Κώστας Βουλαζέρης
Δαίμονες του Παρόντος

Το Παιχνίδι των Ράζλερ
Τόμος 2ος

 

 

 


 

 

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris/koualanara

 

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commons - http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/

 

•Επιτρέπεται να το διανέμετε ελεύθερα, στην παρούσα του μορφή και μόνο.

•Δεν επιτρέπεται να το τροποποιήσετε ή να το αλλοιώσετε με οιονδήποτε τρόπο.

•Δεν επιτρέπεται να το χρησιμοποιήσετε για διαφημιστικούς ή εμπορικούς λόγους.

 


Περιεχόμενα

 

Βιβλίο Τρίτο

Ο Εχθρός

 

Πρόλογος:

Η Ιστορία της Ρικνάβαθ

1. Το Χάρισμά μου

2. Η Κατάρα μου

3. Η Εξορία μου

4. Το Νέο μου Όνομα

Κεφάλαιο 1

Πικρή Νίκη

Κεφάλαιο 2

Ονειρική Απάντηση

Κεφάλαιο 3

Αιχμάλωτη

Κεφάλαιο 4

Μεταξύ Αδελφών

Κεφάλαιο 5

Αναχώρηση

Κεφάλαιο 6

Δύο Συμφωνίες και μία Άγνωστη Παρουσία

Κεφάλαιο 7

Νέα για μια Σχετικά Μακρινή Απειλή

Κεφάλαιο 8

Παλιοί και Καινούργιοι Γνωστοί

Κεφάλαιο 9

Μπαγαποντιά και Φιλοσοφία

Κεφάλαιο 10

Αμφιβολίες

Κεφάλαιο 11

Το Κόστος του Δράκαρχου

Κεφάλαιο 12

Ο Ξεχασμένος

Κεφάλαιο 13

Ο Κυματοπαλαιστής

Κεφάλαιο 14

Φλογερή Απειλή

Κεφάλαιο 15

Σκοτεινά Μονοπάτια

Κεφάλαιο 16

Το Ξεκίνημα μιας Επικίνδυνης Αποστολής: Γνωριμίες με τους Συντρόφους· μια Θυσία Απόπλου

Κεφάλαιο 17

Κρυφοί, Πιθανοί, και Αληθινοί Πόλεμοι

Κεφάλαιο 18

Στάση

Κεφάλαιο 19

Διαφωνίες και Συμφωνίες

Κεφάλαιο 20

Ένα Σταυροδρόμι Καταμεσής του Λαβυρινθώδους Δάσους

Κεφάλαιο 21

Κατευθυνόμενοι Νότια

Κεφάλαιο 22

Ο Πολέμαρχος

Κεφάλαιο 23

Βροχή στην Έριγκ

Κεφάλαιο 24

Αστραπές Πριν από τον Πόλεμο

Κεφάλαιο 25

Υπολογισμοί

Κεφάλαιο 26

Στην Υπηρεσία του Πολέμαρχου

Κεφάλαιο 27

Προβλέψεις, Δισταγμοί, και Τιμές

Κεφάλαιο 28

Περί Πίστης και Πολιτικής

Κεφάλαιο 29

Μυστικιστές, Μάγοι, και Άνωθεν Εντολές

Κεφάλαιο 30

Φήρνιμ

Κεφάλαιο 31

Λόγια και Πράξεις Αγνώστων

Κεφάλαιο 32

Πριν από την Αναχώρηση

Κεφάλαιο 33

Επιστροφή και Εκπλήξεις

Κεφάλαιο 34

Ο Βάνμιρ Αλλάζει Πορεία

Κεφάλαιο 35

Βραδινή Άφιξη

Κεφάλαιο 36

Το Μάτι του Κυκλώνα

Κεφάλαιο 37

Σε Στάση. . .

Κεφάλαιο 38

Αδελφικό Κάλεσμα

Κεφάλαιο 39

Αίμα και Λεηλασία

Κεφάλαιο 40

Η Οργή του Τάρχεμοθ

Κεφάλαιο 41

Δύο Χαμένα Μηνύματα, Δύο Νεκροί, και μία Εξαιρετική Έφιππη Φιγούρα

Κεφάλαιο 42

Ανάμεσα σε Δύο Αόρατους Άρχοντες

Κεφάλαιο 43

Προς έναν Τόπο Πολύ, Πολύ Επικίνδυνο

Κεφάλαιο 44

Κομμένα Δάχτυλα και Βγαλμένα Μάτια

Κεφάλαιο 45

Πονοκέφαλος

Κεφάλαιο 46

Ξένοι μέσα στη Νύχτα

Κεφάλαιο 47

Προδοσία!

Κεφάλαιο 48

Αλυχτήματα Λύκων

Κεφάλαιο 49

Άρχων Μόρντεναρ

Κεφάλαιο 50

Ναοί και Ακόλουθοι του Πολέμαρχου

Κεφάλαιο 51

Ενέδρα!

Κεφάλαιο 52

Ο Ανώνυμος Θεός

Κεφάλαιο 53

Χαμένα Ίχνη

Κεφάλαιο 54

Ο Ποταμός Χρόνος

Κεφάλαιο 55

Σκοτεινά Όρη

Κεφάλαιο 56

Ένας Ποντικός και Τρεις Αλεπούδες

Κεφάλαιο 57

Υποψίες, Δολοπλοκίες, και Κρυμμένα Μαχαίρια στους Δεκαεννέα Πύργους

Κεφάλαιο 58

Παγίδα

Κεφάλαιο 59

Η Ευκαιρία

Κεφάλαιο 60

Ο Πύργος των Δράκων

Κεφάλαιο 61

Αδυναμία Πίστης

Κεφάλαιο 62

Ελάχιστος Χρόνος για Ανάπαυση

Κεφάλαιο 63

Πορφυρόχρωμα Θεάματα

Κεφάλαιο 64

Επικίνδυνες Φλόγες

Κεφάλαιο 65

Λύκοι Κατεβαίνουν στην Άζλεντεν

Κεφάλαιο 66

Υπηρέτης του Εχθρού

Κεφάλαιο 67

Απαρνήσεις, Αφυπνίσεις, και Εξηγήσεις


 

Για την προφορά κάποιων ονομάτων

Τα ονόματα Λιόλα και Μιάνη προφέρονται με έντονη τη διάκριση ανάμεσα στο ι και στο επόμενο φωνήεν· δηλαδή, Λι-όλα (όπως το λυόμενος), όχι Λιό-λα (όπως το λιωμένος), και Μι-άνη (όπως το μία), όχι Μιά-νη (όπως το μιά).

 

 

 

 


Βιβλίο Τρίτο
Ο Εχθρός

 

 

 

 


Πρόλογος:
Η Ιστορία της Ρικνάβαθ

 

1. Το Χάρισμά μου

Από μικρή είχα αυτό το παράξενο χάρισμα… το οποίο ίσως και να ήταν κατάρα, δεν ξέρω… Μπορούσα να αισθανθώ πράγματα που οι άλλοι δεν τα αισθάνονταν. Ή, για την ακρίβεια, μπορούσα ν’ακούσω το κάλεσμα διάφορων ανώτερων όντων· και τα ανώτερα όντα, υποθέτω, μπορούσαν να με ξεχωρίσουν ευκολότερα ανάμεσα από τους υπόλοιπους θνητούς, γιατί πάντοτε με αναζητούσαν ποικιλοτρόπως. Ωστόσο, το χάρισμά μου δεν περιοριζόταν μονάχα σ’ετούτο· μπορούσα, επίσης, να προδώ τα μελλούμενα, ορισμένες φορές: μπορούσα να δω οιωνούς εκεί όπου οι άλλοι έβλεπαν απλά ένα γεράκι να πέφτει απ’τον ουρανό ή μια αρκούδα να πεθαίνει.

Όλα αυτά, βέβαια, οι δικοί μου δεν τα ήξεραν, στην αρχή· και ακόμα και τώρα, αμφιβάλλω αν έχουν κατανοήσει απόλυτα τι μου συνέβαινε. Ή, μάλλον, κάτι τέτοιο αποκλείεται, γιατί κανείς δεν το κατανοεί, εκτός από εμένα.

Όμως ας ξεκαθαρίσω εκ προοιμίου πως δεν ήμουν μια οποιαδήποτε στο Βασίλειο Άζμαρκωθ, το νότιο-ανατολικότερο βασίλειο της Αυτοκρατορίας. Ανήκα στον Βασιλικό Οίκο, και ήμουν η πρώτη κόρη του πατέρα μου, Βασιληά Θέναρτωρ· επομένως, θα κληρονομούσα το Θρόνο, όταν εκείνος, οι Θεοί του Πάγου να τον φυλάνε, απεβίωνε. Ωστόσο, αυτό δεν ήταν γραφτό να συμβεί. Και, για να πω την αλήθεια, το είχα αισθανθεί αρκετές φορές, μπαίνοντας στη βασιλική αίθουσα και πλησιάζοντας το Σμιλοδόντινο Θρόνο. Είχα αισθανθεί ότι το κάθισμα το ίδιο με έδιωχνε, ότι ήθελε να μ’απομακρύνει, να με στείλει αλλού, έξω απ’το παλάτι, έξω απ’την πρωτεύουσα, έξω απ’το Βασίλειο. Μάλιστα, κάποτε, αγγίζοντας τον αριστερό του βραχίονα, είδα ένα όραμα: είδα το θρόνο ν’αλλάζει μορφή εμπρός μου, να γίνεται ένας οστέινος σμιλόδοντας –ο σμιλόδοντας από τον οποίο είχε κατασκευαστεί το κάθισμα– και να μου γρυλίζει, ανοίγοντας το γεμάτο με δόντια στόμα του, ενώ τα μάτια του γυάλιζαν, κατακόκκινα. Εκείνο το θέαμα με τρομοκράτησε, κι έτσι δεν ξαναζύγωσα το θρόνο.

Έχω τρία αδέλφια: τον Σαρνταμώθ, τον Καρντέμων, και τη Σιγκρέβαθ. Ωστόσο, σε κανέναν τους δεν τολμούσα να μιλήσω για το χάρισμά μου. Γιατί φοβόμουν ότι ίσως, ξαφνικά, η γνώμη τους για εμένα να άλλαζε. Ήμουν αγαπητή ανάμεσά τους, και δεν ήθελα αυτό να χαλάσει· δεν ήθελα ν’αρχίσουν να με φοβούνται ή –ακόμα χειρότερα– να με αποστρέφονται. Έτσι, κράτησα τις εξωφυσικές μου δυνάμεις για τον εαυτό μου και μόνο. Εξάλλου, δεν αφορούσαν κανέναν άλλο· μονάχα εμένα…

Άκουγα φωνές, είτε το επιθυμούσα είτε όχι, όποια ώρα της ημέρας –ή της νύχτας– κι αν ήταν. Ευτυχώς, κάτι τέτοιο δε συνέβαινε συνέχεια, αλλά, όποτε συνέβαινε, με τρομοκρατούσε, ή, παραδόξως, με γαλήνευε. Θυμάμαι να έχω ξυπνήσει το βράδυ, έντρομη, από δυνατά ουρλιαχτά τα οποία, όπως αμέσως μετά αποδείχτηκε, υπήρχαν μονάχα στο νου μου. Θυμάμαι να είμαι θυμωμένη με τον Σαρνταμώθ και μια γλυκιά, μελωδική φωνή να έρχεται στ’αφτιά μου, για ν’απομακρύνει το θυμό.

Οι φωνές δεν ήταν τόσο ενοχλητικές, όσο τα καλέσματα. Τα καλέσματα έρχονταν πιο σπάνια, αλλά ήταν επίμονα, τόσο επίμονα· και ύπουλα, επίσης. Γιατί δεν μπορούσα να τα ακούσω, παρά μονάχα να τα αισθανθώ· και, τις περισσότερες φορές, έπαιρναν μορφή παρόρμησης, υποσυνείδητης παρόρμησης, σα να ήθελα να κάνω κάτι η ίδια και όχι κάποιος άλλος να με έβαζε. Θυμάμαι πως στεκόμουν σ’ένα μπαλκόνι του παλατιού και ατένιζα τα όρη, βόρεια της Άζμαρκωθ, πέρα απ’τα οποία βρίσκεται το Βασίλειο Ένμερακ, όταν ένιωσα ένα κάλεσμα από εκεί, από τα ίδια τα βουνά: και μια επιθυμία με κατέλαβε, να φύγω απ’την Νόλγκεβραθ, την πόλη μου, ώστε να ταξιδέψω στα όρη, για να συναντήσω έναν άντρα άγνωστο ο οποίος είχε εισβάλει, ξαφνικά, στις σκέψεις μου. Κατάφερα, όμως, να αντισταθώ. Μια άλλη φορά, δεν αποδείχτηκα τόσο ισχυρή: Είχα πάει στο κυνήγι, μαζί με τον πατέρα, στο δάσος νότια της πρωτεύουσας, το επονομαζόμενο Λυκοδάσος, που πολλοί λένε ότι είναι στοιχειωμένο, και εκεί το βράδυ αισθάνθηκα ότι έπρεπε να φύγω, ν’ακολουθήσω ένα μονοπάτι ανάμεσα στα δέντρα, και να βουτήξω μέσα σε μια λίμνη, για να μιλήσω μ’ένα ερπετό των υπόγειων ρεμάτων. Έτσι, βγήκα από τη σκηνή μου και ξεκίνησα. Ένας από τους φρουρούς του πατέρα μου με πήρε στο κατόπι, χωρίς να τον αντιληφθώ· τόσο συνεπαρμένη ήμουν από το εξώκοσμο κάλεσμα. Διέσχισα το μονοπάτι και έφτασα στη λίμνη, η οποία βρισκόταν στο σημείο όπου την περίμενα. Ήταν χειμώνας και το νερό της είχε κρυσταλλώσει εντελώς. Έσκυψα και σήκωσα μια πέτρα, αρχίζοντας να χτυπώ τον κρύσταλλο, ξανά και ξανά, επιθυμώντας όσο τίποτ’άλλο να κάνω τρύπα και να βουτήξω στο παγωμένο νερό (το οποίο, κατά πάσα πιθανότητα, θα με είχε σκοτώσει, γιατί ακόμα και εμείς, οι Καρμώζ, πεθαίνουμε σε τόσο χαμηλές θερμοκρασίες, εκτός κι αν είμαστε ειδικά εκπαιδευμένοι, πράγμα που δεν ήμουν).

Ξαφνικά, ένα χέρι έπιασε τον ώμο μου και με τράβηξε πίσω. «Πριγκίπισσά μου, τι κάνετε εκεί;» άκουσα μια φωνή, που νόμιζα πως είχε έρθει, σαν τις άλλες φωνές, από το πουθενά, όμως δεν ήταν έτσι· και, στρεφόμενη, είδα το στρατιώτη του πατέρα μου να με κοιτάζει.

Συνήλθα απότομα, λες και κάποιος να με είχε λούσει με κρύο νερό από το Σήγκμονλωρ, το Στόμα του Πάγου. Το κάλεσμα έπαψε, και νόμιζα ότι αισθάνθηκα οργή από κάπου, βαθιά κάτω απ’τον πάγο της κρυσταλλωμένης λίμνης.

Επέστρεψα στην κατασκήνωση του Βασιληά, μαζί με τον σκοπό· και του είπα πως πρέπει να υπνοβατούσα: δεν ήξερα τι ακριβώς με είχε πιάσει, αλλά εκείνος καλύτερα να μην ανέφερε τίποτα σε κανέναν· εξάλλου, δεν είχα πάθει κακό. «Όπως επιθυμείτε, Υψηλοτάτη,» αποκρίθηκε ο άντρας, ατενίζοντάς με παραξενεμένος, σα να ήμουν παγοστοιχειό. Έτσι, μπήκα στη σκηνή μου, τυλίχτηκα σφιχτά στις κουβέρτες μου, και κοιμήθηκα, προσπαθώντας να κλείσω τα ενδότερά μου αφτιά σε περαιτέρω καλέσματα από τα βάθη της κρυσταλλωμένης λίμνης, ή από οποιοδήποτε άλλο μέρος.

Αυτά ήταν τα πρώτα δύο καλέσματα που είχα αισθανθεί, δίχως κανείς να καταλάβει ότι κάτι παράξενο συνέβαινε μαζί μου (κανείς εκτός από τον νυχτερινό σκοπό, τουλάχιστον). Το επόμενο κάλεσμα τούς έβαλε όλους σε υποψίες: ακόμα και τη μικρή μου αδελφή, Σιγκρέβαθ. Άλλωστε, εκείνη με είδε πρώτη…

Ήταν νύχτα, όταν αισθάνθηκα το τρίτο κάλεσμα. Και είχα την εντύπωση πως κάτι είχε σταματήσει πάνω από το παλάτι της Νόλγκεβραθ· κάτι ίπτατο πάνω από τη Βασιλική Οικία, χτυπώντας τα φτερά του ρυθμικά και περιμένοντας εμένα να παρουσιαστώ. Προσπάθησα να το αγνοήσω, να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν υπήρχε, ότι όλα τούτα βρίσκονταν στη φαντασία μου. Όμως το κάλεσμα επέμενε και, καθώς ο χρόνος κυλούσε, γινόταν ολοένα και πιο επίμονο. Έπρεπε, τουλάχιστον, να ρίξω μια ματιά, να δω αν, όντως, κάποιο πελώριο πουλί πετούσε πάνω απ’το παλάτι!

Σηκώθηκα απ’το κρεβάτι και πήγα στο παράθυρο του δωματίου μου. Κοίταξα ψηλά, μα δεν ατένισα τίποτα παραπάνω απ’τον συννεφιασμένο, νυχτερινό ουρανό. Οι ασημιές αχτίνες του φεγγαριού περνούσαν με δυσκολία ανάμεσα από τα νεφελώματα ετούτη τη νύχτα· και αναρωτήθηκα μήπως το πουλί πετούσε τόσο ψηλά που δεν μπορούσα να το δω, μήπως ήταν κρυμμένο και περίμενε εγώ να το εντοπίσω. Πώς να τα κατάφερνα, όμως; Δεν είχα φτερά…

Βγήκα απ’τα διαμερίσματά μου και βάδισα, γρήγορα, προς τις σκάλες. Ανέβηκα όσο πιο ψηλά γινόταν, εξακολουθώντας ν’ακούω το χτύπημα των γιγαντιαίων φτερών μέσα στο κεφάλι μου. Τελικά, έφτασα στο ψηλότερο σημείο του παλατιού, στον ψηλότερο πύργο, και έστρεψα το βλέμμα μου στα ουράνια, ελπίζοντας να βρω το πτηνό που μου κρυβόταν ανάμεσα στα σύννεφα. Όμως δεν μπορούσα να το εντοπίσω, μονάχα να τ’ακούσω, να το αισθανθώ.

«Κατέβα!» του φώναξα, απεγνωσμένη. «Κατέβα! Δε μπορώ να σε δω!» Όμως δεν κατέβηκε· κι εγώ παρέμεινα επάνω στον πύργο, νιώθοντας την παρουσία του και αναμένοντας κάποια ανταπόκριση απ’αυτό. Δεν μπορεί, αφού με είχε καλέσει εδώ, θα ερχόταν σε μένα, θα ερχόταν! «Κατέβα· σε περιμένω!»

Εκεί ήταν που με βρήκαν, να στέκομαι στην κορυφή του πύργου και να φωνάζω σε κάτι αόρατο να κατεβεί. Όπως έμαθα αργότερα, η μικρή μου αδελφή με είχε δει να ανεβαίνω τις σκάλες και με είχε παρακολουθήσει, πριν πάει να ειδοποιήσει τη μητέρα μου, Βασίλισσα Αντάρναθ. Έτσι, προτού καλά-καλά καταλάβω τι είχε συμβεί, βρέθηκα στη βασιλική αίθουσα και κοντά στην αναμμένη φωτιά ενός τζακιού. Και τότε ήταν που συνειδητοποίησα πόσο παγωμένη ήμουν. Είχα ανεβεί στον πύργο ντυμένη μονάχα με το νυχτικό μου, ενώ ήταν χειμώνας και ένας δυνατός, παγερός άνεμος φυσούσε. Και, ναι, υπό τέτοιες συνθήκες, ακόμα και οι Καρμώζ μπορεί να αρρωστήσουν… όπως και αρρώστησα, δηλαδή, και πέρασα τον μισό από τον επόμενο μήνα στα διαμερίσματά μου, νιώθοντας απαίσια, όχι μονάχα επειδή είχα κρυολογήσει –παραλίγο να πάθω πνευμονία, για την ακρίβεια–, αλλά, κυρίως, επειδή είχα αντιδράσει τόσο ανόητα στο κάλεσμα εκείνου του… πουλιού, ό,τι κι αν ήταν. Αποφάσισα πως έπρεπε να μάθω να ελέγχω τα καλέσματα: να ασκώ αυτοκυριαρχία και να μην αφήνω αυτά να με κυριαρχούν. Ωστόσο, ετούτο δεν το έχω καταφέρει ακόμα, όχι απόλυτα τουλάχιστον…

Ας επιστρέψουμε, όμως, στα δρώμενα μετά από εκείνο το τρίτο κάλεσμα –το σημαδιακό κάλεσμα· γιατί, όπως έχω διδαχθεί, ο αριθμός τρία είναι σημαδιακός. Ο πατέρας και η μητέρα μου ήθελαν να μάθουν αμέσως τι με είχε πιάσει και είχα ανεβεί στον πύργο μέσα στην κρύα νύχτα, καθώς επίσης και σε ποιον φώναζα.

Ό,τι και να τους πω, θα με θεωρήσουν τρελή, συλλογίστηκα. Επομένως, καλύτερα να τους πω την αλήθεια. Και τους την είπα· τους μίλησα για το γιγαντιαίο πτηνό που βρισκόταν πάνω από το παλάτι μας, χτυπώντας τα πελώριά του φτερά και περιμένοντάς με να το συναντήσω. Καλώντας με.

Η αντίδραση των γονιών μου δεν ήταν εκείνη που νόμιζα. Βέβαια, δε νόμιζα ότι θα με πίστευαν αμέσως ή ότι όλα τούτα δε θα τους φαίνονταν καθόλου παράξενα (εξάλλου, και σε μένα φαίνονταν παράξενα!), όμως αυτοί με κοίταξαν σα να παραληρούσα, ή σα να τους έλεγα ψέματα, για κάποιον ακατανόητο λόγο, ή σα να ήμουν άρρωστη στο μυαλό, πράγμα που ήταν το χειρότερο· γιατί δεν ήμουν: το ήξερα πως δεν ήμουν.

«Δε με πιστεύετε;» τους ρώτησα ευθέως. «Νομίζετε ότι είμαι τρελή;»

Ο πατέρας μου κούνησε το κεφάλι, ταραγμένος. «Όχι, φυσικά και όχι.» Έλεγε ψέματα· το καταλάβαινα. «Ωστόσο,» πρόσθεσε αμήχανα, «πρέπει κάτι… ασυνήθιστο να συμβαίνει μαζί σου, Ρικνάβαθ, κόρη μου. Δε συμφωνείς;»

Σ’αυτό είχε δίκιο, και έπρεπε να το παραδεχτώ: όντως, κάτι ασυνήθιστο συνέβαινε μαζί μου. Κατένευσα, αποκρινόμενη πως συμφωνούσα.

«Ίσως οι ιερείς να μπορούν να σε βοηθήσουν,» υπέθεσε η μητέρα μου. Τα λεπτά της φρύδια έσμιξαν, σαν μια ξαφνική σκέψη να ήρθε στο νου της, σαν αναπάντεχα να κατάλαβε κάτι που δεν είχε αντιληφθεί μέχρι στιγμής. «Ναι, ίσως να μπορούν να σε βοηθήσουν πολύ περισσότερο απ’ό,τι πιστεύουμε…»

«Τι εννοείς, Αντάρναθ;» ρώτησε ο πατέρας μου, παραξενεμένος από τα λόγια και την έκφρασή της. «Τι θες να πεις;»

«Θέλω να πω ότι… η κόρη μας άκουσε φτερούγες να χτυπάνε πάνω απ’το παλάτι. Σωστά, Ρικνάβαθ;» Κατένευσα. Η μητέρα συνέχισε: «Και νόμιζε πως ένα τεράστιο πουλί βρισκόταν στα ουράνια. Αυτό μπορεί να έχει κάποια σημασία… κάποια σύνδεση με τους ιερείς του Άσνερωθ του Παγογέρακα.»

Ο Βασιληάς Θέναρτωρ ακούμπησε το σαγόνι στη γροθιά του, σκεπτικός. Αναστέναξε, σαν ένα μεγάλο βάρος να είχε πλακώσει το στήθος του. «Ίσως να έχεις δίκιο,» είπε στη μητέρα μου. Και με ρώτησε: «Ρικνάβαθ, θα ήθελες να μιλήσεις μ’έναν από τους ιερείς του Παγογέρακα;»

«Ναι, πατέρα,» αποκρίθηκα, «αλλά όταν θα είμαι καλύτερα.» Μέχρι τότε, ήλπιζα να μην ερχόταν άλλο κάλεσμα. Όμως, ακόμα κι αν ερχόταν, δεν ήμουν βέβαιη ότι θα είχα τις δυνάμεις να σηκωθώ από το κρεβάτι μου και να πάω εκεί όπου θα μου ζητούσε.

Έτσι, οι ημέρες πέρασαν, και μπορούσα να διαισθανθώ μια γενικότερη ανησυχία μέσα στο παλάτι. Οι υπηρέτες που μου έφερναν φαγητό ή που καθάριζαν το δωμάτιό μου έμοιαζαν νευρικοί, όταν με κοίταζαν, και βιάζονταν να τελειώσουν τις δουλειές τους, όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Με φοβόνταν, και δεν ήθελαν να βρίσκονται κοντά μου για πολύ. Ίσως, μάλιστα, να με θεωρούσαν και «καταραμένη» ορισμένοι απ’αυτούς. Αλλά δεν τους κατηγορούσα· ήταν απλοί άνθρωποι.

Το χειρότερο για μένα ήταν όταν είδα και στ’αδέλφια μου τον ίδιο φόβο και την ίδια προκατάληψη. Αν και βέβαια σε λιγότερο βαθμό. Ωστόσο, τούτο δεν μπορούσε να με παρηγορήσει. Δεν άντεχα η οικογένειά μου να με βλέπει έτσι! Φυσικά, ο Σαρνταμώθ και ο Καρντέμων προσπαθούσαν να το κρύψουν, όσο το δυνατόν περισσότερο· μα η Σιγκρέβαθ ήταν σίγουρο πως με θεωρούσε τέρας, ή, στην καλύτερη περίπτωση, κάποιου είδους αλλόκοτη οντότητα.

Άρχισα να ανυπομονώ να γίνω καλά, για να έρθει εκείνος ο ιερέας του Παγογέρακα που ίσως μπορούσε να με βοηθήσει. Πράγμα για το οποίο, ασφαλώς, δεν ήμουν καθόλου, μα καθόλου, βέβαιη. Θα είχε, άραγε, τη δύναμη να με γλιτώσει από τα καλέσματα και από τις φωνές;

Καθώς περίμενα, κλεισμένη στα διαμερίσματά μου, είχα ένα κακό, πολύ κακό προαίσθημα. Όχι, αποκλείεται να είχε τη δύναμη να με βοηθήσει, αποφάσισα. Ωστόσο, όταν έφτασε η ημέρα της συνάντησής μου μαζί του, οι ελπίδες μου άρχισαν πάλι να φουντώνουν. Ντύθηκα με τα καλά μου ρούχα και κάθισα στην μεγάλη πολυθρόνα του καθιστικού των διαμερισμάτων μου. Τον είχα δει, από το παράθυρό μου, να μπαίνει στο παλάτι, με τη συνοδεία έξι φρουρών. Από απόσταση, μου φάνηκε γέρος, γιατί ήταν ντυμένος με μακρύ, ασημόλευκο χιτώνα, φορούσε κουκούλα, και στηριζόταν σε ένα μακρύ, μαύρο ραβδί, στην κορυφή του οποίου υπήρχε ένας κρύσταλλος στο σχήμα του Παγογέρακα.

Όταν τον ατένισα από το κοντά, διαπίστωσα πως, τελικά, δεν ήταν τόσο γηραιός, όσο είχα αρχικά πιστέψει. Πρέπει να βρισκόταν στην ηλικία των πενήντα χρόνων, ενώ εγώ τον είχα κάνει για εξήντα-εβδομήντα, τουλάχιστον.

Ο ιερέας του Παγογέρακα μπήκε στο καθιστικό των διαμερισμάτων μου χωρίς τη συνοδεία των έξι φρουρών του. Έκλινε το κεφάλι και με χαιρέτησε, αποκαλώντας με «Υψηλοτάτη».

«Παρακαλώ, καθίστε, Σεβασμιότατε,» αποκρίθηκα, έχοντας σηκωθεί από τη θέση μου και δείχνοντας μια άλλη πολυθρόνα, η οποία βρισκόταν εμπρός μου.

Ο ιερέας κάθισε, εξακολουθώντας να βαστά το ραβδί του. Κάθισα κι εγώ, κι εκείνος μίλησε πρώτος: «Το όνομά μου είναι Τάλγκερωμ, Υψηλοτάτη,» συστήθηκε, «και φέρω το βαθμό του Πρωθιερέα στο Ναό του Άσνερωθ, του Μεγάλου Παγογέρακα. Ο πατέρας σας και Βασιληάς μας μου μίλησε για το πρόβλημά σας, αλλά θα επιθυμούσα να το ακούσω και από εσάς, Πριγκίπισσά μου,» ζήτησε.

Έτσι, του είπα όλα όσα ήξερα για την «ασθένεια» που με μάστιζε. Του είπα περισσότερα απ’ό,τι είχα πει ποτέ σε κανέναν άλλο, και παρατήρησα πως, καθώς του εξηγούσα το πρόβλημά μου, το γαλανό του βλέμμα τη μια σκοτείνιαζε και την άλλη φωτιζόταν. Με παρακολουθούσε επισταμένα, σα να προσπαθούσε να κατανοήσει πράγματα που δεν έλεγα μα υπήρχαν στο υποσυνείδητό μου.

Όταν τελείωσα, είπε: «Υψηλοτάτη, είστε ευαίσθητη στις κοσμικές δυνάμεις των ανώτερων όντων, καθώς και στις δυνάμεις της Μοίρας, πιστεύω.»

«Και τι σημαίνει αυτό; Τι μπορώ να κάνω για να το σταματήσω;» τον ρώτησα.

«Δε μπορείτε να κάνετε τίποτα απολύτως,» δήλωσε ο Πρωθιερέας Τάλγκερωμ, απογοητεύοντάς με. «Ωστόσο, δε θα πρέπει να θεωρείτε αυτές σας τις ικανότητες ως κατάρα, παρά ως ευλογία. Πολλοί εύχονται να μπορούσαν να επικοινωνήσουν τόσο εύκολα με το Αόρατο.»

«Ήταν ο Παγογέρακας το πουλί που άκουσα εκείνο το βράδυ;» θέλησα να μάθω. «Ή, μήπως, κάτι άλλο;»

Ο Πρωθιερέας φάνηκε προβληματισμένος. «Χμ…» έκανε. «Δε θα το απέκλεια να ήταν ο Κύριός μας. Ωστόσο, δεν μπορώ να είμαι βέβαιος, Υψηλοτάτη.»

«Σεβασμιότατε, λέτε πως αυτές… αυτές οι δυνάμεις μου είναι ευλογία, αλλά εγώ θα ήθελα να τις… ξεφορτωθώ, κάπως. Ή, τουλάχιστον, να σταματήσω τα καλέσματα. Είναι επικίνδυνα, και για μένα και για τους άλλους γύρω μου, νομίζω.»

«Θα πρέπει να μάθετε αυτοκυριαρχία, Υψηλοτάτη,» είπε ο Τάλγκερωμ.

«Πώς; Μπορείτε να με διδάξετε;»

«Φοβάμαι ότι θα χρειαστεί να διδάξετε τον εαυτό σας, καθότι εγώ, προσωπικά, δεν έχω ποτέ αισθανθεί τέτοιου είδους ‘καλέσματα’, Υψηλοτάτη.»

Αναστέναξα, αναρωτούμενη πώς θα κατάφερνα να «διδάξω τον εαυτό μου».

«Ωστόσο, υπάρχει και μια εναλλακτική λύση…» είπε ο Πρωθιερέας, εστιάζοντας το βλέμμα του με ένταση επάνω μου.

«Τι εναλλακτική λύση;» ρώτησα, νιώθοντας, ξαφνικά, το λαιμό μου σφιγμένο.

«Εάν επιλέξετε να αφιερωθείτε στο Ναό του Άσνερωθ, τότε ίσως ο Κύριός μας να σας προστατέψει από τα καλέσματα των άλλων ανώτερων όντων.»

Τα λόγια του αντηχούσαν για αρκετή ώρα στ’αφτιά μου, αφότου ο Πρωθιερέας Τάλγκερωμ εγκατέλειψε το καθιστικό των διαμερισμάτων μου και το βασιλικό παλάτι της Νόλγκεβραθ.

…Αν αφιερωνόμουν στον Παγογέρακα, τότε ίσως εκείνος να με προστάτευε από τα καλέσματα…

Η προσφορά ετούτη ήταν δελεαστική. Όμως υπήρχε ένα πρόβλημα, πολύ βασικό για εμένα: Δεν ήθελα να γίνω ιέρεια. Ήμουν ταγμένη για Βασίλισσα, αφότου ο πατέρας μου απεβίωνε. Αλλά, τότε, θυμήθηκα πως ο Σμιλοδόντινος Θρόνος με αποστρεφόταν· θυμήθηκα το όραμα που είχα δει: τον σκελετωμένο σμιλόδοντα να μου γρυλίζει και τα μάτια του να γυαλίζουν κατακόκκινα, φοβερίζοντάς με, ώστε να μη ζυγώσω. Τελικά, φαίνεται, δεν ήμουν ταγμένη για Βασίλισσα, όπως πίστευα…

Παραταύτα, δεν μπορούσα να πάρω την απόφαση να αφιερωθώ στον Παγογέρακα. Κάτι με απωθούσε. Είχα την εντύπωση πως οι ιερείς του επιθυμούσαν να με εκμεταλλευτούν. Είχα δει το γυάλισμα στα μάτια του Τάλγκερωμ, όταν του εξηγούσα τις ικανότητές μου. Μάλλον, ο Κλήρος του Άσνερωθ θα ήθελε πολύ να αποκτήσει ένα… σπάνιο πλάσμα σαν κι εμένα. Θα του έδινε δύναμη εναντίον των άλλων θρησκειών που είχαν επιρροή στο Βασίλειο.

Αποφάσισα, λοιπόν, πως δε θα γινόμουν το «εξωτικό όπλο» κανενός· κι έτσι, προτίμησα να καταπολεμήσω τα καλέσματα μέσω της αυτοκυριαρχίας, όπως μου είχε προτείνει ο Τάλγκερωμ. Ευτυχώς, όμως, δε χρειάστηκε. Ένας χρόνος πέρασε και δεν αισθάνθηκα κανένα καινούργιο κάλεσμα, λες και, ξαφνικά, όλα τα ανώτερα όντα να με είχαν ξεχάσει. Ωστόσο, εξακολούθησα να ακούω φωνές, κάπου-κάπου, ή να έχω προαισθήματα.

Τον επόμενο χρόνο –στο δέκατο-ένατο έτος της ηλικίας μου– ήταν που οι γονείς μου ζήτησαν να με δουν, για να μου μιλήσουν για ένα πολύ σημαντικό θέμα. Το βράδυ πριν από τη συνάντησή μας, είχα δει στον ύπνο μου τρεις νεκρούς άντρες, οι οποίοι δεν έφεραν κανένα φανερό τραύμα επάνω τους· έτσι, είχα ένα κακό προαίσθημα, όταν μπήκα στην αίθουσα του θρόνου, όπου ο Βασιληάς Θέναρτωρ και η Βασίλισσα Αντάρναθ με περίμεναν, μόνοι, χωρίς κανένας άλλος να βρίσκεται εκεί, πέραν από μερικούς φρουρούς και υπηρέτες.

«Ο Ράναρωμ είχε πάει, τελευταία, ένα ταξίδι στο γειτονικό Βασίλειο Ένμερακ,» άρχισε ο πατέρας μου, «και έφερε από εκεί κάποια ευχάριστα, θα έλεγα, νέα.» Ο Ράναρωμ ήταν θείος μου, από την πλευρά της μητέρας, και επίσημος βασιλικός διπλωμάτης του παλατιού.

«Τι νέα;» ρώτησα, πίνοντας μια γουλιά από το υδρόμελι που μου είχαν προσφέρει οι υπηρέτες μέσα σε ένα επιχρυσωμένο κέρας.

«Η Βασίλισσα Φέρνταναθ εξέφρασε το ενδιαφέρον της για εσένα, κόρη μου,» είπε η Αντάρναθ.

«Τι είδους ενδιαφέρον εξέφρασε για μένα;…» ρώτησα, κάπως ξαφνιασμένη, πρέπει να παραδεχτώ.

Οι γονείς μου έμοιαζαν λιγάκι προβληματισμένοι και αμήχανοι, αλλά η μητέρα συνέχισε: «Επιθυμεί ένα γάμο ανάμεσα σε σένα και στο δεύτερό της γιο, Ηάρμωκ.»

«…Μάλιστα…» είπα, μην ξέροντας τι άλλο ν’αποκριθώ σ’αυτό. Ήταν, όντως, ξαφνικό! Ή, μάλλον, όχι και τόσο… σκέφτηκα, ύστερα· γιατί ήξερα πως από καιρό οι γονείς μου επιθυμούσαν μια «πιο στενή σχέση» –όπως έλεγαν– με το Βασίλειο Ένμερακ. Και πιθανώς ετούτη η πρόταση γάμου να μην αποτελούσε μονάχα επιθυμία της Βασίλισσας Φέρνταναθ, αλλά και επιμονή του θείου Ράναρωμ.

Έκλεισα, προς στιγμή, τα μάτια, προσπαθώντας να συγκροτήσω τον εαυτό μου, ώστε να μην απαντήσω βιαστικά ή ανόητα. Γνώριζα ότι οι γονείς μου ήθελαν να γίνει αυτός ο γάμος –αυτή η «πιο στενή σχέση» μεταξύ των δύο βασιλείων, για την ακρίβεια–, και δεν επιθυμούσα να τους απογοητεύσω. Το πρόβλημα, βέβαια, ήταν πως δεν ήξερα καν αυτόν τον Πρίγκιπα Ηάρμωκ. Μπορεί να ήταν κακομούτσουνος, χοντρός, χαζός, αδέξιος, ή κάτι ακόμα χειρότερο. Φυσικά, είχα αρχίσει αμέσως να κάνω άσχημες υποθέσεις. Έπρεπε να πάψω να σκέφτομαι έτσι.

«Τι λέει ο Πρίγκιπας για εμένα;» ρώτησα, γιατί δεν αποκλείεται κι εκείνος να αναρωτιόταν ακριβώς τα ίδια πράγματα για το άτομό μου.

Οι γονείς μου αλληλοκοιτάχτηκαν. Μάλλον, δεν περίμεναν να τους κάνω αυτή την ερώτηση και τους είχα πιάσει απροετοίμαστους.

«Εμ… δεν ξέρουμε,» είπε, τελικά, ο πατέρας. «Δε μας ανέφερε κάτι ο Ράναρωμ, καλή μου.»

«Ναι,» πρόσθεσε η μητέρα, «αλλά είμαι βέβαιη πως θα έχει ακούσει τα καλύτερα λόγια για σένα.» Μου χαμογέλασε.

Φυσικά και θα του είχαν πει τα καλύτερα λόγια· ο θείος μου θα είχε φροντίσει γι’αυτό… Σκέφτηκα να ρωτήσω τους γονείς μου πώς ήταν ο Πρίγκιπας Ηάρμωκ, στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά· αλλά αποφάσισα να μην το κάνω, γιατί, κατ’αρχήν, δεν ήμουν βέβαιη ότι ήξεραν και, κατά δεύτερο λόγο, ήμουν βέβαιη ότι θα μου έκρυβαν όλα του τα μειονεκτήματα, αρνούμενοι να φανερώσουν οτιδήποτε πίστευαν πως ίσως να με απωθούσε από το γάμο. Έτσι, είπα:

«Θέλω, όμως, να τον γνωρίσω, πρώτα, και εκείνος να γνωρίσει εμένα.»

«Ασφαλώς!» αποκρίθηκε η Βασίλισσα Αντάρναθ, πλαταίνοντας το χαμόγελό της. «Θα φροντίσουμε ο Πρίγκιπας να έρθει εδώ, στο παλάτι, ώστε να μας επισκεφτεί. Σίγουρα, ο θείος σου θα μπορεί να κανονίσει κάτι τέτοιο…» Έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στον πατέρα.

Εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Ναι,» αποκρίθηκε, «δε θα είναι δύσκολο. Εξάλλου, υποθέτω πως αυτό θα επιθυμούν και η Βασίλισσα Φέρνταναθ κι ο γιος της.»

 

2. Η Κατάρα μου

Ο πατέρας μου έστειλε την απαραίτητη πρόσκληση στον Πρίγκιπα Ηάρμωκ του Ένμερακ, ώστε να έρθει να μας επισκεφτεί στο παλάτι και να γνωρίσει τη μελλοντική του νύφη –εμένα, δηλαδή. Συγχρόνως, έστειλε επιστολή και στον θείο Ράναρωμ, ενημερώνοντάς τον για την κατάσταση, καθώς και στη Βασίλισσα Φέρνταναθ, εκφράζοντάς της πόσο ευχαριστημένος και τιμημένος αισθανόταν από ετούτη την πρόταση γάμου, και ευχόμενος ειρήνη και ευδαιμονία και για τα δύο βασίλεια.

Πρέπει να παραδεχτώ ότι ένιωθα κάποια ανησυχία, όσο περιμέναμε απόκριση από το Βασίλειο Ένμερακ. Δεν ξέρω από πού ακριβώς προερχόταν αυτή η ανησυχία, πάντως υπήρχε. Κι επιπλέον, είχα ένα κακό προαίσθημα, ένα πολύ κακό προαίσθημα για όλα τούτα. Οπότε, άρχισα να πιστεύω πως ο Πρίγκιπας Ηάρμωκ θα ήταν ό,τι χειρότερο είχα φανταστεί: άσχημος, κοντός, χοντρός, ψευδός, βαρήκοος, με ένα σωρό ενοχλητικές συνήθειες και μειονεκτήματα. Όχι, βέβαια, πως είχα κανένα πρόβλημα με τους ανθρώπους αυτού του είδους· αλλά, σίγουρα, δε θα ήθελα να τον παντρευτώ, αν ήταν έτσι. Και φοβόμουν ότι ίσως, τελικά, να αναγκαζόμουν να το κάνω, για χάρη των γονιών μου και του Βασιλείου… Φυσικά, ο πατέρας και η μητέρα δε θα με πίεζαν να τον παντρευτώ, αν δεν ήθελα, όμως θα ήταν σωστό να τους απογοητεύσω; αναρωτιόμουν. Θα ήταν σωστό να θρυμματίσω τα όνειρά τους για δύο στενά δεμένα, ευδαιμονούντα βασίλεια; Δύσκολη απόφαση.

Η απόκριση που ήρθε από τον Πρίγκιπα του Ένμερακ ήταν θετική, δηλώνοντάς μας ότι θα μας επισκεπτόταν μέσα στον επόμενο μήνα.

Η ανησυχία μου μεγάλωσε, καθώς οι προετοιμασίες στο παλάτι της Νόλγκεβραθ ξεκίνησαν. Επίσης, το προαίσθημά μου εξακολουθούσε να είναι κακό. Ευτυχώς που δεν αισθανόμουν και τίποτα καλέσματα, αυτό τον καιρό, γιατί ένιωθα πως ίσως να ήμουν πιο ευάλωτη τώρα…

Μια μέρα, βγήκα από το παλάτι, μαζί με τον αδελφό μου, Σαρνταμώθ. Καβαλώντας ψηλά άλογα, είχαμε αποφασίσει να πάμε ιππασία, για ν’απομακρυνθούμε από τη βαβούρα της πρωτεύουσας, η οποία σταδιακά δυνάμωνε, καθώς πλησίαζε η ώρα του ερχομού του Πρίγκιπα Ηάρμωκ. Επίσης, ο Σαρνταμώθ φαίνεται πως αντιλαμβανόταν την ανησυχία μου, έτσι είχε προτιμήσει να με πάρει, για λίγο, μακριά από τη βασιλική οικία, ώστε ο νους μου να καθαρίσει από τα τελευταία γεγονότα.

«Τι ξέρεις για τον Πρίγκιπα;» τον ρώτησα, καθώς ιππεύαμε κοντά στον ποταμό Νόρλωμ, ο οποίος έτρεχε ορμητικά, κατεβαίνοντας τα βόρεια όρη. Τα νερά του έσπαγαν τους κρυσταλλωμένους πάγους του χειμώνα, κυλώντας ελεύθερα ξανά, με τον ερχομό της άνοιξης.

«Σχεδόν τίποτα,» απάντησε ο Σαρνταμώθ.

«Αν ξέρεις κάτι, σε παρακαλώ, πες το μου.»

«Τι λόγο έχω να σ’το κρύψω, Ρικνάβαθ; Αν ήξερα, θα σ’το έλεγα.» Με κοίταξε, παραξενεμένος.

Αναστέναξα. «Υπάρχει λόγος. Δεν υπάρχει;»

«Τι λόγος;»

«Η ‘πιο στενή σχέση’ που επιθυμεί ο πατέρας ανάμεσα στο δικό μας Βασίλειο και στο Ένμερακ.»

Ο Σαρνταμώθ μειδίασε. «Αυτό είναι πρόβλημά του,» είπε, σκανδαλιάρικα, «και πρόβλημά σου, κατ’επέκταση, Ρικνάβαθ. Εσύ βρίσκεσαι επόμενη στη σειρά για το θρόνο. Εγώ δεν έχω λόγο να πω ψέματα, ώστε να πραγματοποιηθεί τούτος ο γάμος.»

Τα λόγια του με καθησύχασαν, κάπως, γιατί ήξερα πως ο αδελφός μου ήταν… ανήσυχος τύπος και μάθαινε πολλά από όσα συνέβαιναν στην Αυτοκρατορία· έτσι, αν υπήρχε κάποια ιδιαίτερα κακή φήμη για τον Πρίγκιπα Ηάρμωκ, μάλλον, θα την είχε ακούσει…

Είχαμε πλησιάσει την όχθη του ποταμού και ατενίζαμε τα νερά του, όταν πρόσεξα ένα ψάρι το οποίο είχε ξεβραστεί στις πέτρες και σπαρταρούσε. Χωρίς να ξέρω γιατί, το σπαρτάρισμά του έκανε την καρδιά μου να ραγίσει και έφερε δάκρυα στα μάτια μου. Παράξενη αντίδραση· άλλωστε, ήταν μονάχα ένα ψάρι! συλλογίστηκα. Και τότε, κατάλαβα πως δεν ήταν το ψάρι ο λόγος της αναπάντεχης μελαγχολίας μου, αλλά το προαίσθημα που με είχε πάλι καταλάβει, δυνατότερο από πριν.

…Το καημένο το ψάρι ήταν έτοιμο να πεθάνει, μην μπορώντας ν’αναπνεύσει έξω απ’το νερό…

Κατέβηκα απ’το άλογό μου και το πλησίασα, ενώ ο Σαρνταμώθ με ρώτησε πού πήγαινα και μου φώναξε να προσέχω, μη γλιστρήσω και πέσω στον ποταμό. Έσκυψα και σήκωσα το ψάρι στα χέρια μου… κι εκείνη τη στιγμή πέθανε· και θλίψη με κυρίεψε. Άρχισα να κλαίω δυνατά, μη μπορώντας να σταματήσω τον εαυτό μου. Ήταν νεκρό… νεκρό… νεκρό…

Ο Σαρνταμώθ αφίππευσε και ήρθε κοντά μου. «Ρικνάβαθ, τι συμβαίνει;» ρώτησε. «Τι σου συμβαίνει;» Γονάτισε, γιατί ήμουν κι εγώ γονατισμένη, κι αγκάλιασε τους ώμους μου. «Τι σου συμβαίνει, αδελφή;»

«Είναι νεκρό…» είπα, μην ξέροντας ακριβώς τι έλεγα, αλλά επιθυμώντας κάπως να εκφράσω τη θλίψη μου. Το κακό προαίσθημα με είχε κυριεύσει. Νεκρό… Είναι νεκρό… Νεκρό… Νεκρό…

«Το ψάρι;» έκανε ο Σαρνταμώθ, παραξενεμένος. «Το ψάρι εννοείς;»

«Ναι,» ένευσα, κλαίγοντας. «Είναι νεκρό…»

Ο αδελφός μου γέλασε. «Δε χρειάζεται να στενοχωριέσαι τόσο για ένα ψάρι! Είναι απλά ένα ψάρι! Σοβαρέψου!…» Το πήρε απ’τα χέρια μου και το πέταξε στον ποταμό. Είδα το ορμητικό νερό να το παρασέρνει προς τα νότια, και αισθάνθηκα ένα μεγάλο βάρος να σηκώνεται απ’το στήθος μου.

Ορθώθηκα, σκουπίζοντας τα δάκρυά μου. Προσπάθησα να χαμογελάσω. «Ναι, έχεις δίκιο, Σανταμώθ. Είναι απλά ένα ψάρι,» είπα. Το προαίσθημά μου, όμως, δεν είναι και τόσο «απλό», πρόσθεσα νοερά, γνωρίζοντας πολύ καλά πως είχα μόλις δει έναν οιωνό.

Καθώς ανεβαίναμε πάλι στους ίππους μας, αναρωτιόμουν τι μπορεί να σήμαινε η ακούσια οιωνοσκοπία μου. Άραγε, θα πέθαινε κάποιος, ετούτες τις ημέρες; Και, μήπως, αυτός ο κάποιος θα ήμουν εγώ; Είχα προβλέψει το θάνατό μου; Ένα σύγκρυο με διαπέρασε, και αποφάσισα να δίνω περισσότερη προσοχή στα σημάδια, απο δώ και στο εξής. Ίσως μπορούσαν να μου σώσουν τη ζωή, ή τη ζωή ενός συγγενή μου.

Αυτό το νεκρό ψάρι μού είχε θρυμματίσει την καρδιά.

Η ημέρα της επίσκεψης του Πρίγκιπα Ηάρμωκ έφτασε γρηγορότερα απ’ό,τι φανταζόμουν. Και το κακό μου προαίσθημα συνεχιζόταν. Ωστόσο, όταν οι υπηρέτες ανακοίνωσαν την είσοδο του Πρίγκιπα στην πρωτεύουσα, το προαίσθημα χάθηκε· καλύφθηκε από την ανησυχία που ένιωθα για την πρώτη μου συνάντηση μαζί του.

Τον περιμέναμε στην αίθουσα του θρόνου, ο πατέρας μου, η μητέρα μου, τα αδέλφια μου, και εγώ. Αλλά δεν ήμασταν μόνοι· είχαμε καλέσει κι άλλους άρχοντες κι αρχόντισσες της Νόλγκεβραθ, καθώς επίσης και τους βασιλικούς συμβούλους και τον Πολέμαρχο Άγκρανθωβ. Ο θείος Ράναρωμ δεν ήταν εκεί· ερχόταν με τη συνοδεία του Πρίγκιπα από το Ένμερακ.

Η μεγάλη, διπλή πόρτα της αίθουσας του θρόνου –η οποία ήταν καμωμένη από γερό και γυαλιστερό παγόξυλο– άνοιξε, και ένας υπηρέτης ανήγγειλε την άφιξη της Αυτού Υψηλότητος, Πρίγκιπα Ηάρμωκ του Ένμερακ, γιου της Βασίλισσας Φέρνταναθ και δευτέρου στη σειρά της διαδοχής του Θρόνου της Θάλασσας.

Οι στρατιώτες και οι αυλικοί –ανάμεσα στους οποίους βρισκόταν και ο θείος Ράναρωμ– παραμέρισαν, για να παρουσιαστεί ο Πρίγκιπας. Εγώ ατσάλωσα τον εαυτό μου για το θέαμα, πιστεύοντας ότι η πρώτη εντύπωση θα ήταν πολύ σημαντική για μένα. Όταν αντίκρισα τον γιο της Βασίλισσας Φέρνταναθ, πρέπει να παραδεχτώ πως δεν ήταν καθόλου εκείνο που περίμενα. Σχεδόν παραπάτησα, νομίζω. Γιατί ήταν τόσο ευπαρουσίαστος –πανέμορφος, τολμώ να πω– που η εμφάνισή του μ’έκανε να θέλω να γελάσω με τις παλιότερές μου σκέψεις γι’αυτόν και τα δήθεν κακά προαισθήματά μου. Ωστόσο, συγκράτησα τον ενθουσιασμό μου, επειδή σκέφτηκα ότι μπορεί μεν να ήταν όμορφος, αλλά δεν τον ήξερα και τόσο καλά, για να χαίρομαι από τώρα. Άλλωστε, δεν είχε ακόμα ανοίξει το στόμα του για να μιλήσει…

Μαζί με τους υπόλοιπους, πλησίασα και τον χαιρέτησα. Και νομίζω πως του έκανα το ίδιο καλή εντύπωση όπως είχε κάνει κι εκείνος σε μένα. Πήρε το χέρι μου μέσα στο δικό του και το φίλησε, λέγοντας: «Χαίρομαι για τη γνωριμία, Πριγκίπισσα Ρικνάβαθ. Η ομορφιά σας με τιμά.»

Τι να του έλεγα τώρα; «Παρομοίως, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκα. «Ούτε εγώ αισθάνομαι λιγότερο τιμημένη από την παρουσία σας.» Ήλπιζα ότι δεν έλεγα βλακείες.

Το χαμόγελό του μου αποκάλυψε ότι είχα πει ακριβώς εκείνο που έπρεπε, τελικά. Τα γκριζογάλαζα μάτια του γυάλιζαν, καθώς με κοιτούσε, υπνωτίζοντάς με όπως κανένα κάλεσμα δε με είχε υπνωτίσει ποτέ.

Άκουσα –απόμακρα, σα να βρισκόμουν μέσα σε κάποια σπηλιά– τον πατέρα μου να δίνει μια προσταγή που δεν κατάλαβα ακριβώς –ή, μάλλον, δεν έδωσα την απαραίτητη σημασία, ώστε να καταλάβω–, και μια γλυκιά μουσική γέμισε, ξαφνικά, την αίθουσα του θρόνου.

«Παρακαλώ, Πρίγκιπά μου,» είπα, «ελάτε μαζί μου. Καθίστε.» Και, μην έχοντας ακόμα αφήσει το χέρι του Ηάρμωκ, τον οδήγησα στο μεγάλο τραπέζι που είχαν προετοιμάσει οι υπηρέτες, μόλις οι βασιλικοί ανιχνευτές μάς ενημέρωσαν πως είχαν δει από απόσταση τη συνοδεία του Πρίγκιπα του Ένμερακ να πλησιάζει στην πρωτεύουσα.

Ήταν μεσημέρι και φάγαμε όλοι μαζί το γεύμα που ήταν στρωμένο επάνω στο κατάλευκο, περίτεχνα κεντημένο τραπεζομάντιλο. Χωρίς να το συνειδητοποιήσω, δεν άφησα κανέναν άλλο να μιλήσει με τον Ηάρμωκ, γιατί συνέχεια τού μιλούσα εγώ. Ωστόσο, απ’ό,τι κατάλαβα αργότερα, που είχα καιρό να το σκεφτώ, οι υπόλοιποι δεν πρέπει να έκαναν και καμια ιδιαίτερη προσπάθεια, για να με διακόψουν· μάλλον, ήταν ικανοποιημένοι που έβρισκα την παρέα του Πρίγκιπα ευχάριστη και, επομένως, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να θέλω να τον παντρευτώ.

Τότε, λοιπόν, καθώς καθόμουν στο τραπέζι, κοντά στον πανέμορφο, έξυπνο, ετοιμόλογο γιο της Βασίλισσας Φέρνταναθ, τρώγοντας δίχως να αντιλαμβάνομαι τι ακριβώς έτρωγα, και λουσμένη από το μεσημεριανό φως που περνούσε απ’τα παράθυρα της βασιλικής αίθουσας του πατέρα μου, αναρωτήθηκα γιατί μπορεί ποτέ να είχα κακό προαίσθημα σχετικά μ’αυτή τη συνάντηση!

Ωστόσο, δεν ήξερα τι θα επακολουθούσε. Δεν είχα καμία, μα καμία, ιδέα ότι τα βάσανά μου σήμερα θα άρχιζαν…

Η ημέρα πέρασε γρήγορα μαζί με τον Πρίγκιπα Ηάρμωκ. Πραγματικά, δε θυμάμαι ποτέ καμία άλλη ημέρα που να πέρασε το ίδιο γρήγορα μ’αυτήν: οι ώρες κυλούσαν όπως το νερό στους καλοκαιρινούς ποταμούς. Οι συγγενείς μου, φυσικά, δε με ενόχλησαν καθόλου, αλλά ούτε και κάποιος από τους συνοδούς του Ηάρμωκ ήρθε να τον βρει για τον οποιονδήποτε λόγο. Προφανώς, όλοι τους ήταν ευχαριστημένοι που ο Πρίγκιπας και η Πριγκίπισσα τα πήγαιναν καλά. Ήταν θετικό σημάδι για το μελλοντικό γάμο που σχεδίαζαν.

Και, όντως, τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν εξελιχτεί τόσο καλά… Θα μπορούσαν, αν δεν ήμουν αυτή που είμαι… καταραμένη και χαρισματική, συγχρόνως.

Το σούρουπο ήρθε και ακόμα δεν είχα χωρίσει από τον Ηάρμωκ. Ωστόσο, υποψιαζόμουν πως εκείνος πρέπει, σίγουρα, να ήταν κουρασμένος από το ταξίδι του, και του το είπα. «Δε χρειάζεται να αναβάλεις την ανάπαυσή σου για μένα. Μπορούμε να βρεθούμε και πάλι αύριο.»

Ο Πρίγκιπας γέλασε. «Δεν έχω ανάγκη από ανάπαυση τώρα,» μου αποκρίθηκε. «Νομίζω πως ποτέ δεν ταξίδεψα για να φτάσω εδώ.»

Δεν έπρεπε να το είχε πει αυτό, γιατί μ’έκανε να χαμογελάσω πλατιά και μου δημιούργησε μια επιθυμία να τον φιλήσω δυνατά στο μάγουλο. Οπότε και τον φίλησα. Και με φίλησε κι εκείνος, στο μάγουλο επίσης. Και το ένα φιλί διαδέχτηκε το άλλο, μέχρι που πλέον δε φιλιόμασταν μόνο στα μάγουλα.

Ήταν η πρώτη φορά που πλάγιαζα με άντρα, και δε νομίζω ότι θα μπορούσα να είχα κάνει καλύτερη επιλογή. Ακόμα τον αγαπώ, τον Πρίγκιπά μου· ποτέ δε θα τον ξεχάσω…

Καθώς πέσαμε στο μεγάλο κρεβάτι των διαμερισμάτων μου, ήμουν μεθυσμένη από τις αναστατωμένες μου αισθήσεις. Είχα την εντύπωση πως δε θα μπορούσα με τίποτα να χορτάσω τον Ηάρμωκ· τα χέρια και τα πόδια μου δε μου φαίνονταν αρκετά, για να τον αγκαλιάσουν ολόκληρο και να τον κρατήσουν κοντά μου, για πάντα.

Στην αρχή, όλα ήταν υπέροχα.

Στο τέλος, όμως, το όνειρο μετατράπηκε σε εφιάλτη.

Όταν έφτασα στην κορύφωσή μου, παρατήρησα μια παράξενη έκφραση στο πρόσωπό του –την οποία πλέον ξέρω πολύ καλά, μα τότε δεν είχα ιδέα τι ήταν· εξάλλου δεν είχα ποτέ ξανά συνευρεθεί με άντρα– και είδα τα μάτια του να θολώνουν, να χάνουν τη γυαλάδα τους, θαρρείς και η ζωή να εγκατέλειπε τον όμορφο Πρίγκιπα. Αλλά δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία· ήμουν συνεπαρμένη από την ηδονή που τύλιγε το σώμα και την ψυχή μου.

Δεν κατάλαβα ότι ο Ηάρμωκ, εκείνη τη στιγμή, πέθανε στην αγκαλιά μου.

Μετά το αντιλήφθηκα, όταν του μίλησα αλλά εκείνος δεν αποκρίθηκε· παρέμεινε ξαπλωμένος στο κρεβάτι, από κάτω μου, με μια ανέκφραστη όψη στο πρόσωπό του. Η γυαλάδα είχε χαθεί εντελώς από τα μάτια του.

«Πρίγκιπά μου;…» είπα, παραξενεμένη. «Μην παίζεις μαζί μου!» Γέλασα, και πήρα το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια μου, φιλώντας τον στα χείλη… για να συνειδητοποιήσω ότι δεν ανέπνεε!

«Πρίγκιπά μου! Απάντησέ μου! Μίλησέ μου!» Καμία απόκριση από εκείνον. Τον χαστούκισα. «Μίλησέ μου!» Πάλι, καμία απόκριση.

Ήταν νεκρός. Όπως το ψάρι που είχα δει στις όχθες του ποταμού Νόρλωμ.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι, έντρομη και ουρλιάζοντας. Δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλά μου, και η καρδιά μου είχε ραγίσει. Δεν ήξερα τι έλεγα, εκείνη την εφιαλτική στιγμή· νόμιζα ότι πήγαινα να τρελαθώ.

Η πόρτα του υπνοδωματίου μου άνοιξε, ενώ ακόμα φώναζα ασυνείδητα. Άνθρωποι συγκεντρώθηκαν γύρω μου. Με πήραν από τα διαμερίσματά μου, ενώ άκουγα παντού μια βαβούρα. Τα λόγια τους μπερδεύονταν στ’αφτιά μου· έκαναν το κεφάλι μου να πονά. Ωστόσο, μία συγκεκριμένη λέξη αντήχησε σχετικά καθαρά, νομίζω:

«Φόνος!»

Φόνος; σκέφτηκα, πανικόβλητη. Μα τι λένε; Δεν τον σκότωσα! Δε φταίω εγώ! Δε φταίω εγώ!

«Γλυκιά μου, σταμάτα· σταμάτα να φωνάζεις, σε παρακαλώ. Μίλησέ μου. Όχι, δε σου λέει κανείς ότι φταις εσύ. Πες μου τι συνέβη. Σε παρακαλώ, Ρικνάβαθ, πες μου τι συνέβη, γλυκιά μου.»

Η φωνή αυτή ήταν γνώριμη. Βλεφάρισα, και καθάρισα τα μάτια μου από τα δάκρυα, κάνοντας τον εαυτό μου να πάψει να ουρλιάζει. Ανασηκώθηκα επάνω στον μεγάλο καναπέ –ναι, είχα βρεθεί επάνω σε καναπέ, συνειδητοποίησα· κάποιος με είχε βάλει εδώ, χωρίς να το αντιληφθώ– και κοίταξα εμπρός μου, για ν’αντικρίσω το πρόσωπο της μητέρας μου. Αμέσως, χώθηκα στην αγκαλιά της, κλαίγοντας γοερά.

Εκείνη χάιδεψε τα μαλλιά μου. «Ηρέμησε, γλυκιά μου· σε παρακαλώ, ηρέμησε. Πες μου τι συνέβη,» μου ψιθύρισε κοντά στ’αφτί. «Πώς πέθανε ο Πρίγκιπας, Ρικνάβαθ; Σε ικετεύω, πες μου. Είναι σημαντικό.»

Προσπάθησα να αποκτήσω αυτοκυριαρχία. Απομακρύνθηκα από την αγκαλιά της μητέρας μου, καταπίνοντας τα δάκρυά μου. «Μαμά, πέθανε…» είπα μονάχα.

«Πώς πέθανε;» με ρώτησε η Βασίλισσα Αντάρναθ. «Τι συνέβη;»

«Δεν ξέρω. Πέθανε…»

«Έκανες έρωτας μαζί του;»

«Ναι,» αποκρίθηκα, κατεβάζοντας το βλέμμα. «Και πέθανε… Δεν ξέρω γιατί… Πέθανε…» Κατάλαβα, τότε, το λόγο εκείνου του δυνατού κακού προαισθήματος. Έπρεπε να το είχα ακούσει· έπρεπε να είχα ακούσει το ένστικτό μου. Αλλά τώρα ήταν πολύ αργά.

Έτσι, λοιπόν, πέθανε ο πρώτος μου εραστής, χωρίς να ξέρω γιατί είχε συμβεί αυτό. Χωρίς να ξέρω πως εγώ ήμουν η αιτία. Και χωρίς να ξέρω πως αυτό θα ξανασυνέβαινε στο μέλλον, θα ξανασυνέβαινε κάθε φορά που πλάγιαζα με άντρα…

Η Βασίλισσα Φέρνταναθ του Ένμερακ εξοργίστηκε με μένα, με τον πατέρα μου, και με το Βασίλειό μας. Τελικά, ετούτη η συνάντηση είχε ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα απ’ό,τι περίμεναν οι γονείς μου. Οι σχέσεις με τους γείτονές μας δεν βελτιώθηκαν στο ελάχιστο· τουναντίον, οξύνθηκαν: έφτασαν σε σημείο η Βασίλισσα Φέρνταναθ να μας απειλεί με έναν πιθανό πόλεμο. Γιατί ο πατέρας μου αρνείτο να της παραδώσει εμένα ως πληρωμή για το θάνατο του γιου της, τον οποίο εκείνη πίστευε ότι είχαμε δολοφονήσει. Ό,τι κι αν της έλεγαν οι γονείς μου, μέσω του θείου Ράναρωμ, η Βασίλισσα του Ένμερακ δεν πειθόταν. Έμοιαζε να είχε χάσει κάθε ίχνος λογικής. Γιατί τι λόγο μπορεί να είχαμε εμείς, για να θέλουμε τον Πρίγκιπα Ηάρμωκ νεκρό; Η Φέρνταναθ απλά έψαχνε να κατηγορήσει κάποιον για το θάνατό του.

Και σύντομα, μάθαμε ότι είχε αιχμαλωτίσει τον θείο Ράναρωμ και τον κρατούσε στα μπουντρούμια του παλατιού της, ζητώντας από τον πατέρα μου να με παραδώσει αμέσως σ’εκείνη, αν δεν ήθελε ο διπλωμάτης του να πεθάνει ύστερα από ατελείωτα βασανιστήρια.

Περιττό είναι να πω ότι είχα τρομοκρατηθεί όσο ποτέ στη ζωή μου. Σκέφτηκα πως, τελικά, ίσως να ήταν σωστό να παραδοθώ στη Βασίλισσα του Ένμερακ, αλλά, όταν το πρότεινα στον πατέρα, εκείνος μου το απαγόρεψε· δεν ήθελε ούτε καν να ακούσει γι’αυτό. Και μου είπε τι θα μου έκανε η Φέρνταναθ, μόλις με έπιανε στα χέρια της· μου μίλησε για τα βασανιστήρια που εκτελούσαν οι βασανιστές της· με τρομοκράτησε ακόμα περισσότερο απ’ό,τι ήμουν. Επίτηδες μου τα ανέφερε τόσο αναλυτικά, νομίζω, ώστε να βγάλει από το μυαλό μου κάθε σκέψη παράδοσης στη Βασίλισσα.

«Θα βρούμε έναν άλλο τρόπο για να την ησυχάσουμε,» μου υποσχέθηκε.

«Κι ο θείος Ράναρωμ;» τον ρώτησα, νιώθοντας να πνίγομαι. Γιατί έπρεπε εκείνος να πληρώσει για το δικό μου έγκλημα; Ή, μάλλον, όχι έγκλημα· δεν ήθελα να συμβεί αυτό που συνέβη. Ήταν… ατύχημα.

«Θα τον σώσουμε,» είπε ο Βασιληάς Θέναρτωρ, προβληματισμένος και μελαγχολικός. «Θα τον πάρουμε απ’το παλάτι της.»

Αλλά δεν έμοιαζε καθόλου σίγουρος για τα λόγια του. Και το ήξερα ότι έλεγε ψέματα. Δεν μπορούσε να πάρει τον θείο από το παλάτι της Βασίλισσας Φέρνταναθ, εκτός κι αν άνοιγε πόλεμο μαζί της, πράγμα που, προφανώς, ήθελε να αποφύγει.

Έτσι, αντιλαμβανόμουν ότι όλα εξαρτώνταν από εμένα. Όμως δεν είχα ιδέα τι έπρεπε να κάνω. Και, καθώς καθόμουν αργότερα στα διαμερίσματά μου, με μοναδικό φως αυτό του τζακιού, ευχήθηκα να μπορούσα, για μία φορά, να χρησιμοποιήσω τις δυνάμεις μου προς όφελός μου. Να δω πώς όφειλα να ενεργήσω. Σηκώθηκα από την πολυθρόνα και έκανα βόλτα μέσα στο καθιστικό, ψάχνοντας για σημάδια παντού και ζητώντας –ναι, ζητώντας– κάποιο από τα ανώτερα όντα να έρθει σε επικοινωνία μαζί μου, για να με βοηθήσει, για να μου δείξει ένα δρόμο.

Και άκουσα μια φωνή… ένα αλύχτημα, για την ακρίβεια· αλλά ένα αλύχτημα που κατανοούσα. Ένιωθα ότι με καλούσε, νότια από εδώ, νότια από το παλάτι και τη Νόλγκεβραθ. Με προέτρεπε να φύγω, να τρέξω σαν τον άνεμο, να απομακρυνθώ από ετούτα τα μέρη, γιατί μεγάλος κίνδυνος ερχόταν. Να πάω σ’εκείνον, κι εκείνος θα φρόντιζε να με κρατήσει κοντά του, για πάντα…

Ήμουν μπερδεμένη και απεγνωσμένη, τότε, έτσι άφησα την παρόρμηση να με κυριεύσει. Δεν ήταν ιδιαίτερα ισχυρή και ίσως να κατάφερνα να την αγνοήσω, αν προσπαθούσα· αλλά δεν προσπάθησα, γιατί αναζητούσα μια λύση, και υπήρχε πιθανότητα –μια μικρή πιθανότητα, έστω– να την είχα βρει. Εξάλλου, με το να κάθομαι εδώ, στο παλάτι, δεν κατόρθωνα τίποτα. Απλά, έβαζα και τον πατέρα μου σε μπελάδες. Ή, μάλλον, όλο το Βασίλειο…

Έλα, ήταν σα να μου έλεγε το νοτιόθεν αλύχτημα, έλα σε μένα, γιατί κινδυνεύεις. Εκεί όπου βρίσκεσαι, οι κυνηγοί σου σύντομα θα σ’εντοπίσουν και θα σε δαγκώσουν. Έλα σε μένα. Ακολούθησε το κάλεσμά μου.

Έκανα ένα μπάνιο και άρχισα να ετοιμάζομαι για το ταξίδι. Στα κρυφά, βέβαια. Δεν ήθελα κανείς να μάθει πως θα έφευγα. Έτσι, δεν πήρα και πολλά πράγματα μαζί μου. Φόρεσα ταξιδιωτικά ρούχα και γέμισα έναν σάκο με τα απαραίτητα: τρεις αλλαξιές ρούχα ακόμα, μια κουβέρτα, δύο στολισμένα ξιφίδια, και χρήματα. Φαγητό θα αγόραζα στο δρόμο, γιατί, αν πήγαινα να το ζητήσω από το μαγειρείο του παλατιού, αυτό θα φαινόταν περίεργο στους υπηρέτες, και οι γονείς θα μάθαιναν σύντομα για την αναχώρησή μου, πράγμα που δεν επιθυμούσα.

Όταν ήμουν έτοιμη, στράφηκα στον καθρέφτη, για να ρίξω μια ματιά στα μαλλιά μου –και το θέαμα που αντίκρισα μ’έκανε να παραπατήσω.

Είδα τον εαυτό μου σωριασμένο στο πάτωμα του καθιστικού, νεκρό. Δεν υπήρχε σημάδι αίματος επάνω μου, αλλά ήμουν βέβαιη πως ήμουν πεθαμένη.

Θα προσπαθήσουν να με δηλητηριάσουν! συνειδητοποίησα, νιώθοντας ξαφνικά μια ακόμα μεγαλύτερη επιθυμία να απομακρυνθώ από εδώ, ακολουθώντας το εξώκοσμο αλύχτημα που μου υποσχόταν ασφάλεια.

 

3. Η Εξορία μου

Έχοντας φορέσει κάπα και κουκούλα, και τραβώντας τη φοράδα μου από τα ηνία, βγήκα από το παλάτι της Νόλγκεβραθ. Οι φύλακες στην πύλη του κήπου μού άνοιξαν χωρίς ερωτήσεις· άλλωστε, αυτοί βρίσκονταν εκεί για να εμποδίζουν τους εισβολείς από το να μπαίνουν, όχι τους ενοικούντες από το να βγαίνουν.

Βάδισα μέσα στους νυχτερινούς δρόμους της πρωτεύουσας και, σύντομα, βγήκα από τη νότια πύλη της πόλης. Δίχως να το έχω πολυαντιληφθεί, η αιώνιά μου εξορία από τα βασίλεια των Καρμώζ είχε αρχίσει.

Το κάλεσμα της εξωφυσικής οντότητας ερχόταν από το Νότο· έτσι, προς τα κει πήγα κι εγώ, αποφεύγοντας τη μεγάλη, λιθόστρωτη δημοσιά και ακολουθώντας τα μονοπάτια που διέσχιζαν τις αγροικίες· γιατί είχα ξανά ένα άσχημο προαίσθημα, κι ετούτη τη φορά δε θα το αγνοούσα. Το προαίσθημά μου μου έλεγε πως βρισκόμουν σε μεγάλο κίνδυνο ταξιδεύοντας στα ανοιχτά, ενώ ο κίνδυνος μειωνόταν όταν ταξίδευα σε πιο… σκοτεινά μέρη. Και, ακούσια, έπρεπε να αναρωτηθώ: Ποιος ήταν ο «κίνδυνος»; Κάποιος με καταδίωκε; Άνθρωποι της Βασίλισσας Φέρνταναθ, ίσως; Φονιάδες και κατάσκοποί της, που είχαν εισβάλει στο Άζμαρκωθ; Οι ίδιοι που θα με σκότωναν και μέσα στα διαμερίσματά μου, αν έμενα εκεί;

Η απορία με έτρωγε, αλλά καλύτερα να μη μάθαινα ποιοι με κυνηγούσαν. Να μη μάθαινα και να κατάφερνα να τους αποφύγω, και να μείνω ζωντανή… για να πάω στην οντότητα που με καλούσε, αλυχτώντας μέσα στο νου μου και οδηγώντας με νότια, εκεί όπου, εξ αποστάσεως, μπορούσα ν’ατενίσω το Λυκοδάσος, το οποίο δεν βρισκόταν πολύ μακριά από την πρωτεύουσα του Βασιλείου. Ίσως να κατόρθωνα να το φτάσω ως την αυγή, αν ταξίδευα γρήγορα. Και δε σκόπευα να αργοπορήσω καθόλου.

Καθώς ίππευα σταθερά επάνω στα χωμάτινα μονοπάτια, ακούγοντας το βουητό του νυχτερινού ανέμου και το θρόισμα των φύλλων απόμακρων δέντρων, στο νου μου άρχισαν να έρχονται οι ιστορίες που είχα ακούσει για το Λυκοδάσος. Εκτός από το γεγονός ότι είχε πολλούς λύκους –όπως υπαινισσόταν το όνομά του–, υπήρχαν και δοξασίες που μιλούσαν για ξωτικά κι αερικά σ’αυτές τις περιοχές, τα οποία σκλάβωναν τους ανθρώπους και τους έκαναν δούλους τους, ή τους έκλειναν σε τόσο ισχυρούς παγοτάφους, που ούτε οι πιο δυνατοί Καρμώζ δεν μπορούσαν ν’αντέξουν, και πέθαιναν. Τα περισσότερα από αυτά, αναμφίβολα, ήταν ψέματα… ωστόσο, η αόρατη παρουσία που με καλούσε με οδηγούσε προς το Λυκοδάσος… Κι επομένως, ήταν αναπόφευκτο παρά να αναρωτηθώ μήπως επρόκειτο για κάποιο ξωτικό που επιθυμούσε να με παγιδέψει, ή για κάποιον κατώτερο θεό που αποζητούσε να με υποδουλώσει.

Όμως, όχι, ετούτο δεν ήταν αλήθεια· η οντότητα ήθελε μονάχα να με προστατέψει από τους μοχθηρούς κυνηγούς.

Ξαφνικά, συνειδητοποίησα πως αυτή η τελευταία σκέψη δεν ήταν δική μου, αλλά του όντος που με καλούσε. Όπως και να είχε, όμως, δεν σκόπευα να καταπολεμήσω το κάλεσμά του. Αν επέστρεφα, θα με σκότωναν· το είχα προδεί.

Έτσι, συνέχισα, σχεδόν υπνωτισμένη επάνω στο άλογό μου· και έφτανα στους πρόποδες του Λυκοδάσους, όταν ο ήλιος ξεμύτισε από την ανατολή, λούζοντας το τοπίο με τις αχτίνες του, αλλά μην κατορθώνοντας να εισχωρήσει στα βαθύτερα σημεία της πυκνής, δενδρώδους έκτασης εμπρός μου.

Για εμάς, τους Καρμώζ, ο Ήλιος είναι μια από τις θεές μας, την οποία αποκαλούμε Θεντραγκάλ η Παγοκτόνος, γιατί εκείνη είναι που διώχνει τους πάγους από τα νερά και τα εδάφη μας, τις εποχές του χρόνου που η δύναμή της είναι κραταιά. Η Θεντραγκάλ, επίσης, είναι μια θεά-παντογνώστρια· γνωρίζει τα πάντα που ορά. Ωστόσο, δεν είναι πανταχού παρούσα· εκεί όπου το φως της δε φτάνει, εκεί δεν μπορεί να δει: εκεί είναι τυφλή και δε γνωρίζει τι συμβαίνει.

Και, απ’ό,τι παρατηρούσα, μάλλον υπήρχαν αρκετά σημεία στο Λυκοδάσος που ήταν κρυφά σ’αυτήν. Πράγμα όχι και τόσο ενθαρρυντικό, επειδή λέγεται πως όποιος προσπαθεί να κρυφτεί από τη Θεά-Ήλιο πάντοτε έχει κάτι κακό κατά νου· ή, γενικά, κάτι υποχθόνιο συμβαίνει σ’όλα τα μέρη που είναι κρυμμένα από τα μάτια της Θεντραγκάλ. Γιατί σ’αυτά ακριβώς τα σημεία είναι που κυριαρχεί η Σκιά, μια άλλη μας θεά, η οποία καλύπτει τ’απόκρυφα και τα μυστικά από τα μάτια του Ήλιου και κρύβει τα κακοποιά πνεύματα και τους κακοπράγμονες ανθρώπους.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι η Σκιά δεν είναι θεά, αλλά θεός. Ωστόσο, υπάρχει ο ίδιος ισχυρισμός και για τον Ήλιο. Επίσης, υπάρχει και μια τρίτη θεωρία: πώς η Σκιά και ο Ήλιος είναι άφυλες οντότητες. Έτσι, προσωπικά, δεν μπορώ να είμαι σίγουρη επάνω στο τι πραγματικά ισχύει, αλλά την Θεντραγκάλ πάντοτε την ορώ ως θεά· για τη Σκιά –η οποία ονομάζεται Ασραντγκάλ– δε με απασχολεί: δεν ασχολούμαι με τέτοιου είδους μοχθηρές οντότητες.

Αυτές ήταν οι σκέψεις μου, λοιπόν, καθώς ζύγωνα το Λυκοδάσος με την αυγή, και δεν ήξερα αν αποτελούσαν κάποιου είδους προμήνυμα, γιατί συνήθως δε συλλογιέμαι θεολογικά ζητήματα. Άραγε, θα επηρεαζόταν το μέλλον μου από τη Θεντραγκάλ… ή –ρίγησα– από τον Ασραντγκάλ;

Οι ανησυχίες μου διαλύθηκαν από έναν πολύ πιο άμεσο κίνδυνο. Άκουσα καλπασμό πίσω μου. Και στράφηκα αμέσως για ν’αντικρίσω τρεις καβαλάρηδες να έρχονται. Δεν έμοιαζαν με στρατιωτικούς, παρά με ταξιδιώτες, ντυμένους με κάπες και κουκούλες, αλλά εγώ μπορούσα να δω ποιοι πραγματικά ήταν. Πίσω τους ατένισα, στιγμιαία, μια σημαία να κυματίζει και να χάνεται: Επάνω στη σημαία ήταν κεντημένος ο Σιδηρούς Ιχθύς, το έμβλημα του Βασιλείου Ένμερακ και της Βασίλισσας Φέρνταναθ! Τελικά, όντως, είχε ανθρώπους της μέσα στο Άζμαρκωθ, ή ίσως να τους είχε στείλει τώρα, για να με σκοτώσουν και να εκδικηθεί το θάνατο του γιου της. Αλλά αδιαφορούσα εκείνη τη στιγμή ποιο από τα δύο ίσχυε.

Στρεφόμενη στο δάσος, έμπηξα τα τακούνια των μποτών μου στα πλευρά της φοράδας μου και ξεκίνησα να καλπάζω, σκύβοντας επάνω στη χαίτη του ζώου, για να μην πέσω από τον δυνατό αέρα που με χτυπούσε.

Πίσω μου, άκουσα τον βρόντο από τις οπλές των άλογων που καβαλούσαν οι διώκτες μου.

Έπρεπε να βιαστώ –να βιαστώ –και θα με έχαναν. Η σκέψη διαπέρασε το νου μου σα λόγχη· δεν ήταν δική μου: ανήκε στην οντότητα που με καλούσε από το Λυκοδάσος. Έπρεπε να μπω ανάμεσα στα δέντρα, και ποτέ δε θα με έβρισκαν.

Γρήγορα!

Οι φονιάδες έρχονταν. Δε μπορούσα να τους δω –μονάχα να τους ακούσω–, αλλά ήξερα –το αισθανόμουν– ότι ξίφη βρίσκονταν υψωμένα στα γαντοφορεμένα χέρια τους, γυαλίζοντας στο φως της αυγής, διψώντας για το αίμα μου.

Με έναν μεγάλο σάλτο, η φοράδα μου πήδησε πάνω από μερικούς θάμνους και βρέθηκε μέσα στο δάσος.

Απο δώ! νόμισα πως άκουσα κάποιον να μου ψιθυρίζει. Απο δώ!

Στράφηκα, για να δω ένα στριφτό μονοπάτι ν’απλώνεται εμπρός μου. Οδήγησα το λαχανιασμένο μου άλογο προς τα κει… και, ξαφνικά, ένιωσα παράξενα. Όμως ετούτη τη φορά δεν επρόκειτο για κάποιο από τα προαισθήματά μου, για κάποιο από τα καλέσματα, ή για κάποια αλλόκοσμη φωνή. Αυτό ήταν διαφορετικό· ήταν ασυνήθιστο.

Όλοι οι ήχοι γύρω μου έμοιαζαν να είχαν σταματήσει, και μια γενικότερη ηρεμία να είχε απλωθεί. Απόμακρα, πίσω μου, άκουσα καλπασμό. Γύρισα, για να κοιτάξω πάνω απ’τον ώμο, και είδα τους φονιάδες να περνάνε. Ούτε πού με είχαν προσέξει… Κάτι με είχε κρύψει από τα μάτια τους.

Ξεφύσησα, ανακουφισμένη. Λίγο έλειψε… σκέφτηκα. Πού βρίσκομαι, όμως;

Κοίταξα γύρω μου, όπου τα πάντα ήταν τόσο γαλήνια, σαν όνειρο… ένα μη-όνειρο. Κατέβηκα από τη λαχανιασμένη μου φοράδα και την πήρα από τα ηνία, ξεκινώντας να πορεύομαι αργά μέσα στο δάσος. Το μέρος δεν έμοιαζε καθόλου, μα καθόλου, απειλητικό. Αντιθέτως, έμοιαζε μαγευτικό. Όμως είχα την αίσθηση ότι δεν βάδιζα φυσιολογικά· νόμιζα ότι βάδιζα… δίπλα από εκεί όπου θα έπρεπε να βαδίζει κανονικά ένας ταξιδιώτης. Το ξέρω, ακούγεται περίεργο, και ήταν. Γιατί, τότε, δεν είχα τις απαραίτητες γνώσεις, ώστε να καταλάβω σε τι είδους τόπο βρισκόμουν. Τώρα τις έχω, και γνωρίζω πολύ καλά πως είχα εισβάλει σε έναν Αρχέτοπο. Εδώ ο χρόνος δεν κυλούσε το ίδιο, όπως στην υπόλοιπη Κουαλανάρα. Και είναι πολύ εύκολο να χαθεί κανείς σ’ένα τέτοιο μέρος…

Συνέχισα να προχωρώ, ψάχνοντας να βρω την οντότητα που με καλούσε, γιατί το κάλεσμά της δε με είχε εγκαταλείψει· εξακολουθούσε να υφίσταται, και, μάλιστα, ισχυρότερο από πριν. Είχα την εντύπωση πως το αόρατο ον ανυπομονούσε να με γνωρίσει· και έπρεπε να παραδεχτώ ότι αυτό με τρόμαζε κάπως.

«Πού είσαι;» ψιθύρισα, φοβούμενη να υψώσω τη φωνή μου, μην τυχόν και μ’ακούσουν οι φονιάδες της Βασίλισσας Φέρνταναθ. «Πού είσαι;»

Καμια απάντηση, αλλά το κάλεσμα συνεχιζόταν.

Άρχισα να βαδίζω γρηγορότερα, νιώθοντας κι εγώ μια σχετική ανυπομονησία τώρα –μια ανυπομονησία να γνωρίσω το σωτήρα μου. Ακολούθησα ένα σκοτεινό μονοπάτι. Από πάνω μου ο ουρανός κρυβόταν από φυλλώματα, τόσο πυκνά που ακτίνα ηλιακού φωτός δεν περνούσε. Είχα φύγει από το Βασίλειο του Ήλιου και είχα μπει στο Βασίλειο της Σκιάς…

Επίσης, αντιλήφθηκα πως δεν έπρεπε πλέον να ήμουν σε κείνο το παράξενο μέρος του δάσους –τον Αρχέτοπο–, παρά σε κάποιο πιο… κανονικό μέρος, αφού μπορούσα ν’ακούσω όλους τους συνηθισμένους θορύβους, και δεν υπήρχε τώρα εκείνο το αίσθημα γαλήνης διάχυτο παντού.

Το σκοτάδι ήταν απόλυτο γύρω μου· δεν έβλεπα τίποτα. Πρότεινα το δεξί μου χέρι, για να μη χτυπήσω πουθενά, ενώ με το αριστερό βαστούσε τα χαλινάρια της φοράδας μου, η οποία χρεμέτιζε ταραγμένη. Κάτι κακό κατοικεί εδώ… συνειδητοποίησα, και σκέφτηκα να φύγω. Ή, μάλλον, μια δυνατή παρόρμηση φυγής με κατέλαβε· μα το κάλεσμα της άγνωστης οντότητας ήταν ισχυρότερο: δε μ’άφησε ν’απομακρυνθώ. Και άκουσα το αλύχτημα εντός μου, αλλά και τριγύρω, στο δάσος. Έτρεμα ολόκορμη, και έσφιξα τα ηνία του αλόγου γερά στο αριστερό μου χέρι, αναλογιζόμενη πως ίσως, τελικά, αυτό να ήταν η μοναδική μου σωτηρία.

Προσπάθησα να θραύσω το ψυχικό κάλεσμα της οντότητας. Μα απέτυχα παταγωδώς, και συνέχισα να βαδίζω προς τα εκεί όπου μου ζητούσε το κακοποιό πνεύμα. Το πνεύμα που, τώρα πλέον, ήξερα πως υπηρετούσε τη Σκιά.

Είχα πέσει σε χειρότερο κακούργο από τους φονιάδες της Βασίλισσας του Ένμερακ…

Και τώρα, τον αισθανόμουν να πλησιάζει, να έρχεται μέσα από το σκοτάδι, ένας κατώτερος δαίμονας, κάτοικος του δάσους, του οποίου οι δυνάμεις, όμως, ήταν μακράν ανώτερες από τις δικές μου. Ωστόσο, αν δε με είχε πιάσει σε στιγμή αδυναμίας, ίσως και να του αντιστεκόμουν.

Άκουσα τη φωνή του, ξεκάθαρα, όχι σαν συναίσθημα: Καλωσόρισες, Πριγκίπισσα. Η οσμή σου είναι υπέροχη… Είχα την εντύπωση ότι κάτι με οσφραινόταν από πάνω ως κάτω. Αλλά δεν οσφραινόταν το σώμα μου· οσφραινόταν την ψυχή μου. Υπέροχη… τόσο υπέροχη… Γνωρίζεις πόσο ξεχωριστή είσαι ανάμεσα στους θνητούς, Πριγκίπισσα; Πολύ περισσότερο από μια αριστοκράτισσα πρώτη στη διαδοχή του Θρόνου… Ναι, πολύ, πολύ περισσότερο… Τι κρίμα που θα ήταν αν σε σκότωναν αυτοί οι δολοφόνοι, ε; Όλα θα πήγαιναν χαμένα… όλη αυτή η δύναμη!… Μια ανείπωτη λαιμαργία προερχόταν από το μέρος του.

Δε μιλάς, Πριγκίπισσα Ρικνάβαθ; Γρρρρ… Το γρύλισμά του ήταν αργόσυρτο, σκεπτικό, όπως ένας άνθρωπος θα έκανε «Χμμμ…» Μυρίζομαι φόβο εντός σου; Με φοβάσαι;

«Όχι,» κατάφερα να πω. Ήταν ψέματα, αλλά αυτό μου ήρθε εκείνη την ώρα. Έσφιξα δυνατότερα τα ηνία της φοράδας μέσα στη γροθιά μου. «Γιατί να σε φοβάμαι;»

Δεν υπάρχει κανένας λόγος απολύτως, Πριγκίπισσα… Έλα να ξεκουραστείς κοντά μου. Πρέπει να είσαι τόσο κουρασμένη από την καταδίωξή σου… Αισθάνθηκα την παρουσία του να γίνεται πιο θερμή· ή, μήπως, αυτή ήταν η ανάσα του; Το σκοτάδι δε μ’άφηνε να δω τίποτα, μα αναρωτήθηκα αν ετούτο το τέρας είχε, τελικά, υλική υπόσταση…

Το άλογό μου χρεμέτισε.

Τι ενοχλητικό ζώο, ε, Πριγκίπισσα; Γιατί δεν το διώχνεις; Διώξτο, να φύγει και να μας αφήσει μόνους, τους δυο μας, να ξεκουραστείς κοντά μου…

Μπορούσα να μυρίσω τον ιδρώτα της φοράδας, η οποία χρεμέτισε ξανά, δυνατότερα από πριν. Ήταν τρομοκρατημένη.

«Όχι,» είπα, κι ανέβηκα αμέσως στη σέλα.

Πού πας, Πριγκίπισσα; γρύλισε λυκίσια η άγνωστη οντότητα της Σκιάς, κι έπεσε επάνω μου, ή, μάλλον, επάνω στην ψυχή μου. Έμπηξε τα δόντια της μέσα μου, και την ένιωσα να προσπαθεί να τραφεί.

Τότε, ήμουν πολύ πανικόβλητη και άπειρη, για να καταλάβω τι συνέβαινε· όμως, αργότερα, κατανόησα τι ζητούσε από μένα αυτός ο λύκος της Σκιάς. Είχε αντιληφθεί από χρόνια το χάρισμά μου και το ήθελε για τον εαυτό του: ήθελε να καταβροχθίσει την ψυχή μου, ώστε να ισχυροποιηθεί και ν’ανεβεί στην ιεραρχία των δαιμόνων όπου ανήκε.

Πάραυτα, έμπηξα τα τακούνια των μποτών μου στα πλευρά της φοράδας μου και κάλπασα μέσα στο δάσος.

Το κακοποιό πνεύμα εξακολουθούσε να είναι πιασμένο επάνω μου. Δεν έλεγε να τα παρατήσει εύκολα, και ήταν δύσκολο για μένα να του αντιστέκομαι· είχε φοβερή δύναμη. Ούρλιαξα μέσα στο δάσος. Έπρεπε να βρω τον Ήλιο, να ξεφύγω από τα μέρη επιρροής της Σκιάς. Όμως αμφέβαλα αν θα προλάβαινα, προτού ο εχθρός μου μου καταβροχθίσει την ψυχή.

Ευτυχώς, έκανα λάθος. Βγήκα στο φως γρηγορότερα απ’ό,τι περίμενα. Ήμουν τυχερή που είχα μπει στο δάσος με το χάραμα, γιατί τώρα πλέον ήταν πρωί, πράγμα που σήμαινε πως ο Ήλιος είχε μεγαλύτερη δύναμη, καθώς εισέβαλε σε μέρη που το βράδυ ανήκαν αποκλειστικά στη Σκιά.

Η φοράδα μου σταμάτησε από μόνη της, όταν η παρουσία του λύκου χάθηκε. Κατέβηκα απ’τη σέλα της και στάθηκα στο χορτάρι του δάσους. Τα γόνατά μου έτρεμαν, αλλά ήμουν ζωντανή. Ο εχθρός μου δεν είχε επιτύχει το σκοπό του, αν και με είχε τραυματίσει άσχημα. Αισθανόμουν την πληγή μέσα μου, να χτυπά σα δεύτερη καρδιά.

Κάθισα στο έδαφος, με την πλάτη ακουμπισμένη σ’ένα δέντρο. Ήθελα να ξεκουραστώ όσο τίποτ’άλλο, ετούτη τη στιγμή. Όλη η Κουαλανάρα έμοιαζε να με καταδιώκει, αλλά είχα καταφέρει να ξεφύγω· είχα νικήσει, για την ώρα.

Ένας γλυκός ύπνος με πήρε…

…και ονειρεύτηκα.

Το όνειρο δεν ήταν άσχημο ή εφιαλτικό. Για να πω την αλήθεια, ήταν σα να παρακολουθώ την Ιστορία να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του, χωρίς, όμως, εγώ να υπάρχω και χωρίς, φυσικά, να μπορώ να επέμβω με οποιονδήποτε τρόπο.

Μια αυτοκρατορία απλωνόταν απ’άκρη σ’άκρη της ηπείρου Βάλγκριθμωρ, από την Ανατολή ως τη Δύση. Ψηλά κάστρα και πύργοι άστραφταν στο φως των ήλιων και του φεγγαριού· μεγάλες πόλεις μουρμούριζαν, πλημμυρισμένες από ανθρώπους μιας αρχαίας φυλής, ενώ έμποροι, διαφόρων χωρών κι εθνικοτήτων, περνούσαν από εδώ· αχανείς, λιθόστρωτες δημοσιές εκτείνονταν ανάμεσα στις πόλεις και τα κάστρα, περιπολούμενες από φρουρές πάνοπλων μαχητών και καβαλάρηδων. Ομορφιά και μεγαλείο.

Εκτός από ένα σημείο της Αυτοκρατορίας, όπου ένας μικροπόλεμος είχε αρχινήσει. Ωστόσο, αυτό δεν έμοιαζε και τόσο σοβαρό πρόβλημα. Έτσι, κανείς δεν έδωσε την απαιτούμενη σημασία, ούτε καν ο Αυτοκράτορας. Όλοι συνέχιζαν να ζουν ευδαιμονικά, να εμπορεύονται, να φιλοσοφούν, και να γλεντάνε.

Ύστερα, όμως, ο πόλεμος εξαπλώθηκε, και δεν ήταν πλέον μικρός. Πήδησε από τη μια χώρα στην άλλη, προκαλώντας αναταραχές, σα μανιασμένο θηρίο. Μέχρι που ολάκερη η Αυτοκρατορία βρέθηκε σε αναστάτωση, και το αίμα κύλησε άφθονο στις δημοσιές της, στις λεωφόρους των πόλεών της, και στις επάλξεις των κάστρων της, ενώ οι πανύψηλοι πύργοι έπεσαν σαν αστροπελέκια στη γη, τραντάζοντάς την.

Ο Πόλεμος εξακολουθούσε να είναι κραταιός, έχοντας φτάσει ακόμα και στην καρδιά της Αυτοκρατορίας, όταν, με το πέρασμα των χρόνων, οι θάλασσες φούσκωσαν ανατολικά και δυτικά της ηπείρου Βάλγκριθμωρ, και κατέπνιξαν το κάποτε ένδοξο έθνος και τους κατοίκους του, εξολοθρεύοντας τη φυλή τους.

Τα νερά αποτραβήχτηκαν πάλι, αφότου χρόνια κύλησαν, αλλά τώρα πλέον δεν είχε μείνει τίποτα πίσω τους, παρά μονάχα ερείπια σε κάποια σημεία και μια αχανής πεδιάδα, άγονη κατά κύριο λόγο και αμμουδερή.

Όμως τα ερείπια που είχαν απομείνει δεν ήταν ασήμαντα…

Ένα από αυτά βρισκόταν εκεί, κοντά στα βράχια, στην ανατολική μεριά της ηπείρου. Οι θάλασσες το είχαν ρημάξει· δεν το είχαν, όμως, καταστρέψει ολοσχερώς. Και σ’αυτόν τον πανάρχαιο, μισοκατεστραμμένο πύργο ενοικούσε, επί του παρόντος, ένας άντρας που τριγύριζε μόνος μέσα στις έρημες γαλαρίες και τα δωμάτια, ακούγοντας τον άνεμο του πελάγους και τα κύματα να σκάνε στα βράχια. Απόλυτα μόνος. Και θλιμμένος, τόσο θλιμμένος. Γιατί είχε χάσει όλους του τους μαθητές· είχαν ταξιδέψει μακριά, μονάχα εκείνος είχε μείνει…

…Και τώρα, ο άντρας αυτός –ένας γέροντας, μια παρουσία– με καλούσε. Τον ένιωθα να μου φωνάζει να πορευτώ νότια, πέρα από το Βασίλειο Άζμαρκωθ, στη Στέπα, όπου οι μοναδικοί κάτοικοι είναι ένας λαός που οι Καρμώζ ονομάζουν Λαό της Στέπας.

Ξύπνησα, για να ανακαλύψω ότι ήταν μεσημέρι.

Το κάλεσμα της πανάρχαιας παρουσίας δε με είχε εγκαταλείψει. Ακόμα ζητούσε να πάω κοντά της. Είχε πράγματα να με διδάξει…

Παραξενεύτηκα από τούτο. Τι μπορεί να είχε να με διδάξει; αναρωτήθηκα. Κι αμέσως, συμπέρανα πως μονάχα ένα πράγμα υπήρχε για να με διδάξει κανείς –ή, τουλάχιστον, ένα πράγμα που ήθελα εγώ, απελπισμένα, να μάθω–: πώς να ελέγχω το χάρισμά μου.

Σηκώθηκα όρθια, νιώθοντας ξεκούραστη, αν και το ψυχικό τραύμα που μου είχε προκαλέσει ο λύκος της Σκιάς ακόμα με πονούσε, σαν φλεγόμενο έκζεμα.

Η φοράδα μου –που δεν είχε απομακρυνθεί, παρότι, επάνω στην κούρασή μου, δεν την είχα δέσει σε κάποιο δέντρο– χλιμίντρισε, ανυπόμονα. Μάλλον, ήθελε κι εκείνη να φύγει από τούτο το μέρος, τόσο όσο ήθελα κι εγώ. Το Λυκοδάσος με τρόμαζε· και ο τρόμος μου δεν οφειλόταν μονάχα στην πνευματική οντότητα που μου είχε επιτεθεί πριν από μερικές ώρες. Τούτος ο τόπος είχε κάτι… οικείο για μένα (!)· μου θύμιζε τον εαυτό μου, κατά κάποιο τρόπο. Ήταν στοιχειωμένος. Αλλά οι δυνάμεις του ήταν πολύ, πολύ πιο μεγάλες από τις δικές μου. Εγώ ήμουν έντομο· το δάσος ήταν γίγαντας. Δεν μπορούσα να σταθώ άλλο εδώ· βρισκόμασταν σε αντιπαλότητα οι δυο μας. Έπρεπε, λοιπόν, να φύγω πάλι…

Και πού να πήγαινα τώρα; Σίγουρα, δεν μπορούσα να επιστρέψω στο παλάτι. Ο καθρέφτης μού είχε δείξει καθαρά ότι θα πέθαινα. Η Βασίλισσα Φέρνταναθ θα με σκότωνε.

Η μπάσταρδη σκύλα! συλλογίστηκα εξοργισμένη, σφίγγοντας τη γροθιά μου. Καταραμένη νάναι, για πάντα! Έμοιαζε να το έκανε επίτηδες. Έμοιαζε να ήθελε να κατηγορήσει εμένα και τον πατέρα μου για ένα… για ένα ατύχημα! Πώς ήταν δυνατόν να πιστεύει ότι θα δηλητηριάζαμε το γιο της; Τι λόγο είχαμε; Καταραμένη νάναι!

Θα επιστρέψω και θα τη θάψω κάτω απ’τον πάγο! ορκίστηκα, παρότι γνώριζα πως, μάλλον, κάτι τέτοιο θα ήταν ανέφικτο για μένα.

Κι έτσι, επέστρεψα στο βασικό μου ερώτημα: Πού να πήγαινα τώρα; Πού να κατευθυνόμουν;

Νότια. Έπρεπε να πάω νότια! Για να τον ελευθερώσω από την παράκτια φυλακή του. Να με διδάξει και να τον ελευθερώσω. Έπρεπε! Με θερμοπαρακαλούσε, με ικέτευε!

Φυσικά, οι παραπάνω σκέψεις δεν ήταν δικές μου: Έρχονταν στο νου μου από εκείνη την οντότητα που τριγύριζε μέσα στον κατεστραμμένο πύργο μιας άγνωστης αρχαίας αυτοκρατορίας.

Τι παραφροσύνη! σκέφτηκα. Ως πότε θα αισθάνομαι τούτα τα καλέσματα; Ελπίζω, τουλάχιστον, αυτό το γέρικο φάντασμα να μου μάθει πώς να παρεμποδίζω τις κλήσεις άλλων του είδους του!…

Καβάλησα τη φοράδα μου και ταξίδεψα μέσα στο Λυκοδάσος, προσπαθώντας να βγω νότια.

Το ταξίδι μου ήταν βασανιστικό, καθώς φωνές και παρουσίες με στοίχειωναν σε κάθε χιλιόμετρο που διέσχιζα: φωνές και παρουσίες που προσπαθούσα να αγνοήσω, και δεν ήταν καθόλου εύκολο για μένα, αφού είμαι έτσι όπως είμαι.

Το σούρουπο έφτασα μπροστά από έναν μεγάλο ποταμό, που δεν μπορούσε να είναι άλλος από τον Νόρλωμ. Εκεί, έριξα μια ματιά τριγύρω, ψάχνοντας κάποιο τρόπο για να τον διασχίσω, γιατί ήταν πολύ βαθύς, ώστε να περάσει η φοράδα μου· όμως δεν εντόπισα τίποτα, ούτε ανθρώπινο κατασκεύασμα ούτε φυσικό. Επομένως, είχα μονάχα μία επιλογή: να ακολουθήσω τον ποταμό, ώσπου να με οδηγήσει σε σημείο που να υπάρχει γεφύρι ή πόρος. Έτσι, ξεκίνησα να ταξιδεύω ανατολικά. Δυτικά δεν τολμούσα να πάω, γιατί, καθώς όδευε προς τη Δύση, ο ποταμός Νόρλωμ δεν αργούσε να στρίψει βόρεια, όπου βρισκόταν η Νόλγκεβραθ· κι αν κατέληγα σ’αυτά τα εδάφη, οι φονιάδες της Βασίλισσας Φέρνταναθ θα με εντόπιζαν ξανά. Όχι, δηλαδή, πως κι απο δώ που κατευθυνόμουν δεν υπήρχε πιθανότητα να με βρουν… ωστόσο, πίστευα ότι τους είχα μπερδέψει αρκετά, μπαίνοντας στο Λυκοδάσος.

Αναγκαστικά, σταμάτησα λίγο παρακάτω και ξεκαβαλίκεψα, καθότι είχε πέσει η νύχτα για τα καλά, και το άλογό μου χρειαζόταν ανάπαυση, όπως κι εγώ η ίδια. Τυλίχτηκα στην κάπα μου και κάθισα κάτω από ένα δέντρο.

Τα νυχτερινά μου όνειρα ήταν περίεργα, αλλά, όταν ξύπνησα, δε θυμόμουν ακριβώς τι είχα δει. Έτσι, τα αγνόησα –ούτως ή άλλως, τα παράξενα όνειρα και οράματα δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο για μένα– και συνέχισα την πορεία μου, ακολουθώντας πάντα τις όχθες του ποταμού.

Η νύχτα ήρθε γι’ακόμα μία φορά, χωρίς να έχω πολυκαταλάβει την πάροδο του χρόνου: χωρίς να την έχω συνειδητοποιήσει. Γιατί νόμιζα ότι ζούσα, διαρκώς, μέσα σ’ένα όνειρο, καθώς διέσχιζα το Λυκοδάσος. Τα καλέσματα και οι φωνές ήταν ισχυρά γύρω μου, και από τα δέντρα και από τα νερά του Νόρλωμ· έπρεπε να καταβάλω προσπάθεια για να τα αγνοώ: μια προσπάθεια η οποία με εξουθένωνε και με άφηνε κατάκοπη. Νομίζω πως είχα, επιτέλους, καταφέρει να μάθω –σε κάποιο βαθμό, τουλάχιστον– να ασκώ αυτοκυριαρχία, ώστε να απαντώ μονάχα σε ό,τι ψυχικές κλήσεις επιθυμούσα. Ωστόσο, πρέπει να παραδεχτώ ότι εκείνη τη δύσκολη ημέρα στο Λυκοδάσος με βοήθησε πολύ η παρουσία του κατοίκου του ερειπωμένου, νότιου παράκτιου πύργου. Γνωρίζοντας ότι κάποιος με καλούσε αλλού, έβρισκα επιπρόσθετη δύναμη να αγνοώ τα ανεπιθύμητα καλέσματα.

Τα νυχτερινά μου όνειρα ήταν ακόμα πιο παράξενα από τα χτεσινά. Ένιωθα θυμό να προέρχεται από κάπου που δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Ποιον είχα εξοργίσει, άραγε; Κανένα πνεύμα του δάσους;

Αποφασίζοντας, το πρωί, πως καλύτερα θα ήταν ποτέ να μη μάθαινα, καβαλίκεψα τη φοράδα μου και ξεκίνησα, ευχόμενη σύντομα να έβγαινα από το Λυκοδάσος, γιατί αλλιώς θα έχανα τα λογικά μου. Ή, τουλάχιστον, ό,τι είχε απομείνει πλέον από αυτά…

Η Τύχη φαίνεται πως με ευνόησε. Λίγο μετά από το μεσημέρι, έφτασα στις ανατολικές παρυφές του δάσους και άφησα τις αόρατες παρουσίες πίσω μου, να ουρλιάζουν και να μου φωνάζουν να επιστρέψω, ν’απαιτούν να μάθουν γιατί τις εγκατέλειπα. Ρίγησα και έκανα τη φοράδα μου να σταματήσει στο ένα περίπου χιλιόμετρο απόσταση από το Λυκοδάσος.

Ύψωσα το κεφάλι και κοίταξα το μέρος όπου είχα βρεθεί, νιώθοντας έναν ψυχρό, ευλογημένο άνεμο να φυσά στο μέτωπό μου, για να διώξει, προσωρινά, όλες μου τις σκοτούρες. Ατένισα μια γέφυρα και κοντά της ένα σχετικά μεγάλο οικοδομικό σύμπλεγμα, καμωμένο, ως επί το πλείστον, από ξύλο. Το κεντρικό χτίριο είχε τρεις ορόφους και τρεις καμινάδες, από τις οποίες έβγαινε λιγοστός καπνός. Δίπλα του ήταν ένας στάβλος και μερικά άλλα χαμηλά χτίσματα. Μπροστά από την είσοδό του κρεμόταν μια πινακίδα, μα από την απόσταση όπου βρισκόμουν δε μπορούσα να διακρίνω τι έγραφε. Ωστόσο, υποπτευόμουν ότι είχα φτάσει στο πολυφημισμένο Πανδοχείο του Δάσους, όπου οι θρύλοι έλεγαν ότι έρχονταν και στοιχειά από το Λυκοδάσος, για να περάσουν την ώρα τους μασκαρεμένα ως άνθρωποι.

Θαυμάσια, σκέφτηκα, ειρωνικά. Το τέλειο μέρος για μένα.

Πλησίασα και κατέβηκα από τη φοράδα μου, για να τη δώσω στο σταβλίτη: έναν κοντό άντρα, με μακρύ, μαύρο γένι. Μπήκα στην κεντρική τραπεζαρία του πανδοχείου και κάθισα σ’ένα από τα τραπέζια, διαπιστώνοντας για πρώτη φορά πόσο πεινασμένη ήμουν. Διασχίζοντας το δάσος, δεν είχα φάει και πολλά, πέρα από μερικά κουκουνάρια, τα οποία έκοβα από τα δέντρα. Παράγγειλα περισσότερο φαγητό απ’ό,τι τρώω συνήθως και έπεσα επάνω του σαν– σαν λύκος, ίσως· αλλά, τότε, δεν ήθελα να φέρνω στο νου μου άλλους λύκους. Εκείνος που είχε επιχειρήσει να κατασπαράξει την ψυχή μου –ο αόρατος λύκος, ο λύκος της Σκιάς– μου έφτανε για παραπάνω από μία ζωή…

Στο Πανδοχείο του Δάσους ήταν που γνώρισα τον δεύτερό μου εραστή.

Ήταν ένας ταξιδιώτης που κατευθυνόταν προς την πόλη-λιμάνι Φέρκναμ και, μάλλον, είχε κάποια σχέση με εμπόρους, την οποία ποτέ δεν έμαθα· δεν πρόλαβα να μάθω…

Στην αρχή, όταν κάθισε στο τραπέζι μου, αισθάνθηκα ενοχλημένη, γιατί μου είπε ότι με είδε, από ένα παράθυρο του πανδοχείου, να έρχομαι από το Λυκοδάσος και αναρωτιόταν αν ήμουν κάποιο από τα στοιχειά που μένουν εκεί, και αν είχα έρθει εδώ σε μορφή ανθρώπου για να παραπλανήσω άντρες και να τους μαγέψω. Του αποκρίθηκα πως είχε πέσει έξω στις υποθέσεις του και καλύτερα να με άφηνε ήσυχη. Εκείνος μου είπε πως αυτό ήταν περίεργο –το γεγονός ότι δεν ήμουν στοιχειό!–, γιατί, σίγουρα, φερόμουν παράξενα, τρώγοντας τόσο πεινασμένα όπως έτρωγα.

«Προφανώς, δε θα έχεις δει και πολλούς πεινασμένους ανθρώπους,» αντιγύρισα.

«Αν είσαι κανονική ταξιδιώτισσα, τότε, τι έκανες στο Λυκοδάσος;» απαίτησε ο άγνωστος, που είχε ήδη συστηθεί ως Ξάρνωλ.

Έκανα τη βόλτα μου, φυσικά, του απάντησα, καταλαβαίνοντας αμέσως πως δεν ήταν και η καλύτερη δυνατή απάντηση. Ο Ξάρνωλ, όπως το περίμενα, ισχυρίστηκε ότι έλεγα ψέματα, για να κρύψω την πραγματική μου ταυτότητα –αυτή του στοιχειού του δάσους, δηλαδή. Αν ήμουν «στοιχειό του δάσους», τον προειδοποίησα, καλά θα έκανε ν’απομακρυνθεί από εμένα, επειδή μπορεί να του συνέβαιναν παράξενα πράγματα.

Ο ταξιδιώτης μειδίασε πλατιά. «Ή έχεις κάποιο πολύ καλό λόγο για να κρύβεσαι, ή είσαι όντως αερικό!»

Πρέπει να είχε καταλάβει ότι με κυνηγούσαν, κι αυτό με ενοχλούσε. Βέβαια, αποκλείεται να γνώριζε ποια ήμουν, αλλά ίσως να με πρόδιδε στους φονιάδες της Βασίλισσας του Ένμερακ, αν τον ρωτούσαν μήπως με είχε δει.

«Για πού κατευθύνεσαι;» θέλησε να μάθει.

«Τι σε νοιάζει;»

«Ίσως να πηγαίνουμε προς το ίδιο μέρος.»

«Πού πηγαίνεις εσύ;» Μπορεί, τελικά, να μου φαινόταν χρήσιμος, σκέφτηκα.

Μου είπε πως πήγαινε στην πόλη-λιμάνι Φέρκναμ: ένα μέρος που δε βρισκόταν στο δρόμο μου, ο οποίος με οδηγούσε νότια, προς τη Στέπα.

«Δε με βολεύει,» του αποκρίθηκα.

«Και προς τα πού πηγαίνεις, δηλαδή;» με ρώτησε. «Προς τη Στέπα;» Το είπε αστειευόμενος, μην ξέροντας πόσο δίκιο είχε… Ισχυρίστηκε πως, όπου κι αν κατευθυνόμουν, ίσως να είχε οδηγίες να μου δώσει, γιατί ήταν πολυταξιδεμένος.

Αποφάσισα πως καλό θα ήταν να του πω ψέματα, ώστε, σε περίπτωση που συναντήσει ανθρώπους της Βασίλισσας Φέρνταναθ, να τους δώσει λάθος πληροφορίες για μένα. (Πολύ καλό σχέδιο! έπρεπε να παραδεχτώ, γιατί δεν είχα ποτέ συνηθίσει να σκέφτομαι έτσι, αφού ζούσα ήσυχα –ή περίπου ήσυχα– στο παλάτι.) Οπότε, του είπα πως πήγαινα στο Σέρναλθωμ· απλά, είχα χάσει το δρόμο μου μέσα στο δάσος, γιαυτό είχα βρεθεί εδώ, στην αντίθετη κατεύθυνση.

«Και πώς μπλέχτηκες στο δάσος;» με ρώτησε. «Όλοι λένε στους ταξιδιώτες να το αποφεύγουν.»

«Ένα στοιχείο σε μορφή ανθρώπου με παραπλάνησε…»

Ο Ξάρνωλ γέλασε. Σίγουρα, είχε καταλάβει ότι τον παραμύθιαζα, αλλά, μάλλον, δεν τον ενοχλούσε. Άρχισε να μου διηγείται τις περιπέτειες του σε όλη την Αυτοκρατορία των Καρμώζ. Πράγματι, ήταν πολυταξιδεμένος, όπως είχε ισχυριστεί, ή πολύ, πολύ καλός ψεύτης… Και για να πω την αλήθεια, ορισμένα τουλάχιστον από όσα μου ιστόρησε πρέπει να ήταν ψέματα, γιατί έμοιαζαν υπερβολικά παραμυθένια, για να είναι αληθινά. Ωστόσο, ένα πράγμα θαύμασα στον Ξάρνωλ: ότι, παρά το κρασί που πίναμε (το οποίο εκείνος είχε κεράσει), ποτέ δε μου αποκάλυψε τι επαγγέλετο. Μπορεί να μου αφηγείτο τις περιπέτειές του, μα δεν ανέφερε γιατί πήγαινε εκεί όπου πήγαινε ή ποιος τον έστελνε. Απλά, έλεγε «Οι δουλειές μου, λοιπόν, εκείνη την περίοδο, με οδήγησαν….» ή «Οι εργοδότες μου, τότε, με έστειλαν κάπου όπου ένας λογικός άνθρωπος θα το θεωρούσε αυτοκτονία να πάει….» Φυσικά, αναρωτήθηκα ποιοι να ήταν αυτοί οι μυστηριώδεις εργοδότες, αλλά δεν τον ρώτησα, επειδή –δεν το κρύβω– είχα αρχίσει να τον συμπαθώ ιδιαίτερα. Το περιβάλλον του Πανδοχείου του Δάσους ήταν φιλικό και άνετο, και η παρέα του Ξάρνωλ ευχάριστη και διασκεδαστική. Πήρε από το μυαλό μου τη Βασίλισσα Φέρνταναθ, τους φονιάδες από το Ένμερακ, το Λυκοδάσος, και τις αόρατες παρουσίες που με στοίχειωναν· κι αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα.

Η ώρα κύλησε και το βράδυ έφτασε. Είχαμε μείνει μόνοι στην τραπεζαρία του πανδοχείου και μια ησυχία –μια εξωφυσική, στοιχειωμένη ησυχία, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς– είχε απλωθεί απέξω, θαρρείς οι ένοικοι του Λυκοδάσους να είχαν ρίξει ένα αραχνοΰφαντο πέπλο μαγείας επάνω μας. Ο Ξάρνωλ εξακολουθούσε να μου διηγείται τις περιπέτειές μου, αν και πλέον νόμιζα πως είχε κάπου αρχίσει να γίνεται υπερβολικός στις περιγραφές του. Ωστόσο, μου είχε φτιάξει τη διάθεση και, όταν πρότεινε να ανεβούμε στο δωμάτιό του, που βρισκόταν στον τρίτο όροφο του πανδοχείου, δεν αρνήθηκα. Τώρα δεν ήμουν Πριγκίπισσα-Διάδοχος –για την περίσταση, τουλάχιστον· ή ίσως και για πάντα, αν η Βασίλισσα Φέρνταναθ δεν αποφάσιζε να με συγχωρήσει για το θάνατο του γιου της– και, επομένως, δεν ήμουν υποχρεωμένη να επιλέγω με προσοχή τους μνηστήρες μου, όπως ανέκαθεν πρότειναν οι γονείς μου· τώρα μπορούσα να έχω για μνηστήρα όποιον, πραγματικά, επιθυμούσα. Κι επιπλέον, ήθελα να αποδείξω στον εαυτό μου πως εκείνο που συνέβη με τον Πρίγκιπα Ηάρμωκ δε θα συνέβαινε ποτέ ξανά. Ήταν, εξάλλου, ένα ατύχημα, τίποτα περισσότερο…

Έτσι, αγνοώντας το κακό προαίσθημα που είχε πάλι αρχίσει να με τσιγκλά, έπεσα στο μεγάλο κρεβάτι του ενοικιασμένου δωματίου του Ξάρνωλ… και τον σκότωσα.

Τότε, αντιλήφθηκα πως, τελικά, ο Πρίγκιπας από το Ένμερακ δεν είχε πεθάνει τυχαία. Κι αυτό θα συνέβαινε κάθε φορά που θα κοιμόμουν με άντρα.

Κλαίγοντας και μη μπορώντας να το πιστέψω, σηκώθηκα στα γόνατα επάνω στο κρεβάτι και ταρακούνησα τον Ξάρνωλ. Τον χαστούκισα, του φώναξα, τον δάγκωσα· αλλά τίποτα… καμία κίνηση δεν είδα. Ήταν νεκρός.

Ω θεοί… σκέφτηκα, συντετριμμένη. Γιατί συνέβη ξανά; Γιατί; Γιατί;

Παρότι είχα καταλάβει ότι ήμουν καταραμένη, δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Δεν μπορούσα να κατανοήσω το λόγο για τον οποίο πέθαιναν οι εραστές μου.

Έφυγα από το Πανδοχείο του Δάσους μέσα στη νύχτα, ενώ δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά μου κι εγώ ήμουν ανήμπορη να τα σταματήσω. Καβάλησα τη φοράδα μου και πέρασα τη γέφυρα, καλπάζοντας νότια και καταρώμενη τη μοίρα μου.

Εξακολουθούσα να αισθάνομαι το κάλεσμα της οντότητας του παράκτιου, έρημου πύργου· και τη ρώτησα γιατί μου συνέβαινε αυτό, γιατί πέθαιναν οι άντρες με τους οποίους συνευρισκόμουν. Απάντηση δεν πήρα. Ίσως η άγνωστη παρουσία να μην ήξερε, ή ίσως να μην ήθελε να μου απαντήσει…

Κατά το τέλος της επόμενης ημέρας, έφτασα στα σύνορα της Αυτοκρατορίας των Καρμώζ με τις ατελείωτες Στέπες που απλώνονται στο Νότο. Όταν είχα περάσει τη γέφυρα του Πανδοχείου του Δάσους, είχα φύγει από τους κεντρικούς δρόμους του Άζμαρκωθ, μην τυχόν και με εντοπίσουν ξανά οι φονιάδες της Φέρνταναθ ή οι κατάσκοποι του πατέρα μου (ήμουν βέβαιη πως θα έστελνε ανθρώπους του να με αναζητήσουν)· έτσι, έχοντας διασχίσει κακοτράχαλα μονοπάτια και ερημιές, είχα βρεθεί σε ένα σημείο των συνόρων που ήταν αφύλαχτο. Από μεγάλη απόσταση μονάχα μπορούσα ν’ατενίσω ένα συνοριακό φρούριο. Επομένως, ήμουν ελεύθερη να φύγω, χωρίς να ανησυχώ ότι κανείς θα με εμποδίσει.

Όμως, για την ώρα, η φοράδα μου χρειαζόταν ανάπαυση. Το καημένο το άλογο είχε υποφέρει τα πάνδεινα μαζί μου. Κατέβηκα από τη ράχη του και κατασκήνωσα, χωρίς ν’ανάψω φωτιά… όχι πως ήξερα ν’ανάβω φωτιά, βέβαια (αυτό το έμαθα αργότερα στην πολυτάραχή μου ζωή). Κάτι τέτοια, δυστυχώς, δεν τα διδάσκουν στις πριγκίπισσες, πιστεύοντας πως θα έχουν πάντα άλλους να τα κάνουν γι’αυτές…

Όπως και νάχει, πέρασα τη νύχτα ήσυχα. Και τούτη ήταν η πρώτη νύχτα που περνούσα ήσυχα, αφότου είχα φύγει από το παλάτι της Νόλγκεβραθ. Όλες οι υπόλοιπες νύχτες μου ήταν στοιχειωμένες.

Ονειρεύτηκα πάλι τον έρημο, παράκτιο πύργο, όπου ενοικούσε η οντότητα που με καλούσε. Το όνειρό μου δε με τρόμαξε· τουναντίον, γαλήνεψε την ψυχή μου, για κάποιο λόγο. Ίσως να πίστευα πως εκεί, κοντά στη θάλασσα, βρισκόταν η σωτηρία μου.

Με το ξημέρωμα, καβαλίκεψα τη φοράδα μου και κάλπασα επάνω στην σχεδόν ανύπαρκτη βλάστηση της Στέπας, κατευθυνόμενη νότιο-ανατολικά, υπακούγοντας στο κάλεσμα.

Το μεσημέρι της πρώτης ημέρας, κατάλαβα το λάθος μου. Δεν είχα πάρει φαγητό από το Πανδοχείο του Δάσους, κι εδώ δεν έμοιαζε να υπάρχει τίποτα φαγώσιμο. Τα σωθικά μου είχαν αρχίσει να τρώγονται αναμεταξύ τους. Πόσο μακριά να είναι ακόμα ο παράκτιος πύργος; αναρωτήθηκα. Αλλά, βέβαια, αυτός ο πύργος ήταν έρημος και ερειπωμένος· μονάχα ένα πνεύμα –μια οντότητα– κατοικούσε εκεί. Λογικά, δε θα είχε φαγητά. Τι θα έτρωγα;

Ένας στιγμιαίος πανικός με κατέλαβε, όμως προσπάθησα να χαλιναγωγήσω τον εαυτό μου. Έπρεπε να σκέφτομαι καθαρά, όχι να θολώνω το νου μου· έτσι δε θα κατάφερνα τίποτα. «Ηρέμησε, Ρικνάβαθ,» ψιθύρισα. «Θα βρεις λύση· σίγουρα, θα βρεις λύση…»

Το λυκόφως είχε αρχίσει να απλώνεται επάνω στη Στέπα, όταν είδα από τα νότια καβαλάρηδες να έρχονται, καλπάζοντας. Με είχαν προσέξει και με πλησίαζαν. Ο Λαός της Στέπας. Δε μπορεί να ήταν άλλοι· κανείς άλλος δεν κατοικούσε εδώ, παρά μονάχα αυτοί οι βάρβαροι, οι οποίοι ορισμένες φορές έκαναν επιδρομές στο Βασίλειό μου, μα ποτέ τίποτα παραπάνω απ’αυτό, και πάντοτε οι καλά οργανωμένοι, σιδερόφρακτοι στρατιώτες μας τους συνέθλιβαν, όπως τους άξιζε. Όμως τώρα ήμουν μόνη, μην έχοντας κανέναν να με προστατέψει από την οργή τους. Εκτός κι αν κατάφερνα να φτάσω στον παράκτιο πύργο και –κάπως– να σωθώ. Πόσο μακριά από εκεί ήμουν, άραγε; Τούτο το ερώτημα είχε, ξαφνικά, γίνει πολύ πιο σημαντικό στο μυαλό μου.

Έμπηξα τα γόνατά μου στα πλευρά της φοράδας μου και κάλπασα, γρήγορα. Ο Λαός της Στέπας βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από εμένα· ίσως να κατάφερνα να τους ξεφύγω. Έπρεπε να τους ξεφύγω, οπωσδήποτε! Θα με σκότωναν, αφού με είχαν κακοποιήσει· ήμουν βέβαιη γι’αυτό. Ευτυχώς που το πεδίο όρασης ήταν τόσο ανοιχτό σε τούτο το μέρος και τους είχα ατενίσει από μακριά, αλλιώς δε νομίζω πως θα είχα ελπίδα να τους ξεφύγω· τα άλογά τους έμοιαζαν ξεκούραστα, ενώ το δικό μου ήταν ταλαιπωρημένο.

Αλλά, ακόμα και όπως είχαν τα πράγματα, πάλι, κατά πάσα πιθανότητα, θα με έφταναν στο τέλος…

Κάτι –ένα ακαθόριστο συναίσθημα από αυτά που πάντοτε ένιωθα– με έκανε να κοιτάξω προς τα νότια, ώστε να δω μια συγκέντρωση αρκετών σχετικά μεγάλων βράχων. Αμέσως, ήξερα πως μονάχα εκεί μπορούσα να βρω σωτηρία από τους διώκτες μου. Ένα σχέδιο διαμορφώθηκε στο νου μου. Αν πετύχαινε, δε θα σκοτωνόμουν (από το Λαό της Στέπας, τουλάχιστον, γιατί η πείνα ήταν ένα άλλο ζήτημα)· αν αποτύχαινα, ήμουν χαμένη.

Έστρεψα τη φοράδα μου προς τους ογκόλιθους και κάλπασα, μανιασμένα. Φτάνοντας –και μη γυρίζοντας για να κοιτάξω πού βρίσκονταν οι κυνηγοί μου–, έκανα τον κύκλο των βράχων και σταμάτησα, για να πηδήσω στο έδαφος, παίρνοντας το σάκο μαζί μου. Χτύπησα τη φοράδα μου στα καπούλια και της σφύριξα, έντονα: «Τρέχα! Τρέχα!» Το ζώο έφυγε, καλπάζοντας όπως και πριν.

Λαχανιασμένη από την αγωνία, στράφηκα στις μεγάλες πέτρες και έψαξα για κάποιο άνοιγμα, κάποια σχισμή, ώστε να κρυφτώ. Εντόπισα μία κοντά στο έδαφος και χώθηκα μέσα, προσπαθώντας να καλυφθώ όσο το δυνατόν καλύτερα πίσω από την ελάχιστη βλάστηση της Στέπας.

Περίμενα, να δω τι θα συνέβαινε.

Η φοράδα μου είχε ήδη απομακρυνθεί πολύ. Μονάχα μια σκιερή μορφή φαινόταν μέσα στο λυκόφως.

Αφουγκράστηκα. Οι ιππείς έρχονταν. Αν με είχαν δει να κατεβαίνω από το άλογό μου, την είχα πολύ άσχημα, γιατί δε θα δυσκολεύονταν να με βρουν, ψάχνοντας. Ωστόσο, πίστευα ότι δεν με είχαν δει, αφού είχα αφιππεύσει πίσω από τους μεγάλους βράχους.

Σε λίγο, ο Λαός της Στέπας με προσπέρασε και συνέχισε να καταδιώκει τη φοράδα μου.

Ξεφύσησα, αντιλαμβανόμενη πως, για την ώρα, είχα γλιτώσει από τον κίνδυνο.

Η νύχτα έπεφτε και αποφάσισα ότι εδώ όπου βρισκόμουν, κάτω απ’τους βράχους, ήταν το καλύτερο μέρος για να ξεκουραστώ, προτού ξεκινήσω πάλι αύριο. Ύστερα, όμως, άλλαξα γνώμη. Ίσως να ήταν προτιμότερο αν ταξίδευα το βράδυ, που ο Λαός της Στέπας δε θα μπορούσε να με δει από απόσταση. Ναι, αυτός ήταν ο σωστός τρόπος για να ενεργήσω. Έτσι, θα έφτανα στον παράκτιο πύργο χωρίς να με καταδιώκουν σε κάθε μου βήμα.

Ωστόσο, δε σηκώθηκα αμέσως, για να ξεκινήσω. Περίμενα, μέχρι να σιγουρευτώ ότι οι καβαλάρηδες βρίσκονταν πολύ, πολύ μακριά. Εν τω μεταξύ, έκοψα μερικά από τα άγρια χόρτα της Στέπας και τα μασούλησα, μην έχοντας τίποτ’άλλο για φαγητό. Η γεύση τους δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχα δοκιμάσει στη ζωή μου, μα, τουλάχιστον, θα μου πρόσφεραν λίγη ενέργεια, ώστε να συνεχίσω.

Το νυχτερινό ταξίδι με έκανε να αισθάνομαι πιο άνετα. Είχα την εντύπωση πως η ίδια η Νύχτα είχε απλώσει ένα κατάμαυρο πέπλο επάνω μου, επιθυμώντας να με καλύψει από τα μάτια όλων όσων μπορεί να είχαν κακό στο μυαλό τους. Η γαλήνη ήταν απόλυτη γύρω μου· μονάχα ένας βόρειο-ανατολικός άνεμος φυσούσε, αποτελώντας τον μοναδικό ήχο του περιβάλλοντος, εκτός από το μαλακό βάδισμα των μποτών μου. Τίποτ’άλλο δεν ακουγόταν… ακόμα και οι φωνές μέσα μου είχαν σωπάσει… εντελώς. Και, ξαφνικά, διαπίστωσα πως είχα ν’ακούσω εξωφυσικές φωνές από τότε που βγήκα από το Λυκοδάσος. Γιατί; αναρωτήθηκα. Τι άλλαξε; Δεν ήμουν βέβαιη, αλλά, τελικά, έφτασα σε ένα συμπέρασμα: Η επίθεση του λύκου της Σκιάς το είχε προκαλέσει αυτό. Με είχε τραυματίσει –είχε τραυματίσει την ίδια μου την ψυχή–, και το τραύμα του είχε αφήσει ένα μόνιμο σημάδι: Τα αόρατά μου αφτιά είχαν κουφαθεί. Και ακόμα δεν έχουν επανέλθει στην αρχική τους κατάσταση.

Για δύο ολόκληρες ημέρες –ή, μάλλον, νύχτες– ταξίδευα, οδοιπορώντας, προτού φτάσω στον παράκτιο πύργο, στο πανάρχαιο ερείπιο όπου με καλούσε εκείνη η οντότητα, για να με διδάξει, όπως υποστήριζε, και για να απελευθερωθεί μέσα από τη διδασκαλία –πράγμα το οποίο, τότε, μου έμοιαζε περίεργο.

Ο πύργος ήταν ένα αλλόκοτο κατασκεύασμα που δεν είχα ξαναδεί στην εποχή μου. Προφανώς, αποτελούσε οικοδόμημα τεχνοτροπίας χαμένης στους αιώνες. Το μεγαλύτερό του μέρος είχε καταρρεύσει, αλλά κάτι έμενε ακόμα: ένας… μισός πύργος, λες και κάποιος γίγαντας είχε κατεβάσει ένα θεόρατο τσεκούρι επάνω του και τον είχε κόψει κάθετα, σαν ξυλοκόπος. Το ανοιχτό του μέρος έβλεπε προς τη θάλασσα, ενώ εγώ ατένιζα έναν τοίχο και μια αφύλαχτη πύλη.

Είχε σηκωθεί δυνατός αγέρας εκείνη τη νύχτα, και τα κύματα έσκαγαν επάνω στα βράχια, ενώ τα θαλασσοπούλια έκρωζαν από πάνω μου. Ακουσίως, αναρωτήθηκα αν θα ήταν νόστιμα τα θαλασσοπούλια. Ίσως να κατάφερνα να πιάσω κανένα και να το φάω… Ίσως, επίσης, να έβρισκα και λίγο νερό εδώ κοντά· η δίψα μου είχε μεγαλώσει υπερβολικά, καθώς στη Στέπα δεν έβρισκα τίποτα να πιω.

Απομακρύνοντας τις σκέψεις περί φαγητού και ποτού από το νου μου, βημάτισα προς τον πύργο, αργά. Δεν ήξερα αν είχα πέσει πάλι σε μια πεινασμένη οντότητα που ήθελε να καταβροχθίσει την ψυχή μου, έτσι όφειλα να είμαι επιφυλακτική.

«Ήρθα!» φώναξα, στεκόμενη μπροστά στην ορθάνοιχτη πύλη. «Πού είσαι;» Μέσα μπορούσα να δω μονάχα σκοτάδι και, στο βάθος, τη θάλασσα, καθώς το φεγγαρόφωτο την έκανε να γυαλίζει.

Επιτέλους, έφτασες, είπε μια γέρικη –τόσο γέρικη δεν είχα ξανακούσει ποτέ στη ζωή μου– αντρική φωνή. Πέρασε στον πύργο, μικρή μου. Έχω πράγματα να σε διδάξω. Θα είσαι η πρώτη μου μαθήτρια, ύστερα από τόσο καιρό....

Πλησίασα την πύλη του πύργου, μπαίνοντας στο σκοτάδι, για να δω εμπρός μου μια ιριδίζουσα μορφή: έναν γέρο, με γκρίζα μαλλιά και γένια, καθισμένο σ’ένα βράχο και ντυμένο με μακρύ, μαύρο χιτώνα. Χαμογέλασε, αντικρίζοντάς με.

Αναστέναξε. Ξέρεις πόσο καιρό βρίσκομαι εδώ;

Κούνησα το κεφάλι, αρνητικά. «Όχι, κύριε…» Η φιγούρα του μου γεννούσε απεριόριστο σεβασμό.

Ο γέροντας γέλασε. Ούτε κι εγώ! Το βλέμμα του στράφηκε στη θάλασσα, που φαινόταν από την ανοιχτή μεριά του πύργου. Αλλά είναι πολύς καιρός… Κάποτε, μικρή μου, υπήρχε μια αυτοκρατορία εδώ, το ξέρεις; Δε γύρισε, για να με κοιτάξει.

«Το είδα, στα όνειρά μου.»

Και μια φυλή κατοικούσε εδώ, σ’αυτή την αυτοκρατορία, μια αρχαία φυλή, δευτερογενής… Το βλέμμα του τώρα στράφηκε επάνω μου. Από ποια φυλή είσαι, Ρικνάβαθ;

«Από τους Καρμώζ.»

Ο γέροντας χαμογέλασε, σα να θυμήθηκε κάτι. Από τους Καρμώζ… Το όνομα δε μου λέει κάτι, αλλά είστε απόγονοί μας. Κάθισε· μη στέκεσαι.

Βάδισα, προσεκτικά, μέσα στο φεγγαροφώτιστο εσωτερικό του πύργου, και πήρα θέση σ’έναν βράχο, κοντά στο γέρο. Η κοιλιά μου γουργούριζε· σε αντίθεση μ’ετούτο το πνεύμα, εγώ είχα και υλικές ανάγκες…

«Έχετε τίποτα για φαγητό, μήπως;» ρώτησα. «Κι επίσης, κάτι να πιω…» Έγλειψα τα ξεραμένα μου χείλη.

Α, ναι· έχω πλέον ξεχάσει πώς ήμουν παλιά… παραδέχτηκε ο γέροντας. Δυστυχώς, όμως, δεν διαθέτω πολλά να προσφέρω. Κοίταξε, γι’ακόμα μια φορά τη θάλασσα και τα ψαροπούλια. Μπορώ, βέβαια, να σε μάθω να ψαρεύεις, αν επιθυμείς, καθώς και να αφαλατώνεις το νερό και να το κάνεις πόσιμο.

«Θα ήθελα πολύ αυτό να είναι το πρώτο μου μάθημα.»

Έλα μαζί μου, τότε. Ο γέροντας σηκώθηκε από το βράχο του και προχώρησε, για να πάει σε μια σκάλα που κατέβαινε στο σκοτάδι.

«Δε θα μπορώ να δω εκεί κάτω,» του είπα.

Χμμ. Άλλο ένα πρόβλημα που δεν είχα προβλέψει… παρατήρησε. Μπορούσα να κατανοήσω γιατί δε θυμόταν πώς είναι να είσαι άνθρωπος, αφού είχε μείνει τόσα χρόνια σ’αυτή την άυλη κατάσταση. Υποθέτω, όμως, πως ξέρεις ν’ανάβεις φωτιά…

«Δεν ξέρω, αλλά θα προσπαθήσω.» Έβγαλα το σάκο μου από τον ώμο και τράβηξα από μέσα ένα φόρεμα, το οποίο τύλιξα γύρω από ένα απ’τα ξιφίδιά μου.

Χρησιμοποίησε έναν από τους πυρόλιθους εκεί. Ο γέροντας έδειξε σε μια γωνία του μισογκρεμισμένου πύργου.

Πλησίασα και πήρα μία από τις πέτρες. Τη χτύπησα επάνω στο άλλο μου ξιφίδιο και προσπάθησα να βάλω φωτιά στα ρούχα. Το πνεύμα με παρατηρούσε, μα δε μιλούσε, σα να μελετούσε τις ικανότητές μου. Ύστερα από αρκετή ώρα, κατάφερα ν’ανάψω το φόρεμα.

«Πάμε κάτω, γρήγορα!» είπα, κι άρχισα να κατεβαίνω τις πέτρινες σκάλες πριν από το πνεύμα. Σε κάποιο σημείο γλίστρησα και παραλίγο να σωριαστώ, μα κρατήθηκα και δεν έπεσα.

Το υπόγειο ήταν ψυχρό και υγρό, όπως το περίμενα. Διάφορα μάλλον χαλασμένα μηχανικά κατασκευάσματα το γέμιζαν, καθώς και έπιπλα κατεστραμμένα, αδύνατον να καταλάβεις την αρχική τους μορφή.

«Τι θα χρειαστώ;» ρώτησα, με ανυπομονησία στη φωνή μου. Δεν είχα πολύ χρόνο μέχρι να σβήσει το φόρεμά μου.

Υπάρχει νήμα επάνω στο γραφείο.

«Ποιο γραφείο;»

Το γραφείο.

Δεν μπορούσα να δω κανένα γραφείο! Το μέρος ήταν γεμάτο με χαλάσματα και τίποτα περισσότερο. Γιατί με είχε φέρει εδώ η οντότητα; «Δεν καταλαβαίνω.» Κοίταξα το πρόσωπο του γέρου και είδα οργή στην όψη του.

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ ΝΑ ΜΕ ΚΟΡΟΪΔΕΨΕΙΣ; βρυχήθηκε, και η φωνή του αντήχησε μέσα στο νου μου, κάνοντάς με να παραπατήσω και το είναι μου να τρανταχτεί.

Δεν ξέρει τι βλέπει, συλλογίστηκα, ακουμπώντας την πλάτη μου σ’έναν απ’τους υγρούς τοίχους του υπογείου. Είναι τρελός. Αντικρίζει το παρελθόν. Προσπάθησα να του εξηγήσω πως όσα αντίκριζε εκείνος δεν τα αντίκριζα κι εγώ, πως δεν αντιλαμβανόταν σωστά την πραγματικότητα, πως είχε μείνει στους παλιούς καιρούς.

Πώς τολμάς; γρύλισε ο γέροντας. Αποκαλείς εμένα, τον Επαΐοντα Αρκάντμιχ, ΤΡΕΛΟ;

«Δεν εννοούσα αυτό. Δεν ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει. Πάντως, για μένα, δεν υπάρχει γραφείο εδώ μέσα. Για μένα, όλο το υπόγειο περιέχει μονάχα χαλάσματα, τίποτα περισσότερο!» Το φως είχε αρχίσει να σβήνει· το φόρεμα που τυλιγόταν στο ξιφίδιο είχε σχεδόν καεί. Ανέβηκα, γρήγορα, τη σκάλα, για να βγω στο φεγγαρόφωτο. Φοβόμουν να μείνω εκεί κάτω, μαζί μ’αυτή την παράξενη, αρχαία οντότητα.

Τίναξα το όπλο μου, κάνοντας το φόρεμα να πέσει στο έδαφος. Το πάτησα, για να σβήσω τελείως τις φλόγες.

Είσαι αλλόκοτο πλάσμα. Δε σε κατανοώ…

Στράφηκα, ξαφνιασμένη, για να δω το γέροντα –τον Επαΐοντα Αρκάντμιχ, όπως είχε αποκαλέσει τον εαυτό του– πίσω μου.

«Δεν ήθελα να σας προσβάλω,» είπα. «Αλλά είναι αλήθεια… Δε γνωρίζω ποιος φταίει –ίσως να φταίω κι εγώ» –το ήξερα ότι δεν έφταιγα εγώ, μα κάπως έπρεπε να τον ηρεμήσω–, «αλλά δε βλέπω το υπόγειο όπως εσείς. Για μένα, δεν υπάρχει γραφείο· και δεν υπάρχει νήμα επάνω στο γραφείο.»

Ο Επαΐων Αρκάντμιχ με ατένισα συλλογισμένα. Δεν έχεις λόγο να μου λες ψέματα, νομίζω… είπε, σκεπτικός.

Κατένευσα. «Τι λόγο να έχω;»

Επομένως, πρέπει να λες αλήθεια. Μια βαθιά λύπη αντανακλάστηκε στο βλέμμα του. Ναι, αλήθεια… Βλέπεις την αλήθεια καλύτερα από μένα, μικρή μου. Εγώ βλέπω… τα μισά αληθινά και τα μισά ψεύτικα. Δεν μπορώ να διακρίνω. Θα έπρεπε ήδη –εδώ και αιώνες– να ήμουν νεκρός. Αλλά τα μαθήματά μου δεν έχουν ολοκληρωθεί… Δίδασκα τους μαθητές μου εδώ, στον πύργο, όταν εκείνο το πρώτο πελώριο κύμα σηκώθηκε και τα κατέστρεψε όλα…

Αναστέναξα. Η ιστορία του με συγκινούσε, έπρεπε να παραδεχτώ. Αλλά πεινούσα, πράγμα το οποίο δε με άφηνε να ησυχάσω. «Θα επιστρέψω,» του είπα, και βάδισα προς τα βράχια της ακτής.

Πού πηγαίνεις;

«Πρέπει να πιάσω κάτι να φάω.» Έβγαλα την κάπα, το φόρεμα, και τις μπότες μου και μπήκα στα ρηχά. Προσπάθησα, επί ώρα πολύ, να πιάσω κάποιο ψάρι, μα δεν τα κατάφερα, και σταμάτησα κουρασμένη, για να καθίσω σ’έναν μικρό βράχο. Έγλειψα τα ξεραμένα μου χείλη και σκέφτηκα: Θα πεθάνω εδώ. Αν όχι από την πείνα, τότε από τη δίψα. Ήμουν ανόητη που δεν είχα πάρει μαζί μου προμήθειες από το παλάτι, ούτε καν ένα φλασκί νερό. Και η ανοησία μου ήταν ακόμα μεγαλύτερη, που δε σκέφτηκα να εφοδιαστώ στο Πανδοχείο του Δάσους.

«Υπάρχει νερό εδώ κοντά;» ρώτησα το γέρο που στεκόταν δίπλα μου, μοιάζοντας γαλήνιος, παρότι εγώ υπέφερα. «Γλυκό νερό;»

Η Αυτοκρατορία έχει τώρα γίνει ένας απέραντος άνυδρος τόπος…

«Ναι, η Στέπα. Αλλά δεν υπάρχει κάποιο μέρος με νερό; Κάποια λίμνη; Κάποιο ρέμα;»

Εκεί όπου βλέπεις βλάστηση, πάντοτε υπάρχει έστω και λίγο νερό.

Σωστά! Τα λόγια του μου έδωσαν δύναμη. Σηκώθηκα και έτρεξα στον πύργο· τον προσπέρασα και πλησίασα την θαμνώδη, χαμηλή βλάστηση. Μαζί μου πήρα μονάχα τα δύο μου ξιφίδια και, χρησιμοποιώντας αυτά και τα χέρια μου, άρχισα να σκάβω.

Ύστερα από αρκετή ώρα και ενώ είχα ιδρώσει από την κορυφή ως τα νύχια –αποτέλεσμα του πανικού μου και της σωματικής μου κόπωσης, συγχρόνως–, βρήκα νερό. Το μάζεψα στις χούφτες μου και ήπια.

Ποτέ ξανά δεν είχα παρατηρήσει τι εύγευστο που είναι το νερό, ακόμα και με λίγο χώμα μέσα!

Σιγά-σιγά, σιγά-σιγά, άκουσα τη φωνή του Επαΐοντα Αρκάντμιχ. Μην πίνεις τόσο γρήγορα· θα βγάλεις ό,τι έχεις πιει.

Σήκωσα το κεφάλι, για να τον κοιτάξω με περιέργεια. Το βλέμμα του ήταν αυστηρό, και υπέθεσα ότι κάτι θα ήξερε, για να μου το λέει. Έτσι, ήπια με αργότερους ρυθμούς. Το νερό που είχα εντοπίσει δεν ήταν πολύ, μα ήταν αρκετό, για την ώρα.

Όταν είχα ξεδιψάσει σχετικά, ορθώθηκα και πήγα να φορέσω τα ρούχα μου, τα οποία είχα αφήσει στους βράχους.

«Δεν μπορώ να μείνω εδώ, κύριε,» είπα στον Επαΐοντα. «Πρέπει να φύγω.»

Εκείνος με αγριοκοίταξε. Δε σ’ενδιαφέρουν τα όσα έχω να σε διδάξω; Ήταν ξανά θυμωμένος.

«Με ενδιαφέρουν,» (δεν ήξερα, βέβαια, τι ακριβώς ήθελε να με διδάξει, αλλά δε βλάπτει ποτέ να είμαστε ευγενικοί) «μα, αν μείνω εδώ, θα πεθάνω. Δεν υπάρχει τίποτα, ούτε για να φάω ούτε για να πιω.»

Βρήκες νερό.

«Ελάχιστο,» τόνισα. Πρέπει, πραγματικά, να είχε ξεχάσει τι σημαίνει άνθρωπος, αν νόμιζε πως αυτό το νερό ήταν αρκετό, ώστε να ζήσει κανείς για πάντα! «Και δε νομίζω ότι θα καταφέρω ποτέ να ψαρέψω. Λυπάμαι, αλλά θα φύγω.»

Και πού να πήγαινα; Να επέστρεφα στο Βασίλειό μου; Αυτό δε γινόταν. Οπότε, τι μου έμενε; Μονάχα ο Νότος. Οι ατελείωτες Στέπες. Οι ατελείωτες και, κατά κύριο λόγο, άνυδρες Στέπες, όπου κατοικούσαν οι βάρβαροι. Ρίγησα. Τελικά, φαίνεται πως, αν δεν πέθαινα στον πύργο, θα πέθαινα κάπου νότια απο δώ, είτε από έλλειψη νερού, είτε από έλλειψη τροφής, είτε από τα χτυπήματα των αγριανθρώπων. Ωστόσο, έπρεπε να προσπαθήσω…

«Επαΐων Αρκάντμιχ,» είπα, «θα μου επιτρέψετε να κοιμηθώ σήμερα στον πύργο σας; Και, μόλις έρθει το επόμενο βράδυ, θα αναχωρήσω.»

Το πνεύμα δεν αποκρίθηκε. Απλά, με ατένισε επικριτικά. Αλλά δεν μπορούσε να με βλάψει με κανέναν τρόπο, ούτε να με διώξει. Οπότε, πήρα το σάκο μου στον ώμο και πήγα στον πύργο του, αφήνοντάς το στα βράχια της ακτής.

Έψαξα μέσα στα ερειπωμένα δωμάτια, για ένα μέρος όπου θα μπορούσα να κουρνιάσω και να κοιμηθώ. Καθώς ερευνούσα το ανεμοδαρμένο οικοδόμημα, αισθάνθηκα μια έλξη· όχι κάλεσμα, απλά μια έλξη. Την ακολούθησα και έφτασα μπροστά σε μερικά πέτρινα σκαλοπάτια. Τα ανέβηκα με προσοχή, χρησιμοποιώντας πόδια και χέρια, ώστε να μη γλιστρήσω και γκρεμοτσακιστώ.

Βρέθηκα σ’ένα πέτρινο δωμάτιο, φωτισμένο από το φεγγαρόφωτο το οποίο εισέβαλε από το ανοιχτό παράθυρο. Στο πάτωμα παρατήρησα κάτι που αμέσως μου κίνησε την περιέργεια: Σε μια γωνία, ένας κύκλος ήταν λαξεμένος και μέσα του βρίσκονταν κάτι λευκά κομμάτια, τα οποία, όταν γονάτισα δίπλα τους, διαπίστωσα πως ήταν οστά με άγνωστα σύμβολα χαραγμένα επάνω. Αισθανόμουν ότι υπήρχε κάποια δύναμη σ’αυτά τα οστά· έτσι, τα συνέλεξα και τα έβαλα στο σάκο μου.

Ύστερα, κάθισα στο δάπεδο και ακούμπησα σ’έναν τοίχο του δωματίου. Κοιμήθηκα, τυλιγμένη στην κάπα μου.

Το πνεύμα του Επαΐοντα Αρκάντμιχ δε με ξαναενόχλησε.

 

4. Το Νέο μου Όνομα

Την επόμενη νύχτα, βγήκα από τον κατεστραμμένο πύργο, ενώ η πείνα και η δίψα με θέριζαν. Έσκαψα πάλι στο χώμα, μέχρι που βρήκα λίγο νερό και ήπια. Ωστόσο, ήξερα πως με αυτή την ποσότητα δε θα μπορούσα να ζήσω για πολύ ακόμα. Επιπλέον, το στομάχι μου είχε δεθεί κόμπους· έπρεπε να βρω κάτι για να φάω. Έτσι, έβγαλα πάλι την κάπα, το φόρεμα, και τις μπότες μου και πήγα στα ρηχά της ακρογιαλιάς, προσπαθώντας να πιάσω κάποιο ψάρι.

Αρκετή ώρα πάλευα να τα καταφέρω, όταν άκουσα καλπασμό αλόγων και στράφηκα, για να δω από απόσταση ιππείς να έρχονται. Δε γνώριζα αν ήταν οι ίδιοι που με είχαν κυνηγήσει και την προηγούμενη φορά, όμως τρόμος με γέμισε, ενώ μπορούσα να αισθανθώ τα μάτια τους καρφωμένα επάνω μου. Με είχαν δει, διαπίστωσα· με είχαν δει να προσπαθώ να πιάσω ψάρια μέσα στη νύχτα. Το φως του φεγγαριού με είχε προδώσει.

Αμέσως, βγήκα απ’το νερό και έριξα το φόρεμα επάνω μου, ενώ τράβηξα τα δύο ξιφίδια από τον δερμάτινό μου σάκο. Την ίδια στιγμή, συλλογιόμουν: Μα τι κάνω; Πρέπει να κρυφτώ! Σίγουρα, δεν μπορούσα να τους αντιμετωπίσω σε μάχη: Ήταν έξι, απ’ό,τι φαινόταν, κι εγώ ήμουν μία, πεζή και ανεκπαίδευτη στον πόλεμο. Όμως το πρόβλημα ήταν πως δεν υπήρχε καμια κρυψώνα εδώ γύρω…

Απεγνωσμένη, σκαρφάλωσα στον ψηλότερο βράχο που έβλεπα. Τουλάχιστον, εδώ δε μετρούσε το γεγονός ότι καβαλούσαν άλογα. Ωστόσο, αν είχαν τόξα μαζί τους, θα αποτελούσα πολύ εύκολο στόχο. Ρίγησα, καθώς αυτή η σκέψη πέρασε απ’το νου μου. Στράφηκα, να κοιτάξω τη θάλασσα πίσω μου. Ίσως να ήταν καλύτερα αν πηδούσα εκεί, στο τέλος…

Ο Λαός της Στέπας δεν άργησε να έρθει. Σταμάτησαν τ’άλογά τους κάτω απ’το βράχο μου και με ατένισαν, με τα ψυχρά μάτια του κυνηγού που αντικρίζει τη λεία. Στα χέρια τους κουβαλούσαν όπλα που γυάλιζαν στο φεγγαρόφωτο: γιαταγάνια καμωμένα από μπρούτζο. Όμως δε φαινόταν να φέρουν τόξα, παρατήρησα, ανακουφισμένη.

Έμεινα σιωπηλή κι ακίνητη, σφίγγοντας τα ξιφίδια στις γροθιές μου.

Ένας απ’αυτούς μίλησε πρώτος, σε μια γλώσσα που τότε δεν κατανοούσα. Τη γλώσσα των ανθρώπων της Στέπας. Δεν είπε πολλά, αλλά, αν έκρινα από το βλέμμα του, περίμενε μια άμεση απάντηση από μένα.

«Φύγετε!» τους πρόσταξα στη Γλώσσα των Καρμώζ. «Φύγετε!»

Μουρμούρισαν αναμεταξύ τους.

Ο άντρας που είχε μιλήσει και πριν μου φώναξε: «Κατέβα!» Πρέπει, τελικά, να ήξερε κάτι λίγα από τη γλώσσα μου.

Φυσικά, δεν κατέβηκα. «Φύγετε!» επανέλαβα, πιο έντονα από πριν.

Ο άντρας αφίππευσε και θηκάρωσε το γιαταγάνι του. Άρχισε να σκαρφαλώνει το βράχο, για να με φτάσει.

«Φύγε!» του φώναξα ξανά, υψώνοντας το ένα μου ξιφίδιο. «Θα σε σκοτώσω!»

Εκείνος με αγνόησε, είτε γιατί δεν κατάλαβε τι του είπα, είτε γιατί απλά θεώρησε την απειλή μου αμελητέα. Φοβόμουν πως ίσχυε το δεύτερο, κι αισθάνθηκα τα χέρια μου να τρέμουν, καθώς ήταν σφιγμένα επάνω στις λαβές των στολισμένων όπλων μου. Προσπάθησα να ελέγξω τον εαυτό μου, να κάνω το τρέμουλο να πάψει. Αν κατάφερνα να τον σωριάσω, μ’ένα εύστοχο χτύπημα, τότε ίσως οι υπόλοιποι να δείλιαζαν ν’ανεβούν. Γονάτισα και τον περίμενα.

Τα γαλαζοπράσινα μάτια του γυάλιζαν, καθώς με κοιτούσαν, σα να ήθελαν να μου πουν ότι ο βάρβαρος διασκέδαζε μ’ετούτη την κατάσταση, ότι δε με φοβόταν καθόλου, παρότι ήταν φανερό πως θα τον σπάθιζα.

Θα του έδειχνα ότι έπρεπε να με φοβάται!

Όταν βρισκόταν κοντά μου, επιχείρησα να τον χτυπήσω στα μάτια, με το ένα ξιφίδιο. Εκείνος άπλωσε, πάραυτα, το χέρι του και μου άρπαξε τον καρπό. Τον έσφιξε με τόση δύναμη που ούρλιαξα, αφήνοντας το όπλο μου να πέσει απ’το βράχο. Νόμιζα ότι μου είχε τσακίσει τα κόκαλα.

Ύστερα, τα πάντα μπερδεύτηκαν στο νου μου. Προτού το καταλάβω, ο βάρβαρος βρέθηκε επάνω, ενώ εγώ ήμουν κουλουριασμένη, κλαίγοντας από τον πόνο στο χέρι μου. Ο κάτοικος της Στέπας άρπαξε και το άλλο μου ξιφίδιο –το οποίο είχα, επίσης, αφήσει απ’τη χούφτα μου– και το έριξε στους συντρόφους του από κάτω. Γονάτισε στο ένα γόνατο πλάι μου και μ’ατένισε υπομειδιώντας. «Καρμώζ…» είπε, σαν τώρα να πρόσεξε τη φυλή μου. Με άρπαξε και με σήκωσε στον ώμο. Κατέβηκε σταθερά από το βράχο και μίλησε στη γλώσσα του, ενώ εγώ κοιτούσα τον πισινό του. Άλλες φωνές τού απάντησαν, και γέλια αντήχησαν μέσα στη νύχτα.

Ο βάρβαρος μ’ανέβασε στο άλογό του και ανέβηκε κι ο ίδιος πίσω μου. Τώρα πλέον, ο πόνος στο χέρι μου είχε κάπως περάσει, και καταλάβαινα ότι δεν ήταν σπασμένο, όμως δεν τολμούσα να προσπαθήσω να του ξεφύγω, γιατί ήξερα ότι δε θα τα κατάφερνα. Είδα τους συντρόφους του να συλλέγουν τα πράγματά μου από τα βράχια και να τα βάζουν στο σάκο μιας σέλας. Έπειτα, ξεκινήσαμε όλοι μαζί να καλπάζουμε μέσα στις Στέπες.

Αισθανόμουν πιο φοβισμένη από τότε που είχα φύγει απ’το παλάτι του πατέρα μου, για να γλιτώσω από τους φονιάδες της Βασίλισσας Φέρνταναθ. Ωστόσο, αφού βρισκόμουν σε τούτη την άθλια κατάσταση, ας την εκμεταλλευόμουν, τουλάχιστον.

«Νερό…;» είπα στον βάρβαρο που με κρατούσε κοντά του.

Τα γαλαζοπράσινα μάτια του στράφηκαν ν’ατενίσουν το πρόσωπό μου, κι ένιωσα τη γλώσσα μου να δένεται κόμπους. «Νερό…;» κατάφερα να αρθρώσω ξανά.

Ο βάρβαρος πήρε ένα φλασκί από τη σέλα του και μου το έδωσε. Το ξετάπωσα και άρχισα να πίνω, αχόρταγα. Ύστερα, θυμήθηκα τη συμβουλή του Επαΐοντα Αρκάντμιχ και συγκράτησα τον εαυτό μου.

«Φαγητό;» ρώτησα.

Ο βάρβαρος με κοίταξε συνοφρυωμένος.

«Φαγητό;» επανέλαβα.

Φάνηκε προβληματισμένος. Δε με καταλάβαινε.

Προσπάθησα να συνεννοηθώ μαζί του με νοήματα, λέγοντας πάλι τη λέξη φαγητό.

Εκείνος μειδίασε, είπε κάτι στη γλώσσα του, και έστρεψε το βλέμμα προς τα δυτικά, όπου κατευθυνόμασταν, χωρίς να μου δώσει τίποτα. Πάλι δε με είχε καταλάβει; αναρωτήθηκα. Ύστερα, έστρεψα κι εγώ το βλέμμα μου προς τα δυτικά, και είδα ένα χωριό μέσα στη νύχτα. Ποτέ ξανά δεν είχα δει χωριό των βαρβάρων της Στέπας, αλλά, απ’ό,τι φαινόταν, τώρα θα γνώριζα ένα πολύ καλά.

Μόλις φτάσαμε, όλοι οι κάτοικοι (ή σχεδόν όλοι –πάντως, ήταν σίγουρα πολλοί!) συγκεντρώθηκαν γύρω μας, για να δουν τι λάφυρα έφερναν οι πολεμιστές τους. Και, φυσικά, το σημαντικότερο λάφυρο έμοιαζε να ήμουν εγώ…

Ωστόσο, υπήρχε και κάτι άλλο που τους εντυπωσίασε.

Ο ιππέας που είχε αρπάξει τα πράγματά μου άδειασε το σάκο στο έδαφος, και τα οστά που είχα βρει στον εγκαταλειμμένο πύργο κύλησαν στην άμμο της Στέπας, εκεί όπου όλοι μπορούσαν να τα δουν. Και μια γυναικεία φωνή ακούστηκε. Οι υπόλοιποι παραμέρισαν, για να παρουσιαστεί μια καμπουριασμένη γριά, τυλιγμένη σε ρούχα που εγώ, τότε, μπορούσα ν’αποκαλέσω μονάχα κουρέλια. Τα μάτια της καρφώθηκαν στα κόκαλα που βρίσκονταν στο έδαφος. Ύψωσε το κεφάλι και έκανε μια κοφτή ερώτηση στον βάρβαρο απαγωγέα μου, που με κρατούσε από τη μέση, έχοντας αφιππεύσει. Εκείνος της απάντησε, επίσης κοφτά, στρέφοντας το βλέμμα του σε μένα.

Η γριά με πλησίασε, κάνοντας ένα σύγκρυο να μουδιάσει τα μέλη μου. Τα μάτια της ερεύνησαν τα δικά μου, κι ένιωσα την αναπνοή μου να κόβεται. Ακούσια, κόλλησα επάνω στον βάρβαρο πλάι μου.

Η γριά με ρώτησε κάτι που δεν κατάλαβα.

Ο απαγωγέας μου της μίλησε, λέγοντας αρκετά πράγματα τα οποία, επίσης, δεν κατάλαβα.

«Χμμμ…» έκανε η γριά, σκεπτική, ενώ μια… αφύσικη, θα τολμούσα να πω, σιγαλιά είχε απλωθεί τριγύρω. Ποια ήταν ετούτη η γυναίκα, που ο Λαός της Στέπας τη σεβόταν τόσο πολύ;

«Καρμώζ είσαι;» με ρώτησε, μιλώντας τη γλώσσα μου αρκετά καλά (!).

Ένευσα. «Ναι.»

«Φαίνεται,» μου είπε. «Είσαι μάντισσα, ε;»

Ξεροκατάπια. Ήμουν;… Μάλλον, όχι. Της το είπα.

Η γριά γέλασε ξερά. «Ψεύτρα!» με κατηγόρησε, χαστουκίζοντας ελαφριά το μάγουλό μου. «Έχεις Οστά της Μοίρας!» Έδειξε, με το δεξί χέρι, τα κόκαλα που βρίσκονταν στο έδαφος.

«Τα βρήκα στον ερειπωμένο πύργο,» αποκρίθηκα.

«Στον πύργο κοντά στη θάλασσα;» Η γριά έμοιαζε ξαφνιασμένη.

Ένευσα, αργά.

Τα μάτια της στένεψαν. «Κάποιος κατοικεί εκεί…» άρθρωσε.

«Μια οντότητα,» είπα. «Ο Επαΐων Αρκάντμιχ.»

Τώρα, τα μάτια της γριάς γούρλωσαν. «Πώς ξέρεις τ’όνομά του;» απαίτησε.

«Μου το είπε…»

«Του μίλησες…;»

«Ναι.»

«Θα έρθεις μαζί μου,» δήλωσε η γριά. Και στράφηκε, για να μιλήσει στους υπόλοιπους. Οπότε και τσακώθηκε, για πολύ ώρα, με τον βάρβαρο που με είχε αρπάξει. Φυσικά, δεν καταλάβαινα τι έλεγαν, όμως μπορούσα να αντιληφθώ κάποια πράγματα από τον τόνο της φωνής τους. Τελικά, έφτασαν σε συμφωνία και η φιλονικία έπαψε. Η γριά μάζεψε τα Οστά της Μοίρας –όπως τα είχε αποκαλέσει– από κάτω και βάδισε προς μια από τις δερμάτινες σκηνές του χωριού, κάνοντάς μου νόημα να την ακολουθήσω. Εγώ κοίταξα τον απαγωγέα μου, ο οποίος μου κούνησε το κεφάλι καταφατικά και με έσπρωξε, ήπια, προς την κατεύθυνση της γερόντισσας.

Έτσι, λοιπόν, γνώρισα την Γκουλμάργκα, τη Μάντισσα της φυλής των Δανμάρων, οι οποίοι ήταν αρκετά γνωστοί ιππείς-λεηλάτες της Στέπας και οι υπόλοιπες φυλές τούς φοβόνταν και τους πλήρωναν κάτι σαν «φόρο υποτέλειας», για να μην τους σκοτώνουν. Αυτός ο φόρος, φυσικά, δεν ήταν σε χρήματα, όπως σ’εμάς τους πολιτισμένους, αλλά σε δέρματα, ζώα, όπλα, και δούλους.

Η Γκουλμάργκα μού εξήγησε πως ο βάρβαρος που με είχε αρπάξει ήταν ο αρχηγός της φυλής των Δανμάρων, και τον έλεγαν Ζάγκμορντ. Ήταν τρανός μαχητής, δεινός ιππέας, σκληρός αλλά ευφυής αρχηγός, και –σύμφωνα με τα λεγόμενα των γυναικών– απαρομοίαστος εραστής· αν και η Μάντισσα μού είπε πως η ίδια είχε χάσει πλέον το ενδιαφέρον της στους άντρες, έτσι δεν μπορούσε να μου το επιβεβαιώσει αυτό το τελευταίο. Ο Ζάγκμορντ είχε για γυναίκα του την Ριγκία, καθώς και τρεις παλλακίδες, που ήταν, ασφαλώς, δούλες. Προφανώς, ήθελε εμένα για τέταρτή του παλλακίδα.

Όταν η Γκουλμάργκα μού το αποκάλυψε αυτό, αμέσως της εξήγησα ότι δεν μπορούσε να γίνει, γιατί τότε ο Φύλαρχος θα πέθαινε. Όλοι οι άντρες με τους οποίους είχα συνευρεθεί είχαν πεθάνει. Η Μάντισσα με ατένισε πολύ ώρα, δίχως να μιλήσει, σα να προσπαθούσε να καταλάβει αν έλεγα αλήθεια ή ψέματα, ή σα να συλλογιόταν πώς θα κατάφερνε να πείσει τον Ζάγκμορντ γι’αυτό. Ύστερα, με ρώτησε άλλα πράγματα για τον εαυτό μου· έτσι, στο τέλος, της διηγήθηκα όλη μου την ιστορία μέχρι στιγμής. Όταν τελείωσα, με άφησε να κοιμηθώ επάνω σε μερικά δέρματα, τα οποία ήταν πολύ ζεστά για τα γούστα μου. Εξάλλου, είχα πλέον έρθει αρκετά νότια, και οι Καρμώζ δεν αισθανόταν βολικά στο Νότο.

Τον μήνα που ακολούθησε, η Γκουλμάργκα με έμαθε πώς να διαβάζω τα Οστά της Μοίρας, πράγμα που γνώριζε πολύ καλά, καθότι είχε κι εκείνη τα δικά της, τα οποία ήταν φτιαγμένα από αλογοκόκαλο. Τα δικά μου έμοιαζαν να είναι φτιαγμένα από ένα άλλου είδους κόκαλο –μου είπε–, πολύ παράξενο, το οποίο δεν μπορούσε να το κατονομάσει. Η Μάντισσα μού μίλησε για τα σημάδια που δίνει η Μοίρα στους ανθρώπους, καθώς και για τα ρεύματα του χωροχρονικού συνεχούς. Ήξερε πολλά, μα ποτέ δεν τη ρώτησα από πού τα είχε μάθει. Απ’ό,τι κατάλαβα, πάντως, πρέπει να είχε ένα χάρισμα παρόμοιο με το δικό μου, αλλά πολύ, πολύ κατώτερο. Για παράδειγμα, μπορούσε να αισθανθεί ότι κάποια παρουσία υπήρχε στον ερειπωμένο, παράκτιο πύργο, ότι το μέρος ήταν «στοιχειωμένο», μα δεν είχε τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με τον Επαΐοντα Αρκάντμιχ.

Ο Φύλαρχος Ζάγκμορντ ερχόταν συχνά έξω από τη σκηνή της και με ζητούσε, μα η Μάντισσα τού αποκρινόταν πως δεν ήμουν ακόμα έτοιμη, πως είχε δουλειά μαζί μου. Κανένα από τα δύο δεν ήταν ψέμα. Σίγουρα, δεν ήμουν έτοιμη να κοιμηθώ με το Φύλαρχο, γιατί φοβόμουν ότι θα τον σκότωνα, όπως τους υπόλοιπους· και, σίγουρα, η νέα μου δασκάλα είχε πολλά, πάρα πολλά, να με διδάξει… ενώ, συγχρόνως, όπως αντιλήφθηκα, είχα κι εγώ πάρα πολλά να διδάξω εκείνη, επειδή έβλεπα πράγματα που η Μάντισσα αδυνατούσε να δει.

Ένα βράδυ, καθώς κοιμόμουν επάνω στα δέρματα της σκηνής της Γκουλμάργκα, ένιωσα ένα κάλεσμα. Ένα μεγάλο θηρίο μού φώναζε από το Νότο –μια μεγάλη θέα!– και μου υποσχόταν μεγαλείο και δόξα που δε θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ.

Ξύπνησα, ταραγμένη. Παρατήρησα ότι ήταν αυγή, από το φως που έμπαινε από τις άκριες της σκηνής. Απέξω άκουσα ομιλίες. Η Γκουλμάργκα μιλούσε με τον Ζάγκμορντ. Και ορισμένα από τα λόγια τους τα καταλάβαινα, γιατί είχα πλέον μάθει αρκετά τη γλώσσα του Λαού της Στέπας. Ο Φύλαρχος ήταν αποφασισμένος να με πάρει απόψε, και το είπε στη Μάντισσα, με απόλυτο τόνο στη φωνή του. Ύστερα, έφυγε και η δασκάλα μου μπήκε πάλι στη σκηνή.

«Άκουσες,» μου είπε, παρατηρώντας ότι είχα ανασηκωθεί επάνω στα δέρματα και την ατένιζα.

«Του είπες;» ρώτησα. «Του είπες για μένα; Για την κατάρα μου; Του εξήγησες ότι θα πεθάνει;»

«Υποστήριξε ότι του έλεγα ψέματα!» γρύλισε η Γκουλμάργκα, και κάθισε οκλαδόν, μουρμουρίζοντας πίσω απ’τα δόντια. «Θα έρθει για σένα, το απόγευμα,» μου είπε.

«Δεν μπορώ να πάω…»

«Δε θα σε ρωτήσει.»

«Θα του το εξηγήσω! Δεν μπορεί να είναι τόσο ανόητος! Θα πεθάνει. Όπως και οι υπόλοιποι πέθαναν…» Αισθάνθηκα δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά μου. Έκρυψα το πρόσωπό μου μέσα στις χούφτες μου, και έκλαψα.

Άκουσα τη Γκουλμάργκα να σιγομουρμουρίζει, θυμωμένα. Δεν καταλάβαινα τι έλεγε.

Το κάλεσμα ήρθε ξανά. Το θηρίο, η Μεγάλη Θηριώδης Θεά, με καλούσε, και μου υποσχόταν δόξα, δύναμη, εξουσία. Θα οδηγούσα ένα μεγάλο στρατό στον πόλεμο· θα γινόμουν φόβητρο υπό την καθοδήγησή της. Οι σκέψεις της –που περνούσαν σαν αστραπές στο συνειδητό και στο υποσυνείδητό μου– με γέμιζαν, με φόρτιζαν με ενέργεια, με έπειθαν

Θα σε υπηρετήσω, Μεγάλη Θεά, υποσχέθηκα, νιώθοντας το νου μου να παρασέρνεται από το κάλεσμα της άγνωστης οντότητας. Τι πρέπει να κάνω; Τι;

Εγώ δεν έπρεπε να κάνω τίποτα, μου απάντησε η Θεά· εκείνη θα ερχόταν για μένα.

Τούτο με ανακούφισε. Την παρακάλεσα να έρθει γρήγορα· να έρθει προτού έπρεπε να κοιμηθώ με τον Φύλαρχο, προτού τον σκοτώσω.

Το μεσημέρι, δεν είχα καμία όρεξη για φαγητό, ύστερα από όλ’αυτά. Ωστόσο, η Γκουλμάργκα με αγριοκοίταξε και με πρόσταξε να φάω, υποστηρίζοντας πως θα χρειαζόμουν τη δύναμη του γεύματος· έτσι, έφαγα αναγκαστικά, ταλαιπωρώντας πολύ ώρα κάθε μπουκιά προτού την καταπιώ.

Κάποιος ήρθε στη σκηνή και με έσωσε από το μαρτύριό μου. Ή, για την ακρίβεια, κάποια: Η Ριγκία, η σύζυγος του Φύλαρχου Ζάγκμορντ.

«Πήγαινε, Μάντισσα,» πρόσταξε τη Γκουλμάργκα. «Άφησέ με μόνη με τη δούλα του άντρα μου.»

«Ενοχλώ;» μούγκρισε εκείνη, στραβώνοντας τη μούρη και λοξοκοιτάζοντάς τη με αγριάδα.

Τα μάτια της Ριγκία –που, μάλλον, δεν είχε συνηθίσει να την παρακούνε– άστραψαν. «Ναι!» είπε, έντονα. «Βγες έξω.»

Η Γκουλμάργκα σηκώθηκε και βγήκε απ’τη σκηνή, στραβώνοντας τη μούρη ακόμα περισσότερο.

Η Ριγκία έστρεψε το βλέμμα της σε μένα. Δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλή γυναίκα, αλλά εκείνη τη στιγμή έμοιαζε πολύ ψηλή, καθώς στεκόταν όρθια, ενώ εγώ ήμουν καθισμένη οκλαδόν με το ξύλινο πιάτο μου στα χέρια. Τα μαλλιά της ήταν καστανόξανθα και χύνονταν πλούσια στους ώμους της. Τα χέρια της ήταν μυώδη, παρατήρησα· πρέπει να είχε μάθει να μάχεται. Ωστόσο, αυτό δεν έκλεβε τίποτα από την ομορφιά της, όφειλα να παραδεχτώ. Υπήρχε, όμως, και κάτι τρομερά ενοχλητικό επάνω της: ο τρόπος που με κοίταζε, σαν να ήμουν σκουπίδι.

Τα χείλη της μειδίασαν, ειρωνικά. «Η Ρικνάβαθ,» είπε στη γλώσσα της, «η Καρμώζ Πριγκίπισσα από το Βορρά… Σωστά;» Η ερώτησή της ήταν διαδικαστική και ανόητη. Ήξερε πολύ καλά ποια ήμουν· απλά, ήθελε να παίξει μαζί μου!

Έτσι, της απάντησα ανάλογα: «Κι εσύ είσαι…;»

«Η αφέντρα σου,» είπε η Ριγκία.

Τα μάτια μου στένεψαν, ακούσια. «Δεν καταλαβαίνω,» δήλωσα, ψυχρά, αν και καταλάβαινα, φυσικά.

«Τι ακριβώς δεν καταλαβαίνεις, δούλα; Ανήκεις στον άντρα μου, άρα και σε μένα.»

«Κανείς άλλος δε μου το έχει πει αυτό,» αντιγύρισα.

«Δε μ’αρέσει το βλέμμα σου!» δήλωσε η Ριγκία.

«Αυτό είναι, όμως, το βλέμμα μου, και δεν μπορώ να τ’αλλάξω.»

«Αναρωτιέμαι τι σε μαθαίνει η Γκουλμάργκα τόσο καιρό,» είπε η Ριγκία. «Τα μαθήματά της, πάντως, δε φαίνεται να σου διδάσκουν πώς να συμπεριφέρεσαι στην αφέντρα σου. Αυτό, μάλλον, θα πρέπει να σ’το διδάξω εγώ.» Κλότσησε το πιάτο από τα χέρια μου, στέλνοντάς το στην άλλη άκρη της σκηνής. «Πλύνε μου τα πόδια,» πρόσταξε.

Η κίνησή της με είχε πιάσει απροετοίμαστη. «…Τι… τι;» ψέλλισα· και θύμωσα με τον εαυτό μου, που φάνηκα τρομαγμένη μπροστά της.

«Βγάλε μου τις μπότες και πλύνε μου τα πόδια,» επανέλαβε η Ριγκία. «Τώρα. Υπάρχει μια λεκάνη με νερό δίπλα σου, αν δεν το έχεις προσέξει, δούλα.»

Βρίζοντάς την από μέσα μου, άπλωσα το δεξί χέρι και έπιασα τη λεκάνη. Την τράβηξα κοντά μου, και την έχυσα… επίτηδες. «Συγνώμη, αφέντρα,» είπα, ειρωνικά· «μου έπεσε.»

«Σου έπεσε, ε;» γρύλισε η Ριγκία, και μ’άρπαξε απ’τα μαλλιά. «Θα σε μάθω να μη σου πεφ–!» Ούρλιαξε, καθώς τη χτύπησα, με τη λεκάνη, ανάμεσα στους μηρούς.

Αμέσως, πετάχτηκα επάνω και της χίμησα, σωριάζοντάς τη στα δέρματα της σκηνής και κοπανώντας τη στο πρόσωπο, με μια λύσσα που ελάχιστες φορές με καταλαμβάνει. Ωστόσο, δεν μπορούσα να τη νικήσω, γιατί ήταν δυνατότερη από εμένα και μαθημένη να παλεύει. Γρήγορα, μ’έβαλε κάτω και τράβηξε ένα κυρτό, μπρούτζινο μαχαίρι απ’τη μέση της. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η σκηνή γέμισε με ανθρώπους της φυλής των Δανμάρων, οι οποίοι μας χώρισαν, ενώ η Ριγκία ούρλιαζε, ωρυόταν, και τους χτυπούσε, με χέρια και με πόδια, λες και ήθελε να τους σκοτώσει· το λεπίδι της τραυμάτισε έναν ελαφριά στα πλευρά.

Στο τέλος, όμως, βρέθηκα μόνη στη σκηνή, μαζί με την Γκουλμάργκα, η οποία καθόταν οκλαδόν αντίκρυ μου και με κοιτούσε επικριτικά. «Έκανες μεγάλη ανοησία σήμερα, Ρικνάβαθ,» μου είπε, αυστηρά· και νόμιζα ότι θα σηκωνόταν κι εκείνη, για να με πλακώσει στα χαστούκια.

Δεν απάντησα.

Η Γκουλμάργκα μειδίασε. «Όμως ελπίζω να το ευχαριστήθηκες.» Δεν πρέπει να συμπαθούσε και πολύ τη Ριγκία! διαπίστωσα, και γέλασα. «Τι σου είπε;»

«Ότι είμαι δούλα της, επειδή είμαι δούλα του άντρα της.»

«Αλλά δεν ήταν αυτό που σε εξόργισε, έτσι;» Η Μάντισσα των Δανμάρων με είχε μάθει πολύ καλά, μέσα στο λιγοστό χρονικό διάστημα που με γνώριζε.

«Όχι.»

«Τι ήταν;»

Της εξήγησα ότι μου ζήτησε να της πλύνω τα πόδια· κι επιπλέον, συνεχώς, προσπαθούσε να με μειώσει, ενώ εγώ, στο κάτω-κάτω, δεν της είχα κάνει τίποτα.

«Σε ζηλεύει,» με πληροφόρησε η Γκουλμάργκα, «γιατί ο Φύλαρχος φαίνεται να σε έχει συμπαθήσει περισσότερο από τις υπόλοιπές του παλλακίδες… ίσως, μάλιστα, περισσότερο κι από τη Ριγκία.»

«Μα, δεν μπορεί…» είπα. «Του μίλησες ξανά; Του εξήγησες ότι θα πεθάνει, αν….;»

«Του το είπα μία, του το είπα δύο!» μούγκρισε η Μάντισσα. «Δε θέλει να μ’ακούσει…!»

Αναστέναξα, νιώθοντας απεγνωσμένη. Πού είσαι; ρώτησα τη Μεγάλη Θεά του Νότου. Και η απάντησή της ήταν πως ερχόταν: σύντομα, θα βρισκόταν εδώ, για να με πάρει και να μου προσφέρει όσα μου είχε υποσχεθεί. Βιάσου! της ζήτησα.

Το απόγευμα, καθώς ο ήλιος βούλιαζε στη Δύση και οι σκιές απλώνονταν στη Στέπα, ένας άντρας ήρθε στη σκηνή της Γκουλμάργκα και με πρόσταξε να τον ακολουθήσω, γιατί ο Φύλαρχος με ζητούσε. Φυσικά, τον ακολούθησα και, σύντομα, βρέθηκα μπροστά στον Ζάγκμορντ, ο οποίος δεν έμενε σε σκηνή, παρά σε μια καλύβα από πέτρα και λάσπη, που θεωρείτο αρκετά ευπρεπές οικοδόμημα για το Λαό της Στέπας. Στο εσωτερικό, έκαιγε μια φωτιά στο τζάκι, η οποία με έκανε να ζεσταίνομαι αφόρητα. Αναρωτήθηκα αν ο Φύλαρχος την είχε ανάψει επίτηδες, ώστε να παρακινηθώ να βγάλω τα ρούχα μου γρηγορότερα. Ύστερα, όμως, αναρωτήθηκα και κάτι άλλο: εάν ένας απλός βάρβαρος μπορούσε να κάνει μια τόσο… λεπτή σκέψη.

Ο Ζάγκμορντ χαμογέλασε πλατιά, καθώς μπήκα. «Επιτέλους!» είπε, καλοπροαίρετα, «το λάφυρο μου ήρθε να με επισκεφτεί.»

Ξεροκατάπια. Τι να του έλεγα τώρα; «Άρχοντά μου,» αποκρίθηκα, «υπάρχει ένα πρόβλημα…»

«Τι πρόβλημα;» απαίτησε ο Ζάγκμορντ, σταυρώνοντας τα χέρια στο πλατύ του στέρνο. Ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω, ενώ από τη μέση και κάτω φορούσε μονάχα μια γούνινη περισκελίδα.

Κόλλησα. Δεν ήξερα πώς να το πω. Αφού δεν είχε πιστέψει τη Γκουλμάργκα, θα πίστευε εμένα;… Μέσα στην αμηχανία μου, πρόσεξα ότι υπήρχε μια χαρακιά στο αριστερό του μάγουλο, η οποία πρέπει να είχε γίνει πρόσφατα, πολύ πρόσφατα… «Άρχοντά μου,» άρθρωσα, «πήγες στη μάχη;» Άπλωσα το χέρι μου, για ν’αγγίξω ελαφριά το τραύμα του.

Ο Ζάγκμορντ γέλασε. «Ίσως!» αποκρίθηκε, εύθυμα. «Είναι, πράγματι, μάχη όταν προσπαθείς να κουβεντιάσεις με τη Ριγκία.»

Γέλασα κι εγώ, αν και ήθελα να συγκρατήσω το γέλιο μου.

«Πρέπει να πάλεψες καλά, ε;» με ρώτησε.

«Τι…;» έκανα, σα χαζή.

«Για να θύμωσες τη Ριγκία, πρέπει να πάλεψες καλά.»

«Α, ναι,» είπα, καταλαβαίνοντας τι εννοούσε. «Δηλαδή, όχι, δεν πάλεψα καλά. Δεν ξέρω να… παλεύω.»

«Τότε, θα σε μάθω, όταν έχω όρεξη,» δήλωσε ο Ζάγκμορντ. Μ’άρπαξε από τη ζώνη και με τράβηξε κοντά του. Τα χέρια του έσπασαν τα μπροστινά κουμπιά του φορέματός μου, με μια ξαφνική κίνηση.

«Άρχοντά μου!» είπα, και πετάχτηκα πίσω. «Υπάρχει… ένα πρόβλημα υπάρχει!»

Με αγριοκοίταξε. «Κι άλλο πρόβλημα;» Ποιο νόμιζε, άραγε, ότι ήταν το πρώτο; Η ουλή στο πρόσωπό του;

«Άρχοντά μου, πρέπει να με πιστέψετε σ’αυτό,» είπα, σταθερά. «Όλοι οι άντρες με τους οποίους έχω συνευρεθεί έχουν πεθάνει.»

«Σίγουρα, δε θα ήταν δυνατοί πολεμιστές!» αποκρίθηκε ο Ζάγκμορντ. Μειδίασε πλατιά. «Τούτο δεν ισχύει για μένα.»

«Όχι, δεν εννοώ αυτό,» εξήγησα. «Εννοώ ότι εγώ τους σκότωσα–» Το βλέμμα του μ’έκανε να σταματήσω απότομα. «Όχι επειδή ήθελα να τους σκοτώσω! Μόνοι τους πέθαναν. Δηλαδή, δεν ξέρω, κάτι παράξενο συμβαίνει… και πεθαίνουν.»

Ο Ζάγκμορντ ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. Ύστερα, ρώτησε, ακόμα γελώντας: «Εσύ είπες ετούτη την ιδέα στη Μάντισσα, ή η Μάντισσα την είπε σ’εσένα;»

«Εγώ της εξήγησα το πρόβλημά μου. Δε θα ήθελα να πεθάνεις, Φύλαρχε…» είπα, κρατώντας κλειστό το φόρεμα εμπρός μου.

Το γέλιο του Ζάγκμορντ εξακολουθούσε. «Ίσως να το θεωρείς έξυπνο, Πριγκίπισσα των Καρμώζ,» αποκρίθηκε, «αλλά είναι, πραγματικά, η πιο γελοία δικαιολογία που μου έχει πει γυναίκα φοβούμενη να κοιμηθεί μαζί μου!»

Αισθάνθηκα το πρόσωπο και το κεφάλι μου να φλέγονται. «Δε φοβάμαι να κοιμηθώ μαζί σου, Φύλαρχε!» είπα, θυμωμένη που με κορόιδευε. «Απλά, σε προειδοποιώ.» Έλυσα τη ζώνη μου και την έριξα στο πάτωμα· έβγαλα το φόρεμα και τα εσώρουχά μου, χωρίς να διστάσω. Και στάθηκα εμπρός του, ατενίζοντάς τον καταπρόσωπο. «Μπορείς να κάνεις εκείνο που επιθυμείς,» του είπα, «αλλά σε προειδοποίησα, Φύλαρχε: μέχρι στιγμής, όλοι μου οι εραστές έχουν πεθάνει.»

«Τότε, θα είμαι ο πρώτος που θα επιβιώσει!» Ακόμα νόμιζε ότι αστειευόμουν, ή ότι του έλεγα ψέματα! Δεν ήταν, τελικά, τόσο έξυπνος όσο υποστήριζε η Γκουλμάργκα.

Ωστόσο, όπως έλεγαν οι γυναίκες της φυλής του, ήταν πολύ καλός εραστής. Κι εγώ φρόντισα να ουρλιάξω όσο πιο δυνατά μπορούσα, ακόμα και σε άσχετες στιγμές, επειδή ήξερα πως κάπου έξω από την καλύβα περίμενε η Ριγκία, εξοργισμένη, και ήθελα να την εξοργίσω περισσότερο. Ούτως ή άλλως, μετά από τούτη μου τη συνάντηση με τον Φύλαρχο Ζάγκμορντ, είχα το προαίσθημα ότι θα ακολουθούσαν πολύ σημαντικά γεγονότα για τη ζωή μου.

Όπως ήταν αναμενόμενο, και αυτός ο εραστής μου πέθανε, και έκλαψα γοερά πάνω απ’το πτώμα του.

Ύστερα, άκουσα επίσης αναμενόμενες φωνές, καθώς βάρβαροι μπήκαν στην καλύβα: «Νεκρός!» – «Ο Φύλαρχος είναι νεκρός!» – «Τον σκότωσε!» – «Η Καρμώζ φόνισσα!» Ωστόσο, δε φοβόμουν, γιατί ένιωθα πως η Μεγάλη Θηριώδης Θεά ερχόταν για μένα…

Οι άντρες της φυλής των Δανμάρων με έσυραν στην άμμο της Στέπας, γυμνή, και με πέταξαν στα πόδια της Ριγκία, που με κλότσησε καταπρόσωπο, γρυλίζοντας κατάρες εναντίον μου, τις οποίες η Γκουλμάργκα δε με είχε μάθει.

«Σας το έλεγα ότι αυτή η Καρμώζ δε βρισκόταν εδώ για καλό!» φώναξε η Ριγκία στους Δανμάρους. «Το ήξερα απ’την αρχή! Τα είχανε σχεδιάσει όλα με την καταραμένη Μάντισσα! Φέρτε την εδώ! Μπροστά μου θα πεθάνουν, κι οι δύο!»

Σύντομα, η Γκουλμάργκα βρισκόταν κοντά μου, ενώ εγώ ήμουν ακόμα στο έδαφος. Είχα κάνει μια προσπάθεια να σηκωθώ, μα η Ριγκία με είχε κλοτσήσει ξανά· έτσι, δεν το επανέλαβα.

«Του το είχα πει!» φώναξε η Μάντισσα στη γυναίκα του Φύλαρχου. «Του το είχα πει να μην πάρει αυτή τη γυναίκα, γιατί θα πέθαινε. Είναι καταραμένη! Δεν ήθελε να μ’ακούσει.»

«Καταραμένη;» γρύλισε η Ριγκία. «Και την κράτησες εδώ; Έπρεπε να την είχες σκοτώσει απ’την αρχή, κωλόγρια! Τώρα, θα πεθάνεις κι εσύ για το λάθος σου!

»Δέστε τις,» πρόσταξε.

Τότε, το έδαφος τραντάχτηκε. Και κάτι πελώριο ακούστηκε να πλησιάζει. Κάποιο θηρίο που όμοιό του δεν υπήρχε πάνω στην ήπειρο Βάλγκριθμωρ.

Η Μεγάλη Θεά! η οποία είχε έρθει για μένα.

Έστρεψα το βλέμμα μου και την κοίταξα μέσα στη νύχτα. Ήταν πανύψηλη και τριχωτή, ενώ το μοναδικό αλώβητό της μάτι –το άλλο ήταν βγαλμένο– γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο. Άνοιξε τα τερατώδη της σαγόνια και βρυχήθηκε. Αμέσως, πανικός και τρόμος κατέλαβαν τους Δανμάρους, και έτρεξαν απο δώ κι απο κεί, σαν έντομα μπροστά στη Θεά μου.

Η χλομή, περίτρομη όψη της Ριγκία ήταν πολύ ικανοποιητική για μένα, οφείλω να ομολογήσω. Γέλασα υστερικά, σφίγγοντας την άμμο της Στέπας μέσα στις γροθιές μου. Η γυναίκα του Φύλαρχου έμοιαζε να έχει κοκαλώσει, να έχει παραλύσει από τον τρόμο.

«Σκότωσε αυτήν πρώτα!» φώναξα στη Θεά μου, υψώνοντας το δεξί μου χέρι, για να δείξω τη Ριγκία.

Πάραυτα, το πελώριο θηρίο βρέθηκε κοντά μας –η απόσταση δεν έμοιαζε να μετρά γι’αυτό· θα νόμιζε κανείς πως μπορούσε να διανύσει τη μισή Βάλγκριθμωρ με δυο του άλματα!– και άρπαξε τη Ριγκία στο ένα του γαμψώνυχο χέρι. Την ύψωσε πάνω απ’το κεφάλι του, ενώ εκείνη ούρλιαζε, και την κοπάνησε στη γη, διαλύοντας το κορμί της και κάνοντας αίμα να εκσφενδονιστεί τριγύρω, πιτσιλώντας το γυμνό μου σώμα –ένα όχι και τόσο ευχάριστο συναίσθημα.

Ύστερα, το Θεϊκό Θηρίο άρχισε να κατασφάζει όλους τους Δανμάρους, όλους, παρότι του φώναζα και του ζητούσα να σταματήσει, να τους χαρίσει τη ζωή, να τους αφήσει να φύγουν. Δε λυπήθηκε ούτε την Γκουλμάργκα· μια τυχαία του νυχιά τής έκοψε το κεφάλι, στέλνοντάς το μακριά απ’το καμπουριασμένο της σώμα.

«Γιατί;» του ούρλιαξα, καθώς σηκωνόμουν όρθια, με δάκρυα να κυλάνε στο πρόσωπό μου. «Γιατί τη δολοφόνησες; Δε μου είχε κάνει τίποτα!»

Η Μεγάλη Θεά, έχοντας κατευχαριστηθεί το αιμόλουτρό της, στάθηκε μπροστά μου και με ατένισε επικριτικά με το μοναδικό της μάτι. Ήμουν αχάριστη, μου τόνισε με τη σκέψη της. Εκείνη θα μου πρόσφερε τόσα πολλά κι εγώ την κατέκρινα επειδή τσάκισε ένα γηραιό ανθρωπάκι; Ντροπή μου! Η Γκουλμάργκα είχε παίξει το ρόλο της· με είχε μάθει όσα χρειαζόμουν να μάθω. Τώρα, όμως, ο ρόλος της αυτός είχε λήξει, και το ίδιο και η ζωή της.

Τώρα, το μεγαλείο μου θα άρχιζε. Θα πήγαινα μαζί με τη Θεά και θα μεγαλουργούσα. Δόξα, δύναμη, εξουσία, φήμη –όλα θα ήταν δικά μου.

Έτσι, ταξίδεψα προς το Νότο, όπου πήρα το όνομα Μάντισσα, ξεχνώντας το Ρικνάβαθ και αφήνοντας πίσω μου την Αυτοκρατορία των Καρμώζ, για πάντα.

Νομίζω πως το νέο μου όνομα άρεσε στη Μεγάλη Θεά.

 

 


Κεφάλαιο 1
Πικρή Νίκη

 

Η κοπέλα κειτόταν αιμόφυρτη στο πεδίο μπροστά από το συνοριακό κάστρο Ράλτον. Ένα μεγάλο τραύμα έχασκε στα δεξιά της πλευρά, κάτω από το σκίσιμο της φολιδωτής της αρματωσιάς και των ρούχων της: ένα τραύμα που είχε προκληθεί από τα νύχια ενός θηρίου άγριου σαν το Μαύρο Άνεμο.

Οι Ωθράγκος πολεμιστές είχαν συγκεντρωθεί γύρω από την τραυματισμένη, ετοιμοθάνατη κοπέλα. Κανείς, όμως, δεν πλησίαζε για να την αγγίξει, εκτός από μία γυναίκα ντυμένη μ’αλυσιδωτή αρματωσιά και γκρίζο μανδύα.

«Πού είναι ο Θεραπευτής Άλρεκ;» φώναξε στους στρατιώτες. «Φέρτε το Θεραπευτή Άλρεκ, αμέσως! Τώρα!»

Ένας άντρας έφυγε, τρέχοντας, κι ένας άλλος τον ακολούθησε, ύστερα από μια στιγμή δισταγμού.

Η Καστελάνος Νιρμέα έσφιξε το δεξί χέρι της Αρχόντισσας Μιάνης μέσα στο γαντοφορεμένο δικό της. «Μας ακούς, μικρή; Μας ακούς;» ρώτησε. «Με καταλαβαίνεις τι σου λέω;»

Η κοπέλα έμοιαζε να παραληρεί· μάλλον, δεν καταλάβαινε απόλυτα τι της έλεγε η πάνοπλη πολεμίστρια πλάι της. «Νιρμέα…» άρθρωσε.

Τουλάχιστον, αντιλαμβάνεται ότι είμαι εγώ, σκέφτηκε η Καστελάνος. Καλό σημάδι τούτο, καλό σημάδι… Ούργκολ, Μεγάλε Αρχαιοφύλακα, βοήθησέ τη, σε ικετεύω!

«Νιρμέα… το θηρίο… Νιρμέα–!» Η Μιάνη έβηξε δυνατά, και αίμα πετάχτηκε απ’τη μύτη και τα πληγιασμένα χείλη της, τα οποία είχε δαγκώσει απ’τον πόνο.

Ω, όχι! συλλογίστηκε η Καστελάνος. Όχι! Το χτύπημα ήταν στα πλευρά –ο πνεύμονάς της ίσως να έχει τραυματιστεί! Αισθάνθηκε απόγνωση να τη γεμίζει, και θυμήθηκε παλιές ημέρες. Ημέρες που ήθελε όσο τίποτε άλλο να ξεχάσει. Ημέρες από τους άγριους πολέμους στη Φεν εν Ρωθ. Πόσοι σύντροφοί της είχαν πεθάνει εκεί… έτσι, σαν τη Μιάνη, ή και με ακόμα χειρότερους τρόπους. Αλλά η αγωνία παρέμενε πάντοτε ίδια, όταν έβλεπες κάποιον να ξεψυχά. Δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια της Νιρμέα. Η κοπέλα είναι πολύ νέα… πολύ νέα. Να την πάρει ο Μαύρος Άνεμος! Της τόλεγα να μην εφορμήσει!

Άνκαραζ, βοήθησέ τη, σε ικετεύω!

Πόσο καιρό είχε να προσευχηθεί στον Άνκαραζ η Νιρμέα… Πάλι, από τους πολέμους στη Φεν εν Ρωθ. Γιατί ο Άνκαραζ ήταν ένας θεός που είχε εγκαταλειφθεί, όπως κι αυτή η αποτρόπαια, αιματοβαμμένη χώρα. Ένας θεός που είχε παραμείνει εκεί, με τους νεκρούς, αφού οι Ωθράγκος δεν τον χρειάζονταν πλέον, έχοντας ορκιστεί να μην επαναλάβουν τις ανείπωτες, ανελέητες σφαγές των Πολέμων της Φεν εν Ρωθ.

Όμως τώρα η Νιρμέα διαισθανόταν πως, αν ένας θεός μπορούσε να βοηθήσει τη Μιάνη, αυτός ήταν ο Άνκαραζ ο Άρχων του Αίματος, του Πολέμου, των Μαχητών, και της Ατσάλινης Λαίλαπας, όπως έλεγαν. Επρόκειτο για έναν θεό που ξυπνούσε ζωώδεις ένστικτα μέσα στους ανθρώπους, αλλά επίσης έδινε αντοχή και δύναμη στους μαχητές του, ώστε να επιζούν ακόμα κι απ’τα πιο άσχημα τραύματα. Και η Νιρμέα είχε δει απίθανα πράγματα να συμβαίνουν στους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ· είχε δει ανθρώπους που κανονικά θα πέθαιναν να παραμένουν ζωντανοί, ψιθυρίζοντας τ’όνομα του Άνκαραζ ή διαγράφοντας στον αέρα το σύμβολό του, το ακτινοβόλο ξίφος.

Η Μιάνη έβηξε πάλι. Κι άλλο αίμα πετάχτηκε απ’το στόμα της. «Το θηρίο, Νιρμέα! Πού είναι…;» Σταμάτησε, μη μπορώντας να συνεχίσει.

«Το θηρίο είναι νεκρό,» της είπε η Καστελάνος. «Ηρέμησε. Κράτησε τη δύναμή σου· θα τη χρειαστείς.» Στράφηκε, απότομα, στους στρατιώτες. «Πού είν’ επιτέλους αυτός ο Άλρεκ, ο Μαύρος Άνεμος να τον παρ–!»

Έπαψε να μιλά, καθώς είδε τους μαχητές του Ράλτον να παραμερίζουν. Ο θεραπευτής πρέπει να ήρθε!

Όμως αυτός που πλησίασε δεν ήταν ο Άλρεκ, παρά ο Βάνμιρ, ντυμένος με την αρθρωτή του αρματωσιά, αλλά έχοντας κάπου ξεφορτωθεί το κράνος του. Τα ατημέλητα, καστανά του μαλλιά ανέμιζαν.

«Μιάνη!» αναφώνησε, βαδίζοντας γρήγορα προς την αδελφή του, για να γονατίσει πλάι της, στο ένα γόνατο. «Νιρμέα, τι της συνέβη;» Κοίταξε την Καστελάνο.

