Μια συνέντευξη που έδωσα στο περιοδικό 2012 και στον Γιώργο Χατζηκυριάκο.
Πολλοί θα θέλαμε να μάθουμε για την προσωπικότητα σου. Για εμάς είσαι ένας άνδρας ο οποίος στη δεύτερη δεκαετία της ζωής του έγραψε και έκδωσε μια πολυσέλιδη ιστορία φαντασίας που πρόκειται να αποτελέσει μία διλογία σταθμό στην ελληνική λογοτεχνία. Εσύ τι έχεις να πεις για τον εαυτό σου;
Δεν κάνω κάτι περισσότερο ή λιγότερο από αυτό που μου αρέσει. Έγραφα διάφορες ιστορίες φανταστικού περιεχομένου σχεδόν από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Πιστεύω πως εκείνο που έχει σημασία είναι να εξασκείσαι και να γίνεσαι καλύτερος, και μετά θα φτάσει μια στιγμή που θα μπορείς να πεις «Αυτό είναι! Αυτό πρέπει να πάει στο τυπογραφείο».
Ποια η γνώμη σου για το Φανταστικό και πως αυτό επηρεάζει τη ζωή σου;
Η λογοτεχνία φαντασίας είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα αρχαιότερα λογοτεχνικά είδη. Είναι ουσιαστικά ένα είδος που έχει διαμορφώσει τη ζωή και την κοινωνία μας εδώ και πολλούς αιώνες. Είναι εκείνο το μυθικό, υπερβατικό στοιχείο που ο άνθρωπος έχει ανάγκη. Για εμένα είναι ένα κανάλι έκφρασης χωρίς τους συμβατικούς περιορισμούς.
Σε ποια ηλικία ξεκίνησες τους ΠΤΕΡΑΡΓΥΡΟΥΣ και σε πόσο χρόνο χρειάστηκες για να το ολοκληρώσεις το πρώτο τους βιβλίο;
Τους Πτεράργυρους τούς ξεκίνησα πριν από ένα χρόνο περίπου και τους τελείωσα σε εφτά και κάτι μήνες, μαζί με την επιμέλεια του κειμένου και τις διορθώσεις. Πολλοί μού λένε ότι γράφω παράλογα γρήγορα, αλλά πραγματικά δεν είναι κάτι που μπορώ να κάνω για να το σταματήσω. Γράφω ανεξαρτήτως του τι έχω κατά νου να εκδώσω. Αν αυτό που έχω γράψει πιστεύω ότι αξίζει να δει το φως της ημέρας, το εκδίδω.
Από πόσο ετών ξεκίνησες να γράφεις διηγήματα;
Γύρω στα 12 πρέπει να ήμουν.
Έχεις κάποιες επιρροές που βοήθησαν τη γέννηση των ΠΤΕΡΑΡΓΥΡΩΝ;
Γενικότερες επιρροές, ναι. Συγγραφείς που έχουν επηρεάσει όλα μου τα έργα. Κάποιοι από αυτούς είναι Frank Herbert, G.R.R. Martin, Steven Erikson, Gene Wolfe, Roger Zelazny, R.E. Feist, Robin Hobb.
Ποια είναι η υπόθεση του βιβλίου;
Δε νομίζω ότι η υπόθεση ενός βιβλίου μπορεί να συνοψιστεί σε μερικές γραμμές. Ένα βιβλία πρέπει να διαβάζεται ως ενιαίο σύνολο για να έχει αξία. Αλλά αν επιμένεις… Μια οικογένεια εμπόρων, οι Πτεράργυροι, ύστερα από κάποιες πανωλεθρίες, χάνουν σχεδόν ό,τι έχουν από την περιουσία τους. Έτσι, αρχίζουν να προσπαθούν να ορθοποδήσουν, ενώ συγχρόνως ορισμένοι από αυτούς προσπαθούν να ανακαλύψουν ποιος κρύβεται πίσω από τις πανωλεθρίες. Είναι ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στον ανθρώπινο αγώνα και στην επιμονή των ανθρώπων να μην παραιτούνται ό,τι κι αν έχει συμβεί.
Λίγα λόγια για τους ήρωες;
Οι ήρωες στους Πτεράργυρους είναι κανονικοί άνθρωποι… ή όσο «κανονικοί» μπορούν πάντα να είναι οι χαρακτήρες ενός λογοτεχνήματος. Θεωρώ πως είναι χαρακτήρες που μπορεί να τους κατανοήσει ο οποιοσδήποτε αναγνώστης, είτε είναι λάτρης της λογοτεχνίας του φανταστικού είτε όχι. Είναι απλοί άνθρωποι που τυχαίνει να βρίσκονται μπλεγμένοι σε μια πολύ αλλόκοτη κατάσταση, και πρέπει να επιβιώσουν και να ακολουθήσει ο καθένας το δρόμο του.
