην ύλη το χρώμα του δέρματός της και αύριο θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η εγχείρηση αν η Αρχόντισσα το επιθυμούσε.

Τη νύχτα, η Κέσριμιθ κάλεσε τον Βασιλικό Αρχικατάσκοπο Θόρεντιν στα δωμάτιά της, για μια επείγουσα δουλειά, ενώ είχε διώξει όλες τις υπηρέτριες από εκεί. Και, όταν ο Θόρεντιν ήρθε, η Αρχόντισσα τράβηξε τον σύρτη της εξώπορτας. Καθώς οι δυο τους διεκπεραίωναν την επείγουσα δουλειά τους επάνω στο μεγάλο κρεβάτι του υπνοδωματίου, στην πόλη οι Κλέφτες της Πνοής κινούνταν μέσα στα σκοτάδια των δρόμων, αναζητώντας θύματα – Χαρνώθιους και υποστηρικτές Χαρνώθιων. Κι αυτές οι δολοφονίες (όλες μέσω στραγγαλισμού) ήταν η μόνη σημερινή αναστάτωση στη Φάνρηβ – χωρίς κανείς να υπολογίζει, φυσικά, τα χτυπήματα στα βόρεια τείχη, πράγμα δεδομένο για την πολιορκία.

Η Κέσριμιθ ρώτησε τον Θόρεντιν, μετά: «Πού είναι η γυναίκα σου;»

«Κοιμάται, νομίζω.»

*

Την άλλη μέρα, η Κέσριμιθ είπε στον Θόρεντιν (ενώ βρίσκονταν στην Αίθουσα του Φύλακα, όχι στην κρεβατοκάμαρά της) ότι κάτι έπρεπε να γίνει μ’αυτούς τους Κλέφτες της Πνοής. Έπρεπε να βρεθεί κάποιος τρόπος να τους σταματήσουν. Σκότωναν όποιον ήθελαν, οπουδήποτε μες στην πόλη!

«Δε μπορούν να πλησιάσουν καλά προστατευμένους στόχους, νιρλίσα,» αποκρίθηκε ο Αρχικατάσκοπος.

«Προκαλούν, όμως, χάος ακόμα και μ’αυτούς που σκοτώνουν. Ο κόσμος τρομοκρατείται, και ο τρόμος του μπορεί να τον στρέψει εναντίον μου, να τον κάνει να εξεγερθεί και σ’άλλες συνοικίες.»

«Ή να συσπειρωθεί γύρω σου.»

«Δε θέλω να το ρισκάρω, Θόρεντιν. Θέλω να βρεις και να εξολοθρεύσεις τους φονιάδες. Από τον πρώτο ώς τον τελευταίο.»

«Δεν ξέρω κατά πόσο αυτό θα ήταν εύκολο, νιρλίσα, αλλά θα το προσπαθήσω.»

Η Κέσριμιθ έστρεψε το βλέμμα της στον Σέλιρ αλ Σίριλναθ. «Στρατηγέ. Έχεις κάποιο σχέδιο για να υποτάξουμε τις εξεγερμένες συνοικίες;»

«Ύστερα απ’ό,τι συνέβη την προηγούμενη φορά, σκέφτομαι πως οι δρόμοι της πόλης προς εκείνη τη μεριά πιθανώς να μην είναι ασφαλείς για τον στρατό μας. Επομένως, πρέπει να κινηθούμε από αλλού.»

Η Κέσριμιθ συνοφρυώθηκε. «Όχι από τους δρόμους; Από πού, τότε; Σου είπα ήδη, Στρατηγέ: δεν θέλω να βομβαρδίσετε με αεροσκάφη τις συνοικίες.»

«Δε θα τις βομβαρδίσουμε με αεροσκάφη, Αρχόντισσά μου,» τη διαβεβαίωσε ο Σέλιρ.

*

Η Ζιρίνα ήταν στην οικία των Φέρενερ, και δεν κατευθύνθηκε αμέσως προς το Σκοτεινό Παζάρι τώρα που είχε ξημερώσει. Περίμενε να έρθουν μερικοί μισθοφόροι ακόμα, για να μιλήσει μαζί τους. Ήθελε να υπάρχει μέγιστη ασφάλεια στο σπίτι της οικογένειάς της γιατί φοβόταν ότι οι Εκτελεστές του Ιερού Δέους ίσως να χτυπούσαν κι εδώ. Αν είχαν βάλει στόχο τον Εθέλδιρ, πόσο απίθανο ήταν ο επόμενος στόχος να ήταν η Ζιρίνα; Κι αν ήθελαν να τη σκοτώσουν, θα δίσταζαν να σκοτώσουν μαζί και την οικογένειά της; Μάλλον όχι.

Η Ζιρίνα είχε προειδοποιήσει αποβραδίς τον πατέρα της, τη μητέρα της, και τον αδελφό της, εξηγώντας τους τι είχε συμβεί στο Σκοτεινό Παζάρι και λέγοντάς τους να προσέχουν. Η μητέρα της, η Καλφίριθ, της είπε να μην ξαναπήγαινε στον Εθέλδιρ, να έμενε εδώ ώσπου να τελειώσει η πολιορκία· αλλά η Ζιρίνα αποκρίθηκε ότι αυτό αποκλειόταν: φυσικά και θα ξαναπήγαινε – πολύ σύντομα, μάλιστα – στο Σκοτεινό Παζάρι και στο σπίτι του Εθέλδιρ. «Μα τι πράγματα είν’ αυτά, τέλος πάντων;» φώναξε η Καλφίριθ. «Δεν έπρεπε ποτέ να είχες αρχίσει ν’ασχολείσαι με την πολιτική! Και δεν είναι άνθρωπος αυτός που συναναστρέφεσαι, μα τον Νούρκας! Γιατί δεν βρίσκεις έναν καλό άνθρωπο της πόλης, να τον παντρευτείς και να–;»

«Αρκετά, μαμά! Δεν έχω χρόνο για σαχλαμάρες!»

«Μη μου λες εμένα ‘αρκετά’, Ζιρίνα! Η ζωή σου–»

«Η ζωή μου είναι όπως θέλω να είναι! Γιατί δεν λες ποτέ τίποτα και για τη ζωή του γιου σου;»

«Ο αδελφός σου δεν τριγυρίζει με ανθρώπους που είναι παράνομοι.»

«Ο Εθέλδιρ δεν είναι παράνομος. Του χρωστάς, μάλιστα, το ότι τώρα η Μοργκιάνη είναι ελεύθερη–»

«Τον κυνηγάνε να τον σκοτώσουν, παιδί μου! Και έχει προκαλέσει εξεγέρσεις μέσα στην πόλη–»

«Δεν προκάλεσε ο Εθέλδιρ τις εξεγέρσεις–»

«Μη μου λες ψέματα· έχω ακούσει τι λένε–»

«Ανοησίες λένε!»

Κι έτσι θα συνέχιζαν ώς τα μεσάνυχτα, χτες, αν ο πατέρας της Ζιρίνα, ο Παρνάλθιρ, δεν είχε παρέμβει για να τις χωρίσει. Σήμερα, η μητέρα της Ζιρίνα δεν της μιλούσε καθόλου· απέφευγε να τη συναντήσει γενικά.

«Δε θάπρεπε να έχεις τέτοιο τρόπο με τη μαμά,» είπε ο Ναλτάφιρ στην αδελφή του, ενώ εκείνη περίμενε τους μισθοφόρους να έρθουν. «Είναι ευαίσθητη και το παίρνει κατάκαρδα.»

«Εσύ καλύτερα να μη μιλάς,» αποκρίθηκε η Ζιρίνα. «Εσένα ποτέ δεν σου λέει τίποτα. Εμένα συνέχεια μ’έχει στο στόχαστρό της λες και της έχω σκοτώσει τη μάνα.»

«Η γιαγιά όλοι ξέρουμε ότι πέθανε από γεράματα· κανείς δεν το αμφισβητεί.»

«Άσε τις εξυπνάδες,» μόρφασε η Ζιρίνα· «καταλαβαίνεις τι εννοώ. Σου έχει πει ποτέ τίποτα για όλες αυτές τις τσούλες που φέρνεις εδώ μέσα;»

«Δε φέρνω τσούλες–»

«Μην αρχίσουμε τώρα να κολλάμε στους ορισμούς! Σου έχει πει ποτέ τίποτα;»

«Για την ακρίβεια, ναι, μου έχει πει.»

«Σοβαρά; Πότε; Δε θα ήμουν εγώ στο σπίτι.»

«Πράγματι, δεν ήσουν.»

«Δε θα ήταν και κάνα σπουδαίο περιστατικό, υποθέτω…»

«Είχε όμως θυμώσει αρκετά,» είπε ο Ναλτάφιρ.

«Γιατί;»

«Είχα φέρει εδώ κάποια με λευκό δέρμα. Όχι το τελείως λευκό που έχουν κάποιοι εξωδιαστασιακοί· λευκό με απόχρωση του ροζ. Η μαμά έτυχε να τη δει και μετά την είχε καβαλήσει το πνεύμα της Θορμάνκου. ‘Δε θέλω άγνωστες εξωδιαστασιακές εδώ μέσα!’ και τέτοια.»

Η Ζιρίνα χαμογελούσε, καθώς ήταν καθισμένη σε μια από τις πολυθρόνες του σαλονιού, με τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο.

«Μη γελάς,» είπε ο Ναλτάφιρ· «είχε πραγματικά τσαντιστεί πολύ, λες και περίμενε ο ήλιος να σβήσει επειδή πάτησε το πόδι της μια λευκόδερμη γυναίκα στο σπίτι.»

«Να προσέχεις, πάντως. Σου έχω ξαναπεί ότι μπορεί να φέρεις εδώ καμια κατάσκοπο της Αρχόντισσας.»

«Μέχρι στιγμής δεν έχει συμβεί, όμως.»

«Μπορεί να έχει συμβεί χωρίς να το ξέρεις· μην είσαι ανόητος.»

«Εσύ φταις, που συνεχώς μπαίνεις στο μάτι της Αρχόντισσας.»

«Δε θ’αφήσω την πόλη μου να καταδυν–»

Το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε. Μια υπηρέτρια έτρεξε ν’ανοίξει και μετά ήρθε στο σαλόνι, λέγοντας: «Κυρία Ζιρίνα, εσάς ζητάνε. Ένας κύριος.»

Ήταν ο άνθρωπος που περίμενε: ο αρχηγός της δεύτερης ομάδας μισθοφόρων. Τον υποδέχτηκε στο σαλόνι και του μίλησε, ενώ κι ο Ναλτάφιρ ήταν εκεί. Του είπε ότι υπήρχε φόβος μήπως δολοφόνοι επιτεθούν στο σπίτι – πολύ, πολύ καλά εκπαιδευμένοι δολοφόνοι. (Δεν ανέφερε το όνομα Εκτελεστές του Ιερού Δέους για να μην τον τρομάξει.) Εκείνος τής αποκρίθηκε να μείνει ήσυχη· κανένας δεν θα εισέβαλλε στην οικία όσο οι μαχητές του την προστάτευαν. Και θα συνεργαζόταν άριστα με τους άλλους μισθοφόρους, υποσχέθηκε.

Όταν η Ζιρίνα είχε τελειώσει τη συζήτηση μαζί του, του είπε πως για ό,τι άλλο ήθελε μπορούσε να μιλήσει στον αδελφό της (τον οποίο και έδειξε ευγενικά καθώς στεκόταν παραδίπλα) ή στον πατέρα της (ο οποίος τώρα, μάλλον, ήταν στο γραφείο του). Μετά, χαιρέτησε τον αρχηγό των μισθοφόρων και τον Ναλτάφιρ και, παίρνοντας την κάπα της από την κρεμάστρα στη γωνία, φορώντας τα ασημόχρωμα γυαλιά της, πήγε στον στάβλο της οικίας, όπου την περίμενε η Μαύρη Γούνα. Ο σταβλίτης είχε ήδη σελώσει και χαλινώσει τη γιγαντολύκαινα, όπως τον είχε προστάξει η Ζιρίνα, και τώρα εκείνη την καβάλησε κι έφυγε από το σπίτι των Φέρενερ, κατευθυνόμενη βόρεια, προς τον Ταριχευτή.

Φτάνοντας εκεί, πλησίασε τις αποβάθρες και μια συγκεκριμένη σκεπαστή βάρκα όπου έβλεπε ανθρώπους να φορτώνουν πράγματα, βιαστικά. Βρισκόταν σ’ένα σημείο του μικρού λιμανιού του Ταριχευτή που δεν ήταν άμεσα φανερό. Καθώς ζύγωνε, η Ζιρίνα κατέβασε την κουκούλα της κάπας της για να μη σφυρίξει κανένας απ’αυτούς που φυλούσαν τσίλιες ότι πιθανός κατάσκοπος της Αρχόντισσας ερχόταν.

Ο Νέλδουρ αλ Θάρναθ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Οπλουργών, στεκόταν κοντά στη βάρκα, με τα μεγάλα χέρια του σταυρωμένα μπροστά του, κι έστρεψε το βλέμμα του στη Ζιρίνα καθώς εκείνη κατέβαινε απ’τη Μαύρη Γούνα παίρνοντάς την από τα χαλινάρια.

«Νέλδουρ.»

«Ζιρίνα,» ένευσε προς τη μεριά της.

«Στέλνεις όπλα στο Παζάρι;»

«Ναι· και μάλλον θα πας κι εσύ μαζί τους, τώρα.»

«Θα πάω,» είπε η Ζιρίνα.

«Δυο κιβώτια απομένουν ακόμα.» Ο Νέλδουρ τα έδειξε εκεί όπου ήταν τοποθετημένα στην προβλήτα. «Ανέβα στη βάρκα.»

«Τι όπλα είναι;»

«Διάφορα.»

«Εσύ προμήθευσες προχτές τους αυτονομιστές με τα εκρηκτικά που ανατίναξαν τους δρόμους του Μεσοπόταμου;»

«Τι ερωτήσεις ειν’ αυτές, Ζιρίνα; Εγώ δεν έχω σχέσεις με παρανόμους. Και ούτε τώρα εγώ στέλνω αυτά τα όπλα στο Παζάρι. Πηγαίνουν από μόνα τους, κλεμμένα από πράκτορες του Φύλακα πιθανώς. Τη Ζιρίνα ωλ Φέρενερ, ίσως.»

Η Ζιρίνα σήκωσε πάλι την κουκούλα της κάπας της, για καλό και για κακό.

Ο Νέλδουρ μειδίασε μέσα από τα πυκνά μούσια του.

Η Ζιρίνα επιβιβάστηκε στη βάρκα και η Μαύρη Γούνα την ακολούθησε. Δύο από τους τέσσερις που βρίσκονταν εκεί τούς γνώριζε· ήταν υποστηρικτές του Φύλακα.

«Τι γίνεται στο Σκοτεινό Παζάρι;»

«Όλα ήσυχα, Ζιρίνα. Για την ώρα.» «Περιμένουμε από στιγμή σε στιγμή την επόμενη επίθεση των Χαρνώθιων.»

«Με εκπλήσσει που δεν έχουν κάνει τίποτα ακόμα. Μια ολόκληρη μέρα έχει περάσει.»

«Η ενέδρα στον Μεσοπόταμο τούς τράνταξε.» «Θα φοβούνται τώρα να μας ζυγώσουν, μην εκραγούν κι άλλοι δρόμοι από κάτω τους!»

«Μπορεί.» Και δεν αποκλείεται ο Κάλνεντουρ να έχει όντως προετοιμάσει κάτι τέτοιο, πρόσθεσε νοερά. Δεν αποκλείεται όλοι οι δρόμοι που συνορεύουν με τον Νυκτόκηπο και το Σκοτεινό Παζάρι να έχουν μετατραπεί σε ναρκοπέδιο, περιμένοντας να εκραγούν κάτω από τα πόδια των Χαρνώθιων. Αλλά η Ζιρίνα αναρωτήθηκε τι κόλπα μπορεί να είχε ετοιμάσει ύστερα ο Κάλνεντουρ για τους υποστηρικτές του Φύλακα… Είναι εχθρός μας· δεν πρέπει να το ξεχνάμε.

Όπως κι αυτός… Το βλέμμα της πήγε στη μεγαλόσωμη φιγούρα του Νέλδουρ αλ Θάρναθ, που το περίγραμμά της φαινόταν πολύ έντονο, σχεδόν σπινθηροβόλο, πίσω από τα ασημόχρωμα γυαλιά της Ζιρίνα.

Τα δύο τελευταία κιβώτια φορτώθηκαν στη βάρκα, οι μηχανές της μπήκαν σε λειτουργία, και το πλεούμενο κινήθηκε πάνω στα νερά του ποταμού Τίγρη, κατευθυνόμενο βόρεια, πηγαίνοντας αργά λόγω του βάρους των πυρομαχικών. Λίγο μεγαλύτερο να ήταν το φορτίο, υποπτευόταν η Ζιρίνα, και η βάρκα θα είχε αρχίσει να μπάζει νερά.

Οι αποβάθρες του Σκοτεινού Παζαριού, στην αντικρινή όχθη του Τίγρη, απείχαν περίπου μισό χιλιόμετρο, και δεν άργησαν να φτάσουν εκεί και να αράξουν χωρίς να συναντήσουν καμια αντίσταση από βάρκες Χαρνώθιων. Η Ζιρίνα αποβιβάστηκε και καβάλησε ξανά τη Μαύρη Γούνα, ενώ εξεγερμένοι πολίτες έρχονταν για να ξεφορτώσουν τα πολεμοφόδια. Ορισμένοι την αναγνώρισαν (παρά την κουκούλα της) και τη χαιρέτησαν. Εκείνη τούς αντιχαιρέτησε με το ύψωμα του χεριού, και μετά έβαλε τη γιγαντολύκαινά της να τρέξει προς το σπίτι του Εθέλδιρ.

*

Οι πολεμικές μηχανές της Κοινοπολιτείας των Τεσσάρων Δασών σφυροκοπούσαν άγρια τα βόρεια τείχη, και οι δυνάμεις των Χαρνώθιων ανταποκρίνονταν με παρόμοιο μένος, ολόκληρη την ημέρα. Αλλά τίποτα δεν φαινόταν να συμβαίνει στο εσωτερικό της πόλης: ούτε συγκρούσεις στους δρόμους, ούτε φασαρίες, ούτε δολοφονίες, ούτε κάτι άλλο έκρυθμο.

Μέχρι που νύχτωσε.

Όταν ο ασθενικός ήλιος της Μοργκιάνης είχε βυθιστεί στη δύση, τα πλεούμενα του Βασιλείου της Χάρνωθ γέμισαν ξαφνικά τον ποταμό Τίγρη, φεύγοντας από τον Μεσοπόταμο, τη Μεγάλη Αγορά, και τις Εκβολές. Κατευθυνόμενα προς το Σκοτεινό Παζάρι. Συγχρόνως, ελικόπτερα απογειώνονταν από τον Αερολιμένα της Φάνρηβ, γεμάτα μαχητές του Βασιλείου. Κατευθυνόμενα κι αυτά προς το Σκοτεινό Παζάρι.

Ο Στρατηγός Σέλιρ αλ Σίριλναθ βρισκόταν πάνω σ’ένα από τα μεγαλύτερα πλεούμενα, στεκόμενος στην πρύμνη και κοιτάζοντας με τα κιάλια του που ήταν ενισχυμένα με Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως ώστε να σκίζουν τα σκοτάδια και να διακρίνουν πράγματα που αλλιώς θα ήταν αόρατα.

Η Αρχόντισσα Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ ήταν στο Μέγαρο των Φυλάκων αλλά στεκόταν κι εκείνη εκεί όπου μπορούσε να βλέπει πολλά. Σ’ένα μπαλκόνι το οποίο κοίταζε προς τ’ανατολικά, αγναντεύοντας τον ποταμό Τίγρη από τις εκβολές του ώς το σημείο όπου έβγαινε από τα τείχη της πόλης. Η Κέσριμιθ κρατούσε ένα ζευγάρι κιάλια υψωμένα μπροστά της, ενισχυμένα με Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως, παρατηρώντας τα πλεούμενα και τα αεροσκάφη που πήγαιναν προς το Σκοτεινό Παζάρι. Η Ολέρια αλ Τορκάνουν, η Αρωγός της, στεκόταν δίπλα της, έχοντας κι αυτή κιάλια στα χέρια, αν και όχι ενισχυμένα με μαγεία.

Ο μάγος που είχε έρθει μαζί με τη χειρούργο από το Βασίλειο της Χάρνωθ είχε πει, από το πρωί, στην Κέσριμιθ ότι η ύλη ήταν έτοιμη, η εγχείρηση μπορούσε να γίνει σήμερα. Αλλά η Αρχόντισσα δεν μπορούσε να εγχειριστεί το πρωί – είχε άλλες δουλειές – και το μεσημέρι επίσης· και τώρα, το βράδυ, δεν ήθελε να εγχειρίζεται ενόσω οι μαχητές του Βασιλείου θα προσπαθούσαν να καταλάβουν τις εξεγερμένες συνοικίες. Ήθελε να βλέπει τι θα γινόταν. Μπορεί, άλλωστε, να χρειαζόταν να δώσει κάποιες διαταγές. Η εγχείρηση έπρεπε να περιμένει μέχρι αύριο.

*

Οι εξεγερμένοι πολίτες του Σκοτεινού Παζαριού άρχισαν να πυροβολούν τα Χαρνώθια σκάφη με το που τα είδαν να προσεγγίζουν το λιμάνι τους, και οι Χαρνώθιοι φυσικά αμέσως ανταπέδωσαν. Σφαίρες, οβίδες, βόμβες χτύπησαν τις αποβάθρες, σπάζοντας και κομματιάζοντάς τες. Φωτιές άναψαν, κραυγές αντηχούσαν.

Και τα ελικόπτερα έρχονταν από πάνω, χωρίς να έχουν τα φώτα τους αναμμένα, για να τα κρύβει η νύχτα. Οι επαναστάτες, όμως, που βρίσκονταν στο παρατηρητήριο του ναού του Σολκάρκας τα είδαν κι έστρεψαν πάραυτα το ενεργειακό κανόνι εναντίον τους, βάλλοντας. Μακριές φωτεινές λόγχες έσκισαν τον σκοτεινό ουρανό σαν οργή θεού. Αλλά ο Στρατηγός Σέλιρ αλ Σίριλναθ ήταν προετοιμασμένος γι’αυτό. Δύο από τα ελικόπτερα απελευθέρωσαν βαριά καπνογόνα, γεμίζοντας τον αέρα γύρω τους με πυκνούς γκρίζους καπνούς, κάνοντας τον χειριστή του ενεργειακού κανονιού να μη μπορεί να βρει κανέναν στόχο, αναγκάζοντάς τον ή να ρίχνει στην τύχη (κι επομένως να σπαταλά πολύτιμη ενέργεια) ή να στρέψει την προσοχή του αλλού.

Οι ριπές του ενεργειακού κανονιού, όντως, άλλαξαν κατεύθυνση· άρχισαν να πέφτουν στον ποταμό, στοχεύοντας Χαρνώθια πλεούμενα. Ήταν όμως δύσκολο ο σκοπευτής να τα ξεχωρίσει από τα πλεούμενα που δεν ήταν Χαρνώθια, κι έτσι έπρεπε να σημαδεύει με μεγάλη προσοχή – και μεγάλο κίνδυνο να χτυπήσει συμμάχους.

Τα ελικόπτερα, φτάνοντας πάνω από τα οικήματα του Σκοτεινού Παζαριού, έριξαν σχοινιά και άφησαν Χαρνώθιους καταδρομείς να κατεβούν γρήγορα στους δρόμους κι επάνω σε στέγες. Αλλά οι εξεγερμένοι πολίτες τούς περίμεναν και τους επιτέθηκαν. Αιματηρές οδομαχίες ξεκίνησαν· ενώ στο λιμάνι τα πλεούμενα του Βασιλείου κατόρθωναν, το ένα μετά το άλλο, να αποβιβάσουν μαχητές, κι ακόμα περισσότερες οδομαχίες ξεκινούσαν.

Ο Εθέλδιρ, βρισκόμενος σε μια από τις κεντρικές πλατείες του Σκοτεινού Παζαριού, καβάλα στο δίκυκλό του, είπε σ’έναν από τους πρώην επαναστάτες του, μιλώντας μέσω τηλεπικοινωνιακού πομπού: «Μαζέψτε τους όλους προς τα βόρεια· εγκαταλείψτε τις αποβάθρες. Δημιουργήστε απόσταση ανάμεσα στους δικούς μας και στους Χαρνώθιους, μα τον Νούρκας! Πώς αλλιώς θα μπορέσει να ρίξει το κανόνι; Ο χειριστής του μου λέει ότι δεν βλέπει τι γίνεται, ποιοι είναι ποιοι.» Κι αφού άκουσε τη θετική απόκριση του συνομιλητή του, έκλεισε τον πομπό και τον κρέμασε στη ζώνη του.

Δίπλα του, από τη μια μεριά, βρισκόταν η Μάλμεντιρ καβάλα στο άλογό της, κι από την άλλη η Ζιρίνα καβάλα στη γιγαντολύκαινά της, ενώ η πλατεία ήταν γεμάτη με εξεγερμένους πολίτες που έτρεχαν από δω κι από κει, σε διάφορες δουλειές: Άλλοι κουβαλούσαν πολεμοφόδια, άλλοι μετέφεραν τραυματισμένους συμπολεμιστές, άλλοι έρχονταν για να πολεμήσουν, άλλοι μετέφεραν θεραπευτικό υλικό, άλλοι (που μέχρι στιγμής δεν είχαν βγει στους δρόμους για να αγωνιστούν) πλησίαζαν για να προσθέσουν τις δυνάμεις τους στους εξεγερμένους.

«Δεν έπρεπε να ήσουν εδώ, Ζιρίνα,» είπε ο Εθέλδιρ. «Ίσως αυτή τη φορά να μην καταφέρουμε να τους κρατήσουμε μακριά.»

«Η Χαρκάνιθ δεν θα έρθει; Δεν θα φέρει τους δικούς της;»

«Δεν έχω επικοινωνήσει μαζί της ακόμα, αλλά πιθανώς ήδη να έρχεται. Το πρόβλημα είναι, όμως, ότι οι Χαρνώθιοι επιτέθηκαν από τον ποταμό κι από τον αέρα. Ο ερχομός των μαχητών του Νυκτόκηπου δεν θα τους περικυκλώσει όπως την άλλη φορά.»

Η Ζιρίνα τράβηξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της και κάλεσε την Αιρετή της Συντεχνίας των Αγροτών στον δικό της πομπό.

«Ναι;» ακούστηκε η φωνή της.

«Η Ζιρίνα είμαι, Χαρκάνιθ. Δεχόμαστε επίθεση στο Σκοτεινό Παζάρι. Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας.»

«Μόλις το έμαθα, Ζιρίνα, κι ετοιμαζόμαστε για να έρθουμε. Οι Χαρνώθιοι επιτέθηκαν από τον ποταμό; Μόνο από τον ποταμό;»

«Κι από τον αέρα. Βλέπεις αυτό το σύννεφο καπνού στον ουρανό; Το χρησιμοποίησαν για να μη μπορούμε να καταρρίψουμε τα ελικόπτερά τους με το ενεργειακό κανόνι. Έριξαν καταδρομείς μέσα στο Παζάρι.»

«Ερχόμαστε,» είπε η Χαρκάνιθ, και τερμάτισε την τηλεπικοινωνία.

*

Η Χαρκάνιθ βρισκόταν στην Πλατεία Νυκτόκηπου συγκεντρώνοντας τους πολίτες που ήταν πρόθυμοι να πολεμήσουν, όταν οι Εκτελεστές του Ιερού Δέους τής επιτέθηκαν.

Ο σύζυγός της, ο Νάλντιρ αλ Σάρεθουν, δεν ήταν μακριά· στεκόταν αναμιγμένος με τους πολίτες του Νυκτόκηπου, δίνοντας δύο τουφέκια σε δύο αδέλφια που είχαν προθυμοποιηθεί να βοηθήσουν στον αγώνα της απελευθέρωσης της πόλης. Ακούγοντας τη Χαρκάνιθ να κραυγάζει, στράφηκε αμέσως, μην αργώντας καθόλου ν’αναγνωρίσει τη φωνή της.

Την είδε να παραπατά, μοιάζοντας κάτι να την έχει χτυπήσει στο πόδι.

«Χαρκάνιθ!» Έτρεξε προς το μέρος της, με το πιστόλι του στο χέρι.

Την ίδια στιγμή η Χαρκάνιθ, καταφέρνοντας να μην πέσει, καταφέρνοντας να στηριχτεί επίμονα στο άλλο της πόδι, κοίταξε προς τα κάτω και είδε ένα μικρό βέλος καρφωμένο λίγο πιο πάνω από το γόνατό της.

Τρεις γκριζοντυμένες φιγούρες, ύστερα, ήρθαν καταπάνω της, από γύρω, στροβιλιζόμενες με τα χέρια και με τα πόδια, μοιάζοντας να ρέουν μέσα στον ίδιο τον αέρα, μέσα στην ίδια τη νύχτα. Φορούσαν κουκούλες όλοι τους και το μισό τους πρόσωπο ήταν τελείως κρυμμένο.

Ένας από τους πιο πιστούς ανθρώπους της Χαρκάνιθ έκανε να τους πυροβολήσει αλλά οι σφαίρες του βρήκαν μονάχα το πλακόστρωτο κι έναν τυχαίο πολίτη στο πόδι.

Ο Νάλντιρ πυροβόλησε τον δολοφόνο που βρισκόταν πιο κοντά στη γυναίκα του – και τον πέτυχε – μπλε αίμα τινάχτηκε – αλλά ο εχθρός δεν σταμάτησε την πορεία του. Εφόρμησε στην Αιρετή, στροβιλιζόμενος. Το χέρι του τινάχτηκε σαν θανατηφόρο όπλο. Η Χαρκάνιθ μόλις είχε προλάβει να τραβήξει το πιστόλι της και, κάνοντας πίσω, τον πυροβόλησε. Τον βρήκε στο στήθος, ωθώντας τον κι εκείνον πίσω. Γλίτωσε το χτύπημά του (βλέποντας το γαντοφορεμένο χέρι του να φτάνει μερικά εκατοστά μπροστά από το πρόσωπό της) αλλά γλίστρησε κι έπεσε ανάσκελα στο πλακόστρωτο.

Και ξαφνικά, ένας άλλος βρέθηκε από πάνω της, καβαλώντας την γονατισμένος. Μαβιά μάτια την ατένιζαν αμείλικτα μέσα από την κουκούλα του. Το ένα του χέρι χτύπησε τον καρπό της, τινάζοντας το πιστόλι από τα δάχτυλά της· το άλλο του χέρι τη χτύπησε στο μέτωπο. Και η Χαρκάνιθ ταξίδεψε στον Μεταθανάτιο Κήπο, ενώ το σώμα της έμεινε άψυχο επάνω στο πλακόστρωτο της Πλατείας Νυκτόκηπου.

Ο Νάλντιρ, εν τω μεταξύ, είχε στρέψει το πιστόλι του προς τον δολοφόνο που είχε καβαλήσει τη γυναίκα του, αλλά δεν πρόλαβε να πατήσει τη σκανδάλη. Η τρίτη στροβιλιζόμενη φιγούρα ήταν απρόσμενα κοντά του· το πόδι της κλότσησε το όπλο από το χέρι του, η γροθιά της τον χτύπησε στα γεννητικά όργανα, κάνοντάς τον να διπλωθεί.

Πυροβολισμοί αντηχούσαν από γύρω καθώς οι εξεγερμένοι πολίτες του Νυκτόκηπου προσπαθούν να σταματήσουν τώρα τους Εκτελεστές του Ιερού Δέους προτού εκείνοι φύγουν. Αλλά δεν τα κατάφεραν. Οι δύο γκριζοντυμένοι φονιάδες εξαφανίστηκαν, παίρνοντας και τον χτυπημένο τους σύντροφο μαζί τους, που κανένας από τους πολίτες του Νυκτόκηπου δεν μπορούσε ν’αποφασίσει αν ήταν απλά τραυματισμένος ή νεκρός. Αιμορραγούσε, πάντως.

Μετά από λίγο, όλοι διαπίστωσαν ότι η Χαρκάνιθ είχε σκοτωθεί, παρότι το μόνο αίμα που είχε κυλήσει από το σώμα της ήταν στο πόδι, εκεί όπου την είχε καρφώσει το μικρό βέλος. Στο μέτωπό της, όμως, υπήρχε ένας μεγάλος γαλανισμός, κι αυτό πρέπει να ήταν το χτύπημα που την είχε σκοτώσει ακαριαία.

Οι πολίτες του Νυκτόκηπου ήταν τρομοκρατημένοι, κι έδειχναν τελείως αποδιοργανωμένοι τώρα που είχαν χάσει την αρχηγό τους.

Ο Νάλντιρ, γονατισμένος δίπλα στο πτώμα της, καταράστηκε μεγαλόφωνα τους Χαρνώθιους τυράννους και ορκίστηκε ότι θα τους έκανε να πληρώσουν για τον θάνατο της Χαρκάνιθ ακόμα κι αν αυτό σήμαινε τον δικό του θάνατο.

«Και θα σημάνει τον δικό σου θάνατο, προδότη!» φώναξε μια γυναίκα που ξεπρόβαλε μέσα από το πλήθος, δείχνοντας τον με το χέρι της. Η Ζαφειρία αλ Κερέσναθ. Πριν από τρεις μέρες, ο Νάλντιρ είχε σκοτώσει τον γιο της που είχε προσπαθήσει να δολοφονήσει τη Χαρκάνιθ· τώρα η Ζαφειρία αποζητούσε εκδίκηση. Γύρω της στέκονταν κι άλλα μέλη του Οίκου των Κερέσναθ. «Αλλά δεν θέλουμε να πεθάνουμε κι εμείς μαζί σου! Αυτή η ανοησία πρέπει να λήξει, τώρα! Ο Νυκτόκηπος δεν πρέπει πια να είναι εναντίον του Βασιλείου της Χάρνωθ! Οι Χαρνώθιοι μάς έχουν φερθεί καλά. Τους χρωστάμε πολλά–»

«Ψέματα!» τη διέκοψε κάποιος. «Μόνο εσείς τους χρωστάτε πολλά – εσύ κι οι δικοί σου!»

«Δεν είναι αλήθεια αυτό! Η Φάνρηβ, μετά από τον τελευταίο πόλεμο, δεν θα είχε ποτέ–»

«ΦΥΓΕΤΕ ΑΠΟ ΔΩ!» Ο Νάλντιρ είχε σηκωθεί όρθιος και σημάδευε τη Ζαφειρία και τους άλλους Κερέσναθ με το πιστόλι του. «Ο Νυκτόκηπος είναι ελεύθερος από τους τυράννους! Η Αρχόντισσα θα μετανιώσει που έστειλε τους φονιάδες της ανάμεσά μας! Φύγετε τώρα, προτού είναι πολύ αργά για εσάς!»

Οι Κερέσναθ είχαν επίσης υψώσει όπλα, αλλά, βλέποντας πως γύρω τους ήταν πολλοί που τους σημάδευαν, πολλοί που υποστήριζαν τον Νάλντιρ αλ Σάρεθουν – έναν γόνο του οίκου που ανέκαθεν μισούσαν – το θεώρησαν πιο συνετό να υποχωρήσουν. Χωρίς να κατεβάσουν τα όπλα τους, απομακρύνθηκαν· όμως ένας απ’αυτούς φώναξε: «Το τέλος σου είναι κοντά, Νάλντιρ! Το τέλος όλων των προδοτών είναι κοντά! Θ’ακολουθήσεις τη γυναίκα σου στον Μεταθανάτιο Κήπο, σκυλί του Φύλακα!» Και μετά, οι Κερέσναθ δεν βρίσκονταν πια στην Πλατεία Νυκτόκηπου, έχοντας μπει σ’ένα τετράκυκλο όχημα και χαθεί μέσα στους νυχτερινούς δρόμους.

Ένας φίλος του Νάλντιρ, ο Αλθέβεριν, τον πλησίασε. «Ίσως δεν έπρεπε να τους είχαμε αφήσει να φύγουν,» είπε. «Ίσως να δημιουργήσουν επεισόδια.»

«Δε θα τολμήσουν,» αποκρίθηκε ο Νάλντιρ· «όλος ο Νυκτόκηπος είναι μαζί μας.» Και υψώνοντας τη φωνή του: «Πολίτες του Νυκτόκηπου! Είστε μαζί μου; ΕΙΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΟΥ, ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΟΥ ΝΥΚΤΟΚΗΠΟΥ;»

Η απόκριση που έλαβε ικανοποίησε το πνεύμα της Θορμάνκου που είχε καταλάβει την καρδιά του:

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΥΣ! ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΧΑΡΚΑΝΙΘ! ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΥΣ!

ΝΑΛΝΤΙΡ!

ΝΑΛΝΤΙΡ!

ΝΑΛΝΤΙΡ ΑΛ ΣΑΡΕΘΟΥΝ!

«Πηγαίνουμε στο Σκοτεινό Παζάρι!» φώναξε ο Νάλντιρ. «Πηγαίνουμε στο Σκοτεινό Παζάρι, όπως η Χαρκάνιθ σχεδίαζε! Οι Χαρνώθιοι θα τρέμουν στο πέρασμα του στρατού του Νυκτόκηπου!»

Οι κραυγές που αντήχησαν από το πλήθος έκαναν την πλατεία να τρίξει.

10
Ο Ναός Πέφτει· Καταστροφικά Όπλα στους Δρόμους· οι Μισθοφόροι των Σκιερών Κοιλάδων· η Κατόπτευση της Αρχόντισσας· η Επίθεση του Προμάχου· Ανεπαρκείς Πληροφορίες

Οι εξεγερμένοι πολίτες του Σκοτεινού Παζαριού, υπό την καθοδήγηση των παλιών επαναστατών, προσπαθούσαν να υποχωρήσουν προς τα ενδότερα της συνοικίας, ώστε να δημιουργηθεί απόσταση ανάμεσα σ’αυτούς και στους Χαρνώθιους. Όμως τα πράγματα ήταν δύσκολα, καθώς βρίσκονταν άσχημα μπλεγμένοι όχι μόνο με τους μαχητές του Βασιλείου που είχαν έρθει από το λιμάνι αλλά και με τους καταδρομείς που είχαν πέσει από τα ελικόπτερα. Αδυνατούσαν να πάρουν τέτοιες θέσεις ώστε να υπάρχει εμφανής διαχωρισμός ανάμεσα σ’αυτούς και τους εχθρούς τους· έτσι το ενεργειακό κανόνι στο παρατηρητήριο του παλιού ναού του Σολκάρκας δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις, κι επιπλέον ο χειριστής του προσπαθούσε να αποφεύγει να χτυπά τα οικήματα της περιοχής. Ο Ριλάθιρ αλ Θάρναθ ήταν πλάι του, κατοπτεύοντας μ’ένα ζευγάρι κιάλια (μαγικά ενισχυμένα από την Άνφιρ’μορ, η οποία επί του παρόντος ρύθμιζε την ενεργειακή ροή του κανονιού) και δίνοντάς του οδηγίες για τις θέσεις των εχθρών. Μέσα στη νύχτα, όμως, και μέσα στις φωτιές που είχαν ανάψει και στους καπνούς που είχαν σηκωθεί, τα πράγματα ήταν πολύ μπερδεμένα.

Και όταν η ενεργειακή ριπή χτύπησε το ψηλό παρατηρητήριο τούς ξάφνιασε όλους. Κομμάτια πέτρας τινάχτηκαν παντού, ενώ ολόκληρος ο χώρος τυλίχτηκε σε σύννεφα σκόνης. Ο Ριλάθιρ έχασε την ισορροπία του, κυλώντας στο πάτωμα αλλά κρατώντας γερά τα κιάλια στο χέρι του. Η Άνφιρ’μορ έπαψε να ρυθμίζει την ενεργειακή ροή του κανονιού, καθώς έπεφτε κι εκείνη από το τράνταγμα, φεύγοντας ανάμεσα από τους ψηλούς δέκτες του όπλου, με μια ξαφνιασμένη κραυγή. Ο χειριστής του κανονιού, ωστόσο, παρέμεινε στη θέση του, και το καταστροφικό όπλο – κάπως – δεν ανατράπηκε.

«Προφυλάξτε τις φιάλες!» φώναξε ο Ριλάθιρ, πανικόβλητος. «Τις φιάλες!»

«Πώς;» ρώτησε μία από αυτούς που βρίσκονταν στο παρατηρητήριο μαζί του – μία πολίτις του Παζαριού, όχι πρώην επαναστάτρια.

Καθώς η θολούρα καθάριζε τώρα λίγο, ο Ριλάθιρ έβλεπε μια μεγάλη τρύπα να έχει δημιουργηθεί σ’έναν τοίχο του παρατηρητηρίου, και μια άλλη τρύπα στον αντικρινό τοίχο. «Θεοί…» μουρμούρισε· και φώναξε: «Χτυπήστε το κανόνι τους! Χτυπήστε το γρήγορα προτού μας ξαναρ–!»

Το εχθρικό ενεργειακό κανόνι τούς ξαναχτύπησε: πέτρες διαλύθηκαν, τοίχοι γκρεμίστηκαν – ο Ριλάθιρ κραύγασε καθώς αισθάνθηκε κάτι βαρύ να πέφτει πάνω στον ώμο του – η Άνφιρ’μορ ούρλιαζε – άλλοι ακούγονταν να φωνάζουν, να καταριούνται–

Ακόμα ένα τράνταγμα–

Τα πάντα έσβησαν μέσα σε εκτυφλωτικό, καταστροφικό φως· οι ενεργειακές φιάλες είχαν χτυπηθεί και ανατιναχτεί.

Ο Εθέλδιρ, η Ζιρίνα, και η Μάλμεντιρ, που βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στους δρόμους του Σκοτεινού Παζαριού, καλυμμένοι πίσω από μια γωνία, πυροβολώντας μαχητές του Βασιλείου ενώ Χαρνώθιοι καταδρομείς ήταν σκοτωμένοι γύρω τους, είδαν το παρατηρητήριο του ναού του Σολκάρκας να γκρεμίζεται σαν πύργος από άμμο καθώς ένα πανίσχυρο φως έκανε τη νύχτα μέρα.

«Ο Ριλάθιρ!» είπε η Ζιρίνα. «Ήταν μέσα ο Ριλάθιρ;»

«Πολύ φοβάμαι πως ήταν,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ. Ακόμα ένας Αιρετός είχε σκοτωθεί. Ακόμα ένας πολίτης της Φάνρηβ είχε χάσει τη ζωή του. Μαζί με πολλούς άλλους.

«Ενεργειακό κανόνι πρέπει να τους χτύπησε,» είπε η Μάλμεντιρ· «δεν μπορεί να ήταν τίποτ’ άλλο.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Εθέλδιρ, «αναμφίβολα. Οι Χαρνώθιοι το έφεραν εδώ χωρίς να το αντιληφτούμε – καλυμμένο κάπως. Ούτε οι κλέφτες δεν το εντόπισαν, γαμώ τα μάτια τους!»

«Πρόμαχε! Πρόμαχε!» Ένας από τους παλιούς επαναστάτες ήρθε καβαλώντας γιγαντόλυκο.

«Είδα τι συνέβη,» του είπε ο Εθέλδιρ. «Ο ναός γκρεμ–»

«Οι πολίτες του Νυκτόκηπου ήρθαν να μας βοηθήσουν. Μόλις ήρθαν.»

«Καιρός ήταν.» Σίγουρα θα τους χρειαστούμε, πρόσθεσε νοερά. Τώρα οι Χαρνώθιοι έχουν ενεργειακό κανόνι εδώ ενώ εμείς όχι. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα βρουν καλή θέση για να το στήσουν…

Η Ζιρίνα κρατούσε ένα τουφέκι και πυροβολούσε τους μαχητές του Βασιλείου πέρα από τη γωνία. Πλάι της ήταν η Μάλμεντιρ, γονατισμένη στο ένα γόνατο, κρατώντας πιστόλι. Το άλογό της ήταν πίσω τους μαζί με τη Μαύρη Γούνα· τα δύο θηρία δεν έμοιαζαν να τρομάζουν το ένα από την παρουσία του άλλου.

«Εθέλδιρ!» είπε η Ζιρίνα. «Έρχονται πολλοί προς τα εδώ!»

Ο Εθέλδιρ κοίταξε, με προσοχή, πέρα από τη γωνία και είδε πως πράγματι πολλοί μαχητές του Βασιλείου ζύγωναν, συγκεντρωμένοι γύρω από ένα χαμηλό, βαρύ άρμα με ερπύστριες και πλατύκαννο κανόνι. Οι εξεγερμένοι πολίτες και οι πρώην επαναστάτες τούς πυροβολούσαν από παράπλευρους δρόμους, από οροφές, μπαλκόνια, και παράθυρα, μα δεν μπορούσαν να τους απωθήσουν. Το κανόνι του οχήματος στρεφόταν και πυροβολούσε, διαλύοντας τζάμια, παντζούρια, ολόκληρους τοίχους.

«Υποχωρήστε!» πρόσταξε ο Εθέλδιρ όσους βρίσκονταν κοντά του. «Υποχωρήστε!» Κι ανέβηκε στο δίκυκλό του. «Πείτε σ’όλους να υποχωρήσουν προς τα βόρεια.»

Μια εξεγερμένη πολίτις κατένευσε κι έτρεξε να μεταφέρει τη διαταγή του, μιλώντας συγχρόνως σ’έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό.

«Ζιρίνα, Μάλμεντιρ – ελάτε!» είπε ο Εθέλδιρ, κι οι δυο τους ανέβηκαν στη Μαύρη Γούνα και στο άλογο και τον ακολούθησαν.

«Πού πάμε;» ρώτησε η δημοσιογράφος.

«Κάπου μακριά από εδώ.» Και προς τον παλιό επαναστάτη που είχε έρθει να τον ειδοποιήσει για τον ερχομό των μαχητών του Νυκτόκηπου: «Ετοιμάστε εκρηκτικά για το άρμα τους.»

Εκείνος ένευσε σαν ήδη να το είχε αποφασίσει, κι έστριψε σ’έναν δρόμο, τρέχοντας καβάλα στον γιγαντόλυκό του.

«Απορώ,» είπε η Ζιρίνα, «πώς έφεραν αυτό το βαρύ άρμα πάνω στα πλεούμενα. Ήταν όλα βάρκες, δεν ήταν;»

«Όχι όλα, προφανώς,» της είπε η Μάλμεντιρ. «Δε μπορείς να φέρεις τέτοιο όχημα πάνω σε βάρκα.»

Λίγο παρακάτω, συνάντησαν ένα φουσάτο οπλισμένων πολιτών που δεν ήταν του Σκοτεινού Παζαριού· ήταν από τον Νυκτόκηπο, κι ανάμεσά τους, ως αρχηγός έκδηλα, βρισκόταν ο Νάλντιρ αλ Σάρεθουν, καβάλα σε γιγαντόλυκο, ντυμένος με πανοπλία που θύμιζε αυτή της γυναίκας του.

«Νάλντιρ!» τον χαιρέτησε ο Εθέλδιρ. «Επάνω στην ώρα ήρθατε. Είδες την έκρηξη στον ναό του Σολκάρκας;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος· «μόλις περνούσαμε τα σύνορα του Παζαριού. Έχουν φέρει κι οι Χαρνώθιοι ενεργειακό κανόνι;»

«Έτσι φαίνεται. Και ο Ριλάθιρ αλ Θάρναθ ήταν μέσα στον ναό όταν εξερράγη.»

«Κανένας θάνατος δεν μπορεί πια να με σοκάρει, Εθέλδιρ.» Υπήρχε μια βαθιά θλίψη στη φωνή του κι ένα άγριο μένος στο βλέμμα του – οι τρελές φωτιές της Θορμάνκου.

Ο Εθέλδιρ συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς;»

«Η Χαρκάνιθ είναι νεκρή.»

«Τι; Πώς…;»

«Δολοφόνοι της Αρχόντισσας;» ρώτησε η Ζιρίνα.

«Δε μπορεί παρά να ήταν Χαρνώθιοι, αναμφίβολα,» αποκρίθηκε ο Νάλντιρ. «Αλλά ήταν πολύ… παράξενοι. Φορούσαν γκρίζα ρούχα· είχαν κουκούλες στα κεφάλια και τα μισά τους πρόσωπα ήταν κρυμμένα· και κινούνταν απίστευτα γρήγορα – δεν έχω ξαναδεί ανθρώπους να κινούνται τόσο γρήγορα, Ζιρίνα. Στροβιλίζονταν, κυριολεκτικά, με τα χέρια και τα πόδια. Σκότωσαν τη Χαρκάνιθ, τα καθάρματα, με μια γροθιά στο μέτωπο, μα τους θεούς!»

«Εκτελεστές του Ιερού Δέους,» είπε ο Εθέλδιρ.

Ο Νάλντιρ συνοφρυώθηκε. «Εκτελεστές του Ιερού Δέους;»

«Τους έχεις ξανακούσει, υποθέτω.»

«Ναι, αλλά… τέτοιοι άνθρωποι εδώ;»

«Όπου είναι οι καταραμένοι προσκυνητές του Χάρλαεθ Βοκ μπορείς να συναντήσεις και Εκτελεστές του Ιερού Δέους. Αν και, μάλλον, ήρθαν από τη Χάρνωθ. Μου επιτέθηκαν κι εμένα πριν από τρεις μέρες. Χάρη στον αδελφό μου, και μόνο, σώθηκα. Ήταν έξι.»

«Εμάς μάς επιτέθηκαν τρεις. Ο ένας ίσως νάναι νεκρός, αν και… δεν είμαι σίγουρος. Τον πήραν μαζί τους φεύγοντας, λες και δεν βρισκόμασταν μες στη μέση της Πλατείας Νυκτόκηπου. Μα τα νύχια της Λωράθλου, Εθέλδιρ – όρμησαν ανάμεσα σε τόσο κόσμο, σκότωσαν τη Χαρκάνιθ, κι εξαφανίστηκαν σαν να ήταν γκρίζος άνεμος οι δαιμονισμένοι!»

«Πολλοί τούς έχουν χαρακτηρίσει ως ‘δαιμονισμένους’,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ. «Πολλοί, μάλιστα, το πιστεύουν – ότι δαίμονες του Χάρλαεθ Βοκ είναι μέσα τους.»

Ένα σφύριγμα από δίπλα το οποίο, ως πρώην κλέφτης της Συντεχνίας του Σκιερού Χεριού, αμέσως αναγνώρισε. Κάποιος τον καλούσε. Στράφηκε και είδε μια σκιερή φιγούρα στην αρχή ενός σοκακιού, να του γνέφει ανεπαίσθητα.

«Συγνώμη λίγο, Νάλντιρ,» είπε ο Εθέλδιρ, κι έστριψε το δίκυκλό του προς τα εκεί, πλησιάζοντας, αφήνοντας πίσω του τον σύζυγο της Χαρκάνιθ μαζί με τη Ζιρίνα και τη Μάλμεντιρ.

Η κλέφτρα που τον περίμενε ήταν η Ήλναϊθ.

«Ο ναός του Σολκάρκας ανατινάχτηκε· έγινε κομμάτια και θρύψαλα,» του είπε.

«Όλως τυχαίως, το πρόσεξα κι εγώ.»

«Έχουν ενεργειακό κανόνι μαζί τους–»

«Όπως το περιμέναμε. Αλλά κανονικά θα έπρεπε να με είχατε ειδοποιήσει για τη θέση του προτού συμβεί αυτό που συνέβη!»

«Πώς να σε ειδοποιήσουμε; Δεν είδες τι γινόταν; Πρέπει να το έφεραν από τις αποβάθρες, καλυμμένο μέσα σ’ένα φορτηγό. Τώρα, τουλάχιστον, επάνω σε φορτηγό είναι. Ένα τετράκυκλο, ανοιχτό φορτηγό.»

«Ξέρεις πού ακριβώς βρίσκεται;»

«Ναι· μπορώ να σε οδηγήσω, αν θέλεις.»

«Το φρουρούν καλά;»

«Τέσσερα δίκυκλα είναι γύρω του, με δυο αναβάτες στο καθένα, και έξι λυκοκαβαλάρηδες. Επάνω στο φορτηγό, εκτός από το κανόνι με τον χειριστή του και τον μάγο του, και εκτός από τον οδηγό, είναι άλλοι τέσσερις με πανοπλίες και τουφέκια. Και ακολουθεί κι ένα τρίκυκλο όχημα με μεγάλους πίσω τροχούς· μέτριο στο μέγεθος, γενικά, αλλά μοιάζει καλά θωρακισμένο κι έχει κι ένα πυροβόλο επάνω. Στον αέρα πετά ένας αερόνυχας, κατοπτεύοντας.»

«Δύσκολα φαίνονται τα πράγματα,» είπε ο Εθέλδιρ σκεπτικά, «αλλά πρέπει να το καταστρέψουμε. Όταν είσαι κοντά του, το ενεργειακό κανόνι δεν μπορεί να σου ρίξει.»

«Μπορούν όμως οι υπόλοιποι που το προστατεύουν…»

«Ναι, αυτό είναι το πρόβλημα.» Και της είπε: «Ανέβα πίσω μου. Θα με οδηγήσεις εκεί κοντά, αφού συγκεντρώσουμε κάποιους ανθρώπους κι ετοιμάσουμε μια έκπληξη για τους Χαρνώθιους.»

Η Ήλναϊθ καβάλησε σβέλτα τη σέλα του δίκυκλου, τυλίγοντας τα χέρια της γύρω απ’τη μέση του Εθέλδιρ.

«Αν σε καταλάβω να πηγαίνεις να μου κλέψεις τίποτα, θα σ’τα κόψω απ’τον καρπό,» της είπε ο Πρόμαχος, καθώς έβαζε σε κίνηση τους τροχούς του οχήματός του, αφήνοντας τη Ζιρίνα και τη Μάλμεντιρ πίσω του· δεν ήθελε να τις μπλέξει σ’αυτή την επικίνδυνη ιστορία. Ειδικά τη Ζιρίνα. Αν ήταν να σκοτωθούν, εκείνη έπρεπε να ζήσει. Η πολιτική της δράση στη Φάνρηβ ήταν σημαντική. Κανονικά, δεν έπρεπε να βρισκόταν καθόλου εδώ. Ήταν ανόητο και περιττό.

Η Ήλναϊθ δάγκωσε το αφτί του. «Σαν τον παλιό, καλό καιρό, ε;»

«Μη γίνεσαι άτακτη. Και δε θυμάμαι τότε να είχαμε δίκυκλο.»

*

Ο Νέλδουρ αλ Θάρναθ στεκόταν στις αποβάθρες του Ταριχευτή και κοίταζε, με τα κιάλια του, το λιμάνι του Σκοτεινού Παζαριού στην αντικρινή όχθη του Τίγρη. Οι συμπλοκές εκεί τού φαινόταν να έχουν τελειώσει· οι Χαρνώθιοι είχαν εισβάλει στο Παζάρι αφήνοντας τα πλεούμενά τους πίσω με ελάχιστη φύλαξη.

Ο Νέλδουρ γέλασε, κατεβάζοντας τα κιάλια του. «Τέλεια,» μονολόγησε.

Βάδισε προς μια αποθήκη και μπήκε από μια πλαϊνή πόρτα της. Στο εσωτερικό ήταν συγκεντρωμένη μια μισθοφορική ομάδα από τις Σκιερές Κοιλάδες. Το μόνο φως που είχαν εδώ μέσα ήταν από δύο μικρούς φωτόλιθους, και τα περισσότερα πράγματα ήταν τυλιγμένα στο σκοτάδι, αλλά φαινόταν ότι ήταν όλοι τους καλά οπλισμένοι με τουφέκια, σπάθες, και άσραθ. Οι μισοί περίπου ήταν γαλανόδερμοι. Οι πανοπλίες τους ήταν από δέρματα και μεταλλικά κομμάτια.

«Λοιπόν,» τους είπε ο Νέλδουρ. «Ξεκινάτε. Κι αυτό είναι τ’άλλο ένα τρίτο της πληρωμής σας. Το τελευταίο θα σας το δώσω όταν επιστρέψετε.» Άφησε έναν δερμάτινο φάκελο πάνω σ’ένα κιβώτιο. Ήταν γεμάτος με χαρτονομίσματα. Ο αρχηγός των μισθοφόρων τον άνοιξε και τα μέτρησε.

«Όλα εντάξει, Νέλδουρ. Είθε η δύναμη της Θορμάνκου να κυλά πάντα σαν φωτιά μέσα στο αίμα σου.»

«Και η τύχη του Νούρκας του Μαχητή νάναι μαζί σας.»

Ο Νέλδουρ αντάλλαξε μια χειραψία με τον αρχηγό των μισθοφόρων, και μετά η ομάδα βγήκε από την αποθήκη τρέχοντας. Ο Αιρετός τούς ακολούθησε χωρίς να βιάζεται, βαδίζοντας άνετα σαν να έκανε περίπατο. Τους είδε να μπαίνουν σε βάρκες, να ενεργοποιούν τις μηχανές, και να κατευθύνονται προς τις αποβάθρες του Σκοτεινού Παζαριού, αρχίζοντας να πυροβολούν τα πλεούμενα των Χαρνώθιων.

Ο Νέλδουρ ύψωσε τα κιάλια του στα μάτια. Μαχητές του Βασιλείου έπεφταν στον ποταμό χτυπημένοι από σφαίρες τουφεκιών κι από στροβιλιζόμενες άσραθ· και μετά, οι μισθοφόροι των Σκιερών Κοιλάδων πηδούσαν πάνω στα σκάφη των Χαρνώθιων με τις σπάθες τους στα χέρια. Μακρύ, πλατύ ατσάλι γυάλιζε στο φως των φεγγαριών πίνοντας αίμα.

Έχοντας ξεφορτωθεί τους φύλακες, οι μισθοφόροι έβαλαν φωτιά στα πλεούμενα, γεμίζοντας τον ποταμό με αντανακλάσεις. Πήδησαν, ύστερα, στις αποβάθρες και επιτέθηκαν στους Χαρνώθιους που βρίσκονταν εκεί, ανάστατοι.

Ο Νέλδουρ είχε δει, με τα κιάλια του, έναν αερόνυχα να είναι γαντζωμένος στην οροφή μιας πολυκατοικίας του Σκοτεινού Παζαριού, παρακολουθώντας. Ο αρχηγός της επίθεσης των Χαρνώθιων δεν θ’αργούσε να ενημερωθεί για ό,τι είχε συμβεί – αν δεν είχε ενημερωθεί ήδη.

«Νέλδουρ…»

Ο Αιρετός ξαφνιάστηκε – τρόμαξε, όφειλε να παραδεχτεί – από τη φωνή πίσω του. Κατεβάζοντας τα κιάλια, στράφηκε για ν’αντικρίσει έναν άντρα με κάπα και κουκούλα.

«Κάλνεντουρ.»

«Το σχέδιό σου πάει καλά, βλέπω.»

«Αμφέβαλλες;»

«Για τα πάντα αμφιβάλλω εγώ, Νέλδουρ. Γι’αυτό είμαι ακόμα ζωντανός.»

«Ο Ριλάθιρ πρέπει να σκοτώθηκε,» είπε ο Αιρετός. «Πρέπει να ήταν μέσα στον ναό του Σολκάρκας όταν το ενεργειακό κανόνι των Χαρνώθιων τον ανατίναξε.»

«Αυτή ήταν η λάμψη, λοιπόν…»

«Ναι. Υποθέτω πως εξερράγησαν οι ενεργειακές φιάλες. Φώτισαν σαν τον ήλιο.»

«Ο αδελφός μου δεν έπρεπε να τόχε αφήσει να συμβεί αυτό· όφειλε να ήταν πιο προσεχτικός. Χωρίς εμένα, δεν φαίνεται να μπορεί να επιβιώσει.»

*

Κι οι δυο τους κατέβασαν τα κιάλια και σκέπασαν τα μάτια τους με το ένα χέρι, όταν έγινε η εκτυφλωτική έκρηξη πάνω από το Σκοτεινό Παζάρι. Μετά, ανοίγοντας τα βλέφαρά τους, έβλεπαν ακόμα χρώματα να περιστρέφονται μπροστά τους.

«Τι ήταν αυτό, νιρλίσα

«Νομίζω πως καταστρέψαμε το ενεργειακό κανόνι των επαναστατών, Ολέρια. Η νίκη τώρα είναι σίγουρα δική μας!» Έφερε πάλι τα κιάλια της στα μάτια, κοιτάζοντας. «Ναι, το παρατηρητήριο του παλιού ναού του Σολκάρκας δεν υπάρχει πια. Γκρεμίστηκε τελείως!» Γέλασε.

«Η εύνοια του Χάρλαεθ Βοκ, νιρλίσα.»

«Θα γινόσουν καλή ιέρεια, Ολέρια.»

Η Αρωγός χασκογέλασε. «Μη λες τέτοια πράγματα!»

Έπειτα από λίγο, η Κέσριμιθ, εξακολουθώντας να παρατηρεί με τα κιάλια της, είπε: «Μια στιγμή… Τι…; Τι στο Πεινασμένο Σκοτάδι γίνεται εκεί;»

«Πού;»

«Στον ποταμό, Ολέρια! Κάποιοι επιτίθενται στα πλεούμενά μας!»

Η Αρωγός έστρεψε τα κιάλια της στις αποβάθρες του Σκοτεινού Παζαριού.

«Από τον Ταριχευτή ήρθαν,» είπε η Κέσριμιθ. «Σίγουρα. Πέρασαν απέναντι.» Τα μαγικά ενισχυμένα κιάλια της δεν άφηναν το σκοτάδι της νύχτας να της κρύβει και πολλά. «Υπάρχουν οργανωμένοι προδότες κι εκεί! Οι κατάρες του Πεινασμένου Σκοταδιού επάνω τους!» γρύλισε. «Κοίτα, κοίτα τι κάνουν οι διάολοι της Θορμάνκου! Καίνε τις βάρκες και τα ποταμόπλοιά μας! Γιατί κανένας δεν τους σταματά, γαμώ τα μυαλά τους; Τι σκατά κάνει ο Στρατηγός εκεί κάτω; Μας έχουν διαλύσει ολόκληρο τον στόλο!»

«Μας ξάφνιασαν, νιρλίσα…» είπε η Ολέρια.

Η Κέσριμιθ κατέβασε τα κιάλια από τα μάτια της, αφήνοντάς τα να κρεμαστούν μπροστά της από την ασημένια αλυσίδα τους. «Θα το μετανιώσουν τούτο τα καθάρματα του Ταριχευτή. Πάω στοίχημα ότι αυτοί οι ελεεινοί, ο Οίκος των Θάρναθ, είναι μπλεγμένοι στην εξέγερση.» Ούτε τον Ριλάθιρ συμπαθούσε ούτε τον Νέλδουρ. Τους αντιπαθούσε, βασικά, πολύ έντονα και τους δύο. Ο μόνος λόγος που δεν είχε προστάξει να τους δολοφονήσουν ώς τώρα ήταν επειδή μια τέτοια κίνηση δεν θα ήταν καθόλου, καθόλου διπλωματική.

Ενεργοποίησε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό στο λιθοστόλιστο περικάρπιό της, καλώντας έναν από τους μεράρχες μέσα στο Μέγαρο των Φυλάκων και προστάζοντάς τον να καταλάβει τον Ταριχευτή, να τον θέσει υπό τη στρατιωτική επίβλεψη των μαχητών του Βασιλείου. Πάραυτα.

«Στις διαταγές σας, Υψηλοτάτη.»

*

Ο Εθέλδιρ εξαπέλυσε, πρώτα, τα εκρηκτικά προς το φορτηγό με το ενεργειακό κανόνι.

«Τώρα,» είπε στον τηλεπικοινωνιακό πομπό του, βλέποντας τους Χαρνώθιους να έρχονται από το βάθος του δρόμου. Οι εξεγερμένοι πολίτες έσπρωξαν τα βαρέλια προς το μέρος τους, αφήνοντάς τα να κυλήσουν με μεγάλη ταχύτητα.

Ο Εθέλδιρ δεν περίμενε ότι θα τους έκαναν καμια ουσιαστική ζημιά, αλλά περίμενε ότι θα αποτελούσαν αντιπερισπασμό: κι αυτό ακριβώς έγινε. Καθώς τα βαρέλια κυλούσαν προς το τετράκυκλο φορτηγό με το κανόνι, οι δικυκλιστές και οι λυκοκαβαλάρηδες που το περιτριγύριζαν έστρεψαν τα πυρά τους καταπάνω τους, διαλύοντας τα και προκαλώντας δυνατές εκρήξεις καθώς οι εκρηκτικές ύλες μέσα τους ανατινάζονταν.

Πίσω από το φορτηγό ερχόταν το θωρακισμένο τρίκυκλο όχημα με τους δύο μεγάλους πισινούς τροχούς· το δικό του πυροβόλο ήταν σιωπηλό για την ώρα.

«ΕΠΙΘΕΣΗ!» κραύγασε ο Εθέλδιρ ενώ τα βαρέλια ανατινάζονταν. «ΕΠΙΘΕΣΗ!» Και εξεγερμένοι πολίτες και παλιοί επαναστάτες επιτέθηκαν στους Χαρνώθιους, από παράθυρα, πόρτες, σοκάκια, μπαλκόνια. Ο αερόνυχας που πετούσε πάνω από τους μαχητές του Βασιλείου πρέπει να τους είχε ενημερώσει ήδη για την παρουσία κάποιων εχθρών (όσων ήταν ορατοί από τον αέρα), αλλά τώρα οι Χαρνώθιοι είχαν την προσοχή τους στραμμένη στα βαρέλια κυρίως – ο αντιπερισπασμός δεν είχε πάει καθόλου χαμένος.

Ο Εθέλδιρ καβαλούσε το δίκυκλό του, και το οδήγησε προς ένα από τα δίκυκλα των μαχητών του Βασιλείου, πυροβολώντας με το πιστόλι του. (Η Ήλναϊθ δεν ήταν πλέον καθισμένη πίσω του, έχοντας κατεβεί πιο πριν αλλά παραμένοντας στην περιοχή.) Οι σφαίρες του Προμάχου έσπασαν την προσωπίδα του οδηγού του αντίπαλου οχήματος, βγάζοντάς το από την πορεία του και κάνοντάς το να πέσει στο πλάι, πλακώνοντας το πόδι της πολεμίστριας η οποία καθόταν πίσω από τον οδηγό κρατώντας τουφέκι.

Ένας λυκοκαβαλάρης στράφηκε, πυροβολώντας τον Εθέλδιρ με την οπλολόγχη του, αλλά εκείνος είχε ήδη σκύψει πάνω στο δίκυκλό του και οι ριπές τον αστόχησαν. Πυροβόλησε με το πιστόλι του, βιαστικά, κι αστόχησε κι αυτός. Ο λυκοκαβαλάρης ήρθε πίσω του, τρέχοντας, ενώ ολόγυρά τους η συμπλοκή ήταν μια θάλασσα πυρών, ιαχών, γδούπων, και αίματος. Ο Εθέλδιρ έστριψε σ’ένα σοκάκι, και ο λυκοκαβαλάρης τον καταδίωξε, πυροβολώντας με την οπλολόγχη του – αστοχώντας ξανά. Ο Εθέλδιρ έριξε προς τα πίσω, στην τύχη, με το πιστόλι του – αστοχώντας επίσης. Κι έστριψε πάλι, σε μια γωνιά, απότομα, παραλίγο ανατρέποντας το δίκυκλό του.

Κάποιος πήδησε από ένα μπαλκόνι, πέφτοντας πάνω στον λυκοκαβαλάρη, ρίχνοντάς τον από τον γιγαντόλυκό του και παλεύοντας μαζί του στο πλακόστρωτο. Ο Εθέλδιρ σταμάτησε το δίκυκλό του καθώς κι άλλοι παρουσιάζονταν από γύρω. Κλέφτες της Συντεχνίας του Σκιερού Χεριού όλοι τους, τους αναγνώρισε αμέσως. Η Ήλναϊθ, κρατώντας μια καραμπίνα, πυροβόλησε επανειλημμένα τον γιγαντόλυκο ενώ κι ένας άλλος κλέφτης τον πυροβολούσε. Το θηρίο, ουρλιάζοντας καθώς τρανταζόταν, χίμησε προς την κλέφτρα, και το άλμα του ήταν μεγάλο, τα δόντια και τα νύχια του γυμνωμένα. Η Ήλναϊθ κραύγασε, παραπατώντας, πέφτοντας πίσω, καθίζοντας απότομα στο πλακόστρωτο. Ο γιγαντόλυκος βρέθηκε πάνω της, αλλά ο Εθέλδιρ τον πυροβόλησε με τις τελευταίες σφαίρες που απέμεναν στο πιστόλι του, πετυχαίνοντάς τον στο μάτι, στο σαγόνι, και στο κεφάλι, κι αποτελειώνοντάς τον. Το βαρύ κουφάρι πλάκωσε, αιμόφυρτο, την Ήλναϊθ.

Ο Εθέλδιρ τη βοήθησε να βγει από κάτω του, ενώ οι άλλοι κλέφτες σκότωναν τον πεσμένο λυκοκαβαλάρη. Ύστερα έβγαλε τον τελειωμένο γεμιστήρα απ’το πιστόλι του κι έβαλε καινούργιο. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, αγγίζοντας τα μουλιασμένα από το αίμα του γιγαντόλυκου ρούχα της.

«Ωραία.» Ο Εθέλδιρ ανέβηκε στο δίκυκλό του ξανά.

«Πού πας;»

«Να βοηθήσω τους άλλους. Μείνετε πίσω· στα σοκάκια είστε πιο χρήσιμοι.»

«Δε σκοπεύαμε νάρθουμε εκεί έξω.»

Ο Εθέλδιρ έβαλε τους τροχούς του σε κίνηση, βγαίνοντας ξανά στον μεγαλύτερο δρόμο, όπου οι εξεγερμένοι πολίτες βρίσκονταν σε άγρια σύγκρουση με τους Χαρνώθιους. Το ενεργειακό κανόνι των τελευταίων ήταν κυρίως άχρηστο σε μια τόσο κοντινή μάχη, αλλά όχι και το πυροβόλο στο τρίκυκλο, το οποίο σκόρπιζε απλόχερα τον θάνατο. Οι μαχητές του Βασιλείου προσπαθούσαν τώρα να υποχωρήσουν, να απομακρύνουν το ενεργειακό κανόνι προτού το καταστρέψουν οι εχθροί τους. Ο Εθέλδιρ δεν σκόπευε να το αφήσει αυτό να συμβεί.

Έτρεξε με το δίκυκλό του, ολοταχώς, καταπάνω στο ανοιχτό, τετράκυκλο φορτηγό. Οι Χαρνώθιοι βλέποντάς τον άρχισαν να τον πυροβολούν, μανιασμένα, αλλά εκείνος ήταν σκυμμένος πάνω στη σέλα αποτελώντας πολύ μικρό στόχο· και μετά πήδησε από το δίκυκλο, κατρακυλώντας στο πλακόστρωτο, νιώθοντας τον ώμο του και το πόδι του να τρίβονται άγρια, να γδέρνονται κάτω από τα ρούχα του, παρά το πέτσινο παντελόνι, τον αλεξίσφαιρο θώρακα, και την κάπα του. Το όχημά του, συνεχίζοντας τη γρήγορη πορεία του, κουτούλησε στο φορτηγό με μεγάλο πάταγο μετάλλων. Οι Χαρνώθιοι που βρίσκονταν πάνω στο τετράκυκλο όχημα παραπάτησαν, έπεσαν, ενώ ο οδηγός έπαψε προς στιγμή να οδηγεί: και οι εχθροί τους το χρησιμοποίησαν αυτό υπέρ τους, για να πλησιάσουν. Μόνο ένα από τα τέσσερα Χαρνώθια δίκυκλα ήταν πλέον όρθιο, και τρεις από τους έξι λυκοκαβαλάρηδες, οπότε δεν ήταν δύσκολο οι οπλισμένοι πολίτες να τους προσπεράσουν, να φτάσουν στο φορτηγό, και να πηδήσουν επάνω του, ενώ πυροβολούσαν τους μαχητές που βρίσκονταν εκεί.

«Πάρτε το κανόνι!» άκουσε ο Εθέλδιρ κάποιον να φωνάζει. «Είναι δικό μας τώρα! Πάρτε το μαζί με το φορτηγό!» Έχοντας σηκωθεί στο ένα γόνατο, είδε ότι είχαν σκοτώσει τον οδηγό του τετράκυκλου οχήματος και τώρα αποτελείωναν και τους υπόλοιπους, που βρίσκονταν επάνω στην ανοιχτή καρότσα του.

Το θωρακισμένο τρίκυκλο, όμως, που ήταν πιο πίσω στον πλατύ δρόμο, άρχισε να πυροβολεί αμέσως, με φανερό σκοπό να τους σκοτώσει όλους, Χαρνώθιους και μη, και μάλλον να ανατινάξει το ενεργειακό κανόνι χτυπώντας τις ενεργειακές φιάλες του.

«Απομακρυνθείτε!» φώναξε ο Εθέλδιρ. «ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΘΕΙΤΕ! Αφήστε το κανόνι – απομακρυνθείτε!»

Κι ευτυχώς, καταλαβαίνοντας τον κίνδυνο, οι ξεσηκωμένοι πολίτες του Σκοτεινού Παζαριού πετάχτηκαν μακριά από το ανοιχτό φορτηγό προτού σκοτωθούν όλοι από τις ριπές του πυροβόλου του τρίκυκλου. Το τετράκυκλο τραντάχτηκε άγρια και το ενεργειακό κανόνι χτυπήθηκε, αλλά οι ενεργειακές φιάλες δεν έσκασαν, προστατευμένες μέσα σε θήκες από ισχυρά μέταλλα.

Το τρίκυκλο άρχισε ν’απομακρύνεται, όπισθεν, σταθερά, ενώ εξακολουθούσε να πυροβολεί – σκοπεύοντας μάλλον να καταφέρει να διαλύσει τις φιάλες, να τις κάνει να εκραγούν.

Ποιος καταραμένος γιος του Χάρλαεθ Βοκ ήταν εκεί μέσα; αναρωτήθηκε ο Εθέλδιρ.

Θυμούμενος την παλιά του τέχνη ως κλέφτης της Συντεχνίας του Σκιερού Χεριού, πήδησε στο περβάζι ενός παραθύρου, σκαρφάλωσε σ’ένα μπαλκόνι, πήρε το σχοινί από την πίσω μεριά της ζώνης του, κι άρχισε να περιστρέφει τον γάντζο στο πέρας του.

Μια σκιά έπεσε πάνω του.

Ο αερόνυχας!

Ο πιλότος τον κοίταζε, κι αυτός που καθόταν πλάι στον πιλότο τον σημάδευε με τουφέκι.

Ο Εθέλδιρ ήταν έτοιμος να πηδήσει απ’το μπαλκόνι κι ό,τι γινόταν, προκειμένου ν’αποφύγει τις ριπές, όταν κάποιος άλλος πυροβόλησε τον τυφεκιοφόρο, μη σκοτώνοντάς τον αλλά τραυματίζοντάς τον και κάνοντάς τον να ρίξει το τουφέκι του. Το όπλο έπεσε από τον αερόνυχα στο μπαλκόνι όπου στεκόταν ο Πρόμαχος. Ο Εθέλδιρ το άρπαξε αμέσως από κάτω κι άρχισε να πυροβολεί τον αερόνυχα, ο οποίος απομακρυνόταν. Και δεν ήταν ο μόνος που τον πυροβολούσε. Ο έλικας καταστράφηκε και το μικρό αεροσκάφος έπεσε, με κρότο, στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας.

Ο Εθέλδιρ κοίταξε κάτω για να δει ποιος τον είχε βοηθήσει, κι αντίκρισε τη Ζιρίνα καβάλα στη Μαύρη Γούνα, να κρατά το τουφέκι της υψωμένο στον ώμο. Του έγνεψε με το ένα χέρι.

Τι στο μυαλό της Θορμάνκου κάνεις εδώ; ήθελε να της φωνάξει ο Εθέλδιρ, τσαντισμένος που έβαζε τον εαυτό της σε τέτοιο κίνδυνο η ανόητη· αλλά τώρα δεν ήταν ώρα για λόγια. Ρίχνοντας το τουφέκι κάτω, στροβίλισε ξανά τον γάντζο του σχοινιού του και τον τίναξε πέρα. Ο γάντζος πιάστηκε σε μια από τις αιχμηρές άκρες μιας αντικρινής ταράτσας, πολύ πιο ψηλά από το μπαλκόνι όπου στεκόταν ο Εθέλδιρ. Ο οποίος τράβηξε το σχοινί για να βεβαιωθεί ότι είχε γαντζωθεί καλά και, μετά, κρατώντας το γερά και με τα δύο χέρια, πήδησε από το μπαλκόνι.

Διαγράφοντας τροχιά στον αέρα, άφησε το σχοινί όταν ήταν πάνω από το θωρακισμένο τρίκυκλο, ελπίζοντας να πέσει στην οροφή του και όχι στο πλακόστρωτο μπροστά ή πίσω από τους τροχούς του – πράγμα που, πιθανώς, θα σήμαινε τον θάνατό του.

Τα πόδια του πάτησαν σε μέταλλα, γλίστρησαν, κι ο Εθέλδιρ παραλίγο να κυλήσει πέρα από τη μπροστινή μεριά του τροχοφόρου, αλλά κρατήθηκε ενώ λύγιζε τα γόνατα. Το πυροβόλο του οχήματος, που συνέχιζε να ρίχνει, ήταν πλάι του τώρα. Όπως επίσης κι ένα στενό παράθυρο. Κοιτάζοντας στο εσωτερικό του, ο Εθέλδιρ είδε από κάτω του ένα πρόσωπο να είναι υψωμένο, ατενίζοντάς τον. Μαυρόδερμο, γκρίζα μαλλιά, μαβιά μάτια. Ο Στρατηγός Σέλιρ αλ Σίριλναθ. Αυτό το κάθαρμα.

Ο Εθέλδιρ τράβηξε το πιστόλι από τη ζώνη του κι έριξε στο παράθυρο, αλλά ο Στρατηγός είχε ήδη πεταχτεί πίσω, και οι σφαίρες δεν έσπασαν αμέσως το τζάμι· ήταν αλεξίσφαιρο. Ο Εθέλδιρ το πυροβόλησε τέσσερις φορές προτού το διαλύσει παρότι του έριχνε εξ επαφής. Φωνές αντήχησαν από μέσα, και έκανε στο πλάι για να μην τον πετύχουν οι ριπές που έρχονταν από εκεί. Ο Στρατηγός δεν ήταν μόνος του, φυσικά, στο θωρακισμένο τρίκυκλο.