«Το θηρίο τη χτύπησε, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε εκείνη. «Ένα από τα μικρά…»

Ο Βάνμιρ ατένισε το τραύμα. Έβγαλε τα ατσαλωμένα γάντια απ’τα χέρια του και το άγγιξε, ψηλαφώντας το.

«Άρχοντά μου, ίσως θα ήταν καλύτερα να μην…» άρχισε η Νιρμέα, μα εκείνος δεν την άκουσε.

Η Μιάνη έβηξε ξανά. Το πρόσωπό της είχε βαφτεί πορφυρό απ’το αίμα.

«Τα πλευρά της είναι σπασμένα,» είπε ο Βάνμιρ. «Ίσως να έχουν τρυπήσει τον πνεύμονα.»

«Αυτό φοβάμαι κι εγώ, Άρχοντά μου…»

«Άρχοντά μου! Τι κάνετε εκεί; Παραμερίστε, παρακαλώ!»

Η Νιρμέα και ο Βάνμιρ στράφηκαν, για να δουν τον Άλρεκ να σπεύδει κοντά τους. Στο δεξί χέρι κρατούσε έναν σάκο με τα γιατροσόφια του.

«Απομακρυνθείτε.»

Ο νέος Άρχων-Φύλαξ του Ράλτον σηκώθηκε όρθιος. «Τα πλευρά της έχουν σπάσει κι ο πνεύμονάς της έχει τραυματιστεί.»

Ο Άλρεκ γονάτισε δίπλα στην κοπέλα· άγγιξε κι εκείνος τα πλευρά της, με τα επιδέξια χέρια του· την είδε να φτύνει αίμα και να βήχει. Η όψη του γέμισε μ’ανησυχία για τη Μιάνη, γιατί ο θεραπευτής του Ράλτον ήταν στενά συνδεδεμένος με όλα τα μέλη της οικογένειας του Άρχοντα Άραντιρ· τους θεωρούσε δική του οικογένεια, αφού άλλους συγγενείς εδώ πάνω, στα βόρεια σύνορα του Νόρβηλ, δεν είχε.

Ο Βάνμιρ ήταν έτοιμος να τον ρωτήσει τι υποψιαζόταν, όταν εκείνος σηκώθηκε, απότομα, όρθιος, προστάζοντας τους στρατιώτες, με επιτακτική φωνή: «Πηγαίνετε την Αρχόντισσα Μιάνη στο ιατρεία μου, μέσα στο φρούριο. Κουνηθείτε!»

Οι μαχητές του Ράλτον υπάκουσαν, κατευθυνόμενοι προς την ανοιχτή βόρεια πύλη του κάστρου, με την τραυματισμένη νεαρή κοπέλα στα χέρια. Ο Θεραπευτής Άλρεκ τούς ακολούθησε, βαδίζοντας βιαστικά· το ίδιο και η Καστελάνος Νιρμέα κι ο Βάνμιρ.

«Θα πεθάνει;» ρώτησε ο τελευταίος, νιώθοντας ένα δυνατό χέρι να του σφίγγει το λαιμό. «Θα πεθάνει, Άλρεκ;»

«Θα… θα προσπαθήσω να κάνω ό,τι μπορώ, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο θεραπευτής, με μια γρήγορη ματιά πάνω απ’τον ώμο του.

Να πάρει ο Μαύρος Άνεμος! καταράστηκε εντός του ο Βάνμιρ. Έπρεπε να της είχα πει να μείνει πίσω, όπως κι ο Άσιλθαρ!

Πρόλαβε δεν πρόλαβε να τελειώσει το συλλογισμό τούτο και είδε τον μικρό του αδελφό να έρχεται προς το μέρος τους, βγαίνοντας από τη βόρεια πύλη, τη στιγμή που εκείνοι έμπαιναν.

Ο Άσιλθαρ αντίκρισε την τραυματισμένη Μιάνη και τα μάτια του γούρλωσαν. «Όχι!» φώναξε, κι έκανε να την πλησιάσει.

Ο Άλρεκ, όμως, τον απομάκρυνε, βάζοντας το χέρι του στο στέρνο του νεαρού. «Μακριά, Άρχοντά μου· μακριά. Η αδελφή σας χρειάζεται άμεση φροντίδα.»

«Βάνμιρ, τι έπαθε;» ρώτησε ο Άσιλθαρ, καθώς ο Άλρεκ και οι μαχητές που μετέφεραν τη Μιάνη περνούσαν από δίπλα του, σπεύδοντας προς το κεντρικό φρούριο του κάστρου Ράλτον, που ορθωνόταν σκοτεινό μέσα στη νύχτα.

Ο Βάνμιρ και η Νιρμέα σταμάτησαν να βαδίζουν. «Τραυματίστηκε,» είπε η Καστελάνος. «Το ένα απ’τα μικρά θηρία τη χτύπησε, με τα νύχια του. Την είχα προειδοποιήσει να μην του χιμήσει…» Αναστέναξε, κουνώντας το κεφάλι. «Την είχα προειδοποιήσει…»

«Δεν μπορεί, όμως, το τραύμα της να είναι πολύ σοβαρό… έτσι;» είπε ο Άσιλθαρ.

«Φοβάμαι πως είναι,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ, με βαριά καρδιά.

«Θα πεθάνει, δηλαδή;…»

Ο Βάνμιρ ακούμπησε το χέρι στον ώμο του αδελφού του. «Ελπίζω πως όχι, Άσιλθαρ. Θα προσπαθήσουμε να τη σώσουμε…»

«Έχεις ένα φίλτρο για κάτι τέτοιες περιπτώσεις, δεν έχεις; Το φίλτρο ανθεκτικότητας.»

«Θα ρωτήσω τον Άλρεκ αν το χρειάζεται, αλλά…» Ο Βάνμιρ έγλειψε τα χείλη. «Δεν μπορώ να το ρισκάρω… όχι με τη Μιάνη.» Τα παγανά της Στέπας να ροκανίσουν την ψυχή σου, Ούργκολ! γρύλισε εντός του. Πρώτα, μ’έβαλες να φυλακίσω τον πατέρα μου και τώρα θα μου πάρεις τη Μιάνη; Δε θα είμαι, λοιπόν, μονάχα εξόριστος απ’την πατρίδα μου; Θα έχω κι ετούτο το βάρος να κουβαλάω, για πάντα;…

«Άρχοντά μου;» του είπε η Νιρμέα, βλέποντάς τον να κοιτά το έδαφος, με μια απελπισμένη όψη στο πρόσωπό του. «Είστε καλά, Άρχοντά μου;»

«Είμαι κουρασμένος, Καστελάνε,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ. Έσφιξε τα δόντια. «Και αηδιασμένος…» Απομακρύνθηκε απ’τον αδελφό του και την πολεμίστρια, βαδίζοντας γρήγορα.

Καταραμένος νάσαι Αρχαιοφύλακα Ούργκολ! Καταραμένος νάσαι, αιμοβόρε, τρισάθλιε θεέ!

Ύστερα, όμως, μια άλλη σκέψη πέρασε σαν ηλεκτρική λόγχη απ’το νου του, τραντάζοντάς τον: Δεν ήταν ο Ούργκολ που το ξεκίνησε. Εγώ ήμουν. Η απόφαση πάρθηκε από μένα. Μήπως, τελικά… μήπως, τελικά, απλά φαντάστηκα τον Αρχαιοφύλακα; Μήπως ήταν η δική μου δύναμη που μ’έκανε να κατατροπώσω το Θηρίο το οποίο είχε, πριν από χρόνια, αντιμετωπίσει ο πατέρας μου;

Οι συλλογισμένοι του ήταν μπερδεμένοι, κι άρχισε να αμφιβάλει για πολλά πράγματα που είχε πάρει ως δεδομένα. Άρχισε ν’αναρωτιέται αν όλα τούτα δεν ήταν πάρα ένα… όνειρο. Μήπως, άραγε, το μυαλό του του έπαιζε παιχνίδια; Είχε ακούσει τον απόηχο των σκέψεων του Ούργκολ εντός του, ή όχι;

Το βλέμμα του έπεσε, τυχαία, στη σκηνή που είχε στήσει ο Θεραπευτής Άλρεκ πίσω απ’τα τείχη, και ο Βάνμιρ επανήλθε στην πραγματικότητα, γλιστρώντας έξω απ’τη στροβιλώδη, χαώδη θύελλα του μυαλού του. Η σκηνή είχε γεμίσει με τραυματίες –παρατήρησε, καθώς σταμάτησε να βαδίζει– και οι βοηθοί του Άλρεκ έστηναν τώρα άλλες δύο, μικρότερες σκηνές δίπλα της, προκειμένου να περιποιηθούν τους χτυπημένους.

Ο Βάνμιρ είδε δύο γνώριμα μάτια να τον ατενίζουν. Πλησίασε τη Σιώλη, η οποία βρισκόταν ξαπλωμένη επάνω σε μερικά δέρματα, χωρίς κανένας να την παρακολουθεί. Ο αριστερός της ώμος ήταν τυλιγμένος με επιδέσμους. Το σπαθί της βρισκόταν ακουμπισμένο στα δεξιά της.

Ο Βάνμιρ γονάτισε, στο ένα γόνατο, πλάι της, ακούγοντας την αρθρωτή του πανοπλία να τρίζει, νιώθοντας ξαφνικά όλο της το βάρος σαν έναν βράχο που τον πλάκωνε. «Πώς είσαι, Σιώλη;» ρώτησε.

«Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε εκείνη. «Μια μαχαιριά μονάχα. Θα επουλωθεί γρήγορα.»

Ο Βάνμιρ ένευσε, αχνομειδιώντας. «Ωραία.»

«Άκουσα ότι πολεμήσατε γενναία, Άρχοντά μου,» είπε η πολεμίστρια. «Σκοτώσατε το Θηρίο, μ’ένα σπαθί λουσμένο στις φλόγες. Οι άλλοι στρατιώτες λένε πως δεν περίμεναν ότι θα ήσασταν ικανός να επικαλεστείτε τόσο δυνατή μαγεία…»

Μαγεία… σκέφτηκε ο Βάνμιρ, και το αχνό του μειδίαμα βάθυνε ελαφρώς. «Η μαγεία δεν ήταν στο σπαθί μου,» αποκρίθηκε. «Η μαγεία ήταν στο θάρρος των μαχητών του Ράλτον, που αγωνίστηκαν εναντίον του Μεγάλου Θηρίου, των Τέκνων του, και του στρατού των Ποιμένων.» Ορθώθηκε, με μια αργή, κουρασμένη κίνηση. «Αναπαύσου, Σιώλη. Η μάχη έληξε νικηφόρα.» Τουλάχιστον, για εσένα υπάρχει ανάπαυση μετά από τη μάχη· για εμένα, όχι.

Στράφηκε και βάδισε προς το φρούριο Ράλτον. Η πολεμίστρια είπε κάτι πίσω του, μα εκείνος δεν κατάλαβε τα λόγια της, καθώς οι σκοτεινές σκέψεις είχαν αρχίσει ξανά να τον κατακλύζουν. Να εξοριστώ… Τώρα, οφείλω να αυτοεξοριστώ. Ο πατέρας μου δεν μπορεί να ζει άλλο στο σκοτάδι. Δεν μπορώ να τον αφήσω να ζει άλλο στο σκοτάδι και στις αλυσίδες.

Όπως δεν μπορώ να αφήσω και τη Μιάνη να πεθάνει. Πρέπει να μιλήσω με τον Άλρεκ, να συνεργαστώ μαζί του.

Ούργκολ, αν, τελικά, ήσουν πραγματικός, βοήθησέ με και τώρα. Σε εκλιπαρώ, Μεγάλε Αρχαιοφύλακα. Αλλιώς, οι ύαινες να φάνε τα κόκαλά σου!

Καθώς πλησίαζε το φρούριο Ράλτον, έστρεψε το βλέμμα του στο Ναό του Ούργκολ· δηλαδή, στους πέντε λίθινους κίονες και στο βωμό που αποτελούσαν το ναό. Και εκεί, είδε τον Ιερέα Βάγκραμ να στέκεται και να τον ατενίζει με τα τυφλά του μάτια, σα να ήξερε ότι ο Βάνμιρ καταριόταν εσωτερικά το θεό του, και σα να ήταν εξοργισμένος γι’αυτό.

*

«Αναρωτιέμαι πώς δεν κρυώνει, η σκρόφα!…» είπε ο ένας από τους δύο φύλακες που βάδιζαν εκατέρωθέν της, καθώς ο τρίτος την τραβούσε μέσα στα σκοτεινά περάσματα, βαστώντας την απ’το δεξί μπράτσο.

«Οι Ποιμένες είναι τρελοί!» μούγκρισε ο άλλος φύλακας.

«Τούτη μοιάζει πιο τρελή απ’τους άλλους.»

«Ίσως νάναι Καρμώζ, βλάκες,» υπέθεσε εκείνος που την τραβούσε.

Υπάρχει, τουλάχιστον, και κάποιος ευφυής εδώ πέρα, σκέφτηκε η Μάντισσα, που προσπαθούσε με κάποια δυσκολία να κατανοήσει τη γλώσσα τους, την οποία δεν ήξερε και άριστα.

«Ναι,» είπε ο δεξής της φύλακας (εκείνος που είχε μιλήσει και στην αρχή), «δεν τόχα σκεφτεί τούτο. Δεν ___ ποτέ _______ Καρμώζ _______!» Κάποια από τα λόγια του η Μάντισσα δεν μπορούσε να τα πιάσει, αλλά το γέλιο που ακολούθησε ήταν βαρύ και δυνατό.

«Μη λες ανοησίες,» μούγκρισε εκείνος που την τραβούσε απ’το μπράτσο. «Ο Άρχοντας Βάνμιρ δε μας είπε να την _____________.»

«Δε μας είπε και __________, όμως, ε;» αντιγύρισε ο άλλος.

«Κάνε καμια _______ και θα σε κάνει _______. _______ το μέγεθος της μαγείας του απόψε!» Έφτασαν μπροστά σ’ένα κελί, και ο άντρας σταμάτησε να βαδίζει, χαλαρώνοντας τη λαβή του επάνω στο μπράτσο της Μάντισσας και ανοίγοντας την πόρτα με το άλλο χέρι. «Ψάξτε τη για όπλα,» πρόσταξε τους άλλους δύο.

«Μονάχα αυτό _______ να κουβαλάει,» είπε ο δεξής φύλακας, κι άρπαξε το σακούλι με τα Οστά της Μοίρας απ’τη ζώνη της.

«Όχι!» φώναξε εκείνη, στη Γλώσσα των Καρμώζ, κι έκανε να του τ’αρπάξει. Ο αριστερός φύλακας, όμως, την τράβηξε πίσω.

Ο δεξής γέλασε. «Πρέπει νάχει κάτι _________ εκεί μέσα, ε; Τα λεφτά της, _____;» Άνοιξε το σακούλι και συνοφρυώθηκε, παραξενεμένος. Έβγαλε από μέσα μια χούφτα Οστά της Μοίρας. «Τι σκατά είναι τούτα;» μούγκρισε. Και απευθύνθηκε στη Μάντισσα: «Τι είν’ετούτο, ε;»

Η Καρμώζ δεν αποκρίθηκε.

«Καταλαβαίνεις τι σου λέω, γυναίκα;» ρώτησε.

Εκείνη δε μίλησε. Εξάλλου, ό,τι και να του έλεγε δε θα το κατανοούσε· το ήξερε. Το πολύ-πολύ να θεωρούσε τα Οστά επικίνδυνα «απόκρυφα αντικείμενα», και να τα πετούσε μακριά ή να τα έθαβε.

«________, δεν σε καταλαβαίνει, Μάρντιμ,» είπε ο άντρας που είχε ανοίξει το κελί. «Τελειώνετε!»

Ο άλλος φύλακας –αυτός που προηγουμένως στεκόταν αριστερά της, αλλά τώρα ήταν πίσω της– της πήρε την κάπα, μ’ένα απότομο τράβηγμα, και την πέταξε στη γωνία του μισοσκότεινου διαδρόμου.

«Δε ________ να κουβαλά όπλα,» παρατήρησε ο στρατιώτης που στεκόταν στην πόρτα, ατενίζοντας την πατόκορφα, καθώς η Μάντισσα βρισκόταν ημίγυμνη εμπρός του, ντυμένη μονάχα με το στηθόδεσμό της και τη μακριά της περισκελίδα, η οποία έπεφτε ανάμεσα στα πόδια της, φτάνοντας ως τους αστραγάλους.

Ο φύλακας που, πριν, στεκόταν στα δεξιά της μειδίασε βαθιά και στραβά, στενεύοντας τα μάτια. «Ποτέ δεν ξέρεις…» είπε, καγχάζοντας, και πέταξε, αδιάφορα, το πέτσινο σακούλι στον τοίχο του διαδρόμου, με αποτέλεσμα τα Οστά της Μοίρας να χυθούν στο πάτωμα και να σκορπιστούν.

Τα μάτια της Μάντισσας καρφώθηκαν επάνω τους, και είδε ένα απ’αυτά να είναι στραμμένο στο μέρος της: το Μεγάλο Ταξίδι, που, ορισμένες φορές, συμβόλιζε και το θάνατο.

Καθώς αφαιρέθηκε στιγμιαία, δεν κατάλαβε για πότε ο φύλακας την πλησίασε και την άρπαξε, άγαρμπα, σχίζοντας το στηθόδεσμό της, με μια απότομη κίνηση, και, ύστερα, την περισκελίδα της.

Η Μάντισσα ούρλιαξε. Ταυτόχρονα, ο στρατιώτης που στεκόταν στην πόρτα του κελιού γράπωσε τον άντρα από τον ώμο και τον έσπρωξε επάνω στον τοίχο του διαδρόμου όπου εκείνος είχε εκτοξεύσει το σακούλι με τα Οστά. Αγριοφωνές, που η Καρμώζ δεν μπορούσε να κατανοήσει το νόημά τους, γέμισαν τον χώρο.

Όταν οι φωνές σταμάτησαν, οι δύο Ωθράγκος ατένιζαν ο ένας τον άλλο εχθρικά, μα έμοιαζαν να έχουν ηρεμήσει. Η γυαλάδα στα μάτια τους είχε καταλαγιάσει. Εκείνος που πριν από λίγο στεκόταν πλάι στην πόρτα έδειξε το ανοιχτό κελί.

«Βάλτη μέσα,» πρόσταξε το στρατιώτη πίσω της, με λαχανιασμένη φωνή.

Η Μάντισσα αισθάνθηκε δύο δυνατά χέρια να τη σπρώχνουν, και βρέθηκε σ’έναν στενό, πέτρινο χώρο, όπου υπήρχε μονάχα ένα αχυρόστρωμα.

Η πόρτα έκλεισε πίσω της.

*

Η αδελφή του ήταν ξαπλωμένη σ’ένα από τα κρεβάτια του ιατρείου του Άλρεκ, στην ανατολική πτέρυγα του φρουρίου. Τα σεντόνια είχαν βαφτεί κόκκινα απ’το αίμα της, καθώς έβηχε. Οι υπηρέτες είχαν αφαιρέσει την αρματωσιά, τα όπλα, και τα περισσότερα ρούχα της, και ο θεραπευτής εξέταζε τώρα το τραύμα.

«Άλρεκ,» είπε ο Βάνμιρ, περνώντας ανάμεσα από τον Άσιλθαρ, τη Μανρούνα (η οποία ήταν απαρηγόρητη), και τη Νιρμέα, για να πλησιάσει, βαδίζοντας αργά. Ήταν ο μόνος από τους τέσσερίς τους που είχε τολμήσει να μιλήσει πρώτος· οι άλλοι τρεις φοβόνταν να διακόψουν τον θεραπευτή από τη δουλειά του, φοβόνταν να τον παρενοχλήσουν, μήπως κάτι πάει στραβά και χάσουν τη Μιάνη. «Υπάρχει κάποιος τρόπος για να βοηθήσω;»

«Δε νομίζω, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Άλρεκ. Σηκώθηκε από τη θέση του πλάι στην κοπέλα και πλησίασε ένα ράφι, παίρνοντας από εκεί ένα φιαλίδιο.

Η Μιάνη ύψωσε το δεξί της χέρι, δυσκολευόμενη να αναπνεύσει και ατενίζοντας τον Βάνμιρ με δακρυσμένα μάτια που τράνταζαν το είναι του. Πήρε το χέρι της μέσα στο δικό του και γονάτισε δίπλα στο κρεβάτι της. «Μην ανησυχείς, μικρή,» της είπε. «Όλα θα πάνε καλά.»

Ύστερα, στράφηκε στον Άλρεκ, ο οποίος άδειαζε λίγο από το υγρό του φιαλιδίου μέσα σε μια ξύλινη κούπα. «Έχω ένα φίλτρο που πιστεύω ότι μπορεί να βοηθήσει. Προσφέρει ανθεκτικότητα στον οργανισμό. Ωστόσο, θα το χρησιμοποιήσω μόνο αν κρίνεις κι εσύ πως είναι σωστό.»

Ο θεραπευτής πρόσθεσε νερό στην κούπα από μια κρυστάλλινη καράφα. Αναστέναξε. «Άρχοντά μου,» είπε. «Αρχόντισσά μου.» Κοίταξε μια τον Βάνμιρ, μια την αδελφή του. «Θα πρέπει, κατ’αρχήν, να σας ενημερώσω ότι θα χρειαστεί να κάνω εγχείρηση. Το αίμα που μπαίνει στον πνεύμονά σας, Αρχόντισσά μου, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να σας πνίξει. Ωστόσο, με την εγχείρηση, υφίσταται πάντοτε ένας άλλος κίνδυνος: ο κίνδυνος της μόλυνσης –αν και θα κάνω το παν για να απολυμάνω το τραύμα. Αφήνω, επομένως, την επιλογή σ’εσάς. Επιθυμείτε να συνεχίσω;»

Η Μιάνη έγλειψε τα χείλη. Ύστερα, έβηξε, φτύνοντας αίμα. Προσπάθησε ν’αναπνεύσει, δυσκολεύτηκε, έφτυσε κι άλλο αίμα.

Θεοί… σκέφτηκε ο Βάνμιρ. Ο Άλρεκ έχει δίκιο… Θεοί… Ούργκολ, μ’εγκαταλείπεις τώρα; Γιατί; «Άλρεκ, το φίλτρο μου… θα σε ενδιέφερε; Θα μπορούσε να βοηθήσει;»

«Προστατεύει από τη μόλυνση, Άρχοντά μου;»

«Κάνει, γενικότερα, τον οργανισμό ισχυρότερο.»

Ο Άλρεκ κοίταξε στα ράφια του· πήρε από εκεί ένα φιαλίδιο και πλησίασε τον Βάνμιρ, δίνοντάς το σ’αυτόν. «Μήπως αναφέρεστε σ’ετούτο το φίλτρο, Άρχοντά μου;»

Ο νέος Άρχοντας-Φύλακας του Ράλτον το ατένισε προσεκτικά, βαστώντας το στο ένα χέρι ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρά του. Το κρυστάλλινο δοχείο γυάλιζε στο φως της λάμπας. «Από τι είναι φτιαγμένο;»

«Από σπόρο χίλντρου, λεμόνι του Δρακοδάσους, απόσταγμα βατόμουρων.»

«Ακριβώς. Αυτό είναι,» είπε ο Βάνμιρ.

«Ωραία, τότε,» αποκρίθηκε ο Άλρεκ, «γιατί σκόπευα να το χρησιμοποιήσω. Τώρα, όμως, το σημαντικότερο θέμα είναι,» –στράφηκε στη Μιάνη– «συμφωνείτε με την εγχείρηση, Αρχόντισσά μου;»

Εκείνη έβηξε και, με κάποια προσπάθεια, μίλησε: «Αν πρέπει να γίνει, θεραπευτή, τότε ας γίνει.»

Ο Άλρεκ ένευσε, αργά. «Έχω ήδη ετοιμάσει ένα υπνωτικό, Αρχόντισσά μου, ώστε να μην αισθανθείτε πόνο· όμως, πρώτα, καλό θα ήταν να πιείτε το φίλτρο για το οποίο μιλήσαμε με τον αδελφό σας.»

Η Μιάνη ένευσε, προσπαθώντας να μη βήξει ξανά, αλλά αποτυχαίνοντας, γιατί της κοβόταν η αναπνοή.

*

Αν μια οποιαδήποτε άλλη γυναίκα βρισκόταν γυμνή μέσα σ’ένα υπόγειο, πέτρινο κελί το χειμώνα, αναμφίβολα θα είχε παγώσει. Αλλά η Μάντισσα ανήκε στη φυλή των Καρμώζ, οι οποίοι έχουν, σε σύγκριση με τους υπόλοιπους λαούς της Κουαλανάρα, υπεράνθρωπη αντοχή στο ψύχος. Ωστόσο, για εκείνους, η αντοχή τούτη δεν είναι παρά φυσιολογική. Άλλωστε, για να ζήσει κανείς στα βόρεια μέρη της ηπείρου Βάλγκριθμωρ, οφείλει να έχει μια τέτοια «υπεράνθρωπη» αντοχή.

Η Μάντισσα έκανε για αρκετή ώρα πέρα-δώθε μέσα στη φυλακή της, έχοντας τα χέρια της σταυρωμένα στο στέρνο και νιώθοντας ανήσυχη. Η ανησυχία της δεν προερχόταν από το γεγονός ότι ήταν αιχμάλωτη, ούτε από το γεγονός ότι οι φρουροί που στέκονταν έξω απ’το κελί της την παρατηρούσαν από το καγκελωτό παραθυράκι, σχολιάζοντας τη σωματική της διάπλαση και την αντοχή της στο ψύχος. Όχι, δεν την ενδιέφεραν αυτά τα πράγματα. Εκείνο που την ενδιέφερε ήταν η εγκατάλειψη που αισθανόταν με το θάνατο της Λα-Κάρχ’νιι, της Μεγάλης Θηριώδους Θεάς, η οποία την είχε πάρει από τα βόρεια μέρη της Στέπας και την είχε οδηγήσει νότια, προς τους ταχύποδες Ωθράγκος. Τώρα, η Μάντισσα δεν είχε πλέον σκοπό στη ζωή της· δεν είχε καν λόγο ύπαρξης. Βρισκόταν ξανά ανοιχτή στις κοσμικές δυνάμεις της Μοίρας και στην επιρροή των ανώτερων όντων· γιατί δεν είχε καθοδηγητή για ν’ακολουθήσει… Η Λα-Κάρχ’νιι είχε σκοτωθεί από το φλεγόμενο ξίφος του Μάγου, ο οποίος ήταν η ενσάρκωση του αρχαίου της εχθρού.

Καθώς βάδιζε επάνω στο πάτωμα του κελιού, η Μάντισσα αισθανόταν την τσουρουφλισμένη δεξιά της πατούσα να την καίει, παρότι οι πέτρες έπρεπε να παραδεχτεί πως ήταν αρκετά ψυχρές από κάτω της σε τούτο το, γενικότερα, ζεστό μέρος της ηπείρου Βάλγκριθμωρ. Αποφάσισε να καθίσει στο αχυρόστρωμα, οκλαδόν, για να ξεκουραστεί. Κοίταξε το δεξί της πόδι, για να δει πώς ήταν το κάψιμο από το σπαθί του Μάγου. Ευτυχώς, δεν ήταν άσχημο, διαπίστωσε· γιατί, μόλις είχε αισθανθεί τις φλόγες επάνω στο δέρμα της, αμέσως είχε σηκώσει το γόνατό της, για ν’απομακρυνθεί. Ωστόσο, οι Καρμώζ αποστρέφονται ακόμα και τα πιο ελαφριά καψίματα· δεν τα αντέχουν πάνω τους· τους είναι ανυπόφορα. Έτσι τώρα η Μάντισσα προτίμησε να μη βαδίζει, για λίγο, παρά να ξεκουραστεί και ν’αφήσει και το κάψιμο να περάσει.

Ακούμπησε την πλάτη της στον τοίχο του κελιού, αναρωτούμενη τι να κάνει, πώς να συνεχίσει τη ζωή της. Μπορούσε ακόμα ν’«ακούσει» τις έμμεσες προσταγές της Λα-Κάρχ’νιι μέσα στο νου της, σαν τον απόηχο μιας πανίσχυρης κραυγής. Όμως η παρουσία της Θεάς έλειπε από τα κοσμικοχρονικά ρεύματα της Μοίρας.

Πού θα στραφώ τώρα; σκέφτηκε η Μάντισσα· και τότε, θυμήθηκε το Οστό της Μοίρας που είχε τυχαία (ή, μάλλον, όχι και τόσο τυχαία) πέσει προς το μέρος της: το Μεγάλο Ταξίδι. Θα έπρεπε, μήπως, ν’αυτοκτονήσω; Θα ήταν ίσως αυτό το καλύτερο για μένα; Μια απελευθέρωση από τούτη τη σάρκινη φυλακή που είναι τόσο ευάλωτη στις αόρατες δυνάμεις;…

Κοίταξε τους μπρούτζινους κρίκους που ήταν περασμένοι στους αστραγάλους της. Οι φύλακές της δεν είχαν μπει στον κόπο να τους πάρουν, όπως και τα μικρά κόκαλα που είχε κρεμασμένα στα μαλλιά της. Η Μάντισσα, επομένως, μπορούσε να ανοίξει έναν από τους κρίκους και, με την κοφτερή του άκρη, να κόψει τις φλέβες των χεριών της. Έτσι, σύντομα, θα ήταν νεκρή…

Άγγιξε εκείνον που τυλιγόταν γύρω από τον δεξή της αστράγαλο. Τα δάχτυλά της τον περιέστρεψαν, ώστε το κλείδωμα του να βρεθεί από πάνω.

Η Μάντισσα πήρε μια βαθιά ανάσα… και άφησε τον κρίκο.

Ίσως να είμαι δειλή, σκέφτηκε, αλλά δεν μπορώ να το κάνω. Δε νομίζω να μπορώ…

Γυρίζοντας την πλάτη στους φρουρούς της –τα βλέμματά τους είχαν αρχίσει πλέον να την ενοχλούν–, ξάπλωσε επάνω στο αχυρόστρωμα και προσπάθησε να κοιμηθεί. Ίσως η ξεκούραση να της έκανε καλό· ίσως να βοηθούσε το μυαλό της να καθαρίσει, ώστε να βάλει, ύστερα, μια τάξη στις σκέψεις της.

Στην αρχή, ο ύπνος της ήταν ένας βαθύς λήθαργος, χωρίς όνειρα. Ένα μαύρο, άχρονο κενό, όπου το πνεύμα της πλανιόταν γαλήνια, ξεκούραστα, ειρηνικά.

Μετά, όμως, αστραπές έσχισαν τον ορίζοντα, και η Μάντισσα αισθάνθηκε τα κοσμικά ρεύματα του Χώρου και του Χρόνου να τη βάλλουν ξανά, όπως και τόσες άλλες φορές στη ζωή της.

Όχι! ούρλιαξε. Αφήστε με ήσυχη! Σας παρακαλώ, αφήστε με ήσυχη! Για μία φορά, αφήστε με ήσυχη!

Αλλά κανείς δεν την άκουγε. Οι άνοες κοσμικοχρονικές δυνάμεις την τύλιξαν, ενώ κοιμόταν· και το φρικτότερο για εκείνη ήταν πως ήξερε ότι κοιμόταν, μα δε μπορούσε να ξυπνήσει.

Μια κραυγή από το Νότο. Το αλύχτημα ενός λύκου.

Το πρόσωπο του Λύκου. Μαύρο σαν τη νύχτα, με φεγγάρια για μάτια.

Η γη έτρεμε: μια γυναίκα πονούσε. Έσκιζε τα ρούχα της, προσπαθώντας ν’αποτινάξει τα γλοιώδη χέρια που την περιστοίχιζαν, μα εκείνα εξακολουθούσαν ν’απλώνονται επάνω της, επάνω στην ίδια της τη σάρκα, να τη μαυρίζουν, λες κι ήταν ασθένεια.

Ένα αντρικό πρόσωπο έλιωνε, και γινόταν τρία… και γινόταν πάλι ένα, που ήταν το ίδιο αλλά διαφορετικό, και, όταν άνοιγε το στόμα του, έρρεαν βλασφημίες και προφητείες ψευδείς, κάνοντας τη γη να σείεται και τους ανθρώπους να τρομοκρατούνται.

Το πρόσωπο έλιωσε, εξαφανίστηκε, και έγινε λάσπη… κι απ’τη λάσπη αναδύθηκαν πύργοι, περιπλεγμένοι οφιοειδώς… και, μέσα στους πύργους, κάτι σερνόταν, φορώντας προσωπείο, διαγράφοντας κύκλους γύρω από έναν θρόνο αστροφεγγή.

Τα κοσμικά ρεύματα άρπαζαν το νου της Μάντισσας από τη μια και το πετούσαν από την άλλη, κλονίζοντας το είναι της, συνθλίβοντας το εγώ της, κάνοντάς την ένα με το σύμπαν.

Να ξυπνήσω… Πρέπει να ξυπνήσω… Ξυπνήσω…

Αφήστε με ήσυχη, σας παρακαλώ! Σας παρακαλώ! Σας ικετεύω! Σας ικετεύω!

Ο Λύκος ούρλιαζε, αλλά ήταν μπερδεμένος.

Η Γυναίκα ούρλιαζε, από πόνο.

Τρία τέρατα γίνονταν ένα, και γίνονταν τρία και γίνονταν ένα, και άλλαζαν μορφές, μοιάζοντας με αεικίνητη, διαρκώς μεταβαλλόμενη λάσπη.

Ο Νότος φλεγόταν, και ο καπνός ήταν φανερός για εκείνους που μπορούσαν να δουν. Για τους άλλους, ήταν αόρατος· δεν το ήξεραν, αλλά η φωτιά τούς πλησίαζε, πλησίαζε τα πάντα.

Εκείνοι που μπορούν να δουν ξέρουν… ξέρουν… ξέρουν…

Η Λα-Κάρχ’νιι ερχόταν νότια… Ήξερε κι εκείνη;

Τι ξέρουν; Δεν καταλαβαίνω!

Γιατί με τυραννάτε;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ!

Η Μάντισσα ξύπνησε, ουρλιάζοντας μέσα στο κελί της.

«Αφήστε με! Αφήστε με! Αφήστε με!»

*

Ο Βάνμιρ στεκόταν στις επάλξεις του κάστρου, ατενίζοντας βόρεια, έξω απ’το Ράλτον, όπου οι μαχητές του έκαιγαν το κουφάρι του Μεγάλου Θηρίου, ζητωκραυγάζοντας νικηφόρα και χορεύοντας χορούς της μάχης γύρω του, κραδαίνοντας σπαθιά και χτυπώντας ρόπαλα επάνω σε ασπίδες. Το θέαμα έκανε τον Άρχοντα-Φύλακα να αισθάνεται λίγο καλύτερα, και, για μερικές στιγμές, πήρε από το μυαλό του τις σκοτούρες και τον άφησε να χαρεί τη νίκη ως νίκη, σκέτη, απλή. Κανονικά, θα έπρεπε να χαίρομαι, όχι να μελαγχολώ.

Όμως, φυσικά, δεν μπορούσε να χαρεί· δεν ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο, υπό αυτές τις συνθήκες.

Είχε εγκαταλείψει το ιατρείο του Θεραπευτή Άλρεκ γιατί δεν άντεχε να τον παρακολουθεί, καθώς εκείνος εγχείριζε τη Μιάνη, καθώς προσπαθούσε να την κρατήσει ζωντανή. Είχε αφήσει εκεί τη Νιρμέα και τη Μανρούνα, αν και ήξερε πως η Καστελάνος και η μητέρα του δεν ήταν ικανές να κάνουν απολύτως τίποτα για να βοηθήσουν· ωστόσο, ο Βάνμιρ αισθανόταν καλύτερα, γνωρίζοντας ότι οι δύο γυναίκες βρισκόταν κοντά στην αδελφή του. Από τον Άσιλθαρ είχε ζητήσει να φύγει, κι εκείνος είχε υπακούσει αδιαμαρτύρητα, γνέφοντας καταφατικά, με όψη χλομή· αντιλαμβανόταν πως δεν ήταν η στιγμή για να φέρει αντιρρήσεις.

Ο Βάνμιρ αναστέναξε σιγανά κι ακούμπησε τα χέρια του στις επάλξεις, αφήνοντας το κορμί του να στηριχτεί επάνω τους. Φεύγοντας από το ιατρείο του Άλρεκ, είχε αφαιρέσει την αρματωσιά του και είχε προστάξει δύο υπηρέτες να τη μεταφέρουν στο δωμάτιο του πατέρα του (ναι, του πατέρα μου, είχε επιμείνει όταν τον κοίταξαν παραξενεμένα), ωστόσο νόμιζε πως ακόμα κουβαλούσε το βάρος της, στους ώμους και στην πλάτη του. Όλο του το σώμα ήταν μουδιασμένο, πιασμένο από τη μάχη, εξουθενωμένο από τη χρήση της Ταχύτητας για Τηλεμεταφορά, κατάκοπο από την ισχύ του Ούργκολ που είχε διοχετευτεί εντός του (αν, όντως, κάτι τέτοιο ήταν αληθινό, τελικά). Όμως το βάρος και η κούραση που αισθανόταν στο σώμα του δεν ήταν τίποτα μπροστά σ’αυτά που αισθανόταν στην ψυχή του.

Ύψωσε το δεξί του χέρι και άγγιξε το αργυρό περιδέραιο των Φυλάκων των Συνόρων. Το έσφιξε μέσα στη γροθιά του, ώσπου η χούφτα του πόνεσε, λες και ο μικρός Πέλεκυς να επιθυμούσε να κόψει το δέρμα του, λες και το Άστρο να ήθελε να τον τρυπήσει με τις μυτερές του γωνίες. Πατέρα, θα είσαι ελεύθερος σύντομα, ελεύθερος. Αύριο, θα τα τακτοποιήσω όλα. Θα βάλω τα πάντα στη θέση τους.

Βήματα ακούστηκαν να τον πλησιάζουν, και στράφηκε, για να κοιτάξει έναν στρατιώτη, ο οποίος είχε μια έξαλλη, ταραγμένη όψη στο πρόσωπό του.

«Τι είναι, πολεμιστή;» ρώτησε ο Βάνμιρ, παραμερίζοντας τα μαλλιά απ’το μέτωπό του κι αφήνοντας το περιδέραιο των Φυλάκων των Βόρειων Συνόρων.

Ο στρατιώτης υποκλίθηκε. «Άρχοντά μου,» είπε, βιαστικά, «η γυναίκα που ήταν με τους Ποιμένες και το Θηρίο: τη βάλαμε στο κελί, όπως προστάξατε, έπεσε να κοιμηθεί, και τώρα ξύπνησε, ουρλιάζοντας και φωνάζοντας ‘Φέρτε μου το Μάγο,’ και νομίσαμε, Άρχοντά μου, υποθέσαμε–»

«–ότι ζητούσε εμένα,» τελείωσε ο Βάνμιρ γι’αυτόν.

Ο στρατιώτης δίστασε στιγμιαία· αλλά, τελικά, ένευσε. «Μάλιστα, Άρχοντά μου. Μοιάζει τρελή η γυναίκα, όμως…»

Εσύ ξανά, Μάγε! Ο Βάνμιρ θυμόταν πολύ καλά τα λόγια της Καρμώζ, όταν εκείνη τον είχε κοιτάξει μέσα στο Χρόνο, επάνω στην εκτέλεση της μαντείας του. «Ναι,» είπε, «εμένα ζητά. Πήγαινέ με στο κελί της, στρατιώτη.»

Οι κραυγές της γυναίκας που υπηρετούσε το Θηρίο ακούγονταν από αρκετή απόσταση, μέσα στους διαδρόμους των υπόγειων, ημιφωτισμένων φυλακών του φρουρίου Ράλτον. Ο Βάνμιρ καταλάβαινε τα λόγια της, αλλά έπρεπε να παραδεχτεί ότι η άγνωστη δε μιλούσε και τόσο καλά τη Γλώσσα των Ωθράγκος.

«Φέρτε μου το Μάγο!» φώναζε η Καρμώζ από το βάθος. «Φέρτε τον αρχηγό σας, σας λέω! Φέρτε μου το Μάγο, τον αρχηγό σας!»

«ΒΟΥΛΩΣΤΟ!» αντήχησε μια αγριοφωνή. «Βούλωστο, γιατί θα σε σκοτώσω, σκύλα!»

«Φέρτε μου το Μάγο!» συνέχισε η γυναίκα. «Γιατί δεν τον φέρνετε;»

«Έχουμε φωνάξει τον Άρχοντά μας. Τώρα, σκάσε!»

«Λες ψέματα! Δεν τον έχετε φωνάξει!»

Ο Βάνμιρ έστριψε την πέτρινη γωνία και πλησίασε το κελί απ’όπου ερχόταν η φωνή της Καρμώζ. Μπροστά από την πόρτα στέκονταν τέσσερις οπλισμένοι Ωθράγκος –ο ένας εκ των οποίων γυναίκα–, με τα όπλα τους στα χέρια, σα να φοβόνταν ότι η δούλη του Θηρίου μπορεί να δραπέτευε κάπως και να τους επιτιθόταν.

«Εδώ είμαι,» δήλωσε ο Άρχοντας-Φύλακας του Ράλτον, ζυγώνοντας.

Οι πολεμιστές στράφηκαν να τον αντικρίσουν, και έκλιναν τα κεφάλια, σε χαιρετισμό. «Άρχοντά μου,» είπε ένας τους.

«Αυτό είναι το κελί όπου κρατείται η γυναίκα, Άρχοντά μου,» τον πληροφόρησε ο στρατιώτης που τον είχε φέρει εδώ.

«Ναι, το κατάλαβα,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ, πηγαίνοντας μπροστά στην πόρτα και κοιτάζοντας την Καρμώζ από το καγκελωτό παραθυράκι. Ήταν ολόγυμνη!

«Πρέπει να σου μιλήσω,» του είπε στη Γλώσσα των Ωθράγκος. «Μόνο εσύ θα με καταλάβεις, Μάγε.»

Ο Βάνμιρ στράφηκε στους στρατιώτες του. «Γιατί γδύσατε αυτή τη γυναίκα;» απαίτησε, αγριοκοιτάζοντάς τους. «Δεν ήθελα να κακοποιηθεί.»

«Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο πολεμιστής που είχε μιλήσει και πριν, «δεν την κακοποιήσαμε. Τα ρούχα της πάρθηκαν για λόγους ασφάλειας… Ίσως να έκρυβε όπλα… Επιπλέον, είναι Καρμώζ και δεν κρυώνει.»

«Φέρτε μου την κάπα της,» πρόσταξε, παγερά, ο Βάνμιρ.

«Μάλιστα, Άρχοντά μου.» Ο στρατιώτης έφυγε, βαδίζοντας βιαστικά.

«Πρέπει να σου μιλήσω,» είπε, έντονα, η Καρμώζ πίσω από τον Βάνμιρ.

Εκείνος στράφηκε, για να την κοιτάξει. Έπρεπε να παραδεχτεί ότι ήταν καλοπλασμένο, εύγραμμο ον, ελαφρώς πιο μεγαλόσωμη από τις Ωθράγκι. «Σε πείραξαν;» τη ρώτησε· και διευκρίνισε: «Εκτός από το γεγονός ότι σου πήραν τα ρούχα.»

Η Μάντισσα συνοφρυώθηκε, για λίγο, προσπαθώντας να κατανοήσει τα λόγια του, τα οποία την είχαν, προς στιγμή, μπερδέψει. Ύστερα, όμως, κατάλαβε. «Όχι,» αποκρίθηκε, κουνώντας το κεφάλι. Και τον ρώτησε: «Μιλάς τη Γλώσσα των Καρμώζ;»

«Με μεγάλη δυσκολία,» δήλωσε ο Βάνμιρ, στη Γλώσσα των Καρμώζ.

Πράγματι, σκέφτηκε η Μάντισσα, παρατηρώντας πως η προφορά του δεν ήταν σωστή.

Ο στρατιώτης επέστρεψε, φέρνοντας στον Βάνμιρ την κάπα της γυναίκας που υπηρετούσε το Θηρίο. «Ανοίξτε μου την πόρτα,» πρόσταξε ο Άρχων-Φύλαξ του Ράλτον.

«Άρχοντά μου,» είπε ένας πολεμιστής, «μάλλον, είναι τρελή…»

«Ανοίξτε την πόρτα.»

Ο στρατιώτης που είχε μιλήσει πλησίασε τη θύρα του κελιού και την ξεκλείδωσε, ανοίγοντάς τη, για να μπει ο Βάνμιρ, ο οποίος έκανε νόημα στους μαχητές του Ράλτον να μείνουν πίσω, όταν εκείνοι επιχείρησαν να τον ακολουθήσουν. «Δε νομίζω ότι χρειάζομαι προστασία,» τους είπε, και έδωσε την κάπα στην Καρμώζ.

Εκείνη την πήρε και την έριξε, σχεδόν αδιάφορα, στους ώμους της, σα να είχε άλλα θέματα να συλλογιστεί, τα οποία την απασχολούσαν πολύ, πολύ περισσότερο από τη γύμνια της. Παράξενο πλάσμα…

«Ποιο είναι τ’όνομά σου;» τη ρώτησε.

«Τ’όνομά μου…» έκανε η Μάντισσα, και σκέφτηκε: Ποιο όνομα, άραγε, ζητάς; Εκείνο που έχω αφήσει πίσω μου καιρό πολύ, μήπως; «Μάντισσα.»

«Μάντισσα… Αυτό είναι το όνομά σου;» Ο Βάνμιρ είπε τη λέξη όνομα και στη Γλώσσα των Ωθράγκος και στη Γλώσσα των Καρμώζ.

Η Μάντισσα αχνομειδίασε, αντιλαμβανόμενη την απορία του. «Πάει πολύς καιρός από τότε που έχουν να με φωνάξουν με το… άλλο όνομα, Μάγε.»

«Ποιο είναι το άλλο όνομα;»

«Ρικνάβαθ.»

«Καρμώζ, επομένως,» είπε ο Βάνμιρ, «όπως είχα υποθέσει εξαρχής, από τότε που σε είδα με τη μαντεία μου.»

«Με τη… μαντεία σου;» Η Μάντισσα συνοφρυώθηκε.

«Με είδες κι εσύ, νομίζω. ‘Ξανά εσύ, Μάγε!’ θυμάμαι πως φώναξες.»

Φυσικά! σκέφτηκε η Μάντισσα. Το πρόσωπο στα σύννεφα. Αυτός ήταν. Αλλά δεν ήταν μόνος. Μιλώντας μια γλώσσα που αποτελούσε ανάμιξη της Γλώσσας των Ωθράγκος και των Καρμώζ, είπε: «Ναι, σε είδα, και, ναι, έτσι φώναξα· όμως δεν ήσουν μόνο εσύ, Μάγε. Ήταν και κάποιος άλλος μαζί σου. Κάποιος ο οποίος ήταν μαζί σου και στη μάχη –μέσα σου. Ο εχθρός της Λα-Κάρχ’νιι, σωστά;»

«Ποια είναι η Λα-Κάρχ’νιι;» ρώτησε ο Βάνμιρ, ενθυμούμενος ότι οι ριβογκάμι ονόμαζαν κάρχ’νιι το «θηρίο».

«Η Μεγάλη Θηριώδης Θεά,» απάντησε η Μάντισσα.

Όπως το περίμενα… «Καλά υπέθεσες, Ρικνάβαθ,» είπε· «ο εχθρός της ήταν μαζί μου στη μάχη, και τη σκότωσε.»

Η Μάντισσα ένευσε, με μια βαθιά λύπη να καθρεπτίζεται στα γαλανά της μάτια. «Καταβρόχθισε την ψυχή της… Ποιος ήταν αυτός ο θεός, Μάγε;»

«Ο Ούργκολ, ο Αρχαιοφύλακας του Βορρά. Δεν το ήξερες;»

Η Καρμώζ κούνησε αργά το κεφάλι. «Όχι.»

«Γιατί ήρθες εδώ, Ρικνάβαθ;»

Ρικνάβαθ… Μ’αποκαλεί συνέχεια Ρικνάβαθ. Πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που κάποιος με αποκάλεσε έτσι… «Με κάλεσαν,» είπε στη Γλώσσα των Καρμώζ.

«Ποιος σε κάλεσε;» ρώτησε ο Βάνμιρ, στην ίδια γλώσσα.

«Η Λα-Κάρχ’νιι

«Γιατί;»

Η Μάντισσα ανασήκωσε τους ώμους. «Πάντα έτσι συμβαίνει…» Πάλι στη γλώσσα της μίλησε.

Ο Βάνμιρ μπερδεύτηκε προς στιγμή, αλλά, ύστερα, κατάλαβε τα λόγια της. «Τι θα πει ετούτο;» ρώτησε στη Γλώσσα των Ωθράγκος.

«Είναι δύσκολο να εξηγήσω,» δήλωσε η Μάντισσα. Και αναστέναξε. «Είναι, να… όπως τώρα, Μάγε. Πάλι αισθάνομαι παράξενα… Κάτι πολύ άσχημο –πολύ κακό– συμβαίνει στα νότια· το νιώθω.»

Τα μισά ήταν στη Γλώσσα των Ωθράγκος, τα μισά στη Γλώσσα των Καρμώζ, αλλά ο Βάνμιρ έπιασε το νόημα των λεγόμενών της. Κακό; σκέφτηκε. Στα νότια; Εκεί όπου είναι ο Ρόλμαρ, δηλαδή; «Με μπερδεύεις, Ρικνάβαθ,» της είπε, ειλικρινά. «Θες να συζητήσουμε περισσότερο για το τι σου συμβαίνει και τι ακριβώς αισθάνεσαι;» Μίλησε κι εκείνος σε μια γλώσσα ανάμικτη, ώστε να βεβαιωθεί ότι η Καρμώζ κατανοούσε κάθε του λέξη.

«Θα σου πω το όραμά που είδα.»

«Πότε το είδες;»

«Τώρα. Προτού ξυπνήσω.»

«Έλα στο δωμάτιό μου, καλύτερα,» είπε ο Βάνμιρ. «Αυτό το κελί είναι κρύο και άβολο.»

«Κρύο;…»

Ο Βάνμιρ μειδίασε. «Σωστά, ξέχασα… Πάντως, κι οι δυο πρέπει να συμφωνούμε ότι είναι, όντως, άβολο.»

Η Μάντισσα τού επέστρεψε το μειδίαμα, αν και δεν κατάλαβε ακριβώς τι της είχε πει –είχε μιλήσει στη μητρική του γλώσσα, και γρήγορα. Ωστόσο, ήταν φανερό πως η γενικότερή του διάθεσή ήταν φιλική, πράγμα το οποίο είχε παραξενέψει τη… Ρικνάβαθ. (Επίσης, της φαινόταν παράξενο που είχε αρχίσει να σκέφτεται τον εαυτό της με το παλιό της όνομα.) Όταν τον είχε αντικρίσει στη μάχη, της είχε φανεί σαν τέρας. Ήταν, πραγματικά, άλλος άνθρωπος, τότε· αυτός ο Ούργκολ βρισκόταν μέσα του. Ο Μάγος είχε γίνει ενσάρκωση του Αρχαιοφύλακα του Βορρά, του πανάρχαιου εχθρού της Λα-Κάρχ’νιι. Ωστόσο, τώρα που η Μάντισσα –η Ρικνάβαθ– τον έβλεπε χωρίς καμία θεϊκή παρουσία εντός του, τώρα που μιλούσε με τον αληθινό του εαυτό, αισθανόταν πως είχε συναντήσει έναν άνθρωπο ο οποίος ίσως να μπορούσε να την καταλάβει· γιατί έμοιαζε κι εκείνος να έχει κάτι το… ασυνήθιστο επάνω του. Κάποια απόκρυφη σύνδεση υπήρχε αναμεταξύ τους. Μια σύνδεση την οποία η Ρικνάβαθ δεν μπορούσε ακόμα να προσδιορίσει, μα την ένιωθε.

Ο Βάνμιρ τράβηξε την κάπα της Καρμώζ εμπρός της και έδεσε τα πέτσινα λουριά. «Για λόγους ευπρέπειας,» είπε, και την οδήγησε έξω από το κελί, βάζοντας το χέρι του στους ώμους της.

«Άρχοντά μου…» άρχισε ένας από τους στρατιώτες απέξω, κοιτάζοντας έκπληκτος τον Άρχοντα-Φύλακα να αποφυλακίζει την αιχμάλωτη.

«Δεν είναι επικίνδυνη· μην ανησυχείτε,» τόνισε ο Βάνμιρ. «Την παίρνω υπό τη φύλαξή μου.»

«Όπως επιθυμείτε, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο στρατιώτης και υποκλίθηκε, όπως και οι υπόλοιποι.

Ο Βάνμιρ οδήγησε τη Μάντισσα, που ονομαζόταν Ρικνάβαθ, στο μονίμως ακατάστατο δωμάτιό του. Άνοιξε την ξύλινη πόρτα και την άφησε να περάσει πριν από εκείνον. Η Καρμώζ μπήκε, προσέχοντας πού πατούσε ανάμεσα στα σκορπισμένα πράγματα που βρίσκονταν στο έδαφος. Το προσεκτικό τούτο βάδισμα δεν έκανε και πολύ καλό στην καψαλισμένη της πατούσα, την οποία η Ρικνάβαθ αισθανόταν να της ρίχνει σουβλιές, πού και πού.

«Κάθισε όπου θέλεις,» της είπε ο Βάνμιρ, κλείνοντας.

Η Μάντισσα κοίταξε τριγύρω. «Δηλαδή;»

Γιατί κανείς δεν μπορεί να δει το προφανές εδώ μέσα; αναρωτήθηκε ο Βάνμιρ. Όλοι τα ίδια του έλεγαν. «Σε κάποια καρέκλα,» εξήγησε, δείχνοντας τις καρέκλες του δωματίου, που καμία δεν ήταν τελείως άδεια: ή κάποιο ρούχο θα υπήρχε επάνω της ή κάποιο αντικείμενο. «Ή στο κρεβάτι.» Έδειξε στο κρεβάτι, όπου, επί του παρόντος, βρίσκονταν δύο στοίβες βιβλίων αξιοσημείωτου μεγέθους. «Ή σε κάποιον πάγκο, αν αυτό σε βολεύει καλύτερα…» Οι πάγκοι ήταν ακόμα πιο γεμάτοι με αντικείμενα, αλλά, φυσικά, η Καρμώζ μπορούσε άνετα να τα παραμερίσει, για να καθίσει, αν ήθελε…

«Να βγάλω αυτή την κάπα τώρα;» ρώτησε η Μάντισσα. «Πολύ ζέστη εδώ μέσα…»

Ο Βάνμιρ, αντιθέτως, έβρισκε το περιβάλλον μάλλον ψυχρό· άλλωστε, ούτε το τζάκι δεν ήταν αναμμένο. Καρμώζ, μα το Μαύρο Άνεμο…! Κατένευσε. «Όπως αγαπάς.»

Η Μάντισσα έλυσε την κάπα και την έριξε επάνω σε μια καρέκλα.

«Αλλά,» πρόσθεσε ο Βάνμιρ, «θα σου δώσω να φορέσεις κάτι άλλο, ελαφρύτερο, εντάξει;» Ήταν ενοχλητικό κι αποσυντονιστικό να την κοιτάζει έτσι, γυμνή, χωρίς το παραμικρό ρούχο επάνω της. Δεν ήταν καθόλου απωθητική γυναίκα.

«Εντάξει,» αποκρίθηκε η Ρικνάβαθ, αντιλαμβανόμενη το λόγο που της το ζητούσε. Έζησα πολύ καιρό με βαρβάρους, σκέφτηκε, τόσο μακριά από τον πολιτισμό, που ξέχασα κάποια πράγματα… Και στο νου της ήρθαν οι χώρες των Καρμώζ, και μελαγχόλησε, νιώθοντας την ψυχή της να βαραίνει.

Ο Βάνμιρ σήκωσε το πρώτο ένδυμα που βρήκε μπροστά του –τον μαύρο χιτώνα που φορούσε όσο έκανε τη μαντεία του (…και όσο φυλάκιζα τον πατέρα μου…)– και το έδωσε στη Μάντισσα.

«Ευχαριστώ,» είπε εκείνη, στη μητρική της γλώσσα. Φόρεσε το ρούχο και κάθισε στο κρεβάτι, οκλαδόν, παραμερίζοντας τη μία από τις δύο στοίβες των βιβλίων που βρίσκονταν εκεί. Κατά λάθος, ένα από τα βιβλία έπεσε στο πάτωμα. «Συγνώμη,» είπε η Ρικνάβαθ, κι έκανε να σκύψει, για να το πιάσει.

«Δεν πειράζει, άστο,» τη σταμάτησε ο Βάνμιρ, και κάθισε σε μια καρέκλα, αντίκρυ της.

«Πώς σε λένε;» τον ρώτησε η Μάντισσα.

Σωστά, σκέφτηκε εκείνος· δεν της έχω συστηθεί ακόμα. «Βάνμιρ,» της αποκρίθηκε. «Και όχι Μάγος,» πρόσθεσε, μειδιώντας στραβά.

Η πόρτα του δωματίου χτύπησε, και μια φωνή ακούστηκε απέξω: «Άρχοντά μου, θα επιθυμούσατε κάτι για φαγητό;»

Φαγητό. Το είχα ξεχάσει αυτό. Και, αμέσως, ήρθε στο νου του ο πατέρας του, ο οποίος βρισκόταν στα υπόγεια του Πύργου των Μαρτυρίων. Για εκείνον, μάλλον, δε θα υπήρχε φαγητό απόψε. Όμως αύριο θα είναι ελεύθερος…

«Άρχοντά μου, είστε καλά; Αν η γυναίκα–»

«Καλά είμαι,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ. «Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα.» Οι υπερασπιστές του Ράλτον ανησυχούσαν για εκείνον. Πίστευαν ότι βρισκόταν σε κίνδυνο μαζί με τη Μάντισσα. Όμως η Ρικνάβαθ μάλλον μπερδεμένη έμοιαζε, παρά επικίνδυνη.

Τη ρώτησε: «Πεινάς; Θέλεις να φας;»

Εκείνη κατένευσε.

«Φέρε μου φαγητό,» φώναξε ο Βάνμιρ στον υπηρέτη έξω απ’την πόρτα. «Αρκετό για δύο άτομα.»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου.»

Ο Βάνμιρ εστίασε το βλέμμα του επάνω στη Ρικνάβαθ, η οποία τον κοιτούσε επίσης επισταμένα, σα να προσπαθούσαν ο ένας να κατανοήσει την ενδότερη ψυχολογία του άλλου.

«Λοιπόν,» είπε ο Ωθράγκος, «νομίζω πως καλό θα ήταν να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Από πού έρχεσαι και πώς έφτασες εδώ; Πώς κατέληξες στις Στέπες και πώς ήρθες σε επαφή με το Θηρίο;»

Η Μάντισσα αναστέναξε. Δε μιλούσε συχνά για τον εαυτό της, όχι πια, τουλάχιστον. Προτιμούσε να μην επιβαρύνει τους άλλους με τα βάσανά της. Ή ίσως και να ντρέπομαι να μιλήσω, σκέφτηκε, αυτοκριτικά. Ωστόσο, όλα αυτά που συγκεντρώνονταν εντός της έμοιαζαν να οικοδομούν ένα βουνό μαρτυρίων, έναν σωρό μολυσμένης πέτρας, τον οποίο η ψυχή της επιθυμούσε να διώξει, γιατί απειλούσε να τη συνθλίψει.

Η Ρικνάβαθ έγλειψε τα χείλη, νευρικά, και άρχισε να μιλά για το παρελθόν της… για το πιο βαθύ της παρελθόν.

Ο Βάνμιρ την άκουγε με προσοχή, ενώ εκείνη του διηγιόταν τα βάσανά της από την περίοδο που βρισκόταν στην Αυτοκρατορία των Καρμώζ, στα βορειότερα σημεία της ηπείρου Βάλγκριθμωρ. Και, ύστερα, το ενδιαφέρον του Ωθράγκος κορυφώθηκε, καθώς η Ρικνάβαθ συνέχισε, μιλώντας του για τις περιπέτειές της έξω από το βασιλικό παλάτι του Άζμαρκωθ, το παλάτι του πατέρα της, Βασιληά Θέναρτωρ. –(Κάπου εδώ, οι υπηρέτες του φρουρίου έφεραν το φαγητό τους.)– Η νεαρή Πριγκίπισσα είχε περιπλανηθεί μόνη σε στοιχειωμένα δάση, κυνηγημένη από σκιερά φαντάσματα που πεινούσαν για την ψυχή της, καθώς και από ανθρώπινους δολοφόνους, σταλμένους από τη Βασίλισσα του Ένμερακ, η οποία αποζητούσε εκδίκηση για το θάνατο του γιου της… που είχε πεθάνει στην αγκαλιά της Ρικνάβαθ. «Αυτή είναι η κατάρα μου,» είπε η Καρμώζ, χωρίς να κοιτάζει το πρόσωπο του Βάνμιρ: «όλοι μου οι εραστές πεθαίνουν.»

Στη συνέχεια του μίλησε για τη ζωή της στην άγρια Στέπα: για το πώς γνώρισε το πνεύμα που αποκαλούσε τον εαυτό του Επαΐοντα Αρκάντμιχ, για το πώς την απήγαγαν οι βάρβαροι, και για το πώς γνώρισε, τελικά, τη Μεγάλη Θεά, ή Λα-Κάρχ’νιι, όπως την αποκαλούσαν οι Ποιμένες της Στέπας που βρίσκονταν κοντά στους Ωθράγκος.

«Η Θεά νόμιζε ότι θα σας κατατροπώναμε,» είπε η Ρικνάβαθ, τελειώνοντας τη διήγησή της. «Ωστόσο, μπορούσε κι εκείνη να κοιτάξει στο μέλλον και να δει τους πιθανούς της φονιάδες… Αλλά δεν είδε εσένα, Βάνμιρ. Είδε μια φυλή ριβογκάμι και μου ζήτησε να τους εξολοθρεύσω. Οπότε, οι τηλαισθητικοί έστειλαν τα Τέκνα της να τους αναζητήσουν στον υπόγειο κόσμο και να μην αφήσουν ούτε έναν τους ζωντανό–»

«Έτσι, λοιπόν, οι ριβογκάμι κατέληξαν στο Παρατηρητήριο!» συμπέρανε ο Βάνμιρ.

Η Ρικνάβαθ συνοφρυώθηκε. «Ποιο Παρατηρητήριο;»

«Υπάρχει ένας βράχος βόρεια του κάστρου μας,» εξήγησε εκείνος, «ο οποίος δεν είναι ακριβώς βράχος. Είναι, στην ουσία, ένα Παρατηρητήριο, με κρυφή είσοδο. Ίσως, μάλιστα, να πρόκειται για απομεινάρι της αυτοκρατορίας για την οποία σου είχε μιλήσει ο Επαΐων Αρκάντμιχ. Όπως και νάχει, πάντως, από τα υπόγεια αυτού του μέρους ήρθαν οι ριβογκάμι. Στην αρχή…» Σκέφτηκε να αναφέρει τη Νίθρα, αλλά, τελικά, αποφάσισε πως καλύτερα θα ήταν να μην πει τίποτα γι’αυτήν. «Στην αρχή, άκουσα θορύβους από τον τοίχο, έτσι ερεύνησα και βρήκα τον υποχθόνιο λαό.»

«Πώς ακριβώς;»

«Έσπασα τον τοίχο,» διευκρίνισε ο Βάνμιρ. «Και τους έφερα επάνω. Αρχικά, ήταν εχθρικοί, γιατί δεν εμπιστεύονται τους κατοίκους της επιφάνειας· όμως, στο τέλος, τα βρήκαμε αναμεταξύ μας και τους πρότεινα να έρθουν στο Ράλτον, για να κρυφτούν από τους κυνηγούς τους.»

Τι ήταν, όμως, εκείνο που έκρυψε τους ριβογκάμι από εμένα; αναρωτήθηκε η Ρικνάβαθ, ακουμπώντας το σαγόνι στις ενωμένες της γροθιές. Πρέπει να υπάρχει κάποια αρχαία δύναμη σ’αυτό το Παρατηρητήριο. Ενδιαφέρον μέρος…

«Να κάνω μια ερώτηση ακόμα;» είπε ο Βάνμιρ.

Η Ρικνάβαθ ανασήκωσε τους ώμους, σα νάλεγε «Και δεν κάνεις;»

«Τι ακριβώς συνέβαινε μ’αυτούς τους ‘τηλαισθητικούς’, όπως τους είπες; Μπορούσαν να έρθουν σε επαφή με τα Τέκνα του Θηρίου, σωστά;»

«Ναι. Οι συγκεκριμένοι Ποιμένες –ο Σάνγκτου και η Βιάργκι– ήταν χαρισματικοί, δίχως να το γνωρίζουν. Συνάντησαν τα θηρία όταν αυτά ήταν σχεδόν νεογέννητα, έτσι δημιουργήθηκε ο δεσμός ανάμεσά τους.»

«Γιατί, όμως; Οι Ποιμένες, σίγουρα, δε θα το επεδίωκαν.»

«Το επιδίωξαν τα ίδια τα θηρία,» εξήγησε η Ρικνάβαθ, «τα οποία ζητούσαν γονείς εκείνη την περίοδο. Η Λα-Κάρχ’νιι τα είχε εγκαταλείψει, ύστερα από τη γέννησή τους.»

«Γιατί;»

«Δεν ξέρω. Ίσως να είχε κάποιο σχέδιο. Όπως σου είπα, έβλεπε στο μέλλον.»

«Ποιος ήταν ο πατέρας;»

«Δεν είμαι βέβαιη,» είπε η Ρικνάβαθ, «αλλά νομίζω πως κάποιου άλλου είδους πλάσμα γονιμοποιούσε το Θηρίο. Τι πλάσμα δεν ξέρω· δεν το έχω ποτέ μου δει.»

«Αχά…» έκανε ο Βάνμιρ, σκεπτικός, κι αναστέναξε. Είχε μάθει πολλά απόψε, και αισθανόταν το νου του υπερφορτωμένο από τις πληροφορίες. Παρατήρησε ότι από το παράθυρο έμπαινε πλέον πρωινό φως και όχι φεγγαρόφωτο. Με τη συζήτηση και, κυρίως, με τη διήγηση της Ρικνάβαθ, είχε έρθει η αυγή.

Ο Βάνμιρ έτριψε τα μάτια του, εξουθενωμένος. «Υπήρχε και κάτι άλλο που ήθελες να μου πεις, αν δεν κάνω λάθος…»

Η Καρμώζ συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς;»

«Γιατί με φώναξες να έρθω στο κελί σου; Ήταν όλα κόλπο, για να βγεις απο κεί;»

Η Ρικνάβαθ τον αγριοκοίταξε. «Όχι. Σου έμοιαζε με κόλπο;»

«Θα μπορούσε να ήταν…» είπε ο Βάνμιρ, αδιάφορα.

«Δεν ήταν,» τον διαβεβαίωσε η Ρικνάβαθ.

«Εξήγησέ μου, λοιπόν.»

«Είδα ένα όραμα, πολύ παράξενο… Ήξερα ότι κανένας εδώ πέρα δε θα με καταλάβαινε. Εκτός ίσως από εσένα, Μάγε–»

«Βάνμιρ.»

Η Ρικνάβαθ υπομειδίασε. «Βάνμιρ.»

«Τι ήταν το όραμα;»

«Περίεργο… δεν το κατάλαβα ακριβώς. Αλλά, βέβαια, πότε καταλαβαίνω ακριβώς τα οράματά μου;… Ωστόσο,» τόνισε η Ρικνάβαθ, «κάτι τέτοιο δεν το έχω ξαναδεί ποτέ. Οι εικόνες εναλλάσσονταν πολύ γρήγορα… Είδα το πρόσωπο ενός λύκου… του Λύκου. Είμαι σίγουρη πως ήταν ‘του Λύκου’.»

«Μιλάς για το λύκο που σου επιτέθηκε στα δάση της πατρίδας σου;»

«Όχι,» είπε η Ρικνάβαθ. «Δεν είχε καμία σχέση μ’αυτόν. Ήταν άλλος λύκος, αλλά όχι τυχαίος. Μετά, είδα κι άλλα πολλά…» Σούφρωσε το μέτωπο, σα να προσπαθούσε να θυμηθεί. «Είδα μια γυναίκα να πονά, ενώ γλοιώδη χέρια τής έσκιζαν τα ρούχα, και η σάρκα της μαύριζε… Ύστερα, παρουσιάστηκε ένα αντρικό πρόσωπο που έλιωνε και γινόταν τρία, και σε κάποια στιγμή μιλούσε κι έλεγε πράγματα βλάσφημα, κάνοντας τους ανθρώπους να φοβούνται… Α, ναι. Είδα και ένα παράξενο οικοδόμημα. Βγήκε από τη λάσπη και έμοιαζε με φίδια, αλλά ήταν… πύργοι–»

«Πύργοι, είπες;» πετάχτηκε ο Βάνμιρ. «Πύργοι μπλεγμένοι σαν φίδια;»

Η Ρικνάβαθ ένευσε. «Ναι. Ξέρεις κάτι γι’αυτό;»

«Πόσοι ήταν οι πύργοι;»

«Πολλοί…»

«Θα μπορούσαν να είναι γύρω στους είκοσι; Δεκαεννέα, ας πούμε;»

«Ναι,» είπε η Ρικνάβαθ, «μάλλον, τόσοι πρέπει να ήταν: γύρω στους είκοσι. Τους αναγνωρίζεις, Βάνμιρ;»

«Το παλάτι της Νουάλβορ –της πρωτεύουσας του Βασιλείου μας– έχει ακριβώς αυτό το σχήμα: δεκαεννέα πύργοι, μπλεγμένοι σα φίδια αναμεταξύ τους. Τι άλλο είδες, Ρικνάβαθ;»

«Είδα κάτι να σέρνεται μέσα στους πύργους και να διαγράφει κύκλους γύρω από ένα θρόνο, φωτισμένο από το φεγγαρόφωτο.»

Ο Ουρανολίθινος Θρόνος; σκέφτηκε ο Βάνμιρ. Μα το Μαύρο Άνεμο! τι συμβαίνει εκεί κάτω; Ίσως ο Ρόλμαρ να κινδυνεύει!

«Τι είναι;» είπε η Ρικνάβαθ, παρατηρώντας την προβληματισμένη όψη στο πρόσωπό του.

«Συνέχισε,» την προέτρεψε ο Βάνμιρ.

«Τι άλλο είδα…;» μουρμούρισε εκείνη. «Α, ναι. Τρία τέρατα που γίνονταν ένα, που έμοιαζαν με λάσπη. Πιστεύω ότι πρέπει να έχουν κάποια σχέση με τα τρία αντρικά πρόσωπα που μου παρουσιάστηκαν στην αρχή.»

«Άλλο;» ρώτησε ο Βάνμιρ. «Τι άλλο είδες;»

«Είδα το Νότο να φλέγεται–»

«Το Νότο; Δηλαδή;»

«Δεν ξέρω. Το Νότο. Είχα την εντύπωση ότι στεκόμουν βόρεια και έβλεπα το Νότο να φλέγεται. Αλλά ο καπνός ήταν φανερός μόνο σ’εκείνους που μπορούσαν να δουν. Κι εκείνοι που μπορούσαν να δουν ήξεραν… ήξεραν ότι η φωτιά τούς πλησίαζε. Κάτι επικίνδυνο βρίσκεται στο Νότο, Μάγε.»

Ο Βάνμιρ είχε κοκαλώσει. Κάτι επικίνδυνο στο Νότο… Ίσως ο Ρόλμαρ να κινδυνεύει εκεί. «Πρέπει να φύγω…» υποτονθόρυσε, περισσότερο στον εαυτό του, παρά στη Μάντισσα. «Πρέπει να πάω στη Νουάλβορ…»

«Τι είπες;»

Τα μάτια του εστιάστηκαν επάνω της. «Ρικνάβαθ, πρέπει να σου πω κάτι πολύ σημαντικό: Διέπραξα ένα έγκλημα.»

«Τι έγκλημα;» Εννοεί ότι σκότωσε τη Μεγάλη Θεά; αναρωτήθηκε η Καρμώζ.

Εκείνη τη στιγμή, η πόρτα χτύπησε δυνατά. «Άρχοντά μου! Με ακούτε;»

Ο Βάνμιρ σηκώθηκε και άνοιξε, για ν’αντικρίσει την Καστελάνο Νιρμέα, με μια ταραγμένη όψη στο πρόσωπό της. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της.

«Τι είναι;» τη ρώτησε, αν και νόμιζε πως είχε καταλάβει.

«Η αδελφή σας, Άρχοντά μου… Είναι νεκρή.»

Ο Βάνμιρ είχε καταλάβει σωστά.

 

 


Κεφάλαιο 2
Ονειρική Απάντηση

 

Η βασιλική ταχυπομπός Κάρλα καθόταν σ’ένα από τα τραπέζια της τραπεζαρίας του Χαριτωμένου Χορευτή, με τα μποτοφορεμένα της πόδια ακουμπισμένα επάνω και σταυρωμένα στον αστράγαλο. Στα χέρια της βαστούσε μια ξύλινη κούπα γεμάτη ζύθο. Η αποψινή βραδιά ήταν βαρετή. Λίγοι πελάτες βρίσκονταν στο ισόγειο του πανδοχείου και κανένας απ’αυτούς δεν έλεγε τίποτα σημαντικό ή ενδιαφέρον. Επιπλέον, ούτε ο Φάλμορ ήταν στην πόλη· είχε φύγει για τη Νέλβορ, ώστε να μεταφέρει κάποιο μήνυμα εκ μέρους του Βασιληά. Είχε πει στην Κάρλα πως δεν επρόκειτο για τίποτα το σπουδαίο και θα επέστρεφε σύντομα.

Όμως ο εν λόγω ταχυπομπός δεν ήταν ο μοναδικός από τους συνηθισμένους θαμώνες που έλειπε απόψε. Ακόμα και ο Ράνιρ είχε φύγει, υποστηρίζοντας πως ήθελε να πάει στο λιμάνι, ώστε να παραλάβει κάτι εμπορεύματα που θα έρχονταν μες στη νύχτα.

Η Κάρλα ύψωσε την κούπα της και ήπιε μια γουλιά, βαριεστημένα. Τα πράγματα ήταν τόσο βαρετά εδώ, που σκεφτόταν να κάνει καμια επίσκεψη στην οικογένειά της! Καθώς ήταν σχεδόν έτοιμη να σηκωθεί και να φύγει από τον Χαριτωμένο Χορευτή, η εξώπορτα άνοιξε και ο Ράνιρ μπήκε. Όμως μαζί του δεν έφερνε κανένα εμπόρευμα… εκτός κι αν μπορούσε κανείς να αποκαλέσει «εμπόρευμα» τον άντρα ο οποίος ακουμπούσε το χέρι του στους ώμους του πανδοχέα, για να στηρίζεται. Ο τύπος έμοιαζε να έχει τα χάλια του. Για την ακρίβεια, έμοιαζε να έχει μπλέξει σε κάποιο καβγά.

Καθώς ο Ράνιρ τον οδηγούσε προς το τραπέζι της, η Κάρλα τον αναγνώρισε. Μα τα Πόδια του Ζικαράθορ, είναι ο Άρχοντας Ρόλμαρ από το Ράλτον! Αμέσως, κατέβασε τα μποτοφορεμένα της πόδια και τον κοίταξε παραξενεμένη, ενώ ο πανδοχέας τον βοηθούσε να καθίσει.

Ο Ρόλμαρ δεν είχε προσέξει την ταχυπομπό Κάρλα, μέχρι που εκείνη του μίλησε, αποκαλώντας τον με το όνομά του. Τότε, βλεφάρισε και ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα, μουγκρίζοντας από τον πόνο στα πλευρά του. Ευτυχώς, σκέφτηκε, που δεν είχε σπάσει κανένα κόκαλο…

«Άρχοντα Ρόλμαρ,» είπε η Κάρλα, έκπληκτη. «Τι κάνετε εσείς εδώ;»

«Δεν το κατάλαβα τούτο!» πετάχτηκε ο Ράνιρ. «Αυτός είναι ο Άρχοντας Ρόλμαρ, ο γιος του Άρχοντα-Φύλακα Άραντιρ του Ράλτον;»

Η Κάρλα ένευσε. «Ναι. Εκτός κι αν βρήκαμε το σωσία του.»

«Φέρε μου μια κούπα κρασί,» μούγκρισε ο Ρόλμαρ, ξεφυσώντας από τον πόνο. «Μεγάλη κούπα κρασί.»

«Είσαι, όντως, ο Άρχοντας Ρόλμαρ;» ρώτησε ο Ράνιρ.

«Ναι. Τώρα, φέρε την κούπα.»

«Όπως επιθυμείτε, Άρχοντά μου. Χάρηκα για τη γνωριμία. Ονομάζομαι Ράνιρ και είμαι ο ιδιοκτήτης του πανδοχείου ‘Ο Χαριτωμένος Χορευτής’.»

«Χαίρομαι ιδιαιτέρως…» είπε, κάπως ειρωνικά, ο Ρόλμαρ, ενώ σκεφτόταν: Τι αηδίες λέει αυτός ο κρετίνος; Δε βλέπει ότι είμαι χάλια;

Ο Ράνιρ έφυγε, πλησιάζοντας τον πάγκο με τα ποτά.

«Άρχοντά μου,» είπε η Κάρλα, «πώς βρεθήκατε εδώ;»

«Εδώ δεν ερχόμουν, ταχυπομπέ;» μούγκρισε ο Ρόλμαρ. «Ελπίζω να μην ξέχασες να ειδοποιήσεις και το Βασιληά για τον ερχομό μου!» Ήταν τσαντισμένος και του έφταιγαν όλοι και όλα. Ο τρισκατάρατος Ρουζβάνος! Δε θα περάσει έτσι τούτο! Θα καταραστείς την ώρα και τη στιγμή που με συνάντησες, Διοικητή Σάβμιν!

«Ασφαλώς και ειδοποίησα το Βασιληά, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε η Κάρλα, θιγμένη. «Ξέρω τη δουλειά μου. Ωστόσο, με παραξενεύει το γεγονός ότι βρεθήκατε εδώ –δηλαδή, στον Χαριτωμένο Χορευτή– και, μάλιστα, σ’αυτή την κατάσταση. Φαίνεστε σαν να μπλέξατε σε καβγά…!»

«Έμπλεξα σε καβγά, ταχυπομπέ,» είπε ο Ρόλμαρ. «Ή, μάλλον, όχι ακριβώς ‘καβγά’…»

«Σας βρήκαν ληστές στους δρόμους της πόλης;»

«Όχι.»

Ο Ράνιρ έφερε το κρασί του Ρόλμαρ και κάθισε σε μια καρέκλα.

«Τότε;» ρώτησε η Κάρλα, ανασηκώνοντας ένα φρύδι.

«Πρόκειται για προσωπική μου δουλειά, ταχυπομπέ,» αντιγύρισε ο Ρόλμαρ. «Μη μπλέκεσαι εκεί που δε σε σπέρνουν.» Ήπιε μια μεγάλη γουλιά απ’το κρασί του και ξεφύσησε πάλι, από τον πόνο σ’όλο του το σώμα. «Κι εσύ,» τόνισε στον Ράνιρ, «μην αρχίσεις να διαδίδεις παντού ότι ξυλοκοπήθηκα απ’αυτόν τον τύπο στις αποβάθρες. Κατάλαβες;»

Η όψη του πανδοχέα έλεγε καθαρά ότι δεν του άρεσε καθόλου ο τόνος στη φωνή του βόρειου Άρχοντα, ούτε του άρεσε να τον προστάζουν. Ωστόσο, κατένευσε, αποκρινόμενος: «Όπως επιθυμείτε, Άρχοντά μου.» Δεν ήθελε να τα έχει άσχημα με τις Αρχές ή με τους ευγενείς, γιατί και οι δύο «έκλειναν σπίτια και μαγαζιά, όποτε τους κατέβαινε», όπως τον είχε ακούσει η Κάρλα να υποστηρίζει πολλές φορές.

«Και για σένα το ίδιο ισχύει, ταχυπομπέ,» είπε ο Ρόλμαρ. «Δε θα διαδόσεις τίποτα γι’αυτό. Δε με είδες καθόλου απόψε.»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε η Κάρλα, ενώ αναρωτιόταν τι να είχε συμβεί. Λογικά, ο Ρόλμαρ έπρεπε να είχε πάει, κατευθείαν, στο παλάτι. Τι ήθελε στους δρόμους της Νουάλβορ; Και τι είδους δουλειά είχε εκεί, ώστε να τον ξυλοκοπήσουν;

Ο Άρχοντας από το Ράλτον ήπιε ακόμα μια γουλιά από το κρασί στην κούπα του, παραμένοντας αμίλητος, καθώς αναλογιζόταν πώς μπορούσε τώρα να ενεργήσει. Ο Σάβμιν είχε αρπάξει τη Νίθρα και την είχε βάλει στο πλοίο του. Ο Ρόλμαρ ήταν αδύνατον να τον κυνηγήσει. Ή, μάλλον, όχι ακριβώς αδύνατον. Μπορούσε, άνετα, να ναυλώσει ένα καράβι και να τον πάρει στο κατόπι, ή να πάει πρώτος στην –άγνωστη για εκείνον– ήπειρο Λιάμνερ-Κρωθ και να τον περιμένει εκεί. Όμως τι θα κατάφερνε έτσι; Κατ’αρχήν, θα αμαύρωνε το όνομά του και το όνομα της οικογένειάς του ολόκληρης. Κατά δεύτερον, αμφέβαλε άμα θα πετύχαινε να σώσει τη Νίθρα. Όχι, σκέφτηκε. Χρειάζομαι κάποιον άλλο, εξυπνότερο τρόπο… ο οποίος, όμως, δε μου έρχεται… Τι στο Μαύρο Άνεμο έχω πάθει, ξαφνικά; Άρχισε πάλι να θυμώνει με τον εαυτό του. Τελείωσε το κρασί μέσα στην κούπα του, με μια μεγάλη γουλιά.

«Άρχοντά μου, θα θέλατε κάτι;» ρώτησε ο Ράνιρ, διακόπτοντας τους συλλογισμούς του. «Να σας πάω κάπου; Στο παλάτι, ίσως; Ή, μήπως, θα επιθυμούσατε ένα δωμάτιο στο πανδοχείου μου, για να ξεκουραστείτε εδώ;»

Τι θα ήθελα; σκέφτηκε ο Ρόλμαρ. Θα ήθελα κάποιος να πάρει τη Νίθρα από τον Σάβμιν και να κάνει τον τρισάθλιο Ρουζβάνο να υποφέρει! Μια ιδέα ήρθε στο νου του.

«Δε θέλω να πάω στο παλάτι,» είπε. «Ούτε δωμάτιο θέλω. Πώς είπαμε το όνομά σου, πανδοχέα;»

«Ράνιρ, Άρχοντά μου.»

Ο Ρόλμαρ έβγαλε μια κορόνα από το πουγκί του και την πέταξε στον Ράνιρ, κάνοντάς τη –κατά τύχη– να στριφογυρίσει επάνω στο τραπέζι. «Κάτι άλλο θέλω από σένα, γιατί μου φαίνεσαι άνθρωπος που ξέρει την πόλη. Λαθεύω, πανδοχέα;»

Ο Ράνιρ έκανε το νόμισμα να πάψει να στριφογυρίζει, σκεπάζοντάς το με την παλάμη του. «Όχι, Άρχοντά μου.»

«Ωραία,» είπε ο Ρόλμαρ, και μια γυαλάδα πέρασε από τα μάτια μου.

Δε μ’αρέσει καθόλου τούτο, σκέφτηκε η ταχυπομπός Κάρλα. Αυτός ο βόρειος ευγενής δεν της ενέπνεε καμία εμπιστοσύνη. Κι επιπλέον, η συμπεριφορά του προς τους άλλους ήταν σα να δηλώνει πως τους έβλεπε ως υποδεέστερους. Πράγμα που σήμαινε ότι δε θα δίσταζε καθόλου να τους προδώσει ή να τους αφήσει να καταστραφούν. Βέβαια, ίσως όλα τούτα να μην αλήθευαν, ίσως η κακή διάθεση του Άρχοντα να οφειλόταν στα όσα είχε περάσει απόψε, γιατί παλιότερα ο Ρόλμαρ δεν της είχε κάνει τόσο άσχημη εντύπωση. Ωστόσο, η Κάρλα εξακολουθούσε να έχει τις επιφυλάξεις της.

«Άκουσε, λοιπόν, τι θέλω από εσένα, Ράνιρ,» συνέχισε ο γιος του Άρχοντα-Φύλακα Άραντιρ. «Θέλω να–»

Η πόρτα του πανδοχείου άνοιξε, και τέσσερις οπλισμένοι στρατιώτες μπήκαν, περιστοιχίζοντας μια γυναίκα ντυμένη με κάπα και κουκούλα, η οποία έκρυβε το πρόσωπό της στη σκιά.

Ποιοι είν’αυτοί; απόρησε η Κάρλα, και το χέρι της πήγε στο ξιφίδιο που κρεμόταν από τη ζώνη της.

Ο Ράνιρ συνοφρυώθηκε και σηκώθηκε όρθιος, βγάζοντας το κόκκινο, φτερωτό του καπέλο κι ακουμπώντας το επάνω στο τραπέζι. Έμοιαζε έτοιμος ν’αρπάξει την καρέκλα του και να τη φέρει στο κεφάλι όποιου στρατιώτη άρχιζε φασαρίες στο μαγαζί του. Παρότι ήθελε να τα έχει καλά με τις Αρχές και τους ευγενείς, η τάξη και η γαλήνη μέσα στον Χαριτωμένο Χορευτή αποτελούσαν, στο μυαλό του, κανόνες απαράβατους για όλους, είτε επρόκειτο για τον διοικητή της φρουράς είτε για τη μητριάρχη του ισχυρότερου Οίκου.

Ο Ρόλμαρ νόμιζε πως ήξερε ποια ήταν η γυναίκα με την κουκούλα, και αναστέναξε, μουγκρίζοντας εσωτερικά.

Οι στρατιώτες και η αρχηγός τους ζύγωσαν το τραπέζι.

«Χαίρετε,» είπε, παγερά, ο Ράνιρ. «Θα θέλατε κάτι;»

«Τη συνεργασία σου και την εχεμύθειά σου,» αποκρίθηκε η κουκουλοφόρος και του έδωσε τρία κορόνια.

Ναι, αυτή είναι… Ο Ρόλμαρ ήταν πλέον βέβαιος. Η φωνή της την πρόδιδε.

Την ίδια στιγμή, η Κάρλα νόμιζε πως η μυστηριώδης κουκουλοφόρος τής θύμιζε κάτι, μα δεν μπορούσε να πει ποια ήταν ακριβώς. Ωστόσο, πρέπει να την είχε συναντήσει και παλιότερα, σίγουρα.

Η Πριγκίπισσα Λιόλα στράφηκε στον Ρόλμαρ. «Πρέπει να μιλήσουμε, ιδιαιτέρως.»

«Πολύ ευχαρίστως…» Για μια στιγμή, σκέφτηκε να προσθέσει «Υψηλοτάτη» ή «Πριγκίπισσά μου», και να την αποκαλύψει μπροστά στον πανδοχέα και την ταχυπομπό. Ωστόσο, αποφάσισε να πει απλά: «…αγαπητή,» μ’ένα στραβό μειδίαμα, το οποίο δήλωνε μια συγκαλυμμένη απειλή: ότι, αν ήθελε, μπορούσε να την είχε φανερώσει.

Η Λιόλα πρέπει να έπιασε τον υπαινιγμό του, γιατί ο Ρόλμαρ νόμιζε πως είδε τα μάτια της να γυαλίζουν κάτω απ’τη σκιά της κουκούλας της και τα χείλη της να στραβώνουν. Όμως η Πριγκίπισσα δεν είπε τίποτα. Στράφηκε στον Ράνιρ και πρόσταξε: «Βρες μας ένα ήσυχο δωμάτιο που, συνήθως, καταριούνται οι ωτακουστές, πανδοχέα.»

Εκείνος φόρεσε το κόκκινό του καπέλο, γελώντας. «Το δωμάτιο είκοσι-ένα. Θα σας δώσω τα κλειδιά, και το χρησιμοποιείτε για όσο θέλετε. Επιστρέφω αμέσως.» Απομακρύνθηκε.

Όσο έλειπε, κανείς δε μίλησε· και η Κάρλα προσπαθούσε να καταλάβει ποια ήταν αυτή η γυναίκα με την κουκούλα, χωρίς βέβαια να φανεί ότι την κοιτούσε έντονα. Πού την έχω ξαναδεί; Πού την έχω ξαναδεί; Κάποια αρχόντισσα είναι, σίγουρα. Έφερε στο νου της τους ευγενείς της Νουάλβορ, σκεπτόμενη τη φωνή, το ύψος, και την κορμοστασιά τους. Όταν ο Ράνιρ επέστρεψε, δεν είχε βρει ακόμα απάντηση.

Ο πανδοχέας έδωσε το κλειδί στην κουκουλοφόρο γυναίκα, μ’ένα ευγενικό «Ορίστε, κυρία μου».

Ο Ρόλμαρ σηκώθηκε από την καρέκλα, στηριζόμενος στο τραπέζι.

«Θέλετε βοήθεια, Άρχοντά μου;» τον ρώτησε ο Ράνιρ. «Μπορώ να σας πάω ως το δωμάτιο.»

«Δε χρειάζεται, πανδοχέα,» είπε η Πριγκίπισσα Λιόλα. «Θα τον βοηθήσω εγώ, αν υπάρξει ανάγκη. Εσύ κέρασε τους στρατιώτες μου ό,τι θέλουν, όσο θα λείπω.»

«Μάλιστα, κυρία μου.»

Ο Ρόλμαρ βάδισε προς τη σκάλα του πανδοχείου, αναλογιζόμενος ότι η Λιόλα είχε βρει τη χειρότερη δυνατή στιγμή για να εμφανιστεί. Τώρα, θα πρέπει να μιλήσω με τον Ράνιρ αργότερα. Και, όσο καθυστερώ, τόσο τα πράγματα χειροτερεύουν για τη Νίθρα…

Η Πριγκίπισσα τον πρόλαβε, χωρίς δυσκολία, και πέρασε το χέρι της γύρω από τη μέση του.

«Τι κάνεις;» γρύλισε ο Ρόλμαρ, απομακρύνοντάς την. Τα πλευρά του τον πέθαιναν, ύστερα από τα χτυπήματα του Σάβμιν. «Θες να με σκοτώσεις;»

«Συγνώμη,» είπε η Λιόλα. «Ήθελα μόνο να βοηθήσω…»

«Έχεις κάνει πολλά ήδη,» αντιγύρισε, εχθρικά, ο Ρόλμαρ, κι άρχισε ν’ανεβαίνει τη σκάλα. Σκύλα! Αν δεν ήταν αυτή, ο Σάβμιν δε θα είχε ποτέ καταλάβει το κόλπο του, και η Νίθρα θα ήταν ασφαλής.

Η Λιόλα τον ακολούθησε. «Ήταν ανόητο αυτό που έκανες!» του σφύριξε, κάτω απ’την κουκούλα της. «Πολύ ανόητο!»

Ο Ρόλμαρ δεν αποκρίθηκε. Άλλωστε, θα κουβέντιαζαν στο δωμάτιο, όταν θα ήταν μόνοι. Κι επιπλέον, δεν μπορούσε να ανεβαίνει ετούτη την καταραμένη σκάλα και να μιλά, συγχρόνως, ύστερα από όσα είχε περάσει.

Η Λιόλα, προφανώς, παρατήρησε πως δεν επρόκειτο να της απαντούσε και έπαψε. Ωστόσο, η όψη της εξακολουθούσε να είναι θυμωμένη, πράγμα που εκείνος μπορούσε να παρατηρήσει μέσα απ’την κουκούλα της, καθώς η Πριγκίπισσα ήταν κοντά του.

Σύντομα (ή, μάλλον, όχι και τόσο σύντομα για τον Ρόλμαρ), έφτασαν μπροστά από μια πόρτα που είχε χαραγμένο τον αριθμό 21 στην επιφάνειά της. Η Λιόλα την άνοιξε, χρησιμοποιώντας το κλειδί που της είχε δώσει ο Ράνιρ, και οι δυο τους μπήκαν στο δωμάτιο, το εσωτερικό του οποίου φωτιζόταν μονάχα από το φεγγαρόφωτο που γλιστρούσε ανάμεσα από τα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα. Ο χώρος δεν ήταν πολύ μεγάλος, αλλά ούτε και πολύ μικρός. Είχε ένα κρεβάτι, ένα σβηστό τζάκι, ένα γραφείο, μια ντουλάπα, και μια πόρτα που, προφανώς, οδηγούσε στην τουαλέτα.

Η Λιόλα έκλεισε πίσω της και έβγαλε την κουκούλα. «Κάθισε,» είπε στον Ρόλμαρ, ενώ η ίδια πλησίασε τα παραθυρόφυλλα και τα άνοιξε, για να μπει περισσότερο φεγγαρόφωτο στο δωμάτιο.

Ο βόρειος Άρχοντας κάθισε στην καρέκλα, μορφάζοντας από τον πόνο. Τα χτυπήματα του είχαν αρχίσει να κρυώνουν, καθώς η υπερένταση είχε περάσει, και τον πονούσαν περισσότερο από πριν.

«Έχεις τα χάλια σου,» παρατήρησε η Λιόλα. «Καλύτερα να ξαπλώσεις.»

«Δε θέλω να ξαπλώσω,» της γρύλισε ο Ρόλμαρ. «Θέλω να ανασκολοπίσω τον φίλο σου, τον Διοικητή Σάβμιν!»

«Εσύ φταις που συνέβησαν αυτά,» τον κατηγόρησε η Λιόλα.

«Εγώ; Εσύ τον προειδοποίησες για το σχέδιό μου!»

«Και να λες καλά που το έκανα. Τώρα, όλοι είναι ικανοποιημένοι–»

«Όλοι είναι ικανοποιημένοι;» φώναξε ο Ρόλμαρ, εξοργισμένος. Σκέφτηκε να σηκωθεί και να τη στραγγαλίσει, επιτόπου, αλλά συγκράτησε τον εαυτό του απ’αυτή την παρόρμηση. Επιπλέον, δεν ήταν σίγουρος ότι θα κατάφερνε να σηκωθεί…

«Γιατί; Δεν είσαι ικανοποιημένος, Ρόλμαρ;» αντιγύρισε η Πριγκίπισσα. «Τι ήθελες; Να κατηγορηθείς ότι έκρυβες μια καταζητούμενη; Μια άγνωστη Ρουζβάνη που ο Βασιληάς είχε προστάξει να του παραδοθεί αμέσως; Αυτό ήθελες;»

Ο Ρόλμαρ δε μίλησε. Όχι, σίγουρα, δεν ήθελε αυτό. Όμως δεν ήθελε, επίσης, ο Σάβμιν να συλλάβει τη Νίθρα!

«Είσαι χαζός;» είπε η Λιόλα, πλησιάζοντάς τον εκεί όπου καθόταν. «Γιατί ρίσκαρες τόσα πολλά; Τι είχες να κερδίσεις, μπορείς να μου πεις;»

Ο Ρόλμαρ την κοίταξε καταπρόσωπο. «Της είχα υποσχεθεί ότι θα την έκρυβα, εντάξει, Πριγκίπισσα; Και δε συνηθίζω να παραβαίνω εύκολα τις υποσχέσεις μου.»

«Χα-χα-χα!» γέλασε η Λιόλα, σα να της είχε πει κάποιο αστείο. «Ρόλμαρ… νόμιζα ότι μου έλεγες αλήθεια, όταν κάποτε ισχυρίστηκες ότι είσαι εξυπνότερος από τους περισσότερους βόρειους ακρίτες.» Ύστερα, η όψη της σοβάρεψε. «Δεν πρόκειται για παιχνίδι,» του τόνισε. «Η υπόθεση δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, αστεία. Η Βασίλισσα Καλβάρθα του Νούφρεκ θεωρεί το έγκλημα της Νίθρα πολύ σοβαρό.»

«Μη μου κάνεις εμένα μάθημα, Πριγκίπισσα!» μούγκρισε ο Ρόλμαρ. «Γνωρίζω πολύ καλά τη σοβαρότητα της κατάστασης. Ωστόσο, θα είχα καταφέρει να φυγαδέψω τη Νίθρα, αν δεν είχες παρέμβει εσύ. Ο Σάβμιν ποτέ δε θα κατάφερνε να αποδείξει πως εμείς, οι φύλακες του Ράλτον, την είχαμε κρύψει. Θα επέστρεφε στην πατρίδα του για να αναφέρει αποτυχία. Ή, μήπως, λαθεύω, Λιόλα; Κι αν ναι, πού είναι το λάθος μου;»

Η Πριγκίπισσα δεν απάντησε αμέσως· μετά, όμως, είπε, κάπως σφιγμένη: «Δεν έχεις υπολογίσει πολλά πράγματα.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Ρόλμαρ· «δεν ήξερα ότι είχες γίνει τόσο φιλική προς τους Ρουζβάνους, Λιόλα. Αλλά γιατί; Γιατί πίεσες τον πατέρα σου να δώσει τη Βασιλική Άδεια Έρευνας στον Σάβμιν; Και γιατί προειδοποίησες το διοικητή για το σχέδιό μου;»

«Ήταν ό,τι πιο λογικό μπορούσα να–»

«Πες μου την αλήθεια!» φώναξε ο Ρόλμαρ, νιώθοντας έναν καυτό θυμό να τον πλημμυρίζει. Πρέπει να συγκρατήσω τον εαυτό μου. Πρέπει να συγκρατήσω τον εαυτό μου. Αυτοκυριαρχία, Ρόλμαρ· αυτοκυριαρχία. Δεν είμαι σαν τον πατέρα.

Η Λιόλα τον κοίταξε ήρεμα. «Την αλήθεια…» είπε, σα να μονολογούσε. «Τι αλήθεια θέλεις; Δε σου μοιάζουν λογικές οι ενέργειές μου; Ή, μήπως, νομίζεις ότι το Νούφρεκ είναι αντίπαλός μας;»

«Δεν είναι, όμως, και σύμμαχός μας, αν δεν κάνω λάθος.»

«Και τι σημασία έχει αυτό;» Η Πριγκίπισσα έχασε, προς στιγμή, την ήρεμή της όψη. «Έπρεπε να φερθούμε εχθρικά προς τους απεσταλμένους της Βασίλισσας Καλβάρθα; Μια εγκληματία ζητούσαν μόνο! Πού ακριβώς είναι το σφάλμα, Ρόλμαρ;»

«Μην αλλάζεις την κουβέντα.»

«Πώς άλλαξα την–;»

«Εγώ μιλούσα για τη δική σου συμπεριφορά προς τους Ρουζβάνους. Μιλούσα για τις υπερβολικές ελευθερίες που τους δόθηκαν μέσα στο Βασίλειό μας! Υπάρχει κάποιος λόγος γι’αυτό, Λιόλα; Μη μου το κρύβεις. Έχεις κάτι να κερδίσεις. Τι;»

«Τουλάχιστον,» είπε η Πριγκίπισσα, «εγώ έχω κάτι να κερδίσω, όπως λες. Εσύ τι είχες να κερδίσεις, βοηθώντας την καταζητούμενη; Φοβόσουν μην παραβείς τις… ‘αρχές’ σου;–»

«Υπάρχουν και ορισμένοι Ωθράγκος που, όταν κάποιος κατατρεγμένος τούς ζητήσει βοήθεια, τον βοηθάνε…»

«–Ή, μήπως, η Πειθώ της συγκεκριμένης Ρουζβάνης σε είχε αποβλακώσει τελείως;»

«Ξέρω πολύ καλά τι κάνω,» αντιγύρισε εκείνος. «Εγώ και μόνο εγώ ελέγχω τις πράξεις μου.»

«Τότε, σίγουρα, φτάνουμε στην τελευταία εκδοχή,» είπε η Λιόλα. «Είσαι ερωτευμένος μ’αυτή την άθλια Ρουζβάνη.»

«Φυσικά και όχι!» αποκρίθηκε ο Ρόλμαρ, αν και αισθάνθηκε κάτι να συνθλίβεται μέσα του από τα λόγια της. «Φαίνεται πως δεν κατανοείς πολύ πιο απλά πράγματα, Πριγκίπισσα. Βοήθησα τη Νίθρα γιατί ήθελα να τη βοηθήσω· γιατί ήρθε κατατρεγμένη ως τα σύνορα και δεν είχε κανέναν άλλο για να της σταθεί· γιατί, αφότου άκουσα την ιστορία της, έκρινα πως το ‘έγκλημά’ της δεν ήταν καθόλου έγκλημα.»

Η ηρεμία είχε επανέλθει στο πρόσωπο της Λιόλα, η οποία ρώτησε, ψυχρά: «Και πώς ήξερες ότι σου έλεγε αλήθεια;»

«Θα το καταλάβαινα αν μου έλεγε ψέματα–»

Η Πριγκίπισσα γέλασε δυνατά.

«–Θα υπήρχε κάποια ασυνέπεια στη διήγησή της!»

«Εμένα προσπαθείς να πείσεις, ή τον εαυτό σου;» είπε η Λιόλα, υπομειδιώντας σαρδόνια. «Μην μπαίνεις στον κόπο. Ακόμα και την Πειθώ αν είχες, δε θα τα κατάφερνες.»

«Παίζεις κάποιο παιχνίδι, Πριγκίπισσα!» την κατηγόρησε ο Ρόλμαρ. «Και περιπλέκεις την κατάσταση επίτηδες. Πες μου καλύτερα τι σου έχουν υποσχεθεί οι Ρουζβάνοι. Τι έχεις να κερδίσεις απ’αυτούς;»

Η Λιόλα απομακρύνθηκε, για να πάει να σταθεί μπροστά από το παράθυρο. Το φως του φεγγαριού έλουσε τη μορφή της· έκανε τα ξανθιά της μαλλιά να γυαλίζουν.

«Τι νομίζεις εσύ ότι έχω να κερδίσω, Ρόλμαρ;»

«Πραγματικά, δεν μπορώ να φανταστώ. Τι έχουν οι Ρουζβάνοι που το θέλεις; Κάτι πρέπει να σου έχουν υποσχεθεί…»

Η Λιόλα γέλασε. «Τι να μου έχουν υποσχεθεί;»

«Αυτό με παραξενεύει. Τι μπορούν να σου δώσουν που δεν το έχεις ήδη;»

«Τίποτα,» ήταν η απάντηση της Πριγκίπισσας. «Αυτοί, οι ίδιοι οι Ρουζβάνοι, τίποτα… Αλλά, πρέπει να σου δείξω κάτι.» Έλυσε την κάπα απ’τους ώμους της και την άφησε να πέσει στο πάτωμα, ενώ ο Ρόλμαρ την παρακολουθούσε παραξενεμένος. Δεν ήταν δυνατόν η Λιόλα να αναφερόταν σε κάποιο κόσμημα ή κάποιο ένδυμα που της είχαν προσφέρει! Πρέπει να επρόκειτο για κάτι πιο σημαντικό, αλλά τι;

Η Πριγκίπισσα συνέχισε να γδύνεται, βγάζοντας το φόρεμά της.

«Τι κάνεις;» απαίτησε ο Ρόλμαρ. Είναι τρελή;

«Θα δεις,» απάντησε η Λιόλα. «Γιατί, αν δεν το δεις, δε θα το πιστέψεις. Κανείς δε με πιστεύει, στην αρχή…» Έβγαλε τα παπούτσια της και, ύστερα, τα εσώρουχά της.

«Είσαι τρελή;» φώναξε ο Ρόλμαρ, καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα του. «Φόρεσε τα ρούχα σου, Πριγκίπισσα. Εγώ, τουλάχιστον, δε βλέπω κάτι το ασυνήθιστο επάνω σου!»

Η Λιόλα χαμογέλασε, αχνά, διασκεδάζοντας με την αντίδρασή του. «Φυσικά και δε βλέπεις κάτι το ασυνήθιστο επάνω μου,» είπε, καθώς τον πλησίαζε, λουσμένη από το φεγγαρόφωτο που εισέβαλε από το παράθυρο. «Το ασυνήθιστο είναι μέσα και γύρω μου.» Άγγιξε το χέρι του, και ο Ρόλμαρ αισθάνθηκε μια αναζωογονητική δύναμη να τον διαπερνά, σαν ένας δροσερός αέρας να είχε, ξαφνικά, χτυπήσει το πρόσωπό του, για να αλαφρύνει την ψυχή του.

«Λιόλα,» ψέλλισε ο Ρόλμαρ, «δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχουν όλ’αυτά με τους Ρουζ…» Τα λόγια του χάθηκαν, καθώς τα χείλη της Πριγκίπισσας άγγιξαν τα δικά του· και, ύστερα, τα πάντα συνέβησαν ονειρικά, λες και δεν ήταν πραγματικότητα.

Ο Ρόλμαρ δεν ένιωθε πλέον το σώμα του κουρασμένο και καταπονημένο από τα χτυπήματα του Σάβμιν· τουναντίον, το ένιωθε γεμάτο ενέργεια, και επιθυμία για τη Λιόλα.

Το όνειρο τού φάνηκε πως κράτησε για ώρα πολύ, αλλά… ήταν όνειρο.

Μετά, επανήλθε στην πραγματικότητα. Ή, νόμιζε ότι επανήλθε.

Τώρα, βρισκόταν ξαπλωμένος επάνω στο κρεβάτι του δωματίου, με τη Λιόλα δίπλα του. Ήταν κι οι δυο τους γυμνοί. Το κορμί του εξακολουθούσε να μην τον πονά. Αλλά ο νους του Ρόλμαρ είχε αρχίσει να καθαρίζει, κι έτσι παραξενεύτηκε. Κοίταξε τον εαυτό του και είδε ότι δεν υπήρχαν μελανιές επάνω του. Άγγιξε τα πλευρά του, μα δεν πονούσε. Άγγιξε το κεφάλι του: το ίδιο. Πίεσε τα πλευρά του, προσπαθώντας να αισθανθεί τα χτυπήματα του Ρουζβάνου διοικητή, μα δεν υπήρχαν πλέον χτυπήματα.

Έστρεψε το βλέμμα του στη Λιόλα, η οποία είχε το κεφάλι ακουμπισμένο στη γροθιά της· το χέρι της σχημάτιζε ένα τρίγωνο, καθώς ήταν λυγισμένο. Τα χείλη της χαμογελούσαν πλατιά.

«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε, τρομαγμένος. «Τι μου έκανες; Ακόμα ονειρεύομαι;»

«Ακόμα;» απόρησε η Πριγκίπισσα. «Μα, ούτε πριν ονειρευόσουν, Ρόλμαρ… Καταλαβαίνεις τώρα;»

«Όχι. Τι να καταλάβω, μα τους θεούς όλους;» απαίτησε εκείνος, καθώς ανασηκωνόταν επάνω στο κρεβάτι, παραξενεμένος που δεν πονούσε στο ελάχιστο.

«Οι θεοί μας, οι θεοί των Ωθράγκος, είναι ασήμαντοι, Ρόλμαρ. Ασήμαντοι μπροστά στη δική μου Θεά, τη Λιάμνερ Κρωθ.»

«Η Λιάμνερ Κρωθ είναι θεά των Ρουζβάνων…»

«Ακριβώς,» χαμογέλασε η Πριγκίπισσα.

«Γι’αυτό, λοιπόν, τους βοηθάς;» είπε ο Ρόλμαρ. «Για να έχεις την εύνοιά της;»

«Για να έχω τις δυνάμεις που μου προσφέρει,» διευκρίνισε η Λιόλα. «Είμαι η μοναδική της ιέρεια επάνω στη Βάλγκριθμωρ, νομίζω· και η Μεγάλη Μητέρα είναι καλή μαζί μου.»

Τα μάτια του Ρόλμαρ στένεψαν. «Αυτό είναι πολύ παράξενο, Πριγκίπισσα,» είπε. «Γιατί δεν έχει ποτέ ξανά γίνει κάτι τέτοιο; Γιατί η Λιάμνερ Κρωθ ποτέ δε λατρευόταν στη Βάλγκριθμωρ;»

«Δεν ξέρω, και δε μ’απασχολεί.»

«Δε σ’απασχολεί;» απόρησε ο Ρόλμαρ και σηκώθηκε από το κρεβάτι, φορώντας την περισκελίδα του.

«Γιατί να μ’απασχολήσει; Απλά, αισθάνομαι τιμημένη που η Θεά αποφάσισε να εμπιστευτεί την αρχή της Βαλγκριθμώριας θρησκείας της σε μένα.»

«Γιατί σε σένα, Λιόλα;»

«Γιατί όχι; Είμαι Πριγκίπισσα-Διάδοχος του Βασιλείου. Και, όταν είμαι Βασίλισσα, θα φροντίσω να απλώσω τη θρησκεία της Λιάμνερ Κρωθ σ’όλο το Νόρβηλ και σ’ολάκερη την ήπειρο!»

«Κάτι δεν πάει καλά…»

«Ζηλεύεις, Ρόλμαρ;» Η Λιόλα σηκώθηκε από το κρεβάτι και φόρεσε το μεσοφόρι της. «Ζηλεύεις επειδή η Θεά επέλεξε εμένα; Ζηλεύεις τις δυνάμεις μου;»

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Φοβάμαι, Πριγκίπισσα. Ύστερα από όσα είδα και όσα ένιωσα, φοβάμαι.»

«Και πολύ καλά κάνεις,» αποκρίθηκε η Λιόλα.

 

 


Κεφάλαιο 3
Αιχμάλωτη

 

Η αντίσταση που έφερνε δεν τη βοήθησε σε τίποτα. Οι Ρουζβάνοι στρατιώτες την έπιασαν από τις κνήμες και τις μασχάλες και την ανέβασαν στο καράβι τους. Της έδεσαν τα πόδια (τα χέρια της ήταν ήδη δεμένα) και την πέταξαν στο σκιερό αμπάρι, κλείνοντας την καταπακτή από πάνω της και τυλίγοντας τη στο σκοτάδι.

Όχι ξανά! σκέφτηκε η Νίθρα, παλεύοντας να ξεγλιστρήσει από τα δεσμά της. Δεν άντεχε άλλο να είναι δεμένη σαν γουρούνι που το οδηγούν στο σφαγείο. Ωστόσο, σε λίγο έπαψε τις προσπάθειες να λυθεί, γιατί, κατά πρώτον, ήταν προφανώς ανώφελες και, κατά δεύτερον, πού θα πήγαινε, ακόμα κι αν τα κατάφερνε; Θα τα έβαζε, μήπως, με όλους αυτούς τους στρατιώτες;

Αισθάνθηκε το πλοίο ν’αρχίζει να κινείται, και κάθε ελπίδα χάθηκε από την καρδιά της. Δε θα γλίτωνε την κρεμάλα της Βασίλισσας Καλβάρθα… ή τον δήμιο, θύμισε στον εαυτό της. Η Μονάρχισσα του Νούφρεκ, η ξαδέλφη της, σίγουρα θα της επέτρεπε να επιλέξει τον έναν από τους δύο αυτούς τρόπους θανάτου. Τι καλά, σκέφτηκε ειρωνικά η Νίθρα. Εξακολουθώ να είμαι κυρία της μοίρας μου… Έδωσε ένα δυνατό –κι ανώφελο– τράβηγμα στα δεσμά της.

Μετά, έμεινε ασάλευτη γι’αρκετή ώρα, ακούγοντας τα τριξίματα της ξύλινης καρίνας του πλοίου, τις απόμακρες φωνές των Ρουζβάνων του καταστρώματος, και την αναπνοή της.

Σε παρακαλώ, Μεγάλη Μητέρα, προσευχήθηκε στη Θεά Λιάμνερ Κρωθ, βοήθησέ με. Κάνε κάτι. Βοήθησέ με, και θα είμαι πιστή για πάντα.

Η καταπακτή, ξαφνικά, άνοιξε· και η Νίθρα νόμιζε, προς στιγμή, πως η προσευχή της είχε εισακουστεί. Όμως δεν άργησε ν’αλλάξει γνώμη, βλέποντας έναν Ρουζβάνο να κατεβαίνει τη σκάλα.

Όταν ήταν κάτω, ο άντρας έσκυψε και έλυσε το φίμωτρο απ’το στόμα της. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε.

Η Νίθρα έγλειψε τα χείλη, προσπαθώντας να ξεμουδιάσει αυτά και τη γλώσσα της. «Υπέροχα!» αποκρίθηκε. «Δεν έχω περάσει καλύτερα σ’όλη μου τη ζωή!»

Τα μάτια του άντρα στένεψαν, θυμωμένα, και γυάλισαν στο φως της λάμπας που ερχόταν από πάνω. Ωστόσο, δε μίλησε. Τράβηξε ένα ξιφίδιο από τη ζώνη του κι έκοψε τα δεσμά των ποδιών της. Ύστερα, την άρπαξε απ’το μπράτσο και τη σήκωσε όρθια.

«Τι συμβαίνει;» είπε η Νίθρα. «Ο διοικητής σας αποφάσισε να μου κάνει την τιμή;»

«Προχώρα!» της μούγκρισε ο στρατιώτης, σπρώχνοντάς τη προς τη σκάλα.

Η Νίθρα παραπάτησε, αλλά δεν έπεσε. Ανέβηκε τα στενά σκαλοπάτια αργά, προσέχοντας να μη γλιστρήσει. Όταν βγήκε στο κατάστρωμα, ο θαλασσινός αγέρας τής χτύπησε το πρόσωπο, κάνοντας τα μαύρα της μαλλιά ν’ανεμίσουν. Γύρω της, μπορούσε να δει οπλισμένους στρατιώτες, ενώ προς το Βορρά φαίνονταν οι ακτές του Βασιλείου Νόρβηλ μέσα στη νύχτα.

«Μην κοιτάς προς τα κει, Νίθρα· δε σκοπεύουμε να επιστρέψουμε.»

Έστρεψε το βλέμμα της, για να κοιτάξει τον Σάβμιν, καθώς έβγαινε από την ξύλινη πόρτα της γέφυρας.

«Δε σε σκότωσε, λοιπόν,» παρατήρησε η Νίθρα. «Γαμώτο…!»

«Ποιος να με σκότωνε;» έκανε ο Σάβμιν. «Αυτός ο άθλιος Ωθράγκος;» Γέλασε βροντερά. Τα δόντια του γυάλισαν στο φως της μεγάλης λάμπας του πλοίου. «Πρέπει να αστειεύεσαι…» Πρόσταξε τους στρατιώτες του: «Κόψτε της τα δεσμά.»

Ο άντρας που της είχε ελευθερώσει τα πόδια τής ελευθέρωσε και τα χέρια, με το ξιφίδιό του. Η Νίθρα έτριψε τους ματωμένους της καρπούς, νιώθοντας τα δάχτυλά της μουδιασμένα.

«Έλα,» της είπε ο Σάβμιν, και μπήκε στη γέφυρα.

Εκείνη τον ακολούθησε, περνώντας ανάμεσα από τους συμπατριώτες της, που κάθε άλλο παρά φιλικά την κοιτούσαν. Έμοιαζαν να θέλουν να τη σκοτώσουν. Ρίγησε.

Μπήκε στην καμπίνα του Σάβμιν και έκλεισε την πόρτα. Ο διοικητής βρισκόταν ήδη καθισμένος σε έναν βελούδινο καναπέ, έχοντας βάλει το ένα μποτοφορεμένο πόδι επάνω και στριφογυρίζοντας ένα λιγνό ξιφίδιο ανάμεσα στα επιδέξια δάχτυλά του. Στο κέντρο του χώρου βρισκόταν ένα ξύλινο τραπέζι με φαγητά: ψάρι με σάλτσα, τυρί, ψωμί, βούτυρο, και μια καράφα κρασί.

«Πεινάς;» ρώτησε ο Σάβμιν.

«Για να μου το προτείνεις τόσο ευγενικά, το φαγητό πρέπει, σίγουρα, να είναι δηλητηριασμένο,» είπε η Νίθρα.

«Υπάρχουν πολύ ευκολότεροι τρόποι για να σε σκοτώσω,» αποκρίθηκε εκείνος. «Γιατί να χαραμίσω μια τόσο μεγάλη δόση δηλητηρίου;» Μόρφασε. «Φάε με την ησυχία σου.»

Η Νίθρα κάθισε στο τραπέζι, μα δεν άγγιξε τίποτα. Γέμισε μόνο ένα ποτήρι με κρασί. «Ένα τελευταίο γεύμα πριν από το θάνατό μου;»

«Τελευταίο;» είπε ο Σάβμιν. «Σκοπεύεις να μη φας τίποτα, μέχρι να φτάσουμε στο Νούφρεκ; Αλλά, ακόμα κι όταν φτάσουμε εκεί, ίσως να μην πεθάνεις τόσο γρήγορα όσο νομίζεις…» Επικέντρωσε το βλέμμα του στην αστραφτερή λεπίδα του ξιφιδίου που στροβιλιζόταν ανάμεσα στα δάχτυλα των χεριών του.

«Το ξέρω,» αποκρίθηκε η Νίθρα, πίνοντας μια γουλιά κρασί, κι ελπίζοντας πως αυτό θα έκανε τα χέρια της να πάψουν να τρέμουν από κούραση και τρόμο. Γνώριζε πολύ καλά ότι η ξαδέλφη της διατηρούσε άριστα οργανωμένους θαλάμους βασανιστηρίων, τους οποίους η Νίθρα, φυσικά, δεν είχε ποτέ δει. Δεν απολάμβανε να κοιτάζει τους άλλους να τυραννιούνται. «Σου είπε ότι θα με βασανίσει;» ρώτησε τον Σάβμιν, κάνοντας τη φωνή της να μην τρεμουλιάσει στο ελάχιστο· δεν ήθελε να του δείξει ότι φοβόταν.

Ο διοικητής έπαψε να στροβιλίζει το ξιφίδιο ανάμεσα στα δάχτυλά του και κατέβασε το πόδι του από τον καναπέ. «Όχι, αλλά είναι πολύ πιθανό. Την εξόργισες μέχρι αηδίας αυτή τη φορά, Νίθρα. Δε θα είναι καθόλου συμπονετική μαζί σου.»

«Γιατί, είναι ποτέ με κανέναν;» ρουθούνισε η Νίθρα, και έβαλε λίγο από το ψάρι στο πιάτο της, αρχίζοντας να τρώει αργά και με μικρές μπουκιές. Αισθάνθηκε την κοιλιά της να γουργουρίζει. «Είναι άρρωστη, Σάβμιν, και ακατάλληλη για το ρόλο που έχει αναλάβει.»

«Τα λόγια σου πλησιάζουν την προδοσία…»

«Και λοιπόν; Προδότρια δε θεωρούμαι, ούτως ή άλλως; Εγκληματίας, σωστά; Θα με σκοτώσετε επειδή της είπα την αλήθεια.»

«Δεν της είπες απλά την ‘αλήθεια’, Νίθρα,» τόνισε ο Σάβμιν. «Προσπάθησες να Πείσεις τη Βασίλισσα. Πράγμα που γνωρίζεις πολύ καλά πως είναι έγκλημα κατά του Θρόνου.»

«Αυτό που ήθελε να κάνει η Καλβάρθα είναι έγκλημα κατά του Βασιλείου,» διαφώνησε η Νίθρα, χωρίς ένταση στη φωνή της, καθώς έτρωγε. Τελικά, πεινούσε πολύ, παρότι δεν το είχε συνειδητοποιήσει.

«Και μόνο εσύ το κατάλαβες, σωστά;» γέλασε ο Σάβμιν. «Νίθρα, αρχίζω να υποψιάζομαι πως οι κατηγορίες της Βασίλισσάς μας έχουν περισσότερη βάση απ’ό,τι πίστευα στην αρχή.»

Η Νίθρα έπαψε να τρώει, ατενίζοντάς τον έντονα. «Ποιος κατηγορίες; Τι εννοείς;»

«Νομίζει πως είσαι κατάσκοπος του Βασιληά Σίλγκερομ, ή άνθρωπος του Έπαρχου Τάκμιν ή της Πριγκίπισσας Φόλνα.»

«Αυτό είναι ό,τι πιο παράλογο έχει ποτέ πει!» διαμαρτυρήθηκε η Νίθρα. «Είμαι πολύ συνδεδεμένη με την εξουσία του Νούφρεκ, για να είμαι κατάσκοπος από το Άνφρακ!»

«Ναι,» είπε ο Σάβμιν, «είσαι πολύ συνδεδεμένη με την εξουσία του Νούφρεκ, ώστε να εποφθαλμιάς το θρόνο…»

«Τι!» έκανε η Νίθρα. «Μιλάς σοβαρά τώρα; Ουδέποτε είχα τέτοια σχέδια, και το γνωρίζεις, Σάβμιν! Απλά, είδα ότι η απόφαση της Βασίλισσάς μας ήταν λανθασμένη, κι αποφάσισα να υπηρετήσω την πατρίδα μου όπως έπρεπε.»

«Και τι κατάφερες;» μόρφασε ο διοικητής. «Να σε κρεμάσουν.»

«Δε με έχετε κρεμάσει ακόμα.»

Ο Σάβμιν μειδίασε πλατιά. «Απειλή ήταν αυτό, αγαπητή Νίθρα;»

«Πάρτο όπως θες.» Συνέχισε να τρώει.

«Φυσικά, δεν πιστεύεις πως μπορείς να δραπετεύσεις πάλι…»

«Φοβάσαι ότι ίσως να τα καταφέρω;» τον λοξοκοίταξε.

Ο Σάβμιν σηκώθηκε από τον καναπέ, κουνώντας το κεφάλι του και εξακολουθώντας να μειδιά. «Πολύ καλά, Νίθρα!» είπε. «Προσπάθησε όσο θες.» Στάθηκε μπροστά από το παράθυρο της καμπίνας, ατενίζοντας βόρεια, τη Νουάλβορ, της οποίας τα φώτα ίσα που φαίνονταν πλέον στον σκοτεινό ορίζοντα.

Η Νίθρα συνέχιζε το φαγητό της, αμίλητη. Σιγή απλώθηκε στο ξύλινο δωμάτιο, πέρα από τον ήχο της θάλασσας, του αέρα, και των τριξιμάτων του πλοίου.

Τελικά, η Ομιλήτρια της Βασίλισσας ρώτησε τον Διοικητή του Δεύτερου Τάγματος της Βασιλικής Φρουράς: «Σάβμιν, εσύ συμφωνείς με την απόφαση της Καλβάρθα;»

«Τι σημασία έχει αν συμφωνώ με τη συγκεκριμένη της απόφαση;» αντιγύρισε εκείνος, χωρίς να στραφεί για να την κοιτάξει. «Έχω ήδη συμφωνήσει να συμφωνώ με όλες της τις αποφάσεις. Έτσι κάνει ένας σωστός αυλικός. Έτσι θα έπρεπε να είχες κάνει κι εσύ. Είσαι προδότρια του Στέμματος, Νίθρα· μην προσπαθείς να κοροϊδέψεις τον εαυτό σου, παριστάνοντας τη μεγάλη ηρωίδα του έθνους.»

Γνωρίζω πολύ καλά τι είμαι, γρύλισε εντός της η Νίθρα. Δεν έχω ανάγκη εσύ να μου το πεις, Σάβμιν! «Εγώ σε ρώτησα την προσωπική σου άποψη. Πες μου: Συμφωνείς με την τακτική της Καλβάρθα ή όχι; Πιστεύεις ότι ο Έπαρχος Τάκμιν και η Πριγκίπισσα Φόλνα σχεδιάζουν να καθαρπάξουν τον θρόνο;»

«Ναι, μπορεί. Το αποκλείεις;» Τώρα, στράφηκε στο μέρος της, παίρνοντας το βλέμμα του από τη θάλασσα. «Φέρνουν Ανφρακιανά στρατεύματα μέσα στο Νούφρεκ: αυτό είναι γεγονός. Ίσως, μάλιστα, να πρόκειται για την ευκαιρία που περίμενε ο Βασιληάς Σίλγκερομ τόσο καιρό: να βάλει ένα από τα παιδιά του μέσα στο Νούφρεκ και να μας καταστρέψει εκ των έσω.»

«Δηλαδή, πιστεύεις ότι ο Όρκος ανάμεσα στην Πριγκίπισσα και τον Έπαρχο δόθηκε γι’αυτό το σκοπό;»

«Γιατί όχι;»

«Δε θα μπορούσε να ήταν –επιτέλους!– ένα βήμα καλής θέλησης;» είπε η Νίθρα. «Απ’ό,τι έχω ακούσει, ο Τάκμιν ήταν από παλιά ερωτευμένος με τη Φόλνα.»

«Και λοιπόν;» απαίτησε ο Σάβμιν. «Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Το πιθανότερο είναι να έχουν σχεδιάσει τα πάντα μαζί, οι δυο τους. Εκείνος θα καθίσει στο Θρόνο του Νούφρεκ, εκείνη στο Θρόνο του Άνφρακ. Εμάς θα μας κατασφάξουν, ή θα μας εξορίσουν σε κανένα βόρειο νησί, για να κάνουμε παρέα στους Καρμώζ!»

«Δεν έχουμε καμία απόδειξη ότι τα πράγματα είναι έτσι.»

«Λάθος! Έχουμε απόδειξη: τους Ανφρακιανούς στρατιώτες που μαζεύονται στην Επαρχία του Τάκμιν. Αυτούς που γνωρίζουμε, τουλάχιστον. Γιατί να είσαι σίγουρη πως θα έχουν φέρει κι άλλους που δεν γνωρίζουμε.»

«Θα δεις, στο τέλος, πως όλα αυτά είναι υπερβολές…»

«Ακόμα κι αν είναι,» είπε ο Σάβμιν, «εγώ δε θα χάσω τίποτα. Απλά, τις υποψίες μου εξέφρασα. Δεν έγινα προδότης λόγω των υποψιών μου!» Την ατένισε επισταμένα. Εκείνη δε μίλησε. «Πρέπει να είσαι πολύ ανόητη, Νίθρα…» Τα μάτια της στένεψαν, οργισμένα. «Ή πολύ βέβαιη για τον εαυτό σου,» πρόσθεσε ο Σάβμιν. «Ποτέ δε σκέφτηκες ότι η Καλβάρθα θα αντιστεκόταν στην Πειθώ σου, ε;»

Έχει δίκιο σ’ετούτο, συλλογίστηκε η Νίθρα. Ποτέ δε σκέφτηκα ότι η Καλβάρθα θα μου αντιστεκόταν. Κι ακόμα δεν το καταλαβαίνω… Πώς τα κατάφερε; Και, μάλιστα, τόσο εύκολα…

Ο Σάβμιν μειδίασε. Γέλασε.

«Γιατί γελάς;» απαίτησε η Νίθρα, θυμωμένη με τη συμπεριφορά του. Πώς τολμούσε να την αποκαλεί «ανόητη» και, μετά, να γελά κιόλας;

«Δεν το ξέρεις, έτσι;»

Η Νίθρα συνοφρυώθηκε. «Ποιο πράγμα; Τι να ξέρω;»

«Λογικό είναι. Δεν το γνωρίζουν και πολλοί…» είπε ο Σάβμιν.

«Δε σε καταλαβαίνω.»

«Αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν η Πειθώ σου να μην επηρέασε την Καλβάρθα, σωστά;»

«Ναι,» παραδέχτηκε η Νίθρα, νεύοντας. «Είναι πράγματι αξιοπερίεργο, νομίζω…»

«Η ξαδέλφη σου είναι… είναι πολύ ανασφαλές άτομο, ας πούμε. Πάντοτε φοβόταν τους προδότες, πάντοτε σκεφτόταν ότι ίσως κάποιος να χρησιμοποιούσε Πειθώ εναντίον της· έτσι, μ’έβαλε να της μάθω κάποια πράγματα σχετικά με το πώς ν’αντιστέκεται στην Πειθώ.»

«Πώς!» έκανε η Νίθρα, έκπληκτη. «Μα… μα αυτό θεωρείται μυστικό. Μυστικό της Βασιλικής Φρουράς και μόνο. Είναι παράνομο να σου ζητήσει η Βασίλισσα να της το μάθεις.»

«Το ξέρω,» αποκρίθηκε απλά ο Σάβμιν.

«Δεν έπρεπε να είχες υπακούσει!»

«Ωστόσο, αποφάσισα να υπακούσω.»

Η Νίθρα στράβωσε τα χείλη της. «Με αδειάζεις, Σάβμιν…!» Δεν ήταν κρυφό πως η ξαδέλφη της είχε αρκετούς εραστές, ανάμεσα σ’αυτούς και τον Διοικητή Σάβμιν. «Και μετά, τολμάτε να κατηγορείτε εμένα για προδοσία!» Η Νίθρα αισθανόταν κάτι να της συνθλίβει τα σωθικά, κάτι να της κόβει την αναπνοή. Όλοι τους ήταν δέκα φορές χειρότεροι, κι όμως εκείνη θα τιμωρείτο!

«Η προδοσία δεν είναι μόνο θέμα νόμων, Νίθρα,» είπε ο Σάβμιν.

«Σωστά,» αποκρίθηκε εκείνη. «Είναι και θέμα τού πόσο καλά… αγγίζεις κάποια συγκεκριμένα σημεία της Βασίλισσας–» Αμέσως, ύψωσε το χέρι της, βλέποντας τον διοικητή να πετάγεται σαν αιλουροειδές προς το μέρος της, με το δικό του χέρι ήδη υψωμένο, για να τη χαστουκίσει.

Όμως το χτύπημα ποτέ δεν ήρθε. Η Νίθρα κοίταξε πάνω απ’τον πήχη της, για να δει τον Σάβμιν να βαδίζει μέσα στην καμπίνα. Ανέπνευσε ελεύθερα, νιώθοντας την καρδιά της να ηρεμεί κάπως. Ήπιε μια γουλιά κρασί.

«Αφού μιλάμε για ‘αγγίγματα’,» είπε ο διοικητής της Βασιλικής Φρουράς, «πες μου, Νίθρα: τι έκανες σ’αυτόν τον ηλίθιο Ωθράγκος, ώστε να ρισκάρει τόσα πολλά για να σε βοηθήσει;»

Η Νίθρα αισθάνθηκε ένα πετάρισμα μέσα της, καθώς θυμήθηκε τον Ρόλμαρ. «Τίποτα δεν του έκανα· απλά, αποφάσισε να με βοηθήσει,» αποκρίθηκε. «Όμως, εσύ τι του έκανες, αναρωτιέμαι. Δεν πιστεύω να τον…;»

«Να τον σκότωσα; Χα-χα-χα-χα…!»

Η Νίθρα περίμενε την απάντησή του. Σίγουρα, δε θα τον είχε σκοτώσει. Θα ήταν εντελώς βλάκας, αν το είχε κάνει. Το μόνο που θα κέρδιζε θα ήταν η έχθρα των Ωθράγκος· και, μάλλον, η Καλβάρθα δεν το ήθελε αυτό. Επομένως, ο Σάβμιν δε θα είχε τέτοιου είδους διαταγές.

«Φυσικά και τον σκότωσα. Δεν ήταν και κάνας σπουδαίος αντίπαλος, στο κάτω-κάτω. Εύκολα πέθανε…»

Η Νίθρα ένιωσε τα χέρια της να τρέμουν και την αναπνοή της να κόβεται, προς στιγμή. Όχι! Η σκέψη ήρθε απρόσκλητη στο νου της. Όχι, όχι, όχι! «Είσαι ηλίθιος!» φώναξε στον Σάβμιν, καθώς σηκωνόταν όρθια. «Θέλεις ν’ανοίξεις κανένα πόλεμο ανάμεσα σε μας και τους Ωθράγκος του Νόρβηλ; Δεν έχεις καθόλου λογική;»

Ο Σάβμιν γελούσε, έχοντας τα χέρια σταυρωμένα μπροστά του.

«Γιατί γελάς;» απαίτησε η Νίθρα. «Πώς τολμάς να γελάς; Αντιλαμβάνεσαι πόσο σημαντικό είν’αυτό; Είσαι βλάκας

«Γελάω, Νίθρα,» είπε ο Σάβμιν, παύοντας να γελά, «επειδή δεν σκότωσα τον Ωθράγκος.»

Η Νίθρα δε μίλησε, προσπαθώντας να καταλάβει αν τώρα της έλεγε ψέματα. Και, τελικά, κατάλαβε κάτι άλλο. Ο μπάσταρδος! Ο ελεεινός μπάσταρδος! Το καθίκι! Το πρόσωπό της έκαιγε από θύμο.

«Αρχίζω να αντιλαμβάνομαι γιατί φέρθηκε τόσο παράτολμα ο συγκεκριμένος Ωθράγκος,» είπε ο Σάβμιν, υπομειδιώντας. «Αλλά,» πρόσθεσε, «απορώ με τη δική σου αντίδραση, Νίθρα. Τι σε νοιάζει αν τον σκότωσα ή όχι; Ούτως ή άλλως, δεν πρόκειται να τον ξαναδείς. Και, μάλλον, ο δικός σου θάνατος θα προηγηθεί του δικού του κατά πολλά, πολλά χρόνια…»

Η Νίθρα κάθισε στο τραπέζι, αμίλητη. Ήπιε κι άλλο κρασί. Ο Σάβμιν την είχε βρει σε δύσκολη στιγμή, αλλιώς εκείνη δε θα είχε πέσει τόσο εύκολα στην παγίδα του. Όχι πως, βέβαια, η πληροφορία που της είχε αποσπάσει ήταν τόσο σπουδαία για κείνον, μα επρόκειτο για ζήτημα εγωισμού· αυτό ήταν που την ενοχλούσε. Οι Ρουζβάνοι έδιναν μεγάλη σημασία σε τέτοιου είδους πράγματα. Και ιδιαίτερα οι Ομιλητές! Το να σε κερδίσει κάποιος στα λόγια, πολλές φορές –αν όχι τις περισσότερες–, θεωρείτο χειρότερο από το να σε εξευτελίσει σε μονομαχία μπροστά σ’όλο το παλάτι.

Ο Σάβμιν γέμισε ένα ποτήρι με κρασί, και ήπιε κι εκείνος. «Κοίτα, Νίθρα…» είπε, ατενίζοντας το πορφυρό υγρό, «θέλω να ξέρεις πως δεν έχω κάτι προσωπικό εναντίον σου. Απλά, κάνω τη δουλειά μου. Υπηρετώ το Βασίλειο και τη Βασίλισσα όσο καλύτερα μπορώ.»

«Συνήθως, όμως, απολαμβάνεις τη δουλειά σου,» αποκρίθηκε, παγερά, η Νίθρα. «Σωστά, Σάβμιν;»

Εκείνος ήπιε μια γουλιά από το ποτό του. Μειδίασε. «Ο άνθρωπος που δε βρίσκει έστω και μια μικρή απόλαυση στη δουλειά του είναι καταδικασμένος στη δυστυχία.»

 

 


Κεφάλαιο 4
Μεταξύ Αδελφών

 

Όταν έπεσε η νύχτα, κατασκήνωσαν παράπλευρα της δημοσιάς, κοντά στο Δρακοδάσος. Ο Χάφναρ άναψε δική του φωτιά, μερικά μέτρα μακριά από τους υπόλοιπους, και κάθισε κοντά της, με τη δράκαινά του, τη Σρ’άερ, κουλουριασμένη στα πόδια του. Τη μαύρη του μάσκα εξακολουθούσε να τη φορά, όπως και την κουκούλα του.

Ο Δάρβαν τον κοιτούσε από κάποια απόσταση, αναπαυόμενος επάνω σε μια πέτρα και βαστώντας ένα φλασκί με κρασί στο δεξί χέρι. Έπρεπε να παραδεχτεί ότι ο αδελφός του ήταν τρομαχτική φιγούρα μέσα στη νύχτα. Δεν αδικούσε τους στρατιώτες της ομάδας του, οι οποίοι έδειχναν να τον φοβούνται και να προσπαθούν να τον αποφεύγουν, όσο ήταν δυνατόν.

Ο Δάρβαν αναστέναξε. Ο Χάφναρ είναι νεκρός… Αυτός, αυτός ο καινούργιος… δράκαρχος δεν είναι ο Χάφναρ. Έχει αλλάξει τόσο πολύ… Ωστόσο, ίσως η αλλαγή να ήταν προσωρινή, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του. Ίσως ο αδελφός του να επανερχόταν. Ίσως να γινόταν ξανά ο παλιός του εαυτός. Αλλά, για κάποιο λόγο, το αμφέβαλε… Πώς να μεταστραφεί τώρα, ύστερα από όλα αυτά; Η όψη του είναι καμένη, κι επιπλέον, δίπλα του βρίσκεται ετούτο το ερπετό. Πρόκειται να το διώξει, αν του το ζητήσουμε; Μάλλον, όχι. Πλήρωσε ακριβά για να το αποκτήσει.

Ο Χάργκελ τον πλησίασε, προσφέροντάς του ένα ξύλινο κύπελλο με χυλό και κρέας. «Κάτι για να φάτε, Άρχοντά μου…»

«Σ’ευχαριστώ, αλλά όχι,» αποκρίθηκε ο Δάρβαν, παραμερίζοντας το φαγητό από εμπρός του.

Ο Αγριόγατος κάθισε κοντά του. «Άρχοντά μου, πρέπει να το αποδεχτείτε,» είπε. «Ο αδελφός σας είναι τώρα δράκαρχος, και θα πάει να υπηρετήσει το Βασιληά, όπως οφείλει.»

Ο Δάρβαν αναστέναξε. «Εγώ, Χάργκελ, το έχω αποδεχτεί. Περίπου… Δεν μπορώ να το χωνέψω, βέβαια, αλλά το έχω αποδεχτεί. Άλλωστε, δεν έχω τη δύναμη να κάνω κάτι για να το αλλάξω, σωστά;» Ήπιε μια γουλιά απ’το φλασκί του. Ο Αγριόγατος κατένευσε, σιωπηλά. «Ωστόσο, αναρωτιέμαι πώς θα το πάρει η μητέρα. Θα το αποδεχτεί κι εκείνη;»

«Υπάρχει άλλη επιλογή, Άρχοντά μου;» έθεσε το ερώτημα ο Χάργκελ.

«Σωστά,» συμφώνησε ο Δάρβαν, «αλλά δεν ξέρεις καλά την Αρχόντισσα Ρικέλθη, φίλε μου. Θα εξαγριωθεί μ’ετούτο… παρότι εκείνη φταίει. Και όλοι μας, επίσης. Αλλά εξακολουθώ να πιστεύω πως δεν έπρεπε να είχε αφήσει τον Χάφναρ να πάει στο Δρακοδάσος, ποτέ!» Πήρε μια βαθιά ανάσα, για να ηρεμήσει. «Έμοιαζε να είναι σίγουρη πως δεν θα επιχειρούσε να πιάσει δράκο. Κι όμως, να που έγινε!»

«Αυτή ήταν η επιθυμία του αδελφού σας, Άρχοντά μου,» είπε, σιγανά, ο Χάργκελ, φοβούμενος μην προσβάλει τον κύριό του. «Ο κάθε άνθρωπος επιλέγει το δρόμο όπου θέλει να βαδίσει.»

«Σοφά τα λόγια σου, Αγριόγατε,» παραδέχτηκε ο Δάρβαν, «όμως δεν είναι όλοι το ίδιο ώριμοι. Ίσως κάποιος να νομίζει πως θέλει να βαδίσει σ’έναν δρόμο, αλλά στο τέλος αυτού του δρόμου να συναντήσει τσουκνίδες κι αγκάθια, τα οποία κάθε άλλο παρά επιθυμεί ν’αντιμετωπίσει. Όμως, τότε πλέον, είναι πολύ αργά.»

«Θεωρείτε τον Χάφναρ τέτοιο άτομο;»

«Εύχομαι να μην είναι τέτοιο άτομο, Χάργκελ. Εύχομαι ν’ακολουθήσει το δρόμο που επέλεξε και, στο τέλος του δρόμου, να βρει εκείνο που πραγματικά επιθυμούσε.» Το βλέμμα του πήγε στον αδελφό του, που καθόταν μόνος δίπλα στη φωτιά, με μοναδική παρέα τη δράκαινά του. Αναρωτιέμαι τι θα πεις στη μητέρα. Αναρωτιέμαι πώς θα είναι η κουβέντα ανάμεσά σας, όταν σε δει έτσι. Ο Δάρβαν αισθανόταν ένα σφίξιμο εντός του και μόνο στη σκέψη της συνάντησης του Χάφναρ με την Αρχόντισσα Ρικέλθη.

«Με συγχωρείς,» είπε στον Αγριόγατο, και σηκώθηκε από την πέτρα του, για να πλησιάσει τον Χάφναρ.

Στάθηκε εμπρός του και είδε τη Σρ’άερ ν’ανοίγει το ένα της μάτι. Ο δρακοντικός οφθαλμός λαμπύρισε στο φως της φωτιάς και, ύστερα, έκλεισε, καθώς η δράκαινα συμπέρανε πως ο άνθρωπος που είχε έρθει δεν ήταν εχθρός.

«Καλησπέρα, αδελφέ,» είπε ο Δάρβαν. «Να καθίσω;»

Ο Χάφναρ ανασήκωσε, αδιάφορα, τους ώμους.

Ο Δάρβαν κάθισε.

«Γιατί ήρθες;» τον ρώτησε ο αδελφός του.

«Για να σου κάνω παρέα,» αποκρίθηκε εκείνος, διαισθανόμενος μια παγωνιά ανάμεσά τους.

«Ήρθες γιατί με λυπάσαι.» Η φωνή του Χάφναρ έκανε τον πάγο ακόμα πιο δυνατό.

«Όχι.» Υπήρχε, όμως, αλήθεια στα λόγια του· γιαυτό κιόλας ο Δάρβαν αισθάνθηκε μια φευγαλέα ζαλάδα. «Πρέπει να ‘λυπάμαι’ τον αδελφό μου, για να θέλω να του κάνω παρέα;»

«Ανησυχείς για το πώς θα με δουν οι άλλοι,» είπε ο Χάφναρ. «Η μητέρα, ε;»

«Ανησυχώ για σένα, κυρίως,» τόνισε ο Δάρβαν. «Και για τη μητέρα, ναι· τη σκέφτομαι και τη μητέρα. Δεν κάνω καλά; Η καρδιά της θα ραγίσει, όταν σε δει.»

«Επομένως, με λυπάσαι.»

«Όχι!» φώναξε ο Δάρβαν, εξοργισμένος από την απάντηση του αδελφού του. Ύστερα, χαμήλωσε τη φωνή του, καθώς είδε τους μαχητές της διπλανής κατασκήνωσης να στρέφουν τα βλέμματά τους προς το μέρος του. «Μη διαστρεβλώνεις τα λόγια μου, πανάθεμά σε! Δεν ήθελα να πω αυτό. Όμως η μητέρα είναι φυσικό να αναστατωθεί, όταν σε δει· πρέπει να το παραδεχτείς.»

«Η μητέρα θα έπρεπε να είχε αναστατωθεί μαζί μου πολλά χρόνια πριν, Δάρβαν…»

Ο Δάρβαν συνοφρυώθηκε. «Γιατί; Τι θες να πεις;»

«Θα μάθεις, όταν επιστρέψουμε στο παλάτι,» υποσχέθηκε ο Χάφναρ.

«Γιατί δε μου λες τώρα;» Έχει τρελαθεί; Αυτά που λέει δε βγάζουν νόημα!

«Γιατί δεν υπάρχει λόγος να… αναστατωθείς… από τόσο νωρίς, αδελφέ.» Ο τόνος της φωνής του ήταν οξύς, καυτερός σαν δηλητήριο.

Να αναστατωθώ; Για ποιο λόγο; Τι ξέρεις, Χάφναρ; Τι ξέρεις που δεν το γνωρίζω εγώ; σκέφτηκε ο Δάρβαν. Ή, πόσο τρελός είσαι, τελικά; «Όπως νομίζεις,» είπε.

Ο Χάφναρ δε μίλησε, για λίγο. Ύστερα, ρώτησε: «Πώς είναι οι υπόλοιποι στο παλάτι; Έγινε τίποτα σημαντικό, όσο έλειπα;» Ετούτη τη φορά, ο τόνος της φωνής του ήταν μαλακός, όπως του παλιού Χάφναρ.

«Τίποτα το σπουδαίο,» απάντησε ο Δάρβαν. «Εκτός από ένα φίδι που βρέθηκε στο κρεβάτι της Φερνάλβιν, κι εκείνη τώρα κατηγορεί τη μητέρα μας, ότι το έβαλε επίτηδες εκεί, για να τη σκοτώσει.»

«Μεγάλη φασαρία;»

«Όχι. Οι κατηγορίες της αδελφής μας ήταν λιγάκι… έμμεσες, αν καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Δεν αποκάλεσε φανερά τη Ρικέλθη δολοφόνο, αλλά το άφησε να εννοηθεί, από όλη της τη συμπεριφορά.»

«Είναι αλήθεια;»

«Ποιο;»

«Προσπάθησε να τη σκοτώσει η μητέρα;»

Ο Δάρβαν κούνησε το κεφάλι, υπομειδιώντας. «Δε νομίζω.»

«Το αποκλείεις, όμως;» ρώτησε ο Χάφναρ.

«Κοίτα… ακόμα κι ο τελευταίος ζητιάνος της Έριγκ έχει ακούσει πως η Έπαρχος Φερνάλβιν και η Αρχόντισσα Ρικέλθη βρίσκονται στα μαχαίρια, όμως ποτέ η έχθρα τους δεν τις έχει οδηγήσει σε απόπειρες δολοφονίας. Επομένως, ας μην υπερβάλουμε.»

«Ίσως να έχεις δίκιο…»

Ο Δάρβαν ήθελε να χαμογελάσει. Η χαρά του ήταν μεγάλη, που μπορούσε ξανά να μιλήσει κανονικά με τον αδελφό του. Ωστόσο, συγκράτησε το χαμόγελο, φοβούμενος μήπως εκείνος το έπαιρνε στραβά.

Ίσως, τελικά, να επανέλθει! σκέφτηκε, και έκανε μια σιωπηρή προσευχή στον Επουράνιο Βάνραλ.

 

 


Κεφάλαιο 5
Αναχώρηση

 

Η μητέρα του καθόταν σε μια καρέκλα, δίπλα στο κρεβάτι της νεκρής Μιάνης, και έκλαιγε, με την όψη της κρυμμένη στις παλάμες των χεριών της. Ο αδελφός του, Άσιλθαρ, στεκόταν παράμερα, με το πρόσωπό του κατάχλομο, μοιάζοντας να μην ξέρει πώς να αντιδράσει. Ο Θεραπευτής Άλρεκ ήταν μπροστά στο ένα από τα δύο παράθυρα, με την πλάτη του στραμμένη στον Βάνμιρ, που είχε μόλις μπει στο ιατρείο.

Ο νέος Άρχοντας-Φύλακας του Ράλτον άφησε το πλευρό της Καστελάνου Νιρμέα, η οποία είχε έρθει μαζί του, και πλησίασε τη Μανρούνα, ακουμπώντας το χέρι του στους ώμους της. Εκείνη έγειρε το κεφάλι της επάνω στο στήθος του και έκλαψε, ενώ ο Βάνμιρ την κρατούσε στην αγκαλιά του.

Καταραμένος νάσαι, Ούργκολ! σκέφτηκε. Μία τελευταία μου επιθυμία δεν την ικανοποίησες… Μία τελευταία, και τόσο σημαντική…

Σε λίγο, ζύγωσε τον Άλρεκ, ο οποίος δεν είχε ακόμα κινηθεί από τη θέση του. Παρατήρησε ότι δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα του θεραπευτή, γυαλίζοντας στο πρωινό φως που έμπαινε απ’το παράθυρο.

«Τι συνέβη;» τον ρώτησε.

«Δεν μπορούσα να σταματήσω το αναπόφευκτο, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε εκείνος. «Με συγχωρείτε. Δεν μπορούσα…»

Ο Βάνμιρ έσφιξε τον ώμο του. «Είμαι βέβαιος ότι έκανες το παν, φίλε μου. Τα άλλα ήταν υπόθεση των θεών.» Οι οποίοι μας απογοήτευσαν…

Ο Άλρεκ κατένευσε, αργά.

Όταν οι υπηρέτες πήραν το νεκρό σώμα της Μιάνης, για να το ετοιμάσουν για την κηδεία, η Μανρούνα τούς ακολούθησε, ώστε να φροντίσει πως όλα θα γίνονταν όπως έπρεπε και όπως άξιζαν στην κόρη της. Η Καστελάνος Νιρμέα έφυγε από το ιατρείο, για να κάνει κι εκείνη κάποιες απαραίτητες προετοιμασίες ανάμεσα στο στρατό. Ο Θεραπευτής Άλρεκ πρόσταξε έναν υπηρέτη να ειδοποιήσει τον Ιερέα Βάγκραμ για το γεγονός. Ο Βάνμιρ βάδισε προς την έξοδο του δωματίου, όταν αισθάνθηκε ένα χέρι στο μπράτσο του· στράφηκε και είδε τον Άσιλθαρ, ο οποίος είχε μείνει αμίλητος όλη την υπόλοιπη ώρα.

«Τι πήγε στραβά;» ρώτησε ο μικρός.

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ, αναστενάζοντας. «Πολλά πράγματα, υποθέτω.» Αγκάλιασε τους ώμους του, καθώς άρχισαν να βαδίζουν μέσα στο φρούριο Ράλτον. «Δεν πας να ξεκουραστείς τώρα; Κοιμήθηκες καθόλου;»

Ο Άσιλθαρ κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Εσύ;»

«Όχι, ούτε κι εγώ. Όμως πρέπει να αναπαυθούμε λίγο. Όλο το βράδυ, ύστερα από τη μάχη, είμαστε στο πόδι.»

Ο Άσιλθαρ δε μίλησε.

«Πήγαινε στο δωμάτιό σου,» τον προέτρεψε ο Βάνμιρ.

Εκείνος κατένευσε και απομακρύνθηκε από τον αδελφό του, στρίβοντας σε μια σκιερή γωνία των διαδρόμων του φρουρίου.

Ο Βάνμιρ επέστρεψε στο δικό του δωμάτιο, όπου βρήκε τη Ρικνάβαθ να κοιμάται επάνω στο κρεβάτι, ντυμένη με το μαύρο χιτώνα που της είχε δώσει. Μάλλον, χρειαζόμαστε όλοι ανάπαυση, τελικά, σκέφτηκε, ακόμα κι η Μάντισσα του Θηρίου. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και κάθισε σε μια καρέκλα, ακουμπώντας τα πόδια του επάνω σ’έναν ξύλινο πάγκο. Ακόμα κι ο Μάγος των Ωθράγκος… Χασμουρήθηκε, ενώ αισθανόταν μερικά δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλά του. Μιάνη, πατέρα… σας απογοήτευσα και τους δύο.

Ο ύπνος τον πήρε, καθώς μια άλλη σκέψη περνούσε απ’το νου του: Τουλάχιστον, θα προσπαθήσω να βοηθήσω τον Ρόλμαρ. Αν όντως υπάρχει κίνδυνος στο Νότο, όπως λέει η Ρικνάβαθ, θα πρέπει να πάω εκεί…

Τα όνειρά του ήταν ταραγμένα. Είδε ένα θηρίο να βρυχάται: το θηρίο έμοιαζε πολύ με τη Λα-Κάρχ’νιι, αλλά είχε τρία κεφάλια και από τα δόντια του έτρεχε ένα αποκρουστικό υγρό, που θα μπορούσε να ήταν σάλιο αλλά και δηλητήριο. Είδε τη Μάντισσα να γελά, ενώ καθόταν γυμνή επάνω στο κρεβάτι του· το γέλιο της έκανε το κεφάλι του να πονά και τα λόγια της τον μπέρδευαν. Είδε τον Ρόλμαρ να τρέχει μέσα στους λαβυρινθώδεις διαδρόμους του Παλατιού των Δεκαεννέα Πύργων, ενώ τέρατα και δαίμονες τον καταδίωκαν, απλώνοντας πλοκάμια για να τον τυλίξουν και χέρια για να του αρπάξουν τους αστραγάλους και να τον κάνουν να σκοντάψει. Είδε έναν άντρα να πλησιάζει τον Βασιληά Άργκελ, ο οποίος στεκόταν μπροστά απ’τον Ουρανολίθινο Θρόνο· ο άντρας βαστούσε ένα μακρύ, κυρτό ξίφος που θύμιζε φίδι, και το πρόσωπό του άλλαζε συνέχεια μορφές και όψεις· το κυρτό λεπίδι έσχισε το λαιμό του Άργκελ, με μια τοξοειδή κίνηση. Αίμα πετάχτηκε, και μέσα στη λίμνη του αίματος ο Ρόλμαρ παρουσιάστηκε στην αγκαλιά της Ρουζβάνης μάγισσας Νίθρα, φορώντας αλυσίδες στα χέρια και στο λαιμό.

Κάποιος άγγιξε τον ώμο του Βάνμιρ, και τον ταρακούνησε. Εκείνος, στην αρχή, νόμιζε ότι επρόκειτο για ακόμα ένα όνειρο, μα ύστερα κατάλαβε ότι ήταν πραγματικότητα. Άνοιξε τα μάτια και είδε τη Ρικνάβαθ.

«Χτυπάνε την πόρτα σου,» του είπε η Καρμώζ, με σιγανή φωνή, σα να φοβόταν μην την ακούσουν.

Ο Βάνμιρ κατέβασε τα πόδια του από τον ξύλινο πάγκο, νιώθοντας κουρασμένος… κουρασμένος από τα όνειρά του.

«Άρχοντά μου!» ήρθε μια φωνή από την πόρτα, καθώς και ένας χτύπος. «Άρχοντά μου!»

Ο Βάνμιρ σηκώθηκε και άνοιξε, για ν’αντικρίσει τον Αρχυπηρέτη Ζώλναρ, ο οποίος είπε: «Εάν κοιμόσασταν, με συγχωρείτε για την ενόχληση, Άρχοντά μου· όμως έπρεπε να σας ειδοποιήσω ότι σε λίγο θα αρχίσει η κηδεία της αδελφής σας.»

«Θα ετοιμαστώ και θα κατεβώ,» αποκρίθηκε εκείνος.

Ο Ζώλναρ ένευσε και έφυγε.

Ο Βάνμιρ έκλεισε την πόρτα, ξεφυσώντας. Πήγε στη ντουλάπα του δωματίου του, την άνοιξε, κι άρχισε να βγάζει ρούχα κατάλληλα για την περίσταση.

«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε η Ρικνάβαθ, που ακόμα δεν είχε καταλάβει τίποτα για τη Μιάνη. Όταν είχε έρθει η Καστελάνος Νιρμέα, ο Άρχοντας του Ράλτον είχε φύγει αμέσως, χωρίς να της πει τίποτα, και εκείνη δεν είχε ακούσει καλά τα λόγια της Ωθράγκος πολεμίστριας.

«Η αδελφή μου… είναι νεκρή. Σκοτώθηκε στη μάχη.»

«…Λυπάμαι,» αποκρίθηκε, αργά, η Ρικνάβαθ, αντιλαμβανόμενη πως το λογικό θα ήταν ο Βάνμιρ να την κατηγορούσε για ετούτο το γεγονός, αφού η Μάντισσα βρισκόταν στην πλευρά του Μεγάλου Θηρίου και των Ποιμένων της Στέπας. Ωστόσο, παρατήρησε ότι το βλέμμα του Ωθράγκος δεν ήταν ούτε εχθρικό ούτε κατηγορηματικό. Παράξενο…

Ο Βάνμιρ αναστέναξε, καθώς η Καρμώζ τον κοιτούσε αμήχανα, μην ξέροντας ακριβώς τι άλλο να πει. Καταλαβαίνω τι σκέφτεσαι, συλλογίστηκε, έχοντας το δεξί του χέρι ακουμπισμένο στο ένα ανοιχτό φύλλο της ντουλάπας. Φοβάσαι ότι θα σε κατηγορήσω για το θάνατο της Μιάνης. Ωστόσο, δεν μπορώ. Η επίθεση ήταν του Θηρίου, όχι της Ρικνάβαθ. Το Θηρίο απλά τη χρησιμοποιούσε. Κι επιπλέον, έχοντας ακούσει όλη την ιστορία της Μάντισσας –πώς εκείνη είχε φύγει από τα βασίλεια των Καρμώζ και πώς είχε καταλήξει εδώ–, δεν μπορούσε πλέον να την ορά ως εχθρό.

Δίχως να πει τίποτα, άρχισε να γδύνεται, για να ντυθεί με τα καλά ρούχα που ταίριαζαν στην κηδεία: λευκή τουνίκα, λευκό παντελόνι, λευκά γάντια, και λευκές μπότες.

Η Ρικνάβαθ έστρεψε το βλέμμα της αλλού, σ’ένα από τα ράφια του δωματίου του Βάνμιρ, όπου υπήρχαν μερικά βιβλία, μία βαλσαμωμένη σαύρα, ένα κλουβί με δύο υπερτροφικές αράχνες, και δύο φιαλίδια που περιείχαν υγρό άγνωστης προέλευσης και ποιότητας. Η Ρικνάβαθ προσπάθησε να διαβάσει τους τίτλους των βιβλίων, που ήταν γραμμένοι στη Γλώσσα των Ωθράγκος, και κατάφερε να καταλάβει έναν: Η Βίβλος της Μαντείας. Τελικά, κάτι θυμόταν ακόμα από τα μαθήματά της στο παλάτι του Άζμαρκωθ. Τράβηξε τον εν λόγω τόμο από το ράφι και τον άνοιξε, κοιτάζοντας την πρώτη σελίδα και μην μπορώντας να βγάλει νόημα.

Εν τω μεταξύ, ο Βάνμιρ ετοιμάστηκε. «Θα επιστρέψω μόλις τελειώσει η κηδεία,» της είπε. «Και τότε… πρέπει να μιλήσουμε. Έχω κάποια πράγματα να σου πω.»

Η Ρικνάβαθ κατένευσε.

«Και μην ανακατεύεις τα πράγματά μου,» της ζήτησε ο Βάνμιρ, προτού φύγει από το δωμάτιο.

Τι ν’ανακατέψω; απόρησε εκείνη, βαστώντας στα χέρια τη Βίβλο της Μαντείας. Εδώ μέσα τα πάντα ανακατεμένα είναι, ούτως ή άλλως!

*

Η κηδεία της Αρχόντισσας Μιάνης έγινε στο Ναό του Μεγάλου Αρχαιοφύλακα Ούργκολ, όπως γίνονταν οι κηδείες όλων των αρχόντων του Ράλτον. Το νεκρό σώμα της κοπέλας τοποθετήθηκε επάνω στο βωμό, ντυμένο με τη φολιδωτή αρματωσιά που φορούσε στη μάχη. Το σπαθί της Μιάνης τέθηκε οριζοντίως επάνω της, με τα χέρια της ακουμπισμένα στη λαβή. Το πρόσωπό της ήταν πλυμένο από το αίμα και τα ξανθά, σγουρά της μαλλιά χτενισμένα. Ο Ιερέας Βάγκραμ στεκόταν πίσω από το βωμό, τελώντας την κηδεία και κάνοντας προσευχές και επικλήσεις στον Ούργκολ, να πάρει το πνεύμα της Αρχόντισσας Μιάνης στο Κάστρο των Ουρανών όπου έβρισκαν γαλήνη και τιμή όλοι οι άξιοι ακρίτες των συνόρων.

Άπαντες οι ένοικοι του κάστρου Ράλτον στέκονταν σε ένα μεγάλο ημικύκλιο μπροστά από το βωμό του Ούργκολ, ντυμένοι στα λευκά, δίχως καμία εξαίρεση. Ο Βάνμιρ, ο Άσιλθαρ, και η Μανρούνα, φυσικά, βρίσκονταν πρώτοι απ’όλους, αντίκρυ του Ιερέα Βάγκραμ, ο οποίος, όταν τελείωσε την ιεροτελεστία, σήκωσε έναν δαυλό και τον έβαλε μέσα στη φωτιά του πυραύνου που βρισκόταν πλάι του.

Ύψωσε τη φλεγόμενη δάδα πάνω απ’το σώμα της Μιάνης, και είπε φωναχτά: «Ούργκολ, Μέγα Αρχαιοφύλακα των Συνόρων του Βορρά: αποδέξου το πνεύμα τούτης της γενναίας νεαρής Φύλακα στο Κάστρο των Ουρανών, κι απόδωσέ της τη δόξα, τη γαλήνη, και την τιμή που δικαιούται!»

Κατέβασε το δαυλό κι έβαλε φωτιά στο σώμα της Μιάνης, το οποίο ήταν αλειμμένο με αρωματικά έλαια, ώστε να πυρποληθεί αμέσως και μια ευχάριστη οσμή να απλωθεί τριγύρω, για να φέρει –σύμφωνα με το έθιμο– κουράγιο στους επόμενους φύλακες και άρχοντες των βόρειων συνόρων.

Όταν η Μιάνη κάηκε, ο Ιερέας Βάγκραμ ευλόγησε τις στάχτες της και η Καστελάνος Νιρμέα τις συνέλεξε και τις έβαλε μέσα σε ένα αργυρό τεφροδοχείο, επάνω στο οποίο ήταν σκαλισμένα ο Πέλεκυς και το Άστρο του Βορρά. Έδωσε το τεφροδοχείο στην Αρχόντισσα Μανρούνα, που δάκρυα έρρεαν από τα μάτια της και κυλούσαν στο πρόσωπό της. Την ίδια στιγμή, ο Βάνμιρ και ο Άσιλθαρ πλησίαζαν τον βωμό όπου βρίσκονταν το ξίφος και η αρματωσιά της αδελφής τους. Ο Ιερέας Βάγκραμ άδειασε τρεις φορές ένα χρυσό ποτήριο με νερό επάνω στο όπλο και στην ατσαλένια αρματωσιά (ο Βάνμιρ πραγματικά θαύμαζε τον γέροντα για την ακρίβεια των κινήσεών του –ήταν τυφλός, άλλωστε!), και ύστερα, άπαντες περίμεναν το μέταλλο να κρυώσει. Όταν αυτό συνέβη, ο Άρχων-Φύλαξ του Ράλτον και ο αδελφός του πήραν τον εξοπλισμό της Μιάνης και, μαζί με τη μητέρα τους, την Καστελάνο Νιρμέα, και τον ιερέα του Ούργκολ, μπήκαν στο φρούριο Ράλτον, βαδίζοντας προς τις Κρύπτες των Νεκρών. Ο Βάνμιρ μετέφερε τη φολιδωτή αρματωσιά της αδελφής του στα χέρια του, ο Άσιλθαρ το σπαθί της, και η Μανρούνα το τεφροδοχείο με τις στάχτες της.

Φτάνοντας στις Κρύπτες απόθεσαν τα απομεινάρια της Μιάνης δίπλα στα απομεινάρια των υπόλοιπων νεκρών αρχόντων των βόρειων συνόρων, ενώ η πανοπλία της τέθηκε όρθια επάνω σ’έναν ξύλινο σταυρό, και το ξίφος της τοποθετήθηκε παραδίπλα, σε μια ειδικά κατασκευασμένη θήκη.

«Αιωνία ανάπαυσις στο σώμα. Αιωνία δόξα στο πνεύμα,» είπε ο Βάγκραμ, και όλοι έφυγαν από τις Κρύπτες των Νεκρών. Η Νιρμέα κλείδωσε την πόρτα πίσω τους.

Η Καστελάνος του Ράλτον και ο ιερέας του Ούργκολ απομακρύνθηκαν από την οικογένεια της νεκρής Μιάνης, αφήνοντάς τους μόνους με τη θλίψη τους. Ωστόσο, η Νιρμέα είπε, προτού φύγει: «Ειδοποιήστε με, αν με χρειαστείτε.»

«Βάνμιρ,» ρώτησε η Μανρούνα τον μεγάλο της γιο, καθώς οι τρεις τους βάδιζαν αργά μέσα στο φρούριο, «πριν από τη μάχη, είχες πει ότι το Θηρίο ήταν που έκανε τον πατέρα σου να εξαφανιστεί… με κάποια μαγεία. Τώρα το Θηρίο ηττήθηκε, αλλά… εκείνος πού είναι, Βάνμιρ;»

Πιο κοντά μας απ’ό,τι νομίζεις, μητέρα. «Δεν ξέρω… όμως έχω ένα προαίσθημα ότι ίσως σύντομα να εμφανιστεί.»

Η Μανρούνα συνοφρυώθηκε. «Τι προαίσθημα; Τι εννοείς;»

«Ένα προαίσθημα, μητέρα· τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Ίσως, τώρα… τώρα που το Θηρίο σκοτώθηκε, ο πατέρας να μπορέσει να δραπετεύσει.»

«Τον είχε αιχμάλωτο;» ρώτησε η Μανρούνα.

«Ναι… αυτό είναι πολύ πιθανό.» Ο Βάνμιρ σιχαινόταν που έλεγε ψέματα στη μητέρα του, μα δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Εξάλλου, δε θ’αργήσει να μάθει την αλήθεια. Και τότε, θα με μισήσει.

«Κι αν τον σκότωσε;» Δάκρυα έτρεξαν στο ήδη δακρυσμένο πρόσωπο της Μανρούνα.

«Νομίζω πως είναι ζωντανός.»

«Βάνμιρ,» έκανε η Μανρούνα, με λυγμούς, «αν μου τα λες αυτά στην τύχη–! Πες μου, Βάνμιρ: μου τα λες στην τύχη;»

«Όχι, μητέρα. Σου λέω ό,τι διαισθάνομαι. Τώρα, με συγχωρείς· πρέπει να αποχωρήσω.»

Απομακρυνόμενος από τη Μανρούνα και τον Άσιλθαρ, έριξε ένα έντονο βλέμμα στον δεύτερο: ένα βλέμμα που ο Βάνμιρ ήταν σίγουρος ότι ο αδελφός του θα καταλάβαινε. Θα τα πούμε μετά, έλεγε το βλέμμα.

Ο Άσιλθαρ ένευσε, θλιμμένα.

Αααχχ, αδελφέ, σκέφτηκε ο Βάνμιρ, καθώς βάδιζε μέσα στους διαδρόμους, έχοντας αφήσει πίσω του τους συγγενείς του, ξέρεις πολύ καλά τι θα κάνω τώρα. Κι εγώ ξέρω πως δεν θέλεις να το κάνω. Αλλά δε γίνεται αλλιώς, μικρέ… Δε γίνεται αλλιώς.

Έφτασε στο δωμάτιό του, ενώ είχε περάσει πλέον το μεσημέρι. Η Ρικνάβαθ πάλι κοιμόταν. Τώρα, είχε βγάλει το μαύρο χιτώνα και τον είχε ρίξει επάνω της σαν σεντόνι, προφανώς για λόγους ευπρέπειας.

Ο Βάνμιρ τής τσίμπησε τον ώμο. «Πρέπει να μιλήσουμε,» της είπε, όταν τα μάτια της άνοιξαν.

Η Ρικνάβαθ ανασηκώθηκε επάνω στο κρεβάτι, κρατώντας το μαύρο χιτώνα μπροστά της. Έγνεψε καταφατικά.

Ο Βάνμιρ κάθισε σε μια καρέκλα. Πήρε μια ξύλινη πίπα σχήματος λύκου από ένα συρτάρι, τη γέμισε με καπνό, και την άναψε. Κάπνισε ήρεμα, για λίγο, και μετά είπε: «Έχω κάνει ένα έγκλημα… τρομερό, νομίζω.»

Η Ρικνάβαθ δε μίλησε, περιμένοντάς τον να συνεχίσει.

Ο Βάνμιρ τής εξήγησε τα πάντα για τον πατέρα του, και τελείωσε λέγοντας πως έπρεπε να φύγει από το Ράλτον, να αυτοεξοριστεί, γιατί, φυσικά, δεν μπορούσε ν’αφήσει τον Άρχοντα Άραντιρ να σαπίσει στα υπόγεια του Πύργου των Μαρτυρίων· ήδη είχε εγκληματήσει αρκετά εναντίον του γονιού του.

«Με καταλαβαίνεις, Ρικνάβαθ;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη.

Ο Βάνμιρ νόμιζε πως του έλεγε αλήθεια· υπήρχε ειλικρίνεια στο βλέμμα και στην έκφρασή της. «Σκέφτομαι να πάω νότια,» της είπε, «για να βοηθήσω τον αδελφό μου, Ρόλμαρ, που βρίσκεται εκεί.»

«Είναι άρχοντας;»

«Είναι, αλλά όχι στο Νότο,» εξήγησε ο Βάνμιρ. «Απλά, πήγε στο παλάτι του Βασιληά Άργκελ –του Βασιληά της χώρας μας– λόγω μιας… παρεξήγησης. Και, μ’όλα όσα μου ανέφερες, Ρικνάβαθ, ανησυχώ γι’αυτόν.»

«Εννοείς τα οράματά μου…»

«Ναι, φυσικά.»

«Δηλαδή, θα ταξιδέψεις νότια…» είπε η Ρικνάβαθ, συλλογισμένη. «Θα μπορούσα να έρθω μαζί σου, Βάνμιρ;»

«Για να πω την αλήθεια, ήθελα να σ’το προτείνω,» αποκρίθηκε εκείνος, αφήνοντας τη λυκόσχημη πίπα του παραδίπλα. «Ίσως να σε χρειαστώ. Κι επιπλέον, δε νομίζω ότι μπορείς να μείνεις εδώ.»

Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Πότε φεύγουμε;» ρώτησε.

«Μόλις ετοιμαστώ. Δηλαδή, απόψε.»

«Το βράδυ;»

«Το βράδυ.» Ο Βάνμιρ σηκώθηκε από την καρέκλα του. «Επομένως, καλά θα κάνουμε ν’αρχίσουμε τις προετοιμασίες από τώρα.» Έριξε μια ματιά στο δωμάτιό του. Αναστέναξε. «Δυστυχώς, πολλά από αυτά τα πράγματα θα πρέπει να τα αφήσω εδώ. Ωστόσο, κάποια που μου είναι απαραίτητα θα τα πάρω μαζί μου, φυσικά. Ρικνάβαθ, μπορείς να μου κάνεις μια χάρη, όσο θα λείπω;»

«Πού θα πας;»

«Στην πόλη, να βρω ένα κάρο.»

«Τι χάρη θέλεις;»

«Να συγκεντρώσεις κάποια πράγματα.»

Η Ρικνάβαθ κατένευσε, και ο Βάνμιρ τής είπε τι ήθελε να συγκεντρώσει από το δωμάτιό του και πού να το βάλει. Ύστερα, καθώς απογευμάτιαζε, φόρεσε την κάπα του και βγήκε από το κάστρο Ράλτον, πηγαίνοντας στην κοντινή και ομώνυμη πόλη.

Η Μάντισσα έμεινε μόνη και, μην έχοντας τίποτ’άλλο να κάνει, άρχισε αμέσως να μαζεύει τα αντικείμενα που της είχε ζητήσει ο Βάνμιρ, και να τα βάζει σε σάκους και μπαούλα. Ορισμένα από αυτά τα «αντικείμενα» έμοιαζαν πολύ ζωντανά…

Κάποια στιγμή, και ενώ ο Μάγος δεν είχε ακόμα επιστρέψει, η πόρτα του δωματίου του χτύπησε, και μια γυναικεία φωνή ακούστηκε.

«Άρχοντά μου;»

Η Ρικνάβαθ δε μίλησε, παύοντας για λίγο τις ετοιμασίες.

«Άρχοντά μου; Να σας φέρω φαγητό;»

Η Ρικνάβαθ αισθάνθηκε το στομάχι της να γουργουρίζει. Πλησίασε την πόρτα και έκανε να την ανοίξει. Συνειδητοποίησε, ξαφνικά, ότι δε φορούσε τίποτα· έτσι, απομακρύνθηκε πάλι και έπιασε τον μαύρο χιτώνα που της είχε δώσει ο Βάνμιρ, βάζοντάς τον βιαστικά. Ωστόσο, όταν άνοιξε, η υπηρέτρια είχε φύγει…

*

Ο Βάνμιρ πήγε στην πόλη και αγόρασε ένα κάρο. Επέστρεψε στο κάστρο, καθισμένος στη θέση του οδηγού και μαστιγώνοντας ανέμελα το γαϊδούρι που το τραβούσε –το οποίο ο Ωθράγκος, σύντομα, σκόπευε να αντικαταστήσει με ένα από τα άλογα του Ράλτον. Οι στρατιώτες τον κοίταξαν με περιέργεια, μα κανείς δε μίλησε. Άλλωστε, είχαν πάρει πλέον απόφαση πως ο νέος Άρχοντας-Φύλακας ήταν παράξενος· τα κερασφόρα, εξαγριωμένα πρόβατα, οι εκτοξευόμενες υαλόβομβες, και το φλεγόμενο του ξίφος τούς είχαν πείσει γι’αυτό.

Ο Βάνμιρ κατέβηκε από το κάρο και πρόσταξε να λύσουν το γαϊδούρι και να βάλουν στη θέση του ένα άλογο· επίσης, ζήτησε να φορτώσουν το όχημα με αρκετό σανό και νερό, για το ζώο. Καθώς ένας στρατιώτης έτρεχε να ειδοποιήσει τους σταβλίτες, ο νέος Άρχων-Φύλαξ μπήκε στο φρούριο, ανεβαίνοντας προς το δωμάτιό του. Στο δρόμο, συνάντησε τον Άσιλθαρ.

«Φεύγεις;» τον ρώτησε ο μικρός του αδελφός, με σιγανή φωνή, ώστε να μην τους ακούσει κανείς. Ο διάδρομος, βέβαια, ήταν άδειος, αλλά ποτέ δεν ξέρεις.

«Έτσι δεν είχαμε πει;» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ, μ’ένα θλιμμένο μειδίαμα.

«Θα μου λείψεις, Βάνμιρ,» είπε ο Άσιλθαρ και τον αγκάλιασε. «Πού θα πας;» Τον άφησε από την αγκαλιά του.

«Νότια.»

«Στην Έριγκ;»

«Πιθανώς.»

«Δεν είσαι σίγουρος ακόμα;»

«Όχι,» απάντησε ο Βάνμιρ. «Μονάχα για ένα πράγμα είμαι σίγουρος: ότι δε θέλω να με βρει ο πατέρας όταν ελευθερωθεί από τα υπόγεια. Άκουσέ με, Άσιλθαρ: Θα αφήσω ένα μήνυμα στο δωμάτιό μου. Εκεί μέσα θα γράφω όλα όσα συνέβησαν –εκτός, φυσικά, από το ρόλο που έπαιξες εσύ. Επομένως, μην –μην– τολμήσεις και κάνεις καμια ανοησία… όπως, για παράδειγμα, να ‘ομολογήσεις’… γιατί θα σε ποτίσω φίλτρο κερατοφυΐας όταν σε ξανανταμώσω.»

Ο Άσιλθαρ μειδίασε. Κατένευσε. «Μην ανησυχείς. Έχω κάποιο ένστικτο αυτοσυντήρησης.»

«Χαίρομαι που το ακούω.» Του έδωσε το δεξί του χέρι. «Αντίο, αδελφέ.»

Ο Άσιλθαρ το έσφιξε. «Αντίο.»

Ο Βάνμιρ άρχισε να βαδίζει, όταν η φωνή του αδελφού του τον σταμάτησε: «Περίμενε.»

«Τι είναι;» Στράφηκε να τον κοιτάξει.

Ο Άσιλθαρ πλησίασε. Ξεφύσησε. «Βάνμιρ, μου φαίνεται χαζό… μη-πραγματικό. Δεν είναι δυνατόν να μην ξαναειδωθούμε.»

Ο Βάνμιρ κούνησε το κεφάλι. «Δεν μπορώ να επιστρέψω.»

«Ίσως ο πατέρας να σε συγχωρήσει.»

«Το αμφιβάλλω.»

«Ποτέ δεν ξέρεις,» είπε ο Άσιλθαρ. «Αν σε συγχωρέσει, θα έρθω να σε βρω και να σ’το πω.»

«Μη μπεις στον κόπο, μικρέ,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ. «Δε θα τα καταφέρεις. Επιπλέον, ο πατέρας αποκλείεται να με συγχωρέσει. Το πολύ-πολύ να με αναζητήσει για να με τιμωρήσει.»

Ο Άσιλθαρ κοίταξε, για λίγο, το πάτωμα, αμίλητος.

Ο Βάνμιρ έκανε να φύγει, αλλά ο αδελφός του τον σταμάτησε πάλι, λέγοντας: «Αν ερχόμουν μαζί σου…»

«Ούτε που να το σκέφτεσαι, μικρέ! Θες ν’αφήσεις τη μητέρα μόνη εδώ; Μόνη –χωρίς εμένα, χωρίς το Ρόλμαρ, χωρίς τη Μιάνη;»

«…Σωστά,» μουρμούρισε ο Άσιλθαρ.

«Αντίο, αδελφέ. Να είσαι καλά.» Ο Βάνμιρ τον χτύπησε δυο φορές στον ώμο, και έφυγε.

Στο δωμάτιό του, η Ρικνάβαθ τα είχε όλα έτοιμα. Συνολικά, θα μετέφεραν πέντε σάκους και δύο μπαούλα, πέρα από το θρόνο μαντείας, τον οποίο είχε χρησιμοποιήσει ο Βάνμιρ για να κάνει την πρόβλεψή του σχετικά με το Θηρίο και τα Τέκνα του.

«Υπάρχει τίποτα για φαγητό;» ρώτησε η Καρμώζ. «Πεθαίνω της πείνας.»

«Κι εγώ το ίδιο.» Άνοιξε την πόρτα και φώναξε στον φρουρό του διαδρόμου να προστάξει έναν υπηρέτη να φέρει γεύμα για δύο. Ύστερα, έστρεψε το βλέμμα του πάλι στο δωμάτιό του, κοιτάζοντας τριγύρω, μην τυχόν είχε ξεχαστεί τίποτα σημαντικό. Το πρόβλημα είναι πως ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου φανεί χρήσιμο… συλλογίστηκε. Αλλά, προφανώς, θα πρέπει να το ρισκάρω.

«Ρούχα έβαλες στους σάκους;» ρώτησε τη Μάντισσα.

Εκείνη ένευσε.

«Για τον εαυτό σου βρήκες;»

Η Ρικνάβαθ στράβωσε τη μούρη, αναλογιζόμενη πως θα πήγαιναν νότια, όπου η ζέστη θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη από εδώ. «Νομίζω πως αυτός ο χιτώνας είναι ό,τι χρειάζομαι,» αποκρίθηκε.

«Εντάξει,» είπε ο Βάνμιρ, «αλλά πάρε κι ένα ζευγάρι μπότες από τη ντουλάπα. Ίσως να σου φανούν χρήσιμες –και δεν αναφέρομαι μόνο στη ζεστασιά που μπορούν να προσφέρουν.»

«Καταλαβαίνω,» ένευσε η Ρικνάβαθ. «Επίσης, θα ήθελα κάτι ακόμα: Τα Οστά της Μοίρας.»

«Τι είναι τα Οστά της Μοίρας;»

«Τα οστά με τα οποία κάνω τις μαντείες μου –τις περισσότερες από αυτές, τουλάχιστον. Οι στρατιώτες σου μου τα πήραν.»

«Θα πάω να σ’τα φέρω,» είπε ο Βάνμιρ, και βγήκε απ’το δωμάτιο.

Η Μάντισσα περίμενε. Άνοιξε την ντουλάπα και επέλεξε ένα ζευγάρι μπότες. Κάθισε στο κρεβάτι του Μάγου και τις φόρεσε. Δεν της ήταν μεγάλες, γιατί οι Καρμώζ είναι ελαφρώς πιο μεγαλόσωμοι από τους Ωθράγκος· έτσι, μια γυναίκα των Καρμώζ μπορεί άνετα να φορέσει τα ρούχα ενός άντρα των Ωθράγκος, χωρίς να της είναι, συνήθως, πολύ φαρδιά.

Η πόρτα χτύπησε. «Το φαγητό, Άρχοντά μου.»

Η Ρικνάβαθ, αυτή τη φορά, δε δίστασε καθόλου (εξάλλου, ήταν ντυμένη)· άνοιξε την πόρτα κι αντίκρισε μια Ωθράγκι υπηρέτρια. Η κοπέλα την κοίταξε με αμηχανία και… κάποιο φόβο, ίσως; Γιατί δείχνει να με φοβάται τόσο;

«Το φαγητό του Άρχοντά;» ρώτησε η Μάντισσα.

«…Ναι,» είπε, δειλά, η κοπέλα.

«Ευχαριστούμε,» αποκρίθηκε η Ρικνάβαθ, παίρνοντας το δίσκο από τα χέρια της και χαμογελώντας φιλικά, για να της δείξει πως δεν έπρεπε να τη φοβάται.

Η υπηρέτρια έφυγε, βιαστικά, χωρίς να πει λέξη. Μάλλον, το κόλπο της Μάντισσας δεν είχε πιάσει…

Η Ρικνάβαθ έκλεισε την πόρτα, με το μποτοφορεμένο της πόδι, απορώντας γιατί η κοπέλα την έτρεμε τόσο. Κάθισε οκλαδόν στο κρεβάτι και άρχισε να τρώει.

Ο Βάνμιρ δεν άργησε να επιστρέψει, βαστώντας ένα δερμάτινο σακούλι στα χέρια του, το οποίο πέταξε στο στρώμα, πλάι στην Καρμώζ. «Τα Οστά σου. Δες αν είναι όλα μέσα.»

Η Ρικνάβαθ άφησε το φαγητό και άνοιξε το σακούλι, ξεκινώντας να μετρά τα κόκαλα.

Ο Βάνμιρ τράβηξε την καρέκλα του κοντά της και πήρε ένα πιάτο με κρεατόσουπα από το δίσκο, για να καταλαγιάσει την αυξημένη κινητικότητα στην κοιλιά του.

«Εντάξει, όλα εδώ είναι,» είπε η Ρικνάβαθ, όταν τα μέτρησε. «Σ’ευχαριστώ, Μάγε.»

«Βάνμιρ.»

«Ναι, Βάνμιρ. Σ’ευχαριστώ.»

Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Δε χρειάζεται. Αμέσως μου τα έδωσαν οι φρουροί των μπουντρουμιών. Είμαι ο Άρχοντάς τους.»

«Δεν εννοώ γι’αυτό μόνο. Εννοώ, γενικά σ’ευχαριστώ. Μπορούσες να με είχες σκοτώσει, μετά τη μάχη, ή να με είχες αφήσει να σαπίσω στα μπουντρούμια του φρουρίου…»

«Ίσως, τελικά, να είσαι πιο τυχερή απ’ό,τι νομίζεις, Μάντισσα,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ, υπομειδιώντας.

Όταν τελείωσαν το φαγητό τους, σηκώθηκε και κάθισε σ’έναν ξύλινο πάγκο, φέρνοντας κοντά του ένα μελανοδοχείο και μια περγαμηνή. Βούτηξε την πένα στο μαύρο μελάνι και έγραψε τα πάντα, όλη την αλήθεια, εκτός από το ρόλο που είχε διαδραματίσει ο Άσιλθαρ στη φυλάκιση του πατέρα τους. Τέλος, έδωσε επακριβείς οδηγίες για το πώς να βρουν τον Άρχοντα Άραντιρ, και παρακάλεσε να του ζητήσουν συγχώρεση εκ μέρους του –μια συγχώρεση που, φυσικά, ο Βάνμιρ ήξερε ότι δεν επρόκειτο να λάβει από τον γονιό του. Και ήταν βέβαιος πως ακόμα κι η μητέρα του θα τον μισούσε.

Μιάνη, σκέφτηκε, ολοκληρώνοντας το μήνυμα, αναρωτιέμαι αν κι εσύ θα με μισούσες, αν ήσουν ζωντανή.

Και ο Ρόλμαρ… τι θα πει για μένα ο Ρόλμαρ; Πώς θα κρίνει τις πράξεις μου, όταν του τις διηγηθώ;

Καλύτερα, όμως, να μην το συλλογιόταν ετούτο από τώρα. Έβαλε την πένα μέσα στο μελανοδοχείο και έριξε άμμο επάνω στην περγαμηνή, για να στεγνώσει γρηγορότερα το μελάνι. Ύστερα, τύλιξε το αποχαιρετιστήριο μήνυμά του και το άφησε επάνω στον πάγκο, εκεί όπου το είχε συγγράψει.

Σηκώθηκε από την καρέκλα και είπε στη Ρικνάβαθ: «Φεύγουμε.»

Βγήκε στο διάδρομο και ζήτησε να έρθουν αμέσως έντεκα υπηρέτες· τόσοι πίστευε πως θα έφταναν. Και, πράγματι, είχε δίκιο: δύο χρειάστηκαν για κάθε μπαούλο, ένας για κάθε σάκο, και δύο ακόμα για το θρόνο μαντείας.

Μετά, πρόσταξε πάλι τους φρουρούς: «Ζητήστε να μου φέρουν νερό και φαγητό για το δρόμο. Για μερικές ημέρες. Και να τα φορτώσουν στο κάρο που έχω έξω, στην καστραυλή.»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου.»

«Ακολουθήστε με,» είπε ο Βάνμιρ στους υπηρέτες που κουβαλούσαν τα πράγματά του, και βάδισε μέσα στο φρούριο, μαζί με τη Μάντισσα. Οι φρουροί και οι άλλοι υπηρέτες που συναντούσαν τυχαία τούς κοίταζαν με έκδηλη περιέργεια· ωστόσο, όπως και πριν, με το κάρο, κανείς δε ρώτησε τίποτα. Άλλωστε, «ο Άρχοντας Βάνμιρ ήταν παράξενος αφέντης».

Η νύχτα είχε πέσει, όταν βγήκαν στην καστραυλή, και το φεγγάρι είχε κάνει την εμφάνισή του στον ασυννέφιαστο ουρανό, λαμπυρίζοντας έντονα, σαν να ήθελε ν’αποχαιρετίσει τον νέο Άρχοντα-Φύλακα που αναχωρούσε.

«Βάλτε τα πράγματα στο κάρο,» πρόσταξε ο Βάνμιρ. Οι υπηρέτες υπάκουσαν.

«Πηγαίνετε ταξίδι, Άρχοντά;» βρήκε το θάρρος να ρωτήσει ένας τους.

«Θα επιστρέψω σύντομα,» είπε ψέματα ο Βάνμιρ. «Στην πόλη κατευθύνομαι.»

«Η… η κυρία θα έρθει μαζί σας;» ρώτησε ένας άλλος υπηρέτης, λοξοκοιτάζοντας τη Ρικνάβαθ.

«Ναι,» απάντησε απλά ο Βάνμιρ, και ανέβηκε στη θέση του οδηγού.

Έριξε μια τελευταία ματιά στο κάστρο όπου είχε γεννηθεί και όπου είχε ζήσει τόσες ευχάριστες, αλλά και δυσάρεστες, στιγμές. Τώρα, το κάστρο κοιμόταν: άπαντες έμοιαζαν κατάκοποι από τη χτεσινοβραδινή μάχη. Στο στρατώνα δεν υπήρχε κινητικότητα, ούτε στο στάβλο, ούτε στις σκηνές που είχε στήσει ο Άλρεκ για τους τραυματίες: εκτός από έναν βοηθό του θεραπευτή, ο οποίος τριγύριζε ανάμεσα στους χτυπημένους μαχητές, μήπως κανείς τους τον είχε ανάγκη.

Ύστερα, ο Βάνμιρ έστρεψε το βλέμμα του στο Ναό του Ούργκολ, πίσω του, και εκεί είδε κάποιον να στέκεται και να τον ατενίζει με τυφλά μάτια. Ωστόσο, ο Ιερέας Βάγκραμ δεν πλησίασε τον νεαρό Άρχοντα, ούτε κινήθηκε καθόλου, σαν να ήταν αγαλματωμένος. Αναρωτιέμαι αν τα ήξερες όλα τούτα απ’την αρχή, συλλογίστηκε ο Βάνμιρ. Πόσα μπορούν, τελικά, να «δουν» τα τυφλά σου μάτια, πιστέ υπηρέτη του Ούργκολ;

Πήρε μια βαθιά ανάσα και απομάκρυνε τον Βάγκραμ και τον Αρχαιοφύλακα από τις σκέψεις του. Κοίταξε το φρούριο Ράλτον, που ορθωνόταν πανύψηλο στ’αριστερά του. Αντίο, μητέρα. Άσιλθαρ. Καστελάνε Νιρμέα, τους αποχαιρέτησε σιωπηρά. Αντίο. Και, ενθυμούμενος τους ριβογκάμι, οι οποίοι, επί του παρόντος, βρίσκονταν στα υπόγεια του Ράλτον, αλλά σύντομα θα επέστρεφαν στον υπόγειό τους κόσμο, πρόσθεσε νοερά: Αντίο και σε σας, υποχθόνιοι. Θ’λεμ. Σίλ’μο. Αντίο.

Η Ρικνάβαθ είχε ήδη ανεβεί στη θέση του οδηγού, δίπλα του, και του άγγιξε τον ώμο. «Είσαι καλά;»

Ο Βάνμιρ προσπάθησε να χαμογελάσει (και νόμιζε ότι απέτυχε). «Ναι,» αποκρίθηκε. Και είδε πως, εκείνη τη στιγμή, οι υπηρέτες του φρουρίου φόρτωναν το κάρο με τις προμήθειες τις οποίες τους είχε ζητήσει. Μόλις τα πάντα ήταν φορτωμένα, είπε: «Ας ξεκινήσουμε,» και χτύπησε το άλογο, με τα χαλινάρια.

Το κάρο κύλησε προς τη νότια πύλη του κάστρου. Ο Βάνμιρ έκανε νόημα να τη σηκώσουν, και οι φρουροί υπάκουσαν.

 

 


Κεφάλαιο 6
Δύο Συμφωνίες και μία Άγνωστη Παρουσία

 

Ο Ρόλμαρ κοιμήθηκε στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων εκείνο το βράδυ, αλλά ο ύπνος του ήταν κάθε άλλο παρά καλός. Συνεχώς νόμιζε πως κάποιος βρισκόταν δίπλα του, και ξυπνούσε, για να κοιτάξει ποιος είχε έρθει (η Λιόλα, ίσως;), όμως δεν έβλεπε κανέναν εκεί. Το συναίσθημα, ωστόσο, ήταν ανατριχιαστικό και δεν τον άφηνε να ξεκουραστεί. Επίσης αισθανόταν και κάτι άλλο, ίσως ακόμα ενοχλητικότερο: το σώμα του τον έξυνε, ειδικά στα πλευρά· δηλαδή, στα σημεία όπου κανονικά έπρεπε να βρίσκονταν οι μελανιές από τα χτυπήματα του Σάβμιν.

Η αυγή τον βρήκε μισοξυπνημένο επάνω στο μεγάλο κρεβάτι του δωματίου του. Φως έμπαινε ανάμεσα από τα πατζούρια. Ο Ρόλμαρ ένιωθε τον εαυτό του κουρασμένο, όμως προτίμησε να σηκωθεί, παρά να συνεχίσει τον βασανιστικό ύπνο που έκανε όλο το βράδυ. Έχοντας ρίξει μια μαύρη, μάλλινη ρόμπα επάνω του και έχοντας γεμίσει ένα ποτήρι με νερό, άνοιξε τα μισόκλειστα παραθυρόφυλλα και στάθηκε μπροστά από το παράθυρο, ατενίζοντας τον Κήπο των Ανέμων. Τα φυλλώματα των δέντρων αναδεύονταν από μια αύρα που ερχόταν από τη θάλασσα.

Από τη θάλασσα… κάπου επάνω στην οποία έπλεε τώρα η Νίθρα, αιχμάλωτη του Διοικητή Σάβμιν, κατευθυνόμενη προς την ήπειρο Λιάμνερ-Κρωθ και το Ρουζβάνικο Βασίλειο Νούφρεκ, όπου θα έχανε τη ζωή της.

Πρέπει να κάνω κάτι, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ. Ό,τι μπορώ, τουλάχιστον. Καταράστηκε από μέσα του την Πριγκίπισσα Λιόλα, η οποία τον είχε διακόψει χτες βράδυ από κάτι σημαντικό που είχε να πει στον Ράνιρ: κάτι σημαντικό που αφορούσε τη Νίθρα. Ωστόσο, μπορώ να βρω τον πανδοχέα σήμερα.

Ο Ρόλμαρ άφησε το ποτήρι του επάνω στο περβάζι του παραθύρου κι άρχισε να ντύνεται. Καθώς φορούσε τα ρούχα του μπροστά από τον καθρέφτη, αναρωτιόταν γι’ακόμα μία φορά τι είχε συμβεί την περασμένη νύχτα. Πώς τον είχε θεραπεύσει η Λιόλα; Τι είδους μαγεία ήταν αυτή που είχε υφάνει επάνω του; Μήπως τον είχε κάνει απλά να νομίζει ότι τα χτυπήματά του είχαν θεραπευτεί; Ο Ρόλμαρ πίεσε τα πλευρά του ξανά με δύναμη, όμως δεν αισθάνθηκε κανέναν πόνο. Είναι αλήθεια. Με γιάτρεψε στ’αλήθεια. Μα τους θεούς, πώς το κατόρθωσε τούτο; Και πώς είναι ποτέ δυνατόν η Λιάμνερ Κρωθ να έχει δύναμη εδώ, στην ήπειρο Βάλγκριθμωρ; Ουδέποτε είχε δύναμη στα μέρη μας. Η Νίθρα ίσως να μπορούσε να απαντήσει στα ερωτήματά του. Ίσως, γιατί, βέβαια, δεν ήταν ιέρεια. Αλλά, ούτως ή άλλως, τώρα δε βρισκόταν κοντά του. Και πρέπει να τη βρω. Πρέπει να τη σώσω από τα νύχια της Βασίλισσας Καλβάρθα.

Ντυμένος με καθαρά ρούχα και με την ταξιδιωτική του κάπα, ο Ρόλμαρ πλησίασε την πόρτα του δωματίου και την άνοιξε, για να βαδίσει στους διαδρόμους του δέκατου-πέμπτου πύργου του παλατιού, ή Πύργου των Ξένων, όπως τον ονόμαζαν.

Επίσης, πρέπει να μάθω τι τρέχει με τη Λιόλα, σκεφτόταν, καθώς βάδιζε. Μα το Μαύρο Άνεμο, αυτό είναι πολύ σημαντικό, και ο Βασιληάς Άργκελ είμαι βέβαιος ότι δε γνωρίζει τίποτα για τις θρησκευτικές προτιμήσεις της κόρης του. Πώς είναι δυνατόν η Λιάμνερ Κρωθ να έχει δύναμη στα μέρη των Ωθράγκος; Τούτο το ερώτημα τον βασάνιζε. Του φαινόταν παράξενο πράγμα, πολύ, πολύ παράξενο. Και είχε την αίσθηση πως κάτι δεν πήγαινε καθόλου, μα καθόλου, καλά. Κάτι κρυμμένο υπήρχε κάπου, κάποιο μυστικό. Ο Ρόλμαρ αισθανόταν το κεφάλι του να πονά.

Ξεφύσησε, προσπαθώντας να απομακρύνει, προς το παρόν, τη Λιόλα και τη θεά της από το νου του. Ένιωσε ένα ελαφρύ ξύσιμο στα δεξιά του πλευρά, μα το αγνόησε. Τι μου έκανες, Πριγκίπισσα; Είναι τα νύχια της Λιάμνερ Κρωθ που αισθάνομαι επάνω μου;

Άκουσε βήματα να έρχονται προς το μέρος του, και σταμάτησε.

Δε χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Από μια γωνία, είδε την υπηρέτρια Σαντάνρα να ξεπροβάλει, ντυμένη το ίδιο καλά όπως και χτες. «Καλημέρα, Άρχοντά μου,» είπε. «Χρειάζεστε κάτι;»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Ρόλμαρ, «σ’ευχαριστώ.» Ύστερα, μια σκέψη πέρασε ξαφνικά απ’το νου του. «Σ’εμένα ερχόσουν, Σαντάνρα;»

«Ναι, Άρχοντά μου. Η Πριγκίπισσα Λιόλα μού το ζήτησε.»

«Σήμερα το πρωί;»

«Όχι, χτες βράδυ.»

«Μάλιστα,» είπε ο Ρόλμαρ. Θέλει να με παρακολουθεί; Ή πρόκειται για απλή ευγένεια; Η Λιόλα είχε αλλάξει πολύ, από τότε που τη θυμόταν. Άραγε, η αλλαγή της αυτή οφειλόταν στα καινούργια της πιστεύω;

«Θα θέλατε να σας ετοιμάσω πρωινό;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Ετοίμασέ μου πρωινό, Σαντάνρα, και πήγαινέ το στο δωμάτιό μου. Θα επιστρέψω σε λίγο.»

«Έχετε κάποια δουλειά, Άρχοντά μου;» ρώτησε η υπηρέτρια. «Θα θέλατε να σας οδηγήσω κάπου;»

Με παρακολουθεί, επομένως. «Όχι, σ’ευχαριστώ. Μια βόλτα θα κάνω μονάχα.»

Η Σαντάνρα υποκλίθηκε και ο Ρόλμαρ πέρασε από δίπλα της, διασχίζοντας τους διαδρόμους των Δεκαεννέα Πύργων και ψάχνοντας την έξοδο του παλατιού, πράγμα που δεν ήταν και ό,τι ευκολότερο, αν δεν ήσουν συνηθισμένος να βαδίζεις εδώ. Ο Ρόλμαρ αναγκάστηκε δύο φορές να ζητήσει κατευθύνσεις από τους φρουρούς που περιπολούσαν τους διαδρόμους ή στέκονταν στην κορυφή σκαλοπατιών. Πάντως, τελικά, βγήκε από το παλάτι και βρέθηκε στους δρόμους της Νουάλβορ.

Το πανδοχείο «Ο Χαριτωμένος Χορευτής» δεν ήταν δύσκολο να εντοπιστεί μέσα στην αγορά· έτσι, ο Ρόλμαρ δεν άργησε καθόλου να φτάσει μπροστά από την εξώπορτά του και να τη σπρώξει ελαφριά, για να κοιτάξει στην τραπεζαρία. Είδε δύο άντρες να κάθονται σε ένα τραπέζι και να παίρνουν πρωινό, ενώ μία κοπέλα σκούπιζε τα υπόλοιπα τραπέζια, που ήταν άδεια. Μόλις ο Ρόλμαρ άνοιξε την πόρτα, η σερβιτόρα στράφηκε στο μέρος του.

«Παρακαλώ,» είπε.

Οι πελάτες γύρισαν, για να τον κοιτάξουν, παύοντας να τρώνε και παύοντας να μιλάνε αναμεταξύ τους. Η φιγούρα του πρέπει να τους είχε κινήσει την περιέργεια, πράγμα για το οποίο εκείνος δεν τους αδικούσε. Ο Ρόλμαρ είχε φορέσει την κουκούλα της κάπας του, ρίχνοντας το πρόσωπό του στη σκιά, ώστε κανείς να μην τον καταλάβει και αναφέρει στη Λιόλα πού είχε πάει.

Πλησίασε τη σερβιτόρα, της οποίας τα μάτια στένεψαν ελαφρώς και η όψη της έγινε ανήσυχη, σαν να φοβόταν ότι ίσως ο «μυστηριώδης άγνωστος» να ήθελε το κακό της.

«Θα επιθυμούσα να μιλήσω στον κύριο Ράνιρ,» της είπε ο Ρόλμαρ, ευγενικά.

