ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΑΖΕΡΗΣ

Το Αίμα των
Κατοίκων της

Τόμος Πρώτος:
Διαφιλονικούμενη Πόλη

Μια Ιστορία από το Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

 

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commons – http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/

 

• Επιτρέπεται να το διανέμετε ελεύθερα, στην παρούσα του μορφή και μόνο.
• Δεν επιτρέπεται να το τροποποιήσετε ή να το αλλοιώσετε με οιονδήποτε τρόπο.
• Δεν επιτρέπεται να το χρησιμοποιήσετε για διαφημιστικούς ή εμπορικούς λόγους.

 


 

Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνικό. Όλα τα ονόματα, τα πρόσωπα, και οι καταστάσεις είναι φανταστικά ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό, λογοτεχνικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά ονόματα, πρόσωπα, ή καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.

 

 

 

Περισσότερες ιστορίες από το Θρυµµατισµένο Σύµπαν, δωρεάν στο
www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris/thrymmatismeno_sympan

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ
Ένας Διπλωμάτης σε μια Ταραγμένη Πόλη

 

 

 

 

1
Επίσκεψη από τον Αέρα· Συνθήματα στους Τοίχους· ο Απεγνωσμένος Αιρετός· Αίτημα για Σωτηρία

Το ελικόπτερο πλησίαζε τη Φάνρηβ ύστερα από ταξίδι δύο ωρών πάνω από τον ποταμό Τίγρη και το Χαμηλό Δάσος.

Ο Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ, καθισμένος δίπλα σ’ένα από τα παράθυρα, αγνάντευε την περιτειχισμένη πόλη στις εκβολές του ποταμού, στις ακτές της Μικρής Θάλασσας. Η Φάνρηβ ήταν οικοδομημένη και από τη βόρεια και από τη νότια όχθη, και κάλυπτε μεγάλη έκταση: μεγαλύτερη από ό,τι η πόλη του Άλφεντουρ, η Νάζρηβ. Αλλά η Νάζρηβ ήταν μια πόλη ενωμένη, ήρεμη με τον εαυτό της, και δυνατή, όπως ένα καλά συγκεντρωμένο μυαλό εστιασμένο στις σκέψεις που το ενδιαφέρουν. Η Φάνρηβ, αντιθέτως, βρισκόταν σε αναβρασμό από τότε που οι δυνάμεις της Συμπαντικής Παντοκρατορίας ηττήθηκαν από την Επανάσταση και κατακερματίστηκαν παντού στο Γνωστό Σύμπαν. Η Φάνρηβ δεν ήταν ούτε ενωμένη ούτε ήρεμη με τον εαυτό της· ήταν σαν ένα μυαλό αποπροσανατολισμένο από πολλές σκόρπιες σκέψεις, ένα μυαλό που δυσκολεύεται να αυτοκαθοριστεί. Διάφορες δυνάμεις φιλονικούσαν για την πόλη.

Αν βέβαια δεν είχε τη θέση που είχε, κανένας δεν θα της έδινε σημασία. Αν δεν είχε τη θέση που είχε, η Φάνρηβ δεν θα ήταν διαφιλονικούμενη: δεν θα ήταν ποτέ στην πολιτική κατάσταση που βρισκόταν σήμερα.

Ο Αερολιμένας ήταν στη νότια μεριά της πόλης, και προς τα εκεί τώρα κατευθυνόταν το ελικόπτερο του Άλφεντουρ, με τους δύο έλικές του να βουίζουν, ο ένας από δεξιά, ο άλλος από αριστερά.

Ο Άλφεντουρ αναστέναξε και πήρε το βλέμμα του από το παράθυρο και τη Φάνρηβ. Γνώριζε ότι τον περίμεναν δύσκολες διαπραγματεύσεις εκεί· δεν είχε νόημα ν’ανησυχεί από τώρα. Όσο πιο καθαρό ήταν το μυαλό του, τόσο το καλύτερο. Όπως πάντα.

Έβγαλε τα ασημόχρωμα γυαλιά του και όλα έγιναν λιγότερο έντονα. Έχασαν εκείνα τα δυνατά περιγράμματα που νόμιζες πως είχαν. Ο Άλφεντουρ δίπλωσε τα γυαλιά και τα πέρασε στην τσέπη του πανωφοριού του.

Αντίκρυ του ήταν καθισμένος ο Θάλβακιρ, ο ειδικός σωματοφύλακάς του. Ανήκε στη μειονότητα των πρασινόδερμων Μοργκιανών, και είχε μαλλιά πράσινα επίσης, αλλά τόσο σκούρα που έμοιαζαν μαύρα εκτός αν τα φώτιζες με πολύ δυνατό φως. Ακόμα και στο φως του ήλιου της Μοργκιάνης – που, όπως ήξερε ο Άλφεντουρ, ήταν ασθενέστερο από άλλων διαστάσεων του Γνωστού Σύμπαντος – τα μαλλιά του Θάλβακιρ έδιναν μια μαύρη εντύπωση. Και για τα στενά μάτια του το ίδιο ίσχυε: πράσινα, στην πραγματικότητα, αλλά μαύρα φαίνονταν αν το φως δεν ήταν αρκετό κι αν δεν τα παρατηρούσες προσεχτικά.

Ο Θάλβακιρ ήταν λιγνός και μυώδης σαν σύρμα από πανίσχυρο μέταλλο, ντυμένος τώρα με ρούχα απλά – μια γκρίζα τουνίκα, ένα πράσινο παντελόνι, καφετιές μπότες που έφταναν ώς τα γόνατα – που από κάτω τους ο Άλφεντουρ γνώριζε ότι έκρυβαν διάφορα μικρά όπλα και αλεξίσφαιρο θώρακα με λεπτή αλυσιδωτή επένδυση. Στη ζώνη του Θάλβακιρ ήταν θηκαρωμένο ένα πιστόλι τριπλής λειτουργίας – πυροβόλο, ενεργοβόλο, και ηχητικό – ένα εργαλείο τελευταίας τεχνολογίας, κατευθείαν από τη βιομηχανία των Ζαμάντερ, των μεγαλύτερων οπλουργών της Νάζρηβ.

Ο Άλφεντουρ όσες φορές είχε δει τον Θάλβακιρ να μάχεται δεν είχε προλάβει να καταλάβει τι ακριβώς έκανε ο ειδικός σωματοφύλακας. Συνήθως συμπέραινες τι είχε κάνει από τα αποτελέσματα των πράξεών του. Πρώτα έβλεπες τους νεκρούς και τους χτυπημένους και μετά συνειδητοποιούσες ότι ο Θάλβακιρ είχε κινηθεί για να τους επιτεθεί.

Ο άνθρωπος ήταν σαν θηρίο από το Βαθύ Δάσος. Θα περίμενες να είναι άγριος, απότομος, υβριστικός στις κοινωνικές συναναστροφές του· αλλά, αντιθέτως, ήταν ήπιος, υπομονετικός, γλυκομίλητος. Ο Άλφεντουρ νόμιζε πως η Ζέρκιλιθ και η Αζουρίτα ήταν κι οι δύο λιγάκι ερωτευμένες με τον Θάλβακιρ.

Οι εν λόγω δίδυμες – που συνόδευαν τον Άλφεντουρ σε τούτη τη διπλωματική αποστολή για την προσωπική του περιποίηση – επί του παρόντος ήταν καθισμένες σε κάποια απόσταση, κοντά στις αποσκευές. Το δέρμα τους ήταν κατάμαυρο, όπως των περισσότερων αυτοχθόνων της Μοργκιάνης, αλλά τα μαλλιά τους κατάλευκα – πράγμα εξαιρετικά σπάνιο ανάμεσα στους Μοργκιανούς. Οι δίδυμες έμοιαζαν τόσο που ήταν δύσκολο να τις ξεχωρίσεις. Ακόμα κι ο Άλφεντουρ δυσκολευόταν κάπου-κάπου. Και οι ίδιες δεν έκαναν παρά την ελάχιστη προσπάθεια για να διαχωρίσουν τον εαυτό τους η μία από την άλλη. Μέχρι και η κόμμωσή τους ήταν όμοια τώρα: η δεξιά και η αριστερή τούφα των μαλλιών τους ήταν πιασμένες πίσω από το κεφάλι τους με καφετί κοκαλάκι, όπου ήταν πιασμένη επίσης και η κάτω άκρη των μαλλιών, κυρτώνοντας προς τα πάνω, σχηματίζοντας χαλαρό βρόχο, σύμφωνα με την τελευταία μόδα στη Νάζρηβ, την ονομαζόμενη σταυρωτή κόμη. Τα μαλλιά τους, που ήταν μακριά ώς την πλάτη, έπεφταν έτσι ώς τους ώμους. Το μόνο που ξεχώριζε τις δίδυμες ήταν ένα γενετήσιο σημάδι στην κοιλιά της Αζουρίτας – ένα σημάδι χρώματος μπλε· που απ’αυτό, μάλιστα, της είχαν δώσει το όνομά της. Το σημάδι, βέβαια, δεν φαινόταν όταν ήταν ντυμένη, έτσι τώρα η Αζουρίτα φορούσε μια καρφίτσα στο αριστερό πέτο μ’έναν αζουρίτη επάνω, ώστε ο Άλφεντουρ και ο Θάλβακιρ να την ξεχωρίζουν χωρίς πρόβλημα από τη Ζέρκιλιθ. Κατά τα άλλα, το ντύσιμό τους ήταν ίδιο. Εσκεμμένα, αναμφίβολα. Πράσινα φορέματα, μαύρα μακριά αδάχτυλα γάντια, μαύρα γοβάκια, ελαφροί γαλανοί μανδύες που έπεφταν ώς τα γόνατα. Η Ζέρκιλιθ φορούσε, τώρα, ένα ζευγάρι ασημόχρωμα γυαλιά καθώς κοίταζε έξω από το παράθυρο πλάι τους.

Στρέφοντας το βλέμμα της προς τον Διπλωματικό Αντιπρόσωπο της Νάζρηβ, ρώτησε: «Θα θέλατε κάτι προτού προσγειωθούμε, κύριε Άλφεντουρ;»

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνος κουνώντας ήπια το κεφάλι.

Ο Θάλβακιρ έστριψε ένα τσιγάρο και το άναψε. Καπνός από φύλλα μύρανθου του Βαθύ Δάσους. Έβγαινε αβίαστα από το σύστημα εξαερισμού του αεροσκάφους.

*

Ο ασθενικός ήλιος της Μοργκιάνης πλησίαζε στο ψηλότερο σημείο του ουρανού, αλλά δεν ήταν ακόμα μεσημέρι, όταν το ελικόπτερο με τους δύο πλευρικούς έλικες έφτασε πάνω από τον Αερολιμένα της Φάνρηβ δίνοντας σήμα ότι ζητούσε άδεια προσγείωσης. Ο Άλφεντουρ άκουσε τον πιλότο να μιλά στον πομπό του, ανακοινώνοντας ότι έρχονταν από τη Νάζρηβ, ότι ο Διπλωματικός Αντιπρόσωπος του Εμπορικού Συνδέσμου της Νάζρηβ επέβαινε στο αεροσκάφος, ο κύριος Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ.

Ο έλεγχος του Αερολιμένα αποκρίθηκε ότι μπορούσαν να προσγειωθούν, και το ελικόπτερο άρχισε να κατεβαίνει σ’ένα ελικοδρόμιο. Υπήρχαν κι άλλα ελικόπτερα, μικρότερα και μεγαλύτερα, σταματημένα τριγύρω· και πιο μακριά, φαίνονταν αρκετά αεροπλάνα.

Όταν τα πόδια του αεροσκάφους άγγιξαν το έδαφος, ο πιλότος είπε: «Μπορείτε να κατεβείτε, κύριε Άλφεντουρ,» και με το πάτημα ενός κουμπιού άνοιξε τις πόρτες.

Η Ζέρκιλιθ και η Αζουρίτα ήταν ήδη όρθιες, παίρνοντας τις αποσκευές του Διπλωματικού Αντιπροσώπου στα χέρια και στους ώμους. Ο Θάλβακιρ σηκώθηκε από τη θέση του και, για τυπικούς λόγους ασφάλειας, βγήκε πρώτος από το ελικόπτερο. Ο Άλφεντουρ φόρεσε τα ασημόχρωμα γυαλιά του και τον ακολούθησε, πηδώντας κι εκείνος έξω από το αεροσκάφος – ένας άντρας ψηλός, πιο εύσωμος από τον Θάλβακιρ, κατάμαυρος στο δέρμα, με μαλλιά πράσινα που έπεφταν λυτά ώς τους ώμους του, πρόσωπο φρεσκοξυρισμένο, ντυμένος με γκρίζο πανωφόρι με μακριά ουρά, λευκό δαντελωτό πουκάμισο από μέσα, γαλανό παντελόνι, και κοντές καφετιές γυριστές μπότες. Από τη ζώνη του, μισοκρυμμένο από το πανωφόρι, κρεμόταν ένα θηκαρωμένο κυρτό ξιφίδιο που έμοιαζε περισσότερο με εξάρτημα της αμφίεσής του παρά με κανονικό όπλο. Αν και ήταν πολύ, πολύ κοφτερό και πολύ, πολύ επικίνδυνο. Ο Άλφεντουρ κρατούσε πάντα τη λεπίδα ποτισμένη με ληθαργωτή – δηλητήριο από το Μαύρο Δάσος. Σε μικρές δόσεις, σε κοίμιζε· σε μεγάλες, σε έστελνε στον Μεταθανάτιο Κήπο. Το θηκάρι του Άλφεντουρ είχε μια μικρή βαλβίδα που, όταν εκείνος την άνοιγε, μπορούσε να στάξει υγρό το οποίο κυλούσε στο εσωτερικό των τοιχωμάτων του θηκαριού και, τελικά, πότιζε τη θηκαρωμένη λεπίδα μέσω μικροσκοπικών ανοιγμάτων. Ήταν ένα όπλο που είχε για έκτακτη ανάγκη. Στη Φάνρηβ, έτσι όπως ήταν η κατάσταση τελευταία, ίσως και να του χρειαζόταν. Γίνονταν πολλές πολιτικές δολοφονίες εδώ.

«Δε βλέπω κανέναν να μας περιμένει,» είπε ο Θάλβακιρ, παρατηρώντας ολόγυρα, ενώ η Ζέρκιλιθ και η Αζουρίτα κατέβαιναν μαζί με τις αποσκευές.

«Εδώ είναι,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ. «Αποκλείεται νάχει καθυστερήσει.» Και προχώρησε.

Ο Θάλβακιρ κινήθηκε σαν να ήταν σκιά του. Οι δύο δίδυμες ακολούθησαν. Ο πιλότος έμεινε πίσω, με το ελικόπτερο.

Καθώς έφταναν στα άκρα του ελικοδρόμιου, ο Άλφεντουρ αντίκρισε δύο άτομα να έρχονται προς το μέρος τους: έναν άντρα και μια γυναίκα. Ο Κασλάριν ωλ Μάρατεκ, και η αδελφή του, Χαρκάνιθ. Εκείνη φορούσε ασημόχρωμα γυαλιά και πανοπλία από αλεξίσφαιρες φυτικές ίνες και μέταλλα, ενώ είχε όπλα θηκαρωμένα σε φανερά σημεία. Εκείνος δεν φορούσε γυαλιά και μόνο ένα πιστόλι κρεμόταν από τη ζώνη του. Ήταν λίγο πιο κοντός από τον Άλφεντουρ, μαυρόδερμος, καστανομάλλης, κοντοκουρεμένος, και μουσάτος. Καλοντυμένος και μ’έναν γαλανό μανδύα να κυματίζει πίσω του.

«Καλωσόρισες στη Φάνρηβ, Άλφεντουρ,» είπε πλησιάζοντας κι ανταλλάσσοντας μια σύντομη χειραψία με τον Διπλωματικό Αντιπρόσωπο της Νάζρηβ.

«Ευχαριστώ, Κασλάριν. Ελπίζω τα πράγματα να μην είναι τόσο άσχημα εδώ όσο ακούω, τον τελευταίο καιρό.»

«Τα πράγματα,» αποκρίθηκε ο Κασλάριν ωλ Μάρατεκ, «είναι, μάλλον, χειρότερα απ’ό,τι έχεις ακούσει, φίλε μου.» Και δεν χαμογελούσε.

Ούτε η Χαρκάνιθ χαμογελούσε. Από παλιά έκανε τη σωματοφύλακα του Κασλάριν, και ο Άλφεντουρ την έβλεπε τώρα ιδιαίτερα τσιτωμένη και παρατηρητική – σημάδι ότι περίμενε πως ακόμα κι εδώ, μέσα στον ίδιο τον Αερολιμένα της Φάνρηβ, μπορεί κάποιος να προσπαθούσε να δολοφονήσει τον αδελφό της.

*

Το όχημα του Κασλάριν ωλ Μάρατεκ ήταν σταθμευμένο έξω από τον Αερολιμένα. Είχε έξι τροχούς, και το μπροστινό του μέρος (αυτό πάνω από τους δύο πρώτους τροχούς) καλυπτόταν μ’ένα φιμέ σκέπαστρο, ενώ το πισινό μέρος (αυτό πάνω από τους τέσσερις επόμενους τροχούς) καλυπτόταν από μεταλλική οροφή, έχοντας φιμέ παράθυρα δεξιά κι αριστερά. Το όχημα ήταν βαμμένο σκούρο πράσινο.

Ο Κασλάριν άνοιξε τη μία από τις πίσω πόρτες και τους ζήτησε να μπουν.

Ο Άλφεντουρ είπε στην Αζουρίτα και στη Ζέρκιλιθ: «Περάστε, κυρίες,» κι εκείνες μπήκαν πρώτες στο όχημα μεταφέροντας τις αποσκευές του. Ο Διπλωματικός Αντιπρόσωπος τις ακολούθησε, και μετά ανέβηκε ο Θάλβακιρ. Το εσωτερικό ήταν ευρύχωρο, με δύο αντικριστούς καναπέδες κι ένα τραπεζάκι ανάμεσά τους. Η Αζουρίτα και η Ζέρκιλιθ έπιασαν τον έναν καναπέ, πίσω από τον οποίο άφησαν τα πράγματα του Άλφεντουρ. Ο Άλφεντουρ και ο Θάλβακιρ έπιασαν τον άλλο καναπέ. Ο Κασλάριν, ανεβαίνοντας τελευταίος στο όχημα, κάθισε πλάι στη Ζέρκιλιθ, ώστε νάναι αντικριστά με τον Διπλωματικό Αντιπρόσωπο της Νάζρηβ.

Η Χαρκάνιθ πήγε στη μπροστινή μεριά του οχήματος, αφού έκλεισε την πόρτα. Ο Άλφεντουρ, κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο του, είδε το σκέπαστρο ν’ανοίγει για λίγο ώστε να την υποδεχτεί στη θέση του συνοδηγού. Στο τιμόνι καθόταν ένας μαυρόδερμος άντρας, ο οποίος ρώτησε: «Ξεκινάμε, κύριε Κασλάριν;»

«Μάλιστα, κύριε Άνφιρ.»

«Προς το σπίτι σας;»

«Ναι.»

Οι έξι τροχοί μπήκαν σε κίνηση· το όχημα έφυγε από τον Αερολιμένα της Φάνρηβ, κατευθυνόμενο βόρεια, πιάνοντας τη λεωφόρο που ο Άλφεντουρ, από τις παλιότερες επισκέψεις του στην πόλη, γνώριζε ότι ονομαζόταν Μακριά Λόγχη. Ήταν από τους μεγαλύτερους δρόμους της Φάνρηβ: ξεκινούσε από την Πύλη των Δασών στα βόρεια τείχη, έφτανε ώς τον ποταμό Τίγρη, συνέχιζε μετά τη Γέφυρα του Ιχθύος, και κατέληγε εδώ, στον Αερολιμένα.

Ο Κασλάριν είπε στον Άλφεντουρ: «Θα σε κεράσω μεσημεριανό στο σπίτι μου, αν δεν υπάρχει πρόβλημα…»

«Κανένα πρόβλημα απολύτως, φυσικά,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ, βγάζοντας τα ασημόχρωμα γυαλιά του και βλέποντας το έντονο περίγραμμα γύρω από τον Κασλάριν να σβήνει. «Πρέπει να συζητήσουμε, εξάλλου.» Εκείνος ήταν που είχε καλέσει τον Άλφεντουρ εδώ.

«Ναι. Όμως, μετά από το μεσημεριανό, δυστυχώς, δεν μπορώ να σε φιλοξενήσω στο σπίτι μου. Θα πρέπει να κλείσεις δωμάτια σε κάποιο ξενοδοχείο. Διαφορετικά, θα δοθούν σε πολλούς… εσφαλμένες εντυπώσεις. Κι αυτό, πιθανώς, θα ήταν κακό και για τους δυο μας.»

«Καταλαβαίνω,» συμφώνησε ο Άλφεντουρ. Ο Κασλάριν ήταν ένας από τους Αιρετούς της Φάνρηβ – ο Αιρετός της Συντεχνίας των Αγροτών – και, έτσι όπως ήταν η πολιτική κατάσταση τώρα στην πόλη, αναμφίβολα είχε πολλούς εχθρούς. Επιπλέον, δεν θα ωφελούσε καθόλου τον Άλφεντουρ αν λεγόταν από κάποιους πως ο Διπλωματικός Αντιπρόσωπος της Νάζρηβ συνωμοτούσε με τον Κασλάριν. Η Νάζρηβ ήταν ανέκαθεν μια εμπορική πόλη, ουδέτερη στις διάφορες πολιτικές αντιδικίες που υφίσταντο μέσα σε άλλες πόλεις ή περιοχές. Τις περισσότερες φορές, τουλάχιστον.

Ενόσω διέσχιζαν τη Μακριά Λόγχη, ο Άλφεντουρ κοίταζε έξω από τα παράθυρα του εξάτροχου οχήματος και έβλεπε καβαλάρηδες επάνω σε άλογα ή γιγαντόλυκους στον μεγάλο δρόμο, καθώς και πολλούς πεζούς και άμαξες, και σποραδικά ανάμεσά τους άλλα μηχανοκίνητα οχήματα όπως του Κασλάριν, αν και μικρότερα τα περισσότερα από αυτά. Στους τοίχους αρκετών οικημάτων, παρατήρησε επίσης ο Άλφεντουρ, ήταν γραμμένα πολιτικά συνθήματα με μεγάλα γράμματα:

ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΧΑΡΝΩΘ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΔΟΤΕΣ

Η ΦΑΝΡΗΒ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ

ΟΙ ΑΙΡΕΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΔΟΤΕΣ

ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΗΣ ΦΑΝΡΗΒ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ

Ο Κασλάριν, βλέποντας πού κοίταζε ο Άλφεντουρ, είπε: «Αυτονομιστές.»

«Ναι, το κατάλαβα. Δεν υπήρχαν, όμως, τόσα συνθήματα στους τοίχους την τελευταία φορά που ήμουν εδώ.»

«Τα προβλήματα έχουν χειροτερέψει.»

ΟΥΤΕ ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΟΥΤΕ ΦΥΛΑΚΑΣ

ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΠΟΛΙΤΕΙΑ Η ΙΔΙΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

«Δε θέλουν να επιστρέψετε στην Κοινοπολιτεία των Τεσσάρων Δασών;» ρώτησε ο Άλφεντουρ.

«Όχι,» είπε ο Κασλάριν. «Οι αυτονομιστές θέλουν η Φάνρηβ να γίνει ανεξάρτητη πόλη. Όπως η Νάζρηβ. Αλλά δε νομίζω ότι, δεδομένης της κατάστασης, αυτό είναι εφικτό.»

Ο Άλφεντουρ έστρεψε τα μάτια του στον Αιρετό. «Εσύ θα το ήθελες;»

«Οι δρόμοι μας θα γεμίσουν αίμα, αν επιχειρηθεί τέτοιο πράγμα, φίλε μου.»

Ναι, σκέφτηκε ο Άλφεντουρ, το ίδιο νομίζω κι εγώ. «Και δεν θέλουν να επιστρέψει ούτε ο Οίκος των Φυλάκων;»

Το εξάτροχο όχημα ανέβηκε στη μεγάλη Γέφυρα του Ιχθύος, διασχίζοντάς την για να φτάσει στη βόρεια μεριά της Μακριάς Λόγχης.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Κασλάριν, «δεν θέλουν ούτε τον Φύλακα. Αλλά αυτός έρχεται ούτως ή άλλως.»

Ο Άλφεντουρ συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς;»

«Τον υποστηρίζει η Κοινοπολιτεία–»

«Αυτό είναι γνωστό.»

«–και ο στρατός του βρίσκεται τώρα καταυλισμένος στο Θαλασσοδάσος, γύρω στα είκοσι χιλιόμετρα βόρεια της πόλης. Περιμένουμε ότι, από μέρα σε μέρα, μπορεί να επιτεθεί.»

«Από πότε είναι εδώ; Δεν το είχα ακούσει.»

«Καμια δεκαριά μέρες είναι που στρατοπέδευσε,» είπε ο Κασλάριν, ενώ το όχημα είχε αφήσει πίσω του τη Γέφυρα του Ιχθύος και πλησίαζε το Μέγαρο των Αιρετών, στη γωνία που σχημάτιζαν μεταξύ τους η Μακριά Λόγχη και η Οδός των Ξένων, «και έστειλε μαντατοφόρο του στην πόλη, ζητώντας από τη Βασιλική Αντιπρόσωπο να παραιτηθεί από Αρχόντισσα της Φάνρηβ και όλες οι δυνάμεις της Χάρνωθ να εγκαταλείψουν την περιοχή.»

«Αλλά η Αρχόντισσα δεν δέχτηκε.» Δεν ήταν ερώτηση.

Ο Κασλάριν γέλασε κοφτά. «Φυσικά και όχι. Και ετοιμάζεται για πόλεμο. Από τότε, έχουν έρθει είκοσι-πέντε πολεμικά πλοία από το Βασίλειο της Χάρνωθ, δέκα μαχητικά αεροσκάφη, και κάπου οκτώ χιλιάδες μαχητές του Βασιλείου, απ’ό,τι ξέρω.»

Το όχημα είχε πλέον στρίψει στην Οδό των Ξένων, κατευθυνόμενο ανατολικά.

«Καταλαβαίνεις, Άλφεντουρ, τι θα γίνει εδώ αν ο Φύλακας αποφασίσει να επιτεθεί;» είπε ο Κασλάριν, κοιτάζοντας έντονα τον διπλωμάτη.

«Προσπαθώ να καταλάβω.»

«Ο Οίκος των Φυλάκων ισχυρίζεται πως είναι δικαίωμά τους να επιστρέψουν και πάλι στη Φάνρηβ, τώρα που οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας έχουν διαλυθεί, ενώ το Βασίλειο της Χάρνωθ δεν έχει κανένα δικαίωμα να βρίσκεται εδώ. Το δικαίωμα τού το έδωσαν οι Παντοκρατορικοί – και οι Παντοκρατορικοί ήταν κατακτητές ολόκληρης της Μοργκιάνης και δυνάστες.»

«Ναι,» είπε ο Άλφεντουρ, «το αντιλαμβάνομαι αυτό.» Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας ήταν που είχαν κάνει τη Φάνρηβ προτεκτοράτο του Βασιλείου της Χάρνωθ, καταλύοντας συγχρόνως τον τίτλο του Φύλακα. Ο Οίκος των Φυλάκων ποτέ δεν το δέχτηκε αυτό, φυσικά. Εξόριστοι, πήγαν στην Κοινοπολιτεία των Τεσσάρων Δασών, και κρύβονταν εκεί όλ’ αυτά τα χρόνια. Βοήθησαν και στην Επανάσταση εναντίον της Συμπαντικής Παντοκρατορίας.

«Το Βασίλειο της Χάρνωθ, όμως, δεν το αντιλαμβάνεται.»

«Αναμενόμενα. Ποτέ δεν εγκαταλείπουν τα προτεκτοράτα τους χωρίς πόλεμο ή τρομερές πιέσεις.»

Ο Κασλάριν ένευσε. «Ακριβώς.»

«Εσύ,» τον ρώτησε ο Άλφεντουρ, «ποιους υποστηρίζεις τώρα;»

«Θα σου εξηγήσω μόλις φτάσουμε στο σπίτι μου.»

*

Το εξάτροχο όχημα έστριψε προς το βόρεια, εγκαταλείποντας την Οδό των Ξένων και μπαίνοντας στον Νυκτόκηπο, την περιοχή όπου βρισκόταν το σπίτι του Κασλάριν. Δεν ήταν η παλιά οικία της οικογένειάς του, των Μάρατεκ· ήταν ένα άλλο, δικό του σπίτι, διώροφο, μ’έναν πυργίσκο στο πλάι. Όλες του οι γωνίες ήταν αιχμηρές, όπως στα περισσότερα οικήματα των μεγάλων πόλεων της Μοργκιάνης.

Ο Άνφιρ, ο οδηγός, έβαλε το όχημα στον χώρο στάθμευσης, και οι επιβάτες, ανοίγοντας τις πόρτες, κατέβηκαν για να βρεθούν στον κήπο του σπιτιού. Ο Κασλάριν προέτρεψε τη Ζέρκιλιθ και την Αζουρίτα ν’αφήσουν τις αποσκευές μέσα· κανένας δεν θα τις πείραζε εδώ. Ο Άλφεντουρ έγνεψε καταφατικά προς το μέρος τους, κι εκείνες δεν διαφώνησαν.

«Πώς τις ξεχωρίζεις;» τον ρώτησε ο Κασλάριν. «Η μία μοιάζει με αντικατοπτρισμό της άλλης.»

Ο Άλφεντουρ χαμογέλασε. «Θα σου εξηγήσω άλλη φορά.»

Καθώς διέσχιζαν τον κήπο, βαδίζοντας προς την κεντρική είσοδο του σπιτιού, είδε δύο γιγαντόλυκους να περιφέρονται, ατενίζοντάς τον με γυαλιστερά μάτια. Εκπαιδευμένοι ως φύλακες, αναμφίβολα.

«Περισσότερη φύλαξη, τώρα;» ρώτησε τον Κασλάριν, γιατί την τελευταία φορά θυμόταν εδώ έναν γιγαντόλυκο.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Αιρετός. «Είναι οι καλύτεροι φύλακες, όπως ξέρεις.»

Φοβάται τόσο ότι κάποιοι θα επιχειρήσουν να πειράξουν εκείνον και την οικογένειά του; σκέφτηκε ο Άλφεντουρ. Ποιον υποστηρίζει; Απ’ό,τι ήξερε για τον Κασλάριν, όσο καιρό τον συναναστρεφόταν, υπέθετε πως δεν μπορεί να υποστήριζε και τίποτα το πολύ ακραίο. Ήταν, ανέκαθεν, άνθρωπος της μέσης οδού. Αναρωτιόταν τι θα του έλεγε, τώρα που θα κάθονταν να συζητήσουν πιο εκτεταμένα. Σίγουρα όχι όλη την αλήθεια, ασφαλώς. Όπως συμβούλευε και το παλιό Μοργκιανό ρητό: Λέγε λίγα, κρύβε πολλά. Σοφά λόγια. Κανένας δεν ήθελε να προδίδει όλα του τα μυστικά και τους σκοπούς, από τον πιο απλό χωρικό ώς τον πιο μηχανορράφο πολιτικό.

Η σιωπή είναι σύνεση. Ακόμα ένα από τα ρητά της Μοργκιάνης. Οι Μοργκιανοί δεν ήταν φαφλατάδες όπως οι κάτοικοι ορισμένων άλλων διαστάσεων. Οι περισσότεροι απ’αυτούς, τουλάχιστον. Ο Άλφεντουρ μπορούσε να σκεφτεί κάμποσες εξαιρέσεις. Τα πράγματα ποτέ δεν είναι όπως υποτίθεται πως είναι. Και για τους πατριαρχικούς και μητριαρχικούς οίκους το ίδιο δεν ίσχυε, εξάλλου;

Μπαίνοντας στο σπίτι, η Χαρκάνιθ ρώτησε τον αδελφό της αν τη χρειαζόταν άλλο εδώ.

«Νόμιζα ότι θα έμενες μαζί μας για μεσημεριανό…» είπε ο Κασλάριν.

«Θα μείνω, αν επιμένεις. Αν υπάρχει λόγος. Αλλιώς θα πάω στο σπίτι μου.»

«Ο Νάλντιρ γκρινιάζει πάλι;»

Η Χαρκάνιθ μειδίασε – ένα ξαφνικό γυάλισμα λευκών δοντιών επάνω στο κατάμαυρο πρόσωπό της. «Ναι.»

«Πήγαινε,» είπε ο Κασλάριν, υπομειδιώντας κι εκείνος.

Η Χαρκάνιθ ένευσε κι έφυγε από την κεντρική είσοδο της οικίας, κατεβαίνοντας γρήγορα κι ευέλικτα τα σκαλοπάτια.

Μια υπηρέτρια είχε ήδη πλησιάσει, και ρώτησε τον κύριο Κασλάριν αν θα φιλοξενούνταν οι κύριοι και οι κυρίες που είχε φέρει μαζί του. Ο Αιρετός αποκρίθηκε ότι, όχι, δεν θα φιλοξενούνταν αλλά θα συνέτρωγαν. «Ειδοποίησε τη σύζυγο και τον γιο μου.»

«Μάλιστα, κύριε Κασλάριν,» αποκρίθηκε η γαλανόδερμη υπηρέτρια, που πρέπει να ήταν πάνω από σαράντα-πέντε χρονών, και έφυγε αμέσως.

Ο Άλφεντουρ ρώτησε: «Η αδελφή σου παντρεύτηκε;»

«Ναι,» είπε ο Κασλάριν, καθώς οδηγούσε εκείνον και τους άλλους προς την τραπεζαρία του σπιτιού του. «Τον Νάλντιρ αλ Σάρεθουν.»

«Σάρεθουν; Νομίζω ότι τους έχω ξανακούσει. Μια εμπορική οικογένεια;»

«Ναι.»

«Εκείνος προσχώρησε ή η αδελφή σου;»

«Η αδελφή μου. Τώρα πια είναι αλ Σάρεθουν.»

Μπήκαν στην τραπεζαρία, που ήταν διακοσμημένη με πίνακες και ταπετσαρίες. Κάποιοι απ’αυτούς απεικόνιζαν τον Γιοσόρκας, τον θεό των αγρών και των αγροτών. Από το ταβάνι κρεμόταν ένα μεγάλο πολύφωτο με ενεργειακές λάμπες, σβηστές τώρα. Πρωινό φως έμπαινε από δύο μεγάλα παράθυρα. Ένας τηλεοπτικός δέκτης υπήρχε σε μια γωνία. Ένα ηχοσύστημα ήταν τοποθετημένο γύρω από το μεγάλο τζάκι. Στο κέντρο του δωματίου βρισκόταν ένα μακρόστενο τραπέζι. Τριγύρω ήταν πολυθρόνες, καθώς κι ένας σοφάς. Δίπλα στον σοφά στεκόταν το ξύλινο άγαλμα ενός γιγαντόλυκου με φωτόλιθους για μάτια.

«Έγινε μονομαχία;» ρώτησε ο Άλφεντουρ.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Κασλάριν. «Καθίστε όπου θέλετε. Σαν στο σπίτι σας. Να σας προσφέρω κάτι να πιείτε;» είπε, πλησιάζοντας την κάβα.

Η Αζουρίτα και η Ζέρκιλιθ δεν τον άφησαν· προθυμοποιήθηκαν οι ίδιες να τους κεράσουν όλους. «Αφού είμαστε σαν στο σπίτι μας, δεν υπάρχει πρόβλημα, σωστά, κύριε Κασλάριν;» είπε η Ζέρκιλιθ. «Και ξέρουμε από κάβες,» πρόσθεσε η Αζουρίτα, «και από ποτά, σας διαβεβαιώνουμε.»

Ο Κασλάριν δεν έφερε αντίρρηση. «Εντάξει,» αποκρίθηκε. «Αλλά ποια είναι η Αζουρίτα και ποια η Ζέρκιλιθ, είπαμε;»

Οι δίδυμες γέλασαν. «Αυτό,» είπε η Ζέρκιλιθ, «είναι μυστικό. Τι θα πιείτε, κύριε Κασλάριν;» Είχαν ήδη πλησιάσει την κάβα κι ανοίξει τα ντουλάπια της.

Όταν όλοι τους κάθονταν, με ποτά στα χέρια, ο Κασλάριν είπε στον Άλφεντουρ: «Ο ίδιος ο Νάλντιρ μονομάχησε, μη θέλοντας να βάλει άλλο μονομάχο για τον γάμο του.»

Δε συνηθιζόταν ο γαμπρός ή η νύφη να μονομαχούν στην Τελετή Προσχώρησης. Ήταν πολύ σπάνιο. «Κι από τη δική σας μεριά; Η Χαρκάνιθ;»

Ο Κασλάριν κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Η ίδια ήθελε, αλλά οι άλλοι διαφωνούσαμε. Ο Σέλιρ μονομάχησε, τελικά.» Και βλέποντας τον Άλφεντουρ να τον κοιτάζει ερωτηματικά: «Ένας αδελφός μου.»

Η γυναίκα του Κασλάριν, η Έρνελιθ, ήρθε τότε στην τραπεζαρία. Ήταν γαλανόδερμη – αλλά όχι εξωδιαστασιακή – και μαυρομάλλα. Φορούσε λευκό φόρεμα και καφετί γιλέκο, και χαιρέτησε τον Άλφεντουρ ευγενικά, καλωσορίζοντάς τον στο σπίτι. Μετά, ζήτησε συγνώμη αλλά είπε ότι έπρεπε να φύγει τώρα· θα τους συναντούσε όταν έτρωγαν. Και αποχώρησε από την τραπεζαρία. Ο Άλφεντουρ είχε παρατηρήσει μπογιές επάνω στα χέρια της καθώς εκείνη τον χαιρετούσε. Ήταν ζωγράφος, και μάλλον είχε διακόψει τη δουλειά της για νάρθει εδώ.

Ο Κασλάριν είπε στον Άλφεντουρ: «Υποθέτω ότι οι σύντροφοί σου είναι έμπιστοι…»

«Αν δεν τους εμπιστευόμουν με τη ζωή μου, δεν θα τους είχα φέρει εδώ.»

Ο Κασλάριν ένευσε σαν να περίμενε τέτοια απάντηση. «Με ρώτησες, πιο πριν, ποιους υποστηρίζω,» είπε. «Δεν υποστηρίζω κανέναν αλλά, συγχρόνως, τους υποστηρίζω όλους. Και σε κάλεσα εδώ, Άλφεντουρ, για να με βοηθήσεις αν μπορείς. Γιατί… τα πράγματα είναι δύσκολα.»

Ο Άλφεντουρ τον περίμενε να συνεχίσει, πίνοντας αργά μια γουλιά από το κρασί του.

«Η Κοινοπολιτεία των Τεσσάρων Δασών θέλει ξανά τη Φάνρηβ στους κόλπους της, όπως ήταν προτού την πάρουν από εκεί οι Παντοκρατορικοί δίνοντάς την στο Βασίλειο της Χάρνωθ. Το Βασίλειο της Χάρνωθ δεν θέλει να συμβεί αυτό· θέλει να συνεχίσει η Φάνρηβ να είναι προτεκτοράτο του, όπως είναι τώρα εδώ και τόσα χρόνια. Ο Φύλακας θέλει να επιστρέψει στη Φάνρηβ, αλλά ούτε αυτό το Βασίλειο της Χάρνωθ το επιθυμεί, φυσικά. Γιατί, αν επιστρέψει ο Φύλακας, τότε η Αρχόντισσα θα πρέπει να φύγει· Βασιλικός Αντιπρόσωπος δεν θα μπορεί να σταθεί εδώ, νομίζουν. Και υπάρχουν, βέβαια, και οι αυτονομιστές, όπως σου είπα, οι οποίοι δεν θέλουν κανέναν από αυτούς: ούτε τον Φύλακα, ούτε τη Βασιλική Αντιπρόσωπο, ούτε την Κοινοπολιτεία. Πιστεύουν ότι η Φάνρηβ πρέπει να διοικείται από τους Αιρετούς και μόνο. Επεισόδια έχουν ήδη γίνει στους δρόμους μέσα στα τείχη της πόλης, αλλά και έξω από τα τείχη, στους αγρούς. Χωράφια έχουν αρπάξει φωτιά. Υποστηρικτές του Φύλακα έχουν συγκρουστεί με μαχητές της Χάρνωθ. Αυτονομιστές έχουν συγκρουστεί με όλους, κατά περίσταση. Δολοφονίες έχουν γίνει, δολιοφθορές… Πολλά άσχημα πράγματα. Η κατάσταση φοβάμαι πως θα μας οδηγήσει στη διάλυση, Άλφεντουρ. Τρία χρόνια είναι από τότε που έχουν φύγει οι Παντοκρατορικοί· η πόλη δεν έχει ακόμα κλείσει τις πληγές της. Θα είδες στους δρόμους ότι υπάρχουν οικοδομήματα που είναι φανερά χτυπημένα από τον τελευταίο πόλεμο της Επανάστασης.»

Ο Άλφεντουρ ένευσε. «Και ποια είναι η δική σου πρόταση, Κασλάριν; Πώς πρέπει να λυθεί το ζήτημα;»

«Με συμβιβασμό,» τόνισε ο Αιρετός. «Αυτός είναι ο μόνος τρόπος. Οτιδήποτε άλλο θα οδηγήσει σε τρομερή αιματοχυσία. Αν η Αρχόντισσα κρατήσει την πόλη, ο Φύλακας θα μας επιτεθεί από έξω ενώ οι αυτονομιστές θα μας χτυπάνε από μέσα. Αν ο Φύλακας και η Κοινοπολιτεία πάρουν την πόλη, το Βασίλειο της Χάρνωθ πολύ πιθανόν να αντεπιτεθεί, ενώ οι αυτονομιστές πάλι θα μας χτυπάνε από μέσα.»

«Τι προτείνεις, Κασλάριν;» επέμεινε ο Άλφεντουρ, που ακόμα δεν είχε ακούσει καμία συγκεκριμένη πρόταση.

«Να έχουμε εδώ και τον Φύλακα και την Αρχόντισσα.»

«Να ανήκει η Φάνρηβ και στην Κοινοπολιτεία των Τεσσάρων Δασών και στο Βασίλειο της Χάρνωθ;»

«Ναι. Γεωγραφικά διαιρεμένη με κάποιο τρόπο, εν ανάγκη. Αν αυτές οι δύο δυνάμεις συμφωνήσουν, τότε οι αυτονομιστές θα είναι αμελητέοι, και ειρήνη θα επικρατήσει.»

«Δε νομίζω να συμφωνήσουν, όμως, Κασλάριν,» είπε ο Άλφεντουρ.

«Γι’αυτό σε κάλεσα εδώ. Για να με βοηθήσεις να τους κάνουμε να συμφωνήσουν.»

*

Μετά από κάποιες στιγμές σιωπής, ο Άλφεντουρ είπε: «Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να το καταφέρω αυτό,» και ήπιε άλλη μια γουλιά από το κρασί του.

«Η γνώμη του Εμπορικού Συνδέσμου της Νάζρηβ έχει μεγάλη βαρύτητα εδώ, και το ξέρεις,» τόνισε ο Κασλάριν. «Οι εμπορικές σχέσεις των πόλεών μας ανέκαθεν ήταν καλές, είτε βρισκόμασταν υπό Παντοκρατορική κατοχή είτε όχι.»

Θα ήθελες να τους απειλήσω ότι οι εμπορικές μας σχέσεις μπορεί να χαλάσουν αν δεν συμμορφωθούν; σκέφτηκε ο Άλφεντουρ.

Ο Κασλάριν πρέπει να διέκρινε κάτι στην έκφρασή του, γιατί συνέχισε λέγοντας: «Έχεις μεγάλη διαπραγματευτική ικανότητα. Μεγαλύτερη από τη δική μου.»

«Η Νάζρηβ πολύ σπάνια αναμιγνύεται στην πολιτική άλλων πόλεων,» του θύμισε ο Άλφεντουρ.

«Θα ήθελε ο Εμπορικός Σύνδεσμος, όμως, να γίνει πόλεμος εδώ; Αν δεν έχουμε συμφωνία μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων που διεκδικούν τη Φάνρηβ, η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Κι αυτό δεν θα είναι καλό για το εμπόριο. Η Φάνρηβ βρίσκεται στις εκβολές του ποταμού Τίγρη· επηρεάζει το εμπόριο σ’ολόκληρο τον ποταμό.»

Η Νάζρηβ ήταν επίσης χτισμένη στις όχθες του Τίγρη, αν και πολύ μακριά από εδώ, ανάμεσα στο Μαύρο Δάσος και στο Βαθύ Δάσος. Δεν ανήκε στην Κοινοπολιτεία των Τεσσάρων Δασών. Δεν ανήκε σε κανέναν πολιτικό συνασπισμό. Ήταν μια ανεξάρτητη πόλη. Η Ελεύθερη Νάζρηβ, την αποκαλούσαν πολλοί.

Ο Άλφεντουρ γέμισε την πίπα του με καπνό και την άναψε. Για να κερδίσει χρόνο, κυρίως. «Πρέπει να το σκεφτώ,» είπε. «Ποιοι άλλοι υποστηρίζουν το σχέδιό σου;» ρώτησε, ρουφώντας καπνό και φυσώντας τον απ’τα ρουθούνια.

«Η Σμαράγδα ωλ Τάρεκ, η Αιρετή της Συντεχνίας των Οδηγών.»

«Μόνο αυτή;»

«Δυστυχώς.»

«Το φως του ήλιου σου είναι αδύναμο, Κασλάριν.»

Ο Κασλάριν αναστέναξε. «Το ξέρω. Και σου ξαναλέω: γι’αυτό σε κάλεσα εδώ. Για τη βοήθειά σου. Για τη βοήθεια της Ελεύθερης Νάζρηβ. Για να αποφύγουμε την αιματοχυσία, που δεν θα ωφελήσει κανέναν.»

«Οι άλλοι Αιρετοί τι υποστηρίζουν; Πόσοι υποστηρίζουν τον Φύλακα, πόσοι την Κοινοπολιτεία;» Ο Άλφεντουρ γνώριζε ότι οι Αιρετοί της Φάνρηβ ήταν δώδεκα στο σύνολό τους. Ψηφίζονταν από τις συντεχνίες, τώρα που η πόλη είχε απελευθερωθεί από τους Παντοκρατορικούς. Παλιότερα, τους όριζε ο Παντοκρατορικός Επόπτης.

«Πέντε άτομα,» είπε ο Κασλάριν, «θέλουν να επιστρέψει ο Οίκος των Φυλάκων και να προσχωρήσουμε στην Κοινοπολιτεία. Τέσσερα άτομα θέλουν να παραμείνουμε προτεκτοράτο της Χάρνωθ – επειδή έχουν κερδίσει προνόμια από το Βασίλειο και την Αρχόντισσα,» πρόσθεσε με έκδηλη αντιπάθεια. «Δύο άτομα – εγώ και η Σμαράγδα, όπως σου είπα – ζητάμε συμβιβασμό. Και ένα άτομο θέλει πλήρη αυτονομία.»

«Αυτονομιστής; Και Αιρετός;» απόρησε ο Άλφεντουρ. «Ποιος;»

«Ο Νέλδουρ αλ Θάρναθ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Οπλουργών.»

«Να υποθέσω ότι από εκεί παίρνουν οι αυτονομιστές τα όπλα τους;»

«Πολλά μπορείς να υποθέσεις, αλλά τίποτα δεν είναι αποδεδειγμένο. Ούτε ο ίδιος δηλώνει αυτονομιστής. Απλώς λέει πως πιστεύει ότι η πόλη θα μπορούσε να διοικείται καλύτερα χωρίς την Αρχόντισσα, χωρίς τον Φύλακα, χωρίς την Κοινοπολιτεία – μόνο με τους Αιρετούς. Δεν υποστηρίζει τους αυτονομιστές. Οι αυτονομιστές είναι παράνομοι.»

«Έχουν ανάμεσά τους και πρώην επαναστάτες;»

«Και πού δεν υπάρχουν πρώην επαναστάτες στις μέρες μας, Άλφεντουρ; Όπως και πού δεν υπάρχουν πρώην Παντοκρατορικοί…»

Ο Άλφεντουρ ύψωσε ένα φρύδι, ερωτηματικά, καθώς ρουφούσε καπνό.

«Κυκλοφορούν φήμες ότι η Αρχόντισσα έχει μάγους και δολοφόνους στη δούλεψή της οι οποίοι παλιά υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα. Τους κρατά κρυμμένους – ασφαλείς από την οργή των επαναστατών – κι εκείνοι κάνουν όλα της τα θελήματα.»

«Μάλιστα,» μουρμούρισε ο Άλφεντουρ.

«Το επόμενο Γενικό Συνέδριο θα γίνει σε τρεις ημέρες,» του είπε ο Κασλάριν. «Θα ήθελα να είσαι εκεί, ως Διπλωματικός Αντιπρόσωπος του Εμπορικού Συνδέσμου της Νάζρηβ. Και δεν είμαι ο μόνος που ζητά την άποψη της Νάζρηβ…»

«Αλλά εσύ με κάλεσες.»

«Επειδή γνωριζόμαστε από παλιά, και επειδή θέλω οπωσδήποτε να με βοηθήσεις να σώσω την πόλη προτού την πάρει το Πεινασμένο Σκοτάδι.»

«Δεν είμαι ο Νούρκας ο Σωτήρας, Κασλάριν,» του θύμισε ο Άλφεντουρ. «Ούτε εσύ είσαι.»

2
Το Καταφύγιο· μια Νυχτερινή Αναστάτωση· Προσκλήσεις· το Γραφείο Πολιτικών Αφίξεων· οι Υποστηρικτές της Κοινοπολιτείας

Το Καταφύγιο ήταν ένα ξενοδοχείο επί της Οδού των Ξένων, στα άκρα του Νυκτόκηπου, καθόλου μακριά από το Σκοτεινό Παζάρι και τη Γέφυρα του Τίγρη. Ήταν ένα από τα… λιγότερο φανερά ξενοδοχεία· γιατί τα περισσότερα βρίσκονταν στην αρχή της Οδού των Ξένων, στη συνοικία του Φιλόξενου. Το Καταφύγιο ήταν ένα από αυτά στα οποία έμεναν όσοι δεν ήθελαν να τραβήξουν την προσοχή διάφορων.

Ωστόσο, καθώς ο Άλφεντουρ έκλεινε μια σουίτα δωματίων εδώ, μιλώντας με την ιδιοκτήτρια, ήταν βέβαιος πως τα νέα για την άφιξή του θα κυκλοφορούσαν γρήγορα. Δεν της το είχε κρατήσει κρυφό, άλλωστε, ότι ήταν Διπλωματικός Αντιπρόσωπος του Εμπορικού Συνδέσμου της Νάζρηβ. Ήταν πολύ σημαντική η ιδιότητά του για να την κρατήσει κρυφή. Ασφαλώς, ήταν σίγουρος πως το γεγονός της άφιξής του στη Φάνρηβ θα είχε γίνει ήδη γνωστό σε πολλούς, από την προσγείωση του ελικοπτέρου του στον Αερολιμένα. Τώρα, όμως, δεν θ’αργούσαν να μάθουν κιόλας πού έμενε μέσα στην πόλη. Η ιδιοκτήτρια του Καταφύγιου δεν μπορεί να ήταν υπεράνω δωροδοκίας – αν δεν ήταν, ούτως ή άλλως, συνασπισμένη με κάποια από τις πολιτικές παρατάξεις της Φάνρηβ. Μιλώντας της, ωστόσο, ο Άλφεντουρ δεν μπορούσε ακόμα να κρίνει ποιους ίσως να υποστήριζε· η ίδια δεν είχε εκφράσει καμία άποψη για την πόλη.

Ο Διπλωματικός Αντιπρόσωπος έκλεισε μια σουίτα δωματίων στον έκτο, και τελευταίο, όροφο του Καταφύγιου. Είχε ένα μικρό αλλά καλόγουστα στολισμένο καθιστικό, δύο τουαλέτες, ένα ευρύχωρο λουτρό, και τρία υπνοδωμάτια – ακριβώς όσα τούς χρειάζονταν: ένα για τον εαυτό του, ένα για την Αζουρίτα και τη Ζέρκιλιθ, κι ένα για τον Θάλβακιρ. Η σουίτα περιλάμβανε, επίσης, έναν τηλεοπτικό δέκτη στο σαλόνι, συντονισμένο και στον Ανοιχτό Δίαυλο και στο Φως – τους δύο τηλεοπτικούς σταθμούς της Φάνρηβ – και τρεις ραδιοφωνικούς δέκτες, έναν σε κάθε υπνοδωμάτιο, συντονισμένους στους μεγαλύτερους ραδιοφωνικούς σταθμούς της πόλης: Το Στόμα της Πόλης, Η Φωνή των Λύκων, Ο Περιπλανώμενος, και Αυτός Που Ακούει Καλά.

Η Αζουρίτα ενέκρινε. «Το μέρος είναι όμορφο,» παρατήρησε. Και η Ζέρκιλιθ συμφώνησε μ’ένα νεύμα του κεφαλιού, και πρόσθεσε: «Θα το περιποιηθούμε λιγάκι, όμως.» Οπότε η Αζουρίτα αμέσως είπε: «Εννοείται.»

Ο Άλφεντουρ μειδίασε. Όταν είχες αυτές τις δύο μαζί σου, δεν χρειαζόταν ν’ανησυχείς για τίποτα.

Πλησίασε τον τηλεοπτικό δέκτη και τον άνοιξε στον Ανοιχτό Δίαυλο. Ένας δημοσιογράφος μιλούσε με μια εμπόρισσα η οποία έλεγε για τα προβλήματα που της είχαν προκαλέσει οι αυτονομιστές επειδή θεωρούσαν ότι υποστήριζε το Βασίλειο της Χάρνωθ και την Αρχόντισσα Κέσριμιθ. Προπαγάνδα του Βασιλείου, αναρωτήθηκε ο Άλφεντουρ, ή αλήθεια; Αν και γνώριζε πως η αλήθεια μπορούσε, πολλές φορές, να παρουσιαστεί έτσι ώστε να εξυπηρετεί διάφορα συμφέροντα.

Ο Θάλβακιρ ρώτησε αν κανένας άλλος θα πήγαινε στο λουτρό, ή αν μπορούσε να πάει εκείνος. Ο Άλφεντουρ τού αποκρίθηκε ότι ο ίδιος, τουλάχιστον, δεν θα πήγαινε τώρα να πλυθεί. Και η Ζέρκιλιθ είπε στον Θάλβακιρ: «Με την ησυχία σου.» Η Αζουρίτα τον κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της, υπομειδιώντας. Μετά, οι δυο τους ψιθύρισαν κάτι αναμεταξύ τους καθώς ο πρασινόδερμος σωματοφύλακας απομακρυνόταν.

Ο Άλφεντουρ άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του και κάλεσε τον πιλότο του ελικοπτέρου του. Τον ρώτησε αν είχε βρει στέγη, αν όλα ήταν εντάξει. Εκείνος αποκρίθηκε ότι όλα εντάξει ήταν, και είπε στον διπλωμάτη πού ακριβώς έμενε. Συμφώνησαν πως δεν υπήρχε λόγος να συναντηθούν ακόμα, και πως θα ήταν συνετό να επικοινωνούν τουλάχιστον μία φορά την ημέρα, για τυπικούς λόγους.

Ύστερα, ο Άλφεντουρ κάθισε αναπαυτικά στον σοφά του καθιστικού και άναψε την πίπα του, ενώ ο τηλεοπτικός δέκτης ήταν ακόμα ανοιχτός αλλά τώρα συντονισμένος στο Φως, όπου ένας από τους Αιρετούς μιλούσε για το χάος που θα επικρατούσε έτσι κι επέστρεφε ο Φύλακας στην πόλη. Ήταν ο Σάρθαλιν αλ Μάθακρουν, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Ναυτικών και των Αεροναυτών, ο οποίος, όπως είχε πει ο Κασλάριν στον Άλφεντουρ, υποστήριζε την Αρχόντισσα.

Το Βασίλειο της Χάρνωθ, σκέφτηκε ο Άλφεντουρ, φαίνεται να έχει γερό έλεγχο επάνω στα μέσα μαζικής πληροφόρησης της πόλης. Κληρονομία από τους πράκτορες της Παντοκράτειρας, αναμφίβολα.

Η Αζουρίτα τον ρώτησε αν θα ήθελε να του φέρει κάτι. Και εκείνη και η Ζέρκιλιθ ήταν τώρα ντυμένες με γκρίζες ρόμπες και μαύρα σανδάλια. Ο Άλφεντουρ μόλις και μετά βίας τις ξεχώριζε.

«Ξέρεις τι θέλω;» της είπε. «Αν δεν είναι κόπος, θέλω όλο τον τελευταίο Τύπο που μπορείτε να βρείτε.»

«Κανένα πρόβλημα, κύριε Άλφεντουρ,» αποκρίθηκε η Αζουρίτα. «Θα ετοιμαστώ και θα κατεβώ.»

Ο Άλφεντουρ έστρεψε το βλέμμα του στον Θάλβακιρ, που είχε προ πολλού βγει από το λουτρό και καθόταν σε μια πολυθρόνα, καπνίζοντας στριφτό τσιγάρο. «Πήγαινε μαζί της. Ίσως νάναι επικίνδυνα στους δρόμους, τώρα που νυχτώνει.»

Ο Θάλβακιρ έγνεψε καταφατικά και, σβήνοντας το τσιγάρο του, σηκώθηκε κατευθυνόμενος προς το υπνοδωμάτιό του.

Μετά από λίγο, εκείνος κι η Αζουρίτα έφυγαν από το ξενοδοχείο: ο Άλφεντουρ τούς είδε, από το παράθυρο του καθιστικού, να βγαίνουν από την κεντρική είσοδο του Καταφύγιου, τυλιγμένοι σε κάπες και έχοντας τις κουκούλες στα κεφάλια. Η Οδός των Ξένων ήταν αρκετά καλά φωτισμένη: κωνικές ενεργειακές λάμπες επάνω σε μεταλλικές στήλες, στημένες δεξιά κι αριστερά του δρόμου, διέλυαν τα σκοτάδια του απογεύματος. Κάμποσοι άνθρωποι κυκλοφορούσαν· μια άμαξα με δύο άλογα περνούσε· ένας λυκοκαβαλάρης διέσχιζε τη λεωφόρο γρήγορα, με τον γιγαντόλυκό του να τρέχει· ένα τρίκυκλο με φιμέ σκέπαστρο κυλούσε αργά, στρίβοντας τελικά προς τα δυτικά, βγαίνοντας από την Οδό των Ξένων, σαν να έκανε μια απογευματινή βόλτα.

Ο επικοινωνιακός δίαυλος της σουίτας, μετά από λίγο, κουδούνισε. Η Ζέρκιλιθ έσπευσε να αποδεχτεί την κλήση με το πάτημα ενός κουμπιού, λέγοντας: «Σουίτα του κυρίου Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ. Λέγετε παρακαλώ.»

Ο Άλφεντουρ, που στεκόταν ακόμα κοντά στο παράθυρο, άκουσε μια γυναικεία φωνή να έρχεται από τον δίαυλο: «Καλησπέρα σας. Σε ποια μιλάω;»

«Βοηθός του κυρίου Άλφεντουρ είμαι. Τι θα θέλατε; Ποια είστε;»

«Ονομάζομαι Ηλέκτρα αλ Σίριλναθ. Ο κύριος Άλφεντουρ θα με γνωρίζει· είμαι Αρωγός της Αρχόντισσας Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ. Της Αρχόντισσας της Φάνρηβ,» τόνισε σαν η Ζέρκιλιθ μπορεί αυτό να μην το γνώριζε. «Θα ήθελα να ενημερώσω τον κύριο Άλφεντουρ ότι η Αρχόντισσα τον καλεί σε γεύμα αύριο το μεσημέρι, ώστε να συζητήσουν για θέματα που είναι βέβαιη ότι απασχολούν την πόλη της Νάζρηβ.»

«Μάλιστα,» αποκρίθηκε η Ζέρκιλιθ. «Θα του το πω.»

«Η Αρχόντισσα θα επιθυμούσε να έχει μια απάντηση αμέσως, αν δεν είναι πρόβλημα για τον κύριο Άλφεντουρ.»

«Μισό λεπτό, παρακαλώ.» Η Ζέρκιλιθ απενεργοποίησε το μικρόφωνο της συσκευής και στράφηκε στον Άλφεντουρ, χωρίς να μιλήσει, βλέποντας από τον τρόπο που την κοίταζε πως είχε ακούσει τα πάντα.

Ο Διπλωματικός Αντιπρόσωπος έγνεψε καταφατικά. «Θα πάω.»

Η Ζέρκιλιθ στράφηκε πάλι στον επικοινωνιακό δίαυλο, και, καθώς μιλούσε στην Αρωγό, ο Άλφεντουρ αναρωτήθηκε από πότε οι πράκτορες της Αρχόντισσας τον κατασκόπευαν. Από τότε που είχε προσγειωθεί; Ήξεραν ότι είχε επισκεφτεί το σπίτι του Κασλάριν προτού έρθει εδώ;

Κατά πάσα πιθανότητα, σκέφτηκε. Κατά πάσα πιθανότητα. Ήταν, εξάλλου, ασφαλέστερο να υποθέτει ότι γνώριζαν περισσότερα παρά λιγότερα για εκείνον και τις δραστηριότητές του μέσα στην πόλη.

Όταν η Αζουρίτα κι ο Θάλβακιρ επέστρεψαν στη σουίτα, είχαν μαζί τους δύο στοίβες από περιοδικά και εφημερίδες, τις οποίες άφησαν στο τραπεζάκι του καθιστικού.

«Στα σύνορα του Σκοτεινού Παζαριού γίνεται μια συγκέντρωση, Άλφεντουρ,» είπε ο Θάλβακιρ, που, εδώ και πολύ καιρό, ποτέ δεν του μιλούσε στον πληθυντικό. Γνωρίζονταν καλά οι δυο τους. Όχι πως και με την Αζουρίτα και τη Ζέρκιλιθ ο Άλφεντουρ δεν γνωριζόταν αρκετά καλά, αλλά εκείνες ήταν πάντα τυπικές. Πάντα άψογες.

«Τι συγκέντρωση;»

«Των υποστηρικτών του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας.»

«Φασαρίες;»

«Προς το παρόν, ήσυχα τα πράγματα.»

Ο Άλφεντουρ τούς είπε ότι αύριο το μεσημέρι θα επισκέπτονταν την Αρχόντισσα της Φάνρηβ στο Μέγαρο των Φυλάκων. Ο Θάλβακιρ και η Αζουρίτα δεν έκαναν κανένα σχόλιο για την απόφασή του, αν και ο Άλφεντουρ νόμιζε πως, προς στιγμή, είδε μια κάποια σκιά ανησυχίας στα μάτια του σωματοφύλακα. Φοβάται την Αρχόντισσα;

Λέγε λίγα, κρύβε πολλά.

Ο Άλφεντουρ κάθισε να κοιτάξει τον τελευταίο Τύπο της πόλης: τις εφημερίδες Κήρυκας της Φάνρηβ, Νέα της Φάνρηβ, Σαΐτα, και Αγγελία, και διάφορα περιοδικά.

Η νύχτα είχε προ πολλού έρθει· το σκοτάδι ήταν πυκνό έξω από το παράθυρο του καθιστικού· διαλυόταν μόνο από τα φώτα των οικοδομημάτων της Φάνρηβ.

Και μετά από καμια ώρα, ενώ ο Άλφεντουρ συνέχιζε να κοιτάζει τα έντυπα, θόρυβος άρχισε ν’ακούγεται από τους δρόμους. Φωνές, και πυροβολισμοί, και μια έκρηξη.

Σηκώθηκε από τη θέση του και πήγε στο παράθυρο, αλλά δεν μπορούσε από εκεί να δει τίποτα πέρα από κάποιους ανθρώπους που έτρεχαν επί της Οδού των Ξένων. Μια ομάδα από περίπου δυο ντουζίνες λυκοκαβαλάρηδες ερχόταν εσπευσμένα, όλοι τους ντυμένοι με τις αρματωσιές του Βασιλείου της Χάρνωθ επάνω στους γιγαντόλυκούς τους κι έχοντας οπλολόγχες περασμένες λοξά στις πλάτες τους.

«Η συγκέντρωση στο Σκοτεινό Παζάρι;» είπε ο Άλφεντουρ, λοξοκοιτάζοντας τον Θάλβακιρ.

«Μάλλον.»

Στον Ανοιχτό Δίαυλο και στο Φως οι δημοσιογράφοι δεν άργησαν να μιλάνε για επίθεση αυτονομιστών σε μια κατά τα φαινόμενα φιλήσυχη συγκέντρωση υποστηρικτών της Κοινοπολιτείας. Ευτυχώς, οι μαχητές του Βασιλείου είχαν σπεύσει να παρέμβουν και να φροντίσουν για τη γρήγορη διάλυση των κακοποιών, ώστε να αποφευχθούν οι θάνατοι αλλά και οι υλικές ζημιές στην πόλη, που είχε υποφέρει πολύ ύστερα από τον τελευταίο πόλεμο της Επανάστασης.

Ο Άλφεντουρ, παρακολουθώντας τον τηλεοπτικό δέκτη, δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία πως όλα ήταν προπαγάνδα της Αρχόντισσας. Θα μπορούσε, άραγε, η Αρχόντισσα να ήταν που είχε στείλει «αυτονομιστές» να επιτεθούν στη συγκέντρωση, ώστε μετά να μπορέσει να βάλει τους μαχητές της να κάνουν ηρωική επέμβαση; Τίποτα δεν αποκλείεται. Η επέμβαση των μαχητών του Βασιλείου ήταν τόσο άμεση που έμοιαζε σχεδόν σκηνοθετημένη. Έμοιαζε να περίμεναν ότι θα γινόταν επίθεση αυτονομιστών ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ακριβώς σ’εκείνο το μέρος.

*

Το πρωί, το όχημα που ο Άλφεντουρ είχε νοικιάσει, μέσω του ξενοδοχείου, βρισκόταν στο γκαράζ του Καταφύγιου. Ένα τετράκυκλο με μέτρια θωράκιση και φιμέ τζάμια, χρώματος σκούρο μπλε. Οι μεταλλικοί τροχοί του ήταν φανερά φτιαγμένοι για να κυλάνε πάνω σε πλακόστρωτους δρόμους πόλης, όχι στην ύπαιθρο.

Ο Θάλβακιρ το έλεγξε από πάνω ώς κάτω, από τη μια άκρη ώς την άλλη, για οτιδήποτε μπορεί να μην πήγαινε καλά, και μετά είπε στον Άλφεντουρ ότι μπορούσαν να επιβιβαστούν. Ορισμένες φορές, ο Θάλβακιρ παραήταν προσεχτικός, νόμιζε ο Διπλωματικός Αντιπρόσωπος της Νάζρηβ καθώς καθόταν στο πίσω κάθισμα του οχήματος μαζί με την Ζέρκιλιθ. Η Αζουρίτα κάθισε στο τιμόνι (και εκείνη και η αδελφή της ήταν εξαίρετες οδηγοί) και ο Θάλβακιρ στη θέση του συνοδηγού.

Καθώς το όχημα ξεκινούσε, ο σωματοφύλακας είπε: «Ίσως θα έπρεπε να είχαμε πάρει κι έναν μάγο μαζί μας, Άλφεντουρ.»

«Γιατί το λες αυτό;»

«Γιατί εκείνος πιθανώς να μπορούσε να ελέγξει πράγματα που εγώ δεν μπορώ να ελέγξω.»

«Στο όχημα, εννοείς;»

«Γενικά.»

Το αίτημα της Αρχόντισσας για γεύμα τον έχει ανησυχήσει, παρατήρησε ο Άλφεντουρ. Θεωρεί ότι η Αρχόντισσα γνωρίζει για ό,τι συζητήσαμε με τον Κασλάριν;

Η Αζουρίτα οδηγούσε το όχημα ομαλά επάνω στην Οδό των Ξένων, ενώ ο Άλφεντουρ κοίταζε την κίνηση έξω από το παράθυρο δίπλα του. Σε πολλούς από τους τοίχους υπήρχαν συνθήματα αυτονομιστών. Σε μια γωνία, τρεις μαχητές του Βασιλείου έδερναν κάποιον ο οποίος ήταν πεσμένος στο πλακόστρωτο· τον κλοτσούσαν με μποτοφορεμένα πόδια, τον κοπανούσαν με την πισινή μεριά οπλολογχών. Αυτονομιστής; Ή κάποιος τυχαίος άτυχος;

Οι σκιές ήταν έντονες, όπως πάντα στη Μοργκιάνη, και από μέσα τους ο Άλφεντουρ μπορούσε να διαισθανθεί πολλά μάτια να κοιτάζουν, να παρατηρούν, να παρακολουθούν.

Η Αζουρίτα σταμάτησε το όχημα μπροστά από το Μέγαρο των Αιρετών, στη συμβολή της Οδού των Ξένων με τη Μακριά Λόγχη. Ο Θάλβακιρ κατέβηκε πρώτος, και άνοιξε την πόρτα του Άλφεντουρ για να κατεβεί κι εκείνος. Οι δίδυμες έμειναν στο εσωτερικό του τροχοφόρου· θα τους περίμεναν εδώ μέχρι να επιστρέψουν.

Ο Άλφεντουρ πλησίασε τους δύο φύλακες στην πύλη της αυλής του Μεγάρου των Αιρετών – έναν άντρα και μια γυναίκα. Δεν ήταν μαχητές του Βασίλειου της Χάρνωθ. Ήταν από ένα ειδικό τάγμα που μεριμνούσε μόνο για την περιφρούρηση του Μεγάρου των Αιρετών. Οι αρματωσιές τους ήταν πολύ διαφορετικές από των μαχητών του Βασιλείου, και δεν έφεραν οπλολόγχες. Είχαν σπαθιά θηκαρωμένα στις ζώνες τους και τουφέκια στον ώμο.

Ο Άλφεντουρ συστήθηκε και τους είπε ότι ήθελε να περάσει προκειμένου να δηλώσει την άφιξή του στο Γραφείο Πολιτικών Αφίξεων του Μεγάρου. Οι φύλακες τού άνοιξαν την πύλη χωρίς καθυστέρηση. Η γυναίκα τού ευχήθηκε καλή διαμονή στη Φάνρηβ.

Κι εγώ το ίδιο εύχομαι, σκέφτηκε ο Άλφεντουρ.

Μαζί με τον Θάλβακιρ διέσχισαν την αυλή του Μεγάρου των Αιρετών και μπήκαν στο εσωτερικό του. Στον προθάλαμο ήταν συγκεντρωμένοι μερικοί άνθρωποι που μιλούσαν αναμεταξύ τους. Μία απ’αυτούς είδε τον Διπλωματικό Αντιπρόσωπο της Νάζρηβ και στράφηκε αμέσως προς το μέρος του.

«Κύριε Άλφεντουρ!» είπε. «Είστε στην πόλη;» Ήταν η Ζιρίνα ωλ Φέρενερ, η Αιρετή της Συντεχνίας των Υαλουργών. Ο Κασλάριν είχε πει στον Άλφεντουρ ότι υποστήριζε τον Φύλακα και την Κοινοπολιτεία.

«Μόλις ήρθα,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ, πλησιάζοντας για ν’ανταλλάξει μια φιλική χειραψία μαζί της. «Από χτες το μεσημέρι είμαι εδώ, αλλά δεν είχα ακόμα δηλώσει την άφιξή μου στο Γραφείο.»

«Σας περιμένουν αρκετοί, κύριε Άλφεντουρ. Ή εσάς ή τη συνάδελφό σας,» είπε ο Ριλάθιρ αλ Θάρναθ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Κυνηγών, που κι αυτός την Κοινοπολιτεία υποστήριζε, και ήταν ξάδελφος του Νέλδουρ αλ Θάρναθ, του Αιρετού των Οπλουργών, ο οποίος ήταν εναντίον και της Κοινοπολιτείας και του Βασιλείου της Χάρνωθ.

«Η συνάδελφός μου έχει άλλες δουλειές επί του παρόντος,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ. Επρόκειτο για την άλλη Διπλωματική Αντιπρόσωπο που ο Εμπορικός Σύνδεσμος της Νάζρηβ έστελνε συχνά στη Φάνρηβ, τη Ριλάθιρ. (Ναι, συνωνυμία με τον Αιρετό των Κυνηγών, αν και από τη θηλυκή όψη του ονόματος.)

«Θα γίνει Γενικό Συνέδριο μεθαύριο,» του είπε η Ζιρίνα. «Θα είστε εκεί, υποθέτω, σωστά;»

«Ασφαλώς.»

«Ποια η γνώμη της Νάζρηβ για την επανένταξη της Φάνρηβ στην Κοινοπολιτεία, κύριε Άλφεντουρ;» τον ρώτησε ένας άλλος, που ο Άλφεντουρ δεν αναγνώριζε – ένας μαυρόδερμος άντρας, τουλάχιστον πενήντα χρονών, με μοβ μαλλιά που είχαν αρχίσει να ασπρίζουν.

«Η Νάζρηβ δεν έχει καμία συγκεκριμένη άποψη για το θέμα, κύριε.»

«Δεν είναι δυνατόν! Ολόκληρο το εμπόριο στον ποταμό Τίγρη επηρεάζεται από την πολιτική κατάσταση στη Φάνρηβ.»

«Το αντιλαμβανόμαστε αυτό, όμως προτιμούμε να μη συμμαχούμε με συγκεκριμένες πολιτικές παρατάξεις άλλων πόλεων.»

Μια γυναίκα (άγνωστη κι αυτή) ρώτησε: «Για ποιο λόγο είστε, τότε, εδώ; Για να συζητήσετε σχετικά με τις τιμές προϊόντων;»

«Για διάφορους λόγους είμαι εδώ, οι οποίοι σύντομα θα γίνουν ξεκάθαροι, μην ανησυχείτε.»

Η Ζιρίνα τού είπε: «Είναι πολύ σημαντικό να επιστρέψουμε στην Κοινοπολιτεία και να έχουμε ξανά τον Οίκο των Φυλάκων στην πόλη, κύριε Άλφεντουρ. Το Βασίλειο ενδιαφέρεται μόνο για την οικονομική εκμετάλλευση της Φάνρηβ κι ολόκληρου του εμπορίου στον ποταμό Τίγρη. Με τον Φύλακα είμαι βέβαιη ότι θα μπορείτε να κάνετε πολύ καλύτερες συμφωνίες. Η Αρχόντισσα δεν είναι λιγότερο τυραννική από τους Παντοκρατορικούς.»

«Θα το έχω υπόψη μου αυτό,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ.

«Μην προσπαθείτε να αποφύγετε να μας δώσετε απάντηση, κύριε Άλφεντουρ!» είπε ο Ριλάθιρ. «Σας λέμε την αλήθεια. Η Φάνρηβ θέλει να είναι ξανά ελεύθερη. Και οι ελεύθερες πόλεις πάντοτε συνεργάζονται καλύτερα με άλλες ελεύθερες πόλεις.»

«Δεν το αμφιβάλλω, κύριε Ριλάθιρ. Αλλά πρέπει να επισκεφτώ το Γραφείο Πολιτικών Αφίξεων, τώρα, αν μου επιτρέπετε.»

«Ασφαλώς και σας το επιτρέπουμε· δεν είμαστε τραμπούκοι – ό,τι κι αν σας έχουν πει οι άνθρωποι της Αρχόντισσας για εμάς.»

«Να είστε βέβαιος ότι δεν έχω σχηματίσει καμία τέτοια άποψη για εσάς, κύριε Ριλάθιρ, ή για κανέναν άλλο πολιτικό της Φάνρηβ,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ, και κατευθύνθηκε προς το Γραφείο Πολιτικών Αφίξεων – ενώ ο Θάλβακιρ ήταν, φυσικά, σκιά του.

Η πόρτα του Γραφείου ήταν μισάνοιχτη, αλλά ο Άλφεντουρ χτύπησε τυπικά.

«Περάστε,» είπε ο υπάλληλος που καθόταν μέσα, και ο Διπλωματικός Αντιπρόσωπος της Νάζρηβ μπήκε για να δηλώσει την άφιξή του στην πόλη και τον τόπο διαμονής του. Ο υπάλληλος, ακούγοντάς τον, πατούσε πλήκτρα σε μια κονσόλα ενώ κοίταζε μια οθόνη, αποθηκεύοντας δεδομένα στο πληροφοριακό σύστημα του Γραφείου.

Επιστρέφοντας προς την είσοδο του Μεγάρου, ο Άλφεντουρ κατάφερε ν’αποφύγει τον Ριλάθιρ, τη Ζιρίνα, και τους άλλους υποστηρικτές του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας, κυρίως επειδή συζητούσαν έντονα αναμεταξύ τους, αν και χαμηλόφωνα–

Λάθος. Δεν τα κατάφερε, τελικά.

Λίγο προτού περάσει το κατώφλι του Μεγάρου, άκουσε πίσω του μια γυναικεία φωνή: «Κύριε Άλφεντουρ! Μισό λεπτό.»

Στρεφόμενος, είδε τη μαυρόδερμη, γαλανομάλλα Ζιρίνα ωλ Φέρενερ να έρχεται προς το μέρος του. «Μισό λεπτό,» του είπε, πλησιάζοντάς τον καθώς εκείνος είχε σταθεί – με τον Θάλβακιρ, εννοείται, δίπλα του, σιωπηλό, ακίνητο, έτοιμο να δράσει αν χρειαζόταν.

Η Ζιρίνα, στεκόμενη κοντά στον Άλφεντουρ, τόσο κοντά που εκείνος μπορούσε άνετα να μυρίσει το άρωμά της και να το αναγνωρίσει (Πνοή Θαλασσοδάσους), του είπε χαμηλόφωνα: «Δεν πρέπει να πιστεύετε αυτά που οι πράκτορες της Αρχόντισσας διαδίδουν για εμάς–»

«Σας διαβεβαιώνω πως αυτό δεν συμβαίνει. Δεν πιστεύω τίποτα.»

«Για τη χτεσινή συγκέντρωση στο Σκοτεινό Παζάρι ακούσατε;»

«Πολύ καλά, μάλιστα. Ακόμα και τη φασαρία.»

«Ήσασταν κοντά;»

«Αρκετά κοντά.»

«Δεν είναι η πρώτη φορά που η Αρχόντισσα διαλύει με τέτοιο τρόπο τις συγκεντρώσεις μας–»

«Η Αρχόντισσα; Όχι οι αυτονομιστές;»

«Δεν ήταν αυτονομιστές αυτοί που μας επιτέθηκαν, κύριε Άλφεντουρ, είμαστε βέβαιοι! Το όλο επεισόδιο ήταν στημένο – όπως και άλλα – προκειμένου να τρομοκρατήσει τον κόσμο και να τον πάρει μακριά από την Κοινοπολιτεία και τον Φύλακα. Πρέπει να με πιστέψετε.»

«Μπορεί να συμβαίνει,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ· «δεν αντιλέγω.»

«Θα ήθελα να μιλήσουμε,» του είπε η Ζιρίνα. «Αλλά όχι εδώ. Σε κάποιο άλλο, πιο ήσυχο μέρος. Πού μένετε;»

Ο Άλφεντουρ δεν είχε λόγο να το κρύψει. Άλλωστε, αν ήθελε, η Αιρετή μπορούσε εύκολα να το μάθει απ’το Γραφείο Πολιτικών Αφίξεων. «Στο Καταφύγιο.»

Ένα λεπτό μειδίαμα παρουσιάστηκε στα πρασινοβαμμένα χείλη της. «Από τα καλύτερα μέρη, κύριε Άλφεντουρ. Θα θέλατε να συναντηθούμε εκεί;»

Ο Άλφεντουρ δίστασε προς στιγμή.

«Σας διαβεβαιώνω, κανείς δεν πρόκειται να μάθει τίποτα εκτός αν υπάρχουν κοριοί στη σουίτα σας. Αλλά ακόμα και γι’αυτό το ενδεχόμενο θα είμαι προσεχτική· το υπόσχομαι.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ. «Δεν έχω κανέναν ενδοιασμό να συναντήσω τον οποιονδήποτε πολιτικά σκεπτόμενο άνθρωπο της Φάνρηβ. Η Ελεύθερη Νάζρηβ δεν έχει κανέναν πολιτικό προσανατ–»

«Το γνωρίζουμε, ασφαλώς, όλοι αυτό. Αλλά κάποια στιγμή πρέπει να ενδιαφερθούμε, συλλογικά, και για την ευημερία μας επάνω στον ποταμό Τίγρη, δε νομίζετε; Τι ώρα σας βολεύει να συναντηθούμε; Νύχτα, θα πρότεινα, αν δεν έχετε πρόβλημα.»

«Νύχτα, λοιπόν,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ, αναρωτούμενος αν οι υποστηρικτές της Κοινοπολιτείας είχαν κάποια… ιδιαίτερη πρόσβαση στο Καταφύγιο. Χρημάτιζαν την ιδιοκτήτρια, ίσως; Ή ήταν κι αυτή υπέρ της Κοινοπολιτείας ούτως ή άλλως;

«Δύο ώρες μετά τη δύση του ήλιου;» ρώτησε η Ζιρίνα.

«Σύμφωνοι,» είπε ο Άλφεντουρ, νεύοντας.

Και, καθώς έβγαινε από την είσοδο του Μεγάρου των Αιρετών, φόρεσε τα ασημόχρωμα γυαλιά του. Τα περιγράμματα όλων των πραγμάτων έγιναν ξαφνικά πολύ πιο έντονα.

*

Βγαίνοντας από την πύλη της αυλής του Μεγάρου, πλησίασαν το νοικιασμένο όχημα.

Το τζάμι του παραθύρου της θέσης του οδηγού κατέβηκε, και η Αζουρίτα έγνεψε στον Άλφεντουρ με τα δάχτυλά της, χρησιμοποιώντας τη Σιωπηλή Γλώσσα: Έχεις επισκέπτη. Μέσα στο όχημα. Αλλά δεν έγνεψε ότι υπήρχε κίνδυνος.

Ο Θάλβακιρ, ασφαλώς, κατάλαβε τι έλεγαν τα δάχτυλά της· γνώριζε κι αυτός τη Σιωπηλή Γλώσσα. Το χέρι του πήγε στο εσωτερικό του πανωφοριού του, για να πιάσει κάποιο όπλο αναμφίβολα.

Ο Άλφεντουρ άγγιξε τη λαβή του δηλητηριασμένου ξιφιδίου στη ζώνη του. Όταν όμως ο Θάλβακιρ άνοιξε τη μια πίσω πόρτα του οχήματος, ο διπλωμάτης είδε ότι στη θέση του ήταν καθισμένος ο Κασλάριν.

«Συγνώμη γι’αυτό,» είπε ο Αιρετός, «αλλά προτίμησα να σε περιμένω μέσα στο όχημα παρά έξω. Οι κυρίες, ευτυχώς, δεν είχαν πρόβλημα.»

«Ο κύριος Κασλάριν είναι πολύ ευγενικός για να έχουμε πρόβλημα,» δήλωσε η Ζέρκιλιθ, καθισμένη δίπλα του.

«Θέλεις να μιλήσουμε;» τον ρώτησε ο Άλφεντουρ.

«Δε μου έδωσες οριστική απάντηση χτες. Θα ήθελα να ξανασυναντηθούμε. Το μεσημέρι, ίσως;»

«Το μεσημέρι είναι αδύνατον, δυστυχώς.» Ο Άλφεντουρ κάθισε στο μακρύ πίσω κάθισμα του οχήματος, καθώς ο Κασλάριν και η Ζέρκιλιθ τού έκαναν χώρο. Με την άκρια του ματιού του είδε ότι έξω από το όχημα, σε όχι και τόσο μεγάλη απόσταση, στεκόταν κάποιος – ή, μάλλον, κάποια – με κάπα και κουκούλα, κι έναν σελωμένο γιγαντόλυκο δίπλα της. Ασημόχρωμα γυαλιά γυάλιζαν μέσα από την κουκούλα. Η Χαρκάνιθ, κατά πάσα πιθανότητα.

«Γιατί;» ρώτησε ο Κασλάριν.

«Έχω άλλη δουλειά.» Λέγε λίγα, κρύβε πολλά.

Ο Κασλάριν αναστέναξε. «Είναι πολύ σημαντικό να επικρατήσει ειρήνη στην πόλη, Άλφεντουρ. Οτιδήποτε άλλο εκτός από ένας συμβιβασμός των μεγάλων δυνάμεων θα φέρει αιματοχυσία στη Φάνρηβ. Πρέπει να με βοηθήσεις. Έχω πολύ λίγη υποστήριξη.»

«Το καταλαβαίνω αυτό.»

«Για όνομα του Νούρκας!» είπε ο Κασλάριν. «Δεν θέλει ο Εμπορικός Σύνδεσμος να εξακολουθήσει να υπάρχει Φάνρηβ ώστε να μπορεί να εμπορεύεται μαζί της;»

«Δεν έσβησε ο ήλιος ακόμα, Κασλάριν–»

«Θέλεις να συζητήσουμε ξανά κάποια στιγμή σύντομα, ή μπορείς να μου δώσεις μια οριστική απάντηση τώρα;»

«Οριστική απάντηση δεν μπορώ να δώσω–»

«Νόμιζα ότι υπήρχε φιλία μεταξύ μας, Άλφεντουρ.»

«Η φιλία μας συνεχίζει να υφίσταται. Αλλά, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι πολλά πράγματα που πρέπει να σκεφτώ προτού αποφασίσω να υποστηρίξω μια πολιτική θέση σαν αυτή.»

«Θα ήθελες να μιλήσουμε το βράδυ;»

«Ούτε το βράδυ μπορώ, δυστυχώς.»

Τα μάτια του Κασλάριν στένεψαν. Η όψη του έλεγε ξεκάθαρα: Προσπαθείς να με αποφύγεις τώρα;

«Θα μιλήσουμε αύριο το πρωί, αν σε βολεύει κι εσένα,» είπε ο Άλφεντουρ.

Η όψη του Κασλάριν μαλάκωσε. «Με βολεύει.»

«Στο σπίτι σου;»

Μια στιγμή συλλογισμού. «Στον Λαβύρινθο.»

«Στον Λαβύρινθο;» Όπως υποδήλωνε το όνομά της, ήταν η πιο μπερδεμένη συνοικία της Φάνρηβ. Κακοποιοί και παράνομοι, αναμενόμενα, σύχναζαν εκεί, όχι άνθρωποι σαν τον Κασλάριν. Παλιότερα, όταν η Μοργκιάνη βρισκόταν ακόμα υπό Παντοκρατορική κατοχή, ο Άλφεντουρ είχε ακούσει πως επαναστάτες κρύβονταν στον Λαβύρινθο: κι εκεί ούτε οι δαιμόνιοι πράκτορες της Παντοκράτειρας δεν μπορούσαν να τους εντοπίσουν.

«Στον Λαβύρινθο,» επανέλαβε ο Κασλάριν ωλ Μάρατεκ. Και του είπε πού ακριβώς μέσα στον Λαβύρινθο.

3
Επίσκεψη στο Μέγαρο των Φυλάκων· Συνδαιτυμόνες· το Χιούμορ των Χαρνώθιων Αριστοκρατών· ένα Απειλητικό Βλέμμα· η Ευγνωμοσύνη του Βασιλείου

Όπως υποδήλωνε το όνομά του, το Μέγαρο των Φυλάκων αποτελούσε σπίτι του Οίκου των Φυλάκων όταν αυτός βρισκόταν ακόμα εδώ, διοικώντας τη Φάνρηβ. Μετά, όμως, όταν ο Φύλακας και όλοι του οι συγγενείς είχαν διωχτεί από την πόλη, όταν, λόγω παρέμβασης των Παντοκρατορικών, η Φάνρηβ είχε γίνει προτεκτοράτο του Βασιλείου της Χάρνωθ, το Μέγαρο των Φυλάκων είχε μετατραπεί σε κατοικία του Βασιλικού Αντιπροσώπου, ή Άρχοντα της Φάνρηβ. Κανένας δεν το είχε βρει σκόπιμο να αλλάξει την ονομασία του οικήματος από Μέγαρο των Φυλάκων σε Μέγαρο του Άρχοντα, ή Βασιλικό Μέγαρο, ή κάτι παρόμοιο. Ο Άλφεντουρ υπέθετε ότι αυτό ίσως να μην ήταν τυχαίο· ίσως οι Χαρνώθιοι να ήθελαν να δώσουν την εντύπωση ότι δεν είχαν έρθει εδώ για να αλλάξουν την πόλη, ότι ήταν μονάχα τοποτηρητές των Παντοκρατορικών.

Αν ήταν όμως τέτοιοι, τότε με τη σημερινή τους στάση σίγουρα δεν το έδειχναν. Η τωρινή Βασιλική Αντιπρόσωπος, η Αρχόντισσα Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ, δεν είχε καμια πρόθεση να αποχωρήσει ειρηνικά, τώρα που οι Παντοκρατορικοί είχαν διαλυθεί εδώ και τρία χρόνια, αφήνοντας τη Μοργκιάνη ελεύθερη όπως και το υπόλοιπο Γνωστό Σύμπαν.

Η Αζουρίτα σταμάτησε το νοικιασμένο τετράκυκλο μπροστά στην πύλη του Μεγάρου των Φυλάκων, το οποίο βρισκόταν στη βορειοδυτική μεριά της Φάνρηβ, οικοδομημένο επάνω στις ακτές, σε στρατηγική θέση και ψηλότερα από τα περισσότερα άλλα οικήματα της πόλης. Ήταν, φυσικά, περιτειχισμένο. Ψηλά, πέτρινα τείχη με πολεμίστρες, επάλξεις, και φυλάκια. Μαχητές της Χάρνωθ φαίνονταν να στέκονται επάνω τους, με τα μεταλλικά τμήματα των πανοπλιών τους να γυαλίζουν στο φως του μεσημεριανού ήλιου της Μοργκιάνης και τους μανδύες τους να ανεμίζουν στον αέρα που ερχόταν από τη θάλασσα. Πάνω απ’τα κεφάλια τους κυμάτιζαν σημαίες με το έμβλημα του Βασιλείου.

Η πύλη, μπροστά στην οποία είχε σταματήσει το όχημα του Άλφεντουρ, ήταν καμωμένη από βαρύ μέταλλο κι έμοιαζε πανίσχυρη. Μια μικρή πόρτα άνοιξε επάνω της και δύο μαχητές του Βασιλείου της Χάρνωθ ξεπρόβαλαν, ενώ από ένα μεγάφωνο πλάι στην πύλη ακουγόταν μια δυνατή φωνή που ζητούσε από τους επιβαίνοντες στο όχημα να δηλώσουν ευθέως τη δουλειά τους στο Μέγαρο των Φυλάκων.

Ο Θάλβακιρ βγήκε από τη θέση του συνοδηγού και πλησίασε τους δύο μαχητές του Βασιλείου, μιλώντας μαζί τους. Ο Άλφεντουρ δεν άκουγε τι τους έλεγε, αλλά δεν είχε και καμια αμφιβολία ότι ανέφερε πως ο Διπλωματικός Αντιπρόσωπος της Νάζρηβ είχε έρθει για να γευματίσει με την Αρχόντισσα, όπως εκείνη τον είχε καλέσει.

Ο Θάλβακιρ επέστρεψε στο εσωτερικό του οχήματος, ενώ οι μαχητές του Βασιλείου έμπαιναν στη μικρή πόρτα, η οποία έκλεισε μοιάζοντας να γίνεται τελείως αόρατη επάνω στη μεγάλη πύλη· έπρεπε να ξέρεις ότι ήταν εκεί για να τη διακρίνεις.

Η πύλη σηκώθηκε με δυνατούς τριγμούς αλυσίδων και τροχαλιών, και η Αζουρίτα οδήγησε το όχημα μέσα, στην αυλή μετά από τα ψηλά τείχη. Ο χώρος δεν ήταν τόσο επιβλητικός όσο απέξω. Η αυλή του Μεγάρου των Φυλάκων ήταν γεμάτη δέντρα και άνθη, και ζώα περιφέρονταν ανάμεσά τους, ενώ πουλιά φτερούγιζαν στα κλαδιά.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Άλφεντουρ ερχόταν εδώ, έτσι η Αζουρίτα δεν χρειαζόταν να κοιτάζει τα νοήματα που της έκαναν οι μαχητές της Χάρνωθ για να ξέρει προς τα πού να κατευθυνθεί. Ακολουθώντας τα λιθόστρωτα μονοπάτια, έφτασε σύντομα στον χώρο στάθμευσης οχημάτων του Μεγάρου και σταμάτησε το νοικιασμένο τετράκυκλο ανάμεσα σε άλλα οχήματα, μικρότερα και μεγαλύτερα.

Μερικοί μαχητές της Χάρνωθ ήρθαν αμέσως, όλοι τους καβάλα σε γιγαντόλυκους και φέρνοντας μαζί τους και μερικούς γιγαντόλυκους που ήταν σελωμένοι αλλά δεν είχαν καβαλάρη. Προορίζονταν για τους επισκέπτες, φυσικά. Μια ένδειξη ισχύος, οικονομικής και πολεμικής, από τη μεριά της Αρχόντισσας.

Ο Άλφεντουρ, οι δίδυμες, και ο Θάλβακιρ βγήκαν από το όχημα.

Μια γυναίκα κατέβηκε από έναν γιγαντόλυκο, πηδώντας ανάλαφρα από τη σέλα στο έδαφος. Μαυρόδερμη και πρασινομάλλα, με τα μαλλιά της φτιαγμένα κώνο πάνω από το κεφάλι της ενώ δύο μεγάλες τούφες κρέμονταν πλάι στ’αφτιά της φτάνοντας ώς τα στήθη της – χαρακτηριστική κόμμωση αριστοκράτισσας της Χάρνωθ. Τα μάτια της ήταν βαμμένα μοβ, τα χείλη της κόκκινα. Σκουλαρίκια κι ένα περιδέραιο στραφτάλιζαν επάνω της. Δεν ήταν ντυμένη με πανοπλία αλλά με όμορφο φόρεμα της τελευταίας μόδας της Χάρνωθ – ψηλός γιακάς πίσω και δίπλα από τον λαιμό, μυτερό ντεκολτέ που έφτανε σχεδόν ώς τον αφαλό.

Ανάμεσα σε άλλα δαχτυλίδια που φορούσε, το ένα δεν ήταν τυχαίο κόσμημα: ήταν το Δαχτυλίδι του Αρωγού.

Ο Άλφεντουρ την είχε αναγνωρίσει αμέσως αυτή τη γυναίκα. Ήταν η Ηλέκτρα αλ Σίριλναθ, η Αρωγός της Αρχόντισσας της Φάνρηβ – ένας τίτλος του Βασιλείου της Χάρνωθ. Οι Αρωγοί ήταν άνθρωποι που βοηθούσαν τους άρχοντες των προτεκτοράτων: κάτι ανάμεσα σε υποδιοικητή, προσωπικό υπηρέτη, και γραμματέα.

«Κύριε Άλφεντουρ,» είπε η Ηλέκτρα πλησιάζοντας με βάδισμα χαριτωμένο κι ένα λοξό μειδίαμα στα χείλη. «Είναι χαρά να σας έχουμε και πάλι στην πόλη.» Έτεινε το χέρι της προς το μέρος του, με την παλάμη προς τα πάνω. «Καλωσήρθατε.»

Ο Άλφεντουρ χάιδεψε, χωρίς καθυστέρηση, την παλάμη της με τη δική του – ο επίσημος χαιρετισμός του Βασιλείου της Χάρνωθ ανάμεσα σε άντρα και γυναίκα. «Με την εύνοια του Χάρλαεθ Βοκ, καλώς σας βρήκα, νιρλίσα,» αποκρίθηκε.

«Ανεβείτε στους λύκους, παρακαλώ, για να σας οδηγήσουμε στην Αρχόντισσα, η οποία σας περιμένει εναγωνίως.» Το εναγωνίως ακούστηκε πολύ εμφατικό – εσκεμμένα θεατρικό. Ένα από τα καλοπροαίρετα αστεία των ευγενών της Χάρνωθ. Θεωρούσαν το χιούμορ πολύ σημαντικό.

Ο Άλφεντουρ, ο Θάλβακιρ, η Αζουρίτα, και η Ζέρκιλιθ ανέβηκαν στους γιγαντόλυκους που δεν είχαν καβαλάρη και, παρά τη φαινομενική αγριάδα τους, ήταν ήρεμοι σαν κουτάβια. Λιγάκι ναρκωμένοι, ίσως, σκέφτηκε ο Άλφεντουρ.

Η Ηλέκτρα αλ Σίριλναθ ανέβηκε στον λύκο απ’τον οποίο είχε κατεβεί και ξεκίνησε πρώτη να κατευθύνεται προς το Μέγαρο, το οποίο δεν ήταν μακριά. Δεν υπήρχε πραγματική ανάγκη για γιγαντόλυκους, αλλά, είπαμε, ήταν όλα για επίδειξη οικονομικής και πολεμικής δύναμης – κάτι αδύνατον να ξεφύγει από τον Άλφεντουρ. Η Αρχόντισσα ήθελε να δηλώσει, εμμέσως πλην σαφώς: Η ισχύς του Βασιλείου είναι μεγάλη στη Φάνρηβ. Δεν ετοιμαζόμαστε να φύγουμε από εδώ.

Η μικρή ομάδα των λυκοκαβαλάρηδων δεν πήγε προς την κεντρική πύλη του Μεγάρου· πήγε προς μια άλλη πύλη στο πλάι, την πέρασε, και μπήκε σε μια εσωτερική αυλή γεμάτη φθινοπωρινά άνθη. Ο χώρος σκεπαζόταν από πέργκολες με αναρριχώμενα φυτά. Αγάλματα υπήρχαν σε διάφορα σημεία, καθώς κι ένα σιντριβάνι. Τα έργα τέχνης αποτελούσαν, καταφανώς, κληρονομιά του Οίκου των Φυλάκων· δεν ήταν φερμένα εδώ από το Βασίλειο της Χάρνωθ. Εκτός από ένα.

Ένα άγαλμα του Χάρλαεθ Βοκ, του Ιερού Δέους, ήταν στημένο στο κέντρο της αυλής, λαξεμένο επάνω σε πρασινόλιθο. Μια ψηλή, επιβλητική φιγούρα με μανδύα, κουκούλα στο κεφάλι που έκρυβε το πρόσωπό της, και μεγάλο στέμμα με μακριές, όρθιες ακμές σαν καλοακονισμένα στιλέτα. Το φύλο της μορφής ήταν αμφιλεγόμενο. Σύμφωνα με όσα ήξερε ο Άλφεντουρ, κανένας δεν γνώριζε αν ο Χάρλαεθ Βοκ ήταν αρσενική ή θηλυκή θεότητα. Ακόμα κι οι ιερωμένοι του δήλωναν άγνοια. Το Ιερό Δέος το λάτρευαν, πάντως, μόνο στη Χάρνωθ (και στα προτεκτοράτα της)· ο μύθος έλεγε πως είχε δείξει στους πρώτους βασιλείς της Χάρνωθ τον Δρόμο της Εξουσίας.

Η Αρχόντισσα Κέσριμιθ στεκόταν πλάι στο άγαλμα του Χάρλαεθ Βοκ: μια γυναίκα γαλανόδερμη και κοκκινομάλλα, ντυμένη με μαύρο δαντελωτό φόρεμα που τόνιζε τις πλούσιες καμπύλες της. Τα μαλλιά της ήταν πιο κοντά από της Ηλέκτρας κι έπεφταν σαν κράνος γύρω από το κεφάλι της, φτάνοντας ώς τους ώμους, γυαλίζοντας, λεία σε σημείο υπερβολής· ούτε τρίχα δεν φαινόταν να ξεφεύγει. Μια λεπτή, χρυσή αλυσίδα περνούσε κάτω απ’το σαγόνι της, συνδέοντας τα μεγάλα σκουλαρίκια που φορούσε στ’αφτιά – μια από τις τελευταίες γυναικείες μόδες του Βασιλείου της Χάρνωθ και των παράλιων της Κοινοπολιτείας των Τεσσάρων Δασών. Η Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ πρέπει να ήταν γύρω στα σαράντα-πέντε – καμια πενταετία μεγαλύτερη από τον Άλφεντουρ.

Ο Διπλωματικός Αντιπρόσωπος της Νάζρηβ είχε επισκεφτεί την Αρχόντισσα της Φάνρηβ αρκετές φορές παλιότερα, και γνώριζε τι να περιμένει από αυτήν. Ήταν, ουσιαστικά, ακριβώς ό,τι θα περίμενε κανείς από μια Χαρνώθια αριστοκράτισσα. Καθώς οι καβαλάρηδες κατέβαιναν από τους γιγαντόλυκούς τους, στεκόταν και τους ατένιζε, με τα πράσινα μάτια της να στραφταλίζουν, ακίνητη κι αμίλητη, προτού μιλήσει πρώτα η Αρωγός της.

Η Ηλέκτρα, επί του παρόντος, είπε: «Ο κύριος Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ, Αρχόντισσά μου, ήρθε να μας επισκεφτεί.»

Η Κέσριμιθ χαμογέλασε. «Καλωσόρισες, Άλφεντουρ,» είπε πλησιάζοντάς τον και προτείνοντάς του το δεξί της χέρι με την παλάμη προς τα πάνω και τα δύο μεσαία δάχτυλα ελαφρώς λυγισμένα. Χαιρετισμός ανάμεσα σε συμμάχους. Καλούσε τον Άλφεντουρ να ανταποκριθεί θετικά, να δηλώσει σύμμαχός της.

Θα ήταν αγενές να την απογοητεύσει. Αδύνατον, βασικά, αν ήθελε να συνεχιστεί η συνάντησή τους.

Ο Άλφεντουρ άπλωσε το χέρι του και το έφερε σε επαφή με το δικό της, έχοντας κι εκείνος τα δύο μεσαία δάχτυλα λυγισμένα, αλλά με την παλάμη προς τα κάτω. Τα δύο τεντωμένα δάχτυλά του άγγιξαν τα δύο τεντωμένα δάχτυλά της, οι εσωτερικές τους μεριές ακούμπησαν η μία πάνω στην άλλη, και τα δύο χέρια, μπλεγμένα έτσι, φάνηκαν προς στιγμή σαν ένα χέρι. Μετά χώρισαν και η χειραψία τελείωσε.

«Καλώς σας βρίσκω, νιρλίσα, με την εύνοια του Χάρλαεθ Βοκ.»

«Σου έχω πει και στο παρελθόν, Άλφεντουρ: ο πληθυντικός δεν είναι απαραίτητος μαζί μου.»

*

Όπως ο Άλφεντουρ το είχε υποψιαστεί, η Αρχόντισσα σκόπευε, παρά τη φθινοπωρινή ψύχρα, να γευματίσουν στην αυλή. Δεν έκανε και τόσο κρύο εδώ, ήταν η αλήθεια. Ο χώρος σκεπαζόταν ικανοποιητικά από τις πέργκολες, κι επιπλέον η Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ είχε φροντίσει μαγκάλια να είναι αναμμένα γύρω από το μεγάλο, μακρόστενο τραπέζι που οι υπηρέτες άρχισαν να γεμίζουν με φαγητά και ποτά μόλις όλοι κάθισαν.

Η Κέσριμιθ είχε πάρει θέση στο ένα άκρο του τραπεζιού και ο Άλφεντουρ στο άλλο, όπως επέβαλλε το έθιμο σχετικά με τους επίσημους επισκέπτες. Εκτός από εκείνη και τον Διπλωματικό Αντιπρόσωπο, στο τραπέζι κάθονταν, από τη δική του μεριά, ο Θάλβακιρ, η Αζουρίτα, και η Ζέρκιλιθ, κι από τη δική της μεριά, η Ηλέκτρα αλ Σίριλναθ, ο Στρατηγός Σέλιρ αλ Σίριλναθ, ο Μάλμεντιρ’χοκ, ο Φέτανιρ’μορ, και μια γυναίκα την οποία ο Άλφεντουρ δεν είχε ξαναδεί αλλά η Ηλέκτρα σύστησε ως Στρατηγό Υράλνα ωλ Βάντερεκ, απεσταλμένη από το Βασίλειο τις τελευταίες ημέρες, έχοντας τη διοίκηση των νέων μαχητών στη Φάνρηβ.

Αυτών που ήρθαν λόγω της παρουσίας του Φύλακα και του δικού του στρατού, σκέφτηκε αμέσως ο Άλφεντουρ, ξέροντας ότι δεν χρειαζόταν να ειπωθεί.

Ο Στρατηγός Σέλιρ αλ Σίριλναθ ήταν από παλιά εδώ. Ο Άλφεντουρ τον είχε ξαναδεί σε προηγούμενες επισκέψεις. Ήταν ένας πενηντάρης άντρας που είχε γνωρίσει πολλές συγκρούσεις κι έμοιαζε να σκέφτεται μόνο τον πόλεμο. Συγγενής της Ηλέκτρας.

Ο Μάλμεντιρ’χοκ ήταν ένας μάγος του τάγματος των Διαλογιστών, αλλά όχι από τη Φάνρηβ· από το Βασίλειο της Χάρνωθ, και απόλυτα πιστός σ’αυτό. Ο Φέτανιρ’μορ ήταν μάγος του τάγματος των Τεχνομαθών, κι αυτός από το Βασίλειο. Κι οι δυο τους, παρότι Μοργκιανοί, είχαν υπηρετήσει τους Παντοκρατορικούς όσο εκείνοι βρίσκονταν στη Μοργκιάνη. Η Αρχόντισσα βασιζόταν επάνω τους για πολλά θέματα ασφάλειας του Μεγάρου, απ’ό,τι είχε καταλάβει ο Άλφεντουρ.

«Πώς είναι ο σύζυγός σας, Αρχόντισσά μου;» τη ρώτησε επί του παρόντος, επιμένοντας να της μιλά στον πληθυντικό, αν και με την ερώτησή του ήθελε να της δείξει πως είχε φιλική διάθεση προς εκείνη, πως δεν την είχε ξεχάσει.

«Όπως συνήθως, Άλφεντουρ,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ. «Δεν του αρέσουν τα ταξίδια.» Λέγε λίγα, κρύβε πολλά. Ο σύζυγός της βρισκόταν στο Βασίλειο της Χάρνωθ, απ’ό,τι γνώριζε ο Άλφεντουρ, και σπάνια ερχόταν εδώ για να την επισκεφτεί. Συνήθως, η Κέσριμιθ ήταν που ταξίδευε στο σπίτι τους για να τον συναντήσει. Είχαν τρία παιδιά, όλα τους μεγάλα. Τα είχαν κάνει σε σχετικά μικρή ηλικία. Κι έτσι, είχε πει κάποτε η Κέσριμιθ στον Άλφεντουρ, τελείωσα νωρίς με τις βασικές μου υποχρεώσεις στο Βασίλειο και μπορούσα μετά να κάνω ό,τι θέλω.

Ο Άλφεντουρ είχε μάθει – από φήμες και μόνο, βέβαια – ότι η Κέσριμιθ και η Ηλέκτρα πλάγιαζαν συχνά στο ίδιο κρεβάτι. Όταν, όμως, είχαν επισκέπτες στο Μέγαρο, δεν φαινόταν τίποτα το ερωτικό μεταξύ τους.

«Δε θα μας επισκεφτεί στο σύντομο μέλλον, είμαι βέβαιη,» συνέχισε η Κέσριμιθ, αλείφοντας ένα ψωμάκι με σάλτσα. «Νομίζω πως, εκτός από τα ταξίδια, ούτε οι πολιτικές αναταραχές τού αρέσουν.»

Οι περισσότεροι γύρω από το τραπέζι χαμογέλασαν ευγενικά, και ο Άλφεντουρ επίσης. Χαρνώθιο χιούμορ.

«Πιστεύετε ότι θα έχουμε αναταραχές στη Φάνρηβ, Αρχόντισσά μου;»

Η Κέσριμιθ μειδίασε. «Αναμφίβολα αστειεύεσαι, Άλφεντουρ! Δεν έχουμε ήδη πολιτικές αναταραχές; Χτες βράδυ, όχι πολύ μακριά από εκεί όπου μένεις, έγινε επίθεση αυτονομιστών μέσα σε μια συγκέντρωση υποστηρικτών της Κοινοπολιτείας και του Φύλακα.»

«Ναι, το άκουσα. Πολύ δυσάρεστο γεγονός. Ωστόσο, ευτυχώς, οι μαχητές της Χάρνωθ επενέβησαν πάραυτα.»

«Έχω λάβει κάθε δυνατό μέτρο ασφάλειας μέσα στην πόλη,» είπε η Κέσριμιθ. «Οι άνθρωποί μου παρατηρούν συνεχώς για ταραξίες – και πάλι δυσκολεύονται. Και οι αυτονομιστές και οι υποστηρικτές της Κοινοπολιτείας είναι, ουσιαστικά, κακοποιοί.»

«Κακοποιοί; Οι υποστηρικτές της Κοινοπολιτείας, Αρχόντισσά μου; Κάποιοι απ’αυτούς είναι Αιρετοί. Σύμφωνα με τον Νόμο της Φάνρηβ, σωστά;»

«Για τυπικούς λόγους, ναι, σωστά,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ, κάνοντας έναν γρήγορο, απαξιωτικό μορφασμό με τα βαμμένα μοβ χείλη της. «Κανονικά, όμως» – έκοψε ένα κομμάτι από το ψητό κρέας της που ήταν κρυμμένο κάτω από πηχτή σάλτσα – «θα έπρεπε να ήταν παράνομοι.» Πιρούνιασε το κομμένο κομμάτι και το έβαλε στο στόμα της, μασώντας με όρεξη. Έγλειψε τα χείλη της για να τα καθαρίσει από τη σάλτσα.

«Σκοπεύετε να τους… συλλάβετε;»

«Δυστυχώς δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Δε θα ήταν… πολιτικά έξυπνο.» Πιάνοντας το κρυστάλλινο ποτήρι με το κρασί Χαρνώθιων δασών ήπιε μια συγκρατημένη γουλιά. «Αλλά δεν θ’αφήσω την πόλη μου να πέσει στα χέρια του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας, Άλφεντουρ, σε διαβεβαιώνω. Κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό για όλους μας.»

Ο Άλφεντουρ την περίμενε να συνεχίσει, πίνοντας κι εκείνος μια γουλιά από το δικό του κρασί που ήταν φτιαγμένο από βατόμουρα των Χαρνώθιων δασών – μια ιδιαίτερη ποικιλία που δεν απαντάτο αλλού στη Μοργκιάνη.

Η Κέσριμιθ παρατηρούσε την όψη του. «Το αμφιβάλλεις; Νομίζεις ότι θα ήταν καλό για το εμπόριο στον ποταμό Τίγρη αν ο Φύλακας επέστρεφε εδώ;»

«Δεν ξέρω, νιρλίσα,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ, χρησιμοποιώντας τη γυναικεία προσφώνηση εκτίμησης για να μη θεωρήσει η Αρχόντισσα την απάντησή του εχθρική. «Δεν έχω διαπραγματευτεί μαζί του.»

«Το Βασίλειο της Χάρνωθ κάνει εμπόριο με τόσες περιοχές, Άλφεντουρ. Θεωρεί τη Φάνρηβ σημαντική – δεν σ’το έχω κρύψει ποτέ – αλλά δεν είναι η μοναδική πηγή εμπορικών εσόδων του. Το ίδιο, όμως, δεν θα ισχύει και για τον Φύλακα. Ο Φύλακας θα θέλει να συγκεντρώνει όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα από το εμπόριο στον ποταμό – και γνωρίζει ότι μπορεί να επιβάλλει τη θέλησή του. Η Φάνρηβ βρίσκεται στις εκβολές του Τίγρη – μια πολύ βασική είσοδος και έξοδος της Μικρής Θάλασσας! Δεν αναφέρω καν ότι η Φάνρηβ είναι έδρα του τάγματος των Διαλογιστών, ή ότι βρίσκεται σχετικά κοντά στη διαστασιακή δίοδο για Σύμπλεγμα. Ο Φύλακας θα τα εκμεταλλευτεί όλα αυτά στο μέγιστο, αν καταφέρει να πάρει τον έλεγχο εδώ. Η κατάσταση δεν θα είναι τόσο… ευχάριστη όσο ήταν με το Βασίλειο, Άλφεντουρ. Το καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι;»

«Σύμφωνα με κάποιες φήμες, ο Φύλακας θα κάνει την οικονομική κατάσταση καλύτερη…»

«Συζητούσες με υποστηρικτές του Φύλακα;»

«Το ομολογώ ότι μου μίλησαν όταν πήγα στο Γραφείο Πολιτικών Αφίξεων για να δηλώσω την παρουσία μου στην πόλη. Δεν είναι παράνομο ακόμα, σωστά;»

Η Αρχόντισσα χαμογέλασε, κι όλοι οι δικοί της γύρω από το τραπέζι χαμογέλασαν επίσης. Το Χαρνώθιο χιούμορ, από τον κύριο Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ, ήταν καλοδεχούμενο.

«Όχι,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ, «δεν είναι παράνομο. Ακόμα. Μέχρι να μας αποδείξουν περίτρανα ότι είναι εχθροί της πόλης.»

«Πιστεύετε ότι θα μας αποδείξουν κάτι τέτοιο;»

«Αν στρέψουν τα όπλα τους εναντίον μας… Όχι πως δεν το έχουν κάνει ήδη.»

Ο Άλφεντουρ την κοίταξε ερωτηματικά.

«Δεν έχεις ακούσει για τις συγκρούσεις που έχουν συμβεί ανάμεσα σε μαχητές μας και σε υποστηρικτές του Φύλακα που ξεπροβάλλουν σαν φονιάδες απ’τα σκοτάδια των δρόμων;»

«Ελπίζω,» είπε ο Άλφεντουρ, «να μην είναι τίποτα περισσότερο από μεμονωμένα επεισόδια.»

«Δεν είναι μεμονωμένα επεισόδια, σε διαβεβαιώνω. Ο Φύλακας σκοπεύει να μας επιτεθεί από έξω ενώ οι δολιοφθορείς και οι δολοφόνοι του θα μας επιτίθενται από μέσα. Η πόλη έχει γεμίσει από τέτοιους. Οι πράκτορές μου παλεύουν για να τους ξετρυπώσουν, και το βρίσκουν πολύ, πολύ δύσκολο.»

«Και πώς σκοπεύετε να φέρετε ειρήνη στην πόλη, Αρχόντισσά μου, αν επιτρέπεται;» ρώτησε ο Άλφεντουρ, μην περιμένοντας φυσικά καμια πραγματική απάντηση για τα σχέδια της Κέσριμιθ. Δεν ήταν τόσο ανόητη ώστε να τα αναφέρει σε έναν ουδέτερο διπλωμάτη σαν εκείνον. Δεν ήταν καθόλου ανόητη αυτή η Χαρνώθια αριστοκράτισσα.