Ο Εθέλδιρ τράβηξε τη μοναδική χειροβομβίδα που είχε μαζί του αφού θηκάρωσε το πιστόλι του. Αλλά δεν πρόλαβε να βγάλει την περόνη γιατί το όχημα άρχισε να μεταλλάσσεται από κάτω του. Τα μέταλλά του έμοιαζαν ξαφνικά να έχουν γίνει ρευστά. Ήταν μεταβαλλόμενο, μα τους θεούς, παρά το μικρό του μέγεθος! Κάποιος μάγος πρέπει να βρισκόταν εκεί μέσα. Ο Εθέλδιρ προσπάθησε να κρατηθεί, να μην πέσει, αλλά αυτό αποδείχτηκε αδύνατον· έχασε την ισορροπία του πάνω στα μεταλλασσόμενα τμήματα του μηχανήματος και κοπάνησε στο πλακόστρωτο. Φοβούμενος ότι τώρα οι ψηλοί πίσω τροχοί θα γύριζαν για να τον πατήσουν.

Αλλά το όχημα δεν είχε πια τροχούς. Ούτε πίσω ούτε μπροστά. Είχε μεταλλικά πόδια που αιωρούνταν κάπου μισό μέτρο πάνω από τη γη, και στην οροφή του ήταν ένας έλικας. Είχε μετατραπεί σε μικρό ελικόπτερο, το οποίο τώρα υψωνόταν ενώ έριχνε στους εξεγερμένους πολίτες με το πυροβόλο του.

Ο Εθέλδιρ τινάχτηκε όρθιος, πήδησε, και πιάστηκε στη μεταλλική ράβδο που ένωνε δύο από τα πόδια του αεροσκάφους. Κρατήθηκε γερά εκεί και, με το ένα χέρι, τράβηξε το πιστόλι του.

«Εθέλδιρ!» άκουσε μια κραυγή από κάτω. Η Ζιρίνα, μάλλον. «Εθέεεεελδιιιιιιιιρ!»

Η πόρτα από πάνω του άνοιξε, και ήταν ο Στρατηγός. Το πόδι του κινήθηκε πιο γρήγορα απ’ό,τι το χέρι του Εθέλδιρ, κλοτσώντας το πιστόλι του και τινάζοντάς το. Ήταν δυνατόν να είναι τόσο γρήγορος ο καταραμένος; – πενήντα-τόσο χρονών λύκος, δίχως αμφιβολία!

Ο Σέλιρ έστρεψε το δικό του πιστόλι προς τον Εθέλδιρ–

Εκείνος άφησε τη μεταλλική ράβδο ενώ τιναζόταν έτσι ώστε να βρεθεί από την κάτω μεριά του αεροσκάφους. Κι αυτό, μάλλον, ήταν το μόνο που τον γλίτωσε από τις ριπές του Στρατηγού.

Τα απλωμένα χέρια του αρπάχτηκαν από το περβάζι ενός παραθύρου μιας πολυκατοικίας – οι ικανότητες που είχε αποκτήσει ως κλέφτης γι’ακόμα μια φορά τον αποζημίωσαν.

Κλότσησε το τζάμι του παραθύρου, σπάζοντάς το και πηδώντας μέσα. Βρέθηκε σε μια σκάλα της πολυκατοικίας· παραπάτησε και κουτρουβάλησε πάνω στα σκαλοπάτια. Σηκώθηκε όρθιος μουγκρίζοντας. Από έξω πυροβολισμοί αντηχούσαν.

Κατέβηκε γρήγορα τη σκάλα, τον έναν όροφο μετά τον άλλο, και βγήκε τελικά από την πολυκατοικία.

Το μεταβαλλόμενο ελικόπτερο του Στρατηγού είχε φύγει. Ο δρόμος ήταν γεμάτος εξεγερμένους πολίτες και παλιούς επαναστάτες, και οι φιάλες του ενεργειακού κανονιού δεν είχαν εκραγεί, αν και το καταστροφικό όπλο έμοιαζε άσχημα χτυπημένο πάνω στο ανοιχτό φορτηγό. Το δίκυκλο του Εθέλδιρ έμοιαζε ακόμα χειρότερα χτυπημένο· παλιοσίδερα θύμιζε, έτσι όπως ήταν πεσμένο πάνω στους μπροστινούς τροχούς του φορτηγού.

Η Ζιρίνα βρέθηκε ξαφνικά δίπλα στον Εθέλδιρ, έχοντας κατεβεί από τη ράχη της Μαύρης Γούνας, αγκαλιάζοντας τον σφιχτά. «Ανόητε ανόητε ανόητε! Τι ήταν αυτό που έκανες; Θες να σκοτωθείς, μα τον Νούρκας;»

«Εσύ,» της είπε ο Εθέλδιρ, παραμερίζοντας τα γαλανά μαλλιά από το πρόσωπό της, «δεν έπρεπε να ήσουν εδώ.»

«Εγώ δεν έπρεπε να ήμουν εδώ; Εγώ δεν κάνω τις τρέλες που κάνεις εσύ! Πώς σκόπευες να κατεβείς απ’αυτό το ελικόπτερο; Σκέφτηκες πώς θα κατέβαινες, ή δεν πέρασε καθόλου απ’το μυαλό σου, γαμώτο;»

«Η αλήθεια είναι πως δεν πέρασε απ’το μυαλό μου. Ξέρεις ποιος ήταν εκεί μέσα; Ο φίλος μας ο Στρατηγός.»

«Δε με νοιάζει όποιος κι αν ήταν – μην ξανακάνεις τέτοια μαλακία. Σε παρακαλώ.» Τον αγκάλιασε πάλι, πιο σφιχτά από πριν.

Πάνω από τον ώμο της ο Εθέλδιρ είδε την Ήλναϊθ να τους κοιτάζει από την άκρη ενός σοκακιού και μετά να γυρίζει, να εξαφανίζεται σαν φάντασμα της πόλης.

*

Όταν οι Χαρνώθιοι υποχώρησαν από το Σκοτεινό Παζάρι – πράγμα που δεν άργησε να συμβεί – δεν πήγαν προς το λιμάνι για να πάρουν τα σκάφη τους· πήγαν προς τα δυτικά, προς τον Μεσοπόταμο. Γιατί, όπως σύντομα διαπίστωσαν ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα, όλα τα πλεούμενα του Βασιλείου ή είχαν καεί ή ακόμα καίγονταν. Σύντομα επίσης έμαθαν ότι κάποιοι άγνωστοι είχαν έρθει από τον ποταμό επάνω σε βάρκες, επιτιθέμενοι στους μαχητές της Χάρνωθ. Μισθοφόροι, πιθανώς· όμως δεν ήταν βέβαιο ποιος τους είχε στείλει.

«Μήπως δεν ήταν μισθοφόροι αλλά αυτονομιστές;» ρώτησε ο Εθέλδιρ μία από τους παλιούς επαναστάτες.

Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι της, μονόφθαλμη όπως κι εκείνος αλλά έχοντας χάσει το μάτι της κατά τον μεγάλο πόλεμο της Επανάστασης, όχι τελευταία. «Δεν ήταν αυτονομιστές, Πρόμαχε. Ήταν μισθοφόροι. Σίγουρα. Καλά οπλισμένοι και με πανοπλίες· τους είδα. Είχαν τουφέκια και μεγάλες σπάθες, και άσραθ.»

«Άσραθ;»

«Ναι. Δεν πρέπει να ήταν ντόπιοι.»

Η Ζιρίνα είπε: «Ποιος μπορεί να τους έφερε εδώ; Ο Κάλνεντουρ;»

«Όποιος κι αν τους έφερε,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ, «μας έκανε χάρη. Πού είναι τώρα;» ρώτησε τη μονόφθαλμη επαναστάτρια. «Ξέρεις;»

«Δεν είμαι σίγουρη αλλά νομίζω πως έφυγαν ξανά με τις βάρκες τους.»

Μετά από λίγη ώρα, ο Εθέλδιρ, η Ζιρίνα, η Μάλμεντιρ, μερικοί από τους αρχηγούς των εξεγερμένων πολιτών του Σκοτεινού Παζαριού, μερικοί παλιοί επαναστάτες, και ο Νάλντιρ αλ Σάρεθουν συγκεντρώθηκαν μπροστά από το σπίτι του Προμάχου για να μιλήσουν, να δουν τι θα έκαναν στο σύντομο μέλλον.

«Το ενεργειακό κανόνι που αρπάξατε λειτουργεί;» ρώτησε ο Νάλντιρ. «Θα μπορεί ν’αντικαταστήσει το άλλο;»

«Είναι άσχημα χτυπημένο,» είπε ο Εθέλδιρ, έχοντας ανάψει ένα τσιγάρο και καπνίζοντας. «Πρέπει να το ελέγξει Τεχνομαθής μάγος, οπωσδήποτε.»

«Ποιοι ήταν, τελικά, αυτοί που ήρθαν με τις βάρκες και μας βοήθησαν;» ρώτησε ένας από τους πολίτες. «Ξέρει κανείς;»

«Δεν έχουμε ιδέα,» του είπε ο Εθέλδιρ.

«Αυτονομιστές θα ήταν,» υπέθεσε ένας άλλος.

«Δεν ήταν αυτονομιστές,» είπε ξανά η μονόφθαλμη επαναστάτρια. «Τους είδα: ήταν μισθοφόροι. Και μάλλον νότιοι. Είχαν και άσραθ μαζί τους.»

«Τι είναι το άσραθ

«Δεν είναι ‘το’ άσραθ, κατά πρώτον· είναι ‘η’ άσραθ. Ένας στροβιλιζόμενος δίσκος που τον εκτοξεύεις με το χέρι. Πιο επικίνδυνος απ’ό,τι ακούγεται, αν ξέρεις πώς να τον χρησιμοποιήσεις.»

Τρεις άλλοι πολίτες ήρθαν τότε βιαστικά κοντά τους, μοιάζοντας ανήσυχοι. «Πρόμαχε!» έλεγε ο ένας. «Πρόμαχε! Στον Ταριχευτή…»

«Τι γίνεται στον Ταριχευτή;» ρώτησε ο Εθέλδιρ, ενώ όλοι έστρεφαν την προσοχή τους σ’αυτούς.

«Οι Χαρνώθιοι. Έχουν καταλάβει ολόκληρη τη συνοικία–»

«Πότε;» είπε η Ζιρίνα. «Τώρα;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ένας άλλος από τους τρεις που είχαν έρθει. «Πριν από λίγο. Οι δρόμοι γέμισαν μαχητές του Βασιλείου και οχήματα. Έθεσαν τον Ταριχευτή υπό την επίβλεψη του στρατού τους.»

«Η Αρχόντισσα δείχνει πια έκδηλα τις τυραννικές διαθέσεις της,» είπε ένας από τους παλιούς επαναστάτες, με τα χέρια του σταυρωμένα μπροστά του, το ένα από τα οποία ήταν τυλιγμένο με αιματοβαμμένο επίδεσμο.

Ο Εθέλδιρ ρουθούνισε. «Τι περίμενες, τώρα που πυροβολούμε τους μαχητές της και έχουμε ξεσηκώσει ολόκληρη ανταρσία μέσα στο προτεκτοράτο της;»

«Πρέπει κάτι να έγινε, όμως, στον Ταριχευτή,» είπε η Μάλμεντιρ· «αλλιώς, γιατί να στείλει τον στρατό της εκεί και όχι κάπου αλλού;»

Το μοναδικό μάτι του Εθέλδιρ στένεψε. «Λες να…; Βέβαια. Μάλλον.»

«Τι;»

«Οι μισθοφόροι που μας βοήθησαν μάλλον ήρθαν από τον Ταριχευτή, διασχίζοντας τον ποταμό. Γι’αυτό οι Χαρνώθιοι πήγαν τώρα εκεί. Ποιος όμως να έστειλε τους μισθοφόρους;» Μιλούσε σχεδόν σαν να μονολογούσε, σαν να εξέφραζε τις σκέψεις του φωναχτά.

«Οι αυτονομιστές θα ήταν,» είπε ένας πολίτης.

«Δε νομίζω να ήταν ο Κάλνεντουρ,» διαφώνησε ο Εθέλδιρ. «Κάτι άλλο θα έκανε ο αδελφός μου.»

«Ίσως ο Φύλακας να τους έστειλε,» υπέθεσε μια πολίτις του Παζαριού. «Πολεμάμε γι’αυτόν, δεν πολεμάμε γι’αυτόν;»

«Δε θα είχαμε, όμως, κάποια ενημέρωση από τους πράκτορές του;» είπε η Ζιρίνα.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Εθέλδιρ, «δεν έχει μεγάλη σημασία αυτή τη στιγμή. Έχουμε άλλα πράγματα να κάνουμε τώρα στο Σκοτεινό Παζάρι.» Η συνοικία ήταν άγρια χτυπημένη – το πλακόστρωτο των δρόμων είχε κάνει λάκκους εκεί όπου είχαν γίνει εκρήξεις, παράθυρα και πόρτες είχαν σπάσει, τοίχοι είχαν κατακρεουργηθεί, οχήματα είχαν σμπαραλιαστεί – άνθρωποι είχαν τραυματιστεί και σκοτωθεί, τα περισσότερο πολεμοφόδια είχαν ξοδευτεί. Και οι εξεγερμένοι είχαν χάσει το παρατηρητήριο του ναού του Σολκάρκας που μέχρι στιγμής ήταν πολύ σημαντικό γι’αυτούς.

*

Η Αρχόντισσα ήταν ευχαριστημένη που ο Ταριχευτής βρισκόταν υπό την εποπτεία του στρατού της, αλλά δυσαρεστημένη που κανείς δεν είχε καταφέρει να βρει τους μισθοφόρους που είχαν επιτεθεί στον στόλο της. Οι καταραμένοι ήταν λες κι είχαν εξαφανιστεί! Οι αυτονομιστές ήταν; Οι μαχητές της έλεγαν πως δεν τους θύμιζαν τους αυτονομιστές. Και ο Στρατηγός δεν τους είχε δει καν· βρισκόταν στα ενδότερα του Σκοτεινού Παζαριού όταν εκείνοι είχαν επιτεθεί στο λιμάνι.

Αλλά το σχέδιό του για τη διάλυση της εξέγερσης στη συνοικία είχε αποτύχει – ακόμα ένας λόγος για να είναι η Κέσριμιθ δυσαρεστημένη.

«Αυτή η πόλη,» είπε ο Σέλιρ αλ Σίριλναθ, καθώς τώρα βρισκόταν στην Αίθουσα του Φύλακα μαζί της και με αρκετούς άλλους, αξιωματικούς και όχι μόνο – ανάμεσα στους οποίους η Ολέρια και ο Θόρεντιν – «είναι γεμάτη παγίδες και κρυψώνες για κακοποιούς! Και η πληροφόρηση που έχουμε ποτέ δεν φαίνεται νάναι επαρκής.» Τα οργισμένα μάτια του Στρατηγού στράφηκαν στον Αρχικατάσκοπο.

«Μην κατηγορείς εμένα για τις δικές σου αποτυχίες, Στρατηγέ,» είπε ο Θόρεντιν.

«Αν γνώριζα γι’αυτούς τους μισθοφόρους, αλλιώς θα είχα σχεδιάσει την επίθεση, Θόρεντιν. Και ποιος θα έπρεπε να με είχε ενημερώσει για την παρουσία τους;»

«Δεν είμαι ο Χάρλαεθ Βοκ· δεν είμαι παντογνώστης. Δεν ξέρω τα πάντα που συμβαίνουν μες στην πόλη. Οι κατάσκοποί μου δεν μου είχαν αναφέρει τίποτα για επικίνδυνους μισθοφόρους στον Ταριχευτή.»

«Οι κατάσκοποί σου δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους, τότε! Κατά πάσα πιθανότητα, αυτοί οι ταραχοποιοί οι Θάρναθ τα είχαν κανονίσει όλα· οι κατάσκοποί σου έπρεπε να τους παρακολουθούν συνεχώς. Γιατί δεν τους παρακολουθούσαν;»

«Αυτό κάνουν–»

«Αλλά χωρίς καμια επιτυχία, Θόρεντιν.»

«Και οι εχθροί μας έχουν τους δικούς τους κατασκόπους, Σέλιρ. Η κατάσταση στην πόλη, σε περίπτωση που δεν έτυχε να το προσέξεις, είναι έκρυθμη.»

«Μην παριστάνεις τον έξυπνο για να καλύψεις την ανικανότητα του δικτύου σου. Αν είχα σωστή πληροφόρηση, θα είχα προ πολλού υποτάξει το Σκοτεινό Παζάρι. Ο λόγος που αποτυχαίνω είναι επειδή, κάθε φορά, κάτι καινούργιο παρουσιάζεται!»

«Παρεμπιπτόντως, Σέλιρ, εσύ πρόσταξες να δολοφονήσουν τη Χαρκάνιθ αλ Σάρεθουν;»

Η Κέσριμιθ πετάχτηκε προτού μιλήσει ο Στρατηγός: «Τι πράγμα;»

«Η Αιρετή της Συντεχνίας των Αγροτών είναι νεκρή,» ανέφερε ο Θόρεντιν· «πριν από λίγο το πληροφορήθηκα. Τη σκότωσαν γκριζοντυμένοι φονιάδες που στροβιλίζονταν πολύ, πολύ γρήγορα και χτυπούσαν κυρίως με τα χέρια και τα πόδια. Εκτελεστές του Ιερού Δέους, προφανώς.» Έστρεψε πάλι τα μάτια του στον Σέλιρ. «Γνωρίζεις κάτι γι’αυτό, Στρατηγέ;»

«Πρώτη φορά το ακούω. Σε περίπτωση που εσύ δεν έτυχε να το προσέξεις, Θόρεντιν, ήμουν απασχολημένος προσπαθώντας να θέσω ξανά υπό τον έλεγχό μας το Σκοτεινό Παζάρι. Συγχαρητήρια, πάντως, για το δίκτυό σου: σου δίνει πολλές άχρηστες πληροφορίες αλλά καμία χρήσιμη.» Και με τούτα τα λόγια, ο Σέλιρ αλ Σίριλναθ έφυγε από την Αίθουσα του Φύλακα δίχως να χαιρετήσει ούτε καν την Αρχόντισσα.

Η Κέσριμιθ ακόμα δεν είχε χωνέψει αυτό που είχε μόλις ακούσει. «Εκτελεστές του Ιερού Δέους δολοφόνησαν τη Χαρκάνιθ;»

«Ναι,» είπε ο Θόρεντιν. «Μες στη μέση της Πλατείας Νυκτόκηπου, ανάμεσα σ’ένα σωρό πολίτες και δίπλα στον σύζυγό της. Έγινε μεγάλη φασαρία. Και μετά ο σύζυγός της πήρε τους οπλισμένους πολίτες και κατευθύνθηκε προς το Σκοτεινό Παζάρι. Αν κάποιος σκόπευε με τον θάνατο της Χαρκάνιθ να αποθαρρύνει τους ανθρώπους του Νυκτόκηπου, μάλλον απέτυχε.» Και το βλέμμα του στράφηκε προς την έξοδο της αίθουσας από την οποία είχε φύγει ο Στρατηγός.

«Θες να πεις ότι έφερε στην πόλη Εκτελεστές του Ιερού Δέους χωρίς να με ρωτήσει;»

«Κάποιος, πάντως, τους έφερε, νιρλίσα, αφού είναι εδώ.»

11
Η Πρώτη Εγχείρηση· η Δεύτερη Κουβέντα με τους Συντεχνίτες του Ύπνου· τα Λόγια των Αιχμαλώτων· τα Τεχνάσματα Ενός Αλχημιστή

Υπάρχουν δύο τρόποι για να γίνει η εγχείρηση, Αρχόντισσά μου,» είπε η χειρούργος. «Ή θα σας ρίξουμε σε βαθύ λήθαργο και θα κοιμάστε ήσυχα καθ’όλη τη διάρκεια της εγχείρησης· ή θα μουδιάσουμε μόνο τη δεξιά μεριά του σώματός σας και, παρότι δεν θα αισθάνεστε τίποτα από εκεί, θα είστε ξύπνια και θα βλέπετε τι γίνεται. Τι προτιμάτε;»

«Θέλω να βλέπω τι γίνεται,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ. Εκείνη, η χειρούργος, ο μάγος του τάγματος των Ερευνητών που είχε έρθει με τη χειρούργο από το Βασίλειο, και ο Βιοσκόπος που ήταν μαζί τους και την άλλη φορά στέκονταν σ’ένα θάλαμο του Μεγάρου των Φυλάκων ειδικά προετοιμασμένο για την εγχείρηση. Στο κέντρο του βρισκόταν ένα ξύλινο κρεβάτι· δίπλα στο κρεβάτι ήταν ένα τραπεζάκι με διάφορα κοπτικά εργαλεία τοποθετημένα επάνω, καθώς και φιαλίδια και γάζες σε ράφια από κάτω τους· από την άλλη μεριά του κρεβατιού ήταν ένα άλλο τραπεζάκι με ένα πλατύ, χαμηλό δοχείο που περιείχε κάποιου είδους γαλανόχρωμο υγρό και πλάι του ήταν ακουμπισμένη μια μεγάλη σύριγγα.

«Εντάξει,» αποκρίθηκε η χειρούργος· «αλλά, αν για οποιονδήποτε λόγο επιθυμήσετε κάποια στιγμή να κοιμηθείτε, απλά πείτε το. Θα σας δώσω κάτι να μυρίσετε και θα πέσετε σε βαθύ λήθαργο· δεν θα καταλάβετε τίποτα.»

«Θέλω να βλέπω τα πάντα,» επανέλαβε η Κέσριμιθ. Δεν ήταν δειλή, εκείνη, μια κόρη του Οίκου των Ζαλτάρεμ· και ήταν, αναμφίβολα, περίεργη να δει την όλη διαδικασία.

«Καλώς. Γδυθείτε και ξαπλώστε, παρακαλώ, Αρχόντισσά μου.»

Η Κέσριμιθ έβγαλε τα παπούτσια, τη ρόμπα, και το μεσοφόρι της και ξάπλωσε ντυμένη μόνο με τη λεπτή περισκελίδα και τον στηθόδεσμό της, ώστε τα εγκαύματα που ξεκινούσαν από το δεξί της μάγουλο και τελείωναν στη δεξιά της κνήμη να φαίνονται καθαρά.

Η χειρούργος, κοιτάζοντας το δέρμα της Κέσριμιθ, είπε: «Αν υπήρχαν εγκαύματα λίγο πιο πάνω στα πλευρά σας, θα έπρεπε να βγάλετε και τον στηθόδεσμο. Η περισκελίδα θα πρέπει να φύγει, γιατί θα εμποδίζει τη δουλειά μου· αλλά όχι τώρα. Σήμερα θα σας περιποιηθούμε από εδώ μέχρι εδώ.» Η χειρούργος έδειξε από τον ώμο της Κέσριμιθ ώς τη μέση.

«Και το μάγουλό μου;»

«Την τρίτη φορά.»

«Τρεις φορές θα χρειαστούν;»

«Ναι.»

«Γιατί δεν τα κάνουμε όλα τώρα, να τελειώνουμε;»

«Θέλουμε να δούμε πώς θα προσαρμοστεί το σώμα σας στο υλικό. Και είναι, γενικά, προτιμότερο η διαδικασία να γίνει σταδιακά. Θα είμαι κι εγώ, έτσι, πιο ξεκούραστη και θα κάνω καλύτερη δουλειά.

»Να ξεκινήσουμε τώρα, Αρχόντισσά μου;»

«Ναι.»

Η χειρούργος πότισε ένα πανί με κάποιο υγρό από ένα φιαλίδιο και έτριψε τον δεξή ώμο της Κέσριμιθ, τον βραχίονα, τον πήχη, την ανάστροφη της παλάμης, τα πλευρά. Η Αρχόντισσα αισθανόταν τσιμπήματα, αρχικά, σ’όλα αυτά τα σημεία, σαν έντομα με αιχμηρά ποδαράκια να βάδιζαν επάνω της· ύστερα, το δέρμα εκεί μούδιασε. Η χειρούργος πήρε μια σύριγγα, τράβηξε υγρό από ένα άλλο φιαλίδιο, πέρασε τη βελόνα κάτω από την επιδερμίδα του βραχίονα της Κέσριμιθ, κι έστειλε το υγρό μέσα. Η Αρχόντισσα έχασε, σταδιακά, τελείως την αίσθηση του χεριού της· στην αρχή, μπορούσε να κουνήσει λίγο τα δάχτυλά της, μετά ούτε καν αυτά, ούτε καν το μικρό της δαχτυλάκι. Την τρόμαζε τούτο, αν και ήξερε πως δεν ήταν τίποτα το μόνιμο.

Η χειρούργος τράβηξε κι άλλο υγρό, με τη σύριγγα, από το φιαλίδιο. Τρύπησε τώρα την Κέσριμιθ στα πλευρά κι έστειλε το υγρό κάτω από την επιδερμίδα της. Το αποτέλεσμα ήταν ίδιο όπως και στο χέρι: η Αρχόντισσα έχασε την αίσθηση όλης της πάνω δεξιάς μεριάς του σώματός της. Είχε την εντύπωση πως ακόμα κι αν κάποιος την τσιμπούσε στο στήθος δεν θα το ένιωθε.

«Πώς αισθάνεστε, Αρχόντισσά μου;» τη ρώτησε η χειρούργος.

«Δεν αισθάνομαι τίποτα.»

«Ακριβώς αυτό που θέλουμε. Σηκώστε το χέρι σας, παρακαλώ.»

«Με δουλεύεις;»

«Προσπαθήστε.»

«Δεν μπορώ.» Ήταν σαν το μυαλό της να μη μπορούσε να στείλει καμια εντολή στο συγκεκριμένο μέλος· και, γι’ακόμα μια φορά, αυτό την τρόμαξε παρότι δεν θα έπρεπε.

Η χειρούργος πήρε ένα αιχμηρό εργαλείο και την κέντρισε στα πλευρά. «Το νιώθετε αυτό;»

«Όχι.»

Την κέντρισε αλλού στα πλευρά. «Αυτό;»

«Όχι.»

«Εντάξει. Μπορούμε να ξεκινήσουμε.»

Ο Βιοσκόπος, τότε, πλησίασε την Κέσριμιθ από τ’αριστερά και υψώνοντας τα χέρια του από πάνω της μουρμούρισε τα λόγια για κάποιο ξόρκι.

«Τι κάνεις;» τον ρώτησε εκείνη.

«Τίποτα ιδιαίτερο, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε ο μάγος ύστερα από μερικές στιγμές αυτοσυγκέντρωσης. «Ένας έλεγχος μόνο.» Κι ένευσε προς τη μεριά της χειρούργου και του Ερευνητή.

Η χειρούργος είχε τώρα φορέσει μάσκα που έκρυβε την κάτω μεριά του προσώπου της και σκούφο που κάλυπτε τα μαλλιά της. Πήρε ένα καλοακονισμένο νυστέρι από το τραπεζάκι κι άρχισε να σκίζει, προσεχτικά, το δέρμα του δεξή ώμου της Κέσριμιθ, ακριβώς επάνω στα εγκαύματα. Κι εκείνη δεν ένιωθε τίποτα. Τίποτα. Το σώμα της ήταν σαν ξύλο. Ήταν σαν να ανήκε σε κάποια άλλη γυναίκα. Σαν να μην ήταν δικό της. Η Κέσριμιθ κοίταζε με κάποιο δέος το πορφυρό αίμα να κυλά μέσα από την κομμένη γαλανή σάρκα της. Το κοίταζε και δεν έπαιρνε καθόλου τα μάτια της από εκεί. Δεν ήταν από αυτές που θα λιποθυμούσαν από ένα τέτοιο θέαμα· ήταν κόρη του Οίκου των Ζαλτάρεμ.

Η χειρούργος έπαψε να την κόβει όταν είχε φτάσει περίπου στα μέσα του βραχίονα. Άφησε το νυστέρι πάνω στο τραπεζάκι και, καθώς έπλενε το τραύμα μ’ένα πανί ποτισμένο με κάποιο υγρό, είπε στον Ερευνητή να έρθει. Η Κέσριμιθ τον είδε να παρουσιάζεται από τη δεξιά μεριά της κρατώντας τη μεγάλη σύριγγα που, πριν, ήταν πάνω στο άλλο τραπεζάκι. Και τώρα η σύριγγα αυτή ήταν γεμάτη με το γαλανόχρωμο υγρό που περιείχε το χαμηλό, πλατύ δοχείο από την αριστερή πλευρά του κρεβατιού.

«Αυτή είναι η ύλη;» ρώτησε η Κέσριμιθ.

«Ναι, Αρχόντισσά μου.» Ο μάγος είχε φορέσει μάσκα και σκούφο, όπως η χειρούργος. Τοποθέτησε με προσοχή τη μουσούδα της σύριγγας μέσα στο τραύμα που είχε δημιουργήσει η χειρούργος, ενώ εκείνη το κρατούσε ανοιχτό με μια μεταλλική λαβίδα. Πίεσε, ύστερα, την άκρη της σύριγγας και η ύλη – παχύρρευστη και στραφταλίζουσα – στάλθηκε μέσα στο άνοιγμα. Η Κέσριμιθ την είδε να απλώνεται σαν σαλιγκάρι, μοιάζοντας με κάτι το ζωντανό, και να ενώνεται λίγο-λίγο με το δέρμα της, σταματώντας την αιμορραγία. Η χειρούργος, εν τω μεταξύ, σκάλιζε την ύλη μ’ένα εργαλείο σαν μικρό κουτάλι, προσπαθώντας να την κάνει όσο το δυνατόν πιο λεία, προσπαθώντας να την κάνει να ενωθεί όσο το δυνατόν πιο ομοιόμορφα με το σώμα της Αρχόντισσας.

«Αισθάνεστε τίποτα, Αρχόντισσά μου;» ρώτησε.

Η Κέσριμιθ διαπίστωσε ξαφνικά ότι το στόμα της ήταν ξερό. «Τίποτα.» Τελείως ξερό. Έγλειψε τα χείλη της.

Μετά από κανένα πεντάλεπτο (αν η Κέσριμιθ υπολόγιζε σωστά τον χρόνο) η χειρούργος έπαψε να σκαλίζει την ύλη καθώς αυτή είχε πάψει να κινείται και δεν έμοιαζε πια να έχει καμια διαφορά απ’το κανονικό δέρμα της Κέσριμιθ. Το έγκαυμα είχε εξαφανιστεί! Γύρω-γύρω, όμως, από εκεί όπου είχε κάνει η χειρούργος το άνοιγμα κάτι φαινόταν ακόμα, σαν το περίγραμμα ενός παλιού λεκέ.

«Αυτό θα συνεχίσει να φαίνεται;» ρώτησε η Κέσριμιθ.

«Όχι,» είπε η χειρούργος. Κι έστρεψε το βλέμμα της στον Βιοσκόπο, που στεκόταν αριστερά της Αρχόντισσας.

Η Κέσριμιθ γύρισε το κεφάλι για να τον κοιτάξει, και τον είδε να την αντικρίζει με μάτια που έμοιαζαν να ατενίζουν κάπου βαθιά μέσα της, απορροφημένος από την εκτέλεση κάποιου ξορκιού προφανώς. Ύστερα, ο μάγος είπε στη χειρούργο: «Όλα εντάξει. Το σώμα της δείχνει να έχει αποδεχτεί την ύλη σαν μέρος του. Δεν διακρίνω να συμβαίνει κάτι ανεπιθύμητο.»

Η χειρούργος πήρε πάλι το νυστέρι της κι άρχισε να κόβει το δέρμα της Κέσριμιθ, από τα μέσα του βραχίονα ώς τον καρπό, ανοίγοντας όλα τα εγκαύματα. Όταν τελείωσε, καθάρισε γρήγορα το αίμα μ’ένα πανί ποτισμένο με υγρό, και ο Ερευνητής ήρθε με τη σύριγγά του για να στείλει την παχύρρευστη ύλη μέσα στα κοψίματα ενώ η χειρούργος τα κρατούσε ανοιχτά με τη λαβίδα της.

Η χειρούργος ρώτησε ξανά την Αρχόντισσα αν αισθανόταν τίποτα, οτιδήποτε, και η Κέσριμιθ αποκρίθηκε πως τίποτα δεν αισθανόταν.

Η παράξενη ύλη έγινε ένα με το δέρμα της, κλείνοντας τα τραύματα· το μόνο που, μετά από λίγο, φαινόταν ήταν ξανά ένα περίγραμμα. Και η χειρούργος συνέχισε τη δουλειά της, σκίζοντας την ανάστροφη της παλάμης της Κέσριμιθ με μεγάλη προσοχή. Ο Ερευνητής τώρα χρησιμοποιήσει μια μικρότερη σύριγγα για να στείλει την ύλη μέσα στα ανοίγματα που είχε κάνει η χειρούργος, αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο.

Η Κέσριμιθ είπε: «Τα περιγράμματα…;» Το στόμα της ήταν τόσο ξερό…

«Θα τα φροντίσουμε, Αρχόντισσά μου· μην ανησυχείτε, δεν είναι τίποτα,» αποκρίθηκε η χειρούργος. Και κοίταξε ερωτηματικά τον Βιοσκόπο.

Εκείνος έκανε πάλι κάποιο ξόρκι και μετά είπε: «Όλα εντάξει.»

Η χειρούργος έπιασε το χέρι της Κέσριμιθ και, κάνοντας τον αγκώνα να λυγίσει, το ακούμπησε κάτω από το στήθος της Αρχόντισσας, η οποία το ένιωσε εκεί σαν ένα παγερό ξένο σώμα. Ένα ρίγος τη διέτρεξε πατόκορφα· ένας ενστικτώδης τρόμος λόγχισε τα σωθικά της. Τι φοβάσαι, ανόητη; είπε στον εαυτό της. Απλά μουδιασμένο είναι.

Η χειρούργος έσκισε τώρα με το νυστέρι τα πλευρά της Κέσριμιθ, δημιουργώντας προσεχτικά ανοίγματα ώς τη μέση, ρωτώντας την κάθε τόσο αν αισθανόταν κάτι, οτιδήποτε. «Τίποτα,» έλεγε πάντα εκείνη. «Τίποτα.» Η χειρούργος καθάρισε τα αίματα και άρχισε να κρατά τα ανοίγματα τεντωμένα με τη μεταλλική της λαβίδα ενώ ο Ερευνητής έστελνε μέσα τους το παχύρρευστο υγρό με τη μεγαλύτερη σύριγγα. Όταν η διαδικασία τελείωσε, τα εγκαύματα είχαν εξαφανιστεί. Και η Κέσριμιθ αναρωτιόταν τώρα τι θα έκαναν για να σβήσουν τα περιγράμματα.

Η χειρούργος έβγαλε τη μάσκα της. «Λοιπόν. Όταν ξεμουδιάσετε, Αρχόντισσά μου, θα αισθάνεστε κάποιο πόνο. Όχι πολύ έντονο, ελπίζω. Θα σας πρότεινα, ωστόσο, να πάρετε παυσίπονο. Θα σας δώσω εγώ ένα, αν θέλετε.

»Τώρα… προτιμάτε να περιμένετε να ξεμουδιάσει το σώμα σας φυσιολογικά, ή να το κάνω να ξεμουδιάσει πιο γρήγορα;»

«Πιο γρήγορα,» είπε η Κέσριμιθ· κι αμέσως ρώτησε: «Αλλιώς, πόση ώρα θα πάρει;»

«Δυο, τρεις ώρες. Αυτό είναι το σύνηθες.»

«Πιο γρήγορα,» επανέλαβε η Κέσριμιθ. «Τώρα.»

Η χειρούργος ένευσε. Τράβηξε, με μια σύριγγα, υγρό από ένα φιαλίδιο και το έστειλε μέσα στο σώμα της Αρχόντισσας, τρυπώντας την σε τέσσερα σημεία: δύο στο χέρι και δύο στα πλευρά. Η Κέσριμιθ αισθάνθηκε το μούδιασμα σταδιακά να διαλύεται: μπορούσε πάλι να κινήσει τα δάχτυλά της· ύστερα, τον καρπό της· ύστερα, τον αγκώνα της. Ύστερα μπορούσε να σηκώσει το χέρι κανονικά. Συγχρόνως, όμως, ένιωθε έναν καυτό πόνο, όχι μόνο στο χέρι αλλά και στα πλευρά.

Το είπε στη χειρούργο, κι εκείνη στράφηκε στον μάγο του τάγματος των Ερευνητών ενώ ο Βιοσκόπος υποτονθόρυζε ένα ξόρκι. Ο Ερευνητής είπε: «Φυσιολογικό είναι, Αρχόντισσά μου. Συνήθως περνά μετά από καμια μέρα· μπορεί και λιγότερο. Η ύλη ενοχλεί το δέρμα σας, στην αρχή· αυτό είν’ όλο.»

Η Κέσριμιθ έκανε ν’αγγίξει τον δεξή της βραχίονα με το αριστερό χέρι, αλλά η χειρούργος την πρόλαβε: «Καλύτερα όχι, Αρχόντισσά μου.»

Η Κέσριμιθ συνοφρυώθηκε. «Γιατί;»

Η χειρούργος κοίταξε τον Ερευνητή· εκείνος είπε: «Δεν υπάρχει πρόβλημα· μπορεί να το αγγίξει. Απλώς μην ξύσετε με τα νύχια σας την ύλη, Αρχόντισσά μου. Όχι ακόμα, τουλάχιστον. Μετά από δυο μέρες μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε· δεν θα έχει καμια διαφορά από το κανονικό δέρμα σας.»

Η Κέσριμιθ άγγιξε τα σημεία στο δεξί χέρι όπου, πριν, βρίσκονταν τα εγκαύματα και αισθάνθηκε μια ασυνήθιστη θερμότητα και μια τραχύτητα κάτω από τα δάχτυλά της. Το είπε στον μάγο και στη χειρούργο.

«Η θερμότητα θα φύγει ύστερα από καμια μέρα,» αποκρίθηκε ο Ερευνητής. «Και για την τραχύτητα έχουμε ήδη ετοιμάσει ένα σκεύασμα. Πρέπει να τυλίξουμε το χέρι και τα πλευρά σας με επιδέσμους τώρα. Και θα τα ξετυλίξουμε μόνο ύστερα από δύο ημέρες.»

«Ύστερα από δύο ημέρες θα γίνει η επόμενη εγχείρηση;»

«Μπορεί να γίνει και νωρίτερα. Ό,τι θέλετε εσείς, Αρχόντισσά μου. Βλέπετε κι αποφασίζετε· εμείς είμαστε στη διάθεσή σας, για οτιδήποτε.»

Και περίμεναν καθώς η Κέσριμιθ άγγιζε πάλι τον εαυτό της, από τον ώμο ώς την ανάστροφη της παλάμης, από τα πλευρά ώς τη μέση. Παντού ένιωθε την παράξενη θερμότητα και την τραχύτητα κάτω από τα δάχτυλά της.

Καθάρισε τον λαιμό της. «Εντάξει. Τυλίξτε με.»

«Πάρτε καθιστή θέση, παρακαλώ, Αρχόντισσά μου,» είπε η χειρούργος, ενώ ο μάγος έβαζε κάτι βοτάνια και αλοιφές επάνω σ’έναν επίδεσμο ο οποίος δεν πρέπει να ήταν από ύφασμα αλλά από κάποιο άλλο υλικό. Τι είδους, η Κέσριμιθ δεν ήξερε και δεν είχε διάθεση να ρωτήσει.

Η χειρούργος πήρε τον επίδεσμο και τύλιξε τον βραχίονα της Αρχόντισσας. Μετά, παίρνοντας και τους άλλους επιδέσμους που της ετοίμαζε ο μάγος, τύλιξε το υπόλοιπο χέρι και τα πλευρά της Κέσριμιθ.

«Με καίνε πιο πολύ τώρα,» είπε εκείνη.

«Φυσιολογικό είναι κι αυτό,» τη διαβεβαίωσε ο Ερευνητής.

Ο Βιοσκόπος, έχοντας πάλι κάνει κάποιο ξόρκι, είπε: «Δεν εντοπίζω τίποτα το επιβλαβές, Αρχόντισσά μου.»

Η Κέσριμιθ ρώτησε: «Όταν φτιάξετε το μάγουλό μου, θα πρέπει να τυλίξετε το πρόσωπό μου με επιδέσμους;»

«Δυστυχώς, είναι απαραίτητο,» είπε ο Ερευνητής, «για να μην έρχεται σε επαφή με τον αέρα και να είναι σταθερά επάνω του τα σκευάσματα.»

*

Ενόσω η Κέσριμιθ εγχειριζόταν, νωρίς το πρωί, οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας σφυροκοπούσαν τα βόρεια τείχη της Φάνρηβ, αλλά τα πράγματα ήταν ήσυχα μέσα στην πόλη. Ο Νυκτόκηπος και το Σκοτεινό Παζάρι εξακολουθούσαν να είναι δύο συνοικίες εξεγερμένες, όμως για την ώρα ο στρατός του Βασιλείου δεν τις πλησίαζε· ενώ ο Μεσοπόταμος και ο Ταριχευτής εξακολουθούσαν να είναι δύο συνοικίες υπό στρατιωτική εποπτεία, και εκεί κανείς δεν μπορούσε να κινηθεί ελεύθερα, ούτε κανείς είχε επιχειρήσει να διώξει τους Χαρνώθιους που κοίταζαν παντού σαν γεράκια και ερευνούσαν σπίτια κατά βούληση.

Το μεσημέρι, όταν τα σφυροκοπήματα στα βόρεια τείχη είχαν πάψει, η Αρχόντισσα Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ συνάντησε ξανά τους τρεις αλχημιστές της Συντεχνίας του Ύπνου στο κρατητήριο του Μεγάρου των Φυλάκων, όπου τους είχαν φέρει οι πράκτορες του Αρχικατασκόπου της.

Ο Θόρεντιν ήταν επίσης εδώ, καθώς και τέσσερις μαχητές του Βασιλείου, για λόγους ασφάλειας – αν και η Κέσριμιθ δεν το έκρινε απαραίτητο· δεν νόμιζε ότι οι συντεχνίτες θα αποτολμούσαν καμια ανόητη «γενναιότητα». Ήταν καθισμένοι τώρα κι οι τρεις τους εκεί όπου κάθονταν και την προηγούμενη φορά, ακριβώς στις ίδιες θέσεις – η μαυρομάλλα, πρασινόδερμη γυναίκα· ο γκριζομάλλης μουσάτος άντρας· και ο πρασινομάλλης, ξυρισμένος, πολύ νεότερος άντρας.

Η Κέσριμιθ δεν το είχε θεωρήσει σκόπιμο να φέρει την Ολέρια μαζί της τώρα· είχε έρθει μόνη. «Χαίρετε,» είπε στους συντεχνίτες, βαδίζοντας αργά μέσα στο κρατητήριο, ντυμένη μ’ένα μακρύ πράσινο φόρεμα και κοντά μαύρα γάντια, ενώ στους ώμους της έπεφτε μια εσάρπα αράχνης, παρόμοια στην ύφανση με τον μανδύα αράχνης που φορούσε ο Θόρεντιν, ο οποίος κοίταζε σιωπηλά, με την πλάτη ακουμπισμένη σ’έναν τοίχο και τα χέρια σταυρωμένα μπροστά του. Ένα πιστόλι κρεμόταν από τη ζώνη του, πάνω στον γοφό του.

«Υψηλοτάτη…» είπε ο πρασινομάλλης αλχημιστής.

«Τι νέα μού φέρνετε;» ρώτησε η Κέσριμιθ, μη βλέποντας τον λόγο γιατί να μην μπει στο θέμα αμέσως. Ο Θόρεντιν τής είχε, προ πολλού, αναφέρει πως οι κατάσκοποί του στη Μεγάλη Αγορά δεν είχαν ανακαλύψει τίποτα ιδιαίτερο – κανένας δεν είχε αγοράσει μεγάλες ποσότητες στοιχείων απαραίτητων για την παρασκευή Γελωτοποιού. Η Κέσριμιθ ήλπιζε οι συντεχνίτες να μην της έδιναν παρόμοια κενές πληροφορίες.

«Αρχόντισσά μου,» είπε η πρασινόδερμη γυναίκα, «μας καλέσατε πολύ νωρίς–»

«Πολύ νωρίς; Είναι πάνω από δύο μέρες από τότε που μιλήσαμε! Προσπαθείτε να με ξεγελάσετε;»

«Φυσικά και όχι, Αρχόντισσά μου! Αλλά εγώ, τουλάχιστον, δεν… δεν ξέρω αν κάποιος…»

«Αρχόντισσά μου,» είπε ο γκριζομάλλης άντρας, «κατάφερα να μάθω κάτι που ίσως να σας ενδιαφέρει.»

Η Κέσριμιθ ύψωσε ένα της φρύδι, περιμένοντάς τον να συνεχίσει. Κάτω από το φόρεμά της, τα σημεία όπου είχε εγχειριστεί φλέγονταν και πονούσαν, ακόμα και ύστερα από την επίδραση του παυσίπονου που είχε πάρει εδώ και μια ώρα.

Ο γκριζομάλλης άντρας είπε: «Είναι ένας αλχημιστής της συντεχνίας μας ονόματι Φόρναλιν ωλ Κέρμακεκ. Πληροφορήθηκα, όχι από τον ίδιο, ότι τις τελευταίες ημέρες αγόρασε αρκετές μικρές φιάλες με Γελωτοποιό από αρκετούς άλλους αλχημιστές. Και αγόρασε, επίσης, και στοιχεία για την παρασκευή Γελωτοποιού.»

«Πριν από την επίθεση που έγινε στον Μεσοπόταμο εναντίον των μαχητών του Βασιλείου;»

«Ασφαλώς, Αρχόντισσά μου.»

«Τι πολιτικό προσανατολισμό έχει αυτός ο Φόρναλιν ωλ Κέρμακεκ; Λέει πως είναι με το Βασίλειο ή με τον Φύλακα;»

«Δεν λέει τίποτα, Αρχόντισσά μου. Τουλάχιστον, εγώ δεν τον έχω ακούσει ποτέ να λέει κάτι. Δεν ξέρω αν έχει καμια συγκεκριμένη άποψη.»

«Ξέρεις πού κατοικεί;»

«Μάλιστα, Αρχόντισσά μου.»

«Πού;»

Της είπε μια διεύθυνση μέσα στον Λαβύρινθο.

«Και πού έχει το κατάστημά του; Στο ίδιο μέρος;»

Ο γκριζομάλλης αλχημιστής κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Επί της Αγκυλωτής Οδού είναι το εργαστήριό του.» Κι ανέφερε ακόμα μια διεύθυνση. Η Αγκυλωτή ήταν στα όρια του Λαβυρίνθου, μια κάθετος της Μακριάς Λόγχης και της Ευθείας Οδού – του μοναδικού ίσιου δρόμου που διέσχιζε τον Λαβύρινθο από τα ανατολικά ώς το Νότιο Λιμάνι στα δυτικά.

«Το θεωρείς πιθανό να συνεργάζεται με τους αυτονομιστές ο Φόρναλιν ωλ Κέρμακεκ;» ρώτησε η Κέσριμιθ.

«Αρχόντισσά μου…» κόμπιασε ο γκριζομάλλης άντρας, «δεν… μπορώ να πω τίποτα. Δεν ξέρω.»

«Κανένα άλλο νέο;» είπε η Κέσριμιθ, κοιτάζοντάς τώρα και τους άλλους δύο.

Η πρασινόδερμη αλχημίστρια είπε: «Προσπάθησα, Αρχόντισσά μου, όμως δεν άκουσα κάτι…» Και ο πρασινομάλλης αλχημιστής: «Συνεχίζω να ακούω πολύ προσεχτικά, Αρχόντισσά μου. Νομίζω πως κι εμένα κάτι πήρε τ’αφτί μου για τις αγορές του Φόρναλιν…»

«Τίποτε άλλο μ’ενδιαφέρει αν ξέρετε.»

Κανένας δεν μίλησε.

«Μάλιστα,» είπε η Κέσριμιθ. «Μπορείτε να πηγαίνετε. Αλλά να έχετε κατά νου ότι δεν κουβεντιάσαμε ποτέ. Αν πληροφορηθώ πως διαδώσατε ότι μιλήσαμε, θ’αρχίσω να θυμάμαι ότι ασκείται παράνομα επαγγέλματα…»

«Αρχόντισσά μου, η μνήμη μας έχει ήδη θολώσει,» τη διαβεβαίωσε ο πρασινομάλλης συντεχνίτης.

«Χαίρομαι. Μπορείτε να πηγαίνετε,» επανέλαβε η Κέσριμιθ.

«Σας ευχαριστούμε, Υψηλοτάτη,» είπε η πρασινόδερμη γυναίκα καθώς εκείνη κι οι άλλοι δύο σηκώνονταν όρθιοι και οι μαχητές του Βασιλείου τούς συνόδευαν έξω από το κρατητήριο.

Η Κέσριμιθ στράφηκε στον Θόρεντιν. «Νομίζεις ότι μπορεί να πρόκειται για αυτονομιστή;»

«Δε θα το θεωρούσα καθόλου απίθανο, νιρλίσα.»

«Δεν τον έχεις ξανακούσει…»

«Όχι, ποτέ. Αυτή η πόλη είναι γεμάτη ανθρώπους σαν Ίσκιους των Χαρνώθιων δασών· πάνω που πιστεύεις ότι ξέρεις τι γίνεται, όλο καινούργιοι ξεπετάγονται.»

«Οι αιχμάλωτοί μας, όμως, ίσως να τον γνωρίζουν,» είπε η Κέσριμιθ: και εννοούσε τους αυτονομιστές που ακόμα κρατούσε στα μπουντρούμια της, οι οποίοι μέχρι στιγμής δεν είχαν προσφέρει καμια χρήσιμη πληροφορία.

«Θα τους ανακρίνω, αν θέλεις.»

Η Κέσριμιθ ένευσε. «Κάν’ το. Και το απόγευμα να συλλάβεις τον Φόρναλιν από το εργαστήριό του στην Αγκυλωτή, και να στείλεις κατασκόπους σου να ερευνήσουν το σπίτι του στον Λαβύρινθο.»

*

Οι αιχμάλωτοι αυτονομιστές ήταν καταπονημένοι ύστερα από τόσες ημέρες που βρίσκονταν στα μπουντρούμια κάτω από το Μέγαρο των Φυλάκων: τα σώματά τους είχαν αδυνατίσει από την έλλειψη φαγητού· τα χείλη τους ήταν σκασμένα από την έλλειψη νερού· το δέρμα τους ήταν γεμάτο με ουλές από τα βασανιστήρια· τα μάτια τους ή κοίταζαν πέρα-δώθε, μη μπορώντας να ησυχάσουν, ή ήταν τελείως ακίνητα, θυμίζοντας τα μάτια νεκρών, γιατί τα βασανιστήρια δεν σημάδευαν μονάχα τα σώματα αλλά και τις ψυχές. Αρκετοί, ωστόσο, ήταν αρκετά πεισματάρηδες· δεν έδιναν καθόλου εύκολα πληροφορίες. Αλλά ο Θόρεντιν, με λίγη επιμονή, κατάφερε να μάθει, ώς το απόγευμα, από έναν από αυτούς ότι ο Φόρναλιν ωλ Κέρμακεκ ήταν όντως αυτονομιστής. Ο αιχμάλωτος που μίλησε είπε πως είχε ακούσει το όνομά του· ο Κάλνεντουρ τον συναναστρεφόταν.

Ο Αρχικατάσκοπος, λοιπόν, δεν είχε τώρα κανέναν ενδοιασμό να τον συλλάβει· ο αλχημιστής ήταν, ξεκάθαρα, παράνομος, και όχι μόνο επειδή βρισκόταν στη Συντεχνία του Ύπνου φυσικά.

Καθώς οι σκιές πλήθαιναν στη Φάνρηβ και ο ήλιος έγερνε στον δυτικό ορίζοντα, ο Θόρεντιν κατευθύνθηκε προς την Αγκυλωτή μέσα σ’ένα τετράκυκλο όχημα μαζί με μαχητές του Βασιλείου επάνω σε δίκυκλα και γιγαντόλυκους. Στα βόρεια τείχη, η πολιορκία είχε προ πολλού ξεκινήσει πάλι. Φωτιές και θολούρα φαίνονταν από εκεί, κρότοι αντηχούσαν σ’όλη την πόλη· και ο άνεμος έφερνε, κάθε τόσο, σύννεφα καπνού στους δρόμους της Φάνρηβ, αποπνιχτικά για εκείνους που τύχαινε να βρεθούν στην αγκαλιά τους, γεμίζοντας τα πάντα με στάχτη και μουντζούρα. Στ’ανοιχτά του λιμανιού, ναυμαχίες διεξάγονταν· αλλά ήταν αρκετά μακριά από την πόλη ώστε να μην την επηρεάζουν άμεσα.

Ο Θόρεντιν είχε ήδη πληροφορηθεί από κατασκόπους του ότι το εργαστήριο του Φόρναλιν ήταν ακόμα ανοιχτό· δεν είχε κλείσει για το βράδυ. Πελάτες είχαν πρόσφατα μπει και βγει.

Δεν επρόκειτο, ωστόσο, για κανένα κατάστημα που μπορούσε κάποιος να δει εύκολα κάνοντας τη βόλτα του στην Αγκυλωτή· έπρεπε να ξέρεις για τι ζητάς. Βρισκόταν στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας, και έφτανες στην είσοδό του ανεβαίνοντας μια σκάλα η οποία ήταν σ’ένα σοκάκι κάθετο στην Αγκυλωτή. Επάνω στην πόρτα υπήρχε η επιγραφή ΑΠΟΘΗΚΗ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ – προκάλυμμα, εννοείται.

Ο οδηγός του οχήματος του Θόρεντιν σταμάτησε μπροστά στη σκάλα, και ο Αρχικατάσκοπος βγήκε. Συνοδευόμενος από τέσσερις Χαρνώθιους μαχητές, ανέβηκε ώς την ξύλινη θύρα και χτύπησε με τη γροθιά του.

«Ποιος είναι;» ακούστηκε μια φωνή από μέσα. Γυναικεία. Η γυναίκα του αλχημιστή, πιθανώς.

«Θέλω να μιλήσω στον κύριο Φόρναλιν για ένα… σκεύασμα.»

«Ποιος είστε, κύριε;» Από τον επιφυλακτικό τόνο της ο Θόρεντιν κατάλαβε ότι τον έβλεπε από κάπου – από κάποιο κρυφό ματάκι της πόρτας, μάλλον.

«Το όνομά μου δεν έχει σημασία.»

«Κάποιο λάθος έχετε κάνει, πάντως· κανένας κύριος Φόρναλιν δεν βρίσκεται εδώ.»

«Θα σπάσουμε την πόρτα αν δεν μας ανοίξετε χωρίς καμια καθυστέρηση,» την πληροφόρησε ο Θόρεντιν, κι άκουσε από μέσα γρήγορα βήματα ν’απομακρύνονται.

Πρόσταξε τους μαχητές του να σπάσουν την πόρτα, δίχως πυροβολισμούς· και, καθώς εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω, δυο Χαρνώθιοι κοπάνησαν επανειλημμένα την ξύλινη θύρα με τη μπροστινή και την πίσω μεριά των οπλολογχών τους, ενώ την κλοτσούσαν κιόλας.

Ο Θόρεντιν ανησυχούσε ότι ίσως ο Φόρναλιν να έφευγε από κάποια άλλη μεριά. Αν και οι κατάσκοποί του του είχαν πει ότι το οίκημα δεν φαινόταν να έχει καμια άλλη έξοδο – εξαιρώντας μονάχα ένα παράθυρο – αυτό δεν σήμαινε πως δεν μπορούσε να υπάρχει κάποια καταπακτή που να οδηγεί στο ισόγειο της πολυκατοικίας. Οι μαχητές που είχαν μείνει κάτω ήταν βέβαια σε επιφυλακή, βλέποντας μήπως κανείς έβγαινε τρέχοντας. Αλλά, και πάλι, μπορεί από το ισόγειο ο αλχημιστής να πήγαινε ακόμα πιο βαθιά, στα υπόγεια της πόλης…

Η πόρτα δεν άργησε να σπάσει· ύστερα από μερικά δυνατά χτυπήματα, άνοιξε. Η κλειδαριά της είχε διαλυθεί, οι μεντεσέδες είχαν ξεχαρβαλωθεί, μια μεγάλη λακκούβα είχε δημιουργηθεί στο κέντρο της. Οι μαχητές του Βασιλείου εισέβαλαν κρατώντας τις οπλολόγχες τους σε ετοιμότητα. Ο Θόρεντιν είδε μέσα ένα δωμάτιο με κιβώτια στοιβαγμένα και ρούχα κρεμασμένα τριγύρω. Έμοιαζε με αποθήκη ενδυμάτων, αναμφίβολα· στα ρουθούνια του, όμως, έρχονταν οσμές που δεν συναντούσε κανείς στις αποθήκες ενδυμάτων αλλά στα εργαστήρια αλχημιστών.

Ο Θόρεντιν έδειξε στους μαχητές το βάθος του δωματίου, κι εκείνοι προχώρησαν παραμερίζοντας βίαια τα κρεμασμένα ρούχα εκεί, ρίχνοντάς τα κάτω. Πίσω από τα ρούχα, ο χώρος στένευε κι ένα μεγάλο γραφείο υπήρχε με διάφορα μικροαντικείμενα επάνω. Τριγύρω ήταν ράφια γεμάτα επίσης με μικροαντικείμενα.

«Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω, κύριοι;» ρώτησε ο άντρας που στεκόταν πίσω απ’το γραφείο. Μαυρόδερμος με γαλανά μάτια και αραιά γαλανά μαλλιά.

«Είσαι ο Φόρναλιν ωλ Κέρμακεκ;» ρώτησε ο Θόρεντιν.

«Εσύ ποιος είσαι; Δε μοιάζεις για στρατιωτικός. Κάποιος Χαρνώθιος ευγενής; Δε χρειαζόταν να εισβάλεις έτσι, αν απλά θέλεις να–»

«Θέλω να μου φτιάξεις ένα συγκεκριμένο ελιξίριο.»

«Μπορούσες να το είχες πει προτού σπάσεις την πόρτα μου… Θα πρέπει να προσθέσω στην τιμή–»

«Επομένως, είσαι ο Φόρναλιν.»

«Ναι–»

«Συλλαμβάνεσαι,» του είπε ο Θόρεντιν, «για συνωμοσία κατά του Βασιλείου της Χάρνωθ. Θα έρθεις μαζί μ–»

Καπνός γέμισε το δωμάτιο, προερχόμενος κάτω από το γραφείο – χωρίς ο αλχημιστής να έχει φανεί να κουνιέται καθόλου. Τα χέρια του ήταν, συνεχώς, επάνω στο γραφείο. Πώς ήταν δυνατόν…;

Τα μάτια του Θόρεντιν θόλωσαν, το δάπεδο βούλιαξε από κάτω του, έγινε σαν λάσπη. Μη μπορώντας να στέκεται όρθιος, έπεσε, φωνάζοντας, και γύρω του άκουγε και τους μαχητές του Βασιλείου να φωνάζουν. Ένας πυροβολισμός οπλολόγχης αντήχησε.

«Όχι! Μη ρίχνετε! Μη ρίχνετε!» τους προειδοποίησε ο Θόρεντιν, παλεύοντας να σηκωθεί όρθιος αλλά μη μπορώντας να πιαστεί από πουθενά. Συνεχώς βούλιαζε, και τα πάντα ήταν θολά σαν σκιές.

Κι άλλες φωνές ακούστηκαν, αναστάτωση επικράτησε, ενώ ο κόσμος εξακολουθούσε να είναι ρευστός και ασταθής όπως η λάσπη, και σκοτεινός, τόσο σκοτεινός…

Όταν ο Θόρεντιν συνήλθε από τα αποτελέσματα της παραισθησιογόνου ουσίας, είχε νυχτώσει για τα καλά στην πόλη και βρισκόταν στο σοκάκι έξω από την «αποθήκη ενδυμάτων», πλάι στην Αγκυλωτή. Μια μαχήτρια του Βασιλείου τού έδωσε ένα μπουκαλάκι με νερό. «Είστε καλύτερα τώρα, κύριε Θόρεντιν;»

«Ναι. Νομίζω.» Ήπιε μια μικρή γουλιά νερό, προσεχτικά. «Τον πιάσατε;»

«Δεν ήταν κανένας μαζί σας στο δωμάτιο,» του είπε ένας άλλος μαχητής.

«Θα είχε πάει πιο μέσα, τότε.»

«Δεν υπάρχουν άλλα δωμάτια, κύριε Θόρεντιν· ερευνήσαμε όλο τον χώρο.»

«Αποκλείεται! Η πόρτα θα είναι καλυμμένη κάπως. Έχει καθαρίσει το αέριο επάνω;»

«Ναι.»

Ήπιε μια ακόμα γουλιά κι επέστρεψε το μπουκαλάκι στη μαχήτρια. «Ελάτε μαζί μου,» είπε, κι ανέβηκε πάλι τη σκάλα, αλλά αυτή τη φορά με το πιστόλι του στο χέρι, γυρισμένο στην αναισθητοποίηση, στη λειτουργία ενεργοβόλου. Αρκετοί από τους μαχητές του Βασιλείου τον ακολούθησαν.

Στο εσωτερικό του οικήματος, πράγματι, δεν υπήρχε καμια άλλη φανερή πόρτα. Αλλά ο Φόρναλιν προφανώς από κάπου είχε φύγει· το ίδιο και η γυναίκα που είχε μιλήσει με τον Θόρεντιν όταν εκείνος χτύπησε την εξώπορτα. Επιπλέον, εδώ υποτίθεται πως ήταν αλχημικό εργαστήριο, αλλά πουθενά δεν έβλεπες τους ανάλογους εξοπλισμούς…

Ο Θόρεντιν, θηκαρώνοντας το πιστόλι του, ψηλάφησε τον τοίχο στο βάθος, πίσω από το γραφείο, ο οποίος ήταν ξύλινος σε αντίθεση με τους άλλους που ήταν πέτρινοι. Σύντομα διαπίστωσε ότι ένα τμήμα του άνοιγε. Πώς όμως; Υπήρχε κανένας μοχλός εδώ κοντά;

Δεν είχε σημασία. «Σπάστε αυτή την πόρτα,» πρόσταξε ο Αρχικατάσκοπος, δείχνοντάς την. «Σπάστε την. Πόρτα είναι, όχι τοίχος· θα το δείτε.»

Δύο μαχητές του Βασιλείου την κλότσησαν και την κοπάνησαν με τις οπλολόγχες τους μέχρι που η κρυφή θύρα, τσακισμένη, άνοιξε.

Πέρα από το κατώφλι της, μόνο σκοτάδι φαινόταν.

«Περιμένετε!» προειδοποίησε ο Θόρεντιν, φοβούμενος κι άλλη παγίδα. Είχε τραβήξει ξανά το πιστόλι του, και πήρε τώρα μια φωτοβομβίδα από μια τσέπη του, γύρισε τον διακόπτη της, και την πέταξε μέσα.

Η συσκευή ήταν φτιαγμένη από παχύ κρύσταλλο γεμισμένο με μικροσκοπικούς μηχανισμούς και καλώδια. Πέφτοντας στο πάτωμα, φώτισε έντονα τον χώρο, διαλύοντας το σκοτάδι: αποκαλύπτοντας ένα δωμάτιο που, αν έκρινε κανείς από τους εξοπλισμούς εκεί, δεν μπορεί παρά να ήταν αλχημικό εργαστήριο. Ο Φόρναλιν δεν φαινόταν πουθενά, όμως· ούτε καμια γυναίκα.

Ο Θόρεντιν πρόσταξε: «Μπείτε με προσοχή κι ανάψτε το φως στο ταβάνι.»

Οι μαχητές του Βασιλείου μπήκαν με τις οπλολόγχες τους σε ετοιμότητα, είτε για να καρφώσουν είτε για να πυροβολήσουν. Ο ένας άπλωσε το χέρι του και πάτησε έναν διακόπτη στον τοίχο, κάνοντας τη λάμπα στο ταβάνι ν’ανάψει.

Το έντονο φως της φωτοβομβίδας δεν θα διαρκούσε πάνω από τρία λεπτά, όπως ήξερε ο Θόρεντιν, ο οποίος τώρα ακολούθησε τους μαχητές μέσα στο αλχημικό εργαστήριο κοιτάζοντας ολόγυρα. Καμια πόρτα δεν φαινόταν, κι όλοι οι τοίχοι ήταν πέτρινοι. Αυτό δεν σήμαινε ότι αποκλείεται να άνοιγαν με κάποιον τρόπο, βέβαια, απλώς το έκανε λιγότερο πιθανό.

Ο Θόρεντιν έριξε μια ματιά στο πάτωμα. Ομοιόμορφα τετράγωνα πλακάκια. Πολύ μεγάλα. Αρκετά για να είναι το καθένα απ’αυτά καταπακτή. Ατένισε προσεχτικά τα περιγράμματά τους: τα κενά που σχηματίζονταν ανάμεσά τους. Αν υπήρχε κρυφή καταπακτή εδώ, σ’εκείνο το σημείο τα κενά θα ήταν μεγαλύτερα, σωστά; Λάθος. Σε όλα τα σημεία τα κενά ήταν αρκετά μεγάλα για να είναι το πλακάκι καταπακτή. Επίτηδες, πολύ πιθανόν.

Ο Θόρεντιν θηκάρωσε το πιστόλι του και ζήτησε μια οπλολόγχη· του την έδωσαν, κι εκείνος άρχισε να βάζει τη λεπίδα της ανάμεσα στα πλακάκια, πιέζοντας με το κοντάρι, σχηματίζοντας μοχλό. Η καταπακτή, αν υπήρχε, μόνο έτσι μπορεί να άνοιγε. Κανένας χαλκάς δεν φαινόταν πουθενά, κανένα άγκιστρο ή λαβή. Ούτε πρέπει να υπήρχε κάποιος κρυφός μηχανισμός.

Με την τέταρτη προσπάθεια, βρήκε αυτό που έψαχνε. Καθώς πίεζε το κοντάρι της οπλολόγχης, η λεπίδα της σήκωσε το πλακάκι χωρίς δυσκολία. Δεν ήταν βαρύ.

«Ανοίξτε το τελείως,» πρόσταξε ο Θόρεντιν, κι ο μαχητής που του είχε δώσει την οπλολόγχη έπιασε το πέτρινο σκέπασμα της καταπακτής και το άνοιξε, αποκαλύπτοντας το άνοιγμα από κάτω. Συγχρόνως, ένας άλλος μαχητής και μια μαχήτρια είχαν τις οπλολόγχες τους στραμμένες στο άνοιγμα. Κανένας κίνδυνος, όμως, δεν ήρθε από εκεί.

Ο Θόρεντιν φώτισε μέσα με τον φακό του, και είδε ένα στενό φρεάτιο με μια μεταλλική σκάλα.

Είπε σε δύο μαχητές να κατεβούν πρώτοι κι εκείνος τούς ακολούθησε. Το φρεάτιο ήταν αρκετά βαθύ και κατέληγε στους υπονόμους, προσπερνώντας το ισόγειο της πολυκατοικίας – περνώντας μάλλον μέσα από κάποιον τοίχο της, ή ανάμεσα από τους τοίχους.

Ο ένας μαχητής του Βασιλείου φώτιζε δεξιά κι αριστερά, με φακό· και ο Θόρεντιν φώτισε επίσης με τον δικό του φακό, όμως δεν είδε ούτε τον Φόρναλιν ούτε καμια γυναίκα. Όπως το περίμενε. Από εδώ είχαν, αναμφίβολα, κατεβεί αλλά δεν υπήρχε και κανένας λόγος να μείνουν εδώ.

Κοίταξε στο έδαφος και στους τοίχους, μήπως βρει κάποιο ίχνος· όμως το έδαφος ήταν γεμάτο βρόμικα νερά και οι τοίχοι, εκτός από γλίτσα και έντομα, δεν είχαν επάνω τους τίποτ’ άλλο αξιοσημείωτο.

*

Η Κέσριμιθ καταράστηκε. «Και μάλλον δεν θα ξαναγυρίσει εκεί,» είπε, «τώρα που ξέρει ότι τον κυνηγάμε.»

«Αποκλείεται να επιστρέψει,» συμφώνησε ο Θόρεντιν. «Και ούτε στο σπίτι του στον Λαβύρινθο νομίζω ότι θα πάει, αλλά έχω κατασκόπους που το παρακολουθούν.»

«Δε σου είχα πει να στείλεις ανθρώπους να το ερευνήσουν;» Η Κέσριμιθ ήταν μισοξαπλωμένη σ’έναν καναπέ του καθιστικού των δωματίων της, νιώθοντας τον φλογερό πόνο από την εγχείρηση στη δεξιά της μεριά να έχει καταλαγιάσει αρκετά πλέον.

«Προτίμησα να μην τους στείλω, ύστερα από την ανάκριση των αυτονομιστών, γιατί ήδη γνωρίζαμε ό,τι θέλαμε – ότι, δηλαδή, και ο Φόρναλιν είναι αυτονομιστής.» Ο Θόρεντιν καθόταν σε μια πολυθρόνα, μ’ένα ποτήρι κρασί Χαρνώθιων δασών στα χέρια.

Η Ολέρια, η σύζυγός του και Αρωγός της Βασιλικής Αντιπροσώπου του προτεκτοράτου, καθόταν σε μια άλλη πολυθρόνα, όχι πολύ μακριά, με τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο, καπνίζοντας ένα μακρύ τσιγάρο.

Η Κέσριμιθ αναστέναξε και πήρε καθιστή θέση πάνω στον καναπέ. «Στα ίδια καταλήξαμε πάλι!» είπε, δυσαρεστημένα. «Αυτός ο άνθρωπος – αν κατόρθωνες να τον πιάσεις – ίσως να μας αποκάλυπτε το καινούργιο άντρο των αυτονομιστών!»

«Δυστυχώς, όμως, νιρλίσα, ξέφυγε.» Ο Θόρεντιν ήπιε μια γουλιά από το κρασί του.

«Και δεν υπάρχει κάτι – κάποιο στοιχείο στο εργαστήριό του – που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να μας οδηγήσει στο άντρο τους;»

«Δεν το νομίζω αλλά έχω πει στους κατασκόπους μου να ψάξουν. Και τους έχω επίσης πει, αν δεν δουν κανέναν να μπαίνει στο σπίτι του Φόρναλιν ώς τα μεσάνυχτα, να κάνουν διάρρηξη εκεί και να το ερευνήσουν από πάνω ώς κάτω. Και πάλι, όμως, δεν νομίζω ότι θα βρουν κάτι χρήσιμο. Οι αυτονομιστές αποκλείεται να έχουν χάρτες της Φάνρηβ με το νέο άντρο τους σημειωμένο επάνω.»

Η Κέσριμιθ καταράστηκε ξανά, αλλά τώρα σιωπηλά, μέσα στο μυαλό της μόνο. Πολύ θα ήθελε να βρει το άντρο των αυτονομιστών και να τους εξολοθρεύσει όλους. Αυτοί ευθύνονταν για τον θάνατο της Ηλέκτρας! Κι αυτοί έφταιγαν, επίσης, που τώρα η Κέσριμιθ έπρεπε να προσπαθεί να εξαφανίσει τα φρικτά εγκαύματα από πάνω της. Όταν έδιωχνε τον Άσραδλιν ωλ Χέρκανεκ και τις δυνάμεις της Κοινοπολιτείας από το προτεκτοράτο της, θα γύριζε την πόλη ανάποδα για να βρει αυτούς τους κακούργους!

«Τι νομίζεις εσύ, Ολέρια;» ρώτησε.

Η Ολέρια την κοίταξε απορημένα. «Εγώ, νιρλίσα;»

Η Κέσριμιθ αναστέναξε. Γιατί την έκανα, Αρωγό, αλήθεια; Δε μπορούσε να θυμηθεί.

12
Η Υψηλή Θέση και το Μυθικό Ερπετό· οι Γίγαντες στον Κήπο· η Αδελφή του Διπλωμάτη· Ιερή Τέχνη· η Απόφαση του Συμβουλίου

Το μεσημέρι της επόμενης ημέρας ύστερα από τη διανυκτέρευση στη μεζονέτα των διδύμων, ο Άλφεντουρ πήγε τη Λαρβάκι στη Βόρεια Αγορά της Νάζρηβ, για να γευματίσουν σ’ένα εστιατόριο εκεί το οποίο ονομαζόταν «Η Υψηλή Θέση» και βρισκόταν στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Ανέβαινες μέσω εξωτερικής σκάλας που ήταν γαντζωμένη σαν πελώριο φίδι πάνω στον τοίχο και επίσης λαξεμένη σαν πελώριο φίδι. Το εστιατόριο είχε μεγάλα παράθυρα γύρω-γύρω, απ’όπου φαινόταν ένα αρκετά μεγάλο μέρος των δρόμων της Βόρειας Αγοράς.

Ο Θάλβακιρ δεν ήταν μαζί τους τώρα, αλλά ήταν μαζί τους το πρωί, που ο Άλφεντουρ είχε ξεναγήσει τη Λαρβάκι στη Συνοικία των Τεχνών δείχνοντάς της τα καταστήματα με τους ζωγραφικούς πίνακες, τα αγάλματα, τα λογοτεχνικά βιβλία, τα κοσμήματα, και άλλα. Πολλοί καλλιτέχνες εργάζονταν εκεί, πουλώντας τα έργα τους. Και δεν ήταν όλοι ντόπιοι· αρκετοί είχαν έρθει από διάφορες περιοχές της Μοργκιάνης: βορρά, νότο, ανατολή, δύση. Στη Συνοικία των Τεχνών έβρισκες κάθε λογής πράγματα – όπως κι αλλού στη Νάζρηβ, βέβαια. Η Νάζρηβ η Ελεύθερη ήταν, άλλωστε, σύμφωνα με κάποιους, στο απόλυτο γεωγραφικό κέντρο της Μοργκιάνης. Κι ακόμα κι αν δεν ήταν όντως στο απόλυτο γεωγραφικό κέντρο, ήταν αναμφίβολα σ’ένα πολύ κεντρικό σημείο.

Ο Άλφεντουρ παράγγειλε, επί του παρόντος, φαγητά φτιαγμένα με συνταγές από το Μαύρο Δάσος, τα οποία η Λαρβάκι δεν είχε ποτέ της ξανακούσει αλλά δεν ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες. Τον εμπιστευόταν. Ώς τώρα δεν την είχε δηλητηριάσει.

«Αυτό το φίδι στη σκάλα δεν είναι τυχαίο, το ξέρεις;» της είπε ο Άλφεντουρ.

«Τι εννοείς;»

«Υποτίθεται πως υπάρχουν τέτοια, και μάλιστα τόσο μεγάλα, αν όχι μεγαλύτερα, στα πιο βαθιά σημεία του Μαύρου Δάσους. Μαύρα Ερπετά ονομάζονται.»

«Μύθος, έτσι;»

«Δεν είμαι σίγουρος. Ορισμένοι ορκίζονται πως τα έχουν δει. Λένε πως είναι ενσαρκώσεις του Σερτίνγκε.»

«Για πολλά θηρία λένε διάφοροι πως είναι ενσαρκώσεις του Σερτίνγκε.»

Ο Άλφεντουρ απλά ανασήκωσε τους ώμους κι άναψε την πίπα του.

Μέχρι να έρθει το φαγητό τους, η Λαρβάκι κοίταζε ένα βραχιόλι που της είχε αγοράσει από τη Συνοικία των Τεχνών. «Δεν έπρεπε να το είχες κάνει αυτό,» του είπε. «Ήταν ακριβό.»

«Νόμιζα ότι σου άρεσε.»

«Δεν είναι εκεί το θέμα. Σου χρωστάω ξανά–»

«Μη λες ανοησίες, είπαμε.»

Η Λαρβάκι έσμιξε τα χείλη. «Άλφεντουρ… γιατί… Δε με γνωρίζεις καθόλου καλά· το καταλαβαίνεις, έτσι;»

Εκείνος μειδίασε πίσω απ’τον καπνό της πίπας του. «Και λοιπόν;»

«Μπορεί να είμαι κάθαρμα. Μπορεί σύντομα ν’ανακαλύψεις ότι είμαι κάθαρμα. Πώς θα αισθανθείς τότε;»

«Δεν κάνω δώρα σκεπτόμενος το μέλλον, μόνο το παρόν. Δεν περιμένω ανταλλάγματα.»

«Πολύ διπλωματικό. Αλλά αν αύριο… αν εγώ… αν συμβεί οτιδήποτε;»

«Ας συμβεί ό,τι θέλει,» είπε ο Άλφεντουρ, αναρωτούμενος γιατί η Λαρβάκι προσπαθούσε να τον προβληματίσει άσκοπα. «Δεν αλλάζει τίποτα. Δε μου χρωστάς κάτι. Εντάξει;» Άγγιξε το χέρι της που φορούσε το βραχιόλι, το έσφιξε μέσα στο δικό του. «Εντάξει;»

«Νόμιζα ότι… μετά από τη γυναίκα σου… ότι… Απλώς δεν θέλω να νομίσεις ότι είμαι σαν αυτήν αν εγώ φύγω, για παράδειγμα–»

«Σταμάτα,» είπε ο Άλφεντουρ χαμογελώντας. «Σταμάτα. Η Δαλνίραθ δεν είναι η μόνη γυναίκα που μ’έχει προδώσει.»

Η Λαρβάκι συνοφρυώθηκε. Όλο εκπλήξεις είσαι, σκέφτηκε. «Ήσουν ξαναπαντρεμένος;»

«Δεν έχω παντρευτεί παρά μόνο μία φορά. Ωστόσο, δεν μ’έχουν προδώσει μόνο μία φορά στη ζωή μου.»

«Και παρ’όλ’ αυτά μού αγόρασες ρούχα; και μπιχλιμπίδια; και με πηγαίνεις σε ακριβά εστιατόρια; ενώ το ξέρεις πως δεν έχω καθόλου λεφτά ούτε εδώ ούτε στη Φάνρηβ;»

Ο Άλφεντουρ γέλασε. «Ναι,» είπε.

«Είστε τρελοί εσείς οι Μοργκιανοί.»

«Κι εσείς οι Φεηνάρκιοι, υποθέτω.»

Η Λαρβάκι τεντώθηκε πάνω από το τραπέζι και φιλήθηκαν. «Ό,τι κι αν γίνει, σ’αγαπώ,» του είπε. «Και μη νομίσεις ότι το λέω επειδή πήρα όμορφα αντικείμενα από εσένα, ούτε επειδή έφαγα ωραία φαγητά, ούτε… ούτε… Δεν είναι αυτός ο λόγος.»

«Καταλαβαίνω,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ.

«Μπορεί να μείνω στη Νάζρηβ, τελικά,» είπε η Λαρβάκι. «Μπορεί. Είναι ωραία εδώ.»

«Είσαι καλοδεχούμενη.»