«Δεν είμαι σίγουρη ότι έχει ξυπνήσει…» αποκρίθηκε η κοπέλα, διστακτικά.

«Τότε, ξύπνησέ τον,» πρόσταξε ο Ρόλμαρ. «Κατάλαβες;»

Η κοπέλα ένευσε. «Μάλιστα, κύριε, όπως θέλετε.» Απομακρύνθηκε, ανεβαίνοντας την ξύλινη σκάλα του πανδοχείου.

Ο Ρόλμαρ κάθισε σ’ένα τραπέζι, αγνοώντας τους δύο πελάτες, οι οποίοι σιγομουρμούριζαν αναμεταξύ τους. Το βλέμμα του στράφηκε στις ζωηρές φλόγες του τζακιού, που χόρευαν επάνω στα κούτσουρα… και η χτεσινή του συνάντηση με τη Λιόλα γέμισε ξανά το νου του. Το συμβάν ήταν πολύ περίεργο· ο Ρόλμαρ δε θυμόταν τι ακριβώς είχε κάνει με την Πριγκίπισσα, σαν εκείνη να τον είχε ποτίσει με κάποιου είδους δηλητήριο που θολώνει τις αισθήσεις. Όμως δεν επρόκειτο για δηλητήριο –ο Ρόλμαρ ήταν βέβαιος γι’αυτό–, αλλά για μαγεία… μαγεία της νότιας θεάς Λιάμνερ Κρωθ.

Είναι ανήκουστο, όμως… Ανήκουστο στα μέρη των Ωθράγκος. Σταύρωσε τα πόδια του στο γόνατο κι ακούμπησε το σαγόνι στη γροθιά του. Ποιος θα ξέρει; Ποιον μπορώ να ρωτήσω; Κάποιον ιερέα του Βάνραλ, ίσως; Θα ξέρουν τίποτα οι ιερείς του Βάνραλ; Ο ναός τους ήταν ο μεγαλύτερος στην πόλη· αναμφίβολα, δε θα δυσκολευόταν να βρει έναν απ’αυτούς και να του μιλήσει, αν ήθελε. Ακόμα κι ο Αρχιερέας θα τον δεχόταν, αν δήλωνε ότι ήταν άρχοντας του Βασιλείου.

«Καλημέρα,» άκουσε πίσω του. Στράφηκε και είδε τον Ράνιρ, χωρίς το φανταχτερό του πλατύγυρο καπέλο. Η καράφλα του γυάλιζε στο πρωινό φως που έμπαινε από τα παράθυρα.

Ο Ρόλμαρ σήκωσε ελαφρώς την κουκούλα του, για να τον αναγνωρίσει ο πανδοχέας. «Καλημέρα,» είπε. «Πρέπει να σου μιλήσω, τώρα.»

Ο Ράνιρ κάθισε βαριά στην καρέκλα αντίκρυ του, μουγκρίζοντας. «Τι είναι, Άρχοντά μου;»

«Θυμάσαι χτες που σου είπα ότι ήθελα κάτι από σένα;»

«Ναι.» Ο Ράνιρ ένευσε κοφτά και χασμουρήθηκε πίσω απ’το χέρι του. Ύστερα, φώναξε στη σερβιτόρα: «Μάρλα! Φέρε τίποτα να πιούμε, πρωινιάτικα!»

«Εξακολουθώ να θέλω κάτι από εσένα,» τόνισε ο Ρόλμαρ.

«Τι είναι, Άρχοντά μου; Άμα πρόκειται για κάτι που μπορώ να κάνω, πολύ ευχαρίστως να πραγματοποιήσω την επιθυμία σας.»

Ο Ρόλμαρ ακούμπησε τους αγκώνες του επάνω στο τραπέζι. «Πρέπει να υπάρχει απόλυτη μυστικότητα ανάμεσά μας, πανδοχέα. Με καταλαβαίνεις; Απόλυτη.»

Η σερβιτόρα έφερε δύο κούπες με τσάι του βουνού, και έφυγε.

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε ο Ράνιρ, σηκώνοντας τη δική του κούπα και πίνοντας.

Ο Ρόλμαρ τον παρατήρησε. Πόσο μπορώ να εμπιστευτώ ετούτο τον άντρα;… αναρωτήθηκε. Αλλά, βέβαια, τι άλλη επιλογή έχω; Πού άλλου να στραφώ, για να βοηθήσω τη Νίθρα;

«Χρειάζομαι έναν άνθρωπο,» είπε: «έναν πολύ τολμηρό άνθρωπο.»

«Πόσο τολμηρό, δηλαδής;» ρώτησε ο Ράνιρ, στενεύοντας το ένα μάτι, παραξενεμένος, και πίνοντας ακόμα μια γουλιά ζεστό τσάι.

«Αρκετά τολμηρό ώστε να δεχτεί να ταξιδέψει σε άλλη ήπειρο. Αρκετά τολμηρό ώστε να σώσει έναν αιχμάλωτο,» εξήγησε ο Ρόλμαρ.

«Συνεπώς, ψάχνεις για έναν τρελό, σωστά;» Ο Ράνιρ ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα.

«Ίσως. Ξέρεις κανέναν τέτοιο εδώ γύρω;»

«Πότε θα πάρει τα λεφτά;»

«Μετά από την επιτυχή ολοκλήρωση της αποστολής, φυσικά,» δήλωσε ο Ρόλμαρ. «Ξέρεις κάποιον τέτοιο άνθρωπο, πανδοχέα, ή όχι;»

«Έχω έναν στο μυαλό μου…» παραδέχτηκε ο Ράνιρ, πίνοντας κι άλλο τσάι.

«Πού μπορώ να τον βρω;» ρώτησε ο Ρόλμαρ.

«Κατ’αρχήν, θα πρέπει να τον βρω εγώ, να πούμε, και μετά να του μιλήσετε εσείς…»

«Δηλαδή, δεν ξέρεις πού είναι…;»

«Όχι ακριβώς.»

«Πότε θα ξέρεις; Και πότε θα έχω τη δυνατότητα να του μιλήσω;»

«Πώς μπορώ να σας ειδοποιήσω, Άρχοντά μου; Πού μένετε;» Χτες βράδυ, ο Ρόλμαρ είχε φύγει μαζί με την «άγνωστη κουκουλοφόρο», έτσι ο Ράνιρ δεν είχε ιδέα πού μπορεί να είχε πάει για να περάσει τη βραδιά του. Δεν είχε καταλάβει πως η μυστηριώδης επισκέπτρια του πανδοχείου του ήταν η Πριγκίπισσα Λιόλα· ή, τουλάχιστον, δεν έδειχνε να το είχε καταλάβει…

«Θα έρθω εγώ να σε βρω,» του είπε ο Ρόλμαρ. «Πότε να περάσω;»

«Το βράδυ.»

«Το βράδυ. Εντάξει. Σ’ευχαριστώ για την εξυπηρέτηση, πανδοχέα.» Άφησε μια κορόνα επάνω στο ξύλινο τραπέζι. «Φρόντισε να μη με απογοητεύσεις. Βασίζομαι σε σένα.»

Επιστρέφοντας στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων, πήγε στο δωμάτιό του, στον Πύργο των Ξένων. Η διαδρομή μέσα από τους λαβυρινθώδεις διαδρόμους, αυτή τη φορά, του φάνηκε ευκολότερη. Έχω αρχίσει να το συνηθίζω το μέρος. Κάπως…

Μπροστά από το παράθυρό του καθόταν η Σαντάνρα, η οποία σηκώθηκε μόλις τον είδε να μπαίνει, και υποκλίθηκε, λέγοντας: «Το πρωινό σας, Άρχοντά μου.» Έδειξε ένα τραπέζι γεμάτο με φαγητά.

Ο Ρόλμαρ έβγαλε την κάπα του και κάθισε, βάζοντας στο πιάτο εμπρός του δύο τηγανίτες. «Η Πριγκίπισσα με θέλει καλοθρεμμένο, παρατηρώ.» Η Σαντάνρα δε μίλησε, έτσι εκείνος ξεκίνησε να τρώει. Η υπηρέτρια κάθισε σε μια καρέκλα, όχι πολύ μακριά του.

«Με κάλεσε ο Βασιληάς;» ρώτησε ο Ρόλμαρ.

«Όχι ακόμα, Άρχοντά μου. Δεν έχει ξυπνήσει, νομίζω.»

«Κοιμήθηκε αργά, χτες;»

«Μάλλον…»

«Μου είπες ότι μιλούσε με κάποιον ή κάποιους. Ποιος ήταν αυτός ή αυτοί;»

«Δεν ξέρω, Άρχοντά μου. Όμως άργησαν να φύγουν, σύμφωνα μ’ό,τι άκουσα.»

«‘Αργήσαν’. Επομένως, ήταν πολλοί. Πόσοι;»

«Τρεις, Άρχοντά μου.»

«Μμμμ…» Ο Ρόλμαρ συνέχισε το φαγητό του, αμίλητος.

Ησυχία, για κάποια ώρα. Ύστερα, η Σαντάνρα ρώτησε, διστακτικά: «Άρχοντά μου, είστε θυμωμένος μαζί μου;»

Ο Ρόλμαρ σταμάτησε να τρώει· ούτως ή άλλως, αισθανόταν χορτασμένος –ετούτο το πρωινό ήταν αρκετό για να ταΐσεις ολόκληρο στράτευμα: δεν μπορούσε να το φάει όλο. Ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ, που οι Ωθράγκος εισήγαγαν από τις ηπείρους Λιάμνερ-Κρωθ και Ναζ-Λορ.

«Γιατί να είμαι θυμωμένος;» ρώτησε τη Σαντάνρα.

«Γιατί, χτες βράδυ, δεν επέστρεψα στους στάβλους.»

«Επειδή σε πρόσταξε η Πριγκίπισσα.»

Η υπηρέτρια κατένευσε.

Ο Ρόλμαρ ανασήκωσε τους ώμους. «Δε μπορούσες να κάνεις αλλιώς, Σαντάνρα.»

Η πόρτα χτύπησε.

«Ποιος είναι;» ρώτησε ο Ρόλμαρ, φωναχτά.

«Η Πριγκίπισσα Λιόλα. Να περάσω;»

«Φυσικά.»

Η πόρτα άνοιξε και η Λιόλα μπήκε, ντυμένη μ’ένα μακρύ, λευκό φόρεμα με φαρδιά μανίκια που στο τέλος τους είχαν κρόσσια. Τα ξανθά της μαλλιά ήταν πιασμένα πίσω της, αλλά όχι δεμένα κότσο. Στη μέση φορούσε μια αλυσιδωτή, χρυσή ζώνη.

«Καλημέρα,» είπε, χαμογελώντας. «Είναι καλό το πρωινό;»

«Καλό, και αρκετό για να με ταΐσει για ένα μήνα.»

«Σαντάνρα, μας αφήνεις;»

«Όπως επιθυμείτε, Υψηλοτάτη.» Η υπηρέτρια, που είχε ήδη σηκωθεί από τη θέση της, υποκλίθηκε και έφυγε.

«Λοιπόν, πώς αισθάνεσαι σήμερα;» ρώτησε η Λιόλα.

«Παράξενα,» είπε ο Ρόλμαρ, σηκώνοντας το κύπελλο με τον καφέ και πίνοντας.

«Δεν έχουν θεραπευτεί τα χτυπήματα;» Η Λιόλα κάθισε σε μια πολυθρόνα, κοντά στο αναμμένο τζάκι.

«Έχουν. Αυτό είναι και το παράξενο.»

«Δε θάπρεπε να παραξενεύεσαι, Ρόλμαρ. Όχι όταν η Μεγάλη Θεά πραγματοποιεί θαύματα επάνω σου.»

Θαύματα επάνω μου… σκέφτηκε εκείνος. Ναι· νομίζω ότι ακόμα μπορώ να νιώσω το… άγγιγμά της.

«Όμως, θέλω να μου υποσχεθείς κάτι,» είπε η Λιόλα.

«Τι;»

«Ότι δε θα πεις τίποτα για την παρουσία της Θεάς μου εδώ, ή για τη σχέση της μ’εμένα.»

«Εσύ δεν ήσουν που επιθυμούσες να εξαπλώσεις τη θρησκεία της στη Βάλγκριθμωρ;»

«Ναι, αλλά δεν είναι ακόμα η κατάλληλη ώρα.»

«Ποιος κρίνει την ‘κατάλληλη ώρα’;» ρώτησε ο Ρόλμαρ.

«Η ίδια η Λιάμνερ Κρωθ, φυσικά. Εκείνη θα μου υποδείξει πότε πρέπει να κινηθώ, και πώς πρέπει να κινηθώ.»

«Με τι τρόπο θα σ’το υποδείξει;»

«Θα μου μιλήσει.»

«Η Θεά σού μιλά;» συνοφρυώθηκε ο Ρόλμαρ.

«Ναι. Είμαι η μοναδική της ιέρεια επάνω στη Βάλγκριθμωρ.»

«Λιόλα… Θέλεις να σου πω ξεκάθαρα τι πιστεύω;»

Η Πριγκίπισσα ανασήκωσε το ένα φρύδι. «Τι έχεις να πεις, δηλαδή;»

«Νομίζω ότι κάτι δεν πάει καλά μ’αυτή τη θεά σου,» είπε ο Ρόλμαρ. «Δεν είναι φυσιολογικό να εμφανίζεται η Λιάμνερ Κρωθ στα δικά μας μέρη–»

«Δεν είναι φυσιολογικό;» Η Λιόλα σηκώθηκε όρθια, απότομα. «Τι ξέρεις εσύ, Ρόλμαρ, για το τι είναι ‘φυσιολογικό’;»

«Αν ήταν φυσιολογικό, θα είχε συμβεί εδώ και πολ–»

«Η Θεά δεν ενεργεί απερίσκεπτα!» δήλωσε η Πριγκίπισσα, θυμωμένη. «Και μην υποθέτεις ότι μπορείς να κατανοήσεις τη σκέψη της –κανείς δεν μπορεί!»

Ο Ρόλμαρ αναστέναξε. «Όπως νομίζεις, τότε. Αλλά μην περιμένεις ότι θα το πιστέψω κι εγώ.»

«Ποιο πράγμα να πιστέψεις;»

«Ότι όλα πάνε καλά.»

«Είσαι απαράδεκτα αχάριστος!» σφύριξε η Λιόλα. «Η Θεά σε θεράπευσε, χτες βράδυ.»

«Ήταν, άραγε, η Λιάμνερ Κρωθ που με θεράπευσε;»

«Τι θες να πεις; Ποιος να ήταν, εκτός από τη Μεγάλη Θεά;»

«Δεν έχω ιδέα. Αλλά–»

«Αλλά θα κρατήσεις το στόμα σου κλειστό,» τον προειδοποίησε η Λιόλα. «Δεν πρέπει κανένας να μάθει ακόμα για τη Λιάμνερ Κρωθ. Ούτε καν ο πατέρας μου, με καταλαβαίνεις; Ειδικά ο πατέρας μου.»

«Δεν είχα σκοπό να το φανερώσω.»

«Ωραία,» είπε η Λιόλα, «γιατί η Θεά είναι και εκδικητική, όταν θέλει.»

«Θα έρθει τη νύχτα, να με μαχαιρώσει;»

Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της Πριγκίπισσας στράβωσαν. «Τι;…»

«Απόψε, ενώ κοιμόμουν,» είπε ο Ρόλμαρ, «νόμιζα συνεχώς ότι κάποιος βρισκόταν κοντά μου. Όμως, όταν άνοιγα τα μάτια, για να δω ποιος ήταν, δεν έβλεπα κανέναν.»

«Ήσουν ταραγμένος, προφανώς.» Η Λιόλα κάθισε στο τραπέζι, αντίκρυ του.

«Ναι,» είπε ο Ρόλμαρ, «ίσως και να ήμουν.» Αλλά αποκλείεται η αίσθηση της αόρατης παρουσίας να οφειλόταν σ’αυτό. Αποκλείεται.

 

 


Κεφάλαιο 7
Νέα για μια Σχετικά Μακρινή Απειλή

 

Ήταν αυγή όταν είδαν τον στρατό να έρχεται. Το μάτι του Δάρβαν τούς υπολόγιζε γύρω στους χίλιους, οι διακόσιοι-τριακόσιοι από τους οποίους έμοιαζαν να είναι ιππείς. Ο προπορευόμενος καβαλάρης έφερε μια σημαία με το έμβλημα του Οίκου των Νίλγκωρ. Πράγμα το οποίο, φυσικά, εξέπληξε τον Δάρβαν, και τον έκανε να αναρωτηθεί πού έστελνε η ετεροθαλής αδελφή του όλους αυτούς τους μαχητές.

Έκανε νόημα στους στρατιώτες της ομάδας του να σταματήσουν, ενώ έριξε ένα βλέμμα στον Χάφναρ, για να δει την αντίδρασή του. Όμως καμία συγκεκριμένη αντίδραση δε φαινόταν από το μέρος του αδελφού του, ενώ η μαύρη του μάσκα έκρυβε κάθε έκφραση του προσώπου του. Η Σρ’άερ, ωστόσο, έβγαλε έναν απειλητικό ήχο που έμοιαζε με κάτι ανάμεσα σε σύριγμα και γρύλισμα.

«Τι κάνουμε, Άρχοντά μου;» ρώτησε ο Χάργκελ ο Αγριόγατος.

«Γιατί η Φερνάλβιν στέλνει τους μαχητές της προς τα εδώ;» αναρωτήθηκε φωναχτά ο Δάρβαν. «Δεν καταλαβαίνω…»

«Δεν μπορεί να έρχονται για εμάς, Άρχοντά μου,» είπε ο Χάργκελ. «Αν ήθελε να ψάξει για μας, δε θα έστελνε τόσους πολλούς.»

Ο Δάρβαν κατένευσε. «Ναι. Δίχως αμφιβολία, πρόκειται για κάτι άλλο, περισσότερο σημαντικό από την απουσία μας. Ας προχωρήσουμε.» Έκανε νόημα στην ομάδα του να συνεχίσει, και όλοι προχώρησαν στο ρυθμό του Χάφναρ και της δράκαινάς του.

Ύστερα από κάποια ώρα, συνάντησαν το φουσάτο που προέλαυνε βόρεια, φέροντας τη σημαία των Νίλγκωρ –το Δέντρο και το Ποτάμι.

«Σταματήστε!» φώναξε ο Δάρβαν, τραβώντας τα γκέμια του αλόγου του. Η προσταγή του δεν απευθυνόταν στους δικούς του καβαλάρηδες, αλλά στους στρατιώτες αντίκρυ του. «Είμαι ο Δάρβαν, αδελφός της Κεντροφύλακος Φερνάλβιν, Επάρχου της Έριγκ. Προς τα πού πηγαίνει ο στρατός της πόλης;»

Ο άντρας που βρισκόταν δίπλα από τον σημαιοφόρο, καθισμένος σε μαύρο άλογο και ντυμένος με αρθρωτή αρματωσιά, κράνος, και χειμωνιάτικη κάπα, αφίππευσε. Βάζοντας το ένα χέρι στη λαβή του ξίφους που κρεμόταν από τη ζώνη του και το άλλο, σφιγμένο σε γροθιά, στο στήθος του, έκανε βαθιά υπόκλιση.

«Δάρβαν, Άρχοντά μου,» είπε, «μας ήρθαν νέα από το Βορρά, ότι το κάστρο Ράλτον πιθανώς να βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο από έναν στρατό Ποιμένων της Στέπας, καθώς και από το Θηρίο –εκείνο που λένε πως ο Άρχοντας-Φύλακας Άραντιρ έτρεψε σε φυγή, πριν από χρόνια. Ωστόσο, τούτα τα νέα δε θα έπρεπε να σας ανησυχήσουν, γιατί πιστεύουμε πως ίσως να πρόκειται για υπερβολές.»

«Υπερβολές; Γιατί;»

«Επειδή, Άρχοντά μου, ο ταχυπομπός που ήρθε από το Ράλτον είπε στην Έπαρχο και Κεντροφύλακα του Βασιλείου πως κανείς δεν είδε το στρατό των Ποιμένων, ούτε το Θηρίο… εκτός από τον Άρχοντα Βάνμιρ, τον γιο του Άρχοντα-Φύλακα Άραντιρ· και αυτός, όμως, δεν ‘είδε’ κανονικά τους εχθρούς, πάρα μέσω κάποιας μαντείας.»

Ο Βάνμιρ ήταν, όντως, παράξενος άνθρωπος· ο Δάρβαν δεν τον εμπιστευόταν. Όμως θα αναστάτωνε τους πάντες, αν δεν πίστευε πως η απειλή ήταν πραγματική; Θα έστελνε ταχυπομπό στην Έριγκ; Και, προπάντων, ο Άρχοντας Άραντιρ θα τον άφηνε να το κάνει αυτό, αν δε συμφωνούσε μαζί του;

«Σας εύχομαι καλή τύχη, τότε,» είπε ο Δάρβαν. «Κι ελπίζω, όντως, ο Άρχοντας Βάνμιρ να λάθεψε στις προβλέψεις του.»

«Ευχαριστούμε, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο διοικητής του στρατεύματος. «Κι εμείς το ίδιο ελπίζουμε, ενώ η Έπαρχος φαίνεται να μοιάζει σχεδόν σίγουρη ότι δεν είναι τίποτα το σημαντικό.»

Μάλλον, η Φέρναλβιν δίνει πολύ λιγότερη σημασία στους πραγματικούς κινδύνους για το Βασίλειο, απ’ό,τι νοιάζεται μην τη… δηλητηριάσει… η μητέρα μου, σκέφτηκε, με πικρία, ο Δάρβαν, που θεωρούσε την ετεροθαλή αδελφή του αδικαιολόγητα καχύποπτη προς την Αρχόντισσα Ρικέλθη.

Ο διοικητής του στρατού ανέβηκε πάλι στο άλογό του και έδωσε προσταγή στους μαχητές του να συνεχίσουν την προέλασή τους. Ο Δάρβαν και η ομάδα του στάθηκαν στο πλάι της λιθόστρωτης δημοσιάς, μέχρι να περάσει το φουσάτο, πολλοί από τους στρατιώτες του οποίου έριχναν ερευνητικές –και, κάπου-κάπου, τρομαγμένες– ματιές στην Σρ’άερ, που τα μάτια της τους κοίταζαν μάλλον αδιάφορα, ενώ η δράκαινα έτριβε το λαιμό της επάνω στο γαντοφορεμένο χέρι του Χάφναρ.

Ο Δάρβαν έπρεπε να θαυμάσει την ψυχραιμία του αρχιδιοικητή, ο οποίος δεν είχε κάνει ούτε μια ερώτηση για το μεγάλο ερπετό, μήτε το είχε ατενίσει επίμονα· αν και αυτό το τελευταίο ήταν λιγάκι δύσκολο να το διακρίνει κανείς μέσα από το κράνος του. Πρέπει να είναι καλός στη μάχη, σκέφτηκε ο Άρχοντας. Η ψυχραιμία του θα δίνει δύναμη στους μαχητές του· δε θα τους αφήνει να πανικοβάλλονται. Τουλάχιστον, η ετεροθαλής αδελφή μου επέλεξε καλό αρχηγό για τους απεσταλμένους της. Ίσως, τελικά, να μη θεωρεί τη μαντεία του Βάνμιρ τόσο ψεύτικη όσο ισχυρίζεται…

Όταν ο στρατός πέρασε από μπροστά τους, γεμίζοντάς τους σκόνη –η οποία είναι μόνιμη συνοδός όλων των φουσάτων–, ο Δάρβαν έκανε νόημα στην ομάδα του να συνεχίσει.

«Πιστεύετε ότι η απειλή είναι πραγματική, Άρχοντά μου;» τον ρώτησε ο Χάργκελ, που ίππευε πλάι του.

«Είναι πολύ πιθανό να είναι,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Τότε, Άρχοντά μου, ίσως η αδελφή σας θα έπρεπε να είχε στείλει περισσότερους μαχητές, αν μου επιτρέπεται να εκφράσω άποψη επάνω στο ζήτημα.»

«Φυσικά και σου επιτρέπεται, φίλε μου,» είπε ο Δάρβαν, σχεδόν αδιάφορα. «Και πιστεύω, μάλιστα, πως έχεις δίκιο. Από την άλλη, βέβαια, ο Άρχοντας Άραντιρ, μάλλον, θα έχει ήδη καλέσει βοήθεια και από τους άλλους φύλακες των βόρειων συνόρων, δε νομίζεις;»

Ο Χάργκελ ένευσε, κοφτά, αλλά έμοιαζε να υπήρχε φόβος στο βλέμμα του.

«Θεωρείς το Θηρίο τόσο δυνατό;» τον ρώτησε ο Δάρβαν.

«Έχω ακούσει διάφορες ιστορίες γι’αυτό, Άρχοντά μου,» δήλωσε ο Αγριόγατος. «Κάποιες λένε πως έφτυνε φωτιές, όταν επιτέθηκε στο Ράλτον. Άλλες πάλι υποστηρίζουν πως τα πόδια του προκαλούσαν σεισμό, και τα τείχη κατέρρεαν.»

«Αυτά είναι, σίγουρα, υπερβολές,» είπε ο Δάρβαν. «Μάλλον, πρόκειται απλά για κάποιο τέρας της Στέπας· γιατί εκεί μπορεί κανείς να βρει… αλλόκοτα πλάσματα.»

«Το Θηρίο δεν είναι καθόλου ‘απλό’, αδελφέ.» Ήταν ο Χάφναρ που μίλησε, δίχως να στραφεί να κοιτάξει τον Δάρβαν· το βλέμμα του παρέμεινε στο λιθόστρωτο της δημοσιάς, μπροστά του.

«Και τι είναι, δηλαδή;»

«Κάποια οντότητα, ανώτερη του Ανθρώπου.»

«Ποιος σ’το είπε αυτό;»

«Ένας… φίλος,» αποκρίθηκε ο Χάφναρ, «που ζει στα δάση.»

«Δεν έχει όνομα;» ρώτησε ο Δάρβαν, απορώντας με τι είδους ανθρώπους συναναστρεφόταν ο αδελφός του, τον τελευταίο καιρό.

«Έχει…»

«Αλλά το κρατά κρυφό;»

Ο Χάφναρ γέλασε. «Όχι,» απάντησε. «Για την ακρίβεια, είναι αρκετά γνωστός στην Έριγκ. Τον λένε Έζβαρ.»

«Ο Έζβαρ είναι φίλος σου;» είπε ο Δάρβαν, ξαφνιασμένος. Τον ήξερε αυτόν τον άνθρωπο. Τον είχε δει αρκετές φορές στο παλάτι, όπου ερχόταν για να προσφέρει συμβουλές και βότανα, ανταμειβόμενος ανάλογα, φυσικά.

«Είναι κάτι περισσότερο από φίλος μου,» εξήγησε ο Χάφναρ, μιλώντας σιγανά. «Κάτι πολύ περισσότερο…»

Ο Δάρβαν δεν τον πίεσε, γιατί ήξερε πως δε θα λάμβανε απάντηση. Ο αδελφός του, προφανώς, δεν ήθελε να πει τίποτα παραπάνω. Ωστόσο, εκείνος δεν μπορούσε παρά να απορεί πώς ο Χάφναρ είχε αποκτήσει μια τόσο στενή σχέση με τον Έζβαρ, ο οποίος ήταν, ουσιαστικά, ερημίτης, ζώντας μακριά από την Έριγκ και μέσα στο Δρακοδάσος, ενώ, μάλιστα, οι φήμες έλεγαν πως ήταν και μάγος, αλλιώς οι δράκοι θα τον είχαν καταβροχθίσει προ πολλού.

Μήπως αυτός εμφύτευσε στον αδελφό μου την ιδέα να γίνει δράκαρχος; Κι αν ναι, τι λόγο είχε να το κάνει; Το να πιάσεις δράκο και να τον δαμάσεις δεν ήταν κάτι που θα σου πρότεινε ένας καλός σου φίλος!

Ο Δάρβαν άρχισε ν’ανησυχεί πολύ για τον Χάφναρ…

 

 


Κεφάλαιο 8
Παλιοί και Καινούργιοι Γνωστοί

 

Ύστερα από καμια ώρα, ειδοποίησαν τον Ρόλμαρ πως ο Βασιληάς Άργκελ ήταν έτοιμος να τον δεχτεί· έτσι, ο Άρχοντας από το Ράλτον πήγε στη βασιλική αίθουσα και στάθηκε μπροστά από τον Ουρανολίθινο Θρόνο και τον μονάρχη του.

Ο Ρόλμαρ είχε και παλιότερα βρεθεί σε τούτο το δωμάτιο, όμως το μέγεθός του ποτέ δε θα το συνήθιζε. Ήταν μεγάλο –και εδώ, η λέξη «μεγάλο» αποκτούσε μια ιδιαίτερη, ξεχωριστή σημασία. Θα νόμιζε κανείς πως η Αίθουσα του Ουρανολίθινου Θρόνου ήταν ένας κόσμος από μόνη της: ένας μικρόκοσμος μέσα στην Κουαλανάρα, ένα μικροβασίλειο μέσα στο Νόρβηλ. Και οι κίονες που τη στήριζαν έκρυβαν διάφορα τυχαία (ή, μήπως, όχι και τόσο τυχαία;) σημεία, κάνοντας τον επισκέπτη ν’αναρωτιέται τι καιροφυλαχτούσε εκεί, όπως θ’αναρωτιόταν κανείς τι καιροφυλαχτούσε πίσω από τη στροφή κάποιου σκιερού μονοπατιού.

Οι αυλικοί της αίθουσας έμοιαζαν, σαν κι αυτήν, με μια μικρογραφία του Βασιλείου, μόνο που ο καθένας πρέπει να αντιστοιχούσε σε χιλιάδες Νορβήλιους Ωθράγκος, φυσικά. Ο Ρόλμαρ μπορούσε ν’αντικρίσει πολλούς γνωστούς του εδώ… Γνωστούς, βέβαια, με την έννοια ότι τους γνώριζε, όχι πως είχε καμια ιδιαίτερα στενή ή φιλική σχέση μαζί τους. Ο μοναδικός άνθρωπος της αίθουσας με τον οποίο είχε στενότερες και φιλικότερες σχέσεις ήταν η Λιόλα, που τώρα καθόταν στη σκιά της μεγάλης βιβλιοθήκης του δωματίου. Εκτός, όμως, από την Πριγκίπισσα, ο Ρόλμαρ έβλεπε κι άλλους που ήξερε: την Βασίλισσα Ακάρθα, η οποία καθόταν πλάι στον Βασιληά Άργκελ, ντυμένη με πορφυρό ατλάζι· τον Πρίγκιπα Νόρβορ, στεκόμενο κοντά στο δεξί τραπέζι της αίθουσας, με την πλάτη του ακουμπισμένη σε μια από τις κολόνες· τη Νιρκένα, αδελφή του Βασιληά και Πριγκίπισσα του Βασιλείου, η οποία ήταν παντρεμένη με τον Έπαρχο της Νέλβορ αλλά περισσότερο έμενε στη Νουάλβορ παρά εκεί, και επί του παρόντος καθόταν στο αριστερό τραπέζι της αίθουσας, μιλώντας με τον Λάρκαν, σύμβουλο οικονομικών, και τον Σίλνμαρ, σύμβουλο ναυτιλίας.

«Καλημέρα, Μεγαλειότατε,» χαιρέτησε ο Ρόλμαρ, κάνοντας μια υπόκλιση μπροστά από τον μονάρχη του.

Ο Άργκελ τον ατένισε με σχετική επίκριση –αναμφίβολα, επειδή εκείνος δεν τον είχε αποκαλέσει με τους χίλιους-και-έναν τίτλους του. «Καλημέρα, Άρχοντα Ρόλμαρ,» αποκρίθηκε. «Καθίστε, παρακαλώ.»

Ο Ρόλμαρ πήρε θέση στο τραπέζι στη δεξιά μεριά της αίθουσας. Η Πριγκίπισσα Νιρκένα έπαψε την κουβέντα της με τους συμβούλους, και όλοι έστρεψαν τα βλέμματά τους επάνω του, κάνοντας μια παράξενη αίσθηση να γεμίσει το νου του: την αίσθηση ότι τρία μαχαίρια βρίσκονταν κοντά στην πλάτη του.

Άκουσε βήματα και στράφηκε, αλλά ήταν μονάχα ο Πρίγκιπας Νόρβορ, ο οποίος πλησίαζε, ντυμένος με λευκό, υφασμάτινο πουκάμισο, πράσινο, πέτσινο παντελόνι, και ψηλές, καφετιές μπότες. Η ζώνη του ήταν μαύρη και ένα ξιφίδιο κρεμόταν από αυτήν, μέσα σε μελανό, λιθοστόλιστο θηκάρι. Τα πλούσια ξανθοκάστανα μαλλιά του Πρίγκιπα ήταν καλοχτενισμένα, και απ’το λαιμό του κρεμόταν ένα αργυρό περιδέραιο με αζουρίτες. Ο Νόρβορ κάθισε κοντά στον Ρόλμαρ, χαιρετώντας τον μ’ένα ευγενικό νεύμα.

«Άρχοντα Ρόλμαρ,» είπε ο Άργκελ από τον Ουρανολίθινο Θρόνο, «πιστεύω πως κάνατε καλά που αποφασίσατε να μας επισκεφθείτε, γιατί σίγουρα έχουμε πολλά να πούμε.»

«Μεγαλειότατε,» είπε ο Ρόλμαρ, «οι κατηγορίες σας οφείλω να ομολογήσω ότι με εξέπληξαν, ενώ προκάλεσαν στον πατέρα μου… μεγάλη ανησυχία· διότι ποτέ δεν έχουμε κρύψει κανέναν φυγά στο κάστρο μας.»

Ο Άργκελ έμεινε αμίλητος, για λίγο, παρατηρώντας τον ερευνητικά· ύστερα, είπε: «Ίσως η ανησυχία του Άρχοντα Άραντιρ να ήταν δικαιολογημένη –ή, μήπως, θα έπρεπε να πω ο θυμός του;» Μειδίασε αχνά, καλοπροαίρετα. Κατόπιν, σοβάρεψε πάλι. «Ο Διοικητής Σάβμιν –τον οποίο, αναμφίβολα, γνωρίζετε– έφυγε χτες βράδυ, έχοντας συλλάβει την καταζητούμενη, σύμφωνα με τα λεγόμενα της κόρης μου.» Έστρεψε το βλέμμα του στη Λιόλα, που καθόταν κοντά στη βιβλιοθήκη της αίθουσας. Ο Ρόλμαρ νόμιζε πως είδε την Πριγκίπισσα να υπομειδιά μέσα από τις σκιές.

«Επομένως, πιστεύω πως είναι πλέον φανερό ότι δεν κρύψαμε εμείς αυτή τη Ρουζβάνη, Μεγαλειότατε…»

«Ναι, όντως,» ένευσε ο Άργκελ, αν και η όψη του έμοιαζε προβληματισμένη. «Ωστόσο, απορώ γιατί ο Διοικητής Σάβμιν φαινόταν τόσο βέβαιος γι’αυτό…»

«Επειδή, Μεγαλειότατε, κρίνω ότι φοβόταν να επιστρέψει στη Βασίλισσά του με άδεια χέρια.»

«Αυτό είναι πολύ πιθανό, Άρχοντά μου,» παραδέχτηκε ο Βασιληάς. Και χαμογέλασε. «Όπως και να έχει, θεωρώ το επεισόδιο λήξαν· και, για να πω την αλήθεια, χαίρομαι που ο Διοικητής Σάβμιν αναχώρησε από τη Νουάλβορ και το Βασίλειο!»

Το χαμόγελό του εξαπλώθηκε, σαν εύθυμη ασθένεια, και σε πολλά από τα άλλα μέλη της αυλής του. Ο Ρόλμαρ είδε τη Βασίλισσα Ακάρθα να χαμογελά, τον Πρίγκιπα Νόρβορ, και κάμποσους από τους συμβουλάτορες. Τα μάτια της Λιόλα φάνηκαν να γυαλίζουν ελαφρώς μέσα από τις σκιές της βιβλιοθήκης.

«Δέξου τη συγνώμη μου, Άρχοντα Ρόλμαρ, και μετάφερέ τη και στον Άρχοντα Άραντιρ,» είπε ο Βασιληάς Άργκελ.

«Είναι περιττή η οποιαδήποτε συγνώμη από το μονάρχη μας, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε ο Ρόλμαρ. Σηκώθηκε και υποκλίθηκε. «Είμαστε απόλυτα βέβαιοι πως ενεργείτε για το καλό του Βασιλείου και μόνο.»

Τα λόγια του φάνηκε να ικανοποίησαν τον Άργκελ, ο οποίος είπε: «Σας ευχαριστώ, Άρχοντα Ρόλμαρ.»

Τότε, μια άλλη φωνή ακούστηκε: «Βασιληά μου, εάν τελειώσατε μ’αυτή την υπόθεση, θα μπορούσαμε να σας μιλήσουμε;» Ο Ρόλμαρ στράφηκε, για να δει τον Σίλνμαρ, σύμβουλο ναυτιλίας, που πριν από λίγο συζητούσε με την Πριγκίπισσα Νιρκένα και τον σύμβουλο οικονομικών Λάρκαν.

Ο Άργκελ είπε: «Είμαι στη διάθεσή σας, εκτός κι αν ο Άρχοντας Ρόλμαρ επιθυμεί κάτι άλλο από εμένα.»

«Όχι, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε εκείνος. «Δεν επιθυμώ τίποτε άλλο.»

«Καλώς, λοιπόν,» είπε ο Άργκελ, καθώς κατέβαινε από τον Ουρανολίθινο Θρόνο. «Σας εύχομαι ευχάριστη διαμονή στη Νουάλβορ, Άρχοντά μου. Μη διστάσετε να μου ζητήσετε οτιδήποτε, όσο θα βρίσκεστε εδώ. Άλλωστε,» πρόσθεσε, ενώ βρισκόταν κοντά του, «κάπως πρέπει να σας ξεπληρώσω για το αχρείαστο ταξίδι σας από το Βορρά.»

«Παρακαλώ, Μεγαλειότατε,» είπε ο Ρόλμαρ, μειδιώντας ευγενικά. «Είναι πάντοτε ευχαρίστηση για εμένα να βλέπω την ομορφιά της Νουάλβορ και του Παλατιού των Δεκαεννέα Πύργων.»

Ο Βασιληάς Άργκελ απομακρύνθηκε από αυτόν και πλησίασε τους συμβούλους Λάρκαν και Σίλνμαρ, που κάθονταν κοντά στην αδελφή του, Νιρκένα.

Ο Ρόλμαρ στάθηκε, για μια στιγμή, αναποφάσιστος προς τα πού να βαδίσει· έπειτα, όμως, είδε τον Πρίγκιπα Νόρβορ να τον πλησιάζει.

«Καλωσόρισες,» του είπε ο γιος του Άργκελ, δίνοντάς του το δεξί του χέρι, το οποίο εκείνος έσφιξε. «Η Λιόλα το ήξερε ότι θα ερχόσουν.»

Ο Νόρβορ ήταν ένα χρόνο μικρότερος από τον Ρόλμαρ και τέσσερα χρόνια μικρότερος από την Πριγκίπισσα-Διάδοχο του Ουρανολίθινου Θρόνου· έτσι, ο Άρχοντας από το Ράλτον μπορούσε να τον συμπεριλάβει ανάμεσα στους παλατιανούς ανθρώπους που γνώριζε καλύτερα. Άλλωστε, με αυτόν και τη Λιόλα συναναστρεφόταν περισσότερο, όποτε βρισκόταν εδώ.

«Η Πριγκίπισσα φαίνεται πως είναι καλή στις μαντείες!» είπε ο Ρόλμαρ, με χαριτολόγο διάθεση.

Ο Νόρβορ γέλασε, και είπε με σιγανότερη φωνή: «Ελπίζω να μπορούσε να προμαντέψει και τον μελλοντικό της σύζυγο και Βασιληά μας.»

«Το άκουσα αυτό!»

Ο Ρόλμαρ στράφηκε, για να δει τη Λιόλα πλάι του. Δεν την είχε ακούσει καθόλου να πλησιάζει! Αλλά, μάλλον, αυτό οφειλόταν στη γενικότερη οχλοβοή που προερχόταν από κάθε σημείο της βασιλικής αίθουσας.

«Δεν είναι κρυφό, ούτε ψέμα,» αποκρίθηκε ο Νόρβορ στην αδελφή του. Η Πριγκίπισσα τον ατένισε διαπεραστικά. «Κι επιπλέον, δεν είπα τίποτα κακό…»

«Το Κακό διαδίδεται και διαπράττεται πολλάκις εν αγνοία,» είπε η Λιόλα.

«Τι;…» έκανε ο Νόρβορ.

Η Λιόλα δεν εξήγησε· μονάχα σταύρωσε τα χέρια μπροστά της, υπομειδιώντας λοξά.

Ο Νόρβορ είπε στον Ρόλμαρ: «Αυτά είναι από τα περίεργα που λέει, τώρα τελευταία.»

«Διαβάζεις φιλοσοφία, Πριγκίπισσα;»

«Φιλοσοφώ μόνη μου.»

«Η φιλοσοφία, όμως,» είπε ο Νόρβορ, «δε σου έχει διδάξει ότι πρώτα χαιρετούμε τους επισκέπτες…»

«Έχω ήδη χαιρετίσει τον Ρόλμαρ,» απάντησε η Λιόλα.

(Αυτό, τουλάχιστον, δεν έχει αλλάξει, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ. Ο Πρίγκιπας και η Πριγκίπισσα εξακολουθούν να τσακώνονται.)

«Αλήθεια; Πότε;»

«Χτες βράδυ, όταν έφτασε στο παλάτι.»

«Μάλιστα,» είπε ο Νόρβορ. Και προς τον Ρόλμαρ: «Εγώ, πάντως, δεν το άκουσα ότι είχες έρθει χτες. Σήμερα το έμαθα.»

«Δεν πειράζει,» αποκρίθηκε ο Ρόλμαρ.

«Ίσως να φταίει το γεγονός ότι δεν έχω ακόμα μαντικές ικανότητες…» πρόσθεσε ο Πρίγκιπας.

«Τότε, ίσως ο Βάνμιρ να μπορούσε να σε διδάξει μερικά πράγματα!» είπε ο Ρόλμαρ, χαμογελώντας πλατιά. «Ορισμένες φορές, υποστηρίζει πως μπορεί να… προδεί γεγονότα.»

«Πώς το καταφέρνει;» ρώτησε η Λιόλα· και η ερώτησή της δεν έμοιαζε να ήταν μόνο «για να γίνει κουβέντα»: τουναντίον, φαινόταν ερώτηση πραγματικού ενδιαφέροντος.

Ο Ρόλμαρ ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν έχω ιδέα. Και πάω στοίχημα πως ούτε εκείνος έχει ιδέα!» Ο Πρίγκιπας και η Πριγκίπισσα γέλασαν.

«Πάμε να καθίσουμε κάπου πιο άνετα,» πρότεινε ο Νόρβορ. «Ελάτε μαζί μου.»

Ο Ρόλμαρ και η Λιόλα τον ακολούθησαν έξω από την Αίθουσα του Ουρανολίθινου Θρόνου.

«Πώς είναι ο Δάτμιν;» ρώτησε ο Άρχοντας του Ράλτον, καθώς βάδιζαν. Αναφερόταν στον μικρότερό τους αδελφό.

«Όπως ήταν πάντα,» αποκρίθηκε ο Νόρβορ. «Και, μάλλον, τώρα κοιμάται. Ξυπνάει κατά το μεσημέρι πλέον.»

«Οφείλεται στην ασθένειά του αυτό;» Ο μικρός Πρίγκιπας είχε μια ασθένεια που οι βασιλικοί θεραπευτές ονόμαζαν Αιματορροή: το αίμα του δεν έπηζε το ίδιο εύκολα όπως των υπόλοιπων ανθρώπων, κι έτσι ακόμα κι ένα ξώφαρσο τραύμα μπορούσε να τον σκοτώσει. Επιπλέον, ο Δάτμιν πάντα ήταν πολύ αδύναμος και καχεκτικός.

«Δεν ξέρω,» είπε ο Νόρβορ. «Ίσως.»

«Τι λένε οι γιατροί;»

«Ανοησίες, ως συνήθως!» Ήταν η Λιόλα που μίλησε, χωρίς να στραφεί για να κοιτάξει τον Ρόλμαρ. «Δεν μπορούν να κάνουν τίποτα, για ν’απαλλάξουν τον αδελφό μου απ’αυτή την κατάρα.»

«Είναι ασθένεια,» τη διόρθωσε ο Νόρβορ, «όχι ‘κατάρα’.»

«Δεν έχει διαφορά,» αντιγύρισε η Πριγκίπισσα. «Είναι κατάρα, στην ουσία, αφού δεν μπορεί ν’απαλλαχτεί απ’αυτήν.»

«Η Αιματορροή δεν θεραπεύεται. Μας το είπαν.»

«Ίσως και να θεραπεύεται…» υποτονθόρυσε η Λιόλα.

«Πώς, δηλαδή;» ρώτησε ο Νόρβορ.

«Θα υπάρχει κάποιος τρόπος.»

Ο Ρόλμαρ ρίγησε, καθώς ήταν βέβαιος πως η Πριγκίπισσα αναφερόταν στη θεά της. Άραγε, θα προσπαθούσε να θεραπεύσει τον Δάτμιν με τα μάγια της; Δεν του έμοιαζε και πολύ σωστό τούτο. Δεν ήξερε γιατί ακριβώς δεν του έμοιαζε σωστό, όμως πίστευε πως η Λιόλα έπρεπε να το αποφύγει. Και, γενικότερα, έπρεπε να αποφεύγει κάθε επικοινωνία μ’αυτή τη θεά, έπρεπε να την εγκαταλείψει· γιατί, σίγουρα, κάτι δεν πήγαινε καλά, κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Ο Ρόλμαρ ακόμα νόμιζε πως τα χέρια κάποιας αόρατης οντότητας βρίσκονταν επάνω του, αγγίζοντας πού και πού τα θεραπευμένα του πλευρά. Θα μιλήσω με τους ιερείς του Βάνραλ, αποφάσισε. Θα μιλήσω μαζί τους χωρίς να προδώσω τη Λιόλα. Χρειάζομαι μια συμβουλή από έναν άνθρωπο που γνωρίζει γι’αυτά τα ζητήματα.

Σιγή είχε πέσει ανάμεσα στα δύο αδέλφια, καθώς βάδιζαν μέσα στους περίπλοκους διαδρόμους των Δεκαεννέα Πύργων: μια σιγή που έκανε τον Ρόλμαρ να αισθάνεται άβολα, και ήταν έτοιμος να μιλήσει –να πει κάτι ανούσιο, απλά για να σπάσει τη βουβαμάρα–, όταν είδε μια κοπέλα να έρχεται προς το μέρος τους. Ήταν μετρίου αναστήματος και ντυμένη με αργυρόχρωμο μετάξι, ενώ τα μαύρα της μαλλιά ήταν δεμένα κότσο πίσω από το κεφάλι της· για την ακρίβεια, έμοιαζαν τραβηγμένα τόσο πολύ, που ο Ρόλμαρ απορούσε πώς δεν την πονούσαν.

Για μια στιγμή, νόμιζε πως τη γνώριζε, αλλά δε μπορούσε να θυμηθεί πού ακριβώς την είχε δει.

«Καλημέρα,» είπε η κοπέλα, πλησιάζοντάς τους. «Άκουσα ότι ο Άρχοντας Ρόλμαρ από το Ράλτον βρίσκεται εδώ. Είναι στην αίθουσα του θρόνου με τον πατέρα σας;»

«Μόλις έφυγε απο κεί,» αποκρίθηκε ο ίδιος, προτού η Λιόλα ή ο Νόρβορ προλάβουν να μιλήσουν.

Η κοπέλα τον ατένισε, συνοφρυωμένη. Προφανώς, ούτε κι εκείνη τον αναγνώριζε.

Ο Πρίγκιπας γέλασε. «Ξαδέλφη, να σου γνωρίσω τον Άρχοντα Ρόλμαρ του Ράλτον.»

Η κοπέλα κοκκίνισε, αλλά δε σάστισε. «Χαίρετε, Άρχοντά μου,» είπε στον Ρόλμαρ, δίνοντάς του το δεξί της χέρι. «Με συγχωρείτε, αλλά δε σας αναγνώρισα.»

Εκείνος φίλησε το χέρι της και το άφησε. «Χαίρω πολύ, Αρχόντισσα….»

«–Μιάνη,» συστήθηκε η κοπέλα, ξαφνιάζοντάς τον που είχε το όνομα της αδελφής του. Ύστερα, όμως, θυμήθηκε…

«Μιάνη;» είπε, σμίγοντας τα φρύδια. «Η κόρη της Πριγκίπισσας Νιρκένα, σωστά;»

«Πολύ σωστά, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε εκείνη.

«Πιστεύω πως σας έχω δει κάπου. Ίσως κάποια φορά που είχα κατεβεί στη Νουάλβορ, μαζί με την οικογένειά μου.»

«Εγώ, δυστυχώς, δε σας θυμάμαι καθόλου. Πρέπει να έχει περάσει καιρός.»

«Ναι,» είπε ο Ρόλμαρ, νεύοντας. «Κατά πάσα πιθανότητα.»

«Ολοκληρώθηκε η συζήτησή σας με το Βασιληά μας;» ρώτησε η Μιάνη. «Είχα ακούσει ότι ήταν θυμωμένος· ελπίζω όλα να πήγαν καλά…»

«Το ζήτημα έληξε,» είπε η Λιόλα, «γιατί επρόκειτο για παρεξήγηση. Ο Διοικητής Σάβμιν βρήκε την καταζητούμενη μέσα στη Νουάλβορ και έφυγε για τη Λιάμνερ-Κρωθ.»

«Πότε έγιναν όλα αυτά;» απόρησε η Μιάνη.

«Το βράδυ, που, υποθέτω, κοιμόσουν.»

Η Μιάνη μειδίασε, κοιτάζοντας τον Ρόλμαρ. «Ορισμένες φορές, τα γεγονότα διαδραματίζονται τόσο γρήγορα σε τούτο το παλάτι, που δεν τα προλαβαίνεις…»

«Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε εκείνος, αναλογιζόμενος τα όσα είχε περάσει την προηγούμενη νύχτα.

 

 


Κεφάλαιο 9
Μπαγαποντιά και Φιλοσοφία

 

Η ταχυπομπός Κάρλα στεκόταν στις επάλξεις των βόρειων τειχών της Νουάλβορ. Δίπλα της βρισκόταν ο Διοικητής Έντμιρ, Επόπτης της Βόρειας Περιφέρειας της πρωτεύουσας. Από κάτω της μπορούσε να δει το στρατοπεδευμένο φουσάτο, το οποίο συνεχώς μεγάλωνε, καθώς μισθοφόροι έρχονταν για να συμμετάσχουν στην εκστρατεία του Βασιληά Άργκελ στο Ένρεβηλ.

«Ποια είναι η άποψή σας για τούτο, κύριε διοικητά;» ρώτησε η Κάρλα τον άντρα πλάι της.

Ο Έντμιρ έστριψε τη δεξιά άκρη του μουστακιού του, σκεπτικός. «Εννοείς το ότι ο Βασιληάς αποφάσισε να βοηθήσει τον Βασιληά Σάρναλ;»

«Ναι.»

«Οι απόψεις διίστανται, όπως γίνεται συνήθως σ’αυτές τις περιπτώσεις…»

«Εγώ ρώτησα τη δική σας άποψη, κύριε διοικητά,» επέμεινε η Κάρλα, στρέφοντας το βλέμμα της, για να τον κοιτάξει. Ο Επόπτης της Βόρειας Περιφέρειας της Νουάλβορ έμοιαζε προβληματισμένος, αλλά, αν έκρινε καλά η ταχυπομπός από τα μάτια του, μάλλον διαφωνούσε με την αποστολή των στρατευμάτων στο Ένρεβηλ. Ωστόσο, δίσταζε να το παραδεχτεί ή, τουλάχιστον, να μιλήσει γι’αυτό, σα να φοβόταν…

«Δεν είμαι βέβαιος για τίποτα,» είπε. «Όμως, αφού ο Βασιληάς Άργκελ αποφάσισε να ενεργήσει έτσι, υποθέτω πως θα υπήρχε καλός λόγος, σωστά; Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η εκστρατεία ετούτη είναι προς όφελος του Βασιλείου.»

Εγώ, πάλι, αναρωτιέμαι, σκέφτηκε η Κάρλα. Και νομίζω πως το ίδιο κάνεις κι εσύ, Διοικητή Έντμιρ· απλά, δε θέλεις να φανείς αντίθετος προς το Βασιληά μας.

«Μας ζήτησε ο Βασιληάς Σάρναλ αυτή τη βοήθεια;» ρώτησε.

«Τι εννοείτε, ταχυπομπέ;»

«Ο Σάρναλ πρόσταξε τον ταχυπομπό Φάλμορ να πει στο Βασιληά μας ότι μπορεί να ζητούσε τη βοήθεια που εκείνος του υποσχέθηκε –το στρατό, δηλαδή, ο οποίος συγκεντρώνεται τώρα έξω απ’τα τείχη. Ζήτησε, λοιπόν, αυτή τη βοήθεια;»

Ο Έντμιρ ανασήκωσε τους αρματωμένους του ώμους. «Πού να ξέρω, ταχυπομπέ; Εσείς θα έπρεπε να γνωρίζετε καλύτερα. Άλλωστε, βρίσκεστε στο παλάτι πολύ περισσότερο καιρό από εμένα. Εκεί κατοικείτε.»

Σωστά, παραδέχτηκε εντός της η Κάρλα. Κι όμως δεν έχω ακούσει κάτι.

«Μάλλον, ο Βασιληάς μας προετοιμάζεται επειδή είναι βέβαιος πως ο Σάρναλ θα του ζητήσει τη βοήθεια, κάποια από τούτες της μέρες,» συνέχισε ο Έντμιρ.

«Μάλλον,» συμφώνησε η Κάρλα, αναρωτούμενη αν ο Άργκελ σκόπευε, τελικά, να στείλει το στρατό του ούτως ή άλλως –είτε του τον ζητούσε ο Σάρναλ είτε όχι. Αυτό, όμως, θα ήταν πολύ παράξενο, εκτός κι αν ο Μονάρχης του Ένρεβηλ είχε κάτι σημαντικό να κερδίσει. Θέλει, μήπως, ν’αρπάξει το θρόνο του γειτονικού Βασιλείου, μέσα στην αναταραχή; Η σκέψη τούτη την ανησύχησε, γιατί μια τέτοια επεκτατική ενέργεια μπορεί να έριχνε όλους τους Ωθράγκος της Νότιας Βάλγκριθμωρ σε πόλεμο, αν τα πράγματα πήγαιναν στραβά. Ωστόσο, κατά πάσα πιθανότητα, υπερβάλλω…

Είπε στον Έντμιρ: «Πηγαίνω για μεσημεριανό, διοικητά. Καλό υπόλοιπο.»

«Κι εγώ όπου νάναι θα πάω σπίτι μου,» της είπε ο Επόπτης. «Καλό μεσημέρι, ταχυπομπέ.»

«Γεια…»

Η Κάρλα κατέβηκε την πέτρινη σκάλα του τείχους. Ένας στρατιώτης τη χαιρέτησε, μειδιώντας. Ήταν ο Τάκροβ, ο Ρογκάνος που είχε φέρει ο Φάλμορ μαζί του, ύστερα από την τελευταία του επίσκεψη στο Ένρεβηλ. Τώρα, είχε μπει στη φρουρά της Νουάλβορ και φυλούσε σκοπιά, ντυμένος με πέτσινη πανοπλία (μάλλον, δεν είχαν προλάβει να φτιάξουν ακόμα φολιδωτή για το μέγεθός του) και βαστώντας ένα μακρύ δόρυ και μια γερή ασπίδα. Στη μέση του κρεμόταν το σπαθί του, ενώ στο κεφάλι του βρισκόταν ένα μεγαλωμένο κράνος –ναι, έμοιαζε πραγματικά με κράνος που κάποιος του είχε αλλάξει μέγεθος από μικρό σε μεγάλο, κάνοντάς το έτσι να φαίνεται μάλλον αστείο, έκρινε η Κάρλα.

Πλησίασε τον Τάκροβ και τον χαιρέτησε, μ’ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο. «Βλέπω πως ακόμα δε σου βρήκαν εξοπλισμό στα μέτρα σου,» είπε, γελώντας.

«Διοικητής είπε βρει, γρήγορα.» Ο Ρογκάνος χαμογέλασε, κλείνοντας το μάτι.

«Ποιος είν’ο διοικητής σου; Ο Έντμιρ;» τον ρώτησε η Κάρλα.

«Ναι. Έντμιρ.» Ο Τάκροβ ένευσε. «Καλός.»

Και έξυπνος, σκέφτηκε η Κάρλα, παρατηρώντας πως ο Επόπτης είχε βάλει τον Ρογκάνο να φυλά σκοπιά κοντά στην πύλη, αποτελώντας έτσι φόβητρο για όσους έμπαιναν και είχαν στο νου τους να κάνουν φασαρίες. Τώρα, βλέποντας αυτόν το γίγαντα –για τα μέτρα των Ωθράγκος, τουλάχιστον– εμπρός τους, θα το ξανασκέφτονταν, προτού επιχειρούσαν να προκαλέσουν αναταραχές.

«Πού πας;» τη ρώτησε ο Τάκροβ.

«Στον Ράνιρ,» είπε η Κάρλα, «να φάω τίποτα.»

«Παλάτι;…»

«Όχι, δεν πάω στο παλάτι. Προτιμώ το φαγητό και την ατμόσφαιρα του Χαριτωμένου Χορευτή. Θάρθεις;»

«Έχω ακόμα… ώρα εδώ,» εξήγησε ο Τάκροβ.

«Εντάξει,» είπε η Κάρλα. «Θα σε δω αργότερα.» Και απομακρύνθηκε, διασχίζοντας την Οδό Κάρων και βαδίζοντας προς την Αγορά, όπου πολύς κόσμος συγκεντρωνόταν το μεσημέρι, ερχόμενος από το λιμάνι, καθώς και από άλλα σημεία της πρωτεύουσας.

Σύντομα, η ταχυπομπός βρέθηκε στον Χαριτωμένο Χορευτή, και μπήκε στην τραπεζαρία, που έμοιαζε να είναι έτοιμη να καταρρεύσει και να πέσει στο κελάρι, από τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί. Γαμώτο… σκέφτηκε η Κάρλα, προσπαθώντας να περάσει ανάμεσα από το πλήθος, με τον δεξή της ώμο μπροστά. Δεν είχε φορέσει τον πορφυρόχρυσο μανδύα που την αναγνώριζε ως βασιλική ταχυπομπό και τώρα το μετάνιωνε, γιατί κανείς δεν της έκανε χώρο. Επιπλέον, δεν έβλεπε (φυσικά) κανένα άδειο τραπέζι. Ίσως, τελικά, να έπρεπε να πάει στο παλάτι, αν ήθελε να γευματίσει με την ησυχία της. Απορούσε γιατί είχαν μαζευτεί τόσοι πολλοί, σήμερα…

Ύστερα, θυμήθηκε τη στρατολογία έξω από τα τείχη, και παρατήρησε επίσης πως αρκετοί από τους ανθρώπους στην τραπεζαρία έμοιαζαν με μισθοφόρους, από τον εξοπλισμό που κουβαλούσαν. Τώρα κατάλαβα. Ελπίζω, όμως, να μην τους βγει ξινή στο τέλος αυτή η εκστρατεία…

Έπιασε μια σερβιτόρα από τον αγκώνα, προτού εκείνη προλάβει να απομακρυνθεί. «Τι γίνεται, Πιλίνα;» τη ρώτησε. «Πού είναι ο Ράνιρ;»

«Γεια σου, Κάρλα,» αποκρίθηκε η κοπέλα. «Ο Ράνιρ προσπαθεί να βρει έναν γνωστό του, τον Φένταρ –κι εσύ τον ξέρεις, νομίζω.»

Η Κάρλα αναποδογύρισε τα μάτια της. «Ναι, τον ξέρω, δυστυχώς…» Ήταν ένας ξεπεσμένος μπαγαπόντης, ανάξιος λόγου ή, έστω, συλλογισμού. «Τι τον θέλει ο Ράνιρ;»

«Δε μου είπε, αλλά φαίνεται να επείγεται. Τον έχεις δει εσύ;»

«Ευτυχώς, όχι. Έχω καιρό να τον πετύχω.»

«Πρέπει να πηγαίνω τώρα, Κάρλα. Έχουμε πολύ κόσμο σήμερα, κι έχει φύγει κι ο Ράνιρ –χαλασμός!» Έκανε ν’απομακρυνθεί, αλλά σταμάτησε απότομα και είπε πάνω απ’τον ώμο της: «Είναι και μια φίλη σου εδώ: η Ταλίνα. Κάθεται στο μπαρ.»

Η Ταλίνα… Αυτή αποκλείεται να είχε έρθει για να συμμετάσχει στην εκστρατεία. Η Κάρλα έστρεψε το βλέμμα της προς το μπαρ, ψάχνοντας να την εντοπίσει, ανάμεσα στα υπόλοιπα σώματα που της έκρυβαν τη θέα. Και, τελικά, τη βρήκε. Αυτή η πλάτη μπορούσε να ήταν μονάχα δική της, καθώς επίσης κι αυτά τα σγουρά, μαύρα μαλλιά, που έπεφταν ως τους ώμους της.

Η Κάρλα την πλησίασε, και παρατήρησε πως η φίλη της κρατούσε μια μεγάλη κούπα κρασί στο δεξί χέρι, πίνοντας νωχελικά και κοιτάζοντας τον κόσμο.

«Σε ποιον χρωστάς αυτό το κρασί;» τη ρώτησε η ταχυπομπός.

Η Ταλίνα στράφηκε. Γέλασε. «Γεια σου, Κάρλα,» είπε. «Δεν είμαι πάντα χωρίς χρήματα, ξέρεις. Τι σου χρωστάω;»

«Από πόσο παλιά, εννοείς;» ρώτησε η ταχυπομπός.

«Γενικά…»

«Γενικά… δε θυμάμαι!» δήλωσε η Κάρλα, χωρίς να λέει ψέματα. «Πάντως, απ’ό,τι θυμάμαι, μου χρωστάς πέντε ποτήρια κρασί ή μπίρα και τουλάχιστον δύο γεύματα.»

«Τόσα πολλά, ε;…» είπε Ταλίνα, σμίγοντας τα φρύδια. «Λοιπόν, εντάξει, έχω να σ’τα ξεπληρώσω.» Ακούμπησε την κούπα της στο μπαρ και τράβηξε ένα βαλάντιο μέσα απ’το λευκό της φόρεμα.

«Ξέχνα το,» της είπε η Κάρλα, και κάθισε στο ψηλό σκαμνί πλάι της, το οποίο παραδόξως ήταν άδειο αυτή τη στιγμή.

«Έχω να σε ξεπληρώσω!» επέμεινε η Ταλίνα.

«Ποιον έκλεψες;» την πείραξε η Κάρλα.

«Δεν ντρέπεσαι πού το λες αυτό για μένα;» αντιγύρισε η Ταλίνα, παριστάνοντας την προσβεβλημένη. «Τα δούλεψα, φυσικά. Δέκα στιχουργήματα έγραψα, για τον βάρδο της αυλής του Επάρχου Κάβμαρ.»

«Εσένα χρειαζόταν ο βάρδος για να του γράψεις στιχουργήματα;» απόρησε η Κάρλα.

«Δεν τον ξέρεις καλά, μου φαίνεται. Είναι καλός στο ν’απαγγέλει ποιήματα και να λέει παραμύθια, αλλά δεν μπορεί να τα γράφει. Καθόλου φαντασία…» Η Ταλίνα κούνησε το κεφάλι και, ρίχνοντας το βαλάντιο πάλι μέσα στο φόρεμά της, ήπιε μια γουλιά από την κούπα με το κρασί.

«Όντως, δεν το ήξερα αυτό…» παραδέχτηκε η Κάρλα.

«Μόνο εγώ τα μαθαίνω κάτι τέτοια,» της έκλεισε το μάτι η Ταλίνα, που ήταν γνωστή στιχουργός και φιλόσοφος στα νότια μέρη του Νόρβηλ. Από το πρώτο της επάγγελμα έβγαζε, πού και πού, λεφτά· από το δεύτερο, σπάνια… έως ποτέ.

«Και γιατί ήρθες στη Νουάλβορ;» ρώτησε η Κάρλα. «Άκουσες για το στρατό που μαζεύεται;»

«Όχι. Όταν έφτασα το έμαθα. Τι ακριβώς συμβαίνει; Θα βοηθήσει ο Άργκελ τον Σάρναλ; Δεν το ήξερα πως ήταν σύμμαχοι.»

«Δεν είναι.»

«Τότε, τι τρέχει; Οι μισοί κάτοικοι της Νουάλβορ μοιάζουν να είναι υπέρ της εκστρατείας και οι άλλοι μισοί κατά. Και, φυσικά, οι μισθοφόροι φαίνονται ικανοποιημένοι…»

«Τι ξέρεις για τον Πρίγκιπα Ήλμον, τον αδελφό του Βασιληά;»

«Το μόνο που ξέρω είναι ότι έχει εξαφανιστεί, εδώ και χρόνια.»

«Ο Σάρναλ νομίζει πως είναι μπλεγμένος στην επανάσταση εναντίον του.»

«Είναι;» ρώτησε η Ταλίνα.

«Δεν έχω ιδέα. Πάντως, ο Άργκελ, προκειμένου να διασκεδάσει τις υποψίες ότι το Νόρβηλ έχει στραφεί εναντίον του Σάρναλ, αποφάσισε να στείλει στρατό εκεί.»

«Μάλιστα…» είπε η Ταλίνα, σκεπτική. Συνοφρυώθηκε. «Περίεργο, ε;… Ίσως τα πράγματα να μην είναι όπως φαίνονται, όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις –όπως συνήθως, δηλαδή.»

«Κι εγώ φοβάμαι πως κάτι κρύβεται, αλλά– Δε σου είπα και μια λεπτομέρεια, Ταλίνα.»

«Τι;»

«Ο Άργκελ απλά πρότεινε στον Σάρναλ να του στείλει στρατό, σε περίπτωση που εκείνος τον χρειαζόταν. Δηλαδή, ο τύραννος έπρεπε κανονικά να είχε, πρώτα, ζητήσει βοήθεια από το Βασιληά μας και, μετά, εκείνος να του δώσει μαχητές, για να καταπολεμήσει την Επανάσταση.»

«Πράγμα που δε συνέβη;»

«Εγώ, τουλάχιστον, δεν έχω ακούσει τίποτα,» είπε η Κάρλα. «Ο Άργκελ μοιάζει να είναι βέβαιος πως ο Σάρναλ θα του ζητήσει βοήθεια, έτσι προετοιμάζεται από νωρίς.»

«Σίγουρα κάτι κρυφό συμβαίνει,» γνωμοδότησε η Ταλίνα. «Τι λένε στο παλάτι;»

«Μέχρι στιγμής, τίποτα,» αποκρίθηκε η Κάρλα. «Σήμερα άρχισε να συγκεντρώνεται ο στρατός.»

Η Ταλίνα ήπιε μια μεγάλη γουλιά κρασί· και, αλλάζοντας θέμα, ρώτησε: «Έχεις να κάνεις καμια δουλειά, αυτές τις ημέρες;»

«Δε μου έχει ζητήσει ο Βασιληάς να μεταφέρω κάποιο μήνυμα.»

«Ωραία,» είπε η Ταλίνα. «Επομένως, μπορούμε να καθίσουμε και να θυμηθούμε τον παλιό καιρό–»

«Τότε που σε κερνούσα και ποτέ δε με ξεπλήρωνες;» την πείραξε η Κάρλα.

«–ενώ θα παρατηρούμε τους μισθοφόρους και τον κόσμο,» συνέχισε η Ταλίνα, κάνοντας πως δεν άκουσε, παρότι τα μάγουλά της είχαν αποκτήσει μια ερυθρή σκιά.

«Γιατί; Τι το ενδιαφέρον έχουν;» ρώτησε η Κάρλα, και ζήτησε από τον οινοχόο να της γεμίσει ένα ποτήρι μπίρα και να της φέρει ένα πιάτο φαγητό, μαζί με ζεστό ψωμί· τόνισε ιδιαίτερα το «ζεστό».

«Οι άνθρωποι –και οι αντιδράσεις τους– έχουν πάντοτε ενδιαφέρον,» είπε η Ταλίνα. «Να, βλέπεις αυτούς τους δύο τύπους εκεί; Η λογομαχία τους μοιάζει έντονη. Ο ένας είναι σίγουρα μισθοφόρος, ενώ ο άλλος φαίνεται τζογαδόρος. Επάνω σε τι θέμα λες να διαφωνούν; Εικάζω πως πρόκειται για την εκστρατεία του Βασιληά μας· και εικάζω, επίσης, πως ο μισθοφόρος είναι υπέρ ενώ ο τζογαδόρος κατά. Μπορείς να φανταστείς γιατί συμβαίνει αυτό, Κάρλα;»

«Γιατί τσακώνονται;»

«Όχι: γιατί είναι ο ένας υπέρ και ο άλλος κατά.»

Η Κάρλα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους.

«Η απάντηση είναι απλή: Ο μισθοφόρος είναι άνθρωπος που έχει μάθει να βγάζει χρήματα μέσα από το αίμα και τον αγώνα· ο τζογαδόρος αποστρέφεται τον πραγματικό αγώνα, προτιμώντας το εύκολο, γρήγορο, αν και αβέβαιο κέρδος.»

Ο οινοχόος έδωσε στην Κάρλα την μπίρα της, κι εκείνη είπε στην Ταλίνα, περιπαιχτικά: «Ποια να μου θυμίζει η νοοτροπία του τζογαδόρου….;»

«Αν υπονοείς εμένα, Κάρλα,» αποκρίθηκε εκείνη, «που είμαι σίγουρη ότι εμένα υπονοείς, νομίζω πως θα έπρεπε να σου εξηγήσω τις βασικές διαφορές ανάμεσα σε έναν φιλόσοφο, έναν καλλιτέχνη, έναν τζογαδόρο, και έναν μισθοφόρο.»

Η Κάρλα ήπιε μια γουλιά απ’την μπίρα της, ενώ η κοιλιά της γουργούριζε, κάνοντάς τη ν’αναρωτιέται πότε θα ερχόταν και το φαγητό. «Τι σχέση έχουν ο καλλιτέχνης και ο μισθοφόρος;» ρώτησε.

*

Ο Ράνιρ, φορώντας το χαρακτηριστικό κόκκινο, πλατύγυρο καπέλο του με το λευκό φτερό, πλησίασε τις σκηνές έξω από τα βόρεια τείχη της Νουάλβορ.

«Ε, φίλε, να κάνω μια ερώτηση;» είπε σ’έναν στρατιώτη που στεκόταν σκοπιά, φέροντας δόρυ κι ασπίδα.

«Τι είναι;» αποκρίθηκε εκείνος.

«Ψάχνω για έναν τύπο, και θέλω να μάθω αν ήρθε εδώ, να καταταγεί στο στρατό. Τον λένε Φένταρ. Τον έχεις δει ή ακούσει;»

«Όχι,» είπε ο στρατιώτης.

«Πού θα μπορούσα να μάθω αν έχει καταταγεί;»

«Εκεί.» Ο πολεμιστής έδειξε μια σκηνή, που από τη μια μεριά ήταν ανοιχτή και ένας άντρας και δυο γυναίκες κάθονταν στο εσωτερικό, σε έναν ξύλινο πάγκο, μπροστά από αρκετούς σωρούς χαρτιών και κάμποσα μελανοδοχεία. Οι μισθοφόροι που ήθελαν να συμμετάσχουν στην εκστρατεία πήγαιναν εκεί και δήλωναν τα ονόματά τους.

«Φχαριστώ,» είπε ο Ράνιρ, και βάδισε προς τη σκηνή. «Με υποχρέωσες…» μουρμούρισε κάτω απ’την ανάσα του· και: «Να δούμε πού θα τον πετύχουμε, στο τέλος, τον κερατά… Πού πήγε και χώθηκε πάλι;»

Μπροστά από τον πάγκο ήταν συγκεντρωμένοι καμια τριανταριά μισθοφόροι: Πάρα πολλοί, για να περιμένει στην ουρά κάποιος που ήθελε απλά να κάνει μια ερώτηση και δεν είχε χρόνο. Ο Ράνιρ πλησίασε τη μία γυναίκα, από τη βόρεια μεριά της σκηνής.

«Με συγχωρείς, κοπελιά–»

«Πίσω!» τον διέκοψε εκείνη. «Πίσω από τους υπόλοιπους. Όταν έρθει η σειρά σου–»

«Μια στιγμή, ρε κοπελιά,» είπε ο Ράνιρ, και της πέταξε ένα χάλκινο νόμισμα. «Δε θέλω να καταταγώ. Μια ερώτηση θέλω να κάνω: Έχετε στα χαρτιά σας κάποιον Φένταρ;»

«Σκέτο Φένταρ; Δεν έχει επώνυμο;»

«Γιατί, ρε κοπελιά, όλοι οι υπόλοιποι μισθοφόροι εδώ πέρα σού’χουνε δώσει κι επώνυμα;» μούγκρισε ο Ράνιρ. «Τέλος πάντων, αυτός ο τύπος, άμα έδωσε επώνυμο, θα έδωσε ‘ο Ξεχασμένος’.»

«Κάτσε να δω…» Η γυναίκα έψαξε μέσα σε μια στοίβα χαρτιών και, τελικά, είπε: «Όχι, δεν υπάρχει κανένας Φένταρ ο Ξεχασμένος.»

«Υπάρχει άλλος Φένταρ;»

«Υπάρχουν άλλοι δέκα.»

«Τι επώνυμα έχουν δώσει;»

«Δες.» Η γυναίκα τού έδωσε το χαρτί.

Ο Ράνιρ κοίταξε και διαπίστωσε πως κανένας από αυτούς δεν πρέπει να ήταν ο άνθρωπός του. Εκτός κι αν ήταν κάποιος από εκείνους που δεν είχαν δώσει επώνυμο, οι οποίοι ήταν τέσσερις.

Άφησε το χαρτί επάνω στον πάγκο κι απομακρύνθηκε. Προτού, όμως, πάει μακριά, αισθάνθηκε ένα χέρι στον ώμο του. Στράφηκε και είδε μια γυναίκα να τον κοιτάζει, η οποία ήταν ντυμένη σαν ξεπεσμένος μισθοφόρος, με θώρακα βρασμένου δέρματος και περικάρπια ανόμοια με τις περικνημίδες της. Στο κεφάλι φορούσε ένα κράνος με σπασμένη προσωπίδα, ενώ στους ώμους της έπεφτε μια πράσινη κάπα με σκισίματα και μερικές μικρές τρύπες. Στη μέση της ήταν περασμένο ένα κοντόσπαθο.

«Τι είναι;» τη ρώτησε ο Ράνιρ.

«Ψάχνεις τον Φένταρ τον Ξεχασμένο;»

«Τον έχεις δει;»

«Ναι,» είπε η μισθοφόρος. «Ήτανε χτες βράδυ στο Ψαροπούλι –ξέρεις πού είν’ το Ψαροπούλι

«Ξέρω.»

«Ωραία, εκεί ήταν, αλλά ίσως να μην είναι ακόμα. Έμπλεξε σ’έναν καυγά, ο οποίος σύντομα απλώθηκε σ’όλη την τραπεζαρία. Μετά, τον έχασα απ’τα μάτια μου.» Το ένα της μάτι ήταν μαυρισμένο.

«Λογικό φαίνεται,» είπε ο Ράνιρ. «Σ’ευχαριστώ.» Ανασήκωσε την άκρη του καπέλου του, σε χαιρετισμό, και έφυγε.

Μπήκε στην πόλη και πορεύτηκε προς το Ψαροπούλι, ένα από τα πιο κακόφημα πανδοχεία της Νουάλβορ, αλλά, δίχως αμφιβολία, το καλύτερο της Δυτικής Περιφέρειας μετά από τον ποταμό. Ο Ράνιρ πέρασε από την άκρη της Αγοράς και έφτασε στην Πάνω Γέφυρα, που ήταν καμωμένη από πέτρα, στα πλάγια, κι από ξύλο, στο δάπεδο –ένα ξύλο που ήταν μονίμως βρεγμένο και γλιστερό. Το καλό, βέβαια, ήταν πως ακόμα και να γλιστρούσες, δε θα έπεφτες στον ποταμό, γιατί τα πλευρικά λίθινα τοιχώματα θα σε σταματούσαν. Ωστόσο, τίποτα δε μπορούσε να σε σταματήσει απ’το να σπάσεις τα πόδια σου, πράγμα που είχε συμβεί σ’αρκετούς που βιάζονταν να διασχίσουν την Πάνω Γέφυρα. Έτσι, ο Ράνιρ τη διέσχισε σχεδόν ανέμελα, ατενίζοντας ένα εμπορικό ποταμόπλοιο που έπλεε από κάτω του, και σφυρίζοντας μια εύθυμη μελωδία.

Περνώντας δίπλα από έναν ζητιάνο, που ζητιάνευε καθισμένος στην αντίπερα άκρη της γέφυρας, ο Ράνιρ μπήκε στην αποκαλούμενη Δυτική Περιφέρεια της Νουάλβορ, την οποία πολλοί –«μη-ευπρεπείς» άνθρωποι– ονόμαζαν και Μεριά της Βρόμας. Κανείς δεν ήθελε να είναι επόπτης εδώ· όμως πάντα έπρεπε κάποιος να είναι. Για την ακρίβεια, υπήρχε ανάγκη για έναν σκληρό επόπτη.

Ο Ράνιρ κλότσησε έναν κλέφτη που πήγε να του ψαχουλέψει τα πλευρά και βάδισε προς το Ψαροπούλι, το οποίο δε δυσκολεύτηκε καθόλου να βρει, αφού κι ο ίδιος σύχναζε παλιότερα σ’αυτό. Κλότσησε την πολυκλοτσημένη εξώπορτα του πανδοχείου και μπήκε στην τραπεζαρία, χαιρετώντας, με το ύψωμα του δεξιού χεριού, τον άντρα που στεκόταν πίσω απ’το ξύλινο μπαρ.

«Ράνιρ!» αναφώνησε εκείνος, σκάζοντας ένα μεγάλο χαμόγελο απ’το οποίο έλειπαν τρία δόντια. «Πώς απο δώ, ρε μπαγάσα;»

«Γεια χαρά, Όντεν. Τον Φένταρ ψάχνω. Άκουσα ότι ήτανε δω χτες βράδυ κι έγινε ένας καυγάς.»

«Α, ναι.» Ο Όντεν γέλασε δυνατά.

«Τι ’ναι, ρε;»

«Ξέρεις γιατί έγινε ο καυγάς;»

«Δεν έχω ιδέα. Βάλε μια μπίρα, ρε σφιχτοχέρη.»

«Αααα, πάντα με τον κάλο το λόγο στο στόμα!» είπε ο Όντεν, και του γέμισε μια ξύλινη κούπα από το βαρέλι πίσω του.

Ο Ράνιρ την έπιασε από το χέρι, αλλά δεν ήπιε. «Δεν πιστεύω νάχες φτύσει για να την καθαρίσεις…»

«Ρ’άμε στου Σάλ’γκρεμ’ρωθ το σπίτι!»

Ο Ράνιρ αποφάσισε να μην το ρισκάρει. Άφησε την κούπα στον πάγκο και είπε: «Για λέγε για τον καυγά, ομορφόπαιδό μου.»

«Ο δικός σου σούφρωσε, και ξέρεις τι σούφρωσε; Ένα περιδέραιο από τις κορασίδες του Βάκναν. Μ’ένα ρουμπίνι να, έτσι;» Έδειξε, με τα δάχτυλα των χεριών του, το μέγεθος του λίθου. «Και θα μου πεις, τώρα, βλακεία που το φορούσανε έτσι απάνω τους, βολτάροντας σε τούτες τις κακοτοπιές, μα το πράγμα δεν αλλάζει· το φορούσανε, κι ο Φένταρ τόκλεψε, ο μπαγασάκος. Πάντα τόλεγα ότι τόχε μέσα του, αυτό το παιδί· χε-χε-χε… Ήταν θέμα να του δοθεί η ευκαιρία.»

«Και τι έγινε με τον καυγά; Του το πήραν; Πού είναι τώρα;»

«’Σφαλώς και του το πήρανε. Όχι που θα του τ’άφηναν! Έπεσε, φίλε, το ξύλο της αρκούδας του Δρακοδάσους.» Ο Όντεν γέλασε. «Πολύ το φχαριστήθηκα, παρότι το μέρος έγινε γυαλιά-καρφιά.» Ήπιε μια γουλιά από τη μπίρα του Ράνιρ, αφού δεν την έπινε εκείνος. «Μετά, τα πούλησα όλα τα σπασίδια στους ξυλέμπορους και μου δώσανε χρήμα καλούτσικο. Τέσ’πα’!» Ήπιε άλλη μια γουλιά απ’τη μπίρα. «Τον δικό σου τον τσακώσανε οι μάγκες του Βάκναν και τον πήραν απ’το μαγαζί μου.»

«Πού τον πήγαν;»

«Στο κλασσικό σημείο.»

«Στο Πνιχτήριο;»

«Ναι. Υποθέτω…»

Ο Ράνιρ έφυγε από το Ψαροπούλι σα σίφουνας, αναποδογυρίζοντας δύο σκαμνιά και μια καρέκλα στο πέρασμά του, ενώ κρατούσε το καπέλο στο κεφάλι του, για να μην του φύγει. Έτρεξε μέσα στους δρόμους της Δυτικής Περιφέρειας, κατευθυνόμενος στο Πνιχτήριο, το οποίο δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια τρύπα δίπλα στον ποταμό. Στη μια μεριά αυτής της τρύπας υπήρχε ένας κεραμικός σωλήνας και μια βαλβίδα στο τέλος του. Όταν ο Βάκναν –γνωστός λαθρέμπορας και μαυραγορίτης της Νουάλβορ– ήθελε να ξεφορτωθεί κάποιον με βασανιστικό τρόπο (προς παραδειγματισμό των υπολοίπων), τον έδενε χειροπόδαρα, του βούλωνε το στόμα, και τον έριχνε μέσα στο Πνιχτήριο, ανοίγοντας τη βαλβίδα του κεραμικού σωλήνα στο ελάχιστο, ώστε να μπαίνει, σιγά-σιγά, νερό και να τον πνίξει. Φυσικά, το πάνω σημείο της τρύπας ήταν κλεισμένο με σιδερένια σχάρα, μη μοιάζοντας με τίποτα παραπάνω από βόθρο. Έτσι, ακόμα κι αν περνούσες από δίπλα, μπορεί να μην καταλάβαινες ποτέ ότι κάποιος πνιγόταν από κάτω σου, δεμένος χειροπόδαρα και φιμωμένος.

Όταν ο Ράνιρ έφτασε στο Πνιχτήριο, είδε δύο χέρια νάναι γαντζωμένα επάνω στη σχάρα και να προσπαθούν να τη σπρώξουν –πράγμα καθόλου εύκολο, καθότι λουκετωμένη. Γονάτισε δίπλα από το άνοιγμα, στο ένα γόνατο. Μέσα, αντίκρισε το πρόσωπο του Φένταρ, τα μάτια του οποίου γούρλωσαν μόλις συνάντησαν την όψη του Ράνιρ.

«Μμμμμ!» έκανε ο τυχοδιώκτης, γιατί το στόμα του ήταν φιμωμένο. Το νερό του ποταμού τού έφτανε ως το στήθος.

«Γιατί δεν ξεφιμώνεσαι, βρε βλάκα, να φωνάξεις να σε βγάλουν;» του γρύλισε ο Ράνιρ.

Ο Φένταρ τράβηξε το φίμωτρο από το στόμα του. «Γιατί, ρε ηλίθιε, μόλις τώρα κατάφερα να λύσω τα χέρια μου, και, νάσου, πετάγεσαι συ! Τόχες κανονίσει;»

«Να λες ευτυχώς που ήρθα. Πώς σκοπεύεις ν’ανοίξεις το λουκέτο της σχάρας;»

«Μην ανησυχείς!» είπε ο Φένταρ. «Κάτι έχω στο περικάρπιό μου.» Και τράβηξε από το δεξί, δερμάτινό του περικάρπιο ένα μεταλλικό τσιμπίδι. «Ξέρεις ν’ανοίγεις κλειδωνιές;»

«Ναι.»

«Πάρτο, τότε, κι άνοιξέ την, γιατί εγώ είμαι σε μειονεκτική θέση, όπως βλέπεις. Άντε γρήγορα! Το νερό δε σε περιμένει!»

Ο Ράνιρ πήρε το εργαλείο και το έχωσε στην κλειδαριά του λουκέτου.

«Κάποιος είναι πίσω σου!» του φώναξε ο Φένταρ.

Ο Ράνιρ στράφηκε, για να δει έναν άντρα να έρχεται, τρέχοντας και βαστώντας ρόπαλο, το οποίο κατέβασε καταπάνω του, καθώς εκείνος ήταν σκυμμένος. Ο πανδοχέας του Χαριτωμένου Χορευτή απέφυγε το χτύπημα, που είχε στόχο το κεφάλι του, άρπαξε τον αντίπαλο από τη μποτοφορεμένη του φτέρνα, και τον σώριασε στο πλακόστρωτο.

«Φρουροί!» φώναξε, παρότι γνώριζε πως τούτο το σημείο ήταν σχετικά απομονωμένο και δεν πολυσύχναζαν οι φύλακες της πόλης –γιαυτό κιόλας το είχε επιλέξει ο Βάκναν για τις βρομοδουλειές του.

Ο νταής σηκώθηκε όρθιος, υψώνοντας το ρόπαλό του. «Φωνάζεις τους φρουρούς, μωρή αδελφή;» γρύλισε.

Ο Ράνιρ βρισκόταν, επίσης, στα πόδια του. «Για κόπιασε, ομορφόπαιδο,» είπε ήρεμα στον αντίπαλό του.

Εκείνος –που σίγουρα ήταν άνθρωπος του Βάκναν, αφημένος πίσω για να φυλά τον Φένταρ, μήπως και δραπετεύσει– χίμησε καταπάνω του, διαγράφοντας μια ελλειπτική τροχιά με το ρόπαλό του. Ο Ράνιρ απέφυγε πάλι το χτύπημα –με σχετική ευκολία, μάλιστα– και κοπάνησε τον άντρα στο κεφάλι με τη γροθιά του. Ο νταής ζαλίστηκε και παραπάτησε. Ο πανδοχέας του Χαριτωμένου Χορευτή τον κλότσησε στα πλευρά, κάνοντάς τον να διπλωθεί. Τον κλότσησε κατάμουτρα και τον αναισθητοποίησε, με αίματα στο πρόσωπό του.

Άκουσε έναν θόρυβο πίσω του.

Στράφηκε, και είδε τη σχάρα ν’ανοίγει. Έδωσε ένα χέρι στον Φένταρ, για να βγει από το Πνιχτήριο.

«Τα κατάφερες και μόνος σου, μια χαρά,» του είπε.

«Άμα δεν ήσουν εσύ, αυτός ο τύπος θα μούχε σπάσει τα δάχτυλα.»

«Σωστό,» παραδέχτηκε ο Ράνιρ, βάζοντάς τον να καθίσει στο ραγισμένο λιθόστρωτο, γιατί τα πόδια του ήταν ακόμα δεμένα. Τράβηξε ένα μαχαίρι απ’τη ζώνη του και του έκοψε τα δεσμά.

Ο Φένταρ σηκώθηκε. «Έχασα το ρουμπίνι, να πάρει και να σηκώσει!» είπε. «Και τώρα, χρειάζομαι οπωσδήποτε ένα μπάνιο. Κι άλλα έξοδα!…»

«Ευτυχώς που δε θάχεις έξοδα και για την κηδεία σου,» είπε ο Ράνιρ, σταυρώνοντας τα χέρια μπροστά του.

«Πώς και με βρήκες, αλήθεια;»

«Σ’έψαχνα, φυσικά.»

«Τόξερα ότι κατά βάθος είσ’ ερωτευμένος μαζί μου!»

«Κατ’απύθμενο βάθος, όμως,» αντιγύρισε ο Ράνιρ. «Σε θέλει ένας άρχοντας,» τον πληροφόρησε.

«Άρχοντας; Ποιος; Και για ποιο λόγο;»

«Τα λεφτά είναι πολλά, απ’ό,τι κατάλαβα.»

Τα μαύρα μάτια του Φένταρ στένεψαν. «Πόσο πολλά, δηλαδή;»

«Νομίζω αρκετά για να βάλεις ένα στρατό να ψάχνει δέκα χρόνια για τον αδελφό σου σ’όλο το Νόρβηλ.»

«Τόσο καλά, ε;» Υπήρχε αμφιβολία στη χροιά της φωνής του, σα να πίστευε ότι ο Ράνιρ τού έλεγε ψέματα. «Αν είναι έτσι, θα εξυπηρετήσω τον άρχοντά σου, φίλε μου.»

«Μη βιάζεσαι να μιλήσεις, ομορφόπαιδο. Η αποστολή είναι… μυστήρια, απ’ό,τι κατάλαβα. Θα πρέπει να φύγεις από το Νόρβηλ, και να σώσεις έναν αιχμάλωτο.»

Ο Φένταρ φάνηκε σκεπτικός. «Θέλω ν’ακούσω περισσότερα.»

«Ωραία,» είπε ο Ράνιρ. «Έχω κανονίσει συνάντηση με τον άρχοντα, για σήμερα το βράδυ.»

«Το κανόνισες ήδη; Πώς το ήξερες ότι θα μ’έβρισκες;»

«Είχα ένα ξύσιμο στο δεξί αφτί, καθώς ξυπνούσα.»

 

 


Κεφάλαιο 10
Αμφιβολίες

 

Το μεσημέρι, ο Βασιληάς Άργκελ κάλεσε τον Ρόλμαρ να γευματίσει μαζί με εκείνον και την οικογένειά του· και ο Άρχοντας από το Ράλτον, φυσικά, δεν μπορούσε να αρνηθεί αυτή την πρόσκληση, ούτε και επιθυμούσε. Για την ακρίβεια, ήθελε να παρατηρήσει τη σχέση που είχε η Λιόλα με τον πατέρα της: δηλαδή, κατά πόσο είχε αντιληφθεί ο Μεγαλειότατος ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την κόρη του.

Το μεσημεριανό δεν αποδείχτηκε, τελικά, και πολύ διαφωτιστικό για τον Ρόλμαρ, καθότι δεν πρόσεξε τίποτα το ασυνήθιστο ανάμεσα στην Πριγκίπισσα-Διάδοχο και στο Βασιληά. Ο Άργκελ έμοιαζε να είχε άλλα πράγματα στο μυαλό του.

Εκείνος και όλοι του οι συγγενείς είχαν συγκεντρωθεί σε μια μεγάλη αίθουσα του παλατιού, γύρω από ένα μακρόστενο τραπέζι, στη μία κορυφή του οποίου καθόταν ο Μονάρχης του Νόρβηλ και στην αντικρινή η αδελφή του, Πριγκίπισσα Έπαρχος Νιρκένα. Η Βασίλισσα Ακάρθα βρισκόταν δίπλα στο σύζυγό της· ο Πρίγκιπας Νόρβορ καθόταν στα δεξιά του Ρόλμαρ, ενώ η Λιόλα στ’αριστερά του· ο Πρίγκιπας Δάτμιν, που έμοιαζε αφηρημένος καθώς έτρωγε τη σούπα του, ήταν καθισμένος στ’αριστερά της Λιόλα· και η Μιάνη, η κόρη της Νιρκένα, είχε πάρει θέση δεξιά του Νόρβορ.

Το γεύμα ήταν μάλλον βαρετό, χωρίς τίποτα σημαντικό να λέγεται, πέρα από μερικές τυπικές ευγενικές κουβέντες. Προφανώς, ο Βασιληάς Άργκελ προτιμούσε να κρατά τα σημαντικά θέματα για την Αίθουσα του Ουρανολίθινου Θρόνου.

Όταν τελείωσαν το φαγητό, άρχισαν ένας-ένας να φεύγουν από το δωμάτιο, χαιρετώντας τους άλλους και ευχόμενοι καλή ανάπαυση σ’αυτούς. Ο Ρόλμαρ, ασφαλώς, είπε τα ίδια, όπως κι οι υπόλοιποι, προσθέτοντας: «Το γεύμα ήταν θεσπέσιο, Μεγαλειότατε.»

Ο Βασιληάς Άργκελ χαμογέλασε προς το μέρος του και ύψωσε το κρασοπότηρό του σε χαιρετισμό. «Καλή ανάπαυση, Άρχοντά μου του Ράλτον.»

Ο Ρόλμαρ βγήκε από την τραπεζαρία και συνάντησε τη Σαντάνρα, η οποία έκανε μια μικρή υπόκλιση και είπε: «Άρχοντά μου, θα επιθυμούσατε κάτι από εμένα;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος: «να με οδηγήσεις στο δωμάτιό μου, γιατί δεν είμαι βέβαιος ότι δεν θα χαθώ.»

Η Σαντάνρα μειδίασε ευγενικά. «Ακολουθήστε με, παρακαλώ,» τον προέτρεψε, και ξεκίνησε να βαδίζει, με χάρη.

Ο Ρόλμαρ την πήρε στο κατόπι, παρατηρώντας πως απ’όπου περνούσε οι διάδρομοι του παλατιού ήταν ήσυχοι. Οι περισσότεροι ένοικοι, είτε ήταν άρχοντες είτε υπηρέτες είτε φρουροί, φαίνεται ότι είχαν αποσυρθεί, για να ξεκουραστούν. Επομένως, ήταν ίσως η καλύτερη ευκαιρία για εκείνον να πάει στην πόλη, έχοντας λιγότερες πιθανότητες να τον προσέξουν. Η Λιόλα είχε φύγει από την τραπεζαρία πριν από αυτόν· άρα τώρα θα βρισκόταν στο δωμάτιό της, και άρα δε σκόπευε να έρθει στο δικό του, για να τον επισκεφτεί: αλλιώς, μάλλον, θα τον περίμενε να βγει από την τραπεζαρία προτού βγει κι εκείνη. Ο Νόρβορ είχε, επίσης, αναχωρήσει πριν από τον Ρόλμαρ. Μονάχα η Μιάνη είχε μείνει πίσω, μα ο Άρχοντας του Ράλτον δεν πίστευε η κόρη της Νιρκένα να ερχόταν στο δωμάτιό του· άλλωστε, δεν είχε τόσο μεγάλη οικειότητα μαζί του.

Οπότε, τώρα είναι όντως η καταλληλότερη στιγμή, για να πάω στον Καθεδρικό Ναό του Βάνραλ, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ, καθώς έφτανε στο δωμάτιό του, ακολουθώντας τη Σαντάνρα, η οποία του άνοιξε την πόρτα.

«Θα επιθυμούσατε κάτι άλλο, Άρχοντά μου;»

«Όχι. Όλα είναι εντάξει. Καλό μεσημέρι, Σαντάνρα.»

Ο Ρόλμαρ μπήκε στο δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα. Κόλλησε το αφτί του επάνω της και άκουσε τα βήματα της υπηρέτριας να απομακρύνονται, μέσα στο διάδρομο.

Ας μην καθυστερώ. Άρχισε να βγάζει τα καλά του ρούχα και να ντύνεται με ρούχα απλά, ταξιδιωτικά.

*

Η Λιόλα μπήκε στα διαμερίσματά της. Σφάλισε την πόρτα πίσω της κι ακούμπησε την πλάτη επάνω στη λεία, ξύλινη επιφάνειά της. Για μερικές στιγμές, έκλεισε τα βλέφαρα και πήρε οκτώ μετρημένες βαθιές ανάσες, προσπαθώντας να συνέλθει. Μια ξαφνική ζάλη την είχε καταλάβει, καθώς ερχόταν.

Ή, μάλλον, όχι και τόσο ξαφνική. Η «ζάλη» είχε ξεκινήσει από την τραπεζαρία, ως μια απλή ενόχληση στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, ένα μικρό αλλά έντονο τριβέλισμα, το οποίο δυνάμωσε όταν η Λιόλα σηκώθηκε απ’τη θέση της, χαιρέτησε τον πατέρα της και τους υπόλοιπους, και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό της.

Ήξερε ότι τούτο το συναίσθημα δεν ήταν τυχαίο, ούτε φυσιολογικό. Αλλά ποτέ δεν είχε νιώσει κάτι παρόμοιο, από τότε που γνώρισε τη Θέα Λιάμνερ Κρωθ.

Πρέπει να είναι δυσαρεστημένη μαζί μου…

Η Πριγκίπισσα έβγαλε τα παπούτσια της και βάδισε προς το υπνοδωμάτιο των διαμερισμάτων της, παραμερίζοντας μια μεγάλη κουρτίνα. Έπεσε στα γόνατα και έμπλεξε τα χέρια της εμπρός της. Η ζάλη δεν είχε σταματήσει. Η Λιόλα αισθανόταν τώρα τον κόσμο να περιστρέφεται.

—Μεγάλη Θεά! Τι συμβαίνει;—

—Κόρη μου—ήρθε η απάντηση· μια γυναικεία φωνή μέσα στο νου της—Χρησιμοποιείς τα δώρα μου τόσο άσκοπα, κάποιες φορές. Και τ’αποτελέσματα είναι… άσχημα—

—Μεγάλη Θεά, τι έκανα για να σας δυσαρεστήσω;—

—Ξέρεις. Το ξέρω ότι ξέρεις, κόρη μου…—

—Δεν καταλαβαίνω… Τον Ρόλμαρ… αναφέρεστε στον Ρόλμαρ, Μεγάλη Θεά; Ήταν χτυπημένος κι αισθάνθηκα την ανάγκη να τον θεραπεύσω. Επιπλέον, είχε αρχίσει να υποπτεύεται, κι αποφάσισα να… να διώξω όλες τις αμφιβολίες από το νου του, δείχνοντάς του τη δύναμή σας!…—

—Έχω την εντύπωση, κόρη μου, ότι χρησιμοποιείς για τη δική σου, προσωπική τέρψη τα δώρα που σου έχω απλόχερα προσφέρει…—

—Αυτό δεν είναι αλήθεια, Μεγ—

Δυνατός θυμός ήρθε από γύρω της, σαν καυτά κύματα—Αποκαλείς εμένα, τη Λιάμνερ Κρωθ, ψεύτρα; Ή, μήπως, πιστεύεις ότι δεν αντιλαμβάνομαι τα γενόμενα;—

Η Λιόλα αισθάνθηκε το σώμα και την ψυχή της να τρέμουν, λες και ξαφνικά παγεροί αγέρηδες να την είχαν λούσει, ύστερα από τα καυτά ενεργειακά κύματα.

—Μεγάλη Θεά, ήθελα μονάχα να σας εξηγήσω—

—Να μου εξηγήσεις, κόρη μου; Θεωρείς πως δεν γνωρίζω τα πάντα;—

—Φυσικά και όχι… Θέλω να πω ότι δε χρειάζονται εξηγήσεις—

—Μ’έχεις απογοητεύσει πολύ. Αρχίζω να αναρωτιέμαι για την επιλογή μου…—

—Έχετε επιλέξει ορθά, Μεγάλη Μητέρα. Δε θα σας απογοητεύσω ξανά. Κι επιπλέον, κανένα κακό δε συνέβη, ουσιαστικά. Ο Ρόλμαρ δε θα αποκαλύψει τίποτα σε κανέναν. Μέχρι, βέβαια, να έρθει η ώρα για ν’αποκαλύψετε η ίδια την παρουσία σας στη Βάλγκριθμωρ—

—Αμφιβάλλει, όμως. Προφανώς, η επίδειξη δύναμης που του έκανες δεν τον έπεισε για μένα, κόρη μου. Ακόμα και τώρα που μιλάμε, αμφιβάλλει. Το γνωρίζω, γιατί βρίσκομαι σε επαφή μαζί του—

—Σε επαφή;…—

—Είμαι μέσα του, κόρη μου. Όταν τον θεράπευσες, ήταν η δική μου δύναμη που χρησιμοποίησες, ή μήπως το ξεχνάς αυτό και νομίζεις πως ήταν δική σου;

—Ποτέ, Μεγάλη Μητέρα· ποτέ δεν το ξεχνάω αυτό—

—Ωραία… Θυμάσαι τι σε δίδαξα, κόρη μου; «Μέσα από την επαφή, περνάει η ενέργεια –η οποιαδήποτε ενέργεια. Όσο εντονότερη είναι η επαφή, τόσο περισσότερη ενέργεια περνάει, και τόσο διαρκέστερα είναι τα αποτελέσματά της.» Θυμάσαι;—

—Θυμάμαι, Μεγάλη Θεά—

—Νομίζω, λοιπόν, πως θα βρίσκομαι για πολύ καιρό μέσα στον βόρειο φίλο σου, κόρη μου. Και θα το αντιλαμβάνομαι κάθε στιγμή που αμφιβάλλει για μένα…—

—Δε θα αμφιβάλλει για πάντα, Μεγάλη Μητέρα. Σας το υπόσχομαι—

—Κόρη μου. Σ’αγαπώ τόσο πολύ…—

Η Λιόλα αισθάνθηκε το χάδι της Λιάμνερ Κρωθ να παίρνει κάθε φόβο κι ανησυχία απ’την ψυχή της.

—Είσαι η μοναδική μου ιέρεια επάνω στη Βάλγκριθμωρ, κι όλη μου η αγάπη πάει σε σένα. Δείξε μου την αφοσίωσή σου, και θα μ’έχεις αέναα στο πλευρό σου, κόρη μου—

*

Ο Καθεδρικός Ναός του Βάνραλ είχε ένα διαφορετικό μεγαλείο από το Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων: Ενώ το παλάτι σού έδινε την εντύπωση της απεραντοσύνης μέσω της λαβυρινθώδους πολυπλοκότητας του, ο ναός σού έδινε ακριβώς την ίδια εντύπωση μέσω του πελώριού του μεγέθους. Το οικοδόμημα ήταν καμωμένο από λευκό μάρμαρο και βρισκόταν στην κορυφή ψηλών, πλατιών, και επίσης μαρμάρινων σκαλοπατιών, τα οποία ήταν οκτώ στο σύνολο και στις άκριες του καθενός έστεκαν τα αγάλματα δύο εκ των δεκαέξι Αρχαγγέλων του Βάνραλ. Μετά από τα μεγαλοπρεπή σκαλοπάτια, ορθωνόταν η Πύλη του Ουρανού, όπως αποκαλούσαν οι ιερείς του Βάνραλ την κεντρική πύλη του Καθεδρικού Ναού τους· κι αυτή η πύλη ποτέ δεν έκλεινε: μέρα-νύχτα ήταν ανοιχτή, για τους πιστούς που επιθυμούσαν να έρθουν και να προσευχηθούν.

Ο Ρόλμαρ ανέβηκε αργά τη μαρμάρινη σκάλα, συνειδητοποιώντας πως ήταν ο μόνος που την ανέβαινε ετούτη την ώρα. Μολαταύτα, είχε το συναίσθημα ότι κάποιος τον παρακολουθούσε. Σταματώντας στο έκτο σκαλοπάτι, ανάμεσα στους Αρχαγγέλους Σιλεράλ ο Βροχοποιός και Μαναμάρ η Καταιγίδα, έστρεψε το βλέμμα του πίσω. Το μόνο που είδε ήταν η άδεια πλατεία πριν από τον Καθεδρικό Ναό· και, μετά απ’αυτήν, οι δρόμοι της πόλης· και, μετά απ’τους δρόμους, το Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων, που δεν ήταν και πολύ μακριά.

Η ιδέα μου είναι, σκέφτηκε, και αισθάνθηκε άσχημα με τον εαυτό του, που επισκεπτόταν έτσι κρυφά το Ναό του Βάνραλ. Εξάλλου, δεν πήγαινε και σε κανένα καταγώγιο –στο Ναό του Βάνραλ πήγαινε! στο Ναό του Επουράνιου Βάνραλ! Μα τους θεούς, γιατί νιώθω τόσο ανήσυχος; Γιατί νιώθω σαν κλέφτης;

Αγνοώντας το ενοχλητικό συναίσθημα, στράφηκε πάλι προς την Πύλη του Ουρανού και συνέχισε ν’ανεβαίνει τα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Σύντομα, βρισκόταν κάτω από τη μεγάλη αψίδα, κοιτάζοντας το εσωτερικό του ναού, το οποίο ήταν κατάφωτο, έχοντας θόλο φτιαγμένο από άθραυστο κρύσταλλο που άφηνε το μεσημεριανό φως να περνά άπλετο. Ο Ρόλμαρ, υψώνοντας το βλέμμα, μπορούσε να δει τον ουρανό μέσα από το κρύσταλλο, και νόμιζε πως ήταν πιο μεγαλόπρεπος όταν τον κοιτούσε κανείς από εδώ, παρά από οποιοδήποτε άλλο σημείο της πόλης. Αναμφίβολα, επρόκειτο για ψευδαίσθηση, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του, αλλά σίγουρα ήταν μια ψευδαίσθηση που οι ιερείς του Βάνραλ ήξεραν καλά να δημιουργούν.

Ο ναός ήταν φτιαγμένος αμφιθεατρικά, ώστε οι πιστοί να μπορούν να κάθονται ολόγυρα και να προσεύχονται, ανενόχλητοι. Υπήρχε αρκετός χώρος για έως και πενήντα χιλιάδες ανθρώπους, σύμφωνα με ό,τι γνώριζε ο Ρόλμαρ. Στο κατώτερο σημείο του αμφιθέατρου βρισκόταν ο βωμός, όπου γίνονταν οι θυσίες, τις ημέρες των εορτών του θεού. Τώρα το μέρος ήταν άδειο, εκτός από έναν νεαρό ο οποίος άναβε τα κεριά που βρίσκονταν σε ψηλά, αργυρά κηροπήγια. Πρέπει να επρόκειτο για διάκονο.

Ο Ρόλμαρ τον πλησίασε, έχοντας προ πολλού φορέσει κουκούλα στο κεφάλι του. «Χαίρετε, κύριε,» είπε. «Θα μπορούσα να μιλήσω σε έναν ιερέα;»

Ο διάκονος τον κοίταξε, για λίγο, με περιέργεια, και κάποιο φόβο ίσως.

«Ζητώ την καθοδήγησή του,» εξήγησε ο Ρόλμαρ.

«Μισό λεπτό, κύριε,» αποκρίθηκε, με ευγενική και σιγανή φωνή, ο διάκονος. Κατέβηκε τα σκαλοπάτια του αμφιθέατρου και μπήκε σε μια θύρα με κουρτίνα.

Ο Ρόλμαρ περίμενε, με τα χέρια σταυρωμένα εμπρός του. Τώρα, το συναίσθημα της παρακολούθησης είχε περάσει, σαν ο Βάνραλ να τον προστάτευε από τα καταχθόνια μάτια που ήταν πριν από λίγο καρφωμένα επάνω του.

Η κουρτίνα παραμερίστηκε, και ο Ρόλμαρ είδε έναν άντρα να βγαίνει από τη θύρα. Ήταν ντυμένος με λευκό χιτώνα και γαλανό μανδύα· τα μαλλιά του ήταν μαύρα και μακριά, με αρκετές γκρίζες τούφες να ξεχωρίζουν ανάμεσα τους. Το πρόσωπό του ήταν ξυρισμένο, όπως όλων των ιερέων του Βάνραλ. Ο άντρας ύψωσε το βλέμμα του, για να κοιτάξει τον Άρχοντα. Τα μάτια του στένεψαν.

«Κύριε,» είπε, και η φωνή του αντήχησε καθαρά μέσα στον άδειο ναό, «παρακαλώ, κατεβείτε.»

Ο Ρόλμαρ κατέβηκε τα σκαλοπάτια του αμφιθεάτρου και στάθηκε μπροστά στον ιερέα. «Σεβασμιότατε,» είπε, «με συγχωρείτε για τούτη την εμφάνιση,» –παραμέρισε την κουκούλα– «αλλά έπρεπε να έρθω σ’εσάς με όσο το δυνατόν περισσότερη μυστικότητα.»

«Ποιος είστε, κύριε;» ρώτησε ο ιερέας.

«Θα σας παρακαλούσα ό,τι πούμε να μείνει μεταξύ μας, Σεβασμιότατε.»

Ο ιερέας ένευσε αργά. «Το ορκίζομαι στο όνομα του Επουράνιου Βάνραλ. Τώρα, πείτε μου: ποιος είστε και τι είναι εκείνο που σας απασχολεί;»

«Ονομάζομαι Ρόλμαρ και έρχομαι από το συνοριακό κάστρο Ράλτον· είμαι γιος του Άρχοντα-Φύλακα Άραντιρ.»

«Βρίσκετε μακριά από τα μέρη σας, Άρχοντά μου…»

«Είχα μια επείγουσα δουλειά με το Βασιληά, Σεβασμιότατε. Ωστόσο, δεν είναι αυτός ο λόγος που σας επισκέπτομαι. Ο λόγος είναι…» Κόμπιασε, αναρωτούμενος πώς θα το έπαιρνε τούτο ένας ιερέας του Βάνραλ. «Σεβασμιότατε, γνωρίζω τις αντιλήψεις του κλήρου και της θρησκεία σας για τους ακόλουθους της Λιάμνερ Κρωθ· όμως θα ήθελα να σας ρωτήσω το εξής, και να μου απαντήσετε ειλικρινά: Έχει ποτέ παλιότερα παρουσιαστεί η θεά Λιάμνερ Κρωθ στα μέρη μας, στα μέρη των Ωθράγκος;»

«Όχι, απ’όσο γνωρίζω,» αποκρίθηκε ο ιερέας, μοιάζοντας παραξενεμένος. «Και, γενικά, δε νομίζω κάτι τέτοιο να ισχύει. Η Λιάμνερ Κρωθ έχει δύναμη μόνο στην ήπειρό της, Άρχοντά μου, η οποία δεν ονομάζεται τυχαία Λιάμνερ-Κρωθ. Για τους Ρουζβάνους, η θέα είναι η ήπειρος. Γιατί, όμως, σας απασχολεί αυτό το θέμα;»

«Δηλαδή, Σεβασμιότατε, δε θα μπορούσε η θεά να εμφανιστεί εδώ;»

«Στην Βάλγκριθμωρ;» Ο ιερέας κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Όχι, δε νομίζω ότι θα ήταν δυνατό.»

Παράξενο, πολύ παράξενο… «Με κανέναν τρόπο δε θα μπορούσε να… εξαπλώσει, κάπως, την επιρροή της, να μιλήσει σε κάποιον πιστό της εδώ;»

Ο ιερέας τον κοίταξε με σκληρό βλέμμα. «Δεν υπάρχουν πιστοί της Λιάμνερ Κρωθ στο Βασίλειό μας, με την εξαίρεση κάποιων περαστικών Ρουζβάνων, φυσικά. Γιατί οι Ρουζβάνοι που κατοικούν μόνιμα στη Βάλγκριθμωρ γνωρίζουν καλά πως η θεά τους δεν έχει δύναμη εδώ και, σύντομα, στρέφονται σε κάποιον άλλο, υπαρκτό θεό.»

Ακόμα πιο παράξενο. Δεν καταλαβαίνω! Είναι τρελή η Λιόλα; «Σεβασμιότατε, πώς να σας το πω αυτό…;» Αναστέναξε. «Νομίζω ότι κάνετε λάθος. Ή ίσως και να συμβαίνει κάτι ασυνήθιστο.»

«Μιλήστε μου καθαρά, Άρχοντά μου,» ζήτησε ο ιερέας, αλλά έμοιαζε στον Ρόλμαρ με προσταγή.

Τι αυθάδης που είναι! Επειδή έχει το αξίωμα του ιερέα, αυτό δεν του δίνει και το δικαίωμα να διατάζει τους άρχοντες του Βασιλείου! Ωστόσο, παραμέρισε για την ώρα το θυμό του –δεν υπήρχε χρόνος για τέτοια– και είπε: «Έχω μια γνωστή, Σεβασμιότατε, η οποία υποστηρίζει ότι έρχεται σε επαφή με τη Λιάμνερ Κρωθ.»

«Ποια είναι αυτή η γυναίκα;»

«Δεν μπορώ να σας αποκαλύψω το όνομά της, φοβάμαι.»

Το βλέμμα του ιερέα σκλήρυνε πάλι, σαν ο Ρόλμαρ να ήταν εχθρός του, και εχθρός της θρησκείας του, γενικότερα. «Η φίλη σας, Άρχοντά μου, ακολουθεί δρόμο σφαλερό,» είπε, ψυχρά. «Συμβουλέψτε τη να στραφεί αλλού, προτού βλάψει την ψυχή της.»

«Το έχω κάνει ήδη,» αποκρίθηκε ο Ρόλμαρ, νιώθοντας εκνευρισμένος από τον τρόπο του ιερέα. «Αλλά εκείνη εξακολουθεί να υποστηρίζει πως έρχεται σε επαφή με τη Λιάμνερ Κρωθ. Γνωρίζετε τι συμβαίνει;»

«Δεν έχω καμία ιδέα τι μπορεί να συμβαίνει στην παραστρατημένη σας φίλη. Ίσως να κατέχεται από δαιμόνια άγνωστης προελεύσεως,» είπε ο ιερέας, κι έκανε να στραφεί, για να βαδίσει προς τη θύρα με την κουρτίνα.

Ο Ρόλμαρ τον έπιασε απ’το μπράτσο. «Μια στιγμή, Σεβασμιότατε!»

Ο ιερέας στράφηκε και τα μάτια του φάνηκαν να πέταξαν φωτιές. «Πάρτε τα χέρια σας από πάνω μου, Άρχοντά μου!» πρόσταξε, με απειλητικά σιγανή φωνή.

Ο Ρόλμαρ δεν ήθελε να φανεί αγενής, κι επιπλέον, αυτή τη στιγμή, χρειαζόταν τον ιερωμένο, έτσι τον άφησε. Είπε: «Με συγχωρείτε, Σεβασμιότατε, αλλά το ζήτημα είναι πολύ σημαντικό για μένα. Ανησυχώ ιδιαίτερα για τη φίλη μου, και πιστεύω πως κάτι κακό μπορεί να της συμβαίνει.»

«Αναμφίβολα κάτι κακό τής συμβαίνει,» τον διαβεβαίωσε ο ιερέας. «Η δύναμη της Λιάμνερ Κρωθ δεν απλώνεται ως την ήπειρο Βάλγκριθμωρ· ποτέ δεν απλωνόταν!»

«Τότε, τι θα μου προτείνατε να κάνω;» ρώτησε ο Ρόλμαρ.

Ο ιερέας αναστέναξε. «Θα σας πρότεινα να φέρνατε τη φίλη σας στο ναό, Άρχοντά μου. Αλήθεια, έχει έρθει ποτέ στο Ναό του Επουράνιου Κυρίου μας;»

«Πολλές φορές, Σεβασμιότατε.»

«Επομένως, δε θα είναι δύσκολο να έρθει μία ακόμα… και να μας μιλήσει για το πρόβλημά της.»

«Δε νομίζω ότι θα το κάνει αυτό,» είπε ο Ρόλμαρ. Αποκλείεται να το κάνει. Αν της το προτείνω, το πιθανότερο είναι να εξοργιστεί –το βέβαιο, μάλλον.

«Γιατί;» Υπήρχε ξανά πάγος στη φωνή του ιερέα.

«Επειδή πιστεύει πως της μιλάει η Λιάμνερ Κρωθ, Σεβασμιότατε. Σας το εξήγησα από την αρχή. Δεν θεωρεί τον εαυτό της ‘κατεχόμενο από δαιμόνια άγνωστης προελεύσεως’!» Πόσο ηλίθιος μπορεί να ήταν αυτός ο ιερωμένος; Θα νόμιζε κανείς πως ο Ρόλμαρ ούτε που του είχε πει κουβέντα για το όλο θέμα!

«Τότε,» αντιγύρισε ο ιερέας του Βάνραλ, «θα είχα να προτείνω κάτι άλλο: Να πλεύσει προς τη Λιάμνερ-Κρωθ και να ζητήσει συμβουλές από εκεί. Καλή σας ημέρα, Άρχοντά μου.» Και, στρέφοντας την πλάτη του στον Ρόλμαρ, διέσχισε το αμφιθέατρο, παραμέρισε την κουρτίνα της θύρας από την οποία είχε έρθει, και εξαφανίστηκε.

*

Η Λιόλα στεκόταν μπροστά στο παράθυρο του υπνοδωματίου της, όπως της είχε ζητήσει η Θεά. Από κάτω, ατένιζε την πρωτεύουσα του Νόρβηλ και τον Καθεδρικό Ναό του Βάνραλ, από την πύλη του οποίου τώρα έβγαινε μια κουκουλοφόρος φιγούρα, τυλιγμένη σε κάπα, και άρχιζε να κατεβαίνει τα μαρμάρινα σκαλοπάτια με τους Αρχαγγέλους, για να διασχίσει την πλατεία, με γρήγορα βήματα.

Ο Ρόλμαρ είχε πάει να μιλήσει στους ιερείς του Βάνραλ. Είχε πάει να τους μιλήσει για μένα! Η Λιόλα αισθάνθηκε έναν καυτό θυμό να τη διαπερνά από το κεφάλι ως τα πόδια. Τα νύχια των χεριών της γρατσούνισαν το πέτρινο περβάζι, απειλώντας να το τρυπήσουν. Ήθελε να κατεβεί εκεί κάτω και να τον πνίξει, να τον σκοτώσει!

Πώς τόλμησε να μιλήσει για μένα; Του είχα ζητήσει να μην πει τίποτα! Η Πριγκίπισσα κοπάνησε το ανοιγμένο παραθυρόφυλλο, με τη γροθιά της, σφίγγοντας τα δόντια.

—Δε μίλησε για σένα, κόρη μου. Δεν είπε το όνομά σου—

Τα λόγια της Λιάμνερ Κρωθ την καθησύχασαν. Γιατί, αλλιώς, αν ο Ρόλμαρ είχε πει τ’όνομά της, οι ιερείς του Βάνραλ θα βρίσκονταν στο παλάτι προτού πέσει η νύχτα, και θα προκαλούσαν προβλήματα.

Αλλά, αν δεν είχε μιλήσει γι’αυτήν, τότε τι είχε πάει να κάνει στο ναό;

—Για σένα μίλησε—τη διαβεβαίωσε η Θεά—απλά δεν ανέφερε το όνομά σου—

Ο θυμός φούντωσε ξανά μέσα στη Λιόλα.

—Αμφιβάλλει, κόρη μου, αμφιβάλλει πολύ. Δεν πιστεύει σε μένα και ψάχνει για εξηγήσεις—

Ο ανόητος! σκέφτηκε η Πριγκίπισσα. Τι άλλο χρειάζεται να δει; Τι άλλο χρειάζεται να δει, για να πειστεί; Πόσο αχάριστος μπορεί να είναι;

Σταύρωσε τα χέρια μπροστά της και βάδισε μέσα στο υπνοδωμάτιο, αναλογιζόμενη τι να κάνει μαζί του. Ίσως να ήταν καλύτερα αν ο Ρόλμαρ επέστρεφε στο Βορρά, το συντομότερο δυνατό. Άλλωστε, η δουλειά του εδώ είχε τελειώσει. Η καταζητούμενη Ρουζβάνη βρισκόταν στα χέρια του Σάβμιν και το Ράλτον είχε απενοχοποιηθεί. Ας επέστρεφε, λοιπόν, στα μέρη του!

Από την άλλη, όμως… τι θα έκανε εκεί; Θα συνέχιζε ν’αναρωτιέται για τη Λιόλα και τη «μυστηριώδη θεά της»; Θα συνέχιζε ν’αμφισβητεί και να ψάχνει; Με τα καμώματά του, μπορεί να χαλάσει τα πάντα! Πρέπει, κάπως, να σιγουρευτώ γι’αυτόν. Να σιγουρευτώ ότι δε θα κάνει καμια ανοησία. Να σιγουρευτώ ότι δε θ’αποτελεί πλέον απειλή για μένα, όταν θα φύγει.

—Μεγάλη Θεά, τι με συμβουλεύεις; Πώς να πράξω;—

—Σκότωσέ τον, αν μπορείς—

Μα, πώς θα δικαιολογήσω το φόνο; αναρωτήθηκε η Λιόλα. Ποιον θα κατηγορήσω; Κι επιπλέον, δεν ήθελε να σκοτώσει τον Ρόλμαρ. Δεν ήταν κακός· απλά, λιγάκι ανόητος, μην μπορώντας να ξεχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα.

Θα βρω τρόπο να τον κάνω τον πρώτο μου ακόλουθο επάνω στη Βάλγκριθμωρ…

 

 


Κεφάλαιο 11
Το Κόστος του Δράκαρχου

 

«Κατεβάστε τα όπλα!»

Οι στρατιώτες στις επάλξεις της Έριγκ δίστασαν να κατεβάσουν τις οπλισμένες τους βαλλίστρες, ενώ αυτοί που στέκονταν πίσω από την ανοιχτή βόρεια πύλη εξακολούθησαν να βαστούν σε ετοιμότητα τα δόρατά τους και να έχουν τις ασπίδες τους υψωμένες.

Όλων τα βλέμματα ήταν καρφωμένα επάνω στη δράκαινα Σρ’άερ.

«Δεν ακούσατε τι σας είπα;» φώναξε ο Δάρβαν. «Κατεβάστε τα όπλα σας. Και αφήστε μας να περάσουμε. Ή, μήπως, δε με αναγνωρίζετε;»

«Σας αναγνωρίζουμε, Άρχοντά μου,» είπε ένας διοικητής· «αλλά αυτός δίπλα σας πρέπει νάναι… δράκος.» Το πρόσωπο του άντρα, που φωτιζόταν από τον έναν απ’τους δαυλούς της πύλης, ήταν κατάχλομο.

«Είναι δικός μας δράκος,» τον διαβεβαίωσε ο Δάρβαν. «Λες να τον έφερνα εδώ, για να καταστρέψει την πόλη;»

«Όχι, Άρχοντά μου.» Ο διοικητής κατέβασε το βλέμμα. «Με συγχωρείτε που έστω το υπονόησα.

»Παραμερίστε, κι αφήστε τον Άρχοντα Δάρβαν να περάσει! Αμέσως!» πρόσταξε τους μαχητές του, οι οποίοι υπάκουσαν, διαλύοντας το τείχος ασπίδων και δοράτων που έκοβε την πρόσβαση στην Έριγκ.

Ο Δάρβαν και οι καβαλάρηδές του πέρασαν τη βόρεια πύλη και κατευθύνθηκαν προς το παλάτι. Ο Χάφναρ βάδιζε πλάι στον αδελφό του, σφίγγοντας το λουρί της Σρ’άερ μέσα στο δεξί, γαντοφορεμένο χέρι του.

Η νύχτα ήταν ήσυχη, μέχρι στιγμής, αλλά τώρα φωνές –άλλες ψιθυριστές, άλλες δυνατές– άρχισαν ν’ακούγονται, καθώς οι κάτοικοι της Έριγκ ατένιζαν τη δράκαινα να πορεύεται στους δρόμους της πόλης τους. Όσοι βρίσκονταν έξω από τα σπίτια τους, απομακρύνονταν από το επικίνδυνο θηρίο, μπαίνοντας σε σοκάκια, παρόδους, ή καταστήματα που δεν είχαν κλείσει ακόμα· τα μάτια τους ήταν γουρλωμένα, παρατηρώντας τη Σρ’άερ, και όλοι τους αναρωτιόνταν ποιος να ήταν ο μαυροφόρος άγνωστος: Ήταν, άραγε, άνθρωπος ή στοιχειό του Δρακοδάσους; Και γιατί βρισκόταν στην ομάδα του Άρχοντα Δάρβαν; απόρησαν όσοι αναγνώρισαν τον Άρχοντά τους καθισμένο ιππαστί.

Οι φύλακες της πύλης του κήπου του παλατιού ατένισαν τη δράκαινα με ταραγμένες όψεις. Χλόμιασαν, μην ξέροντας τι να πουν.

«Ανοίξτε,» πρόσταξε ο Δάρβαν, αφιππεύοντας.

Εκείνοι υπάκουσαν, αφήνοντας τον Χάφναρ να περάσει ανάμεσά τους, προπορευόμενος των υπόλοιπων, μαζί με τη Σρ’άερ. Ο Δάρβαν έβαλε το άλογό του στον κήπο, οδηγώντας το από τα χαλινάρια· και οι μαχητές του τον μιμήθηκαν.

«Φωνάξτε τους ιπποκόμους,» πρόσταξε έναν στρατιώτη.

«Με χρειάζεστε τίποτ’άλλο, Άρχοντά μου;» τον ρώτησε ο Χάργκελ ο Αγριόγατος.

«Όχι, φίλε μου,» αποκρίθηκε εκείνος. «Μπορείς να πηγαίνεις.» Αναστέναξε βαριά. «Και οι υπόλοιποι,» είπε στους μαχητές της ομάδας του: «μπορείτε να πηγαίνετε.»

Ο Χάργκελ ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του Δάρβαν. «Κουράγιο, Άρχοντά μου· όλα θα πάνε καλά.»

Ο Δάρβαν κατένευσε, αν και το αμφέβαλε. Προσπάθησε ν’αδειάσει το νου από τις μπερδεμένες σκέψεις και ακολούθησε τον μαυροφορεμένο αδελφό του επάνω στο λιθόστρωτο μονοπάτι, όπου τα γαμψά νύχια της Σρ’άερ έκαναν χαρακτηριστικό ήχο μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του ανακτορικού κήπου.

«Γιατί τρέχεις;» ρώτησε τον Χάφναρ.

«Δεν τρέχω,» αποκρίθηκε εκείνος· «εσύ πηγαίνεις αργά. Τι φοβάσαι, αδελφέ; Τι φοβάσαι περισσότερο; Τη μητέρα ή τη Φερνάλβιν;»

«Εσένα,» είπε, ξερά, ο Δάρβαν.

«Τότε, είσαι λογικός, τελικά,» αντιγύρισε ο Χάφναρ, μ’ένα κοφτό γέλιο κάτω απ’τη μαύρη μάσκα του.

«Σταμάτα! Μα τους θεούς, μην κάνεις άλλο βήμα!»

Τα αδέλφια είχαν φτάσει μπροστά στην κεντρική είσοδο του παλατιού, και οι δύο πολεμίστριες που στέκονταν εκεί είχαν υψώσει τα δόρατα και τις ασπίδες τους, κοιτάζοντας τη Σρ’άερ κατατρομαγμένες.

«Η δράκαινα είναι μαζί μου,» δήλωσε, ήρεμα, ο Δάρβαν. «Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.»

«Άρχοντά μου…» είπε η μία γυναίκα, βλεφαρίζοντας, σαν τώρα να τον είχε προσέξει.

«Παραμερίστε.»

Οι πολεμίστριες υπάκουσαν, έχοντας τα μάτια τους στραμμένα στη Σρ’άερ, φοβούμενες ότι το θηρίο μπορεί να τους χιμούσε και μοιάζοντας έτοιμες να υψώσουν, τουλάχιστον, τις ασπίδες τους, για να προστατέψουν τους εαυτούς τους.

Τα νύχια της δράκαινας έκαναν ακόμα δυνατότερο ήχο στο εσωτερικό του παλατιού· μονάχα στα σημεία όπου υπήρχαν χαλιά σώπαιναν: αλλά εκεί άφηναν τρύπες ή σκισίματα στο πέρασμά τους.

«Τώρα, είμαι σίγουρος πως η μητέρα θα εξοργιστεί,» είπε ο Δάρβαν, ρίχνοντας μια ματιά σ’ένα απ’τα χαλιά που είχαν περάσει και λοξοκοιτάζοντας τον αδελφό του.

Ο Χάφναρ γέλασε.

Ο Δάρβαν πήρε μια βαθιά ανάσα, παλεύοντας να ελαφρύνει το βάρος στην ψυχή του.

Ένα ουρλιαχτό ακούστηκε από το βάθος του διαδρόμου, και τα δύο αδέλφια είδαν μια υπηρέτρια να τρέχει έντρομη.

«Καλύτερα να βιαστούμε να πάμε στη μεγάλη αίθουσα,» είπε ο Δάρβαν, «προτού αναστατώσουμε όλο το παλάτι.»

Ο Χάφναρ κατένευσε. «Συμφωνώ, αδελφέ.»

Ευτυχώς, δεν βρίσκονταν και πολύ μακριά από τον προορισμό τους. Στο δρόμο, συνάντησαν μονάχα έναν φρουρό, ο οποίος φυλούσε σκοπιά στη γωνία ενός διαδρόμου, και ο οποίος ταράχτηκε αμέσως μόλις αντίκρισε τη δράκαινα· ο Δάρβαν, όμως, του έκανε νόημα να ησυχάσει, και ο άντρας, αναγνωρίζοντας τον Άρχοντά του, υπάκουσε και υποκλίθηκε.

Ο Χάφναρ έσπρωξε το ένα φύλλο της μισάνοιχτης ξύλινη θύρας της μεγάλης αίθουσας και μπήκε, μαζί με τη Σρ’άερ. Ο Δάρβαν αμέσως τον ακολούθησε.

Η Ρικέλθη καθόταν πλάι σ’ένα τζάκι, μ’ένα βιβλίο στα χέρια. Μόλις η πόρτα άνοιξε, έστρεψε το βλέμμα της, για να κοιτάξει· και παρέλυσε. Η Φερνάλβιν και ο Πρίγκιπας Ζάρναβ έπαιζαν Πύργους στο μεγάλο τραπέζι· και η αντίδρασή τους ήταν παρόμοια. Για την Έπαρχο, όμως, το αποτέλεσμα δεν ήταν διαρκές: σχεδόν αμέσως, πετάχτηκε επάνω και έπιασε το σπαθί που ξάπλωνε θηκαρωμένο παραδίπλα.

«Ήρεμα,» της είπε ο Δάρβαν. «Ο δράκαρχος δεν είναι εχθρός.»

Η Φερνάλβιν δεν τράβηξε τη λεπίδα. Ωστόσο, παρέμεινε όρθια, με το μανίκι του σπαθιού σφιγμένο στη δεξιά της γροθιά. Το βλέμμα της πήγε στη Ρικέλθη, φοβούμενη ότι όλα τούτα ήταν κάποιο κόλπο αυτής της καταραμένης μέγαιρας· αλλά παρατήρησε πως κι εκείνη ήταν το ίδιο ταραγμένη, καθώς σηκωνόταν αργά από την καρέκλα της, δίπλα στο τζάκι.

«Ποιος είσαι;» ρώτησε ο Ζάρναβ τον μαυροντυμένο δράκαρχο. Είχε κι αυτός ορθωθεί, πίσω απ’τη Φερνάλβιν. Δε φορά την ενδυμασία των δράκαρχων του αδελφού μου, παρατήρησε, μα δεν το είπε ακόμα.

«Σας είμαι γνωστός,» δήλωσε ο μαυροφορεμένος άντρας, σφίγγοντας τα λουριά της δράκαινας μέσα στη δεξιά του γροθιά. «Δε με αναγνωρίζετε;»

«Ποιος είσαι;» απαίτησε η Φερνάλβιν. «Δε νομίζω πως είναι ώρα ν’αρχίσουμε να μαντεύουμε!» Έμοιαζε έτοιμη να ξεσπαθώσει.

«Φερνάλβιν,» είπε ο Δάρβαν, «μητέρα, Πρίγκιπά μου. Είναι ο Χάφναρ.»

Σιγή έπεσε στη μεγάλη αίθουσα.

Η Σρ’άερ έβγαλε ένα γρύλισμα· φαινόταν να είχε ανησυχήσει, που, ξαφνικά, κανείς δε μιλούσε.

Η φωνή της Ρικέλθης έσπασε την ησυχία. «Βγάλε τη μάσκα σου!» πρόσταξε, και βάδισε προς το δράκαρχο.

Ο Χάφναρ δεν υπάκουσε· απλά, ατένιζε τη μητέρα του, καθώς εκείνη ήρθε να σταθεί στα δύο μέτρα απόσταση απ’αυτόν, φοβούμενη να ζυγώσει περισσότερο, λόγω της δράκαινας.

«Μπορεί να μη σ’αρέσει αυτό που θα δεις, μητέρα· επομένως, δεν υπάρχει κανένας λόγος να το δεις. Σύντομα, θα αναχωρήσω, έτσι κι αλλιώς.»

Η Ρικέλθη δε μίλησε. Το κάτω της χείλος φάνηκε να τρέμει. Χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει, κρατούσε την ανάσα της. Όχι! σκέφτηκε. Είναι κάποιο κακόγουστο αστείο! Δεν είναι αλήθεια! Ο Έζβαρ! Του είχα πει να μην τον αφήσει! Τι έκανε; Τι έκανε στο γιο μου; Επιχείρησε να βαδίσει· παραπάτησε.

Ο Δάρβαν αμέσως βρέθηκε κοντά της. «Μητέρα! Φέρτε λίγο νερό!» είπε στη Φερνάλβιν και στον Ζάρναβ, που του έμοιαζε πως παρακολουθούσαν απαθώς. Πώς μπορούν να είναι τόσο αναίσθητοι, ό,τι διαφορές κι αν έχουν μαζί της; γρύλισε εντός του. «Φέρτε λίγο νερό!»

Ο Πρίγκιπας βάδισε προς την κάβα με τα ποτά.

«Χάφναρ,» είπε η Ρικέλθη, προσπαθώντας να διατηρήσει τη φωνή της σταθερή, προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία της, όπως συνήθως: πράγμα που τώρα της φαινόταν πολύ, πολύ δύσκολο. «Σε παρακαλώ, βγάλε τη μάσκα σου. Σε παρακαλώ, θέλω να σε δω…» Τα λόγια της ήταν αδύναμα, σχεδόν λιποθυμικά.

Ο δράκαρχος άφησε το λουρί της δράκαινάς του (Η Φερνάλβιν ετοιμάστηκε να τραβήξει το ξίφος της, σε περίπτωση που το τέρας κινείτο), ύψωσε τα χέρια, και έβγαλε τη μαύρη του μάσκα. Το καμένο από την αριστερή μεριά πρόσωπό του φανερώθηκε.

Η Ρικέλθη έβαλε τη δεξιά παλάμη στα χείλη της, κοιτάζοντάς τον με τρόμο. Δάκρυα έτρεξαν απ’τα μάτια της. «…Χάφναρ μου…»

Ο Χάφναρ στράφηκε, απότομα, απ’την άλλη, για να ξαναφορέσει τη μάσκα του. «Το ήξερα,» είπε, με βαριά φωνή. «Το ήξερα.»

«Χάφναρ, δεν είναι δυνατόν!» φώναξε η Ρικέλθη. «Γιατί; Δε σου είπε; Του το είχα πει! Του το είχα τονίσει! Ωωωω, θεοί…!» Κατέρρευσε στο χαλί του πατώματος, κρύβοντας το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες της και κλαίγοντας. «…Χάφναρ…! Θεοί, τι έκανες;…! Χάφναρ…»

Η Σρ’άερ κοιτούσε την Αρχόντισσα με απορημένο βλέμμα, σα ν’αναρωτιόταν τι να την είχε αναστατώσει.

Ο Δάρβαν γονάτισε πλάι στη μητέρα του, αγκαλιάζοντας τους ώμους της και κρατώντας τη κοντά του. Δέχτηκε ένα ποτήρι νερό από τον Πρίγκιπα Ζάρναβ και της το πρόσφερε.

Η Ρικέλθη το απομάκρυνε. «Όχι,» είπε. «Φέρτε μου κρασί!»

«Μητέρα, δεν κάνει να πίνεις κρασί· το ξέρεις,» αποκρίθηκε ο Δάρβαν, εξακολουθώντας να κρατά το ποτήρι με το νερό. «Σε παρακαλώ, πιες…»

«Όχι!» Η Ρικέλθη τίναξε βίαια το χέρι της, εκτοξεύοντας το ποτήρι μακριά και κάνοντάς το να σπάσει, επάνω σε μια καρέκλα.

Η Σρ’άερ σφύριξε, αναστατωμένη, και συσπειρώθηκε, σα να προετοιμαζόταν για επίθεση.

Η Φερνάλβιν ξεσπάθωσε. «Πάρε αυτό το τέρας έξω απο δώ!» πρόσταξε τον Χάφναρ. «Πήγαινέ το στους στάβλους!»

«Όχι,» αποκρίθηκε απλά εκείνος, πιάνοντας τη δράκαινα από τα λουριά της. «Η Σρ’άερ είναι μαζί μου, πάντα.»

Η Φερνάλβιν καταράστηκε εσωτερικά τη Ρικέλθη, για τα παιδιά που είχε γεννήσει, μα δεν είπε τίποτα, καθώς κατέβαζε το γυμνολέπιδο σπαθί της.

«Μητέρα,» είπε ο Δάρβαν, «σήκω, σε παρακαλώ. Έλα μαζί μου.»

Η Ρικέλθη στάθηκε στα τρεμάμενα πόδια της, με τη βοήθεια του γιου της. Έστρεψε το βλέμμα, για ν’ατενίσει τον μαυροντυμένο δράκαρχο… τον άλλο μου γιο. Τον μικρό μου γιο… Γιατί συνέβη αυτό; Γιατί δεν τον πρόσεξε; Του το είχα πει! Δεν τον νοιάζει; Δεν μπορώ να το πιστέψω! Έζβαρ, καταραμένος νάσαι για πάντα –με πρόδωσες με τον χειρότερο τρόπο!… Θα πληρώσεις για τούτο, ο Σάλ’γκρεμ’ρωθ να πάρει την ψυχή σου!

«Μη θρηνείς για μένα, μητέρα,» είπε ο Χάφναρ, σταθερά αλλά με χαμηλή φωνή, φοβούμενος ότι αν μιλούσε δυνατότερα θα τραύλιζε. «Και μην κατηγορείς κανέναν άλλο. Ήταν δική μου η επιλογή.»

Τι εννοεί; σκέφτηκε η Ρικέλθη, βλεφαρίζοντας. Ξέρει; Ο Έζβαρ… ο Έζβαρ του το είπε; Χίλιες κατάρες επάνω του! Χίλιες ακόμα κατάρες!

«Δική μου επιλογή,» επανέλαβε ο Χάφναρ. «Να γίνω δράκαρχος, στην υπηρεσία του Βασιληά.»

«Όχι…» ψέλλισε η Ρικέλθη, καταπίνοντας δάκρυα και προσπαθώντας να μην κλάψει περισσότερο. Είχε να κλάψει από τότε που ήταν… πολύ μικρή. Και τώρα –δεν ταίριαζε! Δεν της ταίριαζε καθόλου!

«Θα φύγω, σύντομα, μητέρα.»

«Σε παρακαλώ, Χάφναρ,» είπε, σιγανά, η Ρικέλθη. «Πρέπει να μιλήσουμε…»

Ο Δάρβαν ένιωσε τη μητέρα του να τρέμει, καθώς την κρατούσε. «Θα μιλήσετε,» της ψιθύρισε. «Αλλά αύριο, το πρωί. Πάμε τώρα.»

Ο Χάφναρ δεν είπε τίποτα.

Η Ρικέλθη και ο μεγάλος της γιος βγήκαν από την αίθουσα.

«Χάφναρ,» είπε η Φερνάλβιν, «λυπάμαι για ό,τι συνέβη.»

«Γιατί;» αποκρίθηκε εκείνος. «Δεν είπα ψέματα στη μητέρα μου. Ήταν δική μου η επιλογή.

»Τώρα. Λέω να αποσυρθώ στα διαμερίσματά μου. Χρειάζομαι ανάπαυση.» Αναστέναξε.

«Πότε φεύγεις για τη Νουάλβορ;»

Ο Χάφναρ, που είχε αρχίσει να βαδίζει προς την πόρτα, μαζί με τη δράκαινα, στράφηκε να κοιτάξει την Έπαρχο πάνω απ’τον ώμο του. Τα μάτια του, ξεχωρίζοντας μέσα από τα ανοίγματα της μαύρης μάσκας, γυάλισαν στο φως της φωτιάς του τζακιού. «Μην ανησυχείς· δε θ’αργήσω,» αποκρίθηκε, κοφτά, κι εγκατέλειψε κι εκείνος τη μεγάλη αίθουσα. Τα νύχια της Σρ’άερ ακούγονταν, καθώς προχωρούσε.

«Θεοί…!» ξεφύσησε ο Ζάρναβ, περνώντας το δεξί χέρι μέσα από τα μαλλιά του.

«Τα πάντα με τη Ρικέλθη είναι παραφυσικά –ακόμα και τα παιδιά της,» σχολίασε η Φερνάλβιν, θηκαρώνοντας το σπαθί της, απότομα. Και ο νεκρενοικημένος φονιάς μου αργεί να δράσει, για να μ’απαλλάξει απ’αυτήν, πρόσθεσε νοερά. Τι του συμβαίνει; Δεν είναι, τελικά, τόσο καλός όσο ισχυριζόταν; Θα με απογοητεύσεις, Νεκρόμεμνον;

«Πώς μπορείς να το λες αυτό, Φερνάλβιν;» αποκρίθηκε ο Ζάρναβ. «Πώς μπορείς να το λες τώρα αυτό;…» Κούνησε το κεφάλι και κάθισε βαριά σε μια καρέκλα, νιώθοντας κατάκοπος.

Α, ναι, σκέφτηκε η Έπαρχος. Ο Πρίγκιπάς μου… πάντα τα ίδια: έτοιμος να δικαιολογήσει τη Ρικέλθη, έτοιμος να μ’αποκαλέσει υπερβολική. Στράφηκε και έφυγε από τη μεγάλη αίθουσα.

*

Ο Δάρβαν πήγε τη μητέρα του στα διαμερίσματά της. Καθώς βάδιζαν για να φτάσουν εκεί, η Ρικέλθη έμοιαζε να έχει ανακτήσει κάποια από την αυτοκυριαρχία της, και το περπάτημά της είχε γίνει, σταδιακά, πιο σταθερό.

«Πού τον βρήκες;» ρώτησε το γιο της, ενώ καθόταν στον καναπέ.

«Στο δρόμο,» αποκρίθηκε ο Δάρβαν, στεκόμενος. «Ταξίδευε νότια, προς την Έριγκ, ντυμένος όπως τον είδες και κρατώντας τη δράκαινα από τα λουριά.»

Η Ρικέλθη αναστέναξε. «Τι σου είπε;»

«Λίγα πράγματα. Κατ’αρχήν, μου εξήγησε ότι θα φύγει από το παλάτι και θα πάει στην Αυλή του Βασιληά, όπως όλοι οι δράκαρχοι… Επίσης, είπε πως γνωρίζει τον Έζβαρ, ο οποίος κατοικεί μόνος στο Δρακοδάσος. Τον Έζβαρ που έρχεται κι εδώ, μητέρα.»

«Ναι, αυτόν…» μουρμούρισε η Ρικέλθη, μοιάζοντας να ξέρει κάτι που δεν έλεγε. Ο Δάρβαν νόμιζε ότι μπορούσε να διακρίνει κάποιο θυμό στη φωνή της.

«Πιστεύεις ότι αυτός ευθύνεται για….»

«Είναι πιθανό. Πολύ πιθανό. Γιατί ο Χάφναρ μού είχε υποσχεθεί πως δε θα έκανε κάτι τέτοιο.»

Κι εσύ απλά βασίστηκες στο λόγο του, σκέφτηκε ο Δάρβαν, με πικρία, λες και δεν τον ξέρεις… «Τέλος πάντων, μητέρα,» είπε· «ξεκουράσου, και θα συζητήσετε αύριο. Πρέπει να συζητήσετε.»

«Ναι…» υποτονθόρυσε η Ρικέλθη, ατενίζοντας τις φλόγες του τζακιού, σκεπτική. «Πρέπει να συζητήσουμε…»

«Ξεκουράσου, όμως, τώρα,» επανέλαβε ο Δάρβαν, και έσκυψε, για να φιλήσει το μάγουλό της. «Και να θυμάσαι πως η επιλογή ήταν του Χάφναρ. Από εδώ δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα, για να τον αποτρέψεις.» Όμως μπορούσες να είχες κάνει κάτι από πριν, πρόσθεσε νοερά, αλλά, ασφαλώς, δεν το είπε, γιατί ήθελε να ηρεμήσει τη μητέρα του, όχι να την αναστατώσει περισσότερο απ’ό,τι ήδη ήταν.

Η Ρικέλθη έγνεψε καταφατικά. «Θα το θυμάμαι, γιε μου.»

«Πού είναι η Ζιάθραλ; Στα διαμερίσματά μας;»

«Ναι, έτσι νομίζω.»

«Προσπάθησε να χαλαρώσεις,» της είπε ο Δάρβαν, πλησιάζοντας την εξώπόρτα.

Η Ρικέλθη χαμογέλασε –ένα προσποιητό, βεβιασμένο χαμόγελο– και ένευσε πάλι. «Κι εσύ.»

Ο Δάρβαν έφυγε, πηγαίνοντας στα διαμερίσματά του. Οι σκέψεις του ήταν σαν ένας σκοτεινός σίφουνας μέσα στο νου του. Το κεφάλι του δεν είχε ξεθολώσει· τουναντίον, είχε θολώσει ακόμα περισσότερο, με όσα είχαν συμβεί στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού.

Άνοιξε την πόρτα των διαμερισμάτων του και μπήκε. «Ζιάθραλ!» φώναξε, κλείνοντας πίσω του. Βάδισε ως την αντικρινή θύρα και την άνοιξε κι αυτή, για να περάσει στο υπνοδωμάτιο, το οποίο φωτιζόταν μονάχα από τη φωτιά του τζακιού.

Η Ζιάθραλ ανασηκώθηκε επάνω στο κρεβάτι, βγάζοντας το κεφάλι της μέσα απ’την κουβέρτα, για να τον κοιτάξει. «Καλωσόρισες,» του είπε. «Γιατί άργησες τόσο;»

Ο Δάρβαν έλυσε την κάπα απ’το λαιμό του και την έριξε στην καρέκλα του γραφείου. Άνοιξε ένα κρυστάλλινο μπουκάλι και γέμισε ένα ποτήρι με κρασί. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά και αναστέναξε.

«Τι έχεις;» τον ρώτησε η Ζιάθραλ, συνοφρυωμένη. «Μοιάζεις χλομός, αγάπη μου…»

«Κάτι… πολύ απροσδόκητο συνέβη,» είπε ο Δάρβαν, και κάθισε στην καρέκλα όπου είχε ρίξει την κάπα του.

«Τι;»

Ο Δάρβαν τής μίλησε για τον Χάφναρ το δράκαρχο.

«Τι τραγικό!…» έκανε η Ζιάθραλ, βάζοντας το χέρι μπροστά στα χείλη της. Εκείνος, φυσικά, κατάλαβε πως τα λόγια και η κίνησή της ήταν προσποιητά· δεν έμοιαζε να ενδιαφέρεται πραγματικά για τον αδελφό του. «Και τι έγινε, μετά;»

Ο Δάρβαν είχε φτάσει μέχρι το σημείο όπου συνάντησε τον Χάφναρ. «Μετά, επιστρέψαμε στο παλάτι,» της είπε, τελειώνοντας κοφτά τη διήγηση.

«Και η μητέρα σας; Τον είδε;»

«Ναι, τον είδε.»

«Και…;»

«Τι περίμενες; Να ευχαριστηθεί;» αποκρίθηκε ο Δάρβαν, και σηκώθηκε πάλι από την καρέκλα, βαδίζοντας άσκοπα μέσα στο δωμάτιο, με το ποτήρι στο ένα χέρι. Ήπιε μια γουλιά. «Αναστατώθηκε πολύ, φυσικά.»

«Και ο Χάφναρ τώρα είναι εδώ;»

«Ναι.»

«Μαζί με τη δράκαινα;» Αυτό έμοιαζε να την ανησυχεί περισσότερο.

«Μη δοκιμάζεις την υπομονή μου, Ζιάθραλ!» είπε ο Δάρβαν.

«Τι!» έκανε εκείνη, ξαφνιασμένη.

Ο Δάρβαν άφησε το ποτήρι του επάνω στο γραφείο και βγήκε απ’το υπνοδωμάτιο.

*

Η Ρικέλθη έμεινε για αρκετή ώρα καθισμένη στον καναπέ, νιώθοντας το σώμα και το μυαλό της εξίσου μουδιασμένα.

Ο γιος μου… ο μικρός μου γιος… παραμορφωμένος… καμένος… δράκαρχος… Ετούτες οι σκέψεις περνούσαν ξανά και ξανά και ξανά απ’το νου της. Ήταν το μοναδικό πράγμα που μπορούσε να σκεφτεί, για κάποια ώρα.

Ύστερα, άρχισε να ανακτά την παλιά της ψυχραιμία· ή, τουλάχιστον, μέρος αυτής. Σηκώθηκε από τον καναπέ και γέμισε ένα ποτήρι νερό, για να πιει.

Γιατί ο Έζβαρ τού επέτρεψε να κυνηγήσει δράκο; Γιατί τον άφησε να το κάνει αυτό; Το είχαμε συμφωνήσει. Μου είχε υποσχεθεί πως δεν θα τον άφηνε!…

Κι επιπλέον… του αποκάλυψε την αλήθεια; Τι σήμαινε εκείνο που είπε ο γιος μου; «Και μην κατηγορείς κανέναν άλλο. Ήταν δική μου η επιλογή.» Του φανέρωσε ο Έζβαρ πως του είχα ζητήσει να μην τον αφήσει να επιχειρήσει να πιάσει δράκο; Και… τι άλλο του φανέρωσε; Τι άλλο ακόμα;

Η Ρικέλθη φοβόταν ότι ίσως να είχε αποκαλυφθεί ένα μυστικό που μπορεί να έφερνε μεγάλο κακό, σε όλους τους…

Πρέπει να μιλήσω στον Έζβαρ, αποφάσισε, το συντομότερο δυνατό. Τελείωσε το νερό στο ποτήρι της. Αναστέναξε. Όμως ο Δάρβαν έχει δίκιο: χρειάζομαι ξεκούραση. Δεν μπορώ να φύγω τώρα.

Η Ρικέλθη πήγε στο υπνοδωμάτιό της και άρχισε να γδύνεται από τα αρχοντικά της ρούχα, για να φορέσει ένα νυχτικό. Καθώς γδυνόταν, ευχόταν να μην την επισκεφτούν πάλι εκείνα τα εφιαλτικά όνειρα· γιατί έπρεπε να είναι ξεκούραστη, όταν θα ξεκινούσε αύριο για το Λημέρι του Έζβαρ.

*

Ο Χάφναρ βάδιζε, νωχελικά, προς τα διαμερίσματά του, όχι επειδή ήθελε να πάει νωχελικά, αλλά επειδή δεν μπορούσε να πάει γρηγορότερα. Ύστερα από την πάλη του με τη Σρ’άερ, το σώμα του είχε αδυνατίσει φοβερά. Δεν ήταν μονάχα τα εγκαύματα που είχε πάθει –τα οποία ακόμα τον πονούσαν, και ο Έζβαρ τού είχε πει πως θα περνούσε κάμποσος καιρός προτού θεραπευτεί πλήρως–· ήταν και κάτι… άλλο, λες και η δράκαινα να είχε ρουφήξει μέρος της ζωτικής του ενέργειας.

«Τώρα πλέον, είμαστε απόλυτα δεμένοι, αγαπημένη μου,» μουρμούρισε ο Χάφναρ, χαϊδεύοντας το κεφάλι της Σρ’άερ, καθώς βάδιζαν. Εκείνη έτριψε τη μουσούδα της μέσα στην γαντοφορεμένη του παλάμη.

Ο δράκαρχος αναστέναξε. Το σώμα του, ναι, το σώμα του τον ταλαιπωρούσε, και θα τον ταλαιπωρούσε παντοτινά· όμως τώρα ήταν και η ψυχή του που τον βάραινε –ένα βάρος μεγαλύτερο από αυτό που είχε αισθανθεί, όταν είχε πρωταντικρίσει τον εαυτό του στον καθρέφτη του Έζβαρ. Νόμιζε πως, επιστρέφοντας στην Έριγκ, θα ήταν άλλος άνθρωπος· νόμιζε πως δε θα τον ενδιέφερε, ό,τι κι αν έλεγαν οι συγγενείς του, όσο κι αν θρηνούσε η μητέρα του· εξάλλου, ύστερα από όσα είχε μάθει γι’αυτήν, είχε εξοργιστεί μαζί της. Ωστόσο, το βλέμμα του Δάρβαν, η ταραχή στο πρόσωπο του Πρίγκιπα Ζάρναβ, η αποστροφή στην όψη της Φερνάλβιν, η απέραντη θλίψη στα μάτια της μητέρας του, τα δάκρυα και οι φωνές της: όλα τον είχαν επηρεάσει, πολύ.

Αλλά. Αλλά πρέπει να φύγω απο δώ, είπε έντονα στον εαυτό του. Πρέπει να φύγω και να πάω στη Νουάλβορ. Εκεί είναι τώρα η θέση μου. Είμαι δράκαρχος. Δράκαρχος, και ανήκω στο Βασιληά. Δεν μπορώ να κάνω πίσω. Δε θα κάνω πίσω!

Οι υπηρέτες και οι φρουροί απομακρύνονταν από το διάβα του, όποτε τους πλησίαζε. Ορισμένοι έτρεχαν, κατάχλομοι, χωρίς να φωνάζουν, ενώ άλλοι ούρλιαζαν: «Ένα τέρας! Ένα τέρας στο παλάτι!» ή «Ένα φάντασμα! Ένα μαύρο στοιχειό από τα δάση!»

Κάποιοι τολμηροί –τρεις πάνοπλοι άντρες, με μεγάλες ασπίδες και μακριά δόρατα, και μια γυναίκα παρόμοια ντυμένη– στάθηκαν στο διάβα του, για να τον εμποδίσουν.

«Σταμάτα!» φώναξε ο ένας τους. «Μην κάνεις άλλο βήμα!»

«Φύγετε από μπροστά μου, ανόητοι!» τους γρύλισε εκείνος. «Είμαι ο Άρχοντάς σας, ο Χάφναρ.»

«Βγάλε τη μάσκα σου!» πρόσταξε ο πολεμιστής. «Απόδειξέ το.»

Ο Χάφναρ τη σήκωσε, με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο κρατούσε σφιχτά τα λουριά της Σρ’άερ, η οποία έμοιαζε πρόθυμη να εξαπολύσει δρακοφωτιά εναντίον των παλατοφρουρών.

Οι μαχητές κοίταξαν το πρόσωπό του, και ο Χάφναρ είδε καθαρά την αποστροφή στα δικά τους πρόσωπα. Δεν ήξεραν τι να του πουν, τι να του απαντήσουν. Μάλλον, δεν ήταν σίγουροι αν ήταν ο Άρχοντάς τους ή όχι.

«Ρωτήστε την Έπαρχο αν είμαι εγώ,» τους είπε. «Θα σας διαβεβαιώσει. Κι επιπλέον, σκεφτείτε ότι, αν ήθελα, δε θα είχα κανένα πρόβλημα να σας κάψω και τους τέσσερις. Τώρα, παραμερίστε!»

Οι φρουροί παραμέρισαν, κλίνοντας τα κεφάλι διστακτικά και μουρμουρίζοντας κάτι που ο Χάφναρ νόμιζε πως πρέπει να ήταν «Συγνώμη, Άρχοντά μου», ή τίποτα παρόμοιο.

Προχώρησε προς τα διαμερίσματά του. Καθοδόν, πρόσταξε μια υπηρέτρια να πάει εκεί πρώτη, για ν’ανάψει το τζάκι. Η κοπέλα έφυγε, τρέχοντας. Ο Χάφναρ συνέχισε το νωχελικό του βάδισμα, προσπαθώντας να διώξει απ’το νου του την καταθλιμμένη εικόνα της μητέρας του. Θα το συνηθίσει, σκέφτηκε. Θα με συνηθίσει, έτσι όπως είμαι. Αναστέναξε. Ελπίζω κι εγώ να συνηθίσω τον εαυτό μου. Εξάλλου, ήθελα να γίνω δράκαρχος. Και τώρα, η Σρ’άερ είναι δική μου.

Φτάνοντας στα διαμερίσματά του, τα βρήκε όλα έτοιμα. Και τα δύο τζάκια ήταν αναμμένα –και αυτό του καθιστικού και αυτό του υπνοδωματίου. Έχει και τα καλά της ετούτη η εμφάνιση, παρατήρησε ο Χάφναρ: Οι άλλοι κάνουν γρήγορα τις δουλειές που τους ζητάς. Και γέλασε.

«Αγαπητή μου Σρ’άερ, είμαστε σπίτι,» είπε, και στάθηκε μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη του υπνοδωματίου του, αρχίζοντας να γδύνεται.

Σύντομα, στεκόταν ολόγυμνος μπροστά στο κάτοπτρο, ατενίζοντας τον εαυτό του, προσεκτικά. Αυτό δεν είναι το παλιό μου πρόσωπο… Το καινούργιο του πρόσωπο ήταν παραμορφωμένο: μια παρωδία του παλιού. Η αριστερή του μεριά ήταν τελείως καμένη· εκεί, το δέρμα ποτέ δε θα έστρωνε: πάντοτε θα ήταν αποκρουστικό.

Το βλέμμα του Χάφναρ γλίστρησε χαμηλότερα, στο στήθος, στα χέρια, και στα πλευρά του. Σ’αυτά τα σημεία, υπήρχαν εγκαύματα και χαρακιές από την πάλη του με τη Σρ’άερ, μα δεν ήταν τόσο σοβαρά, όσο το κάψιμο στο πρόσωπό του.

Αυτό είναι το κόστος, σκέφτηκε. Το κόστος του δράκαρχου.

«Τίποτα δε δίνεται δωρεάν στον κόσμο, Χάφναρ,» του είχε πει ο Έζβαρ· «τίποτα απολύτως. Ακόμα και το βάδισμα έχει κόστος: Βαδίζεις και κουράζεσαι, βαδίζεις και χάνεις χρόνο –διπλό κόστος, μάλιστα! Όταν μιλάς, το ίδιο. Όταν διδάσκεσαι το οτιδήποτε, πάλι το ίδιο. Όταν βρίσκεις μια περιουσία πεταμένη στο δρόμο, πρέπει να κουβαλήσεις το βάρος της· πρέπει να κάνεις χώρο για να την αποθηκεύσεις· πρέπει να ζήσεις με το φόβο να μη σ’την κλέψουν· πρέπει διαρκώς να φυλάγεσαι. Πάντα υπάρχει κόστος, για να ισοσκελίζει το όφελος. Να φοβάσαι όταν δεν θα συμβαίνει αυτό· γιατί, τότε, η ισορροπία του κόσμου θα έχει ανατραπεί.»

 

 


Κεφάλαιο 12
Ο Ξεχασμένος

 

Πριν από αρκετά χρόνια, ένας μικρός στρατός μαχητών είχε κάψει το χωριό του· είχε πυρπολήσει και σκοτώσει τους πάντες. Πράγμα που είχε συμβεί και σ’άλλους μικρούς οικισμούς και χωριά σαν το δικό του, κατά τη διάρκεια των Πολέμων της Φεν εν Ρωθ. Εκείνος ήταν από τους ελάχιστους που δεν είχαν σκοτωθεί, κι αυτό επειδή κάτι, ή κάποιος, τον χτύπησε στο κεφάλι, κάνοντάς τον να χάσει τις αισθήσεις του πίσω από έναν πέτρινο φράχτη, όπου γλίτωσε το άγριο ποδοπάτημα των αλόγων και των στρατιωτών. Όταν ξύπνησε, βρήκε μονάχα ερείπια και νεκρούς, ενώ η δυσωδία της καμένης σάρκας και του καμένου ξύλου απλώνονταν παντού, αναμιγμένες με την οσμή των πτωμάτων. Εκείνος, όμως, ήταν ζωντανός· είχαν… ξεχάσει να τον σκοτώσουν.

Σηκώθηκε από το σημείο όπου βρισκόταν και έψαξε για τους συγγενείς του, κλαίγοντας και φωνάζοντας τα ονόματά τους. Κανείς, όμως, δεν του απάντησε· και, στο τέλος, εντόπισε τα κουφάρια τους. Τον πατέρα του τον αναγνώρισε από το ασημένιο περικάρπιο που φορούσε: ένα αντικείμενο που ισχυριζόταν πως είχε βρει στις παρυφές του Δρακοδάσους, και πολλοί έλεγαν πως ήταν σφυρηλατημένο από τις φλογερές ανάσες των δράκων, γιατί επάνω του είχε λαξεύματα ερπετών, μπλεγμένα αναμεταξύ τους. Το περικάρπιο ήταν ο μόνος τρόπος για ν’αναγνωρίσει τον πατέρα του· το πρόσωπο του άντρα ήταν καμένο, και η κοιλιά του ανοιγμένη. Σκουπίζοντας δάκρυα, με το πίσω μέρος της παλάμης του, ο νεαρός Φένταρ γονάτισε δίπλα στο γονιό του και πήρε το περικάρπιο από το χέρι του. (Τώρα πλέον, αναρωτιόταν γιατί οι επιδρομείς δεν είχαν κλέψει ένα τέτοιο προφανώς πολύτιμο αντικείμενο, και συμπέραινε πως, κατά πάσα πιθανότητα, είχαν έρθει μονάχα για να σφάξουν και να βιάσουν.)

Η μητέρα του δεν ήταν πολύ μακριά από τον πατέρα του. Τα ρούχα της ήταν κουρελιασμένα, και αίμα έτρεχε ανάμεσα από τους μηρούς και από το λαιμό της, τον οποίο οι στρατιώτες πρέπει να είχαν σκίσει με ξιφίδιο. Τα μάτια της ατένιζαν ορθάνοιχτα τον ουρανό, όπου τα πτωματοφάγα πουλιά μαζεύονταν, για να γευματίσουν. Εκείνος τής έκλεισε τα βλέφαρα και είπε μια σιωπηλή προσευχή στον Επουράνιο Βάνραλ.

Μετά, έψαξε για τον αδελφό του, και δεν τον βρήκε, πουθενά. Αναρωτήθηκε μήπως ήταν κάποιος από τους καμένους, και τους κοίταξε όλους προσεκτικά· μα κανένας τους δεν πρέπει να ήταν αυτός. Επομένως, είχε γλιτώσει! Ήταν κι εκείνος ζωντανός! Η καρδιά του χτύπησε δυνατά, γεμίζοντας ελπίδα, ότι θα τον εντόπιζε.

Έτσι, έφυγε από το χωριό του, αναζητώντας…

…και η αναζήτησή του ακόμα δεν είχε τελειώσει, τόσα χρόνια μετά. Ακόμα δεν είχε βρει τον αδελφό του, ούτε κανένα ίχνος του.

Είχε περάσει από τους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ, είχε αγωνιστεί εκεί, είχε σκοτώσει ανθρώπους εκεί· και ύστερα, είχε εργαστεί σε δουλειές πολλές και διάφορες: είχε χρηματίσει φρουρός σε πόλεις του Νόρβηλ, είχε κάνει το μισθοφόρο για πλούσιους ευγενείς, είχε αναγκαστεί να κλέψει, είχε μάθει να κλέβει καλά, είχε ζητιανέψει στους δρόμους της Νέλβορ· είχε γνωρίσει κόσμο πολύ, ανθρώπους τόσους που άλλοι δεν τους συναντούν σε όλη τους τη ζωή.

Αλλά εκείνον που ήθελε να βρει ακόμα δεν τον είχε βρει, νεκρό ή ζωντανό.

Τώρα, όμως, ίσως να του δινόταν η ευκαιρία που έψαχνε. Θα έκανε αυτή τη δουλειά για τον Άρχοντα του Ράνιρ, θα μάζευε το χρήμα, και θα έβαζε εκατό ανθρώπους να ψάχνουν για τον Ζάνμελ! Ήλπιζε μόνο τα λεφτά να ήταν όντως καλά…

Ο Φένταρ ζύγωσε την πόρτα του Χαριτωμένου Χορευτή και την έσπρωξε, για να μπει στην τραπεζαρία του πανδοχείου.

«Καλώς τον!» του φώναξε ο Ράνιρ, από το βάθος. «Έλα δω!»

Ο Φένταρ πέρασε ανάμεσα από τους θαμώνες και πλησίασε τον πανδοχέα, ο οποίος καθόταν σ’ένα τραπέζι κοντά στο τζάκι, μαζί με την ταχυπομπό Κάρλα και μια γυναίκα που κοιτούσε τις φλόγες, αλλά, μόλις εκείνος ζύγωσε, έστρεψε το κεφάλι της, για να τον αντικρίσει.

«Χα-χα-χα-χα-χα!» γέλασε ο Φένταρ, αντικρίζοντάς την. «Χα-χα-χα-χα!»

Η Ταλίνα στένεψε τα μάτια, αγριοκοιτάζοντάς τον. «Γεια,» είπε, μισογρυλίζοντας.

«Πόσα μού χρωστάς αυτή τη φορά;» ρώτησε ο Φένταρ, τραβώντας μια καρέκλα για να καθίσει.

«Όσα κι αν σου χρωστάω, έχω να σ’τα ξεπληρώσω,» δήλωσε η Ταλίνα, ακουμπώντας την πλάτη στη δική της καρέκλα και σταυρώνοντας τα χέρια της στο στήθος.

«Πιστεύω πως αστειεύεσαι,» είπε ο Φένταρ.

Η Ταλίνα ύψωσε ένα δάχτυλο. «Όχι!» Έβγαλε ένα βαλάντιο απ’το φόρεμά της. «Δέκα χρυσά νομίσματα δεν ήταν στο σύνολό τους;»

«Και πόσα για το κεφάλι σου;»

«Τι εννοείς;»

«Ξέχασες τη σκηνή στο χωριό;»

«Μιλάς για τη φορά που….;»

«Που σε κυνηγούσανε οι χωρικοί, για να σε κρεμάσουν,» διευκρίνισε ο Φένταρ.

Η Κάρλα λοξοκοίταξε την Ταλίνα, με τις άκριες των ματιών της. «Πότε συνέβη αυτό;»

«Πριν από όχι πολύ καιρό,» εξήγησε εκείνη. «Και, φυσικά, επρόκειτο για παρεξήγηση.»

«Όχι ακριβώς ‘παρεξήγηση’,» είπε ο Φένταρ.

Η Ταλίνα ύψωσε ένα φρύδι. «Όχι; Και πώς, δηλαδή, θα το αποκαλούσες εσύ;»

«Τι συνέβη;» ρώτησε η Κάρλα.

«Έφαγε στην τοπική ταβέρνα,» είπε ο Φένταρ, «χωρίς να πληρώσει· δεν είχε χρήματα, ασφαλώς –πράγμα το οποίο ο ταβερνιάρης δεν ήξερε. Και ύστερα, εκείνη επιχείρησε να τον πληρώσει μ’ένα ποίημα!»

Η Κάρλα γέλασε.

«Προφανώς, αυτός ο τύπος δε γνώριζε πόσο θα με πλήρωναν αλλού για εκείνο το ποίημα!» διαμαρτυρήθηκε η Ταλίνα.

«Προφανώς,» είπε ο Φένταρ· «γιατί δε νομίζω πως ήξερε καν να διαβάζει –ή, τουλάχιστον, όχι τόσο καλά, για να διαβάσει το ποίημά σου.»

«Εντάξει!» μούγκρισε η Ταλίνα. «Και πόσα σού χρωστάω που ‘έσωσες το άχρηστο τομάρι μου’;» τον ρώτησε, στραβώνοντας τα χείλη.

«Τίποτα· θεώρησέ το αγαθοεργία,» αποκρίθηκε ο Φένταρ, και έκανε νόημα σε μια σερβιτόρα του Ράνιρ να πλησιάσει.

«Τι θα πάρεις, Φένταρ;» τον ρώτησε εκείνη.

«Μια μπίρα.»

Η κοπέλα έφυγε.

Η Ταλίνα μέτρησε δέκα χρυσά νομίσματα από το πουγκί της, και έκανε να τα σπρώξει προς το μέρος του Φένταρ.

«Δε χρειάζεται,» της είπε εκείνος.

Η Ταλίνα τον κοίταξε παραξενεμένη· ύστερα, έριξε μια ματιά στην Κάρλα και στον Ράνιρ. «Τι συνέβη ξαφνικά; Γίνατε όλοι τόσο γενναιόδωροι;»

«Ανοησίες!» είπε ο Ράνιρ. «Απλά, θέλουμε να σ’έχουμε χρεωμένη!»

Η ταχυπομπός, ο τυχοδιώκτης, και ο πανδοχέας γέλασαν.

Η Ταλίνα κοκκίνισε· είπε: «Ευχαριστώ. Είστε πραγματικοί φίλοι· κι ένας πραγματικός φίλος είναι πολυτιμότερος απ’όλο το χρυσάφι στην Κουαλανάρα.»

Η μπίρα του Φένταρ έφτασε. Εκείνος ήπιε μια γουλιά και ζήτησε από τη σερβιτόρα να του φέρει κι ένα πιάτο με το φαγητό της ημέρας.

«Λοιπόν, τι νέα;» τον ρώτησε η Κάρλα. «Ο Ράνιρ μάς είπε πως σου έχει μια ‘ειδική δουλειά’ την οποία ‘αδυνατεί να μας αποκαλύψει’.»

«Αυτό αληθεύει,» αποκρίθηκε ο Φένταρ.

«Τι είναι το μυστικό;» θέλησε να μάθει η Ταλίνα.

«Δεν ξέρω ακόμα–»

«Και θα μάθεις όταν έρθει η ώρα,» τον διέκοψε ο Ράνιρ.

«Πότε θα έρθει η ώρα;»

Ο πανδοχέας κοίταξε πίσω από τον Φένταρ. «Νομίζω πως έχει ήδη έρθει…»

Ο τυχοδιώκτης στράφηκε αμέσως, για να δει στην αντίπερα άκρη της τραπεζαρίας έναν άντρα, ντυμένο με κάπα και κουκούλα, να κάνει νόημα στον Ράνιρ, με το δεξί χέρι. Ο Φένταρ είχε δουλέψει για πολλούς παράξενους εργοδότες στις περιπλανήσεις του, έτσι αυτός ο τύπος δεν τον εντυπωσίαζε καθόλου· ούτε το γεγονός ότι ήθελε να κρατά το πρόσωπό του στη σκιά. Προφανώς, ήταν κάποιο αρκετά γνωστό άτομο στη Νουάλβορ και δεν ήθελε να τον αναγνωρίσουν πιθανοί του αντίπαλοι. Πράγμα που σημαίνει πως, αν είναι τόσο γνωστός, θα έχει, κατά πάσα πιθανότητα, και αρκετά χρήματα… Το ενδιαφέρον του Φένταρ κορυφώθηκε.

«Ας μην καθυστερούμε,» είπε στον Ράνιρ.

«Έλα μαζί μου,» αποκρίθηκε εκείνος, και σηκώθηκε από την καρέκλα του, πηγαίνοντας προς τη σκάλα και νεύοντας στον κουκουλοφόρο να πλησιάσει.

Ο Φένταρ ακολούθησε τον πανδοχέα στον επάνω όροφο, όπου και περίμεναν τον μυστηριώδη Άρχοντα, ο οποίος δεν άργησε να παρουσιαστεί. Ο Ράνιρ, δίχως να μιλήσει, ξεκλείδωσε μια πόρτα, και οι τρεις τους μπήκαν σε ένα μικρό δωμάτιο με ξύλινο τραπέζι και τρία καθίσματα. Το παράθυρο ήταν κλειστό και μια λάμπα λαδιού κρεμόταν από το ταβάνι, φωτίζοντας ασθενικά το χώρο.

«Καθίστε, κύριοι,» είπε ο πανδοχέας, και κάθισε εκείνος πρώτος, βγάζοντας το φτερωτό του καπέλο από το κεφάλι και ακουμπώντας το επάνω στο τραπέζι.

Ο Φένταρ πήρε θέση δίπλα στον Ράνιρ. Ο Άρχοντας ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο· δεν κάθισε. Ίσως ήθελε να διατηρήσει μια αύρα μυστηρίου· ίσως ήθελε να κάνει τον τυχοδιώκτη να αισθανθεί μειονεκτικά, βρισκόμενος σε υψηλότερη θέση από εκείνον· ίσως ήθελε απλά να μην δει ο Φένταρ το πρόσωπό του κάτω απ’την κουκούλα. Πάντως, ό,τι κι αν αλήθευε, η στάση του ήταν εκνευριστική.

«Αυτός είναι ο άνθρωπός σας, Άρχοντά μου,» είπε ο Ράνιρ. «Τον ονομάζουν Φένταρ ο Ξεχασμένος.»

Ο Ρόλμαρ κοίταξε ερευνητικά τον τυχοδιώκτη, μέσα από το σκοτάδι της κουκούλας του. Ο άντρας έμοιαζε αρκετά σκληραγωγημένος, αν έκρινε από τα χέρια του και από το πρόσωπό του. Μάλλον, είχε πολεμήσει αρκετές φορές στη ζωή του. Θετικό σημάδι αυτό. Αν ξέρει να αγωνίζεται, σημαίνει πως ίσως να τα καταφέρει. Ωστόσο, δεν έμοιαζε ο πόλεμος να ήταν το μοναδικό του επάγγελμα· αυτά τα μάτια δεν ήταν τα μάτια ενός συνηθισμένου μισθοφόρου, ο οποίος φυλάει σκοπιά, κυνηγά μερικούς ληστές στους ερημικούς δρόμους του Βασιλείου, και περνά τις ελεύθερες του ώρες στις ταβέρνες και στα χαμαιτυπεία. Όχι, ετούτος ο άνθρωπος είχε κάνει κι άλλες, πιο… μυστήριες δουλειές, πιο… μπαγαπόντικες.

«Ο Ξεχασμένος… Τι σημαίνει αυτό;»

«Πρόκειται για το επώνυμο που χρησιμοποιώ, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Φένταρ.

«Ελπίζω να μην υποδηλώνει κάποια αφηρημάδα σου,» είπε ο Ρόλμαρ.

«Όχι. Για την ακρίβεια, υποδηλώνει μια αλήθεια: ότι κάποιοι ξέχασαν να με σκοτώσουν. Αλλά ας περάσουμε στο θέμα, Άρχοντά μου: Τι θέλετε να κάνω για σας;»

Αλλάζει την κουβέντα πολύ εύκολα, παρατήρησε ο Ρόλμαρ, προκειμένου να κρατήσει μυστικά. Δε μ’αρέσει ετούτο. Αλλά, απ’την άλλη, ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν αναμενόμενο να έχει μυστικά… «Τι σου είπε ο Ράνιρ;»

«Ελάχιστα πράγματα. Όμως μου τόνισε ότι η πληρωμή θα είναι καλή.»

«Και η αποστολή επικίνδυνη.»

«Το αντιλαμβάνομαι αυτό,» είπε ο Φένταρ. «Το χρήμα κυλάει δύσκολα στις εύκολες δουλειές, ενώ εύκολα στις δύσκολες.»

Ένας άνθρωπος που ξέρει τον κόσμο καλά! γέλασε εσωτερικά ο Ρόλμαρ. «Χαίρομαι που έχεις πρακτικό νου· θα τον χρειαστείς.»

Πολύ καθυστερεί να μιλήσει, παρατήρησε ο Φένταρ. Αναρωτιέμαι γιατί. Πρόκειται για κάτι παράνομο; Κι αν ναι, θα αξίζει, τελικά, το ρίσκο; Θα είναι η ανταμοιβή ανάλογη; «Θα προτιμούσα ν’ακούσω για τη δουλειά τώρα, Άρχοντά μου.» Μοιάζεις να φοβάσαι να αρχίσεις…

«Θέλω να σώσεις μια αιχμάλωτη.» Ο Ρόλμαρ δε συνέχισε, περιμένοντας την αντίδρασή του.

«Ναι…» είπε απλά ο Φένταρ, μη δείχνοντας να είναι ούτε θετικά ούτε αρνητικά προδιατεθειμένος. «Πού κρατείται;»

«Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, βρίσκεται μέσα σ’ένα καράβι, το οποίο πλέει προς την ήπειρο Λιάμνερ-Κρωθ. Όταν φτάσει εκεί, θα χάσει τη ζωή της.»

Ο Φένταρ συνοφρυώθηκε. «Ρουζβάνη είναι;»

«Ναι.»

Είχε ακούσει κάτι για μια Ρουζβάνη εγκληματία που είχε έρθει στο Νόρβηλ, αλλά δεν ήξερε πολλά γι’αυτή την υπόθεση. «Θα ήθελα να μάθω περισσότερες λεπτομέρειες,» είπε, «όπως το όνομά της, καθώς επίσης και πριν από πόσες ημέρες έχει φύγει το πλοίο της από το Βασίλειο, και τι μαχητές υπάρχουν επάνω του.»

Ωραία, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ· δεν είναι τυχαίος. Πρώτα σχεδιάζει, μετά δρα. «Το όνομα της αιχμάλωτης είναι Νίθρα. Το πλοίο είναι μεγάλο, ανήκει στο στόλο της Βασίλισσας Καλβάρθα του Νούφρεκ, και έφυγε το προηγούμενο βράδυ. Επάνω του βρίσκονται μαχητές από τη Βασιλική Φρουρά της εν λόγω Βασίλισσας, όμως δε γνωρίζω τον ακριβή αριθμό τους. Τι άλλο χρειάζεσαι να μάθεις;»

«Πρόκειται για την εγκληματία που είχε έρθει πρόσφατα στο Νόρβηλ, σωστά;»

Γιατί θέλει να το ξέρει αυτό; αναρωτήθηκε ο Ρόλμαρ, φοβούμενος προδοσία από το μέρος του τυχοδιώκτη. Ύστερα, όμως, σκέφτηκε πως, μάλλον, ο Φένταρ δεν είχε να κερδίσει και πολλά, προδίδοντάς τον. Κι επιπλέον, σε ποιον να τον πρόδιδε, και τι να έλεγε; Δε γνώριζε ούτε καν ποιος ήταν ο κουκουλοφόρος που του μιλούσε. Εκτός κι αν ο Ράνιρ είχε μαρτυρήσει τίποτα… –Πρέπει να πάψω ν’ανησυχώ τόσο!

Ο Φένταρ παρατήρησε το δισταγμό του άγνωστου Άρχοντα· και ο δισταγμός αυτός αποτελούσε από μόνος του απάντηση για εκείνον. Ναι, η Νίθρα ήταν η Ρουζβάνη εγκληματίας για την οποία είχε ακούσει. Όμως γιατί ο πιθανός εργοδότης του φοβόταν να το πει; Ποια ήταν η σχέση του μαζί της; Ήταν Ωθράγκος ή, μήπως, Ρουζβάνος κι ο ίδιος;

«Είναι αυτή ή όχι;»

«Είναι,» απάντησε ευθέως ο Ρόλμαρ. «Θα αναλάβεις την αποστολή;»

«Η ανταμοιβή μου; Πόση θα είναι;»

«Δέκα χιλιάδες κορόνες.»

Μα τα Οκτώ Κέρατα και τις Πέντε Ουρές του Σάλ’γκρεμ’ρωθ! εξεπλάγη ο Φένταρ. Ο τύπος πρέπει νάναι πολύ πλούσιος! Με τόσα χρήματα, θα εντοπίσω τον αδελφό μου μέσα σ’ένα απόγευμα! Όμως… δεν είναι πολύ καλό για να είναι αλήθεια;…

«Ας υποθέσουμε κάτι,» είπε. «Ας υποθέσουμε ότι σώζω τη Ρουζβάνη και επιστρέφω, αλλά δε σε βρίσκω πουθενά για να παραλάβω την πληρωμή μου…»

«Δε χρειάζεται ν’ανησυχείς γι’αυτό,» τον διαβεβαίωσε ο Ρόλμαρ. «Ο Ράνιρ με ξέρει.»

Ο Φένταρ κοίταξε τον πανδοχέα, ο οποίος κατένευσε.

«Δε θα χάσεις τα χρήματά σου, αρκεί να φέρεις εις πέρας την αποστολή.»

«Κι αν δεν τα καταφέρω, δε θα κερδίσω τίποτα απ’αυτή την ιστορία; Ούτε καν χίλιες κορόνες;»

Ας τον δοκιμάσουμε… «Όχι. Όμως, αν επιτύχεις, θα λάβεις και τις δέκα χιλιάδες.»

Είναι πολύ δελεαστικό, πολύ δελεαστικό… έπρεπε να παραδεχτεί ο Φένταρ. «Για να ξεκινήσω την αποστολή, τι θα έχω;» ρώτησε.

«Ό,τι μου ζητήσεις, και ό,τι βρίσκεται εντός των δυνατοτήτων μου να σου προσφέρω.»

«Ένα πλοίο, ίσως;»

Ο Ρόλμαρ γέλασε. «Δεν έχω τόση μεγάλη επιρροή εδώ!» είπε. Κι αμέσως, μετάνιωσε για τα λόγια του, επειδή κατάλαβε ότι μέσω αυτών έδινε πληροφορίες για τον εαυτό του στον Φένταρ. «Μια βάρκα, όμως, θα μπορούσα να αγοράσω για σένα, εάν πιστεύεις ότι θα σου φανεί απαραίτητη. Ωστόσο, δε νομίζω να προλάβεις το Ρουζβάνικο πλοίο μ’αυτήν.»

Ο τυχοδιώκτης ένευσε. «Σωστά.»

«Υπάρχει, λοιπόν, κάτι άλλο που θα ήθελες να μου ζητήσεις;»

Ο Φένταρ κούνησε το κεφάλι. «Δε νομίζω.»

«Διαθέτεις αρκετά χρήματα, για να πάρεις μαζί σου τα απαραίτητα εφόδια;» ρώτησε ο Ρόλμαρ.

«Ναι.»

Ο Ρόλμαρ έλυσε ένα πουγκί από τη ζώνη του και το έριξε πάνω στο τραπέζι. «Κάτι επιπλέον, σε περίπτωση που σου παρουσιαστεί κάποια… απρόσμενη ανάγκη.»

«Ευχαριστώ, Άρχοντά μου,» είπε ο Φένταρ. «Πού θα μπορούσα να σας βρίσκω, απο δώ και στο εξής;»

«Ελπίζω να μη μείνεις για πολύ ακόμα στη Νουάλβορ, αν σκοπεύεις ν’ακολουθήσεις το πλοίο…»

«Φυσικά και όχι. Ωστόσο, ίσως να χρειαστεί να σας ρωτήσω κάτι, προτού εγκαταλείψω την πρωτεύουσα.»

«Τότε, απεύθυνε την ερώτησή σου στον Ράνιρ. Θα έρθω πάλι στο πανδοχείο μέχρι αύριο το μεσημέρι,» δήλωσε ο Ρόλμαρ. «Και καλύτερα θα ήταν να μη σε βρω εδώ.»

 

 


Κεφάλαιο 13
Ο Κυματοπαλαιστής

 

Ο Φένταρ κατέβηκε στην τραπεζαρία του Χαριτωμένου Χορευτή, μαζί με τον Ράνιρ, και πλησίασε το τραπέζι όπου κάθονταν η Κάρλα και η Ταλίνα. Ο μυστηριώδης Άρχοντας θα κατέβαινε ύστερα απ’αυτούς και θα έφευγε απ’το πανδοχείο.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η βασιλική ταχυπομπός. «Γιατί όλη τούτη η μυστικότητα; Δεν μπορώ να καταλάβω. Ποιος ήταν αυτός που ανέβηκε μαζί σας;»

«Πρόκειται για προσωπική δουλειά του Φένταρ,» αποκρίθηκε ο Ράνιρ.

Η Κάρλα ατένισε ερωτηματικά τον τυχοδιώκτη, που είχε αρχίσει να τρώει. (Όσο έλειπε, η σερβιτόρα τού είχε φέρει το φαγητό του.) Εκείνος δεν της μίλησε, καθώς σκεφτόταν πώς θα ενεργούσε στη συνέχεια, για να σώσει αυτή τη Νίθρα από τους Ρουζβάνους. Με την άκρη του ματιού του, είδε τον μυστηριώδη Άρχοντα ν’ανοίγει την εξώπορτα του πανδοχείου και να φεύγει. Όμως δεν έδειξε ότι του έδινε σημασία.

«Ό,τι κι αν είναι,» είπε η Ταλίνα, «φαίνεται πως τον έχει προβληματίσει πολύ, πράγμα που σημαίνει ότι τον αφορά άμεσα.» Συνοφρυώθηκε. «Βρήκες τον αδελφό σου, Φένταρ;»

«Όχι ακόμα,» αποκρίθηκε εκείνος, και ήπιε μια γουλιά απ’τη μπίρα του. «Αλλά… σύντομα, ίσως να τον βρω.» Δέκα χιλιάδες κορόνες. Ο Άρχοντας είχε υποσχεθεί δέκα χιλιάδες κορόνες! Αρκετά χρήματα όχι μόνο για να εντοπίσει τον Ζάνμελ, μα και για να ζήσει μια ζωή στην άνεση και στην κραιπάλη. Ωστόσο, ο εργοδότης μου δε θα έδινε τόσα πολλά, αν η δουλειά ήταν εύκολη, θύμισε στον εαυτό του ο Φένταρ, ώστε να μην παρασυρθεί από τον ενθουσιασμό. Η διάσωση της Ρουζβάνης απαιτούσε προσεκτικές κινήσεις. Και χρόνος δεν υπάρχει. Ήδη το πλοίο της βρίσκεται μακριά μου.

Αφήνοντας το φαγητό του μισοτελειωμένο, σηκώθηκε από το τραπέζι. «Πηγαίνω,» είπε στους φίλους του. «Ίσως να τα ξαναπούμε σύντομα· ίσως και όχι.»

«Θα φύγεις απ’την πόλη;» ρώτησε η Ταλίνα.

«Πολύ πιθανόν,» είπε ο Φένταρ. Χαιρέτησε, με το ύψωμα του χεριού, και βγήκε από το πανδοχείο.

«Πού πηγαίνει, Ράνιρ;» θέλησε να μάθει η Κάρλα.

«Δεν μπορώ να σου πω,» δήλωσε εκείνος. «Έχω δώσει το λόγο μου. Και όχι μονάχα στον Φένταρ. Άμα τα θαλασσώσω, ίσως να έχω κακά ξεμπερδέματα.»

Η ταχυπομπός Κάρλα ύψωσε την κούπα της και ήπιε, αργά, μια γουλιά κρασί. Ο άντρας με την κάπα και την κουκούλα –ναι, άντρας πρέπει να ήταν, αν έκρινε σωστά από το βάδισμα κι από τη στάση του– κάτι της θύμιζε. Σαν να ήταν κάποιος γνωστός… Ακριβώς όπως και τότε που μπήκε εκείνη η άλλη κουκουλοφόρος στο πανδοχείο: κάτι μου θύμιζε, μα δεν μπορούσα να πω πού την είχα ξαναδεί… Λες ο Ράνιρ να είχε μπλέξει σε καμια παλιοϊστορία; Αλλά, όχι, η προηγούμενη κουκουλοφόρος δεν ήταν δυνατόν να είχε καμία σχέση με τον αποψινό μυστηριώδη τύπο. Άλλωστε, εκείνη είχε έρθει για τον Άρχοντα Ρόλμαρ, ενώ αυτός είχε έρθει να μιλήσει με τον πανδοχέα και τον Φένταρ –κυρίως με τον Φένταρ, απ’ό,τι είχε καταλάβει η Κάρλα· ο Ράνιρ, μάλλον, ενεργούσε ως διάμεσος. Κι όμως, κι οι δυο τους κάτι μου θύμιζαν. Ή, μήπως, τελικά, ήταν η φαντασία μου;…

Πάντως, αν ήταν η φαντασία της, τούτο θα έπρεπε να την παραξενεύει, γιατί η Κάρλα ουδέποτε είχε ιδιαίτερα ζωηρή φαντασία· ποτέ δεν φανταζόταν πως έβλεπε ή άκουγε κάτι: πάντοτε, ήξερε τι βρισκόταν εμπρός της.

*

Ο Ρόλμαρ είχε πάλι εκείνο το άσχημο συναίσθημα, ότι τον παρακολουθούσαν.

Κοίταξε γύρω του, στις γωνίες των παρόδων, στα σκιερά μέρη που δεν φωτίζονταν από τις λάμπες, στα παράθυρα, στα μπαλκόνια, στις οροφές· μα πουθενά δεν είδε κάποιον να τον ατενίζει επίμονα, σαν να τον παρακολουθεί.

Βέβαια, σκέφτηκε, ένας καλός κατάσκοπος δεν παρατηρείται εύκολα. Αυτή είναι η δουλειά του. Ωστόσο, τούτο δεν εξηγούσε το συναίσθημά του. Ο Ρόλμαρ ποτέ δεν ήταν από τους ανθρώπους που ισχυρίζονταν ότι αισθάνονταν αόρατα πράγματα, όπως έκανε ο αδελφός του, Βάνμιρ. Κι όμως τώρα κάτι δεν πήγαινε καλά· είχε την εντύπωση πως τον παρακολουθούσαν –πράγμα το οποίο ήταν γελοίο και, μάλλον, οφειλόταν στις εσώτερες ανησυχίες του. Άλλωστε, το ίδιο είχε αισθανθεί και όταν πήγαινε στον Καθεδρικό Ναό του Βάνραλ, καθώς και όταν έφευγε από εκεί· μονάχα μέσα στον ίδιο το ναό το καταραμένο συναίσθημα τον είχε εγκαταλείψει.

Αναστέναξε, βαδίζοντας βιαστικά προς το Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων. Κανείς δεν με παρακολουθεί. Κανείς δεν με παρακολουθεί. Κανείς – δεν – με – παρακολουθεί.

Κι όμως, κάποιος τον παρακολουθούσε.

Χίλιες κατάρες! Ο Βάνμιρ έπρεπε να ήταν εδώ. Ίσως εκείνος να είχε μια λογική –γελοία, αναμφίβολα, αλλά λογική– εξήγηση για τούτο. Επίσης, αναρωτήθηκε ο Ρόλμαρ, τι θα έλεγε, άραγε, ο Βάνμιρ για την επικοινωνία της Πριγκίπισσας Λιόλα με τη θεά Λιάμνερ Κρωθ; Χμμμ, σκέφτηκε. Ίσως θα ήταν φρόνιμο να επιστρέψω στο Ράλτον και να τον ρωτήσω.

Κοίτα να δεις που κατέληξα να επιθυμώ την άποψη του Βάνμιρ! Ποιος; εγώ!

Γέλασε, σιγανά, μέσα στο σκοτάδι της κουκούλας του. «Απίστευτο,» μουρμούρισε, «πραγματικά απίστευτο…»

Ωστόσο, ο Ρόλμαρ δεν μπορούσε να φύγει από τώρα, και το ήξερε. Έπρεπε να περιμένει, για να δει τι θα γινόταν με τη Νίθρα. Ήλπιζε αυτός ο Φένταρ να ήταν τόσο καλός στη δουλειά του όσο του είχε φανεί… Βέβαια, καλός ή κακός, η αποστολή που του ανέθεσα είναι, σίγουρα, δύσκολη. Απορώ πώς σκοπεύει να πάρει τη Νίθρα μέσα από το Ρουζβάνικο πλοίο…

*

Ο δρόμος ήταν άδειος, ερημικός. Δεξιά κι αριστερά, βρίσκονταν πολυτελείς οικίες με κήπους και πέτρινους τοίχους. Σε ορισμένες εισόδους, μάλιστα, στέκονταν και μισθοφόροι φύλακες, ατενίζοντας τον Φένταρ με βλέμματα καχύποπτα κι επιβλητικά, καθώς περνούσε. Εκείνος δεν τους έδινε και πολύ σημασία, συνεχίζοντας την πορεία του. Εξάλλου, ήξερε ακριβώς πού ήθελε να πάει.

Σύντομα, βρέθηκε στον προορισμό του και σταμάτησε, για να κοιτάξει την πινακίδα που ήταν κρεμασμένη στον πετρόχτιστο τοίχο, πλάι απ’την καγκελωτή θύρα, η οποία είχε επάνω της λαξεμένο ένα δικάταρτο πλοίο. ΟΙΚΙΑ ΣΑΜΟΛΘΙΡ ΚΥΜΑΤΟΠΑΛΑΙΣΤΗ, έγραφε η πινακίδα, με μεγάλα, καλλιγραφικά, μαύρα γράμματα.

Κυματοπαλαιστή… σκέφτηκε ο Φένταρ, υπομειδιώντας. Ο Σαμόλθιρ (ή Σιγκαντάρο ο Ανθρωποκυνηγός, όπως τον ήξεραν αλλού) μόνο «κυματοπαλαιστής» δεν ήταν. Αυτό το όνομα έδινε μια λανθασμένη εντύπωση γι’αυτόν: μια πιο… έντιμη εντύπωση. Και ο Σαμόλθιρ ήταν το χειρότερο καθίκι που είχε γνωρίσει ο Φένταρ –ή, μάλλον, από τα χειρότερα καθίκια· γιατί στις περιπλανήσεις του είχε μάθει πως το Χειρότερο Καθίκι δεν έχει ακόμα γεννηθεί… Εκτός κι αν είμαι εγώ, συλλογίστηκε, αυτοκριτικά.

Πλησίασε την καγκελωτή θύρα και κοίταξε μέσα, στον κήπο, μη βλέποντας κανέναν φύλακα. Παράξενο… Πίστευε πως οι πειρατικές ημέρες του Σαμόλθιρ θα τον είχαν μάθει να φυλάγεται καλύτερα. Επιπλέον, την τελευταία φορά που είχε περάσει ο Φένταρ από εδώ, υπήρχε φρουρός.

Τέλος πάντων… Έσπρωξε την πόρτα και μπήκε, προσεκτικά. Ήλπιζε ο Σαμόλθιρ να μην είχε πάρει τώρα σκυλιά για φύλακες –σκυλιά που δεν έκαναν διάκριση ανάμεσα στον φιλικό επισκέπτη και τον εισβολέα, παρά ξέσκιζαν και των δύο τη σάρκα με την ίδια μανία κι ευχαρίστηση…

«Ποιος είσαι;»

Η φωνή, σίγουρα, δεν ήταν σκυλίσια. Συγκεκριμένα, έμοιαζε γυναικεία, και είχε έρθει από τ’αριστερά του.

Ο Φένταρ στράφηκε αμέσως, βάζοντας το ένα χέρι μέσα στη μαύρη, δερμάτινή του τουνίκα κι αγγίζοντας τη λαβή του ξιφιδίου του. Τα μάτια του δεν εντόπισαν κανέναν. Πού κρύβεται;…

«Πού είσαι;» ρώτησε.

«Σε έχει καλέσει ο κύριος Σαμόλθιρ;» ρώτησε η γυναίκα.

Ο Φένταρ προσπάθησε να την εντοπίσει, και νόμιζε πως είδε τη φιγούρα της δίπλα από τον κορμό ενός δέντρου και ανάμεσα στις σκιές των φυλλωμάτων του. Η γυναίκα κοντοκαθόταν και τον παρατηρούσε, μοιάζοντας ένα με το περιβάλλον. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ήταν κρυμμένα στο σκοτάδι· μονάχα τα μάτια της φαίνονταν, κάπου-κάπου, καθώς γυάλιζαν στο λιγοστό φεγγαρόφωτο που κατάφερνε να περάσει τις φυλλωσιές. Ο Φένταρ είχε την αίσθηση –και πίστευε πως δεν έκανε λάθος– ότι βρισκόταν στην παρουσία μιας δολοφόνου.

Τους δολοφόνους δεν είναι εύκολο να τους ξεχωρίσει κανείς, γιατί, ασφαλώς, δεν έχουν τίποτα κέρατα επάνω τους, ούτε καμια μαύρη βούλα στο μέτωπο· κι επιπλέον, συνήθως, το επάγγελμά τους απαιτεί να παραμένουν κρυμμένοι, ώσπου να χτυπήσουν, ή ακόμα και αφότου έχουν χτυπήσει ή και την ίδια τη στιγμή που χτυπάνε. Όμως ο Φένταρ είχε μάθει πως ένα πράγμα πάντα προδίδει τον δολοφόνο: τα μάτια του· εκείνο το παρατηρητικό, ερευνητικό, ψυχρό βλέμμα· εκείνο το βλέμμα που μοιάζει να ξέρει ποιο είναι το αδύνατό σου σημείο και πώς να σε ξεπαστρέψει μ’ένα χτύπημα.

Ώστε ο Σαμόλθιρ προσλαμβάνει και επαγγελματίες δολοφόνους τώρα.

«Όχι, δε με έχει καλέσει,» αποκρίθηκε ο Φένταρ, «όμως είμαι παλιός του φίλος, και πρέπει να τον δω, απόψε. Πρόκειται για πολύ σημαντική υπόθεση.»

Η γυναίκα σηκώθηκε και βάδισε προς το μέρος του, ξεπροβάλλοντας μέσα από τις σκιές. Ήταν σχετικά κοντή και ντυμένη με ρούχα ελαφριά και κολλητά. Τα ξανθά της μαλλιά ήταν δεμένα κότσο πίσω από το κεφάλι της. Τα μάτια της ήταν τα μάτια δολοφόνου, όπως είχε παρατηρήσει και πριν ο Φένταρ. Επιπλέον, υπήρχε κάτι περίεργο επάνω της. Ο τυχοδιώκτης συνοφρυώθηκε, κοιτάζοντάς τη στο φεγγαρόφωτο.

«Μιρλίμια;» ρώτησε. «Είσαι Μιρλίμια;»

«Ναι,» απάντησε εκείνη, αδιάφορα. «Έλα μαζί μου. Θα σε πάω στον κύριο Σαμόλθιρ.» Ξεκίνησε να βαδίζει, ακολουθώντας το λιθόστρωτο μονοπάτι που, ύστερα από δέκα μέτρα, οδηγούσε στην ξύλινη θύρα της οικίας.

Αφήνει το πόστο της; παραξενεύτηκε ο Φένταρ. Μετά, όμως, κατάλαβε. Πρέπει να υπάρχουν κι άλλοι εκεί… τους οποίους δεν είχε καθόλου αντιληφθεί. Ρίγησε.

«Πώς σε λένε;» ρώτησε τη Μιρλίμια, καθώς εκείνη άνοιγε την ξύλινη πόρτα, μ’ένα ελαφρύ σπρώξιμο.

«Αστρογέννητη.»

Ο Φένταρ αχνομειδίασε. Οι Μιρλίμιοι είχαν πάντοτε περίεργα ονόματα.

Η Αστρογέννητη μπήκε στην οικία και εκείνος την ακολούθησε. Είχε ξανάρθει εδώ και θυμόταν το μέρος, μα δεν είπε τίποτα. Καθώς βάδιζε μαζί της, παρατηρούσε το χώρο. Ο Σαμόλθιρ φαίνεται πως είχε αλλάξει τη διακόσμηση: είχε κρεμάσει καινούργιους πίνακες και ταπετσαρίες, ενώ, μάλλον, και τα χαλιά ήταν αλλαγμένα.