Ποιο πιστεύεις είναι το δημοφιλέστερο μοτίβο ήρωα και ποιο είναι εκείνο που εσύ προτιμάς;
Αυτή τη στιγμή, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η λογοτεχνία του φανταστικού παγκοσμίως, αυτό δεν είναι τόσο εύκολο να απαντηθεί. Η πιο προφανής απάντηση δημοφιλέστερου μοτιβού ήρωα θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι ο Κόναν στη λογοτεχνία του φανταστικού (όχι απαραίτητα όπως έγραψε γι’αυτόν ο R.E. Howard, αλλά όπως εξελίχτηκε μετά από διάφορα κόμιξ και άλλους συγγραφείς). Όμως κάτι τέτοιο νομίζω θα ίσχυε πριν από μερικά χρόνια, όχι πλέον. Τώρα, υπάρχουν διάφορα ρεύματα στο είδος, και νομίζω ότι προτιμούνται ήρωες διαφόρων μοτίβων, ανάλογα με τα γούστα του κάθε αναγνώστη.
Προσωπικά, προτιμώ τους χαρακτήρες στους οποίους μπορώ να βρω κάτι το ανθρώπινο και κατανοητό. Καλή η υπέρβαση, αλλά από μόνη της δε νομίζω ότι επαρκεί. Επίσης, μ’αρέσει πάντα ο χαρακτήρας να έχει κάτι το ενδιαφέρον επάνω του, πράγματα που μπορώ συνεχώς να ανακαλύπτω –είτε ως συγγραφέας είτε ως αναγνώστης- και ποτέ να μην τον βαριέμαι.
Το βιβλίο σου βρίσκεται λίγο καιρό στη διάθεση μας. Τι έχεις να πεις για τη μέχρι στιγμής πορεία του;
Είναι πολύ νωρίς για να κρίνω, αλλά, από την ανταπόκριση που είδα, θα έλεγα πως πηγαίνει καλά. Είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα στην αγορά όταν είσαι και πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας και πρωτοεμφανιζόμενος εκδοτικός οίκος. Πρέπει να κερδίσεις και την εμπιστοσύνη του κοινού και την εμπιστοσύνη των βιβλιοπωλείων. Χρειάζεται πολλή δουλειά.
Σίγουρα κάθε αρχή και δύσκολη, ειδικά για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα. Τουλάχιστον η ως τώρα απήχηση του έργου σου στο αναγνωστικό κοινό σου δίνει ώθηση να συνεχίσεις;
Ναι.
Η δική μου εμπειρία μου έχει σχηματίσει το συμπέρασμα πως οι Έλληνες δεν διαβάζουν Λογοτεχνία του Φανταστικού. Τι πιστεύεις πως φταίει για αυτό;
Και από τη δική μου εμπειρία στο ίδιο συμπέρασμα έχω φτάσει. Αλλά νομίζω πρόκειται για κάτι που συμβαίνει παγκοσμίως. Και στις άλλες χώρες η λογοτεχνία φαντασίας δεν πουλάει πολύ περισσότερο από ό,τι πουλάει, αναλογικά πάντα, και στην Ελλάδα. Εδώ, βέβαια, ίσως να υπάρχει και μια γενικότερη οπισθοδρόμηση επάνω σε κάποια θέματα. Υπάρχουν πράγματα που στο εξωτερικό θεωρούνται δεδομένα, ενώ εδώ ή φαίνονται παράξενα ή είναι τελείως άγνωστα. Πχ, ο Έλληνας δείχνει να δυσκολεύεται να διαβάσει βιβλίο πάνω από 200 σελίδες. Δεν δείχνει να έχει εκείνη την επιθυμία να «χωθεί» μέσα σε μια μεγάλη ιστορία και να απολαύσει κάθε στιγμή της. Εκτός αυτού, υπάρχουν διάφορα ταμπού ως προς τα πράγματα που ξεφεύγουν απ’το συνηθισμένο: και η φανταστική λογοτεχνία είναι ο ορισμός της λογοτεχνίας που ξεφεύγει απ’τα συνηθισμένα πλαίσια. Αυτή είναι η αποστολή της, και γι’αυτό την αγαπάμε, εξάλλου.