Το απόγευμα, πήγαν στη Συνοικία των Γιγάντων μέσα στο εναέριο όχημά του ενώ οι σκιές πλήθαιναν γύρω τους. Η περιοχή ήταν γεμάτη δέντρα – ένας απέραντος κήπος, όπως την είχε περιγράψει ο Άλφεντουρ – κι ανάμεσά τους οικήματα ήταν οικοδομημένα, αρκετά ψηλά μάλιστα. Ορισμένα έμοιαζαν να φυτρώνουν μέσα από τα δέντρα· ορισμένα έμοιαζαν να έχουν δέντρα για τοίχους, από τα θεμέλια ώς την ταράτσα. Δενδρογίγαντες κυκλοφορούσαν παντού, χωρίς να ενοχλούν τους ανθρώπους ή τα ζώα που βρίσκονταν στον Κήπο (όπως ονομαζόταν αλλιώς η Συνοικία των Γιγάντων): ψηλές, ανθρωποειδείς μορφές μέσα στο σούρουπο, καλυμμένες με ξύλινο φλοιό, και με κλαδιά και φύλλα να φυτρώνουν επάνω στα σώματά τους. Θα νόμιζε κανείς ότι είχαν την ίδια νοημοσύνη με τους ανθρώπους, ότι μπορούσαν να μιλήσουν την ίδια γλώσσα· αλλά οι δενδρογίγαντες μούγκριζαν μόνο και, γενικά, φέρονταν σαν θηρία. Ευφυή θηρία, ίσως, αλλά τίποτα περισσότερο.

Σε κάποια σημεία του Κήπου ήταν συγκεντρωμένες ομάδες απ’αυτούς – τρείς ή τέσσερις δενδρογίγαντες, συνήθως – και τραγουδούσαν, φέρνοντας στο μυαλό τον άνεμο και τη βροχή.

Ο Άλφεντουρ οδήγησε το εναέριο όχημά του μέσα από πλακόστρωτους δρόμους περιστοιχισμένους με δέντρα, ή ακόμα και σκεπασμένους από φυτικές οροφές, φωτισμένους από φωτόλιθους κρεμασμένους σε κλαδιά, ή από ενεργειακές λάμπες: και τελικά έφτασε στο κέντρο της Συνοικίας των Γιγάντων, εκεί όπου βρισκόταν ο φυσικός βωμός του Σερτίνγκε. Τρεις μεγάλοι βράχοι που δύο δέντρα μπλέκονταν ολόγυρά τους και μεταξύ τους σαν πελώρια ξύλινα ερπετά. Τρεις δενδρογίγαντες στέκονταν τώρα εδώ, τραγουδώντας ένα μακρόσυρτο άσμα που δεν θα μπορούσε ποτέ να βγει από τον λαιμό ζώου ή ανθρώπου· θα μπορούσε μονάχα να προέλθει από φυτά, αν τα φυτά είχαν λαιμό. Η Λαρβάκι αισθάνθηκε ένα ακούσιο ρίγος να τη διατρέχει.

Εκτός από τους δενδρογίγαντες, στον βωμό ήταν και δύο προσκυνητές οι οποίοι έκαιγαν μια θυσία επάνω στους μεγάλους βράχους με τα παράξενα (αλλά φυσικά) σχήματα.

«Τι θυσιάζουν;» ρώτησε η Λαρβάκι, καθώς ο Άλφεντουρ είχε σταματήσει το εναέριο όχημά του σβήνοντας τους προβολείς. «Κάποιο ζώο;»

«Δεν ξέρω. Μπορεί.»

Μετά από λίγη ώρα, οι προσκυνητές έφυγαν αλλά οι δενδρογίγαντες εξακολουθούσαν να τραγουδούν.

«Πάμε;» είπε ο Άλφεντουρ.

«Πάμε.»

Όταν επέστρεψαν στο διαμέρισμά του στη Συνοικία των Πύργων, η Λαρβάκι είπε: «Ακόμα δεν σ’έχουν ειδοποιήσει απ’το Συμβούλιο, ε;» Ήταν η δεύτερη μέρα από τότε που ο Άλφεντουρ είχε μιλήσει με τους Συμβούλους.

Κούνησε το κεφάλι του. «Όχι, δεν μ’έχουν ειδοποιήσει. Υποθέτω πως δεν είναι εύκολη η απόφασή τους.» Αλλά δεν το υπέθετε μόνο· ήταν σίγουρος. Είχε ζητήσει από το Συμβούλιο των Οκτώ να αποκλείσουν εμπορικά και τους υποστηρικτές του Φύλακα και τους υποστηρικτές του Βασιλείου της Χάρνωθ. Θα το έκαναν, άραγε; Ή θα προτιμούσαν να συμμαχήσουν με τη μια παράταξη ή την άλλη; Ή με καμία παράταξη;

Ο Άλφεντουρ θεωρούσε το τελευταίο πολύ πιθανό. Αυτή ήταν η γενική τακτική της Νάζρηβ, άλλωστε: να μην ανακατεύεται στα πολιτικά θέματα των άλλων πόλεων. Ωστόσο, η Φάνρηβ ήταν ιδιαίτερη περίπτωση. Κι εκείνος ήθελε, επιπλέον, να βοηθήσει την πόλη για την οποία ο Κασλάριν σκοτώθηκε τόσο άδικα…

Αν όμως το Συμβούλιο των Οκτώ έπαιρνε άλλη απόφαση από την επιθυμητή για τον Άλφεντουρ, ο διπλωμάτης δεν θα έφερνε αντίρρηση. Αυτή ήταν η δουλειά του, και γι’αυτό τον εμπιστεύονταν.

«Είσαι προβληματισμένος,» παρατήρησε η Λαρβάκι.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος, αλλά δεν είπε τίποτα περισσότερο.

Πράγμα που δεν την εξέπληξε καθόλου. Η μυστικοπάθεια των Μοργκιανών· την είχε συνηθίσει.

Αφού πλύθηκαν στο μεγάλο μπάνιο του διαμερίσματος του Άλφεντουρ, έκαναν έρωτα σαν να περίμεναν ότι αύριο ο ήλιος της Μοργκιάνης τελικά θα έσβηνε. Μετά παράγγειλαν να τους φέρουν φαγητό από έξω.

Την άλλη μέρα, ο Άλφεντουρ μίλησε τηλεπικοινωνιακά με την αδελφή του τη Σώρναλκιθ, η οποία ήταν αρχηγός της πολιτοφυλακής της Νότιας Αγοράς. Η Σώρναλκιθ τού είπε: «Απαράδεκτο που έπρεπε να μάθω για την επιστροφή σου κατά τύχη. Από πότε έχεις έρθει;»

«Δυο μέρες· δεν είναι και τόσος καιρός. Και είχα δουλειές.»

«Συνεχώς εξαφανίζεσαι, Άλφεντουρ· συνεχώς εξαφανίζεσαι. Έλα το μεσημέρι να τα πούμε.»

«…Δεν ξέρω. Ίσως.»

«Γιατί ‘ίσως’; Έχεις κανονίσει κάτι άλλο;»

«Θα δούμε. Αν είναι, θα σε καλέσω.»

«Τέλος πάντων. Ελπίζω να σε δω προτού φύγεις.»

«Κι εγώ.»

Η Σώρναλκιθ γέλασε, και σύντομα η τηλεπικοινωνία τους τερματίστηκε. Ο Άλφεντουρ κατέβασε το ακουστικό από το αφτί του, καθισμένος στο γραφείο του.

«Ποια ήταν αυτή, αν επιτρέπεται;» ρώτησε η Λαρβάκι, στεκόμενη στο κατώφλι της πόρτας. Δεν είχε ακούσει τι ακριβώς έλεγε η γυναίκα μέσα από το μεγάφωνο του ακουστικού αλλά είχε καταλάβει ότι, μάλλον, ήταν γυναίκα.

«Η αδελφή μου.»

«Έχεις αδελφή;»

«Κατά σύμπτωση.»

Η Λαρβάκι μειδίασε.

«Οι γονείς μου φταίνε· μην κοιτάς εμένα έτσι,» συνέχισε ο Άλφεντουρ.

Το μειδίαμα της Λαρβάκι πλάτυνε.

«Θες να φάμε μεσημεριανό μαζί της, σήμερα;» τη ρώτησε ο Άλφεντουρ. «Λέει ότι θέλει να με δει προτού φύγω.»

«Ναι, γιατί όχι;» μόρφασε η Λαρβάκι.

Ο Άλφεντουρ ήταν για λίγο σκεπτικός. Μετά: «Θα της πούμε ότι είσαι εμπορική αντιπρόσωπος από τη Φάνρηβ, εντάξει;»

Η Λαρβάκι γέλασε και κάθισε στην άκρη του γραφείου. «Εμπορική αντιπρόσωπος; Εγώ; Σου μοιάζω για εμπορική αντιπρόσωπος της Φάνρηβ; Δε βρίσκεις κάτι πιο πειστικό; Όπως, για παράδειγμα, εξωδιαστασιακή μισθοφόρος ή κάτι τέτοιο;»

Ο Άλφεντουρ χάιδεψε τον μηρό της γλιστρώντας το χέρι του κάτω από τη ρόμπα της, κάνοντας ένα διεγερτικό ρίγος να τη διαπεράσει. «Μα εξωδιαστασιακή θα υποτίθεται πως είσαι. Είπα ‘εμπορική αντιπρόσωπος από τη Φάνρηβ’, όχι της Φάνρηβ’. Δεν θα αντιπροσωπεύεις τη Φάνρηβ, απλά κάποιους εμπόρους που έρχονται εκεί από άλλη διάσταση.»

«Ποια διάσταση;»

«Τη Φεηνάρκια;»

«Και τι πουλάμε;»

«Δεν ξέρω· εσύ πες μου: εσύ είσαι από τη Φεηνάρκια.»

«Και δε θα υποπτευθεί η αδελφή σου ότι είμαι κάτι περισσότερο για σένα από εμπορική αντιπρόσωπος; Φέρνεις πολλές εμπορικές αντιπροσώπους για μεσημεριανό;»

«Πιθανώς να το υποπτευθεί, αλλά δεν πρόκειται να πει τίποτα.»

«Ναι, ξέχασα· είμαι στη Μοργκιάνη.»

«Ακριβώς.»

*

«Και τι πουλάτε;» ρώτησε η Σώρναλκιθ καθώς γευμάτιζαν στο σπίτι της στη Νότια Αγορά, μέσα στη μεγάλη τραπεζαρία, μαζί με τον άντρα της και τα δύο παιδιά της.

«Κόκαλα, κατά πρώτον,» αποκρίθηκε η Λαρβάκι.

«Κόκαλα; Ποιος αγοράζει κόκαλα;» Η όψη της Σώρναλκιθ έμοιαζε αρκετά με την όψη του Άλφεντουρ, και ήταν μαυρόδερμη όπως εκείνος, αλλά καστανομάλλα. Τα μαλλιά της ήταν κομμένα κοντά, και φορούσε ένα αστραφτερό αργυρό σκουλαρίκι στο δεξί αφτί. Τα χείλη της ήταν βαμμένα μοβ. Επάνω στην τουνίκα της ήταν πιασμένη μια καρφίτσα με το έμβλημα που την αναγνώριζε ως αρχηγό πολιτοφυλάκων.

«Μην το λέτε· έχουν πολύ κίνηση. Υπάρχουν συλλέκτες που τα θέλουν, καθώς και ερευνητές, αλχημιστές… διάφοροι άνθρωποι. Έχουμε πολλών ειδών θηρία στη Φεηνάρκια, αν έχετε ακούσει.»

«Δεν ξέρω· δεν έχω ασχοληθεί με άλλες διαστάσεις, οφείλω να ομολογήσω.» Η Σώρναλκιθ έριξε ένα λοξό βλέμμα στον Άλφεντουρ και μετά το βλέμμα της στράφηκε πάλι στη Λαρβάκι.

«Εγώ,» είπε ο ένας γιος της Σώρναλκιθ, «έχω δει φωτογραφίες με τέρατα από τη Φεηνάρκια.» Αποκλείεται να ήταν πάνω από δεκάξι χρονών, έκρινε η Λαρβάκι.

«Ναι;» τον ρώτησε. «Τι τέρατα;»

«Μεγαθήριο. Λυκόχοιρος. Τριχόσαυρα.»

«Αυτά είναι, πράγματι, ζώα της Φεηνάρκια. Δεν είναι ‘τέρατα’ ακριβώς.»

«Έχουν μεγάλα δόντια και νύχια. Και το Μεγαθήριο είναι τεράστιο.»

«Πού είδες αυτές τις φωτογραφίες;» τον ρώτησε ο πατέρας του – ένας γαλανόδερμος άντρας, ίσως λίγο μικρότερος από τη Σώρναλκιθ, νόμιζε η Λαρβάκι.

«Στο Μάτι των Διαστάσεων.»

«Το περίμενα.»

«Τι είναι το Μάτι των Διαστάσεων;» ρώτησε η Λαρβάκι. «Τηλεοπτικό κανάλι;»

«Περιοδικό,» της είπε ο Άλφεντουρ.

Το υπόλοιπο γεύμα το πέρασαν συζητώντας για την κατάσταση στη Φάνρηβ, για την οποία η Σώρναλκιθ και ο σύζυγός της είχαν ακούσει μόνο φήμες. Οι δυο γιοι τους, όταν τελείωσαν το φαγητό, έφυγαν από το τραπέζι αφού (μετά από προτροπή της μητέρας τους) χαιρέτησαν τον θείο Άλφεντουρ και την κυρία Λαρβάκι.

«Γιατί να μη λέγαμε την αλήθεια στην αδελφή σου;» ρώτησε η Λαρβάκι τον Άλφεντουρ αργότερα, όταν επέστρεφαν προς το σπίτι του μέσα στο εναέριο όχημά του. «Την αλήθεια για εμένα, εννοώ.»

«Δε χρειάζεται να ξέρει ότι ήσουν πράκτορας της Παντοκράτειρας.»

«Δεν την εμπιστεύεσαι;»

«Την εμπιστεύεσαι – και αυτήν και τον άντρα της – αλλά, όπως λένε, ‘Λέγε λίγα, κρύβε πολλά’.»

Η Λαρβάκι γέλασε. «Το περίμενα ότι αυτό θα απαντούσες. Ωστόσο,» πρόσθεσε ύστερα από μια στιγμή, «κι εγώ προτιμώ να μην ξέρουν ότι ήμουν πράκτορας της Παντοκράτειρας. Γενικά.»

«Το καταλαβαίνω. Και το κατανοώ.»

«Η αδελφή σου ήταν μπλεγμένη στην Επανάσταση;»

«Προς το τέλος, ναι, ήταν. Κι εννοώ πριν από τον μεγάλο πόλεμο. Αλλά δεν είναι από τους φανατικούς που τώρα κυνηγάνε όλους όσους είχαν κάποτε, έστω και για λίγο, υπηρετήσει την Παντοκράτειρα.»

Το απόγευμα, ο Άλφεντουρ την ξενάγησε στη Συνοικία της Σιωπής, όπου βρισκόταν και η Μαγική Ακαδημία της Νάζρηβ, και μετά πέρασαν στην άλλη όχθη του ποταμού και πήγαν στη Συνοικία του Σερτίνγκε, όπου ήταν ο ναός του συγκεκριμένου θεού. Ο Άλφεντουρ, φυσικά, τον έδειξε στη Λαρβάκι. Αλλά εκείνης το βλέμμα στρεφόταν συνεχώς προς τα νότια, σε μια συνοικία που τα οικοδομήματά της φαίνονταν μισοκρυμμένα πίσω από καπνούς.

«Τι είναι εκεί;» ρώτησε τελικά.

«Η Συνοικία του Καπνού.»

«Δε μ’εκπλήσσει το όνομα.»

«Ούτε και θα έπρεπε. Είναι γεμάτη εργοστάσια. Πολλές και διάφορες ύλες καίγονται εκεί. Το πιο ανθυγιεινό μέρος της Νάζρηβ. Το τίμημα, υποθέτω, που πρέπει να πληρώσουμε για τα υπόλοιπα πράγματα που έχουμε.»

Μετά την ξενάγησε στη Συνοικία των Όπλων, όπου συγκεντρώνονταν μισθοφόροι και τυχοδιώκτες από το Μαύρο Δάσος και υπήρχαν αρκετά πανδοχεία. Αλλά δεν έμειναν για πολύ εκεί· ο Άλφεντουρ έστριψε το εναέριο όχημά του προς τα ανατολικά και πλησίασε το Μεγάλο Πάνθεο που βρισκόταν στη βορειοδυτική μεριά της Βόρειας Αγοράς. Σταμάτησε και μαζί με τη Λαρβάκι επισκέφτηκαν το εσωτερικό του μεγάλου ιερού χώρου που ήταν αφιερωμένος σ’όλους τους θεούς της Μοργκιάνης. Τα λαξεύματα και οι τοιχογραφίες εντυπωσίασαν την εξωδιαστασιακή.

«Φτιαγμένα από καλλιτέχνες της Συνοικίας των Τεχνών,» εξήγησε ο Άλφεντουρ. «Ορισμένα είναι πανάρχαια – όπως αυτό εκεί το άγαλμα του Φορβόκμε. Άλλα πάλι είναι πολύ πρόσφατα – όπως αυτή η αναπαράσταση.» Έδειξε έναν τοίχο που επάνω του ήταν ζωγραφισμένη μια σκηνή η οποία έδειχνε μια σειρά από ανθρώπους ν’ακολουθούν μια ψηλόλιγνη γυναικεία φιγούρα, λιγάκι εφιαλτική, προς έναν μεγάλο κήπο γεμάτο σκιές. Οι άνθρωποι ήταν δεμένοι με αλυσίδες και γκρίζοι σαν φασματικές μορφές· πίσω τους πτώματα ήταν ξαπλωμένα.

«Η Λωράθλου;» είπε η Λαρβάκι. «Η Κυρά του Θανάτου;»

«Ναι. Τους οδηγεί στον Μεταθανάτιο Κήπο.»

Η Λαρβάκι αισθάνθηκε για κάποιο λόγο τις τρίχες της να ορθώνονται.

Ο Άλφεντουρ κατάλαβε την αντίδρασή της. «Σε φρικάρει, ε;»

«Ναι. Κάτι στο στιλ του καλλιτέχνη… σαν από εφιαλτικό όνειρο.»

Ο Άλφεντουρ ένευσε. «Συμφωνώ. Κι άλλοι έχουν πει ότι παραήταν ακραίο. Αλλά στους ιερωμένους της Λωράθλου αρέσει.»

Μετά από το Μεγάλο Πάνθεο, επέστρεψαν στο σπίτι του Άλφεντουρ και πέρασαν το βράδυ εκεί, παρέα με τον Θάλβακιρ, την Αζουρίτα, και τη Ζέρκιλιθ.

Το Συμβούλιο των Οκτώ ακόμα δεν είχε επικοινωνήσει με τον διπλωμάτη.

Αλλά αύριο επικοινώνησε. Από το πρωί κιόλας.

Ο Άλφεντουρ κοιμόταν πλάι στη Λαρβάκι, στην κρεβατοκάμαρά του, όταν το κουδούνισμα του τηλεπικοινωνιακού διαύλου τούς ξύπνησε και τους δύο.

«Κάποιος σε ζητά,» μουρμούρισε εκείνη.

«Ναι.»

Ο Άλφεντουρ, έχοντας ήδη μια υποψία ποιος μπορεί να ήταν, πήγε στο γραφείο του, έφερε το ακουστικό στο αφτί του, και δέχτηκε την κλήση.

Η υποψία του επιβεβαιώθηκε όταν άκουσε τη φωνή της Αρκάλθα, της Γραμματέα του Συμβουλίου: «Καλημέρα, Άλφεντουρ. Ελπίζω να μη σε ξύπνησα.»

«Με ξύπνησες, αλλά έχω επιβιώσει κι από χειρότερα.»

«Το ξέρω,» γέλασε η Αρκάλθα. «Το Συμβούλιο θέλει να σου μιλήσει. Σήμερα. Σε μιάμιση ώρα από τώρα.»

«Θα είμαι εκεί.»

«Καλή σου μέρα, Άλφεντουρ.»

Η τηλεπικοινωνία τους τερματίστηκε, και ο διπλωμάτης επέστρεψε στην κρεβατοκάμαρά του.

«Το Συμβούλιο με καλεί,» πληροφόρησε τη Λαρβάκι, η οποία ήταν ακόμα ξαπλωμένη και δεν είπε τίποτα. Ο Άλφεντουρ πήγε στο μπάνιο και μετά μπήκε πάλι στην κρεβατοκάμαρα κι άρχισε να ντύνεται.

«Θα σε στείλουν στη Φάνρηβ τώρα;» τον ρώτησε η Λαρβάκι.

«Κατά πάσα πιθανότητα. Θα έρθεις;»

«Τι ερώτηση είν’ αυτή;»

«Επειδή μου έλεγες τις προάλλες ότι μπορεί να έμενες εδώ…»

«Ναι,» είπε η Λαρβάκι, «μπορεί να μείνω εδώ, μετά, αλλά όχι τώρα. Τώρα… Επιπλέον, η αλήθεια είναι πως χρωστάω στον Εθέλδιρ· με βοήθησε. Κι εξαφανίστηκα τελείως απροειδοποίητα. Πρέπει να επιστρέψω, Άλφεντουρ. Αν και, όντως, προτιμώ τη Νάζρηβ.»

«Πολλοί,» της είπε ο Άλφεντουρ ενώ ντυνόταν, «θα παραξενεύονταν αν άκουγαν τέτοια λόγια από μια πρώην πράκτορα της Παντοκράτειρας.»

«Επειδή κάποτε υπηρετούσα την Παντοκράτειρα, αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχω κανένα φιλότιμο.»

Ο Άλφεντουρ τελείωσε με το ντύσιμό του και ρώτησε: «Θέλεις πρωινό;»

Η Λαρβάκι συνοφρυώθηκε. «Δε θα φύγεις αμέσως;»

«Σε μιάμιση ώρα μού είπαν να είμαι εκεί. Έχουμε ακόμα χρόνο.»

Αφού έψησαν τσάι στην κουζίνα, κάθισαν στο καθιστικό του διαμερίσματος παραμερίζοντας απ’το τραπέζι τα απομεινάρια της χτεσινής βραδιάς – τασάκια με αποτσίγαρα, άδεια μπουκάλια, ποτήρια, μισοτελειωμένα φαγητά. Η Λαρβάκι είχε ρίξει μια ρόμπα επάνω της. Δεν μιλούσε όσο έπινε το τσάι της· δεν έβρισκε τίποτα να πει. Κι ο Άλφεντουρ ήταν το ίδιο σιωπηλός· όφειλε να παραδεχτεί, μέσα του, ότι είχε κάποιο άγχος για την απόφαση του Συμβουλίου. Ήταν σημαντική για το μέλλον της Φάνρηβ· και η Φάνρηβ τον ενδιέφερε εξαιτίας του θανάτου του Κασλάριν.

Όταν ήρθε η ώρα, χαιρέτησε τη Λαρβάκι και έφυγε από το διαμέρισμα. Κατέβηκε, μέσω του εξωτερικού ανελκυστήρα, στο ισόγειο, πήγε με τις σκάλες στο γκαράζ, και βγήκε από το γκαράζ οδηγώντας το εναέριο όχημά του. Οι δρόμοι είχαν τη συνηθισμένη κίνηση της Νάζρηβ, και σύντομα έφτασε στον Οίκο του Συμβουλίου και σταμάτησε στον χώρο στάθμευσης. Άφησε εκεί το όχημά του και πήγε στο κεντρικό οίκημα, χαιρετώντας τους φρουρούς καθώς περνούσε από τη λαξευτή πύλη.

Δεν έχασε χρόνο με το να επισκεφτεί το Γραφείο της Γραμματέα· πήρε τον ανελκυστήρα και ανέβηκε στον δεύτερο όροφο. Εκεί συνάντησε έναν από τους υπαλλήλους του Οίκου, ο οποίος τον χαιρέτησε λέγοντας: «Σας περιμένουν, κύριε Άλφεντουρ. Είναι όλοι εδώ.» Ο Άλφεντουρ ένευσε προς τη μεριά του υπαλλήλου και πλησίασε τη μεγάλη, διπλή, ξύλινη πόρτα της Αίθουσας Συσκέψεων. Την έσπρωξε, ανοίγοντας το ένα φύλλο, και μπήκε.

Τα βλέμματα των Οκτώ στράφηκαν επάνω του, και οι ομιλίες τους αμέσως έπαψαν.

«Καλημέρα, Άλφεντουρ,» χαιρέτησε ο Νίλερβιν, ο Σύμβουλος Ναυτιλίας. «Κάθισε.»

Ήταν όλοι τους τσιτωμένοι· το έβλεπε στις εκφράσεις τους. Τελικά, δεν έχω μόνο εγώ άγχος για τούτη τη συνάντηση. «Καλημέρα,» αποκρίθηκε, και κάθισε στη συνηθισμένη του θέση στο μεγάλο τραπέζι που στο κέντρο του ήταν λαξεμένο το έμβλημα της Νάζρηβ.

Ο Ζώθμαλιρ, ο Σύμβουλος Οικονομίας, καθάρισε τον λαιμό του. «Συζητήσαμε την πρότασή σου σχετικά με τον γενικό εμπορικό αποκλεισμό της Φάνρηβ, και αποφασίσαμε ότι… οφείλουμε να το δοκιμάσουμε.» Ο ίδιος έμοιαζε, ωστόσο, να έχει τις αμφιβολίες του· φαινόταν καθαρά στο πρόσωπό του.

«Σας ευχαριστώ, Αξιότιμοι,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ.

«Μη νομίζεις ότι ήταν μια απόφαση που πάρθηκε εύκολα. Πολλοί διαφωνούσαν.»

«Φαντάζομαι.»

Η Καλφίριθ, η Σύμβουλος Αεροναυτιλίας, είπε: «Ο μόνος λόγος που πάρθηκε τέτοια απόφαση είναι επειδή ισχυρίστηκες ότι μπορείς να διαπραγματευτείς με τις πολιτικές δυνάμεις στη Φάνρηβ ώστε να επιτευχθεί ειρήνη.»

«Θα το προσπαθήσω,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ. «Αυτό το υπόσχομαι. Θα το προσπαθήσω, με κάθε μέσο που έχω. Ωστόσο,» τόνισε, «εκείνο που δεν μπορώ να υποσχεθώ είναι το βέβαιο αποτέλεσμα. Ίσως να μην καταφέρω τίποτα.» Παρότι φοβόταν ότι τα λόγια του πιθανώς να άλλαζαν την απόφασή τους, δεν δίστασε να τα εκφράσει γιατί πίστευε ότι όφειλε να τους προειδοποιήσει, να μην έχουν προσδοκίες για πράγματα που ίσως να μην έρχονταν σε πέρας.

«Αντιλαμβανόμαστε ότι δεν έχεις απόλυτο έλεγχο επάνω τους, Άλφεντουρ,» είπε ο Μάρναλουρ, ο Σύμβουλος Ερευνών, κι έριξε μια ματιά σε όλους όσους κάθονταν γύρω απ’το τραπέζι. Κανένας δεν διαφώνησε, ούτε πρότεινε να μεταβάλλουν την απόφασή τους.

Το γνώριζαν μάλλον ότι θα τους το έλεγα αυτό, σκέφτηκε ο Άλφεντουρ. Με ξέρουν καλά. Και με εμπιστεύονται. Όπως πάντα. «Θα κάνω ό,τι καλύτερο δύναμαι,» τους διαβεβαίωσε. «Η ειρήνη στη Φάνρηβ με ενδιαφέρει προσωπικά. Όπως σας είπα, ο Κασλάριν ήταν φίλος μου.»

«Λοιπόν,» είπε ο Ζώθμαλιρ. «Από αύριο θα ειδοποιηθούν όλοι οι έμποροι της Νάζρηβ ώστε να διακόψουν τις συναλλαγές τους με τη Φάνρηβ. Και εσύ, Άλφεντουρ, θα πετάξεις για Φάνρηβ. Εκτός αν για κάποιον λόγο πρέπει να περιμένεις μια, δυο μέρες ακόμα.»

«Δεν υπάρχει κανένας τέτοιος λόγος, Αξιότιμε. Θα αναχωρήσω αύριο.»

*

Όταν επέστρεψε στο σπίτι του, βρήκε εκεί τη Λαρβάκι μαζί με τον Θάλβακιρ, να κουβεντιάζουν. Οι κουβέντα τους έπαψε μόλις είδαν τον Άλφεντουρ να μπαίνει, περιμένοντάς τον εκείνον να μιλήσει πρώτος.

«Αύριο φεύγουμε,» τους είπε. «Πετάμε για Φάνρηβ.»

«Τι αποφάσισε το Συμβούλιο;» ρώτησε η Λαρβάκι. «Θα υποστηρίξει κάποια από τις παρατάξεις στη Φάνρηβ; Επιτρέπεται να μου πεις;»

«Δεν απαγορεύεται κιόλας, και σύντομα θα το μάθεις ούτως ή άλλως.» Έβγαλε την κάπα του και την κρέμασε στην κρεμάστρα. «Το Συμβούλιο αποφάσισε να μην υποστηρίξει καμία παράταξη. Αποφάσισε να θέσει ολόκληρη τη Φάνρηβ υπό εμπορικό αποκλεισμό. Κανένας έμπορος της Νάζρηβ δεν θα συναλλάσσεται με εμπόρους της Φάνρηβ.»

Ο Θάλβακιρ τον ατένισε σαν να είχε μόλις πει κάτι το ακατανόητο.

Η Λαρβάκι ρώτησε: «Γιατί;» συνοφρυωμένη.

Ο Άλφεντουρ σκέφτηκε: Λέγε λίγα, κρύβε πολλά, και δεν είπε ότι εκείνος πρότεινε στο Συμβούλιο να ακολουθήσει αυτή την τακτική, βέβαιος ότι και οι Σύμβουλοι θα το κρατούσαν κρυφό. «Θεώρησαν ότι έτσι θα μπορώ να διαπραγματευτώ καλύτερα για την ειρήνευση στην περιοχή,» αποκρίθηκε, καθίζοντας στο τραπέζι όπου κάθονταν η Λαρβάκι κι ο Θάλβακιρ.

«Ενδιαφέρεται το Συμβούλιο των Οκτώ για την ειρήνη στη Φάνρηβ;» είπε ο σωματοφύλακας, με έκδηλη δυσπιστία στη φωνή του.

«Η Φάνρηβ είναι σημαντική πόλη, Θάλβακιρ. Βρίσκεται στις εκβολές του ποταμού Τίγρη. Φυσικά και το Συμβούλιο ενδιαφέρεται για την ειρήνη στην περιοχή.»

«Και νομίζεις ότι θα τα καταφέρεις;» ρώτησε η Λαρβάκι. «Ότι…; Τι σκοπεύεις να κάνεις, ακριβώς, Άλφεντουρ;»

«Θα επιδιώξω να επιτευχθεί κάποιος συμβιβασμός.»

«Συμβιβασμός; Ανάμεσα στην Αρχόντισσα και στον Φύλακα; Ανάμεσα σε ανθρώπους όπως τον Στρατηγό Σέλιρ αλ Σίριλναθ και τον Κάλνεντουρ τον αυτονομιστή; Καλή τύχη…»

Ο Άλφεντουρ μειδίασε. «Ευχαριστώ. Έχω γνωρίσει και χειρότερες καταστάσεις.»

«Σοβαρά;»

«Περίπου.»

Η Λαρβάκι κοίταξε τον Θάλβακιρ, ο οποίος είπε: «Η δουλειά του είναι να είναι καλός σ’αυτά. Πολύ καλός.»

«Θα βοηθήσεις;» τη ρώτησε ο Άλφεντουρ, γεμίζοντας την πίπα του με καπνό.

«Εγώ; Τι μπορώ να κάνω εγώ;»

«Γνωρίζεις διάφορους ανθρώπους. Και από τους Χαρνώθιους και από τους υποστηρικτές του Φύλακα και από τους αυτονομιστές.»

«Τους αυτονομιστές δεν τους ξέρω καθόλου· απλά με είχαν αιχμάλωτη για λίγο. Τους υποστηρικτές του Φύλακα τούς γνωρίζω ελάχιστα, και στον Εθέλδιρ χρωστάω τη ζωή μου.»

«Και τους Χαρνώθιους;»

«Οι Χαρνώθιοι θα με σκοτώσουν αν με συναντήσουν. Ειδικά ο Στρατηγός.»

«Παρ’όλ’ αυτά έχεις πολλές πληροφορίες.» Ο Άλφεντουρ άναψε την πίπα του. «Θα μου φανούν χρήσιμες, αν είσαι πρόθυμη να τις μοιραστείς μαζί μου.»

«Φυσικά και είμαι,» αποκρίθηκε η Λαρβάκι, που αισθανόταν υποχρεωμένη προς αυτόν, εκτός του ότι πραγματικά τον συμπαθούσε πολύ. Αναρωτήθηκε όμως αν όλα τούτα θα την έβαζαν σε μπελάδες. Οι πρώην πράκτορες της Παντοκράτειρας δεν βρίσκουν ποτέ ησυχία, φαίνεται… «Ελπίζω να μπορώ να κάνω κάτι το ουσιαστικό.»

Μερικές στιγμές σιγής ακολούθησαν, κι ύστερα ο Θάλβακιρ ρώτησε: «Τις δίδυμες θα τις πάρουμε;»

Ο Άλφεντουρ φύσηξε καπνό απ’τα ρουθούνια. «Κανονικά, η Αζουρίτα πρέπει να μείνει εδώ· πριν από πέντε μέρες τραυματίστηκε στα πλευρά. Αλλά… δε νομίζω να το δεχτεί. Θα μπορούσα, βέβαια, να προσπαθήσω να φύγω δίχως να τους πω τίποτα, όμως αργότερα σίγουρα θα τσακωθώ μαζί τους.»

«Θα τις ειδοποιήσουμε, λοιπόν;»

«Ναι.»

«Γιατί δεν παίρνουμε μόνο τη Ζέρκιλιθ;» πρότεινε η Λαρβάκι.

«Όπου πηγαίνει η μία, πηγαίνει κι η άλλη,» της είπε ο Θάλβακιρ. «Δεν τόχεις καταλάβει ακόμα;»

«Το υποψιαζόμουν.»

Ο Άλφεντουρ, χρησιμοποιώντας τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του, κάλεσε το σπίτι των διδύμων και μίλησε στη Ζέρκιλιθ. Της ζήτησε να έρθει στο διαμέρισμά του μαζί με την αδελφή της, για να συζητήσουν.

«Σε λίγο θα είμαστε εκεί. Πήρε απόφαση το Συμβούλιο;»

«Ναι.»

«Ερχόμαστε.»

Καθώς περίμεναν, η Λαρβάκι είπε στον Θάλβακιρ: «Κι εσύ είχες τραυματιστεί,» κοιτάζοντας τον αριστερό του ώμο όπου το τραύμα ήταν κρυμμένο κάτω από τα ρούχα του.

«Δεν ήταν τίποτα,» αποκρίθηκε εκείνος· «μου έχει περάσει κιόλας.»

«Ακόμα και τραυματισμένος,» είπε ο Άλφεντουρ, «ο Θάλβακιρ είναι ο καλύτερος σωματοφύλακας από όλους όσους έχω γνωρίσει.»

Η Λαρβάκι παρατήρησε, γι’ακόμα μια φορά, ότι οι δυο τους εμπιστεύονταν απόλυτα ο ένας τις ικανότητες του άλλου. Αναμφίβολα, συνεργάζονταν άριστα μεταξύ τους. Σχεδόν πολύ καλό για να το πιστέψεις, αλλά ήταν αλήθεια. Ή, τουλάχιστον, η Λαρβάκι δεν είχε ακόμα δει κάτι που να το αντικρούει.

Μετά από κανένα δεκάλεπτο, οι δίδυμες βρίσκονταν στο σπίτι του διπλωμάτη. Η Αζουρίτα βάδιζε κανονικά, αν και όχι γρήγορα, και δεν μπορούσε να κάνει απότομες κινήσεις. Οι δυο τους ήταν ντυμένες πανομοιότυπα με δερμάτινα πανωφόρια και τα φαρδιά παντελόνια μιας μόδας της Νάζρηβ που είχε κρατήσει πολλά χρόνια. Η Αζουρίτα φορούσε μπλε σκουλαρίκια· η μόνη διαφορά στην ενδυμασία τους.

Ο Άλφεντουρ τούς είπε ποια ήταν η κατάσταση, και ρώτησε: «Θα έρθετε;»

«Εννοείται,» αποκρίθηκε η Αζουρίτα.

«Αισθάνεσαι καλά εσύ;»

«Αν δεν χρειαστεί να τρέξω ή να… Δε θα μπορώ, βέβαια, να κουβαλήσω βαριά πράγματα–»

«Είσαι σίγουρη ότι δεν θέλεις, καλύτερα, να μείνεις εδώ;»

«Όπου πάει η Ζέρκιλιθ πηγαίνω κι εγώ· πάντα έτσι ήταν, και δεν θ’αλλάξει τώρα.»

Ο Άλφεντουρ κοίταξε τη Ζέρκιλιθ. Εκείνη είπε: «Αυτό που λέει η Αζουρίτα. Αν δεν έρθει εκείνη, ούτε εγώ θα έρθω.»

Ο Άλφεντουρ δεν είχε άλλη επιλογή απ’το να συμφωνήσει. Δεν ήθελε να τις διώξει και τις δύο· εκτιμούσε πολύ τις ικανότητές τους. Ακόμα και με την Αζουρίτα τραυματισμένη, πάλι θα του φαίνονταν χρήσιμες· ήταν βέβαιος. Άλλωστε, η δουλειά των διδύμων δεν ήταν να τρέχουν, να πολεμάνε, και να κυνηγιούνται. Αυτά που είχαν συμβεί τις προάλλες στη Φάνρηβ ήταν έκτροπα.

Ο Άλφεντουρ, όμως, φοβόταν ότι ίσως και τώρα να συνέβαιναν παρόμοια έκτροπα, δεδομένης της έκρυθμης κατάστασης στην πόλη. Θα πρέπει να είμαστε πολύ, πολύ προσεχτικοί.

«Θα ζητήσω επιπλέον βοήθεια από το Συμβούλιο,» είπε, έχοντας πάλι ανάψει την πίπα του, συλλογισμένος.

«Τι επιπλέον βοήθεια;» ρώτησε η Αζουρίτα.

«Η κατάσταση στη Φάνρηβ ήταν έκρυθμη όταν φύγαμε από εκεί, και τώρα, αναμφίβολα, θα είναι ακόμα πιο έκρυθμη. Χρειαζόμαστε προστασία που δεν μπορεί να την προσφέρει ο Θάλβακιρ μόνος του.»

«Μισθοφόρους;» είπε η Ζέρκιλιθ.

«Και κάποιον μάγο. Επίσης, καλό θα ήταν αν είχαμε δικό μας όχημα – να μη χρειαστεί να νοικιάσουμε. Ένα μεταβαλλόμενο ελικόπτερο.»

«Θα σου παραχωρήσει τέτοια πράγματα το Συμβούλιο;» είπε η Λαρβάκι.

«Υποθέτω πως ναι. Η δουλειά μου είναι σημαντική και δύσκολη, και το ξέρει.»

Σηκώθηκε από το τραπέζι του καθιστικού και πήγε στο γραφείο του, όπου κάλεσε τον Νάλντιρ, τον Σύμβουλο Ασφάλειας της Νάζρηβ, και μίλησε μαζί του για λίγο, εξηγώντας του τι ακριβώς ήθελε. Ύστερα, επέστρεψε εκεί όπου κάθονταν οι άλλοι.

Η Λαρβάκι τον κοίταξε ερωτηματικά.

«Εντάξει,» είπε ο Άλφεντουρ καθίζοντας. «Τα πάντα θα είναι έτοιμα ώς αύριο το πρωί. Στον Αερολιμένα θα μας περιμένει ένα μεταβαλλόμενο ελικόπτερο, έξι μισθοφόροι, και ένας μάγος του τάγματος των Τεχνομαθών.»

ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
Κατεχόμενες Συνοικίες

 

 

 

 

1
Ο Ιπτάμενος Πάνθηρας στη Φάνρηβ· η Δεύτερη Εγχείρηση· Άρνηση Φιλοξενίας

Η μέρα ήταν σκοτεινή, ο ασθενικός ήλιος της Μοργκιάνης μισοκρυμμένος πίσω από σκούρα σύννεφα. Αλλά, μέχρι στιγμής, σταγόνα βροχής δεν είχε πέσει. Από το Βαθύ Δάσος ερχόταν ένας παγερός άνεμος που διαπερνούσε τη Νάζρηβ ώς το κόκαλο, φέρνοντας μαζί του την οσμή της υγρής γης, των φθινοπωρινών ανθών, των δέντρων, και των μακρινών σκοταδιών των δασότοπων.

Ένα μισθωμένο επιβατηγό όχημα μπήκε στον Αερολιμένα της πόλης και σταμάτησε. Ο Άλφεντουρ είχε ήδη πληρώσει την οδηγό, και τώρα εκείνος, η Λαρβάκι, ο Θάλβακιρ, και οι δίδυμες βγήκαν από το τροχοφόρο. Η Ζέρκιλιθ και ο Θάλβακιρ ήταν οι μόνοι που κουβαλούσαν αποσκευές. Η Αζουρίτα, με το τραύμα στα πλευρά της, δεν μπορούσε να σηκώνει βάρη· ο Άλφεντουρ, ως διπλωματικός αρχηγός της αποστολής, δεν ήταν διπλωματικά σωστό να μεταφέρει μπαγκάζια· και η Λαρβάκι κουβαλούσε μονάχα τα δικά της λιγοστά πράγματα (αυτά που της είχε αγοράσει ο Άλφεντουρ, βασικά) ενώ ακόμα κούτσαινε από το αριστερό πόδι – αν και πολύ λιγότερο απ’ό,τι όταν είχε έρθει στη Νάζρηβ· το τραύμα της δεν την ενοχλούσε σχεδόν καθόλου πλέον.

Καθώς προχωρούσαν προς τους αεροδιαδρόμους και τα ελικοδρόμια, εφτά άνθρωποι τούς πλησίασαν. Οι έξι φορούσαν πανοπλίες και ήταν οπλισμένοι· ο έβδομος είχε επάνω του μια καρφίτσα με το έμβλημα του τάγματος των Τεχνομαθών. Μια γυναίκα – γαλανόδερμη, ξανθιά, με τα μαλλιά δεμένα κότσο και αστραφτερά πράσινα μάτια – είπε: «Ο κύριος Άλφεντουρ;»

«Μάλιστα.»

Του έδωσε το γαντοφορεμένο χέρι της. «Ονομάζομαι Χάνκαθιρ, κύριε Άλφεντουρ. Είμαι η αρχηγός των μισθοφόρων που θα σας συνοδέψουν.» Έριξε ένα βλέμμα προς τη μεριά των άλλων πέντε οπλισμένων ανθρώπων – τέσσερις άντρες, μία γυναίκα – καθώς αντάλλασσε μια χειραψία με τον διπλωμάτη.

«Χαίρω πολύ, Χάνκαθιρ.»

«Έχω μαζί μου και τη σφραγίδα του Συμβουλίου.» Έβγαλε από μια τσέπη της μια κάρτα που επάνω είχε μια σφραγίδα πατημένη σε μπλε κερί καθώς και κάποιες υπογραφές.

Ο Άλφεντουρ χαμογέλασε, χωρίς να πάρει την κάρτα από το χέρι της. «Είσαι τυπική· το εκτιμώ αυτό.»

Η Χάνκαθιρ επέστρεψε την κάρτα στην τσέπη της. «Απλώς για να μην έχετε καμια αμφιβολία· επειδή πολλά συμβαίνουν με μισθοφόρους.»

Ο Άλφεντουρ έστρεψε το βλέμμα του στον άντρα με την καρφίτσα του τάγματος των Τεχνομαθών. Ήταν ψηλόλιγνος, μαυρόδερμος, με κοντά πράσινα μαλλιά που έμοιαζαν ορθωμένα στο κεφάλι του λες και κάποιος τα τραβούσε βίαια προς τα πάνω. Ένα μουστάκι σκίαζε τα χείλη του, και μούσι σκέπαζε τα μάγουλά του αλλά όχι το σαγόνι του – μια από τις μόδες της Νάζρηβ στα αντρικά ξυρίσματα γνωστή ως πλευρική βλάστηση.

«Ο μάγος, υποθέτω…»

«Γάρταλιν’μορ· στις υπηρεσίες σας, κύριε.» Ο άντρας έτεινε το χέρι του προς τον Άλφεντουρ κι αντάλλαξαν μια χειραψία. «Θα θέλατε να δείτε και τη δική μου κάρτα;»

«Δεν υπάρχει λόγος.»

«Το αεροπλάνο μάς περιμένει, κύριε Άλφεντουρ,» είπε η Χάνκαθιρ.

«Το αεροπλάνο;»

«Ναι… δεν το γνωρίζατε;»

«Νόμιζα ότι θα ήταν ελικόπτερο. Μεταβαλλόμενο ελικόπτερο.»

Ο Γάρταλιν’μορ είπε: «Είναι μεταβαλλόμενο αεροπλάνο. Πολύ πιο γρήγορο από οποιοδήποτε ελικόπτερο. Το έλεγξα πιο πριν. Εξαιρετικό μηχάνημα.»

«Εντάξει,» είπε ο Άλφεντουρ. «Πάμε. Ή, μάλλον, πρώτα να σας γνωρίσω τους συντρόφους μου. Από εδώ ο Θάλβακιρ, ο προσωπικός μου σωματοφύλακας· οι βοηθοί μου, Αζουρίτα και Ζέρκιλιθ, δίδυμες όπως θα καταλαβαίνετε· και η Λαρβάκι, μια καλή μου φίλη που η βοήθειά της πιστεύω πως θα μας φανεί χρήσιμη στη Φάνρηβ.»

Αφού κάποιοι χαιρετισμοί ανταλλάχτηκαν, όλοι τους βάδισαν προς τους αεροδιάδρομους, και η Χάνκαθιρ τούς οδήγησε στο μεταβαλλόμενο αεροπλάνο. Ήταν μεγαλύτερο από το ελικόπτερο που είχε χρησιμοποιήσει την άλλη φορά ο Άλφεντουρ, αλλά δεν θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει και μεγάλο αεροσκάφος· μέτριο, μάλλον. Το χρώμα του ήταν σκούρο πράσινο, τα φτερά του λιγνά και ελαφρώς κυρτά προς τα πάνω. Ρόδες δεν είχε· στεκόταν σε τέσσερα μεταλλικά πόδια. Πίσω του ήταν δύο δυνατοί προωθητήρες οι οποίοι, σίγουρα, έπαιρναν κάθετη θέση όταν έπρεπε να απογειωθεί ή να προσγειωθεί. Στο πλάι του, δυο πόρτες ήταν ανοιχτές, και μπροστά από τη μπροστινή στεκόταν μια γυναίκα, η οποία συστήθηκε στον Άλφεντουρ ως η πιλότος του αεροσκάφους. Μαυρόδερμη, με κοντά γαλανά μαλλιά και ασημόχρωμα γυαλιά, ντυμένη με λευκό πουκάμισο, γαλανό παντελόνι, και μαύρα ελαστικά παπούτσια. Στα χέρια της φορούσε μαύρα γάντια χωρίς δάχτυλα.

«Καλωσήρθατε στον Ιπτάμενο Πάνθηρα, κύριε Άλφεντουρ. Περάστε,» είπε, και ανέβηκε στο πιλοτήριο, κλείνοντας την πόρτα.

Οι άλλοι ανέβηκαν στον χώρο των επιβατών, από τη δεύτερη πόρτα.

Ανάμεσα στον χώρο των επιβατών και στο πιλοτήριο ήταν το κέντρο ισχύος του αεροσκάφους: ένας θάλαμος με μια καρέκλα που είχε αισθητήρες και κυκλώματα στα χέρια και πίσω από το κεφάλι, ενώ μπροστά της ήταν ένας μικρός λάκκος με καλώδια, κάτοπτρα, κρυστάλλους, και μηχανισμούς. Εδώ κάθισε ο Γάρταλιν’μορ, αφού άφησε τα πράγματά του πίσω, και έκανε τη Μαγγανεία Κινήσεως, ρυθμίζοντας την ενεργειακή ροή του αεροπλάνου. Ο λάκκος μπροστά στα πόδια του φώτισε. Οι μηχανές του αεροσκάφους ακούστηκαν να ενεργοποιούνται καθώς η πιλότος πατούσε κουμπιά στην κονσόλα της.

Η Χάνκαθιρ είχε ήδη κλείσει την πίσω πόρτα, και όλοι κάθονταν στις αναπαυτικές θέσεις.

Η πιλότος ρώτησε αν ήταν έτοιμοι για απογείωση.

«Έτοιμοι είμαστε,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ, και ο θόρυβος των μηχανών δυνάμωσε· το αεροπλάνο υψώθηκε κάθετα από το έδαφος, μέσα στους καπνούς και στη σκόνη που σήκωναν οι προωθητήρες του.

Ύστερα, πέταξε προς τα νοτιοδυτικά, αφήνοντας τη Νάζρηβ γρήγορα πίσω του. Πολύ πιο γρήγορα απ’ό,τι θα την άφηνε πίσω του ένα ελικόπτερο, παρατήρησε ο Άλφεντουρ κοιτάζοντας κάτω από το παράθυρο πλάι του.

«Σε πόση ώρα θα είμαστε στη Φάνρηβ, πιλότε;» ρώτησε δυνατά, για να ακουστεί πάνω από τον θόρυβο των μηχανών.

«Σε λίγο παραπάνω από μια ώρα, υπολογίζω,» αποκρίθηκε η γυναίκα. «Μπορείτε να βάλετε μουσική αν θέλετε· υπάρχουν τα ανάλογα συστήματα κοντά στις θέσεις σας.»

*

Στη Φάνρηβ ο καιρός ήταν καλύτερος απ’ό,τι στη Νάζρηβ, μιλώντας τελείως κυριολεκτικά και καθόλου μεταφορικά. Ελάχιστα σύννεφα βρίσκονταν στον ουρανό, και ο ήλιος έλαμπε δυνατά, για τα δεδομένα του ασθενικού ήλιου της Μοργκιάνης.

Καθώς ο Ιπτάμενος Πάνθηρας πλησίαζε από τη νότια μεριά της πόλης, οι επιβάτες του έβλεπαν τον πόλεμο που διεξαγόταν αντίκρυ τους. Φωτιές και καπνοί στα βόρεια τείχη, πέρα από τον ποταμό Τίγρη. Και η κατάσταση των τειχών ήταν πολύ χειρότερη, νόμιζε ο Άλφεντουρ, από τότε που είχε φύγει από εδώ. Ήταν γεμάτα τρύπες, ενώ ακόμα κι ολόκληρα τμήματά τους είχαν γκρεμιστεί – από βολές ενεργειακών κανονιών, πιθανώς. Στη βορειοανατολική μεριά, ήταν τόσο σμπαραλιασμένα που, λογικά, οι πολιορκητές μπορούσαν τώρα να επιχειρήσουν να εισβάλουν. Τα ανοίγματα που διακρίνονταν μέσα από τους καπνούς και τις φλόγες πρέπει να χωρούσαν ακόμα και άρματα μάχης.

Αλλά οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας των Τεσσάρων Δασών κρατούσαν την απόστασή τους· μονάχα μια αψιμαχία φαινόταν να διεξάγεται πέρα από τα τείχη, καθώς μάλλον οι Χαρνώθιοι είχαν κάνει εξόρμηση επάνω σε οχήματα για να χτυπήσουν τα όπλα των εχθρών τους. Ο Φύλακας και οι σύμμαχοί του, σκέφτηκε ο Άλφεντουρ, θέλουν να λιώσουν τελείως τη βασική άμυνα των υπερασπιστών προτού επιχειρήσουν εισβολή. Θέλουν, ει δυνατόν, να μπουν στη Φάνρηβ κάνοντας περίπατο. Ή, τουλάχιστον, έτσι μοιάζει…

«Ήταν έτσι τα πράγματα όταν φύγατε από εδώ, κύριε Άλφεντουρ;» ρώτησε η Χάνκαθιρ.

«Είναι λίγο χειρότερα τώρα. Αλλά, ναι, η πολιορκία είχε ξεκινήσει από τότε.»

Από το πιλοτήριο, άκουσε την πιλότο να μιλά σε κάποιον μέσω του πομπού του αεροσκάφους, δηλώνοντας πως έρχονταν από τη Νάζρηβ, πως ζητούσαν άδεια προσγείωσης, πως ο Διπλωματικός Αντιπρόσωπος Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ επέβαινε στο αεροπλάνο.

Πολύ σύντομα έλαβε άδεια προσγείωσης και, περνώντας πάνω από τα νότια τείχη της Φάνρηβ, κατέβασε το σκάφος στον Αερολιμένα, κάθετα όπως το είχε απογειώσει στη Νάζρηβ.

«Να το μετατρέψω σε όχημα, κύριε Άλφεντουρ;» ρώτησε ο Γάρταλιν’μορ, από το κέντρο ισχύος.

«Ναι.»

Ο μάγος μουρμούρισε τα λόγια για το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, και τα πάντα γύρω από τον Άλφεντουρ και τους υπόλοιπους άλλαξαν σαν να βρίσκονταν μέσα σε όνειρο, αν και οι θέσεις τους δεν μετατοπίστηκαν. Το αεροπλάνο είχε μεταμορφωθεί σε όχημα, αλλά η οδηγός εξακολουθούσε να είναι μπροστά, πίσω της να βρίσκεται το κέντρο ισχύος, και πίσω απ’αυτό τα άλλα καθίσματα.

«Θα πρέπει να με οδηγήσετε εδώ, κύριε Άλφεντουρ,» είπε η οδηγός. «Δεν γνωρίζω την πόλη, αν και έχω τον χάρτη της, φυσικά, αποθηκευμένο στο σύστημα του οχήματος.»

«Θα πάω εγώ μπροστά,» είπε ο Θάλβακιρ.

«Όχι,» διαφώνησε ο Άλφεντουρ· «καλύτερα εγώ. Ίσως να χρειαστεί να μιλήσω από το παράθυρο σε κάποιον.» Σηκώθηκε από τη θέση του, πέρασε δίπλα από τον Γάρταλιν’μορ, και πήγε μπροστά, καθίζοντας πλάι στην οδηγό.

«Ας βγούμε από τον Αερολιμένα, πρώτα,» της είπε. Και της έδειξε προς τα πού να πάει.

Εκείνη έστριψε το τιμόνι ενώ πατούσε το πετάλι, και το όχημά τους ξεκίνησε με χαμηλή ταχύτητα.

«Πόσους τροχούς έχει;» ρώτησε ο Άλφεντουρ.

«Έξι. Και κάνει και για την ύπαιθρο. Επίσης, είναι αρκετά υδατοστεγές· μπορεί να διασχίσει άνετα ρηχά ποτάμια.»

Ο Άλφεντουρ φόρεσε τα ασημόχρωμα γυαλιά του καθώς η οδηγός οδηγούσε το όχημα προς την έξοδο του Αερολιμένα.

Δεν έφτασαν, όμως, ώς εκεί. Μαχητές του Βασιλείου της Χάρνωθ συγκεντρώθηκαν μπροστά τους, βαστώντας οπλολόγχες (χωρίς να τους σημαδεύουν) και κλείνοντάς τους τον δρόμο. Ανάμεσά τους ήταν δύο δίκυκλα, καθώς και μερικοί λυκοκαβαλάρηδες.

Ο Άλφεντουρ κατέβασε το τζάμι του παραθύρου του. «Τι συμβαίνει; Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;»

«Ο κύριος Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ;» ρώτησε ένας άντρας με τα αναγνωριστικά διοικητή.

«Ο ίδιος.»

«Έχουμε διαταγές από τη Βασιλική Αντιπρόσωπο, Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ, να σας συνοδέψουμε στο Μέγαρο των Φυλάκων, κύριε Άλφεντουρ, ώστε να φιλοξενηθείτε εκεί.»

«Κι αν δεν επιθυμώ να φιλοξενηθώ;»

«Η πόλη είναι επικίνδυνη τούτες τις ημέρες, κύριε Άλφεντουρ. Ειδικά αν σκοπεύετε να πάτε στον Φιλόξενο ή στην Οδό των Ξένων, οφείλω να σας προειδοποιήσω ότι επαναστάτες κυκλοφορούν· ο Νυκτόκηπος και το Σκοτεινό Παζάρι έχουν εξεγερθεί, ενώ κάποιες συγκρούσεις και καταστροφές έγιναν και στον Μεσοπόταμο προτού κατορθώσουμε να επιβάλουμε εκεί την τάξη του Βασιλείου.»

Δε μου λες και πολλά που δεν ξέρω, σκέφτηκε ο Άλφεντουρ. Η εξέγερση στο Σκοτεινό Παζάρι είχε ξεκινήσει προτού εκείνος φύγει από τη Φάνρηβ, και το ίδιο ίσχυε και για τα γεγονότα στον Μεσοπόταμο. Για την εξέγερση του Νυκτόκηπου μόνο δεν γνώριζε, αλλά υποψιαζόταν ότι κάτι τέτοιο πιθανώς να συνέβαινε ύστερα από ό,τι είχε μάθει η Χαρκάνιθ.

«Μάλιστα…» αποκρίθηκε. «Παρ’όλ’ αυτά, πείτε στην Υψηλοτάτη ότι την ευχαριστώ αλλά δεν θα επιθυμούσα να φιλοξενηθώ στο Μέγαρο των Φυλάκων.»

«Η Βασιλική Αντιπρόσωπος επιμένει, κύριε Άλφεντουρ. Αν θέλετε μπορείτε να της μιλήσετε ο ίδιος, αφότου σας συνοδέψουμε ώς το Μέγαρο.»

Ο Άλφεντουρ δεν το έβρισκε σκόπιμο να έρθει σε σύγκρουση μαζί τους. Δε θα τον ωφελούσε στην αποστολή του.

*

Η Κέσριμιθ ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα, γυμνή από τη μέση και κάτω, μ’όλο το δεξί της πόδι τελείως μουδιασμένο – δεν το αισθανόταν καθόλου – καθώς η χειρούργος και ο μάγος του τάγματος των Ερευνητών τής έκαναν τη δεύτερη εγχείρηση για την εξαφάνιση των εγκαυμάτων της.

Η χειρούργος, χρησιμοποιώντας νυστέρι, άνοιγε τη σάρκα της Αρχόντισσας, ο Ερευνητής έριχνε με τη σύριγγα του την παράξενη ύλη μέσα στα ανοίγματα, και μετά η χειρούργος προσπαθούσε να τη λειάνει και να τη στρώσει όσο μπορούσε. Ο Βιοσκόπος παρατηρούσε, έχοντας ήδη κάνει κάποιο ξόρκι κι έχοντας πει ότι όλα φαίνονταν καλά με την Αρχόντισσα.

Η εγχείρηση δεν είχε ακόμα τελειώσει όταν μια υπηρέτρια χτύπησε την πόρτα.

«Τι θέλεις;» τη ρώτησε ο Βιοσκόπος, που πήγε ν’ανοίξει.

«Πρέπει να μιλήσω στην Υψηλοτάτη.»

«Αυτό τώρα δεν είναι δυνατόν, όπως κατ–»

«Η ίδια μού είχε πει να την ειδοποιήσω αμέσως, επειγόντως, όταν έρθει ο κύριος Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ.»

Η Κέσριμιθ την άκουσε από εκεί όπου ήταν ξαπλωμένη. «Ο Άλφεντουρ είναι εδώ; Στο Μέγαρο;» ρώτησε, αρκετά δυνατά ώστε να μεταφερθεί η φωνή της ώς την πόρτα.

«Μάλιστα, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε η υπηρέτρια. «Και συγνώμη για την ενόχληση· απλώς ήθελα να σας ενημερώσω. Ο κύριος Άλφεντουρ ζητά να σας μιλήσει γιατί λέει πως θέλει να φύγει από το Μέγαρο.»

«Πείτε του να περιμένει. Εξηγήστε του πως δεν μπορώ να τον δω αμέσως λόγω ανωτέρας βίας. Θα τον δω σε κανένα μισάωρο, υπολογίζω. Μην τον αφήσετε να φύγει!»

«Μάλιστα, Αρχόντισσά μου.»

Ο Βιοσκόπος έκλεισε την πόρτα καθώς η υπηρέτρια αποχωρούσε.

«Σε πόση ώρα θα έχετε τελειώσει;» ρώτησε η Κέσριμιθ τη χειρούργο και τον Ερευνητή.

«Σε λίγο τελειώνουμε, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε η πρώτη. Η εγχείρηση είχε φτάσει στην κνήμη της Κέσριμιθ· ο μάγος έστελνε τώρα την ύλη μέσα σε μια τομή της γαλανής, ματωμένης σάρκας, χρησιμοποιώντας τη σύριγγά του.

Η Κέσριμιθ περίμενε, και ύστερα από λίγη ώρα οι δυο τους τελείωσαν. Ο μάγος έβαλε κάποια φάρμακα και αλοιφές επάνω σε επιδέσμους, και η χειρούργος τούς τύλιξε γύρω από το πόδι της Αρχόντισσας, από τον μηρό ώς τον αστράγαλο. Ευτυχώς στο πέλμα δεν είχε εγκαύματα, ούτε από πάνω ούτε από κάτω· η ενεργειακή ριπή δεν την είχε ακουμπήσει καθόλου εκεί.

«Να με ξεμουδιάσετε τώρα,» είπε η Κέσριμιθ· «δε θέλω να καθυστερήσω.»

«Μην ανησυχείτε, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε η χειρούργος, και σύντομα τής έκανε τρεις ενέσεις στο πόδι. «Πώς αισθάνεστε;» Έβγαλε τη μάσκα της.

Η Κέσριμιθ αισθανόταν σαν ένα πέτρινο επικάλυμμα να διαλυόταν όχι μόνο γύρω από το δέρμα της αλλά και γύρω από τα ίδια τα κόκαλά της· ακόμα και γύρω από τις φλέβες της, ίσως. «Εντάξει,» είπε, λυγίζοντας το γόνατο. Επίσης, ένιωθε έναν έντονο φλογερό πόνο, από τον μηρό ώς την κνήμη. Αναμενόμενο, φυσικά.

«Όπως την προηγούμενη φορά;»

«Ναι. Θα ξετυλίξουμε τώρα το χέρι μου και τα πλευρά μου;»

«Όχι ακόμα,» της είπε ο Ερευνητής. «Αύριο. Και το πόδι θα το ξετυλίξουμε μεθαύριο. Καλύτερα η ύλη να μην έρθει σε επαφή με τον αέρα τόσο νωρίς, για να προσαρμοστεί απόλυτα στο δέρμα της.» Κι έγνεψε προς τον Βιοσκόπο, ο οποίος μουρμούρισε τα λόγια για κάποιο ξόρκι υψώνοντας τα χέρια του πάνω απ’το ξαπλωμένο σώμα της Κέσριμιθ.

Για λίγο ήταν αμίλητος, ατενίζοντάς την πίσω από μισόκλειστα βλέφαρα, προσηλωμένος στη μαγική δουλειά του. Μετά είπε: «Όλα εντάξει· δεν διακρίνω κανένα πρόβλημα.»

Η Κέσριμιθ πήρε καθιστή θέση στο κρεβάτι, με κάποια δυσκολία, νιώθοντας ακόμα λιγάκι μουδιασμένο το δεξί της πόδι. Κούνησε τα δάχτυλά της, έντονα. Η χειρούργος τής έδωσε την περισκελίδα της, και η Αρχόντισσα την πέρασε γύρω από τις κνήμες και τα γόνατά της και την τράβηξε ώς επάνω καθώς σηκωνόταν όρθια, πατώντας στο λείο ξύλινο πάτωμα.

«Να προσέχετε τώρα, Αρχόντισσά μου,» της είπε ο Ερευνητής. «Μη χτυπήσετε το πόδι πουθενά, γιατί θα πρέπει να το ξετυλίξουμε για να το ελέγξουμε. Η συνένωση με την ύλη είναι ακόμα σε πολύ αρχικό στάδιο.»

«Θα προσέχω,» υποσχέθηκε η Κέσριμιθ, που στο μυαλό της ήταν ο Άλφεντουρ, και φόρεσε τη ρόμπα της την οποία της κρατούσε έτοιμη η χειρούργος. Το δεξί της πόδι φλεγόταν από πάνω ώς κάτω, παρά τα βοτάνια και τα φάρμακα στους επιδέσμους του Ερευνητή.

*

Ντύθηκε επίσημα, φυσικά, προτού τον συναντήσει, και χτενίστηκε έτσι ώστε τα κόκκινα μαλλιά της να κρύβουν το έγκαυμα στο δεξί της μάγουλο. Ύστερα κατέβηκε στην αίθουσα όπου οι υπηρέτες είχαν οδηγήσει τον Άλφεντουρ για να την περιμένει.

Ο διπλωμάτης καθόταν σ’έναν καναπέ, με τα πόδια του σταυρωμένα στο γόνατο και καπνίζοντας αρωματικό καπνό με την πίπα του. Τον είχε ανησυχήσει λίγο το γεγονός ότι η Κέσριμιθ αργούσε· αναρωτιόταν αν μπορεί οι Χαρνώθιοι να επιχειρούσαν κάποιο άσχημο κόλπο. Του έμοιαζε δύσκολο, ωστόσο, γιατί μέχρι στιγμής η Αρχόντισσα δεν είχε δείξει τέτοιες προθέσεις· ήταν διπλωματική, πάντα. Για τον Στρατηγό Σέλιρ αλ Σίριλναθ ήταν που, κυρίως, ο Άλφεντουρ φοβόταν. Όμως ο Στρατηγός, μάλλον, δεν θα τολμούσε να κάνει κάτι τέτοιο μέσα στο ίδιο το Μέγαρο των Φυλάκων, σωστά; Κάτι όπως να αιχμαλωτίσει τον Άλφεντουρ και τους συντρόφους του. Ή να τους δολοφονήσει.

Παρ’όλ’ αυτά, ο Άλφεντουρ είχε καλέσει τηλεπικοινωνιακά, πιο πριν, τους άλλους μέσα στο μεταβαλλόμενο όχημα, το οποίο περίμενε στον χώρο στάθμευσης του Μεγάρου. Τους είχε ρωτήσει αν όλα ήταν καλά, και ο Θάλβακιρ είχε αποκριθεί ότι όλα ήταν ήσυχα: μαχητές του Βασιλείου βρίσκονταν από κοντά μα κανείς δεν τους είχε πειράξει, και υπηρέτες είχαν έρθει για να τους προσφέρουν γλυκίσματα και ποτά. Είχαν δεχτεί μερικά για να μη φανούν αγενείς.

Ο Άλφεντουρ αναρωτιόταν, όμως, γιατί η Κέσριμιθ αργούσε τόσο να τον συναντήσει. Πρέπει όντως να είχε κάποια δουλειά, υπέθετε· δεν ήταν το συνήθειό της να τον αφήνει να περιμένει ως επίδειξη της δύναμής της.

Και τώρα την είδε να μπαίνει στην αίθουσα, ντυμένη μ’ένα μακρύ μαύρο φόρεμα με ψηλούς γιακάδες και στενόμακρο ντεκολτέ που έφτανε σχεδόν ώς τον αφαλό, σύμφωνα με την τελευταία μόδα του Βασιλείου της Χάρνωθ. Τα κόκκινα μαλλιά της ήταν χτενισμένα προς τα δεξιά, σκιάζοντας από κείνη τη μεριά το πρόσωπό της, και στο αριστερό της αφτί στραφτάλιζε ένα μεγάλο χρυσό σκουλαρίκι.

«Καλωσόρισες, Άλφεντουρ,» είπε χαμογελώντας.

Ο διπλωμάτης σηκώθηκε όρθιος. «Νιρλίσα.»

Η Κέσριμιθ έτεινε το χέρι της προς το μέρος του, με την παλάμη επάνω και τα δύο μεσαία δάχτυλα λυγισμένα – ο χαιρετισμός της συμμαχίας. «Με συγχωρείς που έπρεπε να περιμένεις, αλλά δεν γινόταν αλλιώς.»

Ο Άλφεντουρ έφερε το χέρι του σε επαφή με το δικό της, έχοντας κι εκείνος τα δύο μεσαία δάχτυλα λυγισμένα αλλά την παλάμη προς τα κάτω. «Δεν υπάρχει πρόβλημα. Η κατάσταση, υποθέτω, θα είναι τεταμένη στην πόλη.»

«Πολύ. Κάθισε, Άλφεντουρ.»

Ο διπλωμάτης κάθισε εκεί όπου καθόταν και πριν στον καναπέ, και η Κέσριμιθ πήρε θέση πλάι του. Μια υπηρέτρια έκανε να πλησιάσει, για να ρωτήσει μάλλον αν ήθελαν να τους προσφέρει κάτι, αλλά η Αρχόντισσα τής έγνεψε ν’απομακρυνθεί κι εκείνη αποχώρησε από την αίθουσα.

«Μου είπαν ότι δεν δέχεσαι να φιλοξενηθείς στο Μέγαρο…»

«Δεν μπορώ να φιλοξενηθώ εδώ, νιρλίσα. Αν δεχτώ, τότε δεν θα κάνω σωστά τη δουλειά μου.»

«Για ποιο λόγο;» τον ρώτησε, αν και καταλάβαινε ακριβώς τι εννοούσε.

«Θα φαινόταν σε πολλούς πως είμαι σε συμμαχία μαζί σου.»

Ακριβώς αυτό ήθελε και η Κέσριμιθ, φυσικά: να δουν οι υποστηρικτές του Φύλακα ότι η Νάζρηβ ήταν στο δικό της πλευρό. «Και δεν είμαστε σύμμαχοι; Τι αποφάσισε το Συμβούλιο; Θα υποστηρίξει τους εχθρούς μου;»

«Το Συμβούλιο αποφάσισε να μην υποστηρίξει κανέναν,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ. «Αποφάσισε να θέσει σε εμπορικό αποκλεισμό ολόκληρη τη Φάνρηβ – και τους υποστηρικτές του Φύλακα και τους υποστηρικτές του Βασιλείου – ώσπου να επιτευχθεί ειρήνη.»

Τι! σκέφτηκε η Κέσριμιθ. Έχουν τρελαθεί; Τολμούν να προσβάλλουν έτσι το Βασίλειο της Χάρνωθ; Τα μάτια της είχαν στενέψει.

«Η Νάζρηβ,» είπε ο Άλφεντουρ, παρατηρώντας την αντίδρασή της, «επιθυμεί να πάψουν οι εχθροπραξίες στη Φάνρηβ το συντομότερο δυνατό. Να γίνει, ει δυνατόν, κάποια συνεννόηση μεταξύ σας και του Φύλακα.»

«Αυτό δεν είναι εφικτό, Άλφεντουρ! Δε μπορεί το Συμβούλιο της Νάζρηβ να μην το καταλαβαίνει. Το Βασίλειο δεν παραδίδει τα προτεκτοράτα του σε κατακτητές.»

«Κοίτα, όμως, προς τα πού βαίνει η κατάσταση, νιρλίσα. Εγώ, καθώς πλησίαζα την πόλη από αέρος, μόνο καταστροφές είδα. Και δεν μου δόθηκε η εντύπωση ότι το Βασίλειο απωθεί τους εχθρούς. Τα βόρεια τείχη είναι μισογκρεμισμένα. Οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας, υποθέτω, δεν θ’αργήσουν να επιχειρήσουν εισβολή.»

«Ας έρθουν!» είπε η Κέσριμιθ. «Τους περιμένουμε.»

«Και ποια θα είναι τα αποτελέσματα για την πόλη; Περισσότερες καταστροφές; Αυτό δεν είναι καλό για το εμπόριο. Το Συμβούλιο δικαιολογημένα φοβάται, νομίζω.»

«Αν το Συμβούλιο της Νάζρηβ φοβάται, τότε θα έπρεπε να με υποστηρίξει για να απωθήσω πιο γρήγορα τους εχθρούς, ασκώντας τις πιέσεις που μπορεί να ασκήσει! Μου είχες υποσχεθεί ότι θα με βοηθούσες, Άλφεντουρ – ότι θα μιλούσες στο Συμβούλιο υπέρ μου!»

«Δεν είχα υποσχεθεί κάτι τέτοιο, νιρλίσα. Είχα υποσχεθεί να παρουσιάσω τα πάντα όπως είναι – αυτή είναι η δουλειά μου. Τους είπα για την πρότασή σου, φυσικά. Όπως και για την πρόταση του Φύλακα. Δεν έκριναν πως όφειλαν να δεχτούν ούτε τη μία ούτε την άλλη.»

«Δεν ξέρουν πόσο επικίνδυνοι είναι οι υποστηρικτές του Φύλακα! Ούτε εσύ ξέρεις. Έχουν προκαλέσει καταστροφές μέσα στην πόλη, τις τελευταίες ημέρες. Το Σκοτεινό Παζάρι είναι διαλυμένο, και ο Νυκτόκηπος έχει επίσης ξεσηκωθεί. Ακόμα και ενεργειακό κανόνι χρησιμοποιούσαν εναντίον μας, μέσα στους δρόμους της Φάνρηβ! Ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί ειρήνη είναι να υπερισχύσει ο Νόμος του Βασιλείου στο προτεκτοράτο, Άλφεντουρ.»

«Το Συμβούλιο έχει πάρει την απόφασή του, νιρλίσα. Βρίσκομαι εδώ για να βοηθήσω να γίνει κάποια συνεννόηση που θα ειρηνεύσει την περιοχή. Μέχρι τότε ολόκληρη η πόλη θα είναι εμπορικά αποκλεισμένη από τη Νάζρηβ.»

«Δυσκολεύεις τη δουλειά μου! Ένα αρκετά σημαντικό μέρος του εμπορίου μας γίνεται με τη Νάζρηβ.»

«Δεν φταίω εγώ· αυτή ήταν η απόφαση του Συμβουλίου.»

«Μπορούσες όμως να τους μεταπείσεις!»

«Δεν έχω τέτοιες δυνάμεις, σε διαβεβαιώνω.»

Η Κέσριμιθ αναστέναξε. Δεν ήταν βέβαιη αν της έλεγε ολόκληρη την αλήθεια. Θα μπορούσαν, άραγε, όλα τούτα να ήταν κάποιο σχέδιο του Φύλακα; Ο Άλφεντουρ, άλλωστε, τον είχε βοηθήσει να φύγει από την πόλη. «Συνεχώς βοηθάς τους εχθρούς μου,» του είπε ευθέως.

«Δεν είναι έτσι–»

«Δεν είναι; Δεν βοήθησες τον Φύλακα να βγει από την πόλη;»

«Ζήτησε την προστασία μου· δεν μπορούσα να του την αρνηθώ. Δεν είμαι εχθρός του. Αλλά δεν έκανα κάτι ενεργά εναντίον των μαχητών της Χάρνωθ.»

«Όταν βοηθάς τους εχθρούς μου, δεν είσαι εχθρός μου;»

«Θα βοηθούσα κι εσένα, ευχαρίστως, νιρλίσα, όπως βοήθησα τον Φύλακα, αν ζητούσες την προστασία μου. Αυτή είναι η τακτική που ακολουθώ. Είναι πολιτικό θέμα της Νάζρηβ. Μόνο εγκληματίες δεν θα βοηθούσα, και ο Άσραδλιν ωλ Χέρκανεκ δεν είναι εγκληματίας, απ’όσο ξέρω.»

«Υποκειμενικό θέμα, θα έλεγαν κάποιοι· έχει ξεσηκώσει τους πολίτες της Φάνρηβ με τα λόγια του και με την παρουσία του. Τέλος πάντων. Νομίζω πως θα ήταν συνετό να μείνεις στο Μέγαρο των Φυλάκων, Άλφεντουρ. Οι δρόμοι είναι επικίνδυνοι, ειδικά προς τον Νυκτόκηπο και το Σκοτεινό Παζάρι.»

«Δεν είναι δυνατόν να μείνω εδώ,» επέμεινε ο διπλωμάτης. «Αλλά θα αποφύγω μέρη που βρίσκονται κοντά στον Νυκτόκηπο και στο Σκοτεινό Παζάρι. Μπορώ τώρα να φύγω, ή είμαι αιχμάλωτος;»

«Φυσικά και δεν είσαι αιχμάλωτος. Απλώς ήθελα να σε φιλοξενήσω. Και η προειδοποίησή μου δεν είναι ψεύτικη, Άλφεντουρ· η πόλη, όντως, είναι πολύ επικίνδυνη τώρα. Γίνονται δολοφονίες. Όπου κι αν πας, φρόντισε να είσαι προσεχτικός. Μπορεί οι υποστηρικτές του Φύλακα να δουν την απόφαση του Συμβουλίου σου ως εχθρική προς αυτούς.»

«Και να μου επιτεθούν;»

«Τίποτα δεν θα απέκλεια.»

«Θα το έχω υπόψη μου.» Ο Άλφεντουρ σηκώθηκε από τον καναπέ.

Και η Κέσριμιθ σηκώθηκε. «Θα συγκαλέσω Γενικό Συνέδριο αύριο, ώστε να μας μιλήσεις για την απόφαση του Συμβουλίου. Συμφωνείς;»

«Συμφωνώ.»

«Αν και,» πρόσθεσε η Κέσριμιθ, «δεν θα είναι όλοι οι Αιρετοί παρόντες. Δεν έχουν γίνει ακόμα εκλογές.»

«Εκλογές; Σκοτώθηκε κάποιος ξανά;»

«Η Χαρκάνιθ, κατά πρώτον–»

«Η Χαρκάνιθ; Πώς;»

«Κάποιοι δολοφόνοι, έμαθα. Υποστηρικτές μας.» Προτίμησε να μην του πει ότι ήταν Εκτελεστές του Ιερού Δέους. Δεν τον θεωρούσε πλέον και τόσο αξιόπιστο. Υπήρχε ακόμα και η περίπτωση να είχε κάνει κάποιο σχέδιο με τον Φύλακα όσο βρίσκονταν μαζί οι δυο τους. «Η Χαρκάνιθ ήταν που ξεσήκωσε τον Νυκτόκηπο εναντίον μου, Άλφεντουρ, ενώ στην αρχή ήταν με το μέρος μου.»

Τον Άλφεντουρ, φυσικά, δεν τον εξέπληττε αυτό. Το περίμενε ότι η Χαρκάνιθ πιθανώς να έκανε κάτι τέτοιο. Δεν έπρεπε, όμως. Ο Κασλάριν θα προτιμούσε την ουδετερότητα, όχι τη σύγκρουση. Και τώρα, με τον θάνατο της Χαρκάνιθ, ο Άλφεντουρ αισθανόταν ότι χρωστούσε ακόμα περισσότερα στον νεκρό φίλο του. Ίσως δεν έπρεπε να της είχα πει ποτέ για τον Στρατηγό…

«Αναρωτιέμαι τι την έκανε ν’αλλάξει γνώμη, και μάλιστα τόσο ξαφνικά,» είπε η Κέσριμιθ, παρατηρώντας την αντίδραση του διπλωμάτη. Υπήρχε θλίψη στο πρόσωπο του. Ναι, θλίψη, αναμφίβολα. Και… ενοχές, ίσως;

«Δεν γνωρίζω, νιρλίσα,» αποκρίθηκε.