«Με τον μόνο τρόπο που μπορώ, Άλφεντουρ,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ: «υπερασπιζόμενη τη Φάνρηβ με όλα τα μέσα που έχω στη διάθεσή μου. Ο στρατός του Φύλακα θα σπάσει τα κόκαλά του επάνω στην εξωτερική άμυνά μας· και οι κατάσκοποί μου σύντομα θα βρουν και θα εξολοθρεύσουν όλο το δίκτυο των προδοτών που βρίσκονται μέσα στα τείχη μας.»

«Και τι επιπτώσεις νομίζετε πως θα έχουν όλα τούτα για το εμπόριο στον ποταμό Τίγρη; Διότι τη Νάζρηβ, κυρίως, αυτό την ενδιαφέρει, όπως καταλαβαίνετε.»

«Το Βασίλειο θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για την ασφάλεια του εμπορίου, σε διαβεβαιώνω, Άλφεντουρ. Όμως πιστεύουμε πως ίσως θα έπρεπε και η ίδια η Νάζρηβ να προσφέρει λίγη βοήθεια σ’αυτή την περίπτωση. Αντιλαμβανόμαστε ότι δεν το συνηθίζει, αλλά είναι και κάποιες καταστάσεις που την αφορούν άμεσα. Διαφωνείς;»

«Τι ακριβώς προτείνετε, Αρχόντισσά μου;» Αν έχεις στο μυαλό σου στρατιωτική βοήθεια, αυτό αποκλείεται να συμβεί, πρόσθεσε νοερά. Το ήξερε πως, αν επέστρεφε στη Νάζρηβ με μια τέτοια πρόταση, το Συμβούλιο δεν θα τη δεχόταν. Όχι πως κι ο ίδιος συμφωνούσε, ούτως ή άλλως.

Η Κέσριμιθ φάνηκε να μαντεύει τις σκέψεις του· τουλάχιστον, το αχνό μειδίαμά της αυτό υποδήλωνε. Είπε: «Να χτυπήσει η Νάζρηβ τον εχθρό με τον καλύτερο τρόπο που μπορεί. Αρνούμενη να έχει εμπορικές επαφές μαζί του.»

Η πρότασή της τον σόκαρε. «Εννοείτε να πάψουμε να συναλλασσόμαστε με τους υποστηρικτές του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας;» ρώτησε σαν να είχε ξαφνικά πάψει να είναι διπλωμάτης και να είχε μετατραπεί σε ξαφνιασμένο μισθοφόρο.

Το μειδίαμα της Κέσριμιθ πλάτυνε. «Ναι.»

Ο Άλφεντουρ επανάκτησε την ισορροπία του. «Και ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιοι είναι υποστηρικτές του Φύλακα και ποιοι όχι; Πέρα από τους έκδηλους, φυσικά – όπως κάποιους από τους Αιρετούς.»

«Εγώ, βέβαια,» είπε η Κέσριμιθ. «Εγώ θα σας δώσω μια λίστα με ονόματα ανθρώπων με τους οποίους δεν θα πρέπει να συναλλάσσεστε, προκειμένου να βοηθήσετε το Βασίλειο της Χάρνωθ στον αγώνα του για ειρήνη και ευημερία στη Φάνρηβ.»

«Θα μπορούσα να έχω αυτή τη λίστα προτού σας δώσω απάντηση;»

«Δυστυχώς, όχι· μόνο αφότου μου δώσετε οριστική απάντηση. Απάντηση εγκεκριμένη από το Συμβούλιο της Νάζρηβ.»

Ο Άλφεντουρ δεν περίμενε τίποτα λιγότερο από την Αρχόντισσα. «Θα το αναφέρω στο Συμβούλιο, νιρλίσα. Αλλά πρέπει να σας προειδοποιήσω ότι το θεωρώ απίθανο να δεχτεί.»

Η Κέσριμιθ συνοφρυώθηκε. «Γιατί; Δεν επιθυμεί ειρήνη και ευημερία για την περιοχή της Φάνρηβ; Πρέπει να τους πείσεις, Άλφεντουρ, αν δεν είναι καλά ενημερωμένοι για την κατάσταση εδώ.»

«Θα προσπαθήσω,» αποκρίθηκε μόνο ο Άλφεντουρ. Λέγε λίγα, κρύβε πολλά.

«Αλήθεια,» ρώτησε η Κέσριμιθ, «ποιος ο λόγος της επίσκεψής σου; Ήρθες στη Φάνρηβ προτού σε καλέσουμε. Αν και είχε συζητηθεί να ζητήσουμε την παρουσία Διπλωματικού Αντιπροσώπου από τη Νάζρηβ, ώστε να παρευρεθεί σε κάποιο από τα επόμενα Γενικά Συνέδρια.»

Ο Άλφεντουρ δεν νόμιζε ότι θα ήταν σωστό να αναφέρει το όνομα του Κασλάριν, και ούτε ο ίδιος ήθελε να εκθέσει έτσι τον φίλο του. Επιπλέον, όπως πάντα: Λέγε λίγα, κρύβε πολλά. Αλλά, από την άλλη, η Αρχόντισσα πιθανώς ήδη να ήξερε για την επίσκεψη του Άλφεντουρ στο σπίτι του Κασλάριν, αμέσως μετά την άφιξή του στη Φάνρηβ· και πιθανώς ήδη να είχε υποθέσει ότι ο Κασλάριν ήταν που τον κάλεσε εδώ.

Ποια ήταν η γνώμη της για τον Κασλάριν, άραγε;

«Τα νέα για την επικίνδυνη κατάσταση στη Φάνρηβ έχουν φτάσει στη Νάζρηβ, φυσικά,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ, «και θεώρησα ότι θα ήταν συνετό να έρθω να δω ο ίδιος τι συμβαίνει. Δεν έκανα καλά;» Εσκεμμένη ερώτηση, για να αποκρούσει δικές της ερωτήσεις προτού καν γίνουν.

«Ασφαλώς και έκανες καλά,» είπε η Κέσριμιθ, αναμενόμενα. «Είσαι πάντα καλοδεχούμενος εδώ – και στην πόλη και στο Μέγαρό μου· το ξέρεις αυτό.»

«Αναρωτιόμουν αν θα μπορούσε να υπάρξει κάποια λύση που δεν θα περιλάμβανε αιματοχυσία και πολεμικές συγκρούσεις…» είπε ο Άλφεντουρ, παρατηρώντας να δει την αντίδρασή της.

Τα μάτια της στένεψαν ελαφρώς. Καχυποψία. «Άκουσα πως συνάντησες τον Κασλάριν ωλ Μάρατεκ, λίγο αφότου το ελικόπτερό σου προσγειώθηκε στον Αερολιμένα της Φάνρηβ…»

Δεν το είχε «ακούσει», προφανώς· οι κατάσκοποί της της το είχαν αναφέρει. Είχα δίκιο, λοιπόν. Με παρακολουθούσαν από τότε που ήρθα. Με παρακολουθούσαν συνέχεια. Και, μάλλον, σκοπεύουν να εξακολουθήσουν να με παρακολουθούν για όσο θα βρίσκομαι εδώ. Δεν τον εξέπληττε καθόλου, ειδικά έτσι όπως ήταν η πολιτική κατάσταση.

Μια φευγαλέα σκέψη φτερούγισε μες στο μυαλό του: Γι’αυτό, άραγε, ο Κασλάριν θέλει να με συναντήσει στον Λαβύρινθο; Έχει εντοπίσει τους κατασκόπους της;

«Ο Κασλάριν είναι φίλος μου από παλιά,» αποκρίθηκε στην Αρχόντισσα. «Το ξέρετε αυτό, νιρλίσα

«Ναι… Μου είχες αναφέρει ότι κάποτε σου έσωσε τη ζωή, μάλιστα. Σωστά;»

«Όχι ακριβώς. Σώσαμε ο ένας τη ζωή του άλλου, θα μπορούσε να πει κανείς. Πριν από εννιά χρόνια. Δεν ήταν Αιρετός, τότε, ούτε εσείς ήσασταν ακόμα Βασιλική Αντιπρόσωπος εδώ· Άρχοντας της Φάνρηβ ήταν ο προκάτοχός σας, και υπό την επίβλεψη του Παντοκρατορικού Επόπτη. Ο Κασλάριν εμπορευόταν αγροτικά προϊόντα στον ποταμό Τίγρη. Έπλεε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προς Νάζρηβ, ενώ εγώ έπλεα από Νάζρηβ, προς τα νότια. Βρήκα το πλοίο του να δέχεται επίθεση από πειρατές που είχαν έρθει από το ανατολικό Χαμηλό Δάσος, αν δεν κάνω λάθος. Σύντομα ενεπλάκη και το δικό μου σκάφος στη σύγκρουση. Και ήταν άγρια σύγκρουση· παραλίγο να σκοτωθούμε κι οι δύο. Καθώς και η σύζυγός μου. Ήμασταν νιόπαντροι τότε και είχε αποφασίσει να έρθει μαζί μου σ’εκείνη τη διπλωματική αποστολή.» Και μετά από πέντε χρόνια χωρίσαμε. Λίγο προτού διαλυθεί η Συμπαντική Παντοκρατορία. Η ζωή του ήταν γεμάτη διαλυμένες ερωτικές σχέσεις…

Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δεν ακολουθούσε τη ρήση Λέγε λίγα, κρύβε πολλά. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να πει στην Αρχόντισσα για τη γυναίκα του· το μόνο που χρειαζόταν ήταν να την πείσει για τη φιλία του με τον Κασλάριν, ώστε εκείνη να μην το θεωρήσει παράξενο που είχε επισκεφτεί το σπίτι του μόλις ήρθε στη Φάνρηβ.

«Μάλιστα,» είπε η Κέσριμιθ, παρατηρώντας τον – προσπαθώντας, μάλλον, τώρα εκείνη να τον κρίνει από τις αντιδράσεις του. «Σε θεωρεί κι αυτός φίλο του, υποθέτω. Είναι αμοιβαίο, σωστά;»

«Σωστά,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ. «Πάντα όταν έρχομαι στη Φάνρηβ τον επισκέπτομαι. Είναι από τα πρώτα πράγματα που κάνω.»

«Ο Κασλάριν έχει εκφράσει απόψεις… παράξενες στο Γενικό Συνέδριο. Δε μπορεί να μη σου έχει αναφέρει τίποτα για τη γνώμη του σχετικά με την πολιτική κατάσταση…»

«Μου είπε, πράγματι, ότι πιστεύει πως πρέπει να υπάρξει συμβιβασμός μεταξύ της Κοινοπολιτείας και του Βασιλείου.» Αν της το έκρυβε, εκείνη κατευθείαν θα ήξερε ότι της έλεγε ψέματα. «Αλλά δεν είναι μια δημοφιλής άποψη στην πόλη, απ’ό,τι καταλαβαίνω.»

«Δεν είναι καθόλου δημοφιλής άποψη,» τόνισε η Κέσριμιθ. «Οι αυτονομιστές δεν θέλουν ν’ακούσουν ούτε για Φύλακα ούτε για Βασίλειο, όπως θα μπορείς να διαβάσεις στους τοίχους της Φάνρηβ. Και οι υπέρμαχοι του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας που τον υποστηρίζει δεν είναι πρόθυμοι να μοιραστούν σπιθαμή από την πόλη που θεωρούν δική τους.»

«Ενώ εσείς είστε, νιρλίσα Σιγά μην είστε.

«Φυσικά και όχι. Επειδή ξέρουμε ότι αυτό θα χειροτέρευε τα πράγματα για όλους.»

«Με τι τρόπο; Δε θα αποφευγόταν η αιματοχυσία; Τόσοι θάνατοι, τόσες υλικές ζημιές – και, μάλιστα, μόλις τρία χρόνια ύστερα από τον μεγάλο πόλεμο της Επανάστασης.»

«Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, Άλφεντουρ. Ίσως να σου φαίνονται έτσι επειδή τα κοιτάζεις από έξω, αλλά, να είσαι βέβαιος, δεν είναι καθόλου απλά.»

«Εξηγήστε μου, Αρχόντισσά μου.»

«Ακόμα κι αν μοιράζαμε τη Φάνρηβ – κάτι που, σε καμία περίπτωση, δεν σκοπεύουμε να κάνουμε – ο Φύλακας και η Κοινοπολιτεία θα συνέχιζαν να δολοπλοκούν εναντίον μας ώστε να μας διώξουν. Θα θεωρούσαν ‘νίκη’ το γεγονός ότι τους παραχωρήσαμε τη μισή πόλη· δεν θα το θεωρούσαν μεγαλοψυχία. Θα μας νόμιζαν αδύναμους, φοβισμένους. Και το Βασίλειο της Χάρνωθ, σε διαβεβαιώνω, Άλφεντουρ, δεν φοβάται ούτε την Κοινοπολιτεία των Τεσσάρων Δασών ούτε τον εξόριστο Φύλακα της Φάνρηβ.»

Αν τα άκουγε αυτά ο Κασλάριν, θα είχε πέσει σε απόγνωση, σκέφτηκε ο Άλφεντουρ. Ή, μάλλον, όχι. Σίγουρα τα ήξερε. Σίγουρα. Και πολύ καλά, μάλιστα.

«Θα αποφεύγατε, όμως, τον πόλεμο,» τόνισε ο Άλφεντουρ.

«Το Βασίλειο δεν φοβάται τον πόλεμο, κύριε Άλφεντουρ.» Η φωνή του Σέλιρ αλ Σίριλναθ τον ξάφνιασε, καθώς ο Στρατηγός ήταν σιωπηλός ώς τώρα, όπως κι οι υπόλοιποι εκτός από εκείνον και την Αρχόντισσα.

«Δεν το αμφιβάλλω, Στρατηγέ,» του είπε ο Διπλωματικός Αντιπρόσωπος της Νάζρηβ. «Είναι γνωστό, άλλωστε.»

Το βλέμμα του Σέλιρ αλ Σίριλναθ δεν ήταν ούτε φιλικό ούτε διπλωματικό. Ήταν ένα βλέμμα που έλεγε Πρόδωσέ μας και θα σε αφανίσουμε.

Η Κέσριμιθ παρενέβη, λέγοντας: «Το Βασίλειο θα πατάξει τις δυνάμεις που επιθυμούν την αποσταθεροποίηση και την αναρχία στην περιοχή της Φάνρηβ, Άλφεντουρ, και σύντομα θα έχουμε ειρήνη και ευημερία εδώ. Χρειαζόμαστε, όμως, κάθε δυνατή βοήθεια, όπως σου είπα. Συμπεριλαμβανομένης της βοήθειας της Νάζρηβ. Αν η Νάζρηβ μάς βοηθήσει, θα έχει την ευγνωμοσύνη του Βασιλείου για πάντα.»

4
Ένα Σαυράκι Έρχεται· Κατάσκοπος· η Πόλη της Αέναης Νύχτας· ένας Παλιός Κλέφτης· κι Άλλη Έκκληση για Βοήθεια

Κύριε Άλφεντουρ! Ένα σίρκι’θ

Ήταν δύο ώρες μετά τη δύση του ήλιου, και ο Άλφεντουρ περίμενε τη Ζιρίνα ωλ Φέρενερ από στιγμή σε στιγμή. Ακούγοντας τη φωνή της Ζέρκιλιθ, στράφηκε προς το μέρος της καθώς ήταν καθισμένος στον σοφά του καθιστικού και διάβαζε το τελευταίο φύλλο του Κήρυκα της Φάνρηβ.

Η Ζέρκιλιθ στεκόταν μπροστά στην ξύλινη πόρτα του μπαλκονιού, την οποία είχε ανοίξει παρά το ψύχος του φθινοπώρου. «Ένα σίρκι’θ,» είπε ξανά, και παραμέρισε από το κατώφλι της πόρτας, για να φανεί εκεί μια σαύρα που στο μέγεθος δεν μπορεί να ήταν πολύ μεγαλύτερη από την παλάμη του Άλφεντουρ. Το χρώμα της ήταν γκρίζο και είχε έξι πόδια με ένα κοφτερό νύχι στο καθένα. Η κοντή της ουρά ήταν ορθωμένη· τα διαφανή μάτια της γυάλιζαν σαν διαμάντια. Στο στόμα της κρατούσε ένα διπλωμένο χαρτί.

Δίχως να χάσει καιρό, το σίρκι’θ έτρεξε προς τον καθισμένο Διπλωματικό Αντιπρόσωπο της Νάζρηβ.

Ο Θάλβακιρ κινήθηκε σαν τον άνεμο, και η σαύρα βρέθηκε ξαφνικά να κρέμεται στον αέρα, από τη μικρή ουρά της, την οποία ο πρασινόδερμος σωματοφύλακας κρατούσε ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρα του δεξιού του χεριού. Και στο αριστερό χέρι ήταν ένα ξιφίδιο.

«Δε νομίζω ότι είναι σίρκι’θ-δολοφόνος, Θάλβακιρ,» είπε η Ζέρκιλιθ.

Το σαυράκι κουνούσε τα έξι πόδια του στον αέρα, μανιωδώς, συνεχίζοντας να βαστά το μήνυμα δυνατά με το στόμα του. Τα διαφανή μάτια του ήταν εστιασμένα στον Άλφεντουρ.

«Η Ζέρκιλιθ μιλά σωστά. Άφησέ το, Θάλβακιρ. Τόσα χρόνια που έρχομαι στη Φάνρηβ, δεν έχω ακούσει ποτέ σίρκι’θ να επιτίθεται σε άνθρωπο.»

«Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να συμβεί, Άλφεντουρ.» Ωστόσο, ο σωματοφύλακας άφησε το γκρίζο σαυράκι στο πάτωμα, κι εκείνο αμέσως έτρεξε κοντά στα πόδια του διπλωμάτη, υψώνοντας το χαρτί που κρατούσε.

Ο Άλφεντουρ πήρε το μήνυμα από το στόμα του σίρκι’θ, και το ερπετό στράφηκε και κατευθύνθηκε πάλι προς την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Πέρασε το κατώφλι, βγήκε στο μπαλκόνι, και σκαρφάλωσε για να φύγει. Τα έξι πόδια των σίρκι’θ παρότι είχαν ένα και μόνο νύχι ήταν εξαιρετικά στο σκαρφάλωμα. Τα σαυράκια μπορούσαν να πάνε παντού. Και, κυρίως, μπορούσαν να βρουν τον οποιονδήποτε, με τη σωστή εκπαίδευση από υπνωτιστές της Φάνρηβ. Τα σίρκι’θ ήταν πολύ δεκτικά σε νοητικές ενέργειες. Κι ο Άλφεντουρ τα είχε χρησιμοποιήσει μερικές φορές παλιότερα. Τους ψιθύριζες μια λέξη-κλειδί που έβαζε το μυαλό τους στην ίδια συχνότητα με το δικό σου· μετά έφερνες στη νόησή σου την όψη του ανθρώπου που ήθελες να βρουν για να μεταφέρουν το μήνυμά σου, κι αυτά «έπιαναν» την εικόνα κι έτρεχαν να τον συναντήσουν. Ποτέ δεν έκαναν λάθος.

Ο Άλφεντουρ είχε μια υποψία από ποια ήταν το μήνυμα που κρατούσε στο χέρι του…

Ξεδίπλωσε το χαρτί και διάβασε τα μικροσκοπικά γράμματα:

Πρέπει να έρθεις μόνος για να μιλήσουμε – δεν είναι επίσημη συνάντηση. Θέλω να με εμπιστευτείς – δεν κινδυνεύεις. Ανέβα στην ταράτσα του ξενοδοχείου – σε περιμένω εκεί τώρα, αλλά όχι για πολύ. Μην καθυστερήσεις!

–Ζιρίνα

«Μάλιστα,» μουρμούρισε ο Άλφεντουρ, ενώ τα δάχτυλά του, χρησιμοποιώντας τη Σιωπηλή Γλώσσα, έλεγαν: Αυτή που περίμενα. Θα πάω τώρα. Μόνος. Στην ταράτσα του ξενοδοχείου. Φοβόταν για κοριούς (αν και είχε ελέγξει και είχε συμπεράνει πως δεν υπήρχαν) ή άλλους τρόπους κατασκόπευσης.

Τα δάχτυλα του Θάλβακιρ αποκρίθηκαν αμέσως: Όχι μόνος!

Ο Άλφεντουρ επέμεινε: Μόνος.

Η Ζέρκιλιθ είπε: Επικίνδυνο! Η Αζουρίτα δεν ήταν εδώ, αλλά ο Άλφεντουρ ήταν βέβαιος πως κι εκείνη θα συμφωνούσε.

Σηκώθηκε από τον σοφά, φόρεσε τις μπότες του, και πήρε την κάπα του από την κρεμάστρα. Μόνος, επέμειναν τα δάχτυλά του, και έδεσε τη ζώνη του με το δηλητηριώδες ξιφίδιο γύρω από τη μέση του.

Θα έρθω μαζί σου ώς την ταράτσα, δήλωσε ο Θάλβακιρ. Σε απόσταση ασφαλείας. Δεν θα ανεβώ.

Ο Άλφεντουρ δίστασε για λίγο. Μετά αποκρίθηκε: Εντάξει.

Ο Θάλβακιρ τον ακολούθησε καθώς έβγαινε από τη σουίτα· η Ζέρκιλιθ έμεινε στο καθιστικό.

Η σουίτα ήταν στον τελευταίο όροφο του Καταφύγιου, οπότε δεν είχαν να πάνε μακριά. Ο Άλφεντουρ βάδισε προς τη σκάλα που ήξερε πως βρισκόταν μετά τη στροφή του διαδρόμου, ενώ είχε αφήσει τον Θάλβακιρ πίσω του. Δεν άκουγε καθόλου τα βήματα του σωματοφύλακα, αλλά δεν αμφέβαλλε ότι ήταν εκεί και τον φρουρούσε.

Φτάνοντας στη σκάλα, έριξε μια φευγαλέα ματιά πάνω απ’τον ώμο του και είδε τη μορφή του Θάλβακιρ να στέκεται στη στροφή. Ύστερα, ο διπλωμάτης σήκωσε την κουκούλα της κάπας του στο κεφάλι και ανέβηκε τα σκαλοπάτια με προσοχή, και με το ένα του χέρι κάτω από την κάπα του και κοντά στη λαβή του ξιφιδίου του. Αν και δεν πίστευε πραγματικά ότι υπήρχε κίνδυνος, δεν μπορούσε να μην είναι επιφυλακτικός.

Η σκάλα τον οδήγησε σε μια ξύλινη πόρτα. Αφημένη ελαφρώς ανοιχτή· μια χαραμάδα. Ο Άλφεντουρ την έσπρωξε και βγήκε στην ταράτσα.

«Ρίξε μια ματιά πίσω σου, μήπως σ’έχουν ακολουθήσει,» είπε, με γυναικεία φωνή, μια σκιερή φιγούρα που στεκόταν παραδίπλα, κρυμμένη μες στα σκοτάδια της νύχτας. Το φύσημα του ανέμου αναμιγνυόταν με τα λόγια της.

«Κανείς δεν μ’έχει ακολουθήσει,» τη διαβεβαίωσε ο Άλφεντουρ, κλείνοντας την πόρτα. Την πλησίασε εκεί όπου στεκόταν, μην αμφιβάλλοντας ότι ήταν η Ζιρίνα ωλ Φέρενερ παρότι η κουκούλα της κάπας της έκρυβε το πρόσωπό της σε πυκνή σκιά. «Παράξενο μέρος διάλεξες για να μιλήσουμε…»

«Δεν ήθελα κανένας να μάθει για τη συνάντησή μας. Και χαίρομαι που μου μιλάς στον ενικό· ήμουν έτοιμη να σε ρωτήσω αν υπάρχει πρόβλημα που δεν σου μιλάω στον πληθυντικό.»

Ο Άλφεντουρ δεν μπόρεσε παρά να γελάσει μέσα από την κουκούλα του. «Υπό τις συνθήκες που βρισκόμαστε; Δεν είναι αυτό μέρος για πολιτική συζήτηση.» Ο παγερός αέρας τίναζε την κάπα του και τα λόγια του.

«Γι’αυτό,» είπε η Ζιρίνα, «θέλω να μ’ακολουθήσεις.»

«Πού;»

«Μέσα στην Πόλη της Αέναης Νύχτας, γι’αρχή.»

Συνοφρυώθηκε. «Ένας αστικός μύθος της Φάνρηβ…»

«Δεν είναι μύθος, Άλφεντουρ· η ενδοδιάσταση υπάρχει. Και έχω ένα από τα κλειδιά. Θα έρθεις μαζί μου; Θα πρότεινα να συζητήσουμε μέσα στο Καταφύγιο, αλλά είναι πολύ ριψοκίνδυνο. Οι πράκτορες της Αρχόντισσας σε παρακολουθούν, το ξέρεις;»

«Εσύ πώς το ξέρεις;»

«Επειδή και οι δικοί μας πράκτορες σε παρακολουθούν.»

«Ο Ιουράσκε πρέπει νάναι πολύ χαρούμενος θεός σε τούτη την πόλη.»

Η Ζιρίνα γέλασε. «Θα έρθεις;»

«Πρέπει να ειδοποιήσω κάποιον, πρώτα.»

«Αδύνατον,» είπε η Ζιρίνα. «Αν απομακρυνθείς τώρα, μπορεί να–»

«Δεν είναι μακριά.»

«Τι εννοείς;»

«Στην αρχή της σκάλας, μάλλον.»

«Σου είπα νάρθεις μόνος!»

«Ο Θάλβακιρ, ο σωματοφύλακάς μου, επέμενε να με ακολουθήσει από απόσταση. Τον αδικείς;»

Μια στιγμή δισταγμού. «Μάλλον όχι.»

«Θα του μιλήσω με τα δάχτυλά μου και μόνο. Θα του πω να φύγει και να μην ανησυχεί για εμένα.»

«Εντάξει. Αλλά γρήγορα.»

Ο Άλφεντουρ άνοιξε την ξύλινη πόρτα του μικρού δώματος και κοίταξε προς το τέλος της σκάλας. Δεν είδε κανέναν εκεί. Παράξενο… σκέφτηκε, λιγάκι ανήσυχος. Κανονικά, ο Θάλβακιρ έπρεπε να είχε πλησιάσει ώς εδώ.

«Τι είναι;» ρώτησε η Ζιρίνα, στεκόμενη πίσω του.

«Μια στιγμή, σε παρακαλώ,» της είπε ο Άλφεντουρ, και κατέβηκε, με κάποια προσοχή, τη σκάλα. Προτού φτάσει στα τελευταία σκαλοπάτια μπορούσε να κοιτάξει ώς τη στροφή του διαδρόμου…

…και ούτε εκεί ήταν ο Θάλβακιρ.

Τώρα άρχισε να ανησυχεί πραγματικά για τον σωματοφύλακα. Αποκλείεται να με εγκατέλειψε οικειοθελώς.

Ο Άλφεντουρ τράβηξε το κυρτό ξιφίδιο από το θηκάρι του καθώς βάδιζε αργά μέσα στον διάδρομο, προσπαθώντας να μην κάνει θόρυβο.

Η Ζιρίνα τού χάλασε το σχέδιο. «Άλφεντουρ!» αντήχησε η φωνή της, όχι πολύ δυνατά αλλά ούτε και πολύ σιγανά – ένας έντονος ψίθυρος από την κορυφή της σκάλας.

Ο διπλωμάτης στάθηκε και της έγνεψε να κατεβεί.

Εκείνη δίστασε ξανά, προς στιγμή, αλλά μετά άρχισε να κατεβαίνει. Ένα μικρό πιστόλι ήταν ξαφνικά στο χέρι της.

–Βήματα από τη στροφή του διαδρόμου!

Ο Άλφεντουρ γύρισε για να κοιτάξει–

Ο Θάλβακιρ παρουσιάστηκε, και στάθηκε ξαφνιασμένος. Έπειτα τον πλησίασε ενώ τον πλησίαζε και η Ζιρίνα από την άλλη μεριά.

«Τι συμβαίνει;» απαίτησε η δεύτερη, με ενοχλημένη φωνή, μέσα απ’την κουκούλα της.

Ο Θάλβακιρ είπε στον Άλφεντουρ, χαμηλόφωνα: «Κάποιος ήταν πίσω μας πριν.» Και το βλέμμα του στράφηκε στη Ζιρίνα.

Ο Άλφεντουρ τού είπε με τη Σιωπηλή Γλώσσα: Συνέχισε.

«Περίμενα να δω αν θα με πλησίαζε, ίσως, για να με χτυπήσει στην πλάτη,» είπε ο Θάλβακιρ. «Αλλά δεν πλησίασε· γύρισε κι απομακρύνθηκε· οπότε στράφηκα και τον ακολούθησα. Δε με κατάλαβε· βιαζόταν. Τον είδα να μπαίνει σ’ένα δωμάτιο που βρίσκεται αντίκρυ της πόρτας της σουίτας μας.»

«Κατάσκοπος της Αρχόντισσας!» τόνισε η Ζιρίνα· και προς τον Άλφεντουρ: «Σ’το είπα ότι σε παρακολουθούν. Και πάω στοίχημα πως περίμεναν ότι ίσως με συναντήσεις. Δηλαδή, όχι εμένα συγκεκριμένα αλλά κάποιον από τους υποστηρικτές της Κοινοπολιτείας. Έλα μαζί μου, τώρα!»

Ο Άλφεντουρ είπε στον Θάλβακιρ: «Επίστρεψε στη σουίτα. Θα έρθω αργότερα.»

«Πού πηγαίνεις;»

«Στην ταράτσα. Μην ανησυχήσεις, ακόμα κι αν αργήσω.»

Αν έκρινε από την όψη και το βλέμμα του Θάλβακιρ, δεν του άρεσε αυτό· αλλά δεν έφερε αντίρρηση. Τράβηξε το πιστόλι τριπλής λειτουργίας από το θηκάρι στη ζώνη του και το έδωσε στον διπλωμάτη.

«Δε θα φανεί απαραίτητο,» είπε η Ζιρίνα, αλλά ο Άλφεντουρ το πήρε και το έκρυψε μες στην κάπα του, αν μη τι άλλο για να καθησυχάσει τον Θάλβακιρ. Μετά, ακολούθησε την Αιρετή επάνω στη σκάλα και στην ταράτσα.

Η Ζιρίνα έκλεισε την ξύλινη πόρτα πίσω τους, ενώ ο νυχτερινός άνεμος σφύριζε. «Από δω,» είπε, και βάδισε προς τη μεριά όπου βρίσκονταν δυο μεγάλες κεραίες, σκύβοντας για να περάσει κάτω από μερικά τεντωμένα καλώδια.

Ο Άλφεντουρ την ακολούθησε. Είναι δυνατόν εδώ να υπάρχει δίοδος για την Πόλη της Αέναης Νύχτας;

Η Ζιρίνα τράβηξε ένα περιδέραιο από το εσωτερικό της κάπας της: έναν αργυρό δίσκο με περίτεχνα λαξεύματα και έναν διαφανή λίθο στο κέντρο. Ο δίσκος κρεμόταν από τον λαιμό της μ’ένα δερμάτινο λουρί, και τώρα η Ζιρίνα τον κράτησε έτσι ώστε το φως των δύο φεγγαριών της Μοργκιάνης να πέσει επάνω του. Ο λίθος γυάλισε· φάνηκε να φορτίζεται από το φεγγαρόφωτο όπως οι φωτόλιθοι φορτίζονταν από το φως του ήλιου. Αλλά αμέσως μετά συνέβη κάτι που ποτέ δεν συνέβαινε με τους φωτόλιθους: ο λίθος στο κέντρο του αργυρού δίσκου έστειλε μια φωτεινή αντανάκλαση δίπλα του η οποία στεκόταν όρθια (!) σαν ολόγραμμα, και ήταν πολύ μεγαλύτερη από τον ίδιο. Λίγο πιο ψηλή από άνθρωπο.

Ο Άλφεντουρ δεν είχε ποτέ ξανά δει κάτι παρόμοιο.

«Πέρνα μέσα από το φως,» του είπε η Ζιρίνα. «Είναι η δίοδος για την ενδοδιάσταση.»

Ο Άλφεντουρ βάδισε προς τον φωτεινό δίσκο που κρεμόταν στον αέρα. Πέρασε από μέσα του και είχε την αίσθηση μιας ξαφνικής μετατόπισης, σαν κάποιος να τράβηξε το πάτωμα κάτω από τα πόδια του, ενώ συγχρόνως νόμιζε πως σκιές είχαν απλωθεί παντού – διαφορετικές σκιές, κατά κάποιον τρόπο, από τις προηγούμενες που τον περιέβαλλαν – και το φως είχε αλλάξει.

Το φως είχε αλλάξει;

Υψώνοντας το βλέμμα του είδε, ξαφνιασμένος, ότι τα φεγγάρια είχαν εξαφανιστεί! Αλλά ένα αχνό, γκριζωπό φως κατερχόταν από τον ουρανό, δίχως καμια πιο συγκεκριμένη πηγή προέλευσης.

Η Ζιρίνα παρουσιάστηκε δίπλα του ξεπροβάλλοντας μέσα από ένα σημείο που το σκοτάδι έμοιαζε να είναι αφύσικα πυκνό. Ο φωτεινός δίσκος δεν φαινόταν πουθενά. Στο χέρι της εξακολούθησε να κρατά το περιδέραιο, αλλά τώρα ο λίθος του δεν φώτιζε. Το έκρυψε πάλι μέσα στην κάπα της.

«Εδώ είναι;» είπε ο Άλφεντουρ. «Η Πόλη της Αέναης Νύχτας;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Ζιρίνα, κατεβάζοντας την κουκούλα της, χαμογελώντας αχνά, «εδώ.»

«Και πώς μπορούμε να επιστρέψουμε;»

Η Ζιρίνα έδειξε το σημείο του πυκνού σκοταδιού που έμοιαζε με την αντίθεση του φωτεινού σημείου που είχε δημιουργήσει, πιο πριν, το περιδέραιο. «Διαστασιακή δίοδος. Και υπάρχουν κι άλλες, πολλές, στην πόλη.»

«Απορώ που η Αρχόντισσα δεν τις ελέγχει κάπως.»

«Μόνο όσοι έχουν Φυλαχτά της Αέναης Νύχτας μπορούν να ανοίξουν τις διόδους από τη μεριά της Μοργκιάνης. Και τα Φυλαχτά της Αέναης Νύχτας είναι σπάνια. Τα έχουν μόνο όσοι πρέπει να τα έχουν–»

«Δεν είναι ανάγκη να δίνουμε από τώρα τόσες πληροφορίες, Ζιρίνα.»

Ο Άλφεντουρ στράφηκε, αιφνιδιασμένος, ακούγοντας αυτή τη φωνή, και είδε έναν άντρα να τους πλησιάζει ο οποίος του ήταν άγνωστος. Μαυρόδερμος, με μενεξεδιά μαλλιά και μούσι.

«Υποθέτω ότι ο κύριος Άλφεντουρ θα έρθει σύντομα με το μέρος μας,» είπε η Αιρετή.

«Ας βεβαιωθούμε γι’αυτό, πρώτα,» αποκρίθηκε ο άγνωστος.

«Η Νάζρηβ δεν μπορεί να είναι με το μέρος κανενός, αυτή τη στιγμή,» τους προειδοποίησε ο Άλφεντουρ. «Ωστόσο, αφού μου ζητήσατε να μιλήσουμε….»

«Νομίζω ότι θ’αλλάξεις γνώμη όταν καταλάβεις πώς είναι η κατάσταση,» του είπε η Ζιρίνα.

Ο Άλφεντουρ το αμφέβαλλε. «Πού θα πάμε τώρα;» ρώτησε. «Εδώ που είμαστε… δεν είμαστε πάλι στην οροφή του Καταφύγιου;» Κοίταξε ολόγυρά του. Τα πάντα έμοιαζαν, αν και… ήταν, κατά κάποιον τρόπο, διαφορετικά. Πιο θολά, ίσως.

«Η Πόλη της Αέναης Νύχτας,» του είπε ο άντρας, «είναι μια σκοτεινή αντανάκλαση της Φάνρηβ. Αλλά κανένας δεν μπορεί να σε δει εδώ. Κι εκτός των άλλων, οι ελκτικές δυνάμεις είναι πολύ πιο ήπιες.» Έτρεξε και πήδησε πάνω από τα χαμηλά κάγκελα της ταράτσας, πέφτοντας από την οροφή του ξενοδοχείου!

«Τι–!» έκανε ο Άλφεντουρ.

Η Ζιρίνα γέλασε. «Έλα και δες!» είπε, τρέχοντας κι εκείνη προς τα κάγκελα αλλά, φανερά, όχι με σκοπό να πηδήσει.

Ο Άλφεντουρ την ακολούθησε και είδε τον άγνωστο άντρα να μην έχει ακόμα φτάσει στον δρόμο κάτω από το Καταφύγιο. Βρισκόταν περίπου στα τρία τέταρτα της απόστασης, κι έπεφτε ήπια, σαν να τον συγκρατούσε κάποιο αλεξίπτωτο.

Η Ζιρίνα εξακολουθούσε να γελά. «Δοκίμασέ το!» πρότεινε, και πήδησε κι εκείνη από την ταράτσα, αρχίζοντας να πέφτει ομαλά.

Ο Άλφεντουρ, κατεβάζοντας την κουκούλα του, σκέφτηκε: Είναι σαν να ονειρεύομαι. Και μιμήθηκε την Αιρετή, διαπιστώνοντας ότι, πράγματι, αισθανόταν λες και κάποιο αλεξίπτωτο να τον κρατούσε.

Δεν άργησε να φτάσει κάτω, αλλά δεν ένιωσε τα πόδια του να χτυπάνε επώδυνα στο πλακόστρωτο.

Ο άγνωστος άντρας τού είπε: «Στην Πόλη της Αέναης Νύχτας είμαστε όλοι γάτες.» Και έτεινε το χέρι του προς τον Άλφεντουρ. «Εθέλδιρ.»

Ο διπλωμάτης το έσφιξε βιαστικά. Δε νόμιζε ότι ο ίδιος χρειαζόταν να συστηθεί. «Εθέλδιρ…» είπε. Το όνομα αυτό, και η όψη του άντρα… Μενεξεδιά μαλλιά, μαύρο δέρμα…

«Με αναγνωρίζεις;»

«Είχα ακούσει ότι ο Πρόμαχος της Επανάστασης στη Φάνρηβ ονομαζόταν Εθέλδιρ, και–»

«Μόλις τον συνάντησες προσωπικά, Άλφεντουρ.»

Δεν τον ξάφνιαζε που ένας πρώην επαναστάτης ήταν με τους υποστηρικτές του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας. «Γιατί δεν είσαι ένας από τους Αιρετούς, τώρα;»

«Γιατί να είμαι; Τι λόγος μπορεί να υπάρχει; Εξάλλου, η συντεχνία στην οποία ανήκω – ή, μάλλον, κάποτε ανήκα – δεν είναι από τις νόμιμες.»

Ο Άλφεντουρ τον ατένισε ερωτηματικά.

«Η Συντεχνία του Σκιερού Χεριού,» διευκρίνισε ο Εθέλδιρ.

Η συντεχνία των κλεφτών της Φάνρηβ.

*

Καθώς βάδιζαν μέσα στην Πόλη της Αέναης Νύχτας, ο Άλφεντουρ συνειδητοποίησε, πρώτα, ότι αισθανόσουν την πράξη του βαδίσματος λιγάκι διαφορετική εδώ, μάλλον εξαιτίας των ασθενέστερων ελκτικών δυνάμεων. Μετά, καθώς βγήκαν από τα δρομάκια όπου είχαν προσγειωθεί πηδώντας από την οροφή του ξενοδοχείου, πρόσεξε ότι δεν ήταν οι μόνοι άνθρωποι σε τούτη την ενδοδιάσταση· κι άλλοι κυκλοφορούσαν, αλλά ήταν όλοι τους θολές σκιές, αδύνατον να διακρίνεις τα χαρακτηριστικά τους.

«Τι είναι αυτοί;» ρώτησε. Κάποιου είδους πνεύματα;

«Οι άνθρωποι που τυχαίνει να κυκλοφορούν αυτή τη νυχτερινή ώρα στους δρόμους της Φάνρηβ,» του είπε ο Εθέλδιρ.

«Μπορούμε και τους βλέπουμε;»

«Όχι κανονικά, όπως θα παρατηρείς. Ούτε μπορούμε ν’ακούσουμε τα λόγια τους. Οι ήχοι φτάνουν… περίεργα εδώ.»

«Εκείνοι δεν μας βλέπουν καθόλου, έτσι;»

«Έτσι,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ.

«Δεν καταλαβαίνω… Η Πόλη της Αέναης Νύχτας είναι… είναι… συνυπάρχει κάπως με τη Φάνρηβ;»

«Άσ’ το αυτό για τους μάγους του τάγματος των Ερευνητών, διπλωμάτη. Η ενδοδιάσταση είναι αυτό που είναι. Θεώρησέ την έναν σκοτεινό αντικατοπτρισμό της Φάνρηβ, όπως σου είπα και πριν.»

«Δεν ξημερώνει ποτέ εδώ;»

«Ποτέ. Αλλά ο χρόνος κυλά με τον ίδιο ρυθμό όπως και στη Μοργκιάνη· μπορείς να το παρατηρήσεις από το ρολόι σου. Αν μπεις στην Πόλη και μετά, αμέσως, βγεις, δεν έχει περάσει περισσότερη ώρα απ’το αν έκανες ένα κανονικό βήμα. Οι Ερευνητές θα σου έλεγαν ότι η ενδοδιάσταση και η διάσταση της Μοργκιάνης είναι ομόχρονες. Αυτή είναι η ορολογία, αν σ’ενδιαφέρει.

»Μπορείς, όμως, να καταλάβεις από εδώ μέσα πότε έχει ξημερώσει στη Μοργκιάνη, ακόμα και χωρίς ρολόι. Την ημέρα, οι διαστασιακές δίοδοι εξαφανίζονται. Αυτά τα σημεία πυκνού σκοταδιού που μπορούν να σε μεταφέρουν πίσω στη Μοργκιάνη παύουν να υφίστανται. Κι εμφανίζονται πάλι όταν έχει νυχτώσει έξω από την Πόλη της Αέναης Νύχτας.»

«Πολύ παράξενο μέρος…» μουρμούρισε ο Άλφεντουρ, που σπανίως μονολογούσε ή έλεγε άχρηστα πράγματα.

«Δεν έχεις ξαναμπεί σε ενδοδιάσταση, να υποθέσω;»

«Η αλήθεια είναι πως έχω ξαναμπεί μια φορά, παλιότερα. Αλλά δεν είχε καμια σχέση μ’αυτήν εδώ. Κατά πρώτον, δεν… συνυπήρχε με τη Μοργκιάνη· δεν ήταν αντικατοπτρισμός της. Απλά βρισκόσουν… αλλού.»

Ο Εθέλδιρ ένευσε. «Ναι, ξέρω.»

«Μπορείς να επηρεάσεις τους ανθρώπους της Μοργκιάνης από εδώ; Μπορείς να τους σκοτώσεις;»

Διέσχιζαν τώρα έναν δρόμο που πήγαινε προς το Σκοτεινό Παζάρι – ή το αντίστοιχο του Σκοτεινού Παζαριού στην Πόλη της Αέναης Νύχτας – απ’ό,τι καταλάβαινε ο Άλφεντουρ, κι ένας λυκοκαβαλάρης περνούσε από δίπλα τους, με τη μορφή του θολή, δυσδιάκριτη. Ο Εθέλδιρ τράβηξε απότομα ένα ξιφίδιο από την κάπα του και το εκτόξευε καταπάνω στον αναβάτη του γιγαντόλυκου. Η στροβιλιζόμενη λεπίδα πέρασε από μέσα του σαν να ήταν καπνός, χτύπησε σ’έναν τοίχο, και έπεσε.

«Όπως βλέπεις,» είπε ο πρώην Πρόμαχος της Επανάστασης, «όχι.» Πλησίασε το πεσμένο όπλο και το σήκωσε, κρύβοντάς το ξανά μες στην ενδυμασία του.

«Οι άνθρωποι που βρίσκονται στη Μοργκιάνη είναι σαν σκιές εδώ,» είπε ο Άλφεντουρ, «αλλά δεν φαίνεται να ισχύει το ίδιο και για τα χτίρια…»

«Τα χτίρια που βλέπεις υπάρχουν και στη Μοργκιάνη και στην Πόλη,» εξήγησε ο Εθέλδιρ.

Ο Άλφεντουρ συνοφρυώθηκε.

«Η ενδοδιάσταση, απ’ό,τι μου έχουν πει άνθρωποι που τη μελετάνε, απορροφά τη σταθερή αντανάκλαση της Φάνρηβ. Όταν ένα οικοδόμημα χτίζεται, στην αρχή δεν υφίσταται εδώ, στην Πόλη της Αέναης Νύχτας, παρά μόνο ως θολή σκιά· πρέπει να περάσει κάποιος καιρός για να πάρει υλική μορφή – για να έχει πλήρως απορροφηθεί από την ενδοδιάσταση.»

«Το Καταφύγιο έχει απορροφηθεί, υποθέτω…»

«Φυσικά.»

«Κι αν πας κι ανοίξεις μια πόρτα στο Καταφύγιο – μια πόρτα που υπάρχει και εδώ και στη Μοργκιάνη – τι συμβαίνει;»

«Η πόρτα ανοίγει μόνο εδώ.»

«Αλλά όταν μπεις στο δωμάτιο βλέπεις τους ανθρώπους που βρίσκονται εκεί, στη Φάνρηβ της Μοργκιάνης;»

«Ναι. Ή, τουλάχιστον, τις σκοτεινές αντανακλάσεις τους.»

«Χρήσιμος χώρος για να κατασκοπεύεις την πόλη,» παρατήρησε ο Άλφεντουρ.

«Όχι και τόσο,» είπε ο Εθέλδιρ. «Όπως σου εξήγησα, δεν μπορείς ν’ακούσεις καθόλου καλά τι λένε αυτοί που είναι στη Μοργκιάνη. Ούτε μπορείς να διαβάσεις έγγραφα. Φαίνονται εξαιρετικά θολά. Μετά δυσκολίας ίσως καταφέρεις μόνο να μαντέψεις τι λένε.»

«Δεν έχουν απορροφηθεί;»

«Φυσικά και όχι. Ό,τι κινείται στη Φάνρηβ της Μοργκιάνης δεν απορροφάται από την Πόλη της Αέναης Νύχτας· γι’αυτό βλέπεις μόνο τη σκιά του. Πρέπει κάτι να είναι σταθερό για να το απορροφήσει η ενδοδιάσταση.»

Η Ζιρίνα είπε: «Και μετά έλεγες σ’εμένα ότι του έδινα πολλές πληροφορίες, Εθέλδιρ.»

«Κι εσύ έλεγες ότι σύντομα θα έρθει με το μέρος μας.» Και προς τον διπλωμάτη: «Ελπίζω να μη μας απογοητεύσεις, Άλφεντουρ.»

«Σας είπα ήδη: η Νάζρηβ σπάνια παίρνει το μέρος πολιτικών παρατάξεων σε άλλες πόλεις.»

«Αυτή θα πρέπει να είναι μία από τις σπάνιες περιπτώσεις, τότε, γιατί η ανάγκη μας είναι μεγάλη,» είπε ο Εθέλδιρ. «Νομίζεις ότι η Αρχόντισσα είναι καλύτερη από τους Παντοκρατορικούς δαίμονες που υποθάλπει; Σε πληροφορώ πως καθόλου δεν είναι.»

Δεν το αμφιβάλλω. Αλλά και πάλι.... «Πού πηγαίνουμε τώρα;»

«Θα δεις. Δεν είμαστε μακριά.»

*

Στην ενδοδιαστασιακή αντανάκλαση του Σκοτεινού Παζαριού, βάδιζαν ανάμεσα σε οικοδομήματα και δίπλα από σκιές ανθρώπων μέχρι που κατέληξαν σε μια πλατεία. Την πλατεία όπου χτες βράδυ είχε γίνει η διαδήλωση που διαλύθηκε από την επίθεση των αυτονομιστών. Εδώ τριγύριζαν κάποιες σκιές, αλλά στέκονταν επίσης και δύο κανονικοί άνθρωποι. Δύο άντρες που ο Άλφεντουρ αναγνώριζε μόνο τον έναν.

Ο γνωστός ήταν ο Αλθέβεριν αλ Βάρνουν, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Μαντατοφόρων. Ο Κασλάριν είχε πει ότι ήταν υποστηρικτής του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας. Ένας ψηλόλιγνος άντρας, με κατάμαυρο δέρμα, κοντά πράσινα μαλλιά με καράφλα στο κέντρο του κεφαλιού, μυτερό μούσι στο σαγόνι, αλλήθωρο δεξί μάτι, έναν μικρό αργυρό κρίκο στο αριστερό ρουθούνι, και λίγο τσεβδή μιλιά.

Ο άγνωστος ήταν ένας άντρας πιο σωματώδης από τον Αλθέβεριν, είχε δέρμα γαλανό – σκούρο γαλανό – μαλλιά μαύρα και πυκνά που έπεφταν ώς τους ώμους, και αξύριστο πρόσωπο. Τα μάτια του ήταν σκληρά καθώς βρίσκονταν κάτω από τις σκιές μεγάλων φρυδιών. Οι γραμμές στο πρόσωπό του ήταν πολύ έντονες.

«Ο κύριος Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ,» είπε ο Εθέλδιρ. «Ήρθε για να συζητήσουμε. Κάθισε, Άλφεντουρ.» Έδειξε μια από τις καρέκλες που ήταν στημένες μες στη μέση της πλατείας, γύρω από ένα τραπέζι. Και οι καρέκλες και το τραπέζι φαίνονταν, για κάποιο λόγο, πιο έντονα απ’οτιδήποτε άλλο στην πλατεία – εκτός από τους υποστηρικτές της Κοινοπολιτείας.

Ο Άλφεντουρ κοίταξε προς στιγμή τα έπιπλα συνοφρυωμένος.

Η Ζιρίνα τού είπε: «Δεν υπάρχουν στη Μοργκιάνη. Ούτε φαίνονται εκεί. Είναι μόνο εδώ, στην Πόλη. Τα φέραμε μέσα από δίοδο.»

Ο Άλφεντουρ κατάλαβε. Γιατί, αλλιώς, δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς το τραπέζι και οι καρέκλες είχαν βρεθεί μες στη μέση της πλατείας, νυχτιάτικα, στο Σκοτεινό Παζάρι. Γέλασε, κουνώντας το κεφάλι του. «Είναι σαν να ονειρεύεσαι εδώ πέρα.»

«Αλλά δεν είναι όνειρο,» τον διαβεβαίωσε ο Εθέλδιρ, κι ύστερα όλοι τους κάθισαν γύρω από το τραπέζι.

Ο πρώην Πρόμαχος της Επανάστασης γέμισε μερικά ποτήρια με ποτό από ένα μπουκάλι και πρόσφερε στον καθένα τους από ένα ενώ κράτησε κι ένα για τον εαυτό του.

Κρασί, παρατήρησε ο Άλφεντουρ, αλλά δεν ήπιε.

«Τον κύριο,» του είπε ο Εθέλδιρ δείχνοντας τον Αλθέβεριν, «θα τον ξέρεις, υποθέτω.»

«Γνωριζόμαστε.»

Ο Αιρετός της Συντεχνίας των Μαντατοφόρων έκλινε το κεφάλι του σιωπηλά προς τη μεριά του Άλφεντουρ.

«Αυτόν τον κύριο, όμως, μάλλον δεν θα τον ξέρεις,» συνέχισε ο Εθέλδιρ δείχνοντας με το βλέμμα του τον άλλο άντρα που τους περίμενε εδώ.

«Πράγματι,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ.

«Ονομάζεται Ύρελκουρ’χοκ, και είναι μουγκός αλλά από τους ικανότερους μάγους που έχω ποτέ συναντήσει.» Η κατάληξη ’χοκ υποδήλωνε, επίσης, ότι ήταν του τάγματος των Διαλογιστών, γι’αυτό κιόλας ο Εθέλδιρ δεν το ανέφερε· καταλάβαινε ότι ο Άλφεντουρ, αναμφίβολα, το γνώριζε.

Ο Ύρελκουρ’χοκ ένευσε προς τη μεριά του διπλωμάτη, κι εκείνος επέστρεψε τον χαιρετισμό με παρόμοιο τρόπο. Μετά είπε: «Συγνώμη, κύριε Ύρελκουρ, για το θάρρος μου, αλλά… δεν φανταζόμουν ποτέ ότι κάποιος μάγος θα μπορούσε να είναι μουγκός. Θέλω να πω, οι περισσότεροι μάγοι που ξέρω μιλάνε για να κάνουν ξόρκια και μαγγανείες…»

Ο Ύρελκουρ’χοκ χαμογέλασε, και αποκρίθηκε χρησιμοποιώντας τη Σιωπηλή Γλώσσα. Τη Σιωπηλή Γλώσσα! Την οποία ήξεραν μόνο συγκεκριμένα πρόσωπα που κατάγονταν από τη Νάζρηβ.

Η σκέψη μου προστάζει πιο δυνατά το σύμπαν από ό,τι το στόμα άλλων, είπε ο μάγος με τα δάχτυλά του.

Είσαι από τη Νάζρηβ; τον ρώτησε ο Άλφεντουρ με τον ίδιο τρόπο.

Όχι.

Πώς ξέρεις τη Σιωπηλή Γλώσσα;

Μέσα στην Επανάσταση έμαθα πολλά. Απαραίτητα για να πολεμήσουμε τους πράκτορες της Παντοκράτειρας.

«Μάλιστα,» είπε ο Άλφεντουρ. «Χάρηκα για τη γνωριμία, Ύρελκουρ’χοκ.» Και ήπιε μια μικρή γουλιά απ’το κρασί του, θεωρώντας το τελείως παράλογο να το έχουν δηλητηριάσει.

Παρομοίως, έγνεψε ο μάγος.

«Γιατί με φέρατε εδώ, λοιπόν;» ρώτησε ο Άλφεντουρ, στρέφοντας το βλέμμα του τώρα στη Ζιρίνα και στον Εθέλδιρ. «Τι έχουμε να πούμε;»

«Ζητάμε τη βοήθεια της Νάζρηβ εναντίον της Αρχόντισσας και του Βασιλείου της Χάρνωθ, όπως σου είπαμε,» αποκρίθηκε η Αιρετή.

«Αυτό είναι–»

«Μη βιάζεσαι, Άλφεντουρ, σε παρακαλώ. Η πόλη σου έχει πολλά να κερδίσει από μια συμμαχία με τον Φύλακα της Φάνρηβ.»

«Αν προτείνετε να στείλουμε μισθοφόρους εδώ….»

«Δεν προτείνουμε αυτό,» είπε η Ζιρίνα. «Προτείνουμε να σταματήσει η Νάζρηβ τις συναλλαγές της με τους εμπόρους της Χάρνωθ.»

Παρόμοια πρόταση με της Αρχόντισσας, δεν μπόρεσε παρά να παρατηρήσει ο Άλφεντουρ, αλλά γυρισμένη ανάποδα. «Καταλαβαίνετε, φυσικά, ότι αυτό είναι αδύνατον. Η Νάζρηβ δεν έχει εμπορικές επαφές με τη Χάρνωθ μόνο στη Φάνρηβ–»

«Ναι,» είπε ο Εθέλδιρ, «αλλά εμάς η Φάνρηβ μάς ενδιαφέρει. Και το ίδιο θα πρέπει να ενδιαφέρει κι εσάς.»

«Τι εννοείς; Να πάψουμε να συναλλασσόμαστε με εμπόρους της Χάρνωθ στη Φάνρηβ και μόνο;»

«Ναι. Να πάψετε εδώ κάθε είδους συναναστροφή με Χαρνώθιους. Κι επίσης να σαμποτάρετε τα εμπορικά τους σκάφη σ’όλο τον ποταμό Τίγρη – και δεν αναφέρομαι σε πειρατικές μεθόδους. Το ξέρω ότι μπορείτε να το κάνετε.»

Ο Άλφεντουρ αναστέναξε. «Ακόμα κι αν μπορούμε, αυτό θα μας καθιστούσε εχθρούς του Βασιλείου της Χάρνωθ–»

«Και φίλους του Φύλακα της Φάνρηβ,» τόνισε ο Εθέλδιρ.

«Και της Κοινοπολιτείας των Τεσσάρων Δασών,» πρόσθεσε η Ζιρίνα, «η οποία βρίσκεται δίπλα στην πόλη σας, σε αντίθεση με το Βασίλειο.»

Ο Άλφεντουρ δεν ήξερε αν αυτό το τελευταίο θα έπρεπε να το εκλάβει ως συγκαλυμμένη, έμμεση απειλή. «Προτείνετε, δηλαδή, στη Νάζρηβ να στραφεί εναντίον ολόκληρου του Βασιλείου της Χάρνωθ απλά και μόνο για να υποστηρίξει τον Φύλακα;»

«Δε μπορεί να μην καταλαβαίνεις ότι το εμπόριο θα βελτιωθεί αφάνταστα όταν η Αρχόντισσα έχει φύγει από την πόλη μας!» είπε η Ζιρίνα.

«Με τι τρόπο;»

«Η Φάνρηβ είναι προτεκτοράτο τώρα· οι Χαρνώθιοι μάς επιβάλλουν φόρους που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Σίγουρα, το ξέρεις αυτό! Παντού, σε όλα τα προτεκτοράτα του, το Βασίλειο επιβάλλει τέτοιους φόρους. Το εμπόριο παρακωλύεται από αυτούς· οι εμπορευόμενοι δεν μπορούν να κινηθούν με ελευθερία στη Φάνρηβ. Όταν ο Φύλακας είναι εδώ, όμως, όταν η πόλη είναι και πάλι μέρος της Κοινοπολιτείας, τέτοιοι φόροι δεν θα υφίστανται. Το εμπόριο θα ανθίσει. Η Νάζρηβ, από αυτό και μόνο, θα έχει να κερδίσει πολλά.»

«Ναι, ίσως…» αποκρίθηκε αινιγματικά ο Άλφεντουρ.

«Επίσης,» πρόσθεσε ο Εθέλδιρ, «ο Φύλακας πιθανώς να ήταν πρόθυμος να κάνει και κάποια επιπλέον συμφωνία με τον Εμπορικό Σύνδεσμο της Νάζρηβ.»

Ο Άλφεντουρ τον κοίταξε ερωτηματικά, χωρίς να μιλήσει.

«Χαμηλότεροι φόροι για τους εμπόρους της Νάζρηβ, καλύτερες τιμές,» διευκρίνισε ο Εθέλδιρ. «Αλλά θα πρέπει να συζητήσεις με τον ίδιο τον Φύλακα γι’αυτά, βέβαια, κάποια άλλη στιγμή.»

«Ο Φύλακας βρίσκεται έξω από την πόλη, μαζί με στρατό, έτοιμος να επιτεθεί.»

«Και λοιπόν;» γέλασε κοφτά ο Εθέλδιρ. «Μπορούμε άνετα να σε πάμε εκεί, αν θέλεις. Χωρίς κανένας να μάθει τίποτα,» τόνισε.

«Μέσω αυτής της ενδοδιάστασης;»

«Η Πόλη της Αέναης Νύχτας δεν εκτείνεται τόσο μακριά πέρα από τα τείχη της Φάνρηβ, δυστυχώς.»

«Κι εκεί που τελειώνει, τι συμβαίνει;» Ο Άλφεντουρ ήταν απλά περίεργος.

«Όταν προχωρήσεις μετά από κάποιο άκρο της, βγαίνεις ξανά μέσα της αλλά από άλλο άκρο. Τυχαία. Δεν έχω ακούσει ποτέ κανένας να έχει ανακαλύψει αν υπάρχει κανενός είδους κανονικότητα στο φαινόμενο.

»Αλλά δεν χρειαζόμαστε την ενδοδιάσταση για να σε πάμε στον Φύλακα. Ή, τουλάχιστον, δεν τη χρειαζόμαστε απόλυτα. Θα βγούμε πέρα από τα τείχη της Φάνρηβ και μετά θα ταξιδέψουμε μέσα στη Μοργκιάνη, κανονικά.»

Ο Άλφεντουρ έμεινε σιωπηλός. Δεν ήξερε αν τώρα θα ήταν συνετή κίνηση να συναντήσει τον Φύλακα. Αν κάπως το μάθαινε η Αρχόντισσα, αυτό ίσως να κατέστρεφε τις καλές του σχέσεις μαζί της.

«Επιπλέον,» είπε η Ζιρίνα, παρατηρώντας μάλλον τον δισταγμό του, «δεν είναι μόνο εμπορικό το θέμα, Άλφεντουρ. Θέλεις πραγματικά να βρίσκονται υποστηρικτές των Παντοκρατορικών μέσα σε μια τόσο σημαντική πόλη της Μοργκιάνης;»

«Δεν υπάρχουν πια Παντοκρατορικοί, Ζιρίνα.»

«Υπάρχουν άνθρωποι που υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα κι ακόμα δεν έχουν λάβει ό,τι τους αξίζει!» είπε έντονα η Αιρετή. «Κι όχι μόνο αυτό, αλλά η Αρχόντισσα τούς κρύβει και τους χρησιμοποιεί ως φονιάδες και κατασκόπους της.»

«Είναι αλήθεια, λοιπόν…»

«Φυσικά και είναι! Κι έχουν κάνει ό,τι παλιανθρωπιά μπορείς να φανταστείς εναντίον μας!»

«Εναντίον σας…»

«Όχι μόνο εναντίον μας,» είπε ο Εθέλδιρ. «Ενάντια σε πολλούς ανθρώπους της Φάνρηβ.»

«Εμάς, όμως, τους υποστηρικτές του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας,» τόνισε η Ζιρίνα, «μας έχουν ιδιαίτερα στοχοποιήσει. Είδες τι έγινε στη χτεσινοβραδινή συγκέντρωσή μας, δεν είδες; Τίποτα απ’αυτά που ειπώθηκαν από τα μεγάλα μέσα πληροφόρησης δεν ήταν αλήθεια–»

«Η Αρχόντισσα ακόμα ελέγχει τα τηλεοπτικά κανάλια, κατά πρώτον,» είπε ο Εθέλδιρ. «Και τα δύο.»

«Δε μας επιτέθηκαν αυτονομιστές,» συνέχισε η Ζιρίνα σα να μην την είχαν διακόψει. «Μας επιτέθηκαν άνθρωποι της Αρχόντισσας που παρίσταναν τους αυτονομιστές. Ήταν καταφανές! Και οι μαχητές της Χάρνωθ έσπευσαν για να μας ‘σώσουν’.» Γέλασε παγερά, χλευαστικά. «Ένα τέχνασμα της Αρχόντισσας με διπλό όφελος για εκείνη. Πρώτον, τρομοκρατεί τον κόσμο: τον κάνει να φοβάται να μας συναναστραφεί: τον κάνει να φοβάται να υποστηρίξει την Κοινοπολιτεία και τον Φύλακα. Και δεύτερον, δημιουργεί την πλασματική εικόνα ότι το Βασίλειο της Χάρνωθ είναι πραγματικοί προστάτες της πόλης οι οποίοι θέλουν να τη διαφυλάξουν από αναρχικά και κακοποιά στοιχεία που επιθυμούν την καταστροφή της.»

«Πράγμα που δεν αληθεύει;» είπε ο Άλφεντουρ.

Τα μάτια της Ζιρίνα γυάλισαν από οργή. «Θέλουν να τη διαφυλάξουν μόνο για προσωπικό τους όφελος! Μην εξαπατάσαι από ό,τι ίσως να σου έχει πει αυτή η Παντοκρατορική πόρνη, Άλφεντουρ! Δεν τους ενδιαφέρει το καλό της πόλης· απλά τους ενδιαφέρει να βγάλουν από τη μέση τους εχθρούς τους. Τους αυτονομιστές μπορούν, πανεύκολα, να τους χτυπήσουν χωρίς κανένα πρόβλημα, αφού θεωρούνται παράνομοι. Εμάς, όμως, δεν μπορούν τόσο εύκολα να μας χτυπήσουν γιατί δεν είμαστε παράνομοι. Επομένως χρησιμοποιούν βρόμικα κόλπα εναντίον μας. Όπως αυτό που έγινε στη χτεσινοβραδινή συγκέντρωση. Κι έχουν γίνει και χειρότερα.»

Η όψη του Άλφεντουρ πήρε ξανά, εσκεμμένα, ερωτηματική χροιά.

«Έχουν συμβεί δολοφονίες,» τόνισε η Ζιρίνα, «που προσπαθούν να τις αποδώσουν ή στους αυτονομιστές ή σε ‘ατυχήματα’. Έχουν πεθάνει πολλοί άνθρωποι που δήλωναν ανοιχτά ότι θα ήταν καλύτερα αν είχαμε τον Φύλακα εδώ, αν ήμασταν ξανά μέρος της Κοινοπολιτείας. Κι εκτός αυτού, όλους μάς απειλούν με συγκαλυμμένους τρόπους. Ξέρεις πόσες παράξενες επιστολές έχω λάβει, τον τελευταίο καιρό; Ξέρεις πόσες ανώνυμες κλήσεις έχω δεχτεί στον επικοινωνιακό δίαυλο του σπιτιού μου;»

Ο Άλφεντουρ δεν αμφέβαλλε ότι αυτά συνέβαιναν. Η Αρχόντισσα, σίγουρα, θα χρησιμοποιούσε διάφορες τέτοιες τακτικές για να διαλύσει τους ανθρώπους που θεωρούσε επικίνδυνους μέσα στην πόλη της. Τους φοβόταν· αυτό ο Άλφεντουρ το είχε καταλάβει καλά από τη συνάντησή του μαζί της. Του είχε, όμως, αναφέρει και πράγματα που η Ζιρίνα τώρα δεν του ανέφερε. Του είχε πει για τις επιθέσεις που είχαν κάνει οι υποστηρικτές του Φύλακα εναντίον μαχητών της. Χτυπούσαν τυχαίες περιπολίες. Έβαζαν εκρηκτικούς μηχανισμούς. Λιντσάριζαν φοροεισπράκτορες. Προκαλούσαν ζημιές σε εμπόρους που ήταν έκδηλοι υποστηρικτές της Αρχόντισσας. Και μετά ισχυρίζονταν ότι τα είχαν κάνει οι αυτονομιστές.

Πολλοί χρησιμοποιούν τους αυτονομιστές ως απειλητικά φαντάσματα σε τούτη την πόλη. Ο Άλφεντουρ αναρωτήθηκε προς στιγμή μήπως δεν υπήρχαν καν πραγματικοί αυτονομιστές. Ήταν δυνατόν;

«Νομίζεις ότι σου λέω ψέματα;» ρώτησε ευθέως η Ζιρίνα.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ, «δεν το νομίζω καθόλου αυτό.»

«Θα μας υποστηρίξεις, επομένως;»

«Δεν μπορώ να δώσω τέτοιες υποσχέσεις–»

«Μπορείς να επηρεάσεις το Συμβούλιο της Νάζρηβ, δεν μπορείς; Χρόνια έρχεσαι στη Φάνρηβ!»

«Δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται.»

«Ή μήπως δεν θέλεις να προσπαθήσεις;» ρώτησε προκλητικά η Ζιρίνα.

Ο Άλφεντουρ δεν επιθυμούσε να έρθει σε διαπληκτισμό μαζί της. «Θα αναφέρω στο Συμβούλιο την πρότασή σας· αυτό είναι βέβαιο.»

Ο Εθέλδιρ είπε: «Και την πρόταση της Αρχόντισσας επίσης;»

Ο Άλφεντουρ δεν μίλησε.

«Το ξέρουμε ότι τη συνάντησες, το μεσημέρι.»

«Αυτή είναι η δουλειά μου, Εθέλδιρ. Διπλωματικός Αντιπρόσωπος του Εμπορικού Συνδέσμου της Νάζρηβ είμαι.»

«Θα μπορούσες να αναφέρεις στο Συμβούλιο μόνο τη δική μας πρόταση,» τόνισε ο Εθέλδιρ, «κάνοντάς τη να φανεί ελκυστική.»

Το Συμβούλιο με εμπιστεύεται επειδή δεν του αποκρύπτω την αλήθεια, Εθέλδιρ!

Ο Εθέλδιρ συνέχισε: «Αλλά δεν θα ήθελες πρώτα να συναντήσεις τον Φύλακα; Θα μπορούσαμε ακόμα και τώρα να–»

«Αδύνατον,» τον διέκοψε ο Άλφεντουρ. «Δε γίνεται να τον συναντήσω απόψε. Πρέπει να επιστρέψω στο Καταφύγιο, σύντομα, αν δεν θέλω να κινήσω υποψίες και να προκαλέσω ανησυχίες.»

Ο Εθέλδιρ ένευσε. «Εντάξει. Κάποια άλλη στιγμή, τότε…»

«Θα δούμε. Πρέπει να το σκεφτώ.»

«Άλφεντουρ,» είπε η Ζιρίνα, έντονα. «Ό,τι κι αν σου έχει πει η Αρχόντισσα είναι ψέματα. Η βοήθεια της Νάζρηβ μάς είναι πολύ σημαντική για να απελευθερώσουμε την πόλη μας απ’αυτούς τους δυνάστες. Για εμάς, εδώ, στη Φάνρηβ, είναι σαν ακόμα να βρισκόμαστε υπό Παντοκρατορική κατοχή ενώ η Επανάσταση μάς έχει εγκαταλείψει.»

5
Μπλεγμένοι Δρόμοι· Δύο Παρατηρητές· Ασφαλές Μέρος· Ανώνυμη Κλήση· Νέα για την Αρχόντισσα

Ο Άλφεντουρ καταλάβαινε γιατί ο Κασλάριν ήθελε αυτή τη φορά να συναντηθούν μακριά από το σπίτι του. Μάλλον φοβόταν – ή, ίσως, και να το ήξερε – ότι κάποιοι το παρακολουθούσαν. Επιπλέον, πιθανώς να υποψιαζόταν ότι κάποιοι παρακολουθούσαν και τον Άλφεντουρ – όπως και, όντως, τον παρακολουθούσαν άλλωστε.

Ωστόσο, η επιλογή του Λαβυρίνθου ως μέρος συνάντησης ήταν πολύ παράξενη. Έως και ύποπτη. Οτιδήποτε μπορούσε να συμβεί εκεί. Άνθρωποι είχαν χαθεί και κανένας ποτέ δεν τους είχε ξανακούσει· μπορεί να ήταν νεκροί, ή μπορεί να τους είχαν απαγάγει και να τους είχαν πάει σε άλλη διάσταση.

Δεν υπήρχε καμια καλύτερη περιοχή που να προτιμά ο Κασλάριν για να συναντηθούν; Παλιότερα, ο Άλφεντουρ δεν θυμόταν να είχε ποτέ προτείνει να βρεθούν στον Λαβύρινθο.

Όπως και νάχε, δεν του το είχε αρνηθεί γιατί τον θεωρούσε φίλο του και δεν πίστευε ότι είχε κακό στο μυαλό του. Αν το είχε προτείνει οποιοσδήποτε άλλος – όπως η Αρχόντισσα ή οι υποστηρικτές του Φύλακα – ο Άλφεντουρ δεν θα δεχόταν. Ο Κασλάριν πρέπει να είχε κάποιο καλό λόγο που ήθελε να μιλήσουν μέσα στον Λαβύρινθο.

Ακόμα κι έτσι, όμως, ο Άλφεντουρ δεν μπορούσε φυσικά να πάει αφύλαχτος εκεί. Μαζί του ήταν ο Θάλβακιρ: και οι δυο τους τώρα άφηναν πίσω τους τη Μακριά Λόγχη και, βαδίζοντας, έμπαιναν στα στριφτά δρομάκια του Λαβυρίνθου. Η ημέρα ήταν καλή και κυκλοφορούσε πολύς κόσμος. Δύο ακόμα άτομα με κάπες και κουκούλες στο κεφάλι δεν θα τραβούσαν λογικά την προσοχή κανενός.

Παρ’όλ’ αυτά, ο Θάλβακιρ είχε ήδη πει στον Άλφεντουρ ότι τους παρακολουθούσαν. Τους κατασκόπευαν από τότε που είχαν φύγει από το Καταφύγιο. Είχαν βγει από το ξενοδοχείο βαδίζοντας, κουκουλωμένοι, ελπίζοντας να παραπλανήσουν τους κατασκόπους· αλλά μάλλον οι προσπάθειές τους είχαν αποβεί μάταιες. Οι πράκτορες της Αρχόντισσας που βρίσκονταν στο δωμάτιο αντίκρυ στη σουίτα του Άλφεντουρ πρέπει να τους είχαν αμέσως καταλάβει και να είχαν δώσει σήμα σε κάποιους άλλους έξω απ’το ξενοδοχείο.

«Ακόμα πίσω μας είναι;» ρώτησε, επί του παρόντος, ο διπλωμάτης τον σωματοφύλακά του. Δεν έστρεψε το βλέμμα του για να κοιτάξει.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Θάλβακιρ, χωρίς ούτε εκείνος να στρέψει το βλέμμα του για να κοιτάξει. Ορισμένες φορές ο Άλφεντουρ αναρωτιόταν αν ο άνθρωπος είχε μάτια στην πλάτη!

Τώρα, όμως, δεν είχε χρόνο να σκέφτεται τέτοια· έπρεπε να προσέχει μη χαθεί μέσα στον Λαβύρινθο. Ο Κασλάριν τού είχε δώσει πολύ συγκεκριμένες οδηγίες για να φτάσει στο μέρος όπου θα συναντιόνταν, τις οποίες ο Άλφεντουρ όφειλε να ακολουθήσει κατά γράμμα αν δεν ήθελε να βρεθεί σε κάποιο τελείως άσχετο σημείο, απεγνωσμένος. Στον Λαβύρινθο μπορούσες να μπλέξεις και να μην ξεμπλέξεις ποτέ – ειδικά όταν δεν ήξερες τη συγκεκριμένη συνοικία της Φάνρηβ. Και ο Άλφεντουρ δεν την ήξερε. Δεν ήταν από εκείνες τις συνοικίες όπου σύχναζαν οι διπλωμάτες, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Όπως ετούτη, σήμερα.

Πίσω από τα ασημόχρωμα γυαλιά του, παρατηρούσε τους στενούς δρόμους που ήταν γεμάτοι στροφές, πόρτες, καμάρες, και μπαλκόνια. Σ’ορισμένα σημεία τού έδιναν την εντύπωση ότι βάδιζε μέσα σε σήραγγες, έτσι όπως κρυβόταν ο ουρανός από πάνω του. Και οι φάτσες των ανθρώπων που έβλεπε δεν του γεννούσαν εμπιστοσύνη· ο καθένας απ’αυτούς θα μπορούσε να είναι κατάσκοπος για οποιαδήποτε πολιτική δύναμη της Φάνρηβ. Αποκλείεται, όμως, να αναγνώριζαν τον Διπλωματικό Αντιπρόσωπο της Νάζρηβ, όπως ήταν ντυμένος.

Ο Άλφεντουρ, ακολουθώντας τα σημάδια που του είχε πει ο Κασλάριν, πέρασε από μια περιοχή του Λαβυρίνθου που μύριζε κομμένο ξύλο και μηχανές ακούγονταν να βουίζουν. Πέρασε, ύστερα, από μια μικρή αγορά που βρομούσε ψάρια και σάπια φρούτα. Και ρώτησε τον Θάλβακιρ: «Ακόμα πίσω μας είναι;»

«Ναι. Δεν έχουμε κάνει και καμια προσπάθεια για να μας χάσουν, Άλφεντουρ.»

Βγαίνοντας από τη μικρή αγορά, μπήκαν σ’ένα σύμπλεγμα δρόμων για το οποίο ο Άλφεντουρ είχε ακούσει παλιότερα αλλά ποτέ δεν είχε τύχει να έρθει εδώ. Το Σταυροδρόμι των Ηδωνών. Αν και μόνο σταυροδρόμι δεν ήταν. Δεν υπήρχαν σταυροδρόμια στον Λαβύρινθο – η ρυμοτομία δεν ήταν ούτε κατά διάνοια τόσο καλή για να υπάρχουν. Ή, από μια άλλη άποψη, τα πάντα ήταν σταυροδρόμια εδώ.

Οι γυναίκες και οι άντρες του Σταυροδρομιού των Ηδωνών φαινόταν να βρίσκονται σε δουλειά παρότι πρωί. Ο Άλφεντουρ είδε μία μαυρόδερμη, ημίγυμνη πόρνη να του γνέφει, μισοκρυμμένη πίσω από μια κουρτίνα. Είδε μια άλλη να κάθεται σ’ένα χαμηλό μπαλκόνι, έχοντας κρεμασμένα τα γυμνά πόδια της μπροστά από τον δρόμο. Και είχε δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ – εξωδιαστασιακή, κατά πάσα πιθανότητα. Άπλωσε τώρα το ένα της πόδι για ν’αγγίξει το χέρι του Άλφεντουρ· «Θα μου κάνεις παρέα;» ρώτησε γελώντας. Ο Άλφεντουρ απομακρύνθηκε όσο μπορούσε – ο στενός δρόμος δεν έδινε και πολλά περιθώρια. Το λευκό-ροζ δέρμα δεν τον προσέλκυε καθόλου· του προκαλούσε μια γλοιώδη αίσθηση. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που έκριναν τους άλλους από το χρώμα τους, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για ν’αλλάξει το πώς ένιωθε.

Και παρακάτω έτυχε να δει έναν δερματικό χρωματισμό που πάλι δεν συμπαθούσε. Μια γυναίκα στεκόταν πίσω από ένα παράθυρο, με τους αγκώνες της ακουμπισμένους στο περβάζι κι ένα μήλο στο χέρι. «Να το φάμε μαζί;» ρώτησε τον Άλφεντουρ καθώς περνούσε από δίπλα της. Τα μαλλιά της ήταν κατάμαυρα, πυκνά, μακριά, και σγουρά. Το δέρμα της, όμως, ήταν κατάλευκο. Όχι λευκό όπως της προηγούμενης πόρνης. Δεν υπήρχε καμια ροζ απόχρωση εδώ. Θα νόμιζε κανείς ότι η γυναίκα αυτή ήταν φτιαγμένη από χιόνι.

Ο Άλφεντουρ ήξερε ότι σε ορισμένους άντρες άρεσαν τέτοιες «εξωτικές καλλονές», αλλά όχι σ’εκείνον. Του προκαλούσαν αμηχανία.

Μετά από το Σταυροδρόμι των Ηδωνών, συνεχίζοντας ν’ακολουθεί τις οδηγίες του Κασλάριν, διέσχισε μια περιοχή που ήταν γεμάτη παράξενες οσμές, πολλές από τις οποίες υποπτευόταν ότι ίσως να προέρχονταν από δηλητηριώδεις ουσίες. Είδε διάφορα μικρομάγαζα – τρύπες, ουσιαστικά – που πουλούσαν βοτάνια, ελιξίρια, αρώματα, τέτοια πράγματα.

Και ύστερα έφτασε στους δρόμους με τα σφαγεία, όπου οι οσμές ήταν ακόμα πιο έντονες κι ακόμα πιο δυσάρεστες. Στο πλάι των στενών δρόμων κυλούσαν ρυάκια αίματος, και εντόσθια σκοτωμένων ζώων ήταν πεταμένα. Ο Άλφεντουρ καταπολέμησε μια ακούσια ναυτία.

«Ακόμα πίσω μας είναι;»

«Ναι,» είπε ο Θάλβακιρ.

«Δύο;»

«Δύο.»

Ελπίζω ο Κασλάριν νάναι έτοιμος γι’αυτό. Εδώ ήταν το μέρος όπου θα συναντιόνταν.

Ο Άλφεντουρ έστριψε στην τελευταία στροφή: αυτή δίπλα σε μια πολυκατοικία που έγερνε επικίνδυνα και που μία από τις ανοιχτές πόρτες του ισογείου της ανήκε σε χασάπικο που πουλούσε χοίρους.

Ο Άλφεντουρ μπήκε σ’ένα στενορύμι πίσω από την πολυκατοικία (αν είχε μπροστινή και πίσω μεριά – που αμφίβολο ήταν ποια ήταν ποια) και αντίκρισε μια μορφή παρόμοια με τη δική του να τον περιμένει. Κάποιον με κάπα και κουκούλα. Σχεδόν με αντανάκλασή του έμοιαζε.

«Κασλάριν;»

«Εγώ είμαι,» είπε ο Αιρετός καθώς πλησίαζαν ο ένας τον άλλο. «Έλα μαζί μου.»

«Με παρακολουθούν. Δύο. Απ’το ξενοδοχείο ώς εδώ.»

«Το περίμενα. Έλα μαζί μου.» Ο Κασλάριν άνοιξε μια ξύλινη πόρτα κι άρχισε ν’ανεβαίνει τη σκάλα που ήταν κρυμμένη πίσω της.

Ο Άλφεντουρ τον ακολούθησε, κι ο Θάλβακιρ ακολούθησε αυτόν.

Βρέθηκαν σ’ένα στενόμακρο μπαλκόνι, το διέσχισαν, έστριψαν σ’ένα σημείο, ανέβηκαν σε μια πέτρινη γέφυρα, έφτασαν στην οροφή ενός μονώροφου οικήματος, κατέβηκαν μια σιδερένια σκάλα καταλήγοντας σ’ένα σοκάκι κατά κύριο λόγο σκεπασμένο από μπαλκόνια και καμάρες, γλίστρησαν μέσα σ’ένα άλλο σοκάκι που έμοιαζε με χαραμάδα ανάμεσα σε δύο χτίρια, βγήκαν σε μια πλατεία που τέτοιο όνομα θα μπορούσε να έχει μόνο στον Λαβύρινθο και πουθενά αλλού τόσο μικρή που ήταν, και μπήκαν σε μια σκιερή ταβέρνα χωρίς όνομα όπου, εκτός από εκείνους, άλλοι εφτά πελάτες ήταν εδώ, και κανένας τους, έκρινε ο Άλφεντουρ, δεν έμοιαζε με άνθρωπο που θα ήθελες να βάλεις στο σπίτι σου μετά τη δύση του ήλιου.

«Μας ακολουθούν ακόμα;» ρώτησε ο Κασλάριν.

«Μας έχουν χάσει προ πολλού, νομίζω,» είπε ο Θάλβακιρ. «Αλλά θα κοιτάξω.» Και καθώς ο Κασλάριν κι ο Άλφεντουρ κάθονταν σ’ένα τραπεζάκι, πήγε ξανά στην είσοδο της ταβέρνας για να ρίξει μια ματιά έξω. Σύντομα επέστρεψε κοντά τους και είπε: «Μας έχουν χάσει· δεν υπάρχει αμφιβολία.»

Η ταβέρνα μύριζε οινοπνεύματα και δεν ήταν και τόσο καθαρή. Στους τοίχους της υπήρχαν δυο παλιές φωτογραφίες: η μία απεικόνιζε έναν γιγαντόλυκο πλάι σ’ένα αγόρι· η άλλη απεικόνιζε μια βάρκα μ’έναν νεαρό μέσα. Από το μεγάλο ραδιόφωνο τοπικά τραγούδια της Φάνρηβ ακούγονταν: Η Μουρμούρα του Ποταμού, Η Αγκαλιά της Νύχτας, Ο Ερωτευμένος Φύλακας…

Αφού ο ταβερνιάρης – ένας κουτσός μαυρόδερμος άντρας – τους έφερε κούπες με κρασί, ο Άλφεντουρ έβγαλε τα ασημόχρωμα γυαλιά του και, καθώς έβλεπε τα πάντα να γίνονται λιγότερο έντονα μπροστά του, ρώτησε τον Κασλάριν: «Γιατί ήθελες να συναντηθούμε εδώ;»

«Τι ερώτηση είναι αυτή; Σε παρακολουθούσαν, δεν σε παρακολουθούσαν;» Ο Αιρετός άναψε τσιγάρο, ενώ και ο Θάλβακιρ έστριβε ένα τσιγάρο για τον εαυτό του χωρίς τα μάτια του να το κοιτάζουν καθόλου· διαρκώς κοίταζαν προς άλλες μεριές, πάντοτε ετοιμοπόλεμος.

«Με παρακολουθούσαν και την προηγούμενη φορά, που πήγαμε στο σπίτι σου,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ. «Μη μου πεις ότι δεν το περίμενες.»

«Το περίμενα, φυσικά. Αλλά μία φορά είναι λογικό να με συναντήσεις, αφού όλοι ξέρουν πως είμαστε φίλοι. Περισσότερες, όμως, ίσως να φανεί ύποπτο σε πολλούς. Επιπλέον, ύστερα από εκείνη την επίσκεψή σου, και η γυναίκα μου και ο γιος μου είδαν περίεργους τύπους να περνάνε έξω απ’το σπίτι μας και τους άκουσαν να βγάζουν το σφύριγμα του Βορέσας.»

Βορέσας ο Θανατοδότης: ο θεός των φονιάδων και της δολοφονίας. Η λατρεία του ήταν παράνομη στη Φάνρηβ, όπως και στα περισσότερα πολιτισμένα μέρη της Μοργκιάνης. Αλλά πολλοί χρησιμοποιούσαν το παράξενο σφύριγμά του, κυρίως για να τρομοκρατήσουν.

«Για να σας φοβίσουν έγινε, προφανώς,» είπε ο Άλφεντουρ.

«Ναι, αλλά, και πάλι, καλύτερα να μη σε ξαναδούν στο σπίτι μου. Δε θέλω να γίνει τίποτα δυσάρεστο. Χτες το απόγευμα, ενώ ο γιος μου ερχόταν προς το σπίτι, μια άγνωστη γυναίκα τον πλησίασε και τον ρώτησε πόσο θα την πλήρωνε για να την πηδήξει. ‘Ο πατέρας σου, ο Αιρετός, είναι πλούσιος, δεν είναι;’ του είπε. Ακόμα μια προσπάθεια για να μας εκφοβίσουν. Αυτή η γυναίκα είχε δέρμα λευκό-ροζ, Άλφεντουρ. Πιθανώς να ήταν πρώην Παντοκρατορική, πράκτορας της Αρχόντισσας, απ’αυτούς που η Αρχόντισσα κρύβει.

»Παρεμπιπτόντως,» είπε φυσώντας καπνό προς το πλάι, «δεν είμαι και τόσο πλούσιος, όπως ξέρεις.»

Ο Άλφεντουρ ένευσε και ήπιε μια γουλιά απ’το κρασί του, το οποίο δεν ήταν και πολύ κακό, δεδομένης της ποιότητας της ταβέρνας.

«Λοιπόν,» είπε ο Κασλάριν. «Υποθέτω πως είχες κάποιους ανθρώπους να συναντήσεις χτες, γι’αυτό δεν μπορούσες να συζητήσουμε, έτσι δεν είναι;»

Ο Άλφεντουρ δεν μίλησε, αλλά δεν το αρνήθηκε κιόλας. Λέγε λίγα, κρύβε πολλά. Ακόμα κι από τον Κασλάριν.

«Συνάντησες την Αρχόντισσα;» επέμεινε ο Αιρετός.

«Τι σημασία έχει; Το ξέρεις ότι συναντώ τους πάντες όταν έρχομαι στη Φάνρηβ, Κασλάριν. Δεν αρνούμαι να συναντήσω κανέναν.»

«Αν έχεις συναντήσει κάποιους, τότε θα έχεις αρχίσει σίγουρα να καταλαβαίνεις γιατί θεωρώ πως πρέπει οπωσδήποτε να γίνει συμβιβασμός ανάμεσα στις δύο μεγάλες δυνάμεις που διεκδικούν την πόλη…»

Ο Άλφεντουρ είπε: «Ξέρεις τι έχω καταλάβει; Ότι ο συμβιβασμός μοιάζει αδύνατος.»

«Ακριβώς γι’αυτό σε χρειάζομαι!» τόνισε ο Κασλάριν, σφίγγοντας τη γροθιά του πάνω στο τραπέζι. «Μόνο με πιέσεις από τη Νάζρηβ μπορεί να επιτευχθεί συμβιβασμός.»

«Κι άλλοι έχουν παρόμοιες προτάσεις για τη Νάζρηβ.»

«Τι εννοείς; Τι σου είπαν, Άλφεντουρ;»

«Τι υποθέτεις ότι μου είπαν;»

«Μη μου κρύβεις πράγματα, για όνομα του Νούρκας! Θέλεις να σώσουμε τη Φάνρηβ από την καταστροφή, ή δεν θέλεις;»

«Δεν ξέρω αν μπορώ να κάνω τίποτα.»

«Αυτή είναι η τελευταία σου κουβέντα; Δε θα με βοηθήσεις;»

«Δεν είπα ακόμα καμία τελευταία κουβέντα,» τον διαβεβαίωσε ο Άλφεντουρ. «Αλλά…» Κόμπιασε προς στιγμή. «Κοίτα. Όλοι θα ήθελαν τη Νάζρηβ με το μέρος τους. Η Αρχόντισσα θα ήθελε να αποκλείσουμε εμπορικά τους εχθρούς της, και οι εχθροί της θα ήθελαν να αποκλείσουμε εμπορικά τη Χάρνωθ. Τι νομίζεις ότι θα γίνει αν ξαφνικά δηλώσω – όπως προτείνεις εσύ – ότι θα τους αποκλείσουμε όλους; Ή ότι θα αποκλείσουμε εκείνον που δεν θα δεχτεί να συνεργαστεί; Πολύ πιθανόν να τους στρέψουμε άπαντες εναντίον μας.»

«Κυρίως,» είπε ο Κασλάριν, «την Αρχόντισσα πρέπει να πιέσεις, επειδή εκείνη είναι που τώρα έχει τον πλήρη έλεγχο της πόλης. Το ξέρεις ότι όλες οι αποφάσεις των Αιρετών πρέπει να περνάνε πρώτα απ’αυτήν; Σύμφωνα με τον Νόμο της Χάρνωθ, δεν μπορεί να σταθεί απόφαση σ’ένα προτεκτοράτο του Βασιλείου χωρίς την έγκριση του Βασιλικού Αντιπροσώπου. Αυτό σημαίνει πως, ακόμα κι αν οι Αιρετοί αποφασίσουν ότι θέλουν την επιστροφή του Φύλακα, δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Την Αρχόντισσα πρέπει να πιέσεις, Άλφεντουρ,» επανέλαβε ο Κασλάριν, εμφατικά.

Και ο Άλφεντουρ θυμήθηκε τα λόγια της Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ, ότι, αν επέτρεπε στον Φύλακα να έρθει στην πόλη και να μοιραστεί την εξουσία μαζί της, αυτό ο Φύλακας και οι υποστηρικτές του θα το έβλεπαν ως νίκη και θα συνέχιζαν να δρουν εναντίον του Βασιλείου της Χάρνωθ προσπαθώντας να το διώξουν τελείως από τη Φάνρηβ.

«Αν απειλήσεις την Αρχόντισσα στο Γενικό Συνέδριο αύριο, μπροστά σε όλους τους Αιρετούς, αυτό θα ασκήσει τρομερή πίεση επάνω της–»

«Το ξέρεις ότι δεν απειλώ κανέναν, Κασλάριν, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που αφορούν την ασφάλεια της Νάζρηβ και των συμφερόντων της.»

«Το συμφέρον της Νάζρηβ τώρα είναι να μην γίνει πόλεμος στη Φάνρηβ! Αν δεν κάνουμε κάτι, ο Φύλακας θα επιτεθεί με τον στρατό του, υποστηριζόμενος από την Κοινοπολιτεία, και ο πόλεμος θα είναι άγριος. Το εμπόριο θα κατρακυλήσει· γι’αυτό να είσαι βέβαιος. Το πέρασμα προς τη θάλασσα θα διακοπεί, κι ακόμα και στον ποταμό Τίγρη τα πλοία θα κινούνται με κίνδυνο.»

Ο Άλφεντουρ δεν αμφέβαλλε γι’αυτά που έλεγε ο Κασλάριν. Όντως, κάπως έτσι έμοιαζε ότι θα εξελίσσονταν τα πράγματα.

«Πρέπει, πρώτα, να απειλήσεις την Αρχόντισσα,» είπε ο Αιρετός – «με τρόπο διακριτικό, ασφαλώς–»

Το γέλιο του Άλφεντουρ τον διέκοψε. «Με τρόπο διακριτικό; Η απειλή είναι απειλή.»

«Χρειάζεται, όμως. Και μετά πρέπει να απειλήσεις και τους υποστηρικτές του Φύλακα: να τους πεις πως, αν δεν τηρήσουν τη συμφωνία να μοιραστούν την πόλη με την Αρχόντισσα, η Νάζρηβ θα τους αποκλείσει εμπορικά.»

«Επικίνδυνο παιχνίδι.»

«Άλφεντουρ, θα με βοηθήσεις ή όχι; Τι άλλο χρειάζεται να σου πω για να σε πείσω ότι τα πάντα εδώ θα γίνουν κομμάτια αν συνεχιστεί η κατάσταση όπως δείχνει ότι θα συνεχιστεί; Όσο συζητούσαμε στο σπίτι μου, σου μίλησα για τις βιαιοπραγίες, για τους εκφοβισμούς, για τους προβοκάτορες, για τις δολοφονίες, για–»

«Ναι, τα ξέρω αυτά.»

Ο Κασλάριν έμεινε σιωπηλός, σβήνοντας το τελειωμένο τσιγάρο του το οποίο έμοιαζε ώς τώρα να έχει ξεχάσει ότι είχε στο χέρι.

«Θα έρθω στο Γενικό Συνέδριο,» είπε ο Άλφεντουρ, «και… θα δω πώς είναι το κλίμα, και θα δράσω ανάλογα.»

«Δηλαδή, δεν μου υπόσχεσαι τίποτα.»

«Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ. Είναι η θέση μου τέτοια – πρέπει να το καταλάβεις. Ωστόσο, θα έχω την πρότασή σου υπόψη μου. Κι αν θες την προσωπική μου γνώμη, πιστεύω πως έχεις δίκιο.»

«Αυτό δεν με κάνει να αισθάνομαι και τόσο καλύτερα, Άλφεντουρ.»

«Θα έπρεπε, όμως,» του είπε ο Διπλωματικός Αντιπρόσωπος της Νάζρηβ.

*

Όταν ο Κασλάριν τούς οδήγησε, μέσα από τον Λαβύρινθο, στο Νότιο Λιμάνι, πλησίαζε πια μεσημέρι. Πλήρωσαν έναν βαρκάρη που είχε μηχανοκίνητη βάρκα κι έκανε μεταφορές ανθρώπων και μικρών φορτίων, και ανέβηκαν στο σκάφος του. Μπήκαν στον ποταμό Τίγρη, πέρασαν κάτω από τη Γέφυρα του Ιχθύος, και σταμάτησαν για λίγο στον Μεσοπόταμο ώστε να κατεβεί ο Κασλάριν. Ο Άλφεντουρ υπέθετε ότι η Χαρκάνιθ (που δεν ήταν μαζί του στον Λαβύρινθο) ίσως να τον περίμενε κάπου εδώ για να τον συνοδέψει ώς το σπίτι του.

Η μηχανοκίνητη βάρκα συνέχισε πάνω στον ποταμό σηκώνοντας αφρούς πίσω της και περνώντας δίπλα από άλλα πλεούμενα, αραγμένα και μη. Ύστερα από τη Γέφυρα του Τίγρη, πλησίασε μια αποβάθρα στο Σκοτεινό Παζάρι και ο Άλφεντουρ κι ο Θάλβακιρ κατέβηκαν.

Βαδίζοντας, επέστρεψαν στο Καταφύγιο και στη σουίτα τους.

«Είχαμε τίποτα εξελίξεις;» ρώτησε ο Άλφεντουρ τις δίδυμες που κάθονταν στο καθιστικό, η Αζουρίτα κοιτάζοντας ένα περιοδικό μόδας, η Ζέρκιλιθ διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα.

Κι οι δύο έδωσαν αμέσως όλη τους την προσοχή στον διπλωμάτη. «Ένας κύριος σάς κάλεσε, κύριε Άλφεντουρ,» είπε η Αζουρίτα, «μέσω του επικοινωνιακού διαύλου του ξενοδοχείου.»

«Ποιος;»

«Δεν είπε το όνομά του. Αρνήθηκε να μου το δώσει ακόμα κι όταν το ζήτησα· αποκρίθηκε πως ίσως να σας καλούσε αργότερα.»

«Πόση ώρα έγινε αυτό αφότου έφυγα;»

«Πρέπει να είχαν περάσει δυο ώρες,» αποκρίθηκε η Αζουρίτα.

Ο Άλφεντουρ κοίταξε τον Θάλβακιρ, ο οποίος είπε: «Περίπου όταν μας έχασαν στον Λαβύρινθο.»

Ο Άλφεντουρ ένευσε. Κι εκείνος το ίδιο είχε σκεφτεί. Ρώτησε την Αζουρίτα: «Ο τηλεπικοινωνιακός κώδικάς του καταγράφηκε;»

Η Αζουρίτα κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Κρυμμένος.»

«Κατάσκοπος της Αρχόντισσας, κατά πάσα πιθανότητα,» είπε ο Άλφεντουρ. «Ήθελαν να δουν αν είχα επιστρέψει.

»Έχετε παραγγείλει φαγητό;» ρώτησε τις δίδυμες.

«Όχι ακόμα, κύριε Άλφεντουρ,» απάντησε η Ζέρκιλιθ.

«Να παραγγείλετε. Πεινάμε.»

«Μάθαμε και κάτι ακόμα που ίσως να σας ενδιαφέρει, κύριε Άλφεντουρ,» είπε η Αζουρίτα.

«Όχι τίποτα που δεν θα το μαθαίνατε και μόνος σας, ούτως ή άλλως, αν δεν πηγαίνατε στη συνάντηση που πήγατε,» διευκρίνισε η Ζέρκιλιθ.

«Η Αρχόντισσα Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ,» είπε η Αζουρίτα, «θα βγάλει λόγο το απόγευμα στη Μεγάλη Αγορά.»

«Και μάλλον θα συγκεντρωθεί πολύς κόσμος,» πρόσθεσε η Ζέρκιλιθ.

«Και όχι μόνο ακίνδυνος κόσμος,» υπέθεσε ο Θάλβακιρ, και οι δίδυμες έστρεψαν τα βλέμματά τους επάνω του, υπομειδιώντας προκλητικά, έχοντας πιθανώς την ίδια άποψη μ’εκείνον.

6
Μπροστά από το Νότιο Πάνθεο· η Αρχόντισσα Μιλά· Διαφωνίες· Κυνηγοί

Στο κέντρο της συνοικίας που ονομαζόταν Μεγάλη Αγορά βρισκόταν η Πλατεία Νότιου Πάνθεου, και στο κέντρο της πλατείας αυτής βρισκόταν το Νότιο Πάνθεο της Φάνρηβ, ένας ναός αφιερωμένος σε όλους τους θεούς της Μοργκιάνης. Ήταν οικοδομημένος από γαλανόλιθο, και για είσοδο είχε μια ψηλή, δίφυλλη πόρτα από βαρύ ξύλο, τριγωνική στην κορυφή. Πάνω από το τρίγωνο, στον τοίχο, ήταν προσαρτημένος ένας μεγάλος φωτόλιθος ο οποίος την ημέρα φορτιζόταν από το φως του ασθενικού ήλιου της Μοργκιάνης και το εξέπεμπε όλη τη νύχτα· μόνο όταν πλησίαζε πια η αυγή το φως του είχε εξασθενίσει. Γύρω από τον φωτόλιθο και την τριγωνική κορυφή της εισόδου του Πάνθεου ήταν μια εκτενής τοιχογραφία η οποία απεικόνιζε τον Νούρκας τον Μαχητή να αντιμετωπίζει το Παντοβόρο Σκότος (κοινώς γνωστό ως Πεινασμένο Σκοτάδι στους περισσότερους Μοργκιανούς) κρατώντας το πέρα από την πραγματικότητα της Μοργκιάνης, απομακρύνοντάς το από τον ήλιο.

Τώρα ήταν απόγευμα, και οι μαχητές της Χάρνωθ είχαν ετοιμάσει μπροστά από το Πάνθεο μια εξέδρα για την ομιλία που θα έβγαζε η Βασιλική Αντιπρόσωπος, Αρχόντισσα Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ. Σημαίες του Βασιλείου κυμάτιζαν στον αέρα που, διασχίζοντας τους δρόμους της πόλης, ερχόταν από τον ποταμό Τίγρη. Κόσμος είχε ήδη συγκεντρωθεί στην Πλατεία Νότιου Πάνθεου, και μικροπωλητές τριγύριζαν ανάμεσά του πουλώντας διάφορα μπιχλιμπίδια ή φαγητά και ποτά. Αρκετοί άνθρωποι ήταν ανεβασμένοι σε οροφές ή κάθονταν σε μπαλκόνια, περιμένοντας ν’ακούσουν την ομιλία.

Ο Άλφεντουρ είχε έρθει μαζί με τον Θάλβακιρ και τις δίδυμες. Δεν είχαν κάνει καμια ιδιαίτερη προσπάθεια για να κρυφτούν – είχαν φύγει από το ξενοδοχείο κανονικά, με το νοικιασμένο όχημά τους – αλλά ούτε είχαν προσπαθήσει να ανακοινώσουν την παρουσία τους. Ήθελαν να μοιάζουν με τέσσερις ανώνυμους ταξιδιώτες. Είχαν αφήσει το τετράκυκλο όχημα έξω από την πλατεία και είχαν μπει σε ένα ποτοπωλείο που ήταν μεγάλο και ονομαζόταν Ποτά των Θεών! (με θαυμαστικό, φυσικά, στην πινακίδα). Είχαν έρθει αρκετά νωρίς ώστε να μπορέσουν να πιάσουν τραπεζάκι στο μπαλκόνι του ορόφου του ποτοπωλείου προτού όλα τα τραπεζάκια εκεί γεμίσουν και ο χώρος πλημμυρίσει από συζητήσεις, καπνό από τσιγάρα και πίπες, και τους ήχους που κάνουν τα ποτήρια καθώς ακουμπάνε πάνω στα τραπέζια ή μέσα σε πιατάκια.

Ο Άλφεντουρ ήταν βέβαιος ότι ο Θάλβακιρ εξακολουθούσε να μην το θεωρεί καλή ιδέα που βρίσκονταν εδώ· ωστόσο ο σωματοφύλακας δεν είχε φέρει καμία αντίρρηση, πάντοτε πιστός στον διπλωμάτη. Η Ζέρκιλιθ και η Αζουρίτα ήταν ντυμένες τόσο όμοια που ακόμα κι ο Άλφεντουρ δυσκολευόταν να τις ξεχωρίσει: μπλε φορέματα, μικρά μαύρα καπέλα μ’ένα πράσινο φτερό επάνω, κοντά άσπρα γάντια· και είχαν τα κατάλευκα μαλλιά τους φτιαγμένα σε σταυρωτή κόμη.

Η Αρχόντισσα της Φάνρηβ δεν άργησε να έρθει μέσα σ’ένα ψηλό, τετράκυκλο, μαύρο θωρακισμένο όχημα. Οι τροχοί του ήταν μεγάλοι και ατρακτοειδείς. Μια πόρτα του άνοιξε και δύο φρουροί βγήκαν, ακολουθούμενοι από την Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ και την Αρωγό της, Ηλέκτρα αλ Σίριλναθ. Κι οι δυο τους ήταν καλοντυμένες, σύμφωνα με τη μόδα του Βασιλείου της Χάρνωθ, και γεμάτες αστραφτερά κοσμήματα. Ο Άλφεντουρ έβλεπε τις μορφές τους πολύ έντονες πίσω από τα ασημόχρωμα γυαλιά του που τόνιζαν τα περιγράμματα όλων των πραγμάτων.

Ένα μέρος του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί στην πλατεία ζητωκραύγασε καθώς η Αρχόντισσα πλησίαζε την εξέδρα ανάμεσα στις ψηλές σημαίες του Βασιλείου· κι όταν η Κέσριμιθ είχε ανεβεί τα σκαλοπάτια και στεκόταν επάνω σήκωσε το γαντοφορεμένο χέρι της και χαιρέτησε τον κόσμο με τον Χαρνώθιο χαιρετισμό της δύναμης: υψωμένη γροθιά με μόνο τα δύο μεσαία δάχτυλα τεντωμένα, κολλητά το ένα με το άλλο.

Ύστερα, η Κέσριμιθ έπιασε το μικρόφωνο που ήταν τοποθετημένο μπροστά της και μίλησε, με τη φωνή της να μεταφέρεται έντονα αλλά ομοιόμορφα σ’όλη την πλατεία και τους δρόμους γύρω της, από τα προσεχτικά στημένα ηχεία.

«Λαέ της Φάνρηβ, σε χαιρετίζω με την εύνοια του Χάρλαεθ Βοκ και όλων των θεών του Πάνθεου της ξανά ελεύθερης Μοργκιάνης!»

Οι ζητωκραυγές δυνάμωσαν προτού σταδιακά παύσουν, για να συνεχίσει η Αρχόντισσα τον λόγο της. Ο Άλφεντουρ ήταν βέβαιος πως πολλές από αυτές τις θορυβώδεις επευφημίες ξεκινούσαν από ανθρώπους βαλτούς από την Αρχόντισσα· αλλά όχι μόνο, φυσικά.

Η Κέσριμιθ είπε: «Λαέ της Φάνρηβ, ένας εχθρός βρίσκεται προ των πυλών μας, και έχει συμμάχους μέσα στην ίδια την πόλη μας οι οποίοι εξαπλώνουν ψέματα για τους προστάτες της. Ισχυρίζονται ότι το Βασίλειο της Χάρνωθ επιθυμεί την εκμετάλλευση της Φάνρηβ και αδιαφορεί για τον λαό της. Ισχυρίζονται ότι είμαστε δυνάστες παρόμοιοι με τους Παντοκρατορικούς.

»Τίποτα απ’αυτά δεν αληθεύει! Ύστερα από την ήττα των Παντοκρατορικών σ’ολάκερη τη Μοργκιάνη, μοναδική μου μέριμνα ήταν, και είναι, η καλυτέρευση της ζωής στη Φάνρηβ. Της δικής σας ζωής! Οι φόροι, όπως θα έχετε δει, έχουν μειωθεί αξιοσημείωτα σε σχέση με την Παντοκρατορική Κατοχή. Και μπορούν τώρα οι ίδιες οι συντεχνίες να εκλέγουν τους Αιρετούς τους, όπως παλιά. Το Βασίλειο και εγώ βρισκόμαστε εδώ μόνο ως προστάτες και καθοδηγητές της πόλης. Είμαστε τα στηρίγματα μιας Φάνρηβ έτοιμης να καταρρεύσει ύστερα από τον μεγάλο πόλεμο και την ήττα της Συμπαντικής Παντοκρατορίας. Είμαστε η μοναδική δύναμη που αυτή η πόλη χρειάζεται!

»Αλλά έχουμε δόλιους και σκοτεινούς εχθρούς. Ανθρώπους που, για προσωπικά τους συμφέροντα, έχουν συμμαχήσει με δυνάμεις ενάντιες του Βασιλείου, ενάντιες της Φάνρηβ και του λαού της. Και το λέω αυτό γιατί, παρότι οι συγκεκριμένες δυνάμεις ισχυρίζονται πως θέλουν να βοηθήσουν, στην πραγματικότητα μόνο καταστροφή μπορούν να φέρουν στην πόλη!

»Ο Οίκος των Φυλάκων, τόσα χρόνια εξόριστος, ξένος πλέον για εσάς, αποζητά να επιστρέψει. Δεν γνωρίζει ποια είναι τα προβλήματα της Φάνρηβ! Δεν ήταν ποτέ εδώ! Ενώ εγώ ήμουν! Το Βασίλειο της Χάρνωθ ήταν και είναι εδώ, στο πλευρό σας!»

Ζητωκραυγές ακούστηκαν ξανά.

«Ο Φύλακας, που θέλει να επιτεθεί και να καταλάβει την πόλη σας, έχει μόνο εγωιστικούς σκοπούς στο μυαλό του,» συνέχισε η Κέσριμιθ. «Και έχει για συμμάχους του μισθοφόρους από την Κοινοπολιτεία των Τεσσάρων Δασών και ανθρώπους της Κοινοπολιτείας που επιθυμούν να επωφεληθούν από την πόλη σας, να πιουν από το πολύτιμο αίμα της, αδιαφορώντας για τις πολιτικές αναταραχές και τις καταστροφές που θα προκαλέσουν με τον ερχομό τους. Αυτοί μέσα στη Φάνρηβ που ένθερμα και παράλογα τούς υποστηρίζουν είναι καιροσκόποι–»

«Ψέματα!» αντήχησε μια δυνατή κραυγή από το πλήθος. Κι άλλες την ακολούθησαν: Ψέματα! Ψέματα! ΨΕΜΑΤΑ!

Κάποιος φώναξε: «Ο Φύλακας είναι ο σωτήρας μας! Είναι ο Νούρκας που θα διώξει το Πεινασμένο Σκοτάδι της Χάρνωθ!»

Κάποια φώναξε: «Φύγε, πόρνη του Βασιλείου! Φύγε από την πόλη μας! Πόρνη του Βασιλείου! Πόρνη του Βασιλείου!»

Οι μαχητές της Χάρνωθ είχαν αμέσως σπεύσει προς τη μεριά απ’όπου έρχονταν οι κραυγές, και σαματάς τώρα ξεκινούσε καθώς χρησιμοποιούσαν τις οπλολόγχες τους ενάντια σ’ανθρώπους που τους έσπρωχναν και ύψωναν ραβδιά και σπαθιά για να τους χτυπήσουν.

Δε μ’αρέσει αυτό, σκέφτηκε ο Άλφεντουρ, κι αναρωτήθηκε ως τι θα κατηγορούνταν όσοι είχαν διαμαρτυρηθεί. Ως αυτονομιστές, ξανά; Ή ως υποστηρικτές του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας – μια απόδειξη ότι εκείνοι που υποστήριζαν τον Φύλακα και την Κοινοπολιτεία ήταν ταραχοποιά στοιχεία;

Φωνές ακούστηκαν ξαφνικά από την οροφή του ποτοπωλείου, κι ένας πυροβολισμός αντήχησε έντονος. Πυροβολισμός μεγάλου όπλου· σίγουρα όχι πιστολιού.

Την ίδια στιγμή, ο Άλφεντουρ είδε την Ηλέκτρα να τραβά την Κέσριμιθ κάτω, ρίχνοντάς την πίσω από το χαμηλό τείχος της εξέδρας. Το κοντάρι μιας σημαίας έσπασε, και η σημαία έπεσε ανάμεσα στους μαχητές της Χάρνωθ.

Ο Άλφεντουρ έστρεψε το βλέμμα του τώρα προς την οροφή του ποτοπωλείου, πάνω απ’το μπαλκόνι όπου εκείνος και πολλοί άλλοι κάθονταν. Δύο άντρες έπεσαν απρόσμενα από την άκρη της στέγης, παλεύοντας, καταλήγοντας πάνω σ’ένα τραπεζάκι όχι και τόσο μακριά απ’το τραπέζι του Άλφεντουρ, σκορπίζοντας ποτά και πρόχειρα φαγητά, κάνοντάς τους ανθρώπους που κάθονταν εκεί να πεταχτούν όρθιοι, κραυγάζοντας, προσπαθώντας ν’απομακρυνθούν. Οι δύο άντρες που πάλευαν, κρατώντας ξιφίδια, ήταν ένας μαχητής της Χάρνωθ και κάποιος με κουκούλα που σκέπαζε ολόκληρο το κεφάλι έχοντας άνοιγμα μόνο για τα μάτια. Στην οροφή, κι άλλοι φαίνονταν να μάχονται: Οι πολεμιστές της Χάρνωθ χρησιμοποιούσαν κυρίως τη λεπίδα και το κοντάρι της οπλολόγχης τους, ενώ οι αντίπαλοί τους χειρίζονταν σπαθιά και ξιφίδια και πιστόλια. Ο Άλφεντουρ είδε ένα τουφέκι με στόχαστρο πεσμένο στην άκρη της στέγης – το τουφέκι, μάλλον, που είχε πυροβολήσει για να σκοτώσει την Αρχόντισσα.

Ο κόσμος στο μπαλκόνι των Ποτών των Θεών σηκωνόταν φωνάζοντας, ουρλιάζοντας, προσπαθώντας να φύγει. Το πτώμα μιας μαχήτριας της Χάρνωθ έπεσε ανάμεσά τους, σκορπίζοντας αίμα μέσα από την κομμένη πανοπλία του. Κι ακόμα ένα πτώμα το ακολούθησε – μαχητής της Χάρνωθ, ξανά.

Ο Θάλβακιρ ήταν ήδη όρθιος, με το πιστόλι του στο ένα χέρι και το ξιφίδιό του στο άλλο. Οι δίδυμες είχαν επίσης σηκωθεί από τις καρέκλες τους, καθώς τώρα σηκωνόταν κι ο Άλφεντουρ τραβώντας το δηλητηριασμένο ξιφίδιο από τη ζώνη του.

Ένας άντρας πήδησε πάνω στο τραπέζι τους, γονατισμένος στο ένα γόνατο. Δεν ήταν μαχητής της Χάρνωθ· φορούσε κουκούλα που σκέπαζε ολόκληρο το κεφάλι έχοντας άνοιγμα μόνο για τα μάτια. Αλλά ο Άλφεντουρ νόμιζε πως αναγνώριζε αυτά τα μάτια· ήταν σίγουρος πως κάπου τα είχε ξαναδεί!

Κι άλλοι κουκουλοφόροι πηδούσαν απ’την οροφή, επάνω στο μπαλκόνι του ποτοπωλείου, ενώ κραυγές τούς ακολουθούσαν, κραυγές μαχητών της Χάρνωθ, οι οποίοι τους ζητούσαν να σταματήσουν εν ονόματι της Αρχόντισσας και του Βασιλείου, και τώρα άρχιζαν να πυροβολούν με τα τουφέκια που αποτελούσαν μέρος των οπλολογχών τους – αδιαφορώντας για τόσο αθώο κόσμο που βρισκόταν εδώ! παρατήρησε ξαφνιασμένος ο Άλφεντουρ. Αν και οι ριπές ήταν σποραδικές και προσεχτικές, εξακολουθούσαν νάναι σφαίρες που μπορούσαν να σκοτώσουν και να μισερώσουν.

«Φύγε από δω, διπλωμάτη – γρήγορα!» είπε ο κουκουλοφόρος στον Άλφεντουρ ενώ πηδούσε από το τραπέζι του κι έτρεχε προς το εσωτερικό του ποτοπωλείου, σπρώχνοντας κόσμο. Μια ριπή χτύπησε το κέντρο του τραπεζιού, κανένα δευτερόλεπτο αφότου ο κουκουλοφόρος είχε φύγει από εκείνη τη θέση.