Πάντως, δε θα έπρεπε να βλέπουμε τα πράγματα μαύρα. Έχουν γίνει πολλά θετικά βήματα στην Ελλάδα που προωθούν το είδος. Πριν από κάποια χρόνια, πχ, ζητούσες λογοτεχνία του φανταστικού στα βιβλιοπωλεία και μπορεί να τύχαινε, σε πολλές περίπτωσης, να μην ξέρουν για τι πράγμα τούς έλεγες. Και μετά, παρουσιάστηκαν οι εκδόσεις Anubis, κυκλοφορώντας τόσο μεγάλο αριθμό βιβλίων φαντασίας που, πλέον, ακόμα και ο πιο ανενημέρωτος βιβλιοπώλης δεν μπορούσε παρά να γνωρίζει για την ύπαρξη του είδους. Το θεωρώ πολύ μεγάλο και τολμηρό βήμα αυτό που έγινε από τις εκδόσεις Anubis. Άνοιξε την αγορά. Αν δεν είχε γίνει, δεν ξέρω αν μικρές εκδόσεις, όπως ο Φανταστικός Ορίζοντας, θα μπορούσαν ποτέ να έχουν ελπίδα να σταθούν.
Τι πιστεύεις για τους Έλληνες δημιουργούς στον τομέα της Φαντασίας (ολόκληρου του φάσματος); Εσύ τι θα τους συμβούλευες;
Αναμφισβήτητα, έχουμε κάποιους πολύ καλούς λογοτέχνες στον χώρο, όπως ο Μάκης Πανώριος, η Βάσω Χρήστου, ο Μιχάλης Αντωνόπουλος, ο Γιώργος Μπαλάνος, ο Παντελής Γιαννουλάκης, και ας μην παραλείψουμε να αναφέρουμε τον Θωμά Μαστακούρη που έχει κάνει εξαιρετική δουλειά στον χώρο των μεταφράσεων. Επίσης, στον χώρο των κόμιξ ακούγονται τελευταία κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες νέες φωνές όπως Γιάννης Ρουμπούλιας, Νεκτάριος Χρυσός, κ.α. Και είμαι σίγουρος πως ξεχνάω πολλούς ακόμα από διάφορες πλευρές του φάσματος.
Δεν έχω κάτι συγκεκριμένο να συμβουλέψω, ούτε νομίζω πως είναι αυτή η θέση μου. Το μόνο που θα ήθελα να πω είναι να συνεχίζουν όλοι την καλή δουλειά που έχουν αρχίσει.
Σχετικά με τους εκδοτικούς οίκους της χώρας μας τι γνώμη έχεις;
Θα έπρεπε να λάβουν πιο σοβαρά υπόψη τους τη λογοτεχνία φαντασίας από Έλληνες δημιουργούς. Καλές οι μεταφράσεις, και σίγουρα χρειάζεται να διαβάσουμε τους ξένους λογοτέχνες, αλλά γιατί όχι και δική μας, εγχώρια παραγωγή; Δε νομίζω ότι στη χώρα που γεννήθηκε και έγραψε ο Όμηρος λείπει ούτε η φαντασία ούτε ο οίστρος.
Είσαι καλλιτέχνης άρα αγωνιστής. Τι μήνυμα έχεις να δώσεις στον κόσμο;
Να συνεχίσει ο καθένας να αγωνίζεται για εκείνο που πιστεύει, να μην παραδίνεται.
Και κάτι επιπλέον στους συμπατριώτες σου;
Αυτό ήθελα να το αναφέρω στην προηγούμενη ερώτηση που μου έκανες σχετικά με τους εκδοτικούς οίκους, αλλά δεν ήμουν σίγουρος αν θα ταίριαζε τόσο. Τώρα μου δίνεις την ευκαιρία. Ένα από τα πράγματα που θεωρώ αρνητικά στους Έλληνες και πιστεύω πως θα έπρεπε να ξεπεράσουν είναι το γεγονός ότι φαίνεται να στρέφουν υπερβολικά τη ματιά τους προς το παρελθόν. Σίγουρα, οφείλουμε να ξέρουμε την παράδοσή μας, η οποία είναι μεγάλη και σπουδαία, όμως δεν ωφελεί να εκθειάζεις το παρελθόν όταν δεν κάνεις σχέδια για το μέλλον. Έχει ακουστεί να λέγεται από ανθρώπους στο εξωτερικό: «Οι Έλληνες έδωσαν τα φώτα… και μετά τα έσβησαν.» Θα ήθελα να μας δω να τους διαψεύδουμε. Τα φώτα δε χρειάζεται να μένουν σβηστά.
Κώστα, σε ευχαριστώ πολύ! Εύχομαι η ιστορία σου και η συνέχειες της να επιτύχουν και να κερδίσουν μία άξια θέση στις καρδιές των όσων λατρεύουν την τέχνη του Φανταστικού. Keep the Flame alive!
Σ’ευχαριστώ κι εγώ.
Επιστροφή στις Συνεντεύξεις.