Η Αστρογέννητη στάθηκε στο κατώφλι μιας πόρτας και χτύπησε το ξύλινο, ανοιχτό φύλλο της. Ο Φένταρ μπορούσε να δει το καθιστικό πάνω απ’τον ώμο της δολοφόνου. Κι εδώ είχε ξανάρθει, φυσικά. Το μέρος ζεσταινόταν από δύο μεγάλα τζάκια, και ο Σαμόλθιρ καθόταν περίπου στο κέντρο, επάνω σ’ένα ανάκλιντρο, το οποίο πρέπει να είχε αγοράσει απ’τους Ρουζβάνους, γιατί αυτοί χρησιμοποιούσαν ανάκλιντρα. Ήταν ντυμένος με έναν αρχοντικό χιτώνα, και τα πορφυρόλευκα μαλλιά και μούσια του ήταν καλοχτενισμένα. Στο δεξί χέρι βαστούσε ένα μακρύ τσιμπούκι από μαύρο ξύλο. Επάνω στο ανάκλιντρο, μαζί του, βρισκόταν μια ημίγυμνη γυναίκα, ενώ άλλες δύο κάθονταν από κάτω, με μεγάλες, επάργυρες κούπες στα χέρια.

«Κύριε Σαμόλθιρ,» είπε η Αστρογέννητη. «Κάποιος γνωστός ήρθε.»

Ο άντρας στο ανάκλιντρο έστρεψε το βλέμμα του προς την πόρτα. «Φένταρ!» αναφώνησε. «Έλα, μπες!»

Η Αστρογέννητη παραμέρισε από την είσοδο, αφήνοντάς τον να περάσει. «Με χρειάζεστε τίποτ’άλλο, κύριε;» ρώτησε.

«Όχι· μπορείς να πηγαίνεις,» αποκρίθηκε ο Σαμόλθιρ, κάνοντας μια αποδεσμευτική χειρονομία με το ελεύθερο του χέρι. Η Μιρλίμια έφυγε, σιωπηλά· τα μποτοφορεμένα της πόδια δεν έκαναν θόρυβο στο πάτωμα. «Λοιπόν, Φένταρ, πώς είσαι, φίλε μου;»

«Αρκετά εύρωστος,» αποκρίθηκε ο τυχοδιώκτης, περνώντας τους αντίχειρες του μέσα στη ζώνη του. «Ήρθα γιατί–»

«Πώς σου φαίνεται η νέα διαρρύθμιση της οικίας μου;» ρώτησε ο Σαμόλθιρ.

«Θα έλεγα ότι είναι πολύ… γοητευτική,» είπε ο Φένταρ, ρίχνοντας ένα επιτηδευμένο βλέμμα στις παλλακίδες, οι οποίες του χαμογέλασαν.

Ο Σαμόλθιρ γέλασε και κάθισε σε όρθια θέση επάνω στο ανάκλιντρο. «Αααργκ…!» μούγκρισε. «Πιάνεσαι εδώ πέρα! Αναρωτιέμαι πώς τα χρησιμοποιούν οι Ρουζβάνοι. Άρρωστος λαός, αν θες την ταπεινή μου άποψη.»

«Όχι και τόσο ταπεινή,» μειδίασε ο Φένταρ. «Σίγουρα, ξέρεις πολλά γι’αυτούς, τόσες φορές που τους έχει ληστέψει τα καράβια…»

«Τι μου θυμίζεις, τώρα… άλλες εποχές!» είπε ο Σαμόλθιρ. «Αλλά αυτά τελειώσανε. Γέρασα πλέον.» (Στοίχημα αν ήταν πενήντα χρονών.) «Γιαυτό κιόλας αποφάσισα να περιβάλλω το άτομό μου με αιθέριες υπάρξεις και ν’αναπαυθώ.» Χτύπησε το μηρό της παλλακίδας που βρισκόταν ξαπλωμένη επάνω στο ανάκλιντρο. «Τώρα, φίλε Φένταρ, το εμπόριο είναι το μέλλον!» Και προς τις γυναίκες που κάθονταν στο χαλί. «Μην είστε αγενείς· βάλτε στον άνθρωπο ένα ποτό. Δε θέλω να βγει βρόμα παραέξω ότι στην Οικία του Κυματοπαλαιστή δεν υπάρχει επαρκής φιλοξενία!» Χαμογέλασε πλατιά, ατενίζοντας τον τυχοδιώχτη, ενώ μία παλλακίδα σηκωνόταν, για να γεμίσει μια κούπα με κρασί. «Λοιπόν, για ποιο λόγο ήρθες να με δεις;»

Ο Φένταρ δέχτηκε το ποτό που του πρόσφερε η παλλακίδα. Ήπιε μια γουλιά, και είπε: «Έχω αναλάβει μια αποστολή.»

«Συνηθισμένα πράγματα, μέχρις εδώ…» σχολίασε ο Σαμόλθιρ, και δέχτηκε κι εκείνος μια κούπα κρασί. «Ευχαριστώ, χρυσό μου.»

«Συνηθισμένα πράγματα, ναι· αλλά η συγκεκριμένη αποστολή δεν είναι καθόλου συνηθισμένη.»

Ο Σαμόλθιρ ήπιε κρασί. «Για πες…»

«Πρέπει να σώσω μια αιχμάλωτη Ρουζβάνη από ένα Ρουζβάνικο πλοίο το οποίο έφυγε από το λιμάνι της Νουάλβορ το προηγούμενο βράδυ.»

Ο Κυματοπαλαιστής συνοφρυώθηκε. «Για στάσου, κοπέλι μου. Μπας και είναι κείνη η εγκληματίας που λέγανε–»

«Αυτή είναι. Και πρέπει να τη σώσω. Καταλαβαίνεις το πρόβλημα;»

«Ναι: είσαι τρελός.» Ο Σαμόλθιρ γέλασε. «Είναι τα λεφτά καλά, τουλάχιστο;»

«Είναι,» τον διαβεβαίωσε ο Φένταρ. Και ρώτησε: «Έχεις, λοιπόν, τίποτα να μου προτείνεις, για να τους προλάβω, προτού φτάσουν στο Βασίλειο Νούφρεκ της Λιάμνερ-Κρωθ;»

«Με συγχωρείς,» είπε ο Σαμόλθιρ. «Έχουνε ξεκινήσει μια μέρα πριν από σένα, και θέλεις να τους προλάβεις κιόλας; Και με τι καράβι, ρ’αδελφέ; Υποθέτω πως το δικό τους πλοίο δεν είναι φορτωμένο εμπορικό σκάφος, άρα γρήγορο. Επομένως, άμα μπαρκάρεις σε κάποιο εμπορικό σκαρί που φεύγει ακόμα κι απόψε για τη Λιάμνερ-Κρωθ, αποκλείεται να τους προφτάσεις.»

«Τα γνωρίζω όλα τούτα. Γιαυτό κιόλας σε ρωτάω μήπως έχεις κάτι να μου προτείνεις, Σιγκαντάρο Ανθρωποκυνηγέ.»

«Χρησιμοποιείς παλιά ονόματα χωρίς λόγο…» μούγκρισε ο Σαμόλθιρ.

«Καθόλου χωρίς λόγο,» αποκρίθηκε ο Φένταρ. «Επιθυμώ να συνεργαστούμε, καλέ μου φίλε.»

Ο Σαμόλθιρ τον κοίταξε με μισό μάτι. «Πώς το εννοείς τούτο το ‘να συνεργαστούμε’;»

«Θέλω το πλοίο σου, κι εσένα μέσα σ’αυτό.»

«Χα! Όμορφο!…» Ο Κυματοπαλαιστής –γνωστός και ως Ανθρωποκυνηγός– ήπιε μια μεγάλη γουλιά κρασί απ’την κούπα του, χασκογελώντας.

Ο Φένταρ τον κοίταξε μ’ένα σκοτεινό βλέμμα: ένα βλέμμα οργής και μομφής.

Ο Σαμόλθιρ το ήξερε αυτό το βλέμμα. «Κοίτα, καταλαβαίνω πού το πας….»

«Μου χρωστάς μια χάρη, Σαμόλθιρ,» τόνισε ο Φένταρ. «Μια χάρη που ισοδυναμεί με τη ζωή σου. Θα κάνεις πως την ξέχασες;»

Ο πειρατής δεν ήταν ανόητος. Αντιλαμβανόταν ότι τον Φένταρ δεν τον κρατούσε το μυαλό: αν αισθανόταν εξοργισμένος, ο τυχοδιώκτης μπορεί να τον σκότωνε, εδώ και τώρα, όπου δεν υπήρχε κανένας να τον προστατέψει πέραν από τις παλλακίδες –οι οποίες, ασφαλώς, αμέσως θα την κοπανούσαν, με το πρώτο σημάδι αναστάτωσης· ήδη είχαν πάψει να κινούνται, παρατηρώντας μαρμαρωμένες τους δύο άντρες, σαν να είχαν διαισθανθεί την ένταση ανάμεσά τους.

Ο Σαμόλθιρ ήταν καλός στη μάχη σώμα-με-σώμα· είχε, άλλωστε, σκοτώσει μπόλικους σε οδομαχίες και πάνω σε καταστρώματα. Όμως ήξερε πως δεν μπορούσε να τα βάλει με τον Φένταρ, ο οποίος την είχε βγάλει καθαρή από τους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ. Μία φορά μονάχα τον είχε παλέψει, και το είχε μετανιώσει. Τότε ήταν που ο τυχοδιώκτης θα τον σκότωνε, αλλά είχε αποφασίσει να του χαρίσει τη ζωή, και είχανε φιλιώσει, γιατί ο Σαμόλθιρ ανέκαθεν σεβόταν τους ανθρώπους που τον σέβονταν. Έτσι, εξακολουθούσε να χρωστά μια χάρη στον Φένταρ· αυτό ήταν αλήθεια.

«Τίποτα δεν ξεχνάω,» είπε, και η ένταση αμέσως ελαττώθηκε ανάμεσά τους. «Όμως,» τόνισε, «σε προειδοποιώ ότι ακόμα κι εγώ δεν ξέρω άμα θα προλάβω ένα καράβι που έφυγε μια μέρα πριν από μένα. Θα πρέπει αυτοί να έχουν παλιόκαιρο κι εμείς καλοκαιρία, ή κάτι άλλο κακό να τους συμβεί. Επιπλέον, τι σκοπεύεις να κάνεις όταν τους προλάβουμε;»

«Θα αυτοσχεδιάσω,» αποκρίθηκε ο Φένταρ.

«Το φοβόμουν…!» μούγκρισε ο Σαμόλθιρ.

«Αυτή η Μιρλίμια που έχεις απέξω, η Αστρογέννητη: πόσο καλή είναι στη δουλειά της;»

«Πολύ καλή. Ετούτη τη φορά, ήθελα κάποιους που να μπορούν να φυλάξουν σωστά το σπίτι μου. Οι προηγούμενοι φύλακες ήταν άχρηστοι–»

«Έχεις κι άλλους Μιρλίμιους δολοφόνους στον κήπο, πέρα από την Αστρογέννητη;»

«Άλλη μία, αδέλφι,» δήλωσε ο Σαμόλθιρ. «Τη λένε Χρυσοδάκτυλη.»

«Έχεις γεμίσει όλο σου το σπίτι με γυναίκες; Μέχρι στιγμής δεν έχω δει ούτε έναν αρσενικό υπηρέτη ή φρουρό!»

«Χα-χα!» γέλασε ο Σαμόλθιρ. «Με κατάλαβες, φαίνεται! Αλλά δε σου είπα; Έχω πλέον γεράσει, και αποφάσισα να περάσω τις τελευταίες μου ημέρες με αιθέριες υπάρξεις, άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο επικίνδυνες.»

«Εμένα μου μοιάζεις να βαριέσαι και να ψάχνεις τρόπους για να ξεβαρεθείς…»

«Νομίζεις πως αυτό θα με κάνει να αισθανθώ καλύτερα, που έρχεσαι στο σπίτι μου και, εμμέσως πλην σαφώς, με τραβάς έξω, στις ανοιχτές θάλασσες ξανά; Θα έπρεπε να σέβεσαι περισσότερο τους γηραιούς ανθρώπους, Φένταρ…»

«Δε θα πάνε οι κόποι σου τελείως χαμένοι,» τον διαβεβαίωσε εκείνος. «Ο εργοδότης μου μου έχει υποσχεθεί δέκα χιλιάδες κορόνες, αν φέρω σε πέρας την αποστολή του.»

«Τι!» έκανε ο Σαμόλθιρ. «Με δουλεύεις, ρε μπαγαπόντη;»

Ο Φένταρ γέλασε. «Όχι. Και είμαι πρόθυμος να μοιραστώ τα χρήματα μαζί σου, αν η βοήθειά σου αποδειχτεί πολύτιμη στη διάσωση της Ρουζβάνης.»

«Αααα, φίλε μου Φένταρ!» Ο Σαμόλθιρ σηκώθηκε από το ανάκλιντρο, δίνοντας τη μισογεμάτη του κούπα σε μια απ’τις παλλακίδες. «Πάντοτε με σκέφτεσαι. Χε-χε, κοίτα που θα είναι καλή μπάζα στο τέλος!…» Έτριψε τα χέρια του. «Δε μπορείς να φανταστείς, Φένταρ, πόσα λεφτά σού τρώνε οι γυναίκες. Κάποια στιγμή έπρεπε να… επανεφοδιάσω τον εαυτό μου, ε; Χα-χα-χα!»

«Παρατηρώ πως το ηθικό σου αναπτερώθηκε…»

«Δε λες τίποτα!… Λοιπόν! Τι λέγαμε για τις Μιρλίμιες κυρίες απέξω; Ήθελες να προτείνεις να μας συντροφεύσουν στο δύσκολό μας ταξίδι, σωστά;»

Ο Φένταρ ένευσε.

«Ωραία. Κι εγώ το ίδιο σκεφτόμουν,» δήλωσε ο Σαμόλθιρ. Και ακούμπησε το χέρι του στους ώμους του τυχοδιώκτη. «Ας αρχίσουμε τις προετοιμασίες για την επιχείρηση. Σίγουρα, θα μας χρειαστούν πολλά.»

Ξεκίνησαν να βαδίζουν προς την έξοδο του καθιστικού.

«Δεν πρέπει, όμως, ν’αργήσουμε,» τόνισε ο Φένταρ. «Ο εργοδότης μου βιάζεται. Κι επιπλέον, αν το καράβι φτάσει στο Νούφρεκ, η αιχμάλωτη Ρουζβάνη θα χάσει τη ζωή της.»

«Μη μου επαναλαμβάνεις πράγματα,» είπε ο Σαμόλθιρ. «Δεν είμαι από τους ανθρώπους που ξεχνάνε εύκολα τις δυσκολίες της δουλειάς τους.»

 

 


Κεφάλαιο 14
Φλογερή Απειλή

 

Ταξίδευαν όλο το βράδυ, κατευθυνόμενοι νότια. Οι τροχοί του κάρου γρύλιζαν, κυλώντας επάνω στις πλάκες της λιθόστρωτης δημοσιάς του Βασιλείου, αλλά το όχημα κινείτο ομαλά, δίχως ν’αναπηδά ή να τραντάζεται πολύ. Το άλογο που το τραβούσε δεν έμοιαζε κουρασμένο, μα, ακόμα κι αν ήταν, ο Βάνμιρ δε σκόπευε να το αφήσει να αναπαυθεί απόψε· γιατί, όπως είπε και στη Ρικνάβαθ, έπρεπε να απομακρυνθούν όσο το δυνατόν περισσότερο από το Ράλτον, προτού οι ένοικοι του κάστρου βρουν και αποφυλακίσουν τον πατέρα του, ο οποίος πιθανότατα θα αποζητούσε εκδίκηση και θα καταδίωκε τον γιο του και την Καρμώζ σ’όλο το Νόρβηλ.

Ακούγοντας τις περιγραφές του Βάνμιρ για τον γονιό του, η Ρικνάβαθ τον φανταζόταν σκέτο θηρίο. Πράγμα που δεν πρέπει να απείχε και πολύ από την πραγματικότητα. Ο Μάγος είχε πει πως ο Άρχοντας-Φύλακας Άραντιρ ήταν που είχε βγάλει το μάτι της Λα-Κάρχ’νιι.

«Πού σκοπεύεις να κρυφτούμε;» τον ρώτησε.

Ο Βάνμιρ, που είχε μείνει γι’αρκετή ώρα σιωπηλός, αποκρίθηκε: «Δεν ξέρω ακόμα. Εκείνο που, κατά κύριο λόγο, μ’απασχολεί τώρα είναι να βρω τον Ρόλμαρ και να μάθω τι συμβαίνει νότια.»

«Πώς είναι ο αδελφός σου;» θέλησε να μάθει η Ρικνάβαθ.

«Τι εννοείς;» απόρησε ο Βάνμιρ, στρεφόμενος να την κοιτάξει, καθώς καθόταν δίπλα του, στη θέση του οδηγού.

«Γενικά, σαν άνθρωπος…»

«Α, μαύρα χάλια έχει, αλλά, κατά βάθος, είναι συμπαθητικός. Θα τον συμπαθήσεις, όταν τον γνωρίσεις καλά.»

Η Ρικνάβαθ μειδίασε.

«Τι είναι;» ρώτησε ο Βάνμιρ.

«Τίποτα. Απλά, μου φάνηκε αστείος ο τρόπος που μιλάς για τον αδελφό σου.»

«Την αλήθεια λέω μόνο…» Έδωσε μια μαστιγιά ακόμα στο άλογο.

Η Ρικνάβαθ ακούμπησε την πλάτη της πίσω και τέντωσε τα πόδια, έχοντας τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της. Ξεφύσησε. «Ζεστή νύχτα απόψε, πάντως…»

Ο Βάνμιρ αναποδογύρισε τα μάτια και μουρμούρισε κάτι ακατανόητο.

Το κάρο συνέχισε να κυλά επάνω στη δημοσιά, με μοναχό παρατηρητή το φεγγάρι, που έμοιαζε με το μάτι του ουρανού. Η Ρικνάβαθ ύψωσε το βλέμμα και το ατένισε για λίγο, αφηρημένη, μισοκοιμισμένη. Ύστερα, είδε κάτι να ρέει επάνω του και να το αργοκαλύπτει. Αίμα. Και νόμιζε ότι άκουσε μια φωνή από τ’ανατολικά: την πολεμική κραυγή ενός πολεμιστή, μανιασμένου από τη σφαγή της μάχης.

Τρομαγμένη, βλεφάρισε, και πήρε τα μάτια της από το μάτι τ’ουρανού. Έστρεψε το βλέμμα στο άλογο του κάρου, στις πλάκες της δημοσιάς· ύστερα, το ύψωσε πάλι για να κοιτάξει το φεγγάρι… που τώρα δεν ήταν αιματοβαμμένο.

Δεν κατάλαβε τι είδους προμήνυμα ήταν ετούτο, όμως δεν είπε τίποτα στον Βάνμιρ, ο οποίος έμοιαζε χαμένος στους δικούς του συλλογισμούς.

Η ώρα κύλησε, η νύχτα πέρασε, και η αυγή ήρθε· ο ήλιος ξεπρόβαλε από την ανατολή, καθώς το φεγγάρι χανόταν. Το άλογο ήταν λαχανιασμένο.

«Πρέπει να σταματήσουμε,» είπε η Ρικνάβαθ, «έστω για λίγο: να ξεκουραστεί το ζώο.»

«Όχι ακόμα,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ. «Κατά πάσα πιθανότητα, το πρωί θα βρούνε το μήνυμα που τους άφησα. Ας είμαστε όσο το δυνατόν περισσότερα χιλιόμετρα μακριά από το Ράλτον. Εσύ κοιμήσου, άμα θες, Ρικνάβαθ.»

«Δε με παίρνει ο ύπνος,» δήλωσε η Καρμώζ· και ήταν αλήθεια: είχε κοιμηθεί πολύ χτες, και σε διάφορες ώρες της ημέρας. Επιπλέον, έπρεπε να παραδεχτεί ότι φοβόταν τον πατέρα του Βάνμιρ. Αν ο Άρχοντας Άραντιρ αποφάσιζε να τους κυνηγήσει, δεν ήθελε να ξυπνήσει από τον ήχο του καλπασμού· προτιμούσε να είναι ξύπνια, όταν θα άκουγε τα άλογα να έρχονται.

Αν έρχονταν… Γιατί ο Μάγος, τουλάχιστον, της φαινόταν πως νόμιζε ότι θα ξέφευγαν από την οργή του πατέρα του.

Ο Βάνμιρ σταμάτησε το άλογο, όταν ο ήλιος είχε υψωθεί πλέον στον ουρανό. Το ζώο αγκομαχούσε από την εξάντληση. Εκείνος το έστρεψε προς τα ανατολικά και το μαστίγωσε πάλι, κάνοντάς το να κινηθεί κουρασμένα και βγάζοντας το κάρο από το δρόμο. Ο Ωθράγκος κατέβηκε από τη θέση του οδηγού και έλυσε το άλογο, πηγαίνοντάς το λίγο παραπέρα, για να το δέσει σ’ένα δέντρο. Ύστερα, του έφερε σανό και νερό από το κάρο.

Η Ρικνάβαθ είχε ήδη ξαπλώσει επάνω στη θέση του οδηγού. «Τελικά, ο ύπνος αποφάσισε να σε πάρει, βλέπω,» της είπε ο Βάνμιρ.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Το πρωινό είναι ζεστό και μου φέρνει υπνηλία.»

«Εγώ, πάντως, κρυώνω,» δήλωσε ο Βάνμιρ, τυλίγοντας την κάπα γύρω του και στρέφοντας το βλέμμα βόρεια, για να δει μήπως ερχόταν κανένας. Δεν εντόπισε ψυχή και ανακουφίστηκε. «Κοιμήσου λίγο,» είπε στην Καρμώζ· «σε δυο-τρεις, ώρες θα ξεκινήσουμε.»

«Εσύ θα κοιμηθείς;»

Ο Βάνμιρ αναστέναξε. Έριξε ακόμα μια ματιά στα βόρεια. Κανένας δεν ερχόταν. Και, μάλλον, αποκλείεται να έρθει για τις επόμενες δυο-τρεις ώρες, τόνισε στον εαυτό του. «Ναι,» είπε. «Αλλά θέλω να βεβαιωθώ ότι δε θ’αργήσω να ξυπνήσω.» Ανέβηκε στο πίσω μέρος του κάρου. «Πού έβαλες το ρολόι;»

«Εκείνο το παράξενο μηχανικό πράγμα με τους δείκτες;» Οι Καρμώζ δεν είχαν ρολόγια.

«Ναι.»

«Σ’αυτό το μπαούλο.» Η Ρικνάβαθ ανασηκώθηκε επάνω στη θέση του οδηγού, για να δείξει.

Ο Βάνμιρ άνοιξε το σεντούκι και έψαξε μέσα. «Όντως, εδώ είναι.» Το έβγαλε. Ρύθμισε την ώρα (μαντεύοντάς την από τη θέση του ήλιου), το κούρδισε, και το έβαλε να χτυπήσει ύστερα από τρεις ώρες. Το ακούμπησε επάνω στο μπαούλο και ξάπλωσε, ανάμεσα στα πράγματα και τυλιγμένος στην κάπα του.

«Τι θα γίνει τώρα που τα έκανες αυτά;» τον ρώτησε η Ρικνάβαθ, παρατηρώντας το παράξενο μηχάνημα.

«Θα χτυπήσει.»

«Τι θα χτυπήσει;»

«Το κουδούνι που έχει από πάνω,» εξήγησε ο Βάνμιρ. «Θα χτυπήσει· θα κάνει θόρυβο, για να ξυπνήσουμε.»

«Αχά…» Η Ρικνάβαθ ξάπλωσε πάλι…

…και δεν άργησε να ταξιδέψει στο βασίλειο του ύπνου.

Λήθη, για ένα χρονικό διάστημα…

…Έπειτα, βάδιζε μέσα σε μια πέτρινη σήραγγα, μια στρογγυλή σήραγγα, σαν σωλήνα. Βάδιζε και, στο τέλος, έβλεπε φως: το φως του φεγγαριού ή των άστρων.

Βγήκε απ’τη σήραγγα, και βρέθηκε σ’ένα πετρώδες νησί. Πίσω της, το υπόγειο πέρασμα είχε εξαφανιστεί· το ήξερε, χωρίς να στραφεί, για να το κοιτάξει. Ένας παγερός αγέρας φυσούσε, κάνοντάς τη να κρυώνει. Παράξενο αυτό, γιατί το νησί δεν έμοιαζε να βρίσκεται στις περιοχές των Καρμώζ· δεν είχε καν πάγους. Αλλά το ψύχος ήταν δυνατό, και στην ψυχή της.

Έριξε μια ματιά τριγύρω. Βράχια, πέτρες, και διάφορα στριφτά περάσματα ανάμεσά τους, σαν λαβύρινθος. Η Ρικνάβαθ προχώρησε, αναζητώντας διέξοδο… η οποία δεν έμοιαζε να υπάρχει.

Όμως γιατί είχε βρεθεί εδώ; Ποιος την είχε φέρει;

Το γκρίζο τοπίο την κατέθλιβε, βάραινε την ψυχή της. Ο αέρας βούιζε ανάμεσα στα βράχια· τα κύματα έσκαγαν στις ακτές· τα θαλασσοπούλια έκρωζαν μακρόθεν. Και κανένας άλλος ήχος δεν ερχόταν στ’αφτιά της.

«Μένει κάνεις εδώ;» φώναξε η Ρικνάβαθ· και, για κάποια ώρα, άκουγε μονάχα τον αντίλαλο της φωνής της, έναν πολύ παράξενο αντίλαλο, σαν να βρισκόταν ακόμα μέσα σ’εκείνη τη σκοτεινή σήραγγα.

«Επιτέλους, ρώτησες.»

Η Ρικνάβαθ στράφηκε, τρομαγμένη. Και τα πάντα περιστράφηκαν γύρω της. Ο πέτρινος λαβύρινθος εξαφανίστηκε. Τώρα, η γυναίκα βρισκόταν σε μια ακτή· κι επάνω σ’έναν απ’τους βράχους της ακτής στεκόταν ένας άντρας, μέσα σ’ένα μαγκάλι γεμάτο φλόγες, οι οποίες δεν έμοιαζαν να τον βλάπτουν, όμως κάλυπταν το παρουσιαστικό του από τα μάτια της Καρμώζ: τον έκαναν να φαντάζει σκιά.

Η θέα της φωτιάς προκάλεσε ένα δυνατό τρέμουλο στη Ρικνάβαθ, που η φυλή της δεν άντεχε τη θερμότητα. Πώς στεκόταν εκεί μέσα αυτός ο άνθρωπος;

«Είσαι ικανοποιημένη, τώρα;» ρώτησε ο άντρας.

«Τι;…» είπε εκείνη, μουδιασμένη.

«Με βρήκες.»

«Δεν έψαχνα για σένα,» δήλωσε, ειλικρινά, η Ρικνάβαθ.

Ο άντρας γέλασε, και το νησί κι ο ουρανός αντήχησαν από το γέλιο του. «Η Κυρά σου δε σ’έμαθε να ψεύδεσαι καλά, ιέρεια!» φώναξε, διασκεδασμένος.

«Ποια ‘Κυρά μου’; Τι λες; Δεν ψεύδομαι!» επέμεινε η Ρικνάβαθ.

«Πέθανε και σ’έστειλε νότια, για να ολοκληρώσεις τη δουλειά της. Τι νόμιζε ότι θα πετύχει έτσι; Μάλλον, επρόκειτο για επιθανάτιο παραλήρημα, ιέρεια. Τι λες κι εσύ;»

«Λέω ότι δεν καταλαβαίνω τίποτα απ’όσα λες. Αναφέρεσαι στη… στο Μεγάλο Θηρίο;»

«Πάψε να παριστάνεις τη χαζή!» γρύλισε ο άντρας, σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος του, μέσα στις φλόγες.

«Ποιος είσαι;» απαίτησε η Ρικνάβαθ. «Ο Ούργκολ; Τη σκότωσες· τι άλλο θες τώρα; Είναι νεκρή! Κι εγώ δεν μπορώ να σε βλάψω. Τι να σου κάνω; Είσαι θεός!»

«Ο Ούργκολ;» έκανε ο άντρας μέσα στις φλόγες. «Ποιος είναι ο Ούργκολ;»

«Δεν είσαι ο Ούργκολ;…» παραξενεύτηκε η Ρικνάβαθ, ακούγοντας τη φωνή της να χάνει δύναμη. «Τότε....;»

«Οι προσπάθειές σου να με μπερδέψεις είναι άθλιες, ιέρεια,» είπε ο άντρας, καγχάζοντας. «Αλλά διασκεδαστικές. Όμως! μην νομίζεις ότι με κοροϊδεύεις. Ξέρω πολύ καλά ποια είσαι και γιατί έρχεσαι στο Νότο. Δε θα με πιάσεις απροετοίμαστο, ιέρεια. Προσπάθησε να μπλεχτείς στα πόδια μου, και θα πεθάνεις γρηγορότερα απ’τη θεά σου!»

«Η Λα-Κάρχ’νιι δεν είχε καμία διαφορά μαζί σου!» φώναξε η Ρικνάβαθ. «Μάλλον, πρόκειται για κάποια παρεξήγηση! Ούτε μου είπε τίποτα, πεθαίνοντας. Το μόνο που μου ζήτησε ήταν να τη σώσω –και απέτυχα.»

«Ό,τι ψέματα κι αν λες, για μένα είναι το ίδιο!» δήλωσε ο άντρας μέσα στις φλόγες. «Θα σε κάψω ζωντανή, Καρμώζ!»

Το έδαφος άνοιξε κάτω απ’τα πόδια της Ρικνάβαθ, κι εκείνη έπεσε σε μια υπόγεια σήραγγα, ουρλιάζοντας και βλέποντας το φως στο πέρας ν’απομακρύνεται.

«Περίμενε! Δε λέω ψέματα!» κραύγασε, και πετάχτηκε πάνω, λαχανιασμένη.

Το πρώτο πράγμα που είδε ήταν το άλογο, κοιμισμένο δίπλα στο δέντρο όπου το είχε δέσει ο Βάνμιρ.

«Ρικνάβαθ…;» άκουσε μια φωνή απ’τ’αριστερά της.

Στράφηκε, για να δει τον Ωθράγκος να έχει ξυπνήσει και να την κοιτάζει.

«Τι είναι;» τη ρώτησε ο Βάνμιρ, παρατηρώντας το τρομαγμένο της βλέμμα και τον ιδρώτα στο πρόσωπό της.

Η Ρικνάβαθ έγλειψε τα χείλη της. «Κάποιος άγνωστος…» είπε, με ξεραμένο λαιμό. «Νερό;»

Ο Βάνμιρ τής έδωσε ένα φλασκί, κι εκείνη ήπιε. «Όραμα;»

«Ναι,» απάντησε η Ρικνάβαθ. «Ήμουν σ’ένα νησί, και ήταν κάποιος που στεκόταν μέσα στις φλόγες και έλεγε ότι ήξερε τη θέα μου, το Θηρίο. Έλεγε κάτι, ότι το Θηρίο είναι εχθρός του· και έλεγε ότι το Θηρίο, πεθαίνοντας, έστειλε εμένα νότια, για να του κάνω κακό. Δεν είναι αλήθεια, όμως. Τον ρώτησα αν ήταν ο Ούργκολ, ο θεός σου–»

«Ο Ούργκολ;» απόρησε ο Βάνμιρ.

«–αλλά εκείνος τ’αρνήθηκε. Δεν τον γνώριζε καν… Με απείλησε. Απείλησε να με» –ρίγησε– «κάψει ζωντανή.»

«Ήταν θεός;» ρώτησε ο Βάνμιρ. «Σου ανάφερε το όνομα του;»

«Όχι. Και…» Η Ρικνάβαθ έσμιξε τα φρύδια. Θεός; σκέφτηκε. Θεός, αυτός; Κούνησε το κεφάλι. «Και δε νομίζω να ήταν θεός… Ανοησία μου που τον ρώτησα αν ήταν ο Ούργκολ.»

«Πώς το ξέρεις ότι δεν ήταν θεός;»

«Βάνμιρ, οι θεοί έχουν μια διαφορετική παρουσία, μια διαφορετική αύρα. Η Λα-Κάρχ’νιι, κατ’αρχήν, όταν μου μιλούσε, δε μου μιλούσε έτσι, όπως σου μιλάω τώρα εγώ. Μιλούσε μέσα μου, στην ψυχή μου, χωρίς λόγια κανονικά. Καταλαβαίνεις;»

Ο Βάνμιρ κατένευσε, αργά, θυμούμενος τη δική του συνάντηση με τον Ούργκολ. «Ναι, έτσι νομίζω. Αλλά, αν δεν ήταν θεός, τι ήταν;»

«Δεν ξέρω. Κάτι άλλο, σίγουρα! Κάποιος δαίμονας, πιθανώς… δαίμονας της φωτιάς.»

«Είπες ότι στεκόταν μέσα στις φλόγες, ε;»

Η Ρικνάβαθ ανατρίχιαζε και μόνο στη θύμηση. «Ναι: μέσα σ’ένα αναμμένο μαγκάλι. Είναι γνωστός σε τούτα τα μέρη της Βάλγκριθμωρ;»

«Όχι,» είπε ο Βάνμιρ. «Δεν τον γνωρίζω, παρότι ξέρω πολλά για τους τοπικούς θρύλους.»

«Μάλιστα…» Η Καρμώζ κοίταξε το έδαφος. «Με απείλησε πως, αν πάω νότια, θα με σκοτώσει…» μουρμούρισε.

«Ρικνάβαθ, σκέψου: μήπως έχει κάποια σχέση με το προηγούμενο όραμα που είχες δει, όταν ήσουν στα μπουντρούμια του κάστρου μου;»

Η Ρικνάβαθ κούνησε πάλι το κεφάλι. «Δεν τον είχα δει. Είχα δει μόνο έναν καπνό από το Νότο… Λες ο καπνός να ήταν από τη φωτιά του;» Στράφηκε, να κοιτάξει τον Βάνμιρ.

Ντριιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιν! χτύπησε το ρολόι.

Εκείνος το σταμάτησε, με μια απότομη κίνηση του χεριού. «Δεν έχω ιδέα,» είπε στην Καρμώζ. «Αλλά καλύτερα να πηγαίνουμε τώρα.» Κατέβηκε από την άμαξα και πλησίασε το άλογο, που ξυπνούσε.

Η Ρικνάβαθ τον κοιτούσε, καθώς έλυνε το ζώο από το δέντρο και χάιδευε το λαιμό του. Μέσα της, αισθανόταν έναν παγερό τρόμο, που δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Ποτέ ξανά δεν της είχε συμβεί αυτό: ποτέ δεν την είχε απειλήσει έτσι μία από τις οντότητες οι οποίες έρχονταν σε επαφή μαζί της. Συνήθως, την καλούσαν· δεν προσπαθούσαν να τη διώξουν…

 

 


Κεφάλαιο 15
Σκοτεινά Μονοπάτια

 

Κατά τη διάρκεια της νύχτας, κάτι την ενοχλούσε· κάποια απροσδιόριστη παρουσία, η οποία έμοιαζε να βρίσκεται ακριβώς πέρα από το όριο των αισθήσεών της, όπως κάποιος που βρίσκεται ακριβώς πέρα από την άκρη της όρασής μας: μπορούμε να τον αντιληφθούμε, αλλά μόνο μερικώς.

Ωστόσο, όταν η Ρικέλθη ξύπνησε, δε θυμόταν να είχε δει κανέναν εφιάλτη. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και χασμουρήθηκε, παραμερίζοντας τις κουρτίνες. Το σώμα της ήταν πιασμένο, και τεντώθηκε, για να ξεπιαστεί, πράγμα που κατάφερε εν μέρει· μια αλλόκοτη παγωνιά είχε καθίσει στα κόκαλά της. Έριξε μια ματιά στο τζάκι και είδε πως είχε σβήσει, τη νύχτα. Αυτό έφταιγε, μάλλον.

Πλησίασε το παράθυρο και το άνοιξε, για να διαπιστώσει πως ο ήλιος είχε μόλις ανατείλει. «Επομένως, είναι ώρα να φύγω,» σιγομουρμούρισε, ακουμπώντας τα χέρια της στο δροσερό περβάζι κι αναστενάζοντας. Γιατί ο Έζβαρ είχε αφήσει τον Χάφναρ να το κάνει αυτό το πράγμα; Γιατί; αναρωτήθηκε. Σύντομα, σκόπευε να πάρει τις απαντήσεις της. Το Λημέρι του δε βρισκόταν μακριά από την Έριγκ: μια ημέρα προς τα βόρεια, με το άλογο. Κατά το βράδυ, η Ρικέλθη θα είχε φτάσει, αν πήγαινε με κανονικό ρυθμό. Βέβαια, μπορούσε να κάνει τον ίππο της να ξεθεωθεί, προκείμενου να πάει γρηγορότερα· όμως δεν έκρινε ότι υπήρχε ιδιαίτερος λόγος γι’αυτό. Άλλωστε, ο Έζβαρ εκεί θα ήταν, όποτε κι αν εκείνη έφτανε.

Άφησε το παράθυρο και πήγε στη μεγάλη ντουλάπα του δωματίου. Άνοιξε το ένα φύλλο, παραμέρισε μερικά κρεμασμένα ρούχα, και αποκάλυψε από πίσω ένα ζευγάρι ψηλές, μαύρες μπότες με πέτσινα κορδόνια. Χαμογέλασε, κοιτάζοντάς τες, καθώς αναμνήσεις έρχονταν στο νου της. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η Αρχόντισσα Ρικέλθη είχε, παλιότερα, πάει στο Λημέρι του Έζβαρ φορώντας ακριβώς αυτές τις μπότες. Τώρα πλέον, είχε πολύ καιρό να τις χρησιμοποιήσει –περίπου, ένα χρόνο. Και θυμόταν πως, στην τελευταία της συνάντηση με τον Έζβαρ, του είχε ζητήσει –πολύ έντονα, μάλιστα– να μην αφήσει, σε καμία περίπτωση, τον Χάφναρ να γίνει δράκαρχος· γιατί από τότε είχαν αρχίσει να κολλάνε στο γιο της κάτι τέτοιες ιδέες. Ο Έζβαρ, φυσικά, της είχε πει να μην ανησυχεί–

Ψέματα! Μου είπε ψέματα!

Η Ρικέλθη πήρε μια βαθιά ανάσα, για να καταλαγιάσει το θυμό της. Ο Σάλ’γκρεμ’ρωθ να τον πάρει! Γιατί το έκανε αυτό; Γιατί μου το έκανε αυτό; Και γιατί το έκανε αυτό στον Χάφναρ; Δε νοιάζεται ούτε για εκείνον; Έσφιξε τη δεξιά της γροθιά· μετά, χαλάρωσε. Ίσως να υπάρχει κάποια εξήγηση για όλα τούτα. Σίγουρα, θα υπάρχει κάποια εξήγηση. Ο Έζβαρ, κανονικά, δε θα φερόταν έτσι…

Έσκυψε και πήρε τις μπότες από την ντουλάπα, αφήνοντας τες πλάι σε μια ξύλινη καρέκλα. Ύστερα, έβγαλε ταξιδιωτικά ρούχα και τα απόθεσε πάνω στο κρεβάτι. Πήγε στην τουαλέτα των διαμερισμάτων της και έκανε τις πρωινές της ανάγκες. Αναζωογονημένη, επέστρεψε και κάθισε μπροστά στον μεγάλο της καθρέφτη, ξεκινώντας να περιποιείται το πρόσωπό της, όπως το περιποιείτο καθημερινά, ανελλιπώς. Σήμερα, ωστόσο, αποφάσισε να βιαστεί λιγάκι, γιατί αισθανόταν τον χρόνο να την πιέζει· πράγμα το οποίο την άγχωνε και, κατά συνέπεια, την έκανε να χάνει την ψυχραιμία της. Αλλά κάτι τέτοιο δεν έπρεπε να της συμβαίνει· η Ρικέλθη πάντοτε ήταν ψύχραιμη. Θέτοντας τον εαυτό της υπό κυριαρχία ξανά, σηκώθηκε όρθια. Αν ετούτη η υπόθεση δεν αφορούσε το γιο μου, δε θα ήμουν τώρα έτσι, σ’αυτά τα ταραγμένα χάλια, συλλογίστηκε. Αααχ! αυτός ο Χάφναρ δεν έχει καθόλου μυαλό! Καθόλου, καθόλου μυαλό!

Η Ρικέλθη έβγαλε το νυχτικό της και ντύθηκε με τα ρούχα που είχε πάρει από τη ντουλάπα: γκρίζες, ζεστές μάλλινες κάλτσες για το χειμερινό κρύο· ένα μαύρο μεσοφόρι, που τα κουμπιά στην πλάτη του ήταν μπελάς στο θηλύκωμα· ένα σκούρο-πράσινο φόρεμα με κίτρινες ανταύγειες, ειδικά φτιαγμένο για ιππασία· μια καφετιά, πέτσινη ζώνη, μετρίου πάχους· και κοντά, μαύρα δερμάτινα γάντια. Έδεσε τα μελαχρινά της μαλλιά κότσο, και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.

Μήπως έχω πλέον γεράσει πολύ για τέτοια πράγματα; αναλογίστηκε. Παρατήρησε το πρόσωπό της, προσεκτικά, ψάχνοντας για ρυτίδες. Φυσικά και όχι! Έστρωσε μια επαναστατημένη τρίχα και κάθισε στην καρέκλα, για να δέσει τις μπότες στα πόδια της. Τελειώνοντας, σηκώθηκε όρθια και άνοιξε ένα συρτάρι του γραφείου, για να τραβήξει έξω δύο κοντόλιγνα ξιφίδια. Το μεσοφόρι της είχε δύο θήκες που αντιστοιχούσαν ακριβώς σ’αυτά. Η Ρικέλθη τα πέρασε μέσα στο φόρεμά της και τα θηκάρωσε. Όσο κι αν θεωρούσε τη δημοσιά καλά φρουρούμενη, πάντοτε λάμβανε τα μέτρα της. Δεν ήταν καλή στη χρήση των λεπίδων –όπως, κακή ώρα, η προγονή της, Φερνάλβιν– και, μάλλον, θα έχανε σε οποιαδήποτε αναμέτρηση, ακόμα και με τον μετριότερο μαχητή· όμως η Ρικέλθη δεν πόνταρε στις ανοιχτές αναμετρήσεις, παρά στον αιφνιδιασμό: Όταν κάποιος την έβλεπε άοπλη, ποτέ δε θα περίμενε να τραβήξει, ξαφνικά, ένα ξιφίδιο από τα ρούχα της, τη στιγμή που εκείνος την είχε αρπάξει από το μπράτσο ή την είχε πλησιάσει.

Η Ρικέλθη πήρε ένα βαλάντιο με μερικά κορόνια και κορονίδια, και το κρέμασε στη ζώνη της. Άνοιξε την ντουλάπα και τράβηξε έξω μια γκρίζα κάπα, την οποία έδεσε στους ώμους. Θεωρώντας τον εαυτό της κατάλληλα προετοιμασμένο, βγήκε από τα διαμερίσματά της και κατευθύνθηκε στον στάβλο, χωρίς να καθυστερήσει για να πάρει πρωινό. Το μεσημέρι σκεφτόταν ότι θα έτρωγε κάτι στο δρόμο, ενώ το βράδυ θα γευμάτιζε στο Λημέρι του Έζβαρ… αν ο καυγάς τους δεν ήταν τόσο έντονος, ώστε να χάσει την όρεξή της.

«Καλημέρα,» χαιρέτησε τον σταβλίτη που συνάντησε.

«Καλημέρα, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε εκείνος, υποκλινόμενος βαθιά.

«Ετοίμασε τη φοράδα μου.»

«Αμέσως, Αρχόντισσά μου.» Ο σταβλίτης έτρεξε. Οι υπηρέτες και οι φρουροί του παλατιού ήξεραν τη Ρικέλθη για αυστηρή αλλά καλή αφέντρα· όλοι τους τη σέβονταν στο έπακρο, εκτός από όσους ήταν προσκείμενοι στη Φερνάλβιν… αλλά αυτοί, τον τελευταίο καιρό, διαρκώς λιγόστευαν.

*

Ο Νεκρομέμνων είχε ξυπνήσει από το φως της αυγής που περνούσε ανάμεσα από τα πατζούρια του παραθύρου του. Όμως δεν είχε ακόμα σηκωθεί· χουζούρευε. Η πόρνη δίπλα του κοιμόταν, βρισκόμενη μπρούμυτα. Ο φονιάς την έκρινε μέτρια στη δουλειά της, αλλά ήταν αρκετά ευγενικός για να μην το πει.

Σκεφτόταν να σηκωθεί πλέον από το κρεβάτι, όταν αισθάνθηκε τον Χέντραμ να έρχεται. Τι όμορφο συναίσθημα που ήταν, πάντοτε, η επιστροφή του νεκραδελφού του. Αναμφίβολα, καλύτερο από τον χτεσινοβραδινό έρωτα με την πόρνη.

Η Ρικέλθη έφευγε, ανέφερε ο Χέντραμ, επικοινωνώντας βουβά με τον νεκρενοικημένο. Τώρα έμπαινε στο στάβλο, για να πάρει άλογο. Πρέπει να σκόπευε να εγκαταλείψει την πόλη.

Περίφημα! σκέφτηκε ο Νεκρομέμνων, και σηκώθηκε από το κρεβάτι, ξεκινώντας να ντύνεται, ενώ η πόρνη εξακολουθούσε να κοιμάται και τα ξύλα του τζακιού έτριζαν από το χορό της φωτιάς επάνω τους. Ο δολοφόνος φόρεσε την ταξιδιωτική του ενδυμασία σχεδόν αθόρυβα: μια απλή χειμερινή τουνίκα, πλατιά ζώνη, ζεστό παντελόνι με γούνα, και μελανές μπότες ως το γόνατο. Ύστερα, έκρυψε τα δολοφονικά του εργαλεία στα κατάλληλα σημεία επάνω του, και πέρασε το κοντόσπαθό του στη μέση, καλύπτοντάς το κάτω από τη μαύρη κάπα που έριξε στους ώμους του. Οι φρουροί της πύλης δε θα έμπαιναν στον κόπο να τον ελέγξουν, καθώς έφευγε· συνήθως, έλεγχαν μόνο όσους έμπαιναν. Τι ανοησία, να πιστεύει κανείς πως δεν μπορεί ο εχθρός να περάσει απαρατήρητος, κι επομένως να καταλύει μια δεύτερή του άμυνα…

Όμως γιατί νόμιζε πως η Ρικέλθη θα έβγαινε από την πόλη; Μπορεί απλά να ήθελε να κάνει μια βόλτα μέσα στην Έριγκ. Αλλά, σίγουρα, του είχε γεννηθεί αυτή η εντύπωση επειδή και στον Χέντραμ είχε γεννηθεί η ίδια εντύπωση, σκέφτηκε.

Πρόλαβε δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το συλλογισμό του και «θυμήθηκε» –μέσω του νεκραδελφού, ασφαλώς– ότι η Αρχόντισσα είχε ντυθεί για ταξίδι. Μάλιστα… Η αποστολή μου, λοιπόν, θα είναι ακόμα ευκολότερη. Απελπιστικά εύκολη, όπως το φοβόμουν…

Περνώντας ένα κορονίδιο μέσα στην περισκελίδα της κοιμώμενης πόρνης, βγήκε από το δωμάτιό του.

Η Αρχόντισσα Ρικέλθη είχε ήδη εγκαταλείψει το παλάτι, έφιππη, και κάλπαζε προς τη βόρεια πύλη. Ο Νεκρομέμνων το αντιλαμβανόταν –ή, μάλλον, ο νεκραδελφός Χέντραμ το αντιλαμβανόταν –ή, καλύτερα, κι οι δυο τους το αντιλαμβάνονταν.

*

Τα όνειρα του Χάφναρ ήταν ταραγμένα απόψε. Όπως ήταν όλα του τα όνειρα, ύστερα από την υποταγή της Σρ’άερ. Έβλεπε ότι πάλι κυνηγούσε δράκο μέσα στα δάση. Είχε στήσει παγίδες παντού, σύμφωνα με τις διδαχές του Έζβαρ· όμως ένα μέρος το είχε ξεχάσει. Σε κάποια γωνία του ονειρικού του νου ήξερε πως το είχε ξεχάσει, μα αυτή η σκέψη δεν έμοιαζε να θέλει να έρθει στην επιφάνεια. Και το σημείο παρέμενε απαγίδευτο, ενόσω εκείνος περίμενε το θηρίο να παρουσιαστεί.

Η σιγαλιά του Δρακοδάσους τον έπνιγε· δεν άκουγε τίποτα να πλησιάζει.

Ο Χάφναρ έβαλε τα χέρια του μπροστά στο στόμα, σχηματίζοντας χωνί, και έβγαλε το Κάλεσμα των Δράκων: ένα αργό, διαπεραστικό σύριγμα, που δεν ήταν εύκολο να μάθει κανείς· όχι χωρίς την απαραίτητη εκπαίδευση, τουλάχιστον.

Ένα σύρσιμο ήρθε από μια σκοτεινή μεριά, μια μεριά που είχε ξαφνικά τυλιχτεί στο σκοτάδι, ένα σημείο που ο νους του έμοιαζε να μην αναγνωρίζει, ένα σημείο απαγίδευτο…

Φλόγες ξεπήδησαν και έγλειψαν το πρόσωπο του Χάφναρ—

—Ούρλιαξε, και ξύπνησε, καταϊδρωμένος κι αντικρίζοντας τα μάτια της Σρ’άερ να τον κοιτάζουν διαπεραστικά, σα να διακατείχαν κάποια αρχέγονη σοφία, άγνωστη στον Άνθρωπο μα γνωστή στο Δράκο.

Η δράκαινα έβγαλε ένα αδύναμο σύριγμα και έγλειψε το χέρι του αφέντη της, ο οποίος είχε ανασηκωθεί και καθόταν στην άκρη του κρεβατιού. Ο Χάφναρ αναστέναξε, αναρωτούμενος αν θα έπαυαν ποτέ αυτά τα καταραμένα όνειρα.

«Αγαπημένη μου Σρ’άερ,» μουρμούρισε, χαϊδεύοντας το κεφάλι της, «δε θέλω να έρχονται στο νου μου όσα θα μπορούσαν να είχαν συμβεί…»

Σηκώθηκε από το κρεβάτι και κοίταξε τον εαυτό του, στον καθρέφτη. Άρπαξε ένα σεντόνι και το έριξε επάνω στο κάτοπτρο, με μια απότομη κίνηση και μια όψη αποστροφής στο πρόσωπό του. Δεν υπάρχει λόγος να το σκέφτομαι πλέον. Ξέχνα το! Ξέχνα το!

Έκανε ένα μπάνιο και τις πρωινές του ανάγκες, και άρχισε να ντύνεται με τα ρούχα του δράκαρχου, όλα μαύρα. Όταν τελείωσε, έμοιαζε με φάντασμα, απ’αυτά που λέγανε οι μύθοι πως περιδιαβαίνουν τα δάση και τις δημοσιές, τις νύχτες. Ανοησίες, ασφαλώς· ο Χάφναρ δεν είχε ποτέ του συναντήσει κανένα τους, όσο κι αν περιπλανιόταν. Υπήρχαν, όμως, και πολύ πιο επικίνδυνα πράγματα από τα φαντάσματα.

Έδεσε τα λουριά της Σρ’άερ στο κεφάλι της, το οποίο εκείνη τίναξε παραπονιάρικα. «Αναγκαίο κακό, καλή μου,» είπε ο δράκαρχος. «Για τα μάτια των άλλων.»

Η δράκαινα φάνηκε να κατάλαβε, κι έγλειψε το μαύρο, γαντοφορεμένο του χέρι.

«Θα πάμε να μιλήσουμε στη μητέρα τώρα,» δήλωσε ο Χάφναρ. «Θα προσπαθήσουμε να την κάνουμε να καταλάβει, όσο αυτό είναι δυνατόν. Ή, τουλάχιστον, ν’αποδεχτεί την αναχώρησή μου από την Έριγκ.» Βαριαναστέναξε. «Σρ’άερ… δεν πίστευα ότι θα ήταν τόσο δύσκολο… Όμως είναι. Έλα μαζί μου.» Στράφηκε, βαδίζοντας προς την εξώθυρα των διαμερισμάτων του. Η δράκαινα προχώρησε πλάι του, μαρκάροντας το χαλί με τα γαμψά της νύχια.

Ο Χάφναρ βγήκε στους διαδρόμους του παλατιού, και είδε ξανά τον τρόμο στα πρόσωπα και στη στάση των υπηρετών και των φρουρών του ανακτόρου. Όλων οι όψεις ήταν χλομές, και όλοι προσπαθούσαν να απομακρυνθούν από αυτόν, μόλις μπορούσαν, ή έμοιαζαν ανακουφισμένοι όταν έφευγε.

Κατευθύνθηκε προς τα διαμερίσματα της Αρχόντισσας Ρικέλθης.

«Πού πηγαίνετε, κύριε;» ρώτησε ο στρατιώτης στη γωνία του διαδρόμου, μ’ένα τρέμουλο στη φωνή του.

«Να δω τη μητέρα μου,» αποκρίθηκε ο Χάφναρ, προσπερνώντας τον. «Σε περίπτωση που δεν σε έχουν ενημερώσει, είμαι ο μικρός της γιος.» Καθώς έλεγε αυτά τα τελευταία, ούτε καν κοιτούσε το στρατιώτη, παρά βάδιζε προς την εξώπορτα των διαμερισμάτων της Ρικέλθης. Δεν άκουσε απάντηση πίσω του.

Σταμάτησε μπροστά από την ξύλινη θύρα και χτύπησε. «Μητέρα,» φώναξε. «Εγώ είμαι, ο Χάφναρ. Να περάσω;»

Καμία απόκριση από μέσα.

«Μητέρα. Πρέπει να μιλήσουμε.»

Πάλι, τίποτα.

Ο Χάφναρ άκουσε κάποιον να καθαρίζει το λαιμό του, από το βάθος του διαδρόμου. «Άρχοντά μου,» είπε ο φρουρός τον οποίο είχε μόλις προσπεράσει. «Η Αρχόντισσα Ρικέλθη έφυγε πριν από λίγο.»

Ο δράκαρχος στράφηκε απότομα· η Σρ’άερ σύριξε δυνατά. «Πού πήγε;»

«Δε γνωρίζω, Άρχοντά μου,» απάντησε ο στρατιώτης. «Πάντως, ήταν ντυμένη ταξιδιωτικά· έτσι, υπέθεσα πως έφευγε για κάποιο –σύντομο, ίσως– ταξίδι.»

Ταξίδι;… σκέφτηκε ο Χάφναρ, και κατάλαβε. Δεν επρόκειτο απλά για μια υποψία· ήταν σχεδόν βέβαιος για τούτο. «Τι ώρα έφυγε;»

«Σας είπα, Άρχοντά μου: πριν από λίγο,» αποκρίθηκε ο φρουρός. «Όχι αμέσως-αμέσως, βέβαια· έχει περάσει κάποιος χρόνος, αν καταλαβαίνετε τι θέλω να πω…»

Ο Χάφναρ δεν άκουσε τα υπόλοιπα λόγια του στρατιώτη, καθώς είχε ήδη στρίψει σε μια άλλη γωνία του διαδρόμου και διέσχιζε ξανά τις γαλαρίες του παλατιού, βιαστικός και με τη Σρ’άερ πάντοτε κοντά του. Η δεξιά του γροθιά έσφιγγε με δύναμη τα λουριά της. Αγνοώντας φρουρούς και υπηρέτες, βγήκε στον κήπο–

–και δεν άργησε να δει εμπρός του ένα αγόρι να πετάγεται, βαστώντας ξίφος στα δύο του χέρια. Το μέτωπο και το κεφάλι του ήταν ιδρωμένα, και μια γαλανή κορδέλα κρατούσε πίσω τα μουσκεμένα, μαύρα του μαλλιά. Στο επάνω μέρος του σώματός του φορούσε μόνο ένα πέτσινο, αμάνικο γιλέκο, ενώ από κάτω τον έντυνε ένα μαύρο, δερμάτινο παντελόνι και μπότες.

Ο Χάφναρ χαμογέλασε πίσω από τη μάσκα του, αντικρίζοντας τον ανιψιό του. «Εξασκείσαι απ’την αυγή, Άνγκεδβαρ;» ρώτησε.

Ο νεαρός συνοφρυώθηκε, ατενίζοντας τον ερευνητικά, επιφυλακτικά, και αυτόν και τη δράκαινα, η οποία δεν κινείτο, αλλά τα μάτια της παρατηρούσαν το γιο της Επάρχου ως πιθανό εχθρό.

«Ώστε είναι αλήθεια,» είπε ο Άνγκεδβαρ, κατεβάζοντας το ξίφος του. «Έγινες δράκαρχος.»

«Η μάνα σου σ’το είπε;»

Ο Άνγκεδβαρ ένευσε.

«Μην ανησυχείς· δε θα κάψω το παλάτι.»

Ο νεαρός μειδίασε στραβά. «Δε νόμιζα ότι θα το έκανες, Χάφναρ.»

«Ποτέ δεν ξέρεις, όμως, έτσι;» Ο δράκαρχος γέλασε κοφτά, για να πάρει την οξεία χροιά απ’τα λόγια του. Ρώτησε: «Είδες τη μητέρα μου να περνά απο δώ.»

«Όχι. Δεν είναι στα διαμερίσματά της;»

«Έφυγε,» αποκρίθηκε ο Χάφναρ. «Και υποθέτω πως πήγε στο στάβλο, προτού εγκαταλείψει την οικία μας. Καλή σου ημέρα, ανιψιέ,» είπε, και πορεύτηκε, βιαστικά, επάνω στο λιθόστρωτο μονοπάτι του κήπου.

«Να προσέχεις, Χάφναρ!» του φώναξε ο Άνγκεδβαρ (που σχεδόν ποτέ δεν τον έλεγε θείο), και επέστρεψε στην εξάσκησή του με το ξίφος.

Ο δράκαρχος έφτασε, σύντομα, στους οικογενειακούς στάβλους, και μπήκε –για ν’ακούσει αμέσως πολλά άλογα να χρεμετίζουν, τρομαγμένα, και έναν σταβλίτη να αναφωνεί «Επουράνιε Βάνραλ!» καθώς πεταγόταν όρθιος.

«Καλημέρα,» χαιρέτησε ο Χάφναρ. «Μια ερώτηση θέλω να κάνω.»

«Ε-ε-ερώτηση, κύριε;» τραύλισε ο σταβλίτης, κοιτάζοντας με γουρλωμένα μάτια τη δράκαινα.

«Ελπίζω να μ’αναγνωρίζεις. Είμαι ο Χάφναρ, ο γιος της Αρχόντισσας Ρικέλθης.»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου.» Ο σταβλίτης –ένα αγόρι όχι πάνω από τα δεκατέσσερα– υποκλίθηκε βαθιά.

«Πέρασε η μητέρα μου καθόλου από εδώ;»

«Ναι, Άρχοντά μου. Κι ετοιμάσαμε τη φοράδα της.»

«Δηλαδή, τώρα έχει φύγει;»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου.»

«Ανέφερε πού θα πήγαινε;»

«Όχι, Άρχοντά μου.»

Ο Χάφναρ κατέβασε, για λίγο, το βλέμμα, σκεπτικός. Η Σρ’άερ έβγαλε ένα αδύναμο σύριγμα, που φάνηκε να κατατρόμαξε τον σταβλίτη, καθώς και μερικά άλογα.

«Άρχοντά μου;…»

«Η Έπαρχος είχε ένα άρμα, το οποίο είχε πάρει μαζί της στους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ, σωστά;»

Ο σταβλίτης ένευσε, κοφτά.

«Υπάρχει ακόμα αυτό το άρμα, να υποθέσω;»

«Ασφαλώς, Άρχοντά μου.»

«Ετοιμάστε το. Αμέσως.»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου!» είπε ο σταβλίτης, και έτρεξε να ειδοποιήσει τους συσταβλίτες του.

*

Καβαλώντας μια λευκή φοράδα, η Ρικέλθη βγήκε από τη βόρεια πύλη της Έριγκ και ξεκίνησε να καλπάζει επάνω στη λιθόστρωτη, κεντρική δημοσιά, με την κάπα τυλιγμένη γύρω της και την κουκούλα στο κεφάλι.

Λίγο μετά απ’αυτήν, βγήκε από την ίδια πύλη και ο Νεκρομέμνων, ο οποίος μπορούσε εύκολα να διαισθανθεί την παρουσία της, τόσο καιρό που είχε περάσει ο νεκραδελφός Χέντραμ μαζί ή πλησίον της· δε χρειαζόταν καν να την ατενίζει στην απόσταση. Σπιρούνισε το μαύρο του άλογο και ξεκίνησε κι εκείνος να καλπάζει, όμως όχι τόσο γρήγορα όσο η Αρχόντισσα, γιατί δεν ήθελε οι φρουροί να τον δουν να τη σκοτώνει μπροστά απ’τα τείχη. Προτίμησε να την αφήσει να ξεμακρύνει κάπως και, ύστερα, να τη φονεύσει. Άλλωστε, η δουλειά θα ήταν απλή…

Η Ρικέλθη δεν είχε αντιληφθεί καθόλου το φονιά που την ακολουθούσε. Ο νους της ήταν απασχολημένος με άλλα πράγματα· δεν έδινε σημασία σε τίποτα που βρισκόταν γύρω της. Σκεφτόταν τι θα έλεγε στον Έζβαρ, όταν τον συναντούσε· αναρωτιόταν αν εκείνος έφταιγε, τελικά, για την κατάληξη του γιου της ή αν επρόκειτο για ατύχημα. Αλλά, όπως κι αν ήταν, όφειλε να είχε προσέξει τον Χάφναρ περισσότερο! Δεν είναι μονάχα δικό μου παιδί!

Όταν άκουσε το γρήγορο καλπασμό πίσω της βρισκόταν σε μια στροφή της δημοσιάς. Δυτικά ορθωνόταν ένας λόφος, ενώ στ’ανατολικά απλωνόταν, μετά από έναν κρημνό, το Δρακοδάσος, καλύπτοντας τα πάντα μέχρι τα άκρα του ορίζοντα.

Η Ρικέλθη στράφηκε, για να κοιτάξει ποιος ερχόταν, και είδε έναν μαυροντυμένο ιππέα να ξεθηκαρώνει ένα σπαθί απ’τη μέση του!

Ληστής! Πώς βρέθηκε ένας ληστής σε τούτα τα μέρη; απόρησε η Αρχόντισσα. Αλλά δεν έχασε την ψυχραιμία της. Μπήγοντας τα τακούνια των μποτών της στα πλευρά της λευκής της φοράδας, την έκανε να τρέξει γρηγορότερα, ενώ η ίδια έσκυψε επάνω στη χαίτη του ζώου.

Ο Νεκρομέμνων είδε το στόχο του να επιταχύνει, και μειδίασε. Τελικά, θα αποτελέσει κάποια πρόκληση! σκέφτηκε, ικανοποιημένος και ετοιμάζοντας το λεπίδι του για τη σπαθιά που θα έπαιρνε το κεφάλι της Αρχόντισσας. Ο Χέντραμ αισθανόταν το ίδιο ενθουσιασμένος με τον αφέντη του.

Η Ρικέλθη κρατιόταν γερά από τη λευκή της φοράδα, νιώθοντας τους μύες της τεντωμένους και το αίμα να της σφυροκοπεί τα μηλίγγια. Το μυαλό της βρισκόταν στα ξιφίδια στο μεσοφόρι της, όμως η Αρχόντισσα πολύ φοβόταν ότι, στην προκειμένη περίπτωση, θα της φαίνονταν άχρηστα, γιατί, μάλλον, ο διώκτης της γύρευε να τη σκοτώσει επιτόπου, όχι να προσπαθήσει να τη ληστέψει ή να την τραβήξει μαζί του. Επομένως, δεν ήταν ληστής, όπως είχε εκείνη αρχικά υποθέσει. Φονιάς πρέπει να ήταν, με μοναδικό σκοπό το θάνατό της…

Μα τους θεούς όλους, πού βρέθηκε εδώ; αναρωτήθηκε η Ρικέλθη, πασχίζοντας να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της. Έριξε μια ματιά πίσω, για να ξαναδεί το δολοφόνο που τη δίωκε. Δε μοιάζει τυχαίος· δε μοιάζει καθόλου τυχαίος. Κάποιος τον έστειλε εναντίον μου. Η Φερνάλβιν; Εκείνη ευθύνεται για τούτο; Η ελεεινή σκύλα! Η Ρικέλθη πάλεψε να κάνει τη φοράδα της να τρέξει ακόμα ταχύτερα, ευχόμενη να συναντήσει κάποια έφιππη περιπολία, από αυτές που επέβλεπαν τα εδάφη της Έριγκ.

Ο Νεκρομέμνων χτύπησε το άλογό του με τα χαλινάρια, παρατηρώντας πως ο ίππος του στόχου του είχε αρχίσει να τρέχει σαν δέκα αλογόμορφους δαίμονες κυνηγημένους από εκατό δρακόμορφους ομοειδείς τους. Πρόκληση, ναι· θα αποτελέσει, τελικά, πρόκληση. Στριφογύρισε το ξίφος στο χέρι του, ανυπομονώντας. Έλα πιο κοντά, Αρχόντισσα Ρικέλθη, έλα πιο κοντά μου…

Τα μάτια της Ρικέλθης ατένισαν ένα ελπιδοφόρο σημάδι: τρεις έφιππους μαχητές, οι οποίοι περιπολούσαν τη δημοσιά και, μάλλον, είχαν δει εκείνη και το διώκτη της. «Βοηθήστε με!» τους φώναξε, καλπάζοντας προς το μέρος τους.

Οι καβαλάρηδες σταμάτησαν επάνω στο λιθόστρωτο δρόμο, αφήνοντάς τη να περάσει, αλλά τραβώντας τα ξίφη τους και υψώνοντας τις ασπίδες, για να σταθούν εμπόδιο στο διάβα του Νεκρομέμνονος.

«Σταμάτα, ιππέα!» πρόσταξε ένας τους.

Ο νεκρενοικημένος δολοφόνος τράβηξε τα γκέμια του αλόγου του, μπροστά στον έφιππο άντρα. Το μαύρο άτι χρεμέτισε και κλότσησε, με τις οπλές του –κοπάνησε τον στρατιώτη κατακέφαλα, σωριάζοντάς τον από τον ίππο του.

«Τι κάνεις;» φώναξε μια άλλη καβαλάρισσα, κι επιχείρησε να χτυπήσει τον Νεκρομέμνονα, με το σπαθί της. Ο Χέντραμ έπεσε πάνω της, και το ψύχος του την παρέλυσε προς στιγμή –μια στιγμή που έφτανε στον δολοφόνο, για να της σκίσει το λαιμό, με μια αστραπιαία σπαθιά.

Ο τελευταίος καβαλάρης χίμησε εναντίον του φονιά, υψώνοντας το ξίφος του πάνω απ’το κεφάλι και βαστώντας την ασπίδα προστατευτικά μπροστά του. Ο Νεκρομέμνων απέφυγε το χτύπημα της λεπίδας του, και έμπηξε το δικό του ξίφος στα πλευρά του άντρα, διαπερνώντας τη φολιδωτή του αρματωσιά. Εκείνος έπεσε απ’τ’άτι του, προτού καταλάβει καλά-καλά τι είχε συμβεί.

Ο Νεκρομέμνων δεν καθυστέρησε περισσότερο μαζί τους· σπιρούνισε το μαύρο του άλογο και κάλπασε ξοπίσω του στόχου του, ο οποίος είχε κερδίσει έδαφος. Ίσως ν’αποδειχτεί μεγαλύτερη πρόκληση απ’ό,τι περίμενα, πολύ μεγαλύτερη! Χα-χα-χα-χα…!

Η Ρικέλθη άκουσε πάλι τον δυνατό καλπασμό πίσω της. Στράφηκε και είδε το μαυροντυμένο φονιά να έρχεται, ακάθεκτος και αλώβητος. Η μονή διαφορά ήταν ότι τώρα αίμα γυάλιζε επάνω στη λεπίδα του ξίφους του. Σφάγιασε τους φρουρούς! σκέφτηκε η Αρχόντισσα. Και τόσο γρήγορα! Αισθάνθηκε ένα τρέμουλο να τη διαπερνά. «Τρέχα, Αύρα! Τρέχα!» προέτρεψε τη φοράδα της. Αν συνέχιζε έτσι, θα έφτανε στο Λημέρι του Έζβαρ πολύ, πολύ νωρίτερα απ’ό,τι υπολόγιζε. Και, μάλιστα, αυτή ίσως να ήταν η μοναδική της σωτηρία. Ο Έζβαρ θα μπορούσε, κάπως, να εξουδετερώσει τούτον τον μανιακό –πρέπει να μπορούσε! Ω θεοί…!

Ο Νεκρομέμνων άρχισε να χάνει την υπομονή του, καθώς ο χρόνος κυλούσε και δεν έβλεπε την απόσταση ανάμεσα σ’εκείνον και στο στόχο του να μικραίνει, παρά να παραμένει συνεχώς ίδια. Το άλογο της Αρχόντισσας ήταν, αναμφίβολα, καλό, για να μπορεί να διατηρεί αυτό τον καλπασμό τόση ώρα. Επομένως, ήταν θέμα ποιο από τα δύο ζώα θα κουραζόταν γρηγορότερα. Ή ίσως και τα δύο να κατέρρεαν σχεδόν ταυτόχρονα –οπότε, ο Νεκρομέμνων θα έτρεχε και θα προλάβαινε το στόχο του.

Η Ρικέλθη άκουγε διαρκώς το χτύπημα οπλών πίσω της, και ήξερε ότι ο δολοφόνος εξακολουθούσε να την καταδιώκει. Να τον πάρει ο Σάλ’γκρεμ’ρωθ! σκεφτόταν, συχνά-πυκνά. Αυτόν και την προγονή μου! Η Φερνάλβιν θα μου το πληρώσει τούτο! Πολύ ακριβά! Συγχρόνως, κοίταζε προς τ’ανατολικά, όπου βρισκόταν το Δρακοδάσος, περιμένοντας να δει το κατάλληλο σημείο, για να στρίψει και ν’ακολουθήσει το μονοπάτι που θα την έβγαζε στο Λημέρι του Έζβαρ.

Το εντόπισε γρηγορότερα απ’ό,τι περίμενε. Ύστερα, όμως, κατάλαβε ότι δεν είχε φτάσει και τόσο γρήγορα όσο νόμιζε· διότι παρατήρησε πως ο ήλιος βρισκόταν στο κέντρο τ’ουρανού. Είχε έρθει το μεσημέρι, και η Ρικέλθη ούτε που το είχε αντιληφθεί, μέσα στην αγωνία της –ποτέ ξανά δεν είχε βρεθεί σε παρόμοια κατάσταση, και το μυαλό της στριφογύριζε στο εσωτερικό του κρανίου της, μαστιζόμενο από ανακατεμένες σκέψεις, παρότι η Αρχόντισσα πάλευε, όπως πάντα, να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία της.

Έστριψε ανατολικά, περνώντας ανάμεσα από τις φυλλωσιές και τους δεντροκορμούς του Δρακοδάσους.

Τι κάνει; Τρελάθηκε; απόρησε ο Νεκρομέμνων, πίσω της, και έστριψε κι εκείνος τ’άλογό του, στο ίδιο σημείο. Το άτι χρεμέτισε σα δαιμονισμένο. Ο νεκρενοικημένος φονιάς μπορούσε ν’ακούσει τη λαχανιασμένη του ανάσα, δυνατή. Αποκλείεται να κουραστεί πριν από το δικό της! προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του. Το άλογό του ήταν καλής ράτσας κι εκπαιδευμένο να μάχεται, ενώ το λευκό ζώο αντίκρυ του έμοιαζε «του παλατιού». Βέβαια, στην πραγματικότητα, αποδείκνυε πως δεν ήταν καθόλου κακομαθημένο…

Η Ρικέλθη άκουσε πίσω της κλαδιά να σπάζουν και χορτάρι να ποδοπατείται. Μια φευγαλέα ματιά πάνω απ’τον ώμο της τη διαβεβαίωσε πως ο δολοφόνος ακόμα την ακολουθούσε. Προφανώς, δε φοβόταν να μπει στο Δρακοδάσος, όπως πολύς άλλος κόσμος. Καταραμένη νάσαι, Φερνάλβιν! Πού τον βρήκες ετούτο τον μπάσταρδο;

Η φοράδα της περνούσε σαν λευκή αστραπή ανάμεσα απ’τα δέντρα του δάσους, ενώ η Αρχόντισσα ήταν σκυμμένη επάνω στη ράχη της, με το πρόσωπό της κοντά στη χαίτη του αλόγου. Ωστόσο, το ζώο ήταν φανερά λαχανιασμένο, και η Ρικέλθη ανησυχούσε ότι όπου νάταν ίσως να κατέρρεε, αφήνοντάς τη στο έλεος του διώκτη της. «Σε παρακαλώ, Αύρα –λίγο ακόμα! Λίγο ακόμα, κοπέλα μου.»

Η λευκή φοράδα έτρεχε, και το μαύρο άτι κάλπαζε ξοπίσω της: ένα αιματοβαμμένο λεπίδι γυάλιζε στο δεξί χέρι του καβαλάρη του.

Πού σ’όλους τους δαίμονες της Φεν εν Ρωθ πηγαίνει, η τρελή; γρύλισε εντός του ο Νεκρομέμνων. Τ’άλογό της θα σπάσει τα πόδια του εδώ μέσα, αργά ή γρήγορα…

Η Ρικέλθη είδε τον κήπο με τα μοβ τριαντάφυλλα, ο οποίος περιτριγύριζε τον παλιό οικισμό όπου έμενε ο Έζβαρ. Έφτασα! Έφτασα! Η φοράδα της πλησίασε το Λημέρι, ποδοπατώντας τα άνθη και εκτοξεύοντας πέταλα και μίσχους.

«Έεεεζβααααρ!» φώναξε η Αρχόντισσα, τραβώντας τα γκέμια του ίππου της, για να τον σταματήσει. Η Αύρα χλιμίντρισε τρελά. Ανασηκώθηκε και πέταξε τη Ρικέλθη από τη ράχη της, ενώ κι η ίδια κατέρρευσε, κατάκοπη.

Καλπασμός ερχόταν από πίσω.

Η Αρχόντισσα προσπάθησε να σηκωθεί, μα αισθάνθηκε έναν διαπεραστικό πόνο στο δεξί της πόδι, και ούρλιαξε. Σχεδόν την ίδια στιγμή, κάποιος την άρπαξε από κάτω και τη σήκωσε στα χέρια του, πηγαίνοντάς τη ανάμεσα στα μικρά οικοδομήματα του οικισμού.

Ο Έζβαρ την άφησε να σταθεί, και η Ρικέλθη διαπίστωσε ότι το πόδι της, τελικά, δεν πρέπει νάταν σπασμένο ή στραμπουλιγμένο.

«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε.

«Με κυνηγά να με σκοτώσει!»

«Πήγαινε απο κεί!» Ο Έζβαρ έδειξε ένα σημείο ανάμεσα από τα χτίρια του οικισμού του, ενώ ο δολοφόνος ερχόταν από το δάσος, καλπάζοντας. «Ακολούθησε το μονοπάτι που διαγράφουν τα δέντρα με το σύμβολο χαραγμένο στον κορμό τους.»

«Ποιο – ποιο σύμβολο;» ρώτησε, πανικόβλητη, η Ρικέλθη.

«Θα καταλάβεις –Τρέχα!»

Η Αρχόντισσα έτρεξε.

*

Ο Νεκρομέμνων είχε δει, από απόσταση, το στόχο του να περνά τον κήπο με τα μοβ άνθη, να τραβά τα ηνία του αλόγου του, και να πέφτει. Ύστερα, ένας μεγάλος σε ηλικία άντρας παρουσιάστηκε μέσα από τον μικρό οικισμό και άρπαξε την Αρχόντισσα στα χέρια του, παίρνοντάς τη μέσα και αφήνοντας το ξεθεωμένο άλογο στον κήπο.

Ποιοι μένουν εδώ; αναρωτήθηκε ο Νεκρομέμνων, καθώς σταματούσε το δικό του άλογο μπροστά από τα μοβ άνθη και κατέβαινε από τη ράχη του. Έστειλε τον Χέντραμ να ψάξει για ανθρώπους, κι εντόπισε μονάχα δύο: Ο ένας ήταν η Ρικέλθη, η οποία έφευγε από την άλλη μεριά των χτιρίων, πηγαίνοντας πάλι στο δάσος· ο άλλος πρέπει να ήταν ο γέρος. Παράξενο. Ένας κάτοικος σε τόσα σπίτια…;

Ο Νεκρομέμνων βάδισε προσεκτικά, διασχίζοντας τον κήπο με τα μοβ άνθη –τριαντάφυλλα, παρατήρησε· ήταν τριαντάφυλλα. Σπάνιο είδος.

Ο Χέντραμ εντόπισε το γέρο να κινείται. Είχε μπει σ’εκείνο το σπίτι, αριστερά. Και, νάτος, στεκόταν πίσω από το μισόκλειστο παράθυρο, και ύψωνε ένα τόξο, τραβώντας τη χορδή, έτοιμος να εξαπολύσει το βέλος.

Ο νεκραδελφός έπεσε πάνω του, με μανιασμένη οργή. Ο Νεκρομέμνων άκουσε τον γέρο να κραυγάζει από τον παγερό πόνο· γέλασε και έτρεξε προς τα χτίρια, καθώς το βέλος αστοχούσε, περνώντας αρκετά μέτρα από τα δεξιά του.

«Θα σε σκοτώσω πρώτο, αν επιμένεις, ερημίτη!» φώναξε, μπαίνοντας στον οικισμό και ζυγώνοντας το σπίτι όπου βρισκόταν ο αντίπαλός του.

Ο ηλικιωμένος άντρας άνοιξε την πόρτα, απότομα, βαστώντας ένα ξίφος στο δεξί χέρι. Είχε μακριά, λευκά μαλλιά και γένια· τα βαθυγάλαζα μάτια του γυάλιζαν σαν κοσμήματα, και η φωτιά που είχε ανάψει τώρα εντός τους ήταν δυνατή.

«Ποιος είσαι και γιατί έρχεσαι εδώ;» απαίτησε. «Και τι είδους αποκρουστική μαγεία ήταν αυτή με την οποία με χτύπησες;»

«Δεν έχω καμία διαφορά μαζί σας, κύριε,» αποκρίθηκε, ευγενικά, ο Νεκρομέμνων, εξακολουθώντας να βρίσκεται σε απόλυτη πολεμική ετοιμότητα. «Απλά, καταδιώκω το στόχο μου. Εσείς μου επιτεθήκατε, αν δε λαθεύω…»

«Πάψε να κυνηγάς τη γυναίκα κι επέστρεψε εκεί απ’όπου ήρθες!» είπε ο ηλικιωμένος άντρας.

«Φοβάμαι πως δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Πρέπει να τη σκοτώσω,» δήλωσε ο Νεκρομέμνων.

«Δε θα σ’αφήσω.»

Ο νεκρενοικημένος δολοφόνος γέλασε.

Ο αντίμαχός του τον πλησίαζε, υψώνοντας το ξίφος του και βαδίζοντας αργά.

Ξέρει πώς να μάχεται, ο γέρος, παρατήρησε ο Νεκρομέμνων, και τινάχτηκε μπροστά, σπαθίζοντας και πηγαίνοντας για το λαιμό. Την ίδια στιγμή, ο ηλικιωμένος άντρας πετάχτηκε όπισθεν και, από το ελεύθερό του χέρι, εκτόξευσε μια σκόνη, λούζοντας το κεφάλι του δολοφόνου.

Ο Νεκρομέμνων γρύλισε, νιώθοντας τις αισθήσεις του να θολώνουν. Αναισθητικό δηλητήριο! αντιλήφθηκε, και κάλεσε τον Χέντραμ, για να τον κρατήσει όρθιο. Αισθάνθηκε το πνεύμα να τον γεμίζει με δύναμη και σχεδόν να καταλαμβάνει το σώμα του. Τώρα, ο νεκραδελφός είχε τον πρωτεύοντα έλεγχο και ο Νεκρομέμνων τον δευτερεύοντα.

Χίμησε καταπάνω στον εχθρό του, σπαθίζοντας και πάλι. Εκείνος απέκρουσε, επιδέξια, πισωπατώντας.

«Τι διάολος είσαι, μα τη Βιρκάνθα;» σφύριξε ο γέρος μέσ’απ’τα μούσια του, κι επιτέθηκε, όπως θα επιτιθόταν ένας σωστός ξιφομάχος.

Είναι καλά εκπαιδευμένος, σκέφτηκε ο Νεκρομέμνων, ενώ ο Χέντραμ πεταγόταν πίσω, για ν’αποφύγει το χτύπημα. Όμως ένα λάθος του αρκεί… Έλα, γέρο, κόπιασε…

Η επόμενη επίθεση του άντρα ήταν ακόμα καλύτερη από την προηγούμενη, όμως ο νεκρενοικημένος απέκρουσε εύκολα, κι αντεπιτέθηκε. Ο ερημίτης σταμάτησε το ξίφος του δολοφόνου, με το δικό του, αλλά παραπάτησε. Ο Νεκρομέμνων σπάθισε ξανά, αστοχώντας το λαιμό του γέρου για λίγο και πετυχαίνοντας επιπόλαια τον ώμο του.

Ανάθεμα! Οι ελιγμοί του είναι γρήγοροι! Γιατί κάθεται εδώ, στο δάσος, και δεν πάει να καταταγεί σε κάναν στρατό;

Ο ηλικιωμένος κάτοικος του οικισμού έκανε ένα βήμα πίσω και, ύστερα, χίμησε, σχεδόν παρορμητικά, ξαφνιάζοντας τον Νεκρομέμνονα, ο οποίος πάτησε τα πόδια του γέρα στη γη, κράτησε με τα δύο χέρια τη λαβή του αιματοβαμμένου ξίφους του, κι απέκρουσε τη σπαθιά. Ο γέρος γλίστρησε στο χώμα και σωριάστηκε δεξιά από τον δολοφόνο· η ορμητική του επίθεση, τελικά, τον είχε προδώσει. Το γέρικο σώμα δεν μπορεί να… υποστηρίξει κάποιες κινήσεις.

Ο Νεκρομέμνων στράφηκε, για να τον κοιτάξει. Δεδομένης της μάχης που είχε δώσει, τον περίμενε να σηκωθεί από το έδαφος και να συνεχίσει· όμως τον είδε να παραμένει ακίνητος, και πρόσεξε πως από τη δεξιά μεριά του κεφαλιού του αίμα έτρεχε. Είχε χτυπήσει σε μια πέτρα.

«Ηλίθιε γέρο…!» γέλασε ο Νεκρομέμνων, λαχανιασμένος. «Πολέμησες καλά, πάντως.»

Τώρα, έπρεπε πάλι να βρει το στόχο του. Σίγουρα, δε θα είχε πάει μακριά…

*

Η Ρικέλθη δε γύρισε να κοιτάξει πίσω· πήγε εκεί όπου της είχε πει ο Έζβαρ, περνώντας ανάμεσα απ’τα λιγοστά χτίρια του οικισμού και βγαίνοντας πάλι στο δάσος. Αμέσως, έψαξε για το σύμβολο –ό,τι κι αν ήταν, τελικά, αυτό– επάνω στα δέντρα. Αρχικά, δεν είδε τίποτα ασυνήθιστο στους κορμούς τους, και έχασε, προς στιγμή, την ψυχραιμία της. Την επανέκτησε, όμως, γρήγορα και συνέχισε τη βιαστική της έρευνα –ο Έζβαρ δεν μπορεί να είχε πει ψέματα.

Το βλέμμα της σταμάτησε σε ένα χάραγμα το οποίο έμοιαζε με βέλος. Αυτό πρέπει νάναι, σκέφτηκε, και κοίταξε πιο καλά το μέρος. Ναι, ένα μονοπάτι, πράγματι –ένα μονοπάτι που, για κάποιο λόγο, δεν είχε παρατηρήσει πριν, μα τώρα ήταν ξεκάθαρο εμπρός της… Ξεκίνησε να βαδίζει ανάμεσα στα δέντρα που το σχημάτιζαν, προσέχοντας, συγχρόνως, τους κορμούς τους, για να δει μήπως υπήρχαν κι άλλα σημάδια. Είδε ένα ακόμα χαραγμένο βέλος, και πήρε θάρρος, για να συνεχίσει. Το μονοπάτι φαινόταν μακρύ, και η Ρικέλθη το ακολούθησε, μη σταματώντας καθόλου. Αναρωτιόταν γιατί ο Έζβαρ τής είχε πει να πάει απο δώ. Θα έβρισκε, ίσως, κάποια σπηλιά, όπου θα μπορούσε να κρυφτεί από τον διώκτη της; Χίλιες κατάρες επάνω στη Φερνάλβιν! Δε θα επιστρέψω στην Έριγκ; –θα τη σκοτώσω, τη σκύλα! Θα την κάνω να τρέμει τ’όνομά μου!

Ένα τρίτο βελάκι.

Η Ρικέλθη το προσπέρασε, σχεδόν αγνοώντας το… και, κάμποση απόσταση παρακάτω, παρατήρησε ότι η ανάσα της είχε δυναμώσει υπερβολικά (!). Στάθηκε, και αφουγκράστηκε. Κανένας άλλος ήχος δεν ερχόταν στ’αφτιά της, λες και, αναπάντεχα, όλα τα ζώα και τα πουλιά του δάσους, μικρά και μεγάλα, να είχαν σωπάσει· λες κι ο ίδιος ο αέρας να είχε πάψει ν’αναδεύει τα φυλλώματα. Μια γαλήνη επικρατούσε παντού· μια απόλυτη –παραφυσική, ίσως– ηρεμία.

Η Ρικέλθη ρίγησε. Τι μέρος είναι τούτο; Πού βρίσκομαι; Στράφηκε πίσω της, για να δει μήπως ερχόταν ο φονιάς, ή ο Έζβαρ. Όμως δεν αντίκρισε κανέναν. Καλύτερα να συνεχίσω· δεν μπορώ να επιστρέψω.

Κι έτσι συνέχισε, μέσα στην απόλυτη γαλήνη, που την τρομοκρατούσε.

*

Ο στόχος του είχε πάει από εδώ. Ο Νεκρομέμνων το ήξερε: μπορούσε να αισθανθεί το πέρασμά της απ’αυτό το μέρος· όμως, μετά, ήταν σαν η Αρχόντισσα να είχε εξαφανιστεί. Ζήτησε εξηγήσεις από τον Χέντραμ για τούτο το αλλόκοτο φαινόμενο, αλλά ο νεκραδελφός τού απάντησε πως δεν ήξερε τι ακριβώς συνέβαινε.

Ο Νεκρομέμνων κούνησε το κεφάλι, νιώθοντας, σιγά-σιγά, την επήρεια της ναρκωτικής σκόνης να περνά· ίσως αυτή να έφταιγε που είχε χάσει τη Ρικέλθη… αν και δεν το νόμιζε.

Γονάτισε στο ένα πόδι, και έψαξε για τα ίχνη της, στο έδαφος. Δε δυσκολεύτηκε καθόλου να τα βρει. Σηκώθηκε στα μποτοφορεμένα πόδια του και τα ακολουθούσε, βαδίζοντας προσεκτικά και με το σπαθί του γυμνολέπιδο. Αυτή η γρια είχε, τελικά, πολλές εκπλήξεις κρυμμένες στο μανίκι της… Άξια αντίπαλος.

Η πρώτη του αποστολή αποδεικνυόταν ενδιαφέρουσα.

Ο Χέντραμ τον προειδοποίησε, και ο Νεκρομέμνων σταμάτησε, απότομα. Τι είναι; Κάτι ασυνήθιστο υπήρχε εδώ· κάτι άγνωστο. Ναι, το ένιωθε τώρα κι εκείνος –κι οι δυο τους το ένιωθαν. Μια απόκρυφη μεταμόρφωση τύλιγε το δάσος.

Τα χνάρια του στόχου χάνονταν σ’ετούτο το σημείο, σαν, πράγματι, η Αρχόντισσα να είχε εξαφανιστεί. Και χάνονταν μέσα στη μέση του μονοπατιού που σχημάτιζαν οι κορμοί των δέντρων, έτσι η Ρικέλθη αποκλείεται να είχε σκαρφαλώσει σε κάποιο απ’αυτά. Τι είχε συμβεί, τότε;

Παρακάτω, το μέρος ήταν διαφορετικό… Άλλαζε. Ο Χέντραμ επέμενε σ’ετούτο. Άλλαζε.

Γιαυτό, άραγε, χάθηκαν τα ίχνη; αναρωτήθηκε ο Νεκρομέμνων. Αλλά πώς είναι αυτό δυνατόν;

Προχώρησε μέσα στο δάσος. Έκανε περίπου δέκα βήματα, κοιτάζοντας ερευνητικά τριγύρω, ψάχνοντας σημάδια του στόχου του. Και μετά, κοκάλωσε.

Όλοι οι ήχοι είχαν χαθεί. Μονάχα ο ήχος της ανάσας του παρέμενε.

Τι συμβαίνει;

Ο Χέντραμ δε μπορούσε ν’απαντήσει· δεν ήξερε. Πάντως, για ένα ήταν βέβαιος: πως είχαν περάσει σε κάποιο σημείο το οποίο δεν ανήκε απόλυτα σε τούτο το δάσος, παρά έμοιαζε να βρίσκεται πάνω, κάτω, ή πίσω από αυτό· ή σε μια κατεύθυνση που ο νεκραδελφός δεν είχε τη δύναμη να προσδιορίσει.

Γιατί, όμως; αναρωτήθηκε ο Νεκρομέμνων. Ο Χέντραμ είναι πνεύμα. Αντιλαμβάνεται πράγματα που εγώ δεν αντιλαμβάνομαι.

Ο νεκραδελφός τού εξήγησε ότι δεν διέθετε όλων των ειδών της αισθήσεις που ήταν δυνατόν να διαθέτει κανείς. Κι επιπλέον, μπορούσε να νιώσει την ύπαρξη ετούτου του «παράπλευρου» μέρους· απλά, δεν είχε τις απαραίτητες γνώσεις για να το κατονομάσει.

Ξέρεις, τουλάχιστον, πού είναι ο στόχος μας;

Προφανώς, δεν ήξερε, αλλιώς θα το γνώριζε κι ο Νεκρομέμνων.

Ο νεκρενοικημένος δολοφόνος καταράστηκε κάτω απ’την ανάσα του, και έψαξε στο έδαφος, για ίχνη· μα δε βρήκε τίποτα. «Μάλλον, ακόμα και τα χνάρια σβήνουν εδώ πέρα…» υποτονθόρυσε· και κοίταξε πίσω του, για να βρει τα αποτυπώματα των δικών του μποτών. Όμως ούτε κι αυτά υπήρχαν. Όπως το περίμενα.

Είχε, μήπως, ο Χέντραμ καμία πρόταση να κάνει;

Δυστυχώς, όχι…

Περίφημα!… σκέφτηκε ο Νεκρομέμνων. Θα πρέπει να ψάξουμε για το στόχο μας, επομένως.

*

Η απρόσβλητη ψυχραιμία της Αρχόντισσας Ρικέλθης είχε αρχίσει να την εγκαταλείπει, καθώς περιπλανιόταν μέσα στο δάσος, χαμένη στην τέλεια γαλήνη και σιγή. Δύο πράγματα φοβόταν περισσότερο: ότι ο δολοφόνος της Φερνάλβιν μπορεί να τη ζύγωνε, χωρίς εκείνη να τον ακούει· και ότι ίσως ποτέ να μην κατάφερνε να βγει από εδώ! Δεν της έμοιαζε να υπάρχει διέξοδος από αυτό το παράξενο σημείο του δάσους· όπου κι αν κατευθυνόταν, πάλι στην απόλυτη ηρεμία κατέληγε. Ήθελε να ουρλιάξει, να ζητήσει βοήθεια, μα δεν τολμούσε να το κάνει, μην την ακούσει ο διώκτης της. Βέβαια, δεν ήταν σίγουρη πως η φωνή της μπορούσε να διαπεράσει τη –μαγική, θα έφτανε στο σημείο να πει η Ρικέλθη– σιγή του μέρους, αλλά και πάλι δίσταζε…

Γιατί μου είπε ο Έζβαρ να έρθω εδώ; Πού είμαι τώρα;

Σταμάτησε, κι ακούμπησε στον κορμό ενός δέντρου, νιώθοντας τα πόδια της να πονάνε. Δεν είμαι πλέον για μεγάλες πεζοπορίες… Κοίταξε τριγύρω, για να δει μήπως κάποιος πλησίαζε· δεν είδε, όμως, κανέναν. Ούτε άνθρωπο, ούτε ζώο, ούτε πουλί.

Μα τους θεούς, πρέπει να βγω απο δώ! Έχω χαθεί τελείως!

Θα έβρισκε τη διέξοδο· θα την έβρισκε.

Προσπάθησε να δώσει πάλι δύναμη στον εαυτό της· να επανακτήσει τη σχεδόν χαμένη ψυχραιμία της. Νόμιζε πως τα κατάφερε, όμως, ύστερα από λίγο, απογνώστηκε ξανά. Η σιγαλιά του στοιχειωμένου δάσους την έπνιγε.

*

Σουρούπωνε όταν ο Χάφναρ έφτασε στο Λημέρι του Έζβαρ, επάνω στο δίιππο πολεμικό άρμα της Κεντροφύλακος Φερνάλβιν. Τα γαντοφορεμένα χέρια του βρισκόταν στα ηνία των αλόγων, και καθοδηγούσε τα ζώα με αρκετή επιδεξιότητα. Η Σρ’άερ βρισκόταν κουλουριασμένη στα πόδια του, και βαριόταν καθ’όλη τη διάρκεια του εσπευσμένου τους ταξιδιού· της άρεσε περισσότερο να βαδίζει.

Ένα άλογο βρισκόταν μπροστά από τον κήπο με τα μοβ τριαντάφυλλα, και έφυγε, καλπάζοντας, μόλις αντιλήφθηκε τον δράκαρχο να έρχεται. Στάθηκε αρκετά μέτρα απόσταση από τον μικρό οικισμό, κοιτάζοντας.

Ο Χάφναρ σταμάτησε το άρμα του και κατέβηκε, μαζί με τη Σρ’άερ. Παρατήρησε πως πολλά από τα τριαντάφυλλα του κήπου ήταν τσακισμένα –πράγμα που τον έβαζε σε ανησυχία. Επίσης, πρόσεξε ότι το άλογο που είχε μόλις απομακρυνθεί ήταν μαύρο: Μαύρο, όπως τ’άτι του ιππέα που σκότωσε την περίπολο· τ’άτι του δολοφόνου που καταδίωκε τη μητέρα μου. Είχε δει ο ίδιος τα κουφάρια των στρατιωτών, και οι χωρικοί που έμεναν στις τριγυρινές αγροικίες τον είχαν ενημερώσει πως ένας μαυροντυμένος καβαλάρης κυνηγούσε μια γυναίκα.

Διέσχισε, βιαστικά, τον κήπο και μπήκε στον μικρό οικισμό. Αμέσως, άκουσε ένα χρεμέτισμα και στράφηκε –για να δει ένα λευκό άλογο ν’απομακρύνεται ανάμεσα στα χτίρια. Η Αύρα! το αναγνώρισε. Η Αύρα της μάνας μου.

Προτού, όμως, προλάβει ν’ακολουθήσει τη φοράδα, τα μάτια του έπεσαν επάνω σε κάτι πολύ πιο σημαντικό: έναν ηλικιωμένο άντρα, ο οποίος κειτόταν στο έδαφος, με αίμα στο κεφάλι και στον ώμο.

«Πατέρα!» φώναξε ο Χάφναρ, και γονάτισε δίπλα στον Έζβαρ, αφήνοντας τα λουριά της Σρ’άερ, για να πιάσει το σφυγμό του. Ήταν ζωντανός, διαπίστωσε. Τον αναποδογύρισε (γιατί κειτόταν μπρούμυτα) και χτύπησε ελαφρά το πρόσωπό του. «Πατέρα, σύνελθε! Εγώ είμαι, ο Χάφναρ. Μ’ακούς, πατέρα;»

Τα βλέφαρα του Έζβαρ τρεμόπαιξαν, άνοιξαν. «Αααχχ…» μούγκρισε. «Χάφναρ, πώς…; Ο φονιάς! Πρόσεχε το φονιά, Χάφναρ!»

«Πρέπει να έχει φύγει,» αποκρίθηκε εκείνος. «Δεν τον βλέπω εδώ. Μπορείς να σηκωθείς;»

«Βοήθησέ με.»

Ο Χάφναρ πέρασε το χέρι του Έζβαρ στους ώμους του και τον έβαλε να σταθεί στα πόδια του.

«Μιλάς για το φονιά που καταδιώκει τη μητέρα;» τον ρώτησε.

«Ναι.»

«Ποιος είναι; Σκότωσε τρεις μαχητές που περιπολούσαν τη δημοσιά. Πού βρίσκεται τώρα; Πού βρίσκεται η μητέρα;»

Ο Έζβαρ πήρε το χέρι του από τους ώμους του Χάφναρ και ακούμπησε στον τοίχο του σπιτιού πλάι του, ξεφυσώντας. «Της είπα να τρέξει, και έτρεξε. Μετά, ήρθε εκείνος, και τον αντιμετώπισα–»

«Είσαι ανόητος!» τον κατηγόρησε ο Χάφναρ. «Αυτός ο τύπος ξεπάστρεψε τρεις μαχητές–»

«Πράγμα που εγώ δεν ήξερα, όμως,» τον διέκοψε ο Έζβαρ. «Αλλά, έτσι κι αλλιώς, έπρεπε να δώσω στη Ρικέλθη λίγο χρόνο, για να φύγει–»

«Πού είναι τώρα; Πού την έστειλες;»

«Στον κοντινό Αρχέτοπο.»

«Είσαι σίγουρος ότι ακολούθησε το σωστό μονοπάτι;» ρώτησε ο Χάφναρ.

«Το ελπίζω, για το καλό της. Της είπα για τα σημάδια στα δέντρα.»

«Υπάρχει περίπτωση κι ο δολοφόνος να βρήκε το δρόμο;»

Ο Έζβαρ ένευσε. «Νομίζω πως ναι, πρέπει να τον βρήκε. Μου φάνηκε έξυπνος. Κι επιπλέον… είχε παράξενες δυνάμεις, γιε μου.»

«Τι θες να πεις, ‘παράξενες δυνάμεις’;»

Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Έζβαρ ζάρωσαν. «Δεν ξέρω ακριβώς. Πάντως, όταν επιχείρησα να τον τοξοβολήσω, κάτι με χτύπησε… μια παγωνιά… μια παρουσία, αόρατη, που έφερνε ένα παραφυσικό ψύχος μαζί της. Αστόχησα, και μετά, ο φονιάς ζύγωσε.

»Και δεν είναι μονάχα αυτά: Όταν βγήκα να τον αντιμετωπίσω, είχα πάρει μαζί μου μια χούφτα ναρκωτικής σκόνης. Του την έριξα και… δεν τον επηρέασε!»

«Χίλιες κατάρες…!» μουρμούρισε ο Χάφναρ, παραξενεμένος. «Είχε πιει, ίσως, κάποιο αντίδοτο;»

Ο Έζβαρ κούνησε το κεφάλι. «Δε μου φαίνεται και πολύ πιθανό. Αποκλείεται να ήξερε εκ των προτέρων ότι θα του έριχνα αυτή τη σκόνη… Επίσης, μην ξεχνάς και το άλλο που έκανε –την παγωνιά. Πιστεύω πως αυτά τα δύο, κάπως, σχετίζονται, μα δεν καταλαβαίνω πώς.»

Ο Χάφναρ έπιασε τα λουριά της Σρ’άερ, με το δεξί του χέρι. «Θα πάω να βρω τη μητέρα,» δήλωσε. «Εσύ μείνε εδώ και ξεκουράσου.»

Ο Έζβαρ δίστασε να απαντήσει· όμως, μετά, ένευσε. «Ναι, έχεις δίκιο. Μάλλον, μπορείς να τον αντιμετωπίσεις μόνος σου, αν χρειαστεί. Να προσέχεις, Χάφναρ.»

«Καλύτερα αυτός να προσέχει.» Ο δράκαρχος έσφιξε τα λουριά της δράκαινας μέσα στη γαντοφορεμένη γροθιά του.

*

Είχε αρχίσει να κουράζεται, πολύ. Ακούμπησε το χέρι της στον κορμό ενός δέντρου και σταμάτησε, παίρνοντας βαθιές ανάσες. Ο στοιχειωμένος, γαλήνιος τόπος έμοιαζε να της απομυζεί ζωτική ενέργεια· όμως δεν ήταν βέβαιη αν τούτο αλήθευε ή αν ήταν απλά η ιδέα της. Όπως και να είχε, πάντως, την άφηνε ανίκανη να συνεχίσει την πορεία της εδώ μέσα.

…Εδώ μέσα… Πού ήταν το μέσα; Γιατί, σίγουρα, δεν βρισκόταν σε κάποιο συνηθισμένο σημείο του δάσους.

Δεν καταλαβαίνω πώς έφτασα σε τούτο το μέρος, σκέφτηκε η Ρικέλθη. Και κοίταξε ξανά τριγύρω, ψάχνοντας για το δολοφόνο (ο οποίος, μάλλον, την είχε χάσει πια και δε θα την έβρισκε) ή για κάποια έξοδο –κυρίως για κάποια έξοδο. Όμως πώς θα την αναγνωρίσω όταν τη δω; Τι θα είναι αυτό που θα την κάνει να ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα μονοπάτια που βλέπω;

Η Ρικέλθη παρατήρησε προσεκτικά όλα τα περάσματα ανάμεσα στα δέντρα. Εκτός κι αν υπάρχουν σκαλίσματα στους κορμούς τους, σκέφτηκε, και άρχισε να ψάχνει. Βέλη που να δείχνουν την έξοδο, όπως υπήρχαν βέλη που έδειχναν την είσοδο. Βέβαια, μάλλον, τα τελευταία ο Έζβαρ τα είχε σκαλίσει· δεν πρέπει να ήταν φυσικά δημιουργήματα. Όμως ίσως να είχε σκαλίσει κι άλλα, από το εσωτερικό. (Ήταν παράξενο να συλλογιέται ετούτο το μέρος ως «το εσωτερικό», αλλά έτσι το κατανοούσε ευκολότερα το μυαλό της.)

Η Ρικέλθη έψαξε, στο σημείο όπου βρισκόταν, για χαραγμένα βέλη –ή κάποιου άλλου είδους σύμβολα– επάνω στους δεντροκορμούς. Και, ύστερα από ένα ακαθόριστο χρονικό διάστημα –ήταν δύσκολο να υπολογίζει το χρόνο εδώ μέσα–, δεν εντόπισε τίποτα που να μπορεί να τη βοηθήσει.

Να σε πάρει, Έζβαρ! γρύλισε εντός της. Πού μ’έστειλες;

Έριξε μια ματιά τριγύρω, για τον δολοφόνο, μα δεν τον είδε. Καλό αυτό… Ξεφύσησε, κι ακούμπησε τη ράχη της σ’ένα δέντρο. Αισθάνθηκε τον κορμό να λυγίζει κάτω από το βάρος της –ή ίσως έτσι απλά να νόμιζε–, ώστε να τη δεχτεί και να την κάνει να καθίσει βολικά… τόσο βολικά που η κούρασή της νίκησε, και ο ύπνος την πήρε, ενώ η Ρικέλθη ένιωθε μια προστατευτική παρουσία γύρω της…

*

Η αναζήτηση του Νεκρομέμνονος δεν έμοιαζε να τον βγάζει πουθενά· ο στόχος του είχε κρυφτεί κάπου μέσα σ’ετούτο τον αλλόκοτο τόπο που ούτε ο Χέντραμ δεν κατανοούσε απόλυτα. Επιπλέον, ο δολοφόνος νόμιζε πως είχε χαθεί. Αμφέβαλλε αν θα μπορούσε να επιστρέψει από το σημείο όπου είχε έρθει.

Όμως, εκτός απ’αυτά, υπήρχε και κάτι άλλο παράξενο: Όσες φορές κοιτούσε τον ουρανό, ανάμεσα απ’τα πυκνά φυλλώματα, είχε την εντύπωση πως η ώρα της ημέρας δεν είχε αλλάξει. Επίσης, δεν έβρισκε τον ήλιο· το φως έμοιαζε να πέφτει διάχυτο από πάνω, λες και προερχόταν από τα ίδια τα ουράνια.

Όταν επέστρεφε στην Έριγκ –αν κατάφερνε ποτέ να επιστρέψει–, θα ζητούσε τη συμβουλή των καταστηματαρχών γι’αυτό το μέρος. Ήθελε να μάθει πού είχε βρεθεί. Και απορούσε πώς ήξερε ο στόχος του το δρόμο για να έρθει εδώ. Δίχως αμφιβολία, δεν ήταν κοινή γνώση.

Γνωρίζει απόκρυφες διόδους, επομένως. Ξέρει, άραγε, και κάποιον «ιδιαίτερο τρόπο» για να κρύβεται σε τέτοια μέρη; Όπου κι αν είναι, όμως, πρέπει να τη βρω! Ο Νεκρομέμνων δεν μπορούσε να επιστρέψει χωρίς το κεφάλι της. Αν δεν τα κατάφερνε, θα ατιμαζόταν από την πρώτη του κιόλας αποστολή: μεγάλη ντροπή για έναν νεκρενοικημένο δολοφόνο, που η φήμη τους έφτανε ως τα πέρατα της Νότιας Βάλγκριθμωρ, αν όχι ως τα πέρατα της Κουαλανάρα.

Όπου κι αν ήταν η κρυψώνα της Αρχόντισσας Ρικέλθης, θα την εντόπιζε!

Έτσι, συνέχισε να πορεύεται, ακούραστα, ενώ το βλέμμα του ερευνούσε τα δέντρα και τα φυλλώματα, και ο Χέντραμ προσπαθούσε να πιάσει την αύρα του στόχου, παρότι ο τόπος φαινόταν να τον εμποδίζει.

Κάποια στιγμή (Νομίζω ότι έχω περπατήσει ώρες, μα πόση ώρα έχει, πραγματικά, περάσει;), το βλέμμα του Νεκρομέμνονος έπιασε μια ασυνήθιστη σκιά επάνω στον κορμό ενός δέντρου. Μια ανθρώπινη σκιά. Στένεψε τα μάτια και κοίταξε έντονα. Η σκιά ήταν σα να λιώνει μέσα στον κορμό, σαν να γίνεται ένα μ’αυτόν, ή σαν εκείνος να την έχει τυλίξει.

Ο Νεκρομέμνων ζύγωσε, έχοντας το σπαθί του σε ετοιμότητα και απλώνοντας το αριστερό του χέρι, για ν’αγγίξει το σκοτεινό είδωλο. Ο Χέντραμ ήταν σιωπηλός· δεν εντόπιζε το στόχο πουθενά τριγύρω.

Ο νεκρενοικημένος δολοφόνος έπρεπε να παραδεχτεί πως αισθανόταν έναν παγερό τρόμο, καθώς τα δάχτυλά του πλησίαζαν τον κορμό· ωστόσο, έκανε τον εαυτό του να μην τρέμει. Τα μάτια του εστιάστηκαν περισσότερο, παλεύοντας να διακρίνουν τη θολή σκιά, παλεύοντας να την αναγνωρίσουν (ως τη Ρικέλθη, ίσως;), να δουν τα χαρακτηριστικά της. Τίποτα, όμως· το σκοτεινό είδωλο παρέμενε το ίδιο δυσδιάκριτο, όπως και πριν, που το κοίταζε από απόσταση. Κάποια μαγεία την καλύπτει…

Το αριστερό του χέρι άγγιξε τη σκιά.

Η Ρικέλθη πετάχτηκε πάνω, τρομαγμένη, ουρλιάζοντας.

Ο Νεκρομέμνων την είδε να υλοποιείται μέσα από τη σκιά, μέσα από τον ίδιο τον κορμό, και να απομακρύνεται οπισθοχωρώντας, με τα μάτια της γουρλωμένα και μερικές τούφες των μαύρων της μαλλιών –που είχαν λυθεί εν μέρει– ν’ανεμίζουν στον δυνατό αγέρα που είχε, απότομα, σηκωθεί.

Η Ρικέλθη νόμιζε ότι ακόμα μπορούσε να νιώσει το χέρι του δολοφόνου στον ώμο της, αν και, τώρα πλέον, εκείνος δεν την άγγιζε· απλά, την ατένιζε, μοιάζοντας ξαφνιασμένος. Γιατί δε με σκότωσε; αναρωτήθηκε η Αρχόντισσα. Γιατί δε με σκότωσε αμέσως; Είχε την ευκαιρία. Όλο της το σώμα έτρεμε. Το δεξί της χέρι πήγε μέσα στο φόρεμά της· έπιασε τη λαβή του ενός ξιφιδίου που έκρυβε εκεί.

«Όποιος κι αν σ’έστειλε να με σκοτώσεις,» του είπε, «μπορώ να σε πληρώσω τα διπλάσια.»

Ο Νεκρομέμνων ζύγωσε, αργά, σκεπτόμενος πως ίσως αυτή η γυναίκα να είχε κι άλλα κόλπα κρυμμένα στο μανίκι της… ή, μάλλον, στο φόρεμά της. Γιατί, φυσικά, δεν του είχε διαφύγει η κίνηση του δεξιού της χεριού.

«Δε σ’ενδιαφέρουν τα χρήματα; Μπορώ να σου δώσω ακόμα και τα τριπλάσια. Πες μου την τιμή σου!» απαίτησε η Ρικέλθη, οπισθοχωρώντας μερικά βήματα.

Ο Νεκρομέμνων εξακολουθούσε να μην μπορεί να την αισθανθεί όπως πριν· τα μάτια του Χέντραμ ήταν σχεδόν τυφλά εδώ· μονάχα τα δικά του, φυσικά μάτια λειτουργούσαν. «Η συμφωνία μου έχει ήδη κλείσει, Αρχόντισσα,» δήλωσε.

Η Ρικέλθη τράβηξε αμέσως το ξιφίδιο από το φόρεμά της και το εκτόξευσε καταπάνω του.

Όμως δεν ήταν εκπαιδευμένη στη ρίψη· ο Νεκρομέμνων εύκολα απέφυγε τη στροβιλιζόμενη λεπίδα, η οποία, ούτως ή άλλως, αμφίβολο ήταν αν θα έβρισκε το στόχο της, ακόμα κι αν ο φονιάς δεν κινείτο.

Η Ρικέλθη γύρισε, για να τρέξει. Σκόνταψε σε μια προεξέχουσα ρίζα και σωριάστηκε στο χώμα και στα χόρτα.

Ένα δυνατό σύριγμα αντήχησε στο δάσος, προτού ο Νεκρομέμνων πλησιάσει το στόχο του. Ο απρόσμενος ήχος ήταν διαπεραστικός μέσα στην απόκοσμη σιγαλιά.

Η Αρχόντισσα και ο φονιάς στράφηκαν, για να δουν έναν μαυροφορεμένο άντρα να στέκεται ανάμεσα σε δύο χοντρούς κορμούς. Ήταν ντυμένος με μαύρη κάπα, μαύρα ρούχα, μαύρες μπότες, μαύρη μάσκα, και μαύρα γάντια. Στο δεξί του χέρι βαστούσε τα λουριά ενός δράκου.

«Χάφναρ!…» έκανε η Ρικέλθη, ξαφνιασμένη.

Πόσοι καταραμένοι διάολοι βρίσκονται εδώ; γρύλισε εσωτερικά ο Νεκρομέμνων. «Ποιος είσαι και τι θέλεις;» ρώτησε, απότομα. Είχε ακούσει για τους δράκαρχους και ήξερε πόσο επικίνδυνοι ήταν. Αν ο μαυροντυμένος άγνωστος αποφάσιζε να του επιτεθεί, ο δολοφόνος δεν ήταν καθόλου βέβαιος ότι θα μπορούσε να νικήσει.

«Άφησε τη γυναίκα και φύγε,» πρόσταξε ο Χάφναρ, καβαλώντας τη Σρ’άερ και πιάνοντάς την από τα κέρατα, έτοιμος να τη βάλει να εξαπολύσει δρακοφωτιά.

«Θα πεθάνει,» δήλωσε ο Νεκρομέμνων. «Ή εκείνη ή εγώ.»

«Τότε, έχω ήδη κάνει την επιλογή μου,» αποκρίθηκε ο Χάφναρ.

Η Σρ’άερ άνοιξε τα σαγόνια της, στέλνοντας φλόγες καταπάνω στον νεκρενοικημένο δολοφόνο, έτσι ώστε να τον χωρίσει από τη Ρικέλθη, για να μην μπορεί εκείνος να πεταχτεί και να τη σκοτώσει. Ο Νεκρομέμνων, ασφαλώς, το αντιλήφθηκε τούτο, και τινάχτηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Χόρτα, θάμνοι, και δέντρα πυρπολήθηκαν. Αλλά οι φλόγες έσβησαν, σχεδόν τόσο απότομα όσο είχαν ανάψει. Ο Χάφναρ ήξερε καλά πως ένας Αρχέτοπος δεν μπορούσε να καεί από δρακοφωτιά, ή από κανονική φωτιά· ούτε μπορούσε να καταστραφεί με κανέναν άλλο, γνωστό σ’εκείνον τρόπο.

Χίλιες κατάρες επάνω σου, δράκαρχε! σκέφτηκε ο Νεκρομέμνων, καθώς στεκόταν και ατένιζε μια αυτόν και μια το στόχο του. Αντιλαμβανόταν πως, για να σκοτώσει την Αρχόντισσα, θα έπρεπε, πρώτα, να εξολοθρεύσει τον προστάτη της. Πόσους δικούς της ανθρώπους έχει εδώ; Πρέπει να είναι μάγισσα, το δίχως άλλο…

«ΦΥΓΕ!» πρόσταξε ο Χάφναρ. «Αλλιώς θα σε κάψω ζωντανό!» Η Σρ’άερ έφτυσε πάλι δρακοφωτιά.

Ο Νεκρομέμνων έτρεξε, ακούγοντας τα φυλλώματα, τους κορμούς, τους θάμνους, και το χορτάρι να πυρπολούνται πίσω του –κι ακούγοντάς τα, ύστερα, να σβήνουν, όπως είχαν σβήσει και τα προηγούμενα. Χίλιες κατάρες κι επάνω σ’ετούτο τον μαγικό τόπο! Συνέχισε να τρέχει, γιατί έβλεπε πως δεν υπήρχε φανερή λύση στο πρόβλημά του. Για την ώρα, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα…

*

Ο Χάφναρ άφησε τα κέρατα της Σρ’άερ και πλησίασε τη μητέρα του, που βρισκόταν ακόμα στο έδαφος. Τη βοήθησε να σηκωθεί, και η Ρικέλθη μόρφασε από πόνο.

«Χτύπησες;» τη ρώτησε.

«Ο αριστερός μου αστράγαλος,» αποκρίθηκε εκείνη. «Νομίζω ότι τον έστριψα, πέφτοντας. Πώς βρέθηκες εσύ εδώ, Χάφναρ;»

«Όταν μου είπαν στο παλάτι ότι είχες φύγει, δε χρειαζόταν και πολύ μυαλό για να καταλάβω πού θα πήγαινες. Ήμουν βέβαιος ότι θα ερχόσουν να μιλήσεις στον πατέρα.»

Η Ρικέλθη κοίταξε τη μασκοφόρο του όψη· ύστερα, έστρεψε το βλέμμα στο έδαφος. «Το… το ξέρεις, δηλαδή;» Ύψωσε πάλι τα μάτια, για να τον κοιτάξει θυμωμένα. «Εκείνος σ’το είπε;»

«Ναι,» απάντησε ο Χάφναρ, «αφότου έπιασα τη Σρ’άερ.»

Η Ρικέλθη έσφιξε τη γροθιά της επάνω στο μανίκι του δράκαρχου. «Με αγνόησε, στα πάντα!» γρύλισε. «Ο–»

«Μόλις σου έσωσε τη ζωή, μητέρα, στέλνοντάς σε εδώ,» της υπενθύμισε ο Χάφναρ.

«Το ένα δεν αναιρεί το άλλο!» επέμεινε η Ρικέλθη. «Κι επιπλέον, πού είναι το εδώ; Τι μέρος είναι τούτο; Θα χανόμουν για πάντα, αν δεν ερχόσουν εσύ! Ή, μάλλον, ο δολοφόνος της Φερνάλβιν θα με είχε σκοτώσει, προτού πεθάνω από πείνα και δίψα!»

«Η Φερνάλβιν τον έστειλε αυτόν;»

«Ναι, ποιος άλλος; Δεν ξέρεις πόσο με μισεί;»

«Ναι, όμως δε νόμιζα ότι….»

«Έχει γίνει παρανοϊκή τελευταία, Χάφναρ!» είπε, έντονα, η Ρικέλθη. «Θέλει να με βγάλει απ’τη μέση, γιατί πιστεύει ότι σχεδιάζω τη δολοφονία της. Έχει τρελαθεί!»

Εκείνος δεν απάντησε σε τούτα. «Ας επιστρέψουμε στον πατέρα,» πρότεινε. «Μπορείς να βαδίσεις;»

Η Ρικέλθη έκανε μια προσπάθεια. «Όχι.»

Ο Χάφναρ τη σήκωσε στα χέρια. «Γιατί δε μου το είχες πει από πριν;» τη ρώτησε, καθώς βάδιζε μέσα στον Αρχέτοπο, με τη Σρ’άερ πλάι του.

«Ποιο πράγμα;»

«Ότι ο Έζβαρ είναι πατέρας μου, και όχι ο Άνγκεδβαρ! Γιατί, μητέρα;» Η φωνή έβγαινε ξερή από το λαιμό του.

Η Ρικέλθη έγλειψε τα χείλη. «Γιατί… νόμιζα πως αυτό θα ήταν πιο ωφέλιμο για σένα. Και καλύτερα να μην είχες μάθει–»

«Γιατί;» Ο Χάφναρ σταμάτησε να βαδίζει. Τα μάτια του ατένισαν τα δικά της, καθώς την κρατούσε στα χέρια. «Γιατί;»

Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της Ρικέλθης. «Θα σ’άρεσε να σου έλεγα ότι ήσουν ένας… μπάσταρδος, γιε μου; Και… στους υπόλοιπους πώς θα φαινόταν; Είχα και μια φήμη να διατηρήσω. Δεν καταλαβαίνεις;»

«Να μην το έλεγες σε κανέναν άλλο –μονάχα σε μένα! Γιατί ούτε σε μένα;» Τα δάχτυλα των γαντοφορεμένων του χεριών σφίχτηκαν επάνω της, και ο Χάφναρ κατάλαβε πως πρέπει να την πονούσε, έτσι χαλάρωσε τη λαβή του, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα.

Η Ρικέλθη έγλειψε τα χείλη, νευρικά. «Διότι ήσουν μικρός, και δε θα σου έκανε καλό. Ποιος ο λόγος να το ξέρεις; Δε σ’άρεσε να θεωρείς τον εαυτό σου κανονικό μέλος του Οίκου των Νίλγκωρ;»

«Δε μ’άρεσε;» έκανε ο Χάφναρ. «Δεν έχει σημασία τι ‘μ’αρέσει’, μητέρα! Σημασία έχει τι είμαι. Αυτό μόνο ήθελα να ξέρω· κι εσύ μου το έκρυψες…» Ξεκίνησε πάλι να βαδίζει. Η Σρ’άερ πορευόταν σχεδόν αθόρυβα δίπλα του.

«Χάφναρ, δεν το έκανα επίτηδες!» είπε η Ρικέλθη. «Πρέπει να με καταλάβεις. Δεν το έκανα για το κακό σου.»

«Δεν είπα ότι το έκανες για το κακό μου…»

«Για όλα τούτα φταίει ο Έζβαρ, που σ’το είπε!»

«Ο πατέρας έκανε καλά που μου το είπε,» αποκρίθηκε ο Χάφναρ. «Έκανε κάτι που εσύ είχες αργήσει δεκαοχτώ χρόνια να κάνεις.»

«Για το καλό σου· μόνο για το καλό σου, Χάφναρ,» είπε η Ρικέλθη, και ακούμπησε το πρόσωπό της στο στήθος του, κλαίγοντας, καθώς αισθανόταν μια βαθιά θλίψη να την καταπλακώνει. «Για το καλό σου. Σ’αγαπώ, Χάφναρ.»

«Κι εγώ σ’αγαπώ, μητέρα,» είπε εκείνος, «ακόμα και ύστερα απ’όλ’αυτά…» Την έσφιξε κοντά του, και βάδισε μέσα στον Αρχέτοπο, αναζητώντας την έξοδο, με τη μέθοδο που του είχε μάθει ο Έζβαρ: «Τα μονοπάτια που είναι σκοτεινότερα οδηγούν προς τη δική μας πραγματικότητα. Τα μονοπάτια που είναι πιο φωτεινά οδηγούν προς το Τέλειο.»

Ο Χάφναρ ακολούθησε τα σκοτεινά μονοπάτια.

 

 


Κεφάλαιο 16
Το Ξεκίνημα μιας Επικίνδυνης Αποστολής: Γνωριμίες με τους Συντρόφους· μια Θυσία Απόπλου

 

Ο Σαμόλθιρ χασμουρήθηκε, καθισμένος στην πλώρη του Κυματόλυκου, καθώς ο ήλιος ανέτειλε. Ήταν ντυμένος με τα ναυτικά του ρούχα, και ένα χαρακτηριστικό, στραβό καπέλο βρισκόταν στο κεφάλι του. Οι άνθρωποί του ετοίμαζαν το καράβι ολονυχτίς και τώρα ήταν σχεδόν έτοιμο να σαλπάρει. Πρέπει να είχαν πάρει όλα τα απαραίτητα, για το ταξίδι που θα ξεκινούσαν. Ποιο ταξίδι, δηλαδή; –την ειδική αποστολή που θα ξεκινούσαν. Πάντως, ο Φένταρ είχε αναλάβει να ελέγξει τα εφόδια και τους εξοπλισμούς, έτσι ο Σαμόλθιρ δεν είχε καμία αμφιβολία πως θα είχαν μαζί τους ακριβώς ό,τι θα τους χρειαζόταν· τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Ο Ξεχασμένος ήταν πρακτικός άνθρωπος.

«Καπ’τάνιε, θες τίποτα να φας;» ρώτησε ένας ναύτης. «Ο μάγειρος κάτι μαγειρεύει.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Σαμόλθιρ. «Φέρε τίποτα. Και κάνα καφέ, άμα υπάρχει.»

«Μά’στα, Καπ’τάνιε!» είπε ο ναύτης, και κατέβηκε τη σκάλα του Κυματόλυκου.

Μόλις είχε χαθεί από τα μάτια του Σαμόλθιρ, παρουσιάστηκε ο Φένταρ, ανεβαίνοντας τη σκάλα. Έριξε μια ματιά στο κατάστρωμα και φώναξε σ’έναν ναύτη: «Εσύ! Έλα δω.»

Ο νεαρός στράφηκε. Άφησε το σκοινί που τύλιγε και πλησίασε τον τυχοδιώκτη, ο οποίος του έδωσε ένα χάλκινο και είπε: «Πήγαινε στον Χαριτωμένο Χορευτή και πες στον πανδοχέα Ράνιρ πως όλα είναι καλά και ξεκινάω. Βιάσου.»

«Μάλιστα, κύριε Φένταρ,» αποκρίθηκε ο ναύτης, και κατέβηκε τη ράμπα που συνέδεε το πλοίο με τις αποβάθρες.

«Φένταρ!» φώναξε ο Σαμόλθιρ. «Ζύγωσε δω, κοπέλι μου.» Έκανε νόημα, με το χέρι.

Ο τυχοδιώκτης πλησίασε, και στάθηκε μπροστά από τον Κυματοπαλαιστή, περνώντας τους αντίχειρες στη ζώνη του. Ο Σαμόλθιρ παρατήρησε ότι υπήρχε εκείνη η παλιά γυαλάδα στα μάτια του κι εκείνο το σαρδόνιο, αχνό μειδίαμα στα χείλη του.

Γέλασε. «Το φχαριστιέσαι, άρρωστο καθίκι!»

«Τα λεφτά σκέφτομαι,» δήλωσε ο Φένταρ, αλλά το μειδίαμά του πλάτυνε.

«Το φαγητό και ο καφές, Καπ’τάνιε.» Ένας ναύτης πλησίασε, βαστώντας μια αχνιστή κούπα και ένα ξύλινο μπολ, μέσα στο οποίο υπήρχε ζεστό ψωμί, βούτυρο, και ένα πλατύ, μικρό μαχαίρι.

«Νάσαι καλά, κοπέλι μου,» είπε ο Σαμόλθιρ, παίρνοντας εκείνα που ο νεαρός τού πρόσφερε. «Θα φας τίποτα, Φένταρ;»

«Αργότερα, ίσως,» αποκρίθηκε εκείνος, «όταν σαλπάρουμε.»

«Νομίζεις ότι είμαστ’ έτοιμοι γι’αναχώρηση;»

Ο Φένταρ ένευσε. «Ναι. Εκτός κι αν έχεις κάτι ιδιαίτερο στο νου σου. Όμως, όπως σου τόνισα και πριν, δε μας παίρνει ν’αργήσουμε· η αποστολή μας βασίζεται στην ταχύτητα.»

«Και όχι μόνο εκεί…» μουρμούρισε ο Σαμόλθιρ, πίνοντας μια γουλιά αχνιστό καφέ.

Ο Φένταρ ένευσε πάλι, συμφωνώντας. Ήξερε πολύ καλά πως η διάσωση αυτής της Νίθρα δε θα ήταν καθόλου εύκολη δουλειά· αλλά έπρεπε να κάνει το παν, για να την πάρει από τους Ρουζβάνους –τόσα χρήματα τον περίμεναν, αν τα κατάφερνε.

«Να φχαριστείς τον Βάνραλ και τον Τάρχεμοθ, που έχει καλοκαιρία σήμερα και θα σαλπάρουμ’ αυθημερόν, φίλε μου,» είπε ο Σαμόλθιρ τρώγοντας. «Είναι κάτι μέρες που ο αγέρας λυσσομανά με τέτοια μάνητα, που θάλεγες πως ο Βάνραλ τσακώνεται με τη γυναίκα του, κει πάνω στους αιθέρες· και κάτι άλλες μέρες που τα κύματα ’ναι τόσο ταραγμένα, που θάλεγες πως ο Τάρχεμοθ πηδιέται με τις θαλασσονύμφες του.»

Ο Φένταρ γέλασε. «Τότε, θα πρέπει να αισθανόμαστε χαρούμενοι, αφού έχουμε και τους θεούς με το μέρος μας… Αλλά, βέβαια…» –το βλέμμα του πήγε προς τις Μιρλίμιες φόνισσες, οι οποίες ανέβαιναν στο κατάστρωμα, βγαίνοντας απ’το αμπάρι, όπου, μαζί μ’εκείνον, επέβλεπαν τις προετοιμασίες των εφοδίων– «…υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι που σέρνουν την Τύχη ξοπίσω τους.»

Ο Φένταρ έκανε νόημα στις γυναίκες να πλησιάσουν, κι αυτές κατευθύνθηκαν προς εκείνον και τον Καπετάνιο, βαδίζοντας άνετα επάνω στην κουβέρτα, σα να είχαν μεγαλώσει σε καράβι. Ωστόσο, παρατήρησε ο τυχοδιώκτης, αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά στο κανονικό τους βάδισμα. Τις είχε δει να περπατάνε στην οικία του Σαμόλθιρ, και έπρεπε να παραδεχτεί πως οι κυρίες κινούνταν σαν γάτες.

Η Αστρογέννητη σταύρωσε τα χέρια μπροστά της. «Τι είναι;»

«Όλα ’ντάξει κάτω;» τη ρώτησε ο Φένταρ.

Η Μιρλίμια ένευσε.

«Ποιος είν’ο εργοδότης σου, Φένταρ;» θέλησε να μάθει η Χρυσοδάκτυλη, τραβώντας ένα λιγνό στιλέτο απ’το δεξί της μανίκι κι αρχίζοντας να καθαρίζει τα νύχια της.

«Δεν ξέρω τ’όνομά του, ούτε έχω δει το πρόσωπό του,» αποκρίθηκε εκείνος, «όμως γνωρίζω πως είναι άρχοντας και πως πληρώνει καλά.»

«Πάντως, μάγκα μου, για να το πούμε και σταράτα κιόλας, εμένα με παραξενεύει που ένας δικός μας άρχοντας θέλει να σώσει μια αιχμάλωτη Ρουζβάνη,» είπε ο Σαμόλθιρ, εξακολουθώντας να τρώει. Ανασήκωσε τους ώμους, καθώς έπινε μια γουλιά καφέ. «Ποιος ο λόγος, δηλαδή; Τι έχει να κερδίσει ο τύπος;»

«Πιθανώς να πρόκειται για προσωπική του υπόθεση. Ίσως, μάλιστα, νάναι κι ο ίδιος Ρουζβάνος. Όμως, δεν ξέρω, δεν είμαι καθόλου σίγουρος γι’αυτό το τελευταίο…»

«Είναι σα να κάνεις βουτιά σε σκοτεινά νερά,» είπε η Χρυσοδάκτυλη, θηκαρώνοντας πάλι το στιλέτο της στο μανίκι. «Ανοησία.»

«Εκεί στα σκοτεινά νερά, όμως, ίσως ν’απαντήσω έναν θησαυρό,» αποκρίθηκε ο Φένταρ.

«Ή καρχαρίες…»

«Γιατί ήρθες, τότε;» αντιγύρισε ο τυχοδιώκτης, με μια επικίνδυνη λάμψη στα μάτια.

«Επειδή ο Σαμόλθιρ με πλήρωσε για να έρθω,» απάντησε, ευθέως, η Χρυσοδάκτυλη. «Προσωπικά, αμφιβάλλω αν θα κατορθώσετε τίποτα. Κι απορώ σε τι μπορεί να χρειαστείτε τις δικές μας υπηρεσίες…»

«Στη διάσωση της Ρουζβάνης, προφανώς,» είπε ο Φένταρ.

«Δε δουλεύουμε ως σωτήρες,» τόνισε η Μιρλίμια. «Σκέφτεσαι, μήπως, να σκοτώσεις κάποιον;»

«Αν χρειαστεί, για να πραγματοποιηθεί η διάσωση, ναι.»

Ένας ναύτης πλησίασε. «Κύριε Φένταρ, μετέφερα το μήνυμά σας στον πανδοχέα.»

«Ωραία,» αποκρίθηκε ο Φένταρ. «Είμαστε, επομένως, έτοιμοι για να σαλπάρουμε. Εκτός κι αν θέλει, πρώτα, κανείς να κατεβεί απ’το πλοίο.» Έριξε ένα έντονο βλέμμα στη Χρυσοδάκτυλη, η οποία τον αγριοκοίταξε, δίχως ν’αποκριθεί.

«Το λοιπόν,» είπε ο Σαμόλθιρ, και σηκώθηκε όρθιος, αφήνοντας το φαγητό και τον καφέ του (τα οποία είχαν σχεδόν τελειώσει) παραδίπλα. «Πάψτε να τρώγεστε σαν τα κοκόρια, να σαλπάρουμε.

»Σηκώστε τις άγκυρες!» φώναξε στο πλήρωμά του. «Και κατεβάστε τα πανιά! Ζίβιαν! Πούσαι, Ζίβιαν;»

Ένας νάνος ξεπρόβαλλε πίσω από μερικούς άλλους. Ο άνθρωπος ήταν τόσο κοντός, που ο Φένταρ αμφέβαλλε αν έφτανε ως τη μέση του. Φορούσε ρούχα που κανείς θα περίμενε να δει επάνω σε άστεγο λιμανοπαίδι, και βάδιζε ξυπόλυτος. Στη μέση του ήταν περασμένο ένα πλατύ μαχαίρι. Το μουστάκι του ήταν μαύρο και φουντωτό, ενώ τα μαλλιά του αραιά και στην κορυφή του κεφαλιού του σχημάτιζαν μια καράφλα· παρ’όλ’αυτά, ο νάνος διατηρούσε την κόμη του μακριά και δεμένη αλογοουρά. Στο σαγόνι είχε μια άσχημη χαρακιά· μάλλον, ουλή από μαχαίρι.

«Εδώ, Καπετάνιο!» αποκρίθηκε ο Ζίβιαν. «Τι θες;»

«Τίποτα,» αποκρίθηκε ο Σαμόλθιρ. «Απλά σ’είχα χάσει, και ήθελα να ξέρω ότι είσαι πάνω. Είναι κι όλ’ οι υπόλοιποι εδώ;»

«Νομίζω, Καπ’τάνιε,» είπε ο Ζίβιαν, ζυγώνοντας τον Κυματοπαλαιστή, τον Φένταρ, και τις Μιρλίμιες, με μικρά αλλά γοργά βήματα. Όταν βρισκόταν στην πλώρη, στράφηκε στην κουβέρτα, για να ρίξει μια καθολική ματιά. «Ναι, όλοι δω πρέπει νάναι…» Όμως φώναξε στους ναύτες: «Πλήρωμα! Λείπει κανείς;»

Σε λίγο, πήρε την απάντησή του από ένα ναυτικό φανερά ψημένο στη θάλασσα: «Όχι, Ζίβιαν. Ουδένας, να πούμε. Όλοι πάνω είναι.»

Οι άγκυρες είχαν ήδη σηκωθεί, και ο Σαμόλθιρ φώναξε: «Πανιά! Και ξεκινάμε!»

Τα ιστία του Κυματόλυκου άνοιξαν, και το πλοίο άρχισε να βγαίνει απ’το λιμάνι της Νουάλβορ.

«Κατεύθυνση νοτιοδυτική!» πρόσταξε ο Σαμόλθιρ, με δυνατή φωνή που, αν την έβγαζε στην οικία του, θ’αντηχούσαν όλα τα δωμάτια κι οι γαλαρίες. «Νοτιοδυτική! Προς τις Νήσους Λάβηθ!»

Ύστερα, είπε στον Φένταρ και στις Μιρλίμιες: «Να σας γνωρίσω και το Λοστρόμο μου, τον κύριο Ζίβιαν.» Έδειξε το νάνο, μ’ένα κούνημα του κεφαλιού. «Ζίβιαν, αυτός είναι ο Φένταρ, που σου έλεγα· και οι κυρίες βρίσκονται εδώ για την προσωπική μου προστασία: είναι εκπαιδευμένες στα όπλα.»

«Γοητεμένος.» Ο νάνος έκανε μια σύντομη υπόκλιση μπροστά στις Μιρλίμιες. Από το χαμόγελό του έλειπαν μερικά δόντια.

Η Αστρογέννητη και η Χρυσοδάκτυλη δεν αποκρίθηκαν.

Ο Ζίβιαν στράφηκε στον Σαμόλθιρ. «Μουγκές είναι, Καπετάνιο;»

«Όχι,» είπε η Αστρογέννητη.

«Μά’στα,» έκανε ο Ζίβιαν. «Καταλαβαίνω. Δεν ήθελα να προσβάλλω με κάποιον τρόπο, πάντως…»

«Δεν προσβληθήκαμε,» τον διαβεβαίωσε, λακωνικά, η Χρυσοδάκτυλη.

Ο Ζίβιαν έστρεψε το βλέμμα του στον Φένταρ. «Χμμμμμ…» έκανε, κοιτάζοντάς τον πατόκορφα. «Αναρωτιέμαι αν όσα λέει ο Καπ’τάνιος για σένανε αληθεύουν.»

«Θα ήθελες να διαπιστώσεις κάτι;» τον ρώτησε ο τυχοδιώκτης, μειδιώντας στραβά αλλά φιλικά.

«Αρκετά με τις συστάσεις, ομορφόπαιδά μου,» τους διέκοψε ο Σαμόλθιρ. «Πού είναι κείνος ο λέτσος, ο ναυτιερέας μας;»

«Να πα να τον φωνάξω, Καπετάνιο;» πρότεινε ο Ζίβιαν.

«Τράβα.»

Ο νάνος αποχώρησε, πλησιάζοντας την καταπακτή.

«Έγινες και θεοσεβούμενος άνθρωπος, Σαμόλθιρ…» παρατήρησε ο Φένταρ.

«Σε παρακαλώ,» αποκρίθηκε εκείνος, χαμογελώντας μέσ’απ’τα μούσια του, «πάντοτε ήμουν!»

«Σε ποιους θεούς προσεύχεστε εσείς;» ρώτησε ο Φένταρ τις Μιρλίμιες.

«Να κοιτάς τη δουλειά σου,» αντιγύρισε η Αστρογέννητη.

«Και να προσεύχεσαι στους δικούς σου θεούς,» πρόσθεσε η Χρυσοδάκτυλη.

Ο Φένταρ γέλασε, κουνώντας το κεφάλι του.

Ο ιερέας του σκάφους δεν άργησε ν’ανεβεί στην κουβέρτα, μαζί με τον Ζίβιαν. Ήταν ψηλός και λιγνός, και πλάι στο νάνο έμοιαζε σκελετωμένος γίγαντας, ντυμένος με μακρύ, σκούρο-μπλε ράσο, επάνω στο οποίο βρίσκονταν κεντημένα διάφορα σύμβολα ιερά στον Τάρχεμοθ, Άρχοντα των Βυθών, των Θαλασσοπνιγμένων Νεκρών, και της Θαλασσοταραχής. Τα μαλλιά του ιερέα ήταν μακριά, καστανά και λυτά, πέφτοντας στους ώμους του σαν πλοκάμια χταποδιών –ο Φένταρ διαπίστωσε πως ο Σαμόλθιρ δεν τον είχε τυχαία αποκαλέσει λέτσο. Αναρωτιέμαι αν τούτος ο άνθρωπος έχει ποτέ στη ζωή του λουστεί! Και, σα να μην έφταναν όλα αυτά, το αριστερό του μάτι ήταν τυφλό· μονάχα ένας άσπρος βολβός φαινόταν και καθόλου κόρη.

«Να σας γνωρίσω το Ναυτιερέα Κάντιρ!» είπε ο Σαμόλθιρ. «Σεβασμιότατε, απο δώ ο Φένταρ, φίλος μου, και οι κυρίες Αστρογέννητη και Χρυσοδάκτυλη, φίλες μου επίσης.»

«Χαίρετε, τέκνα μου,» αποκρίθηκε ο ιερέας, και έβγαλε απ’το ράσο του ένα περιδέραιο για να το φιλήσουν. Στο τέλος του περιδέραιου, κρεμόταν ένας αργυρός οκτάπους, μία από τις προσωποποιήσεις του Τάρχεμοθ.

Ο Φένταρ έκλινε το κεφάλι του και φίλησε το σύμβολο, προσπαθώντας να το αγγίξει όσο το δυνατόν λιγότερο· άλλωστε, ο ναυτιερέας το είχε μέσα στο ράσο του προτού το βγάλει.

Οι Μιρλίμιες μιμήθηκαν τον τυχοδιώκτη, προς έκπληξή του. Επομένως, πιστεύουν κι αυτές στον Τάρχεμοθ, σκέφτηκε. Ή ίσως απλά να μη θέλουν να προσβάλουν το λέτσο και να προκαλέσουν πρόβλημα.

Ο Σαμόλθιρ φίλησε τον αργυρό οκτάπους, και είπε: «Θα κάνουμε τη θυσία, Θαλασσοπατέρα;»

«Ασφαλώς, Καπετάνιε,» αποκρίθηκε εκείνος, κι έριξε ένα νοηματικό βλέμμα στον Ζίβιαν, ο οποίος έτρεξε στο κατάστρωμα, φωνάζοντας στους ναύτες να φέρουν καυσόξυλα, για να γεμίσουν το μαγκάλι στην πλώρη.

Ο Φένταρ και οι υπόλοιποι περίμεναν, μέχρι δύο από τους άντρες του πληρώματος ν’ανάψουν τη φωτιά. Εν τω μεταξύ, ο Κυματόλυκος είχε βγει από το λιμάνι της Νουάλβορ και έπλεε πια στο πέλαγος.

Ο Κάντιρ άφησε στις σανίδες έναν δερμάτινο σάκο που κρατούσε και έβγαλε από μέσα ένα μεγάλο χταπόδι.

«Σιωπή!» φώναξε ο Ζίβιαν στο πλήρωμα στην κουβέρτα. «Η θυσία αρχίζει. Δείξτε σεβασμό!»

Ο Κάντιρ κάρφωσε τους πάντες μ’ένα διαπεραστικό βλέμμα, μέχρι που δεν ακουγόταν κιχ, πέρα από τον ήχο των κυμάτων, του αέρα, και του τριξίματος του πλοίου.

Ο ναυτιερέας ύψωσε το μεγάλο χταπόδι, με τα δύο χέρια, πάνω απ’το κεφάλι του. «Ω Μέγα Τάρχεμοθ, Άρχων των Βυθών, της Κουαλανάρα Θαλασσοκράτορ, Φύλακα των Θαλασσοπνιγμένων Νεκρών, υποκλινόμενοι ενώπιόν σου τούτο το πρωινό» –ο Σαμόλθιρ γονάτισε, και οι υπόλοιποι τον μιμήθηκαν, ώστε μονάχα ο Κάντιρ να παραμείνει όρθιος επάνω στο πλοίο– «σου προσφέρομεν θυσίαν!» Άφησε το χταπόδι να πέσει στις φλόγες του μαγκαλιού, οι οποίες αναπήδησαν και έτριξαν δυνατά. «Το έλεος σου ικετεύοντες, θυσιάζομεν δια σε, Θαλασσοκράτορ. Των κυμάτων σου τη μάνητα να μην εύρομεν, και των πυθμένων σου την πείνα να μην γνωρίσομεν. Ευχόμεθα και προσευχόμεθα δια την αιώνιάν σου δόξαν!»

Ο ιερέας έπαψε να μιλά, και σιγή απλώθηκε πάλι, καθώς η θυσία προσφερόταν στον Τάρχεμοθ και το χταπόδι κατατρωγόταν από τις φλόγες του μαγκαλιού, ώσπου αυτές έσβησαν και ο Κάντιρ άδειασε τις στάχτες και τα κάρβουνα στο πέλαγος.

«Τοιουτοτρόπως τιμώμεν σε, Μέγα των Βυθών Άρχων!»

Ο Σαμόλθιρ σηκώθηκε όρθιος, και οι υπόλοιποι τον μιμήθηκαν ξανά. «Η θυσία ολοκληρώθηκε,» τους φώναξε. «Επιστρέψτε στις δουλειές σας.»

 

 


Κεφάλαιο 17
Κρυφοί, Πιθανοί, και Αληθινοί Πόλεμοι

 

Βρίσκονταν σ’ένα ύψωμα του εδάφους, απ’όπου η κεντρική δημοσιά κατέβαινε απότομα και σχετικά επικίνδυνα. Ο Βάνμιρ είχε τραβήξει τα γκέμια του αλόγου τους, κάνοντας το κάρο να σταματήσει. Αλλά η ανησυχία του δεν ήταν για την απότομη κλίση του εδάφους, πάρα γι’αυτό που μπορούσε ν’αντικρίσει από κάτω του. Στην απόσταση, ατένιζε το Δρακοδάσος ν’απλώνεται ανατολικά του δρόμου, σαν πράσινη θάλασσα, ενώ στα δυτικά φαίνονταν οι πρόποδες των βουνών· επάνω στην ίδια τη δημοσιά, όμως, ήταν ο λόγος που ο Βάνμιρ είχε κάνει στάση. Γιατί εκεί φαινόταν ένα ολόκληρο φουσάτο να προελαύνει εσπευσμένα, ενώ μια σημαία κυμάτιζε στον άνεμο.

«Έρχονται για μας…» μουρμούρισε.

«Για μας!» έκανε, έκπληκτη, η Ρικνάβαθ. «Μα, λογικά, ο πατέρας σου, θα έστελνε ανθρώπους του από–»

«Δεν εννοώ αυτό. Κατ’αρχήν, δεν είναι του πατέρα μου,» εξήγησε ο Βάνμιρ. «Αυτός ο στρατός έρχεται για να μας συντρέξει εναντίον του Θηρίου και των Ποιμένων του.»

«Άργησε λίγο, πρέπει να παρατηρήσω…» σχολίασε, ειρωνικά, η Ρικνάβαθ.

Ο Βάνμιρ μειδίασε. «Ναι, προφανώς.» Έδειξε με τον αντίχειρά του το πίσω μέρος του κάρου. «Κάπου εκεί έχω ένα κιάλι. Θυμάσαι πού βρίσκεται;»

«Όχι· τι το θέλεις;»

«Να ρίξω μια ματιά στη σημαία τους, αν και είμαι σίγουρος πως είναι της θείας μου, Φερνάλβιν.»

«Πάμε πιο κοντά, να δούμε,» πρότεινε η Καρμώζ. «Υποθέτω πως δε θα μας πειράξουν.»

Ο Βάνμιρ ένευσε και φόρεσε την κουκούλα της κάπας του. «Το πολύ-πολύ να μας ρωτήσουν αν είδαμε τίποτα παράξενο στα βόρεια.»

«Και τι θα τους πούμε;»

«Ότι δεν είχαμε πάει μέχρι το Ράλτον, επειδή ακούσαμε φήμες για έναν στρατό Ποιμένων.» Άρπαξε τα γκέμια και χτύπησε το άλογο, κάνοντας το κάρο να ξεκινήσει να κυλά επάνω στην κατηφορική δημοσιά.

Όταν απάντησαν το φουσάτο ήταν μεσημέρι, και ένας έφιππος διοικητής, ντυμένος με αρθρωτή αρματωσιά και κράνος, τους πρόσταξε να σταματούσαν.

«Μας συγχωρείτε για την καθυστέρηση, έμπορες,» είπε (Ωραία, σκέφτηκε ο Βάνμιρ, μας πέρασε για εμπόρους), «μα πρέπει να σας κάνουμε κάποιες ερωτήσεις.»

«Ευχαρίστως ν’απαντήσουμε, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ, δίχως να βγάλει την κουκούλα του κι έχοντας το βλέμμα στραμμένο στο χώμα. «Υπάρχουνε προβλήματα σε τούτους τους τόπους;»

«Αυτό ακριβώς ήθελα να σε ρωτήσω κι εγώ,» εξήγησε ο διοικητής, ατενίζοντάς τον προσεκτικά μέσα απ’το κράνος του. «Υπάρχουν προβλήματα στα βόρεια σύνορα; Είδατε, μήπως, κάποιο στρατό να επιτίθεται στο κάστρο Ράλτον;»

«Δεν τολμήσαμε να ζυγώσουμ’ εκεί, Άρχοντά μου,» είπε ο Βάνμιρ, «γιατί ακούσαμε λόγια, ότι μια ορδή Ποιμένων της Στέπας κατέβαινε κι ότι μεγάλη καταστροφή σύντομα θα γινόταν, κι ότι ένα… θηρίο ήταν αρχηγός των Ποιμένων –το Θηρίο που ο Φύλακας Άραντιρ πολέμησε πριν από χρόνια και τώρα επέστρεψε, από εκδίκηση.»

«Πιστεύουν πολλοί σ’ετούτα;»

«Τον ερχομό των Ποιμένων και του Θηρίου, Άρχοντά μου; Ναι, όλοι πιστεύουν, φυσικά. Το έχουνε δει από απόσταση και τόχουν ακούσει να βρυχάται.»

«Τότε, ίσως θα έπρεπε να βιαστούμε περισσότερο…» είπε ο διοικητής, σα να μονολογούσε. Φάνηκε σκεπτικός, για λίγο, βαστώντας τα χαλινάρια του αρματωμένου του ίππου· ύστερα, απευθύνθηκε πάλι στον Βάνμιρ: «Πέρασε, έμπορα, και καλό σου ταξίδι.» Πρόσταξε τους μαχητές του να παραμερίσουν από τη δημοσιά, ώστε να κάνουν χώρο στο κάρο για να περάσει.

«Χίλια ευχαριστώ, Άρχοντά μου. Ο Βάνραλ μαζί σας,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ, και χτύπησε τ’άλογό του. Το κάρο κύλησε πάνω στον πλακόστρωτο δρόμο, περνώντας δίπλα από τους στρατιώτες της Επάρχου-Κεντροφύλακος Φερνάλβιν –ο νεαρός Ωθράγκος είχε πλέον δει το σύμβολο στη σημαία τους, και δεν είχε καμία αμφιβολία από ποιον ήταν σταλμένοι.

Η Ρικνάβαθ δεν είχε καταλάβει ολόκληρη τη συζήτηση του Βάνμιρ με το στρατιωτικό διοικητή, όμως είχε αντιληφθεί ότι ο πρώτος κατάφερε να κοροϊδέψει τον δεύτερο, σχετικά με την ταυτότητά του. Γέλασε, καθώς το κάρο τους απομακρυνόταν από τους Ωθράγκος μαχητές. «Είσαι καλός σε όλα, τελικά, Βάνμιρ;» ρώτησε.

Εκείνος χαμογέλασε πικρά, ενθυμούμενος τον πατέρα του και άλλα. «Όχι, όχι σε όλα, δυστυχώς…»

Η Ρικνάβαθ κατάλαβε σε τι αναφερόταν ο φίλος της, και δεν είπε τίποτα που ήξερε ότι, κατά πάσα πιθανότητα, θα τον στεναχωρούσε. Έτσι, άλλαξε την κουβέντα: «Το Θηρίο, η Λα-Κάρχ’νιι, πρέπει να είχε διαισθανθεί ότι κάτι κακό συνέβαινε στο Νότο…»

Ο Βάνμιρ έστρεψε το πρόσωπό του, για να την κοιτάξει. Αμέσως, η μελαγχολική του όψη είχε χαθεί, και τα μάτια του γυάλιζαν από περιέργεια και ενδιαφέρον. «Σου είχε… αναφέρει κάτι;»

«Όχι,» απάντησε η Ρικνάβαθ. «Για την ακρίβεια, μου εξηγούσε λίγα, πολύ λίγα, απ’όσα σκόπευε να πράξει. Απλά, ζητούσε από μένα να είμαι πιστή, να μην αμφισβητώ τις αποφάσεις της. Όμως τώρα σκέφτομαι το εξής, Βάνμιρ: Το Θηρίο ήθελε να κατεβεί στο Νόρβηλ· δε νομίζω ότι ήθελε μονάχα να πάει στο Ράλτον, για να εκδικηθεί το θεό σου και να φύγει. Όχι, ήθελε να σμπαραλιάσει το κάστρο και τον Ούργκολ, ώστε να περάσει και να προχωρήσει νότια.»

«Είσαι βέβαιη για τούτο;»

«Όσο βέβαιη μπορώ να είμαι. Δε νομίζω πως στόχος του Θηρίου ήσουν εσύ και οι υπόλοιποι ένοικοι του Ράλτον, άνθρωποι και μη· απλά, η Λα-Κάρχ’νιι έβλεπε την όλη υπόθεση ως μια ευκαιρία για να πατσίσει με τον Ούργκολ… με τον οποίο είχε λογαριασμούς από χρόνους αρχαίους, σωστά; Μάλιστα, τώρα που το θυμάμαι, τη φώναξες μ’ένα συγκεκριμένο όνομα –ή, μάλλον, ο Αρχαιοφύλακας τη φώναξε μέσα από σένα–, όταν πολεμούσατε. Ποιο ήταν το όνομα;…» Συνοφρυώθηκε.

«Μ’έχεις μπερδέψει, Ρικνάβαθ,» είπε ο Βάνμιρ, όμως προσπάθησε κι εκείνος να θυμηθεί το όνομα. Και το θυμήθηκε. «Γκιζνάρβαθ! Γκιζνάρβαθ, την αποκάλεσε.»

Η Ρικνάβαθ ένευσε. «Ναι. Και…» Βλεφάρισε, ξαφνιασμένη. «Αυτό είναι όνομα των Καρμώζ!» παρατήρησε.

«Δηλαδή, το Θηρίο ήταν Καρμώζ;» απόρησε ο Βάνμιρ.

Η Ρικνάβαθ κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω. Δεν έχω ιδέα. Η Λα-Κάρχ’νιι –όπως την αποκαλούσαν οι Ποιμένες– δεν ήταν καν άνθρωπος! Ήταν… ένα θηρίο ήταν· ένα τέρας.»

«Μια θεά μέσα στο σώμα ενός τέρατος,» διόρθωσε ο Βάνμιρ. «Μια θεά των Καρμώζ, ίσως; Δεν έχεις ξανακούσει τ’όνομά της, Ρικνάβαθ;»

«Τ’όνομά της δεν είναι και τόσο σπάνιο στα μέρη μου,» είπε εκείνη. «Βέβαια, δεν είναι και το πιο συνηθισμένο που θα συναντήσει κανείς, αλλά, συνήθως, τα ονόματα των θεών είναι μοναδικά. Γκιζνάρβαθ σημαίνει καταιγίδα πάγου· και, ιδιαίτερα, καταιγίδα πάγου που συναντά κανείς στα ορεινά σημεία.»

«Ίσως οι υπόλοιποι θεοί να την εξόρισαν από τα μέρη των Καρμώζ, ή ίσως να έφυγε από μόνη της. Ίσως να ήθελε να πάει– Αλλά, ξέχασα, δεν είναι ακριβώς έτσι.»

«‘Δεν είναι ακριβώς έτσι’; Τι εννοείς;»

«Ήμουν έτοιμος να πω ότι ίσως ήθελε να πάει σε πιο πολιτισμένες περιοχές· γιατί, ξέρεις, εδώ πέρα νομίζουμε ότι τα μέρη των Καρμώζ είναι κάπως πιο βαρβαρικά απ’ό,τι μου τα περιέγραψες.»

«Δεν είναι και τόσο παράλογο που το πιστεύετε τούτο,» είπε η Ρικνάβαθ. «Άλλωστε, κανείς σας δεν έρχεται στην Αυτοκρατορία μας.»

«Δεν μπορεί να έρθει,» τόνισε ο Βάνμιρ. «Θα πεθάνει από το ψύχος.»

Η Ρικνάβαθ κατένευσε, και συνέχισε την προηγούμενή τους συζήτηση: «Τέλος πάντων· το θέμα δεν είναι γιατί έφυγε το Θηρίο από τα μέρη μας, αλλά γιατί ήθελε να έρθει στο Νότο. Νομίζω, λοιπόν, ότι είχε αισθανθεί την παρουσία του δαίμονα που μου μίλησε, και επιθυμούσε την εξολόθρευσή του. Στο δρόμο, βέβαια, αποφάσισε να πάρει και την εκδίκησή της.»

«Και γιατί να τον αισθανθεί μόνο το Θηρίο, Ρικνάβαθ;» έθεσε το ερώτημα ο Βάνμιρ. «Γιατί να μην τον αισθανθούν κι άλλοι θεοί; Γιατί να μην τον αισθανθεί ο Ούργκολ;»

Η Ρικνάβαθ δάγκωσε το κάτω χείλος της, σκεπτικά. «Καλή ερώτηση… Δεν έχω απάντηση. Οι θεοί είναι παράξενα όντα. Ίσως θα έπρεπε να συμβουλευτούμε κάποιον ιερέα…;» Έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στον Βάνμιρ.

«Ίσως,» αποκρίθηκε εκείνος. «Όταν πάμε στην Έριγκ. Τι λες;»

Η Καρμώζ ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω την Έριγκ. Είναι μεγάλη πόλη;»

«Ναι. Βρίσκεται, θεωρητικά, στο κέντρο του Βασιλείου, και αποτελεί θέση του Κεντροφύλακα, ο οποίος είναι υπεύθυνος για όλα τα κεντρικά εδάφη του Νόρβηλ.»

«Μάλιστα…» είπε η Ρικνάβαθ.

«Η τωρινή Κεντροφύλακας είναι η θεία μου, Φερνάλβιν,» εξήγησε ο Βάνμιρ.

«Θα πάμε να τη βρούμε;»

Εκείνος αναστέναξε. «Είμαι διστακτικός,» παραδέχτηκε, και τράβηξε τα γκέμια του αλόγου, για να κάνει το κάρο να στρίψει ανατολικά, βγαίνοντας από τη δημοσιά και μπαίνοντας στις παρυφές του Δρακοδάσους. «Θα σταματήσουμε εδώ, για μεσημέρι. Το ζώο μοιάζει πολύ ταλαιπωρημένο.» Κατέβηκε από τη θέση του οδηγού.

«Φυσικό είναι,» είπε η Ρικνάβαθ. «Όλο το βράδυ μάς ταξίδευε. Πρέπει νάναι καλής ράτσας.»

«Είναι.» Ο Βάνμιρ το έλυσε από το κάρο και το άφησε να μασουλήσει το χορτάρι.

Η Ρικνάβαθ κατέβηκε απ’τη θέση του οδηγού. «Σχετικά με τη θεία σου, τι ακριβώς φοβάσαι; Ότι θα σε προδώσει στον πατέρα σου;»

«Δε θα το θεωρούσα απίθανο,» είπε ο Βάνμιρ. «Δε με συμπαθεί και τόσο.»

«Γιατί;»

«Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος. Γενικά, οι περισσότεροι δε με συμπαθούν πολύ, Ρικνάβαθ…»

«Παράξενο,» είπε η Καρμώζ, ακουμπώντας την πλάτη της επάνω στο κάρο. Τον κοίταξε από πάνω ως κάτω, καθώς εκείνος είχε βγάλει την κουκούλα του. Εγώ σε βρίσκω μάλλον συμπαθητικό, Βάνμιρ, σκέφτηκε. Αλλά καλύτερα να μη σε θεωρώ τέτοιον· δε θα ήθελα να πεθάνεις, σαν τους άλλους…

Ο νεαρός Ωθράγκος γέλασε. «‘Παράξενο’; Αυτό είναι παράξενο!»

Η Ρικνάβαθ κοκκίνισε, πιστεύοντας ότι εκείνος είχε μαντέψει τους συλλογισμούς της.

«Εννοώ,» είπε ο Βάνμιρ, νομίζοντας, από την έκφρασή της, πως την είχε προσβάλει, «ότι είναι παράξενο που θεωρείς παράξενο το ότι δε με συμπαθούν πολύ.»

«Ααα…» έκανε η Ρικνάβαθ. Ανόητη! συλλογίστηκε. «Ναι, αυτό κατάλαβα,» είπε ψέματα. «Κι εξακολουθώ να το θεωρώ παράξενο.» Χαμογέλασε. Μετά, σκέφτηκε ότι πρέπει να έλεγε πάλι χαζομάρες, και άλλαξε το θέμα: «Δε βγάζουμε τίποτα για να φάμε; Πεθαίνω της πείνας.»

Ο Βάνμιρ ανασήκωσε τους ώμους και έφερε φαγητό από το κάρο. Κάθισαν κάτω από ένα δέντρο, για να γευματίσουν. Η ημέρα ήταν ψυχρή, και ο Ωθράγκος είχε τυλιχτεί στην κάπα του, για να προφυλαχτεί από τον παγερό αέρα· η Καρμώζ, από την άλλη, έβρισκε τον καιρό αρκετά ευχάριστο, και φορούσε μόνο το μαύρο χιτώνα που της είχε δώσει εκείνος. Όταν τελείωσαν σιωπηλά το φαγητό τους, έβγαλε τις μπότες της και κάθισε οκλαδόν στο έδαφος, βαστώντας το σακούλι με τα Οστά της Μοίρας. Με τον δείκτη του δεξιού χεριού διέγραψε έναν κύκλο στο χώμα εμπρός της, και τον περιστοίχισε με ρούνους. Ύστερα, κράτησε γερά το σακούλι με τα Οστά και το ταρακούνησε· σηκώθηκε όρθια, μ’έναν ανάλαφρο ελιγμό, και έχυσε το περιεχόμενό του στον κύκλο. Τα κόκαλα χτύπησαν δυνατά στο έδαφος και τινάχτηκαν τριγύρω· ορισμένα απ’αυτά έφυγαν έξω από τη διάμετρο του σχήματος, ενώ άλλα έπεσαν μέσα ή στην περιφέρεια.

Η Μάντισσα –ναι, αισθανόταν ξανά σαν Μάντισσα– κάθισε στο χώμα και κοίταξε τα Οστά, ενώ ο Βάνμιρ την παρατηρούσε, καπνίζοντας αργά από μια πίπα.

Η Φωτιά, περίπου στο κέντρο του κύκλου.

Η Εξουσία, όχι πολύ μακριά και προς τα δεξιά.

Το Παλάτι, αριστερά της Φωτιάς.

Η Σκιά, πάνω από το Παλάτι.

Ο Θανάσιμος Εχθρός –στραμμένος προς εμένα! παρατήρησε η Ρικνάβαθ, και θυμήθηκε την απειλή του άντρα στο όραμά της: «Θα σε κάψω ζωντανή, Καρμώζ!» Ρίγησε φανερά, και πήρε μια βαθιά ανάσα, για να ηρεμήσει τον εαυτό της.

«Τι βλέπεις;» τη ρώτησε ο Βάνμιρ, βγάζοντας την πίπα απ’τα δόντια του.

«Περίμενε,» αποκρίθηκε εκείνη· και συνέχισε να κοιτάζει τα Οστά.

Ο Μάγος, πλησίον της περιφέρειας του κύκλου.

Ο Πόλεμος, κάτω από τη Φωτιά, την Εξουσία, και το Παλάτι.

«Λοιπόν…» είπε η Μάντισσα, σκεπτική. «Ο δαίμονας που είδα το πρωί, νάτος, εδώ είναι.» Έδειξε το Οστό στο κέντρο του κύκλου. «Η Φωτιά.»

Ο Βάνμιρ πλησίασε, και κάθισε δίπλα της, για να κοιτάξει.

Η Ρικνάβαθ συνέχισε: «Κάποιο παιχνίδι εξουσίας παίζεται στο παλάτι αυτού του Βασιλείου, κατά πάσα πιθανότητα.»

«Και πότε δεν παίζεται κάποιο παιχνίδι εξουσίας στο παλάτι;»

«Ετούτο το συγκεκριμένο παιχνίδι, όμως, σχετίζεται άμεσα με τη Φωτιά –με το δαίμονα που μου μίλησε στο όραμά μου.» Που με απείλησε να με κάψει ζωντανή. Να με κάψει ζωντανή…

Ο Βάνμιρ ένευσε. «Καταλαβαίνω. Τι άλλο βλέπεις;»

«Βλέπω μια σκιά πάνω απ’το παλάτι. Κάτι κρυφό καιροφυλακτεί εκεί, κάτι που κανείς δεν μπορεί να δει καθαρά· το Οστό της Σκιάς δεν θα παρουσιαζόταν αλλιώς. Επίσης, εδώ υπάρχει ένας πόλεμος, σχετιζόμενος με τη Φωτιά, την Εξουσία, και το Παλάτι.»

«Το Νόρβηλ δε βρίσκεται σε πόλεμο,» είπε ο Βάνμιρ.

«Ίσως και να βρίσκεται, χωρίς να το γνωρίζεις,» τόνισε η Ρικνάβαθ.

Ο Βάνμιρ πήρε μια αργή τζούρα απ’την πίπα του, και φύσηξε τον καπνό. «Δηλαδή;»

«Αν κάποια μη-ανθρώπινα όντα αντιμάχονται, τότε ίσως εμείς, οι άνθρωποι, να μην μπορούμε ν’αντιληφθούμε ακριβώς τι συμβαίνει.»

«Μάλιστα… Αυτά είναι όλα;»

«Όχι,» αποκρίθηκε η Ρικνάβαθ, και πρόσθεσε αργά: «Βλέπω και έναν θανάσιμο εχθρό στραμμένο στο μέρος μου…»

«Ο δαίμονας από το όραμα;»

«Νομίζω… Θέλει να με σκοτώσει, Βάνμιρ· θα κάνει το παν για να με σκοτώσει. Θεωρεί πως τον απειλώ.»

«Όποιος κι αν είναι πρέπει νάναι τρελός· και, μάλλον, απαντήσεις θα λάβουμε μόνο όταν φτάσουμε στη Νουάλβορ. Εύχομαι, τουλάχιστον, ο Ρόλμαρ να είναι καλά. Είδες τίποτα για τον αδελφό μου;»

Η Μάντισσα κούνησε το κεφάλι. «Όχι, τίποτα.»

*

Ο Ρόλμαρ δεν ξύπνησε τόσο νωρίς όσο θα ήθελε· ο ήλιος είχε ανατείλει εδώ και κάποιες ώρες, όταν σηκώθηκε από το κρεβάτι του και άρχισε να ετοιμάζεται.

Καθώς στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη και ντυνόταν με τα αρχοντικά του ρούχα, αναλογιζόταν τα όνειρα που τον ταλαιπωρούσαν όλο το βράδυ: αγχώδη όνειρα, που αφορούσαν τη Νίθρα. Έβλεπε πως βρίσκονταν πάλι στο κάστρο Ράλτον μαζί, και έκαναν έρωτα, όταν μια παράξενη, παγερή σκοτεινιά έπεσε και ουρλιαχτά άρχισαν ν’ακούγονται από ανείπωτα βάθη. Η σκοτεινιά είχε κάτι το κολλώδες· ο Ρόλμαρ θα μπορούσε να την παρομοιάσει με ιστό που πιανόταν επίμονα επάνω του· και, όταν αυτός ο ιστός έφυγε, η Ρουζβάνη δεν ήταν πλέον κοντά του, αλλά κι ο ίδιος δε βρισκόταν στο Ράλτον: κειτόταν σ’ένα σκιερό, βρόμικο στενορύμι της Νουάλβορ, έχοντας την εντύπωση πως αόρατα μάτια τον παρακολουθούσαν, ενώ ο Καθεδρικός Ναός του Βάνραλ, που δέσποζε πάνω από τα χτίρια, έμοιαζε πολύ, πολύ μακριά. Σηκώθηκε, ψάχνοντας να βρει τη Νίθρα. Ο Ναός του Βάνραλ χάθηκε, και τη θέση του πήρε το Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων, που φαινόταν ν’αναδεύεται σαν οι πύργοι του να ήταν πραγματικά φίδια. Ο Ρόλμαρ, ωστόσο, δεν έδωσε σημασία, καθώς προσπαθούσε να βρει τη Νίθρα· αγνόησε ακόμα και τα αόρατα μάτια που τον παρακολουθούσαν. Μέσα στις ομίχλες, μπερδεύτηκε, αλλά, τελικά, έφτασε στο λιμάνι, όπου Ρουζβάνοι τού επιτέθηκαν, ερχόμενοι πανταχόθεν και χιμώντας σαν ζώα, γρυλίζοντας και κραυγάζοντας· τα μάτια τους πετούσαν φλόγες, τα δόντια τους κροτάλιζαν και στραφτάλιζαν. Ένα γέλιο ακουγόταν απ’την ομίχλη, το γέλιο του Σάβμιν, μα ο Ρόλμαρ δεν μπορούσε να τον εντοπίσει… Κάπου εκεί ξύπνησε, καταϊδρωμένος. Σηκώθηκε από το κρεβάτι του, ήπιε κρασί, και έπεσε πάλι για ύπνο.

Αναρωτιέμαι τι έχει κάνει ο Φένταρ, μέχρι στιγμής, σκέφτηκε τώρα, καθώς ντυνόταν μπροστά στον καθρέφτη του. Ήξερε, όμως, πως έπρεπε να περιμένει ως το μεσημέρι, για να πάρει την απάντησή του, γιατί τότε είχε πει ότι θα περνούσε από το πανδοχείο του Ράνιρ. Εν τω μεταξύ, έπρεπε να βρει κάτι να κάνει, κάτι που θα τον άφηνε ελεύθερο, ώστε να φύγει την ώρα που ήθελε.

Σχεδόν μόλις είχε ντυθεί, άκουσε έναν χτύπο στην πόρτα του. «Ποιος είναι;» ρώτησε.

«Εγώ, Άρχοντά μου, η Σαντάνρα. Θα θέλατε, ίσως, πρωινό;»

«Πέρασε.»

Η πόρτα άνοιξε και η Σαντάνρα μπήκε, καλοντυμένη όπως πάντα. Υποκλίθηκε, χαμογελαστή και, πιθανώς, ευδιάθετη. «Καλημέρα, Άρχοντά μου. Να σας φέρω πρωινό;»

«Ναι, αν είναι δυνατόν.»

«Επιστρέφω.» Η Σαντάνρα υποκλίθηκε πάλι, και έφυγε, κλείνοντας τη θύρα πίσω της.

Ο Ρόλμαρ κάθισε σε μια πολυθρόνα, κοντά στις φλόγες του τζακιού, που είχαν φάει το περισσότερο χτεσινοβραδινό ξύλο κι επομένως χάσει τη δύναμή τους. Ο Φένταρ… Έκανα καλά που τον προσέλαβα, τελικά; Είχε αμφιβολίες γι’αυτόν τον άνθρωπο· του φαινόταν πολύ… μπαγαπόντης. Αλλά, απ’την άλλη, μονάχα ένας μπαγαπόντης θ’αναλάμβανε μια τέτοια αποστολή· ή για την ακρίβεια, ένας τρελός μπαγαπόντης. Ή ένας πολύ απελπισμένος… Τα μάτια του γυαλίζουν, όποτε ακούει για χρήματα. Πρέπει να τα έχει ανάγκη. Ωστόσο, οι προσωπικοί λόγοι του Φένταρ δεν απασχολούσαν τον Ρόλμαρ· εκείνος ήθελε μόνο ο τυχοδιώκτης να σώσει τη Νίθρα από τα χέρια του Διοικητή Σάβμιν, προτού ο Ρουζβάνος την πάει στο Βασίλειο Νούφρεκ. Μια μάλλον… απίθανη δουλειά. Μα τους θεούς, αν αυτός ο άνθρωπος επιτύχει στην αποστολή του, θα το σκεφτώ σοβαρά να τον πάρω στις υπηρεσίες μου. Λίγοι θα είναι καλύτεροι απ’τον Φένταρ σ’όλο το Νόρβηλ.

Η πόρτα άνοιξε πάλι, και η Σαντάνρα μπήκε, βαστώντας έναν δίσκο στα χέρια. Έκλεισε, με μια χαριτωμένη κίνηση του ποδιού της, και ακούμπησε το φαγητό στο τραπέζι.

«Τα είχες έτοιμα;» τη ρώτησε ο Ρόλμαρ.

«Σχεδόν, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε εκείνη. «Θέλετε κάτι άλλο;»

«Όχι. Κάθισε, Σαντάνρα.» Ο ίδιος σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και πήρε θέση στην καρέκλα, μπροστά απ’το φαγητό του. Η υπηρέτρια κάθισε αντίκρυ του. «Έχεις τίποτα νέα του παλατιού να μου πεις;»

«Υποθέτω πως θα γνωρίζετε για την αποστολή στο Ένρεβηλ…»

«Όχι. Ποια αποστολή;» ρώτησε ο Ρόλμαρ, τρώγοντας. Η μελόπιτα ήταν πολύ καλή.

«Ο Τύραννος του Ένρεβηλ, ο Βασιληάς Σάρναλ, κατηγόρησε το Βασιληά Άργκελ πως σχετίζεται με την Επανάσταση, υποστηρίζοντας ότι ο Πρίγκιπας Ήλμον είναι με τους επαναστάτες.»

«Αληθεύει;» Ανησυχητικά ακούγονταν τούτα. Από κάτι τέτοια άρχιζαν οι πόλεμοι…

«Ο Βασιληάς Άργκελ λέει πως όχι· άλλωστε, έχει χρόνια να δει τον αδελφό του.»

«Εσύ τι πιστεύεις, Σαντάνρα;»

«Δεν μπορώ να υποθέσω τίποτα, Άρχοντά μου.»

«Εντάξει· συνέχισε,» ζήτησε ο Ρόλμαρ.

«Ο Βασιληάς μας, για να διασκεδάσει τις υποψίες ότι το Νόρβηλ αντιτίθεται στον Σάρναλ, αποφάσισε να στείλει στρατιωτική αρωγή στον τύραννο, προκειμένου να τον βοηθήσει να καταπολεμήσει την Επανάσταση, η οποία, απ’ό,τι ξέρω, έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις.»

«Έχουν φύγει οι πολεμιστές μας;»

«Όχι ακόμα, Άρχοντά μου. Συγκεντρώνονται έξω από τα βόρεια τείχη της πόλης.»

«Ναι…» είπε ο Ρόλμαρ, ενθυμούμενος πως είχε δει κάτι σκηνές και φωτιές, καθώς ερχόταν με την άμαξά του, μαζί με τη Νίθρα. Τότε, όμως, δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία· είχε άλλα, σημαντικότερα γι’αυτόν πράγματα στο μυαλό του. Επιπλέον, η κατασκήνωση δεν πρέπει να ήταν μεγάλη… «Πόσοι έχουν συγκεντρωθεί, για να πάνε;»

«Στην αρχή, δεν υπήρχε μεγάλη προσέλευση, αλλά τώρα είναι αρκετοί, Άρχοντά μου. Εάν θέλετε, μπορείτε να ρίξετε και μια ματιά από κάποιο παράθυρο του παλατιού. Δυστυχώς, από ετούτο δε φαίνονται, βέβαια.» Το παράθυρο του δωματίου του έβλεπε νότια, στον Κήπο των Ανέμων.

Δε μ’απασχολούν και τόσο οι στρατοί του Άργκελ, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ, αναλογιζόμενος τη Νίθρα. Όχι επί του παρόντος, τουλάχιστον.

Σε λίγο, η πόρτα χτύπησε.

«Περάστε,» φώναξε ο Ρόλμαρ, και ο Πρίγκιπας Νόρβορ μπήκε.

«Καλημέρα,» είπε.

Ο Άρχοντας του Ράλτον σηκώθηκε από το τραπέζι, όπως και η Σαντάνρα. «Καλημέρα, Πρίγκιπά μου. Παρακαλώ, κάθισε.»

«Καλημέρα, Ρόλμαρ.» Ο Νόρβορ πήρε θέση σε μια πολυθρόνα. «Καλημέρα, Σαντάνρα· πώς είσαι;»

«Καλημέρα, Υψηλότατε· είμαι καλά,» αποκρίθηκε εκείνη, καθώς καθόταν, μαζί με τον Ρόλμαρ.

«Δε σε είδα καθόλου χτες βράδυ, Ρόλμαρ,» είπε ο Πρίγκιπας. «Πού ήσουν;»

«Δεν αισθανόμουν καλά και είχα βγει στην πόλη, για να πάρω αέρα. Ύστερα, επέστρεψα και ξάπλωσα.

»Να κάνω μια πολιτική ερώτηση, Πρίγκιπά μου;»

«Ασφαλώς,» είπε ο Νόρβορ, απλώνοντας τα χέρια.

«Τι συμβαίνει με το Ένρεβηλ; Όσα ακούω είναι ανησυχητικά.»

«Πράγματι, είναι…» συμφώνησε ο Πρίγκιπας, σταυρώνοντας τα χέρια μπροστά του και σκοτεινιάζοντας –μάλλον, ακούσια– την όψη του. Είναι σκεπτικός, παρατήρησε ο Ρόλμαρ· τι τον προβληματίζει;

«Έχει δίκιο ο Σάρναλ;»

«Η αλήθεια είναι πως δε γνωρίζω, Ρόλμαρ,» δήλωσε ο Νόρβορ. «Ο πατέρας αρνείται να μιλήσει για το ζήτημα. Ή, μάλλον, δεν αρνείται ακριβώς, αλλά είναι σαν να αρνείται. Όποτε τον ρωτάμε για τον θείο Ήλμον, απλά μας λέει πως δεν έχει ιδέα πού βρίσκεται και πως, μάλλον, κάπου μπλεγμένος θα είναι, γιατί έτσι ήταν πάντα, εκ φύσεως· ενώ, όποτε τον ρωτάμε για τον Σάρναλ, αποκρίνεται πως ο τύραννος υπερβάλει υποπτευόμενος το Νόρβηλ, αφού εμείς δεν έχουμε τίποτα εναντίον του. Αλλά πάντοτε –πάντοτε, Ρόλμαρ– μπορώ να δω μια έκφραση αποστροφής στο πρόσωπο του πατέρα μου, όταν αναφέρεται στον Τύραννο του Ένρεβηλ.»

«Δηλαδή, έχεις υποψίες ότι ίσως ο Ήλμον να βοηθάει την Επανάσταση…»

«Ναι· μονάχα υποψίες, όμως.»

«Η Λιόλα; ξέρει τίποτα παραπάνω;»

«Δεν πιστεύω,» κούνησε το κεφάλι ο Νόρβορ.

Ο Ρόλμαρ τελείωσε το πρωινό του και ακούμπησε την πλάτη του, αναπαυτικά, στην καρέκλα. «Με παραξενεύει αυτό,» είπε. «Φαίνεται να έχει αλλάξει, να έχει γίνει πιο… θρασεία, θα έλεγα.» Χαμογέλασε στραβά. «Θα μπορούσα να τη φανταστώ να τσακώνεται με τον πατέρα σας, για να μάθει.»

«Η φαντασία σου είναι μόνο,» γέλασε ο Νόρβορ. «Ωστόσο, ναι, η Λιόλα έχει κάπως αλλάξει.»

Τι άλλο γνωρίζεις για την αλλαγή της; «Ίσως να προετοιμάζεται να διαδεχτεί τον Άργκελ. Ο πατέρας σας, φυσικά, δεν έχει ακόμα γεράσει τόσο, όμως η Λιόλα δεν είναι πια μικρή· έχει μεγαλώσει–»

«–και έχει παραξενέψει, οφείλω να ομολογήσω,» τον έκοψε ο Πρίγκιπας, μειδιώντας. «Είναι λιγάκι πιο απομονωμένη, σε σχέση με παλιότερα· λιγάκι πιο σοφή, πιθανώς· λιγάκι πιο… βασιλική.»

«Τι έγινε με το γάμο της;»

«Τι σου είπε εκείνη;»

«Ότι απλά δεν της άρεσε ο μελλοντικός της σύζυγος, και αρνήθηκε να τον παντρευτεί με μοναδικό λόγο γάμου τη μεγαλεμπόρισσα μητέρα του· τίποτα περισσότερο.»

«Τα ίδια είπε και σε μας. Περιττό να σου αναφέρω, Ρόλμαρ, πως ο πατέρας και η μητέρα εξοργίστηκαν όταν το έμαθαν. Η Λιόλα δεν είχε πει τίποτα, πριν απ’αυτό· δεν είχε διαφωνήσει σε κάτι. Απλά, μια μέρα κατέβηκε στη βασιλική αίθουσα και δήλωσε, κατηγορηματικά, πως δεν θα παντρευόταν τον Μάθμερ, γιατί ‘δεν την εξέφραζε ως άνθρωπος’.»

«Και τώρα τι σκέφτεται ο Άργκελ; Με ποιον σκοπεύει να την παντρέψει;»

«Η Λιόλα αρνήθηκε να της επιλέξουν γαμπρό,» εξήγησε ο Νόρβορ, «και είπε πως η ίδια θα επιλέξει το ταίρι της.»

«Να υποθέσω ότι δεν έχει ακόμα επιλέξει;»

«Καλά υποθέτεις.»

Μάλλον, προτιμάει για «ταίρι» τη θεά της, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ. Πόσο την έχει απορροφήσει αυτή η παράξενη θρησκεία; Η Λιάμνερ-Κρωθ στην ήπειρο Βάλγκριθμωρ… Ο ιερέας του Βάνραλ είχε πει πως αυτό είναι αδύνατο.

«Πώς είναι η ξαδέλφη σου;» ρώτησε τον Πρίγκιπα, αλλάζοντας σκοπίμως το θέμα.

«Καλά,» αποκρίθηκε ο Νόρβορ. «Χτες βράδυ, κοιμηθήκαμε αργά, εγώ, εκείνη, κι ο Δάτμιν. Καθόμασταν στον Ψηλό Κήπο, τυλιγμένοι σε ζεστές κάπες, και τα λέγαμε. Είχα στείλει έναν υπηρέτη, για να σε φωνάξει, αλλά μου είπε ότι έλειπες.»

«Θα σας κάνω παρέα απόψε,» χαμογέλασε ο Ρόλμαρ, πίνοντας μια γουλιά από το τσάι που απέμενε στο φλιτζάνι του. «Ελπίζω να είναι και η Λιόλα μαζί μας.»

«Κι εγώ,» είπε ο Νόρβορ. «Τελευταία, επιμένει να κοιμάται νωρίς. Δε θα το πιστέψεις τούτο, αλλά μια φορά έφυγε από μια δεξίωση, για να πάει να κοιμηθεί!»

Ή να προσευχηθεί… Ο Ρόλμαρ γέλασε, ευγενικά.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Πρίγκιπας και σηκώθηκε από την πολυθρόνα του. «Πηγαίνω να δω αν έχει ξυπνήσει η Μιάνη. Θα έρθεις για μεσημεριανό, έτσι, Ρόλμαρ;»

«Ναι,» απάντησε εκείνος. «Θα κάνω μια βόλτα στην αγορά και θα έρθω.»

Ο Νόρβορ έφυγε από το δωμάτιο.

Ο Ρόλμαρ πήρε την κάπα του από την ντουλάπα, και η Σαντάνρα τον βοήθησε να τη φορέσει. Ύστερα, η υπηρέτρια σήκωσε το δίσκο από το τραπέζι. «Θα επιθυμούσατε κάτι άλλο, Άρχοντά μου;»

«Όχι· μπορείς να πηγαίνεις.»

Η Σαντάνρα υποκλίθηκε, ευγενικά, και βάδισε προς την πόρτα. Ο Ρόλμαρ την άνοιξε, για να περάσει.

«Άρχοντά μου! Σας παρακαλώ…»

Εκείνος χαμογέλασε. «Φεύγω κι εγώ, ούτως ή άλλως.»

Η Σαντάνρα τού επέστρεψε το χαμόγελο και βγήκε στο διάδρομο. Ο Ρόλμαρ την ακολούθησε, κλείνοντας πίσω του. Η υπηρέτρια προθυμοποιήθηκε να οδηγήσει τον Άρχοντα του Ράλτον ως την έξοδο, αλλά εκείνος αρνήθηκε, αποκρινόμενος πως ήθελε ν’αρχίσει να μαθαίνει το μέρος. Έτσι, οι δρόμοι τους χώρισαν μέσα στο δαιδαλώδες Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων.

Σύντομα, ο Ρόλμαρ βγήκε από τη βασιλική οικία και κατευθύνθηκε προς τον Χαριτωμένο Χορευτή. Δεν είχε έρθει ακόμα το μεσημέρι, αλλά βρισκόταν κοντά. Οι οδοί της Νουάλβορ ήταν γεμάτοι με κόσμο, και ιδιαίτερα αυτοί πλησίον της αγοράς. Σε τέτοιο μέρος έπρεπε να μένω, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ, όχι εκεί πάνω, στο Βορρά, στην ερημιά μπροστά από τη Στέπα. Η κίνηση, η ένταση, τα πλήθη, τα μεγαλειώδη σπίτια, η πολιτική, η πολιτικολογία, και οι μηχανορραφίες έκαναν το αίμα του ν’ανάβει. Από παλιά, το έκαναν ν’ανάβει, από τότε που ήταν μικρός· όμως, όσο μεγάλωνε, η έλξη αυξανόταν: γινόταν δυνατή, πιεστική. Ίσως να ζητούσε από τον πατέρα του να τον αναθέσει μόνιμο διπλωμάτη εδώ· η ζωή στη Νουάλβορ ήταν καλύτερη, πολύ καλύτερη, από τα σύνορα. Σε ποιον δε θα άρεσε η πρωτεύουσα περισσότερο από τις βόρειες ερημιές; Μονάχα στον Βάνμιρ, πιθανώς! συλλογίστηκε, γελώντας κοφτά, καθώς ζύγωνε τον Χαριτωμένο Χορευτή και έσπρωχνε την εξώθυρά του, για να μπει.

Είχε, φυσικά, ήδη φορέσει την κουκούλα της κάπας του, όμως ευχόταν να μη συναντήσει πάλι την ταχυπομπό Κάρλα, γιατί τον ήξερε και μπορεί να τον υποπτευόταν. Ρίχνοντας μια ματιά στην κοσμοπλημμυρισμένη τραπεζαρία, δεν την είδε πουθενά· είδε μονάχα τον Ράνιρ να κάθεται πίσω απ’το μπαρ και να κουβεντιάζει με μια άλλη γυναίκα, η οποία κάτι θύμιζε στον Ρόλμαρ… Πού την έχω ξαναδεί;… Α, ναι! Την είχε δει χτες βράδυ, που είχε έρθει για τον Φένταρ· καθόταν στο ίδιο τραπέζι με τον τυχοδιώκτη, την ταχυπομπό, και τον πανδοχέα. Πρέπει όλοι τους να ήταν γνωστοί.

Ο Ρόλμαρ πλησίασε τον Ράνιρ. «Καλημέρα, πανδοχέα,» είπε. «Μπορούμε να μιλήσουμε;»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε εκείνος, αναγνωρίζοντάς τον. «Ελάτε μαζί μου.» Βγήκε πίσω απ’το μπαρ και βάδισε προς ένα ήσυχο σημείο της τραπεζαρία, όπου, πιθανότατα, κανείς δε θα μπορούσε να τους κρυφακούσει.

«Ήρθε καθόλου ο Φένταρ;» ρώτησε ο Ρόλμαρ.

«Με πληροφόρησε, Άρχοντά μου, ότι έφυγε από το λιμάνι της Νουάλβορ.»

«Δε χρειάστηκε τίποτα επιπλέον από εμένα;»

Ο Ράνιρ κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Πώς το βλέπεις; Θα τα καταφέρει;»

«Το ελπίζω. Είναι καλός, πάντως· αυτό να λέγεται.»

Ο Ρόλμαρ ένευσε. «Έτσι κατάλαβα κι εγώ. Σ’ευχαριστώ, πανδοχέα.» Του έδωσε δύο κορόνες.

«Στη διάθεσή σας, Άρχοντά μου.»

*

Μόλις ο Άρχοντας Ρόλμαρ βγήκε από την εξώπορτα της τραπεζαρίας, ο Ράνιρ πήγε πάλι πίσω από το μπαρ και κάθισε αντίκρυ της Ταλίνα.

«Ποιο είν’αυτός, τελικά;»

«Πάλι τα ίδια θα λέμε; Δε μπορώ να σου πω.»

«Κανείς άλλος δε σε ακούει, Ράνιρ· μονάχα εγώ. Και το ξέρεις ότι ξέρω να κρατάω μυστικά.»

«Δεν είμαι και τόσο σίγουρος γι’αυτό.»

«Πες μου ένα μυστικό που δεν έχω κρατήσει!» τον προκάλεσε η Ταλίνα, προσβεβλημένη. «Δεν έχεις ιδέα τι μου έχουν εκμυστηρευτεί διάφοροι, από άρχοντες μέχρι χωρικοί.»

Ο Ράνιρ κούνησε το κεφάλι.

Η Ταλίνα ήταν έτοιμη να μιλήσει, σχεδόν σίγουρη ότι μπορούσε να τον τουμπάρει, για να της αποκαλύψει εκείνο που ήθελε (το έβλεπε ως πρόκληση των ικανοτήτων της), όταν ένας άντρας τη διέκοψε, πλησιάζοντας τον πάγκο του μπαρ.

«Είστε η Ταλίνα, η ποιήτρια;» τη ρώτησε.

Εκείνη βλεφάρισε· μετά, χαμογέλασε. «Ναι· τι θα επιθυμούσατε;» Ο άντρας ήταν καλοντυμένος, φορώντας μπλε τουνίκα με ασημένια σιρίτια, μαύρη ζώνη με τιράντα, γκρίζο, ατσάκιστο παντελόνι, και καλογυαλισμένα παπούτσια. Ευγενής, κατά πάσα πιθανότητα. Τα μαλλιά του ήταν ξανθά και χτενισμένα προς τα πίσω, ενώ το μούσι του κοντό και περιποιημένο.

«Θα ήθελα να μου γράψετε ένα ποίημα, για μια κυρία. Είμαι διατεθειμένος να πληρώσω καλά.»

Το χαμόγελο της Ταλίνα βάθυνε. «Ασφαλώς, κύριε. Μιλήστε μου περισσότερο.» Ο μυστηριώδης Άρχοντας είχε πετάξει από το νου της.

 

 


Κεφάλαιο 18
Στάση

 

Ο Σάβμιν τής είχε παραχωρήσει την καμπίνα του, η οποία δεν ήταν καθόλου άσχημη, όμως εξακολουθούσε να είναι φυλακή για εκείνη. Μια φυλακή που έπλεε στο πέλαγος, οδηγώντας τη στο Νούφρεκ, στην εξαδέλφή της, Βασίλισσα Καλβάρθα, και στον βέβαιο θάνατο που την περίμενε εκεί.

Η Νίθρα ήταν ξαπλωμένη, ανάσκελα, στο κρεβάτι, ντυμένη με τη στολή της υπηρέτριας που φορούσε στο Νόρβηλ και έχοντας τις μπότες της ριγμένες στο πάτωμα. Δεν κινιόταν καθόλου από αυτή τη θέση, εν μέρει γιατί το ταξίδι στη θάλασσα τής προκαλούσε ναυτία, εν μέρει γιατί μια βαριά μελαγχολία την είχε πλακώσει, κλέβοντάς της τη διάθεση για οτιδήποτε, ακόμα και να φάει ή να σηκωθεί για να κοιτάξει τι βρισκόταν έξω από το παράθυρό της. Εξάλλου, δε θα έβλεπε τίποτ’άλλο από το πέλαγος: το νερό, τα κύματα, τον ουρανό, και τα σύννεφα.

Ο Σάβμιν την είχε αφήσει μόνη, ύστερα από την τελευταία τους κουβέντα· δεν είχε επιστρέψει για να της ξαναμιλήσει ή για να δει πώς ήταν. Μάλλον, δεν τον ενδιέφερε και πολύ η σωματική ή η ψυχική της υγεία· τον ενδιέφερε μονάχα να την πάει στην Καλβάρθα, για να πεθάνει. Και η Νίθρα είχε αρχίσει να τον μισεί περισσότερο απ’ό,τι τον μισούσε, και εκείνον και τη Βασίλισσα ξαδέλφη της. Πώς τολμούσαν να κατηγορούν αυτήν για προδότρια του Βασιλείου, όταν κι οι δυο τους ήταν πολύ χειρότεροι; Η Καλβάρθα ήταν άρρωστη· δεν μπορούσε να διοικήσει το Νούφρεκ: απλά, η κληρονομιά της της έδινε ετούτο το δικαίωμα. Και ο Σάβμιν είχε παραβεί τους νόμους του τάγματός του. Κανονικά, απαγορευόταν να διδάξει σε κάποιον αντίσταση Πειθούς, ακόμα κι αν αυτός ο κάποιος ήταν ο Βασιληάς ή η Βασίλισσα. Αν γινόταν γνωστό πως είχε αποκαλύψει τούτη την τεχνική, θα τον εκτελούσαν. Όμως, φυσικά, ποτέ δε θα γινόταν γνωστό· η Καλβάρθα θα τον προστάτευε, με θεμιτά κι αθέμιτα μέσα.

Πώς να δραπετεύσω από εδώ, τώρα; Η τελευταία μου ευκαιρία χάθηκε… Ανάθεμα τον Σάβμιν! Πώς ήξερε ο μπάσταρδος ότι βρισκόμουν στην άμαξα, στους στάβλους του Παλατιού των Δεκαεννέα Πύργων; Ποιος τον είχε πληροφορήσει; Δεν ήρθε εκεί τυχαία· κάποιος του είχε πει πού να με βρει. Κάποιος κατάσκοπός του στη βασιλική οικία του Νόρβηλ. Ελπίζω ο Ρόλμαρ να είναι καλά, ύστερα από τούτα· ελπίζω να μην έχει μπλεξίματα με το Βασιληά του…

Κοιμήθηκε, προσπαθώντας να διώξει την υπερένταση απ’το νου της. Ο ύπνος της ήταν, παραδόξως, ανονείρευτος: ένας βαθύς λήθαργος, μια βαθιά, βαθιά λήθη, μια αιωνιότητα γλυκιάς ανυπαρξίας.

Η επόμενη νύχτα, όμως, η νύχτα της πρώτης ημέρας του ταξιδιού της, ήταν σαφώς χειρότερη. Η Νίθρα μια κοιμόταν και μια ξυπνούσε, στοιχειωμένη από εφιάλτες. Τα σεντόνια του κρεβατιού της είχαν μουσκέψει απ’τον ιδρώτα. Μέσα στο μυαλό της, περνούσε από πολλά και διάφορα μέρη: από το βασιλικό παλάτι του Νούφρεκ· από το Ναό της Προστάτιδας Θεάς, στην πρωτεύουσα Έρλεν· από πλοία που χόρευαν στα κύματα· από τους δρόμους του Ωθράγκικου Βασιλείου Νόρβηλ· από τις πεδιάδες μπροστά απ’τη Μεγάλη Στέπα· από το Παρατηρητήριο του Βάνμιρ και του Ρόλμαρ, όπου στοιχειά ούρλιαζαν πίσω απ’τους τοίχους· από το δωμάτιο του Ρόλμαρ, όπου έκανε έρωτα μαζί του ξανά· από την άμαξα που κατευθυνόταν νότια· από το παλάτι της Έριγκ· από την Οδό των Μεγαλειωδών Σκιών, στη Νουάλβορ· από το Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων· και από όλα τούτα τα μέρη ξανά, όχι με τη σειρά που τα συνάντησε στην πραγματικότητα, παρά με μια ακανόνιστη, χαοτική σειρά: Ορισμένες φορές, βρισκόταν στο Παρατηρητήριο και μια τρύπα άνοιγε στον τοίχο, οι πέτρες γλιστρούσαν κάτω απ’τα μποτοφορεμένα πόδια της Νίθρα, κι εκείνη έπεφτε σ’ένα χάσμα, για να βρεθεί σ’ένα σοκάκι μιας πόλης του Νόρβηλ, ενώ ήξερε πως ο Σάβμιν και οι μαχητές του ήταν κάπου πίσω της, καταδιώκοντάς την, και έπρεπε να φύγει, ν’απομακρυνθεί απ’αυτούς, όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Μετά, έτρεχε και κατέληγε, κάπως, μέσα στο Ναό της Προστάτιδας Θεάς, όπου οι χρυσοντυμένοι φρουροί τη συλλάμβαναν και την πήγαιναν στις ιέρειες, οι οποίες την καταδίκαζαν και την έστελναν στην Καλβάρθα. Κάποιοι γράπωναν τη Νίθρα και την έδεναν· την πετούσαν στο έδαφος, μπροστά απ’το Θρόνο του Νούφρεκ, και η ξαδέλφη της την κλοτσούσε καταπρόσωπο, ξανά και ξανά, σπάζοντάς της τα δόντια, βγάζοντάς της τα μάτια, και γελώντας. Αλλά, έπειτα, κάτι την άρπαζε και η Νίθρα χανόταν σε μια σκοτεινή δίνη, για να τρέξει επάνω σ’ένα ανοιχτό μέρος, βγαίνοντας από μια πόλη, να στρέψει το βλέμμα της βόρεια, και να δει το βράχο του Παρατηρητηρίου και τις Στέπες μετά…

Όταν ήρθε το πρωί, η Νίθρα ήταν ερείπιο, πιο κουρασμένη απ’ό,τι πριν. Όπως και χτες, ένας φρουρός μπήκε στο δωμάτιό της, της έριξε μια ματιά (μάλλον, για να δει αν ζούσε ή αν ήταν νεκρή), άφησε έναν δίσκο πάνω στο τραπέζι, και έφυγε.

Στα Δόντια του Λύκου! τον καταράστηκε, νοερά, η Νίθρα, μην έχοντας όρεξη να σηκωθεί, για ν’αγγίξει το πρωινό της. Παρέμεινε ξαπλωμένη στο κρεβάτι, νιώθοντας μια μεγάλη εξάντληση στο σώμα και μια μεγάλη οργή στο πνεύμα. Στο νου της, για κάποιο λόγο, στροβιλιζόταν μια σκηνή από τα όνειρά της: η Καλβάρθα που την κλοτσούσε καταπρόσωπο, ξανά και ξανά. Θα σε σκοτώσω, ξαδέλφη! Θα σε σκοτώσω για όσα μου έκανες!

Η Νίθρα πήρε βαθιά ανάσα και προσπάθησε να διώξει το θυμό απ’το νου της· θα τον κρατούσε για τη συνάντησή της με τη Βασίλισσα του Νούφρεκ. Θα τη σκοτώσω. Ούτως ή άλλως θα με θανατώσουν· τουλάχιστον, τώρα θα έχουν και καλό λόγο!

Άλλαξε πλευρό επάνω στο κρεβάτι, κοιτάζοντας τον τοίχο, και περιμένοντας…

Έπεσε σε μια κατάσταση απόλυτης αδιαφορίας για το πού βρισκόταν και για το τι συνέβαινε· μια κατάσταση στην οποία πέφτει κανείς όταν είναι παντελώς ανήμπορος να μεταβάλει τη μοίρα του. Μονάχα ο Ρόλμαρ γλιστρούσε, πού και πού, στο μυαλό της, προσφέροντάς της ευχάριστες μνήμες και φαντασιώσεις.

Το σταμάτημα του καραβιού την επανέφερε στην πραγματικότητα.

Η Νίθρα ανασηκώθηκε επάνω στο στρώμα, στηριζόμενη στην αριστερή της παλάμη. Δεν μπορεί να φτάσαμε στο Νούφρεκ τόσο γρήγορα! Κατέβηκε απ’το κρεβάτι και πήγε στο παράθυρο της καμπίνας, για να διαπιστώσει πως, όντως, είχαν φτάσει σε ένα λιμάνι το οποίο, σίγουρα, δεν ήταν αυτό της Έρλεν. Για την ακρίβεια, η Νίθρα δεν είχε ποτέ της ξαναντικρίσει ετούτο το μέρος. Κατ’αρχήν, δεν της έμοιαζε με καμια μεγάλη πόλη· τα περισσότερα οικοδομήματα που μπορούσε να δει ήταν άκομψα καμωμένα από απλή πέτρα, λάσπη, και ξύλο. Οι δρόμοι, όπου δε βάδιζε πολύς κόσμος μα ούτε και λίγος, είχαν αξιοπρεπείς πλάκες μόνο σε ορισμένα σημεία, ενώ σε άλλα ή ήταν σπασμένες ή υπήρχε μονάχα χώμα. Οι αποβάθρες ήταν ξύλινες και κακοδιατηρημένες, με πολλά τσακίσματα και ραγίσματα. Οι άνθρωποι που ατένιζε η Νίθρα φαίνονταν φτωχικοί, στην καλύτερη περίπτωση, και απατεώνες, στη χειρότερη· οι ενδυμασίες τους ήταν ή μέτριας ποιότητας ή ρούχα ζητιάνου.