«Εε!» φώναξε η Αζουρίτα (ή μήπως ήταν η Ζέρκιλιθ;) στους μαχητές της Χάρνωθ στην οροφή. «Τι στο Σκοτάδι κάνετε! Θέλετε να μας σκοτώσετε;»

Και οι μαχητές του Βασιλείου πηδούσαν τώρα από την οροφή, προσπαθώντας ν’ακολουθήσουν τους κουκουλοφόρους που έφευγαν μπαίνοντας στο εσωτερικό του ποτοπωλείου. Συγχρόνως τους φώναζαν: Είστε περικυκλωμένοι! Περικυκλωμένοι! ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΤΕ!

«Τον ήξερες;» ρώτησε ο Θάλβακιρ τον Άλφεντουρ.

«Αυτός, πάντως, με ήξερε,» μουρμούρισε ο διπλωμάτης. Λέγε λίγα, κρύβε πολλά. Νόμιζε πως από τη φωνή του τον είχε, τελικά, αναγνωρίσει…

*

Μια δυνατή έκρηξη τράνταξε την Πλατεία Νότιου Πάνθεου.

Μερικά τζάμια ακούστηκαν να σπάνε.

Κόσμος κραύγαζε, φώναζε, ούρλιαζε.

Ο Άλφεντουρ στράφηκε και είδε πως αντίκρυ του, απέναντι από τα Ποτά των Θεών, στη βορειοανατολική μεριά της πλατείας, φωτιές είχαν ανάψει και διάφορα πράγματα είχαν διαλυθεί. Άνθρωποι ήταν πεσμένοι κάτω, ακίνητοι, πτώματα πιθανώς. Κάποιοι έτρεχαν – μαχητές της Χάρνωθ – και πυροβολούσαν με οπλολόγχες, ενώ κάποιοι άλλοι ανταπέδιδαν τα πυρά και πετούσαν χειροβομβίδες αδιακρίτως, από δω κι από κει.

Τι στο Πεινασμένο Σκοτάδι γινόταν; Ποιοι ήταν αυτοί; Ήταν της ίδιας παράταξης μ’εκείνους που είχαν επιτεθεί από την οροφή του ποτοπωλείου;

«Όποιος κι αν ήταν είχε δίκιο σ’ένα πράγμα,» είπε ο Θάλβακιρ: «καλύτερα να φύγουμε. Γρήγορα.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Άλφεντουρ, ενώ έβλεπε και την Αρχόντισσα να φεύγει, μπαίνοντας στο ψηλό, θωρακισμένο όχημά της, περιτριγυρισμένη από φρουρούς.

Μαζί με τον Θάλβακιρ και τις δίδυμες, ο Διπλωματικός Αντιπρόσωπος της Νάζρηβ μπήκε στο εσωτερικό των Ποτών των Θεών αλλά σύντομα διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να βγει κιόλας. Οι Χαρνώθιοι είχαν κυκλώσει το κατάστημα και δεν άφηναν κανέναν να φύγει. Είχαν κλείσει την είσοδο και στέκονταν κάτω και έξω από τα παράθυρα, με τις οπλολόγχες τους έτοιμες. Είχαν μαζί τους δίκυκλα και γιγαντόλυκους.

«Αφήστε μας να βγούμε!» ούρλιαζε μια γυναίκα, σε κατάσταση υστερίας. «Αφήστε μας ΝΑ ΒΓΟΥΜΕ! Δεν είμαστε κακοποιοί! Αφήστε μας να βγούμε!» Αλλά οι μαχητές του Βασιλείου την απομάκρυναν από την είσοδο στο ισόγειο του ποτοπωλείου, όπου τώρα ο περισσότερος κόσμος ήταν συγκεντρωμένος.

«Κάποιοι εδώ μέσα,» φώναξε ένας μαχητής της Χάρνωθ, «προσπάθησαν να δολοφονήσουν την Αρχόντισσα! Θα τους βρούμε! Μη μας τους κρύβετε! Θα τους βρούμε! Φέρτε τους μπροστά μας, κι αυτή η ιστορία θα τελειώσει πιο γρήγορα!» Ο Άλφεντουρ έβλεπε ότι ο άντρας αυτός είχε επάνω του τα αναγνωριστικά μεράρχη του Χαρνώθιου Στρατεύματος.

Κανένας όμως δεν προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει τον μεράρχη, κι έτσι εκείνος φώναζε τώρα στους μαχητές του: «Βρείτε τους! Πού είναι δυνατόν νάχουν εξαφανιστεί;»

Ο Άλφεντουρ κατάφερε ν’ακούσει μια μαχήτρια να λέει: «Πρέπει νάχουν βγάλει τις κουκούλες τους, κύριε Μεράρχη. Κρύβονται μες στο πλήθος.»

«Υπομονή,» είπε ο Άλφεντουρ στις δίδυμες και στον Θάλβακιρ. «Σύντομα θα τελειώσουν, είτε τους βρουν είτε όχι. Συνεργαστείτε μαζί τους αν σας το ζητήσουν.»

Όταν, όμως, δύο μαχητές της Χάρνωθ πλησίασαν τον διπλωμάτη και τους δικούς του για να τους κοιτάξουν από κοντά και να τους ψάξουν, ο Άλφεντουρ δεν φάνηκε και τόσο συνεργάσιμος. «Δε μ’αναγνωρίζετε;» τους είπε. «Χτες το μεσημέρι έτρωγα μαζί με την Αρχόντισσα της Φάνρηβ, μέσα στο Μέγαρο των Φυλάκων! Είμαι ο Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ, Διπλωματικός Αντιπρόσωπος του Εμπορικού Συνδέσμου της Νάζρηβ, για όνομα του Νούρκας του Μαχητή!» Και έβγαλε τη διπλωματική ταυτότητά του για να το αποδείξει.

Οι Χαρνώθιοι φώναξαν τον μεράρχη, ο οποίος πλησίασε και κοίταξε πρώτα την ταυτότητα κι ύστερα το πρόσωπο του Άλφεντουρ. «Εντάξει, κύριε,» είπε. «Μην ανησυχείτε· κανένας δεν θα σας πειράξει.»

«Μπορούμε να φύγουμε, κύριε Μεράρχη;»

«Δυστυχώς, όχι ακόμα. Μόλις η υπόθεση τελειώσει. Περιμένετε εδώ.» Κι έκανε νόημα σ’ένα μαχητή της Χάρνωθ να μείνει κοντά τους. Ο νεαρός υπάκουσε, στεκόμενος με την οπλολόγχη του στο ένα χέρι, το κάτω άκρο της ακουμπισμένο στο πάτωμα, η λεπίδα και η κάννη της να δείχνουν προς το ταβάνι.

Μετά από λίγο, ένας άλλος μαχητής φώναξε: «Όπλα, κύριε Μεράρχη! Βρήκαμε τα όπλα τους!»

Και ο Άλφεντουρ τούς είδε να φέρνουν μερικά όπλα πίσω από μια γωνία της αίθουσας του ποτοπωλείου όπου πρέπει να ήταν πεταμένα.

«Ποιος τα έριξε εκεί;» άρχισε να φωνάζει ο μεράρχης στους υπαλλήλους του καταστήματος. «Ποιος; Κανέναν δεν είδατε; Μη μου λέτε ψέματα!» Αλλά οι υπάλληλοι δεν έμοιαζαν να μπορούν να τον βοηθήσουν. «Μα τον Χάρλαεθ Βοκ και την οργή της Θορμάνκου, αν μου λέτε ψέματα θα το μετανιώσετε! Η ζωή της ίδιας της Αρχόντισσας κινδύνεψε απόψε απ’αυτούς τους κακοποιούς!»

Η αναζήτηση συνεχίστηκε μέσα στο κατάστημα. Τους πάντες τους έλεγχαν, έναν προς έναν, και επάνω σ’όποιον έβρισκαν όπλα τον συλλάμβαναν. Φωνές διαμαρτυρίας αντηχούσαν: «Είστε τρελοί; Ένα ξιφίδιο έχω επάνω μου! Πώς θα σκότωνα μ’αυτό την Αρχόντισσα;» «Το πιστόλι είναι για την προστασία μου, σας τ’ορκίζομαι, μα τον Νούρκας!» «Τόση ώρα ήμουν εδώ σ’αυτό το τραπέζι – αυτό εκεί! – με είδαν δυο σερβιτόροι, ρωτήστε τους! Με είδαν εμένα και τους άλλους δύο μαζί μου! Δεν ήμουν στην οροφή!» «Προσέξτε καλά, μαντρόσκυλα της Αρχόντισσας! Ξέρετε ποια είμαι εγώ; Ξέρετε ποια είμαι εγώ;»

«Εσύ!» αντήχησε η φωνή του μεράρχη, τραβώντας την προσοχή του Άλφεντουρ. «ΕΣΥ!» Ο μεράρχης άρπαξε από το πέτο έναν άντρα και τον κόλλησε στον τοίχο, απότομα, βίαια. «Εσύ είσαι πίσω απ’αυτό!»

Ο μεράρχης δέχτηκε από τον άντρα μια ξαφνική γροθιά καταπρόσωπο, καταλήγοντας πάνω σ’ένα τραπέζι, ανατρέποντάς το.

Ο άντρας είχε μενεξεδιά μαλλιά και μούσι. Ο Εθέλδιρ, ο πρώην Πρόμαχος της Επανάστασης.

«Θάπρεπε να δείχνεις περισσότερο σεβασμό σ’όσους – σ’αντίθεση μ’εσένα, προδότη – πολέμησαν εναντίον της Παντοκράτειρας για ν’απελευθερώσουν τούτη τη διάσταση!» είπε μεγαλόφωνα, και οι άλλες φωνές έπαψαν μέσα στο ποτοπωλείο, καθώς όλων τα βλέμματα στρέφονταν επάνω του.

Ο μεράρχης σηκώθηκε από το πάτωμα με αίμα να κυλά από τη μύτη του. «Συλλάβετε αυτόν τον άνθρωπο!» κραύγασε, δείχνοντας τον Εθέλδιρ. «Είναι αναρχικό στοιχείο και εχθρός της Αρχόντισσας και του Βασιλείου!»

Μαχητές της Χάρνωθ πλησίασαν τον Εθέλδιρ. Εκείνος άρπαξε την οπλολόγχη ενός και τον έσπρωξε πάνω σ’έναν άλλο. Αλλά μετά η κάτω μεριά μιας οπλολόγχης τον χτύπησε στα πλευρά, και η κάτω μεριά μιας άλλης τον κοπάνησε στο στομάχι. Οι μαχητές της Χάρνωθ συγκεντρώθηκαν γύρω του, αρπάζοντάς τον και δένοντάς του τα χέρια πίσω από την πλάτη.

«Τολμάτε να δένετε έναν ήρωα της Επανάστασης!» γρύλισε ο Εθέλδιρ. «Ο λαός της Φάνρηβ θα σας φάει ζωντανούς!»

«Θα το δούμε αυτό… Πρόμαχε,» αποκρίθηκε ο μεράρχης, και τον γρονθοκόπησε καταπρόσωπο με τη γαντοφορεμένη γροθιά του που ήταν ενισχυμένη με μέταλλα.

«Ελευθερώστε τον! Τώρα!»

Ο μεράρχης κι οι άλλοι στράφηκαν στον άντρα που είχε φωνάξει, και ο Άλφεντουρ είδε πως ήταν ο Ριλάθιρ αλ Θάρναθ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Κυνηγών και Εκπαιδευτών Ζώων.

Κανένας δεν του απάντησε για λίγο· κανένας δεν κινήθηκε.

«Με άκουσες, Μεράρχη, δεν με άκουσες;»

«Δεν παίρνω διαταγές από εσάς, κύριε,» αποκρίθηκε ο στρατιωτικός. «Η παρουσία σας εδώ, όμως, σας καθιστά ύποπτο, γιατί είναι γνωστό πως είστε συνασπισμένος με υποστηρικτές του Φύλακα και άλλα αναρχικά στοιχεία–»

«Οι υποστηρικτές του Φύλακα δεν είναι ‘αναρχικά στοιχεία’, στρατιώτη της Χάρνωθ! Αντιπροσωπεύουν τις επιθυμίες της μεγαλύτερης μερίδας του λαού της Φάνρηβ! Τώρα, ελευθέρωσε τον Εθέλδιρ προτού προκληθεί δυσάρεστο επεισόδιο!»

«Συλλάβετέ τον,» πρόσταξε ο μεράρχης, δείχνοντας τον Ριλάθιρ αλ Θάρναθ.

Οι μαχητές της Χάρνωθ ζύγωσαν τον Αιρετό από κάθε μεριά και, παρά τις διαμαρτυρίες του, του έδεσαν τα χέρια πίσω από την πλάτη.

«Θα το μετανιώσεις αυτό, Μεράρχη! Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να συλλαμβάνεις έναν Αιρετό – έναν άνθρωπο εκλεγμένο από τις συντεχνίες της πόλης!»

«Η παρουσία σας εδώ είναι ύποπτη. Θα σας ελευθερώσουμε μόλις ερευνηθεί το θέμα,» αποκρίθηκε ο μεράρχης, κι έκανε νόημα στους μαχητές του να πάρουν τους δύο συλληφθέντες από το κατάστημα, πράγμα το οποίο εκείνοι έκαναν χωρίς καθυστέρηση.

Η ερεύνα των Ποτών των Θεών συνεχίστηκε για κάποια ώρα ακόμα, ενώ δεν επιτρεπόταν σε κανέναν να φύγει. Μέχρι και μια μάγισσα του τάγματος των Διαλογιστών ήρθε για να κάνει ανιχνευτικά ξόρκια – αν και ο Άλφεντουρ δεν μπορούσε να μαντέψει για τι ακριβώς έψαχνε.

Όταν τελικά ο διπλωμάτης βγήκε από τα Ποτά των Θεών, παρατήρησε ότι φωτιές εξακολουθούσαν να είναι αναμμένες στην πλατεία ενώ άνθρωποι προσπαθούσαν να τις σβήσουν με κουβάδες και με αντλίες. Φωνές αντηχούσαν, αν και η κατάσταση δεν έμοιαζε να είναι επικίνδυνη πια για την ασφάλεια της περιοχής· δεν φαινόταν να υπάρχει περίπτωση να πυρποληθούν κι άλλα οικοδομήματα.

«Πάμε να δούμε αν το όχημά μας είναι ακόμα στη θέση του,» είπε ο Άλφεντουρ στις δίδυμες και στον Θάλβακιρ, και βάδισαν προς τα εκεί.

Κανένας δεν το είχε πειράξει, ευτυχώς· μονάχα μερικές στάχτες ήταν επάνω του, παρασυρμένες από τον άνεμο. Η Αζουρίτα κάθισε στο τιμόνι και ο Θάλβακιρ στη θέση του συνοδηγού. Πίσω κάθισαν η Ζέρκιλιθ και ο Άλφεντουρ.

Και ο σωματοφύλακας ρώτησε τον διπλωμάτη: «Ο άντρας που πήδησε στο τραπέζι μας ήταν ο επαναστάτης ή ο Αιρετός, Άλφεντουρ;»

«Ο Αιρετός.»

Ο Ριλάθιρ αλ Θάρναθ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Κυνηγών και των Εκπαιδευτών, μάλλον δεν επιδιδόταν μόνο στο κυνήγι και στην εκπαίδευση ζώων…

7
Πολιτικοί Αιχμάλωτοι· Γενικό Συνέδριο Μέσα σε Γενική Αναστάτωση· Λόγχες Καταστροφικού Φωτός

Αυτή η μέρα θα ήταν ταραγμένη· ο Άλφεντουρ δεν είχε καμία αμφιβολία.

Και μόνο το γεγονός ότι η Αρχόντισσα είχε, χτες το απόγευμα, συλλάβει τον Εθέλδιρ ωλ Σαρέλκεμ έφτανε. Αλλά δεν είχε συλλάβει μονάχα αυτόν· είχε συλλάβει και τον Αιρετό της Συντεχνίας των Κυνηγών. Και ο Άλφεντουρ αναρωτιόταν πώς θα γινόταν Γενικό Συνέδριο χωρίς την παρουσία του. Απ’ό,τι είχε ακούσει από τα μέσα μαζικής πληροφόρησης, μέχρι αργά τη νύχτα, η Αρχόντισσα δεν είχε ελευθερώσει ούτε τον Ριλάθιρ, ούτε τον Εθέλδιρ, ούτε κανέναν άλλο που είχε συλλάβει και μεταφέρει στα μπουντρούμια του Μεγάρου των Φυλάκων για ανάκριση.

Πρέπει, πάντως, να μπορούσε να γίνει Γενικό Συνέδριο ακόμα κι αν ένας Αιρετός έλειπε. Αλλά ίσως η Κέσριμιθ να σκόπευε, ούτως ή άλλως, να τον ελευθερώσει σήμερα· δεν μπορεί να είχε καμια σοβαρή απόδειξη εναντίον του. Αν και ο Άλφεντουρ ήξερε ότι ο Ριλάθιρ ήταν μαζί με τους ανθρώπους που είχαν προσπαθήσει να τη δολοφονήσουν· πιθανώς, μάλιστα, εκείνος να ήταν που την είχε σημαδέψει με το τουφέκι μακρινής εμβέλειας.

Το Γενικό Συνέδριο θα ξεκινούσε δύο ώρες πριν από το μεσημέρι, και ο Άλφεντουρ παρακολουθούσε πάλι τις ειδήσεις στον τηλεοπτικό δέκτη, για να δει τι εξελίξεις είχε η υπόθεση. Το μόνο που έμαθε ήταν ότι φημολογείτο πως προετοιμαζόταν μαζική διαμαρτυρία από τους υποστηρικτές του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας, και όχι μονάχα από αυτούς. Ήταν πολλοί που συμπαθούσαν τον Εθέλδιρ, τον πρώην Πρόμαχο της Επανάστασης, μέσα στην πόλη. Οι αυτονομιστές είχαν ήδη βάλει τρεις φωτιές στη Φάνρηβ, σύμφωνα με τα όσα έλεγαν τα τηλεοπτικά κανάλια.

Ο Άλφεντουρ, χρησιμοποιώντας τον επικοινωνιακό δίαυλο της σουίτας του, κάλεσε το Μέγαρο των Αιρετών και ρώτησε αν το σημερινό Γενικό Συνέδριο θα γινόταν κανονικά. Η υπάλληλος τού αποκρίθηκε πως θα γινόταν.

Μετά από λίγο, αφού είχαν πάρει ένα ελαφρύ πρωινό, ο Άλφεντουρ, ο Θάλβακιρ, και οι δίδυμες έφυγαν από τη σουίτα τους ντυμένοι επίσημα και εξοπλισμένοι για τυχόν κινδύνους. Επιβιβάστηκαν στο νοικιασμένο τετράκυκλο όχημα και η Ζέρκιλιθ οδήγησε αυτή τη φορά, διασχίζοντας την Οδό των Ξένων. Από τα νότια, από τον Μεσοπόταμο, καπνός φαινόταν· ο Άλφεντουρ είχε ακούσει πως αυτή ήταν η μία από τις τρεις συνοικίες όπου οι αυτονομιστές είχαν βάλει φωτιές – που όλες βρίσκονταν υπό έλεγχο, σύμφωνα με τα τηλεοπτικά κανάλια.

Η Ζέρκιλιθ έκοψε ταχύτητα εκεί όπου η Οδός των Ξένων συναντούσε τη Μακριά Λόγχη, μπροστά από το Μέγαρο των Αιρετών, και οδήγησε το όχημα στον χώρο στάθμευσης δίπλα από το Μέγαρο. Ο ειδικός φρουρός τη σταμάτησε, φυσικά, ζητώντας να μάθει τη δουλειά της. Ο Άλφεντουρ άνοιξε το παράθυρο, του μίλησε, κι εκείνος τούς άφησε να περάσουν.

Αφού στάθμευσαν, κατέβηκαν από το όχημα και βάδισαν ώς την είσοδο της αυλής, όπου στέκονταν δύο από τους φρουρούς του Μεγάρου. Οι φύλακες, βλέποντας τον Άλφεντουρ, άνοιξαν την πύλη ώστε εκείνος και οι συνοδοί του να περάσουν, να διασχίσουν την αυλή, και να μπουν στον προθάλαμο του Μεγάρου. Δεν ήταν ακόμα η ώρα για το Γενικό Συνέδριο, αλλά ούτε και πολύ πιο πριν ήταν. Κάποιοι λογικά πρέπει να βρίσκονταν στην Αίθουσα Συνεδριάσεων στον πρώτο όροφο.

Εκεί, βέβαια, ο Άλφεντουρ ήξερε ότι οι συνοδοί του δεν μπορούσαν να έρθουν, και τους είπε: «Θα τα πούμε αργότερα.»

Ο Θάλβακιρ φάνηκε διστακτικός. «Είσαι σίγουρος ότι δεν με θέλεις μαζί;»

«Δε μπορείς να έρθεις, Θάλβακιρ. Απαγορεύεται.»

«Η κατάσταση, όμως… Αισθάνομαι σαν να βρισκόμαστε μέσα στο Βαθύ Δάσος, κυνηγημένοι από αιμοβόρα θηρία που κρύβονται στις σκιές.»

«Εδώ μέσα κανένα θηρίο δεν μπαίνει,» του είπε ο Άλφεντουρ. Και προς τις δίδυμες, κλείνοντάς τους το μάτι: «Μην τον αφήσετε να βαρεθεί.»

Εκείνες χαμογέλασαν.

Ο Θάλβακιρ δεν χαμογελούσε.

Ο Άλφεντουρ βάδισε προς τη σκάλα στο βάθος του διαδρόμου, ενώ με την άκρια του ενός ματιού έβλεπε τον σωματοφύλακά του να πηγαίνει προς το αναψυκτήριο μαζί με τη Ζέρκιλιθ και την Αζουρίτα.

*

«…απαράδεκτο! Αν δεν τον ελευθερώσεις αμέσως, θα δεις ότι θα υπάρξουν άσχημες συνέπειες,» έλεγε έντονα η Ζιρίνα ωλ Φέρενερ, ενώ ο Άλφεντουρ έμπαινε στην Αίθουσα Συνεδριάσεων περνώντας δίπλα από τους τέσσερις φρουρούς που στέκονταν κοντά στην είσοδό της. Συνήθως ήταν δύο· για νάναι τώρα περισσότεροι, αυτό σήμαινε πως δεν φοβόταν μόνο ο Θάλβακιρ για φασαρίες.

Η Ζιρίνα ήταν όρθια μπροστά στο μεγάλο τραπέζι στο κέντρο της αίθουσας, αντικρίζοντας την Κέσριμιθ, η οποία καθόταν στην εξέχουσα θέση του τραπεζιού ατενίζοντάς την με στενεμένα μάτια. Μια λεπτή, χρυσή αλυσίδα περνούσε κάτω απ’το σαγόνι της συνδέοντας τα σκουλαρίκια στ’αφτιά της. Το βλέμμα της θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμα και δολοφονικό.

«Αυτοί οι άνθρωποι προσπάθησαν να με σκοτώσουν χτες,» είπε παγερά. «Τι περιμένεις να κάνω, Ζιρίνα;»

Εκτός από τις δυο τους, στην αίθουσα βρίσκονταν κι άλλοι τέσσερις: η Ηλέκτρα, η Αρωγός της Αρχόντισσας, στεκόμενη πίσω από την Κέσριμιθ με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος· ο Φεντάκιρ ωλ Τάρεκ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Μηχανικών, ο οποίος ήταν υποστηρικτής του Βασιλείου της Χάρνωθ· η Σαρκάλα αλ Πέρντεκαβ, η Αιρετή της Συντεχνίας των Υπαλλήλων, επίσης υποστηρίκτρια του Βασιλείου· και ο Αλθέβεριν αλ Βάρνουν, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Μαντατοφόρων, τον οποίο ο Άλφεντουρ είχε συναντήσει και στην Πόλη της Αέναης Νύχτας.

«Να ελευθερώσεις τον Εθέλδιρ, φυσικά!» αποκρίθηκε η Αιρετή της Συντεχνίας των Υαλουργών στην Αρχόντισσα της Φάνρηβ. «Δεν έχεις καμία απόδειξη εναντίον του–»

«Βρισκόταν μέσα στο οίκημα απ’το οποίο προσπάθησαν να με σκοτώσουν!»

«Και λοιπόν; Ήταν ο μόνος;»

Αντιλαμβανόμενοι την παρουσία του Άλφεντουρ, όλοι στράφηκαν να τον κοιτάξουν, αλλά κανένας δεν του μίλησε· η Αρχόντισσα αποκρίθηκε στη Ζιρίνα: «Οι πάντες γνωρίζουν ότι υποστηρίζει τον Φύλακα και–»

«Και λοιπόν; Κι εγώ υποστηρίζω τον Φύλακα και την Κοινοπολιτεία! Θα με συλλάβεις γι’αυτό; Έγινε έγκλημα τώρα; Δεν έχουν πια καμια ισχύ οι Αιρετοί και οι συντεχνίες στη Φάνρηβ; Μόνο η εξουσία σου υπάρχ–;»

«Αρκετά!» φώναξε η Κέσριμιθ, κοπανώντας ηχηρά το δαχτυλιδοφορεμένο χέρι της στο τραπέζι. «Ο Εθέλδιρ ήταν επαναστάτης, και έχει πολλές φορές στο παρελθόν πάρει μέρος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, σε δολιοφθορές, σε δολοφονίες–»

«Για να ελευθερώσει την πόλη μας από τους Παντοκρατορικούς! Με τους οποίους εσύ και οι δικοί σου τα πηγαίνατε καλά–»

«Κανένας δεν τα πήγαινε καλά με τους Παντοκρατορικούς. Αλλά είχαν ισχυρότερα όπλα από εμάς, και είχαν εξαπλώσει παντού τους πράκτορές τους. Τι να κάναμε; Μπορεί ακόμα και να δολοφονούσαν ολόκληρο τον Βασιλικό Οίκο της Χάρνωθ.»

«Για όνομα του Χάρλαεθ Βοκ, όχι τέτοια τραγωδία στη διάστασή μας!» είπε ειρωνικά η Ζιρίνα, ακουμπώντας τις παλάμες της στο τραπέζι καθώς εξακολουθούσε να στέκεται όρθια.

Τα μάτια της Κέσριμιθ στραφτάλισαν. «Δε μ’αρέσει ο τόνος σου, Ζιρίνα. Δε σου επιτρέπω να ειρωνεύεσαι τον Βασιλικό Οίκο της Χάρνωθ! Μην ξεχνάς πως η Φάνρηβ είναι προτεκτοράτο της.»

«Μέχρι στιγμής.»

«Τώρα είναι προτεκτοράτο του Βασιλείου!» φώναξε η Κέσριμιθ. «Δεν ξέρω τι θα συμβεί στο μέλλον. Αλλά τώρα είναι προτεκτοράτο του Βασιλείου. Το αμφισβητείς αυτό; Αμφισβητείς τον Νόμο του Βασιλείου;»

Η Ζιρίνα δεν μίλησε· έμεινε ακίνητη, ατενίζοντας άγρια την Αρχόντισσα, καθώς συνέχιζε να στηρίζεται στο τραπέζι.

«Αμφισβητείς τον Νόμο του Βασιλείου, Ζιρίνα ωλ Φέρενερ;» ρώτησε η Κέσριμιθ ενώ σηκωνόταν όρθια. Και ο Άλφεντουρ καταλάβαινε ότι η ερώτησή της δεν ήταν απλή· είχε βαρύτητα. Κάποιος που αμφισβητούσε τον Νόμο του Βασιλείου σ’ένα προτεκτοράτο του ήταν παράνομος.

Ο Άλφεντουρ είπε: «Αν αμφισβητούσε τον Νόμο του Βασιλείου, Αρχόντισσά μου, δεν θα ήταν εδώ. Ούτε θα ήταν Αιρετή. Σωστά;»

Η Κέσριμιθ τον κοίταξε ενοχλημένα, και ο Άλφεντουρ σκέφτηκε: Ήθελε να προκαλέσει τη Ζιρίνα. Ήθελε να την κάνει να πει κάτι ασύνετο το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει μετά εναντίον της.

Η Κέσριμιθ κάθισε πάλι στην καρέκλα της, αναστενάζοντας. «Δε μ’αρέσουν αυτά τα λόγια. Χτες παραλίγο να με σκοτώσουν, κι ορισμένοι μέσα σ’ετούτη την πόλη ενδιαφέρονται μήπως ο ιερός τους Πρόμαχος περάσει καμια μέρα στα μπουντρούμια του Μεγάρου των Φυλάκων!»

«Το γεγονός ήταν τρομαχτικό, νιρλίσα,» είπε ο Άλφεντουρ.

«Ποιο από τα δύο;»

«Η απόπειρα δολοφονίας εναντίον σας, ασφαλώς. Αλλά δεν νομίζω πως ο Εθέλδιρ είχε καμια σχέση.»

«Γιατί το λες αυτό, Άλφεντουρ;» Ο ενικός και η οικειότητα δεν ήταν τυχαία, ήταν βέβαιος ο διπλωμάτης· η Κέσριμιθ ήθελε να δείξει στη Ζιρίνα ότι ο Άλφεντουρ ήταν δικός της σύμμαχος, ότι η Νάζρηβ ήταν με το Βασίλειο της Χάρνωθ.

«Γιατί βρισκόταν στο εσωτερικό του ποτοπωλείου όταν τον συνέλαβαν, και δεν τον είδα να πηδά από την οροφή του παρότι καθόμουν στο μπαλκόνι για να παρακολουθήσω την ομιλία σας.»

«Φορούσαν κουκούλες όταν ήταν στην οροφή· πώς θα τον αναγνώριζες; Και μετά, όταν μπήκαν μέσα, έβγαλαν τις κουκούλες τους και πέταξαν τα όπλα τους για να μπερδευτούν με τον κόσμο.»

«Παρ’όλ’ αυτά, δεν νομίζω πως ο Εθέλδιρ προσπάθησε να σας δολοφονήσει. Έχετε κάποια συγκεκριμένη απόδειξη;» ρώτησε ο Άλφεντουρ, καθίζοντας τώρα κι εκείνος.

Η Κέσριμιθ, ύστερα από μια στιγμή δισταγμού, απάντησε: «Ώς τώρα, καμία. Για κανέναν τους.»

«Κανέναν απ’αυτούς που συνελήφθησαν;»

«Ναι.»

«Δεν αποκλείεται, όμως, σύντομα κάποιοι να μιλήσουν,» πρόσθεσε η Ηλέκτρα. «Έχουν φροντίσει γι’αυτό οι μάγοι μας του τάγματος των Διαλογιστών. Μπορούν να προκαλέσουν συναισθηματική φόρτιση με τη μαγεία τους.»

«Αν τους βασανίσετε–!» άρχισε η Ζιρίνα, που τώρα είχε καθίσει όπως οι υπόλοιποι – εκτός από την Ηλέκτρα.

«Δεν τους βασανίζουμε,» διέκοψε η Αρχόντισσα την Αιρετή. «Απλώς τους έχουμε κλείσει στα μπουντρούμια, πράγμα που από μόνο του ασκεί μια κάποια ψυχική πίεση επάνω τους–»

«Και δεν είναι αυτό βασανιστήριο;»

«Στη Χάρνωθ γνωρίζουμε πολύ χειρότερα βασανιστήρια.» Η Κέσριμιθ κατάφερε, κάπως, να κάνει τα λόγια της να μοιάζουν με απειλή.

«Δεν το αμφιβάλλω,» αποκρίθηκε, άγρια, η Ζιρίνα.

Και ο Κασλάριν περιμένει ότι με τέτοιους ανθρώπους είναι ποτέ δυνατόν να επιτευχθεί συμβιβασμός; σκέφτηκε ο Άλφεντουρ.

Και σαν η σκέψη του να τον είχε καλέσει, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Αγροτών μπήκε τότε στην αίθουσα μαζί με τη Σμαράγδα ωλ Τάρεκ, την Αιρετή της Συντεχνίας των Οδηγών και μοναδική ομοϊδεάτισσά του ανάμεσα στους Αιρετούς της Φάνρηβ.

«Χαίρετε,» είπε σοβαρά ο Κασλάριν.

Οι άλλοι αποκρίθηκαν με νεύματα, χωρίς να μιλήσουν, και ο Κασλάριν κι η Σμαράγδα κάθισαν στις θέσεις τους στο τραπέζι.

«Είναι αλήθεια ότι ο Ριλάθιρ συνελήφθη ως ύποπτος για την απόπειρα δολοφονίας κατά της Αρχόντισσας;» ρώτησε η δεύτερη.

«Ναι,» απάντησε η ίδια η Αρχόντισσα, «είναι αλήθεια. Πιστεύεις ότι οι τηλεοπτικοί σταθμοί θα έλεγαν ψέματα;»

«Δε θα ήταν η πρώτη φορά,» μουρμούρισε ο Αλθέβεριν, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Μαντατοφόρων. Οι άλλοι έκαναν ότι δεν το άκουσαν.

«Και θα γίνει Γενικό Συνέδριο χωρίς τον Ριλάθιρ;» ρώτησε η Σμαράγδα.

«Τον ελευθέρωσα πριν από λίγη ώρα,» της είπε η Κέσριμιθ.

«Ευτυχώς,» μουρμούρισε η Ζιρίνα.

«Θ’ακούσω πολλά τέτοια σχόλια ακόμα;» ρώτησε απότομα η Κέσριμιθ.

Ο Φεντάκιρ είπε: «Χτες, η Αρχόντισσά μας παραλίγο να σκοτωθεί. Είναι δυνατόν να της κάνετε αυτό τον πόλεμο σήμερα; Ακόμα κι οι υποστηρικτές του Φύλακα θα νόμιζε κανείς πως έχουν τα όριά τους!»

«Αλλά μάλλον δεν γνωρίζουν όρια,» πρόσθεσε η Σαρκάλα. «Αναρωτιέμαι, μάλιστα, αν κάποιοι απ’αυτούς συμφωνούσαν με την απόπειρα δολοφονίας…»

«Δε συμφωνούμε με την απόπειρα καμίας δολοφονίας,» τόνισε η Ζιρίνα.

«Ή έτσι λέτε…» σχολίασε ο Φεντάκιρ.

«Αν το αμφισβητείτε, κύριε, μπορείτε τουλάχιστον να το κάνετε με κάποιες ενδείξεις. Μας έχετε ακούσει ποτέ να υποστηρίζουμε φονιάδες;»

«Αυτό δεν σημαίνει τίποτα…»

Η Ζιρίνα αναποδογύρισε τα μάτια, μορφάζοντας προσβλητικά προς τη μεριά του Φεντάκιρ κι ανάβοντας ύστερα τσιγάρο.

Ο Σάρθαλιν αλ Μάθακρουν και η Ρουμπίνη ωλ Φέρενερ μπήκαν, τότε, στην Αίθουσα Συνεδριάσεων. Ο πρώτος ήταν Αιρετός της Συντεχνίας των Ναυτικών και των Αεροναυτών, και υποστηρικτής της Αρχόντισσας· η δεύτερη ήταν Αιρετή της Συντεχνίας των Καλλιτεχνών, και υποστηρίκτρια του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας. Ωστόσο, οι δυο τους τα πήγαιναν καλά σε προσωπικό επίπεδο, για κάποιο λόγο, πράγμα το οποίο, κατά καιρούς, είχε δώσει έναυσμα για πολλές φήμες και εικασίες.

Η Ρουμπίνη, επίσης, ήταν ξαδέλφη της Ζιρίνα· από τον πατριαρχικό Οίκο των Φέρενερ κι οι δύο.

Αφού ο Σάρθαλιν και η Ρουμπίνη κάθισαν, ρώτησαν κι αυτοί για την απουσία του Ριλάθιρ, και η Αρχόντισσα τούς πληροφόρησε ότι σύντομα θα ήταν εδώ ο Αιρετός της Συντεχνίας των Κυνηγών.

Οι οκτώ από τους δώδεκα Αιρετούς βρίσκονταν τώρα στην αίθουσα, και ο Φεντάκιρ ωλ Τάρεκ σχολίασε ότι μπορούσε, εν ανάγκη, να γίνει έκτακτο Γενικό Συνέδριο. Αλλά άπαντες ήξεραν, βέβαια, ότι δεν υπήρχε τέτοια ανάγκη.

Ο Κασλάριν είπε, καθώς περίμεναν τους υπόλοιπους: «Νομίζω ότι τα χτεσινά δυσάρεστα επεισόδια πρέπει να έδειξαν σε όλους μας πως μόνο με συμβιβασμό των δύο μεγάλων δυνάμεων της πόλης μπορεί να βρεθεί λύση–»

«Το Βασίλειο, κύριε Κασλάριν, δεν κάνει συμβιβασμούς με δολοφόνους και αναρχικούς,» τον διέκοψε η Κέσριμιθ.

«Ούτε οι ελεύθεροι άνθρωποι της Φάνρηβ θα δεχτούν να βρίσκονται για πολύ καιρό υπό την κυριαρχία φίλων των Παντοκρατορικών,» δήλωσε η Ζιρίνα.

Η Αρχόντισσα έστρεψε το βλέμμα της στην Αιρετή. «Να θεωρήσω τα λόγια σου ως οριακή προδοσία εναντίον του Βασιλείου της Χάρνωθ;»

«Δεν είναι ‘προδοσία’. Μιλάω για τον λαό της Φάνρηβ. Ο λαός της Φάνρηβ είναι προφανές ότι προτιμά να φύγετε από την πόλη και να προσχωρήσουμε στην Κοινοπολιτεία, με τον Φύλακα στην εξουσία ξανά.»

«Σε ποια μερίδα του λαού ακριβώς αναφέρεσαι;»

«Στη μεγαλύτερη μερίδα του λαού!»

«Δεν είναι η μεγαλύτερη μερίδα του λαού. Κι αυτοί που πιστεύουν τέτοιες ανοησίες έχουν απλά εξαπατηθεί από την προπαγάνδα σας.»

«Δε χρειαζόμαστε καμια προπαγάνδα. Ο στρατός του Φύλακα βρίσκεται έξω από τα τείχη της πόλης!»

«Κι εκεί θα μείνει,» τόνισε η Κέσριμιθ. «Έξω από τα τείχη – κι ακόμα πιο μακριά.»

Ο Φέτανιρ αλ Μαρκάλαθ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Ξυλουργών, υποστηρικτής του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας, μπήκε στην αίθουσα χαιρετώντας τους υπόλοιπους και καθίζοντας στη θέση του. Ρώτησε κι αυτός για τον Ριλάθιρ.

Η Αρχόντισσα αναστέναξε κουρασμένα.

Ο Κασλάριν τού είπε τι είχε γίνει με τον Αιρετό της Συντεχνίας των Κυνηγών και των Εκπαιδευτών.

Τώρα βρίσκονταν εννιά από τους Αιρετούς εδώ. Οι μόνοι που έλειπαν ήταν ο Ριλάθιρ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Οπλουργών (που δεν υποστήριζε κανέναν), και ο Αιρετός της Συντεχνίας των Οικοδόμων (που υποστήριζε την Αρχόντισσα).

«Λοιπόν,» είπε η Κέσριμιθ, λιγάκι ανυπόμονα, πιο ανυπόμονα απ’ό,τι συνήθως ο Άλφεντουρ την ήξερε να μιλά. «Νομίζω πως το μόνο σημαντικό θέμα για να συζητήσουμε είναι το θέμα του στρατού του Φύλακα. Πρέπει κάποιοι εδώ μέσα να καταλάβουν ότι ο Φύλακας είναι αδύνατον να επιστρέψει. Το Βασίλειο δεν θα το επιτρέψει αυτό–»

«Το Βασίλειο,» είπε η Ζιρίνα, «δεν έχει, κανονικά, καμία θέση στη Φάνρηβ. Οι Παντοκρατορικοί το–»

«Μη με ξαναδιακόψεις, μα τον Χάρλαεθ Βοκ!» φώναξε η Κέσριμιθ. Και μετά η φωνή της έγινε πιο ήπια ξανά: «Η πόλη δεν μου ανήκει. Βρίσκομαι εδώ απλά και μόνο ως Βασιλική Αντιπρόσωπος. Και θέλω – το λέω ειλικρινά – να σας προστατέψω. Αν δεν ήμουν εγώ–»

Ο τοίχος πίσω από την Αρχόντισσα της Φάνρηβ ανατινάχτηκε, κι ολόκληρη η αίθουσα τραντάχτηκε και τυλίχτηκε σε σκόνη και θολούρα καθώς μια λόγχη καταστροφικού φωτός περνούσε.

*

Ο Άλφεντουρ έπεσε από την καρέκλα του, εν μέρει με τη θέλησή του, εν μέρει λόγω της έκρηξης.

Πέτρες και χώματα τινάχτηκαν παντού.

Τα πάντα σκεπάστηκαν από θολούρα.

Κραυγές αντηχούσαν.

Το τραπέζι είχε σπάσει – είχε κοπεί στα δύο.

Ο Άλφεντουρ κύλησε προς το πλάι, γιατί αν ήταν αυτό που νόμιζε–

Ακόμα μια λόγχη καταστροφικού φωτός διαπέρασε την αίθουσα, διαλύοντας τοίχους, σπάζοντας έπιπλα, βάζοντας φωτιές.

«ΕΞΩ!» κραύγαζε κάποιος. «Όλοι έξω! Όλοι έξω!»

Ο Άλφεντουρ κύλησε προς την έξοδο της αίθουσας–

Κάποιου τα πόδια τον κλότσησαν, μάλλον κατά λάθος. Ένα σώμα τον πλάκωσε, κόβοντάς του την αναπνοή. Η Ζιρίνα, συνειδητοποίησε ο Άλφεντουρ. Τα μάτια της ήταν διασταλμένα, πανικόβλητα. Το άρωμά της – Πνοή Θαλασσοδάσους – γέμισε τα ρουθούνια του, και παρά τον χαλασμό ο Άλφεντουρ κάπως, στιγμιαία, κατάφερε να παρατηρήσει πως αισθανόταν το σώμα της ευχάριστα επάνω στο δικό του.

«Βγάλτε τους έξω!» αντήχησε μια φωνή. «Βγάλτε τους έξω!»

Η αίθουσα τραντάχτηκε ξανά: κι άλλες πέτρες εκτοξεύτηκαν – κι άλλη θολούρα – κι άλλες φωτιές. Κραυγές, ουρλιαχτά, εκκλήσεις για βοήθεια, βοήθεια! βοήθεια! βοήθεια!

Ο Άλφεντουρ προσπάθησε να τραβήξει τη Ζιρίνα μαζί του, προς την έξοδο της αίθουσας – δεν νόμιζε ότι είχε χάσει τον προσανατολισμό του – κι εκείνη τον ακολούθησε, χωρίς ν’αντισταθεί· κύλησαν μαζί επάνω στο πάτωμα· βρέθηκαν πλάι στα πόδια κάποιου, και χέρια τούς άρπαξαν βοηθώντας τους να σηκωθούν, τραβώντας τους έξω από την αίθουσα, έξω από τη σκόνη και τους καπνούς.

Το μεγάλο δωμάτιο τρανταζόταν ξανά.

«Κατεβείτε στο ισόγειο! Κατεβείτε!» τους είπε ένας φρουρός του Μεγάρου. «Δε φαίνεται νάχετε τραυματιστεί – έχετε τραυματιστεί;»

Αλλά ο Άλφεντουρ είχε αλλού το μυαλό του. «Ήταν… ήταν κανόνι; Ενεργειακό κανόνι;» ρώτησε.

*

Όταν τους συγκέντρωσαν όλους στο ισόγειο, στο αναψυκτήριο, ο Άλφεντουρ είδε τελικά ποιος ήταν νεκρός, ποιος τραυματισμένος, και ποιος τυχερός σαν εκείνον και τη Ζιρίνα.

Ο Σάρθαλιν, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Ναυτικών και των Αεροναυτών, είχε σκοτωθεί· μια από τις ριπές του κανονιού είχε διαλύσει τελείως το σώμα του. Τα κόκαλά του είχαν φέρει στο αναψυκτήριο, ουσιαστικά.

Ο Φεντάκιρ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Μηχανικών, ήταν τραυματισμένος στο κεφάλι, μάλλον από κάποια πέτρα που είχε εκτοξευτεί επάνω του.

Η Σαρκάλα, η Αιρετή της Συντεχνίας των Υπαλλήλων, ήταν από τους τυχερούς – απλά μουντζουρωμένη και μελανιασμένη.

Ο Αλθέβεριν, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Μαντατοφόρων, είχε σκοτωθεί από πέτρες που είχαν πέσει επάνω του σπάζοντάς του το κεφάλι και τσακίζοντάς του τη ράχη.

Ο Φέτανιρ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Ξυλουργών, δεν είχε ούτε αμυχή.

Η Ρουμπίνη, η Αιρετή της Συντεχνίας των Καλλιτεχνών, είχε σπάσει το δεξί πόδι της και ο αριστερός της ώμος ήταν καμένος. Η τύχη της πρέπει να ήταν μεγάλη, γιατί μάλλον ενεργειακή ριπή ήταν που είχε περάσει από δίπλα της καίγοντας μόνο τον ώμο αντί να τη διαλύσει.

Η Σμαράγδα, η Αιρετή της Συντεχνίας των Οδηγών, ήταν λιπόθυμη με αίματα στο κεφάλι και κατάγματα στο αριστερό χέρι. Αλλά ζούσε.

Ο Κασλάριν ήταν νεκρός: οι πέτρες και οι ενεργειακές ριπές τον είχαν σκοτώσει. Ο Άλφεντουρ αισθανόταν μια βαθιά θλίψη που είχε χάσει έτσι τον φίλο του. Είχες δίκιο τελικά, σκέφτηκε καθώς έβλεπε τα απομεινάρια του Κασλάριν απλωμένα στο πάτωμα του αναψυκτήριου: αυτή η πόλη οδεύει προς την καταστροφή της. Είναι σαν δύο νυχάτα χέρια να τραβάνε το ίδιο τους το σώμα προς αντίθετες κατευθύνσεις μέχρι να το σκίσουν. Κι έκανε μια προσευχή στη Λωράθλου, την Κυρά του Θανάτου, να φροντίσει το πνεύμα του Κασλάριν στον Μεταθανάτιο Κήπο.

Η Χαρκάνιθ, η αδελφή του Κασλάριν – που βρισκόταν στο αναψυκτήριο, όπως ο Θάλβακιρ και οι δίδυμες, όταν η επίθεση έγινε – ήταν γονατισμένη πλάι στον αδελφό της και έκλαιγε, με τις γροθιές της σφιγμένες πάνω στα γόνατά της.

Η Αρχόντισσα Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ ούρλιαζε και καταριόταν όλους τους θεούς, καθώς θεραπευτές περιποιόνταν τα εγκαύματα που κάλυπταν όλη τη δεξιά μεριά του γαλανόδερμου σώματός της και το δεξί της μάγουλο. Όταν την είχαν φέρει στο αναψυκτήριο ήταν, αρχικά, λιπόθυμη· μετά, όμως, είχε συνέλθει και είχε αρνηθεί να την αναισθητοποιήσουν. Έτσι, οι θεραπευτές τη φρόντιζαν τώρα καθώς ήταν ξαπλωμένη σε μια κουβέρτα στο πάτωμα, δίνοντάς της τις πρώτες βοήθειες.

Η Ηλέκτρα αλ Σίριλναθ ήταν νεκρή. Στεκόταν λίγο πιο δίπλα από την Κέσριμιθ και είχε δεχτεί ολόκληρη την πρώτη ενεργειακή ριπή – τη ριπή που είχε απλώς χαϊδέψει την Αρχόντισσα. Τίποτα δεν είχε απομείνει από την Ηλέκτρα παρά στάχτες.

«Πού βρέθηκε ενεργειακό κανόνι μέσα στην πόλη;» ρώτησε ο Άλφεντουρ. «Ποιος έχει ενεργειακό κανόνι; Ποιος έχει τα μέσα για να το χρησιμοποιήσει;» Χρειαζόταν μάγος του τάγματος των Τεχνομαθών για να ρυθμίζει την ενεργειακή ροή του τρομερού όπλου.

«Μόνο οι Χαρνώθιοι έχουν ενεργειακά κανόνια,» είπε η Ζιρίνα.

«Καλό κι αυτό!» γρύλισε ο Φεντάκιρ, που το κεφάλι του ήταν δεμένο με επίδεσμο. «Θες να πεις τώρα ότι οι Χαρνώθιοι θα κατέστρεφαν έτσι μια αίθουσα μέσα στην οποία βρισκόταν η Αρχόντισσα;»

«Φυσικά και όχι. Είναι τρελοί, κι εσείς που τους γλείφετε τα πόδια είστε ακόμα πιο τρελοί, αλλά–»

«Οι δικοί σου άνθρωποι ίσως να το έκαναν!»

«Το χτύπημα στο κεφάλι ταρακούνησε τα μυαλά σου!»

«Χτες βράδυ επιτεθήκατε στην Αρχόντισσα· γιατί και τώρα να μην–;»

«Οι υποστηρικτές του Φύλακα σε καμία περίπτωση δεν θα κατέστρεφαν το Μέγαρο των Αιρετών, και το ξέρεις! Ούτε χτες επιτέθηκαν στην Αρχόντισσα. Αυτονομιστές το έκαναν – και τις δύο φορές!»

«Πού βρήκαν ενεργειακό κανόνι οι αυτονομιστές;» έθεσε το ερώτημα ο Φέτανιρ, πλησιάζοντας.

Ο Θάλβακιρ, που ήδη βρισκόταν κοντά, ψιθύρισε στ’αφτί του Άλφεντουρ: «Μου φαίνεται πως αυτή η πόλη έχει αρχίσει να γίνεται πολύ επικίνδυνη. Ίσως θα έπρεπε να αποχωρήσουμε.»

Καθώς οι Αιρετοί συνέχιζαν να μιλάνε και η Αρχόντισσα συνέχιζε να καταριέται θεούς και να ουρλιάζει, ο διπλωμάτης κοίταξε το πτώμα του Κασλάριν.

«Όχι,» είπε, «δεν μπορούμε να φύγουμε, Θάλβακιρ.»

8
Η Αρχόντισσα Χτυπημένη· Σκοτεινοί Ακόλουθοι· Κυνηγοί Κακοποιών· Εικασίες, Κατηγορίες, και Απειλές· κι Άλλες Συλλήψεις

Αφού οι θεραπευτές περιποιήθηκαν τα εγκαύματά της, φόρεσε μια ελαφριά μενεξεδιά ρόμπα και κάθισε, ίσως με κάποια δυσκολία, σίγουρα με κάποιο πόνο, σε μια από τις καρέκλες του αναψυκτήριου. Της πρότειναν, φυσικά, να φύγει από εδώ, να πάει στο Μέγαρο των Φυλάκων, αλλά εκείνη αρνήθηκε. «Όχι!» σύριξε άγρια. «Θα μείνω.» Και: «Βρείτε τους! Βρείτε τους κακοποιούς που μας χτύπησαν! Γιατί κάθεστε;» φώναξε.

«Δεν καθόμαστε, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε η Χαρνώθια διοικήτρια που στεκόταν αντίκρυ της. «Θα τους βρούμε. Έχουμε ήδη στείλει ανθρώπους προς τη μεριά απ’όπου ήρθαν οι ενεργειακές ριπές.»

Το γαλανόδερμο πρόσωπο της Κέσριμιθ είχε χάσει το χρώμα του· έμοιαζε γκρίζο σχεδόν, εκτός από ένα μεγάλο μέρος του δεξιού μάγουλού της, που ήταν κόκκινο ακόμα και κάτω από τις αλοιφές που της είχαν βάλει οι θεραπευτές. Η αλυσίδα που ένωνε τα δύο σκουλαρίκια της περνώντας κάτω από το σαγόνι είχε κοπεί: οι θεραπευτές την είχαν κόψει γιατί είχε κολλήσει πάνω στο μάγουλό της· τώρα κρεμόταν μόνο από το αριστερό σκουλαρίκι, μπαίνοντας μέσα στη λαιμόκοψη της ρόμπας της. Τα κόκκινα μαλλιά της ήταν τραβηγμένα προς τα πίσω από τη δεξιά μεριά, πιασμένα μ’ένα τσιμπιδάκι, για να μην αγγίζουν το έγκαυμα.

«Από στιγμή σε στιγμή περιμένω να μου αναφέρουν,» συνέχισε η διοικήτρια.

Ο Άλφεντουρ δεν στεκόταν μακριά τους, και μπορούσε άνετα ν’ακούει τι έλεγαν.

Η Κέσριμιθ έστρεψε το βλέμμα της προς το μέρος του. «Χαίρομαι που είσαι ανάμεσα στους ζωντανούς, Άλφεντουρ,» είπε.

«Κι εγώ χαίρομαι, νιρλίσα, και για εμένα και για εσάς. Δυστυχώς, όμως, ο Κασλάριν είναι νεκρός, όπως και άλλοι.»

«Και ίσως όχι αυτοί που θα έπρεπε,» είπε η Κέσριμιθ, ρίχνοντας ένα βλέμμα, με στενεμένα μάτια, στη Ζιρίνα, η οποία στεκόταν κοντά στον Άλφεντουρ. Είχε έρθει κι εκείνη να δει από κοντά την Αρχόντισσα.

Η Ζιρίνα ήταν έτοιμη ν’απαντήσει, αλλά ο Άλφεντουρ έπιασε τον ώμο της, σταθερά, και είπε στην Κέσριμιθ: «Λυπάμαι για την απώλεια της Ηλέκτρας, Αρχόντισσά μου.»

«Ποιοι άλλοι είναι νεκροί;» ρώτησε η Κέσριμιθ, κι όταν ο Άλφεντουρ τής είπε, έστρεψε το βλέμμα της ξανά στη Ζιρίνα. «Υποθέτω πως αυτή η επίθεση δεν ήταν δουλειά των ανθρώπων σας–»

«Των ανθρώπων μας;» έκανε αμέσως η Αιρετή. «Δε θα χτυπούσαμε ποτέ το Μέγαρο των Αιρετών!»

«Ούτε τους εαυτούς σας,» πρόσθεσε η Κέσριμιθ. «Επομένως… οι αυτονομιστές;»

«Ποιος άλλος;»

«Πού βρήκαν, όμως, ενεργειακό κανόνι;»

Η Ζιρίνα ανασήκωσε τους ώμους, δείχνοντας άγνοια.

Ο Άλφεντουρ είπε: «Είναι δυνατόν ακόμα και οι αυτονομιστές της Φάνρηβ να θέλουν να προκαλέσουν τέτοιες καταστροφές στο Μέγαρο των Αιρετών; Οι αυτονομιστές είναι υπέρ των Αιρετών, δεν είναι; Εναντιώνονται και στον Φύλακα και στο Βασίλειο της Χάρνωθ, σωστά;»

Η Κέσριμιθ γέλασε ξερά ενώ τα μάτια της γυάλιζαν παγερά. «Οι αυτονομιστές είναι αναρχικοί και τρελοί, Άλφεντουρ. Μόνο η καταστροφή τούς ενδιαφέρει – τίποτ’ άλλο!»

Ο Άλφεντουρ δεν μπορούσε εύκολα να το πιστέψει αυτό. Οι αυτονομιστές, απ’ό,τι είχε καταλάβει, ήταν εναντίον και της Αρχόντισσας και του Φύλακα, και του Βασιλείου και της Κοινοπολιτείας· αλλά όχι εναντίον της ίδιας της Φάνρηβ! Κι αυτή η επίθεση σήμερα ήταν σαν να είχε γίνει, ουσιαστικά, εναντίον της ίδιας της Φάνρηβ. Αναρωτιέμαι τι γνώμη θα είχε ο Κασλάριν…

Έστρεψε το βλέμμα του προς τα απομεινάρια του φίλου του, πλάι στα οποία η Χαρκάνιθ ήταν ακόμα γονατισμένη, ακόμα με τις γροθιές της σφιγμένες επάνω στα γόνατά της και με τα μάτια κλειστά. Προσευχόταν για την ψυχή του; Διαλογιζόταν για να καταπολεμήσει την οργή και τη θλίψη της;

Δε θα μάθουμε ποτέ τη γνώμη του Κασλάριν, ούτε για ετούτη την επίθεση ούτε για κανένα άλλο γεγονός από δω και πέρα…

«Ο κύριος Άλφεντουρ έχει κάποιο δίκιο, πάντως, Αρχόντισσά μου,» είπε ο Φεντάκιρ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Μηχανικών. «Αυτή η επίθεση ήταν… εξωφρενική. Ακόμα και για τους αυτονομιστές.»

«Μόνο οι Σκοτεινοί Ακόλουθοι θα έκαναν τέτοιο πράγμα, μα τους θεούς!» ακούστηκε η φωνή του Νάλντιρ ωλ Σέραντεμ, κι όλοι στράφηκαν για να δουν τον Αιρετό της Συντεχνίας των Οικοδόμων να πλησιάζει. Ήταν υποστηρικτής του Βασιλείου της Χάρνωθ, και δεν βρισκόταν στην αίθουσα όταν έγινε η επίθεση.

«Οι Σκοτεινοί Ακόλουθοι;» ρουθούνισε η Κέσριμιθ. «Σίγουρα αστειεύεσαι, Νάλντιρ. Και ήσουν τυχερός που δεν βρισκόσουν μαζί μας πιο πριν. Πολύ τυχερός.»

«Αστειεύομαι μερικώς μόνο, Αρχόντισσά μου. Κυκλοφορούν φήμες ότι λάτρεις του Πεινασμένου Σκοταδιού έχουν συγκεντρωθεί στην πόλη, έχοντας κατά νου την ολοκληρωτική καταστροφή της.»

Η Ζιρίνα είπε: «Ανοησίες.»

«Ανοησίες; Έτσι νομίζεις; Πώς εξηγείς, τότε, αυτή–;»

«Εγώ,» τον διέκοψε ο Φεντάκιρ, «παρατηρώ ότι, εκτός από τον Νάλντιρ, που είναι αναμφίβολα αθώος, άλλοι δύο άνθρωποι έλειπαν όταν έγινε η επίθεση. Και ποιοι είναι αυτοί; Ο Ριλάθιρ αλ Θάρναθ και ο Νέλδουρ αλ Θάρναθ. Του Οίκου των Θάρναθ και οι δύο. Ο ένας υποστηρικτής του Φύλακα και, προ ωρών, φυλακισμένος στο Μέγαρο των Φυλάκων ως πιθανώς ύποπτος για την απόπειρα δολοφονίας κατά της Αρχόντισσάς μας· και ο άλλος υποστηρικτής αυτονομιστών!»

«Ο Νέλδουρ δεν έχει ποτέ δηλώσει ότι υποστηρίζει τους αυτονομιστές,» του θύμισε ο Φέτανιρ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Ξυλουργών.

«Επειδή δεν μπορεί. Είναι παράνομο. Αλλά όλοι το ξέρουμε ότι είναι αυτονομιστής! Μπορεί να τα είχαν κανονίσει οι δυο τους για να γίνει η επίθεση, ο Ριλάθιρ και ο Νέλδουρ. Είναι ξαδέλφια. Και ο Νέλδουρ είναι της Συντεχνίας των Οπλουργών· ίσως κάπως να προμηθεύτηκε το ενεργειακό κανόνι.»

«Εικασίας,» είπε η Ζιρίνα. «Διάφορα μπορεί να ισχύουν.»

«Απορώ γιατί τους υποστηρίζεις,» είπε ο Φεντάκιρ.

«Απορώ γιατί τους κατακρίνεις.»

«Η συμπεριφορά τους ήταν ύποπτη–»

«Ύποπτη;»

«Έλειπαν όταν έγινε η επίθεση!»

«Ο Ριλάθιρ, προφανώς, είχε πάει στο σπίτι του για να ετοιμαστεί, ύστερα από τόσες ώρες που ήταν φυλακισμένος. Και ο Νέλδουρ πάντα αργεί να έρθει στα Γενικά Συνέδρια–»

«Ναι, νομίζει ότι είναι καλύτερος από εμάς–»

«Δε μας ενδιαφέρουν τώρα οι προσωπικοί λόγοι και οι απόψεις του,» επέμεινε η Ζιρίνα.

«Νομίζω πως άκουσα το όνομά μου να αναφέρεται.»

Στράφηκαν, για να δουν τον Νέλδουρ να πλησιάζει, και πλάι του ερχόταν ο Ριλάθιρ.

Ο οποίος είπε: «Μα τον Νούρκας! τι καταστροφή ήταν αυτή; Ποιος ευθύνεται;»

«Αυτό,» είπε ο Φεντάκιρ, «εσύ κι ο ξάδελφός σου ίσως να το ξέρετε καλύτερα από εμάς.»

«Μας κατηγορείς ότι ανατινάξαμε το Μέγαρο των Αιρετών;» φώναξε ο Νέλδουρ. «Είσαι τρελός, Φεντάκιρ!» Τον έδειξε με το ένα χέρι, ενώ το άλλο του χέρι ήταν σφιγμένο σε γροθιά, κι έμοιαζε έτοιμος να παίξει ξύλο με τον Αιρετό της Συντεχνίας των Μηχανικών.

Ο Φεντάκιρ δεν συνέχισε τις κατηγορίες του.

Ο Άλφεντουρ ρώτησε: «Το ενεργειακό κανόνι από πόσο μακριά έριξε; Πού βρισκόταν; Τι εμβέλεια έχει;»

Η Χαρνώθια διοικήτρια, που ακόμα στεκόταν κοντά στην Αρχόντισσα, αποκρίθηκε: «Δεν είμαι σίγουρη για την εμβέλεια, αλλά διαφέρει αναλόγως την κατασκευή του κανονιού. Το συγκεκριμένο πρέπει να ήταν στημένο νοτιοανατολικά του Μεγάρου, επάνω στην οροφή μιας πολυκατοικίας, καμια διακοσαριά μέτρα απόσταση.»

«Και μετά τι έγινε;» ρώτησε ο Άλφεντουρ. «Εξαφανίστηκε από εκεί;»

«Πρέπει να το πήραν μαζί τους και να έφυγαν. Προς τα νότια, υποθέτουμε, μέσα στον Μεσοπόταμο. Περιμένω τώρα να μου αναφέρουν οι μαχητές μου, μέσω πομπού. Ερευνούν από ξηράς κι από αέρος, με έναν αερόνυχα.»

Η Ζιρίνα είπε: «Αν δεν είχατε κρατήσει φυλακισμένο τον Εθέλδιρ ωλ Σαρέλκεμ, ίσως η επίθεση να μην είχε συμβεί.»

«Δε θα με εξέπληττε αν ήταν συνασπισμένος με αυτονομιστές,» είπε η Κέσριμιθ, «δε θα με εξέπληττε καθόλου.»

«Δεν εννοούσα ότι είναι συνασπισμένος με αυτονομιστές, μα τους θεούς! Τον ξέρω καλά τον Εθέλδιρ, και είμαι σίγουρη πως δεν έχει καμία σχέση με αυτονομιστές. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι αυτονομιστές δεν θα αντιδράσουν λόγω της φυλάκισής του. Θα τη χρησιμοποιήσουν ως δικαιολογία για να κάνουν περισσότερες επιθέσεις.»

«Αυτό είναι πολύ πιθανό, νιρλίσα,» είπε ο Άλφεντουρ στην Αρχόντισσα.

«Θα μου πρότεινες κι εσύ, Άλφεντουρ, να ελευθερώσω τον επαναστάτη;» ρώτησε η Κέσριμιθ, ατενίζοντάς τον υπολογιστικά.

«Δεν είναι ‘επαναστάτης’!» παρενέβη η Ζιρίνα. «Η Επανάσταση έχει τελειώσει. Ο Εθέλδιρ είναι ήρωας της Επανάστασης. Πολέμησε για να ελευθ–»

«Τα ξέρουμε,» τη διέκοψε η Κέσριμιθ. «Δε χρειάζεται άλλη προπαγάνδα.»

«Δεν–»

Αλλά ο Άλφεντουρ πρόλαβε τη Ζιρίνα, λέγοντας: «Εσείς, Αρχόντισσά μου, γνωρίζετε καλύτερα αν πρέπει να τον ελευθερώσετε ή όχι. Εγώ δεν προτείνω τίποτα. Αλλά είναι γεγονός, νομίζω, ότι οι αυτονομιστές θα κάνουν επιθέσεις χρησιμοποιώντας τον Εθέλδιρ ως πρόφαση.»

«Θα τους βρω τους αυτονομιστές,» είπε η Κέσριμιθ, «και θα τους εξολοθρεύσω! Ούτε ένας τους δεν θα μείνει ζωντανός μέσα στην πόλη μου, ύστερα απ’αυτό!»

*

Μετά από κάποια ώρα, ο τηλεπικοινωνιακός πομπός της διοικήτριας κουδούνισε, κι εκείνη τον τράβηξε από τη ζώνη της και τον άνοιξε. Οι μαχητές της της ανέφεραν ότι είχαν χάσει τους αυτονομιστές. Της εξήγησαν ότι, βασικά, δεν είχαν ποτέ βρει τα ίχνη τους. Ήταν σαν να είχαν εξαφανιστεί. Ακόμα κι ο μάγος τους δεν μπορούσε να εντοπίσει πουθενά ενεργειακά όπλα ώς εκεί όπου έφτανε η εμβέλεια των ξορκιών του. Και είχαν αλωνίσει όλη την περιοχή γύρω από το Μέγαρο των Αιρετών.

Η διοικήτρια, εξακολουθώντας να κρατά τον πομπό ανοιχτό μπροστά της, ρώτησε την Κέσριμιθ: «Θα θέλατε να δώσετε κάποια διαταγή, Αρχόντισσά μου;»

«Βρείτε τους, σας είπα· αλλά αυτό δεν μπορούσατε να το κάνετε…»

Η διοικήτρια κοίταξε προς στιγμή τον άντρα που στεκόταν τώρα δίπλα στην Κέσριμιθ, τον Στρατηγό Σέλιρ αλ Σίριλναθ, που ήταν συγγενής της Ηλέκτρας κι έμοιαζε οργισμένος για ό,τι είχε συμβεί. Ο Στρατηγός δεν μίλησε, έτσι η διοικήτρια πρόσταξε τους μαχητές της να συνεχίσουν τις έρευνές τους. Να ψάξουν ξανά, παντού. Για οποιοδήποτε ίχνος. Και μετά, τερμάτισε την τηλεπικοινωνία, επιστρέφοντας τον πομπό στη ζώνη της.

«Πού βρήκαν το ενεργειακό κανόνι, μα τον Χάρλαεθ Βοκ;» γρύλισε ο Σέλιρ αλ Σίριλναθ. «Και πού βρήκαν Τεχνομαθή μάγο για να ρυθμίζει την ενεργειακή ροή του; Με ποιους έχουμε να κάνουμε ακριβώς; Είναι δυνατόν να πρόκειται για κάτι συμμορίες που κυκλοφορούν στους δρόμους της Φάνρηβ; Σίγουρα όχι! Μιλάμε για οργανωμένους δολιοφθορείς πλέον. Πιθανώς – πιθανότατα – σταλμένους από τον Φύλακα ώστε να προκαλέσουν ζημιές στο εσωτερικ–»

«Αποκλείεται!» παρενέβη η Ζιρίνα. «Ο Φύλακας σε καμία περίπτωση δεν θα χτυπούσε το Μέγαρο των Αιρετών! Πόσω μάλλον εμάς. Δεν είναι εγκληματίας.»

«Προφανώς έχουμε άλλη άποψη για τον Φύλακά σας, κυρία μου,» αποκρίθηκε παγερά ο Στρατηγός. «Εμείς τον θεωρούμε εγκληματία.»

Τα μάτια της Ζιρίνα στένεψαν. «Εσείς προσωπικά; Ή αυτό ισχύει και για την Αρχόντισσα;»

«Ο Φύλακας είναι εχθρός μας. Δεν περιμένουμε τίποτα καλό απ’αυτόν, φυσικά. Θα χρησιμοποιήσει κάθε τρόπο για να πάρει την πόλη.»

«Αλλά όχι καταστρέφοντάς την!»

«Πώς θα την πολιορκήσει; Με τραγούδια και χορούς; Δεν είναι καταστροφή η πολιορκία, κυρία μου; Μάλλον δεν ξέρετε και πολλά από πόλεμο. Καλύτερα θα ήταν να μην υποστηρίζετε ανθρώπους που επιδιώκουν τη διάλυσή σας, αλλά εκείνους που θέλουν να σας προστατέψουν.»

«Εξαιτίας σας γίνονται όλ’ αυτά!» είπε η Ζιρίνα. «Και ξέρω πολύ καλά ποιους πρέπει να υποστηρίζω, και ποιοι θα κάνουν καλό στην πόλη και ποιοι όχι!»

Ο Στρατηγός Σέλιρ ήταν έτοιμος να απαντήσει, αλλά η Κέσριμιθ ύψωσε το αριστερό της χέρι κι εκείνος σώπασε. «Ζιρίνα,» είπε η Αρχόντισσα, «θα βρω τους ανθρώπους που μας επιτέθηκαν σήμερα, και τότε θα δούμε ποιον υπηρετούν. Και θα ανακαλύψω επίσης ποιοι ευθύνονται για τη χτεσινή απόπειρα δολοφονίας εναντίον μου.»

«Όχι πάντως ο Εθέλδιρ,» είπε η Ζιρίνα.

Η Κέσριμιθ δεν της απάντησε· έκανε νόημα σε μια υπηρέτριά της να τη βοηθήσει καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα μορφάζοντας από τον πόνο που της προκαλούσαν τα εγκαύματα τα οποία κρύβονταν κάτω από τη μενεξεδιά ρόμπα της.

«Θα βρίσκομαι στο Μέγαρο των Φυλάκων, σε περίπτωση που με ζητάτε,» δήλωσε. «Και θα ήθελα να σε δω εκεί, Άλφεντουρ. Το απόγευμα.»

«Όπως επιθυμείτε, Αρχόντισσά μου.»

Η Κέσριμιθ, ύστερα, πρόσταξε τους μαχητές της: «Συλλάβετε αυτό τον άνθρωπο,» δείχνοντας τον Ριλάθιρ αλ Θάρναθ, «και αυτόν,» δείχνοντας τον Νέλδουρ αλ Θάρναθ.

«Τι εννοείτε, μα τον Νούρκας!» φώναξε ο δεύτερος, αρχίζοντας αμέσως να αντιστέκεται στους Χαρνώθιους που συγκεντρώνονταν γύρω του: και η αντίστασή του δεν ήταν αμελητέα· ήταν αρκετά μεγαλόσωμος και μυώδης άντρας. «Κατηγορούμαι; Γιατί;»

«Για πιθανή συμμετοχή σε συνωμοσία κατά του Βασιλείου και της Φάνρηβ,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ, και ο Άλφεντουρ διέκρινε μια οργισμένη, εκδικητική γυαλάδα στα μάτια της. Πονούσε και αισθανόταν κυνηγημένη, απειλημένη: ήθελε να κάνει κάποιους να υποφέρουν γι’αυτό.

«Καλά λένε, λοιπόν,» μούγκρισε ο Νέλδουρ καθώς οι μαχητές της Χάρνωθ τον κρατούσαν ανάμεσά τους ακινητοποιώντας τα χέρια του, «ότι οι Παντοκρατορικοί ποτέ δεν έφυγαν από ετούτη την καταραμένη πόλη!»

«Δε μπορείτε να τους συλλάβετε έτσι!» φώναξε η Ζιρίνα. «Είναι Αιρετοί της Φάνρηβ! Είναι παράνομο!»

Η Κέσριμιθ έστρεψε το βλέμμα της στη Ζιρίνα τώρα. «Παράνομο; Ο Νόμος του Βασιλείου είναι πάνω από τους Αιρετούς – κι αυτό είναι θέμα του Βασιλείου. Πρόκειται για επίθεση κατά ενός προτεκτοράτου του.

»Προσευχήσου στον Ιουράσκε, Ζιρίνα, να μην προστάξω να συλλάβουν κι εσένα.» Και η Κέσριμιθ βάδισε προς την έξοδο του αναψυκτηρίου, ακολουθούμενη από τους ανθρώπους της. Οι μαχητές της Χάρνωθ τράβηξαν τον Ριλάθιρ και τον Νέλδουρ μαζί τους, αφού τους έδεσαν τα χέρια πίσω από την πλάτη.

«Ανώμαλη στριγκιά…» μούγκρισε η Ζιρίνα, και ο Άλφεντουρ δεν ήταν βέβαιος αν έβριζε την Αρχόντισσα λόγω της αδικαιολόγητης σύλληψης των Αιρετών ή επειδή η Κέσριμιθ είχε υπονοήσει ότι η Ζιρίνα προσευχόταν στον Ιουράσκε, τον ερμαφρόδιτο θεό των παρανόμων, των τυχοδιωκτών, και των κλεφτών, που η λατρεία του ήταν παράνομη στη Φάνρηβ όπως και σε πολλές άλλες πόλεις της Μοργκιάνης.

*

Φωνές ξέσπασαν μέσα στο αναψυκτήριο μόλις η Αρχόντισσα της Φάνρηβ αποχώρησε. Η βαβούρα ήταν τρομερή. Αν και, σίγουρα, δεν μιλούσαν όλοι· κάμποσοι ήταν τελείως σιωπηλοί. Όπως ο Θάλβακιρ. Όπως ο Άλφεντουρ. Οι δίδυμες, όμως, κουβέντιαζαν μ’έναν υπάλληλο του Μεγάρου των Αιρετών – αλλά ο διπλωμάτης, μέσα στον χαλασμό, δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν.

Η Ζιρίνα τον πλησίασε ξαφνικά, τόσο κοντά που εκείνος μπορούσε ξανά να μυρίσει την Πνοή Θαλασσοδάσους επάνω της. «Θέλω να μιλήσουμε,» του ψιθύρισε στ’αφτί. «Τώρα. Σε παρακαλώ. Πήγαινε στις τουαλέτες, και θα έρθω. Να μη μας δουν να πηγαίνουμε συγχρόνως.»

Του Άλφεντουρ δεν του άρεσε και τόσο αυτό, αλλά δεν έφερε αντίρρηση. Κατένευσε προς τη μεριά της, έκανε νόημα στον Θάλβακιρ να μην τον ακολουθήσει, και κατευθύνθηκε προς τις τουαλέτες βγαίνοντας από το αναψυκτήριο. Η πόρτα δεν ήταν μακριά· την άνοιξε και μπήκε. Κανένας άλλος δεν φαινόταν εδώ, ούτε μπορούσε ν’ακούσει κανέναν πίσω από τις πόρτες. Κοίταξε τις σκιές από κάτω τους παρατηρητικά· ναι, σίγουρα κανένας δεν ήταν εδώ. Λογικό, άλλωστε, με τον σαματά που γινόταν. Ποιος είχε χρόνο για κατούρημα;

Η Ζιρίνα δεν άργησε να έρθει. Είναι κανείς άλλος; ρώτησε, σιωπηλά, κινώντας μόνο τα χείλη της και κάνοντας νοήματα με τα χέρια της.

«Κανένας,» της είπε ο Άλφεντουρ.

«Θα πας, το απόγευμα, να συναντήσεις την ανώμαλη στριγκιά, έτσι;»

Ο Άλφεντουρ μειδίασε παρά τη δυσάρεστη κατάσταση στην οποία είχαν όλοι τους βρεθεί. «Δε νομίζω να το εκτιμήσει που την παρομοιάζεις με τέρατα.»

«Τον κακό της τον καιρό! Το μόνο καλό που θα μπορούσε να γίνει από τούτη την επίθεση ήταν να σκοτωθεί, αλλά δυστυχώς δεν συνέβη.»

«Ούτε αυτό θα ήταν ασφαλές να το αναφέρεις πουθενά αλλού,» της είπε ο Άλφεντουρ.

«Πολιτικός είμαι· ξέρω τι κάνω.»

Μακάρι όλοι οι πολιτικοί να ήξεραν τι έκαναν, Ζιρίνα… Ο Άλφεντουρ είχε δει πολιτικούς να δρουν με τελείως ηλίθιους τρόπους.

Η Αιρετή συνέχισε: «Αφού θα πας να της μιλήσεις, θέλω να σου ζητήσω μια χάρη. Να την πείσεις να ελευθερώσει τον Εθέλδιρ. Και τους άλλους, βέβαια. Αλλά περισσότερο τον Εθέλδιρ.»

«Υπάρχει κανένας συγκεκριμένος λόγος γι’αυτό;»

«Οι αυτονομιστές, Άλφεντουρ, θα διαλύσουν τα πάντα αν ο Εθέλδιρ μείνει φυλακισμένος κι άλλο!» Ο Άλφεντουρ, όμως, είχε την αίσθηση ότι η Ζιρίνα είχε και κάποιον άλλο λόγο που ήθελε να ελευθερώσει τον πρώην Πρόμαχο της Επανάστασης. Είναι ερωτευμένη μαζί του;

«Θα δω τι μπορώ να κάνω,» αποκρίθηκε. Ο Κασλάριν τι θα ήθελε; Δεν θα ήθελε κι εκείνος να γίνει κάτι που θα σταματούσε τις καταστροφές;

«Είσαι, ίσως, ο μόνος με τη δυνατότητα να τη λογικέψει,» είπε η Ζιρίνα. «Φαίνεται να σε συμπαθεί. Αν και δεν ξέρω πώς θα έπρεπε να το κρίνω αυτό για εσένα,» πρόσθεσε, μοιάζοντας να μιλά μεταξύ αστείου και σοβαρού.

Ο Άλφεντουρ άνοιξε μια βρύση, έπλυνε τα χέρια του, και έριξε νερό στο πρόσωπο του που ακόμα ήταν σκονισμένο από τις εκρήξεις στην κατεστραμμένη πλέον Αίθουσα Συνεδριάσεων. «Εγώ τελείωσα με τις δουλειές μου,» είπε. «Καλύτερα να ξαλαφρώσεις, Ζιρίνα, προτού επιστρέψεις στο αναψυκτήριο.»

Η Αιρετή τον κοίταζε υπομειδιώντας καθώς ο Άλφεντουρ έβγαινε από τις τουαλέτες.

Ο Θάλβακιρ τον περίμενε στην είσοδο του αναψυκτηρίου. Τα δάχτυλά του ρώτησαν, στη Σιωπηλή Γλώσσα: Προβλήματα;

Όχι, απάντησαν τα δάχτυλα του Άλφεντουρ.

ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Εσωτερικές Διαμάχες

 

 

 

 

1
Περιποίηση Τραυμάτων· Σπασμένος Καθρέφτης· Κρυμμένη από τη Μια Μεριά· οι Συμβουλές Ενός Διπλωμάτη· το Τηλεοπτικό Μάτι

Η Κέσριμιθ κοίταζε έξω απ’το παράθυρο δίπλα της καθώς το τετράκυκλο θωρακισμένο όχημα την πήγαινε προς το Μέγαρο των Φυλάκων διασχίζοντας την Οδό του Φύλακα. Γύρω από το τετράκυκλο ήταν λυκοκαβαλάρηδες που απομάκρυναν τον κόσμο, άνοιγαν δρόμο για την Αρχόντισσα της Φάνρηβ, ρίχνοντας μέχρι και χτυπήματα με την πίσω μεριά των οπλολογχών τους αν αποδεικνυόταν απαραίτητο.

Η Κέσριμιθ ακόμα δεν μπορούσε να το πιστέψει πως η Ηλέκτρα ήταν νεκρή. Πως είχε πεθάνει τόσο ξαφνικά. Σαν να είχε εξαφανιστεί. Δε θα την ξανάβλεπε ποτέ. Δε θα ξανααισθανόταν ποτέ τα χέρια της Ηλέκτρας επάνω της. Δε θα ξανάγγιζε ποτέ τα πράσινα μαλλιά της, μπλέκοντάς τα παιχνιδιάρικα ανάμεσα στα δάχτυλά της. Η γλώσσα της δεν θα ξαναδοκίμαζε τα ξαναμμένα στήθη της, τις σκληρές ρώγες… Είχε φύγει τόσο ξαφνικά.

Θα πληρώσουν γι’αυτό.

Θα τους βρω και θα τους σκοτώσω όλους.

Ήταν αυτονομιστές· δεν μπορεί να ήταν άλλοι. Παρότι η Ζιρίνα ωλ Φέρενερ ήταν μια ελεεινή λύκαινα του Φύλακα, είχε δίκιο σ’αυτό: αποκλείεται οι άνθρωποι του Φύλακα να είχαν προσπαθήσει να σκοτώσουν τους δικούς τους μαζί με τους εχθρούς.

Οι αυτονομιστές το είχαν κάνει. Και ίσως ο Νέλδουρ αλ Θάρναθ και ο Ριλάθιρ αλ Θάρναθ να ήταν συνεννοημένοι μαζί τους. Ο Ριλάθιρ, βέβαια, ποτέ δεν είχε δηλώσει συμπάθεια προς τους αυτονομιστές – πάντοτε υποτίθεται πως ήταν άνθρωπος του Φύλακα – αλλά ίσως να είχε αλλάξει. Ίσως να είχε αλλάξει κρυφά.

Ήταν, εξάλλου, και στην Πλατεία Νότιου Πάνθεου, όπου επιχείρησαν να με δολοφονήσουν.

Η Κέσριμιθ έστρεψε το βλέμμα της στο μοναδικό άλλο άτομο που βρισκόταν στην πίσω μεριά του τετράκυκλου οχήματος: τον Στρατηγό Σέλιρ αλ Σίριλναθ. Ήταν συγγενής της Ηλέκτρας (αν και όχι κοντινός) αλλά δεν έμοιαζε και τόσο θλιμμένος σχετικά με τον θάνατό της, νόμιζε η Κέσριμιθ. Αυτό, όμως, μάλλον δεν θα έπρεπε να την εκπλήσσει. Ανέκαθεν τον θεωρούσε λιγάκι αναίσθητο. Ίσως να έφταιγαν οι τόσες πολεμικές συγκρούσεις που είχε δει.

«Τι σκέφτεσαι για την κατάσταση;» τον ρώτησε.

«Ότι χρειάζονται καλύτερα μέτρα ασφάλειας στην πόλη. Πρέπει να γίνουμε πιο αυστηροί. Έχουμε ήδη δώσει στους κατοίκους της Φάνρηβ πολλές ελευθερίες. Ίσως να μην έπρεπε, εξαρχής, να είχαμε επιτρέψει στις συντεχνίες να εκλέγουν τους Αιρετούς.»

«Θα τους στρέφαμε εναντίον μας με τέτοια μέτρα.»

«Και τώρα εναντίον μας φαίνεται να είναι.»

«Τα πράγματα θα ήταν χειρότερα τότε. Θα νόμιζαν ότι απλά συνεχίζαμε τη διοίκηση των Παντοκρατορικών. Κάποιες αλλαγές χρειαζόταν να γίνουν.»

«Και δες πού φτάσαμε, Αρχόντισσά μου. Η Ηλέκτρα είναι νεκρή.»

«Θα τους βρούμε αυτούς που τη σκότωσαν, και θα τιμωρηθούν παραδειγματικά. Δημοσίως.»

*

Το τετράκυκλο θωρακισμένο όχημα διέσχισε τον ανηφορικό δρόμο και πέρασε την πύλη του Μεγάρου των Φυλάκων που το περίμενε ανοιχτή. Σταμάτησε στον χώρο στάθμευσης και οι επιβάτες του βγήκαν. Η Κέσριμιθ σύντομα βρισκόταν στα δωμάτιά της μέσα στο Μέγαρο, και θεραπευτές είχαν έρθει για να την περιποιηθούν, καθώς κι ένας μάγος του τάγματος των Βιοσκόπων. Κοίταξαν διεξοδικά τα εγκαύματά της και της έβαλαν αλοιφές και βοτάνια, ενώ εκείνη ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της κοιτάζοντας το ταβάνι. Ο Βιοσκόπος έκανε κάποια ξόρκια, για να δει μάλλον σε τι κατάσταση γενικά βρισκόταν, πόσο σοβαρά ήταν χτυπημένη. Τελικά, της είπαν ότι ήταν τυχερή· εκτός από τα εμφανή αποτελέσματα των εγκαυμάτων, δεν είχε τίποτε άλλο.

«Θα εξαφανιστούν,» τους ρώτησε, «ή» – κόμπιασε για μια στιγμή – «θα τα έχω επάνω μου;»

«Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε μια θεραπεύτρια, «ουλές σίγουρα θα μείνουν. Τα βοτάνια που σας βάλαμε, βέβαια, θα σας κάνουν καλό, αλλά… δε νομίζω ότι θα εξαφανίσουν τελείως τις ουλές.»

Θα είμαι άσχημη, από όλη τη δεξιά μεριά;

Όχι!

«Υπάρχει τρόπος να κρυφτούν οι ουλές, δεν υπάρχει;» είπε η Κέσριμιθ. «Οι μάγοι του τάγματος των Ερευνητών ξέρουν! Υπάρχουν ύλες, έχω ακούσει, που κρύβουν σημάδια όπως αυτά.»

Οι θεραπευτές υποσχέθηκαν πως θα ρωτούσαν· και ο Βιοσκόπος είπε ότι σίγουρα υπήρχαν τέτοιες ύλες, και σε άλλες διαστάσεις, επίσης, ορισμένοι χειρούργοι μπορούσαν να αναμορφώσουν τη σάρκα έτσι ώστε να εξαφανίζουν τις ουλές. «Ο Κόμης Μέμντουρ ωλ Βόρεντεκ είχε τραυματιστεί άσχημα πριν από καμια δεκαετία, αν θυμάστε. Του έκρυψαν τις ουλές του όσο καλύτερα γινόταν· η σύζυγός του δεν τρομάζει πια όταν βλέπει το πρόσωπό του, έχω μάθει.»

Αφού οι θεραπευτές και ο μάγος έφυγαν από τα δωμάτιά της, η Κέσριμιθ σηκώθηκε από το κρεβάτι και, γυμνή, πλησίασε τον μεγάλο όρθιο καθρέφτη. Κοίταξε το γαλανόδερμο σώμα της. Ολόκληρη η δεξιά του μεριά, απ’τον ώμο ώς την κνήμη, ήταν σκεπασμένη με αλοιφές και με βοτάνια. Το δεξί της στήθος την έκαιγε – αλλά της είχαν πει ότι αυτό δεν ήταν τίποτα· θα περνούσαν μόλις τα νεύρα ηρεμούσαν. Το δεξί της μάγουλο είχε, επίσης, ένα μεγάλο έγκαυμα.

Δε θέλω να είμαι άσχημη!

Άρπαξε ένα κηροπήγιο που βρισκόταν εκεί κοντά και το πέταξε στον καθρέφτη, σπάζοντάς τον. Δημιουργώντας ένα μεγάλο αστέρι πάνω στο κρύσταλλό του.

*

«Θα κάνω ό,τι μπορώ, Αρχόντισσά μου, αλλά τα στοιχεία που έχουμε είναι, ομολογουμένως, λίγα,» είπε ο Θόρεντιν, ο Βασιλικός Αρχικατάσκοπος της Φάνρηβ.

Η Κέσριμιθ καθόταν σε μια μεγάλη πολυθρόνα του σαλονιού των δωματίων της, ντυμένη μ’ένα μακρύ, μαύρο φόρεμα που έκρυβε όλη τη δεξιά της μεριά ενώ άφηνε την αριστερή εκτεθειμένη. Και, όχι, δεν το είχε φτιάξει τώρα· το είχε στη ντουλάπα της, ανάμεσα σε δεκάδες άλλα φορέματα. Από τ’αριστερά το συγκεκριμένο φόρεμα δεν είχε μανίκι – το χέρι φαινόταν ολόκληρο – και διέθετε ένα μεγάλο σκίσιμο που ξεκινούσε από τον μηρό, αποκαλύπτοντας το καλλίγραμμο, γαλανόδερμο πόδι της Αρχόντισσας, που ένα αργυρόχρωμο σανδάλι ήταν δεμένο στο τέλος του, με λουριά που σταύρωναν δικτυωτά επάνω στην κνήμη. Η Κέσριμιθ είχε παρατηρήσει ότι το βλέμμα του Θόρεντιν (που από παλιά την κοίταζε ερωτικά) πήγαινε συχνά προς τα εκεί με τρόπο κολακευτικό. Δεν είμαι άσχημη.

«Οι αυτονομιστές,» συνέχισε ο Θόρεντιν, στεκόμενος αντίκρυ της, «μπορεί να βρίσκονται οπουδήποτε ώς τώρα. Οι μαχητές που έψαξαν γι’αυτούς είπαν ότι ίσως να κατευθύνθηκαν κάπου μέσα στον Μεσοπόταμο, αλλά, απ’ό,τι καταλαβαίνω, αυτό δεν είναι παρά μια εικασία.»

«Στείλε κατασκόπους εκεί, τότε! Μπορεί να ανακαλύψουν κάτι.»

«Το έχω κάνει ήδη, νιρλίσα.»

«Δεν είναι εύκολο να κρύψει κανείς ενεργειακό κανόνι,» είπε η Κέσριμιθ. «Είναι ολόκληρο όπλο! Μεγάλο όπλο.»

«Και η Φάνρηβ,» της θύμισε ο Θόρεντιν, «είναι μεγάλη πόλη.»

Η Κέσριμιθ αναστέναξε.

Κι έστρεψε το βλέμμα της στη γυναίκα που στεκόταν μερικά βήματα δίπλα από τον Θόρεντιν, και δεν είχε μαύρο δέρμα όπως εκείνος αλλά χρυσό – κάτι που την αναγνώριζε ως κατά πάσα πιθανότητα εξωδιαστασιακή. Δεν ήταν γηγενής δερματικός χρωματισμός της Μοργκιάνης.

Η γυναίκα ονομαζόταν Νικόλ Μικρόδομη, και ήταν κάποτε Παντοκρατορική. Πράκτορας της Παντοκράτειρας. Είχε ξεμείνει εδώ ύστερα από τον διωγμό των Παντοκρατορικών από τη Μοργκιάνη και την ήττα τους σ’όλο το Γνωστό Σύμπαν. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα, σγουρά, κομμένα κοντά, αλλά πλούσια. Η Κέσριμιθ την είχε προστατέψει από τους επαναστάτες, την είχε κρύψει, και τώρα η Νικόλ την υπηρετούσε. Ήταν καλή κατάσκοπος· δεν υπήρχε αμφιβολία γι’αυτό. Είχε πολύ πονηρό μυαλό.

«Τι γνώμη έχεις, Νικόλ;»

«Ο Θόρεντιν μιλά σωστά, Αρχόντισσά μου. Δε νομίζω ότι είναι εύκολο να βρείτε τους αυτονομιστές με το κανόνι, αφού δεν τους πιάσατε εκείνη την ώρα. Καλύτερα θα ήταν να επικεντρωθούμε στους αιχμαλώτους μας: τον Πρόμαχο και τους άλλους.»

«Μου έχουν προτείνει να αφήσω τον Πρόμαχο να φύγει…»

«Εγώ δεν θα πρότεινα να το κάνετε αυτό. Ο Εθέλδιρ αναμφίβολα γνωρίζει πολλά. Και είναι θέμα χρόνου προτού οι Διαλογιστές καταφέρουν να σπάσουν το ηθικό του. Χρησιμοποιούν συνεχώς Ξόρκια Επιπροσθέτου Συναισθηματικής Φορτίσεως, και δεν μπορεί να αισθάνεται καλά μέσα στο κελί του. Πολύ σύντομα ο περιορισμένος χώρος θα γίνει αφόρητος για εκείνον· θα μας παρακαλεί να τον βγάλουμε. Και τότε θα μιλήσει.» Η Νικόλ γνώριζε αρκετά πράγματα για μαγεία, είχε πολλές φορές παρατηρήσει η Κέσριμιθ, αν και δεν ήταν μάγισσα. «Οι άλλοι όμως δεν νομίζω ότι ξέρουν τίποτα, Αρχόντισσά μου. Μάλλον ήταν τυχαίοι που κατά λάθος συνελήφθησαν. Αυτό το συμπέρασμα, τουλάχιστον, έχω βγάλει από τις αντιδράσεις τους κι απ’αυτά που λένε. Τους έχω παρακολουθήσει όλους μέσα από τους τηλεοπτικούς πομπούς. Ο Πρόμαχος είναι ο μόνος που δείχνει πολύ ψύχραιμος. Αλλά η ώρα του δεν θα αργήσει. Η αντίστασή του κάποτε θα πέσει.»

«Συμφωνείς;» ρώτησε η Κέσριμιθ τον Θόρεντιν.

«Ναι, νιρλίσα.»

Οι δυο τους πάντα συμφωνούσαν τον τελευταίο καιρό, είχε παρατηρήσει η Κέσριμιθ. Ήταν σίγουρη πως η Νικόλ έβαζε τα χέρια της μέσα στο παντελόνι του.

Από την άλλη, βέβαια, οι τακτικές της δεν έμοιαζαν ποτέ απερίσκεπτες.

*

Το μεσημέρι έφαγε μόνη, στα δωμάτιά της, και ελαφρά. Δεν είχε όρεξη για φαγητό. Δεν τελείωσε ούτε ένα πιάτο. Ήπιε, όμως, μπόλικο κρασί Χαρνώθιων δασών και κάπνισε τρία τσιγάρα. Μετά, ξάπλωσε στον καναπέ, σήκωσε τη φούστα του φορέματος γύρω από τη μέση της, παραμέρισε τη λεπτή περισκελίδα, και αυνανίστηκε αργά. Ήθελε να χαλαρώσει, και ήθελε να το κάνει μόνη. Εκτός αν η Ηλέκτρα ήταν εδώ. Αλλά η Ηλέκτρα είχε φύγει. Είχε εξαφανιστεί. Στο μυαλό της, όμως, η Κέσριμιθ είχε το στόμα της Ηλέκτρας καθώς άγγιζε τον εαυτό της. Τα μάτια της κοίταζαν το ταβάνι: την όμορφη τοιχογραφία των Χαρνώθιων δασών που βρισκόταν εκεί, το μικρό πολύφωτο, τις μεταλλικές εξόδους που συστήματος θέρμανσης… Προς το τέλος, τα βλέφαρά της έκλεισαν καθώς δάγκωνε το κάτω χείλος της μουγκρίζοντας. Και μετά κοιμήθηκε.

Το απόγευμα, ο Άλφεντουρ ήρθε να την επισκεφτεί όπως της είχε υποσχεθεί. Ήταν ντυμένος επίσημα, ως συνήθως, και τη χαιρέτησε μιλώντας της στον πληθυντικό κι αποκαλώντας την νιρλίσα. Τυπικός, πάντοτε τυπικός. Αλλά η Κέσριμιθ δεν αμφέβαλλε ότι ήταν ένας πολύ έξυπνος και πονηρός άνθρωπος, με μοναδικό σκοπό την προώθηση των συμφερόντων της Νάζρηβ. Τέτοιους ανθρώπους μπορώ να τους συναναστραφώ. Μπορώ να διαπραγματευτώ μαζί τους. Δεν είναι σαν τους φανατικούς με τους οποίους έχει γεμίσει τούτη η καταραμένη πόλη!

«Πώς αισθάνεστε, νιρλίσα;» τη ρώτησε ο Άλφεντουρ, καθώς εκείνη ήταν καθισμένη σε μια από τις καρέκλες της Αίθουσας του Φύλακα. Το μεγάλο τζάκι ήταν αναμμένο παραδίπλα, η φωτιά βρυχιόταν σαν θηρίο. Ο Θρόνος του Φύλακα ήταν άδειος στο βάθος του δωματίου, μοιάζοντας με διακοσμητικό στοιχείο.

«Καλύτερα,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ. Φορούσε ξανά το μαύρο φόρεμά της που έκρυβε ολόκληρη τη δεξιά μεριά ενώ παρουσίαζε σχεδόν ολόκληρη την αριστερή. Το βλέμμα του Άλφεντουρ, όμως, ήταν διακριτικό, όχι όπως του Θόρεντιν· δεν κοίταζε με ενδιαφέρον το εκτεθειμένο γαλανόδερμο πόδι της. «Κάθισε, Άλφεντουρ.» Έδειξε την καρέκλα που βρισκόταν αντίκρυ της.

Ο διπλωμάτης κάθισε. «Αυτό που συνέβη ήταν τραγικό, Αρχόντισσά μου. Για τι θέλετε να μιλήσουμε;»

«Για τη συμφωνία που λέγαμε τις προάλλες, φυσικά. Μη μου πεις ότι ακόμα έχεις αμφιβολίες για τις καταστροφικές δυνάμεις που υπάρχουν μέσα και γύρω από τούτη την πόλη…»

Ο Άλφεντουρ δίστασε για μια στιγμή μονάχα. «Όχι, γι’αυτό δεν έχω αμφιβολία. Υπάρχουν, όντως, καταστροφικές δυνάμεις.»

«Βοήθησέ με, τότε, να τις εξολοθρεύσω!» είπε, έντονα, η Κέσριμιθ καθώς τεντωνόταν προς το μέρος του. «Θα είναι καλό για όλους μας. Το εμπόριο θα ανθίσει όπως ποτέ ξανά. Ενώ, αν συνεχιστούν αυτές οι καταστάσεις… πού θα φτάσουμε; Θα φοβούνται οι έμποροι να έρθουν στη Φάνρηβ. Ίσως ακόμα και ν’αναγκαστώ ν’ανεβάσω τους φόρους, για ν’αντιμετωπίσω όλες τούτες τις απειλές.»

Ο Άλφεντουρ δεν μίλησε, παρατηρώντας την συλλογισμένα.

Η Κέσριμιθ είπε: «Μπορείς να πείσεις το Συμβούλιο της Νάζρηβ να με βοηθήσει – να αποκλείσουν τις συναλλαγές με κάθε έμπορο προσκείμενο στον Φύλακα και στην Κοινοπολιτεία μέσα στη Φάνρηβ.»

«Αυτό… σας είπα, Αρχόντισσά μου, είναι δύσκολο. Η Νάζρηβ δεν κάνει τέτοιου είδους εμπορικούς αποκλεισμούς παρά μόνο σε πολύ μεγάλη ανάγκη–»

«Η ανάγκη είναι μεγάλη!»

«Ελπίζω και το Συμβούλιο να το δει έτσι…»

«Θα τους μιλήσεις, δηλαδή;»

«Δε μπορώ παρά να αναφέρω την πρότασή σας· αυτή είναι η δουλειά μου.»

«Όχι,» είπε η Κέσριμιθ, «δεν θέλω απλά να αναφέρεις την πρότασή μου. Θέλω να προσπαθήσεις να τους πείσεις

«Θα δω τι μπορώ να κάνω. Αλλά πρέπει κι εσείς να κάνετε κάτι για την άμβλυνση της κατάστασης στην πόλη, αλλιώς θα οδηγηθούμε σε έκτροπα.»

Τι εννοεί; Τον ατένισε ερωτηματικά.

«Θα σας πρότεινα, ξανά, να ελευθερώσετε τον Εθέλδιρ. Και τους δύο Αιρετούς επίσης. Η φυλάκιση του Εθέλδιρ, ειδικά, θα οδηγήσει τους αυτονομιστές σε πολύ άσχημες πράξεις – το ξέρω.»

Τι εννοεί; σκέφτηκε πάλι η Κέσριμιθ, καχύποπτη τώρα με τον διπλωμάτη. «Το ξέρεις; Έχεις συναναστροφές με αυτονομιστές;»

«Δυστυχώς όχι, αλ–»

«‘Δυστυχώς’;»

«Αν είχα επαφές μαζί τους, ίσως κατόρθωνα να φροντίσω να γαληνέψουν τα πράγματα.»

Η Κέσριμιθ δεν μπόρεσε παρά να γελάσει. «Αδύνατον, Άλφεντουρ! Είναι φανατικοί. Το μόνο που σκέφτονται είναι πώς να μας καταστρέψουν όλους.»

«Τέλος πάντων,» είπε ο Άλφεντουρ. «Όπως και νάχει, τώρα δεν έχω επαφές μαζί τους. Απ’αυτά που ακούω, όμως, από τους Αιρετούς και από όσους άλλους συναντώ, οι αυτονομιστές θα κάνουν τρομερές ζημιές στην πόλη μέχρι να ελευθερώσετε τον Εθέλδιρ. Τον βλέπουν ως ήρωα.»

«Δεν είναι οι μόνοι που τον βλέπουν ως ήρωα.»

«Σωστά. Αλλά σίγουρα καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Θα τον χρησιμοποιήσουν ως πρόφαση· δεν υπάρχει αμφιβολία.»

Η Κέσριμιθ ακούμπησε την πλάτη της στην καρέκλα, ήρεμα. Τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού άγγιξαν τα χείλη της, σκεπτικά. Ακόμα κι αυτή η μικρή κίνηση έκανε τα εγκαύματα πάνω στο χέρι να την ενοχλήσουν. «Ο Εθέλδιρ ίσως να μπορεί να με οδηγήσει στους αυτονομιστές,» είπε.

«Δεν το νομίζω, νιρλίσα. Είναι συνασπισμένος με τους υποστηρικτές του Φύλακα· όλοι το ξέρουν. Κι αν τον βασανίσετε–»

«Δεν τον έχω βασανίσει, και δεν σκοπεύω. Απλά κλεισμένο σ’ένα κελί τον έχω.»

«Ακόμα κι έτσι, αν δεν τον ελευθερώσετε σύντομα – αύριο, ας πούμε – θα γίνουν κι άλλες φασαρίες. Κι αν οι αυτονομιστές έχουν όπλα σαν το ενεργειακό κανόνι, νομίζετε ότι θα διστάσουν να τα χρησιμοποιήσουν;»

Σ’αυτό έχει δίκιο… Αλλά αν ο Εθέλδιρ έχει πληροφορίες;… «Θα το σκεφτώ, Άλφεντουρ. Μου υπόσχεσαι, όμως, να προσπαθήσεις να πείσεις το Συμβούλιο της Νάζρηβ να με βοηθήσει στον αγώνα μου;»

«Θα σας το υποσχεθώ αν κι εσείς ελευθερώσετε τον Εθέλδιρ.»

Η Κέσριμιθ συνοφρυώθηκε. «Γιατί σ’ενδιαφέρει τόσο ο επαναστάτης;»

«Γιατί επιθυμώ να πάψουν οι βιαιοπραγίες στην πόλη. Κάνουν ζημιά στο εμπόριο και, άρα, στη Νάζρηβ.»

Ναι, σκέφτηκε η Κέσριμιθ, δεν μπορεί να έχει άλλο λόγο, φυσικά. Τι άλλος λόγος να υπάρχει; Ο Άλφεντουρ δεν ήταν συνασπισμένος ούτε με τους ανθρώπους του Φύλακα ούτε, εννοείται, με τους αυτονομιστές. Εκτός αν το έκρυβε.

Οι κατάσκοποί της της είχαν αναφέρει ότι κάτι περίεργο είχε συμβεί μ’αυτόν την προχτεσινή νύχτα. Τον είχαν δει να βγαίνει από τη σουίτα του στο Καταφύγιο και να βαδίζει μέσα στον διάδρομο, ακολουθούμενος εξ αποστάσεως από τον σωματοφύλακά του. Ο Άλφεντουρ είχε εξαφανιστεί πίσω από μια στροφή, αλλά ο σωματοφύλακας είχε μείνει εκεί, στη στροφή, περιμένοντας. Ένας από τους κατασκόπους της τους ακολουθούσε ώς εκείνο το σημείο, όμως δεν πλησίασε τον σωματοφύλακα γιατί δεν νόμιζε ότι μπορούσε να τον προσπεράσει απαρατήρητος· επέστρεψε, επομένως, στο δωμάτιο αντίκρυ στη σουίτα του διπλωμάτη. Μετά από λίγο, οι δύο κατάσκοποι του δωματίου είδαν τον σωματοφύλακα να γυρίζει στη σουίτα μόνος. Πού είχε πάει ο Άλφεντουρ; Τον έψαξαν αλλά δεν τον βρήκαν. Θα μπορούσε να είχε ανεβεί στην ταράτσα του ξενοδοχείου, μα δεν ήταν εκεί. Από πού μπορεί να είχε φύγει; Και γιατί είχε διαλέξει τέτοιο ύποπτο, κρυφό δρόμο;

Την επόμενη ημέρα, οι κατάσκοποί της είχαν χάσει τον Άλφεντουρ και τον σωματοφύλακά του μέσα στον Λαβύρινθο, όπου, κατά τα φαινόμενα, είχαν πάει για να συναντήσουν κάποιον. Ποιον ήθελε να συναντήσει ο διπλωμάτης σε μια συνοικία σαν τον Λαβύρινθο; Σίγουρα όχι κανέναν πολιτικό. Αν και τίποτα δεν αποκλειόταν.

Όπως και νάχε, ο Άλφεντουρ δεν ήταν τόσο αθώος όσο προσπαθούσε να δείχνει. Έκανε κινήσεις σκοτεινές, συναντούσε πιθανώς ύποπτα άτομα.

Κι όμως, η Κέσριμιθ τον πίστευε τώρα που της έλεγε ότι δεν είχε συναναστροφές με αυτονομιστές. Για κάποιο λόγο, τον πίστευε. Μπορεί να έκρυβε διάφορα, αλλά σ’αυτό δεν έλεγε ψέματα. Η Κέσριμιθ θεωρούσε τον εαυτό της καλό για να διαβάζει την έκφραση των άλλων. Τόσα χρόνια ανάμεσα σε Χαρνώθιους ευγενείς και διπλωμάτες την είχαν εκπαιδεύσει ικανοποιητικά.

«Θα το σκεφτώ, Άλφεντουρ,» είπε ξανά. «Ίσως και να τον ελευθερώσω, αν πιστεύεις ότι αυτό όντως θα δώσει τέλος στις επιθέσεις των αυτονομιστών.»

«Δε θα τους δώσει τέλος,» αποκρίθηκε εκείνος, «αλλά σίγουρα τα επεισόδια που θα προκληθούν θα είναι… λιγότερο δυσάρεστα.»

*

«Αρχόντισσά μου,» είπε η Νικόλ, «δεν είναι συνετό να τον αφήσετε να φύγει. Μπορεί να έχει πληροφορίες να δώσει.»

«Ναι, μπορεί,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ, «αλλά μπορεί και όχι.» Εξακολουθούσε να κάθεται στην ίδια καρέκλα που καθόταν και πριν, στην Αίθουσα του Φύλακα, κοντά στο μεγάλο τζάκι. Ο Άλφεντουρ είχε φύγει πια, κι εκείνη είχε καλέσει τον Θόρεντιν και τη Νικόλ για να μιλήσουν. «Κι αν συνεχίσω να τον κρατάω φυλακισμένο, αυτό θα προκαλέσει ταραχές στην πόλη. Αύριο το πρωί θα τον ελευθερώσω· δεν γίνεται αλλιώς. Είναι η καλύτερη πολιτική κίνηση που μπορώ να κάνω.»

«Να προτείνω, τότε, κάτι άλλο, Αρχόντισσά μου;»

«Τι;»

«Θα περιμένετε λίγο, να φέρω κάτι;»

«Ασφαλώς.»

Η Νικόλ απομακρύνθηκε από την Κέσριμιθ και τον Θόρεντιν, και βγήκε από την Αίθουσα του Φύλακα.

Η Αρχόντισσα άναψε ένα τσιγάρο. «Έχεις υπόψη σου σε τι μπορεί να αναφέρεται;»

«Ίσως. Θα δούμε…» Ο Αρχικατάσκοπος κάθισε στην καρέκλα όπου πριν καθόταν ο Άλφεντουρ. Το βλέμμα του πήγε πάλι προς το εκτεθειμένο αριστερό πόδι της Κέσριμιθ.

Δεν είμαι και τόσο άσχημη. Αλλά πρέπει να βρω έναν τρόπο να εξαφανίσω αυτές τις ουλές. Θα είναι φριχτές!

Η Νικόλ δεν άργησε να επιστρέψει, έχοντας στο χέρι της κάποιο αντικείμενο. Το έτεινε προς την Κέσριμιθ, κι εκείνη είδε ότι ήταν ένας κρυστάλλινος κύβος που μέσα του κάτι βρισκόταν παγιδευμένο. Τι είναι αυτό, μα τους θεούς; Μια συγκέντρωση από μικροσκοπικά καλώδια και μεμβράνες, ίσως. Και… θύμιζε μάτι, πολύ γενικά, ή ήταν η ιδέα της;

«Τηλεοπτικό μάτι,» είπε η Νικόλ. «Έχουν απομείνει πλέον ελάχιστα. Είναι το μοναδικό που έχω. Μπορείς να το βάλεις στο μάτι κάποιου με μια πολύ απλή επέμβαση: φτάνει να τον ακινητοποιήσεις, αλλά όχι να τον αναισθητοποιήσεις· πρέπει να είναι ξύπνιος. Του ανοίγεις καλά το μάτι και ακουμπάς το τηλεοπτικό μάτι επάνω του, με τον σωστό τρόπο. Το τηλεοπτικό μάτι προσαρμόζεται στο φυσικό μάτι, γίνεται ένα μαζί του, πιάνεται στα νευρά. Και είναι μετά σχεδόν αόρατο. Τίποτα δεν φαίνεται πέρα από μια μικρή θολούρα· λιγότερη από τη θολούρα που θα φαινόταν αν είχε καταρράκτη.

»Το τηλεοπτικό μάτι είναι, ουσιαστικά, ένας τηλεοπτικός πομπός που στέλνει όλα τα οπτικά δεδομένα που βλέπει το κανονικό μάτι.»

«Δηλαδή, θα βλέπουμε ό,τι βλέπει ο Πρόμαχος;»

«Ακριβώς. Δυστυχώς, δεν θα ακούμε και ό,τι ακούει, βέβαια, που είναι εξίσου σημαντικό. Αλλά από το τίποτα….»

«Είπες, όμως, ότι δεν θα είναι αναισθητοποιημένος όταν θα γίνει η επέμβαση, σωστά; Θα ξέρει, επομένως, πως έχει τέτοιο πράγμα μέσα στο μάτι του;»

«Θα του σβήσουμε τη μνήμη με Μαγγανεία Μνημονικής Διαγραφής. Ο Μάλμεντιρ’χοκ μπορεί να το κάνει, άνετα.»

«Και μετά, αυτός ο πομπός δεν μπορεί να εντοπιστεί;»

«Πολύ δύσκολα, και όχι με τις συμβατικές μεθόδους, επειδή γίνεται ένα με το νευρικό σύστημα του ατόμου. Χρειάζεται λεπτομερή έρευνα για να τον βρουν, ή κάποιος πολύ ικανό μάγος που θα δώσει μεγάλη σημασία στο μάτι συγκεκριμένα.»

Η Κέσριμιθ δεν μίλησε, παρατηρώντας το τηλεοπτικό μάτι μέσα στον κρυστάλλινο κύβο.

«Είναι το τελευταίο που έχω εδώ, Αρχόντισσά μου. Τι λέτε; Να το χρησιμοποιήσουμε;»

«Εσύ τι θα πρότεινες, Νικόλ; Είπες ότι δεν θα ακούμε, σωστά;»

«Ναι, δυστυχώς δεν θα ακούμε.»

«Τι θα πρότεινες;»

«Αν είναι να τον ελευθερώσετε, ας έχουμε κάποιο πλεονέκτημα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συναναστρέφεται δυνάμεις εχθρικές προς εσάς, και όσο ο καιρός περνά τόσο τα πράγματα θα αγριεύουν στην πόλη. Ο Φύλακας, κάποια στιγμή σύντομα, θα επιτεθεί.»

Η Κέσριμιθ έστρεψε το βλέμμα της στον Θόρεντιν. Εκείνος έγνεψε καταφατικά.

«Εντάξει,» είπε η Αρχόντισσα στη Νικόλ. «Βάλτε του αυτό το τηλεοπτικό μάτι. Αλλά φροντίστε να μη θυμάται τίποτα μετά.»

«Μην ανησυχείτε καθόλου.»

2
Εξάποδος Επισκέπτης· η Μαύρη Γούνα· Συνάντηση Μέσα στις Σκιές· Έξω από την Πόλη· το Στρατόπεδο

Η Ζιρίνα καθόταν στο υπνοδωμάτιό της, καθώς νύχτωνε, και διάβαζε ένα βιβλίο με ποιήματα. Αλλά το μυαλό της δεν μπορούσε να ξεφύγει από τον Εθέλδιρ. Ανησυχούσε γι’αυτόν.

Καθισμένη πίσω από το μεγάλο, δρύινο γραφείο της, άφησε το βιβλίο παραδίπλα, κλείνοντάς το. Έστριψε ένα τσιγάρο και το άναψε μ’έναν γυάλινο ενεργειακό αναπτήρα από τη βιομηχανία του πατέρα της – Υαλοκατασκευές Φέρενερ.

Δε μπορεί να τολμήσουν να τον βασανίσουν· θα γίνει χαμός στην πόλη, κι αυτή η ανώμαλη στριγκιά το ξέρει. Δε θα το ρισκάρει. Αλλά… σίγουρα πρέπει να προσπαθούν να πάρουν πληροφορίες. Ίσως να είχαν βάλει μάγους για να κάνουν τη δουλειά, ή ίσως να χρησιμοποιούσαν κάποιον περίεργο, διαβολικό τρόπο. Αυτοί οι ελεεινοί φίλοι Παντοκρατορικών καθαρμάτων ήταν ικανοί για όλα!

Και ο Εθέλδιρ μπορούσε να τους αποκαλύψει πράγματα που δεν έπρεπε να γνωρίζουν…

Γαμώτο! του είχα πει να μην πάει εκεί. Τι ήθελε και πήγε; Ήταν εξαρχής επικίνδυνο. Δεν είχε καμια δουλειά εκεί!

Η Ζιρίνα αναστέναξε και, κλείνοντας τα μάτια, επικαλέστηκε τον Σιλίσβας, τον Σιγηλό Δαίμονα, τη θεότητα της σιωπής, του διαλογισμού, της έμπνευσης. Προσπάθησε να ηρεμήσει το μυαλό της, επαναλαμβάνοντας νοητικά μια επωδό του Σιλίσβας–

Κάτι άγγιξε το δεξί της πόδι, κάνοντάς την να τιναχτεί, ξαφνιασμένη.

Κοιτάζοντας κάτω, είδε ένα σίρκι’θ να την ατενίζει με διαμαντένια μάτια. Στο στόμα του ήταν ένα διπλωμένο κομμάτι χαρτί.

Αν είναι πάλι κάποιος απ’αυτούς τους τρισκατάρατους μπάσταρδους…! Η Ζιρίνα είχε δεχτεί κάμποσες φορές απειλητικά ή τελείως παράξενα μηνύματα από σίρκι’θ.

Ωστόσο, μπορεί να ήταν και κάποιος άλλος. Κάποιος που περίμενε.

Άπλωσε το χέρι της και πήρε το χαρτί από το στόμα της μικρής εξάποδης σαύρας, η οποία αμέσως στράφηκε, έτρεξε προς το μπαλκόνι της, και βγήκε από τη μισάνοιχτη πόρτα.

Η Ζιρίνα ξεδίπλωσε το μήνυμα.

Θέλω να συζητήσουμε, απόψε ει δυνατόν. Περιμένω απάντησή σου.