«Η Χαρκάνιθ,» είπε η Κέσριμιθ, «είχε αρχικά οδηγήσει τους οπλισμένους πολίτες του Νυκτόκηπου εναντίον των ξεσηκωμένων στο Σκοτεινό Παζάρι. Αλλά η επίθεσή της σταμάτησε, αρκετά απότομα, και υποχώρησαν πίσω στον Νυκτόκηπο. Γνωρίζεις γιατί, Άλφεντουρ;» Ήθελε να δει αν θα της έλεγε ψέματα.

Και ο Άλφεντουρ το κατάλαβε. Το ξέρει, σκέφτηκε. Ξέρει ότι μίλησα στη Χαρκάνιθ. Οι κατάσκοποί της της το είπαν. Και τώρα με δοκιμάζει. «Ναι,» αποκρίθηκε. «Γνωρίζω. Εγώ της μίλησα.»

«Εσύ; Γιατί;» Η Κέσριμιθ προσποιείτο ότι το άκουγε για πρώτη φορά.

Ο Άλφεντουρ δεν την πίστεψε, φυσικά. «Ο Κασλάριν ήταν φίλος μου, νιρλίσα, όπως γνωρίζεις. Και είμαι βέβαιος ότι, σε καμία περίπτωση, δεν θα ήθελε πολίτες της Φάνρηβ να σκοτώνονται με πολίτες της Φάνρηβ. Αυτό ακριβώς είπα στη Χαρκάνιθ, όταν την πλησίασα.»

«Και πήγες μόνος σου; Δεν σε κάλεσε κανένας εκεί;»

«Μου μίλησε ο Εθέλδιρ, είναι η αλήθεια.»

«Ο Εθέλδιρ ωλ Σαρέλκεμ;»

«Ναι. Και νομίζω ότι ήταν σωστό αυτό που έκανα. Η αιματοχυσία δεν είναι ποτέ η λύση. Ή, τουλάχιστον, πολύ σπάνια.»

«Μπορεί, όμως, να είχε λήξει το ζήτημα του Σκοτεινού Παζαριού αν δεν είχες παρέμβει, Άλφεντουρ,» είπε η Κέσριμιθ, που ακόμα δεν ήταν βέβαιη ότι της έλεγε όλη την αλήθεια. Μήπως είχε συζητήσει και τίποτ’ άλλο με τη Χαρκάνιθ; «Μπορεί η Χαρκάνιθ να ήταν ακόμα ζωντανή,» πρόσθεσε, καταλαβαίνοντας ότι αυτό θα του προκαλούσε ενοχές.

«Δεν ξέρω,» είπε μόνο ο Άλφεντουρ, με χαμηλή φωνή· «δεν είμαι μάντης.» Καθάρισε τον λαιμό του. «Μετά… μετά απ’τον θάνατό της, τι έγινε; Ποιος είναι τώρα αρχηγός των εξεγερμένων στο Σκοτεινό Παζάρι;»

«Ο σύζυγός της, απ’ό,τι μου λένε, ο Νάλντιρ αλ Σάρεθουν.»

Ο Νάλντιρ… Ο Άλφεντουρ δεν τον γνώριζε προσωπικά. «Μάλιστα,» είπε. «Υπάρχει κάτι άλλο που νομίζεις ότι θα όφειλα να ξέρω, νιρλίσα

Η Κέσριμιθ αναρωτήθηκε γιατί της έκανε αυτή την ερώτηση. Για να δει αν θα προσπαθούσε να τον στρέψει εναντίον των υποστηρικτών του Φύλακα με κάποιον τρόπο; «Ο Μεσοπόταμος και ο Ταριχευτής βρίσκονται υπό στρατιωτική επίβλεψη· ίσως θα έπρεπε να το έχεις υπόψη σου. Κατά τα άλλα… ακόμα και ξένοι μισθοφόροι κυκλοφορούν μέσα στην πόλη, βοηθώντας τους εχθρούς μου.»

Ο Άλφεντουρ την κοίταξε ερωτηματικά.

Η Κέσριμιθ τού μίλησε για την επίθεση εναντίον του στόλου της στο Σκοτεινό Παζάρι. «Και οι μισθοφόροι πρέπει να ήρθαν από τον Ταριχευτή,» είπε. «Γι’αυτό τον έθεσα υπό στρατιωτική επίβλεψη. Υποπτεύομαι πως οι Θάρναθ πιθανώς να τους έστειλαν.

»Α ναι, και κάτι ακόμα. Απορώ, μάλιστα, πώς μου διέφυγε ώς τώρα. Μάλλον εξαιτίας της κουβέντας για τη Χαρκάνιθ… Ο Ριλάθιρ αλ Θάρναθ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Κυνηγών, είναι νεκρός.»

«Δολοφόνοι, ξανά;»

«Στο Σκοτεινό Παζάρι σκοτώθηκε. Αυτό, τουλάχιστον, μου είπαν οι κατάσκοποί μου, μαθαίνοντάς το από τον Ταριχευτή.»

Με τόσους νεκρούς και καταστροφές, ο Άλφεντουρ αναρωτιόταν πώς θα ήταν ποτέ δυνατόν να ειρηνεύσει την περιοχή. Ίσως να είχε υποσχεθεί στο Συμβούλιο κάτι που ήταν ανέφικτο να φέρει σε πέρας. Το μετάνιωνε, όμως; Όχι· το χρωστάω στον Κασλάριν να προσπαθήσω.

Και, τώρα, ίσως περισσότερο από πριν. Η Χαρκάνιθ ήταν νεκρή…

*

Όταν επέστρεψε στο μεταβαλλόμενο όχημά του, η Λαρβάκι τον ρώτησε: «Τι έγινε; Γιατί καθυστέρησες τόσο;»

«Δε με συνάντησε αμέσως, όπως σας είπα από τον πομπό· κι όταν τελικά ήρθε μιλήσαμε για κάποια ώρα. Μου είπε γι’αυτά που συμβαίνουν στην πόλη.»

«Αυτά που τη συμφέρουν θα σου είπε, σίγουρα.»

«Δεν το αμφιβάλλω. Όλοι αυτό κάνουν, σε τέτοιες περιπτώσεις.»

Η οδηγός ρώτησε: «Μπορούμε να φύγουμε, κύριε Άλφεντουρ, ή θα μας κρατήσουν εδώ;»

«Μπορούμε να φύγουμε.»

Η οδηγός έβαλε τους έξι τροχούς του οχήματος σε κίνηση και σύντομα πέρασαν κάτω από την πύλη του Μεγάρου των Φυλάκων βγαίνοντας στους δρόμους της πόλης.

«Δε θα πρότεινα να πάμε στο Καταφύγιο αυτή τη φορά,» είπε ο Άλφεντουρ.

«Ναι,» συμφώνησε ο Θάλβακιρ, «ούτε εγώ θα το πρότεινα.»

«Πάμε στη Μεγάλη Αγορά,» είπε ο Άλφεντουρ στην οδηγό, κι εκείνη κοίταξε τον χάρτη στην οθόνη της κονσόλας του οχήματος, ψάχνοντας για τη συγκεκριμένη περιοχή.

«Δε θα μείνουμε στον Φιλόξενο, δηλαδή;» είπε ο Θάλβακιρ.

«Ο Φιλόξενος είναι πολύ κοντά στα βόρεια τείχη, και πολύ κοντά στις εξεγερμένες συνοικίες. Στη Μεγάλη Αγορά τα πράγματα θα είναι πιο ήσυχα.

»Λαρβάκι, έχεις κάποιο μέρος εκεί να μας συστήσεις;»

Η πρώην πράκτορας της Παντοκράτειρας σκέφτηκε για λίγο. Μετά είπε: «Ναι, νομίζω πως έχω.»

2
Εναλλακτικές Διαδρομές· Ιδεαλισμοί· Κατάσκοποι

Η Ζιρίνα δεν είχε επιστρέψει καθόλου στην οικία των Φέρενερ τις τελευταίες ημέρες ύστερα από τον θάνατο του Ριλάθιρ αλ Θάρναθ· έμενε στο Σκοτεινό Παζάρι μαζί με τον Εθέλδιρ, τους πρώην επαναστάτες, και τους εξεγερμένους πολίτες. Ήθελε να βρίσκεται εδώ επειδή πίστευε ότι κάτι σημαντικό γινόταν, κι επειδή φοβόταν ν’αφήσει μόνο του τον Εθέλδιρ, αν και καταλάβαινε ότι αυτό ήταν ανόητο· μπορούσε άνετα να προσέχει τον εαυτό του. Επιπλέον, όμως, δεν ήταν και εύκολο τώρα να πάει στο σπίτι της στο Υαλουργείο. Ο Ταριχευτής βρισκόταν υπό στρατιωτική επίβλεψη του Βασιλείου, επομένως δεν μπορούσε να το ρισκάρει να περάσει εκεί με βάρκα. Και η Γέφυρα του Τίγρη ήταν κλειστή πλέον για όλους· μαχητές της Χάρνωθ τη φρουρούσαν, απαγορεύοντας τη διέλευση στους πάντες εκτός από άλλους μαχητές της Χάρνωθ. Η Ζιρίνα, βέβαια, μπορούσε να περάσει από τον Νυκτόκηπο και τον Φιλόξενο, να βγει στη Μακριά Λόγχη, να διασχίσει τον ποταμό από τη Γέφυρα του Ιχθύος, και μετά να πάει στο Υαλουργείο. Δεν το έκρινε σκόπιμο, όμως, ν’ακολουθήσει αυτή τη μεγάλη διαδρομή. Κι επίσης, ίσως οι κατάσκοποι της Αρχόντισσας να την εντόπιζαν στον δρόμο και να της επιτίθονταν. Μπορεί ακόμα και οι Εκτελεστές του Ιερού Δέους να της ορμούσαν. Και μόνο η σκέψη έκανε ρίγος να τη διατρέχει. Αυτοί οι άθλιοι ήταν, πράγματι, σαν δαιμονισμένοι.

Ύστερα από την επίθεσή τους στο σπίτι του Εθέλδιρ, εκείνος είχε φροντίσει να υπάρχει επιπρόσθετη φύλαξη γύρω από το οίκημα, κι ένας μάγος ύφαινε κάθε βράδυ μια Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως στις πόρτες, η οποία θα τον ειδοποιούσε αμέσως μόλις κάποιος περνούσε από εκεί. Και φυσικά ήταν και το σύστημα συναγερμού σε όλες τις πόρτες και όλα τα παράθυρα. Ο Εθέλδιρ δεν το ρίσκαρε να ξανασυμβούν τα ίδια· «αυτή τη φορά δεν θα είναι εδώ ο Κάλνεντουρ για να μας σώσει,» είχε πει στη Ζιρίνα. Και είχε επίσης πει ότι ανησυχούσε για τη ζωή του Νάλντιρ αλ Σάρεθουν. Και τον είχε προειδοποιήσει να προσέχει· οι φονιάδες που σκότωσαν τη γυναίκα του πιθανώς να έρχονταν για εκείνον μετά. «Να λάβεις κάθε δυνατό μέτρο προστασίας γύρω σου,» του είχε προτείνει. Εκείνος δεν είχε διαφωνήσει, και μέχρι στιγμής ήταν ζωντανός στον Νυκτόκηπο, ως αρχηγός των εξεγερμένων πολιτών εκεί.

Ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα στέκονταν τώρα επάνω σε μια πολυκατοικία του Σκοτεινού Παζαριού και κοίταζαν προς τα βόρεια τείχη, χρησιμοποιώντας ένα ζευγάρι κιάλια και δίνοντάς το ο ένας στον άλλο κάθε τόσο.

«Η βορειοανατολική μεριά είναι τελείως κατεστραμμένη,» είπε η Ζιρίνα. «Απορώ γιατί ο Φύλακας δεν έχει προσπαθήσει να εισβάλει ακόμα. Αν περάσει από εκεί και έρθει εδώ, στο Σκοτεινό Παζάρι και στον Νυκτόκηπο, τότε θα πάρουμε σύντομα ολόκληρη την πόλη.»

«Μπορεί τα τείχη νάναι σμπαραλιασμένα,» είπε ο Εθέλδιρ, «μα όχι και η άμυνα των Χαρνώθιων. Δε βλέπεις πόσα όπλα, μαχητές, και οχήματα έχουν εκεί; Για να περάσουν, οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας θα τραυματιστούν άσχημα. Κι αυτό, μάλλον, θέλουν να το αποφύγουν.

»Αναρωτιέμαι, όμως,» πρόσθεσε ύστερα από λίγο, «αν θα μπορούσαμε να τους βοηθήσουμε…» Κατέβασε τα κιάλια του.

«Να χτυπήσουμε τους Χαρνώθιους από τα νώτα;»

«Ναι. Αλλά θα πρέπει να έχουμε ειδοποιήσει τον Φύλακα πρώτα, για να συγχρονίσει την εισβολή του με την επίθεσή μας. Πώς όμως; Οι τηλεπικοινωνίες δεν είναι ασφαλείς. Και η Πόλη της Αέναης Νύχτας έχει καταληφθεί από τον αδελφό μου.»

«Αν του στέλναμε σίρκι’θ

«Τα σίρκι’θ δεν πάνε εκτός πόλης, Ζιρίνα.»

«Ούτε καν στα περίχωρα;»

«Έχεις ακούσει ποτέ κανένας να στέλνει σίρκι’θ στα περίχωρα;»

Η Ζιρίνα το σκέφτηκε. Πράγματι, δεν νόμιζε πως είχε ποτέ της ακούσει κάτι τέτοιο. Και ούτε η ίδια το είχε επιχειρήσει ποτέ. Τα σίρκι’θ ήταν μόνο για επικοινωνίες εντός της Φάνρηβ. Τα σαυράκια είχαν κάποιου είδους ιδιαίτερη σύνδεση με την πόλη· ποιος ξέρει γιατί;

«Το μόνο που σκέφτομαι–» Ο Εθέλδιρ σταμάτησε να μιλά, τραβώντας πιστόλι καθώς στρεφόταν πίσω του.

Και η Ζιρίνα στράφηκε, ακούγοντας βήματα. Κάποιος ερχόταν από τη σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα της πολυκατοικίας.

Ένας άντρας δεν άργησε να παρουσιαστεί. Γνωστός και στους δυο τους. Ένας από τους πράκτορες του Φύλακα μέσα στη Φάνρηβ.

Ο Εθέλδιρ θηκάρωσε πάλι το πιστόλι του.

«Το θεώρησα ασφαλέστερο να μην σας καλέσω τηλεπικοινωνιακά,» είπε ο πράκτορας.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Εθέλδιρ.

«Ο Διπλωματικός Αντιπρόσωπος της Νάζρηβ επέστρεψε.»

«Ο Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ;»

Ο πράκτορας ένευσε. «Μ’ένα μεταβαλλόμενο αεροπλάνο, μάλιστα. Όταν προσγειώθηκε, πήρε τη μορφή εξάτροχου οχήματος. Αλλά δεν πρόλαβε να βγει από τον Αερολιμένα και οι Χαρνώθιοι το σταμάτησαν και το οδήγησαν στο Μέγαρο των Φυλάκων–»

«Η Αρχόντισσα αιχμαλώτισε τον Άλφεντουρ;» πετάχτηκε η Ζιρίνα.

«Κι εμείς αυτό φοβηθήκαμε, στην αρχή,» αποκρίθηκε ο πράκτορας. «Αλλά, όχι, δεν είναι αιχμάλωτος. Μάλλον, η Αρχόντισσα ήθελε απλά να του μιλήσει πρώτη.»

«Ίσως επειδή ο Άλφεντουρ βοήθησε τον Φύλακα να βγει από την πόλη, τις προάλλες,» υπέθεσε ο Εθέλδιρ.

«Ίσως,» συμφώνησε ο πράκτορας.

«Πού βρίσκεται τώρα;» ρώτησε η Ζιρίνα.

«Στη Μεγάλη Αγορά. Στο ξενοδοχείο ‘Ανθός του Ήλιου’.»

«Γιατί δεν ήρθε στο Καταφύγιο;» είπε η Ζιρίνα, κοιτάζοντας τον Εθέλδιρ. «Θέλει να μας αποφύγει;» Έκανε κάποια συμφωνία με την Αρχόντισσα; Εναντίον μας;

«Ο λόγος είναι, μάλλον, επειδή θεωρεί τη Μεγάλη Αγορά πιο ακίνδυνη, Ζιρίνα,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ. «Εσύ, αν πήγαινες σε μια ξένη πόλη, πού θα έμενες; Εκεί που γίνεται πόλεμος ή εκεί που δεν γίνεται πόλεμος;»

Ναι, αυτό είναι λογικό, σκέφτηκε η Ζιρίνα. Ας μη γινόμαστε παρανοϊκοί με το παραμικρό. Ύστερα είπε: «Πρέπει να του μιλήσω, να δούμε τι αποφάσισε το Συμβούλιο.»

«Δε θα γίνει Γενικό Συνέδριο;»

«Σοβαρολογείς; Μ’αυτή την κατάσταση;»

«Αν η Αρχόντισσα σάς καλέσει στο Μέγαρο των Αιρετών;»

«Δύο από εμάς είναι νεκροί, Εθέλδιρ – η Χαρκάνιθ και ο Ριλάθιρ – και δεν έχουν ακόμα εκλεχθεί καινούργιοι για να πάρουν τις θέσεις τους. Επιπλέον, εγώ φοβάμαι να πάω τώρα στο Μέγαρο των Αιρετών· και είμαι σίγουρη πως το ίδιο αισθάνονται κι άλλοι Αιρετοί, εκτός απ’αυτούς που ξεδιάντροπα υποστηρίζουν ακόμα τους δυνάστες.»

«Τέλος πάντων,» είπε ο Εθέλδιρ. «Αν πας να τον επισκεφτείς, θα έρθω μαζί σου.»

«Όχι· είναι πολύ επικίνδυνο.»

«Πιο επικίνδυνο για μένα απ’ό,τι για σένα;»

«Εμένα, ακόμα κι αν μ’αναγνωρίσουν στη Γέφυρα του Ιχθύος, πιθανώς να μη με σταματήσουν–»

«Είσαι σίγουρη; Τώρα μου έλεγες ότι φοβάσαι να πας στο Μέγαρο των Αιρετών…»

«Εθέλδιρ, εσένα αν σ’αναγνωρίσουν στη γέφυρα δεν υπάρχει περίπτωση να μη σου επιτεθούν.»

Ο πράκτορας του Φύλακα τούς διέκοψε: «Υπάρχει κι άλλος δρόμος, αν θέλετε τη γνώμη μου.»

Στράφηκαν να τον κοιτάξουν.

«Ελάτε στο Βόρειο Λιμάνι. Θα πάρετε μια από τις δικές μας βάρκες και θα πάτε στο Νότιο Λιμάνι. Δε νομίζω οι Χαρνώθιοι να σας σταματήσουν· το ναυτικό τους είναι πολύ απασχολημένο με τα πλοία της Κοινοπολιτείας στ’ανοιχτά. Δε δίνουν σημασία σε μικρά πλεούμενα που πηγαίνουν από τη μια αποβάθρα στην άλλη.»

*

Ήταν μεσημέρι αλλά δεν κάθισαν να φάνε προτού ξεκινήσουν. Η Ζιρίνα επάνω στη Μαύρη Γούνα, ο Εθέλδιρ επάνω στο δίκυκλό του (το οποίο είχε πρόσφατα επισκευάσει ύστερα από τη σύγκρουση με το φορτηγό των Χαρνώθιων που κουβαλούσε το ενεργειακό κανόνι), και ο πράκτορας του Φύλακα επάνω σ’ένα άλογο, έφυγαν απ’το Σκοτεινό Παζάρι και μπήκαν στον Νυκτόκηπο, όπου οι εξεγερμένοι πολίτες δεν τους σταμάτησαν βλέποντας από πού έρχονταν. Διέσχισαν τον Νυκτόκηπο προς τα δυτικά και βρέθηκαν στον Φιλόξενο. Από τα βόρεια κρότοι αντηχούσαν και ο άνεμος έφερνε σκόνη, στάχτες, και θερμότητα από τις φωτιές που είχαν ανάψει λόγω της πολιορκίας. Το Ψηλό Πάνθεο έμοιαζε εγκαταλειμμένο καθώς περνούσαν από κοντά του· κανένας δεν το πλησίαζε. Ο κόσμος είχε φοβηθεί τόσο από την πολιορκία που δεν ερχόταν ούτε να προσευχηθεί στους θεούς ή να κάνει προσφορές.

Τη Μακριά Λόγχη τη διέσχισαν κάθετα και μετά συνέχισαν γρήγορα (αλλά όχι τόσο γρήγορα ώστε να φαίνονται ύποπτοι) προς το Βόρειο Λιμάνι, φοβούμενοι μην τους σταματήσει καμια περιπολία μαχητών της Χάρνωθ. Οι στάχτες και οι σκόνες που έφερνε ο άνεμος σ’ετούτες τις γειτονιές ήταν το κάτι άλλο. Κι οι τρεις τους έβηχαν μέσα από τις κουκούλες τους. Τα οικοδομήματα είχαν μαυρίσει, τα τζάμια τους είχαν μουντζουρωθεί, είχαν γίνει φιμέ. Ο Εθέλδιρ και ο πράκτορας κοίταζαν διαρκώς πίσω και γύρω τους, μήπως τους ακολουθούσε κανένας κατάσκοπος· αλλά δεν εντόπιζαν κάποιον που να θεωρούν ύποπτο. Το κατασκοπευτικό δίκτυο της Αρχόντισσας ήταν αναμφίβολα αποπροσανατολισμένο με τον χαλασμό που γινόταν παντού στα βόρεια της πόλης.

Φτάνοντας στο Βόρειο Λιμάνι, δεν πήγαν στη βάση των ανθρώπων του Φύλακα· πλησίασαν τις αποβάθρες υπό την καθοδήγηση του πράκτορα. «Αυτή εκεί τη βάρκα τη βλέπετε;» τους είπε. «Είναι δική μας.»

«Δεν είναι μηχανοκίνητη,» παρατήρησε η Ζιρίνα.

«Όχι· θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε τα κουπιά. Και καλύτερα. Οι πιθανότητες να τραβήξετε την προσοχή των Χαρνώθιων θάναι λιγότερες έτσι.»

«Το δίκυκλό μου και τη γιγαντολύκαινα θα τ’αφήσουμε σ’εσένα;» τον ρώτησε ο Εθέλδιρ.

«Μη σ’ανησυχεί τίποτα, Πρόμαχε· θα τα πάω σε ασφαλές μέρος. Ελπίζω μόνο η λύκαινα να μη δαγκώνει.» Έριξε ένα λοξό βλέμμα στη Μαύρη Γούνα.

«Όχι αν της φερθείς καλά,» είπε η Ζιρίνα, χαϊδεύοντας τη γιγαντολύκαινά της ανάμεσα στ’αφτιά. Κατέβηκε από τη σέλα κι έτεινε τα χαλινάρια προς τον πράκτορα. «Αλλά μην την τραβάς δίπλα στο άλογο, γιατί τότε, ναι, μπορεί να το δαγκώσει.»

Ο πράκτορας είπε, ενώ ακόμα ήταν έφιππος: «Θα φωνάξω κι άλλους να έρθουν.» Τράβηξε έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό από μια τσέπη του. «Δε μπορώ μόνος μου να απομακρύνω και το άλογο και το δίκυκλο και τη λύκαινα.»

Ο Εθέλδιρ κατέβηκε από το όχημά του. «Σ’ευχαριστούμε,» είπε. «Και να είσαι κάπου εδώ κοντά στο άμεσο μέλλον· δε νομίζω ν’αργήσουμε να επιστρέψουμε.»

«Εννοείται, Πρόμαχε. Ο Νούρκας μαζί σας.»

Πιο πολύ τον Ιουράσκε μού φαίνεται πως χρειαζόμαστε τώρα, σκέφτηκε ο Εθέλδιρ, και βάδισε προς την αραγμένη βάρκα, με τη Ζιρίνα στο κατόπι του.

Το πλεούμενο ήταν ξύλινο και μικρό, αλλά όχι πολύ μικρό. Είχε κατάρτι που τώρα ήταν κατεβασμένο. Ο Εθέλδιρ έλυσε τον κάβο και πήδησε μέσα. Η Ζιρίνα τον ακολούθησε, λοξοκοιτάζοντας μια περιπολία Χαρνώθιων η οποία περνούσε από εκεί κοντά. Οι μαχητές του Βασιλείου δεν φάνηκαν να δίνουν σημασία στην Αιρετή και στον Πρόμαχο.

Ο Εθέλδιρ έπιασε τα κουπιά και ξεκίνησε να κωπηλατεί. Δεν απομακρύνθηκε από την ακτή· την ακολούθησε προς τα νότια, δίπλα από αποβάθρες και προβλήτες, μικρότερες βάρκες, πλοιάρια, και μεγάλα πλοία θαλάσσης. Ακόμα και κοντά από ένα υποβρύχιο πέρασε, το οποίο πιθανώς να ήταν μεταβαλλόμενο για ταξίδια στο Σύμπλεγμα και σε άλλες διαστάσεις. Η Ζιρίνα παρατηρούσε τριγύρω, μέσα απ’την κουκούλα της, αλλά κι ο Εθέλδιρ επίσης· πρόσεχαν για καμια ύποπτη κίνηση. Τίποτα, όμως. Όλα ήταν ήσυχα. Πέρασαν κάτω από τη σκιά του υψώματος όπου βρισκόταν το Μέγαρο των Φυλάκων, έχοντας δίπλα τους μονάχα απότομους κρημνούς. Πέρασαν από το Λιμάνι των Φυλάκων, που ήταν κουρνιασμένο νότια του Μεγάρου, στη βόρεια μεριά της Εκβολής. Και συνέχισαν, ενώ ο Εθέλδιρ κωπηλατούσε, νιώθοντας τα χέρια και τους ώμους του να έχουν ήδη πιαστεί, τους μύες και τους αγκώνες του να πονάνε. Πρέπει πια να είχε διασχίσει πάνω από τρία χιλιόμετρα, υπολόγιζε. Η ακτή της Φάνρηβ δεν ήταν μικρή σε έκταση. Η αναπνοή του είχε γίνει βαριά.

Καθώς ζύγωναν τις εκβολές του ποταμού Τίγρη, προτού περάσουν απέναντι στις νότιες ακτές της πόλης, η Ζιρίνα, βλέποντας τον Εθέλδιρ κουρασμένο, είπε: «Θέλεις να πάρω εγώ τα κουπιά τώρα;»

«Μη… λες βλακείες… μα τα… δόντια του Νούρκας…» αποκρίθηκε ξέπνοα εκείνος.

Η Ζιρίνα μειδίασε. «Αν όμως έχεις κουραστεί….»

«Δεν είμαι… νεκρός ακόμα…»

Ο Εθέλδιρ πέρασε τις εκβολές του ποταμού, ενώ κι οι δυο τους ένιωθαν το ρεύμα του Τίγρη να σπρώχνει τη βάρκα προς τα ανοιχτά, και έφτασαν στις νότιες ακτές της Φάνρηβ. Και στο Νότιο Λιμάνι, που βρισκόταν δυτικά του Λαβυρίνθου. Ο Εθέλδιρ υπολόγιζε ότι πρέπει πλέον να κωπηλατούσε για πάνω από τέσσερα χιλιόμετρα. Ευτυχώς που δεν έφαγα προτού ξεκινήσουμε, σκέφτηκε, βέβαιος ότι θα είχε ξεράσει τα πάντα. Δεν ήταν συνηθισμένος στα κουπιά.

Προσέγγισε μια μικρή προβλήτα και σταμάτησε δίπλα της. Η Ζιρίνα έπιασε τον κάβο, πήδησε έξω από το σκάφος, και τον έδεσε σε μια δέστρα. Ο Εθέλδιρ σηκώθηκε μουγκρίζοντας και την ακολούθησε.

«Είσαι ’ντάξει;» τον ρώτησε εκείνη.

«Όχι, αλλά πάμε.»

«Σου είπα να πάρω τα κουπιά αν ήθελες· δεν ήμασταν μακριά.»

«Ακούω πάλι σαχλαμάρες.» Ο Εθέλδιρ άρχισε να βαδίζει, και η Ζιρίνα βάδισε πλάι του.

«Νομίζεις ότι δεν μπορώ να κωπηλατήσω;»

«Έχω κάποιες αμφιβολίες.»

«Η Μαρμόκου είναι η θεία μου!» του είπε η Ζιρίνα, καθώς άφηναν πίσω τους το λιμάνι κι έμπαιναν στους λαβυρινθώδεις δρόμους του Λαβυρίνθου.

Ο Εθέλδιρ ρουθούνισε, γελώντας. «Αφού η Μαρμόκου είναι η θεία σου, τότε στην επιστροφή, υποθέτω, θα βουτήξεις στη θάλασσα και θα μεταφέρεις τη βάρκα σαν θεά των υδάτων.»

«Θα το προσπαθούσα αν δεν ήταν φθινόπωρο.»

«Αρχίζουμε να έχουμε προτιμήσεις;»

Η Ζιρίνα δεν γνώριζε καλά τον Λαβύρινθο, και οι στριφτοί δρόμοι του πάντοτε την τρόμαζαν. Ευτυχώς, ο Εθέλδιρ τον ήξερε καλά, από τις μέρες του ως Πρόμαχος της Επανάστασης, και μπορούσε να τον διασχίσει όπως ένας οδηγός διασχίζει τα μπλεγμένα μονοπάτια ενός πυκνού δάσους. Από μια ταβέρνα, καθοδόν, αγόρασε δυο μπουκάλια μπίρα και έδωσε το ένα στη Ζιρίνα. Εκείνη ήπιε συγκρατημένα μια γουλιά· εκείνος άδειασε το μισό μπουκάλι πολύ γρήγορα: ο λαιμός του ήταν τελείως ξερός.

Από ένα στενορύμι κάποιος τούς σφύριξε. «Ε! εσείς εκεί! Ελάτε να σας ψιθυρίσω δυο κουβέντες. Πουλάω κάτι που μπορεί να σας ενδιαφέρει.»

Τον αγνόησαν, φυσικά.

Η Ζιρίνα ρώτησε τον Εθέλδιρ: «Κλέφτης που θέλει να πουλήσει τα κλοπιμαία του; Της συντεχνίας σου;»

«Ληστής μάλλον.»

«Ποια η διαφορά;»

«Δε θέλει να πουλήσει τίποτα· περίμενε να τον πλησιάσουμε ώστε τα φιλαράκια του να πεταχτούν από δίπλα και να μας κοπανήσουν με ρόπαλα.»

«Είσαι σίγουρος;»

«Το θεωρώ πολύ πιθανό.» Τελείωσε τη μπίρα του και πέταξε το μπουκάλι μέσα στο παράθυρο ενός στάβλου. Ένα χρεμέτισμα ακούστηκε από μέσα.

«Κατάλαβες τώρα πού είμαστε;» ρώτησε τη Ζιρίνα όταν είχαν πια φτάσει στην Αγκυλωτή.

«Όχι. Μη μου πεις ότι έχεις χαθεί!»

Ο Εθέλδιρ συνέχιζε να βαδίζει, κι εκείνη τον ακολουθούσε.

«Έχεις χαθεί;» επέμεινε. Μετά όμως έφτασαν στη Μακριά Λόγχη και κατάλαβε αμέσως πού βρίσκονταν. «Α…» είπε, «εδώ είμαστε.»

Πέρασαν απέναντι και μπήκαν στη Μεγάλη Αγορά.

«Πρέπει, πάντως, σίγουρα νάχεις κάποια συγγένεια με τον Ιουράσκε,» τον πείραξε η Ζιρίνα.

«Δεν έχεις μόνο εσύ θεότητες για θείες.»

Οι δρόμοι της Μεγάλης Αγοράς δεν είχαν καμία σχέση με τους δρόμους του Λαβυρίνθου. Δεν ήταν ούτε στριφτοί, ούτε βρόμικοι, ούτε γεμάτοι στενορύμια και αδιέξοδα. Ο Ανθός του Ήλιου, βέβαια, βρισκόταν στην άλλη άκρη της συνοικίας, κοντά στο Υαλουργείο και στη Λυκοφωλιά, οπότε έπρεπε να βαδίσουν κάμποσο. Ευτυχώς κι οι δυο τους δεν ήταν ασυνήθιστοι στο περπάτημα, αν και η Ζιρίνα προτιμούσε πάντα να καβαλά τη γιγαντολύκαινά της. Τα πόδια της είχαν αρχίσει λιγάκι να την ενοχλούν μέσα στις μπότες.

«Από το Νότιο Λιμάνι ώς εδώ,» ρώτησε τον Εθέλδιρ όταν πλησίαζαν το ξενοδοχείο, «πόσο έχουμε περπατήσει;»

«Πέντε, έξι χιλιόμετρα· κάπου εκεί.»

«Δικαιολογημένα είμαι, λοιπόν, κουρασμένη.»

«Εσύ είσαι που ήθελες να πάρεις τα κουπιά;»

«Άλλο τα κουπιά, άλλο τα πόδια!»

«Τα κουπιά είναι χειρότερα από τα πόδια, όπως είναι γνωστό.»

«Ίσως.»

Σταμάτησαν σε κάποια απόσταση από τον Ανθό του Ήλιου, κοιτάζοντας για ύποπτες παρουσίες στον δρόμο. Μια περιπολία λυκοκαβαλάρηδων της Χάρνωθ περνούσε εκείνη την ώρα και απομακρυνόταν. Ένα τετράκυκλο όχημα ήταν σταματημένο παραδίπλα· κανένας δεν φαινόταν μέσα του, αλλά θα μπορούσε να ήταν ξαπλωμένος. Τρεις άντρες φόρτωναν κάτι πράγματα σε μια άμαξα με δύο άλογα. Διάφορα οικήματα υπήρχαν τριγύρω, από τα παράθυρα των οποίων ο καθένας μπορούσε να κατασκοπεύει. Σ’ένα μπαλκόνι με φυτά στεκόταν μια γυναίκα και κάπνιζε τσιγάρο ενώ τα πράσινα μαλλιά της ανέμιζαν. Μυρωδιές φαγητών έρχονταν από ένα εστιατόριο εκεί κοντά, το οποίο, λόγω της ώρας, φαινόταν νάχει συγκεντρώσει κάμποσο κόσμο.

«Πάμε,» είπε ο Εθέλδιρ στη Ζιρίνα. «Αλλά μην κατεβάσεις την κουκούλα σου.»

Διέσχισαν τον δρόμο χωρίς βιασύνη.

«Η Αρχόντισσα οπωσδήποτε θάχει κατασκόπους της εδώ,» είπε η Αιρετή.

«Ναι, σίγουρα. Αλλά εμείς είμαστε δυο ακόμα ταξιδιώτες· τίποτα περισσότερο.»

Μπήκαν στον Ανθό του Ήλιου, πάνω από την είσοδο του οποίου ήταν μια ταμπέλα με το όνομά του κι ένα λουλούδι ζωγραφισμένο που είχε έναν ήλιο αντί για κεφάλι.

Στη ρεσεψιόν, μια παχουλή γαλανόδερμη κοπέλα διάβαζε ένα μυθιστόρημα, το οποίο άφησε ανοιχτό, γυρισμένο ανάποδα, μπροστά της κι έστρεψε την προσοχή της στον Εθέλδιρ και τη Ζιρίνα. «Καλωσήρθατε στον Ανθό του Ήλιου.»

Φορούσαν κι οι δυο τους ασημόχρωμα γυαλιά, αλλά και πάλι ήταν πιο ασφαλές ο Εθέλδιρ να στέκεται πρώτος και η Ζιρίνα πίσω του· η όψη της ήταν πολύ πιο γνωστή από τη δική του. Όλη η πόλη ήξερε την Αιρετή της Συντεχνίας των Υαλουργών. Ήταν πολιτική φιγούρα. Ο Εθέλδιρ, αντιθέτως, ήταν ηρωική, σχεδόν μυθική, θα μπορούσε να πει κανείς, φιγούρα. Στο μυαλό τους οι περισσότεροι πολίτες της Φάνρηβ τον είχαν πιο τρομερό και πιο εντυπωσιακό απ’ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Επιπλέον, τώρα είχαν ακούσει πως είχε χάσει το ένα του μάτι. Αλλά ο άντρας που στεκόταν επί του παρόντος αντίκρυ στην κοπέλα της ρεσεψιόν έμοιαζαν να έχει δύο μάτια πίσω από τα ασημόχρωμα γυαλιά του. Τα κρύσταλλα δεν ήταν διαφανή.

«Θα θέλαμε να μιλούσε στον κύριο Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ,» είπε.

Η κοπέλα συνοφρυώθηκε. «Τον Διπλωματικό Αντιπρόσωπο της Νάζρηβ;»

«Μάλιστα.»

Έπιασε το ακουστικό του επικοινωνιακού διαύλου της. «Ποιοι να του πω πως είστε;»

«Δύο φίλοι.»

«Μόνο αυτό; Δύο φίλοι;»

«Ναι.»

Η κοπέλα κάλεσε το δωμάτιο του διπλωμάτη και είπε: «Θα μπορούσα να μιλήσω με τον κύριο Άλφεντουρ;»

(…)

«Δύο άτομα είναι εδώ, και τον ζητάνε. Μια κυρία κι ένας κύριος.»

(…)

«‘Δύο φίλοι,’ μου είπαν μόνο να πω· δεν ξέρω τα ονόματά τους.» Λοξοκοίταξε τον Εθέλδιρ αλλά εκείνος δεν μίλησε.

(…)

«Εντάξει.»

Η κοπέλα έκλεισε τον δίαυλο και είπε στον Εθέλδιρ: «Μπορείτε να ανεβείτε. Είναι στον πέμπτο όροφο, σουίτα τέσσερα.»

«Ευχαριστούμε.»

Πήραν τον ανελκυστήρα και η Ζιρίνα πάτησε ένα κουμπί στην κονσόλα στον τοίχο. Ο πέμπτος όροφος ήταν ο τελευταίος του ξενοδοχείου.

«Λες να μας αναγνώρισε;» ρώτησε τον Εθέλδιρ.

«Δε νομίζω… αλλά, βέβαια, ποτέ δεν ξέρεις.»

«Αν μας αναγνώρισε, πώς θα φύγουμε από εδώ; Ίσως να μαζευτούν από κάτω τα σκυλιά της Αρχόντισσας.»

«Θα δούμε.»

Βγήκαν από τον ανελκυστήρα, έχοντας φτάσει στον πέμπτο όροφο. Η πόρτα της σουίτας του Άλφεντουρ ήταν ανοιχτή και ο Θάλβακιρ τούς περίμενε στο κατώφλι. Καθώς πλησίαζαν, ο Εθέλδιρ έβγαλε τα ασημόχρωμα γυαλιά του, αποκαλύπτοντας την καλύπτρα στο αριστερό του μάτι.

«Δεν αργήσατε να μας επισκεφτείτε,» παρατήρησε ο Θάλβακιρ. «Περάστε.»

Μπήκαν στο καθιστικό της σουίτας και είδαν ότι εκεί, καθισμένοι σε πολυθρόνες και στον καναπέ, βρίσκονταν ο Άλφεντουρ, οι δίδυμες βοηθοί του, και η Λαρβάκι.

«Είχα δίκιο, λοιπόν,» είπε ο Εθέλδιρ στην τελευταία, κατεβάζοντας την κουκούλα του. «Πήγες με τον Άλφεντουρ.»

«Έτσι όπως ήταν τα πράγματα, ήταν η καλύτερη λύση. Αλλά σκόπευα να επιστρέψω.»

«Καθίστε,» τους είπε ο Άλφεντουρ, και ο Εθέλδιρ κι η Ζιρίνα κάθισαν. Η Αιρετή είχε επίσης κατεβάσει την κουκούλα της και βγάλει τα ασημόχρωμα γυαλιά της. «Να κεράσουμε τίποτα;»

«Κάτι δροσερό,» είπε ο Εθέλδιρ.

Η Ζέρκιλιθ – ή η Αζουρίτα – σηκώθηκε από τον καναπέ που μοιραζόταν με την αδελφή της. «Παγωμένο κρασί Χαρνώθιων δασών;»

«Είμαστε εναντίον των Χαρνώθιων,» αποκρίθηκε η Ζιρίνα, «αλλά όχι κι εναντίον του κρασιού τους.»

Η δίδυμη γέμισε δυο ποτήρια από την κάβα και τους τα έφερε.

«Μοιάζετε κουρασμένοι,» παρατήρησε ο Άλφεντουρ βλέποντάς τους να πίνουν.

«Βαδίζαμε και κωπηλατούσαμε για να έρθουμε να σου μιλήσουμε,» είπε η Ζιρίνα.

Ο Άλφεντουρ την κοίταξε ερωτηματικά.

«Δε μπορούσαμε να έρθουμε μ’άλλο τρόπο. Οι γέφυρες είναι επικίνδυνες για εμάς. Η Γέφυρα του Τίγρη, μάλιστα, είναι κλειστή από μαχητές του Βασιλείου. Και περιπολίες και κατάσκοποι τριγυρίζουν παντού.

»Αλλά δεν μπορούσαμε και να μη σ’επισκεφτούμε. Μάθαμε ότι μόλις προσγειώθηκες οι Χαρνώθιοι σε απήγαγαν.»

«Δεν με ‘απήγαγαν’, για όνομα του Νούρκας,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ. «Απλώς η Αρχόντισσα ήθελε να με φιλοξενήσει στο Μέγαρο των Φυλάκων.»

«Στα μπουντρούμια, όπως εμένα;» είπε ο Εθέλδιρ.

«Σε πιο ευάερο και ευήλιο μέρος, ελπίζω, Πρόμαχε,» μειδίασε ο Άλφεντουρ. «Αλλά δεν δέχτηκα. Δεν μπορούσα να δεχτώ. Θα νομίζατε ότι έχω συμμαχήσει μαζί της.»

«Έχεις δίκιο: όντως, θα το νομίζαμε.»

«Αν και ξέρουμε ότι προτιμάς να μη συμμαχείς με κανέναν,» πρόσθεσε η Ζιρίνα, μη θέλοντας να τον προσβάλουν. «Τι απόφαση πήρε το Συμβούλιο, Άλφεντουρ; Θα βοηθήσει στην απελευθέρωση της Φάνρηβ;»

«Θα βοηθήσει στην ειρήνευση της Φάνρηβ,» τόνισε ο διπλωμάτης.

«Δε μ’αρέσει όπως ακούγεται αυτό,» σχολίασε ο Εθέλδιρ. «Η απόφασή τους ήταν να αποκλείσουν εμάς;»

«Όχι.»

«Τους Χαρνώθιους;» είπε η Ζιρίνα, νιώθοντας έναν ξαφνικό ενθουσιασμό. Η Νάζρηβ ήταν με το μέρος τους! Ο Νούρκας τούς είχε ευνοήσει!

«Όχι,» απάντησε πάλι ο Άλφεντουρ, παραξενεύοντάς την.

«Τι… τι εννοείς; Ή εμάς ή τους Χαρνώθιους δεν θα απέκλειε; Ή… ή δεν απέκλεισε κανέναν;» Ο ενθουσιασμός την είχε εγκαταλείψει σαν να της είχαν ρίξει παγωμένο νερό. Τουλάχιστον, όμως, η Νάζρηβ δεν είχε υποστηρίξει τους Χαρνώθιους…

«Το Συμβούλιο αποφάσισε να αποκλείσει εμπορικά ολόκληρη τη Φάνρηβ,» είπε ο Άλφεντουρ, «μέχρι που να επιτευχθεί ειρήνη εδώ.»

«Και εμάς και τους Χαρνώθιους, δηλαδή;»

«Ναι. Το Συμβούλιο θεωρεί πως, μ’αυτά που συμβαίνουν, η πόλη σας δεν είναι ασφαλής πλέον για εμπορικές συναλλαγές–»

«Μα έπρεπε να τους είχες πιέσει λίγο, Άλφεντουρ! Να τους είχες δώσει να καταλάβουν πως τα πάντα θα είναι καλύτερα όταν η Φάνρηβ είναι ελεύθερη!»

«Δε μπορούσα να τους αναγκάσω να πάρουν καμία απόφαση· μπορούσα μόνο να τους εκθέσω την κατάσταση όπως είναι.»

Αναρωτιέμαι αν λες αλήθεια, σκέφτηκε η Ζιρίνα, τσαντισμένη, ή αν μας κοροϊδεύεις! «Και τι θέλεις τώρα εδώ; Ήρθες μόνο για να μας δηλώσεις ότι έχετε αποκλείσει ολόκληρη την πόλη μας;» Ο τρόπος της ήταν απότομος. Αντιδιπλωματικός. Έπρεπε να ελέγχει περισσότερο τον εαυτό της, το καταλάβαινε.

«Ήρθα,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ, «για να βοηθήσω στην ειρήνευση της περιοχής. Για να επιτευχθεί κάποια συνεννόηση που θα δώσει τέλος στις διαμάχες.»

«Συνεννόηση; Μεταξύ μας και των Χαρνώθιων; Αυτό αποκλείεται, Άλφεντουρ! Εξάλλου, νικάμε. Σε λίγο ο στρατός του Φύλακα θα είναι μέσα στην πόλη.»

«Και πόσοι θάνατοι θ’ακολουθήσουν; Απ’ό,τι έμαθα, η Χαρκάνιθ είναι νεκρή. Ο Ριλάθιρ αλ Θάρναθ είναι επίσης νεκρός. Και πολλοί πολίτες. Τι είδους πόλη θα διοικήσει ο Φύλακάς σας; Μια ερειπωμένη πόλη;»

«Γιατί δεν τα λες αυτά στην Αρχόντισσα; Έχεις–;»

«Της τα έχω πει, Ζιρίνα.»

«Και τι σου απάντησε;»

«Δυστυχώς, οι απαντήσεις σας μοιάζουν πολύ μεταξύ τους.»

Ο Εθέλδιρ τού είπε: «Δεν είναι δυνατόν να μας ζητάς να παραδοθούμε τώρα. Έχουμε κάνει τόσο αγώνα.»

«Δεν πρότεινα να παραδοθείτε, αλλά να γίνει κάποια συνεννόηση.»

«Δε μπορώ να φανταστώ τι είδους συνεννόηση θα ήταν αυτή, Άλφεντουρ. Και ο Κασλάριν κάτι τέτοιες ιδέες είχε, όμως δεν είναι ρεαλιστικές.»

«Και είναι πιο ‘ρεαλιστική’ η καταστροφή της πόλης σας; Γιατί αυτό είναι που θα συμβεί αν συνεχίσετε έτσι. Οι Χαρνώθιοι δεν θα υποχωρήσουν, και έχουν πολύ στρατό να φέρουν από το Βασίλειο τους για να χρησιμοποιήσουν εναντίον σας.»

«Το ίδιο πολύ στρατό έχει και η Κοινοπολιτεία των Τεσσάρων Δασών!» είπε ένθερμα η Ζιρίνα.

«Και ποιο θα είναι το αποτέλεσμα για την πόλη σας; ρωτάω και πάλι. Καταστροφή;»

«Γιατί σ’ενδιαφέρει τόσο για την πόλη μας, Άλφεντουρ; Δεν είναι δική σου.» Της Ζιρίνα είχε αρχίσει να μην της αρέσει καθόλου ο τρόπος του. Είχε έρθει εδώ για να τους πει πώς θα διοικηθούν; Για να τους πει ότι έπρεπε να συμβιβαστούν με την παρουσία των τυράννων στην πατρίδα τους;

«Η Φάνρηβ είναι σημαντική πόλη, και το Συμβούλιο με έχει στείλει εδώ για να φέρω την ειρήνη όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Επιπλέον… ο Κασλάριν ήταν φίλος μου και του χρωστάω.»

«Ο Κασλάριν ήταν φαντασμένος,» είπε η Ζιρίνα. «Οι ιδέες του δεν μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Ακόμα και η Σμαράγδα ωλ Τάρεκ, η Αιρετή της Συντεχνίας των Οδηγών, που κάποτε είχε τις ίδιες αντιλήψεις, έχει αλλάξει πλέον.»

«Και ζητά πλήρη αυτονομία για την πόλη, όπως ο Νέλδουρ αλ Θάρναθ…»

Η Ζιρίνα δίστασε προς στιγμή· μετά είπε: «Ναι, η αλήθεια είναι πως οι καινούργιες της ιδέες δεν είναι καλύτερες από τις παλιότερες, αλλά τέλος πάντων… Εκείνο που θέλω να σου εξηγήσω είναι πως αυτό που έχεις στο μυαλό σου δεν γίνεται. Είναι ανέφικτο.»

Ο Άλφεντουρ έμεινε σιωπηλός, συλλογισμένος.

Ο Εθέλδιρ τον ρώτησε: «Τι ακριβώς έχεις, όμως, στο μυαλό σου; Κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο; Κάποια συγκεκριμένη πρόταση για συμβιβασμό;»

«Ακόμα όχι, δεν έχω να κάνω καμία πρόταση. Δεν μπορώ να φανταστώ τι θα σας σταματούσε απ’το να σκοτώνεστε αναμεταξύ σας.»

«Βλέπεις;» είπε η Ζιρίνα. «Το καταλαβαίνεις κι από μόνος σου. Οι πολίτες της Φάνρηβ θέλουν να είναι ελεύθεροι – και θα είναι ελεύθεροι. Δεν πρόκειται να συμβιβαστούν.»

Ο Άλφεντουρ έμεινε πάλι σιωπηλός για μερικές στιγμές, κι ύστερα ρώτησε: «Θα μου πείτε, τουλάχιστον, τι συνέβη όσο έλειπα; Μου είπε κάποια πράγματα η Αρχόντισσα, βέβαια, αλλά θα ήθελα ν’ακούσω και τη δική σας εκδοχή.»

Ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα τού μίλησαν για τα πρόσφατα γεγονότα, κρύβοντας μόνο ελάχιστες πληροφορίες που πίστευαν ότι ήταν καλύτερα να μην ήξερε, γιατί πλέον κι οι δυο τους τον φοβόνταν. Μπορεί να είχε βοηθήσει τον Φύλακα προ ημερών αλλά, ουσιαστικά, δεν ήταν σύμμαχός τους. Θα μπορούσε, οποιαδήποτε στιγμή στο μέλλον, να θεωρηθεί ακόμα και σύμμαχος της Αρχόντισσας.

«Εκτελεστές του Ιερού Δέους…» είπε ο Άλφεντουρ όταν άκουσε για την επίθεση στο σπίτι του Εθέλδιρ.

«Αυτή τη λεπτομέρεια μάλλον παρέλειψε να σου την αναφέρει η Υψηλοτάτη,» είπε η Ζιρίνα, «σωστά;»

«Η αλήθεια είναι πως δεν μου είπε τίποτα.»

«Επειδή δεν τη συμφέρει να το ξέρεις. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί δεν μπορούμε ποτέ να συμβιβαστούμε μαζί τους;»

«Είστε σίγουροι ότι η Αρχόντισσα γνωρίζει για την επίθεση στο σπίτι του Εθέλδιρ; Ίσως ο Στρατηγός να ήταν που έστειλε τους δολοφόνους. Έτσι δεν είναι;» Κοίταξε ερωτηματικά τη Λαρβάκι.

«Δε θα το απέκλεια καθόλου,» συμφώνησε εκείνη.

«Δεν έχει σημασία, είτε ο Στρατηγός τούς έστειλε είτε η Αρχόντισσα,» είπε τελεσίδικα η Ζιρίνα. Και μετά συνέχισαν την αφήγησή τους, μιλώντας για την επίθεση των Εκτελεστών εναντίον της Χαρκάνιθ. «Τι σου είπε γι’αυτό η Αρχόντισσα, Άλφεντουρ;»

«Μου είπε ότι τη δολοφόνησαν κάποιοι υποστηρικτές των Χαρνώθιων· δεν ανέφερε τίποτα για Εκτελεστές του Ιερού Δέους.»

«Γιατί δεν εκπλήσσομαι καθόλου;» γέλασε η Ζιρίνα, και συνέχισαν πάλι την αφήγησή τους.

Όταν τελείωσαν ο Άλφεντουρ τούς ρώτησε: «Στις αποβάθρες του Σκοτεινού Παζαριού δεν επιτέθηκαν κάποιοι μισθοφόροι; Κάποιοι μισθοφόροι που ήρθαν από τον Ταριχευτή δεν χτύπησαν τα σκάφη των Χαρνώθιων που ήταν εκεί;»

Ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα δεν του το είχαν αναφέρει, αλλά τώρα ο πρώτος είπε: «Ναι, ήρθαν κάποιοι μισθοφόροι. Από κάπου.»

«Οι Θάρναθ τούς έστειλαν;»

«Δε γνωρίζουμε,» είπε ο Εθέλδιρ· και πράγματι δεν γνώριζαν, αν και το υποπτεύονταν πως μπορεί να ήταν οι Θάρναθ.

«Η Αρχόντισσα τούς Θάρναθ υποψιάζεται;» ρώτησε η Ζιρίνα.

«Υποθέτω,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ, «για να έθεσε ολόκληρο τον Ταριχευτή υπό στρατιωτική επιτήρηση.»

Υποθέτεις, αναρωτήθηκε η Ζιρίνα, ή σ’το είπε ευθέως και μας το κρύβεις;

«Έτσι έχει η κατάσταση μέχρι στιγμής,» είπε ο Εθέλδιρ, τινάζοντας στο τασάκι στάχτη από το δεύτερο τσιγάρο που είχε ανάψει. Τα χέρια του, τώρα που είχε καθίσει και ξεκουραστεί λίγο, τον πονούσαν περισσότερο από πριν. Ακόμα και το πάνω-κάτω που έκανε για να φέρνει το τσιγάρο στα χείλη του τον ενοχλούσε. Δεν είμαι γεννημένος για κωπηλάτης…

Ο Άλφεντουρ είπε: «Σας ευχαριστώ που μου μιλήσατε.»

«Σου χρωστάμε. Βοήθησες τον Φύλακα.»

«Θα βοηθούσα οποιονδήποτε ζητούσε την προστασία μου, Πρόμαχε.»

«Αυτό σημαίνει ακόμα και την Αρχόντισσα;» είπε η Ζιρίνα.

«Δε θάπρεπε καν να ρωτάς.»

«Έχεις σκεφτεί ότι ίσως χρειαστεί ν’αλλάξεις πολιτική;»

«Δηλαδή;»

«Να συμμαχήσεις μαζί μας, ας πούμε;»

Ο Άλφεντουρ μειδίασε. «Η αποστολή μου είναι άλλη.»

«Και τι θα κάνεις αν η επιτυχία της είναι ανέφικτη; Θα επιστρέψεις στη Νάζρηβ;»

«Μπορεί. Θα δω. Τι θα κάνετε εσείς, Ζιρίνα, αν διαπιστώσετε τελικά πως ο μόνος τρόπος για να διασώσετε την πόλη είναι μέσω κάποιας συνεννόησης με τους Χαρνώθιους;»

«Αυτό που λες δεν είναι ‘διάσωση’, Άλφεντουρ· είναι καταδίκη.»

«Τέλος πάντων. Υποθέτω πως θα ξαναμιλήσουμε σύντομα. Αύριο η Αρχόντισσα έχει καλέσει Γενικό Συνέδριο.»

«Τι;»

«Δεν έχεις ενημερωθεί;»

«Όχι· και δεν πρόκειται να παρευρεθώ, σε διαβεβαιώνω από τώρα. Ούτε και κανένας άλλος ελεύθερος άνθρωπος της Φάνρηβ πιστεύω ότι θα έρθει. Μόνο τα τσιράκια της θα είναι εκεί· θα το δεις.»

«Φοβάσαι ότι μπορεί να επιχειρήσει κάτι ύπουλο;»

«Είμαι σχεδόν σίγουρη.»

«Κι αν σας πάρω όλους υπό την προστασία μου;»

Η Ζιρίνα συνοφρυώθηκε, σκεπτική.

Ο Εθέλδιρ είπε: «Θα τη συνοδέψεις και ώς το Σκοτεινό Παζάρι μετά;»

«Γιατί όχι; Και το ίδιο μπορώ να κάνω και για τους άλλους Αιρετούς. Να τους το πείτε. Θα ήθελα να τους συναντήσω όλους αύριο στο Μέγαρο των Αιρετών. Τι λες, Ζιρίνα;»

Η Ζιρίνα ήταν ακόμα συλλογισμένη.

«Θα τους το πεις;»

«Θα το σκεφτώ.»

Ο Άλφεντουρ ένευσε. «Καλώς. Θα θέλατε τώρα να σας πάω στο Σκοτεινό Παζάρι με το όχημά μου;»

Ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα αλληλοκοιτάχτηκαν. «Καλύτερο απ’το να κωπηλατούμε,» είπε ο πρώτος.

*

Μέσα στο απόγευμα, το εξάτροχο όχημα βγήκε από το γκαράζ του Ανθού του Ήλιου. Στο εσωτερικό του βρίσκονταν η οδηγός, ο Γάρταλιν’μορ, οι τέσσερις από τους έξι μισθοφόρους, ο Θάλβακιρ, ο Άλφεντουρ, η Ζιρίνα, και ο Εθέλδιρ. Οι δίδυμες και η Λαρβάκι είχαν μείνει στη σουίτα, κι οι άλλοι δύο μισθοφόροι στα δωμάτιά τους.

Το όχημα διέσχισε τη Μεγάλη Αγορά, πέρασε από τη Γέφυρα του Ιχθύος (με μια μικρή στάση εκεί για να μιλήσει ο Άλφεντουρ στους φρουρούς οι οποίοι τους είχαν γνέψει να σταματήσουν επειδή έκριναν το τροχοφόρο αρκετά μεγάλο), προχώρησε πάνω στη Μακριά Λόγχη, έστριψε στην Οδό των Ξένων, και μπήκε τελικά στο Σκοτεινό Παζάρι.

Οι κατάσκοποι του Θόρεντιν, ασφαλώς, είδαν πού πήγαινε το όχημα του Διπλωματικού Αντιπρόσωπου της Νάζρηβ και το ανέφεραν στον Αρχικατάσκοπο, ο οποίος το ανέφερε στην Αρχόντισσα.

Η Κέσριμιθ αισθανόταν τη φλόγωση στο δεξί της πόδι να έχει κάπως εξασθενίσει καθώς καθόταν στην πολυθρόνα του γραφείου της. «Ο Άλφεντουρ, λοιπόν, συναναστρέφεται ξανά τους εχθρούς μου ενώ ακόμα δεν ήρθε στην πόλη! Πόση ώρα έμεινε εκεί, Θόρεντιν;»

«Δεν πρέπει να έμεινε για πολύ, νιρλίσα. Οι κατάσκοποί μου είδαν σύντομα το όχημά του να αποχωρεί από το Σκοτεινό Παζάρι. Σαν να πήγε για να πάρει κάτι και να φύγει· ή να δώσει κάτι και να φύγει.» Ήταν καθισμένος αντίκρυ της, με το γραφείο ανάμεσά τους.

«Κάτι… ή κάποιον;» είπε η Κέσριμιθ, αγγίζοντας τα βαμμένα μαύρα χείλη της μ’ένα δάχτυλο που το νύχι του ήταν επίσης βαμμένο μαύρο.

«Μπορεί,» αποκρίθηκε ο Θόρεντιν· «δεν ξέρω.»

«Δε μ’αρέσει καθόλου που συναναστρέφεται τέτοια… στοιχεία της πόλης,» είπε η Κέσριμιθ. «Τον ήθελα με το μέρος μου. Και πρέπει να βρω έναν τρόπο για να τον φέρω με το μέρος μου. Η Νάζρηβ είναι πολύ σημαντική· χρειαζόμαστε το εμπόριό της.»

Ο Θόρεντιν δεν εξέφρασε καμια άποψη.

«Επίσης, φοβάμαι για τη ζωή του.»

Την κοίταξε ερωτηματικά. «Πιστεύεις ότι μπορεί οι εχθροί μας να τον σκοτώσουν;»

«Πιστεύω ότι ίσως να τον σκοτώσει ο ίδιος που σκότωσε τη Χαρκάνιθ. Που έστειλε, εν αγνοία μου, Εκτελεστές του Ιερού Δέους εναντίον της.»

«Ο Στρατηγός. Δε μπορεί νάναι τόσο τρελός, νιρλίσα.»

«Σοβαρά; Αν δεν ήταν τόσο τρελός, θα έφερνε εδώ Εκτελεστές χωρίς να με ρωτήσει;»

«Του μίλησες καθόλου για το θέμα;»

«Τι να του πω; Είναι προφανές πως θα το αρνηθεί. Έχει αρχίσει να δρα κατά το δοκούν, κι αυτό δεν μ’αρέσει, Θόρεντιν… Επιπλέον, βλέπω πως ούτε εσύ μπορείς να τον ελέγξεις.»

«Να τον ελέγξω;»

«Να μάθεις τι σχεδιάζει. Δε θα έπρεπε να είχα ήδη πληροφορηθεί από εσένα για τους Εκτελεστές;»

«Η αλήθεια είναι πως ο Στρατηγός έχει μεγάλη επιρροή μέσα στον στρατό, νιρλίσα· πολλές φορές – πάρα πολλές φορές – βρίσκεται πέρα από την εμβέλεια των κατασκόπων μου.»

Η Κέσριμιθ αναρωτήθηκε αν ο Σέλιρ μπορεί να σχεδίαζε να της κλέψει το προτεκτοράτο. Αυτό θα ήταν προδοσία, βέβαια· αλλά, και πάλι, σε έκρυθμες καταστάσεις όπως ετούτη πολλά συνέβαιναν… Πρέπει να τον προσέχω. Πρέπει να τον προσέχω πολύ.

Αρκετές φορές ο Στρατηγός διαφωνούσε μαζί της, όμως ποτέ η Κέσριμιθ δεν τον είχε θεωρήσει επικίνδυνο. Ώς τώρα. Τώρα… ποιος της εγγυάτο ότι δεν θα έστελνε δολοφόνους ακόμα κι εναντίον της; Τους Εκτελεστές του Ιερού Δέους δεν μπορούσε να τους στείλει να τη σκοτώσουν, φυσικά, διότι δεν δρούσαν ποτέ κατά ευγενών του Βασιλείου· δρούσαν μόνο κατά εχθρών του Βασιλείου. Αλλά αυτοί σίγουρα δεν ήταν οι μόνοι φονιάδες που ο Σέλιρ είχε στη διάθεσή του…

Ένα ρίγος τη διαπέρασε. Θα πρέπει να φυλάγομαι κι από τους δικούς μου ανθρώπους τώρα;

«Θόρεντιν,» είπε. «Θέλω να ανακαλύψεις πού μέσα στην πόλη βρίσκονται οι Εκτελεστές, και πόσοι ακριβώς είναι.»

«Θα το προσπαθήσω, νιρλίσα. Αλλά οφείλω να σε προειδοποιήσω ότι δεν θα είναι εύκολο.»

Η Κέσριμιθ αναστέναξε. Σ’αυτή την πόλη, τίποτα δεν είναι εύκολο!

3
Γιορτή της Θορμάνκου· Υπό την Προστασία του Διπλωμάτη· Μουδιασμένο Μάγουλο

Αυτή η εγχείρηση, της είχαν υποσχεθεί, θα ήταν η τελευταία. Και η πιο δύσκολη. Θα εξαφάνιζαν το έγκαυμα στο μάγουλό της. Η Κέσριμιθ ήθελε να την κάνει τώρα, το πρωί, αλλά ήταν αδύνατον. Ένα άλλο θέμα προείχε. Το Γενικό Συνέδριο. Επομένως, θα έπρεπε να γίνει το μεσημέρι. Και το μεσημέρι, επίσης, θα ξετύλιγαν τους επιδέσμους από το δεξί της χέρι και τα πλευρά της.

Η Κέσριμιθ είχε προστάξει από χτες να καλέσουν όλους τους Αιρετούς σε Γενικό Συνέδριο, ελπίζοντας πως το κάλεσμά της θα έφτανε, δεδομένης της έκρυθμης κατάστασης στην πόλη. Ωστόσο αμφέβαλλε αν πολλοί απ’αυτούς θα παρευρίσκονταν. Αυτή η καταραμένη η Ζιρίνα ωλ Φέρενερ, κατά πρώτον, ή ο Νέλδουρ αλ Θάρναθ. Όσοι Αιρετοί δεν υποστήριζαν την Κέσριμιθ πιθανώς να μην παρουσιάζονταν καθόλου· πιθανώς να φοβόνταν ότι εκείνη θα τους έβλαπτε κάπως. Αν και η Αρχόντισσα δεν είχε καμια τέτοια πρόθεση. Το Γενικό Συνέδριο θα γινόταν κανονικά.

Δε μπορούσε, όμως, να τους εξαναγκάσει να έρθουν. Όσοι ήθελαν ας έρχονταν ν’ακούσουν τι θα έλεγε ο Άλφεντουρ· οι υπόλοιποι ας το μάθαιναν από δεύτερο χέρι.

Η Κέσριμιθ ντύθηκε και στολίστηκε, και χτένισε τα κόκκινα μαλλιά της έτσι ώστε να κρύβουν τη δεξιά μεριά του προσώπου της. Συνάντησε την Ολέρια αλ Τορκάνουν, την Αρωγό της, στο σαλόνι των δωματίων της και κατέβηκαν μαζί στον χώρο στάθμευσης του Μεγάρου των Φυλάκων, για να επιβιβαστούν στο θωρακισμένο τετράκυκλο όχημα που τις περίμενε εκεί.

Καθώς το τροχοφόρο ξεκινούσε, με τις δυο τους καθισμένες αντικριστά στα αναπαυτικά καθίσματά του, λυκοκαβαλάρηδες και μαχητές σε δίκυκλα συγκεντρώνονταν γύρω του, ενώ ένας αερόνυχας πετούσε από πάνω του, κατοπτεύοντας.

Η πύλη του Μεγάρου των Φυλάκων άνοιξε και βγήκαν στην Οδό του Φύλακα, κατεβαίνοντας από το ύψωμα. Η ημέρα ήταν ηλιόλουστη αλλά είχε πολύ άνεμο – πολύ άνεμο. Σφύριζε και μούγκριζε έξω από το θωρακισμένο όχημα, φέρνοντας θραύσματα, σκόνες, και στάχτες από τα βόρεια τείχη όπου η πολιορκία συνεχιζόταν για μία ακόμα ημέρα.

«Πώς αισθάνεσαι, νιρλίσα;» ρώτησε η Ολέρια.

Η Κέσριμιθ πήρε το βλέμμα της από το παράθυρο στρέφοντάς το στην Αρωγό της, κοιτάζοντάς την πίσω από τα ασημόχρωμα γυαλιά της, όλο έντονα περιγράμματα και γωνίες. «Τι εννοείς, Ολέρια;»

«Για τις εγχειρήσεις μιλάω.»

«Καλά είμαι,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ. «Δεν αισθάνομαι σχεδόν τίποτα πια.» Και ήταν αλήθεια. Το πόδι δεν την έκαιγε, ούτε, φυσικά, τα πλευρά ή το χέρι. «Μία εγχείρηση μένει ακόμα. Σήμερα θα γίνει, όταν επιστρέψουμε από το Συνέδριο.»

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός της κουδούνισε. Η Κέσριμιθ, βλέποντας πως την καλούσε ο Θόρεντιν, τον άνοιξε έτσι ώστε ν’ακούνε και εκείνη και η Ολέρια. «Μάλιστα;»

«Νιρλίσα, ίσως θα σ’ενδιέφερε να μάθεις ότι ο Φύλακας μιλά ξανά μέσω των τηλεοπτικών δεκτών της πόλης– Στάσου. Τον μπλόκαραν. Οι μάγοι μας, μάλλον.»

Η Κέσριμιθ μειδίασε. Η βοήθεια που της είχε στείλει η Αρχιμάγισσα Ζιρίνα’χοκ της Μαγικής Ακαδημίας της Φάνρηβ δεν είχε πάει χαμένη. «Σ’αφήνω, Θόρεντιν. Θέλω να μιλήσω στον Φέτανιρ’μορ.»

Ο Αρχικατάσκοπος τη χαιρέτησε, και η Κέσριμιθ κάλεσε το δωμάτιο όπου βρίσκονταν οι μάγοι που περίμεναν την εκπομπή του σήματος του τηλεοπτικού σταθμού του Φύλακα. Μετά από λίγο, μια γυναικεία φωνή τής απάντησε. Η Κέσριμιθ είπε ποια ήταν και ότι ήθελε να μιλήσει στον Φέτανιρ’μορ. Η γυναικεία φωνή τής αποκρίθηκε ότι ο μάγος ήταν τώρα απασχολημένος· προσπαθούσαν να εντοπίσουν το σήμα του Φύλακα. Η Κέσριμιθ είπε: «Εντάξει. Θα του μιλήσω αργότερα,» και τερμάτισε την τηλεπικοινωνία.

«Νομίζεις ότι θα καταφέρουν να βρουν τη θέση του σταθμού αυτή τη φορά;» ρώτησε η Ολέρια.

«Αν δεν τα καταφέρουν και τώρα, είναι τελείως άχρηστοι.»

Το θωρακισμένο όχημα έφτασε στο τέλος της Οδού του Φύλακα και πέρασε απέναντι, στη γωνία της Οδού των Ξένων με τη Μακριά Λόγχη, όπου ήταν οικοδομημένο το Μέγαρο των Αιρετών. Η Κέσριμιθ και η Ολέρια αποβιβάστηκαν από το όχημα και, φρουρούμενες από μαχητές της Χάρνωθ, διέσχισαν την αυλή του Μεγάρου και μπήκαν στον προθάλαμο. Ο Άλφεντουρ ήταν ήδη εδώ, παρατήρησε η Κέσριμιθ, μαζί με τον συνηθισμένο σωματοφύλακά του κι άλλους τέσσερις. Οι δίδυμες βοηθοί του, ωστόσο, δεν ήταν κοντά.

Εκτός από αυτούς, στον προθάλαμο βρίσκονταν η Σαρκάλα αλ Πέρντεκαβ, η Αιρετή της Συντεχνίας των Υπαλλήλων, και ο Νάλντιρ ωλ Σέραντεμ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Οικοδόμων – που κι οι δύο υποστήριζαν την Αρχόντισσα. Επίσης, όμως, η Κέσριμιθ παραξενεύτηκε που είδε ότι εδώ ήταν και η Ζιρίνα ωλ Φέρενερ μαζί με τη Διαμάντω αλ Μάθακρουν, την Αιρετή της Συντεχνίας των Ναυτικών και των Αεροναυτών – υποστηρίκτριες του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας των Τεσσάρων Δασών.

Διάφοροι άλλοι άνθρωποι βρίσκονταν, επιπλέον, στον προθάλαμο οι οποίοι δεν ήταν σημαίνονταν πολιτικά πρόσωπα.

Ο Άλφεντουρ πλησίασε αμέσως την Κέσριμιθ. «Καλημέρα, Αρχόντισσά μου,» χαιρέτησε.

«Καλημέρα, Άλφεντουρ.»

«Θα ήθελα, εξαρχής, να σας γνωστοποιήσω πως όσοι Αιρετοί βρίσκονται επί του παρόντος στο Μέγαρο και όσοι θα έρθουν θεωρούνται υπό την προστασία μου.»

Η Ζιρίνα δεν ήταν μακριά όταν ο διπλωμάτης τα έλεγε αυτά, παρατήρησε η Κέσριμιθ με τις άκριες των ματιών της· κι αισθάνθηκε να θυμώνει. Έχει λοιπόν συμμαχήσει μ’αυτούς τους άθλιους ο Άλφεντουρ; Για να μου κλέψουν το προτεκτοράτο; Γι’αυτό είχε πάει χτες στο Σκοτεινό Παζάρι;

Ωστόσο δεν έδειξε τον θυμό της. Βγάζοντας τα ασημόχρωμα γυαλιά της, γέλασε. «Άλφεντουρ, δεν υπάρχει λόγος για τέτοια… μέτρα προφύλαξης.» Και στρέφοντας το βλέμμα της στη Ζιρίνα: «Νόμιζα πως όλοι γνώριζαν ότι στα Γενικά Συνέδρια υπάρχει ασφάλεια για τους Αιρετούς.»

«Ας πούμε ότι… η εμπιστοσύνη μας στο Βασίλειο της Χάρνωθ έχει κλονιστεί τις τελευταίες ημέρες,» αποκρίθηκε η Ζιρίνα.

Η Κέσριμιθ γέλασε ξανά, επιτηδευμένα. «Κι εγώ που είχα την εντύπωση ότι ανέκαθεν η εμπιστοσύνη σας ήταν πολύ λίγη στο Βασίλειο…»

«Όχι χωρίς καλό λόγο.»

«Ή, ίσως, λόγω υπέρμετρης καχυποψίας και εγωισμού.»

«Μη μιλάς σ’εμάς για υπέρμετρη καχυποψία και εγωισμό!»

«Έχεις να προτείνεις κάποιον άλλο;»

«Κυρίες μου,» παρενέβη ο Άλφεντουρ προτού η Ζιρίνα απαντήσει. «Νομίζω πως θα μπορούσαμε τώρα να πάμε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων. Δεν έχουν έρθει όλοι οι Αιρετοί ακόμα, αλλά είναι εδώ αρκετοί, σωστά;»

Η Κέσριμιθ αναστέναξε, λιγάκι θεατρικά. «Σωστά, Άλφεντουρ. Πάμε.» Και βάδισε ανάμεσα από εκείνον και τη Ζιρίνα, με την Ολέρια πίσω της. Οι υπόλοιποι τις ακολούθησαν και, σύντομα, μπήκαν στην Αίθουσα Συνεδριάσεων, που στο κέντρο της ήταν το στρογγυλό τραπέζι με την πλατιά προεξοχή στην επάνω μεριά – την εξέχουσα θέση.

Η Κέσριμιθ κάθισε στην καρέκλα της εξέχουσας θέσης και οι άλλοι γύρω από το τραπέζι. Η Ολέρια έμεινε όρθια πλάι στην Αρχόντισσα, με τον αντίχειρα του ενός χεριού περασμένο στη ζώνη του φορέματός της, κοιτάζοντας τους Αιρετούς και τον διπλωμάτη της Νάζρηβ παρατηρητικά. Ο Θάλβακιρ και οι άλλοι σωματοφύλακες του Άλφεντουρ δεν είχαν έρθει μέσα στο δωμάτιο, φυσικά.

«Θα περιμένουμε λίγο μέχρι να παρευρεθούν κι οι υπόλοιποι,» είπε η Κέσριμιθ, «και μετά ο κύριος Άλφεντουρ θα μας μιλήσει για την απόφαση του Συμβουλίου της Νάζρηβ.»

Κανένας δεν αποκρίθηκε, αλλά και κανένας δεν διαφώνησε. Η Διαμάντω ψιθύρισε κάτι στ’αφτί της Ζιρίνα, κι εκείνη ένευσε.

Ο επόμενος που μπήκε στην αίθουσα ήταν ο Ύρελκουρ αλ Πέρντεκαβ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Μηχανικών – υποστηρικτής της Αρχόντισσας. Έριξε ένα παραξενεμένο βλέμμα προς τη μεριά της Ζιρίνα και της Διαμάντως· μάλλον δεν περίμενε να τις δει εδώ. Ο Νάλντιρ ωλ Σέραντεμ τού έκανε νόημα νάρθει να καθίσει κοντά του, κι εκείνος κάθισε, κι ο Νάλντιρ τού ψιθύρισε κάτι που οι άλλοι δεν άκουσαν.

Η Ρουμπίνη ωλ Φέρενερ, η Αιρετή της Συντεχνίας των Καλλιτεχνών, μπήκε στην αίθουσα στηριζόμενη σε πατερίτσα. Το πόδι της ήταν ακόμα σε νάρθηκα, από τότε που είχε σπάσει όταν έγινε η επίθεση με ενεργειακό κανόνι εναντίον του Μεγάρου των Αιρετών. Μαζί με τη Ρουμπίνη ήταν ο Φέτανιρ αλ Μαρκάλαθ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Ξυλουργών.

Ο οποίος είχε ξεκινήσει την εξέγερση στον Μεσοπόταμο, σύμφωνα με τις πληροφορίες της Κέσριμιθ, και μετά είχε εξαφανιστεί. Δεν ήταν μέσα στον Οίκο των Ξυλουργών όταν οι μαχητές της είχαν εισβάλει. Και έκτοτε δεν πλησίαζε στα συνηθισμένα του στέκια, όπως της έλεγαν οι κατάσκοποί της.

Αυτή η πόλη είναι γεμάτη παρανόμους!

Ο Νάλντιρ ωλ Τασνάλεκ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Μαντατοφόρων, που κι αυτός τον Φύλακα υποστήριζε, ήρθε λίγο πιο μετά. Χαιρέτησε και κάθισε. Δεν έμοιαζε να εκπλήσσεται που κι οι υπόλοιποι υποστηρικτές του Φύλακα βρίσκονταν εδώ. Κανένας τους, βασικά, δεν έμοιαζε να εκπλήσσεται που έβλεπε τους άλλους. Συνεννοημένοι αναμφίβολα, σκέφτηκε η Κέσριμιθ. Μεταξύ τους και με τον Άλφεντουρ.

Δεν της άρεσε καθόλου που ο Άλφεντουρ είχε τόσο στενές επαφές μαζί τους.

Αναρωτιόταν, όμως, πώς να έβλεπαν εκείνοι το γεγονός ότι ο διπλωμάτης είχε στενές επαφές μαζί της. Τον υποπτεύονταν;

Τι παιχνίδι παίζεις, Άλφεντουρ;

«Δύο άτομα λείπουν ακόμα,» είπε η Κέσριμιθ: «ο Νέλδουρ αλ Θάρναθ και η Σμαράγδα ωλ Τάρεκ. Έχω την αίσθηση ότι ίσως να μην έρθουν. Αλλά ας περιμένουμε» – κοίταξε το ρολόι στον καρπό της – «άλλα δέκα λεπτά.»

Κανένας δεν διαφώνησε. Έτσι περίμεναν. Και οι δύο εν λόγω Αιρετοί δεν φάνηκαν.

«Υπάρχουν, λοιπόν, και κάποιοι που δεν εμπιστεύονται την προστασία σου, Άλφεντουρ,» είπε η Κέσριμιθ. «Ή ίσως να θέλουν να δείξουν απλά τη δυσαρέσκειά τους. Δεν έχει σημασία. Μπορείς να μας μιλήσεις.»

Και ο διπλωμάτης τούς μίλησε. Τους είπε για την απόφαση του Συμβουλίου της Νάζρηβ να αποκλείσει εμπορικά ολόκληρη τη Φάνρηβ μέχρι να επιτευχθεί ειρήνη. «Και βρίσκομαι εδώ προκειμένου να μπορέσει να γίνει μια συνεννόηση.»

Σιγή έπεσε γύρω από το τραπέζι.

«Τι νομίζετε;» ρώτησε η Κέσριμιθ. «Θα μπορούσαμε να κάνουμε κάποια συνεννόηση για το συμφέρον όλων; Η Φάνρηβ και η Νάζρηβ είχαν ανέκαθεν άριστες εμπορικές σχέσεις· δεν θα ήθελα να διακοπούν με τέτοιο τρόπο.»