Θα μπορούσα να δραπετεύσω εδώ; αναρωτήθηκε. Ν’ανοίξω το παράθυρο και να γλιστρήσω στο νερό, να κολυμπήσω κάτω απ’τις αποβάθρες, και να βγω όταν θα είμαι αρκετά μακριά απ’το πλοίο του Σάβμιν. Σίγουρα, δε θ’αργήσουν να καταλάβουν ότι ξέφυγα, αλλά, ως τότε, θα έχω καταφέρει να κρυφτώ σε κάποιο σημείο ετούτου του… μέρους… Άραγε, ήταν νησί; Ναι, κατά πάσα πιθανότητα, πρέπει να ήταν, αποφάσισε, γιατί πού αλλού θα είχαν σταματήσει, ανάμεσα στις ηπείρους Βάλγκριθμωρ και Λιάμνερ-Κρωθ; Ένα νησί, όμως, δεν είναι απαραίτητα καλός τόπος, για να κρυφτεί κανείς· αργά ή γρήγορα, τον βρίσκουν. Αλλά, και να με βρουν, τι θα γίνει; Απλά, θα με χώσουν πάλι εδώ μέσα· δε θα με σκοτώσουν, ούτε θα με κακοποιήσουν· η Καλβάρθα, μάλλον, τους το έχει απαγορέψει: θέλει όλη την ευχαρίστηση για τον εαυτό της, η καταραμένη πόρνη. Επομένως, δεν έχω τίποτα να χάσω και, ίσως, κάτι να κερδίσω…

Η Νίθρα άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε κάτω. Είδε νερό. Ωραία· θα βουτούσε εκεί –όσο παγωμένο κι αν ήταν θα το άντεχε–, θα κολυμπούσε, και– Αλλά ας μην το σκεφτόταν άλλο! Ή θα το έκανε τώρα ή ποτέ.

Γδύθηκε, βιαστικά, από τη στολή της υπηρέτριας και, ντυμένη με το μεσοφόρι της, έβγαλε το ένα πόδι απ’το παράθυρο. Πήρε βαθιά ανάσα. Έβγαλε και το άλλο πόδι. Πιάστηκε με τα χέρια απ’το περβάζι κι άφησε τα πόδια να κρεμαστούν. Τα δάχτυλά της ελευθέρωσαν το ξύλο, και η Νίθρα έπεσε, σαν μεγάλη βελόνα, στο νερό, ευχόμενη η πτώση της να μην έκανε τόσο θόρυβο, ώστε να τραβήξει την προσοχή των φυλάκων της.

Το νερό ήταν, πράγματι, παγερό. Η Νίθρα νόμισε, στιγμιαία, ότι παρέλυσε και δε θα μπορούσε να κινηθεί· όμως, ύστερα, άνοιξε τα μάτια, χτύπησε τα πόδια, και κολύμπησε, υποβρυχίως, μπαίνοντας κάτω από την αποβάθρα. Ευτυχώς που στο Νούφρεκ είχε μάθει, κάπως, να κολυμπά. Ορισμένες φορές, είμαι περισσότερο προνοητική απ’ό,τι φαντάζομαι. Ο αδελφός της, Κένκορ, ήταν που της είχε διδάξει τα βασικά, ενώ τα υπόλοιπα της τα είχε μάθει ο εραστής της, Άλαντμιν, ο οποίος την είχε, επίσης, βοηθήσει να ξεφύγει από τα νύχια της Καλβάρθα, όταν εκείνη ήθελε να την εκτελέσει για προδοσία. Καθώς κολυμπούσε κάτω από τις αποβάθρες και όλα τούτα περνούσαν σαν άνεμος από το νου της, η Νίθρα αισθάνθηκε ενοχές, που είχε αγαπήσει τον Ρόλμαρ, ενώ ο Άλαντμιν βρισκόταν κάπου στο Νούφρεκ. Αλλά τι νόημα έχει; σκέφτηκε. Ούτως ή άλλως, δεν μπορώ ποτέ πλέον να επιστρέψω στη Λιάμνερ-Κρωθ, κι εκείνος δεν μπορεί να φύγει. Σ’αγαπώ κι εσένα, όμως, Άλαντμιν, γλυκέ μου…

Κάπου εδώ, αισθάνθηκε τον αέρα στα πνευμόνια της να τελειώνει, και ήξερε πως έπρεπε να βγει στην επιφάνεια, για ν’αναπνεύσει, αν δεν ήθελε να πεθάνει κάτω απ’τις αποβάθρες. Σε ποιο σημείο να βγω, όμως; Κοίταξε επάνω, νιώθοντας συγχρόνως το στήθος της να την πιέζει, επίμονα. Είδε φως και κολύμπησε προς τα εκεί. Αργά-αργά, έβγαλε το κεφάλι στον αφρό, συγκρατώντας τον εαυτό της, που επιθυμούσε να τιναχτεί έξω και να πάρει βαθιές και γρήγορες ανάσες. Τα μάτια της ατένισαν, προσεκτικά, τον περιβάλλοντα χώρο, καθώς η μύτη και το στόμα της ρουφούσαν τον αέρα λαίμαργα, προσπαθώντας να ικανοποιήσουν τη δίψα τους όσο το δυνατόν πιο αθόρυβα.

Πίσω της βρισκόταν μια ξύλινη αποβάθρα· εμπρός της, μια βάρκα, γεμάτη με δίχτυα· αριστερά της, φαινόταν η πέτρινη άκρη του λιμανιού· και δεξιά της, ήταν η θάλασσα.

Τι να κάνω τώρα; Να βουτήξω πάλι και να κολυμπήσω πιο μακριά, ή να συρθώ μέσα στη βάρκα και να κρυφτώ στα δίχτυα;

Αποφασίζοντας το πρώτο, έβαλε το κεφάλι της κάτω απ’το νερό και κολύμπησε. Τα πνευμόνια της είχαν πάρει αρκετό αέρα και πίστευε ότι θα μπορούσε να διασχίσει άλλη μία απόσταση όπως την προηγούμενη.

Οι σκέψεις της άρχισαν ξανά να πλανιούνται· όμως τώρα σχετίζονταν περισσότερο με το μέλλον, παρά με το παρελθόν. Η Νίθρα αναρωτιόταν πώς θα ξέφευγε απ’τους μαχητές του Σάβμιν, πώς θα έφευγε από τούτο το νησί, και πού θα πήγαινε; Θα ήταν, άραγε, συνετό να επιστρέψει στο Νόρβηλ… στον Ρόλμαρ; Ή εκεί θα ήταν το πρώτο μέρος όπου θα την έψαχναν; Εξαρτάται από το τι στοιχεία θα τους δώσω! Αν, κάπως, καταφέρω να τους παραπλανήσω –να τους πείσω ότι πήγα αλλού–, θα με χάσουν. Βέβαια, δεν ήξερε πώς ακριβώς να το καταφέρει αυτό, αλλά θα έβρισκε έναν τρόπο!

Ήθελε αέρα.

Έβγαλε το κεφάλι της σ’ένα σημείο όπου μπορούσε να δει φως, αναπνέοντας συγκρατημένα, παρότι τα πνευμόνια της πονούσαν. Παρατήρησε ότι βρισκόταν κοντά στο πέτρινο χείλος του λιμανιού, κι εκεί ακριβώς καθόταν ένας άντρας –ένας ψαράς, σίγουρα– ο οποίος έμπλεκε δίχτυα: μια δουλειά που έμοιαζε ν’απαιτεί τη χρήση και των δουλεμένων του χεριών και των γυμνών του ποδιών.

Ο άγνωστος έστρεψε το βλέμμα, για να κοιτάξει τη Ρουζβάνη. «Τι ’σαι συ, κοπελιά;» ρώτησε, μασώντας μια πίπα που δεν έβγαζε καπνό.

«Έχω χαθεί, κύριε,» αποκρίθηκε η Νίθρα, χρησιμοποιώντας αρκετά την Πειθώ, παρότι η φωνή της ήταν λαχανιασμένη. «Μήπως θα μπορούσατε να μου πείτε πού βρίσκομαι;»

«Στη νότια άκρη του λιμανιού,» απάντησε ο ψαράς, συνεχίζοντας να μπλέκει τα δίχτυα του.

«Πώς λένε αυτή την πόλη;»

Ο ψαράς συνοφρυώθηκε, παραξενεμένος. «Δεν ξέρεις σε ποιο μέρος βρίσκ–»

«Σας είπα, κύριε: έχω χαθεί,» τον έκοψε η Νίθρα, χρησιμοποιώντας Πειθώ και νιώθοντας τη δύναμη του χαρίσματος της φυλής της να ρέει ορμητικά μέσα στις φλέβες της. «Πώς ονομάζεται αυτή τη πόλη;»

«Φήρνιμ.»

Το όνομα δεν της έλεγε τίποτα απολύτως. «Ευχαριστώ.» Πιάστηκε από την πέτρινη άκρη του λιμανιού και ανασηκώθηκε, βγάζοντας το μεγαλύτερο μέρος του σώματός της από το νερό. Το βλέμμα που της έριξε ο ψαράς δεν της διέφυγε, ωστόσο εκείνη τον αγνόησε και κοίταξε απ’την άλλη, ψάχνοντας για το Ρουζβάνικο πλοίο του Σάβμιν. Δε δυσκολεύτηκε πολύ να το εντοπίσει ανάμεσα στα υπόλοιπα, μικρότερα και λιγότερο φανταχτερά, σκαριά που ήταν αραγμένα σε τούτο το λιμάνι. Προσπάθησε να δει καμια περίεργη κίνηση απο κεί, καμια κίνηση που να την ειδοποιούσε ότι ο στρατιωτικός διοικητής είχε αρχίσει να την ψάχνει· όμως τα μάτια της δεν έπιασαν τίποτα το ανησυχητικό. Έτσι, η Νίθρα τράβηξε και το υπόλοιπό της σώμα επάνω, βγαίνοντας από το νερό και καθίζοντας δίπλα στον ψαρά.

«Τι συμβαίνει μ’εσένα, κοπελιά;» τη ρώτησε εκείνος.

«Τίποτα το σπουδαίο,» αποκρίθηκε η Νίθρα· η Πειθώ εξακολουθούσε να εκπέμπεται εντεταμένα από μέσα της. «Όμως δεν πρέπει να πείτε σε κανέναν ότι με είδατε. Εντάξει; Σας παρακαλώ.»

Ο ψαράς κατένευσε, σχεδόν αδιάφορα. «’Ντάξει, κοπελιά. Κανένα πρόβλημα…»

«Να κάνω κάποιες ερωτήσεις;» Δεν περίμενε την απάντησή του. «Προς τα πού πάω για να βγω απ’τη Φήρνιμ;»

«Υπάρχει μια πύλη απο κεί.» Ο ψαράς έδειξε, με τον αντίχειρά του, έναν σχετικά στενό δρόμο. «Η Πύλη του Δάσους, τη λένε. Και υπάρχει και μια πύλη απ’την πάνω μεριά.» Έδειξε προς τα κει όπου ήταν αραγμένο το πλοίο του Σάβμιν. «Η Μεγάλη Πύλη.»

«Υπάρχουν άλλες πόλεις εδώ γύρω;»

«Πού εδώ γύρω, δηλαδή;»

«Στο νησί τούτο.» Δεν πιστεύω να έκανα λάθος· νησί πρέπει νάναι.

«Ναι, υπάρχουνε, μα όχι τόσο μεγάλες όσο η Φήρνιμ.»

Χωριά, εν ολίγοις. «Ευχαριστώ,» είπε η Νίθρα. «Και μην πείτε σε κανέναν ότι με είδατε.» Η Πειθώ είχε αρχίσει να την εξαντλεί, καθώς η Ρουζβάνη τη φόρτιζε με όσο περισσότερη εσώτερη δύναμη μπορούσε. Ήταν πολύ σημαντικό ετούτος ο άντρας να μη μιλήσει γι’αυτήν· γιατί, έτσι και μιλούσε, θα είχε τον Σάβμιν ξανά στο κατόπι της.

Ο ψαράς κατένευσε, όπως και πριν. «’Ντάξει, δεν τόπαμε;»

«Μήπως θα μπορούσατε να μου δώσετε κάτι να φορέσω, κύριε; Σας παρακαλώ· κάνει πολύ κρύο. Μια κάπα ή, έστω, ένα πανωφόρι. Δεν έχω χρήματα.» Κι άλλη Πειθώ· η Νίθρα αισθανόταν το κεφάλι της να φλέγεται, μα είχε μάθει να ελέγχει τέτοιου είδους συναισθήματα.

Ο ψαράς σήκωσε από δίπλα του ένα δερμάτινο πανωφόρι και της το έδωσε. «Πάρτο, κοπελιά, και να προσέχεις.»

Η Νίθρα το φόρεσε, γρήγορα, και δε ζήτησε τίποτ’άλλο, γιατί φοβόταν πως, κάποια στιγμή, ο άντρας ίσως να ξέφευγε από την επιρροή της, είτε επειδή εκείνη άρχιζε να κουράζεται, είτε επειδή, καταλάθος, του ζητούσε κάτι παρατραβηγμένο. «Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε. Να είστε καλά.» Σηκώθηκε όρθια και βάδισε, εσπευσμένα, προς τον χωματόδρομο που οδηγούσε στην Πύλη του Δάσους.

*

«Έφυγε, κύριε διοικητά!» φώναξε ο στρατιώτης που κρατούσε στα χέρια έναν δίσκο με φαγητό.

Ο Σάβμιν διέσχισε το κατάστρωμα, με μεγάλες δρασκελιές, και μπήκε στην καμπίνα. Οι μπότες της Νίθρα ήταν πεσμένες δίπλα στο κρεβάτι, και τα ρούχα της ριγμένα μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο. Ο διοικητής γρύλισε και πλησίασε το άνοιγμα· τα δάχτυλά του έσφιξαν, οργισμένα, το περβάζι, ενώ το βλέμμα του πήγε κάτω, στο νερό, ψάχνοντας για κινήσεις και μη διακρίνοντας τίποτα. Προφανώς, η αιχμάλωτη είχε φύγει εδώ και κάποια ώρα.

«Έπρεπε, τελικά, να την είχαμε συνεχώς δεμένη!» σφύριξε ο Σάβμιν, κάτω απ’την ανάσα του, και έστρεψε το βλέμμα στο λιμάνι, προσπαθώντας να εντοπίσει τη Νίθρα ανάμεσα στον κόσμο και αποτυχαίνοντας.

Γύρισε στον στρατιώτη του. «Ψάξτε γι’αυτήν. Και βρείτε τη, γρήγορα!»

Ο πολεμιστής ακούμπησε το δίσκο επάνω στο τραπέζι, δίπλα στον άλλο δίσκο –αυτόν με το πρωινό– τον οποίο η αιχμάλωτη δε φαινόταν να είχε καθόλου αγγίξει. «Μάλιστα, κύριε διοικητά.» Βγήκε από την καμπίνα.

Ο Σάβμιν κοίταξε πάλι το λιμάνι. «Πού νομίζεις ότι μπορείς να μας κρυφτείς εδώ πέρα, Νίθρα;… Όταν σε ξαναπιάσω, θα σε πάω στην Καλβάρθα αλυσοδεμένη

*

Καθώς διέσχιζε ξυπόλυτη τον χωματόδρομο, η Νίθρα σκέφτηκε ότι έπρεπε κάπου να βρει και υποδήματα, προτού φτάσει στο δάσος που, μάλλον, βρισκόταν μετά από την Πύλη του Δάσους. Ωστόσο, τα άτομα που έβλεπε γύρω της δεν της ενέπνεαν καθόλου εμπιστοσύνη, και δεν τολμούσε να τους πλησιάσει για να τους ζητήσει. Αμφέβαλε ακόμα κι αν η Πειθώ θα έπιανε επάνω τους, αν η Νίθρα έλεγε απλά ότι χρειαζόταν βοήθεια. Όλοι τους έμοιαζαν είτε πεινασμένοι είτε… ληστές, θα τολμούσε να τους χαρακτηρίσει η Ρουζβάνη· ή, πιθανώς, πειρατές. Στις ζώνες περισσότερων από δύο παρατήρησε ξίφη περασμένα, και από τις άκρες των μποτών περισσότερων από πέντε πρόσεξε ότι προεξείχαν λαβές μαχαιριών, ξιφιδίων, και στιλέτων. Φρουρά δε φαινόταν να υπάρχει εδώ γύρω· μάλλον, επικρατούσε ο νόμος του ισχυρού. Και στη Νίθρα δεν άρεσαν καθόλου ορισμένα βλέμματα που της έριχναν οι άθλιοι κάτοικοι ετούτης της υπανάπτυκτης περιοχής.

Στην είσοδο ενός πέτρινου, ισόγειου σπιτιού στεκόταν μια κορακομάλλα γυναίκα που από τα ρούχα της μπορούσε κανείς εύκολα να υποθέσει πως ήταν πόρνη. Δίπλα της, με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο, βρισκόταν άλλη μία όμοιά της, αυτή ξανθιά και ντυμένη ελαφρώς σεμνότερα.

«Ψάχνεις για δουλειά, μπουμπούκα;» ρώτησε τη Νίθρα, η οποία σκέφτηκε πως η εμφάνισή της δεν έπρεπε να ήταν και πολύ καλύτερη από την εμφάνιση των δύο γυναικών, έτσι όπως βάδιζε, βρεγμένη, ξυπόλυτη, και φορώντας μόνο το μεσοφόρι της κι από πάνω το δερμάτινο πανωφόρι του ψαρά.

Φυσικά, αγνόησε την πόρνη και συνέχισε την πορεία της. Έστριψε σε μια γωνία και, στο τέλος του δρόμου όπου βρέθηκε, αντίκρισε μια μικρή, κλειστή ξύλινη πύλη, πλάι στην οποία φαινόταν να υπάρχει ένα πέτρινο φυλάκιο.

Προτού προλάβει να κάνει άλλο βήμα, κάποιος την άρπαξε απ’το αριστερό μπράτσο, τραβώντας την κοντά του. Η Νίθρα αντίκρισε το λιγνό πρόσωπο ενός αξύριστου άντρα με μαύρα, θολά μάτια και σαπισμένα δόντια· η ανάσα του βρομούσε από το ποτό. Από το δεξί του αφτί κρέμονταν τρία σκουλαρίκια, το ένα πιασμένο πάνω στο άλλο, ενώ τα σγουρά του μαλλιά συγκρατούσε μια μελανή κορδέλα, τυλιγμένη γύρω απ’το μέτωπο.

«Χρειάζεσαι καμια βοήθεια, κοπελιά;» ρώτησε, μιλώντας τη Γλώσσα των Ωθράγκος.

«Όχι από σένα,» είπε η Νίθρα, έντονα, χρησιμοποιώντας Πειθώ. «Άφησέ με και κάνε πίσω.»

Ο άντρας την ελευθέρωσε κι απομακρύνθηκε, κοιτάζοντάς τη με στενεμένα μάτια, σα να προσπαθούσε να καταλάβει γιατί αισθανόταν το μυαλό του θολό και γιατί οι σκέψεις του ήταν μπερδεμένες. Προφανώς, δεν είχε ξαναδεχτεί την επίθεση Ρουζβάνου Ομιλητή. Σήκωσε το μπουκάλι που κρατούσε στο δεξί χέρι και ήπιε μια μεγάλη γουλιά, καθώς η Νίθρα έσπευδε προς την πύλη, η οποία δεν μπορεί να ήταν άλλη από την Πύλη του Δάσους.

Φτάνοντας μπροστά στη διπλή, ξύλινη θύρα, είδε πως δεν ήταν αμπαρωμένη· έτσι, την τράβηξε προς το μέρος της, για να την ανοίξει.

«Τι νομίζεις ότι κάνεις εκεί;»

Στράφηκε, για ν’αντικρίσει έναν άντρα να βγαίνει απ’το πέτρινο φυλάκιο. Είχε μακριά, καστανά μαλλιά, δεμένα αλογοουρά, και σχετικά μακρύ μούσι. Το επάνω μέρος του σώματός του κάλυπτε ένας πέτσινος θώρακας με κομμάτια σιδήρου, ενώ από κάτω φορούσε δερμάτινο παντελόνι και μπότες. Στους ώμους του έπεφτε ένας μαύρος μανδύας. Στη μέση του ήταν περασμένο ένα μακρύ ξίφος, ενώ στο δεξί χέρι βαστούσε ένα επενδυμένο με σίδερο, ξύλινο ρόπαλο. Ήταν ο μόνος εδώ πέρα που έμοιαζε με φρουρό.

«Θέλω να βγω,» αποκρίθηκε απλά η Νίθρα.

Ο άντρας στάθηκε μπροστά της και την κοίταξε πατόκορφα, μ’ένα κολακευτικό βλέμμα, που την εκνεύριζε. «Μοιάζεις να ξεπήδησες απ’το λιμάνι…» παρατήρησε.

«Καλύτερα να πηγαίνω.» Η Νίθρα τράβηξε τη μικρή πύλη προς το μέρος της, ανοίγοντας το ένα φύλλο.

«Μη βιάζεσαι.» Ο άντρας τής έπιασε τον ώμο, σφίγγοντάς την επώδυνα. «Δεν αφήνω τον οποιοδήποτε να μπαινοβγαίνει, κούκλα· αλλιώς, τι φύλακας θάμουν, ε; Εκτός, φυσικά, κι αν έχεις να πληρώσεις… με κάποιον τρόπο.»

Η Νίθρα γέλασε, επιτηδευμένα. «Νομίζω πως έχω. Αλλά έξω καλύτερα, όχι εδώ που όλοι θα μας κοιτάνε,» είπε, με την Πειθώ να γλιστρά σαν πύρινο μέλι απ’τα χείλη της.

«Έγινε!» αποκρίθηκε, πρόσχαρα, ο φύλακας. «Πέρνα.»

Η Νίθρα πέρασε την πύλη και βρέθηκε σ’ένα δεντρόφυτο μέρος το οποίο φαινόταν να πυκνώνει προς το βάθος. Ο άντρας την ακολούθησε, κρατώντας ακόμα το ρόπαλο στο χέρι. Ωραία…

«Δεν υπάρχει καμια καλή κρυψώνα εδώ γύρω;» τον ρώτησε.

«Υπάρχει.» Ο φύλακας την άρπαξε απ’τον καρπό και την τράβηξε μες στο δάσος. Τα πόδια της σκόνταφταν επάνω στις πέτρες, στα χόρτα, και στις ρίζες· κάποια στιγμή, νόμιζε πως έσπασε ένα δάχτυλο, αλλά σχεδόν αμέσως διαπίστωσε ότι ήταν μονάχα ένα δεξί νύχι –πράγμα που από μόνο του δεν ήταν καθόλου ευχάριστο.

«Πότε θα σταματήσουμε;»

«Κουράστηκες;»

«Ναι. Και μη με τραβ–»

Ο άντρας την έριξε, άγαρμπα, στο έδαφος και πέταξε το ρόπαλό του παραδίπλα. Γονάτισε δίπλα της και τη φίλησε στα χείλη, σφίγγοντας τα μαλλιά της.

«Μη βιάζεσαι τόσο,» του ψιθύρισε η Νίθρα, καθώς εκείνος χιμούσε στο λαιμό της. «Σου έχω μια έκπληξη,» γέλασε. «Κλείσε τα μάτια σου.»

«Κλειστά τα έχω.»

«Ξάπλωσε.»

Ο φύλακας ξάπλωσε, με τα βλέφαρα σφαλισμένα. Η Νίθρα άγγιξε τον δερμάτινό του θώρακα, με το ένα χέρι, παριστάνοντας πως έλυνε τα κορδόνια εκεί. «Μην ανοίξεις τα μάτια…» του είπε· και, με το άλλο χέρι, άρπαξε το πεταμένο ρόπαλο και τον κοπάνησε στο κεφάλι. Αίμα τινάχτηκε, και ο άντρας έμεινε ακίνητος.

Η Νίθρα ξεφύσησε, λαχανιασμένη και νιώθοντας να τρέμει. Η χρήση της Πειθούς, η υποβρύχια κολύμβηση, και η αγωνία είχαν αρχίσει να παίρνουν την εκδίκησή τους από το σώμα της. Ωστόσο, έπρεπε ν’αντέξει αρκετά, για να ληστέψει ετούτο το λεχρίτη. Πού έχω καταλήξει… να κλέβω και να σκοτώνω! Δεν ήξερε αν ο άντρας ήταν νεκρός, μα ίσως και να ήταν, ύστερα από ένα τέτοιο χτύπημα στο κεφάλι.

Του έβγαλε τις μπότες και τις φόρεσε, τρίζοντας τα δόντια από τον πόνο του σπασμένου της νυχιού. Θα του έβγαζε και το παντελόνι, για να το φορέσει επίσης, αλλά σιχαινόταν. Έτσι, πήρε μόνο το μανδύα του και τη ζώνη, όπου ήταν περασμένο το σπαθί του.

Τον άφησε εκεί και προχώρησε γρήγορα, αγνοώντας την κούρασή της κι ελπίζοντας να βρει κανέναν οικισμό μέχρι το βράδυ· γιατί σε τούτους τους δασότοπους δε θα το θεωρούσε καθόλου παράξενο αν λύκοι κατέβαιναν με το λυκόφως.

Λιάμνερ Κρωθ, προστάτεψέ με! προσευχήθηκε η Νίθρα, παρότι αμφέβαλε ότι η Θεά της είχε δύναμη εδώ.

Το δάσος δεν ήταν πυκνό –οι κορμοί των δέντρων βρίσκονταν ο ένας αρκετά μακριά από τον άλλο–, αλλά το έδαφός του ήταν απότομο, και η Ρουζβάνη έπρεπε να προσέχει διπλά, για να μη χάσει την ισορροπία της και κουτρουβαλήσει. Γιατί, κατά πρώτον, ήταν κουρασμένη και, κατά δεύτερον, δεν είχε συνηθίσει σ’αυτού του είδους τις πορείες.

Πότε, επιτέλους, θα μπορέσω να ησυχάσω; αναρωτήθηκε. Πότε θα με χάσουν, ο Σάβμιν και οι υπόλοιποι άνθρωποι της Καλβάρθα; Πού να πάω για να μη με βρουν; Ξαφνικά, η Κουαλανάρα τής έμοιαζε πολύ, πολύ μικρή· νόμιζε πως δεν υπήρχε γωνιά που να μπορεί να αποτελέσει καταφύγιο από τη Βασίλισσα του Νούφρεκ.

Ώρες πέρασαν και η Νίθρα προχωρούσε, ασταμάτητα, ενώ το σώμα της κουραζόταν ολοένα και περισσότερο και ένιωθε τα πόδια της να την πονάνε και να την κόβουν. Ο ουρανός είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, όταν είδε μια ρεματιά που κατέβαινε από μερικά γκρίζα βράχια, και αποφάσισε να σταματήσει, για να αναπαυθεί. Γονάτισε μπροστά στο νερό και έπλυνε το πρόσωπό της, τρέμοντας, καθώς η παγωνιά κατηφόριζε το λαιμό της και κυλούσε στο στήθος της. Γέμισε τις χούφτες της και ήπιε αχόρταγα, για να σβήσει τη δίψα και την αγωνία.

Ύστερα, κάθισε στο χορτάρι, τυλιγμένη στη μαύρη κάπα του φύλακα, και κοίταξε γύρωθέ της, μήπως δει τον Σάβμιν να έρχεται· μα όχι, κανείς δε ζύγωνε: είχε καταφέρει να τους ξεφύγει. Την είχαν χάσει, πρέπει να την είχαν χάσει…

Ξεφύσησε και ξάπλωσε, για να κοιμηθεί… λίγο μονάχα. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ένας απόμακρος ήχος την ξύπνησε.

Η Νίθρα πετάχτηκε όρθια και αφουγκράστηκε. Ένα αλογίσιο χρεμέτισμα ήρθε στ’αφτιά της· και μετά, το αλύχτημα ενός σκύλου.

Βρήκαν τα ίχνη μου!

Όμως, αν περνούσε το ρέμα, τα σκυλιά θα έχαναν τη μυρωδιά της· κάπου το είχε ακούσει αυτό, από κάποιον κυνηγό: τον Κένκορ, ίσως. Πήδησε πάνω απ’το φεγγαροφώτιστο νερό και έτρεξε ανάμεσα στα αραιά δέντρα. Ένας αρκετά δυνατός παγερός άνεμος είχε σηκωθεί και έπαιρνε την κάπα της· η Νίθρα την κρατούσε με το ένα χέρι κοντά της, ενώ είχε το άλλο στη λαβή του σπαθιού στη ζώνη της. Μπορεί να μην ήταν εκπαιδευμένη πολεμίστρια, μα δεν ήταν και τελείως ανίδεη από όπλα· αν χρειαζόταν να πολεμήσει, θα το έκανε.

Θα τους ξεφύγω! Θα τους ξεφύγω!

Έτρεχε, χωρίς να βλέπει, χωρίς να ξέρει πού κατευθυνόταν. Ένα πράγμα είχε στο νου της: Πρέπει να φύγω μακριά απ’τον Σάβμιν!

Σταμάτησε απότομα, όταν βρέθηκε μπροστά στον κρημνό. Άφησε το μανδύα της ν’ανεμίσει, μαύρος μέσα στη νύχτα, και ακούμπησε το χέρι της στον κορμό ενός δέντρου, στηριζόμενη εκεί, για να πάρεις μερικές βαθιές, πολύ βαθιές κι αναγκαίες ανάσες. Από κάτω, έβλεπε βράχια, μια αμμουδερή παραλία, και κύματα. Επίσης, ατένιζε και δύο φωτιές, γύρω από τις οποίες έμοιαζαν να βρίσκονται ανθρώπινες φιγούρες.

Αφουγκράστηκε, και άκουσε πίσω της γαβγίσματα και χλιμιντρίσματα. Προφανώς, δεν είχε ακόμα ξεφύγει από τον Σάβμιν, αν και, μάλλον, ήταν αρκετά μακριά απ’αυτόν και τους μαχητές του. Τα έχω καταφέρει καλά μέχρι στιγμής, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της. Εκείνοι έχουν άλογα ενώ εγώ πάω με τα πόδια, και πάλι δε μ’έχουν προλάβει! Ευχήθηκε να μπορούσε να χρησιμοποιήσει Πειθώ εναντίον τους…

Κοίταξε ξανά τις φωτιές. Κοίταξε και τον κρημνό που θα έπρεπε να κατεβεί, αν ήθελε να φτάσει εκεί: Ήταν απότομος αλλά γεμάτος με βλάστηση και δέντρα· αν πιανόταν στους κορμούς και στα φυλλώματα, νόμιζε πως θα κατάφερνε να πάει στην ακρογιαλιά. Έτσι, ξεκίνησε.

Και διαπίστωσε ότι τα πράγματα δεν ήταν και τόσο απλά όσο τα είχε φανταστεί. Όμως ούτε για μια στιγμή δε σκέφτηκε να κάνει πίσω· δεν μπορούσε να κάνει πίσω: Αν ο Σάβμιν την έπιανε, ετούτη τη φορά, θα την πήγαινε στην Καλβάρθα δεμένη από το λαιμό ως τους αστραγάλους.

Το προδοτικό χώμα κάτω από τις μπότες της δεν τη βοηθούσε καθόλου, έτσι ασταθές και γλιστερό όπως ήταν. Πολλάκις, η Νίθρα έχασε την ισορροπία της και αναγκάστηκε να πιαστεί για να μην πέσει· ώσπου μία φορά δεν υπήρχε τίποτα ν’αρπάξει, ούτε φυλλωσιά, ούτε κορμός, ούτε κάποια μεγάλη πέτρα· και η Ρουζβάνη σκόνταψε και κατρακύλησε, προσπαθώντας να μην ουρλιάξει, αλλά αμφιβάλλοντας αν τα κατάφερε. Η πτώση ήταν τόσο απότομη και τρομαχτική μέσα στη νύχτα, που η Νίθρα δεν ήξερε τι ακριβώς έκανε ο ίδιος της ο εαυτός. Τελικά, πιάστηκε –δεν ήξερε πώς, αλλά πιάστηκε– από ένα κλαδί, και κρατήθηκε γερά, ενώ κλοτσούσε για να βρει πάτημα, με τα μποτοφορεμένα της πόδια.

Το κλαδί έσπασε.

Η Νίθρα κουτρουβάλησε πάλι· χτύπησε κάπου, δυνατά, και έχασε τις αισθήσεις της. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Συνήλθε, ακούγοντας κάποιον να πλησιάζει.

Τα βλέφαρά της άνοιξαν, πάραυτα, και αντίκρισε έναν άντρα στο φεγγαρόφωτο, ο οποίος ήταν ντυμένος με κάπα, και στο δεξί χέρι βαστούσε ένα σπαθί που γυάλιζε, όπως και τα γαλανά του μάτια. Δεν πρέπει να ήταν από τους μαχητές του Σάβμιν· δε θα είχε έρθει μόνος.

Η Νίθρα σηκώθηκε, τραβώντας το ξίφος της απ’το θηκάρι. «Ποιος είσαι;» απαίτησε, ενώ ένιωθε κάτι να κυλά στην αριστερή μεριά του προσώπου της· έκανε να το σκουπίσει, πιστεύοντας ότι ήταν ιδρώτας, κι ανακάλυψε πως ήταν αίμα.

«Με λένε Άνκορ,» αποκρίθηκε ο άντρας. «Έπεσες από τον κρημνό; Άκουσα κάποιον να πέφτει.»

Η Νίθρα ένευσε, κοφτά.

«Γιατί ήρθες εδώ;» Τα μάτια του στένεψαν.

Γιατί με ρωτά μ’αυτό τον τρόπο; Τι περιμένει; Η Νίθρα ζαλιζόταν. Πάτησε γερά στο έδαφος και έσφιξε το σπαθί στο χέρι της. Ξεροκατάπιε κι έγλειψε τα χείλη.

Προτού, όμως, προλάβει ν’απαντήσει, ο άντρας είπε: «Πράσινα φτερά….»

«Τι;…»

Τα μάτια του αγνώστου την κοίταξαν ερευνητικά. «Ή είσαι εδώ τυχαία ή ήρθες σκόπιμα… Όπως και νάχει, πέτα το λεπίδι σου κι έλα μαζί μου.»

Η Νίθρα θηκάρωσε το σπαθί της.

«Είπα: πέταξέ το,» τόνισε ο άγνωστος.

«Οδήγησέ με όπου θες, αλλά δε θα πετάξω τ’όπλο μου,» δήλωσε η Νίθρα, χρησιμοποιώντας Πειθώ–

–και νιώθοντας τον κόσμο να γυρίζει γύρω της.

Παραπάτησε, και παραλίγο να πέσει, αλλά είδε ένα χαμόδεντρο και πιάστηκε.

Ο άντρας γέλασε. «Πέτα το. Ούτως ή άλλως, δε μου φαίνεσαι σε κατάσταση να το χειριστείς.» Η Πειθώ δεν πρέπει να τον είχε επηρεάσει. Είμαι, μάλλον, πολύ κουρασμένη κι εκείνος πολύ προσεκτικός· μοιάζει να περιμένει κάτι ή κάποιον…

Ωστόσο, ο άγνωστος είχε δίκιο: η Νίθρα δεν ήταν σε κατάσταση να χρησιμοποιήσει το όπλο της. Το ξεθηκάρωσε και το πέταξε στη γη.

«Ωραία,» είπε εκείνος. «Κρύβεις τίποτ’άλλο πάνω σου;»

«Όχι.»

«Να σε ψάξω;»

«Όχι.» Το βλέμμα της αγρίεψε.

Ο άντρας πλησίασε. Η Νίθρα εξακολούθησε να στηρίζεται στο χαμόδεντρο. «Σου είπα, όχι!»

«Πώς βρέθηκες εδώ;» τη ρώτησε εκείνος, έντονα. «Απάντησέ μου.»

«Περνούσα, και γλίστρησα.»

«Περνούσες και γλίστρησες…» Δεν την πίστευε. «Μισθοφόρος δεν είσαι,» παρατήρησε, κοιτάζοντας τα ρούχα της. Έσκυψε και μύρισε το δερμάτινο πανωφόρι. «Αυτό θα μπορούσε ν’ανήκει σε ψαρά,» είπε, μαντεύοντας σωστά. Άγγιξε τον μελανό μανδύα. «Αυτό σε ταξιδευτή, όχι πλούσιο. Και οι μπότες το ίδιο,» πρόσθεσε, χαμηλώνοντας το βλέμμα. «Αυτό το μεσοφόρι, όμως…» Το κοίταξε, κάτω απ’το πανωφόρι του ψαρά. «…δεν είναι και τόσο φτωχικό, ε;» Σήκωσε λίγο το δερμάτινο ένδυμα και το άγγιξε. «Μετάξι. Παράξενα ρούχα φοράς,» της είπε.

«Τα ρούχα μου δε σε αφορούν,» αντιγύρισε η Νίθρα, που ακόμα στηριζόταν στο χαμόδεντρο, αφού δε νόμιζε πως είχε τη δύναμη να στηριχτεί στα πόδια της. Συγκεκριμένα, πίστευε πως, αν έκανε μερικά βήματα, θα λιποθυμούσε.

«Πού το ξέρεις; Ίσως και να μ’αφορούν,» χαμογέλασε ο άγνωστος, και τα μάτια του γυάλισαν, όπως θα γυάλιζαν τα μάτια εμπόρου ο οποίος υπολογίζει την αξία ενός εμπορεύματος. Ληστής! Μεγάλη Θεά, είναι ληστής! Μια παρόρμηση να τρέξει την κατέλαβε, όμως γνώριζε πως αυτό θα ήταν μεγάλη ανοησία· έτσι, δεν κινήθηκε.

«Μη φοβάσαι,» της είπε ο άντρας, που, μάλλον, είχε δει την τρομάρα ν’αντανακλάται στο πρόσωπό της· «δε θα σε πειράξω.» Έπιασε το ελεύθερό της χέρι και το σήκωσε εμπρός του, για να το κοιτάξει στο φως του φεγγαριού. «Τα χέρια αποκαλύπτουν τον άνθρωπο, και το δικό σου μου λέει πως, σίγουρα, δεν είσαι μισθοφόρος ή πολεμίστρια, παρότι κουβαλούσες σπαθί. Επίσης, το γεγονός ότι έπεσες από τούτο τον κρημνό μού λέει πως δεν είσαι ούτε συνηθισμένη στις πεζοπορίες. Υποθέτω ότι είσαι ευγενής και ότι κάποιοι σε κυνηγάνε. Σωστά;»

Η Νίθρα δε μίλησε.

Ο άντρας μειδίασε πλατιά. «Σωστά,» είπε, ικανοποιημένος με τον εαυτό του. «Έλα μαζί μου και δε θα σε βρουν.» Την τράβηξε από το χέρι. Εκείνη παραπάτησε, αλλά κατάφερε να μην πέσει.

«Πού… πού με πας;» τον ρώτησε, νιώθοντας το έδαφος πολύ ανώμαλο από κάτω της –πράγμα το οποίο, μάλλον, οφειλόταν στη δική της ανώμαλη κατάσταση.

«Σε κάτι φίλους.»

Κι άλλους ληστές; Μεγάλη Θεά, πώς θα φύγω απο δώ; Μετά, όμως, μια διαφορετική, λιγότερη πανικόβλητη σκέψη πέρασε απ’το νου της: Ίσως να μπορέσω να τους χρησιμοποιήσω προς όφελός μου…

Ο άντρας την οδήγησε σε μια αμμουδερή παραλία (την παραλία που έβλεπα από τον κρημνό), όπου δύο φωτιές ήταν αναμμένες και γύρω τους κάθονταν οκτώ άνθρωποι, οι τρεις εκ των οποίων ήταν γυναίκες, και όλοι τους έμοιαζαν με παράνομοι ή απατεώνες.

«Δείτε τι σας έφερα!» είπε εκείνος που τραβούσε τη Νίθρα. Την έσπρωξε και την έριξε στην άμμο.

Ένας τύπος με μαύρα, σγουρά, μακριά μαλλιά και αξύριστο πρόσωπο ρώτησε: «Πού τη βρήκες, ρε;»

«Σα να μας κατασκόπευε, μου φάνηκε–»

«Κατάσκοπος;» Η μία από τις γυναίκες –η οποία είχε λεία, ξανθά μαλλιά, δεμένα με πράσινη κορδέλα– ξεθηκάρωσε ένα ξιφίδιο από την ψηλή της μπότα.

«–στην αρχή,» ολοκλήρωσε ο άντρας που είχε φέρει τη Ρουζβάνη εδώ. «Μετά, όμως, η εμφάνισή της με παραξένεψε, καθώς και το γεγονός ότι έφερε ξίφος. Δεν είναι κατάσκοπος,» καθησύχασε τους συντρόφους του. «Πρέπει νάναι ευγενής· και κάποιοι πρέπει να την κυνηγάνε.»

«Αληθεύει;» ρώτησε τη Νίθρα η ξανθιά γυναίκα με την πράσινη κορδέλα.

Η Ρουζβάνη ανασηκώθηκε επάνω στην άμμο· όλα τα κόκαλα του σώματός της πονούσαν. Σκούπισε αίμα από το πρόσωπό της και είπε: «Ναι.» Δεν έχω λόγο να τους πω ψέματα τώρα…

Μια από τις άλλες δύο γυναίκες της συντροφιάς –η οποία είχε σγουρά, κοντά, μαύρα μαλλιά και σπινθηροβόλο βλέμμα– σηκώθηκε από τη θέση της και ζύγωσε τη Νίθρα, για να γονατίσει πλάι της και να κοιτάξει το τραύμα του κεφαλιού της. Εκείνη παρατήρησε πως η γυναίκα ήταν ντυμένη με μια μακριά, δερμάτινη σάρπα, η οποία ανέδιδε μια έντονη μυρωδιά από υάκινθο· το παντελόνι της ήταν μελανόχρωμο, και στο μηρό της βρισκόταν δεμένο ένα ξιφίδιο, που γυάλιζε στο φως από τις φωτιές.

«Πού χτύπησες;» ρώτησε η άγνωστη.

«Έπεσα από έναν κρημνό,» απάντησε η Νίθρα.

«Δε μοιάζει τίποτα το σπουδαίο,» είπε εκείνη. «Απλά, ένα γερό γδάρσιμο. Πώς σε λένε;»

«Νίθρα.»

«Ποιοι σε κυνηγάνε;» θέλησε να μάθει ο άντρας με τα μαύρα, μακριά, σγουρά μαλλιά και το αξύριστο πρόσωπο.

«Οι απαγωγείς μου…» Να τους αποκάλυπτε τι συνέβαινε πραγματικά; Μα, δεν τους ήξερε καθόλου! Κι επιπλέον –και πιο σημαντικό–, δεν της ενέπνεαν εμπιστοσύνη οι φάτσες τους.

«Ποιοι είναι οι απαγωγείς σου;» επέμεινε ο άντρας.

Η Νίθρα έγλειψε τα χείλη, κοίταξε την άμμο. «Δε θυμάμαι…» Ίσως να πίστευαν ότι είχε χάσει τη μνήμη της από το πέσιμο.

«Λέει ψέματα!» γρύλισε η ξανθιά γυναίκα με την πράσινη κορδέλα, η οποία δεν είχε ακόμα θηκαρώσει το ξιφίδιό της.

Ένας δυνατός ήχος διέκοψε την κουβέντα τους: Καλπασμός αλόγων.

Και ύστερα, αλυχτήματα και χλιμιντρίσματα.

Οι σύντροφοι πετάχτηκαν όρθιοι, τραβώντας όπλα. Η Νίθρα κοίταξε ανάμεσά τους, και είδε τους καβαλάρηδες να έρχονται από την άλλη άκρη του γιαλού, μαζί με τα σκυλιά τους. Το χρυσό αετόσχημο κράνος του Σάβμιν αστραποβολούσε στο φεγγαρόφωτο.

Η Ρουζβάνη επικαλέστηκε όλες τις δυνάμεις που της είχαν απομείνει και χρησιμοποίησε την Πειθώ. «Αυτοί είναι οι διώκτες μου!» είπε, έντονα. Το αρχαίο ταλέντο της φυλής της έκανε το αίμα της να φλογίζεται και το κορμί της να τρέμει, καθώς αόρατα κύματα γλιστρούσαν από τα χείλη της, βάλλοντας το μυαλό των στόχων της. «Σκοτώστε τους! Μην τους αφήσετε να με πιάσουν! Υπάρχουν άνθρωποι που θα σας χρυσοπληρώσουν, αν με επιστρέψετε σπίτι μου.» Ψέμα, φυσικά, αλλά αναγκαίο.

Ένας παχύσαρκος άντρας με ξυρισμένο κεφάλι και μια μελαχρινή γυναίκα με μακριά μαλλιά ύψωσαν οπλισμένες βαλλίστρες και έριξαν καταπάνω στους ερχόμενους ιππείς. Ο πρώτος αστόχησε, αλλά η δεύτερη πέτυχε έναν στον ώμο, ρίχνοντάς τον απ’το άλογό του.

«ΕΦΟΔΟΟΟΟΟΣ!» κραύγασε ο Σάβμιν, ξεθηκαρώνοντας το σπαθί του και σηκώνοντας την ασπίδα του, για να δεχτεί ένα στροβιλιζόμενο ξιφίδιο επάνω της.

Η Νίθρα βρισκόταν στα γόνατα, καθώς οι ιππείς εφορμούσαν. Η τελευταία χρήση της Πειθούς την είχε εξαντλήσει τόσο που έβλεπε χρώματα μπροστά της, ενώ το σκοτάδι απειλούσε να την τυλίξει, καιροφυλακτώντας στα άκρα του πεδίου όρασής της. Παντού τριγύρω μπορούσε ν’ακούσει κραυγές, καλπασμό, χτυπήματα, και βρισιές στη Ρουζβάνικη Γλώσσα και στη Γλώσσα των Ωθράγκος. Προσπάθησε να φύγει, σερνόμενη ανάμεσα στους μαχόμενους–

Μια μπότα την κλότσησε –σκόπιμα ή τυχαία;– στα πλευρά, και η Νίθρα διπλώθηκε, βογκώντας. Αισθάνθηκε κάτι υγρό και καυτό να πιτσιλά το πρόσωπό της. Αίμα. Που δεν ήξερε αν ήταν δικό της ή κάποιου άλλου.

Μεγάλη Θεά, κάνε τους να σταματήσουν!

Ένα χέρι την τράβηξε από το μανίκι του δερμάτινου πανωφοριού της, και ένας καβαλάρης την πήρε πάνω στον ίππο του.

«Καλησπέρα, Νίθρα,» είπε ο Σάβμιν.

«Άφησέ με!» γρύλισε εκείνη, παλεύοντας να του ξεφύγει, δίχως αποτέλεσμα.

Ο Σάβμιν έσφιξε το σαγόνι της, με το ένα χέρι. «Μη γίνεσαι ανόητη!» γρύλισε. «Πού νόμιζες ότι θα πήγαινες μέσα σε τούτο το καταραμένο νησί, χωρίς να σε βρούμε;»

Σε λίγο, οι ιαχές της μάχης έπαψαν.

«Είναι όλοι τους νεκροί, κύριε διοικητά,» ανέφερε μια Ρουζβάνη πολεμίστρια.

«Έχουμε απώλειες;»

«Τέσσερις τραυματίες, απ’ό,τι βλέπω.»

«Ωραία, τότε,» είπε ο Σάβμιν. «Επιστρέφουμε στο πλοίο. Κι αυτή τη φορά,» –έστρεψε το βλέμμα του στη Νίθρα– «θα σε δέσω χειροπόδαρα, αφού έτσι επιθυμείς.»

 

 


Κεφάλαιο 19
Διαφωνίες και Συμφωνίες

 

Ο Έζβαρ στεκόταν έξω από το σπίτι του και τους ατένιζε να έρχονται. Είχε δέσει το κεφάλι του με έναν επίδεσμο και είχε φορέσει καινούργια ρούχα, μοιάζοντας ακμαίος όπως πάντα, παρά την ηλικία του. Τα μάτια του γυάλισαν, βλέποντας πως ο γιος του και η Ρικέλθη ήταν ζωντανοί.

«Είναι χτυπημένη;» ρώτησε τον Χάφναρ, που κρατούσε τη μητέρα του στα χέρια, ενώ η Σρ’άερ βάδιζε αργόσυρτα πλάι του, σα να βαριόταν και σα να ήταν σε επιφυλακή συγχρόνως· τα μάτια της ποτέ δε σταματούσαν σε ένα σημείο.

«Έστριψα τον αστράγαλό μου,» απάντησε, ψυχρά, η Ρικέλθη. «Τίποτα σοβαρό.»

Ο Χάφναρ κατένευσε. Ωστόσο, δεν του άρεσε ο τόνος στη φωνή της μητέρας του. Εξακολουθεί να κατηγορεί τον πατέρα. Ό,τι κι αν της είπα, η άποψή της δεν άλλαξε…

«Πού είναι ο άλλος;» ρώτησε ο Έζβαρ. «Ο δολοφόνος.»

«Έφυγε,» είπε ο Χάφναρ, «μέσα στον Αρχέτοπο. Αμφιβάλλω αν θα βγει σύντομα απο κεί· δε μου φάνηκε να ξέρει το μέρος.»

«Τι είναι αυτός ο ‘Αρχέτοπος’;» θέλησε να μάθει η Ρικέλθη. «Θα μπορούσα να περιπλανιέμαι για πάντα εκεί πέρα!» Κάρφωσε τον Έζβαρ μ’ένα αυστηρό, επικριτικό βλέμμα.

«Αν δε σε είχα στείλει εκεί,» απάντησε εκείνος, «θα ήσουν νεκρή τώρα. Ο φονιάς που σε καταδίωκε παραλίγο να με σκοτώσει· ήταν άριστος στην τέχνη του. Κι εκτός από τούτο, νομίζω πως γνώριζε κι άλλα… απόκρυφα πράγματα. Ποιος ήταν, Ρικέλθη;»

«Δεν έχω ιδέα,» είπε η Αρχόντισσα. «Η Φερνάλβιν τον έστειλε ξωπίσω μου.»

«Είσαι βέβαιη γι’αυτό;»

«Ασφαλώς και είμαι βέβαιη! Ποιος άλλος θα τον έστελνε; Η προγονή μου είναι τρελή –πιστεύει ότι προσπαθώ να τη δολοφονήσω!»

Ο Έζβαρ δε μίλησε, παρατηρώντας τη Ρικέλθη. Γιατί με κοιτάζει έτσι; σκέφτηκε εκείνη. Θεωρεί ότι του λέω ψέματα, ή ότι του κρύβω κάτι; Να τον πάρουν τα στοιχειά του δάσους που γυροφέρνουν εδώ! με ξέρει πολύ καλά…

«Πάμε μέσα,» της είπε ο ερημίτης. «Για να κοιτάξω και το χτύπημά σου.» Στράφηκε και μπήκε στο σπίτι πίσω του.

Το εσωτερικό ήταν ζεστό, καθώς ένα μεγάλο τζάκι έκαιγε στο βάθος, φωτίζοντας τον υπόλοιπο χώρο, που ήταν γεμάτος μέχρι και το τελευταίο εκατοστό, με διάφορα πράγματα και έπιπλα, ανάμεσα στα οποία βρισκόταν ένα τραπέζι με καρέκλες, ένας καναπές, πολυθρόνες, μια μικρή βιβλιοθήκη, μια κρεμάστρα για όπλα (όπου, επί του παρόντος, ήταν κρεμασμένα το τόξο, η φαρέτρα, το τσεκούρι, και το ξίφος του Έζβαρ), μια κρεμάστρα για ρούχα (όπου κρέμονταν δύο κάπες κι ένα πλατύγυρο καπέλο), μια διπλή, ξύλινη ντουλάπα, ένας καθρέφτης μισοκαλυμμένος με ύφασμα, ένα κρεβάτι με σκαλίσματα, και ένα γραφείο με χαρτιά, μελανοδοχεία και άλλα αντικείμενα. Το έδαφος κάλυπτε ένα γούνινο χαλί, το οποίο η Σρ’άερ διέσχισε, για να φτάσει στο τζάκι και να κουλουριαστεί πλάι του, νωχελικά.

«Κάποτε, μου έλεγες ότι η οικία σου ήταν ασφαλής από τους δράκους,» τόνισε η Ρικέλθη, ατενίζοντας τον Έζβαρ· «άλλο ένα από τα ψέματά σου, φαίνεται…»

«Καθόλου ψέμα,» αντιγύρισε εκείνος. «Οι δράκοι δεν πλησιάζουν εδώ, λόγω των μοβ τριαντάφυλλων. Αλλά στη Σρ’άερ έχω δώσει το ανοσοποιητικό, το οποίο την καθιστά άτρωτη στην επήρειά τους και διαρκεί για ένα χρόνο.» Ζύγωσε το λαξευτό κρεβάτι και έκανε νόημα στον Χάφναρ να φέρει τη Ρικέλθη εκεί.

Ο δράκαρχος υπάκουσε, βάζοντας τη μητέρα του να ξαπλώσει. «Εγώ θα έλεγα να πάμε, καλύτερα, στο παλάτι…» πρότεινε εκείνη.

«Έχασες την εμπιστοσύνη σου στις ικανότητές μου;» είπε ο Έζβαρ, ξερά, σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος.

«Προφανώς,» αντιγύρισε, απότομα, η Ρικέλθη, στενεύοντας τα μάτια και ατενίζοντάς τον με θυμό.

Ο Έζβαρ αναστέναξε. «Χάφναρ, μας αφήνεις;»

Εκείνος δίστασε, αλλά, τελικά, ένευσε καταφατικά και είπε: «Θα ρίξω μια ματιά τριγύρω, για το δολοφόνο.» Πλησίασε τη Σρ’άερ και έπιασε τα λουριά της.

«Μην πας πολύ μακριά,» τον προειδοποίησε η Ρικέλθη. «Είναι επικίνδυνος.»

Ο Χάφναρ δεν αποκρίθηκε· βάδισε προς την έξοδο, μαζί με τη δράκαινά του, και βγήκε από το σπίτι, κλείνοντας αθόρυβα πίσω του.

«Γιατί του έκανες αυτό το πράγμα;» είπε η Ρικέλθη στον Έζβαρ. «Γιατί τον άφησες; Γιατί αθέτησες τη συμφωνία μας; Άλλα μου είχες πει!»

«Δε μπορούσα να τον σταματήσω. Δε θα ήταν σωστό.»

«Δε θα ήταν σωστό;» φώναξε η Ρικέλθη, ακουμπώντας στους αγκώνες της, για ν’ανασηκωθεί. «Τον έκαψες ζωντανό! Τον έκανες τέρας!»

«Δεν τον έκανα τέρας!» διαφώνησε, έντονα, ο Έζβαρ, καθώς μια ξαφνιασμένη όψη παρουσιαζόταν στο πρόσωπό του –σαν να μην περίμενε αυτή την αντίδραση από μένα! σκέφτηκε η Αρχόντισσα· σαν να περίμενε κάποια άλλη αντίδραση! Έχει γεράσει τόσο ώστε να έχει χάσει τα λογικά του; «Και δεν είναι τέρας. Ο Χάφναρ επέλεξε ένα μονοπάτι επάνω στο οποίο θέλει να βαδίσει. Ο ίδιος επιθυμούσε να γίνει δράκαρχος–»

«Το ξέρω ότι ο ίδιος το επιθυμούσε –ή έλεγε, τουλάχιστον, ότι το επιθυμούσε. Αλλ’αυτά τα λένε πολλά παιδιά, γιατί δεν ξέρουν τι πραγματικά σημαίνει, γιατί νομίζουν ότι είναι παραμύθι–»

«Ο Χάφναρ ήξερε τι έκανε.»

«Έτσι νομίζεις, Έζβαρ! Κι επιπλέον, είχαμε συμφωνήσει–»

«Τον είδες να έχει κάποιο παράπονο; Σου εξέφρασε κάποια δυσαρέσκεια; Σου είπε ότι τον κορόιδεψα, ή ότι λάθεψε στην επιλογ–;»

«Αυτό δεν έχει καμία σημασία!» τον διέκοψε η Ρικέλθη, χτυπώντας τη γροθιά της στο στρώμα και νιώθοντας το αίμα να της έχει ανεβεί στο κεφάλι. «Έλεγα ότι είχαμε συμφωνήσει, Έζβαρ, εσύ κι εγώ, να μην τον αφήσεις να γίνει δράκαρχος! Μ’αγνόησες τελείως!» Ο θυμός της ήταν μεγαλύτερος από πριν· αν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι, αν μπορούσε να στηριχτεί στα πόδια της, θα τον είχε χαστουκίσει, θα τον είχε χτυπήσει δυνατά. Κανείς δεν την παράκουγε με τόσο θράσος! Κι εξάλλου, δε ζητούσε από τον Έζβαρ υποκλίσεις· απλά, ήθελε τουλάχιστον να της είχε μιλήσει, προτού αφήσει τον Χάφναρ να καταστρέψει τη ζωή του. Ήθελε να είχε τηρήσει τη συμφωνία τους, μέχρι οι δυο τους –μαζί– ν’αποφάσιζαν κάτι άλλο.

«Δεν μπορούσα να τον δέσω, Ρικέλθη! Και δε θα τον έδενα, ακόμα κι αν μπορούσα. Ο Χάφναρ θα πήγαινε να πιάσει δράκο, ούτως ή άλλως, είτε τον βοηθούσα είτε όχι. Έτσι, αποφάσισα να του δώσω μερικές χρήσιμες συμβουλές, για να μη σκοτωθεί. Με καταλαβαίνεις;»

Η Ρικέλθη κούνησε το κεφάλι. «Όχι,» είπε, σταθερά, χωρίς να φωνάξει. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί με αγνόησες τόσο.»

«Ποιος αστράγαλος είναι χτυπημένος;» τη ρώτησε.

«Ο αριστερός.»

Ο Έζβαρ πήγε στην άλλη μεριά του κρεβατιού και κάθισε. Άρχισε να λύνει τα κορδόνια της μαύρης μπότας της. «Τώρα τίποτα δεν αλλάζει, Ρικέλθη,» είπε, κοιτάζοντας το πρόσωπό της, όπου εξακολουθούσε να υπάρχει θυμός και ένταση. «Και δε θα πρέπει να λυπάσαι–»

«Είναι δυνατόν να μου λες αυτό το πράγμα; Είσαι–;»

«Το ξέρω ότι πονάς. Αισθάνομαι το ίδιο–»

«Αμφιβάλλω.»

«Πιστεύεις ότι δε νοιάζομαι για το γιο μου;» φώναξε ο Έζβαρ. Το συνήθως γαλήνιο πρόσωπό του, τώρα είχε χάσει τη γαλήνη του· ήταν κόκκινο και αυλακωμένο.

«Νοιάζεσαι;» είπε, παγερά, η Ρικέλθη. «Δε φαίνεται, πάντως…»

«…Δε φαίνεται…» αποκρίθηκε ο Έζβαρ. «Ναι, δε φαίνεται…» Δεν είπε τίποτ’άλλο, αλλά το πρόσωπό του δεν είχε ακόμα γαληνέψει. Έχοντας λύσει όλα τα κορδόνια της μπότας, την τράβηξε, βγάζοντάς τη από το αριστερό πόδι της Αρχόντισσας.

Η Ρικέλθη μόρφασε από τον πόνο που τη διαπέρασε. «Δε χρειάζομαι τα γιατροσόφια σου!» είπε. «Οι θεραπευτές του παλατιού θα με φροντίσουν.» Έκανε να κατεβάσει τα πόδια από την άκρη του κρεβατιού.

«Και πώς θα πας στο παλάτι; Περπατώντας;» τη σταμάτησε ο Έζβαρ, ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο της. «Τ’άλογό σου είναι εξουθενωμένο.»

Η Ρικέλθη ξεφύσησε. «Καλά…» Το βλέμμα της πήγε στο πρόσωπό του, όπου μπορούσε να δει καθαρά ότι τα προηγούμενα λόγια της, σχετικά με το γιο τους, τον είχαν πληγώσει. Όμως είχε αυτός υπολογίσει πόσο θα πλήγωνε εκείνη ό,τι συνέβη στον Χάφναρ; Έγλειψε τα χείλη, για να μιλήσει, αλλά δε μίλησε.

Ο Έζβαρ έβγαλε τη γκρίζα της κάλτσα, για να κοιτάξει τον αστράγαλό της, ο οποίος ήταν πρησμένος και μελανιασμένος. Οι αντίχειρές του τον ψηλάφισαν, επιδέξια· η Ρικέλθη δεν πόνεσε. Εκείνος σηκώθηκε από το κρεβάτι και πλησίασε ένα ντουλάπι, το οποίο και άνοιξε, ψάχνοντας μέσα.

«Πόσο άσχημα είναι;» τον ρώτησε η Αρχόντισσα.

«Τίποτα το σπουδαίο.» Ο Έζβαρ δε γύρισε, συνεχίζοντας να ψάχνει. Τελικά, τράβηξε μια φιάλη έξω από το ντουλάπι, καθώς και έναν επίδεσμο. Πήγε στο κρεβάτι και κάθισε πλάι της. Άνοιξε τη φιάλη και άπλωσε λίγη από την αλοιφή που υπήρχε μέσα επάνω στον πρησμένο αστράγαλο της Ρικέλθης. Ύστερα, τον τύλιξε γερά με τον επίδεσμο.

«Δε θα πατάς σε τούτο το πόδι,» της είπε, «για τουλάχιστον δέκα ημέρες. Θα χρησιμοποιείς ραβδί.»

Δεν της άρεσε καθόλου η ιδέα να κρατά ραβδί· θα την έκανε να φαίνεται γριά. Αλλά, μάλλον, δε θα μπορούσε να βαδίζει αλλιώς. Επομένως, δε θα βάδιζε και πολύ, τις ημέρες που θ’ακολουθούσαν…

Ο Έζβαρ έβγαλε και την άλλη της μπότα, και την άφησε εκεί όπου είχε αφήσει και την προηγούμενη. «Ξεκουράσου λίγο,» είπε στη Ρικέλθη, καθώς σηκωνόταν όρθιος.

«Έζβαρ…» Είχε πάρει απόφαση να του μιλήσει· να του μιλήσει πιο ήρεμα από πριν. «Μη φεύγεις· κάθισε.»

Εκείνος υπάκουσε, στρέφοντας το βλέμμα του επάνω της.

«Δεν ήθελα να υπονοήσω ότι δε σε νοιάζει για τον Χάφναρ,» είπε η Ρικέλθη· «αλλά σίγουρα δε σ’ενδιέφερε καθόλου για τη συμφωνία μας. Γιατί δεν ήρθες να μου μιλήσεις; Γιατί δε με κάλεσες εδώ;»

«Γιατί γνώριζα ότι ποτέ δε θα συμφωνούσες. Από όσα μου είχες πει την προηγούμενη φορά–»

«Είσαι προκατειλημμένος!» τον κατηγόρησε η Ρικέλθη.

«Θα είχες συμφωνήσει ο Χάφναρ να γίνει δράκαρχος;» είπε ο Έζβαρ.

«Όχι!»

«Βλέπεις;»

«Τι θες να πεις, δηλαδή; Ότι είμαι λάθος, που δεν επιθυμούσα αυτή τη μοίρα για το γιο μας;» Είχε αρχίσει να ξαναθυμώνει μαζί του. «Κι επιπλέον, γιατί του είπες ότι είσαι πατέρας του; Αυτό κι αν δεν έπρεπε να του το πεις –ποτέ!»

Ο Έζβαρ κατέβασε το βλέμμα. «Του το είπα ύστερα… Νόμιζα ότι ίσως και να πέθαινε–»

«Να πέθαινε

Ο Έζβαρ ένευσε. «Ναι. Αφότου έπιασε τη Σρ’άερ δεν ήταν καλά. Είχε τρομερά εγκαύματα–»

«Τα είδα τα εγκαύματά του, Έζβαρ!» είπε η Ρικέλθη, στραβώνοντας τα χείλη. «Και–»

«Παραπατούσε. Στην αρχή, νόμιζα πως ήταν ετοιμοθάνατος, και κατηγορούσα τον εαυτό μου, που τον άφησα να πάει…» (Και καλά έκανες! σκέφτηκε η Ρικέλθη. Δεν έπρεπε να τον είχες αφήσει!) «Τον έφερα εδώ, για να τον περιθάλψω. Είχε πυρετό, μα κατάφερε να συνέλθει γρήγορα, πρέπει να πω. Του έδωσα βοτάνια, φυσικά, και περιποιήθηκα τα καψίματά του. Έζησε, και είναι καλά τώρα…»

«Δεν είναι καλά, Έζβαρ!»

Το γαλανό του βλέμμα σκλήρυνε, καθώς υψώθηκε, για να την ατενίσει. «Είναι! Έπρεπε να τον είχες δει τότε, Ρικέλθη, και θα καταλάβαινες γιατί λέω πως είναι καλά.» Η φωνή του μειώθηκε σε ένταση. «Παραλίγο να τον χάσω…»

«Και όχι μόνο εσύ.»

«Όλα νομίζεις ότι είναι προσβολή προς εσένα και την αξιοπρέπειά σου, έτσι, Ρικέλθη;» είπε ο Έζβαρ, και σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Δεν είναι έτσι, όμως. Τι σε πείραξε περισσότερο; Που άφησα τον Χάφναρ να επιλέξει το δρόμο που εκείνος ήθελε, ή που δε σεβάστηκα τη ‘συμφωνία μας’;»

«Και τα δύο ήταν απαράδεκτα εκ μέρους σου!» αποκρίθηκε η Ρικέλθη. «Καθώς επίσης και το γεγονός ότι του αποκάλυψες πως είσαι πατέρας του. Τι κατάφερες τώρα; Τον ξέρεις τον Χάφναρ. Τον ξέρεις τι ανόητος είναι, κάποιες φορές. Μπορεί, αν κάποτε του δοθεί η ευκαιρία, να απαρνηθεί την Επαρχία της Έριγκ, ενώ, όσο νόμιζε πως ο Άνγκεδβαρ ήταν πατέρας του, αυτό ποτέ δε θα υπήρχε πιθανότητα να συμβεί!»

«Θα πάει στη Νουάλβορ, ούτως ή άλλως,» της είπε ο Έζβαρ, στραβώνοντας το πρόσωπό του· η Ρικέλθη νόμιζε ότι διέκρινε αποστροφή στην όψη του: Για ποιο λόγο, μόνο εκείνος κι οι θεοί ξέρουν! «Είναι δράκαρχος τώρα, και θα υπηρετήσει το Βασιληά.»

«Ναι,» συμφώνησε η Αρχόντισσα. «Αυτό είν’αλήθεια. Ωραία τα κατάφερες…» Κοίταξε το πάτωμα, παύοντας να μιλά.

Άκουσε τον Έζβαρ να βαδίζει μέσα στο δωμάτιο, κι εκείνος σιωπηλός.

*

Ο Χάφναρ έκανε βόλτες γύρω από το Λημέρι του Έζβαρ για αρκετή ώρα, μα δε βρήκε κανένα σημάδι του δολοφόνου που είχε κυνηγήσει τη μητέρα του. Αυτό σήμαινε πως είτε ο άντρας δεν είχε ακόμα βγει από τον Αρχέτοπο είτε είχε βγει και είχε φύγει. Ήταν παράξενος άνθρωπος, πάντως· κι αν αλήθευαν αυτά που έλεγε ο Έζβαρ για τις εξωφυσικές του δυνάμεις, τότε ίσως να είχαν να κάνουν με κάτι πολύ πιο επικίνδυνο απ’ό,τι φαντάζονταν.

Ο Χάφναρ αμφέβαλε αν η Φερνάλβιν ήταν που είχε στείλει το δολοφόνο. Πού να τον έβρισκε, άλλωστε; Πού να έβρισκε ένα άτομο με τόσο παράξενες ικανότητες; Η ετεροθαλής αδελφή του –η οποία, τελικά, δεν ήταν αδελφή του, εφόσον ο Άνγκεδβαρ δεν ήταν πατέρας του· αλλά ο Χάφναρ είχε συνηθίσει να τη σκέφτεται έτσι– δεν ασχολιόταν ποτέ με αποκρυφιστικά πράγματα· δεν είχε πρόσβαση σε τέτοια… τουλάχιστον, όσο ήξερε εκείνος. Επομένως, ποιος άλλος μπορεί να ήθελε τη μητέρα του νεκρή; Πρέπει να βρω τον εχθρό της και να τον εξολοθρεύσω. Δεν μπορώ να φύγω από την Έριγκ, αφήνοντάς τη στο έλεός του. Από την άλλη, βέβαια, τώρα είμαι δράκαρχος, και οφείλω να πάω, όσο το δυνατόν ταχύτερα, στη Νουάλβορ.

Αυτές ήταν οι σκέψεις του Χάφναρ, καθώς επέστρεφε στο Λημέρι του Έζβαρ. Διέσχισε τον κήπο με τα μοβ τριαντάφυλλα, ενώ το άλογο της Ρικέλθης, η Αύρα, μασουλούσε μερικά από αυτά, και τα δικά του άτια, που δεν ήταν πια δεμένα στο άρμα της Φερνάλβιν, κοιμόνταν, λίγο παραπέρα· ο μαύρος ίππος του δολοφόνου δε φαινόταν πουθενά –ύποπτο σημάδι.

Πλησίασε την πόρτα της κατοικίας του πατέρα του και χτύπησε. Ο Έζβαρ άνοιξε και του έκανε νόημα να περάσει. Εκείνος μπήκε, μαζί με τη Σρ’άερ, για να δει τη Ρικέλθη ξαπλωμένη στο κρεβάτι, να κοιμάται.

«Νόμιζα ότι θα ήταν πολύ εκνευρισμένη για να κοιμηθεί,» είπε ο Χάφναρ, σιγανά, καθώς η δράκαινά του πήγαινε να κουλουριαστεί πλάι στη φωτιά του τζακιού.

«Έριξα υπνωτικό στη σούπα της,» εξήγησε ο Έζβαρ. «Χρειαζόταν ανάπαυση.»

«Τι σου είπε;»

«Ό,τι χειρότερο περίμενα,» αποκρίθηκε ο πατέρας του, και κάθισε σε μια πολυθρόνα. «Υπάρχει φαγητό στο τραπέζι, αν θέλεις να φας.»

«Είναι μπερδεμένη και θυμωμένη,» είπε ο Χάφναρ. «Όταν ηρεμήσει, θα καταλάβει.» Πήγε στο τραπέζι και κάθισε, ρίχνοντας την κουκούλα του πίσω και βγάζοντας τη μαύρη του μάσκα.

«Το εύχομαι.» Ο Έζβαρ άναψε την πίπα του. «Βρήκες το φονιά, ή τα ίχνη του;»

«Τίποτα απ’τα δύο,» είπε ο Χάφναρ, αρχίζοντας να τρώει τη ζεστή χορτόσουπα με περίσσια όρεξη. «Τι νομίζεις για το δολοφόνο; Πιστεύεις ότι, όντως, τον έστειλε η Έπαρχος;»

«Δεν ξέρω. Ίσως.»

«Μα, είπες ότι είχε παράξενες δυνάμεις: Σε χτύπησε μ’εκείνη την παγωνιά, και αντιστάθηκε στην υπνωτική σου σκόνη…»

«Ναι…» Ο Έζβαρ ένευσε, καπνίζοντας.

«Πρέπει νάναι μάγος.»

«Τι εννοείς λέγοντας ‘μάγος’; Υπάρχουν άνθρωποι με ποικίλες… κλίσεις

«Και τι ‘κλίση’ έχει αυτός;» Ο Χάφναρ ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα, πίνοντας μια μεγάλη γουλιά νερό.

«Δεν μπορώ να καταλάβω ακόμα,» είπε ο Έζβαρ, σκεπτικός. «Όμως θα προσπαθήσω να μάθω, και θα το βρω.»

«Θα μπορούσε η Φερνάλβιν να έχει προσλάβει έναν τέτοιο… χαρισματικό άνθρωπο;»

«Αυτό μοιάζει να σε απασχολεί ιδιαίτερα…» Ο Έζβαρ τού έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα. «Τι σχεδιάζεις να κάνεις, εάν όντως εκείνη τον προσέλαβε; Θα τη σκοτώσεις, Χάφναρ;»

Πράγματι, τι θα κάνω, αν είναι η Φερνάλβιν;… «Πιθανώς– Ή μπορεί και όχι.» Ίσως να μην ήταν αληθινά αδελφή του, όμως είχε ζήσει τόσα χρόνια μαζί της σαν να ήταν αδελφή του. Βέβαια, η Φερνάλβιν πάντοτε υποψιαζόταν εκείνον και τον Δάρβαν –και τη γυναίκα του Δάρβαν, τη Ζιάθραλ, και το παιδί τους ακόμα, τη Φάλμα–, επειδή τους θεωρούσε «Σπορά της Ρικέλθης»· αλλά εξακολουθούσε να είναι μέλος της οικογένειας. Ο Χάφναρ δεν ήθελε να δει τον Οίκο των Νίλγκωρ να διαλύεται· και γνώριζε πολύ καλά πως, αν σκότωνε τη Φερνάλβιν, τίποτα δε θα ήταν ικανό να σταματήσει τη διάλυση. Εκτός αν τη δολοφονούσε, κάπως, χωρίς να το μάθει κανείς… Αλλά, και πάλι, πώς θα μπορούσα να το κάνω αυτό;

«Μοιάζεις πιο μπερδεμένος απ’τη μητέρα σου, Χάφναρ,» παρατήρησε ο Έζβαρ. «Μίλησέ μου.»

«Αν η Φερνάλβιν έστειλε τον δολοφόνο… δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω,» αποκρίθηκε εκείνος, μελαγχολικά. «Γιατί, σίγουρα, θα ξαναπροσπαθήσει να σκοτώσει τη μητέρα, είτε με τον ίδιο άνθρωπο είτε μ’άλλα μέσα… Οφείλω να την εμποδίσω.»

«Μην ξεχνάς το δρόμο σου,» είπε ο Έζβαρ. «Οι δράκαρχοι ανήκουν στο Βασίλειο και στο Βασιληά. Εκείνο που, πραγματικά, οφείλεις να κάνεις, πρώτα, είναι να πας στη Νουάλβορ.»

«Και ν’αφήσω τη μητέρα στο έλεος του ανθρώπου που τη θέλει νεκρή;» αντιγύρισε ο Χάφναρ. «Δεν μπορώ!»

«Για την ώρα, δεν έχεις άλλη επιλογή,» είπε ο Έζβαρ, ανάβοντας πάλι την πίπα του.

«Θα βρεις εσύ τον εχθρό της;»

Ο πατέρας του φάνηκε διστακτικός ν’απαντήσει, καθώς κάπνιζε. «Δε μπλέκω, συνήθως, σε πολιτικά ζητήματα,» αποκρίθηκε, μασώντας την άκρη της πίπας του.

«Δεν είναι ένα απλό πολιτικό ζήτημα. Ή, μήπως, είναι;» Δε σ’ενδιαφέρει για τη μητέρα πλέον; αναρωτήθηκε ο Χάφναρ. Δε σε νοιάζει αν θα τη σκοτώσουν ή όχι;

Το βλέμμα του Έζβαρ μαλάκωσε. Αναστέναξε. «Όχι, δεν είναι. Εντάξει,» υποσχέθηκε, «θα κάνω ό,τι μπορώ, για να εντοπίσω τον εχθρό της και να τον εμποδίσω.»

Το λέει μόνο και μόνο για να πάω στη Νουάλβορ, ή μιλάει από καρδιάς; σκέφτηκε ο Χάφναρ, αδυνατώντας να διακρίνει, από την όψη του πατέρα του, τι απ’τα δύο αλήθευε.

«Καλώς,» είπε, γνέφοντας καταφατικά. «Αλλά τι υποθέτεις; Είναι ο εχθρός η Φερνάλβιν;»

«Η Φερνάλβιν είναι ο μόνιμος εχθρός της μητέρας σου,» αποκρίθηκε ο Έζβαρ· «ο προφανέστερος εχθρός.»

«Ποτέ, όμως, δεν είχε επιχειρήσει να τη σκοτώσει,» του θύμισε ο Χάφναρ. «Αυτό με βάζει σε υποψίες.»

«Η Φερνάλβιν πιστεύει ότι η Ρικέλθη θέλει να τη δολοφονήσει· έτσι δεν είπε η μητέρα σου;»

Ο Χάφναρ ένευσε, σκεπτικός. «Ναι…» Και θυμήθηκε όσα του είχε απαντήσει ο αδελφός του, Δάρβαν, όταν εκείνος τον είχε ρωτήσει πώς ήταν τα πράγματα στο παλάτι: «Τίποτα το σπουδαίο. Εκτός από ένα φίδι που βρέθηκε στο κρεβάτι της Φερνάλβιν, κι εκείνη τώρα κατηγορεί τη μητέρα μας, ότι το έβαλε επίτηδες εκεί, για να τη σκοτώσει.» Επομένως, η Έπαρχος είχε καλό λόγο για να φοβάται τη Ρικέλθη…

Μίλησε για τούτο στον Έζβαρ, ζητώντας τη γνώμη του.

«Χμμμ…» έκανε εκείνος, φυσώντας καπνό κι αφήνοντας την πίπα του παραδίπλα, να σβήσει. «Θα μπορούσε να ήταν τυχαίο, το φίδι στο κρεβάτι της· ή θα μπορούσε να ήταν επιτηδευμένο.»

«Ποιο θεωρείς πιθανότερο; Πες μου αλήθεια.»

«Εικάζω πως το δωμάτιο της Κεντροφύλακος δεν είναι στο ισόγειο, κοντά στον κήπο, σωστά;» Ο Χάφναρ κατένευσε. «Συνεπώς, είναι δύσκολο για ένα φίδι να φτάσει στο κρεβάτι, εκτός κι αν, κάπως, μπλεχτεί μέσα στα σεντόνια –λάθος των υπηρετών, δηλαδή. Αλλά τέτοια λάθη δε γίνονται εύκολα…»

«Δηλαδή, πιστεύεις πως, όντως, ήταν απόπειρα δολοφονίας.»

«Ναι,» είπε ο Έζβαρ· «κατά πάσα πιθανότητα.»

«Από τη μητέρα μου;»

«Το αποκλείεις;»

«Τη θεωρείς τέτοιο άνθρωπο;» απόρησε ο Χάφναρ.

«Φοβάμαι να μην θεωρήσω τη Ρικέλθη ικανή για το οτιδήποτε,» δήλωσε ο Έζβαρ. «Αν είχε καλό λόγο, θα το έκανε. Και ίσως να είχε…»

Τα μάτια του Χάφναρ στένεψαν. «Τι εννοείς;»

«Σκέψου πολιτικά. Τι θέλει η μητέρα σου;»

«Την Επαρχία της Έριγκ;…»

«Ανέκαθεν.»

«Και λοιπόν;» είπε ο Χάφναρ. «Αν σκοτώσει τη Φερνάλβιν, θα τη διαδεχτεί ο Άνγκεδβαρ…»

«…ο οποίος δε βρίσκεται ακόμα στην κατάλληλη ηλικία για να πάρει την εξουσία,» τόνισε ο Έζβαρ· «απέχει δύο χρόνια από τα δεκαοχτώ. Άρα…;» Περίμενε την απάντηση από το γιο του. Του είχε μιλήσει αρκετές φορές για πολιτικά ζήτημα, και ο Χάφναρ ήταν βέβαιος πως ετούτο αποτελούσε μια πρόκληση από τον πατέρα του –ένα μάθημα ακόμα.

«Η Μανρούνα είναι παντρεμένη με τον Άρχοντα-Φύλακα Άραντιρ του Ράλτον, που σημαίνει πως δεν μπορεί να κατεβεί στην Έριγκ, για να αναλάβει καθήκοντα Επάρχου μέχρι να ενηλικιωθεί ο Άνγκεδβαρ…»

«Συνέχισε. Ποιος θα πάρει την εξουσία, λοιπόν;»

«Ο Δάρβαν, νομίζω. Αλλά–»

«Ο Δάρβαν, ακριβώς!»

«Μάλιστα…» έκανε ο Χάφναρ, καταλαβαίνοντας το σκεπτικό του Έζβαρ. «Πατέρα, ίσως να έχουν κάποια βάση τα λόγια σου, μα λαθεύεις, διότι δεν υπολογίζεις κάτι πολύ σημαντικό: Ο Δάρβαν δε θα πάρει μόνιμα την εξουσία· ύστερα από δύο χρόνια, ο Άνγκεδβαρ θα έχει ενηλικιωθεί.»

«Γιαυτό η Ρικέλθη βιάζεται. Όταν βάλει τον δικό της γιο στο Θρόνο της Έριγκ, θα μπορεί εύκολα να… ‘ρίξει’… τον γιο της μακαρίτισσας Φερνάλβιν, προτού εκείνος ενηλικιωθεί. Αν, όμως, αργήσει και ο Άνγκεδβαρ γίνει δεκαοχτώ, τότε τα πράγματα θα δυσκολέψουν για τη μητέρα σου.»

Δε φαίνονταν παράλογα αυτά που έλεγε ο Έζβαρ. Όμως, και πάλι, ο Χάφναρ δύσκολα μπορούσε να τα χωνέψει. Συμφωνούσε πως η μάνα του ήταν καλή –πολύ καλή– στα πολιτικά ζητήματα, μα θα έφτανε στο σημείο να σκοτώσει την προγονή της; «Όλα τούτα είναι υποθέσεις.»

«Πράγματι, είναι.»

«Δε δώσαμε, όμως, απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα,» παρατήρησε ο Χάφναρ: «ποιος είναι ο εχθρός της μητέρας μου.»

«Αν συμβαίνουν όλα όσα υποθέσαμε, τότε δε θα μπορούσε να είναι η Φερνάλβιν;»

«… Ίσως. Αλλά πού να βρήκε αυτόν τον ειδικό δολοφόνο; Ο ίδιος είπες ότι είχε παράξενες δυνάμεις.»

«Τούτο δε σημαίνει κάτι,» αποκρίθηκε ο Έζβαρ. «Δεν είναι απίθανο να βρει κανείς ανθρώπους με ιδιαίτερα χαρίσματα, αν ψάξει. Ειδικά η Κεντροφύλαξ του Βασιλείου και Έπαρχος της Έριγκ, δε νομίζεις;»

Σωστό κι αυτό, έπρεπε να παραδεχτεί ο Χάφναρ. Σίγουρα, η Φερνάλβιν είχε μεγάλη επιρροή. Κάποιες φορές, ξεχνούσε τι ήταν η ετεροθαλής αδελφή του –που δεν είναι αδελφή μου, θύμισε στον εαυτό του. «Είναι, λοιπόν, πολύ πιθανό εκείνη να τον έστειλε… Χμμμ…» Τότε, τι πρέπει να κάνω; Δε θα την αφήσω να βλάψει τη–

«Βλέπω τις σκέψεις σου να τρέχουν, Χάφναρ,» είπε ο Έζβαρ. «Όμως μην αφήνεις τον εαυτό σου να σε παρασέρνει σε μονοπάτια όπου δεν επιθυμείς να παρασυρθείς. Είσαι δράκαρχος τώρα.» Τον έδειξε, με το δείκτη του δεξιού του χεριού. «Πρέπει να πας στο Βασιληά.»

«Θ’αναλάβεις εσύ τη Φερνάλβιν;» Πες μου αλήθεια, πατέρα! Την αλήθεια!

«Θα ερευνήσω την υπόθεση, όπως σου υποσχέθηκα· και δε θα τους αφήσω να σκοτώσουν τη Ρικέλθη.»

Δεν έμοιαζε να ψεύδεται. «Ωραία,» είπε ο Χάφναρ. «Τότε, μπορώ να ταξιδέψω νότια με σχετική ηρεμία.»

 

 


Κεφάλαιο 20
Ένα Σταυροδρόμι Καταμεσής του Λαβυρινθώδους Δάσους

 

Το μεσημέρι, γευμάτισε μαζί με τη βασιλική οικογένεια, και έπρεπε να παραδεχτεί ότι αρκετοί τον κοίταζαν παράξενα, που δεν είχε αναχωρήσει ακόμα για το φρούριο Ράλτον. Ανάμεσα σ’αυτούς δεν ήταν ο Βασιληάς Άργκελ. Ίσως να μη θεωρούσε την καθυστέρηση του Ρόλμαρ τόσο μεγάλη (άλλωστε, ετούτη ήταν μόνο η δεύτερη ημέρα της διαμονής του στο παλάτι), ή ίσως να είχε άλλα πράγματα στο νου του και ο Βόρειος Άρχοντας να μην τον απασχολούσε.

Σίγουρα, ένα από τα πράγματα που ταλαιπωρούν το μυαλό του πρέπει να είναι και τα γεγονότα στο Ένρεβηλ. Ο αδελφός του, Ήλμον, και η Επανάσταση. Είναι μπλεγμένος, τελικά, ο Μονάρχης μας, ή όχι; σκεφτόταν ο Ρόλμαρ, καθώς έτρωγε το θεσπέσιο φαγητό του παλατιού, κουβεντιάζοντας ανάλαφρα με τη Μιάνη, τον Νόρβορ, και τον Δάτμιν.

Η Λιόλα ήταν από εκείνους που τον κοίταζαν παράξενα, σήμερα. Ή, μάλλον, δεν τον κοίταζε όπως η Πριγκίπισσα Νιρκένα, η αδελφή του Άργκελ, ή η Ακάρθα, η Βασίλισσα του Νόρβηλ, μα η έκφραση και το βλέμμα της εξακολουθούσαν να είναι ενοχλητικά. Δεν έτρωγε πολύ· τσιμπολογούσε, μη δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στο φαγητό της, σαν κάτι άλλο να την απασχολούσε· και τα μάτια της, κάπου-κάπου, στρέφονταν στον Ρόλμαρ, ατενίζοντάς τον με περιέργεια. Όταν οι ματιές τους συναντιόνταν, εκείνος της χαμογελούσε διακριτικά, και η Πριγκίπισσα τού επέστρεφε το χαμόγελο, αλλά ήταν φανερό πως το έκανε για να μη φανεί αγενής και για να καλύψει άλλες σκέψεις και συναισθήματα.

Τι την απασχολεί τώρα; Τι την ανησυχεί; (Διότι ο Ρόλμαρ νόμιζε πως μπορούσε να διακρίνει ανησυχία στην όψη της.) Πρόκειται πάλι γι’αυτή τη θεά της; Νομίζει ότι ακόμα δεν πιστεύω σ’εκείνη; Νομίζει ότι εξακολουθώ ν’αμφισβητώ την ύπαρξή της; Η αλήθεια ήταν πως δεν αμφισβητούσε την ύπαρξή της, όμως απορούσε που η Λιάμνερ Κρωθ –η γνωστή Θεά των Ρουζβάνων– είχε παρουσιαστεί εδώ, στη Βάλγκριθμωρ, για πρώτη φορά στην Ιστορία… Το όλο θέμα τον παραξένευε, και τον έβαζε σε σκέψεις. Θα το ερευνούσε περισσότερο, για δύο λόγους: Κατά πρώτον, νοιαζόταν για τη Λιόλα, την οποία θεωρούσε φίλη του: μια φίλη που τώρα κάτι άσχημο της είχε συμβεί, δίχως η ίδια να το αντιλαμβάνεται ακριβώς. Κατά δεύτερον, της είχε υποσχεθεί (και δε σκόπευε να παραβεί την υπόσχεσή του) ότι δε θα έλεγε σε κανέναν για τη θεά της· έτσι, όφειλε να αναλάβει την έρευνα μόνος του. Ακόμα και στον ιερέα του Βάνραλ είχε αρνηθεί να μιλήσει ανοιχτά, πράγμα που είχε θυμώσει τον ιερωμένο –ο οποίος, φυσικά, ήταν –ας με συγχωρέσει ο Βάνραλ, αλλά ήταν!– ένας κόπανος και μισός, που δεν ήξερε να συζητά με άρχοντες!…

Όμως δεν ήταν μονάχα η Λιόλα που κοίταζε τον Ρόλμαρ παράξενα, στο σημερινό γεύμα. Μάλιστα, εκείνη τον κοίταζε λιγότερο παράξενα, ή, τουλάχιστον, όχι το ίδιο παράξενα όπως η Νιρκένα και η Ακάρθα. Η αδελφή του Βασιληά, και Έπαρχος της Νέλβορ από γάμο με τον Άρχοντα Κάβμαρ, έριχνε λοξές ματιές στον Ρόλμαρ και φαινόταν καθαρά πως προσπαθούσε να κρυφακούσει όσα αυτός συζητούσε με τα παιδιά του Άργκελ και την κόρη της, Μιάνη. Προφανώς, υποπτευόταν την καθυστέρησή του και αναρωτιόταν γιατί είχε μείνει στην πρωτεύουσα παραπάνω απ’ό,τι χρειαζόταν: Ο πατέρας του είχε αποδειχτεί ότι, τελικά, δεν έκρυβε την κυνηγημένη Ρουζβάνη, και ο Βασιληάς είχε ζητήσει συγνώμη, ευγενικός όπως πάντα· η υπόθεση είχε κλείσει, και ο Άρχοντας του Ράλτον έπρεπε, κανονικά, να είχε ξεκινήσει το ταξίδι της επιστροφής. Γιατί παρέμενε στη Νουάλβορ; Τι δουλειές είχε; Και, αφορούσαν οι δουλειές του τα παιδιά του Άργκελ; Ή τη Μιάνη; Ο Ρόλμαρ νόμιζε ότι μπορούσε να δει τα ερωτηματικά να γυροφέρνουν μέσα στο κεφάλι της Πριγκίπισσας Νιρκένα. Θαυμάσια, σκέφτηκε, έγινα και αμφιλεγόμενο πρόσωπο στην πρωτεύουσα –κάτι που, φυσικά, δεν επιθυμούσε, αν και έπρεπε να παραδεχτεί ότι τον… ενθουσίαζε, τον γέμιζε με ενέργεια και ένταση. Είχε γεννηθεί γι’ακριβώς αυτού του είδους τη ζωή, στις Αυλές και στις μεγαλουπόλεις, όχι στα σύνορα, παρέα με μερικούς σκληροτράχηλους ακρίτες, κρυμμένος πίσω από ψηλά τείχη, ατενίζοντας τις αχανείς Μεγάλες Στέπες, και φοβούμενος την οργή του Μαύρου Ανέμου· γι’αυτά ήταν ο Βάνμιρ, που κλεινόταν στο δωμάτιό του και… ερευνούσε, όπως υποστήριζε. Οι φαντασιοπληξίες του, ασφαλώς, ξεπερνούσαν κάθε λογικό όριο, έκρινε ο Ρόλμαρ.

Η Βασίλισσα Ακάρθα ήταν το ίδιο καχύποπτη όπως και η ανδραδέλφη της. Μάλιστα, το έδειχνε πιο πολύ από τη Νιρκένα. Όμως τούτο δεν πρέπει να οφειλόταν στο γεγονός ότι ανησυχούσε περισσότερο απ’αυτήν, ή ότι είχε μεγαλύτερες υποψίες για τον Άρχοντα του Ράλτον· μάλλον, η Βασίλισσα ήταν απλά πιο απρόσεκτη από την Πριγκίπισσα. Η πανουργία της Νιρκένα φαινόταν να ξεπερνά έκδηλα εκείνη της Ακάρθα· ίσως οι υπόνοιες και οι ανησυχίες της πρώτης να ήταν ισχυρότερες από της δεύτερης, αλλά η Βασίλισσα να έδειχνε πιο καχύποπτη επειδή δεν ήξερε να κρύβεται το ίδιο. Θα πρέπει να προσέχω την Πριγκίπισσα Έπαρχο της Νέλβορ, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ, ενώ χαμογελούσε ευγενικά με ένα αστείο που είχε πει ο Νόρβορ. Ίσως ν’αναρωτιέται μόνο τι μπορεί να θέλω με τα παιδιά του Άργκελ και την κόρη της· ή ίσως να υποπτεύεται κάτι άλλο, πιο άσχημο, για μένα. Η Βασίλισσα Ακάρθα, από την άλλη, πρέπει απλά να είναι περίεργη…

Προς το τέλος του γεύματος, η κουβέντα ήρθε έτσι ώστε ο Ρόλμαρ και οι άλλοι να συζητάνε για ένα σπάνιο σύγγραμμα των Νάθλιγκερ, «Τα Σημάδια της Εξέλιξης· ή, Από τη Μονάδα στο Πλήθος».

«Λένε πως ένας Μιρλίμιος τυχοδιώκτης –ο Πολύζωος: περιώνυμος στον καιρό του– το έκλεψε από τη Φράλ’μπρίν’χ, τη Νήσο των Μύθων, και το πούλησε σε κάποιον Σαρενθάλιο έμπορο, για πολλά χρήματα. Ύστερα, λένε πως ο έμπορος αυτός το διάβασε και επιχείρησε κάποια πειράματα τα οποία περιγράφονται μέσα, με αποτέλεσμα μια ασθένεια να τον πιάσει, ονόματι…. Δε θυμάμαι τ’όνομα τώρα, πάντως αυτή είναι μία από τις εκδοχές· υπάρχουν κι άλλες για τη μοίρα του εμπόρου– Λιόλα, μήπως θυμάσαι εσύ το όνομα της ασθένειας;» Ο Νόρβορ στράφηκε να κοιτάξει την αδελφή του. «Νομίζω πως το συζητούσαμε, κάποτε.»

Η Λιόλα ήταν αφηρημένη και δεν πρέπει να τον άκουσε, καθώς έτρωγε μια τελευταία κουταλιά από τη μυρωδάτη χορτόσουπά της.

Ο Νόρβορ καθάρισε το λαιμό, ενώ τα βλέμματα του Δάτμιν και της Μιάνης στρέφονταν στην Πριγκίπισσα. Ο Ρόλμαρ αποφάσισε να φανεί διακριτικός και να μην κοιτάξει· κάρφωσε μια γαρίδα, την έκοψε με το μαχαίρι του, και τη δάγκωσε.

«Λιόλα;» είπε ο Πρίγκιπας.

Εκείνη ύψωσε τα μάτια της, για να τον αντικρίσει. «Τι είναι;» ρώτησε, με ευγενικό, καθόλου απότομο τόνο, αλλά σαν να είχε ενοχληθεί, που κάποιος τη διέκοψε απ’τους συλλογισμούς της, ό,τι κι αν ήταν αυτοί.

«Μιλούσαμε για τα Σημάδια της Εξέλιξης –το βιβλίο. Θυμάσαι ποιο ήταν το όνομα της ασθένειας που λένε πως έπιασε εκείνο τον Σαρενθάλιο έμπορο, λόγω των πειραματισμών του;»

«Τον Αζνάθερ;»

«Τον Αζνάθερ, σωστά. Αλλά την ασθένεια–;»

«Ενδοσωματικός Πολυμερισμός.»

«Ναι, πράγματι,» είπε ο Νόρβορ στους υπόλοιπους. «Αυτή η ασθένεια υποστηρίζουν μερικοί ότι τον κατέλαβε, ενώ άλλοι λένε πως ο έμπορος εξαφανίστηκε, αναζητώντας κάποιο μυστικό, ή πως το πλοίο του ναυάγησε μ’εκείνον επάνω, και τα Σημάδια της Εξέλιξης χάθηκαν, παραμένοντας για πάντα στον πυθμένα της θάλασσας.»

«Του ωκεανού Σίρινταν,» συγκεκριμενοποίησε η Λιόλα.

«Το βρήκε κανένας το βιβλίο;» ρώτησε ο Δάτμιν.

«Υπήρξαν άνθρωποι που έψαξαν γι’αυτό,» είπε η Πριγκίπισσα· «υπάρχουν άνθρωποι που, ακόμα και τώρα, ψάχνουν γι’αυτό. Μα κανείς δεν το έχει βρει.»

«Αν βυθίστηκε στη θάλασσα, πώς να το βρουν, Λιόλα;» απόρησε η Μιάνη, μ’ένα λεπτό μειδίαμα. «Το βιβλίο θα έχει καταστραφεί, σίγουρα…»

«Ο Αζνάθερ αποκλείεται να το είχε στο καράβι του, απροστάτευτο. Λένε πως το κρατούσε μέσα σε μια ειδική θήκη Ραζλέριας κατασκευής,» είπε ο Νόρβορ.

«Κι επιπλέον, δεν είναι βέβαιο ότι έχει χαθεί στη θάλασσα,» πρόσθεσε η Λιόλα. «Αυτή είναι μόνο μία από τις πολλές εκδοχές που κυκλοφορούν για το βιβλίο.»

«Και τι το τόσο σημαντικό ήταν γραμμένο στις σελίδες του;» ρώτησε ο Ρόλμαρ, ακουμπώντας την πλάτη του στην καρέκλα και παίρνοντας το κρασοπότηρό του στο δεξί χέρι.

Για μια στιγμή, είδε το βλέμμα της Λιόλα να καρφώνεται με ένταση επάνω του –όχι θυμό, απλά ένταση, η οποία ίσως να ήταν για εκείνον, ή ίσως να ήταν για το αρχαίο σύγγραμμα…

«Υποθέσεις και θεωρίες, αποδεδειγμένες και μη, για τη φύση των κατοίκων της Κουαλανάρα,» απάντησε η Πριγκίπισσα.

«Για εμάς;» ρώτησε η Μιάνη.

«Όχι μόνο, αλλά και για τους προγόνους μας, καθώς και γι’αυτούς που πιθανώς να έρθουν με την πάροδο των χρόνων.» Ο Ρόλμαρ διέκρινε μια πνευματική πείνα στα λόγια της Λιόλα, σαν η Πριγκίπισσα να επιθυμούσε να είχε το βιβλίο στα χέρια της.

«Και γιατί είναι αυτά ενδιαφέροντα, Λιόλα;» θέλησε να μάθει ο Δάτμιν.

«Γιατί σε διδάσκουν ποιος είσαι.»

Ο Δάτμιν δε μίλησε, παρότι η απάντησή της δε φάνηκε να τον ικανοποιεί.

Μια φωνή τούς διέκοψε από περαιτέρω συζήτηση περί των Σημαδιών της Εξέλιξης.

«Καλό μεσημέρι σε όλους,» είπε η Πριγκίπισσα Νιρκένα, καθώς σηκωνόταν από τη θέση της.

«Καλό μεσημέρι, θεία,» αποκρίθηκε ο Νόρβορ και, μετά απ’αυτόν, ο Δάτμιν. Η αδελφή του Βασιληά έριξε ένα έντονο βλέμμα στη Μιάνη, σα να ήθελε να την προειδοποιήσει για κάτι (Για μένα; αναρωτήθηκε, έκπληκτος, ο Ρόλμαρ), και εγκατέλειψε την τραπεζαρία.

Ύστερα απ’αυτήν, σηκώθηκε και η Λιόλα, υποστηρίζοντας πως είχε φουσκώσει από το γεύμα και ήθελε ανάπαυση. Ευχήθηκε σε όλους καλό μεσημέρι και αποχώρησε.

«Τι την απασχολεί, Νόρβορ;» ρώτησε η Μιάνη.

Ο Πρίγκιπας ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν έχω ιδέα. Έτσι που έχει παραξενέψει, πού να ξέρεις;…»

«…Ναι…» συμφώνησε, αφηρημένα, η Μιάνη, σαν κι εκείνη τώρα να σκεφτόταν, ή να θυμόταν, κάτι.

Όλοι τους έχουν ανησυχήσει, παρατήρησε ο Ρόλμαρ, λιγότερο ή περισσότερο· όμως κανένας δε γνωρίζει τι πραγματικά συμβαίνει στην Πριγκίπισσα. Μόνο εγώ. Και δεν μπορώ να κάνω και πολλά, για να τη βοηθήσω· ούτε, φυσικά, μπορώ ν’αποκαλύψω τίποτα για το… πρόβλημά της –της το έχω υποσχεθεί. Και ο Ρόλμαρ θεωρούσε τις υποσχέσεις σε ευγενείς –και, μάλιστα, σε τόσο υψηλά ιστάμενους ευγενείς!– πολύ σημαντικές. Επιπλέον, η Λιόλα ήταν φίλη του, από παλιά…

Σηκώθηκε κι εκείνος από το τραπέζι και ευχήθηκε στους υπόλοιπους καλό μεσημέρι· επίσης, φιλοφρόνησε το Βασιληά του Νόρβηλ περί της φιλοξενίας του και των φαγητών του παλατιού: πράγμα που έκανε τον Άργκελ να χαμογελάσει και ν’αποκριθεί στον Ρόλμαρ πως ήταν πάντοτε καλοδεχούμενος στους Δεκαεννέα Πύργους, εκείνος και όλη του η οικογένεια, και πως μπορούσε να απολαύσει τη φιλοξενία και τα φαγητά για όσο επιθυμούσε. Αυτό το τελευταίο έφερε έναν δυσδιάκριτο μορφασμό στο πρόσωπο της Βασίλισσας Ακάρθα, ο οποίος δεν διέφυγε από τον Άρχοντα του Ράλτον, που θεωρούσε τον εαυτό του εξαίρετο στο να καταλαβαίνει τις αντιδράσεις, τις εκφράσεις, και τις διαθέσεις των άλλων. Κάπως, θα πρέπει ν’αποδείξω στη σύζυγο του Μονάρχη μας ότι οι υποψίες της εναντίον μου είναι αβάσιμες, σκέφτηκε.

«Θα σας δούμε απόψε στον Ψηλό Κήπο, Άρχοντα Ρόλμαρ;» τον ρώτησε η Μιάνη, προτού φύγει.

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε εκείνος. «Το έχω ήδη υποσχεθεί στον Πρίγκιπα Νόρβορ.» (Ο Νόρβορ χαμογέλασε.) «Ελπίζω και η Λιόλα να βρίσκεται εκεί.» Και, μ’αυτά τα λόγια, έφυγε από την τραπεζαρία και πήγε στον Πύργο των Ξένων και στο δωμάτιό του, χωρίς καθοδήγηση, μιας και είχε πλέον αρχίσει να μαθαίνει τα πιο πολυσύχναστα μέρη του παλατιού της Νουάλβορ –το οποίο πάντοτε του προκαλούσε δέος, με τη λαβυρινθώδη του κατασκευή, και τον έκανε ν’αναρωτιέται τι μυστικά μπορεί να έκρυβε στα πιο μοναχικά του σημεία…

Στο δωμάτιό του βρήκε τη Σαντάνρα, η οποία συγύριζε το χώρο. «Χαίρετε, Άρχοντά μου,» είπε, υποκλινόμενη.

«Γεια σου, Σαντάνρα,» αποκρίθηκε ο Ρόλμαρ. «Δεν είσαι κουρασμένη;»

«Είμαι· αλλά, σε λίγο, τελειώνω και θα φύγω. Εκτός κι αν θέλετε να αποχωρήσω από τώρα, ή να καθίσω παραπάνω, Άρχοντά μου.»

«Όχι. Όταν τελειώσεις τη δουλειά σου, μπορείς να πηγαίνεις.» Κάθισε στην πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι, περιμένοντας την υπηρέτρια να φύγει από το δωμάτιο και κοιτάζοντας τις φλόγες. Πού να είναι ο Φένταρ τώρα; αναρωτήθηκε. Πού να είναι η Νίθρα; Σίγουρα, κι οι δυο τους βρίσκονταν μακριά από τη Νουάλβορ, στις νότιες θάλασσες. Ο Ρόλμαρ ευχόταν να είχε τρόπο να μάθει πώς πήγαιναν τα πράγματα για τη Ρουζβάνη Ομιλήτρια, μα, δυστυχώς, τέτοιος τρόπος δεν υπήρχε. Έπρεπε να περιμένει, και η αναμονή τού έτρωγε τα σωθικά. Καλά θα έκανε ν’ασχοληθεί με διαφορετικά πράγματα, ώστε ο νους του ν’απομακρυνθεί από τη Νίθρα και τον Φένταρ. Διαφορετικά πράγματα… όπως το μυστήριο με τη Λιόλα και τη θεά της.

Ίσως θα ήταν φρόνιμο να συμβουλευτώ και κανένα άλλο ιερατείο· οι ιερείς του Βάνραλ δεν είναι οι μόνοι ιερείς στη Νουάλβορ. Υπήρχε και το ιερατείο του Ζικαράθορ του Ταχυβάμονος –αλλά ο Ρόλμαρ αμφέβαλλε αν αυτοί θα είχαν απάντηση σχετικά με την παρουσία της Λιάμνερ Κρωθ σε τούτα τα μέρη–, το ιερατείο της Εύσπλαχνης Φιάρνυ –οι ιερείς της οποίας, όμως, ασχολούνταν περισσότερο με τη θεραπεία ασθενειών, παρά με τέτοια ζητήματα–, το ιερατείο του Σνάρκαλ του Πολυμήχανου –όπου οι ιερείς ήταν αυθεντίες στο εμπόριο, στην αριθμολογία, και στη γεωμετρία, μα δεν ήταν βέβαιο πως θα μπορούσαν να δώσουν απαντήσεις στον Ρόλμαρ–, και το ιερατείο του Τάρχεμοθ –που ο ναός του βρισκόταν στο λιμάνι, και πήγαιναν εκεί όσοι ήθελαν να προσευχηθούν για τον καιρό στη θάλασσα ή να ευχηθούν την επιστροφή των δικών τους από μακρινά ταξίδια· μάλλον, ακατάλληλο μέρος για να μάθει κανείς για τη Θεότητα των Ρουζβάνων, Λιάμνερ Κρωθ.

Ο Ρόλμαρ αναστέναξε, νιώθοντας να είναι σε αδιέξοδο. Τότε ήταν που αναρωτήθηκε μήπως η Σαντάνρα είχε να του προτείνει κάτι. Φυσικά, δε θα της έλεγε τίποτα για όσα συνέβαιναν στην Πριγκίπισσα, όμως θα τη ρωτούσε πού μπορούσε κανείς να λάβει συμβουλές για μυστικιστικά θέματα και τα λοιπά.

Στράφηκε στην υπηρέτρια, μα δεν τη βρήκε κοντά του. Έφυγε; Χωρίς να την ακούσω;

«Σαντάνρα;» της φώναξε, μήπως ήταν στο μπάνιο· όμως δεν έλαβε απάντηση. Τελικά, είχε φύγει. Χωρίς να την ακούσω. Τόσο απορροφημένος πρέπει να ήταν από τους συλλογισμούς του.

Αποφάσισε να κοιμηθεί. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα, γδύθηκε από τα καλά ρούχα που φορούσε, και έκανε ένα μπάνιο· ύστερα, έπεσε στο κρεβάτι, και ο ύπνος τον τύλιξε στο μανδύα του για ώρες.

Ξύπνησε κρυώνοντας. Βλεφάρισε και είδε πως το παράθυρό του είχε ανοίξει από τον αέρα, ο οποίος είχε δυναμώσει αξιοσημείωτα κι έμπαινε δυνατός στο δωμάτιο. Ο Ρόλμαρ σηκώθηκε και έκλεισε τα τζάμια. Διαπίστωσε πως ήταν απόγευμα και ο ήλιος κατηφόριζε προς τη Δύση.

Ντύθηκε με ζεστά ρούχα και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, για να περιποιηθεί την εμφάνισή του. Έριξε μια κάπα στους ώμους του και εγκατέλειψε το δωμάτιο, σκοπεύοντας να βγει στην πόλη, για να κάνει μια βόλτα στο λιμάνι και στην αγορά. Ίσως εκεί να έβρισκε τις απαντήσεις που ήθελε, ή, τουλάχιστον, κάποιο μονοπάτι το οποίο θα μπορούσε να τον οδηγήσει σ’αυτές.

Βάδισε μέσα στους Δεκαεννέα Πύργους, ακολουθώντας τον-δρόμο-προς-την-έξοδο. Φυσικά, δεν υπήρχε μονάχα ένας «δρόμος προς την έξοδο», όμως ο Ρόλμαρ είχε μάθει καλά αυτόν τον συγκεκριμένο και ήθελε να τον διατηρήσει σταθερό στο νου του, ώστε να μην μπλέκεται. Ήταν κακιά συνήθεια, να ζητάς κάθε φορά από υπηρέτες ή φρουρούς να σε καθοδηγούν. Επιπλέον, έτσι μπορεί να έδινες και σημάδι για το πού πήγαινες· όποιος κι αν ρωτούσε τους ίδιους υπηρέτες ή φρουρούς, θα μάθαινε ότι είχες κατευθυνθεί προς την έξοδο: ενώ, αν οι υπηρέτες ή οι φρουροί κατασκόπευαν για κάποιο συγκεκριμένο άτομο (την Πριγκίπισσα Λιόλα, λόγου χάρη), τότε το εν λόγω άτομο θα πληροφορείτο αμέσως τις κινήσεις σου.

Καθοδόν, ο Άρχοντας του Ράλτον συνάντησε την κόρη της Πριγκίπισσας Νιρκένα, Μιάνη, η οποία ήταν ντυμένη για έξοδο, όπως εκείνος. Φορούσε ένα ζεστό πράσινο φόρεμα με χρυσά σιρίτια, ένα δερμάτινο, περίτεχνα ραμμένο πανωφόρι, και μια γκρίζα κάπα. Από τη ζώνη της κρεμόταν ένα μακρύ ξιφίδιο, μέσα σε στολισμένο, λαξευτό θηκάρι. Τα μαύρα της μαλλιά ήταν πιασμένα πίσω απ’το κεφάλι της, ώστε να μην της πέφτουν στο πρόσωπο, αλλά να χύνονται ομοιόμορφα στους ώμους της.

Μαζί με την Αρχόντισσα Μιάνη της Νέλβορ ήταν και μια κοπέλα που φαινόταν για υπηρέτρια, και πρέπει να ήταν μερικά χρόνια μεγαλύτερη από την κυρία της. Τα ρούχα της ήταν πιο απλά, αλλά η γκρίζα της κάπα έμοιαζε αρκετά μ’αυτή της Μιάνης. Στη ζώνη της δεν υπήρχε κανενός είδους όπλο, ενώ στο δεξί χέρι κουβαλούσε έναν άδειο δερμάτινο σάκο.

«Καλησπέρα, Αρχόντισσά μου,» χαιρέτησε ο Ρόλμαρ, κλίνοντας ευγενικά το κεφάλι.

«Καλησπέρα, Άρχοντα Ρόλμαρ,» αντιχαιρέτησε η Μιάνη. «Πηγαίνετε στην πόλη;»

«Ναι.»

«Παρομοίως. Θα ήταν ευχαρίστησή μου να βαδίσουμε μαζί, εάν δεν έχετε κάποια επείγουσα εργασία…»

«Τίποτα το επείγον,» τη διαβεβαίωσε ο Ρόλμαρ. «Τη βόλτα μου ήθελα να κάνω.»

«Τότε, ας προχωρήσουμε,» είπε η Μιάνη, και συνέχισαν να περπατάνε μέσα στο παλάτι, χωρίς να βρίσκονται πολύ μακριά από την έξοδο των Δεκαεννέα Πύργων.

«Οφείλω να ομολογήσω πως με εκπλήσσει το γεγονός ότι βγαίνετε αυτή την ώρα ασυνόδευτη, Αρχόντισσά μου, πέραν από μία υπηρέτρια,» είπε ο Ρόλμαρ.

«Κι εσείς βγαίνετε το ίδιο ασυνόδευτος…» παρατήρησε η Μιάνη.

«Στα βόρεια σύνορα, μαθαίνουμε όλοι να μαχόμαστε,» εξήγησε ο Ρόλμαρ· «ο πατέρας μου είναι πολύ αυστηρός σχετικά με το ζήτημα της εκπαίδευσης. Έτσι, δεν έχω τίποτα να φοβηθώ από ξιπασμένους ληστές της πόλης.» Δεν ήταν ψέματα· το γεγονός ότι τον είχε νικήσει ο Διοικητής Σάβμιν δεν ήταν παρά τυχαίο… και ίσως να οφειλόταν λίγο στο ότι ο Ρουζβάνος βρισκόταν στη Βασιλική Φρουρά της Βασίλισσας Καλβάρθα, κι επομένως ήταν καλός στη μάχη, επίσης.

«Κι εγώ είμαι εκπαιδευμένη, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε η Μιάνη· «η μητέρα ήταν επίμονη επάνω σ’ετούτο το θέμα, από παλιά, παρότι η φυσική μου κλίση δεν είναι προς αυτή τη συγκεκριμένη κατεύθυνση.»

«Δεν το ήξερα πως η Πριγκίπισσα Νιρκένα ασχολείται με την τέχνη του πολέμου,» είπε ο Ρόλμαρ, καθώς έβγαιναν από το παλάτι και έμπαιναν στην Οδό των Μεγαλειωδών Σκιών.

«Όχι, η μητέρα μου δεν ασχολείται η ίδια, αλλά ήθελε εγώ να μάθω. Προσέλαβε για μένα τους καλύτερους δασκάλους που μπορούσε να βρει,» εξήγησε η Μιάνη. «Και έγινα πραγματικά καλή σ’αυτό, οφείλω να ομολογήσω, χωρίς να θέλω να περηφανευτώ.» Έστρεψε το βλέμμα της, για να τον κοιτάξει, σα να περίμενε την αντίδρασή του· ο Ρόλμαρ προσπάθησε να μείνει όσο το δυνατόν πιο ουδέτερος, δείχνοντας, όμως, συγχρόνως πως ενδιαφερόταν για την κουβέντα (πράγμα που αλήθευε, άλλωστε). «Η Κυδαίρα» –έδειξε, μ’ένα ευγενικό νεύμα, την υπηρέτριά της– «δε με συνοδεύει για την προστασία μου –συγκεκριμένα, αν κάτι συμβεί, μάλλον εγώ θα χρειαστεί να την προστατέψω. Με συνοδεύει για τυχόν πράγματα που μπορεί να ψωνίσω από την αγορά.»

Ο Ρόλμαρ γέλασε, και η Μιάνη τού έκλεισε το μάτι.

«Η κυρία μου υπερβάλει, Άρχοντά μου,» είπε η Κυδαίρα. «Θα πρέπει προπάντων να προστατέψει τον εαυτό της, σε περίπτωση κινδύνου, και όχι εμένα.» Είχε κοκκινίσει.

«Μάλλον, ελάχιστοι είναι οι κίνδυνοι που θα απαντήσουμε μέσα στην ίδια την πρωτεύουσα, Κυδαίρα,» αντιγύρισε, κάπως αυστηρά, η Μιάνη. «Οι δρόμοι είναι ασφαλείς εδώ. Απλά, κουβέντα έκανα με τον Άρχοντα Ρόλμαρ.»

«Με συγχωρείτε, κυρία…»

«Πάμε απο δώ,» πρότεινε η Μιάνη, στρίβοντας αριστερά. «Θα βγούμε γρηγορότερα στην αγορά.» Ο Ρόλμαρ και η Κυδαίρα την ακολούθησαν.

«Ανησυχεί η Πριγκίπισσα Νιρκένα για την ασφάλειά σας, Αρχόντισσά μου;» ρώτησε ο πρώτος.

«Γιατί το λέτε αυτό;»

«Επειδή μου είπατε πως επέμενε να μάθετε τη χρήση των όπλων.»

«Ίσως…» είπε η Μιάνη, κατεβάζοντας το βλέμμα στο πλακόστρωτο, και δίνοντας στον Ρόλμαρ την εντύπωση πως ήξερε πολύ περισσότερα απ’όσα έλεγε.

«Δεν έχετε αδέλφια, έτσι;»

«Όχι· είμαι η μοναδική διάδοχος της Επαρχίας της Νέλβορ. Μπορεί αυτό να είναι που φοβάται η μητέρα μου…»

«Ότι θα σας… βλάψουν, για να μην πάρετε τη θέση του πατέρα σας;»

«Πολύ πιθανόν… Αλλά η μητέρα δε μου λέει πολλά πράγματα που θα ήθελα να ξέρω, Άρχοντά μου.» Τώρα, υπήρχε μια σκιά οργής στην όψη της, και μια λάμψη απόγνωσης στα σκοτεινά της μάτια. «Πείτε μου.» Έστρεψε το κεφάλι, για να κοιτάξει τον Ρόλμαρ. «Πώς θα σας φαινόταν αν σας προόριζαν για μια θέση, μα δε σας μιλούσαν σχεδόν καθόλου για τα προβλήματα που θα είχατε ν’αντιμετωπίσετε;»

Αυτό σου συμβαίνει; «Ο καθένας θα το έβρισκε ενοχλητικό, πιστεύω…»

«Ναι,» ένευσε η Μιάνη, «πολύ, πολύ ενοχλητικό.» Και ρώτησε: «Στο Ράλτον, ποιος είναι ο διάδοχος, Άρχοντά μου; Εσείς;»

«Ναι,» είπε ο Ρόλμαρ, «γιατί, όπως με έχουν πληροφορήσει, ξεπήδησα σε τούτο τον κόσμο μερικές στιγμές πριν από τον αδελφό μου, Βάνμιρ. Όμως, συνήθως, εύχομαι να συνέβαινε το αντίστροφο. Ίσως, μάλιστα, να του παραδώσω τη σειρά μου στη διαδοχή…»

«Γιατί, Άρχοντά μου;» Υπήρχε πραγματική περιέργεια στο βλέμμα της Μιάνης· τα μαύρα της μάτια εξακολουθούσαν να ερευνούν το πρόσωπό του για κάποια έκφραση. Δεν είναι ανίδεη από διπλωματία· ξέρει πώς να κρίνει τους ανθρώπους. Όμως, μάλλον, συνάντησε το δάσκαλό της, γιατί δεν έχω, μέχρι σήμερα, βρει άνθρωπο που να μπορεί να με διαβάσει τόσο εύκολα. Είναι, ωστόσο, συμπαθητική, η Αρχόντισσα Μιάνη…

«Διότι,» είπε ο Ρόλμαρ, «η αλήθεια είναι ότι δε μ’αρέσει η ζωή στα σύνορα. Εδώ… μ’αρέσει πολύ, πολύ περισσότερο. Θα ήθελα να έμενα στη Νουάλβορ, αν μπορούσα… Αν μπορούσα να πείσω τον πατέρα μου, βασικά. Πράγμα το οποίο δεν έχω επιχειρήσει ακόμα, γιατί ποτέ δε μου δόθηκε η ευκαιρία.»

Η Μιάνη τον κοίταξε με τις άκριες των ματιών της. «Νομίζω ότι σας κατανοώ, Άρχοντά μου,» είπε, υπομειδιώντας.

«Τι εννοείτε;»

«Ότι είστε… ασυνήθιστος για ακρίτης –το λέω με την καλή έννοια, ασφαλώς!»

Ο Ρόλμαρ γέλασε. «Ναι, το έχω ξανακούσει τούτο,» παραδέχτηκε, θυμούμενος τη Λιόλα. «Και συμφωνώ με όσους το έχουν υποστηρίξει. Δεν είμαι πλασμένος για τα σύνορα.»

«Θα μπορούσατε να βρείτε πολλά πράγματα για ν’ασχοληθείτε στη Νουάλβορ, ή στη Νέλβορ…»

«Εσείς πού μένετε, Αρχόντισσά μου; Εκεί ή εδώ;» τη ρώτησε ο Ρόλμαρ.

«Εγώ, κυρίως, μένω στη Νέλβορ· και, μάλιστα, παλιότερα δεν πολυερχόμουν στην πρωτεύουσα, παρά μόνο όταν χρειαζόταν να έρθω. Ωστόσο, τελευταία, αποφάσισα ν’αλλάξω αυτό το… έθιμο, Άρχοντά μου.»

«Η μητέρα σας επέμενε;» ρώτησε ο Ρόλμαρ, αν και ήταν προφανές από τον τόνο της φωνής της κι από τον τρόπο που μιλούσε –ακριβώς όπως και πριν, που υποστήριζε πως δεν της αποκάλυπταν σχεδόν τίποτα για την Επαρχία την οποία προοριζόταν να κληρονομήσει.

Η Μιάνη ένευσε. «Συνήθως, ερχόταν εκείνη στη Νέλβορ, για να με βλέπει· εγώ δεν πήγαινα στη Νουάλβορ. Η μητέρα μου, ξέρετε, Άρχοντά μου, προτιμά να περνά πολύ από το χρόνο της –τον περισσότερο, ίσως– εδώ, μακριά από εμένα και τον πατέρα.»

«Έχει δουλειές στην πρωτεύουσα;»

«Ναι…» Πάλι, σαν να μην τα έλεγε όλα. Πράγμα όχι παράλογο, έκρινε ο Ρόλμαρ· άλλωστε, δεν τον ήξερε και τόσο καλά. Ήδη πολλά τού είχε πει.

Έφτασαν στην αγορά της Νουάλβορ, και περιπλανήθηκαν ανάμεσα στα μόνιμα καταστήματα, στους πάγκους, στις τέντες, και στις σκηνές, όπου οι έμποροι παρέθεταν τις πραμάτειες τους. Ο Ρόλμαρ και η Μιάνη πέρασαν από διάφορα μαγαζιά και είδαν πολλών λογιών πράγματα. Μια εμπόρισσα ρούχων προσπάθησε να πουλήσει τα ακριβότερά της φορέματα στην Αρχόντισσα της Νέλβορ, «αραχνοκέντητα και φτιαγμένα από το χέρι κυράδων μιας άλλης εποχής, που ήταν νεκρές εδώ κι αιώνες, μα τα δημιουργήματα τους ποτέ δεν πέθαιναν, και ήταν ανθεκτικότερα κι ομορφότερα από άλλα ρούχα». Η Μιάνη αγόρασε ένα από αυτά, και η Κυδαίρα το έβαλε στο σάκο της.

Άλλοι έμποροι τούς έδειξαν όπλα, Ωθράγκικης κατασκευής, «όμορφα για να τα φορά κανείς στη ζώνη ή στην πλάτη, αλλά χρήσιμα και σε περίπτωση πολέμου ή για την προστασία κάποιου στα επικινδυνότερα σημεία της Βάλγκριθμωρ, πολύ ανθεκτικά όλα τους, ποτέ δεν έσπαγαν, σπάνια στόμωναν»· Ρουζβάνικης κατασκευής, «καμωμένα για να τα κρύβει κανείς εύκολα στο άτομό του, απαραίτητα στους διπλωμάτες που πήγαιναν σε άλλες χώρες, μικρά αλλά θανατηφόρα»· Ρογκάνικης τεχνοτροπίας, βαριά και μεγάλα, «για να τα κρεμά κανείς ως διακόσμηση στους τοίχους της οικίας του, αφού ήταν, συνήθως, πολύ δύσκολο να τα χειριστεί αποτελεσματικά ένας Ωθράγκος». Ο Ρόλμαρ αγόρασε ένα Ρουζβάνικο στιλέτο, λιγνό σα φίδι –«και το ίδιο επικίνδυνο!» όπως τον διαβεβαίωσε ο έμπορος που του το έδωσε. Γιατί το πήρα; αναρωτήθηκε ο Άρχοντας του Ράλτον, περνώντας το στο μανίκι του. Για να θυμάμαι τη Νίθρα; Ένα στιλέτο, σίγουρα, δε θα τη φέρει πίσω. Μόνο ο Φένταρ μπορεί τώρα να το κάνει αυτό… Προσπάθησε, όμως, ν’απομακρύνει τούτες τις σκέψεις απ’το νου του.

«Άρχοντά μου,» του είπε η Μιάνη, καθώς συνέχιζαν τη βόλτα τους, «μου αναφέρατε πριν ότι θα θέλατε να μείνετε στη Νουάλβορ: Ίσως θα μπορούσατε να μπείτε στο διπλωματικό σώμα του Βασιληά. Νομίζω πως έχετε τα προσόντα.»

«Θα το σκεφτώ. Η πρόταση είναι, αναμφίβολα, δελεαστική. Είστε κι εσείς εκπαιδευμένη στη διπλωματία;»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε η Μιάνη. «Αν και όχι όσο θα ήθελα. Βλέπετε, μου λείπει η πρακτική εξάσκηση των θεωρητικών γνώσεων που έχω.»

«Καταλαβαίνω,» είπε ο Ρόλμαρ. Και ρώτησε: «Θα προτιμούσατε να μιλάμε στον ενικό, Αρχόντισσά μου; Ίσως να το ζητάω λόγω ‘ακριτικής βαρβαρότητας’, αλλά θα μ’έκανε να αισθάνομαι πολύ πιο άνετα…»

Η Μιάνη γέλασε. «Δε διακρίνω κανένα ίχνος ‘ακριτικής βαρβαρότητας’ σε σένα, Ρόλμαρ!»

Ορισμένοι έμποροι τούς έδειξαν ζώα και πτηνά: άλογα καλής ράτσας· ψάρια μέσα σε γυάλες, για τη διακόσμηση σπιτιών· εκπαιδευμένα γεράκια, γαντζωμένα επάνω σε ξύλινα Τ, με τα μάτια δεμένα· καθώς επίσης και ένα παράξενο πλάσμα που η εμπόρισσα η οποία το πουλούσε έλεγε ότι ήταν πίθηκος, φερμένος από τη Λιάμνερ-Κρωθ. Το πλάσμα ήταν ανθρωπόμορφο, αλλά με καμπούρα, και είχε πολλές τρίχες. Βρισκόταν γαντζωμένο στο εσωτερικό του κλουβιού του και τους κοιτούσε με λυπημένα μάτια. Ο Ρόλμαρ θυμήθηκε τη Νίθρα, η οποία είχε, κάποτε, μιλήσει σ’εκείνον και τον Βάνμιρ για πιθήκους…

«Αηδιαστικό, δεν είναι;» είπε η Μιάνη.

Ο Ρόλμαρ ένευσε, κι απομακρύνθηκαν.

Μέχρι να φύγουν από την αγορά είδαν τις πραμάτειες κι άλλων εμπόρων, οι οποίοι πουλούσαν καρπούς, φαγητά, υποδήματα, κοσμήματα, και παράξενα πράγματα. Ένας, μάλιστα, επέμενε να τους δώσει έναν Μιρλίμιο Κύβο, ο οποίος ήταν φτιαγμένος με ειδικό τρόπο, ώστε να διαλύεται δύσκολα και να επανασυναρμολογείται ακόμα δυσκολότερα. «Μονάχα ένας Μιρλίμιος, με την τύχη που τον διακατέχει, μπορεί να τονε κουμαντάρει μ’ευκολία!» είπε ο έμπορος.

Ο Ρόλμαρ μειδίασε, βαστώντας τον κύβο στα χέρια του και πασπατεύοντάς τον.

«Προσέχετε, Άρχοντά μου!» τον προειδοποίησε ο πραματευτής. «Γιατί, άμα τον ανοίξετε, θα πρέπει να τον αγοράσετε κιόλας –δεν μπορώ εγώ να τονε ξανακλείσω.»

«Πόσο τον δίνεις;»

«Μία κορόνα.»

Ακριβή τιμή –ο κύβος, άλλωστε, δεν ήταν φτιαγμένος από τίποτα πολύτιμο, παρά μόνο από βαμμένο ξύλο–, όμως όχι τόσο ακριβή όσο άλλων παράξενων αντικειμένων. Ο Ρόλμαρ έβγαλε απ’το βαλάντιό του μια κορόνα και την έδωσε στον έμπορο.

«Ευχαριστώ, Άρχοντά μου! Ο κύβος είναι δικός σας. Καλή τύχη!» Γέλασε.

Καθώς επέστρεφαν στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων, ο Ρόλμαρ πασπάτευε τον κύβο, με τα δύο χέρια. «Ίσως αυτό το πράγμα νάναι ψεύτικο,» είπε. «Δεν ανοίγει!»

Η Μιάνη γέλασε. «Ο έμπορος σε προειδοποίησε ότι είναι δύσκολο ν’ανοίξει.»

«Τόσο δύσκολο, όμως;»

«Δώσε μου, να δω.»

Ο Ρόλμαρ τής έδωσε τον Μιρλίμιο Κύβο, και η Μιάνη τον περιεργάστηκε, ενώ διέσχιζαν την Οδό των Μεγαλειωδών Σκιών. Ωστόσο, δεν κατάφερε να τον ανοίξει στο ελάχιστο.

«Ίσως να έχεις δίκιο,» είπε. «Όμως αυτές οι εγκοπές που έχει σου δίνουν την εντύπωση ότι ανοίγει.»

«Λες ο έμπορος να μας έκλεψε;»

Η Μιάνη ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω…» Του έδωσε τον κύβο. «Θα έρθεις στον Ψηλό Κήπο, αργότερα;»

Ο Ρόλμαρ ένευσε.

«Τότε, φέρε και τον κύβο μαζί σου. Ίσως ο Νόρβορ ή ο Δάτμιν να καταφέρουν να τον ανοίξουν.»

Στο δωμάτιό του, στον Πύργο των Ξένων, ο Ρόλμαρ άφησε τον Μιρλίμιο Κύβο επάνω στο κρεβάτι και γδύθηκε, για να κάνει μπάνιο. Ήθελε να διώξει τη σκόνη της αγοράς από πάνω του, προτού συναντήσει τους υπόλοιπους στον κήπο. Πλύθηκε με το πάσο του και ντύθηκε με τον ίδιο τρόπο.

Η πόρτα χτύπησε, κάνοντάς τον να στραφεί. «Ποιος είναι;» ρώτησε.

«Η Σαντάνρα, Άρχοντά μου. Σας φέρνω φαγητό.»

«Πέρασε.»

Η υπηρέτρια μπήκε, μεταφέροντας έναν δίσκο, τον οποίο απόθεσε στο τραπέζι, λέγοντας: «Καλησπέρα, Άρχοντά μου.»

«Καλησπέρα, Σαντάνρα,» αποκρίθηκε ο Ρόλμαρ και κάθισε για να φάει, νιώθοντας, ξαφνικά, πεινασμένος –κάτι που είχε ξεχάσει πριν. «Τίποτα αξιοσημείωτο στο παλάτι;» ρώτησε. «Κάθισε.»

Η Σαντάνρα πήρε θέση αντίκρυ του. «Τίποτα το ιδιαίτερο, Άρχοντά μου… εκτός από το γεγονός ότι λένε πως, σε λίγες ημέρες, ο στρατός, μάλλον, θα είναι έτοιμος να ξεκινήσει για το Ένρεβηλ.»

«Ακούγονται δυσοίωνα πράγματα γι’αυτό;» ρώτησε ο Ρόλμαρ, τρώγοντας.

«Πολλοί διαφωνούν με την απόφαση του Βασιληά, να βοηθήσει τον Τύραννο.»

«Ευγενείς, στρατιωτικοί, ή ο λαός;»

«Αρκετοί από τους ευγενείς, ελάχιστοι από τους στρατιωτικούς (μάλλον, φοβούνται μην τους αποκαλέσουν προδότες ή συνωμότες), και πολλοί από το λαό, νομίζω.»

«Αλήθεια, η άποψη της Πριγκίπισσας Νιρκένα ποια είναι;»

«Δε γνωρίζω, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε η Σαντάνρα. «Και δε νομίζω ότι ασχολείται ιδιαίτερα με το θέμα. Έχει κάποιο άλλο, εμπορικό ζήτημα για να την απασχολεί, όπως συνήθως.»

Ο Ρόλμαρ θυμήθηκε ότι, χτες το πρωί, όταν επισκέφτηκε την Αίθουσα του Ουρανολίθινου Θρόνου, είδε την αδελφή του Βασιληά να συζητά με τον Λάρκαν, σύμβουλο οικονομικών, και τον Σίλνμαρ, σύμβουλο ναυτιλίας. «Τι σχέσεις έχει με τους εμπόρους;»

«Άρχοντά μου, δεν έχετε ακούσει αυτά που λένε, για την… αντιπαλότητα ανάμεσα στη Νουάλβορ και στη Νέλβορ;»

«Ναι, κάτι έχω ακούσει· πες μου περισσότερα.»

«Υπάρχουν ορισμένοι ευγενείς, και έμποροι, που θα επιθυμούσαν να δουν τη Νέλβορ ως τη νέα πρωτεύουσα του Νόρβηλ.»

«Είναι ανάμεσα σ’αυτούς κι ο Έπαρχος Κάβμαρ;»

«Κανείς δεν ξέρει. Ο ίδιος, πάντως, υποστηρίζει πως δεν είναι· αλλά, βέβαια, τι θα έλεγε; Και, λόγω αυτής της υποψίας, αρκετοί κατηγορούν την Πριγκίπισσα Νιρκένα, ότι βρίσκεται εδώ ως κατάσκοπός του και ότι είναι εναντίον του Βασιληά μας.»

«Η ίδια η αδελφή του Άργκελ, εναντίον του;…»

Η Σαντάνρα ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν έχω ιδέα αν αληθεύει, Άρχοντά μου…»

«Πώς σκοπεύουν ν’αλλάξουν την πρωτεύουσα;»

«Θέλουν να κάνουν τη Νέλβορ οικονομικά ισχυρότερη από τη Νουάλβορ –πολύ ισχυρότερη από τη Νουάλβορ. Επειδή εδώ βρίσκεται ο Ουρανολίθινος Θρόνος, ο οποίος θεωρείται από τους θρήσκους ‘σημάδι των ουρανών’, και δύσκολα κάτι άλλο μπορεί να συγκριθεί μ’αυτό.»

Τρώγοντας, ο Ρόλμαρ αναρωτήθηκε μήπως η Νιρκένα φοβόταν τους αντιπάλους της και είχε εκπαιδεύσει τόσο καλά τη Μιάνη. Πρέπει να υπάρχουν ευγενείς και έμποροι που τη μισούν απόλυτα, σκέφτηκε. Αλλά ήταν, τελικά, αλήθεια αυτά που λέγανε για την Πριγκίπισσα; Ήθελε ν’αλλάξει την πρωτεύουσα, μαζί με το σύζυγό της, Έπαρχο Κάβμαρ;… Τα πράγματα στη Νουάλβορ έμοιαζαν στον Ρόλμαρ ολοένα και πιο περίπλοκα, με κάθε ημέρα που περνούσε. Το δέλεαρ να μείνει εδώ γινόταν, σταδιακά, ισχυρότερο…

Όταν τελείωσε το βραδινό του, πήρε τον Μιρλίμιο Κύβο από το κρεβάτι όπου τον είχε πετάξει και, ζητώντας την καθοδήγηση της Σαντάνρα, πήγε στον Ψηλό Κήπο, ο οποίος, όπως υπονοούσε το όνομά του, βρισκόταν ψηλότερα από τους άλλους δύο κρεμαστούς κήπους των Δεκαεννέα Πύργων και έβλεπε όλη την πόλη. Ο Ρόλμαρ έπρεπε να παραδεχτεί πως το θέαμα ήταν μαγευτικό μέσα στη νύχτα. Τα σπίτια έμοιαζαν με κουκίδες και οι φωτιές με πορφυρά και πορτοκαλιά στίγματα, ενώ το ατέρμονο βαθυκύανο της θάλασσας άστραφτε κάτω απ’τις ακτίνες του φεγγαριού.

Κανείς άλλος δε φαινόταν να είναι στον κήπο, έτσι ο Άρχοντας απ’το Ράλτον στάθηκε στη νότια άκρη, ακούμπησε τα χέρια στο πέτρινο, λαξευτό τείχος κι ατένισε το πέλαγος, αναρωτούμενος πού να βρισκόταν η Νίθρα, πού να βρισκόταν ο Φένταρ… Οι σκέψεις και οι ανησυχίες είχαν πάλι γλιστρήσει στο μυαλό του, χωρίς να το επιθυμεί. Προσπάθησε να τις διώξει, σκεπτόμενος κάτι άλλο –τη Λιόλα και τη θεά της. Πού θα έβρισκε απάντηση σ’αυτό το μυστήριο; Πού θα έψαχνε, μετά; Έπρεπε να είχα ρωτήσει τη Σαντάνρα, πριν· φαίνεται έξυπνη και παρατηρητική κοπέλα. Ή, ίσως τη Μιάνη… αλλά μπορεί και να της κινούσα τις υποψίες…

Αισθάνθηκε ένα χέρι στον ώμο του, και παραλίγο ν’αναπηδήσει. Συγκράτησε, όμως, τον εαυτό του και κοίταξε τον επισκέπτη με την άκρια του δεξιού του ματιού.

«Καλησπέρα,» είπε η Λιόλα.

Ο Ρόλμαρ στράφηκε. Πάλι δεν την άκουσα να πλησιάζει! «Καλησπέρα, Πριγκίπισσα… Δεν ήξερα αν θα ερχόσουν.»

«Χαίρεσαι που ήρθα;»

«Ασφαλώς. Πού είναι οι υπόλοιποι;»

«Θα έρθουν όπου νάναι. Πάμε να καθίσουμε.»

«Στο Ξέφωτο των Θεών;» είπε ο Ρόλμαρ, θυμούμενος πως ήταν ένα όμορφο σημείο, όπου υπήρχαν αγάλματα των θεών του Νόρβηλ.

«Ξέρω ένα καλύτερο μέρος…» Η Λιόλα τον πήρε απ’το χέρι και τον οδήγησε, διαμέσου πλακόστρωτων μονοπατιών, σ’ένα σημείο με σιντριβάνι και πέτρινα καθίσματα, ντυμένα με γούνες.

Ο Ρόλμαρ πήρε θέση σ’ένα απ’αυτά, και η Πριγκίπισσα δίπλα του.

«Πότε σκέφτεσαι ν’αναχωρήσεις για το Βορρά, Ρόλμαρ;» τον ρώτησε.

«Συνεχώς το αναβάλω,» αποκρίθηκε εκείνος. «Η πρωτεύουσα είναι αλήθεια πως μου αρέσει καλύτερα από τα σύνορα, όπως έλεγα και στη Μιάνη. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα, κάπως, να μείνω εδώ…» Περίμενε να δει την έκφρασή της. Ήθελε να τον διώξει, για να μην κινδυνεύει το μυστικό της θεάς της, ή όχι;

Τα μάτια της Λιόλα γυάλισαν στο φως των ψηλών δαυλών που ήταν καρφωμένοι γύρω από τα πέτρινα καθίσματα. «Και πού έχεις καταλήξει;» ρώτησε.

«Σε τίποτα συγκεκριμένο, ακόμα… Υπάρχει κάποια κενή θέση στο παλάτι; Στον διπλωματικό τομέα, ίσως;»

«Δεν ξέρω αν ο πατέρας χρειάζεται άμεσα έναν επιπλέον διπλωμάτη,» είπε η Λιόλα. Όμως δεν πρόλαβε να συνεχίσει, γιατί εκείνη τη στιγμή ήρθαν ο Νόρβορ, ο Δάτμιν, και η Μιάνη, μαζί με μερικούς υπηρέτες, οι οποίοι έστησαν μπροστά σε όλους τραπέζια με ποτά και γλυκίσματα. Το θέμα της συζήτησης άλλαξε, έτσι η Πριγκίπισσα-Διάδοχος δε συνέχισε αυτό που ήθελε να πει –και ο Ρόλμαρ θα μπορούσε να ορκιστεί ότι είχε αφήσει κάτι σημαντικό ανολοκλήρωτο.

Η κουβέντα ανάμεσα σ’εκείνον και τους ευγενείς του παλατιού περιστράφηκε γύρω από ελαφριά θέματα, όπως τα κουτσομπολιά περί των Οίκων της Νουάλβορ, αλλά και σοβαρότερα, όπως το στρατό που σκόπευε να στείλει ο Βασιληάς στο Ένρεβηλ.

«Εσύ τι λες για τούτο, Πριγκίπισσα;» ρώτησε ο Ρόλμαρ τη Λιόλα, η οποία ήταν, περιέργως, σιωπηλή σ’αυτή την κουβέντα.

«Δε θα το απέκλεια τα πράγματα να έχουν μεγαλύτερες διαστάσεις απ’ό,τι πιστεύουμε…» (Σου έχει μιλήσει η θεά σου;) «Ο Ήλμον ίσως και να είναι μπλεγμένος στην Επανάσταση.»

«Αν είναι έτσι –πράγμα καθόλου απίθανο–, τότε ο πατέρας δεν κάνει καλά που στέλνει τις δυνάμεις μας να συντρέξουν τον Τύραννο,» είπε ο Νόρβορ. «Θέλει να εναντιωθεί στον θείο;»

«Είναι καλύτερο από το να ριψοκινδυνέψει ανοιχτό πόλεμο με το Ένρεβηλ!» αντιγύρισε η Λιόλα.

«Νομίζεις πως ο Σάρναλ θα μας επιτιθόταν, δεδομένου ότι η εξουσία του διαβάλλεται εκ των έσω, με την Επανάσταση;»

«Και τι πάει να πει τούτο; ότι η ισχύς του είναι μειωμένη;»

«Προφανώς.»

Η Λιόλα γέλασε κοφτά. «Δεν έχεις ακούσει πως έχει συνάψει κάποια άτυπη συμμαχία με το Σάρενθαλ; Είμαι βέβαιη ότι διαθέτει περισσότερα αποθέματα δύναμης απ’ό,τι νομίζεις· αλλιώς, δε θα απειλούσε, ούτε θα έδειχνε το θυμό του, παρά θα μας ικέτευε για βοήθεια και θα ήταν πρόθυμος να κλείσει συμφωνίες μαζί μας. Όπως έχουν τα πράγματα, όμως, δεν το έχει κάνει. Γιατί;»

«Ίσως θέλει να πιστέψουμε ότι έχει δύναμη,» υπέθεσε ο Νόρβορ. «‘Όταν ο δράκος πεθαίνει, βρυχάται δυνατότερα.’»

«Η παροιμία σου είναι, μάλλον, άστοχη σ’ετούτη την περίπτωση, αδελφέ,» είπε η Λιόλα, πίνοντας μια γουλιά κρασί· «γιατί ο Σάρναλ δεν πεθαίνει.»

«Λαθεύεις,» επέμεινε εκείνος. «Θα δεις που ο Τύραννος θα πέσει. Και είναι σφάλμα μας που τον βοηθάμε· τα υπόλοιπα Βασίλεια των Ωθράγκος θα μας κατηγορήσουν γι’αυτό–»

«Έτσι λες, ε; Γιατί δεν έχεις, λοιπόν, μιλήσει στον πατέρα, αφού νομίζεις ότι σφάλει;»

«Σκοπεύω να του μιλήσω!» δήλωσε ο Νόρβορ, κάπως απότομα. Τα μάτια του στένεψαν. «Αν και αυτό θάπρεπε να το είχες κάνει ήδη εσύ, ως Πριγκίπισσα-Διάδοχος –ο χρόνος μας εξαντλείται, με κάθε ημέρα που περνάει…»

«Γιατί υποθέτεις ότι συμφωνώ μαζί σου, αδελφέ;»

«Αν ασχολιόσουν περισσότερο με τα ζητήματα του Βασιλείου, θα έβλεπες κι εσύ αυτό που βλέπω.»

Το βλέμμα της Λιόλα έγινε επικίνδυνο και κοφτερό. «Τι πάει να πει τούτο;»

«Δεν τα αφήνουμε αυτά για το πρωί;» πρότεινε η Μιάνη, σε μια προσπάθειά της να καταλαγιάσει τα δύο αδέλφια. «Η νύχτα είναι πολύ όμορφη, για να τη χαλάμε με διαφωνίες περί πολιτικής.»

Ο Νόρβορ ένευσε. «Έχεις δίκιο, Μιάνη· η αδελφή μου παρασύρθηκε.»

Η Λιόλα, που εκείνη τη στιγμή είχε σηκώσει το κρασοπότηρό της, για να πιει την τελευταία γουλιά, στράφηκε απότομα στο μέρος του, μ’ένα εξοργισμένο ύφος στο πρόσωπό της.

Προτού όμως μιλήσει, ο Νόρβορ είπε: «Κι εγώ παρασύρθηκα, επίσης.» Ο τόνος της φωνής του μαρτυρούσε ότι δεν πίστευε στα ίδια του λόγια, αλλά τα άρθρωνε για να ηρεμήσει τα πνεύματα.

«Ρόλμαρ, έφερες εκείνο τον κύβο;» ρώτησε η Μιάνη.

Ο Άρχοντας του Ράλτον τον έβγαλε από το πουκάμισό του.

«Τι είναι αυτό;» είπε ο Δάτμιν, βλεφαρίζοντας. Ήταν σιωπηλός, όσο τ’αδέλφια του τσακώνονταν, και κάπως μαζεμένος, σαν η διαφωνία τους να τον τρόμαζε.

«Ένας Μιρλίμιος Κύβος,» εξήγησε ο Ρόλμαρ. «Δεν έχω καταλάβει ακόμα πώς ανοίγει. Υποτίθεται ότι είναι δύσκολο να τον ανοίξεις, και να τον κλείσεις, μετά.» Τον έδωσε στον Δάτμιν, ο οποίος τον πήρε στα χέρια και τον πάλεψε, για λίγο, καθώς οι υπόλοιποι παρακολουθούσαν.

Τελικά, ο νεαρός Πρίγκιπας ανασήκωσε τους ώμους. «Πρέπει νάναι χαλασμένος…»

Ο Νόρβορ γέλασε. «Δε νομίζω,» είπε. «Μάλλον, κάτι δεν κάνεις καλά.» Τον πήρε από τα χέρια του Δάτμιν και τον περιεργάστηκε κι εκείνος –δίχως αποτέλεσμα. «Ρόλμαρ, σίγουρα, είναι φτιαγμένος για ν’ανοίγει;»

«Έτσι μου είπε ο έμπορος που μου τον πούλησε.»

«Προσπάθησες να τον ανοίξεις;»

«Ναι. Και, όπως είπα, δεν τα έχω καταφέρει ακόμα.»

«Λοιπόν,» κατέληξε ο Νόρβορ, αστειευόμενος, «ή είμαστε όλοι χαζοί ή σε κλέψανε.»

Ο Ρόλμαρ μειδίασε, και ήπιε μια γουλιά από το καρυκευμένο του κρασί.

«Αν είναι Μιρλίμιος Κύβος, θα ανοίγει,» είπε η Λιόλα.

«Για άνοιξέ τον,» την προκάλεσε ο Νόρβορ, προτείνοντάς τον προς το μέρος της.

Η Πριγκίπισσα τον πήρε στα χέρια και τον πασπάτεψε, για λίγο. Δεν έγινε τίποτα.

«Δε βλέπω να τον ανοίγεις,» είπε ο Νόρβορ, ενώ ο Δάτμιν παρατηρούσε τα δάχτυλά της με προσοχή.

Η Λιόλα ατένισε τον κύβο, για μερικές στιγμές, δίχως να καταβάλει καμία προσπάθεια· και ο Ρόλμαρ νόμιζε πως είδε το βλέμμα της να χάνεται σε κάποιο μέρος όπου κανείς τους δεν μπορούσε να κοιτάξει. Ύστερα, τα χέρια της κινήθηκαν δίχως δισταγμό, πιέζοντας συγκεκριμένα σημεία επάνω στον κύβο –και διαλύοντάς τον, δίνοντάς του ένα ακατονόμαστο σχήμα.

«Τον άνοιξες!» αναφώνησε ο Δάτμιν.

Όχι μόνη της, όμως… σκέφτηκε ο Ρόλμαρ, νιώθοντας ένα σύγκρυο να τον διαπερνά κάτω από τα ζεστά του ρούχα. Το βλέμμα του συνάντησε αυτό της Πριγκίπισσας, το οποίο έμοιαζε να λέει: Βλέπεις; Βλέπεις τι μπορεί να κάνει η Θεά μου;

«Πώς τον άνοιξες, Λιόλα;» ρώτησε η Μιάνη, παραξενεμένη.

Η Πριγκίπισσα χαμογέλασε. «Δεν ήταν και τόσο δύσκολο… Απλά, κατάλαβα τη λογική με την οποία είναι φτιαγμένος.»

«Μπορείς να τον κλείσεις κιόλας;»

«Θα προσπαθήσω.» Κοίταξε τον Μιρλίμιο Κύβο ξανά, χωρίς τα δάχτυλά της να κινούνται· αλλά, ύστερα, κινήθηκαν όπως και πριν, και τον έκλεισαν, τέλεια, σαν να μην είχε ανοίξει ποτέ.

«Τελικά, πρέπει να είμαστε όλοι χαζοί…» είπε ο Νόρβορ, κοιτάζοντας την αδελφή του με περιέργεια.

«Σίγουρα, η Λιόλα έχει ξαναχρησιμοποιήσει τέτοιο πράγμα,» υπέθεσε η Μιάνη, χαμογελώντας και τρώγοντας ένα γλύκισμα.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Πριγκίπισσα, νεύοντας κι επιστρέφοντάς της το χαμόγελο. «Βρήκες το μυστικό μου!…»

Ούτε κατά διάνοια… σκέφτηκε ο Ρόλμαρ.

Η συζήτησή τους έγινε πάλι απλού περιεχομένου, έτσι που δε χρειαζόταν να δίνει κανείς ιδιαίτερη σημασία στα όσα έλεγαν οι άλλοι. Περαιτέρω διαφωνίες δεν προκλήθηκαν ανάμεσα στον Νόρβορ και τη Λιόλα, οπότε η βραδιά πέρασε ευχάριστα, αν και ο Ρόλμαρ είχε πολλές σκοτούρες στο νου του, κι ακόμα περισσότερα ερωτηματικά.

Επιστρέφοντας στον Πύργο των Ξένων, ήταν ζαλισμένος από την κουβέντα, τα ποτά, και τα γλυκίσματα· ωστόσο, μπορούσε να βαδίσει αρκετά σταθερά, δίχως τη βοήθεια υπηρέτη. Επίσης, αρνήθηκε να τον οδηγήσουν στο δωμάτιό του, υποστηρίζοντας πως θα έβρισκε το δρόμο μόνος του, πράγμα το οποίο κατάφερε χωρίς μεγάλη δυσκολία. Κι αφού κατόρθωσα να μη χαθώ μέσα στους Δεκαεννέα Πύργους, σίγουρα, δεν είμαι πολύ ζαλισμένος…

Άνοιξε την ξύλινη θύρα και μπήκε –μένοντας κοκαλωμένος στο κατώφλι.

Κάποιος καθόταν στην πολυθρόνα, μπροστά στο τζάκι του.

«Λιόλα… Πώς ήρθες εδώ;» ρώτησε, κλείνοντας. «Και τόσο γρήγορα…»

Η Πριγκίπισσα γέλασε. «Πιστεύω πως ξέρω τούτο το παλάτι καλύτερα από σένα, Ρόλμαρ,» είπε. «Σε παρακαλώ, κάθισε. Θέλω να μιλήσουμε.»

«Τώρα;» Ήταν πτώμα…

«Αν δεν είσαι έτοιμος να σε πάρει ο ύπνος, ναι,» αποκρίθηκε η Λιόλα. «Έχω να σου πω κάτι σημαντικό, το οποίο πρέπει να σκεφτείς προσεκτικά.»

Ο Ρόλμαρ γέμισε ένα ποτήρι νερό για τον εαυτό του, και ρώτησε την Πριγκίπισσα αν θα επιθυμούσε κι εκείνη. Η Λιόλα έγνεψε αρνητικά· έτσι, ο Ρόλμαρ κάθισε αντίκρυ της και ήπιε μια μεγάλη γουλιά απ’το ποτήρι του, για να συνέλθει.

«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε.

«Πριν, μου είπες ότι θα ήθελες να μείνεις στη Νουάλβορ. Αληθεύει;» Τον ατένισε ερευνητικά, και ο Ρόλμαρ αναρωτήθηκε αν ήταν η Πριγκίπισσα που τον κοιτούσε πίσω από αυτά τα γοητευτικά μάτια, ή η θεά της…

«Αληθεύει,» αποκρίθηκε. Γιατί να έλεγε ψέματα; Ούτως ή άλλως, θα χρειαζόταν να μείνει εδώ για κάποιες ημέρες· αν μη τι άλλο, για να περιμένει την επιστροφή του Φένταρ (και της Νίθρα μαζί του, αν τα κατάφερνε να τη σώσει –πρέπει να τα καταφέρει! –πρέπει!). Επιπλέον, προτιμούσε την πρωτεύουσα από το Ράλτον.

«Ωραία…» Η Λιόλα συνοφρυώθηκε, σκεπτική. «Ρόλμαρ, τι σου λέει ο αδελφός μου για μένα;»

Τρομερά απότομη αλλαγή θέματος! «Τι εννοείς; Τίποτα το σπουδαίο…»

«Με κακολογεί;» Η ερώτησή της έγινε πιο επίμονη.

«Όχι· σε καμία περίπτωση δε σε ‘κακολογεί’, Λιόλα. Απλά, λέει το προφανές, πιστεύω: ότι έχεις αλλάξει, τελευταία, και ότι δε γνωρίζει σε τι οφείλεται αυτή η αλλαγή…» Αλλά εγώ γνωρίζω, και φοβάμαι…

«Δεν του έχεις πει τίποτα…;»

«Όχι.»

«Σε πιστεύω, Ρόλμαρ. Ωστόσο, πρέπει να καταλάβεις πως ακούγονται διάφορα πράγματα για μένα· όχι μονάχα μέσα στο παλάτι, αλλά και έξω απ’αυτό. Η άρνησή μου να παντρευτώ τον Μάθμερ, το γιο της Σαρενθάλιας μεγαλεμπόρισσας Ταράθελ, έχει δυσαρεστήσει πολλούς· καθώς επίσης και το γεγονός ότι, μέχρι στιγμής, δεν έχω πάρει για σύζυγο κάποιον από τους γιους των ευγενικών Οίκων της πρωτεύουσας ή άλλων πόλεων και περιοχών, εντός κι εκτός του Νόρβηλ.»

«Γιατί καθυστερείς, τότε, Πριγκίπισσα;»

«Διότι δεν έχω βρει τον κατάλληλο, από πολλές απόψεις –πεποιθήσεων, πολιτικής, αρεσκείας.»

Πολύ γενικά πεδία. Τι ακριβώς εννοείς, «πεποιθήσεων», Πριγκίπισσα; «Ναι…» είπε. «Δεν καταλαβαίνω, όμως, ποια είναι η άμεση σχέση ανάμεσα σ’όλα τούτα και σ’εμένα. Θα ήθελες, ίσως, τη βοήθειά μου σε κάτι;»

«Θα ήθελα να σε παντρευτώ, Ρόλμαρ,» αποκρίθηκε απλά η Λιόλα.

Εκείνος βλεφάρισε. Σίγουρα, όμως, είχε ακούσει καλά, παρά τη ζαλάδα του –η οποία, επί του παρόντος, του φαινόταν πως είχε περάσει, στιγμιαία. «Γιατί;» κατάφερε μόνο να ρωτήσει.

«Εσύ γιατί λες;»

«Δεν μπορώ να μαντέψω τι έχεις στο μυαλό σου.» Ή η θεά σου στο δικό της μυαλό…

«Κατά πρώτον, θα πάψουν να μου γίνονται προτάσεις –πράγμα που θα σταματήσει και τους διάφορους διαπληκτισμούς ανάμεσα στους ευγενείς. Κατά δεύτερον, θα τους κάνω όλους να απορήσουν, που παντρεύτηκα το γιο ενός ακρίτη –δε συνηθίζεται, όπως θα ξέρεις, μια πριγκίπισσα της Νουάλβορ να παίρνει για γαμπρό έναν φύλακα των βόρειων συνόρων. Κατά τρίτον, μ’αρέσεις, Ρόλμαρ.» Ανασήκωσε τους ώμους. «Και, κατά τέταρτον, γνωρίζεις τις… πεποιθήσεις μου.» Τον κοίταξε, επίμονα.

Ο Ρόλμαρ ένιωσε πάλι ένα σύγκρυο να τον διαπερνά. Είχε η θεά της σχέδια γι’αυτόν; Ή ήταν το σχέδιο αποκλειστικά της Λιόλα; Ή, μήπως, το είχαν σχεδιάσει μαζί; Κι εκείνος τι θα απαντούσε; Ποιος θ’αρνείτο τη γαμήλια πρόταση της Πριγκίπισσας-Διαδόχου του Ουρανολίθινου Θρόνου; Ήταν πολύ δελεαστικό…

«Τι λες, λοιπόν;» ρώτησε η Λιόλα.

Ο Ρόλμαρ στράγγισε το ποτήρι του, αργά. Περιμένει απάντηση αμέσως; «Πρέπει να ομολογήσω ότι μ’έχεις ξαφνιάσει, Πριγκίπισσα,» είπε. «Ωστόσο, η πρότασή σου είναι, αδιαμφισβήτητα, δελεαστική.»

«Θέλεις να μείνεις στη Νουάλβορ, σωστά;»

«Ναι. Προτιμώ την πρωτεύουσα από τα σύνορα· σ’το έχω ξαναπεί.»

«Τότε,» είπε η Λιόλα, καθώς σηκωνόταν όρθια, «σκέψου την πρότασή μου. Δεν περιμένω απάντηση τώρα· αλλά περιμένω απάντηση σύντομα.» Και πρόσθεσε: «Μην αισθανθείς αναγκασμένος, Ρόλμαρ· πράξε όπως πραγματικά πιστεύεις.» Έσκυψε και τον φίλησε στο μάγουλο. «Καληνύχτα.»

Ο Ρόλμαρ την άκουσε ν’απομακρύνεται, ν’ανοίγει την πόρτα του δωματίου, και να φεύγει.

Κι αισθάνθηκε ότι στεκόταν σ’ένα σταυροδρόμι, ενώ γύρω του απλωνόταν ένα αχανές δάσος περίπλοκων μονοπατιών.

 

 


Κεφάλαιο 21
Κατευθυνόμενοι Νότια

 

Το βράδυ κοιμήθηκαν δυτικά της δημοσιάς, απέναντι από το Δρακοδάσος, για να μην πεταχτεί τίποτα επικίνδυνο από τα φυλλώματα και τους χιμήσει. Αν και, βέβαια, η αλήθεια ήταν πως ο Βάνμιρ δε φοβόταν τόσο τα θηρία που μπορεί να έρχονταν από τα ανατολικά, όσο φοβόταν τους ιππείς του πατέρα του, που μπορεί να έρχονταν από τα βόρεια. Το γεγονός ότι δεν είχε δει κανένα σημάδι τους ακόμα έπρεπε να παραδεχτεί πως τον είχε παραξενέψει. Όχι, φυσικά, πως δεν το θεωρούσε ευτύχημα το ότι δεν τον κυνηγούσαν, μα, αν είχαν ξεκινήσει να τον καταδιώκουν κάποια στιγμή της επόμενης ημέρας ύστερα από την αναχώρησή του, δε θα τους είχε ατενίσει εξ αποστάσεως, όταν βρισκόταν σε ψηλό σημείο του εδάφους; Επομένως, μάλλον, το κάρο του Βάνμιρ ταξίδευε γρηγορότερα απ’ό,τι εκείνος περίμενε ή ο πατέρας του δεν είχε στείλει ανθρώπους του να τον κυνηγήσουν… ή οι ένοικοι του κάστρου Ράλτον δεν είχαν βρει το γράμμα το οποίο έλεγε πού ακριβώς ήταν φυλακισμένος ο Άρχων-Φύλαξ Άραντιρ. Όμως αυτό δεν είναι δυνατόν, σκεφτόταν ο Βάνμιρ, ανήμπορος να κοιμηθεί και σαλεύοντας σαν το ψάρι μέσα στην κουβέρτα του. Ο Άσιλθαρ θα τους το είχε δείξει, κάπως. Το ήξερε πως θα το άφηνα, για να τους ειδοποιήσω.

Ίσως, όμως, και ν’ανησυχούσε άδικα. Ίσως κάτι άλλο να είχε συμβεί. Ίσως ο πατέρας του να είχε αποφασίσει να τον συγχωρήσει (Γιατί το αμφιβάλλω τόσο αυτό; Γιατί;). Ίσως να είχε αργήσει να στείλει καβαλάρηδες (Αλλά γιατί ν’αργήσει; Ποιος ο λόγος;). Ίσως να είχε στείλει καβαλάρηδες αλλά αυτοί να μην είχαν φτάσει τον Βάνμιρ, ακόμα.

Δε γίνεται να επιστρέψω στο Ράλτον, για να μάθω. Με τίποτα. Τώρα, ο δρόμος μου είναι νότιος. Προς τη Νουάλβορ. Προς τον Ρόλμαρ. Προς τον κίνδυνο που κρύβεται κάπου εκεί. Πρέπει να κοιμηθώ, για να έχω δυνάμεις. Και μ’ετούτη την τελευταία σκέψη, εφάρμοσε μια τεχνική αυτοΰπνωσης για την οποία είχε διαβάσει.

Μέσα στο ίδιο κάρο, αλλά κανένα μέτρο μακριά απ’τον Βάνμιρ, κοιμόταν η Ρικνάβαθ, χωρίς να χρειάζεται κουβέρτα, ντυμένη μονάχα με το μαύρο ράσο που της είχε εκείνος δώσει και έχοντας βγάλει τις μπότες της. Ο ύπνος δεν είχε δυσκολευτεί να την πάρει. Είχε πάψει πλέον να δυσκολεύεται στον ύπνο. Έχοντας περάσει από τόσες κακουχίες στη ζωή της, είχε αποκτήσει μια κάποια ανοσία στην αϋπνία.

Ωστόσο, δεν είχε ακόμα αποκτήσει –ούτε νόμιζε πως θα αποκτούσε ποτέ– ανοσία στα οράματα που τη στοίχειωναν από μικρή. Κι απόψε, ενώ κοιμόταν, πίστεψε πως ξύπνησε… και τα μάτια της καρφώθηκαν στο δαγκωμένο φεγγάρι που κρεμόταν σαν κόσμημα στον ουρανό αλλά είχε μιαν άγρια όψη κι αίμα έμοιαζε να ρέει, αργά, επάνω του, ξεκινώντας απ’τα ανώτερα σημεία και κυλώντας προς τα κατώτερα.

Η Ρικνάβαθ πήρε το βλέμμα της απ’το φεγγάρι και κοίταξε μέσα στο κάρο, νιώθοντας μια δυνατή ανησυχία και διαισθανόμενη έναν μεγάλο κίνδυνο. Έψαξε για τον Βάνμιρ, και τον βρήκε να κοιμάται. Εντάξει, δεν ήταν νεκρός…

Ηρέμησε, κάπως.

Σηκώθηκε όρθια και έριξε μια ματιά τριγύρω–

Ξαφνικά, στ’αφτιά της ήρθε ο ήχος του ατσαλιού που ακονίζεται, το γέλιο πολεμιστών, οι ιαχές της μάχης. Και τους είδε: Μαχητές γύρω απ’το κάρο, καθισμένους κοντά σε μεγάλες φωτιές, βαστώντας όπλα στα χέρια, άντρες και γυναίκες με αμείλικτες όψεις κι ερευνητικά βλέμματα… που, όμως, έμοιαζαν να μην την κοιτάζουν… Μονάχα το βλέμμα ενός την κοίταζε: ενός άντρα, καθισμένου σε πέτρινο θρόνο. Το πρόσωπό του ήταν χαραγμένο από ουλές μάχης και τα μάτια του πεινασμένα για καταστροφή. Ακουμπούσε το σαγόνι του στη γροθιά του, και τα μακριά, μαύρα του μαλλιά χύνονταν στους ώμους του. Ένα μακρύ, γυμνολέπιδο σπαθί ξάπλωνε στα δερματοντυμένα γόνατά του, στάζοντας αίμα.

Η Ρικνάβαθ αισθάνθηκε δύναμη να εκπέμπεται από τον άγνωστο άντρα, ανερχόμενη δύναμη, αυξανόμενη· και γονάτισε, αντιλαμβανόμενη πως βρισκόταν στην παρουσία ενός θεού των Ωθράγκος, ενός παλιού μα όχι λησμονημένου θεού.

«Ποιος είσαι, Άρχοντά μου;» ψιθύρισε, γνωρίζοντας καλά πως εκείνος μπορούσε να την ακούσει καθαρά όπως κι αν μιλούσε. «Τι με θέλεις;»

Ο εχθρός βρισκόταν νότια. — Η απάντηση του θεού διαπέρασε σαν αστροπελέκι τη νόησή της. — Κάποιοι τον είχαν προσέξει κι ετοιμάζονταν για πόλεμο· κάποιοι εθελοτυφλούσαν· κάποιοι ήταν εκ φύσεως τυφλοί· και κάποιοι άλλοι είχαν πεθάνει στην αρχή του πολέμου –οι πρώτες απώλειες. Όμως ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει· κι εκείνος σκόπευε ν’αγωνιστεί μέχρι το τέλος! Οι πιστοί το ζητούσαν και πάλι! και πρόσφεραν αίμα ως θυσία στο θρόνο του!

Η αλλογενής Μάντισσα θα τον ακολουθούσε; Θα την καθιστούσε ιέρειά του, μεγάλη Αρχιέρεια, για να εμπνέει το Στρατό και να χτυπήσει –να σμπαραλιάσει– τον Εχθρό, να του δώσει την απάντηση που γύρευε ερχόμενος στη γη των Ωθράγκος!

Ήταν πρόθυμη, όμως, η αλλογενής Μάντισσα;

«Δεν ξέρω, Άρχοντά μου. Δεν είμαι πολεμίστρια…»

Δεν είχε σημασία –θα γινόταν! Μεγάλη πολεμίστρια! Και ο Στρατός θα τη λάτρευε!

«Θα… θα πρέπει να το συλλογιστώ…»

Η απόφασή της ήταν απογοητευτική για τον άντρα στον πέτρινο θρόνο· μα η προσφερόμενη θέση παρέμενε ανοιχτή, ακόμα!

Η Ρικνάβαθ βυθίστηκε σ’έναν βαθύ ανονείρευτο ύπνο, αλλά δεν ξέχασε το όραμα με τον θεό των Ωθράγκος και το Στρατό του.

Το πρωί, η Καρμώζ ξύπνησε πριν από τον Βάνμιρ, νιώθοντας την πρωινή ζέστη ετούτου του νότιου τόπου να τη διαπερνά. Σηκώθηκε και κάθισε επάνω σ’ένα απ’τα μπαούλα του κάρου, αναλογιζόμενη τα όσα είχε δει στον ύπνο της. Νόμιζε πως είχε καταλάβει τι συνέβαινε… περίπου, τουλάχιστον. Ο θεός στον πέτρινο θρόνο είχε έρθει να τη βρει όπως είχε έρθει να τη βρει και το Μεγάλο Θηρίο· και, μάλιστα, για τον ίδιο σκοπό. Αν και αυτός ήταν πιο ξεκάθαρος απ’τη Λα-Κάρχ’νιι: της είχε ευθέως προσφέρει μια θέση –τη θέση της Αρχιέρειας– και την είχε ρωτήσει αν θα τη δεχόταν· επίσης, της είχε πει ποιος ήταν ο σκοπός του –να τσακίσει τον εχθρό στο Νότο. Όμως δεν της είχε αποκαλύψει ούτε ποιος ήταν εκείνος ούτε ποιος ήταν ο εχθρός! Πράγμα που, βέβαια, δεν παραξένευε τη Ρικνάβαθ, η οποία είχε αισθανθεί πολλά και διάφορα αλλόκοτα καλέσματα στη ζωή της, μα την έκανε ν’αναρωτιέται, παρ’όλ’αυτά. Αν ξανάρθει, τι θα του απαντήσω; Να συζητήσω με τον Βάνμιρ γι’αυτό;…

Το βλέμμα της στράφηκε στον νεαρό Ωθράγκος. Ούτως ή άλλως, πρέπει να τον ξυπνήσω, για ν’αναχωρήσουμε. Σηκώθηκε απ’το μπαούλο και τον ζύγωσε, για να σκύψει δίπλα του και να τον ταρακουνήσει απ’τον ώμο.

Ο Βάνμιρ πετάχτηκε. «Τι είναι; Οι ιππείς;»

«Όχι,» είπε η Ρικνάβαθ. «Απλά, ξημέρωσε.»

Ο Βάνμιρ ξεφύσησε και πέρασε το χέρι μέσα απ’τα μαλλιά του. «Δεν είμαι καλά,» μουρμούρισε. Σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε προς τα βόρεια· όμως από εδώ όπου βρίσκονταν δεν μπορούσε να δει και πολύ μακριά –δεν ήταν σε ύψωμα. Πάντως, όπως και να είχε, δεν έβλεπε κανέναν να έρχεται. Λες να μην τον βρήκαν ακόμα, τον πατέρα; Αναστέναξε. Όχι, αποκλείεται. Ο Άσιλθαρ δε θα τ’άφηνε να συμβεί αυτό.

Αισθάνθηκε ένα χέρι στον ώμο του και στράφηκε.

«Τι είναι; Τι έχεις;» τον ρώτησε η Ρικνάβαθ.

«Τίποτα,» είπε ο Βάνμιρ. «Να ξεκινήσουμε;»

Η Καρμώζ ένευσε. Ο Ωθράγκος ετοίμασε το άλογο, κάθισε στη θέση του οδηγού, και το χτύπησε με τα ηνία, βάζοντας το κάρο πάλι στη δημοσιά και ταξιδεύοντας νότια.

Σε λίγο, η Ρικνάβαθ είπε: «Βάνμιρ, είδα ένα όνειρο.»

«Δεν είναι παράξενο για σένα, υποθέτω,» αποκρίθηκε εκείνος, και η Καρμώζ κατάλαβε πως η ανησυχία τού είχε περάσει και είχε επιστρέψει στον παλιό του εαυτό.

…Στον παλιό του εαυτό, απόρησε με το συλλογισμό της η Ρικνάβαθ. Λες και τον ξέρω πολύ καιρό. Κι όμως, ο Βάνμιρ είχε κάτι το οικείο για εκείνη· κάτι το… το παρόμοιο. Εγώ βλέπω οράματα, ακούω καλέσματα, κι αισθάνομαι πράγματα που άλλοι δεν τα αισθάνονται· εκείνος πιστεύει σ’αυτά, καταπιάνεται μ’αυτά. Ίσως εκεί να βρίσκεται η συνάφειά μας.

«Είδα έναν θεό,» του είπε.

«Τι θεό;»

«Δικό σας· των Ωθράγκος.»

«Ποιον; Τι σου είπε; Είσαι σίγουρη πως ήταν, όντως, θεός;»

«Ναι, αυτός ήταν θεός.» Η Ρικνάβαθ δεν αμφέβαλε καθόλου για τούτο. «Μιλούσε σα θεός, και φερόταν σα θεός. Ο λόγος του… αντηχούσε εντός μου. Δεν ξέρω ποιος ήταν, όμως· αυτό δε μου το αποκάλυψε: θελημένα ή μη, δε γνωρίζω. Ωστόσο, μου παρουσιάστηκε ως άντρας, καθισμένος σ’έναν πέτρινο θρόνο, μ’ένα αιματοβαμμένο σπαθί στα γόνατα. Γύρω του βρίσκονταν πολεμιστές.»

«Και τι είπε;»

«Τον αναγνωρίζεις;»

Ο Βάνμιρ φάνηκε σκεπτικός. Κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Έτσι, όχι. Πες μου κι άλλα.»

Η Ρικνάβαθ συνέχισε: «Μου μίλησε, και μου ζήτησε να γίνω Αρχιέρειά του. Είναι κι αυτός εναντίον του εχθρού που κρύβεται στα νότια· επιθυμεί την εξολόθρευσή του.»

«Ένας θεός σαν το Μεγάλο Θηρίο;»

«Όχι· δεν έχει καμία σχέση με τη Λα-Κάρχ’νιι. Αλλά έχει τον ίδιο σκοπό.»

«Τι του απάντησες;»

«Πως δεν είμαι σίγουρη, πως θέλω να το σκεφτώ. Ποιος θεός σας ήταν Βάνμιρ;»

«Θα το πιστέψεις ότι με μπέρδεψες; Δε μου έρχεται κάποιος κατά νου. Ο Βάνραλ δε νομίζω να ήταν.» Συνοφρυώθηκε. Μια ιδέα πέρασε από το μυαλό του. Αλλά… δεν είναι λιγάκι απίθανο να της μίλησε αυτός; «Είχε πολεμιστές γύρω του, είπες;»

«Ναι,» ένευσε η Ρικνάβαθ· «και, προτού κοιτάξω, άκουγα το ακόνισμα όπλων, τις κραυγές πολεμιστών, και τις ιαχές της μάχης.»

«Ω θεοί…» μουρμούρισε ο Βάνμιρ. «Είναι αδύνατον, μα το Μαύρο Άνεμο!»

«Ποιος είναι; Ποιον υποπτεύεσαι;»

«Τον Άνκαραζ, φυσικά, του οποίου η λατρεία έχει πάψει στις περιοχές των Ωθράγκος, ύστερα από τους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ.»

«Γιατί; Τι συνέβη εκεί;»

«Πράγματα που οι περισσότεροι δε θέλουν να θυμούνται. Γιαυτό κιόλας έπαψαν να λατρεύουν τον Άνκαραζ τον Πολέμαρχο. Όμως το όνειρό σου μονάχα αυτόν μού φέρνει στο νου. Λες να επέστρεψε;…» Το τελευταίο το είπε περισσότερο στον εαυτό του, παρά στη Ρικνάβαθ· ήταν μια σκέψη που βγήκε άθελά του απ’τα χείλη του.

Η Καρμώζ έγλειψε τα δικά της χείλη και δάγκωσε το κάτω. «Βάνμιρ, νομίζω πως η υπόθεσή σου είναι σωστή. Πρέπει να είναι ο Άνκαραζ, αυτός που είδα.»

«Πώς το ξέρεις;»

«Αισθάνθηκα τη δύναμή του: μια ανερχόμενη, αυξανόμενη δύναμη. Επιπλέον, μου δήλωσε πως οι πιστοί του του ζητούσαν, και πάλι, να αγωνιστεί, και του πρόσφεραν αίμα.»

«Θεοί…» είπε ο Βάνμιρ. «Πώς άρχισε αυτό το έκτροπο;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε η Ρικνάβαθ. «Πάντως, σίγουρα, έχει σχέση με τον εχθρό στο Νότο. Αυτόν είναι που θέλει να πολεμήσει ο Άνκαραζ.»

«Λόγω ανάγκης, επέστρεψε…» είπε ο Βάνμιρ, σα να μονολογούσε ξανά. «Τον καλέσαμε; Ή είχαν ακόμα παραμείνει κάποιοι πιστοί του στο Νόρβηλ;»

«Τι σημασία έχει;»

«Έχει. Γιατί απορώ πώς κατάλαβε κάτι που εμείς δεν ξέρουμε· κάτι που ο περισσότερος κόσμος δεν ξέρει, τολμώ να πω. Μονάχα εσύ το αντιλήφθηκες, Ρικνάβαθ· και πάλι, όχι επακριβώς.»

«Είναι θεός, Βάνμιρ!»

«Γιαυτό αναρωτιέμαι… Κοίτα, κανείς δεν πίστευε στον Άνκαραζ· ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζαμε–»

«Ίσως να είχε παραμείνει κάποιος κύκλος ανθρώπων–»

«Ίσως, αλλά: αν ήταν τα πράγματα όπως νομίζαμε –αν η λατρεία του είχε εξαλειφθεί–, τότε αυτό σημαίνει πως κάποιος δικός μας –κάποιος απλός Ωθράγκος– αντιλήφθηκε τον κίνδυνο κι αποφάσισε να καλέσει ξανά το θεό, οργανώνοντας μια θρησκεία· σωστά;»

Η Ρικνάβαθ ένευσε.

«Πώς, όμως, αυτός ο Ωθράγκος έμαθε για τον εχθρό στο Νότο;»

«Καλό ερώτημα,» είπε η Καρμώζ. «Αλλά δεν πιστεύω τα πράγματα να έγιναν έτσι. Μάλλον, το άλλο ισχύει: Κάποιος κύκλος πιστών είχε παραμείνει, και ο ίδιος ο Άνκαραζ ένιωσε τη νοτιόθεν απειλή.»

«Ναι,» παραδέχτηκε ο Βάνμιρ, «ακούγεται λογικό… Ωστόσο,» πρόσθεσε, «έχω την εντύπωση πως, γενικά, κάτι μη-λογικό συμβαίνει στην Κουαλανάρα. Είναι σαν ο κόσμος όλος να έχει τρελαθεί, να έχει αναποδογυρίσει. Υπάρχει ένας θρύλος που λέει πως τις Πύλες της Κουαλανάρα φρουρούν, από τους Δαίμονες της Καταστροφής, έξι Αργυρόχρυσοι Φύλακες… Ποτέ δεν πίστεψα σ’αυτό το παραμύθι. Αποκλείεται τα πράγματα να είναι έτσι, τόσο απλοϊκά· το πολύ-πολύ, τούτα να έχουν συμβολική σημασία. Υποθέτω, όμως, ότι κάποια κοσμικά φράγματα πρέπει να υπάρχουν, για να συγκρατούν τον κόσμο σε ισορροπία· και ίσως τώρα να έχουν διαβρωθεί.»

«Μου μοιάζει παρατραβηγμένο…» είπε η Ρικνάβαθ. «Δεδομένου ότι η θεωρία σου αληθεύει, θα το είχα αισθανθεί, αν κάτι τόσο τραγικό είχε συμβεί.»

«Χμμ, ναι… Πάντως, κάτι δεν πάει καλά. Αυτός ο κίνδυνος από το Νότο… πρέπει να μάθουμε την ακριβή του φύση· αλλιώς, δεν μπορεί να γίνει τίποτα εναντίον του.» Κι αναρωτιέμαι πού να βρίσκεται ο Ρόλμαρ, σκέφτηκε ο Βάνμιρ. Άραγε, έχει μπλεχτεί σ’αυτή την άγρια υπόθεση; Μήπως, κι εκείνη η Ρουζβάνη έχει κάποια σχέση μ’όλα τούτα; Τι έκανες στον αδελφό μου, Νίθρα; Ήθελες να τον πας στον Νότο για να τον χρησιμοποιήσεις κάπως;

«Ο Άνκαραζ μοιάζει βέβαιος ότι θα τον τσακίσει…»

«Το ίδιο πίστευε και το Θηρίο. Κι επιπλέον, σκέψου κάτι άλλο, Ρικνάβαθ: Μέχρι στιγμής, δύο θεοί έχουν αισθανθεί τον κίνδυνο κι έχουν στραφεί να τον πολεμήσουν. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει τούτο; Πόσοι άλλοι θεοί ακόμα θα κάνουν το ίδιο; Και τι καταστροφές θα προκαλέσουν;»

«Ο Άνκαραζ είπε κάτι που μ’έχει προβληματίσει: ότι κάποιοι ετοιμάζονται να πολεμήσουν τον εχθρό, κάποιοι πολέμησαν και έχασαν, κάποιοι εθελοτυφλούν, και κάποιοι είναι τυφλοί στον κίνδυνο.»

«Δηλαδή, ορισμένοι θεοί δεν τον αντιλαμβάνονται καθόλου, ενώ άλλοι τον αντιλαμβάνονται αλλά τον αγνοούν;» απόρησε ο Βάνμιρ.

Η Ρικνάβαθ ανασήκωσε τους ώμους. «Αυτό νομίζω πως ήθελε να πει ο Άνκαραζ.»

«Ίσως να ήταν ψέματα.»

«Μάλλον όχι.»

«Μπορείς να καταλάβεις πότε οι θεοί ψεύδονται;» ρώτησε ο Βάνμιρ.

«Οι θεοί δεν ψεύδονται. Δεν έχει νόημα γι’αυτούς,» είπε η Ρικνάβαθ. «Πόσο περιορισμένη είναι η δική μας νόηση, και πόσο μεγάλη η δική τους… Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε όλα όσα επιθυμούν να μας μεταφέρουν, έτσι κι αλλιώς. Κι αν μας τα μετέφεραν όλα, ο νους μας θα εκρήγνειτο.»

Ο Βάνμιρ συλλογίστηκε, για λίγο, τα λόγια της. Είναι πολύ σοφή, αυτή η Καρμώζ, σκέφτηκε. Πάρα πολύ σοφή. Οι θεοί δεν τη διαλέγουν τυχαία. Έχω πολλά να μάθω απ’τη Ρικνάβαθ.

«Όμως ο Άνκαραζ μού ζητά κάτι απλό και κατανοητό τώρα: να γίνω Αρχιέρειά του. Να το δεχτώ ή όχι;» Κοίταξε τον Βάνμιρ, πλάι της.

«Θα πρότεινα όχι. Είναι επικίνδυνος κι αιμοβόρος θεός. Μην τον υπηρετήσεις, Ρικνάβαθ· θα σε καταστρέψει, με τον πόλεμό του.»

Και ο άντρας μέσα στις φλόγες θα με μαρκάρει αμέσως για αντίπαλο, σκέφτηκε η Καρμώζ. Θα επαληθευτούν τα λόγια του, ότι έρχομαι για να τον εξολοθρεύσω. Όμως, ούτως ή άλλως, δεν της είχε πει πως θα τη σκότωνε; πως θα την έκαιγε ζωντανή; Η Ρικνάβαθ ανατρίχιασε. Τι να κάνω; Πού να σταθώ; Είχε το προαίσθημα –απλά ένα προαίσθημα, τίποτα περισσότερο– ότι ο Άνκαραζ θα την επισκεπτόταν ξανά, το βράδυ…

*

Η Ρικέλθη κοιμόταν ακόμα, αλλά ο μικρός της γιος είχε ξυπνήσει και ντυθεί με τη μαύρη ενδυμασία του δράκαρχου, έτοιμος να φύγει και να κατευθυνθεί νότια, στην Έριγκ, και, μετά, στη Νουάλβορ και στο Βασιληά. Δεν μπορώ να καθυστερήσω· πρέπει να πάω.

«Πατέρα,» είπε στον Έζβαρ, ο οποίος είχε, επίσης, ξυπνήσει. «Ελπίζω να σε ξαναδώ, σύντομα.» Του έδωσε το δεξί γαντοφορεμένο του χέρι, κι εκείνος το έσφιξε. «Να προσέχεις τη μητέρα, όπως μου υποσχέθηκες.»

«Θα την προσέχω. Κι εσύ να προσέχεις τον εαυτό σου, Χάφναρ.»

«Θα θυμάμαι τις διδαχές σου, και θα είναι αρκετό,» αποκρίθηκε ο δράκαρχος πίσω από τη μαύρη του μάσκα. Ύστερα, πρόσθεσε: «Αν… αν είναι η Φερνάλβιν υπεύθυνη για το φονιά που κυνήγησε τη μητέρα… προσπάθησε να τη λογικέψεις πρώτα–»

Ο Έζβαρ ύψωσε το χέρι, για να τον σωπάσει. «Μην απασχολείς το νου σου μ’αυτό· ξέρω τι να κάνω.»

Ο Χάφναρ ένευσε. Δεν αμφέβαλε τα λόγια του πατέρα του. Όσο τον γνώριζε –ως γονιό ή ως φίλο–, πάντοτε είχε κάποιο σχέδιο στο μυαλό του και κάποιο χρήσιμο μπιχλιμπίδι στην τσέπη του.

«Εντάξει,» είπε. «Όμως υπάρχει και κάτι άλλο, που δεν μπορεί να πάψει να μ’απασχολεί: Ο δολοφόνος. Δεν τον βρήκα, και ίσως ακόμα να κρύβεται κάπου εδώ γύρω, περιμένοντας να φύγω, για να σας επιτεθεί.»

Είδε το πρόσωπο του Έζβαρ να σκοτεινιάζει, κι ανησύχησε. Μετά, όμως, ο πατέρας του αποκρίθηκε, λογικά: «Αν ήθελε, μπορούσε να το κάνει αυτό ενόσω κοιμόμασταν, ή ενόσω έλειπες, αναζητώντας τον. Πιστεύω, λοιπόν, πως είναι ακόμα χαμένος στον Αρχέτοπο. Μην ξεχνάς ότι, αν δεν γνωρίζεις τα μονοπάτια, δύσκολα βγαίνεις απο κεί. Επιπλέον, ο χρόνος δεν κυλά το ίδιο.»

«Ναι,» είπε ο Χάφναρ. «Όμως σκέφτομαι μήπως θα ήταν ασφαλέστερο αν φεύγαμε όλοι μαζί για την Έριγκ, εγώ, εσύ, και η μητέρα.»

Ο Έζβαρ φάνηκε σκεπτικός· ύστερα, αποκρίθηκε: «Όχι. Καλύτερα να πας πριν από εμάς. Η Ρικέλθη χρειάζεται ανάπαυση ακόμα.»

Τι φοβάσαι, πατέρα; σκέφτηκε ο Χάφναρ. Φοβάσαι ότι θα συμβεί κάτι άσχημο μεταξύ της μητέρας και της Φερνάλβιν; Και φοβάσαι ότι αυτό θα με κρατήσει στην Έριγκ; Αισθάνθηκε διχασμένος όσο ποτέ. Γιατί η ζωή τού έμοιαζε πολυπλοκότερη, τώρα που είχε γίνει δράκαρχος; Τι είχε αλλάξει; Εκείνος. Αλλά όχι μόνο, νόμιζε.

Πρέπει να διαλέξω. «Εντάξει, πατέρα,» είπε. «Θα φύγω πρώτος.»

Ο Έζβαρ χαμογέλασε και τον χτύπησε στον ώμο. «Καλή τύχη, κι οι θεοί μαζί σου.»

Ο Χάφναρ πήρε τη Σρ’άερ από τα δερμάτινά της λουριά, και βγήκε από το σπίτι. Βάνραλ, προσευχήθηκε, προστάτεψέ τους από το δολοφόνο. Ή, κάνε τον μπάσταρδο να με συναντήσει, καθώς θα φεύγω απο δώ! Προχώρησε προς το πολεμικό άρμα της Φερνάλβιν.

*

Ο Έζβαρ στεκόταν μπροστά στο παράθυρο, με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από την πλάτη, καθώς έβλεπε το γιο του να φεύγει. Για μια στιγμή, αναρωτήθηκε αν είχε πράξει σωστά, διώχνοντάς τον, γιατί αντιλαμβανόταν πως, αν ο δολοφόνος επέστρεφε, μάλλον, θα σκότωνε και εκείνον και τη Ρικέλθη. Όμως ήξερε, επίσης, τι ήταν να μπερδευτείς μέσα σ’έναν Αρχέτοπο, όπου οι κατευθύνσεις έχαναν το νόημά τους για σένα, όπου ο ίδιος ο χρόνος έχανε το νόημά του, κι επιπλέον, μετρούσε διαφορετικά εκεί απ’ό,τι στον πραγματικό κόσμο (αυτόν που, τουλάχιστον, συνηθίζουμε ν’αποκαλούμε «πραγματικό»). Έτσι, πίστευε πως ο φονιάς θ’αργούσε να τον ενοχλήσει πάλι.

Στράφηκε στην κοιμώμενη Αρχόντισσα· δεν την πλησίασε, όμως, για να την ξυπνήσει. Ετοίμασε, πρώτα, καρυκευμένο τσάι και για τους δυο τους, και το ακούμπησε στο τραπέζι, μέσα σε μεγάλες, πήλινες κούπες. Ύστερα, κάθισε στο κρεβάτι, πλάι στη Ρικέλθη, και χάιδεψε το μάγουλό της. Εξακολουθούσε να είναι το ίδιο όμορφη, όπως παλιά… ακόμα κι όταν θύμωνε, κι ακόμα περισσότερο όταν κοιμόταν.

Τα μάτια της άνοιξαν. Γυάλισαν στον πρωινό ήλιο που έμπαινε απ’το ανοιχτό παράθυρο κι ατένισαν τον Έζβαρ.

Η Ρικέλθη χαμογέλασε, άθελά της, πιστεύοντας ότι βρισκόταν μέσα σε όνειρο. Μετά, όμως, θυμήθηκε τι είχε συμβεί χτες, και ρώτησε: «Πού είναι ο Χάφναρ; Δε γύρισε;» Τον σκότωσε ο φονιάς; σκέφτηκε, ανήσυχη.

«Γύρισε, και έφυγε πάλι,» απάντησε ο Έζβαρ. «Έχω ετοιμάσει τσάι. Θες να σηκωθείς;» Της έδωσε το χέρι του.

«Πού πήγε;» ρώτησε η Ρικέλθη, παίρνοντας το χέρι του κι αφήνοντάς τον να τη σηκώσει απ’το κρεβάτι και να την οδηγήσει σε μια καρέκλα του τραπεζιού, μπροστά από μία αχνιστή κούπα τσάι.

«Στη Νουάλβορ κατευθύνεται,» είπε ο Έζβαρ, «για να μπει στις υπηρεσίες του Βασιληά.»

Η Ρικέλθη αναστέναξε κι έκλεισε τα μάτια. Ύψωσε την κούπα της και ήπιε μια γουλιά.

«Προτού φύγει, του έδωσα μια υπόσχεση,» είπε ο Έζβαρ.

Η Ρικέλθη τον κοίταξε. Ωχ, σκέφτηκε. Κάτι κακό θα είναι. Δε μίλησε, όμως· τον περίμενε να συνεχίσει.

«Ότι θα σε συνοδέψω ως την Έριγκ, κι ότι θα μείνω εκεί, για λίγο καιρό.»

Τα μάτια της Ρικέλθης στένεψαν. «Γιατί;» ρώτησε, κοφτά. Τόσα χρόνια, δεν είχε αποκαλυφθεί τίποτα για εκείνη και τον Έζβαρ· δεν ήταν τώρα καιρός ν’αποκαλυφθεί!

«Διότι ο Χάφναρ ανησυχεί για σένα. Πιστεύει ότι έχεις κάποιον θανάσιμο εχθρό, ο οποίος έστειλε το δολοφόνο εναντίον σου.»

«Φυσικά κι έχω έναν θανάσιμο εχθρό!» είπε η Ρικέλθη. «Η Φερνάλβιν τον έστειλε το δολοφόνο. Και ξέρω πώς να την… αποθαρρύνω από άλλες, παρόμοιες προσπάθειες.» Θα τη σκοτώσω, την τρισκατάρατη! Αυτή τη φορά, δε θα γλιτώσει! γρύλισε εντός της.

Ο Έζβαρ ήπιε από την κούπα του. «Τι συνέβη, τον τελευταίο καιρό, στο παλάτι;» ρώτησε.

«Τι εννοείς;»

«Η Φερνάλβιν δεν είχε ποτέ παλιότερα επιχειρήσει κάτι τέτοιο, αν δεν κάνω λάθος…»

«Τώρα έχει τρελαθεί, Έζβαρ. Νομίζει ότι θέλω να τη δολοφονήσω, και–»

«Δε θέλεις;»

Τα μάτια της Ρικέλθης άστραψαν. «Τι θες να πεις; Ότι είχε δίκιο που έστειλε το δολοφόνο;»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Έζβαρ, χωρίς ένταση στη φωνή του. «Όμως το γεγονός ότι είσαι βέβαιη πως τον έστειλε η Έπαρχος με βάζει σε σκέψεις. Αν δεν πίστευες ότι η προγονή σου είχε καλό λόγο να τον στείλει, θα ήσουν τόσο σίγουρη, Ρικέλθη;»

«Δεν άκουσες τι σου είπα; Έχει τρελαθεί, τον τελευταίο καιρό· νομίζει ότι θέλω το θάνατό της!»

«Και είναι οι υποψίες της αβάσιμες; Δεν έχει συμβεί τίποτα; Κάποιο… ατύχημα, πιθανώς;»

«Ένα φίδι βρέθηκε στο κρεβάτι της.» Η Ρικέλθη ανασήκωσε τους ώμους. «Προφανώς, λάθος των υπηρετών.»

«Ύποπτο λάθος, όμως…»

«Εντάξει, Έζβαρ,» –η Ρικέλθη ακούμπησε την πλάτη της στην καρέκλα– «πιστεύεις ότι, πράγματι, επιχείρησα να τη δολοφονήσω. Γιατί;»

«Το γιατί είναι προφανές, νομίζω. Κατά πρώτον, είχες καλό λόγο να το κάνεις –κι οι δυο γνωρίζουμε το λόγο αυτό. Κατά δεύτερον, η Φερνάλβιν δεν είχε καλό λόγο να ψάξει να βρει έναν τόσο εξειδικευμένο δολοφόνο και να τον στείλει εναντίον σου, αν δε νόμιζε πως, όντως, ήθελες να τη σκοτώσεις. Και, απ’όσο τη γνωρίζω, απ’τις επισκέψεις μου στο παλάτι, αμφιβάλλω ότι είναι τρελή –ή ότι τώρα τρελάθηκε, ξαφνικά.»

«Τότε, θα το διαπιστώσεις, όταν έρθεις μαζί μου στην Έριγκ,» είπε η Ρικέλθη. Θα φροντίσω να το διαπιστώσεις, σκέφτηκε. Και ίσως, στο τέλος, να με βοηθήσεις να την εξολοθρεύσω… Ύψωσε πάλι την κούπα της και ήπιε βαθιά. «Πότε θα ξεκινήσουμε, λοιπόν;»

«Μόλις τελειώσουμε το πρωινό μας και μόλις έχω ετοιμάσει κάποια πράγματα,» αποκρίθηκε ο Έζβαρ. Σηκώθηκε απ’το τραπέζι, πήρε ένα ξύλινο κουτί από ένα διπλανό ράφι, και επέστρεψε, ανοίγοντάς το και αποκαλύπτοντας ψημένα κουλουράκια. «Προχτές τα έψησα,» είπε.

Η Ρικέλθη πήρε ένα. «Θα έλεγα,» μειδίασε, «ότι, για κάποιο λόγο, προσπαθείς να με καθυστερήσεις, Έζβαρ…»

«Γιατί το λες αυτό;» Είδε, όμως, στα μάτια του πως είχε μαντέψει σωστά.

«Γιατί το βλέπω,» αποκρίθηκε η Ρικέλθη. «Αλλά,» πρόσθεσε, «ξέρω πως έχεις και αποτελεσματικότερες μεθόδους για να μου αποσπάσεις την προσοχή, αν θέλεις… κι αν δεν έχεις πληγεί από την ‘ασθένεια’ του πρώην-Έπαρχου,» τον πείραξε.

«Εσύ έχεις κάπου ένα χρόνο να με επισκεφτείς,» της θύμισε ο Έζβαρ, πίνοντας τσάι.

«Ήμουν απασχολημένη.»

«Φαντάζομαι…»

«Παράπονο ήταν αυτό;»

«Όχι· πραγματικά, μπορώ να φανταστώ,» είπε ο Έζβαρ.

«Νομίζεις,» αποκρίθηκε η Ρικέλθη. «Δεν είναι δυνατόν να ξέρεις τι προβλήματα έχει μια αρχόντισσα μέσα στο παλάτι της και στα γύρω μέρη, όσες φορές κι αν μας έχεις επισκεφτεί.» Ο Έζβαρ ερχόταν συχνά στην Έριγκ, προσφέροντας συμβουλές και βοτάνια, και εκτελώντας ειδικές εργασίες, λόγω των γνώσεών του. Εκεί ήταν που η Ρικέλθη τον είχε γνωρίσει, και είχε ενδιαφερθεί περισσότερο γι’αυτόν όταν ο μακαρίτης Έπαρχος Άνγκεδβαρ είχε πλέον μεγαλώσει και –εξαιτίας τούτου ή μη– χάσει την όρεξή του για εκείνη.

«Υποθέτω πως, σύντομα, θα τα μάθω όλα,» είπε ο Έζβαρ· και σηκώθηκε από την καρέκλα του, για να πλησιάσει τη Ρικέλθη και να τη βοηθήσει κι αυτήν να σηκωθεί. «Αλλά,» πρόσθεσε, πειραχτικά (γιατί ήξερε ότι τούτο θα την πείραζε), «θα πρέπει να σου βρω ένα γερό, κομψό μπαστούνι, προτού αναχωρήσουμε.»

«Πώς τολμάς!» έκανε η Ρικέλθη.

Ο Έζβαρ μειδίασε και τη φίλησε, τυλίγοντας τα χέρια του γύρω της.

 

 


Κεφάλαιο 22
Ο Πολέμαρχος

 

«Θα πρέπει να παραστήσουμε τους εμπόρους πάλι,» είπε ο Βάνμιρ.

Πλησίαζε μεσημέρι και έβλεπαν τη μεγάλη, βόρεια πύλη της Έριγκ από απόσταση. Στις επάλξεις στέκονταν φρουροί, ντυμένοι μ’αρματωσιές που γυάλιζαν στο φως του ήλιου.

«Εντάξει,» αποκρίθηκε η Ρικνάβαθ, «φτάνει να μιλάς εσύ.» Σκούπισε ιδρώτα απ’το μέτωπό της, ξεφυσώντας. «Αφόρητη ζέστη…»

Ο Βάνμιρ, από τη μεριά του, δε θα έλεγε πως η ζέστη ήταν αφόρητη· για την ακρίβεια, τούτη ήταν μία αρκετά κρύα ημέρα, και στον ουρανό μπορούσε να δει μαύρα σύννεφα να συγκεντρώνονται: σημάδι ότι, σε λίγο, πιθανώς να έβρεχε.

«Τι παράξενο λάξευμα είν’αυτό;» τον ρώτησε η Ρικνάβαθ, δείχνοντας την πύλη της Έριγκ, που ήταν φτιαγμένη ώστε να μοιάζει με το ανοιχτό στόμα ενός υπερμεγέθους δράκου.

«Δράκος,» εξήγησε ο Βάνμιρ.

«Υπάρχουν τόσο μεγάλα θηρία στα μέρη σας;»

«Όχι. Πρόκειται για καλλιτεχνική υπερβολή. Οι δράκοι είναι πολύ μικρότεροι, και σπάνιοι. Κατοικούν στο Δρακοδάσος,» έδειξε το δάσος στ’ανατολικά τους, «αλλά ελάχιστοι τούς βλέπουν εκεί. Ωστόσο,» πρόσθεσε, «υπάρχουν και άνθρωποι που τους αναζητούν, με σκοπό να τους δαμάσουν και να γίνουν δράκαρχοι, στην υπηρεσία του Βασιληά. Σπάνιοι είναι κι αυτοί, βέβαια. Αν δεν κάνω λάθος, ο Βασιληάς έχει, ετούτο τον καιρό, πέντε δράκαρχους.»

«Σε τι του χρησιμεύουν;» θέλησε να μάθει η Ρικνάβαθ.

«Οι δράκοι φτύνουν φωτιά, τρομοκρατώντας και καίγοντας τους εχθρούς.»

«Φτύνουν φωτιά;» Η Καρμώζ ανατρίχιασε. Απεχθανόταν τη φωτιά· και δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ήταν δυνατόν αυτή να εκτοξεύεται από το στόμα ενός θηρίου.

Ο Βάνμιρ απλά ένευσε. «Ναι.»

Ύστερα, πλησίασαν τη βόρεια πύλη της Έριγκ, σιωπηλά, ενώ η Ρικνάβαθ παρατηρούσε καλά-καλά το λαξευμένο δρακοκέφαλο με το ανοιχτό στόμα που περίμενε να τους υποδεχτεί.

«Σταμάτα, έμπορα!» πρόσταξε μια πολεμίστρια, υψώνοντας το χέρι. Ήταν ντυμένη με φολιδωτή αρματωσιά και τα ξανθά, σγουρά της μαλλιά προεξείχαν από τις άκριες του κράνους της.

Ο Βάνμιρ υπάκουσε, τραβώντας τα γκέμια του αλόγου του.

«Ελέγξτε τον,» είπε η πολεμίστρια σε δύο στρατιώτες, οι οποίοι ζήτησαν από τον νεαρό Ωθράγκος και την Καρμώζ να κατεβούν απ’το κάρο, κι άρχισαν να ψάχνουν τα πράγματα που ήταν φορτωμένα εκεί. Η αρχηγός τους στεκόταν από κοντά, επιβλέποντας.

«Παράξενη πραμάτεια έχεις, έμπορα,» παρατήρησε, ρίχνοντας ένα διαπεραστικό βλέμμα στον Βάνμιρ. Σήκωσε ένα φιαλίδιο. «Τι είσαι; Αλχημιστής;»

«Λίγο,» απάντησε εκείνος. «Αλλά αγοράζω κιόλας.» Τους περίμενε, μέχρι να τελειώσουν. Η πολεμίστρια δεν του έκανε άλλες ερωτήσεις, όμως έβαλε τους στρατιώτες να ψάξουν εξονυχιστικά το κάρο. Ο Βάνμιρ ήταν σίγουρος πως δεν καταλάβαιναν ούτε τα μισά απ’όσα έβλεπαν.