–Αλφντρ

Μίλησε στην Αρχόντισσα για τον Εθέλδιρ; Πρέπει να της μίλησε· μου το είχε υποσχεθεί. Και της έμοιαζε για αρκετά αξιόπιστος άνθρωπος. Από παλιά. Ίσως ο Άλφεντουρ να είναι ο καταλύτης που τελικά θα μας βοηθήσει να σωθούμε απ’αυτούς τους τυράννους.

Η Ζιρίνα πήρε ένα κομμάτι χαρτί, το έκοψε στα δύο, και μετά το ξανάκοψε στα δύο. Έγραψε επάνω του το μέρος όπου ήθελε να τον συναντήσει, τα μεσάνυχτα. Δίπλωσε το μικρό μήνυμα και, φορώντας τις παντόφλες της, βγήκε απ’το υπνοδωμάτιό της. Πήγε σ’ένα δωμάτιο που βρισκόταν παραδίπλα και περιείχε τρεις μεγάλες γυάλες, αλληλοσυνδεόμενες με γυάλινους σωλήνες. Στο εσωτερικό τους υπήρχαν τρία εκπαιδευμένα σίρκι’θ, καθώς επίσης και χόρτα, ξύλα, ξηροί καρποί, και διάφορα άλλα πράγματα και τροφές. Η Ζιρίνα με το ζόρι διέκρινε ένα από τα σαυράκια, γιατί είχε πάρει πράσινο χρώμα για να γίνει ένα με το περιβάλλον του. Ή πράσινο ή γκρίζο γινόταν το δέρμα τους, ανάλογα με τις συνθήκες.

Η Ζιρίνα άνοιξε τη γυάλα όπου βρισκόταν το συγκεκριμένο σίρκι’θ, το έπιασε από τον αυχένα, και το σήκωσε έξω. Το πλασματάκι δεν πονούσε έτσι· ήταν αποδεδειγμένο. Η Ζιρίνα έκλεισε πάλι τη γυάλα και άφησε το σίρκι’θ επάνω της. Του έδωσε το διπλωμένο χαρτί κι εκείνο το δάγκωσε, κρατώντας το γερά στο στόμα του. Η Ζιρίνα τού σφύριξε μια λέξη που έβαζε το μυαλό του στη σωστή νοητική συχνότητα, και τα διαμαντένια μάτια του φάνηκαν να στραφταλίζουν. Μετά, έφερε στο νου της το πρόσωπο του Άλφεντουρ και το σώμα του Άλφεντουρ. Τον σχημάτισε μέσα στη σκέψη της όσο καλύτερα μπορούσε.

Το σίρκι’θ ήταν εκπαιδευμένο, από ειδικούς υπνωτιστές, ώστε να μπορεί να συλλάβει αυτή την εικόνα. Τα εξάποδα σαυράκια ήταν πολύ δεκτικά σε νοητικές ενέργειες.

Το συγκεκριμένο κατέβηκε από τη γυάλα και έτρεξε πάνω στο πάτωμα, βγαίνοντας από το δωμάτιο. Η Ζιρίνα το ακολούθησε. Το είδε να πηγαίνει στο υπνοδωμάτιό της. Το ακολούθησε ξανά, και τώρα το είδε να φεύγει απ’το μπαλκόνι.

Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι σύντομα θα έβρισκε τον Άλφεντουρ, όπου μέσα στη Φάνρηβ κι αν βρισκόταν.

*

Άφησε να περάσει κάποια ώρα, γιατί ήταν ακόμα πολύ νωρίς, και μετά ετοιμάστηκε, φορώντας ρούχα ταξιδιωτικά κι από πάνω τους μια κάπα. Επίσης, έκρυψε κάτω από την κάπα ένα ξιφίδιο κι ένα μικρό πιστόλι.

Βγήκε απ’το υπνοδωμάτιό της και βάδισε προς τον στάβλο της οικίας των Φέρενερ. Περνώντας κοντά από το δωμάτιο του αδελφού της, συμπέρανε, από τους ήχους που έρχονταν από μέσα, ότι ο Ναλτάφιρ είχε γυναικεία παρέα. Καινούργια ερωμένη ξανά; Δεν καταλάβαινε ότι έτσι μπορεί να έφερνε στο τέλος κατασκόπους εδώ μέσα; Ο Οίκος των Φέρενερ δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε οίκος της Φάνρηβ· είχαν θέση στο Συμβούλιο των Αιρετών.

Η Ζιρίνα έφτασε στον στάβλο χωρίς να συναντήσει κανέναν συγγενή· ήταν αργά, άλλωστε, λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Ίσως έπρεπε να είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Τώρα καλύτερα να βιαζόταν.

Στον στάβλο βρίσκονταν τρία άλογα και δύο γιγαντόλυκοι, με αυστηρό διαχωρισμό ανάμεσά τους, γιατί τα άλογα και οι γιγαντόλυκοι δεν τα πήγαιναν και τόσο καλά. Η Ζιρίνα πλησίασε τη λύκαινα που ονόμαζε Μαύρη Γούνα, την οποία είχε πολλά χρόνια, από τότε που το θηρίο ήταν μικρό. Το είχε βρει, κατά σύμπτωση, στο Χαμηλό Δάσος.

Η γιγαντολύκαινα είχε, φυσικά, μαύρο τρίχωμα και πυκνό. Η Ζιρίνα την ξύπνησε χαϊδεύοντας το κεφάλι της, κι εκείνη άπλωσε τη γλώσσα της και της έγλειψε το χέρι. Η Ζιρίνα τη σέλωσε, τη χαλίνωσε, και την καβάλησε. Σήκωσε την κουκούλα της κάπας της και βγήκε από την οικία των Φέρενερ, προσέχοντας για κατασκόπους. Αν και πώς θα μπορούσαν να ξέρουν ποια ήταν, έτσι όπως ήταν κουκουλωμένη; Μόνο, ίσως, αν γνώριζαν για τη Μαύρη Γούνα…

Όπως και νάχε, δεν θα είχαν τη δυνατότητα να την ακολουθήσουν εκεί όπου πήγαινε.

Η Ζιρίνα δεν ήταν καλή στο να εντοπίζει κατασκόπους, κι αυτό την ενοχλούσε. Ο Εθέλδιρ, αντιθέτως, έμοιαζε να τους καταλαβαίνει αμέσως, λες και είχε κάποιο ξόρκι εντοπισμού κατασκόπων πάντοτε ενεργό μέσα στο μυαλό του.

Αν αυτή η στριγκιά δεν τον ελευθερώσει σύντομα....

Η Ζιρίνα έτρεξε μέσα στις σκιές και τους δρόμους του Υαλουργείου, καβάλα στη γιγαντολύκαινά της, τυλιγμένη στην κάπα της. Φυσικά, ελάχιστος κόσμος ήταν έξω τέτοια ώρα.

Σύντομα έφτασε κοντά σε μια δίοδο της Πόλης της Αέναης Νύχτας που βρισκόταν στη νότια μεριά της Μεγάλης Αγοράς. Κοιτάζοντας πάνω απ’τον ώμο της, δεν έβλεπε κανέναν να την ακολουθεί.

Έστριψε σε μια γωνία και μπήκε σ’ένα σοκάκι ανάμεσα σε δύο ψηλές πολυκατοικίες όπου, κυρίως, έμεναν εργάτες που δούλευαν στα καταστήματα της Μεγάλης Αγοράς. Τίποτα ιδιαίτερο δεν διακρινόταν. Κανένας δεν θα μπορούσε ποτέ να υποπτευθεί ότι εδώ υπήρχε διαστασιακή δίοδος. Εκτός, ίσως, αν ήταν μάγος. Οι μάγοι πρέπει να μπορούσαν να τις εντοπίσουν κάπως, σωστά;

Η Ζιρίνα τράβηξε το Φυλαχτό της Αέναης Νύχτας έξω από τα ρούχα της κι άφησε τις αχτίνες των δύο φεγγαριών που περνούσαν ανάμεσα από τα σύννεφα να έρθουν σε επαφή με τον λίθο στο κέντρο του. Η δίοδος παρουσιάστηκε μπροστά της. Ένα φωτεινό σημείο, στο ύψος και στο πλάτος περίπου όσο μια πόρτα. Η Ζιρίνα ώθησε τη Μαύρη Γούνα προς τα εκεί, ενώ έσκυβε πάνω στη ράχη της για να χωρέσει–

Κι αυτό ήταν. Ύστερα από μια αίσθηση απότομης μετατόπισης, βρισκόταν στην Πόλη της Αέναης Νύχτας. Εδώ οι κατάσκοποι της Αρχόντισσας, ακόμα κι αν πριν την παρακολουθούσαν, δεν μπορούσαν να έρθουν. Δεν είχαν Φυλαχτά· μόνο οι υποστηρικτές του Φύλακα είχαν, επειδή βρίσκονταν ανάμεσά τους πολλοί πρώην επαναστάτες.

Η Μαύρη Γούνα αισθανόταν περίεργα τώρα· η Ζιρίνα το καταλάβαινε. Η Πόλη τής φαινόταν αφύσικη. Πώς να την εκλάμβανε, άραγε; Σαν όνειρο;

«Πάμε,» της ψιθύρισε η Ζιρίνα, χαϊδεύοντάς την. «Πάμε!» Και η γιγαντολύκαινα έτρεξε μέσα στους δρόμους που ήταν γεμάτοι σκιές: έτρεξε πιο γρήγορα απ’ό,τι έτρεχε συνήθως, καθώς εδώ οι ελκτικές δυνάμεις ήταν ασθενέστερες από αυτές στη Μοργκιάνη. Τα άλματα της Μαύρης Γούνας ήταν μεγάλα και την πήγαιναν μακριά. Η Ζιρίνα χαμογελούσε. Της άρεσε αυτό το ταξίδι.

Κατευθύνθηκε προς τα βόρεια, διά μέσου της Μεγάλης Αγοράς. Και σ’έναν δρόμο νόμισε πως είδε κάποιον–

Κάποιον που δεν ήταν σκιά. Βρισκόταν εδώ, στην Πόλη, όχι στη Φάνρηβ της Μοργκιάνης.

Η Ζιρίνα τράβηξε τα ηνία και η Μαύρη Γούνα έκοψε ταχύτητα. Ο άγνωστος αμέσως έτρεξε κι έφυγε. Μάλλον κι αυτός την είχε δει.

Ποιος ήταν; Δεν τον είχε διακρίνει. Φορούσε κουκούλα, όπως η Ζιρίνα, και ήταν αρκετά μακριά. Γιατί, όμως, δεν είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει μαζί της;

Ένα ρίγος τη διαπέρασε.

Μπορεί να μην ήταν ένας από τους υποστηρικτές του Φύλακα; Ή, όποιος κι αν ήταν, είχε φοβηθεί ότι εκείνη μπορεί να μην ήταν ένας από τους υποστηρικτές του Φύλακα;

Δεν έχω τώρα χρόνο για να μάθω.

Η Ζιρίνα έβαλε πάλι τη Μαύρη Γούνα να τρέξει.

*

Όταν ήταν στον Νυκτόκηπο, στην άλλη μεριά του ποταμού, πλησίασε μια διαστασιακή δίοδο που φαινόταν σαν πυκνό, αφύσικο σκοτάδι αντίκρυ της. Παραδίπλα, έβλεπε δυο σκιές να στέκονται. Ο Άλφεντουρ, μάλλον, και ο σωματοφύλακάς του. Κανένας άλλος δεν έμοιαζε να βρίσκεται εκεί γύρω. Έκανε δυο φορές τον κύκλο. Ναι, κανένας δεν ήταν εδώ. Πρέπει να είχαν αποφύγει τους κατασκόπους της Αρχόντισσας.

Η Ζιρίνα πέρασε μέσα από τη δίοδο και βγήκε στη Φάνρηβ της Μοργκιάνης, ξαφνιάζοντας τους δύο άντρες.

«Ζιρίνα;» είπε ο ένας με τη φωνή του Άλφεντουρ.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, «εγώ είμαι. Και ποιος είναι μαζί σου;»

«Ο Θάλβακιρ. Επέμενε να έρθει.»

«Πάμε στην Πόλη να μιλήσουμε.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ, περιμένοντάς το φυσικά.

Η Ζιρίνα έβγαλε το Φυλαχτό της, το κράτησε έτσι ώστε να το χτυπά το φεγγαρόφωτο, και η φωτεινή δίοδος δημιουργήθηκε. «Περάστε,» τους είπε.

Ο Άλφεντουρ και ο Θάλβακιρ μπήκαν, και η Ζιρίνα τούς ακολούθησε.

«Τίποτα δεν φαίνεται νάχει αλλάξει…» μουρμούρισε ο Θάλβακιρ.

«Τα πάντα έχουν αλλάξει,» του είπε η Ζιρίνα. «Σύντομα θα το καταλάβεις.» Και προς τον Άλφεντουρ, ενώ κατέβαινε από τη Μαύρη Γούνα: «Τι έγινε με τον Εθέλδιρ;»

«Της ζήτησα να τον ελευθερώσει.»

«Και; Την πίεσες;»

«Όσο μπορούσα. Νομίζω πως θα το κάνει, πως αύριο θα τον αφήσει να φύγει.»

«Είσαι σίγουρος;»

«Σίγουρος δεν μπορώ να είμαι, Ζιρίνα. Δεν την εκβίασα, απλώς της το πρότεινα.»

Η Ζιρίνα αναστέναξε, σταυρώνοντας τα χέρια της μπροστά της. Κι αν δεν τον ελευθερώσει, τότε τι θα κάνουμε; Πώς θα τον βγάλουμε μέσα από το Μέγαρο των Φυλάκων;

«Θέλω να μου απαντήσεις σε κάποια ερωτηματικά που έχω, αν μπορείς,» της είπε ο Άλφεντουρ.

Τα μάτια της στένεψαν, περιμένοντας.

«Τι έγινε στην Πλατεία Νότιου Πάνθεου; Εσείς προσπαθήσατε να δολοφονήσετε την Αρχόντισσα; Ήταν κι ο Εθέλδιρ όντως μπλεγμένος σ’αυτό, ή όχι;»

Η Ζιρίνα δίστασε ν’απαντήσει. Θα ήταν συνετό να τον εμπιστευτώ; Ο Άλφεντουρ δεν της είχε ποτέ δώσει αιτία για να τον θεωρεί αναξιόπιστο, αν και ήταν προφανές ότι βρισκόταν εδώ για την προώθηση των συμφερόντων της Νάζρηβ και μόνο. Από την άλλη, θα πήγαινε στοίχημα πως ούτε η ανώμαλη στριγκιά τον θεωρούσε αναξιόπιστο. Είναι περισσότερο με το μέρος μας ή με το δικό της; Ο διπλωμάτης έκρυβε πολύ καλά τις γνώμες και τις απόψεις του. Ένα μονάχα ήταν βέβαιο: ήθελε ειρήνη στη Φάνρηβ, ήθελε ευημερία.

Τι μπορεί να έχω να χάσω;

«Αυτά που θα μου πεις δεν πρόκειται να μεταφερθούν πουθενά αλλού,» τη διαβεβαίωσε ο Άλφεντουρ. «Το ξέρεις, από παλιά, ότι πάντα έτσι κάνω.»

«Και… ο μισθοφόρος σου;» Έριξε ένα βλέμμα στον Θάλβακιρ.

«Ο Θάλβακιρ είναι απόλυτα πιστός σε μένα· τον γνωρίζω χρόνια. Και δεν έχει τίποτα να κερδίσει με το να σας προδώσει στην Αρχόντισσα.

»Εσείς προσπαθήσατε να τη δολοφονήσετε;»

Η Ζιρίνα αναστέναξε. «Η υπόθεση είναι αρκετά μπλεγμένη. Ναι, μια μερίδα από εμάς προσπάθησε να τη δολοφονήσει. Αλλά ο Εθέλδιρ δεν ήταν σ’αυτή τη μερίδα. Τους έλεγε πως δεν έχει νόημα να σκοτώσουμε την Κέσριμιθ· απλά το Βασίλειο της Χάρνωθ θα στείλει άλλο Βασιλικό Αντιπρόσωπο εδώ.»

«Και είχε δίκιο. Τι έκανε, τότε, στα Ποτά των Θεών εκείνη τη βραδιά;»

«Ήθελε να δει τι θα γινόταν. Και τον είχα προειδοποιήσει, αλλά δεν με άκουσε. Ο ανόητος!»

«Και ο Ριλάθιρ;»

«Ο Ριλάθιρ προσπάθησε να την πυροβολήσει,» είπε η Ζιρίνα. «Δικό του ήταν το σχέδιο εξ αρχής, και αρκετοί συμφωνούσαν μαζί του. Δε μπορώ να καταλάβω τι νόμιζαν ότι θα κατάφερναν πέρα απ’το να εκτονώσουν την οργή τους.»

«Και ποιοι έβαλαν τις φωτιές από την άλλη μεριά της πλατείας;»

«Αυτό δεν το γνωρίζω. Πάντως, δεν ήμασταν εμείς. Αυτονομιστές πρέπει να ήταν.»

«Πώς ήξεραν οι αυτονομιστές ότι θα προσπαθούσατε να σκοτώσετε την Αρχόντισσα χτες;»

«Δεν ξέρω,» είπε η Ζιρίνα, μορφάζοντας. «Ίσως να ήταν τυχαίο…»

«Τυχαίο; Έχουν τόσους πολλούς κατασκόπους στην πόλη ώστε να μπορούν να δράσουν τόσο γρήγορα;»

«Δεν ξέρω,» είπε ξανά η Ζιρίνα. «Ναι, είναι όντως περίεργο. Αλλ’ αυτό είναι το λιγότερο που μ’απασχολεί τώρα, Άλφεντουρ.»

«Για την επίθεση στο Μέγαρο των Αιρετών τι γνωρίζεις; Μπορεί να την έκαναν ο Ριλάθιρ και ο Νέλδουρ, όπως–»

«Φυσικά και όχι! Αν είναι δυνατόν…» Επιπλέον, πρόσθεσε νοερά, το ενεργειακό κανόνι που έχουμε στην κατοχή μας κανένας δεν το έχει πειράξει εδώ και πολύ καιρό. Βρισκόταν σε ασφαλές μέρος. Φρουρούμενο από πρώην επαναστάτες.

«Αυτονομιστές, λοιπόν…»

«Κατά πάσα πιθανότητα,» είπε η Ζιρίνα. «Αν και… απορώ πού βρήκαν ενεργειακό κανόνι. Ποτέ άλλοτε δεν έχουν επιτεθεί με ενεργειακό κανόνι.»

Ο Άλφεντουρ φάνηκε σκεπτικός για λίγο. Ύστερα ζήτησε: «Θα μπορούσες να με οδηγήσεις στον Φύλακα, Ζιρίνα; Απόψε;»

*

Τους ρώτησε αν είχαν γιγαντόλυκους στη διάθεσή τους, κι εκείνοι απάντησαν πως δεν είχαν. Το ήξερε, βέβαια, πως θα της έδιναν αυτή την απάντηση· οι κατάσκοποι του Φύλακα τής είχαν αναφέρει ότι ο Άλφεντουρ μετακινιόταν μ’ένα νοικιασμένο τετράκυκλο, ενώ είχε έρθει στην πόλη μ’ένα ελικόπτερο.

Τους πρότεινε να τους οδηγήσει σ’ένα μέρος όπου θα μπορούσαν να βρουν γιγαντόλυκους, γιατί το ταξίδι δεν ήταν μικρό· ήταν γύρω στα είκοσι χιλιόμετρα, δεν μπορούσαν να το κάνουν με τα πόδια. Ο Άλφεντουρ και ο Θάλβακιρ δεν έφεραν αντίρρηση.

Η Ζιρίνα καβάλησε τη Μαύρη Γούνα, και οι δυο τους την ακολούθησαν μέσα στην Πόλη της Αέναης Νύχτας. Τους πήγε μακριά από τον Νυκτόκηπο, πέρα από το Βόρειο Πάνθεο, πέρα από τον Φιλόξενο, πέρα από τη Μακριά Λόγχη, πέρα από την Αστροφώτιστη. Η απόσταση ήταν αρκετή· χρειάστηκε μιάμιση ώρα για να τη διανύσουν, κυρίως επειδή ο Άλφεντουρ και ο Θάλβακιρ βάδιζαν.

Η Ζιρίνα τούς οδήγησε τελικά στο Βόρειο Λιμάνι, κοντά σ’ένα μέρος όπου είχαν τα λημέρια τους οι κατάσκοποι του Φύλακα οι οποίοι προετοίμαζαν τον ερχομό του στη Φάνρηβ. Βέβαια, δε θα το έλεγε αυτό στον Άλφεντουρ. Λέγε λίγα, κρύβε πολλά. Ο διπλωμάτης δεν χρειαζόταν να ξέρει και τόσο επικίνδυνες λεπτομέρειες.

Τους έβγαλε από την Πόλη της Αέναης Νύχτας, και βρέθηκαν σ’έναν δρόμο του Βόρειου Λιμανιού που αυτή την ώρα ήταν άδειος από ανθρώπους· μόνο τα στοιχειά της πόλης περιφέρονταν σφυρίζοντας και ουρλιάζοντας μαζί με τον παγερό θαλασσινό άνεμο που ερχόταν από τα νότια και τα δυτικά.

«Τι στάβλος είναι αυτός που νοικιάζει γιγαντόλυκους τέτοια ώρα;» ρώτησε ο Άλφεντουρ.

«Μην ανησυχείς,» αποκρίθηκε η Ζιρίνα, «είναι γνωστοί μου. Για χάρη μου θα σας νοικιάσουν δυο λύκους. Περιμένετε εδώ, όμως.»

«Πόσα λεφτά θέλεις;»

«Θα το κανονίσουμε μετά αυτό. Περιμένετε εδώ.»

«Εντάξει.»

Η Ζιρίνα απομακρύνθηκε από τον Άλφεντουρ και τον σωματοφύλακά του, πήγε στο μέρος που οι πράκτορες του Φύλακα είχαν ως βάση τους στο Βόρειο Λιμάνι, κι αφού βεβαιώθηκε – όσο καλύτερα μπορούσε – ότι δεν την ακολουθούσαν, κατέβηκε από τη Μαύρη Γούνα και χτύπησε την πόρτα. Αναμφίβολα, οι παρατηρητές του Φύλακα θα πρόσεχαν για εχθρικούς κατασκόπους καλύτερα από εκείνη.

Οι άνθρωποι που βρίσκονταν μέσα στο οίκημα τής άνοιξαν και, ύστερα από μια σύντομη κουβέντα, συμφώνησαν να της δώσουν δύο γιγαντόλυκους. Το θεωρούσαν, μάλιστα, πολύ θετικό που η Ζιρίνα είχε καταφέρει να πείσει τον Διπλωματικό Αντιπρόσωπο της Νάζρηβ να μιλήσει με τον Φύλακα.

*

Ο Άλφεντουρ και ο Θάλβακιρ καβάλησαν τους δύο γιγαντόλυκους, η Ζιρίνα τούς άνοιξε πάλι τη διαστασιακή δίοδο με το Φυλαχτό της, και μπήκαν στην Πόλη της Αέναης Νύχτας. Έτρεξαν προς τα βόρεια, προς τη Λιμανοπύλη, και έφτασαν πολύ γρήγορα καθώς οι λύκοι τους πηδούσαν ανάλαφρα μέσα στην ενδοδιάσταση με τις ασθενικές ελκτικές δυνάμεις.

Από το φυλάκιο πλάι στην πύλη είδαν φώτα τα οποία φαίνονταν θολά σαν να γλιστρούσαν φιλτραρισμένα μέσα στην Πόλη της Αέναης Νύχτας.

Η Λιμανοπύλη ήταν ορθάνοιχτη.

«Ανοιχτή;» είπε ο Θάλβακιρ. «Τέτοια ώρα;»

Η Ζιρίνα γέλασε. «Δεν είναι ανοιχτή στη Φάνρηβ της Μοργκιάνης. Μόνο εδώ, στην Πόλη της Αέναης Νύχτας. Μπορείς να την ανοίξεις και να την κλείσεις,» εξήγησε καθώς περνούσαν την πύλη και έβγαιναν στην ύπαιθρο, «με τη χρήση ενός μεγάλου μοχλού μέσα στο φυλάκιο ο οποίος είναι πλέον μέρος της Πόλης· η σκοτεινή αντανάκλασή του έχει απορροφηθεί από αυτήν, ως τμήμα της Λιμανοπύλης. Αλλά δεν υπάρχει κανένας λόγος να κρατάμε την πύλη κλειστή εδώ – δεν πρόκειται να έρθουν εισβολείς – οπότε την έχουμε συνέχεια ανοιχτή, για ευκολία.»

Η Πόλη της Αέναης Νύχτας εκτεινόταν και στην ύπαιθρο έξω από τη Φάνρηβ. Εδώ, βέβαια, δεν ήταν πόλη, αλλά ήταν η ίδια ενδοδιάσταση, με τον ίδιο γκριζωπό φωτισμό που δεν είχε φανερή πηγή προέλευσης, με τις ίδιες ασθενικές ελκτικές δυνάμεις, με τις ίδιες πυκνές σκιές. Τα περισσότερα δέντρα υπήρχαν πραγματικά στην Πόλη, όπως επίσης και σχεδόν όλοι οι μεγάλοι βράχοι· δεν ήταν θολές, φασματικές μορφές. Η ενδοδιάσταση τα είχε απορροφήσει ύστερα από τόσα χρόνια ύπαρξης σε τούτα τα μέρη. Μάλιστα, ορισμένα δέντρα που είχαν καταστραφεί κατά τον τελευταίο πόλεμο με τους Παντοκρατορικούς εξακολουθούσαν να υφίστανται εδώ, στην Πόλη – ή, ίσως, στους Τόπους – της Αέναης Νύχτας. Η ενδοδιάσταση δεν τα είχε ακόμα ξεχάσει.

Οι γιγαντόλυκοι έτρεχαν με πολύ μεγάλη ταχύτητα μέσα στην ύπαιθρο, κάνοντας πελώρια άλματα, διασχίζοντας το ένα χιλιόμετρο μετά το άλλο.

Ο Θάλβακιρ ρώτησε τη Ζιρίνα: «Ώς πού εκτείνεται αυτή η ενδοδιάσταση;»

«Γύρω στα δέκα χιλιόμετρα. Θα χρειαστεί να βγούμε προτού φτάσουμε στον Φύλακα, δυστυχώς.»

Και, ύστερα από λίγο, έστριψε προς τα ανατολικά και τους οδήγησε πίσω από μια συστάδα δέντρων και μπροστά σε μια δίοδο – ένα αφύσικα σκοτεινό σημείο σαν πόρτα. Πέρασαν από μέσα της, σκύβοντας πάνω στις πλάτες των γιγαντόλυκών τους, και βγήκαν στο νυχτερινό τοπίο της Μοργκιάνης, το οποίο έμοιαζε πιο φωτεινό υπό το φως των δύο φεγγαριών του ουρανού της.

Οι γιγαντόλυκοι γρύλισαν ανήσυχα, ενοχλημένοι ίσως από την ξαφνική μετατόπιση μέσα στις διαστάσεις.

«Από δω και πέρα θα πρέπει να είμαστε γρήγοροι και συγχρόνως προσεχτικοί,» είπε η Ζιρίνα. «Κυκλοφορούν ανιχνευτές της Αρχόντισσας που παρατηρούν για πιθανές κινήσεις του Φύλακα.»

«Υποθέτω πως θα ξέρεις κάποιον ασφαλή δρόμο…» είπε ο Άλφεντουρ.

«Ο πιο ασφαλής δρόμος είναι και ο πιο απλός: αυτός που οδηγεί προς τη Ράσνηβ. Αλλά, και πάλι, θα πρέπει να είμαστε προσεχτικοί,» επανέλαβε η Ζιρίνα.

Ο δρόμος που οδηγούσε προς τη Ράσνηβ, μια από τις πόλεις του Θαλασσοδάσους, βρισκόταν κοντά στην ακτή και περνούσε ανάμεσα από ψηλά αειθαλή δέντρα που είχαν μάθει να αντιμετωπίζουν τους ανέμους της θάλασσας με τρόπο ανθεκτικό κι ευλύγιστο. Οι σκιές τους, που απλώνονταν σαν πυκνό δίχτυ, έμοιαζαν ζωντανές.

Οι γιγαντόλυκοι έτρεχαν πιο αργά απ’ό,τι μέσα στην ενδοδιάσταση, όμως η ταχύτητά τους εξακολουθούσε να είναι μεγάλη. Κατά κανόνα, έτρεχαν πιο γρήγορα από το μέσο άλογο.

Κανένας δεν προσπάθησε να σταματήσει τους λυκοκαβαλάρηδες ή να τους επιτεθεί, γιατί, υπέθετε η Ζιρίνα, δεν έμοιαζαν με τίποτα περισσότερο από τρεις ταξιδιώτες. Κανείς δεν θα μπορούσε να ξέρει ποιοι ήταν ή πού κατευθύνονταν.

Μέσα σε μισή ώρα είχαν διανύσει τα δέκα χιλιόμετρα που τους χώριζαν από το στρατόπεδο του Φύλακα, και τώρα το είδαν προς τ’ανατολικά. Είδαν τις φωτιές του και τα ενεργειακά φώτα του. Είδαν σκοτεινές σημαίες να κυματίζουν στον άνεμο.

Η Ζιρίνα έστριψε, ακολουθώντας ένα δύσβατο μονοπάτι όπου οι γιγαντόλυκοι δεν είχαν κανένα πρόβλημα να περπατήσουν. Εδώ είναι που μπορεί να συμβεί κάτι, σκέφτηκε, κι αμέσως μετά το είπε στον Θάλβακιρ, και πρόσεξε ότι ξαφνικά ένα πιστόλι παρουσιάστηκε στο χέρι του.

Οι άνθρωποι, όμως, που ήρθαν να τους κλείσουν τον δρόμο, καβαλώντας γιγαντόλυκους κι εκείνοι, δεν ήταν ανιχνευτές ή κατάσκοποι της Αρχόντισσας· ήταν παρατηρητές του Φύλακα. Η Ζιρίνα το διέκρινε μέσα στο φεγγαρόφωτο.

«Σταματήστε!» φώναξε ένας από τους παρατηρητές. «Ποιοι είστε και τι δουλειά έχετε εδώ;»

«Από τη Φάνρηβ έρχομαι. Το όνομά μου είναι Ζιρίνα ωλ Φέρενερ. Φέρνω μαζί μου έναν άνθρωπο που ο Φύλακας ήθελε να δει, αλλά δεν μπορώ να πω σ’εσάς ποιος είναι. Πρόκειται για πολιτικό θέμα.»

*

Οι άνθρωποι του Φύλακα γνώριζαν ποιοι ήταν οι σημαντικοί του σύμμαχοι μέσα στη Φάνρηβ, έτσι δεν προκάλεσαν προβλήματα στη Ζιρίνα. Χωρίς καμία καθυστέρηση, επέτρεψαν σ’εκείνη και τους δύο συντρόφους της να μπουν στο εσωτερικό του στρατοπέδου, το οποίο ήταν αρκετά μεγάλο, καθώς ο Φύλακας είχε συγκεντρώσει υποστήριξη από πολλές και διάφορες πόλεις της Κοινοπολιτείας των Τεσσάρων Δασών. Δεν θα ερχόταν εδώ μόνος του, φυσικά.

Αλλά η σημαντικότερη υποστήριξή του ήταν από τη Σάλθενρηζ, όπου καταγόταν η σύζυγός του, η Πριγκίπισσα του Μαύρου Δάσους, η Φαέλθανιρ αλ Τελσέκρουν. Μπορούσες να δεις τους πολεμιστές της και τις σημαίες της παντού στον καταυλισμό.

«Περιμένετε λίγο,» είπε ένας από αυτούς τους πολεμιστές στη Ζιρίνα. «Θα ειδοποιήσουμε τον Φύλακα.» Και βάδισε ανάμεσα στις σκηνές, χάθηκε από τα μάτια τους.

Τριγύρω στέκονταν άλλοι μαχητές οι οποίοι παρατηρούσαν τους επισκέπτες. Μας εμπιστεύονται, σκέφτηκε η Ζιρίνα, αλλά όχι και τόσο ώστε να μας αφήσουν τελείως μόνους. Κι αναρωτήθηκε τι να σκεφτόταν ο Άλφεντουρ για όλ’ αυτά, τι γνώμη να είχε για το συγκεντρωμένο στράτευμα που έβλεπε. Η Ζιρίνα υποπτευόταν ότι, μάλλον, δεν θα του άρεσε. Ο Άλφεντουρ δεν ήθελε πόλεμο· ήθελε εμπόριο. Αλλά αν οι Χαρνώθιοι δεν φύγουν από την πόλη μας τότε πόλεμο θα έχουμε! Και ο Άλφεντουρ δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να το εμποδίσει αυτό· επομένως, έπρεπε να καταλάβει πως το πιο συμφέρον για εκείνον ήταν να συνταχθεί με τις δυνάμεις της Κοινοπολιτείας και του Φύλακα.

Ο πολεμιστής που είχε φύγει δεν άργησε να επιστρέψει, και τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν αφού πρώτα του έδιναν όλα τους τα όπλα.

«Για ποιο λόγο;» ρώτησε ο Θάλβακιρ.

«Δεν περιμένετε, ασφαλώς, να σας επιτρέψουμε να πλησιάσετε τον Φύλακα οπλισμένοι!» είπε ο πολεμιστής, προσπαθώντας να κοιτάξει μέσα στο σκοτάδι της κουκούλας του.

Ο Άλφεντουρ έκανε κάποιο νόημα στον Θάλβακιρ με τα δάχτυλά του – χρησιμοποιώντας τη Σιωπηλή Γλώσσα, μάλλον, την οποία η Ζιρίνα δεν γνώριζε. Ο Θάλβακιρ έδωσε το πιστόλι του στον πολεμιστή, και μετά ξεθηκάρωσε δύο ξιφίδια κι άλλο ένα πιστόλι και τα έδωσε κι αυτά στους υπόλοιπους που είχαν μόλις πλησιάσει. Η Ζιρίνα παρέδωσε τα δικά της όπλα, και ο Άλφεντουρ τα δικά του.

Παρά την προθυμία τους να υπακούσουν, οι άνθρωποι του Φύλακα τούς έψαξαν, ύστερα, από πάνω ώς κάτω, χωρίς καθυστέρηση. Και δεν βρήκαν τίποτα επικίνδυνο κρυμμένο επάνω τους.

Μετά, ο πολεμιστής που είχε ειδοποιήσει τον Φύλακα είπε: «Ελάτε τώρα μαζί μου.»

Η Ζιρίνα τον ακολούθησε, αν και γνώριζε κι η ίδια πώς να φτάσει στη σκηνή του Φύλακα· δεν ήταν, ασφαλώς, η πρώτη φορά που ερχόταν στο στρατόπεδο. Ο Άλφεντουρ και ο Θάλβακιρ βάδισαν δεξιά της. Τους γιγαντόλυκούς τους τους άφησαν πίσω.

Η σκηνή του Φύλακα δεν είχε και καμια μεγάλη διαφορά από τις υπόλοιπες εκτός από το έμβλημα της Φάνρηβ που ήταν ζωγραφισμένο σ’ένα κομμάτι ξύλο πάνω από την είσοδό της: ένας λευκός δίσκος με μια τετράγωνη προεξοχή στην κορυφή του. Συμβόλιζε το τραπέζι του συμβουλίου της πόλης το οποίο είχε παρόμοιο σχήμα. Συμβόλιζε τον τρόπο που η Φάνρηβ διοικείτο εδώ και αιώνες: αποφάσεις που παίρνονται από πολλούς μαζί ενώ ένας τούς φρουρεί από εξωτερικούς και εσωτερικούς κινδύνους.

Μια φρουρός παραμέρισε την κουρτίνα της εισόδου της σκηνής, αφήνοντας τη Ζιρίνα και τους δύο συντρόφους της να περάσουν. Ο πολεμιστής που τους είχε οδηγήσει ώς εδώ έμεινε έξω.

Το εσωτερικό ήταν χωρισμένο με περισσότερες κουρτίνες αλλά ο χώρος στον οποίο βρέθηκαν έμοιαζε με δωμάτιο υποδοχής. Είχε ένα μικρό τραπέζι στο κέντρο, με μια καράφα επάνω και μερικές καρέκλες τριγύρω. Μπροστά από την αντικρινή κουρτίνα ήταν κρεμασμένη μια σημαία όπου ήταν ζωγραφισμένα πλάι-πλάι το έμβλημα της Φάνρηβ και το έμβλημα της Κοινοπολιτείας των Τεσσάρων Δασών.

Πίσω από το τραπέζι στεκόταν ο δικαιωματικός Φύλακας της Φάνρηβ, ο Άσραδλιν ωλ Χέρκανεκ: μαυρόδερμος με μακριά πράσινα μαλλιά που έπεφταν, λυτά, στους ώμους του. Στο μέτωπό του ήταν ένας γυαλιστερός, χρυσός δίσκος με το έμβλημα της Φάνρηβ λαξεμένο επάνω, δεμένος εκεί με ένα δερμάτινο λουρί που περνούσε γύρω απ’το κεφάλι του. Το Διάδημα των Φυλάκων, το οποίο είχαν πάρει μαζί τους στην εξορία όταν οι Παντοκρατορικοί τούς έδιωξαν από τη Φάνρηβ.

Η Ζιρίνα θεωρούσε τον Άσραδλιν όμορφο – και ήταν όμορφος, αντικειμενικά, νόμιζε: ψηλός, λιγνός αλλά γεροδεμένος, με έξυπνο βλέμμα και χείλη που έμοιαζαν έτοιμα ανά πάσα στιγμή είτε να χαμογελάσουν είτε να μετατραπούν σε μια γραμμή αποφασιστικότητας επάνω στο πρόσωπό του – αλλά δεν τη γοήτευε όπως ο Εθέλδιρ. Ούτε στο ελάχιστο. Ο Άσραδλιν ήταν μόνο για να τον κοιτάζεις.

Ο Άλφεντουρ κατέβασε την κουκούλα της κάπας του.

«Κύριε Άλφεντουρ,» είπε ο Άσραδλιν. «Το φαντάστηκα πως ίσως εσείς να ήσασταν που έφερε η Ζιρίνα. Είχα πει πως ήθελα να σας δω όταν ερχόσασταν στη Φάνρηβ. Με τον πατέρα μου είχατε μιλήσει στο παρελθόν…»

«Δυστυχώς, ελάχιστες φορές,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ. «Μία φορά πολύ παλιά, προτού διωχθείτε από τη Φάνρηβ, όταν ήμουν νέος και είχα μόλις αρχίσει να εργάζομαι ως διπλωμάτης της Νάζρηβ. Κι άλλη μια φορά κατά την περίοδο της Παντοκρατορικής Κατοχής, στην Κάρενρηζ, όπου βρισκόμουν τότε για διπλωματικές δουλειές άσχετες με εκείνον.»

Ο Άσραδλιν ένευσε. «Ναι. Την τελευταία φορά σάς είχα δει· ήμουν εκεί αν θυμάστε.»

«Το θυμάμαι. Και λυπάμαι για τον θάνατο του πατέρα σας, Εξοχότατε· ήταν τραγικός, και άδικος.»

«Το γνωρίζετε, λοιπόν. Γνωρίζετε ακριβώς πώς πέθανε.»

Ο Άλφεντουρ ένευσε.

«Ένα χρόνο αφότου η Μοργκιάνη απελευθερώθηκε, ενώ σκεφτόμασταν πώς θα επιστρέψουμε στη Φάνρηβ, την πατρίδα μας!» είπε ο Άσραδλιν, και τα μάτια του γυάλισαν από οργή. Έμοιαζε έτοιμος να χιμήσει στους ίδιους τους θεούς. Ο πατέρας του, ο Μάλμεντιρ, ο προηγούμενος Φύλακας, είχε σκοτωθεί από το τσίμπημα δηλητηριώδους φιδιού μέσα στο Μαύρο Δάσος. Η Ζιρίνα είχε ακούσει διάφορους να εικάζουν ότι ίσως στην πραγματικότητα να ήταν δολοφονία, σκηνοθετημένη από τους ανθρώπους της Αρχόντισσας και από πρώην πράκτορες της Παντοκράτειρας, αλλά τίποτα δεν είχε αποδειχτεί. Ακόμα και ο Άσραδλιν το παραδεχόταν αυτό, παρότι μισούσε με πάθος και τους Παντοκρατορικούς (πρώην ή μη, δεν τον ενδιέφερε) και τους Χαρνώθιους.

«Σας καταλαβαίνω, Εξοχότατε,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ.

Μετά τον θάνατο του Μάλμεντιρ, ο Άσραδλιν είχε πάρει τον τίτλο του Φύλακα ως ο μεγαλύτερος ηλικιακά αρσενικός απόγονος. Καθότι ο Οίκος των Χέρκανεκ ήταν πατριαρχικός, οι Φύλακες ήταν πάντα άντρες.

«Καθίστε, παρακαλώ,» είπε ο Άσραδλιν. «Και ποιος είναι ο κύριος;» Κοίταξε προς τη μεριά του Θάλβακιρ.

Ο Άλφεντουρ τον σύστησε, εξηγώντας πως ήταν σωματοφύλακάς του και έμπιστο άτομο εδώ και χρόνια.

Αφού κάθισαν στις καρέκλες γύρω από το μικρό τραπέζι, μια υπηρέτρια παραμέρισε μια από τις κουρτίνες της σκηνής και ρώτησε αν ο Εξοχότατος θα επιθυμούσε να τους φέρει κάτι. Ο Άσραδλιν κοίταξε τους επισκέπτες του ερωτηματικά, αλλά όλοι αρνήθηκαν να φάνε οτιδήποτε· μόνο να πιουν ήθελαν. Οπότε η υπηρέτρια γέμισε μερικές κούπες με κρασί που υπήρχε μέσα στην καράφα στο κέντρο του τραπεζιού. Μετά έφυγε γλιστρώντας από την άκρη της κουρτίνας όπου είχε έρθει. Ήταν λυγερή, μικρόσωμη, πρασινόδερμη, και μελαχρινή.

«Μου έχουν πει ότι έχετε καλές σχέσεις με τη Βασιλική Αντιπρόσωπο της Φάνρηβ, κύριε Άλφεντουρ,» είπε ο Άσραδλιν, ανακινώντας το κρασί μέσα στην κούπα του καθώς παρατηρούσε τον διπλωμάτη.

«Με όλους προσπαθώ να έχω καλές σχέσεις, Εξοχότατε· αυτή είναι η δουλειά μου.» Ο Άλφεντουρ ήπιε μια μικρή γουλιά από το δικό του κρασί.

«Η Αρχόντισσα, αναμφίβολα, θα σας έχει ζητήσει να στρέψετε τη Νάζρηβ εναντίον μου…»

«Η Νάζρηβ ενδιαφέρεται μόνο για την ευημερία της περιοχής.»

«Ακόμα κι αν αυτή η ευημερία είναι πλασματικά δημιουργημένη από το Βασίλειο της Χάρνωθ;»

«Η πλασματικά δημιουργημένη ευημερία σύντομα θρυμματίζεται, Εξοχότατε, σε όλες τις περιπτώσεις.»

«Μπορεί ο λαός να καταπιέζεται αλλά το εμπόριο να πηγαίνει καλά,» είπε ο Άσραδλιν.

«Για πόσο, όμως; Οι ελεύθεροι άνθρωποι εμπορεύονται καλύτερα. Αυτό, τουλάχιστον, έχω δει εγώ σ’όλα τα μέρη που έχω ταξιδέψει· και δεν είναι λίγα. Από τη μια άκρη του ποταμού Τίγρη ώς την άλλη, κι ακόμα πιο μακριά.»

«Η εμπειρία σας, σίγουρα, είναι μεγάλη· δεν αντιλέγω.» Ο Άσραδλιν ήπιε μια γουλιά κρασί, παρατηρώντας τον πιο υπολογιστικά από πριν. Η Ζιρίνα αναρωτιόταν τι άποψη να είχε αρχίσει να σχηματίζει για τον διπλωμάτη. Καλή ή κακή; Πρέπει να τον πάρουμε με το μέρος μας, Εξοχότατε, όχι να τον αποξενώσουμε!

Η Αιρετή είπε: «Ο κύριος Άλφεντουρ ενδιαφέρεται να μάθει τι θα είχε να κερδίσει η Νάζρηβ όταν η πόλη μας είναι και πάλι ελεύθερη.»

«Αναφέρεσαι σε εμπορικά θέματα, Ζιρίνα; Όπως φορολογίες προϊόντων και τα λοιπά;»

«Ασφαλώς.»

«Μα αυτά είναι, περισσότερο, θέματα των Αιρετών παρά του Φύλακα. Το καθήκον του Φύλακα είναι η περιφρούρηση της πόλης.»

Η Ζιρίνα έστρεψε το βλέμμα της στον Άλφεντουρ. «Καταλαβαίνετε, λοιπόν, κύριε Άλφεντουρ, γιατί τα πράγματα θα είναι πολύ καλύτερα όταν έχουμε διώξει τους Χαρνώθιους;» (Του μιλούσε ξανά στον πληθυντικό, επίσημα, καθώς αυτή ήταν μια επίσημη συνάντηση.) «Τώρα οι Αιρετοί δεν μπορούν να πάρουν καμία απόφαση εκτός αν την εγκρίνει η Αρχόντισσα. Ακόμα κι αν όλοι μας συμφωνούμε σε κάτι, αν η Βασιλική Αντιπρόσωπος διαφωνεί, τίποτα δεν γίνεται. Ο Φύλακας, όμως, είναι απλά ένα μέλος του συμβουλίου, αν και έχει κάποια πλεονεκτήματα σε σχέση με τα υπόλοιπα μέλη.»

«Ναι,» είπε ο Άλφεντουρ, «γνωρίζω πώς ήταν παλιότερα η διοίκηση στη Φάνρηβ.»

«Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως,» είπε η Ζιρίνα στρέφοντας το βλέμμα της στον Άσραδλιν, «νομίζω, Εξοχότατε, πως θα έπρεπε να προσφέρουμε κάποιες διαβεβαιώσεις στη Νάζρηβ προκειμένου να μας βοηθήσει.»

«Τι άλλες διαβεβαιώσεις χρειάζονται πέρα από το ότι η Φάνρηβ θα είναι ξανά ελεύθερη; Οι φόροι σίγουρα δεν θα είναι το ίδιο βαρείς, όπως τώρα που η πόλη είναι προτεκτοράτο της Χάρνωθ,» είπε ο Άσραδλιν κοιτάζοντας τον Άλφεντουρ. «Κι από κει και πέρα μπορούμε, ασφαλώς, να κάνουμε και διάφορες… διευκολύνσεις στη Νάζρηβ. Θα τις προτείνω προσωπικά, και η ψήφος του Φύλακα είναι διπλή μέσα στο συμβούλιο.»

Γνώριζε το παλιό πολιτικό σύστημα καλά· η Ζιρίνα δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία γι’αυτό. Ο πατέρας του του το είχε διδάξει όσο βρίσκονταν στην εξορία.

«Τι είδους διευκολύνσεις;» ρώτησε ο Άλφεντουρ. Αν και έδειχνε άνετος και φιλικός, η Ζιρίνα δεν αμφέβαλλε ότι το μυαλό του ήταν τόσο υπολογιστικό όσο το βλέμμα του Άσραδλιν.

«Μικρότερη φορολογία στους εμπόρους που έρχονται από τον ποταμό Τίγρη. Καλύτερες τιμές για ό,τι αγοράζουν οι έμποροί σας από τη Φάνρηβ. Αλλά τώρα το βασικό είναι να πολεμήσουμε, κύριε Άλφεντουρ. Πρέπει να διώξουμε τους Χαρνώθιους από την πατρίδα μου· τα υπόλοιπα μπορούν εύκολα να συμφωνηθούν μετά.»

Ο Άσραδλιν, παρότι γνώριζε αρκετή θεωρητική πολιτική, δεν γνώριζε αρκετή πρακτική πολιτική, δυστυχώς. Ήταν δεκαεφτά χρονών όταν εκείνος και η οικογένειά του εξορίστηκαν από τη Φάνρηβ, και σήμερα ήταν τριάντα. Έξι χρόνια μικρότερος από τη Ζιρίνα, η οποία σκέφτηκε ότι η έλλειψη εμπειρίας του πιθανώς να αποτελούσε πρόβλημα.

«Ορισμένα πράγματα δεν θα μπορούσαν να συμφωνηθούν από τώρα;» τον ρώτησε.

Ο Άσραδλιν την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Μα, εκτός από εσένα, Ζιρίνα, κανένα άλλο μέλος του συμβουλίου δεν είναι παρόν…»

Ναι, από πρακτική πολιτική δεν τα πήγαινε και πολύ καλά. «Έτσι όπως είναι το συμβούλιο τώρα, Εξοχότατε, δεν έχει μεγάλη σημασία αυτό. Οι μισοί είναι φίλοι των Χαρνώθιων, όπως ξέρετε. Και σήμερα το πρωί, μάλιστα, κάτι τραγικό συνέβη.»

«Τι εννοείς;»

«Θα σας εξηγήσω μετά. Για την ώρα, νομίζω πως θα ήταν σωστό να δώσουμε κάποιες συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις στον κύριο Άλφεντουρ, ώστε να ξέρει τι να μεταφέρει στον Εμπορικό Σύνδεσμο της Νάζρηβ. Δε θα μας βοηθήσουν χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς τι έχουν να κερδίσουν από εμάς.»

«Εντάξει, τότε,» είπε ο Άσραδλιν· «μπορούμε να το συζητήσουμε. Αν και, κανονικά, μια τέτοια συζήτηση θα έπρεπε να γίνει με όλους τους Αιρετούς παρόντες.»

«Τα πράγματα στη Φάνρηβ δεν είναι όπως παλιά, Εξοχότατε – το γνωρίζετε.»

«Φυσικά και το γνωρίζω, Ζιρίνα. Αλλά…» Κόμπιασε προς στιγμή. «Σε διαφορετική περίπτωση, αν ένας Φύλακας έδινε τέτοιες διαβεβαιώσεις χωρίς την έγκριση των Αιρετών–»

«Οι παλιοί νόμοι δεν ισχύουν πια,» τον διέκοψε η Ζιρίνα. «Ο Νόμος του Βασιλείου της Χάρνωθ κυβερνά τη Φάνρηβ. Παίζουμε, επομένως, με τους δικούς μας κανόνες και μόνο.»

Ο Άσραδλιν έμεινε σιωπηλός για λίγο, πίνοντας μια γουλιά από το κρασί του. Μετά είπε: «Ας συζητήσουμε για τη φορολογία των εμπορευμάτων.»

Η συζήτηση δεν κράτησε πολλή ώρα, και κυρίως η Ζιρίνα ήταν που έδινε ρεαλιστικές πληροφορίες και αριθμούς – πράγμα που ήταν βέβαιη ότι ο Άλφεντουρ δεν μπορεί παρά να παρατήρησε. Όπως επίσης θα είχε παρατηρήσει ότι ο Άσραδλιν ήταν λιγάκι άσχετος από ουσιαστική πολιτική. Θα ήταν τόσο πολύ καλύτερα αν ο πατέρας του ήταν ζωντανός! Αλλά δυστυχώς… Όπως και νάχε, πάντως, ο διπλωμάτης δεν μπορεί να μην έβλεπε ότι ο Άσραδλιν ήταν ένας άνθρωπος που ενδιαφερόταν ειλικρινά για το καλό της Φάνρηβ. Δε μπορεί να μην έβλεπε πως η Νάζρηβ θα είχε περισσότερα να κερδίσει από αυτόν παρά από τη δολοπλόκο, διεστραμμένη Αρχόντισσα Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ. Το εμπόριο θα γινόταν καλύτερο για όλους σ’ολόκληρο τον ποταμό Τίγρη, όταν η Φάνρηβ ήταν μέρος της Κοινοπολιτείας ξανά.

«Θα έχουμε τη βοήθειά σας;» ρώτησε ο Άσραδλιν, αφού τα περί εμπορίου είχαν συμφωνηθεί.

«Θα αναφέρω την πρότασή σας στο Συμβούλιο της Νάζρηβ, Εξοχότατε. Δε μπορώ ο ίδιος να υποσχεθώ κάτι.»

«Θα μπορούσατε, όμως, να κάνετε εκείνο που πρότεινε ο Εθέλδιρ,» είπε η Ζιρίνα στον Άλφεντουρ.

«Δηλαδή;»

«Να αναφέρετε στο Συμβούλιο μόνο τη δική μας πρόταση, όχι της Αρχόντισσας, και να την κάνετε να φανεί ελκυστική.»

«Δυστυχώς, αυτό δεν μπορώ να το κάνω. Λυπάμαι, αλλά αν–»

«Δεν θέλετε να ελευθερωθεί η Φάνρηβ από τους δυνάστες της;» τον διέκοψε ο Άσραδλιν, και τώρα η όψη του ήταν πιο σκληρή από πριν· κοίταζε τον Άλφεντουρ σχεδόν εχθρικά.

«Οι προσωπικές μου επιθυμίες δεν έχουν καμια σημασία, Εξοχότατε. Είμαι Διπλωματικός Αντιπρόσωπος της Νάζρηβ· δεν μπορώ να αποκρύπτω πληροφορίες από το Συμβούλιο.

»Μου επιτρέπετε, όμως, να σας κάνω μια ερώτηση;»

«Ασφαλώς.»

«Η βοήθεια που ζητάτε από εμάς – ο αποκλεισμός των εμπόρων της Χάρνωθ στη Φάνρηβ – σκέφτεστε να πραγματοποιηθεί ενώ συγχρόνως θα πολιορκείτε την πόλη ή ενώ απλώς θα βρίσκεστε εδώ και θα την απειλείτε ασκώντας πολιτικές πιέσεις;»

«Δεν είμαστε εδώ μόνο ως φόβητρο, κύριε Άλφεντουρ,» είπε ο Άσραδλιν. «Θα επιτεθούμε. Θα πάρουμε πίσω τη Φάνρηβ.»

«Αν σκοπεύετε να επιτεθείτε σύντομα, τότε ο δικός μας εμπορικός αποκλεισμός μάλλον δεν θα σας είναι και τόσο χρήσιμος.»

«Γιατί όχι; Οι Χαρνώθιοι δεν θα μπορούν να προμηθεύονται πράγματα από τον ποταμό Τίγρη. Και η πολιορκία σίγουρα δεν θα τελειώσει μέσα σε μερικές ημέρες. Οι επιθέσεις μας από έξω, σε συνδυασμό με την έλλειψη εμπορικής βοήθειας από τον ποταμό, θα τους γονατίσουν πιο γρήγορα, θα τους αναγκάσουν να φύγουν.»

Η Ζιρίνα πρόσθεσε: «Αν μη τι άλλο, αυτό θα επιταχύνει την επίλυση του προβλήματος με πολύ λιγότερους θανάτους και υλικές ζημιές.»

«Μάλιστα,» είπε ο Άλφεντουρ. «Καταλαβαίνω.» Αλλά τίποτα δεν φάνηκε στο πρόσωπό του· η Ζιρίνα το έβρισκε αδύνατον να μαντέψει αν είχαν καταφέρει να τον κάνουν να συμφωνήσει μαζί τους.

Μήπως δεν έπρεπε να τον είχα φέρει ποτέ να μιλήσει στον Φύλακα; Ο Εθέλδιρ, όμως, πίστευε ότι έπρεπε να μιλήσουν οι δυο τους…

Ύστερα από μια σύντομη ματιά στο ρολόι του, ο διπλωμάτης είπε: «Δε μπορώ, δυστυχώς, να μείνω περισσότερο. Πρέπει να επιστρέψω στη Φάνρηβ. Εκτός των άλλων, αύριο το πρωί θα γίνει η κηδεία του Κασλάριν και θέλω να είμαι εκεί.»

Ο Άσραδλιν συνοφρυώθηκε. «Του Κασλάριν;…»

«Ναι, Εξοχότατε,» είπε η Ζιρίνα, «του Κασλάριν ωλ Μάρατεκ. Είναι νεκρός–»

«Είχε αρχίσει να μας υποστηρίζει; Γι’αυτό τον δολοφόνησαν;»

«Όχι. Κάποιοι επιτέθηκαν σε όλους μας, με ενεργειακό κανόνι, ενώ ήμασταν μέσα στο Μέγαρο των Αιρετών…»

3
Η Απελευθέρωση Ενός Επαναστάτη· Μια Κυνηγός με τους Αυτονομιστές· οι Αμφίβολες Κινήσεις του Αδελφού του· η Κηδεία· στην Αγκαλιά της Ξανά

Έβλεπε κάποιο όνειρο όταν άκουσε ν’ανοίγουν την πόρτα του κελιού του. Ξυπνώντας όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί τι όνειρο ήταν. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα από αυτό.

Περίμενε ότι ανακριτές θα έμπαιναν πάλι, αλλά κανένας δεν μπήκε. Κανένας δεν πέρασε το κατώφλι. Η μορφή ενός φρουρού, που στεκόταν απέξω, του είπε: «Είστε ελεύθερος να φύγετε, κύριε ωλ Σαρέλκεμ· η Αρχόντισσα δεν σας θεωρεί ύποπτο για την απόπειρα δολοφονίας εναντίον της. Βγείτε και θα σας οδηγήσουμε ώς την πύλη του Μεγάρου.»

Ο Εθέλδιρ ατένιζε για μερικές στιγμές τον Χαρνώθιο μαχητή αμίλητος, αναρωτούμενος αν μήπως ονειρευόταν ξανά. Είχε τρομερούς εφιάλτες εδώ μέσα, και ένας επίσης τρομερός φόβος τον είχε καταλάβει. Είχε πέσει επάνω του σαν μανδύας με δηλητηριώδες υγρό το οποίο βυθιζόταν ολοένα και πιο βαθιά μέσα στον οργανισμό του – μέσα στην ψυχή του. Ήταν βέβαιος πως ο τρόμος αυτός δεν ήταν καθόλου φυσιολογικός· ο Εθέλδιρ γνώριζε τις ψυχικές του αντοχές, και είχε περάσει από πολλά. Ο τρόμος αυτός ήταν προκαλούμενος από ξόρκια μάγων του τάγματος των Διαλογιστών· ο Εθέλδιρ ήξερε και αρκετά θεωρητικά πράγματα περί μαγείας – τα είχε μάθει, υποχρεωτικά, κατά την Επανάσταση.

«Δε με ακούσατε; Ελάτε· είστε ελεύθερος. Δεν πρόκειται για κόλπο,» είπε ο Χαρνώθιος μαχητής.

Ο Εθέλδιρ, που ήταν ανασηκωμένος πάνω στο αχυρόστρωμα, ορθώθηκε αργά, νιώθοντας τα γόνατά του να τρέμουν από τον αλλόκοτο υπερφυσικό τρόμο που έκανε τούτο το απλό κελί να μοιάζει με κύβο στοιχειωμένο από μυριάδες δαίμονες, από το ίδιο το Παντοβόρο Σκότος.

«Σε άκουσα,» αποκρίθηκε στον Χαρνώθιο, και η φωνή του του φάνηκε πολύ ξερή και κουρασμένη.

Βγήκε απ’το κελί ενώ ο άντρας παραμέριζε, και είδε πως άλλοι δύο μαχητές της Χάρνωθ στέκονταν παραδίπλα.

«Θα σας συνοδέψουμε μέχρι την πύλη,» του είπε ο ένας, σαν να μην το είχε ακούσει την πρώτη φορά. «Και καθοδόν θα σας δώσουμε τα πράγματά σας.»

Ο Εθέλδιρ τούς ακολούθησε, βαδίζοντας ξυπόλυτος επάνω στο ψυχρό, πέτρινο πάτωμα του διαδρόμου των μπουντρουμιών.

«Εθέλδιρ!» του φώναξε κάποιος, από το παραθυράκι της πόρτας ενός άλλου κελιού. Η φωνή κάτι τού θύμιζε αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει ποιος ήταν.

Οι φρουροί τράβηξαν τον Εθέλδιρ μαζί τους, ωθώντας τον να προχωρήσει.

«Εθέλδιρ! Πού σε πηγαίνουν;» Δεν ήταν η φωνή του Ριλάθιρ. Ποιος ήταν;

Δε μπορούσε να μείνει για να μάθει· οι Χαρνώθιοι συνέχιζαν να τον τραβάνε μαζί τους. Ανέβηκαν μια πέτρινη σκάλα και βρέθηκαν σ’ένα δωμάτιο με ένα ξύλινο τραπέζι και κάμποσες σιδερένιες ντουλάπες, το οποίο φωτιζόταν, με ενεργειακές λάμπες, καλύτερα απ’ό,τι ήταν φωτισμένα όλα τα κελιά μαζί. Ένας από τους φρουρούς άνοιξε μια ντουλάπα, πήρε από μέσα τα πράγματα του Εθέλδιρ – συμπεριλαμβανομένων των όπλων του – και τα έριξε πάνω στο τραπέζι.

«Δικά σας δεν είναι αυτά, κύριε;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο πρώην Πρόμαχος της Επανάστασης, που τώρα μόλις είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι του μιλούσαν στον πληθυντικό και τον αποκαλούσαν κύριο. Πριν, όταν τον είχαν φέρει στα μπουντρούμια, όλοι τον έβριζαν. Και οι ανακριτές που είχαν έρθει φορούσαν πάντα κουκούλες με ανοίγματα μόνο για τα μάτια. Δύο φορές από δύο ανακριτές – ίσως οι ίδιοι, ίσως όχι. Τη δεύτερη φορά, πάντως, η μία από τους δύο ήταν σίγουρα γυναίκα. Δεν τον είχαν χτυπήσει, αλλά προσπαθούσαν με κάθε άλλο τρόπο να πάρουν πληροφορίες από αυτόν. Ο Εθέλδιρ δεν τους είχε πει τίποτα. Τα ξόρκια των μάγων τους δεν θα λύγιζαν τόσο εύκολα την ψυχή του.

Επί του παρόντος, πήρε τις μπότες του από το τραπέζι και τις φόρεσε. Μετά, φόρεσε την κάπα του και έδεσε γύρω από τη μέση του τη ζώνη με το πιστόλι του. Το ξιφίδιό του ήταν θηκαρωμένο στη δεξιά του μπότα.

Οι φρουροί τον οδήγησαν σε μια άλλη σκάλα, και επάνω. Τώρα ο Εθέλδιρ είδε τον πρωινό ήλιο να μπαίνει από τα παράθυρα. Βρίσκονταν στο ισόγειο του Μεγάρου των Φυλάκων. Το φως ήταν ενοχλητικό για τα μάτια του παρότι δεν είχε μείνει και τόσο καιρό στα υπόγεια – δύο νύχτες, αν υπολόγιζε σωστά από τα γεύματα που του έφερναν, αν δεν είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου.

«Θα θέλατε νερό; Κρασί; Λίγο φαγητό να πάρετε μαζί σας προτού φύγετε;» τον ρώτησε μια Χαρνώθια πολεμίστρια που τώρα τον πλησίασε, περιμένοντας την άφιξή του προφανώς.

Γιατί τέτοια ευγένεια ξαφνικά; απόρησε ο Εθέλδιρ, κι αισθάνθηκε το αριστερό του μάτι να τον κόβει. Το έτριψε με την πίσω μεριά της γροθιάς του. «Νερό,» είπε.

Η γυναίκα απομακρύνθηκε, πέρασε μια πόρτα, κι επέστρεψε μ’ένα μπουκάλι νερό στα χέρια, το οποίο του έδωσε.

Οι άλλοι τρεις μαχητές της Χάρνωθ τον συνόδεψαν έξω από το κεντρικό οίκημα του Μεγάρου, στην πλούσια βλάστηση της αυλής. Τελικά έφτασαν στη μεγάλη μεταλλική πύλη, και ένας φρουρός άνοιξε μια μικρή πόρτα επάνω της, αρκετή για να χωρέσει άνθρωπος.

«Θα θέλατε τίποτ’ άλλο προτού απομακρυνθείτε, κύριε;» ρώτησε τον Εθέλδιρ ένας από τους μαχητές που τον είχαν φέρει ώς εδώ.

Προσπαθεί η Αρχόντισσα να με τρελάνει; Ή την ενδιαφέρει τόσο πολύ να σχηματίσω καλή γνώμη για τη… φιλοξενία της; Για κάποιο λόγο, ούτε το ένα ούτε το άλλο τού έμοιαζε σωστό.

«Όχι,» αποκρίθηκε, και αφήνοντας τους μαχητές της Χάρνωθ πίσω του πέρασε την ανοιχτή πόρτα και βγήκε από τη μεγάλη πύλη του Μεγάρου των Φυλάκων.

Ο αέρας ήταν ευχάριστα ψυχρός επάνω στο πρόσωπό του.

Πήρε μια βαθιά ανάσα.

Από εδώ όπου στεκόταν μπορούσε ν’ατενίσει ολόκληρη τη Φάνρηβ. Αυτή η πόλη έχει ταλαιπωρηθεί πολύ…

Άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω του – ένας βαρύς μεταλλικός ήχος.

Το αριστερό του μάτι τον έκοβε ξανά. Το έτριψε καθώς άρχιζε να κατεβαίνει το ύψωμα όπου βρισκόταν το Μέγαρο, βαδίζοντας πάνω στην Οδό του Φύλακα.

Ήταν πολύ πρωί. Μια ώρα μετά την αυγή.

*

Ο Εθέλδιρ, παλιά, ήταν άλλο ένα κλεφτρόνι της πόλης· ύστερα μπλέχτηκε με την Επανάσταση, πολεμώντας εναντίον των Παντοκρατορικών επειδή αυτή ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που μπορούσε να βρει. Η πιο σταθερή και σοβαρή δουλειά που είχε κάνει ποτέ του ήταν να είναι Πρόμαχος της Επανάστασης: και εκεί κατέληξε μετά από κάποιο καιρό ανδραγαθημάτων και μετά τον θάνατο της προηγούμενης Προμάχου – ή, μάλλον, την εκτέλεσή της από τα σκυλιά της Παντοκράτειρας. Αλλά και το να είσαι Πρόμαχος της Επανάστασης δεν ήταν «δουλειά» ακριβώς· όχι από εκείνες που θεωρούνται οικονομικά προσοδοφόρες τουλάχιστον – εκτός αν λάμβανες υπόψη σου τα λάφυρα.

Σήμερα, που δεν υπήρχε πλέον θέση για Προμάχους, ο Εθέλδιρ ήταν ήρωας της Επανάστασης, και η πολιτεία της Φάνρηβ τον πλήρωνε γι’αυτό. Τον πλήρωνε επειδή είχε βάλει σε κίνδυνο τη ζωή του για να βοηθήσει στην απελευθέρωση όλων τους. Δεν ήταν ο μόνος τον οποίο πλήρωνε· κι άλλους ονομαστούς επαναστάτες τούς πλήρωνε. Η Αρχόντισσα δεν είχε διστάσει να συμφωνήσει αμέσως μ’αυτό· ήθελε να δείξει ότι, στην πραγματικότητα, κι εκείνη με την Επανάσταση ήταν εξαρχής, απλά βρισκόταν σε δύσκολη θέση.

Πολλοί είχαν δηλώσει πως βρίσκονταν σε «δύσκολη θέση» κατά την Παντοκρατορική Κατοχή.

Κοίτα να δεις που τελικά ολάκερ’ η πόλη ήταν γεμάτη επαναστάτες και δεν το ξέραμε! είχαν κατά καιρούς πει διάφοροι πρώην επαναστάτες, άλλοτε γελώντας χλευαστικά, άλλοτε με δολοφονική γυαλάδα στα μάτια τους, άλλοτε με τα δόντια τους να στραφταλίζουν σαν των άγριων γιγαντόλυκων που συναντάς στα πυκνά δάση.

Εκτός από την πληρωμή που έπαιρνε ο Εθέλδιρ από την πολιτεία της Φάνρηβ, του είχε δοθεί αρχικά και ένα σπίτι, στο οποίο και ακόμα έμενε μαζί με τον Ύρελκουρ’χοκ και τη Μάλμεντιρ, τη γυναίκα του Ύρελκουρ, που ήταν δημοσιογράφος και πρώην επαναστάτρια κι εκείνη. Το σπίτι βρισκόταν στο Σκοτεινό Παζάρι, και ήταν μονώροφο και όλο οξείες γωνίες, όπως ήταν ανέκαθεν η μόδα στις περισσότερες πόλεις της Μοργκιάνης.

Καθώς τώρα βάδιζε στο πλάι της Οδού του Φύλακα, ο Εθέλδιρ κοίταζε μήπως βρει καμια άμαξα να τον μεταφέρει στο σπίτι του. Η καλή διάθεση της Αρχόντισσας δεν έφτανε ώς αυτό το σημείο, όπως είχε φανεί. Λόγω της πρωινής ώρας, δεν έβλεπε να περνά καμια άμαξα που να δέχεται επιβάτες. Κάτι πεζοπόρους είδε, που μάλλον βάδιζαν πιο σταθερά από εκείνον· έναν λυκοκαβαλάρη που έτρεχε σαν να τον κυνηγούσαν· ένα χαμηλό τετράκυκλο όχημα με ανοιχτή πτυσσόμενη οροφή από δέρμα, το οποίο οδηγούσε μια γυναίκα με μαντήλι στο κεφάλι και ασημόχρωμα γυαλιά.

Το όχημα σταμάτησε πλάι του, ξαφνιάζοντάς τον.

«Να σε πάω κάπου, Πρόμαχε;» ρώτησε η γυναίκα.

«Γνωριζόμαστε;» Η όψη της κάτι τού θύμιζε, παρότι ο ήλιος ενοχλούσε τα μάτια του, ειδικά το αριστερό.

«Ξεχνάς τόσο γρήγορα;» Σήκωσε τα γυαλιά της.

Ο Εθέλδιρ συνοφρυώθηκε. Χαμογέλασε. «Έρνελιθ! Τι κάνεις εδώ;»

«Έλα μέσα.»

Ο Εθέλδιρ κάθισε στη θέση του συνοδηγού, πλάι της.

Η Έρνελιθ πάτησε ένα κουμπί στην κονσόλα του οχήματος και η πτυσσόμενη οροφή έκλεισε από πάνω τους. Κατέβασε πάλι τα γυαλιά της και έβαλε τους τροχούς σε κίνηση, οδηγώντας προς τα ανατολικά επί της Οδού του Φύλακα.

«Τι κάνεις εδώ; Πώς ήξερες ότι με είχαν φυλακισμένο;»

«Είμαι με τον αδελφό σου. Όπως θα έπρεπε να ήσουν κι εσύ.»

«Ήρθες από τις Σκιερές Κοιλάδες για να μπεις στους αυτονομιστές της Φάνρηβ;»

«Δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω. Στις Σκιερές Κοιλάδες τώρα τα πάντα είναι ήσυχα. Εδώ όμως ακόμα κυκλοφορούν Παντοκρατορικά καθάρματα. Η πόλη σας πρέπει να τινάξει από πάνω της την πανούκλα τους.»

«Τα πράγματα είναι πολύπλοκα, Έρνελιθ· δεν είναι πεδίο μάχης η Φάνρηβ. Όχι ακόμα, τουλάχιστον.»

«Ναι, ο Κάλνεντουρ μού το είπε ότι κάτι τέτοιο θα έλεγες–»

«Πώς το ήξερε ότι θα με ελευθέρωναν σήμερα; Μη μου πεις ότι κάνατε καμια ανοησία, ότι καταφέρατε κάπως να εκβιάσετε την Αρχόντισσα, ότι–»

Η Έρνελιθ γέλασε. «Για την ακρίβεια, ήλπιζα εσύ να μου πεις γιατί σε ελευθέρωσαν.»

«…Τι εννοείς; Ήσουν εκεί και με περίμενες.»

«Δεν περίμενα εσένα, Εθέλδιρ. Παρακολουθούσα την περιοχή απλώς. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι ο Κάλνεντουρ σκόπευε να δράσει, σύντομα, αν δεν σε άφηναν να φύγεις.»

«Ο αδελφός μου δεν καταλαβαίνει ότι με τις δραστηριότητές του χειροτερεύει την κατάσταση.»

«Σου άρεσαν τα μπουντρούμια πάνω σ’αυτό τον λόφο; Είχαν θέα;»

«Ούτε εσύ καταλαβαίνεις, Έρνελιθ! Τα πράγματα είναι πολύπλοκα στη Φάνρηβ. Αλλά εσύ δικαιολογείσαι· δεν είσαι από εδώ. Ο Κάλνεντουρ όμως…»

«Ο Κάλνεντουρ είναι πραγματικός αγωνιστής που προσπαθεί να διώξει από την πόλη σας ό,τι απέμεινε από τους Παντοκρατορικούς. Θα έπρεπε να τον υποστηρίζεις. Θα έπρεπε να φέρεις κι άλλους με το μέρος των αυτονομιστών· εσύ θα μπορούσες να το κάνεις – ο Κάλνεντουρ είναι σίγουρος γι’αυτό. Και όλοι μαζί θα ήσασταν – θα ήμασταν – ανίκητοι. Θα κλοτσούσαμε τους Χαρνώθιους και τους Παντοκρατορικούς φίλους τους μέσα στη θάλασσα!»

Ο Εθέλδιρ αισθανόταν πολύ κουρασμένος για να μιλήσει. Ήπιε μια γουλιά από το μπουκάλι με το νερό που του είχαν δώσει στο Μέγαρο. Έπιασε την ταμπακιέρα που ήταν πάνω στην κονσόλα του οχήματος, πήρε ένα τσιγάρο, το άναψε με τον ενεργειακό αναπτήρα του οχήματος, και ρούφηξε καπνό.

«Πού θέλεις να σε πάω; Σπίτι σου;» τον ρώτησε η Έρνελιθ καθώς έφταναν στη Μακριά Λόγχη.

«Ναι. Υποθέτω, θα ξέρεις πού είναι.»

«Ξέρω.»

«Εγώ δεν ξέρω πού είναι το άντρο του αδελφού μου.»

«Αφού δεν είσαι με το μέρος του, πώς να σε εμπιστευτεί; Μπορεί να τον προδώσεις–»

«Μη λες ανοησίες, Έρνελιθ.»

«Εντάξει, δε θα τον προδώσεις ηθελημένα, αλλά και πάλι… καταλαβαίνεις.»

«Δράτε σαν να είμαστε ακόμα υπό Παντοκρατορική Κατοχή – όμως η κατάσταση δεν είναι ίδια.»

«Θα χαρεί, πάντως, που θα μάθει ότι σε ελευθέρωσαν, και ότι είσαι καλά. Αλήθεια, γιατί σ’ελευθέρωσαν; Φοβήθηκαν ότι θα τους επιτεθούμε με το ενεργειακό κανόνι που υποτίθεται πως χρησιμοποιήσαμε για να ανατινάξουμε το Μέγαρο των Αιρετών;»

«Τι πράγμα;» Το τσιγάρο παραλίγο να του πέσει από τα δάχτυλα.

«Α ναι, μάλλον δεν θα το έχεις ακούσει εκεί που ήσουν…»

*

Όταν η Έρνελιθ τον άφησε μπροστά στο σπίτι του, ο Εθέλδιρ ανέβηκε αμέσως την εξωτερική, πέτρινη σκάλα και χτύπησε την πόρτα του ορόφου. Ο Ύρελκουρ’χοκ ήταν μουγκός αλλά όχι και κουφός· και η Μάλμεντιρ δεν ήταν ούτε μουγκή ούτε κουφή.

Εκείνη άνοιξε τελικά την πόρτα, έχοντας μάλλον δει τον Εθέλδιρ από το ματάκι.

«Εθέλδιρ!» είπε, αγκαλιάζοντάς τον και φιλώντας τα μάγουλά του, το ένα μετά το άλλο, ηχηρά. «Δόξα στον Νούρκας! Δόξα στον Ιουράσκε! Είσαι καλά!» Και καθώς σχεδόν τον τραβούσε μέσα στο σπίτι: «Δραπέτευσες; Ή σ’άφησαν να φύγεις;»

«Με άφησαν,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ, λιγάκι ζαλισμένος από την ενθουσιώδη υποδοχή της.

Είδε τον Ύρελκουρ’χοκ να έρχεται από την πόρτα του υπνοδωματίου. Είδε το ξαφνιασμένο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Τα δάχτυλα των χεριών του είπαν, στη Σιωπηλή Γλώσσα: Καλώς ήρθες, Πρόμαχε. Και ρώτησαν: Τι έγινε;

«Μ’άφησαν να φύγω· δεν ξέρω γιατί. Απλά με άφησαν.»

«Πρέπει να έχουν φοβηθεί,» είπε η Μάλμεντιρ, έχοντας μόλις κλείσει και αμπαρώσει την εξώπορτα. «Όλοι οι δημοσιογράφοι έλεγαν πως περίμεναν τρομερές επιθέσεις των αυτονομιστών, όσο η Αρχόντισσα σε κρατούσε φυλακισμένο. Επιθέσεις παρόμοιες μ’αυτή στο Μέγαρο των Αιρετών – που εσύ, μάλλον, δεν θα το ξέρεις, αλλά άκου τι–»

«Το έμαθα.»

«Από πού;»

«Η Έρνελιθ μού το είπε.»

«Ποια είναι η Έρνελιθ;» Η Μάλμεντιρ δεν τη γνώριζε.

Ο Ύρελκουρ’χοκ, όμως, τη γνώριζε. Τα χέρια του ρώτησαν: Η Έρνελιθ των Σκιερών Κοιλάδων; Η κυνηγός;

«Ναι, αυτή.»

Εδώ;

«Και με τον αδελφό μου, σε πληροφορώ.»

Δεν είναι δυνατόν!

«Κι όμως είναι.» Τους εξήγησε πού την είχε συναντήσει και τι είπαν.

«Δηλαδή, δεν ήταν οι αυτονομιστές που επιτέθηκαν στο Μέγαρο των Αιρετών;» απόρησε η Μάλμεντιρ. «Ίσως να σου έλεγε ψέματα, Εθέλδιρ.»

«Μπορεί αλλά… δεν το νομίζω. Μου φαίνεται τελείως εξωφρενικό οι αυτονομιστές να χτύπησαν το Μέγαρο των Αιρετών.»

Συμφωνώ, είπε ο Ύρελκουρ’χοκ. Αυτό τής έλεγα κι εγώ.

«Οι αυτονομιστές επιτίθενται στους πάντες!» είπε η Μάλμεντιρ. «Τι θα τους σταματούσε;»

Ο Εθέλδιρ κούνησε το κεφάλι. «Δε θα χτυπούσαν το Μέγαρο των Αιρετών, Μάλμεντιρ. Δεν είναι μόνο ένα οίκημα· είναι σύμβολο για τη Φάνρηβ, το ξέρεις αυτό. Οι αυτονομιστές δεν είναι εναντίον των Αιρετών.»

Ο Ύρελκουρ’χοκ είπε: Να μιλήσεις με τον αδελφό σου.

Ο Εθέλδιρ έτριψε το αριστερό του μάτι, που εξακολουθούσε να τον κόβει. Βλεφάρισε, έντονα. Τι σκατά είχε και δεν μπορούσε να συνέλθει; Έπρεπε να πλυθεί. «Θα του μιλήσω. Ή, μάλλον, ελπίζω εκείνος να με βρει για να μου μιλήσει. Πώς αλλιώς να τον εντοπίσω;»

Θα μπορούσα να σε βοηθήσω με τη μαγεία μου, πρότεινε ο μάγος. Να ψάξουμε σε κάποια μέρη που υποπτεύεσαι.

«Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι δεν χρησιμοποιεί ξόρκια προκάλυψης – που το ξέρεις ότι θα χρησιμοποιεί – καλύτερα όχι, Ύρελκουρ. Δε θέλω να του μπει στο μυαλό καμια ιδέα ότι τον κατασκοπεύω, γιατί μετά θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα μαζί του.»

*

Κατέβηκε στο ισόγειο του οικήματος – στο δικό του σπίτι – μέσω της εσωτερικής σκάλας και έκανε ένα μπάνιο στεκόμενος κάτω από το ντους. Το νερό δεν περίμενε παρά λίγο μόνο για να το ζεστάνει με το ενεργειακό σύστημα θέρμανσης, έτσι δεν ήταν και πολύ ζεστό. Αλλά αυτό δεν τον ενοχλούσε. Το αισθανόταν αναζωογονητικό επάνω στο μαύρο δέρμα του.

Βγαίνοντας από το ντους, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη κι άρχισε να ψαλιδίζει τα μούσια του. Το αριστερό του μάτι δεν τον έκοβε πια, αλλά αφότου τελείωσε με το ψαλίδισμα πλησίασε το πρόσωπό του περισσότερο στον καθρέφτη για να το κοιτάξει καλύτερα. Το μάτι τού έμοιαζε ελαφρώς πιο θολό. Ή ήταν η εντύπωσή του;

Ό,τι κι αν ήταν, μάλλον θα ήταν από την κούραση και την ταλαιπωρία της φυλάκισης και των ξορκιών των μάγων. Δεν φαινόταν να έχει τίποτα.

Βγήκε από το μπάνιο, φόρεσε ένα καθαρό πέτσινο παντελόνι και μια καθαρή τουνίκα, πράσινη με καφετί σιρίτι, και πλησίασε τον τηλεπικοινωνιακό δίαυλο στο γραφείο του. Ήταν ασφαλείας, φυσικά, όχι μια οποιαδήποτε συσκευή, αλλά και πάλι δεν ήταν σίγουρος ότι οι κατάσκοποι της Αρχόντισσας δεν μπορούσαν να κρυφακούσουν, γι’αυτό κιόλας δεν τη χρησιμοποιούσε για τίποτα το κρυφό. Άνοιξε τώρα τον δίαυλο και κάλεσε τη Ζιρίνα στην οικία των Φέρενερ, στο δωμάτιό της.

Κανείς δεν απαντούσε. Δεν ήταν εκεί; Είχε δουλειές τόσο πρωί; Μετά σκέφτηκε αυτό που του είπαν ο Ύρελκουρ και η Μάλμεντιρ: ότι τρεις Αιρετοί είχαν σκοτωθεί χτες στην επίθεση. Οι κηδείες τους μάλλον θα γίνονταν σήμερα. Θα μπορούσε η Ζιρίνα να είχε πάει σε κάποια από αυτές;

Ο Εθέλδιρ φόρεσε ένα καινούργιο ζευγάρι μπότες που πήρε από τη ντουλάπα, καθώς και μια καινούργια κάπα που πήρε επίσης από εκεί. Έκρυψε επάνω του τα όπλα του και τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του. Ο τελευταίος ήταν πιο ασφαλείας από τον τηλεπικοινωνιακό δίαυλο στο σπίτι του, αλλά ο Εθέλδιρ τον είχε μαζί του όταν οι μαχητές της Χάρνωθ τον αιχμαλώτισαν. Μπορούσε, άραγε, να θεωρείται αξιόπιστη συσκευή πλέον; Ίσως οι άνθρωποι της Αρχόντισσας να είχαν βάλει κάτι μέσα. Ο Εθέλδιρ αποφάσισε πως δεν ήθελε να το ρισκάρει· άφησε τον πομπό πάνω στο γραφείο του και ανέβηκε την εσωτερική σκάλα του σπιτιού.

Συνάντησε τους φίλους του μισοξαπλωμένους στον καναπέ του καθιστικού, να πίνουν τσάι. Προτού κατεβεί είχε κι εκείνος πιει λίγο τσάι μαζί τους και φάει μερικά νόστιμα κουλουράκια και ψωμί με καρύδια. Τους ζήτησε τώρα έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό, εξηγώντας τους τον λόγο που τον ήθελε. Η Μάλμεντιρ τού είπε ότι μπορούσε να πάρει τον δικό της, και πήγε σ’ένα άλλο δωμάτιο για να του τον φέρει.

«Θα πας να ψάξεις για τη Ζιρίνα τώρα;» τον ρώτησε.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ, «αν δεν μπορέσω να τη βρω.» Και πάτησε μερικά κουμπιά πάνω στον πομπό του, καλώντας τον πομπό της Ζιρίνα. Δεν τον είχε καλέσει από τον τηλεπικοινωνιακό δίαυλο του σπιτιού του γιατί ήταν καλωδιακός και δεν τον εμπιστευόταν πλήρως· και η Ζιρίνα δεν ήθελε οι πράκτορες της Αρχόντισσας να μάθουν τον κώδικα του πομπού της.

Ο Εθέλδιρ δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Η φωνή της σύντομα ακούστηκε από το μικρόφωνο: «Μάλιστα;»

«Εγώ είμαι, Ζιρίνα.»

«Εθέλδιρ;»

«Ναι. Με ελευθέρωσαν από το Μέγαρο των Φυλάκων, σήμερα, πριν από μιάμιση ώρα περίπου. Θέλω να σε δω· πού βρίσκεσαι; Σε κάλεσα στο σπίτι σου, αρχικά, αλλά–»

«Σε μια κηδεία είμαι–»

«Το φαντάστηκα.»

«Το φαντάστηκες;»

«Μου είπαν για την επίθεση στο Μέγαρο των Αιρετών, Ζιρίνα.»

«Το ξέρεις, λοιπόν… Στην κηδεία του Αλθέβεριν είμαι. Σ’το είπαν ότι είναι νεκρός, έτσι;»

«Ναι. Θα έρθω από κει. Πού γίνεται;»

«Στο Βόρειο Πάνθεο. Μαζί με την κηδεία του Κασλάριν ωλ Μάρατεκ. Μόλις έχουν αρχίσει.»

«Θα είμαι εκεί σε λίγο,» υποσχέθηκε ο Εθέλδιρ, και τερμάτισε την τηλεπικοινωνία τους.

Ρώτησε τη Μάλμεντιρ και τον Ύρελκουρ αν ήθελαν να έρθουν κι εκείνοι.

Η πρώτη είπε: «Δυστυχώς, άλλοι δημοσιογράφοι του Κήρυκα έχουν αναλάβει να γράψουν για τις κηδείες των Αιρετών. Ο αρχισυντάκτης δεν ήθελε ν’αφήσει εμένα να γράψω, και υποπτεύομαι πως ίσως η Αρχόντισσα να φταίει γι’αυτό. Φοβούνται ότι επειδή ήμουν επαναστάτρια μπορεί να πω κάτι για να διεγείρω τον κόσμο.»

«Θα έρθετε, λοιπόν, ή όχι; Τον Αλθέβεριν τον ξέραμε από κοντά.»

«Σημασία είχε όταν ο άνθρωπος ήταν ζωντανός,» είπε η Μάλμεντιρ ανασηκώνοντας τους ώμους. Το μαύρο πρόσωπό της δεν φανέρωνε κανένα ενδιαφέρον για την κηδεία. Ή ίσως απλά να ήταν τσαντισμένη που δεν την είχαν αφήσει να αρθρογραφήσει. «Επιπλέον, μπορεί η Αρχόντισσα νάχει βάλει κατασκόπους της να παρακολουθούν ποιοι θα πάνε.»

«Το ξέρει, ούτως ή άλλως, ότι είμαστε υποστηρικτές του Φύλακα. Κι εξάλλου, οι δύο κηδείες θα γίνουν μαζί.»

Αλλά η Μάλμεντιρ δεν ήταν πρόθυμη ν’αλλάξει γνώμη, και ούτε ο Ύρελκουρ έμοιαζε πρόθυμος να έρθει, οπότε ο Εθέλδιρ έφυγε μόνος του αφού τους ρώτησε αν θα τους πείραζε να πάρει τον τηλεπικοινωνιακό πομπό μαζί του. Φυσικά, δεν τους πείραζε.

*

Ο Εθέλδιρ ανέβηκε στο δίκυκλό του, το ενεργοποίησε, και έφυγε από την πόρτα του μικρού γκαράζ στο πλάι του σπιτιού του, η οποία έκλεισε από μόνη της, αυτόματα.

Το Βόρειο Πάνθεο δεν ήταν μακριά από το Σκοτεινό Παζάρι. Ο Εθέλδιρ έφτασε εκεί, μέσω Νυκτόκηπου, μέσα σε μερικά λεπτά.

Ο ναός βρισκόταν πάνω σ’ένα ύψωμα που ξεχώριζε ανάμεσα από τα υπόλοιπα οικήματα της Φάνρηβ. Ήταν οικοδομημένος από γαλανόλιθο και η οροφή του σχημάτιζε μια όμορφη οξεία γωνία που πολλοί θεωρούσαν θαύμα αρχιτεκτονικής και χάρμα οφθαλμών. Όταν οι Παντοκρατορικοί κυριαρχούσαν στη Μοργκιάνη, είχαν απαγορεύσει τα Πάνθεα, αλλά στις περισσότερες πόλεις δεν είχαν τολμήσει να τα καταστρέψουν. Το συγκεκριμένο, εκείνη την περίοδο, το χρησιμοποιούσαν ως πύργο ελέγχου· το είχαν βεβηλώσει τελείως. Χρειάστηκε ολόκληρη ανοικοδόμηση, έπειτα, για να το συνεφέρουν οι ιερείς. Οι Παντοκρατορικοί δεν σέβονταν καθόλου τη θρησκεία των Μοργκιανών – τη θεωρούσαν βαρβαρική και ανόητη – προσπαθούσαν να τους βάλουν να λατρεύουν τον θεό τους, τον Κρόνο. Δε μπορούσαν να εξαφανίσουν όλους τους άλλους ναούς και τους βωμούς στη Μοργκιάνη (επειδή, μάλλον, ήταν πολύ χρονοβόρο) αλλά τα Πάνθεα, όπου λατρεύονταν όλοι οι θεοί, τα είχαν κυνηγήσει και τα είχαν ορίσει ως παράνομα. Εκείνο που ουσιαστικά τους ενοχλούσε, όπως ήξερε ο Εθέλδιρ, ήταν ότι σ’αυτά τα μέρη συγκεντρώνονταν διάφοροι πιστοί, και πολλά μπορούν να συμβούν σε τέτοιους χώρους ενωμένης πίστης. Οι Παντοκρατορικοί προτιμούσαν να ελέγχουν τον κόσμο μέσα από τη θρησκεία που γνώριζαν καλά, αυτή του Κρόνου. Αλλά οι Μοργκιανοί – ακόμα και οι Χαρνώθιοι, φυσικά – δεν είχαν καμια συμπάθεια για τον Κρόνο. Ήταν αφύσικη η θέση αυτού του θεού στη Μοργκιάνη. Πολλοί θρησκόληπτοι, μάλιστα, έλεγαν ότι το Πεινασμένο Σκοτάδι θα τους κατασπάραζε όλους, ύστερα από τούτα τα αλλόκοτα πράγματα, ότι τελικά ο ήλιος θα έσβηνε. Ευτυχώς, ο ήλιος δεν είχε σβήσει. Και οι Παντοκρατορικοί κι ο Κρόνος είχαν φύγει για πάντα από τη Μοργκιάνη.

Καθώς ανέβαινε τον ανηφορικό δρόμο που πήγαινε προς το Βόρειο Πάνθεο – το Ψηλό Πάνθεο, όπως αλλιώς το ονόμαζαν – ο Εθέλδιρ έβλεπε ότι αρκετός κόσμος ήταν συγκεντρωμένος στην αυλή. Φτάνοντας έξω από αυτήν, άφησε το δίκυκλό του κοντά σε μερικά άλλα οχήματα και σε δεμένα άλογα και γιγαντόλυκους, και πέρασε την καγκελωτή πόρτα που έστεκε ορθάνοιχτη.

Ορισμένοι τον είδαν και τον χαιρέτησαν. Τον ρώτησαν τι είχε συμβεί. Πότε τον είχαν απελευθερώσει; «Σήμερα,» τους είπε ο Εθέλδιρ. «Και, όχι, δεν μου έκαναν βασανιστήρια. Σωματικά, τουλάχιστον.» Οι υποστηρικτές του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας έμοιαζαν πολύ ευχαριστημένοι που τον ξανάβλεπαν. Τον ρώτησαν αν η Αρχόντισσα είχε ελευθερώσει και τον Ριλάθιρ και τον Νέλδουρ–

Μετά, η Ζιρίνα ήταν κοντά του και τα χέρια της τον αγκάλιαζαν σφιχτά. Τα χείλη της φιλούσαν τον λαιμό και το μάγουλό του, και τελικά κόλλησαν πάνω στα δικά του χείλη. Οι γλώσσες τους συναντήθηκαν προς στιγμή, κι ύστερα χώρισαν.

«Τι έγινε;» της ψιθύρισε ο Εθέλδιρ, έχοντας το ένα του χέρι τυλιγμένο γύρω από τη μέση της. «Πώς συνέβη αυτό το πράγμα;»

«Οι αυτονομιστές,» αποκρίθηκε εκείνη, εξίσου ψιθυριστά, ξέπνοα.

Ο Εθέλδιρ άγγιξε τ’αφτί της με τα χείλη του και είπε, ακόμα πιο σιγανά: «Δεν ήταν οι αυτονομιστές. Το ξέρω.»

Η Ζιρίνα στράφηκε να τον ατενίσει καταπρόσωπο, συνοφρυωμένη.

«Είμαι σχεδόν σίγουρος.»

«Πώς;»

«Θα σου εξηγήσω μετά.»

«Έχω κι εγώ πράγματα να σου πω. Αλλά τώρα έλα από δω» – τον τράβηξε από το χέρι – «οι κηδείες έχουν αρχίσει.»

Βάδισαν ανάμεσα στον κόσμο, και ο Εθέλδιρ χαιρέτησε πάλι κάποιους. Έφτασαν κοντά στον ανοιχτό χώρο που βρισκόταν ανατολικά του γαλανολίθινου Πάνθεου ο οποίος ονομαζόταν Κατώφλι του Κήπου. Του Μεταθανάτιου Κήπου, δηλαδή. Η είσοδος για τον κόσμο των νεκρών. Ο χώρος ήταν περιφραγμένος με κάγκελα που σχημάτιζαν μπλεγμένα άνθη, κι επάνω τους σκαρφάλωναν αναρριχώμενα φυτά του είδους φαρμακόνυχες και οξύκεντροι: και τα δύο γεμάτα δηλητηριώδη αγκάθια. Απαγορευόταν να μπεις στο Κατώφλι του Κήπου· μόνο οι ιερείς και οι ιέρειες των θεών της Μοργκιάνης έμπαιναν. Το μέρος, φυσικά, οι Παντοκρατορικοί το είχαν καταστρέψει τελείως, όταν βρίσκονταν εδώ· αυτό ήταν φτιαγμένο από την αρχή.

Μέσα στο Κατώφλι βρίσκονταν τώρα οκτώ ιερωμένοι, τέσσερις για τον έναν νεκρό, τέσσερις για τον άλλο, και ο Ταγμένος Ιερέας του Πάνθεου στεκόταν ανάμεσά τους, επιβλέποντας και συμβάλλοντας στην τελετουργία. Οι νεκροί βρίσκονταν τοποθετημένοι σε σημεία της γης καθαρισμένα από το χορτάρι, με τα κατάμαυρα σώματά τους ολόγυμνα. Ο Κασλάριν έμοιαζε πιο άσχημα χτυπημένος από τον Αλθέβεριν· ήταν μισοκαμένος. Ο Αλθέβεριν πρέπει να είχε σκοτωθεί από κάτι που έπεσε πάνω του, έκρινε ο Εθέλδιρ.

Θρήνοι και οιμωγές ακούγονταν από τους συγγενείς των νεκρών, που στέκονταν έξω από τα κάγκελα του Κατωφλιού προσέχοντας να μην αγγίξουν τα θανατηφόρα άνθη που σκαρφάλωναν εκεί.

Οι ιερωμένοι επικαλούνταν τη Λωράθλου, την Κυρά του Θανάτου, για να μεταφέρει με ασφάλεια τις ψυχές των νεκρών στον Μεταθανάτιο Κήπο. Οι φωνές τους αντηχούσαν μακρόσυρτες στον πρωινό αέρα, στην Υψηλή Μοργκιάνη, τη Γλώσσα των Θεών. Ο Εθέλδιρ μόλις και μετά βίας μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν. Ελάχιστοι εκτός από τους ιερείς χρησιμοποιούσαν την Υψηλή Μοργκιανή. Οι περισσότεροι χρησιμοποιούσαν την Καθομιλουμένη, ή τη Συμπαντική όταν είχαν να κάνουν με ξένους.

Ο Άλφεντουρ, ο διπλωμάτης της Νάζρηβ, πλησίασε τον Εθέλδιρ, και πίσω του στεκόταν κάποιος σαν σκιά – ένας άντρας με σκούρο πράσινο δέρμα και μαλλιά επίσης σκούρα πράσινα, σχεδόν μαύρα. Ο σωματοφύλακάς του.

«Σε ελευθέρωσαν.»

«Για να βρίσκομαι εδώ.»

Ο Άλφεντουρ ένευσε, δείχνοντας ικανοποιημένος.

Ο Εθέλδιρ σκέφτηκε: Εσύ έκανες κάτι;

«Σ’ευχαριστούμε,» ψιθύρισε η Ζιρίνα στον διπλωμάτη, λύνοντας την απορία του Εθέλδιρ. Ναι, αυτός ήταν που είχε κάνει κάτι. Το είχε ζητήσει από την Αρχόντισσα; Και η Αρχόντισσα τον είχε ακούσει; Είχε τέτοιου είδους επιρροή επάνω της; Ή μήπως έκανε κάποια συμφωνία μαζί της; Κι αν ναι, τι συμφωνία ήταν αυτή;

Ενόσω η τελετουργία συνεχιζόταν από τους ιερείς, η Ζιρίνα ρώτησε τον Εθέλδιρ: «Ελευθέρωσαν και τον Ριλάθιρ και τον Νέλδουρ;»

«Όχι.»

Οι ιερείς είχαν αρχίσει, σταδιακά, να καλύπτουν τα γυμνά σώματα των δύο νεκρών με κλωνάρια και άνθη, μέχρι που στο τέλος ήταν τελείως καλυμμένα από αυτά. Τα πτώματα είχαν εξαφανιστεί. Δύο ιερείς σήκωσαν, τότε, ένα μεγάλο ιερατικό σκεύος ανάμεσά τους, καμωμένο από ασήμι και γεμάτο καυστικά οξέα μεγάλης ισχύος. Στάθηκαν δίπλα από τον φυτικό λόφο που σκέπαζε τον Κασλάριν και άδειασαν τα οξέα επάνω του. Τα άνθη και τα κλωνάρια έλιωσαν, και το πτώμα επίσης. Τα πάντα τα κατάπιε το έδαφος του Κατωφλιού, αφρίζοντας. Ατμοί υψώνονταν προς τον ουρανό, απλώνονταν τριγύρω. Οι οσμές δεν ήταν τόσο δυσάρεστες όσο θα έπρεπε – κανονισμένο από τους ιερείς, με διάφορες αρωματικές ουσίες.

Την ίδια διαδικασία επανέλαβαν για τον Αλθέβεριν αλ Βάρνουν.

Οι θρήνοι και οι οιμωγές είχαν ενταθεί.

Και ο Εθέλδιρ αισθανόταν μια δυνατή θλίψη, ειδικά για την απώλεια του Αλθέβεριν· αλλά ήταν σιωπηλός. Είχε δει πολλούς θανάτους στη ζωή του – και ατόμων που του ήταν πιο αγαπητά.

Αναρωτιόταν ποιοι θα ήταν οι επόμενοι Αιρετοί της Συντεχνίας των Μαντατοφόρων και της Συντεχνίας των Αγροτών. Η Αρχόντισσα αναμφίβολα θα προσπαθούσε να βάλει εκεί δικούς της ανθρώπους. Έπρεπε να την εμποδίσουν, γιατί θα τους χρησιμοποιούσε για να στρέψει τον λαό της Φάνρηβ προς το μέρος της και εναντίον του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας.

*

Μετά την κηδεία, ο Εθέλδιρ κατευθύνθηκε προς το σπίτι του επάνω στο δίκυκλό του, ακολουθώντας την ίδια πορεία που είχε ακολουθήσει για να έρθει στο Βόρειο Πάνθεο. Η Ζιρίνα τον συνόδεψε καβάλα στη Μαύρη Γούνα. Η χαρά της ήταν μεγάλη που τον ξανάβλεπε ζωντανό και καλά. Η ανώμαλη στριγκιά είχε πει αλήθεια ότι δεν τον είχε βασανίσει, και η συμβολή του Άλφεντουρ πράγματι είχε παίξει καθοριστικό ρόλο. Ίσως τελικά να μας βοηθήσει και με άλλους τρόπους εναντίον των Χαρνώθιων, σκέφτηκε η Ζιρίνα.

Δεν ήταν πολλές ώρες που είχε φέρει τον διπλωμάτη πίσω στη Φάνρηβ μέσω της Πόλης της Αέναης Νύχτας, και είχε κοιμηθεί ελάχιστα προτού χρειαστεί να σηκωθεί για να πάει στην κηδεία. Αλλά τώρα, με την εμφάνιση του Εθέλδιρ, αισθανόταν πως η κούρασή της είχε ξαφνικά φύγει. Ο Νούρκας ο Μαχητής είναι στο πλευρό μας!

Ή ο πονηρός Ιουράσκε, ίσως – χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα! Χαμογέλασε μέσα από την κουκούλα της καθώς βαστιόταν γερά επάνω στη σέλα της Μαύρης Γούνας, τρέχοντας πλάι στο μηχανοκίνητο δίκυκλο του Εθέλδιρ.

Διασχίζοντας τον Νυκτόκηπο, έφτασαν στο Σκοτεινό Παζάρι και στο μονώροφο σπίτι του πρώην Προμάχου της Επανάστασης. Το ίδιο το σπίτι δεν είχε στάβλο, αλλά ένας στάβλος υπήρχε λίγο παρακάτω ο οποίος ανήκε σε ανθρώπους που υποστήριζαν την Κοινοπολιτεία και δεν συμπαθούσαν την Αρχόντισσα και τους ανθρώπους της. Η Ζιρίνα άφησε εκεί τη Μαύρη Γούνα – δεν ήταν η πρώτη φορά που την άφηνε σ’αυτό το μέρος – και ύστερα πήγε περπατώντας στο σπίτι του Εθέλδιρ.

Ο Εθέλδιρ είχε, εν τω μεταξύ, σταθμεύσει το δίκυκλό του στο γκαράζ και, μην έχοντας κλείσει την πόρτα, στεκόταν και περίμενε τη φίλη του. Την είδε να επιστρέφει βαδίζοντας σβέλτα πάνω στο πλακόστρωτο του δρόμου. Η φυλάκισή του, συνειδητοποίησε, τον είχε κάνει να θέλει να την αγκαλιάσει περισσότερο από πριν.

Η Ζιρίνα μπήκε στο γκαράζ και ο Εθέλδιρ πάτησε τον διακόπτη που έκλεινε την πόρτα αυτόματα, άρπαξε τη Ζιρίνα από τη μέση, και τραβώντας την κοντά στον τοίχο τη φίλησε βαθιά. Εκείνη μούγκρισε ικανοποιημένα και το ένα της πόδι τυλίχτηκε πίσω του.

«Πάμε μέσα,» της είπε μετά, και η Ζιρίνα δεν διαφώνησε. Πέρασαν από την εσωτερική πόρτα του γκαράζ και βγήκαν στην κουζίνα του σπιτιού, κι από εκεί στο καθιστικό.

«Εσύ ζήτησες από τον Άλφεντουρ να μιλήσει στην Αρχόντισσα;» τη ρώτησε ο Εθέλδιρ.

«Ναι.» Πήγε να τον φιλήσει ξανά.

Εκείνος τη σταμάτησε βάζοντας τα δάχτυλά του μπροστά στο στόμα της. «Και τι συμφωνία έκανε μαζί της;»

Η Ζιρίνα φίλησε τα δάχτυλα. «Καμια συμφωνία. Απλά της το πρότεινε.»

«Έτσι σου είπε;»

«Έτσι μου είπε.»

«‘Λέγε λίγα, κρύβε πολλά.’»

«Ακόμα κι αν έκανε κάποια συμφωνία μαζί της, δε μ’ενδιαφέρει αφού σε ελευθέρωσε,» είπε η Ζιρίνα. «Μ’ενδιαφέρει μόνο που είσαι εδώ. Κι αυτό θα σταματήσει και τους αυτονομιστές απ’το να κάνουν κι άλλες ζημιές.»

«Δεν ήταν οι αυτονομιστές που επιτέθηκαν στο Μέγαρο των Αιρετών, Ζιρίνα.»

«Ποιοι ήταν;»

Ο Εθέλδιρ βάδισε προς τον καναπέ, κι εκείνη τον ακολούθησε: κάθισαν συγχρονισμένα, πλάι-πλάι.

«Δεν ξέρω ποιοι ήταν. Αλλά, όταν έφευγα από το Μέγαρο των Φυλάκων, συνάντησα μια παλιά γνωστή.» Και της μίλησε για την κουβέντα του με την Έρνελιθ.

Η Ζιρίνα την είχε μόνο ακουστά αυτή την επαναστάτρια· δεν την είχε ποτέ της δει. Ήταν κάποια που έμενε στις Σκιερές Κοιλάδες, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από εδώ, προς τα νοτιοανατολικά. Ήταν κυνηγός σ’εκείνες τις περιοχές, και χρησιμοποιούσε πολύ τους περιστρεφόμενους δίσκους για να σκοτώνει.

«Κι αν σου είπε ψέματα;»

«Δε νομίζω… Δε νομίζω ότι θα μου έλεγε ψέματα για κάτι τέτοιο, Ζιρίνα. Και δε νομίζω, επίσης, ότι ο Κάλνεντουρ θα χτυπούσε το Μέγαρο των Αιρετών. Εσένα δεν σου φάνηκε περίεργη αυτή η επίθεση;»

«Ναι, ήταν περίεργη, ομολογουμένως. Αν όμως δεν επιτέθηκαν οι αυτονομιστές, τότε… ποιοι; Και γιατί;»

«Κι εγώ αυτό αναρωτιέμαι.»

Η Ζιρίνα θυμήθηκε κάτι που είχε ειπωθεί στο αναψυκτήριο, μετά την επίθεση. «Ο Νάλντιρ ωλ Σέραντεμ μίλησε για Σκοτεινούς Ακόλουθους. Λέει πως κυκλοφορούν φήμες στην πόλη…»

«Ναι, κι εγώ τις έχω ακούσει. Αλλά τέτοιες φήμες είναι, συνήθως, απλά φήμες.»

«Αν όμως οι αυτονομιστές δεν επιτέθηκαν, τότε δεν είναι πιθανό οι Σκοτεινοί Ακόλουθοι όντως να χτύπησαν το Μέγαρο των Αιρετών; Είναι τρελοί που θέλουν να διαλύσουν τη Μοργκιάνη, όλοι τους.»

«Και πού βρήκαν ένα τόσο ισχυρό όπλο όπως το ενεργειακό κανόνι; Πού βρήκαν Τεχνομαθή μάγο για να τους βοηθήσει να το βάλουν σε λειτουργία; Οι Σκοτεινοί Ακόλουθοι είναι παράνομοι παντού, δεν έχουν τέτοια υποστήριξη. Εκτός αν, κάπως, έκλεψαν το κανόνι, κι αν κάποιος Τεχνομαθής μάγος τρελάθηκε κι έγινε σαν αυτούς.»

Η Ζιρίνα έμεινε σιωπηλή, συλλογισμένη. Ναι, σκέφτηκε. Πώς βρήκαν τέτοια πράγματα οι Σκοτεινοί Ακόλουθοι;

«Αν δεν ήταν αδύνατον να ισχύει, θα έλεγα πως η επίθεση έγινε από τους Χαρνώθιους,» είπε ο Εθέλδιρ. «Μόνο αυτοί θα χρησιμοποιούσαν τέτοια μέσα.»

«Οι αυτονομιστές, πάντως, επιτέθηκαν και στην Πλατεία Νότιου Πάνθεου όσο γινόταν η απόπειρα δολοφονίας. Το αρνήθηκε κι αυτό η Έρνελιθ;»

«Δεν το συζητήσαμε καθόλου.» Ο Εθέλδιρ δεν το είχε σκεφτεί να τη ρωτήσει· δεν είχε καν περάσει απ’το μυαλό του, ύστερα από όσα έμαθε για το χτύπημα στο Μέγαρο των Αιρετών.

«Τέλος πάντων,» είπε η Ζιρίνα. «Αυτή τη νύχτα πήγα τον Άλφεντουρ να μιλήσει στον Φύλακα…»

«Και; Τι συμφώνησαν;»

Η Ζιρίνα τού απάντησε, χωρίς να προσπαθήσει να του κρύψει τίποτα, ούτε καν τη γνώμη της ότι ο Φύλακας δεν ήταν καλός στην πρακτική πολιτική.

«Θα μάθει,» είπε ο Εθέλδιρ. «Το βασικό τώρα είναι να διώξουμε τους Χαρνώθιους από εδώ.»

«Κι εκείνος το ίδιο πιστεύει.»

«Ο Άλφεντουρ, λοιπόν, δεν έδωσε καμία υπόσχεση;»

Κούνησε το κεφάλι της. «Καμία.»

«Γι’αυτό σού λέω ότι αναρωτιέμαι τι είδους σχέση έχει με την Αρχόντισσα και την πείθει τόσο εύκολα…»

«Μ’ενδιαφέρει μόνο που είσαι εδώ.» Τον φίλησε δυνατά, κρατώντας τον κοντά της. Τα χέρια του διέτρεξαν τη ράχη της, και η Ζιρίνα αισθάνθηκε ένα ευχάριστο ρίγος ν’ακολουθεί το πέρασμά τους.

«Πρέπει,» της είπε ο Εθέλδιρ ανάμεσα στα φιλιά τους, «να φροντίσουμε οι καινούργιοι Αιρετοί να είναι με το μέρος μας. Όσο περισσότεροι τόσο το καλύτερο.»

«Ναι. Πρέπει.» Τα χέρια της τραβούσαν τα ρούχα του, βγάζοντας την τουνίκα του, λύνοντας τα λουριά του παντελονιού του. Μετά σηκώθηκε και, στεκόμενη μπροστά του, από πάνω του, άρχισε να βγάζει τα δικά της ρούχα, το ένα μετά το άλλο. Τα μάτια του καταβρόχθιζαν τις μελανές καμπύλες του σώματός της, και η Ζιρίνα, κοιτάζοντας το πρόσωπό του, παρατήρησε ότι το ένα μάτι, το αριστερό, της φαινόταν λίγο περίεργο. Σα να μην ήταν όπως συνήθως. Αλλά δεν μπορούσε να πει τι ακριβώς είχε αλλάξει. Βάζοντας το ένα της γόνατο στον καναπέ, έσκυψε από πάνω του για να δει το μάτι καλύτερα. Ο Εθέλδιρ έκανε να τη φιλήσει, όμως εκείνη τον σταμάτησε.

«Το μάτι σου,» του είπε, αγγίζοντας το πλάι του προσώπου του.

«Τι;»

«Το νιώθεις καλά;»

«Με έκοβε λίγο όταν έφυγα από το Μέγαρο, αλλά… καλά πρέπει να είναι. Τώρα δεν νιώθω τίποτα.»

«Σου έριξαν κάτι στα μάτια;»

«Όχι. Απλά κλεισμένο σ’ένα κελί με είχαν, και οι μάγοι τους σίγουρα χρησιμοποιούσαν τα ξόρκια τους επάνω μου για να με τρομοκρατήσουν – μπορούσα να το καταλάβω. Επίσης, με ανέκριναν δυο φορές, αλλά χωρίς να με χτυπήσουν.»

Η Ζιρίνα κάθισε, ημίγυμνη, μέσα στην αγκαλιά του. «Τι σε ρωτούσαν;»

«Ό,τι θα φανταζόσουν. Για την απόπειρα δολοφονίας, για εμάς. Δεν τους είπα τίποτα. Το ήξερα ότι δεν θα τολμούσαν να κάνουν κάτι δραστικό.» Πιάνοντας την άκρη της μίας κάλτσας της, την τράβηξε από το πόδι της και την πέταξε παραδίπλα. Έγειρε και φίλησε μια παλιά ουλή που φαινόταν σκούρα μπλε επάνω στα δεξιά πλευρά της – ένα χτύπημα που η Ζιρίνα είχε δεχτεί κατά την Επανάσταση. Πάντα του άρεσε να τη φιλά εκεί. Του άρεσε ακόμα και η γεύση της ουλής, για κάποιο λόγο.

Η Ζιρίνα χάιδεψε τα μαλλιά του, περνώντας τα δάχτυλά της μέσα τους, κρατώντας το πρόσωπό του κοντά της, την αναπνοή του πάνω στο δέρμα της.

4
Μια Νέα Αρχή· Αναζήτηση Πληροφοριών· Πλάσματα του Φορβόκμε· Εμπιστεύεσαι τον Αδελφό σου;

Ο αδελφός σου είναι ελεύθερος.»

«Τι;»

«Τον συνάντησα πριν από λίγο, καθώς κατέβαινε από το Μέγαρο των Φυλάκων. Τον μετέφερα ώς το σπίτι του και, μετά, ήρθα εδώ.»

Ο Κάλνεντουρ – καθισμένος στην άκρη του μεγάλου δωματίου, ψηλός, μαυρόδερμος, ξανθομάλλης – ατένιζε την Έρνελιθ αντίκρυ του χωρίς νάναι βέβαιος αν έπρεπε να την πιστέψει.

Εκείνη δεν ήταν ψηλή, για γυναίκα· το σώμα της ήταν μικροκαμωμένο αλλά δυνατό. Το δέρμα της ήταν σκούρο γαλανό – τόσο σκούρο που θύμιζε μαύρο. Το κεφάλι της ήταν ξυρισμένο γουλί. Φορούσε γκρίζο τα’ένεκιπ που εφάρμοζε πάνω στα χέρια, στους ώμους, στα μικρά στήθη, και στον κορμό της. Το παντελόνι της ήταν επίσης γκρίζο, και οι μπότες της κατάμαυρες και τελείωναν πάνω από τα γόνατά της. Από τη ζώνη της κρέμονταν δύο άσραθ: δύο περιστρεφόμενοι δίσκοι, απ’αυτούς που ορισμένοι κυνηγοί χρησιμοποιούσαν στις Σκιερές Κοιλάδες και σ’άλλα νότια και ανατολικά μέρη της Μοργκιάνης.

«Τον μετέφερες στο σπίτι του;» γρύλισε ο Κάλνεντουρ. «Οι κατάσκοποι της Αρχόντισσας θα σε είδαν!»

«Μ’έχεις για τόσο ανόητη, μα τα νύχια του Σερτίνγκε; Το ήξερα πως θα υπήρχαν κατάσκοποι κοντά στο σπίτι του. Αφού τον άφησα εκεί, έκανα κύκλους μες στην πόλη προτού πάω το όχημα στο γκαράζ. Και κανέναν δεν είδα πίσω μου. Ούτε, είμαι βέβαιη, οι κατάσκοποί σου είδαν κανέναν να με ακολουθεί καθώς πλησίαζα εδώ.»