«Μπορείς, τότε, να αποχωρήσεις από την πόλη όσο το δυνατόν πιο γρήγορα,» πρότεινε καυστικά η Ζιρίνα.

Ο Ύρελκουρ αλ Πέρντεκαβ είπε: «Γιατί δεν αποχωρείτε από την πόλη εσύ και οι κακοποιοί που είναι σύντροφοί σου; Προσπαθείτε να διαλύσετε τη Φάνρηβ εκ των έσω!»

Η Κέσριμιθ ύψωσε το χέρι της, κάνοντάς του νόημα να σωπάσει. «Συμμαχήστε μαζί μου,» είπε, δυναμώνοντας τη φωνή της για ν’ακουστεί πάνω από τις άλλες φωνές που είχαν αρχίσει ξαφνικά ν’ακούγονται. «Συμμαχήστε μαζί μου, και θα δείτε πως δεν έχετε τίποτα να χάσετε. Θα ξεχάσω ότι ήμασταν κάποτε αντίπαλοι. Θα διώξουμε τον Φύλακα και η πόλη–»

«Δεν θέλουμε να διώξουμε τον Φύλακα!» τη διέκοψε η Διαμάντω. «Θέλουμε ο Φύλακας να έρθει πάλι στη Φάνρηβ.»

«Δε θα έχει απομείνει τίποτα από τη Φάνρηβ ώς τότε, ανόητη!» φώναξε ο Νάλντιρ ωλ Σέραντεμ.

Ο Άλφεντουρ τούς διέκοψε: «Συγνώμη! Συγνώμη λίγο! Να μιλήσω; Να κάνω μια πρόταση;»

Σώπασαν, στρέφοντας τα βλέμματά τους επάνω του, αλλά χωρίς να φαίνεται καμια ελπίδα στα μάτια τους ή στα πρόσωπά τους. Δεν περίμεναν ότι η πρότασή του θα ήταν εφικτή.

«Ποιοι από εσάς θα το θεωρούσαν αποδεκτό η βόρεια μεριά της πόλης να δοθεί στον Φύλακα – όπου, εξάλλου, βρίσκεται και το Μέγαρο των Φυλάκων – και η νότια μεριά της πόλης να παραμείνει προτεκτοράτο του Βασίλειου της Χάρνωθ;» ρώτησε ο διπλωμάτης.

«Η Φάνρηβ δεν χωρίζεται στα δύο,» είπε η Ζιρίνα. «Θα την έχουμε ολόκληρη δική μας, Άλφεντουρ. Ολόκληρη η Φάνρηβ θα είναι ελεύθερη και πάλι!»

«Ακριβώς,» τόνισε ο Φέτανιρ αλ Μαρκάλαθ.

«Η Φάνρηβ είναι περισσότερο ελεύθερη με την υποστήριξη του Βασιλείου!» είπε η Σαρκάλα αλ Πέρντεκαβ.

«Σίγουρα, καλύτερα η υποστήριξη του Βασιλείου παρά η εκμετάλλευση της Κοινοπολιτείας που ελέγχει τον Φύλακά σας,» πρόσθεσε ο συγγενής της, ο Ύρελκουρ αλ Πέρντεκαβ.

Η Κέσριμιθ έμεινε σιωπηλή.

Μετά από μερικούς διαπληκτισμούς ακόμα, ο Άλφεντουρ ρώτησε: «Δεν υπάρχει κανένας, δηλαδή, που να συμφωνεί με την πρότασή μου;»

«Μια τέτοια πρόταση,» είπε η Κέσριμιθ ήπια, «είναι προσβλητική για το Βασίλειο της Χάρνωθ, Άλφεντουρ. Δεν μοιράζεται τα προτεκτοράτα του.»

«Η Φάνρηβ δεν είναι προτεκτοράτο κανενός δυνάστη!» δήλωσε η Ζιρίνα.

Θα σε τακτοποιήσω εσένα πολύ σύντομα, λυσσασμένη λύκαινα! σκέφτηκε η Κέσριμιθ ατενίζοντάς την με στενεμένα μάτια.

*

Το Γενικό Συνέδριο, φυσικά, δεν είχε κανένα πραγματικό νόημα· δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν σε τίποτα, και καμια παράταξη δεν έκανε την παραμικρή παραχώρηση, ενώ όλοι τους έδειχναν θυμωμένοι με τον Άλφεντουρ ο οποίος τους είχε φέρει τα άσχημα μαντάτα του εμπορικού αποκλεισμού από τη Νάζρηβ. Ο διπλωμάτης αναρωτιόταν τι μπορεί να έκανε αυτούς τους ανθρώπους ν’αλλάξουν άποψη, και το συμπέρασμα δεν του άρεσε καθόλου. Το συμπέρασμα ήταν ότι μόνο κάποια μεγάλη καταστροφή μπορεί να τους έκανε ν’αλλάξουν άποψη: κάτι που θα τους τράνταζε πολύ, πολύ άγρια.

Αλλά το όλο θέμα ήταν να μη φτάσουν ώς εκεί.

Όταν το Συνέδριο διαλύθηκε, ο Άλφεντουρ κράτησε την υπόσχεσή του στους Αιρετούς που υποστήριζαν τον Φύλακα: τους πήρε όλους μέσα στο εξάτροχο όχημά του για να τους μεταφέρει με ασφάλεια όπου επιθυμούσαν στην πόλη, υπό την προστασία του, τη διπλωματική του ουδετερότητα. Καθοδόν, φυσικά, προσπαθούσαν να τον πείσουν να πείσει το Συμβούλιο της Νάζρηβ να υποστηρίξει την παράταξή τους, να άρει τον αποκλεισμό από εκείνους αλλά να τον διατηρήσει εναντίον των Χαρνώθιων.

«Δε νομίζω ότι το Συμβούλιο θα δεχτεί κάτι τέτοιο,» τους είπε, ξανά και ξανά, ακριβώς έτσι ή με κάπως διαφορετικά λόγια. Και σε κάποια στιγμή τούς ρώτησε: «Τι είδους διακυβέρνηση θα δεχόσασταν με την παρουσία Χαρνώθιων στην πόλη;» Αλλά η απάντηση ήταν ότι δεν δέχονταν κανενός είδους διακυβέρνηση με Χαρνώθιους στην πόλη· οι Χαρνώθιοι έπρεπε να φύγουν· δεν πρόκειται να ζούσαν ειρηνικά μαζί τους, ποτέ.

Ο Άλφεντουρ άφησε τη Ρουμπίνη ωλ Φέρενερ στον Νυκτόκηπο όπου κατοικούσε. Άφησε τη Ζιρίνα στο Σκοτεινό Παζάρι, στο σπίτι του Εθέλδιρ. Πέρασε τη Γέφυρα του Τίγρη (δηλώνοντας στους φρουρούς εκεί ποιος ήταν και δείχνοντας τη διπλωματική ταυτότητά του) και άφησε στη Μεγάλη Αγορά τον Νάλντιρ ωλ Τασνάλεκ και τον Φέτανιρ αλ Μαρκάλαθ. Από εκεί πήγε τη Διαμάντω στον Περιπατητή και, μετά, επέστρεψε ξανά στη Μεγάλη Αγορά και στον Ανθό του Ήλιου.

«Τι έγινε στο Συνέδριο;» τον ρώτησε η Λαρβάκι όταν ήταν στη σουίτα του.

«Γιορτή της Θορμάνκου,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ γεμίζοντας από την κάβα ένα ποτήρι κρασί για τον εαυτό του. «Γιορτή της Θορμάνκου… Υπό φυσιολογικές συνθήκες, αποκλείεται να γίνει καμια συνεννόηση για την ειρήνευση στην περιοχή.»

«Μη μου πεις ότι δεν το περίμενες…» Η Λαρβάκι ήταν καθισμένη σε μια πολυθρόνα και η Αζουρίτα σε μια άλλη· η Ζέρκιλιθ ήταν στο δωμάτιό της και ο Θάλβακιρ στο δικό του.

«Δυστυχώς,» είπε ο Άλφεντουρ πίνοντας μια γουλιά κρασί, «το περίμενα.»

*

Όταν η Κέσριμιθ επέστρεψε στο Μέγαρο των Φυλάκων, πήγε αμέσως να δει τον Φέτανιρ’μορ στο δωμάτιο όπου εκείνος περίμενε το σήμα του Φύλακα μαζί με τους άλλους μάγους και τους τεχνικούς. Τον βρήκε μόνο του, όμως· όλοι οι υπόλοιποι είχαν φύγει. Ήταν καθισμένος σε μια καρέκλα, καπνίζοντας τσιγάρο, και σηκώθηκε βλέποντάς τη να μπαίνει συνοδευόμενη από την Ολέρια.

«Αρχόντισσά μου…»

«Τι έγινε, Φέτανιρ; Καμια αξιοσημείωτη εξέλιξη;» Αν μου πεις ότι πάλι αποτύχατε να τον βρείτε....

«Εντοπίσαμε τον τηλεοπτικό σταθμό του Φύλακα, Αρχόντισσά μου. Δεν είναι μέσα στην πόλη. Αφού προσπεράσαμε τη μαγική προστασία και ανιχνεύσαμε το σήμα του, χρησιμοποίησα ένα Ξόρκι Αΰλου Προσεγγίσεως Τηλεπικοινωνιακής Συχνότητος και ακολούθησα το σήμα ώς την πηγή προέλευσής του. Το ακολούθησα με το μυαλό μου. Πνευματικά. Με οδήγησε έξω από την πόλη, προς τα βορειοανατολικά, μέσα στο Χαμηλό Δάσος, σε μια κεραία στημένη πάνω σε κάτι βράχους.»

«Πόσο μακριά;»

«Οι αποστάσεις είναι… μπερδεμένες όταν χρησιμοποιείς τέτοια ξόρκια. Είναι σαν όνειρο. Αλλά δεν πρέπει να βρίσκεται πολύ μακριά. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να εκπέμπει ώς εδώ.»

«Μάλιστα,» είπε η Κέσριμιθ. «Έχεις να προτείνεις κάποιον τρόπο για να καταστρέψουμε τον σταθμό;»

«Πρέπει να στείλετε ανθρώπους εκεί, Αρχόντισσά μου. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Δε γίνεται εξ αποστάσεως. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μπλοκάρουμε το σήμα όποτε αυτό έρχεται.»

«Θα μιλήσω στον Θόρεντιν.»

«Το καλύτερο, νομίζω.»

Αλλά όχι τώρα. Τώρα η Κέσριμιθ είχε μια άλλη δουλειά, την οποία θεωρούσε πιο επείγουσα για εκείνη.

*

Η Ολέρια πήγε μαζί της στον θάλαμο όπου την περίμεναν η χειρούργος, ο μάγος του τάγματος των Ερευνητών, και ο μάγος του τάγματος των Βιοσκόπων.

«Με τρομάζει το πολύ αίμα, όμως,» είχε πει η Αρωγός στην Κέσριμιθ. «Δε θα κοιτάζω, νιρλίσα, εντάξει; Δε σε πειράζει, σε πειράζει;»

«Δε νομίζω να τρέξει και τόσο πολύ αίμα, Ολέρια· αλλά κάνε ό,τι θέλεις.»

Η χειρούργος είπε τώρα στην Κέσριμιθ: «Καθίστε, Αρχόντισσά μου.»

Εκείνη, ντυμένη με ρόμπα ξανά, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.

«Θα ξετυλίξουμε τους επιδέσμους στο χέρι και στα πλευρά σας, να δούμε το αποτέλεσμα,» συνέχισε η χειρούργος.

Η Κέσριμιθ έβγαλε τη ρόμπα της, και η χειρούργος ξετύλιξε μεθοδικά τους επιδέσμους, ενώ ο Βιοσκόπος μουρμούριζε κάποιο ξόρκι, μάλλον για να δει σε τι κατάσταση βρισκόταν το σώμα της Αρχόντισσας. Ο Ερευνητής απλά παρακολουθούσε.

Καθώς οι επίδεσμοι έφευγαν από πάνω της, η Κέσριμιθ κοίταζε το γαλανό δέρμα της να αποκαλύπτεται κομμάτι-κομμάτι. Και ήταν σαν τα εγκαύματα να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Η ύλη που είχε φέρει ο Ερευνητής δεν διακρινόταν καθόλου τώρα. Καθόλου. Είχε γίνει ένα με τη σάρκα της.

Η Κέσριμιθ άγγιξε το δεξί της χέρι με το αριστερό, χαϊδεύοντας, ζουλώντας, τσιμπώντας. Δεν αισθανόταν τίποτα που δεν έπρεπε να αισθάνεται. Το δέρμα της ήταν όπως παλιά!

Γέλασε.

«Είστε ευχαριστημένη, Αρχόντισσά μου;» ρώτησε ο Ερευνητής.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ. «Είμαι. Είμαι πολύ ευχαριστημένη.» Άγγιζε τώρα τα πλευρά της. Το δέρμα ήταν λείο, όμορφο. Όπως παλιά. Όπως παλιά. «Τα εξαφανίσατε τελείως!»

«Σας το είχαμε υποσχεθεί,» είπε μονάχα ο μάγος, δείχνοντας κι εκείνος ευχαριστημένος. Με τη δουλειά του, προφανώς.

«Το πόδι,» είπε η χειρούργος, «θα το ξετυλίξουμε αύριο. Αισθάνεστε τίποτα που σας ενοχλεί, Υψηλοτάτη;»

Η Κέσριμιθ κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Ωραία. Φορέστε πάλι τη ρόμπα σας και ξαπλώστε. Θα περιποιηθούμε τώρα το μάγουλό σας.»

Η Κέσριμιθ υπάκουσε. Έδεσε τη ρόμπα γύρω της και ξάπλωσε ανάσκελα.

«Γυρίστε το κεφάλι σας προς τ’αριστερά.»

Η Κέσριμιθ το γύρισε.

«Έτσι ακριβώς, Αρχόντισσά μου.» Η χειρούργος τής έτριψε το δεξί μάγουλο μ’ένα νωπό πανί, κι εκείνη το αισθάνθηκε να μουδιάζει. Μετά, η χειρούργος τού έκανε μια επιδερμική ένεση, που πόνεσε αρκετά την Κέσριμιθ – δάκρυα ήρθαν στα μάτια της – αλλά γρήγορα το μάγουλο μούδιασε τελείως.

Η Κέσριμιθ είδε τον Ερευνητή να τραβά, με μια μικρή σύριγγα, λίγη από την παράξενη ύλη που βρισκόταν στο δοχείο στο τραπεζάκι. Ύστερα κάτι γυάλισε δίπλα της· τα μάτια της γύρισαν και αντίκρισε τη λεπίδα του νυστεριού της χειρούργου. Έστρεψε το βλέμμα της αλλού. Δεν αισθάνθηκε κανέναν πόνο στο μάγουλό της αλλά αισθάνθηκε αίμα να κυλά στα χείλη της, στο σαγόνι της, στον λαιμό της. Το γεύτηκε, αλμυρό. Έμεινε όσο πιο ακίνητη μπορούσε παρότι ένιωθε τις τρίχες της ορθωμένες κι ένα ρίγος να τη διατρέχει. Ξεροκατάπιε. Νόμιζε ότι ανέπνεε ξηρό, παγερό αέρα.

Η χειρούργος τώρα σκούπιζε το μάγουλό της, κι έκανε νόημα στον Ερευνητή. Εκείνος πλησίασε τη σύριγγά του στην τομή που είχε δημιουργήσει το νυστέρι. Η Κέσριμιθ την έβλεπε, με την άκρια του ματιού της, πελώρια από πάνω της. Της έμοιαζε με όνειρο.

Η σύριγγα απομακρύνθηκε, και η χειρούργος τώρα άρχισε να στρώνει την ύλη με κάποιο εργαλείο. Ο μάγος ετοίμαζε έναν επίδεσμο με βοτάνια και αλοιφές.

«Σηκωθείτε, Αρχόντισσά μου,» της ζήτησε η χειρούργος. «Καθίστε.»

Η Κέσριμιθ πήρε καθιστή θέση, νιώθοντας ασταθής, αβέβαιη. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς στήριζαν το σώμα της.

«Μην ανησυχείτε,» είπε η χειρούργος· «όλα είναι καλά.»

Ο Ερευνητής τής έδωσε τον επίδεσμο κι εκείνη τον τύλιξε γύρω από την κάτω μεριά του κεφαλιού της Κέσριμιθ, παραμερίζοντας τα κόκκινα μαλλιά της. Τον έδεσε σφιχτά στον αυχένα.

«Μπορείτε να μιλήσετε άνετα, Αρχόντισσά μου; Πώς αισθάνεστε;»

«Μουδιασμένη.» Η Κέσριμιθ έβρισκε την ομιλία δύσκολη· άκουγε τη φωνή της περίεργη, πολύ περίεργη.

Η χειρούργους είπε: «Μην κουνιέστε. Καθόλου.» Πήρε ένα νυστέρι κι έκανε ένα μικρό σκίσιμο στον επίδεσμο, για να ελευθερώσει τα χείλη της Κέσριμιθ. «Μιλήστε μου ξανά.»

«Το μάγουλό μου δεν μ’αφήνει να μιλήσω καλά,» είπε εκείνη· «δε φταίει ο επίδεσμος.» Ακόμα νόμιζε πως η φωνή της ήταν περίεργη. «Πώς ακούγομαι, Ολέρια;» ρώτησε στρέφοντας το βλέμμα στην Αρωγό της.

Η Ολέρια έδειχνε νευρική· τα δάχτυλά της ήταν πλεγμένα μεταξύ τους καθώς στεκόταν αντίκρυ στην Αρχόντισσα. «Σαν… σαν να είσαι μεθυσμένη, νιρλίσα.»

Η Κέσριμιθ προσπάθησε να χαμογελάσει αλλά δεν ήταν σίγουρη αν τα κατάφερε. «Αισθάνομαι σαν λιγάκι μεθυσμένη,» αποκρίθηκε.

«Δεν είναι τίποτα αυτό,» είπε ο Ερευνητής· «θα περάσει.»

«Δε μπορείτε να με ξεμουδιάσετε;»

«Καλύτερα να το αφήσουμε να ξεμουδιάσει από μόνο του,» είπε η χειρούργος.

«Το πόδι μου το ξεμουδιάσατε· και το χέρι και τα πλευρά…»

«Το μάγουλο δεν είναι το ίδιο, Αρχόντισσά μου. Καλύτερα να το αφήσετε να ξεμουδιάσει από μόνο του. Σε μερικές ώρες δεν θα είναι καθόλου μουδιασμένο. Εξάλλου, μεσημέρι είναι τώρα· θα σας πρότεινα να ξεκουραστείτε.»

Η Κέσριμιθ κατέβηκε από το κρεβάτι νιώθοντας τα πόδια της να τρέμουν για κάποιο λόγο. Γιατί το μάγουλο με τρόμαξε περισσότερο απ’ό,τι οι άλλες εγχειρήσεις; «Βιοσκόπε;»

«Σας έλεγξα ήδη, Αρχόντισσά μου. Όλα φαίνονται εντάξει. Αλλά θα πρότεινα κι εγώ να ξεκουραστείτε τώρα.»

«Έλα μαζί μου, Ολέρια,» είπε η Κέσριμιθ. «Πάμε στα δωμάτιά μου, να καθίσουμε.»

«Ναι, νιρλίσα, φυσικά. Μπορείς να φας;»

«Ρώτα τους γιατρούς μου.»

«Ασφαλώς και μπορείτε να φάτε, Αρχόντισσά μου,» είπε η χειρούργος. «Αλλά να μην ανοίγετε το στόμα σας πολύ, και να μην πιέζετε σε καμία περίπτωση το δεξί μάγουλο, ούτε από μέσα ούτε από έξω. Να το αφήσετε να ξεκουραστεί, ώστε η ύλη να γίνει ένα με το δέρμα σας.»

«Να φάμε σούπα, τότε, Ολέρια;» ρώτησε η Κέσριμιθ.

«Ό,τι θέλεις εσύ, νιρλίσα.»

«Έχω καιρό να φάω σούπα,» είπε η Αρχόντισσα, καθώς εκείνη κι η Αρωγός της έβγαιναν από το δωμάτιο. «Ειδικά με μανιτάρια Χαρνώθιων δασών. Την έχω πεθυμήσει.»

«Με πειράζουν τα μανιτάρια, νιρλίσα. Εγώ θα φάω κάτι άλλο.»

«Τι έχεις στο μυαλό σου, Ολέρια;»

4
Το Σχέδιο του Προμάχου· Πρόταση Προσχώρησης· Διαδρομή Μέσα στην Αέναη Νύχτα· Γνωστοί στις Όχθες του Ποταμού· Αϋπνίες και Ποιήματα

Μπαίνοντας στο σπίτι του Εθέλδιρ, η Ζιρίνα τον βρήκε να μιλά με τη Μάλμεντιρ, τον Νάλντιρ αλ Σάρεθουν (που είχε έρθει από τον Νυκτόκηπο), και μερικούς άλλους εξεγερμένους πολίτες και πρώην επαναστάτες. Από την κουζίνα – ή, μάλλον, πέρα απ’αυτήν: από το γκαράζ – ακουγόταν ένα βούισμα σαν από μηχανή.

Οι συζητήσεις έπαψαν απρόσμενα. «Ζιρίνα,» είπε ο Εθέλδιρ. «Τι έγινε στο Συνέδριο;»

Η Αιρετή μόρφασε. «Τι να γίνει; Ό,τι ήταν αναμενόμενο. Ο Νέλδουρ και η Σμαράγδα, πάντως, δεν ήρθαν· οι άλλοι ήρθαν, όμως.»

«Σ’έφερε ο Άλφεντουρ τώρα;»

Η Ζιρίνα έβγαλε την κάπα της και την έριξε πάνω σε μια καρέκλα. «Ναι. Και πάει και τους υπόλοιπους στα σπίτια τους. Ο Φέτανιρ λέει πως τώρα μένει στη Μεγάλη Αγορά, αλλά δεν είπε πού ακριβώς. Πρέπει να κρύβεται, Εθέλδιρ· γι’αυτό ήταν δύσκολο να τον εντοπίσω για να του μιλήσω.» Χτες καλούσε τηλεπικοινωνιακά τον έναν και τον άλλο μέχρι να καταφέρει να βρει τον Αιρετό της Συντεχνίας των Ξυλουργών. Και τελικά εκείνος ήταν που την είχε καλέσει στον πομπό της. Μάλλον δεν πατούσε πια το πόδι του στον Μεσοπόταμο, και η Ζιρίνα αναρωτιόταν πώς είχε ξεφύγει εκείνη την ημέρα, της εξέγερσης της συνοικίας, από τους μαχητές της Χάρνωθ. Τέλος πάντων· δεν είχε σημασία τώρα. Άλλα πράγματα προείχαν.

Όπως το παράτολμο σχέδιο που είχε μπει στο μυαλό του Εθέλδιρ.

Όχι πως η Ζιρίνα δεν συμφωνούσε, αλλά ήταν τόσο επικίνδυνο, γαμώτο! Και ο Εθέλδιρ δεν την άφηνε να πάει και μαζί του· επέμενε να πάει μόνος του, ο τρελός κλέφτης!

«Διαπληκτιστήκατε με την Αρχόντισσα;» ρώτησε ο Νάλντιρ.

«Αναμενόμενα.» Η Ζιρίνα βάδισε ώς την κάβα για να πάρει ένα μπουκάλι μπίρα απ’το μικρό ψυγείο.

«Τι σας είπε για τη Χαρκάνιθ; Τι σας είπε για τους φονιάδες που έστειλε, η δαιμονισμένη λύκαινα;»

«Τίποτα· δεν ανέφερε καν τη Χαρκάνιθ. Δε συζητήσαμε τέτοια πράγματα καθόλου.» Η Ζιρίνα ήπιε μια γουλιά μπίρα. «Ο Άλφεντουρ πρότεινε να κάνουμε κάποια συνεννόηση με τους Χαρνώθιους· φυσικά κανείς δεν δέχτηκε.» Και προς τον Εθέλδιρ: «Ξέρεις τι είπε; Αν και ήταν βιαστικό, είμαι σίγουρη· αποκλείεται να το είχε σκεφτεί καλά.»

«Τι είπε;»

«Πρότεινε να χωρίσουμε την πόλη στα δύο. Το βόρειο τμήμα – πάνω από τον ποταμό – να το πάρει ο Φύλακας, και το νότιο να παραμείνει προτεκτοράτο των Χαρνώθιων.»

«Κανένα τμήμα της Φάνρηβ δεν θα παραμείνει προτεκτοράτο αυτών των άτριχων λύκων!» είπε ένθερμα ένας πρώην επαναστάτης.

«Ακριβώς το ίδιο απάντησα κι εγώ,» τον πληροφόρησε η Ζιρίνα. «Αλλά ούτε και η Αρχόντισσα συμφώνησε να γίνει διαίρεση.»

«Δεν υπήρχε περίπτωση να συμφωνήσει,» είπε ο Εθέλδιρ σκεπτικά.

«Τι συζητάτε;» ρώτησε η Ζιρίνα. «Το σχέδιό σου;»

«Ναι. Έλα, κάθισε.»

«Η φασαρία που ακούγεται απ’το γκαράζ;»

«Ο μάγος μού φτιάχνει το δίκυκλο.»

«Τι εννοείς ‘σ’το φτιάχνει’; Ποιος μάγος;»

«Ο Ζάρκαθιν’μορ.» Ένας πρώην επαναστάτης που είχε χάσει το αριστερό του χέρι πολεμώντας τους Παντοκρατορικούς και το είχε αντικαταστήσει με ένα τεχνομαγικό εργαλείο δικής του κατασκευής.

«Τι πρόβλημα έχει το δίκυκλο; Το επισκεύασες ύστερα από τη σύγκρουση.»

«Το κάνει ακόμα καλύτερο: πιο γρήγορο, πιο ικανό για απότομες στροφές, πιο ανθεκτικό. Από την ώρα που έφυγες το δουλεύει. Και μου λέει πως θα βάλει κι ένα ειδικό σύστημα στιγμιαίας επιτάχυνσης.»

«Δηλαδή;»

«Με το πάτημα ενός κουμπιού, η ταχύτητα του οχήματος ξαφνικά θα πενταπλασιάζεται για περίπου μισό λεπτό. Αλλά αυτό θα καταναλώνει τη μισή ενεργειακή φιάλη, και θα πρέπει να προσέχω αν τελικά το χρησιμοποιήσω· είναι πολύ εύκολο να σκοτωθείς με τέτοια ταχύτητα.»

Η Ζιρίνα αναστέναξε κι έφερε κοντά τους την καρέκλα όπου είχε ρίξει την κάπα της. «Ακόμα δε μ’αρέσει αυτό το σχέδιο. Ή μάλλον, το πρώτο του μέρος, που θα διασχίσεις μόνος σου την Πόλη της Αέναης Νύχτας.»

«Δεν υπάρχει καλύτερος για να το κάνει, Ζιρίνα· το συζητήσαμε ήδη.»

*

Όταν οι άλλοι έφυγαν και η Μάλμεντιρ ανέβηκε στο πάνω πάτωμα του σπιτιού, η Ζιρίνα είπε στον Εθέλδιρ: «Γιατί, τουλάχιστον, δε θέλεις νάρθω μαζί σου;»

«Θα κινδυνέψεις άσκοπα, και το ξέρεις ότι δεν μπορείς να μου προσφέρεις καμια ουσιαστική βοήθεια–»

«Γιατί το λες αυτό;» δυνάμωσε απότομα τη φωνή της, αλλά και πάλι της έμοιαζε να χάνεται πίσω από τους μεταλλικούς ήχους (σαν επαναλαμβανόμενα σφυροκοπήματα) που ακούγονταν από το γκαράζ.

«Ζιρίνα,» είπε ο Εθέλδιρ. «Καλύτερα να μείνεις εδώ. Εντάξει; Οι άλλοι σε χρειάζονται περισσότερο. Σε βλέπουν σαν ηγετική φιγούρα, δεν το καταλαβαίνεις;»

«Μαλακίες. Μου λες μαλακίες, γαμώ τη γλώσσα του Ιουράσκε!»

«Δεν είναι αλήθεια ότι σε βλέπουν σαν αρχηγό τους–;»

«Δεν είναι εκεί το θέμα! Κι εσένα σε βλέπουν σαν αρχηγό τους.»

«Κάποιος όμως πρέπει να πάει στον Φύλακα για να του πει πως σχεδιάζουμε να επιτεθούμε στους Χαρνώθιους στα βορειοανατολικά τείχη. Και ποιος άλλος είναι καλύτερος για να διασχίσει την Πόλη της Αέναης Νύχτας; Εμένα ο Κάλνεντουρ έχει προστάξει να μη με σκοτώσουν κατευθείαν. Αν δουν άλλον, πιθανώς αμέσως ν’αρχίσουν να τον πυροβολούν.»

«Εντάξει,» είπε η Ζιρίνα, «δε διαφωνώ να πας. Αλλά θα ήθελα να έρθω μαζί σου.» Σηκώθηκε από την καρέκλα και πήγε να καθίσει στα γόνατά του, στην πολυθρόνα του, αγκαλιάζοντας δυνατά το κεφάλι του, κρατώντας το κοντά στο στήθος της. «Φοβάμαι ότι μπορεί να σε χάσω,» του ψιθύρισε, φιλώντας τα μενεξεδιά μαλλιά του.

Ο Εθέλδιρ φίλησε το αριστερό της στήθος, νιώθοντας τη θηλή της να σκληραίνει επάνω στο μάγουλό του. «Δεν είναι τόσο εύκολο να σκοτώσεις τον πιο πανούργο κλέφτη της Συντεχνίας του Σκιερού Χεριού.»

«Μην αστειεύεσαι.»

Ο Εθέλδιρ ύψωσε το βλέμμα του για να την κοιτάξει καταπρόσωπο. «Θυμάσαι το σήμα που θα σου στείλω όταν τα έχω συμφωνήσει όλα με τον Φύλακα;»

Η Ζιρίνα κατένευσε.

«Θυμάσαι πώς θα είναι το σήμα αν ο Φύλακας αποφασίσει να επιτεθεί αύριο; πώς θα είναι αν αποφασίσει να επιτεθεί μεθαύριο; πώς θα–;»

«Τα θυμάμαι όλα.» Ήταν, φυσικά, κωδικοποιημένα τα πάντα, ώστε ακόμα κι αν οι πράκτορες της Αρχόντισσας υπέκλεπταν την τηλεπικοινωνία να μη μπορούσαν να καταλάβουν τίποτα.

«Ωραία.» Ο Εθέλδιρ σηκώθηκε από την πολυθρόνα, με τη Ζιρίνα στα χέρια· εκείνη γέλασε και γαντζώθηκε από τον αυχένα του. Φίλησε τα χείλη του.

Ο Εθέλδιρ την πήγε στο υπνοδωμάτιο και έκλεισε την πόρτα πίσω του, με το πόδι, μειώνοντας την ένταση των ήχων που έφταναν ώς εδώ από το γκαράζ. Το παντζούρι του παραθύρου ήταν ήδη κλειστό, για λόγους ασφάλειας. Ένας φωτόλιθος φώτιζε τον χώρο, επάνω σ’έναν λιθοστάτη στο κομοδίνο. Ο Εθέλδιρ απόθεσε τη Ζιρίνα στο κρεβάτι, αρχίζοντας να λύνει και να ξεκουμπώνει τα ρούχα της όπως θα ξετύλιγε ένα τυλιγμένο δώρο ή γλυκό.

«Αγάπη μου,» είπε εκείνη όταν είχαν μείνει επάνω της μόνο τα εσώρουχά της, «να σε ρωτήσω κάτι;»

«Βρίσκεις τις πιο ακατάλληλες ώρες,» την πείραξε ο Εθέλδιρ.

Η Ζιρίνα μειδίασε. «Σοβαρά: να σε ρωτήσω κάτι;»

«Ναι.» Ξάπλωσε πλάι της, στηριζόμενος στον αγκώνα του, ντυμένος ακόμα.

«Θα με παντρευόσουν;»

Η ερώτησή της τον παραξένεψε. Ποτέ δεν το θεωρούσε λογικό να την παντρευτεί. Ο Οίκος των Φέρενερ ήταν ευκατάστατοι άνθρωποι, σημαντικοί άνθρωποι της Φάνρηβ· ενώ ο δικός του οίκος, οι Σαρέλκεμ, δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο, δεν είχαν ποτέ πολλά λεφτά: αρκετοί, μάλιστα, απ’αυτούς ήταν τυχοδιώκτες, μπαγαπόντηδες, μισθοφόροι, ακόμα και κλέφτες σαν τον Εθέλδιρ.

«Δε θέλεις να με παντρευτείς…» είπε η Ζιρίνα, κρίνοντας από την έκφρασή του και μόνο, χωρίς εκείνος να έχει μιλήσει. Υπήρχε απογοήτευση, αλλά και απορία, στη φωνή της.

«Σου έχω ξαναπεί, Ζιρίνα: δεν ταιριάζω με τους δικούς σου. Μάλλον θα με σκοτώσουν αν προτείνω να γίνει Τελετή Προσχώρησης–»

«Μην είσαι ανόητος. Θα σεβαστούν την επιλογή μου. Το ξέρουν ότι σ’αγαπώ. Εντάξει, η μητέρα μου είναι σίγουρο πως θα γκρινιάζει, αλλά δε μ’ενδιαφέρει αυτό, Εθέλδιρ. Θέλω να ζήσω μαζί σου. Δεν πρόκειται να ζήσω με κανέναν άλλο· είμαι σίγουρη. Εσύ;»

«Τι εγώ;»

«Δε θέλεις να ζήσεις μαζί μου;»

«Ζω μαζί σου, ούτως ή άλλως.»

«Βλέπεις; Γιατί να μη γίνει Τελετή Προσχώρησης; Κι αν οι δικοί μου δεν θέλουν εγώ να προσχωρήσω στον Οίκο των Σαρέλκεμ, θα διαφωνούσες εσύ να προσχωρήσεις στον Οίκο των Φέρενερ; Χωρίς μονομαχία;»

«Δεν είναι εκεί το θέμα,» είπε ο Εθέλδιρ. «Δεν κάνω όμως εγώ για Φέρενερ, Ζιρίνα.»

«Γιατί;»

«Σου φαίνομαι για υαλουργός;»

«Σου φαίνομαι εγώ για υαλουργός, μα τον Νούρκας τον ίδιο;» γέλασε η Ζιρίνα.

Ο Εθέλδιρ κούνησε το κεφάλι. «Οι δικοί σου είναι ευκατάστατοι, έχουν ολόκληρη βιομηχανία· εγώ είμαι ένας μονόφθαλμος κλέφτης, φίλος του Ιουράσκε στις δύσκολες στιγμές του.»

«Και Πρόμαχος της Επανάστασης, επίσης. Εσύ έσωσες την πόλη μας από τους Παντοκρατορικούς!»

«Η Επανάσταση τελείωσε, και δεν έσωσα μόνος μου την πόλη.»

Η Ζιρίνα αναστέναξε. «Γιατί είσαι τόσο ξεροκέφαλος, γαμώτο;

»Τέλος πάντων,» είπε ύστερα από μια στιγμή, και τον φίλησε δυνατά, τυλίγοντας το ένα της πόδι γύρω από τη μέση του. Δεν ήθελε να είναι δυσαρεστημένος μαζί της, τώρα που θα έφευγε για να κάνει κάτι τόσο επικίνδυνο. Δεν ήθελε να αμφιβάλλει ότι τον αγαπούσε με όλη της την καρδιά.

Τα χέρια του ξύπνησαν το σώμα της και κοίμισαν τις ανήσυχες σκέψεις του μυαλού της…

*

Η νύχτα έριξε τον μανδύα της πάνω από τη Φάνρηβ και τους κατοίκους της.

Η πολιορκία συνεχιζόταν: τα βόρεια τείχη τραντάζονταν, φλέγονταν, κάπνιζαν· κανόνια πυροβολούσαν, ρουκέτες εκτοξεύονταν· κρότοι και κραυγές αντηχούσαν· ο άνεμος έφερνε σκόνες και καυτές στάχτες.

Ο Εθέλδιρ, στο σπίτι του ακόμα, ντυνόταν με μια πανοπλία από ελαστικές ύλες, βαμμένες μαύρες, και μέταλλα καπνισμένα ώστε κι αυτά να είναι μαύρα. Στη ζώνη του θηκάρωσε ένα πιστόλι κι ένα σπαθί. Σε κάθε μπότα του ήταν περασμένο ένα ξιφίδιο. Στους ώμους του έριξε, τέλος, μια κάπα. Στα μάτια του φόρεσε ένα ζευγάρι ασημόχρωμα γυαλιά, τα οποία γενικά βοηθούσαν τη νύχτα. Μέσα στον μικρό σάκο του έβαλε κάποια απαραίτητα πράγματα.

Ο Ζάρκαθιν’μορ τώρα μόλις είχε βγει από το γκαράζ, ερχόμενος στο καθιστικό του σπιτιού, όπου βρίσκονταν ο Εθέλδιρ, η Ζιρίνα, και η Μάλμεντιρ. «Όλα έτοιμα, Πρόμαχε,» είπε. «Αλλά να έχεις υπόψη σου ότι η ειδική επιτάχυνση είναι επικίνδυνη και καταναλώνει τη μισή φιάλη.»

«Τα θυμάμαι, μάγε,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ. «Και σ’ευχαριστώ.» Αντάλλαξε μια χειραψία μαζί του, σφίγγοντας το δεξί, αληθινό χέρι του Ζάρκαθιν’μορ. Το αριστερό είχε τώρα στο πέρας του ένα σφυρί.

«Να προσέχεις, Πρόμαχε. Δεν εμπιστεύομαι καθόλου τον αδελφό σου, παρότι κάποτε πολέμησε σαν τίγρης των δασών μαζί μας.»

«Σε καταλαβαίνω απόλυτα,» ένευσε ο Εθέλδιρ. Και στρεφόμενος στη Ζιρίνα και τη Μάλμεντιρ: «Όταν σας ξαναδώ, θα είμαι μαζί με τον Φύλακα.»

Η Μάλμεντιρ χαμογέλασε· η Ζιρίνα έσμιξε τα χείλη, ξεροκαταπίνοντας, κάνοντας από μέσα της μια προσευχή στον Νούρκας τον Μαχητή παρότι γενικά δεν ήταν και τόσο θρησκευόμενο άτομο.

Ο Εθέλδιρ, περνώντας από την κουζίνα, πήγε στο γκαράζ και είδε το δίκυκλό του αρκετά αλλαγμένο. Πίσω του είχε έναν προωθητήρα ο οποίος έμοιαζε να ταιριάζει περισσότερο σε αεροσκάφος – και ήταν, προφανώς, για τη χρήση της ειδικής ταχύτητας. Εκτός απ’αυτό, ολόκληρο το όχημα ήταν ενισχυμένο με προστατευτικά μέταλλα και οι τροχοί του φαινόταν να βρίσκονται σε ελαφρώς διαφορετικές θέσεις – μόνο κάποιος που το γνώριζε τόσο καλά όσο ο Εθέλδιρ θα το πρόσεχε. Γονάτισε για να τους ελέγξει.

«Μην ανησυχείς,» του είπε ο Ζάρκαθιν’μορ, που τον είχε ακολουθήσει ώς εδώ· «απλά είναι καλύτεροι τώρα: πιο σταθεροί, πιο ευέλικτοι.»

Ο Εθέλδιρ ορθώθηκε και καβάλησε το δίκυκλο. Πατώντας ένα κουμπί, το ενεργοποίησε και είδε την ένδειξη της ενέργειας στο 100% – επομένως, είχε μέσα καινούργια ενεργειακή φιάλη. «Ρεζέρβα έχω;» ρώτησε τον μάγο.

«Ναι, από πίσω.» Ο Ζάρκαθιν έδειξε το ατσάλινο κιβώτιο πίσω από τη σέλα.

Ο Εθέλδιρ ένευσε. «Εις το επανιδείν, μάγε.»

Ο Ζάρκαθιν’μορ άνοιξε την πόρτα του γκαράζ, και ο Εθέλδιρ, βάζοντας τους τροχούς σε κίνηση, έφυγε από το σπίτι του.

Οδήγησε ώς τα Λαγούμια – την περιοχή που πολλοί ονόμαζαν Μικρό Λαβύρινθο – και διέσχισε τα σοκάκια με εμπειρία, γνωρίζοντάς τα άψογα, αφού εδώ ήταν περιοχές όπου σύχναζαν πολλοί κλέφτες της Συντεχνίας του Σκιερού Χεριού. Αναρωτήθηκε αν κάποιος γνωστός τον έβλεπε. Κανένας, πάντως, δεν του φώναξε ούτε έκανε να τον πλησιάσει.

Ο Εθέλδιρ σταμάτησε το δίκυκλό του στο δρομάκι όπου ήξερε πως υπήρχε δίοδος για την Πόλη της Αέναης Νύχτας, έβγαλε το Φυλαχτό μέσα από την πανοπλία του, και το κράτησε υψωμένο μπροστά του έτσι ώστε οι αχτίνες των φεγγαριών να χτυπάνε τον λίθο στο κέντρο του αργυρού δίσκου. Ο λίθος φάνηκε να φορτίζεται από το φεγγαρόφωτο και, ξαφνικά, έστειλε μια φωτεινή αντανάκλαση παραδίπλα, στο σχήμα πόρτας, λίγο πιο ψηλή από άνθρωπο. Ο Εθέλδιρ έσκυψε πάνω στη σέλα του δίκυκλου και το οδήγησε μέσα στη δίοδο–

Μια απότομη μετατόπιση στον χώρο, και βρέθηκε σε μια πόλη ίδια αλλά διαφορετική. Πιο σκοτεινή. Με γκριζωπό φως να πέφτει από τους αφέγγαρους ουρανούς.

Η Πόλη της Αέναης Νύχτας.

Ο Εθέλδιρ δεν έχασε καθόλου χρόνο· δεν σταμάτησε ούτε για λίγο τους τροχούς του οχήματός του· αντιθέτως, επιτάχυνε. Τρέχοντας. Ξέροντας πως οι αυτονομιστές δεν θα ήταν μακριά.

Οι ασθενικές ελκτικές δυνάμεις της ενδοδιάστασης έκαναν την οδήγηση πιο επικίνδυνη· δεν αισθανόταν το δίκυκλό του από κάτω του όπως είχε συνηθίσει να το αισθάνεται· δεν αισθανόταν τους ίδιους τους δρόμους όπως είχε συνηθίσει να τους αισθάνεται.

Διέσχισε το Σκοτεινό Παζάρι προς τα βορειοδυτικά. Κάποιοι τού φώναξαν να σταματήσει – αυτονομιστές, αναμφίβολα – πηδώντας από τη μια οροφή στην άλλη. Εκείνος τούς αγνόησε, τρέχοντας. Δύο λυκοκαβαλάρηδες ξεπρόβαλαν για να τον κυνηγήσουν, κάνοντας άλματα που στη Μοργκιάνη θα ήταν εξωπραγματικά. Τους απέφυγε χωρίς δυσκολία· ήταν πιο γρήγορος από αυτούς. Μια έκρηξη έγινε πίσω του. Ή δεν τον είχαν αναγνωρίσει ή δεν τους ένοιαζε αν ήταν ο Εθέλδιρ ο αδελφός του Κάλνεντουρ.

Μπήκε στον Νυκτόκηπο – ή, μάλλον, στη σκοτεινή αντανάκλαση του Νυκτόκηπου – και τον διέσχισε κι αυτόν, περνώντας μέσα από ανθρώπους-σκιές και ζώα-σκιές και οχήματα-σκιές. Αυτονομιστές τού φώναζαν και τον πυροβολούσαν κάπου-κάπου, αλλά εκείνος τούς αγνοούσε. Συνέχιζε να τρέχει· η ταχύτητά του ήταν το μόνο αποτελεσματικό όπλο που είχε εναντίον τους. Δεν μπορούσε να τους αντιμετωπίσει κατά μέτωπο· ήταν πάρα πολλοί, και καλά οργανωμένοι εδώ μέσα. Ο Κάλνεντουρ ήξερε τι έκανε, δεν αμφέβαλλε καθόλου ο Εθέλδιρ.

Οι τροχοί του δίκυκλού του έμοιαζαν να πετάνε πάνω στο πλακόστρωτο των δρόμων. Αφήνοντας τον Νυκτόκηπο πίσω του, μπήκε στον Ιππαγωγό, μια μικρότερη συνοικία νοτιοανατολικά της Πύλης των Δασών. Ο Εθέλδιρ τη διέσχισε γρήγορα και πλησίασε την πύλη–

Κλειστή!

Όλες οι πύλες της Φάνρηβ από τη μεριά της Πόλης της Αέναης Νύχτας ήταν αφημένες ανοιχτές από τότε που ο Εθέλδιρ θυμόταν· αλλά τώρα η Πύλη των Δασών ήταν κλειστή!

«Πολύ έξυπνο, Κάλνεντουρ,» μουρμούρισε κάτω απ’την ανάσα του, «γαμημένε εραστή του Ιουράσκε.» Με την πύλη κλειστή, ήταν δύσκολο κανείς να περάσει τα τείχη, ακόμα και με τις ασθενικές ελκτικές δυνάμεις της ενδοδιάστασης. Οι αυτονομιστές εμπόδιζαν έτσι τους ανθρώπους του Φύλακα και να βγουν από την Πόλη της Αέναης Νύχτας αλλά και να μπουν.

Η Λιμανοπύλη, αναμφίβολα, θα ήταν κλειστή κι αυτή όπως η Πύλη των Δασών, αφού κι οι δύο βρίσκονταν στα βόρεια τείχη. Αλλά θα ίσχυε το ίδιο και για τις νότιες πύλες; Ο Εθέλδιρ ήλπιζε πως όχι· ήλπιζε πως ο αδελφός του θα το είχε παραβλέψει αυτό.

Δεν έχω πολύ χρόνο.

Παίρνοντας το βλέμμα του από την Πύλη των Δασών και τις επάλξεις των τειχών όπου σκιερές φιγούρες στέκονταν, έστρεψε το δίκυκλό του νότια ενώ αυτονομιστές έρχονταν από γύρω φωνάζοντάς του να σταματήσει, υψώνοντας όπλα.

Ο Εθέλδιρ αύξησε την ταχύτητα στο τέρμα – απότομα. Μ’ένα δυνατό γρύλισμα των ενισχυμένων μηχανών του, το δίκυκλο ήταν σαν να πέταξε. Κυριολεκτικά, οι τροχοί έφυγαν από το πλακόστρωτο για κάμποσα δευτερόλεπτα.

Οι κάννες των όπλων των αυτονομιστών άστραψαν, κρότοι αντήχησαν. Κάποιες σφαίρες χτύπησαν τα προστατευτικά μέταλλα γύρω από το δίκυκλο και γύρω από τα πόδια και τα πλευρά του Εθέλδιρ· κάποιες άλλες πέρασαν επικίνδυνα κοντά από το κεφάλι του.

Καθώς άφηνε τους αυτονομιστές πίσω του, σκέφτηκε ότι ήταν ανοησία πλέον να συνεχίζει να μη φορά κράνος· είτε τον είχαν αναγνωρίσει είτε όχι, τον πυροβολούσαν – τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί; Δίχως να κόψει ταχύτητα, έπιασε το κράνος του και το φόρεσε: ένα ατσάλινο κατασκεύασμα, αρκετά βαρύ αλλά και αρκετά προστατευτικό.

Τρέχοντας πάνω στη Μακριά Λόγχη, περνώντας μέσα από μια σκιώδη περιπολία Χαρνώθιων, έφτασε στη Γέφυρα του Ιχθύος και πέρασε μέσα από περισσότερες σκιές.

Όλοι όσοι φυλούσαν το πέρασμα του ποταμού, όμως, δεν ήταν άυλες μορφές. Είχαν κι οι αυτονομιστές ανθρώπους τους εδώ, από τη μεριά της ενδοδιάστασης. Ευτυχώς, όχι πολλούς· κυρίως τους ενδιέφερε τι γινόταν στη βόρεια μεριά της πόλης, προφανώς. Ο Εθέλδιρ τούς πυροβόλησε με το πιστόλι του και είδε έναν να πέφτει. Χτύπησε έναν άλλο με το δίκυκλό του και πέρασε ανάμεσα απ’τους υπόλοιπους· βγήκε στη νότια μεριά της Φάνρηβ κι έτρεξε σαν να τον καταδίωκε το ίδιο το Παντοβόρο Σκότος, το Πεινασμένο Σκοτάδι, ο δαιμονικός εχθρός του Νούρκας του Μαχητή, το θεϊκό τέρας που ήθελε να σβήσει για πάντα τον ήλιο της Μοργκιάνης.

Ο Εθέλδιρ έστριψε στην Αγκυλωτή, χωρίς να συναντήσει αντίσταση, πέρασε στη Λεωφόρο Ακτοπύλης, κι έτρεξε ολοταχώς προς την Πύλη των Ακτών.

Ήταν ανοιχτή – αλλά έκλεινε.

Οι αυτονομιστές είχαν καταλάβει τι πήγαινε να κάνει ο Εθέλδιρ και, έχοντας επικοινωνήσει τηλεπικοινωνιακά μάλλον, προσπαθούσαν να τον προλάβουν.

«Δε θα με προλάβεις, Κάλνεντουρ.» Ο Εθέλδιρ πάτησε το κουμπί που ενεργοποιούσε την ειδική επιτάχυνση–

Θεοί!

Νούρκας και Ιουράσκε!

–τα πάντα έγιναν ρευστά γύρω του, σαν να περνούσε μέσα από κάποια διαστασιακή δίοδο που αλλοίωνε την πραγματικότητα για να τον μεταφέρει σε άλλη διάσταση του σύμπαντος.

Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο άνοιγμα που ακόμα υπήρχε στην πύλη–

–και μετά το είχε περάσει. Είχε βγει από την Πόλη της Αέναης Νύχτας. Ήταν στους Τόπους της Αέναης Νύχτας, νότια της Φάνρηβ. Ελπίζοντας να μη συναντήσει αυτονομιστές κι εδώ.

Η ταχύτητά του μειώθηκε. Κοιτάζοντας την ένδειξη της ενέργειας ανάμεσα στα χέρια του είδε ότι είχε πέσει στο 36%.

Θεοί…

Αφού δεν σκοτωθήκαμε, τυχεροί είμαστε… Ο μάγος το παραέκανε γρήγορο. Πρέπει να του παραπονεθώ όταν τον ξαναδώ.

Γέλασε καθώς κατευθυνόταν προς τα εκεί όπου ήξερε ότι υπήρχε μια διαστασιακή δίοδος στους αγρούς νότια της Φάνρηβ.

Αυτονομιστές δεν συνάντησε, όπως το περίμενε, και σύντομα είδε αντίκρυ του την αφύσικη μαύρη κηλίδα επάνω στην πραγματικότητα της ενδοδιάστασης. Βούτηξε μέσα της και βρέθηκε ξανά στη Μοργκιάνη, κάτω από το φως των δύο φεγγαριών.

«Τώρα, να δούμε πώς θα φτάσουμε στον Φύλακα…» μονολόγησε.

Το στρατόπεδο της Κοινοπολιτείας των Τεσσάρων Δασών βρισκόταν στην αντίπερα όχθη του ποταμού Τίγρη.

*

Οι όχθες προς τα ανατολικά δεν ήταν έρημες· είχαν οικισμούς και χωριά. Ψαράδες ζούσαν εκεί, κυρίως, καθώς και βαρκάρηδες, μικροί έμποροι, και ναυπηγοί μικρών σκαφών. Μέσα στα χωριά ή ανάμεσά τους, στην ύπαιθρο, υπήρχαν βωμοί και ναΐσκοι, αφιερωμένοι στον Νούρκας, στη Μαρμόκου, και σε άλλους θεούς. Αυτές οι περιοχές υπάγονταν στη Φάνρηβ, βρίσκονταν υπό την εξουσία της· η πόλη συγκέντρωνε φόρους από τους ανθρώπους που κατοικούσαν εκεί. Επομένως, αυτές οι περιοχές ήταν, επίσης, προτεκτοράτο των Χαρνώθιων εδώ και χρόνια – από τότε που οι Παντοκρατορικοί τούς έδωσαν τη Φάνρηβ. Ωστόσο, δεν κυκλοφορούσαν παρά ελάχιστες περιπολίες μαχητών του Βασιλείου σε τούτα τα μέρη· δεν υπήρχε σημαντικός λόγος. Και τώρα, καθώς ο Εθέλδιρ διέσχιζε τη νυχτερινή ύπαιθρο πάνω στο δίκυκλό του, δεν έβλεπε καμια περιπολία.

Δεν ανησυχούσε, όμως, για τους Χαρνώθιους· εκείνο που τον απασχολούσε ήταν να βρει βάρκα για να περάσει στη βόρεια όχθη του ποταμού.

Επάνω στα νερά του Τίγρη, προς τα ανατολικά, διέκρινε τα φώτα του στόλου της Κοινοπολιτείας – των ποταμόπλοιων που είχαν έρθει κυρίως από την Όρολκηθ και περίμεναν, επί του παρόντος, διαταγή από τον Φύλακα για να πλεύσουν προς την πόλη. Καμια ναυμαχία δεν είχε ακόμα διεξαχθεί ανάμεσα σ’αυτά και στις δυνάμεις του Βασιλείου. Ο Εθέλδιρ δεν το θεωρούσε εφικτό να τους κάνει σήμα κάπως ώστε να τον μεταφέρουν απέναντι. Δεν ήξερε σε τι σήμα θα ανταποκρίνονταν θετικά, ούτε ήξερε κανέναν τηλεπικοινωνιακό κώδικά τους για να τους καλέσει με τον πομπό του. Επιπλέον, υπήρχε η πιθανότητα να μην τον πιστέψουν πως ήταν αυτός που έλεγε.

Όπως και νάχε, καλύτερα να αναζητούσε κάποια βάρκα εδώ γύρω.

Κι ευτυχώς, οι άνθρωποι στις νότιες όχθες του ποταμού δεν του ήταν όλοι άγνωστοι. Ο Πρόμαχος της Φάνρηβ είχε γνωστούς εδώ από τον καιρό της Επανάστασης.

Σταμάτησε το δίκυκλό του έξω από έναν ναΐσκο του Φορβόκμε, κατέβηκε από τη σέλα, και, πλησιάζοντας τη βαριά ξύλινη πόρτα, χτύπησε με τη γροθιά του, φωνάζοντας το όνομα του ιερέα.

«Θόμαλκιρ! Θόμαλκιρ!»

Η πόρτα ακούστηκε σύντομα να ξεκλειδώνει, και μισάνοιξε για ν’αποκαλύψει τη γηραιά όψη του ιερέα του Φορβόκμε: μαυρόδερμη, ρυτιδωμένη, με πυκνά μούσια και καθόλου μαλλιά.

«Εθέλδιρ,» είπε ο Θόμαλκιρ, ατενίζοντάς τον συλλογισμένα. «Διαισθάνομαι πως δεν είσαι εδώ για να προσευχηθείς στην Κυρά των Μακρινών Ψιθύρων.» Ο Φορβόκμε ήταν συγχρόνως αρσενικός και θηλυκός θεός, κι αρκετοί ιερωμένοι του αναφέρονταν σ’αυτόν μια έτσι μια αλλιώς.

«Θέλω να ζητήσω μια χάρη, Σεβασμιότατε.»

«Ακούω.» Ο Θόμαλκιρ είχε βοηθήσει τους επαναστάτες παλιά, κατά περίσταση· και οι επαναστάτες, κατά περίσταση, είχαν βοηθήσει εκείνον.

«Χρειάζομαι μια βάρκα. Πρέπει να περάσω στην απέναντι όχθη, και καλό θα ήταν αν μπορούσα να πάρω και το δίκυκλό μου μαζί.» Το έδειξε πίσω του, με τον αντίχειρά του.

«Δεν έχω βάρκα, Εθέλδιρ.»

«Το ξέρω αυτό. Αλλά υποθέτω πως θα γνωρίζεις κάποιον που έχει.»

Τη βαρκάρισσα την έλεγαν Δαλνίραθ και ζούσε σ’έναν οικισμό λιγότερο από ένα χιλιόμετρο απόσταση από τον ναΐσκο του Φορβόκμε. Ο Θόμαλκιρ την ειδοποίησε τηλεπικοινωνιακά με τον πομποδέκτη του (τον οποίο θεωρούσε ιερό σκεύος του θεού του των μηνυμάτων και των επικοινωνιών) κι έτσι εκείνη περίμενε τον Εθέλδιρ πλάι στη βάρκα της, μ’έναν αρκετά μεγάλο φωτόλιθο στο χέρι. Μια γυναίκα μετρίου αναστήματος, μαυρόδερμη, με τόσο σκούρα μπλε μαλλιά που μπορούσες πολύ εύκολα να τα περάσεις για μαύρα· ντυμένη με γαλανή κάπα, γκρίζα πέτσινη τουνίκα, και μαύρο υφασμάτινο παντελόνι, ξυπόλυτη, και μ’ένα πιστόλι θηκαρωμένο στη ζώνη της.

«Ο Εθέλδιρ;» τον ρώτησε καθώς εκείνος σταματούσε το δίκυκλο πλάι της.

«Ο ίδιος. Σταλμένος από τον Θόμαλκιρ τον ιερέα του Φορβόκμε.»

Η Δαλνίραθ χαμογέλασε. «Πάντα ήθελα να γνωρίσω από κοντά τον Πρόμαχο της Επανάστασης.»

«Τον γνώρισες.»

«Δεν ήξερα ότι φορούσες καλύπτρα.» Άγγιξε την άκρη του αριστερού της ματιού.

«Αυτό έγινε πρόσφατα.»

«Α… Συγνώμη, δεν…»

«Θα περάσουμε απέναντι;»

«Ναι, έλα.» Η Δαλνίραθ πήδησε μέσα στη βάρκα της η οποία ήταν, καταφανώς, μηχανοκίνητη.

«Να φέρω και το δίκυκλο ή θα βουλιάξουμε;»

«Φέρ’ το.»

Ο Εθέλδιρ κατέβηκε από τη σέλα και τσούλησε το όχημά του ώς το πλεούμενο. Το ανέβασε εκεί με τη βοήθεια της Δαλνίραθ και, μετά, εκείνη έλυσε τον κάβο και ξεκίνησε τη μηχανή. Μουρμουρίζοντας σαν να δυσανασχετούσε που την είχαν ξυπνήσει μες στην άγρια νύχτα, η βάρκα κινήθηκε πάνω στον ποταμό διασχίζοντάς τον προς τα βόρεια.

«Τι θέλει εδώ ο Πρόμαχος της Επανάστασης;»

«Δυστυχώς δεν μπορώ να σου πω.»

«Μυστικές δουλειές;»

«Περίπου.»

«Θα διώξετε τους Χαρνώθιους; Είναι αλήθεια; Ο Φύλακας θα τα καταφέρει;»

«Αυτό ελπίζουμε.»

«Εγώ, πάντως, είμαι με το μέρος σας.»

«Ευχαριστούμε.»

Η βάρκα έφτασε στη βόρεια όχθη και η Δαλνίραθ την άραξε στην προβλήτα ενός χωριού.

Ο Εθέλδιρ πήρε ένα χαρτονόμισμα από το πορτοφόλι στον σάκο του και της το έδωσε· εκείνη αρνήθηκε, αλλά ο Εθέλδιρ επέμεινε περνώντας το μέσα στη ζώνη της. «Τη δουλειά σου έκανες· δε μου χρωστάς τίποτα.»

«Όλοι σού χρωστάμε κάτι σε τούτα τα μέρη· εσύ έδιωξες τους Παντοκρατορικούς.»

«Δεν είχα ποτέ τέτοιες δυνάμεις από μόνος μου· απλά βοήθησα. Και τώρα χρειάζομαι τη δική σου βοήθεια πάλι.»

Η Δαλνίραθ τον βοήθησε να βγάλει το δίκυκλό του από τη βάρκα, κι ύστερα ο Εθέλδιρ το καβάλησε, τη χαιρέτησε, κι έφυγε, κατευθυνόμενος προς τα βορειοδυτικά, φωτίζοντας τη σκοτεινή ύπαιθρο με τον προβολέα του οχήματος.

*

Οι φύλακες του στρατοπέδου τού φώναξαν να σταματήσει, καθώς πλησίαζε, σημαδεύοντάς τον με τουφέκια.

Η πολιορκία είχε πάψει για τη νύχτα αλλά η φύλαξη δεν είχε, φυσικά, χαλαρώσει καθόλου. Οι μαχητές της Κοινοπολιτείας βρίσκονταν σε ετοιμότητα για πιθανά ύπουλα τεχνάσματα των Χαρνώθιων.

Ο Εθέλδιρ σταμάτησε τους τροχούς του και ύψωσε τα χέρια του, με τα δάχτυλα ανοιχτά. «Φίλος!» φώναξε. «Ο Εθέλδιρ είμαι. Ο Πρόμαχος της Επανάστασης. Πρέπει να μιλήσω στον Φύλακα, τον Άσραδλιν ωλ Χέρκανεκ.»

«Πλησίασε,» αποκρίθηκε μια αρχηγός των μαχητών κατεβάζοντας το τουφέκι της. «Επάνω στο όχημά σου. Αλλά αργά.»

Ο Εθέλδιρ έβαλε ξανά τους τροχούς σε κίνηση, ζυγώνοντας τους φρουρούς. Δε φορούσε πια το κράνος του, φυσικά, ούτε κουκούλα, και ήλπιζε να τον αναγνωρίσουν.

Η γυναίκα τού είπε: «Έλα μαζί μας.»

Τον οδήγησαν στο εσωτερικό του στρατοπέδου και του είπαν ν’αφήσει το δίκυκλό του σ’ένα σημείο. Εκείνος το άφησε και συνέχισε να τους ακολουθεί βαδίζοντας, περιτριγυρισμένος από αυτούς. Η γυναίκα πρόσταξε να ειδοποιήσουν τον Φύλακα, να του πουν ότι τον ζητούσε ο Εθέλδιρ, ο Πρόμαχος της Επανάστασης από τη Φάνρηβ.

Καθώς περίμεναν για την απάντηση του Άσραδλιν, μια γνώριμη φιγούρα πλησίασε ανάμεσα από τις σκηνές. Η Ναλτάμα’χοκ.

«Εθέλδιρ,» είπε δίχως να χαμογελά. «Τι κάνεις εδώ;»

«Ήρθα να μιλήσω με τον αδελφό σου. Δεν μπορούσα να το κάνω τηλεπικοινωνιακά· ο κίνδυνος ήταν πολύ μεγάλος να μ’ακούσουν οι εχθροί μας.»

Η Ναλτάμα συνοφρυώθηκε. «Τι έχεις να του πεις;»

«Θα του προτείνω ένα σχέδιο που ίσως να δώσει τέλος στην πολιορκία. Ή, τουλάχιστον–»

Ένας μαχητής πλησίασε. «Ο Φύλακας θα τον δεχτεί στη σκηνή του.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε η μισθοφόρος που είχε οδηγήσει τον Εθέλδιρ ώς εδώ.

«Πάμε,» είπε η Ναλτάμα’χοκ στον Πρόμαχο· κι εκείνος την ακολούθησε, φτάνοντας λίγο παρακάτω στη σκηνή του Άσραδλιν.

Η μάγισσα παραμέρισε την κουρτίνα της εισόδου και μπήκε πρώτη.

Στο εσωτερικό του πρώτου δωματίου της σκηνής, ο Άσραδλιν στεκόταν ντυμένος με παντελόνι και ρόμπα πρόχειρα δεμένη μπροστά του· τα μακριά πράσινα μαλλιά του έπεφταν λυτά και μπλεγμένα στους ώμους του. Η Καλφίριθ, η πρασινόδερμη, μικρόσωμη υπηρέτρια, βρισκόταν παραδίπλα, σε μια γωνία του χώρου, τυλιγμένη κι αυτή με μια ρόμπα.

«Εθέλδιρ,» είπε ο Άσραδλιν. «Καλωσόρισες, φίλε μου. Συμβαίνει κάτι άσχημο στη Φάνρηβ;»

«Πολλά άσχημα συμβαίνουν στη Φάνρηβ, Φύλακά μου, αλλά ελπίζουμε ότι αξίζουν τον κόπο, ότι θα φέρουν κάτι καλύτερο για την πόλη μας.»

«Κι αυτό ακριβώς θα γίνει. Σε ανησύχησε το γεγονός ότι το πρωί η τηλεοπτική ομιλία μου διακόπηκε; Η επίθεση των Χαρνώθιων μάγων ήταν–»

«Δεν είμαι εδώ γι’αυτό, Εξοχότατε.»

Ο Άσραδλιν τον ατένισε ερωτηματικά.

«Ήρθα για να σας προτείνω ένα σχέδιο δράσης, προκειμένου να περάσετε τα βόρεια τείχη και να μπείτε στην πόλη.»

«Σ’ακούω. Πες μου τι είναι, εν συντομία, και μετά θα καλέσουμε εδώ και τη Μάρναλιθ, που σέβομαι απεριόριστα τη γνώμη της σε θέματα στρατηγικής.»

«Εν συντομία,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ, «σκεφτόμαστε να επιτεθούμε από το Σκοτεινό Παζάρι και τον Νυκτόκηπο στους Χαρνώθιους στα βορειοανατολικά τείχη, τα οποία είναι άσχημα χτυπημένα, ενώ συγχρόνως κι εσείς θα εφορμάτε εκεί. Κλεισμένοι ανάμεσά μας, οι μαχητές του Βασιλείου θα ηττηθούν εύκολα, και θα εισβάλετε στη Φάνρηβ. Οι μαχητές σας θα βρουν φίλους στον Νυκτόκηπο και στο Σκοτεινό Παζάρι, και από εκεί θ’αρχίσει ο αγώνας για την κατάκτηση και της υπόλοιπης πόλης.»

Ο Άσραδλιν έριξε ένα βλέμμα στη Ναλτάμα, αλλά εκείνη έμεινε σιωπηλή. Ύστερα ο Φύλακας είπε στον Εθέλδιρ: «Μ’αρέσει το σχέδιό σου. Αλλά πρέπει να μιλήσουμε και στη Μάρναλιθ.»

«Ασφαλώς.»

«Κάθισε. Κι εσύ, Ναλτάμα.»

«Να μη φωνάξω και τον αδελφό μας;» είπε εκείνη. «Μπορεί να προσβληθεί.»

«Ναι, σωστά, ο Σάρμαλκιρ είναι περίεργος με κάτι τέτοια. Ειδοποίησέ τον, και πες στους φρουρούς να ειδοποιήσουν τη Μάρναλιθ.»

Η Ναλτάμα’χοκ ένευσε και βγήκε από τη σκηνή, ενώ ο Εθέλδιρ καθόταν σε μια λυόμενη καρέκλα με μαλακό μαξιλάρι.

Ο Άσραδλιν κάθισε αντίκρυ του και είπε: «Καλφίριθ, φέρε μας κάτι να πιούμε.»

«Τι προτιμάτε, Φύλακά μου;»

Ο Άσραδλιν κοίταξε τον Εθέλδιρ ερωτηματικά.

«Δεν έχω καμια ιδιαίτερη προτίμηση, Εξοχότατε.»

«Κρασί με βατόμουρα Δάσους του Ουρανού,» είπε ο Φύλακας, και η Καλφίριθ τούς έφερε δύο μεγάλες κούπες γεμάτες ώς το χείλος.

«Εσύ δεν διψάς;» τη ρώτησε ο Άσραδλιν, χαϊδεύοντας το πόδι της πάνω από τη ρόμπα. «Πιες αν θέλεις.»

Μετά από λίγο η Μάρναλιθ μπήκε στη σκηνή, και ο Σάρμαλκιρ και η Ναλτάμα’χοκ σύντομα την ακολούθησαν.

«Στρατηγέ,» είπε ο Άσραδλιν στη Μάρναλιθ, «ο Εθέλδιρ ήρθε για να μας προτείνει ένα σχέδιο που θα μας βάλει στην πόλη. Αλλά» – έστρεψε το βλέμμα του στον Πρόμαχο – «πώς κατάφερες, αλήθεια, να φτάσεις εδώ;»

«Μέσω της Πόλης της Αέναης Νύχτας.»

«Κι οι αυτονομιστές;»

«Τους απέφυγα. Με κάποιο κίνδυνο, οφείλω να ομολογήσω. Έχουν κλείσει τις βόρειες πύλες, Εξοχότατε. Έτρεξα προς την Πύλη των Ακτών στα νότια, και παραλίγο να με προλάβουν και να την κλείσουν κι αυτήν. Πέρασα την τελευταία στιγμή.»

Ύστερα, τους μίλησε για το σχέδιό του αναλυτικά.

*

Η Ζιρίνα περίμενε, ξάγρυπνη, καθισμένη στον καναπέ του καθιστικού του σπιτιού του Εθέλδιρ, με τα πόδια της μαζεμένα επάνω, παρακολουθώντας τις βλακείες που έδειχναν τα τηλεοπτικά κανάλια της Φάνρηβ, που και τα δύο ήταν ανέκαθεν ελεγχόμενα από την Αρχόντισσα και τώρα πλέον το είχαν παρακάνει, είχαν γίνει αηδία. Η Ζιρίνα δεν άργησε να κλείσει τον τηλεοπτικό δέκτη, μη μπορώντας ν’ακούει άλλη προπαγάνδα του Βασιλείου της Χάρνωθ από ηλίθιους ευγενείς και ανώμαλους στρατιωτικούς. Άνοιξε ένα βιβλίο ασκητικής ποίησης των λαών του Ψυχροδάσους κι άρχισε να διαβάζει, επικαλούμενη τον Σιλίσβας για να γαληνέψει τη φουρτουνιασμένη θάλασσα των σκέψεών της.

Η νύχτα βάθαινε.

Η Ζιρίνα κάθε τόσο άλλαζε θέση πάνω στον καναπέ.

Τράβηξε ένα τσιγάρο από την ταμπακιέρα της, το έβαλε στα χείλη, πάτησε το κουμπί του ενεργειακού αναπτήρα–

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός κουδούνισε.

Το τσιγάρο έπεσε από το στόμα της καθώς η Ζιρίνα άρπαζε τη μικρή συσκευή από δίπλα και έβλεπε στην οθόνη της το κωδικοποιημένο μήνυμα.

Ήταν ο Εθέλδιρ, και της έλεγε πως ο Φύλακας είχε συμφωνήσει με το σχέδιό τους και θα έκανε επίθεση στα βορειοανατολικά τείχη μεθαύριο.

Η Ζιρίνα χαμογέλασε και έστειλε στον Εθέλδιρ κωδικοποιημένο σήμα ότι είχε δεχτεί το μήνυμά του. Ο Νούρκας είναι στο πλευρό μας! σκέφτηκε.

Πετάχτηκε όρθια κι έτρεξε ξυπόλυτη στον επάνω όροφο του σπιτιού, ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια της εσωτερικής σκάλας δύο-δύο.

«Μάλμεντιρ! Μάλμεντιρ!»

Η δημοσιογράφος βγήκε απ’το υπνοδωμάτιο συναντώντας την στο καθιστικό. Ούτε εκείνη πρέπει να κοιμόταν, αν έκρινε η Ζιρίνα σωστά από την εγρήγορση στην όψη της. «Ο Εθέλδιρ;»

Η Ζιρίνα ακόμα χαμογελούσε. «Ναι.»

«Ο Φύλακας συμφώνησε;»

«Ναι. Για μεθαύριο.»

«Έχουμε, λοιπόν, προετοιμασίες να κάνουμε,» είπε η Μάλμεντιρ.

«Από απόψε;»

«Από την αυγή. Απόψε καλύτερα να ξεκουραστούμε.»

«Σωστά,» ένευσε η Ζιρίνα. «Καληνύχτα, Μάλμεντιρ.»

«Καληνύχτα.»

Η Ζιρίνα κατέβηκε στο καθιστικό του ισόγειου και ξάπλωσε στον καναπέ, αν και η αλήθεια ήταν ότι δεν αισθανόταν πως ήθελε να κοιμηθεί. Η ανησυχία της για τον Εθέλδιρ είχε διαλυθεί, αλλά όχι και η υπερένταση. Επιπλέον, το γεγονός ότι η ώρα πλησίαζε που ο στρατός του Φύλακα θα έμπαινε στη Φάνρηβ έκανε το μυαλό της να τρέχει. Η Ζιρίνα επικαλέστηκε τη σιωπή του Σιλίσβας του Σιγηλού Δαίμονα, προσπαθώντας να ηρεμήσει και, αν τα κατάφερνε, να κοιμηθεί. Ο ύπνος θα της χρειαζόταν.

Πάνω που νόμιζε ότι η μέθοδός της είχε πιάσει, ότι ο Σιλίσβας την είχε ακούσει, στ’αφτιά της ήρθαν τα βήματα της Μάλμεντιρ από τη σκάλα, και η δημοσιογράφος παρουσιάστηκε στο σαλόνι του ισόγειου ντυμένη με το νυχτικό της, και με τα πράσινα μακριά μαλλιά της λυτά αλλά πιασμένα προς τα πίσω με μια χτένα.

«Ούτε εσύ κοιμάσαι, ε;» είπε.

«Προσπαθούσα αλλά…»

Η Μάλμεντιρ αναστέναξε και κάθισε στην άκρη του καναπέ, πλάι στα πόδια της Ζιρίνα.

«Τι έχεις;» τη ρώτησε εκείνη.

«Μερικές βραδιές δεν μπορώ να κοιμηθώ, Ζιρίνα. Τον θυμάμαι… Τον θυμάμαι νάναι δίπλα μου και δεν μπορώ να κοιμηθώ…» Ακούμπησε την πλάτη της στον καναπέ, σταυρώνοντας τα χέρια της μπροστά της, πιέζοντας τα χείλη της με τη γροθιά της· τα μάτια της είχαν ξαφνικά δακρύσει, γυαλιστερά ρυάκια κυλούσαν στα μάγουλά της.

Η Ζιρίνα καταλάβαινε ότι, φυσικά, αναφερόταν στον Ύρελκουρ’χοκ ο οποίος είχε πεθάνει τόσο άδοξα στην υπόγεια βάση των Παντοκρατορικών, κάτω από τη Φάνρηβ.

«Μάλμεντιρ… Α… Εε…»

Η δημοσιογράφος την κοίταξε με τις άκριες των δακρυσμένων ματιών της.

«Δεν ξέρω τι να πω,» παραδέχτηκε η Ζιρίνα. «Με συγχωρείς… Λυπάμαι… Ο Ύρελκουρ… ήταν φίλος όλων μας.»

Η Μάλμεντιρ ξεροκατάπιε. Καθάρισε τον λαιμό της. «Ναι… Απλά… δε μπορώ να κοιμηθώ ορισμένες νύχτες. Νομίζω ότι θα γυρίσω και θα τον βρω δίπλα μου…»

Η Ζιρίνα αναστέναξε. Πήρε καθιστή θέση πάνω στον καναπέ, με τα πόδια διπλωμένα από κάτω της, κι αγκάλιασε τους ώμους της Μάλμεντιρ. «Δε νομίζω ότι θα ήθελε να μην κοιμάσαι,» της ψιθύρισε.

«Ναι, μάλλον… αλλά δε μπορώ να κάνω τίποτα γι’αυτό,» μόρφασε η δημοσιογράφος. «Να έχουμε περάσει από τόσα… τόσα επικίνδυνα σημεία… πολεμώντας τους πράκτορες της Παντοκράτειρας και τους μαχητές της… και να σκοτωθεί τώρα, από, από αυτή την… την…»

«Είναι νεκρή πια.»

«Ναι, αλλά δεν αισθάνομαι αυτό νάχει καμια διαφορά για μένα. Δεν έχει σημασία ποιος ήταν που τον σκότωσε, Ζιρίνα.»

«Ναι, το καταλαβαίνω,» μουρμούρισε η Ζιρίνα.

«Τέλος πάντων» – η Μάλμεντιρ σκούπισε τα δάκρυα με τα δάχτυλά της – «με συγχωρείς που σε ξύπνησα–»

«Δε με ξύπνησες.»

«Και πρέπει να πάω να κοιμηθώ. Κι εσύ το ίδιο. Αύριο έχουμε πολλά να κάνουμε.»

«Σίγουρα.»

Η Μάλμεντιρ σηκώθηκε από τον καναπέ.

Η Ζιρίνα έτεινε προς το μέρος της το βιβλίο με την ασκητική ποίηση των λαών του Ψυχροδάσους. «Ίσως να σε βοηθήσει.»

«Τι είναι;»

«Ποιήματα.»

«Δε μ’αρέσουν τα ποιήματα.»

«Δοκίμασέ το· ποτέ δεν ξέρεις.»

Η Μάλμεντιρ χαμογέλασε βεβιασμένα. «Εντάξει.» Πήρε το βιβλίο κι ανέβηκε στο επάνω πάτωμα του σπιτιού.

Η Ζιρίνα αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διαπερνά το οποίο δεν είχε καμια σχέση με την ψύχρα του δωματίου. Ο Ύρελκουρ’χοκ ήταν νεκρός, το ίδιο και τόσοι άλλοι, μέσα στις τελευταίες ημέρες. Τι θα γινόταν μέχρι το τέλος; Οι Χαρνώθιοι έπρεπε να φύγουν από την πόλη, αλλά… αλλά μήπως ο Άλφεντουρ είχε κάποιο δίκιο τελικά;

Δεν πρόκειται, όμως, να παραδοθούμε. Ποτέ δεν πρόκειται να παραδοθούμε.

*

Της Μάρναλιθ τής είχε αρέσει το σχέδιο του Εθέλδιρ. «Είναι ό,τι χρειαζόμαστε,» είπε – «λίγη συγχρονισμένη βοήθεια μέσα από την πόλη. Δεν ωφελεί να καθόμαστε άλλο εδώ και να σφυροκοπούμε τα τείχη. Οι Χαρνώθιοι εξακολουθούν να έχουν ισχυρή άμυνα, και πολύ στρατό· και κάθε τόσο κάνουν εφόδους για να χτυπήσουν τα πολιορκητικά όπλα μας. Χαλάμε εξοπλισμούς και εφόδια περιμένοντας.»

Μετά από κάποια ακόμα συζήτηση με τον Φύλακα και τους δικούς του, ο Εθέλδιρ είχε στείλει μήνυμα στη Ζιρίνα, είχε λάβει το δικό της επιβεβαιωτικό σήμα, και είχε τελικά οδηγηθεί από τους φρουρούς του στρατοπέδου σε μια μικρή σκηνή. Ο ίδιος ο Άσραδλιν τον είχε συνοδέψει ώς εκεί. «Ό,τι θέλεις είναι στη διάθεσή σου, Πρόμαχε,» του είπε· «απλά ζήτησέ το.» Ο Εθέλδιρ τον ευχαρίστησε αλλά, πέρα από λίγο φαγητό και κρασί, δεν ζήτησε τίποτε άλλο.