Η Ρικνάβαθ κοιτούσε το δρόμο μετά απ’την πύλη, ο οποίος έμοιαζε να είναι αρκετά πολυσύχναστος. Κάπου πίσω απ’τα υπόλοιπα χτίρια, μπορούσε να δει ένα παλάτι. Αναμφίβολα, το παλάτι της θείας του Βάνμιρ, σκέφτηκε, της Επάρχου-Κεντροφύλακος Φερνάλβιν. Θα πάμε, άραγε, εκεί, ή όχι; Ο Μάγος τής είχε πει ότι φοβόταν μην τον προδώσουν στον πατέρα του, γιατί δεν τον συμπαθούσαν και πολύ, πράγμα που της είχε φανεί παράξενο.

«Εντάξει, παιδιά;» ρώτησε ο Βάνμιρ τούς φρουρούς, όταν έμοιαζαν να έχουν τελειώσει την έρευνά τους. «Πόσο πληρώνω;»

Η πολεμίστρια φάνηκε σκεπτική. Προφανώς, δεν ήξερε πώς να κοστολογήσει το εμπόρευμά του. «Πόσα θα βγάλεις απ’όλ’αυτά, αν τα πουλήσεις;»

«Εκατό κορόνες, στην καλύτερη περίπτωση, χώρια το κόστος για να τ’αγοράσω.»

«Μάλιστα… Δος μας δύο κορόνες, έμπορα.»

Ο Βάνμιρ τούς πλήρωσε. Ανέβηκε στο κάρο, μαζί με τη Ρικνάβαθ, και μπήκαν στην Έριγκ, κυλώντας επάνω στον πλακόστρωτο, μεγάλο δρόμο, ενώ ο κόσμος παραμέριζε, για να περάσουν.

«Πού πηγαίνουμε;» ρώτησε η Καρμώζ.

«Στην αγορά,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ.

«Γιατί δεν πάμε στη θεία σου; Δικό της δεν είναι το παλάτι εκεί;» Η Ρικνάβαθ έδειξε.

«Ναι, αλλά σου είπα ότι δεν την εμπιστεύομαι. Ίσως να με προδώσει στον πατέρα, όταν εκείνος μ’αναζητήσει. Θα πάμε στην αγορά, επομένως, και θα προσπαθήσουμε να βγάλουμε και τίποτα χρήματα, αν γίνεται.»

«Τι έχεις κατά νου;»

«Μια μικρή παράσταση ταχυδακτυλουργικών.» Ο Βάνμιρ έστριψε το κάρο τους αριστερά, μπαίνοντας σ’έναν άλλο, μεγάλο δρόμο, όπου ο κόσμος ήταν περισσότερος και όπου εκείνος κι η Ρικνάβαθ δεν ήταν οι μόνοι με κάρο. Ως αποτέλεσμα, κινούνταν πολύ πιο αργά. «Απο δώ, πηγαίνουμε προς την αγορά.»

«Φαίνεται,» είπε η Καρμώζ, κάνοντας αέρα στον εαυτό της, με το δεξί χέρι. «Τι είναι αυτό το χτίριο, εκεί;» Έδειξε στ’αριστερά, πίσω απ’τα σπίτια.

«Αυτός είναι ο Ναός του Βάνραλ,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ. «Ενός από τους μεγαλύτερους θεούς εδώ γύρω.» Και ρώτησε: «Δεν έχεις αισθανθεί κανένα κάλεσμα απ’αυτόν;»

Η Ρικνάβαθ κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δε νομίζω.»

Τελικά, κατάφεραν να διασχίσουν τον κοσμοπλημμυρισμένο πλακόστρωτο δρόμο –ο οποίος ονομαζόταν Άνω Οδός Εμπορίου, όπως είπε ο Βάνμιρ στη σύντροφό του– και να φτάσουν στην αγορά της Έριγκ, που αποτελείτο από ένα σύμπλεγμα μικρότερων δρόμων οι οποίοι περνούσαν ανάμεσα από σταθερά οικοδομήματα κι από σκηνές, τέντες, και πάγκους. Κι εδώ η κίνηση ήταν πολλή, όμως δε συγκεντρωνόταν σε ένα σημείο, έτσι το κάρο τους κυλούσε σχετικά άνετα.

Ο Βάνμιρ σταμάτησε μπροστά στο στάβλο ενός πανδοχείου που η πινακίδα του έγραφε «Ο Ήλιος της Έριγκ». «Σταβλίτη!» φώναξε, κι ένα αγόρι βγήκε αμέσως. «Φρόντισε τ’άλογό μας και πρόσεχε την πραμάτειά μας –σαν τα μάτια σου.» Του πέταξε ένα κορόνιο –ασυνήθιστα πολλά χρήματα, αλλά ο Βάνμιρ πάντα ήταν ανοιχτοχέρης· σε αντίθεση με τον αδελφό του, Ρόλμαρ, ο οποίος ήταν σφιχτός.

«Φχαριστώ, κύριος!» έκανε το αγόρι. «Μείνετε ήσυχος!»

Ο Βάνμιρ κατέβηκε από το κάρο, κι η Ρικνάβαθ τον ακολούθησε, καθώς εκείνος πλησίαζε την εξώπορτα του πανδοχείου και την έσπρωχνε, για να μπουν στην τραπεζαρία. Το μέρος ήταν αρκετά ευρύχωρο και διέθετε εξώστη, περιτριγυρισμένο από ξύλινα κάγκελα, για την ασφάλεια των πελατών. Τέσσερα πέτρινα τζάκια ζέσταιναν το ισόγειο, βρισκόμενα σε αντικριστές μεριές. Ο χώρος ήταν γεμάτος με κόσμο, αλλά όχι αφόρητα πλημμυρισμένος.

«Πάνω ή κάτω;» ρώτησε ο Βάνμιρ τη Ρικνάβαθ.

«Πάνω,» απάντησε εκείνη, «κοντά σε κάποιο παράθυρο.»

Ανέβηκαν την ξύλινη σκάλα και βρέθηκαν στον εξώστη, όπου και κάθισαν σε ένα από τα τραπέζια εκεί –κοντά σε παράθυρο, το οποίο ήταν κλειστό, αλλά η Ρικνάβαθ φρόντισε να το ανοίξει στο μισό, μόλις πλησίασαν.

Σε λίγο, μια σερβιτόρα ήρθε, ρωτώντας τους τι θα έπαιρναν, καθώς και αν ήθελαν να κλείσουν δωμάτιο. Ο Βάνμιρ αποκρίθηκε πως βρίσκονταν εδώ απλά για να φάνε, και παράγγειλε ένα μέτριο γεύμα για εκείνον και τη Ρικνάβαθ.

«Ελπίζω να ζήτησες κάτι δροσερό για μένα,» είπε η Καρμώζ, που δεν είχε καταλάβει και πολλά από τη συζήτηση των δύο Ωθράγκος, γιατί δε γνώριζε τα φαγητά στη γλώσσα τους.

«Δροσερά γεύματα δεν υπάρχουν αυτή την εποχή, Ρικνάβαθ,» της απάντησε ο Βάνμιρ. «Όμως σου παράγγειλα φρούτα, μπίρα, και μια σαλάτα με χόρτα.»

«Ωραία.»

Μια δυνατή αστραπή φάνηκε από το παράθυρο, την οποία ακολούθησε μια εξίσου δυνατή βροντή. Ύστερα, άρχισε να βρέχει, μανιασμένα.

«Τώρα, το κλίμα πρέπει να δρόσισε λιγάκι για σένα,» είπε ο Βάνμιρ, υπομειδιώντας.

Η Ρικνάβαθ στράφηκε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Από κάτω, είδε έναν έμπορο ο οποίος φώναζε μέσα στη βροχή και έκανε νοήματα στους ανθρώπους του, να μαζέψουν την πραμάτεια. Φαινόταν να πουλά ρούχα. Οι δρόμοι θα ερήμωναν, σε λίγο, εκτός κι αν έπαυε γρήγορα η νεροποντή.

Το κλίμα, πράγματι, είχε δροσίσει κάπως, έπρεπε να παραδεχτεί η Ρικνάβαθ.

Το φαγητό τους δεν άργησε να έρθει: Χορτοσαλάτα, φρούτα, και μπίρα, για την Καρμώζ, και ένα κομμάτι χοιρινό κρέας με αχνιστές πατάτες και κρασί, για τον Βάνμιρ. Άρχισαν κι οι δυο τους να τρώνε, δίχως να μιλάνε πολύ.

Στο μυαλό της Ρικνάβαθ ήρθε πάλι εκείνος ο άντρας μέσα στις φλόγες, ο οποίος την είχε βρει στον ύπνο της· ενώ, ύστερα, θυμήθηκε τον Άνκαραζ, που την καλούσε να γίνει Αρχιέρειά του και μεγάλη πολεμίστρια. Ο πρώτος δεν ήταν θεός, αλλά οι θεοί έμοιαζαν να τον φοβούνται. Γιατί, άραγε; Τι δύναμη είχε στα χέρια του; Πώς τους τρόμαζε;

Πάντως, όποιος κι αν ήταν, σίγουρα, την είχε βάλει στο μάτι, και η Ρικνάβαθ αναρωτήθηκε μήπως ο Άνκαραζ ήταν, τελικά, η μοναδική της ασπίδα εναντίον του. Γιατί, αν οι ίδιοι οι θεοί τον φοβούνται, τότε τι ελπίδες έχω εγώ να τον αντιμετωπίσω; Πρέπει να συμμαχήσω με κάποιον από αυτούς. Αν και, βέβαια, εκείνο που πραγματικά ήθελε ήταν να μην μπλέξει καθόλου σ’ετούτη την ιστορία· όμως, συνήθως, οι ανώτερες δυνάμεις την έμπλεκαν χωρίς τη θέλησή της. Και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’αυτό.

Τους συλλογισμούς της διέκοψε η φασαρία που ήρθε από κάτω· και η Ρικνάβαθ, κοιτάζοντας τριγύρω, παρατήρησε ότι οι περισσότεροι πελάτες είχαν πάει στην άκρη του εξώστη, για να κοιτάξουν. Ο Βάνμιρ σηκωνόταν εκείνη τη στιγμή, και η Καρμώζ τον ακολούθησε, αφήνοντας το φαγητό της.

Από κάτω τους, είδαν τον κόσμο να παραμερίζει, ύστερα από τις προτροπές και τις φωνές ενός ταξιδιωτικά ντυμένου άντρα, που δεν μπορεί να ήταν μικρότερος από τριανταπέντε χρόνων, και μιας επίσης ταξιδιωτικά ντυμένης γυναίκας, η οποία δεν πρέπει να είχε μεγάλη διαφορά ηλικίας από αυτόν. Τα μαλλιά εκείνου ήταν ξανθά και μακριά, και τα είχε δεμένα αλογοουρά πίσω απ’το κεφάλι του, ενώ ένα σχετικά μακρύ γένι ξεφύτρωνε από το πιγούνι του. Η μελαχρινή κόμη της γυναίκας ήταν κοντύτερη από του άντρα και λυτή, φτάνοντας μέχρι τους ώμους της· η κάπα της είχε παραμερίσει, καθώς απομάκρυνε μερικούς θαμώνες και τους έλεγε να μην πλησιάσουν πάλι: Από μέσα, φαινόταν μια δερμάτινη, μακριά τουνίκα που είχε επάνω της κεντημένο ένα σύμβολο: Ένα πορφυρό, όρθιο, ακτινοβόλο ξίφος.

Ένα από τα σύμβολα του Άνκαραζ! παρατήρησε ο Βάνμιρ, σφίγγοντας τα κάγκελα του εξώστη μέσα στις χούφτες του.

Η Ρικνάβαθ δεν αναγνώριζε το σύμβολο, φυσικά, αλλά ένα ισχυρό συναίσθημα την είχε τυλίξει, σαν δυνατή εσωτερική φλόγα. Οι δύο νεόφερτοι πρέπει να είχαν κάτι σημαντικό να πουν…

Ο άντρας στο ισόγειο φώναξε: «Κάντε χώρο και ησυχία, κι ακούστε! Δεν είμαι πλανόδιος διασκεδαστής! Και δε σας σηκώνω απ’τις θέσεις σας χωρίς λόγο. Είμαι αγγελιαφόρος!» Έλυσε τα μπροστινά λουριά της κάπας του, αφήνοντάς τη ν’ανοίξει, για ν’αποκαλυφθεί μια δερμάτινη, μακριά τουνίκα όπως της γυναίκας, επάνω στην οποία υπήρχε πάλι το πορφυρό, όρθιο, ακτινοβόλο ξίφος. Φωνές ακούστηκαν από τους θαμώνες, γιατί πρέπει αρκετοί ν’αναγνώρισαν το σύμβολο. «Έρχομαι να σας προειδοποιήσω για έναν μεγάλο κίνδυνο, από το Νότο. Κάντε ησυχία, κι ακούστε τα λόγια μου, γιατί η ώρα είναι κρίσιμη!»

«Γιατί φέρεις το σύμβολο του Άνκαραζ;» ακούστηκε η φωνή ενός άντρα μέσα απ’το πλήθος. «Η θρησκεία του έχει πεθάνει!»

Τα μάτια του αγγελιαφόρου (όπως είχε αποκαλέσει τον εαυτό του) σπινθηροβόλησαν, το ίδιο και της συντρόφισσάς του. «Έχει πεθάνει για κάποιους,» αντιγύρισε, «μα όχι για όλους! Και τώρα, εγώ, ο Ίντραμελ, ιερέας του Άνκαραζ, έχω σταλεί για να σας προειδοποιήσω για τον κίνδυνο απ’το Νότο!» τόνισε ξανά.

«Τι κίνδυνο;» απαίτησε κάποιος. «Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος. Από τα νότια ήρθα, πριν από μερικές ημέρες, και όλα είναι καλά.»

«Έτσι οράς, έτσι πιστεύεις!» είπε ο Ίντραμελ. «Μα δεν είν’αυτή η πραγματικότητα. Γιατί ο Εχθρός βρίσκεται κρυμμένος πίσω από σκιές, οικοδομήματα, κι ανθρώπους, και παλεύει για να μας υποδουλώσει και να εκπληρώσει τους δικούς του σκοπούς. Όμως υπάρχει σωτηρία! Ακολουθήστε ξανά τον Πολέμαρχο, κι εκείνος θα σας καθοδηγήσει ορθά εναντίον του Εχθρού –θα τον αφανίσετε με τη βοήθειά του!»

(Η Ρικνάβαθ δεν μπορούσε να καταλάβει επακριβώς τι έλεγαν· έπιανε, όμως, αρκετές λέξεις και κατανοούσε περί τίνος επρόκειτο.)

«Φύγ’ απ’το πανδοχείο μου, καταραμένε ψευδοπροφήτη!» Ο κόσμος παραμέρισε, για να πλησιάσει μια γυναίκα, ντυμένη με μακρύ, μαύρο φόρεμα και βαστώντας ένα ρόπαλο στο δεξί χέρι. «Χάσου, τώρα!»

«Εκείνοι που θ’απαντήσουν αρνητικά στο κάλεσμα του Άνκαραζ θα το μετανιώσουν,» την προειδοποίησε ο Ίντραμελ· «γιατί, όσο λιγότεροι είμαστε, τόσο ισχυρότερος θα είν’ ο Εχθρός από το Νότο.» Δυνάμωσε τη φωνή του: «Ξανασκεφτείτε το, προτού μ’αποκαλέσετε ψεύτη, εμένα, τον Ίντραμελ, πιστό υπηρέτη του Άνκαραζ!»

«Βγες έξω!» γρύλισε η πανδοχέας, σείοντας απειλητικά το ρόπαλό της. Δύο άντρες –προφανώς, του καταστήματος– ήρθαν και στάθηκαν δεξιά κι αριστερά της, φέροντας κι εκείνοι ρόπαλα. «Ειδάλλως, θα σε βγάλουμε με τη βία. Ήδη έχω στείλει μια υπηρέτρια να φωνάξει τη φρουρά. Φύγε!»

«Δε θα τολμήσεις να διώξεις έναν ιερωμένο μέσα στη βροχή!» αντιγύρισε ο Ίντραμελ, ενώ ο Βάνμιρ παρατήρησε πως η γυναίκα πλάι στον ιερέα έπαιρνε πολεμική στάση, σε περίπτωση που εκείνη κι ο σύντροφός της δέχονταν επίθεση.

Η Ρικνάβαθ αισθάνθηκε μια παρόρμηση να κατεβεί από τον εξώστη, μια παρόρμηση να προστατέψει τον ιερέα και τη γυναίκα μαζί του. Άλλωστε, δεν έλεγαν ψέματα· όντως, υπήρχε κίνδυνος στο Νότο. Κι επιπλέον, έξω έβρεχε.

Έφυγε δίπλα απ’τον Βάνμιρ και κατευθύνθηκε προς την ξύλινη σκάλα.

«Ρικνάβαθ;…» έκανε εκείνος. «Πού πας;» Την πήρε στο κατόπι.

«Πετάξτε τον έξω!» φώναξε η πανδοχέας· και η Καρμώζ, καθώς στεκόταν στην κορυφή της σκάλας, είδε τους δύο άντρες με τα ρόπαλα να πλησιάζουν τον ιερέα.

Η γυναίκα που τον συντρόφευε ενέργησε αστραπιαία. Τινάχτηκε εμπρός και χτύπησε τον έναν αντίπαλο ευθεία στη μύτη, με τη δεξιά της γροθιά, προτού εκείνος προλάβει να κινηθεί για να προστατέψει τον εαυτό του. Αίματα πετάχτηκαν στο πρόσωπό του και σωριάστηκε. Το ρόπαλο έφυγε απ’το χέρι του.

Ο άλλος έστρεψε το δικό του ρόπαλο εναντίον της γυναίκας, η οποία το απέφυγε εύκολα, σκύβοντας. Και ο Ίντραμελ άρπαξε τον καρπό του άντρα, και είπε: «Η κυρία είναι ιερομαχήτρια του Άνκαραζ· κι επομένως, η πράξη σου αποτελεί άγος, θα πρέπει να ξέρεις.»

Ο ροπαλοφόρος γρύλισε κι έσπρωξε τον ιερέα, ο οποίος τον ελευθέρωσε, παραπατώντας χωρίς να πέσει. (Ούτε κι αυτός πρέπει να ήταν ανεκπαίδευτος, έκρινε ο Βάνμιρ, που τώρα στεκόταν πλάι στη Ρικνάβαθ.) Η γυναίκα κλότσησε τον αντίπαλό τους στα πλευρά, κάνοντάς τον να διπλωθεί, και ο Ίντραμελ τον γρονθοκόπησε καταπρόσωπο, σωριάζοντάς τον δίπλα στο συμμαχητή του.

Η πανδοχέας χλόμιασε, κι έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω. Κανείς άλλος δεν επιχείρησε να επιτεθεί στους ακόλουθους του Άνκαραζ.

«Ακούστε με, τώρα!» φώναξε ο ιερέας. «Κι ακούστε με προσεχτικά, αυτή τη φορά! Ο Εχθρός δεν είναι μύθος, δεν είναι ψέμα· είναι πραγματικότητα, κρυμμένη στις σκιές που προστατεύουν όλους τους υποχθόνιους άρχοντες. Κι ο Άνκαραζ, ο Μέγας Πολέμαρχος, είναι εκείνος που μπορεί να σας οδηγήσει εναντίον του, να σας γλιτώσει από–»

Η πόρτα του πανδοχείου άνοιξε με πάταγο, και η φρουρά της Έριγκ μπήκε στην τραπεζαρία, βρεγμένη από τη νεροποντή.

«Τι συμβαίνει εδώ;» γκάριξε ένας σωματώδης άντρας, που βαστούσε ασπίδα και ξίφος, και αρματωσιά και κράνος τον έντυναν. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;»

«Ήρθα να προειδοποιήσω το λαό της Έριγκ για–» άρχισε ο Ίντραμελ.

«Αυτός είναι! Αυτός είναι ο ψευδοπροφήτης του Άνκαραζ!» Μια κοπέλα που βρισκόταν μαζί με τους φρουρούς –προφανώς, η υπηρέτρια που είχε στείλει η πανδοχέας– έδειξε τον ιερέα και την ιερομαχήτρια.

«Άμα δεν έχεις ναό για να κάνεις κηρύγματα, μην τα κάνεις στα πανδοχεία, αιρετικέ!» φώναξε ο άντρας της φρουράς που είχε μιλήσει και πριν.

«Ο Πολέμαρχος επέστρεψε, για να σας προστατέψει απ’τον κίνδυνο–»

«Αυτός και η γυναίκα μαζί του έδειραν τους άντρες μου,» είπε η πανδοχέας, δείχνοντας τους δύο ροπαλοφόρους που κείτονταν στο πάτωμα, αιμόφυρτοι στο πρόσωπο, «αρνούμενοι να βγουν, όταν τους το ζήτησα.»

«Συλλάβετέ τους!» πρόσταξε ο αρχηγός των φρουρών, και οι μαχητές του –τέσσερις, χωρίς εκείνον– πλησίασαν τον ιερέα και την ιερομαχήτρια–

–και η Ρικνάβαθ νόμισε πως ο χρόνος έπαψε να κυλά, μένοντας σ’εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Η επιθυμία του Άνκαραζ γέμισε το είναι της. Ο Πολέμαρχος ήθελε να δώσει ένα μάθημα σ’αυτούς τους απίστους· κι εκείνη, μια Καρμώζ, ήταν η μόνη παρούσα που μπορούσε να εκπληρώσει το θέλημά του. Φτάνει ν’άφηνε την ισχύ του να την τυλίξει.

Η Ρικνάβαθ άκουγε ένα χτύπο γύρω της, ο οποίος έμοιαζε να της λέει: Άφησέ με να σου δείξω τη δύναμη που μπορώ να σου προσφέρω, Μάντισσα! Νιώσε κάτι που ποτέ ξανά στη θνητή σου ζωή δεν έχεις αισθανθεί!

Η Καρμώζ κατέβηκε τη σκάλα, με γρήγορα βήματα, προτού ο Βάνμιρ προλάβει να κάνει κάτι, για να τη σταματήσει.

Η Ρικνάβαθ πέρασε μέσα απ’το πλήθος, σπρώχνοντας με τρομερή δύναμη –δύναμη που δεν πίστευε ότι μπορούσε ποτέ να κατέχει. Οι πάντες γύρω της της έμοιαζαν μικρόσωμοι κι ασήμαντοι. Ο ιερέας και η γυναίκα μαζί του ήταν αθώοι, τους οποίους έπρεπε να συντρέξει εναντίον των ανόητων φρουρών ετούτης της πόλης.

«Αφήστε τους και φύγετε!» πρόσταξε, μην ξέροντας αν τα λόγια ήταν ακριβώς δικά της.

Οι στρατιώτες στράφηκαν να την κοιτάξουν, με απορημένες εκφράσεις, ενώ ο ιερέας και η συντρόφισσά του γούρλωσαν τα μάτια τους, ατενίζοντάς την.

«Μείνε πίσω!» πρόσταξε ένας φρουρός, υψώνοντας το σπαθί του προς το μέρος της Ρικνάβαθ.

Εκείνη κινήθηκε πλευρικά, αποφεύγοντας τη λεπίδα κι αρπάζοντας τον άντρα απ’τον πήχη, για να τον τινάξει επάνω σ’ένα κοντινό τραπέζι, ανατρέποντάς το κι εκτοξεύοντας φαγητά και ποτά τριγύρω. Φωνές και ουρλιαχτά ήρθαν από παντού, ενώ, την ίδια στιγμή, ο αρχηγός των φρουρών κραύγαζε: «Χτυπήστε την!»

Η Ρικνάβαθ απέφυγε ένα ξίφος πανεύκολα, άρπαξε τον στρατιώτη απ’τη ζώνη και τον πέταξε πάνω σ’έναν άλλο, σωριάζοντάς τους και τους δύο στο πάτωμα, για να πλακώσουν έναν απ’τους αναίσθητους ροπαλοφόρους. Ο Πολέμαρχος είχε δίκιο: η δύναμη που τη γέμιζε ήταν υπέροχη. Η Ρικνάβαθ αισθανόταν μεθυσμένη, ενώ συγχρόνως μπορούσε να νιώσει ολόκληρό της το σώμα ενεργό και σε ετοιμότητα· τίποτα δεν ήταν ικανό πλέον να την αιφνιδιάσει.

Κάποιος –όχι φρουρός, ένας απ’τους θαμώνες– έκανε να την αρπάξει, αλλά εκείνη τον γράπωσε απ’τα μαλλιά και του κοπάνησε το κεφάλι στην άκρη ενός τραπεζιού. Κλότσησε την ασπίδα ενός στρατιώτη, κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του και να πέσει. Ύστερα, μια καρέκλα ήρθε καταπάνω της, και η Ρικνάβαθ την άρπαξε και την έσπασε στους ώμους κάποιου. Την ίδια στιγμή, σχεδόν χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει, χτυπούσε, με τον αγκώνα της, την πανδοχέα στο πρόσωπο (η οποία την πλησίαζε από πίσω, για να την κοπανήσει με το ρόπαλό της).

Ο Βάνμιρ στεκόταν επάνω στη σκάλα και παρακολουθούσε, ενώ η τραπεζαρία είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης μέσα σε δευτερόλεπτα. Στην αρχή, δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε πιάσει τη Ρικνάβαθ, ώστε να ορμήσει στους φρουρούς· για την ακρίβεια, η κίνησή της τον είχε πιάσει απροετοίμαστο. Ύστερα, όμως, αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί: Ο Άνκαραζ μπήκε μέσα της. Και τώρα, ο Βάνμιρ δεν μπορούσε να δει τρόπο για να σταματήσει τον χαλασμό από κάτω του. Έβλεπε τη Ρικνάβαθ να βρίσκεται στη μέση του σαματά, χτυπώντας με χέρια και πόδια, και μ’ό,τι άλλο αντικείμενο έβρισκε· ενώ ο ιερέας Ίντραμελ και η ιερομαχήτρια του Άνκαραζ έφευγαν, κατευθυνόμενοι προς την πόρτα του μαγειρείου.

Ο Βάνμιρ έσφιξε την κουπαστή της σκάλας, νιώθοντας ανήμπορος. Τι να έκανε, για να πάρει απο κεί μέσα τη Ρικνάβαθ;

«Σταματήστε!» φώναξε. «Σταματήστε!» Αλλά κανείς δεν τον άκουσε. Να τους πάρει όλους ο Μαύρος Άνεμος! «Ρικνάβαθ! Σταμάτα!» Καμία απόκριση από την Καρμώζ, η οποία δεν έμοιαζε ούτε καν να τον έχει ακούσει.

Ο Άνκαραζ είχε γεμίσει τη συνείδησή της, και τώρα εκείνη έδινε σημασία μονάχα στη μάχη που την περιέβαλε, διαθέτοντας υπεράνθρωπη δύναμη και μαχητικές ικανότητες. Όμως το ανθρώπινο σώμα έχει και τους δικούς του περιορισμούς, πράγμα που, μάλλον, ο Πολέμαρχος, ως θεός, δεν είχε υπολογίσει. Όταν καμια ντουζίνα θαμώνες και στρατιώτες περικύκλωσαν τη Ρικνάβαθ και έπεσαν επάνω της, εκείνη αδυνατούσε να τους απωθήσει όλους. Κλότσησε έναν στην κοιλιά, γρονθοκόπησε έναν άλλο, έμπηξε τα νύχια της στο πρόσωπο ενός τρίτου, μα κάποιος άρπαξε το πόδι της, κάποιος τύλιξε τα χέρια του γύρω απ’τη μέση της, κάποιοι γράπωσαν τους καρπούς και τους αγκώνες της, και η πανδοχέας την κοπάνησε με το ρόπαλό της στο πίσω μέρος του κεφαλιού, αναισθητοποιώντας την.

Ο σαματάς στην τραπεζαρία έπαψε, και ο Βάνμιρ κατέβηκε τη σκάλα.

 

 


Κεφάλαιο 23
Βροχή στην Έριγκ

 

«Περιμένετε!» είπε ο Βάνμιρ στους φρουρούς, που περνούσαν αλυσίδες στα χέρια της αναίσθητης Ρικνάβαθ. «Είναι άρρωστη· γιαυτό σας επιτέθηκε.»

«Ποιος είσαι συ;» ρώτησε ο αρχηγός των στρατιωτών. Αίμα έτρεχε από την άκρη του στόματός του.

«Φίλος της,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ. «Και σας διαβεβαιώνω ότι είναι άρρωστη–»

«Δε μου φάνηκε και πολύ άρρωστη εμένα…!» είπε η πανδοχέας, που το δεξί της μάτι είχε μαυρίσει.

«Κάποιες φορές, την πιάνει αυτή η τρέλα,» εξήγησε ο Βάνμιρ. «Της δίνω βοτάνια, για να μην κάνει φασαρίες και να ηρεμεί, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που–»

«Γιατί να σε πιστέψουμε;» τον διέκοψε ο αρχηγός της φρουράς. «Δες πόσες ζημιές έκανε η φίλη σου εδώ πέρα!» Έδειξε τριγύρω, με το ξίφος του, το ρημαγμένο πανδοχείο και τους ανθρώπους που κείτονταν στο πάτωμα, βογκώντας.

Καταραμένος νάσαι, Άνκαραζ! γρύλισε από μέσα του ο Βάνμιρ. Γιατί δεν την άφηνες ήσυχη; Φαίνεται πως οι θεοί ήθελαν πάντα κάποιον για να βασανίζουν, οι δαιμονισμένοι! Ο Μαύρος Άνεμος να τους πάρει!

«Θα την πάμε μέσα,» δήλωσε ο αρχηγός της φρουράς, καθώς ένας στρατιώτης σήκωνε τη Ρικνάβαθ στα χέρια του, αλυσοδεμένη χειροπόδαρα. «Άμα θες, έλα στη φυλακή, να εξαγοράσεις την ποινή της.» Και μ’αυτά τα λόγια, του γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε προς την εξώθυρα της τραπεζαρίας, με τους ταλαιπωρημένους του μαχητές ξοπίσω του.

«Ε, περιμένετε!» φώναξε η πανδοχέας. «Ποιος θα πληρώσει για όλες τούτες τις ζημιές;»

Ο αρχηγός σταμάτησε να βαδίζει και στράφηκε, μουγκρίζοντας από αγανάκτηση. «Ελάτε κι εσείς, κυρία μου, στο στρατώνα, να συζητήσετε με το Διοικητή της Φρουράς.»

«Καλώς,» αποκρίθηκε εκείνη, και οι φρουροί της Έριγκ έφυγαν, κλείνοντας πίσω τους.

Ο Βάνμιρ ξεφύσησε. Σκατά… σκέφτηκε. Πώς θα τους πληρώσω; Ήταν βέβαιος πως δεν είχε αρκετά χρήματα μαζί του, και αποκλείεται να μάζευε τόσα πολλά με παραστάσεις ταχυδακτυλουργίας.

«Ίσως θάπρεπε να βάλεις λουρί στο λαιμό της φίλης σου,» του είπε η πανδοχέας, κι απομακρύνθηκε απ’αυτόν, φωνάζοντας στους ανθρώπους του πανδοχείου να τη βοηθήσουν να συγυρίσει το μέρος και να συνεφέρει τους ξυλοκοπημένους.

Ο Βάνμιρ έριξε μια ματιά τριγύρω, ψάχνοντας να βρει τον ιερέα Ίντραμελ και την ιερομαχήτρια του Άνκαραζ. Όμως φαίνεται πως αυτοί δεν είχαν καμία διάθεση να επιστρέψουν, έχοντας, κατά πάσα πιθανότητα, αποχωρήσει από την πίσω πόρτα του μαγειρείου. Ο νεαρός Ωθράγκος τούς καταράστηκε εσωτερικά, και βγήκε από το πανδοχείο, εκνευρισμένος.

Η βροχή συνεχιζόταν και οι δρόμοι ήταν έρημοι. Ο Βάνμιρ φόρεσε την κουκούλα της κάπας του και πήγε στο στάβλο, όπου βρήκε το σταβλίτη να κάθεται δίπλα στο κάρο του.

«Όλα καλά;» τον ρώτησε.

«Μά’στα, κύριος,» αποκρίθηκε το αγόρι.

Ο Βάνμιρ πλησίασε το κάρο και έψαξε μέσα. Πήρε έναν σάκο και τον γέμισε με πράγματα που ίσως να του χρειάζονταν –ή ίσως και όχι· όμως ποτέ δε βλάπτει να είναι κανείς προετοιμασμένος, όπως είχε μάθει πολλάκις.

«Συνέχισε να φυλάς το κάρο μου,» είπε στον σταβλίτη.

«Μά’στα, κύριος,» απάντησε εκείνος, κάνοντας τον Βάνμιρ ν’αναρωτηθεί αν το αγόρι ήξερε να λέει και τίποτ’άλλο.

Ύστερα, βγήκε απ’τον στάβλο, μέσα στην καταρρακτώδη βροχή που έλουζε την Έριγκ. Είχε ξανάρθει στην πόλη και παλιότερα, έτσι γνώριζε τους δρόμους της, και βάδισε κατευθείαν προς τον στρατώνα, όπου βρίσκονταν και οι φυλακές. Τα βήματά του δεν ακούγονταν, καλυπτόμενα από τη νεροποντή· κι απ’ό,τι έβλεπε γύρω του, ήταν από τους λίγους ανθρώπους οι οποίοι διέσχιζαν τους στενούς δρόμους της αγοράς, ετούτη τη στιγμή. Τα μάτια του έπιαναν, πού και πού, μερικές φευγαλέες σκιές μέσα στη βροχή, οι οποίες άθελά του –εφόσον ήταν ο Βάνμιρ– του εξάπτανε τη φαντασία, και τον έκαναν ν’αναρωτιέται ποιοι τον ακολουθούσαν και γιατί. Διαθέτοντας, όμως, αυτογνωσία, προσπάθησε να χαλιναγωγήσει τον εαυτό του και να ηρεμήσει· άλλωστε, δεν υπήρχε λόγος να τον κατασκοπεύει κανένας εντός της πόλης.

Απ’την άλλη, βέβαια, ίσως να επρόκειτο γι’ανθρώπους του πατέρα του. Ίσως ο Άρχοντας Άραντιρ να είχε αποφασίσει να τον παρακολουθήσει, αντί να τον κυνηγήσει ώστε να τον σκοτώσει ή να τον αιχμαλωτίσει…

Ο Βάνμιρ ρίγησε, και έσφιξε τη λαβή του ξιφιδίου που κρεμόταν στη ζώνη του. Αποκλείεται να συμβαίνει αυτό, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του· όμως κάτι μέσα του του έλεγε –όπως πάντα– πως τίποτα δεν ήταν αδύνατο.

Ακόμα και η σημερινή νεροποντή ίσως να μην ήταν τυχαία…

Ο Βάνμιρ φρόντισε να είναι δύο φορές πιο προσεκτικός, γιατί, με τα αλλόκοτα πράγματα που συνέβαιναν σ’ετούτους τους καιρούς, οι θεοί έμοιαζαν να είχαν αφηνιάσει.

Φτάνοντας στο στρατώνα, είδε πως η πύλη ήταν κλειστή. Ανέβηκε τα πέτρινα σκαλοπάτια και χτύπησε, δυνατά, με τη γροθιά του, τρεις φορές.

Το ένα φύλλο άνοιξε, για ν’αποκαλύψει το πρόσωπο ενός νεαρού. «Τι θα θέλατε, κύριε;» ρώτησε ο φρουρός.

«Μια φίλη μου είναι στη φυλακή σας. Πρέπει να τη δω.»

«Περάστε.» Ο στρατιώτης άνοιξε το φύλλο της πύλης περισσότερο, αφήνοντας τον Βάνμιρ να μπει σ’έναν φαρδύ, πέτρινο διάδρομο, όπου βρίσκονταν άλλοι δύο φρουροί, καθισμένοι αντικριστά και παίζοντας κάρτες.

«Ποια θέλετε να δείτε;» ρώτησε ο άντρας που τον είχε βάλει στο στρατώνα.

«Μια γυναίκα την οποία μόλις έφεραν αλυσοδεμένη.»

«Έλεγαν ότι είναι τρελή…»

«Θέλω να τη δω,» είπε ο Βάνμιρ, αγριοκοιτάζοντας τον φρουρό. Δεν του άρεσε καθόλου η όψη του.

«Περιμένετε εδώ· θα επιστρέψω.» Ο στρατιώτης έφυγε. Τα βήματά του ακούγονταν βαριά μέσα στο διάδρομο.

Ο Βάνμιρ σταύρωσε τα χέρια μπροστά του, στάζοντας επάνω στο πέτρινο δάπεδο και αναμένοντας την επιστροφή του φρουρού. Εν τω μεταξύ, κοίταζε τους άλλους δύο που έπαιζαν κάρτες.

«Τι πας να κάνεις εκεί;» είπε στον έναν, ο οποίος ετοιμαζόταν να τραβήξει ένα φύλλο απ’το χέρι του και να το πετάξει. «Δε σε συμφέρει. Κοίτα τι έχει κάτω: πέντε Δράκους. Άρα, μία απ’τις τρεις κάρτες του αντιπάλου σου είναι, σίγουρα, Δράκος, επίσης.»

«Ναι, σωστά…» συμφώνησε ο στρατιώτης, αφήνοντας την κάρτα που σκεφτόταν να πετάξει.

«Μας χαλάς το παιχνίδι, φίλε,» είπε ο άλλος φρουρός στον Βάνμιρ, μουγκρίζοντας.

«Τι λες; Μας το φτιάχνει,» αντιγύρισε ο πρώτος, ρίχνοντας κάτω έναν Βασιληά. «Είσαι καλός στα Κάστρα, φίλε;»

«Αρκετά,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ, «αν και ο δίδυμός μου αδελφός με νικά, πού και πού.»

«Έχεις δίδυμο αδελφό; Ξέρεις τι λένε γι’αυτούς που έχουνε δίδυμο αδελφό, ε; Ότι μοιράζονται την ίδια ψυχή, και κάτι τέτοια· οι παπάδες τα λέν’ αυτά.»

«Ναι, το έχω ακούσει,» είπε ο Βάνμιρ· όμως δεν το πιστεύω.

Ο φρουρός που είχε φύγει επέστρεψε. «Αφήστε τα πράγματά σας εδώ, κύριε, και ακολουθήστε με,» ζήτησε.

Ο Βάνμιρ άφησε το σάκο του.

«Και το ξιφίδιο, παρακαλώ.»

Καχύποπτοι… Το ξεθηκάρωσε και το ακούμπησε στο τραπέζι όπου οι άλλοι δύο έπαιζαν Κάστρα. Ύστερα, ακολούθησε τον στρατιώτη μέσα στο διάδρομο και αριστερά, επάνω σε μια πέτρινη σκάλα που κατέβαινε στριφτά κάτω από το έδαφος και φωτιζόταν από μερικούς δαυλούς, εδώ κι εκεί. Στο κατώτερο σημείο, κάθονταν δύο δεσμοφύλακες· ο ένας είχε τα μποτοφορεμένα του πόδια πάνω σ’ένα παλιό ξύλινο τραπέζι κι έπινε μπίρα από μια μεγάλη κούπα: ο άλλος καθόταν, ανακούρκουδα, σε μια καρέκλα κι έπαιζε ένα κομπολόι με ξύλινες χάντρες. Την ώρα που κατέβηκε ο Βάνμιρ, χασμουριόταν. Βλεφάρισε και τον κοίταξε.

«Εσύ ’σαι που θες να δεις την τρελή;» ρώτησε.

«Η φίλη μου, κύριε, είναι άρρωστη, όχι τρελή,» είπε εκείνος, στάζοντας ακόμα νερά από τη βροχή.

Ο φύλακας δεν αποκρίθηκε· σηκώθηκε από την καρέκλα του, μ’ένα στροβίλισμα του κομπολογιού, και πλησίασε μια ξύλινη πόρτα, επενδυμένη με σίδερο. Τράβηξε ένα κλειδί απ’τη ζώνη του και την ξεκλείδωσε.

«Έλα,» είπε, κάνοντας νόημα στον Βάνμιρ και μπαίνοντας σ’έναν σκιερό διάδρομο, δεξιά κι αριστερά του οποίου βρίσκονταν κελιά που απ’τα καγκελωτά τους παράθυρα φαινόταν ή σκοτάδι ή άνθρωποι μ’όψεις ανάστατες.

Τελικά, ο φύλακας σταμάτησε μπροστά από μια πόρτα. «Εδώ είναι. Θες να πας μέσα; Είν’ επικίνδυνη μού είπαν.»

«Θα πάω μέσα.»

«Όπως γουστάρεις…» Ο στρατιώτης ξεκλείδωσε το κελί και ο Βάνμιρ μπήκε. Πίσω του, η πόρτα έκλεισε.

Στη γωνία του πέτρινου χώρου, είδε μια γυναίκα αλυσοδεμένη· οι αλυσίδες της ήταν πιασμένες σε χαλκάδες, στον τοίχο. Τα μάτια της γυάλισαν, αντικρίζοντάς τον.

«Τι συνέβη;» είπε η Ρικνάβαθ, με ξερή φωνή. «Τους ρωτούσα, μα κανείς δε μου απαντούσε.»

«Σε φοβούνται.» Ο Βάνμιρ την πλησίασε και γονάτισε κοντά της, στο ένα γόνατο, γιατί ήταν καθισμένη στο πέτρινο δάπεδο. «Βρίσκεσαι στις φυλακές της πόλης,» την πληροφόρησε.

Η Ρικνάβαθ αναστέναξε. «Δεν έπρεπε να τον είχα αφήσει…»

«…Τον Άνκαραζ;»

Η Καρμώζ ένευσε. «Τον άφησα να με κυριαρχήσει. Ήταν επίμονος, και… η δύναμή του με δελέασε.» Γρύλισε, στη Γλώσσα των Καρμώζ, μια γρήγορη κατάρα, την οποία ο Βάνμιρ δεν κατάφερε να πιάσει. «Με συγχωρείς, που σ’έβαλα σε μπελάδες. Σε πήραν κι εσένα;»

«Όχι,» είπε εκείνος. «Όμως πρέπει να βρω χρήματά, για να σε βγάλω απο δώ. Δε νομίζω αυτά που έχουμε μαζί μας να μας φτάσουν. Έκανες πολλές ζημιές στο πανδοχείο, τις οποίες θα πληρώσουμε ξέχωρα της ποινής σου.»

Η Ρικνάβαθ αναστέναξε πάλι. «Πήγαινε,» είπε. «Στο Νότο, ίσως ο αδελφός σου να κινδυνεύει.»

«Δε θα σ’αφήσω σ’αυτό το κελί,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ, καθώς σηκωνόταν όρθιος. «Θα βρω χρήματα, κάπως… Εν ανάγκη, θα μιλήσω σε πρόσωπα που θα προτιμούσα να μη συναντήσω.»

Η Ρικνάβαθ ένευσε, καταλαβαίνοντας τι εννοούσε.

«Τουλάχιστον, είμαι σίγουρος πως δεν κρυώνεις εδώ κάτω.»

Η Καρμώζ μειδίασε. «Οι αλυσίδες, όμως, είναι λιγάκι άβολες, πρέπει να παραδεχτώ.»

«Θα επιστρέψω, σύντομα.»

Ο Βάνμιρ πλησίασε την πόρτα και τη χτύπησε, με τη γροθιά του. «Φρουρέ! Άνοιξε.»

Ο στρατιώτης ήρθε και ξεκλείδωσε το κελί, αφήνοντάς τον να βγει και κλειδώνοντας πάλι πίσω του.

Η βροχή δεν είχε ελαττωθεί καθόλου, όταν ο Βάνμιρ βγήκε στους δρόμους της Έριγκ. Αναρωτήθηκε τι ώρα της ημέρας να ήταν· σίγουρα, είχε περάσει το μεσημέρι, όμως δεν μπορούσε να πει αν είχε φτάσει και το βράδυ. Τα σύννεφα ήταν κατάμαυρα από πάνω του και σχίζονταν μόνο από τις αστραπές.

Στο δρόμο για τον Ήλιο της Έριγκ είδε δύο φιγούρες να τον περιμένουν μέσα στη νεροποντή, φορώντας κάπες και κουκούλες. Ο Βάνμιρ έπιασε το ξιφίδιο στη ζώνη του και ετοιμάστηκε να το τραβήξει· γιατί ληστές (ή χειρότερα πράγματα) έβγαιναν κάτι τέτοιες ημέρες, για να επιτεθούν σε μοναχικούς οδοιπόρους.

Η μία από τις δύο μορφές ύψωσε τα χέρια, ώστε να δείξει πως δεν κρατούσε όπλο· και πλησίασαν.

«Ποιοι είστε;» ρώτησε ο Βάνμιρ· και ύστερα, είδε τα πρόσωπά τους, κάτω από τις κουκούλες, καθώς ήρθαν κοντά. «Τι θέλετε τώρα;»

«Έρχεσαι από τις φυλακές, σωστά;» ρώτησε ο Ίντραμελ.

Ο Βάνμιρ ένευσε. «Τι σε νοιάζει;»

«Η Εκλεκτή του Πολέμαρχου βρίσκεται εκεί, ή κάνουμε λάθος;»

«Δε σε καταλαβαίνω.» Η αλήθεια ήταν πως καταλάβαινε, κι αυτό τον τρόμαζε.

«Ο Άνκαραζ μάς είπε πως θα ερχόταν μια Εκλεκτή του, για να μας βοηθήσει στον Αγώνα· και, όταν την είδαμε στο πανδοχείο, αμέσως την αναγνωρίσαμε: Δεν μπορούσε να ήταν άλλη από αυτήν, έτσι όπως πλησίασε, πάραυτα, για να μας συντρέξει. Κι εσένα σε είδαμε μαζί της: πρέπει νάσαι σύντροφός της, σωστά; Ιερέας του Κυρίου μας, ίσως;»

«Δεν είμαι ιερέας,» απάντησε ο Βάνμιρ. «Και η φίλη μου δεν είναι ‘Εκλεκτή’. Μας έχετε παρεξηγήσει.»

Η ιερομαχήτρια έριξε μια ερωτηματική ματιά στον Ίντραμελ. Εκείνος χαμογέλασε, καλοπροαίρετα, και είπε στον Βάνμιρ, με σοβαρή όψη: «Ο Πολέμαρχος μάς είχε πληροφορήσει πως ίσως να μη γνωρίζετε το Δρόμο του· πως ίσως θα έπρεπε να σας καθοδηγήσουμε. Πράγμα το οποίο θα κάνουμε με μεγάλη μας ευχαρίστηση.

»Έλα μαζί μας, Σύντροφε της Εκλεκτής, ώστε να σχεδιάσουμε όλοι μαζί την απελευθέρωσή της από τα χέρια των απίστων.»

«Με συγχωρείτε, αλλά έχω κάπου αλλού να πάω,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ, κι έκανε να τους προσπεράσει, για να φύγει.

Η ιερομαχήτρια τον έπιασε από το μπράτσο· και η λαβή της ήταν δυνατή, σκληρή από τη χρήση των όπλων. Μάχεται από παλιά. Από πόσο παλιά, όμως; Κοίταξε το πρόσωπό της. Ναι, θα μπορούσε να είχε πολεμήσει στους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ…

«Περίμενε,» είπε στον Βάνμιρ. «Μην απαρνείσαι τον Κύριό μας έτσι εύκολα. Είναι ο μόνος που μπορεί να μας σώσει από τον Εχθρό, ο οποίος κρύβεται στο Νότο και λίγοι τον βλέπουν.»

«Πού σκοπεύετε να με πάτε;» ρώτησε ο Βάνμιρ.

«Σ’ένα πανδοχείο, κοντά στις αποβάθρες,» απάντησε ο Ίντραμελ. «Δε θα σου κάνουμε κακό.»

«Εντάξει, θα έρθω. Αλλά, πρώτα, θα πάω να πάρω το κάρο μου. Ακολουθήστε με, αν θέλετε.»

Οι δύο πιστοί του Άνκαραζ τον ακολούθησαν, καθώς εκείνος επέστρεφε στον Ήλιο της Έριγκ. Καθοδόν, δε συνάντησαν κανέναν· οι λουσμένοι από τη βροχή δρόμοι της αγοράς είχαν ερημώσει. Ο Βάνμιρ μπήκε στο στάβλο του πανδοχείου και ζήτησε από τον σταβλίτη να δέσει τ’άλογό του στο κάρο, πράγμα που το αγόρι έπραξε πρόθυμα. Ύστερα, ο αυτοεξόριστος Άρχοντας από το Ράλτον ανέβηκε στη θέση του οδηγού κι έβγαλε το ξύλινο αμάξι στη νεροποντή, όπου τον περίμεναν ο Ίντραμελ και η ιερομαχήτρια, τυλιγμένοι στις κάπες τους.

«Ανεβείτε,» τους προσκάλεσε, κι εκείνοι δεν αρνήθηκαν. «Προς τα πού να στρίψω;»

«Ευθεία πήγαινε.» Η γυναίκα έδειξε, και ο Βάνμιρ νόμιζε ότι εκεί μπορούσε να διακρίνει έναν πλακόστρωτο δρόμο με καμάρες, πίσω από το παραπέτασμα της βροχής. «Ποιο είναι τ’όνομά σου, Σύντροφε της Εκλεκτής;»

«Βάνμιρ.» Κοπάνησε τ’άλογό του με τα γκέμια, κάνοντάς το να ξεκινήσει προς την κατεύθυνση που του είχε δείξει η πολεμίστρια. «Και το δικό σου;»

«Άρναβιν, και είμαι ιερομαχήτρια του Άνκαραζ.» Το τελευταίο το είπε με περηφάνια, παρατήρησε ο Βάνμιρ, καθώς έμπαιναν στον πλακόστρωτο δρόμο με τις καμάρες. «Μετά, θα στρίψεις αριστερά.»

«Υπάρχουν κι άλλοι πιστοί του Πολέμαρχου στο πανδοχείο όπου θα με πάτε;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ίντραμελ. «Αρκετοί.»

«Πόσοι;»

«Είμαστε είκοσι-ένας, αλλά ο αριθμός μας μεγαλώνει μέρα με τη μέρα.» (Αμφιβάλλω, σκέφτηκε ο Βάνμιρ, μα δε μίλησε.) «Οι άνθρωποι βλέπουν πως μονάχα ο Άνκαραζ δύναται να τους σώσει από τον Εχθρό, και συστρατεύονται.»

«Τι είναι αυτός ο Εχθρός; Και πού κρύβεται;»

«Μέσα στο ίδιο το Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων, μεταμφιεσμένος!»

«Τι είναι, όμως; Ποιος είναι;»

«Αυτό δεν το γνωρίζουμε,» απάντησε ο Ίντραμελ. «Αλλά είναι κάποιος ο οποίος σκοπεύει να μας σκλαβώσει όλους, με δόλια μέσα, και να μας χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοπούς.»

«Είπες ότι είναι μεταμφιεσμένος· σε τι είναι μεταμφιεσμένος;»

«Σε κάποιο πρόσωπο του παλατιού. Ο Πολέμαρχος δε μας έχει αποκαλύψει περισσότερα.»

Ο Βάνμιρ είχε την αίσθηση ότι ο ιερέας κάτι του έκρυβε. Αλλά ίσως και να λαθεύω.

Οι δρόμοι μέσα απ’τους οποίους τον οδήγησε η Άρναβιν ήταν αρκετά μπερδεμένοι, και η βροχή τούς έκανε να φαίνονται ακόμα πιο λαβυρινθώδεις, αφού η ορατότητα είχε μειωθεί αισθητά. Ο Βάνμιρ ανησύχησε, παραπάνω από μία φορά, μήπως τον πήγαιναν σε κάποια παγίδα· όμως, μετά από λίγο, πάντα έβλεπε ότι οι ανησυχίες του ήταν ανόητες. Οι ακόλουθοι του Άνκαραζ δεν είχαν κακό στο νου τους. Αλλά αυτή η… αναβίωση της θρησκείας του Πολέμαρχου –και ειδικά σε έναν τέτοιο, φαινομενικά ειρηνικό καιρό– τον έκανε να απορεί. Επιπλέον, αν οι πιστοί του θεού δεν ήξεραν ακριβώς τι είχαν να αντιμετωπίσουν –όπως ισχυριζόταν ο Ίντραμελ–, τότε ήταν σαν να κυνηγάνε σκιές· πράγμα που, ασφαλώς, δε θα τους έβγαζε πουθενά. Μήπως, κάτι άλλο επιδίωκε ο Πολέμαρχος, και όχι να καταπολεμήσει τον «Εχθρό που κρυβόταν στους Δεκαεννέα Πύργους»; Μήπως ήθελε απλά να κάνει πάλι τη θρησκεία του ισχυρή;

Από την άλλη, βέβαια, ήταν κι εκείνο το όραμα που είχε δει η Ρικνάβαθ… το οποίο μαρτυρούσε καθαρά ότι κάτι κακό συνέβαινε στο Νότο και, πιο συγκεκριμένα, στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων. «Είδα κάτι να σέρνεται μέσα στους πύργους και να διαγράφει κύκλους γύρω από ένα θρόνο, φωτισμένο από το φεγγαρόφωτο.» Γύρω από τον Ουρανολίθινο Θρόνο. Αυτός ο Εχθρός ήθελε το θρόνο… Τον ήθελε, όμως, ως θέση κι εξουσία, ή τον ήθελε ως ένα κομμάτι ουρανόλιθου, που πολλοί έλεγαν πως είχε δυνάμεις εξώκοσμες;

Ο Βάνμιρ ήταν βαθιά προβληματισμένος, όταν η Ιερομαχήτρια Άρναβιν τού είπε να σταματήσει και του έδειξε έναν στάβλο, για να οδηγήσει το κάρο του. Από το σημείο όπου βρίσκονταν τώρα, ο νεαρός Ωθράγκος μπορούσε ν’ακούσει τη βροχή να μαστιγώνει τα ταραγμένα νερά του ποταμού Μάρνελ.

Έστριψε το όχημά του, οδηγώντας το στο στάβλο… που ήταν κλειστός.

Ο Ίντραμελ κατέβηκε και χτύπησε τη διπλή, ξύλινη πόρτα του οικοδομήματος. «Ανοίξτε!»

Η θύρα άνοιξε, για ν’αποκαλύψει έναν άντρα από πίσω της, ο οποίος παραμέρισε, για να περάσει το κάρο, και έκανε μια υπόκλιση μπροστά στον ιερέα του Άνκαραζ. Ο Βάνμιρ έβαλε το όχημά του στο στάβλο και τράβηξε τα ηνία του αλόγου, σταματώντας το. Εκείνος κι η Άρναβιν κατέβηκαν από τη θέση του οδηγού.

Η ιερομαχήτρια τού έκανε νόημα να την ακολουθήσει, και βάδισε κάτω απ’τα μεγάλα δοκάρια του μέρους, φτάνοντας σε μια μικρή, πλευρική πόρτα, την οποία άνοιξε. Ο Βάνμιρ την πήρε στο κατόπι, ενώ, συγχρόνως, άκουγε τον Ίντραμελ να έρχεται πίσω του· τα βήματά του ήταν σταθερά πάνω στο δάπεδο του στάβλου.

Μπήκαν σ’έναν στενό χώρο, όπου η βροχή χτυπούσε δυνατά στην ξύλινη οροφή. Μια λάμπα κρεμόταν από το ταβάνι, ενώ στο βάθος –μετά από δυο-τρία μέτρα, δηλαδή– φαινόταν μια κλειστή πόρτα. Ο Βάνμιρ υπέθεσε πως πρέπει να ήταν κάποιο πρόχειρο χτίσμα, απλά και μόνο για να ενώνει το στάβλο με το πανδοχείο. Και δεν έκανε λάθος· γιατί, όταν η Άρναβιν άνοιξε κι αυτή την ξύλινη θύρα, βρέθηκαν σε μια μέτρια τραπεζαρία γεμάτη κόσμο –ο οποίος, αναμφίβολα, είχε μαζευτεί εδώ λόγω της βροχής.

Η ιερομαχήτρια πήγε προς μια τρίτη πόρτα, περνώντας ανάμεσα από τα τραπέζια και στάζοντας νερά στο πάτωμα. Ο Βάνμιρ δεν είχε άλλη επιλογή, παρά να την ακολουθήσει. Τον Ίντραμελ δεν μπορούσε να τον δει, αλλά τον διαισθανόταν να βαδίζει πίσω του· ο ιερέας δε θα τον άφηνε: ήταν βέβαιος γι’αυτό.

Η Άρναβιν άνοιξε τη μικρή, τοξωτή θύρα, και μπήκαν σ’ένα κυκλικό δωμάτιο. Καταμεσής του χώρου βρισκόταν ένα στρογγυλό τραπέζι από μαύρο ξύλο· στα δεξιά ήταν ένα πέτρινο τζάκι μετρίου μεγέθους, το οποίο έφτανε και περίσσευε για να ζεσταίνει το μέρος, όπου υπήρχε μονάχα ένα μικρό παράθυρο, επί του παρόντος κλειστό. Στο τραπέζι κάθονταν δύο άντρες: ένας καραφλός, ντυμένος με μαύρο δέρμα και ηλικίας περί των σαράντα χρόνων, και ένας μελαχρινός τύπος, με κοντά, σγουρά μαλλιά και μουστάκι, ντυμένος με πράσινο πουκάμισο και μοιάζοντας να έχει δει γύρω στους τριανταπέντε χειμώνες.

«Καλησπέρα, Σέρκιρ. Μάργκαναρ,» είπε ο Ίντραμελ· και από τα βλέμματα που έριξε, ο Βάνμιρ κατάλαβε πως ο Σέρκιρ πρέπει να ήταν ο καραφλός και ο Μάργκαναρ ο μελαχρινός με το μουστάκι. «Σας φέρνω ένα σημάδι απ’το θεό μας.»

«Και ποιο είναι αυτό το σημάδι;» ρώτησε ο καραφλός.

«Το βλέπετε εμπρός σας.» Ο Ίντραμελ ατένισε τον Βάνμιρ. «Ο Σύντροφος της Εκλεκτής που μας υποσχέθηκε ο Πολέμαρχος.»

«Και πού βρίσκεται η Εκλεκτή;» θέλησε να μάθει ο Σέρκιρ.

«Στις φυλακές της πόλης.»

«Γιατί;»

«Επειδή επιχείρησε να μας βοηθήσει εναντίον των απίστων. Ο Σύντροφός της, ονόματι Βάνμιρ, είναι εδώ για να σχεδιάσουμε πώς να την–»

«Μισό λεπτό,» τους διέκοψε ο Βάνμιρ. «Δεν είμαι ‘Σύντροφος’ καμίας ‘Εκλεκτής’· εγώ και η φίλη μου απλά περνούσαμε από τούτα τα μέρη. Όλ’αυτά δεν είναι παρά μία παρεξήγηση με τη φρουρά, την οποία θα προσπαθήσω να λύσω το συντομότερο δυνατό.»

Ο Σέρκιρ και ο Μάργκαναρ τον ατένισαν με έκπληκτες εκφράσεις στα πρόσωπά τους.

«Ο Πολέμαρχος μάς είχε προειδοποιήσει ότι ίσως να χρειαστεί να τους καθοδηγήσουμε, αδέλφια,» τόνισε ο Ίντραμελ. «Δε γνωρίζουν το Δρόμο.»

«Ή ίσως να έχεις κάνει λάθος και να μην είν’αυτοί!» είπε ο Μάργκαναρ.

«Όχι!» αντιγύρισε ο Ίντραμελ, μεγαλόφωνα. «Ξέρω τι είδα. Και είδα την Εκλεκτή που μας είχε υποσχεθεί ο Κύριός μας. Αν την είχατε δει κι εσείς, θα με καταλαβαίνατε· έπεσε σα θηρίο επάνω στη φρουρά, για να μας γλιτώσει. Τίποτα δεν μπορούσε να τη σταματήσει, γιατί είχε τη Χάρη του Άνκαραζ εντός της!

»Ρωτήστε την Άρναβιν· θα σας πει.»

Η ιερομαχήτρια ένευσε. «Είναι αλήθεια. Ήταν η Εκλεκτή.»

«Καθίστε, τότε,» είπε ο Σέρκιρ. «Έχουμε πολλά να συζητήσουμε.»

Ο Βάνμιρ πήρε μια θέση στο τραπέζι και κάθισε, αναλογιζόμενος πως έχανε το χρόνο του μ’ετούτους τους τρελούς. Έπρεπε, κάπως, να βρει χρήματα, για να αποφυλακίσει τη Ρικνάβαθ· και ήξερε ότι υπήρχε μονάχα ένας τρόπος για να το καταφέρει αυτό: να μιλήσει στη θεία Φερνάλβιν.

«Λοιπόν,» τον ρώτησε ο Σέρκιρ, μπλέκοντας τα δάχτυλά του επάνω στο τραπέζι, «πώς σκοπεύεις να σώσεις την Εκλεκτή;» Ο Βάνμιρ παρατήρησε πως τα χέρια του ήταν μεγάλα και είχαν κάλους. Πολεμιστής κι αυτός. Από τους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ, κατά πάσα πιθανότητα.

«Έχω ένα σχέδιο, όμως δεν περιλαμβάνει εσάς,» τους απάντησε, ευθέως.

Ο Ίντραμελ φάνηκε προβληματισμένος· η Άρναβιν συνοφρυώθηκε, σα ν’αναρωτιόταν τι μπορεί να σήμαινε τούτο· ο Σέρκιρ τον αγριοκοίταξε, μοιάζοντας θυμωμένος μαζί του· και ο Μάργκαναρ ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα, ατενίζοντάς τον ερευνητικά και αναμφίβολα σκεπτόμενος αν, όντως, αυτός ήταν ο Σύντροφος της Εκλεκτής.

«Ίσως θα μπορούσες να μας μιλήσεις γι’αυτό, ωστόσο…» είπε ο Ίντραμελ, επιφυλακτικά.

«Έχω κάποιους… γνωστούς στην Έριγκ, που ελπίζω ότι θα με βοηθήσουν,» δήλωσε ο Βάνμιρ. Και σηκώθηκε από τη θέση του. «Συγχωρέστε με, αλλά πρέπει να πηγαίνω.»

Οι πιστοί του Άνκαραζ τον κοίταξαν αμίλητοι, για λίγο· ύστερα, ο Ίντραμελ ρώτησε: «Θα μας ενημερώσεις, όταν αποφυλακιστεί η Εκλεκτή;»

«Θα το προσπαθήσω,» αποκρίθηκε, ψέματα, ο Βάνμιρ. «Καλό σας βράδυ.» Άνοιξε την πόρτα του κυκλικού δωματίου και βγήκε στην τραπεζαρία, την οποία διέσχισε, βιαστικά, για να φτάσει στο στάβλο.

«Ετοίμασε τ’άλογό μου,» πρόσταξε το σταβλίτη, ο οποίος το είχε ήδη λύσει από το κάρο. «Φεύγω.»

«Όπως επιθυμείτε, κύριε,» είπε εκείνος.

Ο Βάνμιρ περίμενε, ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω και γύρω του, μήπως κανένας τον παρακολουθούσε. Ήταν βέβαιος πως οι ακόλουθοι του Άνκαραζ δε θα εγκατέλειπαν έτσι εύκολα την «Εκλεκτή» τους, τώρα που εκείνη βρισκόταν σχεδόν μέσα στα χέρια τους. Τρελοί, όλοι τους! σκέφτηκε. Μονάχα αυτό λείπει στη Ρικνάβαθ: άλλος ένας θεός, για να την καθοδηγεί!

Όταν το κάρο του ήταν έτοιμο, ανέβηκε στη θέση του οδηγού και βγήκε, γι’ακόμα μια φορά, στους μαστιζόμενους από τη βροχή δρόμους της Έριγκ. Τώρα, βρισκόταν κοντά στο λιμάνι, και δε θυμόταν τις σωστές κατευθύνσεις, ώστε να γυρίσει από εκεί όπου είχε έρθει· έτσι, χτύπησε τ’άλογό του με τα χαλινάρια και το οδήγησε προς τη μεριά όπου μπορούσε ν’ακούσει το νερό της βροχής να πέφτει στον ποταμό Μάρνελ.

Σύντομα, έφτασε στις αποβάθρες, έχοντας το συναίσθημα ότι τον ακολουθούσαν. Δεν μπορούσε να τους αντικρίσει, αλλά το ήξερε πως ήταν κάπου πίσω του. Πώς θα τους ξεφύγω τώρα; Δεν ήθελε να τον δουν να πηγαίνει στο παλάτι της Έριγκ. Ίσως η Τηλεμεταφορά να είχε την ικανότητα να τον γλιτώσει από τούτη την κατάσταση, όμως υπήρχε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα: Αν τηλεμεταφερόταν, θα έπρεπε να εγκαταλείψει το κάρο του, και όλα τα πράγματα που είχε μέσα –πράγμα το οποίο ήταν εκτός συζήτησης! Επομένως, συνέχισε να κυλά καταμήκος των αποβάθρων, κατευθυνόμενος δυτικά.

Το συναίσθημα της παρακολούθησης δεν τον εγκατέλειψε.

Πώς να τους ξεφύγω; Πώς;

Όταν είδε στ’αριστερά του έναν πύργο-φυλάκιο του λιμανιού, σκέφτηκε να πάει μέσα και να ζητήσει τη βοήθεια των φρουρών· αλλά απέρριψε την ιδέα, γιατί υποψιαζόταν πως το μόνο που θα έκαναν αυτοί θα ήταν να τον οδηγήσουν μέχρι το παλάτι, ώστε να μην κινδυνέψει από εκείνους που τον παρακολουθούσαν. Όμως ο Βάνμιρ ήξερε πως δεν κινδύνευε από τους πιστούς του Άνκαραζ· απλά, θα προτιμούσε να μη μάθαιναν ότι πήγαινε στην οικία της Επάρχου.

Μάλλον, δεν υπάρχει τρόπος να με χάσουν…

Στρίβοντας, έφτασε στην Κάτω Οδό Εμπορίου, την οποία και ακολούθησε, μέχρι που τον έβγαλε στον κεντρικό δρόμο της Έριγκ (επίσης γνωστός και ως Οδός Πυλών, επειδή οδηγούσε από τη βόρεια πύλη στη νότια, κι αντιστρόφως). Τώρα, το παλάτι ήταν κοντά· μπορούσε, μάλιστα, να το διακρίνει πίσω από τη σκοτεινή κουρτίνα της βροχής. Χτύπησε το κουρασμένο του άλογο, με τα ηνία, και το κάρο κύλησε πάνω στο πλακόστρωτο, τρίζοντας.

Με την άκρη του δεξιού του ματιού, ο Βάνμιρ νόμισε πως είδε μια σκιά να κινείται μέσα σ’ένα στενορύμι. Ακόμα με ακολουθούν. Πέντε χιλιάδες κατάρες επάνω τους!

Η πύλη του κήπου του παλατιού ήταν κλειστή και οι δύο στρατιώτες που στέκονταν πίσω της τυλιγμένοι σε βρεγμένες κάπες. Ο Βάνμιρ σταμάτησε το όχημά του και κατέβηκε από τη θέση του οδηγού, για να τους πλησιάσει και να τους μιλήσει, με τα σιδερένια κάγκελα να τον χωρίζουν από αυτούς.

«Καλησπέρα,» είπε. «Είμαι ο Βάνμιρ, γιος του Άρχοντα-Φύλακα Άραντιρ του Ράλτον και της Αρχόντισσας Μανρούνα ε Νίλγκωρ.»

Οι φρουροί υποκλίθηκαν. «Περάστε, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο ένας, καθώς άνοιγαν την πύλη.

Ο Βάνμιρ ανέβηκε στο κάρο του και μπήκε στον κήπο του παλατιού της Έριγκ.

 

 


Κεφάλαιο 24
Αστραπές Πριν από τον Πόλεμο

 

«Βάνμιρ! Τι απρόσμενη, αλλά ευχάριστη, έκπληξη.»

Η Έπαρχος-Κεντροφύλαξ Φερνάλβιν καθόταν σε μια πολυθρόνα της μεγάλης αίθουσας, με τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο· αλλά, μόλις είδε τον ανιψιό της να μπαίνει, σηκώθηκε όρθια, με φόντο τις δυνατές φλόγες του τζακιού πίσω της. Φορούσε ένα σκούρο-μπλε φόρεμα με μακριά μανίκια και φαρδιά φούστα· γύρω από τις άκριες των μανικιών και τη λαιμόκοψή του υπήρχαν λευκές δαντέλες. Στη μέση της Επάρχου τυλιγόταν μια μαύρη, λεπτή ζώνη, απ’όπου κρεμόταν ένα θηκαρωμένο ξιφίδιο. Τα καστανά της μαλλιά ήταν πιασμένα κότσο πίσω απ’το κεφάλι της, αφήνοντας μονάχα μερικές ελεύθερες τούφες. Από το λαιμό της κρεμόταν ένα χρυσό περιδέραιο με μικρά οφθαλμόσχημα σμαράγδια –το οποίο ο Βάνμιρ γνώριζε πως ήταν της μητέρας της και γιαγιάς του, Σιρνάλβα.

Εκτός από τη Φερνάλβιν, μέσα στο δωμάτιο βρισκόταν, επίσης, ο Δάρβαν, ο γιος της Ρικέλθης, καθισμένος σε μια άλλη πολυθρόνα, μακριά από την ετεροθαλή αδελφή του και μοιάζοντας ταραγμένος. Ήταν ντυμένος με λευκό πουκάμισο και γκρίζο παντελόνι, ενώ στα πόδια του βρίσκονταν ψηλές, γυριστές, μαύρες μπότες. Στο δεξί χέρι βαστούσε ένα κρασοπότηρο με μακρύ πόδι. Κοντά του, η κόρη του, Φάλμα, έπαιζε ένα παιχνίδι με πούλια επάνω σ’έναν τετραγωνισμένο πίνακα. Συμπαίκτης της ήταν ο γιος της Φέρναλβιν, Άνγκεδβαρ.

Ο Βάνμιρ στεκόταν, επί του παρόντος, στην είσοδο της αίθουσας, έχοντας κατεβάσει απ’το κεφάλι την κουκούλα της κάπας του και στάζοντας νερά στο πάτωμα.

«Καλησπέρα, θεία,» είπε, κάνοντας μια σύντομη υπόκλιση. «Δάρβαν. Φάλμα, Άνγκεδβαρ. Πώς είστε;»

«Καλά,» αποκρίθηκε η Φερνάλβιν. «Εσύ, όμως, πώς–;»

«Δε θα το έλεγα ακριβώς ‘καλά’, αδελφή,» τη διέκοψε ο Δάρβαν. Μετά, σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και είπε: «Καλησπέρα, Βάνμιρ,» ενώ η Φάλμα τον κοιτούσε μ’ένα απορημένο ύφος στο πρόσωπό της και ο Άνγκεδβαρ μ’έναν τρόπο που θα μπορούσε να υποδηλώνει θυμό, που ο θείος του είχε μιλήσει έτσι στη μητέρα του.

«Με συγχωρείτε, αν ήρθα σε άσχημη στιγμή,» απολογήθηκε ο Βάνμιρ, «όμως, δυστυχώς, δεν είχα άλλη επιλογή.»

«Ανοησίες!» είπε η Φερνάλβιν, καλοπροαίρετα. «Παρακαλώ, κάθισε. Πάρτε την κάπα του,» πρόσταξε έναν υπηρέτη, «και ετοιμάστε του το δωμάτιό του, μαζί μ’ένα ζεστό μπάνιο και καινούργια ρούχα.»

«Μάλιστα, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε ο υπηρέτης, υποκλινόμενος.

Ο Βάνμιρ έλυσε την κάπα του και του την έδωσε.

«Τι σε φέρνει εδώ;» τον ρώτησε η Φερνάλβιν, καθώς έπαιρνε θέση πάλι στην πολυθρόνα της.

Ο Βάνμιρ κάθισε σε μια απ’τις καρέκλες του τραπεζιού, νιώθοντας την ατμόσφαιρα μέσα στο δωμάτιο ηλεκτρισμένη, αλλά μην μπορώντας να καταλάβει γιατί. Πρέπει, πράγματι, να ήρθα σε ακατάλληλη στιγμή, συλλογίστηκε.

«Πριν από αρκετές ημέρες βρισκόταν ο Ρόλμαρ στα μέρη μας,» συνέχισε η Φερνάλβιν. «Πηγαίνεις κι εσύ στο Βασιληά; Δε λύθηκε ακόμα εκείνη η παρεξήγηση με την καταζητούμενη Ρουζβάνη;»

«Δεν ξέρω αν έχει λυθεί,» απάντησε ο Βάνμιρ. «Όμως… έχω κάποιες δουλειές στο Νότο.»

Η Φερνάλβιν ατένισε το πρόσωπό του προσεκτικά. Το νερό της βροχής βρισκόταν ακόμα στο μέτωπο του ανιψιού της, κυλώντας στα μάγουλα και στο σαγόνι του· όμως η Έπαρχος δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα συγκεκριμένο στην όψη του Βάνμιρ, πέραν από κούραση. Πάντοτε περίεργος, σκέφτηκε. Τώρα, δουλειές στο Νότο· πριν από όχι πολύ καιρό, μαντείες καταστροφής. Άραγε, άδικα έστειλα το στρατό μου στους ακρίτες;

«Ένας ταχυπομπός είχε έρθει από το Ράλτον, Βάνμιρ,» είπε η Φερνάλβιν, «υποστηρίζοντας πως το κάστρο του Άρχοντα-Φύλακα Άραντιρ χρειάζεται στρατιωτική αρωγή, γιατί εσύ ο ίδιος είχες προδεί ότι το Μέγα Θηρίο θα επέστρεφε, μαζί με ένα στρατό Ποιμένων…»

Ο Βάνμιρ ένευσε. «Το Θηρίο επέστρεψε,» την πληροφόρησε, «και δεν είχε μονάχα ένα στρατό Ποιμένων στο πλευρό του, αλλά και δύο τέκνα του, μικρότερα απ’αυτό μα δεινά στη μάχη.»

«Σας έστειλα στρατιώτες–» άρχισε η Φερνάλβιν.

«Όμως δεν πρόλαβαν να έρθουν, θεία. Δεν υπήρχε χρόνος, τελικά. Έτσι, αντιμετωπίσαμε τη λαίλαπα μόνοι μας…» Παρατήρησε πως τώρα άπαντες τον παρακολουθούσαν προσεκτικά, ακόμα και η μικρή Φάλμα. «Νικήσαμε. Αλλά, δυστυχώς…» αναστέναξε, «η Μιάνη χάθηκε στη μάχη.»

«Λυπάμαι, Βάνμιρ,» είπε η Φερνάλβιν. «Είναι οι υπόλοιποι, τουλάχιστον, καλά;»

«Ναι, είναι.» Αν και για τον πατέρα δε θα μπορούσα να ορκιστώ… «Είναι.»

«Το σκοτώσατε το Θηρίο, ετούτη τη φορά;» ρώτησε ο Δάρβαν. «Γιατί, αν δεν είναι νεκρό, θα πρότεινα να οργανωθεί κάποια αποστολή, ώστε να εξολοθρευτεί και να μην υπάρχει κίνδυνος να επιστρέψει και πάλι.»

«Το Θηρίο είναι νεκρό,» τον πληροφόρησε ο Βάνμιρ. «Το σκότωσα ο ίδιος.» Σιγή απλώθηκε στο δωμάτιο, καθώς άπαντες τον κοιτούσαν με έκπληκτες όψεις. Δε με πιστεύουν. Νομίζουν ότι ψεύδομαι. Πάντα τα ίδια και τα ίδια… «Είχα τη βοήθεια του Μεγάλου Αρχαιοφύλακα Ούργκολ, φυσικά, καθώς κι αυτή των γενναίων μαχητών του Ράλτον, οι οποίοι ούτε για μια στιγμή δε λάκισαν.» Αποφάσισε να τους πει διάφορα, γιατί την απόλυτη αλήθεια, ούτως ή άλλως, ήξερε πως δε θα την κατανοούσαν. «Και είχαμε κι εθελοντές από την πόλη και τα περίχωρα, επίσης. Ο λαός κατάλαβε πως είτε θα νικούσε τον πόλεμο με το Θηρίο εκείνο το βράδυ, ή θα αφανίζονταν όλοι οι Ωθράγκος των βόρειων συνόρων.» Αυτά ήταν αλήθεια, πέρα για πέρα· και ο Βάνμιρ αισθανόταν περηφάνια που μιλούσε έτσι για τους ανθρώπους του Βορρά.

«Τα τέκνα του Θηρίου: είναι κι αυτά νεκρά;» ρώτησε η Φερνάλβιν.

«Ναι. Δε θα μας ξαναενοχλήσουν.»

«Τότε, πρέπει να σας συγχαρώ, ανιψιέ,» είπε η Έπαρχος της Έριγκ. «Θα επισκεφτώ τον πατέρα σου, σύντομα.»

«Θα χαρεί πολύ να σε δει, θεία,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ, προσπαθώντας να μην κομπιάσει. Σήκωσε το κρασοπότηρο που είχε, πριν από λίγο, γεμίσει γι’αυτόν μια υπηρέτρια και ήπιε μια μεγάλη γουλιά. «Τώρα, όμως, πρέπει να σας πω ότι χρειάζομαι τη βοήθειά σας…»

«Ευχαρίστως,» είπε η Φερνάλβιν. «Τι συμβαίνει;»

Προτού ο Βάνμιρ προλάβει ν’απαντήσει, ένας υπηρέτης μπήκε στη μεγάλη αίθουσα και υποκλίθηκε, βιαστικά, μπροστά στην Έπαρχο. «Αρχόντισσά μου,» είπε, «ο δράκαρχος– ο Χάφναρ, ο αδελφός σας, επέστρεψε!»

Η Φερνάλβιν σηκώθηκε πάλι από την πολυθρόνα της· και ο Βάνμιρ συνειδητοποίησε, ξαφνικά, πως κι όλοι οι υπόλοιποι είχαν σηκωθεί: ο μόνος που καθόταν ήταν εκείνος. Αισθάνθηκε άσχημα και σηκώθηκε, ενώ προσπαθούσε να κατανοήσει τα λόγια του λαχανιασμένου υπηρέτη. Δράκαρχος…;

«Έφερε το άρμα μου;» ρώτησε η Έπαρχος.

«Μάλιστα, Αρχόντισσά μου.»

«Είναι η Αρχόντισσα Ρικέλθη μαζί του;» είπε ο Δάρβαν.

«Όχι, Άρχοντά μου.»

«Είπε τίποτα γι’αυτήν;»

«Όχι, Άρχοντά μου.»

«Πες του να έρθει εδώ! Πήγαινε!» Ο Βάνμιρ μπορούσε να δει καθαρά την ταραχή στο πρόσωπο του Δάρβαν.

«Μάλιστα, Άρχοντά μου.» Ο υπηρέτης υποκλίθηκε κι έφυγε.

Η Φερνάλβιν κάθισε στην πολυθρόνα της. Η Ρικέλθη δεν επέστρεψε… συλλογίστηκε. Ίσως ο δολοφόνος μου να τη βρήκε –και να τη σκότωσε! Όλοι στο παλάτι είχαν μάθει πως η Αρχόντισσα Ρικέλθη είχε φύγει χτες, από το πρωί, κατευθυνόμενη βόρεια και χωρίς καμία συνοδεία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε ετούτο –και παλιότερα πήγαινε κάτι τέτοιες μυστηριώδεις βόλτες, ολομόναχη–, όμως τώρα η Φερνάλβιν σκεφτόταν πως, αν ο νεκρενοικημένος φονιάς περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία για να τη σκοτώσει, αυτή σίγουρα πρέπει να ήταν η ευκαιρία που περίμενε. Τίποτα δε θα μπορούσε να τον σταματήσει, αν όσα έλεγε αλήθευαν.

Ένα πράγμα μόνο ανησυχούσε την Έπαρχο της Έριγκ: Η πιθανή παρεμβολή του Χάφναρ στα σχέδια του Νεκρομέμνονος· γιατί, αν κάποιος μπορούσε να σταματήσει έναν νεκρενοικημένο δολοφόνο, αυτός ήταν ένας δράκαρχος. Ο Χάφναρ είχε πάρει το πολεμικό της άρμα από το στάβλο (και, μάλιστα, χωρίς να τη ρωτήσει, ο ανάγωγος!) και είχε κατευθυνθεί κι εκείνος βόρεια, μάλλον ακολουθώντας τη μητέρα του. Ο Δάρβαν είχε πει στη Φερνάλβιν ότι ήταν πολύ πιθανό κι οι δυο τους να πήγαιναν να βρουν τον Έζβαρ τον ερημίτη, ο οποίος ήταν φίλος του Χάφναρ και όλοι γνώριζαν πως και η Ρικέλθη τον ήξερε, από τις επισκέψεις του στην Έριγκ και στο παλάτι. Μάλιστα, είχε φτιάξει αρκετές κρέμες σώματος και προσώπου γι’αυτήν –από εκείνες με τις οποίες η Ρικέλθη μπλαστρωνόταν συνέχεια και δε σιχαινόταν τον εαυτό της! Η Φερνάλβιν, πάντως, τη σιχαινόταν και μόνο που την έβλεπε!

Θεοί, είθε να την έχει σκοτώσει ο Νεκρομέμνων! ευχήθηκε η Έπαρχος, ακουμπώντας το σαγόνι στη γροθιά της και ξεφυσώντας.

Ο Βάνμιρ είχε καθίσει πάλι στη θέση του στο τραπέζι, ενώ γύρω του μια απόλυτη σιγαλιά είχε, ξαφνικά, επικρατήσει. Παρά τη σιωπή, όμως, ο αυτοεξόριστος Άρχοντας από το Ράλτον μπορούσε να αισθανθεί την ένταση να αυξάνεται, αντί να ελαττώνεται. Δράκαρχος…; σκέφτηκε ξανά. Τι εννοούσε ο υπηρέτης; Για τον Χάφναρ δε μιλούσε; Για τον γνωστό Χάφναρ;… ή, μήπως, αναφερόταν σε άλλον;

«Να κάνω μια ερώτηση;» είπε στους υπόλοιπους. Τα πρόσωπά τους στράφηκαν να τον κοιτάξουν· και όλοι, πλην της Φάλμα, έμοιαζαν να είχαν ξυπνήσει από κάποιο όνειρο, ή να τους είχε διακόψει ο Βάνμιρ από βαθιές σκέψεις. «Ο υπηρέτης είπε ‘ο δράκαρχος’–»

Πίσω του, άκουσε ένα αλλόκοτο σύριγμα.

Στράφηκε και είδε μια μαυροντυμένη μορφή να στέκεται στην πόρτα: έναν μυστηριώδη, τρομαχτικό άντρα, με δερμάτινη μάσκα στο πρόσωπο, ο οποίος έσφιγγε λουριά στο δεξί, γαντοφορεμένο του χέρι: λουριά που κατέληγαν στο λαιμό ενός σαυροειδούς πλάσματος το οποίο βρισκόταν πλάι του, και πρέπει να είχε βγάλει το σύριγμα που ακούστηκε.

Ένας δράκος! παρατήρησε ο Βάνμιρ, έκπληκτος. Κι ένας δράκαρχος, όντως. Καλά έλεγε ο υπηρέτης. Ο Βασιληάς τον έστειλε εδώ; Γιατί;

Ο Δάρβαν σηκώθηκε πάλι όρθιος. «Χάφναρ! Πού είναι η μητέρα;»

Ο δράκαρχος τίναξε τη μαύρη του κάπα από τα νερά της βροχής. «Η μητέρα είναι καλά, αν και παραλίγο να τη σκοτώσουν.» Τα μάτια του καρφώθηκαν στη Φερνάλβιν, η οποία εξακολουθούσε να κάθεται στην πολυθρόνα της.

«Παραλίγο να τη σκοτώσουν;» φώναξε ο Δάρβαν. «Γιατί; Τι έγινε;»

Ο Βάνμιρ σηκώθηκε, αργά, όρθιος. «Με συγχωρείτε,» είπε, μπερδεμένος από την όλη κατάσταση. «Χάφναρ… εσύ είσαι; Είσαι ο Χάφναρ

Ο δράκαρχος έστρεψε το μασκοφόρο του πρόσωπο προς τον Άρχοντα του Ράλτον, σαν τώρα να τον είχε προσέξει. «Βάνμιρ!» αναφώνησε. «Τι κάνεις εσύ εδώ;» Υπήρχε χαρά στη φωνή του.

«Δηλαδή, είσαι εσύ…»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε ο Χάφναρ. Άφησε τα λουριά της Σρ’άερ και πλησίασε τον ανιψιό του, για να του σφίξει το χέρι, με το γαντοφορεμένο δικό του. Ανιψιός μου; σκέφτηκε, ξαφνικά, ο δράκαρχος. Δεν είναι ανιψιός μου, αφού ο Άνγκεδβαρ δεν είναι πατέρας μου. Αλλά δεν έχει διαφορά, γιατί είναι ο Βάνμιρ!

«Χα-χα…!» έκανε ο Άρχοντας του Ράλτον. «Δεν το πιστεύω αυτό που βλέπω μπροστά μου. Έπιασες δράκο! Πότε;»

Ο Χάφναρ γέλασε. «Βάνμιρ,» είπε, «είσαι ο μόνος άνθρωπος, μέχρι στιγμής, που μου το λέει αυτό επαινετικά.»

«Γιατί να σ’το πω διαφορετικά; Αν και, βέβαια, πρέπει να παραδεχτώ ότι απορώ κι εξίσταμαι που κατάφερες ένα τέτοιο πράγμα! Σε είδε ο Ρόλμαρ, όταν πέρασε απο δώ; Τι σου είπε;»

«Συνάντησα τον αδελφό σου στο δρόμο, πριν από την Έριγκ,» τον πληροφόρησε ο Χάφναρ, «και τον βοήθησα να φτιάξει τον τροχό της άμαξάς του, ο οποίος είχε σπάσει. Αλλά, τότε, δεν ήμουν δράκαρχος ακόμα.»

«Πότε έπιασες το δράκο;»

«Ουσιαστικά, αφότου έφυγε ο Ρόλμαρ.»

«Μάλιστα…» είπε ο Βάνμιρ, χαμογελώντας. «Συγχαρητήρια, θείε!»

«Δίνεις πολύ εύκολα τα συγχαρητήριά σου, Βάνμιρ,» τους διέκοψε ο Δάρβαν, αηδιασμένος, αν έκρινε κανείς από την κλίση που είχαν πάρει τα χείλη του. «Ο Χάφναρ δε σου είπε, ακόμα, γιατί φορά αυτή τη μάσκα…»

Ο Βάνμιρ κοίταξε το δερματοντυμένο πρόσωπο του θείου του, και είδε μια θλιβερή γυαλάδα στα μάτια που φαίνονταν μέσα απ’τις σχισμές. Κατάλαβε. «Λυπάμαι,» είπε. «Αλλά υπάρχει πάντοτε ένα τίμημα. Μην καταθλίβεσαι.» Ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του Χάφναρ.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Μου το έχει πει και κάποιος άλλος αυτό.»

«Είναι σοφός, τότε.» Ο Βάνμιρ χαμογέλασε, ενθαρρυντικά.

«Χάφναρ,» τους διέκοψε πάλι ο Δάρβαν. «Έλεγες κάτι για τη μητέρα: ότι κάποιοι ήθελαν να τη σκοτώσουν…»

«Όχι ‘κάποιοι’· κάποιος. Ένας ειδικά εκπαιδευμένος δολοφόνος, τον οποίο κατόρθωσα να διώξω, αλλά, δυστυχώς, όχι και να σκοτώσω.»

Να πάρει και να σηκώσει! σκέφτηκε η Φερνάλβιν, καθισμένη στην πολυθρόνα της και σφίγγοντας τη γροθιά του δεξιού της χεριού, ενώ προσπαθούσε να κρατά την όψη της ουδέτερη. Υποστήριξες ότι ήσουν ο καλύτερος, Νεκρόμεμνον! Ο καλύτερος! Γιατί μ’απογοήτεψες; Οι δαίμονες να πάρουν την ψυχή σου!

«Και πού είναι η μητέρα τώρα;» ρώτησε ο Δάρβαν.

«Στο Λημέρι του Έζβαρ,» απάντησε ο Χάφναρ. «Έχει στραμπουλίξει τον αστράγαλό της.»

«Την άφησες σ’έναν άγνωστο ερημίτη;»

«Ο Έζβαρ δεν είναι ένας οποιοσδήποτε ερημίτης· είναι φίλος μου. Επίσης, δεν είναι άγνωστος· όλοι τον γνωρίζουμε.»

«Κι αν ο φονιάς επιστρέψει;»

«Δε θα επιστρέψει. Τουλάχιστον, όχι σύντομα.»

«Τον τραυμάτισες;»

«Όχι, αλλά έχει χαθεί στο Δρακοδάσος.»

«Έχει χαθεί στο Δρακοδάσος;» έκανε ο Δάρβαν, εκνευρισμένος. «Και πόσο δύσκολο είναι να βρει ξανά το δρόμο του, νομίζεις;»

«Ηρέμησε, αδελφέ,» είπε ο Χάφναρ. «Κι εγώ ανησυχώ για τη μητέρα. Αλλά, πίστεψέ με, εκεί όπου χάθηκε ο δολοφόνος δεν είναι καθόλου εύκολο να βρει το δρόμο του.»

«Γιατί;»

«Γιατί το μέρος είναι Αρχέτοπος.»

«Τι είναι;» απόρησε ο Δάρβαν, που, προφανώς, δεν είχε ξανακούσει αυτή τη λέξη.

«Αρχέτοπος;» έκανε ο Βάνμιρ, που είχε ξανακούσει τη λέξη –ή, για την ακρίβεια, είχε διαβάσει για τους Αρχέτοπους.

Ο Χάφναρ ένευσε. «Ναι. Και, σίγουρα, θα γνωρίζεις, ανιψιέ, πόσο δύσκολα βγαίνει κανείς απο κεί.»

«Όντως,» είπε ο Βάνμιρ, «εκτός κι αν ξέρεις ν’ακολουθείς τα σκοτεινά μονοπάτια.»

«Ο φονιάς δεν ήξερε.»

Ο Δάρβαν τούς κοίταζε και τους δύο σαν να ήταν τρελοί. «Τέλος πάντων,» είπε. «Για πόσο θα μείνει η μητέρα στου Έζβαρ;»

«Σύντομα, θα επιστρέψει,» αποκρίθηκε ο Χάφναρ. «Θα τη φέρει ο ίδιος ο Έζβαρ. Μου το υποσχέθηκε.

»Εμένα, όμως, άλλο με απασχολεί: Ποιος έστειλε το δολοφόνο εναντίον της.» Το βλέμμα του καρφώθηκε στη Φερνάλβιν, με περισσότερη ένταση από πριν, περιμένοντας τις αντιδράσεις της.

Η Έπαρχος σηκώθηκε από την πολυθρόνα, ήρεμα. «Τι είναι Χάφναρ;» ρώτησε. «Πιστεύεις ότι εγώ προσπάθησα να δολοφονήσω τη μητέρα σου;»

Ο μαυροντυμένος δράκαρχος δε μίλησε.

«Πες μου· το πιστεύεις;»

«Ίσως,» είπε ο Χάφναρ, ξερά.

Η Φερνάλβιν γέλασε. «Δεν διαπράττω εγώ τέτοια εγκλήματα, αδελφέ. Αλλού θα πρέπει να κοιτάξεις, για να βρεις φονιάδες –προς τη δική σου μεριά της οικογένειας.» Και πλησίασε μια πλευρική θύρα της αίθουσας.

«Θεία,» τη σταμάτησε ο Βάνμιρ· «πρέπει να σου μιλήσω, επειγόντως.»

«Φυσικά, Βάνμιρ,» είπε εκείνη. «Με συγχωρείς· είμαι ταραγμένη. Παρακαλώ, κάθισε και πες μου για τη βοήθεια που χρειάζεσαι.» Επέστρεψε στην πολυθρόνα της, προστάζοντας μια υπηρέτρια να της βάλει ένα ποτήρι κρασί.

Ο Βάνμιρ κάθισε· το ίδιο κι όλοι οι υπόλοιποι. «Όπως σου έλεγα, θεία, έχω κάτι δουλειές στο Νότο, έτσι περνούσα από την Έριγκ, μαζί με μια φίλη. Η φίλη μου αυτή είναι άρρωστη: Ορισμένες φορές, την πιάνει κρίση και… παραφέρεται. Της δίνω, ασφαλώς, τα κατάλληλα βότανα, ώστε αυτό να αποφεύγεται· όμως τα πράγματα δεν πάνε πάντα κατ’ευχήν. Όπως σήμερα το μεσημέρι. Είχαμε σταματήσει στο πανδοχείο ‘Ο Ήλιος της Έριγκ’, για να φάμε, όταν ένας καυγάς άρχισε –κάτι σχετικό με τους ιερείς του Άνκαραζ–»

«Τους ιερείς του Άνκαραζ;» απόρησε η Φερνάλβιν, συνοφρυωμένη.

«Ναι,» είπε ο Βάνμιρ. «Η θρησκεία τους έχει αναβιώσει, για κάποιο λόγο. Δεν κατάλαβα ακριβώς τι έλεγαν –ασυναρτησίες, νομίζω.»

«Τα νέα τούτα είναι ανησυχητικά, Βάνμιρ,» αποκρίθηκε η Φερνάλβιν· «όμως πού θες να καταλήξεις;»

«Όπως είπα, ένας καυγάς άρχισε στο πανδοχείο: και, δυστυχώς, μπλέχτηκε σ’αυτό τον καυγά και η φίλη μου· μ’αποτέλεσμα τώρα να βρίσκεται στις φυλακές της πόλης, ενώ εγώ δεν έχω αρκετά χρήματα ώστε να εξαγοράσω την ποινή της.»

«Αυτό είναι όλο; Πόσα χρήματα χρειάζεσαι;»

«Δεν ξέρω ακριβώς· πάντως, η φίλη μου έκανε κάμποσες ζημιές στο πανδοχείο. Χτύπησε κόσμο, καθώς επίσης και τους φρουρούς. Όταν την πιάνει η κρίση, έχει τρομερή δύναμη.»

«Εκατό κορόνες θα φτάσουν, πιστεύω,» είπε η Φερνάλβιν. «Και με ξεπληρώνεις όποτε μπορέσεις.»

«Σ’ευχαριστώ, θεία,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ. «Δε θα το ξεχάσω.»

«Ποια είναι αυτή η φίλη σου;» τον ρώτησε ο Δάρβαν.

«Δεν τη γνωρίζεις,» είπε ο Βάνμιρ. «Από την πόλη Ράλτον είναι. Ασχολείται με τον πηλό. Κάνει σχήματα που υποστηρίζει πως βλέπει στον ύπνο της.»

«Αχά…» αποκρίθηκε μόνο ο Δάρβαν, που πάντα θεωρούσε τον Βάνμιρ φαντασμένο, και τους φίλους του επίσης.

Ο Άρχοντας του Ράλτον σηκώθηκε απ’την καρέκλα του. «Με συγχωρείτε, αλλά θα ήθελα να πάω στο δωμάτιό μου, να ξεκουραστώ.»

«Ελεύθερα,» είπε η Φερνάλβιν. «Τούτο το παλάτι είναι και δικό σου, άλλωστε.» Πολύ περισσότερο δικό σου απ’ό,τι κάποιων άλλων, πρόσθεσε νοερά.

*

Ένας στρατιώτης άνοιξε την πόρτα του κελιού της Ρικνάβαθ, άφησε ένα ξύλινο μπολ με σούπα μπροστά της, και έφυγε βιαστικά, κλείνοντας πάλι. Ο Βάνμιρ είχε δίκιο: οι φρουροί ετούτου του μέρους τη φοβόνταν. Αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε, κάπως, να χρησιμοποιήσει αυτόν τους το φόβο, ώστε να ξεφύγει από εδώ· όμως δεν ερχόταν καμία καλή ιδέα στο νου της.

Αναστέναξε και σήκωσε το ξύλινο μπολ, μέσα στο οποίο βρισκόταν ένα επίσης ξύλινο κουτάλι. Δοκίμασε λίγη από τη σούπα, και διαπίστωσε ότι ήταν άνοστη, αλλά, κατά τα άλλα, μάλλον βρώσιμη. Οι αλυσίδες της Ρικνάβαθ κροτάλιζαν, καθώς έτρωγε σιωπηλά, τυλιγμένη στις βαθιές σκιές του κελιού της.

Εγκαταλειμμένη από τη δύναμη του Άνκαραζ, αισθανόταν άδεια. Πριν, όσο ο Πολέμαρχος ήταν μέσα της, ένιωθε σαν ένα δοχείο γεμάτο με βραστό, κοχλάζον νερό. Τώρα ένιωθε σαν ένα σκέτο δοχείο· και η διαφορά ήταν έντονη. Όταν είχες ζήσει τη μία κατάσταση, δεν μπορούσες εύκολα να συμβιβαστείς με την άλλη. Η Ρικνάβαθ νόμιζε πως είχε υποβιβαστεί σε υπάνθρωπο. Ωστόσο, προσπάθησε να διώξει τούτο το συναίσθημα από μέσα της, και να επικεντρωθεί στα θετικά της εγκατάλειψης του Άνκαραζ. Γιατί, ναι, υπήρχαν και θετικά. Το να σε πλημμυρίζει τόσο μεγάλη δύναμη –μια δύναμη που δεν μπορείς ακριβώς να ελέγξεις, αλλά έχεις το συναίσθημα ότι εκείνη ελέγχει εσένα– είναι τρομαχτικό· και τώρα ο τρόμος είχε περάσει, και η Ρικνάβαθ είχε ηρεμήσει.

Η αλλαγή, από την υπερπραγματικότητα του Άνκαραζ στην υποπραγματικότητα της έλλειψης αυτού, είχε γίνει με το χτύπημα που δέχτηκε η Καρμώζ στο κεφάλι· και, επί του παρόντος, αναρωτήθηκε γιατί την είχε τότε εγκαταλείψει ο θεός των Ωθράγκος. Γιατί δεν είχε παραμείνει εντός της, ώστε να τη βοηθήσει να βγει από τούτο το κελί; Ίσως, με τη βοήθειά του, η Ρικνάβαθ να μπορούσε να ρίξει ετούτη την πόρτα και να δραπετεύσει…

Τελείωσε το φαγητό της και άφησε το μπολ παραδίπλα, ξαπλώνοντας στο αχυρόστρωμα που βρισκόταν απλωμένο κοντά της· οι αλυσίδες της ήταν αρκετά μακριές, ώστε να μπορεί να φτάνει εκεί, καθώς επίσης και στο ουροδοχείο του κελιού.

Αναστέναξε, και προσπάθησε να κοιμηθεί. Αύριο, ο Βάνμιρ θα με βγάλει απο δώ, σκέφτηκε. Δε θα περιμένω πολύ. Ήταν βέβαιη πως ο Μάγος θα σκαρφιζόταν κάποιο τρόπο, για να την αποφυλακίσει, είτε αποφάσιζε να μιλήσει στη θεία του είτε όχι. Άλλωστε, είχε καταφέρει πολύ πιο απίθανα πράγματα· είχε νικήσει το Μεγάλο Θηρίο και τα Τέκνα του, και τρέψει το στρατό των Ποιμένων σε φυγή.

Λίγη υπομονή χρειάζεται μόνο…

Έκλεισε τα μάτια και περίμενε.

Αισθάνθηκε να ίπταται, και να ίπταται, και να ίπταται…

Και ξύπνησε από το χτύπημα των κυμάτων επάνω στα βράχια, σε μια έρημη ακτή. Ο άνεμος την έβαλε δυνατά, καθώς σηκωνόταν όρθια· τραβούσε τα μακριά, μαύρα της μαλλιά και τον χιτώνα που της είχε δώσει ο Βάνμιρ. Το ψύχος του ήταν παγερό στην ψυχή, όχι στο σώμα.

Αλλά μια ισχυρή θερμότητα ερχόταν από τ’αριστερά της, και η Ρικνάβαθ στράφηκε. Για να δει ξανά τον άντρα μέσα στο φλεγόμενο μαγκάλι.

«Μ’αγνόησες και έρχεσαι νότια,» είπε ο άγνωστος, μ’ένα γρύλισμα, και οι φωτιές αναπήδησαν γύρω του. «Δε θα δεχτείς άλλη προειδοποίηση· εφεξής, έχουμε πόλεμο!»

Η Ρικνάβαθ αισθάνθηκε έναν μεγάλο τρόμο να τη γεμίζει, και άκουσε τα κύματα να κοπανάνε με ανείπωτη ορμή τα βράχια, και να τα κομματιάζουν –στέλνοντας τα θραύσματα καταπάνω της.

Ο πόνος ήταν ξαφνικός και διαπεραστικός, κάνοντάς τη να ουρλιάξει και να χάσει την ισορροπία της. Ένιωσε το δέρμα της να σκίζεται, να γίνεται κομμάτια, και δάκρυα έτρεξαν απ’τα μάτια της. Δεν ήξερε ακριβώς πού βρισκόταν· νόμιζε πως αιωρείτο…

…κι αισθάνθηκε μια παρουσία κοντά της.

Δεν ήταν πλέον στο βραχώδες νησί· τώρα, τα μποτοφορεμένα πόδια της πατούσαν χώμα και χορτάρι… που ήταν ποτισμένα από το χυμένο αίμα του πολέμου. Γύρω της παντού κείτονταν κουφάρια, ενώ από απόσταση μπορούσε ν’ακούσει ιαχές μάχης, κλαγγή όπλων, και βροντές. Ο ουρανός ήταν σκοτεινός και σκιζόταν, πού και πού, από ξαφνικές λάμψεις.

Ένας άντρας την κοιτούσε από μακριά, στεκόμενος πλάι σ’ένα δέντρο κι ακουμπώντας το αριστερό του χέρι στον κορμό, σα να ήθελε να ξεκουραστεί από έναν κουραστικό αγώνα. Ωστόσο, στη δεξιά του γροθιά εξακολουθούσε να βαστά το ξίφος του, πάνω στη λεπίδα του οποίου αίμα έρρεε, ποτίζοντας τη γη και το χορτάρι. Τα μάτια του γυάλιζαν μέσα στο σκοτάδι, ενώ η αρματωσιά του ακτινοβολούσε όταν αστραπές έσχιζαν τους αιθέρες.

Η Ρικνάβαθ γονάτισε, άθελά της, γιατί αντιλαμβανόταν πως ήταν στην παρουσία του Άνκαραζ, του Ωθράγκικου Θεού του Πολέμου και του Αίματος.

Θα γινόταν, λοιπόν, αρχιέρειά του; Είχε αποφασίσει;

Η Ρικνάβαθ δίστασε ν’απαντήσει.

Γιατί δίσταζε; Δεν είχε δει τον Εχθρό; Δεν της είχε φανεί αρκετά επικίνδυνος;

«Ο Εχθρός φαίνεται, πράγματι, επικίνδυνος, Άρχοντά μου…» είπε η Ρικνάβαθ, τρέμοντας και μόνο στη θύμηση της φωτιάς που τον τύλιγε.

Ο Εχθρός θα την σκότωνε, γιατί ήξερε πως εκείνη αποτελούσε απειλή γι’αυτόν. Έτσι, λοιπόν, έπρεπε να συμμαχήσει με τους ισχυρότερους αντιπάλους του: να γίνει Αρχιέρεια του Άνκαραζ. Κι ο Κύριός της θα την οδηγούσε στη νίκη!

«Άρχοντά μου, είναι… πολύ δελεαστικό.»

Θα κατείχε την ίδια δύναμη που της είχε προσφέρει ο Άνκαραζ πριν, κι ακόμα περισσότερη! Γιατί άνθρωποι σαν εκείνη υπήρχαν ελάχιστοι σ’όλες τις Εποχές της Κουαλανάρα· ήταν μοναδικοί του είδους τους, και προορισμένοι ν’αλλάξουν το πρόσωπο του κόσμου. Όμως τώρα ο Πόλεμος είχε ήδη αρχίσει, κι έπρεπε να νικήσουν τον Εχθρό, προτού τους καταβροχθίσει άπαντες με τις ραδιουργίες του.

Η Ρικνάβαθ έπρεπε να συμμαχήσει με το Στρατό, για να συντρίψει τους υποτακτικούς του Εχθρού! Ο χρόνος λιγόστευε. Ο Εχθρός θα τη χτυπούσε, έτσι κι αλλιώς, γιατί τη φοβόταν. Στην υπηρεσία του Άνκαραζ, όμως, εκείνη θα χτυπούσε τον Εχθρό!

Έπρεπε ν’αποφασίσει, γρήγορα!

Αστραπές γρύλιζαν πάνω απ’το αιματοβαμμένο πεδίο· οι ιαχές της μάχης είχαν δυναμώσει· η κλαγγή των όπλων είχε γίνει εκκωφαντική· το αίμα απ’το Ξίφος του Πολέμαρχου πότιζε τη γη κι απλωνόταν ως τα πέρατα του ορίζοντα· τα μάτια του Άνκαραζ άστραφταν σαν αστέρια.

Οι γενναίοι της χώρας θ’άκουγαν το Κάλεσμα του Πολέμου και θα κατέβαιναν να συντρίψουν τον Εχθρό.

«Δέχομαι, Άρχοντά μου.»

Μια νικηφόρα κραυγή αντήχησε.

*

Ο Νεκρομέμνων ακολούθησε ένα σκοτεινό μονοπάτι και βρέθηκε σ’ένα δασώδες τοπίο, μαστιζόμενο από δυνατή βροχή.

Επιτέλους, ήχοι! Ήχοι!

Ο Χέντραμ τον πληροφόρησε πως είχαν βγει από εκείνο το καταραμένο μέρος όπου περιπλανιόνταν για ώρες –αν και ο χρόνος έπρεπε να μετρά διαφορετικά εκεί.

Ο Νεκρομέμνων ύψωσε το πρόσωπό του και άφησε το νερό να τον λούσει, ενώ αφουγκραζόταν τα πάντα γύρω του.

Ποτάμι! παρατήρησε. Πρέπει να βρίσκομαι κοντά σε κάποιο ποτάμι. Μπορούσε ν’ακούσει τη βροχή επάνω στο τρεχούμενο νερό. Προχώρησε ανάμεσα στα αραιά δέντρα, κατηφορίζοντας μια όχι και τόσο απότομη πλαγιά, και φτάνοντας στις όχθες ενός μεγάλου ποταμού, που πιθανώς να ήταν ο Μάρνελ.

Πώς βρέθηκα εδώ; απόρησε ο Νεκρομέμνων· και είπε στον νεκραδελφό του: Προφανώς, μέσα σ’εκείνο τον παράξενο τόπο, δεν είναι μόνο ο χρόνος που κυλά διαφορετικά.

Μα ο Χέντραμ τού είχε ήδη εξηγήσει πως το μέρος βρισκόταν παράλληλα προς το δάσος. Το ότι είχαν, τελικά, βγει σε κάποιο τυχαίο σημείο ήταν φυσιολογικό.

Ο Νεκρομέμνων δεν καταλάβαινε πώς ακριβώς όριζε το «φυσιολογικό» ο νεκραδελφός του, αλλά δε διαφώνησε μαζί του. Πού βρίσκεται ο στόχος μας τώρα;

Ο Χέντραμ αναζήτησε την Αρχόντισσα Ρικέλθη, και την εντόπισε, χωρίς δυσκολία. Ήταν βόρειο-δυτικά. Σχετικά μακριά, όμως.

Ο Νεκρομέμνων προσπάθησε να προσανατολιστεί, σύμφωνα με τις αισθήσεις του νεκραδελφού του: Βόρειο-δυτικά ήταν προς τα… εκεί! Και βόρειά μου πρέπει νάναι το Δρακοδάσος, σκέφτηκε, κοιτάζοντας τα δέντρα και τα πυκνά φυλλώματα, ενώ νότια ο ποταμός Μάρνελ. Εκτός κι αν έχει συμβεί κάτι πολύ αλλόκοτο –πράγμα το οποίο ο δολοφόνος αμφέβαλε.

Επομένως, δεν είχε παρά ν’ακολουθήσει το ποτάμι, για να φτάσει στην Έριγκ. Η Αρχόντισσα, μάλλον, επέστρεφε στο παλάτι της, εφόσον ήταν κάπου βόρειο-δυτικά απο δώ. Ο Νεκρομέμνων σκέφτηκε να πάει να τη σκοτώσει στο δρόμο, όμως αποφάσισε πως δε θα ήταν συνετό να δράσει έτσι, διότι αισθανόταν την κούραση να τον έχει καταβάλει. Έπρεπε, λοιπόν, να βρει, πρώτα, ένα μέρος για να αναπαυθεί. Αλλά εδώ, μέσα στη μέση της ερημιάς και μ’αυτή την καταρρακτώδη βροχή να τον βάλει, δεν έμοιαζε να υπάρχει τέτοιο μέρος.

Ο Νεκρομέμνων φόρεσε την κουκούλα της κάπας του και ξεκίνησε να βαδίζει δυτικά, ακολουθώντας αντίστροφα τη ροή του ποταμού Μάρνελ.

Από την ίδια κατεύθυνση είχε πρωτοέρθει στην Έριγκ, έχοντας ξεκινήσει με ποταμόπλοιο από τη Νίζβερ της Φεν εν Ρωθ. Τότε, έκανε μια αρχή, ως νεκρενοικημένος δολοφόνος… και είχε σχεδόν αποτύχει στην πρώτη του αποστολή… Σχεδόν, αλλά όχι ακριβώς· διότι έβλεπε αυτή του την επιστροφή στην πόλη σαν μια νέα αρχή.

Κι ετούτη τη φορά, δε θα αποτύχω.

Ορισμένοι στόχοι ήταν δυσκολότεροι από άλλους. Τον είχαν προειδοποιήσει γι’αυτό, όμως εκείνος δεν είχε κρίνει σωστά την Αρχόντισσα Ρικέλθη.

Θα πρόσεχε, λοιπόν, να μην επαναλάβει το ίδιο λάθος.

*

Δεν είχαν περάσει πολλές ώρες από τότε που έφυγαν από το Λημέρι, και άρχισε να βρέχει. Ο Έζβαρ οδηγούσε την Αύρα και η Ρικέλθη καθόταν πίσω του, με τα χέρια της τυλιγμένα γύρω από τη μέση του και φορώντας κάπα και κουκούλα.

«Καλύτερα να σταματήσουμε,» της είπε εκείνος, όμως η Αρχόντισσα επέμενε να συνεχίσουν, μην επιθυμώντας να καθυστερήσει κι άλλο. Έπρεπε να φτάσει γρήγορα στην Έριγκ, ώστε να αντιμετωπίσει τη Φερνάλβιν· όχι ανοιχτά, φυσικά, αλλά με το δικό της τρόπο. Επιπλέον, ανησυχούσε πως, αν έμεναν πίσω, ίσως ο δολοφόνος της καταραμένης προγονής της να ερχόταν ξανά. Ο Έζβαρ, βέβαια, της έλεγε ότι δεν έπρεπε ν’ανησυχεί για τούτο, επειδή ο φονιάς είχε χαθεί σ’εκείνο τον Αρχέτοπο –ό,τι κι αν ήταν αυτό το πράγμα!– και, μάλλον, δε θα κατάφερνε να βγει σύντομα. Ωστόσο, η Ρικέλθη δεν πειθόταν τόσο εύκολα, όχι αφότου είχε δει πώς την καταδίωκε ο άνθρωπος που είχε στείλει η Φερνάλβιν. Η Αρχόντισσα θα μπορούσε να ορκιστεί ότι υπήρχε ζήλος κι ευχαρίστηση στο βλέμμα του, όπως στο βλέμμα κάποιου που του αρέσει η δουλειά του. Κάθε φορά που τον σκεφτόταν, αναριγούσε.

Το μεσημέρι, όμως, έκαναν μία στάση, παρά τις διαφωνίες της Ρικέλθης, γιατί «το άλογο έπρεπε να ξεκουραστεί κιόλας· ήδη ήταν αρκετά κατάκοπο, από την προηγούμενη μέρα». Πράγμα που, όντως, δεν ήταν ψέματα· η Αύρα είχε λαχανιάσει, και η Αρχόντισσα φοβήθηκε μήπως η φοράδα είχε πάθει κανένα μόνιμο κακό, μ’όλα όσα είχαν συμβεί. Όταν σταμάτησαν μέσα σε μια σπηλιά, δυτικά της δημοσιάς, η Ρικέλθη ρώτησε τον Έζβαρ σχετικά μ’αυτό το ζήτημα, όμως εκείνος τη διαβεβαίωσε πως δεν ίσχυε κάτι τέτοιο· η Αύρα ήταν απλά κουρασμένη. Έβγαλε απ’την τσέπη της κάπας του ένα κομμάτι φαγητό και το έδωσε στο άλογο, το οποίο το κατάπιε λαίμαργα κι έγλειψε το χέρι του.

«Τι την τάισες;» θέλησε να μάθει η Ρικέλθη.

«Κάτι δυναμωτικό,» εξήγησε ο Έζβαρ. Άνοιξε το σάκο του. «Θέλεις τίποτα να φας;»

Η Ρικέλθη πήρε ένα στρογγυλό ψωμί και το δάγκωσε. Ήταν νόστιμο· ο Έζβαρ πρέπει να το είχε γεμίσει με διάφορα πράγματα, τα οποία εκείνη δε μπορούσε ν’αναγνωρίσει, έχοντας ελάχιστες γνώσεις μαγειρικής.

«Όταν φτάσουμε στο παλάτι, θα πούμε τα πάντα όπως έγιναν,» του είπε. «Φυσικά, δε θ’αποκαλύψουμε ότι ο Χάφναρ είναι γιος σου–» Μια δυσοίωνη σκέψη πέρασε απ’το νου της. «Δεν πιστεύω εκείνος να πει κάτι…»

Ο Έζβαρ κούνησε το κεφάλι. «Όχι· του αρκεί που το ξέρει ο ίδιος. Δε θέλει να προκαλέσει αναταραχές.»

Η Ρικέλθη ένευσε. «Ωραία»· και σκέφτηκε: Ελπίζω να μου λες την αλήθεια, ετούτη τη φορά. Συνέχισε: «Δε θα τους κρύψουμε τίποτα, λοιπόν· θα τους τα πούμε όπως έγιναν: τα πάντα, με το δολοφόνο και τα λοιπά. Δε θα φανεί παράξενο που με περιέθαλψες, γιατί, άλλωστε, όλοι ξέρουν πως σε γνωρίζω, και υποτίθεται πως είσαι και φίλος του Χάφναρ. Μετά από τα γεγονότα αυτά, επομένως, σου ζήτησα να έρθεις στο παλάτι, ώστε να παρακολουθείς την ανάρρωσή μου και να μου φτιάξεις κι ορισμένες αλοιφές, ως συνήθως. Σύμφωνοι;» Τόνισε ιδιαίτερα αυτό το σύμφωνοι.

Ο Έζβαρ ένευσε.

«Και κάτι άλλο ακόμα,» πρόσθεσε η Ρικέλθη: «Θα πούμε ότι, εκτός από τον αστράγαλό μου, έχω κι ένα άλλο πρόβλημα…» Συλλογίστηκε, κι ένα μειδίαμα χάραξε το πρόσωπό της. «Ναι, θα πούμε ότι έχω ζαλάδες, εντάξει; Από το πέσιμο.»

«Εντάξει,» συμφώνησε πάλι ο Έζβαρ, «αλλά γιατί;»

«Για να δικαιολογήσουμε καλύτερα το γεγονός ότι θα μείνεις στο παλάτι, και για να κάνουμε την προγονή μου να πιστέψει ότι είμαι πιο αδύναμη απ’ό,τι θα είμαι στην πραγματικότητα.»

«Μη με μπλέκεις στις μηχανορραφίες σου, Ρικέλθη…!» μούγκρισε ο Έζβαρ.

«Μα, μόνος σου αποφάσισες να μπλεχτείς,» αποκρίθηκε εκείνη, υπομειδιώντας.

Η βροχή δε σταμάτησε με το πέρασμα του μεσημεριού· ο ουρανός ήταν σκοτεινός, τα σύννεφα πυκνά, και το νερό έπεφτε κατακλυσμιαία. Η Ρικέλθη, ωστόσο, επέμενε ν’ανεβούν στην Αύρα και να συνεχίσουν το δρόμο τους προς την Έριγκ. Έτσι, ταξίδεψαν νότια, χωρίς να συναντήσουν κανέναν άλλο ταξιδιώτη στη δημοσιά· και, όταν βράδιαζε, έκαναν στάση σ’ένα πανδοχείο, αφήνοντας τ’άλογό τους στο στάβλο και κλείνοντας ένα δωμάτιο κι οι δύο μαζί.

«Μα τα Κέρατα του Σάλ’γκρεμ’ρωθ!» καταράστηκε η Ρικέλθη, καθώς καθόταν στο κρεβάτι, αφού είχε βγάλει την κάπα της. «Όλες οι αναποδιές σ’εμένα τυχαίνουν!» Χτύπησε, με το μπαστούνι που της είχε δώσει ο Έζβαρ, την παλάμη του δεξιού της χεριού. Το ξύλινο ραβδί είχε ένα συμπαθητικό δρακοκέφαλο λαξεμένο στην άνω του άκρη, το οποίο ο ερημίτης υποστήριζε πως είχε σκαλίσει ο ίδιος. «Αυτή η βροχή δε λέει να πάψει! Σίγουρα, μας έχει καθυστερήσει πολύ! Ξέρεις πού ακριβώς είμαστε;» Φταρνίστηκε. «Ορίστε –ψόφησα κιόλας!»

«Αύριο θα βρισκόμαστε στην Έριγκ,» τη διαβεβαίωσε ο Έζβαρ, τακτοποιώντας τα πράγματά τους στο πάτωμα. «Ούτως ή άλλως, δε μπορούσαμε να φτάσουμε σήμερα· είχαμε ξεκινήσει πολύ αργά. Θες να σε τρίψω με λάδι για το κρύωμα;»

Η Ρικέλθη ανασήκωσε τους ώμους. «Εντάξει.» Αφήνοντας το μπαστούνι στο πάτωμα, ξεκούμπωσε το φόρεμά της, το κατέβασε μέχρι τη μέση, και ξάπλωσε, μπρούμυτα, αφήνοντας τον Έζβαρ να ξεθηλυκώσει τα πίσω κουμπιά του μεσοφοριού: πράγμα το οποίο εκείνος έκανε κι άρχισε να την τρίβει μ’ένα έλαιο που ήταν ζεστό επάνω στο δέρμα της.

Η Ρικέλθη μούγκρισε. «Περίμενε.» Τράβηξε το ενοχλητικό ξιφίδιο που βρισκόταν στη μπροστινή θήκη του μεσοφοριού της, και το έριξε κι αυτό στο πάτωμα, πλάι στο μπαστούνι με την κεφαλή δράκου. Το άλλο ξιφίδιο το είχε χάσει, στην αναμέτρησή της με τον δολοφόνο της Φερνάλβιν. «Συνέχισε τώρα.»

Ο Έζβαρ συνέχισε, σιωπηλός.

«Πού νομίζεις ότι η προγονή μου βρήκε αυτό το φονιά;» τον ρώτησε η Ρικέλθη. «Μου φάνηκε πολύ καλά εκπαιδευμένος.»

«Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος, όμως έχω μια υποψία τώρα· κάτι που πριν δεν είχα σκεφτεί…» Ακουγόταν προβληματισμένος.

«Πες μου,» τον πίεσε η Ρικέλθη. «Πρέπει να μάθω!»

«Ηρέμησε· δε θα σ’το κρύψω,» αποκρίθηκε ο Έζβαρ. «Πολύ αναστατωμένη είσαι…»

«Συγνώμη, αλλά χτες με κυνηγούσαν όλη τη μέρα να με σκοτώσουν,» έκανε η Ρικέλθη.

«Αυτός ο δολοφόνος,» είπε ο Έζβαρ, μαλάσσοντας τους ώμους της, «θα μπορούσε να ήταν ένας νεκρενοικημένος, απ’αυτούς που φέρνουν από τη Φεν εν Ρωθ.»

«…Νεκρενοικημένος;» Η Ρικέλθη πρόφερε το όνομα με δυσκολία. Δεν είχε ξανακούσει γι’αυτούς. «Τι σημαίνει τούτο;»

«Νεκρενοικημένος είναι ο ενοικημένος από τους νεκρούς, αυτός που το πνεύμα ενός νεκρού βρίσκεται μέσα του.»

Η Ρικέλθη ρίγησε. «Παράξενο ακούγεται. Και πάλι δεν καταλαβαίνω, για να πω την αλήθεια.»

«Πρόκειται, όντως, για μια πολύ παράξενη συμβίωση. Ο νεκρός βοηθά τον ζωντανό στις δολοφονίες του. Οι νεκρενοικημένοι θεωρούνται από τους καλύτερους δολοφόνους που μπορεί να βρει κανείς. Σπάνια αποτυγχάνουν στις αποστολές τους.»

«Και πιστεύεις ότι ήταν τέτοιος;» ρώτησε η Ρικέλθη, νιώθοντας το στόμα της ξερό.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Έζβαρ, «το θεωρώ πολύ πιθανό.»

Η Ρικέλθη έγλειψε τα χείλη. «Πώς ακριβώς ο νεκρός βοηθά τον ζωντανό; Ξέρεις;»

«Ο νεκρός παρακολουθεί τον στόχο, και ο ζωντανός γνωρίζει πάντοτε τη θέση του.»

Η Ρικέλθη πετάχτηκε πάνω. «Δηλαδή, θες να πεις ότι με παρακολουθεί συνέχεια;»

«Αν είναι όντως νεκρενοικημένος, ναι, έτσι ενεργούν,» την πληροφόρησε ο Έζβαρ. «Αλλά μην πανικοβάλλεσαι· ήδη του ξέφυγες μία φορά.»

«Αυτό με παρηγορεί ιδιαιτέρως!…» είπε η Ρικέλθη και ξάπλωσε πάλι. Φερνάλβιν, σκέφτηκε, θα σε γδάρω ζωντανή για τούτο!

 

 


Κεφάλαιο 25
Υπολογισμοί

 

«Περάστε, Άρχοντά μου.»

H υπηρέτρια άνοιξε την πόρτα του δωματίου του. Ο Βάνμιρ κοίταξε μέσα και είδε έναν βαρετά ταξινομημένο χώρο μ’ένα μεγάλο, διπλό κρεβάτι με κουρτίνες. Στον δεξή τοίχο υπήρχε ένα πέτρινο τζάκι, αναμμένο, πάνω από το οποίο κρεμόταν ένας χρυσοπλαισιωμένος πίνακας, απεικονίζοντας έναν δράκο ανάμεσα σε δέντρα. Ο δράκος, φυσικά, δεν ήταν ακριβώς όπως στην πραγματικότητα· τα φτερά του απλώνονταν δεξιά κι αριστερά, και ήταν πολύ μεγαλύτερος και πορφυρός, με στριφτά, κριαρίσια κέρατα στο κεφάλι, ενώ τύλιγε την ουρά του γύρω από έναν δεντροκορμό, απειλώντας να τον ξεριζώσει. Ο καλλιτέχνης, προφανώς, δεν πρέπει να είχε καμία σύνδεση με την πραγματικότητα· ή ίσως και να είχε επίτηδες απεικονίσει τον δράκο έτσι. Γιατί, άραγε;

«Άρχοντά μου; Υπάρχει κάποιο πρόβλημα; Κάτι που λείπει; Κάτι που θα θέλατε;»

Ο Βάνμιρ συνειδητοποίησε πως είχε αφαιρεθεί, κοιτάζοντας τον δράκο. «Όχι,» αποκρίθηκε στην υπηρέτρια. «Όλα είναι εντάξει.» Μπήκε στο δωμάτιο.

«Υπάρχουν στεγνά ρούχα στη ντουλάπα, Άρχοντά μου,» τον πληροφόρησε η κοπέλα, και άνοιξε το ένα ξύλινο φύλλο, για να του δείξει. «Επίσης, σας έχουμε ετοιμάσει ένα ζεστό μπάνιο.» Τώρα, άνοιξε την παράπλευρη πόρτα του δωματίου, για ν’αποκαλύψει μια γεμάτη μπανιέρα.

«Εντάξει,» ξανάπε ο Βάνμιρ. «Σ’ευχαριστώ.»

«Καληνύχτα, Άρχοντά μου.» Η υπηρέτρια υποκλίθηκε και έφυγε.

Ο Βάνμιρ έβγαλε τα ρούχα του, κοιτάζοντας τον πίνακα με το δράκο. Δε θυμόταν να ήταν εκεί, την τελευταία φορά που είχε περάσει από εδώ. Μάλλον, η θεία Φερνάλβιν είχε αποφασίσει να διακοσμήσει το χώρο.

Άφησε την ταξιδιωτική του ενδυμασία σ’ένα σωρό, πλάι στο κρεβάτι του, και πλησίασε την παράπλευρη πόρτα που είχε αφήσει ανοιχτή η υπηρέτρια. Μια γλυκιά μυρωδιά γέμισε αμέσως τα ρουθούνια του, προερχόμενη από τη μπανιέρα. Ο Βάνμιρ εισέπνευσε βαθιά και μπήκε στο ζεστό νερό, για να ξαπλώσει και να χαλαρώσει.

Ο νους του πήγε στον Χάφναρ, ο οποίος είχε γίνει δράκαρχος: Τι παράξενο… και τι απρόσμενο! Ποιος θα το περίμενε ότι αυτός θα κατάφερνε να πιάσει δράκο; Ο Δάρβαν, πάντως, δεν έμοιαζε να είχε πάρει το γεγονός πολύ καλά. Και η Ρικέλθη… τι είχε συμβεί μ’αυτήν; Ο Βάνμιρ δεν είχε καταλάβει ακριβώς. Γιατί είχε φύγει από την Έριγκ; Πώς την είχε βρει εκείνος ο δολοφόνος που ανέφερε ο Χάφναρ; Και ο Έζβαρ…; Πού έχω ξανακούσει γι’αυτόν; Ο Βάνμιρ πάλεψε με τη μνήμη του και, τελικά, τον θυμήθηκε. Ήταν ένας ερημίτης του Δρακοδάσους, ο οποίος ερχόταν, κάποιες φορές, στην Έριγκ. Ήταν σοφός, έλεγαν, και πολύ καλός βοτανολόγος· ενώ άλλοι, πιο κακόβουλοι, ψιθύριζαν πως εξασκούσε μαύρη μαγεία, εκεί στην ερημιά. Ο Βάνμιρ δεν απέκλειε τίποτα, ασφαλώς· τα πάντα ήταν πιθανά.

Και τι είπε ο Χάφναρ; Ότι είναι φίλος του, είπε. Ότι ο Έζβαρ είναι φίλος του. Έτσι εξηγείται, λοιπόν! Αυτός πρέπει να τον βοήθησε να πιάσει τον δράκο. Όμως πώς έγιναν φίλοι; Ο Βάνμιρ αποφάσισε ότι είχε πολλά να συζητήσει με τον θείο του… ο οποίος… ο οποίος τώρα θα πάει νότια, για να μπει στις υπηρεσίες του Βασιληά! συνειδητοποίησε, ξαφνικά. Δηλαδή, κατευθύνεται εκεί όπου κατευθύνομαι κι εγώ –στη Νουάλβορ! Επομένως, ίσως μπορούσαν να ταξιδέψουν μαζί· πράγμα που θα τους συνέφερε και τους δύο, ειδικά αν τα εδάφη του Νότου είχαν γίνει επικίνδυνα, όπως είχε προβλέψει η Ρικνάβαθ. Θα του το προτείνω το πρωί, να συμπορευτούμε.

*

Ο Χάφναρ καθόταν στην πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι, με τα πόδια σταυρωμένα στο γόνατο. Είχε βγάλει τη μαύρη του μάσκα, αλλά φορούσε την ελαφριά κουκούλα ενός μανδύα, για να καλύπτει το πρόσωπό του στη σκιά. Στο δεξί χέρι βαστούσε ένα ποτήρι με ψηλό πόδι, πίνοντας κρασί, αργά. Η δράκαινά του ήταν κουλουριασμένη γύρω από τις δερμάτινες μπότες του.

Ο Δάρβαν έπρεπε να παραδεχτεί πως ο αδελφός του ήταν τρομαχτική φιγούρα, μέσα στη σιγαλιά και στις σκιές του μικρού καθιστικού. Πήρε θέση σε μια πολυθρόνα, αντίκρυ του, και σταύρωσε τα χέρια στο στέρνο, ατενίζοντάς τον. Το μοναδικό πράγμα που μπορούσε να δει καθαρά από το πρόσωπό του ήταν τα μάτια του, που γυάλιζαν στο φως της φωτιάς του τζακιού.

«Πες μου πώς ακριβώς συνέβησαν τα πράγματα.»

«Είμαι πολύ κουρασμένος, αδελφέ,» αποκρίθηκε ο Χάφναρ, «και θα προτιμούσα να αναπαύομαι, στα διαμερίσματά μου.» Ο Δάρβαν τον είχε προλάβει λίγο προτού φύγει και τον είχε παρακαλέσει να μείνει κάτω, για να μιλήσουν ιδιαιτέρως. «Μη νομίζεις πως υπάρχει κάτι που δεν αποκάλυψα πριν.»

«Για τον δολοφόνο ανησυχώ,» εξήγησε ο Δάρβαν. «Είσαι βέβαιος ότι τον έστειλε η Φερνάλβιν;» Ποτέ ξανά δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Παρότι η Έπαρχος αντιπαθούσε τη μητέρα του και μητριά της –πράγμα το οποίο δεν έκρυβε–, ουδέποτε είχε επιχειρήσει να τη σκοτώσει. Μα τους θεούς, τι άλλαξε;

«Όχι,» παραδέχτηκε ο Χάφναρ. «Και…» Τα μάτια του γυάλισαν στο φως του τζακιού και, ύστερα, κατέβηκαν, κρύφτηκαν στο σκοτάδι. «…δε θα ήθελα να είναι. Δε θέλω να το πιστέψω. Όμως, θα μπορούσε. Είναι πολύ πιθανό.»

«Μα γιατί;» έκανε ο Δάρβαν.

«Εσύ ο ίδιος μού είπες το λόγο, αδελφέ, όταν ερχόμασταν στην Έριγκ: Η Φερνάλβιν φοβάται πως η μητέρα προσπαθεί να τη σκοτώσει.»

«Κι επομένως, προσέλαβε φονιά, για να τη δολοφονήσει και να γλιτώσει από τον κίνδυνο;» Ήταν μια πολύ… τρελή υπόθεση, έπρεπε να παραδεχτεί ο Δάρβαν. Δεν μπορεί να ίσχυε κάτι τέτοιο! Απλά και μόνο επειδή η Φερνάλβιν φαντάστηκε πως η Ρικέλθη την απειλούσε, θα έστελνε έναν δολοφόνο να την καταδιώξει; Όχι· σίγουρα, όχι…

«Φαίνεσαι… μάλλον ταραγμένος, Δάρβαν,» παρατήρησε ο Χάφναρ, και τα μάτια του γυάλισαν ξανά. Ύψωσε το κρασοπότηρό του και ήπιε, συγκρατημένα. «Τι ακριβώς σε παραξενεύει;»

Ο Δάρβαν έγλειψε τα χείλη του, προβληματισμένος. «Δε νομίζω ότι η Φερνάλβιν θα αντιδρούσε τόσο σπασμωδικά, έχοντας μόνο μια υποψία πως η μητέρα τη θέλει νεκρή.»

«Ίσως να είναι πιο σίγουρη απ’ό,τι φαντάζεσαι.»

«Δηλαδή, πιστεύεις ότι η μητέρα, όντως, προσπάθησε να τη σκοτώσει, βάζοντας εκείνο το φίδι στο κρεβάτι της;»

«Δεν είμαι βέβαιος.» Ο Χάφναρ έμοιαζε απρόθυμος να μιλήσει, σα να φοβόταν πως αυτό που θα έλεγε θ’ανησυχούσε τον Δάρβαν.

«Μίλησέ μου ανοιχτά,» επέμεινε εκείνος. «Γιατί το πιστεύεις αυτό;»

Ο Χάφναρ ακούμπησε το ποτήρι του στο χέρι της πολυθρόνας. Η Σρ’άερ σάλεψε στα πόδια του. Τα ξύλα του τζακιού έτριξαν. «Η μητέρα έχει πράγματα να κερδίσει, βγάζοντας τη Φερνάλβιν από τη μέση.»

«Είπαμε, πάντα είχαν τις διαφορές τους, Χάφναρ, αλλά–»

«Σκέψου το, για λίγο,» τον διέκοψε ο δράκαρχος, καθώς σηκωνόταν από την πολυθρόνα του, παίρνοντας τα λουριά της Σρ’άερ μέσα στη γαντοφορεμένη του γροθιά. «Εγώ θα προτιμούσα να ξεκουραστώ τώρα.»

Ο Δάρβαν ορθώθηκε. «Περίμενε. Πρέπει να μου πεις. Τι πιστεύεις ότι συμβαίνει;»

«Πρόκειται για παιχνίδι εξουσίας, αδελφέ,» του είπε ο Χάφναρ· «και αφορά εσένα, κυρίως.»

«Πώς;» ρώτησε, ξερά, ο Δάρβαν, ελπίζοντας ο Χάφναρ να είχε μια πολύ καλή εξήγηση γι’αυτό που υποστήριζε.

«Αν πεθάνει η Φερνάλβιν, ποιος θα πάρει την Επαρχία της Έριγκ; Εσύ.» Στράφηκε και βάδισε προς την έξοδο του σκιερού καθιστικού, με τη Σρ’άερ πλάι του.

Ο Δάρβαν έμεινε κοκαλωμένος, για μερικές στιγμές, κοιτάζοντάς τον, μέχρι που χάθηκε στο βάθος του διαδρόμου. Η μητέρα προσπαθεί να σκοτώσει τη Φερνάλβιν, για να πάρω εγώ την εξουσία; Και η αδελφή μου το κατάλαβε και θέλει να τη δολοφονήσει, προτού πεθάνει η ίδια; Μα, όχι, είναι ανόητο! Εγώ δε θα καθίσω στο Θρόνο της Έριγκ για πολύ· ο Άνγκεδβαρ θα με διαδεχτεί σύντομα. Η μητέρα δεν μπορεί να μην το έχει υπολογίσει τούτο· ο Χάφναρ δεν ξέρει τι λέει. Ο Δάρβαν αναρωτήθηκε αν το μυαλό του αδελφού του είχε πειραχτεί από όσα είχε περάσει για να πιάσει τη δράκαινα. Πώς του είχαν γεννηθεί όλες αυτές οι τρελές υποψίες;

Αν, όμως, δεν αληθεύει τίποτα από τούτα, τότε γιατί η Φερνάλβιν να στείλει έναν δολοφόνο εναντίον της μητέρας;

Η Φερνάλβιν…; Μα δεν ήταν ακόμα σίγουροι πως, όντως, εκείνη τον είχε πληρώσει! Αααχχχ, ο Χάφναρ θα με τρελάνει!

Ο Δάρβαν εγκατέλειψε το μικρό καθιστικό κι άρχισε να πορεύεται προς τα διαμερίσματά του. Αλλά, αν δεν τον έστειλε η αδελφή μας, τότε ποιος τον έστειλε; Και γιατί; Τι εχθρούς έχει κάνει η μητέρα εδώ γύρω; Ή, μήπως, πρόκειται για κάποιον μακρινό εχθρό;

Δεν μπορούσε ν’αποφασίσει, και το ζήτημα τον προβλημάτιζε ιδιαίτερα, γιατί ο Χάφναρ είχε πει πως δεν σκότωσε το δολοφόνο, παρά απλά τον έδιωξε. Κι ετούτο σήμαινε ότι ίσως εκείνος να επέστρεφε, όταν έβγαινε απ’αυτό το μέρος που ο αδελφός του Δάρβαν είχε αποκαλέσει Αρχέτοπο… το οποίο μέρος έμοιαζε, επίσης, να γνωρίζει κι ο Βάνμιρ –πράγμα που δεν ήταν και τόσο παράξενο, αφού ο ίδιος ο Βάνμιρ ήταν παράξενος από μόνος του. Τι δουλειές να είχε, άραγε, στο Νότο;

Όμως οι δουλειές του Βάνμιρ δε μ’ενδιαφέρουν τώρα! Πρέπει να μάθω ποιος έστειλε το φονιά. Λες, τελικά, να ήταν η Φερνάλβιν; Λες ο Χάφναρ να έχει δίκιο σ’όλα όσα μου είπε;

Όταν έφτασε στα διαμερίσματά του, ζαλιζόταν. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε, σχεδόν παραπατώντας, στο καθιστικό. Κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο, για να βρει τη Ζιάθραλ μισοξαπλωμένη στο κρεβάτι, μ’ένα μεγάλο βιβλίο στα χέρια. Ακούγοντάς τον να μπαίνει, η σύζυγός του στράφηκε να τον κοιτάξει, βάζοντας έναν πάνινο δείκτη ανάμεσα στις σελίδες του τόμου και κλείνοντάς τον, ηχηρά. «Έλα, αγάπη μου,» είπε, τεντώνοντας το χέρι προς μέρος του. «Σε περίμενα. Έλα κοντά μου.»

Ο Δάρβαν διέσχισε το δωμάτιο, με αργά βήματα, και πήρε το χέρι της μέσα στα δικά του, για να το φιλήσει. «Ο Χάφναρ επέστρεψε,» την πληροφόρησε.

«Είδες που σ’το έλεγα, ότι τίποτα κακό δε θα του συνέβαινε;» αποκρίθηκε εκείνη, τραβώντας τον κάτω και χαμογελώντας.

Ο Δάρβαν κάθισε στο κρεβάτι. «Η μητέρα δεν ήταν μαζί του.»

Η Ζιάθραλ συνοφρυώθηκε. Χάθηκε στο δρόμο η Ρικέλθη; σκέφτηκε. Λίγο δύσκολο να το πιστέψει κανείς. «Μήπως, τελικά, δεν πήγαιναν στο ίδιο μέρος, όπως είχες υποθέσει;»

«Όχι,» τη διαβεβαίωσε ο Δάρβαν, «στο ίδιο μέρος πήγαιναν, στο Λημέρι του Έζβαρ. Προφανώς, η μητέρα ήθελε κάποιες εξηγήσεις από τον ερημίτη.»

«Γιατί;» ρώτησε η Ζιάθραλ. Ήξερε πως ο Έζβαρ ερχόταν στο παλάτι αρκετές φορές και, μάλιστα, έφτιαχνε και ορισμένες αλοιφές για τη Ρικέλθη· όμως τι είδους «εξηγήσεις» μπορεί εκείνη να ήθελε; Πιθανώς ο Δάρβαν να έκανε λάθος· σε πολλά πράγματα ήταν τυφλός…

«Διότι ο Έζβαρ είναι φίλος του Χάφναρ, και ένας φίλος σου, λογικά, δε σε αφήνει να πας να ριψοκινδυνέψεις τη ζωή σου, για να γίνεις δράκαρχος. Επιπλέον, είναι γνωστός μας, Ζιάθραλ· η μητέρα, μάλλον, περίμενε κάτι άλλο απ’αυτόν.»

«Ναι… Και γιατί η Ρικέλθη δεν επέστρεψε;»

«Ένας δολοφόνος τής επιτέθηκε καθοδόν.»

«Τι!» εξεπλάγη η Ζιάθραλ. «Ένας δολοφόνοςΠοιος τον έστειλε; Η Φερνάλβιν; Υποπτεύεται, άραγε, κι εμένα; Ρίγησε στη σκέψη ότι μπορεί κι εκείνη να έβρισκε, σύντομα, έναν… κυνηγό πίσω της.

«Ναι, αλλά, ευτυχώς και δόξα τοις θεοίς, είναι ζωντανή. Ο Χάφναρ την έσωσε, και έδιωξε τον κακοποιό.»

«Και πού είναι τώρα η Ρικέλθη;»

«Στο Λημέρι του Έζβαρ, επειδή χτύπησε: στραμπούλισε τον αστράγαλό της.»

Μεγάλη ζημιά… σκέφτηκε η Ζιάθραλ. Τόσο ερασιτέχνες δολοφόνους στέλνει η Φερνάλβιν; «Είναι καλά, επομένως.»

Ο Δάρβαν ένευσε. «Αλλά ανησυχώ, Ζιάθραλ. Ο φονιάς ίσως να επιστρέψει στο Λημέρι του Έζβαρ, αν και ο Χάφναρ με διαβεβαίωσε πως αυτό, μάλλον, δε θα συμβεί.»

«Τι του έκανε; Απλά τον έδιωξε, δεν είπες;»

«Ναι· όμως, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ο δολοφόνος χάθηκε σ’έναν Αρχέτοπο, απ’τον οποίο δε βγαίνει εύκολα κανείς. Μη ρωτάς τι είναι αυτό. Ο Χάφναρ, πάντως, φάνηκε να ξέρει· το ίδιο κι ο Βάνμιρ.»

«Ο Βάνμιρ;»

«Α, ναι. Μας επισκέφτηκε απόψε.»

«Τι ήθελε;»

Ο Δάρβαν τής εξήγησε τι ακριβώς είχε έρθει να ζητήσει ο γιος του Άρχοντα-Φύλακα Άραντιρ, και την πληροφόρησε πως η μάχη με το Μέγα Θηρίο είχε τελειώσει, νικηφόρα για το Ράλτον.

«Τελικά, δε χρειάστηκαν τη δική μας βοήθεια,» είπε η Ζιάθραλ.

«Έτσι φαίνεται.» Ο Δάρβαν έσμιξε τα χείλη, σκεπτικός. «Ζιάθραλ, πες μου κάτι: Ποιος πιστεύεις ότι μπορεί να έστειλε το δολοφόνο, για να κυνηγήσει τη μητέρα μου; Πιστεύεις ότι μπορεί να ήταν η Φερνάλβιν;»

Ασφαλώς και ήταν η Φερνάλβιν! «Δεν ξέρω. Εσύ τι λες;»

«Ο Χάφναρ υποστηρίζει ότι θα μπορούσε να ήταν αυτή…»

Ο Χάφναρ φαίνεται πως είναι πιο πονηρός απ’ό,τι νόμιζα! σκέφτηκε η Ζιάθραλ. «Διαφωνείς;»

«Μα, τι λόγο να είχε;»

«Ο Χάφναρ τι λόγο λέει πως είχε;»

«Ο Χάφναρ υποστηρίζει κάτι τρελά πράγματα…» Ο Δάρβαν κούνησε το κεφάλι και στράφηκε απ’την άλλη, για να λύσει τις μπότες του, ενώ ο νους του ήταν γεμάτος δυσοίωνες σκέψεις. Αν, όμως, έχει δίκιο, τελικά; αναρωτιόταν. Θα ήταν απίθανο να έχει δίκιο; Θα ήταν απίθανο; Ένα μέρος του εαυτού του, που ήθελε ν’αποδεχτεί την υπόθεση του Χάφναρ ως αληθινή, του έλεγε πως η Φερνάλβιν ήταν ο πιο πιθανός εχθρός… ειδικά αν είχε αιτιολογία. Και η Ρικέλθη πάντοτε μηχανορραφούσε. Ο Δάρβαν ήταν παιδί της και ήθελε ανέκαθεν να βλέπει τις μηχανορραφίες της θετικά –ή όσο πιο θετικά γινόταν, τέλος πάντων–, όμως εξακολουθούσε να τις θεωρεί ύπουλες ενέργειες· κάποια πράγματα έπρεπε να τα παραδεχτεί. Αλλά θα έφτανε στο σημείο να σκοτώσει τη Φερνάλβιν, για να δώσει σ’εμένα την Επαρχία; αμφισβητούσε ένα άλλο μέρος του εαυτού του. Εγώ δεν της ζήτησα κάτι τέτοιο, να την πάρει ο Σάλ’γκρεμ’ρωθ! Κι επιπλέον, υπάρχει κι ο Άνγκεδβαρ, ο οποίος, σύντομα, θα ενηλικιωθεί. Το σχέδιό της είναι, εξ αρχής, αδύνατο.

Εκτός κι αν, ύστερα, συμβεί κάτι κακό –κάποιο τραγικό ατύχημα– στον γιο της Φερνάλβιν… Αυτό σχεδίαζε, λοιπόν, η μητέρα του; Να σκοτώσει τον Άνγκεδβαρ και να κάνει εκείνον Έπαρχο; Αποκλείεται. Δεν της το ζήτησα. Ποτέ δεν της ζήτησα να γίνω Έπαρχος. Όχι! Όχι!

Η Ζιάθραλ δε μιλούσε, παρακολουθώντας την πλάτη του συζύγου της, καθώς εκείνος γδυνόταν, και παρατηρώντας πως οι ώμοι του φαίνονταν σφιγμένοι, ενώ οι κινήσεις του ήταν άλλοτε αργές, σα να συλλογιόταν βαθιά, κι άλλοτε σπασμωδικές κι απότομες, σα να περνούσαν από το νου του σκέψεις που τον θύμωναν.

Έχει αρχίσει να κατανοεί τι συμβαίνει; αναρωτήθηκε η Ζιάθραλ. Έχει αρχίσει να κατανοεί το σχέδιο της Ρικέλθης; Και… τούτη η σκέψη την τρόμαζε …έχει καταλάβει τίποτα για τον δικό μου ρόλο μέσα σ’αυτό το σχέδιο; Αναλογίστηκε τη συμπεριφορά του και τον τρόπο με τον οποίο της μιλούσε. Όχι, αποφάσισε, όχι, δεν έχει καταλάβει το παραμικρό· ειδάλλως, θα ήταν εξοργισμένος μαζί μου: είμαι βέβαιη. Ακόμα και να μην τον ενοχλούσε το γεγονός πως προσπαθούσα να πείσω τον Πρίγκιπα Ζάρναβ να σκοτώσει τη σύζυγό του, αναμφίβολα θα τον ενοχλούσε το ότι είχα συνευρεθεί αρκετές φορές μαζί του. Επομένως, δεν ξέρει τίποτα…

Αλλά, μήπως, ξέρει ο Χάφναρ; Πώς, όμως; Αυτός μοιάζει να–

Ο Δάρβαν στράφηκε στο μέρος της· σήκωσε τα σκεπάσματα του κρεβατιού και μπήκε από κάτω, ακουμπώντας το κεφάλι του στο μαξιλάρι και κοιτάζοντας το ταβάνι.

Οι υποψίες τον έχουν σοκάρει. Δεν μπορεί να χωνέψει πως ίσως η μητέρα του κι η αδελφή του να θέλουν να σκοτώσουν η μία την άλλη, σκέφτηκε η Ζιάθραλ, κι ακούμπησε το δικό της κεφάλι στο στέρνο του, νιώθοντας τη θερμότητα του γυμνού του σώματος κι ακούγοντας το χτύπο της καρδιά του.

«Αν δεν είναι η Φερνάλβιν, ποιος μπορεί να είναι;» είπε ο Δάρβαν, μοιάζοντας να παραμιλά. «Έχει κάνει κάποιον εχθρό η μητέρα μου;»

Αναμφίβολα, κανέναν δυνατότερο από την Έπαρχο, συλλογίστηκε η Ζιάθραλ, υπομειδιώντας, καθώς το πρόσωπό της ήταν κρυμμένο από το βλέμμα του συζύγου της. Φίλησε τον ώμο του, χωρίς να μιλήσει. Τι με συμφέρει να πω; Να στρέψω τις υποψίες του προς τη Φερνάλβιν, ή μακριά απ’αυτήν; Τι θα ήθελε η Ρικέλθη; Και τι θα ωφελήσει εμένα περισσότερο;

«Η μητέρα σου, Δάρβαν, είναι από τους ανθρώπους που κάνουν εύκολα εχθρούς,» αποκρίθηκε. «Είναι, επίσης, από τους ανθρώπους που ξεφορτώνονται γρήγορα και στην κατάλληλη στιγμή τους εχθρούς τους.»

«Δηλαδή, πιστεύεις πως δεν έστειλε τον δολοφόνο η Φερνάλβιν;» Ο Δάρβαν πέρασε το δεξί του χέρι γύρω από τη μέση της, σαν τώρα να κατάλαβε ότι η Ζιάθραλ είχε ξαπλώσει επάνω του.

«Δεν έχω κάποιο στοιχείο που να μου αποδεικνύει πως τον έστειλε,» αποκρίθηκε εκείνη. Ναι, αυτή είναι, μάλλον, η καλύτερη απάντηση, σκέφτηκε, ικανοποιημένη με τον εαυτό της. Ύστερα, όμως, αναρωτήθηκε: Αλήθεια, πού βρήκε η Έπαρχος τον δολοφόνο; Και θυμήθηκε την επίσκεψη της Φερνάλβιν σ’εκείνο το ύποπτο κατάστημα, κοντά στις αποβάθρες. Λες εκεί να είχε βρει η Κεντροφύλακας αυτό που έψαχνε;…

«Ναι, σωστά. Δεν έχουμε κανένα στοιχείο… Αλλά ο Χάφναρ….»

«Τι σου είπε ο Χάφναρ, αγάπη μου;» Η Ζιάθραλ φίλησε το μάγουλό του. «Τι ήταν αυτό που σε προβλημάτισε τόσο;»

«Είπε ότι… ότι η μητέρα, όντως, προσπάθησε να δολοφονήσει τη Φερνάλβιν, μ’εκείνο το φίδι στο κρεβάτι, επειδή θέλει να τη βγάλει από τη μέση, ώστε να πάρω εγώ την εξουσία. Η Φερνάλβιν το κατάλαβε κι έτσι έστειλε το δολοφόνο, για να σκοτώσει τη Ρικέλθη, προτού η Ρικέλθη σκοτώσει εκείνη.»

Δεν έπεσε καθόλου έξω, ο μικρός! εξεπλάγη η Ζιάθραλ. Αλλά αναρωτιέμαι αν τα σκέφτηκε όλα τούτα μόνος του.

«Βέβαια, Ζιάθραλ, υπάρχει και το πρόβλημα του Άνγκεδβαρ. Εγώ θα πάρω την εξουσία μόνο για λίγο, αφού, ύστερα, θα πρέπει να τη δώσω σ’εκείνον. Δε θα το υπολόγιζε τούτο η μητέρα;»

Η Ζιάθραλ ανασηκώθηκε, για να τον κοιτάξει στα μάτια. Δεν μπορεί να είναι τόσο ανόητος! «Εγώ λέω πως σίγουρα θα το υπολόγιζε,» αποκρίθηκε. Και είδε πως ο σύζυγός της δεν ήταν καθόλου ανόητος· απλά, δεν ήθελε να πιστέψει εκείνο που υποψιαζόταν. Ξέρει όλο το σχέδιο της Ρικέλθης, μα δεν είναι βέβαιος –και αρνείται να βεβαιωθεί.

Ο Δάρβαν ξεροκατάπιε. «Καταλαβαίνεις, λοιπόν, τι φοβάμαι…» είπε, παρατηρώντας τη χροιά στη φωνή της Ζιάθραλ, η οποία, όταν άρθρωσε αυτό το «θα το υπολόγιζε», φάνηκε καθαρά πως υπονοούσε κάτι άλλο στους υπολογισμούς της Ρικέλθης –ένα ακόμα ατύχημα.

«Καταλαβαίνω. Και με φοβίζει και μένα. Ωστόσο, δεν είναι βέβαιο ότι ο αδελφός σου έχει δίκιο. Αναμφίβολα, είναι ταραγμένος απ’όσα έχει περάσει τελευταία.»

«Αυτό σκέφτηκα κι εγώ,» παραδέχτηκε ο Δάρβαν. «Αυτό σκέφτηκα κι εγώ. Όμως τα λόγια του εξακολουθούν να μου κλέβουν την ηρεμία. Θα πρέπει να μιλήσω με τη μητέρα, όταν επιστρέψει. Θα πρέπει να της μιλήσω οπωσδήποτε.»

«Πότε θα επιστρέψει, όμως; Αν έσπασε τον αστράγαλό της–»

«Θα τη φέρει ο Έζβαρ, σύντομα. Έτσι, τουλάχιστον, μου είπε ο Χάφναρ.»

«Γιατί δεν περίμενε ο αδελφός σου, να έρθει μαζί τους;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε ο Δάρβαν, παρατηρώντας πως, όντως, ήταν παράξενο. «Ίσως να ήθελε να μας ειδοποιήσει, γνωρίζοντας ότι θ’ανησυχούσαμε. Προσωπικά, αν αργούσαν κι άλλο, θα πήγαινα πάλι να τους βρω, Ζιάθραλ. Και μπορεί, μάλιστα, να είχα φύγει νωρίτερα, αν δε με κρατούσατε, εσύ κι η Φερνάλβιν.» Η Φερνάλβιν, σκέφτηκε, που πιθανώς να έστειλε το δολοφόνο. Ω, θεοί!…

«Ηρέμησε τώρα. Το κακό αποφεύχθηκε.»

«Ναι, για την ώρα.»

*

Η Φερνάλβιν ήταν αναστατωμένη.

Ο Πρίγκιπας Ζάρναβ δε δυσκολεύτηκε και πολύ να το καταλάβει. Η Έπαρχος σύζυγός του έκανε πέρα-δώθε μέσα στο δωμάτιο, με την ασημόχρωμη ρόμπα της ν’ανεμίζει και τα χέρια της σταυρωμένα κάτω απ’το στήθος. Από τη στιγμή που είχε έρθει, δεν είχε πει τίποτα· απλά, είχε γδυθεί από την επίσημή της ενδυμασία, είχε φορέσει πιο άνετα ρούχα, και είχε αρχίσει το πέρα-δώθε.

Ο Ζάρναβ δεν της είχε μιλήσει ακόμα, γιατί κι εκείνος δεν αισθανόταν καλά. Πριν από καμια ώρα, είχε διαφωνήσει με τη Ζιάθραλ, για πολλοστή φορά. Η Αρχόντισσα επέμενε πως ο Πρίγκιπας έπρεπε να σκοτώσει τη σύζυγό του, αν ήθελε να την ξανάχει κοντά του· η γνώμη της επάνω στο θέμα δεν είχε αλλάξει στο ελάχιστο, αλλά η τωρινή συμπεριφορά της έδινε στον Ζάρναβ την εντύπωση πως η Ζιάθραλ τον δοκίμαζε κατά κάποιο τρόπο, πως δεν πίστευε ότι εκείνος θα δολοφονούσε την Έπαρχο, και πως δεν την ενδιέφερε τόσο κιόλας. Μάλλον, είχε πάψει πλέον να τον επιθυμεί, πράγμα που τον ενοχλούσε και τον θύμωνε, ταυτόχρονα, γιατί ο Πρίγκιπας δεν είχε χάσει την επιθυμία του για κείνη, παρά τα καμώματά της. Η παρουσία της εξακολουθούσε να τον εξάπτει. Αλλά και η Ζιάθραλ εξακολουθούσε να επιμένει στην τρελή της απαίτηση, να σκοτώσει αυτός τη σύζυγό του κι αυτή το δικό της σύζυγο, ώστε να κυβερνήσουν μαζί στην Έριγκ. Το πώς θα τα κατόρθωναν, βέβαια, όλα τούτα δεν έμοιαζε να την ενδιαφέρει και πολύ· ήταν τόσο αφελής, σε κάποια πράγματα… Ωστόσο, εκείνη πίστευε πως είχε απόλυτο δίκιο, και συνέχιζε να του αρνείται τον έρωτά της, αν δεν ανταποκρινόταν στην επιθυμία της. Η κατάσταση φαινόταν στον Ζάρναβ σαν εκβιασμός, παρότι ήταν βέβαιος πως η Ζιάθραλ δεν το έκανε επίτηδες. Η σχέση τους, όμως, έπρεπε να παραδεχτεί πως είχε αρχίσει να τον κουράζει, κι επομένως, όφειλε να πάρει μια τελειωτική απόφαση. Ή θα δολοφονούσε τη Φερνάλβιν και θα είχε τον έρωτα της Ζιάθραλ, ή δε θα σκότωνε την Έπαρχο και θα αναγκαζόταν να ξεχάσει την ερωμένη του.

Ωστόσο, προς το παρόν, είχε αναβάλει την απόφαση αυτή.

Αναστέναξε, παρατηρώντας πως η Φερνάλβιν δεν είχε διακόψει καθόλου την επαναλαμβανόμενη πορεία της εντός του υπνοδωματίου.

«Αγάπη μου, τι συμβαίνει;» τη ρώτησε…

…και δεν έλαβε απάντησε. Μάλιστα, αμφέβαλε αν η Έπαρχος τον είχε ακούσει.

«Φερνάλβιν. Τι τρέχει;»

Η σύζυγός του σταμάτησε να βαδίζει και στράφηκε, για να τον κοιτάξει. «Δεν άκουσες τίποτα; Πού βρίσκεσαι;»

«Τι ν’ακούσω;» ρώτησε ο Ζάρναβ.

«Ο Χάφναρ επέστρεψε,» του είπε η Φερνάλβιν, και έπεσε στο κρεβάτι, μ’ένα τίναγμα της ασημόχρωμης ρόμπας της.

«Είναι καλά;»

«Ναι.»

«Και η Ρικέλθη; Γύρισε μαζί του;» Ο Ζάρναβ το ρώτησε ετούτο προσεχτικά, γιατί ήξερε πως ήταν ευαίσθητο θέμα με τη Φερνάλβιν.

«Όχι. Έμεινε στο Λημέρι του Έζβαρ του ερημίτη, γιατί στραμπούλιξε τον αστράγαλό της.»

«Πώς έγινε αυτό;»

«Κάποιος την ακολούθησε και προσπάθησε να τη δολοφονήσει. Τουλάχιστον, έτσι είπε ο Χάφναρ, ο οποίος ισχυρίζεται πως την έσωσε από το φονιά… κι ο οποίος, επίσης, κατηγορεί εμένα, νομίζω.» Τα μάτια της γυάλισαν, θυμωμένα.

«Πιστεύει ότι εσύ έστειλες το δολοφόνο;»

«Ναι.»

«Φερνάλβιν…» είπε ο Ζάρναβ, αργά και σιγανά, «τον έστειλες;»

Η Έπαρχος της Έριγκ δε μίλησε, για λίγο, μοιάζοντας σφιγμένη. Ύστερα, χαλάρωσε και μίλησε: «Άκουσέ με.» Άγγιξε το μάγουλο του συζύγου της, χαϊδεύοντάς το και περνώντας τα δάχτυλά της μέσα στα μαύρα του μαλλιά. Ο Πρίγκιπας μπορούσε να αισθανθεί μερικούς από τους κάλους των χεριών της, οι οποίοι είχαν γεννηθεί από τη χρήση του ξίφους· η Αρχόντισσά του ήταν πολεμίστρια απαράμιλλη, από εκείνους που είχαν αγωνιστεί στους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ. «Δε θέλω να το πεις αυτό πουθενά, σε κανέναν. Μου το υπόσχεσαι, Ζάρναβ;»

«Δε θα έπρεπε καν να με ρωτάς κάτι τέτοιο,» αποκρίθηκε εκείνος.

Όμως μπορούσε ακόμα να δει δισταγμό στο βλέμμα της, καθώς η Φερνάλβιν τού έλεγε: «Εγώ έστειλα τον δολοφόνο.»

Μα τους θεούς… σκέφτηκε ο Ζάρναβ, νιώθοντας ένα ρίγος να διαπερνά τη ράχη του. Θα αλληλοσκοτωθούν!

«Θυμάσαι εκείνη τη νύχτα, που είχα επιστρέψει αργά και ήμουν τραυματισμένη –που οι άνθρωποι της Ρικέλθης με είχαν τραυματίσει;»

Ο Ζάρναβ ένευσε, σιωπηλά, κοιτάζοντας το πρόσωπό της και βλέποντας εκεί κάτι που δεν του άρεσε καθόλου· κάτι που δυσκολευόταν, όμως, να κατονομάσει. Μια ανάμιξη τρόμου, αγωνίας, κι εκδικητικής επιθυμίας, ίσως…

«Εκείνη τη νύχτα, δεν είχα πάει μια απλή βόλτα. Είχα πάει σ’ένα κατάστημα στην ανατολική μεριά της πόλης, κοντά στο λιμάνι: ένα κατάστημα όπου συγκεντρώνονται μυστικιστές. Ρελ εν Ρωθ, τ’ονομάζουν κάποιοι. Τόχεις ακουστά;»

Ο Ζάρναβ κούνησε το κεφάλι. Τι μου λέει τώρα, μα τους θεούς; Αυτή δεν είναι η Φερνάλβιν που ήξερα…

«Εκεί, μίσθωσα τον δολοφόνο. Έναν νεκρενοικημένο φονιά: έναν άνθρωπο από τη Φεν εν Ρωθ, ειδικευμένο στην τέχνη του θανάτου και ενοικούμενο από ένα νεκρό πνεύμα, τ’οποίο του προσφέρει δυνάμεις υπερφυσικές.»

Ο Ζάρναβ ρίγησε πάλι. «Τι είναι αυτά τα πράγματα, αγάπη μου…;» μπόρεσε μονάχα να ψελλίσει. «Πώς ήξερες…;»

«Είχα διαβάσει γι’αυτούς,» είπε η Φερνάλβιν. «Είχα διαβάσει ότι είναι καλοί στη δουλειά τους. Αλλά ο συγκεκριμένος…» Τα χαρακτηριστικά της σφίχτηκαν, οργισμένα. «Ο συγκεκριμένος μ’απογοήτεψε! Δεν τη σκότωσε, Ζάρναβ!» σφύριξε, και ο Πρίγκιπας αισθάνθηκε τα δάχτυλά της να σφίγγουν την αριστερή μεριά του προσώπου του, όπου η Έπαρχος εξακολουθούσε να τον αγγίζει.

Ο Ζάρναβ χάιδεψε τον πήχη, το μπράτσο, και τον ώμο της. «Φερνάλβιν, ίσως να μην έπρεπε να…»

«Δε με πιστεύεις ότι η Ρικέλθη θέλει να με σκοτώσει; Ακόμα δε με πιστεύεις;» απόρησε εκείνη. «Ζάρναβ,» είπε, έντονα. «Με θέλει νεκρή. Η Ρικέλθη με θέλει νεκρή!»

Ο Πρίγκιπας κατέβασε το βλέμμα του στο λαιμό της· δεν άντεχε να κοιτάζει τα μάτια της. Ναι, σκέφτηκε. Ίσως, τελικά, να μην είναι της φαντασίας της. Αν και, βέβαια, το φίδι στο κρεβάτι δεν ήταν της Ρικέλθης. Θεοί συγχωρήστε με, ήταν δικό μου… Αλλά, μετά, εκείνοι οι κακοποιοί που παραλίγο να σκοτώσουν την Αρχόντισσά μου στο δρόμο…

Όντως, η Ρικέλθη μπορεί να την ήθελε νεκρή.

Όπως και η Ζιάθραλ. Η Ζιάθραλ που ήταν τόσο επίμονη σ’αυτό…

…Η Ρικέλθη θέλει να σκοτώσει τη Φερνάλβιν…

…Η Ζιάθραλ με πιέζει να σκοτώσω τη Φερνάλβιν…

Αν υπήρχε κάποια σύνδεση ανάμεσά τους, ίσως να–

Όχι! Αδύνατον να τα έχουν σκεφτεί όλα τούτα μαζί! Αδύνατον τόσο καιρό η Ζιάθραλ να με χρησιμοποιούσε… όχι.

Κι όμως…

«Με πιστεύεις, Ζάρναβ;»

Ο Πρίγκιπας ξεροκατάπιε. «Ναι,» αποκρίθηκε, σταθερά, νιώθοντας τρομαγμένος απ’τις σκέψεις του. «Με συγχωρείς, Φερνάλβιν. Έπρεπε να σε είχα πιστέψει εξαρχής.» Και θα σε είχα πιστέψει, αν δεν έβαζα εγώ το φίδι στο κρεβάτι σου. Ήμουν, άραγε, πιόνι της Ζιάθραλ που είναι πιόνι της Ρικέλθης; Γιαυτό φέρεται τόσο παράξενα τώρα η ερωμένη μου; Ποτέ δε με αγαπούσε πραγματικά;

Πολύ, πολύ ανησυχητικές σκέψεις.

Η Φερνάλβιν τον κοιτούσε σαν να δυσπιστούσε αυτό που έβλεπε, ή, μάλλον, αυτό που άκουγε.

Ο Ζάρναβ την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε, δυνατά, στα χείλη· εκείνη του χίμησε, βγάζοντας το νυχτικό του και καβαλικεύοντας τον. Κάτι στον αποψινό τους έρωτα τού θύμισε τις παλιές τους, φλογερές νύχτες.

 

 


Κεφάλαιο 26
Στην Υπηρεσία του Πολέμαρχου

 

Ο φύλακας πέρασε το κομπολόι του στη ζώνη και μπήκε στον μακρύ, σκιερό διάδρομο με τα κελιά. Τα ουρλιαχτά αντηχούσαν σ’όλο το μέρος, και δεν έμοιαζαν να είναι σε κάποια γλώσσα που ο στρατιώτης ήξερε. Ωστόσο, δεν ήταν καθόλου δύσκολο να τ’ακολουθήσει· και, όπως το περίμενε, βρέθηκε μπροστά στο κελί της τρελής που είχαν φέρει πριν από κάποιες ώρες. Κοιτώντας μέσα απ’το καγκελωτό παραθυράκι της πόρτας, είδε τη γυναίκα να παλεύει με τις αλυσίδες της, στριγκλίζοντας –ενώ μία απ’αυτές είχε, τυχαία (;), μπλεχτεί γύρω από το λαιμό της και φαινόταν να βρίσκεται στα πρόθυρα να την πνίξει.

«Μα τα παπάρια του Σάλ’γκρεμ’ρωθ!…» μούγκρισε ο φύλακας, και τράβηξε μια αρμαθιά κλειδιά απ’τη ζώνη του, για να ξεκλειδώσει μ’ένα απ’αυτά την πόρτα και να μπει στο κελί. «Ησύχασε!» φώναξε στη γυναίκα, ζυγώνοντάς την. «Θα στραγγαλίσεις το λαρύγγι σου.» Την άρπαξε απ’τα χέρια, προσπαθώντας να την ακινητοποιήσει. Ένας ξαφνικός ήχος θραύσης ακούστηκε και, ύστερα, ο στρατιώτης έχασε τη ζωή του. Το αίμα του κύλησε στο πάτωμα.

Ο άλλος φύλακας είχε ξυπνήσει από τα ουρλιαχτά και στεκόταν όρθιος, περιμένοντας τον σύντροφό του να επιστρέψει και έχοντας τα χέρια σταυρωμένα στο στέρνο. Επί του παρόντος, άκουσε τις κραυγές να παύουν και ησυχία να επικρατεί στο διάδρομο των κελιών. Μάλλον, τα πράγματα είχαν ηρεμήσει, υπέθεσε· αλλά εξακολούθησε να στέκεται, αφουγκραζόμενος. Ο άλλος θα γύριζε, όπου νάταν.

Και, όντως, βήματα ακούστηκαν να έρχονται.

Ο στρατιώτης άνοιξε την πόρτα της φυλακής. «Τι ’τανε, τελικά, ρε συ; Γιατί σκούζαν’ έτσι;» Σταμάτησε απότομα τα λόγια του, γιατί αυτός που ερχόταν δεν έμοιαζε με το σύντροφό του (!). Ήταν κάποιος που φορούσε μαύρο ράσο και βαστούσε ένα αιματοβαμμένο σπαθί στο δεξί χέρι, ενώ από τους καρπούς του κρέμονταν αλυσίδες, γυαλίζοντας στο φως των δαυλών.

Η τρελή!

«Ε, τι συμβαίνει;» φώναξε, κι έκανε πίσω, πιάνοντας την άκρη της θύρας, για να την κλείσει.

Η γυναίκα έτρεξε· τα μποτοφορεμένα της πόδια ακούγονταν δυνατά επάνω στις πλάκες του διαδρόμου.

Η πόρτα έκλεισε, με πάταγο. Ο στρατιώτης έπιασε τον σιδερένιο σύρτη και τον τράβηξε. Όμως δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το έργο του: Η θύρα τραντάχτηκε ολόκληρη, πετώντας τον πίσω, σωριάζοντάς τον στο πάτωμα.

Μα τους θεούς όλους, δεν μπορεί η γυναίκα εκείνη να είχε τέτοια δύναμη!

Η πόρτα άνοιξε, κοπανώντας στον τοίχο, και η τρελή παρουσιάστηκε –μόνη της, δίχως κανέναν άλλο. Τα γαλανά της μάτια σπινθηροβολούσαν, κι έμοιαζαν δαιμονισμένα· τα μαύρα της μαλλιά ανέμιζαν γύρω απ’το κεφάλι της, χωρίς να υπάρχει άνεμος εδώ κάτω.

Ο στρατιώτης επιχείρησε να σηκωθεί, τρέμοντας.

Η Ρικνάβαθ, καθοδηγούμενη από τη θεϊκή ισχύ του Άνκαραζ, του έσχισε το λαιμό, με μια εύστοχη σπαθιά.

Τόσο αίμα… σκέφτηκε, μελαγχολικά. Τόσο αίμα στα χέρια μου…

Αλλά ήταν απαραίτητο! Σ’όλους τους πολέμους υπήρχαν θύματα. Κι ετούτος ο πόλεμος ήταν ίσως από τους σημαντικότερους στην Ιστορία της Κουαλανάρα!

Η Ρικνάβαθ έριξε μια ματιά στο δωμάτιο, για κανένα χρήσιμο αντικείμενο, και πήρε ένα από τα κράνη των φρουρών, για να το φορέσει στο κεφάλι. Μετά, έκλεψε τα χρήματά τους, κρεμώντας τα στη ζώνη της· οι νεκροί, άλλωστε, δε θα τα χρειάζονταν.

Στράφηκε στη σκάλα κι άρχισε να την ανεβαίνει.

Κάπου στο βάθος της νόησής της, νόμιζε ότι μπορούσε ν’ακούσει τον Άρχοντά της, τον Άνκαραζ, να γελά, ικανοποιημένος.

Επάνω, οι τρεις φρουροί της εξόδου την κοίταξαν με έκπληξη, κι έκαναν αμέσως να πιάσουν τα δόρατά και τις ασπίδες τους που ακουμπούσαν στον τοίχο. Η Ρικνάβαθ δεν τους έδωσε χρόνο να οπλιστούν· έτρεξε καταπάνω τους, στροβιλίζοντας το ξίφος της και κόβοντας το χέρι του ενός, καθώς εκείνος το άπλωνε, για να πιάσει το όπλο του. Ο στρατιώτης σωριάστηκε, ουρλιάζοντας και κρατώντας το ματωμένο του κουλάδι.

Ένας άλλος έπιασε το δόρυ του κι επιτέθηκε στην Καρμώζ, καρφωτά· εκείνη, όμως, απέφυγε το χτύπημα, πλαγιοπατώντας, και σπάθισε τον άντρα στο πλάι του λαιμού, εκτοξεύοντας αίμα τριγύρω και σκοτώνοντάς τον.

Ο τρίτος και τελευταίος είχε προλάβει να οπλιστεί και με δόρυ και με ασπίδα· αλλά, βρισκόμενος ανάμεσα στη Ρικνάβαθ και στην εξώθυρα, έμοιαζε τρομοκρατημένος.

Η Αρχιέρεια του Άνκαραζ δεν του επιτέθηκε· έσκυψε κι έκοψε το λαιμό του κουλού στρατιώτη που ούρλιαζε.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μποτοφορεμένα πόδια ακούστηκαν να έρχονται από το βάθος του μεγάλου διαδρόμου, και ο τελευταίος φύλακας της εξόδου, αναθαρρώντας, εφόρμησε, με υψωμένη την ασπίδα και προτεταμένο το δόρυ. Η Ρικνάβαθ έπιασε την άκρη του όπλου, ακριβώς κάτω απ’τη λεπίδα, και σταμάτησε την έφοδο του άντρα. Τα μάτια του μαχητή γούρλωσαν, από έκπληξη για τη δύναμή της. Η Καρμώζ τον έσπρωξε προς τα πίσω, κοπανώντας τον, βίαια, πάνω σ’έναν τοίχο και κάνοντάς τον να χάσει τις αισθήσεις του.

Από πίσω της, άκουσε μια άγρια φωνή που δεν κατάλαβε. Στράφηκε και είδε κι άλλους στρατιώτες να έρχονται. Άρπαξε απ’τον τοίχο το δόρυ του φρουρού που είχε κουλάνει και το εκτόξευσε καταπάνω τους, με τ’αριστερό χέρι, πετυχαίνοντας έναν στο στέρνο και διαπερνώντας τον. Ένα βέλος ήρθε προς το μέρος της, αλλ’αστόχησε, χτυπώντας την πόρτα, την οποία η Ρικνάβαθ άνοιξε, γρήγορα, και βγήκε απ’τον στρατώνα, μέσα στην κατακλυσμιαία βροχή.

Πάραυτα, έτρεξε, μην ξέροντας πού έπρεπε να πάει, γιατί δεν είχε ποτέ της ξαναβρεθεί σε τούτη την εξωτική Ωθράγκικη πόλη. Πίσω της, μπορούσε ν’ακούσει δυνατές κραυγές, οι οποίες, όμως, έχαναν τη δύναμή τους, καθώς εκείνη απομακρυνόταν από το στρατώνα. Βέβαια, τούτο δε σήμαινε απαραίτητα πως οι στρατιώτες την είχαν χάσει· απλά, σήμαινε πως αυτή δεν τους άκουγε πλέον λόγω της βροχής. Και ο Άνκαραζ, παρ’όλη τη δύναμη που της πρόσφερε, δεν έμοιαζε να της στέλνει κανένα προαίσθημα για το αν κινδύνευε άμεσα ή όχι. Πάντως, η Ρικνάβαθ νόμιζε ότι αισθανόταν το σώμα της πιο υγιές και ισχυρό από ποτέ άλλοτε στη ζωή της· τίποτα δεν την κούραζε. Ύστερα από όλη εκείνη την αναμέτρηση με τους φρουρούς, είχε την αντοχή να τρέχει τώρα σαν τον άνεμο.

Πού πηγαίνω, όμως; Πού βρίσκομαι; Πού είναι ο Βάνμιρ;

Ρίχνοντας μια ματιά γύρω της, θα έλεγε πως ήταν στην αγορά της Έριγκ, αλλά πού ακριβώς εκεί μέσα, δεν είχε ιδέα…

Άρχοντά μου, βοήθησέ με! ζήτησε από τον Άνκαραζ.

«Περίμενε!» Η φωνή ήρθε απ’τα δεξιά της. «Εκλεκτή, περίμενε!»

Η Ρικνάβαθ σταμάτησε να τρέχει, νιώθοντας πως τούτο ήταν το σωστό να κάνει, πως αυτός που είχε φωνάξει ήταν φίλος. Έκπληκτη, διαπίστωσε ότι δεν είχε λαχανιάσει καθόλου.

Στράφηκε και είδε δύο κουκουλοφόρες φιγούρες να βγαίνουν από ένα στενορύμι.

«Εκλεκτή,» είπε ο ένας, «είμαι ο Ιερέας Ίντραμελ και υπηρετώ τον Κύριό μας, Άνκαραζ. Φαίνεται πως είναι η μοίρα μου να γίνω, επίσης, και Καθοδηγητής σας, όπως είχα δει στα όνειρά μου· εάν, ασφαλώς, μου το επιτρέψετε.» Έκανε μια υπόκλιση. Το ίδιο και η άλλη φιγούρα, δίπλα του, η οποία πρέπει να ήταν η γυναίκα που βρισκόταν μαζί του και στο πανδοχείο.

Η Ρικνάβαθ αντιλήφθηκε ότι καταλάβαινε άπταιστα τη γλώσσα τους. Άλλη μια από τις δυνάμεις που της πρόσφερε ο Άνκαραζ.

«Με καταδιώκουν οι φρουροί της πόλης,» είπε στον ιερέα, μιλώντας τη Γλώσσα των Ωθράγκος το ίδιο καλά.

«Το γνωρίζουμε, Εκλεκτή. Παρακαλώ, ελάτε μαζί μας, γρήγορα!»

Η Ρικνάβαθ τούς ακολούθησε μέσα στο στενορύμι, και μέσα σε άλλα στενορύμια, και άλλα και άλλα και άλλα, ώσπου έχασε τελείως τον προσανατολισμό της. Σπουδαία Εκλεκτή είμαι, σκέφτηκε· αν με άφηναν μόνη εδώ πέρα, θα χανόμουν!… Ωστόσο, η θεϊκή ισχύς που τη γέμιζε ήταν γεγονός· ο Άνκαραζ την ήθελε –την απαιτούσε– για Αρχιέρειά του σε τούτο τον πόλεμο.

«Φτάσαμε, Παναγιότατη,» της είπε ο Ιερέας Ίντραμελ, σε κάποια στιγμή. «Παρακαλώ, δώστε στην Ιερομαχήτρια Άρναβιν τα όπλα σας, για να περάσουμε από την τραπεζαρία.»

Η Ρικνάβαθ υπάκουσε, δίνοντας το κράνος και το ξίφος της στη γυναίκα, η οποία τα έκρυψε μέσα στην κάπα της.

«Ελάτε τώρα.» Ο Ίντραμελ βάδισε προς μια πόρτα και την άνοιξε, για να μπουν σε μια τραπεζαρία μ’αρκετό κόσμο. Δίχως να σταματήσει, πέρασε ανάμεσα απ’τα τραπέζια και πήγε σε μια άλλη πόρτα, την οποία άνοιξε επίσης και διάβηκε το κατώφλι, ακολουθούμενος από τη Ρικνάβαθ και την Άρναβιν.

Το δωμάτιο ήταν κυκλικό και στο μέσο του βρισκόταν ένα τραπέζι από μαύρο ξύλο. Στα δεξιά ήταν ένα πέτρινο τζάκι και αντίκρυ ένα μικρό, κλειστό παράθυρο. Στο τραπέζι, κάθονταν δύο άντρες: ένας καραφλός, ντυμένος με μαύρο δέρμα, και ένας μελαχρινός με κοντά, σγουρά μαλλιά και μουστάκι, ο οποίος φορούσε πράσινο πουκάμισο.

«Παναγιότατη,» είπε ο Ίντραμελ, «να σας γνωρίσω τον Ιερέα Σέρκιρ,» έδειξε ευγενικά τον καραφλό άντρα, «και τον Ιερομαχητή Μάργκαναρ,» έδειξε τον μαυρομάλλη. «Κύριοι, από εδώ η Εκλεκτή Αρχιέρεια του Πολέμαρχου.»

Οι άντρες σηκώθηκαν από τις θέσεις τους και υποκλίθηκαν, αν και η Ρικνάβαθ νόμιζε πως μπορούσε να δει μια γυαλάδα αμφισβήτησης στα μάτια τους· ιδιαίτερα στα μάτια του Μάργκαναρ.

«Ποιος την αποφυλάκισε;» ρώτησε ο Σέρκιρ τον Ίντραμελ.

«Ο Κύριός σας,» απάντησε η Ρικνάβαθ, αντί για τον ιερέα. «Μου πρόσφερε τη δύναμή του.» Τα λόγια τούτα δεν ήξερε ακριβώς αν ήταν δικά της ή αν προέρχονταν από τον Άνκαραζ. «Σύντομα, και οι υπόλοιποι αδελφοί σας θα συγκεντρωθούν εδώ, και θα πρέπει να ταξιδέψουμε νότια, γιατί η ώρα να πολεμήσουμε τον Εχθρό σιμώνει.» Η Ρικνάβαθ πήρε θέση στο τραπέζι και κάθισε· κι αμέσως, αυτή έγινε η κορυφή του τραπεζιού. «Καθίστε,» είπε στους υπόλοιπους, οι οποίοι την υπάκουσαν, σιωπηλά.

«Ο Σύντροφός σας είχε έρθει εδώ, Παναγιότατη, πριν από μερικές ώρες,» είπε ο Σέρκιρ, «όμως έμοιαζε ν’αρνείται να σας αποκαλέσει Εκλεκτή, και μας εγκατέλειψε, υποστηρίζοντας πως είχε ένα σχέδιο, ώστε να σας αποφυλακίσει. Τον παρακολουθήσαμε και τον είδαμε να μπαίνει στο αρχοντικό παλάτι της Έριγκ. Πιστεύετε ότι ίσως να ήταν πλάσμα του Εχθρού;»

Πώς έφτασε ο Βάνμιρ ως εδώ, σ’αυτούς; απόρησε η Ρικνάβαθ. «Όχι,» αποκρίθηκε στον ιερέα, «δεν είναι πλάσμα του Εχθρού, αν και πολλοί είναι υποτακτικοί του δίχως να το γνωρίζουν.» (Αυτό το τελευταίο θα ορκιζόταν πως δεν ήθελε να το πει!) «Πράγματι, πρέπει να είχε κάποιο σχέδιο κατά νου.» Πήγαινε να μιλήσει στη θεία του, την Έπαρχο-Κεντροφύλακα της Έριγκ. «Αλλά δε θα χρειαστεί να το βάλει σ’εφαρμογή, τελικά, αφού βρίσκομαι εδώ, μαζί σας, με τη χάρη του Πολέμαρχου.»

«Δηλαδή, ο Σύντροφός σας θα επιστρέψει τώρα;» ρώτησε ο Μάργκαναρ. «Δε φάνηκε να μας εμπιστεύεται και τόσο…»

«Είναι μπερδεμένος,» εξήγησε η Ρικνάβαθ, «και δεν ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει.» Και, δυστυχώς, ούτε εγώ ξέρω ακριβώς τι συμβαίνει, πρόσθεσε νοερά. Μα τους θεούς της Κουαλανάρα άπαντες, τι κάθομαι και λέω μ’ετούτους; Όμως δεν ήταν σωστό να σκέφτεται έτσι, γιατί έχανε την πίστη της και το σκοπό της. Ο θεός της ήταν ένας: ο Άνκαραζ του Πολέμου· και ο σκοπός της τώρα ήταν ένας, επίσης: η απόλυτη εξολόθρευση του Εχθρού!

Η Ρικνάβαθ έγλειψε τα χείλη και συνέχισε: «Δε χρειάζεται ν’ανησυχείτε για τον Σύντροφό μου· δε θα μας σταθεί εμπόδιο.»

«Δεν είναι πιστός του Πολέμαρχου;» ρώτησε η Άρναβιν.

Η Ρικνάβαθ κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν είναι. Όμως γνωρίζει για τον Εχθρό στο Νότο, και πιθανώς να μας βοηθήσει, αν τον χρειαστούμε. Αλλά, για την ώρα, θα ξεκινήσουμε χωρίς αυτόν. Κι εκείνος είμαι σίγουρη πως θ’ακολουθήσει…»

*

«Με συγχωρείτε που σας ξυπνάω, Άρχοντά μου, αλλά σας θέλει στη μεγάλη αίθουσα η θεία σας, Φερνάλβιν. Είναι πολύ σημαντικό.»

Αυτά ήταν τα λόγια της υπηρέτριας που είχε έρθει στο δωμάτιο του Βάνμιρ μέσα στη νύχτα, για να τον καλέσει άρον-άρον. Ο αυτοεξόριστος Άρχοντας από το Ράλτον κατέβηκε στη μεγάλη αίθουσα, απορώντας τι μπορεί να συνέβαινε. Είχε ντυθεί βιαστικά, αλλά όχι πρόχειρα, γιατί ήξερε πως η θεία του θα τον παρεξηγούσε, όπως και παλιά. Πάντοτε έμοιαζε να της αρέσει περισσότερο το ντύσιμο του Ρόλμαρ.

Η πόρτα του μεγάλου δωματίου ήταν ανοιχτή, και ο Βάνμιρ μπήκε χωρίς δισταγμό, για ν’αντικρίσει μέσα τη Φερνάλβιν και τον Πρίγκιπα Ζάρναβ –ντυμένους προχειρότερα από εκείνον, θα τολμούσε να πει! Πρέπει, όντως, να πρόκειται για κάτι πολύ σημαντικό. Αλλά τι σχέση έχει μ’εμένα; αναρωτήθηκε, παρατηρώντας ότι ο Δάρβαν δεν ήταν εδώ, ούτε και κανένας άλλος· επομένως, το θέμα, μάλλον, αφορούσε αυτόν αποκλειστικά.

«Βάνμιρ,» είπε η θεία του. «Παρουσιάστηκε κάποιο πρόβλημα στις φυλακές. Σχετικά με τη φίλη σου.»

Εκείνος κοκάλωσε. «Τι;»

«Σκότωσε φρουρούς,» εξήγησε ο Πρίγκιπας Ζάρναβ, βαδίζοντας μέσα στο μεγάλο δωμάτιο. «Πολλούς φρουρούς. Για την ακρίβεια, σύμφωνα μ’ό,τι μας είπαν, τα αποτρόπαιά της κατορθώματα ήταν τρομερά. Πετσόκοψε τους δύο δεσμοφύλακες των κελιών, ανέβηκε τη σκάλα, και σκότωσε τους δύο από τους τρεις φρουρούς της εξόδου του φρουραρχείου, ενώ, προτού φύγει, εκτόξευσε ένα δόρυ, διαπερνώντας τον αρματωμένο θώρακα ενός μαχητή. Ύστερα, βγήκε και έτρεξε σαν στοιχειό του Δρακοδάσους. Χάθηκε μέσα στην αγορά.»

«Είναι αδύνατον η φίλη σου να είναι άρρωστη, Βάνμιρ,» τόνισε η Φερνάλβιν, που στεκόταν επίσης όρθια, με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά της και τα φρύδια σμιγμένα. «Κανένας άρρωστος δε μάχεται έτσι. Τα χτυπήματα με πληροφόρησαν πως ήταν ακριβείας, όχι τυχαία. Ποια είναι αυτή η γυναίκα; Και γιατί τα κάνει όλα τούτα; Δεν της είπες ότι θα την αποφυλακίσεις σύντομα;»

«Επιπλέον, πώς μπορεί και τα κάνει όλα τούτα;» έθεσε το ερώτημα ο Ζάρναβ. «Στην αρχή, νόμιζα ότι οι φρουροί υπερέβαλαν, θέλοντας να καλύψουν κάποιο δικό τους λάθος.»

Άνκαραζ, σκέφτηκε ο Βάνμιρ. Να σε πάρει ο Μαύρος Άνεμος! Γιατί της το κάνεις αυτό; Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Υψηλότατε,» είπε, «η φίλη μου είναι, όντως, άρρωστη–»

«Βάνμιρ!» τον διέκοψε η Φερνάλβιν, αγριοκοιτάζοντάς τον.

«Όχι, θεία, δεν ψεύδομαι,» επέμεινε εκείνος. «Είναι άρρωστη. Αλλά η αρρώστια της δεν είναι καθόλου συνηθισμένη…» Πώς να τους τα εξηγήσω όλ’αυτά; Θα με πιστέψουν;

«Τι εννοείς;» ρώτησε η Φερνάλβιν.

«Η φίλη μου ακούει τους θεούς,» είπε ο Βάνμιρ. «Και, μάλιστα, ορισμένες φορές, οι θεοί –αλλά και άλλες οντότητες– την εξουσιάζουν, άθελά της. Καταλαβαίνετε;»

Η Φερνάλβιν δε μίλησε, μοιάζοντας προβληματισμένη σχετικά με το αν ο ανιψιός της έλεγε αλήθεια ή ψέματα. Ο Ζάρναβ έσμιξε τα χείλη, και είπε: «Έστω ότι καταλαβαίνουμε, τι σχέση έχει αυτό με το γεγονός ότι η φίλη σου δολοφόνησε τόσους φρουρούς της πόλης; Το ξέρεις ότι θα πρέπει να εκτελεστεί για τις πράξεις της;»

Το φοβόμουν, σκέφτηκε ο Βάνμιρ. Κι αναρωτιέμαι πού να έχει πάει τώρα. Ύστερα, ήρθαν στο μυαλό του οι ακόλουθοι του Άνκαραζ. Μάλλον, θα τη βρήκαν, υπέθεσε. «Ναι, το αντιλαμβάνομαι, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε. «Ωστόσο, όπως σας είπα, ορισμένες φορές οι θεοί εξουσιάζουν τη φίλη μου· και στη συγκεκριμένη περίπτωση, νομίζω πως την εξουσιάζει ο Άνκαραζ.»

«Ο Άνκαραζ!» έκανε η Φερνάλβιν. «Μου τον ανέφερες και πριν…»

«Ναι,» είπε ο Βάνμιρ. «Η θρησκεία του φαίνεται να έχει αναβιώσει.»

«Και πώς το ξέρεις ότι ο Άνκαραζ εξουσιάζει τη φίλη σου;» ρώτησε ο Ζάρναβ.

«Έβλεπε όνειρα, προτού φτάσουμε στην Έριγκ.»

«Και λοιπόν;»

«Δεν ήταν απλά όνειρα, Υψηλότατε,» τόνισε ο Βάνμιρ. «Έβλεπε τον Άνκαραζ να την καλεί να γίνει Αρχιέρειά του και μεγάλη πολεμίστρια. Και φοβάμαι πως, όσο βρισκόταν στις φυλακές, αποδέχτηκε αυτή την τιμή…» Ρικνάβαθ, δεν έπρεπε να το είχες κάνει…! Τι θα γίνει τώρα;

«Φαίνεται πως εσύ ξέρεις περισσότερα απ’τους ιερείς, Βάνμιρ,» παρατήρησε ο Ζάρναβ, καχύποπτα.

«Αυτά ξέρω, αυτά σας λέω, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε, κάπως απότομα, εκείνος· και μετάνιωσε για τη βιαστική του απάντηση, όταν είδε τη θυμωμένη έκφραση στο πρόσωπο του Πρίγκιπα.

«Βάνμιρ,» είπε η Φερνάλβιν, «γιατί πηγαίνεις νότια, μαζί μ’αυτή τη φίλη σου; Και, κατ’αρχήν, πού τη γνώρισες; Δε νομίζω ότι μας είπες αλήθεια πριν.»

«Όχι, δεν είπα αλήθεια,» παραδέχτηκε εκείνος, ύστερα από μερικές στιγμές σιγής. «Η Ρικνάβαθ είναι Καρμώζ–»

«Καρμώζ!» έκανε, έκπληκτος, ο Ζάρναβ. «Κι άλλα παραμύθια;»

«Όχι, Υψηλότατε· αυτή είναι η αλήθεια. Η Ρικνάβαθ είναι από τη φυλή των Καρμώζ, και αυτοεξορίστηκε από την πατρίδα της, λόγω του χαρίσματός της ν’ακούει τους θεούς περισσότερο από τους άλλους ανθρώπους, να είναι επιρρεπής στις αόρατες δυνάμεις.»

«Εμένα όλ’αυτά μου μοιάζουν με μύθους,» δήλωσε ο Ζάρναβ.

«Βάνμιρ, συνέχισε,» ζήτησε η Φερνάλβιν. «Πες μας πού συνάντησες αυτή τη… Ρικνάβαθ…» πρόφερε το όνομα με κάποια δυσκολία, «και γιατί κατευθύνεστε νότια, μαζί.»

«Τη συνάντησα στα σύνορα» –Δεν είναι ψέμα τούτο…– «και ερχόμασταν νότια επειδή εκείνη είδε ένα όραμα: ένα πολύ μπερδεμένο όραμα… Πάντως, το βέβαιο στο όραμά της αυτό ήταν πως ο Νότος κινδυνεύει από κάποια ακατονόμαστη δύναμη. Κάτι κακό συμβαίνει στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων· κάποιος θέλει τον Ουρανολίθινο Θρόνο. Και ο Ρόλμαρ είναι εκεί· έτσι, ανησυχώ για εκείνον, γιατί δεν έχει επιστρέψει ακόμα.»

«Κι άλλα οράματα και μαντείες…!» μουρμούρισε ο Ζάρναβ, βολτάροντας μέσα στο δωμάτιο και κουνώντας το κεφάλι. «Ποια είναι αυτή η ‘ακατονόμαστη δύναμη’, Βάνμιρ του Ράλτον; Προσωπικά, γνωρίζω λίγες ‘ακατονόμαστες δυνάμεις’!»

«Πρόκειται για την ίδια ακατονόμαστη δύναμη την οποία θέλει να πολεμήσει ο Άνκαραζ.»

«Τι σχέση έχει ο Άνκαραζ μ’ετούτα;» ρώτησε η Φερνάλβιν.

«Όταν ο Θεός του Αίματος επισκέφτηκε τη Ρικνάβαθ στον ύπνο της, της είπε ότι σκοπός του είναι να πολεμήσει τον Εχθρό του Νότου, γιαυτό κιόλας την ήθελε γι’Αρχιέρειά του. Η φίλη μου, θεία, έχει ασυνήθιστη… ευαισθησία στις αόρατες δυνάμεις, όπως εξήγησα· κάθε θεός θα την επιθυμούσε ως ακόλουθο.»

«Μάλιστα…» είπε η Φερνάλβιν, σκεπτική. «Και τώρα, ο Άνκαραζ έδωσε δύναμη στη Ρικνάβαθ για να βγει απ’τις φυλακές της πόλης μου, σωστά;»

«Ακριβώς,» ένευσε ο Βάνμιρ.

«Πού μπορεί να έχει πάει;»

«Δεν ξέρω.» Στην πραγματικότητα, υποψιαζόταν, μα δεν ήθελε ν’αποκαλύψει τίποτα στη θεία του, γιατί, αν οι Αρχές της Έριγκ έπιαναν τη Ρικνάβαθ, θα την εκτελούσαν· και ο Βάνμιρ δεν επιθυμούσε καθόλου να τη δει νεκρή.

«Ή δε μας λες,» είπε, έντονα, ο Ζάρναβ.

«Όχι, Υψηλότατε,» επέμεινε ο Βάνμιρ: «δεν ξέρω. Μονάχα ο Άνκαραζ ξέρει.»

«Πρόσταξα οι πύλες να κλείσουν και το λιμάνι να γεμίσει με στρατό,» είπε η Φερνάλβιν. «Αν η φίλη σου βρίσκεται μέσα στην Έριγκ, θα τη βρούμε. Λυπάμαι, Βάνμιρ, αλλά τα εγκλήματα που διέπραξε υπερβαίνουν κατά πολύ τον καυγά σ’ένα πανδοχείο.»

Πήρε θέση κοντά στο τζάκι, τυλίγοντας την ασημόχρωμη ρόμπα γύρω της και σταυρώνοντας τα πόδια στο γόνατο. Φορούσε μπότες, με τα κορδόνια μισοδεμένα. «Κάθισε, όμως, και μίλησέ μου γι’αυτή την απειλή στο Νότο. Είναι το ίδιο σίγουρη, όπως και ο ερχομός του Μεγάλου Θηρίου, τον οποίο είχες προδεί;»

Ο Βάνμιρ κάθισε απέναντι από την Έπαρχο-Κεντροφύλακα της Έριγκ, ενώ ο Πρίγκιπας Ζάρναβ παρέμεινε όρθιος, ακουμπώντας το αριστερό του χέρι στην πλάτη της πολυθρόνας της συζύγου του. «Νομίζω πως ναι, θεία, έτσι είναι.»

«Έρχεται κάποιος στρατός, δηλαδή; Κάποιος εχθρικός στρατός;»

«Δεν το πιστεύω,» είπε ο Βάνμιρ.

«Τότε, τι είναι τούτη η απειλή;»

«Γιαυτό πηγαίνω νότια, για να μάθω. Πάντως, είμαι σίγουρος πως δεν πρόκειται για μια λανθασμένη πρόβλεψη, αφού και οι ακόλουθοι του Άνκαραζ προετοιμάζονται. Μια ξεχασμένη θρησκεία έχει αναβιώσει γι’αυτόν ακριβώς το λόγο –γι’αυτόν τον κίνδυνο· δεν μπορεί, επομένως, να είναι ασήμαντος. Μην ξεχνάς, θεία, πως η λατρεία του Πολέμαρχου είχε πεθάνει έπειτα από τους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ.»

«Δεν το ξεχνώ καθόλου,» τον διαβεβαίωσε η Φερνάλβιν, κι από τα μάτια της φάνηκαν να περνούν χιλιάδες αναμνήσεις αιματηρών και τρομαχτικών μαχών. Το πρόσωπό της σκοτείνιασε και χλόμιασε. «Η επάνοδος του Άνκαραζ με τρομάζει…»

«Μίλησες για τον Ουρανολίθινο Θρόνο, Βάνμιρ· είπες ότι κάποιος τον θέλει. Μπορείς να μας το εξηγήσεις αυτό;» ρώτησε ο Πρίγκιπας Ζάρναβ.

«Δυστυχώς, αδυνατώ, Υψηλότατε,» παραδέχτηκε εκείνος. «Όμως το όραμα της Ρικνάβαθ αυτή την εντύπωση μού έδωσε.»

«Σχεδιάζει κάποιος να σκοτώσει τον αδελφό μου;» αναρωτήθηκε ο Ζάρναβ, κοιτάζοντας τη Φερνάλβιν.

«Ή, μήπως, κάποιος σκοπεύει να εισβάλει;» είπε εκείνη.

«Ποιος;»

«Ο Τύραννος του Ένρεβηλ;»

Ο Ζάρναβ ένευσε. «Ναι, αυτός έρχεται αμέσως στο μυαλό, μα δε μας έχει δώσει κανένα σημάδι. Δεν ξέρω· δε μου φαίνεται πιθανό…»

Η Φερνάλβιν αναστέναξε. «Ίσως θα ήταν φρόνιμο κάποιος από εμάς να πάει νότια, μαζί με τον Βάνμιρ,» είπε· κι αυτή η ιδέα έμοιαζε να τη στενοχωρεί ιδιαίτερα. «Όμως,» πρόσθεσε, «δε θα πάρουμε τώρα ετούτη την απόφαση. Θα την πάρουμε το πρωί, που, κατά πάσα πιθανότητα, θα έχει βρεθεί και η Ρικνάβαθ.»

«Νομίζεις ότι μπορεί να έχει επιπλέον πληροφορίες να μας προσφέρει;»

«Το θεωρώ πολύ πιθανό,» είπε η Φερνάλβιν. Και στράφηκε στον ανιψιό της, υψώνοντας ένα φρύδι. «Βάνμιρ;»

Το πράγμα μπερδεύεται ολοένα και περισσότερο… «Ίσως. Ίσως και όχι.»

«Θαυμάσια…» μουρμούρισε ο Ζάρναβ, μοιάζοντας να βρίσκεται σε έντονη σκέψη, με τα χαρακτηριστικά του προσώπου του σφιγμένα. Ο Βάνμιρ ήταν βέβαιος πως ο Πρίγκιπας ανησυχούσε για την οικογένειά του· γιατί ό,τι απειλούσε τον Ουρανολίθινο Θρόνο απειλούσε, κατ’επέκταση, και τον Οίκο των Γάθνιν.

*

Οι ακόλουθοι του Άνκαραζ βρίσκονταν συγκεντρωμένοι μπροστά απ’τη Ρικνάβαθ. Είκοσι-ένας στο σύνολο, είχαν όλοι τους ορκιστεί να τη σέβονται και να την υπακούουν ως Αρχιέρεια του Πολέμαρχου και να μάχονται, και να πεθαίνουν, στο όνομά της. Είχαν βγάλει τις αλυσίδες της και της είχαν δώσει καινούργια ρούχα να φορέσει, τα οποία εκείνη είχε δεχτεί, παρότι θα προτιμούσε το μαύρο χιτώνα του Βάνμιρ. Το κλίμα εδώ ήταν πολύ θερμό για μια Καρμώζ, ωστόσο δεν μπορούσε να προσβάλει τους πιστούς του καινούργιου της θεού. Έτσι τώρα, καθώς στεκόταν στο κυκλικό δωμάτιο με το στρογγυλό, μελανόχρωμο τραπέζι, ήταν ντυμένη με έναν μακρύ, λευκό χιτώνα μάχης όπου βρισκόταν κεντημένο το έμβλημα του Άνκαραζ: ένα όρθιο, πορφυρό, ακτινοβόλο ξίφος. Στους ώμους, στα μανίκια και στη λαιμόκοψη του ενδύματος υπήρχαν χρυσά σιρίτια, ενώ κάτω απ’το χιτώνα η Ρικνάβαθ φορούσε φολιδωτή αρματωσιά, και στη μέση της βρισκόταν θηκαρωμένο ένα μακρύ ξίφος. Το κάτω μέρος του σώματός της ήταν ντυμένο με μαύρο πέτσινο παντελόνι, μπότες, περικνημίδες, και μηριαία περικαλύμματα. Το κράνος της το βαστούσε παραμάσκαλα, κι απ’τους ώμους της κρεμόταν ένας πορφυρός μανδύας, που στην πλάτη είχε έναν μεγάλο άσπρο κύκλο, εντός του οποίου υπήρχε ραμμένο το σύμβολο του Άνκαραζ.