«Εντάξει… Συγνώμη· δεν έπρεπε ν’αμφισβητήσω έτσι τις ικανότητές σου. Κάθισε. Πες μου για τον Εθέλδιρ. Τι έγινε;» Έδειξε την άδεια καρέκλα δίπλα του στο τραπέζι.

Η Έρνελιθ ήρθε και κάθισε, σταυρώνοντας τα μποτοφορεμένα πόδια της στο γόνατο. Ένα ζευγάρι ασημόχρωμα γυαλιά ήταν πιασμένα στη μικρή λαιμόκοψη του τα’ένεκιπ της.

Ο Κάλνεντουρ είχε μια κούπα τσάι μπροστά του· τώρα άναψε τσιγάρο και της πρόσφερε κι εκείνης ένα. Η Έρνελιθ δέχτηκε και τον άφησε να της το ανάψει με τον ενεργειακό αναπτήρα του. Της άρεσε ο Κάλνεντουρ· ήθελε να τον καβαλήσει, αλλά ο Σερτίνγκε τού είχε δώσει τη φύση αεικίνητου ελαφιού και δεν καθόταν εύκολα σε μία θέση. Επιπλέον, έδειχνε να έχει μια κάποια προτίμηση προς τους άντρες – ειδικά προς τον νοοχορευτή.

Η Έρνελιθ τού μίλησε για τη συνάντησή της με τον Εθέλδιρ.

«Δεν ξέρει τίποτα, δηλαδή…» μουρμούρισε ο Κάλνεντουρ σαν να μονολογούσε, συνεχίζοντας να καπνίζει. «Ούτε καν γιατί τον ελευθέρωσαν… Ή έτσι λέει.» Έσβησε το τσιγάρο του.

«Υποπτεύεσαι ότι μπορεί νάχει κάνει καμια συμφωνία με την Αρχόντισσα;»

«Δε θα το απέκλεια. Μακάρι να καταλάβαινε ότι έπρεπε να ήταν με το μέρος μας!» Ο Κάλνεντουρ χτύπησε τη γροθιά του πάνω στο τραπέζι.

«Το ίδιο τού είπα κι εγώ – ότι έπρεπε να τον είχαμε μαζί μας.»

«Θα μπορούσε να μας βοηθήσει σε πολλά,» είπε ο Κάλνεντουρ. «Ανάμεσα στα οποία και το να μάθουμε ποιοι καταραμένοι επιτέθηκαν στο Μέγαρο των Αιρετών και κατηγορούν εμάς. Μόνο οι Χαρνώθιοι θα έκαναν ποτέ τέτοιο πράγμα. Αλλά… θα σκότωναν και την Αρχόντισσά τους μαζί; Απλά και μόνο για να μας δυσφημίσουν;»

Η Έρνελιθ δεν μίλησε.

«Δε λες ποτέ τη γνώμη σου,» παρατήρησε ο Κάλνεντουρ.

«Τη λέω όταν έχει σημασία. Δεν ξέρω τι σκέφτονται οι πολιτικοί τούτης της πόλης.»

«Δεν είσαι η μόνη· ούτε εγώ ξέρω. Ο Εθέλδιρ σού είπε αν ελευθέρωσαν επίσης τον Νέλδουρ και τον Ριλάθιρ;»

«Δεν είπε τίποτα γι’αυτούς. Μάλλον ακόμα φυλακισμένοι είναι.»

«Θα τους ελευθερώσουμε.» Ο Κάλνεντουρ ήπιε μια γουλιά απ’το τσάι του. «Θα βρούμε τρόπο και θα τους ελευθερώσουμε. Αυτοί οι άτριχοι λύκοι της Χάρνωθ, οι φίλοι Παντοκρατορικών, θα ανακαλύψουν ότι η Φάνρηβ δεν τους επιτρέπει να κρατάνε φυλακισμένους τους Αιρετούς της. Εδώ είναι η δική μας πόλη, όχι το γαμημένο τους Βασίλειο!»

Ήπιε ακόμα μια γουλιά τσάι. «Ο γιος μου είναι κάτω;»

«Δε νομίζω ότι έχει ξυπνήσει ακόμα,» αποκρίθηκε η Έρνελιθ. «Μόνο τον Ζόρελνιρ και τον Φάλερβιν είδα μπαίνοντας.» Ο γιος του Κάλνεντουρ ήταν μικρός. Είχε γεννηθεί μέσα στην Παντοκρατορική Κατοχή. Η μητέρα του πέθανε από μόλυνση λίγες ώρες ύστερα από τη γέννα. Ήταν κυνηγημένοι από τους πράκτορες της Παντοκράτειρας τότε. Η Έρνελιθ και μερικοί άλλοι επαναστάτες των Σκιερών Κοιλάδων τούς έσωσαν από τα νύχια τους. Και όχι μόνο αυτούς: ήταν κι άλλοι ανάμεσά τους, καθώς και ο Εθέλδιρ.

Ύστερα από κάποιο καιρό στις Σκιερές Κοιλάδας ήταν που επέστρεψαν στη Φάνρηβ με καινούργιο κουράγιο, καινούργια όπλα, καινούργιες δυνάμεις, και καινούργιες ικανότητες, για να πάρουν πίσω την πατρίδα τους.

Πράγμα που ακόμα δεν είχαν καταφέρει πλήρως. Ακόμα η Φάνρηβ ελεγχόταν από εξωτερικές δυνάμεις.

Αλλά ο Κάλνεντουρ ήθελε να γίνει μια νέα αρχή. Και σκόπευε να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση.

«Θέλω να του μάθεις μερικά πράγματα, Έρνελιθ,» είπε.

«Τι πράγματα;»

«Τις ικανότητες του κυνηγού.»

«Αυτό δεν είναι το κατάλληλο περιβάλλον.»

«Όχι, αυτό είναι το κατάλληλο περιβάλλον,» επέμεινε ο Κάλνεντουρ. «Η πόλη μας είναι ένας τόπος άγριος, επικίνδυνος.»

«Θα δω τι μπορώ να κάνω. Είναι μόνο έντεκα χρονών.»

«Στις Σκιερές Κοιλάδες μαθαίνετε από μικροί.»

«Μη συγκρίνεις τα θηρία του Σερτίνγκε με τους χωρικούς του Γιοσόρκας.»

Ο Κάλνεντουρ γέλασε. «Δεν είμαστε τόσο ήμεροι, όπως θα έχεις διαπιστώσει.»

Από δίπλα, από το εκπαιδευτήριο, ακούστηκαν τα γρυλίσματα ενός γιγαντόλυκου.

Η Έρνελιθ μειδίασε.

*

Μέρα-μεσημέρι, πήγαν στον Φιλόξενο, την περιοχή όπου βρισκόταν το Μέγαρο των Αιρετών. Μπορεί να ήταν αυτονομιστές αλλά δεν ήταν και τόσο εύκολο να τους εντοπίσει κανείς αν δεν ήθελαν να δηλώσουν την παρουσία τους. Ο Κάλνεντουρ, εκτός των άλλων, φορούσε ένα δαχτυλίδι φορτισμένο με Μαγγανεία Προκαλύψεως, την οποία η Σερκίσναθ’χοκ ανανέωνε κάθε τόσο για να την κρατά σε αδιάκοπη λειτουργία.

Η εν λόγω μάγισσα ήταν τώρα μαζί με τον Κάλνεντουρ, την Έρνελιθ, τον Φάλερβιν, και τον Θόμαλκιρ. Ο τελευταίος ήταν της παράνομης Συντεχνίας του Τελευταίου Κήπου – δολοφόνος. Ο προτελευταίος ήταν μηχανικός. Κι οι δυο τους είχαν δέρμα κατάμαυρο, όπως οι περισσότεροι Μοργκιανοί. Ο Θόμαλκιρ είχε μαλλιά μακριά και γαλανά, δεμένα κότσο. Ο Φάλερβιν ήταν καραφλός, με ελάχιστα πράσινα μαλλιά γύρω-γύρω.

Ο Κάλνεντουρ κοίταζε πίσω από τα ασημόχρωμα γυαλιά του την καταστροφή που είχε γίνει στο Μέγαρο. Τα πάντα φαίνονταν πολύ έντονα σαν να ήταν χαραγμένα πάνω στην πραγματικότητα της Μοργκιάνης. Ήταν πασιφανές από πού είχαν έρθει οι ενεργειακές ριπές. Το είχαν αναφέρει και στις ειδήσεις, μάλιστα – είχαν πει αλήθεια. Η επίθεση είχε γίνει από τα νοτιοανατολικά. Και οι κακούργοι μάλλον είχαν πάει προς Μεσοπόταμο.

Γι’αυτό το τελευταίο ο Κάλνεντουρ δεν ήταν και τόσο σίγουρος. Μπορεί να το έλεγαν για να καλύψουν κάτι άλλο, κάποια απάτη.

Μαζί με τους ανθρώπους του, άρχισε να ερευνά την περιοχή. Η Σερκίσναθ’χοκ χρησιμοποιούσε τα ξόρκια της, έχοντας το ραβδί της τυλιγμένο σε δέρματα και πανιά για να κρύβει τους μικρούς κρυστάλλους, τα μικροσκοπικά κάτοπτρα, και τα κυκλώματά επάνω του – πράγματα που αμέσως θα την πρόδιδαν ως μάγισσα του τάγματος των Διαλογιστών σε οποιοδήποτε έμπειρο μάτι. Οι υπόλοιποι κοίταζαν ολόγυρα καθώς βάδιζαν, ψάχνοντας για σημάδια: οτιδήποτε. Παρίσταναν, όμως, τους ταξιδιώτες – που δεν ήταν και λίγοι στον Φιλόξενο, ακόμα κι εδώ που βρισκόταν, στα όρια με τον Μεσοπόταμο.

«Τι σου λέει η μαγεία σου;» ρώτησε ο Κάλνεντουρ, ύστερα από λίγη ώρα περιπλάνησης, τη Σερκίσναθ.

«Τίποτα. Δε νομίζω ότι κάπου εδώ κοντά είναι κρυμμένο κάποιο τόσο μεγάλο ενεργειακό όπλο, εκτός αν κάπως το κρύβουν.»

Ο Κάλνεντουρ κοίταζε τις οροφές των χτιρίων τριγύρω. «Αν ήμουν εγώ που έριχνα, θα χρησιμοποιούσα εκείνη εκεί την ταράτσα,» είπε, δείχνοντάς την με το βλέμμα του. «Αν τραβήξεις μια νοητή γραμμή, πάει κατευθείαν εκεί όπου χτυπήθηκε το Μέγαρο, χωρίς να συναντά εμπόδια.»

«Οι Χαρνώθιοι ερεύνησαν κάποια χτίρια εδώ κοντά,» του θύμισε ο Φάλερβιν. «Δε βρήκαν τίποτα.»

«Και τους πιστεύεις;»

Οι αυτονομιστές βάδισαν προς την πολυκατοικία που είχε δείξει ο Κάλνεντουρ.

Κοίταξε την είσοδο. «Για να περάσεις ενεργειακό κανόνι κανονικού μεγέθους από εδώ, πρέπει να γκρεμίσεις την πόρτα. Και η πόρτα δεν είναι γκρεμισμένη.»

«Μπορεί να μην ήταν κανονικού μεγέθους,» υπέθεσε η Έρνελιθ.

Ο Φάλερβιν ρουθούνισε. «Κι έριξε τόσο μακριά; Αποκλείεται! Επιπλέον, τα ενεργειακά κανόνια σπάνια είναι πιο μικρά. Δεν είναι εύκολο να τα φτιάξεις μικρά. Περιλαμβάνουν τόσους μηχανισμούς, κι έχουν και δύο δέκτες για να τους χρησιμοποιεί ο Τεχνομαθής και να ρυθμίζει την ενέργεια. Η μόνη εναλλακτική υπόθεση μπορεί να είναι ότι έφεραν το όπλο σε κομμάτια και μετά, επάνω στην ταράτσα, το συναρμολόγησαν. Αλλά, αν έγινε έτσι, τότε πώς εξαφανίστηκαν τόσο γρήγορα παίρνοντάς το μαζί τους; Σίγουρα δεν θα προλάβαιναν να το αποσυναρμολογήσουν.»

«Ίσως να μην πυροβόλησαν από εδώ, Κάλνεντουρ,» είπε ο Θόμαλκιρ.

«Κι από πού νομίζεις ότι πυροβόλησαν;»

Ο Θόμαλκιρ κοίταξε τα οικοδομήματα ολόγυρα. Αλλά έμεινε σιωπηλός.

«Αυτό είναι το πιο λογικό μέρος,» είπε ο Κάλνεντουρ. «Όμως δεν μοιάζει εφικτό να πέρασαν ενεργειακό κανόνι από την είσοδό του. Ίσως να υπάρχει κάποιο άνοιγμα στα υπόγεια.»

«Ποιοι μπορεί να ήξεραν τέτοιες λεπτομέρειες για την πολυκατοικία;» είπε η Έρνελιθ.

«Αυτό είναι το ερώτημα.»

«Οι Αιρετοί που ήταν εδώ,» είπε η Σερκίσναθ’χοκ, «ίσως να άκουσαν ποια οικήματα ακριβώς ερεύνησαν οι Χαρνώθιοι…»

Ναι, σκέφτηκε ο Κάλνεντουρ, και ο αδελφός μου πιθανώς να το έμαθε από την ερωμένη του. Δεν εμπιστευόταν όσους υποστήριζαν τον Φύλακα γιατί δεν ήθελαν να γίνει νέα αρχή στην πόλη. Αλλά τώρα ίσως αυτά που είχαν ακούσει να είχαν κάποια χρησιμότητα.

«Νομίζω ότι μας παρακολουθούν,» είπε ξαφνικά ο Θόμαλκιρ.

«Ας τους κάνουμε να μας χάσουν,» πρότεινε ο Κάλνεντουρ, και κανένας δεν διαφώνησε. Άρχισαν να διασχίζουν τον Μεσοπόταμο, πηγαίνοντας προς τις αποβάθρες του ποταμού Τίγρη.

Οι αυτονομιστές γνώριζαν πολλά σοκάκια και διόδους σ’όλη την πόλη, και είχαν και ανθρώπους τους σε διάφορα σημεία οι οποίοι μπορούσαν να τους βοηθήσουν – ανθρώπους που ποτέ δεν θα υποπτευόσουν – και πάλι όμως δυσκολεύτηκαν ν’αποφύγουν τους κατασκόπους της Αρχόντισσας (γιατί, σίγουρα, αυτής πρέπει να ήταν). Ίσως να ήταν πράκτορες που παλιά δούλευαν για την Παντοκράτειρα – πλάσματα του χειρότερου είδους.

Φτάνοντας ωστόσο στις αποβάθρες οι αυτονομιστές ήταν βέβαιοι πως πλέον κανείς δεν τους ακολουθούσε. Προτού πάρουν τη βάρκα τους για να φύγουν από εδώ, εκτόξευσαν μια βόμβα πάνω σ’ένα πλοιάριο το οποίο ήξεραν πως ανήκε σε Χαρνώθιο έμπορο. Το μηχανοκίνητο σκάφος, καθότι από ξύλο, αμέσως άρπαξε φωτιά. Κόσμος άρχισε να φωνάζει. Μαχητές της Χάρνωθ έτρεξαν προς τα εκεί. Κάποιος ανάμεσά τους έδειξε τους αυτονομιστές που έφευγαν γρήγορα, μπερδεμένοι μες στο πλήθος. Δύο λυκοκαβαλάρηδες ήρθαν στο κατόπι τους. Ο Κάλνεντουρ πέταξε πίσω του χορευτικά αγκάθια (όπως χαϊδευτικά τα έλεγαν) και οι γιγαντόλυκοι, πατώντας πάνω στα μεταλλικά καρφιά, ούρλιαξαν και τίναξαν τους αναβάτες από τις πλάτες τους. Η Έρνελιθ εκτόξευσε μια άσραθ προς έναν μαχητή που έκανε να σηκωθεί για να πυροβολήσει με την οπλολόγχη του· ο στροβιλιζόμενος δίσκος τού έσκισε τον λαιμό κι επέστρεψε στο χέρι της κυνηγού.

Οι αυτονομιστές, κρυμμένοι πια πίσω από ανθρώπους, ζώα, και εμπορεύματα, πήδησαν πάνω στη βάρκα τους, ο Φάλερβιν έβαλε μπροστά τη μηχανή, κι έφυγαν από τις βόρειες αποβάθρες του ποταμού.

Ο Κάλνεντουρ γελούσε σιγανά μέσα απ’την κουκούλα του. Οι Χαρνώθιοι άτριχοι λύκοι είχαν λάβει, γι’ακόμα μια φορά, ό,τι τους άξιζε. Και πού να έβλεπαν τι θ’ακολουθούσε σε τούτη την πόλη!

Οι αυτονομιστές συγκέντρωναν ολοένα και περισσότερα κλειδιά που, σύντομα, θα έκαναν τη Φάνρηβ δική τους. Ή, μάλλον, θα έδιναν την εξουσία στους κατοίκους της Φάνρηβ επιτέλους.

Μια νέα αρχή.

*

Και τα δύο τηλεοπτικά κανάλια της Φάνρηβ μιλούσαν για επιθέσεις αυτονομιστών και για συνθήματα τα οποία εμφανίζονταν πάνω στους τοίχους της πόλης μετά τις επιθέσεις. Συνθήματα που ζητούσαν την άμεση απελευθέρωση των Αιρετών, και αποκαλούσαν την Αρχόντισσα με άπρεπα ονόματα ενώ τους Χαρνώθιους «φίλους Παντοκρατορικών».

Οι υποστηρικτές του Φύλακα, αλλά και πολλοί άλλοι άνθρωποι από τις συντεχνίες της Φάνρηβ, ετοίμαζαν διαμαρτυρία για τη φυλάκιση των Αιρετών. Το απόγευμα θα γινόταν πορεία που θα ξεκινούσε από τη Μεγάλη Αγορά, θα περνούσε από τη Γέφυρα του Ιχθύος, και θα κατέληγε στην Οδό του Φύλακα, αντίκρυ στο Μέγαρο των Φυλάκων.

Η Ζιρίνα είχε ήδη επικοινωνήσει με κάμποσους ανθρώπους μέσω του τηλεπικοινωνιακού πομπού της· αυτά που ακούγονταν από τον τηλεοπτικό δέκτη του σπιτιού του Εθέλδιρ δεν αποτελούσαν νέα για εκείνη.

Μαζί με τον Εθέλδιρ ήταν μισοξαπλωμένη τώρα στον καναπέ του καθιστικού, με ποτήρια κρασί από κοντά κι έχοντας ακόμα ανοιχτή την οθόνη αντίκρυ τους καθώς έδειχνε κάτι ζημιές ύστερα από μια βομβιστική επίθεση των αυτονομιστών που είχε συμβεί πριν από μισή ώρα – δηλαδή, ενόσω η Ζιρίνα και ο Εθέλδιρ έτρωγαν.

Ο Εθέλδιρ αναρωτιόταν τι προσπαθούσε να πετύχει ο Κάλνεντουρ μ’όλα αυτά. Νόμιζε πραγματικά ότι μπορούσε έτσι να τρομάξει αρκετά την Αρχόντισσα ώστε ν’αφήσει τους Αιρετούς να φύγουν; Αν τους άφηνε θα ήταν όχι επειδή την προκαλούσαν άσκοπα, αλλά επειδή την έκαναν να δει ότι ήταν παράλογο να τους κρατά και πολιτικό λάθος για εκείνη.

«Οι εκλογές των καινούργιων Αιρετών πότε θα γίνουν;» ρώτησε τη Ζιρίνα. «Τι λένε οι συντεχνίες;»

«Δε μπορούν να μείνουν για πολύ χωρίς Αιρετούς. Ο Νόμος προβλέπει μέσα σε δέκα μέρες να γίνουν εκλογές. Αναρωτιέμαι, όμως, αν τελικά θα πρέπει να γίνουν εκλογές για πέντε, όχι για τρεις.»

«Αποκλείεται να τους σκοτώσει, Ζιρίνα· δεν είναι τόσο τρελή.»

«Αυτή, αγάπη μου, κάνει ό,τι της ψιθυρίσει η Θορμάνκου.»

«Δε θα με είχε, τότε, αφήσει να φύγω–» Σταμάτησε απότομα να μιλά. Σηκώθηκε απ’τον καναπέ, ξυπόλυτος, ντυμένος μόνο με το παντελόνι του, και βάδισε ώς τον τηλεοπτικό δέκτη για να τον κλείσει.

Η Ζιρίνα, συνοφρυωμένη, καταλαβαίνοντας από τις κινήσεις του ότι κάτι συνέβαινε, πήρε καθιστή θέση ενώ παραμέριζε τα μαλλιά της με το ένα χέρι. Μια λεπτή αργυρή αλυσίδα ένωνε τα μικρά σκουλαρίκια της περνώντας κάτω απ’το σαγόνι. Κατά τα άλλα, φορούσε μόνο το πράσινο μεσοφόρι της και το άρωμά της.

Πολλά έντονα τακ τακ τακ ακούστηκαν πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Πλησιάζοντας.

Ο Εθέλδιρ στράφηκε προς τα εκεί.

Η Ζιρίνα έπιασε ένα πιστόλι που ήξερε ότι εκείνος έκρυβε πάντα κάτω από τον καναπέ του.

Ένα σίρκι’θ ήρθε από τον μικρό διάδρομο και στάθηκε αντίκρυ στον Εθέλδιρ κρατώντας ένα διπλωμένο μήνυμα στο στόμα του. Εκείνος άπλωσε το χέρι του, πήρε το χαρτί, και το εξάποδο σαυράκι γύρισε κι έφυγε, κατευθυνόμενο προς το υπνοδωμάτιο. Πρέπει να είχε μπει από το χάραγμα των πατζουριών, υπέθεσε ο Εθέλδιρ, και ξεδίπλωσε το χαρτί.

Η Ζιρίνα έκρυψε ξανά το πιστόλι κάτω από τον καναπέ. «Τι είναι;»

«Ο αδελφός μου.»

«Τι θέλει;»

«Να σε ρωτήσει ποιο χτίριο έψαξαν οι Χαρνώθιοι μετά την επίθεση στο Μέγαρο των Αιρετών. Ξέρεις;»

«Ναι,» είπε η Ζιρίνα. «Μια πολυκατοικία, καμια διακοσαριά μέτρα απόσταση, προς τα νοτιοανατολικά. Από εκεί είδαν τις ριπές να έρχονται, λένε. Γιατί ρωτά ο αδελφός σου;»

«Δεν εξηγεί. Αλλά υποθέτω πως θέλει να ερευνήσει.»

«Υποθέτεις;»

«Αδυνατώ να πιστέψω ότι οι αυτονομιστές επιτέθηκαν εκείνη την ημέρα, Ζιρίνα. Μπορείς να μου δείξεις τη συγκεκριμένη πολυκατοικία πάνω σε χάρτη;»

Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Όχι. Ούτε την έχω δει από έξω. Αλλά κάποιοι σίγουρα είδαν τις ριπές να έρχονται από κει πάνω. Χαρνώθιοι πολεμιστές, πιθανώς, και άνθρωποι της περιοχής. Ίσως και κάποιοι κατάσκοποι.»

Ο Εθέλδιρ κάθισε δίπλα της. «Ο Κάλνεντουρ μάλλον θέλει να πάει να ερευνήσει το μέρος. Θα του πω να συναντηθούμε για να μιλήσουμε. Θα έρθεις;»

«Ναι. Αν και δε μ’αρέσει να σχετίζομαι με αυτονομιστές.»

Ο Εθέλδιρ σηκώθηκε πάλι και βάδισε προς το γραφείο του· η Ζιρίνα τον ακολούθησε. Εκείνος κάθισε στο γραφείο, έπιασε ένα κομμάτι χαρτί, κι άρχισε να γράφει.

Το βλέμμα της Ζιρίνα στράφηκε στο σίρκι’θ που βρισκόταν μέσα σε μια γυάλα στον τοίχο. «Μακάρι να μπορούσαμε ν’ακολουθήσουμε το σίρκι’θ για να δούμε πού μένει ο αδελφός σου. Πού είναι το άντρο των αυτονομιστών.»

«Δεν έχω ακόμα γνωρίσει τον άνθρωπο που μπορεί ν’ακολουθήσει σίρκι’θ μέσα στη Φάνρηβ.»

Πράγματι, τα εξάποδα σαυράκια έμοιαζαν με φαντάσματα τούτης της πόλης. Η σχέση τους με τη Φάνρηβ ήταν πανάρχαια. Λεγόταν πως δεν υπήρχε τρύπα που να μην ξέρουν, και μπορούσαν να περάσουν από παντού. Εκπαιδεύονταν μόνο ως μαντατοφόροι. Όσες προσπάθειες είχαν γίνει να τα εκπαιδεύσουν ως κατασκόπους για την εύρεση ατόμων είχαν αποτύχει. Η φύση τους ήταν πολύ ιδιόρρυθμη. Ακόμα και η μαγεία των μαγικών ταγμάτων δεν έπιανε επάνω τους, παρότι ήταν δεκτικά σε νοητικές ενέργειες. Οι ισχυρότεροι μάγοι της Φάνρηβ – όπου βρισκόταν η Μαγική Ακαδημία που αποτελούσε έδρα του τάγματος των Διαλογιστών για ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν – δεν είχαν ποτέ καταφέρει να επηρεάσουν το μυαλό των σίρκι’θ με ξόρκια ή μαγγανείες. Ούτε τη μνήμη τους μπορούσαν να σβήσουν, ούτε να τους εμφυτεύσουν ψεύτικες μνήμες, ούτε να τους προκαλέσουν σύγχυση με οποιονδήποτε τρόπο. Μονάχα ορισμένοι ιερείς και ιέρειες είχαν, κατά περίσταση, επηρεάσει κάπως τα παράξενα σαυράκια· αλλά δεν χρησιμοποιούσαν καμια συγκεκριμένη μέθοδο που μπορούσε κάποιος να ακολουθήσει με σταθερές πιθανότητες επιτυχίας: αυτά που έκαναν πιο πολύ με θαύματα έμοιαζαν. Πολλοί είκαζαν ότι τα σίρκι’θ δέχονταν μόνο να μεταφέρνουν μηνύματα επειδή ήταν πλασμένα από τον Φορβόκμε (ή την Φορβόκμε, αναλόγως τη μορφή που είχε πάρει η θεότητα των μαντατοφόρων και των τηλεπικοινωνιών)· και όντως, καμια άλλη υπηρεσία δεν μπορούσες να τα βάλεις να κάνουν, όσο καλός εκπαιδευτής ή υπνωτιστής κι αν ήσουν.

Κρίμα, σκέφτηκε η Ζιρίνα. Θα μπορούσαν τώρα να μας φανούν χρήσιμα. Αλλά, βέβαια, έτσι θα ήταν χρήσιμα και για τους κατασκόπους της Αρχόντισσας, καθώς και για άλλους, διάφορους κατασκόπους. Οπότε η Ζιρίνα άλλαξε γνώμη. Καλύτερα που τα πράγματα είναι όπως είναι. Οι θεοί είναι σοφοί.

Το σαυράκι την ατένιζε με διαμαντένια μάτια πίσω από τη γυάλα του.

Μετά από λίγο, ο Εθέλδιρ το έβγαλε από εκεί, του έδωσε το διπλωμένο μήνυμα, του ψιθύρισε μια λέξη-κλειδί, έφερε στο μυαλό του το πρόσωπο του Κάλνεντουρ, και το σίρκι’θ έφυγε απ’το δωμάτιο σκαρφαλώνοντας στον τοίχο και βγαίνοντας από την άκρη του μισάνοιχτου παραθύρου, με μεγάλη ταχύτητα.

*

Ο Κάλνεντουρ είδε ξαφνικά ένα σαυράκι να σκαρφαλώνει στο πόδι του τραπεζιού για να καταλήξει επάνω στον χάρτη της Φάνρηβ με τις δεκάδες επιπρόσθετες σημειώσεις. Εκτός από τον χάρτη, στο τραπέζι ήταν μερικά ποτήρια, φωτογραφίες, δυο ζευγάρια ασημόχρωμα γυαλιά, κι ένα ξιφίδιο. Τριγύρω κάθονταν μερικοί από τους αυτονομιστές κάνοντας σχέδια για το σύντομο μέλλον. Ήταν όλοι ευχαριστημένοι με τις επιθέσεις που είχαν γίνει μέχρι στιγμής ως αντίποινα για τη φυλάκιση των Αιρετών.

«Έχεις μήνυμα,» παρατήρησε ο Ζόρελνιρ, που ήταν εκπαιδευτής γιγαντόλυκων: ένας μυώδης, πρασινόδερμος άντρας με μακριά μαλλιά ώς την πλάτη, κατάμαυρα, που θύμιζαν τρίχωμα λύκου.

«Ο αδελφός μου, μάλλον.» Ο Κάλνεντουρ πήρε το μικρό διπλωμένο χαρτί από το στόμα του σίρκι’θ και το σαυράκι έτρεξε σαν τον άνεμο, φεύγοντας από το άντρο των αυτονομιστών.

Ο Άνφιρ, ο γιος του Κάλνεντουρ, που δεν ήταν καθισμένος στο τραπέζι αλλά περιφερόταν μέσα στο δωμάτιο, έκανε να το αρπάξει, όμως, φυσικά, δεν πρόλαβε. «Θα με μάθεις πώς να πιάνω σίρκι’θ;» ρώτησε την Έρνελιθ, που καθόταν στο τραπέζι. Πιο πριν ο Κάλνεντουρ τού είχε πει ότι η κυνηγός θα τον δίδασκε την τέχνη της.

«Από τα δυσκολότερα θηράματα,» εξήγησε τώρα εκείνη, υπομειδιώντας.

Ο Κάλνεντουρ είπε: «Ο αδελφός μου θέλει να συναντηθούμε. Απόψε. Μια ώρα μετά τη δύση του ήλιου. Στον Λαβύρινθο.»

«Θα πας;» ρώτησε ο Θόμαλκιρ, μια ερώτηση που έμοιαζε να υπονοεί: Τον εμπιστεύεσαι;

«Ο Εθέλδιρ ήταν Πρόμαχος της Επανάστασης, το ξέχασες;»

«Οι καιροί αλλάζουν. Τώρα εσύ είσαι Πρόμαχος.»

«Δεν είμαι Πρόμαχος!» Ο Κάλνεντουρ χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι. «Και δεν θα το ξανακούσω αυτό από κανέναν σας!

»Επιπλέον,» πρόσθεσε με πιο ήρεμη φωνή, «είναι αδελφός μου. Δε θα με πουλούσε στους Χαρνώθιους.»

«Ο Εθέλδιρ,» είπε η Σερκίσναθ’χοκ, «συναναστρέφεται ανθρώπους του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας· κι όλοι αυτοί μάς λένε παράνομους.»

«Δε θα πάω αφύλαχτος, μάγισσα,» τη διαβεβαίωσε ο Κάλνεντουρ. «Αλλά δεν θα φοβηθώ να συναντήσω και τον ίδιο μου τον αδελφό, μα την ουρά του Ιουράσκε!»

5
Κόσμος Βαδίζει Μέσα στις Σκιές· Αναμενόμενη Αναστάτωση, Κάλυψη για Απομάκρυνση· οι Παλιοί Δρόμοι των Επαναστατών· Ακάλεστοι Επισκέπτες· Προδοσία· Απαγωγές

Το απόγευμα, ύστερα από κάποιες τηλεπικοινωνιακές κλήσεις της Ζιρίνα, βγήκαν από το σπίτι του Εθέλδιρ για να πάνε στη διαμαρτυρία. Αντίκρυ στην πόρτα του, ο Εθέλδιρ είδε ένα τρίκυκλο όχημα σαν βέλος, με φιμέ τζάμια πίσω απ’τα οποία μπορούσε, μετά βίας, να διακρίνει τη σκιά τουλάχιστον ενός ατόμου. Κατάσκοπος της Αρχόντισσας, δίχως αμφιβολία. Συνεχώς παρακολουθούσαν την οικία του.

Από τον στάβλο που βρισκόταν παραδίπλα, πήραν τη Μαύρη Γούνα και έναν γιγαντόλυκο για να καβαλήσει ο Εθέλδιρ: ένα θηρίο που ονόμαζε Χορευτή. Ο Ύρελκουρ’χοκ δεν θα ερχόταν στην πορεία, και η Μάλμεντιρ ήταν ήδη εκεί, έχοντας ξεκινήσει νωρίς, για δημοσιογραφικούς λόγους.

Ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα διέσχισαν το Σκοτεινό Παζάρι, πέρασαν πάνω από τη Γέφυρα του Τίγρη, και μπήκαν στη Μεγάλη Αγορά, τρέχοντας μέσα στους δρόμους της με την ταχύτητα και την άνεση που έχουν μόνο οι γιγαντόλυκοι. Όταν έφτασαν στην Πλατεία Νότιου Πάνθεου, βρισκόταν ήδη πολύς κόσμος εκεί, καθώς και πολλοί μαχητές της Χάρνωθ για να περιφρουρούν και να επιβλέπουν. Ακόμα κι ένας δενδρογίγαντας ήταν στην πλατεία, καθισμένος ανάμεσα στο πλήθος αλλά και πάλι ψηλός. Κουνούσε τα κλαδιά του πέρα-δώθε στον ρυθμό της μουσικής που ερχόταν από τα πελώρια ηχεία που ήταν τοποθετημένα πάνω σ’ένα μεγάλο κάρο το οποίο τραβούσαν δύο άλογα, τώρα σταματημένο. Ήταν ντόπια μουσική: Η Καρδιά του Φύλακα. Ένα τραγούδι-μήνυμα για την Αρχόντισσα. Αναμφίβολα ιδέα της Ρουμπίνης, νόμιζε η Ζιρίνα, της ξαδέλφης της και Αιρετής της Συντεχνίας των Καλλιτεχνών. Η ίδια η Ρουμπίνη φαινόταν να στέκεται κοντά στο σταματημένο κάρο, στηριζόμενη σε μια πατερίτσα καθώς το δεξί της πόδι ήταν σπασμένο από την επίθεση στο Μέγαρο των Αιρετών. Μαζί της ήταν τρεις άντρες και μία γυναίκα – υποστηρικτές του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας όλοι τους.

Η Ζιρίνα και ο Εθέλδιρ τούς πλησίασαν, κι εκείνοι δεν έκρυψαν τον ενθουσιασμό τους για την απελευθέρωση του δεύτερου από τα μπουντρούμια της Αρχόντισσας. Τον έναν άντρα και τη γυναίκα ο Εθέλδιρ τούς είχε συναντήσει και στις κηδείες, το πρωί. Άρχισαν όλοι τους να τον ρωτάνε για την αιχμαλωσία του, κι αν είχε ακούσει τίποτα για τον Ριλάθιρ και τον Νέλδουρ. Δυστυχώς, τίποτα δεν είχε ακούσει.

«Το πραγματικά δυστυχές είναι,» είπε ο ένας από τους άντρες, «ότι εκείνη η βολή του Ριλάθιρ – και ξέρετε ποια βολή λέω – αστόχησε–»

«Τέρμα αυτά τα λόγια!» τον προειδοποίησε αυστηρά η Ζιρίνα. «Τέρμα.»

«Εντάξει,» συμφώνησε ο άντρας μειδιώντας άγρια, «μη με δαγκώσεις.»

«Ήταν ανοησία εκείνο που έγινε,» είπε η Ρουμπίνη, μορφάζοντας κάτω απ’το μεγάλο καπέλο της.

«Ναι, ανοησία… ή όχι,» είπε αινιγματικά η άλλη γυναίκα που ήταν μαζί της, μια κοκκινομάλλα με μαλλιά δεμένα κότσο. Ήταν από εκείνους που είχαν υποστηρίξει το σχέδιο του Ριλάθιρ να δολοφονήσουν την Αρχόντισσα.

Παρά τα όσα είχαν συμβεί, δεν είχαν πάρει το μάθημά τους. Τι άλλο θέλουν να δουν; απόρησε η Ζιρίνα.

Ο φωτόλιθος πάνω από την είσοδο του Νότιου Πάνθεου φεγγοβολούσε δυνατά διαλύοντας τις ολοένα και πιο πυκνές σκιές, φωτίζοντας τα ολοένα και περισσότερα πανό που υψώνονταν πάνω απ’τα κεφάλια του κόσμου. Πανό που έγραφαν:

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΟΝ ΡΙΛΑΘΙΡ ΑΛ ΘΑΡΝΑΘ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΟΝ ΝΕΛΔΟΥΡ ΑΛ ΘΑΡΝΑΘ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΟΥΣ ΜΑΣ

ΟΙ ΑΙΡΕΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΘΩΟΙ

Η ΦΑΝΡΗΒ ΕΙΝΑΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥΣ ΑΙΡΕΤΟΥΣ ΤΗΣ

ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ ΤΗΣ ΦΑΝΡΗΒ: ΟΙ ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΠΙΣΩ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΟΥΣ ΤΟΥΣ!

Ο Νάλντιρ ωλ Σέραντεμ, ο Αιρετός της Συντεχνίας των Οικοδόμων, πέρασε κοντά από τη Ζιρίνα και τους άλλους, χαιρετώντας τον Εθέλδιρ και λέγοντάς του ότι χαιρόταν που τον είχαν και πάλι ελευθερώσει. «Το ήξερα πως δεν μπορεί ένας ήρωας της Επανάστασης να ήταν δολοφόνος.»

«Τι θες εσύ εδώ;» του είπε η κοκκινομάλλα γυναίκα. «Πήγαινε στους δικούς σου!»

«Μπορεί να τον έχουν στείλει για κατάσκοπο,» είπε ένας άλλος υποστηρικτής του Φύλακα κλείνοντας το μάτι. «Λες και δεν τον ξέρουμε όλοι τι είναι.»

«Δεν είμαι κατάσκοπος, κύριε,» του είπε ο Νάλντιρ.

«Ναι; Και τι είσαι; Νομοταγής άνθρωπος που στηρίζει την Αρχόντισσα;»

«Για το καλό της πόλης ενδιαφέρομαι, όπως ξέρουν όλοι–»

«Εκείνο που ξέρουν όλοι είναι ότι είσαι προδότης!»

«Η συντεχνία μου δεν με θεωρεί προδότη–»

«Είναι όλοι τους λιγάκι αμόρφωτοι, γι’αυτό–»

«Δε θα προσβάλλετε εσείς τη συντεχνία μου! Νομίζετε ότι είστε ξαφνικά ήρωες επειδή φωνάζετε υπέρ του Φύλακα που επιστρέφει από το πουθενά ύστερα από τόσα χρόνια; Η Αρχόντισσα έχει δίκιο! Τι ξέρει ο Φύλακας για τα σημερινά προβλήματα της Φάνρηβ; Και υπάρχει περίπτωση ποτέ το Βασίλειο της Χάρνωθ να τον αφήσει να έρθει εδώ κάνοντας βόλτα; Όχι. Θα έχουμε πόλεμο – και ο πόλεμος θα γονατίσει την πόλη μας – θα κάνει τους ανθρώπους της να υποφέρουν. Αυτό θέλετε να συμβεί;»

«Τι ωραία που τα λέτε εσείς οι προδότες–»

Ο Νάλντιρ τον γρονθοκόπησε στα πλευρά και ο άντρας διπλώθηκε.

Ο Εθέλδιρ, αμέσως, άρπαξε τον Νάλντιρ κάτω απ’τη μασχάλη και τον τράβηξε πίσω· τον τίναξε παραδίπλα προτού οι άλλοι πλησιάσουν για να τον χτυπήσουν. «Αρκετά!» φώναξε.

Ο Νάλντιρ παραπάτησε μα δεν έπεσε.

Η Ζιρίνα τού είπε: «Καλύτερα να φεύγεις.»

Εκείνος τής έριξε ένα σκοτεινό, άγριο βλέμμα, αλλά χάθηκε μες στο πλήθος.

Ο γρονθοκοπημένος άντρας γρύλισε: «Αν του βαστούσε, ας έμενε!»

«Θα έτρωγε το ξύλο της χρονιάς του,» πρόσθεσε η κοκκινομάλλα.

«Δεν έχετε και τους πιο κοινωνικούς τρόπους,» παρατήρησε, επικριτικά, η Ρουμπίνη· και αναστέναξε, καθώς στηριζόταν κάπως κουρασμένα στην πατερίτσα, αγριοκοιτάζοντάς τους κάτω απ’το μεγάλο καπέλο της. «Θα λένε πως κάνουμε ό,τι μας ψιθυρίζει η Θορμάνκου, πως είμαστε βάρβαροι.»

Ένας άλλος άντρας τής είπε: «Νομίζω πως πρέπει να ξεκινήσει η πορεία, Εντιμότατη.»

Η Ρουμπίνη ένευσε. «Δώσε το σύνθημα.»

Η μουσική χαμήλωσε, και ένα σάλπισμα αντήχησε στην Πλατεία Νότιου Πάνθεου.

Η πορεία άρχισε να κατευθύνεται δυτικά, προς τη Μακριά Λόγχη, ενώ κρατούσαν τα πανό τους υψωμένα και φώναζαν για την απελευθέρωση των Αιρετών. Καβαλάρηδες επάνω σε άλογα και σε γιγαντόλυκους ακολουθούσαν, καθώς και άμαξες, κάρα, και κάποια ελάχιστα μηχανοκίνητα οχήματα. Το κάρο με τα ηχεία ήταν, φυσικά, μαζί, και συνέχιζαν από εκεί ν’ακούγονται τοπικά τραγούδια της Φάνρηβ. Ο δενδρογίγαντας βάδιζε ανάμεσα στον κόσμο. Η Ζιρίνα αναρωτήθηκε φευγαλέα σε ποιον ν’ανήκε. Τέτοια πλάσματα σπάνια τα συναντούσες στη Φάνρηβ· συνήθως τα έβρισκες στο Μαύρο Δάσος ή στο Βαθύ Δάσος.

Οι μαχητές της Χάρνωθ συνόδευαν την πορεία από γύρω, άλλοι πάνω σε γιγαντόλυκους, άλλοι πεζοί, βαστώντας τις οπλολόγχες τους σε ετοιμότητα.

Η πορεία έφτασε στη Μακριά Λόγχη μέσα στις πυκνές σκιές του απογεύματος. Ο ασθενικός ήλιος της Μοργκιάνης κρυβόταν πίσω από τη δύση, προσφέροντας πια ελάχιστο φως στην πόλη. Τα αιχμηρά οικοδομήματά της, για κάποιο λόγο, έμοιαζαν τώρα πιο αιχμηρά απ’ό,τι συνήθως.

«Ελευθερία στη Φάνρηβ!» αντήχησε μια ξαφνική φωνή, και μια βόμβα έσκασε ανάμεσα σε μερικούς μαχητές της Χάρνωθ. Μια άλλη φωνή ακολούθησε: «Έξω οι δυνάστες της Χάρνωθ!» κι ακόμα μια βόμβα έπεσε από ένα δώμα. «Έξω οι φίλοι Παντοκρατορικών!»

Οι Χαρνώθιοι στράφηκαν αμέσως για να κυνηγήσουν τους ταραξίες, δείχνοντας τα μέρη απ’όπου είχαν εκτοξευτεί βόμβες και πυροβολώντας με τις οπλολόγχες τους, ενώ λυκοκαβαλάρηδες έτρεχαν και πηδούσαν. Ένας αερόνυχας – μικρό διθέσιο ελικόπτερο μ’ελάχιστο μεταλλικό περίβλημα και αρθρωτά νύχια στα πόδια – υψώθηκε ξαφνικά πάνω κι ανάμεσα από τα οικοδομήματα της πόλης, φωτίζοντας μ’έναν προβολέα. Και δέχτηκε ριπές από κάποιο τουφέκι, από το παράθυρο μιας πολυκατοικίας. Ο έλικας χτυπήθηκε, καθώς κι ο ένας επιβάτης· ο αερόνυχας έπεσε προς ένα δώμα.

Οι άνθρωποι της πορείας συνέχιζαν τον δρόμο τους όπως και πριν, αν και βαδίζοντας πιο γρήγορα τώρα, σχεδόν τρέχοντας για να φύγουν από την επικίνδυνη περιοχή της επίθεσης, ενώ συγχρόνως φώναζαν ακόμα πιο δυνατά για την απελευθέρωση των Αιρετών.

«Αυτονομιστές,» είπε η Ζιρίνα στον Εθέλδιρ, «ή Χαρνώθιοι που παριστάνουν τους αυτονομιστές;»

«Δε θα κατέρριπταν έτσι τον αερόνυχα,» αποκρίθηκε εκείνος. Και πρότεινε: «Πάμε τώρα στον Λαβύρινθο;»

«Ναι.»

Η στιγμή έμοιαζε κατάλληλη και στους δύο. Ακόμα κι αν κατάσκοποι τούς παρακολουθούσαν, τώρα οι πιθανότητες να τους χάσουν ήταν πολλές. Τραβώντας τους γιγαντόλυκούς τους από τα ηνία, βγήκαν από την πορεία και μπήκαν στους δρόμους δυτικά της Μακριάς Λόγχης. Μπήκαν στον Λαβύρινθο, ο οποίος δεν ήταν ακίνδυνος ετούτη την ώρα της ημέρας, και όσο νύχτωνε γινόταν ολοένα και λιγότερο ακίνδυνος. Ο Εθέλδιρ, όμως, γνώριζε καλά αυτές τις γειτονιές: γνώριζε τα σοκάκια και τα στενορύμια σαν να ήταν χαραγμένα μέσα στο μυαλό του. Τον καιρό της Επανάστασης ο Λαβύρινθος είχε κρύψει πολλούς. Ήταν το ιδανικό έδαφος για να σε χάσουν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας. Ακόμα και με Ξόρκια Ανιχνεύσεως δύσκολα σε έβρισκαν εδώ· μέχρι ο μάγος να αποφασίσει προς τα πού να πάει είχες απομακρυνθεί, είχες βγει από την εμβέλεια των μαγικών του αισθήσεων.

«Μπορεί να μην ήταν αυτονομιστές, πάντως,» είπε ο Εθέλδιρ καθώς καβαλούσαν τους γιγαντόλυκούς τους.

«Νομίζεις ότι ήταν δικοί μας; Άνθρωποι του Φύλακα;»

«Λες να μας είχαν προειδοποιήσει;»

«Ναι, ακριβώς αυτό λέω,» είπε η Ζιρίνα. «Και εμένα και εσένα και τη Ρουμπίνη και άλλους. Αλλά κανένας δεν μου φάνηκε να ήξερε τίποτα· η επίθεση ήταν απροσδόκητη για όλους.» Αν και, βέβαια, όλοι περίμεναν ότι ίσως να γίνονταν επεισόδια· δεν ήταν η πρώτη φορά, άλλωστε. Τελευταία, συνεχώς επεισόδια γίνονταν.

Κι αν ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που επιτέθηκαν στο Μέγαρο των Αιρετών; αναρωτήθηκε ο Εθέλδιρ. Ο Κάλνεντουρ, άραγε, είχε καμια υποψία γι’αυτούς; Είχε την παραμικρή υποψία;

Δεν είπε τίποτα για τούτες τις σκέψεις του στη Ζιρίνα. Η σιωπή είναι σύνεση.

Οι μπερδεμένοι, στριφτοί δρόμοι του Λαβύρινθου ήταν οικείοι για τον Εθέλδιρ, μα για τη Ζιρίνα όχι και τόσο. Είχε κι εκείνη πολεμήσει για την Επανάσταση, όμως προς το τέλος κυρίως, και δεν ήξερε καθόλου καλά ετούτη τη συνοικία της Φάνρηβ. Της προκαλούσε μια αίσθηση ανασφάλειας και επικείμενου κινδύνου. Τα πάντα τής φάνταζαν απειλητικά, όπως στα βαθιά δάση – όχι πως η Ζιρίνα είχε ποτέ πάει στα βαθιά δάση, αλλά είχε ακούσει πώς ήταν εκεί. Και είχε ταξιδέψει στα δάση γύρω από τη Φάνρηβ: στις παρυφές του Θαλασσοδάσους και του Χαμηλού Δάσους.

Το γαντοφορεμένο χέρι της βρισκόταν κάτω από την κάπα της, στην ξύλινη λαβή του πιστολιού στη ζώνη της.

Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι λάσπες και νερά, και βρομούσαν. Η Μαύρη Γούνα έδειχνε τη δυσαρέσκειά της γρυλίζοντας κάθε τόσο· τα μάτια της γυάλιζαν μες στο αυξανόμενο σκοτάδι.

Όταν έφτασαν σε μια ταβέρνα, ο Εθέλδιρ πρότεινε να σταματήσουν και να περιμένουν εδώ. Δεν ήταν ώρα ακόμα να συναντήσουν τον αδελφό του. Κατέβηκαν από τους γιγαντόλυκους και τους άφησαν δίπλα στα τραπεζάκια που έπιαναν σχεδόν ολόκληρο τον δρόμο ο οποίος έστριβε λίγο παρακάτω, καταλήγοντας σε μια διχάλα που το ένα της παρακλάδι έφτανε σε μια κατασκότεινη είσοδο ενώ το άλλο συνέχιζε κάτω από μπαλκόνια. Σκοτάδι απλωνόταν παντού – ο ήλιος είχε μάλλον δύσει – κι ένας φωτόλιθος φώτιζε τα τραπεζάκια της ταβέρνας. Εκτός απ’τη Ζιρίνα και τον Εθέλδιρ, άλλοι πέντε κάθονταν εδώ, οι δύο παίζοντας χαρτιά, οι άλλοι κουτσομπολεύοντας και πίνοντας. Από το βάθος του μαγαζιού, που ήταν σαν τρύπα, ερχόταν οι ήχοι κάποιου τραγουδιού που ήταν εξωδιαστασιακό δίχως αμφιβολία.

«Φέρνουν πολύ περίεργες μουσικές εδώ,» είπε ο Εθέλδιρ στη Ζιρίνα. «Ξέρεις τι είναι αυτό που ακούμε;»

Εκείνη δεν αισθανόταν και τόσο άνετα ακόμα. «Όχι.»

«Ένα συγκρότημα που λέγεται Φως από το Σχίσμα, κι αυτό το τραγούδι πρέπει νάναι από τη συλλογή τους Οδηγοί και Γίγαντες. Κατάγονται από μια διάσταση που ονομάζεται Βίηλ.»

«Δεν υπάρχει δίοδος στη Μοργκιάνη που να οδηγεί εκεί, έτσι δεν είναι;»

Ο Εθέλδιρ κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν υπάρχει. Ούτε από το Σύμπλεγμα μπορείς να πας απευθείας, απ’ό,τι ξέρω. Αλλά οι πλακέτες ήχου κυκλοφορούν στο Γνωστό Σύμπαν. Η τύπισσα που έχει το μαγαζί φέρνει κάτι πολύ μυστήρια πράγματα.»

Ένας σερβιτόρος ήρθε και τους ρώτησε τι θα ήθελαν· παράγγειλαν ψυχοχυμό – χυμό από φρούτα του Δάσους των Ψυχών, που βρισκόταν πολύ μακριά από δω, στα ανατολικά, πέρα από το Βαθύ Δάσος και τις πόλεις του ποταμού Γύπα, στην άλλη άκρη της Μοργκιάνης. Ο ψυχοχυμός ήρθε κι άρχισαν να πίνουν με καλάμια καθαρισμένα για πόση και γυαλισμένα. Συγχρόνως κάπνιζαν.

Η Ζιρίνα ένιωθε τώρα λιγάκι πιο άνετα. Σχεδόν βολικά. Το μέρος είχε, έπρεπε να παραδεχτεί, κάτι το γοητευτικό.

Κοίταξε το ρολόι της σε κάποια στιγμή. «Μήπως θα έπρεπε να πηγαίνουμε;»

«Δε χρειάζεται να σηκωνόμαστε από τώρα· δεν είμαστε μακριά.»

Ο Εθέλδιρ πήγε στην τουαλέτα της ταβέρνας για να κατουρήσει. Όταν επέστρεψε, κάθισαν ακόμα κανένα τέταρτο και μετά πρότεινε να ξεκινήσουν. Δεν ανέβηκε καν στον Χορευτή· τον έπιασε από τα γκέμια και βάδισε, τραβώντας τον μαζί του. Η Ζιρίνα τον μιμήθηκε, πιάνοντας κι εκείνη τη Μαύρη Γούνα από τα γκέμια.

Πέρασαν από έναν δρόμο γεμάτο με απλωμένα ρούχα. Έπρεπε να σκύβουν και να τα παραμερίζουν. Ορισμένα ήταν πολύ βρεγμένα. Ένα πουκάμισο ήταν όλο αίματα, αν και πλυμένο. Με το ζόρι διακρίνονταν στο φως μιας δημόσιας ενεργειακής λάμπας. Στην αρχή, η Ζιρίνα τα είχε περάσει για στοιχειά της πόλης.

Σ’έναν τοίχο, ένα σίρκι’θ έτρεξε κι εξαφανίστηκε.

Σ’ένα σοκάκι παρακάτω, φαινόταν να υπάρχουν μόνο αποθήκες, και η Ζιρίνα μπορούσε να μυρίσει μια… συγκεκριμένη… οσμή.

«Τι μυρίζει έτσι;»

«Υφάσματα. Όλο αποθήκες με υφάσματα είναι εδώ.»

Μια ξαφνική φωνή: «Εθέλδιρ;»

«Ναι, εγώ είμαι.»

«Κι αυτός μαζί σου;»

Δεν είχαν διακρίνει ότι ήταν γυναίκα, κουκουλωμένη στην κάπα της καθώς ήταν, μέσα στο σκοτάδι.

«Φίλος,» απάντησε ο Εθέλδιρ.

Από τριγυρινά ανοίγματα, είδε ανθρώπινες μορφές να ξεπροβάλλουν, και μια λάμπα άναψε στο χέρι ενός. Ο Θόμαλκιρ. Και παραδίπλα στεκόταν η Έρνελιθ.

Ο Κάλνεντουρ ζύγωσε τον Εθέλδιρ. «Ορισμένοι το θεωρούσαν ασύνετο να σε συναντήσω.»

«Δεν εμπιστεύεσαι πια τον αδελφό σου;»

«Ο αδελφός μου έχει χάσει τον δρόμο του.» Και κοίταξε προς τη μεριά της Ζιρίνα. «Αυτή,» είπε διακρίνοντας το πρόσωπό της μέσα απ’την κουκούλα. Και προς τον Εθέλδιρ: «Την έφερες μαζί σου. Δε ρώτησες.»

«Τις δικές της γνώσεις ζήτησες.»

«Δε σ’τις έχει μεταβιβάσει;»

«Τι συνέβη στο Μέγαρο των Αιρετών, Κάλνεντουρ; Ξέρεις;» άλλαξε θέμα ο Εθέλδιρ, μη θέλοντας να φιλονικήσει μαζί του σχετικά με τη Ζιρίνα ή με τις πεποιθήσεις του για το μέλλον της πόλης.

«Πιστεύεις κι εσύ τους ψεύτες που λένε–;»

«Δεν πιστεύω κανέναν. Και σίγουρα όχι ότι εσύ θα χτυπούσες το Μέγαρο. Έχεις καμια υποψία, όμως, ποιος το έκανε;»

«Οι Χαρνώθιοι. Αν και μοιάζει αδύνατο.»

«Δε μοιάζει αδύνατο, αδελφέ. Είναι αδύνατο. Παραλίγο να σκοτωθεί η Αρχόντισσα.»

«Οι Χαρνώθιοι είναι τρελοί.»

«Το ίδιο λένε κι αυτοί για τους αυτονομιστές.»

«Αν όχι οι Χαρνώθιοι, τότε ποιος; Οι Σκοτεινοί Ακόλουθοι;»

«Τίποτα δεν είναι ν’αποκλείεις.»

Ο Κάλνεντουρ ρουθούνισε. «Τόσο καιρό που σέρνομαι στα πιο σκοτεινά μέρη της Φάνρηβ, Σκοτεινούς Ακόλουθους δεν έχω συναντήσει, Εθέλδιρ. Είναι μύθος.»

«Ίσως, αλλά…» Δε συνέχισε, σκεπτικός. Ποιος άλλος μπορεί να ήθελε να επιτεθεί στο Μέγαρο των Αιρετών κατά τη διάρκεια του Γενικού Συνεδρίου; Κάποιος που, εσκεμμένα, επιδίωκε να προκαλέσει αποσταθεροποίηση στην πόλη; Αλλά γιατί; Τι είχε να κερδίσει;

«Σου ζήτησα μια πληροφορία, όμως,» είπε ο Κάλνεντουρ. «Γνωρίζεις ποια οικήματα ερεύνησαν οι Χαρνώθιοι μετά την επίθεση;»

Η Ζιρίνα ήταν που απάντησε: «Μια πολυκατοικία νοτιοανατολικά του Μεγάρου, καμια διακοσαριά μέτρα απόσταση. Το κανόνι υποτίθεται πως ήταν στημένο στην οροφή της.»

Τα μάτια του Κάλνεντουρ στένεψαν, γυαλίζοντας· και η Ζιρίνα ρίγησε, όχι επειδή την τρόμαζαν αλλά επειδή της θύμιζαν τα μάτια του Εθέλδιρ. «Το ίδιο χτίριο πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας,» είπε ο αυτονομιστής.

«Τι εννοείς;»

«Το είδα. Οι ριπές, από εκεί, θα έφταναν ανεμπόδιστα στο Μέγαρο, σε ευθεία γραμμή, ακριβώς στο σημείο όπου έγιναν οι ζημ–»

Βήματα, ξαφνικά, από γύρω. Και φωνές: Ακίνητοι! Στο όνομα της Αρχόντισσας της Φάνρηβ! Ακίνητοι!

Τα μάτια του Κάλνεντουρ στραφτάλισαν πιο άγρια από πριν. «Μας προδώσατε!»

«Είσαι τρελός;» γρύλισε ο Εθέλδιρ ενώ τραβούσε πιστόλι και ξιφίδιο μέσα απ’την κάπα του και στρεφόταν πίσω του, για ν’αντικρίσει τους Χαρνώθιους μαχητές που πλησίαζαν από τους στενούς δρόμους με τις οπλολόγχες τους έτοιμες.

Τους πυροβόλησε, ενώ φώναζε: «Σκορπιστείτε!»

*

Η Έρνελιθ είδε σκιερές μορφές να έρχονται από το σοκάκι στα δεξιά της, κάποιες κατεβαίνοντας μια σκάλα, κάποιες όχι. Δεν υπήρχε αμφιβολία, από το ντύσιμό τους, ότι ήταν μαχητές της Χάρνωθ, και δύο απ’αυτούς είχαν επάνω τους φωτόλιθους ενώ άλλοι φώτιζαν με δυνατούς φακούς. Η Έρνελιθ τράβηξε τη μια άσραθ από τη ζώνη της και την εκτόξευσε καταπάνω τους. Ο περιστρεφόμενος δίσκος χτύπησε το στέλεχος μιας οπλολόγχης, τσακίζοντάς το και κόβοντας κάποια από τα δάχτυλα του μαχητή που το κρατούσε, και συνέχισε βρίσκοντάς τον στο πρόσωπο. Ο άντρας κατέρρευσε ουρλιάζοντας, ενώ η άσραθ επέστρεφε στο χέρι της Έρνελιθ, αιματοβαμμένη, και ο Θόμαλκιρ πυροβολούσε μ’ένα πιστόλι.

Κι άλλοι αυτονομιστές πυροβολούσαν και εκτόξευαν διάφορα όπλα.

Ο Κάλνεντουρ γρονθοκόπησε απρόσμενα τη Ζιρίνα στο διάφραγμα, κάνοντάς τη να διπλωθεί με την αναπνοή της κομμένη. Την άρπαξε από το μπράτσο και την τράβηξε μαζί του, μες στα σκοτάδια.

«Τι κάνεις εκεί;» γρύλισε ο Εθέλδιρ ενώ ακόμα πυροβολούσε τους ερχόμενους Χαρνώθιους, οι οποίοι τώρα ανταπέδιδαν τα πυρά με τις οπλολόγχες τους, αναγκάζοντας τον πρώην Πρόμαχο να καλυφτεί πίσω από μια γωνία. Σφαίρες χτυπούσαν τοίχους, τινάζοντας θραύσματα από πέτρες· σφαίρες χτυπούσαν το πλακόστρωτο και τις λάσπες του δρόμου· σφαίρες σφύριζαν στον αέρα σαν δολοφονικά κουνούπια.

«Μακριά, άτριχοι λύκοι της καταραμένης Χάρνωθ!» κραύγασε ένας άντρας δίπλα από τον Εθέλδιρ, υψώνοντας ένα τουφέκι στον ώμο του και πυροβολώντας συνεχόμενα: μια κάννη – ένα άστρο – που έσκιζε τη νύχτα, κροταλίζοντας δαιμονισμένα.

Οι μαχητές της Χάρνωθ προσπαθούσαν να καλυφτούν από δω κι από κει· κάποιος ανάμεσά τους πέταξε ένα καπνογόνο και πυκνός καπνός άρχισε να τινάζεται από το κρυστάλλινο αντικείμενο.

«Σκορπιστείτε!» φώναξε ο Κάλνεντουρ, όπως είχε φωνάξει ο Εθέλδιρ πριν από μερικές στιγμές. «Φύγετε!» Και συνέχιζε να τραβά τη Ζιρίνα μαζί του, η οποία αρχικά ήταν πολύ σαστισμένη αλλά τώρα προσπαθούσε ν’αντισταθεί, να αποτραβηχτεί, να ξεφύγει από τη λαβή του. Ο Κάλνεντουρ λύγισε όμως και τη χτύπησε στην κοιλιά, με τον ώμο του αυτή τη φορά, για να τη σηκώσει εν συνεχεία από τη γη, κρατώντας την κρεμασμένη από την πλάτη του, με το ένα της χέρι παγιδευμένο ανάμεσα στον ώμο του και στην κοιλιά της. Η Ζιρίνα ζαλιζόταν, αποπροσανατολισμένη ξανά· προς στιγμή δεν ήξερε καν τι στο Πεινασμένο Σκοτάδι είχε συμβεί – μετά το συνειδητοποίησε.

Αλλά μετά ήταν αργά. Ο Κάλνεντουρ την είχε παρασύρει μέσα σε μέρη σκοτεινά, μέσα στους λαβυρίνθους του Λαβυρίνθου. Μπορούσε ν’ακούσει πυροβολισμούς και κραυγές ν’αντηχούν γύρω της.

Πού ήταν ο Εθέλδιρ; Γιατί ο Εθέλδιρ την είχε εγκαταλείψει; Τον είχαν χτυπήσει κι εκείνον; Οι τρελοί αυτονομιστές! Δεν έπρεπε ποτέ να είχαμε έρθει εδώ!

Και πώς είχαν βρεθεί εδώ οι Χαρνώθιοι;

Η Ζιρίνα έκρωξε, προσπαθώντας να βρει τη μιλιά της, προσπαθώντας ν’αναπνεύσει…

*

«Από δω!» είπε ο Θόμαλκιρ, δείχνοντας έναν δρόμο στον Εθέλδιρ και στους άλλους. «Από δω!» Ήταν ένα στενορύμι που περνούσε ανάμεσα από δυο αποθήκες κι από πάνω του καλώδια κρέμονταν.

Οι αυτονομιστές δεν διαφώνησαν· ακολούθησαν τον Θόμαλκιρ. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο, καθώς το αέριο των Χαρνώθιων απλωνόταν ολόγυρα κι όλοι τους έβαζαν μαντήλια στα πρόσωπά τους (όσοι δεν φορούσαν ήδη) για να προστατευτούν. Ο Εθέλδιρ τούς μιμήθηκε, τρέχοντας ανάμεσά τους, πίσω απ’τον Θόμαλκιρ. Παρατήρησε ότι ο Χορευτής και η Μαύρη Γούνα ήταν μαζί τους, αλλά δεν έβλεπε τη Ζιρίνα πουθενά, ούτε τον Κάλνεντουρ που την είχε αρπάξει.

Μέσα στο στενορύμι δεν είχε εξαπλωθεί ακόμα το αέριο, αλλά δύο μαχητές της Χάρνωθ φάνηκαν απρόσμενα στο πέρας του. Οπλολόγχες στράφηκαν προς τους αυτονομιστές: γυαλιστερές λεπίδες και κατασκότεινες κάννες τούς έδειχναν. «Παραδοθείτε, στο όνομα της Αρχ– ααααγκχ…!» Το βέλος που είχε εκτοξεύσει ο Θόμαλκιρ με μια αστραπιαία κίνηση του χεριού του βρήκε την πολεμίστρια της Χάρνωθ στο μάτι, κι αμέσως μετά ο δολοφόνος της Συντεχνίας του Τελευταίου Κήπου πυροβολούσε με το πιστόλι του τον άλλο μαχητή, κάνοντάς τον να υποχωρήσει. Αλλά η οπλολόγχη του Χαρνώθιου έριχνε επίσης. Ο Θόμαλκιρ κραύγασε καθώς τραυματιζόταν από τις ριπές.

Ο Εθέλδιρ πυροβόλησε, με το πιστόλι του, πάνω απ’τον ώμο του δολοφόνου σκοτώνοντας τον πολεμιστή. Και τώρα ο δρόμος έμοιαζε ανοιχτός μπροστά στους αυτονομιστές. Έτρεξαν.

«Από πάνω!» φώναξε κάποια, δείχνοντας.

Η Έρνελιθ εκτόξευσε και τις δύο άσραθ της: οι περιστρεφόμενοι δίσκοι ταξίδεψαν προς τα πάνω δεξιά και προς τα πάνω αριστερά σαν θανατηφόρα φεγγάρια, στραφταλίζοντας. Ο ένας έσπασε το γόνατο ενός μαχητή της Χάρνωθ που στεκόταν σ’ένα δώμα, ο δεύτερος έσκισε τον βουβώνα και το υπογάστριο ενός άλλου μαχητή που στεκόταν σ’ένα άλλο δώμα. Κι οι δύο Χαρνώθιοι σωριάστηκαν, ουρλιάζοντας.

Οι δίσκοι επέστρεψαν στην Έρνελιθ· τον έναν τον έπιασε άνετα, ο δεύτερος τής ξέφυγε και παραλίγο να πάρει το κεφάλι της αυτονομίστριας που πιο πριν είχε φωνάξει. Η αυτονομίστρια τσύριξε, τρομαγμένη. Η άσραθ χτύπησε τον τοίχο, πετώντας σπίθες. Η Έρνελιθ την άρπαξε από κάτω, συνεχίζοντας να κινείται· τα πόδια της δεν είχαν σταματήσει ούτε στιγμή.

Οι αυτονομιστές πυροβολούσαν προς τα πίσω, τους Χαρνώθιους που προσπαθούσαν να τους ακολουθήσουν μέσα απ’τους καπνούς φωνάζοντας, απειλώντας.

*

Η Νικόλ στεκόταν σ’ένα δώμα κι ατένιζε τη δράση αντίκρυ με τα κιάλια της που είχαν νυχτερινή όραση και που ο Βέντεραλ’μορ είχε υφάνει ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως επάνω τους.

Ο Βέντεραλ’μορ, μάγος του τάγματος των Τεχνομαθών, στεκόταν πλάι της μ’ένα μεγάλο τουφέκι στα χέρια, διπλής λειτουργίας, πυροβόλο και ηχητικό. Ήταν κι αυτός από τους Παντοκρατορικούς που είχαν ξεμείνει στη Μοργκιάνη και η Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ τούς είχε σώσει από την οργή της Επανάστασης. Το δέρμα του ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ, και είχε κοντά καστανά μαλλιά, επί του παρόντος κρυμμένα κάτω απ’την κουκούλα του.

«Ξεφεύγουν, γαμώ τη Γενιά του Σκοτοδαίμονος!» σύριξε η Νικόλ, παρατηρώντας τις κινήσεις των αυτονομιστών μέσα από τα κιάλια της. Ύψωσε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της κοντά στα χείλη της. «Φέρτε τους αερόνυχες! Τώρα! Φέρτε τους εκεί όπου εντοπίζετε το σήμα μου!»

*

Ένας μαχητής της Χάρνωθ έπεσε ανάσκελα ύστερα από τη ριπή ενός τουφεκιού, ένας άλλος σκοτώθηκε από έναν περιστρεφόμενο δίσκο που μετά επέστρεψε στο χέρι της Έρνελιθ.

Οι αυτονομιστές είχαν απομακρυνθεί από το αρχικό σημείο της ενέδρας, αλλά ακόμα οι Χαρνώθιοι βρίσκονταν στο κατόπι τους.

«Πού είναι ο Κάλνεντουρ; Πού πήγε τη Ζιρίνα;» ρώτησε ο Εθέλδιρ τον Θόμαλκιρ.

«Γιατί μας προδώσατε, εσύ κι η Αιρετή φίλη σου;»

«Είσαι τρελός κι εσύ; Νομίζεις ότι θα σας πρόδιδα και μετά θα πυροβολούσα τους Χαρνώθιους;»

«Και πώς ήξεραν ότι βρισκόμασταν εδώ όλοι μαζί;»

Ένας άλλος αυτονομιστής είπε: «Σε είχαν ακολουθήσει!»

«Δε με είχαν ακολουθήσει, είμαι βέβαιος!» διαφώνησε ο Εθέλδιρ.

«Παρατηρούσαμε,» είπε η Έρνελιθ. «Κανένας δεν τους παρακολουθούσε καθώς έρχονταν.»

«Είναι σαν να ήξεραν εξ αρχής πού θα συναντιόμασταν,» είπε ένας αυτονομιστής, ενώ ο Εθέλδιρ έβλεπε κάποιους να φεύγουν από δω, κάποιους να φεύγουν από κει, μέσα στους μπλεγμένους δρόμους του Λαβύρινθου.

Έλικες ακούστηκαν από τον ουρανό, και υψώνοντας τα μάτια τους είδαν δύο αερόνυχες να πετάνε φωτίζοντας προς τα κάτω με προβολείς. Τους έψαχναν.

«Γαμώ τις μάνες τους τις κόρες της Θορμάνκου!» γρύλισε ο Θόμαλκιρ.

«Μην ανησυχείς, μάστορα· τους έχω,» είπε ένας αυτονομιστής που ονομαζόταν Ναλτάφιρ και ο Εθέλδιρ τον θυμόταν από παλιά που ήταν επαναστάτης. Ύψωσε ένα μεγάλο τουφέκι στον ώμο του και πυροβόλησε. Ο ένας αερόνυχας χτυπήθηκε, άρχισε να πέφτει. Από τον δεύτερο αερόνυχα, οι δύο επιβάτες πυροβολούσαν, ο ένας με πιστόλι, ο άλλος με τουφέκι, ενώ φωνές αντηχούσαν από κάπου: Εκεί! Προς τα εκεί!

Ο Θόμαλκιρ οδήγησε όσους είχαν παραμείνει μαζί του προς την αντίθετη μεριά. Αλλά ο Εθέλδιρ σύντομα τούς είπε: «Όχι. Εδώ στρίβουμε.»

«Προς τα πίσω;» έκανε η Έρνελιθ. «Θα μας πιάσουν!»

«Θες να μας ρίξεις στα δόντια τους!» τον κατηγόρησε μια αυτονομίστρια.

«Μη λέτε ανοησίες – δεν είμαι μαζί τους! Απ’αυτό το δρόμο θα τους ξεφύγουμε – εμπιστευτείτε με.»

«Δε νομίζω ότι μπορούμε άλλο να το ρισκάρουμε,» είπε ο Θόμαλκιρ καθώς έμπαιναν σ’ένα εγκαταλειμμένο οίκημα με σκοπό να βγουν από την αντικρινή μεριά. Στράφηκε απότομα και γρονθοκόπησε τον Εθέλδιρ καταπρόσωπο, στη μύτη.

Εκείνος παραπάτησε, βλέποντας χρώματα να χορεύουν μπροστά του.

Κάποιος τον χτύπησε από πίσω, στον αυχένα.

Σκοτάδι τον τύλιξε καθώς πόδια και έδαφος έρχονταν καταπάνω του…

*

Η Ζιρίνα προσπάθησε να κλοτσήσει τον Κάλνεντουρ για να τον αναγκάσει να τη ρίξει από τον ώμο του, αλλά εκείνος ακινητοποίησε και τα δυο της πόδια με το ένα χέρι.

«…άφησέ με!» κατόρθωσε να κρώξει η Ζιρίνα, βλέποντας γύρω της μόνο σκοτάδια και σκιές κι ακούγοντας πόδια να τρέχουν, πυροβολισμούς ν’αντηχούν, κραυγές – και τώρα, έλικες από ψηλά. Αερόνυχες! Αν με πιάσουν μαζί μ’αυτά τα καθάρματα, η ανώμαλη στριγκιά θα το εξαπλώσει μέσα από κάθε εφημερίδα και μέσα από κάθε σταθμό ότι συνεργάζομαι με αυτονομιστές, η καταραμένη!

Το δεξί της χέρι ήταν παγιδευμένο ανάμεσα στην κοιλιά της και στον ώμο του Κάλνεντουρ επειδή, όταν την είχε σηκώσει, κρατούσε τον εαυτό της από το προηγούμενο χτύπημά του. Αλλά το αριστερό της χέρι ήταν ελεύθερο. Κι από την αριστερή μεριά της ζώνης της ήταν που κρεμόταν το πιστόλι της. Θα τον πυροβολούσε αν ήταν απαραίτητο για να την αφήσει! Προσπάθησε να πιάσει το όπλο, να το ξεμπλέξει μέσα από την κάπα της–

Αισθάνθηκε κάτι αιχμηρό να την κεντρίζει στην εσωτερική μεριά του μηρού, λίγο πιο δίπλα από τη γυναικεία της φύση. Κάτι αιχμηρό και ψυχρό που είχε ήδη σκίσει το παντελόνι της.

«Μην κάνεις ανοησίες, Εντιμότατη,» είπε ο Κάλνεντουρ. «Αν πας να τραβήξεις όπλο θα σε σκίσω στα δύο. Και θα ήταν κρίμα, γιατί, απ’αυτά που τώρα αγγίζω, καταλαβαίνω τους λόγους που έχει ο αδελφός μου για να σε συναναστρέφεται.»

«Κάθαρμα!» γρύλισε η Ζιρίνα, εγκαταλείποντας την προσπάθεια να τραβήξει το πιστόλι της. «Δεν ξέρεις τίποτα για τον αδελφό σου!» Τον χτύπησε με τη γροθιά της στη ράχη. «Ούτε μοιάζετε καθόλου!»

«Πολεμήσαμε χρόνια μαζί τα σκυλιά της Παντοκράτειρας. Εσύ τι έκανες; Περίμενες να φουντώσει η Επανάσταση προτού πεταχτείς από την τρύπα του υαλουργείου σου;» Το μαχαίρι του πιέστηκε κι άλλο στη σάρκα της, μέσα από το λεπτό σκίσιμο του παντελονιού.

Ο δαιμονισμένος λεχρίτης του Ιουράσκε! Αν σκόνταφτε κι έπεφτε, έτσι όπως την κρατούσε στον ώμο του, μπορεί εκείνη να παλουκωνόταν επάνω στο μαχαίρι, τα εντόσθιά της να τρυπιόνταν.

Οι πυροβολισμοί εντάθηκαν από κάπου αρκετά κοντά.

Η Ζιρίνα έτριξε τα δόντια. «Άφησέ με κάτω, γαμώτο! Δε θα φύγω, άφησέ με κάτω!»

Αλλά ο Κάλνεντουρ δεν ανταποκρίθηκε· εκείνος και οι δικοί του πρέπει να ανταπέδιδαν τα πυρά. Κάποιος είπε: «Από δω, Κάλνεντουρ!»

«Όχι. Από εδώ

«Είσαι σίγουρος;»

«Ναι, ρε. Θα βγούμε πίσω απ’τα παλαιοπωλεία επίπλων.»

Και η Ζιρίνα τον αισθάνθηκε να τρέχει τώρα, ενώ το λεπίδι του εξακολουθούσε να βρίσκεται σε σημείο επικίνδυνο επάνω της. Θα τον σκοτώσω όταν τελικά μ’αφήσει!

Σε κάποια στιγμή, η ησυχία δυνάμωσε ολόγυρά τους και τα σκοτάδια πύκνωσαν· δεν διακόπτονταν πια από ξαφνικές λάμψεις ή από δεσμίδες φωτός. Μονάχα το φεγγαρόφωτο πρόσφερε φωτισμό σε τούτο το μέρος, καθώς και καμια λάμπα λαδιού εδώ κι εκεί.

Μπήκαν σ’ένα χτίριο, κατέβηκαν μια σκάλα.

«Μας ακολουθούν πια;» Η φωνή του Κάλνεντουρ.

«Μπα, αποκλείεται. Μας έχασαν.»

«Από την άλλη μεριά πρέπει νάγινε ο περισσότερος χαλασμός.» Μια τρίτη φωνή, γυναικεία. «Από κει ήταν και οι αερόνυχες. Τον έναν όμως τον έριξαν, το είδα.»

«Αναρωτιέμαι πού νάναι τώρα ο αδελφός μου.» Ο Κάλνεντουρ πήρε το μαχαίρι του πάνω από τη Ζιρίνα και, σκύβοντας λίγο, την έριξε στο πάτωμα, όχι και με τόση προσοχή· η μέση της την πόνεσε.

«Ο Εθέλδιρ μάς πρόδωσε, Κάλνεντουρ. Κι αυτή η σκύλα πρέπει να τον ώθησε!» Η Ζιρίνα είδε έναν αυτονομιστή να τη δείχνει με το γαντοφορεμένο χέρι του.

«Δεν ξέρετε τι λέτε!» γρύλισε καθώς ανασηκωνόταν στο πάτωμα με τα μάτια της δακρυσμένα. «Κανένας δεν σας πρόδωσε!»

«Κι από πού εμφανίστηκαν οι Χαρνώθιοι;» της είπε ο Κάλνεντουρ, στεκόμενος από πάνω της. «Από την Πόλη της Αέναης Νύχτας;» Την κλότσησε στα πλευρά, και η Ζιρίνα διπλώθηκε ξανά. «Εσύ τους έφερες εδώ! Κανένας δεν σας ακολουθούσε – είμαι σίγουρος· παρατηρούσαμε την περιοχή απ’την οποία ήρθατε. Οι Χαρνώθιοι είχαν προγενέστερη πληροφόρηση για το πού ακριβώς θα μας συναντούσατε! Μας στήσατε ενέδρα! Μας πουλήσατε στην Αρχόντισσα!»

«ΟΧΙ!» ούρλιαξε η Ζιρίνα, παρότι ακόμα διπλωμένη και βογκώντας, αναπνέοντας με δυσκολία. Έβηξε δυνατά. «…όχι…» έκρωξε. «Όχι.»

«Μας λέει ψέματα,» είπε ένας αυτονομιστής τραβώντας πιστόλι. «Να τελειώνουμε μαζί της;»

«Μη λες ανοησίες. Μπορεί να ξέρει διάφορα. Μπορεί ακόμα και να μας βοηθήσει να βρούμε ποιοι ανατίναξαν το Μέγαρο των Αιρετών.»

«…Όχι,» έκρωξε η Ζιρίνα προσπαθώντας ν’αναπνεύσει. Ξεροκατάπιε. «Άκουσέ με…»

Ο Κάλνεντουρ γονάτισε στο ένα γόνατο μπροστά της και τράβηξε το πιστόλι από τη ζώνη της, παίρνοντάς το. «Τι ν’ακούσω; Το ήξερε ο αδελφός μου ότι οι Χαρνώθιοι θα έρχονταν, ή μόνο εσύ το ήξερες;»

Η Ζιρίνα, μετά από λίγο, έχοντας κάπως σταθεροποιήσει την αναπνοή της, είπε: «Κανένας μας δεν το ήξερε. Δεν ξέρω πώς εμφανίστηκαν εδώ οι Χαρνώθιοι. Δεν ξέρω πώς έμαθαν για τη συνάντηση. Ίσως κάποιος από τους δικούς σου νάναι προδότης!»

Ο Κάλνεντουρ γέλασε. «Αν κάποιος απ’τους δικούς μου ήταν προδότης, προδότρια της πόλης, θα μας είχαν εκτελέσει όλους από καιρό για να χαίρεται η σκρόφα της Χάρνωθ και εσείς, τα σκυλάκια του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας.»

«Δεν είμαι προδότρια της πόλης! Θέλω μόνο ό,τι είναι καλύτερο για τη Φάνρηβ. Και τώρα ο Φύλακας και η Κοινοπολιτεία είναι το καλύτερο. Γιατί δεν πολεμάτε μαζί μας;»

«Γιατί ζητάμε μια νέα αρχή. Ο Φύλακας είναι μαριονέτα των πολιτικών της Κοινοπολιτείας. Η Φάνρηβ δεν έχει ανάγκη την Κοινοπολιτεία· είναι από τις σημαντικότερες πόλεις της Μοργκιάνης!»

«Μα, γι’αυτό ακριβώς χρειαζ–»

«Δε μ’ενδιαφέρουν οι πολιτικές σου απόψεις. Μ’ενδιαφέρει ότι συνεργάζεσαι με καθάρματα–»

«Δεν έφερα εγώ τους Χαρνώθιους, μα τον Νούρκας!»

«Θα μάθουμε σύντομα πώς εμφανίστηκαν.» Ο Κάλνεντουρ την έψαξε, γρήγορα, από πάνω ώς κάτω, και τελικά τράβηξε το ξιφίδιο από τη μπότα της. Πήρε επίσης το πορτοφόλι που ήταν δεμένο στη ζώνη της και τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της που ήταν απενεργοποιημένος για λόγους ασφαλείας. Την έψαξε ακόμα μια φορά, αγγίζοντάς την τώρα με τρόπο που η Ζιρίνα θεώρησε απαράδεκτα προκλητικό· αλλά προτού διαμαρτυρηθεί, ο Κάλνεντουρ τράβηξε από τον λαιμό της το δερμάτινο κορδόνι που συγκρατούσε το Φυλαχτό της Αέναης Νύχτας. Το έβγαλε μέσα από το πουκάμισό της, αφήνοντας τον αργυρό δίσκο με τα περίτεχνα λαξεύματα και τον διαφανή λίθο να κρεμαστεί ανάμεσά τους, κάνοντας πέρα-δώθε. Το βλέμμα του μαρτυρούσε πως ήξερε ακριβώς τι ήταν.

Χρησιμοποιώντας το ξιφίδιο της Ζιρίνα, έκοψε το λουρί.

«Όχι!» είπε εκείνη, κάνοντας να πάρει το Φυλαχτό από το χέρι του. «Είναι της οικογένειάς μου! Το είχε η γιαγιά μου!»

Ο Κάλνεντουρ γέλασε. «Η γιαγιά σου!… Ακόμα κι έτσι. Αν η γιαγιά σου είχε Φυλαχτό της Αέναης Νύχτας, το θέλω. Πες ότι κάνω συλλογή.»

Την έπιασε από τα μαλλιά και τη σήκωσε όρθια. Η Ζιρίνα τον έσπρωξε, γρυλίζοντας, αρνούμενη εκείνη, μια Αιρετή της Φάνρηβ, να δεχτεί τέτοια συμπεριφορά από παρανόμους. Ο Κάλνεντουρ τη ράπισε, ανοίγοντας το μάγουλό της, τινάζοντας το σκούρο μπλε αίμα των μαυρόδερμων της Μοργκιάνης.

«Προχώρα,» είπε. «Φεύγουμε από δω. Αρκετά μείναμε στην παγίδα των βασιλικών συμμάχων σου.» Κι αρπάζοντάς την απ’τα μαλλιά, την οδήγησε προς μια είσοδο που συνέχιζε μέσα σε υπόγεια που η Ζιρίνα δεν είχε ξαναδεί ποτέ της. Οι άλλοι αυτονομιστές, φυσικά, ήρθαν μαζί τους, φωτίζοντας με φωτόλιθους.

*

«Δεν έπιασαν κανέναν,» είπε ο Αρχικατάσκοπος Θόρεντιν, συναντώντας τη Νικόλ και τον Βέντεραλ’μορ πάνω στο δώμα. «Τους ξέφυγαν όλοι. Την ξέρουν καλά τούτη την περιοχή. Ήταν κάποτε επαναστάτες αυτά τα καθάρματα που τώρα θέλουν να μας ανατινάξουν όλους!»

Η Νικόλ έβγαλε από τον σάκο της τον δέκτη που έπαιρνε σήμα από τον τηλεοπτικό οφθαλμό του Εθέλδιρ μέσω του τηλεπικοινωνιακού δικτύου της Φάνρηβ. Κοίταξε τη μικρή οθόνη αλλά είδε μόνο σκοτάδι.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Θόρεντιν. «Τον χάσαμε κι αυτόν;»

Η Νικόλ κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Βλέπεις τούτο δω το φωτάκι; Σημαίνει πως ο οφθαλμός εξακολουθεί να βρίσκεται συνδεδεμένος με το νευρικό σύστημα του ξενιστή του. Αλλά δεν δέχεται οπτικά δεδομένα. Σαν ο Εθέλδιρ να κοιμάται.»

«Έχασε τις αισθήσεις του μες στη συμπλοκή;»

«Μπορεί.»

«Ή μήπως κατάλαβε τι συμβαίνει και κάλυψε το μάτι του;»

«Δεν το θεωρώ πιθανό.»

«Δε μπορούμε κάπως να το μάθουμε;»

Η Νικόλ έστρεψε το βλέμμα της, ερωτηματικά, στον Βέντεραλ’μορ.

«Αν ήμουν Βιοσκόπος, ίσως,» αποκρίθηκε ο μάγος. «Αλλά δεν είμαι.»

«Τουλάχιστον,» είπε η Νικόλ στον Θόρεντιν, «ας συνεχίσουμε να ερευνούμε την περιοχή.»

«Για να βρούμε τι; Ξέρεις πόσοι άνθρωποι μένουν εδώ. Ο καθένας μπορεί νάναι αυτονομιστής· δεν έχουν εμβλήματα επάνω τους. Το όλο θέμα ήταν να τους πιάσουμε εκείνη την ώρα.»

«Έπρεπε να είχαμε στήσει εδώ τους μαχητές μας από πριν!» είπε η Νικόλ, θυμωμένη, μοιάζοντας να το θεωρεί προσωπική αποτυχία. «Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος!»

«Μην αναφέρεσαι σε θεούς που μπορεί να σε βάλουν σε κίνδυνο,» την προειδοποίησε ο Θόρεντιν, γιατί ο Σκοτοδαίμων ήταν ένας θεός των Παντοκρατορικών· ή, μάλλον, ένας αντίθεος, ένας επικίνδυνος δαίμονας. Αλλά σίγουρα όχι κάτι από τούτη τη διάσταση. «Κι αν είχαμε στήσει από πριν τους μαχητές μας εδώ, θα τους είχαν εντοπίσει και το ξέρεις. Θα απομακρύνονταν, πιθανώς, προτού γίνει η συνάντηση. Την κατάλληλη ώρα ήρθαμε, αλλά τα σχέδια ποτέ δεν λειτουργούν ακριβώς όπως τα έχεις σκεφτεί.»

Η Νικόλ ένευσε, μη μπορώντας παρά να παραδεχτεί τη σοφία του Βασιλικού Αρχικατασκόπου· τα χρόνια εμπειρίας της ως πράκτορας της Παντοκράτειρας τής το είχαν διδάξει αυτό, και πολύ περισσότερα. Τα σχέδια ποτέ δεν λειτουργούν ακριβώς όπως τα έχεις σκεφτεί. Οι αυτονομιστές γνώριζαν τους δρόμους του Λαβυρίνθου πιο καλά απ’ό,τι η Νικόλ και ο Θόρεντιν υπολόγιζαν. Όπως και κατά την περίοδο της Παντοκρατορικής Κατοχής, ο Λαβύρινθος ευνοούσε τους παρανόμους και τους αποστάτες, σκέφτηκε η Νικόλ.

Και είπε: «Πάμε πίσω. Θα παρουσιαστεί σύντομα κι άλλη ευκαιρία.» Τα μάτια της στένεψαν καθώς κοίταζε την άδεια οθόνη της συσκευής στο χέρι της. Μετά, βάδισε προς τον αερόνυχα που ήταν γαντζωμένος στην άκρη του δώματος με τα δυνατά μεταλλικά νύχια του, σε επικίνδυνο σημείο. Η Νικόλ κάθισε στη θέση του πιλότου και ο Βέντεραλ’μορ ήρθε και κάθισε δίπλα της. Η κατάσκοπος έβαλε τον έλικα σε κίνηση, κι άνοιξε τα νύχια του μικρού αεροσκάφους με το πάτημα ενός κουμπιού.

Ο αερόνυχας υψώθηκε πάνω από το δώμα, αφήνοντας τον Θόρεντιν από κάτω του, για να κατεβεί από το χαμηλό οίκημα και να κατευθυνθεί προς τον διοικητή που είχε αναλάβει να οδηγήσει τους μαχητές της Χάρνωθ σ’ετούτη την αποστολή.

6
Κατηγορίες Αδελφών· Επιχείρηση Εξολόθρευσης· Διωγμός· Μέθοδοι Εντοπισμού

Ανοίγοντας τα μάτια του, ο Εθέλδιρ διαπίστωσε αμέσως ότι βρισκόταν ξαπλωμένος στο πάτωμα, επάνω σε δέρματα και γούνες. Παραδίπλα ήταν ένα αναμμένο τζάκι. Καθώς ανασηκωνόταν είδε ότι στο δωμάτιο κάθονταν διάφοροι άνθρωποι που αναγνώριζε και που δεν αναγνώριζε. Κάποιοι ήταν παλιοί επαναστάτες, κάποιοι όχι. Όλοι ήταν, αναμφίβολα, αυτονομιστές.

Η Έρνελιθ καθόταν σε μια καρέκλα κοντά στον Εθέλδιρ, και πρέπει να ήταν η πρώτη που τον πρόσεξε να κινείται. Στα χέρια της κρατούσε μια άσραθ την οποία γυάλιζε μ’ένα πανί.

«Ελπίζω να μην είσαι τσαντισμένος,» του είπε.

Ο Εθέλδιρ, παίρνοντας καθιστή θέση, οκλαδόν επάνω στα δέρματα, άγγιξε τη μύτη του. Ακόμα πονούσε. «Αν ήμουν ιερέας θα σας έστελνα κατάρες. Να χαίρεστε που δεν είμαι.»

Ορισμένοι αυτονομιστές χαμογέλασαν.

Ο Θόμαλκιρ είπε: «Δε γινόταν αλλιώς. Έπρεπε να σε ρίξω κάτω. Για λόγους ασφαλείας.»

«Η ευγένειά σας με σκλαβώνει.»

«Δεν είσαι αιχμάλωτος,» του είπε ο δολοφόνος της Συντεχνίας του Τελευταίου Κήπου. «Ο αδελφός σου θέλει να σου μιλήσει.»

Ο Κάλνεντουρ σηκώθηκε από την καρέκλα όπου καθόταν και βάδισε προς τον Εθέλδιρ.

Εκείνος παρέμεινε καθισμένος πλάι στο τζάκι. «Πού είναι η Ζιρίνα;» ρώτησε.

«Σε ασφαλές μέρος. Δε μπορεί να φύγει.»

«Η ευγένεια συνεχίζεται…»

«Υπό κανονικές συνθήκες,» είπε ο Κάλνεντουρ, «δε θα μπορούσα να πιστέψω ότι εσύ μάς πρόδωσες, αδελφέ–»

«Ευτυχώς δεν έχεις ακόμα τρελαθεί τελείως, αδελφέ.»

«Τώρα όμως οι συνθήκες δεν είναι καθόλου κανονικές. Η κατάσταση είναι, αν μη τι άλλο, έκρυθμη. Έτσι, πρέπει να σε ρωτήσω: Μας πρόδωσες στους Χαρνώθιους;»

«Ο Ιουράσκε σ’έχει ζαλίσει, Κάλνεντουρ! Πιστεύεις ότι εγώ, ο Εθέλδιρ, που πολεμήσαμε μαζί τους Παντοκρατορικούς τόσα χρόνια, θα σε πρόδιδα στα σκυλιά του Βασιλείου;»

Ο Κάλνεντουρ ένευσε σαν αυτή ακριβώς να ήταν η απόκριση που περίμενε. «Η φίλη σου, τότε, μας πρόδωσε.»

Ο Εθέλδιρ ρουθούνισε. «Η Ζιρίνα ήταν επαναστάτρια, όπως ξέρεις–»

«Δεν έχει σημασία! Είναι πολιτικός, και δεν είναι με το μέρος μας.»

«Ούτε εγώ είμαι με το μέρος σας.»

«Εσύ είσαι ο αδελφός μου, ο Εθέλδιρ· σε γνωρίζω. Αυτή ήταν που ειδοποίησε τους Χαρνώθιους.»

Ο Εθέλδιρ σηκώθηκε όρθιος, αναστενάζοντας. Η πίσω μεριά του κεφαλιού του τον πονούσε, και ζαλιζόταν λιγάκι. «Ήταν μαζί μου όλη την ημέρα. Δεν τους ειδοποίησε.»

«Δεν πήγε ούτε στην τουαλέτα;» είπε η Έρνελιθ. «Από εκεί θα μπορούσε να τους ειδοποιήσει χωρίς να τη βλέπεις.» Συνέχιζε να γυαλίζει την άσραθ.

«Επιμένετε να λέτε ανοησίες,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ. «Η Ζιρίνα δεν τα πηγαίνει καλά με την Αρχόντισσα. Σε καμία περίπτωση δεν θα συμμαχούσε μαζί της. Το μόνο που μπορεί να έγινε είναι, κάπως, να μας ακολούθησαν. Αν και… μου φαίνεται περίεργο. Για δύο λόγους. Πρώτον, ήμασταν προσεχτικοί. Δεύτερον, πώς μπορεί να ήξεραν ότι πηγαίναμε να συναντήσουμε αυτονομιστές;»

«Ακριβώς!» είπε ο Κάλνεντουρ. «Το ήξεραν από πριν. Κάποιος τούς είχε ειδοποιήσει από πριν. Κανένας δεν σας ακολουθούσε όσο ερχόσασταν· είμαστε σίγουροι γι’αυτό. Γνώριζαν ήδη πού κατευθυνόσασταν.»

Η όψη του Εθέλδιρ έγινε προβληματισμένη. «Ναι, μοιάζει σαν να το γνώριζαν ήδη. Αλλά…» Κόμπιασε. «Αν είχαμε επικοινωνήσει μέσω πομπού–»

«Πράγμα που ποτέ δεν κάνουμε, για ασφάλεια.»

«–θα έλεγα ότι, κάπως, κρυφάκουσαν τη συζήτησή μας. Όμως επικοινωνήσαμε μέσω σίρκι’θ, για όνομα του Φορβόκμε! Και δεν το θεωρώ πιθανό να έπιασαν το σίρκι’θ που έστειλα. Επέστρεψε σ’εμένα κανονικά, αφότου σου παρέδωσε το μήνυμά μου.»

Ο Κάλνεντουρ ένευσε. «Ναι. Επομένως;»

Ο Εθέλδιρ κούνησε το κεφάλι. «Δε μπορώ να βρω καμια εξήγηση.»

«Εγώ μπορώ. Η φίλη σου–»

«Σταμάτα! Η Ζιρίνα δεν είναι προδότρια. Μπορεί να είναι εναντίον των αυτονομιστών, αλλά δεν θα έκανε τέτοιο πράγμα. Κατά πρώτον, η Αρχόντισσα θα ήθελε πολύ να την εμπλέξει με αυτονομιστές, και η Ζιρίνα το ξέρει· δε θα της έδινε αυτή την ευκαιρία.»

«Μπορεί να παρακολουθούσαν τους πομπούς σας. Το σήμα τους,» είπε ο Φάλερβιν.

«Ακόμα κι αν γνώριζαν το σήμα τους, που είναι κωδικοποιημένο, τους είχαμε κι οι δύο κλειστούς.»

«Ναι,» είπε ο Κάλνεντουρ. «Ο πομπός της ήταν κλειστός.»

«Και ο δικός του,» πρόσθεσε η Έρνελιθ.

Ο Εθέλδιρ άγγιξε τον εαυτό του, ψάχνοντας για τα προσωπικά του είδη. Του τα είχαν πάρει όλα. «Ελπίζω να μου επιστρέψετε ό,τι πήρατε.»

«Γι’αυτό να είσαι σίγουρος,» του αποκρίθηκε ο Κάλνεντουρ. «Αλλά αφότου βγάλουμε μια άκρη εδώ.»

«Ίσως να τους κατασκόπευαν με μαγεία,» είπε ο Ναλτάφιρ. «Τι λες εσύ, μάγισσα;»

Η Σερκίσναθ’χοκ είπε: «Μέγιστη απόσταση ένα χιλιόμετρο, ας υποθέσουμε–»

«Η απόσταση του μάγου από τον στόχο του;» ρώτησε ο Ναλτάφιρ.

«Ναι. Αλλά, μες στον Λαβύρινθο, είναι δύσκολο να εντοπίσεις κάποιον. Πολλές στροφές και αδιέξοδα. Εύκολο να μπερδευτείς, αν απλά κοιτάζεις τον καθρέφτη που χρησιμοποιείς μαζί με το Ξόρκι Ανιχνεύσεως.»

«Επιπλέον,» τόνισε ο Κάλνεντουρ, «δε μπορεί να ήταν μόνο ένας μάγος κι οι βοηθοί του που τους ακολουθούσαν. Τόσοι μαχητές της Χάρνωθ παρουσιάστηκαν ξαφνικά. Και δυο αερόνυχες ήρθαν πολύ γρήγορα. Ήταν ενέδρα. Γνώριζαν για τη συνάντησή μας από πριν!»

Δυνατός θόρυβος τούς έκανε να σωπάσουν.

Θόρυβος από έλικες. Και σίγουρα όχι μικρών αερονύχων, αλλά κάποιου μεγάλου ελικοπτέρου.

Η Έρνελιθ σηκώθηκε απ’την καρέκλα της· και δεν ήταν η μόνη.

Ο Κάλνεντουρ συνοφρυώθηκε.

Ο Εθέλδιρ σκέφτηκε: Δεν είναι δυνατόν… Δεν ήξερε πού βρίσκονταν αλλά υπέθετε ότι εδώ πρέπει να ήταν το άντρο των αυτονομιστών – που ήταν κρυφό, φυσικά.

Μια αυτονομίστρια πετάχτηκε από μια πόρτα. «Κάλνεντουρ! Χαρνώθιοι! Κατεβαίνουν από ένα μεγάλο ελικόπτερο! κι έρχονται προς τα δω!»

«Αποκλείεται!» αναφώνησε ο Κάλνεντουρ. «Πώς–;»

«Δεν υπάρχει αμφιβολία, Κάλνεντουρ.»

«Πού έχεις τη Ζιρίνα;» τον ρώτησε ο Εθέλδιρ.

Ο Κάλνεντουρ τον αγνόησε· είπε στους συντρόφους του: «Φεύγουμε από τις σήραγγες – αμέσως! Μαζέψτε ό,τι προλαβαίνετε και φεύγουμε από τις σήραγγες!»

«Οι λύκοι;» ρώτησε ένας μυώδης πρασινόδερμος άντρας που ο Εθέλδιρ δεν αναγνώριζε· τα μαλλιά του ήταν κατάμαυρα και μακριά ώς την πλάτη.

«Πάρτε μαζί σας όσους μπορείτε.»

Ήχοι θραύσης ακούστηκαν από άλλα δωμάτια, κραυγές, πυροβολισμοί.

«Κάτι πρέπει νάχουν επάνω τους!» είπε ο Φάλερβιν. «Κάτι που τους εντοπίζει – έτσι μας βρήκαν!»

Ο Εθέλδιρ άρπαξε τον Κάλνεντουρ από τον ώμο. «Πού είναι η Ζιρίνα; Πού την έχεις; Δε μπορείς να την αφήσεις εδώ!»

Ο αδελφός του του έδωσε ένα κλειδί. «Από κει,» του είπε δείχνοντας μια ανοιχτή πόρτα. «Τρίτη πόρτα δεξιά. Και μετά έλα κάτω· δε θάχουμε την καταπακτή ανοιχτή για πολύ.»

«Πού κάτω;»

«Προς τα δω,» αποκρίθηκε ο Κάλνεντουρ τρέχοντας προς έναν διάδρομο αντίκρυ στην πόρτα που του είχε δείξει. Στους συντρόφους του φώναξε: «Φέρτε ό,τι χρήματα και πολεμοφόδια έχουμε!»

Ο Εθέλδιρ δεν έχασε άλλο χρόνο. Πήγε εκεί όπου ο αδελφός του του είχε πει ότι ήταν η Ζιρίνα· βρέθηκε σ’έναν διάδρομο που φωτιζόταν από έναν φωτόλιθο κρεμασμένο στο ταβάνι· πλησίασε την τρίτη πόρτα από δεξιά και την ξεκλείδωσε. Όλες οι άλλες πόρτες ήταν κλειστές, και ο χώρος μύριζε κλεισούρα και τρόφιμα, σαν να ήταν αποθήκες.

Ο Εθέλδιρ έσπρωξε την ξύλινη θύρα και το φως του φωτόλιθου γλίστρησε μέσα στο κατασκότεινο δωμάτιο. Σε μια καρέκλα είδε μια δεμένη μορφή.

«Ζιρίνα;»

«Μμμμμ!» έκανε εκείνη πίσω από το φίμωτρό της, και χτύπησε το πάτωμα με τα πόδια της που ήταν δεμένα στον αστράγαλο.

Ο Εθέλδιρ την πλησίασε κι έλυσε το φίμωτρο.

«Τι έγινε;» ρώτησε η Ζιρίνα. «Πού – πού είμαστε; Στο άντρο τους; Μου έκλεισαν τα μάτια και μ’έφεραν εδώ. Τους ξέφυγες;»

Ο Εθέλδιρ συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι δεν είχε μαζί του κανένα κοπτικό εργαλείο· του είχαν πάρει όλα του τα όπλα. «Έχεις επάνω σου ξιφίδιο; Μαχαίρι;»

«Όχι. Και μου έκλεψαν και το Φυλαχτό της Αέναης Νύχτας! Τι είν’ αυτή η φασαρία πού ακούγεται; Πυροβολισμοί;»

«Οι Χαρνώθιοι είν’ εδώ.» Ο Εθέλδιρ άρπαξε τη Ζιρίνα και τη σήκωσε από την καρέκλα, κρατώντας την στα χέρια, παρότι ζαλιζόταν ύστερα από τα χτυπήματα που είχε δεχτεί στο κεφάλι.

Βγήκε απ’το σκοτεινό δωμάτιο και διέσχισε τον διάδρομο. Έφτασε στο προηγούμενο, πολύ μεγαλύτερο δωμάτιο – εκεί όπου είχε ξυπνήσει – και είδε αυτονομιστές να τρέχουν από δω κι από κει, με σάκους στους ώμους.

«Τι γίνεται εδώ;» ρώτησε η Ζιρίνα. «Πού είμαστε; Λύσε με, Εθέλδιρ!»

Ουρλιαχτά γιγαντόλυκων αντηχούσαν, κραυγές ανθρώπων, πυροβολισμοί–

Μια έκρηξη–

Το δωμάτιο τραντάχτηκε, και ο Εθέλδιρ παραπάτησε· παραλίγο η Ζιρίνα να του γλιστρήσει από τα χέρια. Βρέθηκαν εν μέρει πεσμένοι πάνω στο τραπέζι.

Ένας αυτονομιστής άρπαξε ένα μπουκάλι από εκεί. «Ελάτε!» είπε. «Βιαστείτε!» ενώ έτρεχε προς τον διάδρομο που ο Κάλνεντουρ είχε πει ότι οδηγούσε κάτω. Αυτό το κάτω πρέπει να ήταν κάποιο υπόγειο που συνδεόταν με άλλα υπόγεια της Φάνρηβ, υπέθετε ο Εθέλδιρ. Με τους υπονόμους, πιθανώς.

Κοίταξε γύρω-γύρω στο δωμάτιο, ψάχνοντας για κοπτικό εργαλείο.

Ένας αυτονομιστής βγήκε από μια πόρτα, με σάκο στην πλάτη και μια οπλολόγχη στα χέρια – αναμφίβολα κλεμμένη από Χαρνώθιους. Ο Σέλιρ’νιρ, ένας μάγος του τάγματος των Βιοσκόπων. Ο Εθέλδιρ τον ήξερε από παλιά, και τώρα του ζήτησε ένα μαχαίρι, ένα ξιφίδιο – κάτι για να κόψει τα σχοινιά της Ζιρίνα. Ο μάγος τράβηξε ένα μαχαίρι από τη ζώνη του και τόριξε προς το τραπέζι, καρφώνοντάς το εκεί.

«Ο Νούρκας μαζί σου, Σέλιρ.» Ο Εθέλδιρ άφησε τη Ζιρίνα πάνω στο τραπέζι και, τραβώντας το μαχαίρι, έκοψε τα σχοινιά στα χέρια και στα πόδια της.

«Ο αδελφός σου δεν πάει καθόλου καλά!» του είπε εκείνη.

«Πες μου τίποτα που να μην ξέρω.»

Ο Σέλιρ’νιρ είχε ήδη εξαφανιστεί· άλλοι αυτονομιστές περνούσαν, τρέχοντας. Ένας ήταν τραυματισμένος. Ο Εθέλδιρ στράφηκε στον διάδρομο που οδηγούσε κάτω, και βάδισε προς τα εκεί, με τη Ζιρίνα πίσω του.

Ο Θόμαλκιρ στάθηκε στο διάβα τους, σημαδεύοντάς τους μ’ένα πιστόλι, ενώ στο άλλο του χέρι βαστούσε ένα κυρτό ξιφίδιο με τη λεπίδα προς τα κάτω.

«Φύγε, Πρόμαχε,» είπε. «Από άλλη μεριά.»

«Γιατί;»

«Γιατί εσένα ακολουθούν – ή αυτήν. Ο Φάλερβιν έχει δίκιο – κάτι έχετε επάνω σας με το οποίο σας βρίσκουν.»

Ο Εθέλδιρ δεν αποκρίθηκε. Ίσως ο δολοφόνος να είχε δίκιο. Πώς αλλιώς οι Χαρνώθιοι να έχουν έρθει εδώ;

«Φύγε από μπροστά μας!» φώναξε η Ζιρίνα. «Θα τους αφήσεις να μας πιάσουν;»

«Δε θα βάλω σε κίνδυνο όλους τους συντρόφους μου εξαιτίας σας,» δήλωσε ο Θόμαλκιρ. «Πηγαίντε από αλλού! Μη μ’αναγκάσετε να σας πυροβολήσω. Και θα το κάνω, αν είναι έτσι να προστατέψω τον Κάλνεντουρ και τους άλλους.»

«Κάθαρμα!» γρύλισε η Ζιρίνα.

Αλλά ο Εθέλδιρ την έπιασε απ’το μπράτσο. «Έχει δίκιο. Πάμε από αλλού.»

«Τι;» σύριξε εκείνη. «Κι αν μας–;»

Ο Εθέλδιρ ρώτησε τον Θόμαλκιρ: «Από πού;»

«Από το λυκοτροφείο, ίσως. Η έξοδός του βγάζει από την πίσω μεριά. Εκεί θάναι κι οι λύκοι σας, αν δεν έχουν αγριέψει και φύγει.» Έδειξε προς τα δεξιά τους, με το χέρι του που κρατούσε το κυρτό ξιφίδιο. «Πηγαίνετε – τώρα!»

Ο Εθέλδιρ τράβηξε τη Ζιρίνα από το μπράτσο, κι εκείνη, παρότι έτρεμε ότι θα τους έπιαναν, ότι θα τους σκότωναν, παρότι κατά βάθος ήθελε να πυροβολήσει αυτό το κάθαρμα, τον αυτονομιστή που τους είχε διώξει, ακολούθησε τον πρώην Πρόμαχο της Επανάστασης.

Πέρασαν το κατώφλι μιας πόρτας και βρέθηκαν σ’ένα δωμάτιο με οπλισμούς, που τους περισσότερους τους είχαν ήδη μαζέψει οι αυτονομιστές. Δύο απ’αυτούς τώρα ήταν εδώ και έπαιρναν όπλα μαζί τους. Ο Εθέλδιρ άρπαξε ένα πιστόλι και δυο γεμιστήρες που βρήκε δίπλα του. Η Ζιρίνα πρόλαβε να πιάσει ένα σπαθί. Δε σταμάτησαν καθόλου να κινούνται.

Διέσχισαν ακόμα ένα δωμάτιο, και στο επόμενο δωμάτιο που βρέθηκαν είδαν νεκρούς. Τρεις αυτονομιστές κείτονταν στο πάτωμα, με μπλε αίμα να απλώνεται σε λίμνες γύρω τους. Χαρνώθιοι είχαν εισβάλει διαλύοντας μια πόρτα. Ο Εθέλδιρ τούς πυροβόλησε, ξαφνιάζοντάς τους. Το κρανίο ενός έσπασε μαζί με το κράνος του· ένας άλλος χτυπήθηκε στο στήθος πέφτοντας πάνω σ’έναν τρίτο. Η Ζιρίνα, ξεθηκαρώνοντας το σπαθί της, παραμέρισε την οπλολόγχη μιας μαχήτριας της Χάρνωθ, την κλότσησε στην κοιλιά, και την κάρφωσε κάτω από τον λαιμό, στα όρια του ανοίγματος της πανοπλίας της.

Έτρεξαν πέρα από μια άλλη πόρτα, ελπίζοντας ν’ακολουθούν τη σωστή κατεύθυνση, και, ναι, βρέθηκαν στο λυκοτροφείο. Οι γιγαντόλυκοι που ήταν εδώ πάλευαν με τις αλυσίδες τους, γρυλίζοντας οργισμένα. Κάποιοι αυτονομιστές είχαν ελευθερώσει ορισμένους απ’αυτούς και τους οδηγούσαν προς μια έξοδο στο βάθος. Μια έξοδο που οι Χαρνώθιοι δεν πρέπει να είχαν βρει ακόμα. Μάλλον έβγαζε στην πίσω μεριά αυτού του οικοδομήματος, όπως είχε πει ο Θόμαλκιρ.

«Η Μαύρη Γούνα!» Η Ζιρίνα εντόπισε εύκολα το κατάμαυρο τρίχωμα της γιγαντολύκαινάς της. Ήταν αλυσοδεμένη, μ’ένα κολάρο περασμένο γύρω απ’τον λαιμό. Τα μπροστινά πόδια της έμοιαζαν να προσπαθούν να γδάρουν φαντάσματα καθώς πάσχιζε να ξεφύγει.

Η Ζιρίνα την πλησίασε. «Ήρεμα, Γούνα. Ήρεμα, κοπέλα μου. Εγώ είμαι, εγώ.» Άπλωσε το χέρι της, και η γιγαντολύκαινα το έγλειψε. Η Αιρετή άνοιξε το κολάρο του θηρίου και σκαρφάλωσε στη ράχη του χωρίς να μπει στον κόπο να του φορέσει τη σέλα που του είχαν βγάλει οι αυτονομιστές.

Ο Εθέλδιρ, εν τω μεταξύ, είχε κλείσει την πόρτα πίσω τους και την είχε αμπαρώσει. Αλλά οι Χαρνώθιοι τώρα την κοπανούσαν και την πυροβολούσαν, και δεν φαινόταν ότι μπορούσε ν’αντέξει. Ξύλινα κομμάτια τινάζονταν. Ο Εθέλδιρ πυροβόλησε με το πιστόλι του μέσα από τις τρύπες. Άκουσε κραυγές πόνου.

Ο Ζιρίνα ήρθε δίπλα του, πάνω στη Γούνα. «Έλα!» του είπε.

«Πού είν’ ο Χορευτής;»

«Δεν ξέρω.»

Ο Εθέλδιρ κοίταξε ολόγυρα, δεν τον είδε πουθενά· και δεν είχε χρόνο να ψάξει· πήδησε στη ράχη της Μαύρης Γούνας, πίσω από τη Ζιρίνα.

Η γιγαντολύκαινα έτρεξε προς την έξοδο που φαινόταν στο βάθος, ενώ η ξύλινη πόρτα ακουγόταν να κομματιάζεται και κραυγές αντηχούσαν: Σταματήστε! Στο όνομα της Αρχόντισσας της Φάνρηβ! Σταματήστε! Και ένας πυροβολισμός οπλολόγχης. Οι γιγαντόλυκοι ούρλιαζαν και γρύλιζαν. Μια αλυσίδα ακούστηκε να σπάει, ένας Χαρνώθιος μαχητής να ουρλιάζει.

Η Ζιρίνα και ο Εθέλδιρ βγήκαν από το λυκοτροφείο και βρέθηκαν σ’έναν δρόμο που θα ήταν σκοτεινός αν πυροβολισμοί δεν είχαν αρχινήσει. Μαχητές της Χάρνωθ πλησίαζαν και από εδώ, τελικά, κι ένας αερόνυχας ήταν γαντζωμένος στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας, φωτίζοντας κάτω με προβολέα. Οι αυτονομιστές και οι γιγαντόλυκοί τους πολεμούσαν εναντίον των Χαρνώθιων, ανταποδίδοντας τα πυρά.

«Είμαστε παγιδευμένοι!» παρατήρησε η Ζιρίνα. «Έρχονται κι απ’τις δυο μεριές, Εθέλδιρ!»

«Πάμε προς εκείνη την πύλη, εκεί.»

«Οδηγεί στην αυλή πολυκατοικίας, μάλλον.»

«Πάμε!» επέμεινε ο Εθέλδιρ.

Η Ζιρίνα οδήγησε τη Μαύρη Γούνα προς την πύλη.

Το φως του προβολέα του αερόνυχα έπεσε πάνω τους. Ο Εθέλδιρ καταράστηκε· πήδησε από τη ράχη της Μαύρης Γούνας κι έκανε να σπρώξει την πύλη. Ήταν κλειδωμένη. Πυροβόλησε την κλειδαριά δύο φορές, και κλότσησε δυνατά.

Ο αερόνυχας ξεγαντζώθηκε από την ταράτσα της πολυκατοικίας όπου ήταν πιασμένος κι άρχισε να κατεβαίνει προς το μέρος τους σαν γιγάντιο έντομο της νύχτας.

Ο Εθέλδιρ πέρασε την πύλη που είχε ανοίξει, και η Ζιρίνα τον ακολούθησε πάνω στη Μαύρη Γούνα. Βρέθηκαν στον κήπο μιας πολυκατοικίας, ο οποίος ήταν περιτριγυρισμένος από ψηλό πέτρινο τείχος. Έτρεξαν ανάμεσα στη βλάστηση, ώστε να βρεθούν υπό την προστασία της πιλοτής.

Αν ο αερόνυχας προσγειώθηκε πίσω τους, κανένας δεν επιχείρησε να τους ακολουθήσει. Αλλά μάλλον, υπέθεσαν κι οι δυο τους, υψώθηκε ξανά, για να συνεχίσει να κατοπτεύει.