Ξαπλωμένος τώρα ανάσκελα μέσα στη σκηνή, έχοντας φάει και πιει, κάπνιζε ένα τσιγάρο υπό την ακτινοβολία ενός μικρού φωτόλιθου. Και σκεφτόταν την όλη κατάσταση στη Φάνρηβ. Και τη Ζιρίνα. Και τον αδελφό του, τον Κάλνεντουρ. Τι θα έκανε αυτός ο τρελός εραστής του Ιουράσκε όταν οι μαχητές της Κοινοπολιτείας εισέβαλαν στην πόλη; Ελπίζω μόνο να μην έχει μαντέψει το σχέδιό μου, γιατί, αν το έχει μαντέψει, πιθανώς να προσπαθήσει να μας σταματήσει· και τότε… πολύ αίμα θα χυθεί. Περισσότερο απ’ό,τι θα χυνόταν ούτως ή άλλως.

Δε μπορεί, όμως, ο Κάλνεντουρ να ήξερε γιατί ο Εθέλδιρ είχε φύγει απόψε από τη Φάνρηβ μέσω της Πόλης της Αέναης Νύχτας. Θα είχε υποθέσει, φυσικά, ότι ήθελε να επισκεφτεί τον Φύλακα, αλλά πέραν τούτου αποκλείεται να μπορούσε να μαντέψει τίποτ’ άλλο. Σωστά;

Εκτός αν ο Μέμντουρ, ο νοοχορευτής του, κατάφερνε να προδεί κάτι. Οι νοοχορευτές ήταν πολύ παράξενοι άνθρωποι. Από τον Μέμντουρ, άλλωστε, ο Κάλνεντουρ είχε μάθει (περίπου) για την επίθεση των Εκτελεστών του Ιερού Δέους εναντίον του Εθέλδιρ και είχε έρθει για να του σώσει τη ζωή.

Αλλά μπορεί ο Μέμντουρ να κάνει μια μαντεία τέτοιας ακρίβειας; Μπορεί να προβλέψει ότι θα επιτεθούμε στα βορειοανατολικά τείχη;

Από την άλλη, ίσως ο Κάλνεντουρ να το μάθαινε από τους κατασκόπους του μέσα στην πόλη, όταν ο Νυκτόκηπος και το Σκοτεινό Παζάρι άρχιζαν να προετοιμάζονται–

Ο Εθέλδιρ έσβησε το τσιγάρο του τσαντισμένος. Αρκετά! πρόσταξε τον εαυτό του. Όχι άλλες υποθέσεις. Όσο περισσότερες υποθέσεις κάνεις, τόσο λιγότερες είναι οι πιθανότητες να δράσεις· και τώρα δεν ήταν καιρός για παραλυτικούς συλλογισμούς.

Αν ο Κάλνεντουρ προσπαθήσει να μας σταματήσει, θα πρέπει να τον νικήσουμε μαζί με τους Χαρνώθιους.

5
Τα Αινιγματικά Σχέδια του Αδελφού του· τα Λόγια του Νοοχορευτή· η Αρχόντισσα και ο Αρχικατάσκοπός της· Μαντεία Πέρα από τα Τείχη· Διπλωματία με τον Στρατηγό· Προς Αναζήτηση Όπλων και Εξοπλισμών· Επιχείρηση Δολιοφθοράς

Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ο αδελφός του ήταν ο άντρας επάνω στο δίκυκλο. Κάποιοι, μάλιστα, είχαν δει και το πρόσωπό του· στην αρχή, τίποτα δεν κάλυπτε το κεφάλι του· μετά μόνο είχε φορέσει κράνος. Ναι, ο Εθέλδιρ ήταν, και προσπαθούσε να περάσει γρήγορα μέσα από την Πόλη της Αέναης Νύχτας για να αποφύγει τους αυτονομιστές. Μάλλον δεν είχε υπολογίσει ότι οι βόρειες πύλες θα ήταν κλειστές… και ήταν παράβλεψή μας που δεν είχαμε κλείσει και τις νότιες, σκεφτόταν τώρα ο Κάλνεντουρ. Αν ήταν κλειστές εξαρχής, ο Εθέλδιρ δεν θα προλάβαινε να βγει από την Πύλη των Ακτών! Δεν είχα φανταστεί ότι θα έκανε κάτι τέτοιο, και το δίκυκλό του ήταν ασυνήθιστα γρήγορο… Οι αυτονομιστές στην Πύλη των Ακτών είχαν πει στον Κάλνεντουρ ότι είδαν τον Εθέλδιρ να εξαφανίζεται ουσιαστικά – τόσο μεγάλη ταχύτητα είχε αναπτύξει. Τη μια στιγμή ήταν μέσα στα τείχη, την άλλη έξω από αυτά – λίγο προτού η πύλη κλείσει!

Το δίκυκλο, σίγουρα, το είχε σκαλίσει κάποιος που ήξερε από μηχανές.

Και μόνο ένας λόγος μπορεί να υπήρχε που ο Εθέλδιρ ήθελε απεγνωσμένα να βγει από τη Φάνρηβ – ή, τουλάχιστον, αυτός ήταν ο πιθανότερος λόγος. Έπρεπε να μιλήσει στον Φύλακα από κοντά, για να μη ρισκάρει να υποκλαπεί η τηλεπικοινωνία τους. Σχεδίαζε κάτι; Δεν μπορεί να είχε επιχειρήσει να διασχίσει έτσι την Πόλη της Αέναης Νύχτας χωρίς κάποια πολύ καλή αιτία.

Ο Κάλνεντουρ αναρωτιόταν πώς μπορούσε να μάθει. Οι κατάσκοποί του μέσα στη Φάνρηβ δεν είχαν καμια πληροφορία να του δώσουν, και οι άνθρωποι που τώρα ήταν γύρω του, στο άντρο των αυτονομιστών, δεν είχαν καμια αξιοσημείωτη ιδέα.

Η Έρνελιθ είπε: «Ίσως να σκοπεύουν να εισβάλουν.»

«Αυτό το σκόπευαν έτσι κι αλλιώς.»

«Ίσως να ήθελε να ειδοποιήσει τον Φύλακα για κάποια παγίδα των Χαρνώθιων,» είπε ο Ζόρελνιρ, ο εκπαιδευτής γιγαντόλυκων.

«Δε μπορώ να φανταστώ τι παγίδα, όμως. Ούτε ξέρουμε κάτι.»

«Ίσως όλ’ αυτά,» υπέθεσε ο Μέμντουρ, ο νοοχορευτής, «να έχουν σχέση με την άφιξη του Άλφεντουρ, του διπλωμάτη της Νάζρηβ. Ίσως να θέλουν να κάνουν κάποια συμφωνία με τον Φύλακα.»

Ο Κάλνεντουρ αποφάσισε, τελικά, να ρίξει μια ματιά μόνος του – προς τα βόρεια, επάνω στον γιγαντόλυκο του αδελφού του, τον Χορευτή, τον οποίο οι αυτονομιστές είχαν κλέψει εδώ και μέρες, όταν οι Χαρνώθιοι είχαν επιτεθεί στο παλιό τους άντρο στη Λυκοφωλιά.

Ο Άνφιρ, ο γιος του Κάλνεντουρ, πρότεινε να έρθει κι εκείνος.

Ο Κάλνεντουρ σέλωνε τον γιγαντόλυκο και στράφηκε να κοιτάξει το εντεκάχρονο αγόρι. «Όχι. Θα μείνεις εδώ.»

«Γιατί;» διαμαρτυρήθηκε ο Άνφιρ. «Η Έρνελιθ μού έχει μάθει πολλά κόλπα! Ξέρω πολλά τώρα!»

Ο Κάλνεντουρ ήταν σιωπηλός για λίγο, τελειώνοντας με το σέλωμα του θηρίου. Ο Χορευτής γρύλισε, και ο αυτονομιστής τον χάιδεψε ανάμεσα στ’αφτιά.

«Θα έρθω!» επέμεινε ο Άνφιρ.

«Εντάξει, έλα,» είπε ο Κάλνεντουρ ανεβαίνοντας στη ράχη του γιγαντόλυκου. Ο γιος του πλησίασε κι ανέβηκε πίσω του.

«Κι εγώ.» Η Έρνελιθ είχε ξαφνικά παρουσιαστεί στον στάβλο. «Για ασφάλεια.»

«Δεν πρόκειται να κινδυνέψουμε.»

«Ποτέ δεν ξέρεις.» Η κυνηγός των Σκιερών Κοιλάδων είχε ήδη αρχίσει να σελώνει έναν γιγαντόλυκο.

Όταν βγήκαν από το άντρο τους χρειάστηκε ν’αποφύγουν μια περιπολία Χαρνώθιων, γιατί υπήρχε πιθανότητα – μεγάλη πιθανότητα – να τους σταματήσουν. Σταματούσαν περαστικούς κατά το δοκούν τις νύχτες πλέον σε τούτη τη συνοικία. Δεν υπήρχε καν λόγος να κάνεις κάτι ύποπτο· η ίδια η παρουσία σου θεωρείτο ύποπτη.

Ο Κάλνεντουρ οδήγησε τον Χορευτή σ’έναν μικρό δρόμο πίσω από μια αποθήκη του λιμανιού, με την Έρνελιθ να έρχεται στο κατόπι του επάνω στον δικό της γιγαντόλυκο, διαρκώς παρατηρητική. Ο Άνφιρ ήταν γαντζωμένος στην πλάτη του πατέρα του, σιωπηλός.

Ο Κάλνεντουρ σταμάτησε τραβώντας τα ηνία του θηρίου που καβαλούσε. Έβγαλε από τα ρούχα του ένα Φυλαχτό της Αέναης Νύχτας κι άφησε το φεγγαρόφωτο να πέσει πάνω στον λίθο του. Η Έρνελιθ πήδησε πρώτη μέσα στη φωτεινή θύρα που δημιουργήθηκε σαν οπτασία, και ο Κάλνεντουρ την ακολούθησε.

Διέσχισαν την Πόλη της Αέναης Νύχτας κάνοντας νοήματα στους αυτονομιστές ότι ήταν φίλοι, ενώ δεν έκρυβαν τα κεφάλια τους. Τα μακριά ξανθά μαλλιά του Κάλνεντουρ κυμάτιζαν πίσω του καθώς ο γιγαντόλυκός του έτρεχε. Η Έρνελιθ δεν είχε καθόλου μαλλιά για να κυματίζουν· το ξυρισμένο, σκούρο γαλανό κεφάλι της γυάλιζε στη γκριζωπή ακτινοβολία που κατερχόταν από τον ουρανό της Αέναης Νύχτας.

Οι αυτονομιστές τούς άνοιξαν την Πύλη των Δασών, και οι τρεις τους βγήκαν από την πόλη κατευθυνόμενοι προς το στρατόπεδο της Κοινοπολιτείας. Κανένας απ’αυτούς που βρίσκονταν στη Μοργκιάνη δεν μπορούσε να αντιληφτεί την παρουσία τους, ενώ εκείνοι έβλεπαν αυτούς που βρίσκονταν στη Μοργκιάνη σαν θολές μορφές, σκιές, φαντάσματα. Ο Κάλνεντουρ οδήγησε την Έρνελιθ μέσα από το στρατόπεδο, ώστε να βρεθεί βόρειά του, στο Χαμηλό Δάσος. Εκεί πλησίασε μια αφύσικη μαυρίλα, το αντίθετο της φωτεινής θύρας που είχε πριν δημιουργήσει το Φυλαχτό, και πήδησε μέσα της. Ήταν και πάλι στη Μοργκιάνη. Και η κυνηγός τον ακολούθησε.

Ζύγωσαν το στρατόπεδο από τα βόρεια, διατηρώντας απόσταση ασφαλείας, μη θέλοντας να τους δουν οι φρουροί. Περίμεναν για κάποια ώρα, παρατηρώντας.

«Ο αδελφός μου πρέπει να έχει ήδη μπει στον καταυλισμό,» είπε τελικά ο Κάλνεντουρ. «Δε μπορεί ακόμα νάναι στις νότιες όχθες. Πρέπει να βρήκε κάποια βάρκα, να πέρασε απέναντι, και να ήρθε.»

«Ο θείος Εθέλδιρ;» ρώτησε ο Άνφιρ.

«Ναι, ο κακός σου θείος, μικρέ, που είναι παραπλανημένος και δεν είναι με το μέρος μας.»

«Γιατί δεν του λες, μπαμπά, να έρθει μαζί μας;»

«Του το έχω πει, ξανά και ξανά. Δε βάζει μυαλό. Είναι χειρότερος από εσένα.»

Ο Άνφιρ κρατούσε σφιχτά την κάπα του πατέρα του μέσα στις γροθιές του, και δεν μίλησε.

Ο Κάλνεντουρ περίμενε για περισσότερη ώρα, παρατηρώντας το στρατόπεδο, θέλοντας να δει αν θα γινόταν καμια ύποπτη κίνηση, ή κάποια κίνηση που θα πρόδιδε τον λόγο για τον οποίο ο αδελφός του είχε έρθει εδώ. Τίποτα, όμως, δεν πρόσεξε. Ούτε είδε τον Εθέλδιρ να φεύγει. Θα έμενε στον καταυλισμό, λοιπόν, όπως ο Κάλνεντουρ το περίμενε· γιατί δεν μπορεί να σκεφτόταν να ξαναδιασχίσει την Πόλη της Αέναης Νύχτας: αυτή τη φορά οι αυτονομιστές θα τον σταματούσαν.

«Δε νομίζω ότι έχει νόημα να καθόμαστε άλλο εδώ,» είπε η Έρνελιθ. «Ό,τι κι αν είναι να γίνει, δεν θα γίνει απόψε.»

Ο Κάλνεντουρ κατένευσε. «Πάμε πίσω.»

Το επόμενο πρωί, ζήτησε από τον Μέμντουρ να χορέψει τον χορό της νόησης, να του πει τι μπορούσε να προδεί για το μέλλον. Και ο Μέμντουρ χόρεψε στα υπόγεια του άντρου των αυτονομιστών, στον παλιό ναό του Παντοβόρου Σκότους, όπως κι άλλες φορές πριν. Ο Κάλνεντουρ στεκόταν και τον παρατηρούσε, μόνος, χωρίς κανένας άλλος νάναι στο δωμάτιο. Ο Μέμντουρ ήταν αρχικά σαν άγαλμα, ακίνητος, όπως ένα έλασμα που το έχεις συσπειρώσει και το κρατάς σταθερό· μετά, κινήθηκε τόσο απότομα αλλά και φυσικά που ξάφνιασε τον Κάλνεντουρ παρά τις τόσες φορές που τον είχε δει να χορεύει. Ήταν σαν ποτέ ο Μέμντουρ να μην ήταν ακίνητος: σαν ανέκαθεν να χόρευε, απλά ο παρατηρητής – κάπως – να μην το είχε προσέξει. Το σώμα του στροβιλιζόταν και κύρτωνε, κι έμοιαζε με πολλά σώματα μπλεγμένα μεταξύ τους, ένας άνθρωπος αποτελούμενος από πολλούς ανθρώπους, ή ένας άνθρωπος διαιρεμένος μέσα στον χρόνο, ο παρελθοντικός κι ο μελλοντικός εαυτός του να χορεύουν αέναα γύρω από τον παροντικό του εαυτό, αψηφώντας την έννοια της λογικής διαδοχής των γεγονότων, αψηφώντας την ίδια τη Μοργκιάνη τη μητέρα όλων τους… Κι όταν ο Μέμντουρ έπαψε να χορεύει κατέληξε στην αρχική, ακίνητη, γονατιστή θέση του, κι ο χορός που είχε προηγηθεί ήταν σαν όνειρο για τον Κάλνεντουρ, σαν να μην είχε γίνει ποτέ, ή σαν να είχε συμβεί κάπου πέρα από τη συμβατική πραγματικότητα, μια οπτασία, ή κάτι που μπορεί να παρατηρηθεί μόνο ύστερα από την κατανάλωση κάποιας παράξενης ουσίας της Συντεχνίας του Ύπνου.

Ο Μέμντουρ έπιασε από δίπλα τον χιτώνα του και τον έριξε πάνω στο γυμνό, κατάμαυρο σώμα του που ο Κάλνεντουρ θεωρούσε το πιο ερωτικό σώμα που είχε αντικρίσει ποτέ στη ζωή του, σε άντρα ή σε γυναίκα.

Ο νοοχορευτής κάθισε πάνω στον παλιό βωμό του Παντοβόρου Σκότους, που ήταν σκεπασμένος με ύφασμα, κι άρχισε να μιλά σαν να αφηγείτο ένα όνειρο που είχε μόλις δει:

«Ο φόβος και η οργή είναι αναμιγμένα στους κατοίκους της, ενώ οι λύκοι οι από έξω ερχόμενοι νιώθουν ανυπόμονοι κι ανήσυχοι. Ο ένας άνθρωπος κρύβει μέσα του μίσος για τον συνάνθρωπό του, κι εκείνους που φρουρούν άλλοι τούς βλέπουν ως νόμιμους φύλακες άλλοι ως τυράννους. Ένας άντρας από ξένη πόλη έχει έρθει, σημαντικός για πολλούς, αλλά τώρα κανείς δεν τον εμπιστεύεται, αναρωτιούνται για τις σκέψεις του παρότι όλοι θα τον ήθελαν στο πλευρό τους. Οι εξεγερμένοι, που είναι γεμάτοι οργή για τους νεκρούς τους αλλά επίμονοι, τόσο επίμονοι, ετοιμάζουν τα όπλα τους και στρέφουν τα βλέμματά τους βόρεια και ανατολικά προς την καταστροφή των δυναστών και τις καινούργιες πύλες· έχουν μεγάλη πίστη στον παλιό ήρωα που τους κοιτάζει μέσα από ένα μάτι, και ζητούν εκδίκηση για τη σκοτωμένη αρχηγό τους, πιστεύουν ότι ο άντρας της είναι αντάξιός της και θα τους οδηγήσει στη νίκη. Απεγνωσμένοι αισθάνονται και σπρώχνονται απ’αυτό σε πράξεις παράτολμες που παλιά ποτέ δεν θα φαντάζονταν τους εαυτούς τους να κάνουν. Η αρχόντισσά τους, αυτή που συγκεντρώνει επάνω της πολύ μίσος αλλά και ελπίδες, αυτή που γύρω της υφαίνει δίχτυα από λόγια και σκέψη, αισθάνεται πως ένα βάρος έχει φύγει από την ψυχή της, σημάδια καταστροφής έχουν διαλυθεί από το σώμα της σαν σκόνες, και είναι ικανοποιημένη με τον εαυτό της· θέλει να κλείσει για πάντα το στόμα του νεαρού λύκου που από μακριά μιλά, να καρφώσει την καρδιά της γλώσσας του, να την κάνει να σωπάσει, και σκέφτεται να ξαμολήσει τα όπλα της προς την κατεύθυνση που της έχει αποκαλυφθεί. Κατηγορεί εκείνα τα λόγια για τις ταραγμένες ψυχές της πόλης. Τους θέλει με το μέρος της. Αλλά φοβάται και κάποιον που είναι κοντά της, έχει δει τρομερό σημάδι απ’αυτόν· θα μπορούσε να ήταν εχθρός; προδότης;… Οι κάτοικοι που στηρίζουν την καινούργια κυρά θα πρέπει να δράσουν, ειδικά αν δουν αυτούς τους οποίους τρέμουν να πλησιάζουν· ποια θα είναι η μοίρα τους αλλιώς; Τρόμος στις καρδιές τους, σκοτεινές σκέψεις τυλίγουν τα μυαλά τους.»

Ο Μέμντουρ σταμάτησε να μιλά, κι ο Κάλνεντουρ ακόμα προσπαθούσε να κατανοήσει, να αποκωδικοποιήσει, τα λόγια του. Τι ακριβώς του έλεγε ο νοοχορευτής; Υπήρχε μέσα σ’όλα αυτά κάποια αποκάλυψη για το τι σχεδίαζε ο Εθέλδιρ; – τον λόγο για τον οποίο είχε επισκεφτεί το στρατόπεδο του Φύλακα;

Ο Κάλνεντουρ είχε ενεργοποιημένο στο χέρι του έναν ηχοσυλλέκτη καθώς ο Μέμντουρ μιλούσε και τώρα τον έβαλε να αναπαραγάγει τα λόγια του νοοχορευτή, ακούγοντας τα από το μικρό ηχείο–

«Σταμάτα!» είπε εκείνος, υψώνοντας το χέρι του και κατεβαίνοντας από τον σκεπασμένο βωμό. «Όταν δεν είμαι μπροστά.»

Ο Κάλνεντουρ έκλεισε τη συσκευή. «Γιατί;»

«Σου έχω ξαναπεί, Κάλνεντουρ, όταν το είχες κάνει και παλιότερα: δεν μπορώ ν’ακούω τον εαυτό μου. Αισθάνομαι… σαν σκιά.»

Ο Μέμντουρ έφυγε απ’το δωμάτιο, αφήνοντάς τον συνοφρυωμένο, παραξενεμένο.

Οι νοοχορευτές είναι περίεργοι, σκέφτηκε ο Κάλνεντουρ, κι ενεργοποίησε πάλι τη συσκευή. Ακούγοντας προσεχτικά.

Τι σήμαιναν αυτά τα τρελά λόγια; Τι;

Την προηγούμενη φορά τον είχαν προειδοποιήσει για την επίθεση εναντίον του ανόητου αδελφού του. Και τώρα ήταν βέβαιος ότι κάπου μέσα τους υπήρχε μια άλλη προειδοποίηση…

Τελικά, έμεινε σε μία φράση: Οι εξεγερμένοι, που είναι γεμάτοι οργή για τους νεκρούς τους αλλά επίμονοι, τόσο επίμονοι, ετοιμάζουν τα όπλα τους και στρέφουν τα βλέμματά τους βόρεια και ανατολικά προς την καταστροφή των δυναστών και τις καινούργιες πύλες…

Οι εξεγερμένοι: αυτοί στον Νυκτόκηπο και στο Σκοτεινό Παζάρι, αναμφίβολα. Βόρεια και ανατολικά: προς τα εκεί ήταν τα βορειοανατολικά τείχη της πόλης που είχαν υποστεί μεγάλες ζημιές.

Μεγάλες ζημιές… ανοίγματα… Ανοίγματα που έμοιαζαν με καινούργιες πύλες.

Ετοιμάζονται να επιτεθούν στα βορειοανατολικά τείχη, εκ των έσω, σκέφτηκε ο Κάλνεντουρ. Γι’αυτό ο Εθέλδιρ πήγε στον Φύλακα! Θέλει να τον ειδοποιήσει για την επίθεση ώστε ο στρατός του να εισβάλει από τα βορειοανατολικά τείχη. Από τις… καινούργιες πύλες – τα ανοίγματα που έχει προκαλέσει η πολιορκία.

Δεν μπορούσε να είναι απόλυτα βέβαιος – τα λόγια των νοοχορευτών ήταν πάντοτε αινιγματικά – όμως οι πιθανότητες κάτι τέτοιο να συνέβαινε ήταν μεγάλες. Ο Εθέλδιρ σίγουρα είχε σημαντικό λόγο για να διασχίσει έτσι την Πόλη της Αέναης Νύχτας.

Ο Κάλνεντουρ αναρωτήθηκε αν είχε έρθει η ώρα να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιό του με τους Χαρνώθιους. Το σχέδιο για το οποίο είχε αιχμαλωτίσει εκείνον τον στρατιωτικό διοικητή όταν ανατίναξε τους δρόμους του Μεσοπόταμου και χτύπησε τους μαχητές του Βασιλείου με Γελωτοποιό.

Αν ο Εθέλδιρ δεν βρισκόταν στο στρατόπεδο της Κοινοπολιτείας, ούτε που θα το σκεφτόταν: θα έβαζε το σχέδιο αμέσως σε εφαρμογή. Θα τους έκανε να αλληλοσκοτωθούν. Αλλά τώρα… υπήρχε περίπτωση να σκοτωθεί κι ο ανόητος αδελφός του εκεί όπου ήταν.

«Γαμώ την ουρά του Ιουράσκε,» μουρμούρισε πίσω απ’τα δόντια του. «Όλο προβλήματα μού προκαλείς, Εθέλδιρ. Όλο προβλήματα!»

*

Η χειρούργος ξετύλιξε τους επιδέσμους από το πόδι της Κέσριμιθ, ενώ ο Ερευνητής και ο Βιοσκόπος ήταν επίσης παρόντες· ο πρώτος απλά κοίταζε, ο δεύτερος μουρμούριζε κάποιο ξόρκι. Η γαλανή σάρκα που αποκαλύφτηκε δεν έφερε κανένα σημάδι από τα εγκαύματα, και ήταν μαλακή και λεία κάτω από τις παλάμες και τα δάχτυλα της Αρχόντισσας.

Η Κέσριμιθ χαμογέλασε πίσω από τον επίδεσμο που σκέπαζε το πρόσωπό της. «Τέλεια,» είπε. «Τέλεια.»

«Είστε ικανοποιημένη, Αρχόντισσά μου;» ρώτησε η χειρούργος.

«Πολύ ικανοποιημένη,» αποκρίθηκε εκείνη.

«Θα θέλατε κάτι να ρωτήσετε;»

«Δε νομίζω.»

«Πώς αισθάνεστε; Καμια ενόχληση;»

«Καμία απολύτως.» Η Κέσριμιθ, που ήταν καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού, κατέβηκε, έπιασε τη φούστα της από δίπλα, και τη φόρεσε. «Θα βγάλουμε αύριο και τον επίδεσμο από το μάγουλό μου;»

«Ναι, Αρχόντισσά μου.»

«Σας ευχαριστώ πολύ, και τους δύο,» είπε η Κέσριμιθ, ρίχνοντας μια ματιά και στη χειρούργο και στον Ερευνητή.

«Κάναμε εκείνο για το οποίο πληρωθήκαμε, Υψηλοτάτη,» αποκρίθηκε ο μάγος, «και ήταν ευχαρίστησή μας που σας υπηρετήσαμε ικανοποιητικά.»

«Θα ανταμειφθείτε όπως σας υποσχέθηκα.» Η Κέσριμιθ φόρεσε τα παπούτσια της. «Θα ξανασυναντηθούμε αύριο. Την ίδια ώρα, έτσι;»

«Ό,τι επιθυμείτε εσείς, Αρχόντισσά μου,» είπε η χειρούργος. «Είμαστε στη διάθεσή σας.»

Η Κέσριμιθ τούς χαιρέτησε κι έφυγε από το δωμάτιο, βαδίζοντας μέσα στους διαδρόμους του Μεγάρου των Φυλάκων. Είμαι ξανά όμορφη! Ξανά όμορφη! Όπως παλιά. Είχε την εντύπωση – και, όντως, ίσως να μην ήταν τίποτα περισσότερο από μια εντύπωση, καταλάβαινε – ότι οι φρουροί έριχναν λάγνα βλέμματα στο σώμα της καθώς περνούσε από δίπλα τους.

Μπήκε στα δωμάτιά της και μια υπηρέτρια που ήταν εκεί τής είπε ότι ο κύριος Θόρεντιν τη ζητούσε. Η Κέσριμιθ πήγε στο γραφείο της, κάθισε στην πολυθρόνα, και τον κάλεσε μέσω του τηλεπικοινωνιακού διαύλου.

«Νιρλίσα,» άκουσε τη φωνή του απ’το μεγάφωνο.

«Τι είναι, Θόρεντιν;»

«Θα μπορούσα να σου μιλήσω από κοντά για το θέμα του τηλεοπτικού σταθμού;»

«Φυσικά. Στα δωμάτιά μου είμαι· έλα.»

Είχαν ήδη μιλήσει για τον τηλεοπτικό σταθμό του Φύλακα χτες το απόγευμα αλλά δεν είχαν πάρει καμια απόφαση σχετικά με το πώς να δράσουν· ο Θόρεντιν τής είχε πει ότι θα το σκεφτόταν και θα της ξαναμιλούσε αύριο.

Η Κέσριμιθ άναψε τσιγάρο καθώς τον περίμενε, αφού ειδοποίησε την υπηρέτρια να τον δεχτεί χωρίς καθυστέρηση όταν ερχόταν.

Ο Θόρεντιν δεν άργησε να την επισκεφτεί. «Πώς είσαι, νιρλίσα;» ρώτησε μπαίνοντας στο γραφείο.

Η Κέσριμιθ, αφήνοντας το τσιγάρο της στο τασάκι, σηκώθηκε όρθια και ύψωσε τη φούστα της δείχνοντάς του το θεραπευμένο δεξί πόδι της. «Φαίνεται τίποτα από τα εγκαύματα;»

Το βλέμμα του την ερεύνησε επισταμένα για μερικές στιγμές. «Δε νομίζω,» είπε μ’ένα ελαφρύ κόμπιασμα στη φωνή του. Πλησίασε για ν’αγγίξει τη γαλανή σάρκα της, αρκετά εκατοστά πάνω από το γόνατο.

Η Κέσριμιθ απομάκρυνε το χέρι του. «Αργότερα ίσως,» είπε αφήνοντας τη φούστα της να πέσει πάλι γύρω από τους αστραγάλους της. «Γιατί ήθελες να μου μιλήσεις; Αποφάσισες τι πρέπει να κάνουμε;»

Ο Θόρεντιν καθάρισε τον λαιμό του. «Σκέφτηκα διάφορα πράγματα απλώς· η απόφαση θα είναι δική σου.»

Η Κέσριμιθ κάθισε πάλι στην πολυθρόνα πίσω απ’το γραφείο της, αναρωτούμενη γιατί ο Θόρεντιν ακουγόταν διστακτικός. Πήρε το τσιγάρο της από το τασάκι. «Πες μου.»

Ο Αρχικατάσκοπος κάθισε αντίκρυ της. «Σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, ο σταθμός είναι βορειοανατολικά της πόλης, μέσα στο Χαμηλό Δάσος, εκεί όπου υπάρχει μια κεραία επάνω σε κάτι βράχους. Αν στείλουμε ανιχνευτικά αεροσκάφη προς τα εκεί, θα τα κυνηγήσουν αναμφίβολα τα αεροσκάφη της Κοινοπολιτείας· επομένως, δεν συμφέρει. Επιπλέον, ίσως η κεραία να μη φαίνεται από τον αέρα, αν την καλύπτει η βλάστηση. Το καλύτερο, λοιπόν, είναι να στείλουμε κάποιους ανιχνευτές ξηράς. Αν και μπορεί κι αυτούς να τους εντοπίσουν οι άνθρωποι του Φύλακα και να τους επιτεθούν. Αποκλείεται ο Φύλακας να μη φρουρεί κάπως τον τηλεοπτικό σταθμό του…»

«Ποιο είναι το συμπέρασμα, συνεπώς;»

«Τρεις, τέσσερις άνθρωποι ίσως να μπορούν να περάσουν απαρατήρητοι, ειδικά αν δεν είναι πάνω σε οχήματα κι αν δεν καβαλούν άλογα ή γιγαντόλυκους. Ωστόσο, τρεις, τέσσερις άνθρωποι πολύ πιθανόν να μην είναι αρκετοί για να καταστρέψουν τον τηλεοπτικό σταθμό· δεν ξέρουμε τι είδους φρούρηση έχει. Καταλαβαίνεις το πρόβλημα, νιρλίσα;»

«Ναι,» είπε η Κέσριμιθ τελειώνοντας το τσιγάρο της και σβήνοντάς το, «καταλαβαίνω. Αλλά τι θα κάνουμε; Δε μπορούμε να τον αφήσουμε να εκπέμπει.»

«Γιατί απλά να μην τον μπλοκάρουν οι μάγοι μας όπως την προηγούμενη φορά;»

«Γιατί δεν είναι βέβαιο ότι πάντα θα τα καταφέρνουν, είναι;»

«Δεν ξέρω· δεν είμαι μάγος. Ίσως και να είναι.»

«Επιπλέον,» πρόσθεσε η Κέσριμιθ, «όσο είναι απασχολημένοι μ’αυτό, δεν μπορούν ν’ασχοληθούν μ’άλλα πράγματα· και βρισκόμαστε σε κατάσταση πολιορκίας, Θόρεντιν, αν όχι σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου μέσα στην ίδια την πόλη.»

«Ναι…» Ο Αρχικατάσκοπος ήταν σκεπτικός, κοιτάζοντας τα αντικείμενα στο γραφείο της, ενώ οι μύτες των δαχτύλων των χεριών του ήταν ενωμένες.

«Πρέπει να στείλουμε κάποιους να προσπαθήσουν να καταστρέψουν τον τηλεοπτικό σταθμό,» είπε η Κέσριμιθ· «δεν μπορούμε να τον αφήσουμε έτσι.»

«Ξέρεις τι σκέφτομαι, νιρλίσα;»

Τον ατένισε ερωτηματικά.

«Τους Εκτελεστές του Ιερού Δέους. Αυτοί θα μπορούσαν να το κάνουν. Αν ο Στρατηγός παραδεχόταν ότι τους έχει φέρει εδώ και δεχόταν να τους στείλει–»

«‘Δεχόταν’; Ο Σέλιρ παίρνει διαταγές από εμένα, Θόρεντιν· δεν είναι αυτοκέφαλος!»

«Έχει αρχίσει, όμως, να γίνεται, σταδιακά, ολοένα και πιο αυτοκέφαλος, νιρλίσα… Αν του μιλούσες, αν του ζητούσες να στείλει τους Εκτελεστές–»

«Μα ισχυρίζεται πως δεν τους έχει φέρει εκείνος, Θόρεντιν!»

«Νομίζω, ωστόσο, ότι εσύ θα μπορούσες κάπως να το κανονίσεις το θέμα. Γνωρίζω τις ικανότητές σου στη διπλωματία… και σε άλλους τομείς, φυσικά.» Χαρνώθιο χιούμορ.

Η Κέσριμιθ μειδίασε μέσα από το στενό άνοιγμα του επιδέσμου. «Είσαι αναιδής, Αρχικατάσκοπε. Πρέπει να σε πειθαρχήσω.»

«Αυτή είναι και η δική μου επιθυμία.» Κι άλλο Χαρνώθιο χιούμορ.

Η Κέσριμιθ γέλασε, αλλά δεν άργησε να σοβαρέψει. «Δεν έχεις, δηλαδή, καμια πρόταση να κάνεις για τον τηλεοπτικό σταθμό;»

«Σου είπα τι προτείνω: τους Εκτελεστές του Ιερού Δέους. Δεν υπάρχουν καλύτεροι άνθρωποι για ν’αναλάβουν κάτι τέτοιο. Ακόμα και καταδρομείς αν στέλναμε δεν θα ήμουν καθόλου βέβαιος για την επιτυχία τους.»

«Αλλά οι Εκτελεστές πιστεύεις ότι θα τα καταφέρουν…»

«Αν όχι αυτοί, τότε ποιοι;»

«Χμ.»

*

Ο Εθέλδιρ ξύπνησε ακούγοντας τους θορύβους των πολιορκητικών μηχανών.

Βγήκε από τη σκηνή του για να δει τα όπλα της Κοινοπολιτείας να χτυπούν τα βόρεια τείχη της Φάνρηβ. Ένιωσε παράξενα προς στιγμή. Σαν κάτι να μην πήγαινε καθόλου καλά. Μια αίσθηση αποπροσανατολισμού. Είχε συνηθίσει να βρίσκεται πίσω από αυτά τα τείχη όταν τα όπλα τα χτυπούσαν, όχι έξω από αυτά. Ήταν σαν να είχε βρεθεί ξαφνικά μέσα σε κάποιο παράξενο όνειρο. Βημάτισε ξυπόλυτος επάνω στο υγρό χώμα της υπαίθρου, για να σταματήσει τελικά σ’ένα σημείο ανάμεσα στις σκηνές απ’όπου μπορούσε να δει καλύτερα την πόλη και τους Χαρνώθιους υπερασπιστές στις τσακισμένες επάλξεις της – άνθρωποι και μεγάλα όπλα διαφόρων ειδών.

Η Ναλτάμα’χοκ ήταν απρόσμενα δίπλα του, έχοντας πλησιάσει σιωπηλή σαν φάντασμα των δασών, με το ραβδί της στο χέρι – ένα από αυτά τα ραβδιά που είχαν συνήθως οι Διαλογιστές, γεμάτα κρυστάλλους, κάτοπτρα, κυκλώματα.

«Μοιάζεις παραξενεμένος για κάποιο λόγο,» του είπε.

Ο Εθέλδιρ χαμογέλασε. «Δεν είναι τίποτα… Απλώς μου φαντάζει περίεργο να βλέπω την πολιορκία απ’αυτή τη μεριά. Είναι πιο… είναι σαν θέατρο από εδώ. Λιγότερο αληθινή.»

«Μέσα στην πόλη τα πράγματα είναι χειρότερα.» Δεν ήταν ερώτηση. Άλλωστε, είχε βρεθεί κι εκείνη πίσω από τα τείχη, αν και για λίγο.

«Πολύ χειρότερα.»

Σύντομα, το βλέμμα του προσέλκυσαν δύο γυναίκες: η μία, πρασινόδερμη με κόκκινα μαλλιά μακριά ώς τη μέση· η άλλη, μαυρόδερμη με μαλλιά πράσινα, κομμένα κοντά. Κι οι δύο όμορφες, αλλά με τελείως διαφορετικό τρόπο. Και είχαν κάτι στο βάδισμά τους και στο πώς στέκονταν που τις έκανε να ξεχωρίζουν. Αναμφίβολα δεν ήταν μισθοφόροι. Δεν κουβαλούσαν όπλα, κατά πρώτον, ούτε φορούσαν πανοπλίες· τα ρούχα τους ήταν φαρδιά και άνετα.

«Ποιες είν’ αυτές;» ρώτησε ο Εθέλδιρ τη Ναλτάμα’χοκ.

«Οι νοοχορεύτριες.»

«Νοοχορεύτριες;»

«Ναι. Γνωρίζεις τι σημαίνει αυτό, σίγουρα…»

Ο Εθέλδιρ συνοφρυώθηκε. «Θα μπορούσαν να κάνουν μια μαντεία για εμένα; Για εμάς; Σχετικά με την εισβολή που θα επιχειρήσουμε;»

«Σ’απασχολεί κάτι συγκεκριμένο; Ή γενικά;»

«Μ’απασχολεί ο αδελφός μου.»

«Ο Κάλνεντουρ…»

Ο Εθέλδιρ ένευσε. «Αναρωτιέμαι αν έχει αντιληφτεί κάτι.»

«Για το σχέδιό σου;»

«Ναι. Αν και δεν άφησα τίποτα να διαρρεύσει. Ωστόσο, ο Κάλνεντουρ έχει κατασκόπους μέσα στην πόλη. Και έχει κι αυτός έναν νοοχορευτή.»

«Αν μάθει, ή καταλάβει, για το σχέδιό μας θα προσπαθήσει να μας σταματήσει απ’το να εισβάλουμε;»

«Κατά πάσα πιθανότητα. Εκτός αν έχει τίποτα χειρότερο στο μυαλό του.»

«Δεν τον καταλαβαίνω καθόλου τον αδελφό σου. Τι έχει ενάντια στον αδελφό μου; Τι έχει ενάντια στην Κοινοπολιτεία;»

«Ούτε εγώ τον καταλαβαίνω τον Κάλνεντουρ, Ναλτάμα. Θα μπορούσαν, όμως, οι νοοχορεύτριες να χορέψουν για εμάς;»

«Υποθέτω πως ναι.»

Πήγαν στη σκηνή του Άσραδλιν και τον βρήκαν να στέκεται απέξω συζητώντας με τη Στρατηγό Μάρναλιθ και τον Βάρναλιρ, τον Μαυρόλυκο Αρχικαβαλάρη. Η όψη του τελευταίου έμοιαζε άγρια, πιο άγρια απ’ό,τι συνήθως. Το βλέμμα του στράφηκε στον Εθέλδιρ.

«Πρόμαχε…» είπε.

«Βάρναλιρ,» αποκρίθηκε εκείνος. Και πρόσθεσε: «Λυπάμαι για τον θάνατο του ξαδέλφου σου.» Ήταν βέβαιος πως η άγρια όψη του οφειλόταν στο γεγονός ότι ο Ριλάθιρ αλ Θάρναθ είχε σκοτωθεί· ο Φύλακας πρέπει να του το είχε μόλις πει.

«Πέθανε πολεμώντας για τη Φάνρηβ,» είπε ο Βάρναλιρ σαν αυτό να δικαίωνε τον θάνατο του Ριλάθιρ.

Ο Εθέλδιρ ρώτησε τον Άσραδλιν: «Φύλακά μου, θα μπορούσαν οι νοοχορεύτριες να χορέψουν για εμάς;» Και του εξήγησε ότι φοβόταν για το τι μπορεί να έκανε ο Κάλνεντουρ. «Μέσα από τα λόγια τους, ίσως να διακρίνουμε κάτι που θα μας βοηθήσει.»

Ο Άσραδλιν συμφώνησε· και σύντομα οι μαχητές του στρατοπέδου κάρφωσαν πασσάλους στο έδαφος, σχηματίζοντας έναν κύκλο, μέσα στον οποίο στάθηκαν οι δύο παράξενες γυναίκες ντυμένες μόνο με κροσσωτές περισκελίδες και κροσσωτούς στηθόδεσμους. Ο ψυχρός αέρας που φυσούσε δεν έμοιαζε να τις ενοχλεί. Τα κόκκινα μαλλιά της Σερφία (η οποία, όπως είπε ο Φύλακας στον Εθέλδιρ, ήταν μονήρης, δεν ανήκε σε οίκο) ανέμιζαν σαν φωτιές γύρω απ’το κεφάλι της.

Οι δύο νοοχορεύτριες έκαναν μια μικρή υπόκλιση προς τη μεριά του Άσραδλιν ωλ Χέρκανεκ και, μετά, γονάτισαν αντικριστά στο αριστερό γόνατο, με τον δεξή τους αγκώνα ακουμπισμένο στο δεξί γόνατο και το σαγόνι τους να στηρίζεται στη δεξιά τους γροθιά. Για λίγο έμειναν ακίνητες σ’αυτή τη στάση, μοιάζοντας με τα σώματά τους να συμπληρώνουν ένα ενιαίο σχήμα. Ύστερα, τόσο ξαφνικά που έκαναν τον Εθέλδιρ να σαστίσει, άρχισαν να κινούνται, να χορεύουν, να στροβιλίζονται, να λικνίζονται, και να κυρτώνουν με τρόπους απίστευτους. Η μία ήταν σαν να χανόταν μέσα στην άλλη· ήταν δύσκολο να διακρίνεις πού ξεκινούσε η Σερφία και πού τελείωνε η Ναλτάφιρ. Θα νόμιζε κανείς πως δεν ήταν πλέον δύο γυναίκες αλλά ένα πλάσμα, δικέφαλο και με περισσότερα μέλη απ’ό,τι μπορούσες εύκολα να μετρήσεις. Ο Εθέλδιρ αισθανόταν μαγεμένος από το θέαμα του χορού τους, όμως δεν τις έβλεπε ερωτικά – δεν μπορούσε να τις δει ερωτικά – τις έβλεπε σαν οπτασίες, ή σαν νύμφες των ομιχλιασμένων δασών, κόρες μυστηριακών θεών που ξεπροβάλλουν μέσα από τις αφηγήσεις σκοτεινών θρύλων. Και παραπάνω από μια στιγμή νόμισε πως εσκεμμένα η Σερφία ή η Ναλτάφιρ τον ατένισε κατάματα, λες και προσπαθούσε με τα μάτια της να διεισδύσει στο μυαλό του. Ή ίσως απλά να ήταν η εντύπωσή του…

Όταν ο χορός τους τελείωσε, πήραν την αρχική τους στάση, γονατισμένες αντικριστά, και μετά ορθώθηκαν χωρίς βιάση και βάδισαν προς τον Εθέλδιρ, τον Άσραδλιν, τη Ναλτάμα’χοκ, και τους άλλους. Η Καλφίριθ τούς έδωσε τις κάπες τους κι αυτές τις φόρεσαν διαδικαστικά, κρύβοντας τα όμορφα σώματά τους.

«Διαιρεμένη είναι η πόλη,» άρχισε να λέει η Σερφία, «αίμα κυλά στους δρόμους της, οργισμένοι είν’ οι κάτοικοί της.» «Η κυρά τους,» συνέχισε η Ναλτάφιρ, «προσπαθεί να τους θέσει υπό την κυριαρχία της και σκέφτεται πώς να χρησιμοποιήσει έναν ξένο που όλοι τους σέβονται.» «Αλλά και πώς να κάνει τον μεγάλο εχθρό της να χάσει για πάντα τη μιλιά του, να μη μπορεί πια ν’αναστατώσει τους πολίτες της.» «Οι επαναστάτες που έχουν φλογισμένη καρδιά περιμένουν τις ώρες να κυλήσουν, ενώ ετοιμάζουν τα όπλα τους, για να χτυπήσουν τους τυράννους απ’τα νώτα.» «Εκεί όπου οι σύμμαχοί τους έχουν ήδη τραυματίσει την πόλη περισσότερο, ανοίγοντας καινούργιες πύλες.» «Μεγάλη πίστη έχουν σ’έναν παλιό αρχηγό επαναστάτη που μ’ένα μάτι τούς κοιτάζει.» (Για εμένα μιλάει; σκέφτηκε ο Εθέλδιρ, νιώθοντας για κάποιο λόγο τις τρίχες του να ορθώνονται και το χαμένο μάτι του να τον ξύνει πίσω από την καλύπτρα.) «Όλες τους οι ελπίδες είναι σ’αυτόν, που θα έρθει μαζί με τους συμμάχους τους από έξω, για να επαναφέρουν την ελευθερία και τη δικαιοσύνη.» «Αλλά και τον άντρα μιας νεκρής αρχηγού κοιτάζουν μ’ελπίδα, χωρίς να ξέρουν ότι οι παλιοί του εχθροί πώς να του δώσουν τέλος συλλογιούνται και να γκρεμίσουν το έργο του.» (Για τον Νάλντιρ λένε τώρα; Για τον Νάλντιρ αλ Σάρεθουν; αναρωτήθηκε ο Εθέλδιρ.) «Οι δυνάμεις που τώρα κρατούν την πόλη δεν θα παραδοθούν εύκολα, ούτε θα υποχωρήσουν.» «Μέσα στους ίδιους τους δρόμους θα πολεμήσουν· τους δρόμους τείχη τους θα κάνουν· τα πάντα είναι όπλα γι’αυτούς!» «Κι ένας ανάμεσά τους, τον οποίο η μεγάλη κυρά φοβάται πια, είναι πρόθυμος να μην αφήσει τίποτα να σταθεί ενάντια στον νόμο.» «Μια κρυφή συμμαχία προετοιμάζεται, για να χτυπήσουν αυτούς που κάποιοι ως σωτήρες βλέπουν· και μέσα από σκοτεινά μονοπάτια συλλογιέται πώς να οδηγήσει τους υπερασπιστές της πόλης, τους δυνάστες της, ένας άντρας που μονάχα την ελευθερία αναζητά και πουθενά δεν τη βλέπει.» (Ο Κάλνεντουρ; Μιλάνε για τον Κάλνεντουρ; Δε μπορεί ο Κάλνεντουρ νάχει συμμαχήσει με τους Χαρνώθιους, μα τον Νούρκας!) «Όταν οι πιο δυνατοί έχουν ο ένας χύσει το αίμα του άλλου στους δρόμους της πόλης, οι ακούραστοι πολεμιστές που δεν θέλουν κανέναν τους θα υπερισχύσουν.» «Μετά χαράς θα θανατώσουν πολλούς για να πετύχουν το όραμά τους.» «Κι ο άντρας που όλοι θέλουν να πάρουν με το μέρος τους – ο ξένος – παρατηρεί και είναι απεγνωσμένος.» «Σε πολλούς σκέφτεται πώς να μιλήσει, κι έχει πλάι του μια γυναίκα από ακόμα πιο μακρινά μέρη η οποία έχει γνώσεις για τους κατοίκους της πόλης που άλλοι δεν έχουν.» «Ούτε καν οι ακούραστοι μαχητές.» (Για τον Άλφεντουρ και τη Λαρβάκι λένε τώρα;)

Οι νοοχορεύτριες έπαψαν να μιλάνε.

«Σας ευχαριστώ,» είπε ο Άσραδλιν.

«Εξοχότατε,» αποκρίθηκε μόνο η Ναλτάφιρ, κι έκαναν κι οι δυο τους μια υπόκλιση.

Ο Φύλακας στράφηκε στον Εθέλδιρ, ατενίζοντάς τον ερωτηματικά.

«Δεν ξέρω,» είπε εκείνος. «Είναι… είναι σαν να υπονόησαν ότι ο Κάλνεντουρ θα συμμαχήσει με τους Χαρνώθιους, ή έχει ήδη συμμαχήσει. Αλλά δεν το θεωρώ και πολύ πιθανό. Δε μπορώ να φανταστώ την Αρχόντισσα ποτέ να συμμαχεί με τους αυτονομιστές· πόσω μάλλον τον Στρατηγό Σέλιρ αλ Σίριλναθ. Κι οι δυο τους μισούν τους αυτονομιστές· τους θεωρούν παράνομους, κακοποιούς.»

Ο Άσραδλιν έστρεψε τώρα το ερωτηματικό βλέμμα του στις νοοχορεύτριες. «Μπορείτε να δώσετε κάποια εξήγηση;»

«Φύλακά μου,» είπε η Ναλτάφιρ, «εμείς μόνο αφουγκραζόμαστε ό,τι ο χορός μάς ψιθυρίζει. Δεν ξέρουμε τίποτα περισσότερο.»

Η Ναλτάμα’χοκ είπε: «Εγώ πρόσεξα κάτι άλλο σ’αυτά που ανέφεραν…» Στράφηκαν άπαντες να την κοιτάξουν. «Σε κάποια στιγμή είπαν ότι η κυρά της πόλης – η Αρχόντισσα Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ, υποθέτω – σκέφτεται πώς να κάνει τον μεγάλο εχθρό της να πάψει να μιλά. Δηλαδή εσένα, Άσραδλιν.» Κοίταξε τον αδελφό της. «Ίσως να έχει κάποιο σχέδιο για να καταστρέψει τον τηλεοπτικό σταθμό μας.»

«Με σταμάτησε χτες,» είπε εκείνος· «οι μάγοι της μπλόκαραν το σήμα. Αυτό μάλλον εννοούσαν τα λόγια των νοοχορευτριών, Ναλτάμα.»

«Μπορεί· ή ίσως και κάτι περισσότερο.»

«Η Αρχόντισσα δεν ξέρει πού είναι ο σταθμός.»

«Αλλά δεν αποκλείεται να το έχει ανακαλύψει. Υπάρχουν ξόρκια για τέτοιες δουλειές, Άσραδλιν. Θα πρότεινα να στείλεις κάποιους μαχητές μας εκεί, για παν ενδεχόμενο.»

«Υπάρχουν ήδη μαχητές μας εκεί· περισσότεροι απ’αυτούς που συνόδεψε αρχικά ο Εθέλδιρ.»

«Στείλε κι άλλους.»

Ο Άσραδλιν συνοφρυώθηκε, σκεπτικός. «Φαίνεται να το έχεις πάρει πολύ σοβαρά, Ναλτάμα. Αλλά ίσως να μην είναι τίποτα.»

Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους, σιωπηλή.

«Το ζητούμενο τώρα είναι αν ο Κάλνεντουρ σχεδιάζει κάτι εναντίον μας. Αν ξέρει για την επίθεση που σκοπεύουμε να κάνουμε. Και η μαντεία δεν νομίζω πως μας αποκαλύπτει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ο αδελφός σου,» είπε ο Φύλακας κοιτάζοντας τον Εθέλδιρ, «μάλλον δεν ξέρει τίποτα.»

«Ναι, μάλλον,» συμφώνησε εκείνος, αν και συλλογισμένος.

«Ας στείλουμε, πάντως, μερικούς ακόμα μαχητές στον τηλεοπτικό σταθμό,» είπε ο Άσραδλιν. «Για καλό και για κακό. Δε βλάπτει.» Στράφηκε στη Μάρναλιθ. «Δεν τους χρειαζόμαστε όλους στο στρατόπεδο, έτσι δεν είναι, Στρατηγέ;»

«Μπορείς άνετα να στείλεις καμια ντουζίνα, Φύλακά μου. Δε θα υπάρξει πρόβλημα.»

«Κανόνισέ το. Στείλε κάποιους που είναι αρκετά ικανοί. Και στείλε επίσης έναν μάγο του τάγματος των Τεχνομαθών, αν είναι εφικτό. Την επόμενη φορά που θα μιλήσω στον λαό μου δεν θέλω οι δυνάστες της Χάρνωθ να με σταματήσουν. Θέλω να φαίνεται ότι είμαστε ισχυρότεροι από αυτούς.»

«Συμφωνώ,» αποκρίθηκε η Μάρναλιθ. «Είναι καλό για το ηθικό των πολιτών της Φάνρηβ.»

*

Οι εξεγερμένοι πολίτες του Σκοτεινού Παζαριού και του Νυκτόκηπου προετοιμάζονταν με κάθε δυνατή μυστικότητα. Μόνο οι αρχηγοί τους ήξεραν τι ακριβώς θα συνέβαινε· οι άλλοι απλώς γνώριζαν ότι έπρεπε να οπλιστούν και να περιμένουν μέχρι να τους πουν πως είχε έρθει η ώρα να επιτεθούν σ’ένα συγκεκριμένο μέρος όλοι μαζί. Από αυτό, βέβαια, πολλοί έκαναν διάφορες υποθέσεις, αλλά οι αρχηγοί τους τους είχαν ζητήσει να μη μιλάνε, να μη λένε τίποτα, γιατί κατάσκοποι της Αρχόντισσας τριγύριζαν ανάμεσά τους.

Το βασικότερο πρόβλημα ήταν να πάρουν όπλα. Είχαν, ασφαλώς, συγκεντρώσει αρκετά πλέον, όμως είχαν επίσης καταναλώσει και αρκετά πολεμοφόδια από τις συγκρούσεις τους με τους Χαρνώθιους. Και τώρα ο Νέλδουρ αλ Θάρναθ δεν μπορούσε να τους φέρει τίποτα από τον Ταριχευτή, καθώς ολόκληρη η εν λόγω συνοικία βρισκόταν υπό την επίβλεψη του στρατού του Βασιλείου – καμία ελευθερία κινήσεων δεν υπήρχε. Οι πολίτες του Νυκτόκηπου και του Σκοτεινού Παζαριού έπρεπε, λοιπόν, να στραφούν αλλού για όπλα, πυρομαχικά, και εξοπλισμούς. Στο ίδιο το Σκοτεινό Παζάρι υπήρχαν κάμποσες αποθήκες αλλά αυτές τις είχαν ήδη ανοίξει, και τώρα κανένας έμπορος δεν έφερνε τίποτ’ άλλο εδώ. Στον Νυκτόκηπο δεν υπήρχαν αποθήκες με όπλα· υπήρχαν μονάχα όπλα σε σπίτια – σε ντουλάπες, σε συρτάρια, σε κρυψώνες, σε μπαούλα, κάτω από καθίσματα και καναπέδες.

Η Ζιρίνα ωλ Φέρενερ, ο Νάλντιρ αλ Σάρεθουν, η Μάλμεντιρ αλ Ορένουν, και κάποιοι άλλοι αρχηγοί των εξεγερμένων πολιτών και παλιοί επαναστάτες έκριναν πως τα όπλα και τα πολεμοφόδια δεν επαρκούσαν για μια επίθεση στα βορειοανατολικά τείχη. «Οι μαχητές του Βασιλείου είναι πολύ καλύτερα οπλισμένοι από εμάς,» είπε ο Νάλντιρ. «Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι θα αιφνιδιαστούν από την έφοδό μας, η μάχη θα είναι άνιση.»

«Το όλο θέμα,» είπε μια παλιά επαναστάτρια, «είναι ότι θα τους κλείσουμε ανάμεσα σ’εμάς και στις δυνάμεις της Κοινοπολιτείας. Δε θα είμαστε μόνοι. Εννοείται πως μόνοι μας δεν έχουμε καμια ελπίδα να τους νικήσουμε – όχι, τουλάχιστον, χωρίς να σκοτωθούν πάρα πολλοί από εμάς.»

«Καλό θα ήταν, όμως, να είχαμε περισσότερα όπλα,» επέμεινε ο Νάλντιρ. «Χρειαζόμαστε σφαίρες, χειροβομβίδες, πανοπλίες, κράνη. Και υπάρχουν κι ορισμένοι πολίτες οπλισμένοι μόνο με σπαθιά ή τσεκούρια – δεν έχουν ούτε ένα πιστόλι.»

«Και πού προτείνεις να βρούμε όπλα;» ρώτησε η Μάλμεντιρ.

«Δεν ξέρω. Αυτό είναι το πρόβλημα.»

Η Ζιρίνα είπε: «Ίσως οι αυτονομιστές… αλλά δεν τους εμπιστεύομαι…»

«Τι εννοείς;» ρώτησε ο Νάλντιρ.

«Ίσως οι αυτονομιστές να μπορούσαν να μας δώσουν όπλα. Αλλά ποιος μας εγγυάται πως, αν μάθουν για το σχέδιό μας, δεν θα προσπαθήσουν να μας σταματήσουν;»

«Γιατί; Είναι κι αυτοί εχθροί των Χαρνώθιων.»

«Κι εχθροί του Φύλακα, επίσης, μην ξεχνάς, Νάλντιρ.»

«Τις προάλλες έσωσαν τον Εθέλδιρ κι εσένα από τους Εκτελεστές του Ιερού Δέους.»

«Αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Ο Κάλνεντουρ το έκανε επειδή ο Εθέλδιρ είναι αδελφός του, όχι επειδή μας συμπαθεί γενικά.»

Η Μάλμεντιρ είπε: «Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τα υπόγεια περάσματα των Παντοκρατορικών. Βγάζουν στη Μεγάλη Αγορά. Εκεί υπάρχουν πολλές αποθήκες όπλων, και οι Χαρνώθιοι δεν έχουν ακόμα θέσει τη συνοικία υπό στρατιωτική επίβλεψη.»

«Τα περάσματα όμως παρακολουθούνται, Μάλμεντιρ,» είπε η Ζιρίνα.

«Σκοτώσαμε όλους τους παλιούς πράκτορες της Παντοκράτειρας. Ποιος θα είναι εκεί τώρα; Οι μαχητές της Χάρνωθ; Μάλλον όχι. Η Αρχόντισσα δεν ξέρει για τα περάσματα· μόνο ο Στρατηγός ξέρει. Έτσι δεν είπε η Λαρβάκι;»

Η Ζιρίνα κοίταξε τους άλλους. «Τι λέτε;»

«Ας το προσπαθήσουμε,» είπε ο Νάλντιρ. «Αλλιώς θα είναι σαν να τρέχουμε ολόγυμνοι καταπάνω σ’έναν τεράστιο γιγαντόλυκο με πολύ κοφτερά δόντια.»

*

«Στρατηγέ, μπορώ να σου μιλήσω για λίγο; Ιδιαιτέρως;»

«Ασφαλώς, Αρχόντισσά μου.»

Βγήκαν από την Αίθουσα του Φύλακα, όπου βρίσκονταν κι άλλοι εκτός από αυτούς (στρατιωτικοί, ευγενείς, κατάσκοποι, σύμβουλοι, υπηρέτες, φρουροί), και πήγαν σ’ένα παράπλευρο, μικρό καθιστικό.

Η Κέσριμιθ έκλεισε την πόρτα πίσω τους. «Στρατηγέ,» είπε, «χρειάζομαι τους Εκτελεστές του Ιερού Δέους για μια πολύ σημαντική δουλειά.»

Ο Σέλιρ την ατένισε καχύποπτα. Προσπαθεί να με κάνει να παραδεχτώ πως εγώ τούς έφερα εδώ. Ίσως να έχει ενεργή και καμια συσκευή ηχογράφησης κρυμμένη κάπου μες στα ρούχα της. –Δεν πρόκειται να καταφέρει τίποτα! Νομίζει ότι είμαι ηλίθιος; «Σου είπα, Αρχόντισσά μου: δεν έχω καμία σχέση με την παρουσία των Εκτελεστών, ή με τον φόνο της Χαρκάνιθ αλ Σάρεθουν.»

«Ας είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας, Στρατηγέ. Δεν προσπαθώ να σε παγιδέψω. Χρειάζομαι πραγματικά τους Εκτελεστές.»

Λες και διαβάζει το μυαλό μου, η καταραμένη! «Δεν έχω επαφή μαζί τους. Αλλά αναρωτιέμαι σε τι σου χρειάζονται…» Για να δούμε τι θα απαντήσει τώρα!

«Σκέφτομαι να τους στείλω να καταστρέψουν τον τηλεοπτικό σταθμό του Φύλακα, στο Χαμηλό Δάσος, βορειοανατολικά της πόλης. Εκεί τον εντόπισαν οι μάγοι μας–»

«Το έχω πληροφορηθεί.»

Αναρωτιέμαι από ποιον, Στρατηγέ, σκέφτηκε η Κέσριμιθ. Μ’αυτή του τη φράση ο Σέλιρ ήταν σαν να παραδεχόταν ότι κάποιοι ανέφεραν απευθείας σ’εκείνον και μόνο σ’εκείνον. Τι είχε ο Στρατηγός εδώ πέρα – το προσωπικό του δίκτυο κατασκόπων; Ποιος νόμιζε πως ήταν;

Αλλά η Κέσριμιθ δεν θέλησε να το κάνει θέμα τώρα. «Θα καταλαβαίνεις, λοιπόν, ότι πρέπει να καταστρέψουμε τον σταθμό όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Δε μπορώ ν’αφήσω τον Φύλακα να μιλά ελεύθερα μέσα στην πόλη· ξεσηκώνει τους πολίτες εναντίον μας.»

Ο Σέλιρ όφειλε να παραδεχτεί, σιωπηλά, ότι σ’αυτό η ανόητη Αρχόντισσα είχε δίκιο. «Θα στείλουμε καταδρομείς–»

«Ο Θόρεντιν θεωρεί πως δεν θα κατορθώσουν να φέρουν σε πέρας μια τέτοια αποστολή. Ο Φύλακας θα έχει φρουρούς στον σταθμό. Και δεν μπορούν παρά μόνο λίγοι καταδρομείς να πάνε ώς εκεί, αλλιώς θα τους εντοπίσουν προτού καν φτάσουν. Επιπλέον, δεν ξέρουμε πού ακριβώς είναι ο σταθμός· θα χρειαστεί να ερευνήσουν για να τον βρουν. Οι Εκτελεστές είναι οι πιο κατάλληλοι για μια τέτοια δουλειά.»

Η καταραμένη έχει δίκιο και πάλι, συλλογίστηκε ο Σέλιρ. Αλλά δεν μπορούσε να της αποκαλύψει ότι εκείνος ήταν που είχε φέρει εδώ τους Εκτελεστές του Ιερού Δέους.

«Δεν πρόκειται να συμβεί τίποτα,» τον διαβεβαίωσε η Κέσριμιθ βλέποντας τον δισταγμό του, «αν μου πεις ότι εσύ έφερες τους Εκτελεστές, Σέλιρ. Καταλαβαίνω τους λόγους σου.»

Ο Σέλιρ έμεινε σιωπηλός ξανά. Τι καταλαβαίνει από τους λόγους μου; Καταλάβαινε ότι, εκτός των άλλων, πολύ θα ήθελε να τη δει νεκρή; Σχεδίαζε, άραγε, πώς εκείνη να τον ξεφορτωθεί πρώτη; Ίσως θα έπρεπε να κινηθώ γρήγορα εναντίον της…

Η Κέσριμιθ, εξακολουθώντας να τον βλέπει διστακτικό, προβληματισμένο, συνέχισε: «Καταλαβαίνω ότι ενδιαφέρεσαι για το προτεκτοράτο, Στρατηγέ. Θέλεις να βγάλεις από τη μέση εκείνους που είναι οι πιο επικίνδυνοι εχθροί μας. Είναι κατανοητό – αν και εγώ, προσωπικά, θα προτιμούσα να τους κάνω συμμάχους μου, όπως ξέρεις. Ωστόσο, δεν θεωρώ προδοτική την ενέργειά σου. Ίσως κι εγώ η ίδια να καλούσα Εκτελεστές του Ιερού Δέους, αν δεν το είχες ήδη πράξει εσύ. Αν δεχτείς να συνεργαστούμε, δεν πρόκειται ούτε να σε διώξω από το προτεκτοράτο ούτε να αιτήσω να τιμωρηθείς με κανέναν τρόπο.»

Με απειλεί τώρα; σκέφτηκε ο Σέλιρ. Συγκαλυμμένα;

«Θα με βοηθήσεις, ή όχι;» τον ρώτησε επίμονα. «Αν μάθω πως οι Εκτελεστές κατέστρεψαν τον τηλεοπτικό σταθμό, θα ξέρω ότι εσύ τούς έστειλες. Και είμαι σίγουρη πως θα τους στείλεις. Ούτε εσύ θέλεις ο Φύλακας να μιλά ελεύθερα μέσα στην πόλη, έτσι δεν είναι;»

«Κάνει, αναμφίβολα, κακό στους πολίτες,» συμφώνησε ο Στρατηγός.

«Λοιπόν;»

Ο Σέλιρ σκέφτηκε: Ίσως να έχει ήδη βάλει τον Θόρεντιν να με παρακολουθεί στενά. Αν αρνιόταν να παραδεχτεί τη σχέση του με τους Εκτελεστές και μετά επιχειρούσε να μιλήσει μαζί τους για να τους πει να καταστρέψουν τον τηλεοπτικό σταθμό (ή για κάποιο άλλο λόγο), μπορεί ο Αρχικατάσκοπος να το μάθαινε: και τότε η αντίδραση της ανόητης Αρχόντισσας θα ήταν άσχημη. Καλύτερα να νομίζει πως μ’έχει του χεριού της.

«Θα τους ειδοποιήσω,» είπε.

«Εσύ τούς έφερες εδώ, επομένως. Χωρίς να με ρωτήσεις. Γιατί, Σέλιρ;»

«Γιατί ήξερα πως θα αρνιόσουν. Ή κάνω λάθος;»

«Δεν κάνεις λάθος.»

«Το είχες ήδη αρνηθεί μία φορά, όταν σ’το είχα προτείνει.»

«Ναι,» παραδέχτηκε η Κέσριμιθ. Και ρώτησε: «Ποιους στόχους έχεις κατά νου;»

«Τους έστειλα να σκοτώσουν τον ταραχοποιό Εθέλδιρ ωλ Σαρέλκεμ προτού τους στείλω να σκοτώσουν τη Χαρκάνιθ…»

«Και;»

«Δεν τα κατάφεραν. Ήταν έξι Εκτελεστές – μία Δίκη – και οι τρεις σκοτώθηκαν. Ο δαιμονισμένος ήταν σαν, κάπως, να τους περίμενε. Αλλά δεν μπορώ να φανταστώ πώς.»

«Παράξενο,» είπε η Κέσριμιθ.

«Τους είχε στήσει παγίδα. Μόλις εισέβαλαν στο σπίτι του, πετάχτηκαν αμέσως οπλισμένοι μαχητές από πίσω τους: καθόλου λίγοι.»

«Ποιος μπορεί να σε πρόδωσε, Στρατηγέ;»

«Δεν έχω ιδέα. Μόνο εγώ και οι Εκτελεστές ξέραμε για την επίθεση. Την ίδια μέρα που ήρθαν στην πόλη τούς έστειλα εναντίον του.»

«Χμ… Κάποιου είδους μαντεία, ίσως.»

«Μαντεία;»

«Δεν ξέρεις από μαντείες, Στρατηγέ;»

«Πολύ αβέβαια πράγματα για να στήσεις μια τέτοια ενέδρα.»

«Τι άλλη εξήγηση δίνεις;»

«Δεν έχω καμια εξήγηση να δώσω. Δυστυχώς.»

«Στην περίπτωση της Χαρκάνιθ, όμως, κανένας δεν περίμενε τους Εκτελεστές, έτσι δεν είναι;» είπε η Κέσριμιθ.

«Ναι,» ένευσε ο Σέλιρ.

«Τέλος πάντων,» είπε η Κέσριμιθ. «Στείλε τους τώρα να καταστρέψουν τον τηλεοπτικό σταθμό. Τρεις έχουν απομείνει, είπες;»

«Τρεις.»

«Θα τα καταφέρουν, νομίζεις;»

«Λογικά, πρέπει να τα καταφέρουν.»

*

Το μεσημέρι, η Κέσριμιθ γευμάτισε με την Αρωγό της, στα δωμάτιά της, ενώ οι θόρυβοι της πολιορκίας αντηχούσαν. Κρότοι, δυνατοί κρότοι, από τα βόρεια τείχη.

Η Κέσριμιθ αναστέναξε και σηκώθηκε από το τραπέζι για να βάλει μουσική· το κεφάλι της βούιζε πια, δεν μπορούσε ν’ακούει άλλο τα όπλα του καταραμένου Φύλακα να σφυροκοπούν το προτεκτοράτο της. Από τα ηχεία του ηχοσυστήματος ήρθαν οι μελωδίες των Ανυπότακτων Γόνων του Βασιλείου, ενός συγκροτήματος του Βασιλείου της Χάρνωθ: το συγκεκριμένο τραγούδι ονομαζόταν Και Ποιος Μας Είπε Βασιληάδες;

Η Ολέρια ρώτησε στην Κέσριμιθ, όταν εκείνη επέστρεψε στο τραπέζι: «Νιρλίσα… μπορώ να σου μιλήσω για κάτι το προσωπικό;»

«Φυσικά και μπορείς, Ολέρια. Είμαστε φίλες πλέον, δεν είμαστε;»

«Ναι.» Η Ολέρια άγγιξε το χείλος της κούπας της, συλλογισμένα.

«Τι είναι;» Η Κέσριμιθ έκοψε μια λωρίδα από το φαγητό στο πιάτο της – λαγός Χαρνώθιων δασών, γεμιστός με κρεμμύδια και μουλιασμένος με σάλτσα ντομάτα και πιπεριές – και την έβαλε στο στόμα της, περνώντας την προσεχτικά μέσα από το άνοιγμα του επιδέσμου που έκρυβε την κάτω μεριά του προσώπου της.

«Ορισμένες φορές,» είπε η Ολέρια, αποφεύγοντας το βλέμμα της, «δε νομίζω ότι ο Θόρεντιν με αγαπάει, νιρλίσα.» Ήπιε μια γουλιά από το λεμονόνερο στην κούπα της.

«Γιατί το λες αυτό; Έχει κάνει δύο παιδιά μαζί σου, Ολέρια· προφανώς και σε αγαπάει.» Βλακείες τής έλεγε, φυσικά, και το ήξερε. Κι εκείνη είχε τρία παιδιά με τον σύζυγό της αλλά ήταν βέβαιη πως δεν την αγαπούσε. Όχι πια, τουλάχιστον. Παλιά, τα πράγματα μεταξύ τους ήταν τόσο διαφορετικά… τόσο ρομαντικά.

«Δεν με αγαπάει,» επέμεινε η Ολέρια. «Το διακρίνω στο βλέμμα του. Στις αντιδράσεις του προς εμένα. Δεν με κοιτάζει όπως… όπως άλλες γυναίκες.»

«Φυσικό είναι αυτό. Εσένα σε έχει συνηθίσει· δεν τον εντυπωσιάζεις.»

«Και τι πρέπει να κάνω για να τον εντυπωσιάσω; Να γίνω κάποια άλλη από αυτή που είμαι;»

Η Κέσριμιθ έφαγε λίγο λαγό ακόμα. «Θα μπορούσες να δοκιμάσεις κάτι καινούργιο, ίσως.»

«Όπως;»

«Ρίξε μια ματιά στη ντουλάπα μου με τα ρούχα και στις θήκες με τα κοσμήματα και τα αρώματα. Πάρε ό,τι θέλεις. Αλλά μετά να τα επιστρέψεις, φυσικά.»

«Σ’ευχαριστώ, νιρλίσα, αλλά δε νομίζω ότι είναι αυτό.» Και έπειτα από μερικές στιγμές σιωπής: «Ο δικός σου άντρας σε αγαπάει, νιρλίσα; Έχω ακούσει ότι ποτέ δεν έρχεται εδώ, στο προτεκτοράτο…»

«Δεν ασχολούμαι πια με το τι κάνει ο Έλκερθιν,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ ενώ πλέον δεν είχε μείνει πολύς λαγός στο πιάτο της. Έπιασε με δύο δάχτυλα ένα κοκαλάκι και το έγλειψε.

«Δε σ’ενδιαφέρει ακόμα κι αν… αν βλέπει άλλες γυναίκες;»

Η Κέσριμιθ γέλασε. «Αφού εκείνον δεν τον νοιάζει και τόσο για εμένα, γιατί εμένα να με νοιάζει γι’αυτόν; Ας κάνει ό,τι θέλει. Κι εγώ το ίδιο κάνω.» Ήπιε μια γουλιά από το κρασί της, και μετά τελείωσε τον λαγό και σκούπισε τα χείλη της με την πετσέτα, βέβαιη πως ο επίδεσμος στο πρόσωπό της είχε λερωθεί από τη σάλτσα.

«Αλλά είσαι μόνη σου εδώ…»

«Είμαι λιγότερη μόνη απ’ό,τι νομίζεις, Ολέρια. Κι όταν η Ηλέκτρα ζούσε, ήμασταν πολύ κοντά.»

Η Ολέρια την ατένισε συνοφρυωμένη για μερικές στιγμές. «Εννοείς ότι…;»

«Ναι, εννοώ ότι.» Η Κέσριμιθ τελείωσε και το κρασί της.

Μετά από λίγο, ήταν μισοξαπλωμένη στον μαλακό καναπέ, καπνίζοντας ένα μακρύ τσιγάρο, ενώ η Ολέρια καθόταν σε μια πολυθρόνα, καπνίζοντας κι εκείνη ένα μακρύ τσιγάρο. Το ηχοσύστημα εξακολουθούσε να παίζει μουσική.

«Τι θα μπορούσα, όμως, να κάνω για να με αγαπήσει πάλι όπως παλιά;» ρώτησε η Αρωγός.

Αν το ήξερα αυτό, σκέφτηκε η Κέσριμιθ, θα είχα κάνει κι εγώ τον Έλκερθιν να με αγαπήσει όπως παλιά. Ήταν ακόμα ερωτευμένη μ’εκείνο τον γοητευτικό νεαρό με το καταπληκτικό Χαρνώθιο χιούμορ. «Σου είπα: δοκίμασε τίποτα καινούργιο. Ρίξε μια ματιά στη ντουλάπα μου, και στις θήκες με τα κοσμήματα.»

«Νομίζεις ότι έτσι θα κατάφερνα κάτι;»

«Μπορεί.»

«Να ρίξω μια ματιά τώρα;»

«Ναι, πήγαινε.»

Η Ολέρια σηκώθηκε από την πολυθρόνα και βάδισε προς το υπνοδωμάτιο της Κέσριμιθ, αφήνοντας το τσιγάρο της στο τασάκι και τα παπούτσια της μπροστά στο κάθισμα.

Ύστερα από κανένα πεντάλεπτο, ενώ η Ολέρια δεν είχε επιστρέψει ακόμα και η Κέσριμιθ είχε σβήσει το δικό της τσιγάρο στο τασάκι που ήταν δίπλα της επάνω στον καναπέ, μια υπηρέτρια μπήκε στο καθιστικό.

«Αρχόντισσά μου;»

«Τι είναι;»

«Ο κύριος Σέλιρ αλ Σίριλναθ είναι εδώ, ο Στρατηγός. Θα τον δείτε, ή να του πω ότι ξεκουράζεστε;»

«Θα τον δω· πες του να έρθει μέσα.»

«Μάλιστα, Αρχόντισσά μου.»

Η υπηρέτρια έφυγε και ο Στρατηγός ήρθε, ντυμένος με τη στολή του. Το βλέμμα του πήγε πρώτα στα απλωμένα πόδια της μισοξαπλωμένης Αρχόντισσας και μετά στο πρόσωπό της, παρατήρησε η ίδια και μειδίασε αχνά.

«Στρατηγέ… Κάθισε.»

«Ελπίζω να μην ενοχλώ, Αρχόντισσά μου.»

«Καθόλου. Κάθισε.» Έδειξε την πολυθρόνα πλάι στην πολυθρόνα της Ολέρια.

Ο Σέλιρ έριξε μια ματιά στα παπούτσια εκεί και στο καμένο τσιγάρο στο τασάκι. «Έχεις παρέα;» ρώτησε καθώς καθόταν στην άλλη πολυθρόνα.

«Η Αρωγός μου· τώρα είναι μέσα. Πες μου, γιατί ήρθες;»

«Οι Εκτελεστές αρνούνται να πάνε στον τηλεοπτικό σταθμό.»

Η Κέσριμιθ συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς ‘αρνούνται’;»

«Μου αποκρίθηκαν ότι δεν είναι η δουλειά τους να κάνουν δολιοφθορές αλλά δολοφονίες. Και η αλήθεια είναι πως έπρεπε να το είχα σκεφτεί.»

«Η δουλειά τους είναι να κάνουν ό,τι τους προστάξουμε!»

Ο Σέλιρ κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Τι ‘όχι’;»

«Μάλλον δεν γνωρίζεις καλά τους Εκτελεστές του Ιερού Δέους, Αρχόντισσά μου.»

Η Κέσριμιθ τον περίμενε να συνεχίσει, και ο Στρατηγός είπε: «Θεωρούν τη δουλειά τους ιερή. Θεωρούν ότι εκπληρώνουν το θέλημα του Χάρλαεθ Βοκ–»

«Ποιο θέλημα του Χάρλαεθ Βοκ; Δεν τους λέει ο Χάρλαεθ Βοκ να–»

«Σου εξηγώ τι πιστεύουν. Είναι θρησκευτικό θέμα γι’αυτούς. Η αποστολή τους είναι να σκοτώνουν – και μόνο. Τους δείχνεις έναν στόχο και φροντίζουν αυτός να ταξιδέψει στον Μεταθανάτιο Κήπο. Δεν κάνουν άλλες δουλειές. Ακόμα κι αν τους ζητήσεις να κλέψουν κάτι από το θύμα και να σ’το φέρουν, αμφίβολο είναι αν θα συμφωνήσουν.»

«Σοβαρολογείς;»

«Φυσικά και σοβαρολογώ.»

Η Κέσριμιθ αναστέναξε. Γιατί έχω να κάνω όλο με τρελούς, μα τα παπάρια του Χάρλαεθ Βοκ; «Δεν υπάρχει, λοιπόν, περίπτωση να πάνε στον τηλεοπτικό σταθμό…»

«Καμία απολύτως.»

«Ποιους προτείνεις να στείλουμε;»

«Καταδρομείς· είναι η μόνη λύση.»

«Και νομίζεις ότι θα τα καταφέρουν να πλησιάσουν χωρίς να τους δουν; Να εντοπίσουν τον σταθμό μες στο δάσος; Να αντιμετωπίσουν τους μαχητές που θα τον φρουρούν;»

«Δεν έχουμε παρά να το ανακαλύψουμε. Θα στείλω δώδεκα.»

«Δώδεκα; Δεν είναι πολλοί; Ο Θόρεντιν μού έλεγε για τρεις ή τέσσερις.»