Φυσιολογικά, η Ρικνάβαθ δε θα μπορούσε να κουβαλήσει όλον αυτό τον εξοπλισμό επάνω της, όμως, με τη δύναμη του Πολέμαρχου να τη φορτίζει, δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα.

Οι άντρες και οι γυναίκες εμπρός της ήταν επίσης εξοπλισμένοι για μάχη.

«Ο Πολέμαρχος προστάζει να βιαστούμε,» τους είπε η Ρικνάβαθ, αν και άπαντες το γνώριζαν. «Απόψε, πρέπει να εγκαταλείψουμε την Έριγκ, γιατί εκείνοι που υπηρετούν άθελά τους τον Εχθρό έχουν στραφεί εναντίον μας. Θα κατευθυνθούμε στο λιμάνι, χωρίς καθυστέρηση, με προορισμό το ποταμόπλοιο του Ιερομαχητή Νίλμαν.» Ο άντρας που ονομαζόταν Νίλμαν –ένας παλιός στρατιώτης των Πολέμων της Φεν εν Ρωθ– κατένευσε. «Δε θα επιτεθούμε σε κανέναν, παρά μονάχα αν μας επιτεθούν ή αν επιχειρήσουν να μας εμποδίσουν. Όσοι επιθυμούν να μας συντροφεύσουν στον Αγώνα μας, ας το πράξουν· όσοι επιθυμούν να μας σταματήσουν, ας πεθάνουν!»

Οι ιερομαχητές και οι ιερείς γύρω από το τραπέζι χτύπησαν τις γροθιές τους επάνω στο μαύρο ξύλο, φωνάζοντας επιδοκιμαστικά.

«Ρικνάβαθ! Ρικνάβαθ! Ρικνάβαθ!»

Οι φωνές τους, όμως, άρχισαν ν’αδυνατίζουν στ’αφτιά της, και η Ρικνάβαθ νόμιζε, ξαφνικά, ότι βρισκόταν κάπου μακριά από τους πιστούς του Άνκαραζ. Στην αντικρινή μεριά του δωματίου, μπροστά απ’τις φλόγες του τζακιού, είδε τη φιγούρα ενός ψηλού, γεροδεμένου άντρα, ο οποίος καθόταν σε πέτρινο θρόνο, μ’ένα αιματοβαμμένο ξίφος ακουμπισμένο στα γόνατα.

Ο θεός ενέκρινε. Και το γεγονός αυτό γέμιζε τη Ρικνάβαθ με ικανοποίηση.

Τα μάτια του ρωτούσαν αν η Εκλεκτή είχε κάποιο παράπονο με όσα της είχε προσφέρει.

Όχι, Άρχοντά μου, αποκρίθηκε εκείνη.

Τότε, ήταν ώρα ν’αρχίσει ο Αγώνας κατά του Εχθρού! Η βροχή θα τους οδηγούσε εύκολα έξω απ’την Έριγκ.

«Ξεκινάμε!» είπε η Ρικνάβαθ στους πιστούς της.

Οι ιερείς και οι ιερομαχητές σηκώθηκαν από τις θέσεις τους. Ο Μάργκαναρ –που πλέον δεν υπήρχε αμφισβήτηση στα μάτια του– άνοιξε την πόρτα του κυκλικού δωματίου, και πέρασαν όλοι στην τραπεζαρία, η οποία ήταν τώρα άδεια από κόσμο· ο πανδοχέας (που είχε προθυμοποιηθεί να βοηθήσει τους πιστούς του Άνκαραζ στον Αγώνα τους) είχε φροντίσει γι’αυτό.

Η Ρικνάβαθ φόρεσε το κράνος της και βγήκε στους δρόμους της Έριγκ που ακόμα βρέχονταν από την καταρρακτώδη βροχή. Ο Άνκαραζ δεν της είχε πει τίποτα συγκεκριμένο για τη νεροποντή, μα η νέα του Αρχιέρεια πίστευε ότι ίσως τούτο το καιρικό φαινόμενο να ήταν σταλμένο από τον Κύριό της. Μαζί με τους υπόλοιπους είκοσι-έναν ξεκίνησε να βαδίζει στο πλακόστρωτο. Τα βήματά τους χάνονταν μέσα στον ήχο της βροχής που χτυπούσε τις πέτρες, τα ξύλα, και τα κεραμίδια των οικοδομημάτων της πόλης.

Η Ρικνάβαθ αισθανόταν πως δεν υπήρχε κίνδυνος εδώ· όμως ήξερε πως, σύντομα, θα έπρεπε ν’αντιμετωπίσουν τους ακούσιους υποτακτικούς του Εχθρού.

Αλλά δεν τους φοβόταν· όχι όσο είχε τον Άνκαραζ κοντά της.

Εκείνο που της έλειπε νόμιζε πως είχε επιστρέψει: Μια παρουσία το ίδιο ισχυρή όπως αυτή της Λα-Κάρχ’νιι.

Όταν η Αρχιέρεια και οι πολεμιστές της έφτασαν στο λιμάνι, παρατήρησαν ότι φρουρείτο. Οι στρατιώτες δεν ήταν συγκεντρωμένοι σαν να περίμεναν επίθεση, όμως η Ρικνάβαθ είδε μια περιπολία έξι μαχητών να περνά, χωρίς να έχει προσέξει εκείνη και τους δικούς της, και μια άλλη, ισάριθμη περιπολία να έρχεται –κι αυτή τούς είχε προσέξει.

«Αλτ!» φώναξε ένας άντρας. «Ποιοι είστε;» Δεν είχαν αναγνωρίσει τη Ρικνάβαθ. Προφανώς, δεν περίμεναν να δουν μια γυναίκα ντυμένη με πανοπλία και λευκό χιτώνα.

Εκείνη, καταλαβαίνοντας τέλεια την Ωθράγκικη Γλώσσα τους, απάντησε: «Πηγαίνουμε στο πλοίο μας. Παραμερίστε.»

«Κανείς δε φεύγει απόψε,» είπε ο στρατιώτης. «Διαταγή της Επάρχου. Τι είστε, μισθοφόροι;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ιερέας Ίντραμελ. «Και κατευθυνόμαστε στο Νότο, όσο το δυνατόν ταχύτερα, προκειμένου ν’αντιμετωπίσουμε έναν μεγάλο κίνδυνο, με τη χάρη και τη δύναμη του Πολέμαρχου. Συντροφεύστε μας ή παραμερίστε, να περάσουμε.»

«Δεν άκουσες τι είπα;» φώναξε ο στρατιώτης μέσα στη βροχή. «Κανείς δε φεύγει απόψε. Διαταγή της Επάρχου.»

Η Ρικνάβαθ παρατήρησε πως άλλες δύο περιπολίες των έξι τούς είχαν δει και ζύγωναν.

«Επίθεση!» φώναξε, ξεσπαθώνοντας.

Η ξαφνική τους έφοδος έπιασε τους φρουρούς απροετοίμαστους. Το ξίφος της Ρικνάβαθ έσχισε το λαιμό του πρώτου, με τρομαχτική ακρίβεια, και οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν γρήγορα, περικυκλωμένοι από τους υπέρμαχους του Άνκαραζ, οι οποίοι ήταν μέχρι τον τελευταίο δεινοί μαχητές, όχι τυχαίοι μισθοφόροι.

Ωστόσο, ακόμα κι αυτοί είχαν τα όριά τους, και δεν πρόλαβαν να εξολοθρεύσουν την περίπολο προτού έρθουν οι άλλες δύο.

«Στο πλοίο μου!» φώναξε ο Ιερομαχητής Νίλμαν, αποκρούοντας το δόρυ ενός στρατιώτη, τον οποίο κάρφωσε στα πλευρά ο Μάργκαναρ.

«Οδήγησέ μας!» αντιφώναξε η Ρικνάβαθ, αποφεύγοντας ένα χτύπημα και κλοτσώντας την ασπίδα ενός αντιπάλου, για να τον στείλει στο έδαφος και να σπαθίσει έναν άλλο στον ώμο, κραυγάζοντας: «Άνκαραζ! Άνκαραζ!»

Ο Νίλμαν έτρεξε, κάνοντας νόημα στους συντρόφους του –οι οποίοι δε φαινόταν ακόμα να έχουν απώλειες– να τον ακολουθήσουν.

Η Ρικνάβαθ σχημάτιζε ένα αιματηρό μονοπάτι, καθώς καλούσε τους μαχητές της να έρθουν ξοπίσω της, προς το καράβι του ιερομαχητή. Μέσα της αισθανόταν τον Άνκαραζ να βρίσκεται σε έκσταση και να της προσφέρει ολοένα και περισσότερη δύναμη. Όσο πιο πολλούς αντιπάλους αντιμετώπιζε, τόσο ισχυρότερη γινόταν!

Ο Νίλμαν πήδησε πάνω στο ποταμόπλοιό του, κραυγάζοντας στους ναύτες του: «Ξυπνήστε, βρομόσκυλα! Σηκωθείτε! Τώρα! Φεύγουμε!» Δεν τους είχε προειδοποιήσει από πριν ότι θα ξεκινούσαν.

Οι μαχητές της φρουράς εξαπέλυσαν βέλη εναντίον τους, και οι υπέρμαχοι του Άνκαραζ ύψωσαν ασπίδες· ωστόσο, ένα από αυτά βρήκε το στόχο του, και ο Ιερέας Σέρκιρ καρφώθηκε στο στήθος και σωριάστηκε στην ξύλινη αποβάθρα όπου ήταν αραγμένο το ποταμόπλοιο του Νίλμαν.

«Μη σταματάτε! Πηγαίνετε!» πρόσταξε η Ρικνάβαθ, αντιλαμβανόμενη πως ήταν η φωνή του Άνκαραζ που έβγαινε από μέσα της. Ο Πολέμαρχος, προφανώς, δεν ήθελε να το ριψοκινδυνέψει καθόλου· θεωρούσε τούτο τον Αγώνα πολύ σημαντικό, και τον Σέρκιρ απλά μία από τις πρώτες απώλειες.

Η Ρικνάβαθ, όμως, δεν μπορούσε να τον αφήσει.

Οι βαλλιστροφόροι ετοιμάζονταν για δεύτερη βολή, αλλά εκείνη έτρεξε κι έφτασε κοντά στον πεσμένο ιερέα, θηκαρώνοντας το αιματοβαμμένο σπαθί της καθοδόν. Ο πορφυρός της μανδύας με το σύμβολο του Άνκαραζ ανέμιζε, καθώς η Αρχιέρεια έσπευδε στο πλευρό του τραυματισμένου της –ή ίσως κι ετοιμοθάνατου– συντρόφου.

«Φύγετε, Παναγιότατη!» της είπε ο Σέρκιρ, τη στιγμή που εκείνη γονάτισε πλάι του. Η Ρικνάβαθ δεν αποκρίθηκε· τον σήκωσε στα χέρια της –ήταν απίστευτα ελαφρύς!– και έτρεξε προς το ποταμόπλοιο του Νίλμαν, πάνω στο οποίο τώρα βρίσκονταν άπαντες οι υπέρμαχοι του Άνκαραζ.

Πίσω της, άκουσε τα βέλη να φεύγουν –και νόμιζε ότι μπορούσε να τα αισθανθεί να σχίζουν τον αέρα. Ήταν πολλά, υπερβολικά πολλά, για να τ’αποφύγει όλα. Έκλινε προς τη μεριά απ’όπου έρχονταν τα λιγότερα.

Ένα βλήμα έσχισε το μανδύα της, κι αστόχησε τη Ρικνάβαθ, για να καρφωθεί στο ποταμόπλοιο. Ένα δεύτερο πέρασε ανάμεσα απ’τα γόνατά της, για να μπηχτεί στο ξύλο της αποβάθρας. Κάποια άλλα έχασαν τελείως το στόχο τους. Αλλά ένα τελευταίο πέτυχε την Αρχιέρεια στον αριστερό μηρό–

Ο πόνος τη διαπέρασε σαν παγερή λόγχη, κάνοντάς τη να παραπατήσει, βρισκόμενη μονάχα μερικά βήματα απόσταση απ’το καράβι του Νίλμαν.

Άνκαραζ, μη μ’εγκαταλείπεις τώρα!

Κι ο Πολέμαρχος δεν την εγκατέλειψε.

Η φωτιά του την έσπρωξε, και η Ρικνάβαθ πήδησε πάνω στο κατάστρωμα του ποταμόπλοιου.

«Ρίξτε τους!» φώναξε ο Ιερέας Ίντραμελ, δείχνοντας τους ερχόμενους μαχητές της Έριγκ.

Η Ιερομαχήτρια Άρναβιν και κάποιοι άλλοι τέντωσαν τις χορδές μεγάλων τόξων και έβαλαν καταπάνω των φρουρών, το ένα βέλος κατόπιν του άλλου, προκειμένου να τους καθυστερήσουν, καθώς τα πανιά του ποταμόπλοιου άνοιγαν.

*

Η πολεμίστρια υποκλίθηκε μπροστά στην Έπαρχο-Κεντροφύλακα της Έριγκ, με τα μέταλλα της πανοπλίας της να κουδουνίζουν. Το πρόσωπό της ήταν βρεγμένο απ’τον ιδρώτα και τη βροχή, και έμοιαζε λαχανιασμένη.

«Υψηλοτάτη,» είπε, «μια άγνωστη ομάδα μισθοφόρων μάς επιτέθηκε, στο λιμάνι. Είχαν για αρχηγό μια γυναίκα που μαχόταν τόσο καλά που ήταν απίστευτο· σας λέω αλήθεια, Αρχόντισσά μου.»

Ωωωχ, σκέφτηκε ο Βάνμιρ, η Ρικνάβαθ. Και ο Άνκαραζ.

«Συνέχισε,» παρότρυνε η Φερνάλβιν την πολεμίστρια, παρατηρώντας από την έκφραση της ότι ήταν πολύ ταραγμένη για να ψεύδεται. «Πόσοι ήταν;»

«Καμια εικοσαριά τούς υπολογίσαμε, Αρχόντισσά μου, αν και μπορεί να ήταν και λίγο περισσότεροι. Καταλαβαίνετε, λόγω της βροχής και της αναταραχής, υπήρχε σύγχυση. Πάντως, ορισμένοι είδαν επάνω στα ρούχα των μισθοφόρων, κι επάνω στο μανδύα της αρχηγού τους επίσης, ένα σχετικά παλιό έμβλημα: αυτό της θρησκείας του Άνκαραζ, Αρχόντισσά μου: το πορφυρό, ακτινοβόλο ξίφος.»

«Συλλάβατε κανέναν τους;» ρώτησε η Φερνάλβιν.

«Δυστυχώς, όχι. Έφυγαν γρήγορα, και μας είχαν αιφνιδιάσει.»

«Προς τα πού πήγαν;»

«Μπήκαν σ’ένα ποταμόπλοιο και έπλευσαν ανατολικά. Θέλετε να τους καταδιώξουμε;»

«Μ’αυτό τον καιρό, καλύτερα όχι,» είπε η Φερνάλβιν. Και ύστερα, στράφηκε στον Βάνμιρ. «Η αρχηγός τους μπορεί να ήταν…;»

Εκείνος κατένευσε. «Ναι. Σίγουρα, ήταν η Ρικνάβαθ.» Όπως το περίμενα, οι ακόλουθοι του Άνκαραζ τη βρήκαν πριν από εμάς, πρόσθεσε νοερά.

«Και προς τα πού πηγαίνουν, κατευθυνόμενοι ανατολικά;» ρώτησε ο Πρίγκιπας Ζάρναβ. «Στη Φεν εν Ρωθ; Θέλουν να βγουν απ’το Βασίλειο;»

«Δε νομίζω, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ. «Μάλλον, απλά ήθελαν να φύγουν από την Έριγκ. Είμαι βέβαιος πως θα σταματήσουν, λίγα μίλια μακριά απ’την πόλη, και θα κατεβούν απ’το σκάφος, για να ταξιδέψουν νότια.»

«Ώστε να βρουν εκείνο τον Εχθρό…» είπε ο Ζάρναβ, σκεπτικός, σαν να μονολογούσε. Δεν επρόκειτο για ερώτηση· είχε πλέον πειστεί γι’αυτά που έλεγε ο Άρχοντας από το Ράλτον. Πρέπει να έχει δίκιο, συλλογίστηκε ο Πρίγκιπας Έπαρχος της Έριγκ. Εξάλλου, πρόβλεψε σωστά τον ερχομό του Θηρίου· γιατί όχι και τον ερχομό αυτού του… Εχθρού, λοιπόν; Η οικογένειά μου κινδυνεύει.

Ο Βάνμιρ ένευσε καταφατικά. «Ναι. Και έχουν τη Ρικνάβαθ τώρα μαζί τους: την Εκλεκτή του Άνκαραζ, που πιστεύουν ότι θα τους οδηγήσει στη νίκη.»

«Και τι θα πολεμήσουν; Είπες ότι ο Εχθρός είναι κρυμμένος,» αντιγύρισε ο Ζάρναβ.

«Υψηλότατε,» είπε η πολεμίστρια, «με συγχωρείτε για τη διακοπή.» Και προς τη Φερνάλβιν: «Με χρειάζεστε τίποτ’άλλο, Αρχόντισσά μου;»

«Όχι, μπορείς να πηγαίνεις. Και πρόσταξε να διπλασιαστούν οι φρουρές, παντού.»

«Μάλιστα.» Η πολεμίστρια υποκλίθηκε ξανά, κι έφυγε απ’τη μεγάλη αίθουσα του παλατιού.

Ο Ζάρναβ εξακολούθησε να κοιτά τον Βάνμιρ, αναμένοντας απάντηση.

«Δεν έχω απάντηση για τα πάντα, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε, ευθέως, εκείνος. «Τι θα πολεμήσουν, προφανώς, μόνο αυτοί γνωρίζουν. Και, για να πω την αλήθεια, ετούτη η επιστροφή του Άνκαραζ με φοβίζει. Δεν ξέρω πόσο επικίνδυνος για εμάς είναι ο ‘Εχθρός’ του, πάντως νομίζω πως κι ο ίδιος ο Πολέμαρχος είναι εξίσου επικίνδυνος.»

«Συμφωνώ, Βάνμιρ, απόλυτα,» είπε η Φερνάλβιν, ενθυμούμενη τους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ… ενθυμούμενη τον εαυτό της να προσεύχεται στον Άνκαραζ, για να τσακίσει τους αντίμαχούς της και να προσφέρει δύναμη κι αντοχή σ’εκείνη και στους συμμαχητές της… ενθυμούμενη τους ιερείς του Θεού του Αίματος να υψώνουν το λάβαρό του στον ουρανό και να ουρλιάζουν κατάρες και προσευχές συνάμα, χωρίς να είναι ούτε με τους Νορβήλιους, ούτε με τους Ενρεβήλιους, ούτε με τους Σαρενθάλιους, ούτε με τους Αρβενθλόνιους, καθότι κι οι ίδιοι βρίσκονταν διαιρεμένοι, χωρισμένοι σε τάγματα, αιρέσεις, και σέχτες, υποσχόμενοι ο καθένας τη νίκη στους δικούς του ακόλουθους, αν έχυναν περισσότερο αίμα απ’τους άλλους, αν ικανοποιούσαν τον Πολέμαρχο πιο πολύ. Στο τέλος των Πολέμων της Φεν εν Ρωθ, όλα τα Βασίλεια των Ωθράγκος είχαν αποποιηθεί τη θρησκεία του Άνκαραζ· μονάχα μερικοί φανατικοί πλέον παρέμεναν πιστοί στον Άρχοντα της Μάχης. Αλλά κι αυτοί ολοένα λιγόστευαν… μέχρι στιγμής.

Ναι, έπρεπε να παραδεχτεί η Φερνάλβιν, ο Πολέμαρχος αποτελούσε, αναμφίβολα, παρόμοιο κίνδυνο με τον «Εχθρό», όποιος ή ό,τι κι αν ήταν αυτός.

«Πρέπει να προστατέψουμε το Βασίλειο,» δήλωσε η Κεντροφύλαξ, σταθερά.

«Από ποιον;» ρώτησε ο Ζάρναβ. «Από τον Εχθρό ή από τους πιστούς του Άνκαραζ;»

«Και από τους δύο,» είπε η Φερνάλβιν. «Εσύ τι λες, Βάνμιρ;»

«Συμφωνώ, θεία,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Μπορείς να κάνεις κάποια απ’αυτές τις μαντείες σου, ώστε να βρεις τον καλύτερο τρόπο για να κινηθούμε;» ρώτησε ο Ζάρναβ.

«Φοβάμαι, Υψηλότατε, πως, μέσω της μαντείας που γνωρίζω, δεν είναι βέβαιο ότι θα το κατορθώσω τούτο. Ωστόσο, θα μπορούσα να προσπαθήσω· αλλά χρειάζομαι χρόνο, και χώρο κατάλληλο.»

Ο Ζάρναβ κοίταξε τη Φερνάλβιν, ερωτηματικά.

Εκείνη αναστέναξε. «Βάνμιρ,» είπε, «αν μπορείς όντως να κάνεις μια μαντεία που θα μας βοηθήσει, θα σου ζητούσα να την επιχειρήσεις.» Προείδε σωστά τον δεύτερο ερχομό του Μεγάλου Θηρίου, σκέφτηκε, άρα πρέπει, πράγματι, να γνωρίζει κάποιες απόκρυφες τέχνες. Άστον να δοκιμάσει, λοιπόν.

«Ευχαρίστως,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ. «Όμως,» τόνισε, γι’ακόμα μία φορά, «να έχετε εξαρχής υπόψη σας πως η επιτυχία δεν είναι βέβαιη.»

«Τι εννοείς;» ρώτησε ο Ζάρναβ. «Εξήγησέ μας περισσότερο!»

«Εννοώ ότι ίσως και να μην καταφέρω να δω τίποτα· ή ίσως να υπάρξουν κάποιες… παρενέργειες.»

«Πώς τα κατάφερες με το Θηρίο και το στρατό του;» είπε η Φερνάλβιν.

«Τότε, ήξερα ακριβώς τι ζητούσα… ή, μάλλον, ήξερα περίπου τι ζητούσα, και βρήκα παραπάνω απ’όσα έψαχνα,» εξήγησε ο Βάνμιρ. «Όπως και νάχει, όμως, θα δοκιμάσω πάλι να κοιτάξω στο μέλλον.»

«Βάνμιρ,» ρώτησε η Φερνάλβιν, σκεπτόμενη τις παρενέργειες για τις οποίες είχε μόλις μιλήσει ο ανιψιός της, «είναι επικίνδυνο αυτό για σένα;» Μπορεί να συμπαθούσε τον Ρόλμαρ περισσότερο, όμως δεν επιθυμούσε να βάλει κανένα από τα δύο της ανίψια σε κίνδυνο.

«Ναι,» απάντησε, ειλικρινά, εκείνος.

«Τότε, αν νομίζεις ότι–»

«Μπορώ να τον αποφύγω τον κίνδυνο, θεία,» δήλωσε ο Βάνμιρ. «Έχω διαβάσει βιβλία σχετικά μ’αυτό. Και θα κάνω και μια γρήγορη ανάγνωση ξανά στα σημαντικά κομμάτια.»

«Σε ποιο βιβλίο αναφέρεσαι;»

«Στη Βίβλο της Μαντείας, του Ενρεβήλιου ερημίτη Μίριλαν.»

«Αχά…» είπε η Φερνάλβιν, «το έχω διαβάσει κι εγώ. Μα δε νομίζω ότι τα πράγματα που περιγράφει εφαρμόζονται εύκολα.»

(Ο Ζάρναβ εξεπλάγη λίγο από την απάντησή της. Δεν ήξερε πως η σύζυγός του διάβαζε απόκρυφα κείμενα!…)

«Εύκολα, όχι,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ. «Αλλά δεν είναι το ίδιο για όλους τους ανθρώπους. Κάποιοι έχουν μεγαλύτερη κλίση… είναι πιο ανοιχτοί στις κοσμικές ενέργειες απ’ό,τι άλλοι. Για παράδειγμα, η Ρικνάβαθ είναι τόσο ανοιχτή, που βάζει σε κίνδυνο τον εαυτό της.»

«Και τους υπόλοιπους επίσης, απ’ό,τι φαίνεται,» σχολίασε ο Ζάρναβ. «Πότε θ’αρχίσεις, λοιπόν;» ρώτησε. «Νομίζω πως ο χρόνος έγινε, ξαφνικά, πολύτιμος.»

Ο Βάνμιρ σηκώθηκε από την πολυθρόνα του. «Μπορώ ν’αρχίσω αμέσως,» δήλωσε. «Όμως θέλω, πρώτα, να κάνετε κάποιες προετοιμασίες, όπως προείπα.»

 

 


Κεφάλαιο 27
Προβλέψεις, Δισταγμοί, και Τιμές

 

Οι ακόλουθοι του Άνκαραζ συγκεντρώθηκαν γύρω της, καθώς εκείνη βρισκόταν πεσμένη στο κατάστρωμα του ποταμόπλοιου, νιώθοντας τον πόνο που προερχόταν από τον αριστερό της μηρό να της παραλύει όλη τη μέση. Την έπιασαν από τα χέρια και τα πόδια και τη σήκωσαν, μέσα στην καταρρακτώδη βροχή, πηγαίνοντάς την σ’ένα σκεπαστό μέρος, που η Ρικνάβαθ υπέθεσε πως ήταν η καμπίνα του καπετάνιου.

Καθώς την απόθεσαν σ’ένα κρεβάτι, το βλέμμα της, για κάποιο λόγο, καρφώθηκε στην αναμμένη λάμπα η οποία κρεμόταν από το ταβάνι, κάνοντας σπασμωδικά πέρα-δώθε, ακολουθώντας το βίαιο λίκνισμα του καραβιού επάνω στα ταραγμένα νερά του ποταμού Μάρνελ.

Η φωτιά μέσα στη λάμπα ήταν δυνατή, τόσο δυνατή…

Η Ρικνάβαθ αισθανόταν να ζεσταίνεται και μόνο που την έβλεπε· και η θερμότητα έκανε τον πόνο της πληγής της χειρότερο. Νόμιζε πως ο Άνκαραζ την είχε, ξαφνικά, εγκαταλείψει, και τον ικέτεψε, νοερά, να επιστρέψει, να τη γλιτώσει από τούτο το μαρτύριο· μα εκείνος έμοιαζε να μην ακούει.

Η Ρικνάβαθ ίσα που κατάλαβε ότι οι πιστοί ακόλουθοι του θεού της της αφαιρούσαν τα ρούχα και εξέταζαν τον τραυματισμένο της μηρό, προσπαθώντας να βρουν τον καταλληλότερο τρόπο ώστε να βγάλουν το βέλος από μέσα της. Έβλεπε θολά τα πρόσωπά τους, ενώ οι φωνές τους μπερδεύονταν στ’αφτιά της, σαν να μην μπορούσε πλέον να κατανοήσει τη Γλώσσα των Ωθράγκος· κι όμως, πού και πού, έπιανε διάφορες φράσεις… αλλά δεν έβγαζε κανένα νόημα.

Η λάμπα λικνιζόταν πέρα-δώθε, πέρα-δώθε, πέρα-δώθε… και η φωτιά εντός της δυνάμωνε. Δυνάμωνε. Φούντωνε. Τσιτσίριζε και γρύλιζε, σα μανιασμένο θηρίο.

Λάθος αφέντη βρήκες να υπηρετήσεις, Μάντισσα! αντήχησε η Φωνή της Φωτιάς. Θα καείς ζωντανή γι’αυτό!

Τρόμος τη γέμισε –κι ένας ξαφνικός πόνος έκανε το κορμί της να τρανταχτεί πάνω στο κρεβάτι, ενώ μια άναρθρη κραυγή έβγαινε απ’τα χείλη της.

Είδε ένα αιματοβαμμένο βέλος να ρίχνεται στο πάτωμα.

«Παναγιότατη, τελείωσε,» είπε κάποιος, καθίζοντας πλάι της, στο κρεβάτι. «Τώρα, ο Κύριός μας θα φροντίσει για τα υπόλοιπα.» Η φωνή του δεν ερχόταν καθαρά στ’αφτιά της.

Η Ρικνάβαθ προσπάθησε να εστιάσει το βλέμμα της επάνω του, για να τον κοιτάξει, να δει ποιος ήταν. Κι αντίκρισε το πρόσωπο του Ιερέα Ίντραμελ.

«Ο Ιερέας Σέρκιρ;» τον ρώτησε. «Είναι ζωντανός;»

«Το τραύμα του είναι άσχημο, Παναγιότατη,» αποκρίθηκε ο Ίντραμελ. «Δεν ξέρω αν θα σωθεί. Επιπλέον, άλλοι τον φροντίζουν· εγώ ήμουν εδώ από την αρχή, κοντά σας. Είναι το καθήκον μου, ως Καθοδηγητής σας. Εάν, φυσικά, με δεχτείτε.»

Η Ρικνάβαθ αισθάνθηκε κάποιον να πασπατεύει το τραύμα στο μηρό της, και έτριξε τα δόντια, ενώ τα δάχτυλά της έσφιγγαν το σεντόνι του κρεβατιού. Η λάμπα λικνιζόταν γρηγορότερα.

«Η Ιέρεια Σήνιμαλ βάζει βότανα στην πληγή σας, Παναγιότατη· μην ανησυχείτε,» είπε ο Ίντραμελ. «Ο Κύριός μας είναι μαζί σας.»

Είναι; αναρωτήθηκε η Ρικνάβαθ, που νόμιζε πως δεν μπορούσε να αισθανθεί την παρουσία του εντός της. Ή, μήπως, τον απογοήτεψα, πηγαίνοντας να σώσω τον Σέρκιρ;

«Ναι,» αποκρίθηκε, «το ξέρω… Η Έριγκ; Είμαστε μακριά; Μας ακολουθούν;»

«Όχι, δε μας ακολουθεί κανείς, και απομακρυνόμαστε. Αλλά, σύντομα, θα σταματήσουμε στις νότιες όχθες του ποταμού Μάρνελ, ώστε να συνεχίσουμε την προέλασή μας νότια.

»Παναγιότατη,» –ο Ίντραμελ έσφιξε το χέρι της, με τα δύο δικά του– «θα μας οδηγήσετε στην απόλυτη νίκη εναντίον του Εχθρού· είμαι βέβαιος!»

«Ναι…» μουρμούρισε η Ρικνάβαθ, βλεφαρίζοντας και προσπαθώντας να κάνει την καμπίνα να πάψει να περιστρέφεται γύρω της, «ναι, θα σας οδηγήσω…» Γιατί ποτέ δε μ’αφήνουν σε ησυχία; Γιατί κανένας ποτέ δε μ’αφήνει σε ησυχία; Θεοί, πνεύματα, δαίμονες –χίλιες κατάρες επάνω σ’όλους τους!

Άνκαραζ! γιατί δε με βοηθάς τώρα; Γιατί δεν κάνεις τούτο τον πόνο να σταματήσει;

Η Ρικνάβαθ νόμιζε πως άκουσε μια λεπίδα να ξεθηκαρώνεται και να ακονίζεται, δυνατά.

Θα ανάρρωνε γρήγορα, γιατί έπρεπε να πολεμήσει. Ο Εχθρός δε θα καθυστερούσε να στραφεί εναντίον της.

*

Ο Βάνμιρ έστησε το θρόνο μαντείας στο δωμάτιό του μέσα στο παλάτι της Έριγκ, και τον περιτριγύρισε από ψηλά κηροπήγια, επάνω στα οποία βρίσκονταν αρωματικά κεριά από λίπος μο σ’άρκι. Πολλά από τα έπιπλα του χώρου τα παραμέρισε, ώστε να μην τον ενοχλούν.

Η θεία του, Φερνάλβιν, και ο Πρίγκιπας Ζάρναβ τον παρακολουθούσαν, καθώς τα έκανε όλα τούτα, και φάνηκαν ν’απορούν όταν εκείνος τους είπε: «Χρειάζομαι και κάποιον υπηρέτη, για να με ξυπνήσει, αν υπάρξει ανάγκη.»

«Τι εννοείς ‘αν υπάρξει ανάγκη’;» ρώτησε η Έπαρχος.

«Θεία,» είπε ο Βάνμιρ, καθώς έστηνε τους χρωματικούς του κρυστάλλους, έναν-έναν, στα κατάλληλα σημεία, «θα καθίσω σ’εκείνο το θρόνο που βλέπεις, προκειμένου να επιτελέσω τη μαντεία μου, και θα μοιάζω να κοιμάμαι. Όμως, όπως σου τόνισα και πριν, υπάρχουν κίνδυνοι: Ίσως να φανεί ότι πνίγομαι ή ότι χτυπιέμαι χωρίς λόγο, ή κάτι παρόμοιο.» Τοποθέτησε τον τελευταίο κρύσταλλο στη σωστή θέση, και ο χώρος γέμισε με μια πανδαισία χρωμάτων που τον έκανε να μοιάζει εξώκοσμος, σαν, ξαφνικά, το δωμάτιο αυτό να ήταν κάποιο άλλο, τελείως διαφορετικό. «Τότε, λοιπόν, θα ήθελα να έχω κοντά μου κάποιον, ώστε να με ξυπνήσει. Γιατί είναι πολύ πιθανό να μην μπορώ να ξυπνήσω τον εαυτό μου.»

«Θα καθίσω εγώ κοντά σου, Βάνμιρ,» δήλωσε η Φερνάλβιν, νιώθοντας κάποια υποχρέωση να προστατέψει τον ανιψιό της από έναν κίνδυνο στον οποίο εκείνη η ίδια τον έστελνε.

Ο Ζάρναβ τής έριξε ένα ανήσυχο βλέμμα. «Τότε, θα μείνω κι εγώ.»

«Παρακαλώ, Πρίγκιπά μου, καλύτερα όχι,» είπε ο Βάνμιρ. «Όσο περισσότεροι βρίσκονται εδώ, τόσο δυσκολότερο θα είναι για μένα ν’αυτοσυγκεντρωθώ.»

«Προτείνεις ν’αφήσω την Έπαρχο της Έριγκ και Κεντροφύλακα του Βασιλείου απροστάτευτη;» αντιγύρισε ο Ζάρναβ.

«Η θεία δε θα κινδυνέψει, Υψηλότατε,» τον διαβεβαίωσε ο Βάνμιρ. «Μονάχα εγώ.»

«Πήγαινε,» είπε, ήπια, η Φερνάλβιν στον σύζυγό της, αγγίζοντας τον πήχη του.

Εκείνος την κοίταξε διστακτικά· ύστερα, ένευσε κοφτά και βάδιζε προς την πόρτα. Στο κατώφλι, σταμάτησε και στράφηκε, για να πει στην Έπαρχο πάνω απ’τον ώμο του: «Αν χρειαστείς βοήθεια, φώναξε. Δε θα είμαι μακριά.»

«Εντάξει.»

Ο Πρίγκιπας αποχώρησε.

Ο Βάνμιρ είχε ήδη ανοίξει τη Βίβλο της Μαντείας του Ενρεβήλιου Ερημίτη Μίριλαν και διάβαζε ορισμένα της κομμάτια: εκείνα που μιλούσαν για τους κινδύνους του εξωσωματικού ταξιδιού κοντά στην Πρωταρχική Μάζα.

Η Φερνάλβιν τον παρακολουθούσε, χωρίς να μιλά. Το δωμάτιο γύρω της έπρεπε να παραδεχτεί ότι τη φόβιζε κάπως· τα νεύρα της ήταν τεντωμένα, σαν να βρισκόταν σε μάχη. Ο ανιψιός της είχε κάνει απλά ένα κόλπο με το φως, και τα πάντα είχαν αλλάξει. Η Έπαρχος αναρωτήθηκε, για μια στιγμή, μήπως ο Βάνμιρ είχε κάνει και κάτι παραπάνω από ένα «κόλπο», όμως, σχεδόν αμέσως, μάλωσε τον εαυτό της που ήταν τόσο δεισιδαίμων. Όλα τούτα ήταν στημένα για να τον βοηθήσουν στην αυτοσυγκέντρωσή του.

Ωστόσο, αυτός ο θρόνος θα μπορούσε να ήταν και πιο… κομψά φτιαγμένος. Εκείνα τα ακαθορίστου φύλου κεφάλια που βρίσκονταν λαξευμένα στους βραχίονές του σήκωναν τις τρίχες της Φερνάλβιν, όποτε το βλέμμα της έπεφτε πάνω τους. Και τα μάτια τους έμοιαζαν ζωντανά –αναμφίβολα, λόγω του αλλόκοτου φωτισμού.

«Πότε θ’αρχίσουμε;» ρώτησε τον ανιψιό της, λιγάκι ανυπόμονα.

Ο Βάνμιρ έκλεισε τη Βίβλο της Μαντείας και την απόθεσε στο γραφείο του. «Αμέσως.» Πήρε στο χέρι την κούπα με το νερό που είχε από πριν ζητήσει να του φέρουν, και έτριψε μέσα της μια σκόνη. Ύστερα, έδωσε το κύπελλο στη Φερνάλβιν. «Αν αρχίσω να φέρομαι παράξενα, ρίξτο στο πρόσωπό μου. Θα με συνεφέρει. Έχει ξαναπιάσει.»

Η Έπαρχος ένευσε.

Ο Βάνμιρ άναψε τα κεριά. Μια μεθυστική μυρωδιά απλώθηκε στο δωμάτιο, του οποίου το παράθυρο ήταν κλειστό. «Έκανα το χώρο ειδικό για υπνωτισμό, θεία,» την προειδοποίησε. «Πρόσεξε να μην κοιμηθείς. Πρέπει να είσαι συνεχώς ξύπνια και να βλέπεις μήπως φερθώ παράξενα.»

«Μην ανησυχείς, Βάνμιρ,» αποκρίθηκε η Φερνάλβιν. Έχω περάσει πολλές άυπνες νύχτες, για να με πάρει ο ύπνος τώρα, συλλογίστηκε, ενθυμούμενη, γι’ακόμα μία φορά, τους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ.

Ο Βάνμιρ φόρεσε έναν ελαφρύ, μαύρο χιτώνα με κουκούλα, τον οποίο είχε προστάξει να του φέρουν. Μέσα στη Βίβλο της Μαντείας είχε διαβάσει πως ένα τέτοιο ένδυμα βοηθούσε τον μάντη, σκοτεινιάζοντας τη όρασή του και υποβάλλοντάς του τη σκέψη ότι το σώμα του ήταν ανύπαρκτο μέσα στην πανδαισία των χρωμάτων.

Κάθισε στο θρόνο μαντείας. Έβγαλε μερικά φύλλα δάφνης από το σακουλάκι στη μέση του και τα έβαλε στο στόμα, δαγκώνοντάς τα και χαλαρώνοντας.

Ετούτη τη φορά, δυσκολεύτηκε περισσότερο να βγει απ’το κορμί του. Ήταν σαν η ψυχή του να είχε αγκιστρωθεί γερά στον υλικό κόσμο και να μην ήθελε ν’απομακρυνθεί, φοβούμενη να πλησιάσει την Πρωτοπλασματική Μάζα, το Μεγάλο Ένα, απ’όπου γεννιούνται όλα.

Όμως, τελικά, ο Βάνμιρ έφτασε στον προορισμό του…

Η Μάζα άρχισε ν’αναπνέει γύρω του, όπως ένα πελώριο θηρίο, ένα θηρίο που συντηρούσε την Κουαλανάρα και την έτρεφε. Ο μη-λαβύρινθος απλώθηκε ξανά πανταχόθεν· αλλά τώρα δεν υπήρχε νήμα για ν’ακολουθήσει ο Βάνμιρ, λες και του έλειπε ο σκοπός. Κι αμέσως, κατάλαβε γιατί: Δεν έφταιγε κάτι άλλο, παρά το γεγονός ότι ήταν μπερδεμένος σχετικά με το τι αναζητούσε.

Ο Εχθρός στο Νότο –μονάχα μια σκιά στο νου του· τίποτα το συγκεκριμένο–

Η Μάζα τον καλούσε. Τον καλούσε να ενωθεί με το Ένα. Να μην επιστρέψει στην Ύλη και στη Στιγμή, να εναγκαλιστεί την Αιωνιότητα. Αλλά ο Βάνμιρ θυμήθηκε πάλι τα λόγια του Ερημίτη Μίριλαν, όπως ήταν καταγεγραμμένα στη Βίβλο της Μαντείας: Μην αφήσεις τον Πειρασμό της Ολοκλήρωσης να σε Φυλακίσει· θυμήσου το Δρόμο σου.

Μα, τώρα δεν υπήρχε Δρόμος. Έλειπε ο σκοπός. Ο στόχος της αναζήτησης.

Και το Κάλεσμα γινόταν πιο ισχυρό, όσο εκείνος καθυστερούσε.

Ο Εχθρός στο Νότο.

Μια σκιά που γλιστρούσε, που ξέφευγε, που έτρεχε μέσα στον μη-λαβύρινθο, που δεν υπήρχε.

Το Κάλεσμα δυνάμωνε.

Το Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων στη Νουάλβορ! Ένας πιο ξεκάθαρος σκοπός: ένας Δρόμος.

Ο Βάνμιρ ακολούθησε το νήμα εμπρός του, και κινήθηκε… πλάγια (αυτό το παράξενο, ακατονόμαστο πλάγια). Είδε τους Πύργους να ορθώνονται μέσα στον άνεμο. Ο Ρόλμαρ βρισκόταν κάπου εκεί, στο εσωτερικό τους. Ο Βάνμιρ χάθηκε σε διαδρόμους και δωμάτια ατελείωτα… το αιωνίως λαβυρινθώδες βασιλικό παλάτι, που ανέκαθεν του κινούσε την περιέργεια, αλλά ήξερε πως ο Βασιληάς Άργκελ ποτέ δε θα του έδινε την άδεια να το εξερευνήσει. Πολλά μυστικά κρύβονταν εκεί μέσα.

Αντίκρισε τον δίδυμό του, καθαρά, πολύ καθαρά. Όμως, αμέσως, μια σκιά πετάχτηκε πίσω απ’τον Ρόλμαρ και τον τύλιξε, δίχως εκείνος να την έχει καν αντιληφθεί. Η σκιά ήταν επικίνδυνη –έτσι την αισθανόταν ο Βάνμιρ: πολύ επικίνδυνη– και κολλούσε πάνω στο δέρμα του αδελφού του, γινόταν ένα μ’αυτόν.

Κόσμος πολύς ψιθύριζε γύρω του: και λέγανε κακά πράγματα, τον δυσφημούσαν.

Αλλά, από πού είχε έρθει η σκιά; Ο Βάνμιρ επιχείρησε ν’ακολουθήσει το μονοπάτι της μέσα στο Ένα, τη χρονορροή που είχε χαράξει –και μπλέχτηκε, την έχασε. Η σκιά δε φαινόταν να κινείται ομαλά· πήγαινε σπαστά, σαν να βούταγε απ’τη μια χρονορροή στην άλλη. Πώς ήταν αυτό δυνατόν; Έμοιαζε να βρίσκεται κοντά στην Πρωτοπλασματική Μάζα, τόσο κοντά…

Δεν πρέπει να επρόκειτο για ανθρώπινη οντότητα, συμπέρανε ο Βάνμιρ. Αλλά ούτε και για θεό. Η Λα-Κάρχ’νιι, το Μεγάλο Θηρίο, δεν ακολουθούσε τέτοια, ανώμαλη, πορεία. Ταξίδευε στρωτά μέσα στο χώρο και στο χρόνο· η μαντική μέθοδος του Ωθράγκος την εντόπιζε. Όμως τούτη η σκιά ήταν κάτι άλλο…

Ο Εχθρός!

Βρήκα, άραγε, τον Εχθρό του Άνκαραζ και της Λα-Κάρχ’νιι; αναρωτήθηκε ο Βάνμιρ. Τον βρήκα επάνω στον αδελφό μου; Τι σχέση έχει ο Ρόλμαρ;

Προσπάθησε να μάθει κι άλλα, περιπλανώμενος στις χρονορροές του Παλατιού των Δεκαεννέα Πύργων· όμως, όσο περιπλανιόταν, τόσο περισσότερο νόμιζε πως έχανε το στόχο του. Εκατοντάδες άνθρωποι ζούσαν εκεί· δεν ήταν εύκολο, επομένως, να διακρίνει κανείς το μέλλον σ’αυτό το μέρος. Πολλά παιχνίδια παίζονταν· και οι αποφάσεις του ενός παίκτη επηρέαζαν τη μοίρα του άλλου, δραματικά ίσως. Οι χρονορροές μπερδεύονταν και μπερδεύονταν και μπερδεύονταν· και κάπου εκεί πέρα κρυβόταν η σκιά –ο Εχθρός–, άπιαστη, αόρατη σχεδόν.

Ο Βάνμιρ αισθάνθηκε να κουράζεται, να βαραίνει. Έπρεπε να επιστρέψει στο σώμα του, σύντομα. Γιατί, όσο πιο αδύναμος γινόταν, τόσο ευκολότερα μπορούσε να υποκύψει στο Κάλεσμα της Ένωσης με το Ένα.

Αλλά –δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί– αποφάσισε να φέρει στο νου του τη Ρικνάβαθ, προτού φύγει: ν’ακολουθήσει το νήμα που θα τον οδηγούσε σ’αυτήν. Το Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων ξεθώριασε, πλησιάζοντας τον, ερχόμενο προς το μέρος του, γρήγορα, γρήγορα, γρήγορα, και διαλυόμενο σε λαμπυρίζοντα θραύσματα, σ’έναν ολόκληρο ωκεανό από τέτοια. Έναν ωκεανό για να ταξιδέψει ο Ωθράγκος, παρασυρόμενος από το νήμα της μαντείας του.

Είδε στρατιώτες· άκουσε φωνές· αισθάνθηκε ένα ζεστό πίδακα αίματος να χτυπά το πρόσωπό του–

Ένα ξίφος ξεθηκαρώθηκε, κάπου. Υψώθηκε, μα ο Βάνμιρ δε μπορούσε να το κοιτάξει, σα να βρισκόταν πέρα από την άκρη του πεδίου όρασής του. Ωστόσο, μπορούσε να το αισθανθεί, και ένας παγερός φόβος τον διαπέρασε.

Το λεπίδι κρεμόταν πάνω απ’το κεφάλι του!

Και κατέβηκε.

Το νήμα μαντείας κόπηκε, και ο Βάνμιρ βούλιαξε μέσα στον ωκεανό, βρέθηκε στον μη-λαβύρινθο, άκουσε το Κάλεσμα της Μάζας, ένιωσε την ανάσα της.

Η Κουαλανάρα ανέπνεε γύρω του, κι εκείνος είχε τη δυνατότητα να γίνει ένα μ’αυτήν.

Τώρα…

…ή ποτέ.

Ο Βάνμιρ πάλεψε να ξεφύγει απ’αυτή την παραφυσική παρόρμηση απόλυτης τελείωσης και ένωσης.

Προς τα πού είναι έξοδος; Έχω χαθεί;

Η Μάζα με πνίγει!

Βρισκόταν δίπλα σ’ένα απέραντο θηρίο που τον αγκάλιαζε, μην αφήνοντάς τον ν’αναπνεύσει ελεύθερα.

Το βάρος του κόσμου…

…επάνω του.

Νερό πιτσίλισε το πρόσωπό του. Νερό που τον έκαιγε.

Ο Βάνμιρ μούγκρισε, ανοίγοντας τα μάτια και βλεφαρίζοντας. Μέσα στο ποικιλόχρωμο φως αντίκρισε το πρόσωπο της θείας του, Φερνάλβιν, να τον κοιτάζει μ’ανησυχία. Η Έπαρχος είχε αδειάσει όλο το ποτήρι επάνω του. Το καρυκευμένο νερό τού έκαιγε το δέρμα.

Έτριψε το πρόσωπό του, με τα δύο χέρια, και σηκώθηκε όρθιος.

«Είσαι καλά;» τον ρώτησε η Φερνάλβιν. «Μου φάνηκες να πνίγεσαι.»

Ο Βάνμιρ ένευσε. «Κι εγώ έτσι νόμιζα.» Αισθανόταν το σώμα και το πνεύμα του κατάκοπα. «Σε παρακαλώ, θεία, άνοιξε το παράθυρο, να διαλυθεί ο καπνός.»

Η Φερνάλβιν υπάκουσε. Ο ανιψιός της έσβησε τα αρωματικά κεριά, με μια μακριά λαβίδα· ύστερα, κάθισε στην καρέκλα του γραφείου κι ανέπνευσε τον νυχτερινό αέρα που ερχόταν από το παράθυρο, αναμιγμένος με τη μυρωδιά της βροχής η οποία ακόμα έπεφτε καταρρακτωδώς στην Επαρχία της Έριγκ.

«Τι έμαθες;» τον ρώτησε η Φερνάλβιν.

Ο Βάνμιρ έβγαλε τη μασημένη δάφνη απ’το στόμα του και σηκώθηκε ξανά όρθιος, βαδίζοντας κουρασμένα προς έναν από τους χρωματικούς κρυστάλλους. «Τίποτα,» αποκρίθηκε. «Λίγα, πολύ λίγα.» Μετατόπισε τον έναν κρύσταλλο κι αμέσως η πανδαισία χρωμάτων διαλύθηκε, για ν’αντικατασταθεί απ’το φως της λάμπας του δωματίου.

«Πες μου,» επέμεινε η Φερνάλβιν.

Ο Βάνμιρ πήγε στη μικρή, ξύλινη κάβα και γέμισε ένα ποτήρι με νερό, πίνοντας βαθιά. «Είδα πως ο Ρόλμαρ βρίσκεται στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων και πως κινδυνεύει εκεί… από τον Εχθρό, μάλλον.» Κι αναρωτιέμαι αν εκείνη η Ρουζβάνη –η Νίθρα– έχει καμια σχέση μ’αυτό τον Εχθρό, πρόσθεσε νοερά, και το κράτησε για τον εαυτό του. Ωστόσο, δεν την εντόπισα με τη μαντεία μου…

«Τίποτ’άλλο;» ρώτησε η Φερνάλβιν, απογοητευμένα.

«Έψαξα και για τη Ρικνάβαθ,» είπε ο Βάνμιρ. «Αλλά κάποιος μ’εμπόδισε…»

«Κάποιος σ’εμπόδισε;» απόρησε η Έπαρχος. «Ποιος;»

«Ο Άνκαραζ, νομίζω· ο ίδιος ο Άνκαραζ.» Κάθισε πάλι στην καρέκλα του γραφείου. Αισθανόταν το κεφάλι του βαρύ και, πού και πού, ένιωθε το πάτωμα να φεύγει κάτω απ’τα πόδια του. «Τι σκέφτεσαι να κάνεις, θεία;»

«…Τα πράγματα μοιάζουν άσχημα στο Νότο,» αποκρίθηκε η Φερνάλβιν, με κάποιο δισταγμό στη φωνή. «Και ο Ζάρναβ ανησυχεί για τους δικούς του· αυτό είναι βέβαιο. Πρέπει να προειδοποιήσουμε το Βασιληά για τον κίνδυνο…» Είχε αρχίσει να βαδίζει μέσα στο δωμάτιο, να κάνει πέρα-δώθε, με τα χέρια σταυρωμένα εμπρός της και έχοντας συλλογισμένη όψη στο πρόσωπο. Τα ξύλινα σανίδια έτριζαν κάτω απ’τα μποτοφορεμένα πόδια της. «Αλλά υπάρχουν κίνδυνοι και εδώ, Βάνμιρ,» πρόσθεσε. «Κίνδυνοι για τους οποίους εσύ δεν ξέρεις. Και το σκέφτομαι να φύγω, εγώ προσωπικά.»

«Τι είδους κίνδυνοι, θεία;» ρώτησε εκείνος. «Τι εννοείς;»

«Η Ρικέλθη,» εξήγησε η Φερνάλβιν. «Προσπαθεί να με σκοτώσει, για να καθαρπάξει την εξουσία μου.»

«Έχει συμβεί κάτι που να σε βάζει σε υποψίες;» Ο Βάνμιρ συνοφρυώθηκε, παραξενεμένος. Ανέκαθεν, ήταν γνωστό πως η Φερνάλβιν και η Ρικέλθη βρίσκονταν σε έντονη αντιπαλότητα, όμως ποτέ δεν είχαν φτάσει σε τέτοιες εξάρσεις.

«Ναι. Βρήκα ένα φίδι στο κρεβάτι μου, ένα δηλητηριώδες φίδι. Κι εκτός αυτού, μια νύχτα, ενώ βάδιζα μόνη στους δρόμους της Έριγκ, μου επιτέθηκαν κακοποιοί. Βλέπεις τούτο, Βάνμιρ;» Έδειξε μια εφελκίδα στο δεξί της μάγουλο. «Εκεί το έπαθα, από το χτύπημα μιας αλυσίδας. Και η Ρικέλθη ήταν που είχε βάλει αυτούς τους ανθρώπους να με σκοτώσουν.»

Να, λοιπόν, γιατί ο Χάφναρ σε κατηγορούσε, σκέφτηκε ο Βάνμιρ. Πιστεύει πως προσπάθησες να αντεκδικηθείς τη μάνα του. «Καταλαβαίνω,» είπε. «Όμως δε θάπρεπε να τριγυρίζεις μόνη το βράδυ, θεία.»

«Είχα τους λόγους μου,» απάντησε η Φερνάλβιν. «Και ήταν πολύ σημαντικοί.» Αλλά, δυστυχώς, ο Νεκρομέμνων μ’απογοήτεψε, πρόσθεσε νοερά. Κι αναρωτιέμαι αν θα επιστρέψει, ώστε να ολοκληρώσει τη δουλειά που άφησε μισοτελειωμένη…

«Όταν ήρθε ο Χάφναρ, είπε ότι ένας δολοφόνος καταδίωκε τη μητέρα του. Εσύ τον έστειλες, θεία;»

Τα μάτια της Φερνάλβιν άστραψαν. «Θυμάσαι τι του αποκρίθηκα, Βάνμιρ; Του αποκρίθηκα πως θα πρέπει να ψάξει για δολοφόνους στη δική του μεριά της οικογένειας!»

Αυτό δεν απαντά στην ερώτησή μου, θεία, παρατήρησε ο αυτοεξόριστος Άρχοντας από το Ράλτον. «Μάλιστα…» είπε. «Και τι θα κάνεις με τη Ρικέλθη; Θα ξαναεπιχειρήσει να σε σκοτώσει, νομίζεις;»

«Είμαι βέβαιη.»

«Δε θα την εμποδίσεις, με κάποιο τρόπο;» Αν και, μάλλον, ο τρόπος σου σε απογοήτεψε, έτσι, θεία;

«Έχω τρόπους για να την αντιμετωπίσω,» δήλωσε η Φερνάλβιν. «Ωστόσο, πρέπει να παραμείνω στην Έριγκ, για να τους εφαρμόσω. Αν φύγω, τότε η Ρικέλθη θα σφετεριστεί την εξουσία μου.»

«Επομένως, δεν θα έρθεις νότια,» συμπέρανε ο Βάνμιρ.

Όχι, δεν μπορώ να έρθω, σκέφτηκε η Φερνάλβιν. Αλλά είμαι σίγουρη πως ο Ζάρναβ θα θέλει να κατεβεί. Κι αυτός είναι ο μοναδικός μου σύμμαχος εδώ. Εάν μ’εγκαταλείψει, τότε θα είμαι περιστοιχισμένη από εχθρούς: από τη Ρικέλθη, που σύντομα θα επιστρέψει· από τον Δάρβαν, το γιο της· κι από τη Ζιάθραλ, η οποία είμαι βέβαιη πως εκείνους υποστηρίζει κι όχι εμένα. Αν φύγω κι εγώ, όμως, τα πράγματα ίσως να είναι χειρότερα, όταν θα γυρίσω…

Ο Βάνμιρ παρατήρησε τον προβληματισμό στο πρόσωπό της θείας του, η οποία είχε μείνει αμίλητη, αναλογιζόμενη την κατάσταση. Κατανοούσε το δισταγμό της· κι αυτός στη θέση της το ίδιο διστακτικός θα ήταν. Ο Ρόλμαρ ίσως να είχε να της προτείνει κάποια λύση, καθότι πάντοτε καλός στην πολιτική, όμως ο Βάνμιρ όχι. Εκείνος θα άφηνε τη Φερνάλβιν ν’αποφασίσει μόνη.

«Θα σου απαντήσω το πρωί,» υποσχέθηκε η Κεντροφύλακας του Βασιλείου. «Εντάξει;»

«Όπως επιθυμείς, θεία.» Άλλωστε, χρειάζομαι ξεκούραση. Ήταν εξαντλημένος από όλα όσα είχαν συμβεί ετούτη την ημέρα (και τη νύχτα).

*

Η Φερνάλβιν εξήγησε στον Ζάρναβ το πρόβλημά της, όταν ήταν μόνοι, στο καθιστικό των διαμερισμάτων τους.

«Θα πας στο Νότο;» τον ρώτησε, τελειώνοντας και πίνοντας την πρώτη γουλιά από το κρασί που κρατούσε για κάποια ώρα στο χέρι, μιλώντας.

«Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς,» αποκρίθηκε εκείνος. «Ο Άργκελ είναι αδελφός μου, Φερνάλβιν· οφείλω να τον προειδοποιήσω για τον κίνδυνο, και να τον προστατέψω, ει δυνατόν.»

«Το φαντάστηκα…» αναστέναξε η Έπαρχος, καθίζοντας σε μια καρέκλα (γιατί ήταν όρθια όσο μιλούσε, βαδίζοντας πέρα-δώθε).

«Αλλά θα ήθελες να μείνω στην Έριγκ.»

«Φυσικά και αυτό θα ήθελα. Η Ρικέλθη, σύντομα, θα βρίσκεται εδώ, κι εγώ δε θα έχω κανέναν σύμμαχο στο παλάτι. Απ’την άλλη, αν αποφασίσω να φύγω από την πόλη, μαζί σου, δε θα μπορώ να την εμποδίσω απ’το να σφετεριστεί την εξουσία μας.»

«Δε θα το κάνει,» είπε ο Ζάρναβ, σκεπτικός.

«Δε θα το κάνει; Γιατί;»

«Γιατί θα φανεί ως σφετερισμός, πράγμα το οποίο, αναμφίβολα, δεν επιθυμεί. Καταλαβαίνεις τι εννοώ, Φερνάλβιν; Αν είσαι μακριά απ’την Έριγκ κι εκείνη καθαρπάξει την εξουσία σου, τότε θα έχεις κάθε δικαίωμα να την οδηγήσεις στη λαιμητόμο· ο Βασιληάς θα σε υποστηρίξει, καθώς κι όλοι οι ευγενείς του Βασιλείου. Η Ρικέλθη το αντιλαμβάνεται τούτο· γιαυτό κιόλας θα προτιμήσει να περιμένει την επιστροφή σου.»

«Για να με βγάλει απ’τη μέση…»

Ο Ζάρναβ ένευσε. «Ναι, αν αυτό θέλει.»

«Δε με πιστεύεις ξανά;»

«Σου είπα πριν ότι σε πιστεύω, Φερνάλβιν.» Κι αναρωτιέμαι για τη Ζιάθραλ, συλλογίστηκε. Πώς δεν το είχα σκεφτεί, τόσο καιρό; Πρέπει να μάθω την αλήθεια γι’αυτήν. Όντως, συνεργαζόταν με τη Ρικέλθη; Όντως, με χρησιμοποιούσε; Το τελευταίο τον ενοχλούσε περισσότερο, γιατί εκείνος την είχε αγαπήσει, για κάποιο καιρό: μια αγάπη που, ύστερα, είχε, σταδιακά, φθαρεί. Η Ζιάθραλ έμοιαζε πλέον να νοιάζεται μονάχα για ένα πράγμα: να τον αναγκάσει να σκοτώσει τη σύζυγό του, «για να κυβερνήσουν οι δυο τους», όπως υποστήριζε· αλλά ο Ζάρναβ αμφέβαλε αν εκείνη σκόπευε να σκοτώσει τον Δάρβαν. Όλα τούτα για να με βάλουν να δολοφονήσω τη Φερνάλβιν, και… και να με κατηγορήσουν, μετά! συνειδητοποίησε, αναπάντεχα. Να με κατηγορήσουν για το φόνο: ότι ήθελα να σφετεριστώ τον τίτλο του Κεντροφύλακα! Μα τους θεούς, ναι, ίσως να μπορούσαν να το κάνουν τούτο…

«Τι είναι;» Η Φερνάλβιν τον πλησίασε, για ν’αγγίξει το μάγουλό του, με την αριστερή της παλάμη. «Δε σε κατηγορώ, Ζάρναβ. Απλά, είμαι ταραγμένη.» Έσκυψε, για να τον φιλήσει και να καθίσει κοντά του, στον καναπέ.

«Το ξέρω,» αποκρίθηκε εκείνος. «Όμως νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα αν έφευγες από την Έριγκ, αν ερχόσουν μαζί μου, νότια. Ό,τι σχέδια κι αν έχει η Ρικέλθη, θα αυτοκαταστραφούν, με την απουσία σου· κι επίσης, εκείνη θα είναι ανίκανη να κινηθεί, ώστε ν’αρπάξει το Θρόνο της Έριγκ.»

Η Φερνάλβιν ήπιε ακόμα μια γουλιά κρασί, αναλογιζόμενη την κατάσταση και τις επιλογές της. «Ναι,» συμφώνησε, αποφασίζοντας. «Έτσι είναι. Επιπλέον, ο δολοφόνος μου ίσως καταφέρει να την αποτελειώσει.»

Ο Ζάρναβ ένευσε, νιώθοντας τις τρίχες του να σηκώνονται.

«Δε σ’αρέσει που τον προσέλαβα, ε;»

«Όχι,» είπε απλά εκείνος. «Όμως τώρα υποθέτω πως δε γίνεται –ή, μάλλον, δε θέλεις– να τον αποδεσμεύσεις απ’την αποστολή του· έτσι, η επιθυμία μου είναι να τελειώνουμε με δαύτον το γρηγορότερο δυνατό. Ακόμα και τ’όνομά του είναι δυσοίωνο. Νεκρενοικημένος…

»Από πότε ασχολείσαι με το μυστικισμό, Φερνάλβιν;»

Η Έπαρχος τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Δεν ασχολούμαι με το μυστι–»

«Ήξερες γι’αυτούς τους φονιάδες,» της τόνισε ο Ζάρναβ. «Και ήξερες, επίσης, εκείνο το βιβλίο που σου είπε ο Βάνμιρ: τη Βίβλο της Μαντείας.»

«Ναι,» παραδέχτηκε η Φερνάλβιν, «έχω διαβάσει μερικά πράγματα, αλλά τίποτα το σπουδαίο. Δεν μπορείς να πεις ότι ασχολούμαι με το μυστικισμό· γνωρίζω ελάχιστα.» Σηκώθηκε από τον καναπέ. «Τώρα, θα πρότεινα να τ’αφήσουμε αυτά και να πάμε για ύπνο· γιατί αύριο θέλω να σηκωθώ νωρίς. Έχω πολλά να πω στους υπηκόους μου. Πράγματα που πρέπει οπωσδήποτε να ειπωθούν.»

*

«Παναγιότατη, αγκυροβολήσαμε στη νότια όχθη.»

Η Ρικνάβαθ άνοιξε τα βλέφαρά της, για να κοιτάξει τον Ιερέα Ίντραμελ, ο οποίος είχε μόλις μπει στην καμπίνα της. Απέξω, η βροχή ακουγόταν ακόμα να πέφτει ακατάπαυστα.

Η Αρχιέρεια του Άνκαραζ έτριψε τα μάτια, προσπαθώντας να συνέλθει από τον βαθύ λήθαργο που την είχε πάρει αφότου οι πιστοί είχαν περιποιηθεί το τραύμα στο μηρό της. Ανασηκώθηκε επάνω στο κρεβάτι, και έτριξε τα δόντια απ’τον πόνο· ιδρώτας κύλησε στο μέτωπό της.

Ο Ίντραμελ βρέθηκε αμέσως πλάι της. «Θέλετε βοήθεια, Παναγιότατη; Πρέπει να κατεβούμε απ’το σκάφος. Σας έχουμε ετοιμάσει ένα σκεπαστό φορείο, για όσο θα ταξιδεύουμε.»

«Δε χρειάζομαι φορείο,» αποκρίθηκε η Ρικνάβαθ. «Δε θέλω φορείο.» Παραμερίζοντας τα σκεπάσματα, έκανε να σηκωθεί, αλλά ο πόνος τη λόγχισε πάλι, σταματώντας την. Εκείνη ξεφύσησε, αγανακτισμένα.

«Περιμένετε, Παναγιότατη.» Ο Ίντραμελ πήγε σε μια καρέκλα και της έφερε ένα μαύρο ράσο με το πορφυρό, ακτινοβόλο ξίφος του Άνκαραζ κεντημένο επάνω. «Φορέστε κάτι, πρώτα.»

Η Ρικνάβαθ, που ήταν ντυμένη μόνο με τα εσώρουχά της κάτω απ’τα σκεπάσματα, δέχτηκε το μελανό ένδυμα από τον ιερέα και το πέρασε πάνω απ’το κεφάλι.

Ο Ίντραμελ γονάτισε εμπρός της, στο ένα πόδι, και ακούμπησε τα χέρια του στο γόνατο. «Παναγιότατη,» είπε, «σας το ζήτησα και πριν, αλλά, προφανώς, δεν είχατε χρόνο να μου απαντήσετε: Με δέχεστε ως Καθοδηγητή σας, όπως είχα δει στα όνειρά μου, όπως μου είχε υποσχεθεί ο Κύριός μας, ο Υπέρτατος Αγωνιστής;»

Η Ρικνάβαθ ατένισε τον ξανθομάλλη άντρα, και στα μάτια του είδε πραγματική πίστη και αφοσίωση, σε κείνη και στον Άνκαραζ: κάτι που δεν είχε αντικρίσει ποτέ της, μέχρι στιγμής, στο βλέμμα κανενός ιερέα. Ούτε ακόμα και στα βλέμματα των Ποιμένων της Στέπας, οι οποίοι την έβλεπαν με δέος και φόβο, μα ουδέποτε με τέτοια λατρεία και αγάπη. Το Μεγάλο Θηρίο ήταν μια θεά που κυβερνούσε τους άλλους· ο Άνκαραζ, παρά την εξίσου άγρια, αιμοδιψή του φύση, ήταν ένας θεός που οι ακόλουθοί του τον λάτρευαν, ζώντας και πεθαίνοντας με τ’όνομά του στα χείλη τους. Κι εγώ είμαι τώρα η Αρχιέρειά τους, η Εκλεκτή του Κυρίου τους· η λατρεία και η αφοσίωσή τους είναι και για μένα. Κι εσύ, Ίντραμελ, μοιάζεις ο πιο πιστός των πιστών του Άρχοντά μας.

«Σε δέχομαι, Ιερέα Ίντραμελ,» του είπε· και, μην ξέροντας το τυπικό της θρησκείας του Άνκαραζ, ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους του και φίλησε το μέτωπό του.

Προς έκπληξή της, είδε δάκρυα να κυλάνε από τα μάτια του Ίντραμελ. «Σας ευχαριστώ, Παναγιότατη. Θα σας υπηρετήσω άρτια. Τ’ορκίζομαι!» Σηκώθηκε όρθιος και υποκλίθηκε, βαθιά. «Τώρα, παρακαλώ, επιτρέψτε μου να σας οδηγήσω έξω, όπου σας περιμένουν, για να ξεκινήσουμε τη νότιά μας πορεία.»

Η Ρικνάβαθ τον άφησε να τη σηκώσει από το κρεβάτι, βάζοντας το δεξί της χέρι στους ώμους του. «Ο Ιερέας Σέρκιρ, είναι καλά;»

«Δυστυχώς, απεβίωσε, Παναγιότατη,» την πληροφόρησε ο Ίντραμελ, πηγαίνοντάς την προς την πόρτα της καμπίνας. «Όμως μη θρηνείτε γι’αυτόν· διότι πήγε να συναντήσει τον Πολέμαρχο και να μπει στις Αιώνιες Στρατιές των Γενναίων. Γνώριζε πολύ καλά πως οι Αγώνες απαιτούν θυσίες, και ήταν πρόθυμος να θυσιάσει τον εαυτό του.»

Άνοιξε την ξύλινη θύρα, για ν’αποκαλύψει πίσω της τέσσερις άντρες, τους οποίους η Ρικνάβαθ αναγνώριζε ως ιερομαχητές –ο Μάργκαναρ ήταν ο ένας απ’αυτούς· των υπόλοιπων τα ονόματα τής διέφευγαν τώρα– και οι οποίοι είχαν έτοιμο ένα ξύλινο, σκεπαστό φορείο για εκείνη: ένα φορείο αντάξιο Αρχιέρειας μεγάλης θρησκείας.

«Θα μας τιμήσετε, Παναγιότατη;» της ψιθύρισε ο Ίντραμελ, κοντά στ’αφτί.

Η Ρικνάβαθ ανέβηκε στο φορείο, παρά τους αρχικούς της ενδοιασμούς.

Κάπου, μπορούσε ν’ακούσει μια λεπίδα ν’ακονίζεται, πίσω από το θόρυβο της βροχής.

 

 


Κεφάλαιο 28
Περί Πίστης και Πολιτικής

 

Υψώνοντας το ξίφος του, ο Πρίγκιπας Νόρβορ απέκρουσε τη σπαθιά της ξαδέλφης του, Αρχόντισσας Μιάνης, και την έσπρωξε, καθώς οι λεπίδες τους βρίσκονταν διασταυρωμένες. Εκείνη έκανε μερικά βήματα όπισθεν, επανακτώντας την ισορροπία της.

Ήταν ντυμένη με μαύρο δέρμα και ψηλές, μαύρες μπότες, ενώ τα μακριά της μαλλιά τα είχε δέσει κότσο πίσω απ’το κεφάλι της, για να μην την εμποδίζουν. Το παντελόνι και το πανωφόρι της ήταν στενά, για τον ίδιο λόγο, και το δεύτερο δεν είχε μανίκια, αφήνοντας τα χέρια της ελεύθερα. Στους καρπούς της βρίσκονταν δεμένα χοντρά περικάρπια και στους βραχίονές της περιβραχιόνια, μελανά, όπως και η ενδυμασία της.

Ο Πρίγκιπας Νόρβορ ήταν ντυμένος παρόμοια, όμως εκείνου τα ρούχα ήταν λευκά, σαν να επιθυμούσε να φαίνεται διαφορετικός από την ξαδέλφη του· οι μπότες του, ωστόσο, είχαν μαύρο χρώμα και έμοιαζαν πολύ μ’αυτές της Μιάνης. Τα πλούσια μαλλιά του δεν ήταν τόσο μακριά, για να τα δένει πίσω απ’το κεφάλι του, κι έτσι ορισμένες τούφες ανέμιζαν. Αντιθέτως, τρίχα δε φαινόταν να ξεφεύγει απ’τον κότσο της αντιπάλου του.

Τα ξίφη τους άστραφταν στο πρωινό ηλιακό φως, καθώς συγκρούονταν ξανά και ξανά, και οι κάτοχοί τους διέγραφαν ευέλικτες κινήσεις μέσα στον Κήπο των Ανέμων. Για τους άρχοντες του Βασιλείου όλα τα μέρη μπορούσαν να γίνουν εκπαιδευτήριο, αν εκείνοι το επιθυμούσαν.

Ο Ρόλμαρ χαμογέλασε, παρακολουθώντας τους και ακουμπώντας την πλάτη του σε ένα δέντρο. Ο Πρίγκιπας και η ξαδέλφη του δεν τον είχαν προσέξει, απορροφημένοι με την αναμέτρησή τους καθώς ήταν. Επίσης, ο Άρχοντας του Ράλτον έπρεπε να παραδεχτεί πως ο άνεμος που φυσούσε εδώ πάνω δε σε βοηθούσε και πολύ ν’ακούσεις κάποιον ο οποίος σε πλησίαζε αθέατος. Επικίνδυνο μέρος, ίσως…

Πάντως, ο Ρόλμαρ παρατηρούσε πως η Αρχόντισσα Μιάνη δεν του είχε πει ψέματα· ήταν, όντως, καλή με το ξίφος. Η μητέρα της, Πριγκίπισσα Νιρκένα, είχε φροντίσει για τη μόρφωσή της σ’αυτό τον τομέα, παρότι εκείνη δεν ήταν και τόσο ενθουσιώδης στην εκμάθηση των πολεμικών τεχνών.

Ή, μήπως, τελικά, της αρέσει περισσότερο απ’ό,τι θέλει να παραδεχτεί; σκέφτηκε ο Ρόλμαρ, παρακολουθώντας τη να μάχεται και σημειώνοντας πως δεν έδειχνε και μικρό ζήλο στην αναμέτρησή της. Από την άλλη, βέβαια, πολλοί άνθρωποι δείχνουν ζήλο σ’αυτό που κάνουν, όχι απαραίτητα επειδή τους αρέσει υπερβολικά, αλλά επειδή είναι το μοναδικό πράγμα που έχουν μάθει να κάνουν καλά και θέλουν να αυταποδεικνύονται μέσω αυτού. Ο Ρόλμαρ αναρωτήθηκε αν η Μιάνη ήταν ένας τέτοιος άνθρωπος.

Η ξιφομαχία του Πρίγκιπα και της ξαδέλφης του δεν άργησε να διακοπεί. Ο Νόρβορ επιτέθηκε χαμηλά, εκείνη απέκρουσε και πλαγιοπάτησε· ο Νόρβορ επιτέθηκε ψηλά, και η Μιάνη έκανε μια μανούβρα, για ν’αποφύγει το λεπίδι του και να βάλει την αιχμή του ξίφους της μπροστά στο λαιμό του. Ο Πρίγκιπας πετάχτηκε πίσω, θέτοντας το όπλο του αμυντικά και λυγίζοντας το σώμα. Η ξαδέλφη του δεν εφόρμησε· διέγραψε ένα ημικύκλιο γύρω του, ατενίζοντάς τον προσεκτικά –και η ματιά της έπεσε πάνω στον Ρόλμαρ.

«Άρχοντά μου!» φώναξε. «Δε σας είχαμε προσέξει.»

Ο Ρόλμαρ δεν κατάλαβε αν ο πληθυντικός τής βγήκε αυθόρμητα ή αν είχε αποφασίσει πως, τελικά, αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος για να του απευθύνεται. «Δεν ήθελα να σας ενοχλήσω,» αποκρίθηκε, ζυγώνοντάς τους, με την κάπα του ν’ανεμίζει· είχε έρθει καλά ντυμένος εδώ πάνω, γιατί ο Κήπος των Ανέμων, όπως υπονοούσε τ’όνομά του, μαστιζόταν συνεχώς από αγέρηδες, πολύ περισσότερο από τους άλλους δύο κρεμαστούς κήπους του παλατιού. «Καλημέρα, Αρχόντισσα Μιάνη. Πρίγκιπά μου.»

«Καλημέρα, Ρόλμαρ,» είπε ο Νόρβορ. «Μας έψαχνες;»

«Ναι. Αλλά δε δυσκολεύτηκα να μάθω ότι βρισκόσασταν εδώ.»

«Ωραία· αρχίζεις, επιτέλους, να μαθαίνεις το παλάτι!»

Ο Ρόλμαρ γέλασε. «Δε θα το έλεγα. Πρέπει, πραγματικά, να περάσει κανείς πολύ καιρό εδώ, ώστε να μπορεί να υποστηρίξει ότι έχει αρχίσει να μαθαίνει το παλάτι.»

Ο Νόρβορ μειδίασε. «Δεν είναι ψέματα.» Μετά, ρώτησε, υψώνοντας λίγο το ξίφος του: «Θέλεις ν’αναμετρηθείς μαζί μας, Ρόλμαρ; Έχω ακούσει πως μαθαίνετε να μάχεστε σα δράκοι στα βόρεια σύνορα, παρότι σπάνια παρουσιάζεται σοβαρός κίνδυνος από τις Στέπες. Θα μας κάνεις μια επίδειξη;»

Ο Πρίγκιπας, προφανώς, πιστεύει πως ό,τι λένε για μας δεν είναι αλήθεια. Μάλλον, δεν ξέρει καλά τον πατέρα μου! «Εντάξει,» αποκρίθηκε ο Ρόλμαρ, και έλυσε την κάπα απ’τους ώμους του, αφήνοντάς τη στο πέτρινο κάθισμα, όπου ο Νόρβορ και η Μιάνη είχαν τις δικές τους κάπες.

Το βλέμμα του στράφηκε σ’ένα θηκαρωμένο σπαθί, το οποίο βρισκόταν επίσης επάνω στο πέτρινο κάθισμα. Άπλωσε το δεξί χέρι και το άγγιξε. «Μπορώ;» ρώτησε, δίχως να στραφεί.

«Φυσικά,» απάντησε η φωνή του Νόρβορ, πίσω του. «Το φέραμε μήπως σπάσει κάποιο απ’τα δικά μας. Ή μήπως χάσουμε κάποιο. Δεν έχεις ακούσει πως έχω ένα ‘κακό συνήθειο’ να στέλνω τα όπλα των αντιπάλων μου μακριά απ’τα χέρια τους;» γέλασε.

«Δεν πιάνει σ’εμένα, όμως, ξάδελφε.» Η φωνή της Μιάνης.

«Γιατί δεν το έχω επιχειρήσει ακόμα!» αντιγύρισε ο Πρίγκιπας.

«Ας δούμε, λοιπόν, πόσο καλοί είστε,» είπε ο Ρόλμαρ, ξεθηκαρώνοντας το ξίφος του και στρεφόμενος στο μέρος τους. «Οι δυο σας και μόνος μου!» δήλωσε, αναπάντεχα, κι εφόρμησε.

Η Μιάνη απέκρουσε το χτύπημά του και πετάχτηκε πίσω, χαμογελώντας πλατιά. Ο Νόρβορ σπάθισε προς τη μέση του, αλλά ο Ρόλμαρ απέφυγε το λεπίδι μ’έναν κοφτό ελιγμό, κι έστρεψε το δικό του όπλο κατά του Πρίγκιπα, ο οποίος τινάχτηκε όπισθεν, χάνοντας την ισορροπία του. Ο Ρόλμαρ ξαναεπιτέθηκε· ο Νόρβορ αναγκάστηκε ν’αποκρούσει και, μ’ένα σπρώξιμο του ακρίτη, βρέθηκε ανάσκελα στο έδαφος. Την ίδια στιγμή, η Μιάνη ερχόταν από τα νώτα του Ρόλμαρ, ο οποίος είχε αφήσει την πλάτη του φαινομενικά ακάλυπτη. Ωστόσο, ήξερε πως είχε, επίσης, αφήσει και μια αντίμαχο πίσω του: Έσκυψε κάτω απ’την αστραφτερή της λεπίδα και την άρπαξε απ’τη φτέρνα, σωριάζοντάς τη κι αυτήν στο έδαφος.

Ο Ρόλμαρ απομακρύνθηκε απ’τους δύο νότιους ευγενείς, γελώντας. Τους χαιρέτισε, με το ξίφος του υψωμένο, κι έκανε μια επιτηδευμένη υπόκλιση.

«Ώστε δεν είναι ψέματα αυτά που έχω ακούσει για τους ακρίτες,» είπε ο Νόρβορ, καθώς σηκωνόταν όρθιος, φανερά πικαρισμένος.

Η Μιάνη ορθώθηκε με παρόμοια έκφραση στο πρόσωπό της. Τελικά, μάλλον, ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που υποψιαζόταν ο Ρόλμαρ. «Αλλά είμαστε δύο και είναι ένας.»

Ο Πρίγκιπας και η Αρχόντισσα χίμησαν μαζί, χειριζόμενοι τα σπαθιά τους επιδέξια και συγχρονίζοντας τις επιθέσεις τους, έτσι ώστε ο Άρχοντας του Ράλτον να μην έχει χρόνο για αντεπίθεση και, αναπόφευκτα, να μείνει κάποια στιγμή ακάλυπτος και να ηττηθεί. Όμως οι ακρίτες ήξεραν διάφορες ανορθόδοξες τεχνικές, τις οποίες δε δίσταζαν να εφαρμόσουν.

«Δίκαιες αναμετρήσεις δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχει και δίκαιος πόλεμος,» έλεγε ο Άρχων-Φύλαξ Άραντιρ. «Η μάχη δεν είναι παιχνίδι για όσους γνωρίζουν να μάχονται· είναι παιχνίδι μονάχα για όσους δεν έχουν γνωρίσει τι θα πει αγώνας εναντίον θανάτου.»

Η αλήθεια ήταν πως ούτε κι ο Ρόλμαρ ήξερε τι θα πει «αγώνας εναντίον θανάτου», μα, τουλάχιστον, τον είχαν διδάξει άνθρωποι που, αναμφίβολα, το ήξεραν, όπως ο πατέρας του και η Καστελάνος Νιρμέα. Έτσι, είχε μάθει κάμποσα κόλπα πραγματικής μάχης.

Παρατήρησε τις θέσεις των αντιπάλων του, καθώς απέκρουε τα καταιγιστικά τους χτυπήματα. Ο Νόρβορ βρισκόταν στα δεξιά, ενώ η Μιάνη στ’αριστερά, με το καλό της χέρι απ’την έξω μεριά –εκεί όπου ο Ρόλμαρ το ήθελε. Μειδίασε στραβά, σα να προκαλούσε τους αντίμαχούς του, θέλοντας να τους εξωθήσει σε πιο απότομες ενέργειες.

Εκείνοι αντέδρασαν αναμενόμενα, επιτιθέμενοι ψηλά, χαμηλά, πλάγια, λοξά, και βρίσκοντας πάντοτε το ατσάλι του ακρίτη στο δρόμο τους, ή τον αέρα όταν αυτός είχε ελιχτεί επιδέξια.

Τώρα είναι στην καταλληλότερη θέση…

Κάνοντας μια εντυπωσιακή φιγούρα πίσω απ’την πλάτη, άλλαξε χέρι στο ξίφος του, ενώ, ταυτόχρονα, οπισθοχωρούσε από τη Μιάνη και το Νόρβορ.

«Είσαι καλός και με τ’αριστερό, Ρόλμαρ;» ρώτησε ο Πρίγκιπας.

«Έλα να μάθεις!»

Επιτέθηκε. Ο Ρόλμαρ απέφυγε την ορμητική του σπαθιά, πράγμα που έκανε τον Νόρβορ να παραπατήσει. Η Μιάνη ζύγωνε ελαφρώς πιο προσεκτικά· ο Άρχοντας απ’το Ράλτον απέκρουσε το ξίφος της (και έπρεπε να παραδεχτεί πως η απόκρουση τούτη ήταν λιγάκι άβολη, με το αριστερό χέρι) και ελίχτηκε πλάγια, αρπάζοντας, με τη δεξιά του, ελεύθερη γροθιά, τον καρπό της και ακινητοποιώντας το όπλο της. Εκείνη, παρότι ξαφνιάστηκε, επιχείρησε να του βάλει τρικλοποδιά (Καλά αντανακλαστικά!), μα ο Ρόλμαρ είχε ήδη κάνει κύκλο και, βρισκόμενος πίσω της, ακούμπησε την αιχμή του ξίφους του στο λαιμό της.

«Παραδίνεστε, Αρχόντισσά μου;» είπε.

Η Μιάνη άφησε το λεπίδι της να πέσει.

Ο Ρόλμαρ την ελευθέρωσε και επιτέθηκε κατά του Νόρβορ, ο οποίος απέκρουσε το χτύπημα κι αντάλλαξε αρκετές σπαθιές μαζί του, προτού προσπαθήσει να τον αφοπλίσει.

Η τεχνική αφοπλισμού του ήταν τουλάχιστον απλή, έκρινε ο Ρόλμαρ, που δε δυσκολεύτηκε να κρατήσει το όπλο του και ν’αντιστρέψει τους όρους, εκτοξεύοντας εκείνος το ξίφος του Πρίγκιπα από το χέρι του και στέλνοντάς το μακριά μέσα στον κήπο, πίσω από κάτι θάμνους.

Ο Νόρβορ σάστισε, και βρήκε το ξίφος του Ρόλμαρ μπροστά στη μύτη του.

Δύο χειροκροτήματα ακούστηκαν.

«Μπράβο!»

Ο Ρόλμαρ κατέβασε το σπαθί του, και όλοι στράφηκαν, για ν’αντικρίσουν την Πριγκίπισσα Λιόλα να στέκεται και να τους κοιτάζει, ντυμένη με μοβ, φαρδύ φόρεμα και σκούρα-μπλε κάπα. Τα μαλλιά της ήταν λυτά, ανεμίζοντας στους ανέμους του κήπου.

«Καλημέρα,» είπε, πλησιάζοντας.

«Θα ξιφομαχήσεις μαζί μας, Λιόλα;» ρώτησε ο Νόρβορ.

«Η ξιφομαχία δεν είναι από τα αγαπημένα μου… αθλήματα,» αποκρίθηκε εκείνη, ζυγώνοντας τους θάμνους, για να μαζέψει το σπαθί του αδελφού της. Έμοιαζε να ήξερε ακριβώς πού είχε πέσει.

«Παλιότερα ξιφομαχούσες,» είπε η Μιάνη, θηκαρώνοντας το λεπίδι της και παίρνοντας την κάπα της απ’το πέτρινο κάθισμα, για να τη φορέσει.

«Μονάχα επειδή έπρεπε,» εξήγησε η Λιόλα, κι έδωσε το σπαθί στον Νόρβορ. «Αλλά προτιμώ να κάνω άλλα πράγματα. Ο αδελφός μου δείχνει περισσότερο ζήλο, μα ίσως θα έπρεπε να προσπαθήσει περισσότερο.» Του έριξε ένα λοξό, περιπαιχτικό βλέμμα.

Ο Νόρβορ θηκάρωσε το σπαθί του και φόρεσε την κάπα του. «Πάω να κάνω μπάνιο,» είπε, και απομακρύνθηκε από τους υπόλοιπους.

Η Λιόλα χαμογέλασε. «Δεν του αρέσει να χάνει,» είπε.

«Δε νομίζω πως είναι έτσι, ξαδέλφη,» αντιγύρισε η Μιάνη. «Απλά, τον ενοχλούν τα σχόλια ορισμένων.» Και προς τον Ρόλμαρ: «Θα σε δω αργότερα.» Απομακρύνθηκε κι εκείνη, βαδίζοντας βιαστικά μέσα στον Κήπο των Ανέμων.

«Η Μιάνη φαίνεται να σε συμπαθεί,» παρατήρησε η Λιόλα, ανασηκώνοντας ένα φρύδι.

«Είμαι πολύ συμπαθητικός,» είπε ο Ρόλμαρ, θηκαρώνοντας το ξίφος που του είχε παραχωρήσει ο Πρίγκιπας και σηκώνοντας την κάπα του από το πέτρινο κάθισμα, για να τη φορέσει.

Η Λιόλα τον βοήθησε να δέσει τα κορδόνια.

«Μπορώ να το κάνω και μόνος μου, Πριγκίπισσα…»

«Έλα,» είπε εκείνη· «σου έχω ετοιμάσει μπάνιο.»

«Μπάνιο; Μα, πώς…;»

Η Λιόλα μειδίασε και του έστρεψε την πλάτη, ξεκινώντας να βαδίζει. «Δε θάπρεπε να σ’εντυπωσιάζει.»

Σωστά, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ, ακολουθώντας την. Έχω δει και πιο παράξενα από σένα.

Διασχίζοντας το λαβυρινθώδες Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων, η Πριγκίπισσα Λιόλα δε μίλησε καθόλου για τη χτεσινοβραδινή πρόταση γάμου που του είχε κάνει. Αλλά ούτε κι αυτό θα έπρεπε να με παραξενεύει. Άλλωστε, πόσες φορές περιμένεις να σε ζητήσει η Πριγκίπισσα-Διάδοχος του Βασιλείου, προτού πεις το ναι; Ο Ρόλμαρ αντιλαμβανόταν πως ετούτη ήταν, αναμφίβολα, η ευκαιρία της ζωής του –Γιατί το σκέφτομαι, καν;–, όμως ο τρόπος της Λιόλα εξακολουθούσε να τον βάζει σε υποψίες. Εκείνον βρήκε να επιλέξει ανάμεσα σε τόσους ευγενείς που ζητούσαν το χέρι της; Κι όμως, ίσως αυτός να είναι ο λόγος που διάλεξε εμένα· εξάλλου, μου το είπε! Θα της απαντήσω… σύντομα… πολύ σύντομα. Ο δισταγμός παρέμενε εντός του. Και δεν ήξερε γιατί. Χτες το βράδυ είχε προσπαθήσει, πολλές φορές, να τον προσδιορίσει, να τον εξηγήσει, και πάντοτε έφτανε στο ίδιο συμπέρασμα: Φοβάμαι τη θεά της. Τη Λιάμνερ Κρωθ που μπορεί να μην είναι η Λιάμνερ Κρωθ. Τη θεά που, μέσω της Πριγκίπισσας, με θεράπευσε. Υπήρχε κάτι το καταχθόνιο σ’αυτή τη θεά…

Όμως η πρόταση γάμου της Πριγκίπισσας-Διαδόχου του Νόρβηλ εξακολουθούσε να είναι η πρόταση γάμου της Πριγκίπισσας-Διαδόχου του Νόρβηλ! Θα είμαι ανόητος –τελείως ηλίθιος!– αν αρνηθώ. Άσε τον Βάνμιρ να έχει το Ράλτον· εμένα μου αξίζουν ανώτερα πράγματα, πολύ, πολύ ανώτερα.

Στο δωμάτιό του, η πόρτα του μπάνιου ήταν ανοιχτή και ένα ζεστό λουτρό φαινόταν να τον περιμένει μέσα.

«Η Σαντάνρα το ετοίμασε αυτό;» ρώτησε ο Ρόλμαρ.

«Όχι,» αποκρίθηκε η Λιόλα, λύνοντας την κάπα του, «εγώ.»

«Πριγκίπισσα, δε χρειαζόταν–» άρχισε ο Ρόλμαρ, αλλά το βαθύ της χαμόγελο τον διέκοψε. Καθάρισε το λαιμό του. «Δεν είναι πρέπον. Εγώ θα έπρεπε να ετοιμάζω το δικό σου μπάνιο.» Πάντοτε ήταν τυπικός σε τέτοια θέματα· και ήξερε πως η θέση της Πριγκίπισσας-Διαδόχου δεν ήταν να ετοιμάζει το μπάνιο του γιου ενός άρχοντα-φύλακα των βόρειων συνόρων!

«Εντάξει,» αποκρίθηκε η Λιόλα, «μπορείς να το κάνεις, την επόμενη φορά.» Το χαμόγελό της βάθυνε περισσότερο, και κρέμασε την κάπα του στην κρεμάστρα του δωματίου.

Ο Ρόλμαρ υποκλίθηκε. «Αν η Υψηλοτάτη το επιθυμεί.»

«Η Υψηλοτάτη το παραεπιθυμεί,» είπε η Λιόλα, και πήγε μπροστά στο τζάκι, για να ζεστάνει τα χέρια της. «Κι εξακολουθεί να περιμένει την απάντησή σου,» πρόσθεσε, δίχως να στραφεί.

Ο Ρόλμαρ έμεινε ακίνητος για λίγο, διστάζοντας ν’απαντήσει με τον έναν τρόπο ή με τον άλλο, φοβούμενος μήπως έκανε κάποιο τραγικό λάθος. «Θα πάω για μπάνιο τώρα,» δήλωσε, και πέρασε την πόρτα του λουτρού, κλείνοντας πίσω του.

Έβγαλε τα ιδρωμένα του ρούχα και μπήκε στο ζεστό σαπουνόνερο. Πολύ χαλαρωτικό, για το σώμα, αλλά όχι και για το νου. Η πρόταση της Πριγκίπισσας συνέχιζε να τον βασανίζει· και το ότι γνώριζε πως η Λιόλα βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο δεν τον βοηθούσε καθόλου να καθαρίσει το μυαλό του. Πάντως, θα πρέπει να είμαι τρελός, που το σκέφτομαι καν! Αν δεν ήταν η μυστηριώδης θεά της.... Πρέπει να μάθω περισσότερα γι’αυτήν· κάπως, πρέπει να το ερευνήσω. Θα ρωτήσω τη Σαντάνρα. Η υπηρέτρια είχε έρθει πάλι σήμερα το πρωί, αλλά ο Ρόλμαρ είχε ξεχάσει να της μιλήσει· συνεχώς, το μυαλό του έμοιαζε να του παίζει παιχνίδια, σαν να ήταν εναντίον του–

Αισθάνθηκε χέρια στους ώμους του, και παρέλυσε στιγμιαία, από το ξάφνιασμα. «Φαίνεσαι κουρασμένος, Ρόλμαρ· δεν κοιμήθηκες καλά;»

Ξεφύσησε. «Πώς μπαίνεις έτσι, Πριγκίπισσα;» Και πώς δεν την άκουσα πάλι; Πόσο αθόρυβα βάδιζε, τέλος πάντων; Μήπως, επρόκειτο γι’άλλο ένα απ’τα κόλπα της θεάς της;

Η Λιόλα τον φίλησε ελαφρά κάτω απ’τ’αφτί. «Βαρέθηκα μόνη,» είπε. «Κι εξάλλου, σε ξέρω πολύ καλά, για να ντρέπομαι να μπω όταν πλένεσαι…»

Ο Ρόλμαρ γύρισε το κεφάλι του, να την κοιτάξει. Τα μάτια της ήταν αστραφτερά και σαγηνευτικά, παρατήρησε, και η ανάσα της γλυκιά επάνω στο πρόσωπό του. Η Λιόλα άγγιξε το σαγόνι του και τα χείλη της πλησίασαν τα δικά του.

«Πριγκίπισσα,» τη διέκοψε ο Ρόλμαρ, ακουμπώντας τον βρεγμένο δείκτη του δεξιού του χεριού στο μάγουλό της. «Όχι τα μαγικά της θεάς σου πάλι.»

Η έκφραση της Λιόλα δεν μεταβλήθηκε στο ελάχιστο. «Ασφαλώς και όχι,» αποκρίθηκε. «Οι δυνάμεις της θεάς μου δεν είναι για διασκέδαση. Τότε, ήσουν τραυματισμένος, Ρόλμαρ· τώρα είσαι καλά, και τούτο είναι για μας, μόνο…» Έστρεψε ελαφρώς το κεφάλι, ώστε να βάλει το δάχτυλό του, για λίγο, στο στόμα της.

Το άλλο χέρι του Ρόλμαρ πέρασε πίσω απ’το λαιμό της, φέρνοντας το πρόσωπό της κοντά στο δικό του. Τη φίλησε, δυνατά. Η Πριγκίπισσα γέλασε και μπήκε στο σαπουνόνερο, μαζί με το μοβ φόρεμα και τις μπότες της.

Δε χρησιμοποίησε τα μαγικά της θεάς της, ετούτη τη φορά, και όλα ήταν φυσιολογικά, έπρεπε να παραδεχτεί ο Ρόλμαρ, που, όταν είχε συνευρεθεί με τη Λιόλα στον Χαριτωμένο Χορευτή, πραγματικά δεν είχε καταλάβει ακριβώς τι συνέβη, σα να κινιόταν μέσα σε κάποια αλλόκοτη ονειροφαντασία.

*

Ο Πρίγκιπας Νόρβορ μπήκε στην Αίθουσα του Ουρανολίθινου Θρόνου, ντυμένος με λευκό ύφασμα και χρυσάφι, και έχοντας μια αποφασισμένη όψη στο πρόσωπό του.

Η Πριγκίπισσα Έπαρχος Νιρκένα πήρε το βλέμμα της από ένα έγγραφο που διάβαζε και το έστρεψε στον ανιψιό της. Η Βασίλισσα Ακάρθα, που καθόταν στο μικρότερο θρόνο, δίπλα απ’τον Ουρανολίθινο, ατένισε το γιο της αμίλητη, με το σαγόνι ακουμπισμένο στα δάχτυλα του δεξιού της χεριού. Ο Βασιληάς Άργκελ στεκόταν επάνω στο βάθρο του Ουρανολίθινου Θρόνου και μιλούσε με τον Αρχιστράτηγο Φέλναθαρ· ουσιαστικά, έμοιαζε να του δίνει διαταγές, γιατί ο στρατιωτικός κουνούσε το καραφλό του κεφάλι καταφατικά, ακούγοντας.

«Όπως επιθυμείτε, Μεγαλειότατε,» έλεγε, καθώς ο Νόρβορ ερχόταν να σταθεί ενώπιον του πατέρα του.

«Μπορείς να πηγαίνεις,» απάλλαξε ο Άργκελ τον Φέλναθαρ, κι εκείνος έφυγε. Ο Βασιληάς έστρεψε το βλέμμα στο γιο του, ο οποίος ήταν φανερό πως ήθελε κάτι. «Καλή σου ημέρα, Νόρβορ. Θέλεις να μου μιλήσεις;»

«Ναι, πατέρα,» είπε ο Πρίγκιπας.

«Ιδιαιτέρως;»

«Όχι.»

«Πιστεύεις πως το θέμα αφορά όλους τους παρευρισκόμενους στην αίθουσα;» ρώτησε ο Άργκελ.

«Ναι,» δήλωσε ο Νόρβορ.

«Τότε, παρακαλώ, μίλησέ μας.» Ο Άργκελ ανέβηκε στην κορυφή του βάθρου και κάθισε στον Ουρανολίθινο Θρόνο, κοιτάζοντας το γιο του αφ’υψηλού.

«Νομίζω, πατέρα, πως η πολιτική μας προς τον Τύραννο του Ένρεβηλ είναι λανθασμένη,» είπε, ευθέως, ο Νόρβορ.

Μουρμουρητά και ψίθυροι γέμισαν την αίθουσα, καθώς άπαντες οι βασιλικοί σύμβουλοι έστρεφαν τα βλέμματά τους επάνω στον νεαρό Πρίγκιπα.

«Εννοείς τον Βασιληά Σάρναλ του Ένρεβηλ, υποθέτω,» είπε ο Άργκελ, καρφώνοντας το γιο του μ’ένα αυστηρό βλέμμα. «Σωστά;»

«Ναι, πατέρα,» αποκρίθηκε ο Νόρβορ. «Σ’αυτόν αναφέρομαι. Και θεωρώ την πολιτική μας λανθασμένη προς το μέρος του.»

«Περιμένουμε ν’ακούσουμε γιατί πιστεύεις κάτι τέτοιο, Πρίγκιπά μου,» είπε η θεία του, Νιρκένα.

Ο Νόρβορ στράφηκε, για να την κοιτάξει, και ύστερα, πήγε σε θέση απ’όπου μπορούσε ν’ατενίζει άνετα όλους τους παρευρισκόμενους. Κάθισε. «Ο Σάρναλ είναι τύραννος· δεν υπάρχει Ωθράγκος που να μην το γνωρίζει. Άρπαξε την εξουσία από τη Βασίλισσα Κυρκάνα σε μια ευαίσθητη περίοδο, μετά από τους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ, αντιλαμβανόμενος ότι τότε η αντίσταση που θα δεχόταν θα ήταν ελάχιστη.»

«Όλοι μας ξέρουμε Ιστορία, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Λάρκαν, σύμβουλος οικονομικών. «Θα μπορούσατε να προχωρήσετε στο θέμα, παρακαλώ;»

«Σ’αυτό σκοπεύω να φτάσω, κύριε,» αποκρίθηκε ο Νόρβορ, αγριοκοιτάζοντάς τον. «Απλά, το θεώρησα σκόπιμο να σας υπενθυμίσω τι είδους άνθρωπος είναι ο Σάρναλ. Εφόσον, λοιπόν, θυμάστε, θα συνεχίσω.

»Ο Τύραννος είναι προφανές ότι θα πέσει, ίσως και μέσα στο χρόνο. Ο λαός του είναι δυσαρεστημένος μαζί του, ενώ η Επανάσταση θεριεύει, μέρα με τη μέρα. Κι εμείς, τι κάνουμε; Βοηθάμε τον Σάρναλ να κρατήσει την εξουσία του, προκειμένου να διασκεδάσουμε κάποιες υποψίες που εκείνος έχει!» Σηκώθηκε από την καρέκλα του, καθώς σιγή είχε απλωθεί παντού μέσα στην αίθουσα. «Πώς θα μας δουν τα υπόλοιπα Βασίλεια των Ωθράγκος; Πιστεύετε ότι οι τωρινές μας ενέργειες θα είναι υπέρ μας στο μέλλον; Ή, μήπως, θα μας μειώσουν στα μάτια των άλλων;»

«Πρίγκιπα Νόρβορ,» είπε ο Λάρκαν, «κανείς δε θα μας κακίσει που ενεργούμε προς όφελός μας. Νομίζετε ότι είναι συνετό, αυτή τη στιγμή, να ριψοκινδυνέψουμε έναν πόλεμο με το Ένρεβηλ; Αφού δεν έχουμε προβλήματα, γιατί να δημιουργήσουμε;»

«Αδυνατώ να πιστέψω, κύριε, ότι ο Σάρναλ θα στραφεί εναντίον μας, σε περίπτωση που δεν του στείλουμε στρατιωτική αρωγή για την καταπολέμηση της Επανάστασης· ήδη έχει πολλούς αντιπάλους για ν’αντιμετωπίσει. Δεν πρότεινα να τον χτυπήσουμε, αλλά, μα τον Επουράνιο Βάνραλ, ας μην τον βοηθήσουμε κιόλας!» Το βλέμμα του στράφηκε στον Άργκελ. «Τι λες εσύ, πατέρα;»

«Έχω ήδη πάρει τις αποφάσεις μου, Νόρβορ,» αποκρίθηκε ο Βασιληάς. «Κι απ’ό,τι φαίνεται, οι περισσότεροι συμφωνούν μαζί μου.»

«Κάνεις λάθος!» επέμεινε ο Νόρβορ. «Υπάρχουν πολλοί ευγενείς που διαφωνούν. Για να μην αναφέρω, καλύτερα, τις αντιρρήσεις του λαού. Ακόμα και οι στρατιωτικοί έχουν τις διαφωνίες τους, πατέρα, αλλά δεν μιλάνε, φοβούμενοι πως κάποιος θα τους αποκαλέσει προδότες.»

«Νόρβορ,» είπε η Νιρκένα, «αν είναι κάποτε να διοικήσεις κάποια επαρχία του Βασιλείου, θα πρέπει να μάθεις να μη σκέφτεσαι με την καρδιά σου επάνω σε τέτοια ζητήματα. Μπορεί ο Σάρναλ να μην είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης και ηθικής, όμως αυτός τώρα κυβερνά το Ένρεβηλ και–»

«Δε χρειάζομαι μάθημα πολιτικής, θεία!» αντιγύρισε ο Νόρβορ· η Νιρκένα φάνηκε να θυμώνει έκδηλα για τούτη τη διακοπή. «Δε μιλάω μόνο από άποψη ηθικής και αλληλεγγύης προς έναν λαό· αναφέρομαι στις μελλοντικές μας σχέσεις με τα υπόλοιπα Βασίλεια της Βάλγκριθμωρ, όταν ο Σάρναλ θα έχει πέσει!»

«Η πτώση του Βασιληά Σάρναλ, Πρίγκιπά μου, δεν είναι καθόλου βέβαιη,» τόνισε ο Λάρκαν. «Μια περιορισμένη επανάσταση, όπως η τωρινή στο Ένρεβηλ, είναι πολύ δύσκολο να ρίξει έναν εδραιωμένο μονάρχη, εκτός κι αν έχει εξωτερική βοήθεια· πράγμα που γνωρίζουμε πως δεν έχει.»

«Αντιθέτως, ακούγεται ότι ο Σάρναλ έχει βοήθεια,» είπε η Βασίλισσα Ακάρθα.

«Τη δική μας, μητέρα;» έκανε, σαρκαστικά, ο Νόρβορ.

«Όχι, των Σαρενθάλιων,» αποκρίθηκε Ακάρθα, αγνοώντας τον τόνο στη φωνή του γιου της.

«Αυτό είναι φήμη, Βασίλισσά μου,» είπε η Νιρκένα. «Όμως, είτε ισχύει είτε όχι, εμάς πάλι δε μας συμφέρει να φανούμε εχθρικά προδιατεθειμένοι προς τον Σάρναλ. Ειδικά όσο εκείνος ισχυρίζεται πως ο Πρίγκιπας Ήλμον βρίσκεται εντός των συνόρων του Βασιλείου του, μπλεγμένος στην Επανάσταση.»

«Μπορούμε απλά να αρνηθούμε τη δική μας ανάμιξη,» είπε ο Νόρβορ. «Δεν είναι ανάγκη να στείλουμε το στρατό που, επί του παρόντος, συναθροίζεται έξω απ’τα τείχη της Νουάλβορ!

»Πατέρα,» στράφηκε στον Άργκελ, «σε ικετεύω: μην το κάνεις αυτό. Δε θα αποβεί προς όφελός μας· θα μας ζημιώσει.»

«Νόρβορ, ήδη είπαμε πως έχω πάρει τις αποφάσεις μου. Και μη νομίζεις πως εγώ δεν έχω σκεφτεί όλα όσα μας λες τώρα. Σε διαβεβαιώνω ότι τα έχω σκεφτεί.»

«Κι όμως, επέλεξες να βοηθήσεις τον Σάρναλ!»

«Επέλεξα το καλύτερο για το Νόρβηλ.»

«Και δεν πρόκειται ν’αλλάξεις γνώμη;»

«Όχι,» δήλωσε ο Βασιληάς Άργκελ.

Ο Πρίγκιπας Νόρβορ τού γύρισε την πλάτη και βγήκε από την Αίθουσα του Ουρανολίθινου Θρόνου, με τις γροθιές του σφιγμένες.

*

«Ρόλμαρ; Κοιμάσαι;»

Η Λιόλα ήταν ξαπλωμένη επάνω του, στο μεγάλο κρεβάτι του δωματίου· δεν έβλεπε το πρόσωπό του, γιατί το κεφάλι της ακουμπούσε στο στήθος του.

«Ναι.»

Η Πριγκίπισσα γέλασε. «Δε λες καλά ψέματα.»

«Να σου ζητήσω μια χάρη;»

Η Λιόλα σήκωσε το κεφάλι, για να τον κοιτάξει. Ο Ρόλμαρ ανακάθισε επάνω στο στρώμα, κι ατένισε τη γυμνή της μορφή να φωτίζεται μόνο από τη φωτιά του τζακιού, καθώς είχαν κλείσει τα πατζούρια του δωματίου.

«Τι χάρη θες να μου ζητήσεις, Ρόλμαρ;»

«Να μου πεις πιο πολλά για τη θεά σου.»

«Τι άλλο να σου πω; Δε σου έχω πει αρκετά;» Ως συνήθως, δε φάνηκε κανένα ίχνος ταραχής στην όψη της.

«Δεν έχω καταλάβει σχεδόν τίποτα.»

«Επειδή δε με ακούς προσεκτικά, ίσως,» χαμογέλασε η Λιόλα, και τον φίλησε. «Ή μπορεί να μη θέλεις να με ακούσεις.» Τον ατένισε στα μάτια, από κοντά. «Δεν πιστεύεις στη Λιάμνερ Κρωθ;»

«Ναι, πιστεύω ότι υπάρχει, Λιόλα, αλλά…»

«Δεν πιστεύεις ότι βρίσκεται εδώ, στη Βάλγκριθμωρ;»

Ο Ρόλμαρ ένευσε.

«Η Μεγάλη Θεά σε θεράπευσε,» του θύμισε η Λιόλα. «Τι άλλη απόδειξη της παρουσίας της χρειάζεσαι;»

Ο Ρόλμαρ ξεφύσησε. Ήταν αλήθεια: τον είχε θεραπεύσει. Κάποιος –κάτι– τον είχε θεραπεύσει. Ήταν, όμως, η θεά των Ρουζβάνων, η Λιάμνερ Κρωθ;

«Πες μου, Ρόλμαρ, τι άλλη απόδειξη χρειάζεσαι, και θα σου την προσφέρω,» δήλωσε η Λιόλα, σφίγγοντας το χέρι του.

Η πόρτα χτύπησε, διακριτικά. «Η Σαντάνρα είμαι, Άρχοντά μου.»

«Διώξ’ την,» είπε η Λιόλα, καθώς κατέβαινε από το κρεβάτι. «Δε θέλω να με δει εδώ.» Χωρίς να ρίξει τίποτα επάνω της, πήγε στο μπάνιο και έκλεισε την πόρτα.

Ο Ρόλμαρ σηκώθηκε και φόρεσε τη ρόμπα του. «Πέρασε, Σαντάνρα.»

Η υπηρέτρια άνοιξε και κοίταξε μέσα στο δωμάτιο, που φωτιζόταν μονάχα από τη φωτιά του τζακιού. «Ενοχλώ, Άρχοντά μου;»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Ρόλμαρ. «Απλά, είχα ξαπλώσει λίγο. Τι θέλεις;»

«Να κάνω μια ερώτηση μόνο, Άρχοντά μου: Να σας ετοιμάσω μεσημεριανό, ή θα φάτε με τη βασιλική οικογένεια, όπως συνήθως;»

«Με τη βασιλική οικογένεια θα φάω,» είπε ο Ρόλμαρ. «Εκτός κι αν σου είπε ο Βασιληάς κάτι διαφορετικό.»

«Όχι, Άρχοντά μου. Απλά, ήθελα να σιγουρευτώ. Με χρειάζεστε τίποτ’άλλο;»

«Όχι· μπορείς να πηγαίνεις.»

Η Σαντάνρα υποκλίθηκε και έφυγε, κλείνοντας την πόρτα.

Ο Ρόλμαρ συνοφρυώθηκε. Πολύ απρόσμενη δεν ήταν ετούτη η επίσκεψη της; Γιατί είχε έρθει, αφού το ήξερε πως εκείνος έτρωγε κάθε μεσημέρι με το Βασιληά; Με παρακολουθεί; Ή, μήπως, παρακολουθεί τη Λιόλα;

Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε, και η Πριγκίπισσα παρουσιάστηκε, ντυμένη με το βρεγμένο μοβ φόρεμα της.

«Λιόλα…» είπε ο Ρόλμαρ, σκεπτικός.

«Συμβαίνει κάτι;»

«Η Σαντάνρα ήρθε να με ρωτήσει αν θα φάω εδώ ή–»

«Το ξέρω· κρυφάκουσα.»

«Λιόλα, η Σαντάνρα γνωρίζει πως κάθε μεσημέρι τρώω μαζί σας. Δεν περίμενα τούτη της την επίσκεψή…»

«Και λοιπόν;»

Ο Ρόλμαρ συγκράτησε τη γλώσσα του. Δεν το σκέφτηκε; απόρησε. Δεν το σκέφτηκε ότι μπορεί να την παρακολουθεί; Κι αν όντως δεν τόχει σκεφτεί, να της εκφράσω ετούτη μου την υποψία, ή να την αφήσω στην άγνοιά της; Ίσως η Σαντάνρα να μου φανεί χρήσιμη· μπορεί να έχει μάθει κάτι που δεν ξέρω εγώ. Αλλά, απ’την άλλη, δεν είναι παρά μια απλή υπηρ– Ή όχι;

«Και λοιπόν;» επέμεινε η Λιόλα. «Τι θες να πεις;»

Ο Ρόλμαρ κούνησε το κεφάλι. «Τίποτα, ουσιαστικά. Απλά, με πείραξε που μας ενόχλησε μια ώρα που υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να έρθει εδώ. Οι υπηρέτες σας θα πρέπει νάναι πιο προσεκτικοί, Πριγκίπισσα.»

Η Λιόλα γέλασε. «Ίσως όταν γίνεις σύζυγός μου να βάλεις περισσότερη τάξη σε τούτο το παλάτι,» του είπε, πηγαίνοντας κοντά του, για να τον φιλήσει. Το βρεγμένο της φόρεμα κόλλησε επάνω του.

«Να ετοιμαστούμε για το μεσημεριανό;» τη ρώτησε ο Ρόλμαρ.

«Ναι,» συμφώνησε η Πριγκίπισσα.

*

Μετά από το μεσημεριανό με τη βασιλική οικογένεια, ο Ρόλμαρ επέστρεψε στο δωμάτιό του φουσκωμένος και αποφασισμένος να γράψει μια επιστολή στον πατέρα του, επιβεβαιώνοντάς τον πως το ζήτημα με την καταζητούμενη Ρουζβάνη είχε λυθεί και ενημερώνοντάς τον ότι θα έμενε κάποιες ημέρες στη Νουάλβορ, προτού επιστρέψει στο Ράλτον. Είχε ήδη αργήσει πολύ να στείλει αυτό το μήνυμα· η ζωή στην πρωτεύουσα και όλες οι σκοτούρες με τη Νίθρα και την παράξενη θεά της Λιόλα τον είχαν παρασύρει.

Κάθισε στο γραφείο του και έφερε κοντά του ένα μελανοδοχείο, μια πένα, και μερικά κομμάτια χαρτί· όμως δεν πρόλαβε ν’αρχίσει το γράψιμο, γιατί η πόρτα χτύπησε.

«Ποιος είναι;»

«Η Σαντάνρα.»

«Πέρασε, Σαντάνρα.»

Άνοιξε την πόρτα και μπήκε, υποκλινόμενη. «Χαίρετε, Άρχοντά μου. Μήπως θα επιθυμούσατε κάτι να σας φέρω;»

«Όχι,» είπε ο Ρόλμαρ, «αλλά κάθισε.» Έδειξε την καρέκλα μπροστά στο γραφείο του. Η υπηρέτρια υπάκουσε. «Πόσο καλά γνωρίζεις την πρωτεύουσα, Σαντάνρα;»

«Αρκετά καλά, Άρχοντά μου.»

«Εδώ μεγάλωσες;»

«Όχι, στη Νέλβορ. Αλλά έχω περάσει πολλά χρόνια στη Νουάλβορ.»

«Μάλιστα,» είπε ο Ρόλμαρ. Ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα. «Ψάχνω για ένα… ιδιαίτερο μέρος, όπου να μπορούν να μου προσφέρουν συμβουλές επάνω σε μυστηριώδη θέματα.»

«Δηλαδή, Άρχοντά μου;» ρώτησε η Σαντάνρα, παραξενεμένη.

«Δηλαδή, θέματα σχετικά με θεούς, δαίμονες, υπερφυσικές οντότητες, και τα λοιπά. Γνωρίζεις κάποιο τέτοιο μέρος –εκτός από τους ναούς, φυσικά.»

Τα μάτια της Σαντάνρα τον κοίταξαν σαν να προσπαθούσαν να διεισδύσουν στον εγκέφαλό του. Είναι έξυπνη, ναι, και παρατηρεί τα πάντα· τίποτα δεν της ξεφεύγει. Δεν έχω κάνει λάθος, τελικά: δεν πρόκειται για μια απλή υπηρέτρια.

«Δυστυχώς, δεν μπορώ να σας βοηθήσω, Άρχοντά μου. Ίσως θα έπρεπε να ρωτήσετε στην αγορά, ή στο λιμάνι.»

«Αποκλείεται να μην υπάρχει κάποιος γνωστός μυστικιστής, Σαντάνρα, κάποιος πνευματιστής ή δαιμονολόγος. Η Νουάλβορ είναι μεγάλη πόλη, και παράκτια!»

Η υπηρέτρια δάγκωσε το κάτω της χείλος. «Υπάρχει ένας, Άρχοντά μου– ή, μάλλον, δύο. Τους έχω ακουστά, μα ποτέ δεν έχω πάει να τους επισκεφτώ, έτσι οι πληροφορίες μου ίσως να μην είναι έγκυρες.»

«Δεν πειράζει· σ’ακούω.» Καλύτερο απ’το τίποτα.

 

 


Κεφάλαιο 29
Μυστικιστές, Μάγοι, και Άνωθεν Εντολές

 

Ο Ρόλμαρ ζήτησε από τη Σαντάνρα να βγει μαζί του στην πόλη, και να προσέχει μήπως κανείς τον παρακολουθούσε. Το έκανε περισσότερο για να δει τις αντιδράσεις της, παρά επειδή πίστευε ότι πραγματικά τον κατασκόπευαν (αν και είχε κι ένα τέτοιο συναίσθημα, πού και πού, το οποίο, αναμφίβολα, ήταν απλά ψυχολογικό). Όπως το περίμενε, η Σαντάνρα τον κοίταξε απορημένα, όμως, φυσικά, δεν αρνήθηκε να τον υπακούσει, γιατί της είχε ανατεθεί να τον υπηρετεί όσο το δυνατόν πιο άρτια, για τον καιρό που εκείνος θα βρισκόταν στο παλάτι –και ο Βασιληάς Άργκελ είχε τη φήμη πως δεν ανεχόταν τους υπηρέτες οι οποίοι δεν ανταποκρίνονταν στα κριτήριά του.

Τώρα, καθώς απογευμάτιαζε, ο Ρόλμαρ έβγαινε από το Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων μαζί με τη Σαντάνρα, έχοντας το χτεσινοαγορασμένο Ρουζβάνικο στιλέτο του περασμένο στο αριστερό μανίκι της βαμβακερής του τουνίκας. Και εκείνος και η υπηρέτρια φορούσαν σχετικά απλά ρούχα, χωρίς κοσμήματα, επειδή, όπως τον είχε προειδοποιήσει η δεύτερη, τέτοιου είδους μπιχλιμπίδια μπορεί να προσέλκυαν ανεπιθύμητους, εκεί όπου θα πήγαιναν.

«Άρχοντά μου,» είπε η Σαντάνρα, ενώ οι δυο τους διέσχιζαν την Οδό των Μεγαλειωδών Σκιών, «δε μου είχατε αναφέρει παλιότερα ότι μπορεί να σας παρακολουθούν. Συνέβη κάτι; Αν επιτρέπεται να ρωτήσω, φυσικά…»

«Έχω κάποιους εχθρούς που δε θα ήθελα να μ’εντοπίσουν χωρίς να τους εντοπίσω κι εγώ,» απάντησε ο Ρόλμαρ. «Οπότε, έχε τα μάτια σου ανοιχτά.»

Η Σαντάνρα κοίταξε καχύποπτα τις μεγάλες σκιές που έριχναν οι καμάρες.

Εκπαιδευμένα μάτια, παρατήρησε ο Ρόλμαρ, και οι υποψίες του ότι η υπηρέτρια ήταν, στην πραγματικότητα, κατάσκοπος μεγάλωσαν. Όμως ποιον κατασκοπεύει; Εμένα ή τη Λιόλα; Κατά πάσα πιθανότητα, συνέβαινε το δεύτερο, γιατί για ποιο λόγο να κατασκοπεύει εκείνον; Αλλά μπορεί και να κάνω λάθος για τη Σαντάνρα· ίσως απλά να είναι μια έξυπνη κοπέλα…

Η συνοδός του έστριψε αριστερά σ’ένα σημείο της οδού, μπαίνοντας στον ίδιο δρόμο που ο Ρόλμαρ είχε μπει όταν βάδιζε με τη Μιάνη, χτες. «Σε ποιον θέλετε να πάμε πρώτα, Άρχοντά μου;» ρώτησε.

Η Σαντάνρα τού είχε μιλήσει για δύο αποκρυφιστές: Ο ένας ήταν δαιμονολόγος και ονομαζόταν Ερφάνιρ· έμενε κοντά στο εσωτερικό τείχος, όχι μακριά απ’την Πύλη του Γλάρου. Ο άλλος είχε τη φήμη του μάγου, και κατοικούσε στη Δυτική Περιφέρεια της πρωτεύουσας, η οποία ήταν κι η πιο κακώνυμη· τον λέγανε Γκρίζο Σκύλο, για λόγο άγνωστο.

«Ποιον προτείνεις εσύ;»

Η Σαντάνρα ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν τους ξέρω.»

«Τότε, πάμε σ’αυτόν που είναι πιο κοντά μας: τον Ερφάνιρ,» είπε ο Ρόλμαρ.

Η Σαντάνρα έστριψε πάλι σ’έναν άλλο, μεγαλύτερο δρόμο, ο οποίος είχε αρκετή κίνηση και ήταν καθαρός, με πλακόστρωτο καλοδιατηρημένο. Ο Άρχοντας από το Ράλτον δεν είχε απόψε το συναίσθημα ότι τον παρακολουθούσαν, όπως τις υπόλοιπες φορές, και γέλασε, εσωτερικά, με τον εαυτό του, καταλήγοντας πως, όντως, ήταν όλα της φαντασίας του και οφείλονταν στις ανησυχίες που είχε. Τώρα, οι σκιές τού έμοιαζαν άδειες, οι περαστικοί απλά περαστικοί, και τα πρόσωπα στα μπαλκόνια τυχαίοι παρατηρητές.

Αρχίζω να συνηθίζω τη μεγαλούπολη, σκέφτηκε. Στην αρχή, φαίνεται πως ήμουν ακόμα επηρεασμένος από τα σύνορα, όπου δε βλέπεις άνθρωπο!

Όταν βρέθηκαν κοντά στο εσωτερικό τείχος της Νουάλβορ, ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει και ένα τσουχτερό ψύχος είχε απλωθεί, ανόμοιο μ’αυτό της πατρίδας του Ρόλμαρ. Το κρύο της θάλασσας έχει πολλές διαφορές από εκείνο της Στέπας.

«Πού είναι το κατάστημά του, λοιπόν;» ρώτησε τη Σαντάνρα, ανυπόμονα.

«Λίγο παρακάτω, Άρχοντά μου.»

Και πράγματι, δεν άργησαν να φτάσουν σ’ένα γκριζόπετρο, μονώροφο οικοδόμημα. Στο ισόγειο, τα παράθυρα και η πόρτα ήταν κλειστά, και κανένα φως δε φαινόταν ανάμεσα απ’τα πατζούρια ή απ’το κατώφλι. Στον όροφο, όμως, ο Ρόλμαρ μπορούσε να διακρίνει ένα –και μόνο ένα– παράθυρο απ’όπου προερχόταν φως λάμπας.

«Έχω ακούσει πως επάνω δέχεται τους επισκέπτες του, Άρχοντά μου,» είπε η Σαντάνρα, που έμοιαζε ανήσυχη τώρα, σα να φοβόταν αυτό το μέρος: τα μάτια της κοιτούσαν πιο γρήγορα απο δώ κι απο κεί· οι κινήσεις της ήταν πιο απότομες· ακόμα και τα λόγια έβγαιναν ταχύτερα απ’τα χείλη της.

«Ας ανεβούμε, τότε,» αποκρίθηκε ο Ρόλμαρ, ατενίζοντας τα πέτρινα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στον όροφο κι αρχίζοντας, χωρίς δισταγμό, να τα ανεβαίνει. Η σκάλα δεν πήγαινε ευθεία επάνω· σε ένα σημείο, περίπου στο μέσο ύψος του σπιτιού, τσάκιζε και συνέχιζε πάλι. Ο Άρχοντας του Ράλτον δεν έβλεπε τίποτα το ανησυχητικό γύρω του· η Σαντάνρα, όμως, δεν έμοιαζε να βαδίζει το ίδιο γρήγορα μ’εκείνον, σαν να δίσταζε πολύ να πάει σ’αυτό το μέρος –ωστόσο, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, αφού ο Ρόλμαρ την είχε προστάξει.

Τόσο δεισιδαίμονες είναι στη Νουάλβορ; σκέφτηκε ο ακρίτης. Και μετά, λένε εμάς, στα βόρεια σύνορα, απολίτιστους και προληπτικούς!

Στην κορυφή της σκάλας συνάντησε μια κλειστή, αψιδωτή πόρτα από βαρύ ξύλο, επάνω στην οποία ήταν σκαλισμένα διάφορα αλλόκοτα σύμβολα, που ο Βάνμιρ πιθανώς ν’αναγνώριζε, αλλά ο Ρόλμαρ δεν είχε καμια ιδέα τι μπορεί να σήμαιναν.

«Είναι κάποιου είδους επιγραφή;» ρώτησε τη Σαντάνρα, στρέφοντας το κεφάλι του πίσω, για να την κοιτάξει και να παρατηρήσει πως ήταν χλομή στο ασθενικό λυκόφως.

Εκείνη κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Όχι, Άρχοντά μου. Μαγεία, μάλλον.»

Ο Ρόλμαρ έπιασε το χαλκά της πόρτας –ο οποίος κρεμόταν από τα δόντια μιας μπρούτζινης δρακοκεφαλής– και χτύπησε.

*

Το χτύπημα της πόρτας την ξύπνησε.

Η Λιόλα έτριψε τα μάτια και τεντώθηκε πάνω στο κρεβάτι. Γλίστρησε έξω απ’τα σκεπάσματα και φόρεσε τη ρόμπα που κρεμόταν δίπλα της: ένα μακρύ, μεταξωτό ένδυμα με ασημί χρώμα και άνθη κεντημένα επάνω.

Η πόρτα χτύπησε πάλι, δυνατότερα από πριν.

«Λιόλα! Είσαι μέσα;»

Ο Νόρβορ.

Η Πριγκίπισσα παραμέρισε τα μαλλιά απ’το πρόσωπό της και τα έδεσε πίσω απ’το κεφάλι, με μια φαρδιά, λευκή κορδέλα. Τι θέλει τώρα; «Έρχομαι!» του φώναξε, βγαίνοντας από το υπνοδωμάτιο και διασχίζοντας το καθιστικό, για ν’ανοίξει την εξώθυρα των διαμερισμάτων της.

«Κοιμόσουν;» τη ρώτησε ο αδελφός της.

«Ναι,» απάντησε η Λιόλα, «κι ελπίζω να υπάρχει καλός λόγος που με ξυπνάς.»

«Ίσως θα έπρεπε να είχες ξυπνήσει πιο νωρίς,» είπε ο Νόρβορ, περνώντας από δίπλα της και μπαίνοντας στο δωμάτιο. Αυτό το ξυπνήσει έμοιαζε να μην είχε κυριολεκτική σημασία.

Η Λιόλα έκλεισε την πόρτα, θορυβωδώς. «Δε μ’αρέσει ο τρόπος σου! Γιατί ήρθες; Για να τσακωθείς;»

Ο Νόρβορ στράφηκε, για να την αντικρίσει. «Το πρωί,» είπε, «πήγα στην Αίθουσα του Ουρανολίθινου Θρόνου, για να μιλήσω στον πατέρα, σχετικά με τη συμμαχία με τον Τύραννο.»

«Δεν έχω ακούσει για καμια συμμαχία,» αποκρίθηκε, ήρεμα, η Λιόλα.

«Μην παίζεις με τις λέξεις, τώρα! Του προσφέρουμε στρατιωτική βοήθεια. Σαν να είμαστε σύμμαχοι του είναι· δεν έχει και μεγάλη διαφορά! Ο πατέρας πρέπει να έχει τρελαθεί –ή ίσως κάποιος να τον επηρεάζει. Πώς είναι δυνατόν να μη βλέπει τους κινδύνους;»

«Ίσως να βλέπει άλλους κινδύνους που δε βλέπεις εσύ, Νόρβορ. Κι επιπλέον, κανείς δε διαμαρτύρεται για την αρωγή που προσφέρουμε στον Σάρναλ –εκτός από σένα, φυσικά.»

«Εκτός από μένα;» φώναξε ο Νόρβορ. «Τόσοι… τόσοι άνθρωποι –ευγενείς, έμποροι, κοινοί, στρατιωτικοί –οι πάντες διαμαρτύρονται για τούτη την ενέργεια. Κι ο πατέρας δε λέει ν’αλλάξει γνώμη. Ούτε οι υπόλοιποι γύρω του, στη βασιλική αίθουσα.» Χτύπησε τα χέρια του στους μηρούς. «Δεν ξέρω τι τους έχει πιάσει!…» ξεφύσησε.

Η Λιόλα σταύρωσε τους πήχεις μπροστά της, καταλαβαίνοντας τώρα γιατί ο αδελφός της έμοιαζε τόσο θυμωμένος κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού. «Και τι ήρθες να μου τα πεις εμένα όλ’αυτά;» τον ρώτησε. «Πιστεύεις ότι εγώ φταίω;» Ο τόνος της δεν ήταν απότομος.

«Εν μέρει, ναι.» Τώρα, και ο Νόρβορ μιλούσε πιο ήρεμα, σαν να είχε ξεσπάσει και να μην είχε τίποτ’άλλο να βγάλει από μέσα του. «Επειδή, από την αρχή, αδιαφόρησες για το ζήτημα. Επειδή δεν πήγες να μιλήσεις στον πατέρα, να του δείξεις το λάθος του.»

«Πάλι τα ίδια θα λέμε; Δεν το θεωρώ λάθος. Αλλά, ακόμα κι αν το θεωρούσα, ο πατέρας δε θα μ’άκουγε, ούτως ή άλλως. Τον έχω ήδη θυμώσει μία φορά.» Αναφερόταν στην άρνησή της να παντρευτεί τον Μάθμερ, το γιο της Σαρενθάλιας μεγαλεμπόρισσας Ταράθελ. «Και πάψε πλέον να ασχολείσαι τόσο πολύ με τούτο το θέμα. Δεν έχεις εσύ την ευθύνη, Νόρβορ.»

«Δηλαδή, δεν είσαι πρόθυμη να βρούμε τον πατέρα και να του μιλήσουμε; Ή τη μητέρα, ή τη θεία Νιρκένα;»

«Όχι,» δήλωσε η Λιόλα, «γιατί δε συμφωνώ μαζί σου!» Κάποιες φορές, αναρωτιόταν αν ο αδελφός της ήταν χαζός!

Ο Νόρβορ πέρασε πάλι από δίπλα της, άνοιξε την πόρτα, και έφυγε, κλείνοντας δυνατά.

Η Λιόλα αναστέναξε, αναποδογυρίζοντας τα μάτια.

Και αισθάνθηκε μια πνευματική αναστάτωση γύρω της, σαν κάτι βαρύ να την είχε χτυπήσει κατακέφαλα. Παραπάτησε, περνώντας τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού μέσα στα μαλλιά της.

Έκανα πάλι κάποιο σφάλμα; αναρωτήθηκε, νιώθοντας έναν απρόσκλητο πανικό να εισβάλει στο νου της.

Μεγάλη Μητέρα; Τι συμβαίνει;—

—Κάτι πολύ άσχημο, κόρη μου—ακούστηκε η φωνή της Λιάμνερ Κρωθ εντός της—Διαισθάνομαι ισχυρούς εχθρούς να στρέφονται εναντίον μας—

—Εχθροί; Πού βρίσκονται, Μεγάλη Θεά; Θα φροντίσω να εξουδετερωθούν!—

—Ναι, το γνωρίζω, πιστή μου κόρη. Αλλά πρέπει να βιαστείς, γιατί η κατάσταση έχει γίνει ανεξέλεγκτη, κι επικίνδυνη για εμάς—

—Μέσα στο Νόρβηλ;—

—Ναι, μέσα στο Νόρβηλ. Ένας παλιός Θεός του Κακού και του Μίσους έχει ξυπνήσει, πιστή μου κόρη, κι έχει βαλθεί να με καταστρέψει, προτού εγκαθιδρύσω την πίστη μου εδώ, στη Βάλγκριθμωρ. Το όνομά του είναι Άνκαραζ. Τον έχεις ακουστά;—

—Μάλιστα, Μεγάλη Μητέρα. Έχω διαβάσει γι’αυτόν—Η Λιόλα αισθάνθηκε ένα σύγκρυο να τη διαπερνά. Ο Άνκαραζ ήταν ο μοχθηρός θεός που άπαντες οι Ωθράγκος είχαν αποκηρύξει, ύστερα από τους αιματηρούς Πολέμους της Φεν εν Ρωθ. Πώς είχε επιστρέψει; Ποιοι πίστευαν ξανά σ’αυτόν; Και ποιοι ήταν οι σκοποί τους; Ήθελαν μονάχα να διαλύσουν τη θρησκεία της Λιάμνερ Κρωθ, προτού διαμορφωθεί, ή είχαν κι άλλα κατά νου;

—Ωραία. Επομένως, γνωρίζεις τι θα έχεις να αντιμετωπίσεις…—

Η Λιόλα ένιωσε, ξαφνικά, μια τρομερή ανασφάλεια να πολιορκεί την πνευματική της ηρεμία. Η Θεά απέθετε μεγάλη ευθύνη στους ώμους της. Αλλά είμαι η μοναδική της ιέρεια εδώ πέρα· όλες οι ανταμοιβές της Μεγάλης Μητέρας θα είναι για μένα. Πρέπει να προασπίσω τη θρησκεία της!

Η Λιάμνερ Κρωθ συνέχισε—Όμως ο Άνκαραζ τώρα έχει ένα… ασυνήθιστο, ένα σπάνιο πλάσμα στις υπηρεσίες του. Μια γυναίκα την οποία έχει καταστήσει Αρχιέρειά του. Μια γυναίκα κατεχόμενη από δαίμονες! Μια γυναίκα που δεν ανήκει στη φυλή σας, των Ωθράγκος, παρά κατάγεται από τα παγερά μέρη της Βάλγκριθμωρ

—Καρμώζ, Μεγάλη Θεά;—

—Ναι. Μια διαβολική γυναίκα, με διαστρεβλωμένο νου και κακό στη σκέψη. Έρχεται προς τα νότια, ορμώμενη από την Επαρχία της Έριγκ, όπου οι πιστοί του Άνκαραζ είχαν κρυφά το άντρο τους. Μαζί της, θα φέρει μαχητές δεινούς σα διαβόλους και ακλόνητους σα βράχους, έτοιμους να πεθάνουν γι’αυτήν—

—Πόσους, Μεγάλη Θεά;—Η Λιόλα νόμιζε ότι έτρεμε, στεκόμενη μες στη μέση του καθιστικού των διαμερισμάτων της. Τύλιξε τα χέρια γύρω της, για να σταματήσει το τρέμουλο, αλλά μάταια.

—Ο αριθμός τους δεν είναι μεγάλος. Είναι μόνο είκοσι-ένας. Μα μην τους υποτιμήσεις, κόρη μου. Πρέπει να τους εξολοθρεύσεις, γρήγορα!—

—Θα το κάνω, Μεγάλη Θεά· το υπόσχομαι!—

—Καλώς· πολύ καλώς, πιστή μου θυγατέρα. Τώρα, πήγαινε πλησίον μίας φωτιάς—

Η Λιόλα, τρέμοντας, υπάκουσε, αν και δεν καταλάβαινε γιατί της το ζητούσε αυτό η Λιάμνερ Κρωθ. Έφυγε απ’το καθιστικό και μπήκε στο υπνοδωμάτιό της, στρέφοντας το βλέμμα στο αναμμένο τζάκι που βρισκόταν εκεί. Τα μάτια της εστιάστηκαν στις φλόγες, και η Πριγκίπισσα ξέχασε, για μια στιγμή, το σώμα της… και είδε μια οπτασία:

…Πολεμιστές με πανοπλίες, όπλα, και ασπίδες. Πολεμιστές που επάνω στις ενδυμασίες τους υπήρχε ένα έμβλημα: ένα όρθιο, πορφυρό, ακτινοβόλο ξίφος, το οποίο η Λιόλα αναγνώριζε από βιβλία που είχε διαβάσει. Ανάμεσα στους μαχητές αυτούς, που έμοιαζαν άπαντες άγριοι και αιμοδιψείς, στεκόταν μια γυναίκα, με μαύρα μαλλιά και γαλανά μάτια, φορώντας μελανό ράσο με το σύμβολο του Άνκαραζ κεντημένο έμπροσθεν…

Η Καρμώζ ετούτη είναι δαιμονισμένη—τόνισε η Λιάμνερ Κρωθ—κατεχόμενη από το Κακό. Το όνομά της είναι Ρικνάβαθ, και πρέπει να την αφανίσεις από το πρόσωπο της Κουαλανάρα, γιατί ο στόχος της είσαι εσύ, τέκνο μου πιστό—

Το όραμα εγκατέλειψε τη Λιόλα, κι εκείνη βλεφάρισε, αντικρίζοντας ξανά τις φλόγες του αναμμένου τζακιού.

Τι αναπάντεχο γεγονός ήταν ετούτο! Αναστέναξε, προσπαθώντας να ηρεμήσει τον ταραγμένο της εαυτό. Έπρεπε να δράσει ταχέως. Έπρεπε να προετοιμαστεί για πόλεμο.

Ή, μάλλον, όχι· όχι για πόλεμο, συλλογίστηκε, καθώς πήγαινε να καθίσει στο γεμάτο με βιβλία γραφείο της. Δεν ταιριάζει η λέξη «πόλεμος» σε τούτη την κατάσταση. Εγώ είμαι η Πριγκίπισσα-Διάδοχος του Νόρβηλ, κι αυτοί ποιοι είναι; Κάποιοι τρελοί που υπηρετούν νεκρούς θεούς! Δε θα δυσκολευτώ να τους αντιμετωπίσω. Θα τους αφανίσω και δε θα μείνει ίχνος τους! Πήρε μια βαθιά ανάσα, νιώθοντας καλύτερα από πριν. Ναι, η κατάσταση βρισκόταν υπό έλεγχο. Κι αν δεν βρισκόταν ήδη υπό έλεγχο, σύντομα θα βρισκόταν.

Η Λιόλα ακούμπησε την πλάτη της στην καρέκλα και το σαγόνι της στα δάχτυλα του δεξιού της χεριού. Ένα σχέδιο χρειαζόταν….

*

Η πόρτα άνοιξε στο ελάχιστο και δύο γυαλιστερά, μαύρα μάτια κοίταξαν τον Ρόλμαρ από τη χαραμάδα.

«Καλησπέρα, άγνωστε κύριε,» είπε μια αδύναμη, αντρική φωνή από μέσα.

«Χαίρετε,» αποκρίθηκε ο Άρχοντας του Ράλτον, παραξενεμένος από τον χαμηλό τόνο του συνομιλητή του. Γιατί δε μιλά δυνατότερα; «Ψάχνω τον Ερφάνιρ, τον δαιμονολόγο. Θέλω τη συμβουλή του επάνω σ’ένα θέμα.»

«Συμβουλή… επάνω σε θέμα…» είπε ο άντρας πίσω απ’την πόρτα, σα να μονολογούσε. «Οι συμβουλές πληρώνονται· το γνωρίζεις έτσι, άγνωστε κύριε;» Η φωνή εξακολουθούσε να είναι εξαιρετικά χαμηλότονη.

«Ασφαλώς,» είπε ο Ρόλμαρ.

«Καλώς, καλώς. Γιατί μου είχαν έρθει κάποιοι που λέγανε πως για ό,τι άυλο προσφέρεις δεν δικαιούσαι υλική ανταμοιβή· με καταλαβαίνεις, άγνωστε κύριε;» Τα μαύρα μάτια στένεψαν.

«Νομίζω πως ναι. Μπορώ να περάσω;»

«Βεβαίως.» Η ξύλινη θύρα άνοιξε διάπλατα, για ν’αποκαλύψει πίσω της έναν λιγνό, ξερακιανό άντρα, ντυμένο με μακριά, σταχτόχρωμη ρόμπα, επάνω στην οποία βρίσκονταν κεντημένα σύμβολα σαν αυτά που ήταν στην πόρτα. Τα μαλλιά του είχαν ένα γκριζόμαυρο χρώμα και το πρόσωπό του ήταν λιγνό, οστεώδες· τα μάγουλα και το σαγόνι του πρέπει να είχαν πολλές μέρες να συνευρεθούν με ξυράφι. «Καλησπέρα, άγνωστε κύριε. Είμαι ο Ερφάνιρ, όπως θα κατάλαβες.»

Δεν ήμουν και τόσο σίγουρος ότι ήσουν εσύ, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ, που περίμενε να συναντήσει κάτι άλλο από αυτόν τον, φαινομενικά, κακομοιριασμένο τύπο. «Χαίρω πολύ,» αποκρίθηκε. «Το δικό μου όνομα θα ήθελα να το κρατήσω για τον εαυτό μου, εάν δε σας πειράζει, κύριε Ερφάνιρ.»

«Πολλοί δε μου αποκαλύπτουν το πραγματικό τους όνομα,» είπε ο δαιμονολόγος, εξακολουθώντας να μιλά αδύναμα. «Δεν είναι πρωτότυπο.» Ωστόσο, αν έκρινε κανείς από την έκφρασή του, δεν έμοιαζε να το εγκρίνει. «Περάστε.» Παραμέρισε από το κατώφλι.

Ο Ρόλμαρ μπήκε σ’ένα μισοσκότεινο δωμάτιο, φωτισμένο από πολλά φώτα. Απίστευτο κι όμως πραγματικό· υπήρχαν λάμπες σε μπόλικα σημεία ετούτου του χώρου, αλλά καμία δεν έμοιαζε ν’αναδίδει αρκετό φως ώστε να τον φωτίζει όλο· επίσης, οι περισσότερες απ’αυτές είχαν διάφορα ενοχλητικά χρώματα: πράσινο, μενεξεδί, πορτοκαλί, πορφυρό, κιτρινωπό. Κατά τα άλλα, το δωμάτιο μύριζε μούχλα, κερί, ξύλο, και βιβλία. Ένα παράθυρο –μάλλον, εκείνο που είχε δει ο Ρόλμαρ απέξω– υπήρχε σε μια μεριά, μπροστά από ένα γραφείο. Το όλο μέρος ήταν καμωμένο από ξύλο και πέτρα, και το χαμηλό του ταβάνι στηριζόταν σε χοντρά δοκάρια. Τα αντικείμενα που βρίσκονταν στα ράφια τριγύρω θύμιζαν στον Ρόλμαρ το δωμάτιο του Βάνμιρ· αλλά εδώ υπήρχαν και κάποια πράγματα που, σίγουρα, δε θα έβλεπες εκεί, όπως χαράγματα στους τοίχους και στο πάτωμα.

Ο Άρχοντας του Ράλτον στράφηκε στο κατώφλι, όπου στεκόταν η Σαντάνρα. «Θα με περιμένεις έξω;» της ζήτησε, μη θέλοντας ν’ακούσει την κουβέντα του με το δαιμονολόγο.

«Όπως επιθυμείτε, Άρχοντά μου.» Η υπηρέτρια δεν έμοιαζε να έχει κανένα πρόβλημα μ’ετούτο.

Ο Ερφάνιρ έκλεισε την πόρτα και έτριψε τα χέρια του. «Λοιπόν, πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» Πάλι, μιλούσε σιγανά. Ο Ρόλμαρ άρχισε να υποψιάζεται ότι ίσως είχε κάποιο πρόβλημα με το λαιμό του.

«Θα ήθελα να σας κάνω μια… θεολογική, ας πούμε, ερώτηση,» του αποκρίθηκε.

«Ακούω,» είπε εκείνος, σταυρώνοντας τα χέρια πίσω απ’την πλάτη και βηματίζοντας μέσα στο δωμάτιο, χωρίς να προτείνει στον Ρόλμαρ να καθίσει.

«Μια φίλη μου υποστηρίζει ότι έχει έρθει σε επαφή με τη θεά των Ρουζβάνων, τη Λιάμνερ Κρωθ.»

Ο Ερφάνιρ έπαψε να βαδίζει, και κοίταξε τον ακρίτη με τις άκριες των ματιών. «Εδώ, στη Βάλγκριθμωρ;»

«Ακριβώς.»

«Αδύνατον!» Ο τόνος του θύμιζε στον Ρόλμαρ τον ιερέα του Βάνραλ (εκτός από το γεγονός πως ο δαιμονολόγος μιλούσε πολύ σιγανά). Φαίνεται πως κανένας μυστικιστής δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η Λιάμνερ Κρωθ είχε εμφανιστεί σε τούτα τα μέρη.

«Κι όμως, η φίλη μου υποστηρίζει πως επικοινωνεί μαζί της.»

«Δεν είναι η Λιάμνερ Κρωθ,» είπε ο Ερφάνιρ. «Κάποιος δαίμονας προσπαθεί να κοροϊδέψει τη φίλη σας, άγνωστε κύριε.»

Τα ίδια με τον ιερέα, όντως, αναστέναξε εσωτερικά ο Ρόλμαρ. «Δηλαδή, δεν υπάρχει καμία περίπτωση η Λιάμνερ Κρωθ να έχει, κάπως, εξαπλώσει την επιρροής της ως εδώ.»

Ο Ερφάνιρ κούνησε το κεφάλι. «Όχι, καμία απολύτως! Η Λιάμνερ Κρωθ ανήκει στην ήπειρό της, και μόνον εκεί· είναι γέννημα της ηπείρου, και η ήπειρος γέννημα δικό της. Δεν έχει θέση στη Βάλγκριθμωρ.»

«Επομένως, η φίλη μου είναι δαιμονισμένη;» Λες, τελικά, αυτό να αληθεύει; Αλλά πώς άρχισε;

«Φέρεται παράξενα;»

«Η συμπεριφορά της έχει αλλάξει κάπως· όλοι το παραδέχονται. Όμως η αλλαγή, μάλλον, οφείλεται στο γεγονός ότι πιστεύει πως έρχεται σε επαφή με τη Λιάμνερ Κρωθ.»

«Χμμμ…» έκανε ο Ερφάνιρ, σκεπτικός κι αρχίζοντας πάλι να βαδίζει μέσα στο δωμάτιο. «Χμμμμ…»

«Επίσης, κάνει θαύματα,» συνέχισε ο Ρόλμαρ.

Ο Ερφάνιρ σταμάτησε, απότομα, και στράφηκε να τον ατενίσει. «Τι θαύματα;»

«Κατ’αρχήν, με θεράπευσε, όταν ήμουν χτυπημένος.»

«Πώς;»

«Εμ… κοιμήθηκε μαζί μου,» εξήγησε ο Ρόλμαρ.

«Συνευρέθηκε ερωτικά μαζί σου, εννοείς;» ρώτησε ο Ερφάνιρ, έντονα.

«Ναι.»

«Και θεραπεύτηκες;»

«Ναι.»

«Πόνεσες;»

«Όχι. Για την ακρίβεια, ήταν σαν όνειρο…»

«Χμμμμ…» Ο Ερφάνιρ τον ατένισε, αργά, απ’την κορφή ως τα νύχια. «Είσαι βέβαιος πως ο δαίμονας δεν έχει εισβάλει εντός σου;»

Ο τύπος είναι πιο τρελός από τον Βάνμιρ! «Ναι,» είπε ο Ρόλμαρ· «είμαι απόλυτα βέβαιος.»

«Να μην είσαι! Γιατί, ποτέ δεν ξέρεις· ο δαίμονας μπορεί να κρύβεται και να μην έχει ακόμα εκδηλωθεί.»

Ο Ρόλμαρ ανατρίχιασε. Τι αηδίες είν’αυτές; μούγκρισε εντός του.

«Αλλά θα επιστρέψουμε σε τούτο αργότερα, άγνωστε κύριε. Συνέχισε· πες μου, τι άλλα θαύματα έχει κάνει η φίλη σου, ε;» Ο Ερφάνιρ τεντώθηκε προς το μέρος του ακρίτη, καθώς είχε τα χέρια σταυρωμένα στην πλάτη. Η μορφή του έμοιαζε παράξενα επιμήκης μέσα στο ποικιλόχρωμο φως, σα νάταν δαίμονας ο ίδιος –Ανοησίες! Μ’έχει επηρεάσει, ο τσαρλατάνος!

«Είχα αγοράσει έναν Μιρλίμιο Κύβο– Έχετε υπόψη σας τους Μιρ–;»

«Φυσικά και τους έχω υπόψη μου· συνέχισε, παρακαλώ.»

«Είχα αγοράσει έναν τέτοιο κύβο, αλλά δεν μπορούσα να τον ανοίξω, ούτε εγώ ούτε κανένας άλλος γνωστός μου–»

«Όμως η φίλη σας τον άνοιξε.»

«Και τον έκλεισε, ύστερα. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, μάλιστα.»

«Χμμμμ… Παράξενος δαίμονας την έχει καταλάβει, άγνωστε κύριε. Πολύ, πολύ παράξενος. Και δυνατός, νομίζω.»

Πρέπει να είναι τρελός. Μακάρι ο Βάνμιρ να ήταν εδώ· καλύτερες συμβουλές θα μπορούσε να μου δώσει. «Υπάρχει τρόπος να διωχτεί;»

«Ο δαίμονας; Φυσικά και υπάρχει τρόπος. Ή, μάλλον, δεν υπάρχει ένας τρόπος· υπάρχουνε πολλοί.»

«Δηλαδή, είναι εύκολο να διώξει κανείς έναν δαίμονα;»

«Τουναντίον, άγνωστε κύριε! Όταν λέω ότι υπάρχουνε πολλοί τρόποι, εννοώ πως ο κάθε δαίμονας θέλει και το δικό του, ξεχωριστό τρόπο. Με καταλαβαίνεις;»

«Μάλιστα,» είπε ο Ρόλμαρ.

«Τώρα,» ο Ερφάνιρ έτριψε τα χέρια του, «ας επιστρέψουμε στο προηγούμενό μας θέμα: Στο αν ο δαίμονας έχει περάσει μέσα σου, άγνωστε κύριε.»

«Δε νομίζω ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο· θα το είχα αντιληφθεί.»

«Χα! Κανείς μεγάλο λάθος, σε πληροφορώ!» τόνισε ο Ερφάνιρ, υψώνοντας ένα δάχτυλο. «Και θα το μετανιώσεις, γιατί δε θα το περιμένεις όταν ο δαίμονας αποφασίσει να εκδηλωθεί!»

Ο Ρόλμαρ αισθάνθηκε πάλι τις τρίχες του να σηκώνονται.

«Το λοιπόν, άγνωστε κύριε,» συνέχισε ο δαιμονολόγος. «Θα πρέπει να ερευνήσουμε αν ο δαίμονας κρύβεται εντός σου.»

«Να το ερευνήσουμε; Πώς;»

«Θα σου εξηγώ καθώς θα το κάνουμε.»

«Όχι,» διαφώνησε ο Ρόλμαρ. «Δε νομίζω ότι κάτι τέτοιο χρειάζεται.»

Ο Ερφάνιρ τον ατένισε συνοφρυωμένος. «Κι άμα ο δαίμονας είναι μέσα σου; Θα τον αφήσεις εκεί;»

«Δεν είναι ο δαίμονας μέσα μου!» μούγκρισε ο Ρόλμαρ. «Αλλά: αν θέλω να βοηθήσω τη φίλη μου –που ίσως να έχει δαίμονα εντός της–, τι μπορώ να κάνω;»

«Πρέπει να μου τη φέρεις εδώ, ασφαλώς.»

Υπέροχα! Άχρηστος είσαι κι εσύ, μυστικιστική της τρέλας! «Εντάξει, θα το έχω υπόψη μου. Τώρα πρέπει να πηγαίνω.»

«Δε θα το συμβούλευα,» είπε, αυστηρά, ο Ερφάνιρ. «Καλύτερα να μείνεις, να ελέγξουμε αν ο δαίμονας σε διακατέχει.»

«Δεν είναι απαραίτητο,» αποκρίθηκε ο Ρόλμαρ, πηγαίνοντας στην πόρτα. «Καλή σας νύχτα, κύριε Ερφάνιρ.» Άνοιξε.

«Τρία κορονίδια, μου χρωστάς.»

Ο Ρόλμαρ τον πλήρωσε.

Ο Ερφάνιρ ένευσε, κλείνοντας τα αργυρά νομίσματα μέσα στη χούφτα του. «Καλή νύχτα και σε σένα, άγνωστε κύριε,» του ευχήθηκε, μ’έναν οριστικό τόνο στη φωνή του, ο οποίος έκανε τον Άρχοντα του Ράλτον ν’ανατριχιάσει για τρίτη φορά.

Ωστόσο, ο Ρόλμαρ αδιαφόρησε και βγήκε, κλείνοντας την πόρτα πίσω του.

Η Σαντάνρα τον περίμενε στη σκάλα.

«Είστε καλά, Άρχοντά μου;» τον ρώτησε· και ο Ρόλμαρ αναρωτήθηκε, για μια στιγμή, τι είδε στο πρόσωπό του. Ήταν χλομός; Ταραγμένος; Τρομαγμένος;

«Θα μπορούσα νάμαι και καλύτερα,» αποκρίθηκε, αρχίζοντας να κατεβαίνει. Η Σαντάνρα τον πήρε στο κατόπι.

Όταν βρίσκονταν κάτω, στον πλακόστρωτο δρόμο, της είπε: «Θα με οδηγήσεις τώρα στον άλλο αποκρυφιστή;» Κι ας ελπίσουμε ότι αυτός θα έχει κάποια χρήσιμη συμβουλή να μου δώσει!

«Είστε βέβαιος ότι θέλετε να πάμε εκεί, ετούτη την ώρα, Άρχοντά μου;» ρώτησε η Σαντάνρα. «Η Δυτική Περιφέρεια της πρωτεύουσας είναι επικίνδυνη το βράδυ. Πιο επικίνδυνη απ’ό,τι το πρωί, δηλαδή.»

Ο Ρόλμαρ το σκέφτηκε λίγο· αλλά, τελικά, είπε: «Ναι, είμαι βέβαιος. Πάμε. Και μην ανησυχείς για την ασφάλειά μας: Στα βόρεια σύνορα, όλοι εκπαιδευόμαστε καλά στα όπλα· και ιδιαίτερα όσοι βρίσκονται στο κάστρο του Άρχοντα-Φύλακα Άραντιρ.» Μειδίασε.

«Όπως επιθυμείτε, Άρχοντά μου.»

Προτού φύγουν, ο Ρόλμαρ έριξε μια τελευταία ματιά στο σπίτι του Ερφάνιρ, και νόμιζε πως είδε τον δαιμονολόγο να τους κοιτάζει απ’το παράθυρο. Πρέπει να του κίνησα την περιέργεια. Τι ανισόρροπος άνθρωπος…!

Βαδίζοντας με σταθερό ρυθμό, ο Άρχοντας του Ράλτον και η παλατιανή υπηρέτρια έφτασαν στην Οδό Κάρων, η οποία ξεκινούσε από τη βόρεια πύλη, διέσχιζε την αγορά, συναντούσε την Πύλη του Γλάρου (όπου βρίσκονταν τώρα ο Ρόλμαρ και η Σαντάνρα), και κατέληγε στο λιμάνι. Και, όπως πάντα, είχε κόσμο, ακόμα και το βράδυ· αν και, βέβαια, τα πρωινά δεν είχε κόσμο απλά –ήταν κοσμοπλημμυρισμένη.

Αφήνοντας την Οδό Κάρων πίσω τους, μπήκαν σε κάτι μικρότερους δρόμους της Νουάλβορ, τους οποίους η Σαντάνρα έμοιαζε να ξέρει σαφώς καλύτερα από τον Ρόλμαρ, και, τελικά, τον οδήγησε σε μια πέτρινη γέφυρα που περνούσε πάνω απ’τον ποταμό.

«Η Κάτω Γέφυρα,» είπε η υπηρέτρια. «Μετά απ’αυτήν, βρίσκεται η Δυτική Περιφέρεια.» Τον κοίταξε λες και περίμενε εκείνος ν’άλλαζε γνώμη σχετικά με τον προορισμό τους, αποφασίζοντας να επιστρέψει στο παλάτι.

Ο Ρόλμαρ απλά ένευσε και ανέβηκε στη γέφυρα. Κάπου στη μέση της, είδε έναν άντρα να κάθεται στο χείλος και να παραμιλά, πίνοντας από ένα μπουκάλι και κουνώντας τα πόδια του πάνω απ’τον ποταμό. Ο Άρχοντας τον αγνόησε και συνέχισε, με τη Σαντάνρα πλάι του.

Κατεβαίνοντας στην άλλη μεριά της γέφυρας, νόμιζε πως είχε, ξαφνικά, βρεθεί σε διαφορετική πόλη. Τα χτίρια ήταν κακοδιατηρημένα, το πλακόστρωτο ραϊσμένο σε μπόλικα σημείο, και τα σκουπίδια πεταμένα μες στη μέση, σαν οι Αρχές να μην έδιναν καμία σημασία στην καθαριότητα και στην ευπρέπεια. Μερικοί άνθρωποι φαίνονταν να βαδίζουν ή να κάθονται εδώ κι εκεί, αλλά ο Ρόλμαρ δεν μπορούσε να τους διακρίνει καθαρά, λόγω του ασθενικού φωτός του μέρους –η μία στις τρεις λάμπες ήταν αναμμένη, ενώ μερικές έμοιαζαν σπασμένες.

«Είναι μακριά;» ρώτησε.

«Όχι πολύ, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε η Σαντάνρα. «Άλλωστε, η Δυτική Περιφέρεια είναι μικρή· όλα κοντά είναι. Ελάτε απο δώ.» Ξεκίνησε να πορεύεται γρήγορα, τυλίγοντας την κάπα σφιχτά επάνω της και κοιτάζοντας ερευνητικά τριγύρω.

Σαντάνρα, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ, καθώς βάδιζε πλάι της, πρέπει να μάθω περισσότερα για σένα.

«Έι! Έι, φιλαράκια! Μπορώ να σας βοηθήσω;»

Η άγνωστη φωνή τούς έκανε και τους δύο να στραφούν στ’αριστερά, για να δουν έναν χοντρό άντρα να τους ατενίζει μέσα απ’τις σκιές μιας γωνίας.

«Μοιάζετε νιόφερτοι στα λημέρια μας. Προσφέρω καθοδήγηση, ξέρετε. Όπου θέλετε να πάτε, θα σας πάω γω… με ασφάλεια. Και η τιμή μου, πάντα χαμηλή! Χε-χε.»

«Σ’ευχαριστούμε, αλλά όχι,» απάντησε, ψυχρά, ο Ρόλμαρ, συνεχίζοντας το δρόμο του μαζί με τη Σαντάνρα.

«Νομίζετ’ ότ’ είστ’ έξυπνοι, ε;» φώναξε πίσω τους ο άγνωστος. «Θα το δούμε τούτο, θα το δούμε…»

«Δε μ’άρεσε καθόλου αυτό,» ψιθύρισε η Σαντάνρα στον Ρόλμαρ. «Ίσως κινδυνέψουμε, Άρχοντά μου.»

Εκείνος έπρεπε να παραδεχτεί πως η συνοδός του είχε δίκιο. Προτού, όμως, προλάβει να της απαντήσει, είδε δύο σκιερές αντρικές μορφές να παρουσιάζονται μπροστά τους και να πλησιάζουν. Την ίδια στιγμή, έπιασε με την άκρια του ματιού έναν τρίτο να έρχεται από τ’αριστερά, υψώνοντας μια μικρή βαλλίστρα. Γαμώτο…

«Μάγκες, τα λεφτά σας,» είπε ο ένας από τους δύο τύπους που ζύγωναν από μπροστά. Στο δεξί χέρι βαστούσε ρόπαλο, ενώ στη ζώνη του γυάλιζε ένα περασμένο ξιφίδιο. Ο σύντροφός του κρατούσε ένα μεγαλύτερο ρόπαλο, που στις άκριές του υπήρχαν σιδηροκεφαλές.

«Δεν έχουμε χρήματα επάνω μας!» αποκρίθηκε αμέσως η Σαντάνρα, σφίγγοντας ακόμα περισσότερο την κάπα της, σαν να μπορούσε να προφυλαχτεί εκεί μέσα.

«Γδυθείτε, να δούμε,» ακούστηκε μια φωνή απ’τ’αριστερά, και ο Ρόλμαρ στράφηκε, για ν’αντικρίσει ευθέως τον λιγνό άντρα με τη μικρή βαλλίστρα, ο οποίος τον σημάδευε. «Έλα, άρχισε να τα βγάζεις, μάγκα μου.» Ζύγωσε, μα όχι πολύ· φρόντιζε να είναι τόσο μακριά από το στόχο του, ώστε να μπορεί εύκολα να τον πετύχει, αλλά να μην μπορεί εκείνος να του χιμήσει.

Μία λύση υπάρχει, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ· κι ευχαρίστησε εσωτερικά τον Βάνμιρ για τούτο το κόλπο που του είχε μάθει. Εστίασε το βλέμμα του δίπλα απ’τον βαλλιστροφόρο ληστή και συγκέντρωσε τις εσώτερές του δυνάμεις· κάλεσε την Ταχύτητα και φορτίστηκε μ’αυτήν. Οι μύες και τα νεύρα του σφίχτηκαν. Νόμιζε πως άκουσε κάποιον από τους κακοποιούς να μιλά, μα δεν κατάλαβε τι είπε.

Τηλεμεταφορά.

Τα πάντα διαλύθηκαν γύρω από τον Ρόλμαρ: έγιναν ένα ενιαίο ακατονόμαστο χρώμα, το χρώμα που ο Βάνμιρ ονόμαζε Κοσμικό Χρώμα.

Ύστερα από χρόνο απροσδιόριστο, ο κόσμος αναμορφώθηκε, και ο Άρχοντας απ’το Ράλτον βρισκόταν τώρα δίπλα απ’τον βαλλιστροφόρο ληστή.

Ο οποίος στράφηκε, ξαφνιασμένος.

Αλλά ο Ρόλμαρ είχε ήδη τραβήξει το Ρουζβάνικο στιλέτο απ’το μανίκι του –και τον κάρφωσε στο λαιμό.

«ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!» Ο άντρας με το μακρύ ρόπαλο χίμησε καταπάνω στον βόρειο Άρχοντα, ανεμίζοντας τ’όπλο πάνω απ’το κεφάλι του και κατεβάζοντάς το με ορμή.

Αλλά τι αδέξιος που ήταν… Ο πατέρας θα τον είχε πλακώσει στο ξύλο, έτσι όπως επιτίθεται.

Ο Ρόλμαρ απέφυγε το χτύπημα, πέρασε κάτω απ’το μακρύ ρόπαλο του ληστή, και τον κάρφωσε κάτω απ’το σαγόνι, με το στιλέτο του. Καθώς ο άντρας έπεφτε, σπαρταρώντας, στο ραγισμένο πλακόστρωτο, ο ακρίτης του Ράλτον παρατήρησε ότι ο άλλος κακούργος είχε ήδη γίνει καπνός.

«Άρχοντά μου!» αναφώνησε η Σαντάνρα, ατενίζοντας τον με μάτια γουρλωμένα. «Είστε μάγος!»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Ρόλμαρ, βγάζοντας ένα μαντίλι, για να σκουπίσει το αίμα που είχε πιτσιλίσει την κάπα του. «Ήταν ένα κόλπο που μου έχει μάθει ο αδελφός μου. Αλλά πάμε τώρα, προτού έρθουν κι άλλοι.»

Προχώρησαν βιαστικά μέσα στους σκοτεινιασμένους δρόμους, σχεδόν τρέχοντας· και, σύντομα, έφτασαν μπροστά σε μια ισόγεια κατοικία, καμωμένη από πέτρα και ξύλο, και μοιάζοντας να βρίσκεται σε πολύ χειρότερη κατάσταση από το σπίτι του Ερφάνιρ του δαιμονολόγου.

«Εδώ μένει ο Γκρίζος Σκύλος;»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου.» Η Σαντάνρα ήταν λαχανιασμένη. Το ίδιο κι εγώ, παρατήρησε ο Ρόλμαρ, εκείνη τη στιγμή.

Σήκωσε το δεξί χέρι και χτύπησε, δυνατά, την ξύλινη πόρτα, με τις φάλαγγες των δαχτύλων του.

Η είσοδος άνοιξε, και ένας άντρας παρουσιάστηκε. Είχε άγριο πρόσωπο και γκρίζα μαλλιά και μούσια· τα μάτια του νόμιζες πως ήθελαν να σου φάνε τη ψυχή. Γκρίζος Σκύλος, πράγματι… σκέφτηκε ο Ρόλμαρ.

«Καλησπέρα, κύριε,» είπε. «Ψάχνουμε για τον Γκρίζο Σκύλο.»

«Τον βρήκατε,» αποκρίθηκε, ευθέως, ο άντρας.

«Μπορούμε να περάσουμε;»

«Για ποιο λόγο;»

«Θέλω να ζητήσω τη συμβουλή σας επάνω σ’ένα θέμα. Είστε μάγος, σωστά;»

Ο Γκρίζος Σκύλος ένευσε. «Μπείτε.»

Ο Ρόλμαρ και η Σαντάνρα βρέθηκαν σ’έναν χώρο πολύ πιο περιποιημένο από εκείνον του Ερφάνιρ του δαιμονολόγο, πράγμα που ήταν να σε παραξενεύει, αφού ετούτη η περιφέρεια είχε τη φήμη της χειρότερης μεριάς της πόλης. Το δωμάτιο έμοιαζε με μικρό σαλόνι, όμορφα διακοσμημένο με καναπέ, τραπέζι, τζάκι, και ακόμα κι έναν πίνακα αμφιβόλου ποιότητας και τεχνοτροπίας –για την ακρίβεια, ο Ρόλμαρ δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς έδειχνε.

«Μπορώ να σας μιλήσω ιδιαιτέρως, κύριε;» ρώτησε τον Γκρίζο Σκύλο.

«Έλ’ απο δώ,» αποκρίθηκε εκείνος, ανοίγοντας μια μικρή πόρτα.

«Θα με περιμένεις, Σαντάνρα;»

Εκείνη ένευσε.

Ο Ρόλμαρ ακολούθησε τον Γκρίζο Σκύλο σ’ένα στενόχωρο δωμάτιο, πνιγμένο στα βιβλία, στο τέλος του οποίου υπήρχε ένα γραφείο, όπου ο οικοδεσπότης κάθισε, αφήνοντας τον επισκέπτη του να πάρει θέση σ’ένα ξύλινο σκαμνί. Σπουδαία φιλοξενία ξέρουν να δείχνουν, όλοι αυτοί οι μυστικιστές…

«Μιλήστε μου,» τον προέτρεψε ο Γκρίζος Σκύλος.

Ο Ρόλμαρ τού είπε για τη φίλη του η οποία ερχόταν σε επαφή με τη Λιάμνερ Κρωθ, και τον ρώτησε αν ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο.

Ο Γκρίζος Σκύλος φάνηκε παραξενεμένος, καθώς είχε ακουμπήσει το σαγόνι στη γροθιά του, ακούγοντάς τον. «Η Λιάμνερ Κρωθ δεν έχει ισχύ στη Βάλγκριθμωρ, απ’όσο γνωρίζω εγώ, φίλε μου. Λατρεύεται στην ήπειρό της, η οποία είναι ένα μ’αυτήν –θεά και ήπειρος αποτελούν μία ενιαία οντότητα. Ποτέ η λατρεία της δεν είχε εξαπλωθεί εδώ, για προφανείς λόγους. Ακόμα και οι Ρουζβάνοι που είναι στα μέρη μας το αναγνωρίζουν αυτό.»

Πάλι τα ίδια μαθαίνω, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ. Τελικά, έτσι πρέπει νάναι. Η Λιόλα δεν μπορεί να επικοινωνεί με τη Λιάμνερ Κρωθ…

«Η φίλη σου, μάλλον, έρχεται σε επαφή με κάτι άλλο, νομίζοντας ότι είναι η θεά των Ρουζβάνων,» συνέχισε ο Γκρίζος Σκύλος.

«Τι άλλο;»

Ο μάγος ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα. «Κάποιο δαίμονα, ίσως· ή θεό. Προφανώς, η ίδια βρίσκεται σε σύγχυση και δε γνωρίζει τι ακριβώς είναι αυτό με το οποίο επικοινωνεί.»

Ωστόσο, η Λιόλα δε φαινόταν στον Ρόλμαρ να βρίσκεται σε καμια σύγχυση. Ήταν σίγουρη πως μιλούσε με τη Λιάμνερ Κρωθ. Ο Άρχοντας έσφιξε τα χείλη. «Δηλαδή, έχει παραπλανηθεί;»

«Αναμφίβολα.» Ο Γκρίζος Σκύλος χτύπησε τα δάχτυλά του επάνω σ’ένα δερματόδετο βιβλίο, σκεπτικός. «Αναμφίβολα.»

«Τι μπορώ να κάνω, για να τη βοηθήσω;» ρώτησε ο Ρόλμαρ.

«Για να σου πω την αλήθεια, φίλε μου,» αποκρίθηκε ο Γκρίζος Σκύλος, «δεν έχω ιδέα. Δεν ασχολούμαι και τόσο με τέτοιες περιπτώσεις. Είναι πολύ σπάνιες και πολύ αλλόκοτες για να με αφορούν. Ωστόσο, φίλε μου, έχω να σου συστήσω κάποιον που ίσως να έχει τις γνώσεις και τα μέσα ώστε να σε βοηθήσει. Τον λένε Ερφάνιρ και είναι δαιμονολόγος. Μένει κοντά στην Πύλη του Γλάρου, από την ανατολική μεριά.»

Ωωωχχ, αναστέναξε εσωτερικά ο Ρόλμαρ. Αν αυτός είναι ο σοφότερος εδώ γύρω, τότε.... Άστο καλύτερα. «Μάλιστα,» είπε. «Θα τον επισκεφτώ. Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε.» Σηκώθηκε απ’το σκαμνί του. «Τι σας οφείλω;»

«Γι’αυτές τις μπούρδες που σου είπα; Τίποτα, ασφαλώς,» γέλασε ο Γκρίζος Σκύλος, καθώς σηκωνόταν κι εκείνος όρθιος.

Βγήκαν απ’το στενόχωρο δωμάτιο και πέρασαν στο σαλόνι, όπου η Σαντάνρα τούς περίμενε, στεκόμενη μπροστά στο αναμμένο τζάκι. Τα μάτια της κοίταξαν τον Ρόλμαρ με περιέργεια. Μάλλον, της έκανε εντύπωση που τελείωσα τόσο γρήγορα.

«Πάμε,» της είπε ο ακρίτης. Και προς τον Γκρίζο Σκύλο: «Αντίο.»

Εκείνος του έκλεισε το μάτι. «Και προσοχή στους δρόμους, φίλε μου. Είν’επικίνδυνοι αυτή την ώρα.»

Το έχω διαπιστώσει…

Ο Ρόλμαρ και η Σαντάνρα εγκατέλειψαν το σπίτι του μάγου, βγαίνοντας στα σκιερά στενορύμια της Δυτικής Περιφέρειας.

«Ίσως να μας περιμένουν να επιστρέψουμε, Άρχοντά μου. Θα πρότεινα να μην πάμε από τον ίδιο δρόμο,» ψιθύρισε η υπηρέτρια.

«Κι από πού να πάμε;»

«Από πάνω.»

«Ξέρεις να μας οδηγήσεις;»

«Ναι.»

«Πάμε, τότε.»

Προχώρησαν, με γρήγορο ρυθμό, κατευθυνόμενοι βόρεια μέσα στη Δυτική Περιφέρεια της Νουάλβορ, ενώ άκουγαν το νερό του ποταμού Σάλερεκ να κυλά στ’ανατολικά τους. Από τα μέρη όπου πέρασαν δεν είδαν πολλούς ανθρώπους, και όσους είδαν φαίνονταν ρεμάλια, ξεπεσμένοι, μπεκρήδες, ζητιάνοι, ή κλέφτες, οι οποίοι, όμως, δεν τους πλησίασαν, για να επιχειρήσουν να τους ληστέψουν. Μονάχα ένας ήρθε πιο κοντά τους, αλλά το άγριο βλέμμα που του έριξε ο Ρόλμαρ τον αποθάρρυνε. Μάλλον, ήταν μόνος, χωρίς συνεργάτες.

Έτσι, έφτασαν σε μια άλλη γέφυρα, καμωμένη από πέτρα, στα πλάγια, κι από ξύλο, στο πάτωμα.

«Η Πάνω Γέφυρα,» είπε η Σαντάνρα. «Προσοχή εδώ, Άρχοντά μου. Το μέρος είναι πάντα γλιστερό. Μη βιάζεστε, και να κρατιέστε καλά.»

Ο Ρόλμαρ υπάκουσε. Κάτω από τις μπότες του μπορούσε να αισθανθεί πως το δάπεδο ήταν, όντως, πολύ ολισθηρό. «Ξέρεις καλά τούτες τις περιοχές, Σαντάνρα,» είπε στη συνοδό του.

«Αρκετά, Άρχοντά μου…»

«Έμενες εδώ;»

«Όχι, αλλά έχω περάσει αρκετό καιρό στη Νουάλβορ, όπως σας είπα.»

Ο Ρόλμαρ ήταν πολύ κουρασμένος, για να την πιέσει περισσότερο. Ήθελε μόνο να επιστρέψει στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων, να πάει στο δωμάτιό του, στον Πύργο των Ξένων, και να πέσει για ύπνο επάνω στο μαλακό του κρεβάτι.

 

 


Κεφάλαιο 30
Φήρνιμ

 

Η Φήρνιμ, παλικάρια μου. Τα φιλαράκια μας, οι Ρουζβάνοι, σίγουρα θάχουνε περάσει απο δώ.» Ο Σαμόλθιρ στεκόταν στην πλώρη του Κυματόλυκου, μαζί με τον Φένταρ. «Αααααα!» Ο Καπετάνιος πήρε μια βαθιά ανάσα. «Η μυρωδιά της θάλασσας μ’έχει αναζωογονήσει, φίλε! Τελικά, δεν έσφαλα που σ’ακολούθησα σ’ετούτο το ταξίδι, μου φαίνεται. Χε-χε.»

«Άμα δεν ήταν το χρήμα στη μέση, τώρα θα γκρίνιαζες σαν ερωτιάρης γάτος,» είπε Φένταρ, αγναντεύοντας το νησί που πλησίαζαν και υπομειδιώντας.

«Χα-χα-χα!» γέλασε ο Σαμόλθιρ, κάνοντας το κεφάλι πίσω. «Ίσως νάχεις δίκιο, παλιόφιλε, ίσως νάχεις δίκιο,» παραδέχτηκε, μ’ένα πλατύ χαμόγελο. «Πάντως,» πρόσθεσε, «κάτι τέτοια μέρη» –έδειξε το λιμάνι της Φήρνιμ, που ερχόταν συνεχώς και πιο κοντά τους– «μου έχουνε λείψει. Πρέπει να το παραδεχτώ.»

«Τι ακριβώς σου έχει λείψει;» ρώτησε ο Φένταρ. «Η βρομιά, η δυσωδία, οι κλέφτες, το σκουληκιασμένο φαγητό, οι αρρωστιάρες πουτάνες, ή οι ροπαλοφόρες συμμορίες;»

«Όλα μαζί…»

Έμειναν σιωπηλοί, για λίγο, καθώς το πλοίο τους έμπαινε στο λιμάνι της Φήρνιμ. Ο βραχύσωμος Ναύκληρος Ζίβιαν άρχισε να δίνει διαταγές στο πλήρωμα, φωνάζοντας δυνατότερα απ’ό,τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, κρίνοντας απ’το μπόι του.

Η Αστρογέννητη και η Χρυσοδάκτυλη πλησίασαν τον Σαμόλθιρ και τον Φένταρ, μοιάζοντας λιγάκι ζαλισμένες. Δεν την άντεχαν και τόσο τη θάλασσα.

«Πώς θα βρούμε αυτούς τους Ρουζβάνους τώρα;» ρώτησε η πρώτη. «Σίγουρα, δε θάναι οι μόνοι του είδους τους που θάχουν περάσει απο δώ.»

«Αποκλείεται, όμως, να περάσανε απαρατήρητοι,» είπε ο Σαμόλθιρ. «Έχουνε μεγάλο σκάφος, και κάποιοι θα τους είδαν. Μη σκάτε, δε θα δυσκολευτούμε να μάθουμε προς τα πού κατευθύνθηκαν. Αλλ’ακόμα και να μην το μάθουμε, πάλι ξέρουμε πού πηγαίνουνε, έτσι, Φένταρ;»

«Ναι,» ένευσε ο τυχοδιώκτης, «στη Λιάμνερ-Κρωθ, για να παραδώσουν την αιχμάλωτή τους. Το θέμα είναι να τους προλάβουμε. Υπάρχει κάνα… ‘κόλπο’ σ’ετούτα τα νησιά, για να κόψουμε δρόμο;»

«Οι λεχρίτες αυτοί το πιθανότερον είναι νάχουνε πάρει το συνηθέστερο μονοπάτι, το Πέρασμα των Εμπόρων, το οποίο σε οδηγεί ευθεία νότιο-δυτικά. Επομένως, εκτός κι αν εκείνοι μπλεχτούνε σε τίποτα ύποπτα στενά, δεν μπορούμε να τους τη φέρουμε, καθότι, όπως ξέρει κι ο πιο βλαμμένος, ο ίσιος δρόμος είναι κι ο ταχύτερος.

»Το μόνο που μας σώζει τούτη τη στιγμή, κοπέλι μου, είναι να μας βοηθήσ’ ο Τάρχεμοθ, καθυστερώντας τους κάπως.»

«Σκατά…!» μουρμούρισε ο Φένταρ, κάτω απ’την ανάσα του, σφίγγοντας τη δεξιά του γροθιά. Τα χρήματα που πρόσφερε ο μυστηριώδης Άρχοντας ήταν καλά –πολύ καλά· δεν ήθελε με τίποτα να τα χάσει. «Ας μη χρονοτριβήσουμε πολύ εδώ πέρα,» είπε.

«Θα κατεβούμε μονάχα για να ρωτήσουμε άμα πέρασαν οι Ρουζβάνοι,» αποκρίθηκε ο Σαμόλθιρ.

Ο Φένταρ ένευσε, αμίλητος.

Ο Σαμόλθιρ έβαλε δυο δάχτυλα στο στόμα και σφύριξε. «Ε, Ζίβιαν! Μην τυχόν και κατεβεί κανένας στο λιμάνι, θα σας κόψω τον κώλο! Δε θα καθίσουμε καθόλου εδώ.»

«Μά’στα, Καπ’τάνιε!» αποκρίθηκε ο ναύκληρος από απόσταση.

Ο Ναυτιερέας Κάντιρ βγήκε απ’την γκλαβανή της κουβέρτας και ζύγωνε την πλώρη. «Τι συμβαίνει, Καπετάνιε Σαμόλθιρ;» ρώτησε. «Προς τι η βία;»

«Όπως ξέρεις, Θαλασσοπατέρα, τρέχουμε σαν παλαβοί να προλάβουμε ένα Ρουζβάνικο σκάφος· δεν υπάρχει χρόνος για διασκέδαση κι ανάπαυση. Θ’αναπαυτούμε και θα διασκεδάσουμε μετά, με την καρδιά μας.»

«Εγώ ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί είμαστε εμείς εδώ…!» μούγκρισε η Χρυσοδάκτυλη, γέρνοντας επάνω στην κουπαστή και κοιτάζοντας το νερό της θάλασσας με απέχθεια.

«Γιατί έτσι γουστάρω, κοπέλια,» αντιγύρισε ο Σαμόλθιρ, καθώς οι ναύτες του άραζαν τον Κυματόλυκο και έριχναν μια ξύλινη ράμπα. «Πάμε τώρα να δούμε τι ψάρια θα πιάσουμε…» Απομακρύνθηκε από την πλώρη.

Ο Φένταρ και οι δύο Μιρλίμιες φόνισσες τον ακολούθησαν, για να κατεβούν σε μια από τις αποβάθρες της Φήρνιμ.

«Έχετε ξαναβρεθεί εδώ;» τις ρώτησε ο πρώτος.

«Ευτυχώς, όχι,» αποκρίθηκε η Χρυσοδάκτυλη, «αλλά, δυστυχώς, βρεθήκαμε τώρα.»

Ο Σαμόλθιρ διέσχισε το λιμάνι, κλοτσώντας ό,τι σκουπίδι τύχαινε να βρεθεί εμπρός του. Έφτασε σε μια ταβέρνα, επάνω στην ταμπέλα της οποίας υπήρχε το όνομα «ΤΟ ΤΣΟΥΡΜΟ», και μπήκε. Ο Φένταρ και οι Μιρλίμιες, ασφαλώς, βάδιζαν στο κατόπι του. Ο τυχοδιώκτης είχε ξανάρθει εδώ, παλιότερα, μπόλικες φορές. Καλό μέρος, για να κάνεις μια γρήγορη στάση, μα τίποτα περισσότερο. Το κεντρικό δωμάτιο ήταν χαμηλοτάβανο και πάντοτε είχε μια άσχημη μυρωδιά, ενώ πολύς κόσμος σύχναζε.

«Σαμόλθιρ!» αναφώνησε από το βάθος ένας γεροδεμένος άντρας με μαύρα, σγουρά μαλλιά. Ήταν ο Σάκλουν, ο ταβερνιάρης του Τσούρμου, ο οποίος ισχυριζόταν πως καταγόταν από τη φυλή των Λουάρων, μία από τις μισοεξαφανισμένες φυλές της Κουαλανάρα, που πολλοί υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε απ’τη θάλασσα. Μάλιστα, ο Φένταρ είχε ακούσει ορισμένους λόγιους ν’αποκαλούν τους Λουάρους Υδατογενείς. Υποτίθεται ότι κάποιοι από δαύτους μπορούσαν ν’αναπνέουν υποβρυχίως.

Το βλέμμα του Σάκλουν δεν έμεινε στον Σαμόλθιρ για πολύ· αμέσως, στράφηκε στον τυχοδιώκτη πλάι του. «Φένταρ! Κι οι δυο μαζί ξανά; Κάτι δυσοίωνο σημαίνει τούτο!»

Ο Καπετάνιος του Κυματόλυκου και ο Φένταρ τον ζύγωσαν, συνοδευόμενοι από τις Μιρλίμιες.

«Καλώς σε βρήκαμε, παλιόφιλε,» είπε ο δεύτερος, χαμογελώντας και σφίγγοντας το χέρι του Σάκλουν. «Πώς είσαι;»

«Καλά προς άσχημα,» αποκρίθηκε εκείνος, γελώντας.

«Χα-χα-χα· μια απ’τα ίδια, δηλαδή!» παρατήρησε ο Σαμόλθιρ, χτυπώντας τον στον ώμο.

«Καθίστε, να τα πούμε. Κερνάω μπίρες!»

«Δυστυχώς, δεν υπάρχει χρόνος,» του έκοψε τη φόρα ο Φένταρ. «Πρέπει να φύγουμε αμέσως. Μια πληροφορία σταματήσαμε να πάρουμε.»

«Ρωτήστε με,» τους παρότρυνε ο Σάκλουν.

«Πέρασε απο δώ κανένα Ρουζβανόπλοιο;» είπε ο Σαμόλθιρ.

«Αν πέρασε λέει! Φυσικά και πέρασε, και ήταν και πολύ μεγάλο. Πολεμικό σκάφος, είμαι βέβαιος.»

«Αυτό είναι,» είπε ο Φένταρ στον Σαμόλθιρ, με σιγουριά. Και προς τον Σάκλουν: «Πού κατευθύνθηκε;»

«Νότια,» αποκρίθηκε εκείνος. «Αλλά έγιναν αλλόκοτα πράματα, προτού φύγει.»

«Χμμμμμ!» έκανε ο Σαμόλθιρ, ενώ την ίδια στιγμή ο Φένταρ συνοφρυώθηκε, ρωτώντας: «Τι αλλόκοτα πράματα;»

«Οι Ρουζβάνοι κατέβηκαν απ’το καράβι, οπλισμένοι ως τα δόντια. Φορούσαν αρματωσιές, βαστούσαν όπλα κι ασπίδες, και καβαλούσαν άλογα, ενώ ορισμένοι ανάμεσά τους κρατούσαν τα λουριά ανήμερων λαγωνικών. Ρωτούσαν μήπως είχαμε δει μια γυναίκα: μια Ρουζβάνη κατάσκοπο, η οποία τους είχε ξεφύγει και ήταν πολύ επικίνδυνη. Τελικά, μάθανε πως η τύπισσα είχε πάει προς την Πύλη του Δάσους, κι ο φύλακας εκεί –Ντάρνολ, τον λέγανε τον καινούργιο φύλακα– την είχε ακολουθήσει έξω απ’την πόλη. Έτσι, βγήκαν κι έψαξαν. Βρήκανε τον Ντάρνολ νεκρό· η τύπισσα τον είχε χτυπήσει στο κεφάλι, με το ρόπαλό του, φαίνεται–»

«Την πιάσανε;» ρώτησε ο Φένταρ.

«Φυσικά και την πιάσανε, και τη φέρανε άρον-άρον στο πλοίο τους, μες στο βράδυ.»

«Πότε έγιναν τούτα, ρε συ;» θέλησε να μάθει ο Σαμόλθιρ.

«Χτες.»

Έχασαν χρόνο! σκέφτηκε ο Φένταρ, νιώθοντας, αναπάντεχα, τα υποσχόμενα χρήματα του μυστηριώδη Άρχοντα πιο κοντά του. «Θα τους φτάσουμε, Σαμόλθιρ. Τώρα, πρέπει να τους φτάσουμε!»

«Εξακολουθούν να προηγούνται, βέβαια,» αποκρίθηκε, σκεπτικά, ο Καπετάνιος, σαν ν’απορούσε με την καλοτυχία τους. «Αλλά,» έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο, «φαίνεται πως, τελικά, εκείνη η θυσία στον Τάρχεμοθ δεν πήγε στράφι!»

«Μην καθόμαστε άλλο, λοιπόν,» είπε ο Φένταρ.

Ο Σαμόλθιρ ένευσε. Και προς τον Σάκλουν: «Φίλε μου, θα τα πούμε στην επιστροφή.» Τον χτύπησε πάλι στον ώμο. «Δε θα το ξεχάσουμε τούτο.»

«Δεν έκανα και τίποτα,» αποκρίθηκε εκείνος, καθώς ο Φένταρ, ο Σαμόλθιρ, και οι Μιρλίμιες έφευγαν φουριόζοι από την ταβέρνα του.

«Ζίβιααααν! Αναχώρηση!» φώναξε ο Κυματοπαλαιστής στον ναύκληρό του, διασχίζοντας την αποβάθρα και πλησιάζοντας τον Κυματόλυκο.

«Τι τρέχει, αφεντικό;» ρώτησε ο Ζίβιαν, όταν ο Καπετάνιος κι οι υπόλοιποι βρίσκονταν στην κουβέρτα και το πλοίο ήταν σχεδόν έτοιμο να φύγει. «Καλά ή κακά νέα;»

«Καλά,» του είπε ο Σαμόλθιρ. «Οι Ρουζβάνοι χάσανε χρόνο στη Φήρνιμ. Δεν πρέπει ν’απέχουνε και πολύ τώρα.»

«Άμα τους προφτάσουμε στη Ναλκούθ, πολλά μπορεί να συμβούν,» είπε ο Φένταρ, ακουμπώντας τα χέρια του στην πλώρη κι ατενίζοντας τον νότιο ορίζοντα.

«Αυτό σκέφτομαι κι εγώ, μάγκα μου,» παραδέχτηκε ο Σαμόλθιρ. «Αυτό σκέφτομαι κι εγώ. Όμως, όπως είπα και πριν, το δυστυχές είναι ότι εξακολουθούν να προηγούνται, οι λεχρίτες…»

 

 


Κεφάλαιο 31
Λόγια και Πράξεις Αγνώστων

 

Αλυσίδες έδεναν τους καρπούς και τους αστραγάλους της, και το γεγονός ότι βρισκόταν στην καμπίνα του καπετάνιου κι όχι σε κάποιο ανήλιαγο αμπάρι δε βοηθούσε καθόλου στην αναπτέρωση του ηθικού της. Η Νίθρα είχε πέσει σε μελαγχολία, πιστεύοντας πως ήταν πλέον καταδικασμένη. Ο Σάβμιν θα την πήγαινε στη Βασίλισσα Καλβάρθα, και η Βασίλισσα Καλβάρθα θα την πήγαινε στη λαιμητόμο. Δεν υπήρχε τρόπος για να δραπετεύσει. Είχε εξαντλήσει όλα της τα περιθώρια.

Όταν, μετά την απόπειρα απόδρασής της, ο Σάβμιν την έφερε στο καράβι του, δεν καθυστέρησε καθόλου: την αλυσόδεσε, την κλείδωσε μέσα στη γέφυρα, και πρόσταξε τους ανθρώπους του να ξεκινήσουν το ταξίδι. «Μην ξανατολμήσεις να σκεφτείς καν πως μπορείς να δραπετεύσεις!» την απείλησε. «Θα σε κρεμάσω απ’το κατάρτι, την επόμενη φορά· και, όχι, δε μ’ενδιαφέρει τι θα πει η Καλβάρθα γι’αυτό! Δεν τράβηξε εκείνη όλη τούτη την τρισκατάρατη καταδίωξη.» Και βρόντηξε την πόρτα, φεύγοντας.

Ναι, σκέφτηκε η Νίθρα, με πικρία, εκείνη δεν τράβηξε τίποτα από τούτη την καταδίωξη, ο Λύκος να την πάρει! Ξάπλωσε στο κρεβάτι της, νιώθοντας απόλυτα ηττημένη. Όλο της το σώμα πονούσε, και ζαλιζόταν· νόμιζε ότι το δωμάτιο πήγαινε πέρα-δώθε.

Η πόρτα άνοιξε πάλι, και ένας θεραπευτής μπήκε, για να κοιτάξει το τραύμα στο κεφάλι της. Εκείνη ούτε που του μίλησε· απλά, τον άφησε να κάνει τη δουλειά του. Εξάλλου, δεν είχε καμία διάθεση να μιλάει, και, μάλλον, δεν υπήρχε κανένα νόημα σ’ό,τι κι αν έλεγε. Ο άντρας έβαλε μια αλοιφή στην πληγή της και έφυγε, καθησυχάζοντάς την πως δεν ήταν τίποτα το σοβαρό. Καλύτερα να ήταν, σκέφτηκε η Νίθρα, καλύτερα να πέθαινα απ’την αιμορραγία…

Έτσι, πνιγμένη στην απογοήτευση και στην κατάθλιψη, κοιμήθηκε… και ονειρεύτηκε, όπως και την προηγούμενη βραδιά: είδε τη Μεγάλη Στέπα, άκουσε βρυχηθμούς από τα βάθη του Παρατηρητηρίου του Βάνμιρ και του Ρόλμαρ, πέρασε κάτω από τα σκοτεινιασμένα μέρη της Οδού των Μεγαλειωδών Σκιών, και κατέληξε στην Έρλεν, την πρωτεύουσα του Νούφρεκ, μπροστά στο θρόνο της Καλβάρθα, όπου η εξαδέλφη της γέλασε και την κλότσησε καταπρόσωπο. Η Νίθρα γεύτηκε αίμα στο στόμα.

Και ξύπνησε, για να διαπιστώσει ότι είχε δαγκώσει τα χείλη της.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι, λουσμένη στον ιδρώτα. Στο τραπέζι της καμπίνας αντίκρισε ετοιμασμένο πρωινό… και γέλασε, δυνατά, υστερικά.

«Να σας κατασπαράξει ο Λύκος, δε θέλω να φάω!» ούρλιαξε, ενώ άρπαζε τον δίσκο, εκτοξεύοντάς τον στην άλλη μεριά της καμπίνας. Χυμένα φαγητά και ποτά, καθώς και πήλινα και γυάλινα θραύσματα, γέμισαν το μέρος.

Νιώθοντας δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλά της, βάδισε ως το παράθυρο. Παρατήρησε ότι ο Σάβμιν τού είχε περάσει λουκέτο, ώστε να μη μπορεί εκείνη να το ανοίξει, εκτός κι αν ήταν διατεθειμένη να το σπάσει –οπότε και θα ακουγόταν. Πέραν του ότι μπορεί να έκοβε τον εαυτό της, βγαίνοντας.

Δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής… κανένας τρόπος απολύτως… Μεγάλη Μητέρα, βοήθησέ με, σ’εκλιπαρώ: βοήθησέ με!

Όμως καμια απάντηση δεν ερχόταν από τη Λιάμνερ Κρωθ, που ήταν γνωστό πως δεν είχε δύναμη πέραν των ακτών της ηπείρου της.

Η Νίθρα κάθισε σε μια καρέκλα, κλαίγοντας και περνώντας την ημέρα σαν να βρισκόταν μέσα σε εφιάλτη –έναν καταραμένο εφιάλτη που δεν έλεγε να τελειώσει.

Δεν ήξερε πόση ώρα κύλησε, όμως αντιλήφθηκε ότι ήταν μεσημέρι όταν η πόρτα της καμπίνας άνοιξε και ένας στρατιώτης μπήκε, βαστώντας στα χέρια έναν δίσκο με φαγητό. Πίσω του βρισκόταν ο Σάβμιν, με τα δικά του χέρια σταυρωμένα στο στέρνο. Η μορφή του έμοιαζε σκοτεινή, έτσι όπως στεκόταν στο κατώφλι.

«Δε θέλω να φάω,» σφύριξε η Νίθρα προς τον πολεμιστή με το δίσκο, προτού εκείνος τον ακουμπήσει στο τραπέζι.

«Θα φας,» είπε ο Σάβμιν. «Ή θα σε ταΐσουμε. Δική σου η επιλογή.»

Ο στρατιώτης άφησε τον δίσκο, σιωπηλά.

Η Νίθρα έμεινε αμίλητη, δίχως να κινηθεί καθόλου από τη θέση όπου καθόταν.

«Πήγαινε,» πρόσταξε ο Σάβμιν τον Ρουζβάνο μαχητή, κι εκείνος βγήκε απ’την καμπίνα, χαιρετώντας στρατιωτικά και κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Ο διοικητής βάδισε μέσα στο δωμάτιο· τα σπασίδια του πρωινού της Νίθρα έτριζαν κάτω απ’τις μπότες του.

«Δε θα φας;» ρώτησε.

«Δεν πεινάω,» αντιγύρισε εκείνη, καρφώνοντάς τον με τη ματιά της. Τον μισούσε! Ήθελε να τον σκοτώσει, τώρα! Μα γνώριζε πως δε θα ήταν καθόλου συνετό αν του χιμούσε.

«Δε θα πεθάνεις, ξέρεις,» της είπε ο Σάβμιν. «Ακόμα και να μη φας τίποτα μέχρι να φτάσουμε στο Νούφρεκ, θα ζήσεις, Νίθρα. Ο άνθρωπος δεν πεθαίνει έτσι εύκολα. Κι επιπλέον, αν δούμε πως έχεις… δυσκολίες, θα φροντίσουμε εμείς για τη διατροφή σου.»

«Θα μπορούσαμε να κάνουμε μια συμφωνία, Σάβμιν,» πρότεινε η Νίθρα, αλλάζοντας θέμα. «Μια συμφωνία, μεταξύ μας.»

«Να σ’αφήσω να φύγεις;» γέλασε εκείνος. «Ούτε να το σκέφτεσαι!»

«Μπορείς να πεις ότι με έχασες σε κάποιο νησί.»

«Δεν έχω λόγο να προδώσω τη Βασίλισσά μου.»

«Έχεις προδώσει όλο το Νούφρεκ, με τις πράξεις σου!» τον κατηγόρησε η Νίθρα. «Και τη Βασιλική Φρουρά!»

«Κι επομένως, προτείνεις να κάνω την… ‘προδοσία’ μου ολοκληρωτική;» είπε ο Σάβμιν, δίχως να δείξει κάποιο σημάδι ότι είχε θυμώσει από τα λόγια της.

«Θα το μετανιώσεις τούτο,» αποκρίθηκε η Νίθρα. «Θα δεις, στο τέλος, ότι είχα δίκιο, και θα το μετανιώσεις!»

«Δίκιο σχετικά με τι; Με το αν οι προθέσεις της Πριγκίπισσας Φόλνα είναι αγαθές; Ίσως και να έχεις δίκιο σ’αυτό, Νίθρα –αν και, προσωπικά, δεν μπορώ να γνωρίζω τα κρυφά σχέδια των γειτόνων μας. Αλλά δεν τιμωρείσαι για τις απόψεις σου. Τιμωρείσαι για τις πράξεις σου. Για τη χρήση Πειθούς εναντίον της Αυτής Μεγαλειότητας του Νούφρεκ.»

«Η οποία έχει ήδη παραβεί νόμους του Βασιλείου, ε;» φώναξε η Νίθρα.

Ο Σάβμιν ανασήκωσε τους ώμους, αδιάφορα. «Και λοιπόν; Άλλο το ένα, άλλο το άλλο.»

Όχι, υπάρχει μεγάλη σχέση μεταξύ τους, Σάβμιν! σκέφτηκε η Νίθρα, σφίγγοντας τις αλυσίδες μέσα στα δάχτυλά της. Μεγάλη σχέση! Γιατί δεν ανέχομαι μια γυναίκα που έχει ήδη προδώσει το Βασίλειο ν’αποκαλεί εμένα προδότρια! Εμένα, που ποτέ μου δεν είχα παραβεί τους νόμους του Νούφρεκ, εκτός απ’αυτή τη φορά· αλλά, και πάλι, το έκανα για το καλό της χώρας, όχι για προσωπικό μου όφελος! Καλβάρθα, αν πέσεις στα χέρια μου, θα σε σκοτώσω! Θα σε σκοτώσω! Έσφιξε τις αλυσίδες ακόμα δυνατότερα· τα δάχτυλά της είχαν ασπρίσει απ’την πίεση.

«Βλέπεις αυτή την πόλη που περνάμε, Νίθρα;» Η φωνή του Σάβμιν διέκοψε τις σκέψεις της, επαναφέροντάς την στην πραγματικότητα. Ο διοικητής στεκόταν μπροστά απ’το τζάμι του παραθύρου, δείχνοντας. «Τη λένε Ναλκούθ, και είναι το μεγαλύτερο λιμάνι στις Νήσους Λάβηθ. Αρχικά, σκόπευα να κάνω μια στάση εδώ, αλλά τώρα δε νομίζω.»

Η Νίθρα γέλασε, νευρικά. «Πιστεύεις ότι θα προσπαθήσω πάλι να ξεφύγω; Είσαι τρελός!»

«Όχι, δεν είμαι τρελός, αλλά φοβάμαι ότι εσύ έχεις αρχίσει να τρελαίνεσαι.» Βάδισε προς την πόρτα.

«Αυτό συμβαίνει σε όσους είναι βέβαιοι για το θάνατό τους,» έφτυσε η Νίθρα.

Ο Σάβμιν άνοιξε την πόρτα της καμπίνας. «Προσπάθησε να φας τίποτα.»

Η Νίθρα σηκώθηκε απ’τη θέση της, άρπαξε τον δίσκο, και τον πέταξε κάτω, σκορπίζοντας κι άλλα φαγητά και θραύσματα στο ξύλινο πάτωμα.

«Όπως αγαπάς,» είπε ο Σάβμιν, και βγήκε, κλείνοντας.

Η Νίθρα γρύλισε. Έπιασε την καρέκλα όπου καθόταν και τη σήκωσε προς το τζάμι του παράθυρου.