«Πού πάμε τώρα;» ρώτησε η Ζιρίνα. «Δεν υπάρχει άλλη έξοδος. Δε νομίζω.»

«Θα σκαρφαλώσουμε.»

«Και η Μαύρη Γούνα;»

«Θα πρέπει κι αυτή να σκαρφαλώσει.»

Διέσχισαν την πιλοτή και βρέθηκαν στην άλλη μεριά του κήπου, μπροστά στο τείχος. Ο Εθέλδιρ πιάστηκε σ’ένα δέντρο, πήδησε, γραπώθηκε από την κορυφή του τείχους, και το καβάλησε. Δεν ήταν δύσκολο. Είπε στη Ζιρίνα: «Έλα!» απλώνοντας το χέρι του. Από την άλλη έβλεπε έναν άδειο δρόμο, κι άκουγε φωνές γιγαντόλυκων. Ολόκληρη η γειτονιά έμοιαζε νάναι γεμάτοι γιγαντόλυκους. Πού είμαστε; Στη Λυκοφωλιά; Τόσο καιρό εδώ είχαν το άντρο τους οι αυτονομιστές;

«Η Μαύρη Γούνα δε μπορεί να πηδήσει τόσο ψηλά!» είπε η Ζιρίνα. Κατέβηκε από τη ράχη του θηρίου και, τραβώντας το ξίφος της, σπάθισε επανειλημμένα τον κορμό ενός δέντρου, με φανερό σκοπό να το ρίξει έτσι ώστε να πέσει πάνω στο τείχος.

Ο Εθέλδιρ, θέλοντας να επισπεύσει τη διαδικασία, το πυροβόλησε μερικές φορές, λέγοντας στη Ζιρίνα να σταθεί από την άλλη για να μην υπάρχει κίνδυνος να την πετύχει.

Το δέντρο, τελικά, έγειρε ακουμπώντας στο τείχος. Η Ζιρίνα σκαρφάλωσε πάνω του κι εύκολα έφτασε πλάι στον Εθέλδιρ. Σφύριξε στη Μαύρη Γούνα ν’ανεβεί κι εκείνη.

Ο Εθέλδιρ πήδησε απ’την άλλη μεριά του τείχους, κι άλλαξε γεμιστήρα στο πιστόλι του. Ο δρόμος εξακολουθούσε να είναι άδειος. Ναι, στη Λυκοφωλιά είμαστε. Σίγουρα, σκέφτηκε. Νότια από τη Μεγάλη Αγορά. Νοτιοδυτικά του Υαλουργείου.

Η Μαύρη Γούνα, πηδώντας, βρέθηκε δίπλα του. Και μετά, η Ζιρίνα.

«Πάμε να δούμε τι γίνεται,» της είπε ο Εθέλδιρ.

«Τι εννοείς; Να πάμε πίσω;» Ήταν σοβαρός, αναρωτήθηκε η Ζιρίνα, ή είχε τρελαθεί σαν τον αδελφό του;

«Δεν ξέρω αν το κατάλαβες αλλά ήμασταν στο άντρο των αυτονομιστών–»

«Και λοιπόν;»

«Θέλω να δω τι θα γίνει. Δεν είμαστε, εξάλλου, μακριά από το σπίτι σου.»

«Τι;»

«Στη Λυκοφωλιά βρισκόμαστε.»

Η Ζιρίνα βλεφάρισε. Συνοφρυώθηκε. Αφουγκράστηκε όλες αυτές τις λυκοφωνές που αντηχούσαν. Ναι, δεν αποκλείεται. Η Λυκοφωλιά ήταν γεμάτη εκπαιδευτήρια γιγαντόλυκων και λυκοτροφεία.

Ο Εθέλδιρ άρχισε να βαδίζει, κι εκείνη τον ακολούθησε με τη Μαύρη Γούνα πλάι της. «Τι σε νοιάζει τι θα πάθουν;» τον ρώτησε. «Είναι καθάρματα! Μας έδιωξαν.»

«Είχαν δίκιο. Μπορεί οι Χαρνώθιοι νάχουν κάποιον τρόπο να μας εντοπίζουν. Πώς αλλιώς δικαιολογείς τις δύο – δύο – αλλεπάλληλες εμφανίσεις τους;»

«Ίσως κάποιος αυτονομιστής νάναι προδότης.»

«Δε θα περίμενε τώρα για να πουλήσει τους υπόλοιπους, Ζιρίνα· θα το είχε κάνει ήδη.»

«Κι αν όντως έχουν κάποιο τρόπο να μας εντοπίζουν, είναι λογικό να πάμε προς το μέρος τους;»

«Δε μπορούν πια να μας εμπλέξουν σε τίποτα· μόνο αν μας έπιαναν μαζί με αυτονομιστές.»

Είχαν ήδη απομακρυνθεί αρκετά από την πολυκατοικία, κι έκαναν κύκλο. Ο Εθέλδιρ οδηγούσε. Εκτός από φωνές λύκων, πυροβολισμοί και κραυγές εξακολουθούσαν να αντηχούν. Αλλά όχι δυνατοί έλικες πια. Το μεγάλο ελικόπτερο που είχε φέρει τους Χαρνώθιους πρέπει νάχε φύγει· δεν φαινόταν στον ουρανό. Μονάχα κανένας αερόνυχας φαινόταν.

«Δε μ’αρέσει καθόλου αυτό…» μουρμούρισε η Ζιρίνα. «Και το κάθαρμα ο αδελφός σου μου έκλεψε και το Φυλαχτό της Αέναης Νύχτας. Να του πεις να μου το επιστρέψει!»

«Θα του το πω, αν τον ξαναδώ.»

Η Ζιρίνα αναστέναξε. Δεν ήταν εύκολο να βρει το Φυλαχτό. Το είχε ανακαλύψει κατά την Επανάσταση, θαμμένο κάτω από το πάτωμα μιας παλιάς βίλας. Ήταν τυχερή που το είχε πάρει πριν από τους πράκτορες της Παντοκράτειρας οι οποίοι επίσης το έψαχναν. Οι Παντοκρατορικοί πάντοτε αναζητούσαν Φυλαχτά της Αέναης Νύχτας, από τότε που είχαν ακούσει για την ενδοδιάσταση, αλλά δεν μπορούσαν να τα αποκτήσουν γιατί ήταν σπάνια και οι γηγενείς τα έκρυβαν καλά, ακόμα κι από τους άλλους γηγενείς. Έτσι, οι επαναστάτες ήταν που είχαν καταλήξει να έχουν τον έλεγχο της Πόλης της Αέναης Νύχτας, πράγμα που τους είχε εξυπηρετήσει πολύ στον αγώνα τους.

Και ο Εθέλδιρ είχε ένα Φυλαχτό, αλλά το κρατούσε στο σπίτι του συνήθως, κρυμμένο. Το έπαιρνε μόνο όταν ήθελε να ταξιδέψει στην Πόλη.

Οι αυτονομιστές, απ’ό,τι ήξερε η Ζιρίνα, δεν είχαν μέχρι στιγμής κανένα Φυλαχτό. Μετά την ήττα των Παντοκρατορικών, οι επαναστάτες είχαν συγκεντρώσει όλα τα Φυλαχτά και τα είχαν παραδώσει στον Πρόμαχο. Δεν υπήρχαν αυτονομιστές ακόμα. Ύστερα, όμως, δημιουργήθηκαν πολιτικές διαφωνίες μέσα στην πόλη, και οι αυτονομιστές εμφανίστηκαν: άνθρωποι που δεν ήθελαν ούτε τον Φύλακα ούτε την Αρχόντισσα, αρκετοί απ’τους οποίους πρώην επαναστάτες. Τα Φυλαχτά, ωστόσο, τα είχαν κρατήσει όλα οι υποστηρικτές του Φύλακα.

Ώς τώρα.

Τώρα, και οι αυτονομιστές είχαν ένα Φυλαχτό.

Το δικό μου! σκεφτόταν, τσαντισμένη, η Ζιρίνα.

Ο Εθέλδιρ σταμάτησε σ’έναν δρόμο απ’όπου μπορούσαν να δουν τη μπροστινή μεριά του οικοδομήματος που πρέπει να ήταν το άντρο των αυτονομιστών. Ο δρόμος ήταν γεμάτος με μαχητές της Χάρνωθ, κι ένα μεγάλο θωρακισμένο όχημα βρισκόταν σταματημένο ανάμεσά τους. Στο πλάτος, έπιανε τον δρόμο απ’τη μια άκρη ώς την άλλη. Και είχε ερπύστριες και δύο πλευρικά πυροβόλα.

Το οίκημα των αυτονομιστών είχε δύο ορόφους πάνω απ’το ισόγειο. Το λυκοτροφείο δεν φαινόταν από εδώ· ήταν από την άλλη μεριά.

Ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα είδαν τους μαχητές της Χάρνωθ να βγάζουν τρεις αιχμαλώτους από την είσοδο του χτιρίου. Αυτονομιστές. Τραυματισμένοι όλοι τους.

Ένας αερόνυχας προσγειώθηκε. Μια μορφή με κάπα και κουκούλα κατέβηκε και πλησίασε γρήγορα έναν άντρα που στεκόταν πλάι στο θωρακισμένο όχημα, ντυμένος με στολή Χαρνώθιου αξιωματούχου. Μαυρόδερμος, κοκκινομάλλης.

«Ξέρεις ποιος είν’ αυτός;» είπε ο Εθέλδιρ στη Ζιρίνα.

«Ποιος;»

«Ο κοκκινομάλλης. Τον λένε Θόρεντιν, και είναι ο Βασιλικός Αρχικατάσκοπος.»

Η μορφή που είχε κατεβεί από τον αερόνυχα – γυναίκα μάλλον – μίλησε με τον Θόρεντιν, κι εκείνος έδωσε διαταγές σ’έναν στρατιωτικό, ο οποίος πάραυτα άρχισε να φωνάζει δείχνοντας προς τη μεριά του Εθέλδιρ και της Ζιρίνα.

«Μας είδαν!» είπε η δεύτερη.

Μαχητές της Χάρνωθ έρχονταν, βαδίζοντας σταθερά, με τις οπλολόγχες τους προτεταμένες, πυροβολώντας αλλά χωρίς να στοχεύουν. Πυροβολώντας γύρω από τον Εθέλδιρ και τη Ζιρίνα σαν να ήθελαν απλώς να τους διώξουν, παρατήρησε ο πρώην Πρόμαχος της Επανάστασης καθώς εκείνος και η Αιρετή αμέσως απομακρύνονταν, τρέχοντας.

Η Ζιρίνα πήδησε πάνω στη ράχη της Μαύρης Γούνας, κι ο Εθέλδιρ ανέβηκε πίσω της, πιάστηκε από τη μέση της, νιώθοντας προς στιγμή τους όρχεις του να συνθλίβονται από τις γρήγορες κινήσεις του ασέλωτου θηρίου. Έτριξε τα δόντια.

«Πάμε προς τη Μεγάλη Αγορά,» είπε.

«Προς τα πού είναι η Μεγάλη Αγορά;»

Της έδειξε, περνώντας το χέρι του πάνω απ’τον ώμο της. «Έχεις χάσει τον προσανατολισμό σου, ε;»

«Πού να ξέρω πού βρισκόμαστε, μα τον Νούρκας;»

«Δε μπορεί να μας είδαν, πάντως, εκεί όπου στεκόμασταν,» της είπε ο Εθέλδιρ μετά από λίγο, αφού, κοιτάζοντας πίσω, διαπίστωσε πως δεν τους ακολουθούσαν.

«Μας είδαν, προφανώς!»

«Δεν είναι δυνατόν. Κανένας δεν κοίταζε προς τη μεριά μας, και ο αερόνυχας ήρθε από την άλλη. Ίσως, μάλιστα, να ήταν ο ίδιος που μας είχε πλησιάσει προτού περάσουμε την πύλη εκείνης της πολυκατοικίας. Κανένας δεν μπορούσε να μας είχε δει, Ζιρίνα.»

«Πού θες να καταλήξεις;»

«Ότι ο Θόμαλκιρ και ο Φάλερβιν έχουν δίκιο: Κάπως μας εντοπίζουν!»

«Θόμαλκιρ; Φάλερβιν; Αυτονομιστές, υποθέτω· σωστά;»

«Πώς είναι δυνατόν να μας εντοπίζουν;» είπε ο Εθέλδιρ, μοιάζοντας περισσότερο να μιλά στον εαυτό του. «Είναι σα νάχουμε κάποιον πομπό επάνω μας, αλλά τίποτα τέτοιο δεν έχουμε. Εκτός…» Αναρωτήθηκε αν του είχαν κάνει κάτι όσο βρισκόταν φυλακισμένος στο Μέγαρο των Φυλάκων. Αν είχαν περάσει μέσα στο σώμα του κάποιον πομπό ενώ ήταν κάπως υπνωτισμένος. Αλλά, αν ήταν έτσι, τότε γιατί δεν είχε κανένα σημάδι; Δε νόμιζε πως στο δέρμα του υπήρχε τίποτα που μπορούσε να υποδηλώνει ότι κάπου επάνω του είχε γίνει εγχείρηση, έστω μικρή…

7
Δεν τον Εγκαταλείπει· Τρομαχτικές Αναμνήσεις· Αυτονομιστές Δίπλα στον Ποταμό· Στο Κατόπι τους…

Η Μεγάλη Αγορά της Φάνρηβ ήταν μια συνοικία που πάντοτε είχε κάποια κίνηση, ακόμα και τη νύχτα. Όσο πιο αργά ήταν, βέβαια, τόσο λιγότερη κίνηση είχε. Όταν η Ζιρίνα και ο Εθέλδιρ έφτασαν εκεί, πλησίαζαν πια μεσάνυχτα· οι πιο πολλοί δρόμοι ήταν άδειοι: οι μόνοι που έβλεπες να κυκλοφορούν ήταν κάτι μπεκρήδες, τυχαίοι περαστικοί, ύποπτοι άνθρωποι σε ύποπτες δουλειές, και μαχητές της Χάρνωθ που περιπολούσαν. Τα περισσότερα καταστήματα ήταν κλειστά, πέρα από μερικά εξειδικευμένα, ή κάποια καπηλειά που ξενυχτούσαν.

Ο Εθέλδιρ, κατεβαίνοντας από τη Μαύρη Γούνα, είπε: «Δεν είναι ασφαλές να βρίσκεσαι μαζί μου.»

Η Ζιρίνα συνοφρυώθηκε, στρεφόμενη να τον κοιτάξει. «Γιατί το λες αυτό;»

«Πήγαινε σπίτι σου,» πρότεινε ο Εθέλδιρ. «Και μείνε εκεί.» Δεν ήταν μακριά· το Υαλουργείο βρισκόταν δίπλα στη Μεγάλη Αγορά, ανατολικά της.

«Δεν καταλαβαίνω. Εσύ πού θα πας;»

Δίσταζε να μιλήσει, μήπως παρ’ελπίδα μπορούσαν να τον ακούσουν κιόλας. «Σε κάποιο μέρος.»

«Γιατί δε μου λες, Εθέλδιρ; Δεν πρόκειται να σ’αφήσω μόνο! Τι σκοπεύεις να κάνεις; Να πας πίσω πάλι; Ν’αναζητήσεις τον αδελφό σου;»

Ο Εθέλδιρ κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Τότε;»

«Ζιρίνα, κάπως μας εντοπίζουν. Κάπως ήξεραν ότι θα συναντούσαμε τους αυτονομιστές στον Λαβύρινθο–»

«Και πιστεύεις ότι εγώ σάς πρόδωσα;» Η φωνή της ακούστηκε πιο τσυριχτή απ’ό,τι συνήθως. Το γεγονός ότι ο Εθέλδιρ μπορεί να υποπτευόταν κάτι τέτοιο τη στεναχωρούσε βαθιά. Νόμιζε ότι την εμπιστευόταν απόλυτα: ακόμα και με τη ζωή του.

«Όχι, δεν το πιστεύω αυτό. Πιστεύω ότι εγώ μάς πρόδωσα κάπως, χωρίς να το θέλω.»

Η Ζιρίνα απλά τον κοίταζε, παραξενεμένη, με τα μάτια της να γυαλίζουν μες στον σκοτεινό δρόμο. Η Μαύρη Γούνα έβγαλε ένα υπόκωφο γρύλισμα απ’τον λαιμό της, μοιάζοντας ανυπόμονη να φύγει από δω, σαν να διαισθανόταν κίνδυνο.

Ο Εθέλδιρ εξήγησε: «Ίσως νάχουν βάλει κάτι μέσα μου. Όσο ήμουν φυλακισμένος.»

«Μέσα σου;»

«Κάποιον πομπό, ίσως. Δεν ξέρω. Πώς αλλιώς γνώριζαν για τη συνάντησή μας στον Λαβύρινθο; Πώς αλλιώς γνώριζαν ότι βρισκόμασταν στο άντρο των αυτονομιστών; Πώς αλλιώς γνώριζαν ότι τους παρακολουθούσαμε τώρα, πριν από λίγο; Δεν μας είδε κανένας, Ζιρίνα· με κάποιον άλλο τρόπο το κατάλαβαν – είμαι σίγουρος. Θα έλεγα ότι ήταν μαγεία – Ξόρκι Ανιχνεύσεως – αλλά δεν το νομίζω.»

Η Ζιρίνα αναστέναξε. «Και πώς μπορεί να έβαλαν κάτι μέσα σου; Έχεις επάνω σου κανένα τραύμα; Εγώ δεν είδα κανένα.» Δεν είχε κοιτάξει ολόκληρο το όμορφο, σφριγηλό, μαυρόδερμο σώμα του όσο έκαναν έρωτα αλλά είχε κοιτάξει ένα πολύ μεγάλο μέρος του.

«Ούτε κι εγώ είδα κανένα. Όμως… δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Πρέπει να με υπνώτισαν και να έβαλαν κάτι μέσα μου.»

«Και πού θα πας τώρα; Έτσι όπως μου τα λες, καλύτερα να βρούμε κάποιον μάγο–»

«Σε μάγο σκοπεύω να πάω.»

«Θα έρθω μαζί σου, τότε,» δήλωσε η Ζιρίνα.

Ο Εθέλδιρ έμεινε ακίνητος. Αναποφάσιστος. Δεν ήθελε να τη βάλει σε περισσότερο κίνδυνο. Ήδη, εξαιτίας μου, έχει κινδυνέψει πολύ. Και από τους Χαρνώθιους και από τον αδελφό μου.

«Ανέβα,» είπε η Ζιρίνα, προφανώς μην έχοντας σκοπό να τον εγκαταλείψει.

Δεν έχει νόημα ό,τι και να της πω· δεν πρόκειται να φύγει. Ο Εθέλδιρ ανέβηκε πίσω της πάνω στη ράχη της Μαύρης Γούνας.

*

Πέρασαν τη Γέφυρα του Τίγρη και μπήκαν στο Σκοτεινό Παζάρι. Έφτασαν στο σπίτι του. Το παρακολουθούσαν κατάσκοποι της Αρχόντισσας, βέβαια, αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα το ασυνήθιστο. Απλά κοίταζαν· δεν δρούσαν. Και ο Εθέλδιρ ήλπιζε να μην άλλαζαν τώρα τις συνήθειές τους.

Ευτυχώς δεν τις άλλαξαν. Κανένας δεν τους πείραξε καθώς άνοιγαν την πόρτα του γκαράζ για να βάλουν μέσα τη Μαύρη Γούνα και να την αφήσουν πλάι στο δίκυκλό του. Δεν ήταν στάβλος εδώ, αλλά για την ώρα θα έπρεπε να γίνει προσωρινός στάβλος.

Ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα βάδισαν μέσα στο σπίτι του ανάβοντας φώτα. Ανέβηκαν την εσωτερική σκάλα σηκώνοντας την καταπακτή με προσοχή.

«Ύρελκουρ!» φώναξε ο Εθέλδιρ, όχι πολύ δυνατά, μη θέλοντας να τους τρομάξει. «Ύρελκουρ!»

Ο μάγος και η Μάλμεντιρ βγήκαν απ’το υπνοδωμάτιό τους, φανερά αγουροξυπνημένοι αλλά μοιάζοντας πανέτοιμοι για οτιδήποτε. Ήταν κάποτε επαναστάτες και δεν είχαν ξεχάσει τις παλιές τους συνήθειες – οι οποίες τους φαίνονταν χρήσιμες ακόμα και σήμερα. Πολλές φορές ήταν σαν τίποτα να μην είχε αλλάξει στη Φάνρηβ.

Τι είναι; ρώτησε ο Ύρελκουρ’χοκ μιλώντας με τα χέρια.

«Ήρθατε…» είπε η Μάλμεντιρ. «Τι κάνατε; Στην πορεία σάς είδα μόνο για λίγο. Μετά εξαφανιστήκατε. Αφότου έγινε η σύντομη επίθεση των αυτονομιστών. Προς στιγμή ανησύχησα, αλλά ύστερα σκέφτηκα πως δεν μπορεί να είχατε πάθει τίποτα.»

«Εμείς,» της είπε ο Εθέλδιρ, «δεν σε είδαμε καθόλου.»

«Βρισκόμουν σε σημείο που μπορούσα να κοιτάζω το κάρο με τα ηχεία. Έβλεπα και τη Ρουμπίνη ωλ Φέρενερ. Χτυπημένη αλλά ήταν εκεί. Δεν τα παρατά εύκολα. Της πήρα και συνέντευξη για την εφημερίδα,» μειδίασε.

«Η πορεία πήγε καλά μετά από την επίθεση;»

«Ναι,» ένευσε η Μάλμεντιρ, «κανένα πρόβλημα. Αλλά εσείς οι δυο… φαίνεστε ταραγμένοι.»

Ο Εθέλδιρ στράφηκε στον Ύρελκουρ’χοκ. «Χρειάζομαι τη βοήθειά σου, φίλε μου.»

Τι θέλεις; ρώτησαν τα δάχτυλα του μάγου, στη Σιωπηλή Γλώσσα της Νάζρηβ. (Η Ζιρίνα δεν καταλάβαινε τίποτα· μόνο ο Εθέλδιρ καταλάβαινε.)

«Να δεις μήπως έχω μέσα μου – μέσα στο σώμα μου – κάποιον πομπό, κάποιο τρόπο να με εντοπίζουν. Μπορεί ακόμα και τώρα να με ακούνε.» Και του εξήγησε περισσότερα.

Ο Ύρελκουρ’χοκ είπε: Περίμενε. Πήγε πάλι στο υπνοδωμάτιο κι όταν επέστρεψε είχε μαζί του ένα κοντό ραβδί γεμάτο κρυστάλλους, μικροσκοπικά κάτοπτρα, και κυκλώματα. Εστίασε το βλέμμα του στον Εθέλδιρ τόσο έντονα που θα νόμιζε κανείς ότι προσπαθούσε να τον τρυπήσει, αλλά κατά τα άλλα ήταν σιωπηλός και ακίνητος· μονάχα με το ελεύθερό του χέρι έκανε κάποια βιαστικά σχήματα στον αέρα μπροστά του.

Τα μάτια του στένεψαν κάτω από τα μεγάλα φρύδια του. Ύστερα είπε: Δεν βρίσκω τίποτα. Αλλά πρόσθεσε: Περίμενε.

Ο Ύρελκουρ’χοκ ήταν πολύ ικανός μάγος· ο Εθέλδιρ τού είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Αν υπήρχε κάτι θα το έβρισκε.

Ο Ύρελκουρ εστίασε πάλι το βλέμμα του στον πρώην Πρόμαχο της Επανάστασης ενώ έκανε σχήματα με το ελεύθερο χέρι του, κι επάνω στο ραβδί του όλοι οι κρύσταλλοι φώτισαν. Ο Εθέλδιρ γνώριζε πως από αυτούς τους κρυστάλλους οι μάγοι του τάγματος των Διαλογιστών αντλούσαν επιπλέον ενέργεια για να ενδυναμώνουν τις μαγείες τους. Οι κρύσταλλοι ήταν σαν ζωντανοί οργανισμοί· φορτίζονταν κι αποφορτίζονταν. Τους εξόρυσσαν στα ορυχεία των Οδοντωτών Ορέων, νότια της Φάνρηβ, και τους εξήγαγαν σε ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν. Οι μάγοι του τάγματος των Διαλογιστών τούς χρησιμοποιούσαν παντού· λειτουργούσαν σ’όλες τις διαστάσεις.

Το συνοφρύωμα των μεγάλων μαύρων φρυδιών του Ύρελκουρ βάθυνε. Οι κρύσταλλοι στο ραβδί του, σταδιακά, έσβησαν. Το ελεύθερο χέρι του είπε:

Νομίζω πως βρίσκω ένα τηλεπικοινωνιακό σήμα, αλλά συγκαλυμμένο πολύ καλά. Είναι σαν μέρος της συχνότητας του μυαλού σου. Το εντοπίζω περισσότερο στην αριστερή μεριά του κεφαλιού σου.

«Θες να πεις πως, ό,τι κι αν είναι, είναι μέσα στο κεφάλι μου;»

Δεν θυμάσαι να σου έκαναν τίποτα, όσο ήσουν φυλακισμένος, σωστά;

«Υποθέτω πως με είχαν κάπως ναρκώσει.»

Ο Ύρελκουρ’χοκ τον πλησίασε για να του αγγίξει το κεφάλι, να ψάξει μέσα στα μενεξεδιά μαλλιά του. Μετά είπε: Δεν φαίνεται να έχεις καμια ουλή πουθενά. Ίσως όμως να έσβησαν τη μνήμη σου με μαγεία. Μπορώ να το κοιτάξω…

«Κάνε το, τότε.»

Ο Ύρελκουρ’χοκ δεν απομακρύνθηκε από τον Εθέλδιρ. Κοίτα τα μάτια μου, του είπε, κι εκείνος υπάκουσε, και νόμισε πως τώρα, πραγματικά, τα σκληρά μάτια του μάγου τρυπούσαν το μυαλό του, εισέβαλλαν μέσα του, αναζητώντας, ψάχνοντας…

Ο Ύρελκουρ’χοκ έσπασε την οπτική επαφή τους μ’ένα έντονο βλεφάρισμα. Το χέρι του είπε: Σου έχουν σβήσει τη μνήμη.

«Μπορείς να την επαναφέρεις;»

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Ζιρίνα. «Τι σου είπε;»

«Μου έχουν σβήσει τη μνήμη. Μπορείς να την επαναφέρεις, Ύρελκουρ;»

Μπορώ.

«Μη διστάζεις, τότε.»

Κάθισε.

Ο Εθέλδιρ κάθισε σε μια από τις καρέκλες του μικρού σαλονιού, και ο μάγος, στεκόμενος μπροστά του, τον ατένισε κατάματα ξανά. Ο Εθέλδιρ είχε την αίσθηση ότι κοίταζε δύο σκληρές μαύρες πέτρες με φλόγες στο βάθος τους. Οι φλόγες άρχισαν να στροβιλίζονται. Ολόκληρες οι πέτρες άρχισαν να στροβιλίζονται. Τα πάντα στροβιλίζονταν. Ο Εθέλδιρ ξέχασε πού βρισκόταν, σαν απρόσμενα να τον είχε πάρει ο ύπνος.

Ήταν στο κελί του, στα μπουντρούμια του Μεγάρου των Φυλάκων. Είχε ακούσει την πόρτα ν’ανοίγει και είχε ανασηκωθεί πάνω στο αχυρόστρωμα.

Μια γυναίκα στεκόταν στο κατώφλι, σημαδεύοντάς τον με πιστόλι. «Μη σου μπαίνουν τίποτα περίεργες ιδέες, Πρόμαχε,» είπε. Χρυσόδερμη· κοντά, σγουρά μαύρα μαλλιά· πονηρό, αδίστακτο βλέμμα. Εξωδιαστασιακή.

Την αναγνώριζε. Μια πράκτορας της Παντοκράτειρας. Νικόλ Μικρόδομη, τη λέγανε. Βρισκόταν ακόμα εδώ, στη Μοργκιάνη; Ο Εθέλδιρ νόμιζε ότι ή ήταν νεκρή ή είχε προ πολλού φύγει. Τελικά, η Αρχόντισσα όντως υπέθαλπε Παντοκρατορικούς.

«Πολλά τέρατα κρύβονται κάτω από τούτες τις πέτρες…» είπε ο Εθέλδιρ. «Σε λάθος διάσταση δεν είσαι;»

«Είμαι,» αποκρίθηκε η Νικόλ, «ακριβώς εκεί όπου πρέπει.» Και πέρασε το κατώφλι, εξακολουθώντας να τον σημαδεύει με το πιστόλι της.

Ένας άντρας την ακολούθησε, βαστώντας ραβδί Διαλογιστή. Ο Μάλμεντιρ’χοκ. Ένας από τους πιστούς υπηκόους της Αρχόντισσας.

«Θα ξαπλώσεις στο αχυρόστρωμα,» είπε η Νικόλ. «Ήρεμα.»

«Γιατί;» ρώτησε ο Εθέλδιρ, που δεν είχε ακόμα σηκωθεί όρθιος.

«Γιατί έτσι λέω.» Τον κλότσησε στο στήθος, με τη σόλα της μπότας της, όχι πολύ δυνατά, αλλά αρκετά για να τον κάνει να ξαπλώσει ανάσκελα. «Εκεί.» Συνέχιζε να έχει τη μπότα της επάνω του και να τον σημαδεύει με το πιστόλι της.

Ο Εθέλδιρ τής άρπαξε το πόδι, στον αστράγαλο, έτοιμος να το τραβήξει, να προσπαθήσει να τη ρίξει. Αισθανόταν τα νεύρα του τσιτωμένα. Οι μάγοι τους τον πολιορκούσαν με ξόρκια, ήταν βέβαιος, για να τον καταβάλουν.

«Μην είσαι ανόητος,» του είπε η Νικόλ. «Δε μπορείς να φύγεις, και το ξέρεις.» Πήρε το πόδι της από το στήθος του και από τη λαβή του, και γονάτισε δίπλα του στο ένα γόνατο. «Αν μου αντισταθείς θα φωνάξω τους φρουρούς για να σε συγκρατήσουν – με καταλαβαίνεις; Αλλιώς, δεν θα πονέσεις.»

Ο Εθέλδιρ συνοφρυώθηκε ενώ αισθανόταν έναν παγερό τρόμο να τον διατρέχει πατόκορφα, έναν τρόμο που έκανε το σώμα του να τρέμει – και μέρος της έντασης αυτού του τρόμου οφειλόταν, αναμφίβολα, στα ξόρκια των μάγων. «Τι θα κάνεις;» ρώτησε ξεροκαταπίνοντας.

Η Νικόλ θηκάρωσε το πιστόλι στη ζώνη της, και την ίδια στιγμή ο Μάλμεντιρ’χοκ είχε ξεθηκαρώσει ένα δικό του πιστόλι και τον σημάδευε. Δεν το ρισκάρουν, οι καταραμένοι…

Η εξωδιαστασιακή έβγαλε έναν κρυστάλλινο κύβο από την τσέπη της. Μέσα του φαινόταν να βρίσκεται κάτι αποτελούμενο από μεμβράνες και μικροσκοπικά καλώδια. «Θα μου ανοίξεις καλά το αριστερό σου μάτι, Πρόμαχε,» είπε. «Πολύ καλά. Αν αρχίσεις ν’ανοιγοκλείνεις το βλέφαρο μπορεί να τυφλωθείς. Αν όχι, θα τελειώσει και δεν θα το καταλάβεις.»

«Τι… τι είν’ αυτό;» Ο Εθέλδιρ αισθανόταν το στόμα του ξερό.

«Ένα… επιπρόσθετο μάτι.» Η Νικόλ κράτησε τον κρυστάλλινο κύβο με τα δύο χέρια και τον γύρισε ανάμεσά τους, ανοίγοντάς τον, χωρίζοντάς τον στα δύο. Έπειτα έπιασε, με τον δείκτη και τον αντίχειρα, το αντικείμενο που βρισκόταν μέσα, το οποίο τώρα έμοιαζε ζωντανό έτσι όπως τα καλώδια και οι μεμβράνες του έκαναν ανεπαίσθητες κινήσεις.

Η Νικόλ μειδίασε. «Θα γίνει ένα με το νευρικό σου σύστημα,» είπε. «Θα σε αναισθητοποιούσα για να σ’το βάλω αλλά, δυστυχώς, δεν πρέπει να είσαι αναίσθητος· είναι καλύτερα να είσαι ξύπνιος κατά την ένωση μαζί του. Σε πλήρη εγρήγορση.»

Ο Εθέλδιρ είχε παραλύσει αντικρίζοντας αυτό το πράγμα. Του έμοιαζε με φριχτό έντομο.

«Κράτα μου το αριστερό σου μάτι ανοιχτό,» του είπε η Νικόλ, πλησιάζοντας το παράσιτο στο πρόσωπό του. «Ανοιχτό, και δεν θα αισθανθείς τίποτα.»

Ο Εθέλδιρ ήταν πολύ σοκαρισμένος εκείνη την ώρα για να κάνει οτιδήποτε άλλο παρά να υπακούσει. Δεν μπορούσε, εξάλλου, να σκεφτεί κανένα έξυπνο σχέδιο για να ξεφύγει ή για ν’αποφύγει την ένωση μ’αυτό το φριχτό έντομο.

Κράτησε το αριστερό του βλέφαρο ανοιχτό.

Και η Νικόλ, πιάνοντας το σαγόνι του με το ένα χέρι, οδήγησε με το άλλο το παράσιτο προς το μάτι του. Ο Εθέλδιρ είδε μια σκιά να περνά από μπροστά του, ένιωσε ένα γαργαλητό μέσα στο μάτι του, μια έντονη ενόχληση, και μετά… τίποτα.

Η Νικόλ απομάκρυνε τα χέρια της. «Αυτό ήταν,» είπε, χαμογελώντας σαν να είχε κατορθώσει κάτι σημαντικό. «Πώς νιώθεις;»

«Σα να θέλω να σου βγάλω και τα δύο μάτια,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ, με το στόμα και τον λαιμό του ξερά. Κρύος ιδρώτας τον είχε λούσει και η αναπνοή του ήταν γρήγορη. Βλεφάρισε έντονα, αλλά δεν μπορούσε να αισθανθεί τίποτα άσχημο. «Τι κάνει αυτό το πράγμα;»

«Δε χρειάζεται να ξέρεις,» είπε η Νικόλ καθώς σηκωνόταν όρθια και τραβούσε πάλι το πιστόλι της. «Για την ακρίβεια,» γέλασε, «δεν πρόκειται να θυμάσαι τίποτα, ούτως ή άλλως.»

Ο Μάλμεντιρ’χοκ ήταν που τώρα γονάτισε δίπλα του. «Κοίταξέ με στα μάτια, Εθέλδιρ,» του είπε.

«Όχι!» Ο Εθέλδιρ έκανε να ανασηκωθεί–

Η Νικόλ έβαλε πάλι τη μπότα της πάνω στο στήθος του, σημαδεύοντάς τον καταπρόσωπο με το πιστόλι της. «Κάνε ό,τι σου λέει. Ακριβώς. Αν δεν το κάνεις θα σε βασανίσουμε μέχρι που να γίνεις δεκτικός. Το προτιμάς;»

Τα ξόρκια των μάγων που έπαιζαν με την ψυχή του εδώ και ώρες μέσα σε τούτο το κατασκότεινο κελί είχαν αδυνατίσει τις άμυνές του· ο Εθέλδιρ δεν μπορούσε να σκεφτεί κανέναν τρόπο για να αντισταθεί. Και μάλιστα δεν νόμιζε ότι υπήρχε κανένας τρόπος για να αντισταθεί. Τι να έκανε; Τι να έκανε;

«Κοίτα με!» πρόσταξε ο μάγος, πιάνοντας το σαγόνι του με το ένα χέρι. «Κοίτα με. Στα μάτια.»

Ο Εθέλδιρ τον κοίταξε, μην κλείνοντας τα βλέφαρά του: κι αισθάνθηκε τα πράσινα μάτια του Μάλμεντιρ’χοκ να παγιδεύουν τα δικά του σαν αράχνες που κλείνουν κάποιο έντομο μέσα στον ιστό τους – το μυαλό του. Ο μάγος είχε ήδη αρχίσει να υποτονθορύζει ένα ξόρκι.

Τα πάντα στροβιλίζονταν γύρω από τον Εθέλδιρ… Στροβιλίζονταν…

Σκοτάδι…

Αντίστροφοι στρόβιλοι…

Φως–

Ο Ύρελκουρ’χοκ απομάκρυνε τα μάτια του από τα μάτια του Εθέλδιρ.

Το έσπασα, είπε το χέρι του. Ελευθέρωσα τη μνήμη σου. Θυμάσαι τώρα, δεν θυμάσαι;

Ο Εθέλδιρ έγλειψε τα χείλη. Ένιωθε ακόμα το στόμα του ξερό. «Γαμώ την ουρά του Ιουράσκε…» άρθρωσε.

*

Οι αυτονομιστές βγήκαν στις νότιες όχθες του ποταμού Τίγρη, σ’ένα απρόσιτο σημείο, από ένα άνοιγμα των υπονόμων.

Ο Κάλνεντουρ περίμενε να δει μήπως θα ερχόταν κι ο αδελφός του. Ρωτούσε τους άλλους αν τον είχαν δει, μα κανένας δεν έδινε θετική απάντηση.

Ο Κάλνεντουρ καταράστηκε στο όνομα του Πεινασμένου Σκοταδιού. «Δεν έπρεπε να τον είχα αφήσει πίσω!»

Ο Θόμαλκιρ είπε: «Κάλνεντουρ…»

«Τι;»

«Εγώ τον έδιωξα. Δεν τον άφησα να έρθει.»

«ΤΙ!» Ο Κάλνεντουρ τον άρπαξε, και με τα δύο χέρια, και τον έσπρωξε. Ο δολοφόνος – τραυματισμένος από ριπές οπλολόγχης στον Λαβύρινθο, αν και όχι σοβαρά – έχασε την ισορροπία του κι έπεσε εν μέρει μέσα στο παγερό νερό του νυχτερινού ποταμού. «Τι έκανες!»

«Ησυχία, Κάλνεντουρ!» είπε η Έρνελιθ πιάνοντάς τον από τον αγκώνα, τραβώντας τον πίσω. «Ησυχία! Ίσως κάποιος να μας ακούσει. Κάποιος άνθρωπος της Αρχόντισσας.»

Ο Κάλνεντουρ είχε ήδη ξεθηκαρώσει το σπαθί του, αλλά δεν είχε αποφασίσει αν θα κάρφωνε τον Θόμαλκιρ ή όχι. Ο δολοφόνος ήταν, αναμφίβολα, χρήσιμος. «Σκότωσες τον αδελφό μου!» του είπε. «Σκότωσες τον Πρόμαχο της Επανάστασης στη Φάνρηβ – ηλίθιε!»

Ο Θόμαλκιρ, βαριανασαίνοντας, αποκρίθηκε: «Δε μπορούσα… Αν τον άφηνα νάρθει, Κάλνεντουρ, θα μας πρόδιδε όλους–»

«Τολμάς;» Η λεπίδα του Κάλνεντουρ βρέθηκε μπροστά στον λαιμό του πεσμένου δολοφόνου.

«Όχι επίτηδες – δε θα μας πρόδιδε επίτηδες. Αλλά ο Φάλερβιν έχει δίκιο, Κάλνεντουρ: ο Εθέλδιρ ίσως νάχει επάνω του κάτι με το οποίο τον εντοπίζουν. Ή αυτός ή η Αιρετή. Σκέψου το.»

Ο Φάλερβιν είπε: «Είναι, όντως, πολύ πιθανό. Κάποια συσκευή για την οποία δεν ξέρουν.»

«Μα τους ψάξαμε!» είπε ο Κάλνεντουρ. «Δεν είχαν τίποτ’ άλλο επάνω τους.»

«Ίσως να ήταν κρυμμένο. Ίσως ούτε κι οι ίδιοι–»

«Και γι’αυτό το λόγο τούς αφήσατε να πεθάνουν;»

«Εγώ το έκανα,» είπε ο Θόμαλκιρ. «Αν είναι να κατηγορήσεις κάποιον, κατηγόρησε εμένα. Αλλά το έκανα για την ασφάλεια όλων μας. Αν τους επέτρεπα νάρθουν μαζί μας, ίσως τώρα οι Χαρνώθιοι να ήταν στο κατόπι μας…»

Ο Άνφιρ είπε: «Μην τον σκοτώσεις, μπαμπά.»

Ο Κάλνεντουρ έριξε μια ματιά στον γιο του. Αν ο αδελφός μου κι αυτή έφεραν τους Χαρνώθιους.... Αναστέναξε. Πήρε την αιχμή του σπαθιού του από τον λαιμό του Θόμαλκιρ· το θηκάρωσε.

Ο δολοφόνος προσπάθησε να σηκωθεί από το νερό, φανερά δυσκολευόμενος από τα πρόσφατα τραύματά του. Η Έρνελιθ τον βοήθησε.

Ο Θόμαλκιρ είπε: «Τους κατεύθυνα προς το λυκοτροφείο, για να φύγουν από την πίσω μεριά. Οι Χαρνώθιοι δεν πρέπει να ήταν ακόμα εκεί. Κι άλλοι είχαν πάει για να φύγουν απ’το λυκοτροφείο, ώστε να πάρουν μαζί τους όσους γιγαντόλυκους μπορούσαν.»

«Δεν ξέρουμε ακόμα τι τους συνέβη, όμως,» είπε ο Κάλνεντουρ.

«Οι Χαρνώθιοι είχαν μαζί τους μεταβαλλόμενο σκάφος,» είπε μια αυτονομίστρια, η Υράλνα. Ο Κάλνεντουρ στράφηκε να την κοιτάξει, κι εκείνη συνέχισε: «Ήρθαν μ’ένα πελώριο ελικόπτερο, κατεβάζοντας πολεμιστές τους. Αλλά μετά κατέβηκε και το ίδιο το ελικόπτερο, παίρνοντας τη μορφή θωρακισμένου οχήματος με ερπύστριες. Ήταν από τη μπροστινή μεριά του άντρου μας, όχι από την πίσω.»

«Αποκλείεται να μην είχαν στείλει μαχητές τους να περικυκλώσουν το οίκημα,» είπε ο Κάλνεντουρ, μελαγχολικά, έχοντας το μυαλό του στραμμένο στον Εθέλδιρ. Δεν τον ενδιέφερε για τη Ζιρίνα. Ας την κατάπινε το Πεινασμένο Σκοτάδι. Αλλά όχι και τον αδελφό του! Είχαν περάσει από τόσα μαζί. Τον αγαπούσε. Ήταν γενναίος άνθρωπος, και πραγματικός αγωνιστής της ελευθερίας, αν και τελευταία είχε χάσει λίγο τον δρόμο του.

«Μάγισσα!» φώναξε. «Πού είσαι;»

Η Σερκίσναθ’χοκ πλησίασε. «Τι είναι, Κάλνεντουρ;»

«Μπορείς να δεις αν ο αδελφός μου είναι ζωντανός;»

«Θα προσπαθήσω.» Η μάγισσα έβγαλε έναν φωτόλιθο μέτριας ισχύος από την τσέπη της και, στο φως του, κοίταξε τα μικρά κάτοπτρα πάνω στο ραβδί της. Μουρμούρισε τα λόγια για ένα Ξόρκι Ανιχνεύσεως ενώ συγχρόνως οι κρύσταλλοι του ραβδιού της φωσφόριζαν.

Μια κόκκινη κουκίδα παρουσιάστηκε πάνω στα κάτοπτρα, σαν αντανάκλαση προερχόμενη από αόρατη πηγή ακτινοβολίας.

«Ζωντανός είναι,» είπε η Σερκίσναθ’χοκ. «Βόρειά μας. Στο Σκοτεινό Παζάρι. Στο σπίτι του, πιθανώς. Στα άκρα της εμβέλειας του ξορκιού μου.»

Ο Κάλνεντουρ χαμογέλασε. «Ωραία. Πάμε τώρα να ψάξουμε για τους άλλους.» Δεν είχαν φύγει όλοι από τα υπόγεια· κάποιοι είχαν πάει να πάρουν τους γιγαντόλυκους από το λυκοτροφείο, όπως είχε πει ο Θόμαλκιρ, και γι’αυτούς ο Κάλνεντουρ ανησυχούσε.

*

«Πώς μπορώ να βγάλω αυτό το πράγμα από το μάτι μου;» ρώτησε ο Εθέλδιρ τον Ύρελκουρ’χοκ, ενώ η Ζιρίνα και η Μάλμεντιρ τον κοίταζαν χάσκοντας ύστερα από την αφήγησή του.

Ο μάγος αποκρίθηκε: Είναι επικίνδυνο. Είναι ένα με το νευρικό σου σύστημα τώρα.

«Θα βγάλω το μάτι με τα χέρια μου, μάγε!» γρύλισε ο Εθέλδιρ. «Μας κοιτάζουν μέσα απ’αυτό!» Έδειξε το αριστερό του μάτι. «Και σίγουρα με εντοπίζουν σαν να έχω πομπό μες στο κεφάλι μου. Ίσως και να μας ακούνε κιόλας.»

Δε νομίζω να μας ακούνε–

«Μικρή σημασία έχει. Πρέπει να το βγάλω από μέσα μου. Κι αν δεν γίνεται, θα βγάλω το ίδιο το μάτι!»

«Μη λες ανοησίες!» είπε η Ζιρίνα πιάνοντας τον Εθέλδιρ από το μπράτσο. «Δε μπορείς να βγάλεις το μάτι σου!»

Να μιλήσεις με Βιοσκόπο, πρότεινε ο Ύρελκουρ’χοκ. Εκείνος θα ξέρει καλύτερα. Ο θείος της Ζιρίνα δεν είναι Βιοσκόπος; Έδειξε την Αιρετή.

«Τι;» ρώτησε εκείνη. «Τι έχω;»

«Ο θείος σου ο Σάρμαλκιρ είναι Βιοσκόπος, δεν είναι;» είπε ο Εθέλδιρ.

«Ναι! Ίσως να μπορεί να σε βοηθήσει. Μην κάνεις τίποτα μόνος σου, Εθέλδιρ, σε παρακαλώ. Πάμε τώρα να του μιλήσουμε, εντάξει; Το σπίτι του είναι στη Μεγάλη Αγορά–»

Θόρυβος από έλικα, από πάνω τους.

Αερόνυχας! σκέφτηκε αμέσως ο Εθέλδιρ, και μετά άκουσε το μικρό αεροσκάφος να γαντζώνεται στην ταράτσα του σπιτιού του.

Την ίδια στιγμή, κάποιος κοπανούσε την κάτω εξώπορτα, άγρια· ένα τζάμι ακούστηκε να σπάει· η Μαύρη Γούνα ούρλιαζε από το γκαράζ· κάποιος άρχισε να κοπανά και την πάνω εξώπορτα.

«Χαρνώθιοι!» είπε η Μάλμεντιρ.

«Πώς τολμάνε;» είπε η Ζιρίνα. «Εδώ δεν είναι κρυψώνα αυτονομιστών· είναι–!»

«Το Φυλαχτό!» Ο Εθέλδιρ έτρεξε προς την εσωτερική σκάλα, κατεβαίνοντας.

Η Ζιρίνα τον ακολούθησε. «Περίμενε!»

8
Παράνομες Ενέργειες· Άδειοι Δρόμοι, Επικίνδυνα Παιχνίδια· από Ουρανό και Γη· Φιλοξενούμενοι

Εε! Τι κάνετε εδώ; Τι νομίζετε πως είναι εδώ; Ιδιόκτητο σπίτι είναι!» φώναξε η Ζιρίνα, έχοντας κατεβεί στο ισόγειο, πίσω από τον Εθέλδιρ.

Ένας μαχητής και μια μαχήτρια της Χάρνωθ είχαν μόλις μπει από τη σπασμένη εξώπορτα – την εξώπορτα που είχαν οι ίδιοι σπάσει, προφανώς – κι ένας άλλος μαχητής είχε μπει από ένα διαλυμένο παράθυρο. Κρατούσαν όλοι τους οπλολόγχες, και ο μαχητής που είχε μπει από την είσοδο έστρεψε τη δική του προς την Αιρετή, φωνάζοντας: «Ακίν–!»

Δεν πρόλαβε να τελειώσει καθώς η ριπή από το πιστόλι του Εθέλδιρ τον βρήκε στο πρόσωπο, τινάζοντάς τον πίσω. Ο άλλος μαχητής πυροβόλησε με την οπλολόγχη του, ενώ η μαχήτρια κραύγαζε. Μια λάμπα έσπασε από τις σφαίρες, λίγο πιο δίπλα από τον Εθέλδιρ, ο οποίος έτρεχε προς το υπνοδωμάτιό του φωνάζοντας στη Ζιρίνα να τον ακολουθήσει. Εκείνη υπάκουσε, μη χάνοντας καιρό, θεωρώντας πως ήταν, τουλάχιστον, τυχεροί που δεν βρίσκονταν πιο πολλοί Χαρνώθιοι εδώ – ή, μάλλον, έτσι έμοιαζε. Ίσως κι άλλοι να ήταν καθοδόν.

Ο Εθέλδιρ έκλεισε την πόρτα του υπνοδωματίου του και την κλείδωσε. Τράβηξε ένα συρτάρι, παίρνοντας από μέσα ένα πιστόλι και δυο γεμιστήρες, και τα έδωσε στη Ζιρίνα. Ύστερα πήρε ένα ξιφίδιο.

Η Μαύρη Γούνα ακουγόταν να ουρλιάζει από το γκαράζ, οι Χαρνώθιοι ακούγονταν να φωνάζουν από έξω. Μια οπλολόγχη πυροβόλησε ξανά, η πόρτα του υπνοδωματίου τραντάχτηκε.

Ο Εθέλδιρ τράβηξε το χαλάκι που ήταν μπροστά από τη ντουλάπα, γονάτισε στο ένα γόνατο δίπλα του, και, χρησιμοποιώντας το ξιφίδιο που είχε πάρει απ’το συρτάρι, σήκωσε ένα σανίδι. Από κάτω βρισκόταν ένα Φυλαχτό της Αέναης Νύχτας. Το πέρασε γύρω απ’τον λαιμό του, κρύβοντάς το μέσα στην τουνίκα του.

Οι Χαρνώθιοι κοπανούσαν άγρια την ξύλινη πόρτα του υπνοδωματίου, η οποία τρανταζόταν, μοιάζοντας στα όρια να σπάσει. Η Ζιρίνα είχε οπλίσει το πιστόλι της και τους περίμενε.

Ο Εθέλδιρ άνοιξε τα πατζούρια του παραθύρου με προσοχή, κοιτάζοντας έξω. Κανένας δεν ήταν στον πλαϊνό δρόμο. Αλλά, βέβαια, ο αερόνυχας βρισκόταν πιασμένος στην οροφή του σπιτιού – αυτό δεν θάπρεπε να το ξεχνά. Δε μπορώ να μείνω εδώ, όμως. Για μένα έρχονται: επειδή κατάλαβα την απάτη τους. Ίσως να ήθελαν να τον πιάσουν για να ξανασβήσουν τη μνήμη του· ίσως να ήθελαν να τους πιάσουν όλους για να σβήσουν τις μνήμες τους.

Ελπίζοντας πως ο Ύρελκουρ’χοκ και η Μάλμεντιρ θα τα κατάφερναν να φύγουν, και ξέροντας πως δεν μπορούσε τώρα να κάνει τίποτα για να τους βοηθήσει, ο Εθέλδιρ παραμέρισε τα πατζούρια, πήδησε πάνω στο περβάζι, και βγήκε απ’το παράθυρο, λέγοντας στη Ζιρίνα: «Έλα!»

Εκείνη τον ακολούθησε δίχως καθυστέρηση. «Η Μαύρη Γούνα;» είπε. «Ο Ύρελκουρ; Η Μάλμεντιρ;»

«Από δω είναι η Γούνα,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ, τρέχοντας προς την πόρτα του γκαράζ που φαινόταν στο πλάι του σπιτιού.

Η Ζιρίνα πάλι τον ακολούθησε.

Ο Εθέλδιρ τράβηξε τα κλειδιά του από την τσέπη του – ευτυχώς αυτά δεν του τα είχαν πάρει οι αυτονομιστές, όταν του πήραν τα όπλα του και άλλα αντικείμενα. Ούτε τα λιγοστά λεφτά που κουβαλούσε του είχαν πάρει. Χρησιμοποιώντας τώρα τα κλειδιά, ο Εθέλδιρ ξεκλείδωσε την πόρτα του γκαράζ–

Η Ζιρίνα πυροβόλησε έναν Χαρνώθιο που ερχόταν από την άλλη, τη μπροστινή μεριά του σπιτιού, έχοντας δει κίνηση από εδώ. Ο μαχητής αμέσως υποχώρησε, κρύφτηκε πίσω απ’τη γωνία, άρχισε να φωνάζει.

Ο Εθέλδιρ άνοιξε την πόρτα του γκαράζ, και η Μαύρη Γούνα (που δεν μπορούσε να μπει στο σπίτι γιατί είχαν, πιο πριν, κλειδώσει την πόρτα της κουζίνας που τη συνέδεε με το γκαράζ) πετάχτηκε έξω, γρυλίζοντας.

Η Ζιρίνα τής χάιδεψε το κεφάλι κι αμέσως την καβάλησε.

Ο Εθέλδιρ μπήκε στο γκαράζ, ανέβηκε στο δίκυκλό του, και το ενεργοποίησε. Η μηχανή του μούγκρισε σαν να προσπαθούσε να συναγωνιστεί τη γιγαντολύκαινα.

Δύο μαχητές της Χάρνωθ παρουσιάστηκαν από τη μπροστινή μεριά του σπιτιού, με οπλολόγχες έτοιμες. Ο Εθέλδιρ οδήγησε το όχημα καταπάνω τους, πυροβολώντας συγχρόνως με το πιστόλι του.

Η Ζιρίνα τον ακολούθησε, καβάλα στη Μαύρη Γούνα, ενώ πυροβολούσε προς τα πίσω, προς τον Χαρνώθιο που είχε μόλις βγει από το παράθυρο του υπνοδωματίου.

Οι δύο μαχητές του Βασιλείου απομακρύνθηκαν από το πέρασμα του δίκυκλου του Εθέλδιρ, ο ένας τρέχοντας, ο άλλος πέφτοντας και κυλώντας στο πλακόστρωτο. Η ριπή από τη μια οπλολόγχη πήγε προς τον ουρανό, η ριπή από τη δεύτερη οπλολόγχη χτύπησε τον πρώην Πρόμαχο στον αριστερό μηρό. Ο Εθέλδιρ έτριξε τα δόντια αλλά, έμπειρος στο να δέχεται χτυπήματα τόσα χρόνια μες στην Επανάσταση, δεν έπεσε από το όχημά του.

Η Μαύρη Γούνα, περνώντας, χτύπησε με τα νύχια της τον μαχητή που είχε τραυματίσει τον Εθέλδιρ, κι εκείνος ούρλιαξε.

Ο αερόνυχας υψώθηκε από την οροφή του σπιτιού, ακολουθώντας τον Εθέλδιρ και τη Ζιρίνα καθώς απομακρύνονταν μες στους δρόμους του Σκοτεινού Παζαριού. Συγχρόνως, τρεις λυκοκαβαλάρηδες της Χάρνωθ τούς είχαν πάρει στο κατόπι, πυροβολώντας με οπλολόγχες, φωνάζοντάς τους να σταματήσουν.

«Παραδοθείτε!» πρόσταξε η γυναίκα που πιλόταρε τον αερόνυχα. «Παραδοθείτε για να μη σας χτυπήσουμε!» Ο Εθέλδιρ είχε την αίσθηση πως ήταν η Νικόλ· νόμιζε πως αναγνώριζε τη φωνή της.

«Αυτό που κάνετε είναι παράνομο, καθάρματα!» κραύγασε η Ζιρίνα, κουνώντας το πιστόλι της προς τη μεριά του αερόνυχα. «Γιατί μας επιτίθεστε; Μπήκατε σ’ένα σπίτι που είναι ιδιωτική ιδιοκτ–!»

Η μόνη απάντηση που δέχτηκε ήταν πιστολιές από τον αερόνυχα, πράγμα που την ανάγκασε να σκύψει πάνω στη ράχη της Μαύρης Γούνας.

Ο Εθέλδιρ έστριψε σ’έναν δρόμο, επιταχύνοντας, ελπίζοντας πως θα καταδίωκαν εκείνον και θ’άφηναν ήσυχη τη Ζιρίνα. Αλλά, ρίχνοντας μια ματιά πίσω του, είδε πως δεν είχε δίκιο: οι τρεις λυκοκαβαλάρηδες συνέχιζαν να την κυνηγάνε· μόνο ο αερόνυχας ερχόταν προς εκείνον.

Δεν του άρεσε αυτό. Έκανε κύκλο, πεπειραμένα, μέσα στους δρόμους του Σκοτεινού Παζαριού, βγαίνοντας τελικά δίπλα από τους τρεις λυκοκαβαλάρηδες και πυροβολώντας τους με το πιστόλι του, χτυπώντας έναν και πετώντας τον από τη ράχη του γιγαντόλυκού του. Οι άλλοι τού έριξαν με τις οπλολόγχες, αλλά ο Εθέλδιρ είχε ήδη φύγει από το πεδίο βολής τους, κάνοντας επικίνδυνες μανούβρες πάνω στο δίκυκλό του. Ευτυχώς που ήταν νύχτα και οι δρόμοι άδειοι, αλλιώς θα είχε χτυπηθεί κόσμος εδώ, άσχημα.

Διαπίστωσε πως ο γεμιστήρας του είχε τελειώσει και σταμάτησε πίσω από μια γωνία για να τον αλλάξει. Αυτός ήταν ο τελευταίος.

Ο αερόνυχας ήρθε από πάνω του, και ο Εθέλδιρ είδε τον άντρα που καθόταν πλάι στην πιλότο να υψώνει κάτι για να το πετάξει– Αμέσως έβαλε τους δύο τροχούς σε κίνηση. Πίσω του η χειροβομβίδα έκανε μια αρκετά μεγάλη έκρηξη, τινάζοντας πέτρες και άλλα θραύσματα.

«Δεν αστειεύονται οι γαμιόληδες…» μουρμούρισε ο Εθέλδιρ. Σε ποια εποχή νομίζουν ότι βρισκόμαστε; Στην εποχή της Παντοκρατορικής Κατοχής; Χαμός θα γινόταν στη Φάνρηβ, ύστερα από τούτα τα περιστατικά· δεν υπήρχε αμφιβολία.

Λίγο παρακάτω είδε τη Ζιρίνα ν’ανταλλάσσει ριπές με τους δύο τελευταίους λυκοκαβαλάρηδες. Έτρεξε καταπάνω τους, πυροβολώντας τον έναν και ρίχνοντάς τον από τη σέλα. Τότε, όμως, κι άλλοι λυκοκαβαλάρηδες ήρθαν – μισή ντουζίνα πρέπει να ήταν! Κι ένα μηχανοκίνητο όχημα πλησίαζε επίσης: ένα ανοιχτό τετράκυκλο, με κάμποσους μαχητές της Χάρνωθ επάνω.

«Γαμώ τα παπάρια του Ιουράσκε!» γρύλισε ο Εθέλδιρ. Θα μάζευαν εδώ όλες τις νυχτερινές τους περιπολίες;

«Δε θα μείνει κρυφό αυτό, Νικόλ!» φώναξε προς τον αερόνυχα, πυροβολώντας με το πιστόλι του. Το μικρό ελικόπτερο πήρε ύψος κι έστριψε για να μη μπορεί να χτυπηθεί.

Η Ζιρίνα φώναζε: «Εθέλδιρ! Εθέλδιρ!» Είχε μόλις σκοτώσει τον τελευταίο από τους τρεις λυκοκαβαλάρηδες, περνώντας από δίπλα του με τη Μαύρη Γούνα και σπαθίζοντάς τον. Ο γιγαντόλυκός του έτρεχε να φύγει, χωρίς καβαλάρη.

Ο Εθέλδιρ πήγε κοντά στη Ζιρίνα, και μαζί προσπάθησαν ν’απομακρυνθούν από τους Χαρνώθιους που βρίσκονταν στο κατόπι τους. Τους λυκοκαβαλάρηδες δεν τους φοβόνταν, γιατί ήταν αρκετά μακριά και, αν κάτι δεν άλλαζε, δεν θα τους προλάβαιναν. Το τετράκυκλο, όμως, ήταν άλλη υπόθεση. Το δίκυκλο του Εθέλδιρ μπορούσε άνετα να το αφήσει πίσω του, αλλά όχι και η Μαύρη Γούνα. Δύο από τους μαχητές που βρίσκονταν επάνω στο ανοιχτό όχημα είχαν τώρα σηκωθεί όρθιοι και πυροβολούσαν με οπλολόγχες: οι κάννες άστραφταν μες στη νύχτα, τα όπλα κροτούσαν, οι σφαίρες σφύριζαν. Οι μεταλλικοί τροχοί των οχημάτων γρύλιζαν πάνω στο πλακόστρωτο. Η αναπνοή της γιγαντολύκαινας ακουγόταν λαχανιασμένη.

Ο Εθέλδιρ την πλησίασε κι άλλο, απλώνοντάς το χέρι του. «Έλα στο δίκυκλό μου, Ζιρίνα! Πιάσου, έλα!»

«Και η Γούνα;»

«Θα σε προλάβει το όχημά τους – είναι πιο γρήγορο από σένα. Έλα!»

Η Ζιρίνα κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της, μη μπορώντας παρά να παραδεχτεί πως ο Εθέλδιρ είχε δίκιο. Τη στεναχωρούσε που θ’άφηνε τη Μαύρη Γούνα στο έλεός τους – ίσως ακόμα και να τη σκότωναν αυτά τα καθάρματα – μα δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Απλώνοντας κι εκείνη το χέρι της, έπιασε το χέρι του Εθέλδιρ, γαντζώθηκε γερά επάνω του, και πήδησε από τη γιγαντολύκαινά της στο δίκυκλό του. Παραλίγο να γλιστρήσει και να πέσει στον δρόμο, μα τελικά πιάστηκε πίσω του, καβαλώντας το όχημα.

Ο Εθέλδιρ αμέσως αύξησε την ταχύτητα του δικύκλου, αυξάνοντας συγχρόνως και την απόσταση που τους χώριζε από το ανοιχτό τετράκυκλο των Χαρνώθιων.

«Είσαι τραυματισμένος.» Η λαχανιασμένη φωνή της Ζιρίνα, κοντά στ’αφτί του.

«Ούτε που το νιώθω τώρα– Σκατά!» Έστριψε απότομα καθώς είδε αντίκρυ του ένα μεγάλο φορτηγό όχημα να σταματά και μαχητές της Χάρνωθ να πηδάνε από μέσα, πυροβολώντας με οπλολόγχες προς τους τροχούς του.

Οι οποίοι τώρα έτριξαν δαιμονισμένα πάνω στο πλακόστρωτο καθώς το δίκυκλό του άλλαζε κατεύθυνση, έμπαινε σ’ένα σοκάκι.

Ένα καπνογόνο έπεσε από τον ουρανό – από τον αερόνυχα – τυλίγοντας προς στιγμή τη Ζιρίνα και τον Εθέλδιρ στους καπνούς του. Εκείνοι αμέσως σταμάτησαν ν’αναπνέουν, και μετά ήταν έξω από το σύννεφο, με τα μάτια τους ελαφρώς δακρυσμένα.

«Θα την τεμαχίσω αυτή την Παντοκρατορική καριόλα, όταν την πιάσω στα χέρια μου!» γρύλισε ο Εθέλδιρ, και η Ζιρίνα δεν μπόρεσε παρά να χαμογελάσει άγρια γιατί είχε την αίσθηση ότι είχαν ξαφνικά γυρίσει πίσω στον χρόνο, καταλήγοντας στον καιρό της Επανάστασης.

Κι άλλοι Χαρνώθιοι λυκοκαβαλάρηδες πλησίαζαν. Από δύο δρόμους!

«Δεν είμαστε καθόλου καλά,» μουρμούρισε ο Εθέλδιρ. Βρίσκονταν πια δίπλα στην Οδό των Ξένων, και από εκεί φαινόταν να έρχονται οι εχθροί τους. «Δεν έχουν ενδοιασμό να φέρουν εδώ όσους μαχητές του Βασιλείου κυκλοφορούν τώρα μες στην πόλη· και πάω στοίχημα πως θα ξυπνήσουν κι όλο το υπόλοιπο γαμημένο στράτευμα που έχει έρθει στη Φάνρηβ!»

«Στο Καταφύγιο!» είπε ξαφνικά η Ζιρίνα.

«Πού;»

«Στο ξενοδοχείο – στο Καταφύγιο. Είναι εδώ δίπλα, και έχει δίοδο για την Πόλη.»

Ο Εθέλδιρ έστριψε το δίκυκλό του προς το Καταφύγιο. «Σωστά.»

Χαρνώθιοι έμοιαζε να έρχονται από παντού.

«ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ!» κραύγασε κάποιος από τους αρχηγούς τους, και οπλολόγχες πυροβόλησαν.

Ο Εθέλδιρ πέρασε ανάμεσά τους, ενώ και εκείνος και η Ζιρίνα έριχναν με τα πιστόλια τους, τη μια ριπή κατόπιν της άλλης, στην τύχη τελείως. Γιγαντόλυκοι και άνθρωποι ακούγονταν να φωνάζουν πίσω από τους κρότους.

Η είσοδος του Καταφύγιου φάνηκε μπροστά τους. Ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα σκότωσαν δύο Χαρνώθιους καθώς την πλησίαζαν. Σταμάτησαν το δίκυκλό τους και, πηδώντας από τη σέλα, μπήκαν στο ξενοδοχείο.

«Φέρε μια καρέκλα!» είπε ο Εθέλδιρ καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω τους. Η Ζιρίνα, τρέχοντας, άρπαξε μια από τις καρέκλες της ρεσεψιόν και του την πέταξε· εκείνος την πήρε από κάτω και τη χρησιμοποίησε για να μπλοκάρει το πόμολο της πόρτας. «Αυτό θα τους καθυστερήσει. Για λίγο.»

«Τι… τι κάνετε εκεί;» είπε ο υπάλληλος που βρισκόταν πίσω από το γραφείο και είχε στα χέρια του μια καραμπίνα. «Τι γίνεται; Τι–;»

«Δε μ’αναγνωρίζεις, άνθρωπέ μου;» του είπε η Ζιρίνα. «Δεν αναγνωρίζεις τον Εθέλδιρ, τον Πρόμαχο της Επανάστασης; Μας κυνηγάνε παράνομα οι Χαρνώθιοι! Παράνομα. Κάλεσε βοήθεια.»

«Από πού;» έκανε ταραγμένος ο άντρας.

Αλλά ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα είχαν ήδη απομακρυνθεί· είχαν μπει στον ανελκυστήρα του ξενοδοχείου και ανέβαιναν. Ανέβαιναν. Έφτασαν στον έκτο όροφο, τον τελευταίο, και βγήκαν σ’έναν από τους διαδρόμους του. Έτρεξαν προς τη σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα, όπου υπήρχε διαστασιακή δίοδος για την Πόλη της Αέναης Νύχτας – εκεί θα ήταν ασφαλείς από τους διώκτες τους.

Ανέβηκαν τη σκάλα, άνοιξαν την ξύλινη πόρτα–

Στην οροφή του ξενοδοχείου, εκείνη τη στιγμή, προσγειωνόταν ένας αερόνυχας – ο ίδιος αερόνυχας με πριν. Ο άντρας που καθόταν δίπλα στην πιλότο ύψωσε ένα τουφέκι, στρέφοντας τη φαρδιά, κωνική κάννη προς το μέρος τους–

Η Ζιρίνα και ο Εθέλδιρ πετάχτηκαν πίσω, μέσα στην πόρτα.

Από το όπλο δεν εκτοξεύτηκαν σφαίρες αλλά ένα ισχυρό ηχητικό κύμα. Ευτυχώς δεν τους τύλιξε πλήρως, όμως βρέθηκαν στα όριά του κι άκουσαν ένα δυνατό βούισμα να διαπερνά το κεφάλι τους, ένιωσαν τα νεύρα τους να κλονίζονται.

«Ξέρουν για τη δίοδο!» σύριξε η Ζιρίνα.

«Δε το νομίζω. Απλώς ήρθαν από πάνω, για να μας παγιδέψουν.»

«Και τώρα;»

«Δε μπορούμε να βγούμε στην ταράτσα· θα μας περιμένουν.»

Κατέβηκαν τη σκάλα και, καθώς έστριψαν σε μια γωνία του διαδρόμου, αντίκρισαν έναν άντρα και μια γυναίκα με πιστόλια στα χέρια.

«Ακίνητοι!» πρόσταξε ο άντρας, σημαδεύοντάς τους.

Δεν ήταν ντυμένοι σαν μαχητές της Χάρνωθ αλλά σαν ταξιδιώτες.

Κατάσκοποι; Φυσικά! σκέφτηκε η Ζιρίνα, ενθυμούμενη το περιστατικό με τον Άλφεντουρ και τον σωματοφύλακά του.

Αναπάντεχα, μια θολούρα πετάχτηκε πίσω από τους δύο κατασκόπους, χτυπώντας τον άντρα στο κεφάλι, σωριάζοντάς τον αναίσθητο. Η γυναίκα σάστισε προς στιγμή· δέχτηκε μια κλοτσιά πίσω απ’το δεξί γόνατο κι αναγκάστηκε να γονατίσει, γρυλίζοντας· ακόμα ένα χτύπημα, στην κορυφή του κεφαλιού τώρα, με το μανίκι ενός ξιφιδίου, και η γυναίκα έχασε τις αισθήσεις της.

Όλ’ αυτά είχαν συμβεί μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα.

Πίσω από τους δύο πεσμένους κατασκόπους στεκόταν ένας πρασινόδερμος, πρασινομάλλης άντρας που η Ζιρίνα αμέσως αναγνώρισε. Ο σωματοφύλακας του Άλφεντουρ.

«Δεν πρέπει να βρίσκονται άλλοι εδώ κοντά,» είπε με ήπια, γαλήνια φωνή, σα να μην είχε πριν από μερικές στιγμές ξυλοκοπήσει δύο ανθρώπους.

«Ποιος–;» άρχισε ο Εθέλδιρ, ξαφνιασμένος, παραξενεμένος, καταλαβαίνοντας ότι χρωστούσαν σ’αυτό τον άγνωστο τις ζωές τους.

Ο Άλφεντουρ πλησίασε πίσω από τον πρασινόδερμο πολεμιστή. «Ευχαριστώ, Θάλβακιρ,» είπε. «Δεν σε είδαν, έτσι;»

«Αμφιβάλλω αν κατάλαβαν τι τους χτύπησε, Άλφεντουρ.»

Ο διπλωμάτης ένευσε σαν αυτό να μην ήταν παρά αναμενόμενο. Και προς τον Εθέλδιρ και τη Ζιρίνα: «Ελπίζω να μην κάνω τραγικό λάθος που σας βοηθάω, αλλά ελάτε μαζί μου.»

Ο Εθέλδιρ δίστασε προς στιγμή, όμως η Ζιρίνα δεν δίστασε καθόλου: αμέσως ακολουθούσε τον Άλφεντουρ καθώς εκείνος στρεφόταν, βαδίζοντας προς τη σουίτα του.

Μπαίνοντας εκεί είδαν δύο γυναίκες να τους περιμένουν. Κατάμαυρες, με κατάλευκα μαλλιά. Η μία έμοιαζε με αντικατοπτρισμό της άλλης. Οι βοηθοί του διπλωμάτη.

«Δεν είναι κανένας άλλος μες στο δωμάτιο αντίκρυ μας,» είπε η μία. «Το ελέγξαμε,» πρόσθεσε η δεύτερη.

Ο Άλφεντουρ ένευσε κι έκλεισε την πόρτα του, την κλείδωσε.

«Θα έρθουν από πάνω,» είπε ο Εθέλδιρ, «από την ταράτσα, και από κάτω, από την είσοδο του ξενοδοχείου.»

«Υποθέτοντας πως δεν είστε εγκληματίες,» είπε ο Άλφεντουρ, «θα μπορούσα να σας προσφέρω την προστασία μου αν μου εξηγήσετε τι ακριβώς συμβαίνει. Ισχύει διπλωματική ουδετερότητα ανάμεσα σε–»

Ο Εθέλδιρ ρουθούνισε. «Λες κι αυτοί θα τη σεβαστούν–»

«Θα τη σεβαστούν,» είπε η Ζιρίνα, «δε μπορούν να μην τη σεβαστούν! Θα χαλάσουν οι σχέσεις τους με τη Νάζρηβ, κι αυτό δεν το θέλουν.»

«Η Νικόλ πάω στοίχημα πως τούτη τη στιγμή δεν ενδιαφέρεται για διπλωματικές σχέσεις.»

«Ποια είναι η Νικόλ;» ρώτησε ο Άλφεντουρ. «Τι συμβαίνει;»

Ο Εθέλδιρ τού έδειξε το αριστερό του μάτι. «Μέσα από το μάτι μου τώρα σε κοιτάζουν. Ξέρουν ακριβώς πού βρίσκομαι.»

Μονάχα ένα ελαφρύ συνοφρύωμα φανέρωσε το ξάφνιασμα του Άλφεντουρ. «Καλύτερα τότε να καλύψεις το μάτι σου,» είπε, και τραβώντας ένα μαντήλι από μια τσέπη του του το έδωσε.

Ο Εθέλδιρ το τύλιξε γύρω απ’το κεφάλι του έτσι ώστε να κρύβει το αριστερό μάτι.

«Αν και δεν έχω ξανακούσει κάτι τέτοιο,» πρόσθεσε ο Άλφεντουρ, παραξενεμένος.

«Έχουμε ακούσει εμείς,» είπε η μία από τις δύο ίδιες γυναίκες.

Ο Άλφεντουρ την κοίταξε ερωτηματικά.

Η άλλη είπε: «Λένε πως οι πράκτορες της Παντοκράτειρας είχαν τέτοιες συσκευές. Κρυμμένες πίσω από το μάτι κάποιου, έβλεπαν ό,τι εκείνος έβλεπε. Σαν τηλεοπτικοί πομποί.»

Ο Άλφεντουρ έστρεψε το βλέμμα του στον Εθέλδιρ.

«Αυτό είναι,» τον διαβεβαίωσε εκείνος. «Μου το έβαλαν όσο με είχαν φυλακισμένο στο Μέγαρο και, μετά, έσβησαν τη μνήμη μου με μαγεία. Μια παλιά πράκτορας της Παντοκράτειρας το έκανε – η Νικόλ. Η Αρχόντισσα την κρύβει· δεν το ήξερα ότι ακόμα ζούσε.»

«Και πώς κατάλαβες για το μάτι;»

Λέγε λίγα, κρύβε πολλά, σκέφτηκε ο Εθέλδιρ, που δεν τον εμπιστευόταν πλήρως· ο διπλωμάτης, άλλωστε, είχε καλές σχέσεις με την Αρχόντισσα. «Μεγάλη ιστορία. Το κατάλαβα, όμως. Και τώρα με κυνηγάνε. Δεν τους νοιάζει τίποτα· θέλουν να κρύψουν εκείνο που έκαναν· θέλουν, μάλλον, να κρύψουν και την παρουσία της Νικόλ. Η ίδια είναι που μας καταδιώκει, χρησιμοποιώντας τους μαχητές της Χάρν–»

Το κουδούνι της σουίτας χτύπησε.

Ησυχία πλάκωσε μέσα στο σαλόνι.

Η μια από τις ίδιες γυναίκες μίλησε στον Άλφεντουρ χρησιμοποιώντας τη Σιωπηλή Γλώσσα: Να ρωτήσω ποιος είναι;

Ναι, απάντησε εκείνος.

Η βοηθός πλησίασε την πόρτα. «Ποιος είναι;»

«Ερχόμαστε εν ονόματι της Αρχόντισσας της Φάνρηβ!» είπε μια αντρική φωνή από έξω. «Θέλουμε να μιλήσουμε στον κύριο Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ. Επειγόντως!»

Η βοηθός στράφηκε στον διπλωμάτη. Τα δάχτυλά της έκαναν το ερωτηματικό σημείο.

Ο Άλφεντουρ αποκρίθηκε: Κοιμάμαι. Πολύ κουρασμένος.

«Ο κύριος Άλφεντουρ κοιμάται,» είπε η βοηθός προς την πόρτα. «Είναι πολύ κουρασμένος. Θα σας μιλήσει αύριο.»

Κάποιος κοπάνησε την πόρτα – με οπλολόγχη μάλλον. «Ανοίξτε μας! Είναι επείγον ζήτημα!»

«Δε μπορώ να τον ανησυχήσω τέτοια ώρα, κύριε! Περάστε πάλι το πρωί, σας παρακαλώ – μην κάνετε φασαρία!»

Ο άντρας απέξω δεν μίλησε. Ούτε κανένας στο σαλόνι μιλούσε.

Ο Θάλβακιρ είπε, στη Σιωπηλή Γλώσσα: Καλύτερα να τους κρύψουμε.

Ο Άλφεντουρ αποκρίθηκε: Αν όντως μας έβλεπαν μέσα απ’το μάτι του, δεν έχει νόημα. Ξέρουν τι κάναμε.

Ο Εθέλδιρ τούς καταλάβαινε, αλλά η Ζιρίνα δεν καταλάβαινε τίποτα απ’αυτές τις περίπλοκες χειρονομίες κι αισθανόταν ανήσυχη και τσιτωμένη. Αναρωτιόταν αν μπορούσαν κάπως να βγουν από τούτη τη σουίτα αποφεύγοντας τους Χαρνώθιους.

Μια γυναικεία φωνή ακούστηκε απέξω, καθώς το κουδούνι της σουίτας χτυπούσε ξανά: «Γνωρίζουμε ότι ο κύριος Άλφεντουρ κρύβει κάποιους παρανόμους εδώ! Ανοίξτε μας, αλλιώς θ’αναγκαστούμε να σπάσουμε την πόρτα!»

Η Νικόλ, σκέφτηκε ο Εθέλδιρ, νομίζοντας πως αναγνώριζε τη φωνή της.

Ο Άλφεντουρ είπε στους φιλοξενούμενούς του, ούτε ψιθυριστά αλλά ούτε και πολύ δυνατά: «Μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να σπάσουν την πόρτα μου. Καθίστε· είστε ασφαλείς εδώ. Αν δεν έχετε κάνει τίποτα παράνομο, τότε αυτοί είναι παράνομοι που σας καταδιώκουν έτσι.»

«Δεν έχουμε κάνει τίποτα απολύτως,» αποκρίθηκε η Ζιρίνα. «Και πριν από λίγο αυτά τα καθάρματα εισέβαλαν στο σπίτι του Εθέλδιρ, διαλύοντας πόρτες και παράθυρα. Πυροβολώντας!»

«Επιτέθηκαν στην προσωπική ιδιοκτησία ενός ήρωα της Επανάστασης χωρίς σοβαρό λόγο;»

«Ακριβώς.»

«Ακόμα και με τον Νόμο του Βασιλείου της Χάρνωθ αυτό δεν επιτρέπεται.»

«Το ξέρω,» είπε η Ζιρίνα.

Δυνατά χτυπήματα ακούστηκαν από την πόρτα, κι εκείνη η γυναικεία φωνή ξανά: «Ανοίξτε μας, κύριε Άλφεντουρ! Θα μας αναγκάσετε να εισβάλουμε!»

Ο Άλφεντουρ έκανε νόημα στους άλλους να μείνουν πίσω και πλησίασε την πόρτα. Ο Θάλβακιρ, όμως, τον αγνόησε και τον ακολούθησε, με πιστόλι ξαφνικά στο χέρι του.

Ο διπλωμάτης είπε: «Γιατί με ξυπνάτε τέτοια ώρα;»

«Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι είστε ξύπνιος, κύριε Άλφεντουρ. Όπως επίσης γνωρίζουμε ότι έχετε μέσα στη σουίτα σας δύο κακοποιούς οι οποίοι–»

«Κακοποιούς;» Ο Άλφεντουρ κοίταξε από το ματάκι της πόρτας. «Αν δεν κάνω λάθος, οι επισκέπτες μου είναι η κυρία Ζιρίνα ωλ Φέρενερ, Αιρετή της Συντεχνίας των Υαλουργών, και ο κύριος Εθέλδιρ ωλ Σαρέλκεμ, ήρωας της Επανάστασης.»

«Έχουν πυροβολήσει, τραυματίσει, και σκοτώσει μαχητές του Βασιλείου!»

«Άλλα μού λένε εκείνοι. Αλήθεια, εσείς ποια είστε; Θα ορκιζόμουν ότι μέσα απ’την κουκούλα σας παρατηρώ… εξωδιαστασιακή απόχρωση.»

«Απεσταλμένη της Αρχόντισσας είμαι – αυτό είναι το μόνο που σας ενδιαφέρει. Ανοίξτε μας τώρα την πόρτα, αλ–»

«Απειλώντας εμένα, απειλείτε ολόκληρη τη Νάζρηβ,» τη διέκοψε ο Άλφεντουρ. «Το καταλαβαίνετε, έτσι δεν είναι;»

Η γυναίκα δεν απάντησε.

Ο Άλφεντουρ είπε: «Θα μιλήσω μόνο με την ίδια την Αρχόντισσα. Μέχρι τότε η κυρία Ζιρίνα και ο κύριος Εθέλδιρ είναι φιλοξενούμενοί μου.»

9
Την Ξυπνάνε Μέσα στη Νύχτα· Πολιτικά Προβλήματα· Συνάντηση Έξω από το Καταφύγιο· για τα Μάτια της Πόλης

Πρέπει να την ειδοποιήσουμε· δε γίνεται αλλιώς.»

«Όχι – δεν υπάρχει λόγος.»

«Τι ‘δεν υπάρχει λόγος’; Τι σκοπεύεις να κάνεις – να επιτεθείς στον Διπλωματικό Αντιπρόσωπο της Νάζρηβ;»

«Δεν είπα ότι θα του επιτεθώ!»

«Έτσι όπως δρας τελευταία, αυτή είναι η λογική συνέχεια.»

«Και πώς θα πρότεινες εσύ να δράσω, Θόρεντιν; Ο μάγος τους τον έκανε να θυμηθεί. Να θυμηθεί εμένα. Και ο Εθέλδιρ με ξέρει από παλιά – ξέρει ποια είμαι. Αν δεν τον κάνουμε πάλι να ξεχάσει – αν δεν τους κάνουμε όλους να ξεχάσουν – αυτό, αυτό δεν θάχει μόνο αρνητικά αποτελέσματα για μένα, αλλά και για την ίδια την Αρχόντισσα!»

«Γιατί μου μοιάζει τότε ότι κυρίως ανησυχείς για τον εαυτό σου, Νικόλ;»

«Κάθαρμα! Γέννημα του Σκοτοδαίμονος! Σας έχω βοηθήσει όσο περισσότερο μπορώ, όλο αυτό τον καιρό! Τολμάς να λες ότι–;»

«Πρέπει να ειδοποιήσουμε την Αρχόντισσα. Δεν έχει νόημα να το αναβάλλουμε άλλο. Ούτως ή άλλως, σύντομα θα μάθει τι έγινε.»

«Κανονικά, δεν θα έπρεπε να υπάρχει λόγος να μάθει. Θα μπορούσα να… να είχα συμμαζέψει την κατάσταση–»

«Πώς; Σβήνοντας τη μνήμη των πάντων; Ακόμα και το γεγονός ότι έβαλες τους μαχητές μας να επιτεθούν στο σπίτι του Εθέλδιρ ήταν παράνομο! Και το ότι έχεις συλλάβει τον Ύρελκουρ’χοκ και τη Μάλμεντιρ παράνομο είναι. Δεν έπρεπε ποτέ να είχαν γίνει αυτά! Και τώρα η κατάσταση έφτασε να περιλαμβάνει τον διπλωμάτη της Νάζρηβ, για όνομα του Χάρλαεθ Βοκ! Και μου λες να μην ειδοποιήσουμε την Αρχόντισσα; Έχεις ξεφύγει τελείως, Νικόλ! Εγώ αναλαμβάνω την υπόθεση από δω και πέρα – μόνος μου.»

*

Την ξύπνησαν μες στην άγρια νύχτα. Ο επικοινωνιακός δίαυλος του υπνοδωματίου της κουδούνιζε. Η Κέσριμιθ άνοιξε τα μάτια, παραμέρισε τα σκεπάσματα του κρεβατιού, και, μορφάζοντας από τον πόνο που της προκαλούσαν τα εγκαύματά της, πάτησε το κουμπί της συσκευής στο κομοδίνο.

«Ποιος είναι, τέτοια ώρα;» απαίτησε, με βραχνή, ενοχλημένη φωνή.

«Με συγχωρείτε, Αρχόντισσά μου, που σας ανησυχώ,» ακούστηκε μια υπηρέτριά της, «αλλά ο κύριος Θόρεντιν επέμενε. Λέει πως πρόκειται για κάτι πολύ σημαντικό. Θέλει να σας μιλήσει επειγόντως. Θα τον δεχτείτε;»

Για να τη ζητούσε, ο Αρχικατάσκοπός της πρέπει σίγουρα να είχε καλό λόγο. «Στείλε τον στα δωμάτιά μου.»

«Μάλιστα, Υψηλοτάτη.»

Η Κέσριμιθ αναστέναξε καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι. Τι μπορεί να είχε συμβεί τέτοια νυχτερινή ώρα; Στην πορεία που είχε γίνει το απόγευμα, τα πάντα ήταν σχετικά ήσυχα. Εκτός από μια σύντομη επίθεση αυτονομιστών – αλλά αυτό, έτσι όπως ήταν η κατάσταση πλέον, δεν ήταν τίποτα το μη αναμενόμενο. Ό,τι κι αν είχε να της πει ο Θόρεντιν, μάλλον δεν είχε καμια σχέση με την πορεία, σκεφτόταν η Κέσριμιθ καθώς έβγαζε το νυχτικό της και φορούσε ένα μακρύ φόρεμα δένοντάς το επιδέξια γύρω από τη μέση της και στρώνοντας τους ψηλούς του γιακάδες. Συγχρόνως κοίταζε το πρόσωπό της στον καθρέφτη.

Σαν τέρας είμαι, παρατήρησε αναριγώντας. Ακράγγιξε το έγκαυμα στο δεξί της μάγουλο, και το ρίγος δυνάμωσε. Ξεροκατάπιε. Δεν θέλω να είμαι έτσι! Ένας κόμπος στον λαιμό της…

Το κουδούνι της εξώπορτας των δωματίων χτύπησε.

Ας περιμένει. Είμαι η Αρχόντισσα της Φάνρηβ, η Βασιλική Αντιπρόσωπος του προτεκτοράτου. Ας με περιμένει. Έπιασε μια βούρτσα και χτένισε τα κόκκινα μαλλιά της. Μπορούσε να φωνάξει μια από τις υπηρέτριες να τη χτενίσει, αλλά δεν ήθελε τώρα να καθυστερήσει και τόσο πολύ. Για να ερχόταν ο Θόρεντιν τέτοια ώρα, το ζήτημα θα ήταν όντως σημαντικό.

Αφού χτένισε τα μαλλιά της έτσι ώστε να κρύβουν όσο το δυνατόν περισσότερο το δεξί της μάγουλο, βγήκε απ’το υπνοδωμάτιο και βάδισε ώς την εξώθυρα. «Ποιος είναι;» ρώτησε.

«Ο Θόρεντιν είμαι, νιρλίσα. Και ζητώ συγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας, αλλά δεν γινόταν αλλιώς…» Ακουγόταν ανήσυχος. Πολύ ανήσυχος. Η Κέσριμιθ δεν θυμόταν να τον είχε ξανακούσει έτσι στο σύντομα παρελθόν.

Άνοιξε την πόρτα και τον άφησε να περάσει στο μικρό σαλόνι. «Τι συμβαίνει, Θόρεντιν;»

Η όψη του ήταν, πράγματι, ταραγμένη. «Είναι αρκετά πράγματα που πρέπει να σου πω, Αρχόντισσά μου. Να καθίσω;»

Η Κέσριμιθ έδειξε μια πολυθρόνα. Ο Θόρεντιν ένευσε και κάθισε, αφού πρώτα κάθισε εκείνη σε μια άλλη πολυθρόνα, αντικριστά.

«Ο τηλεοπτικός οφθαλμός που έβαλε η Νικόλ στο μάτι του Εθέλδιρ, νιρλίσα… Μας οδήγησε, αρχικά, σε μια συνάντηση με αυτονομιστές.»

Η Κέσριμιθ συνοφρυώθηκε. «Με αυτονομιστές;»

«Ο αδελφός του Εθέλδιρ είναι με τους αυτονομιστές, όπως θα γνωρίζεις. Τον αναζητούμε εδώ και καιρό. Υποπτευόμασταν ότι ο Εθέλδιρ είχε επαφές μαζί του, αλλά δεν ήμασταν βέβαιοι. Τώρα, όμως, τον είδαμε – μέσα από τον τηλεοπτικό οφθαλμό – να δέχεται ένα μήνυμα μέσω σίρκι’θ…»

Ο Θόρεντιν τής μίλησε για τα πάντα. Για την απόπειρα να συλλάβουν τους αυτονομιστές στον Λαβύρινθο, και για την επίθεση στο άντρο των αυτονομιστών. «Εντοπίσαμε την ακριβή του θέση μέσα στην πόλη από το σήμα που εκπέμπει ο τηλεοπτικός οφθαλμός.» Της είπε, εν συνεχεία, ότι ελάχιστους αυτονομιστές κατόρθωσαν να πιάσουν – ανάμεσα στους οποίους δεν ήταν, δυστυχώς, ο Κάλνεντουρ – και ο Εθέλδιρ, φεύγοντας μαζί με τη Ζιρίνα, πήγε στο σπίτι του, κι εκεί… «Πρέπει κάτι να είχε ήδη αρχίσει να καταλαβαίνει, νιρλίσα, κι αυτός ο φίλος του, ο μάγος, ο Ύρελκουρ’χοκ, που κάποτε ήταν επαναστάτης, είναι αναμφίβολα πολύ ικανός παρότι μουγκός. Δεν ήμουν εγώ εκεί όταν η Νικόλ τα είδε αυτά μέσα από τη συσκευή της αλλά, από τα ξόρκια του Ύρελκουρ’χοκ και από τις αντιδράσεις των άλλων γύρω από τον Εθέλδιρ, φάνηκε ότι ο μάγος έκανε τον Εθέλδιρ να θυμηθεί–»

«Εννοείς ότι θυμήθηκε πως η Νικόλ έβαλε τον τηλεοπτικό οφθαλμό στο μάτι του;»

«Ακριβώς αυτό. Και η Νικόλ… έδρασε βιαστικά, Αρχόντισσά μου.»

Η Κέσριμιθ ήταν τσιτωμένη πάνω στην πολυθρόνα της, σφίγγοντας τους βραχίονες. «Τι έκανε;»

«Πρόσταξε τους μαχητές μας να επιτεθούν στο σπίτι του Εθέλδιρ, για να συλλάβουν όλους όσους ήταν μέσα–»

«Τι; Και την άφησες;»

«Δεν ήμουν εκεί τότε, Αρχόντισσά μου· έψαχνα για τους αυτονομιστές. Και, δυστυχώς, η κατάσταση εξελίχτηκε άσχημα…»

*

Η Κέσριμιθ δεν έχασε καθόλου καιρό. Αφού κάλεσε στα δωμάτιά της δύο υπηρέτριες για να τη βοηθήσουν να ντυθεί καλά και να καλλωπιστεί, επιβιβάστηκε σ’ένα θωρακισμένο όχημα και έφυγε από το Μέγαρο των Φυλάκων περιτριγυρισμένη από λυκοκαβαλάρηδες.

Μαζί της μέσα στο όχημα ήταν ο Θόρεντιν και η Νικόλ. Είχε ζητήσει η ίδια να είναι η Νικόλ εδώ, για να της μιλήσει. Και τώρα η πρώην Παντοκρατορική έμοιαζε να προσπαθεί ν’αποφύγει το βλέμμα της.

«Είσαι ανόητη;» είπε η Κέσριμιθ. «Πρόσταξες τους μαχητές της Χάρνωθ να επιτεθούν σ’ένα σπίτι που αποτελεί ιδιοκτησία ενός ήρωα της Επανάστασης; Θες να μου δημιουργήσεις ακόμα περισσότερα προβλήματα;»

«Αρχόντισσά μου, τα πράγματα δεν πήγαν καλά–»

«Φυσικά και δεν πήγαν καλά!» σύριξε η Κέσριμιθ. «Με τις ενέργειές σου, πώς ήταν δυνατόν ποτέ να πήγαιναν καλά;»

Οργή στην όψη της, προς στιγμή, και φόβος μαζί, ανάμικτα. «Αρχόντισσά μου, αν, αν δεν είχαν ξεφύγει! Ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα ξέφυγαν μέσ’ απ’τα χέρια των πολεμιστών σας!»

«Θα κάνεις κριτική στην εκπαίδευση των μαχητών της Χάρνωθ, τώρα;» φώναξε η Κέσριμιθ. «Αν δεν τους είχες προστάξει να επιτεθούν – μια ενέργεια παράνομη – κανένα πρόβλημα δεν θα είχε παρουσιαστεί!»

«Μα, Αρχόντισσά μου, ο Εθέλδιρ θυμήθηκε. Και με γνωρίζει – γνωρίζει ποια είμαι. Αυτό θα μας βάλει και τις δύο σε μπελάδες! Θα πουν ότι αποδεικνύεται πως υποθάλπετε πρώην Παντοκρατορικούς–»

«Και τώρα, έτσι όπως τα κατάφερες, τι θα πουν;»

«Αν δεν μας είχαν ξεφύγει–»

«Σας ξέφυγαν, όμως! Και – ακόμα χειρότερα! – έμπλεξε κι ο Άλφεντουρ στην όλη υπόθεση. Τι θα κάνω με την κατάσταση όπως έχει εξελιχτεί, Νικόλ; Έχεις να προτείνεις τίποτα;» Δεν πίστευε, φυσικά, ότι θα είχε κάτι να της προτείνει…

Και, πράγματι, εκείνη είπε μονάχα: «Δε… δεν ξέρω, Αρχόντισσά μου. Προσπάθησα για το καλό όλων μας…»

Τρέμει, παρατήρησε η Κέσριμιθ, κοιτάζοντας τα χέρια της Νικόλ που ήταν το ένα γαντζωμένο πάνω στο άλλο. Τα έχει χάσει τελείως, μα τον Χάρλαεθ Βοκ! Και τόσο καιρό η Κέσριμιθ τη θεωρούσε από τις ικανότερες κατασκόπους που είχε γνωρίσει. Τι είχε συμβεί;

Αναστέναξε, ακουμπώντας την πλάτη στο κάθισμά της. Σύντομα θα έφτανε στο Καταφύγιο και θα έπρεπε να μιλήσει με τον Άλφεντουρ. Τι θα του έλεγε;

«Μπορεί να χάσω την υποστήριξη της Νάζρηβ εξαιτίας σου,» είπε στη Νικόλ.

Εκείνη δεν μίλησε.

*

Το θωρακισμένο όχημα πλησίαζε το ξενοδοχείο, αλλά οι επιβάτες του δεν μπορούσαν να το δουν ακόμα, όταν άκουσαν από το βάθος κρότους, εκρήξεις, και κραυγές.

Η Κέσριμιθ, κοιτάζοντας από ένα παράθυρο, διέκρινε λάμψεις.

Ο Θόρεντιν ενεργοποίησε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε τον λύκαρχο έξω από το όχημα. Την ίδια στιγμή, ο οδηγός του οχήματος σταματούσε τους τροχούς.

Ο λύκαρχος αποκρίθηκε μέσα απ’το μεγάφωνο: «Αυτονομιστές πρέπει νάναι, κύριε Θόρεντιν.»

«Πού; Σε ποιον επιτίθενται;»

Μετά από λίγο, η φωνή του λύκαρχου ακούστηκε ξανά: «Στους μαχητές μας έξω απ’το Καταφύγιο επιτίθενται, κύριε Θόρεντιν. Έστειλα δυο καβαλάρηδες να κοιτάξουν.»

«Είναι υπό έλεγχο η κατάσταση; Μπορούμε να πλησιάσουμε;»

«Δεν ξέρω.»

Ο Θόρεντιν κάλεσε με τον πομπό του έναν διοικητή που βρισκόταν στο Καταφύγιο· τον ρώτησε τι γινόταν εκεί. Μπορούσε η Αρχόντισσα να πλησιάσει;

«Αυτονομιστές είναι, μάλλον, κύριε Θόρεντιν. Αλλά δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος. Έκαναν μια απρόσμενη επίθεση πετώντας βόμβες και πυροβολώντας μερικές φορές, όμως έχουν τραπεί τώρα σε φυγή.»

«Οι κρότοι,» παρατήρησε η Κέσριμιθ, «είναι λιγότεροι πια. Ας προχωρήσουμε με προσοχή. Μ’ακούς, οδηγέ;» Έστρεψε το βλέμμα της στο παραθυράκι του τοιχώματος που χώριζε το κεντρικό τμήμα του οχήματος από το μπροστινό. «Οδηγέ!»

«Μάλιστα, Αρχόντισσά μου!»

«Ας προχωρήσουμε αλλά με προσοχή, εντάξει;»

«Μάλιστα.»

Το θωρακισμένο όχημα άρχισε να κινείται ξανά, με τους λυκοκαβαλάρηδες να το περιτριγυρίζουν.

Ο Θόρεντιν είπε στον διοικητή: «Πλησιάζω μαζί με την Αρχόντισσα. Φρόντισε νάχεις την κατάσταση υπό έλεγχο.»

«Μην ανησυχείτε, κύριε Θόρεντιν. Με την εύνοια του Χάρλαεθ Βοκ–»

«Αν μου δίνεις επιπόλαιες διαβεβαιώσεις, εσύ θα χρειαστείς την εύνοια του Χάρλαεθ Βοκ. Η ζωή της Αρχόντισσας δεν μπορεί να μπει σε άσκοπο κίνδυνο!»

Ο διοικητής τον διαβεβαίωσε ξανά ότι όλα ήταν υπό έλεγχο.

Το θωρακισμένο όχημα, διασχίζοντας την Οδό των Ξένων, έφτασε μπροστά στο Καταφύγιο όπου δυο φωτιές είχαν ανάψει και συντρίμμια ήταν σκορπισμένα από δω κι από κει, αλλά όχι τίποτα το σπουδαίο. Καμια συμπλοκή δεν συνέβαινε τώρα κοντά στην είσοδο του ξενοδοχείου· μονάχα μερικοί πυροβολισμοί αντηχούσαν από κάτι δρόμους στα δυτικά, μέσα στον Μεσοπόταμο.

Ο οδηγός σταμάτησε το όχημα.

Η Κέσριμιθ έπιασε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της από τον βραχίονα του καθίσματος και κάλεσε τη σουίτα του Άλφεντουρ.

«Μάλιστα;» είπε μια γυναικεία φωνή από το μεγάφωνο της συσκευής.

«Θα ήθελα να μιλήσω στον κύριο Άλφεντουρ. Είμαι η Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ, η Αρχόντισσα της Φάνρηβ.»

«Αμέσως, Αρχόντισσά μου.»

Και μετά η φωνή του Άλφεντουρ ακούστηκε: «Καλησπέρα, Αρχόντισσά μου.»

«Σε μερικές ώρες θα ξημερώσει, Άλφεντουρ, αλλά ήρθα να μιλήσουμε, όπως ζήτησες.»

«Συγνώμη που σας ανησύχησα μια τέτοια ώρα, νιρλίσα, όμως πολύ φοβάμαι πως δεν γινόταν αλλιώς. Οι άνθρωποί σας έχουν… παρεκτραπεί, νομίζω.»

«Κι εγώ το ίδιο νομίζω, Άλφεντουρ. Θα ήθελες να κατεβείς για να συζητήσουμε; Σε περιμένω έξω απ’το ξενοδοχείο, μέσα στο όχημά μου. Θα είμαστε ασφαλείς εδώ. Αλλά να μη φέρεις κανέναν άλλο μαζί σου. Θα είμαι κι εγώ μόνη μου· το υπόσχομαι.»

«Σε λίγο θα βρίσκομαι εκεί,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ, και η τηλεπικοινωνία τους τερματίστηκε.

Η Κέσριμιθ είπε στον Θόρεντιν και τη Νικόλ: «Βγείτε, κι οι δυο σας.»

*

«Υποθέτω, νιρλίσα, ότι ξέρετε πώς έχει η κατάσταση,» είπε ο Άλφεντουρ όταν, έχοντας βγει από το ξενοδοχείο, μπήκε στο θωρακισμένο όχημα και κάθισε αντίκρυ της. Κανένας άλλος δεν ήταν μαζί τους στο κεντρικό τμήμα του τροχοφόρου.

«Απ’ό,τι μου είπαν, φιλοξενείς δύο άτομα τα οποία οι μαχητές της Χάρνωθ καταδιώκουν…» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ ατενίζοντας τον παρατηρητικά, αναρωτούμενη τι ακριβώς γνώριζε ο διπλωμάτης. Γνώριζε τα πάντα; Όλα όσα τής είχε αναφέρει ο Θόρεντιν;

«Τους καταδιώκουν παράνομα, Αρχόντισσά μου. Εισέβαλαν στο σπίτι του κυρίου Εθέλδιρ ωλ Σαρέλκεμ χωρίς καλό λόγο. Κάνω λάθος;»

«Εσύ, όχι, δεν κάνεις λάθος,» είπε η Κέσριμιθ. «Ίσως, όμως, κάποιοι από τους ανθρώπους μου να έκαναν λάθος.»

«Τι είδους λάθος;» ρώτησε ο Άλφεντουρ κοιτάζοντάς την παρατηρητικά, σαν να προσπαθούσε να μιμηθεί το δικό της βλέμμα.

«Τι ακριβώς σού είπαν ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα, Άλφεντουρ;»

Ο διπλωμάτης δεν δίστασε να απαντήσει: αποκρίθηκε ότι οι μαχητές της Χάρνωθ επιτέθηκαν ξαφνικά στο σπίτι του πρώην Προμάχου της Επανάστασης, αφού εκείνος ανακάλυψε πως είχαν βάλει μια συσκευή μέσα στο αριστερό του μάτι για να τον παρακολουθούν – πράγμα που είχε γίνει όσο βρισκόταν φυλακισμένος στο Μέγαρο των Φυλάκων. Ο Ύρελκουρ’χοκ τού επανέφερε τις μνήμες που ο Μάλμεντιρ’χοκ – ένας μάγος πιστός στην Αρχόντισσα της Φάνρηβ – του είχε κλέψει.

Η Κέσριμιθ αναστέναξε. Η ανόητη η Νικόλ! Τα έριξε όλα στο Πεινασμένο Σκοτάδι με τις ενέργειές της! Οι πολιτικές κινήσεις της Κέσριμιθ θα έπρεπε τώρα να είναι πολύ προσεχτικές. Πολύ προσεχτικές.

«Ο Εθέλδιρ, Αρχόντισσά μου, υποθέτει πως επιτέθηκαν στο σπίτι του προκειμένου να τον πιάσουν και να ξανασβήσουν τις μνήμες του – τις δικές του και όλων των άλλων που ήταν εκεί μαζί του – ώστε να μείνει κρυφό το ότι έβαλαν τη συσκευή παρακολούθησης μέσα στο μάτι του.

»Και δεν μπορώ παρά να ρωτήσω: Με δική σας διαταγή είχαν εμφυτέψει τη συγκεκριμένη συσκευή;»

«Φυσικά και όχι, Άλφεντουρ,» είπε ψέματα η Κέσριμιθ, με τρόπο που ήξερε πως ήταν αληθοφανής. Ύστερα από τόσα χρόνια ανάμεσα στους ευγενείς της Χάρνωθ και ανάμεσα σε πολιτικούς, δεν είχε το παραμικρό πρόβλημα να λέει ακόμα και τα πιο εξωφρενικά ψέματα πειστικά.

«Δηλαδή, έδρασαν μόνοι τους; Με δική τους πρωτοβουλία έβαλαν τη συσκευή μέσα στο μάτι του Εθέλδιρ; Και με δική τους πρωτοβουλία επιτέθηκαν στο σπίτι του;» Η φωνή του Άλφεντουρ μαρτυρούσε πως δεν την είχε πιστέψει.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ χωρίς να διστάσει. «Δεν είχα λάβει καμία γνώση για το θέμα. Κατά πάσα πιθανότητα, η Νικόλ τα κανόνισε όλα, νομίζοντας ότι έτσι θα έπαιρνε πληροφορίες.»

«Η Νικόλ είναι πρώην πράκτορας της Παντοκράτειρας, την οποία κρύβετε, σωστά;»

«Έλα τώρα, Άλφεντουρ, μη γίνεσαι σαν κάποιους φανατικούς που κυκλοφορούν σ’ετούτη την πόλη. Γιατί να μην εκμεταλλευτώ ένα άτομο που έχει χρήσιμες ικανότητες; Θα ήταν καλύτερα να τη σκοτώσω; Ο πόλεμος είχε πια τελειώσει, όταν έτυχε να συναντήσω τη Νικόλ. Μου ζήτησε να μείνει μαζί μου και να με υπηρετήσει. Δέχτηκα.» Ανασήκωσε τους ώμους. «Αυτό είναι όλο. Δεν είμαι υπέρ όσων κυνηγάνε να σφάξουν κάθε άνθρωπο που υπηρέτησε την Παντοκράτειρα σ’εκείνους τους δύσκολους καιρούς.»

«Ο Μάλμεντιρ’χοκ, όμως, συνεργαζόταν τώρα με τη Νικόλ. Εκείνη έβαλε τη συσκευή στο μάτι του Εθέλδιρ, εκείνος τού έσβησε τη μνήμη.»

«Θα πρέπει να… μιλήσω με τον Μάλμεντιρ. Ίσως να νόμιζε πως η Νικόλ δρούσε κατόπιν εντολής μου.»

«Αν η Νικόλ τού είπε τέτοιο ψέμα… τι σκοπεύετε να κάνετε μαζί της;»

Η Κέσριμιθ σκέφτηκε: Αν δείξω πως το ανέχομαι αυτό, θα δημιουργηθεί πολύ άσχημη εικόνα για εμένα. «Θα φροντίσω προσωπικά για τη Νικόλ, Άλφεντουρ,» είπε ακουμπώντας το σαγόνι της στη γροθιά της και σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο κάτω από το φόρεμά της.

«Ο Εθέλδιρ, δηλαδή, μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι του χωρίς νάναι κυνηγημένος;»

«Ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα πυροβόλησαν μαχητές της Χάρνωθ–»

«Βρίσκονταν σε περίπτωση αυτοάμυνας, όμως. Δέχονταν επίθεση. Σύμφωνα με τον Νόμο του Βασιλείου, όταν κάποιος σού επιτίθεται–»

«Γνωρίζω τον Νόμο του Βασιλείου, Άλφεντουρ.» τον διέκοψε η Κέσριμιθ.

«Δεν ισχύει και στα προτεκτοράτα του;»

«Φυσικά και ισχύει.»

«Οι μαχητές σας ήταν που ξεκίνησαν τις παράνομες ενέργειες. Δεν έπρεπε ποτέ να είχαν εισβάλει στο σπίτι του.»

«Αυτό είναι αλήθεια. Σου είπα, δεν δρούσαν κατόπιν εντολής μου· η Νικόλ, κατά πάσα πιθανότητα, ευθύνεται για όλα. Φοβήθηκε ότι είχε ανακαλυφθεί η απάτη της. Βλέπεις τι προβλήματα έχω στην πόλη μου, Άλφεντουρ;»

«Ναι, το παρατηρώ, νιρλίσα.»

Η Κέσριμιθ δεν ήταν απόλυτα σίγουρη αν τα λόγια του ήταν εν μέρει ειρωνικά ή όχι. «Πρέπει να καταλάβεις, Άλφεντουρ, ότι εγώ, προσωπικά, δεν είμαι υπέρ τέτοιων ενεργειών,» τόνισε. «Όπως σου έχω ξαναπεί, το μόνο που θέλω είναι ειρήνη και ευημερία για τη Φάνρηβ. Πράγμα το οποίο μπορώ να επιτύχω ευκολότερα με την υποστήριξη της Νάζρηβ.»

«Το θέμα τώρα δεν είναι αυτό, Αρχόντισσά μου. Έχω στη σουίτα μου δύο ανθρώπους – η μία εκ των οποίων Αιρετή – που είναι κυνηγημένοι από τους μαχητές σας και φοβούνται να βγουν…»

«Μπορούν να βγουν, πες τους· κανένας δεν θα τους πειράξει. Υπάρχει, όμως, ένα θέμα…»

«Τι θέμα;»

«Δεν πρέπει να διαδώσουν στην πόλη αυτό που συνέβη.»

«Ότι δέχτηκαν επίθεση μέσα στο σπίτι του Εθέλδιρ; Μάλλον, έχει ήδη διαδοθεί. Οι αυτονομιστές, πριν από λίγο, χτυπούσαν τους ανθρώπους σας έξω απ’το ξενοδοχείο. Υπάρχουν κατάσκοποι παντού σε τούτη την πόλη…»

«Δεν αναφέρομαι μόνο σ’αυτό το περιστατικό,» εξήγησε η Κέσριμιθ, κι άναψε τσιγάρο. «Μιλάω και για την περίπτωση του ματιού.» Πρόσφερε τσιγάρο στον Άλφεντουρ.

Εκείνος πήρε ένα και το άναψε με τον ενεργειακό αναπτήρα του. «Θα προτιμούσατε να μη μαθευτεί…»

«Ασφαλώς. Θα διεγείρει αυτούς που είναι ήδη εναντίον μου μέσα στη Φάνρηβ. Θα λένε πως βασάνισα έναν ήρωα της Επανάστασης – ενώ, στην πραγματικότητα, δεν ήταν κάτι που έγινε με δική μου διαταγή.»

«Αυτό – αν θα διαδοθεί ή όχι – εξαρτάται από τον Εθέλδιρ και τη Ζιρίνα, όχι από εμένα.»

«Απ’ό,τι καταλαβαίνω, όμως, έχεις καλές σχέσεις μαζί τους, Άλφεντουρ. Δε μπορείς να… επέμβεις;»

«Τι εννοείτε, νιρλίσα

«Να τους πείσεις ότι θα ήταν καλύτερα να μην πουν τίποτα.» Δείξε μου ότι είσαι, όντως, με το μέρος μου και όχι μ’αυτούς τους ταραξίες!

Ο Άλφεντουρ κάπνιζε για μερικές στιγμές αμίλητος. Μετά είπε: «Και οι άλλοι δύο που βρίσκονταν στο σπίτι του Εθέλδιρ κατά την επίθεση; Ο Ύρελκουρ’χοκ και η Μάλμεντιρ, η οποία είναι δημοσιογράφος στον Κήρυκα της Φάνρηβ; Κι οι δυο τους είναι πρώην επαναστάτες…»

«Οι μαχητές μου δεν τους έχουν πειράξει, απ’ό,τι μου έχουν αναφέρει. Απλώς τους έχουν συλλάβει. Θα τους ελευθερώσουν σύντομα.»

«Μπορεί όμως κι αυτοί να διαδώσουν τι έχει συμβεί…»

«Όχι αν ο Εθέλδιρ τούς ζητήσει να μην το κάνουν. Είμαι βέβαιη πως έχει μια κάποια επιρροή επάνω τους. Κάποτε ήταν Πρόμαχος της Επανάστασης. Είναι φίλος τους.»

«Ο Εθέλδιρ, Αρχόντισσά μου, έχει αυτή τη στιγμή μια συσκευή παρακολούθησης μέσα στο μάτι του την οποία δεν ξέρει πώς να βγάλει. Δε νομίζω ότι θα συμφωνήσει να μείνει σιωπηλός.»

«Πρέπει να του εξηγήσεις ότι αυτό θα ήταν το καλύτερο για την πόλη.»

«Αμφιβάλλω ότι θα με ακούσει.»

Η Κέσριμιθ αναστέναξε, φυσώντας καπνό απ’τα ρουθούνια. Γιατί πρέπει να αντιμετωπίζω τέτοιες άθλιες καταστάσεις; Η Νικόλ φταίει για όλα! Η ανόητη! Αν οι ενέργειές της μαθεύονταν στην πόλη, αυτό πιθανώς να έστρεφε αρκετό κόσμο προς το μέρος του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας. Θα έβλεπαν τη Βασιλική Αντιπρόσωπο ως τύραννο. Αν δεν μπορώ να σταματήσω τον Εθέλδιρ απ’το να διαδώσει ό,τι του συνέβη, θα πρέπει τουλάχιστον ν’αλλάξω τη γνώμη της πόλης για εμένα…

«Λοιπόν,» είπε στον Άλφεντουρ. «Μπορείς να πας πίσω στο ξενοδοχείο και να τους πεις ότι είναι ασφαλείς. Οι μαχητές μου δεν πρόκειται να τους ξαναεπιτεθούν. Μπορούν να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Και θα προστάξω τώρα να ελευθερώσουν και τον Ύρελκουρ’χοκ και τη Μάλμεντιρ.

»Θα ήθελα, όμως, να τους τονίσεις, Άλφεντουρ, ότι όλα αυτά δεν έγιναν με δική μου διαταγή. Δεν είχα προστάξει εγώ να βάλουν τη συσκευή παρακολούθησης στο μάτι του Εθέλδιρ· ούτε, φυσικά, πρόσταξα να επιτεθούν στο σπίτι του.»

«Θα τους το αναφέρω, Αρχόντισσά μου.»

«Αλλά δεν πιστεύεις ότι θα σε πιστέψουν.» Δεν ήταν ερώτηση.

«Για να είμαι ειλικρινής,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ σβήνοντας το τσιγάρο του στο τασάκι που ήταν ενσωματωμένο στον βραχίονα του καθίσματος, «όχι, δεν πιστεύω ότι θα με πιστέψουν.»

«Εσύ με πιστεύεις;»

«Εγώ, νιρλίσα, πιστεύω ότι όντως θέλετε το καλό της πόλης – ειρήνη και ευημερία για τη Φάνρηβ.»

Αυτή, παρατήρησε η Κέσριμιθ, δεν είναι απάντηση στο ερώτημά μου. Ο Άλφεντουρ, μάλλον, καταλάβαινε ότι του είχε πει ψέματα. Ή ίσως να θεωρούσε ότι του είχε πει εν μέρει ψέματα – όπως και στην πραγματικότητα είχε κάνει. Εξάλλου, δεν είχε εκείνη προστάξει να επιτεθούν στο σπίτι του Εθέλδιρ. Αυτό ήταν τελείως ανόητο!