«Ο Αρχικατάσκοπος καλά θα κάνει να ασχολείται με τις κατασκοπευτικές δουλειές του και ν’αφήσει τα στρατιωτικά θέματα σε ανθρώπους ικανότερους από εκείνον.»

«Εντάξει, Στρατηγέ,» είπε η Κέσριμιθ· «το αναλαμβάνεις εσύ. Αν καταστρέψεις τον τηλεοπτικό σταθμό του Φύλακα – με όποιον τρόπο κι αν το κάνεις – για εμένα είναι αρκετό.»

Ο Σέλιρ ένευσε και σηκώθηκε από την πολυθρόνα. «Καλό μεσημέρι, Αρχόντισσά μου,» είπε και έφυγε από τα δωμάτιά της.

Η Ολέρια ξεπρόβαλε διστακτικά από την άλλη πόρτα. «Ο Στρατηγός ήταν;»

«Ναι. Βρήκες τίποτα που να σ’ενδιαφέρει, Ολέρια;»

*

Η Ζιρίνα και η Μάλμεντιρ θυμόνταν πού βρισκόταν το θηριοτροφείο όπου τους είχε οδηγήσει, την προηγούμενη φορά, η Λαρβάκι, και τώρα οι δυο τους οδήγησαν εκεί τους συντρόφους τους: μερικούς εξεγερμένους πολίτες, μερικούς παλιούς επαναστάτες, κι ανάμεσά σ’αυτούς τον Νάλντιρ αλ Σάρεθουν και τον Ζάρκαθιν’μορ. Η Ζιρίνα πίστευε ότι ο μάγος πιθανώς να φαινόταν χρήσιμος στα υπόγεια, αφού υπήρχαν αισθητήρες κρυμμένοι στους τοίχους των περασμάτων.

Το θηριοτροφείο ήταν στα όρια Σκοτεινού Παζαριού και Νυκτόκηπου, και δεν χρειαζόταν να εισβάλουν σαν κλέφτες εκεί· είχαν, φυσικά, ελεύθερη πρόσβαση καθότι αρχηγοί των δύο εξεγερμένων συνοικιών.

Η καταπακτή που ήταν κρυμμένη κάτω από τα σανίδια είχε μια στρόφιγγα η οποία την έκλεινε και την κλείδωνε· έπρεπε να ξέρεις τον κωδικό για να την ανοίξεις. Τώρα, όμως, ήταν ξεκλείδωτη. Την προηγούμενη φορά, όταν είχαν βγει από τις σήραγγες, δεν την είχαν κλειδώσει· απλά την είχαν κλείσει και κρύψει πάλι κάτω απ’τα σανίδια. Η Ζιρίνα και η Μάλμεντιρ την άνοιξαν εύκολα, και κατέβηκαν πρώτες, με προσοχή και με τα πιστόλια τους έτοιμα. Η Ζιρίνα φώτιζε μ’έναν φακό.

Τα τέσσερα δίκυκλα που είχαν πάρει από την υπόγεια βάση βρίσκονταν ακόμα εδώ, στη σήραγγα· κανείς δεν τα είχε πειράξει: σημάδι ότι, μάλλον, τα πράγματα ήταν ήσυχα, ότι δεν θα συναντούσαν καμία αντίσταση. Η Ζιρίνα ανέβηκε σ’ένα δίκυκλο και η Μάλμεντιρ σ’ένα άλλο, και ενεργοποίησαν τις μηχανές τους, ενώ κι οι υπόλοιποι κατέβαιναν από την καταπακτή.

«Τι θέλουν τα δίκυκλα εδώ;» ρώτησε ο Νάλντιρ.

Η Ζιρίνα τού εξήγησε ότι οι Παντοκρατορικοί τα είχαν στη βάση για να κινούνται γρήγορα μέσα στις σήραγγες. Τα είχαν, για την ακρίβεια, συναρμολογήσει στη βάση· δεν μπορούσες να τα βγάλεις από εδώ εκτός αν τα διέλυες στα κομμάτια τους.

Ο Νάλντιρ ανέβηκε σ’ένα από τα δίκυκλα, λέγοντας: «Θα μας χρειαστούν για να μεταφέρουμε τους εξοπλισμούς.»

Ο Ζάρκαθιν’μορ καβάλησε το τελευταίο όχημα· το τεχνομαγικό εργαλείο που αντικαθιστούσε το αριστερό του χέρι είχε τώρα στο πέρας του έναν γάντζο που ανοιγόκλεινε. «Δεν πρέπει, πάντως, να κινούμαστε γρήγορα αν θέλετε να ελέγχω τον χώρο για αισθητήρες κι άλλες συσκευές ανίχνευσης.»

«Δε νομίζω ότι υπάρχει λόγος τελικά, Ζάρκαθιν,» είπε η Μάλμεντιρ. «Αν κάποιος είχε έρθει εδώ, θα είχε πάρει τα δίκυκλα· αποκλείεται να τα είχε αφήσει.»

«Ναι, συμφωνώ,» είπε η Ζιρίνα.

Έτσι κινήθηκαν κατά μήκος του περάσματος χωρίς καθυστέρηση, ενώ οι υπόλοιποι τούς ακολουθούσαν με τα πόδια. Η Μάλμεντιρ είχε στο χέρι της τον χάρτη της Λαρβάκι για τις σήραγγες, ώστε να μη χαθούν – αν και υπήρχαν κατευθύνσεις εκεί όπου οι δρόμοι χωρίζονταν. Ύστερα από λίγη ώρα έφτασαν στο σημείο Α7 του χάρτη και είδαν μια μεταλλική σκάλα στον τοίχο δίπλα τους.

«Εδώ είμαστε,» είπε η Μάλμεντιρ, «αν δεν κάνω λάθος. Από πάνω μας είναι η Μεγάλη Αγορά.»

«Ας ελπίσουμε ότι η καταπακτή δεν είναι κλειδωμένη,» είπε η Ζιρίνα κατεβαίνοντας από το δίκυκλό της· «γιατί, αν είναι, το ταξίδι μας τελειώνει εδώ. Εκτός αν ο μάγος μπορεί κάπως να την ανοίξει.»

«Ας δούμε, πρώτα,» αποκρίθηκε η Μάλμεντιρ, και πιάστηκε στη μεταλλική σκάλα, σκαρφαλώνοντας.

«Με προσοχή,» της είπε η Ζιρίνα, ακολουθώντας. «Δεν ξέρεις σε τι μέρος θ’ανοίξεις.»

«Το έχω υπόψη μου.»

Η Μάλμεντιρ έφτασε πάνω και σήκωσε, επιφυλακτικά, την καταπακτή με το ένα χέρι, ενώ το άλλο της χέρι ήταν πιασμένο στη σκάλα. Η Ζιρίνα αναρωτιόταν αν την πονούσε ακόμα ο ώμος της που είχε τραυματιστεί στην υπόγεια βάση πριν από… καμια δεκαριά μέρες δεν ήταν; Η Μάλμεντιρ, πάντως, κουνούσε πλέον το αριστερό της χέρι πολύ πιο άνετα.

Η Ζιρίνα, κοιτάζοντας προς τα πάνω, διέκρινε την καταπακτή ν’ανοίγει λίγο και είδε τη Μάλμεντιρ να κοιτάζει από τη χαραμάδα. Ύστερα, η Μάλμεντιρ έκλεισε πάλι την καταπακτή και, πιασμένη στη σκάλα, έγειρε προς τη Ζιρίνα και είπε: «Σκοτάδι μόνο βλέπω· κι από τις μυρωδιές που έρχονται, κάποιο κελάρι πρέπει μάλλον να είναι. Θα το φωτίσω.»

Η Ζιρίνα ένευσε. «Εντάξει.»

Η Μάλμεντιρ άναψε τον φακό της και σήκωσε λίγο την καταπακτή, φωτίζοντας. «Ναι,» είπε. «Κελάρι.» Άνοιξε τελείως την καταπακτή και σκαρφάλωσε επάνω.

Η Ζιρίνα την ακολούθησε, φωτίζοντας κι εκείνη με τον δικό της φακό. Γύρω τους υπήρχαν βαρέλια, κυρίως, καθώς και μερικά άλλα πράγματα. Οι οσμές ήταν από ποτά και τυριά, νόμιζε η Ζιρίνα.

«Πρέπει να είμαστε κάτω από κάποιο εστιατόριο ή πανδοχείο,» είπε.

«Έτσι πιστεύω κι εγώ.»

Περίμεναν μέχρι να ανεβούν κι οι άλλοι, και μετά βάδισαν προς τη σκάλα του υπογείου. Στην κορυφή της ήταν μια πόρτα, την οποία η Μάλμεντιρ μισάνοιξε, κρυφοκοιτάζοντας. Την έκλεισε και είπε στη Ζιρίνα και τον Νάλντιρ που ήταν πίσω της: «Σε πανδοχείο είμαστε. Από δω είναι η τραπεζαρία του, και δεν είναι τελείως άδεια.» (Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν είχαν κατεβεί από την καταπακτή του θηριοτροφείου· τα περισσότερα καταστήματα ήταν κλειστά, όχι μόνο λόγω της ώρας αλλά και λόγω της κατάστασης πολιορκίας στην οποία βρισκόταν η πόλη.) «Δυο γυναίκες κάθονται σ’ένα τραπέζι παίζοντας χαρτιά, κι ένας άντρας είναι κοιμισμένος σ’ένα άλλο τραπέζι, μοιάζοντας μεθυσμένος. Οι γυναίκες μπορεί και νάχουν σχέση με την ιδιοκτησία του πανδοχείου.»

«Δε νομίζω ότι συμφέρει να τις περιμένουμε να τελειώσουν το παιχνίδι τους και να φύγουν,» είπε ο Νάλντιρ.

«Σίγουρα όχι,» συμφώνησε η Ζιρίνα.

Εκπόνησαν ένα σχέδιο που δεν χρειαζόταν και πολλή σκέψη, και μετά άνοιξαν την πόρτα του κελαριού και όρμησαν μέσα στην τραπεζαρία. Οι δύο γυναίκες τούς κοίταξαν σαστισμένες, αλλά δεν είχαν χρόνο να κινηθούν, ούτε καν να φωνάξουν. Μονάχα «Ε! τι κάνετε εσείς;» πρόλαβε να πει η μία, και η άλλη: «Ποιοι είστε; Από πού–; Εεε!» Ύστερα βρίσκονταν κι οι δυο τους ξαπλωμένες στο πάτωμα, χτυπημένες στα κεφάλια και στις κοιλιές από κοντά ρόπαλα.

Η Ζιρίνα είδε μια κίνηση με την άκρια του ματιού της. Ο μεθυσμένος! Είχε σηκωθεί και, βαστώντας ένα μαχαίρι υψωμένο, πήγαινε προς την πλάτη του Νάλντιρ. Η Ζιρίνα πετάχτηκε και τον κλότσησε στα παπάρια. Εκείνος διπλώθηκε, παραπατώντας· και, καθώς έπεφτε, χτύπησε το κεφάλι του στην άκρη ενός τραπεζιού κι έμεινε ακίνητος.

«Ευχαριστώ,» είπε ο Νάλντιρ. «Την προηγούμενη φορά έσωσες τη Χαρκάνιθ και τώρα εμένα.»

«Δε νομίζω να κατάφερνε να σε σκοτώσει, έτσι όπως παραπατούσε,» αποκρίθηκε η Ζιρίνα. «Και μακάρι να είχα καταφέρει να σώσω τη Χαρκάνιθ κι από την τελευταία απόπειρα δολοφονίας εναντίον της.»

«Αυτό,» είπε ο Νάλντιρ θλιμμένα, «είμαι βέβαιος ότι δεν θα ήταν καθόλου εύκολο, Ζιρίνα.»

Η Μάλμεντιρ, εν τω μεταξύ, είχε κοιτάξει έξω από την εξώπορτα και πλησιάζοντάς τους τους είπε: «Ξέρετε πού είμαστε; Στον Γρήγορο Λύκο.»

Το πανδοχείο κοντά στον τηλεοπτικό σταθμό Ανοιχτός Δίαυλος. Γι’αυτό η τραπεζαρία του είχε φανεί γνώριμη στη Ζιρίνα… «Ο Στρατηγός έχει, λοιπόν, ανθρώπους του εδώ,» είπε.

«Ή, τουλάχιστον, είχε. Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία τώρα.

»Αυτούς καλύτερα να τους δέσουμε και να τους πάμε στο κελάρι· δε θέλουμε κανένας να τους βρει, ή να ξυπνήσουν, γιατί από εδώ θα επιστρέψουμε πάλι.»

Οι εξεγερμένοι πολίτες και οι παλιοί επαναστάτες έδεσαν και φίμωσαν τις δυο γυναίκες και τον μεθυσμένο και τους κατέβασαν στο υπόγειο. Ύστερα βγήκαν όλοι τους από την εξώπορτα του πανδοχείου και βάδισαν στους δρόμους της Μεγάλης Αγοράς, αλλά με προσοχή, θέλοντας να αποφεύγουν τις περιπολίες των μαχητών της Χάρνωθ. Η κατάσταση εδώ δεν ήταν όπως στον Μεσοπόταμο ή στον Ταριχευτή· μπορούσες να βαδίζεις με σχετική άνεση, αλλά μπορεί επίσης και να σε σταματούσαν χωρίς καλό λόγο. Ειδικά κάτι τέτοιες άγριες ώρες που πιθανώς να νόμιζαν ότι οι δουλειές σου ήταν ύποπτες.

Η Μάλμεντιρ, καθότι δαιμόνια δημοσιογράφος της Φάνρηβ, γνώριζε πού να πάνε για να βρουν τρεις αποθήκες όπλων, και προς τα εκεί κατευθύνθηκαν. Δεν ήταν αφύλαχτες, φυσικά. Μπροστά στη μία στεκόταν ένας νυχτοφύλακας, οπλισμένος· μπροστά στην άλλη, δύο γυναίκες, επίσης οπλισμένες· και κοντά σ’όλες περιφερόταν μια περιπολία Χαρνώθιων λυκοκαβαλάρηδων που ποτέ δεν απομακρυνόταν πολύ από την περιοχή.

«Αυτοί,» είπε η Μάλμεντιρ αναφερόμενη στους μαχητές του Βασιλείου, «πρέπει να φύγουν απ’τη μέση. Οπωσδήποτε.»

Εκπόνησαν ακόμα ένα σχέδιο, λιγάκι πιο έξυπνο από το προηγούμενο, και το έβαλαν αμέσως σε εφαρμογή.

Η περιπολία – έξι λυκοκαβαλάρηδες – περνούσε δίπλα από ένα σοκάκι όταν άκουσε φωνές από μέσα. Μια γυναίκα απειλούσε κάποιον, του έλεγε να φύγει, ενώ εκείνος την προειδοποιούσε να μείνει στη θέση της και να μη μιλά. Οι Χαρνώθιοι σταμάτησαν τους γιγαντόλυκούς τους προς στιγμή, κι ο λύκαρχος έδειξε το σοκάκι. Βγαίνοντας από την κανονική τους πορεία, το πλησίασαν, μπήκαν στο στενό εσωτερικό του.

Η Μάλμεντιρ κι ένας από τους παλιούς επαναστάτες, που παρίσταναν ότι τσακώνονταν, στράφηκαν να κοιτάξουν τους μαχητές του Βασιλείου, δήθεν ξαφνιασμένοι.

«Τι συμβαίνει εδώ;» απαίτησε ο λύκαρχος.

Οι άλλοι – εξεγερμένοι πολίτες και παλιοί επαναστάτες – τους επιτέθηκαν τότε από πίσω, ερχόμενοι από την αρχή του στενού δρόμου, ενώ ορισμένοι απ’αυτούς πηδούσαν από ένα δώμα και κάποιοι από ένα χαμηλό μπαλκόνι γεμάτο βλάστηση (το οποίο ήταν μέρος ένας εγκαταλειμμένου σπιτιού).

Η Ζιρίνα ήταν μαζί με τους δύο που πηδούσαν απ’το μπαλκόνι. Έπεσε πάνω σ’έναν λυκοκαβαλάρη ρίχνοντάς τον από τον γιγαντόλυκό του ενώ συγχρόνως τον κάρφωνε στον λαιμό με το ξιφίδιό της. Οι υπόλοιποι έδρασαν με παρόμοιους τρόπους, χτυπώντας τους Χαρνώθιους με αγχέμαχα όπλα, μη χρησιμοποιώντας πυροβόλα που οι κρότοι τους θα αντηχούσαν σ’όλους τους τριγυρινούς δρόμους ειδοποιώντας κι άλλες περιπολίες.

Η Μάλμεντιρ, συγχρόνως, έβγαλε τη φωτογραφική μηχανή της και τράβηξε μια φωτογραφία με πολύ έντονο φλας, τυφλώνοντας προς στιγμή τους λυκοκαβαλάρηδες για να δώσει κάποιο πλεονέκτημα στους συντρόφους της.

Οι γιγαντόλυκοι αποδείχτηκαν πιο επικίνδυνοι από τους καβαλάρηδές τους. Όταν οι Χαρνώθιοι ήταν νεκροί ή αναίσθητοι, τα θηρία ακόμα αποτελούσαν κίνδυνο. Τρία είχαν φύγει, τρέχοντας, αλλά τα άλλα τρία είχαν αγριέψει· το ένα δάγκωσε το πόδι ενός παλιού επαναστάτη.

Απρόσμενα, βοήθεια ήρθε. Σκοτεινές φιγούρες μέσα στη νύχτα. Χτύπησαν τους γιγαντόλυκους με ρόπαλα κι ένα μακρύ μαστίγιο, υποτάσσοντάς τους τελικά και καβαλώντας τους, κάνοντάς τους δικούς τους.

Η Ζιρίνα δεν αμφέβαλλε ποιοι ήταν οι απρόσμενοι αρωγοί τους. Αυτονομιστές. Ωστόσο ρώτησε: «Ποιοι είστε;»

«Εσείς ποιοι είστε.»

«Δε μοιάζετε, πάντως, για φίλοι των Χαρνώθιων…»

«Ούτε εσείς!» γέλασε ο άγνωστος άντρας, που καβαλούσε έναν απ’τους γιγαντόλυκους. «Ο Ιουράσκε στο πλευρό σας, τέλος πάντω, όποιοι κι αν είστε! Κι ευχαριστούμε για τους λύκους!» Και οι αυτονομιστές εξαφανίστηκαν μες στους δρόμους της Μεγάλης Αγοράς.

«Πάω στοίχημα ότι έπιασαν και τους άλλους γιγαντόλυκους,» είπε ο Νάλντιρ. «Ή, αν δεν τους έχουν πιάσει ακόμα, θα τους πιάσουν.»

«Αυτονομιστές,» είπε η Μάλμεντιρ.

Η Ζιρίνα ένευσε. «Δίχως αμφιβολία.»

Και μετά πήγαν στην αποθήκη που δεν είχε φύλακα. Ο Ζάρκαθιν’μορ διέρρηξε τις τρεις κλειδαριές της με τη μαγεία του (λέγοντας ότι η δουλειά δεν ήταν καθόλου εύκολη· οι μηχανισμοί ήταν καλοί και καλά προστατευμένοι) και μπήκαν για να πάρουν ό,τι χρειάζονταν. Ύστερα επιτέθηκαν στον μοναδικό φύλακα της άλλης αποθήκης, αναισθητοποιώντας τον· άνοιξαν την πελώρια κλειδαριά (που ήταν πολύ κατώτερης ποιότητας από τις προηγούμενες), μπήκαν, και πήραν μερικούς ακόμα εξοπλισμούς.

«Δε νομίζω ότι υπάρχει λόγος να πάμε και στην τρίτη αποθήκη,» είπε η Μάλμεντιρ. Ήταν όλοι τους φορτωμένοι, και συμφώνησαν μαζί της.

Επέστρεψαν γρήγορα στον Γρήγορο Λύκο, προτού η εξαφάνιση της περιπολίας γίνει αντιληπτή και χαμός αρχίσει εδώ πέρα. Βρήκαν το πανδοχείο ήσυχο όπως το είχαν αφήσει· κατέβηκαν στο κελάρι και είδαν ότι η μία από τις δύο γυναίκες είχε ξυπνήσει και πάλευε με τα δεσμά της, μουγκρίζοντας αγριεμένα. Η Μάλμεντιρ την κλότσησε στο κεφάλι, αναισθητοποιώντας την ξανά. Άνοιξαν την καταπακτή και κατέβηκαν στις σήραγγες, κατεβάζοντας μαζί τους – με προσοχή και με κόπο – τα πολεμοφόδια, τα οποία ήταν πολύ βαριά. «Σαν κοτρόνες από τα Οδοντωτά Όρη!» μούγκρισε η Ζιρίνα, νιώθοντας τη μέση της πιασμένη.

«Έτσι είναι τα πυρομαχικά, συνήθως,» της είπε η Μάλμεντιρ. «Ξέχασες τόσο σύντομα την Επανάσταση;»

«Δεν κουβαλούσα πυρομαχικά στην Επανάσταση.»

«Καταλαβαίνεις, λοιπόν, τώρα πώς νιώθαμε εμείς που τα κουβαλούσαμε.»

Η επιστροφή προς το Σκοτεινό Παζάρι ήταν κουραστική, παρότι είχαν και τα δίκυκλα. Τα οχήματα δυστυχώς δεν διέθεταν και πολύ χώρο επάνω τους για κιβώτια γεμάτα όπλα και εξοπλισμούς. Στο Σκοτεινό Παζάρι ειδοποίησαν τηλεπικοινωνιακά κι άλλους για να τους βοηθήσουν.

Όταν μπήκαν τελικά στο σπίτι του Εθέλδιρ, η Μάλμεντιρ και η Ζιρίνα ήταν καταϊδρωμένες και πιασμένες. Αφού πλύθηκαν, κάθισαν στο καθιστικό του ισόγειου για να φάνε, να πιουν κρασί, και να συζητήσουν για την επίθεση που θα γινόταν αύριο.

«Νομίζεις ότι τώρα έχουμε αρκετά πολεμοφόδια;» ρώτησε η Ζιρίνα.

«Αρκετά ή μη, αυτά είναι. Σίγουρα είμαστε καλύτερα εξοπλισμένοι από πριν.»

«Οι Χαρνώθιοι, βέβαια, έχουν μεγάλα πυροβόλα στα βορειοανατολικά τείχη, που εμείς δεν έχουμε…»

«Δε θα μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν όταν είμαστε κοντά τους, και τα έχουν ούτως ή άλλως στραμμένα προς τα έξω, προς τα βόρεια· μέχρι να τα γυρίσουν προς τα μέσα, θα τους έχουμε ορμήσει.»

«Έχουν και οχήματα,» είπε η Ζιρίνα. «Θωρακισμένα, οπλισμένα οχήματα.»

«Κι εμείς έχουμε το ενεργειακό κανόνι που κλέψαμε από τον Στρατηγό. Ο Ζάρκαθιν το έχει επισκευάσει· λειτουργεί τώρα, κανονικά. Θα τα καταφέρουμε, Ζιρίνα· μην ανησυχείς. Εξάλλου, δεν πάμε για να νικήσουμε μόνοι μας τους μαχητές της Χάρνωθ· πάμε για να υποβοηθήσουμε τον Φύλακα να εισβάλει. Ουσιαστικά, αντιπερισπασμό θα κάνουμε, τίποτα περισσότερο.» Ανασήκωσε τους ώμους της και ήπιε ακόμα μια γουλιά κρασί. «Καλύτερα να ξεκουραστούμε τώρα. Πονάνε τα κόκαλά μου.»

Η Ζιρίνα έτριψε τη ράχη της. «Τολμώ να πω ότι σε νιώθω απόλυτα.»

Γέλασαν. Κουρασμένα.

*

Οι καταδρομείς του Στρατηγού Σέλιρ αλ Σίριλναθ κατόρθωσαν να περάσουν από τις γραμμές της Κοινοπολιτείας απαρατήρητοι και να αρχίσουν να ερευνούν μέσα στο Χαμηλό Δάσος, αναζητώντας την τοποθεσία όπου μια κεραία ήταν επάνω σε κάτι βράχους, βορειοανατολικά της Φάνρηβ. Όταν τη βρήκαν, όμως, συνάντησαν περισσότερη αντίσταση απ’ό,τι μπορούσαν να αντιμετωπίσουν. Οι μαχητές του Φύλακα σκότωσαν έξι από αυτούς, αιχμαλώτισαν δύο, και μόνο οι τέσσερις κατόρθωσαν να φύγουν και να επιστρέψουν στην πόλη – οι δύο από τους οποίους τραυματισμένοι.

Ανέφεραν στον Στρατηγό ότι η φύλαξη της περιοχής ήταν πολύ καλύτερη απ’ό,τι περίμεναν· οι εχθροί ήταν τουλάχιστον διπλάσιοι από εκείνους. Ο Σέλιρ τούς ρώτησε πώς ακριβώς ήταν ο σταθμός: υπήρχε κάποιο οίκημα εκεί, κοντά στην κεραία; Όχι, απάντησαν οι καταδρομείς, μόνο η κεραία ήταν.

«Πώς είναι δυνατόν νάναι μόνο η κεραία; Υπάρχει κάποιο άνοιγμα στους βράχους; Κάποια σπηλιά;»

«Δεν είδαμε τίποτα.» «Τίποτα εκτός από τους βράχους.»

«Αποκλείεται! Κάπου πρέπει να είναι τα μηχανήματα που συνδέονται με την κεραία.»

«Πρέπει νάναι κρυμμένα, κύριε Στρατηγέ, αν και δεν ξέρουμε πού.» «Ίσως οι βράχοι να τα καλύπτουν κάπως· δεν είχαμε χρόνο να ερευνήσουμε: αμέσως μας επιτέθηκαν.»

Ο Σέλιρ τούς είπε να πάνε να ξεκουραστούν, και κάθισε μόνος του μέσα στη νύχτα για να σκεφτεί.

6
Το Φιλί του Θανάτου· η Προπαγάνδα του Φύλακα· Μαχητές του Βασιλείου στα Υπόγεια· η Πόλη Μαίνεται από την Πνοή της Θορμάνκου

Η Κέσριμιθ αισθανόταν πιο αγχωμένη από οποιαδήποτε άλλη φορά τις τελευταίες ημέρες, καθώς καθόταν στην άκρη του κρεβατιού.

Η χειρούργος στάθηκε μπροστά της και, με σταθερές, επιδέξιες κινήσεις, ξετύλιξε τον επίδεσμο από την κάτω μεριά του προσώπου της Αρχόντισσας. Κοίταξε το δεξί της μάγουλο, συνοφρυωμένη. Και ο μάγος του τάγματος των Ερευνητών ήταν το ίδιο συνοφρυωμένος καθώς στεκόταν δίπλα της.

Τι βλέπουν; «Τι είναι;» τους ρώτησε η Κέσριμιθ, ακούγοντας τη φωνή της πνιχτή, νιώθοντας τον λαιμό της σφιγμένο.

«Πώς αισθάνεστε, Αρχόντισσά μου;» είπε η χειρούργος.

«Κανονικά. Δηλαδή, τίποτα. Τίποτα το ιδιαίτερο. Δεν πονάω. Φέρτε μου έναν καθρέφτη!»

Η χειρούργος και ο μάγος αλληλοκοιτάχτηκαν.

Ο Βιοσκόπος, που στεκόταν πίσω της, έκανε τον κύκλο ώστε να έρθει κι εκείνος μπροστά της και να κοιτάξει· κι από το βλέμμα του, η Κέσριμιθ κατάλαβε ότι σίγουρα κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Τι είναι;» απαίτησε ξανά. «Υπάρχει σημάδι;»

«Ναι, ένα μικρό σημάδι, Αρχόντισσά μου,» είπε η χειρούργος. Τράβηξε ένα καθρεφτάκι από μια τσέπη της και το έδωσε στην Κέσριμιθ.

Εκείνη το πήρε στο δεξί χέρι και κοίταξε το μάγουλό της. Το έγκαυμα είχε εξαφανιστεί, αλλά επάνω στο γαλανό δέρμα υπήρχε, όντως, ένα σημάδι: μια σπαστή γραμμή, σαν αστραπή. Δεν ήταν πολύ μεγάλη: μερικά εκατοστά.

Η Κέσριμιθ κατέβασε τον καθρέφτη από μπροστά της. «Γιατί;» ρώτησε, με τη φωνή της πιο σταθερή τώρα.

Ο Ερευνητής είπε: «Το δέρμα στο μάγουλο, Αρχόντισσά μου… δεν είναι όπως το δέρμα στο χέρι ή στο πόδι. Είναι πιο λεπτό, πιο ευαίσθητο. Αυτό που βλέπετε δεν είναι από το έγκαυμα–»

«Το κατάλαβα.»

«Από τη θεραπευτική ύλη είναι. Καθώς ενωνόταν με το δέρμα σας, άφησε αυτό το σημάδι.»

«Και δεν μπορείς να το κάνεις να εξαφανιστεί;»

«Του βάλαμε ό,τι φάρμακα ήταν να του βάλουμε. Δε νομίζω ότι θα είχε νόημα να βάλουμε κι άλλα.» Άπλωσε το χέρι του προς το μάγουλό της. «Μου επιτρέπετε, Αρχόντισσά μου;»

«Ναι.»

Ο μάγος την άγγιξε με δύο δάχτυλά του. «Το δέρμα είναι λείο,» είπε. «Η θεραπεία έχει τελειώσει. Μόνο με έναν τρόπο θα μπορούσε – ίσως – να εξαφανιστεί αυτό το σημάδι: αν θέλετε να σας κάνουμε καινούργια τομή στο μάγουλο και να την κλείσουμε πάλι με την ύλη. Αλλά δεν θα το πρότεινα, δεν θα το πρότεινα καθόλου, γιατί υπάρχει και η περίπτωση τα πράγματα να χειροτερέψουν. Επιπλέον, αν μου επιτρέπετε να εκφέρω γνώμη, Αρχόντισσά μου, το σημάδι δεν είναι άσχημο.»

Η Κέσριμιθ ύψωσε πάλι το καθρεφτάκι μπροστά της, κοιτάζοντας το θεραπευμένο μάγουλο. Πράγματι· ο μάγος είχε κάποιο δίκιο. Το σημάδι δεν ήταν άσχημο. Με δερματοστιξία έμοιαζε. Απλώς… η Κέσριμιθ δεν είχε ποτέ υπόψη της να κάνει δερματοστιξία στο δεξί μάγουλο.

«Ναι,» συμφώνησε η χειρούργος, «δεν είναι άσχημο, Αρχόντισσά μου.»

Η Κέσριμιθ χαμογέλασε, κατεβάζοντας το καθρεφτάκι κι επιστρέφοντάς το στη χειρούργο. «Μ’αρέσει,» είπε, και τους είδε και τους δύο να χαλαρώνουν. Τι νόμιζαν, ότι θα τους εκτελούσα; Ότι δεν θα τους πλήρωνα; Τη δουλειά τους την είχαν κάνει όσο καλύτερα μπορούσαν· ήταν βέβαιη γι’αυτό.

*

Ήταν, επιτέλους, ελεύθερη από τα καταραμένα εγκαύματα και η μέρα τής έμοιαζε όμορφη και φωτεινή, παρότι στην πραγματικότητα ήταν συννεφιασμένη, οι δυσοίωνοι κρότοι της πολιορκίας αντηχούσαν από τα βόρεια τείχη, κι ο άνεμος έφερνε στάχτη, σκόνη, και την οσμή του θανάτου ώς το Μέγαρο των Φυλάκων.

Συναντώντας την Αρωγό της στα προσωπικά της δωμάτια, όπου εκείνη την περίμενε, ρώτησε: «Πώς σου φαίνεται, Ολέρια;» δείχνοντάς της το δεξί μάγουλο.

«Τι είναι αυτό, νιρλίσα; Επίτηδες το έκανες;»

Η Κέσριμιθ γέλασε. «Ναι,» είπε ψέματα, «επίτηδες το έκανα.»

«Σοβαρολογείς;»

«Ναι· δε σ’αρέσει;»

«Εε, ναι, ωραίο είναι. Περίεργο. Αλλά γιατί;»

«Το φιλί του θανάτου, Ολέρια,» είπε η Κέσριμιθ. «Το φιλί του θανάτου. Μερικά εκατοστά πιο δίπλα αν είχε πέσει εκείνη η ενεργειακή ριπή, ή μερικά εκατοστά πιο δίπλα αν καθόμουν εγώ, τώρα δεν θα ήμουν εδώ αλλά στον Μεταθανάτιο Κήπο.»

«Ο Χάρλαεθ Βοκ σ’ευνοεί, νιρλίσα.»

«Το ελπίζω.» Η Κέσριμιθ κοίταξε τον εαυτό της σ’έναν καθρέφτη των δωματίων της, άγγιξε το μάγουλό της, το φιλί του θανάτου επάνω του – ναι, φιλί του θανάτου ήταν πολύ καλή ονομασία γι’αυτό. Κάτω από τα δάχτυλά της δεν αισθανόταν τίποτα διαφορετικό· το σημάδι ήταν ένα με το δέρμα της. Τελείως.

Μια υπηρέτρια πλησίασε. «Υψηλοτάτη;»

Η Κέσριμιθ την είδε από τον καθρέφτη· δεν γύριζε να την κοιτάξει. «Τι είναι;»

«Ο Στρατηγός Σέλιρ αλ Σίριλναθ σάς κάλεσε πριν από λίγο.»

«Ναι,» είπε η Ολέρια αμέσως. «Το ξέχασα να σ’το αναφέρω. Χτύπησε ο τηλεπικοινωνιακός δίαυλος όσο έλειπες.»

«Θα επικοινωνήσω μαζί του,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ, και πήγε στο γραφείο της, ακολουθούμενη από την Αρωγό.

Πατώντας ένα κουμπί στον τηλεπικοινωνιακό δίαυλο κάλεσε τον πομπό του Στρατηγού, αφήνοντας το σύστημα ανοιχτό έτσι ώστε ν’ακούνε και εκείνη και η Ολέρια.

«Μάλιστα;» αντήχησε η φωνή του Σέλιρ.

«Στρατηγέ,» είπε η Κέσριμιθ, «εγώ είμαι. Μου είπαν ότι με ζητούσες.»

«Ναι, Αρχόντισσά μου. Πρέπει να σου αναφέρω ότι οι καταδρομείς που έστειλα χτες στον τηλεοπτικό σταθμό, δυστυχώς, δεν κατάφεραν να τον καταστρέψουν.»

«Γιατί;»

«Ο Φύλακας είχε εκεί μεγαλύτερη φρούρηση απ’ό,τι περίμενα. Πολύ μεγαλύτερη.»

Η Κέσριμιθ χτύπησε την παλάμη της οργισμένα στο γραφείο, κάνοντας τα δαχτυλίδια της να αντηχήσουν δυνατά πάνω στο ξύλο. Ο καταραμένος Άσραδλιν ωλ Χέρκανεκ! Είχε την τύχη του Ιουράσκε.

*

Ο Άσραδλιν καθόταν στο ψηλό μαύρο άτι του, φορώντας στο κεφάλι του το Διάδημα των Φυλάκων. Ο άντρας αντίκρυ του ενεργοποίησε τον τηλεοπτικό πομπό που βρισκόταν επάνω στο τρίποδο. Παραδίπλα, πίσω από το τρίποδο, ήταν η Ναλτάμα’χοκ και ο Έρανκουρ’μορ, έτοιμοι να αποκρούσουν με τη μαγεία τους οποιαδήποτε προσπάθεια των Χαρνώθιων να μπλοκάρουν την εκπομπή. Ο Άσραδλιν, άσχετος από μαγεία γαρ, δεν είχε ιδέα τι έκαναν αλλά τους εμπιστευόταν απόλυτα.

Ο άντρας που ρύθμιζε τον τηλεοπτικό πομπό τού έκανε νόημα ότι ήταν στον αέρα, και ο Φύλακας άρχισε να μιλά γι’ακόμα μια φορά στους πολίτες της Φάνρηβ, στον λαό του, λέγοντας πως πολύ σύντομα θα βρισκόταν κοντά τους, μέσα στην πόλη.

«Η ώρα ζυγώνει. Ο Νούρκας ο Μαχητής είναι στο πλευρό μας· οι τύραννοι της Φάνρηβ και το τέρας ο Χάρλαεθ Βοκ δεν μπορούν να μας σταματήσουν. Η πόλη δεν θ’αργήσει να ελευθερωθεί από τα δεσμά που ύφαναν γύρω της, πριν από χρόνια, οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας!

»Ευχαριστώ όσους από εσάς πολεμήσατε γενναία ώς τώρα για την απελευθέρωση της πόλης. Θρηνώ για κάθε νεκρό σας, για κάθε τραυματία. Αλλά επικροτώ το θάρρος σας, το ψυχικό σας σθένος, και τη φωτιά στην καρδιά σας που δεν αποδέχεται τίποτα λιγότερο από την ελευθερία για τη Φάνρηβ! Κι εσείς που δεν έχετε μέχρι στιγμής πολεμήσει στο πλευρό μου, που δεν μ’έχετε υποστηρίξει, να ξέρετε πως δεν είμαι εναντίον σας. Για εμένα, είστε όλοι, ισότιμα, πολίτες της Φάνρηβ. Και προτρέπω τώρα ακόμα περισσότερους από εσάς να υψώσετε τις γροθιές σας κατά των τυράννων. Όσο περισσότεροι πολεμήσετε τόσο λιγότεροι θα πεθάνουν, τόσο πιο γρήγορα η πόλη μας θα είναι και πάλι ελεύθερη!

»Πολύ σύντομα θα είμαι κοντά σας, μέσα στα τείχη της Φάνρηβ, για να δώσουμε μαζί το τελειωτικό χτύπημα στους προσκυνητές του Χάρλαεθ Βοκ και να τους στείλουμε πίσω στο Βασίλειό τους απ’όπου ήρθαν, πέρα από τη θάλασσα!

»Στο πλευρό μου» – έκανε νόημα στον Εθέλδιρ να πλησιάσει – «βρίσκεται ένας άνθρωπος που, πριν από μερικά χρόνια, αγωνίστηκε για εσάς. Ρίσκαρε τη ζωή του για εσάς. Ο Πρόμαχος της Επανάστασης!» Ο Εθέλδιρ ήρθε πλάι στον Φύλακα, καβάλα σ’ένα καφετί άλογο, ντυμένος με πανοπλία κι έχοντας όπλα θηκαρωμένα επάνω του. Τα μενεξεδιά μαλλιά του αναδεύονταν στον φθινοπωρινό άνεμο. «Και τώρα,» συνέχισε ο Άσραδλιν, «αγωνίζεται και πάλι για εσάς! Αγωνίζεται για να διώξει τους ανθρώπους που έβαλαν οι Παντοκρατορικοί στην πόλη μας!»

«Αυτό που σύντομα θα συμβεί,» είπε ο Εθέλδιρ, «κανένας Χαρνώθιος δεν το περιμένει. Χρειαζόμαστε την υποστήριξη ολόκληρης της Φάνρηβ. Πολεμήστε μαζί μας! Προκαλέστε όσα περισσότερα προβλήματα μπορείτε στους τυράννους. Η Φάνρηβ θα είναι ξανά ελεύθερη, διοικούμενη μόνο από τους Αιρετούς και τον Φύλακα, όπως ανέκαθεν ήταν!»

*

Ο Κάλνεντουρ γελούσε, παρακολουθώντας την εκπομπή από έναν τηλεοπτικό δέκτη μέσα στο άντρο των αυτονομιστών. «Θα το δούμε αυτό, αδελφέ… Θα το δούμε αυτό… Είναι εύκολο να βγαίνεις στον αέρα και να λες μαλακίες και ψευτιές του Ιουράσκε, αλλά υπολογίζεις χωρίς εμένα κι όλους όσους δεν θέλουν τους γαμημένους καιροσκόπους της Κοινοπολιτείας μέσα στην πόλη μας!»

Ο Φάλερβιν, που καθόταν παραδίπλα, είπε: «Ίσως θα έπρεπε να βάλουμε απόψε κιόλας το σχέδιό μας σε δράση, Κάλνεντουρ.»

«Δεν προλαβαίνουμε, ούτως ή άλλως.»

«Αν μιλήσεις στην Αρχόντισσα τώρα, το πρωί–»

«Δε γίνονται αυτά τα πράγματα βιαστικά, Φάλερβιν. Επιπλέον, ακόμα κι αν μπορούσα να το κάνω… είμαι ένας ανόητος που δεν θα ήθελε να δει τον αδελφό του νεκρό.»

«Αναρωτιέμαι,» είπε ο Ζόρελνιρ, «αν ο Εθέλδιρ αισθάνεται το ίδιο για σένα.»

«Είμαι σίγουρος γι’αυτό, Ζόρελνιρ.»

Ο Άνφιρ είπε, πολύ σοβαρά, στους άλλους αυτονομιστές: «Ο πατέρας μου ξέρει τι κάνει.»

«Δε χρειάζομαι την προπαγάνδα σου, μικρέ,» του είπε ο Κάλνεντουρ λοξοκοιτάζοντάς τον.

Οι πάντες, εκτός από τον Κάλνεντουρ και τον γιο του, μειδίασαν.

*

«Γιατί κανένας δεν τον σταματά;» γρύλισε η Αρχόντισσα, παρακολουθώντας την εκπομπή του Άσραδλιν ωλ Χέρκανεκ μέσω του τηλεοπτικού δέκτη της Αίθουσας του Φύλακα. «Τι κάνουν οι μάγοι; Τι κάνουν, γαμώ τα μούσια του Χάρλαεθ Βοκ!» Ήταν καθισμένη στον Θρόνο του Φύλακα καθώς κοίταζε την οθόνη, τα χέρια της γαντζωμένα στους βραχίονές του, οργισμένα.

Πολλοί από τους άλλους παρευρισκόμενους στην αίθουσα την κοίταξαν με κάποια αμηχανία ακούγοντάς την να βλασφημά έτσι στο όνομα του Ιερού Δέους. Θεωρούσαν πως δεν ήταν πρέπον η Βασιλική Αντιπρόσωπος ενός προτεκτοράτου να εκφράζεται με τέτοιο τρόπο. Κι ένας ιερέας του Χάρλαεθ Βοκ, που βρισκόταν ανάμεσά τους, δάγκωσε φανερά το χείλος του σαν να πάλευε ενάντια στην παρόρμηση να την επιπλήξει.

«Τι θέλει αυτός ο καταραμένος ταραχοποιός εκεί;» φώναξε η Κέσριμιθ, βλέποντας τον Εθέλδιρ ωλ Σαρέλκεμ να παρουσιάζεται πλάι στον Φύλακα, έφιππος και πάνοπλος. «Πώς βρέθηκε εκεί;»

Και, ύστερα από λίγο, η εκπομπή τελείωσε κανονικά, χωρίς καμια παρεμβολή από τους μάγους της.

«Προσπαθούν να ξεσηκώσουν τους πολίτες, οι καταραμένοι!» σύριξε η Κέσριμιθ, χτυπώντας το χέρι της πάνω στον βραχίονα του θρόνου.

«Σ’το είχα πει, Αρχόντισσά μου, ότι έπρεπε να είχαμε ξεπαστρέψει τον Εθέλδιρ από νωρίς,» είπε ο Στρατηγός Σέλιρ αλ Σίριλναθ.

«Μη μου κάνεις υποδείξεις πώς πρέπει να διοικήσω το προτεκτοράτο μου, Στρατηγέ!» αποκρίθηκε απότομα, εκνευρισμένα, η Κέσριμιθ, πολύ πιο αντιδιπλωματικά απ’ό,τι μιλούσε συνήθως. Κατέβηκε από τον θρόνο και βάδισε ώς το τραπέζι, ενώ οι άλλοι τής έκαναν χώρο για να περάσει σαν να τραβούσε γύρω της θανατηφόρα κύματα ενέργειας. Έπιασε το ακουστικό του διαύλου στο τραπέζι και, πατώντας δυο κουμπιά, κάλεσε το δωμάτιο όπου βρίσκονταν ο Φέτανιρ’μορ και οι άλλοι μάγοι – αυτοί του Μεγάρου κι αυτοί που είχαν έρθει από τη Μαγική Ακαδημία.

«Μάλιστα,» ακούστηκε η φωνή του Φέτανιρ μέσα από το ακουστικό.

«Μπορώ να μάθω τι κάνετε εκεί πέρα;» ρώτησε η Κέσριμιθ. «Δεν είναι η δουλειά σας να μπλοκάρετε τον Φύλακα;»

«Το προσπαθήσαμε–»

«Δεν προσπαθήσατε αρκετά, προφανώς!»

«Συναντήσαμε αντίσταση. Περισσότερη από την προηγούμενη φορά–»

«Δε μ’ενδιαφέρει ν’ακούσω δικαιολογίες, Φέτανιρ!»

«Αν είχαμε λίγο περισσότερο χρόνο–»

«Το θέμα είναι ότι ο Φύλακας είχε ακριβώς όσο χρόνο χρειαζόταν για να κάνει την προπαγάνδα του!»

«Την επόμενη φορά, Αρχόντισσά μου–»

«Ναι, την επόμενη φορά. Την επόμενη φορά,» τον διέκοψε η Κέσριμιθ και τερμάτισε την τηλεπικοινωνία, οργισμένη μαζί τους. Ήταν δυνατόν τόσοι μάγοι να μη μπορούσαν να προστατέψουν την πόλη της; Ήταν τελείως παλιάτσοι, γαμώ τα παπάρια του Χάρλαεθ Βοκ;

Η Στρατηγός Υράλνα ωλ Βάντερεκ – η οποία είχε έρθει τελευταία στο προτεκτοράτο, μαζί με τον στρατό που ήταν σταλμένος από το Βασίλειο για υποστήριξη – είπε: «Δε νομίζω, πάντως, ότι ο Φύλακας μιλούσε τυχαία, Αρχόντισσά μου.»

Η Κέσριμιθ στράφηκε ν’αντικρίσει την κοντή, γαλανόδερμη, καστανομάλλα γυναίκα. «Τι εννοείς, Στρατηγέ;»

«Είπε ότι σύντομα θα βρίσκεται μέσα στα τείχη μας–»

«Προπαγάνδα, αναμφίβολα,» πετάχτηκε ένας ευγενής.

«Για να κάνει περισσότερους πολίτες να ξεσηκωθούν,» πρόσθεσε μια άλλη αριστοκράτισσα.

«Δεν το νομίζω,» τους είπε η Υράλνα ωλ Βάντερεκ. «Το ανέφερε ξανά και ξανά. Και ούτε η παρουσία του Προμάχου της Επανάστασης μπορεί να ήταν τυχαία. Επιπλέον, χτες βράδυ, κάποιοι λήστεψαν αποθήκες όπλων στη Μεγάλη Αγορά.»

Η Κέσριμιθ συνοφρυώθηκε. «Είσαι σίγουρη;»

«Φυσικά, Αρχόντισσά μου. Διέλυσαν και μια ολόκληρη περιπολία λυκοκαβαλάρηδων.»

«Πράγματι, έτσι είναι,» είπε ο Θόρεντιν, και τώρα όλοι στράφηκαν στον Βασιλικό Αρχικατάσκοπο. «Σκότωσαν τους περισσότερους μαχητές της περιπολίας και πήραν όλους τους γιγαντόλυκούς τους. Δύο αποθήκες λήστεψαν. Και την ίδια νυχτερινή ώρα, επίσης, κάποιοι επιτέθηκαν στους πελάτες που βρίσκονταν στην τραπεζαρία του πανδοχείου ‘Ο Γρήγορος Λύκος’ στη Μεγάλη Αγορά. Δεν ήταν πολλοί, βέβαια, γιατί ήταν αργά, αλλά τους αναισθητοποίησαν, τους έδεσαν και τους φίμωσαν, και τους έριξαν στο κελάρι–»

«Δε μπορώ να καταλάβω τι σχέση έχει αυτό με τη ληστεία στις αποθήκες όπλων, Θόρεντιν,» είπε η Κέσριμιθ.

«Στο κελάρι του Γρήγορου Λύκου υπάρχει μια καταπακτή, Αρχόντισσά μου, η οποία οδηγεί στα παλιά υπόγεια περάσματα των Παντοκρατορικών κάτω από την πόλη.»

«Τα έχουμε σφραγίσει αυτά!»

«Δεν έχουμε σφραγίσει όλες τις εισόδους, και τώρα σκέφτομαι ότι οι εχθροί μας μπορεί να τα χρησιμοποιούν.»

«Οι ιδιοκτήτες του Γρήγορου Λύκου είναι σύμμαχοί τους;»

«Δεν είμαι σίγουρος,» είπε ο Θόρεντιν· «πρέπει να το ερευνήσω. Αλλά δεν το νομίζω, για νάμαι ειλικρινής· γιατί, αν ήταν σύμμαχοί τους, δεν θα χρειαζόταν χτες βράδυ να επιτεθούν στους τρεις θαμώνες. Τα πάντα θα ήταν κανονισμένα έτσι ώστε να περάσουν ήσυχα από το πανδοχείο.»

Ο Σέλιρ αλ Σίριλναθ είπε: «Ας καταλάβουμε τις σήραγγες. Είναι η καλύτερη λύση.»

«Έχουμε αρκετούς μαχητές για μια τέτοια δουλειά;» ρώτησε η Κέσριμιθ.

«Δεν είναι τίποτα το σπουδαίο, Αρχόντισσά μου. Δε χρειάζονται τόσοι πολλοί άνθρωποι.»

«Κι αν οι εχθροί μας έχουν οχυρωθεί εκεί μέσα, Στρατηγέ;» έθεσε το ερώτημα ο Θόρεντιν.

«Δεν πιστεύω ότι ισχύει κάτι τέτοιο. Απλά περνάνε. Αλλά, αν όντως ισχύει, τότε θα δούμε τι θα κάνουμε.» Και προς την Κέσριμιθ: «Άφησέ το σ’εμένα, Αρχόντισσά μου· θα το αναλάβω μόνος μου και θα σου αναφέρω.»

«Όπως νομίζεις, Στρατηγέ.»

*

Τα περάσματα αποδείχτηκαν αφύλαχτα, όπως είχε προβλέψει ο Σέλιρ αλ Σίριλναθ. Μαχητές του Βασιλείου τοποθετήθηκαν μέσα στην υπόγεια βάση καθώς και σε διάφορα σημεία των σηράγγων.

Ο Σέλιρ, φυσικά, ήξερε ακριβώς τι έκανε· γνώριζε όλες τις εισόδους των περασμάτων και είχε ήδη ανθρώπους του κοντά τους. Στον Γρήγορο Λύκο είχε επίσης άνθρωπό του· ήταν η μία από τις δύο γυναίκες που οι επαναστάτες είχαν δέσει στο κελάρι: μια παλιά πληροφοριοδότρια των πρακτόρων της Παντοκράτειρας.

Με τον άνθρωπο που φυλούσε την καταπακτή στο Σκοτεινό Παζάρι, ωστόσο, ο Στρατηγός είχε χάσει κάθε επαφή· οι εξεγερμένοι πρέπει να τον είχαν αιχμαλωτίσει ή σκοτώσει. Αυτή ήταν η μοναδική είσοδος που ο Σέλιρ δεν έλεγχε, όμως έβαλε φρουρούς κάτω από την καταπακτή, στις σήραγγες. Αναρωτιόταν αν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το άνοιγμα για να κάνει από εκεί επίθεση στο Σκοτεινό Παζάρι ή στον Νυκτόκηπο (ήταν στα όρια των δύο συνοικιών), αλλά το έκρινε ριψοκίνδυνο αφού οι υποστηρικτές του Φύλακα ήξεραν γι’αυτό. Κατά πάσα πιθανότητα θα είχαν παρατηρητές τους κάπου εκεί κοντά. Μόλις έβλεπαν Χαρνώθιους μαχητές να βγαίνουν από το θηριοτροφείο, θα τους χτυπούσαν. Τέτοιου είδους τακτικές είναι χρήσιμες μόνο όταν ο εχθρός δεν ξέρει για την κρυφή είσοδο, ή όταν δεν υποπτεύεται ότι θα έρθεις από εκεί.

Όλη την υπόλοιπη ημέρα, γίνονταν ταραχές μέσα στην πόλη. Από τη μια άκρη ώς την άλλη, όχι μόνο στις ξεσηκωμένες συνοικίες. Για την ακρίβεια, στις ξεσηκωμένες συνοικίες δεν έγινε τίποτα· οι πολίτες εκεί απλώς κρατούσαν σταθερά τις περιοχές τους. Σ’όλες τις υπόλοιπες συνοικίες της Φάνρηβ, όμως, θα νόμιζε κανείς ότι η Θορμάνκου είχε στείλει την πνοή της. Επιθέσεις εναντίον Χαρνώθιων περιπολιών· συγκεντρώσεις σε δρόμους και πλατείες, όπου αντηχούσαν συνθήματα υπέρ του Φύλακα και της ελευθερίας που έφερνε για την πόλη· δημόσιες βρισιές κατά της Αρχόντισσας, κατά των δύο τηλεοπτικών καναλιών της Φάνρηβ, κατά διάφορων ευγενών του Βασιλείου, κατά πολιτικών που υπερασπίζονταν τους Χαρνώθιους· συγκρούσεις ανάμεσα σε πολίτες που ήταν ιδεολογικά με το μέρος του Φύλακα και πολίτες που ήταν ιδεολογικά με το μέρος της Βασιλικής Αντιπροσώπου· απρόοπτα ξυλοκοπήματα ανθρώπων που ήταν σημαντικοί (από πολιτικής άποψης) σε κάποιες συνοικίες· φωτιές σε δρόμους, σε καταστήματα εμπόρων προσκείμενων στο Βασίλειο, σε πλεούμενα, σε οικίες ευγενών στην Αστροφώτιστη. Κανείς δεν ήξερε αν για όλ’ αυτά ευθύνονταν πολίτες που είχε καταφέρει να εξεγείρει ο Φύλακας με τα λόγια του ή αυτονομιστές που είχαν βρει την ευκαιρία να δράσουν. Οι μαχητές της Χάρνωθ κατάφεραν να συλλάβουν κάποιους και να τους ρίξουν στις φυλακές στην Εκβολή ή στις φυλακές στη Λυκοφωλιά, αλλά δεν υπήρχε χρόνος για διεξοδικές ανακρίσεις.

Τίποτα, όμως, το πολύ οργανωμένο δεν έγινε. Καμια συνοικία δεν εξεγέρθηκε σύσσωμη, όπως είχε συμβεί στο Σκοτεινό Παζάρι και στον Νυκτόκηπο. Απλώς ταραχές· πολλές, πολλές ταραχές.

Ο Άσραδλιν ωλ Χέρκανεκ είχε πετύχει εκείνο που ήθελε, σκεφτόταν η Κέσριμιθ: να προκαλέσει αναστάτωση. Αλλά, πέραν τούτου, και παρά τις υποθέσεις της Στρατηγού Υράλνα, δεν φαινόταν να κάνει τίποτ’ άλλο. Όλο λόγια ήταν ο νεαρός…

Η Αρχόντισσα, όμως, δεν είχε δίκιο.

Ο νεαρός δεν ήταν όλο λόγια.

Όταν νύχτωσε, όταν το σκοτάδι μπορούσε να αποτελέσει σύμμαχο για τους επιτιθέμενους και πρόβλημα για τους υπερασπιστές των τειχών, ο στρατός της Κοινοπολιτείας εφόρμησε προς την πόλη. Εφόρμησε όχι απλωτά, από τη μια άκρη των τειχών ώς την άλλη, αλλά επικεντρωμένος στη βορειοανατολική μεριά, σαν καταστροφικό βέλος.

Και, συγχρόνως, το ίδιο έκαναν οι εξεγερμένοι πολίτες.

7
Η Επίθεση· Διακοπή Τηλεπικοινωνίας· οι Τύραννοι Περικυκλωμένοι· Αιχμαλωσία

Σουρούπωνε.

Η ώρα της επίθεσης είχε έρθει.

Η Ζιρίνα φόρεσε την πανοπλία της που αποτελείτο από ελαστικά και μεταλλικά κομμάτια, παρότι ποτέ δεν της άρεσαν οι πανοπλίες και η συγκεκριμένη την ενοχλούσε σε διάφορα σημεία, την έξυνε και την πίεζε. Αλλά ήταν απαραίτητη τώρα. Η Ζιρίνα ήταν βέβαιη πως, αν ο Εθέλδιρ τη συναντούσε μέσα στη μάχη χωρίς πανοπλία, θα την πλάκωνε στο ξύλο. Πήρε τα όπλα της – ένα πιστόλι που θηκάρωσε στον γοφό της, ένα σπαθί που θηκάρωσε στη μέση της, δύο ξιφίδια στις μπότες, ένα τουφέκι κρεμασμένο στον ώμο – φόρεσε το κράνος της, και έβγαλε τη Μαύρη Γούνα από το γκαράζ του σπιτιού του Εθέλδιρ. Την είχε ήδη σελώσει και χαλινώσει, και τώρα την καβάλησε.

Γύρω της άκουγε φωνές κι έβλεπε φιγούρες να κινούνται μέσα στο σούρουπο. Οι εξεγερμένοι πολίτες του Σκοτεινού Παζαριού κινητοποιούνταν υπό την καθοδήγηση των αρχηγών τους, πολλοί από τους οποίους ήταν παλιοί επαναστάτες, άνθρωποι που είχαν αντιμετωπίσει, πριν από μερικά χρόνια, τις δυνάμεις της Συμπαντικής Παντοκρατορίας προκειμένου να ελευθερώσουν την πόλη και τη διάσταση της Μοργκιάνης. Αλλά ακόμα πρέπει ν’αγωνιζόμαστε για την ελευθερία μας, σκέφτηκε η Ζιρίνα.

Και μετά, είδε τη Μάλμεντιρ να έρχεται προς το μέρος της, καβάλα στο άλογό της, φορώντας πανοπλία κι εκείνη και κουβαλώντας όπλα.

«Σου έστειλε σήμα;» ρώτησε.

«Όχι ακόμα,» αποκρίθηκε η Ζιρίνα. «Περιμένω.»

Έμειναν κι οι δυο τους ακίνητες, μέσα στον δρόμο, μπροστά στο σπίτι του Εθέλδιρ, χαιρετώντας κάπου-κάπου κανέναν γνωστό που περνούσε: με νοήματα, τίποτα περισσότερα. Κινήσεις των χεριών ή του κεφαλιού, που ρωτούσαν Όλα καλά; και απαντούσαν Όλα καλά.

Ύστερα, ο τηλεπικοινωνιακός πομπός της Ζιρίνα κουδούνισε. Εκείνη τον τράβηξε από τη θήκη στη ζώνη της και κοίταξε τη μικρή οθόνη. Ήταν το σήμα που περίμεναν. Του Εθέλδιρ. Το οποίο έλεγε πως ο Φύλακας θα ξεκινούσε τώρα την επίθεση.

«Αυτός είναι;» ρώτησε η Μάλμεντιρ.

«Ναι,» είπε η Ζιρίνα, κι απάντησε στον Εθέλδιρ με δικό της κωδικοποιημένο σήμα, το οποίο έλεγε ξεκινάμε την επίθεση.

Έπειτα, εκείνη κι η δημοσιογράφος απομακρύνθηκαν από το σπίτι σφυρίζοντας στους αρχηγούς του Σκοτεινού Παζαριού ότι είχε έρθει η ώρα – η ώρα να κινηθούν.

Και οι αρχηγοί του Σκοτεινού Παζαριού οδήγησαν τους οπλισμένους πολίτες προς τα βορειοανατολικά τείχη της πόλης.

Συγχρόνως, η Ζιρίνα έστελνε σήμα στον Νάλντιρ αλ Σάρεθουν, και έλαβε μετά το δικό του σήμα. Ο Νυκτόκηπος είχε επίσης αρχίσει να κινείται.

Κάθε μυστικότητα είχε πάψει. Τώρα οι Χαρνώθιοι θα μάθαιναν ακριβώς τι γινόταν.

*

Οι πολιορκητικές μηχανές της Κοινοπολιτείας εξακολουθούσαν να σφυροκοπούν τα βόρεια τείχη της Φάνρηβ σαν τίποτα να μην είχε αλλάξει, σαν να μη σχεδίαζαν να εφορμήσουν απόψε. Όταν όμως σουρούπωσε και οι πυκνές σκιές είχαν τυλίξει το στρατόπεδο του φουσάτου, άρχισαν όλοι να ετοιμάζονται για την έφοδο: πεζοί, ιππείς, λυκοκαβαλάρηδες· θωρακισμένα άρματα μάχης έβγαιναν από τους χώρους στάθμευσης· μαχητές πηδούσαν πάνω σε οχήματα και τα έβαζαν σε κίνηση.

Ο Εθέλδιρ είχε ντυθεί με την πανοπλία του, αλλά αυτή τη φορά όχι για λόγους εντυπωσιασμού, όχι για να παρουσιαστεί στους τηλεοπτικούς δέκτες. Καβάλησε το δίκυκλό του και ενεργοποίησε τη μηχανή, ακούγοντάς τη να γρυλίζει από κάτω του.

Η Στρατηγός Μάρναλιθ τον πλησίασε πάνω στο γκρίζο άλογό της, γνέφοντάς του να ειδοποιήσει τους εξεγερμένους πολίτες· και ο Εθέλδιρ έβγαλε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του κι έστειλε κωδικοποιημένο σήμα στη Ζιρίνα, λαμβάνοντας αμέσως ώς απάντηση το δικό της κωδικοποιημένο σήμα. Όλα έτοιμα, σκέφτηκε.

Έγνεψε στη Μάρναλιθ πως η επίθεση μπορούσε να ξεκινήσει· και η Στρατηγός έγνεψε στους υποστράτηγους του φουσάτου της Κοινοπολιτείας.

Μαχητές – έφιπποι, λυκοκαβαλάρηδες, πεζοί – κλειστά άρματα μάχης με πυροβόλα, ανοιχτά οχήματα με ανθρώπους επάνω, δίκυκλα με δύο αναβάτες: το μεγαλύτερο μέρος του στρατεύματος εγκατέλειψε τον καταυλισμό μέσα σ’ένα πελώριο σύννεφο σκόνης, κατευθυνόμενο προς τα βορειοανατολικά τείχη.

Ο Εθέλδιρ ήταν, φυσικά, μαζί τους, αν και όχι στην πρώτη γραμμή. Οδηγούσε το δίκυκλό του πλάι στον Άσραδλιν ωλ Χέρκανεκ που καθόταν καβάλα στο μαύρο άτι του, ντυμένος με την πανοπλία του κι έχοντας το Διάδημα των Φυλάκων περασμένο πάνω από το κράνος του. Παραδίπλα ερχόταν ένα θωρακισμένο όχημα, κλειστό και χαμηλό, με τέσσερις μεγάλους ατρακτοειδείς τροχούς κι ένα κανόνι να ξεπροβάλλει από την οροφή του. Ο Σάρμαλκιρ ωλ Χέρκανεκ το οδηγούσε, ο αδελφός του Φύλακα, που, όπως ο Εθέλδιρ είχε πρόσφατα μάθει, ήταν εξαίρετος οδηγός οχημάτων. Μέσα στο όχημα βρίσκονταν επίσης η Ναλτάμα’χοκ, ο Έρανκουρ’μορ, και μερικοί μισθοφόροι της Κοινοπολιτείας. Ο Τεχνομαθής μάγος ρύθμιζε τη ροή της ισχύος του κανονιού, το οποίο δεν ήταν ένα απλό όπλο αλλά ενεργειακό.

Οι Χαρνώθιοι δεν άργησαν, ασφαλώς, να καταλάβουν τι συνέβαινε, κι έστρεψαν τα πυρά τους προς το φουσάτο που ερχόταν καταπάνω στα βορειοανατολικά τείχη. Μαχητές έτρεχαν πάνω στις καταχτυπημένες επάλξεις, ενώ άλλοι προσπαθούσαν να μεταφέρουν, γρήγορα, μεγάλα όπλα – κανόνια και ρουκετοβόλα – προς τα ανατολικά, για να βρίσκονται εντός εμβέλειας.

Οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας απάντησαν με παρόμοιο τρόπο. Εκατοντάδες – χιλιάδες – κάννες άστραψαν συγχρονισμένα, σηκώνοντας τρομερό θόρυβο: λυκοκαβαλάρηδες πυροβολούσαν με τα τουφέκια τους, ιππείς, πεζοί· άρματα μάχης έβαλλαν με τα μεγάλα τους πυροβόλα· ρουκέτες εκτοξεύονταν· ενεργειακές ριπές έσκιζαν τη νύχτα σαν λόγχες φωτός, καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά τους.

Ελικόπτερα και αεροπλάνα της Κοινοπολιτείας πέταξαν προς τα τείχη, βομβαρδίζοντας άγρια, για να καλύψουν την έφοδο του στρατού ξηράς. Και, στιγμιαία, αεροσκάφη του Βασιλείου της Χάρνωθ ήρθαν για να τα αναχαιτίσουν, ενώ αντιαεροπορικά όπλα στρέφονταν εναντίον τους. Ο ουρανός γέμισε εκρήξεις και καπνούς.

Και μέσα από το πολεμικό χάος, μέσα από τη λυσσαλέα οργή της Θορμάνκου, οι πρώτες γραμμές του φουσάτου της Κοινοπολιτείας έφτασαν στα βορειοανατολικά τείχη: ή, μάλλον, εκεί όπου κάποτε βρίσκονταν τα βορειοανατολικά τείχη, γιατί τώρα ολόκληρη εκείνη η περιοχή ήταν γεμάτη με τμήματα και θραύσματα τειχών. Οι ριπές του ερχόμενου στρατεύματος, ενεργειακές και μη, τα είχαν σμπαραλιάσει τελείως. Πιο πολλά ήταν τα ανοίγματα παρά τα τείχη.

Οι μαχητές του Βασιλείου της Χάρνωθ, όμως, περίμεναν πίσω από τα πέτρινα κομμάτια, πεζοί ή επάνω στους γιγαντόλυκούς τους κι επάνω στα οχήματά τους. Δέχτηκαν την έφοδο των μισθοφόρων της Κοινοπολιτείας όπως τα βράχια δέχονται ένα άγριο κύμα της θάλασσας.

*

Οι εξεγερμένοι πολίτες του Νυκτόκηπου και του Σκοτεινού Παζαριού επιτέθηκαν στους Χαρνώθιους στα βορειοανατολικά τείχη προτού το στράτευμα της Κοινοπολιτείας φτάσει εκεί αλλά αφότου η έφοδός του είχε καταφανώς ξεκινήσει. Οι μαχητές του Βασιλείου είχαν την προσοχή τους στραμμένη πλήρως προς τα βόρεια, χρησιμοποιώντας κάθε όπλο στη διάθεσή τους. Όταν αντιλήφτηκαν τους ερχόμενους πολίτες ήταν αργά, αλλά όχι πολύ αργά. Αρκετοί απ’αυτούς πρόλαβαν να γυρίσουν και να τους επιτεθούν με τουφέκια και οπλολόγχες, και με κανόνια που ήταν προσαρτημένα σε οχήματα ή τοποθετημένα σε στρατηγικά σημεία επάνω σε οικοδομήματα ή στις γωνίες δρόμων. Τα χτυπήματα που δέχτηκαν οι εξεγερμένοι πολίτες τούς κλόνισαν άσχημα. Η δύναμη πυρός των Χαρνώθιων ήταν σαφώς μεγαλύτερη από τη δική τους. Η έφοδός τους ανακόπηκε καθώς προσπαθούσαν να βρουν κάλυψη: άνθρωποι σκοτώθηκαν ουρλιάζοντας, καβαλάρηδες έπεσαν από γιγαντόλυκους και άλογα, τροχοί οχημάτων έσπασαν, μέταλλα οχημάτων γέμισαν τρύπες, κι ορισμένες ενεργειακές φιάλες τους έσκασαν προκαλώντας δυνατές εκρήξεις.

Η Ζιρίνα οδήγησε τη Μαύρη Γούνα σ’έναν μικρό δρόμο για να καλυφτεί, παρά τρίχα αποφεύγοντας μια απ’αυτές τις εκρήξεις. Το τετράκυκλο όχημα που βρισκόταν μερικές δεκάδες μέτρα αντίκρυ της είχε ανατιναχτεί μέσα σε εκτυφλωτική λάμψη και καπνούς· κομμάτια από τα μέταλλά του και τροχοί είχαν εκτοξευτεί ολόγυρα· οι επιβάτες του είχαν όλοι σκοτωθεί, οι φωνές τους αναμιγμένες σε μια συλλογική κραυγή τρόμου.

Η Ζιρίνα είδε ότι η Μάλμεντιρ είχε τρέξει, πάνω στο άλογό της, προς έναν δρόμο απέναντι, μαζί με μερικούς άλλους.

Ο Νάλντιρ είχε δίκιο, σκέφτηκε η Ζιρίνα. Μοιάζουμε σχεδόν ξεβράκωτοι μπροστά τους. Αν δεν είχαμε πάρει εκείνα τα επιπλέον όπλα και πολεμοφόδια θα ήμασταν τελείως καταδικασμένοι.

Το ενεργειακό κανόνι που είχαν κλέψει από τον Στρατηγό Σέλιρ αλ Σίριλναθ ήρθε από το βάθος του δρόμου που κοίταζε η Ζιρίνα, στημένο πάνω σ’ένα τετράκυκλο φορτηγό, με τον Ζάρκαθιν’μορ να ελέγχει την ενεργειακή ροή του με Μαγγανεία Οπλικής Φορτίσεως κι έναν παλιό επαναστάτη να το χειρίζεται. Η κάννη του εξαπέλυσε φωτεινές ριπές, χτυπώντας ένα μικρό, θωρακισμένο άρμα των Χαρνώθιων στην αντικρινή άκρη του δρόμου – το άρμα που, με τα δύο πυροβόλα του, είχε ανατινάξει το όχημα που παραλίγο να σκοτώσει τη Ζιρίνα. Οι ενεργειακές ριπές τρύπησαν τα μέταλλά του σαν να ήταν χαρτί, το διέλυσαν τελείως, και οι ενεργειακές του φιάλες έσκασαν – μια δυνατή έκρηξη έγινε, παρόμοια με την προηγούμενη. Οι μαχητές της Χάρνωθ και οι γιγαντόλυκοι που βρίσκονταν γύρω του κομματιάστηκαν.

Και μετά, ο σαματάς που έφτασε στ’αφτιά της Ζιρίνα ήταν σαν μια πανίσχυρη καταιγίδα να είχε ξαφνικά ξεσπάσει, βρυχούμενη μ’όλη την οργή της Θορμάνκου και μ’όλους τους ανέμους του Σολκάρκας. Προς στιγμή, η Ζιρίνα αναρωτήθηκε τι συνέβαινε. Η εμπειρία της, όμως, από τον μεγάλο πόλεμο με τους Παντοκρατορικούς την είχε μάθει ότι μονάχα ένα πράγμα μπορούσε να σημαίνει αυτός ο θόρυβος: ο στρατός της Κοινοπολιτείας ήταν εδώ, και συγκρουόταν με τους μαχητές της Χάρνωθ.

*

«Περιμένετε, Φύλακά μου!» είπε ο Εθέλδιρ βλέποντας τον Άσραδλιν να είναι έτοιμος να οδηγήσει το άλογό του προς τις άγριες συγκρούσεις στα διαλυμένα τείχη. «Περιμένετε! Ν’ανοίξει λίγο το πεδίο, πρώτα.» Μέσα στη θολούρα δεν μπορούσε να διακριθεί σχεδόν τίποτα: έβλεπες μια μάζα από σώματα ανθρώπων και θηρίων, τυλιγμένα σε καπνούς, ενώ φωτιές χόρευαν ολόγυρά τους· έβλεπες τροχούς και ερπύστριες και το γυάλισμα μετάλλων και τζαμιών από οχήματα· έβλεπες κάννες να φωτίζουν και λεπίδες να στραφταλίζουν ξαφνικά και μετά να χάνονται πάλι. Τα ενεργειακά κανόνια, φυσικά, δεν έριχναν μέσα στη συμπλοκή – ούτε αυτά των Χαρνώθιων ούτε αυτά της Κοινοπολιτείας – γιατί ήταν πολύ επικίνδυνο να σκοτώσουν τους πάντες, φίλους και εχθρούς.

Ο Άσραδλιν, θεωρώντας την προειδοποίηση του Εθέλδιρ σωστή, κράτησε γερά τα ηνία του αλόγου μέσα στη γαντοφορεμένη γροθιά του και το σταμάτησε. «Είμαι τόσο κοντά!» είπε. «Τόσο κοντά στην πόλη μου!»

«Δεν είναι η πρώτη φορά, Φύλακά μου· πριν από μερικές μέρες ήσασταν μέσα στη Φάνρηβ, μαζί μας.»

«Ως αιχμάλωτος, όμως, και μετά ως κυνηγημένος. Τώρα έρχομαι όπως αρμόζει. Έρχομαι για να ελευθερώσω τον λαό μου!»

«Υπομονή,» είπε μόνο ο Εθέλδιρ. «Να καθαρίσει το πεδίο, να σκορπιστεί ο εχθρός.» Προσπαθούσε με το βλέμμα του να διακρίνει τι γινόταν από την άλλη μεριά, τι γινόταν με την επίθεση των εξεγερμένων πολιτών, αλλά δεν μπορούσε να δει τίποτα, δεν μπορούσε να καταλάβει το παραμικρό. Είτε η Ζιρίνα και οι άλλοι βρίσκονταν εκεί είτε όχι, ήταν αδύνατον να το ξέρει.

Τράβηξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του και κάλεσε τη Ζιρίνα, φέρνοντας τη συσκευή στο αφτί του.

«Ναι;» ακούστηκε η φωνή της.

«Πού είσαι, Ζιρίνα;»

«Εθέλδιρ!» Έμοιαζε να χαίρεται που τον άκουγε. «Πίσω από τα τείχη είμαστε. Είσαι μέσα;»

«Όχι ακόμα–»

Δυνατοί κρότοι ήρθαν από το μεγάφωνο του πομπού, καθώς και μια κραυγή – της Ζιρίνα, αναμφίβολα.

«Ζιρίνα; Ζιρίνα!»

Καμία απάντηση· μονάχα σαματάς ακουγόταν.

«Είσαι καλά; Ζιρίνα! Μ’ακούς;»

Καμία απάντηση.

Ο Εθέλδιρ καταράστηκε, κλείνοντας τον πομπό του. Τι γινόταν πίσω από τα τείχη; Το βλέμμα του στράφηκε ξανά στη θολούρα της συμπλοκής, νιώθοντας εκείνος τώρα μια έντονη παρόρμηση να ορμήσει εκεί, να περάσει μέσα από το θανατερό χάος και να μπει στην πόλη πρώτος απ’όλους. Αλλά συγκράτησε τον εαυτό του, καταλαβαίνοντας πως θα ήταν αυτοκτονικό, και έτσι δεν θα βοηθούσε κανέναν.

*

Αερόνυχες πέταξαν πάνω από τους εξεγερμένους πολίτες, με τους μικρούς τους έλικες να στροβιλίζονται και εκτοξεύοντας βόμβες προς το έδαφος. Εκρήξεις γίνονταν από δω κι από κει: το πλακόστρωτο ανατιναζόταν, κομμάτια από οικοδομήματα έπεφταν σαν βροχή – πέτρες, γυαλιά, καλώδια, σωλήνες.

Η Ζιρίνα μιλούσε, εκείνη τη στιγμή, με τον Εθέλδιρ, και καθώς μια έκρηξη συνέβαινε κάπου κοντά της και η Μαύρη Γούνα πηδούσε απότομα και γρήγορα για να την αποφύγει, ο πομπός έφυγε από το χέρι της. Η Ζιρίνα γαντζώθηκε γερά πάνω στη ράχη της γιγαντολύκαινας για να μην πέσει, καταλαβαίνοντας πως το κατάμαυρο θηρίο τής είχε σώσει τη ζωή. Είχε αισθανθεί τη θερμότητα να γλείφει τη δεξιά μεριά του προσώπου της και την πλάτη της, παρά το κράνος και την πανοπλία που φορούσε. Η έκρηξη είχε γίνει πραγματικά κοντά της.

Η Ζιρίνα στράφηκε πίσω της και είδε κομμάτια πέτρας να έχουν πέσει από τον τοίχο μιας χαμηλής πολυκατοικίας, μαζί με γυαλιά, κρύσταλλα, και άλλα διάφορα θραύσματα. Ανάμεσά τους νεκροί βρίσκονταν, ή άνθρωποι που με το ζόρι κουνιόνταν, ουρλιάζοντας – όλοι τους οπλισμένοι πολίτες του Νυκτόκηπου ή του Σκοτεινού Παζαριού. Δεν υπήρχαν άλλοι πολίτες σε τούτες τις περιοχές της πόλης, τόσο κοντά στα τείχη· οι πάντες είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους όταν η πολιορκία άρχισε, πηγαίνοντας νότια.

Ακόμα μια έκρηξη έγινε, καθώς ένας αερόνυχας περνούσε, και η Ζιρίνα οδήγησε τη Μαύρη Γούνα μακριά, ενώ κάποιοι εξεγερμένοι πολίτες έστρεφαν τα τουφέκια τους προς τον ουρανό πυροβολώντας.

Η Ζιρίνα κοίταξε ψηλά και είδε τον αερόνυχα να πέφτει–

(πυροβολισμός)

Η Μαύρη Γούνα ούρλιαξε και παραπάτησε. Αίμα είχε ξαφνικά μουλιάσει το τρίχωμά της κοντά στον λαιμό. Η Ζιρίνα προσπάθησε να κρατηθεί επάνω της, αλλά σύντομα διαπίστωσε ότι αυτό δεν είχε κανένα νόημα, γιατί η γιγαντολύκαινα έπεφτε.

Η Ζιρίνα βρέθηκε στο πλακόστρωτο, γλιστρώντας από τη σέλα. Και γύρω της είδε ανθρώπους να συγκεντρώνονται, οπλισμένοι όλοι τους. Μέσα από την κουκούλα ενός διέκρινε το πρόσωπο του Κάλνεντουρ.

«Βοήθεια!» κραύγασε τραβώντας συγχρόνως το πιστόλι απ’τον γοφό της. «ΒΟΗΘΕΙΑ!»

«ΑΣ’ ΤΟ ΚΑΤΩ!» πρόσταξε ο Κάλνεντουρ, σημαδεύοντάς την με το δικό του πιστόλι.

Η Ζιρίνα καταλάβαινε ότι δεν είχε άλλη επιλογή, καθώς όλοι όσοι την περιτριγύριζαν ήταν αυτονομιστές. Αν και διστακτικά, άφησε το όπλο της στο πλακόστρωτο του δρόμου. «Είσαι με τους Χαρνώθιους τώρα, Κάλνεντουρ;»

«Με κανέναν δεν είμαι. Αλλά εσύ θα έρθεις μαζί μας–»

Εξεγερμένοι πολίτες (που, μάλλον, είχαν ακούσει την κραυγή της Ζιρίνα) επιτέθηκαν ξαφνικά στους αυτονομιστές, πυροβολώντας τους από τα νώτα, και στιγμιαία χαλασμός αρχίνησε. Οι κάννες που σημάδευαν τη Ζιρίνα δεν τη σημάδευαν πλέον. Ούτε καν το πιστόλι του Κάλνεντουρ, ο οποίος φώναζε: «Πίσω σας!» στρεφόμενος και πυροβολώντας.