Αλλά σταμάτησε τον εαυτό της. Ψυχραιμία, σκέφτηκε. Δε θα πετύχεις τίποτα έτσι. Σκόπευε να σπάσει το παράθυρο και να πηδήσει στη θάλασσα· όλο και κάποιος θα την έβρισκε, για να τη σώσει. Όμως το πρόβλημα ήταν πως ο Σάβμιν θα την εντόπιζε εύκολα πάλι. Και την προηγούμενη φορά, εκείνο που έκανα ήταν ηλίθιο. Όφειλα να είχα φανεί προσεκτικότερη. Αναστέναξε. Αν ο Άλαντμιν βρισκόταν εδώ, θα ήξερε ακριβώς πώς να ενεργήσει. Εξάλλου, ήταν ο Αρχικατάσκοπος της Βασίλισσας. Έπρεπε από καιρό να τον είχα πείσει –ή Πείσει– να τη σκοτώσει! Ίσως και να το έκανε για μένα. Και θα γλιτώναμε όλοι απ’αυτή την τρελή σκρόφα.

Η Νίθρα άφησε στο δάπεδο την καρέκλα και κάθισε. Προτού επιχειρήσω να ξεφύγω –αν βρω ευκαιρία, δηλαδή–, θα πρέπει να το σκεφτώ καλά, πολύ καλά. Αλλιώς, θα με ξαναπιάσουν.

Το μεσημέρι πέρασε και το απόγευμα ήρθε. Η ημέρα άρχισε να δίνει τη θέση της στη νύχτα.

Η Νίθρα, όλο αυτό το χρονικό διάστημα, καθόταν και κοίταζε έξω απ’το παράθυρο, καθώς το πλοίο του Σάβμιν έπλεε δίπλα από ένα μεγάλο νησί, το οποίο ήταν αμφίβολο αν το Ρουζβάνικο σκάφος θα είχε προσπεράσει ως το άλλο πρωί. Οι ακτές του έμοιαζαν ατελείωτες στα μάτια της, και ήταν γεμάτες με διάφορες εδαφικές μορφολογίες: Σε ορισμένα σημεία, υπήρχαν ψηλά βράχια που φαίνονταν επικίνδυνα, όμως εκεί που τα βράχια άνοιγαν δημιουργούνταν αμμουδερές παραλίες, όπου έσκαγε το κύμα ήπια. Αλλού πάλι, ο τόπος ήταν κατάφυτος, με θάμνους, χόρτα, και ψηλά δέντρα. Επίσης, οι ακτές δεν ήταν ισοεπίπεδες· η Νίθρα έβλεπε μέρη που έφταναν ψηλότερα από τα κατάρτια του πλοίου (κι επάνω στους κρημνούς αυτούς, κάπου-κάπου, διέκρινε σπηλιές κι ανοίγματα μέσα στο λυκόφως), μέρη που βρίσκονταν ίσα με τη στάθμη της θάλασσας (στα οποία παρατήρησε μερικές παρατημένες, παλιές κατασκηνώσεις), και μέρη που ήταν στο ύψος της κουβέρτας του καραβιού –κι εκεί η Νίθρα νόμιζε ότι μπορούσε να σπάσει το παράθυρο και να πηδήσει απέναντι, αλλά, φυσικά, συγκρατήθηκε.

Η νύχτα τύλιξε το τοπίο, φωτιζόμενη μονάχα από τις ασθενικές αχτίνες του φεγγαριού. Η Ρουζβάνη, όμως, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν ήθελε να κοιμηθεί. Όποτε κοιμόταν, εφιάλτες έμοιαζαν να τη στοιχειώνουν. Έτσι, έμεινε μπροστά στο παράθυρο, παρατηρώντας τις ακτές. Τα μάτια της πάντα έβλεπαν καλά στο σκοτάδι· τουλάχιστον, καλύτερα από όλων των άλλων ανθρώπων που είχε γνωρίσει. Οπότε, ίσως να πρόσεχε κάτι που να τη βοηθούσε να ξεφύγει–

Ναι, κάνε όνειρα! διέκοψε τον εαυτό της. Σιγά μην έρθει και κανένας μαγικός αετός να σε πάρει απο δώ!

Ωστόσο, τα μάτια της έπιασαν μια κίνηση ανάμεσα στα φυλλώματα. Κάποιος ή κάτι είχε κινηθεί, γρήγορα.

Ηλίθια! Σίγουρα, δεν είναι αετός. Και σίγουρα δεν έχει σχέση μ’εσένα.

Όμως οι κινήσεις συνεχίζονταν, απο δώ κι απο κεί. Και η Νίθρα είχε την αίσθηση πως δεν επρόκειτο για ζώα, παρά για ανθρώπους. Γιατί της φαινόταν πως μετακινιόνταν βάσει κάποιου σχεδίου.

Και δεν είναι η φαντασία μου… Ίσα που τους διέκρινε, όμως καταλάβαινε αρκετά πράγματα γι’αυτούς: Συγκεντρώνονταν στις δασώδεις ακτές σαν στρατός, και έπαιρναν θέσεις πάνω από το πλοίο του Σάβμιν (γιατί σ’αυτό το σημείο ο γιαλός ήταν αρκετά ψηλά), τρέχοντας για να το προλαβαίνουν και να είναι διαρκώς κοντά του. Λες και περίμεναν να έρθουν ενισχύσεις.

Για μένα συμβαίνει τούτο; αναρωτήθηκε η Νίθρα, νιώθοντας μια ξαφνική ελπίδα να φτερουγίζει εντός της.

Όχι, κατέληξε, αποκλείεται. Κατά πάσα πιθανότητα, είναι… ληστές –πειρατές! Ρίγησε. Όμως, αμέσως μετά, ηρέμησε. Καλύτερα να με πάρουν οι πειρατές, παρά ο Σάβμιν να με πάει στην Καλβάρθα. Πιο πολλές πιθανότητες επιβίωσης θα έχω. Και –ποιος ξέρει;– ίσως κάποια στιγμή να πάρω την εκδίκησή μου…

Περίμενε. Και δεν άργησε ν’ακούσει φωνές από το κατάστρωμα. Φωνές πόνου, σαν κάποιοι να είχαν χτυπηθεί. Από τόξα! Τους τοξεύουν!

Πάραυτα, άνοιξε την πόρτα της καμπίνας και κοίταξε έξω, για να δει Ρουζβάνους μαχητές πεσμένους στο κατάστρωμα, με βέλη καρφωμένα στα σώματά τους και αίματα τριγύρω. Την ίδια στιγμή, άλλοι ύψωναν ασπίδες ή όπλιζαν βαλλίστρες.

«Πειρατές!» φώναζαν ορισμένοι.

Δυνατοί αλαλαγμοί αντήχησαν μέσα στη νύχτα.

Η Νίθρα έστρεψε το βλέμμα της προς την ακτή, και είδε τις μαύρες φιγούρες που συγκεντρώνονταν εκεί να κάνουν μεγάλα άλματα και να πέφτουν στο κατάστρωμα.

Όμως δε φαίνονταν για πειρατές.

Η Νίθρα είχε ακούσει ιστορίες που έλεγαν πως οι πειρατές ντύνονταν πρόχειρα, κουβαλούσαν ελαφριά όπλα (όπως γιαταγάνια και μαχαίρια), και δεν είχαν καμία οργάνωση. Δηλαδή, ήταν ένα άτακτο τσούρμο, όταν επιτίθονταν. Ετούτοι δεν έμοιαζαν καθόλου με «άτακτο τσούρμο».

Οι μαχητές που είχαν πηδήσει από την ψηλή ακτή στο κατάστρωμα του Ρουζβάνικου πλοίου ενεργούσαν φανερά με σχέδιο· δεν έπεφταν τυχαία όπου έβρισκαν. Αλλά, εκτός αυτού, δεν ήταν και ντυμένοι όπως η Νίθρα φανταζόταν ότι θα ήταν ντυμένος ένας πειρατής: Φορούσαν πέτσινες αρματωσιές με κομμάτια σιδήρου επάνω, και κράνη που είχαν προστατευτικό στη μύτη και ανοίγματα στα μάτια. Για όπλα έφεραν δύο ξίφη ο καθένας, ένα στο κάθε χέρι, και μάχονταν σαν αίλουροι, ευέλικτα και χτυπώντας με ακρίβεια. Οι στρατιώτες του Σάβμιν –που ήταν όλοι τους από τη Βασιλική Φρουρά– έμοιαζαν να δυσκολεύονται να τους αντιμετωπίσουν!

Αίμα και κουφάρια έπεφταν στο κατάστρωμα, μαζί με σπασμένα όπλα και κράνη.

«Αυτοί δεν είναι πειρατές!» άκουσε η Νίθρα κάποιον Ρουζβάνο να κραυγάζει, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες της.

Και τι είναι, Μεγάλη Μητέρα; Τι είναι τούτοι;

Σαν πνεύματα του θανάτου μάχονταν οι επιτιθέμενοι που είχαν πηδήσει στο κατάστρωμα, στριφογυρίζοντας τις δίδυμες λεπίδες τους και καρφώνοντας, διαπερνώντας και κοπανώντας, ενώ απέκρουαν κι απέφευγαν τα χτυπήματα των αντιπάλων, και πηδούσαν μακριά όταν η κατάσταση δυσκόλευε, ώστε ν’απεμπλακούν και να ξαναχιμήσουν μόλις τους συνέφερε.

Η Νίθρα είδε ένα σύμβολο να γυαλίζει στο στήθος τους, λαξεμένο επάνω σε μια μεταλλική πλάκα. Τα μάτια της τη βοήθησαν να το διακρίνει καθαρά μέσα στο χαλασμό, στο φεγγαρόφωτο, και στο φως των λαμπών του καραβιού: Ήταν ένα πουλί –μάλλον, γεράκι– με τις φτερούγες ανοιχτές και το κεφάλι υψωμένο.

Η Ρουζβάνη δεν το αναγνώριζε. Ποιοι είναι; Γιατί ήρθαν;

«Μπες μέσα!» της είπε ο Σάβμιν, ζυγώνοντας τη γέφυρα, με το σπαθί του ξεθηκαρωμένο και την ασπίδα του στ’αριστερό χέρι. Φορούσε τη συνηθισμένη του αρματωσιά και το αετόσχημό του κράνος. Στους ώμους του έπεφτε ο μενεξεδής μανδύας που έχουν όλοι οι διοικητές της Βασιλικής Φρουράς.

«Ποιοι είν’αυτοί;» τον ρώτησε η Νίθρα. «Γιατί επιτίθενται;»

«Δεν έχω καμία ιδέα. Μπες μέσα!»

Τρεις από τους εχθρούς φάνηκαν να έρχονται. Το βάδισμά τους ήταν ταχύ, και θα νόμιζε κανείς ότι χόρευαν, καθώς ήταν πανέτοιμοι για επίθεση.

Και επίθεση σύντομα δέχτηκαν, από ισάριθμους Ρουζβάνους μαχητές, οι οποίοι έπεσαν κραυγάζοντας επάνω τους, φέροντας σπαθιά κι ασπίδες και φορώντας ολόσωμες πανοπλίες. Ωστόσο, ο ένας απ’τους εχθρούς απενεπλάκη ευέλικτα –τόσο ευέλικτα που ήταν σχεδόν απίστευτο στα μάτια της ελάχιστα εκπαιδευμένης στα όπλα Νίθρα– και χίμησε στον Σάβμιν, βγάζοντας έναν αλαλαγμό παρόμοιο μ’αυτόν που είχαν βγάλει όλοι οι επιτιθέμενοι πηδώντας στο κατάστρωμα.

Ο διοικητής απέκρουσε και τις δύο εχθρικές λεπίδες με την ασπίδα του και έσπρωξε τον αντίπαλο όπισθεν. Εκείνος δεν έχασε ούτε στιγμή την ισορροπία του.

«Ρουζβάνε,» είπε με τρομαχτικά ήρεμη φωνή. «Παραμέρισε κι άσε μας να πάρουμε τη γυναίκα. Είναι βέβαιο πως θα το κατορθώσουμε. Προγεγραμμένο.» Στα λόγια του διαφαινόταν κάτι σαν… σαν θρησκευτικός φανατισμός, έκρινε η Νίθρα, που είχε κοκαλώσει, μόλις άκουσε πως, τελικά, για εκείνη είχαν έρθει αυτοί οι πολεμιστές. Μα ποιος τους έστειλε; Ο Ρόλμαρ;

«Ποιοι είστε;» ρώτησε ο Σάβμιν. «Γιατί επιτίθεστε; Η γυναίκα στην οποία αναφέρεσαι είναι εγκληματίας, και μεταφέρεται στο Νούφρεκ όπως αρμόζει.»

«Αδιαφορώ για τους νόμους σας, Ρουζβάνε,» αντιγύρισε ο μαχητής. «Αρνείσαι να μας δώσεις τη γυναίκα;»

«Ασφαλώς και αρνούμαι.»

«Ήταν προγεγραμμένο,» αποκρίθηκε εκείνος· ο ίδιος θρησκευτικός φανατισμός υπήρχε στη φωνή του. «Θα την πάρουμε με τη βία.» Επιτέθηκε, στριφογυρίζοντας τις λεπίδες του στο φως του φεγγαριού και των μεγάλων λαμπών του πλοίου.

Τα ξίφη άρχισαν ν’αντηχούν, χτυπώντας επάνω στην ασπίδα του Σάβμιν ή αποκρούοντας τις σπαθιές του διοικητή.

«Είσαι άξιος αντίμαχος, Ρουζβάνε!» φώναξε ο άγνωστος πολεμιστής, γελώντας. «Κρίμα που θα πεθάνεις!» Η επίθεσή του συνεχίστηκε.

Η Νίθρα είχε την εντύπωση πως ο Σάβμιν νικούσε, μα δεν ήταν και βέβαιη· μια έξυπνη κίνηση του αντιπάλου του μπορούσε να τον σκοτώσει ακαριαία. Η Ρουζβάνη ανατρίχιασε στη σκέψη ότι ο Σάβμιν ήταν από τους καλύτερους μαχητές της Καλβάρθα και είχε, ξαφνικά, συναντήσει κάποιον ισάξιό του.

«Μπασταρδεμένε σκύλε!» γρύλισε ο διοικητής της Βασιλικής Φρουράς, καθώς το λεπίδι του δάγκωνε, επιτέλους, τη σάρκα του αντίμαχού του, σχίζοντας πετσί, σπάζοντας σίδερα, κι εκτοξεύοντας αίμα.

Ο άγνωστος πολεμιστής κατέρρευσε, γιατί ο Ρουζβάνος τον είχε χτυπήσει στον μηρό. Γρύλισε δυνατά και άναρθρα. Το ένα του σπαθί καρφώθηκε στα ξύλα της κουβέρτας, ενώ το άλλο υψώθηκε, για να διαπεράσει τον Σάβμιν στα πλευρά.

Η λεπίδα εξοστρακίστηκε πάνω στην αρματωσιά του διοικητή, χαράζοντάς την –και κόβοντάς την σ’ένα σημείο.

Ο Σάβμιν κλότσησε τον εχθρό του κατακέφαλα, και η Νίθρα είδε αίματα και δόντια να πετάγονται απ’το στόμα του. «Ποιος σας έστειλε;»

Κραυγές από την ακτή.

Η Νίθρα στράφηκε, απότομα, πιστεύοντας ότι ήταν κι άλλοι αντίπαλοι, που έρχονταν για να την ελευθερώσουν. Όμως αυτοί ήταν διαφορετικοί σε εμφάνιση.

Έμοιαζαν με πειρατές. Αληθινούς πειρατές.

Τι στο Λύκο συμβαίνει; Μεγάλη Μητέρα…

Οι πειρατές ήταν ντυμένοι ατημέλητα και χωρίς αρματωσιές, ακριβώς όπως η Νίθρα τούς περίμενε. Τα μακριά τους μαλλιά –όσοι είχαν μακριά μαλλιά και όχι ξυρισμένο κεφάλι– ανέμιζαν μπλεγμένα γύρω τους. Τα μάτια τους γυάλιζαν από πολεμική μάνητα –σ’αντίθεση με των πρώτων επιτιθέμενων, που ήταν ψυχρά, ατσάλινα. Στα χέρια τους κρατούσαν διάφορα ελαφριά όπλα, ακόμα και καμάκια. Η πολεμική τους ικανότητα δεν μπορούσε να συγκριθεί μ’αυτοί των άλλων –των Ρουζβάνων ή των άγνωστων μαχητών–, μα σε αριθμό τούς ξεπερνούσαν όλους μαζί· κι επιπλέον, είχαν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού.

Το παράξενο ήταν πως διάλεγαν τους στόχους τους προσεκτικά· δεν επιτίθονταν στους στρατιώτες του Νούφρεκ, παρά μόνο στους πολεμιστές με το γεράκι στο στήθος.

Τώρα θα τρελαθώ… θα τρελαθώ, σκέφτηκε η Νίθρα, μην μπορώντας να συλλάβει ποιος ή τι κρυβόταν πίσω απ’όλα τούτα.

Το σπαθί του Σάβμιν κατέβηκε, δίνοντας το τελειωτικό χτύπημα στον πεσμένο του αντίπαλο.

«Σου είπα να πας μέσα!» γρύλισε στη Νίθρα ο διοικητής. «Πήγαινε!» Έδειξε την πόρτα με το σπαθί του, πιτσιλώντας το πρόσωπό της με αίμα.

«Πειρατές επιτίθενται στο πλοίο!» του είπε εκείνη.

«Τους είδα τους πειρατές,» αντιγύρισε ο Σάβμιν, «και…» Στένεψε τα μάτια, παρατηρώντας τη συμπλοκή, «…και δε μου μοιάζουν για εχθροί μας.» Με τη βοήθειά τους, οι Ρουζβάνοι μαχητές ξεπάστρευαν εύκολα τους άγνωστους αντιπάλους, οι οποίοι βρίσκονταν από παντού περικυκλωμένοι.

Το αριστερό μάτι της Νίθρα έπιασε μια φιγούρα να στέκεται πάνω σ’έναν ψηλό βράχο της ακτής. Το φεγγαρόφωτο τη φώτιζε, αλλά η μορφή της εξακολουθούσε να είναι μαύρη, καθώς μελανή κάπα την τύλιγε και το κεφάλι της ήταν κουκουλωμένο.

«Διοικητή Σάβμιν!» φώναξε ο άντρας, ενώ η μάχη επάνω στο κατάστρωμα τελείωνε, αφήνοντας σωρούς από κουφάρια. «Άραξε, προσωρινά, το σκάφος σου, για να κατεβούν με άνεση εκείνοι που σε συνέτρεξαν!»

«Κάντε όπως λέει,» πρόσταξε ο Σάβμιν τους μαχητές του, ατενίζοντας τη φιγούρα επάνω στο βράχο με έκδηλη περιέργεια. «Ποιος είσαι;» του φώναξε. «Και γιατί μας βοήθησες;»

«Θεώρησε ότι έχουμε κοινά συμφέροντα, Διοικητή Σάβμιν· τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.»

Κοινά συμφέροντα; απόρησε η Νίθρα. Τι εννοεί; Τι «κοινά συμφέροντα»; Να με πάνε εμένα στη λαιμητόμο;

«Δε σε καταλαβαίνω,» απάντησε ο Σάβμιν, φωναχτά, «αλλά σ’ευχαριστώ, όποιος κι αν είσαι. Δεν ξέρω πώς θα εξελισσόταν η μάχη, έτσι και δεν είχες παρέμβει.»

Το πλοίο αγκυροβόλησε κοντά στην ακτή, και οι πειρατές άρχισαν να κατεβαίνουν και να πιάνονται από τα βράχια, για να σκαρφαλώσουν στο κατάφυτο επίπεδο εδάφους λίγο πιο πάνω.

«Αν δεν είχα παρέμβει,» αποκρίθηκε ο κουκουλοφόρος άντρας, «θα σας σκότωναν και θα έπαιρναν την αιχμάλωτη.» Υπήρχε βεβαιότητα στα λόγια του· τόσο μεγάλη βεβαιότητα που ήταν τρομαχτική. «Πηγαίνετε τώρα. Πλεύστε στην πατρίδα σας, και προσέχετε τους προφήτες. Ιδιαίτερα τους περιώνυμους.»

«Να προσέχουμε τους προφήτες; Τι θες να πεις;» ρώτησε ο Σάβμιν, αλλά ο μαύρος άντρας κατέβηκε απ’τον βράχο χωρίς να του απαντήσει.

 

 


Κεφάλαιο 32
Πριν από την Αναχώρηση

 

Ο Θρόνος της Έριγκ ήταν ένα ψηλό κάθισμα, φτιαγμένο από ξύλο του Δρακοδάσους. Η πλάτη του ήταν σκαλισμένη έτσι ώστε να μοιάζει με δρακοκεφαλή στο υψηλότερό της σημείο, και οι βραχίονές του είχαν το σχήμα μεγάλων νυχάτων χεριών. Ένα παχύ, πράσινο μαξιλάρι υπήρχε επάνω του, ενώ στηριζόταν σε τέσσερα σκαλιστά πόδια δράκου.

Η Φερνάλβιν ανέβηκε τα σκαλοπάτια του βάθρου και κάθισε στο θρόνο, ακουμπώντας τα χέρια της στους ξύλινους, νυχάτους βραχίονες. Ήταν ντυμένη μ’ένα μακρύ, χρυσαφί φόρεμα με σκισίματα στις κνήμες δεξιά κι αριστερά. Το ένδυμα είχε στενά μανίκια τα οποία γίνονταν, φαινομενικά, ένα με το δέρμα της Επάρχου, που είχε στολίσει τους πήχεις της με μεγάλα ασημένια περικάρπια, επάνω στα οποία υπήρχαν ροδοχρωσίτες και αζουρίτες. Στα πόδια φορούσε ψηλές, μαύρες μπότες με χαμηλό τακούνι. Τα καστανά της μαλλιά ήταν μαζεμένα σε μια χαλαρή αλογοουρά πίσω απ’το κεφάλι της, ενώ τους κροτάφους της περιτύλιγε ένα χρυσό, λαξευτό διάδημα με σμαράγδια, και τη μέση της έζωνε μια φαρδιά, μελανή ζώνη, όπου δενόταν το θηκαρωμένο της σπαθί. Ανάμεσα στα στήθη της κρεμόταν το περιδέραιο του Κεντροφύλακα του Νόρβηλ –ένας φαρδύγραμμος σταυρός μέσα σε κύκλο, στη μέση του οποίου γυάλιζε ένα μικρό ρουμπίνι–, και στον μέσο του αριστερού της χεριού ήταν περασμένο το δαχτυλίδι του Έπαρχου της Έριγκ. Άλλα δαχτυλίδια δεν φορούσε η Φερνάλβιν.

Η αίθουσα του θρόνου φωτιζόταν από το φως της αυγής, και η Κεντροφύλαξ ατένισε όλους όσους βρίσκονταν συγκεντρωμένοι εμπρός της: τον σύζυγό της, Πρίγκιπα Ζάρναβ, τον γιο της, Άνγκεδβαρ, τον Δάρβαν, τη Ζιάθραλ, τον Χάφναρ (μαζί με το… τέρας του), τον Βάνμιρ, τον διοικητή της παλατοφρουράς, Έγκναρμ, και τον διοικητή της φρουράς της πόλης, Νάργκιρ. Κανένας δεν έλειπε, και κανένας δεν είχε αργήσει. Προφανώς, αντιλαμβάνονταν πως η Αρχόντισσά τους είχε κάτι σημαντικό να τους ανακοινώσει.

«Καλή σας ημέρα,» τους χαιρέτησε η Φερνάλβιν, και άκουσε τους περισσότερους ν’αποκρίνονται «Καλημέρα» ή «Καλημέρα, Αρχόντισσά μου». «Πρέπει να σας μιλήσω για ένα μάλλον ανησυχητικό ζήτημα, το οποίο θα με κάνει να λείψω από την Έριγκ για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα –ελπίζω όχι πολύ.» Και τους είπε για την αναβίωση της θρησκείας του Άνκαραζ μέσα στην πόλη, καθώς και για τον Εχθρό στο Νότο και για την παράξενη Καρμώζ που ονομαζόταν Ρικνάβαθ. Φυσικά, δεν έκρυψε το γεγονός ότι ο Βάνμιρ τής είχε δώσει όλες τούτες τις πληροφορίες· έτσι, αρκετοί έριχναν λοξές ματιές στον γιο του Άρχοντα-Φύλακα Άραντιρ, ενόσω η Κεντροφύλαξ μιλούσε.

«Διοικητά Έγκναρμ,» είπε η Φερνάλβιν, τελειώνοντας. «Θέλω να ετοιμαστεί μια καλά οπλισμένη αλλά ευέλικτη συνοδεία για εμένα, το σύζυγο, και το γιο μου. Θα φύγουμε το συντομότερο δυνατό.»

«Μάλιστα, Αρχόντισσά μου.»

«Όσο θα λείπω, να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα εδώ, στο παλάτι.»

«Ως προστάξετε, Υψηλοτάτη.» Ο Διοικητής Έγκναρμ υποκλίθηκε και έφυγε από την αίθουσα του θρόνου.

«Διοικητά Νάργκιρ.» Η Φερνάλβιν έστρεψε το βλέμμα της στο διοικητή της φρουράς της πόλης. «Θέλω να ερευνήσεις κάθε γωνιά της Έριγκ για τυχόν ακόλουθους του Άνκαραζ. Φυλάκισε όσους εντοπίσεις. Θεώρησε τη θρησκεία τους παράνομη σε τούτα τα μέρη.»

«Μάλιστα, Υψηλοτάτη,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Δάρβαν,» είπε η Φερνάλβιν, στρέφοντας το βλέμμα της στο μεγάλο γιο της Ρικέλθης. «Για όσο θα λείπω, θα είσαι ο Αντικαταστάτης μου στην Έριγκ. Δέχεσαι;»

«Δέχομαι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Όμως θα προτιμούσα να είχα ειδοποιηθεί νωρίτερα για όλα τούτα, Φερνάλβιν –το βράδυ, ας πούμε.»

«Προφανώς, δεν υπήρχε χρόνος να σε ενημερώσουμε, ούτε εσένα ούτε κανέναν άλλο.»

«Καταλαβαίνω,» είπε ο Δάρβαν, αν και αναρωτιόταν μήπως η Φερνάλβιν το είχε κάνει επίτηδες· μήπως προσπαθούσε να αποκλείσει εκείνον από τις σημαντικές αποφάσεις. Όμως, αν ήταν έτσι, δε θα του άφηνε την εξουσία… Αλλά… Αλλά αυτό ίσως να είναι ένα σχέδιο! Αν έχει καταλάβει τις επιδιώξεις της μητέρας μου.... «Έχω, ωστόσο, αμφιβολίες γι’αυτές τις πληροφορίες σου. Πού ακριβώς στηρίζεσαι; Σε μαντείες;» Λοξοκοίταξε τον Βάνμιρ. Λες να είναι σύμμαχός της, και να μηχανορραφούσαν το βράδυ εναντίον εμού και της μητέρας μου;

«Θες να πεις ότι δεν πιστεύεις στην ύπαρξη του Εχθρού στο Νότο;»

«Όχι,» απάντησε ο Δάρβαν. «Ή, μάλλον, δεν είμαι βέβαιος για την ύπαρξή του.»

«Ελπίζω, τουλάχιστον, να είσαι βέβαιος για τους ακόλουθους του Άνκαραζ, θείε,» είπε ο Βάνμιρ. «Χτες βράδυ, προκάλεσαν πολλούς θανάτους στην Έριγκ.»

«Ναι, αλλά δε βλέπω καμία σύνδεση ανάμεσα σ’αυτούς και τον… Εχθρό,» επέμεινε ο Δάρβαν.

«Οι ακόλουθοι του Άνκαραζ κατευθύνονται νότια για ν’αντιμετωπίσουν τον Εχθρό.»

«Και ποιος είναι αυτός; Αν επρόκειτο για τόσο μεγάλη απειλή, δε θα την είχαμε ακούσει;»

«Ο Εχθρός κρύβεται. Θα είναι δύσκολο να τον αποτινάξουμε.»

«Μα ποιος είναι

«Δεν – ξέρουμε,» τόνισε ο Βάνμιρ.

Ο Δάρβαν στράφηκε στη Φερνάλβιν. «Δηλαδή, αποφάσισες να πας στη Νουάλβορ –μαζί με τον Πρίγκιπα Ζάρναβ και τον γιο σου– για να πολεμήσεις κάποιον που δεν ξέρεις ποιος είναι;»

«Η απειλή είναι αληθινή,» είπε ο Ζάρναβ, προτού προλάβει να μιλήσει η Έπαρχος, «και η οικογένειά μου ίσως να βρίσκεται σε κίνδυνο, Δάρβαν!»

«Κι αν η μαντεία αυτή είναι λάθος;» Ή αν είναι ένα δικό σας ψέμα;

«Η προηγούμενη μαντεία του Βάνμιρ ήταν σωστή,» τόνισε η Φερνάλβιν· «επομένως, γιατί ετούτη να είναι λάθος;»

Υπάρχει κάποιο κόλπο εδώ, σκέφτηκε ο Δάρβαν, κάποια σκευωρία. Προσπάθησε να διακρίνει κάτι από την έκφραση της ετεροθαλούς αδελφής του, μα δεν κατόρθωσε τίποτα. Το πρόσωπό της ήταν σαν σίδερο, σήμερα.

«Αφού ο Βάνμιρ φαίνεται να είναι τόσο καλός μάντης, δε θα μπορούσε να μαντέψει και την ταυτότητα του Εχθρού;» ρώτησε η Ζιάθραλ, υψώνοντας ένα φρύδι και στρέφοντας το βλέμμα της στον Άρχοντα από το Ράλτον.

«Βλέπω μόνο μια σκιά που γλιστρά ακανόνιστα μέσα στο Χρόνο,» εξήγησε εκείνος.

«Τρομερά… αόριστο, θα έλεγα,» παρατήρησε η Ζιάθραλ.

«Είναι, πράγματι, αόριστο,» τη διαβεβαίωσε ο Βάνμιρ, που δεν του ξέφυγε ο ειρωνικός τόνος στη φωνή της.

«Δε νομίζω πως υπάρχει κάτι άλλο να συζητήσουμε επάνω στο θέμα,» είπε η Φερνάλβιν. «Και βιαζόμαστε. Επομένως, θα ήταν φρόνιμο να μην καθυστερούμε.» Σηκώθηκε από το Θρόνο της Έριγκ. «Χάφναρ, θα έρθεις μαζί μας;»

«Ασφαλώς, εάν με δέχεστε στη συνοδεία σας,» αποκρίθηκε ο μαυροντυμένος δράκαρχος. «Και εάν μπορείς πάλι να μου παραχωρήσεις το άρμα σου, Φερνάλβιν.»

«Μέχρι τη Νουάλβορ, θα σ’το παραχωρήσω,» του είπε εκείνη. «Κι ελπίζω να μην το κακοποιήσεις τόσο όσο την προηγούμενη φορά.»

«Δε χρειάζεται ν’ανησυχείς,» αποκρίθηκε ο Χάφναρ. «Εξάλλου, τώρα δε θα υπάρχει λόγος να τρέχω –σε αντίθεση με τότε, που ένας δολοφόνος καταδίωκε τη μητέρα μου…» Τα λόγια του δεν ήταν τυχαία· την κατηγορούσαν ξανά. Όλοι το παρατήρησαν, εκτός από τον Διοικητή Νάργκιρ.

Η Φερνάλβιν αγνόησε το σχόλιο του ετεροθαλή αδελφού της και κατέβηκε τα σκαλιά του θρόνου. «Ας αρχίσουμε να ετοιμαζόμαστε,» είπε. «Θα συναντηθούμε όλοι στην κεντρική έξοδο του παλατιού.»

Οι παρευρισκόμενοι στην αίθουσα χώρισαν: η Έπαρχος και ο Πρίγκιπας βάδισαν προς τα διαμερίσματά τους, και ο Άνγκεδβαρ τούς ακολούθησε· ο Χάφναρ κατευθύνθηκε στον στάβλο, για να δει σε τι κατάσταση βρισκόταν το άρμα της Φερνάλβιν· ο Βάνμιρ πήγε μαζί του, και αμέσως έπιασαν κουβέντα σχετικά με τα παράξενα πράγματα που συνέβαιναν· ο Διοικητής Νάργκιρ πορεύτηκε προς το φρουραρχείο της Έριγκ, για να εκτελέσει τις διαταγές της Επάρχου: δηλαδή, να βάλει μπρος το σχέδιο εύρεσης και εξολόθρευσης όλων των ακόλουθων του Άνκαραζ που μπορεί να κρύβονταν στην πόλη.

Ο Δάρβαν και η Ζιάθραλ έμειναν πίσω, στην άδεια αίθουσα, με μοναδική παρέα τον ξύλινο θρόνο.

«Δεν είναι… ασυνήθιστα όλα τούτα;» είπε ο πρώτος.

«Παραπάνω από ασυνήθιστα,» αποκρίθηκε η Ζιάθραλ, και βημάτισε μέσα στο μεγάλο δωμάτιο, ακούγοντας τα τακούνια της ν’αντηχούν. Παράξενο φέρσιμο για τη Φέρναλβιν, σκέφτηκε. Τι θέλει να κάνει; Τι σχεδιάζει τώρα; Θεοί! αυτή έγινε χειρότερη από τη Ρικέλθη!…

«Νομίζεις ότι έχει καταλάβει; Ξέρεις σε τι αναφέρομαι…»

Η Ζιάθραλ έπαψε να βηματίζει, στρεφόμενη να τον κοιτάξει. «Σίγουρα το έχει καταλάβει· γιαυτό έστειλε τον… άνθρωπό της κιόλας. Όμως γιατί να εγκαταλείψει την Έριγκ, θέτοντας εσένα Αντικαταστάτη της;»

«Για να με αδρανοποιήσει,» υπέθεσε ο Δάρβαν. «Αν είμαι Αντικαταστάτης, δεν μπορώ να…» Πλησίασε τη Ζιάθραλ και μίλησε ψιθυριστά, σε περίπτωση που κάποιος κρυφάκουγε. «Δεν μπορώ να καθαρπάξω την εξουσία της. Όλοι θα με κατηγορήσουν για προδότη. Θα με εκτελέσουν, ή θα με εξορίσουν.»

«Δεν καταλαβαίνω, όμως,» είπε η Ζιάθραλ. «Για πόσο σκοπεύει η αδελφή σου να μείνει στην πρωτεύουσα; Για πάντα;» Γέλασε, κοφτά. «Τότε, είναι σα να έχασε την εξουσία της, ήδη.»

«Το ξέρεις ότι δεν πρόκειται να μείνει για πάντα.»

«Άρα, τι συμβαίνει; Μπορείς να μου πεις; Γιατί πάει στη Νουάλβορ, αφού, αναπόφευκτα, θα επιστρέψει, αργά ή γρήγορα;» έθεσε το ερώτημα η Ζιάθραλ· κι απάντησε μόνη της: «Προφανώς, περιμένει κάτι να συμβεί ενδιαμέσως· κάτι που θα μας αδρανοποιήσει, μια για πάντα. Ή, όντως υπάρχει αυτός ο Εχθρός.»

Ο Δάρβαν ρουθούνισε. «Σιγά μην υπάρχει. Ο Βάνμιρ, σίγουρα, είναι στο κόλπο.»

«Οι ακόλουθοι του Άνκαραζ σκότωσαν κόσμο χτες βράδυ, όμως.»

«Και μαζί τους ήταν αυτή η γυναίκα που έφερε ο Βάνμιρ· η γυναίκα που υποτίθεται ότι… ‘ακούει τους θεούς’– Πώς το είπε η Φερνάλβιν;»

Η Ζιάθραλ ένευσε. «Ναι, κάπως έτσι το είπε.» Αναστέναξε. «Είναι πολύ περίπλοκο!… Και πρέπει να έχεις δίκιο: επίτηδες προσπαθεί να μας μπερδέψει, με διάφορα άχρηστα στοιχεία, ώστε να μην καταλάβουμε το κεντρικό της σχέδιο.»

«Δηλαδή, οι ακόλουθοι του Άνκαραζ ήταν απάτη…» είπε ο Δάρβαν, σκεπτικός. «Μια δικαιολογία για να πάει η Φερνάλβιν στη Νουάλβορ…»

«Πιθανώς…»

«Έτσι, όμως, επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα–»

«Γιατί θέλει να ταξιδέψει εκεί,» είπε η Ζιάθραλ. «Λοιπόν, άκου τι νομίζω και μείνε ψύχραιμος…»

Ο Δάρβαν συνοφρυώθηκε, παραξενεμένος.

«Νομίζω πως η Φερνάλβιν φεύγει για ν’αφήσει το πεδίο ανοιχτό στον δολοφόνο της.»

«Θέλει να μας σκοτώσει όλους;» έκανε ο Δάρβαν.

«Πώς αλλιώς το εξηγείς εσύ;»

Ο Δάρβαν αισθάνθηκε ένα σύγκρυο να τον διαπερνά. «Αν είναι έτσι,» είπε, «πρέπει να πάρουμε τα μέτρα μας, Ζιάθραλ… Και ανησυχώ και για τον Χάφναρ, ο οποίος θα ταξιδέψει νότια μαζί της. Μπορεί να σκοπεύει να τον ξεπαστρέψει κι αυτόν.»

«Δε μου φαίνεται και πολύ πιθανό, αλλά ίσως…»

«Γιατί δε σου φαίνεται πιθανό;»

«Επειδή ο Χάφναρ δεν αποτελεί απειλή για εκείνη,» είπε η Ζιάθραλ, «εφόσον, σύντομα, θα μπει στις υπηρεσίες του Βασιληά, ως δράκαρχος. Εμάς θέλει να σκοτώσει η αδελφή σου· εμάς και τη μάνα σου.»

Ο Δάρβαν αναστέναξε, νιώθοντας ένα ξαφνικό βάρος να τον έχει πλακώσει.

*

«Πού γνώρισες αυτή τη γυναίκα, Βάνμιρ;» ρώτησε ο Χάφναρ, καθώς βάδιζαν προς το στάβλο του παλατιού. Η χτεσινοβραδινή βροχή είχε τελειώσει, αφήνοντας πίσω της μπόλικες λίμνες νερού και λάσπες. Οι φυλλωσιές των δέντρων γυάλιζαν από την υγρασία που βρισκόταν ακόμα επάνω τους.

«Ήρθε στο Ράλτον απ’το Βορρά,» αποκρίθηκε εκείνος και, θέλοντας ν’αλλάξει θέμα, πρόσθεσε: «Μην την παρεξηγείς, Χάφναρ· δεν τα κάνει επίτηδες αυτά που κάνει. Δεν ελέγχει τον εαυτό της. Ορισμένες φορές, άλλες δυνάμεις την παρασέρνουν.»

«Όπως ο Άνκαραζ;»

«Όπως ο Άνκαραζ.»

«Μα, σκότωσε ανθρώπους χτες βράδυ, Βάνμιρ, πολλούς ανθρώπους. Μπορούσε ο Θεός του Αίματος να την αναγκάσει να το πράξει αυτό, αν εκείνη δεν το ήθελε;»

«Χωρίς τη βοήθεια του Άνκαραζ, η Ρικνάβαθ δε θα είχε τη δύναμη να τα βάλει ούτε με έναν από τους στρατιώτες της πόλης. Το γνωρίζω τούτο πολύ καλά. Δεν είναι εκπαιδευμένη στον πόλεμο.»

«Τότε, γιατί ο θεός διάλεξε αυτήν κι όχι κάποια άλλη;» ρώτησε ο Χάφναρ, καθώς έφταναν στο στάβλο.

«Προφανώς, δεν τον ενδιαφέρει η πολεμική της εκπαίδευση,» είπε ο Βάνμιρ, «γιατί μπορεί πολύ εύκολα να της προσφέρει ικανότητες μεγαλύτερες από αυτές που θα ήταν ποτέ δυνατόν να κατέχει ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Το θέμα δεν είν’εκεί, επομένως.»

«Και πού είναι;»

«Στο ότι η Ρικνάβαθ είναι ανοιχτή σε κάθε είδους κοσμικές ενέργειες. Μοιάζει να τραβά αυτά τα όντα προς το μέρος της –τους θεούς, τους δαίμονες, τα πνεύματα. Με καταλαβαίνεις;»

«Προσπαθώ!»

Φτάνοντας στο στάβλο, είδαν τους σταβλίτες να ντύνουν κάμποσα άλογα με αρματωσιές. Οι ίπποι της συνοδείας της Φερνάλβιν ετοιμάζονταν.

«Κι εγώ δυσκολεύομαι να κατανοήσω τη Ρικνάβαθ,» είπε ο Βάνμιρ. «Είναι πολύ παράξενη. Εκείνη εντόπισε πρώτη τον Εχθρό· τον είδε σ’ένα όραμά της, όταν–» Όταν την είχα στα κελιά του φρουρίου, ήταν έτοιμος να πει, μα σταμάτησε τον εαυτό του. «–κοιμόταν. Ουσιαστικά, είδε μια σκιά να πλανιέται μέσα στους Δεκαεννέα Πύργους και να στριφογυρίζει γύρω απ’τον Ουρανολίθινο Θρόνο. Βέβαια, εκτός απ’αυτό, είδε κι άλλα πράγματα, τα οποία τώρα δε θυμάμαι, μα δεν είμαι σίγουρος αν είχαν σχέση με τον Εχθρό. Ή ίσως και να είχαν…» πρόσθεσε, σκεπτικός. Λες να υπήρχε κάποιο στοιχείο εκεί, το οποίο αγνοούμε; Ρικνάβαθ, πού είσαι τώρα;

«Δηλαδή, αν έχω καταλάβει καλά, ο Εχθρός βρίσκεται μέσα στο ίδιο το βασιλικό παλάτι, έτσι;»

Ο Βάνμιρ ένευσε. «Ναι.»

«Και κανείς δεν τον έχει εντοπίσει;» απόρησε ο Χάφναρ.

«Προφανώς, όχι. Αν και, βέβαια, όταν έκανα τη μαντεία μου, χτες βράδυ, είδα τον Ρόλμαρ… και ήταν μια… μια μαυρίλα, μια σκιά επάνω στο δέρμα του, σα νάταν ένα μ’αυτόν. Και είμαι σχεδόν σίγουρος πως σχετιζόταν με τον Εχθρό.»

Ο Χάφναρ αναρωτήθηκε μήπως ο ανιψιός του –που, ουσιαστικά, δεν είναι ανιψιός μου, θύμισε στον εαυτό του– έβλεπε άσχετες παραισθήσεις. Ο Έζβαρ τού είχε πει ότι τέτοια πράγματα συνέβαιναν σε μερικούς ανθρώπους. Επρόκειτο για ψυχοπάθεια.

«Θα μάθουμε τι πραγματικά ισχύει όταν φτάσουμε στη Νουάλβορ,» είπε ο δράκαρχος· και πρόσταξε έναν σταβλίτη: «Ετοιμάστε μου το άρμα της Επάρχου.»

Το αγόρι τον κοίταξε διστακτικά.

Η Σρ’άερ σφύριξε, απειλητικά.

Το αγόρι χλόμιασε.

«Μου το επέτρεψε η ίδια η Έπαρχος. Κάνε γρήγορα,» είπε ο Χάφναρ.

Ο σταβλίτης κατένευσε κι έφυγε, τρέμοντας, ενώ τα άλογα τριγύρω έμοιαζαν να έχουν αναστατωθεί από το σφύριγμα της δράκαινας, και ορισμένα χρεμέτιζαν ή τίναζαν τα κεφάλια.

Ο Χάφναρ στράφηκε στον Βάνμιρ. «Αλήθεια, εσύ γιατί πήγαινες στη Νουάλβορ, εξαρχής;»

«Ήθελα να επισκεφτώ την αγορά της,» εξήγησε εκείνος. «Να βρω κάτι συστατικά που χρειαζόμουν. Τώρα, όμως, συμβαίνουν σημαντικότερα πράγματα.»

«Και η Καρμώζ γιατί είχε έρθει μαζί σου;»

Πολύ παράξενος είσαι, θείε! συλλογίστηκε ο Βάνμιρ. «Είναι φίλη και… Ουσιαστικά, είχα σκεφτεί μήπως μπορούσα κάπως να τη βοηθήσω. Ξέρεις, να την κάνω να πάψει ν’ακούει όλα αυτά τα καλέσματα. Ήθελα να υφάνω κάποιο ξόρκι επάνω της· τούτος είναι ο λόγος που έψαχνα τα απαραίτητα συστατικά.»

«Αχά…» είπε απλά ο Χάφναρ.

Ο Βάνμιρ απόρησε πώς ήταν δυνατόν να τον είχε πιστέψει. Ύστερα, όμως, αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα: να παρεμποδίσει, κάπως, την έμφυτη ικανότητα της Ρικνάβαθ. Έφερε στο νου του διάφορα μυστικιστικά κείμενα που είχε διαβάσει….

*

«Μητέρα, θέλω να σου μιλήσω,» είπε ο Άνγκεδβαρ, σταματώντας τη Φερνάλβιν και τον Ζάρναβ έξω απ’τα διαμερίσματά τους.

«Τι είναι;» τον ρώτησε εκείνη.

«Πάμε μέσα.»

Η Έπαρχος άνοιξε την πόρτα και μπήκαν στο καθιστικό. «Άνγκεδβαρ, συμβαίνει κάτι;»

«Μητέρα…» Κοίταξε το πάτωμα, για λίγο, σκεπτικός· ύστερα, ύψωσε το βλέμμα. «Δε μ’εμπιστεύεσαι;»

«Πώς; Γιατί… γιατί το λες αυτό;» ρώτησε η Φερνάλβιν, έκπληκτη. «Καρδιά μου, σ’εμπιστεύομαι περισσότερο απ’οποιονδήποτε άλλο στον κόσμο.»

Πήγε να τον αγκαλιάσει, αλλά εκείνος τη σταμάτησε, λέγοντας: «Τότε, γιατί δεν άφησες εμένα να διοικήσω εδώ; Γιατί έθεσες τον Δάρβαν ως Αντικαταστάτη σου;»

«Επειδή…» Η Φερνάλβιν έγλειψε τα χείλη. Επειδή φοβάμαι πως η Ρικέλθη θα σε σκοτώσει, αγάπη μου, ο Σάλ’γκρεμ’ρωθ να την πάρει!

«Δε θέλεις να έρθεις μαζί μας στην πρωτεύουσα, Άνγκεδβαρ;» παρενέβη ο Ζάρναβ, για να βγάλει τη σύζυγό του από τη δύσκολη θέση. «Πώς θα διοικήσεις σωστά στην Έριγκ, αν δε γνωρίζεις πρώτα τα σημαντικότερα μέρη του Βασιλείου;»

«Έχω ξαναπάει στη Νουάλβορ, πατέρα,» αποκρίθηκε ο γιος του.

Ο Ζάρναβ αναστέναξε. «Δηλαδή, θέλεις να μείνεις εδώ, όχι να έρθεις;»

Η Φερνάλβιν έκανε να μιλήσει, αλλά ο Πρίγκιπας ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της και τον έσφιξε.

«Θα έρθω,» είπε ο Άνγκεδβαρ. «Απλά… δε με ρώτησε κανείς, πρώτα. Δείχνει ότι δε θα μ’εμπιστευόσασταν, ακόμα κι αν ήθελα να μείνω εδώ.»

«Δεν είναι αυτό, καρδιά μου–» άρχισε η Φερνάλβιν.

«Τι είναι, τότε;»

«Ο θείος σου έχει περισσότερες εμπειρίες, Άνγκεδβαρ, όσο και να μη θέλεις να το παραδεχτείς· γνωρίζει κάποια πράγματα παραπάνω για το πώς διοικείται μια επαρχία. Μη νομίζεις ότι είναι εύκολο πράγμα.»

«Οι δάσκαλοί μου μου τα έχουν μάθει αυτά.»

«Άλλο να τα ζεις, άλλο να σ’τα λένε.»

«Όλη μου τη ζωή εδώ ήμουν, μητέρα!» επέμεινε ο Άνγκεδβαρ. «Σε έχω δει πώς διοικείς, και εσένα και τους υπόλοιπους. Αλλά δεν πειράζει· θα έρθω στο Νότο, ούτως ή άλλως.» Άνοιξε την πόρτα και βγήκε.

«Άνγκεδβαρ–»

Η πόρτα έκλεισε.

Η Φερνάλβιν κοίταξε τον Ζάρναβ και έσεισε το κεφάλι, κουρασμένα. «Δεν καταλαβαίνει,» είπε. «Δεν καταλαβαίνει τον κίνδυνο.»

«Αυτό είναι αλήθεια,» αποκρίθηκε ο Πρίγκιπας, «αλλά έχει κάποιο δίκιο. Και…» Βάδισε μέσα στο δωμάτιο, γεμίζοντας ένα ποτήρι νερωμένο κρασί για τον εαυτό του. «Αναρωτιέμαι αν τον πηγαίνουμε σε μεγαλύτερο κίνδυνο.»

Η Φερνάλβιν συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς;»

Η πόρτα χτύπησε.

«Περάστε,» είπε η Έπαρχος, και τρεις υπηρέτριες μπήκαν.

«Αρχόντισσά μου, να ετοιμάσουμε τα πράγματά σας, για το ταξίδι;» ρώτησε η μία.

«Ναι, αλλά μην παραφορτώσετε τα μπαούλα. Θέλω να ταξιδέψω ελαφριά.»

«Μάλιστα, Αρχόντισσά μου.» Οι υπηρέτριες πήγαν στο υπνοδωμάτιο των διαμερισμάτων.

Η Φερνάλβιν στράφηκε στον σύζυγό της, περιμένοντας απάντηση.

«Εννοώ τον Εχθρό,» εξήγησε ο Ζάρναβ. «Δεν έχουμε ιδέα τι μπορεί να είναι, ή πόσο επικίνδυνος μπορεί να είναι. Αυτά που είπε ο Βάνμιρ με τρομάζουν. Ο αντίπαλός μας βρίσκεται μέσα στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων, Φερνάλβιν· ίσως να έχει τη δύναμη να μας εξολοθρεύσει όλους!»

«Ανησυχείς υπερβολικά,» αποκρίθηκε εκείνη. «Δε λέω πως η κατάσταση είναι απλή, όμως ας μην τρελαινόμαστε κιόλας, Πρίγκιπά μου. Μάλλον, πρόκειται για κάποιον προδότη.»

«Και γιατί ο Άνκαραζ να αφυπνίστηκε και να είναι εναντίον του;»

«Δεν ξέρω. Δεν είμαι ιέρεια, ούτε θεολόγος.»

«Δε χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός, για να καταλάβει πως πρόκειται για κάτι πολύ σημαντικό,» είπε ο Ζάρναβ. «Τίποτα λιγότερο δε θα τραβούσε την προσοχή ενός ανώτερου όντος.»

«Του συγκεκριμένου ανώτερου όντος,» τόνισε η Φερνάλβιν. «Του Άνκαραζ, του Θεού του Αίματος, τον οποίο είχαμε πάψει να λατρεύουμε σε τούτα τα μέρη. Μονάχα αυτού την προσοχή τράβηξε.»

«Ναι,» παραδέχτηκε ο Ζάρναβ, συλλογισμένα. «Παράξενο, ε;»

«Είναι ανόητο να προσπαθούμε να κατανοήσουμε τη λογική ενός θεού,» είπε η Φερνάλβιν. «Ας το αφήσουμε καλύτερα.»

Ο Ζάρναβ ένευσε. «Πάντως,» πρόσθεσε, «ίσως οι ακόλουθοι του Άνκαραζ να μπορούσαν να μας οδηγήσουν στον Εχθρό, γιατί εμείς δεν ξέρουμε τίποτα γι’αυτόν.»

«Καλή σκέψη,» είπε η Φερνάλβιν. «Πολύ καλή σκέψη!» Τον φίλησε, δυνατά, στο μάγουλο. «Πώς θα τους κάνουμε, όμως, να μας οδηγήσουν;»

«Προς την ίδια κατεύθυνση μ’αυτούς πηγαίνουμε· θα βρούμε έναν τρόπο.»

«Και ο Βάνμιρ ίσως να μπορεί να μας δώσει κάποια συμβουλή.»

Ο Ζάρναβ μειδίασε. «Παλιά, δεν είχες τόσο καλή γνώμη γι’αυτό σου τον ανιψιό, Φερνάλβιν· τι άλλαξε;» ρώτησε.

«Νομίζω ότι ο Βάνμιρ μάς απέδειξε την αξία του, Πρίγκιπά μου,» δήλωσε η Έπαρχος της Έριγκ.

 

 


Κεφάλαιο 33
Επιστροφή και Εκπλήξεις

 

Το πρωί, η βροχή είχε πάψει, αφήνοντας τη δημοσιά γεμάτη με λάσπες, νερά, και λασπόνερα. Η Αύρα ήταν αναγκασμένη να πηγαίνει πιο αργά απ’ό,τι συνήθως, αν δεν ήθελε να ρίξει τους δύο αναβάτες της. Πράγμα το οποίο δεν ευχαριστούσε καθόλου τη Ρικέλθη, που επιθυμούσε να φτάσει στην Έριγκ το γρηγορότερο δυνατό και ν’αντιμετωπίσει την προγονή της. Καθώς ταξίδευε, όμως, το μόνο που της έμενε ήταν να αναρωτιέται τι μπορεί να είχε συμβεί όσο έλειπε. Και, άραγε, πώς να ήταν η έκφραση στο πρόσωπο της Φερνάλβιν, όταν ο Χάφναρ τής έλεγε ότι η Ρικέλθη δεν ήταν νεκρή; Πολύ θα ήθελα να είχα δει αυτή την έκφραση! Ωστόσο, θα δω μια άλλη έκφραση: εκείνη που θα σχηματιστεί στο πρόσωπό της όταν μ’αντικρίσει ζωντανή.

Βέβαια, υπήρχε και ένας άλλος, πολύ σημαντικότερος προβληματισμός στο νου της: η υπόθεση με τον δολοφόνο που την καταδίωκε –τον νεκρενοικημένο, όπως τον είχε αποκαλέσει ο Έζβαρ–, ο οποίος ήταν ένας από τους καλύτερους φονιάδες επάνω στη Βάλγκριθμωρ. Πώς θα ξέφευγε απ’αυτόν; Πώς θα τον αδρανοποιούσε; Δεν έμοιαζε και πολύ εύκολος να τον σκοτώσεις, ούτε να τον εξαγοράσεις. Μέσα στον Αρχέτοπο είχε αρνηθεί να δεχτεί χρήματα από τη Ρικέλθη, προκειμένου να της χαρίσει τη ζωή.

Ωστόσο, ίσως να έφταιγε το γεγονός ότι δεν ήταν σίγουρος πως θα τα λάβει. Άραγε, θ’απαντούσε το ίδιο, αν του τα παρουσίαζα μπροστά του; Αλλά πώς θα τον έβρισκε, για να του τα παρουσιάσει; Μάλλον, θα τον συναντούσε πάλι τη στιγμή που πήγαινε να τη σκοτώσει. Κι ετούτη τη φορά, ίσως να τα καταφέρει. Πιθανώς να τα καταφέρει… Η Ρικέλθη δε θυμόταν ποτέ στη ζωή της να ήταν πιο φοβισμένη. Πρέπει να βρω έναν τρόπο, για να επικοινωνήσω μαζί του, χωρίς να κινδυνεύω απ’αυτόν.

Όταν εκείνη και ο Έζβαρ έφτασαν μπροστά στη βόρεια πύλη της Έριγκ, τη βρήκαν μπλοκαρισμένη από τρία κάρα, οι τροχοί των οποίων είχαν κολλήσει μέσα στις λάσπες.

«Γαμώ τ’άρρωστα παπάρια και τις Πέντε Ουρές του Σάλ’γκρεμ’ρωθ!…» γρύλισε η Ρικέλθη.

Ο Έζβαρ γέλασε σιγανά. «Νόμιζα ότι έβριζες τόσο μόνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες, Αρχόντισσά μου,» είπε, υπομειδιώντας μέσα απ’τα γένια του και λοξοκοιτάζοντάς την, καθώς κρατιόταν πίσω του.

Η Ρικέλθη κοκκίνισε. Ήταν αλήθεια πως έβριζε, ορισμένες φορές, όταν ερωτοτροπούσε· παλιό συνήθειο (και κακό, πιθανώς, έπρεπε να παραδεχτεί). «Αυτές είναι ‘συγκεκριμένες συνθήκες’!» αποκρίθηκε, δείχνοντας τα κάρα που μπλόκαραν την πύλη.

«Θα το έχω υπόψη…» είπε ο Έζβαρ.

Ύστερα από κάποια ώρα (ευτυχώς, όχι πολλή), οι τροχοί των κάρων ξεκόλλησαν από τις λάσπες και τα ξύλινα οχήματα πέρασαν την πύλη. Η Ρικέλθη και ο Έζβαρ ακολούθησαν, και οι φρουροί τούς σταμάτησαν για έρευνα.

Η πρώτη έβγαλε την κουκούλα της κάπας της. «Σε περίπτωση που δε με αναγνωρίζετε,» είπε, «είμαι η Αρχόντισσα Ρικέλθη ε Νίλγκωρ. Και σκοπεύω να περάσω χωρίς καμία καθυστέρηση.»

«Όπως επιθυμείτε, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε αμέσως ένας από τους στρατιώτες· και όλοι υποκλίθηκαν, αφήνοντάς την να μπει στην Έριγκ ανενόχλητη.

Φτάνοντας στο παλάτι, κατέβηκε από την Αύρα και στηρίχτηκε στο μπαστούνι της. Πέρασε την πύλη του κήπου και βάδισε ανάμεσα στη βλάστηση. Ο Έζβαρ συμπορεύτηκε.

Θα πρέπει να φαίνομαι γελοία μ’αυτό το πράγμα! σκέφτηκε η Ρικέλθη, σφίγγοντας το ραβδί που της είχε δώσει ο ερημίτης, καθώς παρατηρούσε τα βλέμματα τα οποία της έριχναν οι φρουροί του παλατιού.

«Τι κοιτάτε;» είπε σε δύο, οι οποίοι, πάραυτα, αποκρίθηκαν «Συγνώμη, Αρχόντισσά μου» και έκλιναν τα κεφάλια.

«Ετοιμάστε ένα δωμάτιο για τον κύριο Έζβαρ,» πρόσταξε τους υπηρέτες, περνώντας την κεντρική είσοδο του παλατιού. «Κοντά στα διαμερίσματά μου, γιατί θα είναι ο γιατρός μου, για λίγο καιρό.»

«Μάλιστα, Αρχόντισσα Ρικέλθη,» αποκρίθηκε μια υπηρέτρια, και όλοι τους έτρεξαν να εκτελέσουν τις διαταγές της. Εκείνη παρατήρησε πως κι αυτοί την κοίταζαν κάπως παράξενα, επειδή κούτσαινε και κρατούσε το μπαστούνι. Απεχθανόταν να την κοιτάνε έτσι! μα, προς το παρόν, αδυνατούσε να κάνει κάτι για να τ’αλλάξει. Ακόμα κι ο Έζβαρ, τον οποίο πολλοί ονόμαζαν μάγο, δεν μπορούσε να κάνει «μαγικά» και να θεραπεύσει στη στιγμή τον στραμπουλιγμένο της αστράγαλο.

Η Ρικέλθη κατευθύνθηκε προς τη μεγάλη αίθουσα του παλατιού. Καθοδόν, ρώτησε έναν φρουρό αν η Έπαρχος Φερνάλβιν ήταν εκεί.

«Η Έπαρχος έχει φύγει, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε εκείνος.

Έχει φύγει; σκέφτηκε, έκπληκτη, η Ρικέλθη, αλλά δεν έδειξε την έκπληξή της. «Πού πήγε, στρατιώτη;»

«Στη Νουάλβορ, Αρχόντισσά μου. Λένε πως υπάρχει κάποιος κίνδυνος εκεί. Η Έπαρχος άφησε τον γιο σας, Άρχοντα Δάρβαν, ως Αντικαταστάτη της· κι εκείνος θα μπορεί να σας εξηγήσει καλύτερα την κατάσταση, πιστεύω.»

Άφησε τον Δάρβαν ως Αντικαταστάτη της; Πολύ παράξενο. Πρέπει, δηλαδή, να πήγε και ο Ζάρναβ μαζί της… Τι κίνδυνος υπάρχει στη Νουάλβορ; Η Ρικέλθη πέρασε δίπλα απ’τον φρουρό, δίχως άλλες κουβέντες.

Ο Έζβαρ βάδισε πλάι της, κι εκείνη παρατήρησε μια ανήσυχη όψη στο πρόσωπό του.

«Τι σκέφτεσαι;»

«Τον Χάφναρ, που μάλλον θα πήγε μαζί τους. Ας ελπίσουμε πως ο γιος σου ξέρει περισσότερα για το τι συμβαίνει…»

Η Ρικέλθη μπήκε στη μεγάλη αίθουσα. Η Ζιάθραλ, που καθόταν σε μια από τις καρέκλες του τραπεζιού, στράφηκε να την αντικρίσει. Ο Δάρβαν διάβαζε, εκείνη τη στιγμή, κάτι έγγραφα, βρισκόμενος δίπλα στη σύζυγό του· αλλά ύψωσε κι αυτός το βλέμμα, μόλις άκουσε την Αρχόντισσα να μπαίνει.

«Μητέρα!» είπε, καθώς σηκωνόταν.

«Τι συνέβη εδώ;» ρώτησε η Ρικέλθη, χωρίς να μείνει καθόλου σε χαιρετισμούς. Βάδισε προς μια πολυθρόνα. «Πού είναι η Φερνάλβιν; Πού είναι ο Χάφναρ;» Κάθισε, ακουμπώντας το μπαστούνι στα γόνατά της.

«Έφυγαν,» αποκρίθηκε ο Δάρβαν, και κάθισε ξανά, ενώ ο Έζβαρ έκλινε ευγενικά το κεφάλι του προς το μέρος του Αντικαταστάτη και της Ζιάθραλ. «Χαίρετε, κύριε Έζβαρ. Πώς είστε;»

«Ανήσυχος, οφείλω να ομολογήσω,» είπε εκείνος, και πήρε θέση κοντά στη Ρικέλθη.

«Πείτε μου για τη Φερνάλβιν,» επέμεινε η τελευταία, στριφογυρίζοντας το μπαστούνι μέσα στις χούφτες της. «Γιατί έφυγε; Και τι τρέχει στη Νουάλβορ; Ένας φρουρός μού ανέφερε ότι υπάρχει κάποιος κίνδυνος.»

«Δεν ξέρουμε κατά πόσο αυτός ο κίνδυνος είναι πραγματικός,» είπε η Ζιάθραλ.

«Αλλά θα ήταν καλύτερα να σου μιλήσουμε ιδιαιτέρως, μητέρα,» πρόσθεσε ο Δάρβαν. «Μας επιτρέπετε, κύριε Έζβαρ;»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε εκείνος. Σηκώθηκε πάλι και βγήκε απ’το δωμάτιο.

Ο Δάρβαν έκανε νόημα στους φρουρούς να κλείσουν τη διπλή πόρτα. Ύστερα, στράφηκε στη Ρικέλθη. «Μητέρα, διαδραματίζονται γεγονότα που δεν καταλαβαίνω, κι ελπίζω να μπορείς να με διαφωτίσεις,» είπε, και της μίλησε για τον ερχομό του Βάνμιρ, την επίθεση των ακόλουθων του Άνκαραζ, και τις αλλόκοτες μαντείες που αποκάλυπταν την ύπαρξη κάποιου «Εχθρού στο Νότο». «Πιστεύω ότι ίσως όλα να είναι στημένα από τη Φερνάλβιν, μητέρα, ώστε να μας εξολοθρεύσει. Ο Χάφναρ μού είπε για το δολοφόνο που, κατά πάσα πιθανότητα, εκείνη έστειλε εναντίον σου. Είναι λογικό, λοιπόν, να υποθέσουμε ότι φεύγει για να του αφήσει το πεδίο ανοιχτό, ώστε να μας σκοτώσει– Αλλά θέλω να σου κάνω και κάποιες πολύ σοβαρές ερωτήσεις· και θέλω να μου απαντήσεις ειλικρινά, μητέρα –ειλικρινά.» Έμοιαζε ταραγμένος.

Η Ρικέλθη ένευσε. «Ρώτησέ με.»

«Στην αρχή, δεν ήμουν διατεθειμένος να πιστέψω ότι η Φερνάλβιν θα έστελνε έναν δολοφόνο εναντίον σου. Το θεωρούσα απίθανο. Όμως ο Χάφναρ με έπεισε ότι ίσως να ήταν πιθανό, γιατί νομίζει πως εσύ πρώτη επιχείρησες να τη σκοτώσεις, ρίχνοντας εκείνο το φίδι στο κρεβάτι της.»

«Γιατί να το κάνω αυτό, Δάρβαν;» Ποιος έβαλε τούτες τις ιδέες στο μυαλό του Χάφναρ;

«Επειδή ο Άνγκεδβαρ δεν έχει ακόμα ενηλικιωθεί, άρα εγώ, διαδοχικά, θ’αποκτήσω την εξουσία.»

Να σε πάρει ο Σάλ’γκρεμ’ρωθ, Έζβαρ! Τι θες και μπλέκεσαι εκεί που δε σε σπέρνουν; Τα Οκτώ Κέρατα του Σάλ’γκρεμ’ρωθ να σε ανασκολοπίσουν!

«Είναι αλήθεια αυτά τα πράγματα, μητέρα; Γιαυτό η Φερνάλβιν σε θέλει νεκρή;»

Η Ζιάθραλ, που στεκόταν πίσω απ’τον Δάρβαν, ανασήκωσε το δεξί της φρύδι, χωρίς εκείνος να μπορεί να τη δει. Με κοροϊδεύει, αυτό το ελεεινό υποκείμενο; σκέφτηκε η Ρικέλθη, εξαγριωμένη. Ξεχνάει ποια την έφερε εδώ; Ξεχνάει τι μου χρωστά;

Τι να πω, όμως, στον Δάρβαν; Τώρα, δεν μπορώ να του πω τίποτα παρά την αλήθεια. Οτιδήποτε άλλο θα φανεί ψευδές.

«Ναι,» αποκρίθηκε. «Ο Χάφναρ» –Ο Έζβαρ, μάλλον– «μάντεψε σωστά.» Και τα έκανε όλα άνω-κάτω! Τα κατέστρεψε, τα πάντα! Απ’τη μια τον μισούσε, απ’την άλλη τον αγαπούσε, κι από μια τρίτη σκοπιά τού χρωστούσε τη ζωή της –ο νεκρενοικημένος φονιάς θα την είχε σκοτώσει, αν δεν ήταν αυτός.

«Χίλιες κατάρες!…» γρύλισε ο Δάρβαν, καθώς σηκωνόταν όρθιος, αρπάζοντας ένα μελανοδοχείο κι εκτοξεύοντάς το στο πάτωμα. «Γιατί, μητέρα;» φώναξε. «ΓΙΑΤΙ; Σ’το ζήτησα;»

«Η απόφασή μου πάρθηκε για το καλό της οικογένειας,» αποκρίθηκε η Ρικέλθη.

«Και είναι μέσα στο ‘καλό της οικογένειας’ να μας κυνηγά ένας δολοφόνος;» συνέχισε να φωνάζει ο Δάρβαν.

«Ηρέμησε!» είπε η Ρικέλθη. «Και κάθισε. Δεν ήταν ακριβώς στα σχέδιά μου όλα τούτα! Πολλά πράγματα πήγαν στραβά…»

«Όπως ήταν αναμενόμενο.» Ο Δάρβαν κάθισε, μοιάζοντας εξαντλημένος από το θυμό του.

«Το σχέδιο μου δεν είχε κανένα λάθος· και θα είχε δουλέψει μια χαρά, αν κάποιοι έπαιζαν σωστότερα το ρόλο τους.» Έριξε ένα έντονο βλέμμα στη Ζιάθραλ, το οποίο ο γιος της δε φάνηκε να πρόσεξε, ταραγμένος καθώς ήταν.

«Τα ίδια συνέβησαν και με τον Χάφναρ, μητέρα…!» είπε ο Δάρβαν, κουνώντας το κεφάλι. «Κάτι ‘πήγε στραβά’ και σ’αυτή την περίπτωση;»

«Ναι. Κάποιοι πάλι δεν έπαιξαν σωστά το ρόλο τους,» αποκρίθηκε η Ρικέλθη, βρίζοντας εσωτερικά τον Έζβαρ.

«Θαυμάσια,» είπε ο Δάρβαν. «Και τι θα κάνουμε τώρα; Ο Χάφναρ είπε πως ο δολοφόνος είναι πολύ επικίνδυνος. Και, μάλλον, η Φερνάλβιν τον έχει στείλει εναντίον όλων μας.»

Η Ρικέλθη αναλογίστηκε την κατάσταση που της είχε περιγράψει ο γιος της. «Είστε βέβαιοι πως αυτό είναι το σχέδιό της; Μήπως, τελικά, υπάρχει κίνδυνος στο Νότο;» Συνήθως, δεν εμπιστευόταν τις μαντείες, ούτε τον Βάνμιρ· όμως ο γιος του Άρχοντα-Φύλακα Άραντιρ φαίνεται πως είχε, πράγματι, προδεί την επιστροφή του Μεγάλου Θηρίου από τις Στέπες. Δε θα μπορούσε, λοιπόν, να προβλέψει και κάποιον άλλο κίνδυνο; Επιπλέον, τι δουλειά είχαν εδώ οι ακόλουθοι του Άνκαραζ; Λίγο δύσκολο δεν ήταν να τους είχε βάλει η Φερνάλβιν να τα κάνουν όλ’αυτά; Κατ’αρχήν, η προγονή της ποτέ δε θα δολοφονούσε έτσι τόσους φρουρούς της πόλης. Η Ρικέλθη τη γνώριζε καλά· η Έπαρχος δε θα έκανε κάτι τέτοιο: αποκλείεται.

Βλέποντας πως ο Δάρβαν και η Ζιάθραλ δεν ήξεραν τι να απαντήσουν, τους εξέφρασε τις απορίες της.

«Η γυναίκα που ξεσήκωσε τους ακόλουθους του Άνκαραζ, μητέρα, είναι φίλη του Βάνμιρ,» της τόνισε ο γιος της, αφού την άκουσε.

«Ναι, μου είπες γι’αυτήν…» Η Ρικέλθη σούφρωσε τα χείλη, σκεπτικά. «Υποτίθεται ότι ακούει τους θεούς… Είναι παράξενο, όντως. Όμως τελευταία έχω δει κι άλλα παράξενα πράγματα.» Θυμήθηκε τον Αρχέτοπο. «Δε νομίζω ότι η Φερνάλβιν είχε χρόνο να εκπονήσει ένα τέτοιο σχέδιο μαζί με τον Βάνμιρ. Για την ακρίβεια, το αποκλείω. Ο γιος του Άραντιρ, εξάλλου, δεν είναι ικανός για μηχανορραφίες, νομίζω. Αυτός ο γιος του Άραντιρ, τουλάχιστον· γιατί, αν ήταν ο Ρόλμαρ, τότε ίσως το πράγμα να άλλαζε…» Καθώς μιλούσε, στριφογύριζε το ραβδί μέσα στα χέρια της.

«Εγώ δε θα απέκλεια τίποτα, πάντως,» είπε η Ζιάθραλ.

Είσαι ανόητη, γιαυτό! σκέφτηκε η Ρικέλθη. «Ο ανθρώπινος νους χρειάζεται κάποιο στοιχειώδη χρόνο για να συλλάβει ένα σχέδιο, καλή μου. Δεν είναι δυνατόν τα πάντα να γίνουν μέσα σε μια νύχτα!

»Η Φερνάλβιν πηγαίνει νότια επειδή πιστεύει ότι εκεί υπάρχει κίνδυνος. Ωστόσο… ίσως και να έχει κάνει ορισμένους συνδυασμούς στο μυαλό της,» είπε η Ρικέλθη, στενεύοντας τα μάτια. «Ναι, αυτό είναι πολύ πιθανό… Έθεσε εσένα, Δάρβαν, ως Αντικαταστάτη της και μας άφησε όλους μόνους εδώ, όλη τη δική μου ‘Σπορά’. Έτσι, αν επιχειρήσουμε να πάρουμε την εξουσία, τότε θα είναι σα ν’αυτοκτονούμε.»

«Εγώ, πάντως, δε σκοπεύω να πάρω την εξουσία κανενός,» δήλωσε ο Δάρβαν, με θυμωμένη όψη.

«Αλλά το σχέδιό της δεν πρέπει να τελειώνει εκεί,» συνέχισε η Ρικέλθη, σα να μην είχε ακούσει το γιο της. «Ο δολοφόνος εξακολουθεί να είναι ζωντανός, και η προγονή μου ευελπιστεί ακόμα να με ξεφορτωθεί…»

«Δηλαδή, ούτως ή άλλως, η Φερνάλβιν θέλει να μας σκοτώσει,» είπε η Ζιάθραλ.

«Πώς θα σταματήσουμε αυτόν τον κύκλο αίματος που άνοιξες, μητέρα;» μούγκρισε ο Δάρβαν. «Πώς; Μπορείς να μου πεις;»

«Ή εγώ θα πεθάνω, ή εκείνη,» απάντησε, ήρεμα, η Ρικέλθη.

«Όχι!» Ο Δάρβαν σηκώθηκε πάλι όρθιος. «Καμια σας δε χρειάζεται να πεθάνει!» Πλησίασε τη μητέρα του. «Άκουσέ με: Ίσως μπορούμε να κάνουμε κάποια συμφωνία μαζί της, ώστε να λήξει–»

«Δε θα κάνω καμία συμφωνία με τη Φερνάλβιν, Δάρβαν,» τον διέκοψε εκείνη. «Είμαι ισχυρότερη απ’αυτήν.»

«Δεν είναι θέμα δύναμης!» επέμεινε ο Δάρβαν, τρίζοντας τα δόντια. «Δεν καταλαβαίνεις, μητέρα, ότι έτσι θα διαλυθεί τούτος ο Οίκος;»

«Δε θα διαλύσω τον Οίκο των Νίλγκωρ, Δάρβαν· δεν είν’αυτός ο σκοπός μου,» αποκρίθηκε η Ρικέλθη. «Δεν έχεις καμία εμπιστοσύνη σε μένα;»

«Όχι,» δήλωσε, ευθέως, εκείνος. «Καμία εμπιστοσύνη πλέον δε σου έχω!» Γύρισε απ’την άλλη και βάδισε μέσα στο δωμάτιο. Σε κάποιο σημείο, σταμάτησε και στράφηκε να την αντικρίσει. «Τώρα, όμως, πρέπει οπωσδήποτε να εξολοθρεύσουμε αυτό το δολοφόνο. Δε γίνεται να τρέμουμε συνεχώς την παρουσία του, ούτε να φοβόμαστε να ξεμυτίσουμε απ’το παλάτι. Πώς είναι εμφανισιακώς, μητέρα; Έχει κάτι το χαρακτηριστικό; Κάτι που να τον ξεχωρίζει, ώστε να τον εντοπίσει εύκολα η φρουρά;»

Η Ρικέλθη προσπάθησε να θυμηθεί το πρόσωπό του, και κούνησε το κεφάλι. «Όχι, τίποτα.» Σηκώθηκε απ’την πολυθρόνα, στηριζόμενη στο ραβδί της με το δρακοκέφαλο στην κορυφή. «Πρέπει να ξεκουραστώ και να σκεφτώ,» είπε. «Θα συζητήσουμε αργότερα.»

*

«Έζβαρ, εσύ φταις για όλο αυτό το χάλι.»

Η Ρικέλθη καθόταν μπροστά στο τζάκι του υπνοδωματίου της, φορώντας μια μαύρη, μεταξωτή ρόμπα και παίζοντας το κομπολόι της με τις κοκάλινες χάντρες.

«Ή, τουλάχιστον, για το μισό χάλι,» διόρθωσε τον εαυτό της. «Αν δεν έλεγες στο Χάφναρ ό,τι είχες σκεφτεί για μένα και τη Φερνάλβιν– και μην αρνηθείς ότι το είπες, γιατί θα σε πνίξω με τούτο το νήμα!» Τέντωσε το νήμα του κομπολογιού της. «Αν δεν του τα έλεγες, ο Δάρβαν δε θα είχε τώρα καταλάβει τίποτα, και–»

«Τόσο χαζούς θεωρείς τους γιους σου, Ρικέλθη;» ρώτησε ο Έζβαρ, που καθόταν αντίκρυ της, δίπλα στο παράθυρο.

«Δεν τους θεωρώ καθόλου χαζούς! Αλλά δεν ήταν και τόσο εύκολο να καταλάβει κάνεις τα πάντα για το σχέδιό μου. Μονάχα κάποιος σαν κι εσένα, ή σαν κι εμένα, θα το καταλάβαινε αμέσως, Έζβαρ.»

«Τότε, γιατί δεν… παραπλάνησες ξανά τον Δάρβαν;»

«Γιατί δε θα έπιανε. Ήταν σχεδόν βέβαιος για τις υποψίες του· απλά, δεν ήθελε να παραδεχτεί εκείνο που βρισκόταν μπροστά του.»

«Βλέπεις, λοιπόν; Μετά απ’όσα έγιναν, δεν ήταν δύσκολο να συμπεράνει κανείς τι συμβαίνει.»

«Συνεχώς βρίσκεις τρόπους για να δικαιολογείς τον εαυτό σου!»

«Κι εσύ συνεχώς ψάχνεις τρόπους για να με κατηγορείς.»

«Δε χρειάζεται να ψάξω και πολύ!»

«Εύκολο δεν είναι, να βλέπεις λάθη μόνο στους άλλους;»

Η Ρικέλθη εκτόξευσε το κομπολόι καταπάνω του, και ο Έζβαρ το έπιασε στον αέρα. «Δε βλέπω λάθη μόνο στους άλλους. Βλέπω και στον εαυτό μου. Και, κατ’αρχήν, ένα μεγάλο μου λάθος ήταν που σε εμπιστεύτηκα με τον Χάφναρ!»

«Πιθανώς.» Ο Έζβαρ τής επέστρεψε το κομπολόι, πετώντας το στα γόνατά της. Τα λόγια του έμοιαζαν ουδέτερα, αλλά τα μάτια του φανέρωναν το θυμό του για τούτο το ευαίσθητο ζήτημα.

Η Ρικέλθη αναστέναξε. «Εντάξει, ας το αφήσουμε αυτό… Πες μου τη γνώμη σου για την αναχώρηση της Φερνάλβιν, Έζβαρ, και γι’αυτόν τον Εχθρό στο Νότο. Τι μπορεί να συμβαίνει;»

«Σ’ενδιαφέρει η γνώμη μου;»

«Για να τη ζητάω, προφανώς, μ’ενδιαφέρει!» Τον αγριοκοίταξε.

Ο Έζβαρ έτριψε τα γένια του. «Κοίτα, αφού ο Βάνμιρ κατόρθωσε να κάνει μία επιτυχημένη μαντεία, πιθανώς να μπορεί να κάνει και δεύτερη. Αλλά εδώ δε βασιζόμαστε μόνο στη μαντεία ενός ανθρώπου. Αυτά που μου είπες για την αναβίωση της θρησκείας του Άνκαραζ και για εκείνη την Καρμώζ που ‘ακούει τους θεούς’ είναι πολύ ανησυχητικά. Δεν υπάρχει περίπτωση να είναι τυχαία. Κάτι, όντως, συμβαίνει στο Νότο.»

«Ποιος μπορεί να είναι ο Εχθρός;»

«Αυτό είναι αδύνατον να το μαντέψω εγώ, από τη στιγμή που ένας μάντης ήδη απέτυχε,» αποκρίθηκε ο Έζβαρ, με χαριτολόγο διάθεση.

«Δεν υποθέτεις κάτι;» ρώτησε η Ρικέλθη.

«Τι να υποθέσω;» Ο Έζβαρ ανασήκωσε τους ώμους. «Το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι ότι ίσως πρόκειται για κάτι μη-ανθρώπινο· αλλιώς, δεν πιστεύω να είχε τραβήξει την προσοχή ενός θεού.»

«Δηλαδή, πρόκειται για κάποιον άλλο θεό, αντίπαλο του Άνκαραζ;»

Ο Έζβαρ έτριψε πάλι τα γένια του. «Χμ… Δεν ξέρω. Ίσως να μην είναι θεός… Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα με τους θεούς. Για παράδειγμα, τι θέλει ο Άνκαραζ; Να εξολοθρεύσει ολοσχερώς τη θρησκεία κάποιου όμοιού του; Λίγο απίθανο δε μοιάζει;»

«Ναι,» συμφώνησε η Ρικέλθη. «Επομένως, τι προσπαθεί να επιτύχει; Να σκοτώσει ένα συγκεκριμένο άτομο που δεν είναι άνθρωπος; Κι αν δεν είναι άνθρωπος ούτε θεός, τι μπορεί να είναι; Κάποιος δαίμονας;» Γενικά, εκείνη δεν πίστευε ούτε σε θεούς ούτε σε δαίμονες, αλλά τώρα αυτή της η πεποίθηση είχε κάπως… κλονιστεί, έπρεπε να παραδεχτεί κι η ίδια.

«Αυτά τα πράγματα είναι πολύπλοκα,» είπε ο Έζβαρ. «Δεν μπορώ να απαντήσω. Και, μάλιστα…» Φάνηκε συλλογισμένος. «Μάλιστα, δελεάζομαι να πάω νότια.»

«Κι εγώ το ίδιο σκεφτόμουν,» δήλωσε η Ρικέλθη, και τα μάτια της γυάλισαν. «Να πάω νότια, στο παλάτι της Νουάλβορ. Αν ταξιδέψουμε γρήγορα, ίσως να προλάβουμε τη συνοδεία της Φερνάλβιν στο δρόμο.»

«Το θεωρείς συνετό να την ακολουθήσεις;»

«Εννοείς, λόγω του δολοφόνου; Ναι, διότι δε θα μου επιτεθεί μέσα στη συνοδεία της Επάρχου.»

Ο Έζβαρ συνοφρυώθηκε. «Δεν έχεις άδικο, Ρικέλθη. Ίσως αυτή η συνοδεία να είναι το ασφαλέστερο μέρος… Βέβαια, ο φονιάς μπορεί να μην έχει ακόμα βγει από τον Αρχέτοπο, αλλά και πάλι δεν είναι κακή η ιδέα σου.»

Ένα στραβό μειδίαμα χάραξε το πρόσωπό της. «Οι ιδέες μου δεν είναι ποτέ κακές.»

Ο Έζβαρ αναποδογύρισε τα μάτια. «Τι μετριοφροσύνη αυτή η γυναίκα…!»

Η Ρικέλθη γέλασε. Ύστερα, ρώτησε: «Έχεις κατά νου κανέναν τρόπο, για να ξεφορτωθούμε μόνιμα τον δολοφόνο;»

«Όχι ακόμα,» παραδέχτηκε ο Έζβαρ. «Όμως θα πρέπει να βρω.»

«Ωραία,» είπε η Ρικέλθη. «Νομίζω, λοιπόν, πως καλό θα ήταν ν’αρχίσουμε να ετοιμαζόμαστε. Είναι ακόμα μεσημέρι, άρα ίσως να τους προλάβουμε μέχρι το βράδυ.» Σταμάτησε, απότομα, και πρόσθεσε: «Το πρόβλημα, βέβαια, είναι το ενδιάμεσο: το χρονικό διάστημα μέχρι να τους φτάσουμε. Λες ο φονιάς να μας επιτεθεί τότε;»

«Αν έχει βγει από τον Αρχέτοπο, δε θα το απέκλεια. Μην ξεχνάς πως γνωρίζει διαρκώς πού βρίσκεσαι. Αλλά, πες μου, σκοπεύεις πάλι να ταξιδέψεις χωρίς φρουρούς;»

«Ασφαλώς και όχι. Τώρα δεν υπάρχει λόγος για μυστικότητα.»

«Καλώς, τότε…» Ο Έζβαρ ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα, στρίβοντας το γένι του ανάμεσα στον δείκτη και τον μέσο το δεξιού του χεριού. Η Ρικέλθη αναρωτήθηκε τι να περνούσε απ’το μυαλό του.

«Χρησιμοποιούν τόξα οι νεκρενοικημένοι;» τον ρώτησε.

«Φοβάσαι μη σε τοξέψει από μακριά;»

«Ναι. Χρησιμοποιούν;»

«Οι νεκρενοικημένοι χρησιμοποιούν όλων των ειδών τα όπλα, προκειμένου να εξολοθρεύσουν το θήραμά τους,» της είπε ο Έζβαρ.

«Πάντα, μου φτιάχνεις τη διάθεση…» έκανε η Ρικέλθη.

«Σου λέω την αλήθεια.»

«Δυστυχώς, λες την αλήθεια και σ’όλους τους άλλους!»

 

 


Κεφάλαιο 34
Ο Βάνμιρ Αλλάζει Πορεία

 

Η συνοδεία της Φερνάλβιν πορευόταν νότια επάνω στη λιθόστρωτη, λασπωμένη δημοσιά. Το μεσημέρι πλησίαζε και ο ήλιος έριχνε πυρωμένες λόγχες, οι οποίες ήταν καλοδεχούμενες από ανθρώπους και ζώα μέσα στο κρύο του χειμώνα.

Μονάχα η Ρικνάβαθ θα παραπονιόταν, σκέφτηκε ο Βάνμιρ, καθώς καθόταν επάνω στο κάρο του, βαστώντας τα ηνία του αλόγου. Τώρα πρέπει κι εκείνη να κατευθύνεται νότια, σαν κι εμάς. Θα τη συναντήσουμε καθοδόν, άραγε; Αν ο Άνκαραζ ήθελε να οδηγήσει τους πιστούς του στη Νουάλβορ, τότε ήταν αναπόφευκτο ο Βάνμιρ και οι υπόλοιποι να τους έβρισκαν, αργά ή γρήγορα. Ωστόσο, μια απορία υπήρχε στο νου του ακρίτη: Και να φτάσουν στην πρωτεύουσα, τι θα κάνουν; Σίγουρα, δεν μπορούν να εισβάλουν στο βασιλικό παλάτι· είναι μονάχα είκοσι-ένας! Αλλά ο Εχθρός ήταν βέβαιο πως κρυβόταν εκεί· ή, τουλάχιστον, βέβαιο σύμφωνα με το όραμα της Ρικνάβαθ και σύμφωνα με τη δική μου μαντεία…

Ο Βάνμιρ αναλογίστηκε, για λίγο, τι ήταν αυτά που είχε δει, διαπερνώντας τις ομίχλες του Χρόνου. Είχε ατενίσει τον αδελφό του επηρεασμένο από μια δυσοίωνη μαυρίλα, την οποία δεν μπορούσε να εξηγήσει. Δηλαδή, έδινε αρκετές πιθανές εξηγήσεις, μα δεν ήταν βέβαιος για καμία. Η μαυρίλα ίσως να ήταν μονάχα μια ψευδαίσθηση: ένας τρόπος για να του δείξει το υποσυνείδητό του ότι ο Ρόλμαρ είχε μπλέξει άσχημα· γιατί, ως γνωστόν, στις μαντείες τα γεγονότα, τα αντικείμενα, και τα πρόσωπα δεν εμφανίζονται πάντοτε όπως είναι αληθινά. Ωστόσο, η μαυρίλα μπορεί να σήμαινε και άλλα, πιο χειροπιαστά πράγματα: Ίσως ο Ρόλμαρ να είχε, όντως, κολλήσει κάποια ασθένεια, ή ίσως ο Εχθρός να είχε, κάπως, εισβάλει εντός του· ο Βάνμιρ δεν είχε καμία αμφιβολία πως αυτό το πλάσμα δεν ήταν άνθρωπος. Υπέθετε ότι ήταν κάποιος παλιός θεός ή δαίμονας. Κι όμως, ακόμα και τέτοιος να ήταν, η πορεία του μέσα στο Χρόνο όφειλε να είναι σταθερή. Αυτά τα χρονικά «άλματα» που έκανε έμοιαζαν πολύ ακανόνιστα για νάναι αληθινά.

Λες να προσπαθούσε να με κοροϊδέψει; αναρωτήθηκε ο Βάνμιρ. Λες να το κατάλαβε ότι η μαντεία μου αφορούσε εκείνον και να αποφάσισε να αμυνθεί, ποτίζοντας το νου μου με ψευδαισθήσεις; Αλλά ετούτο δημιουργούσε δύο άλλα ερώτημα: Πρώτον, ποιος θα κατόρθωνε να καταλάβει ότι έκανες μαντεία σχετικά μ’αυτόν; και, δεύτερον, ποιος θα είχε τις απαιτούμενες δυνάμεις για να ποτίσει το νου σου με ψευδαισθήσεις; Μόνο μία απάντηση ερχόταν στον Βάνμιρ –δηλαδή, η ίδια υπόθεση που είχε κάνει και πριν: Θεός ή δαίμονας. Κι όμως, είχε την αίσθηση πως δεν επρόκειτο ούτε για το ένα ούτε για το άλλο· διαφορετική ήταν η φύση ετούτου του αλλόκοτου όντος.

Μα το Μαύρο Άνεμο, ίσως η Ρικνάβαθ τώρα να μπορεί να με βοηθήσει. Ίσως ο Άνκαραζ να έχει φυτέψει νέες γνώσεις στο κεφάλι της: γνώσεις σχετικά με τον Εχθρό. Αλλά, ακόμα κι αν τη βρω, πώς θα καταφέρω ν’αποτινάξω τον Θεό του Αίματος από μέσα της; Ο Πολέμαρχος θα έχει χώσει τα πλοκάμια του βαθιά στην ψυχή της. Έπρεπε, εξαρχής, να τον είχε απαρνηθεί! Οι φυλακές της Έριγκ, μάλλον, την έφεραν σε απόγνωση και δέχτηκε την προσφορά του. Από την άλλη, βέβαια, αν ο Άνκαραζ δεν είχε εισβάλει εντός της, δε θα της είχε προσφέρει και καμία γνώση περί του Εχθρού…

Ωστόσο, το πρόβλημα της απώθησης του Πολέμαρχου παρέμενε. Ο Βάνμιρ είχε προσπαθήσει να θυμηθεί κομμάτια από όλα τα μυστικιστικά βιβλία που είχε διαβάσει, αλλά πουθενά δε νόμιζε ότι υπήρχε κάποια αναφορά στο πώς να αδρανοποιήσεις ένα άτομο ανοιχτό σε πνευματικές ενέργειες. Υπήρχαν αναφορές στο πώς να διώξεις το δαίμονα απ’το σώμα ή την ψυχή ενός δαιμονισμένου, μα ο Βάνμιρ δεν πίστευε αυτά να έπιαναν, για τον απλούστατο λόγο ότι ο Άνκαραζ δεν ήταν ένας κοινός δαίμονας· ήταν θεός. Και η Ρικνάβαθ δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα· θα εξακολουθούσε ν’ακούει το κάλεσμά του.

Κοίτα πώς έχει μπλεχτεί το ζήτημα! αναστέναξε ο ακρίτης. Λύση δεν έμοιαζε να υπάρχει σε τίποτα πλέον…

«Βάνμιρ!»

Ακούγοντας τ’όνομά του, στράφηκε να δει τη Φερνάλβιν και τον Ζάρναβ να τον πλησιάζουν, έφιπποι. Η Έπαρχος-Κεντροφύλαξ της Έριγκ άστραφτε από το χρυσάφι και το ασήμι, ενώ κι ο Πρίγκιπας δεν πήγαινε πίσω.

«Σκεφτήκαμε κάτι, Βάνμιρ,» είπε η θεία του, «αλλά θα θέλαμε τη βοήθειά σου, γιατί, μάλλον, είναι δυσκολότερο απ’ό,τι ακούγεται.»

«Τι είναι;»

«Το πρόβλημα αφορά την εύρεση του Εχθρού. Εμείς δεν ξέρουμε πού ακριβώς κρύβεται· η φίλη σου, όμως, αυτή η Ρικνάβαθ, μπορεί να ξέρει. Και, επομένως, εφόσον κατευθύνεται νότια, όπως και εμείς, ίσως θα ήταν συνετό να την αφήσουμε να μας οδηγήσει σ’εκείνον.»

Δεν είναι άσχημη ιδέα, σκέφτηκε ο Βάνμιρ. «Δηλαδή, θέλετε να ακολουθήσετε τους πιστούς του Άνκαραζ…;»

«Ναι,» είπε η Φερνάλβιν. «Θα μας οδηγήσουν στον Εχθρό, δε νομίζεις;»

«Αυτόν θέλουν να εξολοθρεύσουν, δίχως αμφιβολία· και, ναι, μάλλον εκεί θα μας οδηγήσουν. Όμως πώς θα τους ακολουθήσουμε, από τη στιγμή που δεν ξέρουμε πού ακριβώς είναι; Εκτός, βέβαια, και να υπολογίζετε ότι θα τους συναντήσουμε παρακάτω, εφόσον κι οι δύο κατευθυνόμαστε στη Νουάλβορ.»

«Δε νομίζω ότι θα έρθουν προς το μέρος μας,» είπε ο Ζάρναβ. «Μάλλον, θα προτιμήσουν να μας αποφύγουν. Αλλά μπορούμε να φανταστούμε, γενικά, πού βρίσκονται. Στα ανατολικά πρέπει να είναι.»

«Προτείνεις, Πρίγκιπά μου, να σταλεί κάποια αναγνωριστική ομάδα σ’εκείνη τη μεριά;»

«Θα το θεωρούσες συνετό;»

«Αισθάνομαι περίεργα που ρωτάτε εμένα,» ομολόγησε ο Βάνμιρ, κοιτάζοντας και τη Φερνάλβιν και τον Ζάρναβ.

«Γιατί να μη σε ρωτήσουμε;» είπε η θεία του. «Εσύ, προφανώς, γνωρίζεις καλύτερα τη φίλη σου, καθώς και… άλλα πράγματα.»

Ο Βάνμιρ ήταν βέβαιος πως με το «άλλα πράγματα» εννοούσε τις μαντείες και τα διάφορα τεχνάσματά του. Παλιότερα, κανένας δεν τον εκτιμούσε γι’αυτά· απλά, τον θεωρούσαν παράξενο. Τι είχε αλλάξει τώρα; Τι τους είχε κάνει να του έχουν τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη για τον ίδιο λόγο που παλιότερα δεν του είχαν καμία εμπιστοσύνη και κανείς δεν τον έπαιρνε σοβαρά;

«Τι θα πρότεινες, λοιπόν;» ρώτησε ο Ζάρναβ.

«Θα έλεγα πως, ναι, πρέπει να σταλεί κάποιος στα ανατολικά, να δει τι γίνεται με τους πιστούς του Άνκαραζ,» είπε ο Βάνμιρ. «Κι αυτός ο κάποιος νομίζω πως θα όφειλα να ήμουν εγώ.»

Η Φερνάλβιν και ο Ζάρναβ αλληλοκοιτάχτηκαν. Η Έπαρχος ανασήκωσε τους ώμους. «Γιατί όχι;» είπε στο σύζυγό της, και εκείνος ένευσε, αλλά ρώτησε τον Βάνμιρ:

«Πώς το αποφάσισες τούτο;»

«Επειδή γνωρίζω τη Ρικνάβαθ,» απάντησε εκείνος· «και, σε περίπτωση που κάτι δεν πάει καλά, θα έχω καλύτερη πιθανότητα να συζητήσω μαζί της.»

«Εννοείς, αν οι ακόλουθοι του Άνκαραζ επιτεθούν στους απεσταλμένους μας…» είπε ο Ζάρναβ.

«Ναι, και αυτό.»

«Δε χρειάζεται, όμως, να πας μόνος,» είπε η Φερνάλβιν. «Πόσους θέλεις μαζί σου;»

«Έναν, και γρήγορα άλογα. Θα ξεκινήσω μετά από το μεσημέρι, αφότου θα έχουμε όλοι ξεκουραστεί.»

Η Φερνάλβιν κατένευσε.

*

«Μητέρα, δε νομίζω ότι αυτό είναι συνετό,» είπε ο Δάρβαν στη Ρικέλθη. «Ο δολοφόνος μπορεί να σε βρει και να σε σκοτώσει.»

«Μέσα στη συνοδεία της Φερνάλβιν, δε θα διατρέχω τέτοιον κίνδυνο.»

«Κι επιπλέον, είσαι τραυματισμένη. Κουτσαίνεις!»

«Μια χαρά είμαι!» αντιγύρισε η Ρικέλθη, σφίγγοντας το δρακοκέφαλο του μπαστουνιού της μέσα στη χούφτα της. «Δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα στραμπούλιγμα. Κι άμα χρειαστώ θεραπευτή, ο κύριος Έζβαρ θα είναι κοντά μου.»

Το βλέμμα του Δάρβαν στράφηκε στον αινιγματικό ερημίτη, ο οποίος έγνεψε καταφατικά, λέγοντας: «Μην ανησυχείτε, Άρχοντά μου· θα φροντίσω τη μητέρα σας.»

«Το εύχομαι,» αποκρίθηκε ο Αντικαταστάτης Έπαρχος. Και κοίταξε τη Ζιάθραλ, η οποία ανασήκωσε τους ώμους, δίχως να μιλήσει.

«Να είστε προσεκτικοί εδώ,» είπε η Ρικέλθη στο γιο της και στη σύζυγό του. «Αν και δε νομίζω τίποτα άσχημο να συμβεί, τώρα που εγώ και η Φερνάλβιν θα λείπουμε.»

Αυτό είναι, πράγματι, μια αλήθεια… συλλογίστηκε ο Δάρβαν. «Μάλλον, δε θα καταφέρω να σου αλλάξω γνώμη, μητέρα,» της είπε· «επομένως, είναι ανούσιο να προσπαθήσω.» Αναστέναξε. «Να προσέχεις κι εσύ.» Πλησίασε και την αγκάλιασε σφιχτά, φιλώντας το μάγουλό της. «Σ’αγαπώ,» της ψιθύρισε.

«Κι εγώ, γλυκέ μου,» αποκρίθηκε η Ρικέλθη, χαμογελώντας κι αγγίζοντας το πρόσωπό του. «Θα σε δω σύντομα.»

«Καλό ταξίδι, Αρχόντισσά μου,» είπε η Ζιάθραλ, δίνοντας το χέρι της στην πεθερά της.

Η Ρικέλθη το έσφιξε, και την τσίμπησε στην παλάμη –κάτι που ούτε ο Δάρβαν ούτε ο Έζβαρ πρόσεξαν. «Να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, καλή μου.»

Τα μάτια της Ζιάθραλ στένεψαν. «Πάντοτε τα έχω.» Απεχθανόταν την πεθερά της, όποτε το έκανε αυτό –όποτε, δηλαδή, το έπαιζε ανώτερή της. Κι επιπλέον, τη θύμωνε το γεγονός ότι της είχε τσιμπήσει την παλάμη· τι πήγαινε να πει τούτο;

Η Ρικέλθη στράφηκε σ’έναν υπηρέτη που βρισκόταν μέσα στη μεγάλη αίθουσα. «Τι γίνεται με τη συνοδεία μου;» απαίτησε. «Πόση ώρα χρειάζονται έξι στρατιώτες για να ετοιμαστούν;»

«Να πάω να ρωτήσω τι συμβαίνει, Αρχόντισσά μου;»

«Ναι. Βιάζομαι.»

Ο υπηρέτης υποκλίθηκε και βγήκε, γρήγορα, από το δωμάτιο.

*

Μια περιπολία οκτώ πάνοπλων φρουρών πέρασε από κοντά του, μα δεν του έδωσε σημασία, καθώς εκείνος είχε την πλάτη ακουμπισμένη στη γωνία ενός δρόμου και ατένιζε το αρχοντικό παλάτι αντίκρυ του.

Χτες βράδυ, που ο Νεκρομέμνων είχε έρθει στην πόλη, είχε επίσης γίνει και μια αναστάτωση. Οι άνθρωποι στις ταβέρνες μιλούσαν για κάτι ακόλουθους του Άνκαραζ, οι οποίοι βγήκαν στους δρόμους, σκοτώνοντας φρουρούς της Έριγκ. Επιπλέον, λεγόταν πως μια δαιμονισμένη γυναίκα είχε ξεφύγει από τις φυλακές, διαθέτοντας τρομερή δύναμη και πολεμικές ικανότητες· ο ίδιος ο Άνκαραζ την είχε καταλάβει!

Ο Νεκρομέμνων δεν ήξερε τι να πιστέψει απ’όλ’αυτά, γιατί η αλήθεια ήταν πως του φαίνονταν πολύ, πολύ παράξενα. Πάντως, του είχαν κινήσει το ενδιαφέρον. Κατ’αρχήν, είχε την εντύπωση πως κανείς πλέον δε λάτρευε αυτόν τον χιλιοκαταραμένο θεό, τον Άνκαραζ· πέρα από μερικούς παράφρονες, φυσικά, βετεράνους των Πολέμων της Φεν εν Ρωθ. Πώς είχε αναβιώσει η θρησκεία του, ο δολοφόνος αδυνατούσε να κατανοήσει. Και αμφέβαλε αν κάτι τέτοιο, όντως, συνέβαινε.

Όμως, αν ήταν αλήθεια, τότε η Έπαρχος Φερνάλβιν πολύ καλά είχε πράξει, δίνοντας εντολή να εξολοθρευτεί κάθε πιστός του Άνκαραζ εντός της πόλης.

Καλύτερα να ανέθετε σ’εμένα αυτή την αποστολή, κι όχι στους άχρηστους φρουρούς της, σκέφτηκε ο Νεκρομέμνων. Ευχαρίστως, θα σκότωνα μέχρι και τον τελευταίο από τους τρισκατάρατους ακόλουθους του Πολέμαρχου! Και θα το ευχαριστιόμουν πολύ περισσότερο απ’το να κυνηγάω τούτη την κωλόγρια σ’όλο το κεντρικό Νόρβηλ.

Τώρα, οι αισθήσεις του –ο Χέντραμ, ουσιαστικά– τον πληροφορούσαν πως η Ρικέλθη ετοιμαζόταν πάλι για ταξίδι, αλλά ετούτη τη φορά με νότια κατεύθυνση. Ο νεκραδελφός το είχε καταλάβει γιατί τα συναισθήματά της σχετικά μ’αυτό το ζήτημα ήταν πολύ έντονα· κι επιπλέον, είχε αρχίσει να τη συνηθίζει –ενώ θα έπρεπε ως τώρα να την είχα σκοτώσει! Την υποτίμησα, στην αρχή· τώρα, όμως, θα μάθει γιατί οι νεκρενοικημένοι ακριβοπληρώνονται.

Ήταν ώρα να βγει από τη νότια πύλη. Θα προπορευόταν, και η Αρχόντισσα Ρικέλθη θα έπεφτε στην παγίδα του, όπως ο λαγός πέφτει στην παγίδα του κυνηγού.

*

Η συνοδεία της Φερνάλβιν ήταν κατασκηνωμένη για το μεσημέρι σ’ένα λιβάδι ανατολικά της κεντρικής δημοσιάς. Σε αρκετή απόσταση από αυτούς, δύο τσομπάνηδες έβοσκαν τα πρόβατά τους.

Ο Βάνμιρ είχε στήσει μια μικρή σκηνή πλάι στην άμαξά του και καθόταν οκλαδόν μέσα της, διαβάζοντας ένα βιβλίο το οποίο είχε ανοιχτό επάνω στα γόνατα. Το όνομα του βιβλίου ήταν «Ο Κόσμος του Μυστηρίου» από την Καρνέβια του Σκυλόδοντου. Αυτή η Ωθράγκι υποτίθεται πως ήταν μάγισσα η οποία είχε ζήσει πριν από καμια εκατοστή χρόνια· Σκυλόδοντο ονόμαζαν ένα συγκεκριμένο βουνό στο νότιο άκρο της Νορβήλιας Οροσειράς. Το σύγγραμμά της περιείχε διάφορες πληροφορίες σχετικά με τον μυστικισμό. Ο Βάνμιρ το είχε ξαναδιαβάσει, αλλά, φυσικά, δε θυμόταν τα πάντα που ήταν γραμμένα εκεί. Μάλιστα, έπρεπε να παραδεχτεί ότι αυτό είναι το μειονέκτημα της πολυγνωσίας: ξεχνάς τις γνώσεις σου! Είχε αναγνώσει τόσα πολλά κείμενα, που δεν μπορούσε να τα συγκρατήσει. Έτσι τώρα, ουσιαστικά, έκανε επανάληψη· γιατί δεν ήξερε τι ακριβώς ζητούσε. Έψαχνε, γενικά, για κάτι που θα μπορούσε να τον βοηθήσει στην περίπτωση της Ρικνάβαθ.

Γιατί, όμως, δε βρίσκω τίποτα, γαμώ τα Κέρατα του Σάλ’γκρεμ’ρωθ; Πόσα μυστήρια υπήρχαν, τέλος πάντων, στην Κουαλανάρα; Ποτέ δεν μπορούσε να θεωρήσει κάποιος τις γνώσεις του επαρκείς; Πάντοτε έπρεπε να λείπει ένα τουλάχιστον κομμάτι της λύσης (ή πολύ περισσότερα);

Ο Βάνμιρ αισθανόταν απελπισμένος, αν και απορροφημένος από την καινούργια τούτη αναζήτηση.

Βήματα τον διέκοψαν.

Παραμέρισε τον μπερντέ της σκηνής του και είδε τον Πρίγκιπα Ζάρναβ και έναν άλλο, άγνωστο άντρα να ζυγώνουν. Ο δεύτερος ήταν μετρίου αναστήματος με κοντά, ξανθά μαλλιά και μουστάκι. Φορούσε καφετιά, δερμάτινη αρματωσιά. Στην αριστερή μεριά της ζώνης του ήταν περασμένο ένα μακρύ ξίφος και στη δεξιά δύο ξιφίδια. Στους ώμους του έπεφτε μια γκρίζα κάπα με κουκούλα, και οι μπότες του ήταν ψηλές, ως το γόνατο.

Ο Βάνμιρ έβαλε έναν πάνινο δείκτη στη σελίδα όπου βρισκόταν και έκλεισε τον Κόσμο του Μυστηρίου. Σηκώθηκε όρθιος, βγαίνοντας από τη μικρή σκηνή του.

«Βάνμιρ!» είπε ο Πρίγκιπας Ζάρναβ, εύθυμα. «Να σου γνωρίσω τον άνθρωπο που θα σε συντροφεύσει. Απο δώ ο κύριος Μάηραν, ένας από τους πιο έμπιστους μαχητές μου.»

«Χαίρω πολύ, Άρχοντά μου.» Ο Μάηραν έδωσε το χέρι του στον Βάνμιρ, ο οποίος το έσφιξε.

«Χαίρομαι κι εγώ,» αποκρίθηκε. «Σας εξήγησε ο Υψηλότατος πού θα πάμε;»

«Ναι, ασφαλώς. Στα ανατολικά, για να εντοπίσουμε τους πιστούς του Άνκαραζ. Ωστόσο, αναρωτιέμαι, Άρχοντά μου: σε περίπτωση που δεχτούμε επίθεση, εσείς πώς τα πηγαίνετε με τα όπλα;»

«Έχω εκπαιδευτεί αρκετά καλά, θέλω να πιστεύω,» δήλωσε ο Βάνμιρ. «Ήμουν στο Ράλτον, μην ξεχνάτε.» Και αμέσως μετάνιωσε που είπε ήμουν, γιατί οι άλλοι δε γνώριζαν ότι είχε φύγει μόνιμα από εκεί, και ούτε ήθελε να το μάθουν. Όμως δε φάνηκε κανείς να πρόσεξε την παραδρομή του.

«Ναι, δεν αντιλέγω,» αποκρίθηκε ο Μάηραν. «Ωστόσο, όσο καλοί κι αν είμαστε, αν μας επιτεθούν περίπου δέκα αντίπαλοι σε ανοιχτό μέρος, θα έχουμε μεγάλο πρόβλημα, δε νομίζετε;»

«Και τι θα προτείνατε, κύριε Μάηραν;» ρώτησε ο Βάνμιρ, αρχίζοντας να πιστεύει πως αυτός ο πολύ έμπιστος μαχητής του Πρίγκιπα θα ήταν περισσότερο ενόχληση, παρά βοήθεια.

«Θα πρότεινα να πάρουμε κι άλλους δύο μαζί μας.»

«Δε χρειαζόμαστε τόσους,» επέμεινε ο Βάνμιρ. «Προτιμώ να είμαστε οι δυο μας. Ή μπορώ να πάω και μόνος, αν υπάρχει πρόβλημα.»

«Δεν ήθελα να υπονοήσω αυτό, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Μάηραν. «Μιλούσα πάντα για την καλύτερή σας ασφάλεια. Δεν πιστεύω ότι δύο ακόμα θα μας καθυστερήσουν, αλλά πιστεύω ότι θα μας προσφέρουν υπολογίσιμη βοήθεια, σε περίπτωση επίθεσης.»

«Σε περίπτωση επίθεσης από τους μαχητές του Άνκαραζ, δε θα επιβιώσουμε, κύριε Μάηραν,» είπε ο Βάνμιρ. «Γιαυτό δεν υπάρχει λόγος να έχουμε τόσους πολλούς μαζί μας. Οι δυο μας είναι ό,τι καλύτερο.»

«Μα δεν είναι μόνο οι μαχητές του Άνκαραζ, Άρχοντά μου,» διαφώνησε ο Μάηραν. «Μην ξεχνάτε ότι θα βγούμε από την κεντρική δημοσιά, όπου ίσως να καραδοκούν ληστές.»

«Εφόσον δε συμφωνείτε επάνω σε ένα τόσο βασικό θέμα, θα πρότεινα να επιλέξετε τη μέση λύση,» παρενέβη ο Ζάρναβ: «Να πάρετε άλλον έναν ακόμα μαζί σας. Έναν. Τι λες, Βάνμιρ;»

Δε χρειάζομαι κανέναν τους, μου φαίνεται! «Εντάξει,» είπε. «Έναν.»

«Κύριε Μάηραν;» Ο Πρίγκιπας στράφηκε στον πολεμιστή.

«Το ξέρετε ότι θα πρότεινα περισσότερους, Υψηλότατε, αλλά αφού ο Άρχοντας Βάνμιρ διαφωνεί….»

Να δούμε πώς θα συνταξιδέψουμε μ’αυτόν τον τύπο!… μούγκρισε εσωτερικά ο Βάνμιρ. Θ’αναγκαστώ να του ρίξω κάνα υπνωτικό, αν η ένταση της ενόχλησής του περάσει τα όρια της ανεκτικότητάς μου.

«Περιμένετε εδώ, κι οι δυο σας,» είπε ο Ζάρναβ, και έφυγε.

Ο Βάνμιρ μπήκε στη σκηνή του, καθίζοντας οκλαδόν, χωρίς όμως να τραβήξει τον μπερντέ. Άνοιξε τον Κόσμο του Μυστηρίου και συνέχισε να διαβάζει από εκεί όπου είχε μείνει, αγνοώντας τον Μάηραν. Άλλωστε, ήταν σίγουρος πως ο πολεμιστής θα τον ζάλιζε αρκετά στο ταξίδι τους· δεν ήταν ανάγκη να του δώσει αφορμή για ν’αρχίσει από τώρα.

Σε λίγο, άκουσε πάλι βήματα να πλησιάζουν. Άφησε το βιβλίο παραδίπλα και σηκώθηκε. Παρατήρησε ότι ο Μάηραν δεν είχε κινηθεί καθόλου από τη θέση του, έχοντας το ένα χέρι στη ζώνη και τ’άλλο στη λαβή του θηκαρωμένου του ξίφους. Καλή πειθαρχεία! όφειλε να ομολογήσει ο Βάνμιρ, ακόμα κι ο πατέρας μου θα την παραδεχόταν.

Ωστόσο, τα βήματα που είχε ακούσει, προφανώς, δεν ήταν του Μάηραν. Έτσι, έστρεψε το βλέμμα του απ’την άλλη και είδε μια γυναίκα να στέκεται σε απόσταση πέντε μέτρων. Ήταν ψηλή και είχε καστανά μαλλιά, ενώ μια κορδέλα τυλιγόταν γύρω απ’το κεφάλι της, για να μην πέφτουν οι τρίχες στο μέτωπό της. Φορούσε μαύρο δέρμα και γκρίζα κάπα, σε παρόμοιο στυλ με τον Μάηραν.

«Ο Άρχων Βάνμιρ του Ράλτον;» ρώτησε.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος, αν και βέβαια η γυναίκα έπρεπε, λογικά, να τον γνώριζε, αφού ήταν από τη συνοδεία της Φερνάλβιν.

«Χαίρετε, Άρχοντά μου. Ονομάζομαι Σερκάλμα. Με έστειλε ο Πρίγκιπας Ζάρναβ, για να σας συνοδέψω στην αναζήτησή σας ανατολικά.» Του έδωσε το χέρι της. Φορούσε μαύρο, δερμάτινο γάντι χωρίς δάχτυλα.

Ο Βάνμιρ αντάλλαξε μια χειραψία μαζί της. «Χαίρω πολύ,» είπε. «Τώρα, ελπίζω ο κύριος Μάηραν να πιστεύει πως είμαστε περισσότερο ασφαλείς.»

Η Σερκάλμα κοίταξε τον Μάηραν. Εκείνος έκανε μια ακαθόριστη γκριμάτσα που δεν ξέφυγε της προσοχής του Βάνμιρ.

«Αστειεύομαι,» είπε ο βόρειος Άρχοντας στους συντρόφους του. Και ρώτησε: «Είστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε;»

«Ναι,» απάντησε ο Μάηραν, και η Σερκάλμα ένευσε.

«Ωραία… Δε μου λέτε: Ξέρει κανένας σας να χειρίζεται το τόξο;»

Οι δύο μαχητές τον κοίταξαν σα να είχε πέσει από τον ουρανό. «Δεν είμαστε τοξότες, Άρχοντά μου,» είπε ο Μάηραν. «Γνωρίζουμε, ωστόσο, να μαχόμαστε έφιπποι και πεζοί, σε στενό ή χαλαρό σχηματισμό μάχης.»

«Μάλιστα,» είπε ο Βάνμιρ. «Κανένα απολύτως πρόβλημα. Περιμένετε λίγο, μόνο, να ετοιμάσω τα πράγματα που θα πάρω μαζί μου.»

 

 


Κεφάλαιο 35
Βραδινή Άφιξη

 

Το άλογο του Βάνμιρ χρεμέτισε και σήκωσε ελαφρώς τις οπλές, καθώς εκείνος τραβούσε τα χαλινάρια. Ο ήλιος βυθιζόταν πίσω από τον βόρειο Άρχοντα και τους συντρόφους του, φέρνοντας τη νύχτα. Οι τρεις τους βρίσκονταν σ’έναν λοφώδη τόπο, αρκετά χιλιόμετρα ανατολικά της κεντρικής δημοσιάς του Βασιλείου. Τα μέρη από εδώ ήταν τραχιά κι απότομα, ενώ αειθαλή δέντρα φύτρωναν σε πολλά σημεία, παρεμποδίζοντας την όραση. Δρόμοι δεν υπήρχαν· ούτε καν μονοπάτια. Τον τελευταίο χωματόδρομο τον είχαν περάσει πριν από τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιόμετρα. Εδώ όπου βρίσκονταν, η περιοχή ήταν απολίτιστη, ερημική· ούτε χωριά φαίνονταν, ούτε οικισμοί, ούτε μοναχικές αγροικίες.

Ούτε κανένα ίχνος των πιστών του Άνκαραζ.

«Θα είναι πιο μακριά,» είπε η Σερκάλμα, κατεβαίνοντας από τ’άλογό της και παίρνοντάς το από τα χαλινάρια. «Αύριο, θα τους συναντήσουμε.»

Ο Βάνμιρ ένευσε, προβληματισμένος. «Ναι,» αποκρίθηκε, αν και διάφορες υποψίες περνούσαν από το νου του. Κατέβηκε κι εκείνος από τη σέλα του.

«Αποκλείεται να μην τους βλέπαμε σε τούτα τα μέρη,» είπε ο Μάηραν, έχοντας ήδη αφιππεύσει. «Δεν υπάρχουν και πολλά σημεία για να κρυφτούν, και πρέπει νάναι ολόκληρο τσούρμο.»

Είκοσι-ένας, σκέφτηκε ο Βάνμιρ. Είκοσι-ένας, αν έφυγαν όλοι τους από την Έριγκ. Ο Ιερέας Ίντραμελ τού είχε αποκαλύψει τον αριθμό τους, τότε που του είχε μιλήσει, αποκαλώντας τον Σύντροφο της Εκλεκτής του Άνκαραζ. Όμως έχουν την άμεση υποστήριξη ενός θεού. Κι αυτό δεν είναι μονάχα μια αφηρημένη έννοια· η Ρικνάβαθ μπορεί, όντως, να καλέσει τις δυνάμεις του Πολέμαρχου.

«Θα πρότεινα, ωστόσο, να κατασκηνώσουμε χωρίς φωτιά,» είπε. «Ίσως εμείς να μην τους βλέπουμε αλλά εκείνοι να μας δουν.»

Ο Μάηραν ατένισε τα άκρα του ορίζοντα. «Άρχοντά μου, το μέρος είναι, πράγματι, λοφώδες και επικίνδυνο, όμως–»

«Θα κατασκηνώσουμε χωρίς φωτιά,» τον διέκοψε ο Βάνμιρ, και βάδισε προς την πετρώδη πλαγιά ενός λόφου, τραβώντας τ’άλογό του από πίσω. «Εδώ κόβει κι ο αέρας· δε θάχουμε κανένα πρόβλημα.»

Οι δύο πολεμιστές τον ακολούθησαν, δένοντας τα ζώα τους σε κάτι πέτρες εκεί κοντά και παίρνοντας τις κουβέρτες που βρίσκονταν τυλιγμένες στις σέλες. Το βλέμμα του Μάηραν έδειχνε καθαρά ότι ήταν πειραγμένος από την απόκριση του Βάνμιρ, ενώ η Σερκάλμα κοιτούσε τον βόρειο Άρχοντα επιφυλακτικά, σαν να αναρωτιόταν μήπως ήταν τρελός.

Συνηθισμένη αντίδραση, σκέφτηκε εκείνος. Οι περισσότεροι έτσι τον κοίταζαν, άλλωστε. Η τελευταία συμπεριφορά της θείας Φερνάλβιν και του Πρίγκιπα Ζάρναβ ήταν εξαίρεση και, μάλλον, κάτι το αξιοσημείωτο.

Έδεσε κι αυτός το άλογό του σε μια πέτρα που προεξείχε της πλαγιάς, και πήρε από τη σέλα το σάκο του και την τυλιγμένη κουβέρτα. Την άπλωσε στο έδαφος και κάθισε επάνω της, ενώ η Σερκάλμα καθόταν παραδίπλα και ο Μάηραν στεκόταν όρθιος.

«Θα φυλάξω την πρώτη σκοπιά, Άρχοντά μου, αν δε σας πειράζει,» είπε.

Ο Βάνμιρ ανασήκωσε τους ώμους, αδιάφορα, και ο πολεμιστής έστρεψε το βλέμμα του στους έρημους λόφους και στον σκοτεινιασμένο ορίζοντα. Κάπου μακριά, ένας λύκος αλύχτησε.

Ο Αυτοεξόριστος Άρχοντας από το Ράλτον άνοιξε τον δερμάτινο σάκο που είχε στην αγκαλιά του και από μέσα έβγαλε ένα άλλο δερμάτινο σακούλι: Αυτό της Ρικνάβαθ, με τα Οστά της Μοίρας. Ψαχούλεψε στο εσωτερικό του και έπιασε μερικά στην τύχη. Κοίταξε, ένα-ένα, τα σκαλίσματα επάνω τους, μα δεν καταλάβαινε τίποτα. Η Καρμώζ δεν είχε προλάβει να του μάθει πώς να τα διαβάζει.

Μπορείτε να με βοηθήσετε να βρω την αφέντρα σας; σκέφτηκε ο Βάνμιρ, κοιτάζοντας τα Οστά στη χούφτα του. Αναρωτήθηκε αν θα ήταν δυνατόν να εκτελέσει κάποια μαντεία μέσω αυτών. Και αποφάσισε πως κάτι τέτοιο βρισκόταν πέρα των ικανοτήτων του, από τη στιγμή που δεν ήξερε να τα διαβάσει. Τα έβαλε πάλι στο δερμάτινό τους σακούλι και το έριξε στο σάκο του.

Τράβηξε έξω μια μικρή, σκεπαστή λάμπα και την άναψε· το φως της ήταν ίσα για να μπορεί να διαβάσει. Άνοιξε τον Κόσμο του Μυστηρίου και συνέχισε την ανάγνωση από το σημείο όπου είχε σταματήσει, τυλίγοντας τον εαυτό του σφιχτά στην κάπα του, για να προστατευτεί από τον παγερό αγέρα που ούρλιαζε, διασχίζοντας τις διόδους ανάμεσα στους λόφους.

«Δε θα κοιμηθείτε, Άρχοντά μου;» τον διέκοψε η φωνή της Σερκάλμα.

«Όχι, εκτός κι αν κουραστώ,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ. «Προς το παρόν, είμαι εντάξει. Εσύ κοιμήσου, όμως.»

Την άκουσε να τυλίγεται στην κουβέρτα της. Δε στράφηκε να την κοιτάξει, συνεχίζοντας την ανάγνωση του βιβλίου της Ωθράγκι μάγισσας Καρνέβια.

*

Η νύχτα είχε πέσει, και ο Νεκρομέμνων βρισκόταν έτοιμος, μερικά μέτρα δυτικά της λιθόστρωτης κεντρικής δημοσιάς, σκαρφαλωμένος πάνω σ’ένα ψηλό, χοντρόκορμο δέντρο και κρυμμένος μέσα στις σκιές και στα φυλλώματα. Στα χέρια του βαστούσε μια μικρή βαλλίστρα από μαύρο ξύλο, οπλισμένη.

Ο Χέντραμ τού έλεγε πως ο στόχος πλησιάζει, ερχόμενος από τα βόρεια.

Ωραία, σκέφτηκε ο Νεκρομέμνων. Τώρα, όλα θα κυλήσουν ομαλά.

Είχε φύγει γρήγορα από την Έριγκ, καλπάζοντας νότια ολοταχώς με ένα άλογο που είχε κλέψει. Σκοπός του ήταν να βρει ένα βολικό σημείο, έως το βράδυ, ώστε να στηθεί και να περιμένει την Αρχόντισσα Ρικέλθη να ζυγώσει. Τότε, μόλις εκείνη βρισκόταν εντός εμβέλειας, θα της έριχνε στο λαιμό, σκοτώνοντάς την.

Και το σχέδιό του έμοιαζε να πλησιάζει στην ολοκλήρωσή του.

Ο στόχος ερχόταν.

Ο Νεκρομέμνων άκουσε καλπασμό επάνω στη λιθόστρωτη δημοσιά. Καλπασμό. Τουλάχιστον, πέντε άλογα έτρεχαν προς τα νότια, σαν να ήθελαν να προλάβουν κάτι. Πέντε… Οκτώ. Οκτώ είναι.

Ο δολοφόνος παρέμεινε ακίνητος, καθώς η ομάδα της Αρχόντισσας ζύγωνε. Ωστόσο, το γεγονός ότι βιάζονταν τον είχε παραξενέψει, και πίστευε ότι θα δυσκόλευε τη δουλειά του. Δεν ήταν εύκολο να χτυπήσεις έναν στόχο που έτρεχε. Μπορεί να την πετύχω, μα δε θα είναι βέβαιο πως θα τη σκοτώσω κιόλας. Να της ρίξω, ή να την ακολουθήσω και να την περιμένω να κατασκηνώσει, προτού επιχειρήσω οτιδήποτε;

Την προηγούμενη φορά, είχε υποτιμήσει την Αρχόντισσα Ρικέλθη, και είχε φερθεί απερίσκεπτα.

Όχι, δε θα ρίξω. Θα χτυπήσω όταν θα είμαι βέβαιος, αργότερα.

Κατέβασε τη βαλλίστρα του, περιμένοντας την καλπάζουσα ομάδα να περάσει. Και, σε λίγο, είδε πως είχε πράξει συνετά. Η Αρχόντισσα Ρικέλθη και… και εκείνος ο γέρος που ο Νεκρομέμνων είχε συναντήσει στο Δρακοδάσος (!) ίππευαν περιστοιχισμένοι από έξι καβαλάρηδες, ντυμένους με αρθρωτές αρματωσιές και κράνη, και φέροντες μεγάλες, ατσάλινες ασπίδες. Οι πάνοπλοι αυτοί μαχητές γυάλιζαν σαν φαντάσματα στο φεγγαρόφωτο, καθώς καβαλούσαν τα επίσης πάνοπλα πολεμικά τους άτια, αποτελώντας τρομαχτικό θέαμα. Ο Νεκρομέμνων αντιλαμβανόταν πως θα ήταν δύσκολο να εξαπολύσει ένα βέλος το οποίο θα περνούσε ανάμεσα από τούτα τα κτήνη του πολέμου και θα πετύχαινε θανάσιμα τη Ρικέλθη. Ίσως –ίσως!– να την χτυπούσε (αυτήν και όχι κάποια μεγάλη, ατσάλινη ασπίδα), αλλά αμφέβαλε αν το χτύπημα θα ήταν σε τέτοιο σημείο ώστε να τη σκοτώσει.

Και βρισκόταν κι αυτός ο γέρος μαζί της… Τι ρόλο έπαιζε; αναρωτήθηκε ο Νεκρομέμνων. Εκείνος ήταν που είχε στείλει την Αρχόντισσα στον παράξενο τόπο· στον τόπο όπου κανείς δεν άφηνε ίχνη και όπου ο μαυροντυμένος άντρας με το δράκο είχε παρουσιαστεί. Πρέπει να είναι μάγος. Γνωρίζει απόκρυφα πράγματα, άγνωστα σε πολλούς.

Ο Νεκρομέμνων καταράστηκε τον εαυτό του, που δεν είχε περάσει από το κατάστημα Ρελ εν Ρωθ, προτού φύγει από την Έριγκ. Εκεί ίσως να είχαν να του προσφέρουν κάποια συμβουλή για τους αντιπάλους που θα είχε να αντιμετωπίσει. Όμως δεν υπολόγιζα να ξαναδώ αυτόν τον καταραμένο γέρο. Η Αρχόντισσα Ρικέλθη έχει παράξενους –πολύ παράξενους και δυνατούς– συμμάχους.

Ο Νεκρομέμνων κατέβηκε απ’το χοντρόκορμο δέντρο, μ’ένα ανάλαφρο πήδημα. Τα μποτοφορεμένα πόδια του πάτησαν στο χορτάρι, τσακίζοντάς το. Το βλέμμα του στράφηκε νότια, όπου μπορούσε να δει την απομακρυσμένη πλέον έφιππη ομάδα με τους πάνοπλους, φεγγαροφώτιστους καβαλάρηδες.

Αλήθεια, πού πηγαίνουν; αναρωτήθηκε. Στον πόλεμο; Ή, μήπως, όλα αυτά ήταν για μένα; Προστασία εναντίον μου; Δεν το απέκλειε. Ίσως ο γέρος να είχε καταλάβει τι ήταν· ίσως να ήξερε για τους νεκρενοικημένους δολοφόνους απ’τη Φεν εν Ρωθ. Άλλωστε, φαινόταν να έχει κι άλλες, πιο μυστικές γνώσεις.

Ο Νεκρομέμνων γύρισε το βλέμμα του απ’την άλλη και βάδισε ανάμεσα στα δέντρα. Έλυσε το άλογό του από τον λιγνό κορμό όπου το είχε δέσει και το καβαλίκεψε. Το ζώο χρεμέτισε, παραπονιάρικα, κουρασμένο από τη γρήγορη πορεία που το είχε ο φονιάς αναγκάσει να κάνει. Ωστόσο, υπάκουσε τον νέο του αφέντη, μόλις εκείνος τράβηξε δυνατά τα χαλινάρια και το έστρεψε προς τη λιθόστρωτη δημοσιά.

Ένας παγερός αγέρας σηκώθηκε, καθώς οι οπλές του αλόγου πάτησαν επάνω στις πλάκες.

*

«Κάποιοι έρχονται, Αρχόντισσά μου!» ανέφερε ο στρατιώτης, ζυγώνοντας γρήγορα τη φωτιά έξω απ’τη σκηνή της Φερνάλβιν και του Πρίγκιπα Ζάρναβ.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Έπαρχος-Κεντροφύλαξ και σηκώθηκε όρθια, ακουμπώντας το χέρι στο μανίκι του ξίφους που ήταν κρεμασμένο από τη μέση της. «Τους ακούω.» Ένας δυνατός καλπασμός ερχόταν από τα βόρεια. Άλογα έτρεχαν επάνω στη λιθόστρωτη δημοσιά, μέσα στη νύχτα. Και η Φερνάλβιν αναρωτιόταν τι μπορεί να συνέβαινε.

Οι άνθρωποι της κατασκήνωσής της είχαν άπαντες αρχίσει να σηκώνονται. Ορισμένοι, μάλιστα, τραβούσαν όπλα ή έδεναν ασπίδες στα χέρια τους. Ο Χάφναρ είχε το βλέμμα του στραμμένο στα βόρεια, ενώ δίπλα του η δράκαινα που αποκαλούσε Σρ’άερ έβγαζε διαπεραστικά συρίγματα, τεντώνοντας το λαιμό. Ο Άνγκεδβαρ είχε ξεσπαθώσει· η λεπίδα του γυάλιζε κάτω από τις ακτίνες του φεγγαριού.

«Δεν μπορεί να είναι οι ακόλουθοι του Άνκαραζ…» υποτονθόρυσε ο Ζάρναβ, πλάι στη Φερνάλβιν, τραβώντας το ξίφος του.

«Δε νομίζω,» είπε εκείνη. «Αλλιώς, ο Βάνμιρ και οι δύο πολεμιστές που στάλθηκαν μαζί του θα είχαν έρθει να μας προειδοποιήσουν.»

«Εκτός κι αν είναι νεκροί.»

«Μη φέρνεις την καταστροφή.» Η Φερνάλβιν βάδισε ανάμεσα στους στρατιώτες, πλησιάζοντας το σημείο όπου στέκονταν ο Χάφναρ και ο Άνγκεδβαρ. Ο Ζάρναβ την ακολούθησε, επιφυλακτικά.

«Δεν μπορεί να είναι πάνω από δέκα ιππείς,» είπε η Έπαρχος στους τρεις άντρες. Γύρω της, άκουγε τους δικούς της μαχητές ν’ανεβαίνουν επάνω σ’άλογα.

«Μην επιτεθείτε!» τους φώναξε. «Πρώτα, θα μάθουμε ποιοι είναι και ποιες οι διαθέσεις τους.»

«Μάλιστα, Έπαρχε,» αποκρίθηκε ένας, νεύοντας με το κρανοφόρο κεφάλι του.

Η Φερνάλβιν άρχισε να διακρίνει τους ερχόμενους από τα βόρεια, και παρατήρησε πως πρέπει να ήταν οπλισμένοι ως τα δόντια, γιατί οι αρματωσιές τους άστραφταν στο φεγγαρόφωτο. Βαρύ ιππικό, σκέφτηκε. Τι στο δαίμονα συμβαίνει; Άρχισε πόλεμος εν αγνοία μου; Λες, τελικά, ο Ζάρναβ να έχει δίκιο; Λες να είναι του Άνκαραζ; Η Έπαρχος έσφιξε το μανίκι του ξίφους της.

«ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ!» φώναξε ένας από τους έφιππους μαχητές της Φερνάλβιν. «Εν ονόματι της Επάρχου-Κεντροφύλακος Φερνάλβιν, σταματήστε!»

Οι καβαλάρηδες τράβηξαν τα ηνία των αλόγων τους και σταμάτησαν μέσα σ’ένα σύννεφο σκόνης. Χωρίστηκαν και ανάμεσά τους η Φερνάλβιν είδε δύο έφιππες, γνώριμες μορφές: τη Ρικέλθη και τον ερημίτη του Δρακοδάσους Έζβαρ.

«Καλησπέρα σας!» είπε η πρώτη, και η Έπαρχος διέκρινε ένα αχνό μειδίαμα να σχηματίζεται στις άκριες του στόματός της.

«Καλησπέρα, Ρικέλθη,» αποκρίθηκε, πλησιάζοντας τη μητριά της. «Άκουσα πως είχες τραυματιστεί…»

«Είμαι τραυματισμένη, λίγο,» είπε εκείνη. Ο Έζβαρ, που είχε ήδη αφιππεύσει, τη βοήθησε να κατεβεί απ’το άλογό της. «Κυρίως, στον εγωισμό.» Στηρίχτηκε σ’ένα ξύλινο μπαστούνι, που η κορυφή του ήταν λαξεμένη στο σχήμα δρακοκέφαλου.

«Τότε, ίσως θα έπρεπε να είχες μείνει στην Έριγκ, μέχρι τα τραύματά σου να γιάνουν…» Αυτός ο Νεκρομέμνων πρέπει νάναι τελείως άχρηστος! Πού βρίσκεται, τέλος πάντων;

«Άκουσα πράγματα που με ανησύχησαν,» είπε η Ρικέλθη, «έτσι αποφάσισα να έρθω κι εγώ στο Νότο· το ήξερα ότι θα σας προλάβαινα καθοδόν.»

Δυστυχώς, ήταν αναπόφευκτο, έτσι όπως έτρεχες τη συνοδεία σου, σκέφτηκε η Φερνάλβιν. Και είπε: «Νομίζεις ότι πηγαίνουμε στον πόλεμο;» Έριξε μια έντονη ματιά στους πάνοπλους μαχητές που αφίππευαν, λύνοντας τις ασπίδες απ’τα χέρια τους και βγάζοντας τα κράνη.

«Για έναν Εχθρό μού είπαν,» αποκρίθηκε η Ρικέλθη, «επομένως θεώρησα τα πάντα πιθανά. Αλλά, εκτός αυτού, όπως θα σε έχουν ενημερώσει κι άλλοι, πιστεύω, ένας δολοφόνος με καταδιώκει.» Τα μάτια της στένεψαν και γυάλισαν σαν της γάτας.

«Αλήθεια;» είπε η Φερνάλβιν. «Πρέπει να θύμωσες κάποιον…»

«Πιθανώς,» σφύριξε η Ρικέλθη. Και στράφηκε στον δράκαρχο δίπλα στην Έπαρχο. «Χάφναρ, πώς είσαι;»

«Καλά, μητέρα. Και πιστεύω πως η Φερνάλβιν έχει δίκιο: Δεν έπρεπε να είχες έρθει.» Η φωνή του έμοιαζε ψυχρή πίσω από τη μαύρη του μάσκα.

Η Ρικέλθη ατένισε το γιο της με κάποια καχυποψία. Η κρυμμένη του όψη την έκανε να αισθάνεται άσχημα, άβολα, σαν να μην τον ήξερε. Και, για μια στιγμή, αναρωτήθηκε μήπως είχε συμμαχήσει με την προγονή της. Όμως, αμέσως, επέπληξε τον εαυτό της γι’αυτό: Πώς μπορώ να σκέφτομαι ότι ο Χάφναρ μου με θέλει νεκρή; Εκείνος έτρεψε τον δολοφόνο σε φυγή μέσα στον Αρχέτοπο.

«Προτίμησα να έρθω, ωστόσο,» είπε, «γιατί τα νέα που μου μετέφερε ο Δάρβαν με ανησύχησαν. Τι συμβαίνει στο Νότο; Και πού είναι ο Βάνμιρ που έκανε αυτή την περίφημη μαντεία

«Έλα, Ρικέλθη, ας καθίσουμε.» Η Φερνάλβιν στράφηκε και άρχισε να βαδίζει προς τη σκηνή της.

Σύντομα, όλοι τους βρίσκονταν καθισμένοι γύρω απ’τη φωτιά. Και, καθώς προχωρούσαν για να φτάσουν εκεί, η Έπαρχος παρατήρησε πως η Ρικέλθη κούτσαινε· προφανώς, είχε στραμπουλίξει τον αστράγαλό της, όπως είχε πει ο Χάφναρ όταν έφτασε στο παλάτι της Έριγκ. Σπουδαία δουλειά έκανε ο Νεκρομέμνων. Ευτυχώς που δεν τον πλήρωσα εξαρχής…

«Λοιπόν,» είπε η Ρικέλθη, ακουμπώντας το μπαστούνι στα γόνατά της. «Μιλήστε μου.»

«Δε νομίζω ότι μπορούμε να σου πούμε κάτι που δε σου είπε ήδη ο γιος σου,» αποκρίθηκε η Φερνάλβιν.

«Γιατί λείπει ο Βάνμιρ;»

«Ο Βάνμιρ πήγε ανατολικά,» εξήγησε ο Ζάρναβ, «για να εντοπίσει τους ακόλουθους του Άνκαραζ, οι οποίοι ευελπιστούμε πως θα μας οδηγήσουν στον Εχθρό που κρύβεται στο Νότο και, πιθανώς, μέσα στο ίδιο το Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων.»

«Τι είναι αυτός ο Εχθρός;» ρώτησε η Ρικέλθη.

«Δε γνωρίζουμε το όνομά του.»

«Δε ρώτησα ποιος είναι· ρώτησα τι είναι

«Τι εννοείς, Ρικέλθη;» απόρησε ο Ζάρναβ.

«Εννοεί, Πρίγκιπά μου, πως ο Εχθρός αυτός δεν πρέπει να είναι κάτι το ανθρώπινο,» είπε ο Έζβαρ.

Ο Ζάρναβ ατένισε τον ερημίτη πάνω από τις χορεύουσες φλόγες. «Και τι να είναι;»

«Ένας κοινός άνθρωπος δε θα τραβούσε την προσοχή ενός θεού –και, μάλιστα, ενός λησμονημένου θεού, Υψηλότατε,» εξήγησε ο Έζβαρ.

«Καταλαβαίνω τις υποψίες σας,» παραδέχτηκε ο Ζάρναβ. «Κι εγώ, προσωπικά, πιστεύω πως πρέπει να πρόκειται για κάτι πολύ περίεργο. Το είχα αναφέρει και στη Φερνάλβιν.»

«Δεν είπε κάτι πιο συγκεκριμένο ο Βάνμιρ;» ρώτησε η Ρικέλθη.

«Όχι,» απάντησε ο Ζάρναβ.

«Ο Βάνμιρ, ορισμένες φορές, μου φαίνεται πιο μπερδεμένος από εμάς,» πρόσθεσε η Φερνάλβιν. «Η μαντεία του δε νομίζω πως ξεκαθάρισε τα πράγματα γι’αυτόν· μάλλον, τον σύγχυσε και τον έκανε ν’ανησυχεί περισσότερο για τον αδελφό του, Ρόλμαρ, που ήδη βρίσκεται στη Νουάλβορ.»

«Πιστεύει ότι ο αδελφός του μπορεί να έχει σχέση με τον Εχθρό;» είπε η Ρικέλθη.

«Έζβαρ,» παρενέβη ο Χάφναρ, «θυμάσαι ποιος είναι ο αδελφός του Βάνμιρ, έτσι;»

Ο ερημίτης κατένευσε. «Ναι, δεν τον ξέχασα.»

«Τον γνωρίζετε;» απόρησε η Φερνάλβιν.

«Ασφαλώς, Αρχόντισσά μου. Είχε περάσει από τα μέρη μου, κατεβαίνοντας νότια, επειδή ο τροχός της άμαξάς του έσπασε μέσα στη βροχή. Πείτε μας, όμως: Πιστεύει ο Βάνμιρ ότι ο αδελφός του έχει κάποια σχέση με τον Εχθρό;»

«Δε μου ανέφερε κάτι τέτοιο. Είπε μόνο πως είδε τον Ρόλμαρ να βρίσκεται στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων και να κινδυνεύει εκεί. Δε μίλησε και πολύ ξεκάθαρα. Ο Βάνμιρ, γενικά, είναι λιγάκι παράξενος.»

Ο Έζβαρ έμεινε σιωπηλός, ατενίζοντας τις φλόγες. Ο νυχτερινός αέρας σφύριζε και λίγοι άλλοι ήχοι ακούγονταν. Ο Ζάρναβ έσπασε πρώτος τη σιωπή:

«Πιστεύετε ότι κάνουμε καλά που αναζητούμε τους ακόλουθους του Άνκαραζ, για να μας οδηγήσουν στον Εχθρό;»

«Αυτοί, μάλλον, είναι οι μόνοι που γνωρίζουν την ακριβή του θέση,» είπε ο ερημίτης. «Ή, τουλάχιστον, ελπίζω να τη γνωρίζουν.» Έτριψε τα γένια του. «Όταν ήμουν στην Έριγκ, άκουσα και κάτι άλλο, για μια γυναίκα, φίλη του Βάνμιρ· τι συμβαίνει μ’αυτήν;»

«Υποτίθεται πως μπορεί ν’ακούει τους θεούς και να αισθάνεται διάφορα άλλα πράγματα που οι υπόλοιποι δεν τα αισθανόμαστε,» απάντησε η Φερνάλβιν. «Ο Βάνμιρ, επίσης, μας είπε πως, καθώς ερχόταν μαζί της νότια, ο Άνκαραζ την επισκέφτηκε στον ύπνο της και της πρότεινε να γίνει Αρχιέρειά του.»

«Και υποθέτω πως, τελικά, δέχτηκε…»

Η Φερνάλβιν ένευσε. «Ναι, όταν βρισκόταν στις φυλακές της πόλης μου.»

«Στις φυλακές; Τι είχε κάνει;»

Η Έπαρχος τού μίλησε για τον καυγά στο πανδοχείο.

«Μάλιστα…» αναστέναξε ο Έζβαρ. «Λοιπόν, τα πράγματα πρέπει νάναι πολύ χειρότερα απ’ό,τι αρχικά φανταζόμουν.»

«Τι υποπτεύεστε, κύριε;» θέλησε να μάθει ο Ζάρναβ, γεμάτος ανησυχία για τη βασιλική του οικογένεια, που, πιθανώς, βρισκόταν στο επίκεντρο ετούτης της επικίνδυνης καταιγίδας.

«Δεν ξέρω τι να υποπτευτώ,» είπε, ευθέως, ο Έζβαρ. «Πάντως, όσον αφορά αυτή τη φίλη του Βάνμιρ, ένα είναι το βέβαιο: ότι τέτοιοι άνθρωποι εμφανίζονται μία φορά στους δέκα αιώνες. Και οι θεοί, ή άλλες οντότητες, είναι φυσικό να προσπαθούν, με κάθε τρόπο, να τους εκμεταλλευτούν.

»Τέλος πάντων,» κατέληξε, «εύχομαι η επίσκεψή μας στη Νουάλβορ να μας δώσει περισσότερες πληροφορίες.»

«Παρατηρώ ότι το ζήτημα σάς ενδιαφέρει, κύριε Έζβαρ,» είπε η Φερνάλβιν. «Αυτός είναι ο λόγος που έρχεστε νότια;»

«Αυτός είναι ένας από τους λόγους μου, Υψηλοτάτη,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Και ποιοι είναι οι άλλοι;»

(Φοβάσαι ότι ετοιμάζει κάποιο δηλητήριο για σένα; σκέφτηκε η Ρικέλθη. Ίσως θα έπρεπε να του το ζητήσω!)

«Αρχικά, ήρθα στην Έριγκ επειδή η Αρχόντισσα Ρικέλθη είναι τραυματισμένη,» εξήγησε ο Έζβαρ. «Ωστόσο, τα όσα έμαθα εκεί μού κίνησαν, όντως, το ενδιαφέρον. Δε θα επιθυμούσατε να με έχετε στη συνοδεία σας, Έπαρχε;»

«Κάθε άλλο,» τον διαβεβαίωσε η Φερνάλβιν. «Πιστεύω πως αποτελείτε σημαντικό πλεονέκτημα, κύριε Έζβαρ.» Αλλά, πρόσθεσε νοερά, αναρωτιέμαι αν αυτό το πλεονέκτημα είναι προς όφελος όλων μας ή προς όφελος, αποκλειστικά, της Ρικέλθης…

*

Ο Νεκρομέμνων σταμάτησε το άλογό του ανάμεσα στα δέντρα, έχοντας παρατηρήσει τις φωτιές της κατασκήνωσης από απόσταση. Τώρα, καθισμένος στη σέλα, ατένιζε τη σημαία που κυμάτιζε πάνω από τις σκηνές.

Το οικόσημο των Νίλγκωρ, σκέφτηκε. Να γιατί βιαζόταν ο στόχος μου: ήθελε να προλάβει ετούτη την ομάδα… η οποία δεν είναι και πολύ μεγάλη. Ποιος, άραγε, να κατεβαίνει στο Νότο;

Ο Νεκρομέμνων αφίππευσε και έδεσε το άλογό του σ’ένα χαμόδεντρο. Ευέλικτος σαν αίλουρος, έκανε το γύρω του καταυλισμού, πηγαίνοντας από σκοτεινό σημείο σε σκοτεινό σημείο και προχωρώντας σκυμμένος. Τα μάτια των φρουρών ούτε που τον πρόσεξαν.

Όταν ατένισε την Έπαρχο-Κεντροφύλακα, σταμάτησε, παραμερίζοντας ένα λιγνό κλαρί από μπροστά του. Η Φερνάλβιν ήταν κοντά σε μια φωτιά και, επί του παρόντος, σηκωνόταν όρθια, λέγοντας κάτι στους υπόλοιπους, το οποίο ο Νεκρομέμνων βρισκόταν πολύ μακριά για να μπορεί ν’ακούσει. Οι υπόλοιποι ήταν η Αρχόντισσα Ρικέλθη, ο γέρος που τη συνόδευε, ο μαυροφορεμένος άντρας με το δράκο (!), και δύο άλλοι, άγνωστοι στον νεκρενοικημένο δολοφόνο: ένας νεαρός και ένας καλοντυμένος άντρας.

Τι έφερε την Έπαρχο εδώ;

Και ποιος είναι ο άντρας με το δράκο; Μοιάζει γνωστός τους, φίλος τους. Πρέπει να είναι Νίλγκωρ. Ποιος, όμως; Δεν έχω ακούσει τίποτα γι’αυτόν… Βέβαια, η αλήθεια ήταν πως δε γνώριζε και πολλά για την οικογένειά τους. Και δεν είχε χρόνο να ρωτήσει, ώστε να μάθει. Μόλις αισθάνθηκε ότι η Ρικέλθη ετοιμαζόταν να φύγει, έφυγε εκείνος πρώτος, για να της στήσει ενέδρα στο δρόμο. Αν είχα μείνει περισσότερο στην πόλη, θα είχα ακούσει πως η Έπαρχος είχε ξεκινήσει για το Νότο. Όμως βιάστηκα, και μου διέφυγε…

Αλλά δεν έχει καμία διάφορα. Εξακολουθώ να βρίσκομαι κοντά στο στόχο μου. Η ευκαιρία, γρήγορα, θα παρουσιαστεί.

Καθώς τα σκεφτόταν αυτά, έβλεπε τη Φερνάλβιν να μπαίνει στη μεγάλη σκηνή, μαζί με τον καλοντυμένο άντρα. Ο νεαρός σηκωνόταν κι εκείνος από το ξύλινο σκαμνί του και απομακρυνόταν, ενώ ο μαυροφόρος άγνωστος με το δράκο έλεγε ακόμα μερικές κουβέντες στη Ρικέλθη και στον γέρο.

*

Όταν ο Χάφναρ αποχώρησε, η Ρικέλθη σηκώθηκε, στηριζόμενη στο μπαστούνι της. Ο Έζβαρ δεν τη βοήθησε, γιατί ήξερε πως θα το έπαιρνε στραβά· την είχε δει πώς κοιτούσε όσους την έβλεπαν να κουτσαίνει –θα νόμιζε κανείς ότι ήθελε να τους καρατομήσει.

«Κανένα σημάδι του δολοφόνου,» είπε η Αρχόντισσα. «Μπορεί, τελικά, να μην έχει τη δυνατότητα να με εντοπίζει.»

«Μη λες ανοησίες,» αποκρίθηκε ο Έζβαρ· «φυσικά και την έχει. Το πολύ-πολύ να εξακολουθεί να βρίσκεται μπλεγμένος μέσα στον Αρχέτοπο. Ή ίσως να μας παρακολουθεί, ακόμα και τώρα που μιλάμε.»

«Άσε τις υπερβολές,» είπε η Ρικέλθη, βαδίζοντας μέσα στην κατασκήνωση.

Ένας στρατιώτης την πλησίασε. «Αρχόντισσά μου,» υποκλίθηκε, «έχουμε ετοιμάσει μια σκηνή για εσάς. Θα επιθυμούσατε να σας οδηγήσω;»

«Ναι, ασφαλώς,» είπε η Ρικέλθη και τον ακολούθησε.

Ο Έζβαρ έριξε μια ματιά στα δεντρόφυτα μέρη γύρω από την κατασκήνωση. Τα μάτια του γυάλισαν μέσα στο σκοτάδι, και έτριψε τα γένια του, σκεπτικός, όταν νόμισε πως είδε μια ανθρώπινη σκιά μέσα στις φυλλωσιές–

Κάποιος τον ζύγωνε από τ’αριστερά!

Ο ερημίτης στράφηκε, αιφνιδιασμένος· αλλά ήταν μονάχα ένας στρατιώτης, ο οποίος είπε:

«Σας έχουμε ετοιμάσει μια σκηνή, κύριε Έζβαρ. Θα έρθετε μαζί μου;»

Ο Έζβαρ κοίταξε πάλι τις φυλλωσιές, αλλά τώρα καμια ανθρώπινη σκιά δε βρισκόταν εκεί. Ίσως, τελικά, να ήταν της φαντασίας του…

«Ναι,» αποκρίθηκε στον στρατιώτη. «Ομολογουμένως, χρειάζομαι λίγη ανάπαυση.»

 

 


Κεφάλαιο 36
Το Μάτι του Κυκλώνα

 

Ο Ρόλμαρ κοιμήθηκε αμέσως μόλις έπεσε στο μεγάλο κρεβάτι του δωματίου του, αλλά έκανε ανήσυχο ύπνο. Στα όνειρά του έβλεπε τον δαιμονολόγο Ερφάνιρ και τον Γκρίζο Σκύλο. Ο πρώτος μιλούσε σιγανά και ο ακρίτης, όσο κι αν τέντωνε τ’αφτιά του, δεν μπορούσε να τον ακούσει· κι όμως, ήξερε πως έλεγε κάτι το σημαντικό –κάτι το κρίσιμο, ίσως– και ο Ρόλμαρ είχε αγχωθεί, γιατί νόμιζε πως ο χρόνος του (ποιος χρόνος, αλήθεια;) τελείωνε. Ο δεύτερος μυστικιστής καθόταν πίσω από το γραφείο του, στο γεμάτο με βιβλία δωμάτιο, και ατένιζε τον Ρόλμαρ έντονα –ενώ το πρόσωπό του γινόταν ζωώδες και, τελικά, μετατρεπόταν σε αυτό ενός γκρίζου σκύλου που έτριζε τα δόντια, γρυλίζοντας.

Το πρωί, ο βόρειος Άρχοντας αισθανόταν πιασμένος και ένιωθε το νου του θολό. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε για μπάνιο, προσπαθώντας να χαλαρώσει. Καθώς πλενόταν, θυμήθηκε ότι είχε γράψει μια επιστολή για την οικογένειά του, την οποία δεν είχε στείλει ακόμα. Πρέπει να τη στείλω σήμερα, σκέφτηκε, και γρήγορα. Θα μιλήσω με τη Λιόλα, για να μου προσφέρει τις υπηρεσίες της ταχυπομπού Κάρλα.

Βγήκε απ’το λουτρό, τυλιγμένος σε μια μαύρη ρόμπα… και μέσα στο δωμάτιο αντίκρισε τη Σαντάνρα να στέκεται δίπλα από ένα τραπέζι γεμάτο με πρωινό.

«Καλημέρα, Άρχοντά μου.»

«Καλημέρα. Δε χτυπάς;»

«Χτύπησα,» είπε η Σαντάνρα, «αλλά δεν απαντήσατε και άνοιξα. Ελπίζω να μη σας πειράζει…»

Αναρωτιέμαι αν ψαχούλεψες το δωμάτιο κιόλας, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ, που δεν είχε ακούσει κανέναν χτύπο. «Τίποτα δεν πειράζει, μέχρι που να γίνει ενοχλητικό,» αποκρίθηκε, ρίχνοντάς της μια αυστηρή ματιά. Κάθισε στο τραπέζι και της έγνεψε να καθίσει κι εκείνη.

«Άρχοντά μου, θα μπορούσα να κάνω μία ερώτηση;»

Ο Ρόλμαρ έσεισε το κεφάλι καταφατικά, καθώς δάγκωνε μια φέτα ψημένο ψωμί αλειμμένη με βούτυρο.

«Τι ακριβώς ψάχνατε χτες βράδυ; Τι θέλατε από τους μυστικιστές, εννοώ.»

«Μια πληροφορία.» Ήπιε μια γουλιά καφέ από το φλιτζάνι στα δεξιά του. «Προσωπική μου υπόθεση. Και, δυστυχώς, δε βρήκα αυτό που επιθυμούσα. Αν γνωρίζεις και κάποιον άλλο που θα μπορούσε να με βοηθήσει, θα το εκτιμούσα, Σαντάνρα…»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω κανέναν άλλο, Άρχοντά μου. Λυπάμαι.»

«Τι νέα από το παλάτι, σήμερα;» ρώτησε ο Ρόλμαρ, συνεχίζοντας το πρωινό του.

«Είναι πολύ νωρίς ακόμα, Άρχοντά μου,» είπε η Σαντάνρα. «Ίσα που έχει χαράξει.»

«Πράγματι. Αλήθεια, πώς και ήρθες εσύ από τώρα;» Την ατένισε, παύοντας, προς στιγμή, να τρώει.

Η Σαντάνρα πήρε μια απολογητική έκφραση. «Δεν κοιμήθηκα καλά, Άρχοντά μου…»

«Καταλαβαίνω,» είπε ο Ρόλμαρ. «Ούτε κι εγώ κοιμήθηκα καλά. Ονειρευόμουν. Φυσικό είναι, μετά από τέτοια γεγονότα. Ίσως να μην έπρεπε να σε είχα πάρει μαζί μου, Σαντάνρα.»

«Δεν υπάρχει πρόβλημα, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε σταθερά εκείνη.

«Υποθέτω, όμως, πως δεν είναι μέσα στη δουλειά σου να πηγαίνεις στη Δυτική Περιφέρεια και να συναντάς ληστές,» είπε ο Ρόλμαρ, αστειευόμενος αλλά κοιτάζοντάς την προσεκτικά.

«Όχι, Άρχοντά μου,» παραδέχτηκε η Σαντάνρα, χαμογελώντας –ένα χαμόγελο ευγενείας και μόνο. Υποψιάζεται ότι τη δοκιμάζω;

«Έχεις μαχητικές γνώσεις;» τη ρώτησε, ακαδημαϊκά, καθώς έτρωγε.

«Εννοείτε αν είμαι εκπαιδευμένη στο σπαθί, Άρχοντά μου;»

«Στο σπαθί ή σε οποιοδήποτε άλλο όπλο.»

«Όχι.» Η απάντησή της, όμως, ήταν κάπως κοφτή και, ίσως, φοβισμένη. Κρύβει κάτι.

Ο Ρόλμαρ δε μίλησε άλλο, συνεχίζοντας το πρωινό του. Πώς θα μάθω αν είναι, όντως, εκπαιδευμένη; Σίγουρα, δεν μπορώ να την προκαλέσω σε μονομαχία, όπως έκανα με τον Πρίγκιπα Νόρβορ και τη Μιάνη… Χμμμμ… Ίσως θα μπορούσα να στήσω κάτι: Μία κατάσταση ώστε να την κάνω να νομίσει πως βρίσκεται σε κίνδυνο κι επομένως ν’αντιδράσει ανάλογα. Αν έχει πολεμικές γνώσεις, θα φανεί. Αλλά, βέβαια, όλα αυτά θα πρέπει να γίνουν με το γάντι…

Όταν χόρτασε, σηκώθηκε από το τραπέζι και πήγε πίσω από το παραβάν, για να ντυθεί. Καθώς έβαζε τα ρούχα του, κρυφοκοίταζε τη Σαντάνρα, να δει τι θα έκανε, τώρα που νόμιζε ότι εκείνος δεν την παρακολουθούσε. Ωστόσο, η υπηρέτρια δεν έπραξε τίποτα ύποπτο· ούτε καν κινήθηκε από τη θέση της. Το βλέμμα της, όμως, πλανήθηκε πολλάκις στο δωμάτιο, σαν να το ερευνούσε. Αυτό, βέβαια, μπορεί να ήταν και τυχαίο. Ή όχι.

Ο Ρόλμαρ βγήκε από την κάλυψη του παραπετάσματος, φορώντας μαύρα ρούχα και αργυρά κοσμήματα. Πλησίασε το γραφείο του και πήρε από πάνω την τυλιγμένη επιστολή που προόριζε για το Ράλτον.

«Θέλω να δω την Πριγκίπισσα Λιόλα. Θα με οδηγήσεις στο δωμάτιό της, Σαντάνρα;»

«Ασφαλώς, Άρχοντά μου.» Η υπηρέτρια σηκώθηκε όρθια.

Βγήκαν απ’το δωμάτιο και βάδισαν μέσα στους στριφτούς, περίπλοκους διαδρόμους του Παλατιού των Δεκαεννέα Πύργων. Σε ένα σημείο διέσχισαν μια μεγάλη πέτρινη γέφυρα, όμορφα λαξεμένη. Ύστερα, ανέβηκαν μια σκάλα, στρωμένη με χαλί, και έφτασαν, τελικά, μπροστά σε μια ξύλινη πόρτα.

«Τι θα θέλατε;» ρώτησε η φρουρός που στεκόταν στη γωνία του διαδρόμου.

«Την Πριγκίπισσα,» αποκρίθηκε ο Ρόλμαρ. «Είμαι ο Άρχοντας Ρόλμαρ από το Ράλτον.»

Η φρουρός ζύγωσε. Ήταν ντυμένη με αλυσιδωτή αρματωσιά η οποία κουδούνιζε σε κάθε της βήμα. Σήκωσε το γαντοφορεμένο της χέρι και χτύπησε την πόρτα, δυνατά. «Υψηλοτάτη!» φώναξε. «Υψηλοτάτη! Ο Άρχοντας Ρόλμαρ του Ράλτον είναι εδώ, για να σας δει.»

Ησυχία, για λίγο.

«Είναι σίγουρα μέσα;» ρώτησε ο Ρόλμαρ.

«Πιθανώς να κοιμάται, Άρχοντά μου. Ίσως θα ήταν καλή ιδέα αν περνούσατε αργότερα.»

«Είναι σημαντικό να της μιλήσω τώρα,» επέμεινε ο Ρόλμαρ. Και χτύπησε ο ίδιος την εξώθυρα των διαμερισμάτων της. «Πριγκίπισσα! Εγώ είμαι, ο Ρόλμαρ! Πρέπει να σου μιλήσω!»

Καμία απάντηση, ξανά.

«Άρχοντά μου,» είπε η φρουρός, «σας παρακαλώ, περάστε αργότερα.»

«Σίγουρα βρίσκεται μέσα η Πριγκίπισσα;» ρώτησε εκείνος.

«Ναι, Άρχοντά μου· αλλά περάστε αργότερα, σας παρακαλώ.»

Προτού προλάβει ο Ρόλμαρ ν’απαντήσει, η πόρτα τον διαμερισμάτων άνοιξε στο ένα τρίτο, και το πρόσωπο της Λιόλα φάνηκε. Τα μάτια της έδειχναν καθαρά ότι ήταν κουρασμένη. Τι έκανε το βράδυ;

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε, με βραχνή, αγουροξυπνημένη φωνή.

«Μπορώ να περάσω, Πριγκίπισσα;» ρώτησε ο Ρόλμαρ.

«Υψηλοτάτη, μας συγχωρείτε γι’αυτήν–» άρχισε η φρουρός.

«Δεν πειράζει,» είπε η Λιόλα. «Πέρασε, Ρόλμαρ.» Άνοιξε την εξώθυρα στο μισό, αφήνοντάς τον να εισέλθει στο καθιστικό των διαμερισμάτων της.

Ο ακρίτης ατένισε την Πριγκίπισσα από πάνω ως κάτω. Φορούσε ένα μεταξωτό, λευκό νυχτικό και τα σγουρά, ξανθά της μαλλιά ήταν αχτένιστα και μπλεγμένα. Όπως είχε ο Ρόλμαρ παρατηρήσει και πριν, έμοιαζε κουρασμένη, αλλά τώρα είδε πως αυτό δε φαινόταν μονάχα στα μάτια της, μα και στην όλη της στάση.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε.

«Όχι πολύ.» Η Λιόλα ξάπλωσε μπρούμυτα στον καναπέ. «Τι είναι;»

Ο Ρόλμαρ κάθισε σε μια πολυθρόνα. «Έχω ένα μήνυμα εδώ.» Σήκωσε το τυλιγμένο χαρτί, δείχνοντάς το. «Για την οικογένειά μου. Και, μάλιστα, το έχω αργήσει. Έτσι, ήρθα να ρωτήσω αν θα μπορούσες να μου παραχωρήσεις τις υπηρεσίες της βασιλικού ταχυπομπού Κάρλα, για να το μεταφέρει στο Ράλτον.»

«Χμμμ…» Η Λιόλα έμπλεξε τα δάχτυλα των χεριών της αναμεταξύ τους και ακούμπησε το σαγόνι, τεμπέλικα, επάνω τους. Σούφρωσε τα φρύδια, ατενίζοντάς τον. «Ίσως και να δεχτώ, για ένα φιλί… ή δύο. Το ένα ψηλά, το άλλο χαμηλά.»

Ο Ρόλμαρ μειδίασε στραβά. «Δεν είσαι, τότε, τόσο εξουθενωμένη όσο φαίνεσαι, Πριγκίπισσα…»

«Μη γελιέσαι· είμαι,» τον διαβεβαίωσε η Λιόλα.

Ο Ρόλμαρ σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και πήγε να καθίσει δίπλα της, στον καναπέ. Εκείνη γύρισε ανάσκελα, ακουμπώντας το κεφάλι της στα γόνατά του. Ο ακρίτης έσκυψε και φίλησε τα χείλη της.

«Γιατί είσαι τόσο κουρασμένη, αλήθεια;» θέλησε να μάθει. «Δεν κοιμήθηκες το βράδυ;»

«Είχα αϋπνίες.»

«Δε σε πήρε καθόλου ο ύπνος, δηλαδή;»

«Με πήρε… πριν από λίγη ώρα. Και μετά, με ξύπνησες.»

«Τι σ’έχει ανησυχήσει, Λιόλα;»

Το βλέμμα της έφυγε από το πρόσωπό του, αλλά ο Ρόλμαρ νόμισε πως είδε φόβο εκεί, για μια στιγμή μονάχα, προτού τα βλέφαρά της κρύψουν τα μάτια της από αυτόν. «Τίποτα το σπουδαίο.»

Ψεύδεται. Πρέπει να είναι σημαντικό. «Δηλαδή;» Άγγιξε το ανασηκωμένο της γόνατο, παραμερίζοντας το μεταξένιο νυχτικό και χαϊδεύοντάς της τον μηρό από κάτω.

«Ένα όνειρο· ένας εφιάλτης. Ανοησία μου που τρόμαξα.» Τα μάτια της κοίταξαν το πρόσωπό του, για λίγο· ύστερα, η Λιόλα έκρυψε το δικό της πρόσωπό επάνω στο πουκάμισό του, αναστενάζοντας.

Ο Ρόλμαρ έκανε στην άκρη τα μπλεγμένα της μαλλιά και φίλησε το αφτί της. Ψιθύρισε: «Γιατί λες ψέματα, Πριγκίπισσα;»

«Γιατί λες ότι λέω ψέματα;» Η Λιόλα σηκώθηκε από πάνω του και άλλαξε θέση στον καναπέ, στρέφοντας τα πόδια της προς το μέρος του. Χαμογέλασε, πονηρά. «Ακόμα μου χρωστάς ένα φιλί, χαμηλά…»

Ο Ρόλμαρ ύψωσε το δεξί της πόδι και τη φίλησε στην πατούσα. «Χαμηλότερα δε γίνεται.»

Η Λιόλα γέλασε.

«Θα μου πεις τώρα τι σου συμβαίνει;» ρώτησε ο Ρόλμαρ. «Δε σε έχω ξαναδεί έτσι, Πριγκίπισσα. Ποτέ.» Και πόσο μάλλον αυτή την περίοδο της ζωής σου, που μοιάζεις τόσο συγκροτημένη και αποφασισμένη. Κάτι πρέπει να σε… συγκλόνισε.

Η όψη της Λιόλα σκοτείνιασε ξανά. «Η Μεγάλη Θεά με προειδοποίησε χτες,» είπε. «Βρίσκομαι σε μεγάλο κίνδυνο, Ρόλμαρ.»

Εκείνος συνοφρυώθηκε, παραξενεμένος απ’αυτά τα ξαφνικά νέα. «Τι κίνδυνο;» Σίγουρα, δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων… εκτός απ’αυτή τη θεά της, ίσως.

Η Λιόλα έγλειψε τα χείλη, νευρικά. «Ο Άνκαραζ… Έχεις ακούσει για τον Άνκαραζ, Ρόλμαρ;»

«Ένας παλιός θεός.»

«Ο Θεός του Αίματος και του Πολέμου, τον οποίο οι Ωθράγκος λατρεύαμε στους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ και, μετά, εγκαταλείψαμε τη θρησκεία του. Σ’όλα τα βασίλεια της Βάλγκριθμωρ συνέβη αυτό.»

«Ναι, και;»

«Η θρησκεία του αναβίωσε, και έχει για Αρχιέρεια μια γυναίκα δαιμονισμένη, Ρόλμαρ, διαβολική· η οποία θέλει να με σκοτώσει!»

«Λιόλα, τι είν’αυτά που λες; Πού τα άκουσες;» Είχε αρχίσει να τρελαίνεται η Πριγκίπισσα; Μιλούσε σαν τον Βάνμιρ!

«Δεν τα άκουσα πουθενά· η Μεγάλη Μητέρα μού τα αποκάλυψε μέσα απ’τη φωτιά!» είπε, έντονα, η Λιόλα. «Και με προειδοποίησε ότι πρέπει να κάνω το παν για να εξολοθρεύσω τους πιστούς του Άνκαραζ! Βέβαια…» Ξεροκατάπιε. «Βέβαια, δε θάπρεπε να είμαι τόσο ταραγμένη, το ξέρω. Άλλωστε, τι μπορούν να κάνουν αυτοί σε μένα; Αλλά… δεν ξέρω γιατί… φοβάμαι. Εκείνη η γυναίκα μαζί τους· εκείνη είναι που με τρομάζει. Το όνομά της είναι Ρικνάβαθ· δεν κατάγεται απ’τα μέρη μας: είναι Καρμώζ. Και πρέπει να πεθάνει, οπωσδήποτε.»

«Λιόλα, ηρέμησε,» είπε ο Ρόλμαρ. «Ακόμα κι αν η θρησκεία του Άνκαραζ έχει αναβιώσει, ακόμα κι αν έχουν μαζί τους αυτή την αλλοδαπή, γιατί να θέλουν να σε σκοτώσουνΜα το Μαύρο Άνεμο, ούτε ο Βάνμιρ δε λέει τέτοια απίστευτα πράγματα!

«Διότι σκοπεύουν να καταστρέψουν τη θρησκεία της Λιάμνερ Κρωθ, προτού προλάβει να εδραιωθεί στη Βάλγκριθμωρ,» εξήγησε η Πριγκίπισσα.

Κι όμως, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ, όλοι οι μυστικιστές που έχω ρωτήσει, μέχρι στιγμής, μου έχουν πει πως είναι αδύνατον η θεά των Ρουζβάνων να εμφανιστεί εδώ· έχει δύναμη μονάχα στη δική της ήπειρο.

«Μάλιστα…»

«Ακόμα πιστεύεις ότι σου λέω ψέματα;» Το βλέμμα της Λιόλα έμοιαζε εξαγριωμένο.

«Όχι,» είπε ο Ρόλμαρ, κουνώντας το κεφάλι. «Αλλά… Δεν ξέρω… Μου φαίνεται παράξενο…

»Πώς σχεδιάζεις να αντιμετωπίσεις τους εχθρούς σου;»

«Έστειλα ανθρώπους μου να τους σκοτώσουν.»

«Πού τους έστειλες;»

«Τους έστειλα να ψάξουν για την Καρμώζ και για τους ακόλουθους του Άνκαραζ.»

«Ναι, αλλά ξέρεις πού βρίσκονται;»

«Έρχονται νότια, για μένα,» είπε η Λιόλα.

«Μα, πόσοι είναι;» ρώτησε ο Ρόλμαρ. «Μιλάμε για στρατό, αυτή τη στιγμή; Έναν ξένο στρατό εντός των συνόρων του Νόρβορ;»

«Είκοσι-ένας αριθμούν.»

Ο Ρόλμαρ γέλασε. «Και πιστεύεις ότι μπορούν να έρθουν εδώ και να σε σκοτώσουν;»

«Μη γελάς,» είπε, αυστηρά, η Λιόλα. «Η Θεά με προειδοποίησε ότι είναι επικίνδυνοι. Αλλά,» πρόσθεσε, «έχεις δίκιο, από μια σκοπιά: Δεν έχουν τις απαραίτητες δυνάμεις για να με νικήσουν. Θα τους τσακίσω!» Τα μάτια της φλογίστηκαν, και ο Ρόλμαρ είδε τη δεξιά της γροθιά να σφίγγεται. Η θέα της τον ανησύχησε· η Πριγκίπισσα δε φαινόταν καλά…

«Δεν μπορεί η Λιάμνερ Κρωθ να κάνει κανένα θαύμα και να τους εξαφανίσει;»

Η Λιόλα τον χαστούκισε ελαφρά. «Μη βλασφημάς!»

Ο Ρόλμαρ αναστέναξε. «Πριγκίπισσα,» είπε, «πρέπει να σου μιλήσω ειλικρινά. Δε νομίζω πως είναι η Λιάμνερ Κρωθ που έρχεται σε επικοινωνία μαζί σου.»

«Τι–!»

«Άκουσέ με λίγο, σε παρακαλώ. Ρώτησα ανθρώπους–»

«Ποιους ανθρώπους;» τον διέκοψε η Λιόλα, καθώς πεταγόταν όρθια. «Μου είχες υποσχεθεί να μην πεις τίποτα σε καν–!»

«Δεν είπα τίποτα για σένα,» τη διαβεβαίωσε ο Ρόλμαρ. «Απλά, ρώτησα αν θα μπορούσε η θεά των Ρουζβάνων, Λιάμνερ Κρωθ, να έρθει σε επικοινωνία με μια Ωθράγκι φίλη μου, στην Βάλγκριθμωρ. Και οι απαντήσεις που έλαβα ήταν αρνητικές, από όλους –από έναν ιερέα του Βάνραλ και από δύο μυστικιστές. Μάλιστα, οι περισσότεροι μού τόνισαν ότι πιθανώς να είσαι δαιμονισμένη.»

Η Λιόλα δε μιλούσε, αλλά ο Ρόλμαρ έβλεπε πως ίσα που συγκρατιόταν. Το πρόσωπό της είχε κοκκινίσει από θύμο. «Ο Σάλ’γκρεμ’ρωθ να τους πάρει!» γρύλισε. «Δεν είμαι δαιμονισμένη, Ρόλμαρ! Μα τους θεούς! Είναι η Λιάμνερ Κρωθ που έρχεται σε επικοινωνία μαζί μου· είμαι βέβαιη!»

Ο Ρόλμαρ σηκώθηκε από τον καναπέ και στάθηκε εμπρός της.

Η Πριγκίπισσα τον ράπισε: δυνατά τώρα.

«Λιόλα, ξέρεις γιατί–» Έκανε να τον χαστουκίσει ξανά, αλλά ο Ρόλμαρ τής έπιασε τον καρπό. «Ξέρεις γιατί το πιστεύουν αυτό όλοι όσους ρώτησα; Ξέρεις; Δεν μπορεί να μην το έχεις διαβάσει και τούτο, μέσα σε όσα έχεις διαβάσει τελευταία!»

«Πες μου, κι άσε μου το χέρι!» γρύλισε η Λιόλα.

Ο Ρόλμαρ την ελευθέρωσε. «Το πιστεύουν επειδή, όπως μου εξήγησαν, η Λιάμνερ Κρωθ έχει δύναμη μονάχα στην ήπειρό της, τη Λιάμνερ-Κρωθ. Η θεά και η ήπειρος είναι ένα και το αυτό, Λιόλα –δε θα μπορούσε ποτέ να εμφανιστεί εδώ! Κάποιος άλλος πρέπει να έρχεται σε επαφή μαζί σου. Ή… ή κάτι πολύ αλλόκοτο σού συμβαίνει.»

Η Λιόλα έκανε μερικά βήματα πίσω, βάζοντας το ένα της χέρι στα χείλη και νιώθοντας να τρέμει. Ο Ρόλμαρ… ο Ρόλμαρ μιλούσε λογικά, έπρεπε να παραδεχτεί. Αλλά η Θεά της ήταν η Λιάμνερ Κρωθ. ΗΤΑΝ η Λιάμνερ Κρωθ! Αδύνατον να ήταν άλλος· το ένιωθε! Η ίδια είχε κάνει τη δοκιμή να έρθει σε επαφή μαζί της, και τα είχε καταφέρει. Και η Μεγάλη Μητέρα τής είχε αποκαλύψει πως τούτο δεν ήταν τυχαίο.

Κόρη μου, μην τον ακούς!—βρόντηξε η φωνή της Θεάς μέσα στο κεφάλι της Πριγκίπισσας—Ο Άνκαραζ βάζει σκοτεινές σκέψεις στο νου του. Ο Ρόλμαρ θέλει να σε διώξει απ’την πορεία σου, να σε καταστρέψει! Ποτέ δε θα πιστέψει! Ποτέ! Σκότωσέ τον, καλύτερα!

Όχι—αποκρίθηκε η Λιόλα—Σε ικετεύω, Μεγάλη Θεά, όχι! Δεν… δεν μπορώ να τον σκοτώσω. Σε παρακαλώ, δεν—

«Λιόλα, είσαι καλά;»

Η Πριγκίπισσα παραπατούσε, βαστώντας το κεφάλι της με το ένα χέρι· και ο Ρόλμαρ, βλέποντάς την έτσι, την πλησίασε, αγγίζοντας τους ώμους της, για να τη στηρίξει.

«Είσαι καλά, Λιόλα; Μην πανικοβάλλεσαι.»

«Ναι… ναι, εντάξει είμαι…» τραύλισε η Πριγκίπισσα, ενώ μέσα της ένιωθε την οργή της Λιάμνερ Κρωθ και άκουγε τη φωνή της.

Σε έχει παρασύρει, θυγατέρα μου! Με τον έρωτά του, σε έχει παρασύρει. Δε χρησιμοποιείς τη λογική σου πλέον!

Όχι, Μεγάλη Θεά! Απλά, δεν ξέρει… Σε ικετεύω…

Θα σου δείξω πώς να είσαι καλύτερη ιέρεια, θυγατέρα μου

Ο Ρόλμαρ αισθάνθηκε τα χέρια της Πριγκίπισσας ν’αρπάζουν με δύναμη τους πήχεις του –μια δύναμη που δεν πίστευε ότι η Λιόλα μπορούσε να έχει εντός της. Η λαβή της τον έκανε να πονά, σαν αλλεπάλληλα κύματα οδύνης να διαπερνούσαν το σώμα του.

«Τι κάνεις;» της είπε, νιώθοντας έναν παγερό πανικό να τον γεμίζει.

Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της Λιόλα, ξαφνικά, αλλοιώθηκαν, και τα μάτια της δεν ήταν πλέον τα δικά της μάτια· ήταν αυτά ενός άντρα, άγνωστου στον Ρόλμαρ. Και η φωνή που βγήκε από τα χείλη της ήταν βαριά, τραχιά και γεμάτη μίσος: «Τόσο απλό νόμιζες ότι θα ήταν, Ωθράγκος;»

Ο ακρίτης αισθάνθηκε μια τρομερή δύναμη να τον σπρώχνει πίσω. Τινάχτηκε στον αέρα. Παραπάτησε, ανήμπορος να ισορροπήσει. Έπεσε όπισθεν. Χτύπησε κάπου το κεφάλι. Πόνος τον γέμισε, και σκοτάδι τον τύλιξε.

Η εξώθυρα των διαμερισμάτων άνοιξε.

Η Λιόλα στράφηκε και είδε τη Σαντάνρα να στέκεται στο κατώφλι. Η Θεά την είχε εγκαταλείψει, και η Πριγκίπισσα, που είχε χάσει τον κόσμο για λίγο, διαπίστωσε ότι ήταν καταϊδρωμένη, σαν να είχε τρέξει χιλιόμετρα και χιλιόμετρα.

«Τι θέλεις εδώ;» ρώτησε την υπηρέτρια· ο λαιμός της ήταν κολλημένος: μετά δυσκολίας μιλούσε.

«Άκουσα κάποιον να φωνάζει, Υψηλοτάτη, και πράγματα να σπάνε. Στεκόμουν έξω και περίμενα, και– Ο Άρχοντας Ρόλμαρ.» Έδειξε τον ακρίτη που βρισκόταν σωριασμένος μπροστά στο τζάκι, με αίμα να τρέχει απ’το κεφάλι του. Ένα βάζο ήταν θρυμματισμένο παραδίπλα. «Τι έπαθε;»

«Α…» Η Λιόλα ατένισε τον Ρόλμαρ. Ρόλμαρ! Όχι! Γιατί το έκανε αυτό; Γιατί γιατί γιατί γιατί; Αμέσως, πήγε κοντά του και γονάτισε, νιώθοντας δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της και δυνατούς λυγμούς να βγαίνουν απ’το λαιμό της. «Μεγάλη Θεά, γιατί;…» θρήνησε, σκύβοντας το κεφάλι της επάνω στον Άρχοντα του Ράλτον και κλαίγοντας. «Γιατί;…»

Θα πρέπει να είσαι πιστότερη, αν θέλεις να με υπηρετήσεις σωστά, θυγατέρα μου. Θεώρησέ το τούτο ως ένα μάθημα

«Μην τον αφήσεις να πεθάνει…!»

Από πίσω ακούστηκε η φωνή της Σαντάνρα: «Βοήθεια! Φέρτε βοήθεια!»

*

Σκοτάδι.

Πέτρες.

Κύματα κι αφρός.

Ο Ρόλμαρ βάδιζε στην ακτή του νησιού, απορώντας πώς είχε καταλήξει εδώ.

Μια φωτιά έκαιγε δυνατή· μπορούσε να αισθανθεί τη θερμότητά της. Στράφηκε να την αντικρίσει, και μέσα της είδε έναν άντρα, μαύρο στο δέρμα και με φαλακρό κεφάλι. Ήταν ολόγυμνος, κι έμοιαζε ν’απολαμβάνει τις φλόγες. Τα μάτια του ήταν τα μάτια που ο Ρόλμαρ είχε αντικρίσει στο πρόσωπο της Λιόλα. Στη δεξιά του γροθιά έσφιγγε ένα λευκό σκήπτρο, που στην κορυφή είχε έναν γυαλιστερό λίθο, τον οποίο ο εφιαλτικός άγνωστος πρότεινε προς τον ακρίτη.

«Αυτό, Ωθράγκος, είναι το Μάτι του Κυκλώνα, φτιαγμένο από μένα, με τα ίδια μου τα χέρια, που τώρα πλάθουν την Κουαλανάρα όπως ο πηλουργός πλάθει τον πηλό.»

«Ποιος είσαι;» φώναξε ο Ρόλμαρ. «Πώς βρέθηκα εδώ; Τι έχεις κάνει στη Λιόλα;»

«Ο Χρόνος, Ωθράγκος, είναι πολύ σημαντικότερος απ’ό,τι πιστεύεις, ετούτη την περίοδο. Κι εγώ έχω άπειρο χρόνο, επομένως καθόλου. Έτσι, δεν τον σπαταλάω.» Το Μάτι του Κυκλώνα άρχισε να λαμποκοπά, καθώς ο μαύρος άντρας το κρατούσε προτεταμένο προς τον Ρόλμαρ.

Εκείνος πισωπάτησε, τρομαγμένος.

Αλλά το Μάτι μεγάλωσε και μεγάλωσε και μεγάλωσε! Μέσα σε μερικές στιγμές, φάνηκε να καλύπτει τον ορίζοντα (!).

Ή, ίσως…

Ο Ρόλμαρ κατάλαβε.

Εγώ πηγαίνω προς αυτό!

Θεοί!

Τον τραβούσε εντός του.

«Τι κάνεις;» ούρλιαξε στον άγνωστο. «Σταμάτα!»

Το γέλιο του μαύρου άντρα ήταν η μοναδική απάντηση που έλαβε.

Ο Ρόλμαρ αισθάνθηκε να χάνεται μέσα στον λίθο που ονομαζόταν Μάτι του Κυκλώνα. Κραύγασε, απεγνωσμένα.

Ένα όνομα ήρθε στο νου του, και το φώναξε, με όση περισσότερη δύναμη τού είχε απομείνει:

«ΒΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΝΜΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΡ!»

Μετά, το Μάτι τον καταβρόχθισε.

 

 


Κεφάλαιο 37
Σε Στάση. . .

 

Φρουροί, υπηρέτες, και ένας θεραπευτής συγκεντρώθηκαν γρήγορα στο δωμάτιο της Λιόλα, ενώ εκείνη βρισκόταν ακόμα γονατισμένη δίπλα στον Ρόλμαρ, μη δίνοντας σημασία στο περιβάλλον της και προσπαθώντας να έρθει σε επικοινωνία με τη Λιάμνερ Κρωθ, η οποία έμοιαζε να μην την ακούει τώρα.

Ένα χέρι ακούμπησε τον ώμο της. «Πριγκίπισσά μου…»

Η Λιόλα στράφηκε, για να κοιτάξει έναν ψηλόλιγνο, γκριζομάλλη άντρα, τον οποίο αναγνώριζε ως έναν από τους θεραπευτές του παλατιού.

«Να τον κοιτάξω;»

Η Πριγκίπισσα σηκώθηκε όρθια, σκουπίζοντας τα δάκρυα από το πρόσωπό της και προσπαθώντας να συγκροτηθεί. «Ασφαλώς,» είπε. «Γλίστρησε και έπεσε. Χτύπησε στο κεφάλι.»

Ο θεραπευτής έκανε νόημα στους υπηρέτες να πάρουν τον Ρόλμαρ από κάτω και να τον αποθέσουν στον καναπέ. Εκείνοι υπάκουσαν, πρόθυμα. Ο γκριζομάλλης άντρας (η Λιόλα δε θυμόταν το όνομά του, όσο κι αν πάλευε με τη μνήμη της) κάθισε δίπλα στον Άρχοντα του Ράλτον και εξέτασε το τραύμα του. Έβρεξε ένα πανί με νερό από τη λεκάνη που του είχαν φέρει και το έπλυνε. Ύστερα, το άλειψε με μια αλοιφή που έβγαλε από το δερμάτινό του σακίδιο.

«Δεν είναι τίποτα σοβαρό, Υψηλοτάτη,» είπε. «Μάλιστα, απορώ που ο κύριος δεν έχει ακόμα ανακτήσει τις αισθήσεις του.» Έβρεξε το πρόσωπο του Ρόλμαρ με λίγο νερό. «Άρχοντά μου, με ακούτε;» Καμία απάντηση ή κίνηση. Ο θεραπευτής τον χαστούκισε ελαφριά στο μάγουλο και του έριξε περισσότερο νερό στο μέτωπο, στα μάτια, και στα χείλη. «Άρχοντά μου; Μ’ακούτε, Άρχοντά μου;» Τίποτα. Μια απορημένη έκφραση ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του γκριζομάλλη άντρα.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Λιόλα. «Γιατί δεν ξυπνά;»

«Δε γνωρίζω, Πριγκίπισσά μου,» αποκρίθηκε ο θεραπευτής. «Είναι… είναι παράξενο. Το τραύμα δε μοιάζει τόσο σοβαρό. Πιθανώς, πρόκειται για κάποια αναισθησία, η οποία θα περάσει, ύστερα από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Ας τον αφήσουμε να ξεκουραστεί.»

Μια άλλη φωνή μίλησε: «Να τον μεταφέρουμε στο δωμάτιό του, κύριε Ζάντανιρ; Θα τον φροντίζω εγώ, προσωπικά, ώσπου να συνέλθει.»

Η Λιόλα στράφηκε, για να δει την υπηρέτρια Σαντάνρα, η οποία στεκόταν δίπλα της, χωρίς εκείνη να την έχει αντιληφθεί μέχρι στιγμής.

«Εμ, ναι, Σαντάνρα,» αποκρίθηκε ο θεραπευτής, καθώς σηκωνόταν όρθιος· «αυτή, μάλλον, θα ήταν καλή ιδέα.» Έκανε πάλι νόημα στους υπηρέτες να πάρουν τον Άρχοντα Ρόλμαρ στα χέρια. Και ρώτησε τη Λιόλα: «Πριγκίπισσά μου, θα θέλατε τίποτε άλλο;»

Θα ήθελα πολύ να μάθω γιατί δεν ξυπνάει, σκέφτηκε εκείνη. Μεγάλη Θεά, απάντησέ μου· σε ικετεύω! Όμως καμία απάντηση δεν ήρθε από τη Λιάμνερ Κρωθ. Η Λιόλα καθάρισε το λαιμό της. «Όχι, τίποτ’άλλο δε χρειάζομαι.»

Οι υπηρέτες έβγαζαν τον Ρόλμαρ από το δωμάτιο, μεταφέροντάς τον με προσοχή. Η Σαντάνρα ήταν στο κατώφλι, έτοιμη να βγει κι εκείνη.

«Θα έρθω, να τον δω,» της είπε η Λιόλα.

«Ασφαλώς, Υψηλοτάτη,» αποκρίθηκε η υπηρέτρια, κλίνοντας το κεφάλι. Όμως η Πριγκίπισσα νόμιζε πως είδε μια καχύποπτη σπίθα στο βλέμμα της· μια σπίθα που έλεγε καθαρά πως η Σαντάνρα την υποψιαζόταν για την κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί ο Ρόλμαρ.

Ύστερα, η κοπέλα βγήκε απ’το δωμάτιο και η Λιόλα την έχασε απ’τα μάτια της. Δεν πειράζει, σκέφτηκε· θα τα πούμε σύντομα, αν χρειαστεί…

Ο θεραπευτής Ζάντανιρ (όπως τον είχε αποκαλέσει η Σαντάνρα) υποκλίθηκε και έφυγε από τα διαμερίσματα της Πριγκίπισσας-Διαδόχου, μαζί με τους φρουρούς.

Όταν η ξύλινη εξώθυρα έκλεισε πίσω από τον τελευταίο τους, η Λιόλα πήγε στο υπνοδωμάτιό της και γονάτισε, για να προσευχηθεί στη Μεγάλη Μητέρα, πασχίζοντας να κατανοήσει τι είχε συμβεί, τι είχε κάνει λάθος, και πώς θα έπρεπε να ενεργήσει στο μέλλον.

Η Λιάμνερ Κρωθ, όμως, δεν έδωσε καμία απάντηση.

*

Οι υπηρέτες άφησαν τον Άρχοντα Ρόλμαρ επάνω στο κρεβάτι του.

«Χρειάζεσαι καμία βοήθεια, Σαντάνρα;» ρώτησε ο Ήρενκαρ, στρώνοντας την ενδυμασία του.

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Αν χρειαστώ, θα σας ειδοποιήσω.»

Ο Ήρενκαρ έγνεψε καταφατικά και έφυγε από το δωμάτιο, μαζί με τους άλλους τρεις υπηρέτες που είχαν μεταφέρει τον Άρχοντα του Ράλτον εδώ.

Η Σαντάνρα έβγαλε τις μπότες του Ρόλμαρ και τις ακούμπησε δίπλα στο κρεβάτι. Πήγε στο μπάνιο, γέμισε μία λεκάνη με κρύο νερό, και έβρεξε ένα πανί, βάζοντάς το στο μέτωπό του. Δεν ήξερε αν αυτό θα τον βοηθούσε, όμως είχε δει πολλούς θεραπευτές να το κάνουν, επομένως καλό θα ήταν.

Κάθισε πλάι του και ατένισε το πρόσωπό του. Η όψη του ήταν απαθής, μήτε γαλήνια μήτε ταραγμένη· απλά απαθής, ανέκφραστη. Σαν ο Άρχοντας να μην ήταν τίποτα παραπάνω από μια κούκλα. Η Σαντάνρα ανατρίχιασε, στη σκέψη ότι ίσως να μην ξυπνούσε ποτέ. Αλλά αυτό δεν μπορεί να συνέβαινε· ο θεραπευτής Ζάντανιρ είχε πει πως το τραύμα ήταν ελαφρύ. Ο Άρχοντας Ρόλμαρ απλά σκόνταψε και έπεσε.

Σκόνταψε, ή τον έσπρωξε η Πριγκίπισσα; αναρωτήθηκε η Σαντάνρα. Και έφερε στο νου της τη σκηνή που είχε αντικρίσει, μόλις άνοιξε την πόρτα των διαμερισμάτων της Λιόλα. Η Υψηλοτάτη στεκόταν μπροστά στον καναπέ, ενώ ο Ρόλμαρ κειτόταν πλάι στο τζάκι, αιμόφυρτος. Η Πριγκίπισσα αποκλείεται να μπόρεσε να τον σπρώξει τόσο μακριά της. Θα χρειαζόταν πολύ μεγάλη δύναμη, για να τον εκσφενδονίσει ως εκεί… Εκτός κι αν τον έσπρωξε και, μετά, απομακρύνθηκε. Αλλά είχε το χρόνο για κάτι τέτοιο; Εγώ άνοιξα την πόρτα μόλις άκουσα τον Ρόλμαρ να κραυγάζει και το βάζο να σπάει. Μάλλον, όχι, λοιπόν.

Μετά, θυμήθηκε κάτι άλλο που της είχε κάνει εντύπωση. Στην αρχή, η όψη της Πριγκίπισσας-Διαδόχου δεν ήταν καθόλου ταραγμένη, ούτε θυμωμένη· συγκεκριμένα, η θυγατέρα του Βασιληά Άργκελ έμοιαζε… χαμένη, σαν να ονειρευόταν, σαν να βρισκόταν σ’άλλο κόσμο (!). Όταν είδε τη Σαντάνρα, τότε συνήλθε. Και, όταν είδε τον πεσμένο Ρόλμαρ, τότε φάνηκε να κατάλαβε τι είχε συμβεί. Λες και πριν να μην τον είχε προσέξει να πέφτει και να χτυπά…

Υπάρχει περίπτωση να ήταν και κάποιος άλλος στο δωμάτιο; αναρωτήθηκε η Σαντάνρα, που της είχαν μάθει πως τα πράγματα σπάνια ήταν όπως φαίνονταν με την πρώτη ματιά. Μα, και πάλι, γιατί η Πριγκίπισσα νάναι σαν κοιμισμένη; Γιατί να μην έχει προσέξει την πτώση του Άρχοντα Ρόλμαρ; Μονάχα μια πιθανή εξήγηση υπήρχε: Το γεγονός που είχε συμβεί εμπρός της την είχε σοκάρει τόσο πολύ, που είχε «χάσει τον κόσμο» για μερικές στιγμές.

Ή αυτό ή προσπαθούσε να με κοροϊδέψει, για να μην καταλάβω ότι εκείνη έσπρωξε τον Άρχοντα Ρόλμαρ. Αλλά, αν ήταν έτσι, θα έπρεπε να με περιμένει, να είναι προετοιμασμένη για μένα· ή ίσως τα αντανακλαστικά της νάναι πολύ καλύτερα απ’ό,τι πίστευα, και να κατάφερε ν’αλλάξει πάραυτα την έκφρασή της μέσα στο ελάχιστο χρονικό διάστημα προτού μπω… Άλλωστε, η Πριγκίπισσα-Διάδοχος φερόταν παράξενα, τον τελευταίο καιρό· γιαυτό κιόλας η Σαντάνρα πάντα πρόσεχε τις κινήσεις της, όσο μπορούσε. Η Λιόλα είχε γίνει… μη-προβλέψιμο άτομο, και ο πατέρας της ανησυχούσε για κείνη.

Η υπηρέτρια έβγαλε το βρεγμένο πανί από το μέτωπο του Ρόλμαρ και έκανε πίσω τα καστανά του μαλλιά. «Άρχοντά μου,» είπε. «Αισθάνεστε καλύτερα τώρα;»

Καμία απάντηση, ούτε καν ένα τρεμόπαιγμα των κλειστών του βλεφάρων.

Είναι σαν νεκρός, σκέφτηκε η Σαντάνρα, ανατριχιάζοντας. Έβαλε το χέρι της μπροστά στη μύτη του, και διαπίστωσε πως ανέπνεε. Κι όμως, ζει. Τι έπαθε;

Έβρεξε πάλι το πανί και το απόθεσε στο μέτωπό του. «Άρχοντά μου,» είπε, «αν με αντιλαμβάνεστε, αν με ακούτε, πείτε το, ή κάντε κάποια κίνηση για να το καταλάβω. Σας παρακαλώ.»

Ο Ρόλμαρ δεν της έδωσε κανένα σημάδι ότι την είχε αντιληφθεί. Ή με καταλαβαίνει και δεν μπορεί να αντιδράσει, ή δε με καταλαβαίνει καθόλου. Τι απ’τα δύο είναι;

Η Σαντάνρα σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και βάδισε μέσα στο δωμάτιο, ρίχνοντας μια ματιά στα ράφια και στα συρτάρια, χωρίς να βρει τίποτα το ενδιαφέρον. Ο Άρχοντας Ρόλμαρ του Ράλτον ήταν, τελικά, αινιγματικό άτομο. Για εντελώς διαφορετικούς λόγους, βέβαια, απ’ό,τι πίστευε αρχικά η Σαντάνρα, ή ο Βασιληάς Άργκελ, που της είχε αναθέσει την «επίβλεψη» του βόρειου ακρίτη. Ο Μονάρχης του Νόρβηλ υποπτευόταν ότι πιθανώς ο Ρόλμαρ να ήταν προδότης του Βασιλείου, αν έκρυβε τη Ρουζβάνη εγκληματία Νίθρα· όμως, στο τέλος, αποδείχτηκε ότι αυτό δεν ίσχυε, αφού ο Διοικητής Σάβμιν, σύμφωνα με τα λεγόμενα της Πριγκίπισσας Λιόλα, βρήκε –και συνέλαβε– την καταζητούμενη στους δρόμους της Νουάλβορ και αναχώρησε για την πατρίδα του.

Ωστόσο, η Σαντάνρα νόμιζε ότι κάτι δεν κολλούσε. Ο βόρειος Άρχοντας, τη βραδιά που είχε έρθει στους Δεκαεννέα Πύργους, της είχε ζητήσει να τον οδηγήσει στους βασιλικούς στάβλους. Εκεί υποτίθεται ότι θα έβρισκε μία υπηρέτριά του, ονόματι Μανρούνα· όμως αυτή η Μανρούνα δεν ήταν εκεί, και ο Ρόλμαρ φάνηκε ταραγμένος· ζήτησε από τη Σαντάνρα να πάει να ψάξει για εκείνη, να ρωτήσει αν την είχε δει κανείς. Η Σαντάνρα, φυσικά, υπάκουσε, αλλά, καθοδόν, συνάντησε την Πριγκίπισσα Λιόλα, η οποία την πρόσταξε να φύγει και να μην επιστρέψει στο στάβλο.

Υπήρχε περίπτωση, λοιπόν, η «Μανρούνα» να ήταν η καταζητούμενη Ρουζβάνη Νίθρα; Υπήρχε περίπτωση ο Ρόλμαρ να την έκρυβε στην άμαξά του, και ο Διοικητής Σάβμιν να την είχε βρει εκεί και να την είχε συλλάβει; Και υπήρχε περίπτωση η Πριγκίπισσα Λιόλα να τα είχε καταλάβει όλα αυτά, αλλά να είχε κάνει κάποια συμφωνία με τον Άρχοντα του Ράλτον, για να τον προστατέψει; Άλλωστε, έμοιαζε να τον συμπαθεί ιδιαίτερα…

Ναι, όλα τούτα είναι πολύ πιθανά.

Και, ασφαλώς, η Σαντάνρα –που από καιρό ενεργούσε ως μυστική πράκτορας του Βασιληά Άργκελ– είχε αναφέρει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια στον μονάρχη της, παρότι η Πριγκίπισσα-Διάδοχος την είχε προστάξει να μην πει τίποτα για τη «Μανρούνα». Και όχι μόνο είχε αποκαλύψει τα πάντα στον Άργκελ, μα τον είχε πληροφορήσει κιόλας πως η κόρη του της είχε ζητήσει να κρατήσει μυστικά αυτά τα γεγονότα. Ο Βασιληάς δε φάνηκε να ταράζεται, όμως εκείνη ήταν βέβαιη πως –ως συνήθως– μυριάδες ακατονόμαστα σχέδια και μηχανορραφίες περνούσαν απ’το μυαλό του. Ένα μυαλό που η Σαντάνρα είχε μάθει ότι ήταν πιο δαιδαλώδες από τους Δεκαεννέα Πύργους. Πράγμα που μονάχα κάποιος ο οποίος δούλευε τόσο στενά για τον Βασιληά μπορούσε να αντιληφθεί. Οι άλλοι απλά θεωρούσαν τον Άργκελ πολύ ευγενικό και των τύπων, για να είναι τόσο δολοπλόκος όσο ήταν στην πραγματικότητα.

Τώρα, καθώς όλα τούτα περνούσαν σαν χείμαρρος από το μυαλό της Σαντάνρα, η υπηρέτρια-κατάσκοπος προσπαθούσε να βρει μια άκρη στο μπλεγμένο μυστήριο που ονομαζόταν Άρχων Ρόλμαρ του Ράλτον· μια άκρη που θα αποτελούσε την αρχή του νήματος το οποίο θα έπρεπε να ακολουθήσει, για να μάθει τι συνέβαινε πραγματικά. Γιατί η τελευταία συμπεριφορά του ακρίτη ήταν μάλλον παράξενη· ειδικά εκείνη η περιπλάνηση του στους δρόμους της πόλης, προς αναζήτηση κάποιου μυστικιστή!

Αυτά η Σαντάνρα δεν τα είχε αναφέρει ακόμα στο Βασιληά της, όμως πίστευε πως δεν πρέπει να είχαν σχέση με τη Ρουζβάνη εγκληματία. Πιθανότατα, για κάτι άλλο επρόκειτο. Ο Άρχοντας Ρόλμαρ την είχε αιφνιδιάσει όταν εκείνη πίστευε πως πλέον δε θα προερχόταν καμία έκπληξη απ’αυτόν! Εξάλλου, για τη «Μανρούνα» (που, μάλλον, ήταν η Νίθρα) δεν είχε ξαναμιλήσει, και έμοιαζε απλά να περνάει τις ημέρες του ευχάριστα στο παλάτι, προτού αποφασίσει να επιστρέψει στο Ράλτον. Μετά είχαν αρχίσει τα παράξενα. Όμως, την ίδια ημέρα, πριν από τα ύποπτα γεγονότα, είχε συμβεί και κάτι άλλο, λιγότερο ύποπτο αλλά ύποπτο παραταύτα. Ένας υπηρέτης είχε πει στη Σαντάνρα ότι είδε την