«Θα με βοηθήσεις, λοιπόν, να επιτύχω τους σκοπούς μου, Άλφεντουρ;» ρώτησε. «Θα είναι καλό και για τους δυο μας. Και για το Βασίλειο της Χάρνωθ και για τη Νάζρηβ. Οικονομικό όφελος και για το έθνος μου και για την πόλη σου.»

«Σας υποσχέθηκα ότι θα αναφέρω την πρότασή σας στο Συμβούλιο, δεν σας το υποσχέθηκα;»

Θα ήταν καλύτερα να μου είχες υποσχεθεί ότι θα προσπαθήσεις να τους πείσεις να συμφωνήσουν με την πρότασή μου, σκέφτηκε η Κέσριμιθ. Κι αναρωτήθηκε πώς θα μπορούσε να κάνει τον Άλφεντουρ να έρθει πραγματικά με το μέρος της, να θέλει πραγματικά να την υποστηρίξει. Αυτά που είχαν συμβεί απόψε, αναμφίβολα, θα είχαν χαλάσει την άποψή του για εκείνη. Η Κέσριμιθ έπρεπε, κάπως, να τον κάνει να δει ότι οι υποστηρικτές του Φύλακα ήταν ταραχοποιά στοιχεία. Έπρεπε, κάπως, να τον κάνει να δει ότι εκείνη ήταν η μόνη σταθεροποιητική δύναμη στη Φάνρηβ.

Του είπε: «Θα φροντίσω να τιμωρηθούν αυστηρά οι υπεύθυνοι για όσα έγιναν ερήμην μου. Δε συγχωρώ ανθρώπους που ταράσσουν την τάξη μέσα στην πόλη και χλευάζουν τον Νόμο του Βασιλείου.»

«Είμαι βέβαιος, νιρλίσα, πως θα κάνετε ό,τι καλύτερο μπορείτε,» αποκρίθηκε ο Άλφεντουρ.

*

Αφού ο διπλωμάτης έφυγε από το εσωτερικό του θωρακισμένου οχήματος επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο, η Κέσριμιθ βγήκε από το όχημα κι έκανε νόημα σε μια διοικήτρια να έρθει κοντά της.

«Αρχόντισσά μου…»

«Φέρε τέσσερις μαχητές σου εδώ και έλα κι εσύ μαζί μου,» πρόσταξε η Αρχόντισσα της Φάνρηβ.

«Όπως επιθυμείτε, Υψηλοτάτη.» Η διοικήτρια φώναξε σε τέσσερις μαχητές της να πλησιάσουν, κι εκείνοι αμέσως ήρθαν.

Η Κέσριμιθ βάδισε προς τα εκεί όπου στέκονταν ο Θόρεντιν και η Νικόλ, ακολουθούμενη από τη διοικήτρια και τους πολεμιστές της. Οι πυροβολισμοί και οι φωνές είχαν προ πολλού πάψει να αντηχούν μέσα στους δρόμους· οι αυτονομιστές είχαν διωχτεί. Αλλά διάφορα θραύσματα εξακολουθούσαν να είναι πεσμένα στο πλακόστρωτο της Οδού των Ξένων, και η Κέσριμιθ τα άκουγε να τρίζουν κάτω από τα μποτάκια της καθώς βάδιζε. Ησυχία είχε απλωθεί παντού.

Ο Θόρεντιν και η Νικόλ στράφηκαν να την αντικρίσουν. Η όψη της δεύτερης ήταν ανήσυχη μέσα από την κουκούλα της. Αναμφίβολα φοβόταν για τον εαυτό της, φοβόταν τι μπορεί να της συνέβαινε ύστερα απ’αυτό που είχε γίνει, γιατί γνώριζε ότι υπήρχαν πολλοί στη Φάνρηβ που ήθελαν το κακό της, που τη μισούσαν από τον καιρό της Παντοκρατορικής Κατοχής.

Και έχει δίκιο που φοβάται, σκέφτηκε η Κέσριμιθ.

Ύψωσε το χέρι της, δείχνοντας τη Νικόλ και προστάζοντας τους μαχητές του Βασιλείου: «Συλλάβετε αυτή τη γυναίκα.»

«Αρχόντισσά μου!» φώναξε εκείνη καθώς οι πολεμιστές την περιτριγύριζαν κι ένας την άρπαζε από το μπράτσο. «Γιατί; Έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα!»

«Έκανες πράγματα που δεν σε είχα προστάξει να κάνεις! Παράνομες ενέργειες. Κι αυτό δεν μπορώ να το αφήσω ατιμώρητο,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ.

«Δεν είχα άλλη επιλογή! Έπρεπε να τους κυνηγήσω!» Ένας από τους μαχητές του Βασιλείου είχε τραβήξει τα χέρια της πίσω από την πλάτη και τώρα τα έδενε με χειροπέδες.

«Πηγαίνετέ την στα μπουντρούμια του Μεγάρου των Φυλάκων,» πρόσταξε η Κέσριμιθ.

«Αρχόντισσά μου, σας παρακαλώ!» φώναξε η Νικόλ ενώ δύο μαχητές της Χάρνωθ την παρέσερναν μαζί τους. «Έκανα μόνο ό,τι μου ζητήσατε! Έκανα μόνο ό,τι μου ζητήσατε!»

Η Κέσριμιθ τής έστρεψε την πλάτη καθώς οι πολεμιστές του Βασιλείου την απομάκρυναν.

«Θόρεντιν!» ούρλιαξε η Νικόλ. «Θόρεντιν!»

Ο Αρχικατάσκοπος, που στεκόταν ακίνητος, αμίλητος, είπε τώρα στην Κέσριμιθ: «Νιρλίσα, η Νικόλ σε είχε υπηρετήσει πιστά όλο αυτό τον καιρό. Από ένα λάθος δεν πρέπει να την κρίνεις πολύ αυστηρά.»

Η Κέσριμιθ έκανε νόημα στη διοικήτρια και τους δύο μαχητές της που είχαν μείνει πίσω να απομακρυνθούν. Εκείνοι υπάκουσαν, και η Αρχόντισσα της Φάνρηβ είπε στον Θόρεντιν: «Δεν καταλαβαίνεις σε τι κατάσταση έχουμε βρεθεί;»

«Καταλαβαίνω, νιρλίσα, αλλά…» Κόμπιασε.

«Αν είχατε πιάσει τον Εθέλδιρ κι αυτή την καταραμένη Αιρετή προτού φτάσουν στη σουίτα του Άλφεντουρ, ίσως τα πράγματα να ήταν αλλιώς. Ίσως μπορούσαμε, όντως, να τους σβήσουμε τη μνήμη και να δικαιολογήσουμε κάπως τα γεγονότα στα μάτια της πόλης μέσω των τηλεοπτικών καναλιών. Τώρα, όμως, ο Άλφεντουρ ξέρει – και δεν μπορούμε να σβήσουμε τη μνήμη του Άλφεντουρ, ούτε των ανθρώπων του.»

«Ασφαλώς και όχι, Αρχόντισσά μου…»

«Ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα δεν θα κρατήσουν κρυφό ό,τι συνέβη στο σπίτι του, ούτε ό,τι συνέβη στα μπουντρούμια του Μεγάρου ενώ τον είχα φυλακισμένο. Κι όταν αυτά μαθευτούν, πόσους υποστηρικτές νομίζεις ότι θα κερδίσει ο Φύλακας, Θόρεντιν;»

«Ναι, Αρχόντισσά μου, το καταλαβαίνω. Αλλά η Νικόλ σε είχε υπηρετήσει–»

«Η Νικόλ έπρεπε να προσέχει!» σύριξε η Κέσριμιθ, χτυπώντας το πόδι της οργισμένα στο πλακόστρωτο. «Έπρεπε να προσέχει. Την είχα για πιο προσεχτική, Θόρεντιν.»

«Από ένα λάθος και μόνο δεν–»

«Το λάθος της ήταν τραγικό για εμένα. Και, πιθανώς, μοιραίο για εκείνη.»

Ο Θόρεντιν συνοφρυώθηκε μέσα από την κουκούλα της κάπας του. «Τι σκοπεύεις να κάνεις μαζί της, νιρλίσα

«Κάποιος,» αποκρίθηκε η Κέσριμιθ, «πρέπει να πληρώσει για ό,τι έγινε. Κυρίως, για τα μάτια της πόλης.»

10
Διάσωση από Αυτονομιστές· Φυλαχτά και Σκιές· Επιστροφή σε Ρημαγμένο Σπίτι· ο Νοοχορευτής Χορεύει, Προφητείες· Συνάντηση με Φίλους, Πληροφορίες Ανταλλάσσονται

Τα νέα για την επίθεση στο σπίτι του Εθέλδιρ μεταφέρθηκαν γρήγορα στους αυτονομιστές. Είχαν κατασκόπους σε διάφορα σημεία της πόλης, και οι τηλεπικοινωνιακοί πομποί δεν τους έλειπαν. Γρήγορα, επίσης, ο Κάλνεντουρ έμαθε ότι δύο άτομα – ένας άντρας και μια γυναίκα, σίγουρα – είχαν φύγει από το σπίτι του Εθέλδιρ ενώ οι Χαρνώθιοι τούς κυνηγούσαν. Συγκεντρώνονταν από παντού για να τους καταδιώξουν. Περιπολίες από όλα τα γειτονικά (και μη) σημεία της πόλης έρχονταν προς το Σκοτεινό Παζάρι. Οι φυγάδες ήταν, αρχικά, επάνω σε έναν κατάμαυρο γιγαντόλυκο (η γυναικά) και σ’ένα δίκυκλο (ο άντρας)· μετά, όμως, ήταν κι οι δύο επάνω στο δίκυκλο, και σύντομα είχαν φτάσει στο Καταφύγιο και είχαν μπει εκεί. Γύρω απ’το ξενοδοχείο είχαν μαζευτεί μαχητές της Χάρνωθ. Ο Κάλνεντουρ δεν δυσκολεύτηκε να συμπεράνει ότι, μάλλον, ο αδελφός του ήταν καβάλα στο δίκυκλο (εξάλλου, το μοναδικό δίκυκλο στο σπίτι ήταν δικό του) ενώ καβάλα στον κατάμαυρο γιγαντόλυκο – ή, πιθανώς, γιγαντολύκαινα – ήταν η Ζιρίνα. Το θηρίο αυτό πρέπει να ήταν η Μαύρη Γούνα.

Ο Κάλνεντουρ και αρκετοί από τους άλλους αυτονομιστές, παίρνοντας βάρκες από τη νότια όχθη του ποταμού – βάρκες δικές τους, όχι κλεμμένες – πήγαν στη βόρεια όχθη και στο Σκοτεινό Παζάρι. Ο Κάλνεντουρ, εν τω μεταξύ, πρόσταξε μέσω πομπού τους αυτονομιστές που ήταν στον Μεσοπόταμο, στο Σκοτεινό Παζάρι, και στον Νυκτόκηπο να επιτεθούν στους Χαρνώθιους γύρω από το Καταφύγιο: να τους χτυπήσουν όσο πιο άγρια μπορούσαν και, μετά, φυσικά, να φύγουν, να εξαφανιστούν μες στους νυχτερινούς δρόμους της πόλης.

Ο ίδιος δεν κατευθύνθηκε στο ξενοδοχείο. Γιατί, εκτός των άλλων, είχε πληροφορηθεί από κατασκόπους του ότι οι μαχητές του Βασιλείου είχαν πιάσει δυο ανθρώπους στο σπίτι του Εθέλδιρ και τους είχαν βγάλει από εκεί: έναν άντρα με σκούρο γαλανό δέρμα και μακριά μαύρα μαλλιά, και μια μαυρόδερμη, πρασινομάλλα γυναίκα. Ο Ύρελκουρ’χοκ και η Μάλμεντιρ. Δεν ήταν αυτονομιστές αλλά κάποτε ήταν επαναστάτες, και ο Κάλνεντουρ δεν σκόπευε να τους αφήσει στα χέρια των άτριχων λύκων της Χάρνωθ.

Οι καταραμένοι ποδογλείφτες του διεστραμμένου Χάρλαεθ Βοκ είχαν ήδη κοστίσει πολλούς καλούς ανθρώπους σε τούτη την πόλη. Αρκετοί από τους αυτονομιστές που είχαν πάει να πάρουν τους λύκους από το λυκοτροφείο του άντρου είχαν σκοτωθεί, τραυματιστεί, ή αιχμαλωτιστεί από τους Χαρνώθιους. Ακόμα και ο Ζόρελνιρ είχε χτυπηθεί. Ο Κάλνεντουρ τού είχε μιλήσει μέσω πομπού, και ο εκπαιδευτής γιγαντόλυκων με το ζόρι μπορούσε να αρθρώσει λόγο. Είχε αναφέρει, όμως, ότι ο Χορευτής, ο γιγαντόλυκος του Εθέλδιρ, τον είχε ουσιαστικά σώσει από τα χέρια των μαχητών του Βασιλείου: «Του χρωστάω, Κάλνεντουρ, αυτού του θηρίου…» Ο Κάλνεντουρ τον είχε ρωτήσει πού βρισκόταν τώρα, κι εκείνος είχε αποκριθεί, και ο Κάλνεντουρ τού είχε πει να μείνει εκεί, να μην πάει πουθενά, οπότε ο Ζόρελνιρ είχε γελάσει βραχνά, με δυσκολία. «Νομίζεις ότι μπορώ να φύγω;» Ευτυχώς, άλλοι τέσσερις ήταν μαζί του και θα τον περιποιούνταν.

Το πρόβλημα, όμως, τώρα δεν ήταν ο Ζόρελνιρ· αυτός φτηνά την είχε γλιτώσει. Το πρόβλημα ήταν να σώσουν τον Ύρελκουρ’χοκ και τη Μάλμεντιρ από τους άτριχους λύκους της Χάρνωθ. Οι κατάσκοποι του Κάλνεντουρ τού είχαν αναφέρει ότι τους είχαν βάλει μέσα σ’ένα φορτηγό όχημα, και τώρα ο Κάλνεντουρ, κρυμμένος σ’ένα σοκάκι του Σκοτεινού Παζαριού μαζί με μερικούς αυτονομιστές, το έβλεπε αυτό το όχημα αντίκρυ του. Ήταν σταματημένο σε μια γωνία, όχι πολύ μακριά από το σπίτι του Εθέλδιρ, και πέντε μαχητές της Χάρνωθ στέκονταν κοντά του βαστώντας οπλολόγχες. Μια οδηγός, επίσης, φαινόταν στο εσωτερικό του, και ίσως να ήταν κι άλλοι μέσα στην κλειστή καρότσα, μαζί με τους αιχμαλώτους.

«Τι λέτε;» ρώτησε ο Κάλνεντουρ τους δικούς του. «Μπορούμε;»

«Με τη βοήθεια του Ιουράσκε ή χωρίς, Πρόμαχε,» αποκρίθηκε ο Ναλτάφιρ, οπλίζοντας το τουφέκι του.

(Σας έχω πει να μην με λέτε Πρόμαχο! σκέφτηκε ο Κάλνεντουρ, αλλά δεν μίλησε.)

«Δεν έχουν πιθανότητες επιβίωσης,» είπε η Έρνελιθ, πιάνοντας τη μια άσραθ από τη ζώνη της.

Ο Θόμαλκιρ τράβηξε ένα πιστόλι κι ένα ξιφίδιο. «Ο Τελευταίος Κήπος έχει ήδη ανοίξει την πύλη του, Κάλνεντουρ.»

Ο Κάλνεντουρ ένευσε· και: «Τώρα!» φώναξε.

Ο Ναλτάφιρ πυροβόλησε – ένας μαχητής της Χάρνωθ έπεσε. Η Έρνελιθ εκτόξευσε έναν περιστρεφόμενο δίσκο – ο λαιμός μιας μαχήτριας της Χάρνωθ σκίστηκε, μια οπλολόγχη έσπασε. Ο Κάλνεντουρ και ο Θόμαλκιρ όρμησαν από την κρυψώνα τους πυροβολώντας με πιστόλια – ακόμα δύο Χαρνώθιοι έπεσαν. Η Υράλνα ακολουθούσε, πυροβολώντας κι εκείνη.

Ο τελευταίος ζωντανός μαχητής της Χάρνωθ πέταξε την οπλολόγχη του και έτρεξε. Ένας περιστρεφόμενος μεταλλικός δίσκος τον χτύπησε στα γόνατα, σωριάζοντάς τον, και μια πιστολιά της Υράλνα τον σκότωσε.

Η οδηγός του φορτηγού έκανε να βάλει τους τροχούς του σε κίνηση, αλλά το τουφέκι του Ναλτάφιρ την πρόλαβε: σπάζοντας το τζάμι, η σφαίρα έσπασε εν συνεχεία το κρανίο της, τινάζοντας μυαλά και αίματα στο άλλο τζάμι.

Ο Κάλνεντουρ και ο Θόμαλκιρ άνοιξαν την πλαϊνή πόρτα του φορτηγού ενώ συγχρόνως πετάγονταν στο πλάι. Πυροβολισμοί ήρθαν από μέσα. Τουλάχιστον δύο Χαρνώθιοι, υπολόγισε αμέσως ο Κάλνεντουρ.

Ο Ναλτάφιρ πυροβόλησε, από το σοκάκι – μια κραυγή αντήχησε από το εσωτερικό του φορτηγού. Κι αμέσως μετά, μια ακόμα κραυγή: μια μαχήτρια της Χάρνωθ παραπάτησε, πέφτοντας έξω από το όχημα. Σωριάστηκε μπρούμυτα στο πλακόστρωτο, έκανε να σηκωθεί, αλλά το ξιφίδιο του Θόμαλκιρ μπήχτηκε στον λαιμό της.

«Δεν είναι κανένας άλλος εδώ!» ακούστηκε η φωνή της Μάλμεντιρ από μέσα.

Ο Κάλνεντουρ κοίταξε στο εσωτερικό και την είδε δεμένη χειροπόδαρα, στο πάτωμα· από τη θέση που βρίσκονταν τα πόδια της, όμως, καταλάβαινε ότι μάλλον εκείνη ήταν που είχε κλοτσήσει τη μαχήτρια της Χάρνωθ στέλνοντάς την έξω από το όχημα. Παραδίπλα βρισκόταν ο Ύρελκουρ’χοκ, δεμένος κι εκείνος.

Ο Κάλνεντουρ μπήκε στο φορτηγό και παρατήρησε ότι φορούσαν χειροπέδες. «Πού είναι τα κλειδιά;»

«Αυτή τα έχει,» είπε η Μάλμεντιρ.

Ο Θόμαλκιρ έψαξε τη νεκρή Χαρνώθια, πήρε έναν κρίκο με κλειδιά, και τον πέταξε στον Κάλνεντουρ, ο οποίος τα χρησιμοποίησε για ν’ανοίξει τα δεσμά της Μάλμεντιρ και του μάγου.

«Εσείς έχετε ξεχάσει τους αυτονομιστές, αλλά οι αυτονομιστές δεν έχουν ξεχάσει εσάς,» τους είπε.

«Εισέβαλαν στο σπίτι μας, τα καθάρματα, χωρίς λόγο!» είπε η Μάλμεντιρ.

«Το ξέρω.»

Πού είναι ο Εθέλδιρ; ρώτησαν τα χέρια του Ύρελκουρ’χοκ.

«Ασφαλείς, ελπίζω,» αποκρίθηκε ο Κάλνεντουρ. «Πρέπει να φύγουμε τώρα, προτού πλακώσουν κι άλλοι άτριχοι λύκοι της Χάρνωθ. Ελάτε!»

Αφήνοντας το σταματημένο φορτηγό πίσω τους, εξαφανίστηκαν μέσα στους δρόμους του Σκοτεινού Παζαριού, πηγαίνοντας από πυκνή σκιά σε πυκνή σκιά, στα πιο σκοτεινά μέρη που έβρισκαν. Σύντομα, όμως, άκουσαν Χαρνώθιους να συγκεντρώνονται γύρω τους· κάποιος τούς είχε δει, κάποιος τούς είχε εντοπίσει. Αλλά αποκλείεται να το είχε κάνει με μαγεία, σκεφτόταν ο Κάλνεντουρ, που εξακολουθούσε να φορά το δαχτυλίδι που ήταν φορτισμένο με τη Μαγγανεία Προκαλύψεως της Σερκίσναθ’χοκ. Αυτό τούς έκρυβε όλους τους. Όλους όσους ήταν κοντά του.

Καβαλάρηδες γιγαντόλυκων ακούγονταν να ζυγώνουν, καθώς και πεζοί μαχητές. Οι αυτονομιστές ετοιμάζονταν να πολεμήσουν, αλλά ο Κάλνεντουρ τούς είπε: «Μην είστε ανόητοι. Υπάρχει δρόμος για την Πόλη της Αέναης Νύχτας εδώ κοντά. Ελπίζω μόνο να φτάσουμε εκεί προτού μας φτάσουν αυτοί.»

«Έχεις Φυλαχτό;» τον ρώτησε η Μάλμεντιρ. «Έχεις Φυλαχτό της Αέναης Νύχτας;»

«Δύο, τώρα.»

«Ο Εθέλδιρ νόμιζε ότι οι αυτονομιστές δεν είχατε Φυλαχτά…»

«Ο Εθέλδιρ δεν ξέρει τα πάντα.»

«Πού βρήκες δύο Φυλαχτά, Κάλνεντουρ; Είχα την εντύπωση πως οι υποστηρικτές του Φύλακα είχαν μαζέψει όλα τα Φυλαχτά που υπάρχουν στην πόλη.»

Ο Κάλνεντουρ γέλασε. «Το ένα το πήρα πριν από λίγο, από τη φίλη σας τη Ζιρίνα ωλ Φέρενερ. Το άλλο κατάφερα να το βρω σ’ένα μέρος στον Λαβύρινθο, εδώ και αρκετό καιρό.»

«Τα έχεις και τα δύο τώρα μαζί σου;»

«Ναι.»

Ο Ύρελκουρ’χοκ είπε: Δεν πρέπει να πέσουν στα χέρια των Χαρνώθιων!

«Μη φοβάσαι, μάγε, δεν θα μας πιάσουν,» τον διαβεβαίωσε ο Κάλνεντουρ. «Φτάσαμε, απ’ό,τι βλέπω.»

Πλησίασαν μια πέτρινη σκάλα που σκαρφάλωνε στο πλάι μιας πολυκατοικίας. Την ανέβηκαν και βρέθηκαν σ’ένα μπαλκόνι γεμάτο φυτά. Το διέσχισαν κι έφτασαν στη γωνία του. Ο Κάλνεντουρ έβγαλε ένα Φυλαχτό της Αέναης Νύχτας από την τσέπη του κι άφησε την ακτινοβολία των φεγγαριών να χτυπήσει τον διαφανή λίθο στο κέντρο του. Ένας φωτεινός δίσκος παρουσιάστηκε παραδίπλα – μια διαστασιακή δίοδος για την Πόλη της Αέναης Νύχτας.

«Γρήγορα,» είπε ο Κάλνεντουρ, «περάστε!» Και ο Ύρελκουρ’χοκ, η Μάλμεντιρ, και οι υπόλοιποι πέρασαν τη δίοδο. Ο ίδιος μπήκε τελευταίος στην ενδοδιάσταση ενώ πίσω του άκουγε κάποιους ν’ανεβαίνουν την πέτρινη σκάλα – άτριχοι λύκοι της Χάρνωθ, μάλλον.

«Το κυνηγητό τελείωσε,» είπε ο Κάλνεντουρ στους συντρόφους του, καθώς όλοι τους βρίσκονταν τώρα μέσα στη σκοτεινή αντανάκλαση της Φάνρηβ.

Κυνηγάνε ακόμα τον Εθέλδιρ! έγνεψε ο Ύρελκουρ.

«Δεν τον κυνηγάνε ακριβώς, μάγε. Ο αδελφός μου και η Ζιρίνα έχουν μπει στο Καταφύγιο, το ξενοδοχείο, και οι Χαρνώθιοι έχουν συγκεντρωθεί γύρω του.»

«Δε θα τους πιάσουν,» είπε η Μάλμεντιρ. «Υπάρχει δίοδος για την Πόλη στην κορυφή του Καταφύγιου.»

«Σοβαρολογείς;»

«Φυσικά. Δεν το ήξερες;»

«Όχι,» παραδέχτηκε ο Κάλνεντουρ.

Σκιές είχαν, εν τω μεταξύ, έρθει κοντά τους. Θολές ανθρώπινες μορφές που βαστούσαν οπλολόγχες. Κοίταζαν γύρω-γύρω στο μπαλκόνι και μιλούσαν αναμεταξύ τους, αλλά τίποτα δεν ακουγόταν καθαρά μέσα στην Πόλη.

«Να βγούμε και να τους αιφνιδιάσουμε, Κάλνεντουρ;» πρότεινε ο Θόμαλκιρ. Παρά τις σφαίρες που είχε δεχτεί στον Λαβύρινθο, ο άνθρωπος εξακολουθούσε να είναι ορεξάτος για σκοτωμούς! παρατήρησε ο Κάλνεντουρ. Αν και, μάλλον, δεν θα έπρεπε να εκπλήσσεται. Ο Θόμαλκιρ ήταν από εκείνους τους παράφρονες που πραγματικά απολάμβαναν να είναι στη Συντεχνία του Τελευταίου Κήπου.

«Δεν υπάρχει κανένας λόγος,» του είπε ο Κάλνεντουρ. Και προς τον Ύρελκουρ’χοκ: «Γνωρίζω πως δεν μπορείς να εντοπίσεις με μαγεία κάποιον που βρίσκεται έξω από την Πόλη, αλλά μπορείς να εντοπίσεις κάποιον που βρίσκεται μέσα στην Πόλη, σωστά;»

Ο Ύρελκουρ κατένευσε.

«Θα βρεις τον Εθέλδιρ;»

Αν είναι κάπου κοντά. Δεν έχω μαζί το ραβδί μου, που μπορεί να ενισχύσει το Ξόρκι Ανιχνεύσεως. Το πήραν οι Χαρνώθιοι όταν μας αφόπλισαν.

«Πάμε προς το Καταφύγιο, τότε, να δούμε τι μπορείς να κάνεις.»

Η Σερκίσναθ’χοκ δεν ήταν μαζί τους· ο Κάλνεντουρ την είχε, προ πολλού, στείλει σε ασφαλές μέρος μαζί με άλλους αυτονομιστές.

*

Οι μαχητές του Βασιλείου εξακολουθούσαν να βρίσκονται γύρω από το ξενοδοχείο, κι ένα αρκετά μεγάλο θωρακισμένο όχημα ήταν σταματημένο μπροστά του. Όλ’ αυτά, βέβαια, φαίνονταν θολά και σκοτεινά μέσα από την Πόλη της Αέναης Νύχτας.

Ο Ύρελκουρ’χοκ έκανε ένα Ξόρκι Ανιχνεύσεως και μετά είπε: Δεν είναι εδώ κοντά.

«Γιατί, τότε, οι Χαρνώθιοι εξακολουθούν να βρίσκονται γύρω από το ξενοδοχείο;» έθεσε το ερώτημα η Μάλμεντιρ.

Αν είναι στη Μοργκιάνη, της θύμισε ο Ύρελκουρ, δεν μπορώ να τον εντοπίσω από την ενδοδιάσταση.

«Αποκλείεται να είναι ακόμα στη Μοργκιάνη,» είπε ο Κάλνεντουρ. «Πρέπει να έχει έρθει στην Πόλη. Είχε πάρει το Φυλαχτό του μαζί καθώς έφευγε, δεν το είχε πάρει;»

«Για αυτό έτρεξε αμέσως μόλις ήρθαν οι Χαρνώθιοι στο σπίτι μας,» αποκρίθηκε η Μάλμεντιρ. «Υποθέτω πως πρόλαβε να το πάρει. Το βάζει σε μια κρυψώνα.»

«Δύσκολα προσβάσιμη;»

«Καθόλου.»

«Τέλος πάντων,» είπε ο Κάλνεντουρ. «Πάμε. Δε μπορούμε να κάνουμε τίποτ’ άλλο εδώ, και νομίζω πως οι δικοί μας έχουν υποχωρήσει.»

«Ποιοι δικοί σας;» ρώτησε η Μάλμεντιρ.

Καθώς απομακρύνονταν από το ξενοδοχείο, ο Κάλνεντουρ τής εξήγησε ότι είχε στείλει αυτονομιστές να επιτεθούν στους Χαρνώθιους.

«Γιατί;»

«Γιατί είναι δυνάστες της πόλης. Τι άλλος λόγος χρειάζεται να υπάρχει; Κι επιπλέον, ήθελα να βοηθήσω τον Εθέλδιρ όσο περισσότερο μπορούσα.»

Αφού είχαν βαδίσει μέσα σε μερικούς δρόμους χωρίς να μιλάνε, ο Κάλνεντουρ ρώτησε τον μάγο και τη δημοσιογράφο αν θα ήταν από δω και στο εξής με το μέρος των αυτονομιστών, υπέρ της ολικής απελευθέρωσης της Φάνρηβ.

Ο Ύρελκουρ’χοκ είπε: Περιμένουμε τον Φύλακα.

«Μην είστε ανόητοι! Ο Φύλακας που θα έρθει δεν είναι ο Φύλακας που ήταν εδώ παλιά· είναι μια μαριονέτα της Κοινοπολιτείας των Τεσσάρων Δασών. Η Κοινοπολιτεία θέλει την πόλη μας επειδή η πόλη μας έχει τη θέση που έχει και επειδή είναι αυτό που είναι. Η Φάνρηβ δεν έχει ανάγκη την Κοινοπολιτεία για να είναι ελεύθερη, ούτε χρειάζεται τον Φύλακα!»

«Την έχει ανάγκη την Κοινοπολιτεία, Κάλνεντουρ,» είπε η Μάλμεντιρ, «αλλιώς θα καταλήξουμε πάλι προτεκτοράτο της Χάρνωθ – αν υποθέσεις ότι θα καταφέρουμε καν να ελευθερωθούμε για λίγο.»

«Η Νάζρηβ,» της θύμισε ο Κάλνεντουρ, «ούτε μέσα στην Κοινοπολιτεία βρίσκεται ούτε προτεκτοράτο του Βασιλείου είναι.»

«Δεν είμαστε η Νάζρηβ! Η Νάζρηβ βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα απόσταση από εδώ, κι ακόμα πιο μακριά από το Βασίλειο της Χάρνωθ. Οι Χαρνώθιοι δεν έχουν προτεκτοράτα τους στην άλλη άκρη της Μοργκιάνης.»

«Η Φάνρηβ θα μπορούσε να ήταν ισχυρότερη πόλη από τη Νάζρηβ, Μάλμεντιρ!»

Η δημοσιογράφος κούνησε το κεφάλι. «Δε νομίζω πως οι συνθήκες είναι κατάλληλες. Η καλύτερη επιλογή είναι ο Φύλακας και η Κοινοπολιτεία. Σ’ευχαριστούμε που μας βοήθησες, Κάλνεντουρ, και θα σ’το χρωστάμε – είσαι σαν αδελφός μας από την Επανάσταση και ύστερα, δεν το έχουμε ξεχάσει – αλλά δεν μπορούμε να συνταχθούμε με τους αυτονομιστές.»

Ναι, είπε ο Ύρελκουρ’χοκ, δεν μπορούμε. Αλλά θα σου χρωστάμε, Κάλνεντουρ.

Ο Κάλνεντουρ αναστέναξε. «Δεν πρόκειται να σας βάλω με το ζόρι να έρθετε μαζί μας. Αλλά πού σκοπεύετε τώρα να πάτε; Στο σπίτι σας ίσως οι Χαρνώθιοι να σας περιμένουν.»

Πρέπει να βρούμε τον Εθέλδιρ, είπε ο Ύρελκουρ’χοκ.

Και η Μάλμεντιρ κατένευσε. «Ναι.»

«Καλή τύχη, τότε.» Ο Κάλνεντουρ τούς έδωσε το χέρι του. «Οι δρόμοι μας χωρίζουν εδώ. Αφού δεν θέλετε να συνταχθείτε με τους αυτονομιστές, δεν μπορείτε να έρθετε μαζί μας.»

Η Μάλμεντιρ και ο Ύρελκουρ αντάλλαξαν μια χειραψία με τον Κάλνεντουρ, και ο μάγος είπε: Το καταλαβαίνουμε. Και σ’ευχαριστούμε ξανά.

«Αν χρειαστείτε βοήθεια, στείλτε σίρκι’θ.»

*

«Η Αρχόντισσα θα ήθελε να σας ενημερώσει πως, όταν επιστρέψετε στο σπίτι σας, πιθανώς να μη βρείτε εκεί τον Ύρελκουρ’χοκ και τη Μάλμεντιρ,» τους είχε πει μια Χαρνώθια διοικήτρια όταν βγήκαν από την είσοδο του ξενοδοχείου και σήκωσαν το δίκυκλό τους από το πλακόστρωτο, έτοιμοι να το καβαλήσουν. Οι φωτιές που οι αυτονομιστές είχαν ανάψει στον δρόμο ευτυχώς δεν είχαν φτάσει στην ενεργειακή φιάλη του δίκυκλου ώστε να προκληθεί έκρηξη. «Οι αυτονομιστές επιτέθηκαν στο όχημα όπου τους είχαμε και τους έκλεψαν. Μόλις το πληροφορηθήκαμε. Δεν ξέρουμε πού ίσως να τους έχουν πάει, και δεν ευθυνόμαστε εμείς γι’αυτό.»

«Για τίποτα δεν φαίνεται να ευθύνονται, οι καταραμένοι προσκυνητές του Χάρλαεθ Βοκ,» είπε η Ζιρίνα στον Εθέλδιρ, καθισμένη πίσω του πάνω στο δίκυκλο, καθώς κατευθύνονταν προς το σπίτι του.

«Αφού οι φίλοι μας είναι μαζί με τον Κάλνεντουρ, δεν ανησυχώ,» αποκρίθηκε εκείνος, οδηγώντας και βλέποντας με το ένα μάτι· το αριστερό το είχε ακόμα σκεπασμένο με το μαντήλι που του είχε δώσει ο Άλφεντουρ.

«Εγώ πάλι ανησυχώ. Δεν τον εμπιστεύομαι. Καθόλου.»

Προτού φτάσουν στο σπίτι του, συνάντησαν καθοδόν τη Μαύρη Γούνα. Ξεπρόβαλε από έναν σκιερό δρόμο τρέχοντας προς το μέρος τους. Η Ζιρίνα γέλασε και, κατεβαίνοντας από το δίκυκλο, την αγκάλιασε. Η γιγαντολύκαινα χαιρόταν φανερά που την έβλεπε· προσπαθούσε συνέχεια να τη γλείψει.

Όταν επέστρεψαν στο σπίτι του Εθέλδιρ, δεν βρήκαν κανέναν εκεί, και το μέρος ήταν ρημαγμένο. Σπασμένες πόρτες, σπασμένα παράθυρα, σπασμένα αντικείμενα. Ένα σίρκι’θ περιφερόταν μες στο σαλόνι – μάλλον, ένα από τα αδέσποτα της πόλης, γιατί δεν κρατούσε κανένα μήνυμα στο στόμα του.

«Θα το πληρώσει αυτή η καταραμένη ψεύτρα,» είπε η Ζιρίνα. «Προσπαθεί να τα μπαλώσει επειδή ο Άλφεντουρ μπλέχτηκε στην όλη υπόθεση. Σε διαφορετική περίπτωση, μπορεί να μας είχαν σκοτώσει και τους δύο.»

«Ναι,» είπε ο Εθέλδιρ, κουρασμένα, καθώς καθόταν στον καναπέ. «Ούτ’ εγώ το πιστεύω πως έγιναν όλα χωρίς δική της διαταγή. Ίσως – ίσως – να έγινε αυτό εδώ χωρίς δική της διαταγή»· έδειξε το ρημαγμένο καθιστικό γύρω τους. «Αλλά όχι κι αυτό»· έδειξε το καλυμμένο αριστερό μάτι του, και η όψη του ήταν ακόμα γεμάτη οργή.

Την οποία η Ζιρίνα θεωρούσε απόλυτα δικαιολογημένη. Του είπε: «Θα βρούμε κάποιον που μπορεί να βγάλει τη συσκευή τους από το μάτι σου.»

«Δεν είναι ‘συσκευή’ ακριβώς, Ζιρίνα. Είναι κάτι που δένεται με το νευρικό σύστημα. Πιθανώς να μη γίνεται να αφαιρεθεί. Όχι χωρίς να φύγει και το μάτι μαζί.»

Η Ζιρίνα ξεροκατάπιε. «Δεν είναι δυνατόν…» ψέλλισε. «Θα υπάρχει τρόπος.»

Ο Εθέλδιρ αναστέναξε. «Πολύ φοβάμαι πως, μάλλον, δεν υπάρχει.»

«Θα πάμε να ρωτήσουμε τον θείο μου, τον Σάρμαλκιρ, που είναι Βιοσκόπος. Αυτός θα ξέρει.»

Ο Εθέλδιρ δεν διαφώνησε. Σηκώθηκε από τον καναπέ, έπιασε ένα μπουκάλι κρασί από την κάβα στη γωνία, και γέμισε ένα ποτήρι για τον εαυτό του κι ένα για τη Ζιρίνα. «Ήμασταν τυχεροί που ο Άλφεντουρ επενέβη,» είπε. «Οι δικοί του πρέπει να παρακολουθούν συνεχώς την πόρτα των κατασκόπων αντίκρυ τους. Πρέπει να μας είδαν να περνάμε απ’τον διάδρομο. Αλλά, και πάλι, τίποτα δεν τους ανάγκαζε να μας βοηθήσουν όταν οι κατάσκοποι βρέθηκαν μπροστά μας.»

«Το λες σαν να υποπτεύεσαι κάτι…» Η Ζιρίνα πήρε το ένα ποτήρι και ήπιε μια γουλιά κρασί.

Και ο Εθέλδιρ ήπιε, από το δικό του ποτήρι. «Απλώς αναρωτιέμαι για τους λόγους του Άλφεντουρ.»

«Μπορεί να έχει αποφασίσει ότι εμείς έχουμε το δίκιο με το μέρος μας. Όπως και έχουμε το δίκιο με το μέρος μας.»

«Διπλωμάτης είναι, Ζιρίνα,» της θύμισε ο Εθέλδιρ. «Δε θα έκανε κάτι μόνο για ιδεολογικούς λόγους.»

«Γιατί όχι; Εξάλλου, δεν έχει να κερδίσει η Νάζρηβ αν η Φάνρηβ απελευθερωθεί από το Βασίλειο της Χάρνωθ;»

«Υποθέτω πως θα γίνουν κάποιες συμφέρουσες εμπορικές συμφωνίες,» είπε ο Εθέλδιρ. «Εγώ δεν είμαι διπλωμάτης, Ζιρίνα – ένας κλέφτης είμαι.»

Εκείνη γέλασε. «Είσαι πια κάτι πολύ περισσότερο από ένας κλέφτης, και το ξέρεις, Πρόμαχε.»

«Η Επανάσταση έχει τελειώσει,» είπε ο Εθέλδιρ· «δεν υπάρχουν Πρόμαχοι τώρα.» Ήπιε κι άλλο κρασί. «Υποθέτω πως και οι Χαρνώθιοι μπορούν να κάνουν συμφέρουσες συμφωνίες με τη Νάζρηβ. Αλλά, βέβαια, μην το πεις αυτό στον Άλφεντουρ.»

«Ο Άλφεντουρ νομίζω πως, στο τέλος, θα μας υποστηρίξει.»

«Ο Άλφεντουρ θα κάνει ό,τι συμφέρει την πόλη του. Γι’αυτό κιόλας αναρωτιέμαι γιατί μας βοήθησε μέσα στο ξενοδοχείο. Τι πίστευε ότι είχε να κερδίσει από μια τέτοια κίνηση;»

Η Ζιρίνα έμεινε σιωπηλή για μερικές στιγμές, αναλογιζόμενη αυτό που έλεγε ο Εθέλδιρ, παραμερίζοντας για λίγο από το μυαλό της το ότι ίσως, όντως, ο Άλφεντουρ να ήθελε απλά να τους βοηθήσει. «Μόνο ένα πράγμα μπορώ να σκεφτώ,» είπε τελικά.

«Τι;»

«Μεγαλύτερη διαπραγματευτική ικανότητα, με όλες τις πλευρές.»

«Τι εννοείς;»

«Μας βοήθησε έμπρακτα, άρα τώρα μπορεί να μας ζητήσει περισσότερα, δεν μπορεί;»

«Υποθέτω…»

«Συγχρόνως, όμως, έκανε την Αρχόντισσα ν’ανησυχήσει ότι η απάτη της και οι μέθοδοί της πιθανώς να στρέψουν τη Νάζρηβ εναντίον της· άρα τώρα μπορεί να ζητήσει κι από εκείνη περισσότερα.»

Ο Εθέλδιρ συνοφρυώθηκε. «Βλέπεις;» της είπε. «Εγώ είμαι ένας απλός κλέφτης μπροστά σου.» Και τελείωσε το κρασί του.

*

Πολλοί από τους αυτονομιστές βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στο μέρος που μάλλον θα γινόταν το νέο άντρο τους. Μετέφεραν εδώ προμήθειες και εξοπλισμούς, και περιποιούνταν τους τραυματίες τους. Αγκαλιάζονταν και φιλιόνταν. Χαρούμενοι που είχαν γλιτώσει με σχετικά μικρό κόστος από μια τέτοια επίθεση των δυναστών της πόλης τους.

Ο Κάλνεντουρ πλησίασε τον Μέμντουρ, τον νοοχορευτή, που ήταν μαυρόδερμος, ξυρισμένος στο κεφάλι, περίπου μια δεκαετία μικρότερός του, και λυγερός και όμορφος. Τον φίλησε στο στόμα. «Θα χορέψεις για μένα;» τον ρώτησε.

Ο Μέμντουρ χαμογέλασε. «Τον χορό της νόησης, ή τον δικό μας χορό;»

Ο Κάλνεντουρ άγγιξε το μέτωπό του με τα δύο δάχτυλα του δεξιού του χεριού. «Τον χορό που στέλνει το μυαλό σου στο μυαλό της Μοργκιάνης.»

«Κάτι συγκεκριμένο που θέλεις;»

«Νομίζω,» είπε ο Κάλνεντουρ, «πως βρισκόμαστε σε μια πολύ σημαντική καμπή, Μέμντουρ. Τα πάντα, επομένως, με ενδιαφέρουν. Τα πάντα μέσα στην πόλη – και γύρω από αυτήν.» Δεν χωρούσε αμφιβολία ότι αναφερόταν στον στρατό του Φύλακα που περίμενε έξω από τα τείχη, έτοιμος να πλησιάσει, να επιτεθεί, να φέρει καταστροφή στη Φάνρηβ για ν’αλλάξει την εξουσία της.

Ο νοοχορευτής ένευσε. «Θα χορέψω. Αλλά χρειάζομαι χώρο.»

Ο Κάλνεντουρ τού έκανε νόημα να έρθει μαζί του, κι εκείνος τον ακολούθησε.

Πίσω τους, κάποιος άλλος ερχόταν. Ο Κάλνεντουρ τον είχε αντιληφτεί – την είχε αντιληφτεί – παρότι ήταν ευέλικτη και επιδέξια. Η Έρνελιθ. Περίεργη να μάθει πού πήγαιναν οι δυο τους. Ο Κάλνεντουρ την είχε πιάσει κι άλλες φορές να τους κρυφοκοιτάζει. Νομίζει ότι πηγαίνουμε να πλαγιάσουμε, μια τέτοια ώρα;

Την αγνόησε. Βγάζοντας έναν φωτόλιθο από την τσέπη του για να διαλύσει το σκοτάδι, πλησίασε σύντομα μια πόρτα και την άνοιξε. «Εδώ,» είπε στον Μέμντουρ, δείχνοντας ένα άδειο δωμάτιο με μονάχα μερικά παλιά αντικείμενα στις γωνίες. «Δεν είναι αρκετός ο χώρος;»

Ο νοοχορευτής πλησίασε τα αντικείμενα κοιτάζοντας τα συνοφρυωμένος. «Τι…; Από ναό;»

«Σου φαίνονται παράξενα, ε;»

Τον κοίταξε πάνω απ’τον ώμο του. «Δεν είναι;»

«Τι νομίζεις ότι είναι; Για ποιον θεό;»

«Δεν έχω ξαναδεί τίποτα παρόμοιο,» μόρφασε ο Μέμντουρ, πιάνοντας ένα στριφτό ραβδί με περίτεχνα, εφιαλτικά λαξεύματα.

«Σκοτεινοί Ακόλουθοι.»

Ο νοοχορευτής στράφηκε να τον κοιτάξει. «Θες να πεις ότι εδώ ήταν κάποτε ναός του Πεινασμένου Σκοταδιού;»

Ο Κάλνεντουρ ένευσε.

«Μας φέρνεις στα καλύτερα μέρη, Πρόμαχε…»

Ο Κάλνεντουρ τον έδειξε με το δάχτυλό του. «Αν αρχίσεις κι εσύ να με λες ‘Πρόμαχο’…!»

«Τι θα συμβεί;» ρώτησε ο Μέμντουρ, υπομειδιώντας, καθώς άφηνε το ραβδί εκεί όπου το είχε βρει.

«Θα το μετανιώσεις πολύ σύντομα,» τον διαβεβαίωσε ο Κάλνεντουρ.

Ο Μέμντουρ άρχισε να βγάζει τα ρούχα του, το ένα μετά το άλλο, ενώ ο Κάλνεντουρ τον παρατηρούσε μέσα στο φως του φωτόλιθου στο χέρι του. Το σώμα αυτού του δαίμονα του Ιουράσκε ήταν πολύ όμορφο και ευλύγιστο για νάναι πραγματικό! Έκανε το αίμα του Κάλνεντουρ να βράζει. Ήθελε να τον αρπάξει και να τον τραβήξει κοντά του, να δαγκώσει το πλάι του λαιμού του, να σύρει τη γλώσσα του πάνω στον ώμο του. Αλλά τώρα δεν είχαν έρθει εδώ γι’αυτό…

Και η Έρνελιθ συνέχιζε να παρακολουθεί από τη μισάνοιχτη πόρτα. Ήταν καλά κρυμμένη, όφειλε να παραδεχτεί ο Κάλνεντουρ, αλλά κι εκείνος ήταν καλός στο να καταλαβαίνει κατασκόπους. Η Επανάσταση τον είχε εκπαιδεύσει άψογα. Πολλές φορές, δε, σχεδόν κοστίζοντας τη ζωή του.

Παρότι το δωμάτιο ήταν υπόγειο και έκανε κρύο, ο Μέμντουρ έβγαλε όλα του τα ρούχα εκτός από την περισκελίδα η οποία έκρυβε μόνο τα γεννητικά του όργανα αφήνοντας τους γλουτούς εκτεθειμένους. Ο νοοχορευτής γονάτισε και με τα δύο γόνατα, ένωσε τις γροθιές του μπροστά του, και ακούμπησε το μέτωπό του επάνω τους. Έμεινε έτσι για μερικά λεπτά, ενώ ο Κάλνεντουρ στεκόταν σε μια γωνία του δωματίου. Μετά, ο Μέμντουρ άρχισε να κινείται τόσο απρόσμενα αλλά και φυσικά που ήταν σαν το νερό που ξεκινά να τρέχει από μια πηγή. Και το νερό συνέχισε να κυλά, αβίαστα: η μία χορευτική κίνηση του Μέμντουρ διαδεχόταν την άλλη, το σώμα του στροβιλιζόταν και κύρτωνε, κύρτωνε και στροβιλιζόταν, τα μέλη του άλλες φορές έφερναν στο μυαλό πλοκάμια υδρόβιου πλάσματος, άλλες φορές ευλύγιστα κλωνάρια δέντρων. Θα νόμιζε κανείς ότι ο νοοχορευτής δεν ήταν άνθρωπος αλλά κάτι διαφορετικό, κάτι προερχόμενο έξω από τη Μοργκιάνη. Αντιθέτως, όμως, ήταν απόλυτα Μοργκιανός. Όπως και όλοι οι νοοχορευτές. Οι δυνάμεις τους ζωντάνευαν μόνο σε τούτη τη διάσταση· πουθενά αλλού στο Γνωστό Σύμπαν, σύμφωνα μ’ό,τι είχε ακούσει ο Κάλνεντουρ.

Οι κινήσεις του Μέμντουρ γίνονταν ολοένα και πιο γρήγορες, και ήταν ολοένα και πιο δύσκολο για το μάτι να της παρακολουθήσει. Ο νοοχορευτής έμοιαζε με μαύρο στρόβιλο. Έμοιαζε, κάπου-κάπου, να έχει περισσότερα από δύο χέρια ή πόδια: τρία, πέντε, έξι! Ή περισσότερα κεφάλια από ένα! Ο Κάλνεντουρ αισθανόταν ζαλισμένος· όλη η ερωτική επιθυμία τον είχε εγκαταλείψει. Ο χορός της νόησης δεν προκαλούσε έρωτα· μονάχα δέος.

Ο Μέμντουρ στροβιλιζόταν και στροβιλιζόταν και στροβιλιζόταν. Για κάμποση ώρα. Ενώ ο Κάλνεντουρ είχε ακουμπήσει την πλάτη του στη γωνία του δωματίου και σταυρώσει τα χέρια του μπροστά του, περιμένοντας.

Η Έρνελιθ, παρατηρούσε, δεν είχε ακόμα φύγει από την πόρτα.

Κινούμενος απρόσμενα, πλησίασε το κατώφλι. Η Έρνελιθ, παρότι μάλλον ζαλισμένη από τον νοοχορευτή, αμέσως έκανε να φύγει, με τρόπο γρήγορο κι επιδέξιο.

«Περίμενε,» της είπε ο Κάλνεντουρ, κι εκείνη στάθηκε. Στράφηκε να τον ατενίσει.

«Ήμουν περίεργη να δω πού ήσασταν,» εξήγησε.

Ο Κάλνεντουρ τής έκανε νόημα νάρθει μέσα, κι εκείνη τον ακολούθησε.

Ο Μέμντουρ ακόμα χόρευε· αμφίβολο ήταν αν είχε καταλάβει την είσοδο της Έρνελιθ. Όταν οι νοοχορευτές χόρευαν τον χορό της νόησης δεν είχαν επαφή με τον γύρο χώρο.

Μετά από λίγη ώρα ακόμα, ο χορός τελείωσε: όχι απότομα: σταδιακά. Σαν μια σβούρα που στροβιλίζεται ολοένα και πιο αργά, μέχρι να πάψει να κινείται. Ο Μέμντουρ κατέληξε να βρίσκεται στην ίδια γονατιστή θέση με πριν – ακριβώς στο ίδιο σημείο μέσα στο δωμάτιο – με τις γροθιές του ενωμένες μπροστά του και το μέτωπό του ακουμπισμένο επάνω τους.

Μερικές στιγμές πέρασαν χωρίς να κινηθεί στο ελάχιστο, χωρίς να μιλήσει. Η αναπνοή του δεν αντηχούσε λαχανιασμένη· δεν ακουγόταν καθόλου. Ύστερα, ο νοοχορευτής ορθώθηκε. Τα μάτια του έμοιαζαν να κοιτάζουν τον Κάλνεντουρ και την Έρνελιθ και συγχρόνως να μην τους κοιτάζουν, σαν ακόμα να ονειρευόταν.

Η Έρνελιθ, ατενίζοντας το σώμα του, ξεροκατάπιε. Είναι όμορφος, όφειλε να παραδεχτεί. Δεν απορούσε που ο νοοχορευτής είχε μαγέψει τον Κάλνεντουρ. Αλλά θα έβρισκε, στο τέλος, έναν τρόπο να φέρει τον Κάλνεντουρ στο κρεβάτι της. Η Έρνελιθ ήταν κυνηγός: περίμενε, παρατηρούσε…

Αναρωτήθηκε, προς στιγμή, πώς θα ήταν να είχε τον νοοχορευτή από κάτω της, ανάμεσα στα πόδια της, με το ορθωμένο όργανό του μέσα της, με τα χέρια της επάνω στο στήθος του. Δεν μπορούσε παρά να το σκεφτεί, έστω και φευγαλέα. Και δεν κάκισε τον εαυτό της γι’αυτό. Ποια γυναίκα δεν θα το σκεφτόταν, βλέποντάς τον έτσι μπροστά της;

Ο Κάλνεντουρ ρώτησε, χωρίς βιάση: «Τι είδες;»

«Σου έχω εξηγήσει ότι δεν ‘βλέπω’, Κάλνεντουρ. Κανένας νοοχορευτής δεν ‘βλέπει’. Αισθανόμαστε· το μυαλό μας είναι τα μάτια μας.» Ο Μέμντουρ άρχισε να ντύνεται, κρύβοντας το μαύρο σώμα του που γυάλιζε από τον ιδρώτα. Όταν είχε φορέσει σχεδόν όλα του τα ρούχα, είπε: «Η πόλη φοβάται… Ο φόβος είχε γεμίσει ξανά το μυαλό μου σαν μολυσμένο νερό…» Τελειώνοντας με την ένδυσή του, κάθισε πάνω στον παλιό, σκεπασμένο με ύφασμα βωμό του Παντοβόρου Σκότους, φανερά κουρασμένος τώρα, ύστερα από τον χορό του. Μπορεί να έμοιαζε με γιος θεών, αλλά δεν ήταν· ήταν θνητός όπως όλοι τους. «Φοβούνται εμάς, Κάλνεντουρ: τους αυτονομιστές. Φοβούνται ότι θα καταστρέψουμε τις περιουσίες τους, φοβούνται ότι θα τους σκοτώσουμε–»

«Ο κόσμος είναι ηλίθιος,» γρύλισε ο Κάλνεντουρ. «Φοβάται τους απελευθερωτές του και λατρεύει τους δυνάστες του!»

«Φοβούνται τον ερχομό του Φύλακα,» συνέχισε ο Μέμντουρ σαν να μην τον είχαν διακόψει. «Τον θέλουν και τον φοβούνται συγχρόνως. Είναι διχασμένοι. Τα μυαλά τους ταραγμένα. Θα τους σώσει ο Φύλακας, ή θα τους καταστρέψει;»

«Θα τους καταστρέψει! Μόνο οι ίδιοι μπορούν να σώσουν τους εαυτούς τους!»

«Όλα τα πολιτικά πρόσωπα της Φάνρηβ βρίσκονται σε μεγάλη αναστάτωση. Μια γυναίκα φαίνεται πως θα πάρει τη θέση ενός άντρα, και το μυαλό της είναι στραμμένο προς τη σταθερότητα που βλέπει σ’αυτούς που άλλοι θεωρούν καταπιεστές.»

Ο Κάλνεντουρ δεν ζήτησε λεπτομέρειες, γιατί ήξερε πως ο Μέμντουρ απλά του έλεγε ό,τι είχε φέρει ο χορός στο μυαλό του. Ποια γυναίκα μπορεί να ήταν αυτή που θα έπαιρνε τη θέση ενός άντρα; Η Ζιρίνα; Ήταν τελικά προδότρια; Μα, ο Ύρελκουρ’χοκ και η Μάλμεντιρ είχαν πει ότι οι Χαρνώθιοι είχαν βάλει μια συσκευή παρακολούθησης μέσα στο μάτι του Εθέλδιρ, και μάλλον έτσι είχαν εντοπίσει τους αυτονομιστές. Δεν ήταν η Αιρετή που τους είχε προδώσει.

«Η νόηση κατασκόπων βρίσκεται στο να πιέσουν ανθρώπους που θα ψηφίσουν για να φέρουν νεκρούς ξανά στη ζωή αλλά στραμμένους προς διαφορετική εξουσία.»

Πρέπει να μιλά για τις εκλογές των καινούργιων Αιρετών… σκέφτηκε ο Κάλνεντουρ.

«Τα αγρίμια που καιροφυλαχτούν έξω από την πόλη μαζί με τους εξόριστους δεν θ’αργήσουν να πλησιάσουν. Η γυναίκα που στέκεται στον δρόμο τους, την οποία πολλοί αντιπαθούν, θα φανεί σαν σώτειρα τώρα· τα μυαλά τους ήδη αναζητούν ασφάλεια· η οργή που θα έρθει από έξω θα τους σπρώξει προς αυτήν. Αλλά ούτε εκείνη μπορεί να προσφέρει την ασφάλεια που δεν έχει: ένα κακόβουλο μυαλό παρατηρεί τις κινήσεις της, και δρα πίσω από την πλάτη της!»

«Προδότες ανάμεσα στους Χαρνώθιους; Άνθρωποι που είναι με το μέρος της Κοινοπολιτείας;» δεν μπόρεσε παρά να ρωτήσει ο Κάλνεντουρ.

Ο Μέμντουρ δεν απάντησε. «Οι ταραγμένες ψυχές τους θα ταραχτούν ακόμα περισσότερο όταν τα νέα για έναν παλιό ήρωα, τώρα με ένα μάτι, θα φτάσουν στ’αφτιά τους. Δε θα ξέρουν από πού να αναζητήσουν προστασία.

»Πολλές δυνάμεις προσπαθούν να κερδίσουν την εύνοια ενός ο οποίος έχει έρθει από αλλού. Ίσως ο ρόλος του να είναι καθοριστικός για το προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα. Ασφάλεια για την πόλη, ή μεγάλη προδοσία; Όλοι τον εμπιστεύονται, κανένας δεν τον εμπιστεύεται.»

Ο Κάλνεντουρ ρώτησε: «Για την επίθεση στο Μέγαρο των Αιρετών δεν είδες– δεν έμαθες τίποτα; Ποιος μπορεί να έκανε την επίθεση;»

Ο Μέμντουρ έμεινε σιωπηλός. «Έχεις κάτι να πιω, Κάλνεντουρ;»

«Δε θα πάρω απάντηση, ε;»

«Γνωρίζεις ότι σου λέω μόνο ό,τι μπορώ.»

«Πάμε επάνω,» πρότεινε ο Κάλνεντουρ. «Εκεί έχει και νερό και κρασί.»

Η Έρνελιθ δεν ήξερε τι να σκεφτεί για όλα τούτα. Δεν γνώριζε τόσο καλά την πολιτική κατάσταση στη Φάνρηβ όσο ο Κάλνεντουρ. Οι νοοχορευτές, πάντως, πάντοτε τη μπέρδευαν μ’αυτά που έλεγαν. Ακόμα και στην πατρίδα της, στις Σκιερές Κοιλάδες.

Ακολούθησε τους δύο άντρες καθώς έβγαιναν από το δωμάτιο, αφήνοντάς το στο υπόγειο σκοτάδι.

*

Ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα δεν μπορούσαν να κοιμηθούν, και η δεύτερη δεν είχε κουράγιο τώρα για να επιστρέψει στην οικία των Φέρενερ στο Υαλουργείο, ούτε και ήθελε να τον αφήσει μόνο του. Συγύριζαν λοιπόν το σπίτι, μαζεύοντας θραύσματα και προσπαθώντας να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους, όπως ήταν πριν από την επίθεση των Χαρνώθιων. Η Μαύρη Γούνα είχε έρθει μέσα στο καθιστικό του ισογείου και καθόταν κουλουριασμένη μπροστά στον κλειστό τηλεοπτικό δέκτη.

Σε κάποια στιγμή, πετάχτηκε όρθια αλυχτώντας.

Ο Εθέλδιρ, ακόμα έχοντας το αριστερό του μάτι καλυμμένο, κατέβηκε από τον όροφο του σπιτιού, βιαστικά· η Ζιρίνα βγήκε απ’το υπνοδωμάτιο του ισογείου.

Ο Ύρελκουρ’χοκ και η Μάλμεντιρ είχαν μόλις μπει, παραμερίζοντας τη σπασμένη εξώπορτα.

«Δόξα στους θεούς, είστε καλά!» είπε ο Εθέλδιρ.

«Τι κάνετε εδώ;» ρώτησε η Μάλμεντιρ. «Ήμασταν στην Πόλη της Αέναης Νύχτας και ήρθαμε προς το σπίτι. Είδαμε ότι δεν ήταν κανένας Χαρνώθιος τριγύρω αλλά δύο γνώριμες σκιές περιφέρονταν μέσα, και ένας γιγαντόλυκος» – κοίταξε προς τη μεριά της Μαύρης Γούνας – «ξεκουραζόταν.»

«Στην Πόλη της Αέναης Νύχτας;» απόρησε η Ζιρίνα. «Μας είπαν ότι οι αυτονομιστές σάς έκλεψαν από τους Χαρνώθιους.»

«Ποιος σας το είπε;»

Συναντήσατε τον Κάλνεντουρ; ρώτησε ο Ύρελκουρ’χοκ.

Ο Εθέλδιρ τούς εξήγησε τι είχε συμβεί.

Η Αρχόντισσα λέει ψέματα, είπε ο Ύρελκουρ. Αποκλείεται να μην ήξερε!

«Συμφωνούμε, φίλε μου,» αποκρίθηκε ο Εθέλδιρ. «Για το μάτι, τουλάχιστον, όντως αποκλείεται να μην ήξερε.»

«Να δείτε που θα τιμωρήσει δημοσίως τη Νικόλ, για να διαλύσει την κακή εικόνα για τον εαυτό της,» είπε η Ζιρίνα.

«Πολύ πιθανό,» συμφώνησε η Μάλμεντιρ.

Το ραβδί μου; ρώτησε ο Ύρελκουρ.

«Εδώ είναι,» είπε ο Εθέλδιρ. «Επάνω. Δεν το πήραν μαζί τους. Το πέταξαν στο πάτωμα, μαζί με μερικά όπλα.»

«Όσα όπλα καταφέραμε να πιάσουμε…» εξήγησε η Μάλμεντιρ.

«Κρίνοντας από την κατάσταση του χώρου επάνω,» είπε ο Εθέλδιρ μειδιώντας, «δεν τους αφήσατε να σας συλλάβουν εύκολα.» Κι οι δυο τους ήταν χτυπημένοι, παρατηρούσε. Είχαν γαλανισμούς (η μαυρόδερμη Μάλμεντιρ) και μελανιές (ο γαλανόδερμος Ύρελκουρ) στα πρόσωπά τους και, αναμφίβολα, στα σώματά τους, κάτω από τα ρούχα τους τα οποία ήταν φανερά τραβηγμένα και μισοσκισμένα. Μπλε αίμα είχε βάψει την κίτρινη μπλούζα της Μάλμεντιρ στον αριστερό ώμο· κόκκινο αίμα είχε βάψει το πουκάμισο του Ύρελκουρ στο στήθος, αλλά το τραύμα δεν πρέπει να ήταν τίποτα περισσότερο από μια αμυχή – από λεπίδα οπλολόγχης ίσως.

Μπορεί, πάντως, να είχαν επάνω τους πολλά χτυπήματα μα κανένα δεν φαινόταν τόσο σοβαρό όσο αυτό στον αριστερό μηρό του Εθέλδιρ. Στη σουίτα του Άλφεντουρ, ο Θάλβακιρ είχε βγάλει τη σφαίρα από το σώμα του πρώην Προμάχου της Επανάστασης, όμως και πάλι εκείνος βάδιζε κουτσαίνοντας ελαφρώς. Για την ακρίβεια, τώρα που η ένταση είχε περάσει, κούτσαινε χειρότερα, και πονούσε χειρότερα. Το σώμα του ήθελε ξεκούραση αλλά, συγχρόνως, δεν μπορούσε και να κοιμηθεί, δεν μπορούσε να χαλαρώσει.

«Μας ξέρεις, δε μας ξέρεις;» είπε η Μάλμεντιρ επιστρέφοντάς του το μειδίαμα. «Θα τους αφήναμε να μας πιάσουν εύκολα;»

«Δεν είστε τραυματισμένοι άσχημα, ευτυχώς…»

Η Μάλμεντιρ κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν είμαστε.»

Εσύ; ρώτησε ο Εθέλδιρ τον Ύρελκουρ, στη Σιωπηλή Γλώσσα.

Εκείνος άγγιξε με το ένα χέρι το αιματοβαμμένο σημείο του πουκαμίσου του, ενώ με το άλλο χέρι έλεγε: Δεν είναι τίποτα. Λίγο αντισηπτικό θέλει μόνο.

«Πώς βρεθήκατε στην Πόλη, αλήθεια;» ρώτησε ο Εθέλδιρ. «Ο αδελφός μου σας πήγε εκεί;»

«Ποιος άλλος;» είπε η Μάλμεντιρ. «Εμείς δεν έχουμε Φυλαχτό. Εκείνος, όμως, έχει δύο. Το ένα το πήρε από τη Ζιρίνα» – κοίταξε προς στιγμή την Αιρετή – «το άλλο μάς είπε ότι το είχε από καιρό. Το είχε βρει, λέει, κάπου στον Λαβύρινθο.»

«Από καιρό;» έκανε η Ζιρίνα. «Δηλαδή, οι αυτονομιστές είχαν από καιρό πρόσβαση στην Πόλη;»

«Έτσι φαίνεται.»

Η Ζιρίνα κοίταξε τον Εθέλδιρ, με κάποια ανησυχία στο βλέμμα της.

Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Έχουμε σημαντικότερα προβλήματα τώρα.»

«Θέλω πίσω το Φυλαχτό μου,» είπε η Ζιρίνα.

11
Εσπευσμένη Δημοσιογραφία· τα Λόγια του Βιοσκόπου· Ένα Διάγγελμα· η Οργή Μιας Φυλακισμένης

Η Μάλμεντιρ έγραψε ένα άρθρο για τον Κήρυκα της Φάνρηβ ώσπου να ξημερώσει.

Η Ζιρίνα την άκουγε να πατά τα πλήκτρα κάποιου πληκτρολογίου στον πάνω όροφο του σπιτιού. Η ίδια ήταν καθισμένη στο καθιστικό του ισόγειου, με τη Μαύρη Γούνα κουλουριασμένη δίπλα στην πολυθρόνα της. Δε μπορούσε να κοιμηθεί. Έπινε τσάι από μια κούπα και κάπνιζε στριφτά τσιγάρα. Επιπλέον, ήταν χρήσιμο να μείνει ξάγρυπνη, νόμιζε, γιατί το σπίτι ήταν ουσιαστικά ανοιχτό. Είχαν βάλει τις εξώπορτες στις θέσεις τους αλλά δεν έπαυαν να είναι σπασμένες· μπορούσε κάποιος, με ελάχιστη προσπάθεια, να τις παραμερίσει και να μπει. Ο Ύρελκουρ’χοκ την είχε διαβεβαιώσει ότι είχε υφάνει μια μαγγανεία και στην κάτω εξώπορτα και στην πάνω – μια μαγγανεία που θα τον ειδοποιούσε αν κανείς επιχειρούσε να εισβάλει – όμως, και πάλι, η Ζιρίνα δεν αισθανόταν καθησυχασμένη. Εξάλλου, ό,τι γινόταν με μαγεία μπορούσε επίσης να ξεγίνει με μαγεία, σωστά;

Αν ήμουν άλλη θα είχα πάει στο σπίτι μου. Αλλά δεν ήταν άλλη. Ήταν η Ζιρίνα ωλ Φέρενερ, και είχε, στο σύντομο παρελθόν, πολεμήσει μαζί με τους επαναστάτες για να ελευθερώσει την πόλη της από τους Παντοκρατορικούς – πράγμα για το οποίο ήταν περήφανη. Έτσι, δεν θα εγκατέλειπε τώρα τους συντρόφους της αφύλαχτους, σε καμία περίπτωση. Ο Εθέλδιρ κοιμόταν στο υπνοδωμάτιο· ήταν τραυματισμένος. Ο Ύρελκουρ’χοκ και η Μάλμεντιρ ήταν επίσης χτυπημένοι, αν και τα τραύματά τους δεν ήταν σοβαρά. Η Ζιρίνα ήταν, απόψε, η συγκριτικά πιο ανέγγιχτη απ’ όλους.

Η αυγή τη βρήκε στην πολυθρόνα, να καπνίζει ακόμα ένα τσιγάρο.

Η Μαύρη Γούνα ξύπνησε και της έγλειψε το αριστερό πέλμα καθώς η Ζιρίνα είχε τα πόδια της τεντωμένα μπροστά της και σταυρωμένα στον αστράγαλο. Νιώθοντας να γαργαλιέται, γέλασε. «Σταμάτα, άτακτο κορίτσι!» είπε στη γιγαντολύκαινα και τη χάιδεψε δυνατά στο κεφάλι, ανάμεσα στ’αφτιά.

Η Μαύρη Γούνα γρύλισε χαριτωμένα. Ήταν, τουλάχιστον, χαριτωμένο αν τη γνώριζες· αν δεν τη γνώριζες, ήταν τρομαχτικό σχετικά.

Η Μάλμεντιρ κατέβηκε από τον όροφο και χαιρέτησε τη Ζιρίνα. Ήταν πλυμένη και καλοντυμένη, είχε την τσάντα της περασμένη στον ώμο, και αναμφίβολα κάποιο μικρό όπλο πρέπει να κρυβόταν κάτω απ’το πανωφόρι της.

«Δεν κοιμάσαι;» είπε στη Ζιρίνα.

«Για να με βλέπεις ξύπνια.»

«Το ήλπιζα, για νάμαι ειλικρινής, να είναι κάποιος ξύπνιος εδώ κάτω· δεν ήθελα να ξυπνήσω τον Ύρελκουρ.»

«Τι συμβαίνει;»

Και τότε ήταν που η Μάλμεντιρ τής είπε ότι πήγαινε στη δουλειά της, στην εφημερίδα «Ο Κήρυκας της Φάνρηβ», για να παραδώσει ένα άρθρο σχετικά με ό,τι έγινε χτες βράδυ και ό,τι έκαναν στον Εθέλδιρ όσο ήταν κρατούμενος στο Μέγαρο των Φυλάκων. «Ο κόσμος πρέπει να μάθει.»

«Δε ρώτησες όμως τον Εθέλδιρ.»

«Νομίζεις ότι θα έχει πρόβλημα; Απλά τα γεγονότα αναφέρω: ούτε καν σχολιάζω. Και δεν υπάρχει χρόνος τώρα για να συζητήσουμε· η εφημερίδα σε λίγο τυπώνεται. Ελπίζω το άρθρο να περάσει χωρίς κανένας να παρέμβει.»

Η Ζιρίνα ένευσε. «Πήγαινε,» είπε. «Και, όχι, δε νομίζω ο Εθέλδιρ να έχει πρόβλημα. Αλλά, ούτως ή άλλως, είσαι δημοσιογράφος, τη δουλειά σου κάνεις και την αλήθεια λες. Εμείς δεν έχουμε κάτι να κρύψουμε.»

Η Μάλμεντιρ τη χαιρέτησε κι έφυγε από τη σπασμένη πόρτα, χωρίς να τη βάλει ξανά στη θέση της με πολύ προσοχή. Η Ζιρίνα σηκώθηκε από την πολυθρόνα και την κοίταζε απ’το παράθυρο, να κατευθύνεται προς τον κοντινό στάβλο για να πάρει το άλογό της.

Όταν ο Εθέλδιρ ξύπνησε, του έφτιαξε μια κούπα τσάι και του είπε για τη Μάλμεντιρ και το άρθρο της.

«Θα το πρότεινα κι εγώ, αν δεν ήμουν τόσο κουρασμένος χτες βράδυ,» είπε εκείνος. Ύστερα από το συμμάζεμα του σπιτιού, η εξάντληση τελικά τον είχε χτυπήσει απρόσμενα· είχε πάει στο υπνοδωμάτιο και είχε ξαπλώσει με τα ρούχα. «Εσύ από πότε έχεις σηκωθεί;»

«Δεν κοιμήθηκα καθόλου.»

«Γιατί;»

Ανασήκωσε τους ώμους καθώς ήταν πάλι καθισμένη στην πολυθρόνα. «Δε μπορούσα, και κάποιος έπρεπε να σας φυλάει.»

Ο Εθέλδιρ, που ήταν καθισμένος στον καναπέ, χαμογέλασε κουνώντας το κεφάλι. Εξακολουθούσε να καλύπτει το αριστερό του μάτι με το μαντήλι του Άλφεντουρ. «Με τον θείο σου πότε θα μιλήσεις;»

«Τώρα, βασικά.»

Αλλά, προτού προλάβει να σηκωθεί απ’την πολυθρόνα, η Μάλμεντιρ επέστρεψε στο σπίτι.

«Τι έγινε;» τη ρώτησε η Ζιρίνα.

Εκείνη μειδίασε. «Όλα εντάξει. Κανείς δεν ρώτησε τίποτα. Βιάζονταν να τυπώσουν το φύλλο, και τους είπα ότι ήταν ένα άρθρο που έπρεπε οπωσδήποτε να συμπεριλάβουν, για κάτι το οποίο είχε συμβεί χτες βράδυ – πολύ σημαντικό γεγονός που θα έκανε την εφημερίδα ανάρπαστη.»

«Δεν τους είπες ψέματα,» είπε ο Εθέλδιρ. «Ο Κήρυκας σίγουρα θα εξαφανιστεί σήμερα απ’όλα τα περίπτερα.»

*

Αφού οι υπηρέτριες άλλαξαν τους επιδέσμους και τα βοτάνια στα εγκαύματά της, κάθισε να πάρει το πρωινό της πλάι σ’ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε την αυλή του Μεγάρου των Φυλάκων και την πόλη κάτω από το Μέγαρο.

Οι καταραμένοι αυτονομιστές, σκεφτόταν η Κέσριμιθ καθώς διαπίστωνε ότι, μετά από τις αλλαγές επιδέσμων, δεν είχε όρεξη για φαγητό. Οι καταραμένη αυτονομιστές!… Θα τους βρω. Θα τους αφανίσω όλους! Χτες βράδυ, ο Θόρεντιν και η Νικόλ, δυστυχώς, δεν τα είχαν καταφέρει και πολύ καλά. Μονάχα κάτι ελάχιστους είχαν πιάσει· οι άλλοι είχαν ξεφύγει από ένα υπόγειο που έβγαζε στους υπονόμους της Φάνρηβ. Οι αιχμάλωτοι, όμως, ίσως να έδιναν χρήσιμες πληροφορίες. Ίσως να ήξεραν πού μπορεί να είχαν πάει οι σύντροφοί τους. Αν και, βέβαια, οι αυτονομιστές που είχαν ξεφύγει δεν ήταν ηλίθιοι· μάλλον δεν θα πήγαιναν εκεί όπου μπορούσε κανείς να τους προδώσει: λογικά θα πήγαιναν σε κάποιο απρόβλεπτο μέρος…

Συνεχώς δυσκολίες. Στα πάντα!

Και θα νόμιζε κανείς ότι, τώρα που είχαν φύγει οι Παντοκρατορικοί, τα πράγματα θα ήταν πιο απλά στην πόλη. Αλλά ο Χάρλαεθ Βοκ δεν το ήθελε έτσι. Μας δοκιμάζει, θα έλεγαν οι ιερείς του. Η Κέσριμιθ, όμως, δεν ήταν και τόσο θρησκευόμενη. Ανέκαθεν την κατηγορούσαν για άθεη.

Αναστέναξε. Το ήξερε πως τώρα μια δύσκολη – ακόμα μια δύσκολη – απόφαση την περίμενε:

Τι θα έκανε με τη Νικόλ.

Και τι θα έλεγε ενώπιον της πόλης για όλα όσα είχαν συμβεί. Διότι έπρεπε οπωσδήποτε να μιλήσει. Αν κρυβόταν, αυτό θα δημιουργούσε άσχημη εικόνα για το άτομό της. Μια ευγενής του Βασιλείου, Βασιλική Αντιπρόσωπος, Αρχόντισσα προτεκτοράτου, έπρεπε να αναλαμβάνει πλήρως τις ευθύνες της.

Μια υπηρέτρια χτύπησε την πόρτα της και ρώτησε αν η Υψηλοτάτη θα ήθελε τις σημερινές εφημερίδες. Λεγόταν πως στον Κήρυκα της Φάνρηβ είχε εμφανιστεί ένα άρθρο σχετικά με τα χτεσινοβραδινά γεγονότα–

«Τι άρθρο;» έκανε η Κέσριμιθ. «Πότε πρόλαβαν;»

«Δεν ξέρω, Αρχόντισσά μου… Να σας αφήσω τα έντυπα;»

Η Κέσριμιθ κατένευσε, και η υπηρέτρια τα άφησε στο τραπέζι, πλάι στο πρωινό, και έφυγε.

Η Αρχόντισσα της Φάνρηβ έπιασε τον Κήρυκα και δεν άργησε καθόλου να βρει το άρθρο που την ενδιέφερε. Η πρώτη του παράγραφος ήταν στην πρώτη σελίδα, και ολόκληρο ήταν στη σελίδα 12. Το είχε γράψει η Μάλμεντιρ αλ Ορένουν. Φυσικά! Η επαναστάτρια που έμενε μαζί με τον Εθέλδιρ. Ήταν δημοσιογράφος του Κήρυκα της Φάνρηβ.

Το άρθρο μιλούσε για την επίθεση στο σπίτι του Εθέλδιρ, λέγοντας τα πράγματα όπως είχαν συμβεί. Ανέφερε επίσης ότι οι αυτονομιστές είχαν σώσει (ναι, σώσει έγραφε η λυσσασμένη λύκαινα!) τη γράφουσα και τον σύζυγό της από τα χέρια των μαχητών της Χάρνωθ. Δεν τους είχαν πειράξει: απλά τους είχαν πάρει μακριά και μετά τους είχαν αφήσει να φύγουν. Η Μάλμεντιρ δεν είχε δει τα πρόσωπά τους· όλοι φορούσαν κλειστές κουκούλες. (Ναι, εντάξει! Σε πιστέψαμε ότι δεν σχετίζεσαι με παρανόμους, καταραμένη σκύλα! σκέφτηκε η Κέσριμιθ.) Και μετά, το άρθρο μιλούσε αναλυτικά για το πώς οι άνθρωποι της Αρχόντισσας (έτσι ακριβώς τους αποκαλούσε, ανθρώπους της Αρχόντισσας) είχαν εμφυτεύσει μια συσκευή παρακολούθησης μέσα στο αριστερό μάτι του Εθέλδιρ, και τόνιζε ότι μία απ’αυτούς τους «ανθρώπους της Αρχόντισσας» ήταν η Νικόλ Μικρόδομη, μια πράκτορας της Παντοκράτειρας που μέχρι στιγμής η μοίρα της αγνοείτο. Ο άλλος «άνθρωπος της Αρχόντισσας» ήταν ο μάγος Μάλμεντιρ’χοκ, Χαρνώθιος, ο οποίος κατοικούσε στο Μέγαρο των Φυλάκων.

Η ελεεινή δημοσιογράφος ούτε που είχε αναφέρει πως η Κέσριμιθ είπε ότι δεν είχε η ίδια διατάξει να γίνει τίποτα απ’αυτά, ότι όλα είχαν συμβεί εν αγνοία της.

Γιατί την άφησαν να δημοσιεύσει τέτοιο άρθρο; Έπρεπε να με είχαν ρωτήσει πρώτα! Θέλουν να προκαλέσουν αποσταθεροποίηση στην πόλη, οι άθλιοι;

*

Η Ζιρίνα κάλεσε τηλεπικοινωνιακά τον θείο της, Σάρμαλκιρ’νιρ ωλ Φέρενερ, και του είπε για την περίπτωση του Εθέλδιρ εν συντομία, χωρίς λεπτομέρειες για το τι ακριβώς είχε συμβεί. Ο μάγος υποσχέθηκε ότι σε λίγο θα ήταν στο σπίτι του Εθέλδιρ, και πράγματι δεν άργησε να έρθει. Ένας ψιλόλιγνος άντρας που δεν έμοιαζε καθόλου στη Ζιρίνα· θύμιζε αρχαίο δέντρο από το Χαμηλό Δάσος.

«Η πόρτα θέλει, πάντως, φτιάξιμο,» είπε χαμογελώντας, καθώς έμπαινε στο σαλόνι.

«Αυτό,» αποκρίθηκε η Ζιρίνα, «είναι το λιγότερο από τα προβλήματά μας, θείε.»

Εκείνος δεν ζήτησε να μάθει περισσότερα (άλλωστε, η σιωπή είναι σύνεση, όπως έλεγαν στη Μοργκιάνη)· έστρεψε το βλέμμα του στον Εθέλδιρ, που ήταν καθισμένος στον καναπέ, και στον Ύρελκουρ’χοκ, ο οποίος ήταν καθισμένος σε μια καρέκλα παραδίπλα.

«Καλημέρα,» χαιρέτησε. Γνωριζόταν, φυσικά, με τον Ύρελκουρ· είχαν συναντηθεί πολλές φορές στη Μαγική Ακαδημία της Φάνρηβ.

Ο Διαλογιστής ένευσε προς τη μεριά του Βιοσκόπου, γιατί ήξερε πως εκείνος δεν καταλάβαινε τη Σιωπηλή Γλώσσα.

Ο Εθέλδιρ είπε: «Καλημέρα. Θέλετε να ξαπλώσω;»

«Δεν υπάρχει λόγος,» αποκρίθηκε ο Σάρμαλκιρ’νιρ. «Μείνετε εκεί που είστε.» Πλησίασε τον καναπέ και κάθισε δίπλα του. «Αλλά βγάλτε αυτό το μαντήλι από το μάτι σας.»

Ο Εθέλδιρ το έβγαλε, και ο Σάρμαλκιρ’νιρ έκανε ένα ξόρκι φέρνοντας το ένα του χέρι μερικά εκατοστά μπροστά από το αριστερό μάτι του πρώην Προμάχου. Μετά από κάποια λεπτά έντονης αυτοσυγκέντρωσης, είπε: «Δε φαίνεται να υπάρχει κανένα… κάτι που να μην είναι μέρος του οργανισμού σας. Είναι βέβαιο ότι κάποια συσκευή–;»

«Δεν υπάρχει αμφιβολία,» τον διέκοψε ο Εθέλδιρ, και του εξήγησε τι ακριβώς είχε συμβεί στα μπουντρούμια του Μεγάρου των Φυλάκων. «Ο Ύρελκουρ’χοκ κατάφερε να εντοπίσει το σήμα που στέλνει η συσκευή.»

Ο Ύρελκουρ κατένευσε προς τη μεριά του Σάρμαλκιρ’νιρ.

Ο Βιοσκόπος είπε: «Δεν είναι, πάντως, ‘συσκευή’ ακριβώς. Όχι με τη συνηθισμένη έννοια. Έχει γίνει ένα με το νευρικό σας σύστημα–»

«Το έχω καταλάβει αυτό. Μπορούμε να τη βγάλουμε; Γίνεται;» Ο Εθέλδιρ δεν είχε υπομονή για θεωρητική κουβέντα.

Ο Σάρμαλκιρ’νιρ αναστέναξε κι έκανε ξανά κάποιο ξόρκι, εστιάζοντας το βλέμμα του στην αριστερή μεριά του κεφαλιού του Εθέλδιρ σαν να μπορούσε να διακρίνει εκεί πράγματα αόρατα στους άλλους.

«Λυπάμαι,» είπε ύστερα από λίγη ώρα μαγικής έρευνας, «δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να αφαιρεθεί. Είναι μέρος του εαυτού σας πλέον.»

«Θα πρέπει να φύγει μαζί και το μάτι, δηλαδή.» Η φωνή του Εθέλδιρ ήταν σταθερή.

Ο Σάρμαλκιρ’νιρ κόμπιασε. «Αυτό… Ίσως… Αν μπορείτε κάπως να το καλύπτετε…»

«Δεν είναι μόνο ότι βλέπουν όσα βλέπω. Μπορούν και να με εντοπίζουν μέσα στην πόλη.»

Ο Βιοσκόπος έμεινε σιωπηλός.

«Μπορείτε να μου αφαιρέσετε το μάτι;» τον ρώτησε ο Εθέλδιρ.

«Μη βιάζεσαι,» πετάχτηκε η Ζιρίνα, που μέχρι στιγμής τα άκουγε όλ’ αυτά μουδιασμένη, απογοητευμένη· «ίσως να βρούμε λύση. Ίσως απλά ο θείος να μην ξέρει.»

Ο Σάρμαλκιρ’νιρ την κοίταξε σμίγοντας τα χείλη με δισταγμό. Μάλλον δεν συμφωνούσε μαζί της. Αλλά δεν είπε τίποτα.

Η Ζιρίνα ξεροκατάπιε βλέποντας την έκφρασή του καθώς και την έκφραση του Εθέλδιρ. Είναι αποφασισμένος, σκέφτηκε για τον τελευταίο. Θα το κάνει. Και το χειρότερο ήταν πως, λογικά… λογικά, είχε δίκιο. Αλλά η Ζιρίνα δεν μπορούσε – δεν ήθελε – να το παραδεχτεί.

Ο Εθέλδιρ έπιασε το δεξί της χέρι καθώς εκείνη στεκόταν όρθια πλάι στον καναπέ όπου ήταν καθισμένος. «Έχουμε περάσει από πολλά… κι από πολύ πιο δύσκολα…» της είπε, με μαλακή φωνή. «Αν δεν το κάνω αυτό, θα σας είμαι άχρηστος– Ή, μάλλον, επικίνδυνος για όλους σας. Καταλαβαίνεις γιατί, έτσι δεν είναι;»

Η Ζιρίνα μόρφασε· ένα δάκρυ κύλησε από το δεξί της μάτι. Έγνεψε καταφατικά.

Ο Εθέλδιρ στράφηκε στον Σάρμαλκιρ’νιρ. «Μπορείτε εσείς να μου το αφαιρέσετε;»

«Δεν είμαι χειρούργος, κύριε. Βιοσκόπος είμαι, μόνο.»

Ο Εθέλδιρ ένευσε. «Εντάξει,» είπε, και έκρυψε πάλι το αριστερό του μάτι με το μαντήλι.

Ο θείος της Ζιρίνα σύντομα έφυγε, και ο επικοινωνιακός δίαυλος του σπιτιού άρχισε να χτυπά. Οι υποστηρικτές του Φύλακα και άλλοι γνωστοί του Εθέλδιρ και της Ζιρίνα είχαν αγοράσει τον Κήρυκα της Φάνρηβ· τα νέα είχαν αρχίσει να διαδίδονται στην πόλη.

Το αδέσποτο σίρκι’θ που είχε μπει στο σπίτι χτες βράδυ, ακόμα εδώ ήταν, και τώρα σκαρφάλωσε πάνω στην κάβα στη γωνία του καθιστικού, κοιτάζοντας με διαμαντένια μάτια.

*

Η Αρχόντισσα Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ, καλοντυμένη και με τα μαλλιά της χτενισμένα έτσι ώστε να κρύβουν το έγκαυμα στο δεξί της μάγουλο, καθόταν μπροστά σ’έναν τηλεοπτικό πομπό και μιλούσε, μεταδίδοντας το μήνυμά της σ’όλη τη Φάνρηβ μέσω των τηλεοπτικών καναλιών Ανοιχτός Δίαυλος και Φως, τα οποία, φυσικά, ελέγχονταν πλήρως από εκείνη. Όλες τις καίριες θέσεις τις είχαν άνθρωποι που την υποστήριζαν, πιστοί στο Βασίλειο της Χάρνωθ.

«Πολίτες της Φάνρηβ, κάποιοι σήμερα βιάστηκαν να σας ενημερώσουν για δυσάρεστα γεγονότα που συνέβησαν τη νύχτα που μας πέρασε. Και όχι μόνο βιάστηκαν αλλά διαστρέβλωσαν και την αλήθεια – από λάθος τους, ίσως.

»Ένα σημερινό άρθρο του Κήρυκα, γραμμένο από τη δημοσιογράφο Μάλμεντιρ αλ Ορένουν, φαίνεται να υπονοεί πως εγώ ευθύνομαι και για την επίθεση στο σπίτι του Εθέλδιρ ωλ Σαρέλκεμ και για ό,τι συνέβη στον ίδιο όσο βρισκόταν κρατούμενος στο Μέγαρο των Φυλάκων.

»Η αλήθεια είναι πως καμία γνώση αυτών των ενεργειών δεν είχα. Οι μαχητές της Χάρνωθ δεν επιτέθηκαν στο σπίτι του Εθέλδιρ με δική μου διαταγή. Επιτέθηκαν με διαταγή μιας γυναίκας που μέχρι στιγμής με υπηρετούσε ως πράκτορας. Ούτε εγώ προσωπικά έδωσα εντολή να εμφυτευτεί καμία συσκευή παρακολούθησης στο αριστερό μάτι του Εθέλδιρ όσο ήταν κρατούμενος στο Μέγαρο των Φυλάκων. Έγινε κι αυτό με πρωτοβουλία της ίδιας γυναίκας που μέχρι στιγμής με υπηρετούσε ως πράκτορας. Δεν είχα λάβει καμία γνώση.

»Η γυναίκα στην οποία αναφέρομαι ονομάζεται Νικόλ Μικρόδομη και, όπως γράφει το άρθρο, ήταν όντως κάποτε πράκτορας της Παντοκράτειρας. Αλλά δεν την ‘υπέθαλπα’, όπως λένε κάποιοι· είχα αποφασίσει να της δώσω μια δεύτερη ευκαιρία, γιατί πιστεύω πως σε όλους μας αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία, ασχέτως παλιότερων ενεργειών μας. Επειδή κάποιος είχε, κάποτε, υπηρετήσει την Παντοκράτειρα, αυτός δεν νομίζω πως από μόνος του είναι λόγος για να τον καταδικάσουμε. Η Συμπαντική Παντοκρατορία δεν υφίσταται πλέον, ούτε στη Μοργκιάνη ούτε πουθενά στο Γνωστό Σύμπαν. Και δεν είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν πως όσοι έτυχε, εκείνη τη δύσκολη για όλους μας περίοδο, να υπηρετήσουν την Παντοκρατορία πρέπει να εκτελεστούν. Προτιμώ να κρίνω τους άλλους από τις πράξεις τους στο παρόν, όχι στο παρελθόν!

»Έτσι, είχα αποφασίσει να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία στη Νικόλ Μικρόδομη ώστε να με υπηρετήσει για το καλό της πόλης μας. Η Νικόλ, όμως, αποδείχτηκε απρόβλεπτη και επικίνδυνη. Έδρασε αυτόβουλα και παράνομα. Σε καμία περίπτωση δεν θα είχα συμφωνήσει να εμφυτευθεί συσκευή παρακολούθησης στο μάτι ενός ήρωα της Επανάστασης. Σε καμία περίπτωση δεν θα είχα συμφωνήσει να γίνει εισβολή στο σπίτι οποιουδήποτε πολίτη της Φάνρηβ χωρίς καλό λόγο – πόσω μάλλον στο σπίτι ενός ήρωα της Επανάστασης!

»Η Νικόλ θα τιμωρηθεί για τις παράνομες ενέργειές της όπως θα τιμωρείτο οποιοσδήποτε άλλος για αυτές. Τα παραπτώματά της είναι πολύ σοβαρά και, σε συνδυασμό με το άσχημο παρελθόν της, δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε μια βαριά ποινή, για την οποία σύντομα θα μάθετε.

»Αλλά εκείνο που θέλω να σας διαβεβαιώσω είναι ότι το μόνο που με ενδιαφέρει είναι το καλό και η ασφάλεια της πόλης μας. Η ασφάλεια της πόλης μας. Από οποιεσδήποτε απειλές, εσωτερικές και εξωτερικές. Θέλω οι πολίτες της Φάνρηβ να σταματήσουν να φοβούνται, να νιώσουν πραγματικά ότι ο πόλεμος τελείωσε.

»Η Φάνρηβ, από τότε που ανέλαβα τη θέση της Αρχόντισσας εδώ, έχει γίνει, για εμένα, η ζωή μου. Αισθάνομαι τους κατοίκους της σαν παιδιά μου, ακόμα κι αυτούς που, για δικούς τους λόγους, με αντιπαθούν.»

Ύστερα από την πρώτη, ζωντανή εκπομπή του διαγγέλματος της, η Κέσριμιθ πρόσταξε τους τηλεοπτικούς σταθμούς να το προβάλλουν κάθε δύο ώρες, ώστε ο κόσμος να μην ξεχνά την αλήθεια για εκείνη.

*

«Πρέπει να προετοιμαστείς για το χειρότερο,» της είπε, στεκόμενος έξω απ’το κελί της, κοιτάζοντάς την από το καγκελωτό παραθυράκι της πόρτας, μισοκρυμμένη καθώς ήταν στις σκιές.

Τα μάτια της γυάλισαν, δακρυσμένα. «Τι εννοείς; Δεν της μίλησες;» Η φωνή της ήταν στα όρια της υστερίας.

«Της μίλησα, αλλά…» Κόμπιασε, νιώθοντας κάτι να σφίγγει τον λαιμό του.

«Τι ‘αλλά’;» φώναξε η Νικόλ καθώς πεταγόταν όρθια από το αχυρόστρωμά της. «Έχει ξεχάσει όσα έχω κάνει για εκείνη; Η σκρόφα! Θα με καταδικάσει επειδή κυνήγησα έναν εχθρό της; Επειδή προσπάθησα να βρω τους αυτονομιστές που κανένας σας δεν μπορούσε να τους βρει ώς τώρα; Χάρη σ’εμένα – σ’ΕΜΕΝΑ – εντοπίσατε το άντρο τους! Πώς αλλιώς θα γινόταν αυτό, Θόρεντιν – έχεις καμια ιδέα;

»Και,» η φωνή της χαμήλωσε σαν να είχε απρόσμενα κουραστεί, «κι αυτή είναι τώρα η ανταμοιβή μου; Να μ’έχετε κλεισμένη σ’ένα κελί; Νάρχεσαι και να μου λες να περιμένω… το… το χειρότερο; Κάθαρμα!» Όρμησε πάνω στην πόρτα, κλοτσώντας, γρονθοκοπώντας. «Γέννημα του Σκοτοδαίμονος! Κάθαρμα!»

«Νικόλ… της μίλησα. Αλλά δεν μπορούσα να την πείσω… Είναι και το θέμα τού τι θα πει ο κόσμος για εκείνη. Η Κέσριμιθ είναι πολιτικός–»

«Να πας να γαμηθείς, κάθαρμα!» Πέρασε το χέρι της μέσα από τα κάγκελα, κάνοντας να μπήξει τα δάχτυλά της στα μάτια του.

Ο Θόρεντιν τινάχτηκε πίσω. «Προσπάθησα, Νικόλ,» της είπε. «Τι άλλο να κάνω; Τι να της πω – να δηλώσει δημοσίως ότι εκείνη πρόσταξε να εμφυτέψουν μια συσκευή παρακολούθησης μέσα στο μάτι ενός ήρωα της Επανάστασης;»

«Τι…;» ψέλλισε η Νικόλ. «Έχει… έχει βγει και έχει πει ότι δεν το ήξερε, ότι… ότι εγώ…

Ο Θόρεντιν, αναστενάζοντας, κατένευσε. «Ναι. Είπε, δημοσίως, ότι το έκανες εν αγνοία της. Και είπε, επίσης, ότι ήσουν πράκτορας της Παντ–»

«Η αχάριστη σκρόφα του Σκοτοδαίμονος!» ούρλιαξε η Νικόλ, κλοτσώντας ξανά την πόρτα ενώ έσφιγγε τα κάγκελα του παραθύρου μέσα στις γροθιές της.

«Αυτό, όμως, δεν χρειαζόταν να το πει η Κέσριμιθ. Είχε ήδη μαθευτεί. Από ένα άρθρο στον Κήρυκα της Φάνρηβ.»

Η Νικόλ έγλειψε τα ξεραμένα χείλη της, τα μάτια της στένεψαν. «Φυσικά. Η δημοσιογράφος. Η επαναστάτρια. Είστε ηλίθιοι! Όλοι σας! Και εσύ και η Αρχόντισσά σου, Θόρεντιν! Όταν εμείς κυβερνούσαμε τη Μοργκιάνη, τότε μόνο γίνονταν σωστά τα πράγματα! Δεν έπρεπε να τους είχατε αφήσει να φύγουν. Έπρεπε να τους είχατε φέρει εδώ, στα μπουντρούμια, για να τους σβήσουμε πάλι τη μνήμη.»

«Δε μπορούσε να γίνει αυτό από τη στιγμή που ο Άλφεντουρ μπλέχτηκε στην υπόθεση.»

«Επομένως,» είπε, απρόσμενα πολύ ήρεμα, πολύ ψυχρά, η Νικόλ, «κάποιος χρειάζεται να θυσιαστεί. Έτσι δεν είναι;»

Ο Θόρεντιν δεν μίλησε.

«Και ποιος καλύτερος για θυσία από μια ‘μοχθηρή’ γυναίκα που κάποτε υπηρετούσε τους δυνάστες της Μοργκιάνης, ε;»

Ο Θόρεντιν, ξανά, δεν μίλησε.

«Θα με εκτελέσει, λοιπόν;» ρώτησε η Νικόλ.

«Δεν έχει δηλώσει ακόμα τι θα κάνει.»

«Φύγε,» του είπε η Νικόλ. «Δε θέλω να σε ξαναδώ όσες ώρες μού έχουν απομείνει.»

12
Πολιτικά διλήμματα· Χειρουργική Επέμβαση· Ένα Γοητευτικό Τέρας· Ένας Σκοτεινός Απελευθερωτής

Η Αρχόντισσα ρώτησε τους ανακριτές της τι πληροφορίες είχαν καταφέρει να συγκεντρώσουν από τους κρατούμενους Ριλάθιρ αλ Θάρναθ και Νέλδουρ αλ Θάρναθ. Είχαν ομολογήσει τίποτα; Είχαν παραδεχτεί κάποια σχέση με την επίθεση στο Μέγαρο των Αιρετών; Οι ανακριτές αποκρίθηκαν πως, όχι, δεν είχαν παραδεχτεί το παραμικρό. Ούτε για την επίθεση στο Μέγαρο των Αιρετών ούτε για την απόπειρα δολοφονίας εναντίον της, στην Πλατεία Νότιου Πάνθεου.

«Οι μάγοι τι κάνουν;» Η Κέσριμιθ έστρεψε το βλέμμα της στον Μάλμεντιρ’χοκ, καθώς στεκόταν μέσα στην Αίθουσα του Φύλακα, ντυμένη επίσημα μ’ένα πράσινο φόρεμα με ψηλό γιακά πίσω και δίπλα απ’τον λαιμό και στενόμακρο ντεκολτέ που έφτανε ώς τη μεγάλη χρυσή πόρπη μιας φαρδιάς, μαύρης δερμάτινης ζώνης.

Ο Μάλμεντιρ’χοκ αποκρίθηκε: «Συνεχίζουμε να τους πολιορκούμε, Αρχόντισσά μου, τρεις μέρες τώρα.» Ήταν καθισμένος σε μια καρέκλα, με τα πόδια του σταυρωμένα στο γόνατο και βαστώντας το ραβδί του όρθιο. Οι κρύσταλλοι και τα μικροσκοπικά κάτοπτρα του ραβδιού γυάλιζαν στο φως που έμπαινε από τα παράθυρα της αίθουσας. Ήταν μία ώρα πριν από το μεσημέρι.

Η Κέσριμιθ ρώτησε τους ανακριτές αν είχαν πιέσει αρκετά τον Ριλάθιρ. Ήταν βέβαιο πως δεν ήξερε τίποτα για την απόπειρα δολοφονίας εναντίον της;

Οι ανακριτές απάντησαν πως, όχι, φυσικά και δεν ήταν βέβαιο. Ίσως, μάλιστα, ο Αιρετός σύντομα να ομολογούσε κάτι. Έμοιαζε τρομοκρατημένος. «Υπάρχει όμως η περίπτωση να φοβάται περισσότερο να ομολογήσει.»

«Τι εννοείς;»

«Ότι, αναμφίβολα, ξέρει, Υψηλοτάτη, πως θα υποστεί πολύ βαριά ποινή αν παραδεχτεί πως ήταν αναμιγμένος στην απόπειρα δολοφονίας εναντίον σας.»

Μια ανακρίτρια πρόσθεσε: «Αν μας επιτρέπατε να χρησιμοποιήσουμε σωματικά βασανιστήρια, ίσως να μπορούσαμε να του αλλάξουμε γνώμη.» Έμοιαζε σχεδόν πρόθυμη.

Αλλά η Κέσριμιθ είπε: «Όχι σωματικά βασανιστήρια. Και μη δω κανέναν να κάνει του κεφαλιού του! γιατί θα τιμωρηθεί όπως η Νικόλ. Κατανοητό;»

«Μάλιστα, Αρχόντισσά μου.»

Μετά από λίγο, οι ανακριτές έφυγαν.

Ο Στρατηγός Σέλιρ αλ Σίριλναθ, που βρισκόταν επίσης στην αίθουσα και δεν στεκόταν μακριά, είπε: «Κακώς δεν δίνεις, Αρχόντισσά μου, εντολή να τους βασανίσουν.»

«Δε θέλω να ειπωθεί ότι βασανίζω Αιρετούς της πόλης.»

«Βρισκόμαστε σε κατάσταση πολέμου. Ο Φύλακας σύντομα θα πολιορκεί τα τείχη μας.»

«Δεν βρισκόμαστε ακόμα σε κατάσταση πολέμου, Στρατηγέ,» διαφώνησε η Κέσριμιθ.

«Και η επίθεση στο Μέγαρο των Αιρετών τι ήταν; Δεν ήταν μέρος κάποιου πολέμου; Εγώ υποπτεύομαι ότι μπορεί ο Φύλακας να το έκανε.»

«Ο Φύλακας θα σκότωνε τους Αιρετούς;»

«Αν τους θεωρούσε προδότες–»

«Το ξέρει πως δεν είναι όλοι εναντίον του. Κάποιοι – πολλοί περισσότεροι απ’όσους θα έπρεπε! – είναι με το μέρος του.»

«Τέλος πάντων,» είπε ο Σέλιρ. «Η Ηλέκτρα έχασε τη ζωή της, Αρχόντισσά μου, σ’εκείνη την επίθεση. Δεν είναι αυτό αρκετό για να πάρουμε πιο δραστικά μέτρα; Οι δύο κρατούμενοι μπορεί να ξέρουν κάτι που–»

«Στρατηγέ,» τον διέκοψε η Κέσριμιθ νιώθοντας μια λόγχη να της διαπερνά το στήθος στην αναφορά του ονόματος της Ηλέκτρας, «οι κρατούμενοι είναι, δυστυχώς, Αιρετοί της Φάνρηβ. Δεν μπορώ να τους βασανίσω χωρίς πολιτικό κόστος για εμένα, ειδικά έτσι όπως είναι η κατάσταση. Και ούτε μπορώ να τους κρατήσω για πολύ στα μπουντρούμια.»

«Σχεδιάζεις να τους ελευθερώσεις;» Το βλέμμα του ήταν σχεδόν άγριο, λες και ήθελε – λες και τολμούσε – να τη μαλώσει. Ορισμένες φορές, η συμπεριφορά του Στρατηγού δεν της άρεσε καθόλου. Ξεχνούσε τη θέση του. Η Κέσριμιθ διοικούσε εδώ, όχι εκείνος. Και δεν χρειαζόταν υποδείξεις από στρατιωτικούς για το πώς να κάνει πολιτική!

«Ναι. Σήμερα κιόλας.»

«Είναι δυνατόν;» αναφώνησε ο Σέλιρ. «Τότε, τι χρόνο δίνεις στους ανακριτές για να πάρουν τις πληροφορίες που ζητάμε; Αφού δεν τους αφήνεις να χρησιμοποιήσουν σωματικά βασανιστήρια, πρέπει τουλάχιστον να τους δώσεις χρόνο για–»

«Γνωρίζω πολύ καλά τι κάνω, Στρατηγέ. Θέλω την πόλη με το μέρος μου, όχι εναντίον μου.»

«Η Ηλέκτρα είναι νεκρή…»

«Κι αυτό το γνωρίζω!» είπε απότομα η Κέσριμιθ, που είχε την αίσθηση ότι ο Σέλιρ χρησιμοποιούσε την Ηλέκτρα για να την προκαλέσει, για να την υποδαυλίσει. Ο ίδιος δεν έμοιαζε πραγματικά να ενδιαφέρεται γι’αυτήν, παρότι ήταν συγγενής της, του Οίκου των Σίριλναθ. «Αλλά τους Αιρετούς πρέπει να τους ελευθερώσω. Ύστερα από τα λάθη της Νικόλ, πρέπει να κάνω τη Φάνρηβ να δει ότι θέλω μόνο το καλό της. Αλλιώς η μισή πόλη φοβάμαι ότι θα πάει με το μέρος του Φύλακα όταν ο στρατός του έρθει προς τα τείχη μας. Κι αυτό, είμαι βέβαιη, Στρατηγέ, ούτε εσύ δεν θα το θεωρούσες καλή στρατηγική.»

Ο Σέλιρ δεν αποκρίθηκε. «Όπως νομίζεις,» είπε μόνο. «Εσύ παίρνεις τις αποφάσεις εδώ.»

Ο Θόρεντιν, που τότε είχε μόλις πλησιάσει, ρώτησε: «Νιρλίσα, με τη Νικόλ τι θα γίνει; Τι έχεις αποφασίσει;»

Η Κέσριμιθ βάδισε μέσα στην αίθουσα, και ο Θόρεντιν την ακολούθησε ενώ ο Μάλμεντιρ’χοκ έμεινε καθισμένος στη θέση του και ο Σέλιρ έφυγε από το δωμάτιο μέσω μιας πλευρικής πόρτας. Η Αρχόντισσα κάθισε στον Θρόνο του Φύλακα και σταύρωσε τα πόδια της στο γόνατο κάτω από το φόρεμά της: μια κίνηση που, παρατήρησε, τράβηξε το βλέμμα του Αρχικατασκόπου προς τον αφαλό της που φαινόταν μέσα από το στενόμακρο ντεκολτέ. Την ευχαριστούσε αυτό. Δεν είμαι άσχημη. Και σύντομα θα έβρισκε τρόπο να εξαφανίσει τα φριχτά εγκαύματα από πάνω της…

«Τρία πράγματα μπορώ να κάνω, Θόρεντιν,» είπε. «Ή να την εκτελέσω, ή να την υποβάλω σε καταναγκαστική εργασία, ή να την κλειδώσω σε κάποιο κελί για αρκετό καιρό. Αν την εκτελέσω, αυτό θα ευχαριστήσει τα πλήθη, γιατί ήταν κάποτε πράκτορας της Παντοκράτειρας και όλοι μισούν τους Παντοκρατορικούς.»

«Σχεδόν όλοι, νιρλίσα.»

«Ακόμα κι έτσι. Θα δεχτούν τον θάνατό της με ικανοποίηση.

»Αν την υποβάλω σε καταναγκαστική εργασία… τι είδους εργασία θα μπορούσε να ήταν αυτή; Να την κάνω κατάσκοπό μου πάλι; Κάτι τέτοιο, στον κόσμο, δεν θα φανεί καν σαν τιμωρία. Θα μοιάζει ότι τους κοροϊδεύω.

»Αν την κλειδώσω σε κάποιο κελί, θ’αρχίσουν να κυκλοφορούν φήμες ότι ήθελα να τη σώσω, ή ότι, στην πραγματικότητα, δεν την έχω κλειδωμένη πουθενά αλλά απλώς κρυμμένη, για να μπορεί να δρα ευκολότερα από τις σκιές.»

«Θα την εκτελέσεις, λοιπόν;» Ο Θόρεντιν δεν μπορούσε να κρύψει ένα μικρό τρεμούλιασμα στη φωνή του.

Ναι, σκέφτηκε η Κέσριμιθ, σίγουρα η Νικόλ ήταν στο κρεβάτι του αρκετές φορές. Φαίνεται. Αλλά δεν είναι ανόητος· καταλαβαίνει την κατάσταση. Τι ήθελε και είχε μπλεχτεί ερωτικά με μια πρώην πράκτορα της Παντοκράτειρας; Επειδή συνεργάζονταν στενά, τον τελευταίο καιρό, αναμφίβολα. Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση.

Η Κέσριμιθ αναρωτιόταν αν η σύζυγος του Θόρεντιν είχε αντιληφτεί τίποτα. Κατά πάσα πιθανότητα, όχι.

«Θα μπορούσα,» είπε η Αρχόντισσα της Φάνρηβ, «να αφήσω το συμβούλιο των Αιρετών να πάρει την απόφαση.»

«Το συμβούλιο;»

«Ναι. Αυτό θα φαινόταν ωραίο στους κατοίκους της πόλης, είμαι σίγουρη. Θα τους έδινε την εντύπωση πως ενδιαφέρομαι για εκείνους. Υπάρχει ένα πρόβλημα, όμως.»

Ο Θόρεντιν την περίμενε να συνεχίσει, στεκόμενος μπροστά στον Θρόνο του Φύλακα.

«Πρέπει να γίνουν πρώτα οι εκλογές των καινούργιων Αιρετών,» είπε η Κέσριμιθ.

«Πότε;»

«Ή αύριο ή μεθαύριο, απ’ό,τι έμαθα.»

«Δεν είναι πολύ μακριά,» είπε ο Θόρεντιν.

«Κανονικά, όχι, δεν είναι. Αλλά, με τον Φύλακα έξω απ’τα τείχη μας; Με τους αυτονομιστές εδώ μέσα, έτοιμους να διαλύσουν τα πάντα; Και έχουμε δει τι μπορούν να κάνουν, Θόρεντιν, καθώς και πόσο εύκολα μπορούν να εξαφανιστούν ακόμα κι όταν έχουμε εντοπίσει το άντρο τους.»

«Αυτό είναι αλήθεια, νιρλίσα…»

«Επιπλέον,» πρόσθεσε η Κέσριμιθ, «συνήθως το συμβούλιο των Αιρετών δεν παίρνει τέτοιες αποφάσεις. Αυτές είναι αποφάσεις για τον Φύλακα, του οποίου τη θέση τώρα έχω εγώ. Είναι αποφάσεις για την ασφάλεια της πόλης.»

«Τι θα κάνεις, λοιπόν;»

Η Κέσριμιθ ακούμπησε το σαγόνι της στη γροθιά της, συλλογισμένη. Δεν είχε αποφασίσει ακόμα. Αλλά έπρεπε ν’αποφασίσει προτού νυχτώσει. Για να διαλύσει κάθε υποψία εναντίον της που μπορεί να είχαν οι κάτοικοι της πόλης.

«Δεν πρόκειται ούτε να τη φυλακίσω ούτε να την υποβάλω σε καταναγκαστική εργασία, Θόρεντιν,» είπε μετά από λίγο. «Το θέμα είναι αν θα δράσω από μόνη μου ή αν θα ζητήσω τη γνώμη των Αιρετών.»

Ο Θόρεντιν έμεινε σιωπηλός. Η όψη του ήταν πέτρινη.

«Δε θα ήθελες να τη δεις νεκρή, έτσι δεν είναι;» είπε η Κέσριμιθ.

«Η απόφαση είναι δική σου, νιρλίσα. Αν και πρέπει ξανά να σου θυμίσω πως η Νικόλ σε έχει υπηρετήσει πιστά.»

«Να σου κάνω μια προσωπική ερώτηση, Θόρεντιν;»

«Ασφαλώς, Αρχόντισσά μου.»

«Κοιμόσουν μαζί της;»

Ο Αρχικατάσκοπος δίστασε προς στιγμή, αλλά δεν απέφυγε το βλέμμα της. «Ναι,» είπε. «Όμως δεν είναι αυτός ο λόγος που–»

«Δεν το αμφιβάλλω. Κι εγώ πιστεύω ότι με έχει υπηρετήσει καλά. Μακάρι να υπήρχε κάποιος τρόπος για να τη σώσω και, συγχρόνως, να κρατήσω μια σωστή εικόνα στα μάτια της πόλης. Όμως δεν νομίζω ότι υπάρχει.»

Ο Θόρεντιν σταύρωσε τα χέρια μπροστά του, ατενίζοντας το πάτωμα.

Η Κέσριμιθ τον ρώτησε: «Να πάρουμε μεσημεριανό μαζί, Θόρεντιν;»

Τα μάτια του υψώθηκαν, κοιτάζοντας πρώτα, λόγω ύψους ίσως, το ντεκολτέ της και ύστερα το πρόσωπό της. «Όπως επιθυμείς, νιρλίσα.»

«Θα προστάξω έναν υπηρέτη να ειδοποιήσει τη σύζυγό σου ότι θα λείψεις το μεσημέρι,» είπε η Κέσριμιθ. Η γυναίκα του Θόρεντιν δεν ήταν μακριά από το Μέγαρο των Φυλάκων. Κατοικούσε στην Αστροφώτιστη, κάτω από το ύψωμα όπου βρισκόταν το Μέγαρο, σε μια γειτονιά όπου είχαν εγκατασταθεί πολλοί ευγενείς του Βασιλείου αφότου η Φάνρηβ έγινε προτεκτοράτο του.

*

Ο Εθέλδιρ συνεννοήθηκε μ’έναν από τους γνωστούς του για να γίνει η δουλειά πριν από το μεσημέρι. Δεν ήθελε να έχει άλλο αυτό το πράγμα μες στο μάτι του· ήθελε η υπόθεση να τελειώσει.

Έχοντας ήδη αρνηθεί τρεις αιτήσεις για συνέντευξη από δημοσιογράφους, λέγοντάς τους πως θα τους μιλούσε αργότερα, πήγε μαζί με τη Ζιρίνα και τον Ύρελκουρ’χοκ στο Νοσοκομείο Μεσοπόταμου και συνάντησε τον γιατρό με τον οποίο είχε συζητήσει τηλεπικοινωνιακά: έναν άντρα που ονομαζόταν Αλθέβεριν και, παλιότερα, είχε βοηθήσει την Επανάσταση κάμποσες φορές. Ο Αλθέβεριν τον οδήγησε σ’ένα ειδικά προετοιμασμένο δωμάτιο και τον έβαλε να ξαπλώσει σ’ένα κρεβάτι ζητώντας από τους άλλους δύο να φύγουν. Η Ζιρίνα επέμεινε να μείνει, αλλά ο Αλθέβεριν δεν της το επέτρεψε· μονάχα μια νοσοκόμα θα ήταν εδώ μαζί του. Η πόρτα του δωματίου έκλεισε, αφήνοντας έξω την Αιρετή, οργισμένη και ανήσυχη, και τον Ύρελκουρ’χοκ, στωικό όπως συνήθως.

Ο μάγος τής έκανε νόημα να καθίσει, και κάθισε κι ο ίδιος σε μια καρέκλα. Η Ζιρίνα τον αγνόησε, βηματίζοντας μέσα στο δωμάτιο, ανάβοντας τσιγάρο. Αυτή η καταραμένη, ανώμαλη στριγκιά! σκεφτόταν. Εξαιτίας της συμβαίνει τώρα αυτό! Εξαιτίας της! Η ελεεινή ψεύτρα! Και τολμά κιόλας να βγαίνει δημοσίως και να λέει ότι εκείνη δεν ήξερε τίποτα!