Η Ζιρίνα έκανε να πιάσει το όπλο της από κάτω, αλλά ένα μποτοφορεμένο πόδι το πάτησε, κολλώντας το στο πλακόστρωτο. Ο Κάλνεντουρ! Ο καταραμένος είχε πάλι στραφεί σ’εκείνη: δε σκόπευε να την αφήσει να φύγει. «Είπαμε ότι θάρθεις μαζί μας, Εντιμότατη.» Πιάνοντας με το ένα χέρι το κράνος της, το τράβηξε απ’το κεφάλι της και την άρπαξε από τα μαλλιά, για να τη σηκώσει όρθια. Η Ζιρίνα γρύλισε και ξεθηκάρωσε το ξιφίδιο από τη δεξιά της μπότα, στρέφοντας τη λεπίδα προς την κοιλιά του Κάλνεντουρ. Ο οποίος της γράπωσε τον καρπό με το άλλο του χέρι και της τον έστριψε, αναγκάζοντάς την να ρίξει το όπλο. Για να το κάνει αυτό, όμως, είχε αναγκαστεί κι εκείνος να πετάξει το πιστόλι του, συνειδητοποίησε η Ζιρίνα.

«Τι σκατά θέλεις τώρα;» τον ρώτησε.

«Σου είπα, δεν σου είπα;» Κι επιχείρησε να τη σηκώσει στον ώμο του, όπως τότε στον Λαβύρινθο. Αλλά η Ζιρίνα δεν σκόπευε ν’αφήσει τα ίδια να συμβούν ξανά – Δε θα με πάρουν αιχμάλωτή τους, οι καταραμένοι αυτονομιστές, γαμώ τις λύκαινες τις μάνες τους! Βλέποντας ένα λουρί γύρω από τον λαιμό του Κάλνεντουρ, το άρπαξε και το τράβηξε–

–και το Φυλαχτό της Αέναης Νύχτας βγήκε μέσα από τη λαιμόκοψη της ενδυμασίας του.

Το Φυλαχτό μου!

Ο Κάλνεντουρ μούγκρισε καθώς το λουρί τον έπνιγε. Τα πόδια της Ζιρίνα κλοτσούσαν τον αέρα, κι εκείνη έσπρωξε το σώμα της μπροστά, πάνω απ’τον ώμο του Κάλνεντουρ, πέφτοντας πίσω από την πλάτη του και τραβώντας τον μαζί της, από τον λαιμό. Κατέληξαν κι οι δυο τους στο πλακόστρωτο.

Γύρω τους αυτονομιστές συγκρούονταν με εξεγερμένους πολίτες – πυροβολισμοί αντηχούσαν, λεπίδες άστραφταν, πόδια κινούνταν προς κάθε κατεύθυνση, αίμα τιναζόταν, σώματα έπεφταν, σώματα σηκώνονταν.

Η Ζιρίνα άρπαξε και με τα δύο χέρια τώρα το λουρί του Φυλαχτού της Αέναης Νύχτας, στρίβοντάς το βίαια, προσπαθώντας να το σπάσει, ενώ έριχνε το ένα της γόνατο πάνω στο στήθος του Κάλνεντουρ για να τον κρατήσει κάτω. «Αυτό, νομίζω, γαμιόλη, είναι δικό μου,» είπε τρίζοντας τα δόντια.

Ο αυτονομιστής έμοιαζε σαστισμένος, ζαλισμένος, αποπροσανατολισμένος – μια σπάνια περίπτωση, αναμφίβολα. Η Ζιρίνα αναρωτήθηκε μήπως αυτή ήταν η ευκαιρία εκείνη να τον πάρει αιχμάλωτο. Χωρίς τον αρχηγό τους, οι αυτονομιστές σίγουρα θα έχαναν τη συνηθισμένη τους συγκρότηση, έτσι δεν ήταν;

Το χέρι του Κάλνεντουρ πήγε προς τα κάτω, προσπαθώντας να πιάσει το ξιφίδιο στη μπότα της – τη μπότα του ποδιού που το γόνατό του ήταν πάνω στο στήθος του Κάλνεντουρ, ακινητοποιώντας τον. Η Ζιρίνα είδε την κίνησή του εγκαίρως, παρότι ο καταραμένος ήταν σίγουρα γρήγορος, και, αφήνοντας από το ένα της χέρι το Φυλαχτό, έπιασε εκείνη το ξιφίδιο πρώτη, ξεθηκαρώνοντάς το. Με μια ξαφνική κίνηση, έφερε τη λεπίδα επάνω, κόβοντας το τεντωμένο λουρί και παίρνοντας πίσω το Φυλαχτό της Αέναης Νύχτας.

Ο Κάλνεντουρ έβηξε σπασμωδικά καθώς ο λαιμό του ελευθερώθηκε. Αλλά η Ζιρίνα δεν σκόπευε να τον αφήσει να φύγει· η λεπίδα της πήγε στο πλάι του λαιμού του. «Μείνε ακίνητος γιατί, μα τον Νούρκας, θα σε σκοτώσω και δε με νοιάζει ό,τι κι αν νομίζει ο Εθέλδιρ γι’αυτό!»

Μια σκιά από δίπλα της – μια σκιά που ερχόταν καταπάνω της–

Η Ζιρίνα στράφηκε, την τελευταία στιγμή, και κάτι σαν αγρίμι των δασών τής χίμησε ρίχνοντάς την στο πλάι, ελευθερώνοντας τον Κάλνεντουρ. Η Αιρετή συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν θηρίο αλλά άνθρωπος: ένα αγόρι, μαυρόδερμο και ξανθό, που θύμιζε στην όψη τον πατέρα του. Η Ζιρίνα δεν τον είχε δει πολλές φορές αλλά πρέπει να ήταν ο Άνφιρ, ο γιος του Κάλνεντουρ. Και τώρα κρατούσε στο χέρι του ένα ξιφίδιο, με τη λεπίδα στραμμένη προς το πρόσωπό της.

Η Ζιρίνα τη σταμάτησε με τη δική της λεπίδα, και τα όπλα διασταυρώθηκαν προς στιγμή. Ύστερα χτύπησε το αγόρι καταπρόσωπο με την παλάμη της, τινάζοντάς το από πάνω της, ρίχνοντας το στο πλάι, με αίματα να τρέχουν από τη μύτη του και τα μάτια του δακρυσμένα αλλά γεμάτα οργή.

Ο Κάλνεντουρ, έχοντας καταφέρει να ανασηκωθεί, έκρωξε πνιχτά: «…Τι κάνεις εδώ, μικρέ; Φύγε! –Φύγε!» Έπιασε ένα πιστόλι από κάτω (το δικό του ή της Ζιρίνα;) και πυροβόλησε κάποιον που πλησίαζε. «ΦΥΓΕ, λέω, όσο έχεις καιρό!» Ο Κάλνεντουρ πυροβόλησε άλλον έναν εξεγερμένο πολίτη, ενώ ο Άνφιρ, υπακούοντας τον πατέρα του, πεταγόταν όρθιος κι έτρεχε.

Η Ζιρίνα τινάχτηκε ξανά επάνω στον Κάλνεντουρ προτού εκείνος σηκωθεί, αρπάζοντας το πιστόλι του και με τα δύο χέρια, στρέφοντας την κάννη προς τον ουρανό. Και μετά, τρεις εξεγερμένοι πολίτες βρίσκονταν γύρω τους, με όπλα υψωμένα.

«Μη!» φώναξε η Ζιρίνα. «Μην του ρίξετε! Είναι αιχμάλωτός μας! Είναι ο αρχηγός των αυτονομιστών, ο αδελφός του Εθέλδιρ.»

«Δεν είμαι αιχμάλωτος κανενός, λυσσασμένη λύκαινα!» γρύλισε ο Κάλνεντουρ, και η γροθιά του τη χτύπησε στο πλάι του κεφαλιού. Η Ζιρίνα, ζαλισμένη, έπεσε από πάνω του, στο πλακόστρωτο. Τα πάντα, για μερικές στιγμές, στροβιλίζονταν γύρω της. Ύστερα συνήλθε και είδε ότι οι εξεγερμένοι πολίτες κρατούσαν τον Κάλνεντουρ κάτω, κοπανώντας τον με την πίσω μεριά ενός τουφεκιού, την πίσω μεριά μιας οπλολόγχης (την οποία είχαν, προφανώς, αρπάξει από Χαρνώθιους), και ένα ρόπαλο.

Είναι δικός μας, σκέφτηκε η Ζιρίνα, και γέλασε άθελά της. Έπιασα τον αδελφό του Εθέλδιρ!

*

Οι μαχητές του Βασιλείου, κλεισμένοι ανάμεσα στις δυνάμεις της Κοινοπολιτείας και στο φουσάτο των εξεγερμένων πολιτών, διαλύθηκαν· αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν προς τα δυτικά, εγκαταλείποντας τις θέσεις τους στα σμπαραλιασμένα τείχη. Ο στρατός του Φύλακα μπήκε στην πόλη, καταδιώκοντάς τους, πυροβολώντας τους μανιασμένα. Αλλά η Στρατηγός Μάρναλιθ, μιλώντας μέσω του πομπού της, πρόσταξε τους διοικητές να μην κυνηγήσουν τους Χαρνώθιους περισσότερο μέσα στην πόλη, να μείνουν εδώ, στη βορειοανατολική μεριά. Και εκείνοι υπάκουσαν τη διαταγή της, συγκρατώντας τους μαχητές τους απ’το να προχωρήσουν παραπέρα μέσα στη Φάνρηβ. Άφησαν τους Χαρνώθιους να φύγουν.

Ο Εθέλδιρ πέρασε με το δίκυκλό του ανάμεσα από τους μισθοφόρους της Κοινοπολιτείας, τις φωτιές, τους νεκρούς, τα σμπαράλια των τειχών, τα συντρίμμια οχημάτων και όπλων, τους καπνούς. Αναζητώντας τη Ζιρίνα. Οι εξεγερμένοι πολίτες ζητωκραύγαζαν βλέποντάς τον, φώναζαν το όνομά του· και φώναζαν επίσης: Ζήτω ο Φύλακας! Ζήτω ο Φύλακας! Ελευθερία για την πόλη! Ελευθερία! Ο Φύλακας της Φάνρηβ ξανά στη Φάνρηβ!

Ο Άσραδλιν ωλ Χέρκανεκ, που καβάλα στο μαύρο άτι του δεν ήταν μακριά από τον Εθέλδιρ, ύψωσε το τουφέκι του στον αέρα, χαιρετώντας τους ανθρώπους που είχαν αγωνιστεί για τον Οίκο των Φυλάκων και για την πόλη. «ΘΡΙΑΜΒΟΣ!» φώναξε. «ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΥΡΑΝΝΩΝ! ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΦΑΝΡΗΒ!» Και οι ζητωκραυγές των εξεγερμένων πολιτών δυνάμωσαν, έγιναν σαν κεραυνός, σαν θύελλα.

Ο Εθέλδιρ ακόμα έψαχνε για τη Ζιρίνα μέσα στο πλήθος, οδηγώντας το δίκυκλό του αργά, ενώ διάφοροι τον πλησίαζαν για να του σφίξουν το χέρι, για να τον χτυπήσουν συντροφικά στον ώμο, αποκαλώντας τον Πρόμαχο. «Πού είναι η Ζιρίνα;» ρωτούσε εκείνος. «Είδατε τη Ζιρίνα;» Και του απαντούσαν ότι κάπου εδώ ήταν η Αιρετή, δεν μπορεί να ήταν μακριά.

Ύστερα την είδε. Να ξεπροβάλλει μέσα από τον κόσμο. Να έρχεται προς το μέρος του. Χαμογελώντας. Με το μάγουλό της γαλανισμένο, έχοντας προφανώς δεχτεί κάποιο δυνατό χτύπημα. Τον πλησίασε και τον αγκάλιασε ενώ εκείνος ήταν ακόμα επάνω στο δίκυκλο· φίλησε τα χείλη του.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε. «Τι έγινε εκείνη την ώρα που σου μιλούσα;»

«Μας βομβάρδισαν με αερόνυχες· ο πομπός μού έπεσε, και η Μαύρη Γούνα ήταν που μ’έσωσε απ’το να σκοτωθώ. Και τελικά σκοτώθηκε εκείνη – χάρη στον αδελφό σου.»

«Ο Κάλνεντουρ; Τι έκανε; Ήταν εδώ; Προσπάθησε να–;»

«Έλα μαζί μου. Σου έχω μια έκπληξη.»

Ο Εθέλδιρ την ακολούθησε καβάλα στο δίκυκλό του ενώ εκείνη περνούσε πεζή μέσα από τα συγκεντρωμένα πλήθη που ζητωκραύγαζαν και έσειαν τα όπλα τους στον αέρα. Κάποιος είχε υψώσει μια μεγάλη σημαία πάνω σε μια ταράτσα – τη σημαία του Φύλακα, αφήνοντάς τη να κυματίζει στον φθινοπωρινό άνεμο.

Ο Κάλνεντουρ ήταν καθισμένος σε μια πέτρινη πεζούλα, με τα χέρια του δεμένα πίσω από την πλάτη και τρεις οπλισμένους πολίτες κοντά του, για να τον φρουρούν.

«Συγχαρητήρια, Εθέλδιρ,» είπε. «Ο μικρός Φύλακας είναι μέσα στην πόλη. Αναρωτιέμαι για πόσο θα καταφέρει να κρατήσει τις κτήσεις του.»

Ο Εθέλδιρ τον κοίταζε σαν να μην καταλάβαινε τι είχε συμβεί. Ήταν πράγματι ο Κάλνεντουρ αιχμάλωτος ή κάποιος τού έκανε πλάκα;

Η Ζιρίνα στράφηκε να τον αντικρίσει, χαμογελώντας. «Αυτή είναι η έκπληξη, αν αναρωτιέσαι.»

«Βλέπεις πώς χαίρεται η λύκαινά σου που μ’έχετε στα χέρια σας;» είπε ο Κάλνεντουρ στον αδελφό του. «Νομίζει πως, επειδή είμαι αιχμάλωτό σας, αυτό θα σταματήσει τους αυτονομιστές. Κάνει λάθος. Τώρα οι αυτονομιστές δεν πρόκειται να ησυχάσουν ώσπου να με ελευθερώσουν ή να σας εξοντώσουν όλους.»

«Δε μας τρομάζουν οι απειλές σου, Κάλνεντουρ,» δήλωσε η Ζιρίνα.

«Δεν είναι απειλές, σκύλα.»

8
Το Ένα Τέταρτο της Πόλης· Τόποι Διαμονής· οι Προτάσεις (και οι Αρνήσεις) του Κάλνεντουρ

Οι μισθοφόροι της Κοινοπολιτείας των Τεσσάρων Δασών απλώθηκαν στον Νυκτόκηπο και στο Σκοτεινό Παζάρι, σε όλες τις περιοχές που μέχρι στιγμής είχαν καταλάβει οι εξεγερμένοι πολίτες, ορίζοντάς τες ως κτήσεις τους. Επίσης, κατέλαβαν ολόκληρα τα βορειοανατολικά τείχη, από τη μια άκρη ώς την άλλη· ή, τουλάχιστον, ό,τι είχε απομείνει από αυτά. Οι μαχητές του Βασιλείου της Χάρνωθ εξακολουθούσαν να έχουν στην κατοχή τους ολόκληρη την υπόλοιπη πόλη, φυσικά, και τοποθέτησαν αμέσως φρουρούς τους, άρματα μάχης, και κανόνια στα όρια ανάμεσα στο Σκοτεινό Παζάρι και στον Μεσοπόταμο, ανάμεσα στον Νυκτόκηπο και στον Μεσοπόταμο, στον Νυκτόκηπο και στον Φιλόξενο, στον Νυκτόκηπο και στον Ιππαγωγό. Η Οδός των Ξένων γέμισε γρήγορα με πολεμιστές, οχήματα, κάρα, και θηρία. Στις επάλξεις των βόρειων τειχών οι μαχητές της Χάρνωθ ατένιζαν αντίκρυ τους τους μισθοφόρους της Κοινοπολιτείας προς τα ανατολικά. Ο ποταμός Τίγρης γέμισε με ποταμόπλοια και βάρκες του Βασιλείου, ειδικά οι αποβάθρες στον Μεσοπόταμο, στη Μεγάλη Αγορά, και στον Ταριχευτή. Στον ουρανό πάνω από την πόλη, αερόνυχες και ελικόπτερα πετούσαν μέσα στη νύχτα, τραγουδώντας το μοναδικό τραγούδι που ήξεραν να παίζουν οι έλικές τους.

Στον Νυκτόκηπο, ο Νάλντιρ αλ Σάρεθουν προθυμοποιήθηκε να φιλοξενήσει τον Φύλακα και τα αδέλφια του στο σπίτι του – το σπίτι που, μέχρι στιγμής, μοιραζόταν με τη Χαρκάνιθ και ήταν αρκετά μεγάλο, μονώροφο, με αυλή. Σκόπευαν να κάνουν οικογένεια οι δυο τους. Πράγμα που, τελικά, ποτέ δεν θα συνέβαινε, και γέμιζε τον Νάλντιρ με θλίψη και οργή. Ο Άσραδλιν τον ευχαρίστησε για την προσφορά του και δέχτηκε να μείνει στην οικία του μαζί με τη Ναλτάμα’χοκ και τον Σάρμαλκιρ. Το σπίτι ήταν αρκετά ευρύχωρο για όλους τους, καθώς και για την Καλφίριθ και άλλους υπηρέτες. Φρουροί, ασφαλώς, στήθηκαν ολόγυρά του, και μάγοι ύφαναν μαγγανείες για επιπλέον προφύλαξη. Ο Νάλντιρ και ο Εθέλδιρ είχαν προειδοποιήσει τον Φύλακα για την παρουσία Εκτελεστών του Ιερού Δέους στην πόλη, και του είχαν πει ότι εκείνος πιθανώς να ήταν τώρα ο επόμενός τους στόχος.

Οι Μαυρόλυκοι Καβαλάρηδες και ο Βάρναλιρ αλ Θάρναθ έπιασαν σπίτια κοντά στην οικία του Νάλντιρ, τα οποία τους παραχώρησαν οι πολίτες του Νυκτόκηπου. Άλλοι αξιωματικοί και πολεμιστές του στρατεύματος της Κοινοπολιτείας βρήκαν καταλύματα είτε στον Νυκτόκηπο είτε στο Σκοτεινό Παζάρι. Τα ξενοδοχεία και τα πανδοχεία γέμισαν, και πολλές σκηνές επίσης στήθηκαν στους δρόμους, που ήταν ήδη πλημμυρισμένοι από ανθρώπους, οχήματα, και θηρία.

Η Στρατηγός Μάρναλιθ αλ Τελσέκρουν έπιασε δωμάτιο στον πέμπτο, και τελευταίο όροφο, του ξενοδοχείου Νυκτοδόχος στην Πλατεία Νυκτόκηπου – το μοναδικό ξενοδοχείο εκεί. Ο μάγος Έρανκουρ’μορ έκλεισε δωμάτιο δίπλα της, στο ίδιο ξενοδοχείο, και το έκανε σαν αποθήκη φέρνοντας ένα σωρό μηχανικούς εξοπλισμούς και άλλα πράγματά του.

Οι νοοχορεύτριες Σερφία και Ναλτάφιρ αλ Σορέθαβ φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του Εθέλδιρ, στον επάνω όροφο, όπου έμενε και η Μάλμεντιρ, μόνη της πλέον, ύστερα από τον θάνατο του Ύρελκουρ’χοκ. Ο Γάρταλιν ο Ιεροκήρυκας πήγε στον Ναό του Νούρκας του Σωτήρα, στον Νυκτόκηπο, για να κατοικήσει εκεί μαζί με το ιερό ζεύγος – έναν ιερέα του Νούρκας και μια ιέρεια – και τους δόκιμούς τους. Η Δαλνίραθ ωλ Λάταθεμ ρώτησε τον Εθέλδιρ αν υπήρχε Ναός της Θορμάνκου στον Νυκτόκηπο ή στο Σκοτεινό Παζάρι και έλαβε αρνητική απάντηση, έτσι αποφάσισε να στήσει τον δικό της ναό σε μια από τις μεγαλύτερες πλατείες του Σκοτεινού Παζαριού – μια ψηλή σκηνή, ουσιαστικά, διακοσμημένη με σύμβολα της θεάς της – καλώντας τους ντόπιους να έρθουν να προσευχηθούν στη Θορμάνκου ώστε να τους προσφέρει το ψυχικό μένος που σύντομα θα χρειάζονταν για να αντιμετωπίσουν τους τυράννους.

Οι τρεις εκπαιδευμένοι, πολεμικοί δενδρογίγαντες που είχε μαζί του το στράτευμα της Κοινοπολιτείας κάθισαν στην Πλατεία Νυκτόκηπου, στηρίζοντας πλάι τους τα μεγάλα τους όπλα – βαριά, ξύλινα ρόπαλα με μεταλλικές λεπίδες και καρφιά προσαρτημένα. Οι κάτοικοι της περιοχής τούς κοίταζαν με δέος και περιέργεια, καθώς τους άκουγαν να σιγομουρμουρίζουν ένα τραγούδι που θύμιζε το θρόισμα των φύλλων στα βαθιά δάση.

Τα ελικόπτερα της Κοινοπολιτείας έκαναν εναέριες περιπολίες πάνω από τον Νυκτόκηπο και το Σκοτεινό Παζάρι.

Η Αρχόντισσα Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ στεκόταν σ’ένα μπαλκόνι του Μεγάρου των Φυλάκων, στην άλλη άκρη της πόλης, και κοίταζε προς τα ανατολικά μ’ένα ζευγάρι μαγικά ενισχυμένα κιάλια, διακρίνοντας ό,τι μπορούσε από τις κινήσεις στις δύο πρώην εξεγερμένες και νυν κατεχόμενες συνοικίες της Φάνρηβ.

«Περιστοιχίζομαι από ηλίθιους, Ολέρια,» είπε, πιο ήρεμα απ’ό,τι υποδείκνυε η κατάσταση, χωρίς να στραφεί να κοιτάξει την Αρωγό που στεκόταν δίπλα της. «Μόλις χάσαμε το ένα τέταρτο της πόλης.»

«Μη λες ποτέ ‘περιστοιχίζομαι από ηλίθιους’, νιρλίσα· ακούγεσαι σαν τον Λευκό Ζάρκαθιν από το Αρχέγονο Βασίλειο.» Μια γνωστή τηλεοπτική σειρά που παιζόταν εδώ και χρόνια στην Πρωτεύουσα και τελειωμό δεν είχε. Διαδραματιζόταν στην ιστορική περίοδο λίγο πριν από την εγκαθίδρυση του Βασιλείου της Χάρνωθ, όταν διάφοροι λήσταρχοι και άρχοντες αντιμάχονταν για εξουσία, πλούτο, και πολιτική επιρροή, σε μια χώρα μαστιζόμενη από πόλεμο, επιδημίες, άγρια θηρία, τέρατα, και μοχθηρά πνεύματα. Ο Λευκός Ζάρκαθιν ήταν ένας από τους πιο κλασικούς «κακούς» της σειράς.

Η Κέσριμιθ κοίταξε την Αρωγό υπομειδιώντας καθώς κατέβαζε τα κιάλια της. «Μη μου πεις ότι έχεις πλακέτες του Αρχέγονου Βασιλείου στο σπίτι σου, Ολέρια…»

«Φυσικά και έχω, νιρλίσα. Τα πρώτα επεισόδια, που ήταν και τα καλύτερα, τα έχω δει πολλές φορές.»

«Αναρωτιέμαι,» είπε η Κέσριμιθ, φέρνοντας ξανά τα κιάλια της στα μάτια και κοιτάζοντας προς τα ανατολικά, «ποιος θα μας κάνει εμάς τηλεοπτική σειρά… Πώς θα μας ονόμαζες, Ολέρια; Καμια ιδέα;»

«Δεν ξέρω, νιρλίσα.»

«‘Η Διαφιλονικούμενη Πόλη’, ίσως;»

«Δεν ακούγεται άσχημο σαν τίτλος,» παραδέχτηκε η Αρωγός.

«Αλλά είμαι σίγουρη,» είπε η Κέσριμιθ, «ότι δεν θα έβρισκαν αρκετά ικανοποιητική ηθοποιό για να παίξει τον ρόλο μου.»

*

Τον Κάλνεντουρ τον έκλεισαν στο μικρό υπόγειο του σπιτιού του Εθέλδιρ, χωρίς να του λύσουν τα χέρια και χωρίς να του δώσουν κανένα φως. Περίμενε μες στο σκοτάδι για κάποια ώρα, μέχρι που ο αδελφός του άνοιξε την καταπακτή και του είπε να ανεβεί.

Ο Κάλνεντουρ ανέβηκε, και ο Εθέλδιρ τού έκοψε τα δεσμά των χεριών του μ’ένα ξιφίδιο. Η Ζιρίνα δεν στεκόταν μακριά, σημαδεύοντάς τον μ’ένα πιστόλι. «Δεν είναι πυροβόλο,» του είπε· «ενεργειακό είναι. Αλλά θα πονέσει, αν προσπαθήσεις να μας επιτεθείς.» Είχε βγάλει την πανοπλία της πλέον, γιατί την ενοχλούσε, και τώρα ήταν ντυμένη μ’ένα υφασμάτινο παντελόνι και μια μάλλινη μπλούζα.

Ο Κάλνεντουρ δεν της μίλησε. Ο Εθέλδιρ τού είπε να καθίσει στον καναπέ του καθιστικού, κι εκείνος υπάκουσε.

«Θέλεις κάτι να πιεις;» ρώτησε ο πρώην Πρόμαχος της Επανάστασης.

«Ποτίζεις καλά τους αιχμαλώτους σου, αδελφέ;»

«Φυσικά. Αλλά δεν σε βλέπω ακριβώς ως αιχμάλωτό μου, Κάλνεντουρ. Θεώρησε ότι είσαι φιλοξενούμενός μου.»

«Τα λόγια σου μου ακούγονται σαν αυτά που θα έλεγε ένας Χαρνώθιος δυνάστης.»

«Μη με προσβάλλεις μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.» Ο Εθέλδιρ γέμισε ένα ποτήρι με κρασί και το πήγε στον αδελφό του.

Εκείνος ήπιε μια μεγάλη γουλιά, παρατηρώντας τον.

Η Ζιρίνα είχε ήδη καθίσει σε μια πολυθρόνα, εξακολουθώντας να σημαδεύει τον αυτονομιστή με το ενεργειακό πιστόλι της.

Ο Εθέλδιρ κάθισε σε μια καρέκλα. «Δεν είναι ανάγκη να είμαστε αντίπαλοι, Κάλνεντουρ…»

«Δε φαίνεται, όμως, να υπάρχει άλλη λύση αφού είσαι με τους εχθρούς μου.»

«Ποιους εχθρούς σου; Τον Φύλακα; Δεν πρόκειται να σε κυνηγήσει αν τώρα δηλώσεις ότι–»

«Δε ζητάω τη συγχώρεσή του, και ξέρεις πολύ καλά ότι δεν μιλάω μόνο για τον μικρό Φύλακα αλλά και για τους καιροσκόπους της Κοινοπολιτείας. Αυτοί οι άνθρωποι είναι πεινασμένοι λύκοι. Γιατί νομίζεις ότι έρχονται στη Φάνρηβ; Επειδή τους ενδιαφέρει για την ελευθερία μας από το Βασίλειο; Για τα δικά τους συμφέροντα έρχονται! Για να εκμεταλλευτούν την πόλη. Τη βλέπουν σαν ένα θησαυρό στις εκβολές του Τίγρη.»

«Μπορεί και να έχεις δίκιο ώς ένα σημείο. Αλλά τους χρειαζόμαστε τώρα. Είναι οι μόνοι που μπορούν να μας βοηθήσουν να διώξουμε τους Χαρνώθιους, και ο Φύλακας είναι σύζυγος της Πριγκίπισσας του Μαύρου Δάσους–»

«Δεν έχουμε ανάγκη ούτε αυτούς ούτε τον γαμημένο Φύλακα, Εθέλδιρ! Μπορούμε να αυτοδιοικηθούμε, μα τους θεούς! Οι Αιρετοί είναι αρκετοί–»

«Οι Αιρετοί δεν είναι για τη φύλαξη της πόλης, Κάλνεντουρ,» τον διέκοψε η Ζιρίνα.

Ο αυτονομιστής την αγριοκοίταξε. «Μπορούν, εύκολα, να γίνουν κάποιες… τροποποιήσεις. Μπορούμε να ορίσουμε έναν ‘Αιρετό των Πολιτοφυλάκων’. Ή μπορούμε να αναγορεύσουμε έναν καινούργιο Φύλακα – δικό μας.»

«Δικό μας Φύλακα;» γέλασε η Ζιρίνα. «Προτείνεις να δημιουργήσουμε και δικό μας Οίκο των Φυλάκων, Κάλνεντουρ; Και ποιοι θ’ανήκουν σ’αυτόν;»

«Θα μπορούσα να το αναλάβω, αν συμφωνείτε.»

Τα μάτια της γούρλωσαν. «Είσαι, τελικά, πιο τρελός απ’ό,τι νόμιζα, μα τα μούσια του Νούρκας! Προτείνεις τώρα να γίνεις Φύλακας της Φάνρηβ;»

«Ας γίνει ο Εθέλδιρ, αν δεν συμφωνείτε να γίνω εγώ· δεν έχω πρόβλημα. Ίσως, μάλιστα, ο αδελφός μου να ήταν καλύτερη επιλογή· είναι πιο αγαπητός σε μεγαλύτερη μερίδα των πολιτών. Είναι πιο… ήρωας απ’ό,τι εγώ.»

«Μη λες ανοησίες, Κάλνεντουρ,» είπε ο Εθέλδιρ. «Δεν είμαι πιο ‘ήρωας’ από εσένα· πολεμήσαμε το ίδιο εναντίον των Παντοκρατορικών· απλώς εγώ έτυχε – και ίσως να μην ήταν τίποτα περισσότερο από σύμπτωση – να είμαι Πρόμαχος. Θα μπορούσες να ήσουν εσύ στη θέση μου.

»Όπως και νάχει, όμως, ποτέ δεν θα δεχόμουν να κάνω αυτό που προτείνεις. Δεν είμαι Φύλακας της Φάνρηβ, ούτε αποσκοπώ να γίνω. Για την ακρίβεια, αυτό που προτείνεις είναι παράνομο. Είναι εσχάτη προδοσία εναντίον της πόλης–»

Ο Κάλνεντουρ ρουθούνισε. «Μαλακίες, μα τα παπάρια του Ιουράσκε! Η πόλη βρίσκεται υπό την κυριαρχία τυράννων και, τώρα, σε εμπόλεμη κατάσταση. Ό,τι ίσχυε παλιά, δεν ισχύει πλέον. Τα πάντα έχουν αλλάξει. Ας κάνουμε, λοιπόν, μια καινούργια αρχή.»

«Δεν πρόκειται να βγω και να δηλώσω ότι είμαι ο νέος Φύλακας, σε καμία περίπτωση· δεν είναι–»

«Τότε, άσε με να το κάνω εγώ.»

«Κανείς δεν πρόκειται να σε δεχτεί για Φύλακα!» του είπε η Ζιρίνα. «Σφετεριστή θα σε αποκαλέσουν, και θάχουμε κι άλλες συγκρούσεις.»

«Αυτή η κουβέντα είναι άσκοπη,» τους διέκοψε ο Εθέλδιρ. «Ο νόμιμος Φύλακας της Φάνρηβ είναι εδώ, μαζί μας· δεν έχουμε ανάγκη από κανέναν άλλο.»

Ο Κάλνεντουρ ρουθούνισε και ήπιε μια γουλιά κρασί. «Αυτός ο νεαρός δεν ξέρει τι του γίνεται.»

«Δική σου άποψη–»

«Αντικειμενική άποψη, γαμώ τις πατούσες του Νούρκας!»

«Όπως και νάχει, αυτός είναι ο Φύλακάς μας τώρα, και μπορεί να φέρει την ελευθερία στη Φάνρηβ.»

«Όχι: μπορεί απλά να παραδώσει την πόλη στους καιροσκόπους της Κοινοπολιτείας και στη γυναίκα του του Μαύρου Δάσους – κι αυτό κάνει, ο καταραμένος!»

«Δε μπορούμε να συζητήσουμε λογικά, αδελφέ;» ρώτησε ο Εθέλδιρ χτυπώντας τη γροθιά του στο γόνατο.

«Έτσι φαίνεται, ότι δεν μπορούμε,» μούγκρισε ο Κάλνεντουρ.

«Οι αυτονομιστές πρέπει να μας υποστηρίξουν,» του είπε ο Εθέλδιρ. «Πρέπει να υποστηρίξουν τον Φύλακα, για να διώξουμε πιο γρήγορα τους–»

Ο Κάλνεντουρ γελούσε.

«Τι σκατά γελάς;» είπε η Ζιρίνα. «Σου γαργαλά ο Ιουράσκε τα παπάρια;»

«Γελάω επειδή ο αδελφός μου λέει αστεία, προφανώς. Δεν υπάρχει περίπτωση οι αυτονομιστές να υποστηρίξουν τον Φύλακα.» Τελείωσε το κρασί του κι άφησε το ποτήρι στο τραπεζάκι.

«Θα μπορούσαν, όμως, να τον υποστηρίξουν,» είπε ο Εθέλδιρ, «αν εσύ τους προέτρεπες.»

«Μόνο αν είχα χάσει το μυαλό μου θα έκανα κάτι τέτοιο.»

«Πες μας, τότε,» του ζήτησε η Ζιρίνα, «πού έχετε το άντρο σας. Πες μας πού βρίσκονται οι κατάσκοποί σας μέσα στην πόλη.» Το πιστόλι της εξακολουθούσε να τον σημαδεύει.

«Ονειρέψου κι άλλο, σκύλα.»

Τα μάτια της στένεψαν, αγριεμένα. «Μάλλον δεν έχεις καταλάβει ότι βρίσκεσαι στο έλεός μας, Κάλνεντουρ!»

«Θα βασανίσετε, λοιπόν, τον άνθρωπο που πριν από μερικές μέρες έσωσε τα άχρηστα τομάρια σας από τους Εκτελεστές του Ιερού Δέους;» γρύλισε ο Κάλνεντουρ.

«Μας βάζεις σε πειρασμό,» αποκρίθηκε η Ζιρίνα, την ίδια στιγμή που ο Εθέλδιρ έλεγε: «Το ξέρεις ότι δεν πρόκειται να το κάναμε αυτό ούτως ή άλλως, Κάλνεντουρ»· και συνέχισε: «Δεν είσαι εχθρός μας· είσαι, ουσιαστικά, συμπολεμιστής μας αν και παραπλανημένος.»

Ο Κάλνεντουρ ρουθούνισε ξανά. «Υπάρχει κανένα τσιγάρο εδώ πέρα;» ρώτησε.

Η Ζιρίνα τού άφησε την ταμπακιέρα και τον αναπτήρα της επάνω στο τραπεζάκι και ξανακάθισε στην πολυθρόνα της. (Φυσικά, δεν έπαψε καθόλου να τον σημαδεύει με το ενεργειακό πιστόλι.)

Ο Κάλνεντουρ άναψε ένα τσιγάρο, ρούφηξε καπνό, και τον φύσηξε από τα ρουθούνια. «Το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να μ’αφήσετε να φύγω. Αλλιώς οι επιθέσεις των αυτονομιστών θα είναι τρομερές εναντίον σας.»

Ο Εθέλδιρ κούνησε το κεφάλι. «Δε μπορούμε να σ’αφήσουμε να φύγεις, Κάλνεντουρ. Αυτό αποκλείεται.»

Ο Κάλνεντουρ ανασήκωσε τους ώμους. «Εγώ σάς προειδοποίησα.»

Όταν τελείωσε το τσιγάρο του, ο Εθέλδιρ τού έφερε φαγητό από την κουζίνα και νερό, καθώς κι έναν φωτόλιθο. «Αν αποφασίσεις να συνεργαστείς μαζί μας, δεν έχεις παρά να μας το πεις.»

«Συνεργαστείτε εσείς μαζί μου· εγώ δεν συνεργάζομαι με τους καιροσκόπους της Κοινοπολιτείας.»

Ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα τον οδήγησαν ξανά στο υπόγειο του σπιτιού (ενώ εκείνος κουβαλούσε στα χέρια το φαγητό, το νερό, και τον φωτόλιθο) και κατέβασαν την καταπακτή από πάνω του. Ο Εθέλδιρ την κλείδωσε μ’ένα μεγάλο λουκέτο.

«Αν δεν είναι πρόθυμος να συνεργαστεί,» είπε η Ζιρίνα καθώς επέστρεφαν στο καθιστικό, «τι να τον κάνουμε να τον κρατάμε εδώ; Είναι κι επικίνδυνος – μπορεί να δραπετεύσει και να προκαλέσει κανένα πρόβλημα.»

«Θα μας χρειαστεί για ν’αντιμετωπίσουμε τους αυτονομιστές,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ. «Έχοντάς τον αιχμάλωτο, θα έχουμε καλύτερες πιθανότητες να διαπραγματευτούμε μαζί τους.»

«Ο Κάλνεντουρ φαίνεται να νομίζει το αντίθετο…»

«Θα είναι οργισμένοι, αναμφίβολα. Αλλά δε νομίζω να θέλουν να μείνουν χωρίς τον αρχηγό τους, ή να τον αφήσουν να πεθάνει.»

«Το ξέρουν ότι δεν πρόκειται να τον σκοτώσεις, Εθέλδιρ. Ποτέ δεν θα σκότωνες τον αδελφό σου, ειδικά εν ψυχρώ.»

«Ναι, μπορεί εγώ να μην τον σκότωνα, αλλά ο Κάλνεντουρ είναι τώρα, ουσιαστικά, αιχμάλωτος του Φύλακα, όχι δικός μου.»

«Ο Φύλακας, πάντως, δεν εξέφρασε καμια άποψη επί του θέματος…»

«Είναι πολύ νωρίς ακόμα· μόλις μπήκε στην πόλη. Όμως, ούτως ή άλλως, αυτό δεν έχει μεγάλη σημασία. Σημασία έχει τι θα νομίζουν οι αυτονομιστές.»

Η Ζιρίνα το σκέφτηκε καθώς καθόταν ξανά στην πολυθρόνα. Μετά είπε: «Αν μου πεις ξανά ότι είσαι ένας απλός κλέφτης, θα σε δείρω.»

Ο Εθέλδιρ μειδίασε μέσα από τα μούσια του, ενώ είχε ήδη καθίσει στον καναπέ, αντίκρυ της, εκεί όπου πριν από λίγο καθόταν ο αδελφός του.

*

«Γιατί δεν χαμογελάς τώρα, Ναλτάμα;» ρώτησε ο Άσραδλιν. «Επιστρέψαμε στη Φάνρηβ!» Τα τρία αδέλφια, έχοντας πλυθεί και φορέσει πιο άνετα ρούχα, κάθονταν στο επάνω καθιστικό του σπιτιού του Νάλντιρ αλ Σάρεθουν.

«Η πόλη,» αποκρίθηκε η Ναλτάμα’χοκ, καθισμένη οκλαδόν στον σοφά πλάι στο μεγάλο λουλούδι, «δεν είναι ακόμα δική μας.»

«Η αδελφή μας είναι πάντα αισιόδοξη με τέτοια θέματα, Άσραδλιν!» γέλασε ο Σάρμαλκιρ και ήπιε μια μεγάλη γουλιά από τον ψυχοχυμό στην κούπα του.

«Έχει δίκιο, όμως,» είπε ο Φύλακας ύστερα από μια στιγμή σιωπής. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και πλησίασε το παράθυρο του καθιστικού, για να κοιτάξει έξω και πέρα, τους δρόμους του Νυκτόκηπου. Μπορούσε να διακρίνει κάποιους να πανηγυρίζουν. Αλλά ήταν ακόμα καιρός για πανηγύρια;

Σίγουρα όχι.

9
Οι Σκέψεις των Αυτονομιστών· ο Ερχομός του Στόλου της Όρολκηθ· τα Παιχνίδια των Θάρναθ

Χόρευε…

Χόρευε έχοντας χάσει το σώμα του μέσα στον χορό.

Χόρευε έχοντας χάσει το μυαλό του μέσα στον χώρο.

Δεν όριζε τις κινήσεις του: αυτές απλά διαδέχονταν η μία την άλλη, σαν κάποιος ή κάτι έξω από τον εαυτό του να του τις υποδείκνυε διαισθητικά.

Και απλωνόταν… απλωνόταν ολοένα και περισσότερο… Η ψυχή του φούσκωνε και άνοιγε, εκτεινόταν πέρα από τον ίδιο, αγκάλιαζε την πόλη, και η πόλη αγκάλιαζε αυτήν. Και, όπως το δίχτυ που ρίχνει ο ψαράς μέσα στη θάλασσα, η ψυχή έπιανε διάφορα, τα οποία το μυαλό προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει:

Η έκσταση της νίκης των εξεγερμένων· ο τρόμος της υποχώρησης εκείνων που τράπηκαν σε φυγή· οι αμφιβολίες των αρχηγών· η σθεναρή αποφασιστικότητα, αλλά και ο φόβος, όσων τώρα φρουρούσαν τα όρια των περιοχών τους· οι κάτοικοι της πόλης παντού ήταν διχασμένοι, φόβος και ενθουσιασμός ανάμικτα εντός τους· η μεγάλη κυρά ήταν οργισμένη αλλά δεν την είχε κυριεύσει πανικός, ο νους της ήταν τόσο οργανωμένος· κι ένας από τους ανθρώπους της που της ήταν πολύ πιστός, και αρκετά συμπαθητικός, είχε βάλει σχέδιο ήδη σε δράση, ξέροντας πως δεν θα ωφελούσε ν’αργεί· ενώ ένας άλλος, επικίνδυνος άντρας αναλογιζόταν μονάχα την καταστροφή και κάποιες σκέψεις του ήταν στραμμένες σε προδοσία· εκείνος που οι πολίτες έβλεπαν ως παλιό ήρωα είχε φυλακίσει έναν εχθρό που του ήταν αγαπητός, και κάποιοι νόμιζαν ότι τώρα η ανεξαρτησία τους βρισκόταν ακόμα πιο κοντά, αλλά οι αρχηγοί των απελευθερωτών/εισβολέων έβλεπαν πως ακόμα είχαν πολλή δουλειά μπροστά τους· και μια τρομερή προδοσία και φονικό προετοιμαζόταν πίσω από τις πλάτες τους, που μπορούσε εξίσου τρομερή και παράλογη οργή να γεννήσει…

Ο Μέμντουρ έπαψε να χορεύει. Το σώμα του, σαν με δική του θέληση, ή σαν με θέληση τελείως εξωτερική, σταμάτησε.

Ο νοοχορευτής έμεινε για λίγο ακίνητος, γονατισμένος. Μετά σηκώθηκε όρθιος, φόρεσε τα ρούχα του, και βγήκε από τον παλιό υπόγειο ναό του Παντοβόρου Σκότους, ανεβαίνοντας στο ισόγειο του άντρου των αυτονομιστών, όπου τον περίμεναν η Έρνελιθ η κυνηγός από τις Σκιερές Κοιλάδες, η Σερκίσναθ’χοκ η μάγισσα, ο Άνφιρ ο γιος του Κάλνεντουρ, ο Φάλερβιν ο μηχανικός, ο Ζόρελνιρ ο εκπαιδευτής γιγαντόλυκων, ο Σέλιρ’νιρ ο Βιοσκόπος, ο Φόρναλιν ο αλχημιστής, η Υράλνα, και μερικοί ακόμα. Στα πρόσωπα όλων τους ο Μέμντουρ διέκρινε καθαρή την ανησυχία για τον αιχμάλωτο αρχηγό τους, κι ο ίδιος αισθανόταν ένα παγερό χέρι να σφίγγει την καρδιά του για ό,τι είχε συμβεί στον Κάλνεντουρ. Φοβόταν πολύ γι’αυτόν, αν και από την αρχή δεν πίστευε ότι θα τον σκότωναν. Ο Εθέλδιρ αποκλείεται να σκότωνε τον αδελφό του.

«Είναι ζωντανός;» ρώτησε η Έρνελιθ.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Μέμντουρ.

«Είσαι σίγουρος;» είπε ο Φάλερβιν. «Οι μαντείες είναι πάντα αμφίβολες.»

«Σίγουρος είμαι.» Και τους μετέφερε, με όσο καλύτερα λόγια μπορούσε, αυτά που το δίχτυ της ψυχής του είχε ψαρέψει από την πόλη και το μυαλό του είχε αποκωδικοποιήσει. «Ο Κάλνεντουρ είναι ζωντανός,» επανέλαβε μετά. «Το καταλαβαίνετε, έτσι;»

Αρκετοί ένευσαν, άλλοι καθισμένοι, άλλοι όρθιοι. Ο Μέμντουρ, που ήταν όρθιος ώς τώρα, κάθισε πλάι στην Έρνελιθ, στο βραχίονα της πολυθρόνα της, ευέλικτος σαν πελώριος αίλουρος.

«Πού τον έχουν, Μέμντουρ;» ρώτησε εκείνη. «Πού τον κρατάνε;»

«Αυτό δεν το ξέρω. Εκτός αν εσείς καταλαβαίνετε κάτι απ’όσα σάς είπα.»

«Πώς είναι δυνατόν,» γρύλισε ο Ζόρελνιρ, «να περιμένεις εμείς να καταλάβουμε τα δικά σου λόγια καλύτερα από εσένα, νοοχορευτή;»

Ο Μέμντουρ ανασήκωσε τους ώμους. «Έτσι είναι ο χορός της νόησης, Ζόρελνιρ.»

Η Σερκίσναθ’χοκ είπε: «Στο σπίτι του Εθέλδιρ είναι. Οι κατάσκοποί μας είδαν ένα όχημα να σταματά μπροστά από εκεί, και από μέσα του βγήκαν έξι άνθρωποι. Οι τρεις απ’αυτούς φορούσαν κάπες με τις κουκούλες σηκωμένες στα κεφάλια. Οι άλλοι ήταν ο Εθέλδιρ, η Ζιρίνα, και η Μάλμεντιρ. Ο ένας από τους τρεις κουκουλωμένους έμοιαζε με αιχμάλωτος· πρέπει να ήταν ο Κάλνεντουρ.»

«Κι οι άλλοι δύο;» είπε ο Φάλερβιν.

«Δε μπορώ να κάνω καμια υπόθεση.»

«Αν είναι να επιτεθούμε στο σπίτι του Εθέλδιρ, πρέπει να βεβαιωθούμε για την παρουσία του Κάλνεντουρ εκεί, μάγισσα. Μπορείς να τον εντοπίσεις;»

«Αν δεν φορά το δαχτυλίδι που του έχω φτιάξει.» Και εξήγησε, για όσους δεν το ήξεραν ή το είχαν ξεχάσει: «Έχω υφάνει επάνω του Μαγγανεία Προκαλύψεως για ν’αποτρέπει προσπάθειες εντοπισμού.»

«Αφού εσύ την έχεις υφάνει, δεν μπορείς να την προσπεράσεις;» απόρησε η Έρνελιθ.

«Όταν φτιάξεις μια καλή κλειδαριά και την κλειδώσεις, μετά μπορείς να την ανοίξεις χωρίς το κλειδί;» αποκρίθηκε η μάγισσα, κάνοντας την κυνηγό να συνοφρυωθεί συλλογισμένα. Η Σερκίσναθ’χοκ συνέχισε: «Δύο πράγματα μπορούν μονάχα να με βοηθήσουν: αν ο Εθέλδιρ έχει πάρει από τον αδελφό του το δαχτυλίδι· και ο χρόνος. Το πρώτο δεν νομίζω να έχει γίνει, για να είμαι ειλικρινής· ο Κάλνεντουρ μάλλον ακόμα φορά το δαχτυλίδι, ή το έχει κάπου επάνω του. Επομένως, μόνο ο χρόνος…»

«Τι εννοείς ‘ο χρόνος’, μάγισσα;» ρώτησε ο Ζόρελνιρ.

«Εννοεί,» είπε ο Φάλερβιν, «ότι η μαγγανεία κάποια στιγμή θα διαλυθεί. Έτσι δεν είναι;» Κοίταξε τη Σερκίσναθ’χοκ.

Εκείνη κατένευσε.

«Σε πόσο καιρό;» ρώτησε ο Φάλερβιν. «Ώρες; Μέρες;»

«Δύο ημέρες ακόμα. Κατά περιόδους φόρτιζα το δαχτυλίδι του Κάλνεντουρ προκειμένου η μαγγανεία να παραμένει ενεργή επάνω του.»

«Δε μπορούμε να περιμένουμε δύο μέρες!» πετάχτηκε ο Άνφιρ. «Πρέπει να πάμε να σώσουμε τον πατέρα μου τώρα!»

«Δεν ξέρουμε καν πού είναι, μικρέ,» του είπε ο Φάλερβιν. «Πρέπει να βεβαιωθούμε πρώτα.»

«Ας τους σκοτώσουμε όλους, τότε!»

«Αυτό δεν γίνεται.»

«Ο Κάλνεντουρ,» τους θύμισε ο Μέμντουρ, «είχε ένα σχέδιο…»

«Μιλάς για τον αιχμάλωτο διοικητή;» είπε ο Φάλερβιν.

«Ναι.»

Σιγή έπεσε για λίγο ανάμεσά τους.

«Ποιος από εμάς είναι πρόθυμος να μιλήσει μαζί της;» είπε ο Ζόρελνιρ. «Μόνο ο Κάλνεντουρ νομίζω πως ήταν ικανός για τέτοιο πράγμα.»

«Το σχέδιο αυτό, επιπλέον,» είπε ο Φάλερβιν, «δεν είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσε να μας εξυπηρετήσει τώρα. Είναι σχέδιο καταστροφής· επιθετικό σχέδιο. Δε μπορώ να φανταστώ πώς θα το τροποποιούσαμε προκειμένου να σώσουμε τον Κάλνεντουρ. Αν μη τι άλλο, ο Κάλνεντουρ ίσως να κινδύνευε αν το βάζαμε σε εφαρμογή.»

«Ναι,» συμφώνησε η Έρνελιθ, «είναι πιθανό. Οι Χαρνώθιοι, αν τύχει να τον βρουν, δε θα τον κρατήσουν ζωντανό όπως ο Εθέλδιρ. Ο Εθέλδιρ δεν υπάρχει περίπτωση να τον σκοτώσει. Ποτέ.»

«Αλλά η Αρχόντισσα,» πρόσθεσε ο Μέμντουρ, «σίγουρα θα τον σκότωνε. Αφού τον βασάνιζε, πιθανώς.» Η φωνή του φανέρωνε τον φόβο του για τον Κάλνεντουρ. «Δε μπορούμε να βάλουμε αυτό το σχέδιο σε εφαρμογή. Πρέπει πρώτα να σώσουμε τον Κάλνεντουρ, και μετά εκείνος θ’αποφασίσει.»

Η Σερκίσναθ’χοκ είπε: «Θα πάω στο Σκοτεινό Παζάρι και στον Νυκτόκηπο, για να ερευνήσω με τη μαγεία μου, μήπως παρ’ελπίδα έχουν όντως πάρει το δαχτυλίδι από τον Κάλνεντουρ – πράγμα που δεν νομίζω. Θα πρέπει, μάλλον, να περιμένουμε δυο μέρες προτού δράσουμε, εκτός αν εν τω μεταξύ πάρουμε καμια άλλη πληροφορία.»

*

Ο Άλφεντουρ είχε μάθει για την εισβολή από χτες το βράδυ. Οι θόρυβοι από την επίθεση στα βορειοανατολικά έφταναν ώς εδώ, στη Μεγάλη Αγορά, στον Ανθό του Ήλιου· αλλά επίσης τα τηλεοπτικά κανάλια και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί δεν άργησαν καθόλου να αναφέρουν τι συνέβαινε.

Τώρα, που είχε ξημερώσει, η Ζέρκιλιθ έφερε τις τελευταίες εφημερίδες στον Άλφεντουρ, ο οποίος καθόταν στο σαλόνι κι έπαιρνε πρωινό μαζί με τη Λαρβάκι, τον Θάλβακιρ, και την Αζουρίτα. Η Ζέρκιλιθ κάθισε κι εκείνη στο τραπέζι, αφού έβγαλε την κάπα και τα παπούτσια της. Ο Άλφεντουρ κοίταξε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Ο Κήρυκας της Φάνρηβ έγραφε: ΤΑ ΤΕΙΧΗ ΕΠΕΣΑΝ. Τα Νέα της Φάνρηβ: ΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ! Η Σαΐτα: Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΕΙΣΒΑΛΕΙ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΜΜΑΧΟΥΣ ΤΟΥ. Η Αγγελία: ΘΑΝΑΤΟΙ ΚΑΙ ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ ΣΤΟΝ ΝΥΚΤΟΚΗΠΟ.

«Το θεωρείς ακόμα εφικτό να επιτευχθεί ειρήνη;» ρώτησε η Λαρβάκι.

«Ναι…» μουρμούρισε ο Άλφεντουρ κοιτάζοντας τι έγραφε ο Κήρυκας κάτω από τις επικεφαλίδες.

«Σου έδωσα κάποια ιδέα;» Η Λαρβάκι τού μιλούσε, τις τελευταίες ημέρες, για διάφορους ανθρώπους που γνώριζε στη Φάνρηβ: πληροφορίες που είχε από τον καιρό που δρούσε ως πράκτορας της Παντοκράτειρας και, μετά, ως πράκτορας του Στρατηγού Σέλιρ αλ Σίριλναθ.

«Δυστυχώς όχι,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ. Δεν μπορούσε, για την ώρα, να φανταστεί πώς να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες της Λαρβάκι για να φέρει την ειρήνη στην πόλη. Μονάχα ένα σχέδιο ήταν στο μυαλό του – να συνεννοηθεί με ορισμένους εμπόρους και άλλους που ενδιαφέρονταν για το εμπόριο στη Φάνρηβ ώστε αυτοί να ασκήσουν πιέσεις στον Φύλακα και στην Αρχόντισσα να έρθουν σε κάποιο συμβιβασμό – αλλά δεν ήξερε κατά πόσο αυτό θα έπιανε. Δεν του έδινε καθόλου καλές πιθανότητες επιτυχίας. Όμως μπορεί και να το προσπαθούσε, αν δεν είχε κάτι καλύτερο.

«Θα μιλήσεις στον Φύλακα, τώρα που εισέβαλε στην πόλη;» τον ρώτησε η Λαρβάκι.

«Δεν ξέρω αν αυτό θα είχε κανένα νόημα. Τι μπορεί να έχουμε να πούμε; Τις προτάσεις του μου τις έχει κάνει – δεν νομίζω να έχουν αλλάξει – και αποκλείεται να του αρέσει ο εμπορικός αποκλεισμός της πόλης· αλλά αποκλείεται και να συμφωνήσει (ακόμα, τουλάχιστον) να γίνει συμβιβασμός με τους Χαρνώθιους.»

«Δηλαδή, συνεχίζουμε να περιμένουμε;»

«Και να παρατηρούμε.»

*

Οι εχθροπραξίες είχαν ήδη αρχίσει, λίγο μετά την αυγή. Οι Χαρνώθιοι πυροβολούσαν τους μισθοφόρους της Κοινοπολιτείας από τα όρια των περιοχών τους, και οι μισθοφόροι της Κοινοπολιτείας πυροβολούσαν τους Χαρνώθιους από τα όρια των δικών τους περιοχών. Κανένας πολίτης δεν πλησίαζε στην Οδό των Ξένων από τα μέσα του Μεσοπόταμου και προς τα ανατολικά μέχρι τη Γέφυρα του Τίγρη. Η μεγάλη λεωφόρος είχε γεμίσει τρύπες, λάκκους, σφαίρες, και διάφορα θραύσματα· το πλακόστρωτό της είχε διαλυθεί, και συνέχιζε να διαλύεται.

Ο Άσραδλιν πρότεινε στη Στρατηγό Μάρναλιθ να έρθει ο στόλος τους από τον ποταμό. «Δεν είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή;» Οι δυο τους στέκονταν στην οροφή του Νυκτοδόχου, μαζί με τον Έρανκουρ’μορ και τη Ναλτάμα’χοκ. Ο Σάρμαλκιρ ήταν κάτω, στους δρόμους, μαζί με τους πολεμιστές της Κοινοπολιτείας, αν και ο Άσραδλιν τού είχε πει να προσέχει. («Αν εγώ τύχει να σκοτωθώ, αδελφέ, εσύ θα είσαι ο επόμενος Φύλακας· η ζωή σου είναι σημαντική.» – «Ο Νούρκας σε ευνοεί, Άσραδλιν, δε σ’αφήνει να πεθάνεις· αποδείχτηκε όταν σε είχαν αιχμάλωτο οι αυτονομιστές.» – «Το ίδιο νομίζαμε κάποτε και για τον πατέρα. Να προσέχεις, κι άσε τις ανοησίες!» Οπότε το βλέμμα του Σάρμαλκιρ αγρίεψε, γιατί ποτέ δεν του άρεσε ο αδελφός του να του δίνει συμβουλές, ειδικά με πιεστικό τρόπο.)

«Ναι,» συμφώνησε η Μάρναλιθ, «είναι όντως η κατάλληλη στιγμή.» Και τραβώντας τον τηλεπικοινωνιακό πομπό από τη ζώνη της κάλεσε έναν από τους διοικητές της, προστάζοντάς τον να σταλεί σήμα στον στόλο του ποταμού ώστε να έρθει στην πόλη.

«Να εισβάλει, Στρατηγέ;» ρώτησε ο άντρας μέσα από τον πομπό.

«Ακριβώς. Να εισβάλει. Οι αποβάθρες του Σκοτεινού Παζαριού – οι πρώτες που θα συναντήσει – βρίσκονται υπό τον έλεγχό μας. Οι αποβάθρες του Ταριχευτή, απέναντι, στη νότια όχθη, που είναι πολύ μικρότερες, δεν βρίσκονται υπό τον έλεγχό μας. Φρόντισε να μεταβιβάσετε αυτή την πληροφορία στον Ναύαρχο.»

«Μάλιστα, Στρατηγέ.»

«Θα πάω στο Σκοτεινό Παζάρι,» δήλωσε ο Άσραδλιν, καθώς η Μάρναλιθ έκλεινε τον πομπό, «να περιμένω την άφιξη του στόλου. Θα έρθεις;»

«Για την ώρα, νομίζω πως καλύτερα να βρίσκομαι εδώ,» αποκρίθηκε εκείνη, και ύψωσε τα κιάλια της μπροστά της, κοιτάζοντας προς την Οδό των Ξένων, στα όρια Νυκτόκηπου και Μεσοπόταμου.

Ο Άσραδλιν και η Ναλτάμα’χοκ έφυγαν από το ξενοδοχείο, παίρνοντας μαζί τους Μαυρόλυκους Καβαλάρηδες για να τους προστατεύουν από τυχόν δολοφόνους σταλμένους από την Αρχόντισσα ή τον Στρατηγό της – ο Φύλακας καβάλα στο μαύρο άτι του, η μάγισσα καβάλα σ’έναν γκρίζο γιγαντόλυκο. Διέσχισαν το εσωτερικό του Νυκτόκηπου, όπου δεν γίνονταν συγκρούσεις και τα πράγματα ήταν ήσυχα, διέσχισαν το εσωτερικό του Σκοτεινού Παζαριού, όπου η ίδια ησυχία επικρατούσε, κι έφτασαν στις αποβάθρες. Καθοδόν, ο Άσραδλιν ειδοποίησε με τον πομπό του τον Εθέλδιρ, γιατί πίστευε ότι κι αυτός, ως Πρόμαχος της Επανάστασης, όφειλε να βρίσκεται εδώ.

Ο στόλος του ποταμού Τίγρη, ο στόλος που ήταν σταλμένος από την Όρολκηθ, μια από τις πόλεις της Κοινοπολιτείας των Τεσσάρων Δασών, δεν είχε έρθει ακόμα, φυσικά. Ο Άσραδλιν δεν μπορούσε ούτε καν να διακρίνει πλοία στο βάθος του ποταμού.

Τα τείχη της Φάνρηβ περνούσαν πάνω από τον Τίγρη, σχηματίζοντας μια πελώρια αψίδα, όπου βρίσκονταν πολεμιστές του Βασιλείου της Χάρνωθ καθώς και δύο κανόνια. Κοιτάζοντάς τα με τα κιάλια του, ο Άσραδλιν δεν νόμιζε ότι κανένα τους ήταν ενεργειακό. Η αψίδα, όμως, μπορούμε να αποτελέσει πελώρια πύλη. Υπήρχαν αλυσίδες απλωμένες από τη μια της άκρη ώς την άλλη, χαλαρές τώρα ώστε να πέφτουν βαθιά κάτω από το νερό· αλλά, με τη χρήση μηχανισμών, μπορούσαν εύκολα να τραβηχτούν επάνω για να εμποδίσουν τη διέλευση σκαφών. Κι αυτό ήταν κάτι που οι Χαρνώθιοι σίγουρα θα έκαναν μόλις έβλεπαν τον στόλο να έρχεται.

Οι μισθοφόροι της Κοινοπολιτείας είχαν καλό λόγο, λοιπόν, να θέλουν να τους διώξουν από την πελώρια αψίδα. Πλησίαζαν από τις βορειοανατολικές επάλξεις και τους επιτίθονταν, πυροβολώντας τους με τουφέκια. Ο Άσραδλιν τούς έβλεπε με τα κιάλια του.

Ο Εθέλδιρ ήρθε σύντομα κοντά του, επάνω στο δίκυκλό του, και η Ζιρίνα ωλ Φέρενερ ήταν καθισμένη πίσω του.

«Τι συμβαίνει, Φύλακά μου;» ρώτησε ο Πρόμαχος· ο Άσραδλιν δεν του είχε πει γιατί του ζητούσε να έρθει στις αποβάθρες, φοβούμενος μήπως οι κατάσκοποι της Αρχόντισσας υπέκλεπταν την τηλεπικοινωνία. Αν και με τις επιθέσεις των μισθοφόρων από τις βορειοανατολικές επάλξεις, οι Χαρνώθιοι μάλλον θα είχαν μαντέψει τι θα ακολουθούσε.

«Ο στόλος μας έρχεται από τον ποταμό,» αποκρίθηκε ο Άσραδλιν.

«Σε πόση ώρα;»

«Από στιγμή σε στιγμή.»

Η Ζιρίνα είπε, κατεβαίνοντας από το δίκυκλο: «Ο ποταμός είναι γεμάτος Χαρνώθιους.»

Και ήταν αλήθεια: τα νερά ανάμεσα στο λιμάνι του Σκοτεινού Παζαριού και στο μικρό λιμάνι του Ταριχευτή ήταν, όντως, γεμάτα με σκάφη του Βασιλείου.

«Μπορούμε να τα χτυπήσουμε από εδώ;» ρώτησε ο Άσραδλιν, που δεν έβλεπε κανένα αξιόμαχο πλεούμενο στις αποβάθρες. Ή ίσως μερικά μόνο να μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για πόλεμο· τα άλλα ήταν άχρηστα.

«Με τη χρήση του ενεργειακού κανονιού, υποθέτω,» είπε ο Εθέλδιρ. «Αλλά, αν τους επιτεθούμε από τώρα, αυτό θα προκαλέσει άμεσα αντίποινα προς εμάς.»

«Σωστά,» συμφώνησε ο Άσραδλιν. «Θα τους χτυπήσουμε μόλις ο στόλος πλησιάσει. Φρόντισε το ενεργειακό κανόνι να είναι σε ετοιμότητα, Εθέλδιρ.»

Ο Εθέλδιρ κατένευσε και, στρέφοντας το δίκυκλό του, απομακρύνθηκε, έφυγε από τις αποβάθρες. Η Ζιρίνα έμεινε πίσω, σιωπηλή.

Ο Άσραδλιν τη ρώτησε: «Μιλήσατε με τον Κάλνεντουρ;»

«Μιλήσαμε, Εξοχότατε.»

«Σας αποκάλυψε τίποτα χρήσιμο για τους αυτονομιστές;»

«Τίποτα απολύτως.»

«Του προτείνατε να έρθει στο πλευρό μου; Αν συμμαχήσει τώρα μαζί μου, δεν πρόκειται να θυμάμαι πλέον το παραμικρό απ’όσα έκανε προτού μπω στην πόλη.»

«Του το είπαμε, Φύλακά μου, αλλά δεν είναι πρόθυμος ν’αλλάξει γνώμη.»

«Εξακολουθεί να είναι εχθρός μου; Γιατί, μα τους θεούς;»

«Δεν είναι το πρόβλημά του μαζί σας, ακριβώς. Με την Κοινοπολιτεία είναι, κυρίως.»

«Η Κοινοπολιτεία είναι σύμμαχός μας, Ζιρίνα!»

«Ο Κάλνεντουρ δεν το βλέπει έτσι. Πιστεύει ότι θέλουν να εκμεταλλευτούν την πόλη.»

«Πρέπει να του μιλήσω κάποια στιγμή.»

«Αμφιβάλλω ότι θα του αλλάξετε μυαλά, Φύλακά μου.»

Ο Άσραδλιν θυμήθηκε τη συζήτησή του με τον Κάλνεντουρ όταν εκείνος τον είχε αιχμάλωτο. «Ίσως,» αποκρίθηκε. «Αλλά, παρ’όλ’ αυτά, θα ήθελα να του μιλήσω.»

Τα ποταμόπλοια δεν άργησαν να φανούν πέρα από την αψίδα του ποταμού· δεν βρίσκονταν και πολύ μακριά από την πόλη, άλλωστε. Στο σύνολό τους ήταν τριάντα, όπως ήξερε ο Άσραδλιν, παρότι μέχρι στιγμής δεν τα είχε αντικρίσει. Τα δεκαπέντε ήταν μηχανοκίνητα· τα υπόλοιπα πήγαιναν με τα πανιά και τα κουπιά. Ο λόγος γι’αυτό ήταν οικονομικός, κυρίως, και θέμα πόρων. Για να κινήσει κανείς τόσο μεγάλα σκάφη με μηχανές, μάγοι έπρεπε να ρυθμίζουν την ενεργειακή ροή τους, αλλιώς οι μηχανές θα καταστρέφονταν· και η Όρολκηθ δεν μπορούσε να βρει και να πληρώσει περισσότερους από δεκαπέντε μάγους για να κάνουν αυτή τη δουλειά. Τα άλλα δεκαπέντε ποταμόπλοια έπρεπε, επομένως, να μην είναι μηχανοκίνητα. Αλλά αυτό δεν είχε και καμια μεγάλη διαφορά τώρα· δεν έπαιζε και τόσο μεγάλο ρόλο η ταχύτητα. Εκείνο που είχε σημασία ήταν πόσους μαχητές χωρούσε το κάθε σκάφος, πόσο καλά θωρακισμένο ήταν, και τι δύναμη πυρός είχε.

Οι αλυσίδες της αψίδας αμέσως σηκώθηκαν, κλείνοντας την είσοδο προς τη Φάνρηβ. Οι συγκρούσεις στις επάλξεις δεν είχαν πάψει ακόμα· οι μαχητές της Κοινοπολιτείας δεν είχαν διώξει τους μαχητές της Χάρνωθ από την αψίδα. Και τα σκάφη του Βασιλείου που γέμιζαν τον ποταμό είχαν ήδη αρχίσει να κινούνται, ετοιμάζοντας τα κανόνια τους.

Ο Εθέλδιρ σταμάτησε ξανά το δίκυκλό του δίπλα στον Άσραδλιν, περνώντας ανάμεσα από τους Μαυρόλυκους Καβαλάρηδες. «Το ενεργειακό κανόνι είναι εδώ, Φύλακά μου. Περιμένουμε τη διαταγή σας.»

Ο Άσραδλιν ένευσε, έχοντας το βλέμμα του στραμμένο στην πελώρια αψίδα, στις αλυσίδες, στις συγκρούσεις στις επάλξεις, και στον ερχόμενο στόλο.

Τα κανόνια της αψίδας άρχισαν να βάλλουν εναντίον των πλοίων της Κοινοπολιτείας, καθώς επίσης κι άλλα κανόνια και ρουκετοβόλα που βρίσκονταν προς τα νότια, στις επάλξεις. Αυτά τα τελευταία ήταν πιο μακριά, βέβαια, και η γωνία δεν τα ευνοούσε, αλλά οι επιθέσεις τους δεν ήταν και αμελητέες.

Τα πλοία της Κοινοπολιτείας απάντησαν με παρόμοιο τρόπο. Και αεροσκάφη ήρθαν για να τα υποστηρίξουν, λίγο προτού έρθουν αεροσκάφη των Χαρνώθιων για να τα βυθίσουν. Ο ουρανός, γι’ακόμα μια φορά, γέμισε φωτιά και καπνούς.

Τα σκάφη της Κοινοπολιτείας πλησίασαν την αψίδα περνώντας μέσα από τα πυρά των εχθρών τους, χτυπώντας τις επάλξεις με τα κανόνια και τα ρουκετοβόλα τους – πέτρινα θραύσματα και άνθρωποι έπεφταν στον ποταμό. Δεν είχαν έρθει, όμως, όλα τα πλοία άθικτα· τα περισσότερα είχαν φωτιές επάνω τους και η θωράκισή τους ήταν χτυπημένη, ενώ τουλάχιστον δύο ο Άσραδλιν ήταν βέβαιος ότι είχαν βουλιάξει. Καθώς κοίταζε με τα κιάλια του, είδε τώρα ανθρώπους να πηδάνε από δύο σκάφη, όχι όμως για να τα εγκαταλείψουν επειδή βυθίζονταν. Δύτες ήταν. Πέφτοντας στο νερό εξαφανίστηκαν, και πρέπει μάλλον να πήγαιναν για να καταστρέψουν τις πελώριες αλυσίδες.

«Εξοχότατε,» είπε ο Εθέλδιρ, «τα πλοία του Βασιλείου κινούνται.»

Ο Άσραδλιν κατέβασε τα κιάλια του για να δει ότι, όντως, τα σκάφη πήγαιναν προς την αψίδα, αρχίζοντας να βάλλουν.

«Χτυπήστε τα,» πρόσταξε.

Ο Εθέλδιρ έκανε νόημα με το χέρι του, και το ενεργειακό κανόνι ξεκίνησε να ρίχνει, καθώς κι άλλα όπλα στημένα στις αποβάθρες. Μεγάλοι πίδακες νερού σηκώνονταν στον ποταμό, και τα Χαρνώθια σκάφη αναγκάστηκαν να ανακόψουν την πορεία τους για να στρέψουν τα πυρά τους προς το Σκοτεινό Παζάρι.

«Πάμε μακριά, Φύλακά μου!» είπε ο Εθέλδιρ. «Είναι επικίνδυνα εδώ τώρα.»

Ο Άσραδλιν δεν έφερε αντίρρηση. Μαζί με τους υπόλοιπους απομακρύνθηκε από τις αποβάθρες, καθώς οβίδες και ρουκέτες έπεφταν, καταστρέφοντας και πυρπολώντας.

Ο Εθέλδιρ, με τη Ζιρίνα καθισμένη ξανά πίσω του, οδήγησε τον Φύλακα και τους συντρόφους του σ’ένα άλλο σημείο του Σκοτεινού Παζαριού απ’όπου μπορούσαν να εποπτεύουν με άνεση τα δρώμενα στον ποταμό χωρίς να βρίσκονται εκεί που ήταν επικίνδυνο να χτυπηθούν από τα πυρά των Χαρνώθιων.

Εκρήξεις γίνονταν στις πλευρές της αψίδας τώρα, και οι αλυσίδες της φαίνονταν να πέφτουν, γυαλίζοντας στο φως του πρωινού ήλιου και χτυπώντας τα νερά του Τίγρη σαν γιγάντια μεταλλικά μαστίγια. Τα πλοία της Κοινοπολιτείας άρχισαν να μπαίνουν στο τμήμα του ποταμού που ανήκε στην πόλη, ενώ οι μισθοφόροι της Κοινοπολιτείας έμοιαζε να νικάνε επάνω στις επάλξεις. Ύστερα, όμως, μια τρομερή επίθεση έγινε εναντίον της αψίδας. Κάποια αεροπλάνα πρέπει να εξαπέλυσαν πυραύλους μεγάλης ισχύος. Ολόκληρο το οικοδόμημα γκρεμίστηκε, μαζί με τα κανόνια του και όσους βρίσκονταν επάνω. Οι πέτρες πλάκωσαν σκάφη από κάτω τους, ενώ άλλες βούτηξαν στον ποταμό σηκώνοντας πίδακες, στέλνοντας νερά στις όχθες.

Οι Χαρνώθιοι ίσως να προσπαθούσαν να δημιουργήσουν κάποιο φράγμα έτσι, σκέφτηκε ο Άσραδλιν, αλλά ο ποταμός ήταν πολύ βαθύς· οι πέτρες της γκρεμισμένης αψίδας δεν ήταν αρκετές για να γίνει τέτοιο φράγμα. Ωστόσο, είχε προκληθεί αναμφίβολα σημαντική καταστροφή στα σκάφη της Κοινοπολιτείας. Και όσα από αυτά είχαν ήδη καταφέρει να περάσουν από την αψίδα βρέθηκαν σε άμεση σύγκρουση με τα σκάφη του Βασιλείου, ενώ από τον Ταριχευτή οι Χαρνώθιοι τα χτυπούσαν με ρουκέτες και κανόνια.

Ο Άσραδλιν αισθάνθηκε ένα ρίγος να τον διατρέχει, ορθώνοντας τις τρίχες του. Είχε μια πολύ άσχημη αίσθηση ότι ο στόλος δεν θα κατάφερνε τελικά να αράξει· ή, αν τα κατάφερνε, δεν θα είχε μείνει ούτε το ένα τέταρτο απ’αυτόν. Πανωλεθρία… σκέφτηκε. Αλλά τι μπορούσε να κάνει για να την αποτρέψει; Τι διαταγή μπορούσε να δώσει που θα άλλαζε την κατάσταση; Γαμώτο! Η Μάρναλιθ έπρεπε να ήταν εδώ! Η Μάρναλιθ θα ήξερε τι να κάνει. Ή, τουλάχιστον, έτσι ήλπιζε…

«Εθέλδιρ… τι… τι προτείνεις;» ρώτησε, νιώθοντας τον λαιμό του ξερό, κολλημένο.

Αλλά ο Πρόμαχος της Επανάστασης έμεινε σιωπηλός, παρατηρώντας κι εκείνος την καταστροφή στον ποταμό.

Μετά από λίγο, οι επιθέσεις από τον Ταριχευτή έπαψαν, ξαφνικά, τόσο ξαφνικά… «Τι συμβαίνει;» είπε ο Άσραδλιν. «Κάτι συμβαίνει στον Ταριχευτή!» Κοιτούσε με τα κιάλια του αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει πολλά πράγματα πίσω από τους καπνούς και τις φωτιές που είχαν γεμίσει τον ποταμό.

Η Ναλτάμα’χοκ τού είπε: «Δώσε μου τα κιάλια σου, Άσραδλιν.» Εκείνος τής τα έδωσε και η μάγισσα ύφανε κάποιο ξόρκι επάνω τους, μουρμουρίζοντας μαγικά λόγια. Ύστερα, του τα επέστρεψε. «Θα μπορείς να δεις καλύτερα τώρα.»

Και ο Άσραδλιν πράγματι μπορούσε να δει καλύτερα. Οι μαγεμένοι φακοί έσκιζαν σαν λεπίδες τους καπνούς και τις φωτιές.

«Οι πολίτες επιτίθενται στους μαχητές του Βασιλείου!» είπε. «Οι πολίτες του Ταριχευτή επαναστάτησαν!»

«Αυτό είχα φανταστεί κι εγώ, Φύλακά μου,» είπε ο Εθέλδιρ, και στο μυαλό του ήταν ένα συγκεκριμένο πρόσωπο που άκουγε στο όνομα Νέλδουρ αλ Θάρναθ. Ο Αιρετός της Συντεχνίας των Οπλουργών. Οι Θάρναθ θα ήθελαν, αναμφίβολα, εκδίκηση για τον θάνατο του Ριλάθιρ, και είχαν μεγάλη επιρροή στον Ταριχευτή. Μπορούσαν να προκαλέσουν ξεσηκωμό εκεί, ακόμα κι όταν η συνοικία βρισκόταν υπό τη στρατιωτική επίβλεψη των Χαρνώθιων δυναστών. Το πρόβλημα, βέβαια, σκέφτηκε ο Εθέλδιρ, είναι πως ο Νέλδουρ είναι αυτονομιστής, όχι δικός μας άνθρωπος…

*

«Πάλι τα ίδια!» αναφώνησε η Αρχόντισσα Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ, κοιτάζοντας από το μπαλκόνι του Μεγάρου των Φυλάκων με τα μαγικά ενισχυμένα κιάλια της. «Πάλι τα ίδια, γαμώ τα παπάρια του Χάρλαεθ Βοκ!»

«Μη βλασφημάς, νιρλίσα…»

«Σκασμός, Ολέρια!» Η Ολέρια ποτέ άλλοτε δεν την είχε ακούσει τόσο εκνευρισμένη, τόσο… αντιδιπλωματική. «Περιστοιχίζομαι από ηλίθιους! Από διανοητικά καθυστερημένους! Και μη μου πεις ότι μιλάω σαν τον γαμημένο τον Λευκό Ζάρκαθιν από το Αρχέγονο Βασίλειο γιατί θα σε μπατσίσω! Κοίτα τι έχει γίνει! Κοίτα τι στα κωλομέρια του Χάρλαεθ Βοκ έχει γίνει εκεί πέρα!»

Η Ολέρια δεν μπορούσε να διακρίνει και πολλά μέσα από τους καπνούς και τις φωτιές που τύλιγαν το ανατολικότερο τμήμα του ποταμού, παρότι κι εκείνη είχε ένα ζευγάρι κιάλια υψωμένα μπροστά της. Ίσως να έφταιγε το γεγονός ότι τα δικά της κιάλια δεν τα είχε μαγέψει κανένας πιο πριν. «Τα πλοία της Κοινοπολιτείας κατάφεραν να μπουν…» είπε.

«Μόνο αυτό βλέπεις; Δε βλέπεις τι γίνεται στον Ταριχευτή; Δες τι γίνεται στον Ταριχευτή! Οι πολίτες φαίνεται κι εκεί νάχουν εξεγερθεί!»

Η Ολέρια έστρεψε τα κιάλια της λιγάκι προς τα νότια. «Γίνονται, όντως, κάποιες συγκρούσεις…»

«Σ’όλους τους δρόμους μέσα στη συνοικία! Θα τους τσακίσω τους