Η ώρα της θα έρθει… Η ώρα της θα έρθει…

Η Ζιρίνα παρατήρησε ότι ο Ύρελκουρ είχε κλείσει τα μάτια του και, κρατώντας το ραβδί του ακουμπισμένο οριζόντια πάνω στα γόνατά του, μάλλον διαλογιζόταν. Οι μάγοι του τάγματος των Διαλογιστών μπορούσαν πάντα να αποστασιοποιούνται τόσο εύκολα…

Το ίδιο θα έπρεπε να κάνω κι εγώ. Η Ζιρίνα πήρε μια βαθιά ανάσα, έσβησε το τσιγάρο της, κι άρχισε να λέει από μέσα της μια επωδό του Σιλίσβας, του Σιγηλού Δαίμονα. Μετά από λίγο, της έμοιαζε με ποίημα… και τα λόγια άλλων ποιημάτων ήρθαν στο μυαλό της. Η οργή της έγινε μια λεπίδα που, αφού την έχεις σφυρηλατήσει στη φωτιά, την έχεις σκληρύνει στο παγερό νερό.

Δεν ήταν ταραγμένη πλέον, όταν ο Αλθέβεριν άνοιξε την πόρτα και της είπε ότι μπορούσε να έρθει μέσα.

Η Ζιρίνα μπήκε στο δωμάτιο και ο Ύρελκουρ’χοκ την ακολούθησε. Ο Εθέλδιρ ήταν καθισμένος στην άκρη του κρεβατιού, με μια γκρίζα καλύπτρα να σκεπάζει το αριστερό του μάτι, κάτω από την οποία γάζες φαίνονταν.

Η Ζιρίνα ξεροκατάπιε.

Ο Εθέλδιρ χαμογέλασε προς το μέρος της. «Τόσο άσχημος φαίνομαι;»

Η Ζιρίνα τον αγκάλιασε, φιλώντας το στόμα του επίμονα, σαν να ήθελε να ρουφήξει μέσα της την αναπνοή του.

«Ο Αλθέβεριν,» της είπε μετά ο Εθέλδιρ, «το κράτησε.» Έδειξε παραδίπλα, ένα τραπεζάκι, επάνω στο οποίο βρισκόταν ένα δοχείο. Μέσα στο υγρό που γέμιζε το δοχείο, ένα μάτι υπήρχε.

Η Ζιρίνα δεν το κοίταξε για πολύ, αλλά ο Εθέλδιρ δεν απομάκρυνε το βλέμμα του από αυτό· το άφησε προσηλωμένο εκεί. «Τίποτα δεν βγήκε από πάνω του,» είπε. «Τίποτα. Η συσκευή είχε γίνει ένα μαζί του, Ζιρίνα.»

«Αν δεν ήξερα τον Πρόμαχο,» είπε ο Αλθέβεριν, «θα έλεγα ότι είχε τρελαθεί και νομίζει τέτοια πράγματα.»

«Δεν είμαι ‘Πρόμαχος’, γιατρέ. Η Επανάσταση έχει τελειώσει.»

«Μ’αυτά που συμβαίνουν; Όχι, Εθέλδιρ, η Επανάσταση δεν έχει τελειώσει.»

Ο Εθέλδιρ αναρωτήθηκε, αν και φευγαλέα, μήπως ο Αλθέβεριν μιλούσε με τον αδελφό του, τον Κάλνεντουρ. Δεν τον ρώτησε, όμως. Η σιωπή είναι σύνεση.

Έστρεψε το βλέμμα του στον Ύρελκουρ. «Μπορείς να ελέγξεις, μάγε, αν εκείνο το σήμα εξακολουθεί να εκπέμπεται;»

Ο Ύρελκουρ’χοκ κατένευσε, και έκανε ένα ξόρκι ενώ οι κρύσταλλοι επάνω στο ραβδί του λαμποκοπούσαν. Το χέρι του δεν άργησε να πει, στη Σιωπηλή Γλώσσα: Τίποτα δεν εντοπίζω. Τίποτα δεν υπάρχει.

Ο Εθέλδιρ ανέπνευσε ελεύθερα· γιατί, μέχρι στιγμής, μέσα του φώλιαζε ο φόβος ότι μπορεί ακόμα και η αφαίρεση του ματιού να μην ήταν αρκετή, ότι μπορεί αυτή η συσκευή, συνδεδεμένη με το νευρικό του σύστημα, κάπως να εξακολουθούσε να λειτουργεί. Μάλλον η τεχνολογία της, όμως, δεν ήταν και τόσο ισχυρή.

«Ωραία,» είπε. Και προς τον Αλθέβεριν: «Πόσο σου οφείλω, γιατρέ;»

«Για όνομα του Νούρκας! Τελικά, πρέπει να έχεις τρελαθεί, Πρόμαχε.»

*

«Το έχουν παραψήσει το κρέας, δεν το έχουν παραψήσει;» είπε η Κέσριμιθ καθώς έκοβε το φιλέτο της.

«Ναι, λίγο ίσως,» αποκρίθηκε ο Θόρεντιν. Και μετά δεν συζήτησαν άλλο για το γεύμα, καθισμένοι αντικριστά στο σαλόνι των δωματίων της, στο μικρό τραπέζι που ήταν γεμάτο φαγητά, ανάμεσα στα οποία δύο μπουκάλια ορθώνονταν σαν ψηλές πολυκατοικίες μέσα σε χωριό. Το ένα περιείχε κρασί Χαρνώθιων δασών, το άλλο ψυχοχυμό από φρούτα του μακρινού Δάσους των Ψυχών.

Μιλώντας για διάφορα πολιτικά θέματα, η Κέσριμιθ είπε σε κάποια στιγμή: «Οι κάτοικοι της Φάνρηβ δεν μπορεί να έχουν ξεχάσει ότι αντιστάθηκα κι εγώ η ίδια στους Παντοκρατορικούς. Αντιστάθηκα στον Επόπτη όταν προσπάθησε να με εξαναγκάσει να τον βοηθήσω στον τελευταίο πόλεμο με την Επανάσταση.»

«Αποκλείεται να το έχουν ξεχάσει, νιρλίσα. Η Φάνρηβ ξέρει για τη γενναιότητά σου. Είχε γραφτεί, τότε, σε όλες τις εφημερίδες· έχει μείνει στη μνήμη του κόσμου.»

«Αντιστάθηκα στους Παντοκρατορικούς προτού καν ο Βασιληάς μας δώσει εντολή να τους εναντιωθούμε.» Όταν ο τελευταίος πόλεμος είχε ξεκινήσει, ο Βασιληάς της Χάρνωθ είχε, αρχικά, προστάξει όλους τους υπηκόους του, παντού στη Μοργκιάνη, να κρατήσουν στάση ουδετερότητας: ούτε να βοηθήσουν τους Παντοκρατορικούς εναντίον των επαναστατών αλλά ούτε και να τους επιτεθούν με φανερό τρόπο. Η Κέσριμιθ, όμως, δεν είχε άλλη επιλογή απ’το να δράσει με φανερό τρόπο. Ο Παντοκρατορικός Επόπτης της Φάνρηβ είχε, πρώτα, διαπληκτιστεί μαζί της επειδή εκείνη αρνιόταν να προστάξει τους μαχητές της να υποστηρίξουν τους δικούς του· και, μετά, είχε προσπαθήσει να την αιχμαλωτίσει με σκοπό να την εξαναγκάσει να τον βοηθήσει. Η Κέσριμιθ το περίμενε, όμως, και ήταν προετοιμασμένη γι’αυτόν. Τον ανάγκασε να φύγει κακήν-κακώς από το Μέγαρο των Φυλάκων και να υποχωρήσει στην υπόγεια βάση των Παντοκρατορικών, κάτω από την πόλη, η οποία σήμερα πλέον ήταν κλειστή και η πρόσβαση εκεί απαγορευμένη.

Η Κέσριμιθ δεν είχε αργήσει, ύστερα, να μάθει πως και ο ίδιος ο Βασιληάς της Χάρνωθ είχε συναντήσει παρόμοιες δυσκολίες με τον Επόπτη του Βασιλείου. Ο Επόπτης είχε προσπαθήσει να αιχμαλωτίσει ολόκληρο τον Βασιλικό Οίκο, ώστε να τον εξαναγκάσει να βοηθήσει την Παντοκράτειρα. Ο Βασιληάς Ραμάλθιν, όμως, ήταν γνωστός ραδιούργος και πολύ πονηρός πολιτικός. Όπως και η Κέσριμιθ περίμενε μια τέτοια προδοσία – είχε, μάλιστα, ήδη κάνει μια συμφωνία με επαναστάτες, όπως έμαθε η Κέσριμιθ αργότερα – και αντέστρεψε την κατάσταση, αναγκάζοντας τον Επόπτη και όλα τα Παντοκρατορικά στρατεύματα να υποχωρήσουν από το Βασίλειο της Χάρνωθ. Δεν μπορούσαν πλέον να διατηρήσουν την εξουσία τους στη Μοργκιάνη. Δεν λάμβαναν καμια υποστήριξη από πουθενά στο Γνωστό Σύμπαν· ήταν σαν η Παντοκράτειρα να τους είχε εγκαταλείψει.

«Οι άνθρωποι της Φάνρηβ θυμούνται ότι πολέμησες μαζί τους,» τη διαβεβαίωσε ο Θόρεντιν.

«Κανένας, όμως, ποτέ δεν με αποκάλεσε επαναστάτρια,» είπε η Κέσριμιθ. «Δε σου φαίνομαι αρκετά επαναστατική γυναίκα, Θόρεντιν;»

Ο Αρχικατάσκοπος χαμογέλασε με το Χαρνώθιο χιούμορ της, που όλοι οι Χαρνώθιοι, ειδικώς οι ευγενείς, θεωρούσαν πολύ σημαντικό. «Νιρλίσα, είσαι η πιο επαναστατική Αρχόντισσα που έχω γνωρίσει.»

«Μα δεν έχεις υπηρετήσει σε άλλα προτεκτοράτα, Θόρεντιν…»

«Ακριβώς.»

Η Κέσριμιθ γέλασε, δεχόμενη τώρα το δικό του χιούμορ, καθώς έπιναν ψυχοχυμό μετά από το κρασί τους.

«Ο θάνατος της Ηλέκτρας,» του είπε, αργότερα, «μ’έχει ταράξει πολύ…»

«Το ξέρω ότι ήσασταν… κοντά οι δυο σας. Λυπάμαι, νιρλίσα. Θα βρούμε και θα τιμωρήσουμε αυτούς που ευθύνονται.»

«Το ελπίζω.»

«Δεν αναφέρομαι σε ελπίδες, νιρλίσα. Οι εχθροί σου δεν μπορούν για πάντα να κρύβονται μέσα στην πόλη. Στο τέλος είναι καταδικασμένοι να ηττηθούν.»

«Ή αυτοί ή εγώ.»

«Δε θ’αφήσω κανέναν να σε διώξει από την πόλη.»

«Εσύ προσωπικά, Θόρεντιν;»

«Αν χρειαστεί.»

«Θα πρέπει να με θεωρείς τέρας, ύστερα από ό,τι συνέβη. Δεν αναζητώ οίκτο, Θόρεντιν.» Η όψη της δεν ήταν θυμωμένη, ούτε προσβεβλημένη.

«Τι εννοείς, νιρλίσα; Πώς θα μπορούσα να σε θεωρώ τέρας;»

«Καταλαβαίνεις, σίγουρα, τι εννοώ.» Η Κέσριμιθ παραμέρισε ελαφρώς τα κόκκινα μαλλιά της, αποκαλύπτοντας το έγκαυμα πάνω στο γαλανόδερμο μάγουλό της.

«Αν είναι έτσι, τότε είσαι το πιο γοητευτικό τέρας που έχω αντικρίσει.»

«Να πιστέψω ότι μου λες αλήθεια, Θόρεντιν;» Το πόδι της άγγιξε, κάτω απ’το τραπέζι, το γόνατό του.

«Σ’εσένα ποτέ δεν λέω ψέματα.» Το χέρι του έπιασε τον αστράγαλό της, κρατώντας το πόδι της κοντά στον μηρό του. «Αν και τα ψέματα είναι, εν μέρει, η δουλειά μου.»

«Και η δική μου. Αναγκαίο κακό… δυστυχώς,» μόρφασε θεατρικά.

Ο Θόρεντιν μειδίασε· και, με το ένα χέρι, τράβηξε το παπούτσι της βγάζοντάς το. Έσυρε τα δάχτυλά του πάνω στη μαλακή κάλτσα που τύλιγε την κνήμη της.

Η Κέσριμιθ αισθανόταν την αναπνοή της πιο γρήγορη και τη γυναικεία της φύση να ξυπνά. «Θόρεντιν,» είπε, με ελαφρώς πιο βραχνή φωνή, «προσπαθείς να σαγηνέψεις την Αρχόντισσα του προτεκτοράτου;»

«Θα μπορούσα να τα καταφέρω, νομίζεις, νιρλίσα

Η Κέσριμιθ κίνησε το πόδι της επάνω στον μηρό του, αγγίζοντας τελικά με τα δάχτυλά της το υπογάστριό του και νιώθοντας κάτι σκληρό και ζεστό εκεί, κάτω από την κάλτσα της, πίσω από το παντελόνι του.

Ο Θόρεντιν ξεροκατάπιε φανερά. Έπιασε το ποτήρι του και ήπιε μια γουλιά ψυχοχυμό, εξακολουθώντας με το άλλο χέρι να κρατά την κνήμη της.

Η Κέσριμιθ σκέφτηκε: Είναι δικός μου. Τον ήθελε. Τώρα. Και θα τον είχε.

Σηκώθηκε όρθια, απρόσμενα, ξαφνιάζοντάς τον.

«Νιρλίσα…»

Η Κέσριμιθ στάθηκε πλάι του καθώς εκείνος ήταν ακόμα καθισμένος. Σήκωσε το φόρεμά της ώς τη μέση και τράβηξε τη διχτυωτή περισκελίδα της προς τα κάτω, αφήνοντας ξανά και το φόρεμα να κατεβεί. Η περισκελίδα γλίστρησε γύρω από τους αστραγάλους της. Ο Θόρεντιν καθόταν και την κοίταζε: το βλέμμα του ήταν στην ήβη της όταν το φόρεμα σηκώθηκε· μετά ανέβηκε στο ντεκολτέ της. Η Κέσριμιθ κάθισε στην αγκαλιά του, καβαλώντας τον, και τα χείλη τους συναντήθηκαν. Τα χέρια του εξερευνούσαν το σώμα της, συναντώντας μαλακό δέρμα από την αριστερή μεριά, συναντώντας επιδέσμους από τη δεξιά, αποφεύγοντάς τους επιδέξια. Σε κάποια στιγμή έκανε να σηκώσει το φόρεμά της για να το βγάλει πάνω από το κεφάλι της, αλλά εκείνη τού είπε Όχι, το θέλω· δεν αισθανόταν καλά να μείνει γυμνή έχοντας μόνο τους επιδέσμους για να κρύβουν τα εγκαύματά της. Ο Θόρεντιν δεν έφερε αντίρρηση. Η Κέσριμιθ ξεκούμπωσε το παντελόνι του και άφησε τον εαυτό της να καρφωθεί επάνω του νιώθοντας ένα ευχάριστο τρέμουλο να τη διατρέχει.

Όταν τελείωσαν, παρότι ικανοποιημένη, δεν μπορούσε παρά να σκέφτεται ότι ο Θόρεντιν δεν ήταν η Ηλέκτρα, και δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να γίνει σαν την Ηλέκτρα. Αλλά αυτό δεν είχε σημασία, τώρα…

Η Κέσριμιθ ήταν μισοξαπλωμένη στον καναπέ του καθιστικού, μ’ένα ποτήρι κρασί στο χέρι και με το φόρεμά της τσαλακωμένο. Δεν είχε ξαναφορέσει την περισκελίδα της. Ο Θόρεντιν καθόταν σε μια πολυθρόνα, καπνίζοντας καπνό μύρανθου με μια πίπα που εκείνη τού είχε δώσει.

«Κάποιος πρέπει να πάρει τη θέση του Αρωγού, τώρα…» του είπε, ατενίζοντάς τον ερευνητικά.

«Έχεις κάποιον στο μυαλό σου;»

«Εσένα.»

Η απάντησή της φάνηκε να τον ξαφνιάζει. «Εγώ… δεν είμαι… Ο Βασιλικός Αρχικατάσκοπος δεν συνηθίζεται να είναι και Αρωγός σ’ένα προτεκτοράτο, νιρλίσα.»

«Μη μου λες πράγματα που ξέρω, Θόρεντιν. Έχεις να προτείνεις κάποιον άλλο, εκτός από εσένα;»

Ο Θόρεντιν μόρφασε συλλογισμένα. «Υπάρχουν… διάφοροι ευγενείς, κατά πρώτον.»

«Πιο συγκεκριμένα;»

Συνοφρυώθηκε, δαγκώνοντας την πίπα του, σαν κάποια ιδέα να είχε έρθει στο μυαλό του.

«Τι σκέφτεσαι, Θόρεντιν;» Ήπιε μια μικρή γουλιά από το κρασί της.

«Τι γνώμη έχεις για τη σύζυγό μου, νιρλίσα

Τη σύζυγό του; Ένα μειδίαμα παρουσιάστηκε σταδιακά στο πρόσωπό της. Και μετά, η Κέσριμιθ γέλασε.

«Θα είναι, από μια άποψη, σαν να είμαι ο ίδιος Αρωγός σου,» της είπε ο Θόρεντιν.

«Ξέρεις κάτι;» Ήπιε ακόμα μια γουλιά απ’το κρασί της. «Μπορεί να έχεις δίκιο.»

*

«Νικόλ!»

Έστρεψε το βλέμμα της προς το καγκελωτό παραθυράκι της πόρτας του κελιού της. «Εσύ… Μάλιστα. Τι θέλεις εδώ;»

«Ξέρεις τι ώρα είναι στον έξω κόσμο;»

«Τι σημασία έχει; Ήρθες για να μου λες μαλακίες κι εσύ, ύστερα απ’όλες μου τις υπηρεσίες;» Τα μάτια της στένεψαν οργισμένα. «Θα μπορούσα ακόμα και να της πω για σένα, ξέρεις!»

«Και τότε τίποτα δεν θα σε γλίτωνε, Νικόλ.»

Εκείνη γέλασε. «Σοβαρά; Κι εγώ που νόμιζα ότι τώρα θα γλιτώσω!»

«Μην παίζεις με την εύνοια που σου έχει δείξει ο Χάρλαεθ Βοκ.»

«Εύνοια; Δε θα με πετάξει η Αρχόντισσά σου στα σκυλιά της Επανάστασης;»

«Η Αρχόντισσα αποφάσισε ότι θα εκτελεστείς. Το ανακοίνωσε, μάλιστα, πριν από καμια ώρα μέσω των τηλεοπτικών καναλιών. Ξέρεις τι ώρα είναι τώρα στον έξω κόσμο, Νικόλ;» τη ρώτησε πάλι.

Εκείνη ξεροκατάπιε. «Νύχτα, ίσως,» κατάφερε να πει. «Αν δεν μ’έχει εγκαταλείψει τελείως η αίσθηση του χρόνου ακόμα.»

«Δεν σ’έχει εγκαταλείψει καθόλου, ακριβώς όπως περίμενα από εσένα–»

«Και λοιπόν; Θες να με επαινέσεις για τις ικανότητές μου προτού με εκτελέσουν; Νιώθω τόσο καλύτερα τώρα. Σ’ευχαριστώ!»

Εκείνος γέλασε. «Νικόλ, ήρθα για να σε πάρω από εδώ.»

«Να…;»

«Ναι. Φεύγουμε, Νικόλ.»

Ένα κλειδί ακούστηκε να μπαίνει στην κλειδαριά, και μετά να γυρίζει. Η πόρτα άνοιξε.

Η Νικόλ ήταν ήδη όρθια επάνω στα ξυπόλυτα χρυσόδερμα πόδια της. «Πού…;»

«Πού θα πάμε;»

Κατένευσε, ξεροκαταπίνοντας.

«Πού αλλού, Νικόλ;» Της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει, κι εκείνη δεν δίστασε καθόλου να πεταχτεί έξω απ’το κελί της, κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά στον διάδρομο, για φρουρούς, για κάποια παγίδα πιθανώς, όσο εξωφρενικό κι αν φαινόταν.

«Γιατί;» τον ρώτησε. «Γιατί το κάνεις αυτό;» Ο διάδρομος ήταν άδειος εκτός από τους δυο τους.

«Επειδή μου είσαι χρήσιμη, φυσικά,» της είπε. «Μακάρι να είχα κι άλλους ανθρώπους τόσο ικανούς όσο εσύ. Φρόντισε να συνεχίσεις να μου είσαι χρήσιμη.»

Το τελευταίο μάλλον με απειλή έμοιαζε.

13
Σε Μια Ύποπτη Πολυκατοικία· Κλειδώματα και Ξεκλειδώματα· Μια Περίεργη Ένοικος· Ένα Μυστικό· η Βάση· Μια Πόλη Όλο Μυστικά και Εκπλήξεις

Καθώς οι σκιές πύκνωναν μέσα στη Φάνρηβ, ο Κάλνεντουρ και οι αυτονομιστές που κάθονταν γύρω του έμαθαν, μέσω τηλεπικοινωνιακού πομπού, για την απελευθέρωση των Αιρετών Ριλάθιρ αλ Θάρναθ και Νέλδουρ αλ Θάρναθ. Η Αρχόντισσα είχε αποφασίσει να τους αφήσει να φύγουν. Οι κατάσκοποι των αυτονομιστών τούς είχαν δει να κατεβαίνουν την Οδό του Φύλακα.

Ο Φάλερβιν είπε: «Ας ελπίσουμε πως δεν έχουν βάλει και μέσα σ’αυτούς καμια συσκευή παρακολούθησης…»

«Δε νομίζω η Χαρνώθια λύκαινα να έκανε το ίδιος λάθος και δεύτερη φορά,» αποκρίθηκε ο Κάλνεντουρ με σκοτεινό ύφος, γιατί η αλήθεια ήταν πως κι εκείνος φοβόταν ότι μπορεί να συνέβαινε.

Ο Θόμαλκιρ είπε: «Καλύτερα, πάντως, να μην τους πλησιάσει κανείς αυτούς τους δύο. Αν επαναληφθούν τα ίδια που έγιναν με τον αδελφό σου….»

«Δεν πρόκειται να έχουμε επαναλήψεις,» τον διαβεβαίωσε ο Κάλνεντουρ. «Και τώρα, ας ετοιμαστούμε, γιατί μας περιμένει μια άλλη δουλειά.»

Οι υπόλοιποι ένευσαν και σηκώθηκαν γύρω απ’το τραπέζι.

*

Ο Άνφιρ ρώτησε τον πατέρα του, καθώς εκείνος εξοπλιζόταν στο δωμάτιό του: «Να έρθω μαζί σας;»

«Σου είπα και πριν, Άνφιρ: όχι.»

«Νομίζεις ότι δεν μπορώ να πολεμήσω τους άτριχους λύκους της Χάρνωθ;» ρώτησε το εντεκάχρονο αγόρι, με τις γροθιές του σφιγμένες και τα μάτια του να γυαλίζουν.

Ο Κάλνεντουρ κοίταξε τον γιο του με τις άκριες των δικών του ματιών. Μειδίασε. Είναι πιο βιαστικός απ’ό,τι ήμουν εγώ, στην ηλικία του. Νομίζω.

Αν η μητέρα του ζούσε ακόμα, θα ήταν ερωτευμένη μαζί του… Η ανάμνησή της έφερε μια πικρή γεύση στο στόμα του.

Είπε στον Άνφιρ: «Ο Σιλίσβας, ο Σιγηλός Δαίμων, τι διδάσκει;»

«Μη μου λες τέτοια τώρα, πατέρα!»

«Διδάσκει υπομονή. Δεν είσαι έτοιμος ακόμα γι’αυτές τις δουλειές–»

«Μπορώ να σημαδέψω καλύτερα από άλλους συντρόφους σου!»

«Δε μπορείς, όμως, και να τρέξεις καλύτερα,» του είπε ο Κάλνεντουρ· «και γι’αυτό δεν φταίει τίποτα περισσότερο από την ηλικία σου. Οι μεγαλύτεροι από εσένα έχουν και μεγαλύτερα πόδια. Και δεν αποκλείεται καθόλου να χρειαστεί να τρέξουμε για να φύγουμε, αν τύχει και μας κυνηγήσουν.»

Ο Άνφιρ έμεινε σιωπηλός, αλλά η όψη του ήταν θυμωμένη.

Ο Κάλνεντουρ τού είπε: «Πήγαινε να κάνεις παρέα στον Ζόρελνιρ, όσο θα λείπουμε, που είναι τραυματισμένος. Θα σου πει και ιστορίες με γιγαντόλυκους.»

«Θέλω να ζήσω τις δικές μου ιστορίες, πατέρα!»

Ο Κάλνεντουρ μειδίασε ξανά. Ναι, σαν εμένα, ο μικρός δαίμονας. Πλησίασε τον γιο του και τον έπιασε από τα μαλλιά με το ένα χέρι. «Μη βιάζεσαι. Θα τις ζήσεις. Και, εύχομαι, σε μια πιο ελεύθερη εποχή από τη δική μου.»

*

Οι αυτονομιστές πήγαν στον Φιλόξενο, όταν είχε νυχτώσει. Πέρασαν από έναν δρόμο κοντά στο Μέγαρο των Αιρετών και βάδισαν προς την πολυκατοικία από την οποία ο Κάλνεντουρ υποπτευόταν πως είχε γίνει η επίθεση με το ενεργειακό κανόνι. Η Ζιρίνα είχε πει ότι απείχε γύρω στα διακόσια μέτρα από το Μέγαρο και ότι βρισκόταν στα νοτιοανατολικά. Ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτή είναι. Αυτή που νόμιζα εξαρχής.

Οι αυτονομιστές σταμάτησαν σ’έναν δρόμο απ’όπου μπορούσαν να δουν την είσοδό της. Την είσοδο από την οποία έμοιαζε αδύνατον να μπορεί να περάσει ενεργειακό κανόνι, εκτός αν το είχαν περάσει σε κομμάτια – πράγμα που δεν ήταν και πολύ πιθανό.

Ένας άντρας βγήκε απ’την πολυκατοικία βαδίζοντας εσπευσμένα μέσα στα σημεία που φωτίζονταν από ενεργειακά φώτα.

Ο Κάλνεντουρ είπε στους συντρόφους του: «Δε φαίνεται κανένας να φρουρεί ή να παρακολουθεί το μέρος. Αλλά ας ρίξουμε μια ματιά.»

Ο Θόμαλκιρ – που είχε έρθει μαζί τους παρότι πριν από μια μέρα είχε τραυματιστεί από σφαίρες οπλολόγχης – κατένευσε. «Ναι· καλύτερα να προσέξουμε.»

Οι αυτονομιστές χωρίστηκαν για να κοιτάξουν την πολυκατοικία, τους τριγυρινούς δρόμους, και τα τριγυρινά χτίρια απ’όλες τις μεριές. Ήταν έξι στο σύνολό τους: ο Κάλνεντουρ, η Έρνελιθ, ο Θόμαλκιρ, η Σερκίσναθ’χοκ, ο Φάλερβιν, και ο Ναλτάφιρ. Χωρίστηκαν ανά δύο. Και μετά από λίγη ώρα συγκεντρώθηκαν πάλι στον δρόμο όπου βρίσκονταν στην αρχή – αυτόν που κοίταζε την είσοδο της επίμαχης πολυκατοικίας.

«Τίποτα ύποπτο;» ρώτησε ο Κάλνεντουρ. Οι πάντες έγνεψαν αρνητικά. «Ωραία. Μπορούμε να μπούμε λοιπόν.» Κοίταξε τη Σερκίσναθ ερωτηματικά.

Εκείνη κατένευσε.

Οι αυτονομιστές βγήκαν από τον δρόμο και, χωρίς ιδιαίτερη βιάση, για να μην τραβάνε την προσοχή, πλησίασαν την πολυκατοικία. Η Σερκίσναθ’χοκ στάθηκε μπροστά στην πόρτα της και μουρμούρισε τα λόγια για ένα Ξόρκι Ξεκλειδώματος, ενώ οι άλλοι ήταν ολόγυρά της, κάνοντάς το αδύνατον να διακριθεί αν χρησιμοποιούσε μαγεία ή απλά κάποιο κλειδί. Η κλειδαριά της πολυκατοικίας – που μάλλον δεν ήταν και καμια πολύ σπουδαία – δεν άργησε ν’ακουστεί να γυρίζει ενώ η Σερκίσναθ είχε μονάχα το χέρι της υψωμένο μπροστά της, χωρίς καν να την αγγίζει· η δύναμη του μυαλού της (όπως, τουλάχιστον, το καταλάβαινε ο Κάλνεντουρ) έκανε τον εσωτερικό μηχανισμό να κινηθεί.

Η μάγισσα έσπρωξε την πόρτα και η πόρτα άνοιξε. Οι άλλοι αυτονομιστές ακολούθησαν τη Σερκίσναθ’χοκ στο εσωτερικό του χτιρίου. Μη συναντώντας κανέναν, πήγαν προς το υπόγειο. Κατέβηκαν μια σκάλα και δεν άργησαν να φτάσουν εκεί. Είδαν κιβώτια, βαρέλια, μερικούς παλιούς εξοπλισμούς, πράγματα σκεπασμένα με υφάσματα, μια βαριά ξύλινη πόρτα, ένα μεταλλικό κουτί στον τοίχο. Και το μεταλλικό κουτί και η πόρτα ήταν κλειδωμένα, όπως σύντομα διαπίστωσαν.

«Αυτό,» είπε ο Φάλερβιν δείχνοντας το κουτί, «είναι για τις εσωτερικές τηλεπικοινωνίες της πολυκατοικίας. Δε νομίζω ότι μας ενδιαφέρει. Πίσω από την πόρτα πρέπει νάναι το ενεργειακό κέντρο όπου βάζουν τις ενεργειακές φιάλες.»

Ο Κάλνεντουρ δεν χρειαζόταν να τ’ακούσει από κανέναν αυτά· τα είχε ήδη μαντέψει. Δεν ήταν και τίποτα το ασυνήθιστο.

Ο Θόμαλκιρ είπε: «Το θέμα είναι αν υπάρχει άνοιγμα που οδηγεί κάτω από την πολυκατοικία, μηχανικέ.»

«Μπορεί να υπάρχει μετά την πόρτα· δεν ξέρω,» αποκρίθηκε ο Φάλερβιν.

Ο Κάλνεντουρ έγνεψε στη Σερκίσναθ’χοκ να την ανοίξει, κι εκείνη την πλησίασε κι έκανε ένα Ξόρκι Ξεκλειδώματος. Ούτε αυτή η κλειδαριά πρέπει να ήταν πολύ σπουδαία γιατί γρήγορα ακούστηκε να γυρίζει, και η μάγισσα έσπρωξε την πόρτα. Πέρα από το κατώφλι της, φωτίζοντας μ’έναν φωτόλιθο στο χέρι του, ο Κάλνεντουρ είδε ένα δωμάτιο με τρεις μεγάλες ενεργειακές φιάλες από τις οποίες ξεκινούσαν καλώδια που πήγαιναν σε μια ρυθμιστική κονσόλα παραδίπλα. Καμια άλλη πόρτα δεν φαινόταν τριγύρω, ούτε καμια καταπακτή. Επιπλέον, ο Κάλνεντουρ δεν νόμιζε ότι θα μπορούσε κανείς να περάσει ενεργειακό κανόνι μέσα από την πόρτα τούτου του δωματίου, εκτός αν πάλι το είχε κομματιάσει.

«Δεν υπάρχει τίποτα που να μας ενδιαφέρει,» είπε.

Ο Ναλτάφιρ και η Έρνελιθ, εν τω μεταξύ, είχαν αρχίσει να μετακινούν τα αντικείμενα μέσα στο υπόγειο, ψάχνοντας για κρυμμένες καταπακτές. Αλλά ούτε αυτοί έβρισκαν κάτι.

«Δε μοιάζει να ήρθαν ή να έφυγαν από εδώ,» παρατήρησε ο Θόμαλκιρ.

«Από πού, τότε;» είπε ο Κάλνεντουρ. «Από πού έφεραν το κανόνι, και πώς εξαφανίστηκαν μαζί του μετά;»

Όταν είχαν τελειώσει να ψάχνουν για καταπακτές, ο Ναλτάφιρ είπε: «Αν δεν υπάρχει άνοιγμα εδώ, τότε ίσως να υπάρχει κάπου αλλού μες στην πολυκατοικία, Πρόμαχε.»

«Μη με λες Πρόμαχο. Και αναφέρεσαι σε κάποιο συγκεκριμένο μέρος;»

Ο Ναλτάφιρ ανασήκωσε τους ώμους. «Κάποιο ισόγειο δωμάτιο,» είπε σα να ήταν προφανές.

«Ας δούμε τι δωμάτια υπάρχουν στο ισόγειο,» πρότεινε ο Κάλνεντουρ ύστερα από μερικές στιγμές σιγής από όλους.

Ανέβηκαν τη σκάλα του υπογείου με προσοχή. Επάνω πάλι δεν συνάντησαν κανέναν. Άρχισαν να κοιτάζουν τις πόρτες που υπήρχαν στον κυκλικό διάδρομο του ισογείου. Τέσσερις πόρτες, για τέσσερα διαμερίσματα.

Οι αυτονομιστές κατέβηκαν ξανά στο υπόγειο για να μιλήσουν.

«Ο μόνος τρόπος για να ερευνήσουμε τα διαμερίσματα είναι να κάνουμε διάρρηξη,» είπε ο Κάλνεντουρ. «Συμφωνείτε να γίνει;» Μπορεί να τον έβλεπαν ως αρχηγό τους, μα εκείνος ποτέ δεν ήθελε να παίρνει αποφασίσεις τελείως μόνος του. Δεν ήταν κανένας Χαρνώθιος στρατιωτικός που έδινε διαταγές σε μισθοφόρους.

Οι άλλοι συμφώνησαν με το σχέδιό του.

«Καλύτερα, όμως, να μην αρχίσουμε να μπαίνουμε σε ένα-ένα διαμέρισμα στη σειρά,» είπε ο Θόμαλκιρ. «Καλύτερα ν’ανοίξουμε όλες τις κλειδαριές και να μπούμε συγχρόνως σε όλα.»

Τα κουκουλωμένα κεφάλια των υπόλοιπων στράφηκαν προς το μέρος του· τα πρόσωπά τους ήταν κρυμμένα στις σκιές αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία για τις ερωτηματικές τους εκφράσεις.

«Αν αρχίσουμε να μπαίνουμε σε ένα-ένα διαμέρισμα,» εξήγησε ο Θόμαλκιρ, «μπορεί να μην καταφέρουμε να τα ελέγξουμε όλα. Αν γίνει φασαρία σε κάποιο, θα πρέπει να φύγουμε, δεν θα πρέπει;»

«Σωστά,» είπε ο Κάλνεντουρ. «Αλλά αν πάλι ανοίξουμε όλες τις πόρτες και εισβάλουμε συγχρόνως σε όλα τα διαμερίσματα, τότε είναι απόλυτα βέβαιο ότι θα γίνει φασαρία.»

«Δε συμφωνείς, δηλαδή…»

«Νομίζω πως το καλύτερο είναι να εισβάλουμε σε ένα-ένα, δένοντας τους ανθρώπους μέσα ώστε να μη μπορούν να ειδοποιήσουν κανέναν όταν έχουμε φύγει.»

Ο Φάλερβιν είπε: «Και θ’αρχίσουν πάλι να λένε οι λακέδες της Αρχόντισσας για εγκληματικούς αυτονομιστές που κακοποιούν πολίτες…»

«Ας πουν ό,τι θέλουν. Έχουμε μια δουλειά να κάνουμε. Και δεν πρόκειται να σκοτώσουμε κανέναν εκτός αν μας επιτεθεί. Ούτε θα κλέψουμε τίποτα.»

Οι αυτονομιστές ανέβηκαν στο ισόγειο και πλησίασαν μια από τις τέσσερις εξώθυρες των διαμερισμάτων. Η Σερκίσναθ’χοκ μουρμούρισε τα λόγια για ένα Ξόρκι Ξεκλειδώματος και άνοιξε την κλειδαριά. Ο Κάλνεντουρ και ο Ναλτάφιρ μπήκαν πρώτοι, με τα πιστόλια τους υψωμένα.

Μέσα στο διαμέρισμα ήταν μια μικρή οικογένεια μεταναστών από την Αλβέρια, μια άλλη διάσταση γεμάτη ξενοδοχειακές επιχειρήσεις. Ο άντρας είχε δέρμα λευκό-ροζ και μαύρα πυκνά μαλλιά, η γυναίκα ήταν γαλανόδερμη, επίσης μαυρομάλλα, και μικρόσωμη. Είχαν τρία παιδιά, κανένα μεγαλύτερο από δέκα χρονών. Τρομοκρατήθηκαν από την εισβολή των αυτονομιστών. Η γυναίκα, μιλώντας κάπως σπαστά τη Συμπαντική Γλώσσα, παρακάλεσε να μην τους πειράξουν – «πάρτε ό,τι λεφτά έχουμε, αν και δεν είναι πολλά!»

«Δε θέλουμε λεφτά,» τη διαβεβαίωσε ο Κάλνεντουρ. «Ούτε θα σας πειράξουμε.» Τους έδεσαν, όμως, όλους χειροπόδαρα και τους φίμωσαν. Τους άφησαν μέσα στο υπνοδωμάτιο, γύρω απ’το κρεβάτι του ζεύγους. Τα παιδάκια έκλαιγαν, κι έμοιαζαν έτοιμα να σκάσουν πίσω από τα φίμωτρά τους. Ο Κάλνεντουρ θα προτιμούσε να το είχε αποφύγει αυτό, αλλά η δουλειά έπρεπε να γίνει· ήταν σημαντικότερη από μια οικογένεια μεταναστών σ’ένα ισόγειο διαμέρισμα, δεν ήταν;

Οι αυτονομιστές ερεύνησαν όλα τα δωμάτια ψάχνοντας για καταπακτές, αλλά δεν βρήκαν τίποτα. Έφυγαν από το διαμέρισμα και πήγαν στην επόμενη πόρτα, την οποία πάλι ξεκλείδωσε η Σερκίσναθ’χοκ, δείχνοντας τώρα κάπως κουρασμένη απ’αυτή τη δουλειά. Ο Κάλνεντουρ το καταλάβαινε από την αναπνοή της, κι από το γεγονός ότι τούτη τη φορά η κλειδαριά άργησε λίγο ν’ανοίξει, αν και δεν μπορεί να ήταν καλύτερη από τις προηγούμενες, νόμιζε.

Ο Κάλνεντουρ και ο Ναλτάφιρ μπήκαν στο διαμέρισμα βαστώντας πιστόλια υψωμένα.

Στο πρώτο δωμάτιο κιόλας συνάντησαν ανθρώπους. Ήταν ένα μικρό καθιστικό, κι ένα ζευγάρι κοιμόταν επάνω στον καναπέ, τυλιγμένο σε κουβέρτες. Κι οι δυο τους μαυρόδερμοι και γυμνοί. Στο πάτωμα δίπλα τους βρίσκονταν τέσσερα τελειωμένα μπουκάλια μπίρας. Δεν είχαν ακούσει τους αυτονομιστές να εισβάλλουν, δεν είχαν πάρει είδηση το παραμικρό. Στην αριστερή ωμοπλάτη η γυναίκα είχε μια καλλιτεχνική δερματοστιξία που απεικόνιζε μια στριγκιά.

«Ωραίο,» είπε ο Ναλτάφιρ δείχνοντας τη δερματοστιξία και μειδιώντας προς τη μεριά του Κάλνεντουρ.

«Δεν ήρθαμε για μπανιστήρι,» του θύμισε εκείνος.

«Χαλάρωσε, Πρόμαχε.»

Μη με λες Πρόμαχο, γαμώ την ουρά του Ιουράσκε!

Οι αυτονομιστές ερεύνησαν βιαστικά, αλλά όχι απρόσεκτα, ολόκληρο το διαμέρισμα, ψάχνοντας για καταπακτές πάλι ή κάποιο άλλο άνοιγμα που να οδηγεί κάτω από το έδαφος. Δεν βρήκαν τίποτα και έφυγαν κλείνοντας την πόρτα πίσω τους. Το κοιμισμένο ζευγάρι ούτε που είχε κουνηθεί από τη θέση του· και ο Θόμαλκιρ τούς φυλούσε όλη την ώρα, έτοιμος να τους χτυπήσει με ενεργειακές ριπές από το πιστόλι του, ώστε να τους αναισθητοποιήσει, έτσι και ξυπνούσαν.

Η Σερκίσναθ’χοκ προσπάθησε ν’ανοίξει την κλειδαριά της επόμενης εξώπορτας, αλλά δεν τα κατάφερε. «Είναι προφυλαγμένη από μαγεία,» ψιθύρισε, «και πολύ καλύτερη από τις άλλες.»

Ποιος θα είχε μια τόσο καλή κλειδαριά εδώ; Και προφυλαγμένη από μαγεία, μάλιστα; σκέφτηκε ο Κάλνεντουρ. «Νομίζω πως ίσως να βρήκαμε το μέρος που μας ενδιαφέρει.»

Ο Φάλερβιν κατένευσε. «Ναι. Και φοβάμαι μην έχουν και κανένα ανιχνευτικό σύστημα αφού έχουν τέτοια τεχνολογία εδώ.»

Η Σερκίσναθ’χοκ υποτονθόρυσε αμέσως τα λόγια για κάποιο ξόρκι, και μετά για άλλο ένα. Είπε τελικά στους άλλους: «Δεν υπάρχουν αισθητήρες, και ούτε κάποια μαγγανεία έχει υφανθεί πάνω στην πόρτα.»

«Την κλειδαριά δεν μπορείς να την ανοίξεις;» ρώτησε ο Κάλνεντουρ. «Με τίποτα;»

«Μόνο αν ήμουν του τάγματος των Τεχνομαθών, ίσως· και πάλι δεν ξέρω αν θα ήταν βέβαιο.»

Ο Κάλνεντουρ καταράστηκε από μέσα του. «Θα πρέπει να τη σπάσουμε,» είπε στους άλλους.

«Στάσου λίγο,» είπε ο Φάλερβιν. «Μπορεί να καταφέρω κάτι.» Είχε βγάλει ένα εργαλείο διάρρηξης. Το πέρασε μέσα στην κλειδαριά κι άρχισε να τη σκαλίζει.

Η Σερκίσναθ’χοκ, εν τω μεταξύ, μουρμούρισε ακόμα ένα ξόρκι κάτω απ’την κουκούλα της – κι αμέσως πλησίασε τον Κάλνεντουρ και του ψιθύρισε στ’αφτί: «Πίσω απ’την πόρτα στέκεται κάποιος! Και ξέρει για εμάς – το μυαλό του είναι ανήσυχο!»

Ο Κάλνεντουρ, τραβώντας πίσω τον Φάλερβιν, του ψιθύρισε ό,τι είχε ψιθυρίσει σ’εκείνον η μάγισσα. Τα μάτια του μηχανικού στένεψαν. Ο Κάλνεντουρ ύψωσε το πιστόλι του κι έκανε νόημα σε όλους να ετοιμάσουν τα όπλα τους. Ο Φάλερβιν τράβηξε το δικό του πιστόλι. Στρέφοντας τις κάννες προς την κλειδαριά, οι δυο τους την πυροβόλησαν επανειλημμένα, τραντάζοντάς την. Οι κρότοι αντήχησαν παντού μέσα στην πολυκατοικία και έξω απ’αυτήν – πολύ σύντομα άτριχοι λύκοι της Χάρνωθ θα πλάκωναν εδώ.

Ο Κάλνεντουρ κλότσησε την πόρτα άγρια, μία, δύο φορές, τινάζοντάς την πίσω, ενώ κι ο ίδιος πεταγόταν στο πλάι. Και ήταν προνοητικός που το έκανε, γιατί μια ενεργειακή ριπή ήρθε από μέσα. Πέρασε δίπλα από το μάγουλό του και χτύπησε τον τοίχο πίσω του. Οι άλλοι αυτονομιστές είχαν επίσης πάει δεξιά κι αριστερά της πόρτας, από πριν.

Ο Κάλνεντουρ, γονατίζοντας ενστικτωδώς στο ένα γόνατο, κοίταξε μέσα στο δωμάτιο από την άκρη της εισόδου. Είδε ένα καθιστικό, και μια γυναίκα να στέκεται μέσα, με πιστόλι υψωμένο. Το δέρμα της κόκκινο, τα μαλλιά της πράσινα, ντυμένη με μια ρόμπα, μοιάζοντας τώρα μόλις να έχει ξυπνήσει, ειδοποιημένη ίσως από κάποιου είδους συναγερμό που ήταν ενσωματωμένος στην κλειδαριά.

Ο Κάλνεντουρ, γυρίζοντας το διπλής λειτουργίας πιστόλι του στην αναισθητοποίηση, πυροβόλησε αμέσως. Μια ενεργειακή ριπή πετάχτηκε από την κάννη του χτυπώντας τη γυναίκα στο δεξί πόδι. Εκείνη τραντάχτηκε, σωριάστηκε, γρυλίζοντας, κρατώντας τον μηρό της και με τα δύο χέρια. Το όπλο της είχε φύγει απ’τη λαβή της.

Οι αυτονομιστές μπήκαν στο διαμέρισμα, με τα δικά τους όπλα υψωμένα, περιμένοντας επίθεση από κάποιο από τα άλλα δωμάτια. Αλλά καμια επίθεση δεν έγινε. Ο Φάλερβιν έκλεισε, όπως μπορούσε, τη μισοδιαλυμένη εξώθυρα πίσω τους.

Ο Κάλνεντουρ γονάτισε πλάι στη γυναίκα, αρπάζοντάς την από τα μαλλιά και βάζοντας το πιστόλι του στο πλάι του κεφαλιού της. Ακόμα και μια ενεργειακή ριπή από τόσο κοντά και σε τέτοιο σημείο μπορούσε να σκοτώσει. «Υπάρχει καταπακτή εδώ;»

«Θάρθουν και θα σας πιάσουν!» γρύλισε η γυναίκα, τρίζοντας τα δόντια από τον πόνο στο πόδι της. «Έχουν ειδοποιηθεί! Φύγετε όσο προλαβαίνετε, σας προειδ–!»

Ο Κάλνεντουρ την κοπάνησε στο κεφάλι με τη λαβή του πιστολιού του, αναισθητοποιώντας την. «Ψάξτε,» είπε στους άλλους. «Γρήγορα! Μην κάθεστε! Κάτι υπάρχει εδώ.»

Οι αυτονομιστές χωρίστηκαν μες στο διαμέρισμα, κοιτάζοντας στο πάτωμα, τραβώντας χαλιά όπου υπήρχαν χαλιά. Και δεν ήταν καθόλου δύσκολο να το βρουν. Μέσα στο υπνοδωμάτιο, κάτω από ένα χαλάκι, υπήρχε μια καταπακτή. Η Έρνελιθ τη σήκωσε και είδαν μια σιδερένια σκάλα να κατεβαίνει κατακόρυφα μες στο σκοτάδι.

Ο Κάλνεντουρ τράβηξε την αναίσθητη πορφυρόδερμη γυναίκα εκεί κοντά, ενώ ο Ναλτάφιρ άνοιγε τη ντουλάπα του υπνοδωματίου και είπε: «Πρόμαχε! Δες εδώ!»

Μέσα στη ντουλάπα, πίσω από τα παραμερισμένα ρούχα, υπήρχαν ένα σωρό όπλα. Και όχι δευτέρας διαλογής. Εκτός των άλλων, και μια οπλολόγχη – χαρακτηριστικό όπλο των μαχητών της Χάρνωθ.

«Αυτή η γυναίκα,» είπε ο Φάλερβιν, «ή νομίζει πως είναι αυτονομίστρια σαν εμάς, ή…»

«…είναι πρώην πράκτορας της Παντοκράτειρας,» ολοκλήρωσε τη σκέψη του ο Κάλνεντουρ, «η οποία υπηρετεί τους Χαρνώθιους.»

«Μα δεν είναι λογικό!» είπε η Σερκίσναθ’χοκ. «Γιατί οι Χαρνώθιοι να χτυπήσουν το Μέγαρο των Αιρετών όταν και η Αρχόντισσά τους ήταν μέσα;»

«Θα πάμε κάτω, τώρα, ή όχι;» είπε ο Θόμαλκιρ. «Γιατί σύντομα οι άτριχοι λύκοι θάναι εδώ και θα μας παγιδέψουν. Δε μπορούμε πάντα να τους ξεφεύγουμε.»

«Αν δεν κατεβούμε,» αποκρίθηκε ο Κάλνεντουρ, «δε θα μάθουμε ποτέ τι είναι εκεί.»

«Το άνοιγμα αυτό, πάντως,» παρατήρησε ο Φάλερβιν, «δεν είναι αρκετά μεγάλο για να περάσει κανείς ενεργειακό κανόνι. Και ούτε και οι εξώπορτες αυτών των διαμερισμάτων είναι τόσο μεγάλες, βασικά.»

«Το έφεραν σε κομμάτια,» είπε ο Κάλνεντουρ· «δεν υπάρχει άλλη εξήγηση.» Και, βγάζοντας από την τσέπη του έναν φωτόλιθο, τον πέταξε μέσα στην καταπακτή.

Η φωτεινή πέτρα χτύπησε δυο, τρεις φορές στη μεταλλική σκάλα, κουδουνίζοντας, και μετά κατέληξε στο πάτωμα, που πρέπει να ήταν περίπου τρία μέτρα κάτω από τη γη. Κανένας δεν φαινόταν εκεί γύρω. Ούτε καμια φωνή ακούστηκε.

Ο Κάλνεντουρ έκανε να κατεβεί, λέγοντας: «Φέρτε και την εξωδιαστασιακή μαζί σας.»

«Περίμενε!» τον πρόλαβε η Σερκίσναθ’χοκ, κι έκανε ένα ξόρκι, με το βλέμμα της στραμμένο προς τα κάτω. Μετά είπε: «Κανένας δεν είναι εκεί. Σίγουρα. Τίποτα με νοητική δραστηριότητα, τουλάχιστον. Αλλά πρόσεχε, Κάλνεντουρ.»

Ο Κάλνεντουρ πιάστηκε στη σιδερένια σκάλα και κατέβηκε, καταλήγοντας γρήγορα σε μια υγρή, πέτρινη σήραγγα. Νερό ακουγόταν να στάζει από κάπου. Αλλά τίποτα το πιο ύποπτο. Σκύβοντας πήρε τον φωτόλιθο από κάτω, κι έκανε νόημα στους άλλους να κατεβούν.

Οι αυτονομιστές δεν δίστασαν. Ο Ναλτάφιρ κουβαλούσε τη λιπόθυμη κοκκινόδερμη γυναίκα στον ώμο.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να έφεραν ενεργειακό κανόνι από εδώ,» είπε πάλι ο Φάλερβιν, «εκτός αν ήταν σε κομμάτια.»

«Σε κομμάτια θα ήταν, τότε,» επανέλαβε ο Κάλνεντουρ. «Μπορεί να μην είχαν χρόνο να το βγάλουν από την πολυκατοικία ύστερα από την επίθεση – θα τους έπιαναν απέξω, στους δρόμους – αλλά θα προλάβαιναν να το φέρουν ώς εδώ, δεν θα προλάβαιναν;»

«Ή βρισκόμαστε σε λάθος μέρος,» είπε η Έρνελιθ.

«Αυτό το διαμέρισμα σίγουρα δεν ήταν συνηθισμένο. Ούτε η κλειδαριά του, ούτε η ένοικός του. Κάτι δεν πηγαίνει καλά εδώ.» Ο Κάλνεντουρ είχε ήδη αρχίσει να βαδίζει μες στη σήραγγα, και οι άλλοι τον ακολουθούσαν. Πλάι του ερχόταν ο Θόμαλκιρ, κι αμέσως πίσω του η Σερκίσναθ’χοκ, μουρμουρίζοντας πάλι κάποιο ξόρκι, ανιχνευτικής φύσης αναμφίβολα.

Έφτασαν σ’ένα σημείο όπου η σήραγγα χωριζόταν στα δύο. Στον τοίχο μπροστά τους υπήρχε καρφωμένη μια πινακίδα. Επάνω της ήταν ζωγραφισμένα τρία βέλη: δίπλα από το ένα έγραφε ΑΑ· δίπλα από το άλλο, Α4· και δίπλα από το τρίτο – το οποίο έδειχνε προς τη μεριά από την οποία οι αυτονομιστές είχαν έρθει – Α3.

«Τι είναι αυτό;» αναρωτήθηκε ο Θόμαλκιρ. «Κάποιου είδους κώδικας;»

«Προφανώς,» είπε ο Κάλνεντουρ.

«Δεν ήξερα ότι υπάρχουν τέτοιες σήραγγες κάτω από τη Φάνρηβ. Το ήξερες εσύ;»

Ο Κάλνεντουρ βάδισε προς τη μεριά με την ένδειξη ΑΑ· για κάποιο λόγο, του έμοιαζε πιο σημαντική από τη μεριά Α4. «Μόνο για ένα πράγμα είχα ακούσει,» αποκρίθηκε. «Ότι οι Παντοκρατορικοί είχαν μια υπόγεια βάση κάτω από την πόλη.»

«Υπόγεια βάση;»

«Ναι. Αλλά, μετά τον πόλεμο, σφραγίστηκε.»

«Από ποιον;»

«Από την Αρχόντισσα. Μπορούσες να κατεβείς στη βάση από το Μέγαρο των Φυλάκων.»

Ο Θόμαλκιρ ρουθούνισε. «Ψέματα ξανά – όπως είπε ψέματα και για τον Εθέλδιρ.»

«Δεν είμαι και τόσο σίγουρος,» αποκρίθηκε ο Κάλνεντουρ ενώ συνέχιζαν να βαδίζουν με προσοχή. «Το σφράγισμα εκείνης της εισόδου το επέβλεπαν οι καινούργιοι Αιρετοί, και ήταν εκεί κι ο αδελφός μου, ως Πρόμαχος της Επανάστασης στη Φάνρηβ. Όμως ό,τι κλείνει μπορεί και να ξανανοίξει. Αλλά ίσως όχι από την Αρχόντισσα.»

«Όχι από την Αρχόντισσα;» ρουθούνισε ξανά ο Θόμαλκιρ.

«Λες να είχε προστάξει η ίδια να της επιτεθούν με ενεργειακό κανόνι; Ξέχασες γιατί ήρθαμε εδώ;»

*

Οι αυτονομιστές ήταν προσεχτικοί, σιωπηλοί, και πανέτοιμοι, καθώς διέσχιζαν το υπόγειο πέρασμα, περιμένοντας ότι πιθανώς να συναντούσαν αντίσταση, αν και φωνές δεν ακούγονταν από πουθενά, ούτε βήματα. Το φως του φωτόλιθου του Κάλνεντουρ τούς έδειχνε αρχικά τον δρόμο, αλλά τώρα είχε ανάψει έναν φακό και ο Θόμαλκιρ.

Η Σερκίσναθ’χοκ είπε, απρόσμενα αλλά χαμηλόφωνα: «Σταθείτε! Υπάρχουν αισθητήρες παρακάτω. Δύο. Προσαρτημένοι στους τοίχους, δεξιά κι αριστερά.» Προφανώς, τους είχε εντοπίσει με τη μαγεία της.

Ο Κάλνεντουρ έκανε νόημα στον Θόμαλκιρ να φωτίσει δεξιά κι αριστερά, κι εκείνος φώτισε. Αλλά τίποτα δεν φάνηκε. «Πρέπει νάναι κρυμμένοι,» είπε ο Κάλνεντουρ. Αν οι αυτονομιστές περνούσαν ανάμεσά τους, μάλλον κάποιος, κάπου, θα μάθαινε ότι έξι άνθρωποι – εφτά με τη λιπόθυμη γυναίκα – είχαν περάσει από εδώ. Αλλά ποιος μπορεί να ήταν αυτός; Ποιος χρησιμοποιούσε ετούτες τις σήραγγες;

Ο Κάλνεντουρ ρώτησε: «Μπορείς να τους απενεργοποιήσεις, μάγισσα;»

Η Σερκίσναθ’χοκ μουρμούρισε ακόμα ένα ξόρκι, και είπε: «Όχι. Αν λειτουργούσαν ασύρματα μέσω τηλεπικοινωνιακής συχνότητας, ίσως να μπορούσα. Αλλά νομίζω πως είναι καλωδιωμένοι.»

Αναρωτιέμαι αν έρχονται σε επαφή με το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο της Φάνρηβ, ή αν συνδέονται με κάποιο σύστημα εδώ κοντά, σκέφτηκε ο Κάλνεντουρ. Το δεύτερο του φαινόταν πιθανότερο. «Δηλαδή, δεν υπάρχει τρόπος να τους αποφύγουμε;»

Η Σερκίσναθ’χοκ χρησιμοποίησε ξανά τη μαγεία της, και μετά έδειξε δύο συγκεκριμένα σημεία στους τοίχους, ένα δεξιά, ένα αριστερά. «Οι αισθητήρες είναι εκεί κι εκεί. Αρκετά ψηλά. Αν περνούσαμε από κάτω….»

«Ας το κάνουμε,» είπε ο Κάλνεντουρ, που φοβόταν να γυρίσει πίσω. Ίσως να συναντούσαν Χαρνώθιους. Οι άλλοι συμφώνησαν μαζί του σιωπηλά. Μάλλον είχαν το ίδιο πράγμα στο μυαλό τους.

Πέφτοντας στο πάτωμα, προχωρώντας στα τέσσερα, πέρασαν κάτω από τους αισθητήρες, ελπίζοντας ότι η εμβέλεια των κρυμμένων μηχανισμών δεν θα τους έπιανε. Ύστερα σηκώθηκαν πάλι όρθιοι και βάδισαν κατά μήκος της σήραγγας, ενώ η Σερκίσναθ’χοκ εξακολουθούσε να ανιχνεύει με τη μαγεία της.

Αλλά δεν χρειάστηκε να προχωρήσουν πολύ, προτού φτάσουν μπροστά σε μια κλειστή μεταλλική πόρτα.

«Η υπόγεια βάση,» μουρμούρισε ο Κάλνεντουρ. «Πρέπει σίγουρα εδώ νάναι η υπόγεια βάση των Παντοκρατορικών.»

«Εγκαταλειμμένη μάλλον…» είπε ο Ναλτάφιρ, συνεχίζοντας να κουβαλά τη λιπόθυμη κοκκινόδερμη γυναίκα στον ώμο.

«Και οι αισθητήρες πώς λειτουργούσαν;» είπε ο Φάλερβιν. «Δε νομίζω νάναι εγκαταλειμμένη, Ναλτάφιρ.»

Οι αυτονομιστές είχαν τα όπλα τους έτοιμα καθώς ο Κάλνεντουρ, έχοντας βάλει τον φωτόλιθό του στην τσέπη, άνοιγε τη μεταλλική πόρτα με το ένα χέρι κρατώντας το πιστόλι του στο άλλο.

Ο Θόμαλκιρ δεν χρειάστηκε να φωτίσει με τον φακό του πέρα απ’το κατώφλι. Μέσα υπήρχαν ενεργειακά φώτα. Και, ναι, ο χώρος έμοιαζε αναμφίβολα με βάση. Κανένας φρουρός όμως δεν φαινόταν τριγύρω.

Οι αυτονομιστές μπήκαν, χωρίς να χαλαρώσουν καθόλου, και βάδισαν σ’ένα μέρος όλο μεταλλικά κατασκευάσματα: μεταλλικές ράμπες και μεταλλικές σκάλες, μεταλλικά λεπτά τοιχώματα, μεταλλικές πόρτες, μεταλλικά έπιπλα, καλώδια, σωλήνες. Κιβώτια και βαρέλια ήταν στοιβαγμένα. Κάτι ενεργειακές φιάλες παραδίπλα.

Από κάπου ανθρώπινες φωνές ακούστηκαν. Κάποιοι μιλούσαν.

Ο Κάλνεντουρ βάδισε προς τα εκεί, και οι αυτονομιστές τον ακολούθησαν, προσπαθώντας να μην κάνουν θόρυβο.

Τότε, η τύχη τους τους εγκατέλειψε.

Η κοκκινόδερμη γυναίκα, που κρεμόταν με το κεφάλι ανάποδα από τον ώμο του Ναλτάφιρ, ξύπνησε. Ίσως έπρεπε να την είχαν δέσει, τελικά, και να την είχαν φιμώσει. Αλλά δεν το είχαν κάνει. Και τώρα εκείνη άρχισε να κινείται και να φωνάζει να την αφήσουν. «Όποιοι κι αν είστε, όπου κι αν με πηγαίνετε, θα σας βρουν! Ελευθερώστε με!»

Οι φωνές που έρχονταν από την πόρτα προς την οποία πήγαιναν οι αυτονομιστές σταμάτησαν απότομα, και βήματα ακούστηκαν να πλησιάζουν.

Την ίδια στιγμή, ο Φάλερβιν έπιασε και με τα δύο χέρια το κεφάλι της κοκκινόδερμης γυναίκας (που κρεμόταν πίσω από την πλάτη του Ναλτάφιρ), κλείνοντάς της το στόμα. «Σκασμός, αλλιώς είσαι νεκρή!» γρύλισε.

Δυο άντρες ξεπρόβαλαν από την πόρτα, με πιστόλια στα χέρια. «Ποιοι είστε εσείς;» ρώτησε ο ένας, που το δέρμα του ήταν κατάλευκο σαν πανί – εξωδιαστασιακός αναμφίβολα. Ο άλλος ήταν μαυρόδερμος· θα μπορούσε να ήταν Μοργκιανός.

«Εσείς ποιοι είστε,» αποκρίθηκε ο Κάλνεντουρ, περισσότερο για αποπροσανατολισμό.

Οι δυο άντρες πετάχτηκαν πάλι μέσα στην πόρτα κι άρχισαν να τους πυροβολούν με τα πιστόλια τους. Οι αυτονομιστές αντεπιτέθηκαν ενώ σκορπίζονταν, βρίσκοντας κάλυψη πίσω από γωνίες και αντικείμενα από δω κι από κει. Η κοκκινόδερμη γυναίκα γάντζωσε τα χέρια της πάνω στον Ναλτάφιρ και, πολύ γρήγορα, βρέθηκε να παλεύει μαζί του, καθώς τον είχε ρίξει κάτω, δαγκώνοντας και γδέρνοντάς τον.

«Φύγετε!» φώναξε ο Κάλνεντουρ στους συντρόφους του. «Προς τα κει!» δείχνοντας. Ελπίζοντας ότι από εκεί δεν θα ήταν περισσότεροι εχθροί, και ότι θα υπήρχε κάποια έξοδος από τη βάση.

Ο Θόμαλκιρ πετάχτηκε κοντά στην κοκκινόδερμη γυναίκα που είχε καβαλήσει τον Ναλτάφιρ και τον χτυπούσε στο κεφάλι. Την κοπάνησε στον αυχένα με το πλάι της ανοιχτής παλάμης του, κι εκείνη έχασε πάλι τις αισθήσεις της. Το μαυρόδερμο πρόσωπο του Ναλτάφιρ είχε γεμίσει μπλε αίματα, αλλά κατά τα άλλα δεν έμοιαζε νάχει πάθει τίποτα. Παίρνοντας ξανά την κοκκινόδερμη γυναίκα στον ώμο ακολούθησε τους υπόλοιπους αυτονομιστές.

Ο Κάλνεντουρ ήρθε τελευταίος, ανταλλάσσοντας μερικές ριπές ακόμα με τους δύο άντρες πίσω απ’την πόρτα, κι έχοντας ήδη διακρίνει ότι προς τα εκεί υπήρχαν κι άλλοι.

«Τι σκατά ήταν αυτοί;» είπε ο Φάλερβιν. «Ο ένας ήταν σίγουρα εξωδιαστασιακός. Τι σκατά συμβαίνει εδώ κάτω, Κάλνεντουρ;»

«Πάω στοίχημα πως η πορφυρόδερμη φίλη μας μπορεί να μας πει. Αλλά πρέπει πρώτα να φύγουμε από δω. Και τώρα δέστε την, μα την ουρά του Ιουράσκε – είν’ επικίνδυνη!»

Καθώς ο Ναλτάφιρ τη μετέφερε στον ώμο, έδεσε συγχρόνως τα πόδια της στον αστράγαλο, και η Έρνελιθ έδεσε τους καρπούς της και της έβαλε ένα φίμωτρο στο στόμα.

«Μας ακολουθούν,» παρατήρησε ο Θόμαλκιρ κοιτάζοντας πίσω, καθώς οι αυτονομιστές συνέχιζαν να βαδίζουν μέσα στα περάσματα και τις αίθουσες της υπόγειας βάσης. Γύρω τους είδαν κομμάτια για μηχανές σ’ένα σημείο, και σ’ένα άλλο κρεμασμένα όπλα – πολλά κρεμασμένα όπλα.

«Για σταθείτε εδώ, λίγο!» είπε ο Κάλνεντουρ. «Σταθείτε εδώ!»

«Έρχονται πίσω μας!» τον προειδοποίησε ο Θόμαλκιρ.

«Απωθείστε τους. Θέλω να δω αν εδώ είναι κανένα ενεργειακό κανόνι. Από κει, ίσως.» Έδειξε ένα άνοιγμα.

«Θα κοιτάξω εγώ,» είπε ο Φάλερβιν, και ο Κάλνεντουρ ένευσε.

Από πίσω τους βήματα ακούστηκαν να έρχονται και σκιερές μορφές φάνηκαν, οι οποίες άρχισαν αμέσως να τους πυροβολούν. Οι αυτονομιστές ανταποκρίθηκαν με παρόμοια φιλικό τρόπο.

«Ποιοι είστε;» φώναξε ο Κάλνεντουρ. «Τι κάνετε εδώ;»

«Παραδοθείτε!» πρόσταξε κάποιος. «Ρίξτε τα όπλα σας!»

Η Έρνελιθ τούς πέταξε μια άσραθ, η οποία χτύπησε στην άκρη μιας πόρτας, μη βρίσκοντας τον στόχο της. Υπήρχαν τόσα πολλά σημεία για κάλυψη σε τούτο το μέρος. Ο περιστρεφόμενος δίσκος γύρισε προς την κυνηγό των Σκιερών Κοιλάδων κι εκείνη τον έπιασε επιδέξια, στον αέρα.

Καθώς ο Φάλερβιν επέστρεφε κοντά στους υπόλοιπους, οι εχθροί τούς έριξαν ένα καπνογόνο και ο χώρος άρχισε να γεμίζει ομίχλη.

«Από δω!» φώναξε ο Κάλνεντουρ. «Μαζί μου!»

Οι σύντροφοί του τον ακολούθησαν, απομακρυνόμενοι γρήγορα από τον καπνό που μάλλον ήταν υπνωτικό αέριο. Πυροβολισμοί αντηχούσαν πίσω τους.

«Κάλνεντουρ…» είπε ο Φάλερβιν ενώ έτρεχαν.

«Τι βρήκες;»

«Υπάρχουν κομμάτια εκεί μέσα για τουλάχιστον δύο ενεργειακά κανόνια. Και είναι, αναμφίβολα, Παντοκρατορικής τεχνολογίας. Έχουν επάνω τους το παλιό έμβλημα της Παντοκράτειρας.»

«Τι στα παπάρια του Νούρκας γίνεται εδώ κάτω;» μούγκρισε ο Θόμαλκιρ. «Είναι δυνατόν νάναι Παντοκρατορικοί που έχουν απομείνει στην πόλη, Κάλνεντουρ; Που ετοιμάζουν εκδίκηση;»

«Δεν ξέρω. Μου φαίνεται περίεργο. Τι είδους εκδίκηση; Αυτοί που είδαμε πριν δεν πρέπει νάναι πάνω από τέσσερις, πέντε άνθρωποι. Σκοπεύουν να τα βάλουν μόνοι τους μ’ολόκληρη την πόλη; Μ’ολόκληρη τη διάσταση της Μοργκιάνης; Δεν υπάρχει Παντοκρατορία πια, Θόμαλκιρ· δεν έχουν νόημα αυτά. Κάτι άλλο συμβαίνει.»

Συνεχίζοντας να τρέχουν, περνώντας από μια αίθουσα με κονσόλες και οθόνες (που δεν φαινόταν να έχουν χρησιμοποιηθεί πρόσφατα), περνώντας από μια αίθουσα που έμοιαζε με χώρο αναψυχής (είχε τραπεζάκια, ένα μπαρ, ηχοσύστημα), περνώντας από μια αίθουσα που ήταν άδεια εκτός από διάφορα πράγματα αφημένα από δω κι από κει, έφτασαν τελικά μπροστά σε μια πόρτα που θύμιζε αυτή από την οποία είχαν μπει στη βάση. Ο Κάλνεντουρ την άνοιξε και είδε μια σήραγγα απέξω.

«Ακόμα μας ακολουθούν,» είπε ο Θόμαλκιρ. «Δεν είχαν πρόβλημα να περάσουν απ’το αέριο. Πρέπει να φόρεσαν μάσκες.»

Ο Κάλνεντουρ δεν αποκρίθηκε· βγήκε απ’τη βάση και οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν μέσα στον υπόγειο διάδρομο, τρέχοντας.

Σ’ένα σημείο η σήραγγα χωριζόταν στα δύο, κι αντίκρυ του ο Κάλνεντουρ είδε μια καρφωμένη πινακίδα με τρία βέλη ζωγραφισμένα επάνω: δίπλα από το πρώτο υπήρχε η ένδειξη Α7· δίπλα από το δεύτερο, Α8· και δίπλα από το τρίτο – το οποίο έδειχνε προς τη μεριά από την οποία είχαν έρθει – ΑΑ.

Η βάση τους είναι ΑΑ, συμπέρανε ο Κάλνεντουρ, και τα άλλα είναι, μάλλον, κωδικοί για τις εξόδους μέσα στην πόλη. Χωρίς να σκεφτεί έστριψε προς τη μεριά Α8, και κανένας δεν διαφώνησε μαζί του. Προχώρησαν πάλι κατά μήκος ενός υπόγειου περάσματος, τρέχοντας αλλά με προσοχή, γιατί κανένας τους δεν ήξερε τι μπορεί να συναντούσαν εδώ κάτω.

«Μας ακολουθούν;» ρώτησε ο Κάλνεντουρ σε κάποια στιγμή. Οι άλλοι αποκρίθηκαν ότι δεν τους έβλεπαν, ούτε τους άκουγαν.

Ίσως να τα παράτησαν, ή ίσως να μας έχουν στήσει κάποια παγίδα εκεί όπου πηγαίνουμε.

Όταν έφτασαν στο τέλος της σήραγγας είδαν μια μεταλλική σκάλα να ανεβαίνει, και τότε ο Κάλνεντουρ προειδοποίησε τους συντρόφους του ότι μπορεί να τους περίμεναν επάνω.

Η Σερκίσναθ’χοκ, παρότι φανερά κουρασμένη, είπε: «Θα το ελέγξω.» Μουρμούρισε τα λόγια για ένα ξόρκι και σκαρφάλωσε στη σκάλα, ανεβαίνοντας με προσοχή αλλά μη φτάνοντας μέχρι την καταπακτή.

Μετά από λίγο, έκανε νόημα στον Κάλνεντουρ ν’ανεβεί κι εκείνος. Ο Κάλνεντουρ υπάκουσε, καταλήγοντας κοντά στη μάγισσα, αγκαλιάζοντάς την με χέρια και με πόδια καθώς ήταν πιασμένος πάνω στα στενά σκαλοπάτια, αλλιώς δεν μπορούσαν να χωρέσουν κι οι δύο εδώ πέρα.

«Δεν διαισθάνομαι κανένα σκεπτόμενο άτομο επάνω,» του είπε η Σερκίσναθ’χοκ. «Μάλλον δεν υπάρχει κίνδυνος.»

«Θα πάω εγώ πρώτος.»

Η μάγισσα δεν διαφώνησε.

Ο Κάλνεντουρ την προσπέρασε, πλησιάζοντας την καταπακτή, φωτίζοντας με τον φωτόλιθό του. Παρατήρησε ότι ένας σύρτης ήταν τραβηγμένος από την κάτω μεριά της καταπακτής. Ήταν κλειστή, λοιπόν. Κανένας δεν μπορούσε να έρθει από έξω, εκτός αν την έσπαγε. Μάλλον ετούτη η είσοδος δεν χρησιμοποιείτο από όποιους κι αν τώρα τριγύριζαν σ’αυτές τις σήραγγες και την παλιά Παντοκρατορική βάση.

Ο Κάλνεντουρ τράβηξε τον σύρτη και σήκωσε την καταπακτή λίγο. Ελάχιστα. Κοίταξε έξω από τη χαραμάδα που δημιουργήθηκε και είδε σκοτάδι, απόλυτο σκοτάδι. Έσπρωξε την καταπακτή, ρίχνοντάς την στο πλάι κι αφήνοντας τον φωτόλιθό του να φωτίσει τον χώρο.

Κάποιο παλιό κελάρι, εγκαταλειμμένο. Ακαθαρσίες και θραύσματα από δω κι από κει. Ποντίκια. Ένα αδέσποτο σίρκι’θ γαντζωμένο στον τοίχο, το οποίο μετά βίας διακρινόταν.

Ο Κάλνεντουρ έκανε νόημα στους συντρόφους του να ανεβούν, και βγήκε από την καταπακτή.

Όταν κι οι άλλοι ήταν επάνω, τους είπε για τον σύρτη. «Δε νομίζω ότι αυτό το μέρος χρησιμοποιείται για είσοδος στις σήραγγες.» Και μετά βάδισε προς τη μοναδική έξοδο που έβλεπαν: μια ξύλινη πόρτα. Έκανε να την τραβήξει αλλά τη βρήκε κλειδωμένη.

«Μάγισσα; Μπορείς;»

«Θα προσπαθήσω.»

Η Σερκίσναθ’χοκ άγγιξε την κλειδαριά με το ένα χέρι ενώ υποτονθόρυζε ένα Ξόρκι Ξεκλειδώματος. Ο μηχανισμός ακούστηκε να κινείται, όμως με δυσκολία. Τελικά γύρισε, μία, δύο φορές. «Εντάξει,» είπε η μάγισσα.

Ο Κάλνεντουρ άνοιξε την πόρτα με επιφύλαξη και κοίταξε έξω από τη χαραμάδα: Πέτρινα σκαλοπάτια που ανέβαιναν, καταλήγοντας σε κάποιον από τους νυχτερινούς δρόμους της πόλης. Δεν έβλεπε κανέναν άνθρωπο επάνω. Ζήτησε από τη μάγισσα να ερευνήσει.

Η Σερκίσναθ’χοκ έκανε ακόμα ένα ξόρκι, μουρμουρίζοντας καθώς έκλεινε τα μάτια της. Ύστερα είπε: «Κανένας,» επιβεβαιώνοντας την υποψία του.

Ο Κάλνεντουρ άνοιξε την πόρτα και ανέβηκε τα σκαλοπάτια, αν και όχι απρόσεχτα. Οι άλλοι τον ακολούθησαν. Βρέθηκαν σ’έναν πλακόστρωτο δρόμο, ανάμεσα σε οικοδομήματα. Αντίκρυ τους, μέσα από έναν άλλο δρόμο, αποβάθρες φαίνονταν. Λιμάνι.

Οι αυτονομιστές δεν άργησαν να καταλάβουν ότι είχαν βγει στα όρια Λαβυρίνθου και Νότιου Λιμανιού. Οι περιοχές αυτές δεν τους ήταν καθόλου άγνωστες.

«Τόσο καιρό υπήρχε αυτή η καταπακτή εδώ και δεν ξέραμε τίποτα…» είπε ο Ναλτάφιρ, δείχνοντας κουρασμένος από τη μεταφορά της λιπόθυμης γυναίκας στον ώμο του. Οι πληγές στο πρόσωπό του δεν αιμορραγούσαν πλέον, αλλά είχε τα χάλια του κάτω απ’την κουκούλα της κάπας του.

«Δεν ξέρουμε τα πάντα για τη Φάνρηβ,» αποκρίθηκε ο Κάλνεντουρ. «Είναι μια πόλη όλο μυστικά και εκπλήξεις.»

14
Πυροβολισμοί, Έρευνα, Εντολές· οι Μηχανορραφίες των Χαρνώθιων· μια Ανησυχητική Εξαφάνιση

Μια περιπολία Χαρνώθιων λυκοκαβαλάρηδων άκουσε πυροβολισμούς ν’αντηχούν μέσα στη νύχτα, και η λύκαρχος ώθησε τους μαχητές της να τρέξουν. Καβάλα στους γιγαντόλυκούς τους κατευθύνθηκαν προς τα εκεί απ’όπου είχε έρθει ο θόρυβος και βρέθηκαν αντίκρυ στην πολυκατοικία από την ταράτσα της οποίας λεγόταν πως το ενεργειακό κανόνι των αυτονομιστών είχε χτυπήσει το Μέγαρο των Αιρετών. Τώρα, όμως, κανένας δεν φαινόταν εδώ γύρω με πυροβόλο όπλο στα χέρια. Από πού είχαν έρθει οι πυροβολισμοί;

Ύστερα από μια σύντομη έρευνα, η λύκαρχος ανακάλυψε ότι είχαν έρθει απ’το εσωτερικό της ύποπτης πολυκατοικίας· οι κάτοικοί της είχαν ανησυχήσει. Ένα από τα διαμερίσματα του ισογείου ήταν ανοιχτό, η κλειδαριά του διαλυμένη. Σ’ένα άλλο διαμέρισμα μια οικογένεια μεταναστών από την Αλβέρια ήταν δεμένη. Οι μαχητές της Χάρνωθ τούς ελευθέρωσαν και τους ρώτησαν τι είχε συμβεί· εκείνοι αποκρίθηκαν ότι κάποιοι είχαν εισβάλει στο σπίτι τους, τους είχαν δέσει, και μετά… «Νομίζαμε ότι θα έκλεβαν, αν και είπαν ότι δεν ήθελαν λεφτά,» εξήγησε ο άντρας. «Δεν ξέρουμε τι ζητούσαν τελικά· δε φαίνεται νάχουν πειράξει τίποτα.»

Και η κλειδαριά δεν ήταν σπασμένη, παρατήρησε η λύκαρχος. Πρέπει να την είχαν ανοίξει με προσοχή και επιδεξιότητα. Ή με μαγεία. Γνώριζε πως υπήρχαν μάγοι που μπορούσαν ν’ανοίγουν κλειδαριές.

Η κλειδαριά του άλλου διαμερίσματος, όμως, ήταν κατεστραμμένη· την είχαν πυροβολήσει. Και η λύκαρχος συμπέρανε ότι ήταν καλής ποιότητας κλειδαριά, και συνδεδεμένη με καλώδια – κάποιο σύστημα συναγερμού, πιθανώς. Μέσα στο διαμέρισμα δεν ήταν κανένας τώρα, αλλά οι μαχητές της βρήκαν όπλα στη ντουλάπα και από δω κι από κει διάφορες άλλες συσκευές που δεν τις είχε ο καθένας. Στο πάτωμα του υπνοδωματίου υπήρχε, επίσης, μια καταπακτή. Την άνοιξαν και είδαν μια μεταλλική σκάλα να κατεβαίνει.

Η λύκαρχος δεν ήξερε τι να κάνει, τώρα, έτσι κάλεσε τον μεράρχη της με τηλεπικοινωνιακό πομπό. Ο μεράρχης τής είπε να περιμένει. Μάλλον ήθελε να ζητήσει οδηγίες από αλλού. Από τον Βασιλικό Αρχικατάσκοπο, ίσως, ή από τον Στρατηγό. Αυτή η υπόθεση ήταν παράξενη, σκεφτόταν η λύκαρχος. Οι αυτονομιστές πρέπει να ήταν μπλεγμένοι. Και η καταπακτή πιθανώς να οδηγούσε σε κάποια κρυψώνα τους.

Ο μεράρχης την κάλεσε στον πομπό της και της είπε να φύγει από εκεί και να ξεχάσει το επεισόδιο. Θα αναλάμβαναν να το ερευνήσουν άλλοι που ήταν πιο ειδικοί από εκείνη.

«Μάλιστα, κύριε Μεράρχη.»

«Και η περιπολία σου τελείωσε γι’απόψε,» την πληροφόρησε η φωνή από τον πομπό. «Πες στους επόμενους που έχουν βάρδια να έρθουν.»

«Μάλιστα, κύριε Μεράρχη.»

Η λύκαρχος πρόσταξε τους μαχητές της να φύγουν, και διαβεβαίωσε τους αναστατωμένους κατοίκους της πολυκατοικίας ότι τίποτα δεν θα συνέβαινε πια, όλα είχαν τακτοποιηθεί, να κοιμόνταν ήσυχοι.

Οι Χαρνώθιοι μαχητές ανέβηκαν στους εκπαιδευμένους γιγαντόλυκους που τους περίμεναν απέξω και απομακρύνθηκαν μέσα στους νυχτερινούς δρόμους.

Η φασαρία στην πολυκατοικία, σταδιακά, σταμάτησε. Ησυχία επικράτησε. Το διαμέρισμα με τη σπασμένη πόρτα έμεινε μόνο του, με τις ενεργειακές λάμπες σβηστές, όπως τις είχαν αφήσει οι μαχητές της περιπολίας προτού φύγουν.

Αργότερα – ένας ήχος μέσα απ’το σκοτάδι. Κάποιοι βγήκαν από την καταπακτή, κρατώντας φακούς. Ερεύνησαν το διαμέρισμα με προσοχή και μετά μπήκαν πάλι στην καταπακτή, κλείνοντάς την.

*

Έχοντας επιστρέψει στο καινούργιο άντρο τους, οι αυτονομιστές κάθισαν την κοκκινόδερμη γυναίκα σε μια καρέκλα, σ’ένα υπόγειο δωμάτιο, και την έδεσαν εκεί. Ήταν ακόμα αναίσθητη· το κεφάλι της έγερνε στο πλάι, τα πράσινα μαλλιά της έκρυβαν το πρόσωπό της. Η ρόμπα της αποκάλυπτε πόδια λιγνά και γυμνασμένα.

Ο Κάλνεντουρ τής έριξε νερό κατακέφαλα, από μια κανάτα. Η γυναίκα τραντάχτηκε, ύψωσε το κεφάλι της, βήχοντας, μουγκρίζοντας. Τα μάτια της γυάλιζαν, δακρυσμένα, μέσα από τα μαλλιά της. Προσπάθησε να κινηθεί και διαπίστωσε ότι τα χέρια της ήταν δεμένα πίσω από την πλάτη της καρέκλας. «Λύστε με!» ούρλιαξε. «Λύστε με θα σας βρουν και θα σας σκοτώσουν όλους! λύστε με!»

Ο Κάλνεντουρ τη χαστούκισε, δυνατά. «Κανείς δεν πρόκειται να μας βρει εδώ. Ούτε εμάς ούτε εσένα.»

Οι άλλοι αυτονομιστές που στέκονταν τριγύρω – η Έρνελιθ, ο Θόμαλκιρ, ο Ναλτάφιρ, η Σερκίσναθ’χοκ – παρακολουθούσαν αμίλητοι. Και η κοκκινόδερμη γυναίκα ήταν τώρα το ίδιο αμίλητη, παρατηρώντας τους με στενεμένα μάτια.

«Ποια είσαι;» τη ρώτησε ο Κάλνεντουρ. «Πώς σε λένε;»

«Εσείς τι είστε; Ληστές; Κλέφτες;»

«Καταλαβαίνεις πολύ καλά πως ούτε ληστές ούτε κλέφτες είμαστε–»

«Μπήκατε στο σπίτι μου σπάζοντάς την πόρτα!»

«Η κλειδαριά της οποίας ήταν προστατευμένη από μαγεία. Δε συνηθίζεται αυτό σ’όλες τις πόρτες των πολυκατοικιών της Φάνρηβ. Κι επίσης, μέσα στο διαμέρισμά σου ήταν μια ντουλάπα γεμάτη με όπλα. Και μια καταπακτή…»

Η γυναίκα δεν μίλησε.

«Δεν είσαι από τη Μοργκιάνη, έτσι δεν είναι;» είπε ο Κάλνεντουρ.

Η γυναίκα κράτησε τη σιωπή της.

«Θα μας αναγκάσεις να σε βασανίσουμε;» ρώτησε ο Κάλνεντουρ, ήρεμα.

«Όχι,» είπε η γυναίκα, «δεν είμαι από τη Μοργκιάνη,» μη δίνοντας καμία πληροφορία ουσιαστικά, αφού αυτό ήταν καταφανές από το κόκκινο δέρμα της. Δεν υπήρχαν πορφυρόδερμοι άνθρωποι στη Μοργκιάνη.

«Ήσουν κάποτε πράκτορας της Παντοκράτειρας και ξέμεινες εδώ,» είπε ο Κάλνεντουρ.

«Όχι, δεν έχω καμια σχέση με Παντοκρατορικούς, ούτε ποτέ είχα.»

«Μας λες ψέματα.»

«Δε λέω ψέματα!»

«Η καταπακτή στο σπίτι σου δεν ξέρεις πού οδηγεί;»

Η γυναίκα πάλι δεν μίλησε.

«Οδηγεί στην παλιά υπόγεια βάση των Παντοκρατορικών!» φώναξε ο Κάλνεντουρ. Και μετά ρώτησε: «Θέλεις να μείνεις ζωντανή;»

«Εσύ τι νομίζεις;»

Τη χαστούκισε ξανά, κάνοντας αίμα να πεταχτεί από τη μύτη της. «Δε βοηθάς και πολύ τον εαυτό σου, τότε!

»Ποιοι χρησιμοποιούν τώρα την υπόγεια βάση;» τη ρώτησε. «Γιατί;»

«…Δεν ξέρω τίποτα,» αποκρίθηκε, με το κεφάλι της στο πλάι, με τα μαλλιά της να κρύβουν ξανά το πρόσωπό της, πιτσιλισμένα από αίμα.

Ο Κάλνεντουρ την άρπαξε απ’τα μαλλιά, τραβώντας τον λαιμό της πίσω. «Καταλαβαίνεις ποιοι είμαστε, έτσι δεν είναι; Μόνο έναν λόγο έχουμε να κρατήσουμε ζωντανή μια Παντοκρατορική λύκαινα σαν εσένα: για να μας δώσεις τις πληροφορίες που θέλουμε. Το καταλαβαίνεις κι αυτό, δεν το καταλαβαίνεις;»

Τα μάτια της τον ατένισαν κατάματα, σταθερά. Ναι, καταλάβαινε. Σίγουρα καταλάβαινε πολύ καλά, τα πάντα.

«Πες μου τώρα,» ζήτησε ο Κάλνεντουρ, εξακολουθώντας να κρατά το κεφάλι της τραβηγμένο πίσω, «ποιοι χρησιμοποιούν την υπόγεια βάση; Και γιατί;»

«Αν σας πω, γιατί να με κρατήσετε ζωντανή; Οι αυτονομιστές θέλουν όλους τους πρώην Παντοκρατορικούς νεκρούς – αφού νομίζετε ότι ήμουν κάποτε Παντοκρατορική.»

«Μπορούμε να κάνουμε μια εξαίρεση,» είπε ο Κάλνεντουρ. Και κοιτάζοντας τους άλλους τριγύρω: «Δε μπορούμε;»

Μπορούμε, είπαν οι περισσότεροι, ή κατένευσαν.

«Και μη μας λες ότι νομίζουμε πως ήσουν κάποτε Παντοκρατορική,» πρόσθεσε ο Κάλνεντουρ. «Ή πράκτορας της Παντοκράτειρας ήσουν, ή στρατιωτικός της. Είναι φανερό. Τι απ’τα δύο ισχύει;»

Η γυναίκα δεν μίλησε.

«Τι;» επέμεινε ο Κάλνεντουρ, στρίβοντας τα μαλλιά της μέσα στη γροθιά του.

«Εντάξει,» γρύλισε εκείνη, «εντάξει, ήμουν πράκτορας κάποτε. Αλλά τώρα δεν υπάρχει Παντοκρατορία πια. Απλά τυχαίνει να βρίσκομαι εδώ.»

«Το όνομά σου;»

«Λαρβάκι.»

«Από ποια διάσταση είσαι;»

«Από τη Φεηνάρκια.»

«Νομίζω πως κάτι έχω ακούσει γι’αυτήν. Μακριά από εδώ. Πολύ μακριά. Δεν υπάρχουν άμεσες συνδέσεις με τη Μοργκιάνη. Ούτε με το Σύμπλεγμα, αν δεν κάνω λάθος.»

«Και λοιπόν; Όταν η Παντοκρατορία ήταν απλωμένη παντού στο Γνωστό Σύμπαν, όλες οι διαστάσεις κοντά ήταν.»

«Για εκείνους που τα είχαν καλά μαζί σας, ίσως.»

Η Λαρβάκι δεν έδωσε απάντηση σ’αυτό.

Ο Κάλνεντουρ άφησε τα μαλλιά της, ελευθερώνοντας το κεφάλι της. «Ποιοι χρησιμοποιούν τώρα την υπόγεια βάση;»

«Γιατί να με κρατήσετε ζωντανή, αν σας πω;»

«Αν δεν μας πεις, μπορεί να πεθάνεις με χειρότερους τρόπους. Αλλά, αν μας μιλήσεις, ίσως ακόμα και να μη σε σκοτώσουμε. Ίσως απλά να σε ελευθερώσουμε. Εξάλλου, δεν γνωρίζεις τίποτα για εμάς. Δεν ξέρεις καν πού βρίσκεσαι τώρα.»

Η Λαρβάκι έγλειψε τα σκασμένα, ματωμένα χείλη της. «Θα με ελευθερώσετε…»

«Ίσως,» είπε ο Κάλνεντουρ, «αν μας μιλήσεις. Αν μας πεις την αλήθεια. Ποιοι χρησιμοποιούν τώρα την υπόγεια βάση;»

«Οι Χαρνώθιοι.»

«Γιατί;»

«Για κατασκοπευτικούς λόγους.»

«Γνωρίζει η Αρχόντισσα γι’αυτό;»

«Γιατί να μη γνωρίζει;»

«Μη μου λες μαλακίες!» φώναξε ο Κάλνεντουρ. «Από την υπόγεια βάση φέρατε ένα ενεργειακό κανόνι, σε κομμάτια, το ανεβάσατε στην ταράτσα της πολυκατοικίας, και πυροβολήσατε το Μέγαρο των Αιρετών. Έτσι δεν είναι;»

Η Λαρβάκι δεν απάντησε.

Ο Κάλνεντουρ τη χαστούκισε. «Νόμιζα ότι τα είχαμε συμφωνήσει. Γιατί δεν μιλάς;»

«Τι θες να σου πω;» φώναξε η Λαρβάκι, με τα χείλη και τη μύτη της γεμάτα αίμα.

«Φέρατε το κανόνι από τη βάση και πυροβολήσατε το Μέγαρο των Αιρετών. Γιατί; Ποιος το αποφάσισε αυτό; Δε μπορεί να ήταν η Αρχόντισσα!»

«Δεν ήταν η Αρχόντισσα…» μουρμούρισε η Λαρβάκι.

«Ποιος;»

«Ο Στρατηγός.»

«Ποιος Στρατηγός; Ο Σέλιρ αλ Σίριλναθ;» Του φαινόταν εξωφρενικό. Δεν ήταν δυνατόν να ήταν αυτός! Τόσα χρόνια υπηρετούσε εδώ, στο προτεκτοράτο!

«Ναι,» είπε η Λαρβάκι.

Ο Κάλνεντουρ τη χαστούκισε πιο δυνατά από πριν.

«Γαμώ τη μάνα σου, γαμιόλη!» ούρλιαξε εκείνη. «Σου απάντησα, δε σου απάντησα;»

Ο Κάλνεντουρ την άρπαξε ξανά απ’τα μαλλιά, τραβώντας πίσω το κεφάλι της. «Μου λες ψέματα!»

«Δε σου λέω ψέματα, αυτός πρόσταξε να γίνει η επίθεση.»

«Γιατί να προστάξει να χτυπήσετε το Μέγαρο των Αιρετών ενώ ήξερε πως και η Αρχόντισσα και η Αρωγός ήταν μέσα; Μιλάς για παραλογισμούς, Παντοκρατορική λύκαινα!»

«Δεν ξέρω τα σχέδιά του, αυτό είχε προστάξει, και δεν πυροβόλησα εγώ, εγώ απλά φρουρούσα την καταπακτή σ’εκείνο το διαμέρισμα για να πηγαίνουν και νάρχονται χωρίς προβλήματα. Η Αρχόντισσα δεν ξέρει για την υπόγεια βάση, δεν ξέρει τίποτα, νομίζει πως είναι εγκαταλειμμένη – τώρα άφησέ με!»

«Ο Στρατηγός τάχει κανονίσει όλ’ αυτά;»

«Ναι.»

Ο Κάλνεντουρ άφησε τα μαλλιά της απότομα, σπρώχνοντας συγχρόνως το κεφάλι της μπροστά. «Αδύνατον…» μουρμούρισε.

«Αυτός είναι,» επανέλαβε η Λαρβάκι, ζαλισμένα. «Αν υπάρχει άλλος που τάχει σχεδιάσει μαζί του, δεν τον ξέρω.»

«Και γιατί εσύ τον υπηρετείς; Τι έχεις να κερδίσεις; Γιατί δεν υπηρετείς την Αρχόντισσα; Αυτή δεν σ’έσωσε από τα χέρια των επαναστατών;»

«Δεν καταλαβαίνεις ότι δεν είχαμε άλλη επιλογή; Αν δεν τον υπηρετούσαμε θα μας πρόδιδε σε φανατικούς σαν εσένα.»

«Δεν είμαστε φανατικοί, Παντοκρατορική λύκαινα.»

Η Λαρβάκι γέλασε απρόσμενα, νευρικά. «Και τι είστε;»

Ο Κάλνεντουρ τη χαστούκισε. «Δε θα δικαιολογηθούμε σ’εσένα επειδή θέλουμε την πόλη μας ελεύθερη από δυνάστες.» Και ρώτησε: «Ποιοι άλλοι εκτός από σένα υπηρετούν τον Στρατηγό; Παντοκρατορικοί μόνο;»

«Όχι μόνο πρώην Παντοκρατορικοί. Είναι και κάποιοι Χαρνώθιοι.»

«Γιατί αυτοί είναι μαζί του;»

«Έχουν κάτι να κερδίσουν, υποθέτω.»

«Η Νικόλ Μικρόδομη, ήταν κι αυτή με τον Στρατηγό; Τον υπηρετούσε;»

«Ναι.»

«Δηλαδή, η Αρχόντισσα όντως δεν ήξερε τίποτα για τη συσκευή που έβαλαν μέσα στο μάτι του Εθέλδιρ;»

«Δε γνωρίζω,» αποκρίθηκε η Λαρβάκι. «Δε γνωρίζω τι κάνει η Αρχόντισσα. Και δεν είχα μιλήσει με τη Νικόλ για το θέμα, δεν είχα προλάβει.»

«Πόσοι άλλοι Παντοκρατορικοί υπηρετούν τον Στρατηγό εκτός από εσένα και τη Νικόλ;»

«Όλοι.»

«Πόσοι είναι όλοι;»

«Έξι.»

«Και δύο εσύ και η Νικόλ, οχτώ;»

«Ναι.»

«Οχτώ Παντοκρατορικούς μόνο κρύβει η Αρχόντισσα;»

«Δεν ξέρω για άλλους.»

«Θα μου πεις ό,τι γνωρίζεις για όλους τους, έτσι δεν είναι;»

Η Λαρβάκι αναστέναξε, κοιτάζοντας το πάτωμα. «Εντάξει,» είπε. «Αλλά μετά… μετά… Να κάνουμε μια συμφωνία;» Ύψωσε το βλέμμα της για να τον ατενίσει.

«Τι συμφωνία;»

«Αν είναι να μ’αφήσεις να φύγω, μη με παραδώσεις σ’αυτούς – στους Χαρνώθιους. Άσε με να βγω από την πόλη, εντάξει; Να πάω αλλού. Γιατί αυτοί θα με σκοτώσουν.»

Ο Κάλνεντουρ ένευσε. «Σύμφωνοι.»

*

«Είναι παράλογο,» είπε ο Κάλνεντουρ, αργότερα, όταν η Λαρβάκι τούς είχε δώσει όλες τις πληροφορίες που της είχαν ζητήσει και τώρα οι αυτονομιστές κάθονταν σ’ένα απ’τα δωμάτια του καινούργιου τους άντρου. Την πρώην Παντοκρατορική πράκτορα την είχαν αφήσει δεμένη στα υπόγεια, μην έχοντας αποφασίσει ακόμα τι θα έκαναν μαζί της. «Γιατί ο Στρατηγός να θέλει να σκοτώσει την Αρχόντισσα; Είναι χρόνια εδώ.»

«Και λοιπόν;» είπε ο Μέμντουρ, ο νοοχορευτής. «Έτσι είναι οι Χαρνώθιοι. Συνέχεια, ο ένας σκέφτεται πώς να καρφώσει τον άλλο στην πλάτη. Η παραφροσύνη του Χάρλαεθ Βοκ, όπως λένε, Κάλνεντουρ.»

«Ο Στρατηγός, όμως, πρέπει να νομίζει πως έχει κάτι να κερδίσει,» είπε ο Κάλνεντουρ.

Και ο Φάλερβιν συμφώνησε: «Ναι, δεν μπορεί να έδρασε τυχαία. Δε χρησιμοποιείς ενεργειακό κανόνι τυχαία. Εγώ νομίζω, Κάλνεντουρ, πως ήθελε να βγάλει από τη μέση όσο το δυνατόν περισσότερους Αιρετούς και την Αρχόντισσα συγχρόνως.»

«Ήταν και η Αρωγός εκεί, η οποία σκοτώθηκε. Η Ηλέκτρα αλ Σίριλναθ. Συγγενής του, μάλιστα.»

«Χαρνώθιοι είναι,» ανασήκωσε τους ώμους ο Φάλερβιν.

«Ποιος ο σκοπός, όμως;» ρώτησε ο Θόμαλκιρ. «Τι θα πετύχαινε αν σκότωνε και την Αρχόντισσα μαζί με την Ηλέκτρα;»

«Θα έπαιρνε τον έλεγχο του προτεκτοράτου,» είπε ο Φάλερβιν.

«Δεν είναι τόσο απλό αυτό,» τον πληροφόρησε ο Κάλνεντουρ. «Ο Σέλιρ αλ Σίριλναθ είναι στρατιωτικός, όχι πολιτικός. Και ο Βασιληάς της Χάρνωθ ορίζει ποιος είναι Βασιλικός Αντιπρόσωπος στο κάθε προτεκτοράτο.»

«Σύντομα όμως θα έχουμε πόλεμο εδώ, Κάλνεντουρ· ο Φύλακας θα επιτεθεί. Θέμα χρόνου είναι. Οι Χαρνώθιοι δεν πρόκειται να του παραδώσουν την πόλη. Ο Στρατηγός, επομένως, θα πρέπει να πάρει τον έλεγχο της Φάνρηβ προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Φύλακα. Αυτό θα γίνει, αναμφίβολα, προτού έχει χρόνο να αποφασίσει ο Βασιληάς ποιος θα είναι ο επόμενος Βασιλικός Αντιπρόσωπος εδώ. Και μετά… δεν είναι πολύ πιθανό να αποφασίσει να κάνει τον Σέλιρ Βασιλικό Αντιπρόσωπο;»

«Μισό λεπτό,» είπε ο Θόμαλκιρ. «Και γιατί ο Στρατηγός θέλει να σκοτώσει από τώρα την Αρχόντισσα; Γιατί βιάζεται; Τι διαφορά έχει αν αμυνθεί εναντίον του Φύλακα ενώ η Αρχόντισσα είναι ζωντανή;»

«Εσείς της Συντεχνίας του Τελευταίου Κήπου μάλλον δεν είστε και πολύ καλοί στα πολιτικά θέματα.»

Ο Θόμαλκιρ αγριοκοίταξε τον Φάλερβιν. «Ενώ εσείς της Συντεχνίας των Μηχανικών είστε;»

«Ο Στρατηγός, προφανώς, διαφωνεί με τις τακτικές της Αρχόντισσας. Όταν εκείνη έχει βγει από τη μέση, όταν δεν θα υπάρχει κανένας Βασιλικός Αντιπρόσωπος ακόμα εδώ, ο Σέλιρ αλ Σίριλναθ θα μπορεί να εφαρμόσει τις τακτικές που εκείνος θεωρεί σωστές.»

Ο Κάλνεντουρ τον ατένισε συλλογισμένα. «Δεν αποκλείεται καθόλου αυτό να είναι το ζητούμενο. Σκεφτείτε,» είπε προς όλους: «Αν η επίθεση στο Μέγαρο των Αιρετών ήταν επιτυχημένη, ο Στρατηγός θα είχε βγάλει από τη μέση την Αρχόντισσα και κάποιους ενοχλητικούς Αιρετούς, και συγχρόνως θα είχε στρέψει όλη την πόλη εναντίον μας – Χαρνώθιους και μη.»

«Το τελευταίο το κατάφερε, Κάλνεντουρ,» είπε ο Φάλερβιν. «Οι πάντες είναι εναντίον των αυτονομιστών· ακόμα κι αυτοί που προσπαθούμε να σώσουμε.»

«Νομίζουν οι ανόητοι ότι εμείς θα χτυπούσαμε το Μέγαρο των Αιρετών,» είπε η Σερκίσναθ’χοκ, που μέχρι στιγμής ήταν σιωπηλή, καθισμένη σε μια πολυθρόνα στη γωνία του δωματίου, μ’ένα ποτήρι κρασί στα χέρια, κουρασμένη από τη χρήση της μαγείας της απόψε. Τα μενεξεδιά μαλλιά της, που συνήθως ήταν δεμένα σε σφιχτή αλογοουρά, τώρα έπεφταν λυτά στους ώμους της, πλαισιώνοντας το λιγνό μαυρόδερμο πρόσωπό της που θύμιζε μυτερό τρίγωνο. Η μύτη της ήταν μεγάλη, αλλά όχι άσχημη. «Ακόμα και πολλοί μάγοι που έχω συναντήσει στη Μαγική Ακαδημία – μάγοι που δεν ξέρουν ότι είμαι αυτονομίστρια – μου λένε ότι οι αυτονομιστές είναι κίνδυνος για την πόλη, ότι πρόκειται για παράφρονες που πιστεύουν πως εξακολουθούμε να βρισκόμαστε στον καιρό της Επανάστασης.»

«Ο Στρατηγός,» είπε ο Φάλερβιν, «θέλει, υποθέτω, να έχει πλήρη εξουσία στην πόλη όταν ο Φύλακας έρθει εδώ. Θέλει να αφανίσει και εμάς και τους υποστηρικτές του Φύλακα· θέλει να βάλει τον στρατό της Χάρνωθ να ελέγχει τα πάντα.»

«Και η αλήθεια είναι ότι έτσι ίσως, όντως, να νικήσει τον Φύλακα,» είπε ο Κάλνεντουρ. «Όσο κινούνται μέσα στην πόλη στοιχεία ενάντια των Χαρνώθιων, θα είναι πιο δύσκολο για τους Χαρνώθιους να διατηρήσουν το προτεκτοράτο.»

«Ακόμα δεν καταλαβαίνω,» είπε ο Θόμαλκιρ, «γιατί και η Αρχόντισσα να μη θέλει το ίδιο που θέλει ο Στρατηγός.»

«Η Αρχόντισσα,» του εξήγησε ο Κάλνεντουρ σαν να μιλούσε στον εντεκάχρονο γιο του, «προσπαθεί να έχει την πόλη με το μέρος της. Προσπαθεί να κάνει τους πολίτες της να πιστέψουν ότι πράγματι ενδιαφέρεται για εκείνους. Τον Στρατηγό δεν τον νοιάζει τι γνώμη έχουν οι πολίτες γι’αυτόν. Θα τους έδενε, εν ανάγκη, προκειμένου να κρατήσει το προτεκτοράτο. Καταλαβαίνεις τη διαφορά;»

«Έτσι νομίζω. Και μη με κοιτάς σαν να είμαι χαζός, Κάλνεντουρ, γιατί θα με τσαντίσεις.»

Ο Κάλνεντουρ γέλασε και ήπιε μια γουλιά από το κρασί του.

«Όλα αυτά που λέμε, βέβαια,» είπε η Σερκίσναθ’χοκ, «δεν είναι παρά εικασίες.»

«Τι άλλο λόγο μπορεί να είχε ο Στρατηγός, μάγισσα, για να πυροβολήσει το Μέγαρο των Αιρετών;» ρώτησε ο Κάλνεντουρ. «Τι άλλο λόγο μπορεί να έχει που χρησιμοποιεί την υπόγεια βάση εν αγνοία της Αρχόντισσας;»

«Δεν ξέρω. Απλώς λέω ότι δεν έχουμε καμια ουσιαστική απόδειξη.»

«Αναρωτιέμαι,» είπε ο Κάλνεντουρ, ανακινώντας το κρασί μέσα στο ποτήρι του, «τι γνώμη θα είχε ο αδελφός μου για όλ’ αυτά…»

«Μη μου πεις ότι σκέφτεσαι να τον συναντήσουμε ξανά!» είπε ο Θόμαλκιρ.

«Δε θα έχει, ώς τώρα, κάνει κάτι για το μάτι του;»

«Σαν τι;»

«Να το αφαιρέσει, για παράδειγμα.»

Προς στιγμή, σιωπή έπεσε μέσα στο δωμάτιο.

«Γιατί απλά να μη βγάλει τη συσκευή παρακολούθησης από μέσα του;» ρώτησε η Έρνελιθ.

«Μπορεί να μη βγαίνει,» είπε ο Κάλνεντουρ. «Αλλά, όπως και νάχει, έχω την περιέργεια να μάθω πώς θα έβλεπε την κατάσταση ο Εθέλδιρ. Και, ίσως, πώς θα την έβλεπε η Ζιρίνα ωλ Φέρενερ.»

Ο Φάλερβιν γέλασε. «Αφού της έκλεψες το Φυλαχτό της Αέναης Νύχτας, ίσως να μην είναι και πολύ πρόθυμη να μιλήσει μαζί σου, Κάλνεντουρ.»

«Γιατί, πριν ήταν;»

*

«Τι εννοείς ‘εξαφανίστηκε’;» φώναξε η Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ, το πρωί, όταν είχε μπει στην Αίθουσα των Φυλάκων βρίσκοντας διάφορους αξιωματούχους αναστατωμένους εκεί.

«Ο φρουρός δεν τη βρήκε στο κελί της,» αποκρίθηκε ο Θόρεντιν. «Το κελί ήταν ανοιχτό. Είχε φύγει.»

«Πώς είναι δυνατόν!» αναφώνησε η Κέσριμιθ. «Τι, τι είστε; Ηλίθιοι;» Στράφηκε στον διοικητή που είχε υπό την επίβλεψή του τα μπουντρούμια. «Δεν την είχατε ψάξει μήπως κουβαλούσε μαζί της καμια συσκευή;»

«Την είχαμε ψάξει, Αρχόντισσά μου. Δεν κουβαλούσε τίποτα. Μόνο τα ρούχα της φορούσε. Ούτε καν υποδήματα.»

«Πώς άνοιξε, τότε, την πόρτα; Τι ώρα έγινε αυτό; Μες στη νύχτα;»

«Υποθέτω, Αρχόντισσά μου…»

«Υποθέτεις;» σύριξε η Κέσριμιθ, ατενίζοντάς τον σαν να σκεφτόταν πού να τον δαγκώσει – στο μάτι, στη μύτη, στον λαιμό; «Ποιοι φρουρούσαν τα μπουντρούμια εκείνες τις ώρες; Πού βρίσκονταν;»

Ο διοικητής ανέφερε τα ονόματα έξι μαχητών της Χάρνωθ, οι οποίοι ήταν χωρισμένοι σε δύο βάρδιες, τρεις στην καθεμία. «Είπαν πως δεν είδαν τίποτα, Αρχόντισσά μου. Ούτε άκουσαν τίποτα.»

Η Κέσριμιθ στράφηκε στον Μάλμεντιρ’χοκ. «Προσπάθησε να την εντοπίσεις με τη μαγεία σου.»

«Το προσπάθησα ήδη, Αρχόντισσά μου. Δεν είναι μέσα στο Μέγαρο των Φυλάκων ή κάπου κοντά του.»

Η Κέσριμιθ χτύπησε τη γροθιά της πάνω στο τραπέζι, γύρω απ’το οποίο ήταν όλοι τους συγκεντρωμένοι, όρθιοι. «Καταλαβαίνετε τι αντίκτυπο θα έχει αυτό στην πόλη;» φώναξε. «Υποσχέθηκα δημοσίως ότι σήμερα η Νικόλ θα εκτελεστεί! Τι θα βγω να πω τώρα; ‘Συγνώμη αλλά δραπέτευσε’; Νομίζετε ότι κανένας θα με πιστέψει;»

Την κοίταζαν αμήχανοι. Οι παλιάτσοι! Η Ηλέκτρα έπρεπε να ήταν εδώ· ίσως εκείνη να είχε κάποια χρήσιμη συμβουλή να της δώσει.

«Βρείτε την,» τους πρόσταξε η Κέσριμιθ. «Δεν ξέρω τι θα κάνετε, αλλά βρείτε την.»

«Οι κατάσκοποί μου θα ερευνήσουν όλη την πόλη, νιρλίσα,» υποσχέθηκε ο Θόρεντιν, ενώ οι στρατιωτικοί έδωσαν παρόμοιες διαβεβαιώσεις: Αν η Νικόλ ήταν μέσα στη Φάνρηβ θα την έβρισκαν!

«Κι αν έφυγε από τη Φάνρηβ;» είπε η Κέσριμιθ. «Αν τώρα τρέχει μέσα στο Χαμηλό Δάσος, ή στο Θαλασσοδάσος; Ή αν πηγαίνει νότια; Ή αν έχει πάρει κάποια βάρκα και ταξιδεύει πάνω στον ποταμό Τίγρη ή στη θάλασσα;»

«Θα τη βρούμε, νιρλίσα,» αποκρίθηκε ο Θόρεντιν. «Όπου κι αν είναι, δεν μπορεί νάχει ακόμα πάει μακριά. Σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, ούτε λεφτά έχει επάνω της, ούτε όπλα, ούτε καν πολλά ρούχα.»

«Σύμφωνα με ποιες πληροφορίες σας, Θόρεντιν; Η Νικόλ δραπέτευσε κάτω από τη μύτη των φρουρών!»

«Κανένας δεν έχει αναφέρει κλοπή όπλων, χρημάτων, ή άλλων αντικειμένων μέσα από το Μέγαρο,» εξήγησε ο Αρχικατάσκοπος. «Σ’αυτό αναφέρομαι.»

«Δε με καθησυχάζεις και τόσο.»

15
Προεκλογικές Συναντήσεις· Συζήτηση με τον Ριλάθιρ· το Κάλεσμα του Αδελφού του· Δυσκολίες Απόφασης· Δεύτερο Διάγγελμα· Χάρτης

Από χτες το μεσημέρι, αφότου του είχαν αφαιρέσει το αριστερό μάτι, ο Εθέλδιρ και η Ζιρίνα μιλούσαν με ανθρώπους που πίστευαν ότι μπορούσαν να επηρεάσουν τις εκλογές των καινούργιων Αιρετών προς όφελος του Φύλακα και της Κοινοπολιτείας των Τεσσάρων Δασών.

Οι εκλογές αυτές δεν ήταν καθόλου ασήμαντες. Τρεις συντεχνίες θα εξέλεγαν νέους Αιρετούς: η Συντεχνία των Μαντατοφόρων (που μέχρι στιγμής Αιρετός της ήταν ο Αλθέβεριν αλ Βάρνουν, υπέρ του Φύλακα), η Συντεχνία των Ναυτικών και των Αεροναυτών (που μέχρι στιγμής Αιρετός της ήταν ο Σάρθαλιν αλ Μάθακρουν, υπέρ της Αρχόντισσας), και η Συντεχνία των Αγροτών (που μέχρι στιγμής Αιρετός της ήταν ο Κασλάριν ωλ Μάρατεκ, ο οποίος επιθυμούσε να γίνει κάποιος συμβιβασμός μεταξύ της Αρχόντισσας και του Φύλακα – μια ιδέα που και η Ζιρίνα και ο Εθέλδιρ θεωρούσαν αδύνατον να πραγματοποιηθεί).

Ο Φύλακας τώρα βρισκόταν είκοσι χιλιόμετρα βόρεια της Φάνρηβ· ο στρατός του σύντομα θα ερχόταν προς την πόλη· ήταν τρομερά σημαντικό όσο το δυνατόν περισσότεροι Αιρετοί να είναι με το μέρος του. Η Ζιρίνα και ο Εθέλδιρ ήθελαν να κρατήσουν τη Συντεχνία των Μαντατοφόρων στο πλευρό του Φύλακα, και να φέρουν και τις άλλες δύο συντεχνίες στο πλευρό του. Τίποτα απ’αυτά δεν ήταν βέβαιο, και το ήξεραν· η Αρχόντισσα είχε πράκτορές της παντού. Ανθρώπους που δούλευαν γι’αυτήν είτε επειδή ήταν Χαρνώθιοι στην καταγωγή, είτε επειδή πληρώνονταν καλά, είτε επειδή τους είχε υποσχεθεί κοινωνική ή οικονομική ανέλιξη. Ο Φύλακας δεν μπορούσε να προσφέρει τις ίδιες υποσχέσεις που μπορούσε να προσφέρει η Αρχόντισσα, γιατί ο Φύλακας δεν βρισκόταν τώρα εδώ, στην πόλη. Ήταν μονάχα μια «προφητεία»: κάτι που θα ερχόταν. Η δουλειά της Ζιρίνα και του Εθέλδιρ ήταν, επομένως, δύσκολη. Σύμμαχοί τους, μόνο όσοι ήθελαν πραγματικά την ελευθερία της πόλης – την επιστροφή της στην κατάσταση που ήταν παλιά, προτού έρθουν οι Παντοκρατορικοί, προτού διωχθεί ο Φύλακας, προτού γίνει προτεκτοράτο του Βασιλείου της Χάρνωθ.

Το γεγονός ότι ο Εθέλδιρ ήταν Πρόμαχος της Επανάστασης σήμαινε πως είχε πολλούς συνδέσμους μέσα στη Φάνρηβ: γνώριζε ανθρώπους σε πολλά σημεία, κάποιους που είχαν πάρει μέρος ενεργά στην Επανάσταση, και κάποιους που είχαν απλώς υποβοηθήσει όσο μπορούσαν. Ο Εθέλδιρ τούς θεωρούσε όλους συντρόφους του. Όσο μικρή κι αν ήταν η συμβολή τους, εκείνο τον καιρό, ήταν απαραίτητη. Αλλά ακόμα κι αυτ